Page 1


Τango Τα πολύ δυνατά αισθηματικά - συναρπαστικά μπεστ-σέλερς με την εγγύηση υψηλής ποιότητας της Τάνγκο, για σας που έχετε βαρεθεί τις ανούσιες ιστορίες αγάπης

Η αναζήτηση «Μ η λες ανοησίες», της είπε πνιχτά. «Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι που θα το μετανιώσουμε μετά. Δεν -» «Φίλησέ με», βόγγηξε η Σερίνα, και πριν ακόμα ολοκληρώσει τη φράση της, αυτός είχε σκύψει από πάνω της και σφράγιζε τα χείλια της με τα δικά του. Η Σερίνα Χέιζ ήταν όμορφη, πλούσια και διάσημη, αλλά στα εικοσιοχτώ της είχε φτάσει να νιώθει εντελώς αποτυχημένη. Μ ετά πέντε χρόνια αρμονικού γάμου, ο άντρας της την είχε εγκαταλείψει για μια ασήμαντη κοπελίτσα, και σαν να μην έφτανε αυτό, η καριέρα της έμοιαζε να έχει φτάσει στο σημείο μηδέν. Ήταν η δεύτερη φορά στη ζωή της που χρειαζόταν τόσο απελπισμένα τον Ρέι Νόλαν, τον πιο παλιό και πιο αγαπημένο της φίλο. Κι όταν αυτός ήρθε σαν από μηχανής θεός για να την πάρει μακριά απ’ όλους κι απ’ όλα, να της δώσει τη δύναμη ν' αντιδράσει και να


ξαναβάλει τη σφραγίδα του στην καριέρα της, η Σερίνα αν,ακάλυψε πως τα αισθήματά της γι' αυτόν άλλαζαν ραγδαία: δεν ένιωθε πια μόνο στοργή και τρυφερότητα για τον Ρέι Νόλαν. Τον ήθελε και σαν άντρα. Αλλά αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να το πνίξει με κάθε θυσία. Δεν μπορούσε να διακυβεύσει την τέλεια φιλία που την έδενε μαζί του επειδή η ίδια βρισκόταν τώρα δα σε μια φάση τέλειας σύγχισης. Ο Ρέι την έβλεπε αποκλειστικά σαν φίλη - η όμορφη Τρίτσια Σέιμουρ κάλυπτε τις υπόλοιπες ανάγκες του. Κι άλλωστε στη ζωή της είχε μπει ο Βιτόριο Μ αντσίνι, ο γοητευτικός πλέι-μπόι που είχε βαλθεί να την κατακτήσει με κάθε τρόπο. Στην αγκαλιά του, ήταν σίγουρη, θα ξεχνούσε όλες της τις φαντασιώσεις για τον Ρέι... Αλλά δεν έφτανε η αγκαλιά του Βιτόριο για’να το ξεπεράσει. Η λαχτάρα της για τον Ρέι Νόλαν σιγόκαιγε μέσα της δώδεκα ολόκληρα χρόνια, και τώρα που είχε φουντώσει, δεν ελεγχόταν πια. Γι' άλλη μια φορά η ζωή της έμοιαζε να σωριάζεται σε ερείπια, και τώρα ο Ρέι δεν μπορούσε, ή δεν ήθελε να βοηθήσει. Για μια νύχτα εκστατικού έρωτα, η Σερίνα είχε χάσει το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή της - τη φιλία του... Η αναζήτηση Στεφάνι Γουεμπ Μ ΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΒΕΛΙΝ ΓΕΡΑΡΔΟΥ COSM OBOOKS


ΑΘΗΝΑ Τango ΑΙΣΘΗΜ ΑΤΙΚΑ BIBAIA ΤΣΕΠΗΣ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: LOVE IS THERE FOR TAKING COPYRIGHT: STEPHANIE WEBB 1988 COPYRIGHT ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ COSM OBOOKS ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ 5 176 72 ΚΑΛΛΙΘΕΑ Τηλ: 95.84.594 - 95.83.913 Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή αναδημοσίευση ίων βιβλίων με ίο σήμα “COSM OBOOKS LTD” ή μέρους αυτών χωρίς τη γραπτή άδεια του εκ δότη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 «Γιατί τον κάλεσες;» ρώτησε η Σερίνα Χέιζ. Ήταν κατάχλομη κάτω απ’ το προσεγμένο μακιγιάζ της, κι η φωνή της, αν και ψιθυριστή, είχε ένα σαφή τόνο υστερίας. Η Άμπι Μ άρτιν την κοίταξε μ’ ένα ύφος που πρόδινε ενοχή, αμηχανία, και μια κάποια επιθετική διάθεση. «Γιατί να μην τον καλέσω;» της αντιγύρισε.


«Απ’ ό,τι ξέρω, χωρίζετε φιλικά, ή όχι;» «Το ήξερες πως δεν ή'θελα να τον ξαναδώ, δεν το ήξερες; Και τι πάει να πει, χωρίζουμε φιλικά; Αν εννοείς ότι δε βγάλαμε ακόμα μαχαίρια να σφαχτούμε, ναι, χωρίζουμε πολύ φιλικά! Μ α για τ’ όνομα του Θεού - πώς μπόρεσες να μας φέρεις και τους δυο σε τόσο δύσκολη θέση; Όταν ξέρεις ότι από μέρα σε μέρα βγαίνει το διαζύγιό μας, και πώς νιώθω εγώ γι’ αυτό!» «Γι' αυτό τον κάλεσα», τη διαβεβαίωσε η Άμπι. «Έλπιζα - ήμουνα σίγουρη, πως αν μόνο σας δινόταν μια ακόμα ευκαιρία, ίσως κάπου να τα βρίσκατε οι δυο σας...» «Πάει ένας χρόνος τώρα που μας δόθηκε κάθε ευκαιρία να τα βρούμε οι δυο μας - και είδες ποια ήταν η κατάληξη», της πέταξε σαρκαστικά η Σερίνα. «Και φυσικά, ούτε που σου πέρασε απ’ το μυαλό πως θα έφερνε μαζί και την ερωμένη του!» Της ξέφυγε ένας κοφτός λυγμός. «Και πως θα ήταν ήδη τεσσάρων μηνών έγκυος!» «Δεν μπορούσα να το φανταστώ. Έλεγα πως - πως όσο σοβαρά κι αν ήταν τα πράγματα, δε θα την παρουσίαζε στους κοινούς σας φίλους πριν βγει τουλάχιστον το διαζύγιό σας. Η πρόσκληση απευθυνόταν μόνο σ’ αυτόν, στ’ ορκίζομαι. Μ όλις την έλαβε μου τηλεφώνησε για να με ρωτήσει αν μπορούσε να φέρει μαζί και την... την αρραβωνιαστικιά του. Δε γινόταν πια να του πω όχι!» «Μ πορούσες όμως να το πεις σ’ εμένα. Ήξερες πως δε


θα ’ρχόμουνα ποτέ σ’ αυτές τις συνθήκες!» «Δεν μπορούσα πια να σε ειδοποιήσω. Θυμήσου - έλειπες απ’ το σπίτι σου όλη τη βδομάδα, και κανείς δεν ήξερε πού ήσουνα. Ήρθες εδώ χωρίς να περάσεις καν απ’ το Λονδίνο, έτσι δεν είναι;» Η Σερίνα έπαψε να βηματίζει σαν παγιδευμένο θηρίο πάνω-κάτω στο δωμάτιο. Έπεσε μ’ ένα βαθύ στεναγμό εξουθένωσης στην πολυθρόνα, κι άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί αφηρημένο στο μεγαλόπρεπο πάρκο που περιέβαλε το αρχοντικό των Μ άρτιν. «Ω, Θεέ μου», έκανε άτονα. «Και τώρα τι γίνεται; Δεν μπορώ βέβαια να μείνω κάτω απ’ την ίδια στέγη μ’ αυτούς τους δυο. Ούτε για μισή ώρα παραπάνω. Ελπίζω να το καταλαβαίνεις αυτό!» «Δεν μπορείς ούτε να φύγεις τώρα πια». «Και βέβαια μπορώ!» Έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της. «Θεέ μου, αν ήξερες πόσο απεχθάνομαι αυτές τις μικρές ίντριγκες που γίνονται πίσω απ’ την πλάτη μου - και πάντα για το καλό μου! Αν ήξερες πόσοι έχουν προσπαθήσει ως τώρα να σώσουν το γάμο μου με τον Λίαμ... Γιατί - γιατί που να σας πάρει δε μ’ αφήνετε στην ησυχία μου;» Τα δάκρυα που βάραιναν πίσω απ’τα βλέφαρά της άρχισαν να κυλούν αργά στα ωχρά της μάγουλα. «Επειδή εσύ κι ο Λίαμ ήσασταν ένα τόσο ταιριαστό ζευγάρι, γι’ αυτό. Επειδή σας συμπαθούμε όλοι ιδιαίτερα -και εσένα,και αυτόν».


«Ειδικά αυτόν», έκανε εξουθενωμένη η Σερίνα. «Λίαμ Άσλεϊ - ο άνθρωπος που έχει παντού μόνο φίλους! Παραδόξου το, όλοι μας οι φίλοι ήταν δικοί του φίλοι. Ακόμα κι όσοι τον γνώρισαν από μένα. Αυτός ο άνθρωπος έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας. Παραδόξου το, δεν υπάρχει ούτε ένας που να πιστεύει πως μπορεί να έχει κι ο Λίαμ κάποια ευθύνη για το χωρισμό μας. Ακόμα κι εσύ μου έριξες εμένα τα βάρη. Κι όσο για το άλλο - αν ήμασταν τόσο ταιριαστό ζευγάρι, δε θα είχαμε φτάσει σ’ αυτό το σημείο!» «Σε κάθε ζευγάρι μπορεί να μπει κάποιος τρίτος. Αυτός δεν είναι λόγος για να καταθέτεις τα όπλα». «Δεν τα κατέθεσα. Το πάλεψα όσο γινόταν. Δε μου έμειναν άλλα περιθώρια. Ο Λίαμ δε με θέλει πια - θέλει αυτό το ανόητο κοριτσόπουλο με τη φουσκωμένη κοιλιά, κι αυτό είν’ όλο». Σηκώθηκε με κόπο, σκουπίζοντας με την ανάστροφη του χεριού τα υγρά της μάγουλα. «Είναι τόσο απλό: μετά από πέντε χρόνια γάμου, η Σερίνα Χέιζ πάει οτα αζήτητα. Η Σερίνα Χέιζ τέλειωσε. Τη θέση της πήρε μια ασήμαντη κοπελίτσα με βαμμένα μαλλιά, άχρωμο πρόσωπο και μεγάλο στήθος. Κύριοι, μπορείτε τώρα να υποδεχτείτε τη Ντέμπι Φένγουικ, μέλλουσα κυρία Λίαμ Άσλεϊ. Αυτό το μηδενικό που κατάφερε να κλέψει τον άντρα της ασυναγώνιστης Σερίνα Χέιζ!» Καυτά δάκρυα άρχισαν πάλι να κυλάνε στα μάγουλά της. «Και δεν είναι αλήθεια πως πρόκειται για ένα μηδενικό», πρόσθεσε σπασμένα. «Είναι πολύ νόστιμη και πολύ νέα. Δεν έχει καν κλείσει τα δεκαεννέα, όταν η Σερίνα Χέιζ πατάει για τα καλά τα εικοσιεννιά. Είναι γλυκιά και υπάκουη και πρόθυμη


να του δώσει τον περιπόθητο διάδοχο, όταν η Σερίνα Χέιζ δεν το αποφάσιζε επί πέντε ολόκληρα χρόνια. Θα έχει σίγουρα κι άλλα κρυφά προσόντα. Ποιος ξέρει. Ο Λίαμ είχε πολύ τακτ για να μου τα αναφέρει διεξοδικά!» «Μ ην το παίρνεις τόσο κατάκαρδα», έκανε όσο πιο ανάλαφρα μπορούσε η Άμπι. «-έρεις ότι τα γούστα των ανθρώπων είναι πολύ παράξενα. Δεν υπάρχει καμιά σύγκριση ανάμεσα σ’ εσένα και τη Ντέμπι. Ειλικρινά, δεν υπάρχει», ξανάπε με έμφαση, καταγράφοντας με μια ματιά τα πυκνά ξανθά μαλλιά, το εξαίσιο πρόσωπο, το λεπτό, λυγερό σώμα της φίλης της. Χωρίς αμφιβολία, η ομορφιά της έκοβε την ανάσα, αλλά αυτό δεν έλεγε τίποτα. Οι άντρες, ήταν γνωστό, συχνά ξετρελαινόντουσαν για μικρές ασήμαντες υπάρξεις σαν τη Ντέμπι Φένγουικ. «Ω, ναι, υπάρχει», έκανε πικρά η Σερίνα. «Υπάρχει μια διαφορά δέκα χρόνων, πρώτα-πρώτα. Υπάρχει επίσης το γεγονός ότι για τον Λίαμ είναι ακόμα παρθένα και ανεξερεύνητη περιοχή. Πέντε χρόνια τους αρκούν συνήθως για να βαρεθούν ακόμα και την πιο ενδιαφέρουσα γυναίκα. Και πολύ θέλω να δω τι θα γίνει αζ πέντε χρόνια, όταν ο Λίαμ θα μπλέξει με κάποια δεκαεξάχρονη και θα της πει αντίο!» Άνοιξε απότομα τη ντουλάπα όπου η καμαριέρα είχε ήδη ταχτοποιήσει τα ρούχα που είχε φέρει μαζί της, και βάλθηκε να τα πετάει πάνω στο κρεβάτι. «Τι στο καλό κάνεις; Τρελάθηκες;» έκανε η Άμπι.


«Φεύγω. Αυτό κάνω». «Μ ην είσαι ανόητη. Δεν μπορείς να φύγεις! Ακόμα κα-λά-καλά δεν ήρθες! Θέλεις να γελάσουν όλοι σε βάρος σου;» «Δε μ’ ενδιαφέρει». «-έρεις τι θα πούνε; Πως σε καίει ακόμα αυτό το θέμα!» «Ας το πούνε. Αλήθεια θα είναι». «Σέρι, γλυκιά μου...» Της τράβηξε μια κρεμάστρα απ’το χέρι και την ξανάβαλε στη ντουλάπα. «Σκέψου λίγο... Για-τί να τους δώσεις αυτή την ικανοποίηση;» «Άφησέ με, Άμπι, για το Θεό!» «Μ είνε έστω μια μέρα. Έτσι θα αποδείξεις ότι δε δίνεις δεκάρα!» «Πώς; Γυρνώντας ένα γύρω ολομόναχη και σαν βαρυ-πενθούσα χήρα;» «Δε θα είσαι ολομόναχη. Έχω καλέσει ένα σωρό ενδιαφέροντες άντρες. Κι ούτε είναι ανάγκη να μοιάζεις με βα-ρυπενθούσα χήρα. Προσποιήσου. Κάνε ότι διασκεδάζεις. Το διάβολο, ηθοποιός είσαι! Δεν μπορείς να υποκριθείς για μια μέρα;» «Ο Λίαμ δεν πρόκειται να ξεγελαστεί».


«Θα ξεγελαστούν όλοι οι άλλοι. Κι όσο γι’ αυτόν - σκέψου, του είναι το ίδιο δυσάρεστο όσο και σε σένα. Κι ακόμα περισσότερο, γιατί έχει και τη Ντέμπι μαζί του κι όσο να ’ναι, η μικρή όλο και κάπου θα έχει ενοχληθεί απ’ αυτή τη συνύπαρξη μ’ εσένα. Γιατί να μην του χαλάσεις λίγο το κέφι; Άστον να σε βλέπει και να σκέφτεται τι έχασε!» Η Σερίνα γέλασε κοφτά. «Αν ήταν να σκεφτεί κάτι τέτοιο, θα το είχε σκεφτεί από πολύ καιρό. Πάει κοντά ένας χρόνος που προσπαθώ να σώσω αυτό το γάμο, Άμπι! Κι όχι βέβαια πως ήμουνα τρελά ερωτευμένη μαζί του. Μ ετά από πέντε χρόνια γάμου, δεν μπορούμε να μιλάμε για τρελούς έρωτες». «Τότε γιατί να κάθεσαι να σκας τώρα;» «Γιατί τον αγαπούσα. Ήταν ο άντρας μου. Τον είχα συνηθίσει. Του είχα εμπιστοσύνη. Κι ύστερα... ήταν φοβερό πλήγμα για τον εγωισμό μου, δεν το καταλαβαίνεις;» «Τότε μην το κάνεις χειρότερο φεύγοντας. Μ ην το βάζεις στα πόδια. Μ είνε εδώ και δείξε σε όλους πως δε δίνεις δεκάρα». «Δεν μπορώ να τους βλέπω μαζί. Χριστέ μου, δεν το καταλαβαίνεις; Τι θα έλεγες εσύ αν στο έκανε αυτό ο άντρας σου; Κι αν επιπλέον όλος ο κόσμος συνέχιζε να ρίχνει σ’ αυτόν το δίκιο και το άδικο σ’ εσένα;» «Θα έλεγα τα ίδια. Αλλά δε θα του έδινα την ικανοποίηση να


φύγω απ’ το σπίτι μιας φίλης μου επειδή έτυχε να είναι κι αυτός εκεί!» Της πήρε όμως πολλή ώρα μέχρι να αποσπάσει απ’ τη Σερίνα την υπόσχεση ότι θα έμενε τουλάχιστον εκείνο το βράδυ. Τώρα μετάνιωνε για την πρωτοβουλία της να κα-λέσει μαζί τους δυο πρώην συζύγους χωρίς να ξέρει κανείς απ’ τους δυο τι τον περίμενε. Κι ήταν αλήθεια, ο Λίαμ είχε ενοχληθεί πιο πολύ απ’ ό,τι η Σερίνα. Ήταν πάρα πολύ ευγενικός και διπλωμάτης για να το δείξει ξεκάθαρα, αλλά η Άμπι τον γνώριζε όσα χρόνια τον γνώριζε και η Σερίνα, και ο ήπιος, γλυκός του τρόπος δε θα την ξεγελούσε σε καμιά περίπτωση. Αν είχε έρθει μόνος, σίγουρα θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Θα είχε κάνει ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της για να τους δώσει άφθονες ευκαιρίες να μείνουν μόνοι οι δυο τους. Τώρα όμως υπήρχε και η Ντέμπι Φένγουικ, που ήταν φανερά αποφασισμένη να μην αφήσει ούτε δευτερόλεπτο τον Λίαμ απ’ τα μάτια της. Κι όσο για τον ίδιο τον Λίαμ, δεν έδειχνε καμιά απολύτως διάθεση να απομακρυνθεί απ’ το πλευρό της δεκαεννιάχρονης αγαπημένης του. Θεέ μου, να φύγω, να φύγώ, σκεφτόταν πυρετικά η Σερίνα όλο εκείνο το απόγευμα. Να περάσει αυτή η νύχτα και να σηκωθώ να φύγω. Δεν έδινε δεκάρα τι θα σκεφτόντουσαν οι υπόλοιποι καλεσμένοι


της Άμπι. Δεν έδινε δεκάρα τι θα σκεφτόταν ο Λίαμ, ή πόσο θριαμβεύτρια θα ένιωθε η Ντέμπι αφού θα είχε τρέψει σε άτακτη φυγή την "πρώην". Το μόνο που ήθελε ήταν να βρεθεί μακριά τους, να πάψει να βλέπει το τόσο οικείο, τόσο αγαπημένο πρόσωπο που είχε συνηθίσει να βλέπει δίπλα της όλ’ αυτά τα χρόνια. Είχε πάθει το σοκ της ζωής της όταν, φτάνοντας στο σπίτι των Μ άρτιν, είχε πέσει πάνω στον Λίαμ και τη Ντέμ-πι. Είχε ακολουθήσει μια φοβερά αμήχανη και γελοία στιγμή σύγχισης. Είχε χάσει τα λόγια της, και το ίδιο θα πρέπει να είχαν χάσει κι αυτοί τα δικά τους. Η Ντέμπι είχε γίνει κατακόκκινη, κι είχε μείνει να την κοιτάζει με σφιγμένα χείλια. Ο Λίαμ ξαναβρήκε πρώτος την ψυχραιμία του, κι είπε δυο τυπικά λόγια που τώρα η Σερίνα δεν τα θυμόταν καν. Το μόνο που θυμόταν ήταν το πρόσωπό του, ελαφρά χλομό αλλά όμορφο όπως πάντα. Τα μαύρα, σπαστά μαλλιά, την αρχαϊκή κατατομή, τα βελούδινα μάτια, τα όμορφα χείλια, το δυνατό σαγόνι. Όλα αυτά που, μαζί με το δυνατό, αντρίκιο του σώμα και το οπωσδήποτε αναμφισβήτητο ταλέντο του, είχαν βοηθήσει τον Λίαμ Άσλεϊ να γίνει σταρ. Έκρυψε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι, παλεύοντας να κρατήσει τα δάκρυά της. Πώς φτάσαμε ως εδώ, αναρωτήθηκε εξουθενωμένη. Ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι κάποτε... Ή μήπως όχι; Ολοζώντανες μνήμες πλημμύρισαν το μυαλό της, φέρ-νοντάς της


καινούρια δάκρυα. Ήταν τόσο ερωτευμένοι κάποτε οι δυο τους. Ένα τόσο ταιριαστό ζευγάρι, όπως έλεγε κι η Άμπι. Νέοι, όμορφοι, επιτυχημένοι... Μ ια λαμπρή καριέρα ανοιγόταν μπροστά τους, κι αν η Σερίνα ήταν τότε πιο φτασμένη απ’ τον άντρα της, ο Λίαμ τα είχε καταφέρει εξαιρετικά καλά σ’ αυτά τα χρόνια του γάμου τους. Τώρα το όνομά του είχε σχεδόν την ίδια βαρύτητα με το δικό της. Σε λίγο καιρό ίσως να είχε και περισσότερη. Ήταν φυσικό να τον κυνηγάνε οι γυναίκες. Σαν λυσσασμένα σμάρια έπεφταν πάνω του όπου εμφανιζόταν. Αλλά ποτέ δεν της είχε δώσει αφορμή για να ζηλέψει. Και ξαφνικά, είχε σκάσει η βόμβα... Ήταν ερωτευμένος, της είχε πει. Της το είχε πει μ’ όλο του το έμφυτο τακτ, αποφεύγοντας να την πληγώσει περισσότερο απ’ όσο θα ήταν αναγκαίο. Δεν ήξερε πώς του είχε συμβεί, και οπωσδήποτε η άλλη δεν ήταν ούτε καλύτερη, ούτε πιο γοητευτική απ’ τη Σερίνα Χέιζ. Ήταν απλά ένα από εκείνα τα πράγματα που δεν μπορεί να ελέγξει κανείς. Και ήθελε να χωρίσουν. Έναν ολόκληρο χρόνο το είχε παλέψει. Του είχε ζητήσει να το ξανασκεφτεί, να της αφήσει ένα περιθώριο. Τον είχε αφήσει εντελώς ελεύθερο να συνεχίζει τις σχέσεις του με τη Ντέμπι. Είχε πνίξει τον πόνο, την ταπείνωση και τη ζήλεια της, είχε φτάσει ακόμα και στο σημείο να συζητάει ψύχραιμα μαζί του τα αισθήματά του και τις αντιδράσεις του. Δεν ήθελε να τον χάσει. Δεν ήθελε προπαντός να μάθει όλος ο κόσμος πως το είδωλο, η γόησσα, η


σεξο-βόμβα Σερίνα Χέιζ δεν μπορούσε να κρατήσει ούτε τον δικό της άντρα. Ήδη είχαν αρχίσει να βλέπουν το φως της δημοσιότητας ορισμένα κουτσομπολιά για τις σχέσεις τους. Της ήταν ανυπόφορο να τα διαβάζει. Για λίγο πίστεψε πως ίσως ο Λίαμ να βαριόταν τελικά τη νέα του αγάπη και να ξαναγύριζε κοντά της. Μ ε την υπομονή, την κατανόηση, την ανωτερότητα που έδειχνε ίσως να τον ξανακέρδιζε... Τώρα δεν ήξερε καν αν ήθελε να τον ξανακερδίσει επειδή τον αγαπούσε, ή μόνο και μόνο για να μην πει κανείς ότι την είχε εγκαταλείψει. Όπως κι αν είχε το πράγμα, δεν τον είχε κερδίσει. Η Ντέμπι είχε μείνει έγκυος, κι ο Λίαμ είχε απαιτήσει το διαζύγιο. Έτσι είχε λήξει ένας γάμος που τον θεωρούσαν όλοι μέχρι τότε απόλυτα επιτυχημένο. Οι γνωστοί κι οι φίλοι εκφράζαν τη λύπη τους, αλλά στο βάθος, η Σερίνα ήταν σίγουρη γι’ αυτό, της καταλόγιζαν όλες τις ευθύνες. Ο Λίαμ ήταν ένα τόσο γλυκό παιδί, αυτή είχε τη φήμη της σκληρής ντίβας. Σίγουρα δικό της θα ήταν το φταίξιμο. Μ πορεί και να ήταν, σκέφτηκε τώρα, ρουφώντας τη μύτη της κι ατενίζοντας το ταβάνι. Αν καθόταν να το ψάξει, σίγουρα θα ανακάλυπτε πως το λάθος ήταν δικό της. Αυτή είχε αποξενώσει τον Λίαμ. Αυτή τον είχε σπρώξει στην αγκαλιά της Ντέμπι. Σίγουρα κάπου είχε αποτύχει σαν σύζυγος. Σεξουαλικά, προφανώς. Πόσες φορές τύ-χαινε να είναι πολύ κουρασμένη, ή να έχει


φοβερή αγωνία για το καινούριο έργο, ή να υποφέρει από άγχος, ή να έχει πονοκέφαλο, ή... Δεν είχαν στ’ αλήθεια και καμιά σπουδαία σεξουαλική ζωή οι δυο τους. Γι’ αυτήν δεν είχε και τόση σημασία αυτό - τα αισθήματα μέτραγαν πάνω απ’ όλα. Για τον Λίαμ όμως ίσως να ήταν κάτι πολύ σημαντικό. Ήταν νέος, μόλις τριανταδύο χρόνων. Οι ανάγκες του ήταν ίσως πιο μεγάλες απ’ το μέσο όρο. Ενώ οι δικές της ήταν σαφώς κάτω απ’ το μέτριο. Τώρα, για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια, συνειδητοποιούσε πόσο ανεπαρκής ήταν στο σεξουαλικό τομέα. Σίγουρα, όλα αυτά τα χρόνια το ήξερε πως ελάχιστα ευχαριστιόταν την ερωτική πράξη. Πολύ συχνά δεν ήθελε καθόλου σεξ. Τον πρώτο καιρό του έρωτά τους, ναι, τότε το ήθελε πάρα πολύ. Αλλά κατά κάποιο τρόπο, τα πράγματα ποτέ δεν εξελισσόντουσαν όπως περίμενε. Έκαναν παθιασμένο έρωτα, κι όμως ήταν ζήτημα αν μια-δυο φορές είχε νιώσει κάτι που να πλησιάζει την ένταση ενός φυσιολογικού οργασμού. Δεν το είχε συζητήσει ποτέ με τον Λίαμ· δεν ήθελε να τον κάνει να νιώσει μειονεκτικά. Περιοριζόταν να προσποιείται, αλλά ακόμα θυμόταν την απογοήτευσή της, την αίσθηση του κενού και του ανικανοποίητου που ερχόταν συνήθως σαν επακόλουθο μετά τις ερωτικές τους περιπτύξεις. Ύστερα, σιγά-σιγά, είχε αμβλυνθεί η αρχική της επιθυμία. Υπήρχαν νύχτες που τα χάδια του την


ενοχλούσαν. Δεν του το είχε δείξει ποτέ, αλλά σίγουρα αυτός θα το είχε νιώσει. Γιατί, αναρωτήθηκε τώρα, γιατί δεν μπόρεσα ποτέ να ανταποκριθώ στο δικό του πάθος; Αφού τον αγαπούσα! Ήταν θλιβερό και ανησυχητικό να σκέφτεται πως όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε καταφέρει να ανταποκριθεί σαν φυσιολογική γυναίκα. Είναι επειδή είμαι ψυχρή; ρώτησε τον εαυτό της. Παθολογικά ψυχρή; Ή μήπως είμαι κι εγώ ένα νευρωτικό θύμα του στρες που είναι αναπόσπαστο μέρος του επαγγέλματος μας; Ίσως θα έπρεπε να επι-σκεφτώ κάποιον ειδικό... Και γιατί δεν είχε νιώσει ποτέ την επιθυμία να χαρίσει ένα παιδί στον Λίαμ; Ήξερε πόσο αγαπούσε ο άντρας της τα παιδιά, αλλά τον είχε πείσει πως ήταν ακόμα πολύ νωρίς για να το σκέφτονται. Είχαν την καριέρα τους, δεν μπορούσαν ακόμα να δεσμευτούν με( οικογένεια. Η ίδια φοβόταν για την καριέρα της πολύ περισσότερο απ’ όσο ο Λίαμ για τη δική του, κι ακόμα φοβόταν μη χαλάσουν οι γραμμές της, αλλά αυτό φυσικά δεν του το είχε πει. Τώρα αναρωτιόταν μήπως όλα αυτά δεν ήταν παρά μόνο δικαιολογίες. Ποτέ της δεν είχε νιώσει την επιθυμία να κάνει παιδί, και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο Λίαμ το ήθελε τόσο. Τώρα, με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι και με την ψυχή γεμάτη από μια εντελώς αδικαιολόγητη αγωνία, αναρωτήθηκε γι’ άλλη μια φορά αν ήταν στ’ αλήθεια ανώμαλη, κι αν ίσως δε θα πρεπε να δει


όσο πιο σύντομα γινόταν έναν ψυχίατρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Από μια άποψη, ήταν ευτύχημα που η Άμπι είχε καλέσει κι άλλους για το γουίκ-εντ, γιατί έτσι οι πιθανότητες να μείνει μόνη με τον Λίαμ και τη Ντέμπι μειώνονταν αισθητά. Όπως και να ’χε, ήταν σωστό μαρτύριο να προσπαθεί να υποκριθεί ότι δεν έδινε δεκάρα, και να αναλογίζεται τι θα σκέφτονταν όλοι αυτοί γύρω της βλέποντάς την μαζί με το σύζυγό της και τη μέλλουσα γυναίκα του. «Φαίνεσαι πιο καλά παρά ποτέ», της είπε ο Λίαμ με το πιο γλυκό του χαμόγελο. «Εκθαμβωτική. Τι έγινε μ’ εκείνο το φιλμ του Σάμουελσον;» «Τίποτε ακόμα. Δεν του απάντησα». Ευτυχώς που είχαν κι ένα κοινό θέμα συζήτησης, αλλιώς τα πράγματα θα ήταν τραγικά. Λίγο πιο πέρα, η Ντέμπι αργόπινε το ποτό της με τα μάτια καρφωμένα στα χείλια του Λίαμ, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει τα λόγια του απ’ τις κινήσεις του στόματός του. «Γιατί όχι; Είχες πει πως σ’ ενδιέφερε». «Δε μ’ αρέσει και τόσο ο ρόλος, τελικά». «Ο Σάμουελσον είναι καλός».


«Το ξέρω. Είχα όμως και άλλες προτάσεις. Και για το θέατρο. Εσύ πώς τα πας;» «Το Σεπτέμβριο πάω Νέα Υόρκη. Ως τότε θα κάνουμε διακοπές». «Τυχεροί είσαστε», είπε πιο ψυχρά απ’ όσο θα ’θελε η Σερίνα, κι ανακουφίστηκε όσο τίποτα όταν κάποιος ήρθε να της πιάσει την κουβέντα. Δε θα το αντέξω για πάνω από μια βραδιά, σκεφτόταν όλη την υπόλοιπη ώρα, προσπαθώντας να μην κοιτάζει προς τη μεριά του Λίαμ και της Ντέμπι. Αυτή η μικρή ήταν στ’ αλήθεια εντελώς ασήμαντη. Χανόταν δίπλα του. Τι στο διάβολο της είχε βρει; Πώς ήταν δυνατόν να την έχει ταπεινώσει γι’ αυτό το άχρωμο πλάσμα; Απ’ όλους τους καθρέφτες της Άμπι την κοιτούσε ο εαυτός της, κι ήξερε πως ο Λίαμ δεν έλεγε ψέματα, και πως ήταν στ’ αλήθεια εκθαμβωτική. Εκείνο το βράδυ είχε προσέξει όσο περισσότερο γινόταν την εμφάνισή της. Δεν υπήρχε ούτε μια γυναίκα εκεί μέσα που να μπορεί να επισκιάσει τη Σερίνα Χέιζ. Κι ούτε έδειχνε εικοσιεννιά χρόνων- το πολύ-πολύ που θα την έκανε κανείς, ήταν ει-κοσιτριών. Ήταν όμορφη όσο την πρώτη μέρα που είχε ξεκινήσει την καριέρα της σαν φωτομοντέλο - κι ακόμα περισσότερο. Απόψε φορούσε ένα πολύ κοντό φουστάνι σε βαθύ κόκκινο χρώμα, που τόνιζε τα ξανθά της μαλλιά και τα βαθυγάλανα μάτια της κι άφηνε ελεύθερα μέχρι ψηλά τα μακριά, τέλεια πόδια της. Οι


πτυχές του λεπτού υφάσματος έπεφταν απαλά πάνω στο όμορφο στήθος της, τονίζοντας τις γυμνές θηλές που σκέπαζαν αισθησιακά. Για τα δικά της μέτρα, το στήθος της Ντέμπι ήταν τεράστιο, κι έμοιαζε ήδη πεσμένο. Φαντάστηκε τον Λίαμ να χώνει μέσα σ’ αυτόν το μαλακό όγκο σάρκας το μούτρο του, και της ήρθε μαζί να γελάσει και να τσιρίξει από ταπείνωση. Ήταν φριχτό. Της ήταν αδύνατο να τους βλέπει μαζί και να φαντάζεται τι έκαναν οι δυο τους τη νύχτα σ’ ένα κρεβάτι, ή και κάθε άλλη ώρα της ημέρας, άλλωστε. Ήταν φριχτό να βρίσκεται σ’ ένα σπίτι γεμάτο προσκεκλημένους, μόνη και ασυνόδευτη, όταν λίγο πιο πέρα τριγυρ-νούσε ο Λίαμ αγκαλιά με τη Ντέμπι του. Δεν μπορούσε να το αντέξει. Έπρεπε να φύγει, αλλά η Άμπι είχε δίκιο. Δεν μπορούσε να φύγει και να δώσει αυτή την ικανοποίηση σ’ όλους τους κουτσομπόληδες που παρακολουθούσαν λαίμαργα κάθε κίνησή της, κάθε λέξη και κάθε βλέμμα της. Της ερχόταν να σταθεί μες στη μέση του δωματίου και να ουρλιάξει από απελπισία, να βρίσει τον Λίαμ, να ριχτεί στη Ντέμπι και να της σκίσει το πρόσωπο με τα νύχια της. Αντί γι’ αυτό, έπρεπε να χαμογελάει και να υποκρίνεται πως διασκέδαζε. Να πίνει και να φλερτάρει, κρατώντας τα δάκρυά της γι’ αργότερα, που θα ήταν μόνη. «Δεν τους έχω βάλει στο ίδιο δωμάτιο», της είπε ψιθυριστά η Άμπι.


«Και λοιπόν; Λες να τους εμποδίσεις να κοιμηθούν μαζί, αν το θέλουν;» «Μ πορεί να μην το τολμήσουν. Δεν έχουν ακόμα επισημοποιήσει το δεσμό τους». Η Σερίνα γέλασε πικρά. «Τι λες! Φοβερό εμπόδιο». «Είναι σε ξένο σπίτι, Σέρι». «Ναι. Θα τους πιάσεις στο φιλότιμο». Κι ύστερα ρώτησε ξερά: «Κι εμένα τι μου το λες αυτό;» «Απλά, στο λέω». «Μ ήπως εννοείς ότι πρέπει να σπεύσω να επωφεληθώ;» «Μ ην είσαι ανόητη». «Αυτό εννοούσες, έτσι δεν είναι;» Γέλασε πάλι. «Μ ε φαντάζεσαι να γλιστράω σαν τον κλέφτη στό δωμάτιο του συζύγου μου, για να κάνουμε έρωτα στα κρυφά, χωρίς να μας πάρει είδηση η Ντέμπι; Ω, που να πάρει... Χριστέ μου, γιατί με έμπλεξες έτσι;» Θα έδινε οτιδήποτε για να μπορέσει να φύγει από κει μέσα. Αν μόνο της δινόταν μια δικαιολογία, αν κάποιος της έκανε ένα κατεπείγον τηλεφώνημα, αν κάποιος δικός της αρρώσταινε κι έπρεπε να φύγει... Θα μπορούσε να βάλει κάποιον να της τηλεφωνήσει. Αύριο πρωί-πρωί κιόλας θα το φρόντιζε αυτό. Θα


ήταν μια αξιοπρεπής λύση. Ανέβηκε νωρίς στο δωμάτιό της, έκανε ένα μπάνιο και χώθηκε στα φρέσκα, μοσχομυριστά σεντόνια της Άμπι. Προσπάθησε να διαβάσει λίγο για να νυστάξει, αλλά ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί στο βιβλίο που είχε φέρει μαζί της. Ο νους της ήταν στον Λίαμ και στη Ντέμπι, στο κρεβάτι που σίγουρα μοιράζονταν τώρα οι δυο τους, παρά τις αφελείς προσπάθειες της Άμπι να τους κρατήσει χώρια. Έκλεισε το φως, έκλεισε και τα μάτια, και προσπάθησε να κοιμηθεί. Αντί όμως να χαλαρώσει και ν’ αρχίσει να βυθίζεται, ένιωθε πιο ξύπνια παρά ποτέ. Κι ένιωθε επίσης ερεθισμένη μ’ έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο - κάτι που είχε πολύ καιρό να το αισθανθεί. Τους τελευταίους λίγους μήνες, το σεξ ήταν το τελευταίο πράγμα που την απασχολούσε. Είχε πάρα πολλά προβλήματα, πάρα πολύ άγχος για να επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες στον εαυτό της. Ο Λίαμ συζούσε ήδη με τη Ντέμπι, κι αυτή κοιμόταν μόνη στο διπλό τους κρεβάτι. Κι ακόμα κι αν της έπεφτε απ’ τον ουρανό ο τελειότερος εραστής του κόσμου, έτσι φορτισμένη που ήταν, σίγουρα όχι θα του έλεγε. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι της συνέβαινε απόψε. Παρά τη δυστυχία της, το κορμί της ζωντάνευε απαιτητικά, διψασμένο ξαφνικά για έρωτα. Ίσως επειδή είχε ξανα-δεί τον Λίαμ μετά τόσο


καιρό. Ξαφνικά συνειδητοποιούσε πόσο φοβερά πολύ της είχε λείψει η παρουσία του στο κρεβάτι, το ζεστό του σώμα δίπλα στο δικό της. Ακόμα κι εκείνο το μέτριο σεξ που είχαν μοιραστεί οι δυο τους, τώρα της φαινόταν εκστατικό. Γύρισε στο πλευρό, πολεμώντας με τα δάκρυα που πλημμύριζαν γι’ άλλη μια φορά τα μάτια της. Τον νοσταλγούσε τόσο, κι αυτός τώρα κοιμόταν με μια άλλη, λίγα μόνο μέτρα πιο πέρα. Μ ια άλλη στέναζε στην αγκαλιά του, μια άλλη απολάμβανε το όμορφο σώμα του, μια άλλη που είχε τώρα πια το δικαίωμα να τον φιλάει στα όμορφα χείλια του. Που να σε πάρει, Αμπιγκέιλ Μ άρτιν. Γιατί να μου το κάνεις αυτό, ξανασκέφτηκε γι’ άλλη μια φορά πριν την πάρει επιτέλους ο ύπνος. «Σέρι. Μ η φοβάσαι, εγώ είμαι...» Μ έσα από πυκνά κύματα ύπνου, μια γνωστή φωνή έμοιαζε να μιλάει κατευθείαν στο πιο βαθύ σημείο του μυαλού της. «Μ μμμ», έκανε θολά, και την ίδια στιγμή ένιωσε μια υπέροχη ζεστασιά να την τυλίγει και να την κλείνει μέσα της. «Σέρι», μουρμούριζε βραχνά η φωνή, «Ξύπνα...» Τινάχτηκε απότομα, παραζαλισμένη, ορθανοίγοντας τα μάτια. Έμεινε να κοιτάζει άλαλη το όμορφο πρόσωπο του Λίαμ δίπλα της, στο κρεβάτι.


Είχε ανάψει το πορτατίφ, και στο απαλό φως έμοιαζε πιο γοητευτικός παρά ποτέ. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα, κι ήταν σίγουρα γυμνός - η ρόμπα που προφανώς είχε φορέσει για να έρθει ως το δωμάτιό της, κειτόταν στη μοκέτα, στα πόδια του κρεβατιού. Της χαμογελούσε, ενώ τα δάχτυλά του σερνόντουσαν απαλά στον αυχένα και τον ώμο της. «Σέρι...» «Τι διάβολο θέλεις εδώ;» τον ρώτησε πνιγμένα όταν επιτέλους κατάφερε να ξαναβρεί τη μιλιά της. Την τράβηξε στην αγκαλιά του, τόσο απότομα που δεν πρόλαβε να του ξεφύγει. Κάτω απ’ το σεντόνι, το γυμνό του σώμα κόλλησε σ’ όλο του το μήκος στο δικό της. Προασπάθησε να τον σπρώξει πέρα, αλλά δεν τα κατάφερε. Ένιωθε ακόμα παραζαλισμένη απ’ τον ύπνο, με τα μέλη βαριά και μουδιασμένα. Δεν ήταν καν σίγουρη πως όλ’ αυτά δεν αποτελούσαν συνέχεια κάποιου ονείρου. Βρέθηκε ανάσκελα στο κρεβάτι, κι αυτός έσκυβε από πάνω της, βαριανασαίνοντας. «Ω, Σέρι», ξανάπε πνιχτά πριν κολλήσει τα χείλια του στα δικά της. Η γλώσσα του γλίστρησε ανάμεσα απ’ τα μισάνοιχτα χείλια της, μέχρι βαθιά στο ζεστό της στόμα. Μ ’ ένα πνιχτό βογγητό, η Σερίνα την άφησε να σμίξει με τη δική της. Το σώμα της παρέλυσε, ρίγη ηδονής διαπέρασαν το δέρμα της. Καθώς ρουφούσε αχόρταγα το φιλί του, ένιωσε το σκληρό του μέλος να πιέζεται ηδονικά πάνω


στο γοφό της. «Ω, το ή'θελα τόσο», μουρμούριζε ο άντρας. Η ανάσα του έβγαινε σχεδόν λαχανιαστή καθώς τη φίλαγε και την ξαναφίλαγε με το ίδιο λαίμαργο πάθος, εξερευνώντας το στόμα της με την ευλύγιστη, ζεστή του γλώσσα. «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ... Σέρι, γιατί έπρεπε να έρθεις κι εσύ εδώ; Απ’ τη στιγμή που σε είδα...» Καθώς ανέβαινε η διέγερσή της, διαλύθηκαν και τα τελευταία ίχνη του ύπνου. Συνειδητοποιώντας ξαφνικά πως αυτό που συνέβαινε ήταν αλήθεια κι όχι όνειρο, και πως δεν έπρεπε για κανένα λόγο να συμβαίνει, τινάχτηκε πάνω, σπρώχνοντάς τον πέρα, κι έμεινε να τον κοιτάζει βα-ριανασαίνοντας. «Τι διάβολο», έκανε τελικά, και τα μάτια της πετούσαν φλόγες. Της αντιγύρισε το βλέμμα. «Τι έπαθες;» «Πώς τολμάς; Πώς τολμάς να έρχεσαι στο κρεβάτι μου - μ’ αυτόν τον τρόπο! Και πού στο διάβολο άφησες την πολύτιμη Ντέμπι σου;» Μ ετάνιωσε αμέσως για την καυ-στικότητα αυτής της κουβέντας. Για κανένα λόγο δεν ήθελε να δώσει στον Λίαμ να καταλάβει πόσο της είχε στοιχίσει όλη αυτή η ιστορία. Αλλά ήταν ακόμα παγιδευμένη απ’ τον ύπνο και τη γλύκα αυτού του ξυπνήματος, της γεύσης των χειλιών του και όλης της λαχτάρας που είχε ζωντανέψει μέσα της. Έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της, κι είπε πνιχτά: «Φύγε, σε παρακαλώ. Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ».


Της είπε κουρασμένα: «Το ξέρω. Δεν μπορώ να καταλάβω τι μου συνέβη. Απ’ τη στιγμή που σε είδα κάτω, στο σαλόνι... Ω, Σέρι, είσαι - Χριστέ μου, είσαι τόσο όμορφη... Κι η Ντέμπι κοιμάται», κατέληξε παθητικά, προσπαθώντας να την ξαναπάρει στην αγκαλιά του. «Στο δωμάτιό της». «Και δε φοβάσαι μήπως έρθει στο δικό σου και δε σε βρει εκεί;» του πέταξε καυστικά. «Δε θα έρθει. Σέρι...» Την τραβούσε πάλι στην αγκαλιά του, κι ήταν τόσο γλυκό. Δεν είχε ιδέα αν αυτό το εξωφρενικό ξύπνημα των αισθήσεων οφειλόταν στην παρουσία του δίπλα της, ή απλά και μόνο στο ότι είχε τόσο καιρό να κοιμηθεί μ’ έναν άντρα. Ήξερε όμως'πως δεν μπορούσε να αντιδράσει. Ένα βαρύ μούδιασμα καταλάμβανε πάλι τα μέλη της, κι άρχισε να βυθίζεται σε μια ονειρική κατάσταση που έμοιαζε να βρίσκεται ανάμεσα στον ύπνο και το ξύπνιο. Άνοιξε το στόμα για να δεχτεί το φιλί του. Ένιωσε τα χέρια του να πλανιώνται στο κορμί της κι άρχισε να βογγάει πνιχτά ανάμεσα απ’ τα φιλιά του. «Σε θέλω», μουρμούριζε ο Λίαμ. «Μ η μου λες όχι...» «Δε - δεν πρέπει», ψιθύρισε σπασμένα η Σέρι. «Όλα τέλειωσαν ανάμεσά μας... Λίαμ, αυτό που κάνεις -» «Σσς... Είναι ωραίο, και το θέλουμε κι οι δυο». Μ ια φλόγα διαπέρασε το κορμί της, βάζοντας φωτιά και στο


τελευταίο του νεύρο. Δε θυμόταν ποτέ να τον είχε θελήσει τόσο πολύ στο παρελθόν - ούτε καν στις πρώτες μέρες του έρωτά τους. Αλλά ακόμα χειρότερη ήταν η λαχτάρα της γι’ αυτόν, όχι σαν κορμί, αλλά σαν άνθρωπο με ψυχή κι αισθήματα. Δεν της αρκούσε να έχει το σώμα του Λίαμ Άσλεϊ. Χρειαζόταν απαραίτητα και την αγάπη του, κι αυτήν, το ήξερε τώρα καλά, δεν θα την είχε ποτέ πια. Κόλλησε απελπισμένα πάνω του, κι είπε μ’ ένα λυγμό: «Σ’ αγαπούσα τόσο πολύ...» «Κι εγώ», της μουρμούρισε. Τα χείλια του διέγραφαν καυτά μονοπάτια στο κορμί της, κάνοντάς την να συσπά-ται και να σφίγγει σπασμωδικά τις γροθιές της. Της φίλησε τις ρόγες, το στομάχι, την κοιλιά. Τη φίλησε στο ερωτικό της τρίγωνο, ανάμεσα στα πόδια. Της φίλησε τους μηρούς, τους γλουτούς, και τα χείλια του ανέβηκαν ξανά στην τρυφερή της ήβη. Η γλώσσα του χώθηκε ηδονικά ανάμεσα στις πτυχές της. Η Σερίνα παραδόθηκε τελείως. Κύματα ηδονής σάρωναν το κορμί της, κι έφερε την κλεισμένη της γροθιά στο στόμα για να πνίξει τα βαθιά βογγητά που ανέβαιναν στο λαιμό της. Ίσως και για να πνίξει τα λόγια αγάπης που φούσκωναν μέσα της, και που δεν έπρεπε να τον αφήσει να τα ακούσει. Κυλίστηκαν στο κρεβάτι σ’ ένα όλο και πιο έντονο κρε-σέντο επιθυμίας, βαριανασαίνοντας καθώς τα ιδρωμένα τους μέλη


μπλέκονταν και χώριζαν σ’ ένα συνεχές σμίξιμο πάθους. Βρέθηκε από πάνω του, φιλώντας τον σ’ όλο του το σώμα. Της είπε: «Δε θυμάμαι να ήσουνα ποτέ τόσο διαχυτική. Έτσι, έτσι, Σέρι... Κάντο πάλι αυτό...» Τον κοίταζε στα μάτια, ελπίζοντας ακόμα πως μέσα τους θα έβλεπε μια σπίθα απ’ το παλιό συναίσθημα, κι όχι μόνο τη λάμψη της γυμνής, απροκάλυπτης λαγνείας. Αλλά δεν είχε πια σημασία. Τον αγαπούσε, τον ήθελε, ήταν ο άντρας της που της τον είχαν πάρει. Δεν είχε υπάρξει κανένας άλλος όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ήξερε αν θα υπήρχε κανένας άλλος και στο μέλλον. Εκείνη τη στιγμή του σεξουαλικού παροξυσμού, ήταν σίγουρη πως η ερωτική της ζωή έκλεινε με το κεφάλαιο Λίαμ. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. «Ω, Θεέ μου», βογγούσε αυτός σφίγγοντας ηδονικά τους μαστούς της στις παλάμες του. «Ω, Θεέ μου... Ω, ναι, ναι, ναι... Κάτσε πάνω μου. Τώρα. Τώρα, Σέρι... Χριστέ μου, τι όμορφη που είσαι... Τέλεια. Τέλεια. Έτσι, ναι, έτσι...» Έκλεισε τα μάτια κι αφέθηκε ν’ απολαύσει την αίσθηση των καυτών της μυώνων που γλιστρούσαν γύρω απ’ το μέλος του και το έσφιγγαν ανάμεσά τους. «Ω, Λίαμ, ω, Λίαμ...» Της φαινόταν πως δε θα μπορούσε να πει ούτε μια λέξη πέρα απ’ το όνομά του. Καθώς τον άφηνε να μπει μέσα της, σφίγγοντας τα χείλια για να μην ξεφωνίσει απ’ την ηδονή, κύματα φωτιάς φάνηκαν ν’ απλώνονται ακτινωτά στο σώμα της, ξεκινώντας απ’ τη φύση της και φτάνοντας μέχρι και την άκρη των μαλλιών της. Ποτέ στη ζωή της δεν το είχε


απολαύσει τόσο. Ποτέ πριν δεν είχε νιώσει μια τέτοια επιθυμία για άντρα... Ήταν πολύ κοντά στον οργασμό, το ήξερε. Τον ένιωθε κιόλας να έρχεται. Βάλθηκε ν’ ανεβοκατεβαίνει πάνω του, κυνηγώντας ορμητικά τη στιγμή που τόσο αποζητούσε το κορμί της. Ασυναίσθητα, έχωσε τα νύχια της στο στήθος του. «Μ η μου κάνεις σημάδια», βόγγηξε ο Λίαμ.Της πήρε τα χέρια στα δικά του και τα έσφιξε, ενώ συγχρόνως έφερνε μ’ ορμή προς το μέρος της τη λεκάνη του. «Ναι, ναι, ναι... Είσαι κοντά; Πες μου... Πες μου αν αργείς...» Αλλά ήδη τα λόγια του είχαν κάνει τη ζημιά τους. Μ η μου κάνεις σημάδια... Φυσικά, με κανένα τρόπο δε θα μπορούσε να δικαιολογήσει στη Ντέμπι τις πιθανές γρα-τσουνιές στο στήθος του. Και παρόλο που το σώμα του δε σταμάτησε δευτερόλεπτο να κινείται ρυθμικά, μπαίνοντας και βγαίνοντας στο δικό της, και παρόλο που ούτε αυτή έκοψε το ρυθμό της, ξαφνικά, όπως άλλωστε και τόσες άλλες φορές στο παρελθόν, η θέρμη άρχισε να υποχωρεί, τα ρίγη να σβήνουν, η διέγερσή της να πέφτει και να φτάνει, αργά και σταθερά, στο μηδέν. Βαθιά μέσα της, εκεί που έφτανε ο δυνατός του φαλλός, ένιωθε έναν πόνο, μια απερίγραπτη ανάγκη συσσωρευμένης υπερέντασης, μια φοβερή αίσθηση κενού που έπρεπε να γεμίσει. Τίποτε περισσότερο. Και φυσικά, αυτός δεν καταλάβαινε τίποτε. Μ έσ’ απ’ τα μισόκλειστα βλέφαρά της τον είδε να σφίγγεται, είδε το πρόσωπό του να συσπάται, τα όμορφα χείλια του ν’ ανοίγουν σε μια πνιχτή


κραυγή απόλαυσης, τα μάτια του να κλείνουν σφιχτά. Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν σπασμωδικά γύρω απ’ τους μαστούς της, η κίνησή του έγινε τόσο γρήγορη, που δεν μπορούσε πια να την παρακολουθήσει. Το σώμα του σπαρτάρησε, και με μια σειρά κοφτά βογγητά, άφησε τους χυμούς του έρωτά του να ξεχυθούν μέσα της. Καλά που παίρνω ακόμα το χάπι, σκέφτηκε σε μια στιγμή απόλυτης απογοήτευσης η Σερίνα, συνειδητοποιώντας πως αυτός δεν είχε καν μπει στον κόπο να τη ρωτήσει από μόνος του. Και σ’ αυτήν την τελευταία σκέψη συνοψιζόταν κατά κάποιο τρόπο όλη αυτή η απρόσμενη ερωτική εμπειρία με τον Λίαμ Άσλεϊ. Όταν τον ξανακοίταξε, αυτός είχε γείρει πίσω μ’ ένα ύφος απόλυτης ανακούφισης στο πρόσωπο, και κάπνιζε απολαυστικά ένα απ’ τα τσιγάρα που είχε ψαρέψει απ’ την τσέπη της ρόμπας του. Βλέποντάς την να τον κοιτάζει, της χαμογέλασε γλυκά, μ’ εκείνο το γοητευτικό του χαμόγελο που ξετρέλαινε τις θαυμάστριές του. Έμοιαζε τέλεια χαλαρωμένος και άνετος, σαν να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτε μεταξύ τους, σαν να βρισκόντουσαν ακόμα στο σπίτι τους και να ήταν ζευγάρι. Και για μια στιγμή η καρδιά της γοργοχτύπησε στην περαστική ελπίδα ότι μπορεί αυτός να είχε μετανιώσει και ν’ αποφάσιζε να ξα-ναγυρίσει κοντά της. Της χάιδεψε το μπράτσο και της είπε μαλακά: «Ευχαριστώ, Σέρι. Το είχα στ’ αλήθεια ανάγκη». Η Σερίνα έπεσε πίσω στο μαξιλάρι. Η φοβερή αίσθηση κενού που


ένιωθε στα σωθικά της πλημμύρισε ακράτητη και το μυαλό της. Ηλίθια, σκέφτηκε. Ηλίθια γυναίκα, που ακόμα βαυκαλίζεσαι με αυταπάτες... Τώρα μετάνιωνε μ’ όλη της την ψυχή που τον είχε αφήσει να εκμεταλλευτεί την αδυναμία της. Αυτή λοιπόν την εντύπωση του είχε δώσει - πως θα ήταν σε κάθε στιγμή πρόθυμη να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Αυτή την εντύπωση του είχε επιβεβαιώσει αφήνοντάς τον να της κάνει έρωτα, όταν το διαζύγιό τους θα έβγαινε μέσα σε λίγες μέρες, κι όταν στο ίδιο σπίτι κοιμόταν μόνη της η Ντέμπι Φένγουικ. Η σκέψη της έφερνε ναυτία. Θα ήθελε να είχε πεθάνει πριν τον αφήσει να καταλάβει πόσο τον ήθελε ακόμα. Όλες της οι προσπάθειες να τον πείσει για το αντίθετο είχαν αποδειχτεί εντελώς μάταιες. Ο Λίαμ είχε ακόμα το πάνω χέρι, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά μόνο επειδή αυτή τον είχε αγαπήσει κι αυτός όχι. Κάτι δηλαδή που το ήξεραν καλά κι οι δυο τους. Ποτέ δεν είχε νιώσει πιο ταπεινωμένη απ’ όσο εκείνη τη στιγμή. Ούτε καν όταν αυτός της είχε ανακοινώσει πως προτιμούσε τη Ντέμπι Φένγουικ. Του είπε κουρασμένα: «Δε φανταζόμουνα πως θα το είχες τόσο ανάγκη. Νόμιζα πως την έβρισκες με τη Ντέμ-πι». Το βλέμμα του απόφυγε το δικό της. Απ’ τη στιγμή που είχε τελειώσει, δεν της είχε δώσει ούτε ένα φιλί, έτσι, τυπικά έστω, δεν της είχε πει ούτε μια μικρή τρυφερή λέξη. Μ όνο εκείνο το φριχτό,


σ’ευχαριστώ, Σέρι. Τώρα της είπε ουδέτερα: «Η Ντέμπι... έχει πρόβλημα αυτό τον καιρό». «Τι πρόβλημα;» τον ρώτησε άτονα. «Είχε λίγο αίμα. Ο γιατρός ανησύχησε. Μ ας είπε να μην το κάνουμε για την ώρα». «Κατάλαβα». Τραβήχτηκε λίγο πιο πέρα και τράβηξε το σεντόνι πάνω στο γυμνό της στήθος. «Λοιπόν, εντάξει, το είχες ανάγκη. Σ’ αυτήν την περίπτωση βέβαια, καλύτερα να το κάνεις με τη σύζυγό σου, παρά με κάποια άλλη. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί απιστία, τυπικά τουλάχιστον. Είμαστε στο πλαίσιο του νόμου, κι εγώ σου έρχομαι πιο φτηνή από μια πόρνη, έτσι δεν είναι;» «Έλα τώρα, Σέρι», της είπε αμήχανα. «Είναι κάτι - απλό, δεν είναι; Στο κάτω-κάτω, το έχουμε ξανακάνει χιλιάδες φορές οι δυο μας. Δεν είμαστε ξένοι. Μ ην το παίρνεις έτσι». «Δεν το παίρνω έτσι. Γιατί να το πάρω; Το είχες ανάγκη, κι ήταν τόσο απλό!» «Το είχες κι εσύ», παρατήρησε ο άντρας. Τον κοίταξε κατάματα. «Από πού έβγαλες αυτό το συμπέρασμα;» «Ω, έλα τώρα! Αν πεις πως δεν το ήθελες, θα είναι ψέματα. Το ήθελες όσο ποτέ άλλοτε. Σου έλειψα κι εσένα, έτσι δεν είναι;»


Άπλωσε το χέρι και προσπάθησε να την ξανατραβήξει πάνω του. Της ήρθε κάτι σαν σκοτοδίνη. Έσπρωξε βίαια από πάνω της αυτό το μπράτσο που τυλιγόταν γύρω απ’ τη μέση της, και τα μάτια της πέταγαν φλόγες όταν τον ξανακοίταξε. «Έρχεσαι στο δωμάτιό μου», του πέταξε σφυριχτά. «Έρχεσαι στο κρεβάτι μου την ώρα που κοιμάμαι και δεν καταλαβαίνω τι μου γίνεται, με βάζεις κάτω και με ανάβεις, και μετά τολμάς να λες ότι - ότι το ή'θελα όσο ποτέ πριν! Ειλικρινά, Λίαμ -» «Πες ότι λέω ψέματα! Δεν έχει σημασία αν κοιμόσουνα ή όχι. Όταν ξύπνησες, το ήθελες σαν τρελή. Έλα τώρα, Σέρι. Έλα, γλυκιά μου, μη δημιουργείς θέμα για το τίποτα. Σίγουρα, κανείς απ’ τους δυο μας δε βίασε τον άλλον. Το θέλαμε κι οι δυο και... και μπορεί ναι το ξαναθέλουμε στο μέλλον», κατέληξε γλυκά. «Α, ναι», έκανε καυστικά η Σερίνα. «Όταν πάλι θα έχουμε ανάγκη, θα σπεύσουμε να κυλιστούμε σ’ ένα κρεβάτι. Κι αν εγώ σου πω ότι δεν το έχω ανάγκη, κι ότι δε θα το θέλω ποτέ ξανά από σένα, θα μου πεις πάλι ότι λέω ψέματα!» «Μ α αφού λες», της είπε χαϊδευτικά, προσπαθώντας νο τη φιλήσει. «Αφού το ξέρεις ότι το θέλεις όσο κι εγώ.. Πού είναι το κακό; Τι θα πάθουμε αν - αν κάπου-κάπου...» «Όταν δε θα μπορεί η Ντέμπι, ή όταν θα έχει περίοδο», του πέταξε σαρκαστικά. Της ερχόταν αναγούλα απ’ την αηδία. Σηκώθηκε απ’


το κρεβάτι, αφήνοντάς τον με το χέρι απλωμένο στο σημείο που πριν λίγο βρισκόταν το στήθος της. «Για ποια στο διάβολο με περνάς, Λίαμ; Πόσο λίγο μ’ έμαθες σ’ όλ’ αυτά τα χρόνια;» «Σε ξέρω καλά, Σέρι. Δε σε θίγω μ’ αυτό που έκανα απόψε. Ξέρω ότι... ήμασταν πολύ δεμένοι οι δυο μας. Τώρα - τώρα βρισκόμαστε σε μια πολύ παράξενη κατάσταση. Δε θ’ αρνηθώ ότι αγαπάω τη Ντέμπι. Αλλά θέλω κι εσένα. Δε φανταζόμουνα ότι μου είχες λείψει τόσο. Ούτε ότι σου είχα λείψει κι εγώ τόσο πολύ». Τον κοίταζε, μην πιστεύοντας στ’ αφτιά της. «Και τι προτείνεις;» τον ρώτησε στεγνά. «Να συνεχίσουμε όμορ-φα-όμορφα οι τρεις μας;» «Δεν το θέτω έτσι, -έρεις ότι σε σέβομαι. Σέβομαι τα αισθήματά σου, τις ανάγκες σου. -έρω ότι μ’ αγαπάς ακόμα - κι εγώ σ’ αγαπώ με τον τρόπο μου. Αν με θέλεις και σε θέλω, πού βλέπεις το -» «Πήγαινε στο διάβολο, Λίαμ Άσλεϊ», του πέταξε σφυριχτά. «Σήκω απ’ το κρεβάτι μου και πήγαινε βρες τη γκομε-νίτσα σου. Αλλά πριν φύγεις, βγάλ’ το οριστικά απ’ το νου σου ότι σ’ αγαπάω ή ότι σε θέλω ή ότι μπορεί να έχω ανάγκη τον έρωτά σου. Είσαι πολύ γελασμένος αν νομίζεις πως φεύγεις από σύζυγος και μένεις σαν επιβήτορας. Σήκω φύγε απ’ το δωμάτιό μου - τώρα αμέσως!» «Σέρι -» «Αν εσύ έχεις τη Ντέμπι, έχω κι εγώ κάποιον άλλον! Αυτό δε σου


πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό, έτσι δεν είναι;» Πάλεψε εναγώνια με τα δάκρυα που ανέβαιναν πάλι στα μάτια της. Οργή, ταπείνωση, απελπισία, έγιναν ένα μέσα της. Ήθελε να τον πληγώσει, να αμυνθεί, να προστατεύσει το στοιχειώδη εγωισμό που της είχε απομείνει. «Ούτε καν υποψιάστηκες ότι θα μπορούσα να μην έχω ανάγκη τον έρωτά σου. Ότι μπορεί να βρίσκω όσο σεξ μου χρειάζεται, κι όση αγάπη μου χρειάζεται επίσης, σε κάποιον άλλον. Ακόμα και πριν χωρίσουμε!» Ο άντρας σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και την κάρφωσε με το βλέμμα. «Λες ψέματα. Δεν υπάρχει κανένας άλλος -ποτέ δεν υπήρχε, το ξέρω καλά!» «Μ η βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα», του πέταξε χαιρέκακα, ευχαριστημένη που μπορούσε κι αυτή να τον πληγώνει, έστω και καθυστερημένα, έστω και μ’ ένα τόσο τερατώδες ψέμα. «Αν υπάρχει άλλος - ποιος είναι;» ρώτησε προκλητικά ο Λίαμ. Της ξέφυγε ένα κοφτό γέλιο. «Κάποιος που δε θα το φανταζόσουνα», του είπε, ψάχνοντας συγχρόνως πυρετικά για κάποιο πιθανό όνομα. Αυτός γέλασε. «Έλα τώρα, Σέρι... Αυτά είναι παραμύθια. Δεν υπάρχει κανείς. Είμαι σε θέση να το ξέρω. Κάθε κίνησή σου είναι είδηση. Κάθε εμφάνισή σου αναφέρεται στα περιοδικά. Έχουμε κοινούς γνωστούς και κοινούς φίλους. Μ η μου λες τέτοιες χοντρές βλακείες!»


«Σου λέω την αλήθεια», του πέταξε κοντανασαίνοντας. «Έχω εραστή - τον είχα πριν ακόμα χωρίσουμε. Κι είναι, αν θέλεις να μάθεις, πολύ πιο ικανοποιητικός από σένα!» Αυτός ξαναγέλασε. «Και ποιος είναι αυτός ο εραστής-φάντασμα;» «Εραστής-φάντασμα;» έκανε δηκτικά η Σερίνα. «Αν το θέλεις έτσι...» «Δε με πείθεις, γλυκιά μου. Δεν υπάρχει κανείς, και το ξέρουμε κι οι δυο πολύ καλά». «Δεν υπάρχει;» «Όχι βέβαια. Αλλιώς θα μου έλεγες το όνομά του τώρα». Έμειναν να κοιτάζονται για λίγο ακόμα στα μάτια, αυτή αγριεμένη, αυτός τόσο μισητά σίγουρος για τον εαυτό του, θριαμβευτής όπως πάντα. «Λοιπόν;» έκανε τελικά ο Λίαμ, κι ήταν φανερά πολύ ικανοποιημένος με τον εαυτό του. «Ποιος είναι αυτός ο κύριος που πέρασε τόσο απαρατήρητος;» Η Σερίνα πήρε βαθιά ανάσα. Επιστράτευσε και το τελευταίο ίχνος υποκριτικού ταλέντου που διέθετε, κι άφησε να της ξεφύγει ένα μικρό περιπαιχτικό γέλιο.. «Δεν το μάντεψες ποτέ, έτσι, Λίαμ;» του πέταξε ανάλαφρα.


«Ποιο πράγμα;» Τώρα στ’ αλήθεια είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί. Ο αρσενικός του εγωισμός άρχιζε να στέλνει τα πρώτα μηνύματα κινδύνου. «Ότι μπορεί να είχα βαρεθεί πια κι εγώ μαζί σου. Ότι μπορεί να ήμουνα ερωτευμένη με κάποιον άλλον». «Δε σου φαινόταν», της είπε δηκτικά. «Το λες αυτό τώρα, επειδή -» «Δεν προσπαθώ να σε πείσω», του πέταξε ειρωνικά. «Το λέω μόνο επειδή ήρθε η κουβέντα, κι επειδή με ρώτησες ποιος είναι». «Δε μου λες όμως ποιος είναι». Πάλι το θριαμβευτικό χαμογελάκι φάνηκε στα χείλια του. «Αν επιμένεις να το ακούσεις», του είπε μελιστάλαχτα η Σερίνα. «Και βέβαια επιμένω!» Χαμογελούσε όλο άνεση και αυτοπεποίθηση. «Είμαι σε θέση να ξέρω πολύ καλά ότι δεν είχες ποτέ στενότερες σχέσεις ή περισσότερα από τα τυπικά πάρε-δώσε με κανέναν άντρα!» Τα μάτια της μισόκλεισαν. Του χαμογέλασε αγγελικά, και καθώς αυτός την κοιτούσε διαπεραστικά, ξαφνικά πολύ ανήσυχος, ψάχνοντας το πρόσωπό της στην προσπά-θειά του να μαντέψει


μήπως κατά τύχη του έλεγε αλήθεια, η Σερίνα έβγαλε το μοναδικό της άσο απ’ το μανίκι. «Σίγουρα, γλυκιέ μου», του είπε μελιστάλαχτα. «Μ ε κανέναν άντρα. Απολύτως κανέναν - εκτός δηλαδή απ’τον Ρέιμπορν Νόλαν. Ποτέ δεν πήγε σ’ αυτόν ο νους σου, έτσι δεν είναι, αγάπη μου;» Έμεινε να τον κοιτάζει χαμογελώντας, θριαμβεύοντας για μια φορά κι αυτή βαθιά μέσα της, καθώς έβλεπε την υποψία να γίνεται βεβαιότητα στα μάτια του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 «Λες ψέματα», είπε ο Λίαμ. «Δεν είναι δυνατόν! Εσύ - και ο Ρέι; Ποτέ δεν -» «Μ πορείς να ρωτήσεις τον ίδιο», μπλοφάρισε η Σερίνα, ξέροντας πως ο Λίαμ ποτέ δε θα τολμούσε να ρωτήσει κάτι τέτοιο τον Ρέι Νόλαν. «Αλλά γιατί σου φαίνεται τόσο απίθανο; Εγώ απορώ πώς δεν το υποψιάστηκες τόσα χρόνια!» Ο Λίαμ γέλασε νευρικά. «Έλα τώρα, Σέρι. Ο Ρέι - είναι φίλος μας. Δεν μπορεί να -» «Δεν έχεις ακούσει ποτέ για τον καλύτερο φίλο του γαμπρού με τη νύφη, χρυσέ μου;» τον κοροΐδεψε η Σερίνα. «Στην περίπτωσή μας,


ο Ρέι δεν ήταν καν ο καλύτερος φίλος του γαμπρού. Ήταν ο καλύτερος φίλος της ίδιας της νύφης!» Ο Λίαμ την κοίταζε με στενεμένα μάτια. Ήταν φανερό πως άρχιζε να πιστεύει το παραμύθι της, όσο τερατώδες κι αν φαινόταν από πρώτη άποψη. Γιατί δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι ήταν τερατώδες, κι αν μπορούσε ο Ρέι ν’ ακούσει τα ψέματά της, θα γινόταν θηρίο. Ή μάλλον όχι. -έροντας τον Ρέι, η Σερίνα έτεινε μάλλον να πιστέψει πως αυτός θα πέθαινε στα γέλια. Τον ήξερε σ’ όλη της τη ζωή, ή τουλάχιστον έτσι της φαινόταν στιγμές-στιγμές. Κι αν δεν ήταν όλη της τη ζωή, ήταν πάντως πολλά χρόνια - τουλάχιστον δώδεκα. Τον είχε πρωτογνωρίσει όταν, σε πείσμα του πατέρα της, είχε αποφασίσει να γίνει ηθοποιός. Ήταν δεν ήταν δεκάξι χρόνων τότε, κι ο πατέρας της, καθηγητής της ιστορίας στο πανεπιστήμιο, ήθελε ν’ ακολουθήσει η μοναχοκόρη του ακαδημαϊκή καριέρα. Ήταν εξαιρετική μαθήτρια και πολύ προικισμένη. Ο Τζον Χέιζ πίστευε πως ένα εξίσου λαμπρό μέλλον με το δικό του περίμενε τη Σερίνα σε κάποιο πανεπιστήμιο. Η κόρη του όμως έβλεπε εντελώς διαφορετικά το μέλλον της. Η λαχτάρα της να γίνει ηθοποιός υπήρχε μέσα της από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Στα δεκάξι της ήταν ήδη εντυπωσιακά όμορφη, κι ήταν σίγουρη πως όλες οι πόρτες θ’ άνοιγαν χωρίς δυσκολία για χάρη της. Μ προστά στην αντίδραση του πατέρα της,


το μόνο που της έμενε να κάνει ήταν να το σκάσει απ’ το σπίτι και να πάει να βρει την τύχη της στο Λονδίνο. Είχε σκοπό να δοκιμάσει να κερδίσει το ψωμί της σαν φωτομοντέλο πριν βγει στο μεγάλο κόσμο της σόου μπίζνες. Δεν είχε ιδέα πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα στη ζούγκλα της μεγαλούπολης. Και δεν είχε ιδέα πού θα είχε καταλήξει αν δεν είχε βρεθεί στο δρόμο της η Σίλα Μ πράντμπερι. Η Σίλα ήταν εκείνη την εποχή εικοσιτριών χρόνων, φτασμένο φωτομοντέλο με πολλά εξώφυλλα στο ενεργητικό της, έμπειρη και εξεζητημένη. Είχε συμπαθήσει την αφελή και πανέμορφη επαρχιωτοπούλα που της θύμιζε τον εαυτό της στα πρώτα του βήματα, και της είχε προτείνει να πάει να μείνει μαζί της. Είχε ένα μεγάλο σπίτι όπου περίσσευαν τουλάχιστον δύο δωμάτια, και μπορούσε να της διαθέσει το ένα. Η μόνη υποχρέωση της Σερίνα θα ήταν να βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού. Ήταν μια θεόσταλτη ευκαιρία για τη Σερίνα, που την άρπαξε απ’ τα μαλλιά. Δεν την ένοιαζε να κάνει όλες τις δουλειές στο σπίτι της Σίλα, εφόσον μ’ αυτό τον τρόπο θα βρισκόταν στις παρυφές μιας κοινωνίας όπου θα έδινε οτιδήποτε για ν’ ανήκει. Η Σίλα ήξερε όλες τις πόρτες κι όλους τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν. Ήταν καλόκαρδη και γενναιόδωρη. Δεν είχε πρόβλημα να συστήσει τη Σερίνα στον πράκτορά της και να τη βοηθήσει με όποιον άλλο τρόπο περνούσε απ’ το χέρι της. Η ίδια ήταν φίρμα πια, και τελευταία είχε στρέψει την προσοχή της στον κινηματογράφο. Της είχε δοθεί μια ευκαιρία, κι επιπλέον, είχε


δεσμό με ένα νεαρό σκηνοθέτη που είχε κιόλας εντυπωσιάσει με τη δουλειά του. Έτσι είχε γίνει κι η Σερίνα γνωρίστηκε με τον Ρέιμπορν Νόλαν. «Μ α ήταν φίλος σου», είπε ο Λίαμ, με μια τόσο κωμική έκφραση απορίας στο πρόσωπο, που η Σερίνα έβαλε τα γέλια. «Και λοιπόν;» «Δεν υπάρχει τέτοιο θέμα ανάμεσά σας». «Κι εσύ πού το ξέρεις, Λίαμ;» Αυτός άναψε άλλο ένα τσιγάρο, κοιτάζοντάς τη συνέχεια με στενεμένα μάτια. «Τώρα σοβαρά το λες;» Ήταν φανερό ότι ξανάφερνε στο μυαλό του σκηνές απ’ το παρελθόν, στιγμές που η Σερίνα είχε μοιραστεί με τον Ρέι Νόλαν, στιγμιότυπα απ’ την παλιά, σταθερή φιλία των δυο τους. Κι ήταν φανερό ότι προσπαθούσε να τα δει τώρα όλα αυτά κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα. Ο Ρέι Νόλαν ήταν ο μοναδικός φίλος της Σερίνα που δεν είχε γίνει ποτέ και δικός του φίλος. Οπωσδήποτε οι σχέσεις τους ήταν άριστες, φιλικές και άνετες, παρόλο που ο Λίαμ Άσλεϊ δεν ήταν παρά ένας ηθοποιός ακόμα ουσιαστικά στον αγώνα για καθιέρωση, ενώ ο Ρέιμπορν Νόλαν ήταν ο Ρέιμπορν Νόλαν - ένας όχι απλά φτασμένος πια, αλλά πολύ μεγάλος σκηνοθέτης. Και παρόλο


που στις παρέες του συνήθως δε συγκαταλέγονταν νεαροί ηθοποιοί, ο Νόλαν δε σνόμπαρε τον Λίαμ Άσλεϊ. Ήταν απλός και προσιτός, και τον είχε βοηθήσει διακριτικά μια-δυο φορές. Ήταν πάντα πρόθυμος να τον συμβουλέψει ή να του δείξει κάτι, κι ο Λίαμ ήξερε πως έλεγε γι’ αυτόν τα καλύτερα λόγια. Ωστόσο, πάντα ο Ρέι τα κατάφερνε να του δίνει να καταλαβαίνει πως δεν ήταν δικός του φίλος - ήταν φίλος της Σερίνα Χέιζ, κι επειδή ένιωθε προστατευτικά απέναντι στη Σερίνα Χέιζ, στον κύκλο επιρροής του περιλάμβανε και το σύζυγο της προστατευομένης του. Ποτέ δεν τον είχε ενοχλήσει αυτό. Ο Λίαμ ένιωθε περήφανος που ένας άντρας με την προσωπικότητα του Νόλαν τον περιλάμβανε στους φίλους του και έκανε παρέα μαζί του. Ύστερα, ο Ρέι Νόλαν ήταν εξαιρετικά χρήσιμη γνωριμία. Αυτός ήταν που είχε κατασκευάσει τη Σερίνα Χέιζ. Αυτός την είχε αναδείξει, κι αυτός ήταν που την είχε καθιερώσει. Δεν είχε πάψει να καθοδηγεί τα βήματά της από τη μέρα που την είχε γνωρίσει στο σπίτι της Σίλα. Τον είχε εντυπωσιάσει η μικρή Σερίνα Χέιζ, και την είχε πάρει υπό την προστασία του. Το πρώτο πράγμα που είχε κάνει ήταν να τη στείλει στη δραματική σχολή. Το δεύτερο, να της εξασφαλίζει αρκετές φωτογραφίσεις για να μπορεί να συντηρεί με αξιοπρέπεια τον εαυτό της. Η Σερίνα όμως συνέχισε να μένει με τη Σίλα, μέχρι που αυτή και ο Ρέι παντρεύτηκαν, και πια δεν μπορούσε να τους μπλέκεται συνέχεια στα πόδια. Η Σίλα της είχε εξασφαλίσει ένα δωμάτιο στο σπίτι μιας φίλης της,


και καθώς σιγά-σιγά η Σερίνα στεκόταν στα πόδια της και το μέλλον άρχιζε να παίρνει μια συγκεκριμένη μορφή μπροστά της, ήρθε συγχρόνως και η επιτυχία για τη φίλη της. Όσο για τον Ρέι, αυτόν έμοιαζε να τον καθοδηγεί το πιο τυχερό αστέρι του κόσμου. Στην ακάθεκτη πορεία του για την κορφή, παράσερνε μαζί του και τη Σίλα Μ πράντμπερι, και τη Σερίνα Χέιζ. Είχε γυρίσει δυο έργα με τη γυναίκα του, καθιερώνοντάς την σαν ηθοποιό πρώτου μεγέθους, κι είχε δώσει τον πρώτο σημαντικό της ρόλο στη Σερίνα. Είχε τη σπάνια ικανότητα να βοηθάει με απαράμιλλο τακτ, χωρίς να το κάνει επιδεικτικά και χωρίς να δημιουργεί εντυπώσεις στους τρίτους. Ήταν της γνώμης ότι η Σερίνα διέθετε τεράστιο δυναμικό, κι ήξερε πότε να επέμβει στην καριέρα της, έτσι που να τη σπρώξει χωρίς να την καταπνίγει με την πληθωρική του προσωπικότητα. Ό,τι είχε επιτύχει η Σερίνα, το χρωστούσε αποκλειστικά στη Σίλα και τον Ρέι. Η Σίλα την είχε βοηθήσει να επιβιώσει και να βάλει μπροστά τα σχέδιά της. Ο Ρέι της είχε δώσει όλες τις ευκαιρίες να γίνει μεγάλη σταρ. «Γιατί ασχολείσαιτόσο μαζί μου;» τον είχε ρωτήσει μια φορά, με πραγματική απορία. «Γιατί μ’ αρέσει να το παίζω Πυγμαλίωνας», της είχε απαντήσει χαμογελώντας. «Κι εσύ γιατί ρωτάς;» «Επειδή δεν είμαι σίγουρη αν αξίζω έναν Πυγμαλίωνα», του είχε


απαντήσει γελώντας. Πραγματικά, δε θα μπορούσε ποτέ να ξεπληρώσει τον Ρέι για όλα όσα είχε κάνει γι’ αυτήν. Την είχε βοηθήσει με χίλιους τρόπους, όχι μόνο δίνοντάς της τις ευκαιρίες να παίξει σε έργα του. Της πρόσφερε μια αίσθηση προστασίας, την πολύτιμη αίσθηση πως μπορούσε πάντα να στηριχτεί πάνω του για οτιδήποτε. Ήταν ο μυστικοσύμβουλός της, ο μόνος άνθρωπος που θα του έλεγε τα πάντα. Τον εμπιστευόταν τυφλά κι ένιωθε βαθιά αγάπη γι’ αυτόν, κι επιπλέον, ήξερε πως τα αισθήματα ήταν αμοιβαία. Αγαπούσε χωρίς αμφιβολία και τη Σίλα, αλλά με τον Ρέι ήταν διαφορετικά. Στιγμές-στιγμές ένιωθε σαν να ήταν αυτός ο μεγαλύτερος αδερφός της ή ο πατέρας της, και καμιά φορά αναρωτιόταν μήπως όλη η στοργή που της έδειχνε δεν ήταν παρά η έκφραση κάποιου καταπιεσμένου πατρικού ενστίκτου. Μ ήπως δεν την έβλεπε παρά σαν υποκατάστατο των παιδιών που δεν είχε ακόμα. Δεν ήταν όμως αυτό, γιατί ακόμα κι όταν ήρθαν τα παιδιά (δύο υπέροχα δίδυμα αγοράκια), αυτός συνέχισε να της φέρεται σαν να ήταν περίπου το τρίτο του παιδί, στοργικά και αυστηρά μαζί, παιχνιδιάρικα όταν ήταν στα κέφια του (συχνά ήταν) και πάντα προστατευτικά μ’ εκείνον τον ιδιαίτερα ευφυή τρόπο του. Ήταν πάντα ο καλύτερός της φίλος, ο μοναδικός ίσως πραγματικός της φίλος, γιατί ήταν σίγουρα ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που μπορούσε να του εμπιστευτεί τα πιο κρυφά της μυστικά. Ήταν ο μόνος που ήξερε πόσο λίγο ικανοποιητικές ήταν οι σεξουαλικές της σχέσεις με τον Λίαμ. Του είχε μιλήσει και γι’ αυτό, όπως του μιλούσε για όλα. Περισσότερο θα ντρεπόταν να μιλήσει στη Σίλα,


παρά στον Ρέι. Και παρόλο που ενδόμυχα ένιωθε ότι ο Ρέι δεν ενέκρινε ανεπιφύλακτα τις σχέσεις της με τον Λίαμ Άσλεϊ, αυτός δεν της είχε πει ποτέ κουβέντα που να στρέφεται έστω και αόριστα ενάντια στον άντρα της. «Δεν είσαι ψυχρή», της είχε πει όταν πια η Σερίνα του είχε αποκαλύψει όλους τους ενδόμυχους φόβους της. «Και βέβαια δεν είσαι ψυχρή. Αν ήσουνα, δε θα ένιωθες ποτέ τίποτα. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα, απ’ ό,τι μου λες». «Όχι, σίγουρα δεν είναι. Υπάρχουν φορές που σχεδόν τα καταφέρνω». «Και μη λες, τα καταφέρνω. Δεν είναι θέμα πόσο τα καταφέρνεις εσύ, αλλά πόσο τα καταφέρνει αυτός. Ο άντρας είναι το ενεργητικό στοιχείο, δική του είναι και η ευθύνη στα πλαίσια του ζευγαριού. Αλλιώς θα μπορούσες να το κάνεις και μόνη σου, και να έχεις εσύ όλη την ευθύνη απέναντι στον εαυτό σου». «Μ πορεί να έχω και τώρα την ευθύνη». «Θα την είχες ίσως αν δεν ικανοποιόταν αυτός. Είναι ένας φυσιολογικός άντρας, έτσι; Μ ε φυσιολογικές ορμές - πάνω κι από φυσιολογικές, απ’ ό,τι μου λες, αν και αυτό σηκώνει κάποια συζήτηση. Κάνετε έρωτα και ικανοποιείται απόλυτα, μέχρι σημείου να μην αντιλαμβάνεται καν ότι εσύ δε συμμετέχεις. Άρα, δεν έχεις εσύ την ευθύνη. Αυτός πρέπει να σε κάνει να ικανοποιηθείς, γιατί κάνεις έρωτα μαζί του κι όχι με τον αέρα. Αλλά πώς να σε


ικανοποιήσει, όταν δεν έχει ιδέα ότι δε νιώθεις τίποτα; Εξήγη-σέ του πώς έχουν τα πράγματα, κι είμαι σίγουρος πως θα προσπαθήσει να τα διορθώσει». «Δεν τολμώ», έκανε με μια γκριμάτσα η Σερίνα. «Πώς να του πω κάτι τέτοιο; Θα νιώσει απαίσια. Και επειδή δε με ικανοποιεί, και επειδή τον κοροϊδεύω τόσο καιρό». «Δεν είναι ανάγκη να του πεις ότι τον κοροϊδεύεις τόσο καιρό. Πες του ότι το πρόβλημα παρουσιάστηκε τώρα τελευταία. Πες το με τρόπο. Μ πορείς να βρεις μια δικαιολογία για να μην του θίξεις τον εγωισμό του. Πες του πως έχεις άγχος, πως σε απασχολούν άλλα προβλήματα. Μ οιράσου την ευθύνη μαζί του, αν το θέλεις έτσι». «Θα δω», είπε η Σερίνα, που ήξερε έτσι κι αλλιώς ότι δε θα κατάφερνε ποτέ να μιλήσει γι’ αυτό στον άντρα της. Ύστερα ρώτησε: «Εσύ, Ρέι - εσύ κι η Σίλα... είχατε ποτέ τέτοια προβλήματα;» Αυτός ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν υπάρχει ζεευγάρι που να μην αντιμετωπίζει αργά ή γρήγορα κάποιο πρόβλημα σεξουαλικής δυσαρμονίας. Το συζητήσαμε όμως. Η Σίλα ήταν πολύ απελευθερωμένη σ’ αυτό τον τομέα. Αν ήθελε να της κάνω κάτι διαφορετικό, το ζητούσε χωρίς να ντρέπεται. Αν ήθελε να κάνει αυτή κάτι διαφορετικό, το έκανε χωρίς δισταγμούς. Προσπαθούσαμε πάντα να επικοινωνούμε. Το μόνο που σώζει ένα


ζευγάρι είναι η επικοινωνία. Μ όνο έτσι λύνονται τα προβλήματα». «Κι αν... αν ο ένας απ’ τους δύο δε θέλει καθόλου; Αν δεν μπορεί να συμμετάσχει επειδή δε θέλει πια σωματικά τον άλλον;» «Αυτό είναι το πρόβλημά σου;» τη ρώτησε χαμογελώντας ανάλαφρα. «Όχι βέβαια, -έρεις πόσο αγαπάω τον Λίαμ. Απλά - αναρωτιέμαι. Τι γίνεται όταν αγαπάς κάποιον αλλά δε θέλεις να έχεις σεξουαλικές σχέσεις μαζί του;» «Για στάσου, κοριτσάκι», είπε γελώντας ο Ρέι. «Εδώ μου τα μπερδεύεις κάπως. Πώς είναι δυνατόν να είσαι ερωτευμένος με κάποιον και να μη θέλεις να έχεις σεξουαλικές σχέσεις μαζί του; Αυτό και μόνο θα σημαίνει πως δεν υπάρχει έρωτας!» «Δε μιλούσα για έρωτα. Μ ιλούσα για αγάπη. Μ πορεί να αγαπάς κάποιον και να μην είσαι ερωτευμένος μαζί του, έτσι δεν είναι; Δε συμβαίνει αυτό σε τόσα ζευγάρια; Μ ετά από χρόνια συμβίωσης, εννοώ. Όταν πια έχει περάσει το πάθος». «Όταν αγαπάς αρκετά το σύντροφό σου, αγαπάς και το σώμα του. Δεν έχει σημασία αν υπάρχει πάθος ή όχι. Σημασία έχει ότι θέλεις να τον ευχαριστήσεις, να του δείξεις την αγάπη σου. Σημασία έχει ότι παραμένει ακόμα ο πιο δικός σου άνθρωπος για να ικανοποιήσει τις αναπόφευκτες ανάγκες σου. Το ίδιο και αντίστροφα».


«Δεν - εννοούσα αυτό», είπε ξεροκαταπίνοντας η Σε-ρίνα. «Εννοούσα μια αγάπη... να, φιλική. Έναν πνευματικό δεσμό, σαν... σαν αυτόν που έχουμε εμείς. Όπου να μην υπάρχει κανένας έρωτας, ούτε η αγάπη που έχει πηγάσει απ’ τον έρωτα. Μ πορείς να έχεις σεξουαλικές σχέσεις σε μια τέτοια περίπτωση;» Την είχε κοιτάξει στα μάτια, με το διεισδυτικό, επίμονο βλέμμα του. «Δεν καταλαβαίνω πού το πας. Δε νομίζω ότι είναι αυτή η περίπτωσή σου με τον Λίαμ. Όπως και να ’χει, πάντως, σε διαβεβαιώ πως ακόμα και αυτή η "πνευματική" αγάπη μπορεί να σε οδηγήσει με μεγάλη ευκολία σ’ ένα κρεβάτι. Όλα ξεκινάνε απ’ το μυαλό, ξέρεις. Αν νιώθεις άνετα με κάποιον, αν νιώθεις αγάπη και ταυτότητα απόψεων και πνευματική επαφή μαζί του, το να μοιραστείς το σώμα και τις ανάγκες του δεν είναι παρά μια προέκταση της σχέσης. Και μπορεί να είναι εξαιρετικά απολαυστικό, μάλιστα. Γιατί ρωτάς;» «Απλά - αναρωτιόμουνα. Δε μου έχει τύχει ποτέ πάντως. Αλλά... ανησυχούσα». «Δεν υπάρχει λόγος», της είπε γελώντας. «Αυτό που αισθάνεσαι για τον Λίαμ είναι αρκετά ολοκληρωμένο. Μ πορεί να μην είναι το τέλειο, αλλά έχει λίγο απ’ όλα, έτσι δεν είναι;» «Έτσι είναι», συμφώνησε και η Σερίνα, κι εκείνη ήταν η πρώτη φορά που αναρωτήθηκε (θα αναρωτιόταν ακόμα πιο συχνά στα επόμενα χρόνια) γιατί δεν μπορούσε να έχει με τον Λίαμ την


επαφή που είχε με τον Ρέι, και πόσο τέλειες θα ήταν οι σχέσεις ενός ζευγαριού όπου θα συνυπήρχαν η αγάπη που ένιωθε για τον άντρα της, το πάθος που τους είχε ενώσει τον πρώτο καιρό, και η πνευματική ταύτιση που την έδενε με τον Ρέιμπορν Νόλαν. Μ έσα απ’ τη φιλία της με τη Σίλα και τον Ρέι (και τα παιδιά τους, αργότερα) αντλούσε μια ηρεμία και μια σιγουριά που δεν την είχε αντλήσει παρά σπάνια απ’ τη σχέση της με τον Λίαμ. Τους αγαπούσε και τους δύο, και απολάμβανε όσο τίποτε τις ώρες που περνούσε μαζί τους. Ήταν ευτυχισμένοι που οι δυο τους έμοιαζαν να έχουν ταιριάζει τόσο πολύ, και έπαθε σοκ όταν μετά από τόσα χρόνια αρμονικού φαινομενικά γάμου, ο Ρέι κι η Σίλα χώρισαν, φιλικά αλλά οριστικά, κι ο καθένας αποφάσισε να τραβήξει μόνος το δρόμο του. «Μ α πώς είναι δυνατόν; Ήσασταν τόσο αγαπημένοι», είπε κλαίγοντας σχεδόν στη Σίλα. «Ποτέ δε θα το φανταζόμουνα! Ποιος ήταν ο λόγος;» «Τίποτε ιδιαίτερο», έκανε αόριστα η Σίλα, αποφεύγον-τας το βλέμμα της. «Κάποιος τρίτος; Κάποια γυναίκα, ίσως;» «Θα μπορούσες να το πεις έτσι. Δεν έχει όμως σημασία, γιατί κι εγώ δε θέλω να ζήσω άλλο με τον Ρέι. Δεν έχω τίποτα εναντίον του, τον αγαπώ, τον εκτιμώ, θα είναι πάντα ο καλύτερός μου φίλος. Αλλά δε νιώθω πια γι’ αυτόν όπως ένιωθα κάποτε. Ο γάμος


μας φθάρηκε ανεπανόρθωτα, Σέρι». «Μ α - πώς είναι δυνατόν; Ήσασταν ένα ζευγάρι πρότυπο. Τι εννοούσες για την άλλη γυναίκα; Ο Ρέι έχει φιλενάδα; Αυτό εννοούσες;» Η Σίλα γέλασε λίγο. «Ίσως και να έχει. Δεν μπορώ να ξέρω. Δε μου είπε. Όπως και να ’χει, ούτε αυτός θέλει πια εμένα, ούτε εγώ αυτόν. Θα πάω στην Αμερική. Είχα πολύ δελεαστικές προτάσεις. Θα πάρω μαζί μου και τα παιδιά, κι ο Ρέι θα έρχεται να τα βλέπει όποτε θέλει. Μ ην ανησυχείς, είμαστε ακόμα οι καλύτεροι φίλοι του κόσμου, στο είπα». Έτσι απλά είχε τελειώσει ο γάμος του Ρέι και της Σίλα. Η Σερίνα το είχε πάρει εντελώς προσωπικά, σαν να επρό-κειτο για το δικό της γάμο (που δεν είχε γίνει καν ακόμα). Είχε εδώ και τρία χρόνια σχέσεις με τον Λίαμ, αλλά κατά κάποιο τρόπο όλο το ανέβαλε. Η διάλυση του σπιτικού της Σίλα και του Ρέι την πανικόβαλε. Αν η Σίλα έφευγε για την Αμερική με τα παιδιά, κι ο Ρέι συνέχιζε να ταξιδεύει όπως ταξίδευε αυτά τα τελευταία χρόνια, κινούμενος συνέχεια ανάμεσα στην Αμερική και την Ευρώπη, αυτή θα έμενε ουσιαστικά χωρίς τη μοναδική οικογένεια που θεωρούσε δική της. Οι σχέσεις της με τον πατέρα της ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, τεταμένες. Σπάνια βλεπόντουσαν οι δυο τους, δεν είχε μητέρα, δεν είχε αδέρφια. Δεν είχε καν φίλους που να τους εμπιστεύεται σ’ αυτό το βρόμικο


κύκλωμα της σόου μπίζνες. Οι μόνοι δικοί της άνθρωποι ήταν ο Ρέι, η Σίλα και ο Λίαμ. Έτσι αποφάσισε να ενδώσει στην απαίτηση του Λίαμ, και να τον παντρευτεί το ταχύτερο δυνατόν. Όταν γύρισε ο Ρέι απ’ την Αμερική, θα είχαν πάρα πολλά να πουν οι δυο τους. Αλλά για πρώτη φορά δεν είπαν σχεδόν τίποτε. Δε συζήτησαν καν τα δύο κύρια θέματα -το διαζύγιό του και το γάμο της. Η Σερίνα το είχε καθυστερήσει μέχρι να έρθει ο Ρέι. Τον περίμενε με αγωνία, ελπίζοντας πως αυτός θα της έλεγε πως δεν έτρεχε τίποτα, κι ότι τα είχε ξαναφτιάξει με τη Σίλα. Ο Ρέι όμως δεν είπε τίποτε τέτοιο. Φαινόταν κουρασμένος κι αποκαρδιωμένος, κι όταν η Σερίνα προσπάθησε να του ανοίξει τη συζήτηση, της είπε, μαλακά αλλά τελεσίδικα: «Κοίτα, Σέρι, αυτό το θέμα έχει κλείσει. Η Σίλα είναι υπέροχος άνθρωπος, την αγαπάω και θα την αγαπάω πάντα, αλλά δεν μπορούμε πια να ζήσουμε μαζί. Όλα τα πράγματα έχουν ένα τέλος σ' αυτή τη ζωή. Θα είμαστε πάντα φίλοι, αλλά δε θα ζούμε πια μαζί. Δεν μπορεί κανείς να συντηρεί αιώνια το πτώμα ενός γάμου, ξέρεις». Ήταν σχεδόν τα ίδια λόγια που της είχε πει η Σίλα, κι απ’ το ύφος του μάντευε η Σερίνα πως δε θα του έβγαζε ούτε κουβέντα παραπάνω. Του είπε ήσυχα: «Αποφάσισα να παντρευτώ τον Λίαμ». Της φάνηκε ότι αυτός δεν είχε καν ακούσει τι του είχε πει. Δεν


την κοιτούσε καν, κι έμοιαζε αφηρημένος, βυθισμένος στις σκέψεις του. Του ξανάπε, πιο έντονα αυτή τη φορά: «Αποφάσισα να παντρευτώ τον Λίαμ Άσλεϊ, Ρέι! Δεν ακούς τι σου λέω;» Στράφηκε αργά προς το μέρος της, καρφώνοντας τα γκρίζα του μάτια στα δικά της. Και για μια στιγμή η Σερίνα είδε στα βάθη τους κάτι που έμοιαζε φοβερά πολύ με πόνο. Βαθύ, ανείπωτο πόνο. Έγειρε αυθόρμητα μπροστά και του πήρε το χέρι στα δικά της. «Ρέι», μουρμούρισε σαν χαμένη. Δεν μπορούσε να καταλάβει. Αυτός ο άνθρωπος που ήταν πάντα το σύμβολο της δύναμης, της σιγουριάς και της σταθερότητας, πονούσε. Ο Ρέιμπορν Νόλαν, ο σκληρός, δυνατός Ρέιμ-πορν Νόλαν πονούσε. Κι αυτή του ζάλιζε τ’ αφτιά με τις ανοησίες της. Δεν είχε καν αντιληφθεί πως ο Ρέι, για μια φορά, χρειαζόταν τη συμπαράστασή της περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν αυτή τη δική του. Αλλά εκείνο το βλέμμα ήταν πάρα πολύ φευγαλέο για να είναι σίγουρη πως το είχε δει. Του είπε αχνά, κοιτάζον-τάς τον έντονα στα μάτια για να του μεταδώσει όλη τη θέρμη που ένιωθε για κείνον: «Αν - αν υποφέρεις, Ρέι... Αν πονάς για τη Σίλα...» Πήρε βαθιά ανάσα. «Μ ίλησέ μου. Είμαι εδώ, Ρέι, και σ’ αγαπώ όσο δεν μπορείς να φανταστείς. Αν θέλεις να μου τα πεις να ξαλαφρώσεις...» Ένιωσε τα δάχτυλά του να σφίγγονται γύρω απ’τα δικά της. Της χαμογέλασε, το βλέμμα του καθάρισε και πάλι. «Στ’ αλήθεια μ’


αγαπάς τόσο πολύ;» έκανε παιχνιδιάρικα. «Στ’ αλήθεια, που να πάρει. Το ξέρεις! Καταλαβαίνω πόσο πρέπει να σου κοστίζει η διάλυση του γάμου σου. Δεν είμαι και τόσο αναίσθητη όσο δείχνω καμιά φορά. Αν θέλεις να μιλήσεις σε κάποιον, σε παρακαλώ, μίλησέ μου εμένα! Ξέρεις πως ποτέ δε θα παρεξηγούσα ό,τι κι αν μου έλεγες. Ό,τι κι αν έκανες. Ακόμα κι αν μεθούσες και έ-κλαιγες όλη τη νύχτα!» Της είπε ανάλαφρα: «Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος, ηρέμησε». Έσπρωξε πίσω ένα χρυσάφι τσουλούφι που του έπεφτε στο μέτωπο. «Στ’ αλήθεια δεν υπάρχει τίποτε άλλο να πω. Ας μην το ξανασυζητήσουμε, εντάξει;» Έγειρε πίσω και τεντώθηκε ηδονικά, χαμογελώντας της συνέχεια με τον ίδιο ανάλαφρο, και ελαφρά ψεύτικο τρόπο. Οι πυκνές χρυσαφιές βλεφαρίδες μισόκρυβαν τα μάτια του και την έκφρασή τους. Και κοιτάζοντάς τον, η Σερίνα αναρωτήθηκε πώς μπορούσε μια γυναίκα, έστω και μετά από εφτά χρόνια γάμου, να έχει βαρεθεί έναν άντρα σαν τον Ρέιμπορν Νόλαν. Αν ήταν δικός μου άντρας, σκέφτηκε, δε θα τον βαριόμουνα ποτέ. Κι αυτό δεν ήταν μια άποψη που της την υπαγόρευε η στοργή που ένιωθε για τον Ρέι Νόλαν. Ανεξάρτητα απ’ τα προσωπικά της αισθήματα, ήταν σίγουρα ο πιο αξιόλογος άνθρωπος που είχε γνωρίσει ποτέ της. Μ ε την πιο έντονη προσωπικότητα και το πιο εύστροφο μυαλό - πέρα βέβαια


απ’ το επιβλητικό του ταλέντο. Ήταν ώριμος, συγκροτημένος, καλλιεργημένος και εξαιρετικά καλός συζητητής. Πάντα ήρεμος, πάντα ψύχραιμος, πάντα καταρτισμένος, μπορούσε να κατανοεί απόλυτα την άποψη του συνομιλητή του, ακόμα κι όταν ο ίδιος δε συμφωνούσε καθόλου μ’ αυτήν. Ήταν ανεκτικός αλλά σταθερός στις απόψεις του, και πάντα πρόθυμος να πειστεί από βάσιμα επιχειρήματα. Ήταν πάντα μια απόλαυση να συζητάει με τον Ρέι. Στα χρόνια που τον ήξερε, το μυαλό της είχε ανοίξει σε όλες τις απόψεις, η κρίση της είχε ισχυροποιηθεί, η άποψή της για τον κόσμο είχε αλλάξει ριζικά. Η επίδραση του Ρέιμπορν Νόλαν ήταν καταλυτική. Θα μπορούσε να περάσει όλη της τη ζωή συζητώντας μαζί του, και ποτέ να μη νιώσει ανία. Τον κοίταξε κατάματα στα βαθιά, γκρίζα του μάτια, και του είπε σιγανά: «Εντάξει, ας μην ξαναμιλήσουμε γι’ αυτό. Όχι τώρα, τουλάχιστον. Θα περιμένω να μου πεις μόνος σου. Θα σε καταλάβω, Ρέι, ό,τι κι αν είναι». «Το ξέρω», της αποκρίθηκε χαμογελώντας. «Τι μου έλεγες πριν για τον Λίαμ; Παντρεύεστε;» «Ναι. Το αποφάσισα επιτέλους. Οριστικά». «Καιρός ήταν». «Δεν πιστεύω - να έχεις αντίρρηση;»


«Αντίρρηση; Από πού κι ως πού να έχω αντίρρηση;» Πήγε να του πει κάτι, δίστασε, ύστερα αποφάσισε να μην πει τίποτε. Δεν ωφελούσε να του πει πως κάπου τον ένιωθε αρνητικό απέναντι στον Λίαμ. Δεν είχε κανένα στοιχείο γι’ αυτό πέρα απ’ τη διαίσθησή της, κι ο Ρέι ποτέ δε θα παραδεχόταν κάτι τέτοιο. Ανασήκωσε τους ώμους και του είπε απλά: «Έτσι το είπα. Επειδή εσύ τελικά είσαι η μόνη οικογένεια που μου έχει μείνει», πρόσθεσε μ’ ένα πικρό χαμόγελο. «Είναι περίπου σαν να σου παίρνω την άδεια. Μ παμπά». Της γέλασε αβίαστα. «Λίγο μικρός δε σου πέφτω για μπαμπάς;» Του χαμογέλασε γλυκά. «Ε, όχι και μικρός. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια με περνάς, παππούλη! Καλά κρατιέσαι πάντως για την ηλικία σου. Μ ερικές φορές μου εμπνέεις αιμομικτικά αισθήματα». Κι ένιωσε βαθιά ανακούφιση όταν αυτός γέλασε, της χάιδεψε τα μαλλιά, ξαναγέλασε, κι από κει και πέρα η βραδιά τους κύλησε τέλεια, όπως πάντα, και ούτε για μια στιγμή δεν ξαναπέρασε εκείνη η φευγαλέα σκιά του πόνου απ’τα μάτια του. Στ’ αλήθεια, δε θα μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς την παρουσία του Ρέι κάπου κοντά της, όσο μακριά κι αν βρισκόταν αυτός σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή. Τα χρόνια περνούσαν, και παρόλο που είχε σταθερή επικοινωνία με τη Σίλα, και


βλεπόντουσαν άλλωστε αρκετά συχνά, εκείνος ο παλιός δεσμός τους κάπου είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Ήταν πάντα στενές φίλες, αλλά κατά κάποιο τρόπο η απόσταση είχε φέρει μια απροσδιόριστη αλλαγή που διαφοροποιούσε τις σχέσεις τους. Αντίθετα, όσο περνούσαν τα χρόνια, η φιλία της με τον Ρέι ισχυροποιό-ταν ακόμα περισσότερο. Και κανείς ποτέ δεν είχε έστω εκφράσει την υπόνοια ότι αυτή η φιλία θα μπορούσε να είναι κάτι περισσότερο από απλή φιλία. Ούτε βέβαια ο Λίαμ. Ήταν τόσο εθισμένος σ’ αυτή την κατάσταση πραγμάτων, που ακόμα κι αν την έπιανε γυμνή στο ίδιο κρεβάτι με τον Ρέι, πάλι δε θα πήγαινε ο νους του στο πονηρό. Αυτός, που στις αρχές του γάμου τους ζήλευε ακόμα και το γάτο της, δεν είχε ζηλέψει ούτε για μια στιγμή τον Ρέι Νόλαν. Και φυσικά, ποτέ μα ποτέ δεν είχε περάσει ούτε απ’ το δικό της μυαλό ούτε απ’ του Ρέι, η ιδέα ότι θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως ήταν εραστές. Κι ήταν απόλυτα δικαιολογημένος τώρα ο Λίαμ, που την κοιτούσε σαν να του είχε κάνει τη φοβερότερη αποκάλυψη απ’ όλες. Μ ετά την πρώτη θριαμβευτική αίσθηση ότι τον ξεπλήρωνε με το ίδιο νόμισμα, η Σερίνα ένιωσε να την πνίγει η ντροπή για τα ψέματά της. «Το - λες σοβαρά;» έκανε τελικά ο άντρας της. Έμοιαζε να μην μπορεί ακόμα να πιστέψει στ’ αφτιά του.


Η Σερίνα του γύρισε την πλάτη και πήγε να ξαπλώσει στο κρεβάτι. «Δε θέλω να το συζητήσω άλλο», του είπε ξερά. «Αυτή είναι μια πολύ κακόγουστη συζήτηση, και ει-λικρινά, Λίαμ, τώρα θέλω να κοιμηθώ. Πήγαινε σε παρακαλώ στο δωμάτιό σου». «Μ α... είναι δυνατόν; Εσύ κι ο Ρέι Νόλαν;» Φάνηκε να το σκέφτεται καλύτερα. «Και τότε γιατί στο καλό το κρατάτε μυστικό;» τη ρώτησε προκλητικά. «Δε σε αφορά αυτό. Φύγε, Λίαμ, για το Θεό!» Φύγε, που να σε πάρει, πριν με δεις να βάζω τα κλάματα... «Δε σε πιστεύω», της ξανάπε πεισματικά. «Αυτό δε γίνεται! Κι εξάλλου, αυτός έχει σχέσεις με την Τζένιφερ Γουάιτ». «Όχι πια», του είπε κουρασμένα η Σερίνα. «Τα έχουν χαλάσει εδώ και μήνες». «Τότε θα έχει σχέσεις με κάποια άλλη. Αλλάζει τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα. Εσύ πού κολλάς μέσα σ’ όλες αυτές;» «Ω, φύγε επιτέλους - δεν πρόκειται να σου δώσω λογαριασμό το τι κάνω! Πήγαινε στη Ντέμπι σου και παράτα με!» «Σέρι -» «Φύγε - δεν καταλαβαίνεις πως δε σε αντέχω άλλο, Λίαμ Άσλεϊ;» Η φωνή της είχε ανέβει υστερικά, κι επιτέλους αυτός κατάλαβε


πως δεν ωφελούσε να επιμείνει άλλο. Όταν βρέθηκε πάλι μόνη της στο δωμάτιο, η Σερίνα έκρυψε το φλογισμένο της πρόσωπο στο μαξιλάρι κι έμεινε έτσι για πολλή ώρα. Ο ύπνος δεν ερχόταν, η νύχτα έμοιαζε ανυπόφορη. Όλη της η ζωή φαινόταν ξαφνικά μαύρη κι αβάσταχτη. Σαν να είχε φτάσει στο τέρμα ενός μακριού, επίπονου δρόμου, και να μην είχε πια πουθενά να πάει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Το πρωί σηκώθηκε αποφασισμένη οριστικά να φύγει εκείνη τη μέρα, ακόμα κι αν έτσι θα έδινε λαβή για τα πιο κακόβουλα κουτσομπολιά σε βάρος της. Η Άμπι μπορούσε μια χαρά να πει στους άλλους φίλους τους πως είχε πάρει ένα κατεπείγον τηλεφώνημα και έπρεπε να φύγει. Η ίδια δεν ήταν καν υποχρεωμένη να δει και να χαιρετίσει κανέναν τους. Πολύ λιγότερο τον Λίαμ και τη Ντέμπι του. Ήταν άλλωστε σίγουρη πως ποτέ δε θα τον συχωρούσε για την ταπείνωση που είχε υποστεί χτες το βράδυ, όταν είχε αναγκαστεί άθελά της να παίξει το υποκατάστατο της ερωμένης του. Ούτε βέβαια για τα αισχρά ψέματα που την είχε αναγκάσει να του πει σε βάρος του Ρέι. Είχε κάνει το μπάνιο της, είχε ντυθεί και σκεφτόταν ν’ αρχίσει να μαζεύει τα πράγματά της, όταν ξαφνικά στο δωμάτιο όρμησε η


Άμπι. «Έλα γρήγορα, Σέρι. Σε θέλουν στο τηλέφωνο. Στο δωμάτιό μου». Η Σέρι την ακολούθησε βιαστικά. «Ποιος είνα;» ρώτησε ψιθυριστά καθώς έμπαινε στην τεράστια, υπερπολυτελή κρεβατοκάμαρα της Άμπι Μ άρτιν. «Ο Ρέιμπορν Νόλαν», είπε η φίλη της. Μ ε τα πόδια να τρέμουν ξαφνικά απ’ τήν ανακούφιση, η Σερίνα έκατσε στο κρεβάτι, σήκωσε το ακουστικό, είπε «εμπρός», και χαμογέλασε από σκέτη ευτυχία ακούγον-τας τη γνωστή, βαθιά φωνή απ’ την άλλη άκρη του σύρματος. «Σέρι; Επιτέλους, τα κατάφερα να σε εντοπίσω». «Ω, Ρέι», έκανε τρέμοντας η Σερίνα. «Ω, αγάπη μου -χαίρομαι τόσο που με βρήκες! Από πού παίρνεις; Ακούγε-σαιπολύ κοντά». «Είμαιηολύ κοντά», της είπε μ’ ένα γελάκι. «Στο Λονδίνο βρίσκομαι». «Ω - αλήθεια; Νόμιζα πως έπαιρνες από Νέα Υόρκη. Πότε ήρθες;» «Μ όλις χτες το βράδυ. Τι κάνεις εκεί πέρα;» «Πλήττω θανάσιμα», του είπε ρίχνοντας γύρω της μια ματιά για να βεβαιωθεί πως η Άμπι δεν ήταν πια στο δωμάτιο. «Εσύ;»


«Κι εγώ. Να έρθω;» «Το ρωτάς;» Η καρδιά της βροντοχτυπούσε. «Αχ, Ρέι -Ρέι, αν ήξερες... Είναι εδώ κι ο Λίαμ με τη Ντέμπι», κατέληξε μ’ ένα μικρό λυγμό. «Ω». «Ρέι - σε παρακαλώ, έλα να με πάρεις. Θα έρθεις; Τώρα αμέσως;» «Φυσικά, ανόητη. Τώρα αμέσως. Γι' αυτό σε πήρα». «Ρέι - πέρασα μια φοβερή νύχτα. Πρέπει να στα πω...» «Θα μου τα πεις όλα, ηρέμησε. Θα είμαι εκεί σε μια ώρα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να σε πιάνει υστερία. Ήταν χοντρό από μέρους της Άμπι να σας καλέσει και τους δύο». «Ναι, δεν ήταν; Ρέι - αν ήξερες... Ω, Θεέ μου, δεν μπορώ, στ’ αλήθεια δεν μπορώ να κυκλοφορώ στην ίδια πόλη μ’ αυτούς τους δυο. Ποτέ δε φανταζόμουνα πως θα ένιωθα έτσι... Κοντεύει να με πιάσει κρίση. Πόσους μήνες έχω να σε δω;» «Κοντά τέσσερις», της είπε μ* ένα γελάκι. «Τέλειωσες τώρα; Όλα εντάξει; Δε θα ξαναφύγεις αμέσως, έτσι δεν είναι;» «Θα ξαναφύγω», της είπε διασκεδάζοντας, «αλλά αυτό μπορούμε


να το συζητήσουμε». «Ναι, αχ ναι... Σε μια ώρα, λοιπόν. Φιλάκια, Ρέι, πολλά πολλά φιλάκια». «Φιλάκια, Σέρι». Έμεινε με το ακουστικό στο χέρι, να χαμογελάει ηλίθια στον τοίχο. Ποτέ πριν δεν είχε νιώσει τόσο πολύ την ανάγκη του όσο εκείνη τη μέρα, και να που σαν από θαύμα αυτός είχε ανταποκριθεί στη βουβή της πρόσκληση. Ήταν σχεδόν μεταφυσικό. Κι όπως πάντα όταν εμφανιζόταν κάπου στη ζωή της ο Ρέι Νόλαν, ένιωσε όλα τα βάρη να φεύγουν από πάνω της, τα χρόνια, τις πίκρες, τις απογοητεύσεις, τα άγχη όλα να γλιστρούν σαν βρόμικο ρούχο απ’ το κορμί της και να μένουν πίσω της. Κοντά στον Ρέι Νόλαν ξαναγινόταν κάθε φορά δεκάξι χρόνων. Τον περίμενε στον κήπο των Μ άρτιν, όπου αναγκαστικά έπρεπε να συναντήσει και τους υπόλοιπους καλεσμένους, που έπαιρναν το μπρέκφαστ τους στη σκιά ενός τεράστιου δέντρου, όπου η Άμπι είχε στήσει ένα υπέροχο τραπέζι από κρύσταλλο. Ήταν όμως τόση η ανυπομονησία της να τον δει, που θα ήταν αδύνατο να τον περιμένει κλεισμένη στο σπίτι. Κι ήθελε να δει την έκφραση του Λίαμ κι όλων των άλλων, όταν θα ερχόταν να την πάρει μ’ όλους τους τύπους ο Ρέιμπορν Νόλαν. Έπινε ένα ακόμα φλιτζάνι τσάι όταν άκουσε το αυτοκίνητό του να ανεβαίνει την αλέα του κήπου, και να σταματάει στην άλλη πλευρά


του σπιτιού. Άφησε το φλιτζάνι της και σηκώθηκε. Μ έχρι όμως να κάνει λίγα βήματα, είδε τον Ρέιμπορν να στρίβει με το νωχελικό του βάδισμα απ’ τη γωνία του σπιτιού και να έρχεται χαμογελώντας προς το μέρος της. Ο ήλιος γέμιζε χρυσάφι τα μαλλιά του, κι έμοιαζε, όπως πάντα άλλωστε, ν’ ακτινοβολεί δυναμισμό και αυτοπεποίθηση. Και γι’ άλλη μια φορά σκέφτηκε η Σερίνα πως κάθε φορά ξεχνούσε πόσο εντυπωσιακός ήταν ο Ρέιμπορν Νόλαν - ακόμα και γι’ αυτήν, που τον ήξερε από τότε που ήταν ακόμα έφηβη. Κάθε φορά ξεχνούσε πώς κοβόταν η ανάσα της όταν τον έβλεπε. Υπήρχαν ίσως άντρες πολύ ωραιότεροι απ’ αυτόν, αλλά κανείς ποτέ δε θα μπορούσε να είναι πιο επιβλητικός, κανείς δε θα μπορούσε να ακτινοβολεί τέτοιο μαγνητισμό και αρρενωπότητα. Ήταν υπέροχος απ’ άκρη σ’ άκρη, ο πιο γοητευτικός άντρας που είχε δει ποτέ της - κλάσεις πάνω απ’ τον Λίαμ, κι ας μη διέθετε την κλασική ομορφιά του άντρα της. Πανύψηλος, με το δυνατό, καλογυμνασμένο του σώμα, τις φαρδιές του πλάτες και τους στενούς γοφούς - σίγουρα το σώμα του ήταν καλύτερο ακόμα κι απ’ του Λίαμ, που στο κάτω-κάτω ήταν και σταρ. Και το πρόσωπό του - το πρόσωπό του δε θα μπορούσε να το ξεχάσει ποτέ κανείς, ακόμα κι αν το έβλεπε μόνο μια φορά. Λεπτό, με έντονα ζυγωματικά και ελαφρά σκαμμένα μάγουλα, με αισθησιακά χείλια και δυνατό σαγόνι - ένα πρόσωπο που απόπνεε δύναμη και επιβολή, πλαισιωμένο απ’ τα πυκνά, χρυσαφένια του


μαλλιά που έσπαγαν σε ελαφρά κύματα στους κροτάφους και τον αυχένα. Το λάτρευε αυτό το πρόσωπο η Σερίνα. Ήταν ένα πρόσωπο που την καθησύχαζε, τη γοήτευε, μαγνήτιζε συστηματικά τα βλέμματά της. Όπως άλλωστε και τα βαθιά γκρίζα του μάτια. Το χαμόγελό του πλάτυνε καθώς στεκόταν μπροστά της, τα δόντια του άστραψαν κατάλευκα στο φως. «Γεια σου, Σερίνα», είπε ανάλαφρα, και για βαθιά της ικανοποίηση εκεί, μπροστά στα μάτια του Λίαμ και της Ντέμπι του και όλων άλλωστε των παριστάμενων, την τράβηξε α-βίαστα στην αγκαλιά του, την έσφιξε στα μπράτσα του, και εντελώς απροειδοποίητα, έσκυψε και τη φίλησε στο στόμα. Όταν αργότερα βρέθηκε στη Φεράρι του κι είχαν πάρει το δρόμο της επιστροφής για το Λονδίνο, τον ρώτησε με πραγματική απορία: «Πώς στο καλό κατάλαβες ότι θα θε-λα να με φιλήσεις μπροστά τους;» Της έριξε ένα λοξό βλέμμα και χαμογέλασε, διασκεδάζοντας. «Το φώναζες από πάνω ως κάτω. Φίλα με, Ρέι, σε παρακαλώ, φίλα με. Αυτό ακριβώς έλεγες έτσι που με κοιτούσες». Ακούμπησε την παλάμη της στο γυμνό του μπράτσο και την έσφιξε ασυναίσθητα γύρω του. Αυτός της έριξε άλλο ένα λοξό βλέμμα, και παρατήρησε: «Μ ου φαίνεται πως ήρθα πάνω στην ώρα». «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μου έλειψες», είπε βραχνά η


Σερίνα. Και ξαφνικά τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε ασταμάτητα στα μάγουλά της. Τα σκούπισε με την παλάμη της, αλλά αυτά συνέχισαν να τρέχουν και να κατρακυλάνε στα μάγουλα και τη μύτη της. Της είπε ήσυχα: «Μ ην κλαις,Σέρι. Τώρα είμαι εδώ. Όλα θα πάνε καλά». «Ρέι - τα νεύρα μου είναι χάλια», ψέλλισε η Σερίνα. Βρήκε επιτέλους ένα μαντίλι και σκουπίστηκε όπως-ό-πως. «Αν πασαλείφτηκα με μάσκαρα -» «Δεν έχει σημασία. Βάλε τα γυαλιά του ήλιου - δε θα φαίνεται τίποτα». «Ρέι, δεν ξέρω τι συμβαίνει. Όλα μου πάνε στραβά αυτό τον τελευταίο καιρό. Δεν είναι μόνο το θέμα του Λίαμ. Είναι κι αυτό, φυσικά - αυτό ίσως είναι το χειρότερο, επειδή νιώθω τόσο ταπεινωμένη, τόσο εξευτελισμένη... Όλοι ασχολούνται μαζί μου αυτό τον καιρό. Τα περιοδικά, οι εφημερίδες... Δε φανταζόμουνα ότι με αντιπαθούσαν τόσο, ξέρεις». «Δεν πρόκειται για αντιπάθεια. Τη δουλειά τους κάνουν. Πουλάνε φύλλα». «Για μένα είναι φοβερό. Ποτέ δε θα συνηθίσω σ’ αυτό τον... το βιασμό της προσωπικής μου ζωής. Λες και δε μου φτάνει ο δικός μου πόνος!» Ρούφηξε τη μύτη της και πρόσθεσε απελπισμένα: «Το


τελευταίο φιλμ που έκανα ήταν παταγώδης αποτυχία, Ρέι. Το έθαψαν κυριολεκτικά οι κριτικοί. Και το προηγούμενο δεν ήταν καλύτερο. Αυτή η τελευταία χρονιά πάει κατά διαβόλου. Μ ου φαίνεται πως πήρα πια την κατιούσα. Τι θα κάνω; ζέρεις ποια ήταν η τελευταία προσφορά που πήρα; Μ ια σαπουνόπερα, Ρέι. Μ ια σαπουνόπερα! Μ πορείς να το φανταστες;» Της είπε αργά: «Σε είχα προειδοποιήσει για κείνη την αηδία του Κίτον. Δεν έπρεπε να δεχτείς το ρόλο. Αλλά μια-δυο αποτυχίες δεν παίζουν καθοριστικό ρόλο, Σέρι. Μ πορείς να τις ξεπεράσεις. Φτάνει να είσαι πιο προσεχτική από δω και πέρα». «Δεν είναι τόσο απλό», του είπε σπασμένα. «Ρέι, η κα-ριέρα μου μοιάζει να έχει φτάσει στο σημείο μηδέν. Δεν κάνω ούτε ένα βήμα μπροστά. Οι Αμερικάνοι δεν ενδια-φέρονται για μένα. Οι Βρετανοί αρχίζουν να με κοιτάνε με μισό μάτι. Οι υπόλοιποι με αγνοούν συστηματικά». «Μ η γίνεσαι υπερβολική», της είπε μαλακά. «Κι όσο για τους Αμερικάνους - ναι, εκεί έχουμε ένα μικρό πρόβλημα, αλλά μπορεί να ξεπεραστεί με λίγη καλή τύχη, ξέρεις. Είσαι πανέμορφη, είσαι μεγάλη ηθοποιός. Έχεις ταλέντο και προσωπικότητα. Αν βρεις κάτι που να πιάσει, θα ανοίξουν όλες οι πόρτες. Μ ετά είναι στο χέρι σου να τις κρατήσεις ανοιχτές». «Μ α πώς, Ρέι; Πώς; Κανείς δεν μου κάνει έστω μια συζητήσιμη πρόταση. Μ όνο κάτι σίριαλ της δεκάρας. Ακόμα και σ’ εκείνη την


ιστορική παραγωγή, προτίμησαν την Κέιτ Μ άρσαλ! Και τώρα είχα αυτή την πρόταση απ’ τον Σάμουελσον. Την απέρριψα. Ούτε μου πήγαινε ο ρόλος, ούτε υπήρχαν τα εχέγγυα πως η παραγωγή θα ήταν αξιοπρεπής. Και ξέρεις πώς αντιπαθώ τον Μ άιλς Τζόρνταν. Δε θα μπορούσα να παίξω μαζί του». Σταμάτησε, πήρε βαθιά ανάσα. «Και όλον αυτό τον καιρό, ο Λίαμ πάει από επιτυχία σε επιτυχία. Σε λίγο θα βάζουν το δικό του όνομα με τα μεγαλύτερα γράμματα, και το δικό μου στους τριταγωνιστές!» Ο άντρας γέλασε, με κέφι. «Απορώ πού βρίσκεις την όρεξη να γελάς», είπε πικρά η Σερίνα. Της είπε ήσυχα: «Κάνεις σαν μωρό. Η ζωή δεν είναι πάντα λιβάδι με μαργαρίτες. Υποχρεωτικά θα περάσεις κι απ’ το λούκι. Δεν μπορεί όλα να σου έρχονται πάντα βολικά». «Αυτό είναι ένα πολύ μακρύ λούκι», παρατήρησε με-λαγχολικά η Σερίνα. «Και τώρα χαμογέλα. Σου έχω μια έκπληξη. Μ ια διεθνή παραγωγή - θρετανοϊταλογαλλική. Κι έναν πρώτο ρόλο κομμένο στα μέτρα σου». Τον κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια. «Το λες αλήθεια;» «Φυσικά». «Ένα έργο... δικό σου;»


«Φυσικά». «Και - και θα δουλέψουμε μαζί; Ω, Ρέι...» «Μ ην κλαις, για τ’ όνομα του Θεού», της είπε διασκεδάζοντας. «Θα στερέψεις ολότελα. Νομίζω πως θα σ’ αρέσει. Όταν σε πρότεινα, ενθουσιάστηκαν όλοι». «Τώρα το λες σοβαρά;» «Σοβαρότατα. Τι φαντάστηκες - πως έπαψες να είσαι η Σερίνα Χέιζ επειδή εκείνος ο ηλίθιος ο Κίτον δεν μπορεί να φτιάξει έστω μια ταινία της προκοπής; Μ ια ή δυο αποτυχίες δε χαλάνε μια καριέρα σαν τη δική σου, μωρό μου. Όχι όταν την προσυπογράφει ο Νόλαν», πρόσθεσε χαμογελώντας. «Παραείσαι επηρμένος, αυτό είναι το κακό μ’ εσένα», στέναξε η Σερίνα, αλλά τα μάτια της έλαμπαν. «Και μετά θα φροντίσω να σε πάρω στο Χόλιγουντ», συνέχισε γλυκά ο Ρέιμπορν. «Μ έσα στα επόμενα δυο χρόνια. Στο υπόσχομαι». «Ω, σε λατρεύω», έκανε η Σερίνα σκύβοντας να του φιλήσει το χέρι που κρατούσε το τιμόνι. «Πώς γίνεται να έρχεσαι πάντα σαν τιμωρός άγγελος για τους εχθρούς μου;» «Αν έχει μείνει κανένας εχθρός σου, και δεν τους έχεις


εξολοθρεύσει όλους», της είπε γελώντας. Την είδε να δαγκώνει το κάτω της χείλος, και ρώτησε μαλακά: «Τι τρέχει πάλι;» Πριν του απαντήσει, πρόσθεσε: «Σκέφτεσαι τον άντρα σου;» «Ναι», είπε πνιχτά η Σερίνα. «Πώς θα μπρούσα να μην τον σκέφτομαι; Ήταν μαζί της, Ρέι. Δε φανταζόμουνα πως θα υπέφερα τόσο βλέποντάς την στο πλευρό του. Και με την κοιλιά φουσκωμένη, μάλιστα». «Εσύ δε θέλησες ποτέ παιδί απ’ αυτόν», παρατήρησε ουδέτερα ο άντρας. «Το ξέρω. Αλλά παρόλ’ αυτά, με πειράζει φοβερά να σκέφτομαι πως θα κάνει ένα με τη Ντέμπι». «Αυτό είναι παράλογο». «Είναι, το παραδέχομαι. Αλλά, Ρέι...» -εροκατάπιε, κι είπε σπασμένα: «Δεν είχα ιδέα πως - πως τον αγαπούσα τόσο. Πως θα μου έλειπε τόσο πολύ μετά από τόσα χρόνια γάμου... Νόμιζα πως δε μας έδενε πια παρά μόνο η συνήθεια και η στοργή. Δεν είχα ιδέα πως θα τον ή'θελα πάλι τόσο πολύ σαν... σαν άντρα». Πήρε βαθιά ανάσα, ύστερα είπε πνιχτά: «Χτες το βράδυ ήρθε στο δωμάτιό μου. Κάναμε έρωτα, Ρέι. Δεν αντιστάθηκα παρά μόνο για δυόμιση λεπτά. Τον ή'θελα όσο ποτέ πριν. Κι αυτός... αυτός απλά ήθελε μια γυναίκα, επειδή δεν μπορούσε να το κάνει στη Ντέμπι. Μ ου το είπε ακριβώς όπως στο λέω. Αν μου είχε δώσει δέκα χαστούκια μπροστά στον κόσμο, δε θα


ένιωθα τόσο ταπεινωμένη». Ο Ρέιμπορν δεν έκανε κανένα σχόλιο. «Κι ύστερα», είπε με γενναιότητα η Σερίνα, «ύστερα δεν ξέρω τι μ’ έπιασε, και του είπα πως είχα κι εγώ εραστή, και πως... πως δεν είχα ανάγκη τον έρωτά του. Πως είχα εραστή από τότε ακόμα που ζούσαμε μαζί». «Ενδιαφέρον», είπε μόνο ο Ρέι. «-έρεις ποιον;» Ένα νευρικό γέλιο της ξέφυγε. Της έριξε ένα λοξό βλέμμα. «Όχι, αλλά μποορώ να φανταστώ». «Φαντάζεσαι - αυτό που εννοώ; Είσαι σίγουρος;» «Μ πορώ να φανταστώ ακόμα και τ’ όνομά του. Σταμά-τησέ με αν κάνω λάθος - αλλά μήπως τον λένε Ρέι Νό-λαν;» Του είπε μ’ ένα λυγμό: «Δεν έβρισκα κανέναν άλλον πιθανότερο». «Πολύ λογικό», συμφώνησε ο Ρέι. «Δε - δε σε πειράζει;» «Γιατί θα έπρεπε να με πειράζει;» «Επειδή αναμιγνύω το όνομά σου σε -»


«Εγώ δεν είμαι παντρεμένος για να με εκθέσεις», της είπε χαμογελώντας. «Κι αν το καλοσκεφτείς, ποτέ δεν κάνει κακό λίγη διαφήμιση. Κανείς δε θα έλεγε όχι να τον συνδέσουν μαζί σου. Εντάξει;» «Μ η θυμώσεις», τον παρακάλεσε δειλά. «Αυτό είναι το μόνο που μ’ ενδιαφέρει, Ρέι. Ας πάει να κόψει το λαιμό του ο Λίαμ. Μ πορώ να ζήσω χωρίς αυτόν - το απόδειξα. Δεν ξέρω όμως αν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εσένα». Της χαμογέλασε εκθαμβωτικά. «Σε λατρεύω, γατούλα», της είπε ανάλαφρα. Του αντιγύρισε το χαμόγελο, και για μερικά πολύ σύντομα δευτερόλεπτα, τα γκρίζα του μάτια χάιδεψαν τα δικά της. Ύστερα έστρεψε πάλι την προσοχή του στο δρόμο, κι εκείνη η μικρή περαστική στιγμή της τέλειας επικοινωνίας πέρασε και χάθηκε, αφήνοντας μόνο πίσω της μια γλύκα που ξεχυνόταν σταγόνα-σταγόνα μέχρι και το τελευταίο μόριο του κορμιού της. Την πήγε κατευθείαν στο σπίτι του, κι εκεί την έστησε μες στη μέση του καθιστικού κι έμεινε να την κοιτάζει εξεταστικά. «Πιο όμορφη παρά ποτέ», της είπε τελικά. «Αλλά η υπερένταση αρχίζει ν’ αφήνει τα σημάδια της, ξέρεις». «Η υπερένταση;» έκανε πικρά η Σερίνα. «Μ ήπως κατά τύχην εννοείς τα χρόνια, Ρέι; Για σκέψου το λίγο - κοντεύω να τριανταρήσω. Μ ου φαίνεται, δε μου φαίνεται;» «Όχι», της είπε ήσυχα. «Και δεν είσαι πια ένα ταλαιπωρημένο


φωτομοντέλο για να στενοχωριέσαι αν σου φαίνονται μερικά χρόνια παραπάνω. Οι καλοί ηθοποιοί δε φοβούνται τα χρόνια, Σερίνα. Έλα κάτσε κοντά μου, και το συζητάμε αν θέλεις». Πήγε πρόθυμα να καθίσει δίπλα του, κι αυτός πέρασε το μπράτσο του γύρω απ’ την πλάτη της. «Ανόητο κορίτσι», είπε τρυφερά. «Έχεις περισσότερο μυαλό και περισσότερη προσωπικότητα απ’ όλες αυτές τις κότες μαζί. Άστες αυτές να σκάνε για τις πρώτες ρυτίδες ή τις πρώτες γκρίζες τρίχες. Εσύ είσαι ηθοποιός, όχι σταρ της συμφοράς. Ποτέ μη φοβάσαι τα χρόνια που περνάνε, γιατί έτσι κι αλλιώς θα περάσουν αναπόφευκτα. Κοίτα καλύτερα να τα αξιοποιήσεις. Σε πείρα, ωριμότητα, ακτινοβολία. Ηρεμία και αυτοέλεγχο». «Δε θα αρέσω πια», έκανε πνιχτά η Σερίνα. Την έσφιξε λίγο περισσότερο πάνω του. «Θ’ αρέσεις πάντα. Κι όχι μόνο επειδή είσαι όμορφη». «Το... πιστεύεις αυτό, Ρέι; Ή το λες μόνο επειδή μ’αγαπάς;» Την κοίταξε χαμογελώντας. «Σ’ αγαπάω; Πώς είσαι τόσο σίγουρη γι’ αυτό;» την πείραξε. Του αντιγύρισε το χαμόγελο, κοιτάζοντάς τον πονηρά στα μάτια. «Δεν πρέπει να είμαι;» Του ξέφυγε ένας στεναγμός. «Αυτό το ξέρεις εσύ καλύτερα κι από


μένα». «Μ ’αγαπάς - σίγουρα;» «Σίγουρα». «Κι εγώ». «Το ξέρω». Την έσφιξε ακόμα περισσότερο πάνω του. Ήταν υπέροχο να βρίσκεται στην αγκαλιά του. Σαν να γύριζε μετά από μακρινή αποδημία στη φωλιά της. «Δεν έπρεπε να πεις αυτό. Έπρεπε να πεις, μ’αγαπάς - σίγουρα; Ποτέ δε λες το σωστό πράγμα, Ρέι!» Μ ε κάθε λεπτό που περνούσε κοντά του, ένιωθε να χαλαρώνει όλο και περισσότερο, να ξαναβρίσκει το χιούμορ και το κέφι της, να ξαναβρίσκει ουσιαστικά τον εαυτό της, την ικανότητά της να γελάει, να χαλαρώνει, ν’ αγαπάει, να δίνεται. Ήταν παράξενο που ενώ αυτό συνέβαινε πάντα κοντά του, το συνειδητοποιούσε τόσο σπάνια, και μόνο σε περιόδους όπου περνούσε μεγάλο στρες. Άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε το λεπτό του μάγουλο. «Ποτέ;» τη ρώτησε ανάλαφρα, τρίβοντας το ελαφρά αξύριστο μάγουλό του πάνω στην παλάμη της. «Κι αν σου πω τώρα ότι μ’ αρέσει αυτό που μου κάνεις, δε θα είναι το σωστό πράγμα;» «Όχι», του είπε μ’ ένα στεναγμό, σέρνοντας το χέρι της πάνω στο λαιμό του. «Γιατί δε θα είναι αλήθεια. Θα το πεις μόνο για να με


κάνεις να ξεχάσω τα βάσανά μου. Θα μου πεις κι άλλες τέτοιες ανοησιούλες. Θα μου τις λες όλη τη μέρα κι όλο το βράδυ, και στην ανάγκη θα συνεχίσεις να μου τις λες και αύριο, και μεθαύριο, κι όλες τις μέρες που θα χρειαστεί. Θα με ψιλοφλερτάρεις και θα μου κάνεις χαζά κομπλιμέντα μέχρι να βεβαιωθείς πως έβγαλα εντελώς τη χτεσινή νύχτα απ’ το μυαλό μου. Έτσι δεν είναι;» Αυτός είχε ρίξει πίσω το κεφάλι και γελούσε με κέφι. «Μ ε ξέρεις καλά, βλέπω. Έχεις αναλύσει τις μεθόδους μου». «Πώς θα μπορούσα να μην τις έχω αναλύσει; Μ ’ αυτές μεγάλωσα, δυστυχώς». Βύθισε τα δάχτυλά της στα πυκνά του μαλλιά και τα ανακάτεψε απολαυστικά. «Σαν την παλάμη μου σε ξέρω πια, κύριε Νόλαν. Τίποτε καινούριο. Καμιά έκπληξη. Τα ίδια και τα ίδια, συνέχεια, σαν ξαναζεσταμένη σούπα». Έχωσε το πρόσωπό της στο λαιμό του, κι είπε αδύναμα: «Δεν μπορώ να μείνω άλλο στο Λονδίνο, Ρέι. Δεν μπορώ να τους βλέπω κάθε λίγο και λιγάκι μπροστά μου. Δεν μπορώ να διακινδυνέψω να - να επαναλη-φθεί το χτεσινοβραδινό. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να του πω όχι την επόμενη φορά». Της είπε σιγανά: «Ναι, καταλαβαίνω. Καλύτερα να μην μπλέξεις σ' ένα τέτοιο φαύλο κύκλο. Γι' αυτό σκέφτηκα... πως θα ήταν καλύτερα να φύγουμε οι δυο μας για λίγο. Σ’ αρέσει η ιδέα;» «Ω, ναι», του αποκρίθηκε, ενθουσιασμένη. «Και πού θα πάμε;» «Θα 'πρεπε να το είχες ρωτήσει αυτό πριν πεις ναι, δε νομίζεις;»


«Μ αζί σου το πού δεν έχει σημασία», του αποκρίθηκε μελιστάλαχτα η Σερίνα. «Το μόνο ίσως που θα είχε σημασία θα ήταν το για πόσο». Την έσφιξε γελώντας στην αγκαλιά του, κι ένιωσε τα χείλια του να περνάνε ανάλαφρα πάνω απ’ το μάγουλο και τα μαλλιά της. Σηκώθηκε, τραβώντας την να σηκωθεί μαζί του. «Έλα να σου φτιάξω ένα ποτό γι’ αυτήν την εύστοχη παρατήρηση», της είπε, γελώντας ακόμη. «Και μετά θα μου κάνεις τη χάρη να πας στο κρεβάτι και να ξεκουραστείς λίγο; Αν μας έρθει να ξενυχτήσουμε απόψε, θέλω να είσαι φρέσκια». «Εντάξει, Ρέι», του είπε υπάκουα. Τον αγκάλιασε απ’τη μέση. «Αλλά δε μου είπες ακόμα πού θα πάμε». «Δεν έχει σημασία το πού, έτσι δεν είναι; Μ όνη σου το είπες. Θα πάμε λοιπόν όπου μας βγάλει η άκρη. Μ ’ ένα κότερο. Όχι το δικό μου. Ένα ακόμα μεγαλύτερο απ’ το δικό μου, και ακόμα πιο πολυτελές. Μ ε πολύ εκλεκτή παρέα, αυτό στο υπόσχομαι. Το πρόγραμμα εν λευκώ. Εμείς θα κανονίσουμε πού θέλουμε να πάμε. Τι λες γι’ αυτό;» «Ω, Ρέι, θα είναι υπέροχα!» «Και θέλω να έχεις πάρει τουλάχιστον ένα κιλό μέχρι να φύγουμε. Δε μ’ αρέσει καθόλου να σε δουν οι άνθρωποι και να λένε πως τσιγκουνεύομαι να σε ταΐσω».


«Είμαι τόσο... χάλια;» τον ρώτησε, και το κάτω της χείλος έτρεμε. «Σαν σκιάχτρο», τη διαβεβαίωσε κουνώντας το κεφάλι. «Αλλά μη σκας, γλύκα. Τώρα που είμαι εγώ εδώ, θα πιά-σεις πάλι όλο το κρέας που χρειάζεσαι. Συνεννοηθήκαμε;» Του χαμογέλασε ευτυχισμένη. Όταν την άφησε για να πάει να της φτιάξει το ποτό που της είχε υποσχεθεί, ένιωσε σαν να είχε μπει στη σκιά μετά από πολλή ώρα στον ήλιο. «Δε μου είπες τίποτε για σένα», του είπε αργότερα. Είχε ξαπλώσει λίγο, είχε ξεκουραστεί, είχε κάνει ένα μπάνιο κι ένιωθε πολύ καλύτερα απ’ ό,τι το πρωί. «Το τελευταίο σου έργο έκανε πάταγο, έτσι δεν είναι; Και φοβερές εισπράξεις, απ’ ό,τι λένε». «Έτσι φαίνεται». Κρατούσε στο ένα χέρι μια κούπα με καφέ, και με το άλλο έψαχνε μέσα σε μια ατέλειωτη σειρά από βιντεοκασέτες. «Και πού είσαι ακόμα. Δεν αποκλείεται καθόλου να έρθουμε τελικά επικεφαλής. Ήδη έχει κάνει τις περισσότερες εισπράξεις μέχρι στιγμής στις ΗΠΑ». «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι», είπε η Σερίνα, και το εννοούσε. «Στ’ αλήθεια δεν μπορώ να καταλάβω, Ρέι, πώς τα καταφέρνεις να βγάζεις τέτοια ποιότητα, και συγχρόνως να είσαι τόσο εμπορικός». «Η ποιότητα είναι πάντα εμπορική - φτάνει να ξέρεις το κόλπο», της είπε γελώντας.


«Ή φτάνει να είσαι ο Ρέιμπορν Νόλαν», τον πείραξε. «Πες μου άλλα. Θα είδες βέβαια τη Σίλα... Πώς είναι;» «Μ ια χαρά. Κι αυτή και τα παιδιά. Έλεγα να φέρω μαζί μου τον Ρόμπι, αλλά τελικά το αφήσαμε για την άλλη φορά. Τώρα δα θα είμαι πολύ απασχολημένος με το καινούριο φιλμ για ν’ ασχολούμαι με νταντέματα πιτσιρικάδων», κατέληξε γελώντας. «Σου στέλνουν πάντως πολλά φιλιά κι οι δυο τους, κι ελπίζουν να πας να τους επισκεφτείς σύντομα. Όσο για τη Σίλα, το ξέρεις τώρα, σου στέλνει όλη την αγάπη της και θα σου γράψει μόλις βρει καιρό. Άλλωστε σκοπεύει να έρθει αργότερα για μια βόλτα ως εδώ. Για την ώρα είναι πνιγμένη». «Και πάει πολύ καλά, έτσι δεν είναι;» «Πάρα πολύ καλά. Της ταιριάζει το θέατρο, και αυτός ο ρόλος ήταν τέλειος γι’ αυτήν. Να σου πω την αλήθεια, είχα επιφυλάξεις αν θα τα κατάφερνε στο μιούζικαλ. Να όμως που τα κατάφερε, κι έκανε μάλιστα και επιτυχία». «Της αξίζει», είπε η Σερίνα. «Είναι φοβερά ταλαντού χα»· «Συμφωνώ». Σταμάτησε να ψάχνει τις κασετες του, άφησε το φλιτζάνι που κρατούσε, και στράφηκε να την κοιτάξει. «Θα στο πει κι η ίδια, φαντάζομαι. Δεν είναι ακόμη επίσημο, αλλά... πρόκειται να ξαναπαντρευτεί. Μ όλις κα-τέβει το έργο».


«Δεν - δεν είναι δυνατόν», έκανε η Σερίνα, μην ξέροντας για μια στιγμή αν θα έπρεπε να χαρεί ή να λυπηθεί με το απρόσμενο νέο. «Γιατί δε μου είχε πει τίποτα; Μ ε ποιον; Πότε;» «Μ ια-μια τις ερωτήσεις», είπε ο Ρέιμπορν. Έκατσε στη μοκέτα και ξαναπήρε το φλιτζάνι του. «Σου είπα, καλά-καλά δεν το έχει αποφασίσει ακόμα. Να σου πω την αλήθεια, νομίζω πως πήρε την απόφαση τώρα που συναντηθήκαμε. Πρόκειται για τον Έλιοτ Κέιν, φυσικά. Έχουν τόσο καιρό σχέσεις οι δυο τους, αλλά η Σίλα δίσταζε. Όταν μου ζήτησε τη γνώμη μου, τη συμβούλεψα να δεχτεί. Ο Κέιν είναι απ’ τους καλύτερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Ώριμος, σταθερός, άνθρωπος με αρχές και χαρακτήρα. Και πολύ γοητευτικός, άλλωστε. Ύστερα, τα δίδυμα τον αγαπάνε σαν δεύτερο πατέρα τους. Κι η Σίλα αξίζει να ευτυχήσει». «Ω, ναι», συμφώνησε ανεπιφύλακτα η Σερίνα. «Αλλά... είσαι σίγουρος ότι το ήθελε στ’ αλήθεια;» «Το ήθελε, φυσικά. Περισσότερο φοβόταν για το πώς θα το αντιμετώπιζαν τα παιδιά. Είναι άλλο να έχουν τον Έλιοτ στο σπίτι σαν φίλο της οικογένειας, και άλλο σαν επίσημο πατριό. Απ’ ό,τι φαίνεται όμως δεν είχαν καμιά αντίρρηση. Μ ίλησα και στους δυο τους, κι αυτό τους καθησύχασε ακόμα περισσότερο, -έρουν πως ο Έλιοτ δεν πρόκειται να πάρει τη θέση μου στη ζωή τους, κι ούτε άλλωστε αυτό θα γίνει αιτία να στερηθούν εμένα. Ύστερα ξέρουν πως είμαι φίλος με τον Έλιοτ, κι αυτό τους κάνει να νιώθουν


άνετα και με τους δυο μας. Έτσι τελικά η Σίλα είπε το ναι. Νομίζω πως θα ζήσουν πολύ ευτυχισμένοι. Η Σίλα αξίζει το καλύτερο. Είναι υπέροχος άνθρωπος, Σέ-ρι». «Το ξέρω», του είπε με θέρμη. «Λες να μην το ξέρω; Ζεστή, ανθρώπινη, γενναιόδωρη...» «Μ εγαλόψυχη», της είπε ήσυχα. «Ο πιο μεγαλόψυχος άνθρωπος που είχα την τύχη να γνωρίσω». Έκλεισε στιγμιαία τα μάτια. «Της χρωστάω πολλά, Σέρι. Η ευτυχία της θα είναι και δική μου». «Ναι», συμφώνησε μελαγχολικά η Σερίνα. «Αλλά κάπου με θλίβουν όλ’ αυτά, Ρέι. Δεν ξέρω... είμαι ίσως ανόητη, αλλά δεν ξέρω τι περίμενα όλον αυτό τον καιρό... Ίσως να τα ξαναφτιάξετε οι δυο σας», κατέληξε κοιτάζοντας επίμονα το ανέκφραστο πρόσωπό του. Τη ρώτησε μαλακά: «Πώς φαντάστηκες κάτι τέτοιο;» «Δεν ξέρω», είπε η Σερίνα. «Υποθέτω... πάντα το έλπιζα. Δεν -» Σταμάτησε, ύστερα ξεροκατάπιε. «Δεν υπήρχε κανένας σοβαρός λόγος να χωρίσετε, έτσι δεν είναι; Δεν είχε πληγώσει ιδιαίτερα ο ένας τον άλλον. Κι ούτε είχε μπει κανένας τρίτος στη μέση!» Σταμάτησε ξαφνικά κι έμεινε να τον κοιτάζει λίγο χαζά. Δεν της είχε διαφύγει ο αθέλητος μορφασμός που είχε στραβώσει για μια στιγμή το στόμα του. Τελικά ρώτησε σιγανά: «Ή μήπως υπήρχε κάποιος τρίτος, Ρέι;»


Της γέλασε λίγο βιασμένα. «Μ πορεί και να υπήρχε. Τι σημασία έχει τώρα πια;» Του είπε ήσυχα: «Η Σίλα δεν είχε εραστή. Είμαι σε θέση να το ξέρω. Δε θα μπορούσε να μου το κρύψει. Εσύ όμως θα μπορούσες, Ρέι, αν υπήρχε κάποια άλλη». Της αντιγύριζε σταθερά το βλέμμα. «Ας υποθέσουμε ότι έτσι έγινε. Έχει καμιά σημασία;» «Όχι, αλλά...» Θά'θελα να μου το είχες εμπιστευθεί, σκέφτηκε λίγο πειραγμένη, δεν του το είπε όμως. «Και τι... έγινε αυτή η άλλη; Γιατί δε συνέχισες μαζί της; Αν τότε χώρισες, φαντάζομαι είναι επειδή ήθελες να την παντρευτείς, έτσι δεν είναι;» Αυτός ανασηκώθηκε με μια άνετη, ρευστή κίνηση. «Ας το αφήσουμε καλύτερα αυτό το θέμα, Σέρι», είπε ουδέτερα. «Δεν είναι έτσι όπως τα φαντάζεσαι... Δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Ούτε έχει άλλωστε σημασία, στο είπα. Ο γάμος μου με τη Σίλα ήταν μια οικτρή αποτυχία από... από μερικές πλευρές. Όχι από όλες, σίγουρα. Από μια άποψη όμως, ήταν καταδικασμένος απ’την αρχή. Και όχι, δε θα μπορούσαμέ σε καμιά περίπτωση να ξανασμίξουμε οι δυο μας. Λυπάμαι αν αυτό σε στεναχωρεί», πρόσθεσε πιο ανάλαφρα, «αν και ειλικρινά δε βλέπω το λόγο. Δεν είναι καλύτερα να είμαστε χώρια και ευτυχισμένοι;» «Ναι, οπωσδήποτε», βιάστηκε να τον διαβεβαιώσει η


Σερίνα. «Είναι μόνο που... Ρέι, υποθέτω το καταλαβαίνεις κι εσύ, αλλά εσείς οι δυο ήσασταν ουσιαστικά η μοναδική μου οικογένεια. Όταν χωρίσατε... Λοιπόν, ένιωσα όπως περίπου θα ένιωθα αν είχαν χωρίσει οι γονείς μου. Τώρα που η Σίλα ξαναπαντρεύεται, νιώθω σαν να αποκτώ εγώ πατριό. Και να σου πω και κάτι άλλο αν ξαναπαντρευόσουνα εσύ, θα ένιωθα ακόμα χειρότερα. Θα μισούσα θανάσιμα όποια θα έπαιρνε τη θέση της Σίλα». Γέλασε λίγο, και πρόσθεσε πειραχτικά: «Δε σε εντυπωσιάζουν τα οιδιπόδεια συμπλέγματά μου;» «Μ ε εντυπωσιάζει περισσότερο που επιμένεις να με βλέπεις σαν υποκατάστατο του πατέρα σου», της αντιγύρισε, γελώντας κι αυτός. «Για τ’όνομα του Θεού, δε με πήραν δα και τόσο τα χρόνια!» «Αν σε πήραν, λέει; Και τους δυο μας πήραν, αν το κα-λοσκεφτείς. Άσχετο αν εσύ δείχνεις δέκα χρόνια νεότερος. Και δε φταίω εγώ που σε βλέπω σαν υποκατάστατο του πατέρα μου. Εσύ φταις, που με παραχάιδευες πάντα!» «Ίσως έχεις δίκιο. Ίσως θα έπρεπε να είχα αρχίσει από ένα γερό χέρι ξύλο». Κάθισε πάλι στη μοκέτα, της γύρισε την πλάτη και βάλθηκε να ψάχνει τις κασέτες του. «Αλλά ήσουνα που να πάρει τόσο γλυκιά, που πάντα με αφόπλιζες. Έτσι μόνο γλίτωνες το μαστίγιο», κατέληξε γελώντας, και συγχρόνως τράβηξε μια κασέτα και την έβαλε στο βίντεο.


Για λίγο απορροφήθηκαν κι οι δυο να χαζεύουν την ταινία, ύστερα ο Ρέι βάλθηκε να παίζει με τα κουμπιά, ψάχνοντας την κασέτα για να εντοπίσει το σημείο που ήθελε. Μ ε τα χέρια καρφωμένα στα μακριά του δάχτυλα που χειρίζονταν το τηλεκοντρόλ, η Σερίνα είπε αργά: «Σκέφτεσαι... σκέφτεσαι ίσως κι εσύ να ξαναπαντρευτείς, Ρέι;» Γύρισε και της έριξε ένα γρήγορο βλέμμα. «Πώς σου ήρθε πάλι αυτό;» «Δε μου ήρθε πάλι τίποτα. Απλά, ρωτάω». «Δε νομίζω. Όχι για την ώρα, πάντως». «Τι έγινε η Τζένιφερ;» «Δεν έχω ιδέα». Η Σερίνα γέλασε. «Μ ’ αρέσει ο ρομαντισμός σου, αγάπη μου. Μ ’ αρέσει ο ειδυλλιακός τρόπος που αντιμετωπίζεις τις μεγάλες αγάπες της ζωής σου. Ποιαν έχεις τώρα στα σκαριά; Τη Ντόνα Μ έισον ή τη Τζούντιθ Λαμ;» «Καμιά απ’ τις δυο. -έρεις ότι ποτέ δεν τα φτιάχνω με τις πρωταγωνίστριές μου». Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, ύστερα η Σερίνα ξανάπε, με τα μάτια καρφωμένα στο βίντεο: «Αφού δε θέλεις να μου πεις, δεν


επιμένω». «Μ α στ’ αλήθεια, δεν έχω τίποτα να πω. Πώς φαντάστηκες ότι θα ’'θελα να ξαναπαντρευτώ; Ή έστω, ότι θα 'θελα να ξαναπαντρευτώ τώρα δα;» «Άρα», του είπε θριαμβευτικά, «μπορεί να θελήσεις στο μέλλον!» «Αυτό να λέγεται. Τα πάντα μπορεί να γίνουν στο μέλλον. Μ πορεί ν’ αλλάξω και φύλο στο μέλλον». «Αυτό δε γίνεται. Είσαι πάρα πολύ άντρας για να μπορέσεις ν’ αλλάξεις», του είπε παιχνιδιάρικα η Σερίνα. Ο Ρέι έκλεισε το βίντεο κι ήρθε αργά προς το μέρος της. «Για ξαναπές το αυτό», την προκάλεσε ανάλαφρα. «Γιατί;» του αντιγύρισε στον ίδιο τόνο. «Επειδή μου άρεσε ιδιαίτερα». «Είσαι πάρα πολύ άντρας για ν’ αλλάξεις φύλο», επανέλαβε γελώντας η Σερίνα. Για μια στιγμή έμεινε όρθιος να την κοιτάει από ψηλά, με μια εντελώς απροσδιόριστη έκφραση στο πρόσωπο. Ύστερα είπε ήσυχα: «Ελπίζω αυτό να το εννοείς σαν κομ-πλιμέντο». Της φάνηκε παράξενη η παρατήρησή του. «Μ α φυσικά», του


αποκρίθηκε λίγο χαζά, απλώνοντας το χέρι για να πιάσει το δικό του. Κράτησε για λίγο τα μακριά, δυνατά του δάχτυλα στην παλάμη της, νιώθοντας παράξενα αμήχανη, ανίκανη να διαβάσει την έκφρασή του, και μην ξέροντας τι ακριβώς να του πει. Ύστερα αυτός τράβηξε το χέρι του, της χαμογέλασε, και γύρισε πάλι στις βιντεοκασέτες του. Η αμήχανη στιγμή πέρασε χωρίς ν’ αφήσει πίσω τηο σχεδόν κανένα ίχνος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Αργότερα του είπε: «Δε θέλω να βγω απόψε. Προτιμώ να κάτσουμε έτσι ήσυχα να τα πούμε. Τι λες, μ’ εμπιστεύεσαι να σου μαγειρέψω;» «Όχι απόλυτα. Μ όνο αν έχω εγώ την επίβλεψη». «Χα», έκανε η Σερίνα. «Εσύ το μόνο που ξέρεις να επιβλέπεις είναι τα βραστά αυγά. Αν με παρακαλέσεις πολύ, μπορεί να σου φτιάξω κάποια σπάνια και εξωτική σπεσιαλιτέ». «Αν το θέλεις τόσο... Το πολύ-πολύ ν’ ανοίξουμε τελικά καμιά κονσέρβα». Μ έχρι το βράδυ, είχε σχεδόν ξεχάσει τον Λίαμ και τη Ντέμπι. Ή κι αν δεν τους είχε ξεχάσει, τουλάχιστον δεν ένιωθε πια τόσο φριχτά όσο εκείνο το πρωί. Καθώς έτρωγαν του είπε: «Μ πορώ να μείνω μαζί σου απόψε;»


«Γιατί ρωτάς;» «Γιατί», του απάντησε χαμογελώντας, «μετά από όσα είπα για μας τους δυο στον Λίαμ, μπορεί να φοβάσαι μήπως σε βιάσω». «Αυτό είναι ένα ρίσκο που θα ήμουνα σε κάθε στιγμή διατεθειμένος να πάρω, κυρία μου», της χαμογέλασε, αλλά κατά κάποιο τρόπο, η Σερίνα έμεινε με την εντύπωση πως είχε διστάσει λίγο πριν απαντήσει. =.αφνικά της φάνηκε πολύ κουρασμένος, κι ένιωσε τύψεις που τον κρατούσε ξύπνιο τόσο αργά. Στο κάτωκάτω, είχε κάνει ολόκληρο υπερατλαντικό ταξίδι την προηγουμένη, ακόμα δεν είχε προλάβει να προσαρμοστεί στην αλλαγή της ώρας. Σηκώθηκε αποφασιστικά και πηγαίνοντας κοντά του, στάθηκε όρθια πίσω του και τον αγκάλιασε απ’ τους ώμους. «Πάμε για ύπνο τώρα;» «Μ μμμ», της αποκρίθηκε, κλείνοντας τα μάτια και γέρνοντας πίσω το κεφάλι, έτσι που ν’ ακουμπήσει στο στήθος της. Η Σερίνα κοίταξε το λίγο χλομό πρόσωπό του, τα κλειστά μάτια, τις πυκνές βλεφαρίδες που σκίαζαν τα μάγουλά του. Έδειχνε κομμένος και πιο αδύνατος απ’ ό,τι συνήθως, αλλά ίσως να έφταιγε γι’ αυτό ο τρόπος που έπεφτε το φως στο πρόσωπό του, τονίζοντας τις γωνιές του. Ένα κύμα στοργής και τρυφερότητας την έπνιξε, και σκύβοντας ελαφρά, τον φίλησε απαλά στο μέτωπο. Αυτός άνοιξε τα μάτια και της χαμογέλασε αχνά. «Κι άλλο», είπε. «Κι άλλο», συμφώνησε η Σερίνα. Τον ξαναφίλησε στο μέτωπο, και


μετά στο ένα του μάγουλο. Του χάιδεψε τα μαλλιά, στρώνοντάς τα με τα δάχτυλά της. «Σ’ ευχαριστώ, Ρέι», του είπε σιγανά. «Για ποιο πράγμα;» «Που ήρθες στην κατάλληλη στιγμή», του αποκρίθηκε μ’ ένα χαμόγελο. Έσκυψε και τον ξαναφίλησε, κι έμεινε για λίγο έτσι, με τα χείλια της στο μέτωπό του και τα μπράτσα της σφιγμένα γύρω του. Θάθελε να γινόταν να μείνει έτσι κι όλη την υπόλοιπη νύχτα, κουρνιασμένη δίπλα του, με τα μπράτσα της γύρω του και την καθησυχα-στική του παρουσία να τη ζεσταίνει παρηγορητικά. Αλλά ήταν κι οι δυο τους κατακουρασμένοι, κι ήταν φανερό πως ο Ρέι δεν έβλεπε απ’τη νύστα. Ήταν καλύτερα να τον αφήσει να πάει για ύπνο τώρα. Ήταν σίγουρη πως θ’ αποκοιμιόταν αμέσως μόλις θα έπεφτε στο κρεβάτι, αλλά όταν βρέθηκε μόνη της στα σκοτεινά, ένιωσε πιο ξύπνια παρά ποτέ. Πίσω απ’ τα κλειστά της βλέφαρα περνούσαν και ξαναπερνούσαν οδυνηρές εικόνες - ο Λίαμ, η Ντέμπι, η χτεσινοβραδινή νύχτα. Ο Ρέι κι η Σίλα. Οι τελευταίοι εφιαλτικοί μήνες όπου κοιμόταν ελάχιστα, έπινε πολύ, και προσπαθούσε ν’ αντιμετωπίσει το άγχος και την αγωνία της με ηρεμιστικά. Είχε δίκιο ο Ρέι που έλεγε πως ήταν σαν σκιάχτρο. Γι’ αυτό ίσως δεν την ήθελε κανείς πια στα έργα του - κανείς δηλαδή εκτός απ’ τον Ρέι, αλλά αυτός δε μέτραγε, γιατί το έκανε από σκέτο οίκτο κι από ένα αίσθημα υποχρέωσης απέναντι της.


Όσο προχωρούσε η νύχτα, τόσο πιο παράλογες γινόν-τουσαν οι σκέψεις της. Όλη μέρα με την παρέα του Ρέι είχε ξεχαστεί. Τώρα που ήταν πάλι μόνη σ’ ένα άδειο κρεβάτι, τα πράγματα φαινόντουσαν πιο μαύρα παρά ποτέ. Είχε χάσει τον άντρα της που τον είχε πάρει μια άλλη γυναίκα. Είχε ταπεινωθεί όσο δεν έπαιρνε άλλο. Είχε αφήσει τον Λίαμ να την ποδοπατήσει το προηγούμενο βράδυ. Δεν είχε καταφέρει καν να κρατήσει για τον εαυτό της την παρηγοριά ότι του είχε δείξει αδιαφορία. Τα νεύρα της ήταν χάλια, η καριέρα της είχε φτάσει σε οριακό σημείο. Δεν την ενθάρρυνε καν η προοπτική να γυρίσει μια ταινία με τον Ρέιμπορν Νόλαν. Ήξερε εκ των προτέρων πως όσο επιτυχημένη κι αν γινόταν αυτή η ταινία, την ίδια θα την έθαβαν οι κριτικοί. Δε θα πρόσφερε απολύτως τίποτα στην ήδη ξοφλημένη καριέρα της. Είχε χάσει πια την ικανότητα να συγκινεί το κοινό - και πώς να μην τη χάσει, άλλωστε. Εδώ δεν μπορούσε να συγκινήσει τον ίδιο της τον άντρα. Της είχε κάνει έρωτα σαν να ήταν η πρώτη πόρνη που θα αντικαθιστούσε σε μια περίπτωση ανάγκης τη γυναίκα που αγαπούσε. Ήταν το έσχατο σκαλοπάτι της εξαθλίωσης. Έκλαιγε με λυγμούς όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Ρέι στο δωμάτιο. «Για το Θεό, Σερίνα, τι τρέχει πάλι;» Πήγε κοντά της και κάθισε στο κρεβάτι. «Γιατί δεν κοιμάσαι; Τι έπαθες και κλαις σαν μωρό;» Έχωσε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι κι είπε πνιχτά: «Εσύ γιατί δεν


κοιμάσαι;» «Σηκώθηκα να πιω λίγο γάλα και σε άκουσα. Δεν ξέρω τι μ’ έχει πιάσει. Υπερένταση, φαίνεται. Έλα, σταμάτα τώρα. Ηρέμησε». .«Δεν μπορώ», τραύλισε η Σερίνα, κι οι λυγμοί της διπλασιάστηκαν. Δεν την είχε αγαπήσει ποτέ, σκέφτηκε μ’ απελπισία. Στην αρχή ήταν το πάθος, η ερωτική επιθυμία. Μ ετά η συνήθεια. Τίποτε περισσότερο. Μ πορεί να μην ήταν ούτε καν αυτό. Μ πορεί απλά ο Λίαμ να είχε δει σ’ αυτήν μια ευκαιρία να προβληθεί. Όταν γνωρίστηκαν, η Σερίνα ήταν ήδη καθιερωμένη, κι αυτός μόλις στα πρώτα βήματα της καριέρας του. Ο γάμος τους ήταν μια περίφημη διαφήμιση γι’ αυτόν. Ποτέ δεν την είχε αγαπήσει. Ήταν ανίκανη να εμπνεύσει βαθύτερα αισθήματα σ’ έναν άντρα. Ένιωσε το χέρι του Ρέι στα μαλλιά της, από κει στο μάγουλό της και στο σαγόνι της. Την ανάγκασε να γυρίσει το κεφάλι προς το μέρος του, κι αυτή του είπε, «μη με κοιτάς, για το Θεό. Έχω τα χάλια μου». «Δε με νοιάζει», της είπε απαλά. «Για μένα θα είσαι πάντα το ίδιο, όσο χάλια κι αν έχεις». Της χαμογέλασε, και με την ανάστροφη της παλάμης του σκούπισε το υγρό της μάγουλο. «Σταμάτα τώρα». «Κ - κάνω σαν μωρό», τραύλισε η Σερίνα, κι ένας ακόμα λυγμός της ξέφυγε. «Αλλά, Ρέι, δεν αντέχω άλλο. Θα 'θελα να πέθαινα».


«Μ η λες τέτοια πράγματα. Έλα». Έσκυψε και την ανασήκωσε, κρατώντας την σαν παιδάκι στην αγκαλιά του. «Καταλαβαίνω, τα νεύρα σου είναι σπασμένα. Θα το ξεπε-ράσεις, Σέρι. Κάνε κουράγιο». Χώθηκε στην αγκαλιά του τρέμοντας σπασμωδικά. «Νιώθω σαν να φτάνω στο τέλος, Ρέι», του είπε με το πρόσωπο χωμένο στο στήθος του. «Τα χρόνια περνάνε, κι όλα μοιάζουν τόσο μαύρα. Απέτυχα. Απέτυχα σε όλα. Δεν υπάρχει πιο αποτυχημένος άνθρωπος από μένα. Απέτυχα σαν σύζυγος, σαν ερωμένη, σαν γυναίκα. Τον αγαπούσα. Ποτέ δεν έκανα τίποτε για να τον διώξω. Του φέρθηκα... Ω, Χριστέ μου, δεν έχεις ιδέα πώς του φέρθηκα όλον αυτό τον τελευταίο καιρό. Σαν φίλη, σαν αδερφή. Ποτέ δεν τον πίεσα, ποτέ δεν του έκανα σκηνή ζήλειας. Δεν του επέβαλλα καν την παρουσία μου στο πλευρό του. Δεν κοιμόμουνα καν στο κρεβάτι μας. Έλπιζα πως θα το εκτιμούσε. Αλλά γι’ αυτόν είχα ξοφλήσει οριστικά. Η Ντέμπι Φένγουικ του άρεσε περισσότερο απ’ τη Σερίνα Χέιζ. Ό,τι κι αν έκανα ήταν ανώφελο. Δεν ξέρεις τι τράβηξα αυτούς τους τελευταίους μήνες. Ήταν ο άντρας μου. Δεν είχα ποτέ αγαπήσει άλλον. Γιατί να με πετάξει έτσι, σαν παλιό ρούχο;» Ένα ποτάμι δάκρυα ξεχύθηκαν απ’ τα μάτια της, βρέχοντας και το λεπτό τι-σερτ που φορούσε ο Ρέι. Τα μπράτσα του σφίχτηκαν λίγο περισσότερο γύρω της, αλλά δεν είπε τίποτα. «Αποτυχημένη», του ξανάπε σπασμένα. «Αυτό είναι. Έφτασα στα τριάντα, και δεν έχω τίποτα. Δεν έχω καν φίλους πια. Οι κοινοί


μας φίλοι προτιμούν να καλέσουν τον Λίαμ παρά εμένα. Πίσω απ’ την πλάτη μου χαίρονται όλοι που με παράτησε. Καιρός ήταν να σπάσω κι εγώ λίγο τα μούτρα μου. Κάποιος έπρεπε να μου δώσει ένα μάθημα. Είχα σηκώσει πολύ ψηλά τη μύτη». Καινούριοι λυγμοί την έπνιξαν. «Τόσος φθόνος - Χριστέ μου, πώς είναι δυνατόν; Άνθρωποι που αγαπούσα κι εκτιμούσα... Γιατί δε με αγαπάει εμένα ποτέ κανείς, Ρέι;» «Εγώ σ’αγαπάω», της είπε σιγανά. «Κι η Σίλα το ίδιο. Και πολλοί άλλοι, φαντάζομαι». «Εσύ κι η Σίλα δε μετράτε», του είπε απελπισμένη. «Κανείς άλλος δε χωνεύει τη Σερίνα Χέιζ. Αν δεις τι γράφουν για μένα τα περιοδικά, θα φρίξεις. Κανείς δε με συμπαθεί, ούτε κανείς φάνηκε να με συμπονάει. Απέτυχα σαν άνθρωπος όσο απέτυχα και σαν γυναίκα. Απέτυχα και σαν ηθοποιός. Έκανα ένα μπαμ για ένα διάστημα, κι αυτό ήταν όλο. Δεν αξίζω φράγκο. Δεν ήμουνα παρά μια εντυπωσιακή εμφάνιση, τίποτε το ουσιαστικό. Έφτασα στο τέλος, Ρέι. Πίνω και παίρνω ηρεμιστικά. Δεν το ήξερες, ε; Δεν έχω πια το κουράγιο να ξαναρχίσω. Τον αγαπούσα. Δεν είχε το δικαίωμα να με παρατήσει έτσι. Πώς μπόρεσε να με ταπεινώσει για χάρη εκείνης της... της ανεκδιήγητης πιτσιρίκας; Δε θα το ξεπεράσω ποτέ!» Της είπε ήσυχα; «Είναι μόνο πληγωμένος εγωισμός, Σέρι». «Δεν είναι μόνο αυτό. Τον αγαπούσα».


«Λες, τον αγαπούσα. Ποτέ δεν είπες, τον αγαπώ ακόμα. Το έχεις προσέξει;» «Ακόμα κι αν δεν τον αγαπώ πια», του είπε ανάμεσα απ’ τα δάκρυά της, «δεν καταλαβαίνεις πως το πλήγμα είναι το ίδιο; Αχ,_Ρέι, αυτή η αίσθηση της εγκατάλειψης, αυτή η μοναξιά... Ξέρεις πως δεν μπορώ πια να μένω στο σπίτι μου; Αδύνατο να είμαι εκεί μέσα μόνη μου και να σκέφτομαι πώς ήταν όταν ζούσαμε μαζί. Κοιτάζω το κρεβάτι, την πολυθρόνα όπου καθόταν, την τηλεόραση που έβλεπε, τη βεράντα όπου έπινε το ποτό του... Και τώρα ερημιά, Ρέι. Ερημιά και μοναξιά. Δεν την αντέχω. Δεν μπορώ να ζω μόνη. Χρειάζομαι απαραίτητα την επικοινωνία. Έχω ανάγκη να μοιράζομαι πράγματα. Είναι μέρος του εαυτού μου. Ζωτική ανάγκη. Θέλω να μιλάω, να επικοινωνώ, να μοιράζομαι όσα μ’ αρέσουν κι όσα πιστεύω. Το έχω τόσο ανάγκη, που διάλεξα να γίνω ηθοποιός μόνο και μόνο για να μπορώ να επικοινωνώ με το άγνωστο πλήθος. Χωρίς αυτή την επικοινωνία, η ζωή μου δε θ’ άξιζε τίποτα. Κι αυτό δεν το κατάλαβε ποτέ κανείς. Το κοινό με βλέπει σαν την απρόσιτη, περήφανη, σκληρή και ματαιόδοξη ντίβα. Ο Λίαμ... ο Λίαμ με έβλεπε σαν ένα μέσο για να ανέβει. Σαν ένα επιθυμητό κορμί στην καλύτερη περίπτωση. Κι ακόμα και στο σεξ, ήμουνα σκέτη αποτυχία. Ψυχρή, ανίκανη ν’ ανταποκριθώ. Ή'θελα να του δώσω τα πάντα, και δεν το κατάφερα ποτέ. Δεν είχαμε καν πνευματική επαφή οι δυο μας. Εγώ προσπαθούσα, κι αυτός έμενε πάντα μακριά. Γιατί να μην μπορώ να είμαι και μαζί του όπως είμαι μαζί σου; Τον αγαπούσα. Ήμουνα ερωτευμένη μαζί του.


Ήταν ο άντρας μου. Και δεν μπόρεσα ποτέ να επικοινωνήσω μαζί του όπως επικοινωνώ μ’ εσένα. Ούτε καν σε θέματα της δουλειάς μας!» «Δεν είναι δικό σου σφάλμα αυτό», της είπε μαλακά. «Δεν είναι καν σφάλμα του Λίαμ. Μ η νομίζεις πως φτάνει η αγάπη για να γεφυρωθούν τα χάσματα. Αυτό είναι πια καθαρά θέμα φυσικής επιλογής. Μ ε μερικούς ανθρώπους κολλάς, με άλλους όχι. Εμείς οι δυο ας πούμε “κολλάμε". Δεν έχει καμιά σχέση με τον έρωτα αυτό. Μ πορείς σε κάθε στιγμή να ερωτευτείς κάποιον που να μην ταιριάζεις καθόλου μαζί του». Τώρα που τα είχε πει και τα είχε βγάλει από μέσα της, άρχισε κάπως να ηρεμεί. «Νόμιζα», του είπε ρουφώντας τη μύτη της, «νόμιζα πως αυτό είναι ο έρωτας. Η επαφή. Η επικοινωνία. Η κατανόηση. Νόμιζα πως από κει ξεκινούσαν και τα υπόλοιπα, από κει έβαζες μπροστά να χτίσεις μια σχέση. Γιατί έπεσα τόσο πολύ έξω;» «Δεν ξεκινάει από κει ο έρωτας», της είπε καθησυχα-στικά. «Ξεκινάει απ’ τη σεξουαλική έλξη. Αν συνυπάρχει και η πνευματική επαφή, ακόμα καλύτερα. Αλλιώς ο έρωτας πεθαίνει και η σχέση καταρρέει. Αυτό συμβαίνει άλλωστε στα περισσότερα ζευγάρια. Αυτό συνέβη και σ’ εσάς τους δυο. Δεν είναι τίποτε το τρομερό. Δεν υπάρχει άνθρωπος να μην έχει ζήσει μια απογοήτευση ή μια εγκατάλειψη. Στην περίπτωσή σου ήταν ίσως χειρότερο επειδή αναγκαστικά πήρε κάποια δημοσιότητα. Αλλά


αυτό δεν είναι λόγος για να το βάζεις κάτω και να καταρρέεις. Δε σημαίνει ότι απέτυχες, και οπωσδήποτε δε δικαιολογεί το πιοτό και τα ηρεμιστικά. Αυτά είναι πράγματα που θα τα κόψεις, Σέρι. Αν μ’ αγαπάς, δε θα τα ξαναβάλεις στο στόμα σου». «Σ’ αγαπώ», του είπε μ’ ένα λυγμό, «αλλά μόνο αυτά με βοηθούν. Δεν το καταλαβαίνεις πως χρειάζομαι κάτι μέχρι να το ξεπεράσω;» «Ποτέ δε βοηθούν τα ηρεμιστικά ή το πιοτό, Σέρι. Αν μη τι άλλο, κάνουν χειρότερη την κατάσταση. Σου φθείρουν και το μυαλό και το σώμα, -εφεύγεις για λίγο, και μετά πέφτεις ακόμα βαθύτερα στο αδιέξοδο. Είσαι πάντα χειρότερα όταν έχει περάσει η επίδρασή τους, έτσι δεν είναι; Δεν το έχεις προσέξει κι εσύ;» «Ναι», του είπε αδύναμα, «αλλά είναι τόσο ανακουφιστικό να ξεχνάς για λίγο». «Δε λύνεις τα προβλήματα με το να τα ξεχνάς, Σέρι. Τα προβλήματα παραμένουν, κι απλώς γίνονται χειρότερα γιατί δε φροντίζεις να τ’ αντιμετωπίσεις. Και ξέρεις τι σημαίνει πιοτό και ηρεμιστικά μαζί. Τα ναρκωτικά δεν απέχουν παρά μόνο ένα βήμα». «Δεν - δεν υπάρχει φόβος», του είπε ρουφώντας τη μύτη της. «Ποτέ δε θα έπαιρνα ναρκωτικά, το ξέρεις». «Ποτέ πριν δεν έπινες», παρατήρησε ήσυχα ο άντρας. «Ποτέ δεν έπαιρνες ηρεμιστικά, και το ξέρουμε κι οι δυο αυτό. Να όμως που τώρα παίρνεις».


«Σ’ αυτό έχεις μάλλον δίκιο», του είπε μ’ ένα αδύναμο γελάκι. «Δε θέλω να ξαναπιείς», της είπε ήρεμα, χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά. «Δε θέλω να ξανασκεφτείς ότι είσαι αποτυχημένη, κι όλες αυτές τις ανοησίες που σε φθείρουν και σου ρίχνουν το ηθικό». Την έσπρωξε λίγο πίσω και την κοίταξε στα υγρά της μάτια. «Μ ου είσαι πολύτιμη, Σέρι», της είπε σιγανά. «Το ξέρεις. Δε θα σ’ αφήσω να καταστρέψεις τον εαυτό σου για μια ανόητη ιστορία. Δεν αξίζει τόσα πολλά ο Λίαμ Άσλεϊ». «Για μένα... άξιζε», του είπε σπασμένα. «Ίσως κάποτε. Όχι τώρα πια, πάντως. Κι εντελώς αντικειμενικά τώρα, δε νομίζω πως αξίζει να κάθεσαι να χτυπιέσαι για χάρη του. Δεν ήταν δα και τίποτε τόσο εξαιρετικό ο Λίαμ Άσλεϊ. Σου άξιζε κάτι καλύτερο, Σερίνα». «Δεν τον συμπάθησες ποτέ», είπε σιγανά η κοπέλα. «Έτσι δεν είναι; Πάντα το ήξερα. Το ένιωθα. Δε μου είπες όμως ποτέ τίποτα εναντίον του». «Πώς θα μπορούσα; Τον αγαπούσες. Αλλά ναι, δεν τον συμπάθησα ποτέ ιδιαίτερα. Τον έβρισκα πολύ εγωκεντρικό, πολύ αριβίστα. Ο Λίαμ χρησιμοποιεί τη γοητεία του σαν μέσο. Χαμογελάει και φαίνεται γλυκός και αξιαγάπητος, αλλά από μέσα δεν υπάρχει κανένα αντίκρισμα. Είναι κενός και εγωπαθής. Και λυπάμαι που στα λέω τώρα αυτά, αλλά πρέπει να σου φύγουν οι αυταπάτες που έχεις ακόμα για το άτομό του».


«Δεν έχω πια και τόσες πολλές», έκανε άτονα η Σερίνα. Προπαντός μετά απ’ τη χτεσινή νύχτα, πρόσθεσε νοερά. «Δεν είναι καν καλός ηθοποιός», πρόσθεσε ο Ρέι.«Έχει μια ευχέρεια, σύμφωνοι. Μ ια εξαιρετική τεχνική, αν το θέλεις. Αλλά δεν έχει βάθος, κι αν ποτέ του έδιναν να παίξει κάτι ουσιαστικότερο, δε θα μπορούσε να βγάλει τίποτε προς τα έξω. Δεν έχει τίποτε να βγάλει. Το κύριό-τερο, δε διαθέτει ούτε ίχνος πάθους. Δεν μπορεί να συμπάσχει με το χαρακτήρα που παίζει. Το μόνο που μπορεί να κάνει, είναι να εφαρμόζει επιφανειακά όσα έχει δει να κάνουν οι μεγάλοι ηθοποιοί. Αλλά τα χαμόγελά του, οι μορφασμοί, οι κινήσεις του, είναι όλα ρηχά κι επιπόλαια. Δε βγαίνουν από μέσα του. Πίστεψέ με, ποτέ του δε θα μπορέσει να φτάσει στην κορυφή. Θα μείνει πάντα ένας μέτριος τηλεοπτικός σταρ, με κάμποσες θαυμάστριες που θα τον εγκαταλείπουν σιγά-σιγά όσο θα περνάνε τα χρόνια. Ενώ εσύ θα είσαι πάντα η Σερίνα Χέιζ, ό,τι κι αν γίνει. Ακόμα κι όταν φτάσεις στα εβδομήντα σου». Τον ρώτησε τρέμοντας: «Το πιστεύεις αυτά· που λες, Ρέι; Ή το λες μόνο για να μου αναπτερώσεις το ηθικό;» Της είπε χαμογελώντας: «Αν δεν το πίστευα, Σέρι, δε θα σε έβαζα ποτέ να παίξεις σε δικό μου έργο. Το ξέρεις καλά αυτό». Του αντιγύρισε αδύναμα το χαμόγελο. Μ ια απρόσμενη ηρεμία άρχισε να πλημμυρίζει την ψυχή της. Τα μάτια της σκάλωσαν στα


δικά του, κι ένιωσε τη θέρμη τους να την τυλίγει σαν κουκούλι. Πώς γινόταν κάθε φορά να την επηρεάζει έτσι η παρουσία του, αναρωτήθηκε, ολότελα γαληνεμένη μετά από τόση ώρα αγώνίας. Έφτανε ένα του βλέμμα, λίγες λέξεις, ένα άγγιγμα των χεριών του, για να ξαναβρεί ο κόσμος τις φυσιολογικές του διαστάσεις. «Έτσι μπράβο - χαμογέλα», είπε ο Ρέι. «Από δω και πέρα δε θα ξανακλάψεις, εντάξει; Τώρα το θέμα το ανέλαβα εγώ», πρόσθεσε ανάλαφρα. «Θα το ξεπεράσεις, Σέρι. Θα ξεχάσεις τι έγινε με τον Λίαμ, και θα φροντίσεις για τον εαυτό σου. Θα πάψεις να σκας για το αν ο άντρας σου βρήκε κάποια νεότερη από σένα, ή κάποια ασχημότερη ή οτιδήποτε. Τη βρήκε, την αγάπησε, σε άφησε, κι αυτό είν’ όλο. Τώρα τέλειωσε, και το πιθανότερο είναι πως πολύ σύντομα θα βρεθείς κι εσύ ερωτευμένη με κάποιον άλλον. Έτσι είναι η ζωή - μια πάνω, μια κάτω. Οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν, κι άλλοι παίρνουν τη θέση τους. Η ζωή συνεχίζεται. Τίποτε δεν κρατάει για πάντα, Σέρι, εκτός αν είσαι από κείνους τους λίγους τυχερούς που βρήκαν το άλλο τους μισό εντελώς τυχαία με την πρώτη». Τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό του, κοιτάζοντάς τον βαθιά στα μάτια. «Αχ, Ρέι», του ψιθύρισε, «πώς τα καταφέρνεις να μου τα λες πάντα τόσο πειστικά; Δεν ξέρω στ’ αλήθεια τι θα έκανα χωρίς εσένα», πρόσθεαε βραχνά. «Όταν είσαι εδώ νιώθω πάντα σίγουρη, όμορφη, αξιόλογη. Νιώθω πως ο κόσμος όλος είναι δικός μου. Στ αλήθεια, πώς τα καταφέρνεις;»


«Έχω μάθει να ηρεμώ τις υστερικές ντίβες», της είπε πειραχτικά. «Αν δεν τα κατάφερνα, δε θα τέλειωνα ποτέ ταινία. Είναι όλες το ίδιο, μωρό μου. Ευάλωτες, αβέβαιες, νευρωτικές. Ζουν συνέχεια με το άγχος της επιτυχίας, της ομορφιάς τους, των χρόνων που περνάνε. Μ ε την αγωνία μήπως χάσουν την αγάπη του κοινού, μήπως χάσουν τους πρώτους ρόλους, μήπως κάνουν λάθος επιλογή. Δε θα 'θελα να καταντήσεις κι εσύ έτσι νευρωτική, Σέρι. Ούτε καν για να γίνεις μεγάλη διεθνής σταρ». «Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος όσο σε έχω κοντά μου», Μ ε την ίδια κίνηση που τη θυμόταν τόσο χαρακτηριστ «Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος όσο σε έχω κοντά μου», του αποκρίθηκε κοιτάζοντάς τον συνέχεια στα βαθιά του μάτια. «Μ η μ’ εγκαταλείψεις κι εσύ, Ρέι, σε παρακαλώ...» «Ανόητη. Σ’εγκατέλειψαποτέ μέχριτώρα;» Έσκυψε να της φιλήσει τη μύτη. «Εμείς οι δυο», της είπε απαλά, «εμείς οι δυο θα κάνουμε πολύ σπουδαία πράγματα μαζί, Σέρι. Πρώτα-πρώτα αυτό το έργο που έχω στα σκαριά. Μ ετά, θα σε πάρω μαζί μου στην Αμερική. Τώρα που τέ-λειωσε αυτή η ιστορία με τον Λίαμ, δεν έχεις πια κανένα λόγο να μένεις κολλημένη στο Λονδίνο. Καλή είναι κι η Ευρώπη, αλλά όχι αρκετά καλή για σένα. Θέλω να έρθεις να μείνεις μαζί μου για ένα διάστημα. Θα έρθεις;» «Το ρωτάς;» του είπε χαμογελώντας του λαμπερά. «Ωραία λοιπόν. Θα πάμε πρώτα σ’ αυτήν την κρουαζιέρα. Θα σου


κάνει καλό ν’ απομακρυνθείς απ’ όλα για λίγο καιρό. Κι όταν ξεμπερδέψουμε με τις κοινωνικές υποχρεώσεις, θα πάμε στο Λος Άντζελες. Θα πάρουμε μαζί μας και τα παιδιά, αν θέλεις. Θα διευκολύνουμε έτσι και τη Σίλα - σίγουρα θα το εκτιμήσει να μείνει για λίγο μόνη με τον Έλιοτ. Τι λες γι’ αυτό;» «Ναι - ω, ναι», έκανε ενθουσιασμένη η Σερίνα. Λάτρευε τα δυο αγόρια του Ρέι. Στο κάτω-κάτω, είχαν μεγαλώσει και τα δυο σχεδόν στην αγκαλιά της. Περισσότερο τα ένιωθε σαν αδέρφια της. Δεν είχε ποτέ ως τότε επιθυμήσει δικά της παιδιά, αλλά αυτό δε σήμαινε πως δεν τα αγαπούσε, ή πως δεν ήθελε ν’ ασχολείται μαζί τους. Η προοπτική να περάσει λίγους μήνες με τους νεαρούς Νόλαν την ενθουσίαζε. «Εντάξει, λοιπόν», είπε ο Ρέι. «Και τώρα θα ξαπλώσεις και θα κοιμηθείς σαν πουλάκι - μου το υπόσχεσαι;» Την ανάγκασε να γείρει πίσω στο μαξιλάρι. Η Σερίνα τον έπιασε απ’ το μπράτσο. «Μ είνε λίγο ακόμα...» «Είναι αργά, μωρό μου. Δε θα ξυπνάμε με τίποτε αύριο». «Κοιμήσου εδώ. Δε θέλω να μείνω μόνη απόψε, Ρέι...» Το χέρι της σφίχτηκε γύρω απ’ το μπράτσο του, τραβώντας τον προς το μέρος της, κι αυτός ακούμπησε με τις παλάμες στο κρεβάτι, δεξιά κι αριστερά απ’ το σώμα της, για να κρατήσει κόντρα. «Μ η λες ανοησίες», της είπε βραχνά.


«Θέλω μόνο να ξεπεράσω αυτή τη νύχτα», είπε η Σερίνα κλείνοντας τα μάτια, κρατώντας τον γερά απ’ το μπράτσο. «Τη νύχτα είναι πάντα όλα πιο δύσκολα». Της ξέφυγε ένας στεναγμός. Και ξαφνικά συνειδητοποίησε πως στο δωμάτιο είχε πέσει βαριά σιωπή. Άνοιξε πάλι τα μάτια και τον κοίταξε παραξενεμένη. Το βλέμμα του της έκοψε την ανάσα. Έμεινε να κοιτάει τα σκοτεινά του μάτια, με την καρδιά να γοργοχτυπάει και το αίμα να τρέχει ξαφνικά σαν τρελό στις φλέβες της. «Ρέι...» ψιθύρισε σαν χαμένη. Της έλυσε τα δάχτυλα απ’ το μπράτσο του κι είπε ουδέτερα: «Ξέχασέ τα όλα και κοιμήσου τώρα. Το πρωί θα φαίνονται όλα διαφορετικά. Εντάξει;» Της χαμογέλασε βιασμένα καθώς σηκωνόταν όρθιος. «Καληνύχτα, Σέρι». Δεν τόλμησε να τον ξαναπιάσει απ’ το μπράτσο, παρόλο που θα το θελε όσο τίποτα. Αλλά καθώς αυτός στρεφόταν για να πάει προς την πόρτα, του είπε σιγανά: «Ρέι - πρέπει να σου εξηγήσω!» Γύρισε να την κοιτάξει. «Τι πράγμα;» Για μια στιγμή δεν έβρισκε τα λόγια της. Ανασηκώθηκε στον αγκώνα της, ξεροκατάπιε, ύστερα είπε αδύναμα: «Φαντάστηκες... τίποτα;» «Μ ην είσαι χαζή», της είπε κοφτά. «Σαν τι θα ’πρεπε να φανταστώ;»


«Μ ην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις, -έρεις τι εννοώ». Τα μάγουλά της φλογίστηκαν καθώς του αντιγύριζε το βλέμμα. «Που να πάρει, αφού ξέρεις!» «Και βέβαια ξέρω. Δεν υπάρχει τέτοιο θέμα. Κοιμήσου τώρα». «Ρέι». Τινάχτηκε όρθια και στάθηκε μπροστά του, με το διάφανο νυχτικό της που ίσα που κάλυπτε τη γύμνια της. «Που να πάρει, μη φεύγεις τώρα!» Την έπιασε απ’ τους ώμους, κρατώντας την σταθερά σε απόσταση. «Είσαι ανόητη», της είπε μ’ ένα μικρό χαμόγελο. «Όχι, δεν παρεξήγησα τίποτα - εντάξει; Πάψε να νιώθεις ότι μου χρωστάς εξηγήσεις. Όταν είπες "κοιμήσου εδώ", το μόνο που ήθελες ήταν λίγη παρέα. Αυτό δεν εννοούσες;» «Ναι», του είπε αδύναμα. «Πώς φαντάστηκες ότι θα παρεξηγούσα τα λόγια σου;» «Δεν - ξέρω», του είπε αχνά. «Για μια στιγμή... σκέφτη-κα πως -» «Δεν είμαι ανόητος, Σερίνα. Επιπλέον, σε ξέρω καλύτερα απ’ τον καθένα. Μ πορώ να καταλάβω τι εννοείς σε κάθε στιγμή και τι σκέφτεσαι. Θα το καταλάβαινα εξίσου καλά αν μου έλεγες "κοιμήσου εδώ" και εννοούσες "κάνε μου έρωτα". Εντάξει;» «Ναι», του είπε σαν χαμένη.


«Αυτό είν’ όλο. Άντε κοιμήσου τώρα, κοντεύει να ξημερώσει. Μ η σκέφτεσαι τίποτα». Έγειρε μπροστά και τη φίλησε απαλά στο μάγουλο. «Ανόητη». Η Σερίνα γύρισε στο κρεβάτι, έσβησε το φως κι έκλεισε τα μάτια. Ακόμα η καρδιά της δεν είχε ξαναβρεί τον κανονικό της ρυθμό. Ακόμα το αίμα φούντωνε στα μάγουλά της. Τι ήταν πάλι αυτό απόψε, σκέφτηκε παραζαλισμένη. Όλα θα τα καταλάβαινε, εκτός από εκείνη τη στιγμιαία αντίδραση που ήταν τόσο απρόσμενη όσο και παράλογη. Για μια φορά ο Ρέι είχε πέσει έξω, κι ήταν καλύτερα έτσι. Χίλιες φορές καλύτερα που δεν είχε μαντέψει πως για μια μοναδική στιγμή σ’ όλη τη μακρόχρονη, στενή σχέση τους, το μόνο που ήθελε απ’ αυτόν ήταν να μείνει εκεί και να της κάνει έρωτα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Εκείνη τη νύχτα ήταν πολύ εξοντωμένη για να μείνει ξύπνια και να σκεφτεί αυτό το ανησυχητικό που της είχε συμβεί κι είχε έρθει απρόσμενα να διαφοροποιήσει τις σχέσεις της με τον Ρέι. Κι όταν ξύπνησε την επόμενη μέρα, κοντά στο μεσημέρι, η πρώτη εντύπωση είχε ξεθωριάσει, κι αντί για ανησυχητικό, της φάνηκε απλά πολύ παράξενο. Οπωσδήποτε, τόσα χρόνια που ήξερε τον Ρέι, δεν τον είχε δει ποτέ σαν άντρα με τη στενή έννοια του όρου. Τον έβρισκε σίγουρα


γοητευτικό κι αρρενωπό, κι ήταν πάντα μια απόλαυση να τον κοιτάζει, ακόμα και να τον αγγίζει. Αλλά ποτέ δεν τον είχε δει ερωτικά. Ποτέ δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό η σκέψη ότι θα μπορούσε να έχει κάτι διαφορετικό μαζί του. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς μετά τόσα χρόνια που ήταν τόσο στενά δεμένοι οι δυο τους, για μια στιγμή χτες το βράδυ τον είχε επιθυμήσει τόσο παράλογα. Έφερνε και ξανάφερνε τη μικρή σκηνή στο μυαλό της, προσπαθώντας να αναλύσει τις αντιδράσεις της εκείνης της στιγμής - και τις αντιδράσεις του Ρέι. Του είχε πει "κοιμήσου εδώ", χωρίς να συναισθάνεται καλά-καλά τι έλεγε. Ένιωθε πολύ ευάλωτη κι ακόμα πολύ ταραγμένη. Ήθελε μόνο να συνεχίσει αυτός να βρίσκεται κοντά της, επειδή η παρουσία του ήταν καθησυχαστική και την ηρεμούσε. Μ ετά τις τόσες μοναχικές νύχτες που είχε περάσει τον τελευταίο καιρό, θα έδινε οτιδήποτε για να μπορέσει να περάσει μια νύχτα συζητώντας με τον Ρέι. Τον είχε πιάσει απ’ το μπράτσο κι αυτός είχε γείρει από πάνω της. Κι όταν άνοιξε τα μάτια και τον κοίταξε, είχε αρχίσει να λιώνει ολόκληρη απ’ την επιθυμία. Και τώρα που το ξανασκεφτόταν, ένιωθε ρίγη να διαπερνάνε το σώμα της -ρίγη καθαρής διέγερσης. Ήταν ίσως η στιγμή - ο συνδυασμός της παρουσίας του, της ανάγκης της για λίγη συντροφιά, του τρόπου που έσκυβε αυτός από πάνω της, σαν κάποιος που θα ετοιμαζόταν να τη φιλήσει.


Σίγουρα δεν μπορεί να ήταν η βραχνάδα στη φωνή του ή ο τρόπος που την είχε κοιτάξει. Για μια στιγμή είχε σοκαριστεί κι εκείνος ήταν βέβαιη γι’ αυτό. Για μια στιγμή την είχε σίγουρα παρεξηγήσει. Ένιωθε λίγο αμήχανη όταν τον είδε την επομένη. Αλλά σύντομα η αμηχανία της έσβησε, κι όλα ξανάγιναν φαινομενικά όπως πρώτα. Αυτός δεν ανέφερε καθόλου το περιστατικό, ούτε έδειξε επηρεασμένος. Ήταν σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα και δεν είχε συμβεί τίποτα, άλλωστε. Για λίγο, μέσα στη δυστυχία και τη μοναξιά της, είχε νιώσει επιθυμία για έναν άντρα που της ήταν οικείος και εξαιρετικά αγαπητός. Ήταν μια φυσιολογική αντίδραση, και στις μέρες που ακολούθησαν προσπάθησε να τη θάψει βαθιά μέσα της, και να μην ξανασκεφτεί ότι σε μια στιγμή τρέλας και παραζάλης είχε διακυβεύσει την τέλεια φιλία της με τον Ρέιμπορν Νόλαν. Για κανένα λόγο δεν έπρεπε να το ξανασκεφτεί. Η φιλία του Ρέι ήταν το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή της. Για κανένα λόγο δεν μπορούσε να διακινδυνέψει να τη χάσει. «Κι ακόμα δε μου έχεις πει με ποιους θα είμαστε σ’ αυτήν την περίφημη κρουαζιέρα σου», του παραπονέθηκε την επόμενη μέρα. «Στο αφήνω για έκπληξη», της είπε γελώντας. «Έλα, τώρα, Ρέι - δεν μπορώ να έρθω μαζί σου αν δεν ξέρω τι θα αντιμετωπίσω. Και τι ρούχα να πάρω μαζί μου;» «Πάρε λίγο απ’ όλα. Πάρε και βραδινά».


«Έλα, πες μου. Ποιανού είναι το σκάφος;» «Σκάφος, είπες; Ολόκληρη θαλαμηγός είναι. Μ ε τρία σαλόνια και πισίνες». «Θα με σκάσεις. Έλα, λέγε». Της χαμογέλασε αγγελικά. «Του,Βιτόριο Μ αντσίνι», είπε γλυκά. «Ω», έκανε η Σερίνα, και μετά σφύριξε θαυμαστικά. «Πιάσαμε τόσο υψηλή κοινωνία;» «Τόσο», τη διαβεβαίωσε γελώντας. «Εννοείς εκείνον τον πολυεκατομμυριούχο πρίγκιπα που -» «Που επενδύει και σε ταινίες», συμπλήρωσε αυτός γελώντας. «Ώστε έτσι», έκανε η Σερίνα, γοητευμένη ξαφνικά απ’ την προοπτική να γνωρίσει τον Μ αντσίνι. Είχε ακούσει γι’ αυτόν, αλλά από κει μέχρι να πάει και κρουαζιέρα μαζί του, υπήρχε κάποια απόσταση. Για τον Ρέι φυσικά ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Αυτός κυκλοφορούσε συχνά-πυκνά με βιπς της κλάσης του Μ αντσίνι. «Και είσαι σίγουρος ότι με έχει καλέσει κι εμένα;» τον ρώτησε καχύπο-πτα. «Ασφαλώς. Πώς θα ρχόσουνα απρόσκλητη; Στο είπα -όταν συζητούσαμε για το έργο, πρότεινα εσένα. Και ο Μ αντσίνι, και ο


Γάλλος συμπαραγωγός ενθουσιάστηκαν με την ιδέα. Ο Μ αντσίνι σε θεωρεί την ωραιότερη γυναίκα της Ευρώπης», πρόσθεσε χαμογελώντας. «Όταν με κά-λεσε, του είπα πως θα φρόντιζα να σε φέρω μαζί μου. Θέλει να σε γνωρίσει». Η Σερίνα ξανασφύριξε. Είχε δίκιο ο Ρέι που της έλεγε χτες το βράδυ πως όλα θα φαινόντουσαν διαφορετικά την επομένη. Σίγουρα φαινόντουσαν διαφορετικά. Η ταπεινωτική εμπειρία με τον Λίαμ άρχιζε να υποχωρεί στα βάθη του μυαλού της, κι ακόμα κι η εικόνα της Ντέμπι με τη στρογγυλεμένη της κοιλιά δεν ήταν πια τόσο οδυνηρή. Η προοπτική να γνωρίσει τον Βιτόριο Μ αντσίνι ήταν κάτι περισσότερο από ευχάριστη. Η σκέψη ότι ήθελε να τη γνωρίσει ο Βιτόριο Μ αντσίνι την έκανε να ξανανιώθει ντίβα. «Έχει καλέσει επίσης τον Νιλ Άμποτ και τη γυναίκα του. Και δυοτρεις άλλες τέτοιες διασημότητες. Ελπίζω να μην πλήξουμε», πρόσθεσε δηκτικά ο Ρέι. «Γιατί να πλήξουμε; Θα είμαστε μαζί», τον διαβεβαίωσε η Σερίνα, κι αυτός γύρισε, της χαμογέλασε και αναζήτησε το χέρι της. Τα λεπτά της δάχτυλα γλίστρησαν στη δυνατή του παλάμη, σε μια επαφή που της έφερε στιγμιαία ένα παράλογο ρίγος. «Σοφή κουβέντα», είπε ο Ρέι. «Βλέπω σου έφτιαξε το κέφι». «Περίπου», είπε η Σερίνα. «Δεν μπορώ να πω ότι το ξε-πέρασα εντελώς, αλλά... ελπίζω πως θα μου περάσει. Αν μάλιστα πάψω να


κυκλοφορώ στην ίδια πόλη μ’ αυτούς τους δυο για ένα διάστημα. Να μην κινδυνεύω να πέσω επάνω τους στην επόμενη δεξίωση που θα μ’ έχουν καλέ-σει. Ή στην επόμενη θεατρική πρεμιέρα, ή οτιδήποτε». Η φωνή της έσπασε, και για μια στιγμή ζωντάνεψε πάλι όλος της ο πόνος. Έκλεισε τα μάτια. «Πρέπει να βρω κάποιον άλλον», είπε μ’ ένα πικρό γέλιο. «Και γρήγορα μάλιστα. Νιώθω έτοιμη να ερωτευτώ. Ώριμη για μεγάλα πάθη. Ο πρώτος που θα μου κλείσει το μάτι, θα δρέψει και τον καρπό, υποθέτω». «Τι ανοησίες», παρατήρησε ασυγκίνητος ο Ρέι. «Συμφωνώ. Κι ούτε νομίζω θα μπορέσω να ξαναερω-τευτώ τουλάχιστον όχι για πολύ καιρό. Θα ήταν όμως μια λύση, τι λες κι εσύ;» «Λέω πως είναι ώρα να φάμε. Άντε ντύσου, και φύγαμε». «Αναίσθητε», του είπε γελώντας. Και αργά το βράδυ, καθώς έμπαιναν στο αυτοκίνητό του, του είπε: «Μ πορώ να μείνω κι απόψε μαζί σου;» «Μ πορείς να μείνεις όσο θέλεις μαζί μου, Σέρι, και το ξέρεις», της αποκρίθηκε χωρίς να διστάσει ούτε δευτερόλεπτο. «Μ ε προσβάλλεις που ρωτάς. Πώς φαντάζεσαι ότι δε θα σε ή'θελα;» Τα μάτια του ήταν εντελώς καθάρια καθώς γύριζε να την κοιτάξει. «Χριστέ μου - και βέβαια δε φαντάστηκα τίποτε τέτοιο», έσπευσε


να τον διαβεβαιώσει, καθησυχασμένη. «Απλά... τι διάβολο, μπορεί να θέλεις να φέρεις καμιά γυναίκα στο σπίτι σου. Δεν έχω καμιά διάθεση να σου κάνω χαλάστρα!» «Δε μου κάνεις. Δεν έχω καμιά υποψήφια γι’ αυτή τη βδομάδα. Όταν έρχομαι στο Λονδίνο, κόβω το σεξ και το κάπνισμα». Του γέλασε λίγο αμήχανα. «Και γιατί αυτό;» «Δε μ’ αρέσουν ούτε οι Αγγλίδες, ούτε τα εγγλέζικα τσιγάρα». «Έλα τώρα που δε σ’ αρέσουν οι Αγγλίδες!» «Τις βρίσκω μόλις πιο θερμές απ’ τους παγετώνες της Γροιλανδίας. Οι παρούσες εξαιρούνται, βέβαια». Αλλά βλέποντας το βλέμμα που του έριξε, έσβησε τη μηχανή που είχε μόλις βάλει μπροστά, άφησε το τιμόνι, και γυρίζοντας προς το μέρος της, την πήρε απρόσμενα στην αγκαλιά του. «Δεν το εννοούσα», της είπε ψιθυριστά. «Αστειευόμουνα, Σέρι, το ξέρεις». «Το ξέρω», του είπε πικρά. «Αλλά αυτό δεν εξαιρεί εμένα απ’ τις ψυχρές Αγγλίδες». «Είσαι τρελή», της είπε βραχνά. «Τι είναι αυτά που σκέφτεσαι, για το Θεό; Αν -» «Ρέι», τον έκοψε παθητικά, «ο μόνος λόγος που ο Λίαμ στράφηκε σε κάποιαν άλλη ήταν αυτός, και το ξέρεις. Τα δυο τελευταία


χρόνια του γάμου μας, δεν είχα σχεδόν ποτέ όρεξη για σεξ. Δεν είναι μόνο ότι δεν ένιωθα τίποτα. Δεν τον ή'θελα πια. Δεν ένιωθα καμιά ανάγκη για έρωτα. Το απόφευγα όσο μπορούσα. Όταν το κάναμε, περίμενα πότε θα τέλειωνε επιτέλους για να γυρίσω απ’ την άλλη και να κοιμηθώ. Έβρισκα συνέχεια δικαιολογίες για να το αποφύγω!» «Ήταν το άγχος», της είπε καθησυχαστικά, τραβώντας την να κουρνιάσει πάνω στο στήθος του. «Το άγχος, και αν θέλεις, η έλλειψη προσωπικού πια ενδιαφέροντος. Αυτά όλα δε δείχνουν ψυχρότητα, Σέρι. Δείχνουν αδιαφορία για τον παρτενέρ σου!» «Τον αγαπούσα όμως!» «Τον είχες συνηθίσει, Σέρι, κι αυτό ήταν όλο. Θα τον ξεσυνηθίσεις. Θα ξαναερωτευτείς, θα ξαναρχίσεις να το απολαμβάνεις. Θα δεις». Τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’το λαιμό του. Μ ε το κεφάλι της χωμένο στο γούβωμα του ώμου του, του είπε πικρά; «Ποτέ δε θα το απολαύσω, Ρέι. Δεν μπορώ. Κάτι δε δουλεύει μέσα μου. Δεν είμαι νορμάλ γυναίκα. Δεν -» «Ω, για τ’ όνομα του Θεού, σταμάτα!» Της ανασήκωσε το κεφάλι, την κοίταξε στα μάτια; «Είχες πέσει σ’ έναν εντελώς ανεπαρκή εραστή. Έναν εγωίσταρο που ενδιαφερόταν προφανώς μόνο για τον εαυτό του. Έναν εγωπαθή που δεν μπορούσε καν να διαισθανθεί την πραγματικότητα. Έναν ανόητο, αν το θέλεις έτσι,


που δεν μπορούσε να καταλάβει πότε μια γυναίκα υποκρίνεται και πότε όχι. Τι φταις εσύ;» «Δε φταίω;» τον ρώτησε σαν χαζή, ταραγμένη από την ξαφνική εμπάθεια που έδειχνε ο Ρέι ενάντια στον Λίαμ. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε μιλήσει με τέτοια λόγια και μ’ αυτόν τον τόνο για τον πρώην άντρα της. «Και βέβαια δε φταις. Οποιοσδήποτε νορμάλ άντρας θα έβλεπε πού είναι το πρόβλημα και θα το συζητούσε μαζί σου, ή θα φρόντιζε να το λύσει με κάποιον τρόπο. Αν δοκίμαζες με κάποιον άλλον, Σέρι, σίγουρα θα το απολάμβανες. Μ ην το σκέφτεσαι πια». «Έχω γίνει προβληματική, έτσι δεν είναι;» έκανε αχνά η Σερίνα. «Συνέχεια κλαψουρίζω σαν μωρό». «Είναι μια κρίση και θα περάσει. Δε μ’ ενοχλεί. Μ πορώ να περιμένω». «Να - περιμένεις;» Γιατί της είχε φανεί ότι υπήρχε κάποιο κρυμμένο νόημα πίσω απ’ τα λόγια του; «Τι πράγμα;» «Να ηρεμήσεις», της είπε μαλακά. «Να το ξεχάσεις και να συνέλθεις. Είσαι υπερευαίσθητη όπως όλοι οι καλλιτέχνες. Δεν είσαι ούτε υστερική, ούτε νευρωτική. Όλα θα πάνε καλά, και θα ξαναβρείς τον εαυτό σου. Θα σε φροντίσω εγώ - εντάξει;» «Εντάξει, Ρέι», του ψιθύρισε υπάκουα, και σκύβοντας μπροστά,


του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Ένιωθε μια φοβερή ανάγκη να βάλει τα κλάματα. Θα ήθελε ναμείνει όλη τη νύχτα στην αγκαλιά του. Νιώθω ώριμη να ερωτευτώ, του είχε πει στ’ αστεία. Τώρα αναρωτήθηκε αν δεν ήταν πιο σοβαρό απ’ ό,τι πίστευε. Ήταν ίσως στ’ αλήθεια έτοιμη να ερωτευτεί τον πρώτο που θα της χαμογέλαγε. Δεν εξηγιόταν αλλιώς γιατί μετά από τόσα χρόνια, και τόσες εκατοντάδες φορές που την είχε αγκαλιάσει ο Ρέιμ-πορν Νόλαν, αυτή τη φορά το άγγιγμά του την έκανε να τρέμει. Ήταν μια σκέψη που την απασχόλησε κάμποσες φορές τις επόμενες μέρες, παρόλο που προσπαθούσε να την καταπνίξει. Έλεγε στον εαυτό της πως δεν έπρεπε να νιώθει δυσάρεστα και αμήχανα. Περνούσε πια σε μια φάση αναπροσαρμογής και ανασυγκρότησης. Ο πόνος κι η ταπείνωσή της έσβηναν σιγά-σιγά, ίσως επειδή το είχε επιτέλους πάρει απόφαση πως ό,τι κι αν είχε με τον Λίαμ είχε τελειώσει οριστικά. Μ ε τη βοήθεια του Ρέι, άρχιζε πάλι να κοιτάζει προς το μέλλον, ν’ αναζητάει κάτι καινούριο. Ο εαυτός της αποζητούσε ένα φρέσκο ενδιαφέρον που θα κάλυπτε το κενό του Λίαμ και θα της έδινε πάλι την όρεξη να ζήσει. Για μια γυναίκα στερημένη τόσο καιρό από αγάπη και σεξ, ήταν φυσικό να αντιδράει ενστι-κτώδικα στην παρουσία ενός άντρα σαν τον Ρέιμπορν. Ήταν ο πιο δικός της άνθρωπος, τον αγαπούσε βαθιά, ένιωθε προστατευμένη και σίγουρη κοντά του. Ήταν επίσης ένας ακαταμάχητα γοητευτικός άντρας. Οι αντιδράσεις της ήταν φυσιολογικές και ακίνδυνες. Αλλά βέβαια, για κανένα λόγο δεν έπρεπε ν’ αφήσει και τον Ρέι να


μαντέψει ότι στιγμές-στιγμές της προκαλούσε καθαρά ερωτικά αισθήματα. Ήξερε πως αν έβρισκε το θάρρος να του μιλήσει γι’ αυτό, ο Ρέι θα καταλάβαινε. Θα καθόταν να το συζητήσει ψύχραιμα κι αναλυτικά μαζί της, και θα την έπειθε πως όλ’ αυτά δεν ήταν παρά μια φυσιολογική αντίδραση σε μια δύσκολη καμπή της ζωής της. Ούτε θα την παρεξηγούσε, ούτε θα άλλαζε φαινομενικά απέναντι της. Αλλά οπωσδήποτε κάτι θα άλλαζε στις σχέσεις τους, η Σερίνα ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Η ίδια θα έπαυε να νιώθει άνετα μαζί του. Άσε που βέβαια θα ήταν εντελώς αδύνατο να βρει ποτέ το θάρρος να του πει, "ξέρεις, Ρέι, καμιά φορά όταν μ’ αγγίζεις νιώθω να με διαπερνάει ηλεκτρικό ρεύμα” Ήταν γελοίο, μετά από τόσα χρόνια που την άγγιζε και τη φιλούσε συστηματικά. Κι ύστερα, μετά από κάτι τέτοιο, το πιθανότερο θα ήταν πως δε θα την ξανάγγιζε για πολύ πολύ καιρό. Έτσι τελικά αποφάσισε να γυρίσει στο δικό της σπίτι, που είχε μείνει άλλωστε πολύ καιρό κλειστό κι έρημο. Τα άδεια, σκοτεινά δωμάτια της φάνηκαν σαν τάφος. Αλλά όταν άνοιξε τα παράθυρα και το σπίτι πλημμύρισε φως,' ένιωσε καλύτερα, κι η πρώτη της σκέψη να το πουλήσει και να ξεμπερδεύει με όλες τις αναμνήσεις, της φάνηκε λίγο ανόητη. Το σπίτι ήταν καταπληκτικό, μ’ έναν υπέροχο κήπο, και ήταν σίγουρη πως δε θα ξανάβρισκε κάτι παρόμοιο στην τιμή που θα το πουλούσε. Περιδιάβηκε τα δωμάτια, το τεράστιο σαλόνι της, την τραπεζαρία, το μπάνιο όπου δεν είχε μείνει ούτε ένα απ’ τα προσωπικά αντικείμενα του Λίαμ. Μ πήκε στην κρεβατοκάμαρα όπου είχε να


κοιμηθεί πάνω από δυο βδομάδες, και παραξενεύτηκε όταν συνειδητοποίησε πως η καρδιά της δε σφιγγόταν πια στη θέα του καλοστρωμένου διπλού κρεβατιού. Προσπάθησε να φέρει στο νου της την εικόνα του Λίαμ και της Ντέμπι στο ίδιο κρεβάτι, αλλά κατά κάποιο τρόπο δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σ’ αυτήν την εικόνα. Ανάμεσα σ’ αυτήν και τις αρρωστημένες φαντασιώσεις της παρεμβαλλόταν αποφασιστικά το πρόσωπο του Ρέι, σαν να της έλεγε: "μην είσαι ανόητη. Ό,τι κι αν ήταν, τέλειωσε και πάει”. Αργότερα τηλεφώνησε στον Ρέι. «Θάρθεις να με πάρεις;» «Και βέβαια. Μ όλις ξεμπερδέψω μ’ ένα ραντεβού που έχω το απόγευμα. Πού θέλεις να πάμε;» «Όπου θέλεις εσύ». Την πήγε για χορό. Ήταν μια υπέροχη βραδιά, που την απόλαυσε με την ψυχή της. Την πήγε σ’ ένα πολύ αποκλειστικό νάιτ-κλαμπ, όπου οι θαμώνες ήταν αρκετά μπλαζέ ώστε να μην τους ενοχλήσουν, παρόλο που τους αναγνώρισαν και όλη τη νύχτα τους έτρωγαν με τα μάτια. Όταν όμως βγήκαν έξω, κάποιος νυκτόβιος περαστικός αναγνώρισε τη Σερίνα, κάποιος άλλος αναγνώρισε και τον Ρέι, κι αμέσως μαζεύτηκε γύρω τους ένα πηγαδάκι από ξενύχτηδες που ή'θελαν αυτόγραφα. Η Σερίνα είχε πιει, όχι πολύ, αλλά αρκετά για να έρθει στο κέφι. Γελού-σε με τ’ αστεία του Ρέι σ’ όλη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι της. Όταν έφτασαν εκεί, ο Ρέι την πήγε ως την πόρτα. Την αγκάλιασε πριν


φύγει και τη φίλησε απαλά στα μαλλιά. Η Σερίνα σφίχτηκε πάνω του, τυλίγοντας τα μπράτσα της γύρω απ’ τη μέση του. «Είσαι τόσο γλυκός», του είπε μισομεθυσμένα, «και σ’ αγαπώ τόσο πολύ». «Κι εγώ», της αποκρίθηκε χαμογελώντας. «Θα τα ξανα-πούμε αύριο, μωρό, εντάξει; Μ άζευε στο μεταξύ τα πράγματά σου. Την Παρασκευή φεύγουμε». Η Σερίνα θα ’θελε να τον κρατήσει λίγο ακόμα μαζί της. Σκέφτηκε να του προτείνει να μείνει να κοιμηθεί σπίτι της, αλλά μετά δίστασε. Όταν έμεινε μόνη, τράβηξε κου-τουλώντας απ’ τη νύστα για το κρεβάτι της, και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό αποκοιμήθηκε αμέσως, και χωρίς να έχει πάρει κανένα χάπι. Πήγαν με το αεροπλάνο ως το Παρίσι, συνάντησαν κάτι φίλους του Ρέι, κι από κει κατέβηκαν με αυτοκίνητο ως την Κυανή Ακτή. «Μ ια βόλτα στη Γαλλία είναι το καλύτερο φάρμακο για τις υπερευαίσθητες ντίβες», της είπε πειραχτικά ο Ρέι. Η Σερίνα ήξερε καλά τη Γαλλία, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να απολαύσει το ταξίδι τους. Ένιωθε σαν να ξαναγεννιόταν, κι είχε συνέχεια την αίσθηση πως κάτι προμηνυόταν, κάτι εξαιρετικά ευχάριστο και ευοίωνο. «Πώς είναι ο Μ αντσίνι;» ρώτησε τον Ρέι. «Ω, ξέρεις τώρα. Όπως όλοι αυτοί οι σούπερ-αριστο-κράτες με τα πολλά λεφτά. Αλαζονικός όσο χρειάζεται, εγκάρδιος όσο


χρειάζεται. Πολύ καλλιεργημένος, πάντως. Μ ου εξομολογήθηκε πως το όνειρό του ήταν να γίνει Βισκόντι στη θέση του Βισκόντι, αλλά διαπίστωσε έγκαιρα πως για να γίνεις Βισκόντι χρειάζεται και το ανάλογο ταλέντο. Ο κινηματογράφος είναι το πάθος του. ΆΛλα πάθη του - η ντόλτσε βίτα, η όπερα, οι γυναίκες, και διάφορα άλλα τέτοια ευχάριστα. Έχει ένα ανάκτορο στην Τοσκάνη. Μ ε εντυπώσιασε». «Ωραία», είπε η Σερίνα. «Μ ’ αρέσει να γνωρίζω ανθρώπους με ανάκτορα. Θα του αρέσω λες;» Της έριξε ένα λοξό βλέμμα. «Αμφιβάλλεις;» Μ ε το ένα του χέρι έσπρωξε πίσω τα μακριά ξανθά της μαλλιά και κοίταξε το πανέμορφο προφίλ της. «Σου έχω πει ποτέ πόσο όμορφη είσαι;» τη ρώτησε πειραχτικά. «Δε θυμάμαι», είπε ανάλαφρα η Σερίνα. «Σου έχω πει τι παθαίνω όταν σε βλέπω;» «Όχι. Αυτό σίγουρα όχι». Ήξερε πως ο Ρέι αστειευόταν, πως αυτό το κωμικό φλερτ δεν είχε καμιά σημασία -όχι πάντως περισσότερη απ’ όση είχε κι όλες τις άπειρες φορές στο παρελθόν. Μ όνος του σκοπός ήταν να της αναπτερώσει το ηθικό. Και δεν καταλάβαινε γιατί η καρδιά της έπρεπε τώρα να χοροπηδάει στα λόγια του. «Καμιά μέρα θα σου πω».


«Γιατί όχι τώρα;» «Θα ήταν παρακινδυνευμένο», της αποκρίθηκε χαμογελώντας. «Κι αν θέλω να μάθω;» «Κι αν δεν πρέπει να μάθεις;» Του έδωσε μια αγκωνιά. «Μ η με κοροϊδεύεις, αναίσθητε!» «Σοβαρά, θέλεις να μάθεις;» «Ναι». «Αυτή η περιέργεια θα σε φάει εσένα». «Ω, που να πάρει! Εσύ διασκεδάζεις με τον πόνο μου!» «Τόσο πια πόνο, μωρό μου, δεν τον καταλαβαίνω. Στο κάτω-κάτω, καθρέφτη έχεις. Γιατί δε ρίχνεις μια ματιά να δεις και μόνη σου τι μπορεί να πάθει κάθε άντρας όταν σε βλέπει;» Του είπε λίγο σφιγμένα: «Δε μ’ ενδιαφέρει τι μπορεί να παθαίνουν οι άλλοι. Μ ’ ενδιαφέρει -» «Τι;» τη ρώτησε μαλακά. Η Σερίνα ξεροκατάπιε. «Αν θ’ αρέσω στον Μ αντσίνι», είπε τελικά, όταν το μόνο που θα ’θελε να μάθει εκείνη τη στιγμή ήταν αν


όντως πάθαινε κάτι ο ίδιος ο Ρέι όταν την έβλεπε. «Ω, ναι, θα του αρέσεις», είπε ξένοιαστα ο άντρας. «Όσο γι’ αυτό, δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Μ αντσίνι είναι εξπέρ. Δεν του διαφεύγει η άλφα διακεκριμένη ποιότητα». «Ωραία, τότε», είπε η Σερίνα. Της είχε κοπεί εντελώς η διάθεση για περισσότερα αστεία. Έκλεισε τα μάτια και προσποιήθηκε ότι την είχε πάρει ο ύπνος. Το γιοτ του Βιτόριο Μ αντσίνι λικνιζόταν κομψά στη μαρίνα της Αντίμπ. Ή μάλλον, θα λικινιζόταν αν δεν ήταν τόσο μεγαΑΟ, κι αν η θάλασσα δεν ήταν τόσο γαλήνια. «Εντυπωσιακό», είπε η Σερίνα βλέποντάς το. «Κάποια μέρα θα έχω ένα ακριβώς παρόμοιο». «Κάνει πολλά εκατομμύρια, μωρό μου», παρατήρησε ο Ρέι. «Κάποια μέρα θα έχω πάρα πολλά εκατομμύρια», του αντιγύρισε η Σερίνα. «Όταν θα με έχεις κάνει πρωταγωνίστρια στο Χόλιγουντ». Τους υποδέχτηκε ο καπετάνιος, κι ένας ατσάκιστος καμαρότος τους οδήγησε στις καμπίνες τους. Το εσωτερικό ήταν εκπληκτικό, οι καμπίνες θύμιζαν σουίτες ξενοδοχείου. Ο κύριος Μ αντσίνι είχε αφήσει μήνυμα - κάτι επείγον του είχε τύχει, και ζητούσε συγνώμη απ’ τους καλεσμένους του που δε θα μπορούσε να τους υποδεχτεί αυτοπροσώπως. Η Σερίνα χώθηκε στο μπάνιο, πλύθηκε, άλλαξε και μακιγιαρίστηκε προσεχτικά. Είχε αρχίσει να νιώθει υπέροχα. Δεν της είχε διαφύγει πώς την έτρωγαν με τα


μάτια οι άντρες του πληρώματος, ακόμα κι ο ίδιος ο καπετάνιος. Είχε δίκιο τελικά ο Ρέι. Δεν είχε πάψει να είναι η Σερίνα Χέιζ επειδή ένα ηλίθιο φιλμ είχε αποτύχει, ή επειδή την είχε παρατήσει ο Λίαμ Άσλεϊ. Το μόνο φάρμακο γι’ αυτού του είδους τις απογοητεύσεις ήταν να προχωράς μπροστά και ποτέ να μη γυρίζεις να κοιτάξεις πίσω. Νέες εντυπώσεις, καινούριες δουλειές, ενδιαφέρουσες γνωριμίες. Το βλέμμα του θαυμασμού στα μάτια των αντρών, το κοινό που θα ζητάει αυτό-γραφα. Και πάνω απ’ όλα, ένας άντρας σαν τον Ρέιμπορν Νόλαν στο πλευρό σου. Δεν τολμούσε να προχωρήσει πέρα απ’ αυτή τη σκέψη. Οτιδήποτε περισσότερο θα ήταν και απιθανότητα, και ιεροσυλία. Είχε μια τέλεια, σπάνια σχέση με τον Ρέι, και θα ήταν εγκληματικό να την καταστρέψει, έστω και μόνο στη σκέψη της, επειδή ενστικτώδικα ζητούσε ν’ αρπαχτεί από κάπου για να ξεπεράσει το πλήγμα απ’ την προδοσία του Λίαμ. Αργότερα, ήρθε ο καμαρότος να την ειδοποιήσει πως ο σινιόρ Μ αντσίνι είχε έρθει, και θα ήταν ευτυχής να τη συναντήσει όταν θα ήταν έτοιμη στο σαλόνι. Η Σερίνα πήγε στην καμπίνα του Ρέι, αλλά δεν τον βρήκε εκεί. Φλεγόταν από την ανυπομονησία να συναντήσει τον οικοδεσπότη τους, και αποφάσισε πως δεν υπήρχε κανένας λόγος να περιμένει τον Ρέι. Ακολούθησε τον καμαρότο ως ένα απ’ τα σαλόνια της θαλαμηγού, πήρε βαθιά ανάσα, και αναθεώρησε νοερά και αστραπιαία την εμφάνισή της: φορούσε ένα


μαύρο σύνολο με πολύ κοντή φούστα και μπλούζα σε στιλ μπουφάν, με ντραπαρίσματα στο ντεκολτέ, που άφηνε γυμνούς τους ώμους της και το λαιμό της. Το χρώμα αναδείκνυε τέλεια τα ξανθά της μαλλιά, και ταίριαζε στο λεϋκό της δέρμα και τα ζαφειρένια μάτια της. Ήταν πολύ όμορφη, χωρίς αμφιβολία. Και μπορούσε να γίνει πολύ γοητευτική όταν ήθελε. Πήρε κι άλλη βαθιά ανάσα, και μπήκε στο σαλόνι. Περίμενε πως θα είχαν έρθει στο μεταξύ και οι υπόλοιποι καλεσμένοι του Μ αντσίνι, ή πως θα έβρισκε εκεί τουλάχιστον τον Ρέι. Αλλά στο δωμάτιο δε βρισκόταν παρά μόνο ένας λεπτός άντρας με μαύρα, σπαστά μαλλιά. Δεν ήταν πολύ ψηλός - αυτός κι η Σερίνα πρέπει να ήταν περίπου στο ίδιο ύψος. Ήταν όμως πολύ καλοφτιαγμένος, και άνετα θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς ωραίο άντρα. Επιπλέον είχε ένα πολύ ενδιαφέρον, πολύ αριστοκρατικό πρόσωπο, με κλασικά χαρακτηριστικά, εκφραστικά μαύρα μάτια με πυκνές βλεφαρίδες, και όμορφο, ελαφρά σαρκώδες στόμα. Σηκώθηκε αμέσως μόλις την είδε, και προχώρησε προς το μέρος της χωρίς να χαμογελάει. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στο πρόσωπό της, και στα μισόκλειστα μάτια του η Σερίνα είδε μια λάμψη απροκάλυπτου θαυμασμού. Στάθηκε μπροστά της, απλώνοντάς της το χέρι. «Μ ις Χέιζ;» έκανε σχεδόν δισταχτικά. Η Σερίνα του έδωσε το χέρι κι ένιωσε τα δάχτυλά του να σφίγγονται γύρω του. Το έφερε απαλά ως τα χείλια του και απόθεσε ένα φιλί πάνω στη ράχη της παλάμης της ένα φιλί που σίγουρα κράτησε κάμποσα δευτερόλεπτα περισσότερο


απ’ όσο θα επέτρεπαν και οι πιο ελαστικοί κανόνες καλής συμπεριφοράς. «Βιτόριο Μ αντσίνι», της συστήθηκε όταν επιτέλους τράβηξε τα χείλια του απ’ το χέρι της. «Είμαι πανευτυχής που επιτέλους μου δίνεται η ευκαιρία να σας γνωρίσω από κοντά. Πάει πολύς καιρός που είμαι φανατικός θαυμαστής σας. Κι έχω ακούσει τόσα πολλά για σας από τον Ρέιμπορν». «Έχω ακούσει κι εγώ πολλά για σας, κύριε Μ αντσίνι», τον βεβαίωσε μ’ ένα χαμόγελο. Την οδηγούσε στον καναπέ απέναντι τους. Κάθισε κι αυτός στον καναπέ, όχι πολύ κοντά της, και στράφηκε έτσι που να την κοιτάζει κατάματα. «Κολακευτικά, ελπίζω», της είπε μ’ ένα χαμόγελο. «Πολύ κολακευτικά», υπερθεμάτισε η Σερίνα. «Οπωσδήποτε όμως θ’απέχουν κι αυτά απ’την πραγματικότητα, κύριε Μ αντσίνι». «Πολύ ευγενικό από μέρους σας», της είπε μ’ ένα ξαφνικό χαμόγελο που φώτισε το πρόσωπό του. «Θα πιούμε κάτι να επισφραγίσουμε τη... φιλία μας, μις Χέιζ;» «Ευχαρίστως». Το βλέμμα του την έκανε να νιώθει σαν παιδούλα στο πρώτο της ραντεβού. Την έτρωγε κυριολεκτικά με τα μάτια, και θα ήταν αδύνατο να μη διαβάσει ο οποιοσδήποτε τον ανυπόκριτο θαυμασμό στο βλέμμα του. Ήταν τόσο διαφορετικός απ’ ό,τι είχε φανταστεί. Τον υπολόγιζε γύρω στα πενήνταπενηνταπέντε, αλλά τώρα έβλεπε πως δεν πρέπει να ήταν πάνω


από σαραντα-πέντε. Ήταν πολύ Λατίνος, με την έμφυτη θέρμη των μεσογειακών, αλλά συγχρόνως είχε κάτι το πολύ συγκρατημένο πάνω του. Επιπλέον τα αγγλικά του ήταν τέλεια. Κι ήταν χωρίς αμφιβολία πολύ γοητευτικός. Τους έφεραν σαμπάνια. «Ελπίζω πως αυτή η γνωριμία θα είναι η απαρχή μιας σταθερής φιλίας», είπε ο Μ αντσίνι σηκώνοντας το ποτήρι του. «Ελπίζω πως θα μας δοθούν όλες οι ευκαιρίες, μις Χέιζ». «Οι ευκαιρίες... για ποιο πράγμα, κύριε Μ αντσίνι;» του χαμογέλασε γλυκά. «Για... ό,τι ευχόμαστε», της αποκρίθηκε στον ίδιο τόνο. «Δεν μπορώ να ξέρω τι ακριβώς εύχεστε εσείς, κύριε Μ αντσίνι». «Ω, δεν είναι δύσκολο να το μαντέψετε. Και για να ξεκινήσουμε, ας πούμε πως... ανάμεσα στ’ άλλα, εύχομαι να με αποκαλείτε Βιτόριο». «Εντάξει, Βιτόριο». Του χαμογέλασε κοιτάζοντάς τον κάτω απ’ τις πυκνές της βλεφαρίδες. «Και να μου επιτρέψετε να σας αποκαλώ Σερίνα». «Οπωσδήποτε».


Ήταν πραγματικά εξπέρ στο φλερτ. Η Σερίνα δε θυμόταν να την είχε αντιμετωπίσει ποτέ κανένας άλλος άντρας με ένα τόσο ελκυστικό μίγμα θέρμης, ευγένειας και καλυμμένων υπαινιγμών. Ήταν πασιφανές ότι του άρεσε, και πολύ μάλιστα, κι αυτό την κολάκευε ιδιαίτερα, γιατί ήξερε πως ένας άντρας της κλάσης του Μ αντσίνι δεν είχε σίγουρα έλλειψη από γυναίκες. Τελικά ο οικοδεσπότης τους της άρεσε. Ήξερε πως θα διασκέδαζε πολύ σ’ αυτή την κρουαζιέρα. Όταν εμφανίστηκε κι ο Ρέι στο σαλόνι, τους βρήκε να συζητάνε σαν παλιοί φίλοι. Ο Μ αντσίνι τον υποδέχτηκε με την ίδια θέρμη που είχε υποδεχτεί και τη Σερίνα. Ήταν φανερή η εκτίμηση που ένιωθε γι’ αυτόν. Πέρασαν τη βραδιά συζητώντας για το έργο που θ’ άρχιζε να γυρίζει ο Ρέιμπορν μετά από λίγους μήνες, κι όταν τελικά χώρισαν για να πάνε για ύπνο, η Σερίνα πήγε παραζαλισμένη απ’ την πολλή σαμπάνια στην καμπίνα της, κι ίσα που κατάφε-ρε να γδυθεί πριν πέσει ξερή για ύπνο. Την επομένη έφτασαν και οι υπόλοιποι καλεσμένοι του Μ αντσίνι, και το “Φαλκόνε” ξεκίνησε για την κρουαζιέρα του στη Μ εσόγειο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Καθώς το “Φαλκόνε” έσκιζε τα καταγάλανα πελάγη και έπιανε στα λευκά μεσογειακά λιμάνια, ξεκινώντας απ’ τα παράλια της Ισπανίας και κατηφορίζοντας προς το Μ αρόκο, ο Βιτόριο


Μ αντσίνι συνέχισε να την πολιορκεί μ’ όλους τους τύπους. Αυτό που την πρώτη μέρα ήταν ευχάριστο φλερτ, άρχισε να εξελίσσεται με ραγδαία ταχύτητα σε κανονική επιχείρηση κατάκτησης. Η Σερίνα το διασκέδαζε κι ένιωθε φυσικά κολακευμένη. Της άρεσε ο Βιτόριο. Ήταν ευφυής, ετοιμόλογος, καλλιεργημένος. Είχε στιλ, και όταν ήθελε, μπορούσε να κάνει επίδειξη γνήσιου μεσογειακού πάθους. Στιγμές-στιγμές ένιωθε να παρα-σύρεται κι αυτή απ’ το παιχνίδι του. Τα κομπλιμέντα μεταβλήθηκαν σιγά-σιγά σε ερωτόλογα που της ψιθύριζε ο Μ αντσίνι στ’ αφτί, πάνω απ’ την κουπαστή, ή την ώρα που κολυμπούσαν στην πισίνα, ή όταν χόρευαν μάγουλο με μάγουλο στα μισοσκότεινα σαλόνια, το βράδυ. Και πολύ γρήγορα, τα ερωτόλογα μεταβλήθηκαν σε ευγενικές, διακριτικές, αλλά σαφέστατες προτάσεις. Κάπου η ανυπόκριτη προτίμηση που της έδειχνε τη μεθούσε. Ήταν στ’ αλήθεια εξαιρετικά ευχάριστο να έχει έναν τέτοιο άντρα στα πόδια της, μετά απ’ όλη αυτή την ιστορία με τον Λίαμ. Ένιωθε πάλι γυναίκα, όμορφη, γοητευτική, ικανή να πετύχει τα πάντα. Ο Λίαμ έσβηνε οριστικά απ’ τη σκέψη της. Ακόμα κι οι παράλογες αντιδράσεις της απέναντι στον Ρέι περνούσαν τώρα πια στο περιθώριο - όχι εξαιτίας του Βιτόριο, αλλά επειδή η ίδια συνειδητά στρεφόταν σ’ αυτόν κάθε φορά που ένιωθε πως κινδύνευε και πάλι να στραφεί στον Ρέι. Έπρεπε με κάθε τρόπο να ξεπεράσει εκείνη την παράλογη ανάγκη που της είχε δημιουργηθεί στο Λονδίνο, γιατί αν δεν την ξε-περνούσε, αν την άφηνε να ξαναφουντώσει, δεν ήξερε κατά πόσο θα μπορούσε την επόμενη φορά να το κρύψει απ’τον Ρέι.


Ο Βιτόριο ήταν η λύση στο πρόβλημά της. Ήταν εξαιρετικά διασκεδαστικός, πάρα πολύ γοητευτικός, και περίφημος συζητητής. Η Σερίνα δεν το έβρισκε καθόλου δύσκολο ν’ ανταποκρίνεται στο φλερτ του, αποφεύγοντας συγχρόνως και τις παγίδες του. Ήταν ανακουφιστικό από μια άποψη που ο Βιτόριο δεν την άφηνε σχεδόν ποτέ μόνη, ούτε πάνω στο σκάφος, ούτε όταν έβγαιναν σε κάποιο λιμάνι. Παρ’ όλη την ευγένεια και το τακτ που τον διέκριναν, είχε αρχίσει να παραμελεί φανερά πια τους υπόλοιπους καλεσμένους του. Μ ονοπωλούσε τη Σερίνα, και την άφηνε να εννοήσει μ’ όλους τους τρόπους πως ήταν αποφασισμένος να την κατακτήσει αργά ή γρήγορα. Αυτό βέβαια δεν το έβλεπε μόνο η Σερίνα, αλλά και όλοι οι άλλοι γύρω τους. Το έβλεπε φυσικά και ο Ρέι. «Από κατακτήσεις βλέπω πάμε καλά», της είπε ανάλαφρα ένα βράδυ που επιτέλους ο Μ αντσίνι τους είχε αφήσει για λίγο μόνους. Η Σερίνα δεν ήξερε τι ακριβώς περίμενε (ή τι φοβόταν), αλλά κατά κάποιο τρόπο η παρατήρησή του, κι ακόμα περισσότερο ο ξένοιαστος τόνος του, την απογοήτευσαν. Αν μάλιστα ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, έπρεπε να παραδεχτεί πως πριν και από αυτό, την είχε απογοητεύσει ο άνετος τρόπος που την άφηνε ο Ρέι κυριολεκτικά στο έλεος του Μ αντσίνι. Ούτε μια φορά δεν είχε εκδηλώσει την επιθυμία να την κρατήσει μακριά απ’ τις περιποιήσεις του οικοδεσπότη τους, κι ούτε είχε δείξει με οποιονδήποτε τρόπο πως μπορεί να ενοχλιόταν που δεν έμεναν


πια ούτε μισή ώρα μόνοι οι δυο τους. Το δεύτερο βράδυ που είχε περάσει στο “Φαλκόνε”, η Σερίνα είχε ελπίσει πως αυτός θα ερχόταν στην καμπίνα της για λίγο κουτσομπολιό πριν απ’ τον ύπνο. Αλλά ο Ρέι δεν είχε μπει ούτε μια φορά στην καμπίνα της, λες και επρόκειτο για απαγορευμένη περιοχή. «Ε, όχι και κατακτήσεις», του είπε τώρα, λίγο αφηρη-μένα. «Λίγο φλερτ είναι πάντα στα πλαίσια της φιλοξενίας». «Αν εσύ το λες φλερτ αυτό», είπε ο Ρέι, και γέλασε σιγανά. «Ο τύπος μόνο που δε σ’ έχει βιάσει ακόμα μπροστά στα μάτια μας. Και μη μου πεις πως θα του έλεγες όχι αν το επιχειρούσε», πρόσθεσε πειραχτικά. «Μ άλλον θα του έλεγα», έκανε στον ίδιο τόνο η Σερίνα. «Αν βέβαια το έκανε μπροστά στα μάτια σας. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήμουνα νομίζω πιο επιεικής». «Δεν αμφιβάλλω. Και γιατί όχι; Είναι φοβερά γοητευτικός. Έχει λεφτά, επιρροή, γνωριμίες - τα πάντα. Εξαιρετικός για το ηθικό κάθε γυναίκας». «Συμφωνώ», έκανε η Σερίνα, στον ίδιο ανάλαφρο τόνο που είχαν τόση ώρα. «Κάπου με... ζαλίζει. Αυτοί οι Ιταλιά-νοι, στ' αλήθεια είναι ακαταμάχητοι. Λατίνοι εραστές. Σε παρασέρνουν θες δε θες. Στιγμές-στιγμές νιώθω σαν να πετάω στα σύννεφα». Και πρόσθεσε χαμογελώντας: «Στο είχα πει ότι ήμουνα έτοιμη να ερωτευτώ με πάθος, έτσι δεν είναι; Γιατί λοιπόν όχι τον Βιτόριο; Απ’ τον Λίαμ


είναι σίγουρα πιο αξιόλογος!» Μ εσολάβησε μια μικρή σιωπή, ύστερα ο Ρέι ρώτησε ουδέτερα: «Στ’ αλήθεια σ’ αρέσει;» «Ναι», είπε η Σερίνα. «Στ’ αλήθεια μ’ αρέσει. Μ ’ αρέσει πάρα πολύ. Μ ε κάνει να ξεχνάω τα πάντα. Όταν είμαι μαζί του, νιώθω σαν... σαν να έχω τον κόσμο όλο στα πόδια μου. Μ ’ αρέσει όλη αυτή η προσοχή που μου δίνει. Μ ’ αρέσει ο τρόπος που με φλερτάρει. Μ ’ αρέσει που είναι τόσο θερμός και συγχρόνως τόσο συγκρατημένος». Σταμάτησε νά πάρει ανάσα, κι αναρωτήθηκε αν τα έλεγε όλα αυτά για να πείσει τον Ρέι, ή για να πείσει τον εαυτό της. «Δεν εννοούσα ακριβώς αυτό», είπε αργόσυρτα ο άντρας. «Εννοούσα αν σ’ αρέσει αρκετά σαν άντρας». «Ναι», είπε η Σερίνα. «Μ ’ αρέσει φοβερά σαν άντρας. Τον βρίσκω γοητευτικό και σέξι». Έριξε μια λοξή ματιά στο ανέκφραστο πρόσωπο του Ρέι, κι ευχήθηκε να μπορούσε εκείνη τη στιγμή να του πει, πάντως περισσότερο από σένα. Σίγουρα δεν υπήρχε καμιά σύγκριση ανάμεσα στον εκλεπτυσμένο αριστοκράτη που τους φιλοξενούσε, και σ’ αυτόν τον συναρπαστικό άντρα που χαλάρωνε στη σεζ-λονγκ δίπλα της. Ούτε στην εμφάνιση, ούτε σε οτιδήποτε άλλο. Δεκαπέντε Μ αντσίνι δε θα μπορούσαν να καλύψουν το μαγνητισμό που εξέπεμπε ο Ρέιμ-πορν Νόλαν, κι αυτό δεν ήταν μόνο δική της εκτίμηση. Έβλεπε πώς έκαναν γι’ αυτόν όλες οι


γυναίκες της παρέας, και περισσότερο απ’ όλες η Τρίτσια Σέιμουρ. Απ’ τη στιγμή που αυτή η δεσποινίς είχε φτάσει στο κότερο, του είχε κολλήσει σαν βδέλλα. Είχε έρθει μαζί με τον πατέρα της, τον Τζέιμς Σέιμουρ, έναν απ’ τους πιο πετυχημένους συγγραφείς μπεστ-σέλερς. Ήταν όμορφη, όλο ζωντάνια, και πολύ νέα - όχι πάνω από εικοσιδύο-εικοσιτριών το πολύ. Και δεν ντρεπόταν καθόλου να δείχνει πόσο της άρεσε ο Ρέιμπορν Νόλαν. Έτσι, από μια άποψη, η Σερίνα θα μπορούσε να πει ότι αυτή και ο Ρέι ήταν πάτσι. \ «Δηλαδή - μπορούμε να μιλάμε για σφοδρό έρωτα;» ξαναρώτησε μετά από μια σύντομη σιωπή ο Ρέι. «Ίσως. Ίσως πάλι είναι νωρίς ακόμα. Αλλά μοιάζει πολύ με κάτι τέτοιο». Τώρα είχε στραφεί και την κοίταζε κατάματα. Του αντιγύρισε το βλέμμα μέχρι που αυτός χαμογέλασε και της πήρε το χέρι στο δικό του. «Γιατί με κοιτάς έτσι;» τη ρώτησε σιγανά. «Εσύ - γιατί;» έκανε η Σερίνα, νιώθοντας το λαιμό της να σφίγγεται. «Για να δω πώς είσαι όταν ερωτεύεσαι», της είπε απαλά, αλλά δε χαμογελούσε. «Θα πρέπει να το έχεις ξαναδεί», έκανε σφιγμένα η Σερίνα.


«Μ ετά από τόσα χρόνια, πώς θέλεις να θυμάμαι;» Γέλα-σε μαλακά, της άφησε το χέρι καιπρόσθεσε: «Εσύ δε μου είπες γιατί με κοίταζες». «Γιατί - γιατί σε νιώθω πάλι αρνητικό, γι’αυτό», ξέσπασε η κοπέλα, κι ένιωσε ξαφνικά τα μάγουλά της να παίρνουν φωτιά. «Αρνητικός; Δε θα το έλεγα έτσι. Μ άλλον επιφυλακτικός, θα έλεγα». «Έστω, επιφυλακτικός. Γιατί;» «Γιατί δεν είμαι σίγουρος αν τώρα δα ξέρεις τι θέλεις, και γιατί δε θα 'θελα να πληγωθείς. Τόσο σύντομα μάλιστα μετά τον Λίαμ». «Δεν πρόκειται να πληγωθώ, Ρέι, μην ανησυχείς», του είπε πικρά. Τα λόγια του την απογοήτευαν όλο και χειρότερα. «Είμαι μεγάλο κορίτσι τώρα πια. Κι έχω μάθει καλά το μάθημά μου». «Το ελπίζω», της είπε ουδέτερα. «Κοίτα λοιπόν να το διασκεδάσεις όσο γίνεται. Αλλά γιατί στο λέω αυτό; Έτσι κι αλλιώς το διασκεδάζεις με την ψυχή σου». Του είπε ανάλαφρα: «Κι εσύ δεν πας πίσω, πάντως». «Λίγο φλερτ είναι πάντα στα πλαίσια της καλής συμπεριφοράς», της αντιγύρισε μελιστάλαχτα. «Σίγουρα. Ιδίως όταν σου πέφτει στα πόδια ένα μανου-λάκι σαν


την Τρίτσια Σέιμουρ», παρατήρησε δηκτικά η Σερίνα. «Είσαι ακριβώς στο όριο, ξέρεις. Δυο-τρία χρόνια να είχες παραπάνω, και θα μπορούσες να είσαι παππούς της». «Τι φαρμακόγλωσσα που διαθέτεις», είπε διασκεδάζοντας ο Ρέι. «Δεν την περνάω ούτε είκοσι χρόνια. Αν το καλοσκεφτείς, ούτε πατέρας της δε θα μπορούσα να είμαι καλά-καλά». «Θα μπορούσες αν είχες ξεκινήσει απ’ τα δεκαεφτά σου». «Στα δεκαεφτά μου δεν ήξερα καν σε τι χρησίμευε το... ε - ξέρεις ποιο». «Ναι, τώρα με έπεισες», κάγχασε η Σερίνα. «Βάζω στοίχημα ό,τι θέλεις πως και στα δώδεκα θα είχες πλήρη αντίληψη του... πράγματος, τέλος πάντων. Και σαν τι σκοπεύεις να κάνεις με τη μικρή;» «Για την ώρα το σκέφτομαι». «Οι σκέψεις σου θα πρέπει να έχουν πολύ συγκεκριμένη κατεύθυνση», έκανε σαρκαστικά η Σερίνα. «Δεν μπορώ να το αρνηθώ. Πάντα οριζόντια». «Μ πα, μπα. Και δε σ’ ενοχλεί που είναι Αγγλίδα;» «Όχι αμιγής», της αποκρίθηκε μελιστάλαχτα. «Η μάνα της είναι Αμερικάνα όπως ήταν κι η δίκιά μου. Ευτυχώς. Έτσι έχουμε κι οι


δυο μακρύτερα πόδια απ’το μέσο όρο», πρόσθεσε γελώντας. Του έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα. «Αν αυτό ήταν υπονοούμενο για τα δικά μου πόδια -» Το βλέμμα του σταμάτησε στις μακριές, τέλειες, απόλυτα χολιγουντιανές γάμπες της. Για μισό λεπτό η καρδιά της σπαρταρούσε στο στήθος της, και δεν ήξερε καν γιατί. Ύστερα αυτός σήκωσε τα μάτια κι είπε μαλακά: «Έχεις τα ωραιότερα πόδια που κυκλοφορούν κι απ’ τις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Φτάνει αυτό;» «Μ η λες υπερβολές», έκανε η Σερίνα, και γι’ άλλη μια φορά φούντωσε το πρόσωπό της. «Δε λέω. Το ξέρεις τι πιστεύω για σένα. Διαθέτεις σπάνια ομορφιά, αλλά δυστυχώς υστερείς λίγο στην κρίση». «Γιατί το λες αυτό;» έκανε πληγωμένη η Σερίνα. «Είναι υπονοούμενο για τον Λίαμ, ή για τον Βιτόριο;» «Δεν έχει πια σημασία», της είπε ήρεμα, κι αρνήθηκε από κει και πέρα να της δώσει την παραμικρή εξήγηση. Όταν το ξανασκεφτόταν η Σερίνα, κατέληγε πάντα στο συμπέρασμα πως εκείνο ήταν το βράδυ που ωρίμασε μέσα της η απόφαση να ενδώσει στην πολιορκία του Βιτό-ριο. Για την ακρίβεια, όχι ακριβώς το βράδυ, αλλά η νύχτα που ακολούθησε.


Πήγε για ύπνο παραζαλισμένη απ’ τη σαμπάνια κι απ’ τα φιλιά που είχε επιτρέψει στον Βιτόριο να αποθέσει στη ράχη της παλάμης της και στο μάγουλό της. Είχαν περάσει το υπόλοιπο βράδυ χορεύοντας οι δυο τους δίπλα στη μαγευτικά φωτισμένη πισίνα, ενώ οι υπόλοιποι καλεσμένοι ρέμβαζαν ή έβλεπαν μια απ’ τις ταινίες που είχε μαζί του στο σκάφος ο Βιτόριο. Ο Ρέι κι η Τρίτσια δε φαινόντουσαν πουθενά, κι αυτό την είχε απασχολήσει περισσότερο απ’ όσο θα ’θελε να παραδεχτεί. Το γιοτ αρμένιζε στ’ ανοιχτά του Μ αρόκου, η θάλασσα ήταν ακύμαντη, το φεγγάρι ανέβαινε αργά-αργά στον ορίζοντα. Ήταν μια ονειρική νύχτα, γεμάτη βελούδινες νότες, αφρούς σαμπάνιας, θροίσματα μεταξωτών. Αλλά της ήταν αδύνατο να χαλαρώσει. Δε γινόταν να ξεχάσει εκείνη τη συζήτηση με τον Ρέι, και τον ανέμελο τρόπο που αντιμετώπιζε αυτός τις σχέσεις της με το Βιτόριο και τις δικές του με την Τρίτσια. Καθώς ο Βιτόριο την έσφιγγε στην αγκαλιά του, έξω απ’ την καμπίνα της, προσπαθώντας να τη φιλήσει στα χείλια με κομμένη ελαφρά την ανάσα, της ψιθύρισε βραχνά: «Άφησέ με να έρθω μέσα μαζί σου...» «Όχι - όχι, Βιτόριο», έκανε συγχισμένη η Σερίνα. Ήξερε πως του έδινε η ίδια το δικαίωμα να της ζητάει κάτι τέτοιο. Αν ήθελε να τον αποθαρρύνει, θα έπρεπε ν’ αρχίσει πρώτα από ένα όχι στα φιλιά του. Αλλά στο βάθος δεν ήξερε καν τι ακριβώς ήθελε. Την κολάκευε αφάνταστα το πάθος του. Η διέγερσή του, κακά τα ψέματα, την ερέθιζε ως ένα σημείο και την ίδια. Κι απ’ την άλλη,


την έκανε να ξεχνάει στιγμιαία εκείνο το καυγαδάκι με τον Ρέι γιατί ουσιαστικά για καυγαδάκι επρόκειτο. Είχαν ανταλλάξει τα ίδια πειράγματα που αντάλλασσαν πάντα μέχρι τότε, μόνο που αυτή τη φορά ο δηκτικός τους τόνος δεν ήταν επίπλαστος και πειραχτικός. Από μέρους της, τουλάχιστον, δεν ήταν, και η διαίσθησή της της έλεγε πως ούτε ο Ρέι τα είχε αντιμετωπίσει σαν απλά πειράγματα. Δεν ήξερε αν ήθελε ν’ αφήσει τον Βιτόριο να περάσει τη νύχτα μαζί της, ή αν προτιμούσε να την περάσει μόνη, νιώθοντας πως απ’ την άλλη μεριά του μεσότοιχου βρισκόταν η καθησυχαστική παρουσία του Ρέι. Αν το καλοσκεφτόταν, μάλιστα, μπορεί να προτιμούσε να πάει η ίδια να κοιμηθεί στην καμπίνα δίπλα στη δική της. Κι αυτός ήταν ένας πειρασμός όπου δε θα έπρεπε να υποκύψει ποτέ, για κανένα λόγο. Γιατί λοιπόν να μην αφήσει τον Βιτό-ριο να κοιμηθεί απόψε μαζί της, να νιώσει ένα ζεστό, παθιασμένο, σκληρό αντρικό σώμα δίπλα στο δικό της; Είχε ανάγκη ν’ αγαπηθεί και ν' αγαπήσει, να δώσει και να πάρει. Και δεν έπρεπε για κανένα λόγο να στρέψει αυτές τις ανάγκες της προς τον Ρέι. «Άφησέ με να σου γνωρίσω τον έρωτα», της μουρμούριζε ηδονικά στ’ αφτί ο Βιτόριο. «Είμαι σίγουρος πως ποτέ δε θα 'χεις καν φανταστεί πόση γλύκα υπάρχει στη νύχτα... 'Αφησέ με να σου δείξω τι σημαίνει αγάπη, για ποιο πράγμα μιλάνε τα τραγούδια...»


Αν ο Βιτόριο Μ αντσίνι δεν ήταν αυτός που ήταν, οι ποιητικές του εκφράσεις θα της έφερναν γέλια. Αλλά η προσωπικότητά του ήταν αρκετά μαγνητική για να την καθηλώνει, ό,τι κι αν ήταν αυτό που της έλεγε. Στενάζοντας βαθιά, κατάφερε επιτέλους ν’ αποτραβηχτεί απ’ την αγκαλιά του. Χαμογέλασε αδύναμα. «Όχι απόψε», μουρμούρισε αχνά, και στέλνοντάς του ένα φιλί με τις άκρες των δαχτύλων της, χώθηκε στην καμπίνα της κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Έμεινε για λίγο εκεί που βρισκόταν γερμένη στο ξύλο, ν’ αφουγκράζεται. Όταν πια βεβαιώθηκε πως ο Βιτόριο είχε φύγει, κλείδωσε την πόρτα της, γδύθηκε, έκανε ένα ντους, κι έπεσε στο κρεβάτι. Ήταν σίγουρη πως, όπως κάθε βράδυ τώρα τελευταία, θα έφτανε η ελαφριά ζάλη της σαμπάνιας για να τη βυθίσει αμέσως στον ύπνο. Ωστόσο, για μια φορά η σαμπάνια δε βοηθούσε. Ένιωθε ανήσυχη, αναστατωμένη. Μ ια απρόσμενα έντονη διέγερση είχε κυριεύσει το σώμα της, μια αβάσταχτη επιθυμία για ένα άλλο σώμα που θα ήξερε πώς να σβήσει την πείνα του δικού της. Καθώς στριφογύριζε ανήσυχα στα δροσερά, λινά σεντόνια, ο νους της όλος έτρεχε, όχι στον Βιτόριο, (σχεδόν είχε ξεχάσει εντελώς την παρουσία του και τα φιλιά που μόλις πριν λίγο της έδινε έξω απ’ την πόρτα), αλλά στον Ρέιμπορν Νόλαν, και μάλιστα με μια καθαρότητα και μια σαφήνεια που την τρομοκρατούσαν. Εκείνο το βράδυ ανακάλυψε πως δε γινόταν πια να κρύβεται πίσω απ’ το δάχτυλό της.


Τον ποθούσε - σαν άντρα, ολοκληρωτικά σαν άντρα. Αυτή η επιθυμία δεν είχε τίποτε να κάνει με τη βαθιά αγάπη που ένιωθε γι’ αυτόν, ούτε με όλα τα άλλα που συ-νεισέφερε στη φιλία τους ο Ρέι - τη σιγουριά, την αίσθηση προστασίας, την πνευματική επαφή, τη στοργή και την τρυφερότητα. Ήταν κάτι εντελώς αυτόνομο, κι η ίδια δε θα μπορούσε να προσδιορίσει πότε είχε γεννηθεί. Ίσως εκείνη την ημέρα που είχε έρθει σαν από μηχανής θεός να την πάρει απ’ το σπίτι της Άμπι. Ίσως, τώρα που το καλοσκεφτόταν, και νωρίτερα. Ίσως να βρισκόταν σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα της από τότε που τον είχε πρωτογνωρίσει. Όπως κι αν είχε, ήταν κάτι που δεν έπρεπε να έχει γεννηθεί ποτέ. Έπρεπε να το βγάλει εντελώς απ’ το μυαλό της, κι ο μόνος τρόπος για να το καταφέρει ήταν να βρει όσο πιο γρήγορα γινόταν κάποιον άλλον άντρα. Τον Βιτόριο Μ αντσίνι, για παράδειγμα, που ήταν ο πιο πρόχειρος κι ο πιο πρόθυμος απ’ όλους. Το πρωί, η ταραγμένη νύχτα που είχε περάσει της φάνηκε σαν όνειρο. Θυμόταν ότι στριφογύριζε με τις ώρες στο κρεβάτι, στενάζοντας από πόθο για τον Ρέι, αλλά τώρα αναρωτήθηκε μήπως αυτό οφειλόταν μόνο στη διέγερση που της είχαν προκαλέσει τά φιλιά του Βιτόριο κι η σαμπάνια. Απ’ όπου κι αν το κοίταζε, της φαινόταν υπερβολική όλη αυτή η αντίδραση απέναντι σ’ έναν άντρα που μέχρι τότε τον έβλεπε σαν το μεγάλο της αδερφό. Δεν μπορούσε να αγνοήσει το γεγονός πως περνούσε μια επώδυ-νη περίοδο προσαρμογής, και πως η μοναξιά ήταν


πολύ κακός σύμβουλος. Η χλιδή της κρουαζιέρας άλλωστε την είχε χτυπήσει στο κεφάλι. Και το τολμηρό φλερτ του Βιτόριο επιδρούσε σαν αφροδισιακό πάνω της. Είχε ζήσει πολύ καιρό χωρίς σεξ και χωρίς αγάπη. Μ ε μόνη εξαίρεση εκείνη την ταπεινωτική νύχτα με τον Λίαμ, είχε κοντά ένα χρόνο να κοιμηθεί μ’ έναν άντρα. Ήταν δικαιολογημένη να έχει φαντασιώσεις. Είχε αποφασίσει να μην το ξανασκεφτεί, όταν ήρθε να τη βρει ο Ρέι στην πισίνα όπου καθόταν. Το “Φαλκόνε" είχε περάσει τα στενά του Γιβραλτάρ, και τώρα κατέβαινε προς την Καζαμπλάνκα. Παρόλο που ήταν ακόμα πολύ νωρίς, έκανε ζέστη, κι ήταν πολύ ευχάριστα στον ίσκιο της ομπρέλας. Επιπλέον ο Βιτόριο δεν είχε φανεί ακόμα, κι η Σερίνα απολάμβανε αυτές τις στιγμές της μοναξιάς της. Και δε θα είχε καμιά αντίρρηση να μοιραστεί την ηρεμία του πρωινού με τον Ρέι, αν αυτός δε συνοδευόταν κι απ' την Τρίτσια Σέιμουρ. Όταν την είδε να τον ακολουθεί από πίσω, φοβήθηκε πως δε θα μπορούσε να κρύψει την ενόχλησή της. Η κοπέλα ήταν φρέσκια, όμορφη και γεμάτη ζωντάνια όπως πάντα. Ο Ρέι, αντίθετα, έμοιαζε απόμακρος και μάλλον κακόκεφος, ζάπλωσε σε μια σεζλόνγκ απέναντι της, κι η Τρίτσια πήγε να καθίσει δίπλα του, στο πεζούλι της πισίνας. Και καθώς δεν είχε κανένα λόγο να κρύψει πόσο της άρεσε ο Ρέι Νόλαν, ούτε το αναμφισβήτητο γεγονός ότι τον φλέρταρε με την ψυχή της, δεν έκανε απολύτως τίποτα για να το κρύψει.


«Δεν έχεις ξανάρθει στην Καζαμπλάνκα, έτσι δεν είναι, Σέρι;» ρώτησε αδιάφορα ο Ρέι. «Αφού το ξέρεις πως όχι», του πέταξε, πειραγμένη. Δεν μπορούσε να το χωνέψει με τίποτα που η Τρίτσια είχε γείρει πίσω κι ακουμπούσε με την πλάτη στις μακριές του γάμπες. «Ούτε η Τρίτσια», στέναξε ο Ρέι. «Θέλοντας και μη, θα πρέπει πάλι να κάνω τον ξεναγό», πρόσθεσε σε μια προσπάθεια να κάνει χιούμορ. «Θαύμα», είπε η Τρίτσια ανταμείβοντάς τον μ’ένα λαμπερό χαμόγελο, ενώ η Σερίνα είπε ξερά: «Ευχαριστώ, δε θα πάρω. Κάνει ζέστη, θα είναι όλο βρόμα και μύγες. Προτιμώ να τη δω από μακριά». «Εγώ πάντως προσφέρθηκα», είπε εξίσου ξερά ο άντρας. Το χέρι τής Τρίτσια είχε σταθεί στο γόνατό του. Το πήρε στην παλάμη του και θάλθηκε να παίζει αφηρημένα με τα δάχτυλά της. Από κει και πέρα η κουβέντα σερνόταν οδυνηρά, μέχρι που έσβησε εντελώς. Η άφιξη του Βιτόριο της έδωσε την ευκαιρία να του ανταποδώσει τα ίσα, αλλά ο Ρέι δε φάνηκε να το αντιλαμβάνεται. Κι όταν αργότερα τον είδε να κατεβαίνει απ’ το γιοτ κρατώντας την Τρίτσια απ’ το χέρι, προσπάθησε να στρέψει με ακόμα περισσότερο ενθουσιασμό την προσοχή της στον οικοδεσπότη τους.


«Είσαι σίγουρη πως δε θέλεις να πάμε με τους άλλους;» τη ρώτησε ο Βιτόριο, περνώντας το μπράτσο του γύρω απ’ τους γυμνούς της ώμους. Δεν είχαν μείνει παρά μόνο οι δυο τους στο “Φαλκόνε”. Η ζέστη του απογεύματος την αποχαύνωνε. «Ίσως - αργότερα, να δροσίσει λίγο». Έγειρε πίσω μ’ ένα μικρό στεναγμό. «Μ ’ έχει πιάσει μια νύστα...» Αυτός γέλασε απαλά. Τον κοίταξε μέσ’ απ’ τα μισόκλει-στα βλέφαρά της, καταγράφοντας την εμφάνισή του, μαζί με το αναμφισβήτητα θριαμβευτικό ύφος που είχε πάρει. Ήταν χωρίς αμφιβολία όμορφος άντρας. Σήμερα φορούσε ένα λευκό τι-σερτ κι ένα κοντό σορτσάκι, κι ακόμα κι αν δε διέθετε το εκθαμβωτικό σώμα του Ρέι Νόλαν (ούτε τα μακριά πόδια που είχε κληρονομήσει απ’ την Α-μερικάνα μαμά του), ήταν ωστόσο πολύ καλοφτιαγμένος, με σωστές αναλογίες, φαρδείς ώμους, ευρύ στέρνο. Έδειχνε πολύ αρρενωπός, όχι σαν τον Ρέι, αλλά μ’ έναν πιο φίνο και λιγότερο εντυπωσιακό τρόπο. Ήταν πολύ ηλιοκαμένος, κι έτσι που το άσπρο του τι-σερτ τόνιζε το σκούρο του δέρμα και τα μαύρα του μαλλιά, έμοιαζε ξαφνικά λιγότερο Ιταλός και περισσότερο Άραβας. «Τότε θα πρέπει να πας να ξαπλώσεις», της είπε μ’ ένα μικρό χαμόγελο. Του αντιγύρισε το χαμόγελο λίγο σφιγμένα. Ακόμα δεν είχε ξεπεράσει τη μαχαιριά της ζήλειας που είχε νιώσει να της


διαπερνάει την καρδιά βλέποντας τον Ρέι να φεύγει αγκαλιά με την Τρίτσια. Ήταν μια αντίδραση που την είχε πανικοβάλλει κυριολεκτικά. Απ’ την άλλη, η γυμνή πρόκληση στο βλέμμα του Βιτόριο ήταν σαν βάλσαμο για τον αναστατωμένο της ψυχισμό. Για μια στιγμή ένιωσε ν’ ακροβατεί, μετέωρη ανάμεσα σε μια βασανιστική επιθυμία που ήταν εντελώς καταδικασμένη, και σε μια αρχή επιθυμίας που θα μπορούσε ίσως να θεριέψει και να σβήσει την άλλη, αν μόνο της έδινε τροφή για να φουντώσει. Μ ετέωρη ανάμεσα στον Ρέι και τον Βιτόριο, δυο άντρες που όχι μόνο ήταν εντελώς διαφορετικοί, αλλά που της γεννούσαν και εντελώς διαφορετικά συναισθήματα. Κόντρα στην περίπλοκη και πολυεπίπεδη έλξη που ασκούσε πάνω της ο Ρέιμπορν Νόλαν, οι αντιδράσεις της απέναντι στον Βιτόριο ήταν σχεδόν παιδαριώδεις: τον έβρισκε ενδιαφέροντα σαν άντρα, κι η προτίμηση που της έδειχνε κολάκευε τον εγωισμό της. Καμιά φορά όμως, ο έρωτας ξεκινούσε κι από πολύ λι-γότερα. Δόσ' του μια ευκαιρία, είπε ο εαυτός της. Δόσε μια ευκαιρία· και στους δυο σας. Το παν είναι το πρώτο βήμα. Ο Βιτόριο την κοίταζε κατάματα, μεταδίνοντάς της με μόνο το βλέμμα όλη του την επιθυμία. Της είπε λίγο βραχνά: «Τι λες - δε θα σ’ άρεσε να κοιμηθείς μια φορά στην καμπίνα μου;» Του αντιγύρισε το βλέμμα με τα μάτια μισόκλειστα. Ήταν στ' αλήθεια πολύ ικανοποιητικό να έχει στα πόδια της τον μεγάλο Βιτόριο Μ αντσίνι. Σε καμιά περίπτωση δε θα μπορούσε βέβαια


αυτή και μόνο η ανόητη ικανοποίηση να αντικαταστήσει ή να πνίξει την ανάγκη της για όλα τα άλλα, αλλά ήταν ίσως μια καλή αρχή. Πίεσε τον εαυτό της να αφεθεί να παρασυρθεί. «Γιατί όχι;» έκανε ανέμελα, ελπίζοντας μ’ όλη της την ψυχή πως όταν θα ερχόταν η συγκεκριμένη στιγμή, θα ένιωθε κάπως περισσότερο ενθουσιασμό. Όταν βρέθηκαν στην καμπίνα του, αυτός κλείδωσε πίσω του την πόρτα και την πήρε χωρίς καθυστέρηση στην αγκαλιά του. «Χριστέ μου, πόσο καιρό το επιθυμούσα αυτό», της μουρμούρισε καθώς την έκλεινε στα μπράτσα του. Την τράβηξε να κολλήσει πάνω στο σκληρό του σώμα, έγειρε από πάνω της, κι η ανάσα του απαλοχάιδεψε το στόμα της. «Θα είναι σαν όνειρο», της μουρμούρισε. «Και για τους δυο μας. Ένα μεθύσι που δε θα το ξεχύσουμε ποτέ... Η πρώτη μας φορά, Σερίνα. Πες μου πόσο το θέλεις κι εσύ...» Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια. «Πολύ», του ψιθύρισε, προσφέροντάς του τα χείλια της. Δεν ήταν αλήθεια - δεν ένιωθε τίποτε ιδιαίτερο πέρα απ’ τη φυσιολογική αναστάτωση και την προσδοκία της πρώτης φοράς μ’ έναν άγνωστο άντρα, αλλά έλπιζε μ' όλη της την καρδιά πως θ’ άρχιζε να το θέλει περισσότερο στη συνέχεια. Ήταν σαν να παρώτρυνε τον εαυτό της να ερωτευτεί τον Βιτόριο Μ αντσίνι. Θα σου αρέσει, θα είναι τέλειο... «Μ ’ έχεις κάνει τρελό.... Γιατί μ’ άφησες να περιμένω τόσο πολύ;» Δεν της έδοσε την ευκαιρία ν’απαντήσει. Τα χείλια του σφράγισαν


τα δικά της, και καθώς η γλώσσα του γλιστρούσε εξερευνητικά στο στόμα της, οι παλάμες του σύρθηκαν κατά μήκος των πλευρών της, στάθηκαν στο ύψος του στήθους της και έκλεισαν ερεθιστικά γύρω απ’ τους στητούς της μαστούς. Μ ’ ένα βαθύ βογγητό βάλθηκε να ρουφάει αχόρταγα τα χείλια της, παίζοντας συγχρόνως με τις σκληρές της ρόγες. «Θεέ μου πόσο σε θέλω», της μουρμούρισε καθώς τραβιόταν λίγο πίσω, πριν ξαναρχίσει να τη φιλάει παθιασμένα. «Είσαι τόσο όμορφη... Η ωραιότερη γυναίκα που έχω γνωρίσει». Της τράβηξε τη φούστα προς τα πάνω, κι οι παλάμες του γλίστρησαν στους μηρούς και τους γλουτούς της. Η Σερίνα είχε περάσει τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του και προσπαθούσε να του ανταποδώσει τα φιλιά με το ίδιο πάθος. Στενάζοντας, ο Βιτόριο την έφερε μέχρι το κρεβάτι, την ανάγκασε να μισοξαπλώσει, κι έκανε πίσω για να την κοιτάξει. «Σε θέλω πάρα πολύ, αλλά προτιμώ να σε γευτώ λίγο-λίγο», της είπε μ’ ένα χαμόγελο. «Να σε κοιτάξω, να σε θαυμάσω, να σ’ αγγίξω παντού, να δοκιμάσω τη γεύση και τη μυρωδιά σου...» Βάλθηκε να τη γδύνει με αργές, αισθησιακές κινήσεις, ψιθυρίζοντάς της λόγια θαυμασμού και πάθους. Φαινόταν να ξέρει πολύ καλά τι έκανε, και παρόλο που για την ώρα η δική της ανταπόκριση ήταν μάλλον χλιαρή, η Σερίνα συνέχισε να ελπίζει ότι το πάθος και η τεχνική του θα την παράσερναν αρκετά για να απολαύσει αυτό που γινόταν, κι ότι ίσως, αν το απολάμβανε ολοκληρωτικά, αυτό θα έφτανε για να διώξει κάθε σκέψη του Ρέι απ’ το μυαλό της. Αλλά για την ώρα, το μόνο που ένιωθε ήταν μια κάποια ντροπή για


τη γύμνια της, μια εντελώς επιφανειακή διέγερση κάτω απ’ τα έμπειρα χάδια του, και συγχρόνως ένα κενό στο στομάχι. Παρακολούθησε τον Βιτόριο όσο γδυνόταν κι αυτός, εκτιμώντας σχεδόν ψυχρά την εμφάνισή του. Ήταν οπωσδήποτε καλοφτιαγμένος, κι ο ορθωμένος του φαλλός θα προκαλούσε κάθε γυναίκα να τον χαϊδέψει. Αλλά η ίδια δεν είχε ακόμα αρκετό θάρρος για ν’ απλώσει το χέρι. Ή ίσως δεν είχε ακόμα φτάσει σε ικανοποιητικά επίπεδα διέγερσης. Τώρα αυτός έγερνε από πάνω της, κλείνοντας τους μαστούς της στις παλάμες του. Η ανάσα του ήταν γρήγορη και κοφτή καθώς έσκυβε να της φιλήσει τις ρόγες. Στο άγγιγμα των χειλιών και της γλώσσας του, η Σερίνα βόγ-γηξε απ’ την απόλαυση. «Δεν ξέρεις πόσο μ’ ανάβεις», της ψιθύριζε ο άντρας. «Σ’ αρέσει έτσι;» «Ναι, ω, ναι», έκανε η Σερίνα. Της άρεσε βέβαια. Τα χάδια και τα φιλιά του δεν είχαν καμιά σχέση με του Λίαμ. Ο Βιτόριο Μ αντσίνι ήταν εξαιρετικά έμπειρος, πολύ τεχνικός, πολύ υπομονετικός. Του άρεσε'να κάνει έρωτα στο ρελαντί, αξιοποιώντας όλες τις ευκαιρίες για να διεγείρει την παρτενέρ του. Αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι όλα αυτά τα προκαταρκτικά την ερέθιζαν περισσότερο απ’ όσο την ερέθιζαν τις πιο πολλές φορές οι προσπάθειες του Λίαμ. Αλλά και πάλι δεν ήταν αρκετά, πάλι κάτι έλειπε. Το σώμα της αρνιόταν να παραδοθεί. Καθώς τα χείλια του γλιστρούσαν στις πιο ευαίσθητες περιοχές της,παίζοντας έμπειρα με όλα της τα νεύρα, αντί ν’ αρχίσει να χαλαρώνει και ν’ αποδέχεται με μεγαλύτερη


ευχαρίστηση ό,τι γινόταν, αντίθετα ένιωθε όλο και πιο σφιγμένη. Κατά κάποιο τρόπο, ο νους της δεν ήταν εκεί. Και το χειρότερο, ήξερε πολύ καλά πού ήταν. Ωστόσο, διπλάσιασε τις προσπάθειές της να συμμετάσχει πιο ενεργητικά. Ένα γλυκό μούδιασμα καταλάμβανε τα μέλη της καθώς ο Βιτόριο εξαντλούσε όλο του το ρεπερτόριο πάνω της, κι η θέρμη που έβαζε κι αυτή στα φιλιά της θα πρέπει να τον είχε πείσει ότι ήταν και για κείνην μια εκστατική εμπειρία. Η Σερίνα δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει απ’ τη στιγμή που την έφερε στο κρεβάτι, οπωσδήποτε όμως ήταν πολλή. Είχε φτάσει πια σ’ ένα σημείο που ήξερε πως δε θα το ξεπερνούσε. Δε θα μπορούσε να διεγερθεί περισσότερο, ό,τι κι αν έκανε ο Βιτόριο, κι όσο κι αν το καθυστερούσε. Θαύμαζε την αντοχή του, αλλά η δική της δεν ήταν το ίδιο ανεπτυγμένη. Όσο περνούσαν τα λεπτά, τόσο περισσότερο έφευγε το μυαλό της προς μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Πάλεψε απεγνωσμένα να συγκεντρωθεί σ’ αυτό που γινόταν, να αποκαταστήσει την επαφή με το σώμα της. Είναι μια υπέροχη εμπειρία, έλεγε και ξανάλε-γε στον εαυτό της. Αν χαλαρώσεις και το απολαύσεις, σίγουρα θα ικανοποιηθείς απόλυτα αυτή τη φορά... Αλλά δεν μπορούσε να χαλαρώσει, κι όσο περνούσε η ώρα κι αυτός απόφευγε ηθελημένα να κάνει οτιδήποτε για να επισπεύσει τα πράγματα, τόσο της έφευγε η αρχική της διάθεση. Μ ια βαθιά αγωνία άρχισε πάλι να φουντώνει μέσα της. Είμαι εντελώς ψυχρή, ξανασκέφτηκε δυστυχισμένα. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς, αντί να το απολαμβάνει τρελά, είχε αρχίσει να το βαριέται


θανάσιμα. Αν τουλάχιστον αυτός αντιλαμβανόταν ότι της έπεφτε κατακόρυφα η διέγερση, και κοίταζε να ολοκληρώσει όλη αυτή την επίδειξη με λίγο πιο συγκεκριμένες προσπάθειες... Αντί όμως γι’ αυτό, ο Βιτόριο σταμάτησε κάπου στα μισά και τη ρώτησε βραχνά: «Πες μου πόσο το απολαμβάνεις, γλυκιά μου...» «Πάρα πολύ», του είπε απελπισμένη. «Έλα τώρα, Βιτόριο...» «Ποιος βιάζεται, μωρό μου; Θέλω να σου μείνει αξέχαστο... Στο έχει ξανακάνει ποτέ κανείς έτσι;» «Όχι», του είπε μ’ ένα στεναγμό. «Λάτρεψε ποτέ κανείς έτσι το εξαίσιο κορμί σου;» «Όχι», του ξανάπε εγκαταλείποντας οριστικά τη μάχη. Αν τώρα της άρχιζε και τις ποιητικές εκφράσεις, δε θα τέ-λειωναν ποτέ, σκέφτηκε αποθαρρυμένη. «Ποτέ; Κανείς;» «Ποτέ...» «Ούτε ο Νόλαν;» Η ερώτηση έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα μετέωρη α-νάμεσά τους, παγωμένη στη σιωπή. Η Σερίνα έκλεισε τα μάτια, παλεύοντας με το οδυνηρό σφίξιμο που ένιωθε στην καρδιά. Αυτό είναι το αποκορύφωμα, σκέφτηκε εξουθενωμένη. Τι στο διάβολο του ήρθε


να αναφέρει τώρα αυτό το όνομα; Όλη η σιωπηλή αντίσταση που προέθαλλε τόση ώρα, κατέρρευσε μονομιάς. Στο νου της ήρθε ολοζώντανη η εικόνα του Ρέι, εκείνο το μοναδικό πρόσωπό του, το αν-τρίκιο του σώμα, τα χρυσαφένια του μαλλιά, τα γκρίζα μάτια, το μελί του δέρμα με τις σκουρόξανθες τρίχες. Ένας σπασμός άγριου πόθου κι απελπισμένης λαχτάρας διαπέρασε το κορμί της. Προσπαθώντας ν’ ακουστεί ολό-τελα ουδέτερη, είπε ξερά: «Δεν έχω τίποτα με τον Ρέι. Ποτέ δεν είχα». «Δεν μπορεί να μην είσαστε εραστές», της αντιγύρισε με σιγουριά. «Το βλέπω, το νιώθω. Βλέπω πώς κοιτάζεστε και πώς αντιδράτε ο ένας στον άλλον. Κι αυτό με κάνει τρελό από ζήλεια». Τον κοίταξε κατάπληκτη. «Δεν είναι δυνατόν να το πιστεύεις αυτό που λες!» «Μ ’ αρέσει να έχω την αποκλειστικότητα. Θα μου κακο-φαινόταν πολύ να έχουμε σχέσεις εμείς οι δυο, και συγχρόνως να κοιμάσαι με τον Νόλαν. Είναι ίσως ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης της γενιάς του και τον τιμάω γι’ αυτό, αλλά προτιμώ να μένει μακριά απ’ τις δικές μου γυναίκες!» Εκεί επάνω θα ’ταν αδύνατο να μην την πιάσουν τα γέλια. Ο Βιτόριο δεν είχε ιδέα πόσο έξω έπεφτε, και πως αν υπήρχε έστω και μια πιθανότητα να κοιμηθεί η Σερίνα Χέιζ με τον Ρέιμπορν Νόλαν, σίγουρα αυτή τη στιγμή δε θα ήταν στο δικό του κρεβάτι


προσπαθώντα απεγνωσμένα να ξεχάσει τον άλλον. Η σιγουριά του ήταν λίγο κωμική. «Δεν έχω τίποτε με τον Ρέι», του ξανάπε, «απολύτως τίποτα. Είμαστε μόνο στενοί φίλοι - εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Αυτό είν’ όλο». Κι επιτέλους ο Βιτόριο εδέησε ν’ αφήσει αυτή τη συζήτηση που την εκνεύριζε, την έθιγε και την πλήγωνε με την ίδια ένταση. Αλλά ήταν πια αργά, το κακό είχε συντελεστεί. Μ έχρι πριν λίγο πίστευε πως θα μπορούσε ίσως να ανταποκριθεί ανάλογα όταν θα αποφάσιζε ο Βιτόριο πως είχε έρθει η ώρα να τελειώνουν. Τώρα ήταν πια αδύνατο κάτι τέτοιο. Ήταν αδύνατο πια να κοροϊδέψει τον εαυτό της. Έκλεισε τα μάτια και παραδόθηκε στον Βιτόριο με όλη την υποκριτική που είχε τελειοποιήσει τόσα χρόνια με τον Λίαμ. Αλλά πίσω απ’ τα κλειστά της βλέφαρα δεν έβλεπε παρά μόνο τον Ρέι. Από κείνη τη στιγμή κι ύστερα, ο Ρέι ήταν που της έκανε έρωτα και κανείς άλλος. Όμως ούτε αυτή η φαντασίωση μπορούσε να τη βοηθήσει. Περιείχε τόσο πόνο και τόση λαχτάρα μέσα της, που δεν άφηνε περιθώρια για απόλαυση. Αντί να τη διεγείρουν, οι σκηνές που πλημμύριζαν τη φαντασία της έκαναν ακόμα κι εκείνη την επιπόλαιη διέγερσή της να εξαφανιστεί. Ανακουφίστηκε όταν επιτέλους ένιωσε τον Βιτόριο να μπαίνει μέσα της και να κουνιέται με όλη του τη δύναμη - όχι επειδή το ευχαριστιόταν, όσο επειδή επιτέλους θα ξεμπέρδευε για κείνο το βράδυ. Όταν την έφερε από πάνω του, αφήνοντάς της την πρωτοβουλία των κινήσεων, η Σερίνα φρόντισε να μην το καθυστερήσει ούτε δευτερόλεπτο.


«Τώρα, τώρα, είσαι έτοιμη», έλεγε αγκομαχώντας ο Βιτόριο. «Σε νιώθω να τελειώνεις... Θαύμα, ω, ναι, ναι... Έλα λίγο ακόμα...» Την τελευταία στιγμή την άρπαξε απ’ τους γλουτούς και θάλθηκε να την ταρακουνάει, κάνοντάς την έτσι να χάσει και το ρυθμό της. Τον άκουσε να φωνάζει πνιχτά καθώς τέλειωνε, απόλυτα πεισμένος πως τον ακολουθούσε κι εκείνη. Η Σερίνα έκλεισε εξουθενωμένη τα μάτια για να μη βλέπει το συ-σπασμένο του πρόσωπο, για να μπορεί να φανταστεί με την ησυχία της ότι στη θέση του βρισκόταν ο Ρέιμπορν Νόλαν. Αχ, Ρέι, Ρέι, σκέφτηκε μ’ αφόρητη θλίψη, γιατί να είναι έτσι τα πράγματα μεταξύ μας; Κι από μακριά συνήθεια, ανάγκασε τους μυώνες της να σφιχτούν σπασμωδικά γύρω απ’ το σκληρό ακόμα μέλος του Βιτόριο, για να μείνει κι αυτός με την αυταπάτη, όπως τόσες φορές στο παρελθόν κι ο Λίαμ, ότι την είχε ικανοποιήσει. Την κράτησε όλη τη νύχτα στην καμπίνα του. Παράγ-γειλε να τους φέρουν φαΐ και σαμπάνια, και μετά έβγαλε και της πρόσφερε ένα υπέροχο κολιέ με ζαφείρια, αγορασμένο, όπως της είπε, "αποκλειστικά γι’ αυτήν”. Η Σερίνα δεν τον ρώτησε πώς είχε προεξοφλήσει αυτός ότι οι σχέσεις τους θα γίνονταν αρκετά στενές ώστε να μπορεί να δεχτεί ένα τόσο ακριβό δώρο. Το κολιέ ήταν υπέροχο, και δεν έβλεπε πώς θα μπορούσε να αρνηθεί να το πάρει. Κοιτάζοντάς την στα μάτια, ο Βιτόριο της μουρμούρισε παθιάρικα: «Θέλω να είναι η σφραγίδα σ’ αυτό που


άρχισε απόψε. Σ’ αυτήν την υπέροχη εμπειρία που θα ζήσουμε οι δυο μας...» Της το φόρεσε στο λαιμό και της ξαναέκανε έρωτα. «Αυτή τη φορά θα είναι ακόμα πιο όμορφο», της ψιθύρισε στ’ αφτί. Αλλά δεν ήταν ούτε καλύτερο, ούτε χειρότερο απ’ την πρώτη. Ήταν ίσως γλυκό, ήταν ευχάριστο, θα ήταν ίσως απολαυστικό αν δεν την άφηνε μετά μ’ εκείνο το παγερό κενό στην καρδιά και μ’ εκείνη την παθητική παραδοχή της ανικανότητάς της ν’ ανταποκριθεί σαν φυσιολογική γυναίκα. Θα ήταν απολαυστικό ακόμα κι έτσι, αν μόνο τον αγαπούσε. Αλλά δεν τον αγαπούσε, δεν ένιωθε να τη δένει μαζί του τίποτε περισσότερο απ’ αυτές τις ατέλειωτες και λίγο κλειστοφοβικές ώρες στο κρεβάτι. Το σώμα της ανταποκρινόταν ως ένα σημείο στα χάδια του, αλλά το μυαλό της έμενε παθητικά αμέτοχο. Κι ίσως εκεί ακριβώς να εντοπιζόταν όλο της το πρόβλημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 «Το οχυρό βλέπω έπεσε», της είπε ουδέτερα ο Ρέι, όταν ξαναβρέθηκαν για λίγο οι δυο τους μόνοι, την επομένη το βράδυ. Το ίδιο πρωί, μετά από μια ατέλειωτη νύχτα που είχαν περάσει στην καμπίνα του, ο Βιτόριο την είχε οδηγήσει θριαμβευτικά στην τραπεζαρία, όπου όλοι οι πα-ρόντες, κι ακόμα και οι μη παρόντες, είχαν όλη την ευκαιρία ν’ αντιληφθούν ότι το οχυρό είχε πέσει


επιτέλους. Ο Βιτόριο δε σκοτιζόταν να κρύψει τα δικαιώματα που κατά τη γνώμη του είχε αποκτήσει πάνω στη Σερίνα Χέιζ. Ή ίσως να το έκανε τόσο επιδεικτικά, ειδικά για να δείξει στον Ρέιμπορν Νόλαν ότι η κυριαρχία του είχε λήξει. Σίγουρα δεν είχε πεισθεί απόλυτα απ’ τα λόγια της χτες το βράδυ, παρόλο που για τη Σερίνα ήταν ακόμα εκπληκτικό το πώς είχε φανταστεί αυτός ότι μπορεί να είχε κάτι με τον Ρέι. Στο κάτωκάτω, όλοι εκεί μέσα είχαν την ευχέρεια να διαπιστώσουν πως ο Ρέιμπορν Νόλαν ασχολιό-ταν αποκλειστικά με την Τρίτσια Σέιμουρ. Μ ετά, ο Βιτόριο την είχε ξεναγήσει στην Καζαμπλάνκα, φροντίζοντας να τη φορτώσει με δώρα και σουβενίρ. Γυ-ρίζοντας στο “Φαλκόνε”, θυμήθηκε πως είχε και άλλους καλεσμένους, και για λίγο την άφησε μόνη. Η Σερίνα επωφελήθηκε για να κάνει ένα μπάνιο και να προσπαθήσει να βάλει σε κάποια τάξη τις σκέψεις της. Ένιωθε μελαγχολι-κή, αβέβαιη κι αναποφάσιστη. Ήθελε να πείσει τον εαυτό της πως της άρεσε ο Βιτόριο, έστω και μ’ αυτόν τον μάλλον ουδέτερο τρόπο. Σίγουρα ήταν πολύ ενδιαφέρων άντρας. Σαν εραστή, κάθε γυναίκα θα έπρεπε να τον είχε βρει απόλυτα ικανοποιητικό. Ήταν ωραίος άντρας, θερμός, γενναιόδωρος. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα είχε όλα - κι επιπλέον, έκανε σαν τρελός γι’ αυτήν. Αν μη τι άλλο, ήταν εξαιρετικά ευχάριστο να βλέπεις έναν άντρα σαν τον Μ αντσίνι να σε κοιτάζει μ’ όλο αυτό το πάθος. Είχε κάνει πολύ καλά που είχε μπλέξει μαζί του. Έτσι


μπορεί τελικά να της έφευγαν μερικές έμμονες ιδέες που είχε αποκτήσει πρόσφατα. Βγαίνοντας αργότερα απ’ την καμπίνα της, έπεσε πάνω στον Ρέιμπορν Νόλαν. Η καρδιά της σπαρτάρησε στο στήθος της όταν είδε την πανύψηλη φιγούρα του να στέκεται μπροστά της. Ήταν ένα μπόι με τους περισσότερους άντρες που γνώριζε, αλλά ο Ρέι την πέρναγε κοντά ένα κεφάλι. Έπρεπε να σηκώνει κάθε φορά το πρόσωπο για να μπορέσει να τον κοιτάξει στα μάτια, κι αυτό την έκανε, αν μη τι άλλο, να νιώθει πιο θηλυκιά και πιο ευάλωτη. Αυτή τη φορά όμως δε σήκωσε τα μάτια. Του είπε αμήχανα, «ω, γεια», αποφεύγοντας το βλέμμα του, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξαναβρεί την άνεση που χαρακτήριζε στο παρελθόν τις σχέσεις τους, και που ξαφνικά φαινόταν τόσο μακρινή κι ανέφικτη. «Γεια σου, Σέρι», της απάντησε ουδέτερα, και μ’ ένα φοβερό βούλιαγμα στα σωθικά της, η Σερίνα σκέφτηκε πως ποτέ άλλοτε δεν τον είχε νιώσει τόσο απόμακρο και αμέτοχο. «Πώς σου φάνηκε η Καζαμπλάνκα;» «Έτσι κι έτσι. Την περίμενα πιο γραφική». «Δεν έχεις κι άδικο. Μ εγαλουπόλεις... Τίποτα δε μένει όρθιο. Τα πάντα ισοπεδώνονται». Έμοιαζε διατεθειμένος να συνεχίσει με τις ώρες πάνω σ’ αυτό το θέμα, αλλά ξαφνικά σταμάτησε, κι αλλάζοντας απότομα τόνο, ρώτησε μαλακά: «Για πού το έβαλες;»


«Πουθενά ιδιαίτερα». «Τότε πάμε να καθίσουμε λίγο μόνοι να τα πούμε». Την έπιασε απαλά απ’ το μπράτσο, σ’ ένα άγγιγμα που έκανε τη σάρκα της να πάρει φωτιά στο σημείο όπου ακουμ-πούσαν τα δάχτυλά του, και την παρέσυρε σε μια σκοτεινή κι απόμερη γωνιά. Κάθισαν σε δυο πολυθρόνες κι α-πόμειναν να κοιτάζουν σιωπηλοί το μούχρωμα που γινόταν σιγά-σιγά νύχτα. Για πρώτη φορά από τότε που τον γνώριζε, η Σερίνα ένιωθε τόσο σφιγμένη και αδέξια μαζί του. Απόφευγε έστω και να γυρίσει να τον κοιτάξει. «Πού είναι η Τρίτσια;» τον ρώτησε τελικά για να σπάσει τη σιωπή, που τώρα πια δεν είχε ίχνος συντροφικότητας μέσα της, τουλάχιστον για κείνην. «Κοιμάται ακόμα. Η ζέστη την κουράζει». «Μ όνο η ζέστη;» τον ρώτησε δηκτικά. «Ας πούμε», της απάντησε ατάραχος. «Εσένα;» «Μ όνο η ζέστη», του αντιγύρισε ξερά, κι αυτός παρατήρησε: «Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να πειράζεσαι με ό,τι λέω». «Δεν πειράζομαι». «Ω, ναι, πειράζεσαι. Γιατί;» «Γιατί πετάς υπονοούμενα». «Δεν έχω κανένα λόγο να πετάω υπονοούμενα. Αν θέλω ν’


αναφερθώ στις σχέσεις σου με τον Βιτόριο, μπορώ να το κάνω χωρίς επιφυλάξεις. Στο κάτω-κάτω, δεν τις κρύβει κανείς απ’ τους δυο σας, κι απ’ ό,τι είδα, το οχυρό επιτέλους έπεσε». «Αυτό που λες είναι απαίσιο!» Στράφηκε να τον κοιτάξει, κι η καρδιά της έλιωσε στο στήθος της όταν τα μάτια της συναντήθηκαν με τα δικά του. Ξεροκατάπιε, ύστερα ρώτησε σιγανά: «Γιατί καυγαδίζουμε συνέχεια, Ρέι;» «Δεν καυγαδίζουμε. Πού το είδες ότι καυγαδίζουμε; Συζητάμε». «Δε συζητάμε όπως πρώτα». «Ίσως όχι, αλλά δε φταίω εγώ γι’ αυτό. Εσύ είσαι συνέχεια εκνευρισμένη». Τον κοίταξε βουβή, αναγνωρίζοντας από μέσα της πως αυτός είχε δίκιο. Ό,τι φοβόταν πιο πολύ, κινδύνευε να βγει αληθινό: αυτές τις τελευταίες μέρες, από καθαρά δική της υπαιτιότητα, οι σχέσεις της με τον Ρέι περνούσαν μια φάση δοκιμασίας και κινδύνευαν να κλονιστούν ανεπανόρθωτα. Δεν ένιωθε πια όπως παλιά μαζί του, δεν μπορούσε καν να υποκριθεί ότι ένιωθε όπως παλιά. Στην προσπάθειά της να δείχνει άνετη και φυσική, γινόταν αδέξια και σφιγμένη, κι αυτός το έπιανε και αντιδρούσε ανάλογα. Του είπε αδύναμα: «Συγνώμη, δεν το είχα καταλάβει. Μ πορεί και να είμαι».


«Γιατί;» τη ρώτησε μαλακά. «Συμβαίνει τίποτα με τον Μ αντσίνι; Απ’ ό,τι βλέπω, τα πάτε μια χαρά μαζί». «Ναι», του αποκρίθηκε χαμηλόφωνα. «Όλα είναι τέλεια μεταξύ μας». Προσπάθησε να κάνει τη φωνή της ν’ακουστεί ξένοιαστη. «Είναι υπέροχος, Ρέι. Υπέροχος από πάνω ως κάτω». Δίστασε λίγο πριν το πει, γιατί δεν είχε συνηθίσει να του λέει τόσο χοντρά ψέματα, αλλά τελικά πίεσε τον εαυτό της να προσθέσει όσο πιο πειστικά γινόταν: «Είμαστε πολύ ερωτευμένοι». «Τότε», τη ρώτησε απαλά, «τι συμβαίνει κι έχεις τόσα νεύρα; Θα έπρεπε να πετάς στα σύννεφα». Δάγκωσε νευρικά το κάτω της χείλος. «Δε συμβαίνει τίποτα, στ’ αλήθεια. Είμαι ευτυχισμένη». «Χαίρομαι», είπε ο Ρέι. Η αδιαφορία του έριχνε κυριολεκτικά λάδι στη φωτιά. Σε λίγο του είπε σιγανά: «Μ ε κάλεσε να μείνω μαζί του στη Ρώμη μέχρι ν’ αρχίσουμε τα γυρίσματα. Σκέφτομαι να δεχτώ». «Μ άλιστα», είπε ο άντρας. «Και γιατί όχι; Ο Μ αντσίνι έχει πολλά προσόντα». Ούτε λέξη για τη δική του πρόσκληση, ούτε η παραμικρή αντίδραση που να δείχνει ότι τον ενοχλούσε που τελικά δε θα πήγαινε μαζί του στην Αμερική. «Αν το βλέπεις σοβαρά...»


«Το βλέπω πολύ σοβαρά. Κι αυτός το ίδιο, νομίζω». «Ωραία. Όπως και να χει, πρόσεχε».. «Τι πράγμα;» «Ο Μ αντσίνι κάνει συλλογή από ωραίες γυναίκες». Θα ’θελε να του πει πως την ίδια διόλου δεν την ενδιέ-φερε αν ο Μ αντσίνι έκανε συλλογή από γυναίκες ή από πεταλούδες. Αντί γι’ αυτό του είπε ανάλαφρα: «Μ πορεί. Αυτή τη φορά ωστόσο νομίζω πως είναι διαφορετικά τα πράγματα. Καθόλου δε θα μ’ εκπλήξει αν μου κάνει πρόταση γάμου πριν ακόμα τελειώσει η κρουαζιέρα». Αυτό οπωσδήποτε δεν ήταν υπερβολικό. Όλη την περασμένη νύχτα, ο Μ αντσίνι της πέταγε υπονοούμενα που θα μπορούσε εύκολα κανείς να εκλάβει σαν διερευνητικές κρούσεις προς αυτή την κατεύθυνση. «Μ άλιστα», είπε πάλι ο Ρέι. Για λίγο έμεινε αμίλητος, ύστερα ρώτησε ουδέτερα: «Κι αν στην κάνει... εσύ τι θα πεις;» Του έριξε μια λοξή ματιά που σκάλωσε σαν μαγνητισμένη στο δυνατό, αντρίκιο προφίλ του. Άλλο ένα κύμα παράλογης επιθυμίας την κατέκλυσε, θολώνοντάς της κυριολεκτικά το νου. Πόσες μέρες είχε να την αγγίξει; σκέφτηκε τρέμοντας. Άλλοτε αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν για ψύλλου πήδημα. Τώρα τελευταία αυτός απέφευγε ακόμα και να της πιάσει το χέρι.


Πήρε μια βαθιά ανάσα κι είπε ήσυχα: «Θα πω ναι, φυσικά». Αυτός στράφηκε να την κοιτάξει. «Τότε είναι στ’ αλήθεια πολύ σοβαρό». «Ναι». Του αντιγύρισε το βλέμμα, τρέμοντας συνέχεια «Σερίνα», είπε απρόσμενα ο Ρέι, και στα χείλια του, τ’ όνομά της έμοιαζε να παίρνει αποχρώσεις που δεν τις είχε ποτέ. Σπάνια άλλωστε τη φώναζε Σερίνα. Ήταν πάντα Σέρι, ή μωρό μου, ή άλλα τέτοια χαϊδευτικά. Μ ια ατέλειωτη ανατριχίλα της διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά, κι έμεινε να τον κοιτάζει σαν μαγεμένη, περιμένοντας χωρίς να ξέρει καν τι περίμενε. «Λοιπόν», είπε τελικά ο άντρας, «αν είναι έτσι... Σου εύχομαι κάθε ευτυχία, φυσικά. Αλλά δε θα 'θελα... Δηλαδή, ειλικρινά, θα ’'θελα να προσέχεις. Είναι... Δε θέλω να πληγωθείς», κατέληξε μαλακά. «Γιατί να πληγωθώ; Ο Βιτόριο κάνει σαν τρελός για μένα». «Σερίνα, αχ, Σερίνα...» Της πήρε το χέρι στο δικό του, τα δάχτυλά του θάλθηκαν να παίζουν με τα δάχτυλά της, όπως την προηγουμένη με της Τρίτσια. Της είπε αργά, διαλέγοντας σχεδόν επιδεικτικά τις λέξεις: «Μ πορεί να είσαι κοντά τριάντα χρόνων, αλλά δε νομίζω ότι έχεις μεγαλύτερη πείρα από ένα κοριτσόπουλο στα δεκαοχτώ. Είσαι ευαίσθητη κι έχεις ανάγκη ν’ αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι. Αυτή η ιστορία με τον Λίαμ σε πλήγωσε πολύ. Φοβάμαι μήπως κάνεις κάποιο λάθος εκτίμησης. Φοβάμαι τον Μ αντσίνι. Δεν έχει τη φήμη πολύ σταθερού ανθρώπου. Και γιατί να την έχει,


άλλωστε; Φαντάζεσαι πόσο θα τον κυνηγάνε τα θηλυκά. Ήδη έχει ολόκληρο κατάλογο από κατακτήσεις. Δεν έχει μείνει ούτε μία αξιόλογη γυναίκα που να τον γνώρισε και να μην πέρασε απ’ το κρεβάτι του». Τράβηξε απότομα το χέρι της απ’το δικό του, φουρτουνιασμένη. Την έπνιξε η οργή, όχι γι’ αυτά που της έλεγε, αλλά επειδή αυτός συνέχιζε να τη βλέπει τόσο προστατευτικά, σαν να ήταν ο μεγάλος της αδερφός. Του πέταξε ξερά: «Για τ’ όνομα του Θεού, Ρέι, προσπαθείς να μ’ επηρεάσεις εναντίον του;» «Όχι», της είπε μ’ ένα στεναγμό. «Προσπαθώ απλά να σε προειδοποιήσω». «Αυτό - αυτό που λες είναι απαίσιο! Πραγματικά απαίσιο! Τον αγαπάω!» «Δεν αμφιβάλλω. Μ ακάρι να βγω ψεύτης. Αλλά όπως και να ’χει, πρόσεχε». «Δεν μπορείς να μου λες τέτοια πράγματα για τον Βιτόριο! Στο κάτω-κάτω, πού τα ξέρεις εσύ; 'Ακόυσες απλά τα κουτσομπολιά!» «Μ πορώ να κρίνω τους ανθρώπους, Σερίνα». «Όχι τους δικούς μου φίλους! Για τ’ όνομα του Θεού, αν ήξερες πόσο εκνευριστικό είναι αυτό που κάνεις! Αυτός ο... προστατευτισμός! Δεν το αντέχω!»


Έμεινε να την κοιτάζει σιωπηλός, μέχρι που τελικά ξε-θύμανε η οργή της και τα μάγουλά της φούντωσαν στο σκοτάδι. «Συγνώμη, Ρέι», είπε άτονα. «Δεν ξέρω τι μ’ έ-πιασε...» «Είναι εντάξει», της αποκρίθηκε μαλακά. «Δεν έγινε τίποτε». «Δεν ξέρω γιατί σου μίλησα έτσι». «Δεν είπες τίποτε. Στο κάτω-κάτω, γι’ αυτό υπάρχουν οι φίλοι. Για να ξεσπάμε πού και πού σε βάρος τους». «Ω, Ρέι...» Της ξέφυγε ένας κοφτός λυγμός, κι ένιωσε μια τρομαχτική ανάγκη να πέσει στην αγκαλιά του - αν μη τι άλλο, μόνο και μόνο για να νιώσει γι’ άλλη μια φορά καθησυχασμένη. «Ήσουνα πάντα τόσο καλός μαζί μου», κατέληξε αδύναμα. «Είμαστε φίλοι, Σέρι. Μ πορείς σε κάθε περίπτωση να βασίζεσαι πάνω μου». «Το ξέρω». Ένιωσε πάλι την παλάμη του να σφίγγεται γύρω απ’ τη δική της. Η επαφή του της έφερνε ακατάσχετα ρίγη. Όπου να ’ναι θα βάλω τα κλάματα, σκέφτηκε πανικόβλητη. Θα ’θελε να τραβήξει το χέρι της απ’ το δικό του, να πάψει να νιώθει τη ζεστασιά του δέρματός του στο δέρμα της. Κι απ’ την άλλη, θα ’θελε να μείνει έτσι μέχρι το τέλος του κόσμου. Τον ρώτησε βραχνά: «Στ’ αλήθεια δε θύμωσες;» «Όχι βέβαια». Της χαμογέλασε, σφίγγοντάς της απαλά το χέρι.


«Θα ’'θελα όμως να μ’ εμπιστεύεσαι περισσότερο, ξέρεις». «Γιατί το λες αυτό;» « Γιατί κάτι συμβαίνει που μου το κρύβεις. Κάτι δεν πάει καλά, γι’ αυτό είσαι τόσο αναστατωμένη. Δε θέλεις να μου το πεις; Ίσως μπορώ να βοηθήσω». Η Σερίνα τον κοίταξε, κι αναρωτήθηκε τι θα έκανε αυτός αν του έλεγε τι ακριβώς ήταν αυτό που την αναστάτωνε. Για μια στιγμή φοβήθηκε μήπως τον είχε αφήσει να υποψιαστεί τίποτε, και τώρα αυτός προσπαθούσε να την ψαρέψει. Έπρεπε κάτι να του πει, σίγουρα, και οπωσδήποτε όχι την αλήθεια. Τουλάχιστον όχι όλη την αλήθεια. Πήρε βαθιά ανάσα. «Ναι», είπε με κόπο. «Κάτι συμβαίνει και... πραγματικά μ’ έχει αναστατώσει. Είναι... Έχει σχέση με... Πρόκειται για κείνο το ίδιο πρόβλημα», κατέληξε παθητικά. «Το ίδιο που είχα με τον Λίαμ. Κι ωστόσο, ο Βιτόριο είναι τέλειος εραστής. Ποτέ δεν είχα φανταστεί πως μπορούσε να είναι έτσι το σεξ», Ξεροκατάπιε και πρόσθεσε δυστυχισμένα, όχι τόσο επειδή δεν την ικανοποιούσε ο Μ αντσίνι, όσο επειδή ο Ρέι μπορούσε ν’ ακούει αυτού του είδους τις εξομολογήσεις με τόση απάθεια: «Μ πορεί να κρατήσει ώρες ολόκληρες, Ρέι. Είναι κυριολεκτικά ανεξάντλητος. Κι εγώ έχω πάντα το ίδιο πρόβλημα. Στην αρχή όλα πάνε καλά, και μετά τίποτα. Εκεί που είμαι σίγουρη ότι θα συμβεί, δε συμβαίνει το παραμικρό».


Της είπε αργόσυρτα: «Είναι η αρχή, Σέρι. Όταν συνηθίσετε ο ένας στο ρυθμό του άλλου, τα πράγματα θ’ αλλάξουν». «Όχι», του είπε απελπισμένη. «Το ξέρω πως δε θ’ αλλάξουν. Δεν μπορείς να φανταστείς τι μου έκανε. Τα πάντα, Ρέι, τα πάντα. Δε φταίει αυτός, ούτε οι ρυθμοί μας. Εγώ και μόνο εγώ φταίω. Δεν είμαι ίσως απόλυτα απελευθερωμένη. Ο πατέρας μου με είχε αναθρέψει πουριτανι-κά... Μ πορεί να πάσχω από οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Μ πορεί να έχω άλλου είδους απωθημένα. Ω, Θεέ μου, πώς να ξέρω τι δεν πάει καλά; Μ όνο ένας ψυχίατρος θα μπορούσε να το βρει!» «Έλα, για το Θεό, μην κάνεις έτσι», της είπε ήρεμα. «Άσε κάποια περιθώρια στον εαυτό σου, και μην το αντί- , μετωπίζεις τόσο τραγικά. Είσαι ίσως ακόμα πολύ πληγωμένη... Φοβάσαι ίσως να ξανοιχτείς. Ό,τι κι αν συμβαίνει, δε νομίζω πως θα κρατήσει για πολύ. Άσε τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους. Τον αγαπάς και σ’ αγαπάει, κι αυτό είναι το σημαντικότερο απ’ όλα για την ώρα». «Αναγκάζομαι να προσποιούμαι», του είπε συγκροτώντας με κόπο τα δάκρυά της. «Δεν τόλμησα να του το πω. Όπως ακριβώς και με τον Λίαμ. Όπως και με τον Λίαμ, Ρέι! Ούτε αυτός κατάλαβε ποτέ τι συνέβαινε, αλλά στο βάθος πρέπει να το μάντευε, έστω και ενστικτώδικα. Γι’ αυτό έσπευσε να βρει κάποια άλλη, πιο θερμή από μένα. Το ίδιο θα γίνει και με τον Βιτόριο. Αργά ή γρήγορα, κάτι μέσα του


θα του πει πως είμαι παθολογικά ψυχρή. Πώς να μείνει ένας άντρας με μια γυναίκα σαν εμένα; Δεν το βλέπεις ότι χρειάζομαι επειγόντως τη συμβουλή κάποιου γιατρού;» Η φωνή.της ανέβαινε υατερικά, μέχρι που σε μια στιγμή συνειδητοποίησε πως αυτός την είχε τραβήξει στην αγκαλιά του, ψιθυρίζοντάς της καθησυχαστικά, «Σουτ, Σέρι», θα μας ακούσουν... Ήρεμα, γλυκιά μου, ήρεμα...» Σήκωσε τα μάτια και τον κοιταξε, σίγουρη πως αυτός θα διάβαζε στα βάθη τους όλη τής τη λαχτάρα, όλα όσα της έκανε με το άγγιγμά του. «Ρέι», μουρμούρισε πνιγμένα. Της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά. «Όλα θα πάνε καλά. Ηρέμησε τώρα. Απόλαυσέ το και πάψε να επιδιώκεις το τέλειο. Αν το ξεχάσεις και χαλαρώσεις, θα έρθει μόνο του, θα το δεις. Αυτό που κάνεις είναι το χειρότερο απ’ όλα. Όταν ο νους σου είναι μόνο στο αν θα τα καταφέρεις να φτάσεις στον οργασμό, είναι φυσικό να μην μπορείς να χαλαρώσεις. Σου γίνεται άγχος, και το άγχος είναι ανασταλτικός παράγοντας. Απ’ τη στιγμή που θα το δεχτείς σαν κάτι φυσιολογικό, θα δεις που όλα θ’ αλλάξουν». «Λες;» έκανε πνιγμένα η Σερίνα. Ο πόθος πλημμύριζε σε κύματα το κορμί της, τόσο που γινόταν αβάσταχτος. Τον ρώτησε βραχνά: «Σου έχει τύχει ποτέ περίπτωση σαν εμένα;» «Μ ια-δυο φορές, οπωσδήποτε». «Και - τι έκανες;»


«Ό,τι περνούσε απ’ το χέρι μου», της αποκρίθηκε μ’ ένα σιγανό γελάκι. «Μ ε... επιτυχία;» «Μ άλλον». Η ξαφνική και μάλλον αρρωστημένη της περιέργεια ν’ ακούσει από πρώτο χέρι για τη σεξουαλική του ζωή, έπεσε στο κενό. Ήταν φανερό πως δεν είχε σκοπό να της την ικανοποιήσει με περισσότερες λεπτομέρειες. «Κι η Τρίτσια;» τον ρώτησε ξεροκαταπίνοντας, με την ίδια μαχαιριά της ζήλειας στην καρδιά. «Η Τρίτσια - τι;» Στη φωνή του ήταν ολοφάνερη η επιφύλαξη, κι αυτό την πλήγωσε φοβερά. «Έχει - κανένα τέτοιο πρόβλημα;» «Δε νομίζω». Η Σερίνα πήρε βαθιά ανάσα. «Είναι πολύ όμορφη». «Ναι. Όμορφη και ελκυστική». Το βλέμμα του πλανιόταν στη σκοτεινή θάλασσα. «Μ ια από πολλές όμορφες και ελκυστικές γυναίκες», πρόσθεσε κυνικά. «Είναι όμως σημαντική για σένα, έτσι δεν είναι;» Ο λαιμός της ήταν σφιγμένος, η φωνή της ίσα που ακούστηκε.


«Είναι;» Δε γύριζε να την κοιτάξει. «Εσένα ρωτάω». «Ίσως και να είναι. Ο χρόνος θα το δείξει». Καιπρόσθε-σε αφηρημένα: «Μ ου θυμίζει λίγο τη Σίλα στην ηλικία της». «Α», έκανε άτονα η Σερίνα, κι ύστερα από λίγο ξαναρώ-τησε: «Σκέφτεσαι να την παντρευτείς;» «Πώς σου κατέβηκε πάλι κάτι τέτοιο;» «Επειδή είπες πως σου θυμίζει τη Σίλα». «Δεν έχει καμιά σχέση αυτό». «Δε μου απάντησες». «Όχι, δεν το σκέφτομαι για την ώρα. Ωστόσο δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος πώς θα εξελιχτεί μια σχέση. Αν προκύψει κάτι, θα είσαι η πρώτη που θα το μάθει», πρόσθεσε μ’ ένα καθησυχαστικό χαμόγελο προς το μέρος της - λες και όλο της το πρόβλημα ήταν αν θα το μάθαινε πρώτη, κι αυτός έσπευδε να καθησυχάσει τις ανησυχίες της. «Ευχαριστώ», είπε δηκτικά η Σερίνα. «Το ίδιο ακριβώς μπορώ να σου εγγυηθώ κι εγώ για μένα». «Αυτό το ξέρω», της αποκρίθηκε ανέμελα. «Αν δεν το μάθω εγώ


πρώτος, ποιος θα το μάθει;» Αλλά πριν προλάβει αυτή να του απαντήσει, άκουσαν πίσω τους βήματα, κι ύστερα τη φωνή του Βιτόριο. Το τετ-α-τετ τους για κείνο το βράδυ είχε τελειώσει, κι όλες τις επόμενες μέρες δεν ξαναβρέθηκαν παρά ελάχιστες φορές μόνοι οι δυο τους. Εκείνο το βράδυ, η Σερίνα θα έδινε οτιδήποτε για να κοιμηθεί μόνη στην καμπίνα της, αλλά ο Βιτόριο είχε σαφώς διαφορετικά σχέδια για το πώς θα περνούσαν τη νύχτα. Όταν βρέθηκε στο κρεβάτι του, για μια ακόμα ατέλειωτη επίδειξη τεχνικής από μέρους του, έκλεισε τα μάτια και πίεσε τον εαυτό της να δεχτεί τα πράγματα όπως ήταν, κι όχι όπως θα ήθελε να είναι. Αυτή η ξαφνική τρέλα για τον Ρέιμπορν Νόλαν δεν ήταν μόνο εντελώς ανώφελη, ήταν πιθανότατα και εντελώς ανυπόστατη. Μ ια αυταπάτη που είχε γεννηθεί εκείνες τις δύσκολες ώρες της μοναξιάς και της εγκατάλειψής της. Έπρεπε και μπορούσε να την ξεπεράσει. Ήταν υποχρεωμένη απ’ τις περιστάσεις να την ξεπεράσει. Καθώς ο Βιτόριο την έσφιγγε στην αγκαλιά του, φιλώντας την από πάνω μέχρι κάτω και ψιθυρίζοντάς της παθιασμένα ερωτόλογα, αναρωτήθηκε γιατί δεν μπορούσε να νιώσει μαζί του όπως ένιωθε και με τον Ρέι. Γιατί απ’ τ’ αγ-καλιάσματά τους έλειπε εκείνη η γλύκα που είχαν τα εντελώς φιλικά της αγκαλιάσματα με τον Ρέι. Γιατί δεν μπορούσε να νιώσει την καρδιά της να πλημμυρίζει ευτυχία, όπως ένιωθε κάθε φορά που άγγιζε τον Ρέι - ακόμα κι όταν ήταν ερωτευμένη με τον Λίαμ.


Κι ακόμα αναρωτήθηκε γι’ άλλη μια φορά γιατί το σώμα της αρνιόταν να υποκύψει στο κάλεσμα του δικού του, παρόλο που θα ήταν αδύνατο ν’ αρνηθεί ότι τουλάχιστον τεχνικά, όλη αυτή η προεργασία την κάλυπτε απόλυτα. Θυμήθηκε τα λόγια του Ρέι, και προσπάθησε να χαλαρώσει και να το δεχτεί παθητικά. Ήταν σωστό ότι το συνεχές άγχος του οργασμού γινόταν τροχοπέδη σε οτιδήποτε κι αν έκανε με τον εραστή της. Αποφασισμένη να απολαύσει έστω αυτό το λίγο που απολάμβανε, έπαψε να κυ: νηγάει μια ηδονή που φαινόταν ουσιαστικά ανέφικτη. Ήταν καλά κι έτσι, σκέφτηκε. Είχε όλη την τρυφερότητα και το πάθος που θα επιθυμούσε κάθε γυναίκα, από έναν άντρα που σίγουρα θα τον ζήλευαν πολλές γυναίκες. Επαναλάμβανε αυτό το επιχείρημα κι όλες τις επόμενες μέρες και νύχτες με τον Βιτόριο, έχοντας συγχρόνως απόλυτη επίγνωση του πώς αισθανόταν μαζί του και γιατί. Ήξερε πως στο βάθος υπήρχε πάντα ένα παγερό κενό που ο Βιτόριο δε θα μπορούσε ποτέ να το καλύψει. Ο Λίαμ το είχε καλύψει εν μέρει στο παρελθόν. Ο Βιτόριο δεν τα κατάφερνε καν τόσο καλά όσο ο άντρας της, κι αυτό όχι βέβαια επειδή ήταν λιγότερο αξιόλογος απ’ τον Λίαμ, όσο επειδή είχε αλλάξει η ίδια. Σ’ αυτά τα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, οι ανάγκες της είχαν διαφοροποιηθεί. Για την ακρίβεια, είχαν επικεντρωθεί σ’ ένα και μοναδικό πρόσωπο: τον Ρέι Νόλαν. Τώρα αναρωτιόταν πώς δεν το είχε συνειδητοποιήσει σ’ αυτά τα


δώδεκα χρόνια που τον γνώριζε. Οπωσδήποτε, στην αρχή ο Ρέι ήταν ερωτευμένος με τη Σίλα, μετά παντρεμένος μαζί της. Ποτέ δε θα μπορούσε να τον είχε κοιτάξει με άλλο βλέμμα εκείνη την εποχή. Αλλά μετά είχε χωρίσει. Πώς δεν είχε αντιληφθεί τότε ότι της ήταν απαραίτητος όσο κι ο αέρας που ανάσαινε, κι ότι αυτό δεν μπορούσε να είναι απλά η στοργή που πηγάζει από μια έστω τέλεια φιλία; Αλλά τότε ήταν κι αυτή ερωτευμένη με τον Λίαμ, ή έστω, είχε πείσει τον εαυτό της πως ήταν ερωτευμένη με τον Λίαμ. Μ ετά είχε παντρευτεί, και στα πλαίσια ενός γάμου που τον θεωρούσε επιτυχημένο, δεν υπήρχαν περιθώρια για άλλες επιθυμίες. Ύστερα είχε έρθει ο χωρισμός, το διαζύγιό της... Έπρεπε να περάσουν δώδεκα, σχεδόν δεκατρία χρόνια, για να συνειδητοποιήσει τι ρόλο έπαιζε ο Ρέι στη ζωή της. Κι ακόμα και τότε, είχε αρνηθεί να το παραδεχτεί. Στην αρχή ήθελε να πιστεύει πεισματικά πως δεν επρόκειτο παρά για μια ξεκάρφωτη επιθυμία, εντελώς ξεκομμένη απ’ τα υπόλοιπα αισθήματά της γι’ αυτόν, που τη γεννούσε μόνο η ανάγκη της να παρηγορη-θεί, ή να αναπληρώσει το κενό που είχε αφήσει ο Λίαμ στη ζωή της, ή να χορτάσει αυτό που είχε στερηθεί για τόσο καιρό. Ακόμα και τώρα οι αντιδράσεις της έμοιαζαν με μπλεγμένο κουβάρι, αφού ξεκινούσαν απ’ αυτή τη σπασμωδική παράδοση στον Βιτόριο, κι έφταναν μέχρι αισθήματα καθυστερημένης ενοχής απέναντι στη Σίλα. Πάνω απ’ όλα, όμως, κυριαρχούσε μόνιμα αυτή η λαχτάρα της για τον Ρέιμπορν Νόλαν, αυτή η βαθιά


ανάγκη για την παρουσία του, την αγάπη του, τη φωνή του, το σώμα του, το βλέμμα του, τα λόγια που θα της έλεγε αν την έβλεπε σαν κάτι περισσότερο από απλή φίλη. Πάντα η ίδια λαχτάρα, σε κάθε στιγμή και σε κάθε περίπτωση, κρυφή ή φανερή, καταπιεσμένη ή βασανιστικά ελεύθερη. Ακόμα και στο κρεβάτι, ήταν πάντα οι τρεις τους: αυτή, ο Βιτόριο και ο Ρέιμπορν Νόλαν, επιθυμητός σαν αμαρτία κι απλησίαστος σαν μακρινό αστέρι. Στη Ρώμη, ο Βιτόριο έμενε σ’ ένα υπέροχο μέγαρο που συναγωνιζόταν το ανάκτορό του στην Τοσκάνη. Μ αζί του η Σερίνα ένιωθε σαν βασίλισσα: τα πάντα στη διάθεσή της, απ’ το εξαιρετικά εκπαιδευμένο προσωπικό μέχρι οτιδήποτε της γυάλιζε στις υπέροχες ρωμαϊκές βιτρίνες. Ο Βιτόριο έμοιαζε να τα έχει παρατήσει όλα για χάρη της. Έκαναν μαζί ένα γύρο της Ιταλίας, από τη Νάπολη ως τη Βενετία, σε μέρη που η Σερίνα τα είχε λίγοπολύ επισκε-φτεί και στο παρελθόν, αλλά που μαζί του έμοιαζαν πιο μαγικά και πολύ πιο ενδιαφέροντα. Το είχαν ρίξει κι οι δυο στη ντόλτσε βίτα, μόνοι τους ή με παρέες που τις συνι-στούσαν προσωπικότητες από κάθε χώρο - κυρίως όμως απ’ τον κινηματογράφο. Ήταν μια περίοδος που σε κάθε άλλη περίπτωση θα την έκανε να ξεχάσει τα πάντα. Ο Βιτόριο δεν έπαυε στιγμή να της δείχνει πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί της, και σιγά-σιγά η παρουσία του στη ζωή της άρχισε να της φαίνεται σαν ένα από εκείνα τα φυσικά πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή του κάθε ανθρώπου.


Ο Ρέι είχε φύγει αμέσως μετά την κρουαζιέρα για το Λονδίνο, απ’ όπου θα πήγαινε στη Νέα Υόρκη, για να πάρει τα παιδιά του και να περάσουν μαζί ένα μήνα διακοπών. Η Σερίνα δεν μπορούσε να ξεχάσει πώς της είχε ζητήσει κάποτε να πάει μαζί του. Τώρα σίγουρα μαζί του θα είχε την Τρίτσια. Της είχε τηλεφωνήσει μια φορά στο μεταξύ, αλλά είχε διστάσει να τον ρωτήσει γι’ αυτό, όχι γιατί θα ήταν αδιάκριτο, αλλά για να μην τον ακούσει να της απαντάει καταφατικά. Της είχε τηλεφωνήσει κι η Σίλα. Ακουγόταν τρισευτυχισμένη καθώς της έλεγε για το ταξίδι που θα έκανε με τον Έλιοτ. «Θα έρθω να σε δω περνώντας απ’ το Λονδίνο. Ο Ρέι μου είπε πως βρήκες επιτέλους το γαλάζιο σου πρίγκιπα». «Δεν ξέρω αν είναι γαλάζιος, αλλά σίγουρα είναι ηλιοκαμένος», την ενημέρωσε η Σερίνα με επίπλαστο κέφι. «Είδες καθόλου τον £έι;» «Για δυο ώρες, όταν ήρθε να πάρει τα παιδιά. Έφυγαν αμέσως για την Καλιφόρνια». Η Σερίνα δεν τόλμησε να τη ρωτήσει αν είχε πάει μόνος. Τα γυρίσματα άλλωστε θα άρχιζαν σύντομα, και θα ανακάλυπτε από πρώτο χέρι αν ήταν ακόμα μαζί αυτός και η Τρίτσια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9


«Στοπ», είπε ο Ρέιμπορν, κι έμεινε να κοιτάζει σαν αφη-ρημένος τη Σερίνα. «Ας κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα», είπε τελικά, κι οι ηθοποιοί κι οι τεχνικοί του συνεργείου στέναξαν με ανακούφιση και τράβηξαν για το εσωτερικό του καφέ-μπαρ να πιούνε κάτι. Ο παρισινός ουρανός ήταν μουντός, αλλά έκανε ζέστη. Ήταν όλοι τους ιδρωμέ-νοι και κουρασμένοι. «Έλα δω, Σερίνα», είπε ο Ρέιμπορν, βλέποντάς την να του γυρίζει την πλάτη. Η κοπέλα στράφηκε απρόθυμα και προχώρησε αργά προς το μέρος του. «Εντάξει, πέσ’ το», του πέταξε μέσ’ απ’ τα σφιγμένα της χείλια. Αυτός έμεινε να την κοιτάζει με τα χέρια στις τσέπες. Τελικά είπε αργόσυρτα: «Δε θα σου πω τίποτα. Το ξέρεις κι από μόνη σου. Δεν προχωράει τίποτα έτσι. Απόψε θέλω να συζητήσουμε λίγο οι δυο μας». «Ρέι -» «Ξέρω, το συζητήσαμε ήδη τόσες φορές. Λοιπόν δεν πρόκειται να μας βλάψει ακόμα μία. Δεν το βλέπεις, Σέρι, πως δεν τραβάς καθόλου;» «Το βλέπω. Προσπαθώ, το ξέρεις. Κάνω ό,τι μπορώ για να αποδώσω αυτό που θέλεις. Δε μένεις ποτέ ευχαριστημένος!» Ο Ρέι έφερε το χέρι του στο μέτωπό του. Έδειχνε ξαφνικά τόσο


κουρασμένος και απογοητευμένος, που η καρδιά της σφίχτηκε. «Εντάξει», της είπε αργά. «Θα κάνουμε κάτι άλλο. Σταματάμε για μια μέρα. Αύριο θα έχουμε όλοι ρεπό, κι εμείς οι δυο θα πάμε μια βόλτα στην εξοχή. Σύμφωνοι;» «Σύμφωνοι», του είπε πικρά. «Αν νομίζεις πως αυτό θα βοηθήσει...» «Είμαι σίγουρος πως θα βοηθήσει. Αυτό που χρειάζεσαι είναι λίγη ξεκούραση. Τα νεύρα σου είναι τεντωμένα, και σίγουρα θα υπάρχει κάποιος λόγος γι’ αυτό, αλλά οπωσδήποτε δε βοηθάει στο γύρισμα». «Το ξέρω». «Μ ην πεισματώνεις. Έλα, χαμογέλα λίγο τώρα. Όλα θα πάνε καλά, θα δεις». «Εντάξει, Ρέι». Του χαμογέλασε αχνά, και μόνο όταν βρέθηκε πίσω στη δροσερή της σουίτα στο ξενοδοχείο, έπεσε στο κρεβάτι εξουθενωμένη και ξέσπασε σ’ ένα γερό κλάμα. Τα νεύρα της ήταν τεντωμένα, είχε πει ο Ρέι, κι είχε απόλυτα δίκιο. Ήταν τώρα δέκα μέρες στο Παρίσι για εξωτερικά γυρίσματα, κι ούτε μια μέρα δεν τον είχε ευχαριστήσει η απόδοσή της. Δεν ήταν υπερβολικός ο Ρέι, μάλλον το αντίθετο. Η ίδια ήξερε πολύ καλά πως δεν μπορούσε να παίξει, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί αρκετά, δε θυμόταν καν τις ατάκες της. Ήταν η χειρότερη


προσπάθεια που είχε κάνει ποτέ στην επαγγελματική της ζωή. Κι ήταν φοβερό, γιατί εξαιτίας της καθυστερούσε όλη η δουλειά, και το αποτέλεσμα δεν πλησίαζε καν τα συνηθισμένα στάνταρντς του Ρέι. Το έργο, όπως και πολλές άλλες τέτοιες ευρωπαϊκές παραγωγές, αναφερόταν στον πόλεμο. Το σενάριο ήταν πολύ καλό, και στα χέρια του Ρέι θα γινόταν σίγουρα αρι-στουργηματικό. Επρόκειτο για μια πολυπρόσωπη ταινία, με πολλούς γνωστούς πρωταγωνιστές στους κύριους ρόλους, και μ’ αυτήν στον κεντρικό και πιο σημαντικό ρόλο. Θα ήταν πραγματικά σταθμός στην καριέρα της ένας τέτοιος ρόλος σ’ ένα τέτοιο έργο μ’ έναν τέτοιο σκηνοθέτη. Το έργο προοριζόταν για μεγάλη διεθνή καριέρα, και διαφημιζόταν ήδη και στις ΗΠΑ. Το όνομα Νόλαν ήταν εγγύηση. Κι αυτή δεν μπορούσε να παίξει. Δεν μπορούσε καλά-καλά να σταθεί στα πόδια της τώρα τελευταία. Το χειρότερο ήταν που ξεχνούσε το ρόλο της. Ποτέ στο παρελθόν δεν της είχε ξανασυμθεί αυτό. Κι όταν τώρα της συνέβαινε, η μοναδική της αντίδραση ήταν να βάζει κάθε φορά τα κλάματα και να εύχεται να πεθάνει. Κι όλ’ αυτά εξαιτίας του Ρέιμπορν Νόλαν. Γιατί βέβαια, ο Βιτόριο Μ αντσίνι έπαιζε εντελώς δευτερεύοντα ρόλο στη ζωή της, κι αν ένιωθε ταπεινωμένη απ’ τη δική του στάση, αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στη δυστυχία που της προκαλούσε η στάση του Ρέι.


Μ ετά τις ειδυλλιακές μέρες στην Ιταλία, είχε επιστρέφει στο Λονδίνο, για να ταχτοποιήσει τις δουλειές της πριν αρχίσουν τα εξωτερικά γυρίσματα, στο Παρίσι και στη συνέχεια στο Βερολίνο. Ο Βιτόριο έμεινε πίσω στη Ρώμη, αλλά αυτό ήταν μάλλον ανακούφιση παρά πρόβλημα. Χρειαζόταν απεγνωσμένα λίγες μέρες μοναξιάς και περισυλλογής για να ξαναβρεί τον εαυτό της και την όρεξή της για δουλειά. Ρίχε προσπαθήσει να έρθει σ’ επαφή με τον Ρέι, αλλά αυτός έμοιαζε να έχει εξαφανιστεί μαζί με τα παιδιά του. Και καθώς δεν έκανε καν τον κόπο να της τηλεφωνήσει ο ίδιος, η Σερίνα κατάπιε τον εγωισμό της και τηλεφώνησε τελικά στο σπίτι του Τζέιμς Σέιμουρ. Της απάντησε ο ίδιος ο πατέρας της Τρίτσια, που χάρηκε εξαιρετικά για την ευκαιρία που του δινόταν να μιλήσει μαζί της, αλλά όχι, δεν μπορούσε να την εξυπηρετήσει. Δεν είχε ιδέα πού ακριβώς βρισκόταν εκείνη τη στιγμή η κόρη του. Ναι, ήταν σίγουρα κάπου στην Καλιφόρνια μαζί με τον Ρέιμπορν Νόλαν, αλλά δε θα μπορούσε να της πει πού. Δεν είχε τη διεύθυνσή της, και όχι, δεν ήξερε πότε θα επέστρεφε. Σίγουρα όμως δε θα αργούσε να γυρίσει, μιας και, απ’ ό,τι ήξερε, ο Ρέιμπορν έπρεπε να γυρίσει στην Ευρώπη για δουλειά. Η Σερίνα τον ευχαρίστησε, του έδωσε μια αόριστη δικαιολογία, κι έμεινε πάνω απ’ το κλειστό τηλέφωνο με την καρδιά να σφίγγεται οδυνηρά. Μ πορούσε να τους φανταστεί με απόλυτη καθαρότητα τον Ρέι, την Τρίτσια και τα παιδιά. Αυτά τα παιδιά που ως τότε τα θεωρούσε λίγο-πο-λύ δικά της, να κάνουν παρέα, ν’ αστειεύονται


και να γελάνε με την Τρίτσια Σέιμουρ, όταν θα μπορούσε τόσο καλά να ήταν αυτή στη θέση της. Κι ακόμα χειρότερα, μπορούσε να φανταστεί ολοκάθαρα τον Ρέι με την Τρίτσια, σε κάθε στιγμή των κοινών τους διακοπών. Ήταν φοβερό. Πιο επώδυνο ακόμα κι από τότε, που φανταζόταν τον Λίαμ με τη Ντέμπι. Κι ο Ρέι την είχε ξεχάσει οριστικά. Είχαν γίνει όλα όπως το είχε φοβηθεί - η στάση της απέναντι του είχε αλλάξει, κι αυτόματα είχε αλλάξει και η δική του στάση απέναντι της. Τις τελευταίες φορές που τον είχε δει κι είχε μιλήσει μαζί του, ήταν ψυχρός κι απόμακρος. Τώρα είχε πάνω από ένα μήνα να της τηλεφωνήσει, κι ας επρόκειτο σε λίγο ν’ αρχίσουν να δουλεύουν μαζί. Δεν την έπαιρνε καν για να της μιλήσει για την ταινία. Ήταν πολύ απασχολημένος με την Τρίτσια του. Η διαίσθησή της δεν την είχε ξεγελάσει - αυτή η μικρή ήταν κάτι πολύ πιο σοβαρό απ’ τις προκατόχους της. Η αλλαγή του Ρέι απέναντι της οφειλόταν ίσως σε μεγάλο βαθμό και στην παρουσία της Τρίτσια στη ζωή του. Ήταν ερωτευμένος μαζί της, όλα τ’ άλλα περνούσαν σε δεύτερη μοίρα, ακόμα κι η περίφημη φιλία που υποτίθεται τον έδενε με τη Σερίνα Χέιζ. Είχε πάρει την Τρίτσια μαζί για να τη γνωρίσουν τα παιδιά του. Τα πράγματα ήταν προφανώς πολύ πιο σοβαρά απ’ όσο φοβόταν η Σερίνα. Τον έχανε. Αυτόν τον τελευταίο καιρό, αργά αλλά σταθερά, έχανε τη φιλία του μόνου ανθρώπου που μέτραγε στη ζωή της. Η κακή


της διάθεση τον είχε αποξενώσει. Είχε μπλέξει με τον Βιτόριο, είχε δεχτεί την πρότασή του να πάει στην Ιταλία, κι είχε έτσι απορρίψει την πρόταση του Ρέι. Ήταν σαν να του έλεγε πως επιθυμούσε να τον βγάλει απ’ τη ζωή της. Ή τέλος πάντων σαν να του έδειχνε ότι οι δρόμοι τους χώριζαν. Μ ’ αυτά και μ’ αυτά, δεν είχε καν τον καιρό ν’ αντιλη-φθεί πως δεν έφευγε απ’ τη ζωή της μόνο ο Ρέιμπορν Νόλαν, αλλά και ο Βιτόριο Μ αντσίνι. Στην αρχή της τηλεφωνούσε κάθε μέρα, κι όχι μόνο μια φορά αλλά και δυο, και τρεις. Της είχε πει πως θα ερχόταν σε λίγες μέρες να τη βρει στο Λονδίνο, και πως μετά θα μπορούσαν να πάνε οι δυο τους στο Παρίσι για τις τελευταίες ρυθμίσεις σχετικά με την ταινία. Οι μέρες όμως περνούσαν, κι ο Βιτόριο δεν ερχόταν. Τα τηλεφωνήματά του άρχισαν να γίνονται πιο αραιά, και κάπως πιο απρόσωπα. Μ πορεί να ήταν απλά η ιδέα της, αλλά σίγουρα κάτι είχε αλλάξει. Έμοιαζε πάντα θερμός κι εκδηλωτικός, αλλά βαθιά μέσα της κάτι της έλεγε πως δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος που είχε ζήσει όλες εκείνες τις ειδυλλιακές ώρες μαζί του. «Και βέβαια θα έρθω», της απάντησε όταν τον ρώτησε για το ταξίδι του στο Λονδίνο. «Απλά, έχω μπλέξει με κάτι υποθέσεις... Τέλος πάντων, θα τα ξαναπούμε σύντομα, γλυκιά μου. Πρόσεχε τον εαυτό σου». Όταν τα ξαναείπαν όμως, μετά από τρεις μέρες, δεν της έκανε την παραμικρή κουβέντα για το Λονδίνο, κι η


Σερίνα δεν τον ρώτησε, για να μη νομίσει αυτός πως έσκαγε πια για να τον δει. Και σίγουρα δεν έσκαγε. Το μόνο που την ενοχλούσε ήταν ο πληγωμένος της εγωισμός - όπως τότε, με τον Λίαμ. Δεν της άρεσε καθόλου να σκέφτεται πως την παρατούσε ο Βιτόριο Μ αντσίνι. Κι ύστερα, που να τον έπαιρνε, τον είχε συνηθίσει τώρα τελευταία. Χώρια που πραγματικά το είχε διασκεδάσει τρελά μαζί του. Της έκανε όλα τα χατίρια, την κοιτούσε στα μάτια... Σε καμιά γυναίκα δε θ’ άρεσε να χάσει έναν τέτοιο εραστή. Κι ήταν οπωσδήποτε πολύ βαρύ να σκέφτεται πως τόσο καιρό ο Βιτόριο την κοροΐδευε, πως δεν είχε νιώσει γι’ αυτήν παρά μόνο έναν περαστικό πόθο και τίποτε βαθύτερο. Σε συνδυασμό με την απώλεια του Ρέι, η προδοσία του Βιτόριο αποκτούσε μια δυσανάλογη βαρύτητα. Ήταν σαν να την είχαν ξαφνικά προδώσει όλοι, κι όταν συναντήθηκε πάλι εντελώς τυχαία σε μια εκδήλωση με τον Λίαμ και τη Ντέμπι, και το ίδιο βράδυ ο πρώην άντρας της της τηλεφώνησε και της ζήτησε να τη δει, ένιωσε πως είχε φτάσει πια στο τέρμα. Πέρασε μια φοβερή νύχτα απελπισίας, και το πρωί προσπάθησε πάλι να έρθει σ’ επαφή με τον Ρέι. Αυτή τη φορά τον βρήκε στο σπίτι του στο Μ αλιμπού. Το τηλέφωνο το σήκωσε ένα απ’ τα παιδιά, που δυσκολεύτηκε μάλιστα ν’ αναγνωρίσει και τη φωνή της, πράγμα που της φάνηκε εκείνη τη στιγμή εντελώς τερατώδες.


«Χάθηκες εντελώς κι ανησύχησα», είπε αδύναμα η Σερίνα στον Ρέι. «Δεν μπορούσες να μου κάνεις ένα τηλεφώνημα;» «Δεν ήξερα πως είχες γυρίσει στο Λονδίνο. Πού είναι ο Βιτόριο;» «Για την ώρα είναι στη Ρώμη. Εγώ ήρθα για λίγες μέρες. Θα έρθει κι αυτός αύριο-μεθαύριο. Πότε θα γυρίσεις, Ρέι;» «Δε θ’ αργήσω. Δεν ξέρω ακριβώς ποια μέρα, αλλά οπωσδήποτε σύντομα». «Θα με πάρεις μόλις έρθεις;» «Φυσικά. Έχουμε δουλειά να κάνουμε». Κι αυτό ήταν όλο. Ποτέ πριν δεν της είχε φανεί τόσο απόμακρος και τόσο ξένος. Η φωνή του δεν πρόδινε ίχνος ζεστασιάς, ίχνος οικειότητας. Σαν να ήταν απλά δυο συνεργάτες που είχαν καιρό να επικοινωνήσουν. Και τελικά, ο Βιτόριο δεν ήρθε καθόλου στο Λονδίνο. Απ’ τη μέρα που είχαν χωρίσει, στο αεροδρόμιο της Ρώμης, κάτω απ’ τα φλας των παπαράτσι, δεν είχε πάψει στιγμή να την κοροϊδεύει, να της λέει ψέματα και να εφευρίσκει δικαιολογίες. Ο Θεός μόνο ήξερε πού βρισκόταν τώρα και τι έκανε. Η Σερίνα δεν μπορούσε να τον βρει σε κανένα απ’ τα τηλέφωνα που είχε, κι όταν μια μέρα


διάβασε τυχαία σ’ ένα περιοδικό που ασχολιόταν με βασιλιάδες και πρίγκιπες ότι ο “πρίγκιψ Μ αντσίνι βρισκόταν για λίγες μέρες στην Ισπανία”, δεν παραξενεύτηκε καθόλου. Το περιοδικό δεν έλεγε αν είχε και κάποια ιδιαίτερη παρέα μαζί του, αλλά δε χρειαζόταν να της το πει κανείς για να αντιληφθεί ότι ο Βιτόριο είχε προφανώς βρει την αντικα-ταστάτριά της. Και γιατί να μην τη βρει, δηλαδή, είπε πικρά στον εαυτό της. Τι παραπάνω να κάνει ένας άντρας σαν τον Μ αντσίνι μ’ ένα ψυχρόαιμο σαν εσένα... Ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Έ-κλαψε όλη τη νύχτα, όχι τόσο επειδή ήθελε τον Βιτόριο, όσο επειδή η εγκατάλειψή της ήταν μια ακόμα απόδειξη ότι δεν άξιζε πια τίποτε σαν γυναίκα. Δεν ήταν παρά μια αποτυχημένη, όπως το σκεφτόταν πάντα. Η ωραία Σερίνα Χέιζ, η καλλονή και το αναμφισβήτητο καμάρι του βρετανικού κινηματογράφου, δεν μπορούσε να κρατήσει έναν εραστή για πάνω από δυο μήνες. Δεν μπορούσε καν να κρατήσει τους παλιούς της φίλους. Αναλογίστηκε τι θα έγραφαν πάλι τα περιοδικά γι’ αυτήν και τον Βιτόριο, τι θα της έσερναν οι κουτσομπόληδες των σκανδαλοθηρικών εντύπων, τι θα έλεγαν όλοι πίσω απ’ την πλάτη της και πώς θα διασκέδαζαν με την κατάντια της. Η νύχτα τα έκανε όλα να φαίνονται ακόμα πιο μαύρα. Κι ο Ρέι δεν ήταν πουθενά αυτή τη φορά. Δεν μπορούσε να χωθεί στην αγκαλιά του και να τον αφήσει να την παρηγορήσει. Τώρα που η λαχτάρα της γι’ αυτόν έπαιρνε διαστάσεις πυρκαγιάς,


αυτός δε νοιαζόταν πια καθόλου. Δεν μπορούσε να χάσει τον Ρέι. Δεν την ένοιαζε να χάσει όλα τα άλλα, φτάνει μόνο να κρατούσε τη φιλία του. Οτιδήποτε άλλο μπορούσε να πάει στο διάβολο - η δουλειά της, οι φίλοι, ο Βιτόριο, οι άντρες, τα λεφτά και τα πανάκριβα κοσμήματα. Οι ταινίες, η φήμη και οι θαυμαστές με τα αυτόγραφά τους. Οτιδήποτε εκτός απ’ τον Ρέι. Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν. Όλα όσα χρειαζόταν στη ζωή της συνοψιζόντουσαν απλά και μόνο στον Ρέιμπορν Νόλαν. Ήταν μια φριχτή νύχτα, και για να την ξεπεράσει ήπιε κάμποσα ποτήρια βότκα, κι από πάνω πήρε και ηρεμιστικά για να κοιμηθεί όσο πιο πολύ γινόταν και να πάψει να σκέφτεται. Ο Ρέι είχε έρθει, της είχε τηλεφωνήσει, κι είχε ακούσει με απάθεια όλα όσα είχε να του πει. Είχε την ευγένεια να μην της υπενθυμίσει πως αυτός την είχε προειδοποιήσει για τον Μ αντσίνι, κι είχε επίσης την καλοσύνη να τη βεβαιώσει πως σίγουρα ο Βιτόριο θα ξαναγύριζε κοντά της. «Μ ην κάνεις έτσι, Σέρι», της είπε τελικά. «Όσο κι αν τον αγαπάς, δεν ήρθε δα κι η συντέλεια του κόσμου, έρεις πως όλα περνάνε σ’ αυτή τη ζωή. Τίποτε δεν κρατάει αιώνια». Δεν τον αγαπώ, ήθελε να του φωνάξει η Σερίνα. Δεν κλαίω για τον Βιτόριο, κλαίω για σένα που δε δίνεις δεκάρα. «Θα μπορέσω να σε δω απόψε;» τον ρώτησε ικετευτικά.


«Απόψε; Δε νομίζω πως θα μπορέσω. Έχω πάρα πολλές δουλειές. Να πούμε... μεθαύριο; Ή καλύτερα, σε τρεις μέρες». «Εντάξει», του είπε απελπισμένη, ξέροντας πως δεν ωφελούσε σε τίποτα να τον παρακαλέσει περισσότερο. Θυμήθηκε μόνο πώς είχε έρθει αυτός κάποτε να την πάρει απ’ το σπίτι της Άμπι πριν καλάκαλά κατέβει απ’ το αεροπλάνο, και της φάνηκε πως θα πέθαινε απ’ όλο το βάρος της δυστυχίας που συντριβόταν επάνω της. Κι όταν τον είδε, τίποτε δε βελτιώθηκε. Αυτός ήταν σίγουρα διαφορετικός, απόμακρος, σχεδόν ψυχρός. Δεν την αγκάλιασε ούτε τη φίλησε. Δεν την άγγιξε καλά-καλά. Της είπε τα νέα του και ζήτησε να μάθει τα δικά της. Η Σε-ρίνα του τα είπε με λεπτομέρειες. Της είπε: «Βλέπω τα χέρια σου τρέμουν πάλι. Αν άρχισες γι’ άλλη μια φορά το πιοτό και τα ηρεμιστικά, Σέρι, καλά θα κάνεις να τα κόψεις αμέσως. Δεν παιδιαρίζουμε τώρα. Μ ας περιμένει δουλειά, και δεν έχω καμιά διάθεση να την καθυστερήσω εξαιτίας σου». Αυτά ήταν τα μόνα του λόγια που έδειχναν κάποιο ενδιαφέρον, έμμεσο κι αυτό. Δεν τον ξαναείδε παρά ελάχιστες φορές, κι αυτές για λίγο. Τίποτε στις συναντήσεις τους δε θύμιζε πια τις συναντήσεις που είχαν άλλοτε οι δυο τους, εκείνες τις ατέλειωτες ώρες όπου μιλούσαν και γελούσαν και αστειευόντουσαν, τις ώρες της τρυφερότητας και της επαφής μ’ ένα μόνο βλέμμα ή άγγιγμα.


Η Σερίνα ήξερε πως αυτός τα βράδια έβγαινε με την Τρίτσια. Και καθώς δεν την είχε καλέσει ούτε μια φορά στο σπίτι του, δεν ήταν δύσκολο να μαντέψει ότι έμενε μαζί της. Μ ια μέρα τον ρώτησε: «Θα ’ρθει κι η Τρίτσια μαζί μας στο Παρίσι;» κι αυτός της απάντησε αόριστα: «Θα δούμε». Η Τρίτσια όμως δεν είχε έρθει στο Παρίσι. Οπωσδήποτε, ο Ρέιμπορν έπαιρνε πολύ στα σοβαρά τη δουλειά του για να επιτρέψει στον εαυτό του ν’ απασχολείται στη διάρκεια των γυρισμάτων με κάτι άλλο εκτός απ’ το έργο του. Θα είχε σίγουρα εξηγήσει στην Τρίτσια, κι αυτή είχε μείνει να τον περιμένει στο σπίτι τους στο Λονδίνο. Κι από μια άποψη, η Σερίνα θα προτιμούσε να είχε έρθει μαζί του. Έτσι τουλάχιστον θα δικαιολογούσε το γιατί την α-πόφευγε τόσο φανερά ο Ρέι. Αν είχε και την κοπέλα του μαζί, φυσικά δε θα είχε χρόνο για την παλιά του φίλη. Τώρα όμως, που ήταν κι αυτός εντελώς μόνος όπως κι η Σερίνα, γιατί της έδειχνε τόσο ξεκάθαρα πως η παρέα της του ήταν αδιάφορη; Ναι, τα νεύρα της είχαν σπάσει οριστικά. Κάτι περισσότερο - ήταν τόσο δυστυχισμένη, που ευχόταν συνέχεια να πεθάνει. Δεν μπορούσε κι ούτε ήθελε να ζήσει χωρίς τον Ρέιμπορν Νόλαν. Ήταν τόσο αγιάτρευτα ερωτευμένη μαζί του, που η ζωή χωρίς αυτόν ισοδυναμούσε κιόλας με θάνατο. *


Η βόλτα τους στην εξοχή ήταν η πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό που ξαναβρίσκονταν μόνοι οι δυο τους για περισσότερο από μισή ώρα. Για λίγο της φάνηκε πως όλα ξα-ναγινόντουσαν όπως παλιά, κι ένιωσε το ηθικό της ν’ αναπτερώνεται και μια ελπίδα να ζεσταίνει την καρδιά της. Καθώς κοιτούσε το όμορφο προφίλ του, κλεφτά την ώρα που αυτός οδηγούσε, της φαινόταν πως θα ήταν αδύνατο να σηκώσει άλλο το βάρος της αγάπης και της επιθυμίας που την πλημμύριζαν. «Σερίνα», της είπε αργότερα αυτός, την ώρα που δοκίμαζαν τις σπεσιαλιτέ ενός μικρού εστιατορίου στο Ον-φλέρ. «Κοίτα, δε θέλω να φανταστείς πως είμαι άκαρ-δος... Ειλικρινά, καταλαβαίνω πώς νιώθεις. Αυτή η ιστορία με τον Βιτόριο ήταν πραγματική ατυχία. Κι ήρθε πολύ νωρίς... Δεν είχες ξαναβρεί αρκετή δύναμη για να μπορείς ν’ αντιμετωπίσεις μια δεύτερη, απανωτή απογοήτευση. Σε καταλαβαίνω, πίστεψέ με...» «Στ’ αλήθεια με καταλαβαίνεις;» τον ρώτησε αχνά. «Στ’ αλήθεια. Είσαι συντριμμένη, το ξέρω._Αυτός ο κύριος σου φέρθηκε πραγματικά απαράδεκτα. =έρω επίσης πως θα το ξεπεράσεις αργά ή γρήγορα, αλλά για την ώρα έχουμε ένα ζωτικό πρόβλημα. Η δουλειά προέχει, Σέρι. Κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό, δε νομίζεις;» «Θα προσπαθήσω», του είπε πνιχτά, αποφεύγοντας το βλέμμα του. Αν μόνο ήξερες τι ακριβώς μου συμβαίνει, Ρέι... Τι θα έκανες τότε


για να μου αναπτερώσεις το ηθικό; Της μίλαγε όλη μέρα, μέχρι που γύρισαν στο Παρίσι. Της έλεγε για το έργο και τις απαιτήσεις του, της εξήγησε γι’ άλλη μια φορά τι ήθελε απ’ αυτήν, την έβαλε να του υ-ποσχεθεί ότι δε θα ξαναέπινε κι ούτε θα έπαιρνε άλλα χα-πάκια. Δεν την άγγιξε ούτε μια φορά, δεν την πήρε στην αγκαλιά του όπως το είχε κάνει δεκάδες φορές στο παρελθόν. Ήταν καθησυχαστικός, ήρεμος και αυτοκυριαρχημένος όπως πάντα, ανήσυχος για το έργο του, ανήσυχος ίσως και γι’ αυτήν, αλλά στην ουσία εντελώς αμέτοχος, και για μια φορά, ολοκληρωτικά ξένος. Τρεις μέρες αργότερα, κάποιος άφησε σ’ ένα τρέιλερ, σε ένα σημείο που η Σερίνα θα ήταν αδύνατο να μην το δει, ένα γαλλικό περιοδικό ανοιγμένο και διπλωμένο στη σελίδα 37. Στη μέση της σελίδας φιγουράριζε μια μεγάλη έγχρωμη φωτογραφία του Βιτόριο Μ αντσίνι. Δεν ήταν μόνος. Κρατούσε κτητικά απ’ το μπράτσο μια πολύ όμορφη μελαχρινή. Ο τίτλος από κάτω έλεγε: “Μ ετά την ξαν-θιά, η μελαχρινή”, κι όσο για το κείμενο, δεν άφηνε τίποτε στη φαντασία. “Μ ετά την εκρηκτική ξανθιά Σερίνα Χέιζ”, έγραφε ο Γάλλος συντάκτης, και με δικαιολογημένη σοβινιστική υπερηφάνεια, “στην καρδιά του πολυεκα-τομμυριούχου πλέι-μπόι Βιτόριο Μ αντσίνι θρονιάστηκε μια πανέμορφη μελαχρινή Γαλλίδα. Η Κορίν Λαφάρζ, το ανερχόμενο αστέρι του κινηματογράφου μας, εκτόπισε οριστικά τη βρετανική εισβολή στην καρδιά της Ιταλίας. Εδώ και μέρες οι δυο τους είναι αχώριστοι, κι απ’ ό,τι φαίνεται, η γαλλική φινέτσα και γοητεία


κερδίζει κατά κράτος. Ας ευχηθούμε στην Κορίν κάθε ευτυχία...” Η Σερίνα μπορούσε να φανταστεί τον συντάκτη να τρίβει τα χέρια του από ικανοποίηση για την πατριωτική διατύπωση που είχε πετύχει. Ήταν φοβερό. Όχι τόσο επειδή ο Βιτόριο είχε βρει εν ψυχρώ κάποια άλλη, όσο επειδή κάποιος εκεί μέσα τη ζήλευε ή τη φθονούσε ή την αντιπαθούσε τόσο πολύ. Κάποιος είχε αφήσει εκεί αυτό το έντυπο επίτηδες, για να το δει η Σερίνα Χέιζ. Κάποιος τώρα το συζητούσε πίσω απ’ την πλάτη της, γελώντας και επιχαίροντας με τη δυστυχία και την ταπείνωσή της. Τα γυρίσματα για κείνη τη μέρα είχαν τελειώσει. Ο Ρέι δε φαινόταν πουθενά, οι υπόλοιποι ετοιμαζόντουσαν να γυρίσουν στο ξενοδοχείο τους. Η Σερίνα μπήκε στο αυτοκίνητό της, γύρισε στη σουίτα της, κλείστηκε μέσα κι έπεσε στο κρεβάτι με τα ρούχα. Θα Όελε να μπορούσε να κλάψει για να βγάλει όλη την πίκρα και την ταπείνωση από μέσα της, αλλά δεν μπορούσε. Ένα βάρος της πλάκωνε το στήθος, και δυσκολευόταν ν’ ανασάνει. Της φαινόταν ότι έχανε τον κόσμο. Τελικά σηκώθηκε, έκανε ένα ντους, έβαλε μια μεταξωτή ρόμπα κι έπεσε πάλι στο κρεβάτι. Έτρεμε σαν να είχε πυρετό, κι ένιωθε μια έντονη ναυτία να της ανακατώνει τα σωθικά. Ρέι, σκεφτόταν μηχανικά, αχ, Ρέι, γιατί με αφήνεις τώρα που σε έχω τόσο ανάγκη; Πού πήγε όλη σου η αγάπη, όλη εκείνη η στοργή που μου έδειχνες; Τι έκανα και σε αποξένωσα, αγάπη μου;


Και τι δεν έκανα, σκέφτηκε μετά, κρύβοντας το πρόσωπό της στις παλάμες της. Έκανα ό,τι ακριβώς μου περνούσε απ’το χέρι. Τον κατηγόρησα ακόμα και για προστατευτισμό. Ήθελε να σηκωθεί να πάρει ένα χάπι, αλλά δεν μπορούσε. Έμεινε εκεί που είχε πέσει, με τη μεταξωτή ρόμπα να πέφτει σε ασημιά κύματα γύρω της στο κρεβάτι, με κλειστά τα μάτια, βαριανασαίνοντας. Αργότερα ήρθαν και τα δάκρυα, κι έκλαψε απαρηγόρητα για πολλή ώρα, για όλη της τη μοναξιά κι όλα όσα έλειπαν απ’ τη ζωή της. Ούτε κι αυτό όμως την ανακούφισε. Όταν χτύπησε η πόρτα της, δεν έκανε καμιά κίνηση για να σηκωθεί και ν’ ανοίξει. Τα χτυπήματα έγιναν πιο έντονα, και μαζί στ’ αφτιά της ήρθε η πνιχτή, εναγώνια φωνή του Ρέιμπορν Νόλαν: «Σερίνα - άνοιξέ μου, σε παρακαλώ. Εγώ είμαι, ο Ρέι. Άνοιξέ μου, αλλιώς θα φέρω το διευθυντή». «Εντάξει», τραύλισε η Σερίνα. «Εντάξει». Τα πόδια της λύγισαν όταν έκανε να σηκωθεί. Αυτό δα της έλειπε τώρα, ν’ ανέβει ο διευθυντής του ξενοδοχείου, ν’ ανοίξει το δωμάτιό της με το πασπαρτού, και να τη δει σ’ αυτά τα χάλια. Δεν ήξερε τι ήθελε ο Ρέι, αλλά αν έκρινε απ’ τον τόνο του, κάποιος θα του είχε πει για το περιστατικό. Είχε σπεύσει έντρομος να τη βρει. Αν του πάθαινε τώρα δα κάτι η Σερίνα Χέιζ, θα έπρεπε να ξαναγυρίσει με άλλη ηθοποιό τις μισές εξωτερικές σκηνές του έργου. Θα ήταν σωστή καταστροφή.


Πήγε παραπατώντας ως την πόρτα, την άνοιξε σαν αυτόματο, και γύρισε τυφλωμένη απ’ τα δάκρυα στο κρεβάτι. Σωριάστηκε μπρούμυτα στα σεντόνια, έκρυψε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι, και προσπάθησε απεγνωσμένα να πνίξει τους λυγμούς που της ξέσκιζαν το στήθος. Τον άκουσε να έρχεται προς το μέρος της, κι ένιωσε το στρώμα να βουλιάζει κάτω απ’ το βάρος του καθώς καθόταν δίπλα της. Την έπιασε απ’ τους ώμους και την ανάγκασε να γυρίσει να τον κοιτάξει. Η Σερίνα αντιστάθηκε μ’ όλη της τη δύναμη, αλλά αυτός ήταν πολύ πιο δυνατός. Την ανασήκωσε χωρίς πολλή προσπάθεια, τα μάτια του έψαξαν εναγώνια το πρόσωπό της. «Για τ’ όνομα του Θεού», της είπε πνιχτά, «είσαι καλά; Δεν πιστεύω να... έκανες καμιά ανοησία;» «Αν - αν εννοείς... αν πήρα κανένα μπουκάλι Βά-λιουμ», του είπε μέσ’ απ’ τους λυγμούς της, «όχι, μείνε ήσυχος... Ούτε ένα χάπι δεν πήρα, για δείγμα. Δεν κινδυνεύει το έργο σου από - από μένα...» Γύρισε το κεφάλι απ’ την άλλη και συνέχισε να κλαίει απαρηγόρητα. «Είσαι τρελή», της είπε βαριανασαίνοντας. «Αν νομίζεις ότι μπορεί να σκέφτομαι σε τέτοιες στιγμές το έργο... Δε μ’ ενδιαφέρει το έργο, που να σε πάρει!» «Τ - τότε τι;» τραύλισε η Σερίνα.


Την τράβηξε απρόσμενα στην αγκαλιά του, όπως είχε κάνει τόσες φορές στο παρελθόν, και την κράτησε βαρια-νασαίνοντας στο στήθος του. «Μ ’ ενδιαφέρεις μόνο εσύ», της είπε με κάτι σαν βιαιότητα στη φωνή. «Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν μπορώ να σε βλέπω σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν ξέρω καν τι να κάνω για να σε βοηθήσω. Είναι δύσκολο, το ξέρω, αλλά μπορείς να το ξεπεράσεις, Σερίνα, φτάνει να το πάρεις απόφαση!» «Δεν μπορώ», του είπε μ’ άλλον ένα λυγμό. «Είναι... είναι φοβερό. Αυτό το σημερινό ήταν το τελειωτικό χτύπημα... Είναι - είμαι τόσο... Αχ, Χριστέ μου, δεν μπορώ να σου εξηγήσω. Δε θα καταλάβαινες. Πες πως είμαι νευρωτική, ψυχωτική, ό,τι θέλεις...» Της είπε βαριά: «Σε καταλαβαίνω. Πίστεψέ με, Σέρι, μπορώ να σε καταλάβω, -έρω τι σημαίνει να... αγαπάς χωρίς ανταπόκριση, -έρω τι σημαίνει να νιώθεις εγκαταλειμμένος. Τα ξέρω όλα. Τα καταλαβαίνω όλα, πίστεψέ με». Γαντζώθηκε από πάνω του, κρύβοντας το πρόσωπό της στο στήθος του, κι ένα καινούριο κύμα λυγμών την έπνιξε, επειδή η αγκαλιά του ήταν τόσο ζεστή και επειδή θα θελε να μείνει για πάντα στη θαλπωρή της. «Όχι», του είπε απελπισμένα, «δεν μπορείς να καταλάβεις... Πώς θα μπορούσες; Εσύ είσαι δυνατός, αντέχεις. Δε θα βρισκόσουνα ποτέ στη θέση μου. Τι μπορείς να ξέρεις εσύ από μοναξιά κι εγκατάλειψη, Ρέι; Πώς μπορείς να νιώσεις τι σημαίνει να βλέπεις τη ζωή σου να κυλάει και να φεύγει άδεια, χωρίς το μόνο πράγμα που επιθύμησες ποτέ να


έχεις;» Η φωνή της πνίγηκε ολότελα, κι έμεινε ακίνητη στην αγκαλιά του, με το σώμα να τραντάζεται από βουβούς λυγμούς. Άργησε λίγο να συνειδητοποιήσει πως η απόλυτη σιωπή του είχε κάτι το πολύ παράδοξο. Ξαφνικά η ησυχία την τρόμαξε. Έκανε πίσω να τον κοιτάξει, και η έκφρασή του τη χτύπησε σαν γροθιά στο στομάχι. Της είπε σιγανά, σαν να μιλούσε στον εαυτό του: «Φυσικά καταλαβαίνω, Σέρι. Ούτε εγώ είμαι άτρωτος, ξέρεις». «Ρέι», μουρμούρισε σαν χαμένη. Ποτέ δε θα μπορούσε να φανταστεί πως θα έφτανε μια μέρα να δει τόση δυστυχία στα μάτια του. Η καρδιά της βούλιαξε στο στήθος της. «Καταλαβαίνω», της ξανάπε. «Τα καταλαβαίνω όλα. -έρω τι ακριβώς είναι να φεύγει η ζωή σου κι εσύ να μην μπορείς ν’ αποκτήσεις το μόνο πράγμα που θα Όελες να έχεις. Το έχω νιώσει κι εγώ. Το νιώθω και τώρα. Είμαστε ακριβώς στην ίδια μοίρα, Σέρι». Της χαμογέλασε άτονα. «Τρέχουμε κι οι δυο πίσω από κάτι που μας διαφεύγει πάντα. Κι ίσως αυτό να ισχύει για τους περισσότερους θνητούς, μωρό μου. Ίσως να είναι μετρημένοι στα δάχτυλα όσοι κατάφεραν ποτέ ν’ αποκτήσουν το μόνο πράγμα που επιθύμησαν στη ζωή τους» .Της χάιδεψε με το χέρι τα μαλλιά, σπρώχνοντάς τα πίσω στο μέτωπό της. «Το έχω ζήσει κι εγώ», της ξανάπε αχνά. «Σε παρηγορεί αυτό καθόλου; -έρω τι είναι να χρειάζεσαι αγάπη, να χρειάζεσαι να δώσεις, να προσφέρεις, να


πάρεις σε αντάλλαγμα. Ξέρω τι είναι να φεύγει και να ξεγλιστράει η αγάπη μέσ’ απ’ τα δάχτυλά σου. Τα ξέρω όλα. Είναι μέρος και της δικής μου ζωής, Σερίνα». Τα δάχτυλά του συνέχισαν να χαϊδεύουν απαλά τα μαλλιά της, τα μάτια του ήταν γεμάτα θλίψη. «Μ ην κλαις άλλο», της είπε σιγανά. «Δεν αξίζει τον κόπο».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 Αργότερα, παράγγειλε να τους φέρουν σάντουιτς και καφέ, και την ανάγκασε να φάει. Η Σερίνα έφαγε αμίλητη, όχι επειδή πεινούσε, αλλά για να του κάνει το χατίρι, -αφνικά, μέσα σε λίγα λεπτά, είχε ξαναβρεί εκείνη την πολύτιμη αίσθηση που φοβόταν πως είχε χάσει οριστικά - την αίσθηση πως οι δυο τους επικοινωνούσαν ακόμα και χωρίς λόγια. Και μαζί μ’ αυτήν, μια αίσθηση βαθιάς απόγνωσης, τελειωτικής ρήξης. Σε λίγο τον ρώτησε πνιχτά: «Εσύ κι η Τρίτσια - χωρίσατε;» «Ας πούμε... ναι», της απάντησε επιφυλακτικά. «Θα πρέπει... να ήταν σκληρό για σένα». Της χαμογέλασε άτονα. «Ας μην το συζητάμε άλλο. Δεν έλειψαν δα οι γυναίκες απ’ τον κόσμο». «Είσαι πάντα τόσο κυνικός, Ρέι, που όταν καμιά φορά όπως τώρα καλή ώρα γίνεσαι ρομαντικός, χάνω κυριολεκτικά τον


μπούσουλα», του είπε σε μια προσπάθεια να κάνει χιούμορ. Η προσπάθειά της έπεσε στο κενό. Θάθελε να τού μιλήσει για την Τρίτσια, να προσπαθήσει να τον παρηγορήσει κι αυτή με τον τρόπο της, αλλά κάπου ένιωθε εντελώς ανήμπορη μπροστά του. Αυτός ο Ρέι που είχε αποκαλυφθεί για λίγα λεπτά στα μάτια της, ήταν ένας άγνωστος που δεν είχε υποψιαστεί ποτέ πριν ότι κρυβόταν πίσω απ’ την ψύχραιμη, κυνική επιφάνεια. Ποτέ δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι ο Ρέι θα έφτανε να υποφέρει τόσο για μια γυναίκα. Και τώρα που το είχε διαπιστώσει από πρώτο χέρι, της φαινόταν αβάσταχτο. Δεν το άντεχε να ξέρει ότι ο Ρέιμπορν Νόλαν ήταν δυστυχισμένος. Δεν το άντεχε να ξέρει ότι πονούσε για κάποια άλλη. Θεέ μου, πώς θα βγάλω αυτή τη νύχτα, σκέφτηκε πανικόβλητη. Ποτέ δεν είχε νιώσει να τον χάνει τόσο οριστικά, όσο εκείνες τις λίγες στιγμές που αυτός είχε έρθει τόσο κοντά της. Πώς θα περάσει η υπόλοιπη ζωή μου χωρίς τον Ρέι; αναρωτήθηκε σαν χαμένη, και της φάνηκε πως θα έσπαγε η καρδιά της απ’ τον πόνο. Όταν ήπιαν και τον καφέ τους, αυτός της είπε ανάλαφρα: «Τι λες πάμε καμιά βόλτα; Να πάρουμε λίγο αέρα;» «Προτιμώ να κοιμηθώ», του είπε εξουθενωμένη. «Ειλι-κρινά,


νιώθω χάλια... Δε νομίζω πως θα με βαστούσαν τα πόδια μου». Της είπε ήρεμα: «Πρέπει να το μάθεις, Σέρι. Ο Βιτόριο είναι στο Παρίσι. Βγήκε μια-δυο φορές μ’ αυτή τη Λα-φάρζ. Αύριο-μεθαύριο μπορεί να εμφανιστεί στα γυρίσματα... Είναι πολύ πιθανό να τον συναντήσουμε μαζί της σε καμιά μπουάτ ή σε κάποιο πάρτι. Θέλω να είσαι προετοιμασμένη». «Θα είμαι», του είπε πνιχτά, κι από μέσα της παρακάλε-σε, αχ, γιατί δε φεύγεις να τελειώσει αυτό το μαρτύριο; «Εντάξει». Της χαμογέλασε με κόπο. «Νιώθεις καλύτερα τώρα;» «Ναι». Όχι, είχε κάνει λάθος. Τίποτα δεν ήταν πια όπως παλιά, τίποτα ποτέ δε θα ξαναγινόταν όπως ήταν κάποτε. Για λίγο είχε ξεγελαστεί κι είχε αφεθεί να πιστέψει πως οι δυο τους ξανάβρισκαν την παλιά-τους άνεση. Αλλά είχε κάνει λάθος. Αν μη τι άλλο, τώρα ένιωθαν πιο αμήχανοι παρά ποτέ. Αδέξιοι και ξένοι. «Τότε να σ’ αφήσω να κοιμηθείς». «Εντάξει», του ψιθύρισε γέρνοντας πίσω στο κρεβάτι. Το χέρι του ανέβηκε πάλι στα μαλλιά της κι έσπρωξε πίσω τις χρυσόξανθες τούφες τους. «Όνειρα γλυκά, μω-ρούλι». «Σ’ ευχαριστώ, Ρέι». Αλλά καθώς αυτός έκανε να φύγει, κάτι έσπασε μέσα της. Αν μ’ αφήσει τώρα, σκέφτηκε, δε θα το αντέξω...


Και αυθόρμητα, όπως μια άλλη φορά στο σπίτι του, τον άρπαξε απ’ το μπράτσο για να τον εμποδίσει να φύγει. Τα μάτια της καρφώθηκαν ικετευτικά στο πρόσωπό του: «Αχ, Ρέι - μη φεύγεις ακόμα», έκανε αδύναμα. «Δεν μπορώ να μείνω μόνη από τώρα...» Μ ε την ίδια κίνηση που τη θυμόταν τόσο χαρακτηριστικά, αυτός έβαλε τις παλάμες του δεξιά κι αριστερά απ’ το σώμα της, για να κρατήσει κόντρα. «Είναι αργά», της είπε λίγο βραχνά. «Κι αύριο πρέπει να ξυπνήσω πολύ νωρίς. Καλύτερα να πάω κι εγώ για ύπνο τώρα». Ήταν σαν να ξανάπαιζαν την ίδια σκηνή που είχαν προβάρει πριν από μήνες, στο μοναχικό της κρεβάτι. Μ ε τα μάτια καρφωμένα στο λίγο τραβηγμένο του πρόσωπο, με τα σωθικά της να σφίγγονται οδυνηρά απ’ την πιο ξέφρενη επιθυμία, του είπε ξέπνοα: «Κοιμήσου εδώ, Ρέι. Γι’ απόψε μόνο». Το πρόσωπό του συσπάστηκε, κι είδε τα μάτια του να κλείνουν στιγμιαία, σαν να τον είχε χτυπήσει. Έμειναν αμίλητοι, να κοιτάζονται στα μάτια, κι η ατμόσφαιρα γύρω τους έμοιαζε ξαφνικά να σπιθίζει από ηλεκτρισμό. Στο δωμάτιο δεν ακουγόταν παρά μόνο η γρήγορη, κοφτή του ανάσα. Ύστερα της είπε βραχνά τα ίδια ακριβώς λόγια: «Μ η λες ανοησίες». «Δε λέω ανοησίες», του είπε πνιγμένα. «Απόψε - απόψε σ’ έχω τόσο ανάγκη, Ρέι... Μ ’ έχεις κι εσύ, έτσι δεν είναι; Ξέρω πως τίποτε δεν είναι πια το ίδιο, τίποτε δε θα γίνει ξανά όπως παλιά...


Αλλά δεν έχει σημασία. Είναι μόνο για να βοηθήσει να περάσουμε τη νύχτα...» Το πρόσωπό του ήταν κάτωχρο όταν της είπε με κόπο: «Δεν άλλαξε τίποτα, Σερίνα. Για μένα είσαι πάντα -» «Μ η», τον παρακάλεσε βάζοντας το χέρι της πάνω στο στόμα του. «Μ ην πεις τίποτε, Ρέι. Το ξέρουμε κι οι δυο πως όλα άλλαξαν, αλλά ας το ξεχάσουμε γι’ απόψε. Δε θέλω τίποτα, μόνο - μόνο την παρουσία σου. Ήταν πάντα... τόσο καθησυχαστική». Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της κι άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλά της. «Έφτανε πάντα να εμφανιστείς για να μου περάσουν όλα. Είχες όλη τη δύναμη που χρειαζόμουνα, Ρέι. Θα ’'θελα να νιώσω πάλι όπως τότε...» Η φωνή της πνίγηκε στο λαρύγγι της. Έκλεισε τα μάτια για να σταματήσει τα δάκρυά της, αλλά αυτά συνέχισαν να τρέχουν και να κυλάνε στους κροτάφους της. «Μ η μ’ αφήσεις μόνη απόψε...» Τα μπράτσα του τυλίχτηκαν γύρω της. Την ανασήκωσε και την τράβηξε στην αγκαλιά του, και της φάνηκε πως όλο του το σώμα έτρεμε σπασμωδικά. Κόλλησε πάνω του, τρέμοντας κι αυτή σαν φύλλο. Της ψιθύρισε αχνά: «Δε θα σ’ αφήσω. Μ ην κλαις άλλο, μωρό μου». Βρέθηκε μισοξα-πλωμένος δίπλα της στο κρεβάτι, σφίγγοντάς την συνέχεια στην αγκαλιά του. Ένιωσε τα χείλια του στα μαλλιά της, κι ήξερε πως ποτέ κανείς δεν της είχε κάνει τίποτε πιο ερωτικό απ’ αυτό. Σφίγγοντας τα δόντια, τύλιξε τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό του. Το κορμί της


έπαιρνε φωτιά στο άγγιγμα του δικού του. Ήταν σκέτο μαρτύριο να προσπαθεί να του το κρύψει. Μ αρτύριο και παραζάλη, ένα μεθυστικό ξεσήκωμα των αισθήσεων, μια θολούρα που κυρίευε το μυαλό της, μια ανάγκη που δεν περιγραφόταν με λόγια. Έμεινε ακίνητη δίπλα του, βαριανασαί-νοντας. Ένιωθε το στήθος του ν’ ανασηκώνεται γρήγορα κάτω απ’ το μάγουλό της, την ανάσα του καυτή στα μαλλιά της. Της ερχόταν λιποθυμιά απ’ την έκσταση. Σε λατρεύω, Ρέι Νόλαν. Κι εσύ δε Θα μάθεις ποτέ πώς... Μ ια ζωή θα νομίζεις ότι απόψε έκλαιγα για τον Βιτόριο Μ αντσίνι. Την έσφιγγε ακόμα στην αγκαλιά του, μισοξαπλωμένος στο κρεβάτι, με τα μακριά του πόδια έξω απ’ το στρώμα. Της ψιθύρισε: «Κοιμήσου». «Κι εσύ», του είπε αδύναμα. «Αν κοιμηθείς κι εσύ, Ρέι...» Η φωνή της έτρεμε και έσπαγε σε κάθε συλλαβή. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. «Εντάξει». Πέταξε πέρα τα παπούτσια του, και βολεύτηκε δίπλα της στο φαρδύ κρεβάτι. Δε φορούσε παρά μόνο ένα κοντομάνικο τι-σερτ κι ένα πρόχειρο τζιν, αλλά και πάλι δεν ήταν δυνατόν να αισθάνεται ιδιαίτερα άνετα. Δεν τόλμησε όμως να του προτείνει να τα βγάλει. Δε θα είχε άλλωστε τίποτε να του δώσει να φορέσει. Μ όνο το μπουρνούζι της, που κι αυτό θα του έπεφτε κάμποσα νούμερα μικρότερο. Χώθηκε ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του, στενάζοντας βαθιά, και τα χείλια της ακούμ-


πησαν σαν να είχαν δική τους θέληση στο μπράτσο του, πάνω στις πυκνές χρυσόξανθες τρίχες που το σκέπαζαν. Ένιωσε το δέρμα του να ανατριχιάζει. Του είπε βραχνά, σαν να μιλούσε σ’ ένα όνειρο που θα έσβηνε μόλις ξυπνούσαν: «Ήταν πάντα μια καταπιεσμένη μου επιθυμία, ξέρεις. Να περάσω μια νύχτα στο ίδιο κρεβάτι μαζί σου. Να νιώσω... ασφαλής κοντά σου. Ήσουνα πάντα το σύμβολο της ασφάλειας για μένα, Ρέι. Της σιγουριάς και της δύναμης. Από τότε που ήμουνα δεκάξι χρόνων... Ήσουνα τόσο μεγαλόσωμος, και συγχρόνως τόσο ήρεμος και σίγουρος για τον εαυτό σου. Ήσουνα αυτός-που-δεν-έκανε-ποτέ-λάθος. Μ ια πατρική φιγούρα, αν το θες. Ήσουνα στ’ αλήθεια τόσα πολλά, Ρέι, που θα μπορούσα να σου μιλάω γι’ αυτό όλη νύχτα, και να μην προλάβουμε να κλείσουμε μάτι...» Για μεγάλη της απελπισία, ένιωσε πάλι τα δάκρυα να πλημμυρίζουν καυτά τα μάτια της. «Ναι, Σέρι», της αποκρίθηκε βραχνά. «Τώρα είμαι κοντά τριάντα, κι όλα έχουν αλλάξει», συνέχισε πνιχτά η Σερίνα. «Είναι σαν να μην έχω πια σημεία αναφοράς... Όπου κι αν κοιτάξω δε βλέπω τίποτα. Ούτε πίσω, ούτε μπρος... Σαν να έφτασα στο τέλος, Ρέι. Σαν να μην υπάρχει πια κανένας δρόμος. Μ όνο κενό, απ’ όπου κι αν τραβήξω...» Δεν της αποκρίθηκε. Συνέχισε μόνο να την κρατάει βαριανασαίνοντας στην αγκαλιά του.


«Εσύ ήσουνα το μοναδικό σταθερό σημείο αναφοράς όλ’ αυτά τα χρόνια», του είπε μ’ έναν κοφτό λυγμό. «Μ έχρι που άρχισα να σε χάνω κι εσένα». «Όχι», της είπε πνιχτά. «Αυτό δεν είναι αλήθεια, Σέρι. Ποτέ δε μ’ έχασες, το ξέρεις. Απλά... διαφοροποιήθηκαν ορισμένες καταστάσεις...» «Ναι». Κι εσύ δεν έχεις ιδέα ποιες... «Είναι... τόσο αργά όσο φαντάζομαι;» τον ρώτησε αδύναμα. «Όχι», της ψιθύρισε αχνά. «Στα τριάντα είσαι ακόμα νέα, έχεις όλες τις δυνατότητες... Εγώ όμως μπήκα στα σαρανταδύο, μωρό μου...» «Παππούλη», του είπε πνιγμένη ξαφνικά στους λυγμούς. «Στα σ σαρανταδύο εί - είσαι στ’ αλήθεια μ - με το ένα πόδι στον τ τάφο...» Οι λυγμοί της ανακατεύτηκαν μ’ ένα υστερικό γελάκι. «Ήσυχα, Σέρι», της ψιθύρισε κουνώντας την απαλά, όπως θα νανούριζε ένα μωρό. «Ήσυχα, μωρό μου...» Την έσπρωξε λίγο πίσω για να την κοιτάξει στο πρόσωπο Έδειχνε κομμένος, σαν να είχε περάσει ολόκληρη νύχτα άγρυπνος. Τα μάτια του γυάλιζαν πυρετικά. «Τι ώρα είναι;» τον ρώτησε σπασμένα. «Είναι νωρίς ακόμα. Αλλά κοιμήσου αν νυστάζεις». «Οχτώ;»


«Τι σημασία έχει;» Της γέλασε λίγο πικρά. «Αλλά είναι εννιά και τέταρτο, αφού θέλεις να μάθεις». «Δεν ή'θελα. Απλά ρώτησα». «Το ξέρω. Έτσι, για να πεις κάτι». Σταμάτησε, ξεροκατάπιε, ύστερα είπε ήσυχα; «Επειδή φοβάσαι τη σιωπή». «Πού τόξερες;» τον ρώτησε σπασμένα. «Το ήξερα. Έτσι, ξέρω κι άλλα πολλά για σένα, τι φαντάστηκες;» Της χαμογέλασε αδύναμα. «Κοιμήσου τώρα. Χρειάζεσαι μπόλικο ύπνο - και χωρίς χαπάκια». «Μ η μ’ αφήσεις», τον παρακάλεσε τρέμοντας. «Δε θα σ’ αφήσω, έχεις το λόγο μου. Θα είμαι εδώ όλη νύχτα. Το πρωί θ’ ανοίξεις τα μάτια, θα με δεις και θα τρομάξεις. Ο Θεός ξέρει τι θα σου περάσει απ’ το νου - αλλά μετά θα ξυπνήσεις για τα καλά, θα τα θυμηθείς όλα και θα βάλεις τα γέλια». «Λες τα πιο υπέροχα τρελά πράγματα», του ψιθύρισε αχνά. «Πώς τα καταφέρνεις;» «Τα προβάρω για μήνες πριν τα πω», της αποκρίθηκε χαμογελώντας με κόπο. Την τράβηξε πάλι στα μπράτσα του, κι αυτή κόλλησε πάνω του σαν να την τραβούσε ο πιο πανίσχυρος μαγνήτης του κόσμου. «Ήσουνα πάντα ο πιο συναρπαστικός


άνθρωπος στη γη», του είπε βραχνά. «Από τότε που ήμουνα στα δεκάξι... Κι αυτό δεν άλλαξε, ξέρεις...» «Όχι, μωρό μου;» «Όχι, Ρέι, ούτε για ένα δευτερόλεπτο...» «Τότε τι άλλαξε, Σερίνα;» «Δεν ξέρω. Εσύ - ξέρεις;» «Όχι», της είπε μ’ ένα βαθύ στεναγμό. «Όχι, Σέρι, δεν ξέρω...» Την έσφιξε στην αγκαλιά του τρέμοντας τώρα φανερά. «Μ η μιλάς άλλο», την παρακάλεσε πνιχτά. «Ας το αφήσουμε έτσι, εντάξει; Σε παρακαλώ, μωρό μου...» «Ναι», του είπε αχνά, χώνοντας το πρόσωπό της στο λαιμό του κι ανασαίνοντας βαθιά το ανεπαίσθητο άρωμα της κολόνιας του. Θεέ μου, σκέφτηκε παραζαλισμένη, ώστε αυτό ήταν ο έρωτας; Έπρεπε να φτάσω τόσο μακριά, να περάσουν τόσα χρόνια, για να συνειδητοποιήσω πως όλα τα άλλα ήταν εφηβικά παιχνιδάκια μπροστά σ’ αυτό που ένιωθα πάντα για τον Ρέι Νόλαν; Και καθώς στριμωχνόταν πάνω του, κι ένιωθε γι’ άλλη μια φορά τα χείλια του στα μαλλιά της, να σαλεύουν απαλά ανάμεσα στις ξανθές τούφες τους, η καρδιά της σταμάτησε σχεδόν απ’ το σοκ της ανακάλυψης. Η ανάσα της κόπηκε, και συγχρόνως τη διαπέρασε ένας πανίσχυρος σπασμός πόθου, κάτι τόσο δυνατό,


που αν είχε μείνει αέρας στα πνευμόνια της, θα είχε ξεφωνίσει άθελά της. Έμεινε ακίνητη, κολλημένη πάνω στη σκληράδα του, πάνω σ’ αυτό το σημείο του κορμιού του που πρόδινε πως ήταν κι αυτός τόσο αναστατωμένος όσο κι η ίδια, ανίκανη σχεδόν να το πιστέψει, τρέμοντας απ’ την πιο παρανοϊκή επιθυμία, κι ανήμπορη να κάνει ή να πει το παραμικρό. Τον άκουσε σαν σε όνειρο να βογγάει ελαφρά στην απότομη επαφή του κορμιού της με το δικό του. Ύστερα, αργά-αργά, έκανε λίγο πίσω και τον κοίταξε στα μάτια. Το πρόσωπό του ήταν πανιασμένο. «Σέρι», άρχισε βραχνά, κι έκανε ν’ ανασηκωθεί στον αγκώνα του. «Όχι», του ψιθύρισε αδύναμα, τραβώντας τον πάλι προς το μέρος της. «Ρέι - εγώ...» Ξαφνικά βρέθηκε να του κρατάει το πρόσωπο στις παλάμες της. Έμειναν να κοιτάζονται λαχανιάζοντας σχεδόν. Άρχισε να της λέει κάτι, αλλά τον έκοψε στα μισά. «Το θέλω... όσο κι εσύ απόψε» , του είπε σπασμένα, χάνοντας τα λόγια της απ’ την ταραχή και την αναστάτωση. «Ρέι, αν - αν εμείς... εσύ δεν -» «Σέρι», της είπε βραχνά, σπρώχνοντάς την να πέσει πίσω στο κρεβάτι και σκύβοντας από πάνω της. «Δε συμβαίνει απολύτως τίποτε. Αν φαντάζεσαι ότι... ειλικρινά δεν -» «Είμαι... είναι εντελώς...» άρχισε η Σερίνα, κι ήταν αδύνατο να προχωρήσει. Δεν μπορούσε να σχηματίσει ούτε μια λογική πρόταση εκείνη τη στιγμή. Ακατάσχετα ρίγη διαπερνούσαν το


κορμί της, κάτι που δεν το είχε νιώσει ποτέ πριν, δεν ήξερε καν ότι μπορούσε να συμβεί. Τον άρπαξε απ’ τους ώμους, προσπαθώντας να τον κρατήσει κοντά της. «Αν το θέλουμε κι οι δυο», πρόφερε με κόπο. «Τι σημασία μπορεί να έχει γι’ απόψε;» «Μ η λες ανοησίες», της ξανάπε πνιχτά. «Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι που θα το μετανιώσουμε μετά. Δεν...» Η φωνή του έσβησε. «Φίλησέ με», βόγγηξε η Σερίνα, και πριν ακόμα ολοκληρώσει τη φράση της, αυτός είχε σκύψει από πάνω της και σφράγιζε τα χείλια της με τα δικά του. * Ήταν κι αυτός απόψε μόνος και θλιμμένος. Τα είχε χαλάσει με το κορίτσι του, κι είχε ίσως αρχίσει να συνειδητοποιεί κι αυτός πως περνούσαν τα χρόνια και πως η μοναξιά καραδοκούσε τώρα πια σε κάθε στροφή του δρόμου. Ήταν το ίδιο φορτισμένος μ’ εκείνην. Είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι της, κι είχε διεγερθεί. Ήταν κάτι απόλυτα φυσικό, και που θα μπορούσε σε κάθε στιγμή να το πάθει κάθε υγιής, φυσιολογικός άντρας. Δεν ήταν καν κολακευτικό γι’ αυτήν, γιατί επρόκειτο μόνο για μια καθαρά τεχνητή αντίδραση. Στο βάθος αυτός δεν το ήθελε, ήταν σίγουρη. Ήξερε ίσως κι ο ίδιος πως κάτι τέτοιο θα ήταν η χαριστική βολή στις σχέσεις τους, πως το πρωί θα χώριζαν και θα ταν δυο ξένοι. Αν η Σερίνα το είχε αγνοήσει κι είχε απλά περιοριστεί να τραβηχτεί λίγο πιο πέρα για


να μην κολλάει πάνω του, δε θα είχε συμβεί απολύτως τίποτε. Θα αποκοιμόντουσαν ήσυχα, και το πρωί δε θα υπήρχε ίχνος αμηχανίας ανάμεσά τους, γιατί ήταν κι οι δυο αρκετά ώριμοι ώστε να μη δίνουν σημασία σε τέτοια ασήμαντα μι-κροπεριστατικά. Αλλά με τον τρόπο που είχε αντιδράσει απέναντι του, δεν του είχε αφήσει πολλά περιθώρια να αντισταθεί. Μ έσα σε δευτερόλεπτα, η ατμόσφαιρα είχε φορτιστεί ερωτικά, παρασέρνοντάς τους και τους δυο σε μια δίνη σεξουαλικής παραφοράς. Καθώς τα χείλια του κόλλαγαν στα δικά της κι αυτή άνοιγε πεινασμένα το στόμα για να ρουφήξει τη γλώσσα του, το σώμα του υπέκυψε ολοκληρωτικά. Τον ένιωσε να παραδίνεται εγκαταλείποντας κάθε αντίσταση, να κολλάει πάνω της σαν να ήθελε να ενωθεί αξεχώριστα μαζί της, σπρώχνοντας τη λεκάνη του προς το μέρος της, βογγώντας πνιχτά και τρέμοντας σύγκορμος καθώς η γλώσσα του βυθιζόταν βαθιά στο καυτό της στόμα. Σ’ εκείνα τα πρώτα δευτερόλεπτα της έκστασης, το μυαλό της ήταν ακόμα ανίκανο να καταγράψει αυτό που γινόταν. Το σώμα της όμως είχε τη δική του λογική, κι ήξερε με πεντακάθαρη σαφήνεια πως αυτό ήταν κάτι που δεν το είχε ξαναζήσει ποτέ της, κι ούτε ποτέ θα το ξαναζούσε στο μέλλον, με κανέναν άλλον. Τον ήθελε τόσο καιρό, τόσα χρόνια για την ακρίβεια, κι ας μην το είχε συνειδητοποιήσει παρά μόνο τους τελευταίους μήνες. Ήταν ο μόνος άντρας που είχε πραγματικά ποθήσει ποτέ της, ο μόνος άντρας που θα μπορούσε ποτέ να την κάνει να παραληρεί απ’ την επιθυμία, γιατί ήθελε με την ίδια ένταση κάθε μέρος και κάθε


πτυχή απ’ αυτό που ήταν ο Ρέιμπορν Νόλαν — το μυαλό του, την καρδιά του, το εξαίσια αντρίκιο σώμα του, τα μπράτσα που την έσφιγγαν ανάμεσά τους, τα αισθησιακά χείλια που ρούφαγαν πυρετικά τα δικά της, τα γκρίζα του μάτια που μισό-κλειναν, θολά απ’ τον πόθο, τη βαθιά φωνή του που της έλεγε σπασμένα, «αν δεν το θέλεις στ’ αλήθεια, δε θα προχωρήσω...» «Θεέ μου», ψιθύρισε πνιχτά η Σερίνα, «αν είναι δυνατόν... Μ η ρωτάς τίποτα, Ρέι, σε παρακαλώ...» Γύρεψε πάλι λαίμαργα το στόμα του, και καθώς αυτός της έπνιγε το πρόσωπο στα φιλιά, αιχμαλωτίζοντας ξανά και ξανά τα χείλια της και μπλέκοντας τη γλώσσα του με τη δίκιά της, προσπάθησε πυρετικά να τον γδύσει. Κυλίστηκαν πάνω στο κρεβάτι, ανίκανοι να πάψουν να φιλιούνται με το ίδιο εκρηκτικό πάθος, ανίκανοι να σταματήσουν έστω και για τα λίγα λεπτά που τους χρειάζονταν για να ξεφορτωθούν τα ρούχα τους. Την έφερε από πάνω, ύστερα από κάτω. Τη φίλησε λαίμαργα στο λαιμό, στους ώμους, στο στήθος. Πάνω απ’ το μεταξωτό της ρόμπας της, ρούφηξε τις ορθωμένες ρόγες της, σφίγγοντάς τη συγχρόνως άγρια πάνω του, με τις παλάμες του στους γλουτούς της. Προσπαθούσε να μιλήσει, αλλά η φωνή του δεν έβγαινε. Στο δωμάτιο δεν ακουγόταν παρά μόνο το βαρύ, κοφτό αγκομαχητό και των δυο τους. Σε μια στιγμή, η Σερίνα βρέθηκε με το κεφάλι έξω απ’ το στρώμα, να γέρνει προς το πάτωμα. Τα μαλλιά της έφτασαν μέχρι τη μοκέτα κι απλώθηκαν σαν χρυσή λίμνη πάνω της. Πνιχτές κραυγές πάθους έβγαιναν απ’ το μισάνοιχτο στόμα της όσο αυτός της φιλούσε με την ίδια πυρετική παραφορά το στήθος, αφήνοντας υγρούς


λεκέδες πάνω στο φίνο μεταξωτό που κάλυπτε τις ρόγες της. Την τράβηξε πάλι πίσω, φέρνοντάς τη διαγώνια στο κρεβάτι, και γι’ άλλη μια φορά κόλλησαν αξεχώριστα, σφιχταγκαλιασμένοι, βαριανασαίνοντας και φιλώντας ο ένας τον άλλον σ’ ένα παραλήρημα που απέκλειε κάθε τεχνική και κάθε λεπτότητα. Ήταν κάτι τόσο άγριο και πρωτόγονο, τόσο βίαιο και επιτακτικό, που θύμιζε περισσότερο βιασμό παρά πράξη έρωτα. Αμοιβαίο βιασμό, για την ακρίβεια. Καθώς του τραβούσε το τι-σερτ για να μπορέσει να φιλήσει το δέρμα του στήθους του, τα μακριά της νύχια χώθηκαν στο λεπτό ύφασμα και το άκουσε να σκίζεται τό-πους-τόπους. Το τράβηξε βίαια, προσπαθώντας νατού το βγάλει, κι ούτε κατάλαβε για πότε αυτός σήκωσε τα μπράτσα. Το μπλουζάκι γλίστρησε απ’ τους ώμους και το κεφάλι του και βρέθηκε πεταμένο στην άλλη άκρη του δωματίου. Έχωσε το πρόσωπό της στο φαρδύ του στέρνο, τον φίλησε παθιασμένα ανασαίνοντας βαθιά το άρωμά του, τράβηξε με τα δόντια της τις πυκνές χρυσόξανθες τρίχες που το κάλυπταν, βρήκε με τα χείλια της τις μικρές, σκληρές θηλές του. Το λαχάνιασμά του έσμιγε με το δικό της σ’ ένα απίστευτα ερωτικό κρεσέντο. Το χέρι του στάθηκε στον αυχένα της, τράβηξε βίαια το λεπτό μεταξωτό προς τα κάτω. Η ρόμπα της σκίστηκε σ’ όλο το μήκος της πλάτης, μ’ ένα ελαφρό θρόισμα που το κατέταξε κι αυτό στους πιο ερωτικούς ήχους που είχε ακούσει ποτέ της. Ένιωσε τα χέρια του να πηγαινοέρχονται στη ράχη της, να κατεβαίνουν στους γλουτούς της και να τους σφίγγουν


αισθησιακά. Το κεφάλι της βρέθηκε να κουρνιάζει ανάμεσα στα πόδια του, με το μάγουλό της πάνω στο σκληρό του μέλος. «Ω, Θεέ μου», έκανε πνιγμένα, σέρνοντας τα χείλια της πάνω απ’ το σκληρό ύφασμα του τζιν. «Ναι, ω, ναι», είπε ξέπνοα ο άντρας, και θάλθηκε να τη φιλάει αχόρταγα σ’ όλη της την πλάτη, στους γοφούς, στους γλουτούς της, στο πίσω μέρος των γυμνωμένων της μηρών. Κουλουριάστηκε πάνω του, πασχίζοντας να του ξεκουμπώσει το τζιν με χέρια που έτρεμαν σπασμωδικά. «Βγάλτο», τον παρακάλεσε πνιγμένα. «Δεν τα καταφέρνω...» Τα δάχτυλά του έμπλεξαν με τα δικά της, και τη βοήθησε να τον γδύσει, χωρίς να πάψει ούτε για ένα δευτερόλεπτο να σέρνει τα καυτά του χείλια στο βελούδινο δέρμα της. Τα κουρέλια της ρόμπας της πήραν τον ίδιο δρόμο με το παντελόνι του και τα εσώρουχά τους. Βρέθηκε ολόγυμνη, κλεισμένη στην αγκαλιά του, σφιγμένη παράφορα πάνω στο εξίσου ολόγυμνο σώμα του, με τον καυτό του φαλλό να πιέζει την κοιλιά της και με τα χείλια του να κλείνουν τα δικά της σε ασφυχτικά φιλιά που έμοιαζαν το καθένα με εκστατική έκρηξη αισθησιασμού. Δεν είχαν καν τον καιρό ή την υπομονή να εξερευνήσουν ο ένας το σώμα του άλλου. «Τώρα, σε παρακαλώ, τώρα», του μουρμούριζε ξέπνοα η Σερίνα, προσπαθώντας να τον τραβήξει ανάμεσα στα πόδια της. «Αν το θέλεις», της είπε βραχνά, με το πρόσωπο συσπασμένο. «Το θέλω. Τώρα, τώρα...» Γλίστρησε προς τα κάτω για να τον φιλήσει φευγαλέα στο καυτό του μέλος, κι


αυτός την τράβηξε πάλι προς τα πάνω, προσπαθώντας να της κάνει το ίδιο. Ήταν αδύνατο να συγχρονίσουν τις κινήσεις τους. Τον φίλησε στο στομάχι, στα πόδια, στο λαιμό, μ’ ένα απίστευτα λαίμαργο πάθος που κορυφωνόταν με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. «Σ’ αρέσει; Πες μου τι θα ’θελες να σου κάνω...» «Τίποτε. Τίποτε περισσότερο...» Και ξανά εκείνα τα παράφορα φιλιά, που έπνιγαν κάθε τους προσπάθεια να εκφράσουν έστω κι ένα μέρος απ’ την τρέλα που τους παράσερνε ακάθεκτη στο οριστικό σμίξιμο. «Αντέχεις ακόμα;» «Όχι...» Βρέθηκε με τα πόδια της στους ώμους του, κι αυτόν κατακτητικό πάνω απ’ το ανοιχτό, προσκαλεστικό της σώμα. «Έλα...» Τον αισθάνθηκε καυτό στην είσοδο της φύσης της, κι έβαλε το χέρι της για να τον βοηθήσει να προχωρήσει. Έκλεισε τα μάτια κι έσφιξε τα δόντια, κι η ανάσα της κόπηκε τη στιγμή που τον ένιωσε να παραβιάζει το κορμί της. Ένα αργόσυρτο βογγητό ξέφυγε απ’ τα σφιγμένα της χείλια κι ενώθηκε με το δικό του. Ένας σπασμός ατέλειωτης ηδονής διαπέρασε τα σωθικά της καθώς αυτός γλιστρούσε άκοπα βαθιά μέσα της. Το καυτό, σκληρό του μέλος γέμισε σφύζοντας τα σπλάχνα της, το σώμα της σπαρτάρησε. Μ έσα απ’ τα κοφτά βογγητά του, τον άκου-σε να τη ρωτάει: «Είναι καλά έτσι;» «Ω, ναι», του αποκρίθηκε αδύναμα, προσπαθώντας να κολλήσει πάνω του. Της κατέβασε τα πόδια, τύλιξε τα μπράτσα του γύρω της και κόλλησε τα χείλια του στα δικά της. Η γλώσσα του γέμισε το στόμα της και μπλέχτηκε με τη γλώσσα της, κι αυτή ρούφηξε με απίστευτη απόλαυση την ανάσα του.


Το σώμα της ακολούθησε αυτόματα το βαθύ ρυθμό του, αφήνοντάς του όλη την πρωτοβουλία των κινήσεων. Δεν είχε καιρό να σκεφτεί ή να υπολογίσει τίποτα. Τα νεύρα της έπαιρναν φωτιά, το αίμα έτρεχε καυτό στις φλέβες της, τ’ αφτιά της βούιζαν απ’ τη διέγερση. Μ ε κάθε κίνησή του βαθιά μέσα της και με κάθε του βογγητό και κάθε βραχνή λέξη που έβγαινε απ’ το στόμα του, καινούρια κύματα ηδονής απλώνονταν απ’ άκρη σ’ άκρη στο κορμί της. Της φίλαγε τα χείλια, τό λαιμό, το στήθος, κι αυτή τον φίλαγε σ’ όλο του το πρόσωπο, με το ίδιο πυρετικό και πεινασμένο πάθος που είχαν και τα δικά του φιλιά κι οι βαθιές, γρήγορες κινήσεις του. Τα κύματα της ηδονής έγιναν πιο έντονα, σχεδόν αβάσταχτα. «Πες μου αν θέλεις να το καθυστερήσω», της μουρμούριζε βραχνά ο άντρας, κοντανασαίνοντας ανάμεσα σε δυο φιλιά. «Όχι», του είπε ξέπνοα, «όχι. Κάνε πιο γρήγορα...» «Δεν ξέρω αν θα κρατήσω για πολύ...» «Μ ην αργείς άλλο, αγάπη μου, μην αργείς...» Η ένταση της ηδονής ανέβαινε τόσο απότομα, που ήταν αδύνατο πια να ελέγξει τις αντιδράσεις της. «Θεέ μου, δεν είναι δυνατόν», έκανε μ’ έναν κοφτό λυγμό, μπήγοντας τα νύχια της στην πλάτη του. «Ω, Θεέ μου, είναι... είναι...» «Έλα», της είπε με κόπο, «έλα, μωρό μου... Άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο - τώρα, Σέρι, τώρα...» Δε χρειαζόταν να της το πει. Βαθιοί σπασμοί διαπερνούσαν τα σωθικά της, το σώμα της σπαρτάρησε κι η λεκάνη της ανέβηκε ψηλά για να κολλήσει στη δική του, καθώς η ηδονή της


κορύφωσης πλημμύριζε σε αλλεπάλληλα κύματα τα σπλάχνα της, κι από κει όλο της το κορμί μέχρι και το τελευταίο του νεύρο. Έριξε πίσω το κεφάλι και φώναξε βραχνά, ανίκανη να συγκρατηθεί, και αγνοώντας εντελώς τι έκανε. Για λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκε να στροβιλίζεται σε μια δίνη απόλαυσης που δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι υπήρχε. Καθώς ξανάβρισκε λίγο τον εαυτό της, συνειδητοποίησε πως το ίδιο συνέβαινε και στον Ρέι, πως δεν μπορούσε να συγκρατηθεί άλλο, και πως είχε χώσει το πρόσωπό του στα μαλλιά της και βογ-γούσε σπασμωδικά με κάθε ρίγος που τράνταζε το κορμί του. Τον έσφιξε μ’ όλη της τη δύναμη πάνω της, μπήγοντας ασυναίσθητα τα δόντια της στον ώμο του. Της φάνηκε ότι θα λιποθυμούσε από σκέτη έκσταση. Η ανάσα της κοβόταν, τα μάτια της θόλωναν. Άκουγε το σφυγμό της να χτυπάει σαν τρελός σ’ όλο της το σώμα, την καρδιά της να βροντοκοπάει στο στήθος της. Τα τελευταία ρίγη της ηδονής έσβηναν σιγά-σιγά, μαζί με τα δικά του. Το σώμα του ηρέμησε στην αγκαλιά της, κι έμειναν ακίνητοι, βα-ριανασαίνοντας, παραζαλισμένοι ακόμα απ’ τον απόηχο της ηδονής και τον πυρετό όλου του αχαλίνωτου πάθους που τους είχε ενώσει. Σε λίγο σάλεψε στην αγκαλιά της, ανασηκώνοντας το κεφάλι και γέρνοντας λίγο στο πλάι για να μη ρίχνει όλο του το βάρος πάνω της. Η Σερίνα άνοιξε τα μάτια και τον κοίταξε βουβή. Το πρόσωπό του έμοιαζε κομμένο και χλομό. Της αντιγύρισε το βλέμμα χωρίς να πει λέξη, κι αυτή ήταν αδύνατο να διαβάσει την έκφραση στα μάτια του. Δεν ήξερε αν πρόδινε ενοχή, μετάνοια ή


οτιδήποτε άλλο, αλλά σίγουρα δεν πρόδινε ίχνος απ’ την έκσταση που είχαν μοιραστεί πριν λίγο. Έκλεισε πάλι τα μάτια και δάγκωσε το κάτω της χείλος για να το εμποδίσει να τρέμει. Τελικά του είπε βραχνά: «Δεν υποκρίθηκα. Αυτή τη φορά δεν υποκρινόμουνα, Ρέι...» Καυτά δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της, και γυρίζοντάς του απότομα την πλάτη, έχωσε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι κι άφησε τα δάκρυά της να τρέξουν ελεύθερα. Τα δάχτυλά του στάθηκαν ανάλαφρα στα μαλλιά της, τα χάιδεψαν σχεδόν αδέξια. «Σερίνα», έκανε πνιχτά. «Για τ’ όνομα του Θεού, άφησέ με», του πέταξε μέσ’ απ’ τους λυγμούς της. Τι ήταν γι’ αυτόν ό,τι είχε γίνει μεταξύ τους; Τίποτε περισσότερο από μια ακόμα σεξουαλική εμπειρία μέσα στις άλλες. Είχε ανάψει, το είχε κάνει, είχε τελειώσει. Τώρα πιθανότατα το μετάνιωνε μ’ όλη του την ψυχή, επειδή ήξερε πολύ καλά πως αυτό ήταν και το τέλος της φιλίας τους. Επειδή ίσως φοβόταν πως από δω και πέρα η Σερίνα Χέιζ θα μπορούσε να έχει άλλου είδους απαιτήσεις απ’ αυτόν. «Άφησέ με», του ξανάπε πνιγμένα. «Σε παρακαλώ, Σέρι...» Την ανάγκασε τελικά να γυρίσει να τον κοιτάξει, την τράβηξε στην αγκαλιά του και την κράτησε σφιγμένη πάνω του μέχρι που αυτή σταμάτησε να κλαίει. Της είπε αργά: «έρω πως δεν έπρεπε να είχε γίνει αυτό. Αλλά μην το παίρνεις τόσο βαριά, Σέρι. Ήταν... ήταν πολύ όμορφο για μένα. Και δεν πρόκειται να - αλλάξει τίποτα. Στο υπόσχομαι, Σέρι»


«Δε μπορώ να το σ - συζητήσω τώρα», του είπε μ’ ένα λυγμό. Το αγκάλιασμά του ήταν καθαρά αδερφικό. Στο νου της ξανάρθε όλη εκείνη η έκσταση που είχε ζήσει στην αγκαλιά του, εκείνη η μοναδική εμπειρία, η απερίγραπτη ηδονή, η βαθιά απόλαυση ότι έκανε έρωτα με τον μόνο άνθρωπο που είχε πραγματικά επιθυμήσει ποτέ της. Εκείνο το παράφορο δόσιμο, η βαθιά ανάγκη για το σώμα του όσο και για την ψυχή του, το ολοκληρωτικό σμίξιμο. Οι στιγμές της κορύφωσης, τόσο έντονες, που τώρα της φαινόταν παράξενο πώς τις είχε αντέξει χωρίς να λιποθυμήσει. Η μοναδική ολοκληρωμένη εμπειρία σ’ όλη τη ζωή της, κάτι που ούτε το είχε ξαναζήσει ούτε θα το ξαναζούσε ποτέ στο μέλλον. Όλα αυτά που για τον Ρέιμπορν Νό-λαν δεν ήταν παρά μια ακόμα ώρα σωματικής ανάγκης και γυμνού σεξ μέσα στις άλλες. Της είπε σιγανά: «Θέλεις να σου ζητήσω συγνώμη; Αυτό θέλεις;» «Όχι. Δεν είναι θέμα συγνώμης...» «Σέρι, για το Θεό... Πες πως έχασα τον αυτοέλεγχό μου. Ήταν μια άτυχη συγκυρία. Δεν το ή'θελα στ’ αλήθεια, το ξέρεις». «Ναι», του είπε ξερά. «Το ξέρω». «Είμαστε φίλοι, Σέρι, δεν είμαστε; Πάντα ήμασταν και πάντα θα είμαστε και στο μέλλον. Αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να το συζητήσουμε, θα είναι σίγουρα καλύτερα και για τους δυο μας να... να δώσουμε αμοιβαίες εξηγήσεις, τι λες κι εσύ;»


«Αυτή η λογική σου», του πέταξε εξοργισμένη, σπρώ-χνοντάς τον πέρα. =έφυγε απ’ το αγκάλιασμά του, σκούπισε τα δάκρυά της, κι έψαξε με τα μάτια για να βρει κάτι να σκεπάσει τη γύμνια της. Τελικά περιορίστηκε να τραβήξει το σεντόνι μέχρι το λαιμό της. Αυτός έγειρε πίσω κι έκλεισε τα μάτια. Τα χαρακτηριστικά του ήταν τραβηγμένα, τα χείλια του σφιγμένα. Κι εκείνη τη στιγμή τον αγαπούσε, αν αυτό ήταν δυνατό, πιο πολύ παρά ποτέ. Τα μάτια της πέρασαν απ’ το γυμνό του σώμα, απολαμβάνοντας την ομορφιά και τη δύναμή του. Κι ήξερε πως ποτέ πια δε θα το ένιωθε να γεμίζει μ’ όλο εκείνο το καφτό πάθος τα σωθικά της, ούτε ποτέ πια θα έλιωνε απ’ την απόλαυση στα μπράτσα του. Ό,τι είχε γίνει είχε γίνει, κι αυτό κατά λάθος. Από μια άτυχη συγκυρία που δε θα επαναλαμβανόταν ποτέ πια. Έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της, βαριανα-σαίνοντας, κι αυτός της είπε σιγανά: «Ας μη μεγαλοποιούμε ένα ασήμαντο γεγονός». Δεν είχε ιδέα βέβαια τι της έκανε μ’ αυτά τα παρηγορητικά του λόγια. «Άλλωστε... νόμιζα πως το ήθελες κι εσύ». «Το ή'θελα», του είπε αδύναμα. «Εκείνη τη στιγμή το ή'θελα. Όσο κι εσύ». «Το ξέρω», της αποκρίθηκε σιγανά, κι απλώνοντας το χέρι πήρε το δικό της στην παλάμη του. «Κοίταξέ με, Σέ-ρι...» Τα μάτια τους συναντήθηκαν κι ενώθηκαν σ’ ένα ατέλειωτο βλέμμα. «Συχώρεσέ


με», της ξανάπε αχνά, φέρνοντας το χέρι της στα χείλια του. Κι υπήρχε τόση δυστυχία στα μάτια του, που η καρδιά της σταμάτησε για μια στιγμή στο στήθος της. «Δεν υπάρχει τέτοιο θέμα», ξανάπε αδύναμα. «Τότε έλα πιο κοντά», της είπε πνιχτά. «Κι άσε αυτό το ηλίθιο σεντόνι». «Δεν ξέρω αν -», άρχισε η Σερίνα, με την καρδιά να χτυπάει να σπάσει, αλλά δεν της έδωσε την ευκαιρία να ολοκληρώσει τη φράση της. Την τράβηξε προς το μέρος του και την ανάγκασε να ξαπλώσει δίπλα του. Το μπράτσο του πέρασε γύρω απ’ τη μέση της, την έσφιξε πάνω του, κι έχωσε πάλι το πρόσωπό του στα μαλλιά της. «Αχ, Σέρι», μουρμούρισε βραχνά. «Έτσι... Μ είνε λίγο κοντά μου. Ας βρούμε μια άκρη, εντάξει;» Μ ε την καρδιά να βροντοχτυπάει στο στήθος της, του ψιθύρισε αδύναμα: «Σε ποιο πράγμα;» «Σε όλα», της είπε σιγανά. «Απ’ την αρχή. Κι ακόμα σ’ αυτό το αποψινό. Δε θα 'θελα να φανταστείς -» «Δε φαντάστηκα τίποτε», του αποκρίθηκε τρέμοντας. Η καρδιά της έκανε τούμπες στο στήθος της. «Ήταν... ήταν ίσως φυσικό να γίνει». Έχανε πάλι τα λόγια της, δεν ήξερε πια τι έλεγε. «Είχες δίκιο. Λυπάμαι αν... αν ήμουνα απότομη. Ήταν πολύ όμορφο, στ’ αλήθεια, και - για μια φορά...»


«Για μια φορά - τι;» «Δε χρειάστηκε να υποκριθώ», κατέληξε σβησμένα η κοπέλα. Το σώμα της άρχισε να τρέμει σα φύλλο στην αγκαλιά του. «Ρέι ήταν η πρώτη φορά που... που ένιωσα τόσο έντονα. Δεν μπορώ ακόμα να τό πιστέψω». Τώρα βα-ριανάσαινε στην αγκαλιά του, πολύ κοντά πάλι στα δάκρυα. Ξεροκατάπιε και πρόσθεσε σπασμένα: «Ξέρω πως δεν ήταν τίποτε σημαντικό - ένα απρόσμενο περιστατικό. Αλλά ήταν... καλό για μένα. Μ ου - μου επιβεβαίωσε ορισμένα πράγματα...» Η φωνή της έσβησε οριστικά. Της είπε μαλακά: «Κοίταξέ με, Σερίνα. Θέλω στ’ αλήθεια να το συζητήσουμε αυτό, ξέρεις». «Δεν - υπάρχει λόγος... Ξέρω πως ήσουνα το ίδιο μόνος και... δυστυχισμένος απόψε. Θέλαμε λ - λίγη παρηγοριά. Το ξέρω. Δεν υπάρχει λόγος να μου εξηγήσεις τίποτα. Είμαστε πάντα φίλοι, χωρίς αμφιβολία. Δεν μ’ επηρέασε αυτό. Δ - δεν υπάρχει λόγος να στενοχωριέσαι...» «Γιατί τρέμεις;» τη ρώτησε απρόσμενα, με τα μάτια καρφωμένα στα δικά της. «Δ - δεν ξέρω. Φυσική αντίδραση, υποθέτω. Δ - δεν το περίμενα, δεν...» «Για τ’ όνομα του Θεού, ηρέμησε, μωρό μου...» Την έσφιγγε προστατευτικά στα μπράτσα του, κι η αγκαλιά του ήταν σκέτος


παράδεισος. «Σερίνα, ή'θελα να σου πω... Το ξέρω πως - πως εσύ κι ο Βιτόριο... Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω», πρόσθεσε βιαστικά, φανερά νευρικός κι αυτός τώρα. «Ήσουνα σε κατάσταση σοκ απόψε, κι εγώ επωφελήθηκα για να - να ικανοποιήσω ορισμένες μου ανάγκες. Δε θα έπρεπε για κανένα λόγο να έχω υποκύψει. Ξέρω πόσο σου κόστισε αυτή η ιστορία με τον Βιτόριο, ξέρω ακόμα πως... αν αυτός γυρίσει, σίγουρα δε θα του πεις όχι. Αλλά, Σερίνα...» Σταμάτησε, ξεροκατάπιε, και καθώς αυτή τον κοιτούσε σαν ηλίθια, προσπαθώντας να παρακολουθήσει το συλλογισμό του, πρόσθεσε αχνά: «Αν γίνει αυτό, θα ή'θελα να το ξανασκεφτείς πριν - πριν αποφασίσεις... Δε χρειάζεται να πληγωθείς κι άλλο, μωρό μου...» Ήταν έτοιμη να τον ρωτήσει τι εννοούσε. Άνοιγε κιόλας το στόμα να μιλήσει, αναστατωμένη απ’ την έκφραση στα μάτια του κι απ’ τον τόνο της φωνής του, νιώθοντας απρόσμενα να βυθίζεται γι’ άλλη μια φορά σ’εκείνη τη μαγεία που τους είχε ενώσει πριν λίγο, όταν ξαφνικά το τηλέφωνο στο κομοδίνο της άρχισε να χτυπάει. Έμειναν κι οι δυο ακίνητοι, βαστώντας και την αναπνοή τους, μετρώντας τα χτυπήματα. Στο τέταρτο, της είπε βραχνά: «Δες ποιος είναι». Μ ηχανικά, η Σερίνα άπλωσε το χέρι, σήκωσε το ακουστικό και το έφερε στο αφτί της. «Ναι», είπε αδύναμα. Απ’ την άλλη άκρη της γραμμής, η φωνή του Βιτόριο έφτασε σχεδόν εναγώνια στ’ αφτιά της. «Σερίνα; Αγάπη μου, επιτέλους σε βρήκα! Μ ώρό μου, είσαι καλά;»


«Ναι, φυσικά, Βιτόριο», του αποκρίθηκε παραζαλισμένη, κι αναρωτήθηκε τι στο διάβολο ήθελε αυτός και της τηλεφωνούσε τέτοια ώρα. Κοίταξε τον Ρέι-κι αυτός της έκανε ένα μορφασμό που θα μπορούσε να λέει τα πάντα, απ’ το "στο είχα πει, θυμάσαι;” μέχρι το "να σας αφήσω τώρα να τα πείτε”. «Πού είσαι;» ρώτησε σαν χαμένη, έτσι, για να πει κάτι. «Στο Παρίσι, πού αλλού; Κοίτα, αγάπη μου...» Ξαφνικά έμοιαζε κι αυτός να χάνει τα λόγια του. «Τώρα μόλις μου είπαν - είδα ένα έντυπο... με μια φωτογραφία μου. Ένα ανόητο ενσταντανέ. Κάποιος την τράβηξε και... Σερίνα, ελπίζω να καταλαβαίνεις πως αυτό δεν έχει καμιά σχέση μ’ εμάς τους δυο, έτσι δεν είναι; Την κοπέλα μόλις που τη γνωρίζω. Επρόκειτο για μια ανόητη κοσμική εκδήλωση». «Ναι, Βιτόριο, καταλαβαίνω». Του απαντούσε μηχανικά, παρακολουθώντας συνέχεια με τα μάτια τον Ρέι. Άπλωσε βουβή το χέρι να τον κρατήσει όταν τον είδε να κάνει μια κίνηση για να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Μ είνε, τον παρακάλεσε με τα μάτια. «Μ ωρό μου, προσπάθησε νά καταλάβεις. Ήταν μια άτυχη σύμπτωση. Ξέρεις τι σημαίνεις για μένα. Δε θα 'θελα να πιστέψεις ότι... Έσπευσα να σε πάρω μόλις υπέπεσε στην αντίληψή μου. Σερίνα, για το Θεό, πες κάτι!» «Είχες... εξαφανιστεί», του είπε σαν αυτόματο, με τα μάτια καρφωμένα στον Ρέι που έψαχνε να βρει τα ρούχα του.


«Είχα πάρα πολλές δουλειές, αγάπη μου. Κοίτα, Σερίνα, σε πέντε λεπτά θα είμαι εκεί. Εντάξει; Θα με περιμένεις;» «Βιτόριο... Τέτοια ώρα;» Πανικόβλητη, ανασηκώθηκε κι έπιασε τον Ρέι απ’ το μπράτσο. Είχε καθίσει στην άκρη του κρεβατιού κι έβαζε τα παπούτσια του. Γύρισε και της έριξε ένα εντελώς άδειο βλέμμα, χαμογελώντας της συγχρόνως άτονα. «Τέτοια ώρα - γιατί όχι; Δε φαντάζεσαι πόσο μου έχεις λείψει! Εγώ δε σου ’λειψά καθόλου;» «Μ α φυσικά, Βιτόριο - αλλά...» «Σε πέντε λεπτά», της ξανάπε λίγο βραχνά. «Βάλε κάτι όμορφο καιπερίμενέ με - στο κρεβάτι». Ήθελε να του πει, μην τολμήσεις να εμφανιστείς εδώ πέρα. Ήθελε να του πει, πήγαινε στο διάβολο, Βιτόριο Μ αντσίνι, και άλλα πολλά με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά τελικά δεν του είπε τίποτε απ’ αυτά. Μ ε τα μάτια καρφωμένα στην πλάτη του Ρέι που έβαζε τώρα το σκισμένο του μπλουζάκι, σκέφτηκε πόσο μάταιη ήταν αυτή η νύχτα που είχαν περάσει μαζί, και με τι τρόπο της είχε δώσει αυτός να καταλάβει ότι δε θα μπορούσε να έχει καμιά συνέχεια. Είπε αδύναμα: «Εντάξει, αγάπη μου, σε περιμένω. Μ ην αργήσεις». Όταν έκλεισε το τηλέφωνο, ο Ρέι ήταν ντυμένος κι έτοιμος να φύγει. Της χαμογέλασε όταν την είδε να τον κοιτάζει με τα μάτια


γεμάτα ικεσία, κι είπε ουδέτερα: «Όλα καλά, λοιπόν. Ο άσωτος επιστρέφει». «Ναι», έκανε σβησμένα η Σερίνα. «Πρέπει να φοβάται στ’ αλήθεια μήπως σε χάσει για να κάνει έτσι, τέτοια ώρα». «Ε - ναι...» Πήγε κοντά της και της πήρε το πρόσωπο στις παλάμες του. «Τον θέλεις;» τη ρώτησε αργά, κοιτάζοντάς τη βαθιά στα μάτια. «Ρέι...» «Αν τον θέλεις, συγχώρεσέ τον για μια φορά και προσπάθησε πάλι. Εντάξει, Σερίνα;» Της χάιδεψε λίγο αφηρη-μένα το μάγουλο, «ζέχασέ το αυτό το αποψινό - εντάξει; Πες πως δεν έγινε ποτέ». Έμεινε να τον κοιτάζει σαν ηλίθια, μέχρι που αυτός βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 Τα εξωτερικά γυρίσματα είχαν τελειώσει, και βρισκόντουσαν όλοι στο Λονδίνο για τα εσωτερικά, όταν της τηλεφώνησε η Σίλα. Είχε μόλις φτάσει στο Λονδίνο, της είπε, μαζί με τον Έλιοτ, βέβαια, και τα παιδιά, κι ήθελε να τη δει αμέσως κιόλας.


«Νόμιζα πως με είχες ξεχάσει εντελώς», έκανε κλαί-γοντας σχεδόν απ’ τη χαρά της η Σερίνα. «Ο - Ρέι μου είχε πει πως θα ’ρχόσουνα, αλλά δεν έστειλες ούτε ένα γράμμα να μου πεις πότε. Πού γυρίζατε όλο αυτό τον καιρό;» «Από δω κι από κει στην Ευρώπη», γέλασε η Σίλα. «Δε φαντάστηκα πως θα σου έλειπα τόσο πολύ όταν είχες τόσα πολλά να κάνεις!» «Πρέπει να σε δω», είπε κοντανασαίνοντας σχεδόν η Σερίνα. «Πού μένετε;» «Στο σπίτι του Ρέι, πού αλλού. Για κανένα λόγο δεν ήθελε να μας αφήσει να πάμε στο ξενοδοχείο». «Και τα παιδιά;» «Όλοι μαζί, Σέρι. Οικογενειακή απαρτία. Μ όνο εσύ λείπεις. Τι θα γίνει - θα έρθεις, ή να έρθουμε εμείς;» «Δεν μπορείς να έρθεις εσύ μόνη σου για πρώτη δόση; Να ειδωθούμε λίγο οι δυο μας, να τα πούμε, να μείνουμε λίγο ήσυχες;» Η Σίλα γέλασε. «Δεν έχεις κι άδικο. Οι άντρες θα μας χαλάσουν το κέφι. Εντάξει λοιπόν. Να το κάνουμε απόψε;» «Οπωσδήποτε. Να ’ξερες πόσο θέλω να σε δω, Σίλα», πρόσθεσε


πνιχτά. «Αν δεν ήταν τα γυρίσματα, κι αν ήξερα πού βρισκόσουνα, θα είχα έρθει εγώ!» Φλεγόταν πραγματικά απ’ τη λαχτάρα να δει τη φίλη της. Όσο κι αν στο βάθος ένιωθε εκείνες τις γελοίες ενοχές απέναντι της, ήξερε πως η Σίλα ήταν ο μόνος άνθρωπος που της είχε μείνει. Η Σίλα θα είχε όλη την καλή διάθεση να την ακούσει και να της συμπαρασταθεί με τον ήρεμο, ψύχραιμο τρόπο της. Θα θελε να μπορούσε να της μιλήσει για όλα, αλλά ήξερε πως ποτέ δε θα τα κατάφερνε να πει, “κοίτα, είμαι τρελά ερωτευμένη με τον πρώην άντρα σου, πάντα ήμουνα, και το πρόβλημά μου είναι πως αυτός δε με θέλει πια ούτε για φίλη". Έτσι αναγκαστικά θα περιοριζόταν να της μιλήσει για τον Βιτόριο, για την ανόητη σχέση τους που είχε τελειώσει ουσιαστικά όταν εκείνος ήρθε να τη βρει στο Παρίσι, διακόπτοντας το τετ-α-τετ της με τον Ρέι στην πιο κατάλληλη στιγμή. Αν δεν είχε επέμβει ο Βιτόριο εκείνο το βράδυ σαν από μηχανής θεός, δεν ήθελε ούτε να φανταστεί τι θα γινόταν. Το πιθανότερο, ο Ρέι θα είχε όλη την ευχέρεια να μαντέψει τι της συνέβαινε. Ρεζίλι θα είχε γίνει, και θα έφερνε και τον Ρέι σε φοβερά δύσκολη θέση. Ακόμα κι έτσι, τα πράγματα είχαν γίνει πολύ δύσκολα ανάμεσά τους. Είχαν προσπαθήσει να υποκριθούν κι οι δυο πως ουσιαστικά δεν είχε συμβεί τίποτα, κι ότι αυτό το ασήμαντο που είχε συμβεί το είχαν ξεχάσει οριστικά. Αλλά η αμηχανία που υπήρχε ανάμεσά τους τους διέψευδε και τους δυο. Οι σχέσεις τους


είχαν γίνει τόσο τυπικές, που κάθε συνάντησή τους πια γινόταν σωστό μαρτύριο. Δε συναντιόντουσαν καν όπως παλιά. Οι επαφές τους είχαν καταντήσει καθαρά επαγγελματικές, και μόνο ένας ηλίθιος δε θα καταλάβαινε πως ο Ρέι την απόφευγε σχεδόν επιδεικτικά. Αν τον είχε αφήσει να μαντέψει τα αληθινά της αισθήματα γι’ αυτόν, θα της είχε κόψει και την καλημέρα. Αλλά ευτυχώς, το μυαλό του δεν είχε πάει τόσο μακριά. Γιατί να πάει, άλλωστε; Είχε μείνει με την εντύπωση πως οι σχέσεις της με τον Βιτόριο συνεχιζόντουσαν απρόσκοπτα. Φυσικά, ο Βιτόριο'είχε γυρίσει στην Ιταλία, αλλά η Σερίνα είχε αφήσει να εννοηθεί πως θα πήγαινε να τον συναντήσει μόλις θα τέλειωνε με το φιλμ. Δεν είχε πει στον Ρέι πως από εκείνο το βράδυ δεν είχε επιτρέψει στον Βιτόριο ούτε να τη φιλήσει. Το θέμα μεταξύ τους είχε λήξει. Είχαν συνεχίσει να βγαίνουν μαζί, ο Βιτόριο έδειχνε πιο ερωτευμένος μαζί της παρά ποτέ, φανερά συν-τριμμένος απ’ την τροπή που είχαν πάρει οι σχέσεις τους, κι αυτή τον άφηνε να ελπίζει πως ίσως αργότερα θα "ξεχνούσε" το επεισόδιο με την Κορίν Λαφάρζ. Δεν την ενδιέφερε πια καθόλου ο Βιτόριο, ούτε καν σαν προκάλυμμα για να κρύβει τα αισθήματά της απ’ τον Ρέι. Ήξερε πως μόλις θατέλειωνετο φιλμ, αυτός θα γύριζε στην Αμερική, και πως θα έκανε πολύ καιρό να τον ξαναδεί. Δε θα είχε πια καμιά σημασία αν θα ήταν με τον Βιτόριο ή όχι. Τις λίγες φορές που είχε μείνει μόνη με τον Ρέι μετά από το


επεισόδιο που ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει σαν “άτυχη συγκυρία”, η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους ήταν το λιγότερο τεταμένη, μια ατμόσφαιρα αδεξιότητας και αμηχανίας, σαν να πρόσεχαν κι οι δυο κάθε κουβέντα και κάθε κίνηση που θα έκαναν, για να μη δώσουν εσφαλμένες εντυπώσεις ο ένας στον άλλον. Η Σερίνα ήξερε πολύ καλά τι φοβόταν η ίδια. Όσο για τον Ρέι, δε δυσκολευόταν να μαντέψει τι πρόδινε η στάση του: φοβόταν μην της δώσει θάρρος για να απαιτήσει μια ενδεχόμενη επανάληψη εκείνου του άτυχου περιστατικού. Της είχε υποσχεθεί ότι τίποτε δε θ’ άλλαζε ανάμεσά τους, αλλά δεν ήταν αλήθεια. Όλα είχαν αλλάξει. Δε συζητούσαν πια παρά μόνο για τη δουλειά, απόφευγαν ασυναίσθητα ή και συνειδητά ο ένας τον άλλο, κι όταν δεν μπορούσαν να αποφύγουν ο ένας τον άλλο, απόφευγαν συστηματικά ο ένας το βλέμμα του άλλου, και φερόντουσαν μεταξύ τους με μια φοβερά επίπλαστη ευγένεια, όλο τακτ και διακριτικότητα, σαν να ήταν δυο ξένοι που τους είχαν συστήσει μόλις την προηγουμένη. Η Σερίνα θα προτιμούσε χίλιες φορές να μην τον ξαναδεί ποτέ στη ζωή της, παρά να τον βλέπει να την αντιμετωπίζει με όλη αυτή την τυπικότητα. Δεν μπορούσε να το αντέξει. Η θύμηση της εμπειρίας που είχαν μοιραστεί, την έκαιγε σε κάθε λεπτό της μέρας και της νύχτας, και καμιά φορά όταν τον έβλεπε να γυρίζει να την κοιτάξει ή να έρχεται προς το μέρος της, με το ζόρι κρατιόταν να μην πέσει κλαίγοντας στην αγκαλιά του. Στις ατέλειωτες, μοναχικές της


νύχτες, το σκεφτόταν και το ξανασκεφτόταν με μια ολότελα αρρωστημένη επιμονή. Το σώμα της μυρμήγκιαζε και το μυαλό της κυριολεκτικά θόλωνε απ’ την επιθυμία να τον ξανανιώσει μέσα της. Εκείνη η νύχτα ήταν χωρίς αμφιβολία η ωραιότερη εμπειρία σ’ όλη της τη ζωή ως τότε. Η μοναδική ολοκληρωμένη σεξουαλική της εμπειρία, και τώρα ήξερε πολύ καλά γιατί αυτό είχε συμθεί για πρώτη φορά με τον Ρέι, κι όχι με κάποιον άλλον. Ο Λίαμ ήταν πολύ μέτριος σαν εραστής - έφτανε μια ε-πιπόλαιη σύγκριση με τον Βιτόριο για να της το αποδείξει. Είχε δίκιο ο Ρέι δεν ήταν δικό της το λάθος αν δεν είχε ποτέ νιώσει τίποτε ιδιαίτερο μαζί του. Τώρα μόνο είχε συνειδητοποιήσει πόσο ανεπαρκής στο σεξουαλικό τομέα ήταν όλα αυτά τα χρόνια ο άντρας της. Ποτέ δεν είχε καταφέρει να βάλει στο σεξ όσα χρειαζόταν η Σερίνα. Μ πορεί να ήταν πολύ ικανοποιητικός για μια άλλη γυναίκα. Η Ντέμπι μπορεί να τον έβρισκε τέλειο. Της ίδιας δεν της έφτανε η σεξουαλική επαφή για ν’ απελευθερωθεί. Χρειαζόταν κι άλλα, πολύ πιο περίπλοκα πράγματα για να σπάσει το φράγμα που βρισκόταν ανάμεσα στο σώμα της και το μυαλό της. Χρειαζόταν αγάπη, πάθος και ένταση, κι όχι μόνο απ’ τον παρτενέρ της, αλλά κυρίως απ’ τον εαυτό της. Ο Βιτόριο θα μπορούσε ίσως να της τα έχει εμπνεύσει όλα αυτά, αν ανάμεσά τους δε βρισκόταν απ’ την πρώτη στιγμή ο Ρέιμπορν Νόλαν. Θα μπορούσε ίσως να είχε περάσει αξέχαστες νύχτες πάθους και έκστασης μαζί του, αν δε λαχταρούσε με τόση ένταση κάποιον άλλον.


Μ ε τον Ρέι, σ’ εκείνη τη μοναδική νύχτα όπου κανείς απ’ τους δυο τους δεν είχε καταφέρει να δώσει έστω ένα ίχνος τεχνικής στο σμίξιμό τους, ήταν σαν να την παρά-σερνε απ’ το πρώτο δευτερόλεπτο μια δύναμη εντελώς έξω απ’ αυτήν. Δεν ήταν όμως κάτι εξωτερικό. Πήγαζε κατευθείαν απ’ τα βάθη του είναι της, απελευθερώνοντας όλα τα αποθέματα πάθους που έκρυβε μέσα της. Αυτό που είχε κάνει μαζί του δεν ήταν μια σεξουαλική πράξη, ήταν ένα ασύλληπτο δόσιμο, τόσο έντονο και ολοκληρωτικό, που η δύναμή του είχε φτάσει για να καλύψει τη βασική αδιαφορία του παρτενέρ της. Ήταν μια εμπειρία που το ήξερε, δε θα επαναλαμβανόταν ποτέ, με κανέναν άλλον άντρα. Ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος άλλος θα τα κατάφερνε να την ικανοποιήσει, ποτέ δε θα ήταν το ίδιο όπως με τον Ρέι Νόλαν. Αυτή η απερίγραπτη λαχτάρα της που είχε μετουσιωθεί σε μια εκστατική πράξη έρωτα, ήταν το αποκορύφωμα δώδεκα ολόκληρων χρόνων επιθυμίας. Ποτέ δε θα της συνέβαινε κάτι παρόμοιο με κανέναν άλλον. Αλλά ακόμα κι αυτή η σκέψη ήταν σχετικά ανώδυνη μπροστά στην ανάγκη που ένιωθε γι’ αυτόν σαν άνθρωπο με ψυχή κι αισθήματα. Ήξερε πως αν κάποιος τη ρωτούσε τι θα έδινε για να της πει ένα μόνο σ’ αγαπώ ο Ρέι Νόλαν, θα του απαντούσε πρόθυμα, όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Ήξερε πως θα έδινε μεγάλο μέρος απ’ την υπόλοιπη ζωή της για να ξαναγίνει έστω η σχέση τους όπως ήταν πριν από εκείνη την καταραμένη κρουαζιέρα, κι ήξερε επίσης πως είχε χάσει τη φιλία και την αγάπη που της έδειχνε ως τότε, και πως δεν υπήρχε περίπτωση να τις


ξαναβρεί. Μ έσα σε μια νύχτα, η ζωή της είχε γίνει κόλαση εξαιτίας του, κι αυτό, αν ήταν δυνατόν, την έκανε να τον αγαπάει και να τον αποζητάει ακόμα περισσότερο. Για λόγους αποκλειστικά και μόνο προσωπικής υπερηφάνειας και αξιοπρέπειας, έβαλε τα δυνατά της για να αποδώσει στο έργο όσο καλύτερα μπορούσε, αλλά αυτό το έργο δεν την ενδιέφερε πια, και δεν έδινε δεκάρα αν μ’ αυτή την ταινία θα κρινόταν η καριέρα της κι οι πιθανότη-τές της να την προωθήσει πιο ουσιαστικά. Όλα αυτά ήταν δευτερεύοντα μπροστά στο γεγονός πως όσο θυμόταν τον εαυτό της, ο Ρέι Νόλαν ήταν το επίκεντρο του κόσμου της, και πως τώρα που τον είχε τόσο ανάγκη, αυτός, αργά αλλά σταθερά, την έβγαζε αδυσώπητα απ’ τη ζωή του. Δεν μπορούσε όμως να μιλήσει για τίποτε απ’ αυτά στη Σίλα, κι έτσι προσπάθησε να της φανεί όσο πιο ξένοιαστη γινόταν, και τη γέμισε ψέματα για τον Βιτόριο και τις σχέσεις τους. Το απόγευμα θα περνούσε χωρίς αναφορές σε δυσάρεστα θέματα, αν ξαφνικά δεν έλεγε η Σίλα, εντελώς αδιάφορα, σαν να μιλούσε για τον καιρό: «Τι ακριβώς συμβαίνει με τον Ρέι και μ’ εσένα, Σέρι;» Καθόντουσαν στο τεράστιο λίβινγκ-ρουμ, μπροστά στις μεγάλες τζαμαρίες του τοίχου, χαζεύοντας τον κήπο που τον τύλιγε σιγάσιγά το σκοτάδι. Είχαν πια εξαντλήσει όλα τα θέματα, και σε μια στιγμή η κουβέντα είχε αρχίσει να κάνει κοιλιά. Και ξαφνικά, στη στιγμιαία σιωπή, η Σίλα της είχε κάνει αυτή την εντελώς αδικαιολόγητη και απρόσμενη ερώτηση.


Η Σερίνα έμεινε για λίγα λεπτά αμίλητη, προσπαθώντας να εντοπίσει πού ακριβώς πήγαινε η ερώτηση. «Σαν τι να συμβαίνει;» ρώτησε τελικά, με ελαφρά τρεμάμενη φωνή. «Εσένα ρωτάω. Έχετε ψυχρανθεί;» «Όχι βέβαια», έκανε μ’ όλη της την πειστικότητα η Σε-ρίνα. «Γιατί να ψυχρανθούμε;» Έριξε μια ματιά στο ανέκφραστο πρόσωπο της φίλης της, αλλά τράβηξε τα μάτια πριν συναντηθούν με τα διαπεραστικά πράσινα μάτια της Σίλα. «Γιατί το λες αυτό;» ξαναρώτησε σιγανά. Θα ’θελε ν’ αλλάξει την κουβέντα, αλλά κατά κάποιο τρόπο δεν μπορούσε. Μ ια μαζοχιστική διάθεση την κατέλαβε να ξανακούσει κι απ’ τα χείλια της φίλης της πώς ο Ρέι ήταν στ’ αλήθεια ψυχραμένος μαζί της. Ακόμα κι η Σίλα το είχε αντι-ληφθεί, σκέφτηκε μελαγχολικά. Δεν είναι ούτε τρεις μέρες εδώ, και το μάντεψε αμέσως... Η Σίλα κοίταζε το τσιγάρο της που αργοκαιγόταν, στέλνοντας γαλάζιους καπνούς προς το ταβάνι. Για μια στιγμή φάνηκε απρόθυμη ν’ απαντήσει, ύστερα είπε αργά: «Αυτή την εντύπωση σχημάτισα. Από προχτές που φτάσαμέ εδώ, δεν πήρες ούτε ένα τηλέφωνο στο σπίτι του Ρέι. Άλλοτε τηλεφωνιόσασταν τρεις φορές την ημέρα. Επιπλέον - ούτε καν με ρώτησες γι’ αυτόν. Δεν ανέφερες ούτε μια φορά τ’ όνομά του απόψε. Ούτε καν σε σχέση με τη δουλειά». Σήκωσε απότομα τα μάτια και είπε κοφτά: «Αν δε θέλεις να μιλήσουμε γι’ αυτό, Σέρι, θα το σεβαστώ. Αλλά είμαστε φίλες και σ’ αγαπώ. Θα ή'θελα αν γίνεται να


βοηθήσω. Ξέρεις πως μπορείς να μου έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη, έτσι δεν είναι;» Η Σερίνα της αντιγύρισε κάτωχρη το βλέμμα. Τη ρώτησε πνιχτά: «Τι εννοείς, Σίλα;» «Εννοώ - αυτό που συνέβη μεταξύ σας. Σερίνα, λυπάμαι στ’ αλήθεια αν σε στεναχωρώ που το αναφέρω, αλλά είναι κάτι που αφορά δυο ανθρώπους που αγαπώ πάρα πολύ - εσένα και τον Ρέι. Δεν πρόκειται σίγουρα για αδιακρισία, και το ξέρεις». «Δεν - σε καταλαβαίνω». Τα πόδια της είχαν κοπεί. Ο τελευταίος άνθρωπος που θα έπρεπε να μάθει τι είχε συμβεί ανάμεσα σ’ αυτήν και τον Ρέι, ήταν η Σίλα. Στο κά-τω-κάτω, ο Ρέι ήταν κάποτε σύζυγός της. Ήταν ο πατέρας των παιδιών της. Σε καμιά γυναίκα δε θα άρεσε να μάθει πως ο πρώην σύζυγός της και η καλύτερή της φίλη είχαν ερωτικές σχέσεις. Ακόμα λιγότερο θα της άρεσε ν’ αρχίσει να υποψιάζεται πως αυτό ίσως να είχε αρχίσει πριν πολλά χρόνια... Όλες εκείνες οι στενές επαφές της Σερίνα με τον Ρέι θα έπαιρναν μια εντελώς διαφορετική απόχρωση στο μυαλό της Σίλα. Ο Θεός μόνο ήξερε τι θα φανταζόταν. Και σίγουρα δε θα υπήρχε μεγαλύτερος εξευτελισμός, απ’ το να πιστεύει η Σίλα πως η πιο στενή της φίλη είχε προδώσει έτσι την εμπιστοσύνη της.


«Κοίτα», είπε μαλακά η Σίλα, κοιτάζοντάς την κατάματα. «Ίσως στο ανέφερα λίγο απότομα. Είναι αλήθεια πως περίμενα να μου το αναφέρεις εσύ πρώτη. Περίμενα υπομονετικά όλο το απόγευμα, Σέρι, αλλά απ’ ό,τι βλέπω, εσύ δεν είσαι διατεθειμένη να πεις λέξη. Γι’ αυτό πήρα το θάρρος να σε ρωτήσω. Μ ην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις, για το Θεό!» «Αν - αν φαντάζεσαι...» Δεν είχε όμως τη δύναμη να ολοκληρώσει αυτό που ήθελε να πει. Έμεινε να κοιτάζει τη Σίλα, δαγκώνοντας το κάτω της χείλος, ξέροντας πως δεν υπήρχε τρόπος να ξεγελάσει τη φίλη της. Η Σίλα δε φανταζόταν τίποτα. Ήξερε κάτι συγκεκριμένο, και το μόνο που της έμενε, ήταν να το παραδεχτεί κι αυτή με αξιοπρέπεια. «Λοιπόν, εντάξει, κάτι συνέβη. Εσύ όμως πώς το κατάλαβες;» Η Σίλα ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ρώτησα τον Ρέι, και... και τελικά με άφησε να εννοήσω πολλά». Νιώθοντας πως θα ’θελε ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί, η Σερίνα ρώτησε άχρωμα: «Τι ακριβώς σε άφησε να εννοήσεις;» «Αυτό που συνέβη», απάντησε μαλακά η Σίλα. «Κοίτα, δεν είμαι ηλίθια. Και δε νομίζω πως θα χρειαζόντουσαν περισσότερα από μερικά υπονοούμενα για να έχω μια ολοκληρωμένη εικόνα». «Και - δε σε πειράζει;» ρώτησε άτονα η Σερίνα.


«Γιατί να με πειράξει;» γέλασε η Σίλα. Της αντιγύρισε σαν χαζή το βλέμμα. «Επειδή - επειδή ήταν άντρας σου», είπε ανόητα, συνειδητοποιώντας αμέσως πόσο παράλογη ήταν η σκέψη της. «Φυσικά ήταν, αλλά πάνε τώρα έξι χρόνια που δεν είναι πια. Έχει κάθε δικαίωμα να κοιμάται μ’ όποια γυναίκα του αρέσει. Ειλικρινά, Σέρι, δεν μπορώ να καταλάβω πώς σου πέρασε έστω απ’ το μυαλό η σκέψη ότι θα με πείραζε. Γι’ αυτό δεν ήθελες να μου το πεις;» «Και γι’ αυτό», είπε πνιχτά η Σερίνα. «Κι επειδή θα 'θελα αν είναι δυνατό να το ξεχάσω ολοκληρωτικά. Να μην ξαναμιλήσω γι’ αυτό ούτε στον εαυτό μου». Τα μάτια της άρχισαν να τσούζουν απ’ τα δάκρυα. «Ήταν ένα φοβερό λάθος... Τα κατέστρεψε όλα. Από κείνη τη μέρα αποξενωθήκαμε εντελώς». Η φωνή της έσπασε. «Δεν ξέρω τι σου είπε ο Ρέι, ούτε γιατί έπρεπε να το συζητήσει μαζί σου. Ήταν κάτι εντελώς ασήμαντο κι εντελώς τυχαίο. Δε θα πρεπε για κανένα λόγο να επηρεάσει τις σχέσεις μας. Δεν επαναλήφθηκε καν. Όμως να που τελικά δεν ήταν τόσο απλό το πράγμα. Λυπάμαι, αλλά... ειλικρινά δε θα 'θελα να το συζητήσω άλλο...» «Ούτε μαζί μου;» έκανε μαλακά η Σίλα. «Ούτε», είπε ξεροκαταπίνοντας η Σερίνα. «Δεν είναι ότι δε σου έχω εμπιστοσύνη ή - ή οτιδήποτε. Απλά... δε θέλω να το θυμάμαι. Αυτό είν’ όλο». Ο λαιμός της σφίχτηκε σπασμωδικά, κι ήταν


αδύνατο να προσθέσει οτιδήποτε άλλο. Για λίγο στο δωμάτιο έπεσε βαριά σιωπή, ύστερα η Σίλα είπε απαλά: «Ίσως δε θα πρεπε να επιμείνω, αλλά... Κοίτα, ήμασταν πάντα φίλοι - κι οι τρεις μας εννοώ. Ξέρω πόσο αγαπούσες πάντα τον Ρέι. Ξέρω πόσο δεμένοι ήσασταν οι δυο σας. Ειλικρινά, δεν μπορώ να σας βλέπω έτσι... αποξενωμένους, ας πούμε. Κι εδώ υπάρχει κάτι που δεν το καταλαβαίνω». Σταμάτησε, ψάχνοντας για τις σωστές λέξεις. «Συνέβη κάτι μεταξύ σας, κάτι που... Ω, για το Θεό, Σέρι, σε ξέρω και με ξέρεις, πάντα συζητούσαμε ανοιχτά. Πάντα σε ένιωθα σαν αδερφή μου. Ας πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, εντάξει; Κάνατε έρωτα, τυχαία ή όχι, δεν έχει σημασία, κι αυτό μου λες σας αποξένωσε, κι επιπλέον δε θέλεις ούτε να το θυμάσαι. Κι είσαι έτοιμη να κλάψεις. Χώρια που έχεις καταντήσει η σκιά του εαυτού σου. Κοιτάξου στον καθρέφτη αν δε με πιστεύεις. Είσαι αδύνατη και κομμένη, κι όταν προσπαθείς να παραστήσεις την ξένοιαστη, δεν ξεγελάς κανέναν. Πες μου μόνο αυτό, και δε θα επιμείνω άλλο: ήταν τόσο φοβερό αυτό που συνέβη μεταξύ σας, που να μη θέλεις τώρα ούτε να το συζητάς, ούτε να το θυμάσαι καν;» «Δεν - καταλαβαίνεις», έκανε πνιχτά η Σερίνα, και ξαφνικά τα δάκρυα που έκαιγαν πίσω απ’ τα βλέφαρά της ξεχείλισαν και κατρακύλησαν στα μάγουλά της. Γύρισε το κεφάλι απ’ την άλλη, νιώθοντας πως θα πέθαινε απ’ την ντροπή και την αγωνία. «Τότε βοήθησέ με να καταλάβω», είπε η Σίλα. «Μ η μ’αποξενώνεις


κι εμένα, Σέρι, σε παρακαλώ...» Της πήρε το χέρι στο δικό της_και το έσφιξε παρηγορητικά. «Μ ίλησέ μου εμένα, Σέρι. -έρεις πως θα κάνω ό,τι μπορώ για να βοηθήσω...» Η Σερίνα την κοίταξε μέσ’ απ’ τα δάκρυά της. Σ’ αυτό το όμορφο, οικείο πρόσωπο, έβλεπε μια γυναίκα που είχε συνηθίσει να τη θεωρεί σαν πραγματική αδερφή της. Η Σίλα την είχε μαζέψει απ’ τους δρόμους, της είχε χαρίσει τη φιλία της, την είχε βοηθήσει να επιβιώσει. Δεν είχε να φοβάται τίποτε απ’ αυτή τη μοναδική πραγματική της φίλη στον κόσμο - μια φίλη που δεν την είχε προδώσει ποτέ. Ένα ποτάμι από λέξεις ξεχύθηκε σαν φουρτουνιασμένος χείμαρρος μέσα της. -ερόβηξε, σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης της τα μάγουλά της, και είπε άχρωμα: «Δε θέλω να συζητάω γι’ αυτό. Όχι επειδή ήταν τόσο φοβερό, αλλά επειδή... επειδή ήταν κυριολεκτικά υπέροχο. Το πιο υπέροχο πράγμα που είχε συμβεί ποτέ στη ζωή μου». Έφτανε μόνο που είχε κάνει την αρχή τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους, -έχασε ότι μιλούσε στην πρώην κυρία Νόλαν, ξεπέρασε την ντροπή και τους ενδοιασμούς της, και θάλθηκε να μιλάει, κάπως όπως θα μιλούσε και σ’ έναν ουδέτερο ψυχαναλυτή. «Ήταν ένα λάθος. Κανείς απ’ τους δυο μας δεν το ήθελε πραγματικά. Ήμασταν μόνοι και δυστυχισμένοι. Ο Ρέι τα είχε χαλάσει με την Τρίτσια, κι εγώ είχα ταραχτεί άσχημα βλέποντας εκείνη τη φωτογραφία του Βιτόριο με τη Γαλλίδα. Δεν ξέρω πώς


έγινε, κι εκεί που συζητούσαμε κατάλαβα... Δεν έχω ιδέα πώς συνέβη. Ήταν - ήταν εντελώς απρόσμενο. Κατάλαβα πως... πως το ήθελε κι αυτός. Ήταν κάτι εντελώς ανεξέλεγκτο. Δε νομίζω πως είχαμε επίγνωση του τι κάναμε. Κάτι εντελώς... πρωτόγονο. Σίλα -» Σταμάτησε βαριανασαίνοντας. «Συνέχισε», είπε μαλακά η Σίλα. «Δεν - δεν μπορώ». «Γιατί όχι; Όπως βλέπεις, δε με σοκάρεις καθόλου». «Ήταν υπέροχο», ξανάρχισε πυρετικά η Σερίνα. «Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα τι σήμαινε έρωτας και σεξ. Η πρώτη φορά που ανταποκρίθηκα, Σίλα! Μ πορείς να το φανταστείς; Έκανα χρόνια έρωτα με τον Λίαμ, και δεν είχα καταλάβει ποτέ τίποτα. Κι ο Βιτόριο - ο Βιτόριο ήταν ο τέλειος εραστής. Μ πορούσε να κρατάει ώρες ατέλειωτες. Δεν υπήρχε τίποτα να μην το δοκιμάζει - ήταν τόσο ραφινάτος, κι είχε αστείρευτη φαντασία. Έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να με ικανοποιήσει, κι εγώ έπρεπε να υποκρίνομαι κάθε φορά ότι ένιωθα κάτι που δεν ήξερα καν πώς είναι. Κι έφτασε να μου κάνει μια φορά έρωτα ο Ρέι, για να νιώσω γυναίκα. Να συνειδητοποιήσω ότι είχα και σώμα, κι ότι αυτό το σώμα μπορούσε να λειτουργήσει φυσιολογικά μ’ έναν άντρα. Ότι δεν ήμουνα ελαττωματική ή ανώμαλη. Κι αυτό χωρίς να μου κάνει τίποτε ιδιαίτερο. Δεν πρόλαβε. Δεν είχαμε μυαλό ούτε για τα προκαταρκτικά, ούτε για περισσότερες φινέτσες. Μ ια κι έξω,


που λένε. Δεν ξέραμε τι κάναμε - στ’ αλήθεια δεν ξέραμε τι κάναμε. Δεν μπορώ καν να θυμηθώ τι έγινε. Κι ήταν συγκλονιστικό... Δεν ήξερα πως έτσι νιώθουν οι άνθρωποι όταν κάνουν έρωτα...» Έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της, δαγκώνοντας σπασμωδικά τα χείλια για να συγκροτήσει τους λυγμούς της. «Τότε θα έπρεπε να νιώθεις ευτυχισμένη», είπε ήσυχα η Σίλα. «Πώς γίνεται να σας έχει αποξενώσει μια τόσο ευχάριστη εμπειρία; Θα έπρεπε αντίθετα να σας είχε φέρει πιο κοντά». «Δεν καταλαβαίνεις», βόγγηξε απελπισμένα η Σερίνα, νιώθοντας πως έφτανε πια στα όρια της αντοχής της. «Δεν μπορείς να καταλάβεις...» Σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε μέσ’ απ’ τα δάκρυά της. «Δεν το ήθελε. Ήταν μια αντίδραση της στιγμής, ένα ασήμαντο γεγονός. Μ ια άτυχη συγκυρία - έτσι ακριβώς το χαρακτήρισε. Τα είχε χαλάσει με την κοπέλα του και βρέθηκε τυχαία στο δικό μου κρεβάτι. Έτυχε απλά ν’ ανάψει, κι εγώ έτυχε να βρίσκομαι εκεί και να το θέλω τόσο πολύ, που του ήταν πια αδύνατο να το αποφύγει, παρόλο που προσπάθησε». Η φωνή της ανέβηκε υστερικά. «Το καταλαβαίνεις τώρα; Εγώ το ή'θελα, ενώ αυτός όχι. Το ή'θελα μια ζωή, Σίλα, το καταλαβαίνεις; Δεν το είχα συνειδητοποιήσει πριν χωρίσω με τον Λίαμ. Το κατάλαβα μετά, κι ήταν μαρτύριο. Ποτέ δεν επιθύμησα άλλον άντρα στη ζωή μου. Το ξέρω πως είναι φοβερό να το λέω αυτό σ’ εσένα, και σου ζητάω συγνώμη, αλλά είναι η αλήθεια. Ο Ρέι ήταν πάντα το επίκεντρο της ζωής μου. Ακόμα είναι. Και τώρα δε θέλει πια να με


ξανα-δεί, δεν είμαστε καν φίλοι πια, με αποφεύγει και τον αποφεύγω. Εξαιτίας ενός ηλίθιου λάθους. Αυτό είναι όλο κι όλο που συνέβη μεταξύ μας. Εγώ τον ή'θελα κι αυτός όχι. Ήταν τόσο απλό». Σταμάτησε, κοντανασαίνοντας, μην τολμώντας καν να γυρίσει να κοιτάξει τη Σίλα. Η σιωπή που είχε πέσει στο δωμάτιο την πανικόβαλε. «Λυπάμαι», είπε πνιχτά. «Δεν έπρεπε να στα πω όλ’ αυτά... Σου ορκίζομαι πως ποτέ δεν είχα δει τον Ρέι μ’ άλλο βλέμμα όσο εσείς οι δυο -» «Μ ην είσαι ανόητη», την έκοψε η Σίλα. «Αυτό το ξέροο καλύτερα από σένα. Πες μου κάτι -» Σταμάτησε, ύστερα ρώτησε κοφτά: «Αυτά όλα σημαίνουν ότι τον αγαπάς, έτσι δεν είναι;» «Τι σημασία έχει», έκανε μ’ ένα λυγμό η Σερίνα. «Και βέβαια έχει, ανόητη! Είναι όπως το λέω;» «Τι κι αν είναι;» «Για τ’ όνομα του Θεού, μίλα καθαρά. Όλο υπεκφυγές είσαι! Σου έκανα μια ξεκάθαρη ερώτηση: είσαι ερωτευμένη με τον Ρέι, ναι ή όχι;» «Ναι, που να με πάρει», ξέσπασε η Σερίνα. «Ναι, ναι, ναι! Πάντα ήμουνα και πάντα θα είμαι! Ικανοποιήθηκες τώρα;» «Φυσικά», είπε μ’ ένα χαμόγελο η Σίλα. «Φυσικά, Σέρι,


ικανοποιήθηκα απόλυτα. Τι ανόητη που είσαι, Θεέ μου. Δεν μπορεί να υπάρχει πιο ανόητη γυναίκα από σένα στον κόσμο. Δε βλέπεις πέρα απ’ τη μύτη σου!» «Γιατί - το λες αυτό;» έκανε σπασμένα η Σερίνα. «Γιατί αν είχες κουκούτσι μυαλό, δε θα ήσουνα τώρα εδώ να λιώνεις απ’ την απελπισία, γι’ αυτό. Γιατί τόσα χρόνια θα είχες υποψιαστεί κάτι!» «Τι - τι πράγμα;» «Τι πράγμα;» Της ξέφυγε ένα γέλιο. «Κάμποσα πράγματα, αν θες να μάθεις. Για παράδειγμα, πόσο τρελός ήταν για σένα ο Ρέι όλ’ αυτά τα χρόνια!» «Δεν - καταλαβαίνω», ψέλλισε η Σερίνα, με το πρόσωπο ξαφνικά πανιασμένο. Η Σίλα της αντιγύρισε σταθερά το βλέμμα. «Πώς να καταλάβεις; Αν μπορούσες να καταλάβεις, θα το είχες καταλάβει απ’ την αρχή. Εδώ και πολλά-πολλά χρόνια. Απ’ την πρώτη στιγμή που γνωριστήκατε». Χαμογέλασε, και το χαμόγελό της δεν είχε ίχνος πίκρας. «Εσύ δεν το μάντεψες ποτέ, αλλά ήσουνα ο μοναδικός λόγος που χώρισα με τον Ρέι, Σέρι. Εσύ ήσουνα η γυναίκα που είχε μπει ανάμεσά μας». «Δεν είναι δυνατόν», τραύλισε η Σερίνα. Της φαινόταν πως έχανε τον κόσμο. «Δεν είναι αλήθεια! Για τ’ όνομα του Θεού, Σίλα -»


«Ηρέμησε κι άκουσέ με. Δε θα σου έλεγα ποτέ ψέματα σε κάτι τόσο σημαντικό, το ξέρεις. Δε σου ρίχνω καν τα βάρη. Δεν τα ρίχνω ούτε στον Ρέι. Μ ου φέρθηκε πάντα άψογα. Ήταν τρελός μαζί σου, κι ωστόσο με παντρεύτηκε, γιατί γι’ αυτόν θα ήταν το άκρον άωτο της ανεντιμότητας να μ’ αφήσει τις παραμονές του γάμου μας και ν’ αρχίσει να κυνηγάει τη φίλη μου. Τον ξέρεις τώρα τον Ρέι. Γι' αυτόν η εντιμότητα είναι τρόπος ζωής». «Δεν είναι δυνατόν», ξανάκανε μηχανικά η Σερίνα. Την είχε πιάσει τώρα μια ακατάσχετη τρεμούλα. Της φαινόταν πως τα σωθικά της ήταν φτιαγμένα από ζελέ. «Δεν το ξεπέρασε ποτέ», συνέχισε ανελέητα η Σίλα. «Δε σου έδειξε ποτέ τίποτα, αλλά εγώ το είχα μαντέψει. Έλιωνε κυριολεκτικά για σένα. Προσπαθούσε να είναι άψογος απέναντι μου, αλλά δεν μπορούσε να με ξεγελάσει. Τα είχες φτιάξει με τον Λίαμ τότε, κι αυτός πέθαινε από ζήλεια. Ήξερε πως αν παντρευόσουνα εκείνον τον ανεκδιήγητο ηθοποιίσκο, δε θα είχε ποτέ πια καμιά ελπίδα. Μ έχρι τότε δεν είχες κανένα σοβαρό δεσμό με άντρα -ουσιαστικά ήσουνα δική του, έστω και πλατωνικά. Και ξαφνικά δεν είχες μάτια παρά μόνο για τον Λίαμ. Περνούσες όλες σου τις ελεύθερες ώρες μαζί του. Ο Ρέι ήταν άρρωστος από απελπισία. Τις νύχτες τον άκουγα να λέει στον ύπνο του το όνομά σου». «Ω, Θεέ μου...» Δεν ήξερε τι άλλο να πει. Ο κόσμος της έμοιαζε ν’ αναποδογυρίζει μπρος στα μάτια της, κι αυτή ήταν ανίκανη να


παρακολουθήσει αυτή την πρωτοφανή αλλαγή. «Ξυπνούσε βουτηγμένος στον ιδρώτα, αγκομαχώντας. Ποτέ δεν είχα δει άνθρωπο να υποφέρει έτσι για μια γυναίκα. Ήταν φοβερό και γι’ αυτόν, και για μένα. Είχαμε αρχίσει να αποξενωνόμαστε εντελώς. Τον έχανα οριστικά, και δεν υπήρχε πια κανένας τρόπος να τον ξανακερδίσω. Έτσι μια μέρα τον έπιασα και του μίλησα σαν φίλη. Ήταν τραυματικό για μένα, αλλά το προτιμούσα από μια ζωή συμβιβασμού και ηθελημένης αυταπάτης. Του είπα πως δεν πήγαινε άλλο έτσι το πράγμα. Δεν ήμασταν καν ζευγάρι πια. Δεν κάναμε καν έρωτα οι δυο μας. Το μόνο που μας έδενε ήταν τα παιδιά. Κι ήμασταν κι οι δυο δυστυχισμένοι». Σταμάτησε, άναψε ένα τσιγάρο κι είπε απαλά: «Δε ζήλευα. Δεν είχα πια περιθώρια να ζηλέψω. Ο Ρέι μου είχε φερθεί άψογα. Τον αγαπούσα. Ή'θελα να του δώσω μια ευκαιρία, πριν εσύ παντρευτείς εκείνον τον ψευτογόη και σε χάσει οριστικά. Αλλά δεν πρόλαβε - θυμάσαι; Όταν ήρθε να σε βρει, αμέσως μετά που χωρίσαμε, εσύ του ανακοίνωσες ότι παντρευόσουνα». «Δ - δε μου είπε τίποτα... Δεν άφησε να εννοηθεί τίποτα...» Το κεφάλι της γύριζε σαν να ήταν μεθυσμένη. «Πώς θα μπορούσε; Σου είπα, είναι πρότυπο εντιμότητας. Κι άλλωστε, ήταν φανερό ότι εσύ δεν τον ήθελες. Ήσουνα τρελά ερωτευμένη με τον Λίαμ. Είχες αποφασίσει να τον παντρευτείς. Αν σου έλεγε κάτι, μετά μάλιστα από τόσα χρόνια που


γνωριζόσασταν, θα γινόταν τουλάχιστον γελοίος. Θα κινδύνευε να χάσει και τη φιλία σου». «Δεν είχα... ιδέα. Πώς θα μπορούσα να φανταστώ...;» «Κι όταν επιτέλους χώρισες με τον Λίαμ, έσπευσε ν’ αρπάξει πάλι την ευκαιρία. Παράτησε σχεδόν στα μισά το έργο που γύριζε. Δεν είχε τελειώσει καλά-καλά το μοντάζ όταν ήρθε στο Λονδίνο να σε βρει. Αλλά και πάλι δεν μπορούσε να σου πει έτσι στα ίσια, κοίτα, σ’ αγαπώ και δεν μπορώ να ζήσωχωρίς εσένα. Ήσουνα συντριμμένη. Ήθελε να σου δώσει μια ευκαιρία να συνέλθεις, να ξεπερά-σεις το σοκ του χωρισμού, ν’ αρχίσεις να τον βλέπεις σαν κάτι περισσότερο από έναν παλιό, πιστό φίλο. Κι αντί γι’ αυτό, εσύ πήγες κι έμπλεξες με τον Βιτόριο Μ αντσίνι!» «Δεν - αχ, Θεέ μου, δεν καταλαβαίνεις γιατί έμπλεξα με τον Βιτόριο, Σίλα; Για να ξεπεράσω αυτό που ένιωθα για τον Ρέι! Πώς θα τολμούσα ποτέ να τον αφήσω να το μαντέψει; Θα έχανα και τη φιλία του! Κι άλλωστε», πρόσ-θεσε φουρκισμένη, «είχε μπλέξει κι αυτός με την Τρί-τσια!» «Είχε μπλέξει με δεκάδες γυναίκες αυτά τα χρόνια, αν θυμάσαι καλά. Όπως κι όλες οι άλλες, έτσι κι η Τρίτσια δεν ήταν παρά μια ακόμα σπασμωδική προσπάθεια να ξε-περάσει τη Σερίνα Χέιζ!» «Μ ια μάλλον επιτυχημένη προσπάθεια», έκανε μ’ ένα πνιχτό λυγμό η Σερίνα. «Αλλιώς - αλλιώς γιατί να μη μου πει εκείνο το βράδυ - εκείνη τη νύχτα που κοιμηθήκαμε μαζί ότι... ότι τέλος


πάντων -» «Δεν τολμούσε να σου πει τίποτα. Πίστευε ότι ήσουνα ακόμα ερωτευμένη με τον Βιτόριο. Πίστευε ότι είχε διακυβεύσει οριστικά τη φιλία σας. Ακόμα το πιστεύει, ξέρεις. Είναι σίγουρος πως ήσουνα τρελή για τον Βιτόριο, και πως το να σου κάνει έρωτα εκείνο το βράδυ ήταν ένα φοβερό λάθος. Η αντίδρασή σου μετά ήταν σωστή ψυχρολουσία. Του γύρισες την πλάτη κι έμοιαζες να το έχεις χιλιομετανιώσει. Ήταν φανερό πως δεν έδινες δεκάρα για κείνον. Μ όνο ο Ιταλός σου σ’ ενδιέφερε. Μ όλις σου κούνησε το δάχτυλό του, έτρεξες σαν σκυλάκι». «Δε θα μαστέ καλά», είπε η Σερίνα, γελώντας και κλαί-γοντας μαζί σε μια απόλυτα υστερική κρίση της τελευταίας στιγμής. «Αυτός έτρεξε σαν σκυλάκι, αν θέλεις να μάθεις. Κι όσο για τον Ρέι - αν δεν μπορεί να κ- καταλάβει πότε μια γυναίκα είναι τρελή γι’ αυτόν, τ- τότε δεν αξίζει και τ- τόση λύπηση, ξέρεις. Είναι άξιος της μοίρας του, πες του!» «Γιατί δεν πας να του το πεις αυτοπροσώπως;» έκανε μελιστάλαχτα η Σίλα. «Εγώ'δεν είμαι διατεθειμένη να παριστάνω τον μεσάζοντα. Και ξέρεις κάτι - νιώθω πραγματικά ξεθεωμένη. Αυτός εκεί ο καναπές φαίνεται βολικός. Λέω να την αράξω μπροστά στην τηλεόραση και ν’ αποχαυνωθώ. Τι θα ’λεγες να μου αδειάσεις τη γωνιά;» «Μ ε - διώχνεις απ’ το σπίτι μου;» έκανε γελώντας ακόμα υστερικά


μέσ’ απ’ τα δάκρυά της η Σερίνα. «Ας μην το βλέπουμε τόσο τραγικά το πράγμα. Σκέφτη-κα μόνο... να, ο Έλιοτ έχει πάρει τα παιδιά για μια εκδρομή ως την Οξφόρδη. Δε θα γυρίσουν πριν από αύριο το απόγευμα. Εγώ μπορώ να κοιμηθώ μια χαρά στην κρεβατο: κάμαρά σου. Θα δανειστώ κανένα απ’ τα νυχτικά σου, κι εκείνα τα ωραιότατα καλλυντικά στην τουαλέτα σου. Θα ηρεμήσει λίγο το κεφάλι μου Άντε να κάνεις κι εσύ καμιά βόλτα να καθαρίσει λίγο το μυαλό σου. Παρεμπιπτόντως, ο Ρέι θα μείνει μέσα απόψε. Έχει πρόβλημα με τις σκηνές που γύρισε χτες, και τις κοιτάζει ξανά και ξανά για να δει πού μπορεί να τις κόψει. Είπε πως θα έτρωγε κανένα σάντουιτς, και μετά θα πήγαινε για ύπνο». «Σ - σοβαρά;» έκανε η Σερίνα. «Όπως τ’ ακούς. Άντε, τι κάθεσαι; Πέρασε η ώρα». «Αχ, Σίλα», έκανε πνιγμένα η Σερίνα, «αν μόνο έχεις δίκιο... Αν αν αυτός με θέλει ακόμα...» «Αν σε θέλει ακόμα; Σαν τρελός σε θέλει! Πήγαινε βρες τον, κορίτσι μου, και πες του ό,τι σου κατέβει εκείνη τη στιγμή, και μη σκέφτεσαι τίποτα. Εντάξει;» «Εντάξει, Σίλα, εντάξει. Και -» «Και-τι;»


«Ο Ρέι είχε δίκιο. Είσαι ο πιο μεγαλόψυχος άνθρωπος του κόσμου!» Η Σίλα της κράτησε το χέρι στα δικά της, χαμογελώντας της και κοιτάζοντάς την σταθερά με τα καθάρια μάτια της. «Δεν είμαι μεγαλόψυχη. Είμαι απλά ευτυχισμένη. Έχω έναν άντρα που τον λατρεύω, έχω δυο υπέροχα παιδιά, έχω μια επιτυχημένη καριέρα. Επιπλέον, εσύ κι ο Ρέι είσαστε πάντα οι καλύτεροί μου φίλοι. Σας αγαπώ και θέλω να είσαστε εξίσου ευτυχισμένοι. Αυτό είν’ όλο. Μ προς, φεύγα τώρα!» «Σ’ ευχαριστώ», είπε αχνά η Σερίνα. Έτρεχε κιόλας για να βρει τα κλειδιά του αυτοκινήτου της. Δεν είχε καιρό ούτε να μακιγιαριστεί, ούτε να ντυθεί για έξω, ούτε καν να χτενίσει τα μαλλιά της. Δεν πήρε καν την τσάντα ή το πορτοφόλι της. Τα πόδια της λύγιζαν απ’ την ταραχή, και δεν είχε ιδέα πώς θα τα κατάφερνε να οδηγήσει ως το σπίτι του Ρέι. Όταν μπήκε στο αυτοκίνητο κι έθαλε μπροστά, συνειδητοποίησε πως φορούσε ακόμα τα πασούμια της. Αλλά δε σκοτίστηκε να γυρίσει πίσω και να θάλει ένα κανονικό ζευγάρι παπούτσια. Αυτό ήταν το τελευταίο που θα είχε σημασία σε μια στιγμή που παιζόταν όλη της η ευτυχία κι όλη η ζωή της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 Δεν έδειξε καμιά έκπληξη όταν της άνοιξε την πόρτα. Την είχε


βέβαια δει στο τηλεοπτικό μάτι που έλεγχε την είσοδο, απ’ την πόρτα του κήπου ως την πόρτα του σπιτιού. Η Σερίνα είπε τρέμοντας: «Γεια σου, Ρέι. Μ πορώ να μπω μέσα;» «Μ α φυσικά». Έκανε στο πλάι για να την αφήσει να περάσει. Έκλεισε την πόρτα και την ακολούθησε ως το καθιστικό. Έμοιαζε να έχει κι αυτός τα χάλια του - χλομός, κομμένος, αξύριστος κι ατημέλητος. Της είπε ουδέτερα: «Δούλευα. Αν το ’ξέρα ότι θα ’ρχόσουνα...» «Τι - θα έκανες;» τον ρώτησε τρέμοντας, γυρίζοντας να τον αντιμετωπίσει. «Θα ξυριζόμουνα», της είπε μ’ ένα κουρασμένο χαμόγελο, που σε τίποτα δε θύμιζε τα εκθαμβωτικά χαμόγελα που της χάριζε άλλοτε ο Ρέιμπορν Νόλαν. «Κ- καλός είσαι κι έτσι», τραύλισε η Σερίνα. «Βρίσκεις;» Έτριψε αφηρημένα με την παλάμη του το μάγουλό του, ύστερα πέρασε το χέρι απ’ το μέτωπό του, σπρώχνοντας πίσω τα τσουλούφια που έπεφταν μπροστά. «Πώς από δω;» «Ε... περνούσα», έκανε ανόητα η Σερίνα. Ποτέ πριν δε θυμόταν να ήταν η ατμόσφαιρα τόσο βαριά και τεταμένη ανάμεσά τους. «Νόμιζα πως θα ’ρχόταν να σε δει η Σίλα».


«Ήρθε». «Και πού είναι τώρα;» «Ε... σπίτι μου». Τα πόδια της λύγιζαν, και κάθε που τον κοίταζε, η καρδιά της έλιωνε στο στήθος της. Δε θα μπορούσε ποτέ να του εκφράσει πόσο τον αγαπούσε και πόσο τον χρειαζόταν, ακόμα κι αν ποτέ έβρισκε το απαιτού-μενο θάρρος να του μιλήσει για τα αισθήματά της. «Μ πορώ να καθίσω;» «Χριστέ μου, κάτι πράγματα που ρωτάς! Και βέβαια μπορείς. Θα πιεις κάτι;» «Ό- όχι. Ήρθα...» Δε βοηθούσε καθόλου. Την κοιτούσε αμίλητος, περί-μένοντας ευγενικά να τελειώσει την πρότασή της. «Ήρθα για να - να σε δω», κατέληξε η Σερίνα, και παρόλο που του είχε ζητήσει την άδεια να καθίσει, δεν κούνησε βήμα από κει που στεκόταν. «Καλά έκανες. Λοιπόν, κάθισε κάπου, και πάω να φτιάξω λίγο τσάι - ή μήπως προτιμάς να φας τίποτα; Έχω κάτι σάντουιτς στο ψυ -» «Ρέι», τον έκοψε απελπισμένη, βλέποντάς τον να πηγαίνει ήδη προς την πόρτα. «Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω;» Αν η Σίλα νόμιζε πως θα ήταν τόσο απλό, είχε πέσει πανηγυρικά έξω. «Δε


θέλω ούτε τσάι ούτε σάντουιτς! Ήρθα μόνο για να σε δω. Μ η φεύγεις...» Σίγουρα, ποτέ στη ζωή της δεν είχε βρεθεί σε τόσο δύσκολη θέση. Σίγουρα η Σίλα είχε πέσει έξω. Ή ίσως της τα είχε πει όλ’αυ-τά για να γελάσει μαζί της. «Εντάξει». Έσπρωξε πάλι πίσω τα μαλλιά του, ανακα-τεύοντάς τα ακόμα χειρότερα. Έμεινε να την κοιτάζει στα μάτια, κι αυτή του αντιγύριζε το βλέμμα, τρέμοντας σύγκορμη. Δε γίνεται τίποτα έτσι, σκέφτηκε απελπισμένα. Δεν μπορώ να περιμένω να κάνει αυτός το πρώτο βήμα. Αλλά δε γινόταν ν’ αρθρώσει λέξη παραπάνω. Λες κι είχε χάσει απότομα τη μιλιά της. Κι ούτε κι αυτός έμοιαζε διατεθειμένος να πει κάτι να βοηθήσει. Τελικά τη ρώτησε: «Ήρθες για κάτι συγκεκριμένο, ή απλά περνούσες;» Ήταν ευγενικός, ουδέτερος κι επιφυλακτικός όπως πάντα τον τελευταίο καιρό, αλλά αυτό δε θα την πτοούσε. Μ άζεψε όλο της το κουράγιο κι έκανε ένα βήμα μπροστά. «Ναι», είπε αχνά. «Ήρθα για κάτι συγκεκριμένο, Ρέι. -έρεις τι», κατέληξε αδύναμα. «Όχι», της αντιγύρισε ήσυχα, με το πρόσωπο ξαφνικά κατάχλομο. «Πώς θέλεις να ξέρω;» Η Σερίνα έκανε άλλο ένα βήμα μπροστά. Ήταν τώρα τόσο κοντά του, που αν αυτός άπλωνε τα μπράτσα, θα βρισκόταν αυτόματα ανάμεσά τους. Αλλά ο Ρέι δεν έδειχνε καμιά διάθεση ν’ απλώσει τα μπράτσα. Της ήρθε να στραφεί και να το βάλει στα πόδια. Αλλά


μάζεψε πάλι όλο της το κουράγιο κι είπε αχνά: «Θα έπρεπε να - να το μαντεύεις...» Της αποκρίθηκε ήσυχα: «Δεν μπορώ να παίζω άλλα παιχνίδια, Σέρι. Το καταλαβαίνεις αυτά δεν είν’ έτσι;» Τα χείλια της ίσα που σάλεψαν. «Τι - παιχνίδια;» Την έπιασε μ’ ένα βαθύ στεναγμό απ’ τους ώμους. «Κοίτα -» Δεν ολοκλήρωσε την πρότασή του. Έμεινε να την κοιτάζει βαθιά στα μάτια, κάνοντάς της με το βλέμμα πράγματα που ούτε τα φανταζόταν. Τελικά της είπε βραχνά: «Μ ωρό μου, δεν αντέχω άλλο, δεν το βλέπεις;» «Γι’ αυτό... γι’ αυτό με αποφεύγεις έτσι;» τραύλισε τρέμοντας η Σερίνα, απλώνοντας κι αυτή ασυναίσθητα τα μπράτσα και τυλίγοντάς τα γύρω απ’ το λαιμό του. Σε μια στιγμή άφατης έκστασης, ένιωσε και τα δικά του μπράτσα να περνάνε χαλαρά γύρω απ’τη μέση της. «Γι’αυτό», είπε βαριανασαίνοντας ο άντρας. «Δεν το είχες καταλάβει;» Ύστερα ξαναρώτησε, κοιτάζοντάς τη συνέχεια βαθιά στα μάτια: «Γιατί ήρθες;» κι αυτή του απάντησε με κομμένη ανάσα: «Επειδή δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα, Ρέι. Αν δε θέλεις - θα φύγω πάλι». Τα μπράτσα του σφίχτηκαν γύρω της, τραβώντας την να κουρνιάσει στην αγκαλιά του. Το σώμα του έτρεμε καθώς κόλλαγε αξεχώριστα πάνω στο δικό της. Τα χείλια του ήταν τόσο κοντά, που η ανάσα του χάιδευε το στόμα της καθώς τον ρωτούσε πνιχτά,


χαμένη στην έκστασή της: «Να μείνω;» «Ναι», της αποκρίθηκε με κόπο. «Να μείνεις. Θα μείνεις θέλεις δε θέλεις. Δεν ξέρωτι θα έκανα αν έφευγες πάλι». Βρισκόταν στο κρεβάτι του, σφιγμένη στην αγκαλιά του, φιλώντας τον αχόρταγα σ’ όλο του το πρόσωπο, ανίκανη να παραιτηθεί απ’ τη γλύκα αυτών των ασυγκράτητων φιλιών που αντάλλαζαν στο ίδιο απερίγραπτο κρεσέντο πάθους, όπως εκείνη τη νύχτα στο Παρίσι. Δεν είχε ιδέα πώς είχαν βρεθεί στην κρεβατοκάμαρά του. Το μόνο που θυμόταν απ’ τα τελευταία λίγα λεπτά της ώρας ήταν τα φιλιά του, η ζέστη της αγκαλιάς του, η παραζάλη των αισθήσεων που γινόταν δίνη και τους παράσερνε ασυγκράτητα. «Δεν μπορώ να σε χορτάσω», του είπε πνιχτά, φιλώντας τον στο λαιμό, και μετά στο σαγόνι, και μετά στο αφτί, σέρνοντας τις παλάμες της σ’ όλο το μήκος της φαρδιάς του πλάτης και κολλώντας πάνω του σαν να ήθελε να γίνει ένα κομμάτι του κορμιού του. «Άφησέ με να σε κοιτάξω... Νιώθω σαν να έχω να σε δω χρόνια...» «Κι εγώ», της ψιθύρισε πνιχτά, φιλώντας τη στα χείλια, στα μάγουλα, στη μύτη, στο λαιμό, πίσω απ’ τ’ αφτί. «Ήταν πάντα κόλαση μακριά σου... Αυτές τις μέρες ήταν χειρότερα κι από κόλαση». «Και για μένα, Ρέι, και για μένα... Σ’ αγαπώ. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σ’ αγαπώ. Δεν μπορώ να σου πω. Τα λόγια δε


φτάνουν». «Αν έφταναν, θα σου έλεγα κι εγώ πόσο... Απ’ την πρώτη στιγμή που σ’ αντίκρισα, Σέρι. Αλλά όχι έτσι όπως φανταζόσουνα... Όχι μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο. Και τότε και τώρα, αγάπη μου. Δε σ’ αγαπώ σαν φίλος. Σε θέλω σαν άντρας. Θέλω να μοιράζομαι τη ζωή σου, να σου κάνω έρωτα, να κοιμόμαστε μαζί στο ίδιο κρεβάτι. Τώρα πιο πολύ παρά ποτέ. Αυτό πρέπει να το καταλάβεις, Σέρι. Δε γίνεται πια να συμβιβάζομαι με λιγότερα. Δεν έχω άλλα περιθώρια. Έχω ξεπεράσει κάθε όριο αντοχής, μωρό μου... Αν νιώθεις πως δεν μπορείς ν’ ανταποκριθείς με τον ίδιο τρόπο -» Πήρε στις παλάμες της το οικείο, πολυαγαπημένο πρόσωπο και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Κι εγώ θέλω να καταλάβεις κάτι, Ρέι - σ’ αγαπώ όχι μόνο σαν φίλο, σ’ αγαπώ σαν άντρα. Πολύ περισσότερο σαν άντρα. Σε παρακαλώ, πίστεψέ το... Πάντα έτσι σ’ αγαπούσα, αλλά δεν τολμούσα να το παραδεχτώ. Αγνοούσα ηθελημένα τον ερωτισμό στα αισθήματά μου. Ήσουνα ο άντρας της Σίλα. Πώς θα μπορούσα ποτέ να σε δω σαν εραστή; Το έπνιξα όσο πιο βαθιά γινόταν, και προσπάθησα να γαντζωθώ από ένα υποκατάστατο. Αλλά εσύ ήσουνα πάντα το κέντρο της ύπαρξής μου. Και μόνο όταν χώρισα με τον Λίαμ κατάλαβα τι μου συνέβαινε - από εκείνο το πρώτο βράδυ που πέρασα σπίτι σου, τότε που σου ζήτησα να κοιμηθείς μαζί μου. Εκείνο το βράδυ ή'θελα να μου κάνεις έρωτα, Ρέι. Το ή'θελα συνειδητά. Και δεν πέρασε ούτε μια μέρα από τότε που να μην το ή'θελα με την ίδια ένταση. Αν μόνο είχες μείνει εκείνο το βράδυ...»


«Εκείνο το βράδυ», της είπε με κόπο, «εκείνο το βράδυ, μόνο ο Θεός ξέρει πώς τα κατάφερα να μη μείνω. Όταν μου είπες, “κοιμήσου εδώ’’... Χριστέ μου, δεν έχεις ιδέα τι μου έκανες. Ενστικτώδικα ίσως είχα αντιληφθεί τι ακριβώς ζητούσες. Δεν εξηγείται αλλιώς το πώς ένιωσα. Αν είχα μείνει ένα λεπτό ακόμα στο δωμάτιό σου, θα σε είχα βιάσει, Σέρι. Ποτέ πριν δεν είχα νιώσει τόσο άρρωστος από πόθο. Ήταν η πιο βασανιστική νύχτα που έζησα ποτέ». «Αν είχες μείνει», του ξανάπε βαριανασαίνοντας, «αν μου είχες κάνει έρωτα εκείνο το βράδυ... Είχα απόλυτη συναίσθηση ότι σε ή'θελα σαν άντρα, κι είχα πανικοβλη-θεί... Αλλά έπρεπε να το είχα συνειδητοποιήσει από πολλά χρόνια τώρα. Δεν μπορείς ν’ αγαπάς μ’ αυτό το πάθος έναν απλό φίλο. Δεν μπορείς να νιώθεις όλη αυτή τήν πληρότητα με κάποιον, όλη αυτή την ταύτιση, αν δεν είναι κάτι παραπάνω από απλός φίλος. Μ όνο κοντά σου ήμουνα απόλυτα ευτυχισμένη, Ρέι... Ή'θελα να πιστεύω ότι ήμουνα ερωτευμένη με τον Λίαμ, κι ωστόσο προτιμούσα να είμαι μαζί σου παρά μαζί του. Κι ή'θελα να μ’ αγγίζεις συνέχεια. Πάντα ή'θελα να μ’ αγγίζεις. Δεν υπήρχε τίποτε πιο γλυκό στον κόσμο απ’ το άγγιγμά σου. Και μόνο απ’ αυτό θα έπρεπε να το είχα καταλάβει. Διψούσα για την επαφή σου όπως η έρημος για νερό. Κι ούτε μπορούσα να κρατήσω τα χέρια μου από πάνω σου, το ξέρεις. Έπρεπε συνέχεια να σ’ αγκαλιάζω, να σε φιλάω, να σε χαϊδεύω...» «Κι εγώ, Σέρι. Ήταν σωστό μαρτύριο... Δεν το είχες καταλάβει


ποτέ; Δεν ήξερες τι πάθαινα μ’ όλα αυτά τα χάδια - δεν το ’βλεπες ότι μ’ έκαναν ν’ αρρωσταίνω από επιθυμία; Δεν μπορούσα να κάνω χωρίς να σ’ αγγίζω, και κάθε φορά που σ’ άγγιζα, το πράγμα γινόταν ακόμα χειρότερο». «Και για μένα, Ρέι, το ξέρεις. Το μόνο μέρος που ή'θελα να είμαι ήταν στην αγκαλιά σου. Αν είχα αφήσει μόνο μια φορά ελεύθερο τον εαυτό μου, θα το είχα συνειδητοποιήσει αμέσως. Αλλά δεν μπορούσα. Δεν τολμούσα ούτε μετά που χώρισα με τον Λίαμ. Φοβόμουνα πως αν σου έδειχνα κάτι τέτοιο, θα έχανα και τη φιλία σου. Κι έτσι συνέχισα να ψάχνω για υποκατάστατα. Μ ετά τον Λίαμ, ο Βι-τόριο, και μετά τον Βιτόριο μπορεί κάποιος άλλος, και κάποιος άλλος... Σ’ όλη μου τη ζωή θα συνέχιζα να σ' αναζητώ σε κάποιον Λίαμ ή σε κάποιον Βιτόριο, και θα ένιωθα πάντα άδεια και ανικανοποίητη και αποτυχημένη». «Κι εγώ θα ήμουνα πάντα εδώ να περιμένω... Χτυπώντας συνέχεια σ’ έναν τοίχο, γιατί δε θα τολμούσα να προχωρήσω. Προσπαθώντας να σου δώσω να καταλάβεις χωρίς να σε πιέσω και χωρίς να ρισκάρω τις σχέσεις μας. Ακολουθώντας σε από πίσω, ζηλεύοντας αρρωστημένα, υ-ποφέροντας όλα τα μαρτύρια της κόλασης όσο θα περί-μενα να χωρίσεις με τον κάθε Λίαμ και τον κάθε Βιτόριο της ζωής σου... Κι όμως ήσουνα πάντα τόσο δική μου, Σε-ρίνα. Το ήξερα, το έβλεπα, το ένιωθα μ’ όλο μου το είναι. Ήταν σαν να σε είχα φτιάξει με τα χέρια μου. Σαν να είχα φτιάξει ένα άγαλμα και να το είχα ερωτευτεί παθιασμένα και χωρίς ελπίδα. Δώδεκα χρόνια, αγάπη μου, δώδεκα ολόκληρα


χρόνια... Δεν πέρασε ούτε μια μέρα που να μη σ’ αγαπάω και να μη σε χρειάζομαι με τον ίδιο τρόπο. Κι εσύ να ξεφεύγεις συνέχεια σαν νερό απ’ τα δάχτυλά μου... Ακόμα και τώρα, Σέρι - ακόμα και τώρα δεν μπορώ να το πιστέψω», κατέληξε σπασμένα, χώνοντας το πρόσωπό του στα μαλλιά της. «Σε παρακαλώ, πίστεψέ το», του ψιθύρισε πολύ κοντά στα δάκρυα. «Αν είμαι γυναίκα, Ρέι, είναι μόνο για χάρη σου. Αν υπάρχω, είναι μόνο για να βρίσκομαι μαζί σου. Πρώτα σαν γυναίκα και μετά σαν οτιδήποτε άλλο. Θέλω να με κρατήσεις κοντά σου. Θέλω να είμαστε μαζί σε κάθε λεπτό της μέρας και της νύχτας. Θέλω να μου κάνεις έρωτα, να μ’ αγαπάς, να με κοιτάζεις, να μου μιλάς... Θέλω να σε βλέπω και να σ’ αγγίζω όλη την ώρα. Θέλω να σου κάνω παιδιά, Ρέι. Δύο, τρία - όσα θες εσύ...» Τη ρώτησε πνιχτά, με το πρόσωπο χωμένο συνέχεια στα μαλλιά της, βαριανασαίνοντας: «Το λες αλήθεια;» «Το λέω αλήθεια», του ψιθύρισε σπασμένα. «Ποτέ δεν. ή'θελα με τον Λίαμ, το ξέρεις. Ποτέ δε θα ή'θελα με κανέ-ναν άλλον. Πώς να θέλω; Δεν ανήκα ποτέ σε κάποιον άλλον. Ήμουνα απ’ την πρώτη στιγμή δική σου, και το ’ξέρα κι εγώ όσο το ήξερες κι εσύ. Πώς θα μπορούσα ποτέ να κάνω ένα παιδί που δε θα ήταν δικό σου; Και μόνο η ιδέα μ' αρρώσταινε, κι ας μην ήξερα τότε το λόγο. Τώρα όμως ξέρω, πέρω γιατί εφεύρισκα όλες εκείνες τις ανόητες δικαιολογίες για να μην κάνω παιδί με τον άντρα μου. Δεν ήταν ποτέ άντρας μου ο Λίαμ, Ρέι. Ο μοναδικός άντρας στη ζωή μου


ήσουνα εσύ. Κι εγώ δε θέλω να είμαι τίποτε περισσότερο από μια γυναίκα για σένα, αγαπημένε μου...» «Είσαι κάτι πολύ περισσότερο», της είπε βραχνά, κρατώντας την έτσι που να μπορεί να την κοιτάζει στα μάτια. «Είσαι τα πάντα. Όλα όσα χρειάζομαι κι όλα όσα θα θελή-σω ποτέ στη ζωή μου. Όλα τα όνειρα κι όλη η ευτυχία. Είσαι το άλλο μισό του ίδιου μήλου, Σερίνα. Σ’ αναζητούσα και μ’ αναζητούσες δώδεκα ολόκληρα χρόνια, κι αυτό είναι το τέλος της αναζήτησης, αγάπη μου. Το ξέρεις τώρα, δεν είν’ έτσι;» «Το ξέρω», είπε πνιχτά η Σερίνα. Δε θα χόρταινε ποτέ τη γεύση των χειλιών του, το άρωμα του κορμιού του. Δε θα συνήθιζε ποτέ στη γλύκα της αγκαλιάς του, στο μεθύσι των φιλιών τους. Δε θα μπορούσε ποτέ στ’ αλήθεια ν’ αντέξει την ευτυχία της παρουσίας του και την παραζάλη της επαφής τους. Της έκανε έρωτα, κι ήταν η ίδια εκστατική εμπειρία με την πρώτη φορά - κι ακόμα περισσότερο, επειδή τώρα ήξερε τι σήμαινε το σμίξιμό τους και για κείνον. Τώρα μπορούσε να τον κοιτάει στα μάτια και να διαβάζει μέσα τους όλο εκείνο το πάθος που. δεν είχε δει την πρώτη φορά. Τώρα το δυνατό σώμα που έμπαινε στο δικό της γινόταν ένα μαζί του, κι η καρδιά του χτυπούσε στον ίδιο ρυθμό με την καρδιά της. Κάθε του ανάσα, κάθε λέξη, κάθε βογγητό, θα μπορούσαν να βγαίνουν απ’ το δικό της στόμα.


Η απόλαυσή του ήταν και δική της - ακόμα περισσότερο κι απ’ τη δική της. Τώρα τα ρίγη του κορμιού του ήταν η αντανάκλαση της δικής της ικανοποίησης, κι η ηδονή δεν ήταν πια ο σκοπός, αλλά το μέσον για να εκφράσουν πόσο πολύ είχαν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Ήταν τέλειο απ’ την αρχή μέχρι το αποκορύφωμα. Το σώμα της άνθιζε σαν μπουμπούκι κάτω απ’ τα φιλιά του. Και καθώς κούρνιαζε μετά στα μπράτσα του, χαμογελώντας του αδύναμα μέσ’ απ’ τα δάκρυα της ευτυχίας που πλημμύριζαν τα μάτια της, αγγίζοντας τρυφερά με τα δάχτυλά της το χαμόγελό του, μπορούσε να δει στα βαθιά του μάτια πως ναι, ήταν αλήθεια. Απόλυτη αλήθεια. Η αναζήτηση είχε τελειώσει. ΤΕΛΟΣ

H Anazitisi - Stephanie Webb  
H Anazitisi - Stephanie Webb  
Advertisement