Issuu on Google+

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΥΜΝΟ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ

Φωτογραφία: Γιάννης Κουλλιάς


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Εσπερινός του Αη Φώτη Φωτογραφία: Νικόλαος Σμαλιός

-322-


Η Κάλυμνος της διασποράς μέσα από τα «Καλυμνιακά Χρονικά» -Οι ιστορίες και οι άνθρωποι(Εισήγηση του Γιάννη Θ. Πατέλλη στο ΙΣΤ΄ Συμπόσιο Δωδεκανήσου στον Πειραιά από 5-8 Νοεμβρίου 2009).

Μ

ε την κυκλοφορία του 18ου τόμου τους, τα Κ Χ συμπληρώνουν, φέτος, 30 χρόνια συνεχούς και συνεπούς παρουσίας στο εκδοτικό γίγνεσθαι του Δωδεκανησιακού χώρου. Ήταν φυσικό η θεματολογία τους να κυριαρχείται από ενότητες αφιερωμένες στην ιστορία, λαογραφία, αρχαιολογία και γλωσσολογία, οι οποίες αποτελούν άλλωστε τον κύριο κορμό των ανακοινώσεων, των, ανά διετία, διεξαγομένων Πανδωδεκανησιακών Συμποσίων. Δεν λείπουν όμως και εργασίες οι οποίες διαπραγματεύονται θέματα τέχνης, οικονομίας, αλλά και αφιερώματα στη ζωή και τη δράση των απόδημων Καλυμνίων. Όταν, κατά αληθοφανείς υπολογισμούς, στην υπόλοιπη Ελλάδα, την Αμερική και την Αυστραλία, βρίσκονται εγκατεστημένοι περίπου 40.000 Καλύμνιοι, με σημερινό πληθυσμό γηγενών περίπου 17.000, γίνεται κατανοητό το μέγεθος και το ειδικό βάρος της «άλλης Καλύμνου». Στο φετινό συμπόσιο, το πρώτο που διεξάγεται εκτός των νησιωτικών ορίων, με συμβολικό στόχο να ερευνηθεί και να αναδειχθεί το συνολικό γίγνεσθαι της «άλλης Δωδεκανήσου», που ζει και δραστηριοποιείται μακράν της πατρώας γης, θεώρησα κι εγώ σκόπιμο να αναφερθώ με λίγες αδρές γραμμές στην «Κάλυμνο της διασποράς» με κύρια πηγή πληροφοριών τα Κ Χ. Η επιλογή μου αυτή δεν έχει σχέση με τοπικιστικά σύνδρομα. Απλά η Κάλυμνος, στο θέμα της μετανάστευσης, έχει να παρουσιάσει ιδιάζοντα αίτια και σημαντικές ιδιαιτερότητες από τα υπόλοιπα νησιά της

-323-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Δωδεκανήσου. Ως εκ τούτου έχει σημαντικό ενδιαφέρον η επισήμανση των αιτίων και των διαφορών αυτών. Η Κάλυμνος, ένα σχετικά μεγάλο νησί αλλά βραχώδες, με έκταση περίπου 109 τετραγωνικά χιλιόμετρα, διαθέτει μόλις 2.000 περίπου αρδευόμενα στρέμματα στις κοιλάδες Βαθύ, Πάνορμος και Πόθια. Τα εσπεριδοειδή, κατά κύριο λόγο, τα λίγα δημητριακά, το μέλι, το λάδι, τα κηπευτικά, καθώς και οι λιγοστές ποίμνες γιδοπροβάτων, μπορεί να αποτελούν τη συνισταμένη της ανθρώπινης ευτυχίας στη Παλαιά Διαθήκη, δεν θα μπορούσαν όμως να αποτελέσουν τη μοναδική πηγή πορισμού για τους κατοίκους ενός άγονου νησιού. Από πολύ νωρίς, ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα ο Καλύμνιος στρέφεται προς τη μόνη δυνατή πηγή επιβίωσης που απλώνεται μπροστά του, τη θάλασσα. Ψαράς και κυρίως τολμηρός σφουγγαράς ρίχνεται με το πάθος του απελπισμένου στην επικίνδυνη αλλά προσοδοφόρο αυτή ενασχόληση. Τον ευνοεί και η βιομηχανική επανάσταση στη Δύση με την αυξημένη ζήτηση του παράξενου αυτού θαλασσινού προϊόντος. Η κάθοδος στα πλούσια αλιευτικά πεδία της Αφρικής από το 1860 και η εφαρμογή του σκαφάνδρου στη σπογγαλιεία το 1869, παρά τα πολλά θύματα που προκαλεί, δημιουργεί έκρηξη παραγωγής σφουγγαριών. Ο Κάρολος Φλέγελ κατονομάζει το 1860 είκοσι τρεις καλά οργανωμένους σπογγεμπορικούς οίκους σε ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις1. Η Κάλυμνος αυγατίζει πληθυσμιακά δεχόμενη και ένα ικανό μεταναστευτικό ρεύμα, κυρίως από γειτονικά νησιά. Οι 5.000 κάτοικοι του 1825 γίνονται 7.600 το 1850 και 19.000 το 1900. Διακινήσεις πληθυσμών και εποικισμοί είναι σύνηθες φαινόμενο στον ελληνικό χώρο κατά τη διαδρομή των αιώνων. Η προσέλκυση όμως μεταναστών από ένα άγονο νησί όπως η Κάλυμνος, παράδοξο εκ πρώτης όψεως, 1. Καρόλου Φλέγελ « Πατριάρχης Άνθιμος » Σάμος 1896, σελ. 27-28. Επειδή η έκδοση είναι σπάνια και δυσεύρετη αναφέρουμε τους οίκους γιατί έχουν σημαντικό ενδιαφέρον. Άμστερνταμ Ν. Κόκκινος, Βιέννη Θ. Διαμαντής, Γεώργιος Κουρεμέτης, Βρυξέλλες Αφοί Ζερβού, Λειψία Αντ. Μαγκλής, Λιβόρνο Αφοί Τουλουμάρη, Λονδίνο Αφοί Συμεών και Νικ. Βουβάλης, Μαδρίτη Δ. Αλεξιάδης και Γ. Μπουλαφέντης, Μόναχο Θέμελης Ζερβός, Μόσχα Αντώνιος Μπιλλήρης και Γεώργιος Σκουμπουρδής, Οδησσός Αφοί Πατέλλη, Αγ. Πετρούπολη Γιάννης Πουγούνιας και Γιάννης Τηλιακός, Στοκχόλμη Τσάππος, Θεοδωρίδης, Στουτγγάρδη Νικόλαος Κωλέττης, Τεργέστη Θεόφιλος Κουτρούλης, Φρανκφούρτη Αφοί Ηλιάδη και Καλκούτα Ινδιών Μιχαήλ Πελεκάνος.

-324-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

δείχνει το μέγεθος της οικονομικής ευρωστίας που αρχίζει να αποκτά το νησί. Στον Κανονισμό της Δημογεροντίας του 1894 υπάρχει μεγάλος αριθμός επιθέτων, περίπου το 20% από αυτούς που τον υπογράφουν, με βάση τον τόπο καταγωγής τους: Αιγινίτης, Αμοργίνος, Ζαγοριανός, Καριώτης, Καρπάθιος, Καστελλοριζιός, Ολυμπίτης, Κώτης, Λέριος, Ροδίτης, Σάμιος, Νισύριος, Συμιακός, Τηλιακός, Χαλκίτης, κ.λ.π2. Παρ’ όλα αυτά στα τέλη του 19ου αιώνα δημιουργείται το πρώτο ισχυρό μεταναστευτικό ρεύμα από την Κάλυμνο προς τη Ρωσία κυρίως. Κύρια αιτία η προσπάθεια αποφυγής του σφουγγαράδικου επαγγέλματος το οποίο, με την εφαρμογή του σκαφάνδρου, προκαλεί μεγάλο αριθμό θανάτων αλλά και παράλυτων, σωστά ανθρώπινα ερείπια, που κατακλύζουν το νησί και προκαλούν σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Δημιουργούνται έτσι και οι πρώτες μεγάλες εστίες μεταναστών στην Οδησσό, την Αγία Πετρούπολη αλλά και άλλες ρωσικές μεγαλουπόλεις. Κατά τον Γιάννη Γεράκη, παλιό σφουγγαρά, λαϊκό ποιητή και συγγραφέα, τις «Σφουγγαράδικες ιστορίες» του οποίου εξέδωσε η «Ένωση Καλυμνίων Αττικής», οι πρώτοι Καλύμνιοι οι οποίοι έφτασαν στη Ρωσία ήταν, τι άλλο, πλανόδιοι έμποροι σφουγγαριών. Αναφέρονται τα ονόματα δύο του Λεωνίδα Πατέλλη και του Φίλιππα Χατζηθεοδώρου. Σιγά-σιγά όμως έφτασαν και άλλοι δημιουργώντας μικρές βιοτεχνίες υποδηματοποιίας κυρίως, τις λεγόμενες «Μαστερσκάγιες». Άλλοι πάλιν ανοίγουν ζαχαροπλαστεία και καφενεία, τις λεγόμενες «Τσαϊνάγιες». Γύρω στο 1900 οι εγκατεστημένοι Καλύμνιοι στη Ρωσία υπολογίζονται σε 2000 περίπου με ανθούσες επιχειρήσεις και σημαντική οικονομική δύναμη. Κατά τον Γιάννη Γεράκη πάντα, δεν υπήρχε ρωσική πόλις που να μην υπήρχαν Καλύμνιοι. Από την Αγία Πετρούπολη ως το Μπακού της Κασπίας, και από τον Αρχάγγελο μέχρι το Χαρμπίν της Ματζουρίας και το Βλαδιβοστόκ στην Άπω Ανατολή. Από την Πετρούπολη μάλιστα μεταπήδησαν, κυρίως ως σπογγέμποροι στην Σκανδιναβία. Με την έναρξη του Α΄ παγκόσμιου πολέμου, το 1914, η Καλυμνιακή παροικία στην Πετρούπολη γνωρίζει μέρες οικονομικής ακμής. Αναφέρονται περί τα 50-60 καταστήματα, σφουγγαράδικα, εστιατόρια, τσαϊνάγιες, παντουφλατζίδικα. Με την έκρηξη όμως της Οκτωβριανής Επανάστασης, το 1917, συντελείται η μεγάλη ανατροπή. 2.

«Κανονισμός της Δημογεροντίας Καλύμνου» Έκδοση Αναγνωστηρίου 2002

-325-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Τα πάντα χάθηκαν μέσα σε λίγους μήνες. Διαλύθηκαν οικογένειες, τινάχτηκαν στον αέρα περιουσίες και αρχοντικά φτιαγμένα με ιδρώτα και αίμα από το μηδέν, έγιναν στάχτη ελπίδες και όνειρα μιας ζωής στη ξενιτιά. Πολλοί πέρασαν τα σύνορα της Φινλανδίας είτε νόμιμα είτε ως δραπέτες και έσωσαν μόνο το τομάρι τους. Όσοι έμειναν, και δεν ήταν λίγοι, ζούσαν με το φόβο, την ανασφάλεια και τους διωγμούς. Αρκετοί έφυγαν εξόριστοι στη Σιβηρία και χάθηκαν τα ίχνη τους. Ένα σημαντικό χρονικό σταχυολογημένο από διηγήσεις απογόνων των εκατοντάδων οικογενειών των Καλυμνίων της Ρωσίας, που με πολύ κόπο, επιμέλεια και μεράκι, συνέλεξε η αείμνηστη Κατίνα Ροδίτη βρίσκονται δημοσιευμένα στον 16ο Τόμο των Κ Χ. Ακόμα η Μαρία Ζαίρη στον ίδιο τόμο με την εργασία της « Μικρασιάτες στην Κάλυμνο, οι άνθρωποι και ο πολιτισμός» και με τα «Ρωσίας ενθυμήματα» δίνει ζωηρόχρωμες εικόνες από δύο ξεχωριστές σελίδες ιστορίας από το αέναο μεταναστευτικό ταξίδι του Καλύμνιου μέσα στο χρόνο. Θα ήθελα να κλείσω τις δραματικές σελίδες του βιβλίου «Καλύμνιοι μετανάστες στη Ρωσία» με μια πολύ σύντομη αναφορά στην περιπετειώδη ζωή του Μιχαήλ Γεράκη εξαδέλφου του Γιάννη Γεράκη που ανέφερα παραπάνω. Ο Μιχάλης Γεράκης γεννήθηκε στην Κάλυμνο το 1989 και μετά το τετρατάξιο Γυμνάσιο, στα 15 του, πηγαίνει στη Σμύρνη για να παρακολουθήσει οικονομικά μαθήματα στη Σχολή Μπάξερ. Μετά την αποφοίτησή του γυρίζει στην Κάλυμνο αλλά δεν καταφέρνει να πάρει διαβατήριο από τις Τουρκικές Αρχές. Μέσω Φαρμακονησίου φτάνει λαθρομετανάστης στον Πειραιά και από εκεί φεύγει για την Αγία Πετρούπολη. Καταπιάνεται με το εμπόριο πολύτιμων λίθων και χρυσού και δημιουργεί μια μικρή περιουσία. Οι γλυκές λευκές νύχτες της Ρωσικής μεγαλούπολης τελειώνουν άδοξα με την Οκτωβριανή Επανάσταση, όχι μόνο για τους Καλύμνιους της Ρωσίας, τα Ρουσσάκια μας όπως τους αποκαλούσαν στον νησί, αλλά και για τον Μιχάλη Γεράκη. Το 1919 αποτυγχάνει να περάσει τα Φινλανδικά σύνορα. Εξασφαλίζει με γενναία δωροδοκία ένα πολύτιμο εισιτήριο με τον υπερσιβηρικό και φτάνοντας στο Μινσκ παραμένει δύο χρόνια. Όλο αυτό τον καιρό συντηρείται με χρήματα που εξασφαλίζει πουλώντας βελόνες για ράψιμο, που είχε την πρόνοια να πάρει μαζί του σ’ ένα μικρό κασελάκι. Από το Μινσκ φτάνει στο Χαρπίν της Μαντζουρίας και παραμένει για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Αποφασίζει να γυρίσει στο

-326-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

νησί του με την ελπίδα να προλάβει ζωντανούς τους γέροντες γονείς του. Μέσω φιλικού προσώπου μαθαίνει για ένα ελληνικό εμπορικό πλοίο που θα περνούσε από Τιεντσίν, προερχόμενο από Ιαπωνία, με προορισμό την Ευρώπη. Καταφέρνει έγκαιρα να φτάσει στο Μαντζουριανό λιμάνι επιβιβάζεται στο πλοίο και μέσω Μαδαγασκάρης και Κέιπ-Τάουν φτάνει στο Χερβούργο μετά 41 μέρες. Αργότερα εξιστορώντας τις περιπέτειές του στο γιο του, το σημερινό δικηγόρο και φίλο Μικέ Γεράκη από τον οποίο άντλησα κι εγώ όλα αυτά τα στοιχεία, του τόνιζε την έκπληξή του όταν στην αποβάθρα της Μαδαγασκάρης άκουσε δύο μεσήλικες να συζητούν ελληνικά. Τελικά ο ένας ήταν Καλύμνιος και ο άλλος, τι άλλο, Κεφαλλονίτης. Ο Μιχάλης Γεράκης θα δοκιμάσει τη τύχη του και στην Αμερική. Το 1925 φτάνει στη Νέα Υόρκη και δουλεύει για ένα διάστημα στο λογιστήριο του γνωστού ξενοδοχείου ΓουόλντωφΑστόρια, ενώ το μεγάλο κραχ του 1929 τον βρίσκει στη Φλώριδα, στην Καλυμνιακή παροικία του Τάρπον Σπρινγκς. Στην Κάλυμνο θα επιστρέψει το 1937 και κατά τη διάρκεια του μεταβατικού σταδίου της «Καλυμνιακής Πολιτείας» μέχρι την ανάληψη της διοίκησης της Καλύμνου από τους Άγγλους, το 1945, ο Γεράκης θα είναι πρόεδρός της. Τη σταδιοδρομία του ο Καλύμνιος αυτός, ο βγαλμένος λες από τις σελίδες των μυθιστορημάτων του Ιουλίου Βερν, θα τελειώσει ως καθηγητής Αγγλικών, στα Γυμνάσια της Καλύμνου, μετά την Ενσωμάτωση. Ήταν φυσικό η πρώτη Καλυμνιακή παροικία στο Νέο Κόσμο να έχει άμεση σχέση με το σφουγγάρι και τη σπογγαλιεία. Καλύμνιοι σφουγγαράδες, μαζί με Συμιακούς, Χαλκίτες και Αιγινίτες, φτάνουν στο Τάρπον Σπριγκς την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα για να δοκιμάσουν την τύχη τους στα άγνωστα νερά του Κόλπου του Μεξικού. Γρήγορα το μικρό ψαροχώρι των δυτικών ακτών της Φλώριδας μετατρέπεται σε σημαντικό σπογγαλιευτικό κέντρο παραγωγής και εμπορίας σφουγγαριών. Τη νέα σχετικά, αλλά πλούσια σε ανθρώπινα μηνύματα ιστορική διαδρομή των Καλυμνίων μεταναστών του Τάρπον Σπρινγκς, περιγράφει η Καλυμνιά δασκάλα της διασποράς Μαρία Παντελή στον 4ο Τόμο των Κ Χ. Η Ιταλική κατοχή από το 1912, οι πιέσεις για εξιταλισμό που θα ακολουθήσουν και θα λάβουν δραματικές διαστάσεις τη δεκαετία του 30, θα έχει για την Κάλυμνο τις τραγικές συνέπειες που είχε και στα υπόλοιπα Δωδεκάνησα. Ο πληθυσμός εξωθείται στη μετανάστευση. Η

-327-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Κάλυμνος από 25.000 κατοίκους το 1913 θα πέσει στις 15.000 μετά 4 χρόνια. Καθώς η πόρτα της Ρωσίας έχει κλείσει ο Καλύμνιος μετανάστης στρέφεται κυρίως προς τον, πολλά υποσχόμενο, Νέο Κόσμο. Στην αρχή προς τη Φλώριδα, ως σπογγαλιευτικό κέντρο, λίγο αργότερα παίρνει το δρόμο προς τον βιομηχανικό βορρά, Γκέρυ, Οχάιο, Πενσιλβάνια και δευτερευόντως στη Νέα Υόρκη. Ταυτόχρονα στην Ευρώπη και ιδιαίτερα της μεγάλες Ευρωπαϊκές πόλεις, Λονδίνο, Παρίσι, Μόναχο, Βρυξέλλες, Μαδρίτη, Σκανδιναβικές πρωτεύουσες, υπάρχουν πάντα ικανές παροικίες, κλαδιά από τις παλιές ρίζες της εποχής των πρώτων σπογγεμπορικών οίκων. Στον 16ο Τόμο των Κ Χ η Άρτεμις Σκουμπουρδή, για παράδειγμα, παραθέτει σελίδες από την, εν πολλοίς, άγνωστη ζωή της παροικίας των Καλυμνίων της Μαδρίτης. Η απελευθέρωση και η Ενσωμάτωση βρίσκει την Κάλυμνο, όπως άλλωστε όλα τα νησιά, διαλυμένη. Ο άλλοτε υπερήφανος σπογγαλιευτικός στόλος δεν υπάρχει πλέον. Τα περισσότερα σπίτια είναι ερείπια από τους βομβαρδισμούς, υδραγωγείο δεν υπάρχει και οι λιγοστοί δρόμοι είναι εγκαταλελειμμένοι και αδιάβατοι. Παρά τις προσπάθειες ανασυγκρότησης, παρά την εργώδη ανασύσταση, μέρους έστω του αλιευτικού στόλου, οι μεταναστευτικές τάσεις του πληθυσμού, τα αμέσως επόμενα χρόνια, παίρνουν διαστάσεις ομαδικής φυγής. Τον Καλύμνιο μετανάστη σπρώχνει στον εκπατρισμό, όπως άλλωστε σε όλα τα υπόλοιπα νησιά μας, η στερημένη ζωή. Για να εξοικονομήσει τα ναύλα του καταφεύγει ακόμα και σε τοκογλύφους. Δεν γνωρίζει που πηγαίνει, τη γλώσσα του νέου τόπου διαμονής, τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Καταφεύγει στην αρχή, για να επιβιώσει, στις πιο επικίνδυνες και βαριές δουλειές και η προσαρμογή του στη νέα χώρα είναι δύσκολη. Το πρώτο μεγάλο κύμα μεταναστών κατευθύνεται προς την Αμερική όπως είναι φυσικό. Υπάρχουν ήδη κάποιες προϋποθέσεις όπως η προπολεμική μαγιά μεταναστών, συγγενείς, φίλοι, γείτονες, με τις μυθώδεις διηγήσεις για το αμερικανικό όνειρο και τις ανέσεις του αμερικάνικου τρόπου ζωής. Ακόμα υπάρχει και η Φλώριδα που προσφέρει στον Καλύμνιο ευκαιρίες απασχόλησης στο επάγγελμα που γνωρίζει καλά, του δύτη και του σφουγγαρά. Σημαντικό εμπόδιο είναι βέβαια η ύπαρξη της πολυπόθητης πρόσκλησης από το συγγενή και η

-328-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

χρονοβόρα διαδικασία έγκρισής της από το «Ιμιγκρέσιο». Με την Αυστραλία τα πράγματα είναι πιο απλά. Στο νησί καταφθάνει το 1953 κλιμάκιο της περίφημης ΔΕΜΕ ( Διακυβερνητικής Επιτροπής Μετανάστευσης Ευρώπης), με επικεφαλής Αυστραλό διπλωματικό υπάλληλο. Επιλέγονται σταδιακά περίπου 4.000 άτομα κατά πλειοψηφία κάτω των 40 ετών. Εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η απογραφή του 1951 έδειχνε για την Κάλυμνο 14.000 κατοίκους και μεταναστεύει, μόνο προς μία χώρα, το ένα τρίτο του πληθυσμού και μάλιστα το πλέον παραγωγικό κομμάτι του, η μοίρα του νησιού φαινόταν προδιαγεγραμμένη και όμοια με τα υπόλοιπα αδελφά νησιά. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιδιαιτερότητα της Καλύμνου. Δεν εγκαταλείπεται το νησί. Ενώ οι μετανάστες δουλεύουν σκληρά στα αφιλόξενα δάση, τις μίνες και τις οικοδομές της Βόρειας Αυστραλίας, στήνεται γρήγορα μια αερογέφυρα ανάμεσα Κάλυμνο και Ντάργουιν και ένα μεγάλο μέρος του μόχθου τους μεταφέρεται σε επενδύσεις στο νησί. Πιο χαρακτηριστικό είναι ακόμα το γεγονός ότι πολλοί απ’ αυτούς αφού εξασφάλισαν άνετη διαβίωση στο Ντάργουιν, νοίκιασαν τα ακίνητά τους, γύρισαν στην Κάλυμνο, σκάρωσαν καΐκια και ξανάγιναν ψαράδες και σφουγγαράδες. Στον 4ο τόμο των Κ Χ υπάρχει εκτενής αναφορά για τους Καλυμνίους του Ντάργουιν καθώς και χαιρετισμός του τότε πρωθυπουργού της πολιτείας της Β. Αυστραλίας Πωλ Εύριγχαμ ο οποίος τονίζει : «Οι Καλύμνιοι της Αυστραλίας έκαμαν το Ντάργουιν και το βόρειο άκρο της Αυστραλίας ένα καλύτερο τόπο για να ζήσει κανείς». Ακόμα έγινε επίσημη αδελφοποίηση του Ντάργουιν και της Καλύμνου με τελετές και επίσημες επισκέψεις των Δημοτικών Αρχών και στις δυο πόλεις αντίστοιχα. Άλλωστε περίπου κάθε 4 χρόνια επισκέπτονται την Κάλυμνο πολυμελείς αντιπροσωπείες των κομμάτων της Β. Αυστραλίας, προς άγρα ψήφων, αφού οι τοπικές εκλογές κρίνονται πάντοτε από τις επιλογές του Καλυμνιακού στοιχείου του Ντάργουιν. Σήμερα, στην εποχή μας, πολλά παιδιά μεταναστών, τρίτης και τέταρτης γενιάς κατέχουν επίζηλες θέσεις στις επιστήμες, την επιχειρηματικότητα και την πολιτική, σε χώρες όπως η Αμερική και η Αυστραλία. Παρ’ όλα αυτά η νοοτροπία του Καλύμνιου μετανάστη δεν έχει αλλάξει σημαντικά. Και σήμερα ακόμα, όταν η τουριστική σεζόν δεν πάει καλά στο νησί, η αερογέφυρα με Ντάργουιν ή Νέα Υόρκη λειτουργεί αδιάκοπα. Αρκετοί Καλύμνιοι θα πεταχτούν ως την Αμερική

-329-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

ή το Ντάργουιν, για να εργαστούν κανένα εξάμηνο «στις μπογιές» ή τις οικοδομές, συμπληρώνοντας στα γρήγορα το εισόδημά τους. Ο Καλύμνιος ολιγαρκής, δεν αποβλέπει σε μεγάλες περιουσίες, δεν εννοεί να εκπατριστεί οριστικά για να αποδειχθεί κεφαλαιούχος. Η αγάπη προς το νησί του αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα της ζωής του. Η μετανάστευση, «ευλογία ή κατάρα», όπως και να την χαρακτηρίσει κανείς είναι ένα φαινόμενο κοινωνικό με πολλά αίτια και πανάρχαιες ιστορικές ρίζες. Όπως συμβαίνει συνήθως με όλες τις κοινωνικές ανακατατάξεις αποτελεί φαινόμενο προς μελέτη και ανάλυση σε διάφορες διατριβές και άρθρα. Πέραν όμως από τις ψυχρές στατιστικές, τους αριθμούς, τις μελέτες, τις οικονομικές επιπτώσεις, υπάρχουν οι άνθρωποι. Και επειδή οι ιστορίες των ανθρώπων διασώζονται μόνο στα βιβλία, τα Κ Χ αποτυπώνουν ένα μεγάλο μέρος από το πολύτιμο αυτό κομμάτι της ιστορίας του τόπου μας. Γιάννης Θ. Πατέλλης Πρόεδρος Αναγνωστηρίου Καλύμνου «Αι Μούσαι» Συγγραφέας

Βιβλιογραφία: 1. Καλυμνιακά Χρονικά, Τόμος Γ’ Αθήνα 1982. Γ. Σακελλαρίδη «Από το Α’ Συνέδριο των Αποδήμων Δωδεκανησίων» σελ. 158-162. Μιχ. Ιορδ. Κινδύνη «Τάρπον Σπρινγκς Φλώριδα» Σελ. 162-164. 2. Κ Χ Τόμος Δ’ Αθήνα 1984. «Αφιέρωμα στους ξενιτεμένους μας» σελ. 140-173 3. Κ Χ Τόμος Θ’ Αθήνα 1990 Αναστασίας Κορκολή « Η μετανάστευση από τη Κάλυμνο- Θέσεις και εκτιμήσεις» σελ. 406-417. 4. Κ Χ Τόμος Ι’ Αθήνα 1992 Μιχαήλ Ιορδ. Κινδύνη «Μια αξιόλογη Καλυμνιά του Τάρπον Σπρινγκς» σελ. 326-329. 5. Κ Χ Τόμος ΙΓ΄ Αθήνα 1999 Γιάννη Θ. Πατέλλη «Γιάννης Κάννης- Ο Καλύμνιος βουλευτής του Καναδά» σελ. 346. Θεόφιλου Τσουκαλά «Καλυμνιακή Φωνή της Αυστραλίας» σελ. 367. 6. Κ Χ Τόμος ΙΔ΄ Αθήνα 2001 «Ο Μητροπολίτης Χονγκ-Κονγκ Κος Νικήτας» σελ. 384. «Μιχαήλ Μπιλληράκης ο Καλύμνιος βουλευτής της Φλώριδα» σελ 403.

-330-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

7. Κ Χ Τόμος ΙΣΤ΄ Κάλυμνος 2005 Άρτεμις Σκουμπουρδή «Οι Καλύμνιοι στην Ισπανία» σελ. 473-492. Κατερίνας Ροδίτη «Η Μαστροσκάγια, Ρωσία καταφύγιο Καλυμνίων κατά τα έτη 1870-1920» σελ. 493-504. Κωνσταντίνου Μηνέττου «Σοφία Γερ. Χριστοφίλη η πρώτη Ελληνίδα δασκάλα στο Nassau-Bahamas» σελ. 505-512. 8. Γιάννη .Δ Γεράκη «Σφουγγαράδικες Ιστορίες» Ένωση Καλυμνίων Αττικής Αθήνα 1999. 9. Νικητάδαινας Ι. Ρεΐση-Καλλιόπης Ι. Μαύρου «Η Κάλυμνος του νόστου και της καρδιάς μας» Κάλυμνος 2009.

-331-


Φανή Καπελλά - Κουτούζη

Γεράσιμος Κλεάνθους Ζερβός

(1872 -1934) Ένας σχεδόν άγνωστος λόγιος και βαθιά θρησκευόμενος Καλύμνιος της διασποράς.

Γεράσιμος Κλ. Ζερβός Φωτογραφία απ’ τη Βομβάη, το 1907

-333-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Προλογικό σημείωμα

Έ

να δυσάρεστο οικογενειακό γεγονός του περσινού καλοκαιριού του 2010, το οποίο δευτέρωσε μάλιστα, δεν ήταν «αμιγές καλού»: Δύο διαδοχικές διαρρήξεις στο παλιό πατρικό σπίτι, στην Αγία Τριάδα, μας έφεραν-εμένα και τις αδελφές μου- μπροστά σ’αυτό το γνώριμο σε πολλούς, αποκρουστικό θέαμα του λεηλατημένου σπιτιού και η αίσθηση της καταφυγής που νοιώθουμε για το σπίτι του ο καθένας μας ,βγήκε βαριά τραυματισμένη. Συγχρόνως μας αποκαλύφθηκαν, με βίαιο τρόπο βέβαια, θησαυροί κάποιου άλλου είδους, μας αποκαλύφθηκαν τα πολύτιμα για μας σωθικά του σπιτιού μας κι’αυτό ήταν τελικά το «καλό», το κέρδος μας, όταν μπορέσαμε να το αξιολογήσουμε. Γιατί δεν είχε μείνει βιβλιοθήκη, γραφείο, συρτάρι, ντουλάπι, που να μην είχε αναποδογυριστεί και αδειάσει στη μέση των δωματίων. Όμως, όταν βρίσκεσαι ξαφνικά μπροστά στο παρελθόν σου, με τις ψυχές και τις ζωές των δικών σου ανθρώπων, μέσα απ’τις φωτογραφίες, τα γράμματα, τα ημερολόγια, τις σημειώσεις, τα λογής ντοκουμέντα, τα ποτισμένα με τον πόνο και το μεγαλείο της ανθρώπινης μοίρας, σε παραφυλάει ένας συναισθηματικός κίνδυνος, λες και ο αιώνας που μεσολάβησε ανάμεσα σ’αυτά και σε σένα είχε ξαφνικά μηδενιστεί. Ο κίνδυνος έγινε περιπέτεια όταν δεν μπορέσαμε ν’αντισταθούμε και να κάνουμε μια απλή, αποστασιοποιημένη, μηχανική τακτοποίηση αλλά βουτήξαμε στα βαθιά! Πρωταγωνιστική μορφή που αναδύθηκε μέσα από έναν όγκο κειμένων του, ο πατέρας της μάνας μας, Γεράσιμος Κλεάνθους Ζερβός. Εκατοντάδες τα γράμματα του από την ξενιτειά , τις μυθοποιημένες στο μυαλό μας Ινδίες, -αγγλική κτήση τότε,στη γιαγιά και τα πέντε παιδιά του, τον Νικηφόρο(Νίκα), τον Κλεάνθη, τη Φανή, τον Γιάννη(Τζων) και τη Θεμελίνα. Μεγάλος ήταν και ο όγκος των χειρόγραφων θρησκευτικών κηρυγμάτων -334-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

του, καθώς ήταν επίσημος ιεροκήρυκας της εκκλησίας. Σκόρπια κι’αυτά στα πατώματα, είχε διατηρηθεί όμως ακόμα το ευλαβικό δίπλωμα τους και η ιδιαίτερη φροντίδα της αρχιτεκτονικής της κάθε σελίδας. Ο καταιγισμός των συναισθημάτων από την ανάγνωση των πρώτων σελίδων και η χαρακτηριστική μυρωδιά του πολυκαιρίτικου υπεραιωνόβιου χαρτιού, ήταν σα να μας προκαλούσαν να τα πάρουμε στα χέρια μας και να κοινωνήσουμε με το περιεχόμενό τους. Όχι πως δε γνωρίζαμε την ύπαρξη αυτών των ντοκουμέντων αλλά κι’ εμείς δεν ξέραμε το γιατί, δεν τα είχαμε αγγίξει ποτέ! Ακόμα κι’ η κόρη του, η μάνα μας ,μόνο από μακριά τα κοιτούσε και λύγιζε η φωνή της όταν αναφερόταν στον πατέρα της και τα ενθυμήματά του. Γνωρίζαμε ωστόσο πολλά για τον παππού μας από διηγήσεις της γιαγιάς και των παιδιών του και κοντινών συγγενών .Καθώς όμως δεν τον είχε γνωρίσει κανένα του εγγόνι, δεν είχαμε ολοκληρωμένη την εικόνα της προσωπικότητάς του. Και τώρα, βρισκόμασταν μπροστά σ’έναν καθάριο καθρέφτη αυτής της ψυχής και της προσωπικότητας, χωρίς σκιές, χωρίς καμία σκοπιμότητα να τον έχει υποχρεώσει να τροποποιεί τις σκέψεις και τις απόψεις του, μια που τα περισσότερα από τα γραπτά του απευθύνονταν μόνο στο άλλο μισό της ψυχής του, τη σύζυγό του Άννα, το γένος Ρεΐση. Όλα αυτά θα μπορούσαν να ήταν μια ιδιωτική υπόθεση και μάλιστα συνηθισμένη για ελληνικές νησιώτικες οικογένειες, όπου ανέκαθεν ο ξενιτεμός μελών της ήταν ο κανόνας. Οι σκέψεις αυτές ανατράπηκαν καθώς προχωρούσε η ανάγνωση.. Δεν ήταν συνηθισμένα κείμενα .Ούτε η προσωπική του αλληλογραφία με τη γιαγιά ούτε οι επιστολές προς τον πατέρα του ούτε τα κηρύγματά του. Μια σειρά αρετές των κειμένων αυτών μας έπεισαν πως βρισκόμασταν μπροστά σε μια ξεχωριστή περίπτωση ενός ανθρώπου με πλατειά μόρφωση, με χριστιανική πίστη σε κάθε έκφανση και περίσταση της ζωής του, με τάλαντο συγγραφικό, με θαυμαστή γνώση της ελληνικής γλώσσας, με -335-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

ιδέες τόσο προοδευτικές για την ισότητα της γυναίκας και του άνδρα και με τις απτές αποδείξεις για τον αγώνα που έδινε να πείσει τη σύντροφό του γι’αυτήν την πίστη του και με όλα τα γράμματα τούτα ποτισμένα με τον καϋμό της ξενιτειάς, σε μια τόσο μακρινή χώρα, τις Ινδίες… Η δύναμη των κειμένων έκαμψε τα ηθικά διλήμματα μας, γιατί υπήρξαν και τέτοια. Η αλληλογραφία π.χ με τη γιαγιά ήταν τόσο προσωπική υπόθεση! Όμως η απόσταση του αιώνα και κυρίως το περιεχόμενο των επιστολών μάς έπεισαν ότι δεν έπρεπε να επιστρέψουν στη σιωπή του πολυταξιδεμένου μπαούλου, για χρήση μόνο ιδιωτική. Κάτι έχουν να προσφέρουν και να πουν σκεφτήκαμε, σε όσους αναγνώστες των Χρονικών θελήσουν να τα διαβάσουν. Χάρη χρωστώ και στον πρόεδρο τον κ. Χατζηδάκη για την αποτελεσματική, πειστική του παρέμβαση και τις πρώτες εντυπώσεις που διατύπωσε για τα κείμενα. Σειρά λοιπόν έχουν τα κείμενα, που νομίζω ότι δε χρειάζονται άλλες συστάσεις .Ένα δείγμα από κάθε κατηγορία, με την αυθεντικότητα και την πάσα αλήθεια που αποπνέουν ,θα παραδοθούν στην κρίση των αναγνωστών: 1. Ένας λόγος εκφωνηθείς στην κατάθεση του θεμελίου λίθου της Νικηφορείου Ελληνικής Σχολής. 2. Μια επιστολή - απάντηση προς τον πατέρα του παπά Κλεάνθη. 3. Μια συνομιλία μ’έναν Ινδό φιλόσοφο και τέλος, 4 και 5 δύο προσωπικά γράμματα , απ’ τις πολλές δεκάδες που υπάρχουν, στη σύζυγό του Άννα . Ένα σύντομο μόνο βιογραφικό του συγγραφέα τους ,του Γεράσιμου Κλ. Ζερβού, που θα βοηθήσει τους αναγνώστες να κατανοήσουν το περιεχόμενό τους, θα προηγηθεί, με στοιχεία από σχετικές αναφορές δύο πνευματικών ανθρώπων, του φιλολόγου, ποιητή , συγγραφέα και κριτικού λογοτεχνίας Δ.Ν. Τριανταφυλλόπουλου και του δικού μας αείμνηστου φιλολόγου, γυμνασιάρχη και δάσκαλου της ελληνικής διασποράς Νικολαου.Μ.Δράκου. Φανή Καπελλά-Κουτούζη Ιούνιος 2011

-336-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Γεράσιμος Κλ. Ζερβός Ο δεύτερος γιος του παπά Κλεάνθη Ζερβού. Τα άλλα πέντε παιδιά του ήταν: Ο Σακελλάρης Ζερβός, γιατρός, ο Γιάννης Ζερβός, φιλόλογος-ποιητής, και οι κόρες του Ελένη, σύζυγος Γεωργίου Σωτηρίου, η Μαρία, σύζυγος Ηλία Πελεκάνου, και η Καλλιόπη, σύζυγος Θεμιστοκλή Ολυμπίτη. Ο Γεράσιμος δε σπούδασε γιατί δεν το επέτρεπαν τα οικονομικά του πατέρα, που ήδη σπούδαζε γιατρό τον πρώτο γιο του, τον Σακελλάρη. Πηγαίνει στον θείο του Νικηφόρο Ζερβό, στο Λίβερπουλ της Αγγλίας και εκεί προσλαμβάνεται στην εταιρεία των Αδελφών Ράλλη, γνωστών μεγαλεμπόρων βαμβακιού. Αυτοί τον στέλλουν στις Ινδίες το 1890, όπου ήταν η έδρα τους και μένει εκεί είκοσι χρόνια, με μεσοδιαστήματα επιστροφής στην πατρίδα .Συναναστρέφεται και γίνεται στενός φίλος του Α.Πάλλη, του Α.Εφταλιώτη, του Γ. Ψυχάρη, του Π. Βλαστού και άλλων πνευματικών προσωπικοτήτων της εποχής εκείνης, που υπηρετούσαν στην ίδια εταιρεία,από τους οποίους δεν υστερούσε σε γνώση και κριτική σκέψη. Οι ανάγκες όμως της οικογένειας δεν του επέτρεψαν να τις αξιοποιήσει δημόσια. Με αυτούς τους συντρόφους διατήρησε αλληλογραφία για πολλά χρόνια σε θέματα γλώσσας, λογοτεχνίας ,φιλοσοφικών αναζητήσεων. Διαβάζει συνεχώς και συγκροτεί μια βιβλιοθήκη με σπάνιες εκδόσεις των αρχαίων Ελλήνων κλασσικών και με θεολογικά, ιστορικά, ψυχολογικά και λογοτεχνικά βιβλία και στην αγγλική γλώσσα, καθώς ήταν τέλειος γνώστης της .Γνωρίζει ακόμα Γαλλικά, Γερμανικά ,Ιταλικά και Σανσκριτικά…. «Λαμπρός ήταν και ο προφορικός του λόγος, ιδιαίτερα σε θρησκευτικά κηρύγματα, που το πρώτο, στην Παναγιά του Χωριού, μου χάρισε εντονότατη την πρώτη συγκίνηση, από λόγιο ομιλητή.», γράφει γι΄ αυτόν ο Ν. Δράκος.

-337-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

A!

Ένα ιστορικό κείμενο

Λόγος εκφωνηθείς στην κατάθεση του θεμελίου λίθου της Νικηφορείου Ελληνικής Σχολής, από τον Γεράσιμο Κλεάνθους Ζερβό, ανιψιό του δωρητή και ιδρυτή της Ν.Ε.Σχολής, Νικηφόρου Σ. Ζερβού.(1848- 1906) Κάλυμνος 26 Οκτωβρίου 1905 Πανιεριότατε, Πανοσιολογιότατε, Αδελφοί συμπολίτες, «Και τους είπα: Σεις βλέπετε τη δυστυχία που μας κρατεί. .Πως η Ιερουσαλήμ είν’ έρημη και οι πόρτες της πυρπολημένες. Ελάτε να χτίσουμε το τείχος της Ιερουσαλήμ και να μη μας μένει πια η εντροπή. Και τους είπα: Το χέρι του θεού το αγαθό είναι επάνω μου. Ας σηκωθούμε κι’ ας οικοδομήσουμε» (Νεεμίας Β 1718) 1. Ο σπουδαστής της ιεράς γραφής έρχεται συχνά σε σκηνές και τόπους, τόσο ζωηρά ιστορημένους απ’ τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στο μεγάλο και θαυμάσιο εκείνο δράμα της ανθρώπινης ιστορίας, που έπαιξε ο περιούσιος λαός του Ισραήλ, όπου σταματά η ψυχή και η διάνοιά του με την ίδια ιερή φρικίαση που αισθάνεται μπρος στ’αθάνατα έργα της Ποίησης ή της Τέχνης ή την αποκάλυψη της Αλήθειας. Οι αιώνες που μας χωρίζουν, η αλλαγή της όψης της γης σε κάθε κλάδο επιστήμης και τέχνης και βιομηχανίας και ηθικοκοινωνικής ζωής και διεθνούς πολιτείας, δεν ισχύουν (μπορούν) να κτίσουν πέπλον αδιάσπαστον, μπρος στην παντοδύναμη διάνοια του ανθρώπου, που γοργότερη απ’ την αστραπή αναπαριστά τις σκηνές που είδε το μάτι το φυσικό ή της ψυχής το μάτι, των περασμένων καιρών.

-338-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Μια τέτοια συγκινητική σκηνή από το μεγάλο δράμα της ιστορίας του Ισραήλ μας αναπαριστάνουν τα λόγια του Νεεμία, του μεγάλου πατριώτη που ανεφάνη στα χρόνια του Αρταξέρξη, βασιλέως τηςΠερσίας, από τα 465-425π.Χ Απ’ τον καιρό του Ναβουχοδονόσορ που κυρίευσε την Ιερουσαλήμ στας αρχάς του 6ου αιώνος π.Χ και πήρεν αιχμαλώτους στην Βαβυλώνα όλο το αριστοκρατικό αίμα και όλους τους σοφούς και καλούς τεχνίτες και μόνον τους γεωργούς αφήκεν για να σκάβουν τη γη, πέρασαν εκατόν πενήντα χρόνια δουλείας και ντροπής για τους εξορίστους και δυστυχίας και ερημιάς για τους υπόλοιπους που είχαν μείνει στην κατερειπωμένη και περιφρονημένη Ιερουσαλήμ. Πενήντα χρόνια όμως δεν πέρασαν από την αιχμαλωσία κι’ο Κύρος, ο βασιλιάς της Περσίας κυρίεψε τη Βαβυλώνα και εξεδικήθη την καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Οι εξόριστοι Ιουδαίοι ανέλαβαν τότε σχετικήν ελευθερίαν και καραβάνια ολόκληρα προσκυνητών που η θρησκεία και η πατρίδα ήταν γι’αυτούς η μόνη χαρά κι’ σκοπός της ζωής, άρχισαν να κατεβαίνουν από δύσβατους κι’έρημους δρόμους, στ’άγια χώματα, να ιδούν την εγκαταλειμμένη Ιερουσαλήμ, την ονειρευτήν πόλιν του Δαυίδ, όπου έμελλε μια μέρα να στηθεί αιώνιος ο θρόνος του και να λάμψει το φως της στους εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένους. Οι Ιουδαίοι ήσαν λαός προικισμένος μ’ευφυΐαν μεγάλην και αμέσως ως το επέτρεψεν η περίστασις εφάνησαν και χρησιμοποιήθησαν τα φυσικά τους προσόντα. Πολλοί από τους εξορίστους προόδευαν στα γράμματα και την νομομάθεια και το πλουτοφόρο εμπόριο. Η ικανότης τους εξετιμάτο από το κράτος και πολλοί ανέβαιναν σε θέσεις εμπιστευτικές και στις βασιλικές αυλές ακόμα. Απ’ αυτούς πρέπει να ήτο και ο Νεεμίας. Θα διεκρίθη στην επαρχιακή υπηρεσία και σιγά-σιγά τόσον απέσπασε την εύνοια του βασιλέως όπου ηξιώθη να γίνει υπασπιστής αυλικός του και να υπηρετεί στο τραπέζι το βασιλικό. Ο Νεεμίας πάντα μ’ενδιαφέρον ζητούσε να μάθει -339-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

νέα από τη γλυκιά πατρίδα. .Στο εικοστό έτος της βασιλείας Αρταξέρξη ήλθεν ο Αναή, ένας από τους αδελφούς του και άλλοι άνδρες απ’ τη φυλή του Ιούδα και τον βρήκαν στο παλάτι των Σούσων και του είπαν πως, όσοι έμειναν εκεί στη χώρα από την αιχμαλωσία, ευρίσκοντο σε δυστυχία μεγάλη και ονειδισμό και τα τείχη της Ιερουσαλήμ ήσαν γκρεμισμένα και οι πύλες της είχαν καταστραφεί από την φωτιά. Κι’η θλίψη που αισθάνετο στην ψυχή του, του κινούσε τους λογισμούς νύχτα μέρα πώς να φέρει παρηγοριά στη δόλια του πατρίδα .Και κάθησε και πένθησε μέρες, νηστεύοντας και προσευχόμενος ενώπιον του θεού του ουρανού. Και προσευχήθη θερμά και πήρε θάρρος η ψυχή του και πρόσμενε την κατάλληλη ώρα. Μια μέρα που κερνούσε τον βασιλέα στο τραπέζι επάνω όπου εκάθητο με την παλλακή του, ο Νεεμίας είχε στο πρόσωπο ζωγραφισμένο τον πόνο, τη θλίψη και τη μελαγχολία της νοσταλγίας. Στρέφει και του λέει ο βασιλιάς: «Γιατί είναι έτσι θλιμμένο το πρόσωπό σου και δε συγκρατείς τη λύπη σου»; Ο Νεεμίας απαντά: «Δεν είναι άλλο τίποτε παρά λύπη της καρδιάς ,ο βασιλιάς μου ζήτω»! Λέει εν συνεχεία ο Νεεμίας με θάρρος: «Πώς θέλει η μεγαλειότης σου να μην είναι θλιμμένη η καρδιά μου αφού η φτωχή μου η πατρίδα βρίσκεται σε τέτοια συμφορά και δυστυχία; Δος μου την άδεια να πάω να κτίσω την πύλη που κείνται τα μνημεία των πατέρων μου, δος μου βοήθεια να πάω να ξαναχτίσω τα γκρεμισμένα τείχη της Ιερουσαλήμ». Κι’ ο βασιλιάς του χορηγεί την άδεια, τον στέλλει νομάρχη εκεί κάτω με διαταγές στους βασιλικούς δασάρχες και τους διοικητές του κράτους, πέραν από τον Ευφράτη ποταμό, να τον συνδράμουν και να τον αφήσουν ελεύθερο στο δρόμο και στο έργο του. Και φτάνει στην Ιερουσαλήμ, την πόλη των ονείρων του. Και σηκώνεται νύχτα εκείνος και ολίγοι άνδρες μαζί του, να παν γύρω στα γκρεμισμένα τείχη της Ιερουσαλήμ. Τα απομνημονεύματα του Νεεμία είναι τα προσωπικότερα χρονικά που μπορεί να συναντήσει κανείς και οι λεπτομέρειες της τυπογραφίας και των συγκινήσεων τόσο ζωηρές που η φαντασία -340-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

μας χωρίς δυσκολία μπορεί να παρακολουθήσει τη νυχτερινή εκείνη περιήγηση. Ήταν τόσο μαγική που και οι φρουροί δεν πήραν είδηση πού πήγε και για ποιο σκοπό. Και στους Ιουδαίους και στους εντίμους και στους στρατηγούς και στους υπολοίπους που δούλευαν στα έργα δεν το ανήγγειλε ως τότε. Μόνος του με πεζούς ανθρώπους πήγε να δει και να μάθει με τα ίδια του τα μάτια την κατάσταση των πραγμάτων, πριν τους εμπιστευθεί και τους αναγγείλει τον ιερό σκοπό και τον κρύφιο πόθο της ψυχής του. Τέλος τους προσκαλεί και τους λέγει: «Σεις βλέπετε αυτή τη δυστυχία στην οποία είμεθα. Πως η Ιερουσαλήμ είναι έρημη και οι πύλες της πυρπολημένες .Ελάτε , αδελφοί, να χτίσουμε το τείχος της Ιερουσαλήμ. Ας σηκωθούμε και ας οικοδομήσουμε». Εμπρός, ας σηκωθούμε και ας οικοδομήσουμε! Τα λόγια αυτά έπρεπε να είναι το σύνθημα κάθε ανθρώπου και κάθε κοινωνίας που ποθεί να συντελεστεί ένα έργο καλό. Του κακού ο καρπός φυτρώνει εύκολα, μα του καλού ο καρπός αυξάνει ανάμεσα σε τόσες δυσκολίες και έχει τόσες συνθήκες ενάντιες να νικήσει ,πριν ανοίξει τον αγκαθένιο κάλυκά του στου ήλιου το θαλπερό φως, που συγκινεί και ενθουσιάζει την ψυχή του παρατηρητή της ανθρώπινης φύσης, που θέλει ν’αγωνιστεί στης προόδου το δρόμο. Πόσοι κρύφιοι πόθοι, πόσος ενθουσιασμός της ώρας, πόσοι στοχασμοί, πόση εγκράτεια προσκαίρων επιθυμιών, πόση συγκράτηση του κατώτερου εγωισμού, πόση αγάπη της πατρίδας και του γένους του απαιτούνται να καλλιεργηθούν στην ψυχή του ανθρώπου, που να σηκωθεί ως ο Νεεμίας και να πει στους αδελφούς του: Εμπρός ας σηκωθούμε και ας οικοδομήσουμε! Πολλοί σκέπτονται χίλια καλά για τον τόπο τους. Έχουν υψηλές ιδέες και φιλοδοξίες για τη φυλή τους, σχεδιάζουν μεγαλεπήβολα σχέδια. Ποθούν ίσως να κάνουν έργα καλά και μεγάλα. Αλλά ο άνθρωπος που έχει ωριμάσει ο στοχασμός του, έχει λάβει τη σάρκα της πραγματικότητας και έχει βγει να πει το «Εμπρός ας σηκωθούμε και ας οικοδομήσουμε», είναι από τη γενεά εκείνη που χτίζουν τις πολιτείες και τις κοινωνίες και στρώνουν το δρόμο της προόδου, της οποίας σκοπός και παράγων -341-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

αμοιβαίος είναι η δικαιοσύνη και η ελευθερία του πνεύματος, η υγιής ζωή, σωματική και ψυχική, κάθε ανθρωπίνου όντος. Ο Νεεμίας δεν αρκέσθη στη δόξα και την ευμάρεια της βασιλικής αυλής. Ο Νεεμίας ζούσε μ’ένα ευγενικό ιδεώδες: Την ανάσταση της νεκρωμένης και θαμμένης Ιερουσαλήμ. «Η δοξασμένη μου πατρίδα είναι έρημη και εγκαταλειμμένη. Η φωνή του θεού του ουρανού μιλεί στην καρδιά μου. Σύρε να πας να βοηθήσεις τη φτωχή σου πατρίδα, να χτίσεις τα τείχη της ζηλεμένης Ιερουσαλήμ. Οι πατριώτες σου που ζουν κει πέρα είναι φτωχοί, δυστυχισμένοι, τυραννημένοι εργάτες. .Θέλουν θάρρος, θέλουν αρχηγό να τους εμπνεύσει τον ενθουσιασμό, να βάλει τη φωτιά στην παγωμένη ψυχή τους, να θυσιάσει καιρό και χρήμα και ζωή, να επιστατήσει να ξαναχτιστούν τα τείχη τα πέτρινα και τ’άλλα τα κοινωνικά που υπερασπίζουν και αυξάνουν την εσωτερική ζωή την ευγενέστερη του ανθρώπου ύπαρξη και του δίδουν το χαρακτήρα που διακρίνει κάθε έθνος και λαό» Νύχτα μέρα στοχάζεται τη δυστυχία της πατρίδας. Ονειρεύεται στον ύπνο του. Μελετά, ακούει φωνές εσωτερικές: «Να αυτή είναι η αποστολή σου. Εσύ θα σηκωθείς να πας να χτίσεις τα τείχη της Ιερουσαλήμ». Αχ, πως θ’άλλαζε της γης η όψη αν, εκείνοι τουλάχιστον από μας που φιλοδοξούν να είναι οι αρχηγοί στην κοινωνία, άκουαν αυτήν την εσωτερική φωνή κι’ακούοντας την, έζωναν τη μέση τους και έμπαιναν στο δρόμο και στο έργο που τους καλεί. 2. Τέτοιος ένας ωραίος καρπός που χύνει το φως του αυτή τη χαρούμενη μέρα υπακοής στην εσωτερική φωνή, είναι και αυτή η ιερά οικοδομή που, με τις ευχές της εκκλησίας μας και του θεού την ευλογία και του λαού όλου την αγαλλίαση, θεμελιώνεται σ’αυτήν την ωραία θέση του φωτόλουστου νησιού μας. Τιμά την εκκλησία μας το γεγονός ότι το πρώτον έργο που έχει υψίστη σημασία για την πατρίδα μας ανεγείρει ένας ταπεινός λειτουργός της. Η ξενιτειά όπου έζησε τα καλλίτερα χρόνια της ζωής του τού έθρεψε την αγάπη στην πατρίδα, που, -342-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

όπως την ετίμησε με τη σεμνή ζωή του, παντού όπου εκλήθη , τώρα την στολίζει με την ευρύχωρο και ωραία οικοδομή που θα υψωθεί φάρος περίλαμπρος, αγάπης και φιλοπατρίας μνημείο και φιλοτιμίας δια μέλλοντας ευεργέτας. Δεν είναι μεγαλέμπορος ο οποίος αφού εκέρδισεν και εχόρτασε τα χρήματα στο πλουτοφόρο εμπόριο, φιλοδόξησε ν’αφήσει μνημείο της γενναιοδωρίας του. Δεν είναι από τους πλούσιους οικοκυρούς, οι οποίοι αφού εμοίρασαν στους εαυτούς τους τα καλλίτερα κτήματα της νήσου και έζησαν πλουσιοπάροχα τις οικογένειές τους και έχτισαν μέγαρα και εφύτεψαν περιβόλια για τη γενεά τους, θυμήθησαν και την φτωχή τους πατρίδα να χτίσουν ένα δημόσιο έργο. Αλλά είναι ένας απλούς ιερεύς, ο οποίος από μετρίου μισθού οικονομίας μακράς υπηρεσίας στα ξένα, προσφέρει με τόση γενναιότητα το πρώτο κοινωφελές έργο που βλέπει η πατρίδα μας να χτίζεται από ένα συμπολίτην. Γιατί και πώς συμβαίνει αυτό το φαινόμενο; Γιατί, έπρεπε φαίνεται, την αρετή της αυτοθυσίας των κόπων και ιδρώτων μας δια τους αδελφούς μας να μας διδάξει με τόσον γενναίον παράδειγμα ο λειτουργός του θεού. Ηθέλησεν και αυτός, ως ο Νεεμίας εκείνος να μας πει: «Εμπρός ας σηκωθούμε και ας οικοδομήσουμε».Ήκουσε την εσωτερική φωνή και πρώτος βάλλει τον ακρογωνιαίον λίθον των κοινωφελών ιδρυμάτων, απαραίτητα σε κάθε κοινωνία που θέλει ν’αγωνισθεί σήμερον τον σκληρόν αλλ’ένδοξον αγώνα της υπάρξεως και της προόδου. Και τώρα, φίλοι συμπολίτες, που ήλθε ο Νεεμίας και μας φωνάζει με φωνή που βγαίνει απ’ τα βάθη της ψυχής: «….Σεις βλέπετε τη δυστυχία όπου β��ισκόμαστε .Εμπρός, ας σηκωθούμε και ας οικοδομήσουμε, να μη μας μένει πια η εντροπή»…δε θα φιλοτιμηθούμε και δε θα συγκινηθούμε από τον ιερό εκείνο ενθουσιασμό, όπως οι πατριώτες του Νεεμία και δε θα χτίσουμε κι’εμείς το μέρος που η θέση και η ικανότης μας μάς επιτρέπει, από το τείχος της δικής μας Ιερουσαλήμ; Φίλοι, ποτέ μόνο ένα άτομο δεν μπορεί να χτίσει ολόκληρο τείχος. Οι ανάγκες του τόπου μας φωνάζουν και μόνον όταν ο καθένας μας τις αισθανθεί -343-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

όπως αισθάνεται τις ιδιωτικές του ανάγκες, θα φυσήσει νέα πνοή στην πρόοδο της κοινωνίας μας. Απ’ όλες τις ανάγκες μια χτυπά στη δική μου ψυχή, η έλλειψη Παρθεναγωγείου, ευπροσώπου και με τις συνθήκες που απαιτεί η υγιεινή και η εκπαίδευση των κορών. Πονεί η καρδιά μου και ντρέπομαι για την πόρωση της κοινωνίας μας, όταν περνώ και βλέπω τις τρυφερές κόρες, που αύριο θα κληθούν να γίνουν οι δημιουργοί της νέας γενεάς μας, στριμωγμένες σε χτίρια με τοίχους ρυπαρούς, σε δωμάτια σκοτεινά και με τζάμια σπασμένα, χωρίς μια πιθαμή αυλή να βγουν οι κόρες να πάρουν αέρα, να παίξουν, να γυμναστούν, να αισθανθούν τη χαρά της παιδικής των ηλικίας. Πονεί η καρδιά μου όταν συλλογίζομαι την έλλειψη της κοινωνικής υπερηφάνειας, όταν πολλοί από μας είμεθα έτοιμοι και ξοδεύομεν ποσά γενναία δια να χτίσουμε σπίτια ευάερα και ευρύχωρα στις αδελφές μας, τις κόρες μας και στις ανιψιές μας αλλά για τις κόρες ολονών μας, φτωχών και πλουσίων, δεν αισθανόμεθα την ανάγκην, χάριν της υγείας των, να φροντίσουμε να κτισθεί η κατάλληλη οικοδομή. Φίλοι, πόσες, άραγε, κόρες παίρνουν το σπέρμα της ασθενείας από τ’ανήλια σχολεία και τα κρυερά και σκοτεινά δωμάτια, όπου, ωχρά από τον μαθησιακόν άλλωστε φόβον, περνούν την τρυφερή τους ηλικία; Και στις μέλλουσες μητέρες των τέκνων μας πρέπει να στηρίζεται η ελπίδα της μελλούσης γενεάς. Αν ο καθένας από μας, κύριοι, ήτο πρόθυμος να καταβάλει μόνο 1% από τα όσα έχει να εξοδεύσει για τις κόρες του και τις αδελφές του, ,η νήσος μας θα είχε παρθεναγωγείο για το οποίο ο καθένας μας θα ησθάνετο υπερηφάνεια και το οποίο θα έδιδε προίκα μεγαλύτερη , για πάντα, στις κόρες που θα είχαν την τύχη να περνούν την παιδικήν τους ηλικίαν εκεί, παρά το μικρόν χρηματικόν ποσόν της συνδρομής μας. Εμπρός, λοιπόν συμπατριώτες, ας σηκωθούμεν και ας οικοδομήσουμε.Το λαμπρό παράδειγμα της φιλοπατρίας του αρχιμανδρίτου Νικηφόρου Ζερβού ας μας ηλεκτρίσει, ας μας ενθουσιάσει και ας ελπίσουμε ότι γρήγορα πολύ οι γενναίοι -344-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

δωρητές θα φανούν να χτίσουν και κείνοι με δικά τους έξοδα ή με κοινή συνδρομή και την πλευράν του τείχους που λέγεται παρθεναγωγείο. Και άλλα μέρη του τείχους μας μένουν αλλά η ώρα παρέρχεται και δε θέλω να καταχρασθώ την καλοσύνη που είχατε να με ακούσετε. Ευλογημένο να είναι το όνομα του Πανάγαθου Θεού ο οποίος αξίωσε τον πιστόν λειτουργόν του κι’εμάς εδώ όλους να δούμεν τη χαρμόσυνη αυτή τελετή που προοιωνίζεται τη χαραυγή νέας εποχής κοινωνικής φιλοτιμίας και φιλανθρωπίας στην πατρίδα. Ο Θεός να του χαρίζει χρόνια πολλά και πανευφρόσυνα, να βλέπουν τα μάτια του το καλόν έργο που τον εφώτισε ο Πανάγαθος Πατέρας να κάνει. «Ος δ’ αν ποιήσει και διδάξει ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών. *** Σημείωση: Ο Νικηφόρος Ζερβός είχε γυρίσει στην Κάλυμνο άρρωστος πια, από το Λίβερπουλ, το 1903 και έζησε ως τις 12 Μαΐου του1906. Μόλις που πρόλαβε δηλ. να δει τελειωμένο το κτίριο και την αρχή των ξυλουργικών εργασιών. Είχε προλάβει όμως να προβεί και σε μια άλλη ευεργετική πρωτοβουλία: Στη συλλογή συνδρομών για να αρχίσει η οικοδόμηση του παρθεναγωγείου, το οποίο τελικά ονομάστηκε «Βουβάλειον Παρθεναγωγείον» αφού ο Νικ. Βουβάλης κατέβαλε στην κοινότητα όλα όσα είχαν δαπανηθεί για το κτίριο, από την πρωτοβουλία του αρχιμανδρίτη Νικηφόρου Ζερβού. Φ.Κ.

-345-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Β! Ένα ξεχωριστό γράμμα ξενιτεμένου γιου προς τον πατέρα του, στην Κάλυμνο του 1907.

Βομβάη, 22 του Μάρτη, 1907

Σεβαστέ μου πατέρα*, Έλαβα τα γράμματά σου στις 9 και 15 του περασμένου και χάρηκα πολύ για την καλήν υγείαν σου και των δικών μας όλων. Κι’ εγώ είμαι πολύ καλά και σας στέλλω τους εγκάρδιούς μου ασπασμούς. Πολύ χάρηκα με την απόφασή σου ν’ακούσεις τη φανερή κλήση του Θεού. Εγώ αν σου έγραψα με δισταγμό, ήτο γιατί δεν ήθελα σε τέτοιο λεπτό ζήτημα συνειδήσεως να σε προτρέψω ή αποτρέψω, χωρίς να μείνει η όλη ευθύνη και εκλογή στη δική σου σκέψη και απόφαση. Ο Θεός να σε φωτίζει με το άγιό του Πνεύμα, που πιστεύω ότι υπάρχει ζωντανό και αιώνιο και φωτίζει τους πιστούς μαθητάς του Χριστού. Ο Θεός να ευλογεί το λόγο που θα βγαίνει απ’ τα χείλη σου για διδαχή και ν’ακούει τις προσευχές και δεήσεις σου. Ξύπνα με τη Γραφή στο χέρι σου και πλάγιαζε πάλι με τ’ άγιο βιβλίο. Εκεί μέσα, από τη Γένεση και την Αποκάλυψη, φυσά η πνοή του Θείου Πνεύματος. Νοιώσε την αναγέννηση την αληθινή, με τη χάρη του Χριστού. Βγάλε τον παλιό άνθρωπο του κόσμου και νοιώσε τον άνθρωπο της εσωτερικής, της πνευματικής ζωής. Η προσευχή να είναι όχι μόνο με τα λόγια των άλλων αλλά και δική σου συνομιλία, αντιμέτωπη με το Πνεύμα, το πανταχού παρόν και τα πάντα πληρούν. Αγωνία της ψυχής που γδύθηκε τα βάρη της σάρκας και ζητά από τον Θεό και ποιητή της αιτήματα δίκαια και ταπεινά. Νίκησε τις αδυναμίες τις ανθρώπινες, όσο μπορείς, με τη βοήθεια του Θεού και να γίνεις ο αληθινός ιερέας του Χριστού. Του αμαρτωλού το στήριγμα, τ’άρρωστου η παρηγοριά, του φτωχού η ελπίδα.

-346-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Να είσαι πάμπτωχος! Να μη συλλογίζεσαι, ο Θεός θα στέλλει τα προς το ζην. Μην πωλήσεις υπηρεσία σου για βάπτισμα ή αγιασμό. Πεντάρα να μη δέχεσαι. Να κρατάς ταμείο εισφορών για τους φτωχούς ή την εκκλησία αλλά μην πωλήσεις το βάπτισμα ούτε την εξομολόγηση! Μη δέχεσαι λειτουργίες στα εξωκκλήσια …(Ακολουθούν δύο δυσανάγνωστες λέξεις)…η στενή ιδέα της λατρείας, σε τόπους ιερούς. Σπούδαζε, μελέτα ,η αγάπη να γεμίζει την καρδιά σου. Ο πόθος να σώζεις ψυχές από την αμαρτία να θερμαίνει την πατρική σου ψυχή. Μην ανησυχείς το μυαλό σου στις θεωρίες και τα δόγματα. Είναι υψηλά και βαθύτατα φιλοσοφήματα αλλά εσύ έχε την πίστη την απλοϊκή. Η αγάπη του Χριστού είναι η μεγαλύτερη και η απλούστερη θεολογία. Ο Θεός βοηθός σου και να σ’ευλογεί τις επίλοιπες ημέρες της ιεροσύνης σου. Τι ωραία που το λέει η εκκλησία μας «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά, και καλήν απολογίαν, την επί του φοβερού βήματος του Χριστού αιτησόμεθα» Εξέλεξες « την αγαθήν μερίδα » και αν φανείς καλός στην κλήση σου, όπως πιστεύω, τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου θα ευλογούν τα γεράματά σου και την μνήμη σου, όταν σε καλέσει ο κύριός και Θεός σου. Με άπειρη αγάπη και λαχτάρα Ο υιός σου Γεράσιμος * Πατέρας: Παπά- Κλεάνθης Σακ. Ζερβός(1846-1921). Από τους πρώτους Καλύμνιους που πήγαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών επί Όθωνος για να σπουδάσει φιλολογία .Δίδαξε κατόπιν τα ελληνικά γράμματα στην Κάλυμνο και σ’άλλα νησιά. Διετέλεσε κατά καιρούς Δημογέρων, Δικαστής, Διευθυντής της Ελληνικής Σχολής. Αργότερα , στο πρώτο γήρας, χειροτονήθηκε ιερέας και κατόπιν υπηρέτησε ως Αρχιερατικός Επίτροπος. Δε δέχτηκε ποτέ -347-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

πράγματι οποιαδήποτε αμοιβή για τα μυστήρια που τελούσε ούτε είχε μισθό εφημερίου. Φ.Κ

Από την επιστολή προς τον πατέρα του.

Γ! Ένα ιδιότυπο κήρυγμα Από μια πόλη της Ινδίας,,14η Μαρτίου 1902 Αγαπημένη μου, Στο περιβολάκι ήταν καθισμένοι ο Ινδός καλόγηρος και ο Ρωμιός χριστιανός και ένας άλλος Ινδός αφουκράτο την ομιλία. Ο Ινδός καλόγηρος μιλούσε για την ευσέβεια πως σ’όλο τον κόσμο είναι μία: Ο φόβος του Θεού και η αγάπη του, η αφοσίωση του ανθρώπινου νου στον δημιουργό του σύμπαντος, αυτή είναι η ύψιστη ευδαιμονία. Όλα τ’άλλα είναι ψεύτικα στον κόσμο και μόνο πίκρα φέρνουν και στεναγμούς στο τέλος. Και έλεε τα παραμύθια της θρησκείας του με πίστη στην ουσία. Η αγιοσύνη, αυτή είναι η πιο μεγάλη αρετή και, όποιος την έχει, καθαρίζει την ψυχή του και ο νους του βλέπει τη θεία μεγαλοσύνη.

-348-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Τότε ο Ρωμιός άρχισε μια ιστορία που την ξέρει ο κόσμος 19 αιώνες τώρα. Του μιλούσε του Ινδού για τον υιό της Παρθένου, πως μόνο σαν έγινε τριάντα χρόνων βγήκε στον κόσμο να διδάξει. Πως πήγε στην έρημο σαράντα μέρες και νίκησε τον πειρασμό, πως ήρθε στη θάλασσα της Τιβεριάδος και ευρήκε τον Πέτρο τον ψαρά και τον αδελφό του τον Ανδρέα και έπειτα πώς ετραβούσε η μαγική του παρουσία τα πλήθη πίσω του και τους εδίδασκε στα όρη και τις ακρογιαλιές. Αφουκράτο την ιστορία ο Ινδός και έλαμπε το πρόσωπό του «Πόσο όμορφα και γλυκά τα λέεις τα λόγια σου. Εμελέτησες πολύ για του Θεού την ουσία και μέσα στην καρδιά σου είναι κάτι απ’ τον Θεό. Έλα στη Βομβάη και θα σε πάρω να μιλήσεις σ’όλους τους Πανδίτες(τους διαβασμένους) να τους κάμεις ένα ανάγνωσμα στην Άρια Σαμάζ και θα σου κάμουν τιμή μεγάλη. Με λουλούδια θα σε ράνουν και θα σε στολίσουν και θα σε πάρουν γύρω-γύρω στην πόλη μέσα. Έχεις μέσα σου την αγάπη του Θεού και την απλότητα που μαγεύει τα πλήθη. Σε εκατό χιλιάδες Ευρωπαίους είσαι ο ένας! Καταλαβαίνεις την ψυχή μας και μας συμπαθείς. Τέτοιους ανθρώπους εμείς τους αγαπούμε ως το τέλος της ζωής μας και τους λατρεύουμε. Έχω μεγάλη χαρά που σε γνώρισα. Τόσα χρόνια κανείς άλλος Ευρωπαίος δε μου μίλησε όπως εσύ. Αφού ζήσεις παντρεμένος κάμποσα χρόνια, στα γεράματά σου άφησε τον κόσμο και κήρυττε το λόγο του Θεού»! Κι’ ο Ρωμιός με κρύο κεφάλι και θερμή καρδιά εδέχετο τα κολακευτικά λόγια με μετριοφροσύνη κι’έχαιρε που το όνομα του Χριστού έφερε ενθουσιασμό σ’έναν Ινδό φιλόσοφο. Κι’όλη αυτή η ομιλία εγίνετο στη χινδή διάλεκτο. Πολλές φορές σαν μιλώ με διαβασμένους μου λεν: « τέτοιους ανθρώπους θέλουμε να μας διδάσκουν τον χριστιανισμό και την μεταρρύθμιση». Θαρρείς πως δεν θα μπορούσα να γενώ ιεραπόστολος; Μούδωκε τη σπίθα, φαίνεται, ο Θεός. Μα έχω και τη φλόγα της αγνής αγάπης σου που μ’έσωσε από την αμαρτία. Και μια μέρα θα γίνουμε και οι δυο δούλοι του Θεού, ν’αγωνισθούμε στον κόσμο -349-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

μέσα με την αμαρτία και να προσπαθούμε να δείχνουμε το καλό παράδειγμα. Κι’ Θεός θα μας στείλει ευτυχία γιατί τα χείλη μας θα ευλογούν το όνομά του, μες τη γαλήνη ή την τρικυμία της ζωής. Θάρρος, αγάπη μου, Ο Γεράσιμός σου.

Δ!

Η Άννα Ζερβού - Ρεΐση με τον γιο της Κλεάνθη

Δ΄

Βομβάη, 2 Γενάρη 1914

Αγαπημένη μου, Έλαβα τέσσερά σου γράμματα όλα μαζί, από τις 23 Νοέμβρη ως 3 Δεκέμβρη και των παιδιών, που τους έγραψα. Αυτό ήταν μια απροσδόκητη ευχαρίστηση για μένα να λάβω γράμμα σου μόνο σε δεκάξι μέρες, ενώ συνήθως κάμνουν είκοσι τέσσερις. Τα διάβασα όλα και τα ξαναδιάβασα ως τώρα τέσσερις

-350-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

φορές. Όλα τα νέα σου, από τη χαρούμενη είδηση της γέννησης του πρώτου μου ανιψιού, τη μοίραση των δώρων, το επεισόδιο του αρραβώνα του Κλέμπη τα διάβασα με ευχαρίστηση κι’ενδιαφέρον και σα να αισθάνθηκα ολιγότερο μακριά από σας σήμερα. Τόσο η περιγραφή σου μούφερε στο νου την κοινωνία μας και το σπίτι μας και τη δική μας βαθιά πνευματική επικοινωνία, σημάδι της ζωντανής και τέλειας αγάπης, που ο καιρός τη δυναμώνει και την αυξάνει ,σαν έναν πλάτανο δίπλα σ’ένα αέναο ποτάμι. Άννα μου ,δυο σκέψεις με χτυπούν στα γράμματά σου και θα σου τις πω με αγάπη γιατί σε θέλω ν’αυξάνεις την ελευθερία πούναι το καλλίτερο δώρο του Θεού κι’ σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης. Είν’αυτές: Αποφάσισες από μια ευλογημένη ορμή της ψυχής σου να κάμεις κάτι καλό που εγώ ή δε σκέφτηκα ή κι’αν το σκέφτηκα τό’κρινα αλλοιώτικα. Μου είπες μια φορά τους λόγους σου και εξέφρασες την ελπίδα ότι δεν ήθελε μου κακοφανεί. Βλέπω όμως πως και σ’αυτά τα γράμματα εκφράζεις το φόβο σου. Γιατί, Άννα μου ,να μην έχεις τη βεβαιότητα πως εγώ δεν είναι δυνατόν ποτέ μου να δυσαρεστηθώ με μια σου ευγενή ,απλή ένδειξη λεπτότητος στους δικούς μας που εγώ από μακριά έτυχε να μην καλοζυγίσω. Είμαστε δυο σύντροφοι της ζωής, ίσοι κι’αγαπημένοι. Είμαι γω ο πρεσβύτερος της συντροφιάς, the senior partner,όπως λεν οι Άγγλοι. Δεν είμαι όμως και τόσο φοβερός άνθρωπος ώστε να έχεις αμφιβολία πως ό,τι κάμεις λογικό και με σκέψη, θα με λυπήσει ποτέ. Αρκεί ότι αισθάνεσαι τη λεπτότητα να μου εξηγείς τέτοια μικρά πράγματα, τα οποία μ’ευχαριστούν να μαθαίνω όπως και τις ελάχιστες λεπτομέρειες της ζωής σου και των παιδιών μας. Αλλά σε θέλω να το κάνεις χωρίς φόβο, σα δέσποινα τιμημένη μου που ξέρεις πως τίποτις δε με δυσαρεστεί ούτε είναι δυνατό να με δυσαρεστήσει ό,τι κάνεις με σκέψη ή από ορμές ευγένειας και καλοσύνης. Αυτά σου τα γράφω αναφορικά με τους φόβους σου για την καλή σου σκέψη να χαροποιήσεις όλους τους δικούς μας ,τα Χριστούγεννα. Επίσης για το αίτημα της εξαδέλφης σου να γίνεις -351-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

νανά του παιδιού της. Γιατί όχι; Αυτά είναι κοινωνικές υποχρεώσεις που πρέπει να γίνονται. Μπορείς να της το αρνηθείς κι’αν το ήθελες; Όχι, γιατί θα μας έλεγαν ότι δεν τους καταδεχούμαστε και γνωρίζεις τις ιδέες μου περί της ισότητος και της δικαιοσύνης. Λοιπόν να γίνεις νανά του παιδιού της ξαδέλφης σου και μάλιστα αφού έχεις υποχρέωση στον εξάδελφο για τις προμήθειες που έχει την καλοσύνη να σου κάμνει. Όσο για το άλλο, ν’αφήνεις την ψυχή σου να εκφράζεται ελεύθερα να ξεσκά και να παίρνει αέρα. Γιατί κι’εγώ πλεια δυνάμωσα στην καρτερία και στον αγώνα και αισθάνομαι πως θα παίρνω τα λόγια σου σαν που διαβάζω μεγάλους ποιητές που ζωγραφίζουν τα αιώνια αισθήματα της ανθρώπινης ψυχής και θα συγκινούμαι αλλά δε θα γονατίζω στις τραγικές στιγμές. Συμπέρασμα, πως σε θέλω να αισθάνεσαι ελεύθερη ψυχή. Η αγάπη μου αγνότερο δώρο και τιμαλφέστερο θα μπορεί να σου προσφέρει την αληθινή ελευθερία ,την ειλικρίνεια και την απλότητα των μεγάλων ψυχών. Αν είμαι ο κύριός σου, υπό μια άποψη που κι’ ο νόμος κι’ η θρησκεία κυρώνει ,είμαι όμως κι’ τέλειος σύντροφος της αγάπης και σε θέλω να αισθάνεσαι το χάρισμά μου αυτό,αν δε θέλεις να τόχεις ως δικαίωμά σου. Η αγάπη μου θέλει να σ’εξυψώσει. Είναι τόσο τρανή που τίποτις εξωτερικό χάρισμα δε θεωρώ αντάξιό σου. Στολίδια και πολύτιμα πράματα θα έχω πολλά να σου χαρίσω. Μα αγάπη κ ι’εκτίμηση της ψυχής σου έχεις , όση, μόνο οι μεγάλες ηρωίδες των μεγάλων ποιητών έχουν απολαύσει. Ο δεσμός μας είναι άρρηκτος, ανώτερος, μυστικότερος από τους κοινούς, που η συνήθεια και η συνθήκη φτιάχνει στην κοινωνική ζωή .Γι’αυτό θέλω να αισθάνεσαι την ελευθερία εκείνη που η αγάπη κι’ αμοιβαία λατρεία κάμνει άξιες τις ψυχές μας να αισθάνονται. Είσαι η δέσποινά μου κι’ας είμαι ο κύριός σου. «Η δε αγάπη έξω βάλλει τον φόβον»…… Στα παιδιά θα γράψω εξάπαντος την άλλη εβδομάδα. Ασπασμούς γλυκείς σ’όλους τους δικούς μας και γλυκοφίλησέ μου το νέο μου ανιψάκι….Αν το νομίζεις σωστό -352-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

βάλε το Νίκα μας ανάδοχο ως αντιπρόσωπο του πατέρα. Είναι, βλέπεις, το καμάρι που έχω να μ’αντιπροσωπεύει κιόλα. Ελπίζω πω κι’εσύ θα το χαρείς αυτό. Ο γιος μας είναι συ και γω. Τί λαχτάρα που αισθάνομαι αυτές τις μέρες για τα παιδιά μας αλλά και τί καρτερία και γαλήνη, με πίστη στο Θεό για το μέλλον. Θέλω να κανονίσουμε τη ζωή μας με φρόνηση και σοφία, δείχνοντας την αξία της πνευματικής δράσης που γίνεται, όχι από ανάγκη αλλά από πεποίθηση κι’εκλογή. Γλυκοφίλησέ μου τον Νίκα,τον Κλεάνθη, την όμορφη Φανή και το καλό Γιαννάκι. Σε φιλώ μ’αγάπη ψυχής Γεράσιμος E! Aπόσπασμα γράμματος απ’ τη Βομβάη

Βομβάη, 25 Φεβρουαρίου 1914

….Πέρασεν ο χειμώνας μας για πάντα πλεια κι’άρχισε το ζεστό καλοκαιράκι, ούτε κρύο ούτε ζεστό, καλό για τα μαραμένα από τη ζέστη κορμιά. Σήμερα το πρωί έβλεπα τα πυκνόφυλλα δέντρα του Κούπερετζ, με ανανεωμένο, πράσινο το φύλλωμά τους και θυμούμαι την άνοιξη στην πατρίδα πού’ χω εικοσιτρία χρόνια να τη δω! Μήτ’ άνοιξη μήτε Λαμπρή μήτε πρωτοχρονιά, τις εποχές που ο άνθρωπος αισθάνεται μ’όλον τον κόσμο το γύρισμα της μεγάλης κίνησης στη φύση και στη κοινωνική μας ζωή. …..Καμμιά φορά στοχάζομαι τη ζωή μου και λέω τι παράξενος έμπορος που υπήρξα και είμαι τώρα ακόμη! Πόσοι έμποροι, ήθελα να ξέρω, υπάρχουν στον κόσμο που σπουδάζουν μ’αγάπη σ’όλη τους τη ζωή τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Βρίσκω μέσα μου ίχνη της αρχαίας ελληνικής ψυχής. Κάποτε στρέφω πίσω χιλιάδες χρόνια κι’αισθάνομαι μιαν εξακολούθηση της δύναμης και της ζωής του πνεύματος που μου ενετύπωσε την ιδέα της αθανασίας και της αιωνιότητος. Κι’έχω μπροστά μου

-353-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

τη μικρή φωτογραφία της κάρτας του Σακελλάρη που δείχνει τα Λινάρια και το Καντούνι με τα κύματα ασπραφρισμένα που ξεσπούν στις ωραίες ακρογιαλιές και λέω: Να, σαν κι’αυτή τη θάλασσα που δεν άλλαξε από τον καιρό που οι ναύτες οι Καλύμνιοι συνόδεψαν τον βασιλιά Αγαμέμνονα στην Τροία,το ίδιο και οι ελληνικές ψυχές δεν άλλαξαν και στα νησιά τα παινεμένα και στα ηπειρώτικα χωριά και της Μακεδονίας τα βουνά και τις κοιλάδες ζουν κι’αντιλαλούν τους πόθους της φυλής πού’ χυσε τόση λάμψη και ομορφιά διανοητική και αισθητική στον κόσμο! Μ’αυτές τις σκέψεις παρηγορούμαι που εγώ Έλλην εξόριστος κρατώ ακόμη ως ευαγγέλιά μου, δίπλα στο νέο ευαγγέλιο, τις βίβλους της φυλής μου. Αυτά είναι οι περγαμηνές της αριστοκρατικής μου καταγωγής, μπρος στις οποίες δε θα προτιμούσα ούτε τους τίτλους ούτε τα μεγαλεία κανενός άλλου έθνους στον κόσμο! Μ’αυτές τις σκέψεις κλείω το πρώτο μου γράμμα γιατί έχω να γράψω και στους άλλους. Φίλησέ μου μ’αγάπη τον Νίκα και τον Κλεάνθη και την Φανή και το Γιαννάκι μου….. Και με πολλά θερμά φιλιά

Μ’αγάπη Γεράσιμος

Επιμέλεια κειμένων:Φανή Καπελλά- Κουτούζη Ιούνιος 2011

-354-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Από επιστολή προς τη σύζυγό του Άννα.

Η οικογένεια του Γερ. Κλ. Ζερβού και της Άννας, το γένος Ρεΐση, σε φωτογραφία του γνωστού Καλύμνιου φωτογράφου Χατζηαριστείδη. Κατά σειρά ηλικίας: Νικηφόρος, Κλεάνθης, Φανή, Γιάννης (Τζων), Θεμελίνα.

-355-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Η “Ralli Brs” είχε την έδρα της στο Λονδίνο. Ιδρύθηκε το 1810 στην ευρύτερη περιοχή του Λεβάντε και γύρω στα 1814 το κέντρο εντοπίζεται στη Μάλτα. Το 1819 μεταφέρθηκε στο Λονδίνο, όπου και έμεινε μέχρι την πώλησή της, το 1961. Είχε επεκταθεί σ’ όλο τον κόσμο και στην Ινδία, όπου είχαν εμπορικές συναλλαγές με την Ιαπωνία. Η εταιρεία είχε δημιουργήσει μια κουλτούρα, η οποία ήταν μοναδική και κάλυπτε όλες τις πλευρές των δραστηριοτήτων της, μέχρι τον τρόπο ζωής των υπαλλήλων της. Στη φωτογραφία ο Γεράσιμος Κλ. Ζερβός, με τη διοίκηση και το προσωπικό της Ralli Brs

-356-


Νικήτα Σκ. Καραφυλλάκη

ΚΑΛΥΜΝΙΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ - ΑΝΩΝΥΜΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ

Ο

τόπος καταγωγής καθώς και η συνείδηση των κοινών δεσμών αίματος, γλώσσας, θρησκείας, παραδόσεων και ηθών συνθέτουν την έννοια της πατρίδας. Όσο ισχυρότεροι και ανθεκτικότεροι αποδεικνύονται οι δεσμοί αυτοί μεταξύ των μελών της, στο χρόνο και στις κρίσιμες περιόδους της ζωής τους, τόσο πιο στέρεα θεμελιώνεται ο πολιτικός και κοινωνικός τους βίος. Τόσο καλύτερα αντιμετωπίζονται και επιλύονται προβλήματα που αναφύονται και εμπόδια που ορθώνονται μπροστά τους. Η συνείδηση αυτή, από τότε που η χώρα μας απέκτησε την ανεξαρτησία της και την αυτογνωσία της ως Έθνος, πριν από 200 περίπου χρόνια, επιβεβαιώνεται με πολλούς τρόπους. Με τις θυσίες των παιδιών της στους απελευθερωτικούς και κοινωνικούς αγώνες. Με το μόχθο, την προκοπή και την ανάδειξή τους σε όλους τους τομείς της επιστημονικής, πνευματικής και οικονομικής ζωής, εντός και εκτός συνόρων, που έδωσαν τη δυνατότητα να συμβάλουν ουσιαστικά στην εδραίωση της ελευθερίας της, στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και στη δυνατότητα ανάπτυξης και προόδου της μεγαλύτερης ή ιδιαίτερης πατρίδας τους. Το χρέος των Ελλήνων προς την κοινή πατρίδα εκπληρώνεται διαχρονικά σε όλη την περίοδο της νεότερης ιστορίας της και σε όλες τις περιοχές της, από τη μακρινή Ήπειρο μέχρι τα δικά μας Δωδεκάνησα. Επώνυμοι και ανώνυμοι είχαν την τύχη, τη

-357-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

δυνατότητα ή την ευκαιρία να υπηρετήσουν κοντά στο ατομικό και το συλλογικό συμφέρον και να ευεργετήσουν τον τόπο τους. Αρκετοί το έπραξαν με τις πνευματικές και καλλιτεχνικές δημιουργίες τους, άλλοι με τις φωτεινές επιστημονικές μελέτες τους, πολλοί με τις λαμπρές δωρεές και τα κοινωφελή έργα τους και αναρίθμητοι, θυσιάζοντας ό,τι πολυτιμότερο είχαν, την ίδια τη ζωή τους, για την ελευθερία της. Η ιδιαίτερη πατρίδα μας, η Κάλυμνος, κατέχει ξεχωριστή θέση, γιατί, αναλογικά με τα πληθυσμιακά της δεδομένα και τις αντικειμενικές περιβαλλοντικές και οικονομικές της δυνατότητες, ανέδειξε ένα πλήθος ευεργετών, με το ευρύτερο περιεχόμενο που δώσαμε παραπάνω στην έννοια της ευεργεσίας. Ξεχωρίζουν βέβαια οι πολύ μεγάλοι δωρητές και καλλιτέχνες, τα πολλά αξιόλογα πνευματικά της τέκνα που σμίλεψαν νου και ψυχή και φρόνημα σε δύσκολες εποχές της μακρόχρονης δουλείας των νησιών μας, καθώς και οι πρωτεργάτες στους αγώνες για τη διατήρηση και προαγωγή των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων και των θρησκευτικών ελευθεριών σ’ ολόκληρη τη Δωδεκάνησο. Εκτός όμως από τους πολλούς και μεγάλους επώνυμους ευεργέτες, για τους οποίους δίκαια σεμνύνεται κάθε Καλύμνιος, υπάρχει και μια δεύτερη κατηγορία ανώνυμων, μικρών και αφανών ευεργετών, που ξεχασμένοι και περιφρονημένοι δεν βρήκαν κάποιον να τους αφιερώσει λίγα ταπεινά λόγια ευγνωμοσύνης για ό,τι με περισσή αγάπη και άδολο πατριωτισμό πρόσφεραν στα φοβερά χρόνια της πείνας και της ανέχειας, στη διάρκεια, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια αλλά και στη συνέχεια, μέχρι σήμερα, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη του τόπου, στην προκοπή και την ευημερία των συνανθρώπων τους. Κι αυτοί δεν είναι άλλοι από τους μετανάστες μας. Αναρίθμητες οικογένειες στο νησί μας, όπως και σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, στήριξαν κυριολεκτικά την επιβίωση, την προκοπή και το μέλλον τους στους ομογενείς, στην κάθε λογής βοήθειά τους. Σ’ εκείνους που είχαν την τύχη να βρεθούν μακριά -358-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

από την ιδιαίτερη πατρίδα τους, πριν και μετά από την σκοτεινή περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Πολλά από τα νησιά μας, και κατεξοχήν η Κάλυμνος, είχαν και εξακολουθούν να έχουν χιλιάδες μετανάστες σε κάθε γωνιά της γης και ιδιαίτερα στην Αμερική και την Αυστραλία. Ξενιτεμένοι από τα νεανικά τους χρόνια για καλύτερη προσωπική και οικογενειακή ζωή, που δεν μπορούσαν οι άγονοι βράχοι μας να τους προσφέρουν, παρέμεναν ψυχικά και πνευματικά δεμένοι με τον αγαπημένο τους τόπο, τα προσφιλή συγγενικά και φιλικά τους πρόσωπα. Ζούσαν και ανέπνεαν καθημερινά με τη σκέψη και την καρδιά κοντά τους. Κι όταν ήρθαν τα μαύρα χρόνια του πολέμου να προστεθούν σ’ εκείνα της μακρόχρονης σκλαβιάς των νησιών μας, επέδειξαν πρωτοφανή αισθήματα έμπρακτης αγάπης και αλληλεγγύης και βοήθησαν ολόκληρες οικογένειες να επιβιώσουν και να ονειρεύονται ένα πιο ανθρώπινο, φωτεινό και αισιόδοξο μέλλον. Στη μνήμη αυτών των πολλών Ανώνυμων Ευεργετών που, σε μεγάλο βαθμό, βοήθησαν γενικότερα την πατρίδα μας να σταθεί στα πόδια της, με τις γενναιόδωρες προσφορές τους στο κοινωνικό σύνολο και την ανεκτίμητη οικονομική στήριξη και αρωγή στις πολυμελείς οικογένειές τους, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, αφιερώνεται, σαν ταπεινή πεζή μπαλάντα, το κείμενο αυτό. Αφού το έργο τους, όμοιο με εκείνο των «άδοξων ποιητών» του Καρυωτάκη, «κανένας όμως δεν ανιστορεί και το έρεβος εσκέπασε βαρύ»1. Τους το οφείλουμε, όπως οφείλουμε σε κάθε εθνική επέτειο να καταθέτουμε δάφνες στους πεσόντες ήρωες σ’ όλους τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες της Χώρας μας. Θυσίασαν κι αυτοί ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους, για να δώσουν χαρά,

1.

Από το ποίημά του «Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων».

-359-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

κουράγιο κι ελπίδα στο πατρικό, στο αδελφικό, στο συγγενικό σπίτι. Για να σηκώσουν λίγο ψηλότερα την πατρίδα, για να της δώσουν τη θέση που της αρμόζει στους νεότερους δύσκολους καιρούς. Πρόκειται για όλους εκείνους τους φτωχούς αλλά τολμηρούς μετανάστες μας που αναζήτησαν καλύτερη τύχη τα τελευταία 150 χρόνια σε ξένες χώρες, για να δουν καλύτερες μέρες αυτοί και τα παιδιά τους. Εκεί, μόνοι και αβοήθητοι, άγλωσσοι και ανεπάγγελτοι, με μοναδικά όπλα την εργατική τους δύναμη, την αφοσίωσή τους στις χριστιανικές και οικογενειακές παραδόσεις του τόπου τους, την τιμιότητα και την εργατικότητά τους, μέσα από μύριες δυσκολίες και κάτω από συνθήκες σκληρής εκμετάλλευσης στα πρώτα τους βήματα, μπόρεσαν να προσαρμοστούν σιγά-σιγά, να επιβιώσουν και να προκόψουν. Αγάπησαν τις μακρινές δεύτερες πατρίδες τους, γιατί τους έδωσαν τις ευκαιρίες να αναδείξουν το δυναμισμό και τη δημιουργικότητά τους και αγαπήθηκαν απ’ αυτές, γιατί συνέβαλαν στην οικονομική τους ανάπτυξη. Η Αίγυπτος, η Ρωσία, από το 1870 μέχρι το 1917, η Αμερική στη συνέχεια, η Γαλλία, το Βέλγιο, ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Γερμανία και πολλές αφρικανικές χώρες φιλοξένησαν χιλιάδες έλληνες μετανάστες, ανάμεσά τους και πολλούς συμπατριώτες μας. Είναι όλοι τους οι νεότεροι «Αργοναύτες» που αναζήτησαν το δικό τους χρυσόμαλλο δέρας στα πέρατα της Οικουμένης. Μέσα από πολλές και απρόβλεπτες περιπέτειες και συμπληγάδες μπόρεσαν να το αποκτήσουν, γιατί έτσι είδαν και πίστεψαν τη σταθερή και αποδοτική εργασία τους στα ξένα οι περισσότεροι, και τις ευκαιρίες πλουτισμού που μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν οι λιγότεροι. Υπηρετώντας τους στόχους των «Καλυμνιακών Χρονικών» θα περιοριστούμε εδώ στους δικούς μας. Στους Καλύμνιους της Διασποράς, στους ομογενείς μας, και ειδικότερα σ’ εκείνους της Αμερικής και της Αυστραλίας που βοήθησαν δυναμικά και αποτελεσματικά, μαζί με τους σφουγγαράδες και τους ναυτικούς -360-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

μας, να σταθεί στα πόδια του το νησί, στη δυσκολότερη περίοδο της νεότερης ιστορίας του, μετά τη λαίλαπα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετανάστες, ναυτικοί και σφουγγαράδες είναι οι τρεις πυλώνες που κράτησαν γερά και σήκωσαν ψηλά έναν άγονο και ξερό βράχο του Αιγαίου και τον κατέστησαν πνευματικό και καλλιτεχνικό φάρο σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, προκαλώντας το θαυμασμό και επιβάλλοντας τον καθολικό σεβασμό. Για τους «Τρυγητές του Μεσογειακού Βυθού», τους Σφουγγαράδες μας, έχουν άξια γραφεί πολλά. Για τους «Ήρωες της Ξενιτιάς», τους μετανάστες μας, στους οποίους δεν οφείλουμε λιγότερα, υπάρχουν βέβαια αρκετές αναφορές και διάσπαρτα αφιερώματα, ελάχιστα όμως για να προβάλουν, να τιμήσουν και να ανταποδώσουν ως ευγνωμοσύνη το μέγεθος της ευεργεσίας τους. Συνήθως τους θυμόμαστε, όταν ζητάμε σε κρίσιμες εθνικές περιστάσεις τη συστράτευση και την οικονομική τους βοήθεια, ή ακόμα χειρότερα, ως άρχοντες, την ψήφο και τη φιλοξενία τους. Για να τους ξεχάσουμε, όταν πια δε θα τους έχουμε ανάγκη.

Πανοραμική άποψη της Καλύμνου στη διάρκεια των μεταναστεύσεων των κατοίκων της στις αρχές του 20ού αιώνα.

-361-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Ρίχτηκαν κι αυτοί σε άλλου είδους βάθη και πελάγη. Πάλεψαν σκληρά, στερήθηκαν στα ωραιότερα χρόνια της ζωής τους αγαθά, χαρές και απολαύσεις. Έζησαν για πολύ μακριά από τα προσφιλή τους πρόσωπα. Αφιερώθηκαν ψυχικά και σωματικά στην προσπάθεια της επιβίωσης και στον αγώνα της επιτυχίας, για να μπορέσουν στη συνέχεια να σταθούν χρήσιμοι στις οικογένειες και στην πατρίδα τους. Στερήθηκαν, υπέφεραν, εργάστηκαν εξαντλητικά για πολλά χρόνια σε μεταλλεία και χαλυβουργεία, σε οικοδομές και σιδηροδρόμους, σε βαριές βιομηχανίες, σε διπλές βάρδιες. Δημιούργησαν δικές τους επιχειρήσεις και το περίσσευμα της δουλειάς και του μόχθου τους το πρόσφεραν με γενναιοδωρία στις οικογένει��ς τους, για να μη στερηθούν οι δικοί τους ό,τι έλειψε απ’ αυτούς, ή το αποταμίευσαν, για να το επενδύσουν στην πατρίδα και να δημιουργήσουν προϋποθέσεις παλιννόστησης, όταν οι συνθήκες θα το επέτρεπαν. Με την αλληλεγγύη τους, ιδιαίτερα στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, διέσωσαν περιουσιακά στοιχεία - κτήματα, σπίτια, οικογενειακά σκεύη και κειμήλια - φτωχών βιοπαλαιστών που μπροστά στο φάσμα της πείνας και του θανάτου, θα ήσαν υποχρεωμένοι να τα δώσουν για λίγο αλεύρι ή λάδι, ενώ με τα εμβάσματά τους τόνωσαν την τοπική αγορά, έδωσαν κι άνοιξαν δουλειές, περιορίζοντας σημαντικά το μεταναστευτικό ρεύμα που θα ερήμωνε το νησί από το πιο σφριγηλό ανθρώπινο δυναμικό, τη νεολαία του. Συνήθως οι προβολείς της ιστορίας ρίχνουν άπλετο φως στα προβεβλημένα μέλη κάθε κοινωνίας, στους προικισμένους, στους ισχυρούς, στους αρχιτέκτονες του εθνικού οικοδομήματος, σ’ εκείνους που με τις δράσεις και τα έργα τους καθορίζουν, διαμορφώνουν, κτίζουν τις τύχες και το μέλλον της. Στην αφάνεια ή στη σκιά τους παραμένουν αναρίθμητοι εργάτες, απλοί και ταπεινοί οικοδόμοι, που τοποθετούν ωστόσο κι αυτοί το μικρό αλλά τόσο σημαντικό λιθαράκι τους στη θεμελίωση, στη δόμηση της κοινής πατρίδας. Χωρίς τη βοήθειά τους, δε θα μπορούσαν οι πρώτοι να επιτύχουν τους στόχους, να πραγματώσουν τα όνειρά

-362-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

τους. Αφορμή γι’ αυτό το αφιέρωμα στάθηκαν, εκτός από τα οικογενειακά βιώματα και τις προσωπικές εμπειρίες μιας ολόκληρης ζωής, και πολλά γράμματα και αναρίθμητες αναφορές, διηγήσεις και περιγραφές από την περίοδο του 1940 ως τα σήμερα πάνω στο σχετικό θέμα, μέσα από τα οποία αναδύεται ανάγλυφη η ξεχασμένη αυτή αλήθεια. Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της προσφοράς των ομογενών μας στα πρώτα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια της μιζέριας, της ταπείνωσης, της φτώχιας και της εξαθλίωσης, θα πρέπει να περιγραφούν νωρίτερα οι κοινωνικές και προπάντων οι οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν στο νησί μας στη διάρκεια και μερικά χρόνια μετά τον καταστροφικό πόλεμο. Δεν μπορεί η νέα γενιά να φανταστεί πόσο έχει απομακρυνθεί η σημερινή Κάλυμνος από κάθε άποψη, όχι μόνο χρονολογικά αλλά και περιβαλλοντικά, μορφωτικά, κοινωνικά, οικονομικά, ακόμα και γλωσσικά, από το νησί της 10ετίας του ’40. Από την εποχή που, περνώντας μέσα από την τριπλή κατοχή, ιταλική, γερμανική και αγγλική, ζούσε τη δυσκολότερη περίοδο της ιστορίας της. Τότε που ο παρανοϊκός πόλεμος δεν άφησε τίποτε όρθιο και σκόρπισε παντού οδύνη, πόνο και στεναγμό. Όταν υποχρεώθηκαν εκατοντάδες οικογένειες, μπροστά στα οικονομικά αδιέξοδα, στο φάσμα της πείνας και του θανάτου, να εγκαταλείψουν τις εστίες και τα υπάρχοντά τους και να ζήσουν για δύο ολόκληρα χρόνια στην προσφυγιά της Μέσης Ανατολής. Όταν πολλοί με καθημερινό κίνδυνο της ζωής τους διέσχιζαν με πανί και κουπί ολόκληρο το Αιγαίο, με κίνδυνο να ναυαγήσουν και να πνιγούν ή να συλληφθούν από τους γερμανούς, ως δήθεν κατάσκοποι. Για να δώσουν και να πάρουν ανταλλάξιμα αγαθά από τα ελεύθερα νησιά της μεγάλης πατρίδας, ικανοποιώντας βασικές ανάγκες για την επιβίωση των οικογενειών τους. Όταν έσκαβαν κι έσπερναν κάθε σπορίδι στα βουνά του ορεινού νησιού τους, για ν’ ανάψει μια φορά την εβδομάδα ο φούρνος από τις «κλαοφόρες» νοικοκυρές -363-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

με τις πολυμελείς φαμελιές τους για τον επιούσιο άρτο. Τότε που για πολλούς ένα κομμάτι ψωμί άξιζε όσο τίποτε άλλο. Την εποχή που σπίτια και κτήματα φτωχών βιοπαλαιστών χάθηκαν για ένα πινάκιο φακής Αλλά και όταν πέρασε το μεγάλο κακό, αφήνοντας πίσω του τη γλυκιά γεύση της λευτεριάς και της ενσωμάτωσης των νησιών μας με την Ελλάδα, ενός πόθου αιώνων, για την πραγμάτωση του οποίου προπύργιο στάθηκε η Κάλυμνος με τους αγώνες και τις θυσίες των παιδιών της, τα πράγματα δεν άλλαξαν από τη μια μέρα στην άλλη. Τα ελεύθερα Δωδεκάνησα δεν βρήκαν το μητρικό γάλα που θα τα βοηθούσε να σταθούν γερά στα πρώτα τους αδέξια βήματα στο καινούργιο περιβάλλον. Η καθημαγμένη Ελλάδα, μετρώντας τις τεράστιες πληγές που της άφησαν οι κατακτητές, στις οποίες ήρθαν να προστεθούν καινούργιες και βαθύτερες από τον εμφύλιο σπαραγμό, δεν μπόρεσε να προσφέρει καμιά ουσιαστική βοήθεια. Έτσι μόνα τους ανέλαβαν να επουλώσουν τις δικές τους πληγές. Αλλά πώς; Η κατάσταση ήταν τραγική. Ιδιαίτερα στην Κάλυμνο που δεν είχε ευνοηθεί από τη φύση να διαθέτει μέσα και πόρους που θα της επέτρεπαν να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις πρωτόγνωρες περιστάσεις και να κτίσει σιγά- σιγά ένα σταθερό και αισιόδοξο μέλλον. Ο προπολεμικός επαγγελματικός, κοινωνικός και οικονομικός ιστός είχε καταστραφεί εντελώς. Όλα έπρεπε να ξεκινήσουν από την αρχή. Το 1945, με τη λήξη του πολέμου, η Κάλυμνος ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι. Το ιταλικό ηλεκτρικό εργοστάσιο κοντά στην Αγορά φώτιζε για λίγες ώρες μερικά σπίτια στην Πόθια. Μοναδικό ασφαλτοστρωμένο κομμάτι σ’ ολόκληρο το νησί ήταν η κεντρική του Πλατεία στο λιμάνι. Οι στενοί δρόμοι στην πόλη λιθόστρωτοι και χωματένιος ο μοναδικός οδικός άξονας που συνέδεε την πρωτεύουσα, την Πόθια, με το Χωριό και τους οικισμούς των Ελιών, των Μυρτιών και του Μασουριού. Οι κάτοικοι της Πόλης και του Χωριού που ήσαν υποχρεω-

-364-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

μένοι, εξαιτίας της έλλειψης νερού, να παραθερίζουν σε καλύβες τους άνυδρους καλοκαιρινούς μήνες, στη δυτική πλευρά του νησιού, όπου υπήρχαν περιβολίσια πηγάδια, πηγαινοέρχονταν στις δουλειές τους με τα πόδια ή με τα λίγα προπολεμικά ταξί που ξεκινούσαν με μανιβέλα ή σπρώξιμο. Στο νησί κυκλοφορούσε ένα ΙΧ, της «Κυράς», της χήρας του μακαρίτη μεγάλου ευεργέτη του νησιού Ν. Βουβάλη. Χειροκίνητα κάρα εξυπηρετούσαν τις επαγγελματικές μεταφορικές ανάγκες του νησιού στην Πόθια και πολλές δεκάδες γαϊδούρια και μουλάρια τη μεταφορά των οικοδομικών υλικών και την άντληση νερού από τα μαγγανοπήγαδα του Βαθύ και των Ελιών. Στα σχολεία που λειτουργούσαν μέχρι τότε προστέθηκε κι ένα πλήρες εξατάξιο, το «Τραχωματικό», κοντά στο Ταπητουργείο που κρίθηκε αναγκαίο, για τη φοίτηση και θεραπεία των παιδιών που από έλλειψη μέσων καθαριότητας είχαν προσβληθεί από τη σχετική νόσο. Η έτοιμη βιοτεχνική ένδυση και υπόδηση ήταν άγνωστη σ’ ολόκληρη τη Χώρα. Μόνο υφάσματα μπορούσε να βρει κανείς στα καταστήματα του Μικέ Μπαϊραμίδη, των αδελφών Στ. και Νικ. Γαλουζή και του Σακ. Κασσάρα. Τα μοδιστράδικα και τα τσαγκαράδικα κάλυπταν τις μεταποιητικές ανάγκες. Η ραπτομηχανή στο σπίτι υπήρξε το πολυτιμότερο εργαλείο στα χέρια κάθε νοικοκυράς. Τα παιδιά κι όχι μόνο, σχεδόν στο σύνολό τους, κυκλοφορούσαν με παράταιρα μπαλωμένα παντελόνια και «πουκαμίσες», από παλιά μεταποιημένα ρούχα των γονιών τους. Τα παπούτσια, όσα τα είχαν, τα φύλαγαν για την εκκλησία. Το κρέας, στις καλύτερες των περιπτώσεων, έμπαινε στα σπίτια μια φορά την εβδομάδα ή το δεκαπενθήμερο. Για το ψωμί έπρεπε να σκαφτεί και να φυτευτεί κάθε «σπορί» γόνιμης γης από το ένα ως το άλλο άκρο του νησιού. Εγκαταλειμμένα αλώνια συναντούν ακόμα και σήμερα κυνηγοί και ορειβάτες σε πλαγιές, ακόμα και σε κορυφές των βουνών του νησιού, που σιωπηλά κι ερειπωμένα μαρτυρούν τη σκληρή βιοπάλη των γονιών μας στον αγώνα της επιβίωσης.

-365-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Η πείνα άφηνε καθημερινά τα ίχνη της. Πολλά παιδιά έπασχαν από δυσμορφίες, καχεξίες και αδενοπάθειες. Στα σχολεία πρόσφεραν αλευροποιημένο γάλα ως ρόφημα στο πρώτο διάλειμμα, για να αποτραπούν τα χειρότερα. Τίποτε δεν περίσσευε. Τα πάντα ανακυκλώνονταν. Για τα ελάχιστα σκουπίδια υπήρχαν ένα στο Χωριό και δύο-τρία στην Πόθια απορριμματοφόρα που δεν ήσαν τετράτροχα αλλά…τετράποδα. Λίγα συμπαθητικά γαϊδουράκια, στα οποία η υπηρεσία καθαριότητας της Δημαρχίας τοποθετούσε στα σκαρδέλια2 των σαμαριών τους, δεξιά και αριστερά, μικρούς ξύλινους κάδους. Μοναδικές στιγμές, για να ξεχνούν οι μεγάλοι τα προβλήματα και τις δυσκολίες στον καθημερινό αγώνα επιβίωσης είχαν τα θρησκευτικά πανηγύρια και τα «πισπερίσματα», τους γάμους και τα βαφτίσια. Οι μικροί, ζώντας στον κόσμο τους, μακριά από τα βάσανα και τις σκοτούρες των γονιών τους είχαν τα παιχνίδια, δικές τους χειροποίητες κατασκευές και επινοήσεις της πλούσιας δημιουργικής φαντασίας τους που καμιά σχέση δεν έχουν με τα σημερινά. Οι μπάλες των αγοριών, δεμένα κοψίδια σφουγγαριών και πανιών. Οι κούκλες των κοριτσιών μορφοποιημένα κουρέλια. Το πρωί ξεκινούσαν για το σχολείο νηστικά ή με λίγα ξερά σύκα στην τσέπη τους, ή με μια φέτα ψωμί με αλατόλαδο. Τα γλυκά τους στερεοποιημένα σιρόπια από ζάχαρη. Τα ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα, οι στερήσεις και η φτώχια έσπρωχναν ολοένα και περισσότερους νέους στη θάλασσα και στο σφουγγάρι, για να θρηνεί ξανά το νησί αρκετά θύματα κάθε χρόνο. Πολλοί άρχισαν να βλέπουν ως μοναδική διέξοδο τον εκπατρισμό τους. Μέσα σ’ αυτή τη ζοφερή εικόνα, την ανέλπιδη κατάσταση, που ράγιζε τις καρδιές και λύγιζε τις αντοχές, που δεν άφηνε περιθώρια αισιοδοξίας και προοπτικής για ένα καλύτερο αύριο, άρχισαν να καταφθάνουν, να πέφτουν ως «μάννα εξ ουρανού»,

2.

Σκαρμός στο σαμάρι των ζώων, στον οποίο έδεναν βάρη για μεταφορά.

-366-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

ως δώρο κι ευλογία Θεού, τα «τσέκια» και τα «πάκα» από την Αμερική, για να καλύψουν βασικές ανάγκες κι ελλείψεις, να ανακουφίσουν, να δώσουν κουράγιο, δύναμη και χαρά σε πάρα πολλές οικογένειες που είχαν συγγενικά πρόσωπα και που ο πόλεμος δεν επέτρεπε, σ’ όλη του τη διάρκεια, καμιά επικοινωνία μεταξύ τους. Μόνο όσοι γεύτηκαν τη βοήθεια και την αλληλεγγύη των απόδημων συμπατριωτών μας την εποχή εκείνη μπορούν να εκτιμήσουν το μέγεθος της ευεργεσίας τους. Μια βοήθεια που διαχύθηκε σ’ ολόκληρη την καλυμνιακή κοινωνία, όπως συνέβη και αργότερα, μετά τη δεκαετία του 50, με το συνάλλαγμα των χιλιάδων μεταναστών μας από τη μακρινή Αυστραλία. Σ’ όλους αυτούς οφείλει σε μεγάλο βαθμό η Κάλυμνος το σημερινό της θαύμα, τη θέση και την προκοπή της. Γιατί το θαυμασμό προκαλεί στον κάθε επισκέπτη του νησιού πώς σ’ έναν τόσο άγονο και βραχώδη τόπο μπορούν να επιβιώνουν και να προοδεύουν τόσοι πολλοί, όταν μεγαλύτερα και ευφορότερα νησιά μετρούν λιγότερους και φτωχότερους κατοίκους. Στην αρχή του Πολέμου, όπως αναφέρεται σ’ ένα γράμμα της 16ης Ιανουαρίου 1941 από την Αμερική, επιτρεπόταν μόνο η αποστολή χρημάτων, ενώ απαγορευόταν από την κατοχική Ιταλική Αρχή η αποστολή δεμάτων. Προφανώς, γιατί την ενδιέφερε το συνάλλαγμα, και μάλιστα το ισχυρό αμερικανικό δολάριο, ενώ τα δέματα με ρουχισμό και τρόφιμα έθιγαν την εθνική τους περηφάνια στα μάτια των υπηκόων τους. Πολλά όμως γράμματα με χρηματικό περιεχόμενο δεν έφθαναν ποτέ στους παραλήπτες τους, με αποτέλεσμα να διακοπεί η αποστολή τους και εκατοντάδες οικογένειες να υποφέρουν ακόμα περισσότερο. Η πείνα και οι αρρώστιες θέριζαν καθημερινά για πέντε ολόκληρα χρόνια μικρούς και μεγάλους. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και την παράδοση της Γερμανίας και Ιαπωνίας, οι θαλάσσιες συγκοινωνίες ξανάγιναν ασφαλείς και οι εθνικές, τραπεζικές και διακρατικές υπηρεσίες -367-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

άρχισαν να επαναλειτουργούν και να τίθενται στην εξυπηρέτηση των πολιτών. Από το 1945 αποκαθίσταται ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας με τον εξωτερικό κόσμο της εποχής εκείνης για τα νησιά μας, που είναι η αλληλογραφία. Καταφθάνουν σε καθημερινή βάση επιστολές, δέματα κι επιταγές από τους συγγενείς της Αμερικής που γίνονται δεκτά με ενθουσιώδεις πανηγυρισμούς από τους στερημένους και πληγωμένους από τα δεινά του πολέμου παραλήπτες τους, με τα οικονομικά και ψυχολογικά προβλήματα, τις απερίγραπτες δυσκολίες και το αβέβαιο μέλλον. Οι ταχυδρομικοί υπάλληλοι Νικόλαος Εργάς, Χριστόδουλος Ζωγραφάκης και Σπύρος Τρικοίλης είναι τα πιο ευπρόσδεκτα και αγαπητά πρόσωπα στο νησί. Διανύουν καθημερινά πολλά χιλιόμετρα σε όλες τις ενορίες της πόλης και του Χωριού, μεταβαίνουν και στους πιο μακρινούς οικισμούς, για να δώσουν και να πάρουν χαρά. Η εμφάνισή τους από μακριά, με τον βαρύ ταχυδρομικό φύλακα, βγάζει όλες τις καλυμνιές έξω από τα σπίτια τους να τους προϋπαντήσουν, να τους καλωσορίσουν, να τους κεράσουν, με την αγωνία και την ελπίδα ζωγραφισμένη στα ταλαιπωρημένα από τις κακουχίες πρόσωπά τους. Βιώνουν και οι ίδιοι ως οικογενειάρχες τα προβλήματά τους και φροντίζουν τις περισσότερες φορές να μην τις απογοητεύουν. Χαίρονται στη χαρά τους και υποφέρουν στη λύπη τους. Είναι οι «τρεις μάγοι» με τα «δώρα» τους, που δεν είναι σμύρνα, λίβανος και χρυσός, αλλά γράμματα, πάκα και τσέκια, που αναγγέλλουν από μακριά, καλώντας τες με τα μικρά τους ονόματα. Κι εκείνες, μαζί με τις ευχές και τις ευχαριστίες τους, τους προσφέρουν γενναιόδωρα μέσα από την καρδιά τους το φιλοδώρημα, όταν αυτό που παίρνουν έχει «ουσιαστικό» περιεχόμενο. Από τα φιλοδωρήματα των ανοιχτοχέρηδων συμπατριωτών τους ομολογούσαν πως είχαν ένα δεύτερο μηνιάτικο που πολλές φορές ξεπερνούσε εκείνο που αντιπροσώπευε ο μισθός τους. Τα «γράμματα» του τέλους και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου αποτυπώνουν σ’ ένα βαθμό πιστά και γλαφυρά τις -368-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

συνθήκες, τα προβλήματα και τις ανάγκες που αντιμετώπιζαν οι συμπατριώτες μας στη δεκαετία του ’40. Όσες επιστολές έχουν ως αποστολέα κατοίκους του νησιού, περιγράφουν τη δεινή οικονομική τους κατάσταση, τον υποσιτισμό και τα προβλήματα υγείας των παιδιών τους, τις καταστροφές του πολέμου, τις ανύπαρκτες ευκαιρίες απασχόλησης, τη φτώχια και την κακομοιριά που δέρνουν τους πολλούς και ιδιαίτερα τους νέους, που τους υποχρεώνουν να στρέφονται στο σφουγγάρι, να ναυτολογούνται σε ποντοπόρα πλοία ή να μεταναστεύουν. Κι όσα γράμματα προέρχονται από το εξωτερικό, ζητούν με αγωνία να πληροφορηθούν ό,τι έχει σχέση με τη σωματική και ψυχική υγεία των δικών τους, τις ανάγκες και τις ελλείψεις τους σε είδη διατροφής, ένδυσης και νοσηλείας. Και προσπαθούν, στο μέτρο του δυνατού, να καλύψουν όσα μπορούν περισσότερα, στερούμενοι συχνά οι ίδιοι πολλά, ή παρατείνοντας τον επαναπατρισμό τους, για να μπορέσουν να προσφέρουν μεγαλύτερη βοήθεια στους πάσχοντες συγγενείς τους. Αφιερώνοντας το κείμενο αυτό στον Ανώνυμο Μετανάστη της Καλύμνου, ανώνυμα θα πρέπει να αναφερθούμε σε μαρτυρίες και χαρακτηριστικά αποσπάσματα αλληλογραφίας. Μέσα από την απλότητα του λόγου και της γραφής ανθρώπων που στην πλειοψηφία τους δεν αξιώθηκαν ούτε το δημοτικό να τελειώσουν, ο σημερινός αναγνώστης θα μπορέσει να σχηματίσει αμυδρή εικόνα των αναγκών και των προβλημάτων της περιόδου εκείνης, γενικότερα του επιπέδου διαβίωσης των συμπατριωτών μας. Να κατανοήσει τα έκδηλα συναισθήματά τους κάθε φορά που κάποιες απ’ αυτές τις ανάγκες τους μπορούσαν για λίγο έστω να ικανοποιηθούν, κάποιες πληγές να επουλωθούν, με την ελπίδα ότι το αύριο θα είναι καλύτερο και το εφιαλτικό χθες, παρελθόν χωρίς επιστροφή. Τότε που η βοήθειά τους, στη δεκαετία του 40, στάθηκε μέρος του μηχανισμού στήριξης και διάσωσης της τοπικής κοινωνίας και αργότερα, στις δεκαετίες που ακολούθησαν μέχρι και σήμερα, μοχλός ανάπτυξης και προόδου της Καλύμνου.

-369-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Θα πρέπει να σημειώσουμε καταρχάς ότι από το 1936 η Ιταλία, επί Γενικού Διοικητή De Vecchi, εγκαταλείποντας κάθε πρόσχημα, ανακηρύσσει τη Δωδεκάνησο αποικία της με το όνομα «Ιταλικά Νησιά του Αιγαίου»3 και επιβάλλει παντού τη χρησιμοποίηση της νέας ονομασίας τους. Έτσι και στην αλληλογραφία από και προς Δωδεκάνησα αναγράφεται υποχρεωτικά ως τόπος αποστολής και προορισμού η καινούργια διεύθυνση, με την προαιρετική προσθήκη της λέξης Dodecanese.

(Καλύμνιοι μετανάστες πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.)

Σε γράμμα, με ημερομηνία 13 Νοεμβρίου 1945 από το Gary Indiana της Αμερικής, συμπατριώτης αποστολέας ζητεί να πληροφορηθεί, πρώτον, αν πήραν οι συγγενείς του τα 100 δολ. που στάλθηκαν από τις… 14 Αυγούστου(!)4 κι έπειτα την κατάσταση του κτήματός του και των δέντρων που φύτεψε λίγο πριν φύγει. Για να εκτιμήσει κανείς την αγοραστική αξία που αντιπροσώπευε το χρηματικό ποσό των 100 δολ., αρκεί να σημειωθεί η αντιστοιχία του ενός δολαρίου με 15 δραχμές, ή με 50 ιταλικές λιρέτες που αργότερα, κατά το 1947, με τις συνεχείς υποτιμήσεις 3.

Isole Italiani dell’ Egeo ( Dodecanese)

4. Πέντε μέρες μετά τη ρίψη της δεύτερης ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα της Ιαπωνίας που σήμανε το τέλος του πολέμου.

-370-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

του ιταλικού νομίσματος έφθασε τις 400 ιταλικές λιρέτες το δολάριο. Την εποχή που το μεροκάματο του εργάτη ήταν γύρω στις 50 λιρέτες ή στις 15 δραχμές5, μόλις το ελληνικό νόμισμα αντικατέστησε το ιταλικό. Όταν το κιλό το κρέας στοίχιζε 7-8 δρχ. και ο μισθός του υπαλλήλου δεν ξεπερνούσε τις 300 δρχ. Στην ίδια επιστολή ο δωρητής συμβουλεύει να του μετατρέπουν τα κιλά και τις οκάδες6 σε πάουντς, κάτι που δεν ξέρει ο ίδιος να κάνει και τους πόντους σε ίντσες7, προκειμένου να αγοράζει τα κατάλληλα μεγέθη, ή να του βάζουν στα γράμματά τους τα μήκη σε κλωστές. Από επιστολή της 10ης Ιουνίου του 1946 μαθαίνουμε ότι δεν επιτρέπεται προσωρινά η αποστολή δεμάτων βάρους μεγαλύτερου από δύο πάουντς (περίπου 1 κιλό)8, ούτε καινούργιων ρούχων στα Δωδεκάνησα(;). Το μέτρο αυτό κράτησε μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης παραχώρησης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου στο Παρίσι. Από τη χρονολογία αυτή και για ένα χρόνο θα επιτραπεί η αποστολή δεμάτων βάρους μέχρι 11 πάουντς. Αξίζει εδώ να παρατεθεί αυτούσιο απόσπασμα από το γράμμα αυτό που δείχνει την αγάπη και τις θυσίες, στις οποίες υποβάλλονταν οι καλύμνιοι για να προσφέρουν αμέριστα τη βοήθειά τους. «…Γράφετέ μου τις ανάγκες σας ελεύθερα χωρίς ντροπή. Τώρα σας βοηθούμε εμείς, αργότερα θα μας βοηθάτε εσείς. Έτσι είναι η ζωή. Για σας εργάζομαι σε δύο δουλειές. Έρχομαι από το εργοστάσιο και συνεχίζω να δουλεύω στην πόλη…». 5. Από επιστολή της 16 Σεπτ. 1947, για μια αγοραπωλησία, με τις αλλεπάλληλες υποτιμήσεις της δραχμής, μαθαίνουμε ότι το δολάριο ισοδυναμούσε με 8.000 δρχ!

6. Τα Δωδεκάνησα, λόγω της Ιταλικής κατοχής, είχαν ως μονάδα βάρους το χιλιόγραμμο, όταν η Ελλάδα εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί την οθωμανική μονάδα μάζας, την οκά, με τα 400 δράμια της ( 1 οκά= 1,280 γρ.) 7. Ίντσα: υποδιαίρεση της γιάρδας, μονάδας μήκους των ΗΠΑ. Μία γιάρδα ισοδυναμεί με 0,914μ.. και μία ίντσα με 2,54 εκ. 8.

Ένα pound= 453 γρ.

-371-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Δεν υπάρχει επιστολή από ομογενείς στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια που να μην περιέχει ένα χαρτονόμισμα από 5 δολ. και πάνω και να μην προαναγγέλλει την προετοιμασία ή την αποστολή ενός καινούργιου δέματος με τρόφιμα, φάρμακα, ρουχισμ�� και πολλά άλλα χρήσιμα οικιακά αντικείμενα και δώρα. Παράλληλα σε κάθε γράμμα τους προσπαθούν να δίνουν κουράγιο κι ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο στους βασανισμένους και ταπεινωμένους από τα δεινά του πολέμου συμπατριώτες τους. Δηλώνουν σε όλους τους τόνους ότι ή σκέψη και η καρδιά τους βρίσκεται καθημερινά στην αγαπημένη τους Κάλυμνο και ότι ζουν και αναπνέουν με την προσδοκία να αξιωθούν σύντομα να φιλήσουν τα άγια χώματά της. Να κλείσουν σφιχτά στην αγκαλιά τους συγγενείς και φίλους και να ξαναζήσουν στιγμές και έθιμα που τους στέρησε για πολλά χρόνια η μακρινή ξενιτιά. Μόνον όσοι έζησαν, έστω για λίγο, μακριά από τον τόπο όπου είδαν το πρώτο φως της ζωής και γεύτηκαν τις μοναδικές χαρές, τα βιώματα και τις ομορφιές των αθώων παιδικών χρόνων, μπορούν να νιώσουν το βάθος και την ένταση των συναισθημάτων του ξεριζωμού και του νόστου. Τον πόθο και τη λαχτάρα για ό,τι άφησαν πίσω τους. Έτσι, σ’ ένα συγκινητικό γράμμα, με ημερομηνία 14 Φεβρουαρίου Καθαρά Δευτέρα του 1947, διαβάζουμε πως οι συμπατριώτες μας τηρούν τα έθιμα και τις παραδόσεις του νησιού μας: «…Βγαίνουμε κι εμείς στο ύπαιθρο, έξω από την πόλη, την Καθαρά Δευτέρα κι ενώ έχουμε και του πουλιού το γάλα, θα προτιμούσαμε να τρώγαμε ελιές και καμπιλιές9 στις εξοχές της Καλύμνου...» Και σ’ ένα δεύτερο, της 29ης Απριλίου, Μεγάλη Πέμπτη του 1948: «…Κι εδώ στην Αμερική ζυμώνουμε τη Μεγάλη Πέμπτη φτάζυμα που δεν έχουν όμως τη νοστιμιά του καλύμνικου, γιατί δε βρίσκουμε το παραδοσιακό προζύμι, πλάθουμε κουλούρια και βάφουμε κόκκινα αυγά…».

9. Κάμπιλο, ψυχανθές με νόστιμα τρυφερά βλαστάρια.

-372-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Από επιστολή της 23ης Μαρτίου του 1946 παίρνουμε την πληροφορία πως στάλθηκαν σε συγγενείς 150 δολάρια μέσω Καΐρου και πως χάρηκαν για την αγορά της ελιάς της Μούγκρενας10 με τη συμβουλή να τη «νεωρεύουν11 και να τη φροντίζουν». Χαρακτηριστικό παράδειγμα της έκρυθμης κατάστασης και της αλλοτρίωσης των ηθών στα χρόνια του πολέμου είναι η περίπτωση που αναφέρεται σε γράμμα της 16ης Σεπτ. 1947 από μια μετανάστρια, που ενδιαφέρεται να πουλήσει σπίτι της στην Κάλυμνο. Πήρε γράμμα από συμπατριώτισσά της που το κατέλαβε και εγκαταστάθηκε αυθαίρετα μέσα, με το οποίο την ενημερώνει πως «το σπίτι ανήκει σε μένα, διότι το γλίτωσα από τους Γερμανούς και για να το παραδώσω ζητάω 800 δολάρια!» Ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητές τους οι μετανάστες μας στην Αμερική ενισχύουν με κάθε τρόπο τις οικογένειές τους και τις βοηθούν να εξοφλούν τα χρέη τους, να προικίζουν τα κορίτσια τους, να επισκευάζουν τα σπίτια τους, να εξοπλίζουν τα μαγαζιά και τα εργαστήριά τους, να αγοράζουν για λογαριασμό τους κατοικίες και κτήματα, γιατί στόχος και πόθος τους είναι πάντοτε η επιστροφή στην πατρίδα. Έτσι με το ζεστό μεταναστευτικό χρήμα σιγά-σιγά το νησί ξαναβρίσκει τον προπολεμικό οικονομικό βηματισμό του, με την αρωγή και της σπογγαλιείας, από την Άνοιξη του 1948 και την αδειοδότηση 90 σπογγαλιευτικών σκαφών, για τα παράλια της Β. Αφρικής από την Αγγλική Κυβέρνηση, που αφορούσε, στη συντριπτική πλειοψηφία της, την Κάλυμνο. Αλλά δεν ήταν μόνο η τακτική και σημαντική εισροή συναλλάγματος με τα «γράμματα» και τα «τσέκια» που ενίσχυε την τοπική αλλά και την εθνική οικονομία. Φιλί ζωής 10. Πρόκειται για μεμονωμένα καρποφόρα δέντρα που με βάση το Οθωμανικό Δίκαιο φυτεύονταν από ακτήμονες σε ξένες ιδιοκτησίες και αποτελούσαν περιουσιακό τους στοιχείο. 11. Νεωρεύω= επισκέπτομαι για έλεγχο

-373-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

αποτελούσαν για πολλές οικογένειες και τα «πάκα» με το πλούσιο και ποικίλο περιεχόμενό τους. Μια ή δυο φορές τη βδομάδα μεγάλη ανθρώπινη ουρά σχηματιζόταν από τις καλυμνιές που περίμεναν χαμογελαστές και ανυπόμονες το πάκο τους έξω από την «Πόστα», το Ταχυδρομείο, που στεγαζόταν στο επαρχιακό μέγαρο, απέναντι από το σημερινό Ναυτικό Μουσείο, όπου μετέβαινε ειδικός τελωνειακός υπάλληλος για τον έλεγχο και τον εκτελωνισμό των δεμάτων και την είσπραξη του ειδικού δασμού εισαγωγής, από τον οποίο το ελληνικό κράτος είχε ένα πρόσθετο, καθόλου ευκαταφρόνητο έσοδο. Το περιεχόμενό τους το ήξεραν τις περισσότερες φορές από πριν με κάθε λεπτομέρεια, μέσα από τα γράμματα των συγγενικών τους προσώπων. Και τι δεν περιείχαν τα πάκα εκείνα! Από βελόνες και κλωστές μέχρι φουστάνια και παντελόνια! Από καραμέλες, γλυκά και σοκολάτες μέχρι βούτυρο και κονσέρβες! Από μολύβια και τετράδια μέχρι σχολικές σάκες για τα παιδιά! Στη μνήμη μας μένουν ακόμα ζωντανές οι εικόνες του περιεχομένου, της τάξης και της καλαισθησίας των δεμάτων εκείνων, που, ανάμεσα σε πολλούς συμπατριώτες μας, είχαμε την τύχη να παίρνουμε σε τακτά διαστήματα από την Αμερική. Όλα τους μαρτυρούσαν την αγάπη, την έγνοια και τη φροντίδα των ξενιτεμένων μας να δώσουν χαρά, να προβλέψουν και να καλύψουν όσο γίνεται περισσότερες ανάγκες. Αλεύρι, ζάχαρη και ρύζι σε ολόκληρα σακιά, όταν άρχισε να επιτρέπεται η αποστολή τους! Από ασπιρίνες μέχρι καθάρσιο! Ακόμα και συνταγές θεραπείας ασθενειών, από τις οποίες υπέφεραν οι δικοί τους! Αξίζει στο σημείο αυτό να παρατεθούν δύο αποσπάσματα επιστολών, τα οποία αναλυτικά αναφέρονται στο περιεχόμενο των ταχυδρομικών δεμάτων της περιόδου εκείνης, που αποκαλύπτουν τις πραγματικές ή τις υποτιθέμενες ελλείψεις και τις ανάγκες που είχαν και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι συγγενείς των μεταναστών μας, εδώ στο νησί, με τη λήξη του Πολέμου. Στο πρώτο, με ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 1946, διαβάζουμε: -374-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

«…Εντός της επιστολής εσωκλείω 50 δολ. Σας έστειλα ένα μικρό μπαούλο με 11 πάον ρύζι, 10 κουτιά γάλα, 1 κουτί καγιασά, 3 πάον μπιζέλια, 10 πάον ζάχαρη, 1 κουτί κακάο, 2 πάον φακές, 5 πάον αλεύρι, 6 σαπούνια προσώπου, και 6 των ρούχων, 1 μποξ σταφίδες, 4 πάον μακαρόνια, 27 τεμάχια γλυκά, 1 μηχανή ξυρίσματος με 10 λιμπίες, πέντε τετράδια, 1 κούκλα, 1 ελαφάκι, δύο γομολάστιχες, 4 μάπες, 3 κουτιά λούστρο, 5 φυτίλια στόφας, 6 διαλίστρες και χτένια, 1 ψαλίδι, 12 καρέλια κλωστή, 4 δακτυλήθρες, 3 ζεύγη καλτσοδέτες, βελόνες μηχανής, και χεριού,, ρόμπες, νυχτικά, 6 γιάρδες κάμποτο, κάλτσες, μισοφόρια, κούννες, σπορικά…Και σ’ ένα δεύτερο, με ημερομηνία 14 Ιουλίου 1946, που μεταξύ άλλων, δίνονται και ιατρικές οδηγίες: «…Σ’ ένα πάκο 11 πάον σας στέλλω δύο παντελόνια ,οδοντόπαστες, παραμάνες, καρέλια, ,γυναικεία φορέματα και κάλτσες, γλικάνισο ,παντόφλες, κορδέλες, ένα τσιππί, κουλούρια,4 γιάρδες τσίτι, δύο διαλίστρες, μία μποτίλια ασπιρίνες,δυόμιση τουζίνες κινίνο κάψουλες, καθάρσιο δια μεγάλους, ένα κουτί χάπια δια σιναχώματα, ένα πακέτο παμπάκι ένα τυλιχτάρι τσιρότο, δύο πακετάκια γάζα, το ένα είναι δια πληγάς να τρίβουν την ακαθαρσίαν. Δεν επιτρέπεται να πάρετε καθαρτικόν εάν έχετε πόνον εις την κοιλιακήν χώραν. Σας έστειλα και δύο πακάκια φάρμακα. Το ένα περιέχει 200 κόκκινες κάψουλες για την αναιμία, ένα μπουκαλάκι χάπια για τις αχιβάδες εις τα έντερα και 200 άσπρες κάψουλες για την αδενοπάθεια των παιδιών. Το άλλο πακετάκι περιέχει 4 μπουκαλάκια, δύο με πενισιλίνη και δύο με ορούς physiological salt12.Σας γράφω και ένα πρακτικόν φάρμακον δια τους αδένας. Να κοπανίσετε μαύρες ελιές με τα κουκούτσια τους και να τα κάμετε κατάπλασμα, να τις αφήσετε να ξημερωθούν στο γώμα». Από το δεύτερο εξάμηνο του 1946 που έληξε ο περιορισμός του βάρους και του περιεχομένου των δεμάτων άρχισαν να καταφθάνουν μπαούλα με τρόφιμα και ρουχισμό και σακιά 12.

Φυσιολογικό αλάτι

-375-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

ολόκληρα με άλευρα, ρύζι και ζάχαρη. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν σήμερα και πολλές άλλες διάσπαρτες πληροφορίες σε γράμματα της εποχής εκείνης, όπως η περίπτωση που οι καλυμνιές δε φορούσαν φουστάνια με κοντό μανίκι και η θεία από την Αμερική έγραφε: «…Γιατί δεν βάζεις τα φορέματα που σου στέλλω; Δεν σημαίνει τίποτα που είναι τα χέρια γυμνά από τον άγκωνα και έξω. Το ξέρουν ότι είναι από το Εξωτερικόν. Εδώ σπάνια βρίσκεις στα μαγαζιά φόρεμα μακρυμάνικο». «…Με τα πολλά στελλώματα στο Εξωτερικόν, ό,τι παρουσιαστεί σε είδη πρώτης ανάγκης, ό κόσμος εδώ το ξεπαστρεύει αμέσως. Από το πρωί ως το βράδυ κάθομαι σειρά έξω από το μεγαλύτερο κατάστημα για να βρω αυτά που θέλω». «…Είδα να μου γράφετε ότι ελάβατε ένα μικρό πάκο άδειο με δύο ποντικότρυπες πάνω. Ύστερα από τόσο καιρό να στείλουμε τα κουλούρια να χαρευτούν τα παιδιά, τα έφαγαν οι ποντικοί, αφού είναι ένας χρόνος όπου κάθονται στις αποθήκες». «…Οι γυναικείες κάλτσες χωρίς ραφή πίσω13 γίνονται ανάρπαστες .Μια φορά την εβδομάδα παρουσιάζονται. Να ’σαι εδώ να βλέπεις τη σειρά των γυναικών, μια ώρα πριν ανοίξουν τα μαγαζιά, να δεις και να φρίξεις ο κόσμος όπου συνάζεται». «…Δεν πήρατε ακόμα το πάκο με τα παπούτσια! Περίεργο! Έχει περάσει ένας ολόκληρος χρόνος. Θα έχει χαθεί». «…Σου εσωκλείω τις αγκλαβές αλλά έχω και το χαρτί που γράφει πόσο είναι το φάρδος του κομματιού, από την πεζούλα της συκιάς

13. Για τους νεότερους: Μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’50 η νάιλον γυναικεία κάλτσα έφερε ραφή στο πίσω μέρος και καλτσοδέτη ψηλά. Η απρόσεκτη τοποθέτηση ή χαλάρωσή της παραμόρφωνε το πόδι, κάτι που δεν κολάκευε τη φιλάρεσκη από τη φύση της γυναίκα.

-376-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

και κάτω είναι ένα ζεύγος βοδιών14». Τις Κυριακές και τις γιορτές μπορούσε κανείς εύ��ολα να ξεχωρίσει τα παιδιά των οικογενειών που είχαν τα δύσκολα εκείνα χρόνια συγγενείς στο εξωτερικό απ’ αυτά που φορούσαν στην εκκλησιά, προκαλώντας συχνά τη ζήλεια των άλλων που τ’ αποκαλούσαν χλευαστικά «αμερικανάκια». Με τη λήξη της δεκαετίας του ’40 η οικονομική κατάσταση των νησιών μας βελτιώνεται σημαντικά. Η Ελλάδα με το τέλος του Εμφυλίου και την εφαρμογή του Σχεδίου Μάρσαλ σε χώρες που αγωνίστηκαν εναντίον του Άξονα, είχε αρχίσει την ανοικοδόμησή της και παράλληλα να παίρνει μέτρα ενίσχυσης της δωδεκανησιακής οικονομίας με τη θεσμοθέτηση του αδασμολόγητου των εισαγόμενων προϊόντων από το εξωτερικό και τη στήριξη της σπογγαλιείας μέσω της Αγροτικής Τράπεζας. Όμως, με την εξαίρεση μιας τάξης εμπόρων που ανέδειξε το νέο φορολογικό καθεστώς και των επαγγελμάτων γύρω από το σφουγγάρι, οι πολλές και μεγάλες φαμελιές του νησιού εξακολουθούσαν να στενάζουν εξαιτίας της ανεργίας και της φτώχιας. Ιδιαίτερα οι νέοι δεν έβλεπαν καμιά διέξοδο στο μέλλον τους πέρα από το να μπαρκάρουν στα καράβια ή να μεταναστεύσουν. Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, με τη ραγδαία ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας και το «άνοιγμα» της Αυστραλίας, η Κάλυμνος χρόνο με το χρόνο αιμορραγεί. Αδειάζει από το πιο ζωντανό κομμάτι του εργατικού δυναμικού της κι όχι μόνο. Αναλφάβητοι, απόφοιτοι του Δημοτικού Σχολείου, του Νικηφορείου Γυμνασίου και της Μέσης Εμπορικής Σχολής, έμπειροι ναυτικοί, τεχνίτες κι επαγγελματίες, καλλιτέχνες και επιστήμονες που αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις καινούργιες μεταπολεμικές συνθήκες, αναζητούν την τύχη τους έξω από 14. Ζεύγος βοδιών: Μικρή αγροτική μονάδα μήκους, που τη χρησιμοποιούσαν αγρότες που δεν είχαν ιδέα από τις καθιερωμένες μονάδες του μέτρου, του πήχη ή της γιάρδας. Θα πρέπει να ισοδυναμούσε περίπου με 2,5 μέτρα.

-377-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

το φτωχό και άγονο νησί τους. Στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Ρόδο και σε άλλες περιοχές της Χώρας μας, στα ελληνόκτητα ποντοπόρα καράβια και προπάντων στις μακρινές πολιτείες της Αυστραλίας.15 Τα ελληνικά επιβατηγά πλοία- υπερωκεάνια στην εποχή τους- «Πατρίς» «Ελληνίς», «Μαριάννα», «Αυστραλίς» και άλλα ευρωπαϊκά σαπιοκάραβα, μικρότερα από τα σημερινά ακτοπλοϊκά πλοία, μεταφέρουν κατά χιλιάδες τους Έλληνες στο Πέρθυ, τη Μελβούρνη και το Σύδνεϋ. Ανάμεσά τους και πολλούς συμπατριώτες μας που για πρώτη φορά έφευγαν μακριά από τα σπίτια τους. Μόνον η εικόνα μιας μέρας του Φθινοπώρου του 1955 έξω από το Λιμεναρχείο της Καλύμνου μπορεί να βοηθήσει τη φαντασία μας να συλλάβει το δράμα που βίωναν κατ’ επανάληψη αναρίθμητες οικογένειες. Περισσότεροι από 500 νέοι, σε αμφίθυμη ψυχολογική κατάσταση, θλιμμένοι για ό,τι προσφιλές άφηναν πίσω τους αλλά και οπλισμένοι με διάθεση περιπέτειας, με αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση για την επιτυχία τους, ανυποψίαστοι για τις δυσκολίες που θα συναντούσαν και το μετέωρο βήμα που επιχειρούσαν, μ’ ένα μικρό βαλιτσάκι στο χέρι, περιμένουν το πλοίο της γραμμής που θα τους μεταφέρει στον Πειραιά και από ’κει στη μακρινή Αυστραλία. Τους κατευοδώνουν με βουρκωμένα μάτια γονείς, αδέλφια, φίλοι και συγγενείς αλλά και χιλιάδες συμπατριώτες τους. Σ’ έναν αποχωρισμό που δεν ήξεραν όλοι τους, αν θα είχαν την τύχη να ξανασμίξουν, όπως δυστυχώς θα συνέβαινε σε πολλές περιπτώσεις. Ήταν μια εικόνα σαν εκείνη στο «Ξεκίνημα των Σφουγγα-

15.

Με τη λήξη του β΄ παγκόσμιου πολέμου η Αυστραλία, μεγαλύτερη σε έκταση από την Ευρώπη και με πληθυσμό λιγότερο από 8 εκ. κατοίκους, με το φόβο να δεχτεί τεράστια μεταναστευτικά κύματα από τα γειτονικά πυκνοκατοικημένα ασιατικά κράτη, εφαρμόζει ειδική μεταναστευτική πολιτική, προκειμένου να εισρεύσουν στη Χώρα περισσότεροι από 4 εκ. λευκοί ευρωπαίοι, ανάμεσά τους και εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες.

-378-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

ράδων» κάθε χρόνο, που ερχόταν να προσθέσει καινούργια δάκρυα, πόνο, αγωνία και φόβο σε κάθε καλύμνικο σπίτι. Ο νέος προορισμός μετοικεσίας των Ελλήνων, πολύ πιο μακρινός από εκείνον της Αμερικής, θύμιζε κάτι παρόμοιο μ’ ένα ταξίδι στον «Άλλο Κόσμο». Και τα καραβάνια των μεταναστών διαδέχονταν το ένα το άλλο. Και συνεχίζονται από την εποχή των αποίκων των αρχαίων προγόνων μας στα παράλια της Ιωνίας και της Ιταλίας μέχρι και σήμερα! Μόνον οι τόποι και οι χρόνοι αλλάζουν. Η μοίρα της Φυλής παραμένει ίδια. Λίγο αργότερα θα προστεθούν και άλλες χώρες που ζητούν φτηνό εργατικό δυναμικό, ο Καναδάς, το Βέλγιο, το Κονγκό, η Ροδεσία, η Νότια Αφρική που θα συμβάλουν στην «αφαίμαξη» του πληθυσμού πολλών περιοχών της Χώρας μας και της ιδιαίτερης πατρίδας μας.

Εκατοντάδες Καλύμνιοι μεταναστεύουν στην Αυστραλία κατά κύματα στη 10ετία του ΄50

Τα καλυμνόπουλα, μόνα κι άβγαλτα τα περισσότερα, θα διασχίζουν θάλασσες και ωκεανούς για έναν ολόκληρο μήνα μέχρι να φθάσουν στους καινούργιους τόπους της «Επαγγελίας». Πίσω τους ξέρουν ότι αφήνουν αγαπημένα πρόσωπα με πολλές και μεγάλες αγωνίες και προσδοκίες. Θα συναντήσουν ξαστεριές και καταιγίδες, μπονάτσες και τρικυμίες, ψύχη και καύσωνες, για να ξεμπαρκάρουν κάποτε πεινασμένοι κι εξαντλημένοι στη

-379-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

νέα «πατρίδα». Θα τους παραλάβουν οι Αρχές, θα τους ελέγξουν υγειονομικά και με τη βοήθεια διερμηνέων θα τους οδηγήσουν στους εργατικούς προορισμούς. Οι αυστραλοί συμπολίτες τους δε θα σταθούν ιδιαίτερα φιλόξενοι απέναντί τους. Θα τους θεωρούν κατώτερους, θα τους έχουν στο περιθώριο και θα τους κατηγορούν για πολλά χρόνια πως ήρθαν στη χώρα τους για να τους πάρουν τις δουλειές και να τους οδηγήσουν στην ανεργία. Θα πληροφορηθούν για το μεγάλο κόστος των ενοικίων και θα υποχρεωθούν να συγκατοικήσουν πολλά άτομα, ακόμα και οικογένειες αργότερα, σε σπίτια με κοινή κουζίνα και τουαλέτα! Πού καιρός για να σκεφτούν αυτούς που άφησαν πίσω τους αλλά και τι να γράψουν που να τους καθησυχάσει και να τους δώσει κουράγιο, δύναμη κι ελπίδα. Αλλιώς τα περίμεναν κι αλλιώς τα βρήκαν. Ανεπάγγελτοι καθώς ήταν οι περισσότεροι, δε γνώριζαν τέχνες που θα τους εξασφάλιζαν πιο ανθρώπινες συνθήκες εργασίας.΄Ετσι υποχρεώθηκαν να επαναλάβουν την ιστορία των ομοεθνών τους της Αμερικής, πριν από πολλές δεκαετίες. Να κατεβούν σε ορυχεία, να ανεβούν ως εργάτες και μπογιατζήδες σε γέφυρες και πολυκατοικίες, να πλένουν πιάτα εστιατορίων, να κυνηγούν καγκουρό και λαγούς και να πουλούν το κρέας τους, να δουλεύουν σε χωματουργικές εργασίες και οικοδομές, σε δασικές καλλιέργειες και ζαχαροκάλαμα, σε αγροκτήματα και φάρμες, σε αποχετευτικά δίκτυα. Οι λίγες ώρες της ξεκούρασης και του ύπνου υπήρχαν για να ανακτούν τις δυνάμεις τους, να παρασκευάζουν το φαγητό τους και να ονειρεύονται την πατρίδα και τα αγαπημένα πρόσωπα που άφησαν πίσω τους. Δεν έβρισκαν χρόνο να γράψουν δυο λόγια, αλλά και ούτε είχαν τη διάθεση να στείλουν ένα γράμμα χωρίς περιεχόμενο… Είχαν τόσες σκέψεις και τόσα προβλήματα να αντιμετωπίσουν. Τόσα έξοδα να καλύψουν. Γιαυτό, μετά από κάθε μπάρκο, ακολουθούσαν πάντοτε μερικοί φρικτοί μήνες σιωπής που μάτωναν τη σκέψη και ράγιζαν τις καρδιές των συγγενών τους στο -380-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

νησί, που δεν ήξεραν αν τα παιδιά τους παρέμεναν ζωντανά. Ήταν για τους μετανάστες ένα διάστημα προσαρμογής, στερήσεων και εξουθενωτικής δουλειάς, όπου θ’ αντίκριζαν το σκληρό πρόσωπο της ξενιτιάς και θα καταλάβαιναν ότι η ζωή εκεί δεν ήταν σπαρμένη με ροδοπέταλα. Θα γίνουν υποκείμενα εκμετάλλευσης, μέχρις ότου μάθουν στοιχειώδη αγγλικά και γνωρίσουν καλύτερα την αγορά εργασίας. Θα κάνουν αιματηρές οικονομίες, θα φυλάξουν στα μύχια της καρδιάς και του νου τις κακουχίες, θα κρατήσουν μακριά και μυστικά από το σπίτι τούς κόπους, τις στερήσεις και τα βάσανά τους, μέχρις ότου δώσουν μηνύματα παρηγοριάς και αισιοδοξίας, συνοδευόμενα από γενναιόδωρα συναλλαγματικά εμβάσματα, με την αυστραλιανή λίρα μέχρι το 1965 και με το δολάριο Αυστραλίας μετέπειτα. Σαν ανοιξιάτικα χελιδόνια, μετά από αρκετό καιρό, που θα φανεί αιώνας στα σπίτια τους, θα ’ρθουν τα πρώτα γράμματα στις οικογένειές τους να δώσουν τέλος στην αγωνία, να κυλίσει το πρώτο δάκρυ χαράς, να χαραχθεί στα χείλη του πατέρα, της μάνας, των αδελφών, το πρώτο χαμόγελο, που θα γίνει ακόμα πλατύτερο με το άνοιγμα και το περιεχόμενό τους. Με τον καιρό θα φροντίσουν να μάθουν την αγγλική γλώσσα.Θα συνεργαστούν σιγά-σιγά με ομοεθνείς τους. Θα δημιουργήσουν και θ’ ανοίξουν δικές τους δουλειές. Θα στραφούν στο εμπόριο και θ’ αναλάβουν εργολαβίες. Θ’ ανοίξουν δικά τους εστιατόρια και μικρές επιχειρήσεις. Θα στείλουν προσκλήσεις και θα φέρουν κοντά τους συγγενικά τους πρόσωπα. Θα πείσουν φίλους και γνωστούς ν’ ακολουθήσουν το δρόμο τους και θα τους στηρίξουν στα πρώτα τους βήματα. Θ’ ανταλλάξουν φωτογραφίες με φτωχά κορίτσια από την πατρίδα, θα προτείνουν και θα δεχτούν συνοικέσια για την αποκατάστασή τους. Έτσι θα γλυκάνουν τον πόνο και τη μοναξιά τους και θα δημιουργήσουν νέα δεδομένα, καινούργιες προοπτικές σ’ ολόκληρο το νησί. Τους πρώτους μετανάστες στη νέα ήπειρο θα ακολουθήσουν κύματα αποδημίας -381-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

σε τέτοιο βαθμό που βάσιμα μπορεί να υποστηρίξει κανείς σήμερα πως μια άλλη Κάλυμνος, βρίσκεται στο Ντάργουιν, στο Σύδνεϋ, στη Μελβούρνη και σε άλλες πόλεις της Αυστραλίας. Δεν υπάρχει πια καλύμνικο σπίτι που να μην έχει έξω από την πατρίδα ένα δικό του μετανάστη. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου, στην ξηρά και στη θάλασσα, ανεξάρτητα από κλιματολογικές συνθήκες, γλώσσες και εργασίες, ο καλύμνιος μετανάστης θα δώσει το παρόν. Ο Αίολος και ο Ποσειδώνας, ακόμα και ο Ξένιος Δίας δε θα σταθούν πάντοτε φιλικοί απέναντί του. Θα αντιμετωπίσει «φουρτούνες» και «ναυάγια»16, θα συναντήσει φιλικούς «Λωτοφάγους» αλλά και εχθρικούς «Λαιστρυγόνες». Θα κινδυνέψει να παρασυρθεί 17 από κάθε λογής θέλγητρα «όπως Ιθάκης επιλήσεται16 ». Θα αγωνιστεί, θα παλέψει σκληρά, θα ξεπεράσει ανυπέρβλητα εμπόδια, μα στο τέλος θα πετύχει. Θα ζήσει πολλές φορές μακριά από την οικογενειακή του εστία περισσότερα χρόνια και από το μυθικό Οδυσσέα και δε θα έχει σε κάποιες περιπτώσεις την τύχη εκείνου ν’ αντικρύσει από μακριά της πατρίδας «καπνόν 17 αποθρώσκοντα17 ». Αυτό έγινε στην Αμερική, σε δυσκολότερες εποχές, αυτό επαναλήφθηκε στην Αυστραλία και σε άλλες χώρες. Θα ζήσει σε κοινόβια, θα εργαστεί εξαντλητικά, θα υποφέρει το βασανιστικό συναίσθημα του αποχωρισμού και του νόστου, αλλά θα γευτεί στο τέλος τη χαρά και την ικανοποίηση της επιτυχίας. Με την πάροδο του χρόνου και με το επιχειρηματικό και εμπορικό ελληνικό του δαιμόνιο ο καλύμνιος μετανάστης, από τη δεκαετία του ’60 και δώθε, της Αμερικής, του Καναδά, της Αφρικής, του Βελγίου, της Γερμανίας και της Αυστραλίας της πρώτης ή δεύτερης γενιάς, θα εγκαταλείψει αφεντικά και προστάτες, μεροκάματα και εξαρτημένες εργασίες και θα στήσει

16. Για να ξεχάσει την πατρίδα. ( Ομήρου Οδύσσεια, Ραψ. α , στ. 57 ) 17. Καπνό να ανεβαίνει από αναμμένη αθρακιά. (Ομήρου Οδύσσεια, Ραψ α, στ. 58)

-382-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

δικές του επιχειρήσεις. Θα αναδειχθεί με τον καιρό σε ισχυρό οικονομικό παράγοντα, θα στηρίξει και θα μορφώσει τα παιδιά του και θα βοηθήσει όλα τα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του, όπως τη νιώθουμε και την εννοούμε στη Χώρα μας. Θα αναδείξει αξιόλογα πολιτικά, πνευματικά και οικονομικά στελέχη. Θα επενδύσει στη γενέτειρα πατρίδα του. Θα αναπαλαιώσει, θα ανακαινίσει, θα κτίσει ή θα αγοράσει σπίτια στους γονείς, στ’ αδέλφια, στα παιδιά του. Το συνάλλαγμα, με την είσοδο της δεκαετίας του ’60, ρέει άφθονο στο νησί από τους ναυτικούς, τη σπογγαλιεία και τους μετανάστες. Οι δουλειές ανοίγουν, το εμπόριο ανθεί και μια καινούργια Κάλυμνος αναδύεται μέσα από τις στάχτες της. Έργα υποδομής κατασκευάζονται, οι μακρινοί οικισμοί συνδέονται με επαρχιακό οδικό δίκτυο, η πρωτεύουσα επεκτείνεται σ’ όλη την κοιλάδα μέχρι το Χωριό, η εξοχή του Πανόρμου οικοδομείται για παραθερισμό και μόνιμη διαμονή. Ολόκληρο το νησί ηλεκτροδοτείται. Τα χειροκίνητα κάρα αντικαθίστανται από μηχανοκίνητα οχήματα. Μοτοποδήλατα και ιδιωτικά αυτοκίνητα πλημμυρίζουν τους δρόμους του νησιού. Το μεταναστευτικό κύμα περιορίζεται σημαντικά και πολλοί ξενιτεμένοι μας, νοσταλγοί και αθεράπευτοι λάτρες της πατρικής εστίας, της πέτρας, του θυμαριού και της αρμύρας, θα παλιννοστούν ή θα επισκέπτονται ως προσκυνητές τον ιερό τους βράχο. Όπως χάρισαν στην ξενιτιά τη δική τους τεχνογνωσία στην οικοδομή και σε πολλές άλλες δραστηριότητες, καθώς και τα πολιτισμικά τους αγαθά, έτσι και θα μεταφέρουν στον τόπο τους την πείρα, την εργατικότητα, την οργάνωση, τη συνέπεια και την υπευθυνότητα που απόκτησαν εκεί. Πήραν κι έδωσαν. Ευεργετήθηκαν αλλά και συνέβαλαν στην ανάπτυξη, την πρόοδο και την ευημερία της μακρινής νέας πατρίδας τους. Δύσκολα μπορεί να προσδιοριστεί το ισοζύγιο, να γίνει σήμερα η αποτίμηση της ευεργεσίας της μιας ή της άλλης πλευράς. Κανείς δεν ξέρει ποια θα ήταν η θέση και η εικόνα της σημερινής Αυστραλίας χωρίς -383-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

τους Ευρωπαίους μετανάστες της, μεταξύ των οποίων ξεχωριστή θέση κατέχει το ελληνικό στοιχείο.

Η σημερινή Κάλυμνος, με βασικούς συντελεστές της προόδου της τους σφουγγαράδες, τους ναυτικούς αλλά και τ’ “αποδημητικά” παιδιά της.

Οι καλύμνιοι της διασποράς, φεύγοντας δεν άφησαν πίσω τους την πατρίδα. Την «κουβάλησαν μαζί τους». Διατήρησαν στην ξενιτιά το γλωσσικό τους ιδίωμα, οργανώθηκαν σε συλλόγους, κράτησαν τα ήθη και τα έθιμά τους, χόρεψαν νησιώτικους και στεριανούς ελληνικούς χορούς, τραγούδησαν δωδεκανησιακούς αλλά και ρεμπέτικους και λαϊκούς σκοπούς. Ξαναβρήκαν την εθνική τους υπόσταση και περηφάνια. Παρέμειναν γνησιότεροι και αγνότεροι πατριώτες. Διατήρησαν περισσότερο το ορθόδοξο χριστιανικό πνεύμα και το ελληνικό τους φρόνημα απ’ όλους εμάς που μείναμε στην πατρίδα. Απόκτησαν αυτοπεποίθηση κι εμπιστοσύνη στις δυνατότητές τους και παράλληλα μπόρεσαν να ενταχθούν σε κοινωνίες με διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις από τις δικές τους. Κέρδισαν με την εργατικότητα, την ευσυνειδησία

-384-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

και το δημιουργικό τους πνεύμα την αναγνώριση, την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των χωρών που τους δέχτηκαν και τους ενσωμάτωσαν. Πόλεις ολόκληρες αδελφοποιήθηκαν με την Κάλυμνο. Όλα αυτά δεν ήρθαν από μόνα τους. Δεν κατακτήθηκαν εύκολα και μέσα σε λίγο χρόνο. Χρειάστηκε πολυετής προσωπικός αλλά και συλλογικός αγώνας και θυσίες. Η επανένταξη του καλύμνιου μετανάστη , που αποφασίζει μετά από πολλά χρόνια να επαναπατριστεί, θα αποδειχθεί εξίσου δύσκολη μ’ εκείνη της ξενιτιάς στα πρώτα του βήματα. Δε θα βρει την πολιτική, οικονομική και κοινωνική οργάνωση της δεύτερης πατρίδας του. Δε θα προσαρμοστεί εύκολα, γλωσσικά, εθιμικά κι επαγγελματικά, σ’ ένα περιβάλλον που δεν του θυμίζει ούτε το ξένο ούτε το παλιό γνώριμο δικό του. Θα νιώσει μετέωρος και παρείσακτος στον τόπο που τον γέννησε. Θα διερωτηθεί, μήπως θα ήταν καλύτερα να σκέπτεται, να οραματίζεται, να ταξιδεύει και να ποθεί την πατρίδα από μακριά, όπως την άφησε, παρά να τη βιώνει από κοντά. Να συνεχίζει το «ταξίδι», παρά να αγκυροβολεί στην «Ιθάκη» του. Αλλά το συναίσθημα, με τις πολύ βαθύτερες ρίζες στην ανθρώπινη φύση μας, τον κρατά δέσμιο στον τόπο που αντίκρισε για πρώτη φορά το φως της ζωής του. Η μετανάστευση δεν αποδείχτηκε ούτε άσπρη ούτε μαύρη. Το γκρίζο χρώμα της το βλέπουν και το βιώνουν όσοι τη ζουν και νιώθουν ξένοι σε δυο πατρίδες. Αλλά και η Χώρα μας που για πολλές δεκαετίες αιμορραγεί καθημερινά και δίνει για υιοθεσία τα παιδιά της, αδυνατώντας να τα κρατήσει και να τα συντηρήσει η ίδια, βιώνει σήμερα ανάμικτα συναισθήματα. Δέχεται ευγνώμονα τη βοήθειά τους, αντιμετωπίζει και δίνει λύσεις σε οικονομικά της προβλήματα, αλλά παράλληλα βλέπει με πόνο να χάνεται το πιο ζωντανό εργατικό και πνευματικό δυναμικό της που θα μπορούσε να την οδηγήσει ταχύτερα στον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη. Ο μετανάστης, παρά τις δικαιολογημένες πικρίες του για τη

-385-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

φτωχή κι ανήμπορη μάνα, έκανε και εξακολουθεί να κάνει το καθήκον του στην Πατρίδα. Μπορούμε όλοι μας να φανταστούμε ποια θα ήταν η εικόνα της Χώρας μας χωρίς τη δική του οικονομική – κι όχι μόνο- αιμοδοσία. Δεν ξέρω αν η Ελλάδα, ευγνωμονούσα, έστησε κάπου ένα μνημείο, έναν ανδριάντα στο όνομα του άγνωστου, του αφανούς μετανάστη, ακολουθώντας το παράδειγμα της προγονικής παρακαταθήκης που αφιέρωνε μνημεία σε επώνυμους και ανώνυμους ήρωες, ευεργέτες και προστάτες. Η Κάλυμνος, πάντως, ως Δήμος, με το μεγαλύτερο ίσως πανελλήνια ποσοστό ομογενών της διασποράς αλλά και με βάση το μέγεθος της στήριξης και της συμβολής που γνώρισε στους χαλεπούς καιρούς και της ανεκτίμητης συμβολής τους στην πρόοδο και την ευημερία της, οφείλει να διαφυλάξει στη συλλογική της μνήμη την ιστορία, τις περιπέτειες, τα προβλήματα, τους καημούς, τα όνειρα και τις επιτυχίες τους. Η ίδρυση και λειτουργία ενός Μεταναστευτικού Μουσείου, όπου θα συγκεντρωθεί και θα διαφυλαχτεί κάθε σχετικό γραπτό, φωτογραφικό και ηχητικό υλικό, συνιστά δικό μας καθήκον, όπως και δικό μας χρέος είναι η ανέγερση ενός Μνημείου, πλάι στον Καλύμνιο Ήρωα Σφουγγαρά, αφιερωμένο Στον Ανώνυμο Καλύμνιο Μετανάστη-Ευεργέτη. Είναι πράξεις ευγνωμοσύνης που θα ικανοποιούν το κοινό αίσθημα και θα υπενθυμίζουν στις επερχόμενες γενιές της Καλύμνου πως δεν έχουν θέση στη μνήμη και στην ψυχή τους μόνον οι επώνυμοι δωρητές και ευεργέτες της - ανάμεσα στους οποίους άλλωστε υπάρχουν και πολλοί μετανάστες - αλλά και όλοι εκείνοι που στο πέρασμα των αιώνων, «ταπεινοί και άδοξοι ποιητές» της προκοπής και του μεγαλείου της, στάθηκαν άξια τέκνα της.Νικήτας Σκ. Καραφυλλάκης Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος Α/θμιας Εκπ/σης

-386-


Φωτογραφία: Γιάννης Κουλλιάς


Φωτογραφία: Μιχάλης Πάου


Χρίστου Εμμ. Παπαδόπουλου

ΚΑΛΥΜΝΙΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ ΣΕ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΗΣ ΛΕΡΟΥ (Η ανεκτίμητη προσφορά τους)

Η

παρουσία Καλύμνιων εκπαιδευτικών στα σχολεία της Λέρου ξεπερνά ίσως τον ένα αιώνα, αφού, σε σχετικό ονομαστικό πίνακα των δασκάλων, που δίδαξαν στη Λέρο, στην περίοδο 1902-19371*,ξεχωρίζουμε αρκετά ονόματα Καλύμνιων εκπαιδευτικών (Μ. Σκαρδάσης, Ι. Αμοργίνος, Ε. Τηλιακού, Π. Πικραμένου, Ε. Κουλιανού, Ν. Κορτέση, Σ. Κουλιανός, Μ. Μάρακας κ.ά). Μια παράδοση, που συνεχίστηκε και μεταπολεμικά, μετά την απελευθέρωση των νησιών μας από τον ξένο ζυγό και που συνεχίζεται επαξίως μέχρι σήμερα, με την πολύτιμη παρουσία Καλύμνιων εκπαιδευτικών, όλων των βαθμί��ων, στα σχολεία του νησιού μας. Δεν ευτύχησα να έχω δασκάλους μου κάποιον, από όσους αναφέρονται στον ανωτέρω ονομαστικό πίνακα, γιατί είχα την ατυχία, τη χρονιά ακριβώς που γράφτηκα στην Α΄ Δημοτικού (1937), να κλείσουν οι Ιταλοί κατακτητές τα ελληνικά σχολεία, να απολύσουν τους δασκάλους μας και να αντικαταστήσουν το διδακτικό προσωπικό, στο σύνολό του, με Ιταλούς δασκάλους, φερμένους από την Ιταλία. Θυμάμαι όμως ζωηρά τον μεγαλύτερο αδελφό μου, που είχε προλάβει την λειτουργία των ελληνικών σχο*

Μανόλη Α. Ήσυχου, φιλολόγου « Το πανόραμα της Λέρου». Λέρος 1989 – σ. 190.

-389-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

λείων, καθώς και θείους και θειάδες μου, που μιλούσαν με σεβασμό και ευγνωμοσύνη για τους ευσυνείδητους και σοφούς Καλύμνιους δασκάλους, κοντά στους οποίους είχαν την καλή τύχη να μαθητεύσουν. Από το Δημοτικό σχολείο λοιπόν, όπως είναι φυσικό, δεν έχω αναμνήσεις και βιώματα ευχάριστα, αφού μόνον Ιταλούς δασκάλους γνώρισα, που άλλο πρόγραμμα και σκοπό δεν είχαν, παρά να μας εξιταλίσουν και εκκαθολικίσουν, χρησιμοποιώντας άλλοτε επίπλαστη καλωσύνη και ευγένεια και άλλοτε απροκάλυπτα τη βία. Σκληρός και βίαιος, ενσυνείδητος και φανατικός μισέλλην και με μια χονδρή βέργα από λυγαριά πάντοτε στο χέρι, ήταν ο αλήστου μνήμης Ιταλός δάσκαλος Vito Mastronardi, που τον έχω περιγράψει σε επιστολή μου προς την εφημερίδα των Αθηνών «Το Βήμα» της 08/08/2006, σ. 6. Είχα όμως την καλή τύχη, αληθινή ευλογία, να γνωρίσω, μετά την απελευθέρωση των νησιών μας, από τις πρώτες Γυμνασιακές τάξεις, εκλεκτούς καθηγητές, που στην πλειονότητά τους ήταν Καλύμνιοι, οι οποίοι συνέχισαν επαξίως την παράδοση, που είχε δημιουργηθεί δεκαετίες πιο πριν, να επανδρώνουν δηλ. Καλύμνιοι εκπαιδευτικοί, κατά το πλείστον, τα σχολεία της Λέρου. Θεωρώ λοιπόν ευτύχημα το γεγονός ότι, μέσω των «Καλυμνιακών Χρονικών», μου δίδεται η ευκαιρία να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στους αλησμόνητους εκείνους παιδαγωγούς μας, που μας έδωσαν τα φώτα, καλλιεργώντας το πνεύμα και την ψυχή μας μαστορικά, ώστε να αγαπήσουμε, να διατηρήσουμε και να μεταλαμπαδεύσουμε όσα κράτησαν με θυσίες πολλές, τίμησαν και δόξασαν, με λόγια και με έργα, εκείνοι. Καιρός όμως να κλείσω τον σύντομο αυτό πρόλογο και να μπω στο θέμα μου, αναγράφοντας τα τίμια και σεμνά ονόματά τους και το έργο τους, όχι με πέννα και μελάνι στο χαρτί, αλλά πάνω σε Πεντελικό μάρμαρο, αιώνιο κι ακατάλυτο, με χρυσό και με σμίλη.

-390-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Κι ας αρχίσω πρώτα από τον αλησμόνητο Γυμνασιάρχη μας Νομικό (Μικέ) Ζαΐρη. Ανοίγω το «Πανόραμα της Λέρου» στη σελίδα 189 και αντικρύζω σε παληά φωτογραφία τη σεπτή μορφή του. Συγκινημένος διαβάζω τη λεζάντα: «Νομικός Ζαΐρης και Καλλιόπη Μαλαχία-Ζαΐρη. Παντρεύτηκαν το Φεβρουάριο του 1932 και το 1935 έφυγαν στην Αθήνα, γιατί ο αλησμόνητος Γυμνασιάρχης απολύθηκε από τους Ιταλούς αναγκαστικά».

Οι καθηγητές με τους τελειοφοίτους του Γυμνασίου Λέρου (1950) Καθήμενοι : από δεξιά 1ος Μ. Ζερβός (γυμναστής), 3ος Μ. Σαμάρκος (φιλόλογος), 5ος Ν. Ζαΐρης (γυμνασιάρχης) και 8ος Ε. Μελάς (μαθηματικός).

Είχε ο αείμνηστος τη μεγάλη χαρά και ικανοποίηση να επανέλθει ως Γυμνασιάρχης, αμέσως μετά τον πόλεμο (1945) στο Γυμνάσιο Λέρου και να παραμείνει επαξίως στη θέση του έως τη συνταξιοδότησή του. Ο αξέχαστος και σεβαστός Γυμνασιάρχης μας, χαρακτηριστικός τύπος και υπογραμμός παλαιού εκπαιδευτικού, αυστηρός τηρητής των νόμων και των εντολών, τυπικότατος, με σακκάκι και γραβάτα χειμώνα – καλοκαίρι, ακόμη και στην περίοδο των διακοπών, αυστηρός ακόμη στο θέμα της συμπεριφοράς των μαθητών, δεν συγχωρούσε ποτέ να κυκλοφορούμε, μετά την

-391-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

δύση του ηλίου, χωρίς κηδεμόνα, τονίζοντας πάντοτε και υπογραμμίζοντας στην διδασκαλία του τον στίχο του μεγάλου τραγικού Ευριπίδη, από την «Ιφιγένειαν εν Ταύροις»: «Κλεπτών γάρ η νύξ, της δ’ αληθείας το φως», στ. 1026. Αυστηρή απαγόρευση ακόμη αποτελούσε το να κυκλοφορούμε, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, χωρίς το καθιερωμένο μαθητικό πηλήκιο με την κουκουβάγια και την επιγραφή εκατέρωθεν: “Γ-Λ” (Γυμνάσιον Λέρου). Εάν καμιά φορά, από βιασύνη ή αφηρημάδα, τύχαινε να βγούμε ακάλυπτοι και είχαμε την ατυχία να τον συναντήσουμε, μας αποδοκίμαζε με μια αυστηρή ματιά, χωρίς να ανταποκρίνεται στον χαιρετισμό μας, αν και συνοδευόταν με μια βαθειά υπόκλιση και μια ζωντανή, νεανική κραυγή. Μετά την απόλυσή του, όπως είδαμε, από τους Ιταλούς, βρήκε καταφύγιο στην Μητέρα Πατρίδα, όπου τοποθετήθηκε από το ΥΠΕΠΘ ως καθηγητής φιλόλογος στο Γυμνάσιο Κοζάνης. Έφθασε στη θέση του μες στο καταχείμωνο, με σφοδρή κακοκαιρία. Σε ερώτηση των συναδέλφων του, πώς πέρασε στο ταξίδι, απάντησε: «Τρικυμία, μεγάλη τρικυμία!», οπότε ο Γυμνασιάρχης χαμογέλασε και ευγενικά τον ρώτησε: «Νησιώτης είσαι;». Έτσι, με την απάντησή του, που θύμιζε θάλασσα, απεκάλυψε την νησιώτικη καταγωγή του. Όλα τα χρόνια της υπηρεσίας του ως Γυμνασιάρχης στο Γυμνάσιο της Λέρου δίδασκε Αρχαία και Νέα Ελληνικά στους τελειοφοίτους (Στ΄ Τάξη). Παρά την αυστηρότητά του, στη διδασκαλία του ήταν ευχάριστος και το μάθημά του συνοδευόταν πάντοτε με χιούμορ επιτυχημένο. Δεν κρατούσε ποτέ βαθμολόγιο και ήταν αξιοθαύμαστος για την καταπληκτική μνήμη του, ώστε να μας εξετάζει όλους, σε τακτά διαστήματα και να μην αδικεί κανένα στη βαθμολογία. Ποτέ δεν έδωσε αφορμή για σχόλια στην κοινωνία της Λέρου και ήταν από όλους ανεξαιρέτως αγαπητός και σεβαστός. Σοβαρός όπως πάντα, ρωτούσε την Λεριά χωριάτισσα, που -392-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

προμήθευε στην οικογένεια ολόφρεσκα αυγά: «Είναι φρέσκα τα αυγά;». Εκείνη, θέλοντας να κάνει επίδειξη των γραμματικών γνώσεών της, απαντούσε με στόμφο: «Της ημερός, δάσκαλέ μου, της ημερός!..». Με τέτοια αποφθέγματα και ανάλογα περιστατικά εποίκιλλε ο αείμνηστος την διδασκαλία του. Πολύ ευλαβείτο τους Τρεις Ιεράρχας, ο εορτασμός των οποίων φρόντιζε να πραγματοποιείται με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια. Στον πανηγυρικό εσπερινό, με την καθιερωμένη χοροστασία του εκάστοτε Μητροπολίτου και τη συμμετοχή ολόκληρου του διδακτικού και μαθητικού δυναμικού του νησιού μας, ήταν ο μόνιμος αναγνώστης των Προφητειών, που τις απέδιδε άριστα με την στεντόρεια φωνή του, ανεβασμένος στο παραθρόνιον, «εις επήκοον πάντων», με τον κατάλληλο χρωματισμό της φωνής του, την καθαρή του άρθρωση και το ανάλογο ύφος, χωρίς μικρόφωνα και μεγάφωνα. Χαρακτηριστικό της γενικής εκτίμησης, που έτρεφε προς το πρόσωπο του αλησμόνητου Γυμνασιάρχου ολόκληρη η κοινωνία του νησιού μας, είναι και το γεγονός, ότι ο πρώτος πολίτης, εκλεγμένος Δήμαρχος Λέρου Μανώλης Μαλαχίας, με χαράν και προθυμίαν έδωσε την συγκατάθεσή του, ο άψογος και ανεπίληπτος, κατά πάντα, Καλύμνιος εκπαιδευτικός να λάβει ως σύζυγον την αγαπημένη πρωτοθυγατέρα του. Ο αείμνηστος Μανώλης Μαλαχίας, καταξιωμένος Δήμαρχος Λέρου, αφήκεν εποχήν, αφού ώς τις μέρες μας οι γεροντότεροι συνόδευαν το καλό του όνομα με το τετράστιχο: Μανώλη Μαλαχία, σου πρέπει η Δημαρχία. Σου πρέπει να δικάζεις, τους νόμους για να σιάζεις. Ο αξέχαστος και από όλους σεβαστός Γυμνασιάρχης μας, αρκετά χρόνια μετά την συνταξιοδότησή του, πλήρης ημερών, αφήκε -393-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

την τελευταία του πνοή στο νησί μας, που το αγάπησε και το υπηρέτησε με αφοσίωση σε όλη του τη ζωή. Ως εκπαιδευτικός, που έζησε απαρέγκλιτα και με συνέπεια όσα χρηστά και επωφελή είχε διδάξει, αφήκε σ’ εμάς παρακαταθήκη το λαμπρό του παράδειγμα, τύπον και υπογραμμόν, «ίνα επακολουθώμεν τοις ίχνεσιν αυτού». «Κάλαμον γραμματέως οξυγράφου» θα έπρεπε να διαθέτω, για να δώσω μιάν αμυδρή εικόνα, να σκιαγραφήσω και να υμνήσω επάξια την φωτεινή μορφή του σοφού καθηγητού μας Μιχαήλ Σαμάρκου. Φοβάμαι, πως όσο κι αν προσπαθήσω, κάπου θα τον αδικήσω και, σαν δάσκαλος, θα επιτιμήσει την αναξιότητά μου με μόνο το σπινθηροβόλο και διαπεραστικό βλέμμα του. Αυτοπαρηγορούμαι όμως στη σκέψη πως, με την τόση αγάπη, που μου είχε και με την τόση συγκατάβαση, που έδειχνε στις ατέλειές μας, τον φαντάζομαι να με χτυπά στοργικά στην πλάτη και εκτιμώντας την αγαθή μου πρόθεση, να με παροτρύνει ευγενικά λέγοντας: «Όση πέφυκεν η προαίρεσις δίδου». Με αγαθή την προαίρεση λοιπόν ας προχωρήσω, χαράσσοντας στο χαρτί το ταπεινό γραπτό μου, σαν ευλαβικό μνημόσυνο, «θυμίαμα εύοσμον» στη μνήμη του, ελάχιστο ‘ευχαριστώ’ στα πολλά, στα πλείστα «‘ανθ’ ών παρ’ αυτού ευηργετήθην».

Ο

«πρύτανις» των Καλύμνιων εκπαιδευτικών όσων υπηρέτησαν, κατά καιρούς, στα Σχολεία της Λέρου υπήρξεν αναμφισβήτητα ο φιλόλογος καθηγητής Μιχαήλ Σαμάρκος. Γεννημένος στην Κάλυμνο, στα 1907, νεώτατος προσελήφθη από την Εφορεία Σχολών Λέρου ως καθηγητής στο τότε Ημιγυμνάσιο και μετέπειτα Γυμνάσιον Λέρου, όπου παρέμεινε μια ολόκληρη ζωή. Σταδιοδρόμησε μονίμως στο νησί μας, τ’ αγάπησε αυτό και τους ανθρώπους του και αγαπήθηκε από ολόκληρη την Λεριακή κοινωνία. Ο αείμνηστος Μιχαήλ Σαμάρκος δεν υπήρξε μόνον ο σοφός

-394-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

καθηγητής, αλλά και ο αγνός και θερμός πατριώτης, που, σε χρόνους χαλεπούς, δεν δίστασε ακόμη και τη ζωή του να διακινδυνεύσει, προκειμένου να υπηρετήσει, με ευσυνειδησία και συνέπεια, τις αρχές και τα ιδανικά του. Αλλά ας πάρω τα πράγματα με τη σειρά τους. Είχα την καλή τύχη να τον γνωρίσω και να εκτιμήσω τα πολλά και σπάνια προσόντα, με τα οποία ήταν προικισμένος, μόλις πάτησα το κατώφλι του Γυμνασίου. Η σχολική χρονιά 1944-45 ήταν για μένα περίοδος πνευματικής χαράς, συγκινήσεων, αλλά παράλληλα και αφόρητης πείνας. Ήταν ακριβώς ο φοβερός εκείνος χειμώνας, που οι Γερμανοί, φευγάτοι από όλη την υπόλοιπη Ελλάδα και τα Βαλκάνια οριστικά (Φθινόπωρο 1944), δεν ξέρω για ποιο λόγο, είχαν αποκοπεί ή αποκλεισθεί και παρέμειναν μόνο στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη, μέχρι την λήξη του πολέμου (1945). Οι σύμμαχοι τότε προέβησαν σε στενό αποκλεισμό των νησιών μας από θαλάσσης και αέρος, τα νησιά άρχισαν να στερούνται ακόμη και τα βασικά και στοιχειώδη και άρχισαν να σημειώνονται οι πρώτοι θάνατοι από ασιτία. Την τελευταία στιγμή, μας έσωσε κυριολεκτικά από βέβαιο θάνατο ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός. Και όμως, μέσα στη γενική απόγνωση και απελπισία, τα σχολεία μας «Ελληνικαί Σχολαί Λέρου», όπως ήταν ο τίτλος, με Γενικό Διευθυντή τον αείμνηστο καθηγητή Μιχαήλ Σαμάρκο, εξακολουθούσαν να λειτουργούν κανονικά, στην Αγία Μαρίνα, στεγασμένα σε ιδιωτικό οίκημα, θεμελιωμένο κυριολεκτικά μέσα στη θάλασσα, στο κτήριο όπου στεγάζεται σήμερα η Αγροτική Τράπεζα, γιατί τα ωραία νεοκλασσικά, σχολικά μας κτήρια είχαν όλα καταστραφεί τελείως από τους συνεχείς βομβαρδισμούς των Γερμανών, στα 1943. Θυμάμαι, που η τάξη μας βρισκόταν στον 1ο όροφο, είχε δυο παράθυρα, το βορεινό πάνω στο κύμα και πολλές φορές, όταν ο άνεμος έπιανε και ξεπερνούσε τα 9 και 10 μποφόρ, τα παράθυρα βογγούσαν και η αγριεμένη θάλασσα έσκαγε με ορμή πάνω στα τζάμια (τόσο ψηλά έφθανε!), που σχημάτιζε πολύχρω-

-395-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

μους, εντυπωσιακούς και γραφικούς καταρράκτες. Ο αλησμόνητος καθηγητής, ο ευσυνείδητος μέχρις αυτοθυσίας, σοφός εκπαιδευτικός, ο φωτισμένος και αλύγιστος Μιχαήλ Σαμάρκος, μέσα στην αφόρητη πείνα, χλωμός και εξαντλημένος ο ίδιος*, όχι μόνον τηρούσε μέχρι κεραίας το πρόγραμμά του, αλλά καθημερινώς φρόντιζε να μας διαβάζει, με το μοναδικό ύφος του, μερικές σελίδες από το βιβλίο «Για την Πατρίδα» της Πηνελόπης Δέλτα και όταν ολοκληρώθηκε αυτό, συνέχισε με «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου», για να τονώνει, τις δύσκολες εκείνες ημέρες, την φιλοπατρία μας και να νοιώθουμε άφοβοι και υπερήφανοι σαν Έλληνες, ζωντανεύοντας μέσα μας τις δόξες και τα μεγαλεία της φυλής μας. Σαν δάσκαλος και παιδαγωγός ο αλησμόνητος Μιχαήλ Σαμάρκος ήταν άριστος. Μεθοδικός, σοβαρός χωρίς να του λείπει το χιούμορ, με απεριόριστο κύρος στην κοινωνία, στον εκπαιδευτικό κόσμο και στο σύνολο των μαθητών του, επεβάλλετο με την απλή παρουσία του, χωρίς παρατηρήσεις, επιπλήξεις και τιμωρίες. Ήταν τόσο το κύρος του και το πλήθος των γνώσεών του,

* Στο σημείο αυτό θα ήθελα να καταγράψω ένα γεγονός, για να γνωρίσουν οι νεώτερες

μαθητικές γενιές κάτω από ποιες συνθήκες υποσιτισμού και στερήσεων δάσκαλοι και μαθητές μετείχαν στην εκπαιδευτική διαδικασία, τα δύσκολα εκείνα κατοχικά χρόνια. Κάποια απ΄ αυτές τις ημέρες λοιπόν, ζήτησε να επισκεφθεί το Σχολείο μας ο Ελβετός εκπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, ο οποίος επέβλεπε, κάθε μήνα, την δίκαιη και κανονική διανομή των αποστελλομένων τροφίμων. Η είδηση μας χαροποίησε πολύ, μας ενθουσίασε γιατί ελπίζαμε σε κάποιο ιδιαίτερο δώρο (σε κάτι φαγώσιμο βέβαια) από τον εξουσιοδοτημένο, επίσημο διαχειριστή των πολύτιμων τροφίμων. Ο καθηγητής μας και διευθυντής των σχολών έδωσε εντολή σ΄ έναν συμμαθητή μας, μόλις εμφανισθεί στην πόρτα ο υψηλός επισκέπτης, να αναφωνήσει ζωηρά: Vive la Suisse! κι εμείς όλοι εν χορώ να κραυγάσουμε: Vive!. Η υποδοχή έγινε άψογα και επιτυχημένα. Πόση όμως απογοήτευση μας περίμενε, όταν τον ακούσαμε να παραγγέλλλει στον κλητήρα της Δημαρχίας, που τον συνόδευε με μια κούτα μπισκότα υπό μάλης: “Δώσε από ένα (1) μπισκότο σε κάθε παιδί!”. Μέσα σ΄ εκείνη την αβάσταχτη πείνα, τι να μας κάνει ένα μπισκότο; Ολόκληρη η κούτα δεν θα μας χόρταινε! Καταβροχθίσαμε το μπισκότο, σχεδόν αμάσητο, μα νομίζω ούτε τις θερμίδες, που κάψαμε φωνάζοντας το “Vive” δεν αναπληρώσαμε!...

-396-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

που, παιδιά τότε, του αποδίδαμε υπερφυσικές ιδιότητες!. Τόση επίδραση ασκούσε στις αθώες και αγνές ψυχές μας! Άριστος στην επιστήμη του, γλωσσομαθής (κατείχε, μιλούσε κι έγραφε άνετα την ιταλική και τη γαλλική), συμπλήρωνε το ευρύτατο πεδίο των γνώσεών του με ξένα δημοσιεύματα και κατά την διδασκαλία του χρησιμοποιούσε εγχειρίδια εκδόσεων Λειψίας, Παρισίων, Ρώμης κ.λπ., με ξενόγλωσσα σχόλια κορυφαίων ξένων φιλολόγων διεθνούς κύρους. Είχα την ευτυχία να τον έχω για δεύτερη και τρίτη φορά καθηγητή, μετά τον πόλεμο, στις δυο προτελευταίες τάξεις (Δ΄ και Ε΄) των Γυμνασιακών σπουδών μου. Το μάθημά του χάρμα. Πνευματική πανδαισία. Διατηρούσε πάντοτε μια μικροσκοπική ατζέντα, που ήταν το βαθμολόγιό του. Μόλις τέλειωνε η εξέταση του μαθητού, καταχωρούσε την ημερομηνία και τον βαθμό σε κλασματική μορφή: Στην θέση του αριθμητή η ημερομηνία, στη θέση του παρονομαστή ο βαθμός με αρχαιοελληνική γραφή. Εκτός αναλυτικού προγράμματος, μας παρείχε πρακτικές γνώσεις. Μας έμαθε π.χ. πώς συντάσσεται μια αίτηση προς οποιαδήποτε Αρχή, τους τίτλους προσαγορεύσεως και τους τύπους, όταν απευθυνόμεθα σε εκκλησιαστικές και πολιτικές Αρχές, με τον τίτλο κάθε Αξιωματούχου κ.ά.. Μα το όνομα Μιχαήλ Σαμάρκος φέρνει στη σκέψη κάθε Λεριού όχι μόνο τον υποδειγματικό δάσκαλο, αλλά και τον θερμό και αφοσιωμένο πατριώτη, που με όση θέρμη και ενθουσιασμό υπηρέτησε το ιερό λειτούργημα του παιδαγωγού και δασκάλου, άλλο τόσο δόθηκε ολοκληρωτικά και υπηρέτησε, με αυταπάρνηση και αυτοθυσία, το άλλο μεγάλο και πρωταρχικό ιδανικό του, την Μητέρα Πατρίδα Ελλάδα, όχι μόνο με πύρινους λόγους, που έκαναν πολλά μάτια να δακρύσουν, αλλά και σαν συντονιστής, ιθύνων νους και «ψυχή» κατασκοπευτικού κλιμακίου, από προπολεμικά ακόμη, εναντίον των Ιταλών κατακτητών, μέχρι την κατάρρευση της Ιταλίας (1943) και εν συνεχεία σ’ όλη τη διάρκεια της -397-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Γερμανικής κατοχής των νησιών μας, μέχρι την λήξη του πολέμου (1945). Την πατριωτική του δράση έχει περιγράψει ο ίδιος, μετά τον πόλεμο, στο εξαίρετο βιβλίο του «Λέρος, η Μάλτα του Αιγαίου», Αθήναι 1974. Πρόκειται για μια τεκμηριωμένη, αυθεντική και αμερόληπτη παρουσίαση και καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, σε πολλά από τα οποία πρωτοστάτησε ο ίδιος, που όμως από μετριοφροσύνη τα αντιπαρέρχεται, όπου είναι δυνατόν, κι άλλοτε τα αποσιωπά τελείως. Δεν αναφέρει π.χ. πουθενά την παράτολμη και παρακινδυνευμένη απόφαση, να εγκαταστήσει τον περίφημο ασύρματο και τον χειριστή, ασυρματιστή Ιερολοχίτη, μέσα στο σπίτι του, στην Αγία Μαρίνα, που δεν βρίσκεται σε κάποια απόκεντρη γωνιά, αλλά αντιθέτως στο πιο πολυσύχναστο σημείο και ακριβώς απέναντι από το νεοκλασσικό αρχοντόσπιτο, το οποίο είχαν επιτάξει, με την κατάληψη της Λέρου (16/11/1943), οι Γερμανοί και μάλιστα εκεί είχε στεγασθεί η διοίκηση της Ασφάλειας, τα περιβόητα και φοβερά SS������������������������������������ �������������������������������������� , με διοικητή τον αγέρωχο και αγέλαστο λοχαγό Κλάους. Έτσι, με απόλυτη ψυχραιμία, απτόητος και σε απόσταση ελάχιστων μέτρων από τους Γερμανούς, έκανε ο αείμνηστος σιωπηλά και αθόρυβα το πατριωτικό του καθήκον. Με τον ιστορικό αυτό ασύρματο μετεδίδοντο πολύτιμες πληροφορίες από την Λέρο, που αποτελούσε μεγάλη ναυτική και αεροναυτική βάση, απ’ ευθείας στο συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, στο Κάϊρο. Ο ασυρματιστής Ιερολοχίτης θα έπρεπε, κάποιες στιγμές, να κυκλοφορήσει στο νησί και να διανύσει μεγάλες αποστάσεις πεζός, εντός και εκτός πόλεως, για να επιτύχει επαφή με συνδέσμους ή για να έχει άμεση αντίληψη και προσωπική εκτίμηση προσώπων και καταστάσεων. Ο κίνδυνος να συλληφθεί από τους Γερμανούς σε κάποιο «μπλόκο» ήταν άμεσος. Ο συντονιστής της όλης προσπάθειας και αρχηγός του κλιμακίου Μιχαήλ Σαμάρκος είχε φροντίσει από πριν, τον είχε εφοδιάσει με πλαστό δελ-

-398-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

τίο ταυτότητος, που τον παρουσίαζε γέννημα και θρέμμα Λεριό, τον είχε ντύσει βοσκό και με μαλλιά και γένια μακρυά καθώς κυκλοφορούσε, μπορούσε να ξεγελάσει και ντόπιους!. Με τον τρόπο αυτό, το γενναίο παλληκάρι μπορούσε να ασκεί το κατασκοπευτικό έργο του ανεμπόδιστα και ακίνδυνα, για τον ίδιο και για ολόκληρο το δίκτυο. Ο χρόνος δεν έσβησε από τη μνήμη των Λεριών την προσφορά του μεγάλου πατριώτη και δασκάλου. Σε σχετικό ρεπορτάζ, μόλις πρόσφατα, στην εφημερίδα «Λεριακά Νέα» της 30/11/2010 (σελ. 8), διαβάζουμε: «Σημαντική υπήρξε η συμβολή των ντόπιων Δωδεκανησίων, που χρησιμοποιούνταν ως οδηγοί ή κατάσκοποι. Με κίνδυνο της ζωής τους έκρυβαν ή φυγάδευαν Άγγλους ������� Commandos��������������������������������������������������������� και τους άνδρες του Ιερού Λόχου και τους παρείχαν πληροφορίες για τον εχθρό. Στη Λέρο είχε οργανωθεί τότε ένα αξιόλογο δίκτυο κατασκοπίας με συντονιστή τον αείμνηστο καθηγητή Μιχαήλ Σαμάρκο, στο οποίο συμμετείχαν και οι: Γεώργιος Σαμάρκος κ.λπ….». Στην προηγούμενη σελίδα (7) της ίδιας εφημερίδας, διαβάζουμε: «Ο καθηγητής Μιχαήλ Σαμάρκος, συντονιστής τότε του δικτύου κατασκοπίας στη Λέρο, υπογραμμίζει στο βιβλίο του «Λέρος, η Μάλτα του Αιγαίου»: «… Οι λεβέντες μας Ιερολοχίτες προκάλεσαν το δρεπάνι του θανάτου, με αλώνι τη Λέρο κι όλη τη Δωδεκάνησο!... Η παρουσία τους στα νησιά μας, μετά τη νίκη, βοήθησε τον αγώνα μας, στραγγάλισε τις ραδιουργίες της διπλωματίας και απομάκρυνε τα λαίμαργα νύχια της οριστικά από τ’ άγια βράχια μας!». Οι αγώνες και οι θυσίες του μεγάλου πατριώτη και παιδαγωγού δικαιώθηκαν. Η ημέρα της απελευθέρωσης και της ενσωμάτωσης των νησιών μας στην Μητέρα Πατρίδα Ελλάδα ήταν η ευτυχέστερη μέρα της ζωής του. Όμως, όπως λέει και η Κρητική μαντινάδα: «Ό,τι στον κόσμο γεννηθεί έχει αρχή και τέλος…». Έτσι, στις 26/04/1984, έπαψε να χτυπά μια γενναία, ατρόμητη και παλληκαρίσια καρδιά. Ο καθηγητής Μιχαήλ Σαμάρκος κη-

-399-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

δεύθηκε στο νησί μας μέσα σε γενικό πένθος, καταξιωμένος και τιμημένος από ολόκληρη την Λεριακή κοινωνία. Αλλά και από την Ελληνική Πολιτεία και από Συμμαχικές Κυβερνήσεις δέχθηκε ανώτατες τιμητικές διακρίσεις. Αν και πέρασαν τόσα χρόνια από την εκδημία του, ζει ανάμεσά μας μέσα από τις σελίδες του μοναδικού βιβλίου του, όπου στον πρόλογο, γραμμένον από τον ίδιο, στις 24/03/1974, διαβάζουμε με συγκίνηση την λακωνική και βαρυσήμαντη φράση: «Έχω τη συναίσθηση ότι έκαμα το χρέος μου…». Το βιβλίο αυτό, εξαντλημένο τελείως, εδώ και πολλά χρόνια, επανεκδόθηκε στα 2001. Από την Β΄ έκδοση (σ. 8) αντιγράφω τις παρακάτω δυο σειρές, που με εκφράζουν απόλυτα: «Ο Μιχαήλ Σαμάρκος υπήρξε για τη Λέρο πραγματικό διαμάντι, που, ακόμα και μετά το θάνατό του, αποτελεί παράδειγμα ήθους, θάρρους και αυτοθυσίας». Από χρόνια τώρα, έχω πάνω στο γραφείο μου την αναμνηστική φωτογραφία, που βγάλαμε με τους καθηγητές μας οι τελειόφοιτοι του Γυμνασίου Λέρου, στα 1950. Στην πρώτη σειρά, καθήμενοι, ο Γυμνασιάρχης μας, δεξιά του ο φιλόλογος καθηγητής και ιερεύς Δημήτριος Χολέβας, που, μέσα στη δίνη του εμφυλίου, βρέθηκε από τα μέρη της Λαμίας στο Γυμνάσιο της Λέρου, όπου υπηρέτησε και ως εφημέριος του Αγίου Νικολάου Λακκίου και στη συνέχεια οι λοιποί καθηγητές μας, όλοι νέοι και ακμαίοι τότε και όλοι μακαρίτες σήμερα. Τους καλημερίζω κάθε πρωί και ζητώ την ευχή τους, πριν αρχίσω τις συνήθεις απασχολήσεις μου. Ξεχωρίζω πάντοτε την ευγενική μορφή του Καλύμνιου καθηγητού μας των μαθηματικών αείμνηστου Εμμανουήλ Μελά, από τους πρώτους εκπαιδευτικούς, που έφθασαν μεταπολεμικά στο Γυμνάσιό μας, που αγάπησαν το νησί μας και τους ανθρώπους του και συνήψαν ακατάλυ-

-400-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

τους και παντοτεινούς οικογενειακούς και κοινωνικούς δεσμούς. Ο Εμμανουήλ Μελάς, άριστος επιστήμων και δάσκαλος μεθοδικός, ξεχώριζε για την ευγένειά του, την καλωσύνη του και την άκρα ευσυνειδησία του. Στη συμπεριφορά του προς όλους άψογος, συνιστούσε τον σεβασμό μας, όχι μόνον προς κάθε μεγαλύτερο, αλλά και μεταξύ των συμμαθητών μας. Ως φοιτητής στην Αθήνα, μετείχε ενεργά σ’ όλες τις πατριωτικές εκδηλώσεις των Δωδεκανησίων, που σκοπό είχαν να κρατούν διεθνώς στην επικαιρότητα ζωντανό το Δωδεκανησιακό ζήτημα, με τελικό σκοπό την απελευθέρωση των νησιών μας και με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου (1940) ήταν από τους πρώτους, που κατετάγησαν εθελοντές και επάνδρωσαν το ηρωικό Σύνταγμα των Δωδεκανησίων. Στον ιερό εκείνο αγώνα υπηρέτησε στην πρώτη γραμμή, ως ασυρματιστής. Πολλές φορές, μας είχε διηγηθεί ο ίδιος περιπέτειες και γεγονότα από το μέτωπο. Λεπτός και αεικίνητος, δεν καθόταν ποτέ στην έδρα, ούτε κρατούσε ποτέ βαθμολόγιο. Είχε καταπληκτική μνήμη, είχε «ζυγίσει» με ακρίβεια τον καθένα μας και βαθμολογούσε αμερόληπτα και δίκαια. Χαρακτηριστικό του η αυστηρότης στην τάξη, που σ’ όλη τη διάρκεια του μαθήματος δεν ακουόταν ούτε ο παραμικρός ψίθυρος. Απαιτούσε και πετύχαινε πάντα να αποσπά την προσοχή μας με την μεθοδικότητα και τον κατάλληλο διδακτικό τρόπο, που μας παρουσίαζε κάθε τι νέο. Έτσι, πετύχαινε ακόμη και οι αδιάφοροι στα μαθηματικά μαθητές, που είχαν χαράξει πορεία προς τις θεωρητικές επιστήμες, να τον παρακολουθούν με ενδιαφέρον. Χαρακτηριστικό της ευσυνειδησίας του και της αγάπης του προς την Φύση, είναι το γεγονός, ότι ενώ είχε τη δυνατότητα να κατοικεί στην πόλη, προτιμούσε τη διαμονή στο ωραίο, δίπατο, εξοχικό σπίτι του με αμπέλι, στα Άλινδα, διανύοντας καθημερινά την μεγάλη απόσταση με τα πόδια, χειμώνα – καλοκαίρι, ανεξαρτήτως καιρού, χωρίς να καθυστερήσει ποτέ, ούτε λεπτό από το ωράριό του στο σχολείο. Από τον δάσκαλο πατέρα του είχε κληρονομήσει όλα τα προσόντα του τέλειου δασκάλου και ήταν ο αλησμόνητος καθηγητής η ενσάρκωση της υπευθυνότητος και της ευσυνειδησίας. Τον θυ-401-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

μόμασθε πάντα και τη μνήμη του θα συνοδεύει εσαεί η ευγνωμοσύνη μας και ο σεβασμός μας. Για την θρησκευτική μας κατάρτιση και την αγάπη μας προς τον Χριστό και την Ορθοδοξία πολλά οφείλουμε στον Καλύμνιο Θεολόγο καθηγητή, παιδί ιερέως και ιερέα μετά, Σπυρίδωνα Κουλιανό. Νεαρός ακόμη, πρωτοδιόριστος έφθασε στο νησί μας, αμέσως μετά τον πόλεμο (1945), με την πρώτη ομάδα εκπαιδευτικών, που στάλθηκαν τότε από το ΥΠΕΠΘ να καλύψουν τα πολλά κενά, που υπήρχαν στα σχολεία μας. Ευσυνείδητος και τακτικός στο λειτούργημά του, συνεπής πάντοτε στο ωράριό του, δεν θυμάμαι να είχε απουσιάσει ποτέ, ούτε ώρα, από το καθήκον του. Τηρούσε με ευλάβεια το μικρό βαθμολόγιό του, όπου καταχωρούσε με ακρίβεια την ημερομηνία εξετάσεως του μαθητή και τον βαθμό, είτε προφορική ήταν η εξέταση, είτε αποτέλεσμα γραπτού διαγωνίσματος. Μας ήθελε μελετηρούς και αν καταφέρναμε να αποδώσουμε το μάθημα όπως ακριβώς ήταν στο βιβλίο, το άριστα (20) ήταν εξησφαλισμένο!. Τη θρησκευτική αγωγή μας συμπλήρωνε ως κατηχητής και ιεροκήρυξ, όπου, χρόνια ολόκληρα, διηύθυνε και δίδασκε στα Κατηχητικά μας σχολεία, προσφέροντας πολύτιμο έργο, τόσο στην Παιδεία, όσο και στην Εκκλησία, ανιδιοτελώς. Λάτρευε την ιδιαιτέρα του πατρίδα και ύστερα από πολυετή και γόνιμη υπηρεσία στη Λέρο, ζήτησε και μετετέθη στην Κάλυμνο, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε ως Λυκειάρχης. Επιθυμία του ήταν να ιερωθεί. Χειροτονήθηκε ιερέας και, επί σειρά ετών, διετέλεσε Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Ι. Μητροπόλεώς μας. Ο αείμνηστος Πρωτοπρεσβύτερος Σπυρίδων Κουλιανός εις το «άνω θυσιαστήριον ιερατεύων», τώρα, και «την άϋλον λειτουργίαν τελούμενος», δέεται και ικετεύει τον Κύριον «ενώπιος ενωπίω» για όλους εμάς, σαν στοργικός πατέρας και δάσκαλος.«Επί τίνα επιβλέψω, αλλ’ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον;».

-402-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Τα ιερά αυτά λόγια έρχονται στη θύμησή μου, όταν, στη σχολική φωτογραφία, αντικρύζω τη γλυκειά μορφή του υποδειγματικού εκπαιδευτικού και ανθρώπου, του Καλύμνιου καθηγητού Σωματικής Αγωγής (Γυμναστή), αείμνηστου Μιχαήλ Ζερβού. Κύρια χαρακτηριστικά του: η ευγένεια, η ευσυνειδησία και η αφοσίωση στο καθήκον μέχρις αυτοθυσίας, παρά το επισφαλές της υγείας του. Θερμή η αγάπη του προς την Εκκλησία και φιλακόλουθος καθώς ήταν, έψαλλε οσάκις είχαμε εκκλησιασμό, με την γλυκειά και ταπεινή φωνή του, χωρίς περιττές κινήσεις, μορφασμούς και επιδειξιομανία. Διάβαζε πάντοτε τον Απόστολο, αργά και κατανυκτικά, στεκάμενος σοβαρός δίπλα σε αναμμένη λαμπαδίτσα, κολλημένη σε καλογυαλισμένο μανουάλι, στημένο στη μέση του ναού και όχι από το Αναλόγιο, όπως συνηθίζεται, παράτυπα δυστυχώς, σήμερα στις εκκλησίες μας. Έτσι, θυμάμαι, στο μέσον του ναού, διαβάζαμε κι εμείς, παιδιά τότε, τον Απόστολο, με δάσκαλο τον ταπεινό επίσης και αλησμόνητο, ιεροψάλτη τότε στη Λέρο, Εμμανουήλ Καζαβούλη, τον μετέπειτα ιερέα της Ψερίμου Γερμανό. Μια και τον ανέφερα, να τονίσω, ότι ο ανιδιοτελής και αξιοπρεπέστατος εκείνος γόνος της Καλύμνου, ο μακαρίτης παπα-Γερμανός, από ζήλο και αγάπη προς τη βυζαντινή μουσική, είχε συγκεντρώσει ολόκληρο όμιλο από καλλίφωνα παιδιά της Λέρου και τους δίδασκε, επί χρόνια, πρακτικά και θεωρητικά, την εκκλησιαστική μουσική μας, κάθε Κυριακή απόγευμα στο σπίτι του, χωρίς καμμιά απολύτως αμοιβή! Δεν δεχόταν, με κανένα τρόπο, ούτε το παραμικρό δώρο!. Ακόμη λοιπόν ένας Καλύμνιος – παράδειγμα ανιδιοτελούς προσφοράς, δάσκαλος πραγματικός χωρίς τίτλους, που μας αφήκε μάθημα ζωής αξιομίμητο από μικρούς και μεγάλους. Σκέπτομαι, πολλές φορές, και διερωτώμαι: Τι ψυχές, αλήθεια, είχαν οι άνθρωποι εκείνοι, που τους βλέπαμε, παιδιά τότε εμείς, να ζουν και να κυκλοφορούν ανάμεσά μας, χωρίς ποτέ να φαντασθούμε τι εσωτερικό πλούτο έκρυβαν μέσα τους οι τόσο απλοί και -403-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

ταπεινοί εκείνοι, αφανείς, αληθινοί πνευματικοί αδάμαντες!. Πώς να τους εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας και πώς να ανταποδώσουμε το ελάχιστο στα πολλά και ανεκτίμητα, που τους οφείλουμε; Ας τους δώσουμε αυτό, που μπορούμε: Μιάν υπόσχεση ασφαλή και βεβαία, αιώνια και πηγαία, πως θα διατηρήσουμε εσαεί στα φυλλοκάρδια μας τις ιερές μορφές τους. «Εάν επιλάθωμαί σου, Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου. κολληθείη η γλώσσά μου τω λάρυγγί μου, εάν ου μή σου μνησθώ». Χρίστος Ε. Παπαδόπουλος (συνταξιούχος εκπαιδευτικός)

-404-


Μαρίας Μ. Μπιλλήρη

Μιχαήλ Σ. Καραβοκυρός: Ένας αφανής ήρωας στους «Δίκαιους των Εθνών». -Τριάντα εννιά χρόνια από το θάνατό του-

Ο

Μιχαήλ Καραβοκυρός του Σωκράτους και της Αφροδίτης το γένος Κουλλιά, γεννήθηκε στην Κάλυμνο, τον Σεπτέμβρη του 1892. Αδέρφια του ο Γιώργος, πατ��ρας του Σπύρου Καραβοκυρού και της Θέμιδος Καραβοκυρού - Ζαΐρη και η Μαρία Καραβοκυρού, σύζυγος Βασιλείου Μπιλλήρη, μητέρα του Μιχαήλ Μπιλλήρη.

-405-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον βίωσε την έννοια του δικαίου, καθώς διακεκριμένοι υπηρέτες της νομικής επιστήμης υπήρξαν τόσο ο πατέρας του Σωκράτης Καραβοκυρός όσο και ο θείος του Μιλτιάδης, ο οποίος διατέλεσε γραμματέας του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (1880 -1895) με πλούσιο συγγραφικό έργο. Πολλά από τα νομικά συγγράμματα του με μεγάλη πλέον συλλεκτική αξία βρίσκονται στη βιβλιοθήκη της Νομικής Σχολής Αθηνών, ενώ λίγα αντίτυπα σώζονται και στην βιβλιοθήκη του Πνευματικού Κέντρου Καλύμνου. Ο ήδη ισχυρός αξιακός κώδικας με τον οποίο μεγάλωσε εμπλουτίστηκε με το χριστιανικό πνεύμα που του ενέπνευσε η θεία του, από την πλευρά της μητέρας του, Μαγδαληνή, ιδρύτρια της ιεράς μονής Άργους. Στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, στην νεαρή ηλικία των 15 χρόνων, ο θάνατος του πατέρα του τον ανάγκασε να αναζητήσει ένα καλύτερο μέλλον, κοντά σε συγγενείς του στην Ρωσία. Εκεί δούλεψε σκληρά, ανδρώθηκε και δημιούργησε την δική του οικογένεια. Παντρεύτηκε την Φάνια Ντόλτζερ κι απέκτησε 2 παιδιά: Την Μαρία και το Σωκράτη. Κάποια στιγμή όμως, το 1936, διωγμένος από το καθεστώς του Στάλιν, εγκαταστάθηκε στη Ρίγα της Λετονίας, όπου ξεκινώντας πάλι από το μηδέν, δημιούργησε με πολύ μόχθο ένα εργοστάσιο παρασκευής χαλβά. -406-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Η εισβολή των Γερμανών στη Ρίγα, το 1941, είναι γι αυτόν το ξεκίνημα ενός μοναχικού και άδολου αγώνα υπεράσπισης των ιδανικών του, στο πρόσωπο δοκιμαζόμενων ανθρώπων, που τελειώνει το 1943 στην Τεργέστη. Είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του, οι διασωθέντες απ’ αυτόν Εβραίοι, συγκεντρώνονται στην Ιερουσαλήμ κι αφηγούνται στο Yad Vashem την απίστευτη ιστορία της δράσης αυτού του ανθρώπου που γι’ αυτούς αποκτά μυθικές διαστάσεις. Στο Yad Vashem, ένα συγκρότημα 180.000 m2 όπου με τα κτίρια, τα μουσεία, τα μνημεία, τους κήπους, τις βιβλιοθήκες κτλ. η μνήμη του ολοκαυτώματος διατηρείται ολοζώντανη, το όνομα του Μιχαήλ Καραβοκυρού είναι χαραγμένο στον Τοίχο Τιμής. Ο Τοίχος Τιμής, ο οποίος δεν είναι παρά ένα μνημείο αφιερωμένο σε όλους αυτούς που βοήθησαν τη διάσωση των Εβραίων, περιλαμβάνει ένα μακρύ κατάλογο ονομάτων αυτών που το εβραϊκό έθνος αποκάλεσε Δικαίους των Εθνών. Ο τίτλος του Δικαίου των Εθνών για τον Μιχαήλ Καραβοκυρό παραδόθηκε από τον Ισραηλινό πρόξενο Τεβέτ στα παιδιά του Σωκράτη Καραβοκυρό και Μαρία Λορεντζέττι, κατά τη διάρκεια μιας λιτής αλλά συναισθηματικά φορτισμένης τελετής στη Ρώμη, το 1995.

-407-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Η Μαρία Λορεντσέττι με πολλή χαρά μοιράστηκε την τιμή με την υπόλοιπη οικογένεια, στην Κάλυμνο. Όσο όμως και αν πέρασε καιρός, αισθάνομαι την ανάγκη να καταγραφεί με κάποιο τρόπο αυτή η διάκριση, αφού πιστεύω ότι δημιουργεί ένα πραγματικό πρότυπο πανανθρώπινης αντίληψης. Θέλω να θυμάμαι και να θυμίζω ότι ομορφιά στη ζωή δεν είναι μόνο η επιτυχία κι η κατάκτηση, αλλά και η προσφορά… Και δεν σταματώ να εντυπωσιάζομαι, όσο σκέφτομαι τη ζωή αυτού του ανθρώπου που πάλεψε με τον εαυτό του και νίκησε το φόβο, για να υπηρετήσει τον Άνθρωπο, παραδίδοντας όχι μόνο στα παιδιά του, αλλά και σ’ όλες τις επόμενες γενιές, μαθήματα δύναμης, μέσα από τον αυτοσεβασμό, την ταπεινοφροσύνη και την αυτοθυσία. Μαρία Μ. Μπιλλήρη, Ζωγράφος

Το δημοσίευμα του περιοδικού “Attualita”.

-408-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Η ακριβής μετάφραση του αφιερώματος που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της εβραïκής κοινότητας “Αttualita”, το Νοέμβριο του 1995, είναι η παρακάτω: « Ένας Ελληνο-ιταλός “Δίκαιος των Εθνών” Δάκρυα ανησυχίας και θάρρους Πενήντα χρόνια μετά, βραβείο στη μνήμη του γενναίου Μιχαήλ Καραβοκυρού ». Δεν είχαν περάσει ούτε 24 ώρες από την είσοδο των Γερμανών στη Ρίγα, και το κυνήγι των Εβραίων είχε ήδη αρχίσει από σπίτι σε σπίτι.Ο κ.Μιχαήλ, Έλληνας στην καταγωγή, χριστιανός ορθόδοξος, Ιταλός όμως στο διαβατήριο γιατί το νησί του στην Δωδεκάνησο ήταν ιταλοκρατούμενο, φιλοξενούσε στο σπίτι του μια οικογένεια Εβραίων λόγω της υποχρεωτικής συγκατοίκησης που είχε επιβάλλει η Ρωσία 2 χρόνια νωρίτερα. Οταν έφθασαν οι Λετονοί στρατιώτες, άγριοι και μεθυσμένοι, δεν είχε κανένα δισταγμό. Έβγαλε μια ιταλική σημαία και φώναξε: «Εδώ είναι ιταλικό έδαφος.Για να μπείτε μέσα, πρέπει να περάσετε πάνω από το πτώμα μου». Οι στρατιώτες, βρισκόμενοι σε σύγχυση, έφυγαν, και προς στιγμή, στο σπίτι του Καραβοκυρού, ο φόβος λιώνει. Μα είναι μόνο η αρχή.Έχοντας επιλέξει να βοηθήσει φίλους και συγγενείς Εβραίους, η οικογένεια του Καραβοκυρού έχει αγγιχθεί αμέτρητες φορές από το θάνατο.Ο Μιχαήλ, ένας άνθρωπος ειλικρινής, εργατικός, γνήσιος εραστής του καθήκοντος και της τιμιότητας, ένας μεγάλος αγωνιστής που έμαθε να ξανανασταίνεται κάθε φορά που η ιστορία με επαναστάσεις και κατασχέσεις του αναιρούσε σχεδόν τα πάντα, δεν μπορεί να υποφέρει την αδικία.Γι αυτό, για δύο ολόκληρα χρόνια, χρησιμοποιεί το χάρισμά του με τις φιλίες που είχε αποκτήσει ( του αρχιεπίσκοπου, των εργατών του που δούλευαν στο -409-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

εργοστάσιο χαλβά, βασιζόμενος στην καλή τους θέληση, γειτόνων και συνεργατών) για να βοηθήσει, να συνδράμει, να κρύψει, ολόκληρες οικογένειες Εβραίων. Αρκετοί που φιλοξενήθηκαν σπίτι του γλύτωσαν ως εκ θαύματος από τις επιδρομές των SS. Άλλοι ήταν κρυμμένοι με φίλους, στο εργοστάσιο, στο πίσω μέρος των αποθηκών.Ο Μιχαήλ Καραβοκυρός, δημιουργεί ένα δίκτυο βοήθειας παρέχοντας τρόφιμα, επεμβαίνοντας για να βγάλει ένα παιδί απο την υποχρεωτική εργασία και φροντίζοντας έτσι ώστε να έχει συνεχή επαφή με το γκέτο. Μα είναι επικίνδυνο. Η κόρη του Μαρία που ζει σήμερα στο Μιλάνο, θυμάται με συγκίνηση κι αφηγείται τα δεινά αυτών των μηνών.Μας λέει για μια ημιπαράνομη ζωή, ιδωμένη μέσα από τα μάτια του κοριτσιού που έβλεπε τη ζωή και την εργασία του πατέρα της μέσα από την ανιδιοτελή αυτή επιλογή.Κάποτε, αφού είχε καταφέρει να σώσει κάποιον,φυγαδεύοντάς τον με γερμανικό αυτοκίνητο, βρήκε έκπληκτος την κόρη του, επιστρέφοντας στο σπίτι, να κλαίει μπροστά στα εικονίσματα.Της είπε: «Ξέρω πως διακινδυνεύω τη ζωή όλων σας, αλλά αν δεν το κάνω,θα είμαι κι εγώ σαν κι αυτούς τους κατά συρροήν δολοφόνους, κι εσύ, μια μέρα θα με περιφρονήσεις». Ένα χειμωνιάτικο πρωινό του 1942 τον κατήγγειλαν ως Εβραίο και τον έβαλαν κι αυτόν στο γκέτο.Αυτή τη φορά, ο Μιχαήλ, δεν γλυτώνει το ξύλο των SS.Ομως, υποστηρίζει, ότι ένα μικρό εβραιόπουλο είναι ένα νόθο παιδί του που δεν παρουσίαζε στην κοινωνία από ντροπή.Πέρασε μία εβδομάδα μέχρι να αναγνωριστεί ότι ανήκει στην Αρεία φυλή και να αφεθεί ελεύθερος. Αλλά ακόμα και μετά από αυτό το περιστατικό, δεν σταματάει τη δράση του με τη βοήθεια προς τους Εβραίους. Μόνο τον Ιούλιο του 1943 ο Μ. Καραβοκυρός αποφασίζει να εγκαταλείψει τη χώρα. Στην πραγματικότητα, ένας Ιταλός διπλωμάτης τον προειδοποιεί ότι επειδή η ιταλογερμανική συμμαχία έπνεε τα λοίσθια, το ιταλικό διαβατήριο δεν του εξασφαλίζει πια καμιά προστασία .Έτσι, η οικογένεια μετακομίζει στην Τεργέστη, όπου για μια ακόμη φορά, μετά -410-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

τις 8 του Σεπτέμβρη, θα φιλοξενήσει ένα ζευγάρι Εβραίων που γνώρισε λιγες εβδομάδες πριν. Ο Μιχαήλ Καραβοκυρός (σήμερα Michele Caravokiro) πέθανε στην Ιταλία το 1972, στην ηλικία των 80 χρόνων. Είκοσι χρόνια μετά, μερικοί από τους Εβραίους που έσωσε και κυκλοφορούσαν ελεύθεροι πια στη Λετονία, μαζεύτηκαν στο Ισραήλ, και περιέγραψαν τον μύθο τους στο Yad Vashem. To δίπλωμα του Δικαίου των Εθνών έχει παραδοθεί στην κόρη του Μαρία και τον εγγονό του Paolo Lorenzetti, ( γραμματέα του Ευρωπαϊκού Κινήματος των Φεντεραλιστών που εδρεύει στο Μιλάνο) ο οποίος συνεχίζει μέχρι σήμερα τόσο πολιτικά όσο και πολιτιστικά να πρεσβεύει τα ίδια ιδανικά της δικαιοσύνης και της αδελφοσύνης που ο παππούς του, πενήντα χρόνια πριν, υπηρετούσε σε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες.»

-411-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

To Δίπλωμα του Δικαίου των Εθνών που απονεμήθηκε μετά θάνατον στον Μιχαήλ Καραβοκυρό

-412-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Απόσπασμα καταλόγου με τα ονόματα “Δικαίων των Εθνών”, ελληνικής καταγωγής. Ανάμεσά τους και ο Μιχαήλ Καραβοκυρός

-413-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Αχταπολόημα... Φωτογραφία: Μιχάλης Πάου

-414-


Γεωργίου Μιχ. Βούη

Η ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΗ ΠΑΡΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ

Τ

(Ένα σύντομο ιστορικό)

ο γεγονός ότι η παροικία των Καλυμνίων της Ρόδου, τυγχάνει να είναι η πολυπληθέστερη σε σχέση με άλλες Δωδ/κές ή μη, δεν είναι τυχαίο γεγονός, δεν ξεκίνησε δηλ. χωρίς αιτία και αφορμή, ως δια μαγείας. Έχει την δική της ιστορία, και σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία ιδρύθηκε πριν από 150 χρόνια, ίσως και παλαιότερα, ακολουθώντας ένα εσωτερικό μεταναστευτικό πρόγραμμα, καθαρά περιστασιακό, επί εποχής Όθωνος. Τότε, ως γνωστόν, η Τουρκοκρατούμενη Δωδ/σος πέρασε σε τροχιά ανάπτυξης, με ξεκίνημα τη Ρόδο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, την εποχή εκείνη, θεώρησε σκόπιμο να παραχωρήσει κάποια δικαιώματα αυτοδιοίκησης (μακτού) και ελευθερίας στην παιδεία (Δημοτική εκπαίδευση). Οι Καλύμνιοι την εποχή εκείνη έσπευσαν να μορφώσουν τα παιδιά τους, να γίνουν εκπαιδευτικοί ελληνοδιδάσκαλοι, και να καλύψουν έτσι θέσεις, σε κοινοτικά σχολεία, σε χωριά και στη πόλη. Η Κεντρική Αστική Σχολή της Ρόδου που ανεγέρθηκε με δωρεές Δωδ/σίων της Αιγύπτου, κυρίως, άρχισε να λειτουργεί το 1875. Την εποχή εκείνη, πολλοί Δωδ/σιοι, κυρίως Καλύμνιοι, αλλά κι από άλλα νησιά του Αιγαίου όπως η Σάμος, η Σαντορίνη, η Αμοργός, η Ίος, η Μυτιλήνη, Χίος, Σκόπελος, κ.α. ασκούσαν εμπόριο σαν εμποροπλοίαρχοι, για να διαθέσουν γεωργικά κ.α. προϊόντα. Όλοι ήσαν περαστικοί, όμως υπήρξαν και κάποιοι που επέλεξαν να εγκατασταθούν στα μέρη μας για πάντα. Γι’ αυτό βλέπουμε να υπάρχουν σήμερα ανάμεσα μας οικογένειες με οικογενειακά ονόματα που θυμίζουν τόπο καταγωγής, όπως -415-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Καλύμνιου, Καρπάθιου, Συμιακού, Κασιώτη, Τηλιακού, Νισύριου, Χαλκίτη, Λεριού, Πατενιώτη, Κώτη, Καστελοριζιού, καθώς και Σαμιώτης, Σαλονικιός, Νιώτης, Αμοργίνος, Μυτιληνιός, Μηλιανός, Χιώτης, Σαμίου, Σαμιωτάκης, Σκοπελίτης, Σαντορινιός, Τενεδιός, κ.α. Σύμφωνα με τα στοιχεία στη διάθεση μας, μπορέσαμε να διαπιστώσουμε ότι ο πρώτος πάροικος από Κάλυμνο, δεν ήταν έμπορος, αλλά εκπαιδευτικός, ελληνοδιδάσκαλος όπως ελέγοντο τότε, ήτο δε ο Γιώργος Καληδόνης γέννημα, θρέμμα της Καλύμνου. Την χρονική αυτή περίοδο, τέλη του 19ου αιώνα, παιδιά δυτών σφουγγαράδων διορίστηκαν σε κοινοτικά σχολεία του νησιού της Ρόδου αλλά κι’ αλλού, όπως στην Όλυμπο Καρπάθου, στο Καστελόριζο, Σύμη, και στα χωριά. Αξίζει να αναφέρουμε όλα όσα γνωρίζουμε για τον πρώτο ελληνοδιδάσκαλο Καλύμνιο Γεώργιο Καληδόνη. Γεννήθηκε στην Κάλυμνο, στο Άργος το 1845. Ο πατέρας του Ποθητός ήταν δύτης, σφουγγαράς βουτηχτής. Η μητέρα ονομάζετο Θάλεια – Καλλιόπη (ονόματα δύο Μουσών). Ο νεαρός Γ. Καληδόνης, εφοίτησε στο Α΄ Γυμνάσιο Αθηνών, ως υπότροφος της οικογένειας Ολυμπίτη (Καρπαθιακής γενιάς), απ’ όπου απεφοίτησε το 1863. Κατά τη παραμονήν του στην Αθήνα, ευτύχησε να δει με τα μάτια του τον θρυλικό Κανάρη, ήρωα του 21 και πρωθυπουργό της νέας Ελλάδας. Νεότατος, ήρθε στη Ρόδο το 1893, νυμφεύτηκε την πανέμορφη και πολύ νεότερη του, 15 χρονών Σεβαστή Παπαοικονόμου, από το χωριό Αφάντου Ρόδου (1878 - 1956). Απέκτησαν εννέα παιδιά από τα οποία επέζησαν πέντε. Η ΕλένηΚαλλιόπη, η Κατερίνα, ο Κλεάνθης, ο Σταύρος και ο Αναστάσιος. Υπηρέτησε την εκπαίδευση της Ρόδου επί 54 έτη, διδάσκοντας στα χωριά Αφάντου, Ψίνθο, Καλλιθιές, Αγ. Ισίδωρο, Μεσαναγρό, Κατταβιά, Σάλακο, Κοσκινού, Μαλώνα, Μάσαρη, και πιθανότατα και σε άλλες κοινότητες του νησιού. Η Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή της Ελλάδος του απένειμε το 1922 τον -416-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

τίτλο του ελληνοδιδασκάλου «δια την ειδικότητα αυτού εν τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσης». Το 1924 εδημοσιεύσε παροιμίες, εις το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ του καθηγητή Ευσταθίου Λαγκάνη (εκ Μονολίνθου) και συνέταξε λεξικό ομοίων λέξεων το 1930, που υποβλήθηκε στην Ακαδημία Αθηνών. Μαζί με την θυγατέρα του δασκάλα Ελένη-Καλλιόπη, εδημοσίευσε εργασίες στο ημερολόγιο του ΠΑΡΡΟΔΙΑΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΜΕΡΙΚΗΣ «ΑΠΟΛΛΩΝ». Στα γηρατειά του, το Ελληνικό κράτος θέλοντας να τον τιμήσει, του έδωκε σύνταξη, κάτι που τον έκαμε να χαρεί πολύ. Επιδίδοντας του το δίπλωμα τιμής, ο τότε Πρόξενος της Ελλάδας στη Ρόδο, Δημήτρης Παπάς, τον προσεφώνησεν ως πρύτανη των διδασκάλων της Δωδεκανήσου. Έφυγεν από τη ζωή σε ηλικία 95 ετών, στις 21 Ιουνίου 1940, με ακμαίες τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, και φορτωμένος από πολλές τιμητικές διακρίσεις. Ακόμη και άρρωστος - στο κρεβάτι – μάζευε γύρω τους μαθητές και τους δίδασκε. Το εκπαιδευτικό του έργο, συνέχισαν τα παιδιά του Ελένη – Καλλιόπη, Κατίνα και Σταύρος. Στη ΡΟΔΙΑΚΗ, το έτος 1968, ο ιδρυτής αυτής, αείμνηστος Εμμ. Καλαμπίχης, μαθητής του από την Μαλώνα, αφιερώνει ένα ύμνο στον δάσκαλο του, εις ένδειξη ευγνωμοσύνης για όσα αυτός του δίδασκε στα παιδικά του χρόνια. Την εκπαιδευτική παράδοση αυτού του υπέροχου ανθρώπου, συνέχισαν και άλλα μέλη της οικογένειας του Καληδόνη, καθώς και ο σύζυγος της κόρης του Κατίνας, ο Μιχαήλ Νικολάου (απεβίωσε νέος το 1946), ο σύζυγος της εγγονής του Βαρβάρας ο δάσκαλος Βασίλης Νικολάου, του Μιχάλη και της Κατίνας. Εδώ τελειώνει η ιστορία του Ελληνοδιδασκάλου, και συνεχίζω, με αναφορά σε ονόματα, που ίδρυσαν την Καλυμνιακή παροικία, η οποία σήμερα (Ιούνιος 2010) ξεπερνά σε αριθμό ψυχών α, β, και γ΄ γενιάς τις 8.000. Πρωτοπόροι και ιδρυτές της Καλυμνιακής Παροικίας Ρόδου, την οποίαν από το 1947-1948 μέχρι των ημερών μας -417-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

εκπροσωπεί ο Σύλλογος Καλυμνίων Ρόδου «Ο Αγ. Παντελεήμων», είναι οι πιο κάτω οικογένειες: Στα τέλη του 19 αι. εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Ρόδο η οικογένεια Εμμαν. Συμεών (σύζυγος του η Ροδίτισσα κόρη της οικογένειας Δρακίδου. Το αρχοντικό του βρίσκεται στην συνοικία της Μητρόπολης, απέναντι από τη σημερινή Λέσχη του Αθλητικού Συλλόγου «Ο Διαγόρας». Την ίδια σχεδόν εποχή, αρχές του 20στού αι. εγκαταστάθηκε στη Ρόδο ο Γαλλοδιδάσκαλος στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο, Γιώργος Τηλιακός, γνωστός για την μεγάλη πατριωτική του δράση. Περίπου την ίδια εποχή, ήρθε κι εγκαταστάθηκε στη Ρόδο ο γιατρός Σπύρος Καραβοκυρός με την σύζυγό του Ελισάβετ, γέννημα θρέμμα της Κωνσταντινούπολης, με τις δύο – πανεύμορφες – κόρες τους Άννα και Ελένη που παντρεύτηκαν με αξιωματούχους Ιταλούς. Ο σύζυγος της Άννας , Λιμενάρχης Δωδ/ σου Ναύαρχος Aquilino Montagnaro είναι αυτός που φρόντισε ώστε να κατασκευαστεί το νέο λιμάνι και το Τελωνείο, που χάρις στο έργο αυτό , αναπτύχθηκεν ο Ροδιακός τουρισμός. Στα τέλη της Τουρκοκρατίας, μετά το 1912, οπότε τα Δωδεκάνησα έγιναν Ιταλική κτήση, αρκετές ήταν οι οικογένειες Καλυμνίων, ή μεμονωμένα άτομα, που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Ρόδο. Δεν είναι δυνατό να γίνει αναφορά σε όλα, όμως, από τα υπάρχοντα στοιχεία που έχουμε, αναφέρουμε κάποια ονόματα, γνωστά στη κοινωνία μας. Αναστασία Μαΐλη, μαία, και οι κόρες της Έλλη (φιλόλογος) κατόπιν σύζυγος Μανώλη Σγουρομμάτη, και Κατερίνα, μαία, κατόπιν σύζυγος Γιάννη Νίττη. Μάνα και κόρη Κατίνα, πνίγηκαν σε τορπιλισμό γαζολίνου έξω από την Κω, επιστρέφοντας από Κάλυμνο για Ρόδο, το 1943. Κόρη του Ιωάννη Νίττη και της Κατερίνας Μαΐλη, είναι η γνωστή για την πολιτιστική της δράση Κατερίνα, σύζυγος του Μερκούριου Καλσίμπρη και από την δεύτερη σύζυγο του το γένος Πετρούλη, η επίσης ακούραστη σε φιλανθρωπικά έργα Μαριάννα Ν. Κολώνα. Ακόμα οι τρεις αδελφοί Σουλούνια, ο πατέρας μου -418-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

πλοίαρχος Μιχάλης Βούης, ο φωτογράφος Θέμελης Μίξης, οι αδελφές Μαρία, Θεμελίνα και Αργυρή Σκυλλά, η οικογένεια Σπλαγκούνια,κ.α. Ως γνωστόν, μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, και πολύ προηγούμενα κατά τη δεκαετία 1920-1930 το ρεύμα από την Κάλυμνο πήρε διαστάσεις μετανάστευσης. Τότε είχαμε τους αδελφούς , γιατρούς Νικόλα και Λάζαρο τους Τηλιακούς, τον γιατρό Σίμο Λαμπαδάριο, Νεοκλή Καλαβρό οφθαλμίατρο, τους γιατρούς Μιχ. Μελά, Ντίνο Μελά, Σακελλάρη Ψαρομπά, οικογένεια Σπλαγκούνια, Μιχ. Καραβέλλα, κ.α. Αργότερα προστέθηκαν οι πρόσφυγες της Μ. Ανατολής και αργότερα οι οικογένειες Συμβολαιογράφου Σακελλάρη Μαΐλη, Σπ. Καραβοκυρού, αρχιτέκτονα, Μαγριπλή Νικ., Ν. Καραβοκυρού ιατρού, οικογένειες Σκόνη, Τσουκάλη, Ζερβού, Σαρούκου γιατρού, Μπαΐράμη, και πολλών άλλων. Το 1948 ιδρύθη επίσημα με απόφαση Πρωτοδικείου Ρόδου, ο Σύλλογος Καλυμνίων Ρόδου, που αργότερα, επί προεδρίας Γιάννη Μπαΐράμη, πήρε το όνομα του προστάτη Αγίου Παντελεήμονος του ιαματικού. Η εισροή στη Ρόδο πολλών προσφύγων από τη μέση Ανατολή αύξησε τον αριθμό των εποίκων από Κάλυμνο, και σήμερα ξεπερνά τις 8.000 ψυχές α΄, β΄ , και γ΄ γενιάς. Τυγχάνει, με την θεία βούληση, να είμαι ο μοναδικός επιζών από εκείνους που με την υπογραφή τους ίδρυσαν τον ιστορικό μας Σύλλογο. Με πολλή περηφάνεια, μπορώ να πω ότι ο Σύλλογος μας, επί σειρά ετών, ήτο ο πρωτοπόρος σε πολιτιστική δράση παροικιακός φορέας που πολλά έχει προσφέρει στον πολιτισμό και την παράδοση της Δωδεκανήσου. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΙΧ. ΒΟΥΗΣ Αρθρογράφος – Συγγραφέας – Λάτρης της Καλύμνου, του πατρογονικού μου Βράχου Ιούλιος 2010

-419-


Η Ακτή στον όρμο της Χαλής Φωτογραφία: Γιάννης Κουλλιάς


Κώστα Μηνέττου

ΤΟ ΑΞΙΑΚΟ ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΙΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ ΤΟΥ 1925

Η

μετανάστευση των Δωδεκανησίων έχει μακρά και ενδιαφέρουσα ιστορία. Για τους Ροδίους ιδιαίτερα, έχει την αρχή της στον 7ο π.Χ. αιώνα, όταν, αξιοποιώντας τότε την επίκαιρη γεωγραφική και γεωπολιτική θέση του νησιού τους, επιδόθηκαν στη ναυτιλία και διέπρεψαν στην ναυσιπλοΐα και στο εμπόριο στη λεκάνη της Μεσογείου, την Προποντίδα και τον Εύξεινο Πόντο. Πέτυχαν έτσι πληθυσμιακή, οικονομική και επιχειρηματική «υπεραιμία», που τη διοχέτευσαν σε αποικιακή εκτόνωση. Στη νεότερη ιστορία και μέχρι τη μικρασιατική καταστροφή του 1922, οι Ρόδιοι χωρικοί, γεωργοί και εργάτες γίνονται εποχιακοί μετανάστες τους καλοκαιρινούς και πρώτους φθινοπωρινούς μήνες και βρίσκουν εργασία στην «Ανατολή», όπως ονόμαζαν τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Στα τέλη του 19ου αιώνα αρκετοί Ρόδιοι μεταναστεύουν σε Αργεντινή, Βραζιλία και Βόρεια Αμερική για αναζήτηση εργασίας. Την ίδια περίοδο Ρόδιοι αλλά και άλλοι Δωδ/σιοι, μαζί και άλλοι αιγαιοπελαγίτες νησιώτες και Κύπριοι μεταναστεύουν στην Αυστραλία, στην αρχή κατά ομάδες των 5-6 ατόμων και αργότερα, μετά το 1952, μαζικά και οικογενειακά. Η μετανάστευση αυτή των νεότερων χρόνων χαρακτηρίζε-

-421-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

ται ως μετανάστευση «αναιμίας» και οφειλόταν στη σκλαβ��ά, την ανεργία, τη φτώχεια, την εξαθλίωση. Ένας τέτοιος μετανάστης ξεκίνησε το 1925 από τη Ρόδο με μερικούς συμπατριώτες του για την Αυστραλία, με σκοπό να εργαστεί και να θρέψει τη φαμελιά του. Ταξίδεψε με ένα ατμόπλοιο-σαπιοκάραβο, το «Αμαζονία» και έκαμε τρεις ολόκληρους μήνες για να φτάσει την Αυστραλία. Το εφιαλτικό ταξίδι με το «Αμαζονία» αλλά και τα παθήματα του τους πρώτους μήνες της ξενιτιάς, τα αφηγήθηκε σε ένα ποίημα-αφήγημα-ταξιδιογράφημα, αποτελούμενο από 350 δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα. Παρουσίαση και σχολιασμό του ποιήματος, που βρίσκεται στα χέρια μου, είχα την ευκαιρία να κάμω στο ΙΣΤ’ Πανδωδεκανησιακό Συμπόσιο (Αθήνα 2009). Στην εργασία μου αυτή θα επιχειρήσω να αναδείξω το πολιτισμικό αξιακό υπόστρωμα του συγκεκριμένου μετανάστη, που θεωρώ κοινό για όλους τους Δωδ/σιους μετανάστες της εποχής εκείνης και αποδεικνύεται από την όλη ζωή και πολιτεία τους στα ξένα. Παραθέτοντας δίστιχα, όπως είναι αριθμημένα στο ποίημα, θα επισημάνω αξίες, αρχές και στάσεις ζωής ενσταλαγμένες και ενσωματωμένες στην ίδια την ύπαρξη των μεταναστών μας, που καθόρισαν τη συμπεριφορά και δράση τους στην ξενιτιά.

ΠΙΣΤΗ ΣΤΟ ΘΕΟ

Σ

ε περισσότερα από δέκα δίστιχα γίνεται αναφορά στο Θεό. Επαναλαμβάνεται συχνά το «έχει ο Θεός», ένδειξη βαθιάς πίστης και μαζί έκφραση εμπιστοσύνης και βεβαιότητας στη βοήθειάΤου. Η έκφραση «εκάμαμεν το σταυρό μας» που χρησιμοποιεί ο μετανάστης στην αρχή κάθε ενέργειας, κάθε εργασίας, κάθε νέας προσπάθειας είναι κι αυτή δείγμα βαθιάς θρησκευτικότητας, -422-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

απλοϊκά θεωρημένης και βιωμένης. Η επίκληση του Θεού, με όποια γλωσσική διατύπωση επιχειρείται, μας επιτρέπει να την εκλάβουμε άλλοτε ως προσευχή, άλλοτε ως παράκληση, άλλοτε ως ευχαριστία. 4: Έχει ο Θεός κι η Παναγία λίγα για να κερδίσω και την γλυκιάν πατρίδαν μου πάλιν να χαιρετήσω. 7: Και τον σταυρό μας εκάμαμεν και ήλθαμεν στη Χώραν σε συλλογήν επέσαμεν όλοι παιδιά μας τώρα. 133: Ως το Κολόμβον ήλθαμεν όλοι μας με υγείαν έχει ο Θεός και παρεκεί μέχρι την Αυστραλίαν. 182: Μα ο Θεός βοήθησεν ελυπήθη τα παιδιά μας ήλθαμεν στην Αυστραλία όλοι με την υγειάν μας. 196: Ημείς δε ταξιδεύομεν πάλι με Αμαζονία έχει ο Θεός μην εύρομεν και άλλη τρικυμία. 251: Μα ο Θεός βοήθησεν έπαψεν η τρικυμία και εμάς δε ελυπήθηκε πούχαμεν απελπισία. 298: Όλα αυτά τα έκανα σαν ήμουν στο χωργιό μου η πτώχεια δε με έκαμεν να κάμω το Σταυρόν μου. 299: Μα ο Θεός βοήθησεν κι είχαμεν πατριώτες εάν όμως δεν είχαμεν τι θα γινόταν τότε; 324: Φίλοι σας αποχαιρετώ από την Αυστραλία έχει ο Θεός να σμίξωμεν όλοι μας στην Πατρίδα.

337: Είχα δε την υπομονήν είχα και την ελπίδα, με του Θεού την δύναμιν έπιασα εργασία.

-423-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

ΠΑΤΡΙΔΑ-ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΤΟΠΟΣ

Η

πατρίδα για το μετανάστη είναι «γλυκιά». Αυτό το επίθετο χρησιμοποιεί για να δηλώσει τη θλίψη του στον αποχωρισμό της. Το αίσθημα της γλύκας από τη μια και της πίκρας από την άλλη τον συνεπαίρνει, όταν την σκέφτεται στις δύσκολες ώρες και μέρες της ξενιτιάς. Η ίδια γλυκιά γεύση τον γεμίζει όταν τη λαχταρά, τη νοσταλγεί. Η ξενιτιά γι αυτόν είναι κάτι το προσωρινό, είναι ένα αναγκαίο κακό. Όνειρό του η επιστροφή κοντά της, έστω κι αν είναι σκλαβωμένη, έστω κι αν είναι δύσκολη η ζήση σ’ αυτήν. 4: Έχει ο Θεός κι η Παναγιά λίγα για να κερδίσω και την γλυκιάν πατρίδαν μου πάλιν να χαιρετίσω. 12: Να μας γυρίσει τα χαρτιά πάλιν στην Αυστραλίαν τότε απεχωρίσθημεν που την γλυκιάν πατρίδα. 138: Κάποτε εγυρίζαμεν μέσα στην Πολιτείαν και τακτικά εσκευούμεσθον όλον για την Πατρίδα. 309: Όλον τον κόσμον εγύρισα κι ήλθα στην Αυστραλία, εδώ δε απελπίστηκα πως δεν θα ιδώ πατρίδα. 324: Φίλοι σας αποχαιρετώ από την Αυστραλίαν, έχει ο Θεός να σμίξωμεν όλοι μας στην Πατρίδα. Γ’ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Π

αρά το γεγονός ότι σε λίγα δίστιχα βρίσκουμε αναφορά στην οικογένεια, όμως αυτά είναι αρκετά για να μας δείξουν την αγάπη και την αφοσίωση του μετανάστη σ’ αυτήν. Ενδιαφέρεται για την υγεία των δικών του και βρίσκεται

-424-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

σε τακτική επιστολική επικοινωνία μαζί τους, για να τους ενημερώνει, να τους παρηγορεί, να τους ενθαρρύνει. Παρένθετα, μετά το 346 δίστιχο, γράφει : «Σύγγαμβρε …………… Διάβασέ το και δώστο της αγαπημένης μου Κόρης». Εμπιστεύεται έτσι το πολύτιμο στιχούργημά του στο πιο αγαπημένο του πρόσωπο, την κόρη του, ως κειμήλιο και ιερή παρακαταθήκη. Επιπλέον, δε μπορεί να μην αξιολογήσει κανείς το γεγονός ότι ο τριακονταετής ξενιτεμός του, με τα μύρια όσα «πάθη» της ξενιτιάς, γίνεται για την οικογένεια του και μόνο. 127: Και βάλατε ενέχυρον όλα τα πράγματά σας και πως απεχωρίσθητε γυναίκες και παιδιά σας. 142: Γράμματα δεν λαμβάνομεν παιδιά που την Πατρίδα να μάθομεν τι γίνονται, αν έχουν την υγείαν. 143: Ημείς δε όλον γράφομεν όπου και αν σταθούμεν γονείς, γυναίκες και παιδιά και τα παρηγορούμεν. 182: Μα ο Θεός βοήθησεν ελυπήθη τα παιδιά μας, ήλθαμεν στην Αυστράλια όλοι με την υγειάν μας. Δ’ ΠΑΙΔΕΙΑ – ΜΟΡΦΩΣΗ

Θ

εωρεί τον εαυτό του να βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, επειδή, λόγω φτώχειας, δε μπόρεσε να σπουδάσει, άλλα έμεινε στις γνώσεις του δημοτικού. Στους στίχους του διακρίνουμε πάθος για τα «ελληνικά σχολεία», τη λειτουργία των οποίων θέλει να συνεχίζεται έστω με οικονομικές θυσίες των μεταναστών. Η εξασφάλιση της «δωρεάν παιδείας» διατυπώνεται από μέρος του ως παράκληση αλλά και παραίνεση – προτροπή προς τους μετανάστες συμπατριώτες του με το: «τας συνδρομάς σας στέλλετε». -425-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

Πιστεύει στην αξία της μόρφωσης και στη δύναμη της Παιδείας, στην επίδραση του βιβλίου, που μπορούν να κάμουν το παιδί περισσότερο προσεκτικό και στοχασμένο στη ζωή του. 311: Κι άλλα πολλά θα έγραφα δεν ήμουν σπουδαγμένος, μόνον που το δημοτικό ήμουνα εβγαλμένος. 312: Σχολεία τότε δεν είχεν όπως έχομεν τώρα, ο πατέρας μου ήτον πτωχός δεν με έστειλεν στην Χώραν. ραν. 313: Παιδιά όσοι ευρισκόμεθα μακράν που την πατρίδαν πάντοτε να ενθυμούμεθα όλοι μας τα Σχολεία. 314: Παιδιά όσοι εργάζεσθε κι έχετε εργασίαν, τας συνδρομάς σας στέλλετε στα ελληνικά σχολεία. 315: Διότι εξενιτεύθημεν όλοι που την πατρίδα κι αν δεν πηγαίνουν συνδρομές θα κλείσουν τα σχολεία. 316: Μαθητικός δε σύλλογος ηγέρθη στο χωργιό μας , πρέπει δε να αποστείλομεν όλοι τον οβολό μας. 317: Παιδιά να τον συνδράμομεν όλοι με την καρδιά μας, που δωρεάν διαβάζουνε εφέτος τα παιδιά μας. 318: Λυπούμαι που δεν γράφτηκα δια να είμαι μέλος η πτώχεια δε με έκαμεν θε να γραφτώ στο τέλος. 343: Να το τυπώσω ήθελα να εκδοθούν βιβλία να το διαβάζουν τα παιδιά εις όλα τα σχολεία.

-426-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Ε’ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ-ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Σ

ε αρκετά δίστιχά του χαιρετίζει την εκδήλωση συμπαράστασης και αλληλεγγύης των παλαιότερων ελλήνων μεταναστών απέναντι στους νεότερους συμπατριώτες. Ο ίδιος που, όπως γράφει, δανείστηκε τα ναύλα του για το ταξίδι της Αυστραλίας, συμμετέχει στον έρανο για να μη μείνουν στην Αίγυπτο δυο συμπατριώτες του, που δεν είχαν χρήματα να βγάλουν εισιτήριο. Εξαίρει την προσφορά της «ελληνικής λέσχης» στο Φρέμεν (πρώτο λιμάνι της Αυστραλίας ) να φιλοξενήσει τους ταλαίπωρους μετανάστες του «Αμαζονία», που βρέθηκαν σε απόγνωση, να τους εξασφαλίσει διαμονή και να μεριμνήσει για εύρεση εργασίας και θεωρεί πολύτιμη τη βοήθεια των Ελλήνων και στις άλλες πόλεις που κατέληξαν. Κάπου στο ποίημα εκφράζει τη λύπη του για την έλλειψη ενεργού υποστήριξης σε μετανάστη συνταξιδιώτη, ο οποίος, αποτολμώντας να καταγγείλει τις απάνθρωπες συνθήκες του ταξιδιού, γίνεται δέκτης σκαιάς και βάναυσης συμπεριφοράς από τον καπετάνιο του «Αμαζονία». Ο ίδιος θα ήθελε σίγουρα να βοηθήσει, όμως είναι ήδη στην 5η δεκαετία της ζωής του, αρκετά κουρασμένος, καταπονημένος από τη ξενιτιά και το τελευταίο δραματικό ταξίδι. 85: Οι δύο απεφασίσθησαν έξω δια να εβγούνε εράνους δε έκαμαμεν και εκείνους βοηθούμεν. 193: Η λέσχη η ελληνική τους είπεν θα φροντίσει και εργασίαν δια αυτούς πολύ θα προσπαθήσει. 194: Τους έδειξε δωμάτιον όλοι για να κοιμούνται τους είπε μη πικραίνονται ούτε να συλλογούνται. 241: Ο Νίκος τότε εζήτησεν έναν διερμηνέα κανένας δεν ηθέλησεν απ’ όλην την παρέαν.

-427-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

242: Ο Καπιτάνος εμπρόβαλεν ως άγριον θηρίον με τις κλωτσιές τον έσυρνεν και του ‘δινεν και ξύλον. 244: Λυπούμαι εις το έθνος μας, εις την Χριστιανοσύνην εκείνην την ώραν έπρεπεν που κατιτί να γίνει. 299: Μα ο Θεός βοήθησεν κι είχαμεν πατριώτες, εάν όμως δεν είχαμεν τι θα γινόταν τότες; ΣΤ’ ΕΝΤΙΜΟΤΗΤΑ

Ο

μετανάστης δανείστηκε χρήματα για να ζήση την οικογένεια του και για τα εισιτήρια και έξοδα του ταξιδιού του και μάλιστα με επαχθείς όρους. Το χρέος αυτό γίνεται για τον ίδιο ένας πνιγηρός βρόγχος, ένας καθημερινός του εφιάλτης. Στη σκέψη της υποθήκευσης των περιουσιακών του στοιχείων στην πατρίδα «καίγεται η καρδιά μου», γράφει χαρακτηριστικά. Η ψυχική του ηρεμία αποκαθίσταται μ��νον όταν, μετά από σκληρή δουλειά στη ξενιτιά, κατορθώνει να ξεπληρώσει τα χρέη του, τα δανεικά. 139:

Που βάλαμεν ενέχυρον όλα τα πράγματα μας, σπίτια, χωράφια, βαμβακιές και καίγεται η καρδιά μας

337:

Είχα δε την υπομονήν, είχα και την ελπίδα, με του Θεού τη δύναμιν έπιασα εργασίαν.

338:

Και έστειλα τα ναύλα μου που καίαν την καρδιά μου διότι είχα ενέχυρον όλα τα πράγματά μου.

-428-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

Ζ’ ΑΝΤΟΧΗ ΣΤΙΣ ΚΑΚΟΥΧΙΕΣ

Η

αντοχή στις κακουχίες του τρίμηνου ταξιδιού με τα τόσα επεισόδια, με τη στέρηση ή την αλλοιωμένη τροφή, τον μαρτυρικό ύπνο, τις απανωτές τρικυμίες και τα υπόλοιπα, δε στερούν από το μετανάστη την ελπίδα πως θα μπορέσει με τη βοήθεια του Θεού, να φτάσει στον προορισμό του. Λυπάται, εξοργίζεται και εσωτερικά επαναστατεί βλέποντας απάνθρωπες συμπεριφορές (καπετάνιου, γιατρού κ. άλλων) αντίθετες με τις αρχές και τα πιστεύω του˙ όμως κάνει υπομονή, γιατί πρέπει να φτάσει στην Αυστραλία. Το μετανάστη στενοχωρεί ιδιαίτερα η απόλυτη μοναξιά της ξενιτιάς, η έλλειψη συγγενικών ή φιλικών προσώπων, που συνεπάγεται στέρηση ψυχικής επικοινωνίας, αυτής που εκτονώνει, εμψυχώνει, θεραπεύει από τους καημούς του ξενιτεμού. 93: Παιδιά όλοι να γράψετε στα σπίτια σας ένα γράμμα

στ’ αμπάργια πως πλαγιάζομεν επάνω εις το σύρμα. 94: Τη νύχτα που πλαγιάζαμεν όλα τα φώτα σβούσαν και τα ποντίκια έρχονταν στα πόδια μας δαγκούσαν. 103: Αν αρωτούν οι ακροαταί δια την πέρασήν μας μόλις είμεσθε εν ζωή μόνον με την ψυχή μας. 105: Κρέας και αν ετρώγαμεν μέσα με τα σκουλήκια και λόπια αν μαγείρευεν κι εκείνα σαν χαλίκια. 106: Μα το φαί μας το άλλαζεν μια μέρα τη βδομάδα η αλλαγή του τι ήτον μία μακαρονάδα. 107: Παράδες εγώ δεν είχα προσφάϊ άλλο να πάρω και δια τούτο έτρωγα τον βρώμιο μπακαλιάρο. 327: Ποτέ μου δε θα λησμονώ τα φετεινά ρεζίλια,

-429-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

όπου το Πάσχα έκαμα μόνον με σταφύλια. 328: Δεν είχα φίλον, συγγενή ουτ’ ένα χωργιανό μου για να του πω τα πάθη μου, να πω και τον καημό μου. 336: Εγώ δε ενθυμόμουνα τα πάθη της Βραζιλίας και είχα την υπομονή εδώ στην Αυστραλία. 337: Είχα δε την υπομονή είχα και την ελπίδα, με του Θεού την δύναμιν έπιασα εργασία. Η’ ΕΡΓΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Π

ενήντα μέρες από την άφιξή του στην Αυστραλία αδυνατεί να βρει εργασία, αφού, λόγω της μεγάλης οικονομικής κρίσης, χιλιάδες άνθρωποι παραμένουν άνεργοι. Άδικα περιμένει μαζί με άλλους διακόσιους να βρει μεροκάματο στο «Μολυβάδικο» όπως το ονομάζει – ορυχείο μολύβδου – αν και γνωρίζει τους κινδύνους που διατρέχει η υγεία του από τη φύση της δουλειάς. Η έκφραση «από ολίγον έλειψε τα λογικά να χάσω» στο στίχο 301 δείχνει την απόγνωση ενός ανθρώπου που είτε γεωργός στο χωριό του, κυρίως καπνοπαραγωγός, είτε ως μετανάστης - εργάτης σε Αργεντινή, Βραζιλία και Β. Αμερική βιώνει την εργασία ως πράγμα ιερό, στοιχείο συστατικό της ίδιας της ύπαρξής του. 184: Τα έργα εσταμάτησαν δεν έχει εργασίες κι ημείς εδώ ευρισκόμεθα όλοι σ’ απελπισίες. 276: Μόνον το Μολυβάδικον όπου τραβά εργάτες κόσμος δε έπεσεν πολύς εγέμισαν οι στράτες. 281: Διακόσιοι όλοι είμεσθον έξω από την πόρταν ποιος να ακούσει τ’ όνομα και ποιος να τρέξει πρώτα. 286: Γράφω δε και δηλώνω το μέσα στη νέαν Ρόδον -430-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

πως δω το μολυβάδικο έχει μεγάλον φόβον. 301: Πενήντα μέρες έκαμα δουλειάν δια να πιάσω από ολίγον έλειψεν τα λογικά να χάσω. 302: Μερονυχτίς εσκευόμουνα πού πρέπει να βαδίσω πίσω να στρέψω άναυλος αυτό θα αποφασίσω. 337: Είχα δε την υπομονήν είχα και την ελπίδα, με του Θεού την δύναμιν έπιασα εργασία. 338: Και έστειλα τα ναύλα μου που καίαν την καρδιά μου διότι είχα ενέχυρον όλα τα πράγματά μου. Θ’ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ Χαρακτηρίζει «παλιομασχαράδες» κάποιους που έκλεψαν τον ίδιο και άλλους συνταξιδιώτες του. Όπου αναφέρεται στην πράξη της κλοπής και στους δράστες, διαβλέπει κανείς την έντονη αποδοκιμασία του. Περισσότερο μάλιστα αποδοκιμάζει την επιτηδευμένηκαμουφλαρισμένη εξαπάτηση και κλοπή, απ’ ότι την άμεση και φανερή. Σε κάποια δίστιχά του δείχνει επίσης να απεχθάνεται την προδοσία και να προσδοκά ή να επιχαίρει για την τιμωρία του προδότη-καταδότη. 66: Η αστυνομία ήτανε δυο μαύροι Αραπάδες

πέντε λίρες μου κλέψανε οι παλιομασχαράδες. 76: Κλέπτης δεν συνελήφθηκεν παιδιά ο Διαμαντούλης και δια τούτο έγινεν η φασαρία ούλη. 77: Σαν πήραν εις τη φυλακήν αυτόν τον Διαμαντούλην

-431-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

τότε ελευθερώθημεν οι επιβάτες ούλοι. 88: Ως και ο τροφοδότης μας κι αυτός ήταν Αρμένιος κι αυτός δε συνελήφθηκεν κλέπτης φανερωμένος . 62: Παιδιά όλοι προσέχετε που έναν Ικαριώτη επήγεν και επρόδωσεν ένα παιδί Κυπριώτη. 63: Αλλ’ όμως έφαγεν κι αυτός επάνω στη ψημένη μ’ αυτές δεν ευχαριστήθηκε και άλλες περιμένει. 108: Ανταρσίαν εκάμαμεν υπέρ του τροφοδότη είχε και μέσα μυστικόν Γιαν…….τον προδότην. Ι’ ΕΘΝΙΚΕΣ – ΦΥΛΕΤΙΚΕΣ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ Τόσο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όσο και κυρίως τους πρώτους μήνες της παραμονής του στην Αυστραλία βιώνει πλείστες όσες διακρίσεις εθνικές και κοινωνικές. Τον πληγώνουν, τον εξοργίζουν και τον κάνουν να τις καυτηριάζει και να τις αποδοκιμάζει έντονα. Μια αντίφαση που διαφαίνεται στα γραφόμενα του, όταν αναφέρεται στους « Αρμένιους» και τους «Αραπάδες» με γενικευμένους χαρακτηρισμούς, οφείλεται σε παραβατικές συμπεριφορές συγκεκριμένων προσώπων, με τα οποία είχε υποχρεωτικά κάποιες δοσοληψίες σχετικές με το ταξίδι του. 86: Ευθύς δε ως ανέλαβεν παιδιά η εταιρία αμέσως κατεδίωξεν όλην την Αρμενία. 87: Αρμένιος ήταν ο Μάγειρας και όλοι οι οπαδοί του και όταν αυτόν εδιώξανε επήγαν όλοι μαζίν του. 88: Ως και ο τροφοδότης μας κι αυτός ήταν Αρμένιος

-432-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

κι αυτός δε συνελήφθηκεν κλέπτης φανερωμένος. 295: Μαύρους δε μας φωνάζουνε όπου και αν σταθούμε και δεν μπορούμεν δι αυτό δουλειάν δια να ευρούμεν. 216: Πρέπει να ‘χεις υπομονήν και μιαν κοιλιάν μεγάλην ότι κι αν σου λέγουνε συ κούνα το κεφάλι. 297: Και τότε ίσως εργαστείς εδώ στην Αυστραλία Που πλάτη-φουρ μας λέγουνε πάνω στην εργασία. 300: Μέσα στο Μολιβάδικον όλους μας περιπέζουν και βγάζουν όλους τους γραικούς να παίρνουν τους Εγγλέζους . 310: Οι Αυστραλέζοι φίλοι μου όπου μας απαντήσουν εν θέλουν ούτε να μας ιδούν ούτε να μας μιλήσουν. ΙΑ’ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ – ΞΕΝΙΤΙΑ

Ε

ίναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να δούμε τις απόψεις για τη μετανάστευση και την ξενιτιά ενός Δωδ/σιου που την έζησε στο πετσί του από την ηλικία των 13 χρόνων μέχρι τα 61 του χρόνια. Αργεντινή, Βραζιλία, Β. Αμερική, Ανατολή, Αυστραλία τον γέμισαν με εμπειρίες μοναδικές αλλά και του επέτρεψαν να βιώσει και να διαπιστώσει προβλήματα που παρουσιάζουν γενικότητα και διαχρονικότητα. Προβλήματα που και σήμερα εμφανίζονται και στους τόπους προέλευσης και στους τόπους εγκατάστασης μεταναστών. Η φτώχεια και η σκλαβιά οδήγησε το Ρόδιο χωρικό στη μετανάστευση. « Μαύρα τα σωτικά μου», γράφει, τον έκαμαν τα βάσανα της Αυστραλίας. «Ερημιά» και « έρημα μέρη» αποκαλεί τους τόπους της μακρινής ηπείρου. Σ’ αυτή την απόλυτη μοναξιά βρίσκει παρηγοριά στο να -433-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

αποτυπώσει στο χαρτί όσα είδε και έζησε στο ταξίδι του με το «Αμαζονία» και τους πρώτους μήνες της παραμονής του στην Αυστραλιανή ήπειρο. 298:

Όλα αυτά τα ήκουα σαν ήμουν στο χωργιό μου η πτώχεια δε με έκαμεν να κάμω τον Σταυρό μου.

309:

Όλον τον κόσμον εγύρισα κι ήλθα στην Αυστραλία εδώ δε απελπίστηκα πως δε θα ιδώ πατρίδα.

323:

Τα τωρινά μου βάσανα πολύ με σιγκινήσαν την έρημην την ξενιτιάν εμέν την επροικίσαν.

326:

Θα λησμονήσω άραγε κι αυτά τα βάσανά μου η Αυστραλία μου έκαμεν μαύρα τα σωτικά μου.

332:

Σαν ακούσω την Αυστράλια, στέκουμαι, συλλογούμαι και τακτικά στην τύχη μου όλο παραπονούμαι.

333:

Που μ’ έριξεν στην ερημιάν, στα έρημα τα μέρη δουλειάν να μην ημπορώ να βρω χειμώνα, καλοκαίρι.

349:

Μόνος και μόνος κάθομαι μέσα στην κάμαράν μου η πέννα δε και το χαρτί είναι η συντροφιά μου.

Από τα επιλεγμένα δίστιχα που παραθέσαμε αλλά κι από ολόκληρο το ποίημα, αβίαστα προκύπτει η διαπίστωση ότι ο Ρόδιος μετανάστης του 1883 και του 1925 πιστεύει σε αξίες και αρχές συνταυτισμένες με τα πιστεύω και τις συνεργατικές αρετές της ελληνικής ορθόδοξης χριστιανικής κοινωνίας της εποχής του, αν και σκλάβος για έξι περίπου αιώνες. Η πίστη στο Θεό, η αγάπη προς την πατρίδα, η αφοσίωση στην οικογένεια, η έφεση στη μόρφωση, η πίστη στη δύναμη της Παιδείας, η εντιμότητα στις ανθρώπινες σχέσεις, η αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια, η εργατικότητα-συμφυής με την ανθρώπινη -434-


Α Π Ο

Τ Η Ν

Κ Α Λ Υ Μ Ν Ο

Τ Η Σ

Δ Ι Α Σ Π Ο Ρ Α Σ

ύπαρξη, η αποδοκιμασία και απόρριψη παραβατικών συμπεριφορών, η επιστράτευση της ανθρώπινης αντοχής στις δυσκολίες, η απόλυτη αντίθεση και απαρέσκεια σε εθνικές, φυλετικές, και κοινωνικές διακρίσεις συνιστούν για το μετανάστη αξιακό κεφάλαιο υψηλής απόδοσης. Οι ίδιες αξίες και αρχές συνοδεύουν και τους μεταγενέστερους Δωδ/σιους μετανάστες, που μαζικά, μετά το 1952, εγκαταλείπουν τα νησιά, παίρνοντας το δρόμο της Αμερικής, του Καναδά, της Αυστραλίας. Με τέτοιο αξιακό κεφάλαιο, εφοδιασμένοι στην πλειονότητά τους, έγιναν δύναμη ανάπτυξης και προόδου για τις χώρες εγκατάστασης και πηγή εισροής χρημάτων για το φτωχό γεννησιμιό τόπο, που αγωνιζόταν μετά την ενσωμάτωσή του, να προκόψει και να ευημερήσει. Χιλιάδες Δωδ/σιοι ομογενείς ζουν σήμερα σε πολλές χώρες της γης κι αποτελούν ζωντανά δημιουργικά κύτταρα των κοινωνιών τους. Μετανάστες 3ης και 4ης γενιάς είναι φυσικό η συνείδηση ελληνικότητάς τους να είναι ξεθωριασμένη, διαφοροποιημένη σε σύγκριση με εκείνων της πρώτης. Έστω κι έτσι όμως τον ξενιτεμένο Ελληνισμό τον χρειαζόμαστε, τον έχουμε ανάγκη και οφείλουμε ως Ελληνική Πολιτεία αλλά και τοπικές κοινωνίες να κρατήσουμε ανοικτά, διάπλατα τις γέφυρες επικοινωνίας μαζί του. Ας μη ξεχνάμε τους αγώνες των Δωδ/σίων στην Αμερική και τη συμβολή τους στην απελευθέρωση των νησιών μας το 1945. Το αφήγημα ποίημα εκτός από πρωτογενές ιστορικό υλικό είναι και μια επιβεβαίωση της άποψης ότι η μετανάστευση και η ξενιτιά σίγουρα πληγώνουν, πονούν, στοιχίζουν απώλειες σε νιάτα, δύναμη, χέρια και μυαλά. Δεν παύουν όμως να ανοίγουν δρόμους, να προσφέρουν ευκαιρίες να παρέχουν διεξόδους. Είναι μια επιπλέον απόδειξη ότι οι Δωδ/σιοι μετανάστες δεν πήγαν στη ξενιτιά αποστεωμένοι και αποφλοιωμένοι από πολιτισμικό αξιακό φορτίο, δε ντρόπιασαν τον Ελληνισμό. Αντίθετα μ’ ένα υπόστρωμα Ορθοδοξίας, πατριωτισμού, ήθους και αρετής καταξίωσαν αξίες, αρχές και στάσεις ζωής διαχρονικά ενσωματωμένες -435-


ΚΑΛΥΜΝΙΑΚΑ

ΧΡΟΝΙΚΑ

στην ιδιοσυγκρασία του Έλληνα – Δωδ/σιου. Κων/νος Εμμ. Μηνέττος Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος Δημοτικής Εκπ/σης

-436-


ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΥΜΝΟ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ