Page 1

Ετυµολογία και λεξικογραφία: η αντιµετώπιση της ιστορίας των λέξεων στα νεοελληνικά λεξικά ∆ηµήτρης Καλαµπούκας (2014) dkalas@otenet.gr ABSTRACT This paper aims at comparing the etymological strategies followed in Modern Greek dictionaries, especially in the most recent ones which have been published in the last few decades. Particular emphasis is given on determining whether each one is engaged in original etymological research and on identifying the influences that occur among them, the temporal span selected each time to be etymologically covered, the adequacy and accuracy of each dictionary’s information, as well as the treatment of all kinds of loanwords and neologisms (loan translations, semantic borrowings etc.). Based on this comparative review and the identification of advantages and disadvantages of each dictionary, we will attempt to summarize the key features and parameters that would be necessary for a general dictionary of Modern Greek in order to provide optimal etymologies, at least to the extent that this is feasible. ΛEΞΕΙΣ-ΚΛΕΙ∆ΙΑ: αντιδάνειο, γενικό λεξικό, ετυµολογία, µεταφραστικό / σηµασιολογικό δάνειο, ορθογραφική ποικιλότητα

1. Εισαγωγή1 Ετυµολογία, σύµφωνα µε τη σύγχρονη ιστορική γλωσσολογία, είναι η αναδροµική παρακολούθηση της µορφικής –φωνολογικής και µορφολογικής– αλλά και της σηµασιολογικής µεταβολής που υπέστη ένα µόρφηµα, µια λέξη ή και µια φράση ακόµη µέσα στο πέρασµα του χρόνου. Ο ετυµολόγος δηλ., ξεκινώντας από ένα χρονικό σηµείο Χ, ερευνά την ιστορική πορεία του υπό εξέταση γλωσσικού στοιχείου πηγαίνοντας προς τα πίσω, µέχρις ότου εντοπίσει τον αρχαιότερο πρόγονο του στοιχείου αυτού, και περιγράφει µε οπισθοσκοπική ή, σπανιότερα, µε προοδευτική φορά τις µεταβολές που συνέβησαν από την ιστορικά γνωστή αρχή του στοιχείου µέχρι το σηµείο Χ. Βέβαια, από τη µια πλευρά αυτό το χρονικό σηµείο δεν είναι απαραίτητα το παρόν κι από την άλλη ο µελετητής δεν είναι υποχρεωµένος να φτάσει ως την αρχαιότερη µαρτυρία ή, ακόµα περισσότερο, να υποθέσει την προϊστορική πορεία του γλωσσικού στοιχείου που τον ενδιαφέρει. Μπορεί κάλλιστα να ορίσει δύο χρονικά σηµεία Χ και Ψ µεταξύ των οποίων θα διενεργήσει την έρευνά του: λ.χ. από την ινδοευρωπαϊκή µέχρι την κλασική εποχή, από την ελληνιστική κοινή µέχρι τη σηµερινή ελληνική κ.ο.κ.2 Επισηµαίνει σχετικά ο Μωυσιάδης (2011: 45): “Στα ειδικά λεξικογραφικά έργα η ετυµολογία παρουσιάζεται σαν τετελεσµένο γεγονός. Ωστόσο, όπως συµβαίνει συχνά στη γλωσσολογική έρευνα, η διαδικασία που προηγείται είναι καθ’ αυτήν εξαιρετικά σύνθετη και έχει περισσότερες απαι1

Θα θέλαµε να ευχαριστήσουµε τις κ. Άννα Ιορδανίδου και ∆έσποινα Χειλά-Μαρκοπούλου για τις χρήσιµες συµβουλές τους. Ωστόσο, ο συγγραφέας φέρει ακέραιη την ευθύνη για το περιεχόµενο του άρθρου και τις όποιες αδυναµίες του. Η συλλογή του υλικού αποτελεί καρπό πολυετούς ενασχόλησης του συγγραφέα µε τα υπό εξέταση λεξικά. 2 Για το σύγχρονο θεωρητικό υπόβαθρο και τις πρακτικές του κλάδου της ετυµολογίας σε σχέση µε τη (νέα) ελληνική γλώσσα βλ. την εξαιρετική διατριβή του Μωυσιάδη (2005), όσον αφορά τις ιδεολογικές της προεκτάσεις βλ. τις άκρως ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις του Αργυρόπουλου (2009: 27-66) και των Tseronis & Iordanidou (2009), ενώ για µια αδροµερή σκιαγράφηση της ιστορίας της ετυµολογικής σκέψης στο δυτικό κόσµο βλ. Παπανικολάου 1974 και Tuite 2006 (µε τη µατιά της ανθρωπογλωσσολογίας).

1


τήσεις από την απλή έκθεση του προϊόντος της. Σε όλη τη διάρκεια της ιστορικής διαδροµής της η ίδια η θεωρία τής ετυµολογίας αντιµετωπίστηκε µε τη µέγιστη δυσπιστία. [...] Στις περισσότερες περιπτώσεις τα γλωσσικά στοιχεία µοιάζουν µε αταξινόµητες λήψεις φωτογραφικού φακού, τις οποίες ο ιστορικός γλωσσολόγος καλείται να σταθµίσει, να ιεραρχήσει και να ερµηνεύσει, προκειµένου να προκύπτει ευλογοφανής εικόνα. Έχοντας υπ’ όψιν το υλικό και την κατεύθυνση της έρευνας, ο Labov χαρακτήρισε εύστοχα την ιστορική γλωσσολογία «τέχνη τής καλής χρήσης κακών δεδοµένων» (1994: 11). Η συγκεκριµένη τέχνη ενδιαφέρει κατ’ εξοχήν τη λεξικογραφική εργασία, καθώς από το ετυµολογικό λεξικό δεν αναµένεται κυρίως να προσφέρει νέα έτυµα όσο να εξετάσει και να κρίνει τις ήδη υποβληθείσες προτάσεις.” Ας σηµειωθεί, επιπλέον, ότι µια πλήρης ετυµολόγηση δε συνίσταται µονάχα στην απλή ανάλυση των λέξεων στα µορφήµατα από τα οποία αποτελούνται αλλά, πολύ περισσότερο, στον προσδιορισµό της ηλικίας της λέξης, των διαφόρων φωνολογικών, µορφολογικών και σηµασιολογικών διεργασιών που συντέλεσαν στο σχηµατισµό της, καθώς και της τυχόν λειτουργίας του σηµαντικότατου –αλλά παραµεληµένου δυστυχώς– κοινωνιογλωσσικού παράγοντα της γλωσσικής επαφής, η οποία αφορά όχι µόνο τα άµεσα δάνεια αλλά, επίσης, τα µεταφραστικά δάνεια, τα σηµασιολογικά δάνεια και τα γλωσσικά στοιχεία που σχηµατίστηκαν σε µια γλώσσα από µορφήµατα κάποιας άλλης γλώσσας, συνήθως υψηλού πολιτισµικού γοήτρου και κύρους (πβ. Adrados 2003: 447 κ.εξ.). Όσον αφορά τη σύγχρονη ελληνική, ο Μπαµπινιώτης (20022, 2010) αποκαλεί τέτοιου είδους δάνεια “ελληνογενείς ξένους όρους”, χρησιµοποιεί δηλ. έναν χαρακτηρισµό αρκετά ευρηµατικό αλλά έντονα χρωµατισµένο ιδεολογικά. Εµείς θα προτιµήσουµε τον κάπως πιο ουδέτερο –αν και αδόκιµο– όρο κλασικογενείς διεθνισµοί, µε την έννοια ότι πρόκειται για νεότερους επιστηµονικούς και τεχν(ολογ)ικούς όρους που σχηµατίστηκαν από µορφήµατα των κλασικών γλωσσών –συχνά µορφήµατα της αρχαίας ελληνικής έφτασαν στις σύγχρονες γλώσσες µέσω της λατινικής– υπό την επίδραση του κλασικιστικού ρεύµατος, το οποίο επιχείρησε από την Αναγέννηση κι έπειτα να συνδέσει την ελληνορωµαϊκή παράδοση µε το νεότερο ευρωπαϊκό πολιτισµό. Στη µελέτη αυτή θα ασχοληθούµε µε τη σύγκριση των ετυµολογικών πρακτικών στα διάφορα λεξικά της νέας ελληνικής, θα προσπαθήσουµε να εντοπίσουµε τα προβλήµατα που απορρέουν από την ετυµολογική πραγµάτευση των νεοελληνικών λεξηµάτων (στο εξής θα τα αποκαλούµε για ευκολία απλώς «λέξεις») και, τέλος, θα καταθέσουµε τις δικές µας προτάσεις σχετικά µε τις αρχές που θεωρούµε προτιµότερο και αποδοτικότερο να ακολουθεί ένα λεξικό της νέας ελληνικής ως προς το ετυµολογικό του µέρος. ∆ηλώνουµε εξαρχής πως δε θα µας απασχολήσουν ιδιαίτερα τα αµιγώς ετυµολογικά λεξικά,3 τα οποία άλλωστε είναι ελάχιστα και εν πολλοίς πεπαλαιωµένα, αλλά 3

Τα µόνα καθαρά ετυµολογικά λεξικά της νέας ελληνικής είναι το πολύτιµο –αλλά ξεπερασµένο σε πολλά– λεξικό του Ανδριώτη (19833) [= ΛΑν.], το ηµιτελές έργο του ∆αγκίτση (1978-1984) και το λεξικό του Κουλάκη (1993), το οποίο δεν εισάγει ιδιαίτερες καινοτοµίες. Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα ακόµη ειδικό ετυµολογικό λεξικό µε την επιµέλεια του Γ. Μπαµπινιώτη (2010), το οποίο ωστόσο κινείται στο ίδιο περίπου κλίµα µε το «µεγάλο» λεξικό Μπαµπινιώτη (20022). Υπάρχουν, βέβαια, αρκετές προσθήκες, βελτιώσεις και επεκτάσεις, οι οποίες αφορούν λ.χ. τη συστηµατική καταγραφή οµόρριζων και συγγενών λέξεων ανά “ετυµολογικό πεδίο”, τη διεξοδικότερη ανάλυση της σηµασιολογικής εξέλιξης ορισµένων λέξεων, την παροχή ποικίλων ιστορικών πληροφοριών και ετυµολογικών σχολίων συχνά γύρω από «προβλήµατα» ιστορικής ορθογραφίας κτλ., αλλά –σα να πρόκειται για ετυµολογικό λεξικό της αρχαίας ελληνικής– εξακολουθεί να δίνεται υπέρµετρη έµφαση στην προϊστορία και στην πρώιµη ιστορία της ελληνικής γλώσσας, ήτοι στην πορεία από την ινδοευρωπαϊκή πρωτογλώσσα στην αρχαία ελληνική και

2


θα επικεντρωθούµε στα γενικά/«αλφαβητικά» λεξικά4 και ιδίως στα πιο πρόσφατα (από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 έως σήµερα). 2. Η αντιµετώπιση της ετυµολογίας στα γενικά λεξικά της νέας ελληνικής 2.1. Οι απαρχές Πριν όµως εστιάσουµε στα σύγχρονα λεξικά, ας ρίξουµε µια σύντοµη µατιά στο παρελθόν της νεοελληνικής λεξικογραφίας και, συγκεκριµένα, σε ορισµένα έργα-σταθµούς που άφησαν ανεξίτηλο το στίγµα τους στη µετέπειτα λεξικογραφική παραγωγή. Η συστηµατική εξέταση της ετυµολογίας του νεοελληνικού λεξιλογίου ξεκινά µε το µνηµειώδες, αλλά ηµιτελές, έργο του Α. Κοραή που περιέχεται στους 5 τόµους των “Ἀτάκτων” (1828-1835), από το οποίο άντλησε αρκετό υλικό στη συνέχεια ο ∆. Σκαρλάτος ο Βυζάντιος στο δικό του –πρωτοποριακό για τα δεδοµένα της εποχής– λεξικό (18351, 18572 και µετέπειτα επανεκδόσεις). Ασφαλώς, όµως, οι περισσότερες ετυµολογίες τόσο του Κοραή όσο και του Σκαρλάτου είναι µε σηµερινά κριτήρια παρετυµολογίες, στηριζόµενες σε προσωπικές εµπειρικές εκτιµήσεις και σε συγκεχυµένα κριτήρια. Ιδού µερικά χαρακτηριστικά αποσπάσµατα από το λεξικό του δεύτερου, σε αρκετά από τα οποία «συνοµιλεί» τρόπον τινά µε τον πρώτο: Ἀλήµων ὤ: “(οὕτως ἔκρινα ὀρθότερον ’νὰ ’τὸ γράψω, ὡς παρεφθαρµένον ἀναµφιβόλως ἐκ τοῦ) » Ἰαλέµων ὤ (Γαλεοµυοµαχ.)”· Καλλιγόνω: “ὁ Κορ. ’τὸ παράγει ἀπὸ τὸ Καλλίγιον, ὑπόδηµα Ῥωµαϊκόν. Πιθανώτερόν µε φαίνεται ἀπὸ τοῦ Χάλυψ-υβος, Χαλυβόω”· Κυττάζω: “(ἀπὸ τοῦ) » Κυπτάζω («Χώρει· τί κυπτάζεις ἔχων περὶ τὴν θύραν;» Ἀριστοφ.)”· Τρελλός: “([...] ἐκ τοῦ) » Τραυλὸς (κατὰ τὸν Κορ., ἢ πιθανώτερον ἐκ τοῦ) » Στρεβλὸς (κατὰ τὸν ∆ουκάγγιον)”· Τσηγαρίζω: “ἡ ἀπὸ τοῦ Καίω καὶ Κήω ἐτυµολογία τῆς λέξεως µὲ φαίνεται πιθανωτέρα παρὰ τὴν ἀπὸ τοῦ Τηγανίζω τοῦ Κορ.”. ∆ε θα πρέπει, εντούτοις, να αντιµετωπίσουµε το έργο των δύο αυτών λογίων µε απαξίωση, καθώς η γλωσσική επιστήµη ήταν τότε –στην Ελλάδα τουλάχιστον– παντελώς άγνωστη και η δουλειά των µελετητών αυτών εντελώς πρωτότυπη, αφού δεν υπήρχαν προγενέστερες µελέτες και αξιόπιστες έρευνες για να τους παράσχουν τη στήριξη που απολαµβάνουµε εµείς σήµερα. Στα τέλη του 19ου αιώνα ξεκινά αποφασιστικά η µελέτη των νεολογισµών και των µεταφραστικών δανείων από το Στ. Κουµανούδη µε το αξεπέραστο, ακόµη και για τα σηµερινά δεδοµένα, δίτοµο λεξικό του (1900), στο οποίο καταγράφει χιλιάδες νεολογισµούς που εισήλθαν στη νεότερη γλώσσα µέσω της προσπάθειας των λογίων να αποδώσουν µε ελληνικά γλωσσικά στοιχεία λέξεις και φράσεις από άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες ή να αντικαταστήσουν παλαιότερα δάνεια, κυρίως από την τουρκική και τη βενετική ιταλική, µε νεόπλαστες λέξεις από ελληνικά ή ελληνικοφανή µορφήµατα. στις πρώτες της γραπτές µαρτυρίες, και όχι στις ιστορικά µαρτυρούµενες εξελίξεις κατά τα 2.500 περίπου χρόνια της αδιάλειπτης γραπτής παράδοσης της ελληνικής που καλύπτουν τη µετάβαση από την κλασική αρχαία ελληνική και την ελληνιστική κοινή στη νέα ελληνική. Βλ. και στην ενότητα 2.2.4. για περισσότερα. 4 Για τα είδη των λεξικών, καθώς και για µια εξαντλητική παρουσίαση των νεοελληνικών λεξικών βλ. Χαραλαµπάκης 2007.

3


Τα «µεγάλα» λεξικά της (νέας) ελληνικής που συντάχθηκαν το πρώτο µισό του 20 αιώνα –µιλάµε για το περίφηµο λεξικό της Πρωίας (1933) και, στο βαθµό που αφορά τη νέα ελληνική, για το εννεάτοµο λεξικό του ∆ηµητράκου (1954-1958)– έδιναν µεγαλύτερη έµφαση στην καταγραφή όσο το δυνατό περισσότερου λεξιλογικού πλούτου της νεοελληνικής, ο οποίος εκ των πραγµάτων δεν είχε µέχρι τότε αποθησαυριστεί, και στην παροχή κατατοπιστικών ερµηνευµάτων µε την ανάλυση των σηµασιών και την παράθεση χρηστικών και λογοτεχνικών παραδειγµάτων, παραµελώντας το κοµµάτι της ετυµολογίας. Το δε λεξικό ∆ηµητράκου δίνει ελάχιστες, τηλεγραφικές και συχνά ανακριβείς ετυµολογίες,5 κάτι που φαίνεται παράδοξο για ένα εκτενές λεξικό ιστορικού προσανατολισµού όπως αυτό, ενώ “αντιµετωπίζει [...] την ελληνική γλώσσα µε σαφή ιδεολογικό προσανατολισµό: επιδιώκει να δείξει την αδιάσπαστη συνέχειά της από την αρχαία εποχή ως σήµερα [...]” (Παπαναστασίου 2001). Τα λεξικά αυτά θα µπορούσαν να επωφεληθούν από τα πορίσµατα ενδελεχών µελετών της νέας ελληνικής που πραγµατοποιήθηκαν από χαλκέντερους ερευνητές της, όπως ο Γ. Χατζιδάκις, ο Μ. Τριανταφυλλίδης και ο Ν. Ανδριώτης. Αυτό το πέτυχε απροσδόκητα σε µεγάλο βαθµό ο κλασικός φιλόλογος Ι. Σταµατάκος, ο οποίος στο τρίτοµο λεξικό της νέας ελληνικής που επιµελήθηκε (1952-1955) επιχειρεί για πρώτη φορά να προσφέρει, εκτός από σηµασιολογική αντιστοίχιση αρχαίας και νέας ελληνικής, αξιόλογες ετυµολογικές πληροφορίες που καλύπτουν το χρονικό διάστηµα ανάµεσα στις δύο αυτές «ακρογωνιαίες» φάσεις της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, παρόλο που η σύγχυση συγχρονίας-διαχρονίας διαπνέει αισθητά τα πληθωρικά πολλές φορές άρθρα του λεξικού. Θα πρέπει, ωστόσο, για άλλη µια φορά να λάβουµε υπόψη µας αφενός τις συνθήκες εκείνης της εποχής, κατά την οποία υπήρχε επιτακτική ανάγκη για έγκυρα και εύχρηστα ερµηνευτικά λεξικά, µε τα ετυµολογικά σχόλια να θεωρούνται περιττή πολυτέλεια και ίσως αντικείµενο ειδικών λεξικών, και αφετέρου την ανίσχυρη παρουσία της γλωσσολογίας στην Ελλάδα, της οποίας τα πορίσµατα δεν έχαιραν ακόµη της εµπιστοσύνης των φιλολόγων. ού

2.2. Σύγχρονη λεξικογραφία 2.2.1. Το λεξικό Τεγόπουλου – Φυτράκη (= ΛΤ.Φ.) Το ΛΤ.Φ. πρωτοεκδόθηκε το 1988 και µε µικρές βελτιώσεις και προσθήκες έφτασε µέχρι την 9η έκδοσή του το 1995. Μια πιο διευρυµένη από άποψη ληµµατολογίου και έκτασης των ερµηνευµάτων εκδοχή του λεξικού δηµοσιεύτηκε το 1997 τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική µορφή.

5

Π.χ. δένω: “µσν., νεώτ. κ. δηµ. (δέω)”, ἐδῶ: “(ὧδε) µσν. κ. νεώτ., δηµ. κ. δῶ”, καραγκούνης: “(τουρκ. καρα-γιουνάν = µαῦρος Ἕλλην) δηµ.”, κουτάλι: “(κώταλις) δηµ.”, µυγιάγγιχτος: “(ἐκ τοῦ µηµάγγιχτος - µὴ µ’ ἀγγίζῃς, κτ. παρετυµολογίαν πρὸς τὸ µῦγα) δηµ.”, ρωµαντισµός: “(γαλλ.) νεώτ. κ. δηµ.”, σά(ν): “(ὡς ἄν) δηµ.”, φιντάνι: “(ἀραβ.) δηµ., δ.γρ. φυντάνι” κ.ά.π. Η τρίτη, µάλιστα, είναι προφανέστατα παρετυµολογία (µάλλον και η πέµπτη αποτελεί η ίδια µια «παρετυµολογία περί παρετυµολογίας»), ενώ η τελευταία αποκρύπτει το γεγονός ότι η λέξη αποτελεί αντιδάνειο, συγχέοντας παράλληλα την τουρκική µε την αραβική, πράγµα που συµβαίνει κατά κόρον στο λεξικό και δεν αρκεί η δανειστική σχέση των δύο γλωσσών για να το δικαιολογήσει. Μπορούµε να πούµε εν γένει πως η ετυµολόγηση των ξένων ιδίως λέξεων είναι ελλιπέστατη και προβληµατική, ενώ παρατηρείται πλήρης αδιαφορία για τις έµµεσες µορφές δανεισµού. Η παράθεση απαρχαιωµένων –φιλολογικής έµπνευσης– ετυµολογιών είναι, επίσης, έντονα αισθητή: λ.χ. δοῦλος: “(δέω ἀµφ.)”, ἰός (= «βέλος»): “(ἵηµι)”, κάµινος: “(πιθ. ἐκ τοῦ καίω)”, µεῖραξ: “(ἐκ ρ. µερ-, κτ. ἄ. συγγ. τοῦ εἴρην)”, µῦθος: “(πιθ. συγγ. τοῦ µύω)”, νήπιος: “(νή, ἔπος, εἰπεῖν)”, ξύλο(ν): “(ξύω, ξέω)”, ὅµιλος: “(ὁµός, ἴλη)”, σειρά: “(εἴρω)”, ὕδωρ: “(πιθ. ὕω)”, φώς (= «άντρας, ήρωας»): “(φύω, κτ. ἄ. ἐκ τοῦ φηµί)” κ.ά.

4


Το πολυδιαφηµισµένο και δηµοφιλές αυτό λεξικό όσον αφορά την ετυµολογία στηρίχτηκε σε πολύ µεγάλο βαθµό στο ΛΑν.,6 αναπαράγοντας πιστά τα λάθη και τις αδυναµίες του (πβ. την παραπλανητική απεικόνιση της αλβανικής ορθογραφίας: λ.χ. g΄on, kalambok αντί gjon, kallamboq). Συνεχίζει να παραθέτει «µουσειακές» ετυµολογίες, που έχουν εντωµεταξύ αναθεωρηθεί ριζικά ή εν µέρει (π.χ. στα λήµµατα αγγούρι,7 άντε και βρε,8 γρίπη,9 ζαφείρι, κρέµα, σκεβρώνω, τσανάκι και φιστίκι (βλ. υποσηµ. 42), καπετάνιος,10 κολιός, κορόνα,11 κρεβάτι,12 λακκούβα,13 µαυριδερός,14 µωσαϊκό,15 νηνί, 6

Βλ. και τη ρητή δήλωση της διευθύντριας σύνταξης (Τεγόπουλος – Φυτράκης 19959: ix-x). Το ελληνιστικό [*]ἀγγούριον (πβ. ελληνιστικό ἀγριαγγούριον) δεν µπορεί να είναι υποκοριστικό του επιθέτου ἄγουρος (< αρχαίο ἄωρος· πβ. και ΛΚρ.), αλλά –όπως πρώτος ο Γ. Χατζιδάκις έδειξε και αναφέρεται κι από τα ΛΑν. και ΛΜπ. ως λιγότερο πιθανή εκδοχή– αποτελεί δάνειο ανατολικής προέλευσης (πβ. αραβικό ˁagur, περσικό angarah). 8 Το ήδη µεσαιωνικό αυτό επιφώνηµα είναι µάλλον αυταπόδεικτο ότι δεν προέρχεται από την αρχαία κλητική µωρέ (= «κουτέ»), απ’ όπου όντως προήλθαν τα επιφωνήµατα ωρέ και ρε (το ΛΜπ. µάλιστα αφιερώνει και σχετικό αναλυτικό σχόλιο όπου τα συνεξετάζει), αλλά αποτελεί δάνειο < τουρκικό bre (ή bire· πβ. ήδη µεσαιωνικό µπρε) ίσως < αλβανικό bre (= «αδερφός») < ιλλυρικό bra (= «αδερφέ»). Στο οθωµανικό τουρκικό hayde (ή haydi· πβ. αλβανικό hajde) φαίνεται, επίσης, πολύ πιο πιθανό να ανάγεται το επιφώνηµα άιντε (µε σίγηση του αρχικού γλωττιδικού συµφώνου [h-]) > άντε (µε µονοφθογγισµό για αποφυγή της χασµωδίας ή από επίδραση του νεότερου τουρκικού hadi), παρά στο νεοελληνικό άµετε (< άµε < µεσαιωνικό ἄγωµε < αρχαίο ἄγωµεν), όπως προτάσσει το ΛΙΤρ., ή στο αρχαίο ἄγετε [> (*)άετε > (*)άιτε > άιντε > άντε], όπως µας διαβεβαιώνουν τα υπόλοιπα λεξικά. 9 Η σύνδεση του γαλλικού grippe µε το ρωσικό chrip (= «βραχνάδα») είναι προ πολλού ξεπερασµένη. Στην πραγµατικότητα πρόκειται για παράγωγο του ρήµατος gripper (= «αρπάζω απότοµα»· ήδη παλαιό γαλλικό) < φραγκονικό *grīpan < πρωτογερµανικό *grīpaną [πβ. γερµανικό greifen (= «γραπώνω»)]. 10 Εσφαλµένα ο A. Jannaris (βλ. στο σχετικό λήµµα του ΛΑν.) το ανάγει στη φράση κατ’ ἐπάνω, απ’ όπου πράγµατι µε παρετυµολογικό µηχανισµό βάσει της δηµώδους µεσαιωνικής κλητικής καπετάνο σχηµατίστηκε ο βυζαντινός τίτλος κατεπάνω (> κατεπανᾶτον, κατεπανίκιον)· αντίθετα, προέρχεται από το βενετικό capetan(i)o/capitanio/capitan [πβ. τα µεσαιωνικά καπετάνος, καπιτάν(ι)ος] < µεταγενέστερο λατινικό capitaneus (πβ. µεσαιωνικό καπιτάνεος) < λατινικό caput, γενική capitis (= «κεφάλι»)· βλ. την ορθή ετυµολογία στα ΛΙΤρ., Κριαράς 2001-2003 και ΛΜπ.: καπετάνιος. 11 Το -α οφείλεται ασφαλώς στο λατινικό coron-a < αρχαίο κορών-η (βλ. ΛΙΤρ. και ΛΜπ.) και όχι στο δωρικό τύπο κορώνα. Σε παρόµοιο σφάλµα υποπίπτει το ΛΜπ.: ζαµπόν, ζάντα, όταν θεωρεί ότι το (µεταγενέστερο) λατινικό camba/gamba ανάγεται σε αρχαίο δωρικό καµπά = αττικοϊωνικό καµπή, πράγµα εντελώς άτοπο, αφού από τη µια µεριά ο δανεισµός συντελέστηκε κατά την ελληνιστική περίοδο κι από την άλλη η λατινική ούτως ή άλλως είναι αναγκασµένη να προσαρµόσει τα δάνεια από «πρωτόκλιτα» θηλυκά «κοινά» ονόµατα της ελληνικής στο δικό της µορφολογικό σύστηµα, που απαιτεί κλιτικό επίθηµα ή θεµατικό φωνήεν -a. Στη δε περίπτωση του ζάντα –όπως παραδέχεται και το ίδιο το λεξικό– η απώτερη ελληνική καταγωγή του γαλλικού jante δεν είναι καθόλου βέβαιη. 12 Τόσο το ελληνιστικό («µεταγενέστερο») κράβ(β)ατος/κράβαττος όσο και το λατινικό grabatus αποτελούν παράλληλα δάνεια από κάποια µη σωζόµενη µεσογειακή ή ανατολική γλώσσα· δεν αποτελεί το πρώτο δάνειο από το δεύτερο. 13 Πρόκειται για δάνειο < παλαιό σλαβικό lokŭva µε ενδεχόµενη παρετυµολογική επίδραση του λάκκος και όχι για προϊόν συµφυρµού < λάκκος + γούβα, όπως επιµένουν να υποστηρίζουν και τα ΛΜπ. και ΛΠ. Πβ. Παπαναστασίου 2008: 214 υποσηµ. 68. 14 Το επίθηµα προέρχεται από το µεσαιωνικό ουσιαστικό ἰδ(ι)εί(ν) (= «όψη, πρόσωπο, θωριά») < αρχαίο απαρέµφατο ἰδεῖν (βλ. Κριαράς 2001-2003: ιδείν) και όχι από τύπο ειδή (;) –που αναγράφεται και στο ΛΑν.– ή από το -ειδής < εἶδος, όπως διατείνεται επίµονα ο Μπαµπινιώτης [20022, 2010: µαυρειδερός· το επώνυµο Μαυρουδής < µαυρούδ[ι] (= «ποικιλία σταφυλιού/κρασιού») + επίθηµα -ής µε πληθυντικό ήδες, όχι < µαυροειδής (πβ. επίσης Κριαράς 2001-2003: µαυρουδερός) µε αναχρονιστική συναίρεση (;) ή µε απλοποίηση του φωνηεντικού συµπλέγµατος (πβ. βόιδι > βόδι) και κλειστοποίηση του εναποµείναντος οπίσθιου φωνήεντος λόγω του συµφωνικού περιβάλλοντος (πβ. µυρουδιά < µυρωδιά)], δεδοµένου ότι έχουµε να κάνουµε µε νεότερο επώνυµο και όχι µε κληρονοµηµένο «κοινό» όνοµα. 15 Το µεσαιωνικό λατινικό musaicum δεν ανάγεται σε µεσαιωνικό ελληνικό µωσίον ή µουσαῖον, όπως ισχυρίζεται και το ΛΑν., ούτε σε αρχαίο µωσίον (µεσαιωνικό µουσίον), όπως σηµειώνει το ΛΠ., αλλά σε µεταγενέστερο λατινικό musicum (= «ψηφιδωτό») < επίθετο musicus (= «καλλιτεχνικός, των Μουσών») 7

5


ξεφτιλίζω,16 ορθοπεδικός, πανί και παντόφλα,17 πίτα,18 πλιγούρι,19 σουσάµι,20 στύβω και τραχανάς,21 τσιµπούσι,22 φιντάνι,23 φιτίλι24), χωρίς να αναλώνεται σχεδόν καθόλου σε < λατινικό Musa < αρχαίο Μοῦσα. Το δε µεσαιωνικό µουσίον ή µωσίον (= «ψηφιδωτό») αποτελεί παράλληλο αντιδάνειο µέσω του µεταγενέστερου λατινικού musivum. 16 Μόνο το ΛΙΤρ. το ετυµολογεί σωστά. Παρά τα φαινόµενα, δεν υπάρχουν οι απαιτούµενες µαρτυρίες ώστε να θεωρηθεί εκδηµοτικισµένος τύπος του λόγιου εξευτελίζω –η µεταβολή [-ftɛl-] > [-ftil-] παραµένει δυσερµήνευτη, ενώ ο τύπος ξεφτελίζω προέκυψε από συµφυρµό του τελευταίου και του ξεφτιλίζω– αλλά έλκει την καταγωγή του από τη «µάγκικη» αργκό περασµένων δεκαετιών, όπου µαρτυρούνται φράσεις µε µεταφορές από τις λάµπες φωτισµού και τα καύσιµά τους, όπως µε ξεφ(ι)τίλισε σα λάµπα της θυέλλης! (πβ. µου άλλαξε τα φώτα / τα λάδια / τα πετρέλαια!)· βλ. ∆ηµητράκος 1954-1958 και Σταµατάκος 1952-1955: ξεφτιλίζω – ξεφιτιλίζω· το δε ΛΑν. καταγράφει ιδιωµατικό τύπο φτίλι = φιτίλι. 17 Αποκλείεται να είναι αντιδάνεια αφενός από αµάρτυρο αρχαίο δωρικό [*]πᾶνος (βλ. και υποσηµ. 11) και αφετέρου από το µάλλον καθαρευουσιάνικο κατασκεύασµα του 19ου αιώνα παντόφελλος µέσω του λατινικού pannus και του ιταλικού pantofola (< ;) αντίστοιχα, το πρώτο ωστόσο ενδέχεται να έχει συγγένεια µε τα αρχαία πῆνος (= «ύφασµα»· µας το διασώζει ο λεξικογράφος του 5ου αιώνα µ.Χ. Ησύχιος) και πήνη (= «νήµα, µασούρι, ύφασµα»), όχι µέσω δανεισµού αλλά λόγω κοινής ινδοευρωπαϊκής καταγωγής· πβ. γοτθικό fana (= «κοµµάτι ύφασµα, πανί»), γερµανικό Fahne (= «σηµαία»). 18 Αντιγράφεται τυφλά η παρωχηµένη ετυµολογία του ΛΑν. (“<µσν. πίτα, ιταλ. pitta < λατιν. picta < ελλ. πηκτή”), η οποία εξακολουθεί να παρατίθεται και από τα ΛΜπ. και ΛΠ. ως µία από τις πιθανές ετυµολογήσεις της λέξης, παρόλο που το νοτιοϊταλικό pitta = pizza είναι σχεδόν απίθανο να ανάγεται σε λατινική µετοχή (;) picta, η οποία ούτως ή άλλως δεν έχει καµία απολύτως σχέση µε το αρχαίο πηκτή. Βέβαια, η ετυµολογία της λέξης είναι όντως σκοτεινή παρά τις πείσµονες προσπάθειες πλήθους επιστηµόνων να ετυµολογήσουν το ιταλικό pizza (> νεοελληνικό πίτσα), που έχει γίνει πια «διεθνής λέξη», και –εφόσον δεν έχει διαλευκανθεί αν η ελληνική δανείστηκε από την ιταλική ή αντιστρόφως– δε συµµεριζόµαστε τη βεβαιότητα του ΛΙΤρ. για την αρχαιοελληνική καταγωγή της και δη από το αττικό ιδιωµατικό πίττα = πίσσα στις υπόλοιπες διαλέκτους και στην ελληνιστική κοινή (µε σηµασιολογική µεταφορά “από τα διάφορα υλικά που χρησιµοποιούνταν”), εκδοχή που πρωτοδιατυπώθηκε από το βυζαντινολόγο Φ. Κουκουλέ (βλ. στο ΛΑν.). 19 Όλα τα νεοελληνικά λεξικά πλην του ΛΜπ. υιοθετούν αβασάνιστα την άποψη του Ανδριώτη ότι το µεν πλιγούρι προέκυψε από παλαιότερο ελληνικό τύπο ;πνιγούρι, το δε µπλιγούρι αποτελεί αντιδάνειο από το προηγούµενο µέσω του τουρκικού bulgur. Ωστόσο, το τελευταίο –που απαντά και σε άλλες γλώσσες της ανατολικής Μεσογείου (πβ. αλβανικό bollgur, αραµαϊκό gurgur, βουλγαρικό bulgur κ.ά.)– είναι δάνειο από το αραβικό burghul (πβ. παλαιοτουρκικό burġul/burġun), το οποίο ανάγεται στο νεότερο περσικό barghūl/barġul/burġul (= «χοντρό σιτάρι»). Οπότε, ο τύπος (µ)πλιγούρι προέρχεται από το µπλουγούρι (< µπουλγούρι) µε ανοµοίωση των αλλεπάλληλων [u] και υποχωρητική ανοµοίωση ηχηρότητας στο αρχικό σύµφωνο ή κατ’ αντιστροφήν του σχήµατος ηχηροποίησης: πιστόλι – µπιστόλι ή/και µε πιθανή παρετυµολογική επίδραση του ιδιωµατικού τύπου ;πνιγούρι, ο οποίος δεν αποκλείεται να αποτελεί παράλληλο σχηµατισµό από το πνίγω (= «βράζω»), αν και το πιθανότερο είναι η λαϊκή ετυµολογία να ακολούθησε αντίθετη φορά (πλιγούρι > ;πνιγούρι για µορφοσηµασιολογική διαφάνεια). 20 Όπως µόνο το ΛΙΤρ. επισηµαίνει, πρόκειται για νεότερο δάνειο < τουρκικό susam, το οποίο –µέσω του αραβικού sisam ή/και του περσικού sūsan– έχει απώτερη κοινή καταγωγή µε το αρχαίο σήσαµον (> ελληνιστικό σησάµιον > λόγιο νεοελληνικό σησάµι), η οποία εντοπίζεται στις σηµιτικές γλώσσες (πβ. ακκαδικό šamšammū/šamaššammu(m), αραµαϊκό šūmš‘mā, εβραϊκό šumšōn, ουγκαριτικό και φοινικικό ššmn). Συν τοις άλλοις, η φωνητική µεταβολή [sis-] > [sus-] είναι αδύνατη στα ελληνικά. 21 Για τα κολιός, νηνί, ορθοπεδικός, στύβω (προκρίνεται η προβληµατική ετυµολογία του Χαριτωνίδη προκειµένου να αιτιολογηθεί η επίσηµη ορθογραφία) και τραχανάς βλ. στο Παράρτηµα και συγκεκριµένα στην ετυµολόγηση του ΛΙΤρ. που είναι και η πιο έγκυρη. Ειδικότερα για τη λέξη τραχανάς ας σηµειωθεί ότι προέρχεται από το οθωµανικό τουρκικό tarhâna < περσικό tarīna/tarχīna/tarχʷāna/tarxâne ίσως < tar (= «υγρός, βρεγµένος») + khwān (= «φαγητό, τραπεζοµάντιλο, τραπεζαρία») και δεν έχει την παραµικρή συγγένεια µε τα ελληνιστικά τραγανός και τραχύς. 22 Η πιθανολογούµενη θεώρησή του ως αντιδανείου < αρχαίο συµπόσιον µέσω του τουρκικού cümbüş (αρχική σηµασία «είδος µουσικού οργάνου»), η οποία αποδίδεται στον A. Maidhof (βλ. στο ΛΑν.), είναι παντελώς ανυπόστατη. Αντίθετα, το τελευταίο είναι βέβαιο πως ανάγεται σε περσικό cunbīş (= «παιχνίδι, παιχνίδισµα») < cunbīdan (= «αναταράσσω») + iş. 23 Πράγµατι αποτελεί αντιδάνειο, όµως δεν προέρχεται από το αµφίβολο ελληνιστικό ;φυτάνη («άπαξ λεγόµενον» στο “Γλωσσάριον” του Γαληνού [19.153.17] και µάλλον εσφαλµένη γραφή των χειρογράφων

6


πρωτότυπη έρευνα ή τουλάχιστον σε κάποιου είδους σκεπτικισµό γύρω από τις ετυµολογίες του ΛΑν. Επειδή το τελευταίο δεν ασχολείται ιδιαίτερα µε τα µεταφραστικά δάνεια, τα σηµασιολογικά δάνεια και τους κλασικογενείς διεθνισµούς είτε λόγω παλαιότητας είτε εξαιτίας άλλων δυσχερειών και επιλογών του συντάκτη του, το ΛΤ.Φ. αντιµετωπίζει µ’ έναν ιδιαίτερα επιφανειακό και ισοπεδωτικό τρόπο τέτοιου είδους λέξεις, αρκούµενο σε µια στείρα µορφολογική ανάλυση, που είναι εξάλλου αυτονόητη και διαφανής για κάθε µέσο µορφωµένο οµιλητή της νέας ελληνικής, και δεν προσφέρει τίποτα στο χρήστη του πέραν της παραπλάνησης και της παραπληροφόρησης· ενδεικτικά: αγοραφοβία: “[<αγορά + φοβία]”, ανελκυστήρας: “[<ανελκύω]”, εγκεφαλογράφηµα: “[<εγκέφαλος + γράφω]”, ηχορύπανση: “[<ήχος + ρύπανση]”, κυτταρόπλασµα: “[<κύτταρον + πλάσµα]”, νευραλγία: “[<νεύρον + άλγος]”, προστατίτιδα: “[<προστάτης]”, πρωτόζωο: “[<πρώτος + ζώον]”, στηθοσκόπιο: “[<στήθος + σκοπώ]”, υδροχλώριο: “[<ύδωρ + χλώριον]” κ.ά.π.25 Εντούτοις, ετυµολογείται σωστά ένας σχετικά περιορισµένος αριθµός επιστηµονικών όρων, παρότι δεν περιλαµβάνονται όλοι στην «ετυµολογική Βίβλο» του Ανδριώτη: λ.χ. αντιβίωση, αστιγµατισµός, βατραχάνθρωπος, ηρωίνη, ιδεαλισµός, καρδιογράφηµα, µικρόβιο, υπερµετρωπία, χοληστερίνη, ώσµωση. Εξάλλου, άκρως αποκαλυπτικό για τον ετερόφωτο χαρακτήρα του λεξικού είναι το λήµµα έωλος που απουσιάζει από το ΛΑν.· εκεί, λοιπόν, αντιγράφηκε πιστά η ετυµολογία που δίνει το λεξικό ∆ηµητράκου (1954-1958) και µαζί µ’ αυτήν το τυπογραφικό λάθος που βάζει δασεία στο ιωνικό ἠώς. Κατά τον ίδιο τρόπο, στο λήµµα παγόνι αναπαράγεται ο λανθασµένος τονισµός του ελληνιστικού πάων, που στο ΛΑν. τονίζεται –εκ παραδροµής πιθανότατα– *παών (το ίδιο συµβαίνει και στο ΛΚρ.). Τέλος, το µεν κτίριο ετυµολογείται µε δύο διαφορετικούς τρόπους ανάλογα µε την ορθογραφία του λήµµατος (κτήριο ≠ κτίριο) χωρίς καµιά περαιτέρω διευκρίνιση, στο δε λειτουργώ – εκτός του ότι δε γίνεται καµία νύξη για την προέλευση των διαφόρων σηµασιών του– δίνεται η εσφαλµένη παραγωγή “< λειτουργός”, ενώ το τελευταίο –όντας µεταγενέστερο– αποτελεί υποχωρητικό σχηµατισµό από το πρώτο (βλ. στο ΛΜπ.), όπως ακριβώς το ελληνιστικό θρῆσκος παράγεται από το αρχαίο θρησκεύω / ελληνιστικό θρησκεύοµαι. Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ελλιπή γλωσσολογική κατάρτιση και δογµατική προσκόλληση στην «αυθεντία» παλαιότερων έργων αναφοράς. 2.2.2. Το λεξικό Κριαρά (= ΛΚρ.) Το ΛΚρ., παρότι παρουσιάζεται εκτός των άλλων και ως ετυµολογικό λεξικό, παραθέτει πολύ λίγες, υπερβολικά σύντοµες και ενίοτε αναξιόπιστες ετυµολογίες (βλ. τα παραδείγµατα του Παραρτήµατος).26 Ως εκ τούτου, παρά την ενδιαφέρουσα σηµασιολογική ανάλυση που προσφέρει, δε συµβάλλει ιδιαίτερα στην προαγωγή της ετυµολογικής αντί φυταλιή), µια προφανής και «βολική» λύση για τους περισσότερους, αλλά –όπως µόνο τα ΛΙΤρ. και Μπαµπινιώτης 2010 επισηµαίνουν– από το βυζαντινό φυτόν, το οποίο έδωσε το fidon/fiton στα τουρκικά του 15ου αιώνα και µετέπειτα, υπό την αφοµοιωτική επίδραση της τουρκικής µορφοφωνολογίας, το fidan. 24 Η σύνδεση µε το αρχαίο πτίλον (= «πούπουλο, χνούδι») και το υποκοριστικό του [*]πτίλιον είναι µια ξεπερασµένη πια υπόθεση, η οποία στηρίχτηκε στις εκτιµήσεις των Κουκουλέ, Kretschmer και Φιλήντα (βλ. στο οικείο λήµµα του ΛΑν.) και «αναµασάται» κι από τα ΛΚρ. και ΛΠ. Αντίθετα, πρόκειται για δάνειο από την τουρκική λέξη fitil (< παλαιότερο fetil < αραβικό fatīl), γεγονός που αναφέρεται και στα ΛΑν., ΛΚρ., ΛΠ. και ΛΤ.Φ., αλλά υποβαθµίζεται αναπάντεχα σε µια πιθανή «επίδραση». 25 Βλ. και τα άγχος, γαστρορραγία, διαστηµόπλοιο, ιδεολογία, καθήκον, µόλυνση, ξενισµός, οξείδιο (το “<µτγν. ὀξίδιον” του Τεγόπουλος – Φυτράκης 19959 και του ΛΑν. αντικαθίσταται στο ΛΤ.Φ. από το “<αρχ. ὀξείδιον” προκειµένου να δικαιολογηθεί η ορθογράφηση), οστεοαρθρίτιδα, ραπτοµηχανή, υγραέριο και χειριστήριο στο Παράρτηµα. 26 Πβ. και τη µεθοδολογική δήλωση του ίδιου του Κριαρά (1995: ιβ΄).

7


πραγµάτευσης του νεοελληνικού λεξιλογίου και δε χρειάζεται, νοµίζουµε, να επεκταθούµε περισσότερο όσον αφορά τις ετυµολογήσεις του λεξικού αυτού. 2.2.3. Το λεξικό του Ιδρύµατος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (= ΛΙΤρ.) Πρόκειται για ένα ανεκτίµητο λεξικογραφικό επίτευγµα που συντάχθηκε µε την επιµέλεια γλωσσολόγων από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο Θεσσαλονίκης. Πιο συγκεκριµένα, ο σχεδιασµός του λεξικού, η επιµόρφωση των φιλολόγων, η εξειδίκευσή τους σε λεξικογράφους, καθώς και η εποπτεία αυτής της οµάδας εργασίας για τα τρία πρώτα κρίσιµα χρόνια έγινε από γλωσσολόγο ειδικευµένη στη λεξικογραφία (Ά. Αναστασιάδη-Συµεωνίδη). Αυτό, άλλωστε, αποτέλεσε έναν από τους λόγους για τους οποίους η σύνταξή του διήρκεσε πάνω από µια εικοσαετία (1976-1998). Εκτός από τη φωνητική µεταγραφή, την παραποµπή σε κλιτικά παραδείγµατα για κάθε λέξη και την εύστοχη, συνοπτική και απόλυτα κατατοπιστική σηµασιολογική ανάλυση, το ΛΙΤρ. καινοτοµεί και στον ετυµολογικό τοµέα. Συγκεκριµένα, δίνονται µε τρόπο ευσύνοπτο και εύληπτο εκσυγχρονισµένες και πλήρεις ετυµολογήσεις,27 οι οποίες προδίδουν πρωτότυπη και εις βάθος γλωσσοϊστορική έρευνα και ξεπερνούν οριστικά τις αδυναµίες των προηγούµενων λεξικών, εφόσον σκιαγραφούν τις φωνολογικές, τις µορφολογικές και τις σηµασιολογικές παραµέτρους της ιστορίας κάθε λέξης µέχρι τον αρχαίο, τον ελληνιστικό, το µεσαιωνικό ή τον ξενόγλωσσό της πρόγονο, καθιστώντας το έτσι το πλέον αξιόπιστο έργο αναφοράς στο ζήτηµα της νεοελληνικής ετυµολογίας. Ιδιαίτερη µέριµνα δόθηκε, επίσης, στα µεταφραστικά και στα σηµασιολογικά δάνεια,28 καθώς και στους κλασικογενείς διεθνισµούς, γλωσσικά στοιχεία που για πρώτη φορά αντιµετωπίζονται µε τη δέουσα σοβαρότητα από ένα νεοελληνικό λεξικό. Κι εδώ, όµως, δε λείπουν τα µεµονωµένα προβλήµατα, όπως λ.χ. στην ανακριβή ορθογράφηση των αλβανικών τύπων (πβ. vlam αντί vllam και σ. 5) και στην περίπτωση: - της τρισύλλαβης µη λόγιας λέξης ακρίβεια (= «το να πουλιούνται καταναλωτικά αγαθά σε ακριβή τιµή»), η οποία στην πραγµατικότητα αποτελεί µεσαιωνικό υποχωρητικό παράγωγο < ακριβ[ός] ή ακριβ[αίνω] -ια (µε ορθογράφηση κατά το αρχαίο ἀκρίβεια (ελληνιστική σηµασία «αυστηρή οικονοµία») < ἀκριβ[ής] εια], οπότε δεν µπορεί να πρόκειται για κληρονοµηµένη επιβίωση του αρχαίου λεξήµατος (πβ. ΛΜπ.: ακρίβια)· - της λέξης αλίµονο, όπου επιδεικνύεται ατεκµηρίωτη βεβαιότητα κατά τη σύνδεσή της µε την αρχαία φράση ἀλλ΄ εἰ µόνον (= «αλλά αν µόνο [δε συνέβαινε]»· µε ανέβασµα του τόνου κατά τα σύνθετα)· - της λέξης αλυχτώ, η άµεση αναγωγή της οποίας στο αρχαίο ὑλακτῶ µέσω επανανάλυσης από συνεκφορές µε τους τροπικούς ρηµατικούς δείκτες να και θα δεν ευσταθεί καν ως πρώτη εκδοχή, γιατί θα ανέµενε κανείς να δώσει τύπο *αλαχτώ στη µεσαιωνική και νέα ελληνική (βλ. και ενότητα 3. πιο κάτω)·

27

Μια πρώιµη αλλά κατατοπιστικότατη συζήτηση των ετυµολογικών στρατηγικών του ΛΙΤρ. µας πρόσφερε πολύ πριν από την ολοκλήρωση της σύνταξής του ο Πετρούνιας (1985), επιµελητής του ετυµολογικού µέρους. 28 Αξιόλογες και άκρως διαφωτιστικές για το θέµα των µεταφραστικών και των σηµασιολογικών δανείων της νέας ελληνικής είναι οι µελέτες των Αναστασιάδη-Συµεωνίδη (1994, 1997) και Χαραλαµπάκη (20013, 2003 [2005]). Παρεµπιπτόντως, θεωρούµε κάπως άδικη την κριτική του Χαραλαµπάκη (2003 [2005]) για την εξαντλητική καταγραφή των µεταφραστικών δανείων, εφόσον κάτι τέτοιο ήταν επιβεβληµένο να γίνει κάποια στιγµή από ένα χρηστικό λεξικό της νέας ελληνικής, ούτως ώστε να καταστούν ξεκάθαρες τέτοιες περιπτώσεις δανεισµού τόσο στο µέσο µορφωµένο κοινό όσο και στους µε τον ένα ή τον άλλο τρόπο ειδικούς (φιλολόγους, γλωσσολόγους, εκπαιδευτικούς κτλ.).

8


της λέξης ανεµοστρόβιλος, η οποία ανάγεται σε µεσαιωνικό νεολογισµό ἀνεµοστρόβιλος (ή ἀνεµοστρόφιλος) < ἄνεµ[ος] -ο- + στρόβιλος (ή στρόφιλος µε παραδειγµατική επίδραση των στροφή, στρέφω) και όχι σε ελληνιστικό [;]ἀνεµοστρόβυλος (απαντά µόνο ένας αµφίβολης ορθότητας τύπος γενικής ενικού, που είναι πιθανότατα εσφαλµένη γραφή αντί της φράσης ἀνέµου καὶ στροβύλου· βλ. Lampe 1961: ἀνεµοστρόβυλος, LSJ9: στροβύλος) µε µετέπειτα ορθογράφηση κατά το στρόβιλος (πβ. λαύρα2, σκιάδιο, υποτονθορίζω, ωκεάνιος)· - των λέξεων άντε (βλ. υποσηµ. 8), πίτα (βλ. υποσηµ. 18) και πλιγούρι (βλ. υποσηµ. 19)· - της λέξης κτίριο, για την οποία παρέχεται µόνο µια λιγότερο πιθανή ετυµολογική εκδοχή, χωρίς να επισηµαίνεται η αβεβαιότητα ως προς την προέλευσή της [πβ. το κυπριακό χτήριν (= «εκκλησία»), που ισχυροποιεί αρκετά την ετυµολόγηση < ελληνιστικό εὐκτήριον (= «παρεκκλήσι»)]·29 - του λαϊκότροπου χαρακτηρισµού µέγκλα (= «πολύ καλό»), ο οποίος είναι µάλλον απίθανο να ανάγεται σε συγκοπή της αγγλικής φράσης made in Εngland (= «κατασκευασµένο στην Αγγλία»· πβ. ΛΜπ. και Μπαµπινιώτης 2010 στο σχετικό λήµµα)· - της λέξης µουρτζούφλης, όπου παρέχεται –έστω µε επιφύλαξη και παρά το δεδοµένο διγλωσσικό περιβάλλον που επικρατούσε στο Βυζάντιο– µια εντελώς ανεδαφική σύνθεση µε συµφυρµό από στοιχεία της ύστερης λατινικής (βλ. Μωυσιάδης 2011: 50)· - της λέξης νέφος, όπου ο σηµασιολογικός δανεισµός αποδίδεται εσφαλµένα στο αγγλικό cloud αντί του smog (= «αιθαλοµίχλη»)·30 - της λέξης πηλαλώ, της οποίας η σύνδεση µε τον αόριστο ἐπήλασα του αρχαίου ρήµατος ἐπελαύνω (= «καλπάζω εναντίον») κρίνεται ιδιαίτερα προβληµατική µορφολογικά (βλ. Μωυσιάδης 2011: 47)· - της λέξης τσόφλι, που ετυµολογείται µε σιγουριά βάσει µιας εξαιρετικά παρακινδυνευµένης υπόθεσης του Γ. Χατζιδάκι (< *ἐξώ-φλοιον· βλ. στο ΛΑν.), η οποία –αν ίσχυε– θα περίµενε κανείς να δώσει *ξώφλι (πβ. ξωθιά, ξωκλήσι, ξωµάχος), τη στιγµή µάλιστα που υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι πρόκειται για δάνειο της µεσαιωνικής ελληνικής (τσέφλιν > τσόφλι µε φωνηεντική στρογγυλοποίηση λόγω του [ɸ]/[f]) από τα αραβικά (djefl)· - καθώς και των λέξεων φίσκα και φούσκα, όπου εκπλήσσει η κατηγορηµατικότητα µε την οποία δίνεται η αµφίβολη και αρκετά παράτολµη ετυµολόγηση που τις θέλει απογόνους του αρχαίου δωρικού φύσκα = αττικό φύσκη (= «παραγεµισµένο έντερο, λουκάνικο, φουσκάλα») µε και χωρίς γιωτακισµό του αρχαίου [ʉ]/[y] αντίστοιχα, ενώ παραγνωρίζεται από τη µια πλευρά η δυνατότητα µεσολάβησης νεότερου µεταπλασµού (αρχαίο αττικό και ελληνιστικό -η > µεσαιωνικό και νεοελληνικό -α) και η προβληµατικότητα τέτοιου είδους παράλληλων φωνητικών εξελίξεων (το [u] της δεύτερης λέξης θα µπορούσε, επίσης, να αποδοθεί σε επίδραση του [ɸ]/[f]) κι από την άλλη το γεγονός ότι η σηµασία του δωρικού τύπου φαίνεται να περιορίζεται στο παρατσούκλι «κοιλαράς» (πβ. αρχαίο φύσκων). Ως εκ τούτου, εύλογα µπορούµε να ισχυριστούµε πως το λεξικό αυτό είναι – αυτή τη στιγµή τουλάχιστον– το εγκυρότερο λεξικό της νέας ελληνικής που διαθέτουµε και θα αποτελέσει για πολλά χρόνια ακόµα ένα εκ των ων ουκ άνευ βοήθηµα τόσο για -

29 30

Πβ. Αργυρόπουλος 2009: 38-39. Πβ. Μπαµπινιώτης 2010, Χαραλαµπάκης 2003 [2005].

9


την ερµηνεία όσο και για την ετυµολογία των νεοελληνικών λέξεων, που δύσκολα θα ξεπεραστεί και θα αντικατασταθεί από κάτι πληρέστερο. Με δυο λόγια, καταφέρνει να βρει τη χρυσή τοµή ανάµεσα στη λιτότητα και τη λακωνικότητα αφενός και στην επάρκεια και τη σαφήνεια αφετέρου. 2.2.4. Το λεξικό Μπαµπινιώτη (= ΛΜπ.) Συντάχθηκε υπό την επίβλεψη και την καθοδήγηση ενός γλωσσολόγου µε ιδιαίτερη έφεση στην ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία και στη «ρύθµιση» και «βελτίωση» της νεοελληνικής βάσει των πορισµάτων της, γεγονός που αντανακλάται έντονα και στο ίδιο το λεξικό. Η ετυµολόγηση των ληµµάτων είναι εξαντλητική και φτάνει µέχρι την ινδοευρωπαϊκή εποχή: παρατίθεται η εξωτερικά επανασυντεθειµένη ινδοευρωπαϊκή ρίζα µαζί µε τύπους από συγγενείς γλώσσες και πληροφορίες σχετικά µε τις φωνηεντικές µεταπτώσεις των θεµάτων, καθώς και µε άλλα πρώιµα –για την ακρίβεια προϊστορικά– φωνολογικά φαινόµενα, ενώ για την ιστορικά µαρτυρούµενη µετάβαση από την αρχαία στη νέα ελληνική αφιερώνεται δυσανάλογα λιγότερος χώρος. Επίσης, ετυµολογούνται µε πληρότητα –κατ’ επιλογήν έστω– τοπωνύµια και ανθρωπωνύµια, τα οποία στο συγκεκριµένο λεξικό εντάσσονται στο σώµα των υπόλοιπων άρθρων. Οι παραπάνω ετυµολογικές επιλογές δεν είναι αυτές καθαυτές αδύνατο σηµείο του λεξικού, δεδοµένου µάλιστα ότι –αν εξαιρέσουµε τα πεπαλαιωµένα πια λεξικά των Hofmann (1974) και Σταµατάκου (1949)– δε διαθέτουµε στα ελληνικά ένα σύγχρονο και πλήρες ετυµολογικό λεξικό της αρχαίας ελληνικής και των κυρίων ονοµάτων της, ενώ µόλις πρόσφατα κυκλοφόρησε το ετυµολογικό λεξικό του Χ. Συµεωνίδη (2010), το οποίο περιέχει νεοελληνικά τοπωνύµια και, µέσα στα σχετικά άρθρα, αρκετά επώνυµα (ανθρωπωνύµια). Εντούτοις, λαµβάνοντας υπόψιν ότι “[...] περιλαµβάνονται αρκετοί λόγιοι τύποι, χωρίς να είναι διαφανή τα κριτήρια επιλογής” (Ιορδανίδου 2000), αφού “[ο] λεξικογράφος µε αισθητήν υπερβολή δέχεται στο λεξικό του στοιχεία αρχαϊστικά, καθόλου σήµερα απαραίτητα” (Κριαράς 2000) –γι’ αυτό, άλλωστε, και οι απόψεις του έχουν χαρακτηριστεί ως “(νεο-)συντηρητικές” (πβ. Kriaras 2009: 257, Μοσχονάς 2005: 56 και 57 σηµ. 11)– το ΛΜπ. αποπνέει µια ιδιαίτερα έντονη τάση προς τη λογιότητα και τον αρχαϊσµό µε σαφείς υπαινιγµούς ιδεολογικής υφής, που αφήνουν να διαφανεί – έστω και συγκαλυµµένα πολλές φορές– µια αξιολογική υπερεκτίµηση των παλαιότερων φάσεων της ελληνικής, η οποία επιτάσσει προηγµένη γνώση «του γλωσσικού µας παρελθόντος» προκειµένου να µπορέσουµε να επικοινωνήσουµε «αποτελεσµατικότερα» και να χειριζόµαστε «καλύτερα» τη νέα ελληνική (πβ. ΛΜπ.: 15-23, Μπαµπινιώτης 1994β: κα΄-λστ΄). Ωστόσο, όπως επισηµαίνει µεταξύ άλλων και ο Χαραλαµπάκης (2008: 1276), “[η] ιστορία των λέξεων είναι πολλαπλώς προκλητική για τον ερευνητή, η γνώση της όµως δεν συνδέεται άµεσα µε την αποτελεσµατική χρήση της γλώσσας και την ποιότητα γενικά του λόγου”. Είναι, επίσης, δηλωτικό του ενιαίου τρόπου αντιµετώπισης του νεοελληνικού λεξιλογίου το γεγονός ότι ποτέ δεν επισηµαίνεται αν το ετυµολογούµενο λέξηµα είναι κληρονοµηµένο (µε συνεχή χρήση από τη χρονική του αφετηρία µέχρι σήµερα) ή αν αποτελεί προϊόν λόγιου εσωτερικού δανεισµού από παλαιότερες συγχρονίες της ελληνικής γλώσσας. Μάλιστα, οι ήδη εκτενέστατες ετυµολογίες, που παρατίθενται στο τέλος ορισµένων ληµµάτων µε ορθογραφικό ή καθαρολογικό (puristic) ενδιαφέρον, αναλύονται ακόµη περισσότερο σε «φλύαρα» σχόλια,31 τα οποία καταλαµβάνουν πολύτιµο χώρο για ένα χρηστικό λεξικό και οδηγούν µοιραία στον οβελισµό ή 31

Βλ. ενδεικτικά στα λήµµατα αίολος, βρόµα, γυιος, κτήριο, ξευτιλίζω, ορθοπαιδικός, πίτα και στείβω, για να περιοριστούµε µονάχα σε λέξεις που µας απασχόλησαν.

 10 


τη δραστική συρρίκνωση άλλων, συγχρονικά πιο αξιοποιήσιµων, λεξικογραφικών δεδοµένων, όπως είναι η συστηµατικότερη και διεξοδικότερη καταγραφή της φωνολογικής, µορφολογικής και συντακτικής ποικιλότητας, υφολογικά και κοινωνιογλωσσικά σχολιασµένης, η παράθεση µόνον αυθεντικών παραδειγµάτων χρήσης από σώµατα κειµένων (corpora) και η περαιτέρω ανάλυση των συγχρονικά διαφανών παραδειγµατικών σχέσεων σε µορφολογικό (παράγωγα, σύνθετα) και σε σηµασιολογικό/λεξιλογικό επίπεδο (συνώνυµα, αντώνυµα, υπώνυµα, υπερώνυµα, σηµασιολογικά πεδία κτλ.). Όπως σχολιάζει ο Κριαράς (2000), το συγκεκριµένο λεξικό είναι γενικά “[θ]αυµαστό σε όγκο και πλούτο πληροφοριών, καµιά φορά όχι απαραίτητων, [... ενώ] [υ]περβολική αναλυτικότητα καλλιεργείται και στα πλαισιωµένα σχόλια, γιατί εκεί επαναλαµβάνονται ερµηνεύµατα άρθρων”. Ακόµη, η σχολαστικότητα των ετυµολογικών σχολίων εξυπηρετεί και έναν επιπλέον σκοπό: να καταδειχθεί µε αδιαφιλονίκητο τρόπο η ιστορικά ορθή γραφή των λέξεων και να στηριχτούν, έτσι, οι ορθογραφικές «διορθώσεις» ή «αποκαταστάσεις» που προτείνονται σε σύγκριση µε την επίσηµα καθιερωµένη («σχολική») ορθογραφία,32 κάποιες από τις οποίες είναι αµάρτυρες στις πηγές ή βασίζονται σε εσφαλµένη, αµφίβολη ή αποσπασµατική ετυµολόγηση (πβ. Κακριδή-Φερράρι 2008: 373-377), όπως στην περίπτωση των αίολος,33 γυιος,34 κολοιός και νηνί (βλ. υποσηµ. 21), µαυρειδερός (βλ. υποσηµ. 14), ξευτιλίζω (βλ. υποσηµ. 16), σκευρώνω, τσαννάκι και τσιγγούνης (βλ. υποσηµ. 42), τσήτα και τσυγκλώ.35 “Θα ήταν όµως υποβάθµιση του ετυµολογικού έργου να θεωρηθεί πως πρωταρχικός σκοπός της ετυµολογίας είναι ο ορθογραφικός κανονισµός”.36 Επιπλέον, από τη µια µεριά, όπως συµβαίνει και µε το ΛΤ.Φ., συνεχίζουν να παρατίθενται λαθεµένες ετυµολογήσεις νεοελληνικών λέξεων [πβ. αγγούρι (βλ. υποσηµ. 7), αµπάρι, ζαφείρι, κρέµα και φιστίκι (βλ. υποσηµ. 42), άντε και βρε (βλ. υποσηµ. 8), Γενάρης,37 ζαµπόν και ζάντα (βλ. υποσηµ. 11), λακκούβα (βλ. υποσηµ. 13), Λισαβόνα,38 32

Για τις αρχές οι οποίες διέπουν την ορθογραφία που ισχύει επισήµως από τη γλωσσοεκπαιδευτική µεταρρύθµιση του 1976 κ.εξ. βλ. Ιορδανίδου 1998: 5-9, Παπαναστασίου 2008: 155-156 και 183-220, Τοµπαΐδης 1998, ενώ για τις ορθογραφικές θέσεις του κύριου συντάκτη του ΛΜπ. βλ. Μπαµπινιώτης 1971/1972, 19912, 1997α-δ, 1998, 1999, 2008α και 2008β: ζ΄-κστ΄. Πβ. υποσηµ. 42. 33 Βλ. Παπαναστασίου 2008: 218 υποσηµ. 79. Είναι αν µη τι άλλο ακραίο να ισχυριζόµαστε ότι η νεοελληνική λόγια και εξεζητηµένη χρήση της λέξης ανάγεται σ’ ένα σπάνιο ποιητικό επίθετο της αρχαίας ελληνικής, το οποίο δήθεν άλλαξε και τονισµό κατ’ αναλογίαν προς το θεωνύµιο Αίολος, τη στιγµή που από τη µια µεριά η χρήση του επιθέτου έωλος µαρτυρείται καθ’ όλη τη διάρκεια της ελληνιστικής και της µεσαιωνικής περιόδου και δη µε πολύ µεγαλύτερο σηµασιολογικό εύρος (πβ. ∆ηµητράκος 1954-1958: αἰόλος, ἕωλος) κι από την άλλη τα λόγια εσωτερικά δάνεια δε συνηθίζεται να υπόκεινται σε αναλογικές µεταβολές του τονισµού τους, πόσω µάλλον όταν ανήκουν σε πρωτοτυπικό µορφολογικό παράδειγµα της νέας ελληνικής. 34 Όπως φαίνεται από την ετυµολογία που µας παρέχει το ΛΙΤρ., το -ι- δηλώνει απλώς την ουρανικότητα του τριβόµενου συµφώνου που αναπτύχθηκε για την αποφυγή της χασµωδίας [νεοελληνικό και µεσαιωνικό γιός ['ʝɔs] < ὑγιός [y'ʝɔs] < ελληνιστικό υἱός [(h)y:'os] < αρχαίο υἱός [hy:ós] (παλαιότερα [hʉjós])] και ως εκ τούτου –όντας υστερογενές– δεν έχει καµία ιστορική σχέση µε το υι- της ελληνιστικής και της αρχαίας ελληνικής, το οποίο στην ουσία έχει σιγηθεί. Βλ. και Παπαναστασίου 2008: 191, υποσηµ. 17. 35 Στο πιο πρόσφατο ετυµολογικό λεξικό (Μπαµπινιώτης 2010: νινί, τσιγκλώ, τσιτώνω) υποβίβασε τις «έωλες» ετυµολογίες του «µεγάλου» του λεξικού σε πιθανές εναλλακτικές εκδοχές, παραδεχόµενος ουσιαστικά µε κοµψότητα την αβασιµότητά τους. 36 Από την ενότητα ζ. του κεφαλαίου “Ετυµολογία” της εισαγωγής στο ΛΙΤρ. (βλ. στο http://www.greeklanguage.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/etymology.html#toc007). 37 Βλ. ΛΙΤρ. και Παπαναστασίου 2008: 200. 38 Ο νεοελληνικός τύπος είναι προφανές ότι αποτελεί λόγια προσαρµογή του γερµανικού Lissabon (πβ. την αντιστρέψιµη γραφή ή «ορθογραφικό δάνειο» Λισσαβόνα/-ώνα) και δεν είναι δυνατόν να προήλθε < γαλλικό Lisbonne (πβ. µη λόγιο Λιζµπόνα < ιταλικό Lisbona < πορτογαλικό Lisboa).

 11 


παντόφλα (βλ. υποσηµ. 17), πίτα (βλ. υποσηµ. 18), σουσάµι (βλ. υποσηµ. 20), φυντάνι39], οι περισσότερες από τις οποίες ανάγονται και στην προκειµένη περίπτωση στο έργο του Ανδριώτη, ενώ από την άλλη οι πληροφορίες που αφορούν το χρονικό διάστηµα ανάµεσα στην ινδοευρωπαϊκή πρωτογλώσσα και στην αρχαία ελληνική παρουσιάζουν ασύγκριτα µεγαλύτερη αξιοπιστία. Το φαινόµενο αυτό θα µπορούσε να αποδοθεί αφενός στη βιβλιογραφική πενία ως προς την ετυµολογία της σύγχρονης ελληνικής και στη συνακόλουθη υπέρµετρη προσκόλληση σε παλιότερα έργα, των οποίων οι πληροφορίες δεν υποβάλλονται πάντα στη βάσανο της κριτικής επανεξέτασης, και αφετέρου στην ύπαρξη εγκυρότατων έργων αναφοράς για την ετυµολογία των αρχαιοελληνικών λέξεων στη διεθνή βιβλιογραφία (πβ. κυρίως Chantraine 1968-1980 και Frisk 1960-1972).40 Τέλος, οφείλουµε να επισηµάνουµε τη σχολαστικότητα µε την οποία το λεξικό ετυµολογεί τα πάσης φύσεως δάνεια, όχι µόνο σε λεξικό αλλά και σε φραστικό επίπεδο, µε µια κάποια υστέρηση όµως στα σηµασιολογικά δάνεια (π.χ. αλληλεγγύη, ανακύκλωση, εκκοκκίζω, έλλειµµα, ένθηµα, ευαίσθητος, εφηµερίδα, καθήκον, κοινωνία, κυβερνώ, µόλυνση, νέφος, ξενισµός, οικογένεια, παιδικός, πλυντήριο, ρύπανση, συµφοιτητής, υιοθετώ, χείµαρρος κ.ά.π.), καθώς και σε ορισµένες περιπτώσεις µεταφραστικών δανείων (λ.χ. αγοραπωλησία, βραδύκαυστος, δανειολήπτης, παλιρροϊκός, προσηλυτίζω, ραπτοµηχανή, συλλυπητήρια). Έτσι, δικαιολογηµένα µπορούµε να πούµε ότι στον τοµέα αυτό, αν εξαιρέσει κανείς τις αντιοικονοµικές του διατυπώσεις και περιπτωσιολογικές αδυναµίες, είναι σχεδόν αντάξιο ενός λεξικού όπως το ΛΙΤρ., ξεπερνώντας το µάλιστα όσον αφορά την –επιλεκτική δυστυχώς– ετυµολόγηση φράσεων που έχουν αποδώσει ξενικά γλωσσικά στοιχεία (βλ. λ.χ. στα λήµµατα αέριο, ανοίγω, βάζω, βιοτικός, ζώνη, θέση, κάνω, λαµβάνω, νόµος, τιµή, φως). 2.2.5. Το λεξικό της εγκυκλοπαίδειας “Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα” [= ΛΠ.] Παράλληλα µε τη σύνταξη της κορυφαίας αυτής εγκυκλοπαίδειας (1981-1994) εκπονήθηκε ένα εκτενές λεξικό που φιλοδοξούσε να καλύψει ολόκληρο το λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ως τις µέρες µας, κινούµενο λίγο-πολύ στο πνεύµα και το ιδεολογικό υπόβαθρο του λεξικού ∆ηµητράκου, αλλά µε σαφώς µεγαλύτερη έµφαση στον ετυµολογικό τοµέα, του οποίου τη γενική εποπτεία είχε ο Γ. Μπαµπινιώτης. Αρχικά, το έργο είχε ενσωµατωθεί στους 61 τόµους της εγκυκλοπαίδειας και µόλις το 2005 κυκλοφόρησε ξεχωριστά σε ηλεκτρονική µορφή. Εκτός του ότι –όπως είναι αναµενόµενο– δίνεται µεγάλη βαρύτητα στα δεδοµένα από τις έρευνες των ινδοευρωπαϊστών, πράγµα ουδόλως µεµπτό για ένα ιστορικό λεξικό «όλης της ελληνικής γλώσσας», παρουσιάζει ορισµένες πρόσθετες αδυναµίες που έχουν αποφευχθεί στο ΛΜπ. ίσως χάρη και στη συµβολή του νεότερου ετυµολόγου Θ. Μωυσιάδη (πβ. ΛΜπ.: 14). Συγκεκριµένα, σε ορισµένα λήµµατα παρατηρείται ατελέσφορος πλατειασµός (πβ. βροµώ – βρόµος, λειτουργώ, πλιγούρι και στείβω στο Παράρτηµα), παρατίθενται και άλλες ατυχείς ετυµολογήσεις [π.χ. καπετάνιος (βλ. υποσηµ. 10), µωσαϊκό (βλ. υποσηµ. 15), ορθοπεδικός και τραχανάς (βλ. υποσηµ. 21), πλιγούρι

39

Η αλήθεια αποκαθίσταται υποδειγµατικά στο Μπαµπινιώτης 2010: φυντάνι· βλ. και υποσηµ. 23. Για τη γενικότερη κριτική που έχει ασκηθεί στο εν λόγω λεξικό βλ. ενδεικτικά Goutsos 1999 (πιο νηφάλια και µετριοπαθής από τις υπόλοιπες), Ιορδανίδου 2000, Καλιόρης 1998, Κριαράς 2000 και Kriaras 2009, Κουτσοµπόλης 2005, Tseronis 2002 (σε αντιπαραβολή µε το ΛΙΤρ.), Tseronis & Iordanidou 2009, Χάρης 2003-2008: πλήθος αναφορών (βλ. κυρίως τ. Α΄ 34-44, 246-254, τ. Β΄ 122-152, 268-291 κ.ά.π.), Χριστίδης 1999: 103-109.

40

 12 


(βλ. υποσηµ. 19), σπάγκος,41 τσιµπούσι (βλ. υποσηµ. 22), φιτίλι (βλ. υποσηµ. 24)], οι κλασικογενείς διεθνισµοί αποκαλούνται παραπλανητικά και άστοχα «αντιδάνεια» [πβ. θερµοστάτης, ιδεολογία, λευχαιµία, νεοπλασία, οστεοαρθρίτιδα, παθολόγος, τοξόπλασµα, χρωµ(ατ)όσωµα κ.ά.π.], όρος στον οποίο ούτως ή άλλως έχει επενδύσει αρκετά ο Μπαµπινιώτης για προφανείς ιδεολογικούς σκοπούς, για να καταδειχθεί δηλ. η υποτιθέµενη εγγενής µορφολογική, λεξιλογική και «εννοιολογική» εξάρτηση των άλλων γλωσσών, οι οποίες είναι δήθεν αναγκασµένες να καταφεύγουν στην (αρχαία) ελληνική για άµεσο δανεισµό γλωσσικών στοιχείων,42 ενώ γενικώς η ετυµολόγηση των µεταφραστικών και 41

Εντελώς ατεκµηρίωτος κρίνεται ο ισχυρισµός που θέλει το ιταλικό spago να προέρχεται < λατινικό hispanicus (= «ισπανικός»), εφόσον δείχνει επαρκώς πειστική η αναγωγή του σε ύστερο λατινικό spacus (= «στριφτό σκοινί»). 42 Ο ζήλος που επιδεικνύει προκειµένου να επισηµάνει µε ηχηρό τρόπο τις περιπτώσεις αντιδανεισµού τον έχει οδηγήσει στην προώθηση βεβιασµένων ορθογραφικών ακροτήτων κυρίως µέσω του ΛΜπ. (πβ. γκάµµα, γόµµα, καννέλα, καννόνι, κολλάν, µπαλλαντέρ, ρυζότο, στυφάδο, τζύρος, τσηρώτο κ.ά.), δίχως η «ελληνογένεια» να είναι πάντοτε βέβαιη ή εξακριβωµένη [π.χ. σκευρώνω, στυλ(ό), τζυριτζάντζουλα, τσύµα-τσύµα· πβ. ζάντα (βλ. υποσηµ. 11), παντόφλα (βλ. υποσηµ. 17), τσόκαρο (βλ. Παράρτηµα)], καθώς και σε ετυµολογικά ολισθήµατα οφειλόµενα για ακόµη µια φορά στο ΛΑν. (βλ. και Ιορδανίδου 2000 στην παράγραφο “Ετυµολογία”). Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των λέξεων τσανάκι (που το ορθογραφεί “τσαννάκι”) και κρέµα· η πρώτη προέρχεται από το τουρκικό çanak (= «γαβάθα») < κινεζικό zhân (= «ποτήρι, φλιτζάνι») + παλαιοτουρκικό ak (= «κύπελλο για τη µέτρηση τροφίµων») και είναι ασφαλώς άσχετο µε το ελληνιστικό σαννάκιον (= «είδος περσικού ποτηριού»), ενώ η δεύτερη θεωρείται ανεπιφύλακτα αντιδάνειο από το αρχαιοελληνικό χρῖσµα µέσω του ιταλικού crema, του παλαιού γαλλικού cresme και του λατινικού chrisma [αυτήν την παρωχηµένη εκδοχή παραθέτει και η Ιορδανίδου (2013)]. Η αλήθεια είναι, όµως, ότι ο σύγχρονος ιταλικός τύπος ανάγεται στο γαλλικό crème < µεταγενέστερο λατινικό crama/cramum που κατάγεται από τα κελτικά ή τα γαλατικά· ο µόνος «κόκκος αλήθειας» στην παραπάνω ετυµολόγηση έγκειται στο γεγονός ότι ο παλαιός αγγλονορµανδικός τύπος cresme –που αποτελούσε αλλόµορφο ή µάλλον «αλλόγραφο» του creme– ενδέχεται να έχει επηρεαστεί παρετυµολογικά από τον εκκλησιαστικό όρο chrisma (< ελληνιστικό χρῖσµα) της µεταγενέστερης λατινικής. Όσο για το νεοελληνικό φιστίκι και το ελληνιστικό πιστάκιον (< πιστάκ[η] -ιον), πράγµατι παρουσιάζουν απώτερη συγγένεια, αλλά αποτελούν ανεξάρτητες παράλληλες εξελίξεις µε αφετηρία το µέσο περσικό pistak [το πρώτο µέσω του τουρκικού fıstık και του αραβικού fustuḳ (πληθυντικός fıstığı)· πβ. µεσαιωνικό φιστούκιον, ποντιακό φουστούκιν], όπως άλλωστε και το αµπάρι [< τουρκικό ambar < νεότερο περσικό anbār (= «αποθήκη») < µέσο περσικό hanbārak], που ουδεµία σχέση έχει µε το ελληνικό ἐµπόριον. Το δε τσιγκούνης [< τουρκικό çingene (µε φωνηεντική οπισθίωση και κλειστοποίηση λόγω των υπερωικών [ŋg] και του φατνιακού ρινικού [n]) < περσικό çingāne [πβ. παλαιοτουρκικό çıgañ (= «φτωχός»)] < ινδικό Atzigan (> µεσαιωνικό Ἀτσίγγανος)] παρουσιάζει όντως µακρινή συγγένεια µε το Τσιγγάνος, δεν προέρχεται όµως από αυτό ως αντιδάνειο, αλλά πρόκειται και πάλι για παράλληλο απόγονο από τα ινδικά µέσω των τσιγγάνικων γλωσσικών ποικιλιών (βλ. ΛΙΤρ.: Ατσίγγανος). Τέλος, όπως µας αποδεικνύει και το ΛΙΤρ., υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη µεσαιωνική ελληνική που τεκµηριώνουν ότι το ζαφείρι < µεσαιωνικό ζαφ(ε)ίρι(ν), υποκοριστικό του ζάφειρος [διαφορετικό το ελληνιστικό σαπφείριον (= «χρωστική ουσία προερχόµενη από τον ηµιπολύτιµο λίθο lapis lazuli»)] < ;ζάµφειρος (πβ. µεσαιωνική γραφή ζάµφυρος· µε απλοποίηση του συµφωνικού συµπλέγµατος) < ελληνιστικό σάµφειρος [µε προχωρητική αφοµοίωση ηχηρότητας του αρχικού συµφώνου σε συνεκφορές µε το άρθρο στην αιτιατική ενικού και επανανάλυση (πβ. ζάχαρη < ελληνιστικό σάκχαρις)] < σάπφειρος ([pɸ] > [mɸ] µε ιδιότυπη υποχωρητική ανοµοίωση· πβ. Ματθαίος > Μάνθος), οπότε δε συντρέχει κανένας λόγος να υιοθετήσουµε τη µεσολάβηση του ιταλικού zaffiro < λατινικό sapphirus < ελληνιστικό σάπφειρος (σηµιτικής προέλευσης· πβ. εβραϊκό sappīr). Τα παραπάνω ατοπήµατα του ΛΜπ. και του ΛΠ., εκτός από την περίπτωση του “τσιγγούνης”, έχουν αποκατασταθεί στο Μπαµπινιώτης 2010. Εντούτοις, στην περίπτωση του σκεβρώνω (ό.π.: σκευρώνω), παρότι αναγνωρίζει για πρώτη φορά την πιθανή µεσολάβηση µεσαιωνικών λατινικών τύπων sceurum/scebrum (= «σιταποθήκη, αχυρώνας»· > µεσαιωνικό σκευρί(ο)ν = «κασέλα, ξύλινο χρηµατοκιβώτιο»), εξακολουθεί να τους συνδέει κι αυτούς εσφαλµένα µε το αρχαίο σκευάριον, ενώ είναι κοινώς αποδεκτό ότι ανάγονται σε παλαιό γερµανικό Scheur/Schewre (βλ. du Cange 1883–1887: SCEURUM). Βλ. και την εύστοχη κριτική του Παπαναστασίου (2008: 162, 204-206), ενώ για περισσότερες πληροφορίες σχετικά µε την έννοια του αντιδανείου βλ. Αναστασιάδη-Συµεωνίδη 1985, Βασµανόλη 2007, Ιορδανίδου 2013, Μωυσιάδης 21-92011 και 10-10-2011.

 13 


των σηµασιολογικών δανείων, η οποία σηµειωτέον –όπως εν µέρει και στην περίπτωση του ΛΜπ.– αποδεικνύεται έντονα επηρεασµένη από το έργο του Κουµανούδη (1900), παρουσιάζει ασυνέπειες και διακυµάνσεις. Για παράδειγµα, ετυµολογούνται σωστά τα αµφιβληστροειδοβλάστωµα, αµφιβληστροειδοπάθεια και φωταέριο αλλά όχι και τα αµφιβληστροειδίτιδα43 και υγραέριο, ορισµένες περιπτώσεις ετυµολογούνται χωρίς να λαµβάνεται υπόψη η ξένη επιρροή (πβ. άγχος, ανεµιστήρας, δισκίο, επίθηµα, εφηµερίδα, καλώδιο, κατάθλιψη, ποµπός, ραπτοµηχανή, χειριστήριο), ενώ υπάρχουν ολόκληρες οικογένειες τέτοιου είδους λέξεων των οποίων η ετυµολογία απουσιάζει παντελώς [λ.χ. στα λήµµατα αδρεναλίνη, αντιβίωση – αντιβιοτικό, γλωσσολογία, πρόθηµα ή στις οικογένειες των αυτο-, γαστρ(ο)-, γεω- και διαστηµ(ό)-]. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν υπάρχει αµφιβολία ότι –στον τοµέα της ετυµολογίας τουλάχιστον– το παρόν λεξικό υπερέχει ξεκάθαρα έναντι όλων των προκατόχων του και προπαντός του λεξικού ∆ηµητράκου (1954-1958), µε το οποίο µοιράζεται περίπου κοινό γλωσσοϊδεολογικό πλαίσιο. 2.2.6. Το νέο χρηστικό λεξικό της Ακαδηµίας Αθηνών (υπό έκδοση) Το νέο και πολλά υποσχόµενο αυτό λεξικό συντάσσεται υπό την αιγίδα της Ακαδηµίας Αθηνών και υπό την επίβλεψη του καθηγητή Χρ. Χαραλαµπάκη, σύµφωνα µε τον οποίο (2008: 1276-1277) “[...] οι ετυµολογικές πληροφορίες που παρέχονται στο παρόν Λεξικό δίνονται χωρίς ετυµολογικό φόρτο, µε τη µέγιστη δυνατή συντοµία [...] και δεν υπερβαίνουν παρά µόνο πολύ σπάνια τις δύο γραµµές ενός δίστηλου κειµένου”. Από τα λίγα ηµιτελή λήµµατα που έχουµε υπόψη µας44 µπορούµε να παρατηρήσουµε πως η µεθοδολογική αυτή αρχή φαίνεται –προς το παρόν τουλάχιστον– να έχει τις εξής πιθανές συνέπειες. Οι παρεχόµενες ετυµολογίες είναι πάρα πολύ συνοπτικές και εντελώς ανεπαρκείς όσον αφορά την παρακολούθηση της ιστορικής πορείας των λέξεων σε βαθµό που τις καθιστά «αινιγµατικές» και δυσερµήνευτες για το µέσο µη ειδικό αναγνώστη (βλ. αβγό, νέος παρακάτω). Όµως, η κύρια ένστασή µας έγκειται στην υπερεκτίµηση της ισχύος του έµµεσου δανεισµού, της κατεξοχήν λόγιας µορφής δανεισµού, φτάνοντας µε τον τρόπο αυτό στο άλλο άκρο εν συγκρίσει προς το ΛΤ.Φ. Συγκεκριµένα, συχνά θεωρούνται µεταφραστικά ή σηµασιολογικά δάνεια –από τη γαλλική κυρίως– γνήσιες κληρονοµηµένες λέξεις της νέας ελληνικής που είναι απίθανο να αποτελούν τέτοιου είδους δάνεια (αυτό τουλάχιστον συνέβαινε για πλήθος ληµµάτων µέχρι το 2009). Επίσης, σε ορισµένες περιπτώσεις δίνονται ασαφείς και δυσνόητες ετυµολογίες, οι οποίες είτε φτάνουν µ’ ένα «γιγαντιαίο» άλµα κατευθείαν στην αρχαία ελληνική, δίχως να παρουσιάζουν τα εξελικτικά στάδια που µεσολάβησαν (πβ. αβγό), είτε υπονοούν ότι ορισµένες σηµασίες µιας ήδη αρχαίας λέξης έχουν προκύψει µέσω σηµασιολογικού δανεισµού από άλλες γλώσσες, χωρίς όµως κάτι τέτοιο να δηλώνεται ρητά, αφήνοντας

43

Πρόκειται για µεταφραστικό δάνειο από το νεολατινικό retinitis. Όσον αφορά την ανατοµική σηµασία του ουσιαστικοποιηµένου επιθέτου αµφιβληστροειδής, ας σηµειωθεί ότι είναι ήδη ελληνιστική, αλλά αναβίωσε στη σύγχρονη βιολογία και ιατρική κατ’ επιρροήν του γαλλικού rétine (πβ. αγγλικό retina), το οποίο παρουσιάζει παρόµοια σηµασιολογική εξέλιξη εξαιτίας της µακροσκοπικής εικόνας του οφθαλµικού αυτού χιτώνα, ο οποίος –λόγω της ηµιδιαύγειάς του και της αγγείωσης που τον διαπερνά– µοιάζει σα δίχτυ πάνω σε κόκκινο φόντο (βλ. και Μπαµπινιώτης 2010 στο σχετικό λήµµα). Οπότε, δεν έχουµε να κάνουµε µε σηµασιολογικό δανεισµό, όπως ισχυρίζεται το ΛΜπ., ενώ από το ΛΙΤρ. θα περιµέναµε να γίνει ο παραλληλισµός µε τη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση. 44 Τα δεδοµένα προέρχονται από το υλικό του µεταπτυχιακού σεµιναρίου πάνω στη λεξικογραφία που οργάνωσε ο κ. Χριστόφορος Χαραλαµπάκης κατά το πανεπιστηµιακό έτος 2008-2009, καθώς και από το Χαραλαµπάκης 2008.

 14 


αµήχανο και απορηµένο το µέσο χρήστη: λ.χ. αβγό: “[< αρχ. ὠόν, γαλλ. œuf, αγγλ. egg, γερµ. Ei]”, νέος: “[< αρχ. νέος, αγγλ. new, γαλλ. nouveau, γερµ. neu]”. Εν πάση περιπτώσει, όµως, το λεξικό αυτό βρίσκεται ακόµη υπό διαµόρφωση και πιστεύουµε ακράδαντα πως τέτοιου είδους ατέλειες θα εκλείψουν στην τελική έκδοση του έργου, ιδίως στην ηλεκτρονική. Ίσως στις έντυπες µορφές των µεγάλων λεξικογραφικών έργων θα ήταν προτιµότερο οι ούτως ή άλλως εγκυκλοπαιδικού και µεταγλωσσικού χαρακτήρα ετυµολογικές πληροφορίες να παρατίθενται σε ξεχωριστό τεύχος/τόµο, έτσι ώστε να µη στερούν ζωτικό χώρο από το κύριο χρηστικό σώµα του λεξικού και να ευνοούν την ανετότερη ανάπτυξή τους. 2.2.7. Το ορθογραφικό – ερµηνευτικό λεξικό της ∆΄, Ε΄ και Στ΄ ∆ηµοτικού Κλείνοντας την περιήγησή µας στα σύγχρονα νεοελληνικά λεξικά, ας αναφερθούµε εν τάχει σε µια απρόσµενη ανακάλυψη. Ξεφυλλίζοντας το νέο σχολικό λεξικό για τις τρεις µεγαλύτερες τάξεις του ∆ηµοτικού των Καψάλη, Πασχάλη, Τσιάλου & Γουλή (χ.χ.), έκπληκτοι διαβάσαµε στο προλογικό σηµείωµα ότι –εκτός όλων των άλλων (µετα)γλωσσικών πληροφοριών που παρέχονται και σε πλήρη αντίφαση µε τον ίδιο τον τίτλο του λεξικού– δίνεται “και η βασική ετυµολογία της λέξης, δηλ. η ηλικία και η προέλευσή της” (ό.π.: 7). Κι αναρωτιόµαστε: σε τι θα ωφελήσουν τους µικρούς µαθητές δεδοµένα όπως αυτί: “[αρχ. οὖς]”, ηλεκτρισµός: “[αρχ. ἤλεκτρον]”, θέµα: “[µτγν. θέµα < αρχ. τίθηµι]”, ιδέα: “[αρχ. ἰδέα < ἰδεῖν < ὁρῶ (= βλέπω)]”, λεωφορείο: “[λόγ. λεωφόρος < λεώς (= λαός) + φέρω]”, νερό: “[µεσν. νερόν < µτγν. νηρόν < αρχ. νεαρόν]”, στάχυ: “[ελνστ. στάχυον < αρχ. στάχυ]” ή χλωµός: “[µεσν. < ελνστ. φλόµος]”; ∆ε θα υπεισέλθουµε σε λεπτοµέρειες, διότι η απάντηση στο ερώτηµα αυτό δεν είναι καθόλου απλή και ξεφεύγει κατά πολύ από τα πλαίσια της εργασίας αυτής. Θα αρκεστούµε µόνο στην επισήµανση της οφθαλµοφανούς ασυνέπειας στη χρήση των όρων και στους ετυµολογικούς στόχους (π.χ. οι όροι “ελληνιστικός” και “µεταγενέστερος” εναλλάσσονται ελεύθερα και συνυπάρχουν ακόµη και στην ίδια σελίδα [λ.χ. ό.π.: 187, 240]), καθώς και των κινδύνων που συνεπάγεται η λεγόµενη «ολιστική» θεώρηση της ελληνικής (πβ. Μπαµπινιώτης 2010: 15) και στην εκπαίδευση, µια γλωσσοδιδακτική δηλ. αντίληψη της µητρικής γλώσσας που δεν κάνει σαφή διάκριση ανάµεσα στη συγχρονία και τη διαχρονία, θεωρώντας την ελληνική γλώσσα «ενιαία» και «αδιαίρετη»,45 και εµπλέκεται σε όλο το ιδεολογικό φορτίο και στις πλάνες που συνοδεύουν τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο (πβ. Αρχάκης & Κονδύλη 20042: 109, Χριστίδης 1999: 5051, 55-57, 59-65). Είναι, τέλος, ενδεικτικό της «ανερµάτιστης» γλωσσικής πολιτικής που επικρατεί σήµερα το γεγονός ότι το αντίστοιχο λεξικό για το Γυµνάσιο των Γαβριηλίδου, Λαµπροπούλου & Αγγελάκου (χ.χ.) δε δίνει ετυµολογικά στοιχεία πέρα από σποραδικές αναφορές σε σχόλια, παρόλο που οι µαθητές διδάσκονται παράλληλα και αρχαία ελληνικά κι έτσι θα µπορούσαν κατά κάποιον τρόπο να αξιοποιήσουν µεταγλωσσικά τέτοιου είδους πληροφορίες. 3. Συµπεράσµατα – Προτάσεις Με αφορµή την προηγηθείσα συζήτηση θα θέλαµε να καταθέσουµε ορισµένες προτάσεις σχετικά µε τα ζητήµατα που µας απασχόλησαν. Πρώτα απ’ όλα, νοµίζουµε πως είναι επιτακτική η ανάγκη σύνταξης ενός εξειδικευµένου –βασισµένου σε αυστηρή, συνεπή και συλλογική διεπιστηµονική έρευνα– σύγχρονου ετυµολογικού λεξικού τόσο της αρχαίας όσο και της µεσαιωνικής και νέας ελληνικής (πβ. εντούτοις υποσηµ. 3), 45

Βλ. ενδεικτικά Μπαµπινιώτης 1994α: 155-162 και 1994β: 331-352.

 15 


έργα τα οποία θα αντικαταστήσουν στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία τα απαρχαιωµένα πλέον λεξικά των Hofmann (1974) και Ανδριώτη (19833) αντίστοιχα. Είναι µάλλον αυτονόητο ότι η εγχώρια πληροφόρηση και παιδεία δεν είναι δυνατόν να βασιστεί σε αµετάφραστα έργα αναφοράς της διεθνούς βιβλιογραφίας, όπως είναι τα πράγµατι εξαιρετικά λεξικά των Frisk (1960-1972), Chantraine (1968-1980) και πιο πρόσφατα του Beekes (2010), τα οποία ωστόσο δεν είναι εύκολα προσβάσιµα για το ελληνικό ευρύ κοινό, ενώ το λεξικογραφικό κενό όσον αφορά την ετυµολογία της µεσαιωνικής ελληνικής είναι δεδοµένο ακόµη και στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία. Ευχής έργον θα ήταν, επίσης, η σύνταξη ενός ιστορικού λεξικού «όλης της ελληνικής γλώσσας», το οποίο θα αποτύπωνε ανάγλυφα την ιστορία του ελληνικού λεξιλογίου από την απώτατη αρχαιότητα µέχρι σήµερα, εγχείρηµα ωστόσο υπέρ το δέον φιλόδοξο. Σε ό,τι αφορά το περιεχόµενο των ετυµολογικών σχολίων σ’ ένα γενικό νεοελληνικό λεξικό, θα προτείναµε να περιλαµβάνει τις εξής πληροφορίες: α) την εξελικτική παράδοση από την οποία προέρχεται κάθε λέξη (δηµώδη, λόγια), το αν δηλ. η λέξη αποτελεί «φυσικά» κληρονοµηµένο γλωσσικό στοιχείο ή αν συνιστά προϊόν είτε εξεζητηµένου νεολογισµού είτε εσωτερικού δανεισµού µε ή χωρίς επιρροή από ξένη γλώσσα· β) την ηλικία της λέξης ως µορφοφωνολογικής και σηµασιολογικής οντότητας και όχι ως ορθογραφικού τύπου [νεότερη, µεσαιωνική (όψιµη – µέση – πρώιµη), ελληνιστική (αυτοκρατορική – αλεξανδρινή), αρχαία] µε προσδιορισµό και του αιώνα, αν αυτό είναι εφικτό·46 γ) τους παλαιότερους τύπους από τους οποίους προέρχεται ή παράγεται η εξεταζόµενη λέξη µε συνοπτική περιγραφή-ερµηνεία των φωνητικών/φωνολογικών και µορφολογικών µεταβολών που µεσολαβούν σε κάθε στάδιο και, αν κριθεί απαραίτητο, τις προγενέστερες σηµασίες του λεξήµατος ή τους αµάρτυρους τύπους –ως αποκυήµατα εσωτερικής επανασύνθεσης– που αιτιολογούν τις ανεπαρκώς µαρτυρούµενες γραµµατειακά γλωσσικές αλλαγές· δ) στις παράγωγες και σύνθετες λέξεις, την ανάλυση της µορφολογικής τους δοµής, ει δυνατόν µε προσδιορισµό του βαθµού της συγχρονικής διαφάνειας, αν και θα ήταν επιστηµονικά ορθότερο οι συγχρονικά διαφανείς µορφολογικές δοµές να αναλύονται σε κάποιο άλλο τµήµα του λεξικογραφικού άρθρου (λ.χ. ανάµεσα στις λοιπές µορφολογικές πληροφορίες και στο σηµασιολογικό κοµµάτι) και όχι µέσα στην ετυµολογία, γιατί κάτι τέτοιο στην ουσία υποκρύπτει σύγχυση συγχρονίας και διαχρονίας· ε) στην περίπτωση κάθε είδους δανείων (άµεσων και έµµεσων), την παράθεση του ξένου τύπου και της γλώσσας από την οποία προέρχονται µε επισήµανση της µορφής του δανεισµού· και στ) σε περιπτώσεις νεολογισµών, τη χρονολογία της πρώτης εµφάνισης της λέξης ή της φράσης, αν αυτή είναι γνωστή.47 46

Κάτι τέτοιο, οµολογουµένως, είναι αρκετά δύσκολο και για το λόγο αυτό τα λεξικά συνήθως περιορίζονται στην εκτίµηση της ηλικίας του ορθογραφικού τύπου, είτε πρόκειται για κληρονοµηµένο είτε για λόγιο λέξηµα (λ.χ. αντέχω: < αρχ. ἀντέχω, γη: < αρχ. γῆ, έβδοµος: < αρχ. ἕβδοµος, ζωή: < αρχ. ζωή, ήλιος: < αρχ. ἥλιος, µύθος: < αρχ. µῦθος, φαύλος: < αρχ. φαῦλος, χαίρω: < αρχ. χαίρω κ.ο.κ.), παρόλο που η προφορά της αρχαίας λέξης διαφέρει σηµαντικά από αυτήν της νεοελληνικής: αρχαία ελληνική [antékʰɔ:], [ɡɛˆ:], [hébdomos], [zdɔ:έ:], [hέ:lios]/[hέ:ljos], [myˆ:tʰos], [pʰaˆʊlos], [kʰaίrɔ:] ≠ νέα ελληνική [a(n)'dɛxɔ], ['ʝi], ['ɛvðɔmɔs], [zɔ'i], ['iʎɔs], ['miθɔs], ['favlɔs], ['çɛrɔ]. Ο ακριβής, ωστόσο, προσδιορισµός του χρόνου των φωνητικών µεταβολών στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας είναι ιδιαίτερα δυσχερής και θα απαιτούσε συν τοις άλλοις τη χρήση του διεθνούς φωνητικού αλφαβήτου στα ετυµολογικά σχόλια. 47 Πβ. Drysdale 1989· βλ. και τις ετυµολογίες των λεξικών της αγγλικής που προσφέρονται δωρεάν στις ιστοσελίδες http://dictionary.reference.com/ και http://www.merriam-webster.com/.

 16 


Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να επικεντρώνεται στην αποφυγή των ιδεολογικών φορτίσεων και της µετάδοσης γλωσσοϊδεολογικών υπονοηµάτων µέσω των ετυµολογικών στρατηγικών, πράγµα που δεν είναι καθόλου αυτονόητο ή εύκολο να επιτευχθεί στην πράξη. Οφείλουµε, πάντως, να οµολογήσουµε ότι αυτό το πρότυπο ακολουθείται σε µεγάλο βαθµό από το ΛΙΤρ. (πβ. Πετρούνιας 1985), υπάρχουν όµως περιθώρια για αρκετές βελτιώσεις, εφόσον και σ’ αυτό το λεξικό δε λείπουν οι ατέλειες. Σε ό,τι έχει να κάνει µε τα ετυµολογικά σύµβολα, θα µπορούσαµε να προτείνουµε µια µικρή τροποποίηση των συνήθων συµβάσεων στην ελληνική βιβλιογραφία, σύµφωνα µε την οποία η χρήση των γωνιωδών αγκυλών (< ή >) θα περιορίζεται σε περιπτώσεις παραγωγής, σύνθεσης, λόγιου εσωτερικού ή εξωτερικού δανεισµού και σύνδεσης φωνητικών συµβόλων κατά την επεξήγηση των αντίστοιχων µεταβολών, ενώ για τη δήλωση της κληρονοµικής διαχρονικής συνέχειας και του µη λόγιου δανεισµού (η ένταξη και προσαρµογή στο µορφολογικό σύστηµα της ελληνικής δεν µπορεί να θεωρηθεί παραγωγή) θα εισάγεται µια κυµατοειδής παύλα (~). Για παράδειγµα: αλυχτώ (= «γαβγίζω»): ~ µεσαιωνικό ἀλυχτῶ ~ ελληνιστικό & αρχαίο κρητικό ἀλυκτῶ ([kt] > [xt] µε υποχωρητική ανοµοίωση τρόπου άρθρωσης) ~ αρχαίο ὑλακτῶ (µε αντιµετάθεση των φωνηέντων) < ὑλα- (του ὑλάω, -ῶ) -κτῶ παγόνι: ~ µεσαιωνικό παγόνι ~ παγώνιν (µε σίγηση του τελικού [n] και ορθογραφική απλοποίηση) είτε ~ παλαιό ιταλικό pagon[e] (~ λατινικό pavo, αιτιατική pavonem) -ιν είτε ~ µεσαιωνικό παώνιν (µε ανάπτυξη µεσοφωνηεντικού [ɣ] για αποφυγή της χασµωδίας) ~ παώνιον (µε σίγηση του άτονου [ɔ] µετά από [i] σε θέση επιθήµατος) < ελληνιστικό πάων [~ λατινικό pavon- (του pavo)] -ιον (µε υποκορισµό) παχύρρευστος: λόγιο < παχύ- + ρευστ[ός] -ος (µεταφραστικό δάνειο < γερµανικό dickflüssig) πολιοµυελίτιδα: λόγιος διεθνισµός < γαλλικό poliomyelite < αρχαίο πολιό[ς] (= «γκρίζος») + myelite (= «φλεγµονή του µυελού») < αρχαίο µυελ[ός] -ite = ίτις, αιτιατική -ίτιδα τερακότα: ~ ιταλικό terracotta (µε απλογράφηση) < φράση terra cotta (= «γη ψηµένη») Πρωτεύοντα ρόλο στην αξιοπιστία και την εγκυρότητα κάθε ετυµολογικής πληροφόρησης διαδραµατίζουν οι θεωρητικές αρχές και τα σχετικά κριτήρια πάνω στα οποία βασίζεται. Σύµφωνα µε το Μωυσιάδη (2011: 45-46), “[ο]ι αρχές αυτές θα υπαγορεύσουν ως προτιµότερη τη λύση που: α) περιλαµβάνει τις λιγότερες ή απλούστερες διαδικασίες (οικονοµία), β) εξηγεί τον µεγαλύτερο όγκο δεδοµένων (πληρότητα), γ) δεν συγκρούεται µε τα γνωστά ιστορικά δεδοµένα για τη γλώσσα και τους οµιλητές της (ιστορικότητα)”. Η ιεράρχηση των ετυµολογικών κριτηρίων και η αξιοποίηση του διαθέσιµου υλικού θα πρέπει, σύµφωνα µε τον ίδιο ερευνητή (2011), να ακολουθεί τις εξής γενικές κατευθυντήριες γραµµές: 1) “Το µορφολογικό κριτήριο έχει προτεραιότητα έναντι της φωνητικής οµοιότητας”· 2) “Τα κριτήρια µορφής έχουν προτεραιότητα έναντι της σηµασιολογικής εγγύτητας”· 3) “Τα γλωσσολογικά κριτήρια έχουν προτεραιότητα έναντι των εξωγλωσσικών”· 4) “Η αρχή τής οµοχρονίας είναι ισχυρός παράγοντας ελέγχου τής ετυµολογικής πρότασης”. Η αρχή αυτή “επιτάσσει την αναζήτηση ή επανασύνθεση του ετύµου µε τρόπο που αρµόζει στη δική του γλωσσική εποχή. Ο ετυµολόγος επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι τα ενδιάµεσα στάδια που οδηγούν στο έτυµον µπορούν να συνυπάρξουν στην ίδια συγχρονία

 17 


(Μωυσιάδης 2005: 256) [, ...] ώστε να αποφεύγονται αναχρονισµοί [...] τόσο ως προς τα αναλογικά πρότυπα όσο και ως προς τις παράλληλες µορφές” (Μωυσιάδης 2011: 51). Τέλος, όπως εύκολα µπορεί κανείς να διαπιστώσει και από τα δεδοµένα του Παραρτήµατος, στα σύγχρονα λεξικά της νέας ελληνικής παρατηρείται ικανός βαθµός ορθογραφικής ποικιλότητας, ο οποίος σχετίζεται άρρηκτα µε την ετυµολογία, εφόσον η σηµερινή ορθογραφία, παρά τις απλουστεύσεις που εισήγαγαν οι µεταρρυθµίσεις του 1976 και του 1982, εξακολουθεί να παραµένει κατά βάσιν ιστορική. Όπως επισηµαίνουν µεταξύ άλλων οι Αργυρόπουλος (2015: 49-55), Goutsos (1999: 167-168), Κακριδή-Φερράρι (2008: 368, 373-374), Καλιόρης (1998: 1063-1064), Kriaras (2009: 257), Παπαναστασίου (2008: 161-166), Χαραλαµπάκης (2001: 186, 191) και Χάρης (20032008: τ. Α΄ 247), ιδιαίτερη αναστάτωση στο ήδη βεβαρηµένο ορθογραφικό σκηνικό προκάλεσε η δηµοσίευση του ΛΜπ., το οποίο εισηγείται πληθώρα ορθογραφικών «αποκαταστάσεων» βάσει του ετυµολογικού κριτηρίου ορθογράφησης, ενώ ούτε τα παλαιότερα λεξικά εφάρµοζαν µε απόλυτα συνεπή και ενιαίο τρόπο τις αρχές της περιορισµένης απλογράφησης (πβ. Ιορδανίδου 1998). Ωστόσο, το ιδιόµορφο και εξαιρετικά περίπλοκο αυτό ζήτηµα υπερβαίνει τα όρια της µελέτης αυτής και θα πρέπει να αντιµετωπιστεί ξεχωριστά. Βιβλιογραφία Adrados, Fr. 2003. Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις απαρχές ως τις µέρες µας [µτφρ. A. V. Lecumberri]. Αθήνα: Παπαδήµας. Αναστασιάδη-Συµεωνίδη, Ά. 1985. Πώς ορίζεται ο όρος 'αντιδάνειο'; Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα. Πρακτικά της 6ης Ετήσιας Συνάντησης του Τοµέα Γλωσσολογίας του A.Π.Θ. (22-24 Μαΐου 1985). Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης, 261-268. Αναστασιάδη-Συµεωνίδη, Ά. 1994. Νεολογικός δανεισµός της νεοελληνικής. Θεσσαλονίκη. Αναστασιάδη-Συµεωνίδη, Ά. 1997. Γλωσσικές διαδικασίες κατά τη δηµιουργία όρων. Στο Ελληνική γλώσσα και ορολογία. Πρακτικά του Α΄ συνεδρίου ελληνικής ορολογίας. Αθήνα, 77-87. Αργυρόπουλος, Β. 2009. Αρχαιολατρία και γλώσσα: Θέµατα ετυµολογίας και ορθογραφίας. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος. Αργυρόπουλος, Β. 2015. Γιατί να µάθω ορθογραφία κι άλλα ορθογραφικά. Καβάλα: Σαΐτα. ∆ιαθέσιµο στη διεύθυνση: http://www.saitapublications.gr/2015/04/ebook.154.html. Αρχάκης, Α. & Μ. Κονδύλη 20042. Εισαγωγή σε ζητήµατα Κοινωνιογλωσσολογίας. Αθήνα: Νήσος. Βασµανόλη, Ε. 2007. Οι αντιδάνειες λέξεις στη Νέα Ελληνική. Αθήνα: Βιβλιοθήκη Σοφίας Σαριπόλου 101 (διδακτορική διατριβή). ∆ιαθέσιµη στη διεύθυνση: http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/23156#page/1/mode/2up. Beekes, R. 2010. Etymological Dictionary of Greek. Leiden & Boston: Brill. Γαβριηλίδου, Μ., Π. Λαµπροπούλου & Κ. Αγγελάκος χ.χ. Ερµηνευτικό λεξικό νέας ελληνικής. Α΄, Β΄, Γ΄ Γυµνασίου. Αθήνα: ΟΕ∆Β. Chantraine, P. 1968-1980. Dictionaire étymologique de la langue grecque. Histoire des mots [4 volumes]. Paris: Editions Klincksieck. ∆αγκίτσης, Κ. 1978-1984. Ετυµολογικό λεξικό της νεοελληνικής [2 τόµοι]. Αθήνα. ∆ηµητράκος, ∆. (εκδ.) 1954-1958. Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης [9 τόµοι]. Αθήνα: ανατύπ. Πρόοδος. ∆ιαδικτυακό έργο χ.χ. Türkçe Etimolojik Sözlük. ∆ιαθέσιµο στην ιστοσελίδα: http://www.nisanyansozluk.com/?k. Drysdale, P. D. 1989. Etymological information in the general monolingual dictionary. In F. J. Hausmann et al. (eds.). Wörterbücher – Dictionaries – Dictionnaires: An International Encyclopedia of Lexicography [vol. 1]. Berlin, 525-530. du Cange, Ch. du Fresne et. al. 1883–1887 [16781]. Glossarium ad scriptores mediae et infimae Latinitatis [10 tomi]. Niort: L. Favre. Frisk, H. 1960-1972. Griechisches etymologisches Wörterbuch [3 Volumes]. Heidelberg. Goutsos, D. 1999. Essay Review of George D. Babiniotis, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Athens, Center for Lexicography 1998). Journal of Modern Greek Studies 17, 163-170. Hofmann, J. B. 1974. Ἐτυµολογικὸν λεξικὸν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς [µτφρ. Α. Παπανικολάου]. Αθήνα.

 18 


Ιορδανίδου, Ά. 1998. Η ορθογραφία στα νεοελληνικά λεξικά. Γλώσσα 44, 4-21. Ιορδανίδου, Ά. 2000. «Λεξικά για τα ελληνικά του 21ου αιώνα»: Σύγκριση και αξιολόγηση των λεξικών. Η Καθηµερινή, 5-11-2000, 56-57. Ιορδανίδου, Ά. 2013. Αντιδάνεια: Ξένες λέξεις µε ελληνική καταγωγή. Αθήνα: Το Βήµα (ένθετο στο φύλλο της 24ης Φεβρουαρίου 2013). Κακριδή-Φερράρι, Μ. 2008. Ορθογραφικές µεταρρυθµίσεις: τάσεις και αντιστάσεις. Στο Μ. Θεοδωροπούλου (επιµ.). Θέρµη και φως. Licht und Wärme. Αφιερωµατικός τόµος στη µνήµη του Α.-Φ. Χριστίδη. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 365-383. Καλιόρης, Γ. Μ. 1998. Το Λεξικό Μπαµπινιώτη. Νέα Εστία 1706, 1056-1082. Καψάλης, Γ., Α. Πασχάλης, Στ. Τσιάλος & ∆. Γουλής χ.χ. Ορθογραφικό – ερµηνευτικό λεξικό ∆΄, Ε΄, Στ΄ ∆ηµοτικού. Το λεξικό µας. Αθήνα: ΟΕ∆Β. Κοραής, Α. 1828-1835. Ἄτακτα [5 τόµοι]. Παρίσι. Κουλάκης, Γ. 1993. Το µεγάλο ετυµολογικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Θεσσαλονίκη: ΜαλλιάρηςΠαιδεία. Κουµανούδης, Στ. 1900. Συναγωγὴ νέων λέξεων ὑπὸ τῶν λογίων πλασθεισῶν ἀπὸ τῆς ἁλώσεως µέχρι τῶν καθ’ ἡµᾶς χρόνων [2 τόµοι]. Αθήνα. Κουτσοµπόλης, ∆. 2005. Ο τύπος για το λεξικό Μπαµπινιώτη. Γλώσσα 60, 61-73. Κριαράς, Ε. 2000. Το Λεξικό Μπαµπινιώτη και η δηµοτική. Η Καθηµερινή, 5-11-2000. Κριαράς, Ε. 2001-2003. Επιτοµή του λεξικού της µεσαιωνικής ελληνικής δηµώδους γραµµατείας 11001669 [2 τόµοι]. ∆ιαθέσιµο στη διεύθυνση: http://www.greek-language.gr/greekLang/medieval_greek/kriaras/index.html. Kriaras, E. 2009. A tradition of Anomaly: Towards the regularization of the greek language. In A. Georgakopoulou & M. Silk (eds.). Standard Languages and Language Standards: Greek, Past and Present. Farnham: Ashgate, 253-258. Labov, W. 1994, Principles of Linguistic Change, Volume 1: Internal Factors. Oxford & Malden: Willey-Blackwell. Lampe, G. W. H. 1961. A Patristic Greek Lexicon. Oxford: Clarendon Press. ΛΑν. = Ανδριώτης, Ν. 19833 [19511]. Ἐτυµολογικὸ λεξικὸ τῆς κοινῆς νεοελληνικῆς. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών – Ίδρυµα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. ΛΙΤρ. = Ίδρυµα Τριανταφυλλίδη (εκδ.) 1998. Λεξικό της κοινής νεοελληνικής. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών – Ίδρυµα Μανόλη Τριανταφυλλίδη (διατίθεται και online στη διεύθυνση: http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/index.html). ΛΚρ. = Κριαράς, Ε. (επιµ.) 1995. Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δηµοτικής γλώσσας. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών. ΛΜπ. = Μπαµπινιώτης, Γ. (επιµ.) 20022 [19981]. Λεξικό τής νέας ελληνικής γλώσσας: Με σχόλια για τη σωστή χρήση των λέξεων. Αθήνα: Κέντρο λεξικολογίας. ΛΠ. = Πάπυρος (εκδ.) 2005. Μέγα λεξικό της ελληνικής γλώσσας (Αρχαίας – Μεσαιωνικής – Νέας). Σε ψηφιακή µορφή. LSJ9 = Liddell, H. G., R. Scott & H. S. Jones et al. 19409. A Greek-English Lexicon (With a revised supplement [1996]). Oxford: Clarendon Press. ΛΤ.Φ. = Τεγόπουλος – Φυτράκης (εκδ.) 1997. Μείζον ελληνικό λεξικό. Αθήνα (διατίθεται και σε ηλεκτρονική µορφή). Μοσχονάς, Σπ. Α. 2005. Η πρότυπη γλώσσα. Cogito 03, 56-57. Μπαµπινιώτης, Γ. 1971/1972. Τὸ θεωρητικὸν ὑπόβαθρον τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας. ΕΕΦΣΠΑ 23, 286-307. Μπαµπινιώτης, Γ. 19912. Ἡ µοναδικότητα τής λέξεως. Στο Γλωσσολογία και Λογοτεχνία. Αθήνα, 77100. Μπαµπινιώτης, Γ. 1994α. Ἡ γλώσσα ὡς ἀξία: Τὸ παράδειγµα τῆς ἑλληνικῆς. Αθήνα: Gutenberg. Μπαµπινιώτης, Γ. 1994β. Ἑλληνικὴ γλώσσα: Παρελθόν, Παρόν, Μέλλον. Αθήνα: Gutenberg. Μπαµπινιώτης, Γ. 1997α. Οι ξένες λέξεις της ελληνικής. Το Βήµα, 22-6-1997. Μπαµπινιώτης, Γ. 1997β. Προκλητικές ορθογραφίες λέξεων. Το Βήµα, 20-7-1997. Μπαµπινιώτης, Γ. 1997γ. Επιστηµονική ετυµολογία των λέξεων. Το Βήµα, 21-9-1997. Μπαµπινιώτης, Γ. 1997δ. Αντιστρεψιµότητα και όχι απλογράφηση. Το Βήµα, 9-11-1997. Μπαµπινιώτης, Γ. 1998. Η συνέπεια στην ορθογραφία. Το Βήµα, 1-2-1998. Μπαµπινιώτης, Γ. 1999. Ενιαία ορθογραφία. Το Βήµα, 10-1-1999. Μπαµπινιώτης, Γ. 2008α. Χρειάζεται η ιστορική ορθογραφία; Το Βήµα, 6-1-2008. Μπαµπινιώτης, Γ. (επιµ.) 2008β. Ορθογραφικό λεξικό τής νέας ελληνικής γλώσσας: Εξηγεί και διδάσκει την ορθογραφία. Αθήνα: Κέντρο λεξικολογίας.

 19 


Μπαµπινιώτης, Γ. (επιµ.) 2010. Ετυµολογικό λεξικό τής νέας ελληνικής γλώσσας: Ιστορία των λέξεων. Αθήνα: Κέντρο λεξικολογίας. Μωυσιάδης, Θ. 2005. Ετυµολογία: Εισαγωγή στη µεσαιωνική και νεοελληνική ετυµολογία. Αθήνα: Ελληνικά Γράµµατα. Μωυσιάδης, Θ. 2011. Ιεράρχηση κριτηρίων στην ετυµολογική έρευνα. Γλωσσολογία 19, 45-55. Μωυσιάδης, Θ. 21-9-2011. Η προσωπογραφία τού αντιδανείου. Από το ιστολόγιο: http://linguarium.blogspot.gr/2011/09/blog-post.html. Μωυσιάδης, Θ. 10-10-2011. Η ορθογραφία τού αντιδανείου. Από το ιστολόγιο: http://linguarium.blogspot.gr/2011/10/blog-post.html. Παπαναστασίου, Γ. 2001. Λεξικά της νέας ελληνικής. Από την ιστοσελίδα: http://www.greeklanguage.gr/greekLang/studies/guide/thema_d9/index.html. Παπαναστασίου, Γ. 2008. Νεοελληνική ορθογραφία: Ιστορία, θεωρία, εφαρµογή. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών – Ίδρυµα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Παπανικολάου, Α. 1974. Πρόλογος τοῦ Μεταφραστοῦ <περὶ έτυµολογίας>. Στο J. B. Hofmann 1974, ε΄- ιζ΄. Πετρούνιας, Ευ. Β. 1985. Τα λεξικά της νέας ελληνικής, οι ετυµολογίες τους, και οι ετυµολογίες του Λεξικού του Ιδρύµατος Τριανταφυλλίδη. Μελέτες για την ελληνική γλώσσα 3, 307-416. Πρωία (εκδ.) 1933. Λεξικὸν τῆς <νέας> ἑλληνικῆς γλώσσης [3 τόµοι µαζί µε το συµπλήρωµα]. Αθήνα. Σκαρλάτος, ∆. ο Βυζάντιος 18351, 18572, 18743, 19754. Λεξικὸν τῆς καθ’ ἡµᾶς ἑλληνικῆς διαλέκτου. Αθήνα. Σταµατάκος, Ι. (επιµ.) 1949. Λεξικὸν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα. Σταµατάκος, Ι. (επιµ.) 1952-1955. Λεξικὸν τῆς νέας ἑλληνικῆς γλώσσης [3 τόµοι]. Αθήνα. Συµεωνίδης, Χ. Π. 2010. Ετυµολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυµίων [2 τόµοι]. Λευκωσία & Θεσσαλονίκη: Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου. Τεγόπουλος – Φυτράκης (εκδ.) 19959. Ελληνικό λεξικό. Αθήνα. Τοµπαΐδης, ∆. 1998. Ορθογραφική Πειθαρχία. Το Βήµα, 18-1-1998. Tseronis, A. 2002. Diglossic past and present lexicographical practices: The case of two greek dictionaries. Language Problems and Language Planning 26 (3), 219-252. Tseronis, A & A. Iordanidou 2009. Modern Greek Dictionaries and the Ideology of Standardization. In A. Georgakopoulou & M. Silk (eds.). Standard Languages and Language Standards: Greek, Past and Present. Farnham: Ashgate, 167-185. Tuite, K. 2006. Interpreting language variation and change. In Chr. Jourdan & K. Tuite (eds.). Language, Culture and Society. Key Topics in Linguistic Anthropology. Cambridge: Cambridge University Press, 229-256. Χαραλαµπάκης, Χρ. 2001. Ορθογραφικά προβλήµατα της Νεοελληνικής. Μέντορας 4, 185-202. Χαραλαµπάκης, Χρ. 20013. Μεταφραστικά δάνεια της νέας ελληνικής από ευρωπαϊκές γλώσσες. Στο Νεοελληνικός Λόγος: Μελέτες για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και το ύφος. Αθήνα: Νεφέλη, 327-344. Χαραλαµπάκης, Χρ. 2003 [2005]. Η επίδραση των ευρωπαϊκών γλωσσών στη Νεοελληνική: Η περίπτωση των µεταφραστικών δανείων. Στο Γλώσσα και πολιτισµός. Πρακτικά του συνεδρίου, Αθήνα 24-26 Μαΐου 2001. Αθήνα, 127-136. Χαραλαµπάκης, Χρ. 2007. Λεξικά (νεοελληνικά). Στο Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα: Πατάκης. Χαραλαµπάκης, Χρ. 2008. Το νέο Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής της Ακαδηµίας Αθηνών. Πρακτικά του 8ου ∆ιεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας (σε ψηφιακή µορφή), 1263-1282. Χάρης, Γ. 2003-2008. Η γλώσσα, τα λάθη και τα πάθη [2 τόµοι]. Αθήνα: Πόλις. Χριστίδης, Α.-Φ. 1999. Γλώσσα, Πολιτική, Πολιτισµός. Αθήνα: Πόλις.

 20 


Παράρτηµα Ενδεικτικές αντιπαραβολές ετυµολογικών σχολίων στα σύγχρονα νεοελληνικά λεξικά

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

άγχος λόγ., νεώτ., ἀπὸ τὸ ρ. ἄγχω. [από το αρχ. ρ. ἄγχω (= σφίγγω το λαιµό)] – [λόγ. < αρχ. ἄγχ(ω), -οµαι `στραγγαλίζω΄ -ος αναλ. προς τα αρχ. ψεύδω, -οµαι – ψεῦδος, πνίγω, -οµαι – πνῖγος `πνίξιµο απ’ τη ζέστη΄, µτφρδ. γαλλ. angoisse]

ΛΜπ.

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

αµφιβληστροειδής – [<µτγν. ἀµφιβληστροειδής < ἀµφίβληστρον + εἶδος] – [λόγ. < ελνστ. ἀµφιβληστροειδής]

ΛΜπ.

ΛΠ.

ΛΑν.

βροµώ ἀρχ. βροµῶ (=κροτῶ) < οὐσ. βρόµος· ὄχι ἀπὸ τὸ οὐσ. βρῶµα, γιατὶ τότε θὰ ἦταν βρωµατ-ίζω, ὅπως στὰ κρίµα - κριµατ-ίζω, χῶµα - χωµατ-ίζω (Γ. Χατζιδ. στὴν Ἀθηνᾶ 27 ΛΑ 51 κἑξ. καὶ

 21 


ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

στὴν Glotta 22, 132). Ἡ σηµ. «ὄζω» ἤδη µεσν. [<αρχ. βροµῶ (= κροτώ) < ουσ. βρόµος· η σηµ. «όζω» ήδη µσν.] [αρχ. βρόµος] [ελνστ. βρωµῶ (< βρῶµος, βρόµος `βρόµα΄), διαφ. το αρχ. βρόµος `δυνατός θόρυβος΄ (ορθογρ. απλοπ.)]

ΛΜπ.

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

γαστρορραγία γαστρο-: α΄ συνθετ. λόγ. οὐσ. […] γαστρο-ρραγία […]· ἀρχ. γαστρο- (γαστρο-λογία, γαστρορραφία, γαστρο-τόµος κ.τ.λ.), θέµα τῆς γεν. ἑν. τοῦ γαστήρ. [<γαστήρ + ἐρράγην, β΄ αόρ. του αρχ. ρ. ῥήγνυµι] – [λόγ. < γαλλ. gastrorragie < gastro- = γαστρο- + -rragie = -ρραγία]

 22 


ΛΜπ.

ΛΠ.

ΛΑν.

ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ. ΛΜπ.

Γενάρης µεσν. Γεννάρης < Γεννάριος < λατιν. januarius, µὲ ἐπίδραση τοῦ γεννῶ, ἐπειδὴ τότε γεννοῦν τὰ πρόβατα. – Ιανουάριος: [<µτγν. Ἰανουάριος < λατιν. Ianuarius < Ianus (θεός των Ρωµαίων στον οποίο ήταν αφιερωµένος ο µήνας αυτός)] – [µσν. Γεννάριος (ορθογρ. απλοπ.) < µσνλατ. Iennarius (< Ianuarius) -ιος > -ης]

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

γιος (γυιος κατά το ΛΜπ.) ὄψιµο µεσν. γιός < ἀρχ. υἱός. [<αρχ. υἱός] [αρχ. υιός] [µσν. γιος < υγιός µε αποβ. του αρχικού άτ. φων. < αρχ. υἱός (ελνστ. προφ. [yós]) µε ανάπτ. µεσοφ. [j] για αποφυγή της χασµ.]

ΛΜπ.

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ. ΛΜπ. ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

διαστηµόπλοιο – [<διάστηµα + πλοίο] – [λόγ. διάστηµ(α)II -ο- + πλοίον µτφρδ. αγγλ. space ship] –

έωλος (αίολος κατά το ΛΜπ.) – [<αρχ. ἕωλος < πιθ. ἕως, ἡώς] – [λόγ. < αρχ. ἕωλος (αρχική σηµ.: `µπαγιάτικος΄)]

 23 


ΛΜπ. ΛΠ. (Εντούτοις, δεν καταγράφεται η ΝΕ σηµασία και χρήση)

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ. ΛΜπ.

ιδεολογία – ἰδεολόγος: λόγ., νεώτ. ἰδεο-λόγος. [<ιδεολόγος] [<ιδέα + -λόγος < λέγω] – [λόγ. < γαλλ. idéologie, γερµ. Ideologie < idéo-, Ideo- = ιδεο- + -logie = -λογία]

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

καθήκον λόγ., ἀρχ. καθῆκον, οὐδ. τοῦ καθήκων, µετοχ. τοῦ καθ-ήκω (=ἁρµόζω). [<αρχ. καθῆκον, ουδ. του καθήκων, µτχ. του ρ. καθήκω (= αρµόζω)] – [λόγ.: 1: αρχ. πληθ. τά καθήκοντα, ελνστ. τό καθῆκον· 2α: σηµδ. γαλλ. office & αγγλ. duties· 2β: σηµδ. γαλλ. devoirs]

ΛΜπ.

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

κολιός (κολοιός κατά το ΛΜπ.) ἀρχ. κολοιός. [<αρχ. κολοιός] [αρχ. κολίας και κολ(ο)ιός] [αρχ. κολί(ας) µεταπλ. -ός και συνίζ. για αποφυγή της χασµ. (παρετυµ. κολοιός = καλιακούδα(;), δες λ.)]

ΛΜπ. ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ.

κτήριο (ΛΑν., ΛΚρ., ΛΜπ., ΛΠ.)/κτίριο (ΛΤ.Φ., ΛΙΤρ.) λόγ., µεσν. οἰκτήριον < οἰκητήριον (Κ. Ἄµαντ. Γλωσσ. Μελετ. 432 σηµ.3). Κατὰ Γ. Χατζιδ. ἀπὸ τὸ µεσν. εὐκτήρ-ιον (=ἐκκλησία). κτήριο: [<µσν. οἰκτήριον < οἰκητήριον < οἰκέω -ῶ < οἶκος]

 24 


κτίριο: [<κτίζω] ΛΚρ. ΛΙΤρ.

[ευκτήριος (οίκος)] [λόγ. < µσν. κτίριον < *οικτήριον < αρχ. οἰκητήριον `χώρος κατοικίας΄ παρετυµ. κτίζω]

ΛΜπ.

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

λειτουργώ ἀρχ. λειτουργῶ < λειτουργός. [<αρχ. λειτουργῶ < λειτουργός] – [λόγ.: 1-3, 5-6: αρχ. λειτουργῶ `αναλαµβάνω δηµόσιο αξίωµα µε προσωπικά µου έξοδα΄ σηµδ. γαλλ. fonctionner· 4: µε βάση τη σηµ. 3· 7: ελνστ. λειτουργῶ (δες λειτουργίαII1)]

ΛΜπ.

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ.

µόλυνση λόγ., ἀρχ. µόλυν-σις < µολύνω. [<αρχ. µόλυνσις < µολύνω] –

 25 


ΛΙΤρ. ΛΜπ. ΛΠ.

ΛΑν.

ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

[λόγ. < αρχ. µόλυν(σις) `βεβήλωση, µαγάρισµα΄ -ση & σηµδ. αγγλ. pollution]

νηνί (ΛΑν., ΛΤ.Φ., ΛΚρ., ΛΜπ., ΛΠ.)/νινί (ΛΙΤρ.) µεσν. νην-ίον (=κούκλα), ὑποκορ. τοὺ ἀρχ. ἰων. νῆνις < νεᾶνις (Ἀ. Παπαδόπ. στὴν Ἀθηνᾶ 28 ΛΑ 58 κἑξ.). Κατὰ Χ. Παντελίδ. στὴν Ἀθηνᾶ 41, 38 κἑξ. ἀπὸ τὸ ἀρχ. ἶνις (=κόρη) µὲ ν προθετικό. [<µσν. νηνίον (= κούκλα) < αρχ. νῆνις < νεᾶνις, ἡ] [αρχ. ιωνικό νήνις] [µσν. *νινί (πρβ. µσν. νινάκι, ελνστ. νιννίον) λ. νηπιακή]

ΛΜπ.

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

ξενισµός – [<αρχ. ξενισµός < ξενίζω] – [λόγ. ξέν(ος) -ισµός µτφρδ. ιταλ. forestie rismo(;) (πρβ. ελνστ. ξενισµός `παραξενιά΄, διαφ. το µσν. ξενισµός `ξενιτεµός΄, αρχ. ξενισµός `φιλοξενία΄)]

ΛΜπ. ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

ξεφτιλίζω (ΛΑν., ΛΤ.Φ., ΛΙΤρ., ΛΠ.)/ξευτιλίζω (ΛΚρ., ΛΜπ.) µεταγν. ἐξ-ευτελίζω < ἐκ πρόθ. + εὐτελής. [<µτγν. ἐξευτελίζω < ἐκ + εὐτελής] – [< ξεφιτιλίζω (συγκ. του άτ. [i]) `βγάζω το φιτίλι απ΄ το λυχνάρι΄ < ξε- φιτίλ(ι) -ίζω· συµφυρ. εξευτελίζω & ξεφτιλίζω]

ΛΜπ. ΛΠ.

οξείδιο (οξίδιο κατά το ΛΜπ.)

 26 


ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

λόγ., µεταγν. ὀξ-ίδιον. Πβ. ξίδι. [<αρχ. ὀξείδιον, υποκορ. του αρχ. ὄξος] – [λόγ. < γαλλ. oxide, oxyde < αρχ. ὀξ(ύς) (δες στο οξύ) -ide = -ίδιο (δες το παράδειγµα οξ-ίδιο στο λ. -ίδιο), η ορθογρ. <ει> µε βάση σφαλερή ελνστ. γραφή ὀξείδιον, υποκορ. του αρχ. ὄξος (δες στο ξίδι)]

ΛΜπ.

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ. ΛΜπ. ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ. ΛΜπ. ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

ορθοπεδικός/ορθοπαιδικός – [<ορθός + πέδον (= έδαφος)] – [λόγ. < γαλλ. orthopédique < orthopéd(ie) = ορθοπεδ(ική), ορθοπαιδ(ική) -ique = -ικός]

οστεοαρθρίτιδα – ὀστεο-: α΄ συνθετ. λόγ. λέξεων ὡς ἰατρικῶν ὅρων […] ἀρχ. ὀστοῦν διὰ τῶν γαλλ. ostéo-[…]. [<οστούν + αρθρίτις] – [λόγ. < γαλλ. ostéoarthrite < ostéo- = οστεο- + arthrite = αρθρίτ(ις) -ιδα]

παγόνι (ΛΤ.Φ., ΛΙΤρ.)/παγώνι (ΛΑν., ΛΚρ., ΛΜπ., ΛΠ.) µεσν. παγώνιν < παώνιν < παών-ιον, ὑποκορ. τοῦ µεταγν. παών. Κατ’ ἄλλους ἰταλ. pagone < pavone. [<µσν. παγώνιν < παώνιν < παώνιον, υποκορ. του µτγν. παών] [µτγν. παών ή ιταλ. pagone<pavone] [µσν. παγόνι < παλ. ιταλ. pagon(e) -ι (< λατ. pavo) ή µσν. παόνιον υποκορ. του ελνστ. πάων (< λατ. pavo) µε ανάπτ. µεσοφ. [γ] για αποφυγή της χασµ.]

ΛΜπ.

ΛΠ.

 27 


ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

πλιγούρι/µπλιγούρι πνιγούρι, ἀπὸ τὸ ρ. πνίγω + κατάλ. -ούρι, ἐπειδὴ πρὶν ἀλεστῆ βράζεται. (Ν. Ἀνδριώτ. στὸν Τιµητ. τόµ. Σ. Καψωµ. 313 κἑξ.). Πβ. µπουλγούρι. (τουρκ. bulgur < ἑλλ. πλιγούρι.) [<πνιγούρι < πνίγω (επειδή, πριν αλεστεί, βράζεται)] [πνιγούρι<πνίγω + κατάλ. -ούρι· ο τ. µπουλουγούρι από το τουρκ. bulgur µε αντδ.] [ίσως < *πνιγούρι < πνίγ(ω) -ούρι (επειδή πριν αλεστεί βράζεται)· αντδ. < τουρκ. bulgur < πλιγούρι]

ΛΜπ.

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

ραπτοµηχανή – [<ράπτω + µηχανή] – [λόγ. < αρχ. ῥάπτ(ω) (δες στο ράβω) -ο- + µηχανή µτφρδ. αγγλ. sewing machine ή γαλλ. machine à coudre]

ΛΜπ. ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

στείβω (ΛΑν., ΛΜπ., ΛΠ.)/στύβω (ΛΤ.Φ., ΛΚρ., ΛΙΤρ.) ἀρχ. στείβω (=πατῶ). Κατὰ Χ. Χαριτωνίδ. στὴν Ἀθηνᾶ 24, 218 ἀρχ. στύφω. [<αρχ. στύφω] – [αρχ. στείβω `πατώ΄ (η γρ. µε βάση παρετυµ. προς το αρχ. στύφω `σουφρώνω τα χείλια από στυφή γεύση΄)]

ΛΜπ.

 28 


ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ. ΛΜπ. ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ.

τραχανάς µεταγν. ἐπίθ. τραγανός, µὲ ἐπίδραση τοῦ τραχὺς καὶ τοῦ πληθ. τὰ τραχανά. (D. Georgacas στὴν Glotta 31, 228 κἑξ.). [<µτγν. τραγανός, µε επίδρ. του τραχύς και του πληθ. τα τραχανά] [µτγν. τραγανός ο] [τουρκ. tarhana (από τα περσ.) -ς µε µετάθ. του [r]]

τσόκαρο ἰταλ. zoccolo, ὑποκορ. τοῦ zocco < ἑλλ. σύκχος (A. Maidhof, Neugr. Rückwand. roman. 65). [<ιταλ. zoccolo, υποκορ. του zocco < ελλ. σύκχος] [γενουατ. zocaro] [µσν. τσόκαρο < ιταλ. (διαλεκτ.) zocaro(;) (πρβ. ιταλ. zoccolo)]

ΛΜπ. ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ. ΛΜπ. ΛΠ.

υγραέριο – [<υγρός + αέριον] – [λόγ. υγρ(ο)- + αέριον µτφρδ. αγγλ. liquid gas]

 29 


ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ. ΛΜπ.

φιντάνι (φυντάνι κατά το ΛΜπ.) τουρκ. fidan < µεταγν. ἑλλ. φυτάνη (A. Maidhof στὴν Glotta 10, 21). [<τουρκ. fidan < µτγν. φυτάνη] [τουρκ. fidan<µεσν. ελλην. φυτάνη] [αντδ. < τουρκ. fidan -ι < αρχ. φυτόν]

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ. ΛΜπ.

φιστίκι τουρκ. fιstιk < ἑλλ. µεταγν. πιστάκ-ιον, ὑποκορ. τοῦ πιστάκη < περσ. pistah (A. Maidhof στὴν Glotta 10, 20). [<τουρκ. fιstιk < µτγν. ελλ. πιστάκιον, υποκορ. του πιστάκη < περσ. pistah] [τουρκ. fιstιk <µτγν. ελλην. πιστάκιον] [τουρκ. fιstιk (από τα αραβ.) -ι (πρβ. µσν. φιστούκιον < αραβ., ελνστ. πιστάκιον < περσ.)]

ΛΠ.

ΛΑν. ΛΤ.Φ. ΛΚρ. ΛΙΤρ. ΛΜπ.

χειριστήριο – [<χειριστής] – [λόγ. χειρισ(τής) -τήριον µτφρδ. γαλλ. manipulateur]

ΛΠ.

 30 

Profile for Dimitris Kalaboukas

Δημήτρης Καλαμπούκας (2014) - Ετυμολογία και λεξικογραφία  

Η αντιμετώπιση της ιστορίας των λέξεων στα νεοελληνικά λεξικά

Δημήτρης Καλαμπούκας (2014) - Ετυμολογία και λεξικογραφία  

Η αντιμετώπιση της ιστορίας των λέξεων στα νεοελληνικά λεξικά

Advertisement