Issuu on Google+


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Άννα Μαρία Παπαδάκη | Διονύσης Μαρίνος | Αργυρώ Μπαξεβάνου Γιάννης Ρεμούνδος | Λιλή Γάτη | Ιορδάνης Κυριακίδης Μίνως Σκουντάκης | Αχιλλέας Τριαντόγλου | Ελένη Χριστοφοράτου Νταίζη Λεονάρδου | Πανίκος Παναγή (Παν–Παν) | Ηλίας Κοκκολιάδης

2_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

www.openbook.gr

Προοδευτικός Σύλλογος «Τα Καστέλλια»

Έγκλημα στο χωριό 12 ιστορίες μυστηρίου που ξεχώρισαν στον Β’ Διαγωνισμό Διηγήματος “Στέλιος Ξεφλούδας”

Παρακαλούμε σκεφτείτε το περιβάλλον πριν εκτυπώσετε

3_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Έγκλημα στο χωριό - 12 ιστορίες μυστηρίου Β’ Διαγωνισμός Διηγήματος “Στέλιος Ξεφλούδας”

ISBN 978-960-99990-7-6

2013 Προοδευτικός Σύλλογος «Τα Καστέλλια» & Ανοικτή Βιβλιοθήκη OPENBOOK

Επιμέλεια έκδοσης: Κώστας Στοφόρος [ http://stoforos.blogspot.gr ] Εικαστικά έργα εξωφύλλου: Τριαντάφυλλος Ελευθερίου Σχεδιασμός εξωφύλλου: Λευτέρης Παναγουλόπουλος [ www.leftgraphic.gr ]

Η συλλογή Έγκλημα στο χωριό - 12 ιστορίες μυστηρίου που ξεχώρισαν στον Β’ Διαγωνισμό Διηγήματος “Στέλιος Ξεφλούδας” διανέμεται ελεύθερα στο Διαδίκτυο σε μορφή ψηφιακού βιβλίου με άδεια Creative Commons

[ Αναφορά δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση – Όχι παράγωγα έργα ] 4_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

ΠΡΟΛΟΓΟΣ «…οι συνεχείς κίνδυνοι που μας περιμένουν μας γεννάν το φλογερό πόθο να μη σταματήσουμε. Κι αρχίζουμε μια προέλαση μέσα στο φως, με τα μάτια γεμάτα όνειρα, με τα χείλη που τρέμουν από τον πόθο να φιλήσουν τον ήλιο, με το κορμί που φρικιά σε κάθε κίνησή του, από την επαφή αυτής της άγνωστης χαράς, όπως μια θάλασσα στο άγγισμα του πρωινού ανέμου…» Στέλιος Ξεφλούδας, Τα τετράδια του Παύλου Φωτεινού (1930) Ο Προοδευτικός Σύλλογος «Τα Καστέλλια» προκήρυξε στις αρχές του 2011 τον Β’ διαγωνισμό διηγήματος “Στέλιος Ξεφλούδας”. Στόχοι του διαγωνισμού ήταν να προβληθεί το έργο του Καστελλιώτη δημιουργού -που θεωρείται ο εισηγητής του εσωτερικού μονολόγου στην Ελληνική λογοτεχνία- και παράλληλα να δοθεί η δυνατότητα ανάδειξης νέων συγγραφέων μέσα από το διήγημα και το γραπτό λόγο. Ο διαγωνισμός, απευθυνόταν σε όσους γράφουν στην ελληνική γλώσσα, ανεξαρτήτως τόπου διαμονής και εθνικότητας χωρίς όριο ηλικίας. Οι υποψήφιοι είχαν τη δυνατότητα συμμετοχής με ένα μόνο διήγημα το οποίο έπρεπε να μην έχει δημοσιευθεί. Ως θέμα του Β Διαγωνισμού επιλέχθηκε το «Έγκλημα στο χωριό» Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και η βράβευση έγιναν σε ειδική πανηγυρική εκδήλωση η οποία πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου του 2011 στο Πνευματικό Κέντρο Ρουμελιωτών στην Αθήνα. Η υψηλή ποιότητα των συμμετοχών οδήγησε την Κριτική Επιτροπή να αυξήσει τα διηγήματα που θα περιλαμβάνονταν στην Ανθολογία κι έτσι στο ψηφιακό βιβλίο θα μπορέσετε να απολαύσετε 12 ιστορίες μυστηρίου.

5_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Τα μέλη της Κριτικής Επιτροπής του διαγωνισμού ήταν:

Σέργιος Γκάκας – σκηνοθέτης/ συγγραφέας

Φαίδων Θεοφίλου – ποιητής/ πεζογράφος

Κώστας Στοφόρος – δημοσιογράφος/ συγγραφέας

Κατερίνα Χαραλαμποπούλου – αρχιτέκτονας/ νικήτρια Α’ Διαγωνισμού Διηγήματος “Στέλιος Ξεφλούδας”

Δημήτρης Χαλατσάς – δικηγόρος/ συγγραφέας - Οι οικονομικές δυσχέρειες καθυστέρησαν την έκδοση της Ανθολογίας. Ο Σύλλογος μας θέλοντας να διατηρήσει την ανεξαρτησία του, βασίζεται μόνο στη στήριξη των συγχωριανών μας, που όπως όλοι οι Έλληνες βιώνουν τις συνέπειες της πρωτοφανούς κρίσης που πλήττει τη χώρα μας. Ωστόσο, όπως βλέπετε, δεν το βάζουμε κάτω! - Ήδη προκηρύχθηκε και ο Γ’ Διαγωνισμός Διηγήματος Στέλιος Ξεφλούδας με θέμα: «Καπνός». - Υπενθυμίζουμε ότι τα διηγήματα που βραβεύθηκαν στον Α’ Διαγωνισμό Διηγήματος κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Α/Συνέχεια σε βιβλίο με τίτλο «Επιστροφή στο χωριό - 10 ιστορίες που ξεχώρισαν». - Και σε αυτή την Ανθολογία, όπως και στην προηγούμενη οι πίνακες που κοσμούν το εξώφυλλο είναι προσφορά του συμπατριώτη μας ζωγράφου Τριαντάφυλλου Ελευθερίου.

6_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

ΤΑ ΒΡΑΒΕΙΑ - Β’ Διαγωνισμός Στέλιος Ξεφλούδας Α’ Βραβείο (με απόφαση της Κριτικής Επιτροπής απονεμήθηκε από κοινού) - Άννα Μαρία Παπαδάκη

Το φάντασμα

- Διονύσης Μαρίνος

Βιολέτες, βιολέτες παντού

Β’ Βραβείο - Αργυρώ Μπαξεβάνου

Η Μυρσίνη μας

Γ’ Βραβείο - Γιάννης Ρεμούνδος

Ο θάνατος παραμονεύει

Βραβείο Γιώργης Χαλατσάς (απονέμεται σε διήγημα που έχει θέμα του τα Καστέλλια) - Λιλή Γάτη

Αθανασία

Έπαινοι - Ιορδάνης Κυριακίδης

Έγκλημα δίχως τιμωρία

- Μίνως Σκουντάκης

Ιστορία πολέμου

- Αχιλλέας Τριαντόγλου

Ο μύλος

- Ελένη Χριστοφοράτου

Η άλλη

- Νταίζη Λεονάρδου

Όταν το παρελθόν αποκαλύπτει

- Πανίκος Παναγή (Παν –Παν)

Στην υγειά της

- Ηλίας Κοκκολιάδης

Στο Τσακ

7_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Πέρα από τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στην Ανθολογία, δόθηκαν ακόμη έπαινοι και διακρίσεις σε 14 διηγήματα: Έπαινοι - Φίσκυλη Οδυσσεία

Έγκλημα στο χωριό

- Σίλας Καρφάκης

Η καφεκίτρινη ομπρέλα

- Δώρα Διέννη

Ισούται με

- Αλέξανδρος Ακριτίδης

Τα περιστέρια

Διακρίσεις: - Στεφανία Βελδεμίρη

Καπνός

- Ευστάθιος Γαϊτανίδης

Αποκλείεται

- Χριστίνα Ιωαννίδου

Το χωράφι με τα καλαμπόκια

- Μάγδα Ασημακοπούλου

Το σοκολατένιο μωρό

- Σοφία Σωπασή

Αθώο θύμα

- Παναγιώτης Θωμά

Αίμα και κρασί

- Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Καρδιές για φάγωμα

- Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου

Κόκκινη μοίρα

- Εύα Αλεξοπούλου

Στον κόκκινο αχυρώνα

- Μιχαήλ Βιδιαδάκης

Ο κύκλος που κλείνει

8_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Στέλιος Ξεφλούδας: Ένας μεγάλος άγνωστος * “…Κάθε δημιούργημα που βγαίνει από τα χέρια ενός μυθιστοριογράφου έχει κάτι το αυθαίρετο, είναι πιο κοντά στη δική του πραγματικότητα από κάθε άλλη πραγματικότητα. Δεν μπορεί να δημιουργήσει κι’ αν ακόμα έχει τη μεγαλύτερη πείρα ζωής ένα πρόσωπο που να μην έχει τίποτα από τον εαυτό του…” Στ. Ξεφλούδας, 1955

Ο Προοδευτικός Σύλλογος Τα Καστέλλια, πέρα από την πλούσια δράση του εκδίδει και την εφημερίδα Καστελλιώτικα Νέα ανελλιπώς από το 1963. Από τις προτεραιότητες του Συλλόγου και της εφημερίδας ήταν πάντοτε η ανάδειξη της ιστορίας και του πολιτισμού της περιοχής μας, που δυστυχώς ζει κάτω από τη σκιά των μεταλλευτικών εταιριών. Τα πλούσια κοιτάσματα βωξίτη και η ληστρική τους εκμετάλλευση, έχουν οδηγήσει τη Φωκίδα σε μαρασμό, ενώ στα απάτητα βουνά της η οικολογική καταστροφή είναι τεράστια… Όμως ας μη ξεφύγουμε από το θέμα… Γνωρίζαμε λοιπόν, πως από το χωριό μας κατάγεται ο Στέλιος Ξεφλούδας. Αν και υπήρξε εκ των ιδρυτών της περίφημης Σχολής της Θεσσαλονίκης, ελάχιστοι είναι αυτοί που σήμερα τον γνωρίζουν. Το πλούσιο συγγραφικό του έργο είναι μάλλον δυσεύρετο… Αν παρατηρήσετε προσεκτικά την περίφημη φωτογραφία της «Γενιάς του 30», θα διαπιστώσετε ότι είναι μάλλον ο μοναδικός που δεν θα αναγνωρίσετε! Θελήσαμε, λοιπόν, να κάνουμε μια προσπάθεια, όχι μόνο για να τον επανασυστήσουμε στο αναγνωστικό κοινό, αλλά και να δώσουμε ένα είδος «συνέχειας» στο δρόμο, που ο ίδιος είχε ανοίξει ήδη από τη δεκαετία του ’30: 9_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Ο Στέλιος Ξεφλούδας υπήρξε ο εισηγητής του «εσωτερικού μονολόγου» στην ελληνική λογοτεχνία. Ένας πρωτοπόρος! «...Η αναζήτηση του άλλου, του νέου βασανίζει αιώνια τον αληθινό δημιουργό. Δεν υπάρχουν όρια γι’ αυτόν. Άλλωστε χαρακτηριστικό των μεγάλων συγγραφέων είναι η απομάκρυνση από τους καθιερωμένους τύπους και η δημιουργία των έργων που ονομάζουμε πρότυπα….», γράφει ο ίδιος στο περίφημο δοκίμιό του για το μυθιστόρημα *. Έτσι, λοιπόν, αποφασίσαμε την προκήρυξη του Α’ διαγωνισμού διηγήματος Στέλιος Ξεφλούδας. Ο διαγωνισμός, απευθυνόταν σε όσους γράφουν στην ελληνική γλώσσα, ανεξαρτήτως τόπου διαμονής και εθνικότητας. Ως θέμα του Α’ Διαγωνισμού επιλέχθηκε Η επιστροφή στο χωριό, ενώ καθορίστηκε ότι η ανάπτυξη του θα πρέπει να έχει τη μορφή «εσωτερικού μονολόγου». Η επιτυχία του Α Διαγωνισμού και η έκδοση του βιβλίου «Επιστροφή στο χωριό – δέκα ιστορίες που ξεχώρισαν», μας έδωσαν τη δύναμη να συνεχίσουμε. Έτσι πραγματοποιήθηκε και ο Β’ Διαγωνισμός με θέμα «Έγκλημα στο χωριό», και το ταξίδι συνεχίζεται με … «Καπνό»!

10_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Ποιος ήταν ο Στέλιος Ξεφλούδας Ο Στέλιος Ξεφλούδας γεννήθηκε στα Καστέλλια (πιθανότατα το 1899, αν και υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις). Ξεκινώντας τις φιλολογικές του σπουδές από την Αθήνα, θα βρεθεί στο Παρίσι στη γόνιμη περίοδο του μεσοπολέμου και θα έρθει σε επαφή με τους υπερρεαλιστές. Επιστρέφοντας το 1930, πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη, για να εργαστεί ως καθηγητής στη μέση εκπαίδευση. Την ίδια χρονιά εκδίδει Τα τετράδια του Παύλου Φωτεινού. Ο Γιάννης Καρατζόγλου (περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, τεύχος 128, σελ. 36-43), τον θεωρεί ως την απαρχή της πεζογραφίας της Θεσσαλονίκης, όπως υπήρξαν για την ποίηση της τα Ρόδα της Μυρτάλης του Γιώργου Βαφόπουλου. Σε αντίθεση με την αθηναϊκή γενιά του ’30 και το αστικό της μυθιστόρημα, ο Ξεφλούδας δεν δίνει σημασία στην πλοκή, που μάλλον είναι ανύπαρκτη, αλλά στην έκφραση σκέψεων και συναισθημάτων, σε μια αδιάκοπη ροή. Είναι ο περίφημος «εσωτερικός μονόλογος». Σε γράμμα του στον Γιώργο Θεοτοκά, σημειώνει: «…Θέλω να εκφράσω τις ψυχικές μου καταστάσεις τον τελευταίο καιρό που βρισκόμουνα στο Παρίσι. Τη στάση της ψυχής μου, τις σκέψεις μου μπροστά σ’ όλους αυτούς τους κόσμους που με γοήτευσαν. Όλες τις μεταπτώσεις, τις συγκινήσεις, τις ανακαλύψεις, τις συναντήσεις, τις γνωριμίες…». Το 1932, μετέχει στην έκδοση του πρώτου πολύ σημαντικού περιοδικού της Θεσσαλονίκης, τις Μακεδονικές Ημέρες. Την ίδια χρονιά, εκδίδει αυτό που για πολλούς θεωρείται το καλύτερο έργο του, την Εσωτερική Συμφωνία, μια ποιητική αφήγηση χωρίς όρια ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο. Γράφει στον Γιώργο Θεοτοκά στις 16 Απριλίου του 1931:

11_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

«…Το νέο μου βιβλίο προχωρεί σιγά μα πάντως προχωρεί. Ύστερα εγώ δουλεύω πια από μιαν ανάγκη. Βρίσκω μια καταφυγή στο γράψιμο, μια διέξοδο ακόμα και μια χαρά. Γι’ αυτό κάθε μέρα παίρνω την πέννα και μουτζουρώνω το χαρτί. Τώρα να δούμε τι θα βγει. Μυθιστόρημα; Όχι. Μου φαίνεται πως δεν θα γράψω ποτέ ένα μυθιστόρημα καλό...». Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, υπηρετεί ως αξιωματικός στο μέτωπο και σημαδεύεται βαθιά, κάτι που θα φανεί και στο βιβλίο του Άνθρωποι του μύθου - Τετράδια από τον πόλεμο της Αλβανίας, που κυκλοφόρησε το 1946 με σχέδια του Α. Αστεριάδη. Το 1960, τιμάται με το Ά Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το Εσύ ο κύριος Χ κι ένας μικρός πρίγκιπας. Μέχρι το θάνατό του (27 Νοεμβρίου 1984) εκδίδει πολλά ακόμη μυθιστορήματα, που θεωρούνται ως πιο «βατά» για το ευρύ κοινό… Το γεγονός είναι πως ο μοναχικός και πρωτοποριακός δρόμος, που άνοιξε ο Στέλιος Ξεφλούδας και υπηρέτησε με συνέπεια σε όλη τη ζωή του, δεν του εξασφάλισε τη φήμη που έχουν άλλοι –συχνά λιγότερο ταλαντούχοι-πεζογράφοι. Οι περισσότεροι, που έμαθαν για το διαγωνισμό, μας έλεγαν: «Στέλιος Ξεφλούδας; Ποιος είναι αυτός;» Ελπίζω να δώσαμε κάποια απάντηση.

ΥΓ. Κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Α’ Διαγωνισμού, βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη. Η επίσκεψή μου στο Λευκό Πύργο όπου λειτουργεί μουσείο της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, μου επεφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη: Σε περίοπτη θέση, ένα μεγάλο ταμπλό για τις «Μακεδονικές Ημέρες» και ξεχωριστή μνεία στον Στέλιο Ξεφλούδα! Τα Καστέλλια, λοιπόν, μέσω του σημαντικού αυτού συμπατριώτη μας, δεσπόζουν στον Λευκό Πύργο και στη Θεσσαλονίκη! Εκεί μπορείτε να διαβάσετε κι ένα εξαιρετικό κείμενο του Ξεφλούδα που συμπυκνώνει με μοναδικό τρόπο το πνεύμα της πόλης:

12_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

"... Σε μια πόλη βορεινή όπως η Θεσσαλονίκη με τα παλιά τείχη, που η ομίχλη κάποτε γεμίζει τους ήσυχους δρόμους της, όλα νομίζεις πως ζουν πολλές φορές σε μια ατμόσφαιρα ονείρου. Στο ήσυχο λιμάνι της κάποια καράβια είναι έτοιμα να φύγουν μέσα στη μαγεία των δειλινών της. Παντού υπάρχει μια ψυχή γεμάτη ποίηση, μελαγχολία και σιωπή, όλα έχουν μια εσωτερικότητα, ένα βάθος, ίσως κάποιο μυστικισμό είτε πλανιέσαι στους στενούς λιθόστρωτους δρόμους των απάνω συνοικιών, είτε χαίρεσαι το απαλό φθινόπωρο στις εξοχικές λεωφόρους, είτε σταματήσεις στις προκυμαίες αιχμάλωτος ενός δειλινού. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η νεανική ψυχή βρίσκει άπειρες τροφές, βηματίζει ώρες πολλές μέσα στ’ όνειρο, λατρεύει τη σιωπή και τη μελαγχολία, βυθίζεται σε μια ατμόσφαιρα βαρειά από ποίηση, αναζητά την ψυχή του κόσμου..."

* Το κείμενο στην πρώτη του μορφή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς» (15/6/2010) * Πολλά στοιχεία αντλήθηκαν από το κείμενο της Μαρίας Παλακτσόγλου, Σκιές, αντικατοπτρισμοί και αναδίπλωση: Η μυθοπλαστική «περιπέτεια» του Στέλιου Ξεφλούδα (2005). * Το σύγχρονο μυθιστόρημα Δοκίμιο. Αθήνα, Ίκαρος, 1955.

Κώστας Στοφόρος

13_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

12 ιστορίες μυστηρίου

14_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Άννα Μαρία Παπαδάκη Το φάντασμα

Ε

ΚΕΊΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΚΛΕΙΣΑ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑ.

Το ίδιο καλοκαίρι, ήρθε και ο διορισμός μου.

Τον δέχτηκα με ανακούφιση. Τόσα χρόνια, φροντιστήρια, φροντιστήρια,

κουράστηκα πια, ήθελα τη σιγουριά του δημοσίου. Με είχαν στείλει στην επαρχία, σ’ ένα χωριό, που το Λύκειό του είχε ιδρυθεί πριν μερικά χρόνια. Δεν ήταν και πολύ μακριά απ’ την πόλη μου, αλλά προτίμησα να μετακομίσω στο χωριό. Άλλωστε, παιδιά, σκυλιά δεν είχα, για γυναίκα ούτε λόγος, κάτι σχέσεις της πλάκας, με τους γονείς μου έμενα, κι από καιρό έψαχνα τρόπο να ξεφύγω. Νοίκιασα ένα μικρό διαμέρισμα στο χωριό, η θάλασσα ήταν κοντά, έκανα τα μπάνια μου στην αρχή, αφού ο χειμώνας αργεί να έρθει στον τόπο μας. Ήσυχα μέρη, οι πιο πολλοί δουλεύουν στα χωράφια και στις οικοδομές, λίγα εμπορικά καταστήματα, τα απαραίτητα καφενεία, μερικές καφετέριες κάπως πιο μοντέρνες, σουβλατζίδικα, τέτοια πράγματα. Γρήγορα ανακάλυψα ότι η διασκέδαση των περισσότερων εφήβων ήταν οι βόλτες με τα μηχανάκια και των μεγάλων το καφενείο και τα στοιχήματα. Τους παρατηρούσα όπως ο επιστήμονας μελετά το έντομο κάτω απ’ το μικροσκόπιο, ήταν για μένα κάτι που απλά παρουσίαζε ανθρωπολογικό ενδιαφέρον, και δεν είχα καμία πρόθεση να αναμειχθώ μαζί τους. Πρώτη Σεπτεμβρίου παρουσιάστηκα στο σχολείο. Όλοι με κοιτούσαν, «ο καινούριος». Μια συνάδελφος, της ειδικότητάς μου, με πήρε υπό την προστασία της. Πενηντάρα, παχουλή, φτιασιδωμένη, μάλλον με γλυκοκοίταζε, αλλά δεν της έδωσα σημασία. Έπαιρνα τα φυλλάδια, την ύλη, τα βιβλία, ευχαριστούσα, όλα με τυπικότητα. Δέκα μέρες μετά ήρθαν κι οι μαθητές. Οι περισσότεροι παιδιά αγροτών και οικοδόμων, είχαν περάσει τις διακοπές δουλεύοντας με τους γονείς τους. Και προορίζονταν, τελειώνοντας το σχολείο, να συνεχίσουν να δουλεύουν μόνιμα πια 15_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

με τους γονείς τους. Πολλοί είχαν και όνειρα για σπουδές, και μπορεί και να τα κατάφερναν, δε με ένοιαζε. Ήμουν πια τριάντα χρονών, κουρασμένος απ’ τα φροντιστήρια, ήξερα τι γίνεται γύρω μου, δεν μπήκα στο σχολείο με το όνειρο ν’ αλλάξω τον κόσμο. Μπήκα στην πρώτη μου τάξη, μέχρι τότε μόνο σε τάξεις φροντιστηρίων έμπαινα, και μάλιστα σε πόλεις. Δύσκολα πράγματα, αναγκάστηκα να φωνάξω, απογοητεύτηκα απ’ την πρώτη ώρα. Οι πιο πολλοί μαθητές έκαναν χαβαλέ, πετούσαν σαΐτες, τα κορίτσια χαζογελούσαν, δεν ήταν πιο ήρεμα απ’ τους συμμαθητές τους. Ένα κοριτσάκι μόνο καθόταν ήσυχο, κοιτούσε το θρανίο, αμίλητο. Κάποια στιγμή έβγαλε ένα βιβλίο, είδα ήταν και ξενόγλωσσο, κι άρχισε να διαβάζει. Πήγα κοντά της, «εσύ ποια είσαι» ρώτησα, με κοίταξε με σχεδόν κενό βλέμμα, είπε ένα όνομα, έμοιαζε ολοκληρωτικά απούσα, έσκυψε αμέσως στο βιβλίο της. Η φασαρία των άλλων μ’ ανάγκασε ν’ αρχίσω πάλι τις φωνές. Στο διάλειμμα την ξαναείδα. Δεν ήταν πολύ ψηλή, ήταν, όμως, πολύ αδύνατη. Μαλλιά μαύρα και ίσια, μακριά, βαμμένα ίσως, δεν ξέρω, έντονο μαύρο μολύβι κάτω απ’ τα μάτια, απόρησα πώς δεν της έκαναν παρατήρηση, δέρμα κατάλευκο σε αντίθεση με τη μαυρίλα των συμμαθητών της. Στεκόταν μόνη της, έμοιαζε απούσα. Το βιβλίο στο χέρι, νευρικές κινήσεις, μήπως έπαιρνε ναρκωτικά; Ρώτησα γι’ αυτήν, κι αυτά που έμαθα δεν ήταν και πολύ συνταρακτικά. Πολύτεκνη προβληματική οικογένεια, οικονομικά προβλήματα, στρίγγλα μάνα, τίποτα το πρωτόγνωρο. Τα συνηθισμένα. Στο μάθημά μου δεν ήταν και πολύ καλή, απ’ ό,τι άκουσα, όμως, έγραφε ωραία, διηγήματα, ποιήματα, ζωγράφιζε κιόλας, όλα, όμως, γεμάτα θάνατο, μαυρίλα, φαντάσματα, ερειπωμένα σπίτια γεμάτα φωνές και ίσκιους. Κι αυτή γεμάτη ίσκιους, ένα φάντασμα μόνιμης απουσίας. Σιγά -σιγά άρχισα να τη νιώθω κάπως δικό μου άνθρωπο, παρ’ όλο που σπάνια μου μιλούσε. Στα διαλείμματα έψαχνα να τη δω, από μακριά πάντα, ρωτούσα γι’ αυτήν στο σύλλογο, την είδα και στο δρόμο μερικές φορές, κάποτε και μ’ ένα 16_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

νεαρό, ασπρουλιάρη και ξανθό. Κάπως απογοητεύτηκα. Τη φανταζόμουν αέρινη κι ανέγγιχτη, όπως πρέπει να είναι τα φαντάσματα. Παρά την παρουσία, όμως, του νεαρού, άρχισα να τη σκέφτομαι. Φίλους δεν είχα στο χωριό, με τους συναδέλφους δεν ταίριαξα, οι σχέσεις μας τυπικές, στην τάξη απλά προσπαθούσα να κρατήσω την αξιοπρέπειά μου, πέρα απ’ το σχολείο άλλη δουλειά δεν είχα. Έβγαινα και περπατούσα, καθόμουν σε κάποια απ’ τις λίγες καφετέριες για έναν καφέ, μετά σπίτι, με τον υπολογιστή. Έψαξα να τη βρω στο facebook, σκέφτηκα να κάνω ένα ψεύτικο προφίλ και να της παρουσιαστώ σα συνομήλικος, έτσι απλά για να τη γνωρίσω, μήπως μπορέσω και καταλάβω τι κρύβει μέσα σ’ εκείνο το σιωπηλό, θλιμμένο κεφαλάκι, αλλά δεν τη βρήκα πουθενά. Απουσίαζε κι από κει, σα φάντασμα. Στο σχολείο δεν προσπάθησα να της μιλήσω, ήξερα ότι δε θα μου μιλούσε, το προσωπείο του καθηγητή δεν την άφηνε, όχι ότι την άφηνε η κοινή ηλικία με τους συμμαθητές της, απλά την κοιτούσα από μακριά. Με τον καιρό άρχισε να γίνεται κάτι σαν ιδέα στο μυαλό μου, κάτι το ιδανικό, το φευγαλέο και άπιαστο, κι ας υπήρχε ο νεαρός, ο ασπρουλιάρης και ξανθός. Στο βαριεστημένο μυαλό μου έμοιαζε κάπως σαν το απάτητο παρθένο δάσος, σαν την απρόσιτη βουνοκορφή, κάτι, τέλος πάντων, που έπρεπε να κατακτήσω, να κατακτήσω με πόνο, με αίμα, όχι απλά κι αφηρημένα, κι ας ήταν σαν ιδέα, εγώ ήθελα μια σάρκινη κατάκτηση, μια πραγματική απόκτηση. Μου έγινε εμμονή. Τα μοναχικά μου βράδια τη φανταζόμουν, κι ας ήταν κοκαλιάρα, κι ας είχε περίεργο βάδισμα, κι ας την έλεγαν οι άλλοι «προβληματική» και «τρελλάρα». Αυτοί οι χαρακτηρισμοί με έκαναν να τη νιώθω πιο δική μου, ισχυροποιούσαν το δέσιμο, αισθανόμουν ότι εγώ μόνο την ήξερα, την ένιωθα, την καταλάβαινα, έτσι που την έβλεπα χαμένη, μόνη, σιωπηλή, σαν ίσκιο και σα φάντασμα. Ένα βράδι, είχαν αρχίσει πάλι οι ζέστες, το διαμέρισμα με έπνιγε. Τον υπολογιστή τον βαρέθηκα, η τηλεόραση δεν είχε τίποτα, για διάβασμα δεν είχα όρεξη. Είπα να βγω μια βόλτα με το αμάξι. Οι περισσότεροι δρόμοι έρημοι, μόνο κάτι παιδιά σε μηχανές, μαθητές μου σίγουρα, τους προσπέρασα χωρίς να δώσω 17_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

σημασία. Συνηθισμένο θέαμα στο χωριό, νεαροί σε μηχανές, να τριγυρίζουν άσκοπα. Άλλωστε, κι εγώ άσκοπα τριγύριζα. Σ’ ένα σκοτεινό δρόμο, μια μοναχική φιγούρα, μαυροντυμένη, κοκαλιάρικη, με περίεργο βάδισμα, μου φάνηκε απίστευτο, δεν μπορούσα να πιστέψω την καλή μου τύχη. Σταμάτησα δίπλα της, «να σε πάω κάπου;», με κοίταξε με το κενό της βλέμμα, σήκωσε τους ώμους, δεν της έκανε καμία διαφορά, είχε σταματήσει να περπατά, αλλά γι’ αυτήν ήταν το ίδιο, δεν έκανε καμία κίνηση, ούτε για να προχωρήσει, ούτε για να μπει στο αμάξι, απλά στεκόταν εκεί, και με κοιτούσε με το κενό της βλέμμα, ένα φάντασμα στη σκοτεινιά του δρόμου. Άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού, «έλα, μπες μέσα, πού πηγαίνεις μόνη σου νυχτιάτικα;», με κοίταξε και πάλι, ίσιωσε τη φούστα της, έκανε την κίνηση, μπήκε στο αμάξι. Δεν πίστευα την καλή μου τύχη. Προσπάθησα ν’ ανοίξω συζήτηση, δε μιλούσε. Τη ρώτησα πού πήγαινε τέτοια ώρα ολομόναχη, τη ρώτησα πώς τα πάει με τα άλλα μαθήματα στο σχολείο, απλά σήκωνε τους ώμους. Παραιτήθηκα, άλλωστε προτιμούσα τη σιωπή της. Δεν τη ρώτησα πού έμενε, πού να την πάω, κι εκείνη δε μου είπε. Έμοιαζε και πάλι απούσα με τη σιωπή της και με τους ίσκιους της, αλλά εκείνο το βράδι, μέσα στο μικρό μου αμάξι, ήταν παρούσα, έντονα, κραυγαλέα, σχεδόν επώδυνα παρούσα, την ένιωθα στο πετσί μου, ένιωθα τη σιωπή της να ουρλιάζει, ένιωθα τους ίσκιους της να με πλακώνουν, ένιωθα το σώμα της, κοκαλιάρικο, ατσούμπαλο, μαυροντυμένο, για μια φορά σάρκινα παρόν. Την πήγα σε κάτι χωράφια. Δε διαμαρτυρήθηκε. Δε ρώτησε πού πάμε. Δεν έμοιαζε καν να καταλαβαίνει πού είναι. Παρούσα και απούσα. Σταμάτησα, γύρω τριγύρω σιωπή, σκοτάδι, κάθισα αμήχανος για λίγο, ένιωθα το κορμί μου να καίει, τα χέρια μου έτρεμαν, δεν ήμουν εγώ, ήμουν κάποιος άλλος, εγώ απλός θεατής μιας φτηνής ταινίας, αναγνώστης λαϊκού μυθιστορήματος, αυτή ακίνητη δίπλα μου, δεν ήξερα πού ήμουν, δεν ήξερα τι ήθελα, άπλωσα το χέρι και της χάιδεψα τα γόνατα, όπως πρόβαλλαν, εκτυφλωτικά λευκά, μέσα στο μαύρο της φούστας και στο μαύρο της νύχτας, δεν αντέδρασε, ανέβηκα λίγο πιο πάνω, ένιωθα 18_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

τον αέρα μου να σώνεται, ένιωθα έναν φρικτό φόβο γι’ αυτό που θα γινόταν σε λίγο, η καρδιά μου είχε αυτονομηθεί και με ξεκούφαινε με την άγρια μουσική της, ανέβηκα κι άλλο, σήκωσα τη φούστα, τυφλώθηκα απ’ το λευκό και το μαύρο, ήμουν πιόνι σε μια παρτίδα σκάκι χαμένη απ’ την αρχή, έκλεισα τα μάτια, είδα τους γονείς μου, το σπίτι μας, το σχολείο, την παχουλή πενηντάρα συνάδελφο, τους άτακτους μαθητές μου, την αυλή, είδα ένα κορίτσι μαυροντυμένο, λευκό και κοκαλιάρικο, μ’ ένα βιβλίο στο χέρι και το νοστάλγησα, ένιωσα ένα άγριο κύμα πόθου γι’ αυτό το πλάσμα του ονείρου, και τότε άνοιξα τα μάτια, και τότε το φεγγάρι ξεπρόβαλε ξαφνικά πίσω απ’ το σύννεφο που το έκρυβε, και στο φως του, ασημένιο σαν ψευδαίσθηση, είδα μια φευγαλέα λάμψη, είδα το μαχαίρι, ένιωσα το μαχαίρι, ένιωσα τον πόνο, κάτι ζεστό να τρέχει και δεν ήξερα αν ήταν έρωτας ή αίμα αυτό που έβγαινε από μέσα μου, και πάλι πόνος, άγριος και γλυκός, είδα τα μάτια της στο φεγγάρι, κι αυτή τη φορά δεν ήταν άδεια, είχαν κάτι μέσα τους, κάτι όχι πια ανθρώπινο, κάτι που δεν μπορούσα να το προσδιορίσω, κάτι από όνειρο κι από θάνατο, κάτι γλυκά θανατερό, κάτι σα μάτια λύκου ή δολοφόνου, αυτά τα μάτια είχαν πια γεμίσει με κάτι που δεν ήξερα τι είναι, ούτε και θα μάθαινα ποτέ μου, είχε τελειώσει ο χρόνος, ο χρόνος μου τελείωνε, δε φοβόμουν, δεν ήξερα, αυτή ήταν εκεί, παρούσα πια ολοκληρωτικά, σα φάντασμα παρούσα, με κοιτούσε, είχε μεταμορφωθεί, ένα κορίτσι μαυροντυμένο, λευκό και κοκαλιάρικο, στο χέρι δεν κρατούσε πια βιβλίο αλλά μαχαίρι, δεν πρόσεξα τη διαφορά, μου φάνηκε το ίδιο, ένα κορίτσι λευκό, κάτι συνέβη, ο αέρας σωνόταν, το φεγγάρι κρύφτηκε πάλι, κοίταξα τα μάτια της, γεμάτα απ’ αυτό το άγνωστο, το μη ανθρώπινο, τα μάτια του λύκου, τα μάτια του φόβου, τα μάτια του θανάτου, κι έπειτα σκοτάδι, σκοτάδι, σκοτάδι, και ήμουν πια νεκρός.

19_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Διονύσης Μαρίνος Βιολέτες, βιολέτες παντού

Τ

Ο ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ.

Η

ΨΕΥΤΙΚΗ ΑΡΜΑΤΩΣΙΑ ΜΟΥ.

Όταν γεννήθηκα, ο πατέρας απαίτησε

να ακουστεί το όνομα του παππού μου. Έτσι προέκυψε το Άλκης. Το επίθετο

ήρθε μετά και κόλλησε σαν βδέλλα. Μαραγκός. Το σύνολο, όμως, ποτέ δεν έδωσε μια συνεκτική ύλη στη ζωή μου. Είναι που όλοι με φωνάζουν Βιολέτα. Όσο ζούσα κανείς δεν νοιάστηκε για το πραγματικό μου όνομα που σφάδαζε κάτω από την άκομψη φορεσιά του αντρικού φερσίματος. Δεν τους πήρε καιρό να το ξεθάψουν τώρα που τους βλέπω από κάτω προς τα πάνω σαν αγριεμένο χορτάρι που πιάνει ένα εκατοστό γης για να ξαπλώσει και έχει μόνιμα ένα κυματιστό ρίγος σαν χαμόγελο πικρό στις άκρες του φύλλου του. Τώρα όλοι με θυμούνται ως Άλκη αλλά μέσα τους ξέρουν πως τούτο δω το όνομα είναι ένα σπλαχνικό ψέμα που λένε στον εαυτό τους από το φόβο μην κολλήσουν το κουσούρι. Για να ξορκίσουν το μίασμα που κρυφογελάει έξω από την πόρτα τους. Τους βλέπω να περνούν έξω από το σπίτι μου, σπάνια το κάνουν μόνο όταν ο δρόμος για τα χωράφια τούς βγάζει τη ψυχή και η ανηφοριά μοιάζει με παραγεμισμένο φρύδι, μόνο τότε αποφασίζουν να κόψουν απόσταση με οξυμμένη δυσθυμία στα μάτια σαν να μην θέλουν να δουν, αλλά βλέπουν. Τα σκληρά δύσπιστα μάτια τους, πόσο τα ξέρω, και εκείνα τα πεισματάρικα πηγούνια που στη βάση τους φυτρώνουν τόπους -τόπους αυταρχικά γένια, σκληρές ίνες σχοινιού, από τον ήλιο και το χώμα. Πρόσωπα άδεια, σφαλιστά με πρόκες που άνοιγαν διάπλατα και πετάγονταν κατά πάνω μου όταν περνούσα από την πλατεία του χωριού,

20_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

πάντα βράδυ για να με χάψει το σκοτάδι στη κοιλιά του, και έγδυναν τα βήματά μου και η σκιά μου τους έκανε να αναμαλλιάζουν από το μίσος. Τώρα που πλέον είμαι γι' αυτούς μια μακρινή αιχμηρή ανάμνηση, περνούν βιαστικοί από το σπίτι μου που έχει μείνει ένας συφοριασμένος σκελετός όλο πλίθες και σπασμένα ξύλα και συνεχίζουν το δρόμο τους κάνοντας τσιγάρο στη μνήμη μου. Δεν θυμάμαι ποιος μου κόλλησε το παρωνύμιο. Μπορεί να ήταν ο γιος του παπά Νεκτάριου. Ίσως και ο ξάδερφος του πατέρας μου, εκείνο το στρυφνό άντερο με την ηλεκτρισμένη δυσωδία που έβγαζε το κορμί του κάθε φορά που σε ζύγωνε να σου μιλήσει. «Βιολέτα, είσαι μια Βιολέτα», μου φώναζαν με νοσηρή συστολή, ήθελαν και δεν ήθελαν να με πειράξουν, τότε κι εγώ κατέβαζα το κεφάλι φούσκωνε ο σβέρκος μου από καυτή ανατριχίλα και περπατούσα μετρώντας τα βήματά μου για να μην πέσω. Στο τέλος έπεφτα, γέμισε το στόμα χώμα πικρό, ανεξίτηλο έφτανε μέχρι το φάρυγγα και ακόμα πιο μέσα. Όλος μια γροθιά ξερό καστανό χώμα που έκανε τα χείλη μου να μορφάζουν από τη σιχασιά και το μυαλό να τρέμει σαν το ψάρι καθώς άκουγα τα λιπαρά τους στόματα να μου φωνάζουν «Βιολέτα, που είσαι βρε Βιολέτα;». Για καιρό με έσωζε η πάνδημη σιωπή του σπιτιού μου. Χειροπιαστή σιωπή, πρησμένη σαν σκόνη που κοιμόταν πάνω στα ξεφτισμένα έπιπλα της μάνας, στο τραπέζι που τρώγαμε, στην αποθήκη που άφηνε ο πατέρας τα εργαλεία του. Μια σιωπή με απόκοσμη διαπερατότητα που αγκάλιαζε σπλαχνικά όσους περνούσαν το κατώφλι μας. Ήταν γαλήνια εκεί, κανείς δεν τρόμαζε από φωνές, τα βλέμματα ήταν υπολογισμένα, άηχα, σηκωνόσουν από το κρεβάτι και ήταν σαν να είχες ανασκάψει από βαθύ λάκκο ένα παλιό σώμα που απλώς ήθελε να περπατήσει δύο μέτρα για να ξεμουδιάσει. Που και που ο πατέρας, ένας άντρας ευθυτενής και γκρίζος μέχρι το μεδούλι, ίδιος με τα άσπρα μαλλιά του, με κοιτούσε ώρες ολόκληρες με ανημποριά να ποτίζω τις γλάστρες, να φροντίζω τα λουλούδια, να κάθομαι πάνω από τις βιολέτες της μάνας μου και να μιλάω μαζί τους, ναι να μιλάω σε μια γλώσσα δικιά μας μυστική. Τότε λοιπόν σηκωνόταν από τη 21_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

πολυθρόνα του, μια κουνιστή κατασκευή από κέδρο που έμοιαζε με θρονί ξεπεσμένου άρχοντα, ερχόταν κοντά μου αφήνοντας στον αέρα ένοχους αναστεναγμούς και με έκαιγε με το παρακλητικό του βλέμμα. «Άστα βρε Άλκη μου τα λουλούδια τα γάτσιασες», μου έλεγε τόσο γλυκά που η ανάσα του μόλις και κρατούσε τον ιστό της συνδεδεμένο. Εξατμιζόταν με το που έβγαινε από το στόμα του. Ήθελε και άλλα να μου πει, το ήξερα το έβλεπα στα μάτια του, στην ανέκφραστη νωθρότητα του προσώπου του, αλλά τα κρατούσε μέσα του, τα σφράγιζε σαν να ήταν ανόσιες σκέψεις που δεν του έπρεπαν. Μια φορά μόνο με ρώτησε, «γιατί ειδικά τις βιολέτες;», αλλά στη συνέχεια κόμπιασε, μέτρησε τις λέξεις του μια προς μια και τις βρήκε λάθος. Ένα δικό του ασυγχώρητο λάθος. Κι ύστερα πλανιόταν ξανά ησυχία μέσα στο σπίτι και μια ιδέα οι τοίχοι ξάνθιζαν από το πνιγμένο ηλιόφως που ερχόταν καλπάζοντας από τα ανοιχτά παράθυρα, πέρα μακριά από τη ράχη του βουνού ερχόταν, αφήνοντας μηχανικές αντανακλάσεις πάνω στα κορμιά μας. Και τότε ούτε και εγώ αποφάσιζα να του μιλήσω και ας ήθελα να του πω πολλά. Δεν το ήθελα το κορμί του. Να το εκδικηθώ ήθελα. Τη δυσαρμονία μου να κρύψω, αυτά τα ρόδινα χέρια που παράδερναν στα μεριά μου σαν μαραμένα κλωνάρια και τους στρογγυλούς μου γοφούς που μαρτυρούσαν ξεδιάντροπα τη λικνιστή μου σκιά. Όλα πάνω μου τα εχθρευόμουν αλλά και γύρω μου το ίδιο. Μόνο τις βιολέτες κρατούσα στην αγκαλιά μου με λεπταίσθητο πάθος σαν να έβαζα στον κόρφο μου το ακριβό άρωμα μιας γυναίκας, το ίδιο της το δέρμα λες και φιλούσα πονετικά. Αλλά γιατί να λέω ψέματα στον εαυτό μου, ειδικά τώρα που έχω πεθάνει και κανείς δεν θα βρεθεί να με κατηγορήσει; Ποτέ δεν είχα αγγίξει γυναίκα κι ας ήμουν ροδαλός σαν καινούργιο σύννεφο και από την πέτσα μου έβγαινε μια θαλπωρή βανίλιας. Δεν τις ήθελα τις γυναίκες. Όταν οι φίλοι μου τα βράδια ποδοκροτούσαν τα ανήσυχα τακούνια τους πάνω στον κακόηχο δρόμο της Ελπίδας, στο τελευταίο άκρο της πόλης πίσω από το παλιό δημαρχείο, εύθυμοι και 22_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

ξαναμμένοι με την παθητικότητα του πληρωμένου έρωτα στο αίμα, εγώ καθόμουν στο μετόχι του πατέρα και έπλεκα με το μυαλό μου στεφάνια αντρικών μπράτσων να με γυροφέρνουν. Έφερνα με το νου μου χείλια βουβά να με αγγίζουν και γύρω μου οι βιολέτες να ανθίζουν γλυκά σαν να είχε δημιουργηθεί μια εξαίσια ψυχική συγχορδία μέσα μου και γύρω μου και στο τέλος με έπαιρναν τα κλάματα. Και όσο θυμάμαι ότι όλα ξεκίνησαν με το μαστίγιο της κρυφής ηδονής να με χτυπάει κατάστηθα, έτσι σαν ζώο που δέχεται στωικά το βάρος της παλάμης του αφεντικού του, τόσο τα αναφιλητά φουσκώνουν μέσα μου και ξεχύνονται. Γιατί έτσι ξεκίνησαν όλα. Με την αυγή ενός καλοκαιριού να απορροφάει τα χρώματα της νύχτας και εμείς αγκαλιασμένοι σφιχτά, με τις σκληρές πανοπλίες των αντρικών μας δερμάτων να ενώνονται αξεδιάλυτα. Να κοιτάμε πέρα μακριά τα βουνά που έκρυβαν το χωριό μας, άπραγοι πλέον από τη φλόγωση του ίμερου. Εμείς. Εγώ δηλαδή και ο ξάδερφος του πατέρας μου, ο Τάκης, που αργότερα με έβλεπε στην πλατεία καθώς περνούσα και με βρασμένη φωνή φώναζε καταπάνω μου, «Έϊ Βιολέτα για πού το ‘βαλες;». Αυτός πρέπει να με βάφτισε έτσι και έκτοτε ακολούθησαν όλοι το παράδειγμά του. Τότε, όμως, εκείνο ακριβώς το πρωινό μού λιμάριζε την πλάτη με τα γαμψά γερακίσια νύχια του και το σκληρό χνούδι της ανάσα του διαπερνούσε το λαιμό μου σαν να μην είχε βαρύτητα. Και ήταν όλα καλά καμωμένα και οικεία σαν τη σιωπή του σπιτιού μου. Ένιωθα πάνω στο κορμί του τους νοτισμένους σβώλους του χώματος να αχνίζουν και να πρήζονται σαν κάτι καινούργιο να έβγαινε μέσα από τη γη. Κάτι νέο και όμορφο. Ένα λουλούδι, που προβάλλοντας το κεφαλάκι του στον κρύο άνεμο, ζητιάνευε λίγο νερό για να ξυπνήσει μέσα του η ζωή. Έτσι ξύπνησα κι εγώ. Μέσα στην αγκαλιά ξεραμένων σάλιων, σε βάτα ψηλά που μας έκρυβαν από το φως και στη δική του απειλητική φωνή που έτριζε στο αυτί μου. «Μην τολμήσεις 23_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

και μιλήσεις σε κανέναν γιατί σε έσφαξα». Μου έπιασε το μούτρο και το τσαλάκωσε, «Ακούς, ρε χαμίνι; Τσιμουδιά γιατί σε σκότωσα». Οι βολβοί των ματιών του ήταν πεταμένοι έξω από την κούρμπα τους, ένας βαθύς ρόγχος τον έκανε να δείχνει απόκοσμος. Τι να έκανα; Δεν μίλησα, ούτε και το είχα σκοπό να το κάνω. Αφέθηκα σε αυτή την κυνική απόλαυση, την απαγορευμένη θωπεία που κατέληγε μέρα με τη μέρα σε σπαράγματα κραυγών πόνου και σε έναν ακατάσχετο χείμαρρο από γροθιές και βρισιές και ταπεινώσεις που δεχόμουν βασανιστικά και σιωπηλά. Για κάθε φιλί υπήρχε το ακριβές αντίτιμο του εξευτελισμού. Για κάθε κρυφό αγκάλιασμα, μια κλωτσιά σφιχτή και σιδερένια καρφωνόταν στα πλευρά μου για να με επαναφέρει στον κόσμο της σκληρής πραγματικότητας. Η ηδονή να έχει γίνει αδερφός με τον πόνο. Ο οίκτος με την προσμονή. Αλλά δεν μίλησα. Δεν έβγαλα άχνα. Μόνο στις βιολέτες μου μιλούσα με εκείνη τη κρυπτική δική μας γλώσσα. Εκείνος, όμως, άρχισε να λέει διάφορα. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία. Πήγε και μίλησε στον πατέρα μου. Απαίτησε να βγούμε από το σπίτι εγώ και η μάνα. «Να μιλήσουν οι άντρες», είπε ξεδιάντροπα. Είπα μέσα μου, «το κάνει για να μην καρφωθούμε», αλλά εκείνος έβαζε ένα - ένα τα καρφιά στο σώμα μου και με έλιωνε από τον πόνο. «Πρόσεχε το μικρό, κάπου έχει μπλέξει», είπε στον πατέρα μου που τον κοιτούσε απορημένος. «Τι εννοείς; Τι ξέρεις; Αν είναι κάτι που ξέρεις να το πεις τώρα», του απάντησε εκείνος ξερά και αδιάφορα. «Δεν ξέρω τίποτα, αλλά στο χωριό λένε…». «Στο χωριό λένε πολλά, δεν δίνω σημασία στις κουβέντες. Έχεις κάτι να μου πεις;», τον διέκοψε ο πατέρας. Τότε ο Τάκης σηκώθηκε φουρκισμένος, ξαναμμένος και από το καπέλο του έσταζε ιδρώτας ξινός και πρασινωπός σαν χολή. Το φόρεσε στραβά στο κεφάλι του σαν να έδειχνε κάτι στον πατέρα μου. Σαν να υπονοούσε κάτι αδιόρατο. «Σου λέω μόνο να τον προσέχεις, τίποτα περισσότερο». Άρχισε να ψιθυρίζει το χωριό πίσω από την πλάτη μου. Κάθε φορά που περνούσα από την πλατεία άκουγα πίσω μου τα πνιχτά γέλια και τους γοερούς 24_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

ψιθύρους να με ακολουθούν σαν βήματα βγαλμένα από βαριά μπότα. Ακόμα και ο παπά - Νεκτάριος μου ζήτησε ταπεινά και πονεμένα να μην πηγαίνω την Κυριακή στην εκκλησία, «καλύτερα για σένα τέκνο μου», μου εξήγησε, «εγώ σε ξέρω από τόσο δα κουτσούβελο, γνωρίζω τι έχεις στη ψυχή μου, αλλά καλό είναι να μην έρχεσαι. Κάνε το σταυρό σου όπου είσαι και ο Θεός θα σε δει, αλλά στην εκκλησία μην έρχεσαι». Το έκανα και αυτό αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Περνούσαν οι κατάκοιτες νύχτες κι εγώ να παλεύω με τη μοναξιά μου, καθώς ο Τάκης δεν ερχόταν πλέον από το σπίτι και στο δρόμο ούτε που με πλησίασε. Έφταναν κατά πάνω μου οι ατιμωτικές ημέρες που με έκαναν να νιώθω ακόμα περισσότερο ντροπιασμένος. Βρόμικος μέχρι το κόκαλο να αποζητάω ένα ξεροκόμματο επαφής από αυτή που οι άλλοι θεωρούσαν ντροπή και όνειδος. Η άχνα του σώματός μου από νωπή άρχισε να γίνεται σκέτη ξέρα, οι σπασμοί του πόθου να με καταβάλουν σε κάθε μου κίνηση. Ένα καίριο βρόντημα της σάρκας που ενώ θα έπρεπε πλέον να ωριμάζει ερωτικά και να μαθαίνει την αλφαβήτα του δοσίματος και της ευχαρίστησης, αυτή μαζευόταν σαν σπείρα γύρω από το καβούκι της και σιγά -σιγά έπεφτε σε ναρκωτική αμηχανία. Ήταν παραμονή του Αγίου Νικόλαου όταν ήρθε και με βρήκε. Έκανα χάζι στη πλατεία τους μικροπωλητές που έστρωναν την πραμάτεια τους για το πανηγύρι. Μια συστράτευση χρωμάτων, φωνών και κινήσεων τόσο μεθυστική που έκανε τους γύρω τοίχους των σπιτιών να πάλλονται από δονούμενη ευχαρίστηση. Τον κατάλαβα από το τραχύ αποτύπωμα που άφησε στον ώμο μου. Βίαιο και άμεσο σαν και εκείνον. Γύρισα και τον κοίταξα έντρομος. Έψαξα τα μάτια του για να καταλάβω τις προθέσεις του, αλλά αυτά είχαν χαθεί μέσα σε μια ασπίδα μαύρων γυαλιών ηλίου. Και διάολε πάνω στον ουρανό και τριγύρω δεν υπήρχε ίχνος αχτίδας, αλλά ο Τάκης δεν έλεγε να τα βγάλει από πάνω του. “Πρέπει να σε δω”, μου είπε κοφτά και παθιασμένα.

25_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Τράβηξα το νερουλό του χέρι από πάνω του σαν βδέλυγμα που ήθελε να μου ρουφήξει το αίμα. «Για ποιο λόγο; Δεν σου φτάνει το κακό που μου έχεις κάνει;», του είπα. Με πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. Η δική του ήταν ταγκή, εξοντωτική προκαλώντας μου μια ασυναίσθητη συστολή. «Μην είσαι χαζός. Το ξέρω πως θέλεις να βρεθούμε…». «Όχι δεν θέλω…». Έκανα να φύγω. Με τράβηξε πάνω του και όταν κατάλαβε πως θα μπορούσε να κινήσει τα βλέμματα των συγχωριανών, με πέταξε μακριά σαν άδειο σακί πατάτες. «Θα σε περιμένω στο χωράφι του πατέρα σου μόλις πέσει ο ήλιος», είπε και άναψε τσιγάρο κρύβοντας με την ανοιχτή του παλάμη το μισό του πρόσωπο. «Δεν θα έρθω», του απάντησα εμβρόντητος. «Εγώ θα σε περιμένω γιατί θα έρθεις», είπε και μου πέταξε ένα ματσάκι καπνό στη μύτη. Έχω βουτήξει πλέον για τα καλά στην ανυπαρξία και από εδώ που βρίσκομαι έχω το πλεονέκτημα να μη νοιάζομαι για τη φθαρτότητα του κορμιού μου. Έχω όμως και μπόλικο χρόνο να σκέφτομαι τι θα γινόταν αν δεν πήγαινα. Ποια τροπή θα είχε πάρει η ζωή μου αν εκείνα τα μακρόσυρτα λεπτά που κυλούσαν άγαρμπα στο ρολόι της εκκλησίας, σταματούσαν προς στιγμήν και με έσωζαν από το απειλητικό φεγγάρι που εκείνο το βράδυ άρχιζε να σκάει πιο γρήγορα από ότι άλλες φορές. Πολλές φορές έχω φέρει στο μυαλό μου τα γεγονότα έτσι όπως έγιναν, αλλά και τις μανιώδεις σκέψεις μου πριν φτάσω στο χωράφι, που έκαναν το κεφάλι μου να κουνιέται συθέμελα. Οι μελοδραματικές παύσεις που με συντάρασσαν, αλλά και οι ανταριασμένες ονειρώξεις που με έφταναν στο απόγειο, ενώνονταν αξεδιάλυτα μέσα μου φτιάχνοντας ένα εκρηκτικό μείγμα. Νίκησε ο πόθος και πήγα. Κι ας ήξερα πως ο δρόμος αυτός δεν θα είχε γυρισμό. Λες και εκείνη τη στιγμή που αποφάσιζα το φοβερό μου βήμα να επένδυα σε μια άλλη ζωή γεμάτη εύθραυστες αναμετρήσεις με τον ακόρεστο παλμό της αμαρτωλής καρδιάς μου. 26_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Μόλις με είδε απέναντί του τα μάτια του έπαιξαν μέσα στους βολβούς τους σαν μπάλες από φλιπεράκι. Δίχως να βγάλει λέξη από το πέτρινο στόμα του με πέταξε με τέτοια δύναμη στο χώμα που ένιωσα τον κόσμο να πλέει τριγύρω μου. Δεν πρόφτασα καν να προβάλλω αντίσταση. Έκλαιγε γοερά, ένα δάκρυ μαύρο που έτρεχε στα μάγουλά του σχίζοντάς τα. Σκουπιζόταν από ντροπή και με χτυπούσε πάλι από ντροπή. Το πρόσωπό του είχε γίνει ένα σκοτεινό έλος γεμάτο σιχαμερή λάσπη. Φώναζε «σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω» και κάθε φορά που του τέλειωναν οι λέξεις, ξεκινούσε μια καινούργια κλωτσιά να έρθει να επιβεβαιώσει το μυστικό του πόνο πάνω μου. Με δάχτυλα πληγιασμένα ζύγισα μια πέτρα που βρήκα στα δεξιά μου. Ίσα που μπορούσα να την κρατήσω, αλλά τη βάστηξα γερά. Την είδε και γυάλισε το μάτι του. «Εμένα θα χτυπήσεις;», ούρλιαξε, «εμένα που σε αγαπάω;» Σήκωσα την πέτρα όσο με βαστούσε το χέρι μου. Ένιωσα όλο το βάρος μου να συγκεντρώνεται σε εκείνα τα αιμάτινα δάχτυλα, τους πέντε προπομπούς του φονικού. Έκανε πίσω αιωρούμενος καθώς δεν είχε αποφασίσει αν θα μου καθίσει μια ακόμα κλωτσιά ή θα μαζέψει το ποδάρι του. «Βιολέτα μη… τι πας να κάνεις». Ολόλυζε, δερνόταν με τα ρούχα του, ώσπου σταμάτησε μια και καλή όταν η πέτρα τον βρήκε ανάμεσα στα μάτια. Ένα κόκκινο κρόσσι άρχισε να τρέχει και να του κρύβει το σκοτάδι. Έπεσε κάτω, τα γόνατά του λύγισαν τρέμοντας. Βρήκα την ευκαιρία να σηκωθώ. Τον είχα από κάτω μου πλέον να σκούζει και να χτυπιέται. Κατακόκκινος σαν ουλή ανοιχτή, αλλά πια δεν με ένοιαζε. Ήμουν προσηλωμένος στη φρενιασμένη μου μανία. Η δεύτερη πέτρα τον βρήκε στο κεφάλι, η τρίτη στο δεξί μάγουλο και η τελευταία στο πίσω μέρος του κρανίου. Ήταν και αυτή που τον ξέκανε. Έπεσε στο χώμα. Έγινε υποχείριο της παγωμένης νάρκωσής του. 27_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Ήταν ολόκληρος ένα κόκκινο κακάδι, απόκοσμο και λερό. Από το βάθος του ορίζοντα κάποιο άγνωστο χέρι άρχισε να ραντίσει τον σκούρο θόλο με χρυσοπράσινα αστεράκια που έσκαγαν με πάταγο, απλώνονταν σαν μανιτάρι και ύστερα καταδύονταν με απρόσμενη ταχύτητα στο πουθενά. Το πανηγύρι στο χωριό θα πρέπει να είχε ξεκινήσει για τα καλά. Αύριο γιορτάζει και ο πατέρας μου, σκέφτηκα μέσα στην παραζάλη μου. Νικόλαος Μαραγκός. Σήμερα, όμως, αυτή ακριβώς τη στιγμή γιορτάζω εγώ, ο Άλκης Μαραγκός… η Βιολέτα… Έτρεξα μέχρι την αποθήκη. Τα χέρια μου είχαν τυλιχτεί σαν περικοκλάδες στο κορμί μου, ο ιδρώτας περνούσε μέσα από την μπλούζα μου, μούσκευε το δέρμα. Το κλονισμένο δέρμα. Για μια στιγμή δείλιασα. Κοίταξα με παιδική εγκαρτέρηση τα απλωμένα σχέδια στον ουρανό που φώτιζαν τη νύχτα σαν μια γιγάντια πυγολαμπίδα. Με έκαναν να κοντοσταθώ για μια στιγμή αλλά αμέσως οι φωτεινές κραυγές του ουρανού πέθαναν μέσα μου χωρίς απόηχο. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ και μόνο εγώ να τις δημιούργησα προς στιγμήν για να μου κρατήσουν παρέα. Το ψαλίδι ήταν σκουριασμένο στις άκρες αλλά σίγουρα έκανε ακόμα τη δουλειά του. Το θυμάμαι από μικρός που ο πατέρας το είχε και το χρησιμοποιούσε σε διάφορες δουλειές του χωραφιού. Έσφιξα την μπουνιά μου. Ένιωσα για πρώτη φορά τόσο αποφασισμένος για κάτι στη ζωή μου. Έπιανα με τα ακροδάχτυλά μου την ίδια την εικόνα της συνείδησής μου και είχε την όψη σαπισμένου μετάλλου. Σαν το ψαλίδι που κρατούσα. Με τη χρονική απόσταση που μου παρέχει η τωρινή μου άυλη κατάσταση, μπορώ να πω ότι δεν δυσκολεύτηκα αρκετά. Ήταν σαν να έσχιζα ένα έμπλαστρο από την κοιλιά μου. Το στόμα μου, θυμάμαι, έβγαλε έναν καμπανιστό ήχο, με έπιασε σύγκρυο και αμέσως φλόγωση και όλα γύρω μου άρχισαν να παίρνουν

28_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

τεράστιες διαστάσεις και να με καταπίνουν. Ένας λαβύρινθος που χοροπηδούσε ακατάπαυστα. Μετά από αυτό δεν θυμάμαι τίποτα αλλά και δεν θέλω να θυμάμαι. Που και που επισκέπτομαι το σπίτι μου και με πιάνει το παράπονο που έχει μείνει πλέον ένα ετοιμόρροπο γιαπί. Πέθανε ο πατέρας, τον ακολούθησε η μάνα και τώρα όλα ρημάζουν. Μόνο οι γλάστρες έχουν μείνει ανέπαφες από την προϊούσα σήψη του χρόνου. Κάποιος έρχεται και τις ποτίζει ανελλιπώς. Κάποτε είχαμε νεραγκούλες, νάρκισσους, ανεμώνες, μα πάνω από βιολέτες, βιολέτες παντού. Μαβιές καρδιές που απλώνονταν σαν ήλιος προς τη χοάνη του ουρανού. Τις βλέπω και έχουν γίνει θαλερές και γόνιμες. Σαν κάποιον να περιμένουν να τους μιλήσει. Εγώ πλέον δεν μπορώ, δεν θα με ακούσουν ότι και αν τους πω. Δεν ξέρω ποιος έρχεται και τις ποτίζει. Συνήθως όσοι περνούν από το σπίτι, και το κάνουν σπάνια, ταχύνουν το βήμα τους και ντρέπονται να κοιτάξουν κατά τα χαλάσματα. Φοβούνται ότι το αμαρτωλό μίασμα είναι κολλητικό. Ποιος να τις ποτίζει λοιπόν και γιατί; Ποτέ μου δεν θα μάθω.

29_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Αργυρώ Μπαξεβάνου Η Μυρσίνη μας

Ε

ΠΤΑ ΓΕΝΝΕΣ ΕΚΑΝΕ Η ΣΥΧΩΡΕΜΕΝΗ Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ.

Τότε γεννούσαν οι γυναίκες όσα

παιδιά έδινε ο Θεός κι έμεναν μ’ όσα τους χάριζε. Πέντε της ζήσαμε. Τέσσερα

αγόρια, ο Παντελής, ο Αλέκος, ο Ηλίας κι εγώ, ο μικρότερος κι ένα κορίτσι, τρίτο στη σειρά, η Μυρσίνη μας. Δεν τη γνώρισες. Ήταν μεταξένιο κορίτσι, η Μυρσίνη, η παρηγοριά του σπιτιού μας, η περηφάνια μας και το στήριγμά μας. Με περνούσε οκτώ χρόνια. Κι ήταν για μένα πάνω από αδελφή, μια μικρή μάνα. Δίπλα της με είχε, όταν φουκάλιζε το σπίτι, όταν σφουγγάριζε, όταν έπιανε προζύμι κι όταν ζύμωνε στη σκαφίδα με τα παιδικά χεράκια της ψωμί για επτά στόματα. Γιατί η μάνα μας απ’ τη νύχτα έφευγε και νύχτα γύριζε. Όλη μέρα πάλευε στα κτήματα και στα ζώα μας με δουλειές σκληρές και φορές κατέβαινε στο λιμάνι να βοηθήσει τον πατέρα μας στο ξεψάρισμα. Περίεργο ζευγάρι οι δυο τους. Ο ένας όργωνε τη γη κι ο άλλος τη θάλασσα. Ο πατέρας μου με τ’ αδέλφια του είχανε ψαροκάικα. Είχαμε τον τρόπο μας. Και με την αξιοσύνη των γονιών μας δε μας έλειψε τίποτα ακόμα και στις μεγάλες φτώχειες. Εγώ όλη μέρα ζούσα δίπλα στη Μυρσίνη μας. Μ’ αγαπούσε πολύ. Ίσως, γιατί ήμουν ο μικρότερος κι ο χαϊδεμένος της. -Αρνί μου! Αρνάκι μου! Με φώναζε. Κι εγώ σαν το μανάρι δίπλα στη μάνα του ήμουν πιασμένος πάντα στο φουστανάκι της. Ακόμα κι όταν έκανα ζημιές και θύμωνε, Μανωλάκη με φώναζε, ποτέ δε με φώναξε Μανώλη. Ούτε μ’ έδερνε, όπως έκαναν συχνά τα μεγάλα μου αδέλφια.

30_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Παράδεισος ήταν η ζωή μου δίπλα της. Τα Σάββατα το απόγευμα που έβαζε η μάνα μου καζάνι, για να πλύνει και να πάρουμε σειρά να πλυθούμε όλοι μας, θυμάμαι που η αδελφή μου μ’ αναλάμβανε και μ’ έβαζε στη σκάφη και μου έριχνε νεράκι ζεστό και μ’ έλουζε προσεκτικά, για να μην μπαίνει στα μάτια μου σαπούνι και κλαίω. Με γλύτωνε απ’ τα σκληρά χέρια μάνας μας που πάνω στην κούρασή της αυτά δεν τα πρόσεχε. Κι αν κλαίγαμε, μας χτυπούσε με την πλάκα το σαπούνι στο κεφάλι κι αν είχαμε ψείρες, δεινοπαθούσαμε στα χέρια της. Με το σκληρό το χτένι μας έγδερνε σχεδόν το κρανίο. Ενώ η Μυρσίνη με ξεψείριζε προσεκτικά κι αγόγγυστα και στο τέλος με χτένιζε απαλά και προσπαθούσε να μου κάνει μια ψευτοχωρίστρα. Τι χωρίστρα να κάνει! Αφού μας είχαν κουρεμένους με την ψιλή και μόνο μπροστά άφηναν μια τούφα μαλλάκια! Ύστερα μ’ έβαζε στο κρεβάτι με τον Ηλία μας να κοιμηθώ και μας φιλούσε σταυρωτά. Ένιωθα ελαφρύς και καθαρός και μ’ έπαιρνε λίγο – λίγο ένας ύπνος γλυκός κι ευτυχισμένος. Ίσως εκείνα τα Σαββατόβραδα να κρύβουν μαζεμένη όλη την ευτυχία της ζωής μου. Όχι! δεν το λέω καλά. Ευτυχισμένος ήμουν κι όταν πήγαινα μαζί της τα μεσημέρια τ’ Αυγούστου, μέσα στην κάψα, στη θάλασσα και μαζεύαμε ώρες καβούρια και πεταλίδες και γαλίπες. Ύστερα έφτιαχνε η μάνα μας πιλάφι θαλασσινό και γαλιποκεφτέδες, της φτώχειας φαΐ. Δεν έφαγες εσύ τέτοιο! Που λες! Η αδελφή μας μ’ έμαθε να κολυμπώ! Κι αντίς για σωσίβιο είχαμε δυο νεροκολόκυθα, κουφωτά από μέσα, ενωμένα με σκοινάκι. Δε βούλιαζαν και με κρατούσαν στον αφρό. Κι έτσι, έμαθα σιγά – σιγά να κολυμπώ, αφού ήπια μπόλικο νεράκι θαλασσινό. Και στα γράμματα πάλι η Μυρσίνη μας βοηθούσε! Ήταν να τη θαυμάζεις. Ξεφτέρι στο σχολείο, αδικήθηκε, γιατί σταμάτησε στην Πέμπτη, για να μας φροντίζει. Αυτή μου έμαθε να διαβάζω. Κι αυτή μες στα παιχνίδια με ρωτούσε σοβαρά – σοβαρά: -Πες μου τώρα, Μανωλάκη, πόσο κάνει τρεις οι εφτά; Οκτώ οι εννιά; Επτά οι οκτώ; 31_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Την προπαίδεια σ’ αυτήν τη χρωστάω, όπως και το να μπορώ να λύνω δύσκολες διαιρέσεις. Μ’ ένα ξυλάκι στο βρεμένο χώμα της αυλής, εκεί μου σκάλιζε αριθμούς. Εκεί ήταν ο πίνακάς μας. Τετράδια και χαρτιά ήταν δυσεύρετα. Παράδεισος ήταν η ζωή μου κι ο άγγελός του, η Μυρσίνη μας. Νοικοκυρεμένο, αθώο παιδί, πρόθυμο και φιλότιμο βοηθούσε το σπίτι μας κι όλη τη γειτονιά. Αυτό ήταν το κορίτσι μας. Κι όμορφο, πολύ όμορφο ξεχώριζε μέσα σ’ όλα τα κορίτσια του χωριού. Ίσως αν δεν ήταν τόσο όμορφο, να ήταν πιο τυχερό στη ζωή του! Μ’ αυτά, πάλι, ποιος τα ξέρει;… Μέχρι που ’ρθε εκείνο τ’ άραχνο καλοκαίρι κι έπεσε δυστυχία στο σπίτι μας. Ήμουν μικρός, δεν πολυκαταλάβαινα. Όμως άκουσα το χαμηλόφωνο σπαραγμό και τους βόγγους της μάνας μου και τις κατάρες της: Αχ Χρήστο! έλεγε στον πατέρα, το χάλασε το κορίτσι μας αυτό το παλιοτόμαρο, αυτός ο θεομπαίκτης που καλό να μη δει ποτέ! που να τον δω στην κάσα και να χαίρομαι! Μετά έγιναν πράγματα σκληρά και πρωτοφανέρωτα για το σπίτι μας. Θυμάμαι που την αδελφή μου την έδερνε ο πατέρας και τα δυο μεγάλα μου αδέλφια εκ περιτροπής. Ο Ηλίας κρύφτηκε στο ντάμι. Μια μέρα ολόκληρη την έδερναν στα μουλωχτά, κλείνοντας το στόμα της να μην ακούγονται οι φωνές της. Κι η μάνα μάταια προσπάθαγε να τη σώσει απ’ τα χέρια τους και μάταια φώναζε ότι δεν έφταιγε το κορίτσι της, πως δεν πήγαινε γυρεύοντας, αλλά έφταιγε ο Φώτης, ο νταής του χωριού, αυτό το σκυλί το μαύρο, ο ρεμπεσκές, που κακό χρόνο να ’χει κι ό,τι έκαμε αίμα να το φτύσει! Αλλά ο πατέρας και τ’ αδέλφια μου συνέχιζαν να τη βρίζουν και να τη δέρνουν άπονα, γιατί, λέει, ήταν πομπεμένη, τους ντρόπιασε το όνομα, τους λέρωσε το κούτελο και πως αν η σκύλα δεν κουνήσει την ουρά της, ο σκύλος δε σιμώνει. Κι εκείνη ξέπνοα έλεγε: -Δε φταίω, σας λέω! Δε φταίω εγώ! Με τη βία έγιναν όλα!

32_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Κάποια στιγμή, άρχισα να κλαίω και να φωνάζω, για να σώσω τη Μυρσίνη μου κι έφαγα ξύλο πολύ κι εγώ και με στείλανε στο σπίτι μιανής απ’ τις αδελφάδες της μάνας μου. Όταν γύρισα μετά από τρεις μέρες σπίτι μας, δε βρήκα εκεί την αδελφή μου. Κι όσο κι αν ρώτησα κι όσο κι αν έκλαψα, κανείς δεν μου απαντούσε ούτε πού πήγε, ούτε πόσο θα λείψει, ούτε πότε θα ’ρθει! Από ένα σημείο κι ύστερα μ’ απαγόρεψαν να ρωτάω και να μιλώ γι’ αυτή. Κι αν σε ρωτάει ο κόσμος, να λες, εγώ είμαι μικρός. Να ρωτάτε τη μάνα και τον πατέρα μου! Έτσι με δασκάλεψαν. Καταλάβαινα ότι κάτι φριχτό συνέβηκε στην αδελφή μου, μα δεν μπορούσα να φανταστώ τι ήταν αυτό. Πάντως, η χαρά μου χάθηκε. Δεν ήθελα να παίζω. Δεν ήθελα να τρώω. Και τα βράδια παρακαλούσα: -Χριστούλη μου να φέρεις πίσω τη Μυρσίνη μας! Φαίνεται οι προσευχές μου πιάσαν τόπο και μετά από μήνες γύρισε η αδελφή μου. Γύρισε μόνο το σώμα της, γιατί την ψυχούλα της φαίνεται την άφησε εκεί μακριά όπου τη στείλανε. Ήταν όμορφη όπως και πριν, αλλά δεν είχε τίποτε από την παλιά ξενοιασιά και τη χαρά της. Ήταν σοβαρή κι απόμακρη και τα μάτια της ήταν πάντα βουρκωμένα. Εξακολουθούσε να μου δείχνει την ίδια αγάπη, ίσως και περισσότερη, μέσα απ’ τη σιωπή της, μόνο με πράξεις κι αγκαλιές, χωρίς πολλές κουβέντες. Εγώ κι η μάνα μας της φερόμαστε όπως πριν, όμως ο πατέρας μου και τα μεγάλα αδέλφια μου την περιφρονούσαν. Με τον καιρό παρασύρθηκε κι ο Ηλίας μας κι έγινε κι αυτός παγερός μαζί της. Λόγο δεν της απηύθυναν. Το όνομά της δεν το ξανάπαν. Και στη γειτονιά και στο χωριό είχε την ίδια αντιμετώπιση. Ώρες ώρες πίστευα πως ήταν αόρατη και πως την έβλεπα μόνο εγώ κι η μάνα μου. Κι όλους μας στο σπίτι, μας είχαν άπαντες στο χωριό σα να ’μαστε σε καραντίνα. Δεν έρχονταν επισκέψεις στις γιορτές και τα κορίτσια, οι φίλες της αδελφής μου, δεν της ξανάκαναν παρέα, αλλά της γύριζαν περιφρονητικά την πλάτη. 33_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Αόρατη, βέβαια, δεν ήταν η Μυρσίνη, γιατί ήταν καλλονή. Η γιαγιά μου συνήθιζε να λέει: «Το καλό το φρούτο το τρώει ο μπούφος» κι ως τότε δεν είχα καταλάβει τι εννοούσε με τα λόγια της αυτά. Μέχρι που εμφανίστηκε στο χωριό μας ο καπετάν – Αγγελής ισχνός, μουστακαλής και φαλακρός με χέρια κίτρινα απ’ το τσιγάρο, καμιά πενηνταριά χρονών. Ήταν απ’ το νησί απέναντι. Είδε μια μέρα τη Μυρσίνη μας, δεν ξέρω πού και τη λιμπίστηκε. Την ίδια μέρα στο καφενείο δώσανε τα χέρια με τον πατέρα μου κι ο αρραβώνας έκλεισε. Εκεί στο καφενείο! Τον θυμάμαι το σαχλιάρη, μεθυσμένο στο τσακίρ κέφι, ολόχαρο που ’παιρνε τέτοιο τεφαρίκι να τραγουδά: «Τα μαλλιά σου, τα μαλλιά σου μ’ έφεραν στη γειτονιά σου. Τα μαλλιά σου τα μελένια έκαψαν πολλούς κι εμένα…» Ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δε θα ’χε φανταστεί το ραμολί πως θά ’παιρνε τέτοια νέα γυναίκα με μαλλιά ποταμό και μάτια ζωγραφιστά. Κι όμως, στη συμφωνία επάνω έκανε και «νούμερα» στον πατέρα μας και χρειάστηκε κι αρκετό παραδάκι να δώσει ο σχωρεμένος, για να βουλώσουν τ’ αυτιά του γεροντογαμπρού στο σούσουρο του κόσμου πως θα πάρει γυναίκα «ακουσμένη» κι όχι «κορίτσι». Κι έτσι το αγγελούδι μας που θα ’ταν δε θα ’ταν δεκαεννιά χρονών βρέθηκε νύφη σε μέρος μακρινό, πεντέξι ώρες με το καράβι, μακριά απ’ την αγκαλιά μας, να τη μαλλιοκατσιάζει και να τη χαίρεται ένας άντρας άχαρος μπορεί και μεγαλύτερος στην ηλικία απ’ τον πατέρα μας. Στο γάμο της κανένας μας δε βρέθηκε εκτός απ’ τον πατέρα που τη συνόδεψε νύφη στο νησί. -Το θυσίασες το παιδί σου! Του ’πε η μάνα, όταν γύρισε και την έπιασε το κλάμα. -Τη δουλείασ’ εσύ! Και πάψε τα μουτζοκλάματα. Έπρεπε τώρα να τη δώσω, πριν μπαγιατέψει. Μετά δε θα την έπαιρνε κανένας έτσι μεταχειρισμένη, χωρίς τιμή. Και να την ξεγράψετε! Εδώ δε θα ξανάρθει! Δεν μπορεί κάθε φορά ν’ ανασκαλεύεται το παρελθόν και να γινόμαστε ρεζίλι στον κόσμο! Αυτά ήταν τα λόγια του και μαζί κατέβασε και κάμποσα καντήλια.

34_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Νέα της Μυρσίνης ήταν δύσκολο να μαθαίνω. Και κανένας στο σπίτι δε μιλούσε γι’ αυτή. Πάντως ο Φώτης μετά το γάμο της έφυγε απ’ το χωριό μας. -Μάνα τι να κάνει το κορίτσι μας; Τολμούσα κάποτε να ρωτήσω. -Σώπασε μη σ’ ακούσει ο κύρης σου κι έχουμε άλλα, ήταν η απάντησή της. Από όσα κατόρθωνα να μαθαίνω εδώ κι εκεί από σκόρπιες κουβέντες, καταλάβαινα πως η Μυρσίνη στο νησί κακοπερνούσε. Ο καπετάν – Αγγελής ταξίδευε επτά, οχτώ μήνες το χρόνο και το κορίτσι μας έμενε μόνο του με την ηλικιωμένη πεθερά της, καλή γριούλα αλλά φιλάσθενη και την ανύπαντρη κουνιάδα της, μια γεροντοκόρη στριτζωμένη και ξιπασμένη μες στα νεύρα και στην κακία. Ίσως και να ’φτασαν στ’ αυτιά της λόγια για την αδελφή μας κι αυτά την έκαναν ακόμα πιο στρυφνή κι ανυπόφορη. Στα δυο χρόνια πάνω η αδελφή μου έμεινε έγκυος – δόξα τω θεώ – είπε η μάνα μας. Και αργότερα μάθαμε πως γέννησε αγοράκι. Τη μέρα που ’ρθε το καλό μαντάτο είδα τον πατέρα μου να χαμογελά, έστω και στυφά και μου ’δωσε χαρτζιλίκι. Γιωργάκη το βάφτισαν το αγοράκι της και το λάτρευε. Ξέρω πως θα το μεγάλωνε μη βρέξει και μη στάξει, γιατί εγώ που δεν ήμουν παιδί της αλλά αδελφός της και παρότι ήταν ανήλικη τότε, μεγάλωσα σαν βασιλιάς στα χέρια της. Κάποια μέρα μετά από τέσσερα μπορεί και πέντε χρόνια, δε θυμάμαι καλά, μάθαμε πως ο καπετάν Αγγελής πνίγηκε σε φουρτούνα σ’ ένα απ’ τα ταξίδια του. Κοντά στην Αλεξανδρέτα είπαν ότι πνίγηκε. Και πάλι κανένας μας δε βρέθηκε στο πλευρό της αδελφής μας. Μόνο κανά δύο χρόνια μετά το θάνατο του άντρα της θυμάμαι πως οι μεγάλοι μας, ο Παντελής κι ο Αλέκος πήγαν στο νησί για εμπόριο. Πέρασαν τότε απ’ το σπίτι της. Ζούσε φτωχικά απ’ τη μικρή σύνταξη που τους άφησε ο καπετάνιος. Υπηρετούσε την κατάκοιτη πεθερά και την κουνιάδα της που εκείνη έκανε τα κουμάντα. Στο σπίτι τους φίλεψε και τους κοίμισε και την άλλη μέρα το πρωί τη βρήκαν να τους περιμένει στο καΐκι μέσα, έχοντας σφιχταγκαλισμένο το μικρό Γιωργάκη.

35_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

-Πάρτε με μαζί σας, έλεγε και ξανάλεγε. Μαύρη ζωή περνώ εδώ. Πικρό ψωμί τρώω. Κατάντησα παραδουλεύτρα στο σπίτι του άντρα μου. Λεφτά δεν ορίζω. Πάρτε με μαζί σας στο σπίτι μας και θα δουλεύω για σας ολημερίς! Πάρτε με, αλλιώς θα πεθάνω! Τη σύρανε με τη βία και τη βγάλανε με το Γιωργάκη αγκαλιά στη στεριά και της είπαν να μη βάζει άλλες πομπές και ντροπές στη ζωή τους. Οι καλές γυναίκες χήρες, ξεχήρες μένουν στο σόι του άντρα τους και τον τιμούν, έστω και πεθαμένο. Αυτό είναι το πρέπον και το σωστό. Και φύγανε και την αφήσανε τη μαύρη μες στη μαύρη απελπισία να κλαίει και να οδύρεται, να θέλει να γυρίσει πίσω στον τόπο της, στο πατρικό, στη μάνα της και να κανείς να μην τη βοηθά. Ούτε τ’ αδέλφια της. Όλοι οι δρόμοι κλειστοί κι αυτή μες στην απόγνωση. Ξεκοκαλίστηκε κι η προικούλα της, για να ζήσουν τα δύο μορμολύκια. Κι έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε αργότερα, όταν γι’ άλλη μια φορά τη σακάτεψε η μοίρα. Ο Γιωργάκης της, παλικαράκι πια δεκατριών χρόνων, χτυπήθηκε από λευχαιμία καλπάζουσα. Μέσα σε μήνες το ’χασε το παιδί της. Το ’βαλε στη γη με τα χέρια της, μόνη της χωρίς κανέναν από μας. Το πικρότερο ποτήρι για μια μάνα το ’πιε η Μυρσίνη μας! Ένα μήνα μετά το θάνατο του Γιωργάκη πέθανε κι έρμη η μάνα μας απ’ τον καημό της. Εγώ τότε είχα αρχίσει να αντρειεύω και να ορίζω τον εαυτό μου και να μπορώ να έχω λόγο στους μεγαλύτερους από μένα άντρες του σπιτιού μας. Μια μέρα χτύπησα τη γροθιά στο τραπέζι κι είπα: «Τόσα χρόνια κάνατε ό,τι θέλατε, γιατί δεν είχα λόγο. Εξορίσατε την αδελφή μας, πεθάνατε τη μάνα για το τι θα ��ει ο κόσμος και για τη ρημάδα την τιμή σας. Στο διάολο κι η τιμή και ο κόσμος κι όλοι σας! Θέλετε δε θέλετε, θα πάω να τη φέρω πίσω τη Μυρσίνη κι ας μη δώσει πεντάρα κανένας σας. Εγώ θα δουλεύω να την ταΐζω!» Σώπαιναν και με κοιτούσαν. Και μόνο ο Παντελής -είχε ήδη παντρευτεί κι είχε αποκτήσει το πρώτο του κορίτσι- είπε μέσα απ’ τα σφιγμένα χείλια του: «Να πας Μανώλη!» κι έφυγε σκυφτός.

36_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Πήγα, παιδί μου κι έτρεμα να τη δω, να την αγκαλιάσω, να πέσω στα πόδια της να της ζητήσω συγχώρεση για όλο το κακό που άφησα και της κάνανε. Πήγα κι ακόμα κλαίω! Δεν ήταν αυτή που βρήκα η αδελφή μου. Ήταν σκιά του εαυτού της. Ξερακιανή, σχεδόν εξαϋλωμένη, σκεβρωμένη και δεν ήταν ούτε τριάντα πέντε χρόνων. Όλα τα μαλλάκια της άσπρα σχεδόν και το δέρμα της πανιασμένο. Της έλειπαν δόντια και στα εκζεματικά της τα χεράκια τα νύχια ήταν φαγωμένα και κούφια απ’ τις βαριές δουλειές. Δούλευε σκληρά σ’ όποια δουλειά της δίνανε στις ελιές, στα χωράφια ή στα σπίτια. Η γριά είχε πεθάνει. Η κουνιάδα όμως ζούσε και ολοένα γινόταν πιο στριφνή και πιο πικρή. Εκείνη είχε τα λεφτά στα χέρια της. -Αυτά είν’ το βιός του αδελφού μου, της έλεγε. Εσύ, χωρίς το παιδί πια, μόνο το στεφάνι σου ορίζεις! Να ευχαριστάς που σ’ αφήνω να μένεις σπίτι μας και δε σε διώχνω! Σ’ αυτήν την κακιά κατάντια βρήκα τη Μυρσίνη μου. Έπεσα στα γόνατα μπροστά της και της ζητούσα συγνώμη μ’ αναφιλητά. -Έλα αδελφή, να σε πάρω να πάμε σπίτι μας! είπα. Έπεσε κι αυτή γονατιστή και μ’ αγκάλιαζε και μου φιλούσε τα μάτια και το μέτωπο κι αγκάλιαζα τα κορμάκι της, ένα μάτσο κόκαλα. Μόνο το βλέμμα της ήταν ίδιο κι η φωνή της. -Αρνί μου! Μανωλάκη μου! Εσύ δε φταις σε τίποτα. Αυτή ήταν η μοίρα μου εμένα. Αυτό ήταν το γραμμένο! Εσύ δε φταις. Εσύ ήσουν παιδάκι τότε, έλεγε κι έκλαιγε σιγανά! Κι έπειτα ξαφνικά πάγωσε, τραβήχτηκε μακριά μου κι άρχισε με φωνή πονεμένη κι αυστηρή: -Μανώλη, άκουσε καλά. Εγώ δεν φεύγω! Δε γίνεται να φύγω πια. Πρέπει να είμαι εδώ για τον Γιωργάκη μου. Ποιος θα ανάβει κάθε μέρα το καντήλι του; Πώς ν’ αφήσω το παιδί μου και να φύγω; Και να πάω πού; Εγώ τα παιδιά μου με τη θέλησή μου δεν τα εγκαταλείπω ούτε κι αν είναι πεθαμένα! Κι εκείνο δε θα τ’ άφηνα! Γιατί έχω κι άλλο παιδί Μανώλη!... 37_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Τότε ήμουν πολύ μικρή. Δε μ’ αφήνανε, αδελφέ μου, να το μεγαλώσω! Μου το πήρανε τ’ αγοράκι μου εκείνο, το πρώτο μου, μόλις το γέννησα. Μου το πήρανε και δεν το ξανάδα πια. Δεν ξέρω ούτε τ’ όνομά του! Ξέρεις τι είναι να μη γνωρίζεις τ’ όνομά του παιδιού σου; Μόνο τα μάτια του θυμάμαι και εδώ στον αντίχειρα νιώθω ακόμα τη χουφτίτσα του που μ’ έσφιγγε δυνατά σαν να μην ήθελε κι εκείνο να μ’ αφήσει! Σαν να τό ’νιωθε πως το χώριζαν απ’ τη μάνα του! Έπειτα μ’ άφησε η ψευτομαμή στ’ άδειο δωμάτιο μόνο με μια κουρελού ανάμεσα στα σκέλια μου, για να σταματήσει την αιμορραγία της γέννας. Έκλαψα και χτυπήθηκα ώρες! Φώναζα, παρακαλούσα, το ζητούσα μέχρι που λιποθύμησα. Ξύπνησα κι η κουρελού ήταν πνιγμένη απ’ το αίμα μου κι η αγκαλιά μου άδεια κι η καρδιά μου δίχως αίμα σταλιά!... Τουλάχιστον ο Γιωργάκης μου ξέρω πού βρίσκεται. Πάνω, εκεί ψηλά στα μνήματα. Πηγαίνω και του μιλώ και προσεύχομαι για την ψυχούλα του. Το άλλο μου το παιδί όμως πού είναι; Μανώλη, εσύ πρέπει να ψάξεις να το βρεις και να του πεις ότι η μάνα του δεν το πρόδωσε ποτέ! -Μου τ’ ορκίζεσαι πως θα το βρεις; -Σου τ’ ορκίζομαι αδελφή... Δεν την ξανάδα παιδί μου τη Μυρσίνη μου. Μέσα στον ίδιο χρόνο πέθανε. Βαριά πνευμονία είπανε. Κι από τότε χρόνια ολόκληρα ψάχνω να βρω αυτό το παιδάκι που τώρα θα ’ναι άντρας μεγαλύτερος από σένα. Τώρα που τα ξέρεις όλα, σειρά σου να ψάξεις κι εσύ και να με βοηθήσεις να το βρούμε! Είναι αίμα μας! Πρέπει να βρεθεί και να μάθει την αλήθεια. Να μάθει πόσο τ’ αγαπούσε η μάνα του! Να γιατρευτεί κι αυτό! Πρέπει πριν κλείσω τα μάτια, παιδί μου, να βάλω τέλος στα τόσα μας εγκλήματα! Εγώ ξέρω πως η αδελφή μου πέθανε απ’ τον καημό της, απ’ τ’ άδικα του κόσμου κι απ’ τα δικά μας κρίματα. Η Μυρσίνη μας στη λιγοστή ζωούλα της, τη βασανισμένη, δε μας κράτησε κακία. Μα ο Θεός θα μπορέσει όλους να μας συγχωρέσει;…

38_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Γιάννης Ρεμούνδος Ο θάνατος παραμονεύει «Ο Χάρος βγήκε - βγήκε παγανιά και θέρισε μια γειτονιά» Άγιος Φεβρουάριος, 1972. Δήμος Μούτσης – Μάνος Ελευθερίου, με το Δημήτρη Μητροπάνο.

«Έ

ΧΩ ΕΝΑ ΚΑΚΟ ΠΡΟΑΙΣΘΗΜΑ» ΜΟΥ ΛΕΕΙ Η

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ καθώς με βλέπει να

κοιτάζω το χάρτη του νησιού ψάχνοντας το χωριό Σκιάδι. Η γυναίκα

μου είναι μονίμως κατακλυσμένη από κακά προαισθήματα. Μοναδικό αντίδοτο είναι η μαγειρική, αλλά βρισκόμαστε στο ξενοδοχείο Αρσινόη κι έτσι δεν υπάρχει αυτή η προοπτική για να ηρεμίσει. Της λέω, «Μην ανησυχείς, όλα θα πάνε καλά, σε δυο, το πολύ σε τρεις ώρες θα γυρίσω» κι εκείνη μουρμουρίζει, «Είναι καιρός να την παρατήσεις αυτή τη δουλειά. Δεν είμαστε πια νέοι». Είμαστε σχεδόν σαράντα χρονών, πάνω στην ακμή της δημιουργικότητάς μας, δε θέλω όμως να την κακοκαρδίσω, «Θα γίνει κι αυτό στην ώρα του. Ξέρεις την κατάσταση της χώρας γενικώς, πρέπει να βγάλω τον επιούσιον» της εξηγώ κι εκείνη έχει έτοιμη την απάντηση, «Μα είμαστε πλούσιοι. Τι άλλο θέλουμε; Γιατί δεν πάμε στις Μπαχάμες να μουλιάζουμε τα πόδια μας στο νερό!». Γυναίκες! Μόνο τα νύχια τους σκέφτονται. «Όλα θα γίνουν στην ώρα τους» ξαναλέω αόριστα έχοντας το δάχτυλο στο παραθαλάσσιο χωριό Σκιάδι. Η Αλεξάνδρα αναστενάζει και κοιτάζει από το παράθυρο του ξενοδοχείου τα φώτα του λιμανιού. Το φωταγωγημένο πλοίο της γραμμής κάνει μανούβρες για να δέσει. Ρίχνω μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη. Θέλω να πάω στο ραντεβού μου ντυμένος στην τρίχα. Είμαι αρχαιοκάπηλος. Δεν υπερηφανεύομαι γι’ αυτό, ούτε 39_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

όμως και θέλω να απολογηθώ. Ολόκληρη η χώρα επιβιώνει από τις εκταμιεύσεις του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, κοτζάμ φάμπρικα έχει στηθεί, σάμπως δεν είναι κι αυτό αρχαιοκαπηλία! Εξειδικεύομαι στα αρχαία νομίσματα κι έχω καλό όνομα στην πιάτσα, δε νομίζω ότι υπάρχει κανείς να αμφισβητήσει την επαγγελματική μου αξιοπιστία. Αυτό το βράδυ έχω κλείσει ραντεβού με τον Αργύρη Βασιλειάδη στην έπαυλη του αδερφού του, ο οποίος θα γιόρταζε τα γενέθλια της κόρης του ή κάτι τέτοιο, δεν είχα κατάλαβα καλά. Ο Αργύρης ήταν χαμένο κορμί, συνεχώς χρεωμένος λόγω του πάθους του για το τζόγο ή καλύτερα του πάθους του να χάνει στο τζόγο, υπάρχουν και τέτοιοι τύποι. Αναγκαζόταν να ξεπουλάει δίχως να γίνεται αντιληπτός κομμάτι το κομμάτι την ιδιωτική συλλογή του αδερφού του Νικηφόρου, μια πλούσια συλλογή, αφού οι κάτοικοι της περιοχής την εφοδιάζανε ανελλιπώς έναντι πινακίου φακής. Ο Νικηφόρος Βασιλειάδης ήταν ζωντανός θρύλος για το Σκιάδι από όπου καταγόταν. Είχε ξεκινήσει από το μηδέν κι είχε βρεθεί στα πενήντα πέντε του πάμπλουτος

εκμεταλλευόμενος

τον

αποδοτικό

συνδυασμό

οξύνοιας

και

αναλγησίας που διέθετε από φυσικού του, τις ισχυρές γνωριμίες που απόκτησε στην ανοδική του πορεία και τα σκοτεινά παιχνίδια του χρηματιστηρίου. Το Σκιάδι ήταν ένα παραλιακό χωριό κοντά σε αρχαίο οικισμό κι είχε κοινά γνωρίσματα με ένα σωρό άλλα παρεμφερή. Αλλοτριωμένο ίσαμε το μεδούλι από τον ξέφρενο τουρισμό, διατηρούσε όμως και τα προγονικά χαρακτηριστικά του, εσωστρέφεια, κουτοπονηριά και καχυποψία. Νερό πίνανε οι ντόπιοι στο όνομα του Νικηφόρου Βασιλειάδη, γιατί από τη μια βάφτιζε σαν πολιτικός αβέρτα τα παιδιά τους, από την

άλλη

επηρέαζε

τις

αποφάσεις

της

εκάστοτε

κυβέρνησης

για

την

οικονομικοτεχνική ανάπτυξη της περιοχής, βλέπε ποικίλες όσες παρανομίες οικοδομικής

φύσεως.

Ο

Βασιλειάδης

ήταν

ένα

αξιοσημείωτο

φεουδαρχίας μέσα σε συνθήκες υπερώριμου καπιταλισμού.

40_

κατάλοιπο


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

«Πώς είμαι;» ρωτάω την Αλεξάνδρα και με κοιτάζει λοξά με τα Γιαπωνέζικα μάτια της. Από το λιμάνι ακούγονται τα νευρικά σφυρίγματα των λιμενικών καθώς προσπαθούν να βάλουν σε τάξη τα στίφη των τουριστών που σκουντουφλούν στις σκιές τους. «Κούκλος» απαντάει και διορθώνει το κόμπο της γραβάτας μου. «Αν νυστάξεις, μη με περιμένεις», «Καλά» μού αποκρίνεται αφηρημένα κι ανοίγει την τηλεόραση κι απομένουμε κι οι δύο να παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα το έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Ένα αεροσκάφος συνετρίβη στο Ελευθέριος Βενιζέλος, δηλαδή προσγειώθηκε κανονικά, αλλά προτού ακινητοποιηθεί πήρε φόρα και απογειώθηκε, ανέβηκε κάθετα σχεδόν στον ουρανό κι ύστερα έπεσε εξίσου κάθετα στη γη, σκοτώθηκαν όλοι. Τα αίτια παρέμεναν προς το παρόν άγνωστα. «Ζούμε μέσα στον παραλογισμό» σχολιάζω αφηρημένα. «Το παράλογο είναι το υπαρξιακό αντίστοιχο των επιθυμιών μας!» μονολογεί η Αλεξάνδρα επηρεασμένη από τον Καμύ των φοιτητικών της χρόνων. Στη ρεσεψιόν σιγουρεύομαι για την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσω, παίρνω το νοικιασμένο αμάξι και διασχίζω το Κυκλαδίτικο νησί ανασαίνοντας βαθιά τις μυρωδιές του καλοκαιριού – αντιηλιακό και θυμάρι - τις ποτισμένες με λεπτή υγρασία. Σκέφτομαι ότι δεν υπάρχουν πλέον χωριά με την κλασική πολιτιστική έννοια του όρου, η κουλτούρα τους έχει μαραθεί και μόνο μια ασαφής νοσταλγία έχει απομείνει. Αφότου η τηλεόραση μπήκε στην καθημερινότητα, η επαρχία ανασαίνει αχόρταγα το μπαγιάτικο αέρα της πρωτεύουσας. Δεν ευθύνεται μόνο η τηλεόραση. Παίζει το ρόλο της κι η υπόγεια επικοινωνία του διαδικτύου κι όλες αυτές οι σκόρπιες πληροφορίες όπου ο καθένας λέει το κοντό του και το μακρύ του, φταίει ότι ζούμε πλασματικά σα συμπιεσμένα αρχεία ανάμεσα από φλύαρες αρλούμπες και εξεζητημένες διαφημίσεις. Τέλος πάντων, σημασία έχει ότι το στερεότυπο έχει αλλοιωθεί, το καλούπι έχει σπάσει. Φτάνω στο Σκιάδι, βρίσκω το μίνι μάρκετ διακόσια μέτρα μετά την εκκλησία, προσπερνάω το σούπερ μάρκετ Ατλαντίς, στρίβω αριστερά σ’ έναν ιδιωτικό δρόμο

41_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

με κυπαρίσσια εκατέρωθεν και παρκάρω έξω από τη φωτισμένη έπαυλη του Βασιλειάδη. Κόσμος λίγος, αλλά εκλεκτός είναι μαζεμένος στο κήπο, άνθρωποι πολυτελείας όλων των ηλικιών, πολύχρωμοι και απαστράπτοντες σαν λουτροκαμπινέδες. Έχουν έρθει με μια θαλαμηγό και τρία ιστιοφόρα, ένας μικρός στόλος αραγμένος στο ιδιόκτητο λιμάνι. Χαμόγελα κι αρώματα και χρυσαφικά, όλα ανοξείδωτα στη φρεναπάτη του καιρού. Ο Αργύρης Βασιλειάδης δεν είναι ανάμεσά τους. «Τον περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή, έχει πεταχτεί σε μια δουλειά που προέκυψε απρόοπτα» μου εξηγεί η δεύτερη ή τρίτη σύζυγος του Νικηφόρου Βασιλειάδη, μια γυναίκα εξωτικής ομορφιάς, τα μισά του χρόνια έχει. «Τι θα πιείτε;» με ρωτάει μια στριφνή κοπέλα με στολή καμαριέρας. Κουνάω αρνητικά το κεφάλι μου. Δεν πίνω ποτέ όταν κάνω δουλειές, γιατί το ποτό με επηρεάζει, μού δημιουργεί κατάθλιψη, με κάνει να αισθάνομαι τη ματαιότητα της ζωής. Κάθομαι σε μια πολυθρόνα κοντά στην πισίνα και περιμένω παρατηρώντας τους άλλους. Γελαστές συντροφιές, κουτσομπολιό, ευχές, μερικοί το πάνε για χαρτί, μερικοί άλλοι θέλουν να πάνε βόλτα στη φεγγαράδα και να κάνουνε νυχτερινό μπάνιο. Μάλλον δεν έχουν μάθει για το αεροπλάνο που συνετρίβη γιατί κανείς δεν το σχολιάζει. Από αόρατα ηχεία ακούγεται κάποια σονάτα για πιάνο του Μότσαρτ, αλλά δε μπορώ να την εντοπίσω και παιδεύομαι. Μια γυναίκα του Θεού κάθεται δίπλα μου και με εξετάζει απροκάλυπτα εξονυχιστικά, «Ασφαλώς θα αναρωτιέστε τι κάνω εγώ εδώ πέρα» μου λέει στο τέλος. Δεν αναρωτιέμαι. Είμαι σίγουρος για τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Φοράει ένα ρούχο που μοιάζει κάτι ανάμεσα σε τσουβάλι και χλαμύδα, το βλέμμα της παραπαίει μέσα σε πυρετική μούρλια και στο λαιμό της κρέμεται ένας χρυσός σταυρός απ’ αυτούς που φορούν οι μητροπολίτες. «Είμαι σαν τον άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης… Περιφέρομαι ανάμεσα στους αμαρτωλούς για να τους συνετίσω έστω και την τελευταία στιγμή, να δουν τα σημάδια του Αρμαγεδώνα, το τέλος των ημερών». Κουνάω το κεφάλι μου με κατανόηση κι έχω το βλέμμα μου στην είσοδο μπας και εμφανιστεί ο Αργύρης. «Είμαι η σύζυγος του 42_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

μέγα αμαρτωλού. Τον βλέπετε εκείνον εκεί με το κόκκινο μπλουζάκι, αυτόν με το μουστάκι που παριστάνει τον Καζανόβα; Είναι ο άντρας μου. Χαρτοκλέφτης εκ γενετής, θα τους τα πάρει όλα. Πάντα έτσι γίνεται κι εγώ προσεύχομαι να χάσει έστω μια φορά ή τουλάχιστον να τον καταλάβουν, αλλά οι προσευχές μου δεν εισακούονται». Από τη δύσκολη θέση που βρίσκομαι, με βγάζει ο ήχος του τηλεφώνου, «Με συγχωρείτε» μουρμουρίζω και βγάζω το κινητό, «Εσείς είσαστε ξεχωριστός άνθρωπος, αμέσως το κατάλαβα, έχετε αυτό το φωτοστέφανο της άλλης όχθης» μου λέει και σηκώνεται απότομα. Στο ακουστικό ακούω τη φωνή του Αργύρη βραχνή κι αργόσυρτη. «Μου την είχανε στημένη… Μου ρίξανε με το όπλο… Στο στήθος…», ακολουθεί λαχάνιασμα, «Είμαι τραυματισμένος βαριά, δεν ξέρω αν… Έξω από το ξωκκλήσι της αγίας Μαρκέλας…», λαχάνιασμα ξανά, «Δε μπορώ να έρθω στο ραντεβού… Μη με περιμένεις… Δεν είπα τίποτα σε κανένα για σένα» κι άλλο λαχάνιασμα, «Θέλω να είμαι κύριος στα ραντεβού μου… Πάντα ήμουν κύριος!», ακούγεται κάτι σα βογκητό, κάτι σα ρόγχος κι ύστερα ακούγονται μόνο οι γρύλλοι. Αφηρημένα σκέφτομαι ότι είχε δίκιο η Αλεξάνδρα με τα κακά της προαισθήματα. Κλείνω το τηλέφωνο και σηκώνομαι να φύγω έχοντας στην καρδιά μου το παγωμένο χέρι του θανάτου. «Είναι ώρα να μιλήσουμε για τις δουλειές μας!» λέει δίπλα μου ο Νικηφόρος Βασιλειάδης

και

με

ξαφνιάζει.

Χοντρός,

φαλακρός,

στρογγυλοπρόσωπος,

καλοντυμένος, γελαστός κι ευχάριστος. Δε ξέρω τι δουλειές έχουμε μεταξύ μας. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να του πω για τον αδερφό του. Τελικά αποφασίζω να μην πω τίποτα. «Με συγχωρείς που σε άφησα να περιμένεις τόσην ώρα, αλλά είχα να μιλήσω με ένα σωρό ανθρώπους που δε σήκωνε αναβολή, έπρεπε να διευθετήσω υποθέσεις. Τώρα όμως ήλθε η σειρά σου, χε χε!». Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω. Με χτυπάει φιλικά στην πλάτη, η υπηρέτρια με τη στολή της καμαριέρας έρχεται ξανά κουβαλώντας το δίσκο με τα ποτά, «Πάρετε κάτι, για το καλό, για να ευχηθείτε» επιμένει με το στριφνό της ύφος, αρνούμαι και πάλι. Ο Βασιλειάδης με πιάνει 43_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

αγκαζέ και περπατάμε πλάι από την πισίνα, ο χαρτοκλέφτης σύζυγός της θρησκόληπτης βοηθάει να στρωθεί το τραπέζι για τα χαρτιά. «Και με τι ασχολείστε;» με ρωτάει ο οικοδεσπότης. «Μεταφορές. Έχω μια μεταφορική εταιρία, κάνουμε διεθνείς μεταφορές κυρίως Ολλανδία και Γερμανία με Σαουδική Αραβία». Δεν είναι ψέματα, είναι η κάλυψή μου. Προσωπικά δεν έχω ιδέα από μεταφορές, έχει όμως ο συνεταίρος μου κι αυτός κρατάει τη ηνία. «Το μεροκάματο να βγαίνει» ψευτογελάει ο Νικηφόρος Βασιλειάδης, είναι φανερό ότι έχω ανέβει στην εκτίμησή του. «Άντε πάμε στη βιβλιοθήκη, μας περιμένουν». Δεν ξέρω ποιος μάς περιμένει, υποθέτω ότι κάτι θα του έχει πει ο Αργύρης. Τον ακολουθώ στο εσωτερικό της έπαυλης με την υψηλής αισθητικής διακόσμηση κι ανεβαίνουμε μια ξύλινη σκάλα. Η βιβλιοθήκη που μπαίνουμε είναι γεμάτη βιβλία παλαιών εκδόσεων, όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς. Εκτός από τα σπάνια βιβλία υπάρχει κι η μουσική του Μότσαρτ σε δίσκους βυνιλίου, σιντί, και μπομπίνες μαγνητοφώνου, οτιδήποτε έχει ηχογραφηθεί. Δύο είναι τα πρόσωπα που μας περιμένουν, η όμορφη γυναίκα του κι η κόρη του, ένα πλάσμα τεραστίων διαστάσεων με πηχτό σα βάλτος βλέμμα. Στέκονται σαν αγάλματα μπροστά από την αραχνοΰφαντη κουρτίνα που κρύβει τις έγνοιες μας από τις ξέγνοιαστες ομιλίες του κήπου. «Τον έφερα το γαμπρό!» περηφανεύεται ο Βασιλειάδης σαν ψαράς που έπιασε ροφό. Οι δύο γυναίκες με κοιτάζουν απορημένες. «Μα δεν είναι αυτός μπαμπά!» αντιδρά η κόρη του κι αμέσως ανοίγει την πόρτα και φωνάζει, «Γεράσιμε, Γεράσιμε!». Ένας καχεκτικός και χλεμπονιάρης με γυαλιά διανοούμενου και ντύσιμο της λαϊκής αγοράς κάνει διστακτικά την εμφάνισή του. «Γεράσιμος Σάλτης, συγγραφέας» συστήνεται με ασταθή φωνή. Τα έχω χαμένα, ο Βασιλειάδης τα έχει εξίσου χαμένα, γιατί νόμιζε ότι εγώ ήμουν ο υποψήφιος γαμπρός. «Αυτόν αγαπάω μπαμπά» λέει μελιστάλαχτα η κόρη του και εις επίρρωση των λεγομένων της αγκαλιάζει το χλεμπονιάρη και τον εξαφανίζει στην αγκαλιά της. «Είναι αυτός παιδάκι μου άνθρωπος για να γίνει γαμπρός μου! Έλα στα συγκαλά σου!», «Αυτόν αγαπάω, μπαμπά». Κι αρχίζει η κουβέντα κι ο διαπληκτισμός ανάμεσά τους. Ο 44_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Βασιλειάδης επιμένει ότι αυτό το μούτρο μοιάζει με προικοθήρα. Ο μελλοντικός γαμπρός έχει ένα υποκριτικά δυστυχισμένο ύφος. «Είναι έντιμος άνθρωπος και καθαρός χαρακτήρας, φτωχός όπως όλοι οι καθωσπρέπει συγγραφείς» επιμένει η κόρη του σαν ηρωίδα του Σαίξπηρ. Η σύζυγος Βασιλειάδη παραμένει αινιγματικά αμίλητη, όσο για μένα, στέκομαι στη γωνιά μου και δεν ξέρω τι να κάνω, η θέση μου είναι λεπτή. Οι άλλοι δεν παίρνουν είδηση την αφύσικη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, γιατί η βιβλιοθήκη βλέπει στην πίσω μεριά του σπιτιού. Οι αρχαίοι τραγικοί αναπαύονται στις δάφνες τους πίσω από το κρύσταλλο της βιβλιοθήκης και δε δίνουν δεκάρα για τον έρωτα της Ιουλιέτας, το χωριό αξιολογεί τη μέρα που πέρασε κι ετοιμάζεται για την επόμενη, το φεγγάρι αρμενίζει στην ερημιά της παγκόσμιας έλξης κι ο οικογενειακός καβγάς παίρνει ανεπιθύμητες διαστάσεις, καθώς πατέρας και κόρη είναι αμετακίνητοι στις αποφάσεις τους, «Δε θα τον πάρεις», «Θα τον πάρω», «Δε θα τον πάρεις σου λέω», «Θα τον πάρω, σου λέω, γιατί αλλιώς θα πέσω από το παράθυρο και θα σκοτωθώ», «Δε μπορείς να με εκβιάζεις εμένα, αν σου βαστάει πέσε!». Πάνω στα νεύρα του το ξεστόμισε, αλλά η κόρη του είτε το παίρνει κατάκαρδα, είτε πάνω στα δικά της νεύρα μπερδεύει το παράθυρο με την πόρτα, δίνει ένα πήδο σα γκαστρωμένη ελαφίνα και βρίσκεται στο κενό. Σα να σκάει καρπούζι ακούγεται ο γδούπος από το κεφάλι της στις πλάκες κι απομένει ακίνητη, τέζα. «Παιδί μου, παιδί μου, σπλάχνο μου… Συμφορά!» θρηνεί ο απαρηγόρητος πατέρας κοιτάζοντας το άψυχο κορμί της να ταξιδεύει στο υπερπέραν και την παθαίνει την καρδιακή προσβολή. Φέρνει τα χέρια στο στήθος, αναποδογυρίζουν τα βλέφαρά του, παραπατάει, λέει κάτι ασυνάρτητο και σωριάζεται φαρδύς πλατύς. Κάνω να επέμβω, αλλά, «Κανείς δε μπορεί να κάνει τίποτα» με σταματάει η γυναίκα του και απομένουμε ακίνητοι και τον περιμένουμε να πεθάνει. Με έκπληξή μου διαπιστώνω ότι η ομορφονιά κρατάει το χέρι του συγγραφέα, αποκαλύπτοντας επιτέλους τη σχέση τους, φανερώνοντας την πλεκτάνη. Σαν πατημένο σκουλήκι σφαδάζει ο Βασιλειάδης στο παρκέ και στο τέλος τινάζει τα πέταλα. 45_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

«Θα πληρώσουμε αδρά για την εχεμύθειά σας» μου υπόσχεται η χήρα πλέον του Βασιλειάδη και της δίνω την επαγγελματική μου κάρτα, τουλάχιστον να βγει κάτι απ’ αυτήν την ιστορία. «Καληνύχτα και ζωή σε λόγου σας! Να ζήσετε, να τον θυμόσαστε…» λέω άτονα κουνώντας το κεφάλι μου με κατανόηση και βγαίνω βιαστικά από την πίσω πόρτα. Διασχίζοντας το χαλικόστρωτο δρομάκι, ακούω κάποιον απροσδιόριστο θόρυβο, κοιτάζω προσεκτικά και βλέπω πίσω από τα κλαδιά της μουσμουλιάς έναν άντρα γύρω στα εξήντα με ξεπλυμένα γαλάζια μάτια και αραιά ασημένια μαλλιά, να ετοιμάζεται να αυτοπυροβοληθεί, «Τα έχασα όλα» μου εξηγεί με την λακωνικότητα των αυτόχειρων, «Και τι απομένει σε έναν ευπατρίδη όταν τα χάσει όλα;» με ρωτάει ρητορικά και δίχως να περιμένει απάντηση, πυροβολεί το στόμα του και τα μυαλά του τινάζονται πάνω και πάρτον κάτω. Ο χαρτοκλέφτης έχει κάνει καλή δουλειά. Επιστρέφω τρέχοντας στον κήπο για να ειδοποιήσω τους άλλους και κει με περιμένει νέα έκπληξη. Κρατώντας τις κοιλιές τους είναι πεσμένοι όλοι γύρω από το τραπέζι με τα τραπουλόχαρτα και σπαρταρούν και βογκούν και διπλώνονται κι είναι τα πρόσωπά τους μάσκες της απόγνωσης από τους αφόρητους πόνους. Ανάμεσά τους η θρησκόληπτη στέκεται καμαρωτή και εκφωνεί εκείνο το απόσπασμα του αποστόλου Παύλου που μιλάει για την αγάπη, τονίζοντας ιδιαιτέρως τις λέξεις «κύμβαλο αλαλάζον», ενώ πλάι της η υπηρέτρια με τη στολή της καμαριέρας έχοντας ένα φαρδύ χαμόγελο ικανοποίησης στο στριφνό της πρόσωπο επαναλαμβάνει σαν ψάλτης, «Νυν απολύεις τον δούλο σου, Δέσποτα!». «Τι κάνατε;» φωνάζει εκτός εαυτού η χήρα Βασιλειάδη, «Τους ξεκάναμε!» της απαντάνε κι οι δύο μαζί, «Καθαρίσαμε με δηλητήριο την κοπριά και την αμαρτία», απαγγέλει ο θηλυκός εξολοθρευτής του Κυρίου, «Εγώ έβαλα το δηλητήριο σε όλα τα μπουκάλια με τα ποτά» επαίρεται η διαβολική υπηρέτρια. «Εσείς είναι καλύτερα να φύγετε τώρα, πριν πλακώσει η αστυνομία κι αρχίσουνε οι ανακρίσεις» μου

46_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

ψιθυρίζει ψύχραιμα ο Γεράσιμος Σάλτης, αφήνοντας να εννοηθεί αυτοί θα τα βόλευαν με τον άλφα ή βήτα τρόπο. Ακολουθώ τη συμβουλή του και φεύγω δίχως χαιρετούρες. Το χωριό κοιμάται αμέριμνο κι έχει στα κλειστά του βλέφαρα την ψευδαίσθηση του παντοτινού. Και μόνο οι τουρίστες αγρυπνούν χορεύοντας στο beach bar που ξενυχτάει, οι τουρίστες κι οι γρύλοι που τρίβουν σαν πιπέρι το φεγγαρόφωτο μπας κι επιτέλους ζευγαρώσουν. Η Αλεξάνδρα με περιμένει κοιτάζοντας τα λυπημένα φώτα του λιμανιού να τρεμουλιάζουν στο νερό και ονειρεύεται ξύπνια. «Εντάξει;» με ρωτάει και της εξιστορώ περιληπτικά τα συμβάντα. «Λες κι ο θάνατος παραμόνευε το κάθε μου βήμα» καταλήγω. «Ο θάνατος παραμονεύει! Αυτό μοιάζει με τίτλο διηγήματος. Μήπως συνάντησες κανένα συγγραφέα;», «Ναι, συνάντησα ένα συγγραφέα, ένα συγγραφέα προικοθήρα» της λέω καθώς γδύνομαι κι ετοιμάζομαι να μπω στο ντους και να βγάλω από πάνω μου τους θανάτους της επικίνδυνης δουλειάς μου. «Όλοι οι συγγραφείς είναι μαύρα φίδια, σκοτεινές ψυχές» μονολογεί με χασμουρητό η Αλεξάνδρα επηρεασμένη από την απατηλές εκπομπές της τηλεόρασης.

47_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Λιλή Γάτη Αθανασία Αφιερωμένο στη μνήμη της γιαγιούλας μου Σοφίας Παπαϊωάννου και στην αδελφή της Βαγγελιώ Κορομπίλη, από της οποίας την πραγματική ιστορία είναι εμπνευσμένο το διήγημά μου.

«Δ

ΥΣΚΟΛΟΣ ΦΕΤΟΣ Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ», ΤΗΣ ΕΙΠΑ.

«Σε λίγο μπαίνει ο Μάρτης και δεν

λέει να κοπάσει το κρύο». Εκείνη δεν μίλησε, ήπιε μια γουλιά από τον

μέτριο ελληνικό καφέ της και συνέχισε να κοιτάζει τη φωτιά στην παραστιά(1). Σουρούπωνε και το φως της μέρας βυθιζόταν σιγά-σιγά στο σκοτάδι. Το πρόσωπό της τώρα, φωτιζόταν μόνο από τις πυρόξανθες φλόγες. Μ’ ένα φως τόσο αχνό κι όμως τόσο αποκαλυπτικό. Πρώτη φορά έβλεπα πέρα από τις ρυτίδες στο κουρασμένο της πρόσωπο. Έβλεπα πιο βαθειά. Έβλεπα δρόμους ολάκερους χαραγμένους γύρω από τα μάτια της. «Δεν μιλάς κυρά Παναγιούλα»; «Η φωτιά», μου λέει «ώρες-ώρες με πάει πίσω». «Που πίσω»; «Πίσω, στην πρώτη φορά που πέθανα». Αυτή η τελευταία της κουβέντα, αν και ήμουν τόσο κοντά στην φωτιά, κατάφερε να κάνει το αίμα μου να παγώσει. «Σαν και σήμερα ήτανε», συνέχισε, «Μάρτης γδάρτης κι είχε ένα γόνα(2) χιόνι. Μας χτυπήσανε την πόρτα, αλαφιασμένοι. Λίγδιδες και νηστικοί. Ένα ποτήρι νερό κυρά, είμαστε του τάδε. Κι εμείς και το νερό και το ψωμί κι ένα πιάτο φαί. Όχι ότι μας περίσσευε, αλλά δεν μας έλειπε κιόλα. Ούτε το ψωμί. Είχαμε βλέπεις το μύλο κι αλέθαμε και τα δύσκολα τα χρόνια με τους πολέμους και τις στερήσεις, είχαμε. Όχι πολλά, ίσα όμως να ζήσουμε, είχαμε. Κι αφού ντερλίκωσαν, πήραν και δυο γινωμένες(3) και τσολιάστηκαν(4) στον αχυρώνα. 48_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Ξημερώνοντας, πήρα τον μικρό, τον έδεσα στην πλάτη κι έκανα για το μύλο. Τη μεγάλη την άφησα στο σπίτι να βάλει το φαί κι ο Σταύρος στα μεταλλεία. Άξαφνα, ακούσαμε δυο τουφεκιές και ποδοβολητό και μετά λαμπάδιασε ο τόπος. Κλέψανε, λέει, δέκα γίδια οι λεγάμενοι από το Παλιοχώρι κι ήρθανε στη Βάριανη να κρυφτούνε, για να τραβήξουνε ταχιά(5) για τη Σιγδίτσα και ύστερα για όπου αλλού. Κι ήρθαν οι Παλιοχωρήτες με τα σίδερα(6), ξωπίσω κι αυτοί για το ευχαριστώ, μου λαμπαδιάσανε το σπίτι. Έτρεχα με το μικρό δεμένο στην πλάτη. ‘’Το κορίτσι!’’, φώναζα, ‘’Το κορίτσι!’’ Λύνω τον μικρό, τον αφήνω στο πλατύσκαλο και ορμάω στο σπίτι. Το κορίτσι, κουλουριασμένο, δίπλα στην παραστιά, τσουρουφλισμένο. Ήρθαν οι γειτόνοι, μαζέψαμε το κορίτσι κι ο ένας με τον άλλο τη σβήσαμε την λαμπάδα. Γιατρός δεν έπαρχε στη Βάριανη, μονάχα στα Σάλωνα. Πήρα ένα τράστο(7), έβαλα ένα καρβέλι ψωμί και πέντε δραχμές που ‘χα κρυμμένες για ώρα ανάγκης κι έφυγα αχάραγα με το κορίτσι στα χέρια. Κατέβηκα το μονοπάτι σχεδόν κουτρουβαλώντας και καμιά ώρα μετά, έφτασα στον διεθνή. Από ‘κει ήρθε το αυτοκίνητο για την Άμφισσα. Δώδεκα μέρες στο νοσοκομείο, με το κορίτσι φαρμακωμένο. Δώδεκα μέρες, μ’ ένα καρβέλι ψωμί και τα ίδια ρούχα. Αυτά τα ρημάδια τα ρούχα που μύριζαν καμένη σάρκα και μου ‘κοβαν την ανάσα. Κι ύστερα ο γιατρός, ‘’δεν άντεξαν τα πλεμόνια της κυρά Παναγιούλα. Πάρτο να το κλάψεις όπως πρέπει’’. Δεν άντεξαν τα πλεμόνια της, τα σάπισε η καρβουνίλα. Και δεν ήταν ούτε παιδί, ούτε γυναίκα. Εννιά χρονών κορίτσι. Ολόκληρο κορίτσι. Και το ‘πλυνα και το ‘ντυσα και το πήρα πάλι στα χέρια και περίμενα πάλι αχάραγα το αυτοκίνητο, για το χωριό. Κι είχανε πια λιώσει τα χιόνια. Κι αν είχαν λιώσει; Και τι; Το ‘χα χάσει το κορίτσι. Κράταγα στο λεωφορείο, κρύο το κορμί του παιδιού μέσα στα στήθια μου. Αμίλητη κι έλεγα μήπως το ζεστάνω το κορμάκι. Και κοίταγα κάτω από τα κλειστά τα ματοτσίνορα, μπας και βρω μια χαραμάδα. Μήπως φωτίσει. Μήπως έκανα λάθος και δεν μου είπε ο γιατρός ότι δεν άντεξαν τα πλεμόνια της. 49_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Κι έφτασε το αυτοκίνητο στον πάτο στο χωριό, στον διεθνή. Και πήρα πάλι το παιδί στα χέρια να το ανεβάσω στο χωριό. Πριν φτάσω να περάσω το ποτάμι όμως, μ’ είχαν προδώσει και τα ποδάρια και τα κουράγια και τα δικά μου τα πλεμόνια. Εμφανίστηκαν τότε, καλή τους ώρα, κάτι εργάτες από τα μεταλλεία και φορτωθήκανε αυτοί το παιδί και φορτωθήκανε κι εμένα. Τον μοιραστήκαμε το Γολγοθά. Και τον κουβάλησαν αυτοί το σταυρό μου. Αλλά ένα να ξέρεις. Ένα μου ‘μαθε η ζωή. Ο Γολγοθάς, αρχή έχει μονάχα, δεν έχει τέλος. Κι ο σταυρός, αν ακουμπήσει μια φορά στην πλάτη σου, για πάντα θα το νιώθεις το φορτίο. Ύστερα, όλα έγιναν γρήγορα. Και μόλις πιάσαμε να χώσουμε τον ξύλινο σταυρό με το όνομα του κοριτσιού στο λάκκο, άφησα κι εγώ εκεί τα μάτια μου. Μόνο τη μυρωδιά πήρα μαζί μου, που δεν ξεκόλλαγε από το πετσί μου. Κι έκλαιγε το μικρό και δεν μιλιότανε κι ο Σταύρος και τρέχανε ποτάμια τα μάτια των γειτόνων. Μα τα δικά μου, τι να βγάλουνε; Δεν κλαίνε οι πεθαμένοι. Κλαίνε;» Και με κοιτάει ίσα στα μάτια. Στα μάτια μου που είχαν θολώσει από τα δάκρυα, που έτρεχαν ακατάπαυστα, παράταιρα με το υπόλοιπο πρόσωπό μου, που ήταν ανέκφραστο, σχεδόν αποσβολωμένο. Ναι, σκέφτηκα. Δεν κλαίνε οι πεθαμένοι κυρά Παναγιούλα. Αλλά πως γίνεται να πονάνε τα χέρια των ζωντανών από ένα βάρος που ποτέ δεν σήκωσαν; Είχαν μουδιάσει τα χέρια μου κι είχε ιδρώσει το στήθος μου, λες και το ‘χα ανεβάσει στη Βάριανη εγώ, το κορίτσι. «Και μετά»; Κατάφερα να πω ξεψυχισμένα. Μετά, ο καιρός έφευγε πιο γρήγορα κι απ’ ότι έφευγαν τα μαλλιά απ’ το κεφάλι μου. Έδενα τον μικρό στην πλάτη και πότε στο μύλο, πότε παίρναμε εργολαβία πέτρα να τη σπάσουμε και να τη φορτώσουμε στα φορτηγά, ώσπου ήρθε η ώρα ν’ ανοίξουμε το δρόμο που θα ένωνε τη Βάριανη με τον διεθνή. Δουλειά κι Άγιος ο Θεός. Έπαιρναν δεκαοκτώ δραχμές οι γυναίκες μεροκάματο και είκοσι οι άντρες κι εγώ με την αδερφή μου, σκυλιά μαύρα, παίρναμε ένα εικοσάρικο η κάθε μια. Και έζηγε λιγάκι καλύτερα η φαμίλια. Αλλά αυτό το κονάκι(8) μου, δεν έπαψε ποτέ να μυρίζει καπνίλα. Και κάτω απ’ τη μαντήλα μου, είχανε μείνει δυο τρίχες όλες κι όλες. 50_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Και με τούτα και με τα’ άλλα, μαζέψαμε τα μπογαλάκια μας και πήραμε των ομματίων μας απ’ τη Βάριανη, μπας και στα Καστέλλια έχει άλλον αέρα και καθαρίσει η καπνίλα και φύγει απ’ το πετσί η μυρωδιά από την καμένη σάρκα. Και να σου πω και κάτι να γελάσεις; Ήρθαμε για να γλιτώσουμε απ’ την καπνίλα και τον βάλαμε ολότελα τον καπνό στα σπίτια μας». Κι έσκασε η κυρά Παναγιούλα ένα χαμόγελο μισό, μ’ όση ειρωνεία ένιωθε για τη ζωή, ζωγραφισμένο στην άκρη του. « Με τα καπνά το βγάζαμε το καρβέλι το ψωμί. Τα σπέρναμε, τα μαζεύαμε, τα αρμαθιάζαμε, τα βελονιάζαμε και τα ξεραίναμε. Και γίναν τα καπνά η ευκαιρία και μπορέσαμε και σπουδάσαμε τον μικρό. Κι έγινε γιατρός, να σώζει τα παιδιά με τα χαλασμένα πλεμόνια. Κι εγώ στη Βάριανη, δεν ξαναπάτησα ποτέ, ίσα με τα τώρα. Εδώ στα Καστέλλια αναστήθηκα, εδώ ξαναπέθανα κι εδώ θ’ αφήσω το κουφάρι μου σαν το θελήσει ο Θεός». Με κοιτάει τρυφερά σαν να κατάλαβε τη σκέψη μου, πίνει άλλη μια γουλιά από τον μέτριο ελληνικό καφέ της κι αμέσως το βλέμμα της γίνεται ξανά σκληρό και η φωνή της, τραχιά, σχεδόν άγρια. « Σου φαίνεται παράξενο που δεν ξαναπάτησα στην Βάριανη; Να κάνω, τι; Να πάω στον τάφο του κοριτσιού να προσκυνήσω τα κόκαλα; Το γέννησα αλλού το κορίτσι. Και το γεννούσα κάθε φορά, με τον ίδιο πόνο - τον πόνο που μόνο η μάνα ξέρει- και του ‘κλεινα τα μάτια πάντα με το ίδιο ανάθεμα. Γέννα και θάνατος μαζί, κάθε φορά που άναβα το κεράκι στην εκκλησιά του Αϊ Θανάση. Μέσα μου το ‘χα το κορίτσι κι εκεί με τη βοήθεια της Παναγίας το φανέρωνα. Για χρόνια και χρόνια η στιγμή, μέχρι το σπίρτο να συρθεί στην τσακμακόπετρα, να κάνει φωτιά, αχ φωτιά, και να ανάψει το κερί, έμοιαζε μ’ έναν ολόκληρο αιώνα. Δεν ξέρω γιατί διάλεξα αυτή την εκκλησιά. Ή το θέλημά Του με πήγε ή η σκέψη ότι από ‘κει περάσανε ένα σωρό καταχτητές, Τούρκοι, Γερμανοί κι ένα ασκέρι ακόμα διαόλοι κι αυτή στεκόταν εκεί, αθάνατη. Όλοι τη σεβάστηκαν. Όλοι εχτός απ’ τα λεφτά. Έχουνε θεό τα λεφτά; Αυτά είναι από μόνα τους θεός και γκρεμίζουνε κι εκκλησιές.

51_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Βρήκανε, λέει, αυτοί που μας ρημάζουνε τον τόπο βωξίτη κάτω από την εκκλησιά και τη βγάλανε σκάρτη στο άψε σβήσε, για το κέρδος. Και μου το σκοτώσανε για δεύτερη φορά το κορίτσι. Τ’ ακούς; Για δεύτερη. Και με σκοτώσανε κι εμένα πάλι. Αλλά αυτή τη φορά, δεν του χαλάσαν τα πλεμόνια. Αυτοί οι δεύτεροι φονιάδες, κατάφεραν κάτι που οι πρώτοι δεν πέτυχαν ποτέ. Μαζί με την εκκλησιά, μας γκρεμίσαν και την ελπίδα. Οι πρώτοι, οι λίγδιδες, το πληρώσανε το έγκλημα με δυο τουφεκιές. Οι δεύτεροι είναι ακόμα στο σεργιάνι και ψάχνουνε και για άλλους Αϊ Θανάσηδες. Και για άλλες εκκλησίες που η κάθε μάνα κάνει αθάνατο το παιδί της, έστω για όσο κρατάει ένα κερί. Ή καντάρια κεριά. Μέχρι να τ’ αποφασίσει ο Θεός και να σμίξουν οι ψυχές τους. Αυτό περιμένω κι εγώ, τη μέρα εκείνη που θα τελέψει το λάδι μου». Η φωτιά είχε σχεδόν σβήσει και μείναμε να κοιτάζουμε με την κυρά Παναγιούλα, τ’ αποκαΐδια στην παραστιά. Δεν φαίνονταν πια οι δρόμοι που ήταν χαραγμένοι στο πρόσωπό της. Ίσως γιατί δεν είχε πια φως, ίσως γιατί είχαμε περπατήσει μαζί πολλούς από αυτούς και τους είχα αφήσει πίσω. «Πως το έλεγαν το κορίτσι κυρά Παναγιούλα»; Τη ρωτάω κοιτώντας τη στα μάτια. «Αθανασία» μου λέει, «Αθανασία».

1. παραστιά : πυροστιά, τζάκι 2. γόνα : γόνατο 3. γινωμένες : κουβέρτες που υφαίνονταν στον αργαλειό 4. τσολιάστηκαν : ξάπλωσαν 5. ταχιά : αύριο 6. σίδερα : όπλα 7. τράστο : ταγάρι, υφασμάτινος σάκος 8. κονάκι : σπίτι

52_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Ιορδάνης Κυριακίδης Έγκλημα δίχως τιμωρία

Ο

ΛΑΚΕΡΗ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΚΕΠΑΖΑΝ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ

που μου φόρτωσε ο αστόχαστος, ο

άνδρας μου, που δεν κατείχε τίποτε άλλο, πέρα απ’ τα ξενύχτια με τις

σουρλουλούδες κι απ’ τ’ ατέλειωτα μεθύσια. Τ’ ανομολόγητα σπίτια ήταν τα στέκια του και στα καπηλειά ξημεροβραδιαζόταν κι εμείς κάμναμε πέρα απ’ τις ντροπές μας. Ζωντανή μ’ έστελνε στην κόλαση, με τ’ αμάθητα βάρη του, μα διόλου δε νοιαζόταν γι’ αυτό, ο αθεόφοβος. Μοναχά ένα παιδί προλάβαμε να κάμουμε, τη Φιλιώ, γιατί δεν ξάδειαζε, ο κολασμένος, να δει τη φαμελιά του. Κρυβόμουν, κι απ’ τον εαυτό μου ακόμα, γιατί δεν άντεχα τις πομπές του κι έλεγα, όνειρο είναι, θα ξυπνήσω και θα γελώ με τα καμώματα της νύχτας. Για τούτο, οι γονέοι μου, παρακαλούσαν την Παναγιά, να του στείλει κακιά αρρώστια, να δει χαΐρι το σπιτικό μας, για τούτο έφυγαν τόσο νωρίς μ’ ανοιχτά τα μάτια. Δεν τον ήθελε ο κύρης μου για άντρα μου, έκοβε το μάτι του, μα έλα που βάλθηκε η μοίρα να μου κάμει κακό κι εγώ την βοηθούσα! Άμαθη καθώς ήμουνα, παρακαλούσα τον κύρη μου, να δεχτεί τον Ευγένιο για γαμπρό του, να μη χάσω τέτοιο τυχερό και να τώρα η κατάντια μου. Στο γάμο μας, μοναχά αυτός ήταν και κείνοι που τον γέννησαν, κανείς άλλος. Δεν είχε συγγενείς, δεν είχε φίλους, να ‘ρθουν στη χαρά του; Με μπαλωμένο βρακί πέρασε το κατώφλι μας, ο βελζεβούλης, και τον κάμαμε τσορμπατζή, μα αυτός άλλες έγνοιες είχε, πώς να κοιτά τις ξένες αυλές. Σαν μπούχτισε, ο αφορεσμένος, απ’ τις βρομοδουλειές του, σαν με γονάτισε για τα καλά, ξενιτεύτηκε, να γυρίσει πίσω με καλούδια, να με κάμει κυρά, έτσι έλεγε. Κυρά ήμουν, μα ετούτος το ξεχνούσε κι έτρεχε με τη μια και με την άλλη κι εγώ έπεφτα στα τάρταρα και ζητούσα να χαθώ, μη με βλέπει ανθρώπου μάτι. «Μείνε 53_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

στον τόπο σου, επέμενα, τι θ’ απογίνουμε δυο γυναίκες μοναχές;» Τον παρακαλούσα να μείνει, κι ας ζητούσα κρυφά, να του ‘ρθει αποπληξία, μα κανέναν δεν άκουσε κι έφυγε. Κάλλιο, θα ‘στεργα, να ‘μενα χήρα, παρά ν’ ακούγω τα μισόλογα του κόσμου, πως μας παρατούσε κι έφευγε, μοναχά να σουρτουκεύει λεύτερα. Γραφή ποτέ δεν έγραψε, μα όλοι στο χωριό μαθαίναμε τα μπερεκέτια του και χαμήλωνα περσότερο το μπόι μου και δεν είχα παρηγόρια. Κυλούσε ο καιρός, το σπλάχνο μου μεγάλωνε και γινόταν κοπέλα, ολόιδιος άγγελος, και καμάρωνα για το φυτράδι μου. Παρηγοριά κι απαντοχή μου ήταν η Φιλιώ και για χάρη της μισοξεχνούσα τις τυράγνιες του ακατονόμαστου, έπαυα τις κατάρες μου γι’ αυτόν κι έπαιρνα κομμάτι πάνω μου. Τα χρόνια περνούσαν, μα οι μοίρες άλλα δούλευαν γι’ αυτές! Δεν έπρεπε να ψευτογελάσουν, να χαλαρώσει κομμάτι η καρδιά τους. Η Φιλιώ, γινόταν δασκάλα και πάνω που γιόρταζαν, πάνω που οι δυο γυναίκες δούλευαν τα μικρά τους όνειρα και διπλοκάθονταν σε κάποια σιγουριά, χτυπά την πόρτα του σπιτιού ο Ευγένιος, ο ξεχασμένος άντρας της Ευτέρπης, η ξεχασμένη της ντροπή. Πάγωσαν, μάνα και κόρη, με τούτο το φάντασμα, που ακάλεστα βρέθηκε μπρος τους. Σταυροκοπήθηκε, μια-δυο φορές, εκείνη, μην είναι κακό όνειρο, λέξη δεν είπε η Φιλιώ και μοναχά έκαναν τόπο, να περάσει μέσα η κατάρα του σπιτιού. Σώπαιναν, λες και κακιά μάγισσα τους πήρε τη λαλιά, θαρρείς πως φιλοξενούσαν, άθελά τους, ορκισμένο εχθρό, λες και ξενυχτούσαν νεκρό. Κάπουκάπου, ακουγόταν ήχος, που έμοιαζε μ’ αναστεναγμό, ίσως φωνή θεριού, που πιάστηκε στο δίχτυ, που πάλευε να λευτερωθεί, και μετά ησυχία νεκροταφείου. Τα βλέμματα έμεναν παγωμένα, θαρρείς, να μην στέλνουν την εικόνα στην καρδιά, να χαρούν, να λυπηθούν, να θυμώσουν, να βρίσουν ακόμη. Η Ευτέρπη, ξαναθυμήθηκε τα βάρητα που της φόρτωσε ετούτος ο άπραγος, που τα ‘φερε έτσι η κατάρα κι έγινε άντρας της. Κοίταξε πίσω, ξαναείδε την

54_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

τυραγνισμένη της ζωή και ξανάνιωσε πως άφταιχτα την έχασε κι ετούτος ήταν η αιτία. Σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό της το μυστικό φάρμακο, που το ‘χε μαθημένο απ’ τη μάνα της, και κείνη απ’ τη δική της, κι ανάσανε βαθιά. Έβραζαν τη ρίζα κάποιου φυτού και το ζουμί το έδιναν σε κείνες που είχαν δύσκολες γέννες, να λευτερωθούν γρηγορότερα, μην κινδυνέψουν, μάνα και μωρό. Τούτο το φάρμακο, αν δεν το έκαμνες κουμάντο, μπορούσε να γίνει φαρμάκι, να χαθεί άνθρωπος. Ήταν δύσκολο φάρμακο, ζητούσε περίσσια προσοχή, μα δεν ήταν φαρμάκι, παρά μοναχά αν έπεφτε σε χέρια αστόχαστα. Τώρα, που έβλεπε μπροστά της την αιτία της δυστυχίας της, σκέφτηκε τούτο το φάρμακο. Η Ευτέρπη, ήταν η μαμή όλων των γύρω χωριών, απ’ τη μέρα που πέθανε η μάνα της, και βοήθησε πολλές ετοιμόγεννες, μην κακοπάθουν, κι όλοι την ευλογούσαν. Τούτο το φάρμακο, γινόταν τώρα φαρμάκι στο μυαλό της, και το φχαριστιόταν. «…θα τον ποτίσω, κι ας πάει στη μαύρη κόλαση, ποτέ μη βρει αναπαμό, ο εωσφόρος», σιγομουρμούρισε κι έστηναν χορό τα μέσα της. Αύριο κιόλας, θα κατέβαινε στο υπόγειο, να πάρει τη φυλαγμένη ρίζα, να τη βράσει, να ποτίσει το γέρο, να τον εκδικηθεί για τους άδικους παιδεμούς της. Με τούτο το φαρμάκι θ’ αναμετριόταν με τον Ευγένιο και ήταν σίγουρη πως θα διπλονικούσε. Όλα τα σχεδίασε με περίσσια φρόνηση, αφού το φάρμακο δε συγχωρούσε κουτουράδες. Θ’ άφηνε να περάσει λίγος καιρός, να πάει ο Ευγένιος στον καφενέ, να ζυγιάσουν οι συγχωριανοί τις αρρώστιες του, μην πονηρευτούν για το χαμό του. Κύλησαν κάμποσες μέρες, βγήκε ο γέρος έξω, γύρισε στο σπίτι, να φάει και να κοιμηθεί και οι κουβέντες λιγοστές, φτωχές. Σαν είδε η Ευτέρπη, πως ωρίμασε ο καιρός, πως ωρίμασε το φάρμακο, κοντά στο βραδινό, του ‘βαλε το κρασί με το φαρμάκι και κάθισε παραδίπλα, να τον δει να το πίνει, να ξεκαρδίζονται τα σωθικά της. Σήμερα, έδειχνε κουρασμένος ο Ευγένιος και λίγο πριν πέσει να κοιμηθεί, της είπε. 55_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

- Τον ξέχασα ετούτον τον τόπο και δε μου πολυαρέσει. Θα πουλήσω τα έχει μου και θα φύγω. - Των γονέων μου τα μπερεκέτια θα πουλήσεις, είπε αυτή και σκέπασε το πρόσωπό της απ’ την τρομάρα της. Έπρεπε να βιαστεί η Ευτέρπη, να μεγαλώσει τη δόση απ’ το δηλητήριο, να κοντύνει το χρόνο, να μην προλάβει να τελειώσει τα σχέδιά του ο Ευγένιος και χαθεί το βιος της. Αυτή, υπολόγιζε, να του δώσει το φαρμάκι με ρέγουλα, να πεθάνει ‘’φυσιολογικά’’, μα τώρα ο γέρος άλλαζε τη σειρά. Έπρεπε να βιαστεί, να δυναμώσει το δηλητήριο και δε νοιαζόταν μη φανερωθεί το μυστικό της. Τ’ άλλο βράδυ, μεγάλωσε τη δόση και κάθισε πάλι απέναντί του. Καμωνόταν πως πρόθυμα τον φρόντιζε, του ‘βαζε τ’ ακριβό κρασί μπρος του, ετοίμαζε το κρεβάτι του και μετά περνούσε στην κάμαρή της, να κάμει τους δικούς της λογαριασμούς, να κοιμηθεί, όμοια με κείνον που τα ‘χει όλα με φρόνηση καμωμένα. Ξημέρωσε και τούτη και η άλλη και η παρ’ άλλη μέρα κι ο γέρος έδειχνε να ‘ναι καλά. Όλα πήγαιναν όπως τα υπολόγιζε, αφού η νέα δόση δεν την ξεστράτιζε. Έκανε και πρόβες για το θρήνο της, σαν θα πέθαινε αυτός, μα δεν έβρισκε λόγια, να ‘ναι κοντά στην αλήθεια, μη ρεζιλευτεί μπρος στους χωριανούς. Λογάριασε και το τραπέζι που θα ‘στηνε, μετά το φύτεμά του, και της φαίνονταν πολλά τα έξοδα. «Χαράμι του, μονολόγησε, τι να κάμω; Άνθρωπος πέθανε, θέλει φροντίδα και δε μ’ αρέσουν τα κουτσομπολιά. Ετούτο το έξοδο, χαμένος παράς είναι, μα τι να κάμω;». Σήμερα, ο Ευγένιος, ξύπνησε αργά κι έδειχνε θυμωμένος, γιατί είχε να κάμει δουλειές κι άργησε. Ένιωθε κουρασμένος και θαρρείς πως παραπατούσε. «Πρέπει να κόψω το πιοτί», μονολόγησε, την ώρα που έφευγε. Τρόμαξε η Ευτέρπη με τούτο που άκουσε. Έφτανε στο τέλος και η δουλειά της χαλούσε. Σαν βγήκε έξω εκείνος, πήρε αυτή το δρόμο για την εκκλησιά.

56_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Ζητούσε να κουβεντιάσει με τον παπά. Μοναχά παραγγελιές λογάριαζε να του δώσει για τη Φιλιώ. - Πού είσαι, κυρά-Ευτέρπη, είπε ο παπάς, σαν την είδε. - Σε χρειάζομαι, τ’ απάντησε εκείνη κοφτά, δίχως να τον κοιτάξει. - Σ’ ακούω, τι ζητάς; - Για το φονικό σε θέλω. - Φονικό; - Παπά μου, ο καιρός δεν περιμένει. Ήρθα να σου φανερώσω τ’ αποφασισμένο φονικό. Ό, τι πούμε, από δω και μπρος, θα ‘ναι για τον Ευγένιο, να σώσω τη Φιλιώ. - Κυρά-Ευτέρπη… - Ξέρεις καλά κείνον που παντρεύτηκα, τα βάσανα που μου φόρτωσε, πανάθεμα στη φύτρα του. - Όχι κατάρες. Για ξομολόγηση ήρθες, το λησμονάς; - Δεν ήρθα για ξομολόγηση. Τα σχέδιά μου ήρθα να σου φανερώσω. Ο θεός να κατεβεί κάτω, δεν αλλάζω απόφαση. Τον στέλνω στην κόλαση, να καθαρίσει ο τόπος απ’ τη βρόμα του. - Αποφάσισες να κάμεις φονικό και δε νοιάζεσαι που κολάζεσαι; - Εδώ που έχω φτάσει, παπά, τίποτες δε λογαριάζω και μην έχεις την έγνοια μου. - Αλλουνού έγνοια έχω. - Έχε την έγνοια σου, να μείνω εγώ με τη δική μου. Τώρα, για την Φιλιώ μου σκιάζομαι μοναχά, για κανέναν άλλον δε σκοτίζομαι. Αν τον αφήσω να ζήσει, θα χαθεί εκείνη. - Παλάβωσες; - Δεν ξέρεις πως κι άλλα βάρητα πάει να μας φορτώσει, για τούτο απορείς. - Φόνισσα θα γενείς; - Παπά-Θεοφύλακτε, σχεδιάζει, ο αντίχριστος, να πουλήσει ό, τι του έδωκε ο κύρης μου, να μας αφήσει και να φύγει. Κάτω από γέφυρες θα κοιμόμαστε; Αντέχεις να μας θωρείς ζήτουλες; Κάτι πήγε να πει ο παπάς, μα τον έκοψε. 57_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

- Χτες, σαν κοιμήθηκε, ο κακούργος, ανακάτωσα τα πράματά του και βρήκα τα σημάδια για τις πωλήσεις. Τίποτες δε μας αφήνει. Τίνος περιουσία πουλάει; Τι θ’ απογίνουμε δυο γυναίκες μοναχές; Ο θεός με παρατά κι εγώ θα μένω άπραγη; - Και με το θεό τα βάζεις; - Με το θεό τα βάζω και μ’ όποιον μπαίνει μπρος μου. Σκληρός νόμος γίνομαι για χάρη της Φιλιώς. - Πώς είναι τώρα, ο δύστυχος; - Γκρινιάζει κι αναπαμό δεν έχει. - Κυρά-Ευτέρπη… - Το φάρμακό μου άρχισε τη δουλειά του, για τούτο δεν πολυβγαίνει έξω. - Πώς σχεδιάζεις το φονικό; συνέχισε ο παπάς και το μυαλό του έψαχνε λύσεις, να σώσει τον γέροντα. - Του δίνω καθημερινά το φάρμακό μου, ξέρεις εσύ, κείνο που έδωκα στην παπαδιά σου, σαν είχε δυσκολία στην πρώτη της γέννα. Θυμάσαι τα πεσκέσια που διπλοέστειλες, σαν την γλύτωσα απ’ τα ζόρια της; Προσπάθησε πάλι να μπει μπροστά ο παπάς, μα δεν τα κατάφερε. - Τούτο το φάρμακο, το κάμω φαρμάκι κι ας πάνε οι γιατροί να βρούνε τι έφταιξε και ψόφησε ο καταραμένος. Τα ‘χω όλα καλά υπολογισμένα και δε θα μου ξεφύγει, στρατιά να μπει μπρος μου. Έχει δίκιο, η Ευτέρπη, συλλογίστηκε ο παπάς, μα όχι και να κάμει φονικό! Πώς όμως μπορούσε να μπει στη μέση, να ‘ναι και οι δυο βολεμένοι; - Παπά μου, συνέχισε εκείνη, σαν τον έβλεπε να σωπαίνει, μην ψάχνεις να βρεις περάσματα, γιατί, ο τρισκατάρατος, έκλεισε όλους τους δρόμους. Έπειτα, δεν ήρθα για ξομολόγηση κι άφησε τα κηρύγματα. - Αφού δεν είναι ξομολόγηση, γιατί πρέπει να ξέρω; - Αν φανερωθεί το φονικό μου, ζητώ να ‘χεις την έγνοια της Φιλιώς. Μεγάλωσε, μα έχει ανάγκη από δικό της άνθρωπο, να την στηρίξει στη δύσκολη ώρα. Πάρε και τούτες τις λίρες, χρόνια τις φυλάγω, ξόδεψέ τες με φρόνηση, σαν χαθώ. - Και… 58_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

- Σε δυο μέρες, σε καλώ να διαβάσεις τον αναθεματισμένο και τελεύουμε. Μπαινόβγαινε ο παπάς στην εκκλησιά, μα δεν έβρισκε λύση. Το φονικό δεν μπορούσε να το σταματήσει, γιατί το μάθαινε την ώρα της ξομολόγησης, κι ας έλεγε η Ευτέρπη πως δεν ερχόταν να φανερώσει τα κρίματά της. Φορούσε πετραχήλι, ήταν κανονικό Μυστήριο. Θ’ άφηνε να χαθεί μια ψυχή, επειδή τ’ απαγόρευε το Μυστήριο; Ο νόμος έστεκε πιο ψηλά απ’ τη ζωή; Τα ‘χε χαμένα, του ερχόταν παραζάλη. - Αύριο, παπά μου, θα του δώσω την τελευταία δόση, να χαθεί, ο παλιόσκυλος. - Τώρα κιόλας θα πάω να βρω τους χωροφυλάκους, είπε ο παπάς. Μπορώ να το κάμω, αφού δεν είναι τούτη ξομολόγηση. - Δύσκολο να σταματήσεις το φονικό και δε με κόφτει που θα κλειστώ στη φυλακή. - Κυρά-Ευτέρπη… - Παπά-Θεοφύλακτε, οι τυράγνιες μου ξεπερνούν αυτές των αγίων και παίρνεις το μέρος του θεοκατάρατου; - Πάλι βρισιές; Ο καθένας έλεγε τα δικά του, μα δεν μπόρεσαν να συναντηθούν οι δρόμοι τους και χώρισαν κι έδειχναν μαλωμένοι. Την άλλη μέρα, με το χαμήλωμα του ήλιου, με τις πρώτες σκιές, πήρε το δρόμο ο παπάς, να πάει να βρει τους δυο γέροντες, να μπει στη μέση, να στηρίξει το λόγο του και σε ψευτιές ακόμη, μήπως καταφέρει να κάμει τις καρδιές και των δυο, μη γίνει φονικό. «… παπάς εγώ και να πω ψέματα; Γίνεται να συμμαχήσω με το διάβολο;», έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. « Εγώ, ένας ψεύτης, πως θα σταθώ αύριο μπρος στο Θυσιαστήριο;» Την ώρα που χτυπούσε την πόρτα, σκεφτόταν να φύγει, να πάει στη χωροφυλακή, να καταγγείλει το ετοιμασμένο φονικό, να σώσει μια ζωή, κι ας μην άξιζε να σωθεί, κι ας τ’ απαγόρευε το Μυστήριο. Άνοιξε η γριά και μπήκε μέσα ο παπάς ξαναμμένος. - Πού είναι ο γέρο-Ευγένιος, της είπε αυστηρά. Φώναξέ τον, ζητώ να του μιλήσω. 59_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

- Τι να τον κάμεις, παπά μου; Δεν έχεις δει κουφάρια; Τόσους και τόσους έχεις φυτέψει, δε χόρτασες; - Θέλω να τον δω, επέμενε ο παπάς. Απρόθυμα, του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Πλησίασε ο παπάς, κόλλησε το βλέμμα του πάνω στο κιτρινισμένο πρόσωπο του Ευγένιου κι αναρωτιόταν, αν είναι ζωντανός, αν είναι νεκρός. Έβαζαν στοίχημα, τούτη τη στιγμή, η ζωή κι ο θάνατος, αν ετούτος, που έδειχνε να κοιμάται, αν ετούτος, που φαινόταν πεθαμένος, αν είναι ζωντανός, αν είναι νεκρός. - Ξύπνησέ τον, θέλω να κάμω κουβέντες και με τους δυο σας. - Έχεις κάτι σίγουρο, παπά μου, ή ζητάς μοναχά λόγια του αγέρα; - Φέρνω ζυγιασμένες κουβέντες, ακούστε με. - Ο θεός μ’ οδηγεί σε τούτο το φονικό, παπά-Θεοφύλακτε. Το χέρι του θεού γίνομαι, μην αντιστέκεσαι στο θέλημά του. Παπάς είσαι, κατέχεις πως έγιναν πολλά φονικά στο όνομα του θεού. - Τι είναι αυτά που ξεστομίζεις; Παλάβωσες; - Πήγαινε ν’ αναπαυτείς, παπά μου, γιατί δε θ’ αργήσει, ετούτος ο χαραμοφάης, να χαιρετήσει τον παλιόκοσμο κι αύριο σε καλώ να τον φυτέψουμε. Να μου το θυμάσαι, πουλί δε θα καθίσει στον τάφο του κι αν ποτέ τ’ ανάψω καντήλι, να με ‘βρει μεγάλη συμφορά, να ‘χω κακά στερνά. - Αν δεν ξυπνήσει, αν δεν του πω εκείνα που έχω σχεδιασμένα, αν δεν του αλλάξω την απόφαση, δε φεύγω. Κουβέντα ζητώ να κάμω μαζί του κι αν… - Κι αν δεν κάμει πίσω, τον έκοψε η γριά, τότε θα ευλογήσεις το φονικό; - Το φονικό δε θα γίνει, να χτυπιέσαι σαν δαιμονισμένη. - Παπά… - Πώς θα λειτουργήσω αύριο, όταν, ενώ κατέχω τ’ άδικο, δεν κάμω τίποτες να σταματήσει; Εγώ δεν έχω αλισβερίσια με τον σατανά και μην υπολογίζεις πως θ’ αφήσω κρυφό το φονικό. Τούτον το λόγο, δεν τον παίρνω πίσω, να κατέβει ο ουρανός στη γη. - Παπά… 60_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

- Δε γίνεται ν’ αφήσω τη μάνα μου, συνέχισε και δεν της έδινε το λόγο, να πάει στη�� κόλαση. Δεύτερη μάνα μου είσαι, σε σένα χρωστώ τούτο το ράσο και δε θα ησυχάζω, σαν θα νιώθω πως συμμάχησες με το διάολο και κάμεις τα θελήματά του. - Τούτες τις μαλαγανιές, παπά-Θεοφύλακτε, σε κείνη που σε γέννησε, γιατί δε φτουρούν σε μένα. Γονάτισε μπρος της ο παπάς, να την παρακαλέσει, να πάψει το φονικό, να τον λυπηθεί, να μπορέσει, τη μέρα που ξημερώνει, να λειτουργήσει. - Τι είναι ετούτα που κάμεις; Παπάς να γονατίζει μπρος σ’ άνθρωπο, πού φάνηκε; Τι παράταιρα πράματα είναι ετούτα! Παρακαλούσε, ο παπάς, να πάψει το φονικό και συνέχιζε να μένει σκυφτός. Έκρυψε το πρόσωπό της η γριά, να μη βλέπει πράματα αθώρητα. Χίλιες φορές να πεθάνει, άλλες τόσες να πουληθεί η περιουσία της, να κοιμάται κάτω από γιοφύρια, να κακοπάθει ακόμη η Φιλιώ, παρά να βλέπει μπρος της τον παπά γονατιστό. - Τα ‘χεις χαμένα παπά; Στη μέση της κόλασης ζητάς να με ρίξεις; Εκεί που σιγομουρμούριζε ο παπάς κάποια προσευχή, πέρασε απ’ τη σκέψη της η υποψία, πως ίσως ο παπά-Θεοφύλακτος πιανόταν από την αδυναμία της στο ράσο, να την κάμει να υποχωρήσει, να πάψει το φονικό. Έμεινε κάμποση ώρα να τον κοιτάζει και τέλος του είπε. - Οι πονηριές σου, παπά-Θεοφύλακτε, δε μετράνε σε μένα. Στους χωριάτες να τις κάμεις, να πιάσουν τόπο. - Αν πεθάνει ο γέρος, συνέχισε αυτός, θα κρεμάσω το πετραχήλι μου στην πόρτα σου. Κατέχεις πως δε γίνεται παπάς δίχως πετραχήλι; - Δε σε καταλαβαίνω, παπά. - Μετά το φονικό, αφού δεν κατάφερα να το σταματήσω, δεν μπορώ να λειτουργήσω. Φωτιά θα πέσει να με κάψει. Κι αν ήτανε μοναχά για μένα, δε θα πολυνοιαζόμουν, μα έχω παπαδιά, έχω παιδιά... - Παπά…

61_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

- Κυρά-Ευτέρπη, δεν είναι ώρα για κούφια λόγια κι ο θεός να μας λυπηθεί. Πριν φαρμακώσεις το γέρο, σκέψου μοναχά το ράσο, άλλο δεν έχω να πω. Παράτησε ο παπάς τη γριά, χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω του. Έμεινε μοναχή η Ευτέρπη κι έπεσε σε μεγάλο συλλογισμό. Κοντοστάθηκε να κάμει τους λογαριασμούς της και σιγομουρμούρισε «… λες να κρατήσει το λόγο του, να κρεμάσει το πετραχήλι στην ξώπορτά μου, να γίνω τ’ ανάθεμα του χωριού; Δε θα φτύνουν τον κόρφο τους οι χωρικοί, σαν μ’ απαντούν στη στράτα τους;» Πλησίασε τον Ευγένιο, που έδειχνε να ‘ναι στα τελευταία του και το καταλάβαινε, ο δύστυχος, και ζητούσε να ζήσει. Σαν βεβαιωνόταν αυτή, για κείνο που γινότανε, έτρεξε στον παπά, μ’ αυτόν να κουβεντιάσει πρώτα, αν θα φώναζε το γιατρό. - Έλα, παπά, χάνω τον Ευγένιο. - Εκείνον που… - Άφησε τα λόγια, τον έκοψε αυτή. Βιάσου, μη μας προλάβει ο καιρός. Βρήκαν τον Ευγένιο να ψυχορραγεί. Σε λίγο, έφτασε κι ο αγροτικός γιατρός, μα δεν μπορούσε να κάμει τίποτε. Καταλάβαινε γιατί πέθαινε ο γέρος κι έπνιξε τα λόγια του. Παράτησαν, μια στιγμή, οι ματιές και των τριών τον γέροντα, αντάμωσαν συναμεταξύ τους, και σαν να ‘καναν κάποια μυστική συμφωνία, ορκίστηκαν, θαρρείς, να μη δει φως το μυστικό, να το θάψουν μαζί με τον Ευγένιο. Τον έβαλαν στ’ αυτοκίνητο, κι όλοι μαζί κίνησαν για το νοσοκομείο. Εκεί, άκουσαν τη γνώμη του αγροτικού γιατρού, για τις αρρώστιες που περίσσευαν πάνω του, έκαναν και τις δικές τους εξετάσεις και πριν τελειώσουν, ο γέρος έφευγε κι αυτοί έγραφαν στο βιβλίο συμβάντων: «…πολυοργανική δυσλειτουργία». Σαν έμαθε η Ευτέρπη, το… ‘’κακό μαντάτο’’, της ήρθε λιποθυμιά, μα στα χέρια των γιατρών πήρε πάνω της. - Παράτα τις ψευτιές, της είπε αυστηρά ο παπάς. - Συγχώρα με, παπά μου… - Ξομολόγηση ζητάς; 62_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

- Ζητώ να… - Τα κρίματά σου, ίσαμε τον ουρανό φτάνουνε, μα δεν κάμεις πίσω, την έκοψε και την παράτησε κι έφυγε, περίσσια φουρκισμένος.

63_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Μίνως Σκουντάκης Ιστορία πολέμου

Κ

ΟΣΜΟΣ ΠΟΛΥΣ ΕΙΧΕ ΜΑΖΕΥΤΕΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΛΩΡΙΑ ΕΛΙΑ

που βρισκόταν έξω από το

χωριό, μάρτυρας δεκαετιών και αιώνων. Ο Μάρκους βρισκόταν στον ήλιο

μαζί με πολλούς ακόμα Γερμανούς στρατιώτες για να φυλάνε τους κατοίκους του χωριού που βρίσκονταν κάτω από την σκιά της. Ένα κοριτσάκι κοίταξε περίεργο προς το μέρος του. Ο στρατιώτης ανταπέδωσε το βλέμμα μόνο που το ατσάλινα ανέκφραστο πρόσωπό του φόβισε το κοριτσάκι που αμέσως αγκάλιασε την γιαγιά του. Η γριά το έσφιξε προσπαθώντας να το καθησυχάσει. Κοίταξε και αυτή με την σειρά της τον Γερμανό, χωρίς όμως να δείχνει φοβισμένη, ακόμα και όταν εστίασε στις νεκροκεφαλές που στόλιζαν το πέτο του χιτωνίου του. Ένας αξιωματικός μιλούσε με δύο υπαξιωματικούς λίγο πιο πέρα. Ο ένας από τους υπαξιωματικούς έδειχνε να διαφωνεί και έκανε έντονες χειρονομίες. «Στο παράθυρο!», φώναξε άξαφνα ένας στρατιώτης από την φρουρά. Ο Μάρκους στράφηκε εκεί που το χέρι αυτού που φώναξε έδειχνε. Ήταν ένα σπίτι, από αυτά που βρίσκονταν στην άκρη του χωριού. Στο παράθυρο στέκανε τρεις νεανικές μορφές. «Λοχία!», ακούστηκε βροντερή η φωνή του αξιωματικού προς τον Μάρκους, «πάρε τους άντρες σου και φέρ’ τους». Δέκα στρατιώτες βιάστηκαν να υπακούσουν στις εντολές και γρήγορα κατευθύνθηκαν προς το σπίτι απ’ όπου είδαν τις μορφές, το παράθυρο όμως ήτανε πλέον άδειο. «Γιόχαν ψάξε το σπίτι», διέταξε ο Μάρκους τον ένα στρατιώτη όταν φτάσανε έξω. «οι υπόλοιποι ψάξτε το χωριό».

64_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Καθώς ο ένας Γερμανός έμπαινε στο σπίτι οι υπόλοιποι έσπευσαν να σκορπιστούν, ώσπου χάθηκαν ανάμεσα στα στενά. Το χωριό δεν ήταν πολύ μεγάλο αλλά οι δρόμοι ήτανε τόσο στενοί ώστε ίσα να χωράνε τα γαϊδούρια, ενώ οι ασβεστωμένοι τοίχοι των σπιτιών που εκτείνονταν σε όλο το μήκος τους, έκαναν τους δρόμους αυτούς να μοιάζουν με λαβύρινθο. Μέσα σε αυτόν τον λευκό λαβύρινθο, όποια πόρτα έβρισκε ο Μάρκους ανοίγοντάς τη με ένα δυνατό χτύπημα του ποδιού, έμπαινε έχοντας έτοιμο το τουφέκι στα χέρια του. Έψαχνε γρήγορα το σπίτι και έβγαινε. Μετά από ένα εικοσάλεπτο αυτός και δύο ακόμα άντρες συναντήθηκαν στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, στην άλλη άκρη του χωριού, έναν μικρό υπαίθριο χώρο στρωμένο με πέτρα, ανάμεσα στα σπίτια και μία ταπεινή πετρόχτιστη εκκλησία. Ξύλινα, ξεχαρβαλωμένα κάγκελα οριοθετούσαν την υπόλοιπη πλατεία ξεχωρίζοντας την από την απότομη πετρώδη κατηφόρα που ακολουθούσε. «Βρήκατε τίποτα;», τους ρώτησε λαχανιασμένος. «Όπου και να έχουν πάει οι δαίμονες σίγουρα θα είναι καλά κρυμμένοι. Δεν υπάρχει λόγος να ψάχνουμε». «Συμφωνώ» συναίνεσε ο Μάρκους. «Πάμε πίσω. Όσους άνδρες βρεις πες τους να γυρίσουν». «Ο λοχαγός θα αφηνιάσει», τόνισε ο τρίτος στρατιώτης, ο λοχίας όμως δεν έδωσε σημασία. Οι τρεις τους με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκαν προς την κατεύθυνση απ’ όπου ήρθαν. Ξαφνικά όμως ο λοχίας γύρισε πίσω και κοίταξε την εκκλησία. Άφησε τους άλλους μπροστά του να προχωρούν, ενώ αυτός πήγε προς τον ναό με αργά βήματα. Από τους πέτρινους τοίχους ξεχώριζε η ξύλινη, δίφυλλη πόρτα με διακόσμηση δύο δικέφαλους αετούς, έναν σε κάθε φύλο. Το βλέμμα του Γερμανού τράβηξε η τοιχογραφία του αγίου ακριβώς πάνω από το κατώφλι. Ο Καβαλάρης είχε μπήξει το ακόντιο του στο στόμα του δράκου, στην όψη του οποίου το άλογο είχε σηκωθεί στα δύο του πόδια. «Λοχία, τι κάνεις;», φώναξαν από πίσω οι άλλοι δύο στρατιώτες

65_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Ο Μάρκους πέρασε στην πλάτη του το τουφέκι και βγάζοντας από την θήκη το πιστόλι του άνοιξε αργά την πόρτα. Τους εσωτερικούς τοίχους της εκκλησία χάιδευε το λίγο φως που έμπαινε απ’ έξω, ίσα για να αφήσει το μάτι να διακρίνει τι έβλεπε. Δεν υπήρχαν τοιχογραφίες στους τοίχους, παρά μόνο φορητές εικόνες κρεμασμένες και ένα περίτεχνο ιερό από σκούρο ξύλο στο βάθος. Δίπλα στην πόρτα ένα μανουάλι φιλοξενούσε λιγοστά σβησμένα κεριά. Περπάτησε λίγο μέσα κοιτάζοντας τον χώρο γύρω, χωρίς όμως να χάνει την εγρήγορσή του. Κατευθύνθηκε προς το τέμπλο του ιερού. Δίχως να βιαστεί και με το πιστόλι παρατεταμένο πλησίασε την κόκκινη κουρτίνα στο κέντρο. Με μία απότομη κίνηση την τράβηξε, δεν είδε όμως κανένα. Την προσοχή του μονοπώλησε ένα χρυσό κύπελλο στην αγία τράπεζα και ένα μαντίλι που σκέπαζε κάτι. Σήκωσε το μαντίλι και είδε ένα ευαγγέλιο με επίχρυσα εξώφυλλα. Αφού το ξανασκέπασε, έριξε άλλη μια ματιά προς τις δύο κατευθύνσεις αλλά δεν παρατήρησε την παραμικρή κίνηση. Ξαφνικά ένα γδούπος αντιλάλησε στους τοίχους της εκκλησίας. Γύρισε απότομα και βγήκε από το ιερό. Τον ήχο έκανε ένα παράθυρο που από τον αέρα άνοιγε και έκλεινε χτυπώντας. Έτρεξε και είδε έξω στην απότομη πλαγιά τρεις φιγούρες να κατεβαίνουν σβέλτα. Γρήγορα βγήκε έξω φωνάζοντας τους άλλους δύο στρατιώτες που στέκονταν στην μέση της πλατείας. «Τι έγινε;», τον ρώτησε ο ένας αφού κινήθηκαν προς αυτόν. «Κατεβαίνουν τον γκρεμό. Τρέξτε να τους προλάβετε». Αμέσως οι δύο τους έτρεξαν, όχι προς την βραχώδη πλαγιά, αλλά προς το μονοπάτι από το οποίο είχανε ανέβει στο χωριό και περνούσε γύρω από την πλαγιά. Ο Μάρκους ήξερε ότι με τον ρυθμό που κινούνταν οι νεαροί δεν θα τους προλάβαιναν, έτσι κινήθηκε προς την πλαγιά και άρχιζε να την κατηφορίζει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε ανέβει σε τέτοια απόκρημνα βράχια στα μέρη του. Όπως κατηφόριζε έμοιαζε με κυνηγό σε δάσος που περίμενε να εμφανιστεί το θήραμα ανάμεσα στα δέντρα. Οι βράχοι ήταν αρκετά μεγάλοι για να κρύψουν 66_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

τους φυγάδες, οι οποίοι ήταν αρκετά μπροστά. Κάποια στιγμή είδε να ξεπροβάλει ένα κεφάλι ανάμεσα από δύο βράχους και σημαδεύοντας γρήγορα πυροβόλησε, όχι όμως με αρκετή ακρίβεια για να πετύχει τον στόχο του καθώς σκόνη πετάχτηκε από το σημείο όπου η σφαίρα προσέκρουσε. Με γρήγορο ρυθμό όπλισε πάλι το τουφέκι τραβώντας το μοχλό του κλείστρου. Λίγα μέτρα παρακάτω είδε άλλο ένα σώμα να εμφανίζεται για μια στιγμή ανάμεσα από δύο βράχους όμως δεν πυροβόλησε. Αντίθετα με όση φόρα είχε πηδούσε προσεκτικά από τον ένα βράχο στον άλλο. Στο βάθος ακούστηκαν οι φωνές των άλλων δύο στρατιωτών, όμως πρέπει να ήταν ακόμα μακριά και η πλαγιά έφτανε στο τέλος της. Κοίταξε λίγο τι τον περιτριγύριζε καθώς έκανε μια μικρή παύση από το τρέξιμο. Το βλέμμα του εστίασε σε έναν αρκετά ψηλό βράχο με κλίση. Με μεγάλες δρασκελιές ανέβηκε μέχρι την κορυφή του απ’ όπου είχε καθαρό πεδίο κάτω. Αμέσως εντόπισε τριάντα μέτρα πιο μπροστά τις πλάτες των τριών φυγάδων. Ήταν αρκετά ικανοί να περνάνε την βραχώδη πλαγιά χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Χωρίς να χάσει λοιπόν χρόνο σήκωσε το τουφέκι και η άκρη της μεταλλικής ακίδας στο σκόπευτρο σημάδευσε απευθείας την πλάτη του ενός που βρισκόταν πιο πίσω από τους άλλους δύο. Πίεσε την σκανδάλη. Την επόμενη στιγμή του εκκωφαντικού ήχου που διαπέρασε τα αυτιά του, η σφαίρα φάνηκε να βρήκε τον στόχο της, ρίχνοντας τον κάτω. Ο Γερμανός γρήγορα κατέβηκε με προσοχή από το ψηλό σημείο και βιάστηκε να πάει προς αυτόν, έχοντας παρατεταμένο το όπλο πάνω του. Σε πολύ λίγο χρόνο βρισκόταν πάνω από έναν αγόρι, το πολύ είκοσι ετών που είχε ξαπλώσει στο έδαφος. Η σφαίρα τον είχε βρει στον αριστερό ώμο. Ο φόβος ήταν εμφανής τόσο στα μάτια του, όσο και στο τρέμουλο του σώματός του. Άρχισε να φωνάζει αλλά ο Μάρκους δεν ήξερε ελληνικά. Τότε, για μια στιγμή, ο νεαρός κοίταξε στα αριστερά του, προς κάτι βράχια, και αμέσως έτεινε το χέρι του προς την κατεύθυνση αυτή. Ο Γερμανός κοίταξε προς τα εκεί.

67_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

«Μάρκους, είσαι εντάξει; Τους έπιασες;», ρωτούσαν φωναχτά οι στρατιώτες καθώς πλησίαζαν. Ο Λοχίας από την άλλη δεν ήξερε τι να κάνει. Ο νεαρός συνέχισε να φωνάζει και να δείχνει προς τον βράχο. Κοιτούσε αυτό που του έδειχνε, αλλά ένοιωθε ανήμπορος να αντιδράσει. Όταν είδε τους δύο στρατιώτες που ξεπροβάλανε από τα βράχια μπροστά του, δίχως να σκεφτεί καν, σημάδεψε το κεφάλι του νεαρού. Αυτός σήκωσε τα χέρια του θέλοντας να τον παρακαλέσει αλλά δεν πρόλαβε. Ο Λοχίας πίεσε την σκανδάλη και επόμενη στιγμή ο νεαρός είχε ξεψυχήσει. «Τι έκανες;», φώναξε ο ένας στρατιώτης μόλις τον πλησίασε «οι εντολές μας ήταν να τον πιάσουμε ζωντανό». «Ξέρω τι εντολές είχαμε. Τώρα γυρνάμε πίσω», είπε με σοβαρότητα. Οι δύο στρατιώτες δεν φέρανε αντίρρηση. Μαζί με τους υπόλοιπους γυρίσανε στο χωράφι με την ελιά. Εκεί οι χωρικοί είχανε αναστατωθεί από τους πυροβολισμούς. Πολλοί άνδρες είχανε σηκωθεί και ζητούσανε φωνάζοντας να μάθουν τι έγινε. Ο αξιωματικός πλησίασε τον Λοχία. «Γιατί όλοι αυτοί οι πυροβολισμοί;» «Προσπάθησαν να το σκάσουν και αναγκαστήκαμε να ανοίξουμε πυρ». Ο αξιωματικός δεν έδειξε να ανησυχεί τόσο για τον τρόπο που ο Μάρκους αντέδρασε, αλλά περισσότερο για τους κατοίκους του χωριού που είχαν αρχίσει να θορυβούνται. «Μάζεψε τους στρατιώτες σου. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε άλλο διαταγές». «Μάλιστα κύριε», υπάκουσε ο Μάρκους και άρχισε να φωνάζει τους στρατιώτες του να μαζευτούν μπροστά του. Αρκετά χρόνια μετά… Ο Κυρ Στέλιος βρισκόταν καθισμένος στο σαλόνι του σπιτιού του στο χωριό ακούγοντας ραδιόφωνο, όταν είδε τον εγγονό του να μπαίνει μέσα. Το αγόρι ήτανε γύρο στα δεκατέσσερα. 68_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

«Τι έκπληξη!», φώναξε ο παππούς καθώς το αγόρι έκατσε στην καρέκλα απέναντί του. «τι σε φέρνει σήμερα;» «Αύριο δεν έχω σχολείο και η μαμά με έφερε να μείνω εδώ». Εκείνη την στιγμή την εμφάνισή της από την πόρτα έκανε μια γυναίκα. Κανείς δεν θα μπορούσε να μην προσέξει την ομοιότητα στα χαρακτηριστικά του Κυρ Στέλιου και εκείνης. «Τι κάνεις πατέρα; Φαντάζομαι ότι ο μικρός στα πρόλαβε». «Ήταν το πρώτο πράγμα που είπε όταν μπήκε». «Έχεις κανένα θέμα να μείνει;» «Μην σε ξανακούσω να το λες αυτό. Πάντα έχω χρόνο για το παιδί του παιδιού μου. Τι μου έμεινε άλλο εξάλλου στα γεράματα; Εσύ θα μείνεις τουλάχιστον για λίγο να φάμε;» «Δεν μπορώ πατέρα, έχω να ετοιμάσω μια δουλειά για αύριο». «Σε τρώει η δουλειά παιδί μου. Ένα μήνα είχα να σε δω τώρα». «Όπως και συ, έτσι, έτσι και εγώ τώρα παλεύω για το ψωμί μου». Ο κυρ Στέλιος δεν είπε τίποτα άλλο σχετικά με τι θέμα αυτό. Αντίθετα έστρεψε την προσοχή του στον εγγονό του. «Εμείς οι δύο θα περάσουμε καλά εδώ» «Βασικά παππού η καθηγήτρια μας έχει δώσει πολλές εργασίες». «Εγώ παιδί μου ξέρεις πως δεν πρόλαβα πολλά από τα γράμματα. Όταν πήγα δημοτικό ήρθαν οι Γερμανοί και γκρέμισαν τα σχολεία μας. Αλλά και να θέλαμε να μάθουμε γράμματα με άλλο τρόπο δεν μπορούσαμε γιατί η πείνα μας θέριζε». «Για τον πόλεμο είναι η δικιά μου εργασία. Μπορείς να μου πεις όσα θυμάσαι;». «Ήμουν μικρός, πιο μικρός από σένα τότε. Δεν θυμάμαι πολλά, αλλά ότι μπορώ θα σου το πω». «Εγώ να πηγαίνω», είπε η κόρη του Κυρ Στέλιου. «θα έρθω πάλι αύριο το απόγευμα. Να περνάτε καλά». Ο Στέλιος και ο εγγονός του την χαιρέτησαν και έκατσαν να συζητήσουν. Μετά ο παππούς πήγε στην κουζίνα και ετοίμασε μία ομελέτα με αυγά που είχε μαζέψει 69_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

το ίδιο πρωί από το κοτέτσι στην αυλή του, τυρί, ελιές και λίγο ζαμπόν. Αφού φάγανε ο εγγονός του τον παρακάλεσε ξανά να τον βοηθήσει όπως μπορούσε με την εργασία. Του έδειχνε διάφορα βιβλία που είχε δανειστεί από την βιβλιοθήκη, ενώ συγχρόνως τον άκουγε καθώς εξιστορούσε σκόρπια πράγματα που του έρχονταν από τον καιρό εκείνο. «Και τέλος αυτό το λεύκωμα με φωτογραφίες εποχής που μου έδωσε η καθηγήτρια», είπε ο εγγονός δείχνοντας το βιβλίο. «Για να το δω», ζήτησε ο παππούς, καθώς ένα βιβλίο με εικόνες έμοιαζε πιο προσιτό σε αυτόν και πιο ευχάριστο. Άλλαζε τις σελίδες αργά χαζεύοντας όλες εκείνες τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Ξαφνικά είδε κάτι που του έκοψε την αναπνοή. Ήταν μία εικόνα που δεν ήξερε αν υπήρχε και που θα ήλπιζε να μην είχε τραβηχτεί ποτέ. «Παππού, είσαι καλά;», τον ρώτησε το παιδί βλέποντας τον κυρ Στέλιο να έχει σαστίσει και να βαριανασαίνει. «Μου ήρθε μια ζάλη. Πάω λίγο να ξαπλώσω. Γράψε εσύ ότι χρειάζεται και θα έρθω σε λίγο». Ο κυρ Στέλιος άφησε τον ανήσυχο εγγονό του, όμως πραγματικά ζαλιζόταν. Έτσι πήγε στο κρεβάτι του και ξάπλωσε. Άφησε μερικές βαθιές ανάσες αναστενάζοντας και έκλεισε να μάτια του. παρόλα αυτά έβλεπε ακόμα ξεκάθαρα. Τότε ήταν αρκετά μικρός για να κρυφτεί στον στάβλο ανάμεσα στα άχυρα μαζί με την μικρή του αδελφή. Ήταν δέκα και η αδελφή του εφτά. Οι γονείς τους είχανε δει τους στρατιώτες να έρχονται από μακριά και πρόλαβαν να τους κρύψουν. Τους είχανε πει να μην φύγουν από την κρυψώνα ότι και αν γίνει. Πέρασαν έτσι ώρες και η αγωνία στην καρδιά του γινόταν αφόρητη. «Στέλιο, να πάμε να δούμε τι κάνει ο μπαμπάς και η μαμά;» «Όχι Μαρία. Είπανε να μείνουμε εδώ». «Μα θέλω να δω την μαμά», είπε λίγο δυνατότερα από πριν.

70_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

«Κάνε ησυχία. Θα μας ακούσουν», την μάλωσε. Η αλήθεια ήταν όμως ότι και αυτός δεν άντεχε άλλο, έτσι ένα τέταρτο μετά οι δύο τους προσεκτικά πήγαν στην είσοδο του μικρού στάβλου. Κοίταξαν γύρω αλλά δεν είδαν κανένα. Τότε ο Στέλιος έκανε νόημα της αδελφής του να περιμένει. Εκείνος μόνος του πήγε αθόρυβα στο σπίτι. έφτασε στην πόρτα και αφού βεβαιώθηκε ότι κανένας δεν ήταν εκεί μπήκε μέσα. Το αίμα του πάγωσε όταν άκουσε κάτι γυάλινο να σπάει από το δίπλα δωμάτιο. Πήγε να φύγει, είδε όμως να ξεπροβάλει ένα γνωστό πρόσωπο. Ήταν ο Μανόλης, ο γιος ενός μεθύστακα, ο οποίος είχε κληρονομήσει το πάθος του πατέρα του. «Μη φοβάσαι», του είπε ο νεαρός. «Που είναι οι άλλοι;», τον ρώτησε το παιδί. «Ήρθαν οι Γερμανοί και τους πήραν όλους. Εγώ όμως φρόντισα να κρυφτώ». «Γιατί είσαι στο σπίτι μας;», ξαναρώτησε το παιδί. «Ήθελα να δανειστώ ένα μπουκάλι κρασί». Το παιδί άκουσε ότι είχε να του πει και ξεκίνησε να φύγει. Ο Μανόλης πρόλαβε να το πιάσει από τον ώμο. «Που πας;» «Η αδελφή μου είναι στον στάβλο. Πάω να την πάρω να δούμε που τους έχουν πάει». Ο Μανόλης γέλασε. «Οι στρατιώτες θα ξαναρθούν. Πάμε να φύγουμε πριν πιάσουν και εμάς». «Δεν μπορώ να αφήσω έτσι τους γονείς μου», διαμαρτυρήθηκε το παιδί και προσπάθησε να φύγει μακριά του. «Καλά, μην κάνεις έτσι. Θα πάμε μαζί». Σε αυτό το σημείο η μνήμη χανόταν. Θυμόταν το παράθυρο του σπιτιού στην άκρη του χωριού, τους χωρικούς μαζεμένους στην αρχαία ελιά και έναν στρατιώτη να τείνει το χέρι του προς αυτούς και να φωνάζει. Την φυγή τους μέσα από τους δρόμους του χωριού. Το μισοσκόταδο της εκκλησίας. Εκεί όλα πάλι γίνονταν ξεκάθαρα. 71_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

«Ας κρυφτούμε στο ιερό. Δεν νομίζω ότι θα μας κυνηγήσουν εδώ μέσα», είπε ο Μανόλης κλείνοντας πίσω του την δίφυλλη πόρτα. «Εγώ λέω να κατέβουμε από την πλαγιά», του είπε ο Στέλιος και αμέσως άνοιξε το παράθυρο. «Είσαι τρελός;», φώναξε ο Μανόλης. «Θα μας δούνε να κατεβαίνουμε». «Θα έρθεις ή θα μείνεις εδώ;», είπε το αγόρι κοιτώντας τον αποφασιστικά, ενώ η Μαρία ήδη έβγαινε έξω. Λίγο αργότερα οι τρεις τους κατεβαίνανε τον λόφο με σβέλτα βήματα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που δοκίμαζαν κάτι τέτοιο. Πολλές φορές είχανε δοκιμάσει την υπομονή των γονιών τους κάνοντας μία τέτοια κατάβαση. Οι πέτρες ήταν μυτερές και απόκρημνες, όμως η θέλησή τους να ξεφύγουν ξεπερνούσε την δύναμη του πόνου από την πληγές στα πόδια και τα χέρια. Για μια στιγμή σταμάτησαν όταν άκουσαν φωνές στα γερμανικά. Κατάλαβαν ότι τους κυνηγούσαν και ο ρυθμός που κατέβαιναν έγινε πιο γρήγορος. Αν πιο πριν πονούσαν, εκείνη την στιγμή δεν νιώθανε τίποτα πέρα από φόβο. Ένας πυροβολισμός ακούστηκε και ο Στέλιος ένιωσε την σκόνη από το χτύπημα της σφαίρας πάνω στην πέτρα. Μετά από λίγο είδε ότι το τέλος της πλαγιάς πλησίαζε και άρχιζε ένα δασάκι με δέντρα στο οποίο μπορούσαν να χαθούν. Άλλος ένας πυροβολισμός ακούστηκε και αμέσως ο Μανόλης βρέθηκε πεσμένος στο έδαφος. Ο Στέλιος πανικόβλητος πάγωσε, ανήμπορος να προχωρήσει. Φοβόταν ότι θα τους έβρισκε κάποια σφαίρα. Τότε στα αριστερά τους είδε ένα βαθύ και στενό βαθούλωμα που έκανε ο βράχος. Έσπρωξε την Μαρία να μπει μέσα και ίσα που πρόλαβε να μπει και αυτός όταν ο στρατιώτης που τους κυνηγούσε έφτασε. Ο Γερμανός έστρεψε το όπλο του προς τον Μανόλη αλλά εκείνος απελπισμένος και πιστεύοντας σε μια στιγμή τρέλας ότι θα έσωζε την ζωή του με κάποιο τρόπο έτεινε το χέρι του προς το βαθούλωμα που ήταν τα παιδιά. «Να τα! Πάρε τα αλλά άφησέ με, σε παρακαλώ!», φώναξε στον Γερμανό Τότε τα παιδιά είδαν έντρομα το βλέμμα του στρατιώτη να πέφτει πάνω τους. Ενώ όμως περίμεναν ότι θα έστρεφε το όπλο του εναντίον τους συνέχισε να τα 72_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

κοιτάει. Η ματιά του δεν ήταν εχθρική, αλλά μάλλον έδειχνε έναν μπερδεμένο άνθρωπο. Τότε άκουσαν και άλλους στρατιώτες να πλησιάζουν. Ο Μανόλης ξαναπαρακάλεσε τον Γερμανό. «Πάρ’ τα και άσε με! Σε παρακαλώ! δεν έχω κάνει τίποτα σε κανέναν! Άσε με και πάρε τα!» Δεν πρόλαβε να πει άλλα καθώς ο Γερμανός τον πυροβόλησε. Τα δύο αδέλφια ένιωσαν τον φόβο να τους τρυπάει την καρδιά και φρίκη, στο θέαμα του άψυχου βλέμματος του νέου. Λίγη ώρα μετά οι στρατιώτες είχανε φύγει. Τα παιδιά αποφασίσανε, δειλά να βγούνε από την κρυψώνα τους. Δεν πίστευαν πως ένας χωριανός τους θα έκανε κάτι τέτοιο. Το κορίτσι συνέχισε να κλαίει χωρίς να μπορεί να σταματήσει. Το αγόρι έσκυψε μπροστά της. «Σταμάτα να κλαις. Δεν πρέπει». Το κορίτσι δεν μπορούσε να σταματήσει, αλλά ούτε και να μιλήσει. Δεν της είπε τίποτε άλλο. Την πήρε από το χέρι και μπήκαν στο δασάκι. Περπάτησαν αρκετή ώρα ανάμεσα στα δέντρα, αλλά προσεκτικά σε περίπτωση που βρισκόταν εκεί κάποιος στρατιώτης. Περάσανε δύο χωράφια με λιόφυτα και βρεθήκανε σε ένα αμπέλι, το οποίο βρισκόταν αρκετά μακριά από την ελιά κάτω από την οποία είχανε μαζευτεί οι κάτοικοι του χωριού. Από εκεί κοιτούσανε τις κινήσεις των στρατιωτών, οι οποίοι στέκονταν σε μία σειρά με τα όπλα στο χέρι. Από την άλλη οι χωρικοί ήτανε ανήσυχοι. Άλλοι ζητούσαν να μάθουν τι θα τους κάνανε, ενώ άλλοι απαιτούσαν να φύγουν τα παιδιά και οι γυναίκες τους. Ανάμεσα στο πλήθος είδαν και τους γονείς τους. Ο πατέρας τους ήταν καθισμένος στο χώμα και στην αγκαλιά του είχε την μητέρα τους. Λίγο πιο πέρα ένας στρατιώτης πλησίασε έναν άλλο, ο οποίος δεν κρατούσε όπλο, αλλά κάμερα. Αφού εκείνος άκουσε αυτά που του είπε έριξε μια ματιά στον χώρο. Μόλις το βλέμμα του σταμάτησε κάπου, έτρεξε προς τα εκεί με την κάμερα έτοιμη.

73_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Σε λίγο ακούστηκε δυνατά η φωνή του αξιωματικού. Οι παρατεταγμένοι στρατιώτες απότομα σήκωσαν τα όπλα τους και τα έστρεψαν στους χωρικούς. Όλοι σώπασαν και αμίλητοι τους κοίταξαν. Ο Γερμανός αξιωματικός έδωσε την εντολή. Πυροβολισμοί άρχισαν να ακούγονται και ο Στέλιος ίσα που πρόλαβε να κλείσει με το χέρι του το στόμα και τα μάτια της αδελφή του, πνίγοντας την επερχόμενη κραυγή. Μία λάμψη, μία στιγμή και όλα τα είχε αποθανατίσει ο φακός. Το έγκλημα είχε γίνει και μαζί η απόδειξη ότι έγινε.

74_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Αχιλλέας Τριαντόγλου Ο μύλος

Α

ΛΕΞ, ΣΟΥ ΕΓΓΥΩΜΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΟΤΙ ΤΟ ΚΤΗΜΑ ΕΙΝΑΙ

“ΚΕΛΕΠΟΥΡΙ”. Ο Αντώνης,

παιδικός φίλος, αρχιτέκτονας και τελευταία -λόγω κρίσης- μεσίτης, γύρισε

το laptop προς το μέρος μου και άρχισε να ανοίγει μία - μία τις αποθηκευμένες στη μνήμη του υπολογιστή φωτογραφίες. Πρώτες-πρώτες, δορυφορικές του ορεινού χωριού, έπειτα πανοραμικές και τελικά φωτογραφίες από το ίδιο το “κελεπούρι”, το κτήμα που το περιέβαλλε και το ρυάκι που το διέσχιζε. Το φιλαράκι μου είχε βάλει όλη του την τέχνη στην παρουσίαση, άλλωστε δεν είχε πάρει άδικα πριν από δύο χρόνια το βραβείο καλύτερου ντοκυμαντέρ για την προώθηση του αγροτουρισμού. Οι φωτογραφίες, μία - μία διαλεγμένες έδειχναν αιωνόβια πλατάνια να πλαισιώνουν την κοίτη από ένα ποταμάκι, που κυλούσε κάτω από τον παλιό πέτρινο μύλο και κατέληγε σε έναν καταρράκτη και μια λίμνη μινιατούρα. -Στο πλάτωμα, μετά το μύλο και πριν τον καταρράχτη, θα κάνουμε ένα κιόσκι με πέτρινα πεζούλια και, πρόσεξέ με, μεγάλε -το πρόσωπο του Αντώνη πήρε μια σκανταλιάρικη έκφραση- μπορούμε να διαμορφώσουμε τη λιμνούλα σε πισίνα με τζακούζι και όλα τα κομφόρ μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. -Όπου θα μουλιάζετε τις φιλενάδες σας μέχρι να μαλακώσουν για να μπορέσετε να τις δαγκώσετε! Κούνια που σας κούναγε! Δεν βλέπετε τα χάλια σας, μεσήλικοι άνθρωποι! Η γυναίκα μου είχε έρθει αθόρυβα στο σαλόνι και, αφού άφησε τον καφέ και τα βουτήματα, στρώθηκε να χαζεύει τις φωτογραφίες. -Μας παρεξήγησες, βρε Μαράκι! Εμείς πάνω από όλα βάζουμε το στεφάνι μας. Πώς σου φαίνονται οι φωτογραφίες; Ο Αντώνης έκανε την ερώτηση πίνοντας μια γουλιά καφέ και δαγκώνοντας ταυτόχρονα μια μεγάλη μπουκιά από το κέικ, ένα τρυκ που μόνο αυτός το καταφέρνει. 75_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

-Καλές φαίνονται, είπε αδιάφορα η Μαρία και εξαφανίστηκε στην κουζίνα. Αυτή η αντίδραση της Μαρίας που πάντα έχει γνώμη για όλα έπρεπε να με παραξενέψει αλλά το μυαλό του “κυνηγού” άντρα δεν είναι φτιαγμένο για να διακρίνει τέτοιες λεπτές αλλαγές στη συμπεριφορά. -Και... όλα αυτά, συνέχισε μπουκωμένος ο Αντώνης, εκτοξεύοντας ψίχουλα παντού, στην καταπληκτική τιμή των, άκουσον - άκουσον, 30000 ευρώ. Έκοψα μια αμαρτωλή, γεμάτη θερμίδες δαγκωνιά από το παντεσπάνι με μερέντα που η Μαρία αποκαλεί κέικ και είπα όσο πιο αδιάφορα μπορούσα, κοιτώντας τον ήλιο που έδυε πίσω από ένα δάσος κεραιών. -Πού είναι ο δράκος; -Ο ποιος; ο Αντώνης κόντεψε να πνιγεί. -Ο δράκος, Αντωνάκη, ο κακός ο δράκος! Κάθε παραμύθι έχει και ένα δράκο! Στο δικό σου πού κρύβεται; -Βρε, Αλέκο, πολύ καχύποπτος έχεις γίνει τελευταία. Εγώ σου μιλάω για ΤΗΝ ευκαιρία και συ ψάχνεις για δράκους. Μου φαίνεται ότι ζεις και στην πραγματική ζωή τα σενάρια από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που σχεδιάζεις. Τέλος πάντων, εγώ θα σου αφήσω το stick με όλες τις πληροφορίες και εσύ ξανασκέψου το πριν κλωτσήσεις αυτή την ευκαιρία. Σηκώθηκε με φούρια, δήθεν θιγμένος, αρπάζοντας το τελευταίο κομμάτι και έφυγε, αφήνοντάς μου μια ωρολογιακή βόμβα με τη μορφή ενός τόσο δα μπλε stick. -Ίσως πρέπει να δούμε την πρόταση του Αντώνη πιο καλά. Τα παιδιά μεγαλώσαν! Όπου να' ναι θα μετακομίσουν σε δικά τους σπίτια. Ποιος ο λόγος να συνεχίσουμε να μένουμε στην πόλη; Όπως λες και συ, την περισσότερη δουλειά την κάνεις από το σπίτι. Άλλωστε πέρυσι παρέδωσες εκείνο το παιχνίδι στους Αμερικάνους χωρίς ποτέ να τους δεις. Θέλω και εγώ μεγαλύτερο χώρο για το εργαστήριό κεραμικών μου. Τόσα χρόνια είμαι στριμωγμένη στην αποθηκούλα! Πιστεύω ότι το κατώγι του μύλου θα μου έρθει κουτί. Έπειτα και η Μπέλλα θα έχει άφθονο χώρο να τρέξει. Καθόμασταν στο μισοσκόταδο με τις αναλαμπές από το

76_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

τζάκι να ρίχνουν κινούμενες σκιές στους τοίχους, πίνοντας το ποτό μας με την Μπέλλα, το θηλυκό-σκυλί λουκάνικό μας να παίζει με ένα φουσκωτό παιχνίδι. -Να το δούμε, αγάπη μου, αλλά ξέρεις, όσο εμπιστοσύνη έχω στο σχεδιαστικό ταλέντο του Αντώνη άλλο τόσο τον ξέρω. Έχει τέτοια δύναμη να πείθει τους ανθρώπους που είναι ικανός να πουλήσει καταψύκτες σε Εσκιμώους. -Ο Αντώνης μπορεί να είναι πολυλογάς και μερικές φορές επιπόλαιος αλλά ποτέ δε θα μας πρότεινε κάτι που δε θα το πίστευε πραγματικά. Έχω δίκιο ή όχι; Συμφώνησα με ένα μουρμουρητό και χάιδεψα κάτω από το λαιμό την Μπέλλα, που κουρασμένη ξάπλωνε πια δίπλα στα πόδια μου. -Θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα το σκεφτείς καλά και πως θα πάμε το άλλο Σαββατοκύριακο να το δούμε από κοντά. Η Μαρία μου έδωσε ένα δροσερό φιλί και σηκώθηκε. -Πάω να ξαπλώσω και μην αργήσεις πολύ. Ίσως σήμερα να είναι η τυχερή σου νύχτα! Λίγο αργότερα υποσχέθηκα σαν καλό παιδί ότι αύριο κιόλας θα έβαζα το δικηγόρο να ελέγξει τα χαρτιά και το Σάββατο θα ανηφορίζαμε για να επιθεωρήσουμε το “κελεπούρι”. Έπειτα έφαγα με όρεξη το “ζαχαρωτό” μου και κοιμήθηκα σαν πουλάκι. Τη Δευτέρα το πρωί από το γραφείο έκανα δύο τηλεφωνήματα. Ο δικηγόρος της εταιρείας ανέλαβε να κάνει μια προκαταρκτική έρευνα στους τίτλους ιδιοκτησίας και ένας ενθουσιασμένος Αντώνης υποσχέθηκε ότι μέσα σε δυο βδομάδες θα έχει μια πρόχειρη πρόταση μετατροπής του μύλου σε κατοικήσιμο χώρο με μια αδρή εκτίμηση κόστους. Το καινούριο παιχνίδι στρατηγικής που ετοιμάζαμε στην εταιρεία με απορρόφησε ολοκληρωτικά τις επόμενες μέρες. Το μεσημέρι της Παρασκευής προσπαθούσα να λύσω το πρόβλημα της υπερβολικά αμυντικής τακτικής των Τούρκων κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης αλλάζοντας παραμέτρους στον πηγαίο κώδικα όταν ένας ηλιοκαμμένος Αντώνης εμφανίστηκε ξαφνικά.

77_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

-Τι σε απασχολεί τόσο πολύ; ρώτησε αράζοντας φαρδύς πλατύς στο δερμάτινο καναπέ. -Έχουμε δυο βδομάδες που τελειώσαμε τα γραφικά αλλά οι χρήστες που έπαιξαν τη δοκιμαστική έκδοση δεν έμειναν ευχαριστημένοι. -Δηλαδή; -Δηλαδή, καταστροφή! Μια χούφτα Βυζαντινοί τρέπουν σε άτακτη φυγή το Μωάμεθ και έπειτα κατακτούν την Οθωμανική αυτοκρατορία! Αυτό δεν είναι αποδεκτό. Κάπου κρύβεται ένα πρόβλημα στον κώδικα και θα σκάσω αν δεν το βρω. Κάνε μου τη χάρη, βρε Αντώνη. Πάρε αύριο τη Μαρία και ανεβείτε στο χωριό για να δει το μύλο. Θέλω επίσης συγκεκριμένες προτάσεις για την ανακαίνιση. Ο δικηγόρος απ' ότι μου είπε, δε βρήκε προς το παρόν κάποιο πρόβλημα στα χαρτιά. -Είδες τι σου έλεγα; Πρόκειται για ευκαιρία! Αύριο θα σου πει τα ίδια και το έτερόν σου ήμισυ. Ο Αντώνης έφυγε αφήνοντάς με να τραβάω με φούρκα τα μαλλιά μου, βλέποντας στην οθόνη για πολλοστή φορά τον Παλαιολόγο να κατατροπώνει τις ορδές των Τούρκων. ****** -Αυτά εν ολίγοις, κύριε Τσακίρη! Ο νεαρός δικηγόρος, αφού τέλειωσε την απαγγελία δυσνόητων δικηγορίστικων όρων, άπλωσε μπροστά μου ένα μάτσο χαρτιά και ξανακάθισε στην άκρη της καρέκλας του. Ήταν πια Πέμπτη και μετά από μια ατέλειωτη εβδομάδα σκληρής δουλειάς με το παιχνίδι ήδη είχαμε τις πρώτες θετικές κριτικές. Έμεινε λοιπόν χρόνος να ασχοληθώ με την “επένδυση”. -Αν κατάλαβα καλά, κύριε Ιορδάνου, μου λέτε ότι το κτήμα ανήκε σε κάποια που έφυγε από το χωριό για Αμερική το '50 και τώρα οι κληρονόμοι της το βγάζουν στο σφυρί. Όλα αυτά τα χρόνια ποιος συντηρούσε το κτήμα; Επίσης μου προκαλεί απορία η έλλειψη άλλων αγοραστών. -Υπήρχε όρος στη διαθήκη να βγει προς πώληση δέκα χρόνια μετά το θάνατό της και όλα αυτά τα χρόνια γίνονταν κάποιες εργασίες στοιχειώδους συντήρησης του μύλου και των εγκαταστάσεων. Όσο για το γεγονός της μη ύπαρξης άλλων αγοραστών, εσείς ξέρετε καλύτερα από μένα ότι καταθέτοντας την προκαταβολή 78_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

των 3000 ευρώ διατηρείτε την προτεραιότητα στην αγορά γιά ένα μήνα ακόμη. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. -Ποιος κατέθεσε προκαταβολή; σφύριξα στον έντρομο Ιορδάνου. -Μα η κυρία Μαρία, φυσικά. Πίστευα ότι σας ενημέρωσε ότι πριν από 15 μέρες ήρθε στο γραφείο μου και στείλαμε το έμβασμα στην Αμερική. -Ναι, ναι το είχα ξεχάσει. Συγχωρέστε με, κύριε Ιορδάνου. Από μέσα μου έβραζα αλλά μη γίνουμε και ρόμπα μπροστά σε τρίτους. -Αν δεν με χρειάζεστε άλλο... Ο δικηγόρος σηκώθηκε από τη θέση του. Τον αποχαιρέτησα με συνοπτικές διαδικασίες και κάθισα στο γραφείο σφίγγοντας τους κροτάφους μου. Στην ηλικία των δεύτερων -άντα κάτι τέτοιες εκπλήξεις πάνε χέρι χέρι με τα εγκεφαλικά. Αργότερα μπήκα στο σπίτι αποφασισμένος για μεγάλο καυγά αλλά μετά είδα τα φώτα χαμηλωμένα, στο τραπέζι σερβιρισμένο ένα βασιλικό δείπνο με κεριά και φυσικά τη Μαρία να με υποδέχεται με αμφίεση που θα έκανε και άγιο να κολαστεί. Περιορίστηκα λοιπόν σε χλιαρές διαμαρτυρίες και νουθεσίες του τύπου “καλόν θα ήτο άλλη φορά να μην ξανασυμβεί” και άλλα τέτοια χαζά. Η Μαρία συμφωνούσε σε όλα και ερχόταν όλο και πιο κοντά. Ομολογώ ότι ακόμη και μετά εικοσιπέντε χρόνια γάμου η σύζυγός μου παίρνει έντεκα με άριστα το δέκα στο παιχνίδι της αποπλάνησης. Μέχρι να πάμε στο κρεββάτι η ιδέα να δώσουμε άλλα τριάντα χιλιάρικα για να φέρουμε σε λογαριασμό το μύλο δε φάνταζε και τόσο άσχημη. Στον ύπνο μου βέβαια είδα ότι ο προγραμματιστής είχε κάνει λάθος και όπλισε τους Βυζαντινούς με Καλάσνικωφ και χειροβομβίδες αλλά το απέδωσα στο πολύ φαγητό. ***** Τους επόμενους μήνες ακολούθησα πιστά τη βασική μου αρχή που λέει: Δώσε τις γενικές κατευθύνσεις, άσκησε μια χαλαρή εποπτεία και μην μπλέκεσαι στα πόδια αυτών που ξέρουν να κάνουν κάτι καλύτερα από σένα. Στην περίπτωση βέβαια του Αντώνη και της Μαρίας δε χρειαζόταν καν να δώσω τις γενικές κατευθύνσεις. Υπέγραψα τα συμβόλαια, φρόντισα να καλύπτω τους λογαριασμούς και χάζευα τις 79_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

τρισδιάστατες απεικονίσεις στον υπολογιστή από την πρόοδο του έργου. Δεν χρειάστηκε τους έξη μήνες που διήρκεσε η ανακατασκευή να δω το μύλο από κοντά. Οι δυο γιοι μου ενθουσιασμένοι με την επικείμενη αποχώρησή μας από το σπίτι, ποτέ δεν έλεγαν όχι για να ανεβάσουν τη μητέρα τους στο χωριό ή για να μεταφέρουν συνεργεία. Τέλη Σεπτεμβρίου όλα ήταν σχεδόν έτοιμα και ανεβήκαμε για να περάσουμε μία Κυριακή στο μύλο λίγο πριν αρχίσουμε τη μετακόμιση. -Ένα βράδυ μόνοι μας στη μέση του πουθενά θα βοηθήσει τη σχέση μας, μου ανακοίνωσε η Μαρία και έτσι να 'μαστε Κυριακή βράδυ να ξεκουραζόμαστε από την πεζοπορία στη γύρω περιοχή διαβάζοντας πλάι στο αναμμένο τζάκι. Η Μπέλλα αφού εξερεύνησε το χώρο, αρνούμενη ωστόσο να κατέβει στο υπόγειο, όπου υπήρχε ακόμη η μεγάλη φτερωτή, λαγοκοιμόταν στα πόδια μας. Το εκκρεμέςαντίκα μόλις είχε κτυπήσει έντεκα φορές όταν η σκυλίτσα ανασηκώθηκε, πλησίασε την καταπακτή που οδηγούσε κάτω και άρχισε να γρυλίζει υπόκωφα. Τότε νιώσαμε αρχικά, παρά ακούσαμε, ένα παλμικό βουητό, που όσο πήγαινε δυνάμωνε, ανεβαίνοντας την κλίμακα των συχνοτήτων μέχρι που κατέληξε σε ένα στριγγό ουρλιαχτό. Η Μπέλλα σε έξαλλη κατάσταση με το τρίχωμά της σηκωμένο (πρώτη φορά έβλεπα σκυλί-λουκάνικο με την τρίχα κάγκελο) έξυνε με λύσσα το ξύλο της καταπακτής γαυγίζοντας υστερικά. Έκανα ένα βήμα προς το μέρος της όταν άνοιξαν οι πύλες της κόλασης. Κάτι μεγάλο σαν να ζωντάνεψε στο υπόγειο κάνοντας τρομακτικό θόρυβο και τραντάζοντας το μύλο συθέμελα. Όλο το ξύλινο πάτωμα τρανταζόταν από φοβερά ρυθμικά κτυπήματα σαν ένας γίγαντας να προσπαθούσε να ελευθερωθεί. Η Μπέλλα παράτησε τους ηρωισμούς και κλαψουρίζοντας έτρεξε στην αγκαλιά μου. Τραβώντας έβγαλα την πετρωμένη από τον τρόμο Μαρία έξω από το σπίτι. Το τελευταίο πράγμα που είδα βροντώντας την πόρτα πίσω μου ήταν το πάτωμα να ξηλώνεται απ' άκρη σ' άκρη και κάτι μεγάλο να ξεπροβάλει από το υπόγειο. Τρέξαμε κακήν κακώς στο τζιπ και μόλις προφτάσαμε να φύγουμε πριν το αγριεμένο ποτάμι καταπιεί τη γεφυρούλα. ****** 80_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

-Τι φαντάσματα και κουραφέξαλα, ρε Άλεξ; Πολύ King διαβάζεις! Ο γνωστός Αντώνης προσπαθούσε να τα μπαλώσει το πρωί της Δευτέρας. Απλώς, συνέχισε, από τη νεροποντή ψηλά, στο βουνό το φράγμα υπερχείλισε. Αυτό δε θα αποτελούσε πρόβλημα, αν ένα ξεριζωμένο δένδρο δεν μπλόκαρε την εναλλακτική κοίτη οδηγώντας όλο τον όγκο του νερού στο υπόγειο. Η φτερωτή έφυγε από τα χαλαρωμένα της έδρανα και διέλυσε τα πάντα σαν πολιορκητικός κριός. -Έπρεπε να σε είχα από μια μεριά, εξυπνάκια, να δούμε αν θα είχες τόσο εύκολες τις εξηγήσεις! Το πράγμα που τριγυρνούσε στο υπόγειο διαλύοντας τα πάντα δεν ήταν μόνο η φτερωτή. Έπρεπε να δεις πώς έκανε η Μπέλλα. -Καλά, καλά, σε βαρέθηκα να γκρινιάζεις. Θα ανέβω το μεσημέρι να δω τι μπορώ να κάνω με τις ζημιές. -Μη βιαστείς! Δεν έχω σκοπό να γυρίσω εκεί μες το χειμώνα και η όρεξη της Μαρίας για περιπέτειες έχει εξατμιστεί. Έκλεισα το τηλέφωνο και πήρα στα χέρια μου το φάκελο από την Αμερική που ήρθε με την πρωινή αλληλογραφία. Η φίρμα του δικηγόρου - εκτελεστή της διαθήκης ήταν τυπωμένη με μεγάλα γράμματα στην πάνω αριστερή γωνία. Τον έσκισα ανυπόμονα και από μέσα έπεσε μια φωτογραφία που έδειχνε ένα ζευγάρι να ποζάρει στυλιζαρισμένα έξω από το γνωστό μύλο, περιτριγυρισμένο από σακιά αλεύρι και κάρα με σιτάρι. Πίσω διάβασα μια ημερομηνία, Ιούλιος 1940. Η άλλη σελίδα ήταν πυκνογραμμένη με καλλιγραφικά γράμματα γεμάτα ουρές και περικοκλάδες. Θα είμαι σύντομη γιατί, όπως έλεγε και μάνα μου τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Σήμερα βγήκαν οι εξετάσεις και είναι πολύ άσχημες. Οι γιατροί μου δίνουν τρεις μήνες ζωής, αν ακολουθήσω, λέει, τις οδηγίες τους. Αυτό σημαίνει ατέλειωτα τρυπήματα και ταλαιπωρία σε νοσοκομεία, πράγμα που δεν πρόκειται να κάνω. Είμαι λοιπόν σίγουρη ότι όταν διαβάζεις αυτές τις γραμμές θα έχω πεθάνει προ πολλού. Ονομάζομαι Ελένη Μπακοθανάση, του Γεωργίου και της Κατίνας. Είμαι το κορίτσι στην φωτογραφία που κρατάς. Το παλικάρι είναι ο άντρας μου, ο Κώστας, που άφησε τα πόδια του στην Αλβανία έξη μήνες μετά. Ήμουν 81_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

ορφανή και η πεθερά μου με είχε ψυχοκόρη από μικρή. Ο Κώστας ήταν μεγαλύτερος και από την πρώτη φορά που τον αντίκρυσα τον ερωτεύτηκα. Στα δεκαοχτώ μου παντρευτήκαμε με την ευχή των δικών του. Η ευτυχία μας νόμιζα ότι θα κρατούσε για πάντα λογάριαζα όμως χωρίς τον πόλεμο. Τον πρώτο καιρό της κατοχής πέθανε από τον καημό του ο πεθερός μου. Δεν άντεχε να βλέπει σακατεμένο το μοναχοπαίδι του. Οι μήνες που ακολούθησαν ήταν πολύ σκληροί για μια γυναίκα που, εκτός από τις δουλειές στο μύλο, είχε να περιποιείται και έναν ανάπηρο. Ευτυχώς η πεθερά μου (ο θεός να την αναπαύσει) μας στήριξε. Κουτσά στραβά πορευόμασταν και θα ξεπερνούσαμε τη συμφορά που μας βρήκε, αν δεν τραβούσα εγώ και ο μύλος την προσοχή ενός αρχιδοσίλογου από ένα γειτονικό χωριό. Άρχισε τα πήγαινε έλα προσπαθώντας με απειλές να πείσει τον άντρα μου να πουλήσει για ένα κομμάτι ψωμί τον μύλο και ρίχνοντας λαίμαργες όλο υπονοούμενα ματιές σε μένα, όποτε εμφανιζόμουν. Ο Κώστας την τελευταία φορά τον πέταξε έξω βρίζοντάς τον. Έφυγε απειλώντας θεούς και δαίμονες. Δεν άργησε να πραγματοποιήσει τις απειλές του. Ένα δειλινό γυρίζοντας από τα χωράφια βρήκαμε τον Κώστα μαχαιρωμένο. Είχε παλέψει σκληρά, όπως φαινόταν από τα τραύματά του, αλλά οι δειλοί που του ρίχτηκαν ήταν πολλοί. Υποψιαζόμουν ποιος ήταν υπεύθυνος. Δεν είχα βέβαια αποδείξεις αλλά, ακόμη και να είχα, ήταν άνθρωπος των κατακτητών. Τι θα μπορούσα να του κάνω; Θάψαμε τον άντρα μου και συνεχίσαμε τη ζωή μας μέσα στη λύπη και το φόβο. Είχαμε δεν είχαμε κάνει τα σαράντα, όταν όρμηξε ένα χειμωνιάτικο βράδυ, μου έβαλε ένα μαχαίρι στο λαιμό και απαίτησε να γίνω δική του. Το κάθαρμα όχι μόνο σκότωσε τον άνθρωπο που αγαπούσα αλλά ήθελε να ξαπλώσω μαζί του στο ίδιο κρεββάτι που μοιραζόμουν κάποτε με τον Κώστα. Το ποτήρι ξεχείλισε. Καμώθηκα την φοβισμένη, ψέλισα ότι με βρίσκει απροετοίμαστη για τέτοια “τιμή” και τον έδιωξα, υποσχόμενη ότι η επόμενη νύχτα θα του έμενε αξέχαστη. Πράγματι λούστηκα, χτενίστηκα και τον περίμενα στολισμένη με όλα τα κοσμήματα και το καλό μου φουστάνι. Η πεθερά μου, δασκαλεμένη, πηγαινοερχόταν με τις πιατέλες και κρατούσε πάντα γεμάτο το ποτήρι του με δυνατό κρασί. Έκρυψα την αηδία που ένιωθα πίσω από ντροπαλά χαχανητά καθώς τα βαμμένα με αίμα χέρια του πασπάτευαν αδιάντροπα το κορμί μου. Μετά μισομεθυσμένο τον προκάλεσα να με κυνηγήσει παραπατώντας στην κρεββατοκάμαρα, τον άφησα να ξαπλώσει και του κάρφωσα ένα μαχαίρι στο λαιμό. Ας με συγχωρέσει ο Θεός, αλλά ένοιωσα υπέροχα 82_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

καθώς τον έβλεπα να αιμορραγεί μέχρι θανάτου στα πόδια μου. Σύραμε το πτώμα σε μια μικρή κρύπτη πίσω από τον άξονα της φτερωτής, που την χρησιμοποιούσε η οικογένεια του άντρα μου όταν κρύβονταν από τους Τούρκους, και χτίσαμε την πορτούλα. Ήμουν έτοιμη να πεθάνω καθώς περιμέναμε από τους συντρόφους του να έρθουν να τον ψάξουν. Είχα πάρει την εκδίκησή μου! Ας πήγαινα να συναντήσω ψηλά τον αγαπημένο μου! Ευτυχώς οι αντάρτες μπήκαν εκείνες τις μέρες στο χωριό και έτσι δε μας ενόχλησε κανείς. Αμέσως μετά την απελευθέρωση έφυγα για την Αμερική, όπου ζούσαν μακρινοί συγγενείς της μάνας μου. Η κυρά Αρετή, η πεθερά μου, δεν έζησε να δει την απελευθέρωση. Πέθανε από πνευμονία τον προηγούμενο χειμώνα. Η οικογένειά μου εδώ, στο Σικάγο, όλα αυτά τα χρόνια δεν έμαθε τίποτε. Τώρα όμως, που πλησιάζει το τέλος, έπρεπε κάπου να ανοίξω την καρδιά μου και να ζητήσω από σένα να θάψεις αυτόν που σκότωσα. Ακόμα και σε ένα κτήνος δεν αξίζει να μένει άταφος. Ο σκελετός που θα βρεις πίσω από τη φτερωτή είναι ο Γιάννης Γκίκας. Σε εξορκίζω από τον τάφο μου να βρεις έναν παπά και να τον θάψεις χριστιανικά. Αρκετά τιμωρήθηκε. Σε ευχαριστώ που αναλαμβάνεις κάτι που θα έπρεπε να κάνω εγώ εδώ και καιρό και να προσέχεις το μύλο μας. Είναι γερό σκαρί. Ελένη Έκλεισα τα μάτια μου και όταν τα άνοιξα, ένας ένστολος γύρω στα σαράντα στεκόταν μπροστά μου. Έσπευσε να συστηθεί: -Υπαστυνόμος Φιλίππου, Ασφάλεια. Πήρα το θάρρος να μπω γιατί έλειπε η γραμματέας σας. -Σχεδόν ποτέ δεν είναι στη θέση της. Ξέρετε η σημερινή νεολαία πώς είναι. Του έκανα νόημα να καθίσει. -Σε τι οφείλω την τιμή της επίσκεψής σας, κύριε Φιλίππου; -Είστε ιδιοκτήτης του μύλου έξω από το χωριό Κρήνη; -Μάλιστα. -Απ’ ό,τι γνωρίζω χθες είχατε μια πολύ άσχημη νύχτα μετά την πλημμύρα που προκάλεσε η υπερχείλιση του φράγματος ψηλά στο βουνό.

83_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

-Ναι, πράγματι, συμφώνησα καθώς έβγαζα από το μίνι μπαρ ένα ποτήρι, το γέμιζα ουίσκι και το πρότεινα στον αστυνομικό που αρνήθηκε με ένα νεύμα. Ήπια μια γουλιά και κάθισα. -Λοιπόν; -Σκέφτηκα, κύριε Τσακίρη, ότι θα μας διαφωτίζατε σχετικά με το γεγονός ότι παντού ο χώρος γύρω από το μύλο είναι σπαρμένος με κόκκαλα, ανθρώπινα κόκαλα. Ο ιατροδικαστής βρίσκεται ήδη επιτόπου. Πήρα μια βαθιά ανάσα και του έδωσα το φάκελο. -Κύριε Φιλίππου, μόλις τον έλαβα από Αμερική. Εδώ βρίσκονται οι απαντήσεις που ψάχνετε... Ήπια άλλη μια γουλιά και βούλιαξα στην πολυθρόνα μου καθώς μια γλυκιά ζεστασιά απλώθηκε μέσα μου. Ο αστυνομικός διάβασε γρήγορα το γράμμα και μετά με κοίταξε. -Μπορώ να το πάρω; -Φυσικά. -Επίσης θα ήθελα να περάσετε από την ασφάλεια για μια κατάθεση. Ξέρετε, για το τυπικό της υπόθεσης. -Ευχαρίστως, όποτε θέλετε. Σηκώθηκε και δώσαμε τα χέρια. Κοντοστάθηκε σαν κάτι να τον βασάνιζε. -Λύστε μου μία απορία, κύριε Τσακίρη, χαμογέλασε. Θα σκάσω αν δεν μάθω. -Παρακαλώ. -Κατάγομαι από την περιοχή και απ' όσο ξέρω εδώ και πενήντα χρόνια κανείς δεν είχε μείνει βράδυ στο μύλο. Όλοι τον θεωρούσαν στοιχειωμένο. Τι σας έκανε να αποφασίσετε να μείνετε εσείς; Μήπως το θεωρήσατε κάποιο είδος πρόκλησης; Έμεινα άφωνος για λίγο και τελικά ψέλλισα. -Δεν είχα ιδέα για όλα αυτά. Τον συνόδευσα στην έξοδο και χίμηξα στο τηλέφωνο να βρω τον Αντώνη να του τα ψάλλω αλλά ο φίλος μου έχει αναπτύξει μια έκτη αίσθηση και δεν απάντησε για καιρό στις επίμονες κλήσεις μου. 84_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Τις επόμενες εβδομάδες έθαψα τον Γκίκα και πούλησα με συνοπτικές διαδικασίες το “κελεπούρι”. Ευτυχώς βρέθηκε ένας σύλλογος πνευματιστών που θα διοργανώνουν πλέον εκεί τις εβδομαδιαίες τους επαφές με πνεύματα. Φέραν κάτι μυστήρια όργανα και οι μετρήσεις τους αποκάλυψαν ότι το μέρος ήταν φορτισμένο με πνευματική ενέργεια. Παρασκευή βράδυ, έξη μήνες μετά, το τηλέφωνο χτύπησε. Ένας ενθουσιασμένος Αντώνης ήταν στη γραμμή. -Άλεξ, μόλις έπεσα πάνω σε μια σούπερ ευκαιρία σερφάροντας στο ίντερνετ! Να σου πω λεπτομέρειες; -.......... -Τι, είσαι ακόμη θυμωμένος από την τελευταία φορά;

85_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Ελένη Χριστοφοράτου Η άλλη

Χ

ΛΟΜΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ.

ΤΟ

ΕΙΔΩΛΟ ΤΗΣ ΧΑΡΑΓΜΕΝΟ

απ' τα ραγίσματα του

γυαλιού. Καλά που δεν είχε σπάσει ολόκληρος. Θα 'χε φορτωθεί εφτά

χρόνια γρουσουζιά. Αλλά και τα δυο ραγίσματα, κακό σημάδι... Χώνει τα χέρια στο νεσεσέρ. Της το 'φερε η ξαδέλφη από την πόλη. Στο χωριό, καλλυντικά ούτε για δείγμα. Την παρακάλεσε συνωμοτικά να της τα προμηθεύσει και βιάστηκε να τα καταχωνιάσει κάτω απ' το στρώμα. Μην τα 'παιρνε είδηση καμιά γειτόνισσα κι άρχιζε το κουτσομπολιό. Τις άκουγε πώς «έλουζαν» την ξαδέλφη που 'ρχότανε να την επισκεφτεί μέσα στα λούσα: «Εξώλης και προώλης. Γύναιο»! Περνούσε με τις ψηλές της γόβες και φτύναν στο πέρασμά της. Περισσότερο φοβόταν τη Φρόσω, τη μεγαλύτερη φαρμακόγλωσσα του χωριού. Άνοιγε το στόμα της κι όποιον πάρει ο Χάρος. Της φορτωνόταν σχεδόν καθημερινά κουβαλώντας με κόπο τα παραπανίσια κιλά της. Της χτύπαγε την πόρτα, για την ακρίβεια τη βρόνταγε, και προφασιζόταν πως χρειαζόταν κάτι, πότε καφέ, πότε ζάχαρη, πότε αλάτι. Παραμύθια της Χαλιμάς για να εισβάλει στο σπίτι της. Βόλευε όπως - όπως τον όγκο της σε μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα κι άρχιζε τον οχετό. -Που λες, κόρη μου, εκείνη η Μπέμπα..., όνομα να σου πετύχει για εβδομηντάρα γυναίκα! Είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Την εφωνάζανε, λέει, έτσι μικρή και της έμεινε. Εγώ όμως ξέρω ποιοι της το κολλήσανε το μπέμπα. Οι εραστές, μάτια μου. Οι εραστές! Το κέρατο του μακαρίτη πήγαινε σύννεφο. Περίγελος είχε γίνει ο δυστυχής. Να δεις που απ' αυτό πήγε. Τι εγκεφαλικά και κουραφέξαλα; Δε βάσταξε τη

ντροπή.

Τέλος

πάντων,

για

ένα

κούτελο

ζούμε.

Άμα

βρομίσει,

φασκελοκουκούλωστα! Τυχερή η σκρόφα. Να 'τανε άλλος; Θα 'παιρνε το δίκαννο και θα τη φύτευε στο χώμα! 86_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Τα λόγια ξεβράζονταν στο φτωχικό δωμάτιο, στην ατμόσφαιρα πλανιόταν μια αίσθηση δυσωδίας. Εκείνη άκουγε χωρίς να προσέχει, πότε - πότε κουνούσε το κεφάλι καταφατικά μην προδοθεί για την αφηρημάδα και τιναζόταν όταν απρόσμενα ο μονόλογος την αφορούσε. -... αλλά κι εσύ, βρε πουλάκι μου, δεν κάνεις καλά. Με το συμπάθιο δηλαδή, εγώ έχω να το λέω τι κοπέλα είσαι, με αρχές, με ήθος, ζωή να 'χεις, όμως αυτή η ξαδέλφη σου... Ε, το βρίσκεις σωστό να 'ρχεται εδώ πέρα με τέτοιο ντύσιμο; Αμ, το βάψιμο; Έτσι βάφονται οι καλντεριμιτζούδες, Θε μου και συγχώρα με! Να μου πεις, συγγένισσά σου είναι και το αίμα νερό δε γίνεται, μα είσαι κορίτσι της παντρειάς. Τ�� θα πει ο άντρας που θα σε πάρει όταν τη δει; Ξέρεις τι έπαθε η ανεψιά μιας γνωστής μου απ' τη Σαλονίκη; Και η λασπολογία στρεφόταν ευτυχώς αλλού κι εκείνη ανάσαινε με ανακούφιση και σκεφτόταν μην ξεχάσει να λιβανίσει αργότερα ν' αποδιώξει την αρνητική ενέργεια της Φρόσως. Τι θα 'λεγε αν ήξερε τι έκρυβε κάτω απ' το στρώμα; Την ξεπροβόδιζε με κάποια βιάση ενοχική, η χοντρή το αντιλαμβανόταν, δεν ξεγελιόταν εύκολα. Τα ρουθούνια της ανοιγόκλειναν σαν να οσμίζονται λαυράκι. -Πολύ νευρική σε βρίσκω σήμερα. Τι τρέχει; Κάθε μέρα νευρική την έβρισκε, πάσχιζε να ξετρυπώσει λαγό. Κοριτσόπουλο άμαθο ήταν, όλο και κάποιο μυστικό θα της εμπιστευόταν. Ψόφαγε για κάτι τέτοια η χοντρή. Θα της ορκιζόταν πως θα το πάρει στον τάφο και θα το 'κανε βούκινο. Αλλά εκείνη έσπευδε να την καθησυχάσει, όλα καλά. Αν τη στενοχώρεσε ο πατέρας; Όσο να 'ναι... Όταν πίνει, δεν ξέρει τι κάνει. -Πάντως, άμα θες, έφτιαξα ένα μαντζούνι άλλο πράγμα! της είπε μια μέρα. Ηρεμεί τα νεύρα των φωνακλάδων. Του το χύνεις στο νερό ή στον καφέ και τον κάνεις αρνάκι. Όσο για το οικονομικό, μη σε νοιάζει. Θα τα βρούμε! Πρόσεξε πως τα μάτια της έκαιγαν σαν πυρωμένα κάρβουνα κι έβγαλε «διάγνωση». -Α, πα, πα! Πώς δεν το 'δα νωρίτερα; Καλέ, σ' έχουνε ματιάσει. Φως φανάρι. Ποια να 'ναι; Αυτή η σουσουράδα η Μερόπη ή η Πίτσα, η οχιά; Καλό κουμάσι και 87_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

του λόγου της, την έχω δει πώς σε λοξοκοιτάει, κακό χρόνο να 'χει! Αχ, κοπέλα μου, δεν ειν' όλοι καλόκαρδοι σαν και μένα! Μα μη σε νοιάζει, θα φωνάξω την κυράΝίτσα που λογάει από βασκανίες. Σ' ένα τέταρτο θα 'σαι περδίκι. Εκείνη τη σταμάτησε. Αυτό της έλειπε, να της κουβαλήσει κείνη τη γριά μάγισσα που πιο πολύ φτύνει παρά μιλάει, τάχα μου για να εξαγνίσει το κακό. Η Φρόσω επέμενε, είχε κιόλας βγει στο δρόμο και τη φώναζε. Σκέφτηκε ν' αρπάξει το κουζινομάχαιρο και να της κόψει σύρριζα τη γλώσσα. Η χοντρή θα γκρεμιζόταν ανάσκελα με τους βολβούς των ματιών ανάποδα μες στο ασπράδι. Το στόμα της θα 'χασκε διάπλατα μ' ένα δόντι ετοιμόρροπο στην άνω γνάθο... Περιορίστηκε στο αράδιασμα δικαιολογιών. Μα όχι, κανένα μάτιασμα, μόνο κούραση, την ξενύχτισε πάλι χθες ο πατέρας με τις φωνές του. Θα ξαπλώσει τώρα να ξαποστάσει. Δέχτηκε τις ευχές της για κουράγιο και υπομονή κλείνοντάς της επιτέλους την πόρτα. Να μείνει μόνη, να σκεφτεί... Και τον σκέφτηκε, έτσι όπως έσκυβε στα χωράφια με το ξεκούμπωτο πουκάμισο και το σταυρό στο ιδρωμένο στέρνο. Η αντρίκια του αύρα τη μεθά, τρέχει στην εκκλησιά και κάνει μετάνοιες μπρος στην εικόνα της Παναγίας. Η μύτη της αγγίζει το δάπεδο, η μέση της βογγά απ’ το καμπούριασμα. Δεν είναι τούτη στάση για τα ορθοπεδικά της. Πάντως εξομολόγηση δεν τολμά. Ο παπά-Λάμπρος είναι μέθυσος, δε θέλει πολύ να του φύγει καμιά κουβέντα. Την ανταμώνει στα στενοσόκακα και την καλημερίζει. Η ανάσα του ζέχνει, τίγκα στο αλκοόλ. Μέθυσος, μα τουλάχιστον καλοκάγαθος, με το μακάριο Καλημέρα, τέκνον μου στα λεπτά, σχεδόν ανύπαρκτα χείλη, όχι σαν τον πατέρα, που σερνότανε στα καπηλειά μέχρι το χάραμα κι ύστερα μαζευότανε τρεκλίζοντας στο σπίτι. Ούρλιαζε αναποδογυρίζοντας τις καρέκλες. Μωρή, φαΐ! Μια φορά δεν την είχε φωνάξει με τ’ όνομά της. Δεν πρέπει να το θυμότανε πια, ήταν σίγουρη. Γινόταν χίλια κομμάτια να τον περιποιηθεί, όχι από αγάπη, αυτή είχε στραγγαλιστεί προ πολλού. Τα πιάτα χόρευαν στα τρεμάμενα χέρια, το πιρούνι έτριζε έτοιμο να εκσφενδονιστεί. Τον περίμενε ζαρωμένη σε μια γωνιά να τελειώσει και ν’ αποκοιμηθεί με τη μούρη μπρούμυτα μες στα αποφάγια. Το ροχαλητό του ηχούσε σαν τρακτέρ που 88_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

αγκομαχούσε να πάρει μπρος. Είχε μάθει κουτσά στραβά να τον κουμαντάρει, μα κείνη την αποφράδα μέρα, τα ’χασε ολότελα, το μυαλό της μπλόκαρε σαν ρολόι με νεκρωμένους δείκτες, έτρεξε στην είσοδο της πόρτας έτοιμη να πεταχτεί στο δρόμο αν δοκίμαζε να την αγγίξει. Είχε γυρίσει απ’ το μανάβικο και τον βρήκε να κρατάει το νεσεσέρ. Το σοκ τη χτύπησε σαν σύρμα ηλεκτροφόρο, άφησε τις σακούλες να πέσουν κάτω, τ' αχλάδια κύλισαν δεξιά κι αριστερά. Τι είν’ αυτά, μωρή; Πέταξε πάνω της το τσαντάκι που άδειασε στον αέρα τα σωθικά του. Ποιος σου τα ’δωσε; Εκείνη η βρωμιάρα; Αν είχε το θάρρος, θα του ’λεγε πως αυτή η βρωμιάρα είχε όνομα κι ήταν η κόρη του αδελφού του, όπως κι εκείνη είχε όνομα, Μαργαρίτα, ανοιξιάτικο και δροσερό σαν το λουλούδι του κάμπου, η μητέρα τής το ’δωσε, όσο ζούσε η μητέρα ήταν αλλιώς. Γράπωσε το χερούλι της πόρτας, να προλάβει να φύγει, να εξαφανιστεί, μην την αρπάξει και την πνίξει. Πουτάνα θα γίνεις, μωρή; Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, το άσχημο μούτρο του είχε γίνει μελιτζανί, τα μηνίγγια δονούνταν από μια ατίθαση φλέβα που τα κλωτσούσε. Έπιασε το λαιμό του. Ένας ήχος πνιχτός βγήκε απ’ το λαρύγγι, τα μάτια γούρλωσαν κι έμειναν ακίνητα. Την είχε σώσει το έμφραγμα σαν από μηχανής θεός. Δεν έσκυψε από πάνω του, μονάχα μάζεψε ευλαβικά τα καλλυντικά και τα τοποθέτησε στο νεσεσέρ. Έπρεπε να τους είχε βρει καλύτερη κρυψώνα, από τώρα και στο εξής θα προσέχει περισσότερο… Στην κηδεία του ήρθανε όλοι, πιστοί «φίλοι» και «συμπαραστάτες». Η Φρόσω πρώτη και καλύτερη, μόνο λόγο που δεν έβγαλε. Εκείνη απέμεινε να κοιτάζει στωικά τους χωριανούς να τη ζυγώνουν για να τη συλλυπηθούν. Ο ένας μετά τον άλλο τής έσφιγγαν το χέρι, την παρηγορούσαν, εξυμνούσαν τον πατέρα. Πάλι καλά που πέθανε, ν' ακουστεί και κάτι καλό για δαύτον. Δεν τους πρόσεχε, το μυαλό της ταξίδευε αλλού, πάνω απ' τα μνήματα και τις μαύρες φιγούρες, στη μέρα που 'βραζε μες στο λιοπύρι και βάδιζε στους αγρούς. Μαλλιά κολλημένα στο σβέρκο, πιασμένα πρόχειρα μ' ένα κοντό λαστιχάκι. Βιαζόταν να γυρίσει σπίτι να κάνει ένα μπάνιο να ξεθυμάνει την κάψα, όταν τον είδε να σκάβει. Ο ήλιος έγλειφε

89_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

τα μυώδη του μπράτσα, το μπρούτζινο χρώμα τους σπάρθηκε στο χρυσό. Ένας θεός λυγερός που ξεπήδησε απ' της μυθολογίας τα κιτάπια. Χώθηκε πίσω από ένα θάμνο καθώς μια άλλη δίψα αξεθύμαστη διαδέχτηκε τη δίψα του νερού. Τον κοίταζε τόσο επίμονα, που τα μάτια της στέγνωσαν σαν να στέρεψε διαμιάς όλη τους η υγράδα. Κι ένιωσε πάλι τη γλύκα της αμαρτίας να την κουρσεύει ολάκερη και τα μάγουλά της να βάφονται στην πορφύρα της δύσης. Τότε ήταν που άκουσε για πρώτη φορά το τραγούδι του σπίνου να της χαϊδεύει τ' αυτιά. Αλλά δεν μπορούσε ακόμα να το μεταφράσει, νανουρίστηκε μοναχά στους ήχους του... Το σούρουπο, επισκέφτηκε το γερο-Στρατή, έναν ξερακιανό κοσμοκαλόγερο που τρεφόταν με παξιμάδια. Ήξερε, λέγανε, την άγνωστη γλώσσα των πτηνών και τον είχανε δει πάμπολλες φορές να μιλά μαζί τους. Τον βρήκε να προσεύχεται γονυκλινής με τα χέρια σταυρωμένα κάτω απ' το πηγούνι. Του μίλησε, μα απάντηση δεν πήρε. Για κανένα λόγο δεν θα διέκοπτε την προσευχή, ακόμα και σεισμός να γινόταν. Στάθηκε στο κατώφλι, μέσα να μπει δίχως την άδειά του δεν το τολμούσε, τον περίμενε υπομονετικά να τελειώσει. Ένα χλομό κερί πάλευε να φωτίσει το σκοτεινό δωμάτιο, οι θλιβερές του ανταύγειες έτρεμαν στο ρικνωμένο πρόσωπο του προσευχόμενου. Η ώρα περνούσε κι ο γέρος δεν έλεγε να κουνηθεί. Κάποτε, σήκωσε το κεφάλι, έλυσε τα χέρια κι έκανε το σταυρό του. -Καλησπέρα, βλογημένη, είπε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. Κόπιασε. Δρασκέλισε την είσοδο της παράγκας. Είχε προετοιμάσει τι θα του πει, απ' την αρχή ίσαμε το τέλος. Όμως κάτι πάνω του, ίσως το δέος που της προκαλούσε, της έδεσε τη γλώσσα κόμπο. Τελικά μίλησε τραυλίζοντας, του 'πε πως της φάνηκε ότι άκουσε σπίνο να τραγουδά σε στίχους άγνωστους στην ανθρώπινη λαλιά και πως ένιωσε σαν το άσμα να την αφορούσε. Μην τη ρωτήσει από πού πηγάζει αυτή η εντύπωση, δεν ξέρει. Απλά, ένστικτο... Ο γέρος την άκουσε με ιδιάζουσα προσοχή και επιβεβαίωσε τα λεγόμενά της. Αν πίστευε πως το άσμα ψαλλόταν για κείνη, έτσι ήταν, η διαίσθηση δεν ξεγελά σε τέτοιες περιπτώσεις. Τα πτηνά είναι πομποί οιωνών και στέλνουν στους ανθρώπους τα μηνύματά τους. Πότε θα μετέφραζε το 90_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

μήνυμα; Μα φυσικά όταν θα 'ταν έτοιμη. Η ίδια και κανείς άλλος. Αυτά τής είπε κι ύστερα πέτρωσε σαν Ινδιάνος και δε ματάνοιξε το στόμα. Έφυγε προβληματισμένη. Ήλπιζε να της πρότεινε βοήθεια, να 'χε το νου του κι άμα ακούσει το πουλί, να της πει τι της μήνυε, αλλά ο γέρος ήταν απόλυτος. Μονάχα ο δέκτης του μηνύματος μπορεί να το ερμηνεύσει. Το ίδιο βράδυ είδε ένα περίεργο όνειρο. Τον εαυτό της τεμαχισμένο, με μια διαχωριστική γραμμή στο κέντρο του σώματος, που ξεκινούσε απ' την κορυφή του κεφαλιού και κατέληγε στο τρίγωνο της ήβης. Δυο μορφές λειψές, μ' ένα πόδι κι ένα μάτι η καθεμιά, τα χέρια ήταν δυσδιάκριτα. Το πόδι τής μιας στραβοκάνικο, βάδιζε χωλά λυγίζοντας προς τα μέσα. Η κνήμη του έτριζε. Το μάτι της άδειο και ξέθωρο. Το πόδι τής άλλης στητό και νευρώδες. Περπατούσε σταθερά, με επίγνωση του μαγνητισμού του, σαν να 'χε μαθητεύσει στην ηδονή. Το μάτι της βαθύ και προκλητικό, μέσα στην κόρη του καθρεφτιζόταν ο Πάνας με υψωμένο φαλλό. Ο τραγοπόδαρος θεός τής έγνεψε μ' ένα χαμόγελο σαρδόνιο. Ξύπνησε ταραγμένη… Κλειδαμπάρωνε πόρτες και παράθυρα και πασαλειβόταν. Απόψε όμως δεν το κάνει μ��νο από διάθεση καλλωπισμού. Πρέπει να κρύψει την κιτρινίλα που της έχει λεκιάσει τα μάγουλα κι εκείνο το χρώμα που μελανιάζει τα χείλη. Καλά που σήμερα δεν ήρθε η Φρόσω, δε θ' άντεχε τέτοια επίσκεψη. Βουτά το σφουγγαράκι στο ρουζ με μανία. Τα χέρια της τρέμουν. Το απλώνει με πίεση στα μήλα του προσώπου, τρεις και τέσσερις στρώσεις απανωτά. Ένα σπυρί στο αριστερό μάγουλο. Του βάζει μέικ-απ κι από πάνω πούδρα. Τώρα φαίνεται λιγότερο, μια ξεθωριασμένη κουκκίδα. Κοιτά με απέχθεια την ξεφτισμένη φούστα που γλείφει τους αστραγάλους, τη λιγδιασμένη ποδιά, τα κακόγουστα τσόκαρα. -Να χαρείς, ξαδέλφη, φέρε μου και κανένα ρουχαλάκι της προκοπής. Όχι τίποτα από κείνα τα μίνια, προς Θεού! Να ’χει μπόλικο ύφασμα. Μονάχα να ’ναι ανοιχτόχρωμο. Μπούχτισα το γκρι! Α! και κάνα παπουτσάκι δίχως τακούνι. Τριανταοκτώ φοράω.

91_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Το υπέροχο κόκκινο φόρεμα που μαραζώνει στον πάτο του μπαούλου αγκαλιά με τις γόβες. Απόψε θα τα φορέσει, τέρμα οι αναστολές! Αν τα 'χε βάλει νωρίτερα, εκείνος αυτή θα διάλεγε, δε θα κυλιότανε στο στάβλο μ' αυτή την τσούλα. Μια τουρίστρια που κανείς δεν ήξερε πούθε κρατούσε η σκούφια της, μια παρείσακτη που ’ρθε να της αρπάξει τ’ όνειρο μέσα απ’ τη χούφτα. Τα είχε δει όλα τυχαία. Το άγριο ρίξιμο στο σανό, τα λάγνα φιλιά του στο λαιμό και τη σχισμή των μαστών της. Την είδε. Πρόβαλε ξαφνικά μέσα απ' την τρίφυλλη ντουλάπα με τη θεόκοντη φούστα και το μπλουζάκι που σταματούσε στον αφαλό. Κι όμως, την είχε σπρώξει στο γκρεμό με τα ίδια της τα χέρια, είχε ακούσει το σβέρκο της να τσακίζει στα βράχια. Μπορεί να ’ταν κι η ιδέα της. Το μέτωπό της ζεματά. Σωριάζεται σ’ ένα σκαμνί κι αρχίζει να δαγκώνει τους κόμπους των δαχτύλων. Ύστερα χώνει τα χέρια σφιχτά ανάμεσα στα γόνατα και κουνά το σώμα μπρος πίσω. Κίνηση μονότονη, αυτιστική. Όχι, δε θα τη νικήσει ένα φάντασμα που σέρνεται σαν σιχαμένη σκιά. Τινάζεται απάνω, ξεκλειδώνει το μπαούλο και βουτάει το φόρεμα. Φτάνει πια μ’ αυτά τα κουρέλια που 'χουνε γίνει ένα με το πετσί της. Τα σχίζει και τα πετάει στο τζάκι. Οι κοιμισμένες φλόγες ζωντανεύουν απότομα, καταπίνουν ακόρεστα την καινούρια τροφή. Δε μένει γυμνή, παρά λίγα δευτερόλεπτα. Δε ρισκάρει να δει τις ατέλειες στο δέρμα και την αρχόμενη κυτταρίτιδα στους γοφούς. Περνά το φόρεμα από πάνω της βιαστικά, να σκεπαστεί, να κρυφτεί κάτω από την υφασμάτινη ομορφιά. Είναι κάπως στενό, την κόβει στις μασχάλες. Το στήθος της φουσκώνει μέσα απ’ το βαθύ ντεκολτέ, μια δόνηση τη διαπερνά ως τα γόνατα και τις γάμπες. Αυτιά τρυπημένα. Τα ’χει τρυπήσει με μια καρφίτσα λερώνοντας με αίμα τα ακροδάχτυλα. Έχει ήδη παραγγείλει στην ξαδέλφη σκουλαρίκια, κρεμαστά φο, χρώμα και σχήμα ό, τι να ’ναι, δεν κολλάει σ’ αυτά. Το τρύπημα τής είχε φέρει λιγοθυμιά, αλλά η ομορφιά αξιώνει θυσίες. Μπογιατίζει τα μάτια με μολύβι πηχτό, τους τραβάει γραμμές να τα μεγαλώσει, όπως τα ’χε η ξεδιάντροπη, ο σατανάς!

92_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Βρήκε ένα μενταγιόν στην τσάντα της, που ’χε απομείνει ορφανή δίπλα σ’ ένα βραχάκι. Βιαζόταν να φύγει μακριά, αλλά η τσάντα την είχε μαγνητίσει. Την άδειασε στο χορτάρι. Ένα σωρό μπιχλιμπίδια και το κόσμημα. Το κουμπώνει γύρω απ’ το λαιμό. Ένα κάψιμο στη σάρκα. Σύνελθε! μαλώνει τον εαυτό της. Αλείφει τα χείλη της με κραγιόν, ξανά και ξανά, ώσπου βγαίνει έξω απ’ το περίγραμμα. Είναι πια κατακόκκινα, όχι όμως πιο κόκκινα απ' όσο αν ματώναν απ' τα φιλιά του! Κοιτάζει τα στραβοκομμένα της νύχια. Χρειάζονται κι αυτά βάψιμο. Τι παράλειψη να μη ζητήσει απ’ την ξαδέλφη μανό! Ελπίζει πως εκείνος δε θα το προσέξει. Μπροστά στο σύνολο, δε θα κοιτάξει τη λεπτομέρεια. Καμαρώνει τη μορφή της. Τα δυο ραγίσματα μονάχα να μην υπήρχαν, την τραυματίζουν στα ζυγωματικά. Όμως αυτό δεν είναι το δικό της πρόσωπο, αυτή η χαώδης σπηλιά δεν είναι το δικό της στόμα. Τα χαρακτηριστικά της φαγώνονται. Τα μάτια στενεύουν επικίνδυνα, γίνονται κουμπότρυπες κακοσχηματισμένες. Τίποτα απ’ ό,τι αντικρίζει δεν της ανήκει. Είναι η ελεεινή φιγούρα της αλληνής που την καρφώνει με τους μίσους το κιτρινιάρικο βλέμμα. Πισωπατά. Στάλες ιδρώτα αναβρύζουν κάτω απ’ τις ρίζες των σταχτόξανθων μαλλιών, τα χείλη στραβώνουν σε έκφραση τρομαγμένου κλόουν. Φύγε! Η φωνή φτάνει στ’ αυτιά της ξένη και ανοίκεια. Δεν είναι αυτή η φωνή της, της τα ρούφηξε όλα η άλλη, την όψη, τη χροιά της φωνής… Ορμά στο δρόμο τσιρίζοντας. Οι άντρες μαζεύονται ξαφνιασμένοι, οι γυναίκες σταυροκοπιούνται. -Ήμαρτον, Θε μου! Μπήκε ο δαίμονας μέσα της! -Αγγελοκρούστηκε! Τον παπά! Κάποιος να τονε φωνάξει! Η Φρόσω ανοίγει δρόμο μοιράζοντας δυνατές αγκωνιές. Είχε ακούσει το ουρλιαχτό κι είχε πεταχτεί έξω ξεκάλτσωτη, μιας και μόλις είχε αρχίσει να ξεντύνεται, αφήνοντας να φανούν δυο χοντροκομμένες γάμπες ζωσμένες στη φλεβίτιδα. -Κάντε στην άκρη, χριστιανοί, να ιδώ. Άγιοι Πάντες και θαμαστά τα έργα σας! Αυτή εδαιμονίστηκε! 93_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Φτάνει κι η Νίτσα, η ξεδοντιάρα, σέρνοντας πίσω της ένα σακί με βότανα. -Ήμαρτον, Παναγιά μου! Τι έπαθε η καψερή; -Μπήκε μέσα της ο εξαποδώ, σπεύδει να την ενημερώσει η Φρόσω. Κάμε κάτι κυρά-Νίτσα. Εσύ κάνεις θάματα! -Τι να κάμω εγώ, σε καλό σου; Αυτήνη δε θέλει ξεμάτιασμα. Θέλει ξορκισμό! Οι γυναίκες φτύνουν στον κόρφο τους, κάποιες γονατίζουν, αναπέμπουν δεήσεις. Ένα βουητό τής τρυπάει τα τύμπανα. Βουλώνει τ’ αυτιά και τρέχει ξυπόλυτη, τα χαλίκια τής τσιμπούν τις πατούσες. Δεν πρόλαβε να φορέσει τις γόβες, κείτονται στο μπαούλο αναποδογυρισμένες. Την ακολουθεί με βήμα σταθερό. Μαλλιά-πλοκάμια σαν της μέδουσας, κύματα ανυπόταχτης τρικυμίας. Το μενταγιόν την πνίγει. Το τραβά με όλη της τη δύναμη. Η αλυσίδα είναι παχιά, δε σπάει. Το σβέρκο της χαράσσεται από σημάδια βαθιά, τρεις χαρακιές απ' το τράβηγμα στην παλάμη. Ο ιδρώτας γίνεται δάκρυα. Χείμαρροι κατρακυλούν παρασέρνοντας στο διάβα τους τα μολύβια και τα ρίμελ. Ένα σμάρι πουλιά πετά από πάνω της ζαβά, τίποτα δε θυμίζει το συνήθη σχηματισμό τους, αν το ’βλεπε ο γερο-Στρατής, θα πρόφερε σιβυλλικά: Κακό σημάδι! Τώρα νομίζει πως ακούει και «διαβάζει» το τραγούδι του σπίνου. Μοιάζει, αλίμονο, προανάκρουσμα θανάτου. Κανείς δεν τολμά να την πλησιάσει. Ούτε εκείνος. Τον παίρνει το μάτι της να την κοιτά. Δε βλέπει πόθο στο βλέμμα του. Βλέπει τρόμο, ίσως κι αποστροφή. Ασυναίσθητα τα χέρια κατεβαίνουν στο υπογάστριο, στα στέρφα της σπλάχνα. Μονάχα αυτή τη ζυγώνει με μάτια άλικα σε φόντο σταχτί. Στάζουν αίμα. Ρυάκια περίπλοκα σαν κλαδωτές σκιές. -Φύγε! Πάλι αυτή η άγνωστη φωνή, βγαίνει απ’ τα άδυτα ξεχασμένου βαράθρου. Έχει απομακρυνθεί πολύ. Δεν κατάλαβε για πότε. Οι χρόνοι έχουν αλλοιωθεί. Τεθλασμένες γραμμές και άτακτες καμπύλες μέσα σε τρύπες χαοτικές. Στέκει 94_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

μετέωρη στο μοιραίο τόπο. Αυτή την έσπρωξε εκεί. Άτιμη σκύλα, λάμια! Αλλά δεν καταδέχεται να ικετέψει τον οίκτο. Κοντοστέκεται. Μάσκες της φρίκης στα γυναικεία πρόσωπα, οι μαντίλες τους μια θάλασσα από μελάνι. Έχει φτάσει απέναντί της σε απόσταση αναπνοής. Ανοίγει το στόμα και τη φυσά δυνατά. Ένα βαρύ ρεύμα ανέμου το παγωμένο της χνότο, μια ριπή νέκρας στα μπερδεμένα μαλλιά. Το μενταγιόν γίνεται βρόχος. Δυο βήματα πίσω και το γυμνό της πόδι πατά στο κενό.

95_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Νταίζη Λεονάρδου Όταν το παρελθόν αποκαλύπτει

«Π

ΡΙΝ ΑΠΟ ΛΙΓΟ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ ΤΟ ΒΡΑΔΙΝΟ ΦΑΓΗΤΟ.

Πίεσα τον εαυτό μου να μείνει

μαζί τους ελάχιστα κι ανέβηκα για ύπνο… «Είμαι κουρασμένη».

Κοφτά, χωρίς πολλές κουβέντες. Άλλωστε, είχα κάθε λόγο να είμαι θυμωμένη, στενοχωρημένη και ανόρεχτη. Πλησίαζαν οι αρραβώνες…. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και μέτρησα τα χρόνια που έζησα εδώ μέσα, στο μικρό δωμάτιο που ήταν πάντα το «καταφύγιό» μου και τώρα έχει γίνει χειρότερο από φυλακή. Άγγιξα τα όμορφα φουστάνια μου. Από αύριο θα φοράω μαύρα… Μύρισα τη λεβάντα στη ντουλάπα, χάζεψα τις γωνίες, τις ευθείες, κάποιους ανεπαίσθητους λεκέδες στους ασπροβαμμένους τοίχους. Ένοιωσα αυτές τις στιγμές σαν κόκκινες διαχωριστικές γραμμές. Σε λίγες ώρες όλα θα είχαν αλλάξει. Και δεν θα υπήρχε δρόμος επιστροφής. Πριν δύο χρόνια ακριβώς και 8 μήνες, ένα βράδυ στο σπίτι του θείου Σωτήρη, γνώρισα τον Γιάννη, «παιδί συμπολεμιστή του στη Μικρασία». Είχε βρεθεί πρώτη φορά στα μέρη μας και πέρασε να δει τον θείο, μάζευε πληροφορίες και στοιχεία για τον πόλεμο. Ήταν ιστορικός, «ερευνητής». Δεν θύμιζε κανέναν συγχωριανό και συγγενή, είχε κάτι επάνω του, ένα άλλο αέρα, απροσδιόριστο... Μιλούσε για τις σπουδές του στην Αθήνα και στο Παρίσι, για τις μεγάλες βιβλιοθήκες στα Πανεπιστήμια, για τις αίθουσες και τα αμφιθέατρα, για τη φτωχική αλλά ελεύθερη ζωή στις φοιτητικές γειτονιές. Με είδε να ρουφάω τα λόγια του και με πρόσεξε περισσότερο: «Με τι ασχολείσαι»; «Τι σχέδια έχεις»; «Τι ονειρεύεσαι»;

96_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Ξεθάρρεψα και του μίλησα: για το σχολείο που πήγα, για τα βιβλία που διάβαζα, για τον κύριο Μιχάλη, τον δάσκαλο των Ελληνικών, που μου έλεγε καμιά φορά σαν να μονολογούσε: «εσύ έχεις μυαλό για παραπάνω… κρίμα..». Και κάπου εκεί κόμπιασα, σαν να μην είχα κάτι άλλο να πω. Τι νόημα είχε; Σαν να μην είδε την αμηχανία μου, συνέχισε την ίδια κουβέντα. Και μέσα στα άλλα, δήθεν τυχαία, μετά το κατάλαβα ή μάλλον μου το ομολόγησε αργότερα, μου μίλησε για τις συμφοιτήτριές του στη Φιλοσοφική της Αθήνας. «Λίγες αλλά σπουδαίες», έτσι είπε. Κι όταν με αποχαιρέτησε, πιο αργά το βράδυ, με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: «Μην υποτιμάς τον εαυτό σου ούτε τα όνειρά σου. Και ξέρεις κάτι; Η αρχή κάθε πράξης είναι η σκέψη και η θέληση. Κι εσύ, Μαρία, μπορείς να κάνεις πολλά». Δεν ξέχασα ούτε μια στιγμή εκείνης της βραδιάς. Κι από την επόμενη μέρα άρχισα να σκέφτομαι - πρώτη φορά σοβαρά - το μέλλον μου. Τις αναμενόμενες και προδιαγεγραμμένες προοπτικές της ζωής μου στο χωριό. Και μαζί με τις σκέψεις αυτές, σαν σφήνες με βομβάρδιζαν εικόνες που δεν είχα δει ποτέ στ’ αλήθεια: πόλεις με σπίτια ψηλά, με δρόμους καθαρούς, γειτονιές με μυρωδιές άγνωστες αλλά γοητευτικές, άντρες και γυναίκες με μορφές ρευστές αλλά όμορφες… Και προπάντων, σχολεία μεγάλα και φωτεινά, βιβλία άφθονα σε σχήματα, μεγέθη και χρώματα, με τίτλους απροσδιόριστους. Και μέσα σε όλα αυτά η εικόνα του Γιάννη… Ήταν άραγε ωραίος; Στα μάτια της Δέσποινας φάνταζε γραφικός: «Άντρας με γυαλιά»; Αλλά εμένα μου άρεσε το βλέμμα του που έβλεπε μακριά και τα λόγια του με ταξίδευαν. Κι όλο σκεφτόμουν τα ίδια κι άλλα και περισσότερα… και ασφυκτιούσα κάθε μέρα και περισσότερο. Και περίμενα να έρθει κάτι που κι αυτό δεν ήξερα τι θα είναι… Ο Γιάννης ξαναήρθε. Καλοκαίρι και καθόμασταν κάτω από τον μεγάλο πλάτανο, στο πανηγύρι της Παναγίας. Δεν μιλήσαμε πολύ μπροστά στους άλλους 97_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

αλλά ζήτησε να με δει μόνη. Την επόμενη μέρα βρεθήκαμε στο δρόμο για το κτήμα μας, μέσα στις ελιές. Δεν ήταν σωστό, το ήξερα, αλλά και ήθελα και «έπρεπε» να τον δω. Μέσα στα άλλα, μου είπε ότι αυτούς τους μήνες με σκεφτόταν με ένταση. Ότι έπιανε τον εαυτό του να με «βλέπει» δίπλα του, σύντροφο σε μια κοινή ζωή. Ότι με είχε αγαπήσει χωρίς να με ξέρει… Ήθελε όμως να με μάθει και, κυρίως, να τον γνωρίσω κι εγώ, να τον αγαπήσω σιγά - σιγά… Μου είπε κι άλλα. Περιουσία δεν είχε, μόνη του «προίκα» οι σπουδές και οι προοπτικές μιας καριέρας στο Πανεπιστήμιο. Θα δεχόταν ο πατέρας μου έναν τέτοιο γάμο; Κι εγώ; Θα ήθελα μια τέτοια ζωή μαζί του; Του μίλησα κι εγώ αυτή τη φορά: Για τις σκέψεις που κυρίευσαν το μυαλό μου από εκείνη τη βραδιά. Για όνειρα και ελπίδες, για προβληματισμούς και ανησυχίες, για την προσμονή του καινούργιου, για μια δυνατή επιθυμία να φύγω, να πετάξω μακριά. Ρούφαγε τα λόγια μου και με ενθάρρυνε να συνεχίζω. Πρώτη φορά στη ζωή μου μίλησα τόσο πολύ για τον εαυτό μου. Έμεινα κι εγώ η ίδια κατάπληκτη! Μόνο για αισθήματα δε μίλησα. Δεν ήξερα ακόμη αν οι σκέψεις μου γι’ αυτόν ήταν η αγάπη ή το διαβατήριο για τους νέους ορίζοντες. Θα το έδειχνε ο χρόνος. Βρεθήκαμε και την επόμενη και τη μεθεπόμενη κι όλες τις μέρες που έμεινε στο χωριό μας, βρίσκοντας συνέχεια αφορμές να αναβάλει την αναχώρησή του. Κάθε φορά ήταν και πιο όμορφα. Οι ώρες που «έκλεβα» για να βρίσκομαι μαζί του κυλούσαν σαν νερό. Κι οι συζητήσεις μας ατελείωτες… Αναζητούσα την παρουσία του από την πρώτη στιγμή που χωρίζαμε. Ήταν αγάπη; Τη μέρα που θα έφευγε για την πόλη, μου ζήτησε να σκεφτώ πολύ σοβαρά. «Σε αγαπώ, Μαρία, θέλω να σε παντρευτώ και να φύγουμε μαζί. Θα κάνω τα πάντα για να ζήσουμε ευτυχισμένοι. Δεν θέλω μια βιαστική απάντηση τώρα. Θα περιμένω όσο χρειαστεί». Αυτή τη φορά μου άφησε δώρο ένα βιβλίο. Το ξεφύλλιζα και ταξίδευα με τη φαντασία μου στο Παρίσι σαν να ζούσα ήδη εκεί… Και οι σκέψεις άρχισαν πια να παίρνουν σάρκα και οστά: Όχι, δεν ήθελα τη ζωή που μου είχε επιφυλάξει η μοίρα 98_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

την ώρα που γεννήθηκα στο δίπατο σπίτι της πλατείας. Ναι, ήμουν σίγουρη πια. Θα έφευγα, θα άλλαζα τα πάντα. Θα τα κατάφερνα! Τη μέρα που μίλησα στη Δέσποινα συνειδητοποίησα τη δυσκολία του στόχου μου. Ούτε που φανταζόμουν πόσο συντηρητική θα μπορούσε να είναι η ίδια μου η αδερφή. Κουβεντιάσαμε πολλές ώρες, χαμηλόφωνα. Προσπάθησε να με μεταπείσει: «Δεν είναι από τα μέρη μας, δεν έχει δεκάρα τσακιστή, έλεγε η Αναστασία τις προάλλες, έτσι άκουσε απ’ τον θείο Σωτήρη. Ο πατέρας δεν θα ακούσει κουβέντα». Και συμπλήρωνε: «Τι του βρήκες κι εσύ; Χάθηκαν οι γαμπροί;» Στήριξα τις ελπίδες μου στη μητέρα. Αυτή θα με καταλάβαινε, θα χαιρόταν. Θα της έλεγα πόσο θα με βοηθούσε ο Γιάννης να συνεχίσω τις σπουδές μου, πόσο ευτυχισμένη θα ήμουν. Θα την έπειθα. Εξ άλλου, αυτή δεν επέμενε να πάμε στο σχολείο; Αυτή δεν έπεισε τον πατέρα να με στείλει στο Ελληνικό; Αυτή δεν καμάρωνε με τα βραβεία και τους επαίνους που έφερνα στο σπίτι, δια χειρός κυρίου Μιχάλη; Η μητέρα δεν με διέκοψε, με άφησε να τελειώσω. Για πολλή ώρα δε μίλησε. Σηκώθηκε, ξανακάθισε, έκανε δυο τρεις γύρες στο δωμάτιο μπλέκοντας και ξεμπλέκοντας τα δάχτυλά της. Μετά κάθισε πολύ κοντά μου και με χαμηλή αλλά σταθερή φωνή μου ξεκαθάρισε πως ποτέ δεν θα δεχόταν την παλαβή μου απόφαση να ξεσπιτωθώ, να αφήσω τόσες καλές «τύχες», να τραβιέμαι με έναν «που δεν ξέρουμε από πού κρατάει η σκούφια του. «Πού τον είδαμε; Επειδή είναι παιδί του φίλου του μπάρμπα σου και μιλάει σαν σπουδασμένος; («σαν», για να τον υποτιμήσει στα μάτια μου). Μάζεψε τα μυαλά σου και προσοχή μη μάθει τίποτα ο πατέρας σου. Θα μας βρει καμιά συμφορά». Μούδιασα. Φοβήθηκα. Τόση άρνηση; Κι αν οι γυναίκες του σπιτιού αντέδρασαν έτσι, ο πατέρας τι θα έκανε; Πέρασαν λίγες μέρες χωρίς να αποφασίσω την επόμενη κίνησή μου. Κι ένα πρωί ήρθε στο σπίτι η Αναστασία. Κρυφά και χαμογελώντας με νόημα μου έδωσε «ένα 99_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

βιβλίο του κυρίου Μιχάλη για σένα»… Μέσα στις σελίδες του, καλά διπλωμένο, βρήκα το πρώτο γράμμα του Γιάννη. Γιατί ακολούθησαν κι άλλα. Πολλά. Με ενισχυμένη την απόφασή μου, το βράδυ μάζεψα το κουράγιο μου και μίλησα στον πατέρα. Ήταν αραγμένος στη θέση του πλάι στο τζάκι και χάιδευε το σκύλο. Είχε περάσει μια καλή μέρα στα κτήματα και στο καφενείο. Πλησίασα διακριτικά και κάθισα απέναντί του, στο χαμηλό σκαμνί. Του ζήτησα να με ακούσει πρώτα χωρίς να βιαστεί να απαντήσει. Υπήρξαν στο παρελθόν φορές που υπολόγιζε τη γνώμη μου, όταν φυσικά τη ζητούσε. Μπορεί να τη δεχόταν και τώρα… Κάποια στιγμή, θυμάμαι, με χτύπησε. Κι αυτό, όταν συνειδητοποίησε ότι επέμενα παρά τις αρχικές του «προστατευτικές» νουθεσίες. Φώναξε τη μητέρα, την κατηγόρησε ότι μου φούσκωσε τα μυαλά με τα διαβάσματα και τα βιβλία. «Δεν έχει να ξαναπάει πουθενά μόνη της. Αναλαμβάνω εγώ από δω και μπρος». Και πράγματι ανέλαβε τον σωφρονισμό του παραβάτη των οικογενειακών και κοινωνικών νόμων από την επόμενη κιόλας μέρα: παγερή σιωπή αποδοκιμασίας, περιορισμοί κάθε είδους, ακόμα και υποψήφιοι γαμπροί που δεν δεχόμουν καν να συναντήσω… Ο καιρός περνούσε κι εγώ έμενα ανυποχώρητη… κι ο πατέρας το ίδιο. Πέρασαν από τότε κοντά δύο χρόνια. Η ζωή μου άλλαξε. Έφτασα να μη βγαίνω από το σπίτι στην αρχή, απ’ το δωμάτιο στη συνέχεια. Τη Δέσποινα έβλεπα μόνο και τη μάνα, πιο αραιά την Αναστασία. Η μητέρα είχε αλλάξει, είχε γίνει απόμακρη, απρόσιτη, αδιάφορη. Σαν ίδια ο πατέρας. Συμφωνούσε μαζί του σε όλα, μπορεί και να τον φοβόταν. Όποια και να ήταν η αλήθεια, εγώ ήμουν μόνη. Με τον Γιάννη επικοινωνούσα με τη βοήθεια της Αναστασίας. Δεν του έγραψα τα γεγονότα, μόνο πως με τον τρόπο μου προσπαθούσα να προλειάνω το έδαφος αλλά πως «ο πατέρας είναι δύσκολος, έχει άλλα σχέδια για μένα, θα δούμε..». Και ταυτοχρόνως μέσα από τα γράμματά του παρακολουθούσα κάθε του προσπάθεια για να χτίσει την καριέρα του και την κοινή μας ζωή, βήμα το βήμα. Τα λόγια του 100_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

με ταξίδευαν. Έχτιζα πύργους, έκανα όνειρα. Όλη μου η σκέψη είχε εστιάσει στη στιγμή εκείνη που θα πετούσα, μακριά από τη σκοτεινιά του σπιτιού και της ψυχής μου. Και δεν με απασχολούσε τίποτε άλλο. Ο καιρός όμως περνούσε πολύ αργά. Σε ένα του γράμμα με πληροφόρησε γεμάτος χαρά πως με διαβατήριο τη διδακτορική του διατριβή είχε υποβάλει αίτηση για την έδρα Φιλολογικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Το μυαλό μου άρχισε να ταξιδεύει στα στενά σοκάκια και τις λεωφόρους του Παρισιού μαζί με τις καλοντυμένες κυρίες και τους ήχους μιας μουσικής που δεν γνώριζα, αλλά ήμουν σίγουρη πως ήταν η μυστική μουσική της πόλης. Λίγο αργότερα, άρχισα να μαθαίνω Γαλλικά με τη βοήθεια του βιβλίου που μου έστειλε από την Αθήνα και που το κρύβω μαζί με τα γράμματά του κάτω από την προσεχτικά ξεκαρφωμένη σανίδα του πατώματος στο βάθος του δωματίου. Προσπαθούσα να κερδίσω χρόνο. Κι όλα κυλούσαν φαινομενικά ήρεμα. Πριν μια βδομάδα ανατράπηκαν όλα. Τρίτη πρωί, έφτασε το γράμμα. Είχε εγκριθεί η αίτησή του και θα έφευγε το συντομότερο για τη Γαλλία, να αναλάβει τα καινούργια καθήκοντα και να βρει σπίτι. «Το σπίτι μας». Και να τον περιμένω να επιστρέψει –υπολόγιζε σε δυο-τρεις μήνες - και να έρθει στον πατέρα μου για μια πρώτη – και τελευταία - προσπάθεια. «Αν όμως δεν τ�� καταφέρουμε, να είσαι έτοιμη να φύγουμε μαζί». Στο γράμμα δεν υπήρχαν αυτή τη φορά περιγραφές κι όμορφες εικόνες. Μόνο οδηγίες τηλεγραφικές και σαφείς. Λόγια ενός άντρα που με γέμισαν με ασφάλεια και σιγουριά για τη δύσκολη επιλογή μου. Άρχισα να σχεδιάζω το ταξίδι, να διακοσμώ με τη φαντασία μου το καινούργιο σπίτι, δοκίμαζα χαμηλόφωνα λέξεις και φράσεις στα γαλλικά. Δεν ήθελα ακόμα να αντιμετωπίσω το μάλλον σίγουρο ενδεχόμενο της απόλυτης άρνησης του πατέρα. Ο Γιάννης μπορεί να τα κατάφερνε καλύτερα από εμένα. Δεν το πίστευα, αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο…

101_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Η καταστροφή δεν άργησε να έρθει με τη μορφή ενός ακόμα ανεπιθύμητου προξενιού. Ένας γαμπρός από την Αθήνα. «Καλή περίπτωση». Κι αυτή τη φορά ο πατέρας αποφάσισε να δώσει δυναμική λύση: Οι αρραβώνες κανονίστηκαν για την επόμενη βδομάδα, ο γάμος πάνω στο μήνα. Η προίκα ήταν έτοιμη από καιρό … Και πάλι αρνήθηκα. Έπρεπε να βρω τρόπο να σκεφτώ, να αντιδράσω. Ζήτησα μια αναβολή μέχρι «για να το πάρω απόφαση». Ο πατέρας δεν μπήκε στον κόπο ούτε να μου απαντήσει. Άρχισαν οι προετοιμασίες. Έπαψα να κοιμάμαι τα βράδια. Έβλεπα τη ζωή που είχα ονειρευτεί να χάνεται. Μπροστά μου υπήρχε μόνο ένα μαύρο κενό χωρίς ουρανό, μια ισόβια ισοπέδωση. Και αναρωτιόμουν πώς θα ήμουν σαν σύζυγος ενός άλλου; Τι είδους μητέρα σε παιδιά που δεν ήθελα; Και κατηγορούσα τον εαυτό μου που δεν εύρισκα λύση. Κι ο Γιάννης τι θα έκανε; Τι θα σκεφτόταν; Πώς θα αντιδρούσε; Η ιδέα ήρθε ξαφνικά. Για το καλό μου; Για το κακό μου; «Πώς να παντρευτώ αν μας χτυπήσει το θανατικό; Οι παραδόσεις στα μέρη μας είναι πολύ αυστηρές. Θα χρειαστεί πολύς χρόνος για να δικαιολογηθεί η γαμήλια χαρά μετά τη θλίψη του ανθρώπινου χαμού. Ούτε μπορεί να επισπευσθεί ο γάμος. Ποιος να αντέξει τα σχόλια του κόσμου»; Οι σκέψεις αυτές ρίζωσαν σαν το ζιζάνιο μέσα μου και μέρα με τη μέρα δυνάμωναν, έβγαλαν κλαδιά και παρακλάδια, έπνιξαν κάθε αγάπη, κάθε συναίσθηση καθήκοντος ή κινδύνου. Κι έτσι, αύριο θα πεθάνει ο πατέρας. Ξαφνικά. «Καρδιά, άτιμο πράγμα»… Το χωριό θα παγώσει. Το σπίτι θα βουβαθεί… Μαύρα υφάσματα θα σκεπάσουν τους καθρέφτες… Η μητέρα θα μοιρολογάει, η Δέσποινα κι εγώ θα θρηνούμε. Εγώ θα έχω και άλλους λόγους: το γάμο που θα αναβληθεί, τη ζωή μου που θα ανατραπεί. Θα είμαι πολύ πειστική…

102_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Κι αργότερα, θα πάω να βρω τον Γιάννη όταν θα γυρίσει απ’ το Παρίσι. Δεν θα ζητήσω έγκριση από κανέναν, δεν θα πρέπει να προκαλέσω κι άλλες εντάσεις. Από την άλλη, μπορεί η μάνα τότε να συμφωνήσει: ο γαμπρός θα είναι «Καθηγητής Πανεπιστημίου, σοβαρός άνθρωπος…». Όπως και να έχει, όλα θα γίνουν όπως πρέπει… Και κανείς ποτέ δεν θα μάθει τίποτα. Ούτε ο Γιάννης. Κυρίως αυτός. Γιατί τα έγραψα όλα αυτά; Ίσως για να τα βγάλω από μέσα μου. Δεν είναι το πιο απλό πράγμα που κόσμου να έχεις ζήσει 22 χρόνια στο χωριό και να ξέρεις πως σε λίγο καιρό θα φύγεις, ίσως για πάντα. Δεν είναι το πιο απλό πράγμα του κόσμου να έχεις σκοτώσει τον ίδιο σου τον πατέρα. Ο Θεός ας με συγχωρέσει». …………………………………………………………………………………………….. Έκλεισε τα μάτια του και τα ξανάνοιξε αργά. Πήρε βαθειά ανάσα. Ζαλίστηκε… Μπερδεμένο κουβάρι τον πλημμύρισαν σκέψεις και εικόνες: Ξεχασμένες κουβέντες, μια κιτρινισμένη φωτογραφία μιας όμορφης γυναίκας με άσπρο φόρεμα και βλέμμα ονειροπόλο, ένα κορνιζαρισμένο δίπλωμα Πανεπιστημίου που ποτέ πριν δεν του είχε δώσει σημασία. Και μαζί τους, σαν δέσμες φακού να τρυπούν το σκοτάδι, τα ξεθωριασμένα καλλιγραφικά γράμματα στα χαρτιά που ξετρύπωσε πριν λίγη ώρα κρυμμένα κάτω από μια σανίδα στο σαρακοφαγωμένο ξύλινο πάτωμα του δωματίου στο σπίτι της γιαγιάς της Δέσποινας, εκεί που περνά τις διακοπές του από μωρό. Η σανίδα είχε ξεκαρφωθεί για τα καλά με τα χρόνια και αποφάσισε να «μαστορέψει» ο ίδιος αντί να φωνάξει τη γιαγιά. Στο κάτω - κάτω ήταν πια 15 χρονών, έπιαναν τα χέρια του. Κι έτσι βρήκε σε μια φανέλα το παλιό τετράδιο… Υπήρχε κάποτε μια θεία, γιαγιά μάλλον, αδελφή της γιαγιάς του ήταν. Δεν καλοθυμόταν το όνομά της, Μαρία μάλλον, ποτέ δεν έδινε σημασία σε κουβέντες 103_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

για τα παλιά, βαριόταν. Θα δει όμως αργότερα το όνομα που είναι γραμμένο στο δίπλωμα, έτσι για επιβεβαίωση. Κανείς άλλος πριν από τη μαμά του δεν είχε σπουδάσει στο πανεπιστήμιο. Κάποιες φορές μιλούσαν γι’ αυτή τη «Μαρία», ότι της άρεσαν τα γράμματα («είχε πάει στο Ελληνικό εκείνα τα χρόνια»), ότι δεν ήθελε κανέναν από τους γαμπρούς του χωριού κι ότι μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα της, του προπάππου δηλαδή, έφυγε από το χωριό για να σπουδάσει. Κι ότι μετά παντρεύτηκε κάποιον μορφωμένο και ταξίδεψε μαζί του στο εξωτερικό και έγινε γιατρίνα μάλλον, γιατί στη φωτογραφία πάνω στο τζάκι φοράει μια άσπρη ποδιά. Και κανείς από τους νεώτερους δεν την θυμόταν ούτε καν η γιαγιά του η Δέσποινα καλά - καλά, έτσι έλεγε τουλάχιστον, κι αυτή ποτέ δεν ξαναγύρισε στο χωριό. Την έλεγαν περίεργη, διαφορετική, κάπου η μνήμη της είχε ξεθωριάσει, ήταν κάτι σαν το οικογενειακό «φάντασμα», αλλά δεν θυμάται να είχε ακούσει ποτέ κάτι άλλο, πιο ύποπτο, πιο «σκοτεινό»… Σιγά - σιγά θυμάται κι άλλα: Ο πατέρας της γιαγιάς πέθανε ξαφνικά μια μέρα, δεν είχε αρρώστια, «μια χαρά λεβέντης ήταν ο παππούς σου» έλεγε η γιαγιά του στη μαμά, «δυο μέτρα άντρας». Κανείς δεν πίστευε στ’ αυτιά του όταν μαθεύτηκε πως τον βρήκαν πεθαμένο στα χωράφια. «Κρίμα που δεν χάρηκε την κόρη του νύφη», είπε όλο το χωριό. Ξάπλωσε στο κρεβάτι του, ήταν καινούργιο, από τα λίγα έπιπλα που είχαν αλλάξει στο σπίτι «για να μην κοιμάται το παιδί στις παλιατζούρες» και έμεινε ακίνητος να χαζεύει το ταβάνι με τα σταυρωτά δοκάρια, εκεί που παλιά φοβόταν μην κρύβονται σαμιαμίδια. Μετά έμαθε από τα παιδιά του χωριού πώς να τα διώχνει κι έπαψε να τα φοβάται. Κάπως έτσι λοιπόν θα έγιναν τα πράγματα… Ο μεγάλος παππούς δεν ήθελε να φύγει η Μαρία απ’ το χωριό, είχε τους λόγους του. Όταν είδε πως δεν έπιανε το καλό, άρχισαν τα χειρότερα. Κι όταν ο Γιάννης της μήνυσε πως έρχεται να την πάρει μαζί του κι αυτή φοβήθηκε πως θα τον προλάβαινε ο ξαφνικός γάμος, πήρε 104_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

την απόφασή της: να σκοτώσει τον πατέρα της και να απελευθερωθεί. Είναι φανερό, δεν τον αγαπούσε, τον φοβόταν και τον μισούσε, γιατί της στερούσε αυτό που ήθελε πιο πολύ από κάθε τι: την ελευθερία της και αυτό που πίστευε σαν ευτυχία. Τη βρήκε άραγε την ευτυχία που ζητούσε; Πάντως και τον Γιάννη τον παντρεύτηκε και στη Γαλλία πήγε και μάλιστα σπούδασε Ιατρική! Περίεργο, γιατί μάλλον η Φιλολογία της άρεσε, έτσι είχε καταλάβει από τα γραφόμενά της. Πρέπει όμως να ήταν σπουδαίο μυαλό κι από θέληση βουνό! Αλλά, πώς γίνεται να ξεχάσεις; Ή, πώς γίνεται να ζήσεις όλη σου τη ζωή με τέτοιες μνήμες; Πώς μπορείς να μη βλέπεις σε κάθε άρρωστο τη μορφή του πατέρα σου; Να μην αισθάνεσαι ένοχος, προσωπικά υπεύθυνος για κάθε θάνατο; Μήπως τελικά γι’ αυτό το λόγο σπούδασε γιατρός; Για να σώζει ζωές; Επειδή είχε αφαιρέσει με τα χέρια της τη ζωή του ανθρώπου που της χάρισε τη δική της τη ζωή; Δίπλωσε προσεκτικά το τετράδιο στη γαριασμένη φανέλα, σήκωσε αθόρυβα τη σανίδα, το έβαλε στη θέση του εκεί που «κρυβόταν» ολόκληρες δεκαετίες, έψαξε ένα σφυρί και κάρφωσε με δύναμη τις άκρες της σανίδας. «Μην ανησυχείς, γιαγιά, καρφώνω μια σανίδα που είχε φύγει», φώναξε στη γιαγιά Δέσποινα. «Δεν σε χρειάζομαι, τα καταφέρνω μόνος μου».

105_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Πανίκος Παναγή (Παν- Παν) Στην υγειά της

Τ

ΕΤΟΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ ΙΣΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΞΑΝΑΕΙΔΕ ΜΑΤΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

Έστεκε περήφανη,

στην άκρη της μεγάλης κεντρικής πλατείας του ορεινού χωριού και σχεδόν

αγκάλιαζε την μισή από αυτή. Ο κορμός της τεράστιος και οι κλώνοι της άπλωναν αρχοντικά τριγύρω. Σαν κόντευε να νυχτώσει, δεκάδες σπουργίτια γυρνώντας από το ολοήμερο ψάξιμο τροφής, μαζεύονταν και κούρνιαζαν στα πυκνά φυλλώματα της για περάσουν την νύχτα. Μέχρι όμως να κοιμηθούν, έστηναν την πολυπληθέστερη και θορυβότερη χορωδία που θα μπορούσε ποτέ να χαρεί άνθρωπος. Κανείς δεν γνώριζε πόσων χρονών ήταν αυτό το υπέροχο δημιούργημα της φύσης. Όσοι ζούσαν σ’ αυτό το ορεινό χωριό, έτσι το θυμόντουσαν, όπως και οι πατεράδες και οι παππούδες τους. Ήταν το πιο όμορφο στολίδι, όχι μόνο του χωριού, αλλά και ολόκληρης της περιοχής των ορεινών χωριών. Πόσα και πόσα δεν είδε αυτή η βελανιδιά! Γάμους, βαφτίσια, Εθνικές εορτές, προεκλογικές συγκεντρώσεις, επινίκια, χαρές, αντεκλίσεις… Πόσοι και πόσοι δεν εκάθησαν στην σκιά της να ξαποστάσουν, ντόπιοι και περαστικοί, να πιούν ένα καφέ ή ένα ποτηράκι με τον μεζέ του, από τα χέρια του Παναγή, του καφετζή, που ήταν πάντα πρόθυμος και εξυπηρετικός για όλο τον κόσμο, ειδικά με τους ξένους. Μαζί με το ποτό, πάντα συνήθιζε να σερβίρει και την ιστορία αυτής της βελανιδιάς, που με ενδιαφέρον την άκουαν οι θαμώνες. Περηφανευόμενος, καλούσε τους επισκέπτες στον εσωτερικό χώρο του καφενείου για να τους δείξει φωτογραφίες του, βγαλμένες παρέα με προέδρο��ς, υπουργούς και με ανθρώπους επώνυμους, που κατά καιρούς πέρασαν από το χωριό, τιμώντας με την παρουσία τους την βελανιδιά αλλά και το καφενείο του.

106_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Στην απέναντι πλευρά της πλατείας, εκεί που δεν έφταναν οι πελώριοι κλώνοι της βελανιδιάς, ήταν το μπακάλικο του Χριστόδουλου. Όλοι οι χωριανοί αλλά και από τα γύρω χωριά, από αυτόν έκαναν τις αγορές τους. Ήταν ο μοναδικός στα περίχωρα. Εκτός βέβαια από μπακάλης, ήταν και τοκογλύφος και ψάλτης. Από όλους, από παντού, κάτι έπρεπε να εισπράξει! Πολυμήχανος ήταν, δύστροπος ήταν, όπως και μοχθηρός και κακότροπος. Έλα όμως που όλοι τον είχαν ανάγκη! Έλα που είχε και την πιο όμορφη γυναίκα της ορεινής! Συμπαθητική, καλοσυνάτη, που με την ευγένεια της σε σκλάβωνε. Την αγόρασε, κατά που έλεγαν από το διπλανό χωριό. Φτωχή ήταν, μικρότερη κατά είκοσι χρόνια και βάλε, αλλά αυτή του στάθηκε. Από την μιζέρια την έβγαλε, την έκαμε αρχόντισσα. Έμεινε δίπλα του τίμια, και ποτέ δεν έριξε μάτι σε άλλον άνδρα. Εκείνη την όμορφη νύχτα, την καλοκαιριάτικη, το φεγγάρι κατέβηκε λες κάτω στη γη, και θρονιάστηκε στα κλώνια της καταπράσινης βελανιδιάς. Οι ακτίδες του, παιχνίδιζαν με τα φυλλώματα και οι σκιές τους κάτω στη γη, σχημάτιζαν παράξενα νυχτερινά σχήματα. Ήταν μια νύχτα ρομαντική και το απαλό δροσάτο αεράκι που κρατούσε σεκόντο στο φεγγαρόφως, γέμιζε έρωτα τις καρδιές των ανθρώπων. Εκεί, κάτω από τη δροσιά της βελανιδιάς εκείνο το βράδυ, τα κουτσόπιναν και οι τρεις τακτικοί συγχωριανοί θαμώνες, ο Δημήτρης, ο Μιχάλης και ο Γιάννης. Αυτό συνήθιζαν να κάνουν κάθε βράδυ. Το καφενείο του Παναγή, ήταν η μοναδική τους διέξοδος για αρκετά χρόνια, αφού άλλο τέτοιο δεν υπήρχε όχι μόνο στο χωριό, αλλά ούτε και σε απόσταση είκοσι χιλιομέτρων. Με το κρασάκι τους, τους απίθανους μεζέδες τους που με μαεστρία ετοίμαζε ο Παναγής, περνούσαν μια χαρά και μια τρομάρα που λέμε. Εκείνο το βράδυ, από τη μια το κρασάκι και ο μεζές κι από την άλλη το μαγευτικό φως του φεγγαριού, τους έδωσαν μια ξεχωριστή αίσθηση ευφορίας. Πες λοιπόν για το ένα, πες για το άλλο, το ‘φερε η κουβέντα και για τις γυναίκες, που όπως λέει και το γνωστό άσμα του αείμνηστου Γούναρη, χωρίς τους δεν κάνουμε λεπτό. -Εμένα η δικιά μου, είπε παίρνοντας τον λόγο ο Γιάννης, μια χαρά 107_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

γυναίκα είναι. Με φροντίζει, με αγαπάει και μάτια δεν έχει για άλλον άνδρα. Είμαι ο μοναδικός! -Είναι, επειδή δεν γνώρισε ακόμα από κοντά εμένα, είπε αστειευόμενος ο Δημήτρης και όλοι πνίγηκαν στα γέλια. -Όμως, έτσι κι αλλιώς, συνέχισε, εμένα δεν με ενδιαφέρει. Εγώ έχω τον δικό μου άγγελο, την Αντωνία μου, που δεν την αλλάζω με τίποτα. -Την δική μου, την ξέρετε πολύ καλά είπε ο Μιχάλης. Τέτοια ομορφιά, δεν υπάρχει ούτε στο βουνό, ούτε στον κάμπο. Σκεφθείτε μόνο, ότι κάθε φορά που στέκεται απέναντι από τον καθρέφτη, αυτός ραγίζει στο αντίκρισμα της. -Και γιατί αυτό, ρώτησαν με ένα στόμα, απορημένοι, ο Δημήτρης και ο Γιάννης. -Καλά ρε σεις! Όλα θα σας τα εξηγώ; Είναι γιατί δεν…αντέχει την ασχήμια της, τους είπε ο Μιχάλης και τα χάχανα τους ξεπέρασαν τα σύνορα της πλατείας. Ο Παναγής ο καφετζής, πηγαινοερχόταν σερβίροντας τους, όμως δεν ήθελε να λάβει μέρος στην κουβέντα τους για τις γυναίκες. Εξάλλου, τι θα μπορούσε να πει! Αυτού, η δικιά του η γυναίκα, που την έφερε από την πρωτεύουσα, όσο που έμεινε δίπλα του και στο χωριό, κοντά στα δυο χρόνια. Μετά, μην μπορώντας να αντέξει το κλειστό περιβάλλον του χωριού και τα ελάχιστα ενδιαφέροντα που βρήκε εκεί, που δεν ήσαν άλλα από τον Παναγή και το μέτρημα του νυχτερινού ταμείου, ξηγήθηκε ντόμπρα μαζί του, πήρε τα μπογαλάκια της μαζί με το διαζύγιο και αριβάρησε ξανά για την πρωτεύουσα, όπου άρχισε να αναπνέει. -Εσύ ρε, τον ρώτησε ο Δημήτρης, σε κάποια στιγμή που άφηνε ένα πιατάκι με μεζέ στο τραπέζι τους, δεν έχεις τίποτα να πεις για αυτό το θέμα; Τελεία και παύλα ρε για σένα οι γυναίκες; -Απλά σας ακούω τόση ώρα και αντιλαμβάνομαι ότι από θηλυκά κάνετε μεσάνυχτα, τους είπε ο Παναγής. Αν είναι να μιλάμε για γυναικούλες, καλά τα πάτε. Αν όμως μιλούμε για γυναίκες, τότε καλύτερα να μιλούμε για την Μαρία, την γυναίκα του απέναντι. Πέρα από την τιμιότητα και το ήθος της, είναι και μια κουκλάρα! Αυτή είναι γυναίκα!

108_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Οι άλλοι βουβάθηκαν! Τους κτύπησε καίρια στο σημείο που πονούσαν. Μελαγχόλησαν μπροστά στην σκέψη σύγκρισης των δικών τους γυναικών με την απέναντι. Οι δικές τους, ήσαν απλώς γυναίκες. Επειδή όμως, όπως λένε και οι τοίχοι έχουν αυτιά, από κάποιο διπλανό τραπέζι, κάποιος άκουσε την κουβέντα τους και το πρόσωπο του φωτίστηκε. Ήταν η ευκαιρία του. Θα έτρεχε μόλις ξημέρωνε στον Χριστόδουλο και θα τον πληροφορούσε για την αναφορά του Παναγή, εκεί στο καφενείο, για τη γυναίκα του. Θα έβαζε και κάτι παραπάνω από την τσέπη του και έτσι θα εξασφάλιζε γι’ αυτή του την εκδούλευση, περισσότερο βερεσέ αλλά και δανεικά από αυτόν. Πήγε λοιπόν πρωί - πρωί, μόλις άνοιξε το μπακάλικο του ο Χριστόδουλος. Καλημέρισε και κάθισε εκεί στην καρέκλα που κάθονται οι πελάτες μέχρι να ετοιμαστεί η παραγγελία τους. -Καλημέρα, του απάντησε ο μπακάλης. Τι να βάλουμε σήμερα χωριανέ; -Μυαλό, απάντησε μονολεκτικά ο σπιούνος. -Τι μυαλό ρε μου τσαμπουνάς και πράσινα άλογα, του απάντησε θυμωμένα ο Χριστόδουλος. Όρεξη έχεις πρωί -πρωί βρε αργόσχολε; -Ν’ ανοίξεις τα μάτια σου ήθελα να πω. Πρόσεχε τη γυναίκα σου, και κάποιος τη λιγουρεύεται. Μετά από αυτό, του τα είπε με το νι και με το σίγμα, αφού φρόντισε να τα γαρνίρει και με την ανάλογη σάλτσα. Το μυαλό του Χριστόδουλου θόλωσε. Ο θυμός του φούντωσε, σχεδόν ήταν να πάθει καρδιακό επεισόδιο, όμως δεν το έδειξε στον σπιούνο. Ήθελε να δώσει τη εντύπωση, ότι τίποτε δεν έτρεχε, γιατί ήδη στο μυαλό του άρχισαν τα σενάρια εκδίκησης. -Άσε του είπε χαμογελώντας. Τώρα θα μάθεις τον Παναγή; Πάντα με τα αστεία του, καλόκαρδος και άκακος ο άνθρωπος και πάνω απ’ όλα ο πιο τίμιος στο χωριό. Τά’ χασε ο σπιούνος, μ’ αυτή την τοποθέτηση του μπακάλη. Δεν περίμενε τέτοια ήπια αντίδραση. Μαζί, κατάλαβε ότι έχασε και το έξτρα βερεσέ και ότι άδικα

109_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

κατηγόρησε τον καφετζή. Έβαλε την ουρά στα σκέλη, είπε ένα ξεψυχισμένο γεια και έφυγε. -Ώστε έτσι ε, μονολόγησε σαν έμεινε μόνος ο Χριστόδουλος! Την γυναίκα μου ρε; Άφησες την δική σου να σου φύγει και τώρα απλώνεις χέρι αλλού; Όλο το επόμενο βράδυ, στριφογύριζε στο κρεβάτι. Μαζί στριφογύριζε και το μυαλό του, κάνοντας σενάρια για το πώς θα ξεπάστρευε τον ανήθικο, κατ’ εκείνον, γείτονα, που λιγουρευόταν την γυναίκα του. -Τι έχεις άντρα μου, τον ρώτησε σε κάποια στιγμή η Μαρία. Όλη νύχτα στριφογυρίζεις και παραμιλάς. -Σαν τι να ‘χω, απάντησε εκείνος. Να δεν με παίρνει ο ύπνος. -Ε, πάρε τότε ένα χάπι να κοιμηθείς του είπε και του γύρισε την πλάτη. Σκέφτηκε, κάποιο βράδυ, σαν θα έκλεινε το καφενείο ο Παναγής και σαν θα έπεφταν τα φώτα της πλατείας, να πάρει το δίκαννο κα να του στήσει καρτέρι. Δυο μπουμπουριές και μην είδατε τον …Παναγή! Όμως, παραιτήθηκε από αυτή τη λύση ξεμπερδέματος, γιατί στο χωριό, όλα κι όλα πέντε δίκαννα κυκλοφορούσαν και σαν θα ερχόταν η χωροφυλακή, σαν θα μάζευαν τα πέντε όπλα για εξέταση, τότε θα τον έχωναν για πάντα στη φυλακή. Το χειρότερο ακόμα θα ήταν να γλύτωνε από τις μπουμπουριές ο καφετζής και να έμενε ελεύθερος να χαϊδεύει την κοκόνα του, όταν αυτός θα χάιδευε τα κάγκελα του κελιού του. Σκέφτηκε να αρπάξει το δίκοπο μαχαίρι και να του στήσει πάλι καρτέρι, στη γωνιά της πλατείας κάποιο βράδυ. Να του το καρφώσει στην πλάτη, έστω κι αν αυτό ήταν ατιμωτικό και άνανδρο. Όμως και πάλι μετάνιωσε, γιατί εκτός των άλλων, ήταν και δειλός και μια τέτοια πράξη χρειαζόταν κότσια, κάτι που αυτός δεν είχε. Η τελευταία του σκέψη, ήταν να τον φαρμακώσει. Να του έριχνε στο νερό φαρμάκι και να έκλεινε η αυλαία μια για πάντα. Όμως, σκέφτηκε, αν από λάθος έπινε κάποιος άλλος το νερό; Ήταν το μόνο που δεν ήθελε, να πληρώσει κάποιος άλλος άδικα.

110_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

-Φαρμάκι; Μονολόγησε. Το πρόσωπο του άστραψε μέσα στη νύχτα. Φωτίστηκαν τα μάτια του. Πως δεν το σκέφτηκε τόση ώρα! Θα τον τιμωρούσε με άλλον τρόπο. Το έγκλημα του, ήταν ήδη, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα προγραμματισμένο στο μυαλό του. Όχι που θα τον άφηνε! Από την επόμενη βδομάδα, κάθε που έκλεινε τα βράδια το καφενείο του Παναγή και σκοτείνιαζε η πλατεία, ο μπακάλης μας γέμιζε δυο κουβάδες νερό, διέσχιζε μέσα στο σκοτάδι τον χώρο και άδειαζε στη ρίζα της βελανιδιάς το περιεχόμενο τους. Η Μαρία, η γυναίκα του, παραξενεύτηκε γι’ αυτή του την πράξη και τον ρώτησε. -Να, της απάντησε. Τόσα χρόνια αδίκησα αυτό το υπέροχο δέντρο. Μια σταλιά δεν του ‘ριξα ποτέ μου, γι’ αυτό αποφάσισα, κάθε βράδυ να του ρίχνω λίγο. Να εξιλεωθώ για τα τόσα χρόνια που το περιφρόνησα. -Και γιατί τάχα δεν το κάνεις σαν υπάρχει φως, να εκτιμήσει και το χωριό αυτή την όμορφη πράξη σου; -Έτσι θέλω και μη ρωτάς, της απάντησε θυμωμένος ο Χριστόδουλος. Δεν πέρασαν πολλές βδομάδες και τα φύλλα της βελανιδιάς άρχισαν να κιτρινίζουν και να μαραίνονται. Μέρα με τη μέρα, το δέντρο έπαιρνε άλλη όψη, καταθλιπτική. Ανησύχησαν όλοι στο χωριό. Κάτι συνέβαινε. Το καμάρι τους, ασθενούσε. Έτρεξαν οι προύχοντες, μαζί και ο Παναγής, στο διπλανό χωριό και έφεραν σηκωτό τον ψευδογεωπόνο. Έπρεπε ν’ ανακαλύψουν τι συνέβαινε σ’ αυτό το ζωντανό κόσμημα της περιοχής και να το σώσουν. Χωρίς αυτό, το χωριό θα παρέμενε απλά ένα χωριό όπως τα τόσα άλλα. Έβαλε τα γυαλιά του ο γεωπόνος και έκανε ένα ερευνητικό γύρο της βελανιδιάς. Κοίταξε πάνω, κοίταξε κάτω. Έβγαλε το μπλοκάκι του, πήρε αρκετές σημειώσεις, έγραψε αρκετές αράδες. Μετά, πήρε αρκετά κιτρινισμένα φύλλα από την βελανιδιά, γέμισε ένα κουβά χώμα από τη λεκάνη της και έκοψε μερικά μικρά ξηραμένα κλαράκια, για να τα μελετήσει στο γραφείο του. Δεν ξέχασε βέβαια, μαζί

111_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

με τα φύλλα και τα κλαράκια, να κόψει επί τόπου και την πληρωμή του για την εξυπηρέτηση, κόβοντας ταυτόχρονα και τον... λαιμό της Κοινότητας. Σε μια βδομάδα, επέστρεψε με το πόρισμα. Δεν υπήρχε σωτηρία για το δέντρο. Οι ρίζες του κατέβηκαν βαθειά στη γη και συνάντησαν ασβεστογενή, όπως τα είπε πετρώματα που είναι και θανατηφόρα για όλα τα δέντρα που τα συναντούν. -Είσαι σίγουρος γεωπόνε, τον ρώτησε ο πρόεδρος, για το πόρισμα σου; Σε ερωτώ, γιατί ο Παναγής επιμένει ότι η βελανιδιά φαρμακώθηκε. -Τι λες ρε πρόεδρε, απάντησε θιγμένος ο γεωπόνος. Γεωπόνοι είμαστε. Δεν καθαρίζουμε.. μπρίκια. -Εντάξει λοιπόν. Όμως πες μας. Τι προτείνεις για να σώσουμε το δέντρο μας; -Μια τελευταία προσπάθεια πρόεδρε. Έχω φέρει από την πόλη δυο μπουκάλια φάρμακο, δυναμωτικό. Γεμίζουμε ένα βαρέλι με νερό, ρίχνουμε σ’ αυτό το ένα μπουκάλι και αδειάζουμε το μίγμα στη λεκάνη της βελανιδιάς. Μετά από δεκαπέντε μέρες, κάνουμε το ίδιο πράγμα με το άλλο μπουκάλι και περιμένουμε ένα μήνα. Αν ζωντανέψει η βελανιδιά ζωντάνεψε. Αν όχι, τότε θα έχουμε να καίμε καυσόξυλα για αρκετά χρόνια. Προχώρησαν στην εκτέλεση της συνταγής του γεωπόνου, αφού του έδωσαν ακόμα ένα δυνατό ποσό για το ταξίδι του στην πόλη και την αγορά του φαρμάκου. Μετά από δεκαπέντε μέρες, προχώρησαν στη δεύτερη δόση και περίμεναν. Ένας μήνας, δυο μήνες, τρεις μήνες, τίποτα. Όχι μόνο δεν ζωντάνεψε το δέντρο, αλλά ξεράθηκε εντελώς. Η μεγάλη απόφαση πάρθηκε. Έπρεπε να κοπεί το συντομότερο και στη θέση του να φυτευτεί ένα νέο φυτό, μια νέα βελανιδιά. Θα χρειάζονταν βέβαια αρκετά χρόνια για να μεγαλώσει, ίσως και να μην έφταναν να κάτσουν στη σκιά της οι σημερινοί κάτοικοι του χωριού, αλλά θα την έβρισκαν κληρονομιά οι επόμενες γενιές. Ήρθε εκείνη η δύσκολη μέρα για το χωριό. Η πολύχρονη παρουσία της αρχοντικής βελανιδιάς, έφτανε στο τέλος της. Έφτασε το ανυψωτικό μηχάνημα και

112_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

ο ξυλοκόπος που με την μηχανή του θα έβαζε τέλος στο πολυαιώνιο αυτό δημιούργημα της φύσης. Απομακρύνθηκαν οι χωριανοί από την κεντρική πλατεία και γύρω - γύρω τοποθετήθηκε κορδέλα για να μην μπορεί να πλησιάσει άνθρωπος. Τα μάτια του Παναγή, βούρκωσαν. Μια ιστορία αιώνων έφτανε στο τέλος της. Τα μάτια του Χριστόδουλου από απέναντι, όχι μόνο δεν βούρκωσαν, αλλά έλαμπαν παράξενα. Ένα σατανικό χαμόγελο ήταν καρφωμένο στα χείλη του. Πήρε την καρέκλα του, κάθισε έξω από το μπακάλικό του, έβαλε το ένα πόδι στο άλλο και ρουφούσε με μεγάλη αγαλλίαση τον καφέ του. -Γιατί δεν περνάς μέσα, τον ρώτησε σε κάποια στιγμή η Μαρία. Είναι επικίνδυνα εκεί έξω άντρα μου. -Άσε με, της απάντησε. Θέλω να βλέπω. Ξεκίνησε η δεντροκοπτική. Ένα βρ.. ακούστηκε και ο πρώτος κλώνος γκρεμίστηκε στη γη. Τόση ήταν η ευφορία του Χριστόδουλου από αυτό το πρώτο γκρέμισμα, που έπιασε τραγουδιστά στα χείλη, εκείνο τον στίχο από το εξαίρετο άσμα“ ένα νερό κυρά Βαγγελιώ”, που λέει “από γκρεμό γκρεμίζεται”… Ένα δεύτερο βρ.. ακούστηκε και σε λίγο να και τον δεύτερο τεράστιο κλώνο να πέφτει με πάταγο στην πλατεία. Σταμάτησε το τραγούδι ο μπακάλης μας και προς στιγμή σκέφτηκε να ρίξει ένα τσάμικο από τη χαρά του, αλλά μετάνιωσε. Ήταν η ώρα να πέσει στη γη, ο μεγαλύτερος από όλους τους κλώνους. Αυτός που πριν μερικούς μήνες, άφηνε όλη την σκιά του στο απέναντι καφενείο. Αυτό, ήθελε όσο τίποτε άλλο να το δει και να το χαρεί από κοντά. Θα ήταν το αποκορύφωμα της αγαλλίασης και της εκδίκησης του. Σήκωσε την κορδέλα, χωρίς να τον πάρει είδηση κανείς, μέσα σε όλο εκείνο τον σαματά και τρύπωσε στην επικίνδυνη περιοχή. Κανείς δεν τον πήρε είδηση, ούτε και όταν πέφτοντας ο μεγάλος κλώνος, τον καταπλάκωσε αφήνοντας τον στον τόπο. Τον βρήκαν μετά από μερικές ώρες, όταν άρχισαν να κατατεμαχίζουν τους

113_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

νεκρούς πια κλώνους, για να τους μεταφέρουν μακριά από την πλατεία. Τόση ήταν η ζημιά του, που τον αναγνώρισαν απλά από τα ακριβά καφέ παπούτσια του. Σαν πέρασαν οι μέρες του πένθους και ξανάνοιξε το μπακάλικο με αφεντικό αυτή τη φορά τη Μαρία, πρώτος ο Παναγής έτρεξε σαν καλός γείτονας να της δώσει θάρρος και να της εκδηλώσει την συμπαράστασή του. Θα ήταν δίπλα της, συμπαραστάτης της στις δύσκολες ημέρες που ακολουθούσαν για εκείνη. -Γιατί ρε Παναγή, του φώναξε κάποια στιγμή η Μαρία μέσα στους λυγμούς της, να τον κτυπήσει και να τον σκοτώσει ειδικά αυτό το δέντρο; Τόσο πολύ αγαπούσε αυτή την βελανιδιά. -Όλοι την αγαπούσαμε Μαρία, της είπε ο Παναγής. Ήταν η ζωή μας όλη εδώ στο χωριό αυτή η βελανιδιά. -Ναι, αλλά ο Χριστόδουλος την αγαπούσε περισσότερο από όλους. Αφού να σκεφτείς, εδώ και μερικούς μήνες, κάθε που σκοτείνιαζε η πλατεία τα βράδια, γέμιζε δυο κουβάδες νερό και τους έριχνε στη λεκάνη της να δροσιστεί. Τα μάτια του Παναγή θόλωσαν. Το μυαλό του, πήρε χίλιες στροφές. Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του. -Από πότε Μαρία, είπες ότι έριχνε νερό στην βελανιδιά ο δικός σου; Ρώτησε απορημένος και προβληματισμένος. -Εδώ και πεντέξι μήνες περίπου. Απλά γιατί ρωτάς; -Τίποτα τίποτα, απάντησε εκείνος. Τώρα ήταν σίγουρος. Μορφωμένος άνθρωπος ήταν και από την αρχή κατάλαβε ότι κάποιος φαρμάκωσε την βελανιδιά. Το δέντρο, δεν ξεράθηκε από την επαφή του με ασβεστογενή πετρώματα, όπως αποφάνθηκε ο ψευδογεωπόνος, αλλά δηλητηριάστηκε. Τον λόγο δεν μπορούσε να τον φανταστεί, όμως τον δολοφόνο τον ήξερε τώρα χωρίς αμφιβολία. Ήταν ο Χριστόδουλος. Αυτός που έκαμε το μεγάλο έγκλημα, αλλά ταυτόχρονα το θύμα του, η βελανιδιά, τον τιμώρησε με το ίδιο νόμισμα. Τον θάνατό του . Σαν πέρασε ένας χρόνος, έγινε και αυτό που όλοι περίμεναν να γίνει στο χωριό. Οι δυο επιχειρήσεις, το μπακάλικο και το καφενείο έσμιξαν, αφού έσμιξαν τις ζωές 114_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

τους και οι ιδιοκτήτες τους. Κανείς δεν τους παρεξήγησε. Μετά την φυγή της Πρωτευουσιάνας συζύγου του Παναγή και τον χαμό του Χριστόδουλου, συζύγου της Μαρίας, οι δυο τους παρέμειναν οι μοναδικοί στο χωριό που δεν είχαν σύντροφο. Μ’ αυτή την εξέλιξη, πολύ χάρηκαν οι γυναίκες του χωριού. Οι δικοί τους, δε θα λιγουρεύονταν πια την χήρα του μπακάλη και θα ήσαν πια ήσυχες. Λυπήθηκαν βέβαια οι ‘ρσενικοί, που έκαναν ερωτικά όνειρα για εκείνη, όμως από την άλλη χάρηκαν, γιατί ο Παναγής, ο οποίος εκτός από καφετζής ήταν και λεβέντης, μια που θα είχε τώρα το ταίρι του, δε θα είχε μάτια για τις δικές τους γυναίκες. Έτσι, όλοι ήσαν ικανοποιημένοι. Η ζωή μπήκε στη ρουτίνα της. Το καφενείο, τα βραδάκια, ειδικά τώρα που ήταν εκεί η Μαρία, μετά που έκλεινε το μπακάλικο, έκανε χρυσές δουλειές. Εκεί και οι τρεις χωριανοί, γνωστοί θαμώνες μας. Μόνο που τώρα άλλαξαν και .. επίθετο. Από τακτικοί, έγιναν.. μόνιμοι. Σαν τα έπιναν και ερχόντουσαν στο κέφι, φώναζαν τον Παναγή για να τον ρωτήσουν: -Για πες μας ρε, πια είπαμε ότι είναι η ομορφότερη γυναίκα; -Θα σας το επαναλάβω, τους έλεγε και θα σας το επαναλαμβάνω, μέχρι να το εμπεδώσετε. Η πιο όμορφη γυναίκα, είναι η γυναίκα του απέναντι από τους.. απέναντι. Αυτά τους έλεγε και εκείνοι μελαγχολούσαν. Για να ευθυμήσουν, παράγγελλαν ακόμα μερικά ποτηράκια να πιούν. Στην .. υγειά της.

115_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Ηλίας Κοκκολιάδης Στο Τσακ

Δ

ΕΝ ΕΙΧΕ ΑΚΟΜΑ ΚΑΛΟΞΗΜΕΡΩΣΕΙ, ΟΤΑΝ Ο ΜΠΑΡΜΠΑ

- ΜΗΤΣΟΣ

Ο

«ΤΣΑΚ» ξεπόρτισε.

Κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού, έβαλε το κλειδί στο πιατάκι του βασιλικού

κι έκανε το σταυρό του. Ο μπάρμπα - Μήτσος ο «τσακ» είχε περάσει προ πολλού τα εβδομήντα, αλλά κρατιόταν καλά. Ζούσε μόνος τα τελευταία τρία χρόνια, από τότε που έχασε τη γριά του. Παιδιά δεν του είχε δώσει ο Θεός, ούτε ο διάολος ανίψια. Μόνος τα κατάφερνε με τη λάτρα του σπιτιού, μόνος μαγείρευε, πλενότανε και συγυριότανε. Περήφανος από μικρός, σπάνια ζητούσε βοήθεια. Αχάραγα έφευγε απ’ το σπίτι για το χωράφι, αργά το βράδυ γύρναγε. Πλούσιο σε κάνουν οι λίγες απαιτήσεις, το’ ξερε καλά κι εκείνος κι η γυναίκα του. Παιδεύονταν για να είναι αυτάρκεις κι η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν τους έλλειψε. Στον κηπάκο του σπιτιού είχαν όλων των ειδών τα ζαρζαβάτια και δίπλα, στο κοτέτσι, πουλερικά. Παλιότερα που αντέχανε κι οι δυο τους περισσότερο, είχαν οικόσιτες και μερικές γιδούλες για να μην τους λείπει το φρέσκο γάλα και το τυρί. Κι ακόμα, δούλευαν κι οι δυο ένα μεγαλούτσικο χωράφι με ελιές στην άκρη του χωριού. Νεότερος ο μπάρμπα - Μήτσος κυνήγησε πολύ και το μεροκάματο, κάθε φθινόπωρο και χειμώνα, στο λιομάζωμα. Οι κακές γλώσσες λέγανε πως εκείνος κι η γυναίκα του είχαν κομπόδεμα γερό, αφού «και το σκατό τους το ’καναν παξιμάδι». «Μόνο που δεν τους αξίωσε ο Θεός ν’ αποκτήσουνε παιδί», συμπλήρωναν οι πικρόχολοι. Κι η αλήθεια είναι ότι το παιδί που δεν ερχόταν, παρά τις προσπάθειες, τα γιατροσόφια και τις μαγγανείες, έμενε κάρβουνο αναμμένο στην ψυχή του αντρόγυνου. Στις δυο αποβολές της γυναίκας του όφειλε και το παρατσούκλι του ο

116_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

μπάρμπα - Μήτσος. «Στο “τσακ” το χάσαμε» είπε στο καφενείο, κι αυτό αρκούσε στον Παναγιώταρο και την παρέα του για να τον ξαναβαφτίσουν. Τώρα βάδιζε γρήγορα κι ας μην έβλεπε ακόμα καθαρά. Το δρόμο τον ήξερε σπιθαμή προς σπιθαμή, πόντο – πόντο. Κόντευε να φτάσει στην άκρη του χωριού, στο χωράφι του με τις ελιές. Είχε σκοπό σήμερα να ρίξει το λίπασμα και να σκεπάσει το παλιό πηγάδι που είχε από καιρό ξεραθεί. Όχι μόνος του, δεν άντεχε πια. Περίμενε για βοήθεια τον Πέτρο της χήρας. «Ας λένε ότι θένε για το παιδί» σκεφτότανε ο μπάρμπα - Μήτσος πλησιάζοντας. «Σπούδαζε, λέει, τόσα χρόνια στην Αθήνα γεωπόνος αλλά το χαρτί δεν το πήρε. Ε και; Είδα και τους άλλους που πήγανε στα εξωτερικά. Γυρίσανε και κάθονται στο καφενείο. Δεν κοιτάνε τα χωράφια γιατί είναι, λέει, επιστήμονες. Να βράσω την επιστήμη, άμα δεν μπορεί να σε ζήσει. Τουλάχιστον ο Πέτρος γύρισε και δουλεύει, δεν χαζολογάει στις ρούγες, ούτε τηράει ν’ αναμπαίξει τον αδύναμο. Τρέχει στα χωράφια του, πάει και στο μεροκάματο. Και δουλεύει γερά, δουλειά να δουν τα μάτια σου. Ας έχασε από μικρός τον πατέρα του, δεν φοβήθηκε. Στα γράμματα προχώρησε κι ας μην είδε βοήθεια από πουθενά. Αλλά πέρσι, έφυγε κι η φουκαριάρα η χήρα από καρδιά, εκεί στην αυλή που καθότανε και το παιδί γύρισε, ποιος θα του δώκει να ζήσει; Αλλά βλέπεις, δεν τους έκανε τη χάρη να πέσει στην ανάγκη τους κι αυτό τους ενόχλησε. Κάτι τέτοια δεν τα συγχωράνε». Έτσι σκεφτότανε ο μπάρμπα - Μήτσος ο «τσακ» και δεν είδε τη λακκούβα μπροστά απ’ το πηγάδι του. Παραπάτησε, κλυδωνίστηκε κι έπεσε μέσα. Μπροστά απ’ τα μάτια του πέρασε η μορφή της γριάς του. «Έρχομαι» της ψιθύρισε. Ο μόνος που τον είδε, ήταν ο Πέτρος που πλησίαζε κι εκείνος στο χωράφι. Έτρεξε, του φώναξε κι όταν δεν πήρε απάντηση κάλεσε την αστυνομία. Ο Αλέξανδρος Αργυρός έβγαλε από την τσέπη του δημοσιογραφικού του μπουφάν τον καπνό του κι άρχισε να στρίβει. Στο βανάκι του τηλεοπτικού σταθμού, ταξίδευε η τετραμελής ομάδα, ο Αλέξανδρος και τρεις τεχνικοί. Πήγαιναν

117_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

στο χωριό απ’ την πρωτεύουσα του νομού, να καλύψουν το θανατηφόρο ατύχημα για τις βραδινές ειδήσεις. Ο Αλέξανδρος ήταν άνθρωπος με φιλοδοξίες. Το επαρχιακό κανάλι στο οποίο δούλευε δεν τον γέμιζε. Ήταν μόνο το πρώτο σκαλί για την ανοδική πορεία που σχεδίαζε. Ένας απόφοιτος αμερικανικού κολεγίου σαν κι αυτόν, δεν θα κολλούσε στο βάλτο. Θυμόταν με δυσφορία την πρόσφατη συνάντησή του με τον ιδιοκτήτη του καναλιού, ένα μούτρο ευρύτερα γνωστό, πουλί της πιάτσας, που μετά τα εστιατόρια και τα ενοικιαζόμενα δωμάτια είπε να ρίξει τη ζαριά του και στα ΜΜΕ. «Αλεκάρα, αν μ’ ακούσεις θα καθιερωθείς» του είχε πει χωρίς περιστροφές. «Μαζί θα κάνουμε θαύματα. Έχεις μούρη που γράφει στο φακό, γενάκι, μαλλάκι, είσαι και κυριλέ, έχεις πέραση σε όλα τα κοινά, τι να λέμε τώρα» συνέχισε ακάθεκτος. «Θα σ’ έχω για ό,τι εξωτερικό προκύπτει, ξέρεις, ρεπορτάζ επί τόπου και θα βγαίνεις και μια φορά τη βδομάδα σε δική σου εκπομπή. Παρασκευή βράδυ θα τη βάλουμε και σου’ χω βρει και τίτλο που σκοτώνει. Α.Α – απ’ τα αρχικά σου, το’ πιασες; Γουστάρεις;» Ο Αλέξανδρος δεν μπόρεσε να μην ανατριχιάσει στην ανάμνηση της τραυματικής εμπειρίας. Σάλιωσε το τσιγαρόχαρτο και άναψε για να ηρεμήσει. Ευτυχώς, τον είχε πείσει να ονομαστεί η εκπομπή «αργά με τον Αλέξανδρο». Είχε όμως φορτωθεί σαν μόνιμους πανελίστες, έναν απόστρατο αξιωματικό της αστυνομίας κι έναν ιερωμένο. Στην πρώτη του εκπομπή, έδωσε πραγματική μάχη για να τους διακόψει κι επιπλέον, τα νούμερα πιάσανε πάτο. «Άλλαξε θέμα» συμβούλευσε ο ιδιοκτήτης «κι αν δεν έχεις, φτιάχτο». Εδώ που τα λέμε, ο χοντράνθρωπος είχε κι ένα δίκιο– ο δημοσιογράφος κάνει την είδηση. Αυτό τους είχαν διδάξει στο κολέγιο και στα διάφορα courses που είχε παρακολουθήσει. Ένα θέμα βολικό, ευέλικτο ήταν αυτό που έψαχνε. Κοίταξε τους άλλους τρεις μέσα απ’ τους ξανθούς καπνούς του τσιγάρου. «Μια ζωή στο ξερό γήπεδο θα παίζετε» σκέφτηκε και χαμογέλασε, «αλλά εγώ θα πατήσω σύντομα γρασίδι».

118_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Χρόνος χαμένος, χρόνος κλεμμένος και λεηλατημένος βάναυσα απ’ τους λειτουργούς της εξουσίας. Δυσκίνητα σώματα, θολά βλέμματα, βλακώδεις επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις. Δεν δικαιούσαι να δυσφορείς, οφείλεις να συνδράμεις την αστυνομία στο έργο της. Και γιατί παρακαλώ δυσφορείς; Έχεις τίποτα να κρύψεις; Πάλι απ’ την αρχή. Τι ώρα τον βρήκες, πού τον είδες να πέφτει, ήταν κι άλλοι εκεί; Τι έκανες μετά; Και ξανά οι ίδιες ερωτήσεις με την ίδια σειρά. Κάποτε εδέησαν να μου δώσουν να υπογράψω την κατάθεσή μου – είχε πάει απόγευμα – αλλά με προειδοποίησαν ότι δεν τελειώσαμε. «Θα σε ξαναφωνάξουμε οπωσδήποτε» είπε ο κύριος διοικητής. Επιστροφή στο χωριό με περιπολικό, ευτυχώς χωρίς χειροπέδες. Στην πλατεία, οι κεφαλές του τόπου δίνουν «κατάθεση» στην κάμερα. Χωρίς να το θέλω, τους κλέβω τηλεοπτικό χρόνο. Το συνεργείο μού την πέφτει αμέσως μόλις εμφανίζομαι. Ένα τσιγάρο θέλω μόνο, ούτε φαΐ, ούτε νερό και κυρίως όχι άλλες ερωτήσεις. Κάνω τον αδιάφορο και προχωράω αλλά ένας φλώρος μ’ ακολουθεί με το μαρκούτσι μέχρι το σπίτι. «Γιατί δεν απαντάτε, φοβάστε; Έχετε κάτι να κρύψετε;». Του’ πα να πάει να γαμηθεί κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Νιώθω το θάνατο να με γυροφέρνει σε τούτο το μέρος. Κι ενώ είπα πως ξέφυγα, να που αναγκάστηκα να επιστρέψω. Η αλυσίδα είναι δεμένη στον αστράγαλό μου και πακτωμένη στο χωριό, όσο μακριά κι αν πάω ένα χέρι αόρατο θα με μαζέψει πάλι πίσω. Σαν να μην υπάρχει διέξοδος, σαν να’ ναι μάταιο το να προσπαθείς να παρακάμψεις τη μοίρα. Το βραδινό δελτίο ειδήσεων του σταθμού παρουσίαζε η «σχέση» του ιδιοκτήτη. «Φρεγάδα μου» την αποκαλούσε αυτός όταν είχε κέφια. Η ξανθιά ύπαρξη, είχε δίπλα της στο στούντιο τον Αλέξανδρο, άρτι αφιχθέντα «απ’ τον τόπο του εγκλήματος», όπως βιάστηκε να πει. Ο Αλέξανδρος, πολύ προσεκτικά, διευκρίνισε ότι δεν πρόκειται για έγκλημα μάλλον, αλλά «καλύτερα να μιλήσει το ρεπορτάζ».

119_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Το βίντεο έτρεξε. Πλάνα άρχισαν να πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Αρχικά, μια άποψη του χωριού από μακριά. Μετά, το χωράφι του μπάρμπα – Μήτσου με ζουμ στο «φονικό πηγάδι». Αργότερα, οι κάτοικοι στην πλατεία του χωριού να συναγωνίζονται σε κοινοτοπίες, με τον Παναγιώταρο να υπερισχύει με άνεση. Τέλος, ένα πλάνο του Πέτρου, που αποφεύγει την κάμερα και τον Αλέξανδρο και κλείνεται στο σπίτι του. «Γιατί ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας αρνήθηκε να σου μιλήσει Αλέξανδρε; Τι εισπράττεις εσύ απ’ την αντίδρασή του;» ρώτησε η «φρεγάδα». «Κοίταξε, θεωρώ ότι είχε κάθε δικαίωμα να μην απαντήσει στις ερωτήσεις μας» είπε μειλίχια ο Αλέξανδρος. «Βέβαια» συνέχισε, «η γλώσσα που χρησιμοποίησε δεν τον τιμά. Δεν δείξαμε τα συγκεκριμένα πλάνα, από σεβασμό στους τηλεθεατές μας, ας με πιστέψουν όμως και οι πιο καχύποπτοι – είναι πολύ δύσκολο για τον δημοσιογράφο σήμερα, να φέρει σε πέρας την αποστολή του. Παρόλα αυτά όμως, θεωρώ πως βγάλαμε λαυράκι παρά την απροθυμία του συγκεκριμένου κυρίου». «Δηλαδή;» ενδιαφέρθηκε η παρουσιάστρια. «Θα μου επιτρέψεις να κρατήσω κάτι για την αυριανή μου εκπομπή» έκλεισε χαμογελώντας ο Αλέξανδρος. Οι δυο συνάδελφοι χαριεντίστηκαν λίγο ακόμα κι αργότερα οι ειδήσεις συνεχίστηκαν με το επόμενο θέμα. «Ο μακαρίτης ήταν σφιχτός» έλεγε ο Παναγιώταρος κοιτάζοντας με άνεση την κάμερα. «Το χέρι του δεν τ’ άνοιγε εύκολα. Είχε ένα χούι – δεν άφηνε ποτέ λεφτά στο σπίτι. Ότι ώρα κι αν έβγαινε, όπου κι αν πήγαινε, είχε μια σακούλα δερμάτινη περασμένη με λουρί στο λαιμό κι έσερνε τα λεφτά μαζί του. Όχι πολλά πράματα, κάνα χιλιάρικο που είχε για ώρα ανάγκης. “Πρόσεχε Μήτσο” του’ λεγα. “Θα σε πάρει χαμπάρι κανένας ξένος και θα σε κλαδέψει”. Δεν άκουγε ντιπ. “Όσο είμαι ζωντανός, η σακούλα δεν ξεκολλάει από πάνω μου” έλεγε». Το πλάνο τέλειωνε με ζουμ στον Παναγιώταρο που ξεκούκιζε το κομπολόι του. Στην ενημέρωση όμως της αστυνομίας, δεν αναφερόταν πουθενά κάτι σχετικό με τη σακούλα. Ούτε είχαν βρεθεί χρήματα στις τσέπες του θύματος ή στην περιοχή 120_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

γύρω απ’ το πηγάδι. Στη συνέχεια του ρεπορτάζ, υπήρξαν κι άλλοι συγχωριανοί που επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα του Παναγιώταρου. Κάποιοι μάλιστα υποστήριξαν ότι ο μπάρμπα – Μήτσος ο «τσακ» τη σακούλα δεν την έβγαζε ποτέ από πάνω του, ακόμα και τις ώρες που ήταν σπίτι. Κάθε τόσο μάλιστα την ακούμπαγε, για να βεβαιωθεί ότι δεν έλειπε. «Σημαντ��κό στοιχείο, που αναμφίβολα προβληματίζει τις αστυνομικές αρχές» ολοκλήρωσε ο Αλέξανδρος. Ο απόστρατος αστυνομικός ζήτησε και πήρε το λόγο. Επικαλούμενος τη μεγάλη πείρα που είχε συσσωρεύσει μετά από τόσα χρόνια στο σώμα, δήλωσε ότι το «ατύχημα», ήταν φόνος με κίνητρο τη ληστεία. «Ο τίτλος της σημερινής εκπομπής θα έπρεπε να είναι “έγκλημα στο χωριό”» είπε φωνάζοντας και χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι. Αγνόησε τις συστάσεις του Αλέξανδρου για μετριοπάθεια και κάλεσε την αστυνομία να ανακρίνει και πάλι τον αυτόπτη μάρτυρα. «Τι πάει να πει δεν θέλει να μιλήσει;» απάντησε στο σχόλιο του παρουσιαστή. «Έχει υποχρέωση να καταθέσει όσα είδε». «Εδώ δεν δικάζουμε» παρενέβη την τελευταία στιγμή ο Αλέξανδρος. «Οφείλουμε να φωτίσουμε κάποιες λιγότερο ευκρινείς πλευρές της υπόθεσης. Δεν καταλογίζουμε ευθύνες, ούτε επιβάλλουμε ποινές». «Με τη βοήθεια του Θεού θα βρεθεί ο ένοχος» πετάχτηκε ο ιερωμένος, που ήθελε πάντα να έχει την τελευταία λέξη. Κοιμήθηκα αργά, πολύ μετά την εκπομπή. Έκανα ύπνο ταραγμένο, γεμάτο εφιάλτες. Μόνο αφού ξημέρωσε μπόρεσα να ηρεμήσω και να βυθιστώ σε νάρκη. Ξύπνησα κατά το μεσημέρι και σύρθηκα μέχρι το καφενείο. «Καλώς τα δέχτηκες Βαγγέλη» είπε ο Παναγιώταρος στον καφετζή. Όλοι κοιτούσαν με μισό μάτι κι όταν έκατσα, όσοι βρίσκονταν στα διπλανά τραπέζια άλλαξαν θέση. Ήπια τον μισό καφέ κι έφυγα. Πως ήρθε τούμπα ο κόσμος μου; Τι έκανα για να το προκαλέσω; Τόσον καιρό κάνω τον σκληρό και δεν μασάω στις ειρωνείες και τα γελάκια τους, αλλά πως ν’ αντέξεις τη μοναξιά και τη βουβή κακία; Άνθρωποι που με γνώριζαν από μωρό στην κούνια κι άλλοι που μεγαλώσαμε μαζί, άνθρωποι που μέχρι χτες με 121_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

γλυκοχαιρετούσανε, σήμερα κάνουν πως δεν με ξέρουν. Πόσον καιρό θα κάνω τον ήρωα και τον υπεράνω; Και πώς να πείσεις για το δίκιο σου ένα ντουβάρι από γυρισμένες πλάτες; Τι είναι αυτό που ακούστηκε; Σαν να έσπασε τζάμι… «Διακόπτουμε τη ροή του δελτίου, γιατί έχουμε στο τηλέφωνο τον Αλέξανδρο Αργυρό για μια έκτακτη είδηση. Αλέξανδρε, σε ακούμε» είπε η πληθωρική «φρεγάδα». Κάτω δεξιά στην οθόνη, υπήρχε μια φωτογραφία του ρεπόρτερ μ’ ένα κόκκινο LIVE ν’ αναβοσβήνει. «Καλησπέρα σε όλους όσοι μας βλέπουν» είπε προσέχοντας τη σύνταξη της πρότασής του ο Αλέξανδρος. «Ήμασταν με συνεργείο του καναλιού στον τόπο όπου προ ολίγων ημερών, ένας άνθρωπος βρέθηκε νεκρός μέσα σε ξεροπήγαδο. Κάναμε ρεπορτάζ για τις ανάγκες της εκπομπής, όταν γίναμε μάρτυρες ενός κυριολεκτικά συγκλονιστικού γεγονότος. Ομάδα κατοίκων του χωριού, κινήθηκε προς την οικία του μοναδικού αυτόπτη μάρτυρα του περιστατικού και άρχισε να την πετροβολάει. Ο νεαρός, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο εσωτερικό του σπιτιού, αρχικά τους φώναξε να σταματήσουν. Όταν όμως είδε ότι το πετροβόλημα συνεχίζεται, άνοιξε την εξώπορτα κι όρμησε εναντίον τους, οπλισμένος με μια τσουγκράνα. Ευτυχώς, στην περιοχή βρισκόταν περιπολικό της αστυνομίας που ερευνούσε το σπίτι του εκλιπόντος μπάρμπα – Μήτσου για περαιτέρω στοιχεία. Κάποιος λοιπόν ειδοποίησε τους αστυνομικούς και αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνοι έδρασαν άμεσα. Εμφανίστηκαν την τελευταία στιγμή, κυριολεκτικά στο «τσακ» κι ευτυχώς αποφύγαμε τα χειρότερα. Τα πνεύματα ήταν οξυμένα και θα μπορούσαμε να θρηνήσουμε θύματα». «Αλέξανδρε, παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα όσα μας περιγράφεις» επανήλθε η «φρεγάδα». «Πες μας, γιατί συνέβησαν όλα αυτά; Μήπως κάποιοι θεωρούν υπεύθυνο το νεαρό για το θάνατο του μπάρμπα – Μήτσου; Τι προκύπτει από το ρεπορτάζ;».

122_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

«Θα έλεγα ότι σ’ αυτή την υπόθεση πρέπει όλοι να είμαστε ψύχραιμοι και προσεκτικοί» απάντησε ο Αλέξανδρος. «Νέα δεδομένα προκύπτουν συνεχώς και οδηγούν σε ανατροπές. Από έγκυρη πηγή, έχουμε την πληροφορία, ότι στο σπίτι του μακαρίτη βρέθηκε η δερμάτινη σακούλα με το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ευρώ – κάποιοι μάλιστα την αναγνώρισαν. Αυτό σημαίνει, ότι η αστυνομία φαίνεται να αποκλείει την εγκληματική ενέργεια και να καταλήγει στο ενδεχόμενο του ατυχήματος. Όπως και να’ χει, περιστατικά αυτοδικίας σαν το σημερινό δεν είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτά. Εμείς, κάνουμε έκκληση για σωφροσύνη και νηφαλιότητα και θα επανέλθουμε την επόμενη εβδομάδα με τα νεότερα στοιχεία της συγκλονιστικής αυτής υπόθεσης. Και μην ξεχνάμε: δεν καταλογίζουμε ευθύνες, δεν επιβάλλουμε ποινές, φωτίζουμε μόνο τις σκοτεινές πτυχές της ιστορίας». Το τζάμι φτιάχτηκε. Ας είναι καλά ο Γιάννης, ο παλιός συμμαθητής. Αυτός ειδοποίησε την αστυνομία - γυρνούσε απ’ το μαγαζί όταν έπεσε πάνω στον καβγά. Αργότερα, όταν οι κάφροι βάλανε την ουρά στα σκέλια και λακίσανε, ήρθε μόνος του, πήρε μέτρα και την επομένη έφερε και τοποθέτησε το τζάμι. Έμεινε λίγο και μιλήσαμε. Δουλεύει μαζί με τον πατέρα του στο τζαμάδικο, έχει μάθει την τέχνη. Το μεροκάματο βγαίνει, σκέφτεται να φύγει απ’ το χωριό, να πιάσει σπίτι στην πόλη. Ούτε λεφτά δέχτηκε, ούτε τίποτα. «Μην χολοσκάς» μου είπε φεύγοντας, «αυτά δεν είναι σοβαρά, όλα μπαλώνονται». Μια ζωή, πώς μπαλώνεται; Πώς να τους αντικρίσεις όλους αυτούς από αύριο; Πηγαίνουν πάντα μαζί, σαν τις κότες, ένα μάτσο φοβισμένα ανθρωπάκια. Μόλις πλάκωσαν οι μπάτσοι, ένας – ένας άρχισε να σούρνει σαν το φίδι. Μείνανε δυο – τρεις στο τέλος, όσοι δεν πρόλαβαν να εξαφανιστούν, αλλά κανείς δεν ήξερε τίποτα. Μόνο άκουσαν τις φωνές κι ήρθαν να δουν τι συμβαίνει, από περιέργεια. Με ρώτησαν αν θα κάνω μήνυση. Τι νόημα έχει; «Καλύτερα μην κάνεις» μου’ πε εμπιστευτικά ένας απ’ τους αστυνομικούς. «Είναι περισσότεροι, δεν ξέρεις τι θα πούνε, μπορεί να βρεθείς μπλεγμένος. Άστο, τώρα που βρήκαμε και τη σακούλα με τα λεφτά, θα καθαρίσεις κι απ’ το άλλο, μην πας γυρεύοντας». 123_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Είχε δίκιο. Μου είχαν σχεδόν απαγγείλει κατηγορία από τηλεοράσεως για ληστεία μετά φόνου. Αν η σακούλα δεν είχε βρεθεί, θα ήταν θέμα χρόνου να με καλέσει ο εισαγγελέας. Ήδη κάποιοι μεροκαματιάρηδες σχολιαστές του καναλιού είχαν αρχίσει να μιλάνε για το «περί δικαίου αίσθημα» του κοινού. Τώρα βέβαια, θα γυρίσει το χαρτί, αφού ο δαιμόνιος ρεπόρτερ προεξόφλησε την αλλαγή στη στάση της αστυνομίας. Περάσαμε στη φάση όπου «θα πρυτανεύσει η λογική» και «θα παρέμβουν οι ψυχραιμότεροι». Χρειάζομαι σεμινάριο για το πώς θα συνεχίσω να ζω. Η εποχή με ξεπερνάει, δεν είμαι μέρος της, δεν μπορώ ν’ ακολουθήσω. «Άλλοι καιροί, άλλα μυαλά» έλεγε ο μπάρμπα – Μήτσος, πώς αλλάζεις όμως μυαλά; Κουράστηκα. Βαρέθηκα να δίνω μάχες για τα αυτονόητα κι ούτε μπορώ να θωρακίσω το είναι μου απέναντι σ’ αυτά που με διαβρώνουν. Η αλυσίδα στον αστράγαλο κρατάει γερά και το μόνο που επιτρέπει είναι οι κύκλοι – κύκλοι ατέρμονοι, χωρίς σκοπό και νόημα… Μετά το «Αργά με τον Αλέξανδρο» εκείνης της Παρασκευής, στήθηκε στο σταθμό ένα μικρό πάρτυ, με πρωτοβουλία του ιδιοκτήτη. Το κανάλι ζούσε μεγάλες στιγμές. Τα νούμερά του εκτοξεύτηκαν, φέρνοντάς το πρώτο σε επαρχιακό επίπεδο, ενώ τα τηλέφωνα δεν σταμάτησαν να χτυπούν από ενθουσιώδεις ντόπιους επιχειρηματίες που ζητούσαν να διαφημιστούν. Η μεγαλύτερη ζήτηση εμφανιζόταν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το κεντρικό δελτίο ειδήσεων και κυρίως στο «Αργά» την εκπομπή των «μεγάλων αποκαλύψεων». Ο ιδιοκτήτης, στο ξεκίνημα της γιορτής, έβγαλε ένα σύντομο λογύδριο, επαινώντας όλους τους εργαζομένους στο κανάλι και κυρίως τα δυο «πουλέν» του, όπως τους χαρακτήρισε, τον Αλέξανδρο και τη «φρεγάδα». «Όλοι με περνούσαν για τρελό όταν στήριξα τα νέα παιδιά, τους άβγαλτους» είπε «αλλά εγώ τους πίστεψα και δικαιώθηκα». Καταιγισμός χειροκροτημάτων ακολούθησε τις τελευταίες του λέξεις. Αργότερα εκείνο το βράδυ, μετά το πάρτυ, βολεμένος στην πολυθρόνα του γραφείου του, χαμένος πίσω απ’ τους καπνούς του πούρου του, ο ισχυρός άνδρας 124_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

του καναλιού είχε αφεθεί στις σκέψεις του. Τα πάντα για κείνον ήταν προϊόντα με ανταλλακτική αξία και ήδη τον απασχολούσε η επόμενη κίνησή του. Ήξερε ότι ο Αλέξανδρος ήθελε να φύγει με την πρώτη ευκαιρία, δεν ήταν ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος που επιδίωκε κάτι τέτοιο. Μετά μάλιστα την πρόσφατη επιτυχία του, ήταν στα πάνω του, δεν θ’ αργούσαν να καταφτάσουν οι πρώτες προτάσεις. «Τον έχω δέσει γερά με το συμβόλαιο» σκεφτόταν ο ιδιοκτήτης «θα μου τα σκάσουνε χοντρά για να τον αφήσω να φύγει. Κι αν μάλιστα το Αλεκάκι θέλει να φύγει άμεσα, όπως ψιθυρίζεται, θα μου τα σκάσει κι ο ίδιος για να τον αποδεσμεύσω. Όσο για το άλλο το πουτανάκι, που όλο το βράδυ σήμερα σαλιάριζε με το βουτυρομπεμπέ, θα το στρώσω από αύριο. Έτσι, για να θυμηθεί ποια ήτανε και πώς τη λέγανε. Έγινε κι αυτή κυρία, επειδή το δελτίο κάνει νούμερα και νόμισε ότι θ’ ανοίξει πανιά για τα μεγάλα κανάλια. Κούνια που την κούναγε. Καιρός να μάθει, ότι από νέες φάτσες σ’ αυτή τη δουλειά βρωμάει ο τόπος. Εύκολα απ’ το δελτίο τη στέλνω να λέει τον καιρό, ήρθε η ώρα να της το θυμίσω». Στράγγιξε το ποτήρι με το ουίσκι, έσβησε το πορτατίφ του γραφείου κι αποκοιμήθηκε στην πολυθρόνα ήσυχος για το μέλλον. Η ροή των πραγμάτων δεν θ’ άλλαζε.

125_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ Η Άννα-Μαρία Παπαδάκη γεννήθηκε στη Λάρνακα της Κύπρου το 1980. Είναι πτυχιούχος Ιστορικού-Αρχαιολογικού Α.Π.Θ., πτυχιούχος Θεολογίας Α.Π.Θ. και κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου Ειδίκευσης στην Ιστορία της Τέχνης Α.Π.Θ. Τον Ιούνιο του 2010 αναγορεύτηκε διδάκτωρ Θεολογίας Α.Π.Θ. Έχει κάνει δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά σε Ελλάδα και Κύπρο. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου. Είναι παντρεμένη και έχει ένα γιό.

Ο Διονύσης Μαρίνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Είναι δημοσιογράφος και μέχρι τώρα έχει καταφέρει να γράψει δύο μυθιστορήματα. Τα Χαμένα Κορμιά (2011, εκδ. Τετράγωνο) και την Τελευταία Πόλη (2012, εκδ. Γαβριηλίδης). Διατηρεί το blog ποίησης: adespotosskylos.blogspot.com. Μέσα στο 2013 ετοιμάζεται η πρώτη του ποιητική συλλογή.

Η Αργυρώ Μπαξεβάνου γεννήθηκε στη Λάρισα το 1966. Ζει κι εργάζεται στη Σκιάθο. Αποφοίτησε από το τμήμα Φιλολογίας του Α.Π.Θ. υπήρξε για έξι χρόνια υπεύθυνη ύλης για το περιοδικό του Δήμου Σκιάθου «Με του βορηά τα κύματα». Πολλά διηγήματα και ποιήματά της έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Την Ημέρα της Γυναίκας του 2012 τιμήθηκε για την πνευματική της προσφορά από το Σύλλογο Γυναικών Σκιάθου. Εξέδωσε μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Ακρωτήριο Στυγερό». Τον Φεβρουάριο του 2012 ολοκλήρωσε επιστημονική μελέτη με θέμα: «Σημαντικοί θετικοί επιστήμονες κατά την διάρκεια του Βυζαντίου». Έργα της έχουν δημοσιευθεί σε πολλά περιοδικά και ανθολογίες.

126_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Ο Γιάννης Ρεμούνδος γεννήθηκε το 1950 στο Κερατσίνι. Πεζογράφος, ασχολήθηκε ειδικότερα με την παιδική λογοτεχνία. Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έζησε στη Δανία, τη Γιουγκοσλαβία, τη Γερμανία και αρκετό διάστημα στην Κρήτη (Χανιά και Ηράκλειο), απασχολούμενος σε διάφορες βιοποριστικές δουλειές που του άφηναν χρόνο για γράψιμο. Παιδικά βιβλία του βραβεύτηκαν από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Μερικά από τα βιβλία του: Πέντε μέρες που συγκλόνισαν το σπίτι μας, Παραμύθια με τη ρίγανη, Της κακομοίρας, Το κυνήγι του κρυμμένου θησαυρού κ.α. (Παιδική / εφηβική λογοτεχνία), Κυνηγώντας το χάρτινο φεγγάρι, Βάζω τη μοναξιά, βάλε το όνειρο, Δυτικές συνοικίες, Polaroid stories, Η ζωή είναι μυθιστόρημα, μωρό μου (Μυθιστορήματα) Keratsini dream, Σημειώσεις 11-26 (διηγήματα).

Η Λιλή Γάτη γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά πέρασε τα πιο γλυκά χρόνια της ζωής της, τα πρωτοσχολικά, στην πατρίδα της καρδιάς της, στα Καστέλλια Φωκίδας. Σπούδασε Δίκτυα Η/Υ, κάτι που ξέχασε νωρίς και πλέον εργάζεται στο χώρο του φαρμάκου, ως επιστημονικός συνεργάτης φαρμακευτικής εταιρείας. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, από την οποία και τιμήθηκε το 2009 με το 1ο Βραβείο στον πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της, για την νουβέλα

‘’Εξ

αίματος’’.

Το

2010

εκδόθηκε

το

παιδικό

διήγημά

της

‘’Χελιδονοφωλιά’’, στην ανθολογία με τίτλο ‘’Γεια σου φίλε’’ από τη Σύγχρονη Εποχή. Το 2011 διακρίθηκε με 2ο Βραβείο από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών για το παραμύθι ‘’Η βελόνα’’.

Ο Ιορδάνης Σ. Κυριακίδης γεννήθηκε σε ένα χωριό του Δήμου Γιαννιτσών, Νομού Πέλλης. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια στη Φιλοσοφική Σχολή στο Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Διορίστηκε ως φιλόλογος καθηγητής στη Μέση Εκπ/ση και από το 1986 έως το περασμένο καλοκαίρι, υπηρέτησε στο 1ο Γενικό Λύκειο 127_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

Γιαννιτσών ως διευθυντής. Σε εφημερίδες του Νομού Πέλλης δημοσίευσε άρθρα παιδαγωγικού

κυρίως περιεχομένου. Έχει πάρει μέρος σε Πανελλήνιους

Λογοτεχνικούς Διαγωνισμούς και τον τίμησαν οι διοργανωτές με Α΄ & Β΄ Βραβεία σε Διηγήματα, Νουβέλες και Μυθιστόρημα, καθώς και επαίνους σε Διηγήματα και Νουβέλες. Συνεχίζει να γράφει και συνεχίζει να ασχολείται «ολίγον»’ με τη μελισσοκομία και την Αγιογραφία.

Ο Μίνως Σκουντάκης γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1991 στο Μαρούσι. Έμενε στον Πειραιά μέχρι το 2001, όταν μετακόμισε στο Ηράκλειο Κρήτης όπου στην ηλικία των 16 ξεκίνησε να γράφει. Το 2008 πέρασε στο τμήμα φιλολογίας, της φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Κρήτης στο Ρέθυμνο, απ’ όπου αποφοίτησε το 2012 και σήμερα συνεχίζει τις σπουδές του, ως μεταπτυχιακός φοιτητής πλέον του τομέα Βυζαντινής φιλολογίας. Η πρώτη του λογοτεχνική διάκριση ήρθε το 2010, στον Α΄ διαγωνισμό διηγήματος «Στέλιος Ξεφλούδας».

Ο Αχιλλέας Τριαντόγλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962. Είναι πτυχιούχος Φαρμακοποιός και Χημικός και θα ακολουθούσε ακαδημαϊκή καριέρα, αν δεν τον κέρδιζε η δεύτερη μεγάλη του αγάπη μετά το διάβασμα, η οδήγηση. Πέρασε 25 χρόνια της ζωής το κάνοντας 33 φορές το γύρο της γης οδηγώντας ένα ταξί, μαζεύοντας εμπειρίες και διαβάζοντας στις ατέλειωτες ώρες αναμονής στις πιάτσες. Εδώ και τρία χρόνια έχει κρεμάσει το επαγγελματικό του δίπλωμα και εργάζεται με τη σύζυγο και “μούσα” του στο φαρμακείο τους. Ζουν στη Θεσσαλονίκη με τα δυο τους παιδιά και την ολυμπιακών διαστάσεων βιβλιοθήκη τους.

Η Ελένη Χριστοφοράτου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1998 και στη συνέχεια ολοκλήρωσε με άριστα τις μεταπτυχιακές της σπουδές πάνω στη Φιλοσοφία. Έχει πάρει διακρίσεις σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς πεζογραφίας και ποιήσεως και 128_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

έχει εκδώσει μια νουβέλα και μια ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις Δωδώνη καθώς και επιστημονικά συγγράμματα για το διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. Φιλολόγων από τις εκδόσεις Μέθεξη. Σύντομα θα εκδοθεί συλλογή διηγημάτων της από τον εκδοτικό οίκο Άπαρσις

Η Νταίζη Λεονάρδου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Στα παιδικά της χρόνια λόγω των μεταθέσεων του στρατιωτικού πατέρα της γύρισε όλη την Ελλάδα και γνώρισε πολλούς τόπους και ανθρώπους, μέχρι να καταλήξει στου Παπάγου, στο Γυμνάσιο των Ουρσουλινών και στο Αρχαιολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Εργάζεται εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες σαν φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση και - μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τη Γενική Γραμματεία Διά Βίου Μάθησης σαν επιστημονική συνεργάτις - τα τελευταία χρόνια υπηρετεί σε Διαπολιτισμικό Λύκειο, επιχειρώντας την εφαρμογή καινοτόμων διδακτικών και παιδαγωγικών μεθόδων στη διαχείριση αλλοεθνών μαθητών. Με τη συγγραφή ασχολείται ερασιτεχνικά και το παρόν διήγημα είναι η πρώτη της «δημόσια» εμφάνιση.

Ο Πανίκος Παναγή (Παν –Παν) γεννήθηκε το 1948 στο χωριό Συλίκου της επαρχίας Λεμεσού. Αποφοίτησε από το Λανίτειο Γυμνάσιο το 1966. Έχει ασχοληθεί με το χονδρικό εμπόριο σαν διευθυντής πωλήσεων. Κύριος λογοτεχνικός τομέας η σατυρική ποίηση. Συνεργάστηκε με την «ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ» του Γιώργου Μαυρογένη,

το

Ρ.Ι.Κ,

και

τις

εφημερίδες

«ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ»,

«ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ». Έχει εκδώσει δυο έμμετρες σατυρικές συλλογές. Δυο άλλες, κέρδισαν πρώτα βραβεία στα «ΣΙΚΕΛΛΙΑΝΑ» το 2011 και 2012. Από το 2009, οπότε και άρχισε να δοκιμάζει τις δυνάμεις μου και εκτός Κύπρου, κέρδισε συνολικά 21 Πανελλήνια και Παγκόσμια βραβεία (ποίηση, ποίηση Χάι- Κου, διήγημα και σατυρική ποίηση). Είναι ιδρυτικό μέλος της « Ένωσης Σατυρικών και Ευθυμογράφων Κύπρου», της «Πνευματικής Συντροφιάς Λεμεσού» και του

129_


Β’ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ “ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ” ____________________________________________________________________________________________

πολιτιστικού ομίλου «Ορφέας Λεμεσού». Ο Δήμος Λεμεσού, τον έχει τιμήσει για την προσφορά μου στα Ελληνικά Γράμματα και στην Κυπριακή Λογοτεχνία.

Ο Ηλίας Κοκκολιάδης γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου του 1972 και μεγάλωσε στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη. Από τον Ιούλιο του 2001 κατοικεί στο Ίλιον. Είναι μαθηματικός, αλλά εργάζεται σαν ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας στο κέντρο ελέγχου περιοχής Αθηνών και Μακεδονίας. Έχει μια γλυκύτατη σύζυγο και μια δεκάχρονη κόρη που είναι πιο χαριτωμένη κι απ’ τις ομορφότερες μαθηματικές εικασίες!

130_


ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ____________________________________________________________________________________________

Προοδευτικός Σύλλογος «Τα Καστέλλια»

131_


Οι 12 ιστορίες που ξεχώρισαν στον Β’ Διαγωνισμό “Στέλιος Ξεφλούδας"