Page 1

ΤΕΥΧΟΣ 2

Magnum Opus ΜΗΝΙΑΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018


MAGNUM OPUS ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ

ΝΕΑ

Σ'ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΕΥΧΟΣ

Σημείωση

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Κριστιάν Νίρκα, Υπεύθυνος έκδοσης

ΠΟΙΗΣΗ

Το Magnum Opus είναι ένα ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό που εκδίδεται σε συνεργασία

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

με το iTravelPoetry.com Με αυτοσκοπό την ανάδειξη της τέχνης (και) του λόγου, αμφότερες έννοιες παραμελημένες στις μέρες

ΜΟΥΣΙΚΑ ΝΕΑ

μας, ξεκίνησε μια ταπεινή αναζήτηση "λέξεων" η οποία ωστόσο οδήγησε στην εύρεση "φωνών". Αυτό το ένθετο λοιπόν, αποτελεί ένα συνονθύλευμα από φωνές. Αρμόζει λοιπόν να ευχαριστήσουμε τους συγγραφείς που συνέβαλαν στην δημιουργία αυτού του τεύχους, καθώς και τους αναγνώστες μας.


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ The art off stortelling

Σ'ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ

Ο Ξέρξης

"Ο Ξέρξης" διήγημα του Δημήτρη Παπαδημητρίου

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

"Ανοικτό παράθυρο" γράφει ο Οδυσσέας Νασιόπουλος "Μαρουσώ"του Δημήτρη Παπαδημητρίου

Ο Ξέρξης ήταν σκύλος. Μυστήριο τραίνο. Δεν ξέρω πολλά πράγματα για τους σκύλους, δεν είχα ποτέ. Δεν ξέρω με τι κριτήριο ''επιλέγουν'' αφεντικό, ξέρω μόνο ότι άμα σε αγαπήσει σκύλος, είναι για πάντα, ή μήπως όχι; Ο Ξέρξης ήταν καραβόσκυλο. Τον πήρε στο βαπόρι κουτάβι κάποιος λοστρόμος, στην Σαβόνα νομίζω. Ο Ξέρξης μεγάλωσε, ο λοστρόμος ξεμπάρκαρε, εκείνος έμεινε στο βαπόρι.


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

Θρήνησε το φευγιό του αφεντικού του. Οι θρύλοι του βαποριού έλεγαν ότι δεν έτρωγε για τρεις μέρες και, κουλουριασμένος σε μια γωνιά στο μαγαζί του λοστρόμου στην πρύμη, έκλαιγε σαν μωρό. Μετά το ξεπέρασε. Προσκολλήθηκε στον νέο λοστρόμο. Μέχρι που έφυγε κι αυτός και ήρθε άλλος, κι άλλος, κι άλλος... Έτσι, με τα χρόνια ο Ξέρξης έγινε ο σκύλος του εκάστοτε λοστρόμου. Όταν πήρα εγώ την θέση κάποιου λοστρόμου, ο Ξέρξης ήταν πλέον στην δύση της ζωής του. Με καλοδέχτηκε και έγινε ο μόνιμος ακόλουθός μου. Όπου πήγαινα από πίσω αυτός. Άμα τσακωνόμουνα με κάποιον νάυτη, ο Ξέρξης τον ξέχεζε άσχημα. Όταν είχε καλό καιρό συνήθιζα μετά το βραδινό φαγητό και αφού τελείωνα με τους ελέγχους που είχα να κάνω, να πηγαίνω στην πλώρη και να χαζεύω το ηλιοβασίλεμα. Ο Ξέρξης από δίπλα. 'Οταν είχε φουρτούνα τον έπαιρνα στην καμπίνα όπου κουλουριαζόταν στον καναπέ και αφουγκραζόταν τον καιρό. Ήρθε κάποτε ο καιρός να ξεμπαρκάρω. Αρκετές μέρες πριν, ο Ξέρξης ήταν ανήσυχος. Τριβόταν συνεχώς στα πόδια μου, με κοίταγε με ένα βλέμμα που μου σπάραζε την καρδιά και έβγαζε κάτι μικρά γρυλίσματα όλο παράπονο. Εγώ προσπαθούσα να τον παρηγορήσω και του έλεγα χαιδεύοντάς του το κεφάλι ότι θα έρθει άλλος λοστρόμος στην θέση μου και ότι θα τον αγαπάει κι εκείνος όπως εγώ, όπως και όλοι οι προηγούμενοι. Θέλαμε καμιά δεκαριά ώρες να φτάσουμε στο Ρότερνταμ, όπου θα ξεμπαρκάριζα. Θα είχε πολύ δουλειά σήμερα. Βγήκα κατά τις πεντέμισυ το πρωί στην τραπεζαρία για καφέ. Ο Ξέρξης πουθενά...Παραξενεύτηκα πολύ, καθ'ότι πάντα με περίμενε έξω απ' την πόρτα και με συνόδευε παντού, ακόμα και στην γέφυρα. Ρώτησα όσους ήταν ξύπνιοι αν τον είδαν, κανείς δεν τον είχε δει. Άρχισα να τον ψάχνω. Πουθενά ο Ξέρξης -άφαντος. Ψάχνοντας, έφτασα στην πρύμη. Εκεί, δίπλα στο αριστερό όκιο, πρόσεξα χάμω, στην λαμαρίνα ένα μικρό σφιλάτσο που το είχα κάνει απ' την μία άκρη γάσα κι απ' την άλλη ιβιλάι

ΤΕΥΧΟΣ 2

"Οι αφοσιωμένες ψυχές είναι σαν τους ζητιάνους. Ζουν με ό,τι τους προσφέρουν οι άλλοι" ~Ντιντερό


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

Το είχα πάντα στο γραφειάκι στην καμπίνα. Έσκυψα, το μάζεψα, το κοίταξα. Μετά κοίταξα την θάλασσα κάτω απ' την πρύμη, τα απόνερα της προπέλας. Ένα δάκρυ ύγρανε το μάτι μου. Το σκούπισα βιαστικά... Μυστήρια πλάσματα οι σκύλοι...

Ανοικτό παράθυρο ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟΥ

-Μα τι κάνεις εκεί; Τόσα χρώματα τι τα θέλεις; -Μα γιατί άλλο, θέλω, να ζωγραφίσω, πρόσεξε! Όχι, "θα ζωγραφίσω," αλλά "να ζωγραφίσω." "Υπάρχει διαφορά;" Είπε, εκείνος. "Μεγάλη, το ένα έχει την σημασία του κάποτε, το δεύτερο, την σιγουριά της δεδομένης πράξης του τώρα." "Μπά! Κι πως σου ήρθε, εσύ ποτέ σου δεν ασχολήθηκες με χρώματα. Και δεν βλέπω, κάποιο πίνακα, πλακάτ ή έστω ένα φύλλο χαρτί. Που θα ζωγραφίσεις Ελένη;" Ρώτησε εκείνος, γεμάτος απορία. "Να βλέπεις εκεί έξω," και του δείξε τ’ανοιχτό παράθυρο, την γκρίζα πόλη, τους σκυφτούς μελαγχολικούς διαβάτες.

"Αυτήν θα ζωγραφίσω. Δεν φαντάζεσαι πόσες χρωμάτων ιδέες έχω αποκτήσει στα ταξίδια μου. Πόσα σχέδια, πόση ομορφιά. Εδώ λοιπόν, θα εφαρμόσω όλες τις τεχνοτροπίες της δημιουργίας, Ό, τι καλύτερο έχει αναδείξει, έχει φτιάξει σ’ αρετή ο πολιτισμένος άνθρωπος. Εδώ, σ’ αυτήν την γωνιά που όρισε την ελευθερία ως θεμέλιο ζωής κι υπέρτατης αυτοθυσίας."


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

"Μα θα σ’ αφήσουν; Θα σε πολεμήσουν!" Είπε, εκείνος. "Ε και! Πάντα πολεμούσαν, όλους εκείνους που τολμούσαν, σκέφτονταν και πήγαιναν κόντρα στο ρεύμα. Κι άλλαζαν τον κόσμο. Λοιπόν, είσαι μαζί μου;" Είπε, η Ελένη. "Το ρωτάς, πάντα δεν είμαι μαζί σου;"

:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΥ ΒΛΑΧΟΥ


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΜΑΡΟΥΣΩ Δεν έβλεπες συχνά γυναίκες πληρώματα στα βαπόρια εκείνα τα χρόνια. Με εξαίρεση τις συζύγους των καπεταναίων και των μηχανικών, η γυναικεία παρουσία ήταν ανύπαρκτη. Σποραδικα, κάποιες μαρκόνισες άντε και κανα καμαροτάκι. Η Μαρουσώ, ήταν η πρώτη και μοναδική γυναίκα πλήρωμα που συνάντησα σε πλοίο δεδομένου ότι, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα εκείνο ήταν το τελευταίο μου μπάρκο. Η Μαρουσώ ήταν απ’ την Άνω Σύρα, γύρω στα σαράντα και ήταν η μαγείρισσα του πλοίου. Περίεργος άνθρωπος. Απόμακρη, λιγομίλητη, δεν είχε παρτίδες με κανέναν. Ήταν στο βαπόρι, όταν μπάρκαρα εγώ κοντά στα δύο χρόνια. Κανείς δεν ήξερε τίποτα γι αυτήν, για το παρελθόν της, για το αν είχε οικογένεια, παιδιά… τίποτα απολύτως. Στο καπνιστήριο δεν ανέβαινε ποτέ. Όταν τελείωνε την δουλειά της στην κουζίνα, έβγαινε στην πρύμη, έκανε δυο-τρία τσιγάρα αγναντεύοντας το πέλαγο και χανόταν στην καμπίνα της. Τα μεγάλα στόματα του βαποριού την αποκαλούσαν "το στοιχειακό του πλοίου". Η Μαρουσώ ήταν εκπληκτική μαγείρισσα. Ότι και να μαγείρευε γινόταν ανάρπαστο. Η πρώτη μας συνάντηση εκ του σύνεγγυς έγινε κάνα μήνα μετά την άφιξή μου πού αλλού, στην πρύμη. Έκανα τσιγάρο στα ρέλια χαζεύοντας τα απόνερα της προπέλας, όταν την ένοιωσα, για την ακρίβεια μύρισα το απαλό άρωμά της, να έρχεται και να στέκεται δίπλα μου. Άναψε τσιγάρο, τράβηξε μία γερή και φύσηξε τον καπνό κατά το πέλαγο. Δεν είπα τίποτα, περίμενα εκείνη να κάνει κάποια κίνηση, ν’ ανοίξει κουβέντα. Πέρασαν αρκετά λεπτά... -Μου θυμίζεις τον γυιό μου-είπε ξαφνικά-ίδιοι είσαστε, βέβαια εκείνος είναι πιο μικρός… Δεν είπα τίποτα, περίμενα να δω πού το πάει. Μείναμε σιωπηλοί. Το τσιγάρο της τελείωσε, το πέταξε στην θάλασσα και άναψε άλλο. -Μυστήριο τραίνο είσαι-είπε κάποια στιγμή-δεν μιλάς, δεν ρωτάς… Ανασήκωσα τους ώμους. -Οι άνθρωποι, ειπα απλά, αν θέλουν να μιλήσουν μιλάνε, δεν έχει νόημα να ρωτάς κάποιον που δεν είναι έτοιμος να μιλήσει…


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

Με κοίταξε έντονα και χαμογέλασε αχνά. -Έχεις δίκιο, είπε. Τράβηξε την τελευταία τζούρα κι έστειλε το αποτσίγαρο στον Ατλαντικό… Αυτές ήταν οι μοναδικές κουβέντες που ανταλλάξαμε για τους επόμενους έντεκα μήνες. ‘Ηταν μια ζεστή, υγρή βραδιά του Δεκέμβρη στα νότια πλάτη. Ταξιδεύαμε από το Durban για το Portland της Αυστραλίας. Θα φορτώναμε κριθάρι για Νοβοροσίσκ. Ήταν περίπου έντεκα τη νύχτα όταν, καθώς δεν μου κόλλαγε ύπνος αποφάσισα να πάω ν’ αράξω στην πλώρη. Το συνήθιζα όταν περνούσαμε τα τροπικά. Πήρα ένα μισομπούκαλο Johnny κι ένα ποτήρι με μπόλικο πάγο και κίνησα πλώρα. Την βρήκα να κάθεται στο κοράκι και να μουρμουρίζει έναν ρεμπέτικο σκοπό. Ήταν ένα γνωστό τραγούδι του Βαμβακάρη που με γύρισε πολλά χρόνια πίσω… Κάθισα σε μια μπίντα. Γύρισε και με κοίταξε. Κοίταξε το μπουκάλι. "Κερνάς;" Ρώτησε. "Φυσικά" απάντησα, σηκώθηκε και πλησίασε. Γέμισα το ποτήρι και της το έδωσα. Κάθισε στην διπλανή μπίντα. Μιλήσαμε για πολλά. Της είπα την ιστορία μου. Την ρώτησα για εκείνη. Μου τα μάσησε. Δεν επέμεινα. Δεν μ’ αρέσει να πιέζω τους ανθρώπους.

ΤΕΥΧΟΣ 2

Συμφωνήσαμε να βγούμε στο Πόρτλαντ, να της κάνω το τραπέζι. Περάσαμε όλη την νύχτα εκεί, στην πλώρη συζητώντας περι ανέμων και υδάτων και κατά τις πέντε το πρωί, καθώς ξημέρωνε γυρίσαμε πίσω, να πάμε στις δουλειές μας. Το Πόρτλαντ, ήταν μια μικρή, ήσυχη πόλη. Υπήρχε ένα ρεστοράν πάνω απ’ το λιμάνι με μια εξέδρα πάνω απ’ την θάλασσα που το είχετι πρωτότυπο-Έλληνας… Η Μαρουσώ, είχε φορέσει ένα λουλουδάτο φόρεμα, σανδάλια και είχε πιάσει τα πλούσια καστανά μαλλιά της σε μια κοτσίδα που την έκανε να φαίνεται αρκετά νεότερη. Καθίσαμε και παραγγείλαμε .ήταν ευδιάθετη και, μετά απ’ τις πρώτες μπύρες η γλώσσα της λύθηκε. Άρχισε να μιλάει για εκείνη. Δεν ξέρω, ίσως να είχε φτάσει στο μη περεταίρω, να ήθελε να τα βγάλει από μέσα της, να ξεθυμάνει. Αφέθηκε, μέθυσε, και μίλησε σ’ εμένα. Την παντρέψανε μικρή στην Σύρα. Δεκαεπτά χρονώ. Ο άντρας της σαράντα. Εργάτης στο Νεώριο. Κάνανε ένα αγόρι. Εκείνος μέθυσος. Μετά την δουλειά γύρναγε στις ταβέρνες, μεθούσε και όταν γύρναγε σπίτι ξέσπαγε πάνω της. Πολύ ξύλο. Την είχε στείλει τρείς φορές στο νοσοκομείο του νησιού. Ένα βράδυ, εκείνη γέμισε. Μετά από έναν ακόμα ξυλοδαρμό, πήρε το μεγαλύτερο μαχαίρι της κουζίνας, του το κάρφωσε στην κοιλιά και το έφερε δύο βόλτες.


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

Στο δικαστήριο, δεν προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Δεν είπε κουβέντα. Δεν είχε καν δικηγόρο, μόνο έναν περίεργο που είχε ορίσει η Πολιτεία. Της έριξαν ισόβια. Στο Εφετείο, ένας ξάδερφός της προσέλαβε έναν νεαρό δικηγόρο πανέξυπνο. Εκείνος έψαξε, βρήκε έναν γιατρό του νοσοκομείου της Σύρου που την είχε περιθάλψει μετά από κάποιον ξυλοδαρμό. Της αναγνωρίστηκαν ελαφρυντικά και η ποινή έπεσε στα δώδεκα χρόνια. Έκατσε στην φυλακή εννέα. Όταν βγήκε, προσπάθησε να δει το παιδί της αλλά οι συγγενείς του συζύγου της το είχαν κρύψει. Ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Έβγαλε φυλλάδιο, μπάρκαρε παραμαγείρισσα σε ποστάλι. Μετά ήρθαν τα ποντοπόρα. Τον γιο της τον βλέπει σε φωτογραφίες που της στέλνουν όσοι συγγενείς κρατάνε ακόμα επαφές μαζί της. Μου έδειξε μία. Όντως, είμαστε ίδιοι… Σαν να βλέπω τον εαυτό μου δέκα χρόνια πριν… Δεν με ξαναπλησίασε τις επόμενες μέρες. Σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα. Το ταξίδι για Νοβοροσίσκ ήταν λογκάδο αλλά έσπαγε στο Σουέζ και, επιπλέον θα κάναμε στάση στον Πειραιά για μπάνκερ και στόρια, οπότε, αποφάσισα να ξεμπαρκάρω. Θα ήμουνα ήδη δεκαπέντε μήνες στο βαπόρι. Ήταν η τελευταία βραδιά μου στην Αριάνα. Αύριο τέτοιαν ώρα θα έπινα μπύρες στο "Ναυάγιο". Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι με το εσώρουχο μόνο και διάβαζα τις τελευταίες σελίδες του "Μεγάλου Ανατολικού" το Ανδρέα Εμπειρίκου που είχα δανειστεί απ΄τον γραμματικό. Ξαφνικά, ένα χέρι έβγαλε τον γάντζο απ’ την πόρτα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε η Μαρουσώ. Φορούσε ένα Γιαπωνέζικο μαύρο κιμονό. Ήταν ξυπόλυτη. Τα μαλλιά της λυτά, πλαισίωναν το λευκό της πρόσωπο. Μπήκε κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Γύρισε την ασφάλεια. Στάθηκε μπροστά μου και, στο χαμηλό φώς της λάμπας του κρεβατιού, άνοιξε το κιμονό και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Γυμνή, ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου. Έκρυψε το πρόσωπό της στο στήθος μου. Την αγκάλιασα στοργικά. Άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Ο πόθος μου φούντωσε. ’Ήθελα να μπω μέσα της, να γίνουμ’ ένα, να ξορκίσουμε τους Δαιμόνους, τους δικούς της, τους δικούς μου. Δεν έκανα τίποτα, μόνο άρχισα να κλαίω κι εγώ. Μείναμε έτσι, αγκαλιά όλη την νύχτα. Σηκώθηκε κανα δεκάλεπτο πριν έρθει να με σκαντζάρει ο σκάπουλος. Φόρεσε το κιμονό της κι έφυγε, αθόρυβα όπως ήρθε…

Η λάντζα ξεμάκρυνε απ’ το βαπόρι και έβαλε πλώρη για το τελωνείο. Έστρεψα το βλέμμα, για μια τελευταία εικόνα της Αριάνας. Την είδα να στέκει στα ρέλια και να κοιτάει προς το μέρος μου… Σήκωσα το χέρι, τόκανα γροθιά και τόφερα στο στήθος μου. Εκείνη ανταπέδωσε όπως οι Άραβες, με μια χειρονομία στο μέτωπο και στην καρδιά…


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

Είχαν περάσει καμια δεκαριά χρόνια. Είχα ξεφύγει απ’ την μέγγενη της Θάλασσας, είχα κάνει πλέον οικογένεια, είχα(?) δαμάσει τους Δαιμόνους μου, ήμουν ένας άλλος άνθρωπος… στεριανός… Αλλα η θάλασσα δεν σ’ αφήνει… Έτσι, κατά καιρούς κατέβαινα στον Πειραιά να δω αν κουνιούνται οι βάρκες. Εκεί, σ’ ένα καφενεδάκι στην Νοταρά όπου συχνάζουν ναυτικοί, την είδα.

ΤΕΥΧΟΣ 2

Φώναξα τον καφετζή, παρήγγειλα κι εγώ ένα καραφάκι ούζο και του ζήτησα να κάτσει μαζί μου. Τον ρώτησα για εκείνην. Μου είπε ότι της πήραν το φυλλάδιο γιατι τόχασε και δεν μπορούσε να συνενοηθει. Οτι ζει σε μια τρώγλη και την συντηρούν οι περίοικοι και οι παλιοί της συνάδελφοι. Οτι όταν είναι στα καλά της, τον βοηθάει με τους πελάτες και της δίνει μεροκάματο και φαγητό…

Καθόταν μόνη σ’ ένα τραπέζι μ’ ένα καραφάκι ούζο και λίγο μεζέ και έλεγε την ιστορία της σ’ έναν φανταστικό ακροατή…

Από ‘ένα σημείο και μετά, δεν τον άκουγα πλέον…

Κάθισα σ’ ένα τραπέζι απέναντί της και την παρατηρούσα. Με κοίταξε αρκετές φορές. Δέν έδειξε να με αναγνωρίζει.

Ήπια το ούζο μου κι έβγαλα να πληρώσω. ’Εβγαλα δύο πεντοχίλιαρα, τάδωσα στον καφετζή και του ζήτησα να την προσέχει… Δημήτρης Παπαδημητρίου


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΠΟΙΗΣΗ "Η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε" Κ. Καρυωτάκης

Σ'ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ

Θεματική ποίηση - νύχτα - θήλυ - αράχνη

Χλωμό φεγγάρι μες στα χλωρά καλάμια λυγάς και γέρνεις. Στο γύρισμα τ΄ανέμου ασημώνεις τη λίμνη.

...κι άλλα ποιήματα

Μαριάνθη Πλειώνη


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

Του φεγγαριού ΧΑΪΚΟΥ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΝΘΗΣ ΠΛΕΙΩΝΗ

Δες το φεγγάρι σκοντάφτει στο σύννεφο πέφτει στο νερό. Ένα φεγγάρι ολόγιομο ασήμι τ΄ουρανού τσέρκι. Ασημοφέγγαρο στα δίχτυα της λίμνης κόμπος η νύχτα. Γλιστρά η νύχτα το μισό της φεγγάρι δυο όψεις έχει.


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

Άπαξ Μία παγωμένη νύχτα, μόνη και βυθισμένη στ' ανείπωτα, ήρθες στην πλώρη μου, φανάρι απροσπέλαστο... Θαρρείς, η λάμψη σου, φώτισε το παρελθόν μες τη ψυχή μου, ένα παρόν, μου χαμογέλασε κι ένα μέλλον την αγκαλιά του άνοιξε... Τα δάχτυλα μου, παγωμένα κι η καρδιά αυτόματος πιλότος… Τα δάκρυα καυτά, αγκάλιαζαν το πρόσωπο, λες κι ήταν οι παλάμες σου, εκείνες που με χαϊδευαν... Η σκέψη μου, ταξίδευε στα μάτια σου, για χρόνους και καιρούς... Εντός μου κράτησα, τα κλειδιά της αρνησιάς και πάλεψα, μ' εκείνο το θεριό...Τρεις συλλαβές, οι μέρες κι οι νύχτες μου… Κοιτούσα τη φωτογραφία, γελούσα στο κενό... Τ' αγκάθια σου πολλά, αμέτρητες πληγές... Καρφώθηκες στα σωθικά μου, πήρες και την καρδιά μου.... Άφησες το βλέμμα μου, να σε κοιτώ, για να σε νοιάζομαι, να παίρνω δύναμη στο λυτρωμό...Στης τροχιάς μου, το κατώγι, εσύ ήρθες στον επίλογο κι έμελλε να γράψεις, μύρια μυστικά... Φυλαχτό εντός μου σε κρατώ, σε χίλια ξημερώματα... Κάθε χάδι και λεπτό, κάθε ώρα και διωγμός.... Κι αν τα χρόνια, προσπεράσουν, στο κάτοπτρο μου, τ' όνομα σου, θα φαντάζει... Της μοίρας μου διωγμέ, να θυμάσαι… Σ’ αγαπώ… Καλλιόπη Τσούχλη

ΤΕΥΧΟΣ 2


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΆΝΤΥ ΒΛΑΧΟΥ


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

Θήλυ Το ξέραμε κάποια στιγμή πως θα συμβεί Το περιμέναμε Φάνηκε άλλωστε και στο υπερηχογράφημα Το μωρό είχε δέκα δάχτυλα πάνω, δέκα δάχτυλα κάτω και κλειτορίδα Η Σελήνη κυλάει ανάμεσα στα πόδια μου Βάφει το λευκό μου βρακάκι Δύσκολος λεκές το αίμα Νίκη Χαλκιαδάκη, "Ανάσκελη με πυρετό", εκδόσεις Μανδραγόρας

Την ώρα που ξεκουράζονται οι νοικοκυρές, Οι νέοι ερωτοτροπούν κι οι δίκαιοι κοιμούνται Ταΐζω τη ψυχή μου στα σκυλιά Να σταματήσουν να αλυχτούν μες στο μυαλό μου. Μήπως και γίνω δίκαιη ξανά, νοικοκυρά και νέα... Παρασκευή Παπία


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

Αράχνη Άργησα. Χρόνια. Αναρριχήθηκε η αράχνη Μα με δύο χέρια και πόδια. Στενό το πηγάδι, στιλπνό. Πέτρες με βρύα και μούχλα Συντεταγμένες Μήκη και πλάτη γεωγραφικά χαραγμένα. Χρονικός ορίζοντας το άπειρο. Προμάντεμα ηλίου φως. Δέρμα ποτισμένο, κόκκαλα τρυπημένα Γκραβούρες γκρίζας ευτυχίας. Αγκαλιά με τη Σύλβια και την Κατερίνα. Σπαταλημένη η απροσμέτρητη ανάγκη, Η θέληση για κάθε πανσέληνο. Ημερολόγιο, ρολόι απαρχαιωμένα. Σκουριασμένοι χαμογελούν οι δείκτες. Τόπος από ελιά, πορτοκαλιές και μάρμαρο. Θα 'ρθει, μα θα 'ναι νύχτα. Κύρτωσα πια από το κρύο των ανθρώπων. Με βαριές αποσκευές και τραύματα από λύκους. Με αλύχτισμα και κρώξιμο για συνοδεία Πάντα πορεύεται. Φάντασμα στη νύχτα.

Νέκρωσε η νύχτα και δε γνέφει όπως παλιά Να βγεις στο δρόμο ν’ αγκαλιάσεις το κορμί της Μοιάζεις αράχνη που υφαίνει ευλαβικά Σ’ άγιο ιστό την τραγωδία της ύπαρξής της Μάθε λοιπόν να αγαπάς την σκοτεινιά σου Μάθε να ζεις χωρίς το βάρος της ζωής Μάθε τις νύχτες να ζεσταίνεις τη φωτιά σου Στην αγκαλιά της πιο δικιάς σου συντριβής

Παρασκευή Παπία

Κώστας Σκούρτης


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΕΣΠΕΡΑ Η πνοή μας στον αγέρα μια φορά σφυρίζει σαν σχισμή από φλογέρα χρώματα γεννά, το απόγευμα η μέρα τους καρπούς θερίζει κι η γαλάζια μας η σφαίρα αδιάκοπα γυρνά. Ντίνος Γλαρός του Ιωάννη ΑΚΟΜΗ Κομμάτι χρώμα είμαι θαρρώ, μια πινελιά στον πορφυρό ουρανό, που χάνεται και σβήνει με τ' αργό κάποιου καμπαναριού παράπονο. Ακόμη να βρω την Αντιγόνη της τραγωδίας μου. Ακόμη ν' αγγίξω την ευτυχία της μεταμόρφωσης. Όλα μου λεν' πως θα θαφτώ μέσα στο ίδιο μου μετάξι.. Γιάννης Αντωνιάδης, "ΧΝΑΡΙΑ" (Εκδ. ΣΠΑΝΙΔΗ, Ξάνθη 2008.)


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΑΥΤΟΣ, Ο ΕΡΩΤΑΣ...

Νυσταγμένα Αμαρτήματα

"Μάς έλεγαν θά νικήσετε όταν άγαπήσετε. Άγαπήσαμε καί βρήκαμε τή στάχτη." (Γ. Σεφέρης)

" Ο Πόθος ξενυστάζει και κυνηγάει ότι κρυμμένο ζούλαγες, σαν έκλεινες τα μάτια όταν εκείνα άρπαζαν φουστάνια και κορίτσια,

Είν' επικίνδυνος ο έρωτας για τις καλοπροαίρετες κι ευαίσθητες ψυχές, μα κι απαραίτητος στους ποιητές... Αυτός είναι η έμπνευση και το ικρίωμά τους... Γιάννης Αντωνιάδης

αβασταγιά και γρίφους μες στη σπηλιά της δίψας… Πόθος, οι λησμονιάρες θεές που χλεύαζες σαν έκραζες την δόξα τους… " Χρήστος Γνωμικός


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

Χρόνος Ατελέσφορος. Τώρα που εσύ δεν μου μιλάς γιατί πονάς Και δεν χαϊδεύεις τα μαλλιά μου Μόνο υπομένεις στωικά Αίμα από το αίμα σου εγώ Ποιός θα μ' α γ α π ά ; Αν σε λίγο Βαθιά μου ρίζα, εσύ... Περπατώ πάνω-κάτω νευρικά Και δε χαϊδεύω το γυμνό σου κεφάλι Ούτε εγώ μιλώ. Μονάχα κρύβω το λυγμό. Παρασκευή Παπία

ΤΕΥΧΟΣ 2


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

3ος όροφος Πως πέρασ’έτσι ο καιρός πως γέρασαν τα χρόνια, πως έσβησε η ανάμνηση σαν βήμα μεσ’τα χιόνια. Πως έπνιξαν τα κύματα τα κάστρα που’χα χτίσει και μείνανε χαλάσματα αυτά που’χα ποθήσει. Πως έφυγε κι η σκέψη σου σαν φως που αργοσβήνει, σαν πλοίο που ναυάγησε βυθός στη ναφθαλίνη.

Δημήτριος Μπονόβας


ΦΩΤΟ

Δαμιανός Παπαδημητρίου

INSTAGRAM

je_suis_damien


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

Aφορισμός Το ποίημα είναι ένας αφορισμός, μια απέχθεια προς τη γενίκευση, λόγω ραθυμίας του δημιουργού. Η ολότητα συγκροτείται απ’ τα άγλωσσα μανιφέστα σοφών και λογάδων, τις πράξεις θνητών κι αθανάτων και το μίσος για τις ψευδαισθήσεις. Χριστόφορος Τριάντης Πηγή: monocleread.gr


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΒΙΒΛΙΑ Κάθε μήνα- ένα βιβλίο

Σ'ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ

"Ανάσκελη με πυρετό" Νίκη Χαλκιαδάκη

Γι'αυτό το τεύχος επιλέξαμε την ποιητική συλλογή "ανάσκελη με πυρετό" της Νίκης Χαλκιαδάκη, από τις εκδόσεις Μανδραγόρα. Ακολουθεί ένα μικρό δείγμα της ποιητικής γραφής, και λίγα λόγια για την ποιήτρια


ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΗΝ

ΝΙΚΗ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ

   Η Νίκη Χαλκιαδάκη κατάγεται από την Κρήτη. Γεννήθηκε το 1980 στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Αποφοίτησε από το Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.       Εισήχθη με υποτροφία στο πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών "Δημιουργική Γραφή" του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Ποιήματά της έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν αποσπάσει ποικίλες διακρίσεις. Επίσης, ποιήματά της μελοποιήθηκαν από το μουσικό συγκρότημα "khaki naive" του Αμβούργου.       Η ίδια συμμετέχει σε ποιητικά δρώμενα που οργανώνει η νέα ποιητική γενιά και τα έτη 2009-2010 απέσπασε τον τίτλο "Artist of the year" στην κατηγορία Ποίηση από τον Διεθνή Διαγωνισμό "InterArtia". Τέλος, δημιούργησε το "Dolls", μια θεατρική performance, βασισμένη στους στίχους της πρώτης της ποιητικής συλλογής.


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

Θυμός

Hide and Sick

Αν ήξερες ότι ήμουν γυάλινη δεν θα με πετούσες στον τοίχο Θα περίμενες να μεγαλώσω Και αν ήξερα ότι θα πεθάνεις θα σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα Αλλά αν σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα δεν θα πέθαινες. Θα ήσουν στο διπλανό δωμάτιο Δεν φανταζόμουν ότι χωράς σε μια πλαστική λεκάνη Σε μια πράσινη πλαστική λεκάνη Δεν φανταζόσουν ότι θα πλύνω το κρανίο σου στο νεροχύτη με τη λαστιχένια βρύση χωρίς να κλάψω

Τους φίλους με τα ματωμένα γόνατα τους έντυσαν με τα μακό Τους έμαθαν να κρύβονται -μόνο να κρύβονται-

Έχουν αγριέψει οι άνθρωποι, τα πουλιά, οι σερβιτόροι Και εσύ σ’ ένα μεταλλικό κουτί τι να μου κάνεις Και εγώ με δυο πόδια όρθια τι να σου κάνω και σένα

catwoman περιμένω να γυρίσεις σπίτι, να βγάλεις τα ρούχα -Θεέ μου πως περιμένω να βγάλεις τα ρούχατα πόδια σου αγαπώ τις κνήμες ό,τι σε πάει και σ’ επιστρέφει μ’ ένα σου νεύμα ν’ ανέβω στο κρεβάτι να γίνω ολόκληρη κατοικίδια ηδονή

Τους φίλους από μανταρίνι και χώμα δεν τους έψαξε κανείς Θα χουν σαπίσει στις αυλές πίσω από τα αυτοκίνητα Tα πτώματά τους ανήλικα πάλλονται άθαφτα Μαμά, βάλε με στην κοιλιά σου -μόνο για απόψεκαι γέννα με αύριο στο δρόμο Έχω μέσα μου ΞΕΛΕΥΘΕΡΙΑ για όλους


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

ΜΟΥΣΙΚΗ Μουσικά Νέα

Σ'ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ

Αξιόλογες νέες δισκογραφικές κυκλοφορίες

Παυλίνα Βουλγαράκη

- Μωβ καληνύχτες

ΕΚΜΕΚ

- Ο βασιλιάς της μοναξιάς


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

Γράφει ο Κριστιάν Νίρκα

Εμφανίστηκε στη μουσική σκηνή το 2014 με το πρώτο της προσωπικό άλμπουμ "Λαβύρινθοι". Πολύ σύντομα έγινε εμφανές πως πρόκειται για μια νέα ελπιδοφόρα φιγούρα στην σκακιέρα της ποιοτικής μουσικής. Η επόμενη κίνηση υλοποιήθηκε τρία χρόνια αργότερα, με μια νέα συναρπαστική κυκλοφορία- ένας νέος και συναρπαστικός ήχος Οι "Μωβ Καληνύχτες" αποτελούν επιβεβαίωση της ποιοτικής υπόστασης των τραγουδιών της.

ΤΕΥΧΟΣ 2

Έστησαν χορό τα πάθη και πλημμύρισαν τις φλέβες μου τα λάθη. Κάθε πληγή και μια ιδιότροπη ιδέα μου μα όλα τα άγια τα ναυάγια και τα ωραία μου τα αγαπώ κι είναι η καλύτερη παρέα μου. (μ'ένα τραγούδι παλιακό)

Προσπαθώ να μην γίνω μίσος προσπαθώ να γίνω αγάπη κι απ’ τον σπόρο που σπείρατε ίσως να γίνω λουλούδι που ανθίζει με δάκρυ (από το τραγούδι "μωβ καληνύχτες") Οι στίχοι της, βιωματικοί, διέπονται από έναν βαθύ ρομαντισμό. Κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει την ύπαρξη υποσυνείδητων στιχουργικών καταβολών από τον Θάνο Ανεστόπουλο, τον Παύλο Παυλίδη, τον Γιάννη Αγγελάκα. Η αντίθεση και η εναλλαγή ανάμεσα στην μελαγχολία και την ελπίδα, την χαρά και την λύπη, προσδίδουν στον δίσκο μια στιχουργική και μελωδική ισορροπία, η οποία κρατά τον ακροατή σε πνευματική εγρήγορση.

Σήμερα είχε έναν ήλιο για θεό σαν εκείνον θα σε καίω σε ένα λάγνο φονικό να υφαίνουν κι άλλο κόκκινο οι πληγές σου. Και γελώντας θα σε κλαίω όσο θα ακροβατώ ιερόσυλα πάνω στις αντοχές σου (μη με ρωτάς)


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

Εταιρεία: Cobalt music Κυκλοφορία: Σεπτέμβριος / 2017 Tracklist 01. ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΑΣ Στίχοι: Παυλίνα Βουλγαράκη / Μουσική: Αντώνης Καλούδης 02. ΦΕΡ´ΤΑ ΜΟΥ ΟΛΑ ΠΙΣΩ (με τη συμμετοχή του Ψαραντώνη) Στίχοι: Παυλίνα Βουλγαράκη / Μουσική: Παυλίνα Βουλγαράκη 03. ΣΑ ΝΑ ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ Στίχοι: Σταμάτης Μορφονιός / Μουσική: Σταμάτης Μορφονιός

04. ΣΕΛΗΝΗ Στίχοι: Παυλίνα Βουλγαράκη / Μουσική: Παυλίνα Βουλγαράκη

07. ΕΣΕΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ Στίχοι: Παυλίνα Βουλγαράκη / Μουσική: Γιώργος Κυριάκος

05. ΤΙΠΟΤΑ Στίχοι: Παυλίνα Βουλγαράκη / Μουσική: Αντώνης Καλούδης

08. ΜΟΝΟ ΣΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ Στίχοι: Παναγιώτης Καλαντζόπουλος / Μουσική: Παναγιώτης Καλαντζόπουλος

06. Μ΄ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΑΛΙΑΚΟ Στίχοι: Παυλίνα Βουλγαράκη / Μουσική: Δημήτρης Παπαβομβολάκης

09. ΜΩΒ ΚΑΛΗΝΥΧΤΕΣ Στίχοι: Παυλίνα Βουλγαράκη / Μουσική: Παυλίνα Βουλγαράκη 10. ΕΛΑ ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ Στίχοι: Παυλίνα Βουλγαράκη / Μουσική: Παυλίνα Βουλγαράκη, Γιώργος Κυριάκος


ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2018

ΤΕΥΧΟΣ 2

Γράφει η Μαρία Μούσχουρου

Οι ΕΚΜΕΚ είναι ένα από τα πιο δυναμικά και δημιουργικά μουσικά σχήματα των τελευταίων χρόνων. Οι ταξιδιάρικες μελωδίες τους, ο σπανιόλικος αέρας τους και η όμορφη ενορχήστρωση αποτελούν αναμφισβήτητα γνωρίσματα του alternative συγκροτήματος από τη Θεσσαλονίκη. Τα τραγούδια τους έγιναν γρήγορα γνωστά στο ευρύ κοινό, λόγω της έντονης λυρικότητας, παραστατικότητας και ζωντάνιας που διακατέχουν.

Τα τραγούδια τους, όπως ήδη έχουν δηλώσει από την αρχή της μουσικής σταδιοδρομίας τους, αποτελούν απλές "φωτογραφίες της ζωής", θα συμπληρώναμε ωστόσο πως μοιάζουν περισσότερο με εικόνες παραμυθιών που μας μαγεύουν και μας εθίζουν, ώστε κάθε φορά, μετά από το τέλος κάθε "μουσικής " ιστορίας, να θέλουμε να ακούσουμε την επόμενη...

Οι στίχοι τους ανέκαθεν με μια γλυκιά μελαγχολία, συνδυάζονται άψογα με χαρούμενη, ξεσηκωτική και αισιόδοξη μουσική υπόκρουση, δημιουργώντας ένα κράμα αντιφατικών στοιχείων που καθηλώνει τους ακροατές.

Συντελεστές Άλκης Κανίδης – φωνή, κιθάρα Στέργιος Γιάννος – ηλεκτρικό μπάσο Γιώργος Αβραμίδης – τρομπέτα Σάκης Ραπτόπουλος – ακκορντεόν Αλέκος Σπανίδης – τύμπανα


Και η επόμενη ιστορία τους έρχεται με το άλμπουμ "ο βασιλιάς της μοναξιάς" από το Ogdoo Music Group, μία καταπληκτική δουλειά που επαναπροσδιορίζει στοχευμένα το γνώριμο μουσικό στίγμα της μπάντας. Το πρώτο τραγούδι του δίσκου, "το ρόδο της ερήμου'' αποτελεί ένα εξωστρεφές δείγμα των ΕΚΜΕΚ, με ύφος που συμβαδίζει με άλλες παλιές τους επιτυχίες όπως το ''Αχ Μαρία'' και το ''Θα γίνω άνεμος''. Από την άλλη μεριά, το ''Εγώ μεγάλωσα σα λύκος'' και το ''Θέρος'' θα μπορούσαν να θεωρηθούν πιο εσωστρεφή κομμάτια, που αναντίρρητα επιδεικνύουν μία ενδιαφέρουσα μουσική εξέλιξη. ''Ο βασιλιάς της μοναξιάς'', τραγούδι που βάπτισε και τον δίσκο, ξεχωρίζει για την στιχουργική του πληρότητα αλλά και για την υπέροχη σύνδεσή του με την λιτή, παραμυθένια ενορχήστρωση. Πρόκειται για έναν δίσκο, με μουσική συνάφεια και υπέροχες μελωδικές εικόνες, που μας ταξιδεύει σε κόσμους με ιππότες και βασιλιάδες, σε κόσμους όχι πολύ μακριά από εδώ, σε κόσμους που όλοι κρύβουμε μέσα μας...

Εταιρεία: Ogdoo Music Group Κυκλοφορία: Νοέμβρης / 2017 Tracklist 01. Το Ρόδο της ερήμου 02, Μάγισσα νύχτα 03, Εγώ μεγάλωσα σαν λύκος 04, Το θέρος

07, Ρίχτε να πιούμε

05, Βάλε φωτιά

08, Τι να γίνεται ο τρελός

06, Ο βασιλιάς της μοναξιάς

09, Φύσα αγέρι


JUNE 16, 2018

VOL. 29


Το δημοφιλέστερο κείμενο του προηγούμενου μήνα Σας παρουσιάζουμε το δημοφιλέστερο κείμενο που αναρτήθηκε στο iTravelPoetry.com για τον Ιανουάριο του 2018. Το κείμενο, μας στάλθηκε από μια αναγνώστριά της σελίδας, την Νεφέλη Παπαγιαννοπούλου. Το θέμα του άρθρου εδράζεται πάνω σε έναν σύγχρονο προβληματισμό: την επιρροή των μέσων μαζικής δικτύωσης στην καθημερινή μας πραγματικότητα. Στείλτε μας κι εσείς το κείμενό σας, στη σελίδα μας itravelpoetry στο facebook, και ίσως να είστε ο επόμενος συνεργάτης μας.


ΤΟ ΛΑΙΚ ΤΩΝ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΩΝ Σάββατο βράδυ… Λες θα βγεις αλλά δεν έχεις όρεξη. Γιατί δεν έχεις; Γιατί σκέφτεσαι αν θα στείλει. Και αν δεν σε θέλει; Αυτό δεν θες καν να το σκέφτεσαι. Όποτε βγαίνεις. Και βγάζεις στορυ, και βγάζεις φωτογραφίες και τις ανεβάζεις. Και περιμένεις… είδε το στορυ, έκανε λάικ, χαίρεσαι. Και περιμένεις να στείλει… και δεν στέλνει. Και πάλι από την αρχή. Όποιοι πιστεύουν ότι αυτό είναι μια υπερβολή, μάλλον ανήκουν σε μια άλλη γενιά. Μια γενιά που όλα ήταν πιο ρομαντικά, πιο απλά. Ναι μπορεί να έχανες το ραντεβού σου γιατί δεν είχες τηλέφωνο να πάρεις. Ναι μπορεί να ήταν δύσκολο να μιλήσετε για να κανονίσετε το μέρος, την ώρα. Ναι ήταν λίγο και θέμα τύχης. Ναι μπορεί να ήταν δύσκολη η επικοινωνία. Αλλά σε ποια επικοινωνία αναφερόμαστε; Στην ηλεκτρονική, αυτή μέσω του τηλεφώνου. Βεβαίως αυτή δεν υπήρχε. Όμως υπήρχε η άλλη. Η επικοινωνία μέσω του βλέμματος και όχι μέσω του λάικ. Η επικοινωνία μέσω των λέξεων και όχι μέσω των ποστ. Η επικοινωνία μέσω του «σε θέλω» και όχι το swipe right. Σαφώς υπάρχει και σήμερα δεν αμφιβάλλω. Το ξέρω και το ξέρεις. Υπάρχει, αλλά είναι είδος υπό εξαφάνιση. Το «σε θέλω» πήρε την θέση του emoji και το «μου αρέσεις» την θέση του follow. Και πάλι βρίσκεσαι στην ίδια θέση να περιμένεις. Να δεις αν έστειλε, αν είναι «active», να δεις ποσά emoji έβαλε, αν έκανε λάικ σε πρώην, αν βγήκε χθες, αν είδε το στορυ σου, αν έκανε λάικ σε σένα. Και μετά χάνεσαι σε έναν κόσμο που τελικά εκτιμάς το… «like»


Βεβαίως έχει και αυτό την σημασία του ας μην τα ισοπεδώνουμε όλα. Δεν λέω κλείσε τα social media. Θα ήταν άλλωστε ειρωνικό αφού το πρώτο πράγμα που κάνουμε όλοι όταν ξυπνάμε είναι να ανοίγουμε το WiFi και να περιμένουμε τις ειδοποιήσεις μας. Και λάικ να κάνεις, και το ωραίο να θαυμάζεις. Μην βασίζεις όμως τις σχέσεις σου ή το ποιος είσαι μόνο σε αυτό. Άλλωστε ποιος θα ήθελε να γυρίσει σε μια εποχή που έπρεπε να είσαι με το ρολόι στο χέρι για να πας στο τηλέφωνο του περιπτέρου για να μιλήσεις; Ας μην μεταφερθούμε λοιπόν σε αυτήν την εποχή. Όμως γιατί να μην μεταφέρουμε λίγο από τον ρομαντισμό της στο σήμερα; Έστω ένα της στοιχείο μόνο, την επικοινωνία… Την αληθινή επικοινωνία. Βεβαίως υπάρχουν και φάσεις στην ζωή μας που θα θελήσουμε αυτήν την επαφή χωρίς το κάτι παραπάνω. Όμως αναφέρομαι στους υπόλοιπους. Τους «απελπισμένα ρομαντικούς» που ψάχνουν αυτό το κάτι παραπάνω. Άμα λοιπόν το θες, μην αρκεστείς σε μια απρόσωπη ψηφιακή αντίδραση. Αντί να ανεβάσεις την φωτογραφία και να χοροπηδάς με το λάικ· στείλε! Μην περιμένεις αυτό το βράδυ του Σαββάτου. Δείξε εσύ τι έχεις να δώσεις. Δείξε ότι θες το βάθος, εάν το θες βέβαια. Πάρε ένα ρίσκο. Εάν δεν κάτσει, δεν πειράζει. Εσύ θα έχεις κάνει αυτό που μπορούσες. Μην αφήσεις το emoji να σε εκφράζει και χρησιμοποίησε τις λέξεις και τα συναισθήματα. Είμαστε όντως μια κενά συναισθηματική γενιά άμα το σκεφτείς. Ψάξε λοιπόν το «είναι» και παράτα το «φαίνεσθαι». Άφησε τα συναισθήματα να σε γεμίσουν και όχι τα λάικ.


Σε αυτό το τεύχος συμμετείχαν: φωτογραφία εξωφύλλου Δαμιανός Παπαδημητρίου Πίνακες Άντυ Βλάχου Συγγραφείς Δημήτρης Παπαδημητρίου Οδυσσέας Νασιόπουλος Μαριάνθη Πλειώνη Καλλιόπη Τσούχλη Νίκη Χαλκιαδάκη  Παρασκευή Παπία Κώστας Σκούρτης Ντίνος Ι. Γλαρός Γιάννης Αντωνιάδης Χρήστος Γνωμικός Δημήτριος Μπονόβας Χριστόφορος Τριάντης Μαρία Μούσχουρου

i Travel Poetry Publications 09/02/2018


Magnum Opus- τεύχος Φεβρουαρίου  

Το Magnum Opus είναι ένα μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό

Magnum Opus- τεύχος Φεβρουαρίου  

Το Magnum Opus είναι ένα μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό

Advertisement