Issuu on Google+


Το έργο με τίτλο Το φαινόμενο της παγκόσμιας αστικοποίησης και πέντε αστικά ίχνη από τους δημιουργούς Νεφέλη Καλαντζή και Ηρώ Μπάλα διατίθεται με την άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-ShareAlike Unported 3.0 .


ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ & ΠΕΝΤΕ ΑΣΤΙΚΑ ΙΧΝΗ Νεφέλη Καλαντζή Ηρώ Μπάλα επιβλέπων: Νίκος Μπελαβίλας Φεβρουάριος 2010


Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α


1.

Εισαγωγή

2.

Νέες τάσεις αστικοποίησης

2.1. Από τις προκαπιταλιστικές στις σύγχρονες πόλεις 2.2. Η σύγχρονη διαδικασία αστικοποίησης

4

8 12

[20ος & 21ος αιώνας] 3.

Οι περιοχές του πλανήτη

38

3.1. Ασία

42

3.2. Αφρική

48

3.3. Λατινική Αμερική

54

3.4. Βόρειος Αμερική

62

3.5. Ευρώπη

72

4.

Το Ανθρώπινο Αποτύπωμα

5.

Δύο φαινόμενα του τέλους του 20ου αιώνα

5.1. Οι συρρικνούμενες πόλεις 5.2. Οι μέγα-πόλεις 6.

82

92 100

Πέντε αστικά ίχνη

6.1.

Μουμπάι

110

6.2.

Σαο Πάολο

130

6.3.

Τόκιο

150

6.4.

Γιοχάνεσμπουργκ

170

6.5.

Λονδίνο

192

7.

Συμπεράσματα

216

8.

Πηγές

222

9.

Βιβλιογραφία

240


1

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η


5

Ο

εικοστός

αιώνας

αστικοποίησης.

Μέχρι

ήταν το

κατεξοχήν

2008,

ο

ο

αιώνας

κόσμος

είχε

της

φτάσει

αντιμέτωπος με την, για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, υπεροχή των αστικών περιοχών έναντι των αγροτικών. 3,3 δις κατοικούν σε αυτές από τα 6,8 δις του συνολικού παγκόσμιου πληθυσμού. Η ανά τον κόσμο κυριαρχία των πόλεων σε σχέση με την αγροτικές περιοχές, ως αποτέλεσμα της συγκέντρωσης κεφαλαίου, εμπορίου και παραγωγικής δραστηριότητας σε αυτές, έχει σημαδέψει τις ανθρώπινες κοινωνίες ήδη από τα αρχαία

χρόνια

και

κυρίως

τις

μοντέρνες

βιομηχανικές

καπιταλιστικές κοινωνίες, στις οποίες ανήκουμε. Οι πόλεις φιλοξενούν τα μεγαλύτερα μεγέθη της τεχνικής υποδομής

του

κόσμου

και

έχουν

λειτουργήσει

ως

οι

σημαντικότεροι παράγοντες στη χωρική ανακατανομή του εδάφους στην ιστορία. Επιπλέον, λειτουργούν ως κέντρα συγκέντρωσης της ανθρώπινης δραστηριότητας. Παρέχουν την ανθρώπινη

υποδομή

για

τα

κοινωνικά,

οικονομικά

και

πολιτισμικά συστήματα του κόσμου, ενώ ταυτόχρονα συνιστούν τη βάση που στεγάζει την πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού. Για χρόνια βρίσκονται στην τομή όλων των διασυνοριακών

διαδικασιών:

εισροή

κεφαλαίου,

εργατικού

δυναμικού, αγαθών, πρώτων υλών, εμπόρων και τουριστών. Οι πόλεις είναι στρατηγικά σημεία για τις οικονομίες και τους πολιτισμούς που προκύπτουν μέσα από αυτή την εισροή.


6

Τον τελευταίο αιώνα οι πόλεις υπέστησαν μια επιταχυνόμενη ανάπτυξη και μέσα από διάφορους μετασχηματισμούς έρχονται σήμερα να αντιμετωπίσουν νέες προκλήσεις και δυνατότητες. Ο 21ος αιώνας χαρακτηρίζεται ήδη από πολλούς ως ο αιώνας των πόλεων. Τα αστικά συστήματα αυξάνονται συνεχώς σε έκταση και όγκο σε όλο τον κόσμο. Στις περισσότερες περιοχές, η αστική αυτή εξάπλωση πραγματοποιείται με ανεξέλεγκτους ρυθμούς.

Η

συνεχής

αστική

ανάπτυξη

παράγει

μεγάλες

πληθυσμιακές συσσωρεύσεις εκατομμυρίων ανθρώπων, τις μέγα-πόλεις. Αυτές συνιστούν σήμερα και τον τόπο για ένα μεγάλο τμήμα της αστικής δραστηριότητας στον κόσμο. Παράλληλα,

πολλές

δυτικές

και

ευρωπαϊκές

πόλεις

συρρικνώνονται, ενώ άλλες επιχειρούν να ανασυγκροτηθούν για να ανταποκριθούν στις μετά-βιομηχανικές συνθήκες.

διάλεξη αυτή επιχειρεί να

παρουσιάσει τη σύγχρονη

διαδικασία αστικοποίησης ανά τον κόσμο, σκιαγραφώντας τις τάσεις που σημειώνονται στις διάφορες περιοχές του πλανήτη. Παρουσιάζεται μια συνολική εικόνα του ανθρώπινου ίχνους και παρατίθενται

τα

παρατηρήθηκαν

δύο με

την

αντικρουόμενα έκρηξη

της

συρρικνούμενες πόλεις και τις μέγα-πόλεις.

φαινόμενα αστικοποίησης:

που τις


7

Εμβαθύνοντας επιχειρώντας

στο να

φαινόμενο

των

παρουσιαστούν

μέγα-πόλεων,

διαφορετικές

και

πτυχές,

παράγοντες και απόρροιες της αστικοποίησης, επιλέγονται και αναλύονται

5

παραδείγματα:

το

Μουμπάι,

ως

της

αναπτυσσόμενης μέγα-πόλης της Ινδίας που μέσα σε λίγα χρόνια γνώρισε εντυπωσιακή έκρηξη του πληθυσμού της, το Σαο Πάολο, η μεγαλύτερη μέγα-πόλη του Νότιου ημισφαιρίου που παρουσίασε επίσης μεγάλους ρυθμούς αστικοποίησης μέσα

σε

σύντομο

χρονικό

διάστημα,

ενώ

σήμερα

σταθεροποιείται, το Τόκιο, η μέγα-πόλη της μεταπολεμικής περιόδου που χαρακτηρίζεται από έντονη αστική εξάπλωση, το Γιοχάνεσμπουργκ, μία αφρικάνικη μέγα-πόλη που κάνει τα πρώτα βήματα αστικής ανάπτυξης με σημαντικές προοπτικές για τα επόμενα χρόνια, και, τέλος, το Λονδίνο, η παλαιότερη ευρωπαϊκή ήδη ανεπτυγμένη μέγα-πόλη, που μετά τις συνέπειες της αποβιομηχανοποίησης χαράζει νέα τροχιά ανάπτυξης. Με την

παρουσίαση

των

παραδειγμάτων

και

των

τάσεων

επιχειρείται εντέλει η αποκρυπτογράφηση της πορείας αυτού του φαινομένου.


2

Ν Ε Ε Σ

Τ Α Σ Ε Ι Σ

Α Σ Τ Ι Κ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Σ

2.1. Από τις προκαπιταλιστικές στις σύγχρονες πόλεις


9

Η διαδικασία της πρωταρχικής αστικοποίησης ξεκινά σε περιοχές όπως η Ιεριχώ, που βρίσκεται στο Ισραήλ, στην Αbu Hureyra και στη Mureybet στην κοιλάδα του Ευφράτη στη Συρία και στην Asikli Huyuk στην Καππαδοκία περισσότερο από 10.000 χρόνια πριν.

Οι

επιστήμονες,

σε

πολλές

περιπτώσεις,

δεν

τις

αναγνωρίζουν ως αστικές συγκεντρώσεις αφού υποστηρίζουν πως

δεν

είχαν

παγιωθεί

ως

πραγματικές

πόλεις

μέχρι

τουλάχιστον το 4.000 π.Χ.1 Παίρνοντας αυτό ως δεδομένο, οι πρώτες πόλεις διαμορφώθηκαν 6.000 χρόνια πριν, αλλά λόγω της βιομηχανοποίησης και της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού τα τελευταία μόλις 200 χρόνια έχουν αυξηθεί σημαντικά σε μέγεθος και σε αριθμό. Η εισαγωγή της βιομηχανίας στην πόλη αποτελεί κομβικό σημείο για την αστικοποίηση όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Μέχρι την εμφάνιση της βιομηχανίας και τη συγκέντρωσή

της στην

Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική, η διαδικασία αστικοποίησης ήταν περιορισμένη

σε

συγκεκριμένο

αριθμό

πόλεων,

όπου

συγκεντρωνόταν η στρατιωτική και πολιτική εξουσία, όπως και η αγορά. Υπήρχαν λίγες περιοχές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αστικές συγκεντρώσεις με τη σημερινή έννοια πριν τη βιομηχανική επανάσταση. Για αιώνες, οι μεγάλες πόλεις βρίσκονταν σε μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους και συνήθως υπήρχε μία μόνο μεγάλη πόλη ανά περιοχή.2 Μέχρι τότε οι πόλεις παρουσίαζαν δομές που εμφανίζονται αιώνες

πριν.

Οι

πρώτες

μεγάλες

πόλεις

της

ιστορίας

συγκεντρώνονται στην περιοχή της Ασίας με το Ιράκ, τη Συρία


10

και αργότερα την Κίνα να συγκεντρώνουν τις περισσότερες από αυτές και στην Αφρική με την Αίγυπτο.5 Η Ρώμη υπολογίζεται ότι είχε 750.000 με 1,5 εκ. κατοίκους και θεωρείται ως η πρώτη πόληγίγας κατά τα πρώτα χρόνια μ.Χ.2 Από τις πρώτες τειχισμένες πόλεις,

με

τις

χωρικές

δομές

που

απορρέουν

από

το

φεουδαρχικό σύστημα, φτάνουμε στη μεσαιωνική πόλη με τις χωρικές εκφράσεις της θεοκρατικής κοινωνίας. των

πολιτικών

και

Η

συνύπαρξη

θρησκευτικών συγκροτημάτων στο

οχυρωμένο τμήμα της πόλης, της

χωρικής έκφρασης του

πόλη της Ασσυρίας, αρχές 1ης χιλιετίας π.Χ.

κέντρου, χαρακτηρίζει τον αστικό χώρο της προ-καπιταλιστικής περιόδου. Το υπόλοιπο τμήμα της πόλης αναπτύσσεται σε σχέση με τα τείχη, τα ανάκτορα και τους ναούς. Οι κατοικίες και οι χώροι εμπορίου καταλαμβάνουν το κομμάτι μεταξύ του κεντρικού

τμήματος

και

του

τείχους.

Η

στατικότητα,

η

εσωστρέφεια και η απομόνωση των πόλεων του Μεσαίωνα θεωρήθηκαν ανασταλτικοί παράγοντες της ανάπτυξης των τότε πόλεων σε αντίθεση με την κινητικότητα που παρατηρήθηκε από τον 11ο αιώνα με τις Σταυροφορίες και αμέσως μετά την εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων. Σε ολόκληρο τον πλανήτη, κατά το Μεσαίωνα, το 1300, 31 εκ. άνθρωποι κατοικούσαν σε πόλεις. Το θεοκρατικό

μοντέλο

κοινωνίας

εγκαταλείπεται

με

την

Αναγέννηση και το Διαφωτισμό, που οδηγούν σταδιακά στην ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνολογίας και στη μετάβαση από τη βιοτεχνική στη βιομηχανική παραγωγή. Η Βιομηχανική επανάσταση δεν αργεί να έρθει δημιουργώντας νέα δεδομένα στη διαδικασία αστικοποίησης. Μέσα σε αυτές τις διαδικασίες τα κτίρια και οι πολεοδομικές συγκροτήσεις που στέγαζαν τα

Παρίσι, Μεσαίωνας


11

παλαιά κέντρα της εξουσίας έπαψαν να είναι τα κορυφαία σύμβολα,

ενώ

τα

τείχη

και

οι

διάφορες

οχυρώσεις

λειτουργούσαν περισσότερο ως τροχοπέδη για την οικονομική ανάπτυξη και τον πλουτισμό παρά ως εργαλείο ασφάλειας των κατοίκων.3 Εν συνεχεία παρατηρούνται φαινόμενα, όπως η συγκέντρωση

των

προλεταριοποιημένων

μαζών

και

της

βιομηχανίας στα μεγάλα αστικά κέντρα της Δυτικής Ευρώπης στη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι ευρωπαϊκές αποικίες σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής και οι συγκεντρώσεις πληθυσμού σε αυτές χωρίς αντίστοιχη εκβιομηχάνιση, οι νεοαποικιοκρατικές μορφές οικονομικής εκμετάλλευσης μετά την εγκαθίδρυση εθνικών κρατών στον τρίτο κόσμο και η τεράστια συσσώρευση πληθυσμού σε συγκεκριμένα αστικά συγκροτήματα χωρίς τις αντίστοιχες υποδομές.4 Έτσι, κατά το 19ο και 20ο αιώνα, οι πόλεις βίωσαν μία αστική έκρηξη ως αποτέλεσμα των συνθηκών και των κοινωνικών ανατροπών που η βιομηχανική επανάσταση προκάλεσε. Το 1800, ο αριθμός του αστικού πληθυσμού έφτανε τα 87 εκ. και η αναλογία του σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό ήταν 12% στην Ευρώπη και 5% στην Βόρεια Αμερική. Από το 1800 μέχρι το 1900 αυξήθηκε κατά 204 εκ. και τα επόμενα 80 χρόνια κατά 1,44 δις ανθρώπους, οι οποίοι συγκεντρώνονται στις υφιστάμενες πόλεις δημιουργώντας ολοένα και πυκνότερες αστικές δομές.

Η αναλογία αστικού-παγκόσμιου πληθυσμού

φτάνει το 65%, ένα ποσοστό που σ��νεχώς θα αυξάνεται τα χρόνια που ακολουθούν.3 2.900 εκ. 2000

1900

1300 1800

ΕΞΕΛΙΞΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ


2

Ν Ε Ε Σ

Τ Α Σ Ε Ι Σ

Α Σ Τ Ι Κ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Σ

2.2. Η σύγχρονη διαδικασία αστικοποίησης [20ος & 21ος αιώνας]


13

10%

αστικός πληθυσμός το 1900

50%

αστικός πληθυσμός το 2008

70%

αστικός πληθυσμός το 2050

Η κυριαρχία των πόλεων αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που έχουν συμβεί στην ιστορία της ανθρωπότητας. Στην αρχή του 20ου αιώνα μόλις 1 στους 10 ανθρώπους κατοικούσε σε πόλεις, ενώ σήμερα η αναλογία αστικού – αγροτικού πληθυσμού είναι σχεδόν ίση. Το 2008 ήταν η πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία που οι αστικές περιοχές ξεπέρασαν σε πληθυσμό τις αγροτικές.1 Σήμερα, το ποσοστό του αστικού πληθυσμού ανέρχεται στο 50,6%, ενώ μέχρι το 2050 προβλέπεται ότι πάνω από τα 2/3 του παγκόσμιου πληθυσμού θα κατοικεί σε αυτές.2 Παρά τις εμφανείς τάσεις αστικοποίησης, ο ορισμός μιας αστικής αγροτική,

περιοχής,

όπως

αυτή

διαφοροποιείται

από

μια

διαφέρει από χώρα σε χώρα. Ένα χαρακτηριστικό

αυτής της διαφοροποίησης είναι ο ασαφής διαχωρισμός μεταξύ των

αστικών

κέντρων

και

της

υπαίθρου.

Παρόλο

που

δημογραφικά θεωρείται ότι μια πόλη πρέπει να είναι μεγάλη σε μέγεθος, πυκνοκατοικημένη και πυκνοδομημένη, καταγράφονται διαφορετικά στοιχεία για να ορίσουν το τι είναι αστικό. Ως αποτέλεσμα, σημειώνονται μεγάλες διακυμάνσεις ανάλογα με τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη. Οι περισσότερες χώρες σήμερα χρησιμοποιούν ένα συνδυασμό των κριτηρίων: τυπικό μέγεθος πληθυσμού, πυκνότητα πληθυσμού και έκταση της δομημένης περιοχής.3 Το πόσο μεγάλος, όμως, είναι ένας οικισμός για να θεωρηθεί ως αστική περιοχή εξαρτάται κάθε φορά και από τη θέση των γεωγραφικών ορίων του, ένα κριτήριο

που

μεταβάλλεται

αναλόγως

με

τις

χώρες,

δημιουργώντας αφενός δυσκολίες στη σύγκριση μεταξύ τους


14

και παράγοντας αφετέρου διαφορετικές εικόνες της πόλης. Είναι ευρέως

αποδεκτό,

χαρακτηρίζεται

από

ωστόσο, υψηλή

ότι

μια

πυκνότητα

αστική

περιοχή

πληθυσμού

και

εκτεταμένη ανθρώπινη δραστηριότητα, όπως και υποδομές. Αστικές περιοχές μπορούν να θεωρηθούν οι πόλεις, οι μητροπολιτικές περιοχές, τα προάστια, αλλά ο όρος δεν περιλαμβάνει αγροτικούς οικισμούς και συναθροίσεις, όπως χωριά.4 Με οικονομικούς όρους, όλες οι πόλεις είναι όμοιες ως προς την ποικιλία των λειτουργιών που παρέχουν- παραγωγή, εμπόριο και υπηρεσίες. Οι λειτουργίες αυτές αποτελούν την οικονομική βάση μιας πόλης παράγοντας εργασία και πλούτο. Όσο μεγαλύτερη είναι μια πόλη τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα για περισσότερες και πιο εξειδικευμένες λειτουργίες σε αυτή. Σε αντίθεση, οι μικρότερες πόλεις έχουν λιγότερες λειτουργίες, βασικής συνήθως εξυπηρέτησης πληθυσμού. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τη συγκέντρωση ποικίλων λειτουργιών σε μια πόλη. Ο μεγάλος πληθυσμός των πόλεων διατηρεί τη ζήτηση για πιο εξειδικευμένες λειτουργίες, δημιουργώντας πόλους διοίκησης και υπηρεσιών, αγορές και κέντρα υποδομών. Η συσσώρευση σχετικών δραστηριοτήτων εξοικονομεί χρόνο και χρήμα. Οι πόλεις συνδέονται επίσης με άλλους οικισμούς μέσω ενός δικτύου

μεταφορών, κινώντας

ανθρώπους

και

προϊόντα,

δίνοντας τη δυνατότητα στους κατοίκους εκτός πόλεων να ταξιδέψουν για να έχουν πρόσβαση στα αγαθά και τις υπηρεσίες που αυτές παρέχουν.3 Οι πόλεις μπορούν επίσης να οριστούν

με

βάση

την

κοινωνική

τους

σύνθεση.

Είναι

χαρακτηριστικά μέρη με μεγάλο, πυκνό και ετερογενή πληθυσμό.

ΦΑΒΕΛΕΣ ΣΑΟ ΠΑΟΛΟ


15

Η ταυτότητα των πόλεων χαρακτηρίζεται τόσο από τη θετική όσο και από την αρνητική όψη της αστικής ζωής. Σήμερα, τα αρνητικά αποτελέσματα της αστικοποίησης είναι έντονα. Οι πόλεις έχουν οδηγηθεί σε συνωστισμό, με αποτέλεσμα εστίες ρύπανσης και τη δημιουργία μεγάλων παραγκουπόλεων. Από τα 3,5 δις ανθρώπων που κατοικούν σε πόλεις υπολογίζεται ότι το 1 δις είναι κάτοικοι παραγκουπόλεων, υποβαθμισμένων δηλαδή περιοχών όπου απουσιάζουν μία ή περισσότερες από τις βασικές ανάγκες διαβίωσης του ανθρώπου. Ο αριθμός αυτός εκτιμάται ότι θα ανέλθει στα 2 δις μέχρι το 2030.5 Επιπλέον, δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα φτώχειας, ρύπανσης και υγιεινής και εγκληματικότητας.


16

Από την άλλη πλευρά, η ποικιλομορφία των ανθρώπων και των δραστηριοτήτων οικονομική

στις

πόλεις

δραστηριότητα,

ενθαρρύνουν την

την

καινοτομία

έντονη και

τη

δημιουργικότητα, οι οποίες δημιουργούν συνθήκες που ελκύουν όλο

και

περισσότερους

ανθρώπους

σε

αυτές.

Ωστόσο

ορισμένοι θα υποστήριζαν ότι οι ποιότητες των πόλεων δίνουν αφορμή για ένα διαφοροποιημένο κατά περίπτωση αστικό τρόπο ζωής. Στο παρελθόν, όταν οι πόλεις ήταν σαφώς διαχωρισμένες από τις περιβάλλουσες αγροτικές περιοχές και οι επικοινωνίες ήταν περιορισμένες σε σχέση με σήμερα, ο αστικός τρόπος

ζωής

περιοριζόταν

στις

ίδιες

τις

πόλεις,

που

συνιστούσαν συμπαγείς περιοχές γύρω από ένα πυρήνα. Με την απαρχή της Βιομηχανικής Επανάστασης και την εμφάνιση των Ι.Χ., που προσέφεραν ελευθερία, οι πόλεις άρχισαν να αναπτύσσονται περαιτέρω. Στις αρχές του 20ου αιώνα, η έντονη βιομηχανική

δραστηριότητα

δημιούργησε

την

ανάγκη

για

ποιότητα και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Οι μοντέρνοι αρχιτέκτονες επιχείρησαν να αναγεννήσουν την πόλη και η ζωνοποίηση ώθησε τις κατοικίες και νέες χρήσεις γης εμπορίου, αναψυχής και υπηρεσιών προς τα προάστια. Αν και ο πυρήνας διατήρησε το συμπαγή του χαρακτήρα, η πόλη ως σύνολο βίωσε το χωρικό διαχωρισμό των δραστηριοτήτων και συχνά τη μείωση της πυκνότητας στις νέες περιοχές ανάπτυξης.

Το

φαινόμενο αυτής της ταχείας χαμηλής-πυκνότητας εξάπλωσης, με τον όρο urban sprawl, εμφανίστηκε πρώτα στις πόλεις των ΗΠΑ και πυροδοτήθηκε από την αυξημένη χρήση των Ι.Χ. και την επιθυμία για μονοκατοικίες με ιδιωτικό κήπο, ως ένας νέος


17

τρόπος ζωής μακριά από τον πυκνό πυρήνα της πόλης. Η παγκοσμίου επιπέδου έντονη οικονομική δραστηριότητα καθώς και διάφορες χωρικές επιβολές επιτάχυναν τη διαδικασία της αστικής εξάπλωσης, που συνδυάστηκε με τη δημογραφική αύξηση, τη χαμηλή αξία γης και την ανάπτυξη των δικτύων μεταφοράς. Η ευμάρεια, το χαμηλό κόστος των μετακινήσεων 1875

και η δυνατότητα της μετακίνησης με το Ι.Χ. αποτέλεσαν τις προϋποθέσεις για το διαχωρισμό των περιοχών κατοικίας από τις περιοχές εργασίας, και ως αποτέλεσμα, την εξάπλωση των αστικών κέντρων. Έτσι το φαινόμενο εμφανίστηκε και σε άλλες χώρες πέρα από την Αμερική, κυρίως , όμως, στην Ευρώπη.

1910

Σήμερα, ο όρος της αστικής εξάπλωσης έρχεται να περιγράψει το μοντέλο της χαμηλής-πυκνότητας οριζόντιας εξάπλωσης μεγάλων αστικών περιοχών με μικτές χρήσεις γης, κάτω από τις επιταγές της παγκόσμιας οικονομικής αγοράς, προς τα αστικά όρια και τις περιβάλλουσες αγροτικές περιοχές.16 Στον αντίποδα των συμπαγών πόλεων, οι πόλεις που εξαπλώνονται είναι

1920

γεμάτες από διασκορπισμένους ανεκμετάλλευτους χώρους που υποδεικνύουν την ανεπάρκεια του αστικού σχεδιασμού και τις συνέπειες της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης. Παρόλο που οι πόλεις σήμερα έχουν εξαπλωθεί και οι μαζικές επικοινωνίες διαδίδουν τις σύγχρονες αστικές αξίες, είναι δύσκολο να εντοπιστεί ένα μοναδικό μοντέλο αστικής ζωής. Έτσι

1945

ΑΣΤΙΚΗ ΕΞΑΠΛΩΣΗ _ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

η αστικοποίηση συνιστά μια παγκόσμια πρόκληση για την ανθρώπινη ανάπτυξη.


ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΔΙΚΤΥΑ


20

Τα τελευταία 30 χρόνια ο κόσμος βιώνει μία ασυνήθιστα επεκτατική μορφή αστικοποίησης που καθορίζει μία ολόκληρη παγκόσμια αστική εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από την αστικοποίηση ολόκληρου του κόσμου και την παγκοσμιοποίηση της

αστικοποίησης

ως

τρόπου

ζωής.6

Το

δίπολο

παγκοσμιοποίηση – αστικοποίηση καθορίζει την μορφολογική εξέλιξη της σύγχρονης πόλης. Αυτή η εκτεταμένη μορφή της σύγχρονης

αστικοποίησης

δεν

πρέπει

να

θεωρείται

ως

προσθήκη στη διαδικασία παγκοσμιοποίησης αλλά ως βασική κινητήρια δύναμή της. Υποκινεί καινοτομίες, δημιουργικότητα και οικονομική ανάπτυξη, ενώ εντείνει κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες και διαμάχες που προκαλούνται από την πολιτική πόλωση εις βάρος του πληθυσμού. Όσο το φαινόμενο της αστικοποίησης εντείνεται τόσο οι πόλεις παγκοσμιοποιούνται. Η αστικοποίηση φτάνει σε κάθε μέρος του πλανήτη ακόμα και σε κράτη που βρίσκονται ακόμα υπό ανάπτυξη, ενώ παράλληλα τα μοντέλα των αστικοποιημένων περιοχών επαναλαμβάνονται. Όσο οι πόλεις αυξάνονται σε μέγεθος ταχύτερα από ποτέ, η ποιότητα του νέου αστικού περιβάλλοντος ομογενοποιείται και αποκόπτεται από την κοινωνική και πολιτιστική κληρονομιά. Η αλληλεξάρτηση αστικοποίησης –παγκοσμιοποίησης συμβάλλει σε μία αναθεώρηση των κοινωνικών και χωρικών δομών της πολεοδομίας

δημιουργώντας

ετερογενείς

πόλεις.

Η

αστικοποίηση του κόσμου μπορεί να επεκταθεί περαιτέρω.

69,6% 57,2% 48,6% 37,3% 14,6% 3,2% 1800 1900 1900 2000 2025 2050

ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ


21

Περισσότερο από ποτέ, ολόκληρη η επιφάνεια της γης έχει σε κάποιο βαθμό αστικοποιηθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχουν πυκνές αστικές συσσωρεύσεις παντού, αλλά ότι τα κύρια στοιχεία της αστικοποίησης ως τρόπου ζωής είναι πανταχού παρόντα. Κανείς στη γη δεν βρίσκεται εκτός της σφαίρας επιρροής του αστικού τρόπου ζωής.


100% 80% 60% 40% 20%

ΧΑΡΤΗΣ ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ


24

Υψηλά επίπεδα αστικοποίησης σε μία χώρα προκύπτουν από την αύξηση του πλήθους των πόλεων, του αστικού πληθυσμού κ��ι την αναλογία του πληθυσμού που κατοικεί σε αστικές περιοχές. Κυρίαρχη στο σύγχρονο αστικό κόσμο είναι μία ομάδα από πόλεις με δυναμική και εξειδικευμένα χαρακτηριστικά αλλά και μαζικά αστικοποιημένες βιομηχανικές περιοχές. Σήμερα παρατηρείται

στροφή

στην

ανάπτυξη

των

πόλεων.

“Αν

συνεχίζουμε να συζητάμε για τον ανεπτυγμένο κόσμο ως αναπτυσσόμενο τότε βρισκόμαστε στο τέλος της αστικής ανάπτυξης”, αναφέρει ο Rem Koolhaas.7 Σήμερα συναντάται

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ 1950 2010 2030

60% 28% 22%

τουλάχιστον μια συγκέντρωση αρκετών εκατομμυρίων κατοίκων σε κάθε περιοχή του κόσμου και σε αντίθεση με το παρελθόν,

ανεπτυγμένες χώρες

που ο ρυθμός αστικοποίησης ήταν υψηλός στην Ευρώπη και τη

αναπτυσσόμενες χώρες

Βόρεια

Αμερική,

σήμερα

παρατηρούνται

τάσεις

υψηλής

αστικοποίησης στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, όπου μια νέα γενιά μέγαπόλεων αναδύεται ταχέως. Εκτός από τη φυσική αύξηση του πληθυσμού, που είναι υπεύθυνη για περισσότερο από το 50% της αύξησης του πληθυσμού στις αστικές περιοχές, μεγάλα κύματα εσωτερικής μετανάστευσης από αγροτικές περιοχές αναζητούν

καλύτερη

ποιότητα

ζωής

στις

πόλεις.8

Οι

προσφερόμενες θέσεις εργασίας και ο ρόλος της πόλης ως κέντρου πολιτισμού, τεχνολογικής προόδου, υπηρεσιών και παραγωγής εισοδήματος μετατρέπουν τις πόλεις σε πόλους έλξης πληθυσμού. Οι εσωτερικές διαμάχες, η υποβάθμιση της


25

γης, η εξάντληση των φυσικών πηγών ενέργειας και τα επίπεδα της φτώχειας αποτελούν επιπλέον παράγοντες αστικοποίησης που συναντώνται στην περίπτωση της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Οι πόλεις προσφέρουν καλύτερες οικονομικές ευκαιρίες ακόμα και στα φτωχότερα στρώματα πληθυσμού, γεγονός που ενθαρρύνει τη μαζική συρροή ανθρώπων στα αστικά κέντρα. Ποσοστό ανώτερο του 50% της ανθρωπότητας κατοικεί σήμερα σε πόλεις, ενώ το 80% της χερσαίας επιφάνειας της γης αντικατοπτρίζει

την

επιρροή

της

ανθρώπινης

αστικής

δραστηριότητας. Οι πόλεις εξαπλώνονται και το αποτύπωμα της εξάπλωσής τους είναι πια εμφανές και από το διάστημα. Σήμερα περίπου 3,49 δις άνθρωποι ζουν σε πόλεις από τα 6,5 δις του συνολικού πληθυσμού της γης.2 Ένας συνεχώς αυξανόμενος πληθυσμός και ένα πρωτοφανές κύμα μετανάστευσης από τις αγροτικές περιοχές προσθέτουν κάθε χρόνο περισσότερους από 50 εκ. ανθρώπους σε πόλεις και προάστια του κόσμου. Σύμφωνα με τον Kai N. Lee,

ο νέος αστικός κόσμος

χαρακτηρίζεται από διαφορετική πληθυσμιακή εξέλιξη στις διάφορες ηπείρους και από την εσωτερική διαφοροποίησή του σε μέγα-πόλεις και κοινές αστικές περιοχές.

Η ραγδαία

αστικοποίηση του παγκόσμιου πληθυσμού αναπτύσσεται με διαφορετικό τρόπο στα διάφορα μέρη του πλανήτη.


26

Ενώ ο πληθυσμός στην ευρωπαϊκή και αμερικανική ήπειρο έχει πλέον σταθεροποιηθεί, οι ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική έχουν εκτιναχθεί στα ύψη. Τα Ηνωμένα Έθνη προβλέπουν ότι όλες σχεδόν οι πληθυσμιακές

αυξήσεις

της

επόμενης

γενιάς

θα

παρουσιαστούν σε πόλεις κρατών με χαμηλά ή μεσαία εισοδήματα,

με

καθαρή

πληθυσμιακή

αύξηση

αυτών

παγκοσμίως στο 88% από το 2000 έως το 2030.8 Στην Ασία και την Αφρική, τις δύο λιγότερο αστικοποιημένες ηπείρους στον κόσμο, οι αστικοί πληθυσμοί προβλέπεται να διπλασιαστούν μέχρι το 2030.

100%

Βόρειος Αμερική Λατινική Αμερική Ευρώπη

80%

Ασία Αφρική

60%

40% 20%

1970

2010

2050

ΠΟΣΟΣΤΑ ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΝΑ ΗΠΕΙΡΟ


27

Η μεταβολή του κέντρου βάρους της αστικοποίησης στον αναπτυσσόμενο κόσμο είναι παράλληλα προϊόν και καταλύτης οικονομικής

ανάπτυξης.

Η

ανάπτυξη

της

παγκόσμιας

οικονομίας συμβάλλει στη δημιουργία μιας νέας γεωγραφίας που παράγει αστικότητα, η οποία λαμβάνει πολλές μορφές και λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα, επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό τόσο από τις χωρικές φόρμες όσο και από τις φυσικές τυπολογίες.

Ενδιαφέρον

παρουσιάζει

η

αντίθεση

που

παρατηρείται στη σχέση μεταξύ οικονομικής δυναμικής και χωρικής φόρμας. Πιο συγκεκριμένα, παρόμοιες υποκείμενες οικονομικές δυναμικές υλοποιούνται διαμέσου διαφορετικών γεωγραφικών προτύπων, ενώ παράλληλα παρόμοιες χωρικές φόρμες μπορούν να στεγάσουν διαφορετικές οικονομικές δραστηριότητες.9 Οι

πόλεις

ανά

τον

κόσμο

πρέπει

να

ανταποκρίνονται στις δημογραφικές και οικονομικές πιέσεις που δημιουργούν αστική εξάπλωση. Χαρακτηριστικό της αύξησης των μέγα-πόλεων είναι η συγχώνευση των κάποτε μεμονωμένων πόλεων σε μια ενιαία δομημένη περιοχή. Παρόλο που κάθε πόλη διατηρεί τα δικά της χαρακτηριστικά στο δομημένο περιβάλλον, τα φυσικά τους όρια αναμειγνύονται μεταξύ τους. Όσο οι συγκοινωνίες βελτιώνονται, οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να

διανύουν

μεγαλύτερες

αποστάσεις

εξαπλώνονται ολοένα και πιο πολύ.

και

οι

πόλεις


28

Ο σχεδιασμός των πόλεων και των επιμέρους χαρακτηριστικών τους βάσει του χωρικού DNA παίζει σημαντικό ρόλο στην βιωσιμότητα

και

την

προσαρμοστικότητα

του

αστικού

περιβάλλοντος που υπόκειται την έντονη διαδικασία αλλαγής. Είναι η ταχύτητα της αλλαγής που κάνει τα νέα πρότυπα πόλεων αναγνωρίσιμα. Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως ενώ οι αλλαγές αυτές συμβαίνουν παράλληλα σε πόλεις κάτω από παρόμοιες συνθήκες, είναι ορατή η ποικιλομορφία των χωρικών αποτελεσμάτων. Οι δυναμικές αυτές έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δύο νέων μοντέλων πόλης. _ global city: οικονομικής

πόλεις που βρίσκονται στο επίκεντρο της και

επιχειρηματικής

δραστηριότητας

του

παγκόσμιου συστήματος.1 Κατέχουν σημαντική γεωγραφική τοποθεσία σύμφωνα με τα κριτήρια και την ιεραρχία του παγκόσμιου

οικονομικού

συστήματος

και

συγκεκριμένα

οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Ο όρος έχει δοθεί από την κοινωνιολόγο Saskia Sassen το 1991, για να περιγράψει τα νέα δεδομένα των πόλεων. _ megacity:

πόλεις που αντιμετωπίζουν σοβαρές πιέσεις λόγω

της ακατάπαυστης ανάπτυξής τους σε μέγεθος.1 Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για τα δημογραφικά μεγέθη της πόλης, πληθυσμό και έκταση, και συμπεριλαμβάνει πόλεις με κοινά χαρακτηριστικά, ως αποτέλεσμα του μεγέθους τους.


29

Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της αστικής ανάπτυξης του 20ου αιώνα ήταν η ταχεία αύξηση του αριθμού των μεγάλων σε μέγεθος πόλεων. Στις αρχές του 19ου αιώνα οι πόλεις με πληθυσμό άνω του 1 εκ. ήταν ελάχιστες. Το 1825 σημειώνονται δύο τέτοιες πόλεις, το Λονδίνο και το Πεκίνο.10 Από τότε ο αριθμός τέτοιων πόλεων αυξάνεται προοδευτικά. Το 1900 υπήρχαν τουλάχιστον 13 πόλεις με πληθυσμό που ξεπερνάει το 1 εκ., ενώ η μητροπολιτική περιοχή του Λονδίνου γίνεται η πρώτη με πληθυσμό 10 εκ. κατοίκων. Μέχρι το 1950 οι πόλεις αυτές αγγίζουν τις 68. Την περίοδο αυτή Νέα Υόρκη, Παρίσι, Σαγκάη, Μόσχα και Τόκιο ξεπερνούν τα 10 εκ. Το 2000 ο αριθμός των πόλεων πληθυσμού άνω του 1 εκ. είναι μεγαλύτερος των 400, ενώ παράλληλα οι πόλεις άνω των 10 εκ. ξεπερνούν τις 20. Σήμερα

καταμετρώνται

450

πόλεις

άνω

του

1

εκ.

συγκεντρώνοντας συνολικά 1 δις. κατοίκους αποτελώντας τις κορυφές του παγκόσμιου χάρτη πυκνότητας πληθυσμού.


1825

1900


1950

2005 ΠΟΛΕΙΣ ΜΕ ΠΛΗΘΥΣΜΟ ΑΝΩ ΤΟΥ 1 ΕΚ.


32

Ενώ πολλές από τις μεγάλες αστικές συγκεντρώσεις ιστορικά συναντώνται στις ανεπτυγμένες χώρες, σήμερα 15 από τις 20 μεγαλύτερες περιοχές του κόσμου με πληθυσμό μεταξύ 10 και 20 εκ. βρίσκονται σε λιγότερο οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες, πολλές από τις οποίες βρίσκονται στον παγκόσμιο Νότο. Ο αριθμός των πόλεων με πληθυσμό πάνω από 1 εκ. στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική συνολικά αυξήθηκε από 39 σε 308 μεταξύ 1950 και 2005. Την ίδια περίοδο συνολικά σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική αυξήθηκαν από 37 σε 96. Χωρικά οι περισσότερες πόλεις αυτές συγκεντρώνονται στη Λατινική Αμερική και Καραϊβική [57 εκ.] και στην Αφρική [41 εκ.] από ό,τι στη Δυτική Ευρώπη [40εκ]. Μέχρι το 2030 εκτιμάται ότι 4 στους 5 κατοίκους

πόλεων

στον

αναπτυσσόμενο κόσμο.10

κόσμο

θα

ανήκουν

στον


33

Το

φαινόμενο

της

προοδευτικής

αύξησης

οδήγησε

στο

διαχωρισμό των πόλεων σε τρείς κατηγορίες με βάση τον πληθυσμό τους. _ μητροπόλεις Διευρυμένες πόλεις με πληθυσμό άνω του 1 εκ. Η έννοια περιγράφει τα μεγάλα αστικά συγκροτήματα και τη μεγάλη πόλη που αναλαμβάνει τις πιο υψηλές λειτουργίες στα πλαίσια της περιφερειακής ή της τοπικής αστικής ιεράρχησης. Η μητρόπολη συχνά αποτελεί σημαντικό οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο μιας χώρας ή μιας συγκεκριμένης περιοχής, καθώς και κόμβο τοπικών ή διεθνών διασυνδέσεων και μεταφορών.11 _ μέγα-πόλεις Πόλεις

με

πληθυσμό

άνω

των

10

εκ.

στην

ευρύτερη

μητροπολιτική περιοχή, δηλαδή το αστικό κέντρο με τις γειτνιάζουσες περιοχές. Πρόκειται για τεράστια πολεοδομικά συγκροτήματα, απόρροια της παγκόσμιας αστικοποίησης. Χαρακτηρίζονται από ταχεία ανάπτυξη, νέες χωρικές μορφές της πυκνότητας πληθυσμού, επίσημη και ανεπίσημη οικονομία, καθώς και μεγάλα κοινωνικά προβλήματα.12 _ μεγαλοπόλεις Πόλεις με πληθυσμό κατά πολύ μεγαλύτερο από 10εκ. Είναι εκτενείς

μητροπολιτικές

περιοχές

ή

ακόμη

και

αλυσίδα

συνεχόμενων μητροπολιτικών περιοχών.14 Ορίζονται από τα δημογραφικά και οικονομικά τους μεγέθη καθώς και από διαστάσεις ηπείρου.10


34

Οι πόλεις που έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν σε πληθυσμό το 1 εκ. επισκιάζονται από τους σύγχρονους αστικούς γίγαντες με πληθυσμό που ξεπερνά τα 10 εκ. Οι μέγα-πόλεις φιλοξενούν όμως μόλις το 9% του παγκόσμιου αστικού πληθυσμού. Σύμφωνα με εκτιμήσεις σήμερα υπάρχουν πάνω από 20 μέγαπόλεις

των

10

εκ.

οι

περισσότερες

εκ

των

οποίων

συγκεντρώνονται στην Ασία : Τόκιο, Σεούλ, Οσάκα, Σαγκάη, Μουμπάι, Πεκίνο, Καλκούτα, Τζακάρτα, Δελχί, Μανίλα, Τίαντζιν, Καράτσι. Άλλες μέγα-πόλεις ανά τον κόσμο είναι: Νέα Υόρκη, Σάο Πάολο, Μέξικο Σίτυ, Λος Άντζελες, Μόσχα, Μπουένος Άιρες, Λίμα, Μπογκοτά, Ρίο ντε Τζανέιρο, Λάγκος, Κάιρο. Μέχρι το 2020 πολλές από αυτές τις πόλεις εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν σε πληθυσμό τα 20 εκ.3

Λος Άντζελες

Μόσχα

Νέα Υόρκη

Μέξικο Σίτυ

Μπογκοτά Λίμα

Πεκίνο Τόκιο Τίαντζιν Σεούλ Δελχί Σαγκάη Οσάκα Κάιρο Καράτσι Καλκούτα Μουμπάι Μανίλα Λάγκος Τζακάρτα

Ρίο ντε Τζανέιρο Σάο Πάολο Μπουένος Άιρες


35

Μέσα στα πλαίσια εξέλιξης των πόλεων και των σημαντικών μετασχηματισμών τους, προέκυπταν νέες ορολογίες για την περιγραφή τους. Ο όρος ecumenopolis, από την ελληνική έννοια της παγκόσμιας πόλης, δόθηκε για πρώτη φορά το 1967 από τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη. Εκπροσωπούσε την ιδέα ότι στο μέλλον

οι

αστικές

περιοχές

και

οι

μεγαλοπόλεις

θα

συνενώνονταν και τελικά θα υπήρχε μια ενιαία συνεχής πόλη σε όλο τον κόσμο, ως εξέλιξη της αστικοποίησης και των τάσεων αύξησης του πληθυσμού. Επιπλέον, η κλασική έννοια της μητρόπολης επεκτάθηκε και εισήχθη από τον Francois Ascher το 1995 ο όρος της μετάπολης ενσωματώνοντάς την. Σύμφωνα με τον ορισμό του, “μια μετάπολη είναι το σύνολο των χώρων όπου το σύνολο ή τμήμα των κατοίκων, των οικονομικών δραστηριοτήτων ή των περιοχών βρίσκεται ενσωματωμένο στην καθημερινή λειτουργία μιας μητρόπολης. Μια μετάπολη αποτελεί γενικώς

ένα

λεκανοπέδιο

εργασίας,

κατοίκησης

και

δραστηριοτήτων. Οι χώροι που συνθέτουν μια μετάπολη είναι κατ' ουσία ετερογενείς και όχι εξ ανάγκης συνεχείς. Μια μετάπολη περιλαμβάνει

το

λιγότερο

μερικές

εκατοντάδες

χιλιάδες

κατοίκους.”14 Το 2000 ο Edward Soja επαναφέρει τον όρο postmetropolis, που είχε χρησιμοποιηθεί για πρώτη φορά από τον Iain Chambers το 1990 ως post-modern metropolis, για να περιγράψει όλα τα νέα δεδομένα της αστικοποίησης.


36

Τα τελευταία 30 χρόνια, η μοντέρνα μητρόπολη βιώνει μια τοπική διαδικασία αστικοποίησης, στην οποία η αστυφιλία, ενώ παλαιότερα περιοριζόταν στο ιστορικό κέντρο της πόλης, εξαπλώθηκε προς τα έξω, δημιουργώντας αστικές πυκνότητες και

νέες

“outer”

και

“edge”

πόλεις,

εκεί

όπου

πριν

βρισκόντουσαν περιθωριοποιημένα προάστια και πράσινες αγροτικές περιοχές. Σε μερικές περιοχές, η αστικοποίηση εξαπλώθηκε και σε ακόμα μεγαλύτερες τοπικές κλίμακες, δημιουργώντας αστικούς γαλαξίες με τέτοια μεγέθη πληθυσμού και βαθμό πολυκεντρικότητας που κανείς δεν είχε φανταστεί μερικές δεκαετίες πριν.15 Ο

ορισμός

του

αστικού

αποτελεί

σήμερα,

όπως

προαναφέρθηκε, αμφιλεγόμενο ζήτημα. Η αστικότητα, με τον ορισμό που ο δυτικός πολιτισμός καθιέρωσε, παρουσιάζεται σήμερα με δικά της ειδικά χαρακτηριστικά, τα οποία, ενώ είναι δύσκολο να τα αναγνωρίσουμε ως μια άλλη ενσάρκωση του τί είναι αστικό, δεν μπορούμε να τα αγνοήσουμε. Το θέμα της “δυτικής” αστικότητας επανατοποθετείται σήμερα πιο φλέγον από ποτέ. Ο όρος cityness δίνεται από την Saskia Sassen για να περιγράψει τη σύγχρονη αστικότητα, να συμπεριλάβει τις παραλλαγές

και

τις

μορφές

κεντρικότητας

που

είναι

δυσανάγνωστες. Τέτοιες είναι και οι μορφές που συναντώνται στις περιοχές που αστικοποιούνται αυτή τη στιγμή σε Ασία, Λατινική Αμερική και Αφρική.

ΠΟΛΩΣΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ 2005-2015


αύξηση πληθυσμού κατά 5% σταθερότητα πληθυσμού μείωση πληθυσμού κατά 5%


3

Ο Ι

Π Ε Ρ Ι Ο Χ Ε Σ

Τ Ο Υ

Π Λ Α Ν Η Τ Η


39

Ο χωρισμός του κόσμου σε επιμέρους γεωγραφικές περιοχές γίνεται συνήθως μέσω της γεωφυσικής κατανομής αυτών. Παρόλα αυτά δεν μπορούμε να παραβέψουμε τη κατανομή βάση γεωπολιτικών χαρακτηριστικών που επιδρούν τόσο στην εξέλιξη όσο και στην ανάπτυξη των επιμέρους περιοχών. Διακρίνονται πέντε γεωγραφικές ενότητες βάση της γεωπολιτικής κατανομής. Αρχικά, ο Ανεπτυγμένος Βορράς, που περιλαμβάνει την Ευρώπη, τις Η.Π.Α., τον Καναδά, την Αυστραλία, την Ιαπωνία και την Ρωσία. Η γεωγραφική ενότητα αυτή είναι συνώνυμη της οικονομικής ανάπτυξης και της εκβιομηχάνισης. Στον αντίποδα, βρίσκεται ο Φτωχός Νότος, με περιοχές που αντιπροσωπεύουν πρώην αποικίες. Η ενότητα αυτή αποτελείται από τη Νότιο Αμερική, Αφρική και χώρες της Μέσου Ανατολής, εξαιρουμένων της Ινδίας και της Κίνας. Οι περιοχές αυτές αντιπροσωπεύουν πρώην αποικίες. Ο καπιταλισμός, η παγκοσμιοποίηση και η μετανάστευση δημιούργησαν ανισότητες στην κατανομή του κεφαλαίου και κοινωνικο-οικονομικά χάσματα μεταξύ των χωρών.

Στη

συνέχεια,

η

ενότητα

της

Μεσογείου,

που

περιλαμβάνει χώρες της ευρωπαϊκής, αφρικανικής και αραβικής όχθης. Οι χώρες της Μεσογείου αποκλίνουν σήμαντικα όσο αφορά τα κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικά χαρακτηριστικά τους. Ανάμεσα στη βόρεια και την νοτιοανατολική όχθης συναντάται μεγάλο χάσμα, με την ευρωπαϊκή ανεπτυγμένη όχθη και την αραβική και αφρικανική όχθη, χώρους φτώχειας, εσωτερικών διαμάχων,

κοινωνικο-πολιτικής

περιπτώσεις αναφαλβητισμού.

αστάθειας

και

σε

πολλές


40

Προχωρώντας ανατολικά, η Μέση Ανατολή που εκτείνεται από την Κύπρο έως το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και την Κεντρική Ασία. Η Μέση Ανατολή αποτελεί παραδοσιακά χώρο με ασταθή γεωπολιτικά χαρακτηριστικά και έντονες εσωτερικές διαμάχες. Ο παγκόσμιος γεωπολιτικός χάρτης κλείνει με τη Νοτιοανατολική Ασία, που αποτελείται από τις χώρες, νότια της Κίνας και ανατολικά της Ινδίας. Η περιοχή ακόμα και πριν την στροφή σε αυτή του ευρωπαϊκού οικονομικού ενδιαφέροντος, αποτελούσε κρίσιμο σημείο στο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα. Ενώ η γεωγραφική ενότητα της Νοτιοανατολικής Ασίας αποτελείται από χώρες, οι οποίες βασίζονται στην αγροτική οικονομία, η βιομηχανία και η οικονομία των υπηρεσιών αυξάνεται σε σημασία τα τελευταία χρόνια. Η κατανομή του κόσμου σε γεωγραφικές περιοχές που ακολουθεί

είναι

γεωφυσική.

παγκόσμιου

χάρτη

δυνατότητα

να

σε

Ο

οικείος

γεωγραφικές

αναλυθούν

περιοχές

διαχωρισμός ηπείρους με

δίνει

του τη

παραπλήσια

χαρακτηριστικά που αναπτύσσονται κάτω από παρόμοιες συνθήκες σε εγγύς χρονικές περιόδους.


Ανεπτυγμένος Βορράς_Φτωχός Νότος


3

Ο Ι

Π Ε Ρ Ι Ο Χ Ε Σ

3.1. Ασία

Τ Ο Υ

Π Λ Α Ν Η Τ Η


43

Η Ασία είναι η μεγαλύτερη και πολυπληθέστερη ήπειρος του κόσμου. Καταλαμβάνει έκταση 43,82 εκ. km2, δηλαδή περίπου το ένα τρίτο της συνολικής επιφάνειας ξηράς του πλανήτη. Το 2008 ο πληθυσμός της εκτιμάται ότι άγγιζε τα 4 δις, κατέχοντας το 61% του συνολικού πληθυσμού της γης.1 Κατέχει τις 2 χώρες με τους μεγαλύτερους πληθυσμούς στον κόσμο –Κίνα και Ινδία- που αναμένεται να αναπτυχθούν σύντομα και οικονομικά. Σήμερα, τα Μέσα αναφέρονται στον 21ο αιώνα ως ο “Ασιατικός Αιώνας”, σε αντίθεση και με τους “Αμερικανικό Αιώνα” και “Βρετανικό Αιώνα”, ως απόρροια της σημαντικής πληθυσμιακής και οικονομικής ανάπτυξης της ηπείρου.2 Κατά τη διάρκεια του τελευταίου μισού του 20ου αιώνα, μία από τις

πιο

ισχυρές

αλλαγές

που

υπέστη

η

Ασία

ήταν

ο

διπλασιασμός του ποσοστού του πληθυσμού της που κατοικεί σε αστικές περιοχές. Το 1950, 231 εκ. Ασιάτες κατοικούσαν σε αστικές περιοχές και μέχρι το 2000 ο αριθμός τους είχε πενταπλασιαστεί φθάνοντας το 1,2 δις, ενώ η αναλογία τους σε 17% 37% 42% 66% ποσοστά αστικού πληθυσμού

1950

σχέση με το συνολικό πληθυσμό της ηπείρου άγγιζε το 37%.

2000

Σήμερα, ο αστικός πληθυσμός των 1,8 δις αποτελεί το 42% του

2010

συνολικού της Ασίας, ενώ τις επόμενες 4 δεκαετίες ο αστικός

2050

πληθυσμός υπολογίζεται να φθάσει στο 66%.3 Σήμερα, η Ασία κατέχει πάνω από τις μισές χώρες του κόσμου με πληθυσμό άνω των 10 εκ., ενώ εκτιμάται ότι το 2015 3 Ασιατικές αναπτυσσόμενες χώρες θα ανήκουν στις 5 μεγαλύτερες αστικές συσσωρεύσεις στον κόσμο: Μουμπάι, Ντάκα, Δελχί.4 Μέχρι το 2050 ο συνολικός πληθυσμός της προβλέπεται να ξεπεράσει τα 5 δις.


44

Η μετακίνηση του πληθυσμού έπαιξε σημαντικό ρόλο τόσο στην αύξηση των αστικών κέντρων στην Ασία, όσο και στην κοινωνική, οικονομική και δημογραφική δομή και ανάπτυξη αυτών των κέντρων. Από πλευράς αύξησης των αστικών κέντρων, είναι προφανές ότι η καθαρή εσωτερική μετανάστευση από τις αγροτικές περιοχές ήταν αξιόλογη. Πέρα από τον αποχαρακτηρισμό αγροτικών περιοχών και την ανακατάταξή τους στις αστικές μετά από χωρικές επεκτάσεις της αστικής ζώνης, η αγροτική – αστική μετανάστευση αποτέλεσε την κύρια πηγή της αστικής αύξησης.5 Ένα από τα εξέχοντα χαρακτηριστικά των αστικών εκτάσεων στην Ασία είναι οι πολύπλοκες και ισχυρές διασυνδέσεις που έχουν με τις αγροτικές περιοχές και ο υψηλός βαθμός κινητικότητας

του

πληθυσμού

κατά

μήκος

αυτών

των

διασυνδέσεων.5 Ως εκ τούτου, ο καθορισμός των αστικών ορίων όχι μόνο διαφέρει εξαιρετικά μεταξύ των Ασιατικών χωρών, αλλά σε

πολλές

χώρες

βασίζεται

σε

διοικητικά

κριτήρια,

που

καθιστούν αναποτελεσματικό το διαχωρισμό του αστικού από τον αγροτικό πληθυσμό. Η πρόσφατη ανάπτυξη της Κίνας χαρακτηρίζεται από μια εκτεταμένη μορφή τοπικής αστικοποίησης απορροφώντας ένα μεγάλο μερίδιο του αυξανόμενου πληθυσμού. Στις αρχές του 2008, ο πληθυσμός της Κίνας έφτανε το 1,3 δις με τα 607 εκ. να αποτελούν τον αστικό της πληθυσμό.6 Η ιστορία της Κίνας είναι συνδεδεμένη με το φαινόμενο της αστικοποίησης ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα όταν το Πεκίνο έγινε μία από ��ις πρώτες πόλεις του κόσμου με πληθυσμό που ξεπερνούσε το 1 εκ. Σε


45

διάστημα μικρότερο των 3 δεκαετιών, η Κίνα βίωσε τη εξέλιξη αστικού πληθυσμού

μεγαλύτερη κλίμακα αστικοποίησης και την πιο γρήγορη

100%

μετάβαση αγροτικού-αστικού πληθυσμού στην ιστορία. Το 1970,

80%

θεωρούνταν μια χώρα “περιορισμένης αστικοποίησης”, όπου

60%

το ποσοστό των κατοίκων που κατοικούσε σε πόλεις ήταν

40%

μικρότερο του 20% του πληθυσμού της χώρας. Σήμερα, το

20%

ποσοστό αστικοποίησης έχει αγγίξει το 45% , ενώ αναμένεται μέσα στην επόμενη δεκαετία να ξεπεράσει το 50%, ποσοστό που 1970

2010

2050

αντιπροσωπεύει αύξηση του Κινέζικου πληθυσμού κατά μισό εκατομμύριο. Αυτή η αύξηση του πληθυσμού θα απορροφηθεί αποκλειστικά από τα αστικά κέντρα. Σήμερα, τουλάχιστον 3 εκτεταμένες περιοχές μέγα-πόλεων στο Δέλτα του ποταμού Pearl και στις ενδοχώρες που εκτείνονται γύρω από το Πεκίνο και τη Σαγκάη, δημιουργούν ένα γιγάντιο αστικό πόλο.7 Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, η Κίνα πρόκειται να αγγίξει το 73% στο ποσοστό αστικοποίησης μέχρι το 2050.3 Ο ρυθμός αύξησης του αστικού πληθυσμού της Κίνας είναι κατά πολύ μεγαλύτερος τόσο από αυτόν της Ασίας όσο και από του κόσμου. Η Ινδία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα παγκοσμίως σε πληθυσμό, με 1,2 δις κατοίκους.8 Σήμερα είναι μία από τις πιο γρήγορα αναπτυσσόμενες οικονομίες. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα ο πληθυσμός της Ινδίας 11-πλασιάστηκε και συγκεντρώθηκε κυρίως στις μεγάλες πόλεις. Το 1970, το ποσοστό αστικοποίησης στην Ινδία έφθανε το 20%. Στις αρχές του 21ου αιώνα καταμετρούνταν 35 πόλεις με πληθυσμό άνω του 1 εκ.

Ωστόσο,

το 2001

περισσότερο από το 70% του

πληθυσμού της Ινδίας εξακολουθούσε να κατοικεί σε αγροτικές


46

περιοχές, ποσοστό που καταγράφεται ακόμα και σήμερα. Μέχρι το 2050 ο αστικός πληθυσμός στην Ινδία υπολογίζεται ότι θα αναλογεί

στο

55%

του

συνολικού

πληθυσμού

της.3

Οι

αναπτυσσόμενες πόλεις της Ινδίας Μουμπάι, Καλκούτα, Δελχί και Μπανγκαλόρ ακολουθούν μια ανοδική πορεία στην αύξηση του πληθυσμού τους από την αρχή του 20ου αιώνα. Στο Δελχί, ο αριθμός των κατοίκων αυξήθηκε κατά 70% εξαιτίας της αλλαγής

εξέλιξη αστικού πληθυσμού 100% 80% 60% 40% 20%

των ορίων της πόλης, του Μπανγκαλόρ κατά 38%, ενώ ο

1970

πληθυσμός του Μουμπάι αυξήθηκε κατά 21%. Σε αντίθεση, ο

2010

2050

πληθυσμός της Καλκούτα ήταν σχετικά σταθερός με αύξηση 4%. Το Μουμπάι και η Καλκούτα ήταν οι πρώτες πόλεις της Ινδίας που ο πληθυσμός τους άγγιξε το 1 εκ. το 1910. Σήμερα, το Μουμπάι, με πληθυσμό που αγγίζει τα 15 εκ., τείνει να έχει τη δεύτερη μεγαλύτερη αστική συσσώρευση παγκοσμίως.9 Η Ινδονησία με πληθυσμό στα 230 εκ. περίπου είναι η τέταρτη πιο πολυάριθμη χώρα του κόσμου.10 Ο πληθυσμός της προβλέπεται ότι θα αγγίξει τα 288 εκ. μέχρι το 2050. Στην Ινδονησία, η σημαντική αύξηση της αστικοποίησης οφείλεται κυρίως στην αναθεώρηση αγροτικών περιοχών σε αστικές.5 Ο αστικός πληθυσμός αυξήθηκε κατά 100 φορές στη διάρκεια του 20ου αιώνα. Το 1970, το ποσοστό της αστικοποίησης είχε φτάσει το 17%. Τις τελευταίες 3 δεκαετίες του 20ου αιώνα, ο αστικός πληθυσμός αυξανόταν κατά 5% ετησίως, ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης του αγροτικού μειώθηκε κατά 1,5%. Στην αρχή της χιλιετίας ο πληθυσμός της μητροπολιτικής περιοχής συνίστατο κατά 80% από αστικό και κατά 20% από αγροτικό πληθυσμό,

εξέλιξη αστικού πληθυσμού 100% 80% 60% 40% 20%

ενώ σήμερα η αναλογία του αστικού πληθυσμού σε σχέση με το συνολικό είναι 54%. Μέχρι το 2050 η σχέση αυτή πρόκειται να

1970

2010

2050


47

ανέλθει στο 79%.3 Εκτός από τη μαζική αύξηση του πληθυσμού, στην

Ινδονησία

παρατηρήθηκαν

χωρικές

επεκτάσεις

των

αστικών περιοχών, κυρίως κατά μήκος μεγάλων οδικών αξόνων εκτεινόμενων

εκτός

της

αστικής

ζώνης.

Η

Τζακάρτα

αποτελώντας τη μεγαλύτερη μητρόπολη της Νοτιοανατολικής Ασίας είχε τη μεγαλύτερη αύξηση πληθυσμού τα τελευταία 20 χρόνια του 20ου αιώνα, αγγίζοντας σήμερα τα 9 εκ. κατοίκους.11 Η Ιαπωνία έχει σήμερα πληθυσμό λίγο πάνω από τα 127 εκ. κατοίκους και κατατάσσεται ως 10η στη λίστα με τις πιο πολυάριθμες χώρες του κόσμου. Το μέγεθός της αποδίδεται κυρίως στα υψηλά ποσοστά ανάπτυξης που βίωσε στα τέλη του εξέλιξη αστικού πληθυσμού 100%

19ου αιώνα και στις αρχές του επομένου.12 Η Ιαπωνία ήταν η πρώτη χώρα που ο μισός της πληθυσμός κατοικούσε ήδη σε αστικές περιοχές από το 1970, ενώ σήμερα το ποσοστό του

80%

αστικού πληθυσμού φτάνει το 67%. Μέχρι το 2050 η αναλογία

60%

αναμένεται να αγγίξει το 80%.3 Το Τόκιο αποτελεί μία από τις πιο

40%

γρήγορα

20%

αναπτυσσόμενες

μέγα-πόλεις

του

κόσμου.

Με

πληθυσμό που ξεπερνάει τα 35 εκ. βρίσκεται τα τελευταία 20 χρόνια στην κορυφή του παγκόσμιου χάρτη πληθυσμού. 1970

2010

2050

Η πληθυσμιακή αύξηση στην Ασία αναμένεται να συνεχιστεί τουλάχιστον κατά το πρώτο μισό του 21ου αιώνα, παρά το γεγονός ότι ο ρυθμός της έχει μειωθεί από το τέλος του 20ου αιώνα.

Οι

αστικές

περιοχές

της

πρόκειται

σύντομα

να

στεγάσουν πάνω από το μισό του συνολικού πληθυσμού της Ασίας, ενώ 2 γενεές νωρίτερα μόλις 1 στους 10 Ασιάτες κατοικούσε σε πόλη. Αυτό υποδεικνύει μια ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο ζωής τους καθώς και μια πολιτική αναθεώρησης του σχεδιασμού των αστικών συστημάτων.


3

Ο Ι

Π Ε Ρ Ι Ο Χ Ε Σ

3.2. Αφρική

Τ Ο Υ

Π Λ Α Ν Η Τ Η


49

Η Αφρική είναι η δεύτερη μεγαλύτερη σε μέγεθος ήπειρος της γης

και

η

δεύτερη

πιο

πολυπληθής,

μετά

την

Ασία.

Καταλαμβάνοντας έκταση 30.2 εκ. km² καλύπτει το 20.4% της επιφάνειας ξηράς του πλανήτη. Στις αρχές του 2010, ο πληθυσμός της εκτιμάται ότι ξεπερνάει το 1 δις κατοίκων, αντιστοιχώντας στο 14,7% του συνολικού πληθυσμού της γης.1 Οι κύριες τάσεις αστικοποίησής της σημειώνονται μετά την ανεξαρτησία των περισσοτέρων από τις αφρικανικές χώρες το 1960. Η Αφρικανική κοινωνία αλλάζει με ταχείς ρυθμούς με την

ποσοστά αστικού πληθυσμού 15% 77% 73% 84%

1950

εξάπλωση των πόλεών της, όχι μόνο από πλευράς αύξησης

2000

πληθυσμού αλλά και χωρικής επέκτασης. Ο συνολικός της

2010

πληθυσμός έχει αυξηθεί με ταχείς ρυθμούς τα τελευταία 40

2050

χρόνια, με αποτέλεσμα να είναι σχετικά νέος. Το 1950 η Αφρική είχε μόλις 221 εκ. κατοίκους, ενώ σήμερα καταμετρά 1 δις.2 Ο αφρικανικός πληθυσμός αυξάνεται με ρυθμό αύξησης 24 εκ. ετησίως, ενώ προβλέπεται ότι μέχρι το 2050 θα αγγίζει τα 2 δις. Σήμερα, είναι η γρηγορότερη αστικοποιούμενη ήπειρος στον κόσμο, κυρίως στο τμήμα νότια της Σαχάρας. Το 1900, εκτιμάται ότι σχεδόν το 95% των κατοίκων της Αφρικής νότια της Σαχάρα ζούσαν από αγροτικές διαδικασίες, γεγονός που υποδηλώνει ότι μόλις 5% του πληθυσμού ζούσε σε πόλεις. Το 1950, ο συνολικός αστικός πληθυσμός της Αφρικής έφθανε το 15%, ενώ το 2000 είχε αγγίξει σχεδόν το 36%. Σε απόλυτα νούμερα, τα 32 εκ. αστικών κατοίκων το 1950 έφθασαν τα 295 εκ. το 2000.3


50

Στο διάστημα 1980 και 2000, οι Αφρικανικές πόλεις Λάγος, Κάιρο, Γιοχάνεσμπουργκ και Χαρτούμ, μεταξύ άλλων, μετατράπηκαν σε μέγα-πόλεις και μπήκαν στη λίστα των μεγαλύτερων πόλεων στον κόσμο, ενώ σήμερα καταγράφονται ήδη 50 πόλεις με πληθυσμό μεταξύ 1 και 5 εκ. Ο αριθμός αυτός εκτιμάται ότι θα φτάσει τις 70 μέχρι το 2015. Το ποσοστό του αστικού πληθυσμού της Αφρικής που καταγράφεται σήμερα είναι 40%, ενώ οι προβλέψεις εκτιμούν αύξηση του συγκεκριμένου αριθμού στο 62% μέχρι το 2050.3 Όπως και στον υπόλοιπο κόσμο, η διαδικασία αστικοποίησης στην Αφρική έχει κυρίως επηρεαστεί από την οικονομία.

Ο

υψηλός ρυθμός ανάπτυξής της ήταν αποτέλεσμα της αγροτικής –

αστικής

πληθυσμού,

μετανάστευσης, και,

σε

μερικές

της

φυσικής

περιοχές,

αύξησης

των

του

εσωτερικών

συγκρούσεων. Οι άνθρωποι προσήλθαν σε αυτές για λόγους εργασίας, διοίκησης, εκπαίδευσης και κοινωνικών υπηρεσιών. Εξαίρεση αποτελεί η Νότια Αφρική, που με την πολιτική του απαρτχάιντ

και

το

αυστηρό

καθεστώς

ελέγχου

εισροής

πληθυσμού, κατάφερε έως ένα βαθμό να περιορίσει την αστική ανάπτυξη. Παρόλα αυτά, είναι μία από τις πιο αστικοποιημένες περιοχές της Αφρικής παρά το χαμηλό ρυθμό αστικοποίησής της. Η Βόρεια Αφρική, αν και μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα ήταν από τις πιο αστικοποιημένες υποπεριοχές της ηπείρου, τα τελευταία χρόνια αρκετές χώρες της βιώνουν μείωση του πληθυσμού τους.4 Η Δυτική Αφρική ακολουθεί με ποσοστό αστικοποίησης

που

φτάνει

το

45%,

ενώ

η

λιγότερο

αστικοποιημένη περιοχή της ηπείρου είναι η Ανατολική Αφρική.


51

Η Δυτική Αφρική, με 16 χώρες, εκτείνεται σε μια έκταση 5 εκ. km². Έχει πληθυσμό μεγαλύτερο των 300 εκ. κατοίκων, ενώ το 1950 ο πληθυσμός της μόλις άγγιζε τα 67,5 εκ. Το 1970, το ποσοστό του αστικού της πληθυσμού έφθανε μόλις το 21% ενώ σήμερα έχει σχεδόν

διπλασιαστεί

αγγίζοντας

το

45%.

Ο

ρυθμός

αστικοποίησής της προβλέπεται να φτάσει το 68% μέχρι το 2050, ενώ ο συνολικός της πληθυσμός εκτιμάται ότι θα διπλασιαστεί.5 Το πιο αστικοποιημένο τμήμα αυτής της υποπεριοχής είναι αναμφισβήτητα αυτό της Δυτικής Σαχάρας

με

ποσοστό

αστικοποίησης που αγγίζει σήμερα την κορυφή του 82% και προβλέπεται να εκτιναχτεί στο 89% μέχρι το 2050.

Σήμερα, η

πόλη Λάγος της Νιγηρίας είναι η μεγαλύτερη πόλη της Δυτικής Αφρικής στο τμήμα υπό της Σαχάρα. Ενώ το 1963 είχε 665.000 κατοίκους, μέχρι το 2006 ο πληθυσμός της είχε αγγίξει τα 7.9 εκ.6 εξέλιξη αστικού πληθυσμού

Το 2020, αναμένεται να γίνει η 3η μεγαλύτερη πόλη του κόσμου

100%

με πληθυσμό 24 εκ. κατοίκων. Στη λίστα με τις γρηγορότερα

80%

αναπτυσσόμενες πόλεις του κόσμου βρίσκεται 7η, ενώ σήμερα

60%

είναι η πολυπληθέστερη πόλη της Αφρικής, μετά το Κάιρο. Ο

40%

υψηλός ρυθμός αστικοποίησης της πόλης οφείλεται κυρίως στη

20%

μαζική ε��σροή μεταναστών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970. Σήμερα πλήττεται από μεγάλα αστικά προβλήματα, όπως 1970

2010

2050

κυκλοφοριακή συμφόρηση και διαχείριση των αποβλήτων και απορριμμάτων. Η αφθονία των Ι.Χ. ήταν το έναυσμα για την ανάπτυξη της πόλης, με τη διακίνηση των αγαθών και υπηρεσιών.


52

Η Βόρεια Αφρική έχει 7 γεωγραφικές περιοχές και η συνολική της έκταση καλύπτει 8,5 εκ. km² γης. Ο πληθυσμός της το 1950 ανερχόταν στα 53 εκ. ενώ σήμερα έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί αγγίζοντας τα 212 εκ.

Από αυτά, το 52% κατοικεί σε αστικές

περιοχές, ενώ το 1970 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 36%. Ακολουθώντας συνεχώς ομαλή ανοδική πορεία, εκτιμάται ότι μέχρι το 2050 θα αγγίξει το 72%, από τα 321 εκ. που προβλέπεται να αποτελούν το συνολικό της πληθυσμό.5 Η πόλη του Καΐρου στην Αίγυπτο αποτελεί μία από τις νέες μέγα-πόλεις της αναπτυσσόμενης

Αφρικής. Είναι η μεγαλύτερη πόλη της

Βορείου Αφρικής και με πληθυσμό της μητροπολιτικής περιοχής στα 17 εκ. κατοίκους είναι σήμερα η 7η

μεγαλύτερη αστική

συσσώρευση του κόσμου από άποψη πληθυσμού. Τα τελευταία 10

χρόνια

ο

πληθυσμός

της

έχει

αυξηθεί

κατά

3

εκ.

Χαρακτηρίζεται από πυκνή αστικοποίηση, κυρίως στην περιοχή της Γκίζας, δυτικά του Νείλου και στην Qaliyubia, στη βόρεια

εξέλιξη αστικού πληθυσμού 100% 80% 60% 40% 20%

πλευρά της πόλης, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί νέες πόλεις και κατοικήσιμες προεκτάσεις πέρα από την αστική περιοχή.

1970

2010

2050


53

Η

Νότια

Αφρική,

ή

όπως

κυρίως

αποκαλείται

σήμερα

Δημοκρατία της Νοτίου Αφρικής, καλύπτει 2,6 εκ. km². Ο πληθυσμός της σήμερα φτάνει τα 57 εκ., ενώ προβλέπεται ότι μέχρι το 2050 θα φτάσει τα 67 εκ. Το ποσοστό αστικοποίησης της Νοτίου Αφρικής διαγράφει ανοδική πορεία. Το 1970 έφτανε στο 43%, ενώ σήμερα έχει αγγίξει το 59%. Το ποσοστό αυτό προβλέπεται να εκτιναχθεί μέχρι το 78% μέχρι το 2050.5 Εξέχουσα εξέλιξη αστικού πληθυσμού

θέση έχει η πόλη Γιοχάνεσμπουργκ που, ενώ δημιουργείται μόλις

100%

2 γενιές πριν κάτω από το καθεστώς του απαρτχάιντ, σήμερα

80%

γνωρίζει εκρηκτική ανάπτυξη αλλά και σημαντικά αστικά

60%

προβλήματα.

40%

όρια των ορυχείων χρυσού και έχει κοινές ρίζες με τη Μελβούρνη

Με πληθυσμό 3 εκ. η πόλη αναπτύσσεται στα

και το Σαν Φρανσίσκο. Είναι μία από τις 40 μεγαλύτερες

20%

μητροπολιτικές περιοχές στον κόσμο, ενώ υπολογίζεται πως 1970

2010

2050

μέχρι το 2050 θα είναι η 12η μεγαλύτερη πόλη παγκοσμίως.7 Η

αστικοποίηση

του

μεγαλύτερου

μέρους

της

Αφρικής

εξελίσσεται με μεγάλη ταχύτητα, κυρίως νότια της Σαχάρα. Οι μεγάλες πόλεις της συνεχίζουν να αναπτύσσονται με ρυθμό αύξησης του πληθυσμού τους κατά 4% ετησίως, προσθέτοντας 100 εκ. κατοίκους που θα πρέπει να απορροφήσει η Αφρική μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Ωστόσο, η αστικοποίηση της Αφρικής δε συνοδεύεται και από βιομηχανική ανάπτυξη, όπως συμβαίνει στις άλλες αστικοποιημένες ηπείρους.


3

Ο Ι

Π Ε Ρ Ι Ο Χ Ε Σ

3.3. Λατινική Αμερική

Τ Ο Υ

Π Λ Α Ν Η Τ Η


55

Η Λατινική Αμερική αποτελεί την περιοχή της αμερικανικής ηπείρου, όπου ομιλούνται κυρίως οι λατινογενείς γλώσσες. Στην περιοχή ανήκει το νότιο και κεντρικό τμήμα της Αμερικής συμπεριλαμβανομένου

του

Μεξικού.

Η

Λατινική

Αμερική

καταλαμβάνει έκταση 21 εκ. km², καλύπτει το 3,9% της επιφάνειας της γης ή το 14,1% της χερσαίας επιφάνειάς της. Το

2008

υπολογίζεται ότι ο πληθυσμός της άγγιζε τα 569 εκ.1 Αν συγκρίνουμε τα επίπεδα αστικοποίησης που παρουσιάζουν σήμερα η Ασία και η Αφρική, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι πόλεις της Λατινικής Αμερικής έχουν καθιερωθεί εδώ και λίγες δεκαετίες μέσα στο γενικότερο κοινωνικό και φυσικό πλαίσιο της υψηλής αστικοποίησης. Ενώ το 1950 λιγότερο από το 41% του πληθυσμού της κατοικούσε σε αστικές περιοχές, ο ρυθμός αστικοποίησης που θα γνώριζε στις επόμενες δεκαετίες ήταν ταχύτερος από αυτόν της Βορείου Αμερικής και της Ευρώπης.2 ποσοστά αστικού πληθυσμού 41,5% 75% 79,5% 89%

1950

Η Λατινική Αμερική, συμπεριλαμβανομένης της Καραϊβικής είναι

2000

η πιο αστικοποιημένη περιοχή του αναπτυσσόμενου κόσμου. Το

2010

ποσοστό αστικού πληθυσμού αυξάνεται από 41,4% το 1950 σε

2050

75,3% το 2000. Ο πληθυσμός ωθούμενος από καλύτερες υπηρεσίες και περισσότερες θέσεις εργασίας σε σχέση με τις αγροτικές περιοχές μετακινείται μαζικά στις πόλεις. Σήμερα, το ποσοστό του πληθυσμού που κατοικεί σε αστικές περιοχές ανέρχεται σε 79,4% και υπολογίζεται ότι το 79,8% του πληθυσμού της Νοτίου Αμερικής, το 67,3% της Κεντρικής Αμερικής και το 63% της Καραϊβικής κατοικεί σε πόλεις. Υπολογίζεται πως το 2050 το ποσοστό

της

αστικοποίησης

θα

ανέλθει

σε

88,7%,6

πλησιάζοντας έτσι τον παγκόσμιο αστικό πυρήνα του 20ου


56

αιώνα, τη Βόρειο Αμερική και αποτελώντας την απαρχή για μία νέα

γενιά

μέγα-

πόλεων

με

σημαντικότατες

κοινωνικές,

οικονομικές και περιβαλλοντολογικές συνέπειες. Με εξαίρεση τη Βραζιλία, τα μοντέλα αστικοποίησης της Λατινικής Αμερικής περιελάμβαναν μία μεγάλη πόλη ανά χώρα. Εκτός από την περαιτέρω ανάπτυξη των ήδη υπαρχόντων αστικών περιοχών, παρατηρήθηκε αστικοποίηση σε αγροτικές περιοχές, με το 61% του πληθυσμού της περιοχής του Αμαζονίου να ζει σε πόλεις.3 Παρά το γεγονός πως κάθε πόλη της περιοχής αυτής έχει ιστορία που φτάνει ως τους αποικιακούς χρόνους

ή και

νωρίτερα, η ανάπτυξή τους ξεκίνησε μετά την αποχώρηση των Ισπανικών και Πορτογαλικών αποικιακών δυνάμεων από την ήπειρο.4 Η εκβιομηχάνιση της περιοχής δημιουργεί δυνατότητες εργασίας και ανακουφίζει την περιοχή από την οικονομική κρίση του 1930. Παράλληλα με τη ρήξη των παραδοσιακών τρόπων παραγωγής παρατηρείται μαζική μετανάστευση του αγροτικού πληθυσμού στις πόλεις. Αυτό το κύμα μετανάστευσης συνέβαλε στην ταχεία αστική ανάπτυξη, στη συγκέντρωση πληθυσμού και στην εξάπλωση των πόλεων. Η διαδικασία αυτή έλαβε χώρα σε σχετικά μεγάλες πόλεις με σημαντική αγορά και σχετικά καλές υποδομές. Αυτές οι συνθήκες μπορούν να εξηγήσουν το χαρακτήρα της τοπικής συγκέντρωσης της βιομηχανίας και συνεπώς της αστικής ανάπτυξης στην περιοχή. Η διαδικασία της αστικοποίησης της Λατινικής Αμερικής χαρακτηρίζεται από ετερογένεια, αν συγκρίνουμε τον πληθυσμό, την ανάπτυξη και τα κοινωνικό-δημογραφικά χαρακτηριστικά της κάθε χώρας.


57

Το 2000 υπάρχουν χώρες με πληθυσμό περίπου 100 εκ. κατοίκων, όπως η Βραζιλία και το Μεξικό, και άλλες με λιγότερο από 5 εκ., όπως ο Παναμάς, η Τζαμάικα και η Ουρουγουάη.2 Σήμερα, οι πόλεις της Λατινικής Αμερικής βρίσκονται σε μία τρίτη επανάσταση με την μετατροπή τους σε κέντρα της νέας οικονομίας. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι κρίσιμο για τις πόλεις αυτές να εδραιώσουν το μέγεθός τους όσο η σύγχρονη παγκόσμια οικονομία μπαίνει σε μία τροχιά αλλαγών χωρίς προηγούμενο. Οι πόλεις της Λατινικής Αμερικής παρουσιάζουν μια ποικιλία χωρικών δομών που αντικατοπτρίζει τις διαφορετικές ιστορικές κληρονομιές και τα πρότυπα ανάπτυξης της καθεμιάς. Σε κάθε πόλη, το πρότυπο συγκέντρωσης μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας είναι αποτέλεσμα από μία σειρά παραγόντων στους

οποίους

δημόσιων

περιλαμβάνονται

υποδομών

εγκαταστάσεων.

Αυτή

και η

η

η

ανισοκατανομή

εξάπλωση

χωρική

των

διανομή

των

άτυπων δημιουργεί

αποκλειστικές περιοχές με υψηλή ποιότητα ζωής αλλά και στιγματισμένες περιοχές που χαρακτηρίζονται από ανεπαρκείς υπηρεσίες, ελλιπή προσβασιμότητα και ανύπαρκτες οικονομικές ευκαιρίες. Βαθιές ανισότητες συναντώνται στις περισσότερες από

τις

χώρες

εγκληματικότητας

και

μεγάλα

συγκεντρώνονται

ποσοστά στις

φτώχιας

αστικές

και

περιοχές.

Μεταξύ 1970 και 2000 τα νούμερα του πληθυσμού που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχεια αυξήθηκαν από 44 εκ. σε 220 εκ.2


58

Η Νότιος Αμερική περιλαμβάνει 13 χώρες, εκτείνεται σε μία έκταση 17,84 εκ. km2 . Το 2005 ο πληθυσμός της υπολογιζόταν σε περισσότερο από 371 εκ. και είναι η 4η μεγαλύτερη περιοχή σε έκταση μετά από Ασία, Αφρική και Β. Αμερική και 5η σε πληθυσμό μετά από Ασία, Αφρική, Ευρώπη και Β. Αμερική.5 Το ποσοστό αστικοποίησής της το 1970 είναι 42,7%, ενώ σήμερα αγγίζει το 87%. Ο ρυθμός αστικοποίησης αναμένεται να αγγίξει το 91,4% έως το 2050.6 100 χρόνια πριν, το Buenos Aires ήταν η μόνη πόλη της Νοτίου Αμερικής με πληθυσμό μεγαλύτερο του 1 εκ. Σήμερα υπάρχουν 36 τέτοιες πόλεις. Το Σαο Πάολο, το Ρίο ντε Τζανέιρο, η Λίμα, το Μπουένος Άιρες και η Μπογκοτά αντιπροσωπεύουν τις μεγαλύτερες μητροπολιτικές περιοχές. Αυτές οι πόλεις αποτελούν τυπικά δείγματα αστικοποίησης στης Νοτίου Αμερικής, έχοντας επιδείξει την ταχεία και υπερμεγέθη αύξηση του πληθυσμού τους από τα μέσα μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα. Από το 1950 μέχρι το 1980 ο πληθυσμός του Σαο

εξέλιξη αστικού πληθυσμού 100% 80% 60% 40% 20%

Πάολο τετραπλασιάζεται και από 2 εκ. ξεπερνά τα 8 εκ. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού της Λίμα και της Μπογκοτά ήταν παρόμοιος. Το Ρίο ντε Τζανέιρο αυξάνεται με πιο αργούς ρυθμούς, ενώ ο πληθυσμός του Μπουένος Άιρες παραμένει στατικός. Σήμερα ο συνολικός πληθυσμός των 5 πόλεων είναι πάνω από 60 εκ., το 1/5 του συνολικού πληθυσμού της Νοτίου Αμερικής. Από τη δεκαετία του 1980 ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού έχει μειωθεί στο Σαο Πάολο. Παρόλα αυτά με πληθυσμό 11 εκ. στην πόλη και 19 εκ. στην εκτεταμένη μητροπολιτική περιοχή το Σαο Πάολο παραμένει η μεγαλύτερη πόλη της Νοτίου Αμερικής. Μείωση παρατηρείται και στο Ρίο ντε Τζανέιρο,

ενώ

σταθεροποιηθεί.4

η

Μπογκοτά

και

η

Λίμα

έχουν

ήδη

1970

2010

2050


59

Όσον αφορά το βορειότερο τμήμα της Κεντρικής Αμερικής εξέχουσα

θέση

στον

πα��κόσμιο

χάρτη

αστικοποίησης

καταλαμβάνει το Μεξικό. Καλύπτει έκταση 2 εκ. km2 και είναι η 5η μεγαλύτερη χώρα της Αμερικής και η 11η πιο πολυπληθής χώρα του κόσμου με συνολικό πληθυσμό 111 εκ. Αν και το Μεξικό ανήκει τόσο στη Βόρειο όσο και στη Λατινική Αμερική, η ανάπτυξή εξέλιξη αστικού πληθυσμού

του

ακολούθησε

την

πορεία

ανάπτυξης

των

λατινοαμερικάνικων χωρών. Το Μέξικο Σίτυ είναι σήμερα η 3η

100%

μεγαλύτερη αστική συγκέντρωση του κόσμου.7 Στις αρχές του

80%

20ου αιώνα κατοικούσαν 0,5 εκ. άνθρωποι στη μητροπολιτική

60%

περιοχή της πόλης, το 1950 ο πληθυσμός έφτασε τα 3,1 εκ., ενώ

40%

το 2000 ο πληθυσμός εκτινάσσεται στα 19 εκ. με το 76% του πληθυσμού της πολιτεία του Μεξικού να κατοικεί σε αστικές

20%

περιοχές. Το 2009 ο πληθυσμός υπολογίζεται πως ξεπερνά τα 1970

2010

2050

8,84 εκ., ενώ η μητροπολιτική περιοχή του είναι η μεγαλύτερη της Αμερικής με 21,1 εκ.7 Παράλληλα ο ρυθμός αστικοποίησης αυξάνεται από το 1970 που το 59% του πληθυσμού κατοικούσε σε πόλεις, σε 77,8% σήμερα. Μέχρι το 2050 αναμένεται πως 87,6% του συνολικού πληθυσμού της χώρας θα είναι αστικός.6 Το ιστορικό κέντρο βιώνει σημαντική μείωση του πληθυσμού, ενώ η πόλη βιώνει χαμηλού ύψους, οριζόντια εξάπλωση με μεγάλες αυξήσεις πληθυσμού στο δακτύλιο που περιβάλλει την πόλη και τις 29 μητροπολιτικές κοινότητες. Η εξάπλωση σήμερα επικεντρώνεται ανεπίσημων

στα

προάστια

εγκαταστάσεων

με

και

τη τη

μαζική δημιουργία

παραγωγή μεγάλων

κλειστών κοινοτήτων. Η μορφολογία της περιφέρειας του Μέξικο Σίτυ ταλαντεύεται ανάμεσα στο μοντέλο των αμερικανικών προαστίων

και

αυτό

αναπτυσσόμενου κόσμου.

των

παραγκουπόλεων

του


60

Αν και ο ρυθμός αστικοποίησης της Λατινικής Αμερικής είναι σήμερα μειωμένος σε σχέση με αυτόν της Ασία και της Αφρικής, η περιοχή περιλαμβάνει μερικές από τις μεγαλύτερες αστικές συγκεντρώσεις

του

κόσμου,

με

κοινωνικό-οικονομικά

προβλήματα μεγάλης κλίμακας. Όσο τα barrios και οι favelas συνεχίζουν να εξαπλώνονται στις αρχές του 21ου αιώνα, παράλληλα με τη αύξηση της κοινωνικής ανισότητας και της εγκληματικότητας, η πρόκληση για ευπρεπή κατοίκηση ,για παροχή αστικών υπηρεσιών και ασφάλειας απαιτεί άμεση δράση.

ΠΤΩΣΗ ΠΛΗΘΥΣΜOY Β.ΑΜΕΡΙΚΗΣ &ΕΥΡΩΠΗΣ


Σαν Ντιέγκο Ντιτρόιτ Σεάτλ Σικάγο Σαν Λούις

Πίτσμπουργκ

Κλήβελαντ

Λίβερπουλ

Μάντσεστερ

Νέα Υόρκη

Λας Βέγκας

Φιλαδέλφεια

Κάνσας Σίτυ Σακραμέντο Σινσινάτι

Ουάσιγκτον

Μαϊάμι

μείωση πληθυσμού κατά 5000 άτομα ποσοστό μείωσης πληθυσμού στα προάστια 25% 50% 75% 100%

Νιουκάστλ Μπέρμινγκχαμ


3

Ο Ι

Π Ε Ρ Ι Ο Χ Ε Σ

3.4. Βόρειος Αμερική

Τ Ο Υ

Π Λ Α Ν Η Τ Η


63

Η Βόρειος Αμερική θεωρείται σήμερα η τέταρτη μεγαλύτερη περιοχή-ήπειρος μετά την Ασία την Αφρική και την Ευρώπη, από άποψη πληθυσμού περιλαμβάνοντας 529 εκ. σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2008. Καταλαμβάνει έκταση 24,7 km2 και κατέχει την τρίτη θέση σε σειρά μεγέθους μετά την Ασία, Αφρική και Ευρώπη.1 Το 1900 , 9 στις 10 μεγαλύτερες πόλεις βρίσκονταν στη Βόρειο Αμερική. Σήμερα μόνο 2 μέγα-πόλεις του παγκόσμιου αστικού χάρτη βρίσκονται στην ανεπτυγμένη Αμερική- Νέα Υόρκη και Λος Άντζελες. Όπως έχει δείξει η σύγχρονη ιστορία οι αμερικανικές πόλεις μπορούν να χωριστούν σε 3 κατηγορίεςπόλεις που αυξάνονται συνεχώς, πόλεις που μειώνονται συνεχώς και πόλεις που έχουν καταφέρει να αντιστρέψουν την αρχική τους μείωση.2 Το 1970 το ποσοστό του πληθυσμού της Βορείου Αμερικής που

ποσοστά αστικού πληθυσμού 64% 79% 82%

1950

κατοικεί σε πόλεις ανέρχεται σε 64%. Τη δεκαετία του 1970, η

2000

μεταπολεμική έξοδος από τις κεντρικές αμερικάνικες πόλεις

2010

οδήγησε σε μία αστική δομή γνωστή με τον όρο urban sprawl ή

2050

προαστικοποίηση, διαμορφώνοντας έτσι τη βασική τυπολογία

90%

της αμερικάνικης πόλης με επίκεντρο τα προάστια.3 Το 2000 ο αστικός πληθυσμός έχει φτάσει το 79% και σήμερα αγγίζει το 82%. Μέχρι το 2050 ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών προβλέπει πως το 90,2% του πληθυσμού της Βορείου Αμερικής θα κατοικεί σε πόλεις.4 Με τις Η.Π.Α. να υπερέχουν στη διαδικασία αυτή της αστικοποίησης και τον Καναδά να ακολουθεί, στη Β. Αμερική παρατηρούνται σήμερα πολλαπλές και αντικρουόμενες τάσεις ακόμα και μέσα στα όρια της ίδιας χώρας.


64

Με αστικό πληθυσμό 73,6% επί του συνολικού πληθυσμού το 1970,

το

ποσοστό

αυτό

είναι

σήμερα

82,3%,

συμπεριλαμβανομένου του πληθυσμό των προαστίων των αστικών περιοχών, σε σχέση με το 0,11% της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέχρι το 2050 το ποσοστό αυτό αναμένεται να αγγίξει το 90,4%.4 Περισσότερο από το 50% του πληθυσμού κατοικούν σε μητροπολιτικές περιοχές μεγαλύτερες του 1 εκ. κατοίκων. Στις Η.Π.Α. υπάρχουν 39 μητροπολιτικές περιοχές που ξεπερνούν το 1 εκ. πληθυσμού. Παρόλα αυτά τα μεγαλύτερα ποσοστά του αστικού πληθυσμού κατοικούν στα προάστια.5 Υπολογίζεται ότι ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού θα φτάσει το 0,36% έως το 2050 και ο πληθυσμός θα ανέλθει σχεδόν στα 404 εκ.,4 μία αύξηση που δεν μπορεί να συναγωνιστεί σε καμία περίπτωση την ανάπτυξη που σήμερα γνωρίζουν η Ασία, η Αφρική και η γειτονική Λατινική Αμερική.


65

Η Η.Π.Α. ήταν κατά κύριο λόγο αγροτική περιοχή. Σύμφωνα με την απογραφή του 1790, 95% του πληθυσμού κατοικούσε στην ύπαιθρο. Η αύξηση των αστικών περιοχών σε σχέση με τις αγροτικές ξεκίνησε μετά το 1830 και κορυφώθηκε με την εκβιομηχάνιση το 1890. Την περίοδο αυτή, η ανάπτυξη των πόλεων πήρε μεγάλες διαστάσεις, με αποτέλεσμα το 35% του πληθυσμού να κατοικεί σε αστικές περιοχές. Η τάση αυτή ήταν εξέλιξη αστικού πληθυσμού 100%

εντονότερη στο βόρειο τμήμα των Η.Π.Α. Ο χαρακτήρας του αμερικανικού νότου παραμένει τότε αγροτικός, εκτός από τη Νέα

80%

Ορλεάνη και ορισμένες μικρότερες πόλεις. Ο αριθμός του

60%

αστικού πληθυσμού δεν ξεπερνούσε αυτόν του αγροτικού μέχρι

40%

το 1920. Τη δεκαετία του 1990, 3 στους 4 Αμερικανούς κατοικούν

20%

σε αστικές περιοχές και μέχρι το 2ο παγκόσμιο πόλεμο το νότιο τμήμα των Η.Π.Α. αστικοποιείται έντονα, με έμφαση το Τέξας, την 1970

2010

2050

Αριζόνα και τις πολιτείες κατά μήκος της ανατολικής ακτής.6 Μετά το 2ο Παγκόσμιο πόλεμο, πολλές από τις πόλεις στις Η.Π.Α. μειώνονται ταχύτατα σε πληθυσμό. Αυτή η αστική συρρίκνωση κλιμακώνεται την δεκαετία του 1970 όπου Νέα Υόρκη, Βοστώνη, Σικάγο, Μινεάπολις και Ατλάντα χάνουν πάνω από το 10% του πληθυσμού τους, ενώ συνολικά τα 2/3 των αμερικανικών πόλεων μειώνονται σε πληθυσμό. Η αστική αναγέννηση επανέρχεται τις δεκαετίες 1980 και 1990 όπου τα 2/3 των μεγάλων πόλεων της Αμερικής αυξάνονται ξανά. Παρά τις κοινές αντιλήψεις για αστική αναγέννηση λίγες είναι οι πόλεις αυτές που κατάφεραν να αντιστρέψουν την τάση μείωσης του πληθυσμού τους. Η ποικιλία στις περιπτώσεις αστικοποίησης έχει προκύψει από έναν περίπλοκο συνδυασμό παραγόντων.


66

Σε αυτούς περιλαμβάνονται οι 3 τάσεις που παρατηρούνται στη σύγχρονη Αμερική. Μετακίνηση του πληθυσμού από τα αστικά κέντρα στα βορειοανατολικά και κεντροδυτικά της χώρας προς πόλεις στα νότια, νοτιοδυτικά και δυτικά, αργή σε σχέση με παλιότερα μετακίνηση του πληθυσμού κατά τις δεκαετίες 1980 και 1990 από τα αστικά κέντρα στα προάστια και μια ταχεία αύξηση ορισμένων μητροπολιτικών περιοχών σε σύγκριση με άλλες.

Η

εσωτερική

μετακίνηση

του

πληθυσμού

που

παρατηρήθηκε στις Η.Π.Α. είχε ως αποτέλεσμα οι πόλεις στο βορειοανατολικό

και

κεντροδυτικό

τμήμα

της

χώρας

να

αυξάνονται με αργούς ρυθμούς ή να μειώνονται.2 Σήμερα, οι πόλεις στο νότιο και νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας, της λεγόμενης Sun Belt, συνεχίζουν να αυξάνονται. Παρόλα αυτά ο ρυθμός αστικοποίησής τους δεν θυμίζει ούτε λίγο τους ρυθμούς αστικοποίησης του αναπτυσσόμενου κόσμου σήμερα. Μεταξύ 2000 και 2006, 65 πόλεις στις Η.Π.Α. με πληθυσμό άνω των 100.000 παρουσιάζουν διψήφια ποσοστά ανάπτυξης. 41 από αυτές τις πόλεις βρίσκονται σε 4 Πολιτείες -Καλιφόρνια [17], Τέξας [12], Αριζόνα [7] και Φλόριντα [5]. 17 βρίσκονται σε 9 Πολιτείες –Νεβάδα [4], Βόρεια Καρολίνα [4], Τζώρτζια [2] και

sun belt

Κολοράντο [2] και από 1 πόλη σε Νέο Μέξικο, Γιούτα,

rust belt

Ουάσινγκτον, Όρεγκον και Νότια Καρολίνα. Μεγάλες πόλεις όπως Νέα Υόρκη, Φοίνιξ, Ατλάντα, Ντάλλας, Λας Βέγκας και Σάρλοτ συνεχίζουν να αναπτύσσονται.2 Αντίθετα, οι πόλεις στο βορειοανατολικό

και

κεντροδυτικό

τμήμα

της

χώρας

αντιμετώπισαν μείωση του πληθυσμού από το 1950 και μετά.


67

Ο βαθμός της μείωσης επηρεάστηκε από το πόσο ευέλικτες ήταν οι πόλεις αυτές, ώστε να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας που αναπληρώνουν αυτές που μετακινήθηκαν σε άλλες

περιοχές.

Η

μεγαλύτερη

συρρίκνωση

πληθυσμού

παρουσιάστηκε στις πόλεις της Rust Belt. Η Rust Belt ήταν ιστορικά περιοχή με βαριά βιομηχανία αλλά η μείωση των θέσεων εργασίας στο βιομηχανικό τομέα τα τελευταία χρόνια άφησε τις πόλεις αυτές σε οικονομικό αδιέξοδο. Το Buffalo, Pittsburg, Dayton, Cleveland, Youngstown και Detroit κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 μειώνονται πάνω από 20% και από τότε μοιράζονται κοινές προκλήσεις στην προσπάθειά τους να αντιστρέψουν την τάση της διαρροής του πληθυσμού τους. Το κλειδί ώστε να κατανοήσουμε την μείωση του πληθυσμού από τις Αμερικανικές πόλεις τις τελευταίες δεκαετίες

είναι η

μετάβαση από τη βιομηχανική οικονομία σε μια οικονομία βασισμένη στις υπηρεσίες. Η οικονομία αλλά και κοινωνικές αλλαγές που προέκυψαν από την δομική αλλαγή στην οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών οδήγησαν στην αναζήτηση καλύτερης ποιότητας ζωής και θέσεων εργασίας.7 Η οικονομία του Buffalo καταρρέει τη δεκαετία του 1970, όταν οι βιομηχανίες ατσαλιού και σιτηρών μετακομίζουν. Το Buffalo αλλά και οι μι��ρότερες πόλεις κοντά στη Νέα Υόρκη, Rochester και Syracuse, μειώνονται σε πληθυσμό από τότε. Η πόλη με πληθυσμό 276.000 κατοίκους μειώνεται το 1990 κατά 10,8% και ακόμα 5,7% μεταξύ 2000 και 2006.


68

Το τοπίο σε κεντρικούς αυτοκινητόδρομους γύρω από την πόλη είναι γεμάτος από ερειπωμένα εργοστάσια αλλά και μικρότερες πόλεις που ήταν άλλοτε ζωντανές. Οι νέοι μετακινούνται από την περιοχή, που δεν προσφέρει ποικιλία σε δυνατότητες εργασίας.8 Το Pittsburg γνωστό και ως Steeltown –πόλη του ατσαλιού- δεν καταφέρνει μετά από την κατάρρευση της βιομηχανίας του ατσαλιού να αναπτύξει νέα βιομηχανία που θα διαμορφώσει θέσεις εργασίας, ώστε να προσελκύσει μετανάστες

ως

αντίβαρο στην συνεχή μείωση του φυσικού πληθυσμού της πόλης. Με πληθυσμό 313.000 μειώνεται 9,6% το 1990 και ακόμα 6,5% μεταξύ 2000 και 2006.8 Στο Cleveland μαζί με τις μικρότερες βιομηχανικές πόλεις του Οχάιο, Akron, Toledo και Dayton, η συνεχόμενη μείωση στις θέσεις εργασίας δημιουργεί δυσμενείς συνθήκες σε συνδυασμό με τη σύγχρονη οικονομική ύφεση. Από το 2002 έως το 2006 το Cleveland χάνει 5502 θέσεις εργασίας στο βιομηχανικό τομέα. Παράλληλα αποτελεί μία από τις πιο φτωχές πόλεις της χώρας με

μειωμένη

πρόσβαση

σε

θέσεις

εργασίας,

ελλιπείς

εκπαιδευτικές δυνατότητες και σύστημα υγείας. Με πληθυσμό 444.000 μειώνεται 5,5% το 1990 και ακόμα 6,9% μεταξύ 2000 και 2006.8


69

Στο Detroit, γνωστό και ως Motor city, καθώς και στην περιοχή που περιβάλλει την πόλη, το μεγαλύτερο ποσοστό θέσεων εργασίας σχετιζόταν με τη βιομηχανία αυτοκινήτων. Η κρίση στην αυτοκινητοβιομηχανία με την παράλληλη άνοδο των 1950

2000

BUFALLO

ιαπωνικών επιχειρήσεων στον τομέα αυτό επηρέασε και την πόλη του Detroit. Η πόλη δέχτηκε διπλό πλήγμα, αφού υπήρχαν και πολλές θέσεις εργασίας που σχετίζονταν με την βιομηχανία ατσαλιού. Η ιδιαιτερότητα που παρουσιάζει το Ντιτρόιτ είναι η αχανής μητροπολιτική περιοχή του, που αγγίζει τα 4,5 εκ. πληθυσμό.8

1950

2000

PITTSBURG

1950

2000

CLEVELAND

1950

2000

DETROIT ποσοστιαία μεταβολή πληθυσμού


70

Στον αντίποδα των Η.Π.Α. βρίσκεται ο Καναδάς, η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα του κόσμου σε έκταση μετά τη Ρωσία, όπου η διαδικασία της αστικοποίησης συνεχίζεται. Σήμερα, 80,6% του πληθυσμού του Καναδά κατοικεί σε αστικές περιοχές, σε σχέση με το 1970 όπου το ποσοστό αντιστοιχούσε στο 75,7%. Μέχρι το 2050 το ποσοστό του αστικού πληθυσμού θα ανέλθει σε 87,9%. Tο

γεγονός

αυτό

της

αυξανόμενης

αστικοποίησης

αντιπροσωπεύει μία έντονη μετάβαση σε σχέση με τις αρχές του 20ου αιώνα, αν αναλογιστεί κανείς ότι τη δεκαετία του 1950

εξέλιξη αστικού πληθυσμού 100%

αστικό

80%

πληθυσμό.4 Σήμερα ο πληθυσμός του Καναδά είναι σχεδόν 31,6

60%

εκ. με μία αύξηση 5,4% σε σχέση με το 2001.9 Παρατηρήθηκε

40%

αύξηση της αστικοποίησης σε σχέση με τα προηγούμενα

20%

ποσοστό

λίγο

παραπάνω

του

60%

ανήκε

στον

χρόνια, που το ποσοστό μόλις που άγγιζε το 4%. Παρόλα αυτά το ποσοστό αύξησης έχει μειωθεί σε σχέση με την περίοδο 19501990 που παρατηρήθηκαν ποσοστά της τάξης του 9%.10 Η τάση στην αστικοποίηση του πληθυσμού του Καναδά συγκεντρώνεται στις μεγάλες αστικές περιοχές της χώρας και η αύξηση του πληθυσμού είναι κυρίως αποτέλεσμα της μετανάστευσης. Τα ¾ του πληθυσμού κατοικούν σε ακτίνα 150 χιλιομέτρων από τα σύνορα

των

Η.Π.Α.,

ενώ

ποσοστό

75%

του

συνολικού

πληθυσμού συγκεντρώνεται στις αστικές περιοχές Quebec CityWindsor Corridor [συμπεριλαμβανομένου του Toronto, Montreal και Ottawa], στην ευρύτερη περιοχή του Vancouver και στο Calgary-Edmonton Corridor της Alberta.9

1970

2010

2050


71

Σε αντίθεση με τον 20ο αιώνα όπου η Βόρειος Αμερική πρωταγωνιστούσε στην αστική ανάπτυξη, ο 21ος αιώνας την κατατάσσει στις τελευταίες θέσεις του παγκόσμιου αστικού χάρτη σε ρυθμό αστικοποίησης, με ένα μεγάλο ποσοστό πόλεων

που

συρρικνώνονται

σε

σχέση

με

αυτές

που

αυξάνονται. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία πολιτική

για τη διαχείριση της συρρίκνωσης ,οι αμερικανικές

πόλεις βρίσκονται σε μια δίνη αστικής κρίσης στη σύγχρονη εποχή.


3

Ο Ι

Π Ε Ρ Ι Ο Χ Ε Σ

3.5. Ευρώπη

Τ Ο Υ

Π Λ Α Ν Η Τ Η


73

Η Ευρώπη είναι η δεύτερη μικρότερη ήπειρος του κόσμου σε έκταση, καλύπτοντας περίπου 10,18 εκ. km2 ή το 6.8% της επιφάνειας ξηράς του πλανήτη. Είναι η τρίτη πολυπληθέστερη ήπειρος, μετά την Ασία και την Αφρική, με 732,7 εκ. κατοίκους, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 11% του παγκόσμιου πληθυσμού.1 Το 2008, η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε πληθυσμό 499 εκ., ενώ οι χώρες που δεν ανήκαν σε αυτήν, αλλά βρισκόντουσαν εξ ολοκλήρου στην Ευρώπη καταμετρούσαν άλλα 94 εκ. Επιπλέον, 5 διηπειρωτικές χώρες είχαν ένα σύνολο πληθυσμού των 240 εκ., με το μισό περίπου αυτού να κατοικεί σε Ευρωπαϊκό έδαφος.2 Έχει περίπου 50 κράτη, με τη Ρωσία να είναι η μεγαλύτερη χώρα σε μέγεθος και πληθυσμό. Η

ποσοστά αστικού πληθυσμού 51% 77% 73% 84%

αστικοποίηση

αποτελεί

ένα

από

τα

βασικότερα

1950

χαρακτηριστικά του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η Βιομηχανική

2000

Επανάσταση, που εξελίχθηκε ταχύτατα στην Αγγλία το διάστημα

2010

1750-1850 και εξαπλώθηκε σε όλη την ήπειρο μετά τους

2050

Ναπολεόντειους

Πολέμους,

είχε

ως

αποτέλεσμα

τη

δραστηριοποίηση της αστικής ανάπτυξης. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, ο αστικός πληθυσμός της Ευρώπης αναλογούσε στο

54%

του

συνολικού

πληθυσμού

της.

Η

ανάπτυξη

επιταχύνθηκε και ήταν εμφανέστερη στην Αγγλία κατά το πρώτο μισό

του

19ου

αιώνα

που

πρώην

αγροτικές

περιοχές

αναπτύχθηκαν και εξελίχθηκαν σε βιομηχανικές πόλεις. Εν τω μεταξύ, οι μεγάλες πόλεις του Λονδίνου, του Παρισιού, της Βιέννης,

του

Βερολίνου,

της

Ρώμης

και

της

Μαδρίτης

αναπτύχθηκαν με δραματικούς ρυθμούς. Οι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν τέτοιοι που οι υπηρεσίες δύσκολα μπορούσαν να συμβαδίσουν.3


74

Στις αρχές του 20ου αιώνα, στην Ευρώπη κατοικούσε πλέον σχεδόν το ¼ του παγκόσμιου πληθυσμού. Μέχρι τα μισά του αιώνα, πάνω από το μισό του ευρωπαϊκού πληθυσμούποσοστό 51,2%- κατοικούσε σε αστικές περιοχές.9 Οι μεγάλες πόλεις της Ευρώπης εξαπλώνονταν πλέον σε προάστια. Τις δεκαετίες 1960 και 1970, ο αστικός πληθυσμός της αυξανόταν σταθερά, ενώ παρατηρούνταν μαζική εκροή ανθρώπων από τα κέντρα

των

πόλεων προς

τα προάστια, εντείνοντας το

φαινόμενο της αστικής εξάπλωσης. Παράλληλα, από την αρχή της δεκαετίας του 1960, πλήθος πόλεων στη Βρετανία, Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία αντιμετώπισαν μαζική βιομηχανική και φυσική αλλαγή. Πιο πρόσφατα, οι αναδυόμενες οικονομίες του πρώην Σοβιετικού Μπλοκ, κυρίως η Πολωνία, η Δημοκρατία της Τσεχίας και

η

Ουγγαρία,

βρέθηκαν

αντιμέτωπες

με

παρόμοιες

προκλήσεις. Τα κύρια προβλήματα που αντιμετώπιζαν ήταν η αποβιομηχανοποίηση, ένας αποτυχημένος συνδυασμός μεταξύ των ειδικοτήτων που απαιτούσαν οι νέες βιομηχανίες και αυτών που ήδη διέθετε το εργατικό δυναμικό, η περιβαλλοντική υποβάθμιση και η εγκατάλειψη των πόλεων από μεσαία κοινωνικά

στρώματα,

κυρίως

στις

παλαιότερες

αστικές

περιοχές.4 Τα προβλήματα αυτά, από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα, οδήγησαν κάποια τμήματα της Ευρώπης, έπειτα από δεκαετίες συνεχούς αύξησης πληθυσμού, σε σταθερή τροχιά μείωσης πληθυσμού. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία και την Ιταλία, συρρικνώθηκαν 49, 48 και 34 πόλεις αντίστοιχα μεταξύ 1990 και 2000.


75

Ένας μεγάλος αριθμός πόλεων στις χώρες του πρώην Σοβιετικού

Μπλοκ

χάνουν

ακόμη

και

σήμερα

συνεχώς

πληθυσμό.5 Άλλα τμήματα της ηπείρου θα βιώσουν τη συγκεκριμένη τάση στις δεκαετίες που έπονται. Ενώ οι περιφέρεια και οι αγροτικές περιοχές ήταν οι πρώτες που υπέστησαν πτώση πληθυσμού εξαιτίας της μετανάστευσης και του χαμηλού δείκτη γεννητικότητας, τα τελευταία χρόνια είμαστε μάρτυρες αυτής της διαδικασίας και στις αστικοποιημένες περιοχές του οικονομικού πυρήνα της ηπείρου. Οι μεγάλες πόλεις είχαν ήδη χάσει μεγάλο αριθμό κατοίκων στην εποχή της μαζικής προαστικοποίησης τις δεκαετίες 1960 και 1970. Ωστόσο, αυτή τη φορά η πτώση δεν εκφράζει μείωση πληθυσμού από τις κεντρικές πόλεις προς τα προάστια και τις αγροτικές περιοχές των πόλεων, αλλά μείωση πληθυσμού

ολόκληρων

αστικών

περιοχών,

ακόμα

και

ολόκληρων χωρών. Στις αρχές του 21ου αιώνα, το ποσοστό αστικοποίησης της Ευρώπης ανερχόταν στο 74,6%, ενώ υπολογίζεται ότι μέχρι το 2015 το ετήσιο ποσοστό αύξησης του αστικού πληθυσμού θα είναι στα 0,3%. Σήμερα, με το ποσοστό αστικοποίησης να βρίσκεται

στο

73%,

πολλές

από

τις

Ευρωπαϊκές

χώρες

σημειώνουν αρνητικές τιμές στα ετήσια ποσοστά αστικής ανάπτυξης.6 Οι ρυθμοί αυτοί είναι σαφώς κατά πολύ μικρότεροι σε σχέση με άλλες ηπείρους, όπως η Ασία και η Αφρική. Το ποσοστό αστικοποίησης της Ευρώπης αναμένεται να ανέλθει στο 84%, αν και, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, ο συνολικός πληθυσμός της προβλέπεται να μειωθεί στα 653 εκ. κατοίκους αντιπροσωπεύοντας το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού.2


76

Η πρώην Σοβιετική ένωση υπέστη μία ταχεία αστικοποίηση κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Το 1926 μόνο το 18% του πληθυσμού της καταγράφεται ως αστικός, ενώ το 1990 το ποσοστό αυτό αγγίζει το 60% και σε περισσότερο βιομηχανικές περιοχές ακόμα και το 80% .Επιπλέον, στα πρωταρχικά στάδια αστικοποίησης, η αύξηση του πληθυσμού στις μεγαλύτερες πόλεις ήταν ιδιαιτέρως έντονη. Η Μόσχα από 2 εκ. κατοίκους το 1926 ξεπερνά τα 4,5 εκ. το 1939. Παρόμοιες τάσεις παρουσίασαν το

Λένινγκραντ

και

μεγάλες

πόλεις

της

Ουκρανίας.7

Δημιουργούνται πόλεις στο πουθενά, η δημοκρατία της Ρωσίας έχει 11 πόλεις με πληθυσμό πάνω από 200.000 πάνω από τις 60°,

όλες

με

βάση

την

εκμετάλλευση

φυσικών

πόρων.

Οικονομικά κίνητρα και θέσεις εργασίας στις βιομηχανίες εξόρυξης του ρωσικο�� βορρά παράλληλα με την ανάπτυξη των

εξέλιξη αστικού πληθυσμού 100% 80% 60% 40% 20%

αστικών κέντρων με υπηρεσίες είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του πληθυσμού στις πόλεις αυτές.6 Μετά τη διάλυση της χώρας

1970

2010

2050

το 1991 ο συνολικός πληθυσμός σταθεροποιείται στα 290 εκ. για την περίοδο 1995-2000.8 Παρόλα αυτά την περίοδο 1990-2005 παρατηρείται μια αργή αλλά συνεχής μείωση στο τμήμα του πρώην σλαβικού πυρήνα- Ρωσία, Ουκρανία, Λευκορωσία- και μόνο σε μερικές περιοχές του κεντρικού ασιατικού τμήματος βιώνουν σημαντική αύξηση του πληθυσμού τους. Η εξέλιξη του αστικού πληθυσμού της Ρωσίας από 62,5% το 1970 σε 72,8%

1950

σήμερα δημιουργεί ξεκάθαρη εικόνα της αργής διαδικασίας

ποσοστιαία μεταβολή πληθυσμού

αστικοποίησης. Παρόλα αυτά ο αστικός πληθυσμός αυξάνεται και αναμένεται να αγγίξει το 82,2% μέχρι το 2050.9

2000

ΜΟΣΧΑ


77

Η σημαντική μείωση που παρατηρείται μέχρι και σήμερα στις πόλεις της πρώην Σοβιετικής ένωσης είναι απόρροια των ραγδαίων κοινωνικό-πολίτικο-οικονομικών ανακατατάξεων, η οποία

εν

συνεχεία

είχε

ως

αποτέλεσμα

την

οικονομική

κατάρρευση, τη μείωση των γεννήσεων, κυρίως στο ευρωπαϊκό τμήμα της, και την αδυναμία της πρώην σοβιετικής Ρωσίας να συντηρήσει μεγάλους πληθυσμούς.10

Η Βρετανία βίωσε σημαντική αστική παρακμή στις δεκαετίες 1970 και 1980. Ενώ το 1950 το ποσοστό αστικοποίησης έφτανε το 79%, μέσα στις επόμενες δεκαετίες σημείωσε πτώση.9 Μεγάλες πόλεις, όπως η Γλασκώβη, οι πόλεις στις κοιλάδες της νότιας Ουαλίας και μερικές από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές πόλεις, όπως το Μπέρμινχαμ, το Μάντσεστερ, το Λίβερπουλ, το εξέλιξη αστικού πληθυσμού

Νιούκαστλ και το ανατολικό Λονδίνο, βίωσαν μείωση του

100%

πληθυσμού τους, με μεγάλες περιοχές κατοικίας του 19ου αιώνα

80%

να βιώνουν σημαντική πτώση της αξίας τους. Το Μάντσεστερ

60%

και το Λίβερπουλ συγκεκριμένα, βίωσαν ύφεση των πληθυσμών

40%

τους

20%

αποβιομηχανοποίησης και προαστικοποίησης. Ωστόσο, την

μέχρι

και

50%

λόγω

της

αυξανόμενης

τελευταία δεκαετία αντέστρεψαν τα δεδομένα, αν και τα σημάδια 1970

2010

2050

της συρρίκνωσης είναι ακόμη εμφανή σε κάθε τομέα.11


78

Μέσα στα πλαίσια αυτής της αστικής παρακμής, ο πληθυσμός της πόλης του Λονδίνου, που είχε αγγίξει τα 8,5 εκ. τη δεκαετία του 1940, έπεσε στα 6,7 εκ. το 1986. Επίσημες προβλέψεις έδειχναν ότι η πτώση θα συνεχιζόταν. Τα docks του Λονδίνου

1950

2000

ΜΠΕΡΜΙΝΓΧΑΜ

εγκαταλείφθηκαν και μεγάλο μέρος του εσωτερικού ανατολικού τμήματος της πρωτεύουσας υπέφερε από υψηλά ποσοστά ανεργίας.12 Επιπλέον, υπήρχε σαφής και εξελισσόμενη διάκριση μεταξύ των εύπορων, που κατοικούσαν κυρίως στα προάστια και τις αγροτικές περιοχές, και των φτωχών, που βρίσκονταν

1950

2000

ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ

παγιδευμένοι στις παρακμάζουσες εσωτερικές πόλεις. Σήμερα, μέσα από το Σχέδιο Ανάπτυξης του Λονδίνου, επιτυγχάνεται σταδιακά νέα αύξηση του πληθυσμού και εκτεταμένες προτάσεις αστικού

σχεδιασμού.

Τα

αποτελέσματα

αντιστροφής

της

1950

2000

ΛΙΒΕΡΠΟΥΛ

αστικοποίησης σε όλες τις πόλεις είναι ήδη εμφανή, όταν το συνολικό ποσοστό αστικοποίησης στη Βρετανία σημειώνει πλέον αύξηση αγγίζοντας το 90%, ενώ προβλέπεται να εκτιναχθεί στο 94% μέχρι το 2050.9

1950

ΛΟΝΔΙΝΟ

2000

ποσοστιαία μεταβολή πληθυσμού

Η κατάσταση στην ανατολική και κεντρική Γερμανία είναι ακόμη και σήμερα δραματική. Το 1970 το ποσοστό του αστικού πληθυσμού σε όλη τη Γερμανία σημειωνόταν στο 72%.9 Ωστόσο, το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και η μετακίνηση προς τη Δυτική Γερμανία ή το εξωτερικό οδήγησαν σε σημαντική μείωση πληθυσμού στο ανατολικό τμήμα της χώρας.


79

εξέλιξη αστικού πληθυσμού 100%

Πάνω από 1 εκ. κάτοικοι εγκατέλειψαν τα νέα κράτη της πρώην ανατολικής Γερμανίας και στράφηκαν προς τη Δύση σε

80%

αναζήτηση εργασίας. Οι κύριοι λόγοι ύφεσης του πληθυσμού

60%

κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 ήταν η εκτενής

40%

προαστικοποίηση και η μείωση στο μισό του ποσοστού

20%

γεννητικότητας. Η αποβιομηχανοποίηση έπληξε κυρίως τις περιοχές της Halle και Leipzig, οι οποίες καταμετρούν αρκετές 1970

2010

2050

χιλιάδες κατοίκων λιγότερες στον πληθυσμό τους σε σχέση με το τέλος της δεκαετίας του 1980.11 Σήμερα, 1,3 εκ. διαμερίσματα στην ανατολική Γερμανία παραμένουν ακατοίκητα. Μέχρι το 2030, ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί στα 2 εκ.13 Ως αποτέλεσμα,

το

συνολικό

ποσοστό

αστικοποίησης

της

Γερμανίας είναι σχετικά σταθερό ακόμα και σήμερα στο 74%, 1950

2000

HALLE

λόγω της ενδοχώριας μετακίνησης του πληθυσμού κυρίως. Παρόλα

αυτά,

το

ποσοστό

αστικοποίησης

της

χώρας

προβλέπεται να αγγίξει το 84% μέχρι το 2050, αν και οι προγνώσεις 1950

2000

LEIPZIG

ποσοστιαία μεταβολή πληθυσμού

δείχνουν

ότι

ο

πληθυσμός

της

ανατολικής

Γερμανίας θα μειωθεί στο μισό μέχρι το 2050 λόγω των δημογραφικών τάσεων.9 Με κέντρο βάρους τις δυτικές βιομηχανικές χώρες, προκύπτει ότι η Ευρώπη μετά δυσκολίας θα συμμετάσχει στο μέλλον στην παγκόσμια αύξηση πληθυσμού. Το σύνολο των Ευρωπαϊκών αστικών περιοχών που εξακολουθούν να αναμένουν αύξηση πληθυσμού λόγω της εξέχουσας θέσης τους στο παγκόσμιο δίκτυο πόλεων όλο και λιγοστεύει.


65%

1800

57%

1900

11% 1800

2000

1900

2000

28% 2050

8%

8%

4% 1900

57%

2050

13%

8%

2% 1800

60%

2000

2050


5%

0,7% 1800

1900

2000

25%

21% 1800

5%

1900

5% 2050

12% 2000

7% 2050

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ


4

Τ Ο

Α Ν Θ Ρ Ω Π Ι Ν Ο

Α Π Ο Τ Υ Π Ω Μ Α


83

Η προσομοίωση του αστικού κόσμου είτε μέσα από χάρτες είτε μέσα από την εικόνα της γης τη νύχτα αποτελεί μία σαφή απεικόνιση

της

κατάστασης

της

σύγχρονης

παγκόσμιας

αστικοποίησης. Οι τεράστιες συγκεντρώσεις αλλά και τα κενά που παρουσιάζονται αντικατοπτρίζουν τα όρια της παγκόσμιας αστικής εξάπλωσης αλλά και το ευρύτερο “ανθρώπινο ίχνος” [human footprint] που σχετίζεται με αυτή. Αν θεωρήσουμε τις συγκεντρώσεις αλλά και τα έντονα φωτεινά σημεία, δείγμα κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, ως το ίχνος των οικιστικών διατάξεων τότε διαμορφώνεται ένα μεγάλης κλίμακας μοντέλο της παγκόσμιας αστικής ανάπτυξης. Αυτές οι χωρικές συνέχειες παρουσιάζουν τον μεγάλο βαθμό της ενσωμάτωσης που έχει αναπτυχτεί μεταξύ των πόλεων και των ευρύτερων περιοχών τους.1 Σε μία προσπάθεια ανάλυσης του μοντέλου αυτού, διακρίνεται σαφώς ένα ευρύ δίκτυο ανθρώπινης συσσώρευσης στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, με έμφαση την πυκνή λωρίδα αστικοποίησης που απλώνεται από τα νότια της Αγγλίας έως τα βόρεια της Ιταλίας και παγιώνει το κεντρικό τμήμα της ηπείρου, τμήμα όπου αναπτύχθηκαν τα ιστορικά κέντρα της ηπείρου.1 Το μοντέλο

αυτό

έχει

ενισχυθεί

από

τα

διευρυμένα

δίκτυα

μεταφοράς, κυρίως αυτά της σταθερής τροχιάς αλλά και τα εναέρια μέσα. Τα ταχέα τρένα -το δίκτυο TGV- που εξυπηρετούν κυρίως το κεντρικό τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου έχουν εκμηδενίσει τις αποστάσεις μεταξύ των χωρών και έχουν διαμορφώσει δίκτυα αλληλεπίδρασης σε ένα διευρυμένο αστικό δίκτυο που έρχεται να ενισχυθεί από τις πολλαπλές εναέριες συνδέσεις.


ΑΝΡΩΠΙΝΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ


86

Στο

βόρειο

ημισφαίριο

η

συνέχεια

του

αποτυπώματος

διαχωρίζεται σε δύο λωρίδες προς την ανατολή. Η πρώτη διέρχεται από το νότιο και κεντρικό τμήμα της Ρωσίας, ενώ σβήνει όσο εισχωρεί βαθύτερα στο ασιατικό τμήμα της χώρας. Συγκέντρωση επανεμφανίζεται στο τμήμα της Κορέας, Κίνας και Ιαπωνίας. Οι συγκεντρώσεις στη λωρίδα αυτή ήταν απόρροια της δημιουργίας του υπερσιβηρικού στα τέλη του 17ου αιώνα, ενός σιδηροδρομικού δικτύου που ενώνει τη Μόσχα και το ευρωπαϊκό τμήμα της Ρωσίας με τις ρωσικές επαρχίες, την Άπω Ανατολή

και

τη

θάλασσα

της

Ιαπωνίας.

Το

Ιαπωνικό

αρχιπέλαγος, ένα σχετικά παλιότερο αστικό σύστημα που μοιράζεται πολλές ομοιότητες με τη Βόρειο Αμερική και την Ευρώπη, παρουσιάζεται σχεδόν σαν αστική συνέχεια. Αυτό είναι αποτέλεσμα της εύκολης και ταχείας προσβασιμότητας του Τοκίου από οποιοδήποτε σημείο της χώρας, μέσω ενός πολύ καλά

ανεπτυγμένου

δικτύου

ταχέων

σιδηροδρομικών

συνδέσεων. Παρόλα αυτά τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τους ταχείς ρυθμούς μεταβολής της αστικής εξάπλωσης των κινεζικών πόλεων. Η Σαγκάη είναι σήμερα μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες πόλεις του παγκόσμιου αστικού χάρτη ενώ το Πεκίνο έχει αναδιαμορφωθεί μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008.2 Η δεύτερη λωρίδα ανθρώπινης συγκέντρωσης διέρχεται από τη Μέση Ανατολή και παρουσιάζει ιδιαίτερη ένταση στις περιοχές που διαμορφώνουν σήμερα τη νότιο Ασία, στην ινδική χερσόνησο.


87

Η πετρελαιαγορά και η οικονομία που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα ποσοστά

αυτής

στο

αστικοποίησης

συγκεκριμένο

τμήμα

δημιουργώντας

τις

εκτίναξε

τα

υπάρχουσες

αστικές συγκεντρώσεις. Όσον αφορά την Ινδία, οι περιοχές αυτές σε συνδυασμό με την παράκτια Κίνα αναμένεται να συγκεντρώσουν περίπου το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, το Μουμπάι προβλέπεται να ξεπεράσει σε πληθυσμό το Τόκυο και να γίνει μία από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου έως το 2025.2 Η ανθρώπινη συσσώρευση κλείνει δυτικά στο βόρειο ημισφαίριο με τις συγκεντρώσεις της Βορείου Αμερικής. Στη Βόρειο Αμερική, ευρέα τμήματα των Ηνωμένων Πολιτειών, εκτός από τις ερήμους, καλύπτονται από ένα σχεδόν γεωμετρικό κάναβο, ο οποίος ενώνει επίσης τμήματα από τον Καναδά και το Μεξικό.1 Παρόλα αυτά, πέρα από την Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική διακρίνονται και άλλα σημεία του πλανήτη με έντονη δυναμική. Στο

νότιο

ημισφαίριο

σε

αντίθεση

με

το

βόρ��ιο

δεν

παρατηρούνται συνέχειες, παρά μόνο σημειακές, απεικονίσεις της ανθρώπινης κατοίκησης. Ξεκινώντας από τα δυτικά με τη Λατινική Αμερική και πιο συγκεκριμένα με τη Βραζιλία, όπου συγκέντρωση του πλούτου λόγω εμπορίου και μερικές από τις πιο καινοτόμες αστικές παρεμβάσεις τα τελευταία 20 χρόνια έχουν παράξει μερικές από τις μεγαλύτερες αστικές περιοχές του πλανήτη, με μεγάλη εμβέλεια επίδρασης.3


88

Στην κεντρική και παράκτια Αφρική, οι αχνές συγκεντρώσεις φωτός κατά τη διάρκεια της νύχτας είναι στην πραγματικότητα μεγάλες

αστικές

συγκεντρώσεις

κατοικιών

που

όπως

αποδεικνύεται από τον αραιό φωτεινό ιστό, έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε ηλεκτρικό ρεύμα. Οι δημογραφικές πιέσεις στην ήπειρο συνεχίζονται, μέχρι το 2015 το Λάγκος θα προσθέτει 67 νέους κατοίκους ενώ η Κινσάσα 34 κάθε ώρα που περνάει. Στην Αίγυπτο, ένα παιδί γεννιέται κάθε 20 δευτερόλεπτα και μεγάλο τμήμα ανθρώπων μεταναστεύει στο Κάιρο, με αποτέλεσμα την συνεχή εξάπλωσή του. Δεδομένων των κοινωνικών ρίσκων που σχετίζονται με την ραγδαία αστική εξάπλωση, η Αφρική συνεχίζει να αναπτύσσεται με τέτοιο ρυθμό που θα έχει ως αποτέλεσμα η ήπειρος να περιλαμβάνει μερίδιο παγκόσμιου πληθυσμού ελάχιστα μεγαλύτερο από αυτό της Ευρώπης έως το 2030.4 Τέλος, ο χάρτης

ανθρώπινης συγκέντρωσης του νότιου

ημισφαιρίου κλείνει με την

Ινδονησία, με την αύξηση του

πληθυσμού της Τζακάρτας 100% τον 20ο αιώνα. Παρόλα

αυτά

σε

παγκόσμιο

επίπεδο

υπάρχουν

αλληλεξαρτήσεις και διευρύνσεις του δικτύου του ανθρώπινου αποτυπώματος, που δεν δύναται να απεικονιστεί σε τέτοιου τύπου χάρτες. Σύμφωνα με τη Saskia Sassen το βόρειο ημισφαίριο παρουσιάζει ένα ενιαίο δίκτυο αστικής εξάπλωσης αν συνυπολογίζουμε την εναέρια σύνδεση της ευρωπαϊκής ηπείρου με την Αμερική.


89

Για παράδειγμα, η γραμμή μεταξύ Λονδίνου και Νέας Υόρκης αποτελεί την εναέρια σύνδεση με τα μεγαλύτερα ποσοστά χρησιμοποίησης

και

αποτελεί

το

αποκορύφωμα

των

οικονομικών, πολιτιστικών και κοινωνικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ των δύο αυτών αστικών κέντρων- ένα ενοποιημένο διεθνές χώρο αποκαλούμενο NYLON [New York-London]. Είναι το περιεχόμενο αυτής της νεοεμφανιζόμενης, εξαπλούμενης αστικότητας που πρέπει να γίνει κατανοητή από τις δύο πόλεις που σήμερα αναπτύσσονται ξανά μετά από χρόνια παρακμής, με μεγάλα ποσοστά πολυεθνικών μιγμάτων και μεταναστών που τονώνουν

την

τοπική

κουλτούρα

και

την

οικονομία.1

Η

κατάσταση του παγκόσμιου αστικού ίχνους είναι ρευστή και μεταβάλλεται επηρεαζόμενη από διαφορετικούς παράγοντες με την πάροδο του χρόνου. Τα ιστορικά κέντρα, η οικονομία, οι μεταφορές, οι σύγχρονες τάσεις αστικοποίησης διαμορφώνουν χωρικές συγκεντρώσεις και παράγουν νέα αστικά τοπία. Ορισμένα σημεία της παγκόσμιας αστικής συγκέντρωσης έχουν παγιωθεί κυρίως με την ύπαρξη ήδη ανεπτυγμένων αστικών κέντρων,

άλλα

τείνουν

να

σταθεροποιηθούν,

ενώ

άλλα

βρίσκονται σε διαδικασία μεταβολής, χωρίς προβλεπόμενα αποτελέσματα.

Η ΓΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ


5

Δ Υ Ο Τ Ο Υ

Φ Α Ι Ν Ο Μ Ε Ν Α 2 0

Ο Υ

Α Ι Ω Ν Α

5.1. Οι συρρικνούμενες πόλεις

Τ Ο Υ

Τ Ε Λ Ο Υ Σ


93

Η παγκόσμια αστικοποίηση αυξάνεται προοδευτικά με ταχείς ρυθμούς εδώ και 2 αιώνες. Εκτιμάται ότι μέχρι το 2050 περίπου το 70% της ανθρωπότητας θα κατοικεί σε αστικές περιοχές. Παρόλα αυτά, σε αυτή την έκρηξη αστικοποίησης που βιώνουμε τις τελευταίες δεκαετίες δεν συμμετέχουν το ίδιο όλες οι περιοχές του παγκόσμιου χάρτη. Μέχρι τα μέσα του 21ου αιώνα, ο συνολικός αστικός πληθυσμός του αναπτυσσόμενου κόσμου θα υπερδιπλασιαστεί, αυξανόμενος από τα 2,3 δις το 2005 στα 5,3 δις το 2050. Μέσα στις τελευταίες 2 δεκαετίες, ο αστικός πληθυσμός του αναπτυσσόμενου κόσμου αυξανόταν κατά μέσο όρο κατά 3 εκ. ανθρώπους την εβδομάδα.1 Το 2005, μόλις το 30% του παγκόσμιου αστικού πληθυσμού κατοικούσε σε ανεπτυγμένες χώρες, ενώ μέχρι το 2030 αναμένεται ότι 4 στους 5 κατοίκους πόλεων θα ζουν σε αναπτυσσόμενες χώρες.2 Το αστικό κέντρο βάρους έχει πλέον μετατοπιστεί. Αυτές οι δημογραφικές τάσεις αντικατοπτρίζονται και στο χωρικό επίπεδο της πόλης, όπου τα τελευταία 30 χρόνια ο αριθμός των πόλεων στον ανεπτυγμένο κόσμο που βίωσε μείωση του μεγέθους τους και του πληθυσμού τους ήταν μεγαλύτερος από αυτών που μεγάλωσαν. Οι πόλεις υπό συρρίκνωση αποτελούν πλέον ένα παγκόσμιο αστικό φαινόμενο. Τις τελευταίες δεκαετίες περισσότερες από 350 μεγάλες πόλεις βίωσαν, έστω και προσωρινά,

σημαντική

ύφεση

του

πληθυσμού

τους

μεγαλύτερης του 10%. Σε ακραίες περιπτώσεις, ο ρυθμός ύφεσης του πληθυσμού άγγιξε και το 90%.3 Τη δεκαετία του 1990


94

περισσότερο από το ¼ των μεγάλων πόλεων παγκοσμίως συρρικνώθηκε. Ο αριθμός των πόλεων υπό συρρίκνωση εξακολουθεί να αυξάνεται παρά την επικράτηση της αστικής ανάπτυξης. Στη διάρκεια της ιστορίας, η παρακμή των πόλεων αποδιδόταν συνήθως σε ένα καταστροφικό, μοναδικό γεγονός, όπως πολέμους και φυσικές καταστροφές. Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, ωστόσο, δίνουν διαφορετικά αποτελέσματα. Μεταξύ του 1950 και του 2000 ο αριθμός των πόλεων υπό συρρίκνωση είχε αυξηθεί κατά 330%. Αρκετές από τις πόλεις χάνουν πληθυσμό για διάστημα μεγαλύτερο των 50 χρόνων, ενώ σε άλλες η περίοδος συρρίκνωσης διήρκεσε μόλις μερικά χρόνια.3 Η πλειονότητα των συρρικνούμενων πόλεων των τελευταίων 50 χρόνων εντοπίζεται στις δυτικές βιομηχανικές χώρες. Τις δεκαετίες 1960 και 1970, η οικονομική κρίση των πόλεων και η φθορά τους λόγω της έντονης προαστικοποίησης, η συνύπαρξη κοινωνικών εντάσεων και αστικής βίας οδήγησαν στο “θάνατο” της πόλης των δυτικών βιομηχανικών χωρών, όπου η αστική συρρίκνωση ήταν

απόρροια

προαστικοποίησης, δημογραφικής αλλαγών.3

κυρίως της

ύφεσης

των

φαινομένων

της

αποβιομηχανοποίησης,

της

καθώς

και

μετά-σοσιαλιστικών


95

Οι αρνητικές τάσεις αστικής ανάπτυξης παρουσιάστηκαν κυρίως στις Ευρωπαϊκές πόλεις, και τις πόλεις της Βορείου Αμερικής, όπου ο αριθμός των πόλεων που συρρικνώνονται έχει αυξηθεί τα τελευταία 50 χρόνια με ρυθμούς ταχύτερους από τον αριθμό των πόλεων που εξαπλώνονται. Από το 1990, πόλεις υπό συρρίκνωση εντοπίζονται και στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Στα επόμενα 35 χρόνια, μόνο το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού θα κατοικεί στο Δυτικό κόσμο.3 Παρόλα αυτά, οι συρρικνούμενες πόλεις δεν βρίσκονται μόνο στις δυτικές ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής, αλλά και στην Ασία και την Αφρική, ακόμα και σε μικρότερες χώρες, όπως στην Αυστρία. Η διαδικασία της συρρίκνωσης είναι ήδη εμφανής στην Ιαπωνία, όπου ο συνολικός της πληθυσμός φθίνει εδώ και χρόνια. Ενώ οι μεγάλες αστικές συγκεντρώσεις του Τόκιο και της Οσάκα συνεχώς ελκύουν νέο πληθυσμό και δραστηριότητες, άλλες πόλεις της Ιαπωνίας συρρικνώνονται. Μεταξύ 1950 και 2000 12 πόλεις στην Ιαπωνία μπήκαν στη λίστα με τις συρρικνούμενες πόλεις, με την πόλη Hakodate στη νότια ακτή του βορεινού νησιού της χώρας να αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα.3 Μία ανάλυση της αστικής ανάπτυξης στην Αφρική από τον οργανισμό UN-HABITAT έδειξε ότι μεταξύ 1990 και 2000 11 πόλεις της ηπείρου βίωσαν μείωση του πληθυσμού τους, οι 10 εκ των οποίων ήταν μικρές σε μέγεθος πόλεις.1


1945

1970


1990

2000 ΣΥΡΡΙΚΝΟΥΜΕΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ


98

Οι πόλεις που συρρικνώνονται φαίνεται να αποτελούν ένα φαινόμενο διαρκείας και η αστική συρρίκνωση θα θεωρείται στο μέλλον

μέρος

της

φυσικής

διαδικασίας

ανάπτυξης

με

πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που θα οδηγεί σε νέες μορφές μετασχηματισμού

των

πόλεων.

Η

κλιματική

αλλαγή

θα

αποτελέσει σαφώς μια νέο παράμετρο για την οικιστική ανάπτυξη. Ένας μεγάλος αριθμός πόλεων

βρίσκεται ήδη

αντιμέτωπος με τις καταστροφικές συνέπειες του φαινομένου. Η έλλειψη πόσιμου νερού, κυρίως στις άγονες περιοχές του Νότου, ο κίνδυνος της πλημμύρας σε παράκτιες περιοχές, το λιώσιμο των πάγων στις βορειότερες ζώνες και η ερημοποίηση θα αποτελέσουν παράγοντες που θα συνυποβάλουν στη μείωση του

παγκόσμιου

πληθυσμού

κατά

εκατομμύρια

και

θα

οδηγήσουν σε χωρικές ανακατανομές. Σε αυτούς έρχεται να προστεθεί και η μείωση των φυσικών πόρων που αφενός δε θα μπορέσει να ανταποκριθεί στην παγκόσμια ενεργειακή ζήτηση και αφετέρου θα οδηγήσει σε αλλαγές των οικιστικών δομών.

ΘΕΡΜΑΝΣΗ - ΨΥΞΗ αύξηση των θερμών βαθμοημερών πτώση των ψυχρών βαθμοημερών


99

Είτε είναι στη Μεγάλη Βρετανία, στην Ιταλία, στη Ρωσία, στις ΗΠΑ,

είτε

στο

Καζακστάν,

εντοπίζονται

πόλεις

που

συρρικνώνονται σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι συρρικνούμενες πόλεις αντιτίθενται στην εικόνα που επικρατεί μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση της αστικής έκρηξης, που χαρακτηρίζεται από συνεχή οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη. Ο πληθυσμός των παλιών βιομηχανικών κρατών έχει αρχίσει να μειώνεται με σημαντικούς ρυθμούς. Παρατηρούμε ότι η διαδικασία της αστικοποίησης έφθασε- ή ξεπέρασεεξακολουθεί να αυξάνεται

το ζενίθ. Η οικονομία

αμυδρά, αλλά ο τομέας της

απασχόλησης εξασθενεί σταθερά. Πρόκειται για το τέλος μιας εποχής 200 χρόνων στην οποία ο πληθυσμός, η οικονομία, ο πλούτος και οι πόλεις των βιομηχανικών χωρών άνθιζαν σχεδόν συνεχόμενα και ασυνήθιστα γρήγορα. Ωστόσο, στα επόμενα 50 με 100 χρόνια, ο πληθυσμός δε θα σημειώνει προσωρινή πτώση μόνο σε χώρες της Ανατολικής και Δυτικής Ευρώπης και της Ιαπωνίας, αλλά και σε χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Νιγηρία και το Μεξικό, όπου ο πληθυσμός τους σήμερα συνεχώς αυξάνεται.3 Η διαδικασία της αστικοποίησης θα έχει πλέον ολοκληρωθεί, κυρίως στις πολυπληθείς χώρες της Κίνας και της Ινδίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών, και βάσει των τάσεων που επικρατούν, ο παγκόσμιος πληθυσμός προβλέπεται να σταθεροποιηθεί στα 9 δις μέχρι το 2070, με την αστική ανάπτυξη να οδηγείται πλέον σε ένα τέλμα.


5

Δ Υ Ο Τ Ο Υ

Φ Α Ι Ν Ο Μ Ε Ν Α 2 0

Ο Υ

5.2. Οι μέγα-πόλεις

Α Ι Ω Ν Α

Τ Ο Υ

Τ Ε Λ Ο Υ Σ


101

Οι μέγα-πόλεις κατέχουν αναμφίβολα σημαντικό ρόλο στην παγκοσμίου κλίμακας διαδικασία της αστικοποίησης. Ο όρος μέγα-πόλη, μια ασαφή σχετικά έννοια, παγιώθηκε με τη σημαντική έκρηξη αστικοποίησης που παρατηρήθηκε στα τέλη του

20ου

αιώνα.

Τότε

προέκυψαν

νέες

κλίμακες,

που

περιελάμβαναν νέες διαστάσεις των μεγάλων και πυκνών συγκεντρώσεων πληθυσμού με τεράστια εξάπλωση και μια σημαντική αύξηση σε υποδομές. Οι μέγα-πόλεις κατάφεραν να αναπτύξουν

σημαντική

δυναμική

σε

κάθε

δημογραφική,

οικονομική, κοινωνική και πολιτική διαδικασία. Οι μέγα-πόλεις που

ξεχωρίζουν

σήμερα

είναι

είτε

πόλεις

πλούσιες

του

παγκόσμιου Βορρά, όπως το Λονδίνο, η Νέα Υόρκη, το Τόκιο, είτε πόλεις φτωχές κυρίως του παγκόσμιου Νότου, όπως το Κάιρο, το Γιοχάνεσμπουργκ, το Μέξικο Σίτυ, το Μουμπάι. Ο όρος της μέγα-πόλης εμφανίστηκε για να περιγράψει εκείνες της αστικές συσσωρεύσεις που χαρακτηρίζονται από ταχεία ανάπτυξη, από μια νέα μορφή της χωρικής πυκνότητας του πληθυσμού, από συνεχώς μεταβαλλόμενες υποδομές, από επίσημες και ανεπίσημες οικονομίες, καθώς και από υψηλά επίπεδα

φτώχειας,

εγκληματικότητας

και

κοινωνικού

διαχωρισμού. Οι μέγα-πόλεις διαχωρίζονται από τις παγκόσμιες πόλεις

[global

παγκόσμιας εξουσίας.1

cities],

οικονομίας

οι

οποίες

και

της

συνιστούν

τόπους

συγκέντρωσης

της

πολιτικής


103

Με βάση διαφορετικούς ορισμούς, σε καθαρά ποσοτικό επίπεδο, οι μέγα-πόλεις είναι μητροπόλεις με πληθυσμό άνω των 5, 8 ή 10 εκ. κατοίκων, με το τελευταίο να υπερισχύει έναντι των υπολοίπων σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη. “Τα Ηνωμένα Έθνη χρησιμοποίησαν τον όρο μέγα-πόλη τη δεκαετία του 1970 για να καθορίσουν όλες τις αστικές συσσωρεύσεις με πληθυσμό μεγαλύτερο των 8 εκ. Τη δεκαετία του 1990, ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών ανέβασε το όριο στα 10 εκ., ακολουθώντας την

πρακτική

ορισμένων

ιδρυμάτων,

όπως

του

Asian

Development Bank. Βάσει αυτού του ορισμού, τα Ηνωμένα Έθνη εκτιμούν ότι υπήρχαν 19 μέγα-πόλεις στον κόσμο στις αρχές του 21ου αιώνα.”2 Άλλοι ορισμοί θέτουν επίσης ένα ελάχιστο επίπεδο της πυκνότητας πληθυσμού, συνήθως 2.000 κατοίκους ανά km2 τουλάχιστον, ενώ περιλαμβάνουν μόνο πόλεις

με

ένα

πολυκεντρικές

μόνο αστικές

κυρίαρχο

κέντρο

συσσωρεύσεις.

και

αποκλείουν

Άλλοι

πάλι

περιλαμβάνουν μόνο αυτές τις πολυκεντρικές μέγα-αστικές περιοχές. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία που παρέχονται για το μέγεθος των μέγα-πόλεων δεν είναι πάντοτε συγκρίσιμα.3 Η αύξηση των μέγα-πόλεων, ως απόρροια της έντονης αστικοποίησης που βιώνει ο πλανήτης, είναι ένα από τα πιο αξιόλογα φαινόμενα του σύγχρονου κόσμου. Πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι μέγα-πόλεις αποτελούσαν φαινόμενο των βιομηχανοποιημένων χωρών. Ενώ το 1975 σημειώνονταν μόλις 3 μέγα-πόλεις, οι οποίες βρίσκονταν στον ανεπτυγμένο κόσμο, σήμερα υπολογίζεται ότι υπάρχουν 21 μέγα-πόλεις με τα ¾ αυτών να εντοπίζονται στον αναπτυσσόμενο κόσμο.4


1975

2000

ΜΕΓΑΠΟΛΕΙΣ 2050 ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ // ΤΟΚΙΟ // ΜΕΞΙΚΟ ΣΙΤΥ // ΣΑΟ ΠΑΟΛΟ // ΟΣΑΚΑ // ΤΖΑΚΑΡΤΑ // ΡΙΟ ΝΤΕ ΤΖΑΝΕΙΡΟ // ΚΑΙΡΟ // ΝΤΑΚΑ // ΜΟΣΧΑ // ΚΑΡΑΤΣΙ //


2005

2050

ΜΟΥΜΠΑΙ // ΣΑΝΓΚΑΗ // ΚΑΛΚΟΥΤΑ // ΔΕΛΧΙ // ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΙΡΕΣ // ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ // ΜΑΝΙΛΑ // ΛΑΓΚΟΣ // ΠΕΚΙΝΟ// ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ // ΓΚΟΥΑΝΓΚΤΖΟΥ


106

Όσο ο πληθυσμός στις αναπτυσσόμενες χώρες αυξάνεται με πολύ γρηγορότερο ρυθμό σε σχέση με τις βιομηχανικές χώρες, η τάση αυτή θα ακολουθήσει ανοδική πορεία. Μέχρι το 2015 υπολογίζεται ότι 604,4 εκ. άνθρωποι, δηλαδή το 9,4% του παγκόσμιου αστικού πληθυσμού, θα είναι κάτοικοι μέγαπόλεων. Ο αριθμός αυτών εκτιμάται να αγγίξει τις 22, με τις 17 από αυτές να βρίσκονται στον αναπτυσσόμενο κόσμο.5 Ο

πληθυσμός

των

μέγα-πόλεων,

ωστόσο,

τείνει

να

αναπτύσσεται με χαμηλότερο ρυθμό σε σχέση με αυτόν των υπολοίπων αστικών κέντρων. Το 2005, μεταξύ των μέγα-πόλεων που επικρατούσαν, μόλις οι 7 από τις 20 αναπτύσσονταν με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης μεγαλύτερο από αυτόν του παγκόσμιου αστικού πληθυσμού. Κάποιες από αυτές ήταν η Ντάκα, το Λάγκος, το Δελχί, η Τζακάρτα, το Μουμπάι.5 Η απλή χωρική δομή του αστικού κέντρου έναντι του προαστίου επικρατεί σε όλες σχεδόν τις μέγα-πόλεις του σύγχρονου κόσμου. Στον πυρήνα της μητροπολιτικής περιοχής μιας μέγαπόλης βρίσκεται το αστικό κέντρο επιρροής. Αυτό είναι συνήθως πυκνά δομημένο, πολιτιστικά και οικονομικά ετερογενές, γεμάτο από δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες, επαγγελματικές και οικονομικές προοπτικές, κέντρα ψυχαγωγίας και εμπορίου, πολιτιστική

κληρονομιά,

υψηλή

εγκληματικότητα

και

επικινδυνότητα. Σε αυτό συρρέουν πλήθη μεταναστών όπου συγκεντρώνεται ευκαιριών.

ένας

μεγάλος

αριθμός

επαγγελματικών


+6 Λονδίνο ±0

+12

Βερολίνο

Νέα Υόρκη

+23

+16

Κων/πολη

+20

+39 Γκουανγκτζού Σανγκάη Δελχί+50 +42 Ντάκα

+24 +15 Κάιρο

Καμπούλ

Βαγδάτη

+58 +18 +42 +15

Μέξικο Σίτυ

Λάγκος

+39

+24

+25 Πεκίνο +23 +32

Χαρτούμ

Καράτσι

Ναιρόμπι

Κινσάσα

Μουμπάι

+17

Μπάνγκαλορ

+25

Μανίλα

+39

Τζακάρτα

+4

Γιοχάνεσμπουργκ

Σάο Πάολο

ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ πρόβλεψη αριθμού ατόμων που προστίθενται ανά ώρα μέχρι το 2015


108

Ο αστικός πυρήνας περιβάλλεται από εκτεταμένες ζώνες προαστίων, κυρίως προαστίων-κοιτώνων, τα οποία συνδέονται με το κέντρο της πόλης με μακρείς αυτοκινητόδρομους και ευρέα δίκτυα μεταφορών. Αυτά κυρίως αναφέρονται στα μέσα σταθερής τροχιάς, όπου πολύπλοκα και εκτενή σιδηροδρομικά δίκτυα αποτελούν ένα διακριτό τόπο πυκνότητας και κοινού προορισμού εξυπηρετώντας καθημερινά χιλιάδες επιβάτες. Η πυκνότητα γίνεται ένα πολύπλοκο φαινόμενο, ενώ τα τρένα που λειτουργούν σαν δοχεία που παραλαμβάνουν το πλήθος προσδίδουν μια νέα μορφή πυκνότητας στην πόλη. Όταν σε αυτά έρχονται να προστεθούν και οι εναέριες συνδέσεις, τα αεροπορικά δίκτυα που συνδέουν τις μέγα-πόλεις με άλλες μεγάλες μητροπολιτικές εκτάσεις του παγκόσμιου χάρτη, τότε δημιουργούνται

ενιαίες

αστικές

μέγα-εκτάσεις.

Τα

δίκτυα

μεταφορών αποτελούν βασικό μέρος της δομής μιας μέγαπόλης και συστατικό στοιχείο της εξάπλωσής της. Η εκτεταμένη προαστικοποίηση ωθεί τα άκρα της μέγα-πόλης σε αγροτικές ή μη αστικές περιοχές. Ως αποτέλεσμα, οι περισσότερες μέγαπόλεις μετατρέπονται σήμερα σε αχανείς αστικές εκτάσεις με ασαφή

όρια

περιλαμβάνοντας

ακόμα

και

περιοχές

με

χαρακτηριστικά αγροτικών οικισμών, εξαπλωμένα προάστια, φυλασσόμενες

κοινότητες,

μεγάλα

επιχειρηματικά

κέντρα,

αστικές και περιφερειακές παραγκουπόλεις στα όρια της εξαθλίωσης. Οι αστικές πυκνότητες είναι πάντα υψηλές στο κέντρο ή στις περιοχές γύρω από το κέντρο της μέγα-πόλης, συχνά αποκαλούμενο ως Κεντρική Επιχειρηματική Περιοχή, και φθίνουν

καθώς

η

πυκνότητα

μητροπολιτικής της περιοχής.6

εξασθενεί

στα

όρια

της


109

Οι μέγα-πόλεις αντιμετωπίζουν ένα μεγάλο αριθμό από κοινά, κατά περίπτωση, προβλήματα. Τα πιο σημαντικά από αυτά είναι η υψηλή συγκέντρωση πληθυσμού και πυκνότητας, συχνά σε ακραία επίπεδα, η εκτενώς ανεξέλεγκτη εδαφική εξάπλωση, τα υψηλά επίπεδα κυκλοφοριακής συμφόρησης, οι οικολογικές εντάσεις, η ανεπαρκής παροχή κατοικιών, με αποτέλεσμα τη διαιώνιση των παραγκουπόλεων, και οι ακραίες κοινωνικόοικονομικές ανισότητες. Αυτά τα προβλήματα είναι εξαιρετικά δύσκολα να διευθετηθούν λόγω της ταχείας αστικής ανάπτυξης που βιώνουν ανάπτυξη,

οι

τα

μέγα-πόλεις. Παράλληλα με

προβλήματα

αυτά

λαμβάνουν

την ταχεία χώρα

σε

περιβάλλοντα όπου οι άνθρωποι, έχοντας συρρεύσει στις μέγαπόλεις

με

την

προοπτική

μιας

καλύτερης

ζωής,

έχουν

υψηλότερες προσδοκίες από αυτές που η μέγα-πόλη έχει στην πραγματικότητα τη δυνατότητα να τους διαθέσει.7 Όσο

το

φαινόμενο

της

αστικοποίησης

εντείνεται

με

ανεξέλεγκτους ρυθμούς, κάτι νέο παρατηρείται σήμερα. Οι μεμονωμένες μέγα-πόλεις αντικαθιστώνται από ένα αστικό αρχιπέλαγος.

Παράλληλα

με

την

έκρηξη

στις

φθηνές

επικοινωνίες, τα εκτεταμένα δίκτυα μεταφορών και τις πολιτιστικές αλλαγές στην εργασία και στον τρόπο ζωής, “οι μέγα-πόλεις γίνονται το μεγαλύτερο και πολυπλοκότερο κατασκεύασμα του ανθρώπου στην ιστορία”, σύμφωνα με τον Herbert Girardet.


6

Π Ε Ν Τ Ε 6.1. Μουμπάι

Α Σ Τ Ι Κ Α

Ι Χ Ν Η


112

Στα πλαίσια της εξέλιξης μετατροπής του κόσμου από κυρίως αγροτικό σε κυρίως αστικό, η Ινδία έχει ήδη λάβει μέρος στη μετάβαση

αυτή. Από

τα

μέσα

της

δεκαετίας

του 1980

παρατηρείται μια αξιόλογη μεταστροφή στην αστική ανάπτυξη στην Ινδία προς ένα πιο φιλελεύθερο σύστημα διακυβέρνησης. Αυτή η μεταστροφή ταυτίστηκε με μία ασυνήθιστη δημογραφική αύξηση, η

οποία είχε προβλεφθεί από στατιστικές μελέτες τις

δεκαετίες 1950 και 1970. Ωστόσο, όλες οι τάσεις προέβλεπαν ότι αυτή η ραγδαία αστικοποίηση και η επιτάχυνση της αστικής ανάπτυξης θα επικεντρωνόταν κατά βάση στις μεγάλες πόλεις της Ινδικής ενδοχώρας. Σήμερα, η Ινδία έχει μια ιεραρχία πόλεων σε όλη την έκτασή της, με το Μουμπάι να βρίσκεται στην κορυφή της γρήγορης αστικής ανάπτυξης και να αποτελεί την καρδιά του οικονομικού τομέα της χώρας. Το Μουμπάι, πρώην Βομβάη, είναι η πρωτεύου��α του Ινδικού κράτους Maharashtra, και μία από τις σημαντικότερες μέγαπόλεις της Ινδίας. Βρίσκεται στη δυτική ακτή της Ινδίας και έχει ένα φυσικό λιμάνι. Βρέχεται από την Αραβική θάλασσα δυτικά και καλύπτει συνολική έκταση ξηράς 604 km2. Το κυρίως αστικό τμήμα της με έκταση 67.79 km2 συχνά αποκαλείται και πόληνησί.1


ΑΣΙΑ

43,8 4

89

έκταση

πυκνότητα

εκ. km²

ΙΝΔΙΑ

3,3 εκ. km² έκταση

δις πληθυσμός

1,2

δις πληθυσμός

άτομα/km²

42

χιλ. km² έκταση

21

εκ. πληθυσμός

ΜΟΥΜΠΑΙ

άτομα/km² πυκνότητα

4.080 άτομα/km² πυκνότητα

604 13,9

27.348

έκταση

πυκνότητα

km²

εκ. πληθυσμός

πληθυσμός

358 30

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΟΥΜΠΑΙ

4,3

% αστικός

άτομα/km²

% αστικός

πληθυσμός


114

Από το 2009 το Μουμπάι θεωρείται η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη

2020

28,5εκ.

στον κόσμο από άποψη πληθυσμού. Η ίδια η πόλη έχει πληθυσμό περίπου 14 εκ. κατοίκων, και μαζί με τις γειτονικές πόλεις

Navi

Mumbai

και

Thane,

σχηματίζει

μια

αστική

συσσώρευση των 21 εκ. ανθρώπων.1 Η ταχεία ανάπτυξη της πόλης χρονολογείται κυρίως από το 1947, όπου η Ινδία, μετά την κατοχή της από το Βρετανικό στέμμα, ανεξαρτητοποιείται και το Μουμπάι ενσωματώνεται στο Κράτος της Βομβάης. Κατά τη διάρκεια

του

προηγούμενου

αιώνα,

το

Μουμπάι

βίωσε

σημαντική ανάπτυξη, με τον πληθυσμό του να αυξάνεται κατά 1.184%. Αυτή η ανάπτυξη οφείλεται κατά κύριο λόγο στον πλούτο των επιχειρηματικών ευκαιριών και επενδύσεων που διαθέτει η πόλη, από το θαλάσσιο λιμάνι και τα εργοστάσια επεξεργασίας υφασμάτων στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα μέχρι την ακμάζουσα οικονομία του σήμερα.2 Σήμερα, το Μουμπάι είναι

η

μεγαλύτερη,

γρηγορότερα

αναπτυσσόμενη

2010

13,9 εκ.

και

πλουσιότερη πόλη στην Ινδία, μια πόλη που βιώνει ταυτόχρονα τη ραγδαία πληθυσμιακή αύξηση και την αστική κρισιμότητα.3 Λόγω, επίσης, της κινηματογραφικής βιομηχανίας της αποτελεί ένα μαζικό όνειρο των κατοίκων της Ινδίας.

1960 1900

1,65 εκ. 800.000 ΕΞΕΛΙΞΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΎ


115

Η σημαντική αύξηση του πληθυσμού του Μουμπάι κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα καταγράφεται μέσω των δημογραφικών απογραφών, όπου η ετήσια αστική αύξηση του πληθυσμού κατά τη διάρκεια 1971-2001 ήταν της τάξης του 3%, με τον αγροτικό πληθυσμό να παραμένει στάσιμο, καθιστώντας το Μουμπάι ως μια υψηλά αστικοποιημένη περιοχή. Ωστόσο, παρατηρείται ότι ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού μειώθηκε δραστικά από τη δεκαετία 1971-1981 στη δεκαετία 1991-2001. Παράλληλα, οι δήμοι του Thane, Navi Mumbai και άλλων σημείωσαν αξιόλογη αύξηση του πληθυσμού τους, ειδικά κατά την περίοδο 1981-2001. Η συμμετοχή του πληθυσμού της πόλης

1971 2001

76%

του Μουμπάι σε αυτόν της μητροπολιτικής περιοχής του Μουμπάι μειώθηκε στο 63% το 2001 σε σχέση με το 76% το 1971,

63%

γεγονός που υποδεικνύει ότι η αύξηση του πληθυσμού στη

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΎ

μητροπολιτική περιοχή του Μουμπάι πραγματοποιήθηκε σε

ΠΟΛΗ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ

ταχύτερους ρυθμούς από αυτούς της πόλης του Μουμπάι.4

Η αλλαγή του πληθυσμού σε μία μέγα-πόλη, όπως το Μουμπάι, οφείλεται τόσο σε φυσική αύξηση αυτού, όσο και στη

μετανάστευση

για

λόγους

αναζήτησης

εργασίας.

Παρόλο που στο παρελθόν η μετανάστευση είχε συμβάλει σημαντικά στην αλλαγή του δημογραφικού προφίλ του Μουμπάι,

σήμερα

η

συμβολή

του

παράγοντα

αυτού

μειώνεται διαρκώς. Η μείωση αυτή έλαβε χώρα ταυτόχρονα με μία άνευ προηγουμένου φυσική αύξηση του πληθυσμού.5


116

Το 1970 το ποσοστό της μετανάστευσης στην αύξηση του πληθυσμού ήταν 70% σε σχέση με το 30% της φυσικής αύξησης του πληθυσμού. Τα ποσοστά αυτά σήμερα έχουν αντιστραφεί, δεδομένης

και

της

πτώσης

του

τομέα

της

επίσημης

απασχόλησης, μετά το κλείσιμο των μύλων, των χημικών εργοστασίων ακόμα και κάποιων πολυεθνικών. Η μετανάστευση από τα βόρεια Ινδικά κράτη αυξήθηκε σημαντικά μεταξύ 1961 και 2001 και ήταν υψηλότερη σε σχέση με τη μετανάστευση στην πόλη μέσα από το ίδιο το κράτος, ενώ συνεχίζει να κυριαρχείται από

το

αντρικό

μεταναστευτικού

φύλο.

Μεγάλο

πληθυσμού

μέρος

αυτού

του

από

τις

απορροφάται

περιφερειακές αστικές συσσωρεύσεις του Μουμπάι, όπως το Navi Mumbai, Thane, Kalyan και Mira-Bhayander, χωρίς, ωστόσο, να συνωστίζονται οι μεγάλες αστικές περιοχές. Διακρίνεται μία σημαντική διασπορά του πληθυσμού της πόλης του Μουμπάι σε αυτές τις κοντινές πόλεις, γεγονός που ήδη επισημάνθηκε από τη διαφορά στο ρυθμό αύξησης του πληθυσμού της μητροπολιτικής περιοχής σε σχέση με αυτόν της ίδιας της πόλης του Μουμπάι. Επιπλέον, οι μετανάστες εντός κράτους

εγκαθίστανται

και

συμβάλλουν

στα

ποσοστά

γεννητικότητας της πόλης, συμβάλλοντας εν τέλει στη συνολική αύξηση του πληθυσμού. Όσον αφορά τα νότια Ινδικά κράτη, η μετανάστευση μειώθηκε μεταξύ 1961 και 2001, γεγονός που πυροδοτήθηκε

από

διάφορους

φυσικά

εξελικτικούς

παράγοντες, όπως η αλλαγή του κέντρου βάρους στον τομέα εργασίας από την παραγωγή στο εμπόριο και τις υπηρεσίες.5

ΑΣΤΙΚΟ ΙΧΝΟΣ ΜΟΥΜΠΑΙ


117

Μέσα στα όρια της πόλης του Μουμπάι, παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 χρόνων του 20ου αιώνα μία σημαντική αλλαγή και στην χωρική κατανομή του πληθυσμού. Τις

δεκαετίες

1901-1971,

ο

πληθυσμός

στην

πόλη-νησί

αυξανόταν διαρκώς και σταθερά, ξεπερνώντας πάντα τον πληθυσμό που κατοικούσε στα προάστια την ίδια περίοδο. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες, η αύξηση του πληθυσμού στην πόλη-νησί

ήταν

αμελητέα,

ενώ

αυτή

στα

προάστια

πραγματοποιούνταν σε υψηλό ρυθμό, με, συγκεκριμένα, τον πληθυσμό των δυτικών προαστίων να ξεπερνά αυτόν των ανατολικών.4 Η γενικότερη κατανόηση της ανάπτυξης των προαστίων του Μουμπάι έγκειται στην ιστορική εξέλιξη. Με βάση την εγκύκλιο του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Βομβάης και των Δημοτικών Αρχών το 1908, όπου ζητούνταν προτάσεις για τη διευθέτηση του προβλήματος της έντονης έλλειψης κατοικιών για το φτωχό πληθυσμό, συντάχθηκε ένα κείμενο για την αναγκαιότητα της κατανόησης του αστικού σχεδιασμού, που αποτέλεσε την αφετηρία για την αστική εξάπλωση της πόλης.5 Στη δεκαετία του 1960 η κατανομή του πληθυσμού παρουσίαζε ένα ενδιαφέρον σενάριο σύμφωνα με το οποίο το νησί και τα προάστια είχαν σχεδόν ίσο μερίδιο πληθυσμού. Τα προάστια αναπτύχθηκαν με ταχύτερο ρυθμό τα τελευταία χρόνια συμβάλλοντας σημαντικά στην αύξηση της πυκνότητας. Με την γρήγορη εξάπλωση των απομακρυσμένων περιοχών της μητροπολιτικής περιοχής σε


118

σχέση με τον πυρήνα, σύμφωνα με το Washington-based Population Institute, εκτιμάται ότι η μητροπολιτική περιοχή του Μουμπάι θα είναι το 2020 η πιο πολυάνθρωπη στον κόσμο με πληθυσμό 28,5 εκ., ενώ το Τόκιο θα ακολουθεί.6 Ωστόσο, ένας αποτελεσματικός σχεδιασμός ανάπτυξης των προαστίων ήταν μέχρι τώρα δυνατός λόγω

δεν

έλλειψης της απαιτούμενης

υποδομής και μιας πολιτικής προστασίας του περιβάλλοντος για τις περιοχές κατοικίας και τους εμπορικούς κόμβους. Τα ασυνήθιστα υψηλά ποσοστά αστικής πυκνότητας και το συμπαγές του αστικού τοπίου που χαρακτηρίζουν το Μουμπάι οφείλονται κυρίως σε εδαφικούς περιορισμούς της πόληςνησιού. Το αστικό έδαφος που καταλαμβάνει έκταση 438 km2 περιστοιχίζεται από φυσικά όρια, ενώ οι φτωχές υποδομές σύνδεσης με τη γειτονική περιφέρεια κάνουν την πόλη-νησί μία από τις πιο επιθυμητές αστικές περιοχές. Παρόλα αυτά δεν απουσιάζουν

και

οι

θεαματικές

τάσεις

επένδυσης

προς

κατακόρυφη εξάπλωση της πόλης και πύκνωση των ιστορικών περιοχών. Ο συντελεστής δόμησης (FSi), που ελέγχει τα επίπεδα της υψηλής-πυκνότητας ανάπτυξης που επιτρέπεται κεντρικές

περιοχές

για

γραφεία

και

στις

υψηλού-εισοδήματος

κατοικίες, έχει σχεδιαστεί να προωθήσει την κατακόρυφη ανάπτυξη στις περιοχές με υψηλή αξία γης.

ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΜΟΥΜΠΑΙ


ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ [άτομα/km²] > 20.000 10.000-20.000 5.000-10.000 < 5.000


120

Η επιβολή τέτοιων κανονισμών αναφορικά με το συντελεστή δόμησης

έχουν

σημαντικές

επιπτώσεις

στα

επίπεδα

της

πυκνότητας και της κορυφογραμμής που παρουσιάζει η πόλη του Μουμπάι. Η πυκνότητα του πληθυσμού, οριζόμενη ως ο αριθμός των ανθρώπων που κατοικούν σε μια περιοχή ανά km2, παρουσιάζει το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό σχετικά με το Μουμπάι. Το 2001, η μέση πυκνότητα πληθυσμού στην πόλη του Μουμπάι ήταν 27.000 άνθρωποι ανά km2. Η περιφέρεια C είναι μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές με πυκνότητα 114.000 ανθρώπων ανά km2.5 Προσωπικοί χώροι διαβίωσης μικρότεροι των 3 m2 γίνονται αποδεκτοί μέσα στο πυκνά δομημένο

αστικό

περιβάλλον

της

πόλης,

προσφέροντας

τουλάχιστον μία ευκαιρία εργασίας.7 Η χωρική δομή του Μουμπάι, όπως και άλλων πόλεων της Ινδίας, χαρακτηρίζεται από μια έντονη και συμπαγή διάταξη των κτηρίων και των κατασκευών, εμπεριέχοντας και συμπιέζοντας τους ελεύθερους χώρους που συνιστούν το δημόσιο τμήμα της πόλης.

Οι

ανοιχτοί

δημόσιοι

χώροι

είναι

περιορισμένοι,

καταλαμβάνοντας μόλις το 1% της έκτασης της πόλης, αν και οποιαδήποτε μορφή χώρου στην πόλη θεωρείται πολύτιμη. Το 1/5 της συνολικής επιφάνειας της πόλης καλύπτεται από το Borivali

National

Park,

και

συμπυκνώνονται σε 350 km2 γης.

έτσι

οι

αστικές

περιοχές

ΑΣΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΣ BULESHWAR MARKET ΜΟΥΜΠΑΙ


121

Η διαθεσιμότητα φυσικού χώρου για την κατοίκηση των ανθρώπων στην πόλη λαμβανόταν ανέκαθεν ως παράγονταςκλειδί για την ποιότητα ζωής των κατοίκων στις πόλεις. Τα προβλήματα που προκύπτουν από την αστικοποίηση του Μουμπάι διαρθρώνονται σε σχέση με τον υπερπληθυσμό και το πυκνό “στοίβαγμα” της κοινωνικής ζωής σε συγκεντρωμένες χωρικές

διατάξεις.

Ο

συνεχής

πολλαπλασιασμός

των

παραγκουπόλεων στο Μουμπάι αποτελεί σήμερα μία από τις δεινότερες επιπτώσεις της αστικοποίησης, από τις οποίες υποφέρει η πόλη. Το 2001, ο μισός πληθυσμός του Μουμπάι κατοικούσε σε παραγκουπόλεις, ενώ σήμερα το ποσοστό αγγίζει το 60%, καλύπτοντας μόλις το 9% της γης. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού στις παραγκουπόλεις στο Μουμπάι είναι

πλέον

μεγαλύτερος

από

τον

ρυθμό

αύξησης

του

συνολικού πληθυσμού. Οι παραγκουπόλεις στο Μουμπάι εγκαταστάθηκαν αρχικά στα περίχωρα

της

πόλης

πάνω

σε

βαλτότοπους

και

άλλες

δύσχρηστες περιοχές. Με την ταχεία ανάπτυξη της πόλης τον 20ο αιώνα, οι βαλτότοποι και τα περίχωρα αναπτύχθηκαν και αυτά, και οι παραγκουπόλεις μεταφέρθηκαν με τον καιρό μέσα στα όρια της πόλης. Ωστόσο, παρά την ετήσια ζήτηση για 46.000 κατοικίες το 1960 και 60.000 το 1970, χορηγήθηκαν από τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα μόλις 17.600 και 20.600 κατοικίες αντίστοιχα.8 Οι παραγκουπόλεις άρχισαν να παρουσιάζουν


122

πραγματικό αστικό ενδιαφέρον τη δεκαετία του 1970, όταν οι τιμές της ακίνητης περιουσίας σκαρφάλωσαν στα ύψη. Σήμερα, πάνω από 6,5 εκ. άνθρωποι κατοικούν σε αυτές, οι οποίες βρίσκονται παντού- σε βαλτότοπους, κατά μήκος βαγονιών τρένων, σε ανοιχτούς χώρους, στο δημόσιο χώρο, στον ιδιωτικό, μεταξύ κτηρίων ακόμα και σε πεζοδρόμια. Οι παραγκουπόλεις διακρίνονται σε δύο κατηγορίες στο Μουμπάι: στις νόμιμες, στις οποίες το κράτος υποχρεούται να παρέχει τις βασικές ανάγκες, και στις παράνομες, οι οποίες υπόκεινται σε κατεδάφιση και η πόλη δεν φέρει ευθύνη παροχής νερού και ηλεκτρικού. Το Dharavi είναι σήμερα η δεύτερη μεγαλύτερη παραγκούπολη της Ασίας, μετά το Karachi’s Orangi Township, και βρίσκεται στην κεντρική

περιοχή

του

Μουμπάι

στεγάζοντας

800.000

ανθρώπους.9 Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, το Κράτος, βρισκόμενο αντιμέτωπο με τον υπερπληθυσμό της πόλης, κατασκεύασε chawls, εργατικό

μεγάλες

πολυκατοικίες

πληθυσμό

της

που

πόλης.

απευθύνονταν Οι

εργατικές

στον αυτές

πολυκατοικίες, με τα μικροσκοπικά δωμάτια που στεγάζουν διαρκώς

εξαπλούμενες

οικογένειες

συνεχόμενων

γενεών,

αποτελούν παράδειγμα εκτεταμένης συμφόρησης ανθρώπων και έλλειψης ιδιωτικότητας, δημιουργώντας παράλληλα μια κοινωνία, με στενές σχέσεις μεταξύ των κατοίκων. Γίνονται, έτσι, το σημείο τομής της οικογενειακής κοινωνικής ζωής στο χωριό και

της

ανωνυμίας

μεταναστών.

της

μητρόπολης

στον

κόσμο

των

ΠΑΡΑΓΚΟΥΠΟΛΗ ΣΤΟ DHARAVI


124

Οι εξαιρετικές πυκνότητες που χαρακτηρίζουν την πόλη και η άμεση επίπτωση της εγγύτητας των κατοικιών και των γραφείων μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον μικτών χρήσεων, έχουν ως αποτέλεσμα ένα ασυνήθιστο τύπο μεταφορών και μετακίνησης

δίκυκλα

Ι.Χ

ταξί 1,6%

3,1%

περπάτημα

2,7%

55,5%

τρένο 21,9%

5%

μέσα στην πόλη. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων στην πόλη του Μουμπάι- ποσοστό 55%- πηγαίνει στη δουλειά με τα πόδια,

39%

διανύοντας απόσταση μικρότερη των 2 km. Οι περισσότεροι

56%

από αυτούς μπορούν να προσεγγίσουν το χώρο εργασίας τους μέσα σε 15 λεπτά ή και λιγότερο, συμβάλλοντας στο εξαιρετικά χαμηλό μέσο όρο χρόνου μετακινήσεων στην πόλη των 25 λεπτών. Η κατανομή στα λοιπά μέσα μεταφοράς δείχνει ότι 22% του πληθυσμού χρησιμοποιεί τρένα, 14% λεωφορεία, ενώ το ποσοστό των ανθρώπων που χρησιμοποιεί Ι.Χ. είναι μόλις 2%.

λεωφορείο 14,4%

ποδήλατο 0,8%

ΠΟΣΟΣΤΑ ΧΡΗΣΗΣ ΜΕΣΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ

Το ποσοστό 36% του πληθυσμού που χρησιμοποιεί τα δημόσια μέσα μεταφοράς σε αυτή τη μέγα-πόλη είναι από τα μεγαλύτερα στον κόσμο.7 Τα τρένα στο Μουμπάι, κινούμενα σε δίκτυο 300 km γραμμών, εξυπηρετούν καθημερινώς

6,3 εκ. επιβάτες, αριθμό που

ξεπερνάει το μισό της συνολικής χωρητικότητας ημερησίως του σιδηροδρομικού δικτύου της Ινδίας. Όλα τα τρένα είναι υπερπλήρη τις ώρες αιχμής, επιβιβάζοντας 4.500 επιβάτες το καθένα. Το διάστημα 2003-2008, καταγράφηκαν περίπου 20.000 θάνατοι στις σιδηροδρομικές γραμμές, με μέσο ημερήσιο όρο 10 θανάτων. Τα λεωφορεία, έχοντας εξίσου σημαντικό ρόλο στην μετακίνηση του πληθυσμού στο Μουμπάι εξυπηρετούν

ΩΡΑ ΑΙΧΜΗΣ ΣΤΟ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ


126

καθημερινά 5,5 εκ. ανθρώπους.1 Τα δημόσια λεωφορεία καλύπτουν σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια της μητρόπολης, καθώς και μέρη της περιφέρειας, αν και χρησιμοποιούνται κυρίως για μικρές και μεσαίες αποστάσεις. Παρά την πυκνότητα και το συμπαγές της πόλης του Μουμπάι, επικρατεί μια μαζική αύξηση τα τελευταία χρόνια στα μηχανοκίνητα οχήματα, στα πρότυπα των περισσοτέρων πόλεων στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Μεταξύ 1995 και 2005, ο αριθμός των οχημάτων υπερδιπλασιάστηκε με το σύνολο αυτών να φθάνει τα 6 εκ. Το Μουμπάι, με μόλις το 11% της επιφάνειάς του να καλύπτεται από δρόμους,

φαίνεται

ιδιαίτερα

ευάλωτο

στην

εισροή

των

οχημάτων μέσα στο πυκνό αστικό του περιβάλλον, ενώ η κυκλοφοριακή

συμφόρηση

αποτελεί

ήδη

ένα

από

τα

μεγαλύτερα σύγχρονα προβλήματα της πόλης.7 Η σημερινή κατάσταση της πόλης δίνει τη δυνατότητα αστικού επανασχεδιασμού κάποιων περιοχών, όπως η Mill Lands και η

ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

Ανατολική προκυμαία. Η περίπτωση της Mill Lands φανερώνει την εκτός ελέγχου φυσική αύξηση της πόλης. Η ανάπτυξη της περιοχής των 2,37 km2 που βρίσκεται στην κεντρική περιοχή του Parel, οδηγήθηκε, με βάση το οικονομικό όφελος μερικών, στη μετατροπή αυτού του σπάνιου προνομιακού εδάφους σε μία ιδιωτική εμπορική ανάπτυξη. Το κράτος αφαίρεσε έτσι από τους πολίτες τη δέσμευση για τη προσαρμογή αυτής της περιοχής στη διαδικασία της μελλοντικής ανάπτυξης της πόλης. Η ΠΕΡΙΟΧΉ PAREL


128

Από την άλλη, η Ανατολική προκυμαία έχει μεγάλη σημασία για την πόλη και την περιοχή, γιατί θα μπορούσε να συνδέσει το παλιό κέντρο με το τοπικό τρίγωνο των βιομηχανικών, των οικονομικών και των αγροτικών ζωνών. Η περιοχή είναι 3 φορές μεγαλύτερη αυτής της Mill Lands και δίνει τη δυνατότητα για δημόσια εκμετάλλευση, σε σχέση και με την γεωγραφία της πόλης. Η Ανατολική προκυμαία είναι μία ζωτική περιοχή που θα μπορούσε να μετατρέψει ολόκληρο το Μουμπάι και να αποζημιώσει για τις βασικές ελλείψεις της πόλης. Οτιδήποτε πλέον στο Μουμπάι εξαπλώνεται ραγδαία: τα τηλεφωνικά κέντρα, η παγκόσμια επιτυχία στην κινηματογραφική βιομηχανία, η θέση του ως οικονομική πύλη της Ινδίας, καθώς και ο αριθμός των παραγκουπόλεων και η εξαθλίωση των υποδομών. Τα σχέδια για την πόλη στρέφονται στη Σαγκάη, ως μοντέλο ανάπτυξης του Μουμπάι. Το σχέδιο “Vision Mumbai” που έχει στόχο να μετατρέψει το Μουμπάι σε μία πόλη παγκόσμιου επιπέδου μέχρι το 2013, φαντάζει περισσότερο ως ψευδαίσθηση.3 αναβάθμιση

Το

Μουμπάι

αστικών

έχει

υπηρεσιών:

ανάγκη

από

δρόμους,

σημαντική υπόνομους,

μεταφορές, περίθαλψη, ασφάλεια. Ωστόσο, η αναβάθμιση της όψης της πόλης θα προσελκύσει νέο αριθμό ανθρώπων σε αυτή, και τα βασικά της προβλήματα θα συνεχίσουν να μένουν άλυτα.


129

Οι τελευταίες προβλέψεις για την πόλη εικάζουν ότι ο συνολικός πληθυσμός της μητροπολιτικής περιοχής του Μουμπάι θα αυξηθεί στα 34 εκ. κατοίκους μέχρι το 2031. Μέσα σε 25 χρόνια, επιπλέον 12 εκ. άνθρωποι θα πρέπει να βρουν το δρόμο τους στα όρια της πόλης. Αυτό συνεπάγεται μία στρατηγική σχεδιασμού για την τοποθεσία κατοικίας, εργασίας, και άλλων δραστηριοτήτων,

καθώς

και

την

αναγνώριση

μιας

πολυχρηστικής αστικής κληρονομιάς που έχει αναδείξει ήδη το Μουμπάι ως μια μοναδική μέγα-πόλη. Όποια κατεύθυνση όμως και αν ακολουθήσει το Μουμπάι θα έχει σίγουρα το προβάδισμα στο

μέλλον

σε

σχέση

με

τις

υπόλοιπες

πόλεις

σε

αναπτυσσόμενες χώρες, γεγονός που οφείλεται μερικώς στο αμιγές μέγεθος της πόλης, αλλά και στην ποικιλομορφία της, τα ιδιαίτερα προβλήματά της, και, σαφώς, το δημοκρατικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί.6


6

Π Ε Ν Τ Ε 6.2. Σαο Πάολο

Α Σ Τ Ι Κ Α

Ι Χ Ν Η


132

Το 1990 η Λατινική Αμερική περιελάμβανε 4 μέγα-πόλεις Mexico City, São Paulo, Buenos Aires and Rio de Janeiro με ένα συνολικό πληθυσμό 50 εκ. Αυτό σημαίνει πως 1 στους 9 κατοίκους της Λατινικής Αμερικής ζούσε σε μία από αυτές τις 4 πόλεις. Σήμερα η Λατινική Αμερική περιλαμβάνει 2 από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου, Mexico City και Σαο Πάολο. Η σφαίρα επιρροής των μέγα-πόλεων χαρακτηρίζεται από την μετανάστευση του αγροτικού πληθυσμού σε αυτές.1 Πιο συγκεκριμένα στη Βραζιλία ο αστικός πληθυσμός αυξάνεται με ένα ρυθμό 5% ανά έτος και περιελάμβανε το 56% του συνολικού πληθυσμού το 1970, 68% το 1980 και 75% το 1991.2 Κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής εποχής του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, οι μεγαλύτερες πόλεις αυξάνονται ταχύτερα ως αποτέλεσμα της συνεχούς μετανάστευσης σε αυτές. Η δεκαετία του 1980 χαρακτηρίζεται από ύφεση στην οικονομία και συνεπώς μείωσης του αστικού πληθυσμού κατά 1%. Τη δεκαετία του 1990 μειώνεται η ενδοχώρια μετανάστευση με τον πληθυσμό να παραμένει στον τόπο καταγωγής του ή να μεταναστεύει σε μεγαλύτερες πόλεις της περιοχής και όχι σε μέγα-πόλεις.3 Το Σαο Πάολο είναι η μεγαλύτερη και πλουσιότερη πόλη της Βραζιλίας και πρωτεύουσα της πολιτείας του Σάο Πάολο, τις πιο πολυπληθούς πολιτείας της Βραζιλίας. Η γεωγραφική του θέση τοποθετείται στα νοτιανατολικά της Βραζιλίας και 70 χιλιόμετρα από τον Ατλαντικό Ωκεανό, απόσταση που καλύπτεται από δύο αυτοκινητόδρομους. Καλύπτει έκταση 1523 km² σήμερα

μία

από

τις

μεγαλύτερες

πόλεις

και αποτελεί του

κόσμου,

στεγάζοντας διαφορετικές εθνότητες και κουλτούρες σε ένα ποικιλόμορφο και ιδιαίτερο περιβάλλον.4


ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ

21

εκ. km² έκταση

569

εκ. πληθυσμός

ΒΡΑΖΙΛΙΑ

27

άτομα/km² πυκνότητα

8,5 184

22

έκταση

πυκνότητα

εκ. km²

εκ. πληθυσμός

άτομα/km²

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΑΟ ΠΑΟΛΟ

7,9

χιλ. km² έκταση

19,2

εκ. πληθυσμός

ΣΑΟ ΠΑΟΛΟ

1,5

χιλ. km² έκταση

11

εκ. πληθυσμός

2.420 άτομα/km² πυκνότητα

7.200 άτομα/km² πυκνότητα

79,4 % αστικός

πληθυσμός

86,5 % αστικός

πληθυσμός


134

Το Σαο Πάολο, μία μικρή εμπορική πόλη μέχρι τα μέσα του 19ου

2025

21,5εκ.

αιώνα, έγινε μία σημαντική μητρόπολη λόγω της εξαγωγής του καφέ. Παρόλα αυτά η πόλη δεν ήταν πάντα εμπορικό κέντρομαγνήτης για μετανάστες. Η πόλη ιδρύθηκε το 1554 από τους Jesuits και παρέμενε στο περιθώριο αφού δεν αποτελούσε παράκτια πόλη, ούτε διέθετε κοιτάσματα χρυσού ή πολύτιμων μετάλλων. Μέχρι το 1822, το έτος της ανεξαρτησίας της Βραζιλίας, είχε μόνο 7000 κατοίκους. Το 1870 ο πληθυσμός μόλις που αγγίζει τους 30.000.5 Τη δεκαετία του 1930 το Σάο Πάολο μετατρέπεται σε βιομηχανικό κέντρο και σε συνδυασμό με την κερδοφόρα βιομηχανία καφέ έχει ως αποτέλεσμα ο πληθυσμός του να εκτιναχθεί. Το 1900 η πόλη έχει πληθυσμό μόλις 240.000 κατοίκους, μέχρι το 1960 αυξάνεται στα 3.8 εκ.6 Σήμερα είναι η μεγαλύτερη πόλη της Βραζιλίας και έχει την 7η μεγαλύτερη

2010

11 εκ.

μητροπολιτική περιοχή σε πληθυσμό στον κόσμο. Είναι η πλουσιότερη πόλη της Βραζιλίας και η 19η πλουσιότερη του κόσμου. Στεγάζει πάνω από το 20% του πληθυσμού της Βραζιλίας. Η πόλη έχει πληθυσμό λίγο πάνω από 11 εκ., ενώ με την μητροπολιτική περιοχή με πληθυσμό 19εκ. γίνεται η πιο πολυπληθής πόλη του νότιου ημισφαιρίου. Ο πληθυσμός της πόλης εκτιμάται ότι θα αγγίξει τα 21,5 εκ. μέχρι το 2025.4 Παρόλα αυτά σήμερα παρατηρείται μείωση στο ρυθμό αύξησης του

1960

3,8 εκ.

πληθυσμού αλλά και στη μετανάστευση προς την πόλη. Ενώ η πόλη

αντιμετωπίζει

πολλά

προβλήματα,

παραμένει

το

επιχειρηματικό κέντρο της Λατινικής Αμερικής και εξελίσσει τον τομέα των υπηρεσιών όσο η βιομηχανία αποδυναμώνεται. Η τεράστια αγορά [των 20εκ. πληθυσμού] είναι μαγνήτης για πολυεθνικές εταιρείες.

1900

240.000 ΕΞΕΛΙΞΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΎ


135

Στις

αρχές

διαχωρισμένη

του

20ου

σε

αιώνα,

περιοχές

η

πόλη

πλούτου

ήταν

και

κοινωνικά

φτώχειας.

Τα

πλουσιότερα στρώματα του πληθυσμού τοποθετούνται σε περιοχές στο κέντρο ενώ τα φτωχότερα στρώματα πληθυσμού σε

υποβαθμισμένα

κομμάτια

γης

κατά

μήκος

των

σιδηροδρόμων. Μεταξύ του 1930 και 1980, η αστικοποίηση επιταχύνεται με την έντονη εισροή μεταναστών από τις αγροτικές περιοχές δομώντας έτσι τον υπάρχοντα χωρικό και κοινωνικό διαχωρισμό. Συγκεκριμένα το 1950 λόγω της κρίση στο εμπόριο ζάχαρης υπάρχει έντονη μετανάστευση στο Σαο Πάολο.7 Νέος πληθυσμός έλκεται από την αυτοκινητοβιομηχανία που ξεκινά να αναπτύσσεται την εποχή αυτή. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται έως σήμερα.8 Το 2003 καταγράφονται πάνω από 300.000 μετανάστες στην πόλη του Σάο Πάολο. Η πόλη χαρακτηρίζεται από την ποικιλία του πληθυσμού της με τις διαφορετικές ΑΣΤΙΚΟ ΙΧΝΟΣ ΣΑΟ ΠΑΟΛΟ

εθνότητες που κατοικούν σε αυτή. Το μεγαλύτερο ποσοστό είναι αυτό των Ιταλών, Πορτογάλων, Αφρικανών και Αράβων, ενώ σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της πόλης καταλαμβάνουν Γιαπωνέζοι, Γερμανοί και Κινέζοι.4 Η βιομηχανική αποκέντρωση του 1980 είχε ως αποτέλεσμα οι μεσαίου μεγέθους βραζιλιάνικες πόλεις να αυξάνονται με ρυθμό πολύ μεγαλύτερο από αυτόν των μητροπόλεων. Αντίθετα στις μητροπόλεις παρατηρήθηκαν χαμηλότεροι ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού

και

σε

πολλές

περιπτώσεις

και

μείωση.

Οι

περιφέρειες των μητροπόλεων παρόλα αυτά συνέχιζαν να αυξάνονται με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από αυτό ολόκληρης της χώρας.


136

Η μετατροπή του Σάο Πάολο από μία βιομηχανική πόλη σε μια μέγα-πόλη με επίκεντρο τις υπηρεσίες ήταν υπεύθυνη για μια σημαντική οικονομική και κοινωνική πόλωση και μία ταχεία αύξηση του χάσματος των εισοδημάτων μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Αυτή η διαδικασία συνέχισε να τροφοδοτεί την αύξηση της πόλης και την περαιτέρω εξάπλωσής της. Σήμερα τα προάστια συνεχίζουν να αυξάνονται. Η συνεχής εσωτερική μετανάστευση των κυρίως εύπορων τμημάτων του πληθυσμού τροφοδοτεί τα δυτικά προάστια με πληθυσμό. Τα τελευταία 30 χρόνια, περιοχές όπως το Morumbi, το Berrini, το Alphaville και η Via

Olympia

ελκύουν

εύπορους

κατοίκους

και

χώρους

γραφείων. Στο όνομα της ασφάλειας δημιουργούνται εκεί τειχισμένες κοινότητες, με αποτέλεσμα την αποστείρωση της περιοχής χωρίς δημόσιους χώρους και κίνηση πεζών.5 Παρόλα αυτά και κατώτερα κοινωνικά στρώματα συγκεντρώνονται στην περιφέρεια απομονωμένα από τις αστικές υπηρεσίες και τις δυνατότητες εργασίας. Για να κατανοήσουμε την πυκνότητα μίας περιοχής είναι σημαντικό να μελετηθεί σε σχέση με την ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή της. Στην περίπτωση του Σάο Πάολο η πόλη καλύπτει περίπου 1500 km² και περιλαμβάνει πάνω από 10 εκ. πληθυσμό. Η ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή του Σάο Πάολο διαμορφώνει το μεγαλύτερο μέρος του χαρακτήρα της πόλης, καλύπτει περίπου 8000 km², έχει πληθυσμό πάνω από 19 εκ. και περιλαμβάνει

τους

οικισμούς

της

περιφέρειας

,

πρώην

βιομηχανικές περιοχές και φαβέλες. Με πυκνότητα σήμερα 7.233 άτομα/km² το Σαο Πάολο χαρακτηρίζεται ως μια πολυκεντρική

ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΣΑΟ ΠΑΟΛΟ


ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ [άτομα/km²] > 30,000 10,000-20,000 4000-10,000 < 5000


138

πόλη, παρόλο που στο κέντρο της καταγράφονται υψηλές πυκνότητες.4 Ο αστικός ιστός θυμίζει αυτόν του Μέξικο Σίτυ μόνο που στο Σάο Πάολο κυριαρχεί η υψηλή δόμηση κυρίως με τα κτήρια κατοικιών. Η διαδικασία της συνεχόμενης πύκνωσης της πόλης τροφοδοτεί την αύξηση σε φαβέλες και σε δομές, ώστε να αντεπεξέλθει η πόλη στην ολοένα και αυξανόμενη ανάπτυξή της. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 το πρότυπο πλούσιο κέντροφτωχή περιφέρεια μεταβάλλεται με διαφορετικές κοινωνικές

ΑΣΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΣ JARDINS_ ΣΑΟ ΠΑΟΛΟ

ομάδες να ζουν σε γειτνιάζουσες περιοχές ως αποτέλεσμα μιας συνεχούς αύξησης του αριθμού των φτωχών μεταναστών σε όλες τις περιοχές της πόλης. Στη δεκαετία 1980 παρουσιάζεται αύξηση του αριθμού των favelas στην περιφέρεια και των cortiços, κατοικίες από slum στο κέντρο τη πόλης. Τα cortiços

πρόχειρα καταλύματα

ήταν ο κυρίαρχος τύπος slum στο Σαο Πάολο μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν οι favelas εξαπλώνονται από τα παραδοσιακά τους όρια στην περιφέρεια και καταλαμβάνουν όλη της πόλη. Το έτος 1971 καθιερώνεται το πρώτο γενικό σχέδιο για το Σαο Πάολο, που στόχευε στην θέσπιση κανονισμών και

υψηλής ποιότητας κατοικίες

αστικής ζωνοποίησης. Το σχέδιο δεν περιελάμβανε τις περιοχές της περιφέρειας, αποκλείοντάς τες από τον σχεδιασμό και τις δημόσιες επενδύσεις . Μία θεσμική τροποποίηση το 1988 επεκτείνει την αποκέντρωση και την δημόσια αυτονομία. Παρόλα αυτά δεν έχει σημαντικά αποτελέσματα λόγω ανεπαρκών πόρων για δαπάνες σε τοπικό επίπεδο. Οι favelas προκύπτουν τη

ΠΡΟΤΥΠΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΒΡΑΖΙΛΙΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

δεκαετία του 1970 ως στόχος δημόσιου σχεδιασμού. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι favelas περιλαμβάνονται σε ένα γενικότερο σχεδιασμό ,εξυπηρετώντας 41.000 οικογένειες τα δύο πρώτα χρόνια της ισχύς του.

ΦΑΒΕΛΕΣ HIGIENOPOLIS


140

Τα cortiços δεν έχουν την ίδια προσοχή της πολιτείας μέχρι πρόσφατα που αυξάνονται οι τιμές των κεντρικών περιοχών της πόλης. Σήμερα εφαρμόζεται ένα νέο σχέδιο για τις favelas που στοχεύει στην αναβάθμιση της περιοχής των slums εντάσσοντάς τα

στο

αστικό

δίκτυο

και

σε

κοινωνικά

προγράμματα,

επηρεάζοντας έτσι 52.000 κατοίκους slums τα επόμενα 3 χρόνια.9 Στον αντίποδα της κατάστασης των πρόχειρων καταλυμάτων υπάρχει το Cidade Tirantes, το μεγαλύτερο συγκρότημα κοινωνικών κατοικιών της χώρας. Δημιουργήθηκε με διαδοχική κρατική και δημοτική διαχείριση σε περιοχή του δάσους Mata Atlantica και αποτελείται από εκατοντάδες πανομοιότητα κτήρια περικυκλωμένα από φαβέλες. Τα τελευταία 20 χρόνια, οι κοινωνικές

κατοικίες

κατασκευάζονταν

στα

πιο

απομακρυσμένα προάστια. 280.000 άνθρωποι κατοικούν στο συγκρότημα αυτό, 40 km από το κέντρο της πόλης. Χωρίς επαρκές σύστημα μετρό και δημόσιων συγκοινωνιών ο μέσος κάτοικος του συγκροτήματος Cidade Tirantes ξοδεύει κατά μέσο όρο 2,5

ώρες μεταξύ του τόπου εργασίας και του τόπου

κατοικίας. Ενώ

το συγκρότημα φιλοξενεί

μεγάλο αριθμό

ανθρώπων εδώ και 20 χρόνια, δεν προσφέρει επαρκείς υπηρεσίες.5 Η βία και εν συνεχεία η ασφάλεια, ως στοιχεία κοινωνικής διαμόρφωσης, παίζουν σημαντικό λόγο στη δομή των μεγάλων αστικών κέντρων της Βραζιλίας. Από τη δεκαετία του 1980 παρατηρείται αύξηση στην αστική εγκληματικότητα, αποτέλεσμα της αστικοποίησης και των ελλιπών κοινωνικών δομών.


141

Ο

πολλαπλασιασμός

των

ληστειών,

των

κλοπών,

των

απαγωγών και των φόνων προήγαγαν την αύξηση της εγκληματικότητας, με αποτέλεσμα να διαμορφώσουν ένα καθεστώς φόβου και ανασφάλειας και να στιγματίσουν την αστική ζωή. Στο Σάο Πάολο η εγκληματικότητα τις δεκαετίες 1980 και

1990

ποσοστό

παρουσίασε 43,2%

το

σημαντική

1999.

αύξηση

Σήμερα

λόγω

φτάνοντας των

σε

κρατικών

επεμβάσεων η εγκληματικότητα έχει μειωθεί, παραμένει όμως σημαντικό συστατικό της αστικής φόρμας. Παρόλα αυτά παρατηρούνται ανισοκατανομές της εγκληματικότητας μέσα στην πόλη του Σάο Πάολο. Πολλές περιοχές της περιφέρειας έχουν ποσοστά δολοφονιών περισσότερα από 110 στους 110.000 άτομα σε σχέση με τα λιγότερα από 15 περιστατικά στο κέντρο της πόλης. Γειτονίες όπως Jardins, Pinheiros, Itaim, Moema και Higienopolis έχουν επαρκείς δημόσιες υποδομές και εν συνεχεία χαμηλή εγκληματικότητα. Αντίθετα περιοχές όπως Campo Limpo, Casa Verde, M’Boi Mirim, Brazilandia και οι μεγαλύτερες κοινωνικές κατοικίες της Λατινικής Αμερικής Cidade Tiradentes έχουν χαμηλές κρατικές επενδύσεις, ανεπαρκείς δημόσιες υποδομές και υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας. Παρόλα αυτά τα ποσοστά εγκληματικότητας έχουν μειωθεί από το 2000 [57,3 ανά 100.000 άτομα] μέχρι σήμερα [12,1 ανά 100.000 άτομα] τόσο σε κεντρικές περιοχές όσο και στην περιφέρεια.10 Τα ποσοστά εγκληματικότητας στο Σάο Πάολο οργανώνουν τις χωρικές δομές και το δημόσιο χώρο, δημιουργώντας νέες φόρμες χωρικού και κοινωνικού διαχωρισμού.


143 ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΚΗ ΣΥΜΦΟΡΗΣΗ

Ιδιωτικοί , κλειστοί και φυλασσόμενοι χώροι κατοικιών, εμπορίου, αναψυχής και εργασίας δομούνται από την πραγματικότητα της ανασφάλειας. Όσο αυτή η λογική κυριαρχεί, εξαπλώνεται στα όρια της πόλης. Κλειστά συστήματα παρακολούθησης και κάμερες

αποτελούν

χώρους

της

πραγματικότητα

πόλης,

όπως

και

για

η

τους

χρήση

δημόσιους

της

ιδιωτικής

αστυνόμευσης από τον εύπορο πληθυσμό. Οι πολίτες μάλιστα επιθυμούν και αύξηση των μέτρων αυτών ως αντιστάθμιση της ανεπαρκών

αστυνομικών

περιπολιών.

Τοίχοι

συναντώνται

παντού, ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές της περιφέρειας όχι μόνο για να προστατέψουν αλλά και να διαχωρίσουν ιδιοκτησίες.8

τις

περιοχές

εκφράζοντας

“κοινωνικές”

Τυπικά προβλήματα του ανεπτυγμένου κόσμου,

παραοικονομία, διακίνηση ναρκωτικών, ανεπάρκεια κοινωνικών δομών, κακής ποιότητας αστικό περιβάλλον, υποβάθμιση του δημόσιου χώρου και γκράφιτι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πραγματικότητας του Σάο Πάολο. ΠΟΣΟΣΤΑ ΧΡΗΣΗΣ ΜΕΣΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ

περπάτημα 32,9%

Ι.Χ & Ταξί

Βραζιλία

εξέχουσα

θέση

στο

σύστημα

μεταφορών

καταλαμβάνουν τα μηχανοκίνητα. Στο Σάο Πάολο πάνω από 19 εκ. κατοίκους και 6,2 εκ. αυτοκίνητα καταλαμβάνουν τη μητροπολιτική περιοχή του Σάο Πάολο, ενώ το κέντρο της πόλης

30,2%

37%

τρένο

Στη

30%

εξυπηρετεί 11 εκ. κατοίκους με 4,2 εκ. αυτοκίνητα.6 Ο αριθμός των μετακινήσεων σήμερα με Ι.Χ. αντιπροσωπεύει το 53% του συνόλου των καθημερινών μετακινήσεων με μηχανοκίνητα στην

33%

μητροπολιτική περιοχή της πόλης. Παρατηρείται αύξηση από το

2,6%

1997 που το ποσοστό ήταν 48%. Αυτή η τάση της συνεχούς

μετρό

6,1%

αύξησης στη χρήση Ι.Χ. μεταστρέφεται σήμερα. Το 2007 λεωφορείο 28,2%

μειώνονται κατά 45%


144

οι μετακινήσεις με Ι.Χ. Λόγος για τη μεταστροφή αυτή είναι η καθιέρωση του ενιαίου εισιτηρίου [bilhete unico] που επιτρέπει στους χρήστες του σιδηροδρομικού δικτύου να πληρώνουν σταθερή τιμή για μετακινήσεις ανεξαρτήτου απόστασης και αριθμού κόμβων. Μεγάλο ποσοστό χρήσης συγκεντρώνουν και τα λεωφορεία. Καταγράφονται ποσοστά 76% των μετακινήσεων το 1997 και 72% το 2002. Το Σάο Πάολο κατέχει το δεύτερο μεγαλύτερο στόλο ιδιωτικών ελικοπτέρων στον κόσμο και αποτελεί τον τρόπο μετακίνησης των πλουσίων της πόλης. Αντίθετα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού χρησιμοποιεί Ι.Χ. , δημόσιες μεταφορές ή περπάτημα. Οι δημόσιες μεταφορές της πόλης εμφανίζουν πλήθος προβλημάτων, γι’ αυτό το λόγο το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού προτιμά να μετακινείται με Ι.Χ., όταν η οικονομική του κατάσταση το επιτρέπει. Εκτός από την κυκλοφοριακή συμφόρηση που αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της πόλης, η εξάπλωσή της κάνει αδύνατο ένα επαρκές σύστημα δημόσιων μεταφορών. Παρόλα αυτά έχει διαμορφωθεί ένα γενικό σχέδιο για τις δημόσιες συγκοινωνίες της μητροπολιτικής περιοχής του Σάο Πάολο, το οποίο υπάγεται σε ένα ενιαίο σχέδιο αστικής μετακίνησης [PITU] και περιλαμβάνει προβλέψεις μέχρι και το 2025. Το σχέδιο αυτό προτείνει αύξηση του συστήματος μέσων σταθερής τροχιάς και ενσωμάτωση του συστήματος ταχείας μετακίνησης λεωφορείων για τη μητροπολιτική περιοχή του Σάο Πάολο. Παρόλα αυτά κρίνεται φτωχό μπροστά στο μέγεθος του προβλήματος που αντιμετωπίζει η πόλη.11


145

Το μετρό ξεκινά να σχεδιάζεται τη δεκαετία του 1930, ενώ η πρώτη

γραμμή

λειτουργεί

το

1974.

Σήμερα

το

μετρό

καταλαμβάνει έκταση 62 χλμ. και σε συνδυασμό με τα τρένα δημιουργείται ένα σύστημα 313 χλμ. που απευθύνεται στη μετακίνηση του πληθυσμού της μητροπολιτικής περιοχής της πόλης.6 Το σύστημα μετρό του Σάο Πάολο είναι λιγότερο από το μισό σε σχέση με αυτό των μεγάλων μητροπόλεων, Λονδίνο, Βερολίνο, Παρίσι, Νέα Υόρκη, οι οποίες έχουν μητροπολιτική περιοχή σαφώς μικρότερη από αυτή του Σάο Πάολο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η πολιτεία ξεκινά το σχεδιασμό για την κατασκευή ενός εξωτερικού δακτυλίου, το Rodoanel και ενός εσωτερικού, μετακινήσεις

το με

Ferroanel, τα

ώστε

μέσα

να

διευκολυνθούν

σταθερής

τροχιάς.

οι Οι

λεωφορειολωρίδες του Σάο Πάολο [Corredores de onibus] θυμίζουν το TransMilenio στη Μπογκοτά, διαχωρίζονται όμως σε πολύ

μικρότερο

συμφόρηση.

Στο

βαθμό Σάο

από

Πάολο

τη τα

γενική

κυκλοφοριακή

Corredores

de

onibus

λειτουργούν στη μισή ταχύτητα από ό,τι αυτή καθορίζεται από το σύστημα ταχείας μετακίνησης λεωφορείων [ΒRT], το 2005 καταλαμβάνουν 112 χλμ. από τα 4.300 χλμ. των δρόμων που καλύπτουν τα λεωφορεία. Πρόσφατα δημιουργείται το πρώτο ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

τμήμα της γραμμής λεωφορείων στα ΝΑ του Σάο Πάολο, η οποία

ενώνει

συγκρότημα [Cidade

το

κέντρο

κοινωνικών

Tiradentes].

της

πόλης

κατοικιών

Όταν

το

στη

έργο

με

το

μεγαλύτερο

Λατινική αυτό

Αμερική

ολοκληρωθεί

αναμένεται να εξυπηρετεί 50.000 επιβάτες ημερησίως και να ανταποκρίνεται στο σύστημα ταχείας μετακίνησης λεωφορείων. Οι επενδύσεις που έχουν γίνει από την πολιτεία για τις


147

μετακινήσεις αναμένεται να αυξήσουν τις λεωφορειολωρίδες κατά 160 χλμ.11 Η κληρονομιά του Σαο Πάολο, μιας μικρής πόλης η οποία έγινε η μεγαλύτερη μητρόπολη της Νοτίου Αμερικής, αποτελείται από σχετικά νέα κτήρια, όχι παλαιότερα των 150 χρόνων. Διάσπαρτα στην πόλη υπάρχει μεγάλος αριθμός κενών κτηρίων των 20 ορόφων. Αυτό το λανθάνον δυναμικό της πόλης κρίνεται απαραίτητο να διατηρηθεί και να επαναχρησιμοποιηθεί με στόχο την ενίσχυση της ποιότητας ζωής και την σταθεροποίηση της εξάπλωσης της πόλης. Palacio das Industrias, Casa das Retoras, Memorial da America Latina, Casa e Parque Modernistas e Parque Trianon αποτελούν κτήρια τοπόσημα και παράλληλα λανθάνον δυναμικό για την πόλη του Σάο Πάολο. Το Palacio das Industrias και η Casa das Retoras είναι ιστορικά κτήρια της πόλης που παραμένουν κενά, χωρίς χρήση, ενώ το Memorial da America Latina και τα Casa και Parque Modernistas και Parque Trianon είναι ελεύθεροι σε πρόσβαση δημόσιοι

χώροι,

οι

Σαββατοκύριακα. Οι

οποίοι

δημόσιες

παραμένουν αρχές

έχουν

άδειοι

τα

αποτύχει

να

δημιουργήσουν κίνητρα για να χρησιμοποιηθούν τα κενά κτήρια που βρίσκονται στο κέντρο της πόλης. Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι οι μελέτες για κατοικίες στο κέντρο δεν πετυχαίνουν. Πληθυσμός με χαμηλό εισόδημα τοποθετείται σε κτήρια που έχουν μεγάλο κόστος λειτουργίας και συντήρησης, ενώ παράλληλα το κέντρο παραμένει μη ελκυστικό για μεγάλο ΠΛΑΤΕΙΑ ROOSEVELT

αριθμό των πολιτών.12


148

Παρόλα αυτά γίνονται προσπάθειες για αστική ανάπλαση κεντρικών περιοχών της πόλης. Το Plano Director Estrategico, γενικό σχέδιο για το Σάο Πάολο καθορίζεται το 2000 και περιλαμβάνει την μετατροπή του 20% του κτισμένου χώρου σε αστικές

επεμβάσεις.

Πρόσφατο

παράδειγμα

αποτελεί

η

Roosevelt Square. Η πλατεία αυτή που κατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1960 για να ενώσει αυτοκινητόδρομους και λεωφόρους, ήταν κέντρο διακίνησης ναρκωτικών και πορνείας. Μετά την ανάπλασή της τα υποβαθμισμένα κτίσματα κατοικιών αποκτούν δημόσιες χρήσεις στα ισόγεια, όπως θέατρα, μπαρς και σινεμά. Η πλατεία μετατράπηκε σε έναν μικρό οικισμό στο κέντρο της πόλης, ενώ η εγκληματικότητα μειώθηκε κατακόρυφα στην περιοχή. Παρόλα αυτά η μορφολογία της εμποδίζει από το να λάβει την εικόνα μιας κανονικής πλατείας, με αποτέλεσμα η κίνηση που παρατηρήθηκε με πυρήνα αυτή την περιοχή να διευρυνθεί περαιτέρω. Το Σάο Πάολο κατέχει ισχυρό λανθάνον δυναμικό, στο οποίο παρόμοιες αναπλάσεις θα μπορούσαν να αναζωογονήσουν και να δώσουν ζωή σε περιοχές του κέντρου, όπως είναι ο οικισμός της εργατικής τάξης δίπλα στην Casa de Dona Yaya στην περιοχή Bexiga, το κενό δίπλα στο Teatro da Oficina, τα μεγάλα πεζοδρόμια με τις στοές του 1950, το Largo do

Arouche,

η

Avenida

Vieira

de

Carvalho

και

η

εγκαταλελειμμένη Vila Itororo. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει ένα σχέδιο με σαφείς στόχους αστικής ανάπλασης ούτε δημόσια συζήτηση για το δημόσιο χώρο ή για την εξισορρόπηση του ρόλου των δημόσιων συγκοινωνιών έναντι του Ι.Χ.12


149

Έχοντας

ως

δεδομένο

τα

ακραία

ποσοστά

κοινωνικών

ανισοτήτων, τα οποία καταγράφονται στις βραζιλιάνικες πόλεις με επίκεντρο το Σαο Πάολο, κρίνεται απαραίτητη μια λεπτομερής και επαρκής προσέγγιση του αστικού σχεδιασμού. Ένας σχεδιασμός που θα βασίζεται σε συλλογικές διαδικασίες, οι οποίες έχουν στόχο να προωθήσουν την τοπική ανάπτυξη και την κοινωνική ενσωμάτωση. Μετά από μία σειρά σχεδίων για την αναζωογόνηση της πόλης είναι απαραίτητο ένα γενικότερο σχέδιο που θα επικεντρώνεται στα κυρίαρχα προβλήματα της πόλης,

εγκληματικότητα,

δημόσιες

μεταφορές,

κοινωνικό

διαχωρισμό, χάσμα μεταξύ φτωχών- πλούσιων, ανεπάρκεια του δημόσιου χώρου και ευπρεπών κατοικιών για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού που σήμερα κατοικεί στις favelas.


6

Π Ε Ν Τ Ε 6.3. Τόκιο

Α Σ Τ Ι Κ Α

Ι Χ Ν Η


152

Στους παγκόσμιους χάρτες αστικού πληθυσμού η

Ιαπωνία

βρίσκεται πλέον στην κορυφή, με 11 πόλεις της να ξεπερνούν σε πληθυσμό το 1 εκ. κατοίκους. Περίπου 100 εκ. Ιάπωνες, ή αλλιώς το 78% του συνολικού πληθυσμού των 127 εκ. Ιαπώνων ζει σε αστικές περιοχές.1 Αναμφίβολα, μέσα στο συγκεκριμένο ρυθμό αστικοποίησης, το Τόκιο αποτελεί τη μεγαλύτερη πόλη της Ιαπωνίας. Το 2005, είχε το μεγαλύτερο πληθυσμό ανάμεσα στους 47 νομούς της Ιαπωνίας, ενώ ακολουθούσαν σε φθίνουσα σειρά οι νομοί της Osaka, Kanagawa, Aichi και Saitama. Στην πραγματικότητα, ο αριθμός των κατοίκων της ιαπωνικής πρωτεύουσας είναι μεγαλύτερος και από τον αθροιστικό πληθυσμό των επόμενων 3 μεγαλύτερων πόλεων της Ιαπωνίας. Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στην κορυφή της λίστας με τις μεγαλύτερες αστικές περιοχές ανά τον κόσμο. Το Τόκιο είναι η πρωτεύουσα της Ιαπωνίας και η μεγαλύτερη αστική συσσώρευση στον κόσμο. Βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του κυρίους νησιού Honshū, ενώ η ενδοχώρα του τοποθετείται βορειοδυτικά στον Κόλπο του Τόκιο. Καλύπτει συνολική έκταση 2.187 km2 μαζί με τις 23 ειδικές πτέρυγες δήμους που η κυβέρνηση έχει υπό τη διοίκησή της στο ανατολικό τμήμα του νομού.2


ΑΣΙΑ

43,8 4

89

έκταση

πυκνότητα

εκ. km²

δις πληθυσμός

ΙΑΠΩΝΙΑ

άτομα/km²

378 127

337

έκταση

πυκνότητα

χιλ. km²

εκ. πληθυσμός

άτομα/km²

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΚΙΟ

13,7 35

2.516

έκταση

πυκνότητα

χιλ. km²

ΤΟΚΙΟ

2,2

χιλ. km²

έκταση

εκ. πληθυσμός

12,8

εκ. πληθυσμός

άτομα/km²

5.847 άτομα/km² πυκνότητα

42

% αστικός

πληθυσμός

67

% αστικός

πληθυσμός


154

Το Τόκιο από τη γένεσή του ως μιας μικρής πόλης-φρουρίου μέχρι το τέλος της εποχής Edo (αρχική ονομασία της πόλης μέχρι το 1868), ακολούθησε μια λογική εξελικτική διαδικασία αστικοποίησης. Στα μέσα του 17ου αιώνα ο πληθυσμός του Τόκιο απαριθμούσε 1 εκ. κατοίκους, και βρισκόταν στην ίδια τάξη με το Λονδίνο και το Παρίσι, αποτελώντας το πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της Ιαπωνίας. Μέχρι τις παραμονές της Επανάστασης Meiji το 1868 το Τόκιο είχε την εικόνα

ενός

γιγάντιου

αστικού

χωριού.

Η

Επανάσταση

σηματοδότησε την έναρξη της μοντερνοποίησης της πόλης και ο πληθυσμός της αυξήθηκε σταθερά μέχρι τα 7,35 εκ. το 1940 όσο το Τόκιο αναπτυσσόταν σε μια νέα μοντέρνα πόλη. Ανάμεσα στις επιπτώσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν μια προσωρινή πτώση του πληθυσμού στους 3,48 εκ. κατοίκους το 1945, με ποσοστό μείωσης του πληθυσμού μεγαλύτερο του 50%. Παρόλο που στη διάρκεια του 20ου αιώνα καταστράφηκε δύο φορές-

από

ισχυρό

σεισμό

το

1923

και

από

εναέριο

βομβαρδισμό το 1945- το Τόκιο εκτόξευσε τον πληθυσμό του στα 11,41

εκ.

το

1970

και

αναδύθηκε

ως

παράδεισος

για

κερδοσκόπους και κατασκευαστές τη δεκαετία του 1980, μια πραγματική παγκόσμια πόλη, σύμφωνα με τον όρο που πρώτη απέδωσε η Saskia Sassen όσον αφορά τη παγκόσμια οικονομία. Σήμερα, το Τόκιο αυτό κάθε αυτό καταμετρά 12,8 εκ. κατοίκους, ενώ το ¼ του συνολικού ιαπωνικού πληθυσμού κατοικεί στην ευρύτερη συνθέτουν

μητροπολιτική τον πυρήνα

περιοχή. και

Οι

23

ειδικές

το πολυπληθέστερο

πτέρυγες τμήμα


155 του Τόκιο, με 8 εκ. κατοίκους να ζει σε αυτές. Η συνολική μητροπολιτική περιοχή Tokyo-Yokohama καταμετρά 35 εκ. κατοίκους και είναι σήμερα η πολυπληθέστερη πόλη σε ολόκληρο τον κόσμο.3 Το ποσοστό του αστικού πληθυσμού στο Τόκιο άρχισε να αυξάνεται μετά το τέλος της δεκαετίας του 1960, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης του πληθυσμού να φθάνει στο 3% περίπου. Η περίοδος της υψηλής οικονομικής ανάπτυξης στην Ιαπωνία, η οποία ξεκίνησε το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950, οδήγησε σε μία μαζική μετανάστευση του πληθυσμού από τις αγροτικές περιοχές προς την μητροπολιτική περιοχή του Τόκιο. Το φαινόμενο αυτό έφερε στην επιφάνεια μια ταχεία αστική ανάπτυξη. Μέχρι το 1972, 1 στους 9 Ιάπωνες κατοικούσε πλέον στο Τόκιο.4 Φερόμενο ως το εθνικό κέντρο της κυβέρνησης, της ΑΣΤΙΚΟ ΙΧΝΟΣ ΤΟΚΙΟ

οικονομίας, των επιχειρήσεων, της βιομηχανίας, της εκπαίδευσης και των τεχνών, το Τόκιο έγινε μαγνήτης για πολλούς κατοίκους αποτελώντας έκφραση της ιαπωνικής αστικής ζωής. Ωστόσο, για μεγάλο διάστημα μετά το τέλος της δεκαετίας του 1960, η προαστικοποίηση που πραγματοποιήθηκε με ταχείς ρυθμούς προκάλεσε σοβαρή μείωση του πληθυσμού στο κεντρικό τμήμα της μητρόπολης του Τόκιο. Ειδικά στον πυρήνα της περιοχής των 23 πτερύγων, η μείωση του πληθυσμού ήταν εντονότερη με 40% απώλεια πληθυσμού στο διάστημα 1960-1990.5 Ωστόσο, αυτή η κατάσταση άρχισε να αλλάζει, και μετά το τέλος της δεκαετίας του 1990, το καθαρό ποσοστό μετανάστευσης άρχισε


156

να παρουσιάζει θετικές τιμές για αυτές τις κεντρικές περιοχές της πόλης. Το καθαρό ποσό μετανάστευσης στη συνολική περιοχή των 23 πτερύγων είχε αρνητικό πρόσημο το 1973, αλλά

ΕΞΕΛΙΞΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

ανέκαμψε το 2001. Ίδιες τάσεις παρατηρηθήκαν και στον πυρήνα της περιοχής.5 Η μετακίνηση πληθυσμού μεταξύ του Τόκιο και των υπολοίπων νομών σημείωσε το 2006 καθαρή κοινωνική αύξηση αυτού στους 90.000 ανθρώπους. Το 2006, η καθαρή φυσική αύξηση του πληθυσμού έφθανε τους 8.000 ανθρώπους. Παρόλα αυτά, η αύξηση αυτή σημειώνει πτωτική πορεία ύστερα από την κορύφωση του 1986 στις 182.000.6 Συνολικά, με την αρχή της νέας χιλιετίας ο πληθυσμός του Τόκιο αυξάνεται σταθερά με ετήσιο ρυθμό αύξησης του πληθυσμού στο 0,8%. Οι τάσεις των τελευταίων χρόνων στην αλλαγή του πληθυσμού έγκεινται σε διάφορους παράγοντες. Η αύξηση του καθαρού ποσοστού μετανάστευσης στη συνολική περιοχή των 23 πτερύγων προκύπτει κυρίως από μείωση της εξωτερικής μετανάστευσης και λιγότερο από αύξηση της εσωτερικής.7 Επιπλέον, η συνολική αναζωογόνηση της αγοράς ακινήτων στην κεντρική περιοχή του Τόκιο, η οποία προέκυψε από μαζική κατασκευή διαμερισμάτων, θεωρείται ως ο κύριος κοινωνικόοικονομικός παράγοντας των τάσεων αυτών. Τα κύματα μετανάστευσης που εισέρρεαν στη μητροπολιτική περιοχή του Τόκιο εγκαθίσταντο μέχρι τη δεκαετία του 1950 στον πυρήνα της περιοχής. Το 1960, το ποσοστό συμμετοχής του Τόκιο στον πληθυσμό της μητροπολιτικής περιοχής ήταν 46,5%.8

12,8εκ. 11,4εκ. 7,35εκ. 3,5εκ. 1εκ. 1650

1945 2010


157

Ωστόσο, με την αύξηση της αξίας γης, την έλλειψη κατοικιών και την περιβαλλοντική υποβάθμιση του κέντρου, ο ρυθμός ανάπτυξης του πληθυσμού που είχε συγκεντρωθεί στο κέντρο άρχισε να μειώνεται κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας 1960. Ταυτόχρονα, ο πληθυσμός των περιοχών που περιέβαλλαν το κέντρο άρχισε να σημειώνει αύξηση. Εκείνη την περίοδο πολλοί από τους μετανάστες των αγροτικών περιοχών εγκαταστάθηκαν στα προάστια. Επιπλέον, ο πληθυσμός που κατοικούσε στο κέντρο διασκορπίστηκε προς αυτά. Το 1970, το ποσοστό συμμετοχής

της

πόλης

του

Τόκιο

στον

πληθυσμό

της

μητροπολιτικής περιοχής είχε φθάσει στο 36,4%.8 Η κρίση του πετρελαίου

που

βίωσε

η

Ιαπωνική

οικονομία

το

1973

σηματοδότησε το τέλος της ταχείας ανάπτυξής της και ο ρυθμός αστικοποίησης στο Τόκιο σημείωσε πτώση τη δεκαετία του 1970. Παρόλα αυτά, η ανάπτυξη των μητροπολιτικών προαστίων συνεχίστηκε. Η μητροπολιτική περιοχή του Τόκιο άρχισε να 1960 1970

46,5% 36,4%

2000 24,3%

περνάει από το στάδιο της αστικοποίησης στο στάδιο της προαστικοποίησης με επιταχυντικό ρυθμό κατά τη δεκαετία 1970 και με τη διάρκεια των χρόνων να βιώνει την απόλυτη αποκεντροποίηση. Το ποσοστό συμμετοχής του Τόκιο στον πληθυσμό της μητροπολιτικής περιοχής εξακολουθούσε να

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΎ

συμμετέχει στην πτωτική πορεία που διένυε τις δεκαετίες 1960-

ΠΟΛΗ – ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ

1970.8


158

Παρά την πληθυσμού

επιβράδυνση του ρυθμού συγκέντρωσης του στο

κέντρο

του

Τόκιο,

ο

πληθυσμός

της

μητροπολιτικής περιοχής εξακολουθούσε να αυξάνεται. Ειδικά τη δεκαετία

1980,

η

συγκέντρωση

του

πληθυσμού

στη

μητροπολιτική περιοχή είχε άμεση συσχέτιση με το γεγονός ότι το Τόκιο

είχε

αναπτυχθεί

σε

ένα

κύριο

οικονομικό

κέντρο

παγκοσμίως. Η προώθησή του ως “παγκόσμιας πόλης” οδήγησε τις μεγαλύτερες πολυεθνικές να συγκεντρωθούν στο Τόκιο και να ιδρύσουν τα γραφεία τους εκεί, γεγονός που προκάλεσε μεγάλη ζήτηση για χώρους γραφείων στον πυρήνα του Τόκιο συγκεκριμένα. Αυτή η υπέρ-συγκέντρωση γραφείων στο κέντρο ώθησε τις περιοχές κατοίκησης στα προάστια. Στο τέλος της δεκαετίας 1980, το φαινόμενο της “bubble economy” που παρουσιάστηκε στην Ιαπωνία αύξησε τη ζήτηση γης, προκαλώντας ταυτόχρονα δραματική αύξηση της τιμής της γης που προοριζόταν για εμπόριο, που εν συνεχεία επηρέασε την τιμή της γης προς κατοίκηση. Η υψηλή αξία γης επεκτάθηκε από το κεντρικό Τόκιο προς τα μητροπολιτικά προάστια. Ως εκ τούτου, κατέστη δυσχερής η απόκτηση μιας κατοικίας σε λογική τιμή μέσα στα γειτονικά προάστια του Τόκιο, και οι περιοχές κατοίκησης ωθούνταν όλο και περισσότερο μακριά από το κεντρικό Τόκιο.9 Το 1995, ο πληθυσμός των προαστίων είχε αγγίξει τα 24,6 εκ. σε σχέση με τα 8 εκ. που κατοικούσαν στον πυρήνα της πόλης, ενώ το 2000 το ποσοστό του πληθυσμού που κατοικούσε στον πυρήνα είχε φθάσει μόλις στο 24,3%.8

SHINJUKU STREET _ TOKIO


160

Στη δεκαετία του 1990 η “bubble economy” κατέρρευσε στην Ιαπωνία. Το σχέδιο για τις χρήσεις γης στο κεντρικό Τόκιο μεταβλήθηκε λόγω της οικονομικής ύφεσης. Ο αριθμός των εργαζομένων και των γραφείων στο κέντρο της πόλης μειώθηκε σημαντικά. Ωστόσο, μετά τα μέσα της δεκαετίας ο αριθμός του μόνιμου πληθυσμού στις 3 κεντρικές πτέρυγες του Τόκιο άρχισε να αυξάνεται και ο συντελεστής δόμησης των κτηρίων γραφείων να αυξάνεται και αυτός. Τα κτήρια γραφείων άρχισαν να εξαπλώνονται σε διάφορα προάστια του Τόκιο. Σε αντίθεση, ο συντελεστής δόμησης των πολυκατοικιών σημείωσε σημαντική αύξηση σε όλες τις πτέρυγες του Τόκιο και σχεδόν διπλασιάστηκε στο διάστημα 1991-2001 στην κεντρική πτέρυγα της πόλης του Τόκιο. Ο μέσος αριθμός ορόφων στην περιοχή έφτασε από το 4,9 στο 7,1 λόγω της μαζικής κατασκευής πολυώροφων πολυκατοικιών.10 Το 2003, το μέσο μέγεθος κατοικίας στον πυρήνα του Τόκιο ήταν 64,5 m2 στη συνολική έκταση των 2,187 km² της μητροπολιτικής περιοχής ενώ αυτό των προαστίων 82,4%.11 Η αστική πυκνότητα που χαρακτηρίζει το Τόκιο είναι η μεγαλύτερη μεταξύ όλων των νομών της Ιαπωνίας με 5.847 κατοίκους ανά km2, αριθμός που είναι σχεδόν 17 φορές μεγαλύτερος από τη μέση εθνική πυκνότητα. Η μέση πυκνότητα των 23 ειδικών πτερύγων του Τοκίου ανέρχεται στους 13.663 κατοίκους ανά km2, ενώ σε κάποιες από αυτές η πυκνότητα φτάνει τις 20.000.12 Παρόλα αυτά, σε αντίθεση με το Manhattan

ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΤΟΚΙΟ


ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ [άτομα/km²] > 30.000 10.000-30.000 <10.000


162

που είναι η πλέον “κατακόρυφη” πόλη, το Τόκιο θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια επίπεδη πόλη. Δεν χαρακτηρίζεται από έναν εσωτερικό πυρήνα με κατοικίες υψηλής πυκνότητας και, ως εκ τούτου, η καμπύλη πυκνότητας είναι σχετικά ομαλή. Όσον αφορά τη χωρική δομή του Τόκιο, αυτό αποτελείται από μικρά οικοδομικά τετράγωνα σε συνδυασμό με μικρά κτήρια που δίνουν την εντύπωση ενός άναρχου σχετικά αστικού τοπίου. Ποσοστό μικρότερο του 5% της συνολικής επιφάνειας του Τόκιο καλύπτεται από πάρκα και πράσινους χώρους. Η

πρόωρη

συνοδευτεί

προαστικοποίηση στο και

δραστηριοτήτων

από ή

την

Τόκιο

αύξηση

επαγγελμάτων

στην

ΑΣΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΣ ΤΟΚΙΟ

έγινε

των

χωρίς να οικονομικών

περιφέρεια.

Αυτό

οδήγησε στην ανάπτυξη και εξάπλωση των προαστίωνκοιτώνων, όπως ονομάζονται. Το φαινόμενο αυτό εμφανίστηκε στη μητροπολιτική περιοχή του Τόκιο, μετά τις αλλαγές του 1970 μεταξύ του

πληθυσμού που κατοικούσε και αυτού που

εργαζόταν μέσα στα όρια της περιοχής της πόλης του Τόκιο. Ο πληθυσμός που κατοικούσε στα προάστια και εργαζόταν στο κεντρικό Τόκιο αυξανόταν

κάθε χρόνο. Ο αριθμός των

εργαζομένων που μετακινούνταν καθημερινά στο κεντρικό Τόκιο διπλασιάστηκε

μέσα

στις

δεκαετίες

1970-1990.

Η

εθνική

απογραφή του 2005 ανέδειξε τον πληθυσμό του Τόκιο κατά τη διάρκεια της ημέρας στα 14,9 εκ., αριθμός που είναι κατά 2,5 εκ. μεγαλύτερος από αυτόν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ως εκ τούτου, ο ημερήσιος

πληθυσμός

είναι

κατά 1,2

φορές


163

μεγαλύτερος από το νυκτερινό, λόγω των εργαζομένων και των φοιτητών που μετακινούνται καθημερινώς στην πόλη από τις γειτονικές περιοχές. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται εντονότερα στις 3 κεντρικές πτέρυγες-δήμους

της πόλης, όπου ο

αθροιστικός τους πληθυσμός, με βάση την απογραφή του 2005, ήταν 326.000 κατά τη διάρκεια της νύχτας έναντι 2,4 εκ. κατά τη διάρκεια της ημέρας.2 Σήμερα, ο αριθμός των εργαζομένων και των φοιτητών που μετακινούνται καθημερινώς προς τις 23 ειδικές πτέρυγες του Τόκιο ξεπερνάει τα 3 εκ. Σε πολλές περιπτώσεις, η διαδρομή μιας κατεύθυνσης για αυτές τις μετακινήσεις είναι 60 km ενώ ο μέσος όρος του απαιτούμενου χρόνου ξεπερνάει τα 60 λεπτά. Οι άνθρωποι 7%

στην

ευρύτερη

μητροπολιτική

τους μετακινήσεις. Ωστόσο, η μητροπολιτική περιοχή του Τόκιο μετρό

37,5%

εργάζονται

περιοχή του Τόκιο καταναλώνουν 140 λεπτά στις καθημερινές

λεωφορείο Ι.Χ. και Ταξί

που

12,5%

37,5%

χαρακτηρίζεται από ένα ευρύ δίκτυο μεταφορών. Το Τόκιο έχει το πιο

επιτυχημένο

δημόσιο

σύστημα

μεταφορών

στο

μηχανοκίνητο κόσμο. Περισσότερες από 15 δις διαδρομές πραγματοποιούνται

62,5%

ετησίως,

αριθμός

που

είναι

60%

μεγαλύτερος από όλες τις διαδρομές που πραγματοποιούνται με δημόσια μέσα μεταφοράς στις Η.Π.Α. συνολικά. Περίπου το τρένο 43%

57% των διαδρομών στο Τόκιο εκτελούνται από τα δημόσια μέσα,

και

μεταφορών ΠΟΣΟΣΤΑ ΧΡΗΣΗΣ ΜΕΣΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ

έτσι

κατέχει

το

μεγαλύτερο

μερίδιο

δημόσιων

στην αγορά μεταξύ των αστικών περιοχών με

υψηλή αυτοματοποίηση. Στα δημόσια μέσα μεταφοράς στο


164

Τόκιο επικρατεί ένα εκτεταμένο δίκτυο τρένων και υπόγειων σιδηροδρόμων, με τα λεωφορεία και τα τραμ να έχουν ένα δεύτερο υποστηρικτικό ρόλο. Το περπάτημα και τα ποδήλατα είναι περισσότερο συνήθη σε σχέση με άλλες πόλεις στον κόσμο, ενώ τα Ι.Χ. και οι μοτοσυκλέτες έχουν δευτερεύοντα ρόλο στις αστικές μεταφορές.13 Τα τρένα, είτε δημόσια είτε ιδιωτικά, αποτελούν το κυρίαρχο μέσο μεταφοράς, καλύπτοντας το μεγαλύτερο δίκτυο σιδηροδρόμων σε ολόκληρο τον κόσμο και ένα εξίσου εκτεταμένο δίκτυο επίγειων σιδηροδρομικών γραμμών. Το 2001, το 55,3% του πληθυσμού χρησιμοποιούσε το σιδηροδρομικό δίκτυο για τις μετακινήσεις του. Υπολογίζεται ότι η πλειονότητα των κατοίκων χρησιμοποιούν κάποιο από τα τρένα καθημερινώς ως το βασικό μέσο μεταφοράς τους μέσα στα όρια της μητροπολιτικής περιοχής. Τα λεωφορεία λειτουργούν συμπληρωματικά με μόλις το 7% του πληθυσμού να μετακινείται με αυτά. Όσον αφορά τα

ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

Ι.Χ. και τα ταξί, αυτά χρησιμοποιούνταν το 2001 από το 37,5% του πληθυσμού.

ΤΡΕΝΟ ΣΕ ΩΡΑ ΑΙΧΜΗΣ


166

Μετά τη δεκαετία του 1980, όπου η πόλη είχε φθάσει στο ζενίθ της και το κύρος του Τόκιο ως του μεγαλύτερου επιχειρηματικού κέντρου του κόσμου προσέλκυε όλο και μεγαλύτερο αριθμό ξένων επενδυτών και επιχειρηματιών, η πόλη είχε φθάσει στα όρια της οριζόντιας εξάπλωσής της. Για να επιτευχθεί περαιτέρω αστική ανάπτυξη, απαιτούνταν νέα όρια της πόλης. Το πρώτο ήταν το λανθάνον δυναμικό που εντοπιζόταν στο κέντρο της πόλης. Το δεύτερο ήταν ο αέρας. Το Τόκιο είχε ακόμη περισσότερο διαθέσιμο χώρο στον αέρα από ό,τι η Νέα Υόρκη. Το τρίτο όριο ήταν το έδαφος, ένα σχέδιο που φιλοδοξούσε να στεγάσει μια πόλη 500.000 κατοίκων. Το τελευταίο ήταν η περιοχή της προκυμαίας του Τόκιο, πρώην χώρος ναυπηγείων και εργοστασίων. Υπό τον τίτλο “Αστικά Όρια”, η Παγκόσμια Έκθεση Τόκιο “96” έδειξε το δρόμο για την εξάπλωση της πόλης προς τον Κόλπο του Τόκιο. Το φαινόμενο της “bubble economy”, όμως, έφερε αντιμέτωπο το Τόκιο, στις αρχές της νέας χιλιετίας, με το “2003 Problem”, την παρακμή και τα μετά-bubble χρέη. Το κέντρο της πόλης ερημώνει και οι πολυεθνικές μεταφέρονται στην προκυμαία. Κρίθηκε, τότε, αναγκαία η ανάληψη μιας πολιτικής που στόχο είχε τη δημιουργία μιας αστικής πόλης που θα διευκόλυνε την ισορροπία μεταξύ κατοίκων και εργαζομένων, με την προώθηση της κατοίκησης στο κέντρο και την ουσιαστική αναδόμηση του μητροπολιτικού συστήματος κατοίκησης.14 SPRAWL _ TOKIO TH NYXTA


169

Σήμερα,

το

Τόκιο,

απέναντι

στις

σημαντικές

κοινωνικό-

οικονομικές αλλαγές, όπως τα περιβαλλοντικά προβλήματα, την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα μεταξύ των πόλεων και την αυξανόμενη αποκεντροποίηση, στοχεύει σε μια νέα αστική ανάπτυξη,

που

θα

του

επιτρέψει

να

ανταποκριθεί

στις

προβλέψεις του πληθυσμού, σύμφωνα με τις οποίες ο πληθυσμός μετά την κορύφωση αυτής της χρονιάς στα 12,26 εκ. θα υποστεί πτώση στα 11,82 μέχρι το 2025. Το “Όραμα της Νέας Αστικής Ανάπτυξης” περιλαμβάνει νέα αστική δομή, που αφορά νέους άξονες που συνδέουν τους αστικούς πυρήνες με την προκυμαία στον Κόλπο του Τόκιο. Η νέα αστική δομή θα υποστηρίζεται από ένα λειτουργικό δίκτυο συγκοινωνιών και ένα εκτεταμένο δίκτυο νερού και πρασίνου.15 Η πρώτη εντύπωση που δίνει το Τόκιο στους δυτικούς παρατηρητές που είναι συνηθισμένοι σε ρασιοναλιστικές, καλά σχεδιασμένες πόλεις, είναι μιας πόλης χωρίς συνοχή, ενός αστικού χάους. Παρόλα αυτά, αυτή η κεντρική δυτική οπτική αποτυγχάνει στο να αναγνωρίσει τον ειδικό χαρακτήρα του Τόκιο ως μιας ζωντανής πόλης, ανταγωνιστικής, μεταβαλλόμενης, ετερόκλιτης

και

σύγχρονης

ταυτοχρόνως.

Η

προσαρμοστικότητα του Τόκιο, σε συνδυασμό με την πολύχρηστική ζωνοποίηση είναι αυτά που το κάνουν εξαιρετικά λειτουργικό, τόσο στο ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Παρά το διπλάσιο αριθμό κατοίκων σε σχέση με τη Νέα Υόρκη, η ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑΣ ΣΕ ΝΈΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΚΟΜΒΟ

μητροπολιτική περιοχή του Τόκιο καταφέρνει να είναι εν τέλει καλύτερα οργανωμένη και πιο βιώσιμη από αυτήν, τόσο οικολογικά όσο και κοινωνικά.


6

Π Ε Ν Τ Ε

Α Σ Τ Ι Κ Α

6.4. Γιοχάνεσμπουργκ

Ι Χ Ν Η


172 Η Αφρική σήμερα παρουσιάζει τον ταχύτερο ρυθμό αστικής ανάπτυξης ανά έτος με ποσοστό 4% ,το οποίο αναμένεται να αγγίξει το 7,5% τα επόμενα 15 χρόνια. Οι αφρικανικές πόλεις αποτελούν ένα αίνιγμα του παγκόσμιου αστικού χάρτη. Είναι χώροι

πολυτέλειας

αλλά

και

φτώχειας,

χώροι

περιθωριοποίησης, απόγνωσης αλλά και δημιουργικότητας. Η ερμηνεία τους είναι αδύνατη αφού διαμορφώνονται από επάλληλα στρώματα ιστορίας, πολιτισμού και ιδεολογίας.1 Η αφρικανική πόλη που έχει στρέψει το παγκόσμιο ενδιαφέρον πάνω

της

λόγω

Γιοχάνεσμπουργκ.

των

ιδιαίτερων

συνθηκών

είναι

το

Αναγεννημένη μέσα από τις στάχτες του

απαρτχάιντ η πόλη αποτελεί την κινητήριο δύναμη της Νότιας Αφρικής αλλά και πρότυπο εξέλιξης άλλων πόλεων της χώρας. Δημιουργείται κάτω από παρόμοιες συνθήκες, αναγνωρίσιμες ακόμα και σήμερα, με την Μελβούρνη και το Σαν Φρανσίσκο.2 Το Γιοχάνεσμπουργκ βρίσκεται σε τροχιά αλλαγής τόσο σε σχήμα όσο και σε δομή με αποτελέσματα που δεν είναι ακόμα ξεκάθαρα. Σήμερα η πόλη κατέχει το 16,5% του πλούτου της χώρας, με το 70% των επιχειρήσεων της Νότιας Αφρικής να έχουν τα κεντρικά γραφεία τους στην πόλη.3 Επιπλέον έχει το 7,2% του πληθυσμού της χώρας με τη μητροπολιτική περιοχή της να κατατάσσεται μέσα στις 40 μεγαλύτερες του κόσμου.4 To Γιοχάνεσμπουργκ βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της Νοτίου Αφρικής και είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας Gauteng, το οποίο αποτελεί την πιο οικονομικά ανεπτυγμένη επαρχία της Νοτίου Αφρικής. Βρίσκεται 1753 μέτρα πάνω από τη θάλασσα και είναι μία από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου, μαζί με το Μέξικο Σίτυ, την Τεχεράνη και το Φοίνιξ, η οποία δεν βρίσκεται κοντά σε υγρό στοιχειό.4


ΑΦΡΙΚΗ

30,2 1

30,5 39,9

έκταση

πυκνότητα

εκ. km²

δις πληθυσμός

ΝΟΤΙΟΣ ΑΦΡΙΚΗ

1,2

εκ. km² έκταση

49,3

εκ. πληθυσμός

άτομα/km²

41

άτομα/km² πυκνότητα

% αστικός

πληθυσμός

61,7

% αστικός

πληθυσμός

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΙΟΧΑΝΕΣΜΠΟΥΡΓΚ

17

χιλ. km² έκταση

10,4

εκ. πληθυσμός

ΓΙΟΧΑΝΕΣΜΠΟΥΡΓΚ

1,6

χιλ. km² έκταση

3,88

εκ. πληθυσμός

614,4

άτομα/km² πυκνότητα

2.364 άτομα/km² πυκνότητα


174

Η πόλη μετατρέπεται σε μεταλλουργικό τοπίο το 1886 με την

2015

14,6 εκ.

ανακάλυψη χρυσού στο ανατολικό και δυτικό τμήμα της. Την εποχή

αυτή

συνδικάτα,

οργανισμοί

και

επιχειρήσεις

εξαπλώνονται, ώστε να υποστηρίξουν τα ορυχεία και τη λειτουργία τους. Το Γιοχάνεσμπουργκ μεταβάλλεται 5 φορές κατά τη διάρκεια της ιστορίας του. Αρχικά το 1895 όταν η εκτίναξη του χρηματιστηρίου της πόλης, την μεταμορφώνει από ένα τοπίο ορυχείων σε μία εξαπλούμενη βικτωριανή πόλη. Η πόλη ανελίσσεται ταχύτατα σε οικονομικό και επιχειρηματικό κέντρο. Τη δεκαετία του 1930, όταν οι τιμές του χρυσού βρίσκονται στα ύψη, το ξένο κεφάλαιο εισρέει στην πόλη και την μετατρέπει όπως είναι γνωστή σήμερα σαν “μικρή Νέα Υόρκη” με ουρανοξύστες, υπηρεσίες των ανεπτυγμένων πόλεων και παράλληλη αύξηση της μετανάστευσης. Επόμενο στάδιο στην ανάπτυξη της πόλης ήταν η δεκαετία του 1960 και η οικοδομική ανέγερση του απαρτχάιντ, που προέβαλε την εικόνα της πόλης ως

πλούσιας

και

μοντέρνας

ενάντια

στην

ολοένα

και

αυξανόμενη πίεση των ρατσιστικών αρχών της εποχής. Τέλος στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η πόλη γνώρισε την απαξίωση του κέντρου όταν επιχειρήσεις και λευκοί κάτοικοι με

2010

την κατάρρευση του απαρτχάιντ εγκαταλείπουν την πόλη. Παρά

2001

τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζει σήμερα το Γιοχάνεσμπουργκ, ο πληθυσμός της πόλης συνεχώς αυξάνεται από το 1994.

1994

4 εκ. 3,2 εκ. 2,6 εκ.

Μεταξύ 1994 και 2001 παρατηρήθηκε αύξηση 22% σε σχέση με το εθνικό επίπεδο αύξησης που ήταν περίπου 10% και από τα 2,6 εκ. αγγίζει τα 3,2 εκ. κατοίκους.5 Σήμερα ο πληθυσμός του

240.000

Γιοχάνεσμπουργκ ήταν σχεδόν 4 εκ. ενώ της μητροπολιτικής περιοχής 7,1 εκ.

ΕΞΕΛΙΞΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΎ


175

Μέχρι το 2015 προβλέπεται ότι θα αποτελέσει μια πολυκεντρική αστική περιοχή με πληθυσμό 14,6 εκ. Χαρακτηρίζεται από το μεγάλο τμήμα του νεανικού πληθυσμού με 42% των κατοίκων κάτω από την ηλικία των 24 και 49% κάτω από την ηλικία των 34. Ενώ η μετανάστευση αυξάνει τον νεανικό πληθυσμό της πόλης, η πανδημία του έιτζ μειώνει σε σημαντικά ποσοστά τον ενεργό τμήμα του πληθυσμού. Η πόλη αυξάνεται και μειώνεται την ίδια στιγμή.6 Τα

προάστια

του

Γιοχάνεσμπουργκ

είναι

προϊόν

μίας

εκτεταμένης αστικής εξάπλωσης και διαφέρουν σε χαρακτήρα μεταξύ

τους.

Η

ευρύτερη

μητροπολιτική

περιοχή

του

Γιοχάνεσμπουργκ περιλαμβάνει το Ekhuruleni, West Rand, Soweto και Lenasia έχει πληθυσμό 10,2 εκ.4 Μετά την πτώση του απαρτχάιντ το Γιοχάνεσμπουργκ αναδιαμόρφωσε τα πολιτικά του όρια και επέτρεψε να ενσωματωθούν τα προάστια στην πόλη με μεγάλη ευκολία.7 Το κέντρο του Γιοχάνεσμπουργκ ήταν το σπίτι των μεγαλύτερων οικονομικών ιδρυμάτων την περίοδο του απαρτχάιντ. Σήμερα το Hillbrow, κεντρική περιοχή του Γιοχάνεσμπουργκ είναι εγκαταλελειμμένη.8 Ενώ αρχικά η κεντρική επιχειρηματική ΑΣΤΙΚΟ ΙΧΝΟΣ ΓΙΟΧΑΝΕΣΜΠΟΥΡΓΚ

περιοχή

και

οι

εγγύς

σε

αυτή

περιοχές

αποτελούσαν τις πλέον επιθυμητές περιοχές κατοίκησης, κυρίως των εύπορων τμημάτων του πληθυσμού, μετά την πτώση του απαρτχάιντ παρατηρήθηκε εσωτερική μετανάστευση με τα βόρεια προάστια να αποτελούν τους δέκτες του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού που εγκατέλειψε την πόλη. Η

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ SANDTON

μεγαλύτερη

εξάπλωση

παρατηρήθηκε

προς

ανατολή

βορρά. Παραδοσιακά τα βόρεια και βορειοδυτικά προάστια

και


178

ήταν κέντρα της ανώτερης κοινωνικής τάξης της πόλης, με

ΠΡΟΑΣΤΙΟ SOWETO

περιοχές κατοικίας όπως Hyde Park, Sandhurst, Northcliff και Houghton.

Τα

περικυκλωμένα

προάστια

από

Sandton

εμπορικά

και

κέντρα

Rosebank

και

είναι

περιφραγμένες

κοινότητες κατοικιών για λευκές οικογένειες και μαύρους με οικονομική δύναμη και αποτέλεσαν εναλλακτικές μετά την εγκατάλειψη του κέντρου. Το Soweto και Alexandra πρώην περιθωριοποιημένες μαύρες περιοχές με πρόχειρα καταλύματα παραμένουν

μέχρι

σήμερα

φυσικά

αν

όχι

και

πολιτικά

απομονωμένες.8 Σήμερα

η

μητροπολιτική

περιοχή

του

Γιοχάνεσμπουργκ,

δομημένη το 2000 από τη συγχώνευση 5 πρότερα ανεξάρτητων περιοχών , καλύπτει συνολικά 1.645 km², με πυκνότητα πληθυσμού κατά μέσο όρο 2.364 άτομα ανά km².4 Ο ιστός της πόλης διαμορφώνεται σε ένα τρίγωνο ανάμεσα από αγροτικές περιοχές, ενώ ορυχεία, πρόχειρα καταλύματα και λοιπές λειτουργίες τοποθετούνται στα όρια του.9 Λόγω των πολλών διαφορετικών κεντρικών περιοχών του τείνει να χαρακτηριστεί ως πολυκεντρική

πόλη.

Για

παράδειγμα

το

Sandton,

το

επιχειρηματικό κέντρο, καλύπτει περιοχή 6 km² και αποτελείται από ένα κλειστό και σφιχτό σύστημα πολυώροφων κτηρίων. Το Hillbrow είναι η πιο πυκνή περιοχή κατοικίας της νοτίου Αφρικής. Επιπλέον η κορυφογραμμή της πόλης διαθέτει τα ψηλότερα κτήρια της ηπείρου.4 Όπως όλες οι πόλεις που δημιουργήθηκαν κάτω

από

το

καθεστώς

του

απαρτχάιντ

έτσι

και

το

Γιοχάνεσμπουργκ παρουσιάζει ασυνήθιστες χωρικές αντιφάσεις. Από την μία πλευρά εξαπλώνονται με πυκνότητες τόσο χαμηλές

ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΓΙΟΝΑΝΕΣΜΠΟΥΡΓΚ


ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ [άτομα/km²] > 30,000 20,000-30,000 4000-20,000 < 4000


180

που είναι ακατάλληλες για την καθιέρωση ενός βιώσιμου συστήματος υπηρεσιών και δημόσιων μεταφορών. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν υψηλές πυκνότητες στις πολυπληθείς περιοχές

[townships]

και

προσωρινά

καταλύματα

στην

περιφέρεια. Οι περιοχές αυτές θυμίζουν μεσαιωνικές πόλεις περιτριγυρισμένες από σκληρά όρια αυτοκινητοδρόμων και σιδηροδρόμων ώστε να αποφευχθεί η περαιτέρω εξάπλωσή τους. Το

Γιοχάνεσμπουργκ

διαμορφώθηκε

από

τους

σκληρούς

περιορισμούς του καθεστώτος των φυλετικών διακρίσεων και από τα όνειρα για μεταμοντερνισμό τα μεταπολεμικά χρόνια. Η κατάσταση

αυτή

δημιούργησε

ανακατατάξεις

στην

κανονικότητα του αστικού ιστού.2 Το καθεστώς του απαρτχάιντ εσκεμμένα σχεδίασε χαμηλές πυκνότητες στην περιοχή που διέμεναν μαύροι για τον αποτελεσματικότερο κοινωνικό τους έλεγχο. Αντίθετα μεγαλύτερες πυκνότητες παρουσιάζονται στις περιοχές που διέμεναν λευκοί στο κέντρο της πόλης, κάτω από

ΑΣΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΣ ΓΙΟΧΑΝΕΣΜΠΟΥΡΓΚ

το βραζιλιάνικο πρότυπο των πολυώροφων κτισμάτων. Η πόλη χαρακτηρίζεται από φυσικό περιβάλλον που κάνει μνημειώδη το διαχωρισμό φτωχών και πλουσίων.8 Κατά τη διάρκεια του καθεστώτος του απαρτχάιντ η μορφή και η εξάπλωση της πόλης καθοριζόταν από το δημόσιο τομέα χρησιμοποιώντας διαδικασίες όπως το Group Area Act άλλα και τις μοντερνιστικές θεωρίες. Παρά την κατάργηση των κανονισμών που ενίσχυαν τις φυλετικές και κοινωνικές διακρίσεις, τα προγράμματα κοινωνικής

κατοικίας

από

το

1994

κατοχυρώνουν

διαχωρισμό και τον κατακερματισμό της πόλης.

τον

ΝΕΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ BRIECKFIELD PROJECT_KΑΤΟΙΚΙΕΣ ΣΤΟ SOWETO


182

Τα νέα προγράμματα κατοικίας διαιωνίζουν τα μοντέλα του απαρτχάιντ, παρέχοντας χαμηλής πυκνότητας κατοικίες των 27 m² σε μονότονες προαστιακές διατάξεις που ενισχύουν την τοποθέτηση των φτωχότερων στρωμάτων στην περιφέρεια. Σήμερα παρά το πλήθος των προγραμμάτων κατοίκησης και διαμόρφωσης της πόλης, η δύναμη του δημόσιου τομέα στη διαμόρφωση της πόλης έχει μειωθεί. Παράλληλα ο ιδιωτικός τομέας έχει ανέλθει με τα προγράμματα για περιφραγμένα συγκροτήματα στις πρώην “λευκές” περιοχές στην περιφέρεια του Γιοχάνεσμπουργκ. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν την εγκληματικότητα της πόλης για να προωθήσουν τις περιφραγμένες

κοινότητες

όπου

οι

δυνατότητες

αλληλεπίδρασης μεταξύ των κατοίκων είναι περιορισμένες.10 Η φυσική αύξηση του πληθυσμού, η μετανάστευση και οι πολύπλοκες δομές οικογενειών έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση στη ζήτηση για νέες κατοικίες ,παρόλο που από το 1994 έχουν πραγματοποιηθεί 1,7 εκ. κατοικίες. Οι κατοικίες σε ψηλά συγκροτήματα των κεντρικών περιοχών του Γιοχάνεσμπουργκ ήταν

“επικράτεια”

των

μεταναστών

από

τις

υπόλοιπες

αφρικανικές χώρες, παρόλα αυτά ποσοστό του εγχώριου πληθυσμού επιλέγει να κατοικήσει σε αυτές τις περιοχές για να επωφεληθεί

της

πρόσβασης

στις

υπηρεσίες

της

πόλης.

Παρουσιάζονται περιπτώσεις υπενοικίασης με περισσότερα από ένα νοικοκυριά να μοιράζονται το ίδιο διαμέρισμα και ως αποτέλεσμα να παρατηρείται παρακμή των κτηρίων, διοικητικά προβλήματα,

ελλιπείς

υπηρεσίες

και

συντήρηση

που

επιδεινώνουν την κατάσταση. Οι πρωτοβουλίες ανάπλασης που


183

προτείνονται

από

ιδιωτικές

επιχειρήσεις

και

οργανισμούς

κοινωνικής κατοικίας μετατρέπουν τα απαξιωμένα κτίσματα σε ελκυστικές κατοικίες. Παρόλα αυτά το μεγάλο κόστος της ανάπλασης καθιστά τις κατοικίες αυτές απαγορευτικές για τα χαμηλού εισοδήματος στρώματα του πληθυσμού που επιλέγουν παλαιότερα,

πολυπληθή

συγκροτήματα

με

ακατάλληλες

συνθήκες διαβίωσης.10 Το Γιοχάνεσμπουργκ αποτέλεσε πείραμα της κατοίκησης στα ερείπια του απαρτχάιντ και παρουσίασε αντιθετικές τάσεις. Από την

μία

πλευρά,

η

“εκκολαπτόμενη”

δημόσια

ζωή

διαμορφώνεται γύρω από τα νέα επίσημα δεδομένα, τον συλλογικό τρόπο ζωής, τη σημασία του χρήματος και του καθημερινού μόχθου. Από την άλλη πλευρά, οι κάτοικοι αντιλαμβάνονται τον δημόσιο χώρο της πόλης ως εκτός ελέγχου και επικίνδυνο. Η πόλη είναι οριοθετημένη από τοίχους, φράχτες, πύλες, ιδιωτική ασφάλεια, κάμερες και λοιπά συστήματα παθητικής ασφάλειας. Ο εγκλεισμός της δημόσιας ζωής μέσα στην

εσωτερικότητα

των

ιδιωτικών

χώρων

-

ξενοδοχεία,

φυλασσόμενες κοινότητες, εμπορικά κέντρα – και η εγκατάλειψη του δημόσιου χώρου είναι τα σύγχρονα χαρακτηριστικά του Γιοχάνεσμπουργκ. Η δημιουργία σταθερών συνδέσεων μεταξύ των δύο κόσμων γίνεται προτεραιότητα για την πόλη.11 Για να κατανοήσουμε τις ιδιαιτερότητες και τις δυνατότητες του Γιοχάνεσμπουργκ

απαιτείται

η

διερεύνηση

της

αστικής

ταυτότητας της πόλης που δημιουργήθηκε μετά την αλλαγή του καθεστώτος, το οποίο εξ ορισμού εξόρισε και περιθωριοποίησε


184

την πλειοψηφία του πληθυσμού. Κάτω από το καθεστώς του απαρτχάιντ, ο δημόσιος χώρος και η αστική ζωή ήταν φυλετικά κωδικοποιημένες. διαφορετικούς

Λευκοί

κόσμους

και που

μαύροι

κατοικούσαν

απέκλειαν

την

μεταξύ

σε τους

αλληλεπίδραση. Στα σημεία που ήταν δυνατή η αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφορετικών φυλών ίσχυαν ένα σύνολο διοικητικών διατάξεων, νόμων και απαγορεύσεων για την αποτροπή της. Αυτή η άρνηση των κοινών δικαιωμάτων παρήγαγε μια διπολική πόλη, με ποικίλους αστικούς κόσμους που συνυπάρχουν στον ίδιο γεωγραφικό περιβάλλον. Η διαμόρφωση της ταυτότητας της πόλης σήμερα έρχεται αντιμέτωπη με την κληρονομιά του απαρτχάιντ και διατυπώνεται στις μεγάλες απομονωμένες γειτονιές, στο φόβο του πληθυσμού για τον δημόσιο χώρο που ελλείπεται λοιπών δημόσιων χρήσεων, η έλλειψη των μέσων για την ασφαλή πρόσβαση στις γειτονιές της περιφέρεια της συνεχούς

εξαπλούμενης

πόλης

και

τα

νέα

μοντέλα

μετανάστευσης, που εμπλουτίζουν το Γιοχάνεσμπουργκ με ένα πλούσιο, πολυπολιτισμικό μίγμα και διαμορφώνουν τη νέα κοινωνική τάξη των πλούσιων αφρικανών. Παραδοσιακά οι πόλεις αναπτύσσουν έναν εσωτερικό δακτύλιο κατοικιών για στρώματα πληθυσμού χαμηλού εισοδήματος κοντά στο κέντρο της πόλης. Ο σχεδιασμός του απαρτχάιντ ανέστρεψε το πρότυπο αυτό και το σύγχρονο Γιοχάνεσμπουργκ παρουσιάζει πρόχειρα

καταλύματα

και

μεσο-αστικούς

οικισμούς

στην

περιφέρεια που συνεχώς εξαπλώνονται.6 Σημαντικά ποσοστά των κατοίκων του Γιοχάνεσμπουργκ που ανήκουν κυρίως στο φτωχό μερίδιο του πληθυσμού βρίσκονται


185

περιθωριοποιημένα στην περιφέρεια της πόλης, όπου οι θέσεις εργασίας αλλά και οι υποδομές είναι περιορισμένες. Αυτή η μοτοποδήλατο

πρακτική που καθιερώθηκε κατά τη διάρκεια του καθεστώτος

0,1%

περπάτημα 30,9%

Ι.Χ

36,6%

37%

του απαρτχάιντ έχει ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι της πόλης να ξοδεύουν σήμερα πολλές ώρες σε Ι.Χ., τρένα ή mini-bus taxis από τον τόπο κατοικίας του στο χώρο εργασίας τους. Παρόλα

31%

αυτά παρουσιάζεται ισοκατανομή στον τρόπο μετακίνησης του ποδήλατο πληθυσμού.

32% άλλο 1,5%

0,2%

ταξί

τρένο

23,4%

4,5%

λεωφορείο 2,8%

ΠΟΣΟΣΤΑ ΧΡΗΣΗΣ ΜΕΣΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ

Σήμερα

34%

των

κατοίκων

χρησιμοποιεί

τις

δημόσιες συγκοινωνίες για τις μεταφορές του, 32% περπατάει και 34%

χρησιμοποιεί

Ι.Χ.4

Παρόλο

που

μόνο

το

37%

του

πληθυσμού έχει στην ιδιοκτησία του Ι.Χ., η χρήση του έχει υποσκελίσει τα υπόλοιπα μέσα μετακίνησης, κάτι το οποίο ενισχύεται από το γεγονός ότι το Γιοχάνεσμπουργκ έχει ένα από τα πιο διευρυμένα συστήματα αυτοκινητόδρομών στην ήπειρο. Από την άλλη μεριά το ποσοστό των ανθρώπων που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τις δημόσιες μεταφορές

και

περπατάνε

συχνά

κάτω

από

επικίνδυνες

συνθήκες έχει αυξηθεί. Παρόλα αυτά, ποσοστό 46% των νοικοκυριών που βρίσκονται στο όριο της φτώχειας ξοδεύει το 10% του εισοδήματος του στις μετακινήσεις. Το Γιοχάνεσμπουργκ πάσχει από

ελλιπείς δημόσιες συγκοινωνίες και από τακτικές

που

σχεδιάζονται

ενώ

βάσει

καλών

προθέσεων,

τις

περισσότερες φορές αποδεικνύονται ακατάλληλες. Η έλλειψη ενός

δημοκρατικού

και

ενιαίου

συστήματος

δημόσιων

μεταφορών μειώνει την δυνατότητα για κοινωνικοοικονομική ανάμιξη συνέπειες

των

διαφορετικών

αυτές

είναι

μεταφορών της πόλης.12

στρωμάτων

ορατές

στο

καθημερινά.

σύστημα

Οι

δημόσιων


187

Τα mini-bus taxis αποτελούν τον στοιχειώδη, πιο συνηθισμένο αλλά και απαραίτητο τρόπο μετακίνησης για την πλειονότητα του πληθυσμού. Το 72% του πληθυσμού που χρησιμοποιούν δημόσιες μεταφορές μετακινείται καθημερινά με mini-bus taxis, ενώ το παράδοξο είναι ότι το πιο διαδεδομένο μέσο μετακίνησης της πόλης λειτουργεί κάτω από ιδιωτικό καθεστώς και χωρίς κρατική

επιχορήγηση.

Το

σύστημα

σιδηροδρόμων

του

Γιοχάνεσμπουργκ ενώνει την πόλη με την περιφέρεια και πυκνοκατοικημένες περιοχές της όπως το Soweto και Pretoria. Εξυπηρετεί τεράστιο αριθμό επιβατών ανά ημέρα. Παρόλα αυτά το σιδηροδρομικό σύστημα δημιουργήθηκε στην απαρχή της πόλης και δεν καλύπτει τις περιοχές που έχουν δημιουργηθεί από τότε, παρά μόνο παλαιότερες περιοχές στα νότια της πόλης. Το Γιοχάνεσμπουργκ εξυπηρετείται από 550 λεωφορεία δημόσιας λειτουργίας. Το

σύστημα Metrobus καλύπτει 84 διαφορετικές

διαδρομές μέσα στην πόλη και εξυπηρετεί ετησίως 20 εκ. επιβάτες. Συμπληρωματικά υπάρχουν και ιδιωτικά λεωφορεία, τα ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

οποία καλύπτουν την σύνδεση της πόλης σε εθνικό επίπεδο.4 Η

μετατροπή

του

Γιοχάνεσμπουργκ

σε

μέγα-πόλη

του

ανεπτυγμένου κόσμου χαρακτηρίστηκε από αντιπαραθέσεις. Ενώ η πόλη και οι τσέπες των ιδιωτικών παραγόντων προσανατολίστηκαν στην ανάπλαση του κέντρου της πόλης, μετά την κατάρρευση της κεντρικής επιχειρηματικής περιοχής τη δεκαετία του 1990 τα σχέδια για κατοικίες στα προάστια χαρακτηρίστηκαν από ψευδο-τοσκανικό και ινδονησιακό ρυθμό και από την ταχεία γεωγραφική εξάπλωση. ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟ_ ΤΑΞΙ ΣΤΟ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ


188

Το επιχειρηματικό κέντρο του Γιοχάνεσμπουργκ εγκαταλείπεται σταδιακά από το 1980 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι ιδιοκτήτες μετακομίζουν στα προάστια και οι απαιτήσεις για εγκαταστάσεις και κοινωνικό πρεστίζ εκτοξεύουν την αξία της γης της περιφέρειας. Σήμερα η πόλη που συνδυάζει τον κοινωνικό αποκλεισμό με τη χωρική σχεδίαση, παρουσιάζει σχέδια για την ανάπλαση και αναβίωση του κέντρου κάτω από τις αξίες του μοντερνισμού για φυσική τάξη, αστική διαχείριση, κοινωνική σταθερότητα και ενσωμάτωση. Το σχέδιο Brickfield αποτελείται από ιδιωτικές κατοικίες, οικονομικά προσιτές στο κέντρο της πόλης και έχει ως στόχο την μείωση της συνεχούς εξάπλωσης.13 Επιπλέον υπάρχουν σχέδια που στοχεύουν στην εξυγίανση των μεταφορών σε συνδυασμό με το δημόσιο χώρο. Το Metro Mall αποτελεί συγκοινωνιακό κόμβο που εξυπηρετεί 100.000 επιβάτες καθημερινά φιλοξενώντας λεωφορεία και ταξί. Παράλληλα συνδυάζει εμπορικές λειτουργίες και παζάρια με διοικητικές εγκαταστάσεις και γραφεία. Η αγορά Faraday αποτελεί φίλτρο του Γιοχάνεσμπουργκ καθώς βρίσκεται σε επαφή με τον υπόγειο σιδηροδρομικό σταθμό και περιλαμβάνει πλατφόρμες για ταξί καθώς

και

αποθήκες

και

εμπόριο

που

σχετίζεται

με

παραδοσιακά σκευάσματα θεραπείας. Το Γιοχάνεσμπουργκ έχει οριστεί ως η μεγαλύτερη ζώνη αστικής ανάπτυξης της χώρας και

συνίσταται

από

18

km²

κατοικιών,

εμπορικών

και

βιομηχανικών περιοχών μέσα και γύρω από το επιχειρηματικό κέντρο της πόλης. Αυτή η πρωτοβουλία αναμένεται να ωθήσει τις

προσπάθειες

Γιοχάνεσμπουργκ.13

για

αναβίωση

του

κέντρου

του METRO MALL _FARADAY MARKET


190

Όσον αφορά τα σχέδια που έχουν να κάνουν με την εξυγίανση των δημόσιων συγκοινωνιών της πόλης πρέπει να αναφερθεί ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της συνολικής αστικής ανάπτυξης. Το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου που θα διεξαχθεί στη Νότιο Αφρική το 2010 αποτελεί κινητήριο δύναμη για την ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών. Μέρος του κυβερνητικού προγράμματος IQ Blue αποτελεί το Gautrain,το οποίο

προβλέπει

ταχείες

σιδηροδρομικές

συνδέσεις

που

καλύπτουν βορρά και νότο μεταξύ Γιοχάνεσμπουργκ και Πρετόρια και ανατολή και δύση μεταξύ του διεθνούς αερολιμένα του Γιοχάνεσμπουργκ και του Sandton. Το πρόγραμμα συνολικά θα ολοκληρωθεί μέχρι το 2011. Αποτελείται από έναν αριθμό τόσο υπόγειων όσο και επίγειων σταθμών και είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να αποσυμφορήσει τους αυτοκινητόδρομους του Γιοχάνεσμπουργκ.

Παράλληλα

ένα

εκτενές

σύστημα

λεωφορείων σχεδιάζεται, ώστε να ενισχύσει την πρόσβαση σε κεντρικούς σταθμούς από τα προάστια. Επιπλέον έχει σχεδιαστεί το σύστημα ταχείας μετακίνησης λεωφορείων Rea Vaya [Κινούμαστε], που στοχεύει στην ανακούφιση των δρόμων της πόλης από την κυκλοφοριακή συμφόρηση και στην προαγωγή ενός

ασφαλούς,

επαρκούς

και

αξιόπιστου

συστήματος

δημόσιων μεταφορών. Το σύστημα των ταχέων λεωφορείων θα καλύπτει κεντρικούς δρόμους της πόλης σε ειδική κεντρική λωρίδα και θα παρέχει μικρότερα λεωφορεία, που θα καλύπτουν όλη την πόλη και θα τροφοδοτούν τους κεντρικούς σταθμούς ταχέων λεωφορείων. Επιπλέον έχει σχεδιαστεί υπολογίζοντας και τα υπόλοιπα μέσα μεταφοράς, κυρίως το σιδηροδρομικό δίκτυο Gautrain, για μία ομαλή αλλαγή ανάμεσα στα διαφορετικά μέσα μεταφοράς.4


191

Από το 1994 το Γιοχάνεσμπουργκ έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο σε πολλούς τομείς. Ανελίχθηκε σε παγκόσμιο κέντρο οικονομικής ανάπτυξης και πηγή θέσεων εργασίας για μεγάλο ποσοστό της χώρας. Η εξέλιξη της πόλης βρίσκεται ακόμα σε αρχικά στάδια και αναμένεται να συμβαδίσει με πόλεις του ανεπτυγμένου κόσμου μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Παρόλα αυτά υπάρχουν πολλοί τομείς που κρίνεται απαραίτητη η βελτίωση, ώστε να δημιουργηθούν τα θεμέλια της περαιτέρω ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια. Η εξυγίανση του δημόσιου χώρου και των μεταφορών, η εξάλειψη του κοινωνικού αποκλεισμού

που

απορρέει

από

τον

σχεδιασμό

και

η

αποκατάσταση της ασφάλειας απαιτεί πόρους και κατάλληλο προγραμματισμό. Το Γιοχάνεσμπουργκ δεν υπήρξε ποτέ μία συμβολική ή αστική ολότητα. Τα ψευδή πρότυπα που έχουν επικρατήσει απομακρύνουν την προσοχή από την κοινωνικά διχοτομημένη πόλη και την στρέφουν σε παγιωμένα πρότυπα του παρελθόντος.


6

Π Ε Ν Τ Ε 6.5. Λονδίνο

Α Σ Τ Ι Κ Α

Ι Χ Ν Η


194

Όλες οι σύγχρονες αστικές μελέτες αποδεικνύουν ότι το Λονδίνο συνεχίζει

να

μεγαλώνει.

Έπειτα

από

δεκαετίες

συνεχούς

αποδυνάμωσης και απώλειας πληθυσμού, όπως συνέβαινε και σε οποιαδήποτε άλλη μεγάλη πόλη της Ευρώπης ή της Βορείου Αμερικής –πόλεις που συρρικνώνονταν- το Λονδίνο αντέστρεψε τα δεδομένα. Όλες οι προβλέψεις δείχνουν μία σταθερή άνοδο του πληθυσμού για τα επόμενα χρόνια, κυρίως μέσω της μετανάστευσης. Οι σημαντικές επαγγελματικές ευκαιρίες που δόθηκαν σε κάθε πεδίο εργασίας μεταμόρφωσαν το χαρακτήρα της πόλης και τις νέες προοπτικές της.1 Το Λονδίνο είναι πρωτεύουσα της Αγγλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ θεωρείται με βάση τα περισσότερα στοιχεία και η μεγαλύτερη αστική περιοχή του Ευρωπαϊκού χώρου. Η πόλη είναι ένα λιμάνι επί του ποταμού Τάμεση, του κυριότερου γεωγραφικού στοιχείου της πόλης που την διασχίζει από τα νοτιοδυτικά μέχρι τα ανατολικά. Καλύπτει 1.706 km2 γης που εκτείνονται προς όλες τις κατευθύνσεις σε σχέση με τον Τάμεση.2


ΕΥΡΩΠΗ

10,2 732

70

έκταση

πυκνότητα

εκ. km²

εκ. πληθυσμός

ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

άτομα/km²

245 61

367

έκταση

πυκνότητα

χιλ. km²

εκ. πληθυσμός

άτομα/km²

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΛΟΝΔΙΝΟΥ

24,5 19

1.882

έκταση

πυκνότητα

χιλ. km²

ΛΟΝΔΙΝΟ

1,7

χιλ. km²

έκταση

εκ. πληθυσμός

7,5

εκ. πληθυσμός

άτομα/km²

4.795 άτομα/km² πυκνότητα

73

% αστικός

πληθυσμός

90

% αστικός

πληθυσμός


196

Σήμερα το Λονδίνο είναι η μεγαλύτερη και πολυπληθέστερη πόλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση με 7.5 εκ. κατοίκους. Το Λονδίνο είναι επίσης ένα εξέχον οικονομικό κέντρο παγκοσμίως και μία “παγκόσμια πόλη”, σύμφωνα με τον όρο που έδωσε η Saskia Sassen το 1991. Η συμβολή του επιχειρηματικού κέντρου στο City of London είχε ως αποτέλεσμα το Λονδίνο να ξεπεράσει τη Νέα Υόρκη ως το ηγετικό οικονομικό κέντρο σε παγκόσμιο επίπεδο. Σύμφωνα με μία έρευνα του PriceWaterhouseCoopers το Λονδίνο έγινε η ακριβότερη πόλη στη Γη το 2007. που

έχει

σε

θέματα

πολιτικής,

οικονομίας,

Η επιρροή εκπαίδευσης,

ψυχαγωγίας, τέχνης και πολιτισμού συμβάλλει στην εξέχουσα θέση που κατέχει στον κόσμο. Έπειτα από εκατοντάδες χρόνων από την ίδρυσή του, ο πυρήνας του Λονδίνου -το αρχαίο City of London- ακόμα διοικεί όλη την περιουσία του, άσχετα από τη συγκέντρωση

στο

“Square

Mile”

όλης

της

έντονης

επιχειρηματικής και εμπορικής δραστηριότητας που έχει στα χέρια της η βρετανική οικονομία. Ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, το Λονδίνο είχε αρχίσει να επεκτείνεται δραματικά για να γίνει η μεγαλύτερη πόλη στην Ευρώπη. Μέχρι το 1811, είχε γίνει η πρώτη πόλη στο δυτικό κόσμο με πληθυσμό που ξεπερνούσε το 1εκ. Παρόλα αυτά, ήταν ακόμα σχετικά συμπαγής. Μέσα σε έναν αιώνα, όμως, η φυσική μορφή του Λονδίνου μεταμορφώθηκε. Η μεταμόρφωσή του καθοδηγήθηκε από το κύρος της Βρετανίας που βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Το 1836 κατασκευάστηκε

στο Λονδίνο ο πρώτος

σιδηροδρομικός

σταθμός, ενώ το 1863 το Λονδίνο είχε πλέον και ένα δίκτυο υπόγειου σιδηρόδρομου.


197

Στις αρχές του 19ου αιώνα, το μετρό του Λονδίνου –the Tubeωθούνταν συνεχώς προς τα έξω με υπέργειες γραμμές να ξεφυτρώνουν

στα

όρια

της

πόλης.

Πλήθος

κατοικιών

κατασκευάζονταν κατά μήκος των γραμμών του μετρό. Οι επενδυτές

δελέαζαν

τους

κατοίκους

του

Λονδίνου

να

μετακομίσουν εκτός πόλης με την υπόσχεση μιας καλύτερης ζωής στα προάστια. Αυτά γινόντουσαν συνεχώς πιο ελκυστικά για την μεσαία κοινωνική τάξη. Στο τέλος της δεκαετίας του 1930, λόγω της αυξανόμενης βιομηχανοποίησης, ο πληθυσμός του Ευρύτερου Λονδίνου είχε ξεπεράσει τα 8 εκ., δεύτερος μόλις μετά τη Νέα Υόρκη. Μέσα σε μισό αιώνα, το Λονδίνο είχε αυξηθεί κατά 6 φορές σε μέγεθος.3 Ο πληθυσμός του κορυφώθηκε στα 8,6 εκ. το 1939 ακριβώς πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έκτοτε, ο πληθυσμός σημείωνε διαρκώς πτώση, με το 1988 να φθάνει στα 6,7 εκ. κατοίκους.4 Η συνεχόμενη μείωση του πληθυσμού ήταν αποτέλεσμα της αποβιομηχανοποίησης που είχε προσβάλει τις μεγαλύτερες πόλεις της Μεγάλης Βρετανίας. Το Λονδίνο ήταν και αυτό θύμα της παρακμής και τις αντί-αστικοποίησης των δεκαετιών 1970 και 1980. Η μητροπολιτική περιοχή φαινόταν να ακολουθεί το παράδειγμα πολλών αμερικάνικων πόλεων με την ερείπωση των κέντρων που περιβάλλονταν από νέες πόλεις. Τα ΑΣΤΙΚΟ ΙΧΝΟΣ ΛΟΝΔΙΝΟΥ

docks του Λονδίνου είχαν εγκαταλειφθεί. Το ετήσιο ποσοστό αύξησης του πληθυσμού το διάστημα 1985-1990 είχε φθάσει στο -0,03%. Στην αρχή της δεκαετίας του 1990, το Λονδίνο βίωσε την ανάπτυξη του επιχειρηματικού κέντρου Canary Wharf μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο ανάπλασης των Docklands, όταν σημειώθηκε έκρηξη στη

ζήτηση χώρων γραφείων για τις οικονομικές


198

επιχειρήσεις. Έτσι, κατά τη δεκαετία του 1990 άρχισε να παρατηρείται νέα αύξηση του πληθυσμού μετά τη δραματική πτώση του 1939 και μετατόπισή του από τις αγροτικές στις αστικές περιοχές, γεγονός που συνεχίστηκε και την επόμενη δεκαετία. ΕΞΕΛΙΞΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

Με τη νέα χιλιετία, το ετήσιο ποσοστό αύξησης πληθυσμού στο Λονδίνου ήταν 0,7%. Έπειτα από μιάμιση δεκαετία συνεχούς αύξησης του πληθυσμού, το Ευρύτερο Λονδίνο έχει σήμερα

8εκ.

περίπου 7,5 εκ. κατοίκους, ενώ οι προβλέψεις δείχνουν ότι ο

6εκ.

αριθμός αυτός θα φτάσει μεταξύ 8,26 και 8,71 εκ. μέχρι το 2026.4

4εκ.

Η αύξηση του πληθυσμού των τελευταίων χρόνων οφείλεται τόσο στην αύξηση της γεννητικότητας, σε σχέση με τα ποσοστά θνησιμότητας, γεγονός που υποδεικνύει ένα σχετικά νέο πληθυσμό στο Λονδίνο, όσο και στην καθαρή μετανάστευση. Το

2εκ.

1800

1900

1940 1980

2010

διάστημα 2001-2005 ο πληθυσμός αυξήθηκε από τα 7,3 εκ. στα 7,5. Καταγράφηκαν 114.600 γεννήσεις και 54.200 θάνατοι στο Λονδίνο το 2004 και 2005, με φυσική αύξηση του πληθυσμού κατά 60.400. Το ίδιο διάστημα, η φυσική αύξηση του πληθυσμού του Λονδίνου αποτελούσε το 67,7% της συνολικής αύξησης πληθυσμού του και το 48% της συνολικής αύξησης πληθυσμού στο Ηνωμένο Βασίλειο, παρόλο που στο Λονδίνο ήταν εγκατεστημένο μόλις το 12% του συνολικού πληθυσμού.4 Ένας θετικός αριθμός καθαρής εσωτερικής μετανάστευσης ευθύνεται

για

τον

συνεχώς

αυξανόμενο

πληθυσμό

του

Λονδίνου. Το 2004, υπολογίζεται ότι 218.000 μετανάστες από όλο

ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ


200

τον κόσμο εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο, αριθμός που ισούται με το 3% σχεδόν του πληθυσμού του τότε. Επιπλέον 155.000 μετανάστες ήρθαν σε αυτό από τις υπόλοιπες πόλεις του Ηνωμένου Βασιλείου.

Ωστόσο, περισσότεροι από 350.000

εγκατέλειψαν το Λονδίνο.5 Σήμερα, σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού του Λονδίνου έχει γεννηθεί εκτός Βρετανίας. Ο αριθμός των αλλοδαπών που ήρθαν στο Ευρύτερο Λονδίνο έχει αυξηθεί κατά 650.000 από όταν το Εργατικό Κόμμα ανέλαβε την εξουσία μέσα σε ένα πρωτοφανές κύμα μετανάστευσης. Τα στατιστικά έδειξαν ότι ο πληθυσμός του Λονδίνου που έχει γεννηθεί εκτός Βρετανίας αυξήθηκε από τα 1,6 εκ. το 1997 στα 2,3 εκ. το 2006.6 Λόγω της μεγάλης ιστορίας του στην εσωτερική μετανάστευση είναι πλέον η πιο ποικιλόμορφη εθνολογικά πόλη της Βρετανίας και μία από τις πιο ποικιλόμορφες πόλεις της Ευρώπης. Σήμερα, το Λονδίνο βρίσκεται μπροστά σε μια πρωτόγνωρη περίοδο ανάπτυξης και αλλαγής στον 21ο αιώνα. Καλύπτοντας πάνω από 1.500 km2, ο πληθυσμός των 7,5 εκ. είναι σχετικά αραιά απλωμένος, και με την καθαρή πυκνότητα πληθυσμού στους 4.795 κατοίκους ανά km2, το Λονδίνο έχει μεγαλύτερη πυκνότητα από το Ηνωμένο Βασίλειο ως σύνολο με τον εθνικό μέσο όρο μόλις 367 άτομα ανά km².

Παρόλα αυτά η μέση

πυκνότητα των κεντρικών περιοχών του Λονδίνου είναι σχεδόν διπλάσια από τη μέση πυκνότητα της περιφέρειας με 9.351 κατοίκους ανά km² . Σε περιοχές όπως το Kensington και το

ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΛΟΝΔΙΝΟΥ


ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ [άτομα/km²] > 20.000 12.000-20.000 8.000-12.000 < 8.000


202

Chelsea η πυκνότητα αγγίζει τα 16.200 άτομα ανά km².4 Παρόλα

CANARY WHARF

αυτά η πυκνότητα του Λονδίνου είναι πολύ χαμηλή σε σχέση με πόλεις που κατέχουν εξέχουσες θέσεις στον παγκόσμιο αστικό χάρτη όπως η Νέα Υόρκη και το Τόκυο. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μία από τις πιο πυκνοδομημένες περιοχές, μόνο οι Βρυξέλλες και το κεντρικό Παρίσι είναι πιο πυκνές από αυτό.5 Ωστόσο, δεν υπάρχει ξεκάθαρη σύνδεση μεταξύ της υψηλής πυκνότητας κατοικιών και της χαμηλής ποιότητας, με κάποιες από τις πιο πυκνές περιοχές του Λονδίνου να έχουν τις υψηλότερες αξίες γης. Οι περιοχές με υψηλές πυκνότητες αποτελούν σήμερα τον κανόνα, με 8 από τους δήμους του Λονδίνου με μέση πυκνότητα μεγαλύτερη των 10.000 κατοίκων ανά km². Μεταξύ 1999 και 2002 μόνο 3 παρουσίαζαν τέτοιες πυκνότητες. Η υψηλή πυκνότητα στο Λονδίνο αποτελεί επιπλέον μέρος της προώθησης του ρόλου του ως “παγκόσμιας πρωτεύουσας” μέσα από το προσχέδιο του δημάρχου για τη μελλοντική ανάπτυξη της πόλης. Τα αποτελέσματα είναι ήδη εμφανή και στα συγκροτήματα νέων γραφείων γύρω από το “Square Mile”, το αυτοδιοικούμενο οικονομικό κέντρο της πόλης του Λονδίνου. Η αστική δομή του Λονδίνου χαρακτηρίζεται από τυπικές διώροφες ή τριώροφες όμοιες κατοικίες σε σειρά που εκτείνονται σε απόσταση μεγαλύτερη των 30 km από το κέντρο της πόλης προς

όλες

τις

κατευθύνσεις.

Νησίδες

από

ψηλά

κτίρια

σηματοδοτούν τα παλιά και νέα επιχειρηματικά κέντρα της πόλης, που συγκεντρώνονται γύρω από το City και το Canary Wharf.

ΑΣΤΙΚΟΣ ΙΣΤΟΣ NOTTING HILL ΛΟΝΔΙΝΟ


204

Η ταχύτητα ανάπτυξης της πόλης μεταβάλλει έντονα την κορυφογραμμή του παραδοσιακού Λονδίνου κυρίως κατά μήκος του ποταμού Τάμεση.7 Ένα δίκτυο από τοπικά κέντρα –τα αστικά χωριά του Λονδίνου με τις υψηλές πυκνότητες και τις συσσωρεύσεις δημόσιων κτηρίων- διανέμεται κατά μήκος των κεντρικών αρτηριών της πόλης. Οι περιοχές φτώχειας είναι διασκορπισμένες μέσα στο εσωτερικό Λονδίνο, ενώ συχνά βρίσκονται

δίπλα

σε

γειτονιές

με

υψηλές

συγκεντρώσεις

πλούτου. Τα περισσότερα από τα προάστια του Λονδίνου είναι άνετα και σταθερά, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως το Παρίσι. Η αρχική εξάπλωση του Λονδίνου στα προάστια ενισχύθηκε, όπως προαναφέρθηκε, από το μετρό και τους σιδηρόδρομους. Η περαιτέρω αστική ανάπτυξη της πόλης περιορίστηκε σχετικά από την “Πράσινη Ζώνη”, έναν μεγάλο πνεύμονα πρασίνου που περιβάλλει και εσωκλείει την πόλη του Λονδίνου, αν και η δομημένη περιοχή εκτείνεται πια κατά τόπους πέρα από αυτό το όριο σε περιοχές όπως το Reading, Essex, ΠΕΡΙΟΧΗ ΔΟΜΗΣΗΣ ΛΟΝΔΙΝΟΥ

Milton Keynes, Crawly και Kent. Το

1997

στο

Λονδίνο

και

τη

νοτιοανατολική

περιφέρεια

κατοικούσαν 18,5 εκ. σε μόλις 7 εκ. νοικοκυριά. Σήμερα παρατηρείται συνεχής αύξηση στη ζήτηση νέων κατοικιών, με προβλέψεις

για 1,64

εκ. νοικοκυριά

στην νοτιοανατολική

περιφέρεια της πόλης μέχρι το 2017, αύξηση της τάξεως του 23%. Μπροστά στη συνεχή αύξηση του πληθυσμού και την αλλαγή στα δημογραφικά, η πόλη έχει θέσει στόχο την αύξηση των κατοικιών και του αριθμού των οικονομικά προσιτών. Ήδη το 2006 - 2007 ήταν τα έτη με τα υψηλότερα ποσοστά στη


205

δημιουργία νέων κατοικιών από τη δεκαετία του 1970, χωρίς αυτά να καλύπτουν απαραίτητα τις απαιτήσεις της πόλης. Τα τελευταία

χρόνια

παρατηρείται

η

τάση

προς

μικρότερα

νοικοκυριά, με μέσο μέγεθος νοικοκυριού κάτω από 2,5 άτομα το 2001 σε σχέση με το 4,5 άτομα του 1901. Η τάση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των νοικοκυριών κατά 20% τις τελευταίες 2 δεκαετίες. Η πόλη του Λονδίνου εκτιμάται ότι έχει την χωρητικότητα για την ανέγερση τουλάχιστον 30.500 νέων κατοικιών κάθε χρόνο από το 2008-2016, στόχος που τέθηκε στο επικαιροποιημένο σχέδιο του Λονδίνου [London Plan].4 Η χωρητικότητα των νέων κατοικιών στο ανατολικό Λονδίνο αποτέλεσε σημαντικό κομμάτι του σχεδιασμού και μέσα στα πλαίσια των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο τρόπος να ανταποκριθεί η πόλη στη τεράστια ζήτηση και να ενδυναμωθούν

οι

ήδη

υπάρχουσες

περιοχές

είναι

να

αξιοποιηθούν τα μεγάλα αποθέματα λανθάνοντος δυναμικού – κυρίως πρώην βιομηχανικές περιοχές- που υπάρχουν στην πόλη. Καταγράφεται ένας μεγάλος αριθμός κενών χώρων πάνω από

εμπορικά

και

σε

κτήρια

γραφείων

που

δεν

χρησιμοποιούνται. Οργανισμοί όπως ο LOTS [Living Over The Shop] υποστηρίζουν πως τουλάχιστον 200.000 μόνιμες κατοικίες θα μπορούσαν να διαμορφωθούν πάνω από εμπορικά μόνο στο κέντρο του Λονδίνου.4 Παρόλα αυτά, υλοποιούνται συνεχώς νέες

συνθέσεις

μονοκατοικιών

που στο

στοιβάζουν

διαθέσιμο

το

χώρο.

μέγιστο Η

αριθμό

πρακτική

που

ακολουθείται στον σχεδιασμό κατοικιών του Λονδίνου διαιωνίζει ΠΡΟΑΣΤΙΑ

τη χαμηλής πυκνότητας εξάπλωση του Λονδίνου.


207

Το

Λονδίνο

βρίσκεται

στην

καρδιά

μιας

ευρύτερης

μητροπολιτικής περιοχής που καλύπτει το νότιο-ανατολικό τμήμα της Αγγλίας με 19 εκ. κατοίκους, πολλοί από τους οποίους μετακινούνται καθημερινά σε αυτό. Το μόνιμο εργατικό δυναμικό της πόλης των 3,8 εκ. ανθρώπων συμπληρώνεται και από αυτούς που μετακινούνται σε αυτήν για λόγους εργασίας. Το σύστημα μεταφορών υποχρεούται να καλύψει έκταση 6 φορές μεγαλύτερης από την έκταση που έχει το ίδιο το Λονδίνο για να εξυπηρετήσει όλο τον πληθυσμό που μετακινείται προς την πόλη. Ο μέσος όρος χρόνου που απαιτείται για την μετακίνηση στο χώρο εργασίας στο Λονδίνου εκτιμάται στα 56 λεπτά για κάθε κατεύθυνση, εξαιρετικά μακρύς για τα διεθνή δεδομένα.

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ 3% - 5% 5% - 8% 8% - 15% 15% - 25% > 25%


208

Μέχρι

σήμερα

πολυκεντρικού

το

Λονδίνο

προτύπου.

εξαπλώνεται

Αντίθετα

από

βάσει τις

ενός

υπόλοιπες

τειχισμένες πόλεις της Ευρώπης, αναπτύχθηκε γύρω από πολλαπλά κέντρα και παραμένει ένα σύνολο ξεχωριστών

ΠΟΣΟΣΤΑ ΧΡΗΣΗΣ ΜΕΣΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ

πόλεων. Ως αποτέλεσμα, διαθέτει ένα εκτεταμένο και καλά

μοτοποδήλατο 20,9%

διανεμημένο δίκτυο δημόσιων μεταφορών που περιλαμβάνει τα λεωφορεία, τα τραμ, τον υπόγειο και υπέργειο σιδηρόδρομο. Το 37% του πληθυσμού χρησιμοποιεί για τις μετακινήσεις του το

περπάτημα 20,9%

Ι.Χ.

40,1%

εκ.

άνθρωποι

καθημερινά

χρησιμοποιούν

το

μετρό

που

χρησιμοποιούν

ολόκληρο

το

το

μετρό

του

Λονδίνου

εξυπηρέτησε

1

δις

37%

εθνικό

σιδηροδρομικό δίκτυο. Το 2006, για πρώτη φορά στην ιστορία, επιβάτες.9

Περισσότεροι από 5,4 εκ. άνθρωποι χρησιμοποιούν κάθε μέρα το αστικό δίκτυο λεωφορείων, και ο αριθμός αυτός συνεχώς

1,6%

40%

του

Λονδίνου, αριθμός που είναι σχεδόν ίσος με τον αριθμό των ανθρώπων

ποδήλατο

23%

δίκτυο των δημόσιων μέσων μεταφοράς.8 Περισσότεροι από 3

λεωφορείο

ταξί

0,9%

18,1%

μετρό

τρένο

9,7%

7,9%

αυξάνεται.10 Το 50% των μετακινήσεων με τα δημόσια μέσα πραγματοποιείται από τα λεωφορεία και τα τραμ. Το 2008, τα τραμ μετέφεραν 26,5 εκ. επιβάτες. Πρωτοφανές για τις μεγάλες πόλεις του κόσμου, το Λονδίνο βίωσε μία μεγάλη αλλαγή στο μερίδιο αγοράς από τα ιδιωτικά

37%

μέσα μεταφοράς στα δημόσια τα τελευταία χρόνια. Το μερίδιο των ιδιωτικών μέσων μεταφοράς φτάνει το 40%, με κύριο μέσο το Ι.Χ. που χρησιμοποιείται κατά κόρον για τις μετακινήσεις στα προάστια. Το 64% των κατοίκων του

33%

30%


209

Λονδίνου που εργάζεται στους εξωτερικούς δήμους της πόλης μετακινείται προς το χώρο εργασίας με αυτοκίνητο, έναντι του 13% που εργάζεται στο κεντρικό Λονδίνο. Η επιβολή του μέτρου του αντιτίμου συμφόρησης για την είσοδο στο κέντρο της πόλης το 2003 ήταν εξαιρετικά επιτυχής, με αποτέλεσμα τη μείωση της χρήσης του Ι.Χ. στο κέντρο του Λονδίνου κατά 20%. Επιπλέον, ενισχύθηκε

το

μερίδιο

των

μετακινήσεων

που

πραγματοποιούνται με τα πόδια, το οποίο αντιπροσωπεύει το 20.9%.8 Σήμερα, ίσως είναι η μοναδική μεγάλη πόλη στον κόσμο που βιώνει τέτοια μεταστροφή στη χρήση των Ι.Χ. ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

Βασισμένα στο γεγονός ότι το Λονδίνο είναι μία διασπασμένη και

πολυκεντρική

προγράμματα

πόλη

με

ανάπλασης

μεγάλη της

εξάπλωση,

πόλης

τα

στοχεύουν

νέα στην

επανεκτίμηση και τη δημιουργία κέντρων στην περιφέρεια αλλά και ενδυνάμωση του κέντρου μίας πόλης που βασίζεται στις οικονομικές υπηρεσίες και τον τουρισμό. Μετά από την υλοποίηση του Canary Wharf, της επιχειρηματικής περιοχής στο κέντρο της πόλης, παρουσιάστηκε η ανάγκη για μια νέα στρατηγική ανάπτυξης. Οι δημόσιες συγκοινωνίες, η ποιότητα του δημόσιου χώρου, οι οικονομικά προσιτές κατοικίες και η ανάμιξη των χρήσεων είναι τομείς στους οποίους ο σχεδιασμός επικεντρώνεται.11


210

Η περιοχή White City, που αποτελεί σήμερα ένα μεγάλο χάσμα στον αστικό ιστό του δυτικού Λονδίνου, καθορίζεται από το σχέδιο του Λονδίνου [London’s Plan] ως μια περιοχή με δυνατότητες ανάπλασης. Πρόκειται για ένα ξεχασμένο αστικό τμήμα της πόλης που σήμερα καταλαμβάνεται από μία χαλαρή διάταξη

βιομηχανικών

εγκαταστάσεων,

αποθηκών

και

εμπορικών κτηρίων. Ο Rem Koolhaas είναι ο υπεύθυνος της αναδιαμόρφωσης της περιοχής 170.000 m², δημιουργώντας 15.000 νέες δουλειές και 3.000 νέες κατοικίες. Σε μία προσπάθεια να ενοποιηθεί η περιοχή με την πόλη, το σχέδιο περιλαμβάνει 3 πυκνές συγκεντρώσεις με δημόσιους χώρους που καταλήγουν στις

περιβάλλουσες

περιοχές.

Η

περιοχή

θα

αποτελέσει

ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΟΜΑ WHITE CITY

μελλοντικά πηγή θέσεων εργασίας για το Λονδίνο.12

Η περιοχή Elephant&Castle καταλαμβάνει το γεωγραφικό κέντρο του Λονδίνου σε ένα δυναμικό τμήμα της πόλης. Η έκταση των 680.000 m² προσφέρει 5.300 κατοικίες και 75.000 m² χώρους εμπορίου, ενώ είναι πηγή 4000 νέων θέσεων εργασίας. Σημαντικό ζήτημα για το σχέδιο Elephant&Castle αποτελεί η δημιουργία ενός δημόσιου κέντρου, το οποίο ενώνει και ενσωματώνει τις υπάρχουσες ποικιλόμορφες κοινότητες, χωρίς να διαταράσσεται το κοινωνικό μίγμα.13

ΠΡΟΤΑΣΗ ΧΡΗΣΕΩΝ ΓΗΣ ELEPHANT & CASTLE


212

Το King’s Cross αποτελεί σήμερα έναν από τους μεγαλύτερους συγκοινωνιακούς κόμβους. Με την ολοκλήρωση του νέου σταθμού

στην

περιοχή

St.

Pancras,

βελτιώνεται

η

προσβασιμότητα του Τάμεση αλλά και η άμεση σύνδεση με τα 4 κεντρικά αεροδρόμια στα νοτιοανατολικά- Heathrow, Gatwick, Stansted

και

Luton.

Το

τμήμα

αυτό

της

πόλης,

όντας

αποκομμένο από τις περιοχές κατοικίας και αποτελώντας μια τρύπα στον ιστό του Βόρειου Λονδίνου με τα διάσπαρτα βιομηχανικά

κτήρια,

παραοικονομία

και

σχετίζεται

εδώ

δραστηριότητες

και που

γενιές

με

την

χαρακτηρίζουν

πολλούς από τους κεντρικούς σταθμούς των μέγα-πόλεων. Το έργο για την ανάπλαση της περιοχής μεγέθους 270.000 m² βρίσκεται σήμερα σε στάδιο σχεδιασμού με βασικό του στόχο

ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ FOSTER & PARTNERS KING’S CROSS

την κάλυψη των αναγκών τόσο του τοπικού όσο και του μετακινούμενου πληθυσμού.14

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2012 αποτελούν καταλύτη της κοινωνικής,

φυσικής

και

περιβαλλοντικής

αλλαγής

στην

ευρύτερη περιοχή του Τάμεση [Thames Gateway]. Η Ολυμπιακή περιοχή των 20.000 m² βρίσκεται πλησίον του κέντρου του Stratford και οι συγκοινωνιακές συνδέσεις ενώνουν το κέντρο του Λονδίνου με το Continent από το 2007. Το αστικό τοπίο είναι διασπασμένο και περιβάλλεται από αυτοκινητόδρομους και σιδηροδρομικές γραμμές αλλά τα μεγάλα αποθέματα των ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ LOWER LEA VALLEY


215

πράσινων χώρων και νερού στην περιοχή Lower Lea Valley δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα νέο τμήμα της πόλης στα ανατολικά του Λονδίνου. 9.400 κατοικίες θα δημιουργηθούν στο Ολυμπιακό Πάρκο, το 50% των οποίων θα είναι οικονομικά προσιτές σε συνδυασμό με 37.000 μονάδες που σχεδιάζονται στην ευρύτερη περιοχή. Η επιτυχία του σχεδίου αυτού θα καθοριστεί μέσα στα επόμενα χρόνια της λειτουργίας μιας πρώην υπανάπτυκτης περιοχής, η οποία μετατρέπεται σε ένα προσιτό για κάθε κοινωνική τάξη τμήμα της πόλης.15 Μέσα από τα νέα σχέδια του Λονδίνου για τη μελλοντική του ανάπτυξη δίνεται η ευκαιρία σε όλο τον κόσμο να γνωρίσει τις νέες τάσεις και τα όρια μεταξύ αστικού σχεδιασμού και προώθησης της πόλης. Για τους ίδιους τους κατοίκους του Λονδίνου δεν είναι παρά μια διαδρομή που τους τοποθετεί στο αβέβαιο έδαφος της μητρόπολης στα μέσα μιας τέτοιας αλλαγής που δεν έχει πραγματοποιηθεί εδώ και ένα αιώνα.16 Ωστόσο, το Λονδίνο, ως η πρώτη μοντέρνα μεγάπολη της Βιομηχανικής Επανάστασης, έχει ακόμα τη δυνατότητα να απορροφήσει αυτή την ανάπτυξη και την αλλαγή με έναν αποδοτικό τρόπο, κτίζοντας πάνω στις παραδόσεις του, ως γνήσιο παράδειγμα μιας από τις μεγαλύτερες ουμανιστικές πόλεις στον κόσμο.

ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΕΡΓΑ ΣΤΟ THAMES GATEWAY


7

Σ Υ Μ Π Ε Ρ Α Σ Μ Α Τ Α


“Φτάνουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι θα χρειαζόμαστε τις αστικές οικίσεις, θα χρειαζόμαστε τις αστικές οικίσεις των αυξανόμενων αριθμών και σημασίας, και μελλοντικά μπορεί να οδηγηθούμε μόνο σε αστικές οικίσεις.” Κ.Α.Δοξιάδης Ecumenopolis, The Settlement of the Future, 1967


218

Υπάρχουν ενδείξεις σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ότι η διαδικασία της αστικοποίησης φαίνεται μελλοντικά ότι θα σταθεροποιηθεί. Πρόκειται λοιπόν για ένα φαινόμενο με ημερομηνία λήξης; Ή έχουμε σε εξέλιξη ένα φαύλο κύκλο; Πόλεις που συρρικνώνονται και πόλεις που γνωρίζουν τρομακτική ανάπτυξη μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες, πόλεις που αναγεννιούνται

και

πόλεις

που

παγιώνονται,

πόλεις

με

σημαντικές προοπτικές και πόλεις φαντάσματα έρχονται να στελεχώσουν τον παγκόσμιο αστικό χάρτη και να καθορίσουν την μελλοντική μορφή του. Προς το παρόν παίρνουμε ως δεδομένο πως οι πόλεις αυξάνονται με κάθε τρόπο- οριζόντια, κάθετα, γρήγορα, αργά, σταθερά, ακόμα και με αρνητικούς ρυθμούς. Παρόλα αυτά η αστικοποίηση σήμερα δεν έχει να κάνει με το μέγεθος αλλά πώς το διαχειρίζεται ο άνθρωπος, για να δημιουργήσει τις συνθήκες αυτές που θα του προσφέρουν το “ευ ζην”. Στα παραδείγματα που αναλύθηκαν, αξίζει να επισημανθεί η περίπτωση του Τόκιο που η ευρύτερη περιοχή του [αν συμπεριλάβουμε την Kanto Region στην οποία η πόλη ανήκει] φτάνει τα 42 εκ., περιλαμβάνει τέτοιες οικονομικόκοινωνικές συνθήκες, με το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών να είναι σχετικά μικρό, που δεν παρουσιάζει τις αντιθέσεις που συναντώνται στα κατά πολύ μικρότερα Μουμπάι με τις παραγκουπόλεις και Σάο Πάολο με τις φαβέλες και τις κλειστές κοινότητες. Επιπλέον η περίπτωση του Γιοχάνεσμπουργκ, όπου


219

το κέντρο της πόλης εξακολουθεί να μένει κενό, ακόμα και 15 χρόνια μετά την κατάρρευση του απαρτχάιντ, ενώ τα κατάμεστα προάστια ελλείπονται βασικών υποδομών. Τέλος το Λονδίνο, πόλη της τάξης των 19εκ.,

βρίσκεται στο επίκεντρο της

παγκόσμιας οικονομικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Επομένως, το καίριο ζήτημα είναι η διαχείριση αυτή του μεγέθους,

μικρού

ή

μεγάλου,

ως

αποτελέσματος

της

αστικοποίησης. Αν μάλιστα αναλογιστούμε την παγκόσμια κλίμακα θα αντιληφθούμε ότι αυτή η τιμή του μεγέθους τείνει στο άπειρο. Το πλανητικό χωριό, αυτή η ενιαία παγκόσμια αστική έκταση που προέβλεψε ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης τη δεκαετία του 1960, είναι ζήτημα λίγων δεκαετιών αν δεν είναι ήδη γεγονός. Το σίγουρο είναι πως η διαδικασία της συνεχούς συγκέντρωσης πληθυσμού στις αστικές περιοχές δημιουργεί προκλήσεις που οι πόλεις πρέπει να αντιμετωπίσουν, ενώ οι δημογραφικές και πολιτικές επιπτώσεις αυτού του μετασχηματισμού αποτελούν μια δοκιμασία για το μέλλον της ανθρωπότητας. Όλες σχεδόν οι σύγχρονες

μέγα-πόλεις

αντιμετωπίζουν

μία

σειρά

κοινών

προβλημάτων. Η περιβαλλοντική υποβάθμιση και η φτώχεια με τη

μαζική

έξαρση

των

παραγκουπόλεων

αποτελούν

τα

κυριότερα από αυτά. 1 στους 6 ανθρώπους στον κόσμο έχει να αντιμετωπίσει απεχθείς και ταπεινωτικές συνθήκες διαβίωσης στα όρια

των

αστικών

κέντρων,

σε

νόμιμες

ή

παράνομες

εγκαταστάσεις. Διακρίνουμε αναπόφευκτα ένα κοινό μοντέλο της σύγχρονης μέγα-πόλης, όπου η υπερσυγκέντρωση του


220

πληθυσμού, η έλλειψη στέγασης, η ανεπάρκεια δημόσιων χώρων,

η

ατμοσφαιρική

ρύπανση,

η

κυκλοφοριακή

συμφόρηση και η εγκληματικότητα έρχονται να συνθέσουν την εικόνα της. Η αστική ανάπτυξη, προσπαθώντας να ανταποκριθεί στις ανάγκες

της

ανθρωπότητας,

εξελίχθηκε

σε

μια

χαοτική

διαδικασία, όπου στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπήρχαν αρχές σχεδιασμού. Ο αντίκτυπος αυτής της επιταχυνόμενης διαδικασίας είναι πλέον εμφανής. Η αρχική σύσταση των πόλεων αποτελούσε το καταφύγιο της κοινότητας απέναντι στους πιθανούς κινδύνους. Η σημερινή πόλη αντιθέτως αποτελεί η ίδια πηγή κινδύνων και αβεβαιοτήτων, τρέφοντας ένα συνεχώς αυξανόμενο αίσθημα αβεβαιότητας μεταξύ των κατοίκων. Τα τεράστια δημογραφικά μεγέθη που χαρακτηρίζουν τις σημερινές μέγα-πόλεις φαίνονται να αρνούνται την αποστολή της πόλης ως του κύριου πολιτιστικού κέντρου της κοινωνίας. Η έλλειψη της κοινωνικής συνεκτικότητας κάνει εμφανείς τις αδυναμίες της αστικής ζωής και της δομής της. Το μοντέλο της συμπαγούς πόλης που θα στεγάσει την αύξηση του πληθυσμού μέσω εντατικής

πύκνωσης

της

πόλης

έχει

ήδη

αρχίσει

να

αναπτύσσεται σε ορισμένες αστικές περιοχές. Η συμπαγής και συνεκτική πόλη, ωστόσο, αποτελεί ένα μοντέλο που καλύπτει μόνο την οριζόντια εξάπλωση της πόλης δυσχεραίνοντας επιπλέον τις συνθήκες ζωής.


221

Βαδίζοντας στον 21ο αιώνα, παρουσιάζεται επιτακτική η ανάγκη ενός νέου μοντέλου πόλης, όχι τόσο στη φυσική δομή της όσο στην

κοινωνική.

Πόλεις

δίκαιες

κοινωνικά

και

υγιείς

περιβαλλοντικά. Απέναντι στη φτώχεια, την υγεία, την ενέργεια, το κλίμα, τις μεταφορές και την αίσθηση ασφάλειας η πρόκληση της αειφόρου ανάπτυξης θα καθορίσει το μέλλον του πλανήτη. Η

ποιότητα

ζωής

και

ο

σεβασμός

στο

περιβάλλον

παρουσιάζουν νέες προοπτικές για τις πόλεις, ανεξαρτήτου μεγέθους και μορφής. Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, νέες μορφές μαζικής μεταφοράς και ανακατανομή του διαθέσιμου εδάφους στα ευρύτερα πλαίσια αστικού σχεδιασμού αποτελούν ενθαρρυντικές πτυχές της πόλης του άμεσου μέλλοντος. Οι συγκεκριμένες δευτερεύουσας

προτάσεις σημασίας

ωστόσο για

τις

φαίνονται ήδη

να

υπάρχουσες

είναι και

ανερχόμενες μέγα-πόλεις, όπου η μείωση της ψαλίδας των κοινωνικών αντιθέσεων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωσή τους.


8

Π Η Γ Ε Σ


223

1.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1 Τα στοιχεία της διάλεξης βασίζονται στη 10η Biennale του 2006 στη Βενετία υπό τον τίτλο“Cities, architecture and society” με θέμα τις πόλεις και το πρόγραμμα “Urban Age Project” που πραγματοποιήθηκε από το πανεπιστήμιο LSE. 2.

ΝΕΕΣ ΤΑΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ

2.1. ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ 1 Edward W. Soja, Postmetropolis, “Critical Studies of Cities and Regions”, Blackwell Publishing, 2000, σελ.23 2 Roberto Luís Monte-Mór, “What is the urban in the contemporary world?”, 2005, http:// www.scielo.br/pdf/csp/ v21n3/30.pdf, Ιανουάριος 2010 3 Γίαννης Πολύζος, Νίκος Μπελαβίλας, Φερενίκη Βαταβάλη, “Ιστορίες για πόλεις, Σχόλια για τους πολεοδομικούς μετασχηματισμούς κατά τον 19ο και 20ο αιώνα” 4 Μαρία Μαντουβάλου, “Όψεις της αστικοποίησης και πολεοδομία”, Επιλογή κειμένων για την Ιστορία και Θεωρία της Πολεοδομίας, ΕΜΠ, 2006 5 List of Largest cities throughout history, http:// en. wikipedia.org /wiki/ List _of _larges_cities_throughout_history, Ιανουάριος 2010


224

2.2. Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ [20ος & 21ος ΑΙΩΝΑΣ] 1 Ricky Burdett & Philipp Rode, “The Urban Age Project”, στο The Endless City, 2007, σελ.9 2 World Urbanization Prospects: The 2007 Revision Population Database, United nations 3 Urbanization and Cities, http:// www.pacificislandtravel.com/ nature_gallery/urbanization.htm, Νοέμβριος 2009 4 Urban Area, http://en.wikipedia.org/wiki/Urban_area, Νοέμβριος 2009 5 Anna Tibaijuka, Η Κατάσταση του Κόσμου 2007: Το Αστικό μας Μέλλον, Αθήνα 2007, σελ.11 6 Edward Soja & Miguel Kanai, “The Urbanization of the World”, στο The Endless City, 2007, σελ.54 7 Rem Koolhaas, “In search of authenticity”, The Endless city, London 2007, σελ. 322 8 Kai N. Lee, “Ένας Κόσμος που Αστικοποιείται”, στο Η Κατάσταση του Κόσμου 2007: Το Αστικό μας Μέλλον, Αθήνα 2007, σελ.29 9 Saskia Sassen, “Seeing Like a City”, The Endless City, London 2007, σελ.277 10 Edward Soja & Miguel Kanai, “The Urbanization of the World”, στο The Endless City, 2007, σελ.58 11 Metropolis,

http ://en.wikipedia.org/wiki/Metropolis,

Ιανουάριος 2010 12 Megacity,

http://en.wikipedia.org /wiki/ Megacity,

Ιανουάριος 2010


225

13 Megalopolis(city type),

http:// en.wikipedia.org/ wiki/

Megapolis, Ιανουάριος 2010 14 François Ascher, Métapolis ou L'avenir des villes, 1995, σελ. 34 15 Edward Soja & Miguel Kanai, “The Urbanization of the World”, στο The Endless City, 2007, σελ.59 16 “Urban Sprawl in Europe: The ignored challenge”, report by European commission, σελ.6 3. ΟΙ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ 3.1. ΑΣΙΑ 1 Asia, http://en.wikipedia.org/wiki/Asia, Ιανουάριος 2010 2 Asian Century, http://en.wikipedia.org/wiki/Asian_Century, Ιανουάριος 2010 3 World Population Prospects: The 2007 Revision Population Database, United Nations 4 “Changes in Asia’s fast growing cities are closely watched across the world”, A report by UN-Habitat, http://www.citymayors.com/society/asian_cities.html, Ιανουάριος 2010 5 Graeme Hugο, “Urbanisation in Asia: An Overview”, 2003, σελ.7, http://pum.princeton.edu/pumconference/papers/2Hugo.pdf, Ιανουάριος 2010 6 Urbanization in China, http://en.wikipedia.org /wiki/ Urbanization_in_China, Ιανουάριος 2010 7 Edward Soja & Miguel Kanai, “The Urbanization of the World”, The Endless City, 2007, σελ.59


226

8 India, http://el.wikipedia.org/wiki/India, Ιανουάριος 2010 9 http://www.urban-age.net, India Conference, 2007, Ιανουάριος 2010 10 Indonesia, http:// en.wikipedia.org/ wiki/Indonesia# Demographics, Ιανουάριος 2010 11 [Deden Rukmana, “Urbanization and Suburbanization in Jakarta”, 1 March 2007, http:// indonesiaurbanstudies. blogspot.com /2007/03/urbanization-and-suburbanizationin.html, Ιανουάριος 2010 12 Demographics of Japan, http: //en.wikipedia.org/wiki/ Demographics_ of_ Japan, Ιανουάριος 2010 3.2. ΑΦΡΙΚΗ 1 Africa, http://en.wikipedia.org/wiki/Africa, Ιανουάριος 2010 2 Population Reference Bureau, http://www.prb.org , Ιανουάριος 2010 3 World Population Prospects: The 2007 Revision Population Database, United Nations 4 Kingsley Kobo, “Africa's population now 1 billion”, 25 August 2009, http:// www.africanews.com/site/ Africas_population_ now_ 1_billion/list_messages/26588, Ιανουάριος 2010 5 World Population Prospects: The 2007 Revision Population Database, United Nations 6 Lagos, http://en.wikipedia.org/wiki/Lagos#cite_note-2, Ιανουάριος 2010 7 Johannesburg, http://en.wikipedia.org/wiki/Johannesburg, Ιανουάριος 2010


227

3.3. ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ 1 Latin America, http://en.wikipedia.org/wiki/Latin_America, Ιανουάριος 2010 2 Marcela Cerrutti, Rodolfo Bertoncello, Urbanization and Internal Migration Patterns in Latin America, 2003 3 STATE OF THE ENVIRONMENT AND POLICY RETROSPECTIVE: 1972–2002, http://www.unep.org/geo/ geo3/english/ pdfs/chapter2-8_urban.pdf, Ιανουάριος 2010 4 http://www.urban-age.net/10_cities/_data/data_SP.html, Ιανουάριος 2010 5 South America, http://en.wikipedia.org/wiki/South_America, Ιανουάριος 2010 6 World Population Prospects: The 2007 Revision Population Database, United Nations 7 Mexico city, http://en.wikipedia.org/wiki/Mexico_city, Ιανουάριος 2010 3.4. ΒΟΡΕΙΟΣ ΑΜΕΡΙΚΗ 1 North America, http://en.wikipedia.org/wiki/North_America, Ιανουάριος 2010 2 Jordan Rappaport, “U.S. Urban Decline and Growth, 1950 to 2000”, http://www.kc.frb.org/Publicat/econrev /Pdf/ 3q03rapp .pdf, Νοέμβριος 2010 3 STATE OF THE ENVIRONMENT AND POLICY RETROSPECTIVE: 1972–2002, http://www.unep.org/geo/geo3/english/pdfs/ chapter2-8_urban.pdf, Ιανουάριος 2010


228

4 World Population Prospects: The 2007 Revision Population Database, United Nations 5 http://www.wri.org/publication/content/8840, Οκτώβριος 2009 6 http://www.theusaonline.com/people/urbanization.htm, Οκτώβριος 2009 7 Aaron M. Renn, “Shrinking the Rust Belt”, http:// www.newgeography.com/content/00883-shrinking-rust-belt, Νοέμβριος 2009 8 Stuart Rosenberg, Growth, “Decline and structural change in U.S. cities and towns” www.gcbe.us/8th_GCBE/data/ Stuart% 20Rosenberg.doc, Νοέμβριος 2009 9 Canada, http://en.wikipedia.org/wiki/Canada, Ιανουάριος 2010 10 http://www.statcan.gc.ca/pub/11-008-x/2007004/10313eng.htm, Ιανουάριος 2010 3.5. ΕΥΡΩΠΗ 1 Europe, http://en.wikipedia.org/wiki/Europe, Ιανουάριος 2010 2 Demographics of Europe, http://en.wikipedia.org/wiki/Demography_of_Europe 3 http://www2.sunysuffolk.edu/westn/urban.html, Ιανουάριος 2010 4 Tony Travers, “Towards a Europe of Cities”, The Endless City, 2007, σελ.155 5 “Not all cities will benefit from rising urbanization”, A report by UN-Habitat, reviewed by Tann vom Hove, http://www.


229

citymayors. com/ habitat/habitat08-urbanization.html, Ιανουάριος 2010 6 STATE OF THE ENVIRONMENT AND POLICY RETROSPECTIVE: 1972–2002, http://www.unep.org/geo/geo3/english/pdfs/ chapter2-8_urban.pdf , Ιανουάριος 2010 7 http://www.inblick.org/?p=2articles/04/gentile.html, Ιανουάριος 2010 8 Soviet Union, http://en.wikipedia.org /wiki/Soviet_Union# Population_and_society, Ιανουάριος 2010 9 World Population Prospects: The 2007 Revision Population Database, United Nations 10 Soviet Union Census 1989, http:// en.wikipedia.org /wiki/ Soviet_Census_ % 281989%29, Ιανουάριος 2010 11http://www.shrinkingcities.com, Ιανουάριος 2010 12 Tony Travers, “Towards a Europe of Cities”, στο The Endless City, 2007, σελ.156 13 http://www.shrinkingcities.com/fileadmin/shrink/downloads /pdfs/Ausstellungsflyer_Engl.pdf, 2004, Ιανουάριος 2010 4. ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ 1 Richard Burdett, Miguel Kanai, “City-building in an age of global urban

transformation”, Cities architecture and

society, 10. Mostra internazionale di Arcitettura, Venecia, 2006, σελ. 3 2 Richard Burdett, Miguel Kanai, “City-building in an age of global urban transformation”, Cities architecture and society, 10. Mostra internazionale di Arcitettura, Venecia, 2006, σελ. 6


230

3 Richard Burdett, Miguel Kanai, “City-building in an age of global urban transformation”, Cities architecture and society, 10. Mostra internazionale di Arcitettura, Venecia, 2006, σελ. 20 4 Richard Burdett, Miguel Kanai, “city-building in an age of global urban transformation”, Cities architecture and society, 10. Mostra internazionale di Arcitettura, Venecia, 2006, σελ. 13 5. ΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ 5.1. ΟΙ ΣΥΡΡΙΚΝΟΥΜΕΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ 1 “Not all cities will benefit from rising urbanization”, A report by UN-Habitat, reviewed by Tann vom Hove, http:// www. citymayors.com / habitat/habitat08-urbanization.html, Ιανουάριος 2010 2 Edward Soja & Miguel Kanai, “The Urbanization of the World”, The Endless City, 2007, σελ.58 3 http://www.shrinkingcities.com, Ιανουάριος 2010 5.2. ΟΙ ΜΕΓΑ-ΠΟΛΕΙΣ 1 “URBAN PLANET: Collective Identities, Governance and Empowerment in Megacities”,http://www.irmgard-coninxstiftung.de /fileadmin /user_upload/pdf/ urbanplanet/ Urban_Planet_Background_Paper.pdf, Ιανουάριος 2010 2 Brockerhoff, "An Urbanizing World", Population Bulletin, Vol. 55, No. 3, September 2000, The Population Reference Bureau 3 Frauke Kraas, “Megacity Documentation”, http: //www.megacities.uni-koeln.de/aims/, Ιανουάριος 2010


231

4 Patricia Nuna, “Megacities must urgently address the needs of slum dwellers to prevent human disaster”, http:// www. citymayors.com/society/megacities _mumbai.html, Ιανουάριος 2010 5 World Urbanization Prospects: The 2005 Revision, United Nations 6 Edward Soja, “Regional urbanization and the future of megacities”, Towards the Megacities Solution, 2008 7 George Bugliarello, “Megacities and the Developing World”, December 1999, http:// www.nae.edu/Publications/ TheBridge/ Archives/V294UrbanizationEngineering/MegacitiesandtheDevel opingWorld.aspx, Ιανουάριος 2010 6. ΠΕΝΤΕ ΑΣΤΙΚΑ ΙΧΝΗ 6.1. ΜΟΥΜΠΑΙ 1 Mumbai, http://en.wikipedia.org/wiki/Mumbai, Ιανουάριος 2010 2 Richard Burdett, City Profiles: Mumbai, στο Cities Architecture and Society, 10.Mostra internazionale di Arcitettura, Venice , 2006, σελ. 249 3 Suketu Mehta, “Maximum City”, http://www.urbanage.net/10_cities/07_mumbai/_essays/mumbai_Mehta.html, Ιανουάριος 2010 4 “POPULATION AND EMPLOYMENT PROFILE OF MUMBAI METROPOLITAN REGION”, 2003, http://www. mmrdamumbai. org/, Ιανουάριος 2010


232

5 S. Parasuraman, “Uncovering the myth of urban development in Mumbai”, http://www.urban-age. net/10_cities/07 _mumbai/_essays/ mumbai _Parasuraman. Html, Ιανουάριος 2010 6 Darryl D’ Monte, “A Matter of People, http://www.urbanage.net/10_cities/07_mumbai/_essays/mumbai_DMonte.html, Ιανουάριος 2010 7 Philipp Rode, “Mumbai: The Compact Mega City, http://www.urban-age.net/10_cities/ 07_mumbai/essays /mumbai_Rode.html, Ιαμουάριος 2010 8 “Housing Typologies in Mumbai”, 2007, http://www.urbanage.net/10_cities/07_mumbai/mumbai_HT.html, Ιανουάριος 2010 9 United Nations Development Programme (UNDP) report, http://www.undp.org/ 6.2. ΣΑΟ ΠΑΟΛΟ 1 http://www.urban-age.net/10_cities/_data/data_SP.html 2 World Population Prospects: The 2007 Revision Population Database, United Nations 3 Paulo C P Bótas, “Almost three quarters of Brazilians live in cities”, http://www.citymayors.com/gratis/brazilian_cities.html, Ιανουάριος 2010 4 Sao Paulo, http://en.wikipedia.org/wiki/S%C3%A3o_Paulo, Ιανουάριος 2010 5 Raul Juste Lores, “Sao Paulo, Brazil”, Cities architecture and society, 10.Mostra internazionale di Arcitettura, Venice, 2006, σελ. 98


233

6 Luci Oliveira and Ben Page “ Urban Age City Survey, Ipsos Mori Social Research Institute in London”, http://www.urbanage.net/, Ιανουάριος 2010 7Jose de Souza Martins, “The Multicultural City”, http:// www. urban-age.net/10_cities/08_saoPaulo/ essays /SA_Martins.html, Ιανουάριος 2010 8 Teresa Caldeira, “Worlds Set Apart”, http://www.urbanage.net/, Ιανουάριος 2010 9 Mariana Fix, Pedro Arantes and Giselle M. Tanaka, “Understand Slums:Case Studies for the Global Report 2003, Sao Paulo,Brazil”, http://www.ucl.ac.uk/dpu-projects/ Global _Report / index.htm, Ιανουάριος 2010 10 Paula Miraglia, “Safe Spaces in São Paulo”, http: //www. urban-age. net/, Ιανουάριος 2010 11Ciro Biderman, “Sao Pulo’s Urban Transport Infrastructure”, http://www.urban-age.net/10_cities/08_saoPaulo/_ essays /SA_Biderman.html, Ιανουάριος 2010 12 Raul Juste Lores, “New Urban Opportunities”, http://www. urban-age.net/, Ιανουάριος 2010 6.3. ΤΟΚΙΟ 1“More than 57 million people live in Japan's largest cities”, http://www.citymayors.com/gratis/japanese_cities.html , Ιανουάριος 2010 2 Tokyo, http://en.wikipedia.org/wiki/Tokyo, Ιανουάριος 2010 3 Demographics of Japan, http: //en.wikipedia.org/ wiki/Demographics _of_ Japan#Population_density, Ιανουάριος 2010


234

4 Encyclopædia Britannica: Facts about Tokyo, http:// www. britannica.com 5 The Japanese Journal of Population, Vol.2, No.1 (March 2004): “An Analysis of Recent Migration Trends in the Tokyo City Core 3 Wards” 6 Tokyo Metropolitan Government: Tokyo’s Geography, History and Population, http://www.metro.tokyo.jp/ENGLISH/ PROFILE/ overview03.htm, Ιανουάριος 2010 7 Masato Shimizu, “An Analysis of Recent Migration Trends in the Tokyo City Core 3 Wards”, The Japanese Journal of Population, Vol.2, No.1, March 2004 8 Tokyo: Metropolitan, City & Suburban Population from 1920, http:// www.demographia.com/db-jp-toksub.htm, Ιανουάριος 2010 9 Kohei Okamoto, “Suburbanization of Tokyo and the Daily Lives of Suburban People”, στο The Japanese city, Pradyumna Prasad Karan, Kristin Eileen Stapleton, 1997, The University Press of Kentucky, σελ. 82 10 Koichi Tanaka & Emi Kainuma, “An analysis of time-series variation of urban density in Tokyo 23 wards using GIS” 11 Japan Metropolitan Areas: Housing Data (2003): Home Ownership, House Size & Detached Housing: Tokyo-Yokohama, Osaka-Kobe-Kyoto & Nagoya, http://demographia.com/dbjapanmethousing.htm 12 Tokyo Metropolitan Government: Tokyo’s Geography, History and Population, http://www.metro.tokyo.jp/ENGLISH/PROFILE/ overview03.htm, Ιανουάριος 2010 13 Urban Transport Fact Book, http://www.publicpurpose.com/ ut-tokmkt.htm, Ιανουάριος 2010


235

14 Shuji Funo, “The Declining Capital”, I I A S N e w s l e t t e r, # 3 1, July 2003 15 “Tokyo’s New Urban Development Plan Incorporating Changing Socioeconomic Conditions”, by Bureau of Cuty Planning Tokyo Metropolitan Government, http://unpan1 .un.org/intradoc/groups/public/documents/apcity/unpan0030 24.pdf 6.4. ΓΙΟΧΑΝΕΣΜΠΟΥΡΓΚ 1 Caroline Kihato, “African Urbanism”, The Endless city, London 2007,σελ.214 2 Deyan Sudjic, “The View from outside”, The Endless City, London 2007, σελ.200 3 http://www.joburg.org.za/content/view/92/58/, Ιανουάριος 2010 4 http://de.wikipedia.org/wiki/Johannesburg,Ιανουάριος 2010 5 Lindsay Bremner, “Johannesburg, Republic of South Africa”, Cities architecture and society, 10.Mostra internazionale di Arcitettura, Venice, 2006, σελ. 169 6Johannesburg, “Challenges of Inclusion?”, July 2006, http://www.urban-age.net/03_conferences/conf_ johannesburg.html, Ιανουάριος 2010 7 Deyan Sudjic, “The View from outside”, The Endless City, London 2007, σελ.201 8 Ricky Burdett and Phillipp Rode, “The Urban Age Project”, The Endless City, London 2007, σελ.11 9 Lindsay Bremner, “Recovering from Apartheid, The Endless City, London 2007, σελ. 203


236

10 Housing Johannesburg, http://www.urban-age.net /10_cities/ 04_johannesburg /johannesburg_H+N.html, Ιανουάριος 2010 11 Making Public Life, http://www.urban-age.net/10_cities/ 04_johannesburg /johannesburg_PL+US.html, Ιανουάριος 2010 12 Johannesburg Mobility and Transport, Transport as Justice, http://www.urban-age.net/10_cities/04_johannesburg/ johannesburg_M+T.html, Ιανουάριος 2010 13 Lindsay Bremner, “Recovering from Apartheid, The Endless City, London 2007, σελ. 206 6.5. ΛΟΝΔΙΝΟ 1 Deyan Sudjic, “Governing the Ungovernable”, στο The Endless City, London 2007 σελ. 142 2 London, http://en.wikipedia.org/wiki/London, Ιανουάριος 2010 3 Channel 4: History, London: The Greatest City, http://www.channel4.com/history/microsites/H/history/im/london4.html, Ιανουάριος 2010 4 Information London, http://www.london.gov.uk, Ιανουάριος 2010 5 Focus on London, http://www.statistics.gov.uk/focuson /london/, Ιανουάριος 2010 6 London Evening Standard :'One-third of Londoners born outside Britain', 13.11.06, http://www.thisislondon.co.uk/news/ article-23374397-one-third-of-londoners-born-outside-britain.do, Ιανουάριος 2010


237

7 Ricky Burdett, “The Capital of Suburbia”, στο The Endless City, London 2007, σελ. 147 8 http://www.urban-age.net/03_conferences/ conf_london. html, Ιανουάριος 2010 9 Transport for London: “Tube carries one billion passengers for first time”, 28 March 2007, http://www.tfl.gov.uk/corporate/ media/newscentre/archive/4770.aspx, Ιανουάριος 2010 10 Ricky Burdett, “The Capital of Suburbia”, στο The Endless City, London 2007, σελ. 150 11 Prof.Franz Pesch, “Europäische Stadt London, Stuttgart, August 2007 12 LONDON | The White City challenge in West London, http://www.urban-age.net/10_cities/03_london/london _WEST.html, Ιανουάριος 2010 13 LONDON | Elephant & Castle – The future of public life in South London , http://www.urbanage.net/10_cities/03_london/london_SOUTH.html] , Ιανουάριος 2010 14 LONDON | King’s Cross: A Gateway to Europe, http://www.urban-age.net/10_cities/03_london/london _NORTH.html, Ιανουάριος 2010 15 LONDON | The Olympics and Urban Legacy , http://www.urban-age.net/10_cities/03_london/london_ EAST.html, Ιανουάριος 2010 16 Deyan Sudjic, “Governing the Ungovernable”, στο The Endless City, London 2007, σελ. 144


238

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ_ ΟΠΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ _ The Endless City, The Urban Age project by the London School of Economics and Deutsche Bank’s Alfred Herrhausen Society, PHAIDON, London 2007. _ Cities architecture and society, 10. Mostra internazionale di Arcitettura, Marsilio, Venecia, 2006. _Prof.Franz Pesch, “Europäische Stadt London”, Stuttgart, August 2007 _Γεώργιος Μ. Σαρηγιάννης, Ιστορία της πόλης και της πολεοδομίας, Η αρχαία πόλη, ΕΜΠ, Αθήνα 2002. _ Klaus Humpert, Klaus Brenner, Sibylle Becker, Fundamental Principles of Urban Growth ,Verlag Müller & Busmann.

ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ _www.urban-age.net _www.flickr.com _www.skyscrapercity.com _www.shrinkingsities.com

WWW.


9

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α


241

_ The Endless City, The Urban Age project by the London School of Economics and Deutsche Bank’s Alfred Herrhausen Society, PHAIDON, London 2007. _ Cities architecture and society, 10. Mostra internazionale di Arcitettura, Marsilio, Venecia, 2006. _ Prof.Franz Pesch, “Europäische Stadt London”, Stuttgart, August 2007 _Γεώργιος Μ. Σαρηγιάννης, Ιστορία της πόλης και της πολεοδομίας, Η αρχαία πόλη, ΕΜΠ, Αθήνα 2002. _ Klaus Humpert, Klaus Brenner, Sibylle Becker, Fundamental Principles of Urban Growth ,Verlag Müller & Busmann. _ Rudy Uytenhaak ,Cities full of space: qualities of density, 010 Publications, Rotterdam, 2008 _Richard Rogers, cities for a small planet, Editor Philip Gumuchdjian, Perseus Books Group, 1998 _Επιλογή κειμένων για την Ιστορία και Θεωρία της Πολεοδομίας, ΕΜΠ, 2006 _ Edward W. Soja, Postmetropolis, “Critical Studies of Cities and Regions”, Blackwell Publishing, 2000 _Η Κατάσταση του Κόσμου 2007: Το Αστικό μας Μέλλον, WorldWatch InstituteΑθήνα 2007. _Κων/νος Δοξιάδης, The inevitable city of the Future, W.W. Norton, NY 1974 _François Ascher, Métapolis ou L'avenir des villes, Editions Odile Jakob 1995_ Pradyumna Prasad Karan, Kristin Eileen,The Japanese city, Stapleton, , The University Press of Kentucky, 1997


242

ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ _www.urban-age.net _www.wikipedia.org _www.citymayors.com _www.shrinkingsities.com _www.unep.org _www.prb.org _www.newgeography.com _www.undp.org _www.demographia.com

WWW.



“The phenomenon of global urbanization & 5 urban footprints”