Page 1

Ο Ευγένιος Τριβιζάς στο Ίδρυµα Κακογιάννη Ταξιδεύοντας µε τον «ζογκλέρ των µελάτων αυγών»!

Παντελής Καλιότσος Ο «δάσκαλος της Ανθρωπιάς» δεν είναι πια εδώ 10 Παιδιά, µα τι παιδιά! Γράφουν µπεστ σέλερ και πάνε σχολείο!!!

Υπεύθυνη: Μπέλλα Μηλοπούλου

Εταιρεία Συγγραφέων: 35 χρόνια

Γρηγόρης Πλαστάρας:

Σύνδεσµος Εκδοτών Βιβλίου

Ενιαία Τιµή Βιβλίου: Η επαναφορά της

Ουίλιαµ Σαίξπηρ:

Κωµωδός και τραγωδός

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα: Ερωτικός έως θανάτου

Γιώργος Χρονάς: Οδός Μέθης

Γιώργος Μαρκόπουλος: Σκοτεινή χαρά

Αιµίλιος Μεταξόπουλος: Ο σκεπτικιστής

Το βιβλίο στην τηλεόραση Παιδί & Εφηβος:

Ενθετο για µικρούς αναγνώστες

ΤΕΥΧΟΣ 3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2016


Νέοι δρόµοι στη φαντασία

Στη σκιά των νεκρών συγγραφέων

Η

"Ανοιχτή Βιβλιοθήκη" του iR αναδυκνείει την ποιότητα της Ελληνικής σκέψης. Τους δημιουργούς και τις επιχειρήσεις που δίνουν αγώνα (πολλές φορές κάτω απο εξαιρετικά αντίξοοες συνθήκες, όπως αυτές που βιώνουμε απο το 2010 και μετά) για να φέρουν κοντά μας τους "δημιουργούς σκέψης". Την δημιουργική φαντασία, που ανοίγει νέους δρόμους. Που "μοιράζει κλειδιά" για να ξεκλειδώσουμε τα μυστικά μας. Που αξιοποιεί την τεχνολογία "προς θετικές κατευθύνσεις". Απο το σημερινό τεύχος ξεκινάει και το ένθετο μας "Παιδί & Εφηβος" που σταδιακά θα ενδυναμώνεται και θα μας προσφέρει στις πιο κρίσιμες ηλικίες, προσεγγίσεις χρήσιμες και παραγωγικές. Αλλά και ό,τι συμβαίνει σήμερα στην πατρίδα μας και τον κόσμο. Τάσεις, ιδέες, απόψεις, ρεύματα ιδεών, πρόσωπα και προσωπικότητες. Γιατί άλλωστε "το μέλλον ανήκει - πάντα- στη νέα γενιά". Καλοτάξιδο... Η "Ανοιχτή Βιβλιοθήκη" στηρίζεται στην αγάπη σας. Εσείς είστε η δύναμη μας. Και στα δύο πρώτα τεύχη μας - παρότι δεν κάναμε καμμία διαφήμιση και καμμία "μαρκετίστικη καμπάνια" - η ανταπόκριση ήταν εξαιρετικά θετική (τόσο στην ανάγνωση των περιοδικών μας όσο και στην κοινότητά μας στο Facebook). Και όπως θα διαπιστώνετε το κάθε τεύχος θα είναι ακόμη καλλύτερο και πιο "πλούσιο" (και είμαστε ακόμη στην αρχή). Μέσα στον Δεκέμβριο ετοιμάζουμε και μια νέα υπηρεσία με SMS για όλους τους αναγνώστες/-στριες μας (κάθε ηλικίας) με πολλές προσφορές και δώρα, ώστε μαζί με την ανάγνωση (σε κινητό, tablet ή pc) να έχουμε τη χαρά να σας προσφέρουμε και "υλικά δώρα". Λεπτομέρειες μόλις είμαστε έτοιμοι. Εύχομαι καλή ανάγνωση σε ένα εξαιρετικά πλούσιο τεύχος.

Νίκος Καραμπάσης

Α

ΕΚΔΟΤΗΣ: Νίκος Καραμπάσης ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ: Βασίλης Κ. Καλαμαράς ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΙΣ: Μπέλλα Μηλοπούλου ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: Βιβλιοθηκάριος Αναστασία Κυπαρίσση Χρήστος Κωνσταντίνου Αργυρώ Μαντόγλου Γιάννης Ν. Φέρτης Ελένη Χατζή Αναστασία Παπανικολάου ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: Δημήτρης Παπανικολάου ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ- ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Ευγενία Κανέλλη ΛΟΓΟΤΥΠΟ-ΕΞΩΦΥΛΛΟ: Constantin Xenakis ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ & ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ: Μαίρη Τσανακλίδου email:mtsanaklidou@gmail.com

iReporterWorld.com www.i-Reporter.gr www.facebook.com/ anoixtibibliothiki/

πό την ακινησία στην κίνηση. Από τον λόγο στη σιωπή. Από τη σιωπή στον λόγο. Από την κίνηση στην ακινησία. Από τη ζωή στον θάνατο. Από τον θάνατο στη ζωή. Κίνηση-ακινησία. Ακινησία-κίνηση. Θάνατος-Ζωή. Ζωή-Θάνατος, Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα κύλησε η βραδιά της 16ης Νοεμβρίου, με κεντρικό θέμα της, τα τριάντα πέντε χρόνια από την ίδρυση της Εταιρείας Συγγραφέων-συστήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1981. Σύμπασα η πνευματική ιντελιγκέντσια αυτού του τόπου, ποιητές, πεζογράφοι, δοκιμιογράφοι, κριτικοί λογοτεχνίας, πανεπιστημιακοί, δημιούργησαν πλημμυρίδα στο Πολιτιστικό Κέντρο τού Δήμου Αθηναίων «Μελίνα» του Θησείου. Τα βραβεία ήταν η λαμπερή πλευρά της σελήνης που έχει αρχίσει να απέρχεται, μετά την πανσέληνο της 14ης Νοεμβρίου. Το προσκλητήριο των τεθνεώτων συγγραφέων-μελών της Εταιρείας που διάβασε η γενική γραμματέας Αγγελική Στρατηγοπούλου ήταν η σκοτεινή πλευρά, το πίσω μέρος, εκεί όπου εργάζεται το ρίγος της συγκίνησης μετά δακρύων. Ενός λεπτού σιωπή, αφιερωμένη στους νεκρούς συγγραφείς-στρατιώτες, σ’ αυτούς τους αφανείς, κάποτε επιφανείς, ανάμεσά μας ζωντανοί, τώρα μόνον η σκιά τους, γιαυτό περισσότερο απτοί, περισσότερο ζώντες. Το μήνυμα της νέας υπουργού Πολιτισμού Λυδίας Κονιόρδου, ένας έπαινος προς τους γραφιάδες που αντιστέκονται στην κρίση την πνευματική. Το Βραβείο «Δαίδαλος» πήγε στον επίμονο ιστορικό του βιβλίου Κωνσταντίνο Στάικο. Το Βραβείο «Διδώ Σωτηρίου» στον ακάματο συγγραφέα και μεταφραστή Ζήση Σαρίκα. Το Βραβείο «Γιάννη Βαρβέρη» στον πρωτοεμφανιζόμενο Αλβανό ποιητή (γεν. 1994) Ένο Αγκόλλι γιά την ποιητική του συλλογή «Ποιητικό Αίτιο» («Εντευκτήριο»). Το Βραβείο «Μένη Κουμανταρέα» στο πρωτοεμφανιζόμενο μυθιστοριογράφο Σωφρόνη Σωφρονίου (γεν. 1976) για το βιβλίο του «Οι πρωτόπλαστοι» («Το Ροδακιό»). Τα γλυπτά των βραβείων φιλοτέχνησε η Ηρώ Νικοπούλου. Μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων υπογράφουν τον συλλογικό τόμο «Τα πάθη στην λογοτεχνία. 100 φανατικοί συγγραφείς» (συνέκδοση με τον «Καστανιώτη») και το ημερολόγιο 2017 «Πολλαπλές αρχαιότητες. 106 Έλληνες συγγραφείς» (συνέκδοση με τον «Πατάκη»). Το πρώτο συνέχει όχι μόνο το πάθος της γραφής. Το δεύτερο ανοίγει διάλογο με τα ερείπια του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Φεύγοντας, αν κοίταζες προς το ουρανό, η νύχτα είχε κρεμάσει στα αστέρια της τους τεθνεώτες συγγραφείς, ενώ είχε ρίξει τα σχοινιά της γιά τους ζώντες.

Βασίλης Κ. Καλαμαράς


Πάνω από 100.000 οι επισκέπτες στο 45ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Ζάππειο

Λ

«Να συνυπάρξουν ο έντυπος και ο ηλεκτρονικός λόγος»

Του Βασίλη Κ. Καλαμαρά

ίγες ώρες, προτού ανοίξει ένα φεστιβάλ ή μιά γιορτή βιβλίου, είναι το βραχύ διάστημα της αναμονής, της αγωνίας, της προσμονής. Εκεί λίγο πριν κοπεί η κόκκινη κορδέλα των εγκαινίων, ποιά νομίζετε ότι είναι η κυρίαρχη επθυμία τού κάθε εκδότη και τής κάθε εκδότριας; Δεν φανταζόμαστε να υπάρχει ούτε ένας/μία από αυτούς/ές, ο οποίος/η οποία θ’ αρνηθεί ότι κυρίως συζητάει το πόσα βιβλία του θα πωληθούν, καθώς η κρίση καθόλου αποκλειστικά οικονομική, καθώς έχει αποδομήσει κα τα όποια εναπομείναντα ηθικά πρόσημα της ελληνικής κοινωνίας, δεν έχει αφήσει και πολλά περιθώρια στον εκδοτοεπιχειρηματία, -κυρίως τον μικρό και τον μικρομεσαίο- να σκεφθεί με «ρομαντική» διάθεση ότι το βιβλίο είναι πάνω απ’ όλα είναι πολιτιστικό προϊόν. Γιατί κακά τα ψέμματα. Η κατάρρευση της οικονομίας, ανέδειξε και όλες τις δυσλειτουργίες και δυσμορφίες τής σύγχρονης ζωής μας, οι οποίες κρύβονταν επιμελώς κάτω από την κατ’ επίφαση ευμάρεια. Τα «κανόνια» που ακούστηκαν από τα δύο κεντρικά βιβλιοπωλεία, τού Ελευθερουδάκη και του Παπασωτηρίου δεν έκαναν την αναγνωστική Αθήνα να γονατίσει από τον θόρυβο και να αναζητήσει καταφύγια, καθώς ήταν εδώ και πολύ καιρό ότι τα δύο μεγάλα βιβλιοπωλεία είχαν βάλει μέσα πολλά εκατομμύρια που χρωστούσαν σε εργαζόμενους και προμηθευτές. Πίσω από τις ευχετικές γενικολογίες περί της επιτυχίας του θεσμού, που ακούγονται σαν λόγια-αμπαλάζ, πίσω από τα λεκτικά προσχήματα που στην πράξη αποδεικνύονται ατελέσφορες κορώνες, οι υποχρεώσεις τρέχουν πιό γρήγορα και από τον παγκόσμιο πρωταθλητή τών εκατό μέτρων.

Γρηγόρης Πλαστάρας, πρόεδρος του Συνδέσμου Εκδοτών Βιβλίου

Την ίδια στιγμή που ο εκδοτικός και ο βιβλιοπωλικός κόσμος - ορισμένα εκδοτικά και βιβλιοπωλικά καταστήματα βάζουν λουκέτο ή κινούνται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας-τρώει από τα εναπομείναντα έτοιμα, μην πούμε από τα σπλάχνα του, η πλειονότης του αναγνωστικού κοινού, άνεργη, ταλαιπωρημένη, εξουθενωμένη, δεν είναι λίγες φορές που βλέπει τα βιβλία σαν διαμάντια σε προθήκη ακριβού νεοϋρκέζικου κοσμηματοπωλείου. Έχουμε δει ανθρώπους να λιγουρεύονται βιβλία από δεύτερο χέρι και να μην έχουν ούτε μισό ευρώ γιά να πάρουν έστω ένα κουλούρι γιά να χορτάσουν την πείνα τους. Η αναγνωστική μπορεί να περιμένει... Εν τω μεταξύ, κι ενώ όλα πορεύονται από το κακό στο χειρότερο, συχνά ξεσπούν ενδοσωματειακοί και ενδοεκδοτικοί άτυποι και τύποις εμφύλιοι, καθώς πρώην σύμμαχοι στρατοπεδεύουν σε πεδία αντιπάλων, πρώην αντίπαλοι συμμαχούν εναντίον των πρώην συμμάχων τους. Αυτός είναι ο ελληνικός εκδοτικός κόσμος, μιά ζωντανή ιστορία, όχι πάντα με θετικό και δημιουργικό πρόσωπο, μα με πολλά προσωπεία, τα οποία συνήθως αποστηθίζουν τα παμπάλαια μαθήματα τής γκρίνιας και της μιζέριας. Όσο και να προσπαθούν οι εκδότες, θέλοντας να εμφανίσουν το βιβλίο ως το προνομιακό προϊόν πολιτισμού που χαίρει ιδιαίτερης μεταχείρισης, ως την ναυαρχίδα της πνευματικής ζωής αυτού του τόπου, δεν μπορούν να μην παραδεχθούν ότι υπακούει κι αυτό στους λογιστικούς κανόνες και στην φορολογική ενημερότητα. Βεβαίως και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην «τρέλα» ορισμένων εκδοτών οφείλουμε την ανάπτυξη ενός κλάδου που βασίστηκε κυρίως σε προσωπικά ρίσκα, σε ανθρώπους που έχασαν περιουσίες γιά να αναπτύξουν την επιχείρησή τους, ενώ το κράτος συνήθως κοιτούσε να «κλέψει» μιά κάποια αίγλη με επισκέψεις σε γιορτές και φεστιβάλ βιβλίου. Συνήθως κάποιες υποσχέσεις, οι οποίες δεν κοστίζουν, και μόλις σβήσουν τα φώτα των

3


4

εγκαινίων, ξεχνιούνται, ανανεώνοντας το ξύπνημά τους από τον λήθαργο, σε μία από τις επόμενες κεντρικές εκδηλώσεις στον χώρο του βιβλίου. Μία κεντρική εκδήλωση, η οποία προσέλκυσε πάνω από 100. 000 επισκέπτες, ήταν το 45ο Φεστιβάλ Βιβλίου που κράτησε δεκαοκτώ ημέρες του περασμένου Σεπτέμβρη, στον υπαίθριο χώρο τού Ζαππείου. Οι τρεις εκδηλώσεις-πυλώνες, τα αφιερώματα στον Σέξπιρ (τετρακόσια χρόνια από τον θάνατό του), στον Λόρκα (ογδόντα χρόνια από την δολοφονία του) και στα «50 χρόνια Δημόσια Τηλεόραση, 50 χρόνια συμβολή στον Πολιτισμό», συντέλεσαν στην επιτυχία του θεσμού, όπως μάς διαβεβαιώνει ο Γρηγόρης Πλαστάρας, πρόεδρος του Συνδέσμου Εκδοτών Βιβλίου (Σ.ΕΚ.Β.). «Το φεστιβάλ πήγε

πολύ καλά, είχε μεγάλη επιτυχία. Ο στόχος μας που ήταν να βρει απήχηση, επιτεύχθηκε», δηλώνει. Από αυτό το φεστιβάλ που δεν είναι τόσο μακρινό, αφού τα αιτήματα των εκδοτών παραμένουν που διατυπώθηκαν τότε, παραμένουν αναπάντητα από την ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού (θα τα διαβάσετε παρακάτω αναλυτικά). Ελπίζουμε ότι θα απαντηθούν από την νέα υπουργό Λυδία Κονιόρδου, η οποία έχει ζήσει εκ των έσω την περιπέτεια της τέχνης.

Επαναλειτουργία 700 σχολικών βιβλιοθηκών

Στα θετικά καταχωρούμε-και βρισκόμαστε σε αναμονή-, την ανακοίνωση τού πρώην υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων Νίκου Φίλη ότι δεν θ’ αρ-

γήσουν να επαναλειτουργήσουν 700 σχολικές βιβλιοθήκες, που έπεσαν «θύματα» των μνημονίων με το πρόσχημα ότι θα εξοικονομηθούν χρήματα και προσωπικό.. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι δεν θα παραμείνει υπόσχεση, αλλά θα γίνει έργο από τον νέο υπουργό Κώστα Γαβρόγλου. Όλοι γνωρίζουμε ότι η σχολική βιβλιοθήκη είναι ο πνεύμονας της γνώσης, γιατί εργάζεται με τις μικρές ηλικίες, οι οποίες δεν θ’ αργήσουν να διαμορφωθούν στους αυριανούς σκεπτόμενους πολίτες. «Φέτος», είπε ο υπουργός, κατά τον χαιρετισμό του στα εγκαίνια, «αρχίζουμε μεθοδικά να τις ανοίγουμε όχι σαν μιά αποθήκη βιβλίων, που εργάζεται απλώς κάποιος γιά να συμπληρώσει το ωράριο του, αλλά σαν ένα θεσμό κεντρικό γιά το σχολείο που θα μπορεί ο μαθητής με την καθοδήγηση του βιβλιοθηκονόμου και του δασκάλου που θα είναι επιμορφωμένος με τη λειτουργία των βιβλιοθηκών, να μπορεί να ανοίγει τους ορίζοντες του να διαβάζει βιβλία πέρα από το ένα και μοναδικό και κυρίως να συντάσσει εργασίες που είναι τόσο αναγκαίο γιά να ανέβει το επίπεδο της εκπαίδευσής μας». Προτού προβούμε σε εκτενή αναφορά των προβλημάτων που χρονίζουν στον πεδίο του βιβλίου, ζητήσαμε από τον πρόεδρο του σωματείου να μάς σχολιάσει την ανακήρυξη της Αθήνας ως Παγκόσμιας Πρωτεύουσας του Βιβλίου γιά το 2018: «Αισθανόμαστε χαρά και υπερηφάνεια γιά την επιλογή από την Ουνέσκο, καθώς αποδεικνύεται ότι παρά τις αντίξοες οικονομικές συνθήκες, οι κόποι, ο επαγγελματισμός, το μεράκι και η αγάπη μας γιά το βιβλίο, βρίσκουν ακόμη μία δικαίωση. »Αν και η μεγαλύτερη δικαίωση, βρίσκεται στα καθημερινά σχόλια και στο αστείρευτο ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού, δεν παύει να αποτελεί μία σημαντική διάκριση γιά την Αθήνα, τον εκδοτικό κόσμο αλλά και τους ίδιους τους αναγνώστες, τους Αθηναίους πολίτες. Ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βιβλίου δεσμεύεται ότι θα συμβάλλει μ΄όλες του τις δυνάμεις σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς, ώστε η Αθήνα να αναδειχθεί ως η πιό πετυχημένη Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου και σημείο αναφοράς γιά τις επόμενες πόλεις που θα λάβουν παρόμοια τιμητιική διάκριση». ΄Ομως, κατά τη συνομιλία μας, ο Γρηγόρης Πλαστάρας, ξεχνάει το μακρινό 2018, και δυστυχώς στρέφεται στα αρνητικά του κλάδου: «Δεν είναι μόνο το κλείσιμο εκδοτικών οίκων, παρατηρούμε και το κλείσιμο πολλών βιβλιοπωλείων. Και αυτά που είναι ανοιχτά, βρίσκονται στα όρια της καταστροφής». Μέγα πρόβλημα του κλάδου, ο οποίος μαστίζεται


ΥΔΡΑ ΠΑΡΝΤΟΣ

από τα μόνιμα μπαζάρ -είτε σε βιβλιοπωλικούς χώρους, είτε σε υπαίθριους πάγκους (και) με κάκιστης ποιότητας εκδόσεις-, σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και περιφέρεια, που χτυπάνε εκδότες και βιβλιοπώλες –ρίχνοντας χαμηλά τι τιμές καταλόγου, ονομάζεται αθέμιτος ανταγωνισμός. «Οι 400. 000 βιβλία στα περίπτερα, κάθε Σαββατοκύριακο, από τις εφημερίδες και τα περιοδικά το ευτελίζουν και απαξιώνουν το βιβλίο και με την κακή ποιότητά τους». Η πτώση των εφημερίδων και των περιοδικών πολλοί υποστηρίζουν ότι έχει σημάνει το θάνατο τού χαρτιού. Αυτός ο θάνατος θα συμπαρασύρει και το τυπωμένο βιβλίο, αφού οι περισσότεροι έχουμε πλέον συτραφεί τη φωτεινή οθόνη; Ο Γρηγόρης Πλαστάρας αιτείται την ισορροπία και εκτιμά ότι παρά τον ανταγωνισμό έντυπου και ηλεκτρονικού λόγου, τελικώς θα νικήσει ο πρώτος: «Ο παραδοσιακός τρόπος ανάγνωσης χιλιετίες τώρα πολύ πριν την τυπογραφία ήταν σχετικός με τον τυπωμένο λόγο. Τώρα βέβαια υπάρχει και ο ηλεκτρονικός λόγος. Παρότι αυτοί οι δύο λόγοι, ο ένυπος και ο ηλεκτρονικός φαίνονατι να αντιμάχονται ο ένας τον άλλο, θα βρεθεί η μέση οδός να συνυπάρξουν, και ο έντυπος λόγος δεν θα χάσει την αξία του. Γιατί άλλο πράγμα να κρατάς στα χέρια το σώμα του μυνήματος και άλλο να το βλέπεις στην οθόνη».

Εκδοτικές και βιβλιοπωλικές προτάσεις προς τον υπουργό Πολιτισμού

Οι φορείς των εκδοτών και των βιβιοπωλών συναντήθηκαν με τον πρώην υπουργό Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά, την 9η Μαΐου, και την 1η Ιουνίου του 2016 κατέγραψαν τα προβλήματα που απασχολούν τον κλάδο και τις προτάσεις τους. Τις προτάσεις τις υπογράφουν τα ακόλουθα πρωτποβάθμια και δευτεροβάθμια σωματεία: ΄Ενωση Ελληνικού Βιβλίου (ΕΝ.ΕΛ.ΒΙ.), Σύλλογος Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών (Σ.Ε.Β.Α.), Σύλλογος Εκδοτών Επιστημονικών Βιβλίων (Σ.Ε.Ε.ΒΙ.). Σύνδεσμος Εκδοτών Βιβλίου (Σ.ΕΚ.Β.) και Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών Βιβλιοπωλών (Π.Ο.Ε.Β.). Ενιαία Τιμή Βιβλίου Κορυφαίο θέμα στην ατζέντα του κόσμου του βιβλίου. Αναμένουμε από πλευράς σας ευθεία δήλωση υποστήριξης και παρέμβαση στο υπουργείο Οικονομίας γιά την άμεση επαναφορά της, μετά και την τοποθέτηση της Επιτρόπου Εσωτερικής Αγοράς, Βιομηχανίας, Επιχειρηματικότητας και ΜΜΕ Elzbieta Bienkowska στην ερώτηση του ευρωβουκευτή κ. Γ.Γραμματικάκη. ΦΠΑ βιβλίου και επανακαθορισμός του ΦΠΑ των e-books

Αναμένουμε από πλευράς σας ευθεία δήλωση υποστήριξης και παρέμβασης στο υπουργείο Οικονομίας γιά παραμονή του βιβλίου στον χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ (6%). Ζητούμε την εναρμόνιση του ΦΠΑ των ebooks με τον συντελεστή του έντυπου βιβλίου (6%) όπως συμβαίνει στη Γαλλία. ΦΠΑ στη διαδικασία παραγωγής του βιβλίου Με την αλλαγή του συντελεστή ΦΠΑ στη διαδικασία παραγωγής του βιβλίου από το 6% στο 24%, η χρηματοοικονομική επιβάρυνση των εκδοτικών επιχειρήσεων εκτοξεύεται. Προκειμένου να αποφευχθούν η μεταφορά της παραγωγής βιβλίων στις γειτονικές χώρες (Βουλγαρία, Ρουμανία, Ιταλία) και άλλα λουκέτα σε παραγωγικές επιχειρήσεις (τυπογραφεία, βιβλιοδετεία), αναμέ-

νουμε την άμεση παρέμβασή σας στο Υπουργείο Οικονομικών και τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων γιά θεσμοθέτηση επιστροφής του ΦΠΑ που οφείλεται από το κράτος με αυτόματο σύστημα και εντός 30 ημερών, έστω και με συμψηφισμό των φορολογικών υποχρεώσεων της εκδοτικής επιχείρησης προς το κράτος (φόρος εισοδήματος, φόρος μισθωτών υπηρεσιών, απόδοση παρακρατηθέντων φόρων, μισθοδοτικές εισφορές στο ΙΚΑ, κτλ). Εναλλακτικά, θα μπορούσε να θεσμοθετηθεί η υπαγωγή των υπηρεσιών παραγωγής του βιβλίου στον χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ (6%). ΄Εκδοση Δελτίου Παροχής Υπηρεσιών από μεταφραστές, εικονογράφους, επιμελητές, διορθωτές Οι ισχύουσες διατάξεις του ΚΦΔ αποκλείουν πολ-

5


6

λούς ικανούς και έμπειρους μεταφραστές, επιμελητές και εινονογράφους από την ανάληψη μεταφράσεων, επιμελειών και εικονογραφήσεων, καθώς γιά τους περισσότερους από αυτούς η μετάφραση, η επιμέλεια και η εικονογράφηση δεν αποτελεί κύριο επάγγελμα αλλά περιστασιακή και εποχιακή απασχόληση, την οποία ασκούν παράλληλα προς το κύριο επάγγελμά τους. Θα ήταν χρήσιμη η παρέμβασή σας στο υπουργείο Οικονομίας γιά επέκταση της εξαίρεσης που ισχύει γιά τους συγγραφείς από τις διατάξεις τού ΚΦΔ και στους μεταφραστές, επιμελητές και εικονογράφους βιβλίων, στις περιπτώσεις που οι τελευταίοι εργάζονται περιστασιακά και δεν διαθέτουν δελτίο παροχής υπηρεσιών. Σχολικές βιβλιοθήκες Το 1998 ξεκίνησε η πρώτη φάση από το Υπ. Παιδείας με 499 βιβλιοθήκες. Η δεύτερη φάση (2002) αφορούσε 250 βιβλιοθήκες και 13.000 τίτλους, από τους οποίους το κάθε σχολείο επέλεγε περίπου 4.500. Στο έργο εντάχτηκαν μόνο γυμνάσια και λύκεια και όχι δημοτικά και νηπιαγωγεία. Οι βιβλιοθήκες δεν στελεχώθηκαν με βιβλιοθηκονόμους και σήμερα είναι άγνωστος ο αριθμός των βιβλιοθηκών που λειτουργούν στην πράξη. Επιπλέον, είναι γνωστή η τύχη του διαγωνισμού γιά την προμήθεια βιβλίων από το κράτος, με χρήματα του ΕΣΠΑ, στο πλαίσιο του Προγράμματος Φιλαναγνωσίας, που οδήγησε και στην κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.). Προτείνουμε: • παρέμβαση στο υπουργείο Παιδείας γιά την ανάπτυξη και αξιοποίηση των σχολικών βιβλιοθηκών • καθορισμό του τρόπου λειτουργίας των βιβλιοθηκών στις διαφορετικές ηλικιακές ομάδες (νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο). • καθορισμό υπευθύνων (βιβλιοθηκονόμων, δασκάλων/καθηγητών) γιά τη λειτουργία τους • ορθολογική και αδιάβλητη συγκρότηση και λειτουργία της επιτροπής επιλογής βιβλίων • μόνιμη εγγραφή στους ετήσιους προϋπολογισμούς κονδυλίου γιά την ενίσχυση του συνόλου των βιβλιοθηκών Καλλιέργεια φιλικού πνεύματος προς το βιβλίο διάδοση της φιλαναγνωσίας • Με πρόσφατη εγκύκλιο του υπ. Παιδείας απαγορεύτηκε η είσοδος, μεταξύ άλλων, και τών συγγραφέων, τών εικονογράφων και μεταφραστών στα σχολεία, οι οποίοι προσέφεραν δωρεάν πολιτιστικά δρώμενα στους μαθητές όλων τών βαθμίδων. Αναμένουμε την παρέμβασή σας γιά την άρση της. • Αναμένουμε την παρέμβασή σας γιά την επαναφορά και ενίσχυσης τής διδακτικής ώρας φιλαγνωσίας στα

σχολεία, που επίσης καταργήθηκε με απόφαση τού Υπ. Παιδείας. • Υποστηρίζουμε ένθερμα τη συνέχιση τού προγράμματος που είχε αναπτύξει το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) γιά την προώθηση τής Φιλαναγνωσίας στα σχολεία, με παράλληλη επιδίωξη την ένταξή του σε πρόγραμμα ΕΣΠΑ. • Θεωρούμε επιτακτική ανάγκη και ώριμο αίτημα τωών καιρών την αναβάθμιση τού ρόλου τών δημόσιων βιβλιοθηκών. Επανασύσταση φορέα με αποκλειστικό αντοικείμενο τη χάραξη και υλοποίηση πολιτικής γιά το βιβλίο Μετά την κατάργηση του Ε.ΚΕ.ΒΙ. και την αδυναμία του Ελληνικού Κέντρου Πολιτισμού (Ε.Ι.Π.) όσο και τής Διεύθυνσης Γραμμάτων του ΥΠ.ΠΟ. να ανταποκριθούν σε ένα τόσο βαρύ και πολυσύνθετο έργο, η ίδρυση ενός φορέα με αποκλειστικό αντικείμενο το βιβλίο αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα γιά τον χώρο. Η συμμετοχή τών εκπροσώπων τού κλάδου (εκδότες, βιβλιοπώλες, πνευματικοί δημιουργοί) στις επιτροπές τού δημοσίου που χειρίζονται θέματα βιβλίου, θα συντελέσει στην αρτιότερη, αποτελεσματικότερη και διαφανέστερη λειτουργία τους. Ο νέος φορέας θα πρέπει να φροντίζει γιά τη διεξαγωγή, σε ετήσια βάση μελετών, ερευνών και στατιστικών γιά το βιβλίο και την ανάγνωση (αριθμός τών εκδιδομένων βιβλίων, είδος, τιράζ, πωλήσιες, τιμή, σύγκριση με παρελθούσες περιόδους. Είμαστε ίσως η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που δεν διαθέτει καμμία αξιόπιστη μελέτη και στατιστική γιά τον εκδοτικό κλάδο. Η έρευνα θα μπορούσε να ανατεθεί σε κάποιο πανεπιστήμιο και θα συντελούσε και στην τήρηση εκ μέρους τών ενδιαφερομένων, τής Ενιαίας Τιμής.

Εκθέσεις Βιβλίων

Α. Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης Επείγει η βελτίωση και αναβάθμισή της. Γιά τον σκοπό αυτό απαιτούνται: • έγκαιρη εκταμίευση τών απαιτουμένων κονδυλίων • σχεδιασμός σε βάθος χρόνου • σύνδεσή της με την πόλη, δημιουργώντας συνέργειες με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τον Δήμο, καλλιτέχνες κ.ο.κ. • συμμετοχή φορέων εκδοτικού κλάδου στη διαμόρφωσή της. Β. Σχεδιασμός Έκθεσης Βιβλίου στην Αθήνα Έχει πλέον ωριμάσει το αίτημα γιά διοργάνωση έκθεσης βιβλίου και στην Αθήνα, ανάλογης με αυτήν τής Θεσσαλονίκης.


λογικής Διαχείρισης Έργων και Λόγου (ΟΣΔΕΛ) και την Υπηρεσία Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Δημόσιος δανεισμός-Αναπαραγωγή από εκπαιδευτικά ιδρύματα Με την οδηγία 93/98 θεσπίσθηκε το δικαίωμα τού δημόσιου δανεισμού. Η χώρα μας έχει ενσωματώσει τη οδηγία και προβλέπει ότι ο δημόσιος δανεισμός μπορεί να γίνει μόνον με άδεια τών δικαιούχων συγγραφέων και εκδοτών. Όμως στη χώρα μας, οι βιβλιοθήκες αρνούνται να συνάψουν συμβάσεις με τον ΟΣΔΕΛ που διαχειρίζεται το αντίστοιχο δικαίωμα γιά λογαριασμό τών εκδοτών και συγγραφέων. Αντίστοιχα, κααι τα Α.Ε.Ι. τής χώρας αρνούνται να συνάψουν σύμβαση με τον ΟΣΔΕΛ γιά την αδειοδότηση τής αναπαραγωγής τών βιβλίων τών εκδοτών. Ζητάμε την παρέμβασή σας και την παρέμαση του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας (Ο.Π.Ι.) ώστε να τηρείται η νομοθεσία τών πνευματικών δικαιωμάυων από δημόσιους οργανισμούς όπως είναι οι βιβλιοθήκες και τα πανεπιστήμια. Σχέδιο νόμου γιά τη συλλογική διαχείριση τών πνευματικών δικαιωμάτων Είναι πολύ θετικό ότι στο σχέδιο νόμου, όπως αυτό αναρτήθηκε γιά τη δημόσια διαβούλευση, επανέρχεται η εύλογη αμοιβή στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και συμπεριλαμβάνεται διάταξη γιά την καταπολέμηση της πειρατείας στο διαδίκτυο. Και οι δύο διατάξεις είναι ζωτικής σημασίας γιά τους εκδότες και θα πρέπει να μην υπάρξουν υποχωρήσεις στις πιέσεις τών εταιρειών πληροφορικής και εταιρειών παρόχων διαδικτύου. Στη διάταξη γιά τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές θα πρέπει να γίνουν ορισμένες προσθήκες που είναι εξαιρετικά σημαντικές γιά τους εκδότες: Α. Τα ψηφιακά αποθηκευτικά μέσα στον ισχύοντα νόμο υπάγονται στην κατηγορία τών συσκευών ήχου και εικόνας (αν και σε αυτά αναπαράγονται/αποθηκεύονται όχι μόνο μουσική και ταινίες, αλλά και έργα του λόγου/φωτογραφίες κτλ.) με αποτέλεσμα τα έργα του λόγου και οι εκδότες να μην συμμετέχουν καθόλου ως προς τη διανομή στην κατηγορία τών ηλεκτρονικών υπολογιστών. Β. Το 2002, μαζί με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές εξαιρέθηκαν και οι εκτυπωτές από την υποχρέωση καταβολής εύλογης αμοιβής. Οι εκτυπωτές είναι κατ’ εξοχήν μέσο αναπαραγωγής έργων του λόγου/εντύπων και η εξαίρεσή τους είναι σκανδαλώδης. Επίσης, θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι στους υπολογιστές πρέπει να συμπεριληφθούν οι ταμπλέτες και τα έξυπνα κινητά τηλέφωνα, ώστε να αποφευχθούν μακροχρόνιοι δικαστικοί αγώνες. 

ΥΔΡΑ ΠΑΡΝΤΟΣ

Γ. Διεθνείς Εκθέσεις Εξωτερικού • Όσο η οικονομική συγκυρία είναι αρνητική, η παρουσία τής χώρας μας είναι απααραίτητη μόνο στις διεθνείς εκθέσεις τής Φρανκφούρτης και της Μπολόνια. • Η συμμετοχή μας πρέπει να είναι καλά οργανωμένη, ώστε να φέρνει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Το εθνικό μας περίπτερο πρέπει να προβάλλει με τον αποτελεσματικότερο τρόπο την αξιόλογη ελληνική παραγωγή, η οποία αναζητά τρόπο προβολής και προώθησής της στο εξωτερικό. • Είναι απαραίτητο να γίνονται οι κατάλληλες επαφές εκ τών προτέρων και να οργανώνεται αποτελεσματικά η παρουσία μας, ώστε να προκύπτουν τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη από την ώσμωση με τη διεθνή βιβλιοπαραγωγή και τους εγκυρότερους εκδοτικούς οίκους τού εξωτερικού. • Η παρουσία και συμμετοχή τών συλλόγων στις εκθέσεις αυτές δεν πρέπει να καλύπτεται με χρηματοδότηση από το ΥΠ.ΠΟ. Πρόγραμμα ΦΡΑΣΙΣ Επαναλειτουργία τού προγράμματος που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία εξαγωγής τού πολιτισμού μας και γνωριμίας τών ξένων με την ελληνική γραμματεία, μέσω τής επιδότησης μεταφράσεων ελληνικών έργων σε γλώσσες τού εξωτερικού. Παράλληλα, πρέπει να εξοφληθούν άμεσα τα οφειλόμενα σε εκδότες από την παλαιότερη λειτουργία τού προγράμματος. Διασύνδεση με τον απόδημο ελληνισμό Ανάπτυξη επαφής με τους Έλληνες τού εξωτερικού. Σημαντικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν τόσο οι μορφωτικοί ακόλουθοι τών πρεσβειών μας όσο και στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού (Ε.Ι.Π.) με τα γραφεία που διατηρεί στο εξωτερικό. Ενοποίηση βιβλιογραφικών δεδομένων Στην χώρα μας τρεις φορείς ασχολούνται με την καταγραφή βιβλιογραφικών δεδομένων (Εθνική Βιβλιοθήκη, Βιβλιονέτ, Οσδελνέτ), πράγμα που οδηγεί σε άσκοπη σπατάλη πόρων κααι χρημάτων. Πιστεύουμε ότι οι φορείς πρέπει να συνεργαστούν μεταξύ τους γιά την πραγματοποίηση συνεργειών και τη λειτουργία μίας έγκυρης βάσης τής ελληνικής βιβλιοπαραγωγής. Εκπομπές βιβλίου στα Μ.Μ.Ε. Καθιέρωση εκπομπών βιβλίου σε κρατική τηλεόραση και ραδιόφωνο με συμμετοχή τών φορέων τού κλάδου στο περιεχόμενο και τη διαμόρφωσή τους. Ηλεκτρονική πειρατεία Νομοθέτηση, πρόληψη και πάταξη τής ηλεκτρονικής πειρατείας που συντελείται κυρίως μέσω τού διαδικτύου, σε στενή συνεργασία με τον Οργανισμό Συλ-

7


8

Αναφορά και προτάσεις σχετικά µε το σύστηµα της ενιαίας τιµής του βιβλίου

Η

ενιαία τιμή του βιβλίου είναι ένα σύστημα το οποίο σκοπό έχει να στηρίξει τον πλουραλισμό και την πολυφωνία των βιβλίων, εξασφαλίζοντας τη δυνατότητα έκδοσης και κυκλοφορίας των ποιοτικών και των ειδικών βιβλίων, τα οποία συνήθως έχουν μικρή κυκλοφορία. Αυτό γίνεται με τη στήριξη των πολλών μικρών και μεσαίων βιβλιοπωλείων, τα οποία κινδυνεύουν σε συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού από την πολιτική των μεγάλων αλυσίδων, που στηρίζονται βασικά στην πώληση των εμπορικών best seller βιβλίων, στην έντονη διαφήμιση και στις δυνατότητες που έχουν να πιέζουν τους εκδότες ώστε να τους δίνουν μεγάλα περιθώρια κέρδους, αποσπώντας έτσι το κοινό από τα μικρομεσαία βιβλιοπωλεία. Το μικρό και μεσαίο βιβλιοπωλείο είναι αυτό που έχει άμεση επαφή με το αναγνωστικό κοινό. Οι περισσότεροι από τους βιβλιοπώλες είναι άνθρωποι που αγαπούν το βιβλίο, είναι μορφωμένοι, πολλοί από αυτούς είναι συγγραφείς ή επιστήμονες, έχουν άμεση επαφή με το κοινό, έχουν γρήγορη ενημέρωση, προβάλλουν σημαντικούς συγγραφείς. Με άλλα λόγια, είναι οι λειτουργοί της διάδοσης του πολιτισμού και της παιδείας. Πώς λειτουργούσε το σύστημα προ της ψηφίσεως του ν. 4254/7.4.2014, δηλαδή με τον ν. 2557/24.12.1997 και με την υπουργική απόφαση που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ της 6.3.1998; Αυτός ο παλαιός νόμος ήταν μια παραλλαγή του γαλλικού νόμου. Σύμφωνα με τον νόμο αυτό, ο εκδότης ορίζει τη λιανική τιμή του βιβλίου και τόσο ο εκδότης όσο και κάθε τρίτος δεν μπορεί να διαθέτει τα βιβλία ούτε σε υψηλότερη ούτε σε χαμηλότερη τιμή του 90% της ορισθείσας. Κατ’ εξαίρεση μόνο μπορούν να αυξάνουν τις τιμές κατά 5% λιανοπωλητές που βρίσκονται σε απόσταση μεγαλύτερη των 50 χιλιομέτρων από την έδρα του εκδότη. Τα βιβλία όλα παραμένουν στο καθεστώς της ενιαίας τιμής για 2 έτη μετά την τελευταία εκτύπωσή τους. Ορισμένες εξαιρέσεις του νόμου αυτού αφορούν πωλήσεις σε δημόσιους οργανισμούς ή σε νομικά πρόσωπα που εξυπηρετούν κοινωφελείς ή πολιτιστικούς ή επιστημονικούς σκοπούς. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις επιτρέπεται χωρίς κα-

νένα όριο οποιαδήποτε έκπτωση. Ας σημειωθεί ότι στις περισσότερες χώρες στις οποίες ισχύει η ενιαία τιμή του βιβλίου δεν υπάρχει αυτή η ευρεία δυνατότητα για απεριόριστες εκπτώσεις. Π.χ. στον γερμανικό νόμο, και μόνο για τα σχολικά βιβλία τα οποία πωλούν οι εκδότες στα σχολεία, επιτρέπεται μια έκπτωση η οποία κυμαίνεται ανάλογα με το ύψος της παραγγελίας ανάμεσα στο 8% και 15%. Επίσης πρέπει να τονιστεί και ότι η γενική έκπτωση του 10% είναι αρκετά μεγάλη σε σχέση με τα άλλα συστήματα, π.χ. στη Γερμανία και στη Σλοβενία η έκπτωση αυτή είναι μηδενική, ενώ στη Γαλλία και σε μερικές άλλες χώρες είναι 5%. Αλλά, ακόμα και αν κάποιος αγνοήσει την παραπάνω φιλοσοφία του νόμου, παραγνωρίζοντας τα πολιτιστικά πλεονεκτήματα που διακυβεύονται με την κατάργηση της ενιαίας τιμής, και πάλι θα διαπιστώσει ότι δεν ευσταθούν τα επιχειρήματα των εχθρών της ενιαίας τιμής. Είναι ψευδής ο ισχυρισμός ότι η κατάργηση της ενι-

αίας τιμής κάνει το βιβλίο φθηνότερο. Χωρίς την ενιαία τιμή δημιουργείται ένας ξέφρενος ανταγωνισμός σε εκπτώσεις, με αποτέλεσμα να πιέζουν οι μεγάλες αλυσίδες τον εκδότη για μεγαλύτερες εκπτώσεις προς αυτούς· πιεζόμενος ο εκδότης αναγκάζεται να ορίζει λιανικές τιμές πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι στο σύστημα της ενιαίας τιμής, προκειμένου να κάνει μεγαλύτερες εκπτώσεις στις μεγάλες αλυσίδες, έτσι ώστε αυτές να μετακυλίουν αυτές τις δήθεν εκπτώσεις στο κοινό σε νέες, φουσκωμένες, εικονικές λιανικές τιμές. Το αποτέλεσμα θα είναι το κοινό να αγοράζει τα βιβλία στις ίδιες τιμές, αν όχι σε υψηλότερες. Μην ξεχνάμε ότι με το καθεστώς της ενιαίας τιμής κανείς δεν μπορεί να πουλήσει πάνω από την οριζόμενη τιμή του εκδότη, κάτι που θα μπορούσε να συμβεί χωρίς την ενιαία τιμή, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες από το κέντρο περιοχές της χώρας, όπου δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Επίσης πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, εκτός από τη μικρή μερίδα του κοινού που εκ-


9

μεταλλεύεται τις δήθεν εκπτώσεις μερικών αλυσίδων, οι υπόλοιποι αναγκάζονται να πληρώσουν ολόκληρες τις φουσκωμένες λιανικές τιμές. Αυτό έχει αποδειχθεί από μελέτες που έχουν γίνει τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Οι μελέτες του ΕΚΕΒΙ είχαν αποδείξει ότι καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της παλαιάς ενιαίας τιμής οι αυξήσεις στις τιμές των βιβλίων ήταν πολύ χαμηλότερες του τρέχοντος πληθωρισμού. Επίσης η σύγκριση τιμών σε χώρες όπου ισχύει η ενιαία τιμή σε σχέση με τις άλλες δείχνει πολύ καθαρά ότι οι τιμές συγκρατούνται σε χαμηλά επίπεδα στις χώρες που εφαρμόζουν τον νόμο της ενιαίας τιμής. Η ενιαία τιμή ως σύστημα εμφανίστηκε ήδη τον 19ο αιώνα και ισχύει σήμερα στις εξής χώρες: Γαλλία (οι πρώτες προσπάθειες για την καθιέρωση του συστήματος αυτού ξεκίνησαν από το 1889· ο σχετικός νόμος - νόμος του Zack Lang - ισχύει από το 1982 και επεκτάθηκε το 2011 και για τα e-books)

Γερμανία (διακλαδική συμφωνία του 1888 που αντικαταστάθηκε με τον νόμο του 2002) Ισπανία (από το 1975) Ιταλία (από το 2001) Ολλανδία (από το 1903, το 1923 υπήρξε διακλαδική συμφωνία και κωδικοποίηση με νόμο του 2005) Πορτογαλία (από το 1996) Αυστρία (από το 2000) Σλοβενία (με νόμο του 2014) Ιαπωνία (από το 2008) Μεξικό (από το 2008) Αργεντινή (από το 2001) Νότια Κορέα (από το 2002) Νορβηγία Λίβανος Ισραήλ Σρι Λάνκα Ταϊλάνδη

Επίσης συζητείται η εφαρμογή αυτού του συστήματος στην Πολωνία και γίνεται προσπάθεια να επαναφερθεί στην Ουγγαρία και Δανία. Τέλος υπάρχει μεγάλος προβληματισμός στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου τα αποτελέσματα της κατάργησης του συστήματος της ενιαίας τιμής είναι οδυνηρά. Είναι ψευδής η άποψη ότι η ενιαία τιμή καταργεί τον ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός υπάρχει μεταξύ των εκδοτών, οι οποίοι φροντίζουν να ορίζουν όσο το δυνατόν χαμηλότερες λιανικές τιμές, αφήνοντας στους βιβλιοπώλες εκείνο το ελάχιστο περιθώριο κέρδους που είναι αναγκαίο για να επιβιώσουν κρατώντας στα ράφια τους επί πολύ χρόνο βιβλία που δεν πωλούνται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Επίσης ο ανταγωνισμός υπάρχει και μεταξύ των βιβλιοπωλών, οι οποίοι και μπορούν να κάνουν εκπτώσεις σε μια μεγάλη κατηγορία βιβλίων, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω, αλλά, το σημαντικότερο, και να ανταγωνίζονται στο επίπεδο των προσφορών των


10

υπηρεσιών, της ενημέρωσης, της έξυπνης διαφήμισης, της ορθής προβολής του βιβλίου, του αγώνα που κάνει ο καθένας τους για να προμηθεύσει στον πελάτη του ακόμα και το πιο σπάνιο βιβλίο στον συντομότερο δυνατό χρόνο. Είναι ψευδές ότι στο καθεστώς της ενιαίας τιμής δε δίνονται ευκαιρίες στους βιβλιοπώλες να κάνουν εκπτώσεις. Έχουν το δικαίωμα αυτό σε έναν πολύ μεγάλο αριθμό βιβλίων, διότι ο παλαιός νόμος της ενιαίας τιμής περιορίζει την έκπτωση στα βιβλία που συνεχώς ανατυπώνονται, επιτρέποντας όμως και σε αυτά έκπτωση μέχρι 10%. Σε βιβλία όμως με βραδεία κυκλοφορία ή που έχουν εντελώς αποτύχει εμπορικά, οποιαδήποτε έκπτωση επιτρέπεται και στην πράξη υπάρχει μια συνεχής συνεννόηση εκδοτών και βιβλιοπωλών για την προώθησή τους σε πολύ χαμηλές τιμές, πάρα πολλές φορές μάλιστα κάτω και από το εκδοτικό κόστος παραγωγής. Αυτό εξάλλου δείχνουν τα πολυάριθμα παζάρια. Και επίσης, όπως ανωτέρω ανεφέρθη, υπάρχουν και πολλές εξαιρέσεις στις οποίες επιτρέπεται οποιαδήποτε έκπτωση. Ο νόμος για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (21.21/1993) και το σύστημα της ενιαίας τιμής του βιβλίου. Ως γνωστόν, ο νόμος για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας καθορίζει ως αμοιβή των πνευματικών δημιουργών ποσοστό επί της λιανικής τιμής επί

των βιβλίων προ ΦΠΑ. Αυτό το γεγονός καθιστά αναγκαίο το σύστημα της ενιαίας τιμής το οποίο επιβάλλει τον ορισμό της τιμής του βιβλίου από τον εκδότη. Η κατάργηση του νόμου για την ενιαία τιμή σημαίνει αυτόματα σύγχυση στις σχέσεις εκδοτών και πνευματικών δημιουργών. Τα αποτελέσματα της κατάργησης της ενιαίας τιμής είναι οδυνηρά: Θα κλείσουν ή θα συρρικνωθούν βιβλιοπωλεία και εκδοτικοί οίκοι, θα απολυθούν πολλοί εργαζόμενοι. Aυτό θα συμβάλει στην περαιτέρω ύφεση της ελληνικής οικονομίας, αλλά, το σημαντικότερο, θα υποβαθμιστεί ακόμη περισσότερο η ήδη υποβαθμισμένη παιδεία στη χώρα μας. Ο εκδότης, όταν θα έχει μειωθεί αισθητά ο αριθμός των βιβλιοπωλείων στη χώρα μας, και μάλιστα αυτών που προωθούν ποιοτικά βιβλία, θα αναγκαστεί να μειώσει τον αριθμό των τίτλων, και μάλιστα να εστιάσει το ενδιαφέρον του στα εμπορικά βιβλία. Αυτό σημαίνει μικρότερη προσφορά στη γνώση, στην πληροφόρηση, στη μόρφωση του ανθρώπου, στην ανάπτυξη των τεχνών. Και όλα αυτά καταλήγουν στο να έχουμε λιγότερα εφόδια για να δημιουργήσουμε συνειδητοποιημένους πολίτες που να μπορούν να στηρίξουν ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Υπάρχουν όμως και δυσάρεστα οικονομικά αποτελέσματα. Η έλλειψη της ενιαίας τιμής θα διευκολύνει την είσοδο ξένων μεγαθηρίων, όπως είναι η Amazon,

που, έχοντας την έδρα της σε κάποιο φορολογικό παράδεισο, θα μπορεί αφενός τα κέρδη από την κίνηση του βιβλίου να τα εξάγει εκτός Ελλάδος και αφετέρου να αφήσει χωρίς δουλειά επιχειρηματίες και εργαζομένους. Ας σημειωθεί ότι στην Αγγλία τα τελευταία χρόνια έκλεισαν 500 βιβλιοπωλεία. Η Αγγλία έχει μόλις 2.000 βιβλιοπωλεία, την ώρα που η μικρή Ελλάδα έχει 3.000 βιβλιοπωλεία. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η ύπαρξη πολλών βιβλιοπωλείων σημαίνει πλουραλισμό στην κίνηση των ιδεών, ρευμάτων κτλ. Τι συμβαίνει με τον νέο νόμο 4254/7.4.2014, και συγκεκριμένα με την υποπαράγραφο στ4 της παραγράφου 1 του άρθρου 1 με τίτλο: «Άρση εμποδίων στον ανταγωνισμό λιανικού εμπορίου – Ρυθμίσεις διάθεσης βιβλίων». Ο νόμος αυτός ουσιαστικά καταργεί το σύστημα της ενιαίας τιμής, ορίζοντας ότι στο σύστημα αυτό υπάγονται μόνο τα λογοτεχνικά βιβλία και μάλιστα για την πρώτη μόνο εκτύπωση και με μέγιστο όριο διαρκείας τα 2 έτη. Αυτό σημαίνει ότι θεωρητικά παραμένει ένα 10% στην ενιαία τιμή. Αλλά και αυτό είναι αμφίβολο, διότι τα προβλήματα που έχουν ανακύψει στον ορισμό του τι είναι λογοτεχνικό βιβλίο είναι τεράστια, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συγκρούσεις βιβλιοπωλών και εκδοτών και ουσιαστικά να μην τηρείται πολλές φορές ούτε αυτό το ελάχιστο που άφησε απείραχτο ο νέος νόμος. Ένας άλλος παραλογισμός του συστήματος είναι το γεγονός ότι περιορίζει την παραμονή ενός τίτλου στο σύστημα της ενιαίας τιμής μόνο στην πρώτη εκτύπωση. Έτσι, αν ένας εκδότης, εκδίδοντας ένα νέο τίτλο για την εμπορική επιτυχία του οποίου έχει αμφιβολίες, προβεί σε μία εκτύπωση χιλίων αντιτύπων, είναι δυνατό, και έχει συμβεί αρκετές φορές, εάν υπάρξει απρόβλεπτη εμπορική επιτυχία, να ανατυπωθεί εντός μικρού χρονικού διαστήματος (π.χ. εντός δεκαπέντε ημερών), οπότε το βιβλίο αυτό εξέρχεται από το σύστημα της ενιαίας τιμής. Αυτό δεν είναι παραλογισμός; Και για να αποφύγουν αυτό τον κίνδυνο ορισμένοι εκδότες αναγκάστηκαν να τυπώσουν εξαρχής μεγάλο τιράζ, το οποίο πολλές φορές δεν πωλείται με αποτέλεσμα το βιβλίο να οδηγείται στην πολτοποίηση, οι ζημιές από το βιβλίο αυτό να συμψηφίζονται με αύξηση των τιμών σε επόμενα βιβλία, ενώ συγχρόνως έχουμε και την περιβαλλοντική επιβάρυνση της αχρήστευσης του χαρτιού που προέρχεται από την κοπή των δέντρων. Ο κλάδος του βιβλίου, που έχει ήδη υποστεί μεγάλη φθορά από την παρατεινόμενη οικονομική κρίση στη χώρα μας, βρίσκεται στα όρια καταρρεύσεως. 


Σαίξπηρ, το διαχρονικό «σήµερα»

Η

Του Κωνσταντίνου Μπούρα

διαχρονικότητα του Σαίξπηρ έχει συζητηθεί αρκετά (βλ. το έργο του Jan Kott «Σαίξπηρ ο σύγχρονός μας», εκδόσεις Ηριδανός, σελ. 420). Σύγχρονοι έλληνες σαιξπηρολόγοι εξειδικεύονται σε θέματα όπως «Ζητήματα φύλου στο θέατρο του Σαίξπηρ και της Αναγέννησης» (βιβλίο τής πανεπιστημιακού Ξένιας Γεωργοπούλου, εκ-

δόσεις Παπαζήση, σελ. 328). Όμως όλοι οι πολυδιάστατοι και πολυδιαστασιακοί μεγάλοι δραματικοί συγγραφείς είναι πολυεπίπεδοι όπως τα κατεργασμένα διαμάντια κι αντανακλούν το φως από πολλές (και συχνά απρόβλεπτες γωνίες, απρόσβλητες από προκαταλήψεις, σχολαστικισμούς και παγιωμένες ιδέες παντός είδους). Ο «μεταφυσικός» Σαίξπηρ, όπως και ο αρχαιογνώστης Σαίξπηρ είναι άλλες δύο πτυχές του μεγαλείου του. Με την ίδια λογική, θα μπορούσε να θεω-

11

Σαίξπηρ

ρηθεί και «προ-σωκρατικός» και «παγανιστής» και «πολυθεϊστής» και ούτω καθεξής. Το στοιχείο της πρωτοτυπίας (άγνωστο στην εποχή του, αφού δεν είχε ακόμα επικρατήσει ο ατομικισμός και η θεοποίηση της μονάδας μετά τις αστικές εξεγέρσεις και τη Βιομηχανική Επανάσταση) ήταν ανάλογο με την έννοια της «πνευματικής ιδιοκτησίας» (επίσης θολή και ρευστή στα ελισαβετιανά χρόνια). Φθάσανε μάλιστα ορισμένοι ερμηνευτές να αμφισβητήσουν ακόμα και την συγγραφική του ύπαρξη, λες


12

Σαίξπηρ

και το folio, όπου ο Μπεν Τζόνσον συγκέντρωσε τα αριστουργήματα του πεθαμένου πια φίλου του, να είναι κάτι σαν τα ομηρικά έπη, με τον Όμηρο πλέον ως σκιά ή αφαίρεση, ένα όνομα-ιδιότητα, ή «επιτάφια χρυσή προσωπίδα» (όπως λέει ο Σεφέρης στο ποίημά του «Ο βασιλιάς της Ασίνης»). Ψευδοβιογραφικές ταινίες γυρίστηκαν για τον ποιητή των «Σονέτων», θεωρίες διατυπώθηκαν, ακρότητες έφτασαν στον αμφισβητούμενο χώρο μεταξύ επιστήμης και μυθοπλασίας… Μέχρι και τον «Δον Κιχώτη» του απέδωσαν, υπό το προσωνύμιο Θερβάντες (δήθεν ότι κατέφυγε στην Ισπανία μόλις πέθανε η προστάτις του Ελισάβετ κι ανέβηκε στο θρόνο ο γιος της εχθράς της, Μαρίας Στιούαρτ, ο Ιάκωβος ο Πρώτος). Εικασίες, διαδόσεις, αμετροέπειες. Όμως όλα αυτά καταδεικνύουν ένα πράγμα: ότι ο Σαίξπηρ (δια του έργου του) δεν είναι απλώς «σύγχρονός μας», αλλά στοχεύει διαρκώς σε ένα διαχρονικό «σήμερα» με την μετέωρη κίνηση των αστρικών φαινομένων άτινα υπακούουν σε έναν άλλον κυκλικό χρόνο και σε μια «γεωμετρία» μη ευκλείδεια. Δεν ξέρω αν μπορείς να ταξιδέψεις μέσα από τις χωροχρονικές σήραγγες και να επιστρέψεις πίσω αλώβητος, όπως ερευνά ο Stephen Hawking, όμως η πληρο-

φορία, το πνευματικό έργο μπορεί να είναι διαρκώς στα «φώτα της ράμπας», στην επικαιρότητα, στον ορίζοντα ενός ατελείωτου ηλιοβασιλέματος που είναι ταυτόχρονα και λαμπρή, ολόλαμπρη Ανατολή. Ένας άλλος μεγάλος Αστροφυσικός, ή «της Φυσικής των υποατομικών σωματιδίων» (για να το πούμε πιο επιστημονικά) ο βιετναμέζικης καταγωγής Trinh Xuan Thuan («Χάος και Αρμονία. Η κατασκευή της πραγματικότητας», σελ. 574, εκδόσεις Τραυλός και «Η Επιστήμη συναντά την Εσωτερική Γνώση», μαζί με τον Richard Matthieu από τις εκδόσεις Έσοπτρον, σελ. 350) γράφει για την «Μυστική μελωδία» (“The Secret Melody”, 1994) παραπέμποντας τόσο στην «μουσική των σφαιρών» που απηχεί στο έργο του Σαίξπηρ όσο και στις θεωρίες του «θείου» Πυθαγόρα για τις ουράνιες αρμονικές καμπύλες πάνω στις οποίες κινούνται όλα τα σώματα (αστρικά και μη) υπακούοντας σε αδήριτους, τέλειους κι απαράγραπτους Νόμους. Οι καμπύλες Feynman και Fibonacci καταδεικνύουν του λόγου το αληθές. Όμως ακόμα κι αν δεν τα κατείχε όλ’ αυτά ο υποτιθέμενος ή μη Σαίξπηρ, ακόμα κι αν δεν είχε μελετήσει χειρόγραφα από την καμένη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας που κυκλοφορούσαν

στη μαύρη αγορά, ακόμα κι αν δεν ήταν ακόμα ένας ισχυρός κρίκος στη μεγάλη μυστική παράδοση των Πυθαγόρειων, των Γνωστικών ή άλλων φιλοσόφων (όπως εξάλλου κι ένας άλλος μεγάλος «αναγεννησιακός άνθρωπος» και «ολικός καλλιτέχνης», ο Λεονάρντο ντα Βίντσι) ένα βέβαιο: ως Ποιητής, ως Καλλιτέχνης, ως άνθρωπος του Θεάτρου που συνθέτει όλες τις γνωστές και άγνωστες «βασιλικές» και μη τέχνες, ο Σαίξπηρ είχε άμεση πρόσβαση στο συλλογικό ασυνείδητο και στη συλλογική πανανθρώπινη συνειδητότητα του καιρού του. Κι αυτή ακριβώς η αυτοθυσιαστική γενναιότητα να υπερβεί το εγώ και το όνομά του πλάθοντας «αθάνατα έργα» δείχνει ακριβώς το μεγαλείο του. Και τον καθιστά αυτή ακριβώς η δραματική του ποιητικότητα κάτι περισσότερο από σύγχρονο: διαχρονικώς ση-με-ρι-νό. Κι αυτό δεν είναι λίγο για έναν πνευματικό εργάτη. Καθόλου. Η Γνώση, ως Φως (ομηρικόν Φάος), ως Πληροφορία, ως Υλο-Ενέργεια είναι η μόνη ελπίδα για να διαπεράσουμε τα σκότη της ανθρώπινης άγνοιας και η αμάθεια να μπει για πάντα στα μουσεία Πολέμου. Δια παντός. Γέγονε!  www.konstantinosbouras.gr


Ο Ερρίκος Μπελιές για το Ανθολόγιο του Σαίξπηρ

Α

πό την εποχή που δούλευα τις μεταφράσεις των τριάντα επτά θεατρικών του Σαίξπηρ σκεφτόμουν πως ήταν χρήσιμο για αναγνώστες που θα ήθελαν να έχουν μια πιο εμπεριστατωμένη άποψη για το έργο του να υπάρξει ένα Ανθολόγιο, δηλαδή ένας τόμος που θα καταδείκνυε τον σαιξπηρικό τρόπο αντιμετώπισης των αναγεννησιακών ιδεών. Αρκετά χρόνια μετά την ολοκλήρωση εκείνων των μεταφράσεων καταπιάνομαι με τον ερανισμό αποσπασμάτων από τα έργα του ελισαβετιανού. Δεν περιορίζομαι σε ολιγόστιχα αποφθέγματα, αλλά, όπου χρειάζεται, αντιγράφω και ευρύτερα χωρία, διότι έτσι παρουσιάζονται πιο ολοκληρωμένες οι θέσεις του Σαίξπηρ. Οι αντίθετες ή και αντιφατικές απόψεις πάνω στο ίδιο θέμα, που συχνά θα συναντήσει ο αναγνώστης, οφείλονται στο γεγονός ότι τις υποστηρίζουν διαφορετικοί ήρωες μέσα στα έργα. Απρίλιος 2009

13

Σαίξπηρ

Ποιός ήταν ο Ερρίκος Μπελιές (1950-2016)

Ο

συγγραφέας Ερρίκος Γεώργιος Μπελιές –όπως ήταν ο πλήρες ονοματεπώνυμό του- μετέφρασε από τη δεκαετία του ’80 ώς το 2004 τα τριάντα επτά θεατρικά έργα του Ουΐλιαμ Σέξπιρ-όλα από τις εκδόσεις Κέδρος. Συνολικά έχει αποδώσει στα νέα ελληνικά πάνω από τριακόσια θεατρικά έργα και είκοσι τέσσερα πεζά, Εκτός του σεξπιρικού κόρπους, έχει μεταφράσει Γκολντόνι, Γκόγκολ,

Τσέχοφ, ΄Ιψεν, Στρίντμπεργκ, Ουάϊλντ, Πιραντέλο, Μαγιακόφσκι, Ιονέσκο, Ουΐλιαμς, Ο’ Νιλ, Πίντερ, Άλμπι. Με την ιδιότητα του ποιητή είχε τυπώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πόλεως» (1989), «Φαινόμενον ως να έπλεε και μένον ακίνητον» (1996), «Το διακεκριμένο σώμα» (1996), «Τα εισόδια του φόβου» (1997)-όλες από τις εκδόσεις Οδυσσέας.


14

Σαίξπηρ

Ένα µικρό αφιέρωµα, και µια προσωπική µαρτυρία Ο Ερρίκος Μπελιές ως μεταφραστής του Σαίξπηρ

Ο

Tης Ξένιας Γεωργοπούλου

Ερρίκος Μπελιές έφυγε από κοντά μας την ναφορές 66 ετών. Το Τρίτη 19 Απριλίου, σε«A ηλικία στον έρωτα, θλιβερό νέο μού ανακοίνωσε την επομένη στην εξουσία και στο κράτος, το πρωί στο μάθημα μιαστα πλούτη, φοιτήτριά μου, στο χρήµα, αλήθεια και πλαίσια στο ψέµα, λίγο πριν διαβάσουμε,στην στα του στη φτώχεια, στον θάνατο...» μαθήματος, αποσπάσματα από τον Βασιλιά Ληρ και τον Άμλετ σε δική του μετάφραση. Για όσους Έλληνες ασχολούμαστε με τον Σαίξπηρ, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η συμβολή του Ερρίκου Μπελιέ υπήρξε καθοριστική, αφού το 2004 ολοκλήρωσε τη μετάφραση του συνόλου των θεατρικών έργων του Σαίξπηρ. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τα θεατρικά άπαντα του Σαίξπηρ μεταφράζονταν στα ελληνικά. Το γενναίο αυτό εγχείρημα τόλμησε (και ολοκλήρωσε) πρώτος ο Βασίλης Ρώτας, σε συνεργασία με τη Βούλα Δαμιανάκου. Η γλώσσα, ωστόσο, των μεταφράσεων αυτών δεν ήταν πάντα οικεία στο κοινό. Τα ευγενή κίνητρα του Ρώτα, που στόχο του είχε να φέρει τον μεγάλο ελισαβετιανό δραματουργό κοντά στον απλό λαό, αποτυπώθηκαν και στις μεταφράσεις του κι εδώ έγκειται και το βασικό πρόβλημα των κειμένων του Ρώτα: ο μεταφραστής σε αρκετές περιπτώσεις ενσωμάτωσε, στην καθημερινή γλώσσα που επέλεξε να χρησιμοποιήσει, και λέξεις από τοπικά ιδιώματα, οι οποίες δεν γίνονταν πάντα κατανοητές από το σύνολο του κοινού. Κι αν ένα θεατρικό έργο γράφεται, και κατ’ επέκταση μεταφράζεται, για να παιχτεί, το πρόβλημα της χρήσης μιας τέτοιας μετάφρασης γίνεται ιδιαίτερα αισθητό επί σκηνής. Έτσι, η ανάγκη για μια νέα μετάφραση, όχι μόνον ως ανάγνωσμα αλλά και για τη σκηνή, παρέμενε επιτακτική για πολύν καιρό. Υπήρξαν, βέβαια, και μεμονωμένες μεταφράσεις έργων του Σαίξπηρ, που χρονικά προηγούνται ή έπονται του Ρώτα. Και υπήρξαν και μεταφραστές που μετέφρα-

ΟΥΪΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ

Ανθολόγιο

Μτφρ: ΕΡΡΙΚΟΣ ΜΠΕΛΙΕΣ Εκδόσεις Κεδρος Σελ.: 392 Τιμη: 22,31 €

| ,6%1

σαν αρκετά από τα έργα του μεγάλου ελισαβετιανού δραματουργού, και μάλιστα με επιτυχία. Από τους παλαιότερους ξεχωρίζω τον Καρθαίο, κι από τους νεότερους τον Νίκο Χατζόπουλο. Το ότι ο Καρθαίος ήταν ποιητής βοήθησε σίγουρα στην απόδοση του ποιητικού λόγου του Σαίξπηρ. Και το ότι ο Χατζόπουλος είναι ένας πολύ καλός ηθοποιός αλλά και σκηνοθέτης τον διευκόλυνε οπωσδήποτε στη δημιουργία μεταφράσεων που ρέουν στα χείλη του ηθοποιού. Παρά τις αξιόλογες επιμέρους μεταφράσεις, ωστόσο, κανείς μετά τον Ρώτα δεν είχε αποτολμήσει αυτό που ολοκλήρωσε εδώ και πάνω από δέκα χρόνια ο Ερρίκος Μπελιές. Προσωπικά, δουλεύοντας τον Σαίξπηρ από το πρωτότυπο για περίπου δύο δεκαετίες, κάθε άλλο παρά ειδήμων μπορώ να θεωρούμαι στις σαιξπηρικές μεταφράσεις στα ελληνικά. Πιστεύω, ωστόσο, ότι η λειτουργικότητα μιας μετάφρασης μπορεί να κριθεί απ’ οποιονδήποτε τη διαβάσει ή την ακούσει πάνω στη σκηνή, αφού ο μεταφραστής, όπως και ο συγγραφέας, απευθύνεται σ’ ένα ανομοιογενές κοινό. Μπορώ, λοιπόν, να μιλήσω ως θεατρολόγος και εκπαιδευτικός, αλλά και ως απλός αναγνώστης και θεατής. Όσο δούλευα τα σαιξπηρικά κείμενα χρησιμοποιών-

τας το πρωτότυπο, το ζήτημα της μετάφρασης δεν με είχε απασχολήσει καθόλου. Το πρόβλημα προέκυψε όταν χρειάστηκε να διδάξω Σαίξπηρ στα ελληνικά. Κι αν μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη μετάφραση του Καρθαίου για τον Οθέλλο ή του Χατζόπουλου για το Χειμωνιάτικο παραμύθι, οι παραπάνω μεταφραστές δεν μου παρείχαν μεταφράσεις για άλλα σημαντικά σαιξπηρικά έργα, όπως ο Άμλετ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κάθε άλλο παρά έλλειψη υπήρχε σε μεταφράσεις. Κι εδώ μπήκα στην διαδικασία να επιλέξω. Άπλωσα τις διαθέσιμες μεταφράσεις πλάι-πλάι και τις συνέκρινα, εστιάζοντας σε κάποια χαρακτηριστικά ή προβληματικά σημεία. Και επέλεξα αβίαστα τη μετάφραση του Μπελιέ. Το ίδιο συνέβη και με τον Βασιλιά Ληρ, και με άλλα ακόμη σαιξπηρικά έργα που χρειάστηκε να διδάξω. Κι όταν χρειάστηκε να μεταφράσω από τα αγγλικά στα ελληνικά κάποια κείμενά μου στα οποία χρησιμοποιούσα αποσπάσματα από το σαιξπηρικό κείμενο, ο Ερρίκος Μπελιές με απάλλαξε από το να μεταφράζω η ίδια κομμάτια από έργα που χωρίς τη δουλειά του θα παρέμεναν μεταφρασμένα σε μιαν ανοίκεια γλώσσα. Με λίγα λόγια, ο Ερρίκος Μπελιές μού πρόσφερε την ασφάλεια του να διαθέτω μια μετάφραση του συνόλου του σαιξπηρικού δραματικού έργου σε μια γλώσσα που ταίριαζε μ’ εκείνη των δικών μου κειμένων και ήταν οικεία στους φοιτητές μου. Δεν είναι όμως οι μεταφράσεις του Μπελιέ απλώς ένας μονόδρομος που σου επιβάλλει η απουσία σύγχρονων μεταφράσεων ενός μεγάλου αριθμού σαιξπηρικών έργων. Είναι ένας δρόμος, που, αν και συχνά μοναδικός, τον ακολουθείς με χαρά, χωρίς να νιώθεις ότι κάποιος σου τον έχει επιβάλει. Αλλά κι εκεί που υπάρχουν κι άλλες μεταφράσεις, εκείνες του Μπελιέ συγκαταλέγονται αναμφίβολα στις καλύτερες. Ας δούμε, όμως, τι λέει ο ίδιος ο Μπελιές για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, αλλά και για την διαδικασία της μετάφρασης γενικότερα: «Πρέπει να κρατηθεί η πατίνα του χρόνου που έχει το κείμενο και να μεταφερθεί σε μια σύγχρονη γλώσσα, όπως και ο Σαίξπηρ έγραφε


15

Σαίξπηρ

στην καθομιλουμένη της εποχής του. Ο μεταφραστής πρέπει να έχει ένα σκεπτικό, με το οποίο θα ξεκινήσει, όπως ακριβώς και ο σκηνοθέτης. Να έχει ένα όραμα. Είτε σωστό είτε λάθος, είναι αναγκαίο να έχει έναν πλοηγό. Ο Ρώτας, για παράδειγμα, είχε ως πλοηγό την άκρατη δημοτική. Σύμφωνα με αυτήν έκανε όλες του τις μεταφράσεις. Εγώ ήθελα να έχω μια γλώσσα μεικτή, όπως μεικτή είναι και η γλώσσα του Σαίξπηρ, και χρησιμοποιώ από λόγιες λέξεις μέχρι της καθημερινότητας, όχι επικαιρικές. Αυτές, δηλαδή, που μετά από πέντε ή δέκα χρόνια δεν θα ισχύουν.» Όσον αφορά το μέτρο, ο Ερρίκος Μπελιές δεν μπαίνει στη διαδικασία να μεταφράσει σε αυστηρό στίχο, όπως κάνει συχνά ο Ρώτας. Όντας ποιητής ο ίδιος, με αρκετές ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, διατηρεί έναν εσωτερικό ρυθμό, που όχι μόνον διευκολύνει τη σκηνική απόδοση αλλά καθιστά ρέουσα ακόμη και την σιωπηρή ανάγνωση. Επιπλέον, ο Μπελιές ξεκίνησε να μεταφράζει Σαίξπηρ για τη σκηνή, και γι’ αυτήν ετοίμασε τις περισσότερες από τις σαιξπηρικές του μεταφράσεις, οπότε είχε πάντα στο νου του τον ηθοποιό, αλλά και τον θεατή, τον τελικό προορισμό του θεατρικού κειμένου. Η φροντίδα του για ένα κείμενο που πρόκειται ν’ ακουστεί

ζωντανά φαίνεται ακόμη και στις λεπτομέρειες, όπως, για παράδειγμα, τα ευφωνικά ν που γεφυρώνουν τυχόν χασμωδίες. Κυρίως, όμως, ο Ερρίκος Μπελιές μεταφέρει στις μεταφράσεις του την αμεσότητα του σαιξπηρικού λόγου, μιαν αμεσότητα που καθηλώνει τον θεατή αλλά και κρατεί σε εγρήγορση τον αναγνώστη. Η ζωντάνια αυτή του λόγου του Μπελιέ οφείλεται ίσως στον τρόπο που βλέπει τους σαιξπηρικούς ήρωες, όπως τον περιγράφει σε συνέντευξή του. «Όταν ξεκινάω μια μετάφραση, τους ήρωες τους βλέπω πλάτη. Προχωρώντας αρχίζουν σιγά σιγά και γυρίζουν. Στο τέλος του έργου είναι σαν σε υπόκλιση. Τους βλέπω πια πεντακάθαρα.» Τα περισσότερα σαιξπηρικά έργα που μετέφρασε ο Ερρίκος Μπελιές ήταν παραγγελία για το θέατρο, αρχής γενομένης από το Χειμωνιάτικο παραμύθι, που του ζήτησε ο Γιώργος Μιχαηλίδης για το Ανοιχτό Θέατρο το 1990. Ωστόσο είχε αρχίσει από αγάπη για τον Σαίξπηρ να δουλεύει το Ρωμαίος κι Ιουλιέττα και τον Βασιλιά Ληρ από τις αρχές του ’80. Από αγάπη, «για ’μένα» , όπως λέει, μετέφρασε και τα υπόλοιπα έργα του Σαίξπηρ, κυρίως ιστορικά έργα, που σπάνια ανεβαίνουν στην ελληνική σκηνή. Το τελευταίο έργο του Σαίξπηρ που μετέφρασε ο

Ερρίκος Μπελιές ήταν ο Ερρίκος Η’, και δεν το συνειδητοποίησε, όπως είπε σε συνέντευξή του. «Επαθα σοκ. Ήταν Δεκαπενταύγουστος του 2004 και έβαλα την τελευταία τελεία. Βγήκα έξω και όταν γύρισα στο σπίτι κατάλαβα ότι δεν υπήρχε άλλο τετράδιο για να γεμίσω... Εκείνο το βράδυ δεν είχα τι να κάνω. Πέρασα περίοδο χηρείας με τον Σαίξπηρ. Είναι βαρύ, να μη σε περιμένει...» Ο Ερρίκος Μπελιές ήταν ακόμη πολύ νέος για να φύγει από τη ζωή. Κι είχε μια παιδικότητα που τον έκανε να μοιάζει ακόμα νεότερος. Όπως έλεγε, είχε πάντα στο μυαλό του τους νέους ως κοινό. Το αγαπημένο του έργο ήταν το Ρωμαίος κι Ιουλιέτα, γιατί, όπως είχε πει σε συνέντευξή του, «έχει τη γλύκα του νεανικού έρωτα που δεν πρέπει να φύγει από τη ζωή των νέων» . Πάνω σ’ αυτό το έργο βασίστηκε και η πτυχιακή του εργασία στο Πανεπιστήμιο. Με αφορμή αυτήν την αγάπη του για τους νέους, του παλιού καιρού αλλά και του δικού μας, επέλεξα να κλείσω το μικρό αυτό αφιέρωμα – φόρο τιμής στον σαιξπηρικό μεταφραστή Ερρίκο Μπελιέ με κάποια αποσπάσματα που ανήκουν σε νεαρούς ήρωες του Σαίξπηρ, όπως ο πρώτος μονόλογος της Κορντέλια στον Βασιλιά Ληρ:


16

Σαίξπηρ

Σεβαστέ μου κύριε, με γέννησες, μ’ ανέθρεψες, μ’ αγάπησες, κι εγώ ανταποδίδω από καθήκον υπακοή, αγάπη και τιμή στο πρόσωπό σου. Γιατί οι αδελφές μου παντρευτήκανε, αφού, όπως λένε, Μόνον εσέναν αγαπάνε; Ενώ εγώ, αν παντρευτώ, θα πρέπει να προσφέρω στον άντρα που θα με ζητήσει, τη μισή αγάπη, τις μισές φροντίδες και τον μισό μου σεβασμό. Αν είναι ν’ αγαπάω μόνο τον πατέρα μου, όπως οι αδελφές μου, δεν παντρεύομαι ποτέ. Αν ο λόγος της λακωνικής Κορντέλια είναι ίσως πιο εύκολο να μεταφραστεί, ο Μπελιές καταφέρνει να μεταφράσει το ίδιο επιδέξια εκείνον του εξίσου φιλοσοφημένου, αλλά πιο αναλυτικού Άμλετ:

Να ζεις; Να μη ζεις; Αυτό είναι το ερώτημα. Τι είναι ευγενέστερο, να υπομένεις τις σαϊτιές και τα πετροβολήματα μοίρας απαίσιας ή να πολεμάς ενάντια σ’ ένα πέλαγο δεινά και να παλεύεις ως το τέλος σου; Θάνατος-ύπνος: τίποτ’ άλλο! Και αν μ’ έναν ύπνο λέμε πως τέλος δίνουμε στους πόνους της καρδιάς και τ’ άλλα χιλιάδες άλγη -τη φυσική κληρονομιά της σάρκας-, αυτός θα ήτανε

για όλους η ποθητή λύση. Θάνατος-ύπνος! Ύπνος, ίσως με όνειρα - να το μεγάλο εμπόδιο: σ’ αυτόν τον ύπνο του θανάτου, τι όνειρα θα ’ρθούν, όταν πετάξουμε από πάνω μας ετούτο το φθαρτό σαρκίο; Αυτό είναι που μας τρομάζει: η αιτία που μας κάνει ν’ αποδεχτούμε τον πολυετή όλεθρο της ζωής. Γιατί αλλιώς, ποιός θ’ άντεχε τα πλήγματα και τον περίγελω του κόσμου; την αδικία του δυνάστη, τη χλεύη του αλαζόνα, τις σουβλιές έρωτα καταφρονεμένου, τη βραδύτητα του νόμου, τη θρασύτητα της εξουσίας και όλες τις κλοτσιές που εισπράττει απ’ τους ανάξιους υπομονετικά η αρετή; Ποιος θ’ άντεχε, αν μόνος του μπορούσε ν’ απαλλαγεί απ’ όλα αυτά μ’ ένα μικρό μαχαίρι; Ποιος ήθελε να υποφέρει βάρη, να βογγάει και να ιδρώνει από το βάρος της ζωής, εάν ο τρόμος για κάτι αόριστο που έρχεται με το θάνατο - με την αναχώρηση για την ανεξερεύνητη χώρα, απ’ όπου κανένας ταξιδιώτης δεν γυρίζει - εάν αυτός ο τρόμος δεν παραπλανούσε τη θέλησή μας και μας έκανε να υπομένουμε τα βάσανά μας και όχι να ριχνόμαστε σε άλλα, πιο άγνωστά μας; Αυτό είναι: η συνείδηση μας κάνει όλους δειλούς. Κι έτσι αλλοιώνεται το φυσικό χρώμα

της απόφασης απ’ τη χλομή βαφή της σκέψης. Κι έτσι, έργα πνοής μεγάλης, που θα πετύχαιναν αν γίνονταν εκείνη τη στιγμή, λοξοδρομούν απ’ τα νερά τους και ποτέ πράξεις δεν ονομάζονται. Το ίδιο ζωντανά μεταφράζει ο Μπελιές και τους εξίσου ενδιαφέροντες κωμικούς νεαρούς του Σαίξπηρ. Αφήνοντας την φιλοσοφική σκέψη του Άμλετ, ας ακούσουμε τον Βενέδικτο από το Πολύ κακό για το τίποτα, και την δική του φιλοσοφία: Απορώ πώς ένας άντρας, που βλέπει πόσο γελοιοποιείται ένας άλλος άντρας όταν παραδίδεται στον έρωτα, αφού γελάσει με τις ρηχές ανοησίες του άλλου, πάει και ρεζιλεύει τον εαυτό του ενδίδοντας κι αυτός στον έρωτα: να τι είν’ ο Κλαύδιος. Άλλοτε τ’ άρεσε ν’ ακούει μόνον όργανα στρατιωτικά, τύμπανο και σάλπιγγα, και τώρα ξετρελαίνεται με τα ηδυπαθή, ντέφι κι αυλό. Άλλοτε ήταν ικανός να περπατήσει δέκα μίλια για να δει μια καλή πανοπλία και τώρα μένει δέκα νύχτες ξάγρυπνος για να σχεδιάσει ένα εφαρμοστό γιλέκο. Συνήθιζε να χρησιμοποιεί λέξεις απλές κι ευθύβολες, ως άτομο έντιμο και στρατιώτης, και τώρα μας το γύρισε σε νεωτερισμούς και καθαρολογίες: τα λόγια του είναι συμπόσιο φανταστικό μ’ εδέσματα παράδοξα. Λες κι εγώ, κάποτε, ν’


17

Σαίξπηρ

αλλάξω και να βλέπω με τέτοια μάτια; Πού να ξέρω! Αλλά, δεν το νομίζω. Όρκο δεν παίρνω πως ο έρωτας είναι αδύνατο να με μεταμορφώσει σε μαλάκιο, αλλά ορκίζομαι πως μέχρι να συμβεί αυτό δεν θα τα καταφέρει να με κάνει τόσο ανόητο. Μπορεί μια γυναίκα να είν’ ωραία, κι εγώ να είμαι μια χαρά. μια άλλη να είναι σώφρων, κι εγώ να είμαι μια χαρά. μπορεί μια τρίτη να είν’ ενάρετη, κι εγώ να είμαι μια χαρά. μα, μέχρι να συγκεντρωθούν όλες οι χάρες σε μια μόνο γυναίκα, σε καμία δεν θα κάνω εγώ τη χάρη. Πλούσια θα πρέπει να ’ναι, σίγουρο αυτό. σεμνή, αλλιώς μην πλησιάσει καν. ευγενικής καταγωγής κι ενάρετη, αλλιώς, κι άγγελος να ’ναι δεν δίνω δεκάρα. γλυκομίλητη, καλή στη μουσική και τα μαλλιά της να ’χουν - τέλος πάντων, ας έχουν όποιο χρώμα θελήσει ο Θεός. Σε αντίθεση με τον Βενέδικτο, η Βιόλα στην Δωδέκατη νύχτα μας δίνει μια πιο ρομαντική πλευρά του έρωτα: ΒΙΟΛΑ Αν σας αγαπούσα εγώ με τόση φλόγα και τόσο πόνο που να μου γινόταν ο βίος αβίωτος, η άρνησή σας θα ήταν περιττή για ’μένα: δεν θα την καταλάβαινα. ΟΛΙΒΙΑ Γιατί, τι θα ’κανες;

ΒΙΟΛΑ Θα έφτιαχνα ένα καλυβάκι από ιτιές μπροστά στην πόρτα σας, για να λατρεύω την καλή μου που είναι μέσα. θα έγραφα τραγούδια γι’ απελπισμένους έρωτες, πιστούς, που θα τα τραγουδούσα δυνατά στη σιωπή της νύχτας. θα κραύγαζα το όνομά σας ν’ αντηχούν οι λόφοι, θ’ ανάγκαζα το φλύαρο αέρα να φωνάζει «Ολίβια»! Αχ, δε θα βρίσκατε ησυχία ούτε ανάπαυση στο μεσοδιάστημα ουρανού και γης ωσότου να με λυπηθείτε. Κι αν ο Ερρίκος Μπελιές πετυχαίνει να μας μεταφέρει τόσο ζωντανά τις σκέψεις των νεαρών ηρώων του Σαίξπηρ, με την ίδια ευκολία μάς μεταδίδει και τη φρεσκάδα του νέου ηθοποιού που παίζει τη Ροζαλίντα: Δεν είναι και πολύ συνηθισμένο να κάνει τον επίλογο η πρωταγωνίστρια. όμως δεν είναι και πολύ καλύτερο να κάνει ο πρωταγωνιστής τον πρόλογο. Αν αληθεύει ότι το πανδοχείο που προσφέρει καλό κρασί δεν έχει ανάγκη να κρεμάσει και ταμπέλα που να το διαφημίζει, το ίδιο αληθεύει κι ότι το καλό θεατρικό έργο δεν έχει ανάγκη από επίλογο. Όμως, αφού κρεμάνε ωραίες ταμπέλες για το καλό κρασί, φαίνεται

πως και τα καλά θεατρικά έργα χρειάζονται ωραίους επιλόγους. Άρα εγώ είμαι σε θέση δύσκολη: ούτε καλό επίλογο μπορώ να κάνω, ούτε και να συνηγορήσω για το καλό έργο. Δεν μοιάζω με ζητιάνο, γι’ αυτό δεν μου πηγαίνει αυτός ο ρόλος. Μόνη μου λύση είναι να σας κάνω μάγια. κι αρχίζω από τις γυναίκες. Ω, γυναίκες, όπως σας αρέσουν οι άντρες, να σας αρέσει και αυτό το έργο. Κι εσείς, ω άντρες, που σας αρέσουν οι γυναίκες - βλέπω, χαμογελάτε όλοι, κανείς σας δεν τις αποστρέφεται - βάλτε ανάμεσα σ’ εσάς και τις γυναίκες ετούτο δω το έργο. Αν ήμουνα γυναίκα πραγματική, θα ερχόμουν τώρα κάτω και θα φιλούσα όσους άντρες έχουνε γένια που μ’ αρέσουνε, δέρμα κι ανάσα που με γοητεύει. Και είμαι σίγουρος πως όσοι έχετε ωραία γένια, δέρμα λείο κι ανάσα μυρωδάτη, θα μου κάνετε τη χάρη: όταν υποκλιθώ, θα με χειροκροτήσετε. Σαν τον σαιξπηρικό ηθοποιό μετά την παράσταση, ο Ερρίκος Μπελιές άφησε τη σκηνή του κόσμου αυτού, έχοντας αποθέσει μπροστά σε όσους αγαπούν τον Σαίξπηρ τους κόπους όχι μιας βραδιάς, αλλά είκοσι περίπου χρόνων. Κι αυτοί αξίζουν, ως ελάχιστη συμβολική ανταμοιβή, σαν μικρό επίλογο σ’ ένα ωραίο έργο, το χειροκρότημα όλων μας.


Σαίξπηρ

Λένια Ζαφειροπούλου

«Ο Σαίξπηρ είναι άνθρωπος της κωµωδίας όσο και της τραγωδίας»

Τ

Tου Βασίλη Κ. Καλαμαρά

α φωτεινά και σκοτεινά ομού σονέτα του Ουΐλιαμ Σέξπιρ, γιά τα οποία χύθηκαν τόνοι μελάνης γιά την ταυτοποίηση της αφιέρωσης W.H., μετέφρασε σε δεκαπεντασύλλαβο, η λυρική τραγουδίστρια Λένια Ζαφειροπούλου. Παράλληλα ασκεί την ποίηση και την μετάφραση, με στόχο να ολοκληρωθεί ως άνθρωπος και καλλιτέχνης, αφού λόγω του κύριου επαγγέλματός του έχει καθημερινή σχέση με τον ποιητικό λόγο, είτε μέσω των λιντ, είτε μέσω της όπερας. Εχει εκδώσει δύο ποιητικά βιβλία «Paternoster Square» (εκδόσεις Πόλις 2012, βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα από τον «Αναγνώστη») και «Σκληρό να σκοντάφτεις σε πέτρες» (εκδόσεις Πατάκη 2015), ενώ μετφράσεις της έχουν τυπωθεί στο «Όταν ο νους βράζει κι η καρδιά (Γκαίτε-Χάινε, Ποιήματα και τραγούδια)» (εκδόσεις παWILLIAM τάκη 2014), που συνοδεύεται από δίσκο SHAKESPERE ακτίνας. Η πρώτη επαφή με τα σεξπιρικά σοΤα Σονέτα νέτα έγινε από την εφηβεία της, όταν ήρθε σε επαφή με την μετάφραση του Δίγλωσση έκδοση Βασίλη Ρώτα. Τού είναι ευγνώμων, γιατί Εκδόσεις: Gutenberg Μτφρ., Εισαγωγή: αυτός της γνώρισε τον Άγγλοο ποιητή, ΛΕΝΙΑ δεν μπορεί, όμως, εκ των υστέρων, να ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΥ μην επισημάνει ότι η μετάφραση του Σελ. : 344 παλιού Έλληνα ποιητή βρίσκεται εγγύΤιμή: 15,50 € τερα στον μαχόμενο δημοτικισμό, γιαυτό η γλώσσα του είναι εξεζητημένη.

Επέλεξε τον δεκαπεντασύλλαβο γιά να φέρει εις πέρας το δικό της μεταφραστικό εγχείρημα, αλλά εν τούτοις το αποτέλεσμα σε στρωτή δημοτική των πόλεων, δεν έχει τον ήχο και τον απόηχο του δημοτικού τραγουδιού. Η Λένια Ζαφειροπούλου έχει εσωτερικεύσει από την παράδοση της ανώνυμης ποίησης, την ρυθμολογία και της μελοποιΐα της, και οδηγεί την μετάφραση σ’ ένα αποστασιοποιημένο από την προσωπικότητά της λεκτικό υλικό.

ΦΩΤΟ:Κωνσταντίνος Πίττας

18

O Σαίξπηρ για σας είναι θεατρικός συγγραφέας ο οποίος έγραψε και ποίηση; Και αν ναι, τα ποιήματά του αποτυπώθηκαν στο περιθώριο του θεατρικού του έργου, ως παιχνίδι, ως άσκηση, ως στοίχημα με την γλώσσα και τα όρια της με την μορφή του σονέτου; Πολλές πληροφορίες για τη γένεση των σονέτων και για το αν προορίζονταν για δημοσίευση δεν έχουμε. ούτε για το αν ο νεαρός άνδρας και η μελαμψή κυρία στους οποίους απευθύνονται τα ποιήματα, υπήρξαν στ’ αλήθεια. Γνωρίζοντας όμως την Αναγέννηση ως την κατ’ εξοχήν εποχή που έζησε τον καλλιτέχνη ως μάστορα και τεχνίτη, με την δεξιοτεχνία του, την προπόνηση, τις ασκήσεις και τα προσχέδιά του, φανταζομαι συχνά τα σονέτα του Σαίξπηρ σαν σπουδές: γιατί όχι και σαν ομαδικές ασκήσεις που κυκλοφορούσαν μέσα στους King’s Men, τον σαιξπηρικό θίασο, έτσι σαν εσωτερικό παιχνίδι και άμιλλα. Αυτό που καταλαβαίνουμε από το πρώτο μέρος τού έργου, είναι ότι ο νεαρός φίλος τον οποίον υμνεί ο Σαίξπηρ είναι ευγενής, πλούσιος και σίγουρα χορηγός τού ποιητή. Συχνά τα σονέτα προσπαθούν με ευφάνταστο και πνευματώδη τρόπο να του αποσπάσουν εύνοια και χρηματική υποστήριξη. Φανταστείτε τον νε-


αρό μαικήνα να λαμβάνει ένα απ’ αυτά τα μικρά αριστουργήματα αντί της φορτικής, άχαρης έκκλησης ενός απένταρου καλλιτέχνη. Ή φανταστείτε ότι τα σονέτα μπορεί πράγματι να γράφτηκαν με την απαίτηση του νεαρού πλούσιου φίλου: “Εντάξει Σαίξπηρ, θα σου στείλω το ποσό που ζητάς, στείλε μου όμως κι εσύ φίλε μου πέντε από εκείνα τα νοστιμούτσικα σονέτα σου. Ο πιστός σου W.H.” Εξάλλου η αφιέρωση της πρώτης έκδοσης λέει πως αυτός ο μυστηριώδης κύριος W.H. είναι αυτός “χάρη στον οποίον υπάρχουν αυτά τα σονέτα.”

Στα σονέτα του, ανάμεσα στις ποιητικές γραμμές, χωρίς να εκπίπτει στην καταγγελία, αποκαθηλώνει το δέος των πρωτοτύπων της κοινωνίας της εποχής του;

Κάπου στη μέση τού έργου, ο Σαίξπηρ υπαινίσσεται ότι ο νεαρός αγαπημένος και μαικήνας έχει κι άλλους ποιητές που του γράφουν και που τους υποστηρίζει. Ο ποιητής ζηλεύει αφόρητα, φροντίζει όμως να κρύψει τη ζηλοτυπία του γι’ αυτούς τους αντίπαλους και φευ! νεότερους ποιητές πίσω από στυλιστικές αντιρρήσεις: Οι άλλοι δεν αξίζουν, κάνουν νεόκοπη τέχνη γεμάτη τζιριτζάντζουλες και άδεια ρητορικά σχήματα, είναι ποιητές της μοδός. Ενώ ο ίδιος, κατά το γνωστό “ο παλιός είναι αλλιώς”, κατέχει το αρχαϊκό, αυθεντικό, απέριττο στυλ. Αν δε τον παραζορίσει ο νεαρός με την ελαφρομυαλιά του, ο Σαίξπηρ για να αποδείξει πόσο αληθινά τον αγαπά, θα πάψει ολότελα να γράφει γιατί “η πραγματική αγάπη δεν χρειάζεται σαλπίσματα”. Αυτά τα ποιήματα για τους αντιπάλους ποιητές έχουν βέβαια πολύ πικρό χιούμορ. Ο Σαίξπηρ είναι άνθρωπος της κωμωδίας όσο και της τραγωδίας. Ξέρει (και θέλει) να μισοκρύβει τον ερωτικό φθόνο πίσω από τους καλλιτεχνικούς διαξιφισμούς, έτσι που να είναι ορατός και να μας κάνει να μειδιούμε. Τα άλλα πρότυπα που αποκαθηλώνει ο Σαίξπηρ στα σονέτα για την ερωμένη του, τη λεγόμενη “μαύρη κυρία”, είναι τα πρότυπα της αγγελικής γυναικείας ομορφιάς. Τη στιγμή που όλες οι καλλονές της τέχνης του καιρού του είναι αγνές, μειλίχιες, ενάρετες και πάνω απ’ όλα ξανθές, η δική του είναι κακότροπη, στυγνή, πεπειραμένη στον έρωτα και κυρίως μελαμψή. Κι αυτό φυσικά για χιούμορ το κάνει και ως στοίχημα με τον εαυτό του. Πόσες αντιφάσεις μπορώ να χωρέσω μέσα σε 14 στίχους.

Πόσο πειστικά μπορώ να διεκτραγωδήσω τα πάθη τού έρωτα όταν το αντικείμενο τού πόθου μου δεν έχει πάνω του τίποτε αξιέραστο.

Γιατί επιλέξατε να μεταφράσετε τα σονέτα; Πότε αρχίσατε να συνομιλείτε με το σαιξπηρικό έργο; Άρχισα να διαβάζω Σαίξπηρ στην εφηβεία, τραγωδίες και κωμωδίες και είχα τεράστια εμμονή με τον Άμλετ και τα σονέτα. Να μεταφράζω άρχισα το 2014 για το περιοδικό Ποιητική και βλέποντας πως η δουλειά προχωρούσε χωρίς πολλή αντίσταση, πήρα κάποια στιγμή την απόφαση να τα βάλω με ολόκληρο το έργο. Ο πλούτος και η αλγεβρική πολυπλοκότητά του με συνεπήραν και ο όγκος τής δουλειάς με έκανε να καταριέμαι συχνά την απόφασή μου. Αλλά όπως λέει και ο Σαίξπηρ, τέλος καλό όλα καλά.

Δεν μπορεί να μην είχατε υπόψη σας τις μεταφράσεις του Βασίλη Ρώτα, Πότε ήρθατε σε επαφή μαζί τους; Τι εκτιμάτε; Ο μεταφραστικός του λόγος έχει ξεπεραστεί, κι αν ναι, γιατί;

Τον Ρώτα διάβαζα σε όλη μου την εφηβεία γιατί οι εκδόσεις Επικαιρότητα ήταν δίπλα στο σπίτι μου και μου άρεσε να συλλέγω αυτά τα κομψά βιβλιαράκια με τις ελισαβετιανές ζωγραφιές στο εξώφυλλο. Τα σονέτα τού Ρώτα τα είχα δίπλα μου κατά την μετάφραση, δεν μπορώ να πω όμως πως με βοήθησαν πολύ γιατί δεν είναι τόσο ακριβή. Είμαι ευγνώμων στον Ρώτα που μου πρωτοέμαθε τον Σαίξπηρ, η εποχή όμως τον ξεπέρασε. Νομίζω σήμερα εκτιμούμε τις μεταφράσεις που προσπαθούν να διατηρήσουν το άρωμα τού πρωτοτύπου και το ύφος τής εποχής του. Τα κείμενα τού Ρώτα δείχνουν πρώτα απ’ όλα έναν μαχητικό δημοτικιστή με εξεζητημένο γλωσσικό γούστο και δευτερευόντως τον Σαίξπηρ.

Εσείς, εργαστήκατε με τον δεκαπεντασύλλαβο και τον επενδύσατε με την δημοτική των αστικών κέντρων, αποφεύγοντας τους ιδιωματισμούς και το έντονα μουσικό πάτημα του εθνικού μας στίχου. Πώς καταφέρατε να συγκεράσετε αυτά τα στοιχεία, ώστε να ακούγονται τα σονέτα σε «στρωτή» ομιλούσα σημερινή γλώσσα;

Ο δεκαπεντασύλλαβος είναι ο πιο φυσικός ρυθ-

19

Σαίξπηρ


20

Σαίξπηρ

μός της νέας ελληνικής. Δεκαπεντασύλλαβους φτιάχνει η ελληνική γλώσσα άθελά της όλη μέρα. Και δεν ακούγονται σα δημοτικά γραγούδια. Χρησιμοποιώ πάντα στις μεταφράσεις μου στρωτή, επίσημη γλώσσα κοινώς αποδεκτού γούστου. Σε κάτι εξεζητημενο καταφεύγω μόνο όταν δεν γίνεται αλλιώς ή όπου είναι και το πρωτότυπο εξεζητημένο. Δεν θέλω να χρωματίζεται το κείμενο από την προσωπικότητά μου. Θέλω η πένα μου να είναι όσο γίνεται διαφανής κι από μέσα της να ρέει μεταμορφωμένο στα ελληνικά το ξένο κείμενο.

Σε ποιό βαθμό σάς βοήθησε στο μεταφραστικό σας αποτέλεσμα το γεγονός ότι είσθε ποιήτρια και λυρική τραγουδίστρια; Δεν ξέρω, δεν το κάνω συνειδητά. Σίγουρα με βοηθά ως λογοτέχνη το ότι το πρώτο μου επάγγελμα είναι κι αυτό καλλιτεχνικό. το ότι είμαι και μέσω αυτού σε συνεχή επαφή με την ποίηση και το ρυθμό.

Προφανώς και δεν υπήρχε τότε ο σημερινός διαχωρισμός «λόγιας» και ποπ κουλτούρας; Προφανώς υπήρχαν και τότε θεάματα και είδη τέχνης απλούστερα απ’ αυτά που ασκούσε ο Σαίξπηρ. Αλλά στις παραστάσεις του πήγαιναν

και οι σιδεράδες και οι ευγενείς τού Λονδίνου. Όλοι μαζί στην ίδια παράσταση. Γι’ αυτό και η γλώσσα των έργων του Σαίξπηρ έχει ένα τεράστιο φάσμα από τα αγγλικά του δρόμου ως τα αγγλικά της Αυλής και της αυλικής ποίησης. Kαι τα περισσότερα έργα του, τουλάχιστον τα πιο λαοφιλή είναι ένα εκρηκτικό μίγμα λόγιας και ποπ τέχνης. Θυμηθείτε την 1η σκηνή της 5ης πράξης τού Άμλετ: Στην αρχή εμφανίζονται δυο νεκροθάφτες σαν βγαλμένοι από φαρσοκωμωδία. Γρήγορα μπαίνει ο Άμλετ κι ο Οράτιος κι η γλώσσα αρχίζει και παραπέει ανάμεσα στα πριγκηπικά του Άμλετ και στις αγγλικούρες τού κομπορρήμονα νεκροθάφτη. Εδώ πρέπει να έπεφτε τρελό γέλιο στο ακροατήριο. Αμέσως όμως ο ποιητής δίνει ένα ισχυρό χαστούκι στο κοινό του που γελούσε αμέριμνο, με έναν βαρύ φιλοσοφικό μονόλογο για το κρανίο τού Γιόρικ. Στην πλατεία πέφτει σίγουρα παγωμάρα. Έρχεται η κηδεία της Οφηλίας και λίγες στιγμές αργότερα μέσα στον ανοιχτό τάφο γίνεται σφαγή. Το κοινό είναι έτοιμο να δει ό,τι πιο ακραίο. Τελικά ο Άμλετ βγαίνει, τινάζει τη σκόνη απ’ τα ρούχα του, πετάει ένα περιφρονητικό τετράστιχο και φεύγει. Και το σασπένς συνεχίζεται για μια ακόμη πράξη.

Εχετε σκεφτεί να μεταφράσετε κι αλλα έργα

του 'Αγγλου δραματουργού, κι αν είναι, ποιά είναι αυτά; Συζητάμε με τις εκδόσεις Gutenberg για ένα θεατρικό έργο, δεν θα πω όμως ακόμα ποιο είναι αυτό γιατί αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα σε δύο. Θα διαβάσω λίγο ακόμα πριν αποφασίσω, γιατί είναι πολλή η δουλειά και για ν’ αντέξεις χρειάζεται μεγάλη συγγένεια με το έργο. Πίσω από το δραματουργό και τον ποιητή κινείται ο άνθρωπος Σαίξπηρ; Εάν θέλαμε να τον περιγράψουμε, πώς θα ήταν; Μπορείτε να μάς τον ψυχογραφήσετε;

Δεν είμαι πολύ φίλη του αθλήματος να ψάχνω την πραγματική ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη μέσα στο έργο του. Στην Αναγέννηση όπου η τέχνη είναι τόσο στυλιζαρισμένη και δεξιοτεχνική αυτό είναι ούτως ή άλλως αδύνατον. Και παντελώς αδύνατον είναι σίγουρα με τον Σαίξπηρ. Αν προσπαθήσεις να φανταστείς κάποιον πραγματικό άνθρωπο πίσω απ’ αυτά τα έργα, συχνά πέφτεις στον πειρασμό να φανταστείς μια ολόκληρη ομάδα. Ή αλλιώς κάποιον υπεράνθρωπο με πέντε εγκεφάλους, δέκα ψυχές και προφητικό χάρισμα που του ξεσκεπάζει παρελθόν, παρόν και μέλλον. 


The Hogarth Shakespeare Project

Συγγραφείς του σήµερα ξαναγράφουν τον Σαίξπηρ

Η

ιδέα ήταν πρωτοποριακή και η εφαρμογή της είχε σημαντικό αποτέλεσμα-αν κρίνουμε από τα μέχρι στιγμής δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο. Κάτι ξεχωριστό για μία ξεχωριστή επέτειο: την συμπλήρωση 400 χρόνων από το θάνατο του Γουίλιαμ Σαίξπηρ. Η έμπνευση ανήκει στον εκδοτικό οίκο Hogarth Press, που ίδρυσαν στα 1917 to ζεύγος Βιρτζίνια και Λέοναρντ Γουλφ με σκοπό και στόχο να προσφέρουν στο αναγνωστικό τους κοινό τα καλύτερα σύγχρονα λογοτεχνικά έργα. Το όνειρο των Γουλφ αναβίωσε το 2012

στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη ως imprint του Penguin Random House. Κι από εκεί ξεκινάει η ιστορία του Hogarth Shakespeare Project: σημαντικοί συγγραφείς του σήμερα να γράψουν με το δικό τους τρόπο και τη δική τους σφραγίδα μυθιστορήματα βασισμένα σε θεατρικά έργα του μεγάλου Άγγλου δημιουργού. Η σκέψη ήταν σωστή από το ξεκίνημά της αφού είναι δεδομένο ότι ο Σαίξπηρ δεν έπαψε στιγμή να παίζεται σε θεατρικές σκηνές και να διαβάζεται από αναγνώστες ανά την υφήλιο. Και, μάλιστα, τα έργα του έχουν παρουσιαστεί με κάθε

τρόπο και βάσει της έμπνευσης πολλών και –αρκετών με περίεργη σκέψη- δημιουργών. Από μιούζικαλ κι εφηβικές ταινίες, μέχρι άνιμα και ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Οι συγγραφείς που επιλέχθηκαν για να γράψουν μυθιστορήματα με αφετηρία τον Σαίξπηρ είναι όλοι επιφανείς, βραβευμένοι, πολυδιαβασμένοι. Και το δικό τους έργο θα κυκλοφορήσει σε 25 χώρες- ανάμεσά τους και στην Ελλάδα από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Σε λίγες ημέρες, λοιπόν, στις προθήκες των βι-

21

Σαίξπηρ


22

Σαίξπηρ

1

βλιοπωλείων θα κυκλοφορήσουν τα τρία πρώτα βιβλία της σειράς. Πρώτο, αυτό που κυκλοφόρησε πρώτο και στην Αγγλία και πήρε διθυραμβικές κριτικές. Η βραβευμένη με το Ε.Μ. Forster της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων Jeanette Winterson μας προσφέρει το «Χάσμα του χρόνου»(The gap of Time, μετάφραση Μυρσίνη Γκανά). Η συγγραφέας του βραβευμένου και πολυδιαβασμένου «Oranges are not the only fruit» αντλεί την έμπνευσή της από το «Χειμωνιάτικο παραμύθι», και με απόλυτο σεβασμό στον Σαίξπηρ το φέρνει στην σύγχρονη εποχή προσθέτοντας και τη δική της ποιητική πινελιά. Όπως έχει πει η ίδια και ο Σαίξπηρ δανείστηκε πολλές από τις ιστορίες για τις οποίες έγραψε, από άλλους. Το Χειμωνιάτικο

Παραμύθι έχει τον κορμό του σε ένα έργο του Ρόμπερτ Γκριν. Η ίδια η Winterson κράτησε και στο δικό της μυθιστόρημα αυτά που προσφέρει απλόχερα ως μηνύματα ο Σαίξπηρ και, μάλιστα, πρόσθεσε και δικά της. Έτσι, έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που μας μιλάει για την απώλεια, τη συγχώρεση και τη φύση του χρόνου. Επίσης βραβευμένος –με Booker- συγγραφέας, ο δημιουργός του «The mighty walzer» και του «Who’s sorry now» Howard Jacobson ξαναγράφει τον «Έμπορο της Βενετίας» στο μυθιστόρημα με τίτλο «Shylock is my name» σε μετάφραση του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Οι ήρωες του Τζέικομπσον φορώντας πάντα τον σαιξπηρικό μανδύα, περιφέρονται στην Αγγλία του 21ου αιώνα και ο Σάιλοκ του εβραϊκής καταγωγής συγγραφέα έχει πολλά δικά του θέματα να λύσει κα-

2

θώς τον απασχολούν ζητήματα όπως η πατρότητα, η οικογένεια, η ίδια του η ταυτότητα, ο αντισημιτισμός, η εκδίκηση. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας, άλλωστε, έχει κάνει εδώ και μερικά χρόνια τη γνωριμία του Σαίξπηρ με ένα δικό του τρόπο αφού είναι αυτός που υπογράφει το βιβλίο με τίτλο «Shakespeare’s Magnanimity» ( Η μεγαλοψυχία του Σαίξπηρ). Κι ερχόμαστε σε μία από τις ξεκαρδιστικές σαιξπηρικές κωμωδίες, το «Vinegar girl» της βραβευμένης με Πούλιτζερ για τους «Δεσμώτες του παρελθόντος» Anne Tyler η οποία λατρεύτηκε από το αναγνωστικό κοινό και για το «Amateur marriage». Ο ελληνικός τίτλος του μυθιστορήματος είναι το «Ξιδοκόριτσο» και την μετάφραση υπογράφει ο Αύγουστος Κορτώ. Η Τάιλερ –που έχει χαρεί μερικά από τα έργα της να μεταφέ-

3


Μάργκαρετ Ατγουντ

Τζο Νέσμπο

23

Σαίξπηρ

ρονται στο σελιλόιντ- καταθέτει στο μυθιστόρημά της μια σύγχρονη εκδοχή της λατρεμένης Κατερίνας και του Πετρούτσιο, δηλαδή, της «Στρίγκλας που έγινε αρνάκι» και μας μιλά για μία ανεξάρτητη γυναίκα που βρίσκεται αντιμέτωπη μ’ ένα μεγάλο δίλημμα :θα πρέπει ή όχι να θυσιαστεί για έναν άντρα… Μετά από τα τρία πρώτα βιβλία της σειράς «Hogarth Shakespeare Project» που κυκλοφορούν άμεσα, οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ θα μας προσφέρουν και τα υπόλοιπα βιβλία.  Η «Τρικυμία» εμπνέει την Καναδή Μάργκαρετ Άτγουντ για να φτιάξει το δικό της μυθιστόρημα με τίτλο «Hag seed» το οποίο θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά σε μετάφραση της Τρισεύγενης Παπαϊωάννου.  Ο «Μάκμπεθ» –ήδη σκοτεινός και βίαιος από τα χέρια του Σαίξπηρ- πέφτει… στα χέρια του Νορβηγού ροκ σταρ της αστυνομικής Λογοτεχνίας Jo Nesbo και γίνεται ένας πρώτης τάξεως ψυχολογικό θρίλερ.  Η γνωστή συγγραφέας του μπεστ σέλερ «Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο κολιέ» Tracy Chevalier ανέλαβε να αντλήσει την έμπνευσή της για ένα

Χάουαρντ Τζέικομπσον

σύγχρονο μυθιστόρημα από τον γεμάτο εντάσεις και πάθη «Οθέλλο»  Και εν αναμονή του «Βασιλιά Λιρ» που ενέπνευσε τον Βρετανό συγγραφέα Edward St Aubyn

και τον «Άμλετ» που στάθηκε πηγή έμπνευσης για ένα σημερινό μυθιστόρημα δια χειρός της Αμερικανίδας Gillian Flynn.  Μπέλλα Μηλοπούλου


24

Σαίξπηρ

Ο πιονέρος σαιξπιριστής ηθοποιός Νικόλαος Λεκατσάς (1847-1913)

Ο

Ο Λεκατσάς παθιάζεται επί σκηνής

Του Βασίλη Κ. Καλαμαρά

Νικόλαος Λεκατσάς του οποίου η ζωή μοιάζει σαν παραμύθι δεν είναι ο πρώτος σαιξπηρικός ηθοποιός στον ελλαδικό χώρο. Όμως είναι ο πρώτος, ο οποίος έριξε τον σπόρο να καρποφορήσει το δέντρο της αγάπης του ελληνικού θεατρικού κοινού αναφορικά με το έργο του ελισαβετιανού δραματουργού. Ο επίκουρος καθηγητής θεατρολογίας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Αντρέας Δημητριάδης έχει εκπονήσει διδακτορική διατριβή, με θέμα τον ηθοποιό Νικόλαο Λεκατσά, η οποία κυκλοφόρησε σε νέα μορφή από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, υπό την εποπτεία του καθηγητή Θεόδωρου Χατζηπανταζή (2009). Από αυτήν, ο αναγνώστης δεν αντλεί αποκλειστικά και μόνο στοιχεία για τη βιογραφία του μεγάλου-και άγνωστου εν πολλοίς- μεγάλου Έλληνα ηθοποιού, αλλά προπαντός είναι μία ανατομία της εποχής και των θεατρικών δρωμένων της. Διαβάζεται αβίαστα, γιατί χωρίς να χάνει ίχνος από την αυτονόητη επιστημονοσύνη της, είναι γραμμένη μ’ ένα στρωτό αφηγηματικό ύφος που δεν κουράζει, γιατί μέσα της πνέει η αναπνοή του φωτισμένου και εμπνευσμένου ερευνητή. Στην αρχή του κειμένου μας αναφέραμε ότι ο Νικόλαος Λεκατσάς δεν ήταν ο πρώτος των πρώτων της σαιξπιρικής θεατρικής τέχνης. Είχε προηγηθεί ο Παντελής Σούτσας (1818-1875) και στον καιρό του είχε να ανταγωνισθεί τον Διονύσιο Ταβουλάρη (1842-1928) που εκπροσωπούσε, κατά κάποιο τρόπο, το κατεστημένο της θεατρικής Αθήνας. Ο Νικόλαος Λεκατσάς γεννιέται στην Ιθάκη το 1847 και αφού διάγει μιά επιτυχημένη στα-

διοδρομία στην Μ. Βρετανία (καθότι ορφανός υιοθετήθηκε από έναν Άγγλο πλοίαρχο), έρχεται στην Αθήνα, τον Αύγουστο του 1881, όπου και έδωσε την πρώτη παράσταση με τον «Άμλετ» στ’ αγγλικά, αφού τα ελληνικά του δεν ήταν και τόσο καλά. Έτσι το ανυποψίαστο από Σαίξπηρ κοινό έχει τη δυνατότητα να δει επί σκηνής, εκτός από την νεκροκεφαλή του Γιόρικ, τον Σάϋλοκ, τον Ρωμαίο, τον Βασιλιά Ληρ, τον Ριχάρδο ΙΙΙ. Το πρώτο εμπόδιο που αντιμετώπισε ο Νικόλαος Λεκατσάς, στο ξεκίνημα της καριέρας του, είχε να κάνει με την καταγωγή του. Δεν φαίνεται να αντιμετώπιζε πρόβλημα γλώσσας, όμως δύσκολα επιβιώνεις σε προβεβλημένο επάγγελμα, όταν οι θεατές γνωρίζουν ότι δεν είσαι σαρξ εκ της σαρκός τους. Όσα εμπόδια, όσες δυσκολίες κι αν συνάντησε, ο Έλληνας ηθοποιός δεν κάμφθηκε, αφού έφθασε να γίνει και θιασάρχης,έστω και γιά την διετία 1876-1877. Ωστόσο, καλλιτεχνικά και επαγγελματικά, αισθανόταν ότι δεν είχε την ελευθερία κινήσεων που προσδοκούσε, γιαυτό στα τριάντα τέσσερα του, αναζήτησε μιά κάποια λύση στην Ελλάδα. Πάντως, για ποιους λόγους επέλεξε τον γενέθλιο τόπο δεν είναι γνωστές, αφού δεν έχουμε μαρτυρίες που θα φώτιζαν τις προσωπικές του επιδιώξεις. Σ’ έναν χώρο καλλιτεχνικά αδιαμόρφωτο, η νέα τεχνοτροπία που μετακένωσε, με έμφαση στον ρεαλισμό και μακριά από την υψιπετία και την μεγαληγορία, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από μία μερίδα του Τύπου. Έτσι, δεν θ’ αργήσει να γίνει άξιος σεβασμού από το απαιτητικό αθηναϊκό κοινό. Μπροστά του είχε δύο εμπόδια, τα οποία έπρεπε να ξεπεράσει: την άγνοια της μητρικής γλώσσας και τη συντεχνία των συναδέλφων του που έβλεπαν με καχυποψία την είσοδο του Νικολάου Λεκατσά στον εργασιακό τους χώρο. Υπολογίζεται ότι ανέβασε περίπου σαράντα έργα,


Ο Νικόλαος Λεκατσάς στο ρόλο του Άμλετ

στα περίπου τριάντα χρόνια παρουσίας του στον γενέθλιο τόπο, από τα οποία τα τριάντα οκτώ ήταν του Σαίξπηρ. Σ’ αυτά δεν δίσταζε να επι-

βάλλει περικοπές, καθώς ο θίασος του ήταν λειψός για να παρουσιάσει πλήρη διανομή, ενώ δεν έκρυβε ότι αρεσκόταν στο «Θέατρο του Ενός»

Παρά το γεγονός ότι ακολούθησε το πνεύμα του Βεντετισμού, τυπώνοντας επίμονα μόνο το επώνυμό του με κεφαλαία γράμματα ως ΛΕΚΑΤΣΑΣ., οι ερμηνείες άφησαν εποχή: «[...] Οι παραστάσεις του Λεκατσά», κρίνει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, «δεν ήσαν ποτέ πρότυπα αρμονίας και ευπρεπείας. Ο σκηνικός διάκοσμος πάντοτε λιτός και στοιχειώδης, πέριξ του ηθοποιοί άτεχνοι και αγύμναστοι. Αλλ’ ήρκει μόνη η εμφάνισις του Λεκατσά διά να γεμίζη όλα τα κενά και να κατασιγάζη την αθυμίαν του ακροατηρίου, και να μεταδίδη την συγκίνησιν, και να σε κάμνη να παραβλέπης τα πάντα και να βλέπεις μόνον αυτόν,-τον έξοχον καλλιτέχνην». Ο Γεράσιμος Βώκος ερμήνευσε την σαγήνη του Λεκατσά προς το κοινό, με την εύστοχη παρατήρηση «Ο Λεκατσάς παθαίνεται επί σκηνής». Τι τα θέλετε όμως. Ο επαρχιωτική νοοτροπία του ελλαδικού κράτους που διαχεόταν στους πελάτες-πολίτες του, τον καταπτοούν, τόσο οικονομικά, όσο και καλλιτεχνικά. Ως καταληκτήρια παράσταση τής παρουσίας του στην πατρίδα, αυτός ο δυο φορές ξένος, θεωΑΝΤΡΕΑΣ ρείται η ερμηνεία του στον «Ριχάρδο ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΙΙΙ», τον Ιανουάριο του 1897. Ο Αντρέας Δημητριάδης εκτιμά ότι η προΣαιξπιριστής, σφορά του Νικολάου Λεκατσά αντιμεάρα περιττός τώπισε το αφιλόξενο θεατρικό τοπίο της δεκαετίας του 1880, χωρίς ωστόσο Ο ηθοποιός να μειωθεί στο ελάχιστο η προσφορά Ν. Λεκατσάς του. «Ο συνδυασμός της υποκριτικής και ο δύσβατος του προσωπικότητας και των δραμαδρόμος τολογικών του επιλογών, καθώς και η της θεατρικής άρνησή του να υποκύψει στις Σειρήνες ανανέωσης της ευκολίας και της τυποποίησης, τον στην Ελλάδα καθιστούν τον πρώτο Έλληνα ηθοποιό που αντιμετωπίστηκε ως ολοκληρωτου 19ου αιώνα μένη πνευματική και καλλιτεχνική ονΠανεπιστημιακές τότητα». Εκδόσεις Κρήτης Το Μάρτιο 1909 φεύγει για την ΑμεΣελ. 472 ρική, αποπειράται να δημιουργήσει Τιμή: 19€ θίασο, αλλά αποτυγχάνει, αποφασίζει να περιοδεύσει, αλλά κάποια στιγμή χάνονται τα ίχνη του. Τον ανακαλύπτουν ομογενείς στη Φιλαδέλφεια, άρρωστο και εξαντλημένο. Πεθαίνει πάμπτωχος και κηδεύεται με έρανο... 

25

Σαίξπηρ


«Ο έρωτας είναι κόλαση!»

Η

Του Βασίλη Κ. Καλαμαρά

Αγαθή Δημητρούκα αποφάσισε να μάθει ισπανικά, όταν στα δεκαπέντε της χρόνια έψαχνε στα ράφια ενός επαρχιακού βιβλιοπωλείου γιά να ανακαλύψει την «Αμοργό» του Νίκου Γκάτσου. Τα χρήματα που είχε πάνω της-καλύτερα το χαρτζιλίκι- έφτασαν ίσα-ίσα γιά ν’ αγοράσει τον «Ματωμένο Γάμο», που έφερε την μεταφραστική υπογραφή του ποιητή από την Ασέα. Τον προτίμησε «χάρη στην περιέργεια που μού προξένησε η ‘‘ελληνική απόδοση’’ στο εξώφυλλο» (σ.σ.πρόκειται γιά την έκδοση του «Ίκαρου», με χρονολογία έκδοσης 1964)», θυμάται στον πρόλογο της έκδοσης «Χίλιες ερωτικές στιγ-

Η Αγαθή Δημητρούκα με τον Νίκο Γκάτσο μές στο έργο του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα» που μόλις κυκλοφόρησε. Από αυτό το απρόβλεπτο εύρημα, μα καθόλου τυχαίο, αφού φανέρωνε την εκδηλωμένη επιθυμία της να γνωρίσει τον ποιητή και το έργο του από κοντά, την οδήγησε στην πηγή των στοχασμών της. Το όνειρο της νεαρής γυναίκας έγινε πραγματικότητα: «Έτσι, όταν έπειτα από λίγο καιρό η τύχη το ’φερε να ζήσω κοντά στον Έλληνα ποιητή κι εκείνος μου είπε ‘ ‘Έλα να σού διαβάσω από τον Ματωμένο Γάμο, απ’ το πρωτότυπο, ένα πολύ ποιητικό σημείο που μού αρέσει ιδιαίτερα’’, κρεμάστηκα από τα χείλη του κι ώσπου να τελειώσει είχα αποφασίσει να μάθω κι εγώ ισπανικά». Από αυτόν τον σπινθήρα, γεννήθηκε μιά

27

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

Χίλιες ερωτικές στιγμές στο έργο του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

άσβηστη φωτιά αγάπης γιά την ισπανική γλώσσα, στην οποία έγραψε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Ιβηρικής Χερσονήσου και της ισπανόφωνης λογοτεχνίας. Το αποτέλεσμα Μετάφραση-Επιλογήπου κρατάμε στα χέρια μας, προήλθε Σημειώσεις: από την μελέτη της Αγαθής ΔημηΑΓΑΘΗ ΔΗΜΗΤΡΟΥΚΑ τρούκα πέντε χιλιάδων σελίδων με ποιΕκδόσεις Πατάκη ήματα, θεατρικά έργα, ποιητικές πρόΣελ. 232 ζες, διαλέξεις, συνεντεύξεις, επιστολές Τιμή: 9,90€ και σημειώματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Όπως δηλοί και ο τίτλος, έχουμε μία ανθολογία του Ισπανού ποιητή με άξονα και κέντρο, τον έρωτα. «Ενέτεινα την προσοχή μου», περιγράφει την προσπάθειά της γιά να «κλειδώ-


28

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

σει» το εγχείρημά της, «γιά ν’ ακούσω τις τρίλιες του και τώρα αποπειρώμαι να μεταφέρω τον απόηχό τους σε αυτό εδώ το βιβλίο μοιρασμένο σε τριάντα ενότητες, όπου κάθε ενότητα μπορεί είτε να διαβαστεί σαν μιά ποιητική σουΐτα ή σαν ένας αντιστικτικός διάλογος είτε να παρασταθεί σαν θεατρικός μονόλογος ή σαν δρώμενο διονυσιακού χορού». Η κάθε ενότητα έχει ως μότο ένα μικρό ισοδύναμο από την ελληνική γραμματεία. Αναλυτικά: Ι. Πρώτη αγάπη, πρώτος έρωτας (Ιωάννης Κονδυλάκης, «Πρώτη αγάπη και άλλα διηγήματα») ΙΙ. Το φιλί (Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Ποιήματα») ΙΙΙ. Η καρδιά (Γιώργος Σαραντάρης, «΄Εργα, τόμ. 2») ΙV. Το μαχαίρι (Τάσος Λειβαδίτης, «Μιά γυναίκα») V. Το φεγγάρι (Γιάννης Ρίτσος, «Η σονάτα του σεληνόφωτος» VI. Η γυναίκα (Νίκος Καρούζος, «Γυναίκα, πείσμα της Ασίας») VII. Το όνειρο (Διονύσιος Σολωμός, «Το όνειρο») VIII. Εποχές και μήνες (Κώστας Μόντης «Στιγμές») IX. Μάτια και χείλη (Μαρίνος Φαλιέρος «Ιστορία και Όνειρο»)

X. Σάρκα και κορμί (Μάτση Χατζηλαζάρου, «Ποιήματα 1944-1985») XI. Ομολογία και εξομολόγηση (Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα») XII. Ρομαντικός αισθησιασμός (Νίκος Γκάτσος, «Αμοργός») XIII. Όρκοι και προσδοκίες («Δίστιχα της αγάπης» από τις συλλογές Γεωργίας Ταρσούλη, «Μωραΐτικα τραγούδια & Πάσσοβ «Δημοτικά τραγούδια») XIV. Γλυκόλογα και απόρριψη (« Μεσαιωνικό ερωτικό τραγούδι της Κύπρου» από την ανθολογία Κ. Μόντη-Α.Χριστοφίδη, «Κυπριακή Ανθολογία Ποιήσεως») XV. Χωρισμός και παράπονο («Δίστιχο της αγάπης» από την συλλογή « Κερκυραϊκά δημοτικά τραγούδια») XVI. Μοναξιά και νοσταλγία (Γεώργιος Ζαλοκώστας, «Η αναχώρησή της») XVII. Ομόφυλος έρωτας (Κ.Π.Καβάφης, «Ήλθε γιά να διαβάσει…») XVIII. Βλάσφημος και παγανιστικός (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Έρως-ήρως») XIX. Μυστικιστικός («Άσμα ασμάτων», μεταγραφή Γιώργος Σεφέρης) XX. Διχασμοί και διλήμματα (Τάκης Σινόπουλος, «Άσμα ασμάτων») XXI. Πορνικός (Σαπφώ) XXII. Αφορισμοί (Νίκος Καζαντζάκης, «Νικηφόρος Φωκάς»)

XXIII. Μυθολογία (Ανδρέας Εμπειρίκος, «Τού αιγάγρου») XXIV. Παράφορος και απαγορευτικός (Σπήλιος Πασαγιάννης, «Ποίημα 29») XXV. Ζηλότυπος και μισογύνης (Αρχίλοχος) XXVI. Παθιασμένος και άπιστος (Νίκος Καββαδίας, «Fresco») XXVII. Δύσκολος και τραγικός (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, «Η τιμή και το χρήμα») XXVIII. Εύθυμος και κωμικός (Γιάννης Σκαρίμπας, «Το μοντέλο») XXIX. Φιλήδονος (Φιλόδημος, «Εις την Ξανθίππην») XXX. Έρωτας και θάνατος (Μαρία Πολυδούρη, από τα «Άπαντα») Επειδή το βιβλίο της Αγαθής Δημητρούκα δεν έχει περιεχόμενα, παραθέσαμε ολόκληρο τον θεματικό κατάλογο, ώστε ο/η αναγνώστης/στρια να έχει μιά ευρεία αντίληψη, τι τον αναμένει πριν την ανάγνωση αυτού τού νευρώδους, κινητικού και αξιοδιάβαστου αποτελέσματος. Η συνομιλία τών ελληνικών λογοτεχνικών αποσπασμάτων με τα λορκικά fragmenta, δεν ακυρώνονται από την πληθωρικότητα του ποιητικού ισπανικού λόγου, καθώς λειτουργούν ως προάγγελοι της θεματικής ενότητας. Χωρίς να την τονίζουν υπερβολικά, δημιουργούν ένα υπόστρωμα πάνω στο οποίο πατάμε αναγνωστικά χωρίς να αποδομείται η ακεραιότητα της πρόσληψης του κυρίως ανθολογούμενου κειμένου. Ο έρωτας στον Λόρκα είναι στιγματισμένος από την μεγάλη αραβική παράδοση και έχει εσωτερικεύσει τον μυστικισμό, όπως αυτός εκφράστηκε από τον Άγιο Ιωάννη του Σταυρού. Παρηγοριά ζητά από τον ανεκπλήρωτο κι όταν εκπληρώνεται-σπανίως-, ακούγεται σαν σπαραγμός υπεράνω τής αβύσσου τής ψυχής. Ωραία η επισήμανση τής Αγαθής Δημητρούκα, καθώς τονίζει «ότι ο Λόρκα ακολουθεί τη δοσολογία τής λαϊκής ποίησης, αυτή που, από τα τέσσερα στοιχεία τής φύσης-φωτιά, αέρα, νερό, γη- παράγει το κράμα τού φεγγαριού και την άλλη του όψη, το μαχαίρι». Η ανθολόγος ευχαριστεί την εκδότρια Άννα Πατάκη που αγκάλιασε την ιδέα της σε δύσκολους καιρούς και την Νάνα Μούσχουρη που «έδρασε και πάλι ως μαικήνας ώστε να αφιερωθώ στην πραγματοποίηση τής ιδέας αυτής χωρίς την αγωνία γιά τα προς το ζην». 


Ο Νίκος Γκάτσος της Φουέντε Γκράντε

Ο

Του Βασίλη Κ. Καλαμαρά

25χρονος Νίκος Γκάτσος, το φανατικό γιά γράμματα παιδί από την Ασέα της Αρκαδίας, καθώς ξεφυλλίζει τον Αύγουστο του 1936, την αγαπημένη εφημερίδα του, ξαφνικά το μάτι του πέφτει σε μία είδηση που τον συγκλονίζει: στη δολοφονία του Ισπανού ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα από τους φασίστες του Φράνκο. «Το έγκλημα έγινε κάπου διακόσια μέτρα μακριά από μιά παράξενη πηγή με παγωμένο αναβράζον νερό, που σήμερα αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο και που οι Ισπανοί την ονομάζουν ‘‘Φουέντε Γκράντε’’, δηλαδή Μεγάλη Πηγή, ενώ οι Άραβες στον καιρό τους την ονόμαζαν ‘‘Αϊναδαμάρ’’, δηλαδή Πηγή των Δακρύων», γράφει ο

ίδιος, με χρονολογική ένδειξη 1990, στην οριστική έκδοση «θέατρο και ποίηση». Ο τόμος περιλαμβάνει τα θεατρικά «Ματωμένος Γάμος», «Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα», «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» και τα ποιητικά «Παραλογή του Μισοΰπνου» και «Θρήνος γιά τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας». Τον Οκτώβριο τής ίδιας χρονιάςς, και ενώ ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Ισπανία έχει πάρει φωτιά, ο Ιωάννης Μεταξάς έχει εγκαθιδρύσει την δικτατορία τής 4ης Αυγούστου. Στις κινηματογραφικές οθόνες προβάλλονται οι «Μοντέρνοι Καιροί» του Τσάρλι Τσάπλιν, ενταφιάζοντας μιά γιά πάντα την αισιοδοξία της γραμμικής προόδου της ανθρωπότητας. Οι μηχανές δεν είναι πλέον τα φιλικά εργαλεία γιά την εκβιομηχάνιση του δυτικού πολιτισμού, αλλά τα αντίπαλα δέη κοντά και την ίδια στιγμή μακριά από τους εργά-

ΦΕΔΕΡΙΚΟ τες που τα χειρίζονται, επιβεβαιώνονΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ τας την μαρξιστική θεωρία της αλλοτρίωσης και της υπεραξίας. Θέατρο Μέσα σε επτά χρόνια (1943) ο αυτοκαι ποίηση δίδακτος αναφορικά με τις ξένες γλώσσες Νίκος Γκάτσος μαθαίνει ισπαΑΠΟΔΟΣΗ: νικά.΄Ετσι η έκδοση του «Ματωμένου ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ Γάμου» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, 15η έκδοση δώρο του καπετάνιου-ποιητή Δ.Ι.ΑντωΕκδόσεις Πατάκη νίου από την Αργεντινή των χαμένων Σελ. 264 οριζόντων, θα φέρει σε επαφή τον ποιΤιμή: 17,76€ ητή της «Αμοργού» με τα χοϊκά τοπία και τους ανθρώπους τους. Οι εκδόσεις «Αετός» έχουν εκδώσει το ένα και μοναδικό ποίημα του, την «Αμοργό», και έχουν καταστήσει το όνομα του κυκλαδίτικου νησιού, σημαία, σύμβολο και σημείο αναφοράς στο ελληνικό ποιητικό μοντερνιστικό περιβάλλον της γενιάς τού ’30.

29

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα


30

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

Σε μόλις δύο χρόνια «Ο Ματωμένος Γάμος» («Τραγωδία σε τρεις πράξεις και εφτά εικόνες») θα χυθεί από τα ισπανικά στα ελληνικά καλούπια και θ’ αποκτήσει κάτι από τα χρώματα κι αρώματα της άκοπης ακόμη ελληνικής υπαίθρου, πριν τις μεταπολεμικές πολυκατοικίες της Αθήνας και την οικιστική αναρχία της, που μιμήθηκαν οι μεγάλες και οι μικρές πόλεις της ελληνικής περιφέρειας. Η έκδοση του «Ικάρου» στα 1945 είναι ένα εκδοτικό και μεταφραστικό κόσμημα, με την απλότητα της εμφάνισής της και την ρέουσα απόδοση του λόγου της, που κρατάει από τον χωνεμένο δεκαπεντασύλλαβο του δημοτικού τραγουδιού. Ο «Ματωμένος Γάμος» ριζώνει στα

ελληνικά χώματα κι ακούγεται σαν μανιάτικο μοιρολόγι μ’ όλη την μουσική της κλίμακα που σταθεροποιείται σαν δωρική κολώνα στον ναό του ελληνικού σώματος και συναισθήματος. Το 1948, μέσα στα νερά και στα απόνερα του ελληνικού Εμφύλιου Πολέμου, ο Κάρολος Κουν με το Θέατρο Τέχνης ανεβάζει την μετάφραση του Νίκου Γκάτσου, σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια φιλοτεχνεί ο Γιάννης Τσαρούχης. Η παράσταση στο θέατρο «Αλίκη», με την Έλλη Λαμπέτη (Νύφη) και τον Βασίλη Διαμαντόπουλο (Λεονάρδο) γνωρίζει πρωτοφανή επιτυχία. Η υποκριτική διαφάνεια και το εκφραστικό βάθος της Κατίνας Παξινού θα συναντήσει τον μεταφραστικό λόγο του Νίκου Γκάτσου, στο «Δράμα των γυναικών στα χωριά της Ισπανίας» –όπως είναι ο επεξηγηματικός υπότιτλος - «Το σπίτι Μπερνάρντα Άλμπα» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Η παράσταση ανεβαίνει, το 1954, στο Θέατρο Κοτοπούλη, από τον Θίασο Παξινού-Καλογερίκου, σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και σκηνικά-κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη.

Η Κατίνα Παξινού θα πρωταγωνιστήσει ξανά ως Μπερνάρντα με τον λόγο του Νίκου Γκάτσου, κατά την θεατρική περίοδο 1962-1963, στο Εθνικό Θέατρο, υπό την γενική διεύθυνση του Αιμίλιου Χουρμούζιου και διευθυντή δραματολογίου τον Άγγελο Τερζάκη. Την σκηνοθεσία υπογράφει ο Αλέξης Μινωτής, τα σκηνικά-κοστούμια ο Γιάννης Τσαρούχης και την μουσική ο Βιτόριο Ριέτι. Μαζί της: Χριστίνα Καλογερίκου (Μαρία Χοσέφα), Ρίτα Μυράτ (Ανγκούστιας, κόρη της), Πίτσα Καπιτσανέα (Μαγδαλένα, κόρη της), Πόπη Παπαδάκη (Αμέλια, κόρη της), Ελένη Χατζηαργύρη (Μαρτίριο, κόρη της), Αντιγόνη Βαλάκου (Αδέλα, κόρη της), Ελένη Ζαφειρίου (Πάνθια), Όλγα Τουρνάκη (Δούλα), Μυρσίνη Σαντοριναίου (Προυντέτσια), Λευκή Βεντουράτου (Ζητιάνα). Το μονόπρακτο «Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα» (επεξηγηματικός υπότιτλος: «Ερωτικό αλληλουΐα σε τέσσερις εικόνες και έναν πρόλογο») το μεταφράζει, το 1959, γιά το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Τα σκηνικά-κοστούμια υπογράφει ο Γιώργος Βακαλό και την μουσική ο Μάνος Χατζιδάκις. 


Ο Φεδερίκο και οι άλλοι!... Φιλίες, γνωριμίες κι έρωτες του ποιητή

«Ε

Της: Μπέλλας Μηλοπούλου

ίμαι ένα σιωπηλό και παθιασμένο παιδί που, σαν εκείνο τον υπέροχο Βερλέν, κρύβω μέσα μου ένα κρίνο το οποίο δεν γίνεται να το ποτίσω και

για το λόγο αυτό δείχνω στα αθώα μάτια που με κοιτάζουν, ένα ολοπόρφυρο ρόδο που έχει την απόχρωση της απριλιάτικης παγωνιάς, που, ωστόσο, δεν είναι η αλήθεια της καρδιάς μου…» Να η αλήθεια του ποιητή, όπως την περιέγραφε σ’ επιστολή του στον φίλο του Αδριάνο. Να, η πίκρα του, που δεν κατάφερε να ποτίσει

αυτό το κρίνο που έκρυβε μέσα του. Στα 38 χρόνια που έζησε δεν τα κατάφερε σε μιαν Ισπανία που πολεμούσε το διαφορετικό. Που δολοφονούσε το ξεχωριστό, όπως δολοφόνησε και τον ίδιο το Λόρκα εκεί, στου Βιθνάρ το ρέμα… Σ’ αυτά τα λίγα, μα σπουδαία και σημαντικά, χρόνια της ζωής του ο Λόρκα περιπλανήθηκε,

31

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα


32

Στα χρόνια που κράτησε η σχέση τους, ο Λόρκα με τον Νταλί πέρασαν αξέχαστες στιγμές στην παραλία του Καδακές, στο σπίτι του ζωγράφου

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

γνώρισε ανθρώπους ξεχωριστούς που τους αγάπησε και τον σημάδεψαν, Επαναστάτης, όμορφος, ευλογημένος, χαρισματικός, με την ποίηση να κυλά στις φλέβες του, με τη μουσική να πλημμυρίζει την καρδιά του. Όλα νότες και λέξεις που καθρεφτίζονταν σ’ εκείνο το κατάμαυρο γεμάτο φλόγα βλέμμα. Στη Γρανάδα σπουδάζει νομικά κι εκεί γνωρίζεται με τον σπουδαίο μουσικό Μανουέλ ντε Φάλια. Θα του διδάξει πιάνο, θα τον μάθει να εκφράζει με νότες όλο το πάθος που κρύβει στην ψυχή του. Θα τον μυήσει στην τσιγγάνικη μουσική κι εκεί, γύρω στα μέσα του

Ιουνίου του 1922 θα οργανώσουν μαζί την πρώτη τσιγγάνικη λαϊκή γιορτή με τραγούδια της Ανδαλουσίας. Και πολύ αργότερα, οι δυο τους θα ιδρύσουν το « Teatro Cachaporra Andaluz».Η φιλία με τον Ντε Φάλια δεν θα τελειώσει ποτέ, ακόμη κι όταν ο Φεδερίκο φεύγει από τη Γρανάδα για να κατακτήσει και να κατακτηθεί από τον κόσμο ολόκληρο. Πρώτη στάση η Μαδρίτη για να σπουδάσει Φιλοσοφία και Λογοτεχνία. Μένει στην περίφημη Φοιτητική Εστία του Πανεπιστημίου (Residencia des estudiantes), που λειτουργεί, ταυτόχρονα και ως ανοιχτό πανεπιστήμιο, αλλά και πολιτιστικό κέντρο. Εδώ, θα γνωρίσει τους ποιητές Ραφαέλ

Αλβέρτι, Πέδρο Σαλίνας και Χουάν Ραμόν Χιμένεθ ενώ σημαντική θα είναι η γνωριμία του με τον Γρεγόριο Μαρτίνεθ, διευθυντή του «Teatro Eslava». Με πρόσκληση του Μαρτίνεθ ο Λόρκα θα γράψει και θα σκηνοθετήσει (1919-1920) το πρώτο του έργο « Τα μάγια της πεταλούδας».

Η παρέα των τριών

Όμως αυτοί που πραγματικά του άλλαξαν τη ζωή είναι δυο νέοι, φοιτητές, όπως κι αυτός, με ταλέντο και όνειρα, με διαφορετικό τρόπο σκέψεις, με αναζητήσεις σε δρόμους που κι ο ίδιος βρισκόταν. Ο Λουίς Μπουνιουέλ και ο Σαλβατόρ Νταλί.


33

Με τον Λουίς Μπουνουέλ απολάμβαναν τα φοιτητικά τους χρόνια στη Μαδρίτη

«Η προσωπικότητα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα μου έκανε τρομερή εντύπωση» έγραψε ο Νταλί στα απομνημονεύματά του. «Το ποιητικό φαινόμενο στην ολότητά του παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά μου με σάρκα και οστά, κόκκινο σαν αίμα, ανάστατο, πηχτό και θεϊκό, τρέμοντας με χιλιάδες φωτιές τεχνασμάτων και υπόγειας βιολογίας, όπως κάθε ύλη προικισμένη με την αυθεντικότητα της μορφής της». Πέντε χρόνια περίπου η φιλία τους θα ανθίσει, μέσα από μια σχέση περίεργη. Κάποιοι μιλούν για μια σχέση απόλυτα ερωτική που εξελίχθηκε στο εξοχικό της οικογένειας Νταλί στο Καδακές, στην Κόστα Μπράβα. Κάποιοι άλλοι,

ανάμεσά τους και ο ίδιος ο ζωγράφος, λένε πως ο Λόρκα ήταν ερωτευμένος βαθιά με τον ζωγράφο εκείνος, όμως, δεν είχε τη δυνατότητα να ανταποκριθεί. « Ο Λόρκα ήταν ομοφυλόφιλος και τρελά ερωτευμένος μαζί μου. Είχε, μάλιστα, προσπαθήσει να με αποπλανήσει δυο φορές και με είχε εκνευρίσει πολύ» έλεγε και ξαναέλεγε αργότερα ο Νταλί ο οποίος επέμενε ότι ερωτική σχέση δεν είχε μέχρι τα 25 του οπότε και γνώρισε τη Γκαλά. Παρά τα όσα έλεγε ο ζωγράφος, ο Φεδερίκο κι εκείνος πέρασαν πολλές νύχτες, αυτά τα πέντε χρόνια της στενής τους φιλίας, στην παραλία, κάτω από το σπίτι στο Καδακές. Ο ποιητής γράφει για το ζωγράφο υπέροχα σουρεαλιστικά

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

ποιήματα κι επιστολές κι εκείνος του τα ανταποδίδει με μια σειρά από πίνακες και σκίτσα . Το σίγουρο είναι πως από τότε που χώρισαν συναντήθηκαν μονάχα μια φορά στη Βαρκελώνη και αυτό ήταν όλο.

Γεννήθηκα ποιητής…

Ο πατέρας του Φεδερίκο είχε πολλές αντιρρήσεις για τη ζωή που είχε επιλέξει ο γιος του και κυρίως για όσα γίνονταν στη Μαδρίτη. Τον κάλεσε και απαίτησε την επιστροφή του στην οικογενειακή εστία. «Δεν μπορείς να με κάνεις να αλλάξω. Γεννήθηκα ποιητής και καλλιτέχνης, όπως άλλοι γεννι-


34

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

Χέρι-χέρι, Φεδερίκο και Σαλβαδόρ ποζάρουν στο φωτογραφικό φακό του Μπουνουέλ

ούνται χωλοί, τυφλοί ή όμορφοι» ήταν η απάντηση που πήρε. Ο Λόρκα, ο Νταλί και, φυσικά, ο Μπουνιουέλ. «Πανέξυπνος, γόης, με μια αισθητή τάση για κομψότητα, με την άψογη γραβάτα του, βλέμμα σκοτεινό και σπινθηροβόλο, ο Φεντερίκο ασκούσε μια έλξη, ένα μαγνητισμό, στον οποίο κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί. Μεγαλύτερος μου κατά δυο χρόνια, γιος ενός πλούσιου

γαιοκτήμονα, είχε έρθει στη Μαδρίτη με σκοπό να σπουδάσει φιλοσοφία, αλλά πολύ γρήγορα εγκατέλειψε τα μαθήματα και ρίχτηκε στη φιλολογική ζωή. Σε λίγο είχε γνωριστεί με όλο τον κόσμο. Το δωμάτιό του στην Εστία έγινε από τα πιο περιζήτητα στέκια στη Μαδρίτη. Η φιλία μας, που υπήρξε πολύ βαθιά, άρχισε με την πρώτη μας κιόλας συνάντηση. Παρ’ όλο που δεν υπήρχε τίποτα κοινό ανάμεσα στον ακαλλιέργητο Αρα-

γωνέζο και τον εκλεκτό Ανδαλουσιανό – ή μπορεί κι εξαιτίας αυτής της αντίθεσης – ήμαστε σχεδόν πάντα μαζί. Τα βράδια με οδηγούσε πίσω από την Εστία, καθόμαστε στο χορτάρι και μου διάβαζε ποιήματα. Διάβαζε υπέροχα. Κοντά του σιγά-σιγά μεταμορφωνόμουν, έβλεπα ν’ ανοίγεται μπροστά μου ένας καινούριος κόσμος, που εκείνος καθημερινά μου αποκάλυπτε», περιγράφει ο σκηνοθέτης τη σχέση του με τον ποιητή. Κάποια στιγμή οι δρόμοι τους χωρίζουν, ο Λουίς φεύγει για το Παρίσι, τον ακολουθεί αργότερα κι ο Νταλί και μαζί υπογράφουν –το 1928- την ταινία «Ανδαλουσιανός σκύλος» που βάζει τα θεμέλια του σουρεαλισμού στο σινεμά και τη ζωγραφική, γίνεται η απαρχή της περίφημης «Γενιάς του 27» και ταράζει τα νερά ενός κινηματογράφου που αντιμετώπιζε τα πράγματα εκ του ασφαλούς, αλλά, κάνει έξαλλο τον Λόρκα που θεωρεί ότι αυτός είναι ο… ανδαλουσιανός σκύλος. Και να φανταστεί κανείς πως το 1927 ανεβαίνει η « Μαριάνα Πινέδα» στο «Θέατρο Γκόγια» και τα σκηνικά υπογράφει ο Σαλβαδόρ Νταλί.


35

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

Κατακτώντας τον κόσμο

Λίγο καιρό μετά, πάντως, κατά τα τέλη του 1929, ο Φεδερίκο έρχεται αντιμέτωπος με το τραύμα που λέγεται κατάθλιψη. Οι δικοί του ανησυχούν και πιστεύουν πως πρέπει να φύγει για να ξεφύγει. Του προσφέρουν, λοιπόν, μια διέξοδο χιλιόμετρα μακριά, στην Αμερική. Κι από εκεί στην Κούβα, στην Ουρουγουάη… Σ’ αυτή του την περιπλάνηση θα γνωρίσει – και θα συναντήσει αρκετές φορές- τον μεγάλο ποιητή Πάβλο Νερούδα. Η πρώτη φορά θα είναι το 1930 στο Πεν Κλαμπ της Νέας Υόρκης σε μιαν εκδήλωση προς τιμήν του ποιητή της Νικαράγουας Ρομπέν Ντάριο. Στην Κούβα τον συνδέει μια στενή φιλία με τον μουσικό Αδόλφο Σαλαζάρ ενώ το 1933-34

στην Ουρουγουάη θα γνωρίσει και θα δεθεί στενά με τον συγγραφέα Ενρίκε Αμορίμ. Ο Ενρίκε είναι αυτός που έστησε το πρώτο μνημείο στον κόσμο για τον ποιητή της Ισπανίας. Λέγεται, μάλιστα, πως την ημέρα των εγκαινίων, κάποια μέρα του 1953 στο Σάλβο της Ουρουγουάης, ο συγγραφέας απόθεσε ευλαβικά μπροστά στο μνημειο ένα κουτί… Πολλοί είπαν πως ίσως εκεί να ήταν τα οστά του ποιητή καθώς ουδείς γνωρίζει πού βρίσκονται… Όμως, κανείς δεν μπορεί να το αποδεχτεί ή να το απορρίψει με βεβαιότητα… Το μόνο που είναι σίγουρο είναι πως η ψυχή και η καρδιά του Φεδερίκο δελ Σαγράδο Κοραθόν δε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα, υπάρχουν όπου υπάρχουν και θα υπάρχουν οι λέξεις που ο ίδιος έπλεξε με τρόπο μοναδικό για να τις κάνει θεατρικά, ποιήματα, επιστολές!... 

Πηγές: - « Λόρκα, η μπαλάντα μιας ζωής» της Λέσλι Στέιντον, μετάφραση Γιάννης Κωνσταντάρας-Πάνος Τομαράς, σελίδες 664, εκδόσεις «Μεταίχμιο» -« Μπουνιουέλ, Λόρκα, Νταλί-το αίνιγμα δίχως τέλος» του Βιδάλ Αγουστίν Σάντσεθ, μετάφραση Ισμήνη Κανσή. Εκδόσεις « Εξάντας» 1991 -« Η τελευταία πνοή» του Λουίς Μπουνιουέλ, μετάφραση Μαρία Μπαλάσκα, σελίδες 379, εκδόσεις « Οδυσσέας» 2006

Με τον Μανουέλ ντε Φάλια η φιλία τους κράτησε για πάντα. Η κοινή τους ζωγραφιά είναι από αφίσα των φεστιβάλ λαϊκής μουσικής που οργάνωναν μαζί


36

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

Ματωμένος γάμος σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα

Ενας τραγικός ποιητής

Ο

Του Λέανδρου Πολενάκη

Λόρκα αγαπήθηκε και τιμήθηκε στην Ελλάδα σχεδόν όσο κανείς άλλος ξένος ποιητής, από ένα ευρύ κοινό, που συνέλαβε αμέσως, με το ένστικτό του, την αληθινή ποιητική του φύση. ΄Εγινε πολύ γρήγορα αποδεκτός ως ένας λαϊκός, επικός βάρδος και τραγουδιστής των παθών και των καημών του ανθρώπου, που πολεμάει το άδικο όπου και αν το βρίσκει. Αντίθετα, ο κόσμος των Ελλήνων διανοουμένων και λογίων (με λίγες εξαιρέσεις, όπως του αείμνηστου Τάσου Λιγνάδη, στη λαμπρή μελέτη του: «Ο Λόρκα και οι ρίζες»), «άκουσε» μόνο τη (λυρική) εσωτερική φωνή του, και τον κατέταξε στους (κορυφαίους) λυρικούς ποιητές. Αναλόγως τον απέδωσαν στη γλώσσα μας οι περισσότεροι από τους μεταφραστές του, ως ένα λυρικό ποιητή, τονίζοντας το παθητικό, συναισθηματικό στοιχείο του. (Σε αυτό το λάθος υπέπεσαν και οι πρώτοι Γάλλοι μεταφραστές του, ήδη, πριν από τον πόλεμο). Διέφυγε από όλους ο τραγικός πυρήνας μιας ποίησης των πραγμάτων με την αμεσότητα της κραυγής, που πηγαίνει χέρι - χέρι με τον κοινωνικό της χαρακτήρα. Το ίδιο ισχύει για το θέατρό του: «Ο Λόρκα δεν αναπτύσσει δραματικά με ποιητική γλώσσα ένα θέμα. Ένα ποίημά του αναπτύσσεται σε θέατρο με μια τόσο απλούστατη διαδικασία που καταντά σχεδόν διαδικασία αφαιρέσεως. Είναι ένα ποίημα που έγινε θέατρο με συνέπεια ομόκεντρων κύκλων. Η δύναμη της μοίρας είναι η κυριαρχική δραματική ιδέα του θεάτρου του. Μ’ αυτήν παλεύουν οι “υπάρξεις” του. Η λαϊκή “μυθολογία” είναι μια μόνιμη πραγματικότης αιώνων, είναι ο καθημερινός ανθρώπινος μύθος (…) Και αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο Λόρκα εί-

ναι ένας τραγικός ποιητής» (Τάσος Λιγνάδης). Ο ίδιος ο Λόρκα γράφει για το κορυφαίο του δράμα, «Ματωμένος γάμος»: «Ποτέ πια δραματικό έργο με το μετρικό σφυροκόπημα από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή. Η ελεύθερη και σκληρή πρόζα μπορεί να φτάσει σε υψηλό επίπεδο έκφρασης, επιτρέποντάς μας μια εκτόνωση που είναι αδύνατο να επιτευχθεί μέσα στην ακαμψία της μετρικής. Φτάνει σε καλή ώρα η ποίηση, σε αυτές ακριβώς τις στιγμές που η διάχυση και η φρενίτιδα της δράσης το απαιτούν. Μα ποτέ σε άλλη στιγμή». Αναλύοντας το πιο πάνω κείμενο του Λόρκα, θα γράψει, αργότερα, ο αδελφός του, Φρανσίσκο : «… Βλέπουμε στο «Ματωμένο γάμο», μέχρι την επιθαλάμια σκηνή, την ποίηση να μην κάνει την εμφάνισή της με την αναγκαία ένταση και ευρύτητα, ενώ, αντίθετα, δεν παύει να κυριαρχεί στην σκηνή, στην εικόνα του δάσους, που με αυτήν κλείνει το έργο. Η ποίηση καταφθάνει, λοιπόν, ωθούμενη από τη φρενίτιδα, όπως γίνεται στο ειδύλλιο του δάσους ή μέσω της “διάχυσης” του θέματος. Παράξενη λέξη, “διάχυση”, σαν να πρόκειται για αιθέρια ουσία. ΄Η μήπως άραγε τελείται μέσα στα σπλάχνα της ποίησης ένα ηδονικό χώνεμα του θέματος; Από τεχνική άποψη, ολόκληρη η πρώτη σκηνή της δεύτερης πράξης είναι η ενορχήστρωση μιάς εξόδου, αυτό που αποκαλούμε στη γλώσσα του θεάτρου αλλαγή (…) Με μια άλλη τεχνική η έξοδος της νύφης για την εκκλησία θα ήταν ένα κοινό συμβάν, αλλά εδώ η κίνηση της επιθαλάμιας σκηνής είναι πράξη που έχει (τραγικό) μέγεθος, επειδή η νύφη δε βγαίνει απλώς από το σπίτι αλλά βγαίνει για να συναντήσει τη μοίρα και το θάνατο. Δεν θα επιστρέψει σε αυτό παρά μόνο για να επιβεβαιώσει την ολοκλήρωση της τραγωδίας». 


Όταν ο Λόρκα αντάµωσε τους ντόπιους συνθέτες

«T

Ο πιο µελοποιηµένος ποιητής στην Ελλάδα!

Της Μπέλλας Μηλοπούλου

o ντουέντε είναι μια δύναμη κι όχι μια λειτουργία, μια πάλη κι όχι μια αφηρημένη έννοια. Άκουσα κάποτε ένα γέρο κιθαρίστα, να λέει: «Το ντουέντε δε βρίσκεται στο λαρύγγι. Το ντουέντε ανεβαίνει απ’ τις γυμνές πατούσες των ποδιών». Που σημαίνει πως δεν είναι μια ικανότητα, μα αληθινή μορφή, αίμα, αρχαία κουλτούρα, στιγμή δημιουργίας…. …Το σκοτεινό κι ολότρεμο ντουέντε για το οποίο μιλώ, είναι απόγονος του εύθυμου δαίμονα του Σωκράτη, όλο αλάτι και μάρμαρο, που όρμησε ξέφρενα κι άρχισε να τσαγκρουνάει τον κύριό του τη μέρα που πήρε το κώνειο. » Του άρεσε του Λόρκα να μιλάει για το ντουέντε, προσπαθώντας να σχηματίσει με τις λέξεις τον ορισμό σε μια έννοια που περισσότερο την αισθάνεσαι παρά την ορίζεις. Η πρώτη φορά που είχε μιλήσει γι’ αυτό ήταν την άνοιξη του 1930 σε μια διάλεξη στη Φοιτητική Εστία στη Μαδρίτη. Κι έπειτα, τέσσερα χρόνια μετά, μίλησε γι’ αυτό στο Μπουένος Άιρες, όταν ταξίδευε στην Αμερική. Το είχε, αναμφισβήτητα, το ντουέντε ο Λόρκα. Κι ήρθε κι αντάμωσε με την ποίησή του το ντουέντε πολλών Ελλήνων συνθετών. Κι έγιναν θαύματα. Ο περισσότερος κόσμος –ακόμη κι αυτοί που δεν διαβάζουν απαραίτητα ποίηση, τον γνώριζαν μέσα από τα μελοποιημένα ποιήματά του. Να είναι που η Μεσόγειος , μια χούφτα βοηθάει να δένει το ντουέντε του Ισπανού με το δικό μας; Να είναι που οι λέξεις του ταξίδεψαν μέχρι εδώ σε καιρούς δύσκολους και για τη δική του χώρα και για τη δική μας; Να παίζει ρόλο που ήταν κι ο ίδιος μουσικός κι οι νότες κι η μελωδία αγκάλιαζαν πάντα τις λέξεις του όπως τις αράδιαζε στο χαρτί; Να έπαιξε ρόλο η δίψα των Ελλήνων δημιουργών να προσθέσουν μελωδία σε συγκλονιστικά ποιήματα και η μεγάλη ανάγκη των τραγουδιστών να τα ερμηνεύσουν; Να φταίει, τάχα το ντουέντε;

Όπως και να έχει το πράγμα, το αποτέλεσμα είναι πως ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα είναι ο ποιητής που έχει μελοποιηθεί όσο κανείς στην Ελλάδα. Από το 1948 μέχρι και σήμερα. Ακόμη και σήμερα… Η πρώτη φορά ήταν τη θεατρική περίοδο 1947-48 όταν στο θέατρο « Αλίκης» ανεβαίνει μια παράσταση – σταθμός αφού τόσα … ντουέντε μαζί είναι αδύνατον να μπορέσουμε καν να τα φανταστούμε εμείς σήμερα! Ο Κάρολος Κουν ανεβάζει τον « Ματωμένο Γάμο». Η μετάφραση-απόδοση είναι του Νίκου Γκάτσου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια υπογράφει ο Γιάννης Τσαρούχης. Στο ρόλο της νύφης η Έλλη Λαμπέτη. Και παίζουν ακόμη ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ο Λυκούργος Καλλέργης, ο Αλέξης Δαμιανός κ.α. Τη μουσική υπογράφει ο 23χρονος τότε Μάνος Χατζιδάκις, για τον οποίο ο Μ. Καραγάτσης επισημαίνει στην ενθουσιώδη κριτική του στην εφημερίδα Βραδυνή: «Ο νεαρός αυτός συνθέτης έχει τάλαντο, πηγαίο και αγνό, που αργά ή γρήγορα δεν μπορεί παρά να επιβληθεί στην κοινή συνείδηση » Φυσικά, τότε δεν έγινε δίσκος. Αυτό πραγματοποιήθηκε χρόνια μετά, το 1965 όταν αποτυπώθηκε στο βινύλλιο με την εξαιρετική φωνή και ερμηνεία του Λάκη Παππά. «Τώρα νυφούλα μου χρυσή», « Γύρνα φτερωτή του μύλου», « Κουβάρι, κουβαράκι», «Ήταν καμάρι της αυγής»… Γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις για τον «Ματωμένο Γάμο»: « Ο Νίκος Γκάτσος μες στα χρόνια της κατοχής άρχισε τη μετάφραση του ΜΑΤΩΜΕΝΟΥ ΓΑΜΟΥ κι όλοι οι φίλοι του ζούσαμε καθημερινά τις δυσκολίες του, τις αμφιβολίες του, για τον κάθε στίχο, την κάθε λέξη χωριστά, μα και τις υπέροχες στιγμές που τελειωμένοι στίχοι ερχόντουσαν στ’ αυτιά μας- ήχοι μαγικοί πρωτοφανέρωτοι, πανάκριβα διαμάντια στην καρδιά μας, στολίδια ανεπανάληπτα στον Λόγο τον Ελληνικό, χωρίς να υποψιαζόμαστε εκείνα τα χρόνια , πως η δουλειά του φίλου μας θα ξεπερνούσε τα όρια μιας δυνατής στιγμής και θα ‘ φτιαχνε τη μικρή της ιστορία. Το 1945, κυκλοφορούσε σε βιβλίο η εργασία αυτή, χωρίς να πάψουμε ούτε στιγμή

37

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα


38 Αριστουργήματα έφερε η συνεργασία Νίκου Γκάτσου, Μάνου Χατζιδάκι και Φ. Γκ. Λόρκα

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

να τη μιλάμε και να τη λέμε σαν προσευχή, κι όλοι μαζί, στο γραφικό τότε πατάρι του Λουμίδη, με τον Ελύτη, τον Τσαρούχη, τον Μόραλη, τον Βαλαωρίτη και άλλους φίλους συντροφιά, να ζούμε σελίδα με σελίδα ένα έργο κι έναν ποιητή…. Η μουσική είχε αρχίσει να σχηματίζεται μέσα μου, με την ίδια δυσκολία που εκείνη την εποχή προσπαθούσαμε να υπάρχουμε. Γιατί μες στην πολύχρωμη απελπισία εκείνου του καιρού, μια μόνο φωνή είχε το τραγικό θάρρος να υπάρχει στέρεα κι αληθινήτο λαϊκό τραγούδι, αυτό που οι άλλοι αποκαλούσανε περιφρονητικά Ρ ε μ π ε τα ι κ ο. Καθόλου τότε διάσημο κι αγαπητό στους αστούς, κι από τη γέννησή του ριγμένο στο περιθώριο και στην παρανομία, λειτουργούσε περήφανο, εκκλησιαστικό, βαθύτατα θρησκευτικό πάνω στα δύο παντοδύναμα θέματα της μεταπολεμικής πραγματικότητας. Στη διάθεση φυγής από ένα μαρτυρικό χώρο και στον ανικανοποίητο ερωτισμό. Και το ένα διαμάντι ερχότανε να προστεθεί στο άλλο, ανώνυμα και αθόρυβα μα εντατικά, έτσι που αγκάλιαζε την ταλαιπωρημένη μας νεότητα σαν μαγική ηλιαχτίδα…»

Στο πρόγραμμα συναυλίας με μελοποιημένα ποιήματα του Λόρκα στην Εθνική Πινακοθήκη στις 22/10/1987 ο Χατζηδάκις γράφει για τον ποιητή: « Ο Λόρκα ήταν ποιητής και μουσικός μαζί. Ήταν μαθητής του ντε Φάλλια-ως γνωστόν. Μα η επαφή του με τη Μουσική υπήρξε συνεπής με τις επιταγές του ευρωπαϊκού καιρού του. Ανακάλυπτε την Ισπανία μέσα από τις νότες και τους αυτοσχεδιασμούς των τραγουδιστών των φλαμένκος. Ήταν ο καιρός που ο Τσάπλιν συνέθετε τη Σεβιλλιάνα του κι ο Ραβέλ την Πεθαμένη Ινφάντη του. Δεν μπορούσε να πάει μακριά τόσο όσο πήγε με την ποίησή του. Πιστός στο διάκοσμο των θεατρικών του έργων κι όχι στην ποιητική τους ουσία. Μα η γοητεία μένει ισχυρή κι ο μουσικός Λόρκα χωρίς λογική, μεταφέρει μέσα στις απλοϊκές μεταγραφές λαϊκών μελωδιών, έναν αληθινό ποιητή, από τους πιο μεγάλους του καιρού του. Κείνο που έχει ενδιαφέρον, είναι οι άλλοι συνθέτες στο πώς πλησίασαν τον Λόρκα. Τον ποιητή. Μέσα στους πρώτους που το επιχείρησαν, ήμουν κι


39

Ο Χατζιδάκις με τη Φλέρυ Νταντωνάκη και το Δημήτρη Ψαριανό στο στούντιο ηχογραφούν το «Μεγάλο Ερωτικό»

εγώ. Το 1948 με το Ματωμένο Γάμο στο Θέατρο Τέχνης. Μετά ο γερμανός Βόλφγκανγκ Φόρτνερ με το ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΓΑΜΟ πάλι, όπερα τούτη τη φορά κι αργότερα ο ίδιος συνθέτοντας το ΠΕΡΛΙΜΠΛΙΝ ΚΑΙ ΜΠΕΛΙΣΑ κι εγώ το ίδιο έργο καθώς και τη ΔΟΝΙΑ ΡΟΖΙΤΑ. Ο Θεοδωράκης ήρθε πολύ αργότερα, τονίζοντας την αντιφασιστική μυθολογία γύρω από τον ποιητή. …Κι εγώ είδα στο ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΓΑΜΟ- στην έξοχη μετάφραση του Νίκου Γκάτσου- την προσωπική μου μυθολογία μέσα από το ρεμπέτικο Αρχόντισσα: « Αρχόντισσα μου μάγισσα τρελή, κουράστηκα να σ’ αποκτήσω». Νομίζω πως πιο πολύ ταιριάζει στη μνήμη του ποιητή η φράση αυτή απ’ ότι τα ξερονήσια και οι δραστηριότητες της ελληνικής χωροφυλακής. Άλλωστε, οι χωροφύλακες είναι παντού το ίδιο, σ’ όλα τα μέρη-αντιποιητές κι αντιποιητικοί. Ο ποιητής επιτάσσει: Αγνοήστε τους! Και τους αγνοήσαμετουλάχιστον τότε, μιαν άνοιξη του ‘ 48 και τραγουδήσαμε όλοι μαζί « Τώρα νυφούλα μου χρυσή, που βγαίνεις απ’ το σπίτι σου». Ανακάλυπτα κι εγώ μιαν Ελλάδα ποιητική μέσα από τους ρεμπέτες της. Κι ο Λόρκα παγι-

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

δεύθηκε μαζί μου. Και τραγούδησε- τραγουδήσαμε μαζί, μιαν άνοιξη του 1948».

Ένας μουσικός για τους μουσικούς

Είναι αλήθεια πως ο Φεδερίκο ήταν πάντα και πρώτα μουσικός. Και ήθελε περισσότερο απ’ όλα να ασχοληθεί με τη μουσική. Ονειρευόταν –μετά τα μαθήματα που πήρε κοντά στο φίλο του ντε Φάλια και στον πιανίστα Αντόνιο Σεγούρα- να πάει κι εκείνος στο Παρίσι για να τελειοποιήσει τις σπουδές του στο πιάνο και να καταπιαστεί με τη Μουσική. Όμως, ο πατέρας του ήταν ανένδοτος. Και ο νεαρός, παθιασμένος Λόρκα το…έριξε στην ποίηση χωρίς, ωστόσο, να εγκαταλείψει τη μία μούσα για την άλλη. Συμπορευόταν και με τις δυο. Και πάντα συνέχισε να λατρεύει τη λαϊκή ισπανική μουσική και τις τσιγγάνικες μελωδίες όσο κανείς. Στα 1931, μάλιστα, μπαίνει στο στούντιο και μεταφέρει σε δίσκο γραμμοφώνου την Colección De Canciones Populares Españolas, διασκευές, δηλαδή, αυτών των τραγουδιών που αγάπησε. Ο ίδιος είναι στο πιάνο και στη φωνή η

τότε πολύ γνωστή κι αγαπημένη του ερμηνεύτρια των φλαμένκο Αρχεντίνα. Σ’ αυτήν ακριβώς τη δουλειά θα ανταμώσουν Λόρκα και Νίκος Μαμαγκάκης στα 1983. Η Αγαθή Δημητρούκα ανέλαβε, για μιαν ακόμη φορά, να μεταφέρει με επιτυχία τον ισπανικό στίχο στα ελληνικά κι ο Μαμαγκάκης , από την πλευρά του, έκανε τα υπόλοιπα. Ο δίσκος κυκλοφορεί με τον τίτλο «Του Έρωτα Και του Πάθους». Ερμηνεύει η Νένα Βενετσάνου ενώ το 2008 που επανακυκλοφορεί στα μικρόφωνα του στούντιο βρίσκονται ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος και η Ναταλία Ρασούλη. Ο Νίκος Μαμαγκάκης, άλλωστε, ήταν ξεκάθαρος για τη σχέση του με τον Ισπανό της καρδιάς μας όταν έλεγε πως « σαν μεσογειακός ποιητής ο Λόρκα μας άρπαξε από την καρδιά και το μυαλό» Ας επιστρέψουμε, όμως, στο δικό μας Μάνο. Ο οποίος , πέρα από τις θεατρικές παραστάσεις με έργα του Λόρκα που έντυσε μουσικά, έδωσε στη Φλέρυ Νταντωνάκη να ερμηνεύσει το « Πέρα στο θολό ποτάμι» από το έργο του « Περλιμπλίν και Μπελίοσα», αλλά και το «


40

O «Ρομανθέρο» γοήτευσε και ενέπνευσε από την πρώτη στιγμή τον Μίκη Θεοδωράκη

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

Τριαντάφυλλο» από το ανέβασμα της « Δόνια Ροζίτα» του 1959- εδώ οι στίχοι είχαν και το άγγιγμα του σκηνοθέτη της παράστασης Αλέξη Σολωμού. Μετά τη Φλέρυ, το ίδιο τραγούδι ερμήνευσαν ο Βασίλης Λέκκας, η Μαρία Φαραντούρη, η Σόνια Θεοδωρίδου. Η συγκεκριμένη «προσφορά» στη Φλέρυ και από τη Φλέρυ έγινε για να ολοκληρωθεί ο αξεπέραστος « Μεγάλος Ερωτικός». Γιατί σαν τέτοιο ή μάλλον και σαν «Μεγάλο Ερωτικό» έβλεπε ο Χατζιδάκις τον Λόρκα. Κι ίσως να είχε τον Σπανιόλο ποιητή στο μυαλό του όταν δήλωνε: « Η αμαρτία είναι βυζαντινή κι ο έρωτας αρχαίος»

Ο κατά Μίκη «Romancero» και άλλα

Ο Νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης λάτρευε την ποίηση του Λόρκα και τη σεβόταν όσο κανείς. Έλεγε πως ο Λόρκα τον ενδιέφερε πολύ. Καταπιάστηκε, λοιπόν, με την μεταφορά στα ελληνικά του « Romancero Gitano» και απέδωσε επτά από τα ποιήματα αυτού του έργου. Ο Λόρκα δημοσίευσε αυτό του το έργο το 1928 και

ήταν μια ακόμη απόδειξη για την αγάπη που έτρεφε στο τσιγγάνικο στοιχείο της Ανδαλουσίας –χρησιμοποιώντας, βέβαια, μεταφορές και μύθους που απογείωναν τη θεματολογία του που ήταν η νύχτα, ο έρωτας, ο ουρανός, το φεγγάρι… Ο Μίκης Θεοδωράκης παραλαμβάνει από τον Ελύτη τα τραγούδια προορίζοντάς τα για την ιδιόρρυθμη φωνή της Αρλέτας. Οι πρόβες ξεκινούν Μάρτιο του 1967 με στόχο τον επόμενο μήνα να ξεκινήσουν την ηχογράφηση. Τους πρόλαβε, όμως, η δικτατορία και ο μελοποιημένος Λόρκα χρειάστηκε να περιμένει αρκετά. Κι έπειτα έγινε δίσκος με την Μαρία Φαραντούρη και τον διάσημο κιθαρίστα Τζον Γουίλιαμς (1971) και φυσικά, με εκείνην που ήθελε ο Μίκης αρχικά, την Αρλέτα και τον κιθαρίστα Βασίλη Ρακόπουλο (1978). Έχουν γίνει αρκετές επανεκτελέσεις από διάφορους καλλιτέχνες, όμως, αυτή που θεωρείται και σπάνια και σημαντική είναι μια γερμανική ηχογράφηση με τον βαρύτονο Peter Goedhart και τον κιθαρίστα Wim Spruiit.

Τι είναι κείνο που φωτά, Μάνα, στα δώματα ψηλά; Κοιμήσου γιε μου κι ειν’ αργά σήμανε η ώρα έντεκα. Μάνα, στα μάτια μου για δες, λάμπουνε τέσσερις φωτιές. Δεν είναι τίποτα, έλα πια, ειν’ τα μπακίρια αστραφτερά. Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη. Τη φυσαρμόνικα γλυκά παίζανε Σεραφείμ γλυκά. Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη. Μάνα μου, ευθύς που ξεψυχήσω μηνύσετέ το στους ανθρώπους σ’ όλη τη γη, σ’ όλους τους τόπους κατά Βοριά κατά Νοτιά μαντάτα στείλετε πικρά. Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη. Κι οι πόρτες τ’ ουρανού χτυπούσαν κι όλα τα δάση αχολογούσαν ψηλά δεν έβλεπες κανέναν κι οι φλόγες φούντωναν ολοένα.

(«Χαμός από αγάπη» από το Ρομανθέρο, σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη)

Ο Μίκης Θεοδωράκης, βέβαια, δεν σταμάτησε τη σχέση του με το Λόρκα εκεί. Μελοποιεί, σε απόδοση του Μιχάλη Μπουρμπούλη το «Φεύγω για το Σαντιάγκο»


41

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και ο Χρήστος Λεοντής

που ερμήνευσε πρώτος ο «Μέτοικος» Ζωρζ Μουστακί, στη συνέχεια η Αλίκη Καγιαλόγλου και πιο πρόσφατα η Μάρθα Φριτζήλα.

Ο θάνατος, αχ με καρτεράει…

Ο ποιητής και στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος αποδίδει, με τον δικό του τρόπο, τιμές στον Φεδερίκο, μεταφέροντας στα ελληνικά και για να γίνουν τραγούδια, 12 ποιήματα του Λόρκα. Αρχικά, τα προσφέρει στο Μάνο Λοίζο, όμως, εκείνος καθυστερεί αναζητώντας ισπανόφωνους που θα «τσεκάρουν» την απόδοση στα ελληνικά. Η συνεργασία δεν προχωράει και τα ποιήματα αυτά βρίσκονται στα χέρια του ανιψιού του Γιάννη Ρίτσου, του νεαρού τότε, μουσικού Γιάννη Γλέζου, ο οποίος τα μελοποιεί με έναν εντελώς ξεχωριστό τρόπο αποδίδοντας στο Λόρκα την λαϊκή του έμπνευση. Ο Νίκος Μαμαγκάκης αναλαμβάνει την εμπνευσμένη ενορχήστρωση και ο Γλέζος εμπιστεύεται για την ερμηνεία ένα κατ’ εξοχήν λαϊκό τραγουδιστή, τον Γιάννη Πουλόπουλο και στο πλευρό του την

Έλενα Κυρανά. Το αποτέλεσμα είναι άριστο και ουσιαστικό, αφού φέρνει κοντά και σ’ εκείνους που δεν γνώριζαν την ποίηση του Λόρκα, τον Ισπανό δημιουργό. Και να δώσει μιαν ανάσα στον ελληνικό λαό που τότε –σωτήριον έτος 1969- δοκιμαζόταν από τη δικτατορία. Η σχέση, όμως, Γλέζου και Λόρκα δεν σταματά εδώ. Το 1974 ο συνθέτης επανέρχεται μελοποιώντας τον « Αντόνιο Τόρες Χερέδια» που τρία χρόνια πριν είχε ντύσει με τη μουσική του ο Μίκης Θεοδωράκης και είχε ερμηνεύσει η Μαρία Φαραντούρη. Μουσικό έργο που θα ξανακούσουμε με τη φωνή της Αρλέτας και πάλι. Ο Γλέζος επιλέγει για ερμηνεύτριά του τη Μαρία Δημητριάδη. Και οι δυο συνθέτες κρατούν την απόδοση του Οδυσσέα Ελύτη ενώ και πάλι, την μουσική διεύθυνση στην κατά Γλέζο άποψη του Χερέδια, είχε αναλάβει ο Νίκος Μαμαγκάκης. «…Έτυχε κατά παράδοξο τρόπο στην Ελλάδα ο Λόρκα να αγαπηθεί πάρα πολύ, σαν να ήταν Έλληνας ποιητής, από το ’48 που ανέβασε ο Χατζιδάκις το «Ματωμένο γάμο» . Είναι ιδιότυπο φαινόμενο ένας ολόκληρος λαός να

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

αγκαλιάζει τόσο πολύ έναν ξένο ποιητή» θα πει σε συνέντευξή του στην Αρετή Κοκκίνου για το «Μουσικόραμα» ο Γιάννης Γλέζος. Ο σπουδαίος Μαμαγκάκης ο οποίος θα μελοποιήσει τρία ποιήματα του Λόρκα σε απόδοση Ξενοφώντα Κοκόλη και θα αναθέσει την ερμηνεία τους στη Λιζέτα Καλημέρη για τις ανάγκες του δίσκου « Αιφνιδιασμός». Κόρδοβα μακρινή και μόνη πουλάρι μαύρο, φεγγάρι γεμάτο κι ελιές στο δισάκι μου Αν και τους ξέρω τους δρόμους ποτέ δε θα φτάσω στην Κόρδοβα Αχ τι ατέλειωτος δρόμος Αχ πουλάρι μου γενναίο Ο θάνατος αχ με καρτεράει προτού να φτάσω στην Κόρδοβα

(απόσπασμα από την «Κόρδοβα» του Γιάννη Γλέζου σε απόδοση Λευτέρη Παπαδόπουλου)


42

Θεσσαλονίκη. Το πρώτο πράγμα που σκεφτόμασταν ήταν η μετάφραση. Εμένα δεν μ’ ενδιέφερε τόσο ο πεζός λόγος, όσο οι στίχοι που υπήρχαν μέσα στο έργο. Ο μόνος που θα μπορούσε να είναι το ίδιο τρυφερός και διάφανος όπως ο Λόρκα ήταν ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ολοκληρώνεται η δουλειά κι αρχίζουμε τις πρόβες στο θέατρο. Η δικτατορία ήταν στα τελευταία της. Οι πρόβες γίνονταν στο Θέατρο Κήπου απέναντι από το κτίριο της Χ.Α.Ν.Θ. Εκεί στον ξενώνα , μαζεύονταν παρακρατικοί, πετούσαν πέτρες και μας έβριζαν. Υπό αυτές τις συνθήκες αρχίσαμε να δουλεύουμε. Με την μεταπολίτευση άρχισα τις διαδικασίες για να ηχογραφήσω το δίσκο». Έτσι περιγράφει ο Χρήστος Λεοντής το πώς απέκτησε τη σχέση του με τον Λόρκα που κορυφώνεται με την έκδοση του δίσκου « Αχ έρωτα» τα τραγούδια του οποίου ερμηνεύουν ο Μανώλης Μητσιάς και η Τάνια Τσανακλίδου( « Αβάσταχτο να σ’ αγαπώ», « Λούζεται η αγάπη μου», « Μέρα γεμάτη θλίψη»). Περνώντας από τη ζωή και την έμπνευση των Ελλήνων δημιουργών ο Λόρκα άφησε σίγουρα το σημάδι του και πάνω τους και στο έργο τους, αλλά, και στο κοινό που αγάπησε τα τραγούδια αυτά και μέσα από αυτά τον ποιητή. Ο Μάνος Λοίζος, για παράδειγμα. Μπαίνει στα ελληνικά μουσικά δισκογραφικά πράγματα με Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο αξέχαστος Λοίζος ανακαλύπτει τους συγκεκριμένους στίχους που έχει αποδώσει στα ελληνικά ο Νίκος Γκάτσος διαβάζοντας την « Επιθεώρηση Τέχνης». Η μουσική ξεπηδάει από μέσα του και εν έτει 1962 γίνεται ένα 45άρι « Το τραγούδι του Δρόμου» με τον Γιώργο Μούτσιο στην ερμηνεία. Αυτό εξελίχθηκε, έγινε « Τα τραγούδια του δρόμου» αργότερα, που τα ερμήνευσε ο ίδιος ο συνθέτης.

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

Τη δική του μελωδική προσέγγιση στο έργο του Λόρκα έκανε και ο Σταύρος Ξαρχάκος

Ξαρχάκος, Λεοντής και άλλοι

Ο Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας ήταν ταυρομάχος. Τον λάτρευε η Ισπανία για τις επιδόσεις του στην αρένα, για την καλοσύνη και την ευγένειά του. Ένας λαϊκός ήρωας από την Ανδαλουσία, που ο Λόρκα του είχε εμπιστευτεί τη βαθιά φιλία του. Ήταν 5 το απόγευμα τα 11ης Αυγούστου 1934 όταν ο Ιγνάθιο, στην αρένα του Μανθανάρες αντιμετωπίζει τον ταύρο σε μια αναμέτρηση που δεν ήταν προγραμματισμένη να γίνει. Ο ταύρος νικάει και ο ματαντόρ φεύγει από τη ζωή τρεις ημέρες αργότερα. Ήταν 43 χρόνων βυθίζοντας την Ισπανία ολόκληρη στο πένθος. Ο Φεδερίκο θρηνεί και συμπυκνώνει τον πόνο του σ’ ένα εξαίσιο ποιητικό έργο. « Llanto por Ignacio Sancez Mejias». Ο Νίκος Γκάτσος αποδίδει στα ελληνικά « Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας». Κανείς δε σε γνωρίζει πια. Μα εγώ σε τραγουδάω Γι’ αυτούς που θα ’ρθουν τραγουδώ τη χάρη κι ομορφιά σου Τη μεστωμένη γνώση σου, του νου τη φρονιμάδα Τη δίψα σου για θάνατο, τη γέψη των χειλιών σου Τη θλίψη που είχε μέσα της η γελαστή χαρά σου

Χρόνια θ’ αργήσει να φανεί αν θα φανεί ποτέ του Τέτοιος καθάριος ζωντανός, ζεστός Ανδαλουσιάνος Την αρχοντιά του τραγουδώ με λόγια που στενάζουν Κι έν’ αεράκι πού ’κλαιγε στα λιόδενδρα θυμάμαι

( Απόσπασμα από το «Ψυχή φευγάτη»)

Από το Θέατρο στην καρδιά

Στο αριστούργημα αυτό αποθέτει την αρμόζουσα μουσική ο Σταύρος Ξαρχάκος και το 1969 έχουμε ένα εντυπωσιακό έργο . Μπουζούκι παίζουν ο Κώστας Παπαδόπουλος και ο Λάκης Καρνέζης. Ερμηνεύει ο λυρικός Κώστας Πασχάλης ενώ απαγγέλει συγκλονιστικά ο Μάνος Κατράκης. «Στις αρχές του 1974, έρχεται ο Πέτρος Φυσούν και μου προτείνει να ανεβάσουμε το έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα «Οι φασουλήδες του Κατσιπόρα» στη

Θεατρικά έργα έντυσαν με τη μουσική τους κι άλλοι Έλληνες συνθέτες και η δουλειά τους κυκλοφόρησε αργότερα σε δίσκους. Ο Τάσος Καρακατσάνης μελοποιεί τη « Θαυμαστή μπαλωματού», σε μετάφραση και απόδοση του Αλέξη Σολομού που περιλαμβάνεται στη δισκογραφική του δουλειά « Έξι ενότητες Θεατρικής Μουσικής». Το 1987 ανεβαίνει στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού από κρατούμενες η παράσταση με το έργο « Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα». Τη μουσική υπογράφει εξαιρετικά ο Νότης Μαυρουδής ο οποίος δίνει στην Αρλέτα « Το τραγούδι της Χοσέφα» η οποία το ερμήνευσε στη δισκογραφική δουλειά « Κάπου Ανατολικοδυτικά».


Το συγκεκριμένο έργο έχει ανέβει αμέτρητες φορές σε εγχώριες θεατρικές σκηνές. Συγκλονιστική θεωρείται η ερμηνεία της Αλέκας Κατσέλη στον επώνυμο ρόλο και στο ανέβασμα που είχε σκηνοθετήσει ο Γιώργος Μουλιός –σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου- με τις Ελένη Χαλκούση ως Χοσέφα, Όλγα Τουρνάκη, Μαρία Σκούντζου, Ειρήνη Κουμαριανού κ.α. και τη μουσική από το Μάνο Λοίζο αλλά και το 1986 όταν ο Διαγόρας Χρονόπουλος σκηνοθέτησε την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου με την ίδια πρωταγωνίστρια. Ο Γιάννης Αγγελάκας μελοποιεί Λόρκα για το ανέβασμα της παράστασης «Μοργκαντάου» ενώ ο Νίκος Κυπουργός βάζει μουσική στη επίσης πολυανεβασμένη στην Ελλάδα τραγική « Γέρμα».

43

Με το Γιάννη Πουλόπουλο και την Έλενα Κυρανά στις φωνές μελοποίησε ποίηση του Λόρκα ο Γιάννης Γλέζος

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

Πάντα θα εμπνέει

Και φυσικά, ο μελοποιημένος Λόρκα δεν εξαντλείται εδώ. Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου βάζει νότες και μελωδία στην «Άυπνη Πόλη» (απόδοση Μαρία Ευσταθιάδη), ο Γιώργος Κουρουπός υπογράφει τα « Οκτώ τραγούδια σε ποίηση Λόρκα» που ερμηνεύει ο Σπύρος Σακκάς ( μετάφραση Ανδρέα Αγγελάκη) και έπειτα τα «Τραγούδια για φωνή και πιάνο» (1988) με ερμηνευτή πάλι τον Σπύρο Σακκά. Οι Όναρ τραγουδούν την «Μπαλάντα του νερού και της θάλασσας», ο Βασίλης Μαντζούκης μελοποιεί και ερμηνεύει το 2007 την « Λουκία Μαρτίνεθ», ο Λεωνίδας Μαριδάκης επίσης γράφει τη μουσική και ερμηνεύει το 2010 το « Στο Σαντιάγκο». Το 2006 ο νέος συνθέτης Δημήτρης Μαραμής υπογράφει το δίσκο « Του σκοτεινού έρωτα» (απόδοση Σωτήρης Τριβιζάς) τα τραγούδια του οποίου ερμηνεύει ο Μίνωας Θεοχάρης. Ένα χρόνο αργότερα ο ίδιος δημιουργός δίνει την ίδια δουλειά στον έμπειρο λυρικό Μάριο Φραγκούλη ο οποίος ερμηνεύει τα τραγούδια με έναν δικό του, διαφορετικό τρόπο. Ο ίδιος συνθέτης μας έχει δώσει και τα «Σονέτα του σκοτεινού έρωτα» σε απόδοση του Σωτήρη Τριβιζά και ερμηνεία του Μίνωα Θεοχάρη. Το 1987 ο Αντώνης Πελεκάνου μελοποιεί την « Κιθάρα» με ερμηνεύτρια τη Μαρία Θεοφάνους, ένα τραγούδι που αρκετά χρόνια πριν και συγκεκριμένα το 1965 έχει ντύσει μουσικά ο Μάνος Λοίζος και το έχει εμπιστευτεί στη Σούλα Μπιρμπίλη για την ερμηνεία του. Και τέλος, θα πρέπει να μνημονεύσουμε μιαν εντελώς διαφορετική μουσική προσέγγιση στο έργο του Λόρκα. Είναι αυτή της Τερψιχόρης Παπαστεφάνου στο « Άσμα Ασμάτων» το 1972 που ερμήνευσε η Χορωδία Τρικάλων.

Μήπως, τελικά, έχουν δίκιο όσοι λένε ότι οι Έλληνες συνθέτες έκαναν πιο Έλληνα κι από Έλληνα το Λόρκα ;

Πηγές: - Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα «Ντουέντε», μετάφραση Γιώργος Γεωργούσης, σελίδες 78, εκδόσεις Γαβριηλίδης,2007 -«Ντουέντε-Λόγος και θεωρία», μετάφραση Ολυμπία Καράγιωργα, σελίδες 44, εκδόσεις Εστία 1999.

-«Θέατρο και ποίηση-Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα «Ματωμένος Γάμος, Περλιμπλίν και Μπελίσα, Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα, Παραλογή του Μισόυπνου, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» , μετάφραση Νίκος Γκάτσος, επιμέλεια Αγαθή Δημητρούκα, σελίδες 264, εκδόσεις Πατάκης -«Ματωμένος Γάμος» μετάφραση-εισαγωγικό σημείωμα Νίκος Γκάτσος, εκδόσεις Ικαρος, 1945 -«Μάνος Χατζιδάκις Λόρκα Ματωμένος Γάμος, Ι. Καμπανέλλη Παραμύθι Χωρίς Όνομα» ( ΕΜΙ, Καθημερινή)


44

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

Χ

«Κραυγή στη Ρώµη»ή «Ο άνθρωπος µε τα άσπρα»

(Και ένα σπάνιο ντοκουµέντο για τη δολοφονία του ποιητή)

Του Λέανδρου Πολενάκη

άρις στις μεταφράσεις του Νίκου Γκάτσου και στη μελοποίηση στίχων του από τον Θεοδωράκη και το Χατζιδάκι, ο Λόρκα έγινε ιδιαίτερα γνωστός και αγαπήθηκε στη χώρα μας από ένα πλατύ κοινό, που συνέλαβε αμέσως, με το ένστικτό του, την αληθινή ποιητική του φύση : ένας επικός, λαϊκός τραγουδιστής και βάρδος. Αντίθετα, στους κύκλους των Ελλήνων διανοουμένων εκτιμήθηκε κυρίως για το λυρικό στοιχείο της δημιουργίας του. Διέφυγε ο τραγικός πυρήνας μιας εμπράγματης ποίησης με την αμεσότητα την κραυγής, που βαδίζει χέρι - χέρι με κοινωνικό χαρακτήρα. Στη συλλογή, π.χ. «Ο ποιητής στη Νέα Υόρκη», ο Λόρκα που βρισκόταν εκεί στα χρόνια της οικονομικής καταστροφής το 29 - 30 και είχε έρθει ενώπιος - ενωπίω με το απάνθρωπο θέαμα της αμερικάνικης μεγαλούπολης τη χρονιά της μεγάλης πείνας, δίνει «κινηματογραφικά», καρρέ - καρρέ, με εικόνες που αιφνιδιάζουν, το χορό του εφιαλτικού καθημερινού θανάτου. «Κραυγή στη Ρώμη από το ύψος του Κράισλερ μπίλντινγκ» (Αποσπάσματα) Μήλα που τα χαράξαν ελαφρά μικρές, λεπτές λεπίδες ασημένιες, νέφη που ξέσκισε ένα χέρι από κοράλι θα πέσουν πάνω σου, θα πέσουν πάνω στο μεγάλο τρούλλο που λιπαίνουν με τις γλώσσες οι στρατιωτικοί, όπου ένας άνθρωπος ουρεί πάνω στο φωτεινό περιστέρι και φτύνει μασημένο κάρβουνο τριγυρισμένος από εκατομμύρια φούσκες. ……………………………………………………………………………………........... Ο άνθρωπος που καταφρονεί το περιστέρι έπρεπε να μιλήσει. Έπρεπε να ουρλιάξει, γυμνός ανάμεσα στους κίονες.

Έπρεπε να τρυπήσει τον εαυτό του με μια σύριγγα και να κολλήσει λέπρα. Να ουρλιάξει τόσο δυνατά, που να γενούνε σκόνη τα διαμαντένια του τηλέφωνα και δαχτυλίδια. Όμως, ό άνθρωπος με τα άσπρα Δε γνωρίζει το μυστήριο του σταχιού, Το βόγγο της γυναίκας που γεννάει. Δεν ξέρει ότι ο Χριστός μπορεί να δίνει ακόμα το ύδωρ και ότι τα αργύρια καίνε το φιλί του θαύματος. …………………………………………………………………..............................

Δεν έχει αγάπη κάτω από τα αγάλματα δεν έχει αγάπη πίσω απ’ τα κρουσταλιασμένα μάτια Η αγάπη βρίσκεται στη σάρκα που ξεσκίζεται απ’ τη δίψα Στο καλυβάκι που παλεύει ενάντια στην πλημμύρα Η αγάπη βρίσκεται στο λάκκο όπου παλεύουν τα ερπετά της πείνας Στο σκοτεινό φιλί που εξέχει κάτω από το μαξιλάρι και στη θλιμμένη θάλασσα που νανουρίζει ψόφιους γλάρους. ………………………………………………………………………………………………

Ως τον καταληκτικό στίχο : Θέλουμε να εκπληρωθεί το θέλημα της γης, που δίνει σε όλους τους καρπούς της.

Αυτή η γυμνή και στίλβουσα ποίηση, σαν θραύσματα ενός λυρικού τοπίου που η σκεπή του ράγισε ξαφνικά και πέφτει κομμάτια πάνω στο κεφάλι μας, είναι, ωστόσο, ένας ακέραιος Λόρκα στην πιο γνήσια ουσία και στην αληθινότερη ώρα του. Κανείς ωραιοπαθής λυρισμός, κανένα ταφικό στολίδι για τις χιλιάδες ανώνυμους νεκρούς της μεγάλης πείνας. Mοναδικό τους κτέρισμα έχουν το ίδιο το ποίημα. Η συλλογή πρωτοδημοσιεύθηκε ζώντος του ποιητή στο Μεξικό. Στην Ισπανία κυκλοφόρησε χρόνια μετα το θάνατό του λογοκριμένη. Αντίτυπα της μεξικάνικης έκδοσης κυκλοφορούσαν ήδη στην Ισπανία από χέρι σε χέρι. «Πέτρα του σκανδάλου» ήταν, βέβαια το πιο πάνω


ποίημα. Παρατηρούμε ότι η «Κραυγή στη Ρώμη» του Λόρκα, και οι «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» του Σολωμού, διαθέτουν ένα κοινό στίχο. «Πέλαγο μέγα, αλίμονο, βαρεί το καλυβάκι», έγραφε ο Σολωμός το 1826, για να απαντήσει ο Λόρκα εκατό χρόνια αργότερα, με : «Το καλυβάκι που παλεύει ενάντια στην πλημμύρα». Κοινή πηγή των δύο στίχων είναι η «Επί του όρους ομιλία», του Χριστού, όπου η καρδιά του ανθρώπου, χτισμένη επάνω στο βράχο της αγάπης, παρομοιάζεται με ένα άπαρτο καλυβάκι που δεν το σαρώνει η πλημμυρίδα της απληστίας και της σκληρότητας των κρατούντων. Ο Λόρκα, χωρίς να το γνωρίζει, χτίζει μια γέφυρα πέρα από το χρόνο και πάνω από τα τοπία της πείνας. Εδώθε το μαρτυρικό Μεσολόγγι του 1826, εκείθε η μαρτυρική Νέα Υόρκη του 1929. Η «Κραυγή στη Ρώμη» είναι, πράγματι, μια οργισμένη παράφραση της «Επί του όρους ομιλίας», και ταυτόχρονα ένας ριζοσπαστικός πολιτικός λόγος «υπέρ αδυνάτων», που καταγγέλλει το φαρισαϊσμό όλων των εξουσιών, με προεξάρχουσα τη θρησκευτική. Όπου, ο ίδιος ο προκαθήμενος της Καθολικής Εκκλησίας, ο Πάπας Πίος ΙΑ (1922-1939) που αρνήθηκε ρητά να πάρει δημόσια θέση στο δράμα της Νέας Υόρκης και άφησε με τη σιωπή του το κακό να γιγαντωθεί, εδώ καταγγέλλεται ως ένας υποκριτής και βλάσφημος, με «διαμαντένια τηλέφωνα και δαχτυλίδια», που, «ουρεί πάνω στο φωτεινό περιστέρι και φτύνει μασημένο κάρβουνο τριγυρισμένος από εκατομμύρια φούσκες» ! Αυτό δεν είναι υπερρεαλισμός, όπως ειπώθηκε, έχει συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς. Δεν είναι, άρα, παράξενο ότι, μετά από αυτό, «σταύρωσαν» τον ποιητή. Ακόμα και σήμερα οι μελετητές δεν αναφέρονται σχεδόν ποτέ ανοιχτά στο στόχο της πολεμικής του. (Δεν μπαίνω εδώ καθόλου στο άλλο περιεχόμενο του ποιήματος, το ερωτικό, στενά συνυφασμένο με το πολιτικό, που πρέπει κάποτε να γίνει αντικείμενο προσεκτικής ψυχανάλυσης). Δώδεκα μόλις μέρες μετά τη δολοφονία, με φρέσκο ακόμη το αίμα, και ενώ οι φονιάδες πουλούσαν στα καφενεία της Γρανάδας το στυλό και τα γυαλιά του, στις 11 Σεπτεμβρίου του 1936, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Μαδρίτης «Ελ Λιμπεράλ», μια επιστολή του Αντόνιο Ροντρίγκεζ Εσπινόζα, δάσκαλο του Λόρκα στο Δημοτικό Σχολείο και κατόπιν επιστήθιο, ισόβιο φίλο του. Ο Εσπινόζα καταγγέλλει τους φασίστες για τη δολοφονία του ποιητή, και τον αποχαιρετά με τα πιο κάτω λόγια : «…Φεντερίκο, Φεντερίκο, γιατί σε δολοφόνησαν ; Εσύ, ο πιο καλός άνθρωπος πάνω στη γη, ο πιο ευγενικός, ο πιο τρυφερός, ο εξυπνότερος από όσους μαθητές είχα στα σαράντα δύο χρόνια που διδάσκω. Ξέρετε τι κά-

45

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

νατε αιμοσταγείς τίγρεις εκτελώντας τον Φεντερίκο ; ΄Εχετε ηθικά ηττηθεί στον πόλεμο. Το ευγενικό αίμα του θύματος θα σας πνίξει, γιατι εκατό γενιές θα καταριούνται το όνομά σας (…) Τι κτηνωδία ! Αλλά ο Φεντερίκο δεν ήταν καν πολιτικός, δε είχε σχέση με οποιοδήποτε κόμμα. Ένιωθε συμπάθεια για την υπόθεση των ταπεινών και των καταφρονεμένων, αλλά το έκανε κινούμενος από ένα υψηλό αίσθημα δικαίου και από ένα πρόσταγμα της μεγάλης του καρδιάς (…) Δεν ήταν άθρησκος, αντίθετα θαύμαζε με πάθος τη διδασκαλία του Ιησού. Επιστρέφοντας από τη Νέα Υόρκη μου μίλησε για τη μεγάλη ικανοποίηση που αισθάνθηκε από την ανωτερότητα και τη μεγαλοπρέπεια της (λαϊκής, σ.τ.σ), καθολικής λειτουργίας σε σχέση με τις λειτουργίες άλλων θρησκειών που είχε την ευκαιρία να μελετήσει και να συγκρίνει στην αμερικανική μεγαλούπολη…»

Αυτά τα λόγια, από τον στενό του φίλο, δάσκαλο και δημοκράτη συνδικαλιστή που πέθανε λίγα χρόνια αργότερα αυτοεξορίστος στη Γαλλία, μας πείθουν ότι ο Λόρκα πράγματι δολοφονήθηκε για πολιτικούς λόγους, παρά τις μεταγενέστερες επίμονες και συστηματικές προσπάθειες του καθεστώτος Φράνκο να θολώσει τα νερά. Τον εκτέλεσαν με την κατηγορία του αριστερού ποιητή και του εχθρού της Εκκλησίας. Τελεία και παύλα. ‘Αραγε, στο περιεχόμενο του «φακέλλου» του, να υπήρχαν και στοιχεία από την «Κραυγή» ; Δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε. (Την επιστολή μου επισήμανε, μαζί με άλλα άγνωστα ντοκουμέντα, ένα μέλος της οικογένειας Εσπινόζα, η Σοφία Καταλά - Πραντάλ, χήρα του έγγονού του Αντόνιο Ροντρίγκεζ, σπουδαίου ζωγράφου ταύρων και αλόγων, Κάρλος Πραντάλ). 


Από τον ποιητή στο δραµατουργό

46

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

Η

Του Πάνου Κυπαρίσση

καταιγιστική εξέλιξη της τεχνολογίας που χαρακτηρίζει από την ανατολή του τον 20ο αιώνα με δράση σ’ όλους τους τομείς συνοδεύτηκε από εκρηκτικές ανατροπές της διεθνούς σκηνής, με επίκεντρο την οικονομία, την πολιτική, και κατ’ ακολουθία τον πολιτισμό.

Με δύο παγκοσμίους πολέμους, την Οκτωβριανή Επανάσταση, τον ψυχρό πόλεμο και τις εμφύλιες συγκρούσεις, δημιουργήθηκε και εξακολουθεί μια πραγματικότητα που καλά κρατεί ως τις μέρες μας, σ’ ένα αφομοιωμένο πληθυσμιακό πλαγκτόν, των θαλάσσιων τώρα τάφων, με τον άνθρωπο να νιώθει εξαιρετικά ανίσχυρος να επεξεργαστεί τα της ζωής του και ν’ αντιδράσει σ’ ένα απρόσωπο πια κέντρο αποφάσεων ώστε

να καθορίσει τη μοίρα του. Αυτή η πραγματικότητα ωστόσο, δεν άφησε και δεν αφήνει ανεπηρέαστους τους ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων, πραγματώνοντας τις πρώτες αντιδράσεις κινημάτων από την αρχή του αιώνα ν’ αφυπνίσουν μια συνείδηση πικρά και αόριστα κοιμισμένη. Από τον ποιητικό σοσιαλιστικό ρεαλισμό, τον κυβισμό, τον κονστρουκτιβισμό, τον ιμπρεσιονισμό, τον συμ-


βολισμό, τον εξπρεσιονισμό ως τον ντανταϊσμό, τον φουτουρισμό και τα ρεύματα της αφηρημένης τέχνης με τις ψυχαναλυτικές θεωρίες γεννούν τον υπερρεαλισμό - ενυπάρχει άλλωστε στη λαϊκή κατά τόπους ποίηση που επιδρά με τη γλώσσα και τις εικόνες του, ως εργαλεία τουλάχιστον, κινώντας καταλυτικά τη νεότερη δραματουργία. Σ’ αυτό το άνυσμα, από την ποίηση και το ποιητικό γενικότερα στο δράμα, βλασταίνει ο πολυπρισματικός δημιουργός Federico García Lorca: Ο ποιητής, ο μουσικός, ο ζωγράφος, ο σκηνοθέτης, ο δραματουργός, κρατώντας ως προσθήκη στο μέγεθός του, τις νομικές του σπουδές. Ο Λόρκα, συνεχιστής των μεγάλων ομοτέχνων του Calderon, Lope de Vega, Tirso de Molina, Cervantes και Gongora, έρχεται να περάσει την ποίηση στο θέατρο, έχοντας ακούσει τους Valéry, Claudel, Bergson, Aragon και γνωρίσει διάσημους Ισπανούς της εποχής του όπως τον Unamuno, και τον Ortega-y-Casset. Συνδέεται με μια πλειάδα συγχρόνων του Ισπανών ποιητών: Machado, Jimenez, Moreno Villa, Pedro Salinas, Rafael Alberti, Jorge Guillen. Γνωρίζεται με τον Salvador Dalí, προσλαμβάνοντας τα της ζωγραφικής και τον κινηματογράφο από τον φίλο του Luis Bunuel στη σύσταση αυτής της υπερρεαλιστικής συντροφιάς που την επηρεάζει και επηρεάζεται απ’ αυτήν, ξεκινώντας τη θεατρική του πορεία που μαζί με την ποίηση και τον τραγικό θάνατό του - πέρασε στο χώμα ανώνυμος και γυμνός - συνιστούν ίσως τον πιο αγαπημένο δημιουργό του αιώνα. Από τα Μάγια της Πεταλούδας και τη Μαριάννα Πινέδα ώς το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα, το κατ’ εξοχήν δραματικό κείμενό του, δεν αφίσταται της ποίησης. Θα τολμούσα να πω μιας ποίησης που την κάνει θέατρο, πέρα από το αμιγές ποιητικό του έργο: Το Βιβλίο ποιημάτων, τον Ποιητή στη Νέα Υόρκη, το Θρήνο για τον Ignacio Sánchez Mejías, και το τελευταίο του ποιητικό βιβλίο, το Ντιβάν του Ταμαρίτ. Με τη θεώρηση του duende, αυτού του σκοτεινού κι ανεπεξέργαστου άλογου πάθους που κινείται ομόθυμα στη ζωή και στο θάνατο, διασυνδέει χωρίς ραφές την ποίηση με το θέατρο, διότι η ποίηση για το Λόρκα είναι το μυστήριο που συνέχει όλα τα πράγματα. Η σύνθεση του πραγματικού με το συμβολικό και τα μελικά του μέρη είναι το βασικό χαρακτηριστικό της σκηνικής τέχνης του. Τα ποίηματά του, οι ποιητικοί του μονόλογοι, σε μια στοιχειώδη διασπονδύλωση συνιστούν τη διαιώνιση αυτού του ποιητικού ζευγαριού ζωής και θανάτου, αφού

στην τέχνη, αυτό που δεν πεθαίνει είναι πάντοτε το αρχαίο “κάλλος”, η ομορφιά. Έχοντας τη χαρά να μεταφράσω τη βασική του τριλογία, να μεταφράσω και να ανεβάσω το Ματωμένο Γάμο και την τύχη να ανεβάσουν το Ματωμένο Γάμο και τη Γέρμα άλλοι άνθρωποι του θεάτρου, αναγκάστηκα να περάσω από τους ποιητικούς δολίχους και τις συμπληγάδες του Ανδαλουσιανού δραματουργού. Να δω και να βαθύνω στο γράμμα και στο πνεύμα του δημιουργού, πολιορκώντας τον πυρήνα της ποιητικής του και τη βιογραφία των λέξεων στο γενικότερο οπλισμό του: στις μεταφορές, στις εικόνες, στους ρυθμούς και συνειρμούς, δοκιμάζοντας να μεταφέρω τα ειδικά μεγέθη που πλαγιάζουν κάτω απ’ το στίχο. Τις σιωπές, τις εξάρσεις και παύσεις, μ’ ένα κοίταγμα που γυμνώνει τα επιμέρους εθιμικά, προσεγγίζοντας το στόχο. Τα σύμβολα και τη δυναμική τους, σ’ ένα έργο που επιμένει στο λαϊκό κύτταρο, φέροντας την άλω και τους χαρακτήρες της γης του. Τις παραδόσεις, τον πρωτόγονο μύθο, τη σκληρότητα, το αίμα, το γέλιο, το κλάμα, και το μέγα πάθος του λαού του, με τις δυνάμεις της φύσης και το μυστικισμό της ζωής να επαναστατούν στην καταπίεση και στα δεδομένα ήθη της κοινωνίας του και όχι μόνο. Να διαδώ τα σημάδια επιβολής της αναπότρεπτης μοίρας, τα πάθη, τ’ ανεκπλήρωτα και τον ανθρώπινο πόνο που έχει φωνήεντα που καμιά γραφή του δεν τα αποτυπώνει. Να σταθώ και να νιώσω τη μελαγχολία, τα συριστικά κίτρινα φύλλα του, θεωρώντας τα βασικά στοιχεία της ποιητικής του δημιουργίας στο βαθύτερο περιεχόμενό της. Να προσπαθήσω να ερμηνεύσω, διότι ως κάποιο βαθμό, ερμηνεία είναι η μετάφραση ώστε να μεταφέρεις τη σκυτάλη από το χέρι του δημιουργού σ’ ένα σύγχρονο γλωσσικό πολιτικοκοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι, επιμένοντας στην ανθρώπινη επιθυμία που ζει, και ζει τους ήρωές του. Το να μιλήσει κανείς για τον Λόρκα, το μέγεθος, τις παραμέτρους του έργου του, είναι εργασία άφατης μελέτης που εκφεύγει φυσικά ενός σημειώματος τιμής στη μνήμη του. Απλώς, σε μια εποχή που μιλάει παράλογα η ζωή, που η ανθρωπότητα μετράει με φέρετρα τον πολιτισμό της, το παρηγορητικό κοίταγμα των κειμένων ενός τέτοιου δημιουργού που συνδέει αρτεσιανά το αρχαίο υπέδαφος με το νέο, το σύγχρονο, με χυμένη την ψυχή του στον άνθρωπο, δεν έχει παρά την έννοια και την αναγκαιότητα της αναπνοής. 

47

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα


48

Φεδερίκο Γκ.Λόρκα

Ο τελευταίος ροµαντικός του ποιητικού θεάτρου µε την έντονη σωµατικότητα

Ο

Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, θύμα των ομοφοβικών φασιστών έμεινε στην Ιστορία όχι τόσο για τον ηρωικό κι ένδοξο θάνατό του, αλλά κυρίως γιατί είναι ο τελευταίος ρομαντικός ποιητής που γράφει με θεατρικό τρόπο ακόμα κι όταν τα γραπτά του δεν προορίζονται για τη σκηνή. Αυτή η διάχυτη δραματικότητα σε συνδυασμό με την ανάγκη επανασύνδεσης με τη Φύση, η νοσταλγία ενός προβιομηχανικού πολιτισμού, η κυριαρχία του ζωογόνου και ζωοποιού ενστίκτου εναντίον της δολοφονικής λογικής ενέταξαν τον Ανδαλουσιανό «σκύλο» στους μεγάλους ερωτικούς ποιητές όλων των εποχών. Από την προκλασική Αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ο Λόρκα είναι ακόμα ένας κρίκος στην άρρηκτη αλυσίδα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού που σηματοδοτεί κι έναν άλλον τρόπο σκέψης, τον ανθρωποκεντρικό. Από αυτή την πνευματική κοιτίδα αναπήδησαν και η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός. Τα ανθρωπιστικά ιδεώδη είναι απόρροια και άμεση συνέπεια της Δημοκρατίας. Η μοναδικότητα του ατόμου κι ο σεβασμός της πολυχρωμίας-ετερότητάς του δεν είναι νοητή παρά μόνον στα πλαίσια της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Δικαιοσύνης-Ισονομίας. Τόσον ο Χριστιανισμός όσον και τα κινήματα για την απελευθέρωση του Ανθρώπου από κάθε λογής δουλείες και δεσμά (έτσι όπως εκφράστηκαν στη Γαλλική Επανάσταση, στην Οκτωβριανή Επανάσταση, στην Ελληνική Επανάσταση και στα εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα που οδήγησαν την πανίσχυρη οθωμανική αυτοκρατορία σε κατάρρευση, αλλά και άλλες μονοκρατορίες που βασίζονταν στην αλαζονεία και στον αυταρχισμό των ολιγαρχών)… όλ’ αυτά οφείλονται στις βιωμένες δημοκρατικές πεποιθήσεις των λαών

γύρω από τη Μεσόγειο, όπως τους ενέπνευσε τόσον η θεοποιημένη Φύση ως Μητέρα-Γαία-στεατοπυγική θεά της Αφθονίας όσο κι ο εφαρμοσμένος Ορφικός-συμπαντικόςκοσμικός Έρως, ένας έρωτας καθόλου «μετά-φυσικός» αλλά απολύτως συνδεδεμένος με το υγιές ανθρώπινο σώμα, που υπακούει κι εμφορείται από τις αναλογίες της «χρυσής τομής φ» που πρώτοι οι Πυθαγόρειοι εφάρμοσαν και δίδαξαν. Ο Λόρκα είναι ο τελευταίος αυτής της άρρηκτης αλυσίδας των δημοκρατών-ανθρωπιστών πολεμιστών της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Αδελφοσύνης των ανθρώπων απανταχού της Γης. Αμέσως μετά, οι ποιητές κι οι λογοτέχνες που είδαν τα γραπτά τους να «σταδιοδρομούν» στις θεατρικές σκηνές του κόσμου έρεπαν προς το Ά-λογο, το Παράλογο, τη δυσαρμονία, το υπερβατικό, το «σκοτεινό», το ερεβώδες. Προδίδοντας μια βαθιά συλλογική ενοχή που ενισχύθηκε από τις θηριωδίες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τις καταστροφικές συνέπειες των δύο πρώτων ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, οι ποιητές της υφηλίου δεν είναι ποτέ πια τόσο ρομαντικά αθώοι, τόσο ερωτικοί, τόσο «σωματικοί». Αυτή η σωματικότητα είναι που χαρίζει στην αισθητικώς παρωχημένη ποίηση του Λόρκα τη διαχρονικότητά της. Γιατί το σώμα είναι ένας κώδικας. Η γλώσσα είναι ένας άλλος. Το θέατρο συν-κερνάει και συνενώνει πολλαπλούς κώδικες. Και σ’ αυτό έγκειται η μαγεία του. Ο Λόρκα διαπέρασε το φράγμα του χρόνου, τα όρια της πατρίδας του, ακόμα όμως δεν έχει διαπεράσει τα όρια του μύθου του. Όταν θα συμβεί κι αυτό, τότε θα μένει το έργο του αυτούσιο, ως δραματικό υλικό για κάθε χρήση, ακόμα και μετά-μεταμοντέρνα. Τότε θα αναδειχθεί και η πλήρης αξία του. Στο ίδιο επίπεδο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, με τη Σαπφώ, τον Αλκαίο, τον Ίβυκο, τον Ευριπίδη. Ίδωμεν.  www.konstantinosbouras.gr


Τ

«Η τέχνη απαλύνει την αγωνία και τον πόνο»

Συνέντεξη στον Βασίλη Κ. Καλαμαρά

ρία νέα βιβλία διαβάσαμε, πεπαλαιωμένα ωστόσο ως προς την αισθητική τους ταυτότητα και ποιότητα, αφού στεγάζουν τις επιλογές-εμμονές του ποιητή Γιώργου Χρονά. Το «Μιά στιγμή Πιέρ Πάολο Παζολίνι» είναι η δάφνη που θύει στην μνήμη του μεγάλου Ιταλού κινηματογραφιστή και συγγραφέα. Στην «Προσωρινή μέθη» συλλέγει κείμενα και συνεντεύξεις δικές του και άλλων. Στο «Τρεις Γυναίκες και ο Ποιητής», δίνει λόγο πάνω στο θεατρικό σανίδι σε δύο λαϊκές τραγουδίστριες (Σεβάς Χανούμ, Ρίτα Σακελλαρίου), στην Ιταλίδα δημοσιογράφο Οριάνα Φαλάτσι και στον ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, τον οποίο φαντάζεται ως αιγύπτιο ιερέα. Τον Γιώργο Χρονά, τον βρίσκεις στο βιβλιοπωλείο-εκδοτικό οίκο Οδός Πανός επί της οδού Διδότου 39, όπου κάθεται πίσω από ένα «απροσπέλαστο» γραφείο, γεμάτο βιβλία, χειρόγραφα και χαρτάκια με τις υποχρεώσεις της καθημέρας. Στα 68 του χρόνια, ο γεννημένος στον Πειραιά ποιητής, έχει δημιουργήσει στο κέντρο της Αθήνας ένα στέκι «για μοναχικές καρδιές», όπως λέει ο ίδιος. Αυτές οι μοναχικές καρδιές είναι κυρίως νέα παιδιά που ψάχνουν τον εαυτό τους μέσα από την γραφή. Ο ρόλος του Γιώργου Χρονά είναι υποστηρικτικός προς αυτούς, όπως ήταν κάποιοι άλλοι γι αυτόν, όταν πρωτοξεκινούσε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 με τα πρώτα ποιήματά του. Τού αρκούν όλοι κι όλοι δυo-τρεις φίλοι που βρίσκονται στο πλευρό του, εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, στις εκθέσεις του βιβλίου. Για τα δυόμιση χρόνια που πέρασε από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, μόνα καλά έχει να θυμάται, αφού τον προσκάλεσε και τον στήριξε η Μάνια Τεγοπούλου, την οποία χαρακτηρίζει σπάνια φίλη του.

Τρία καινούργια βιβλία σας, τρία διαφορε-

τικά αιτήματα στον λόγο: προσωπογραφίες, θεατρικά κείμενα, συνεντεύξεις, Ο πάντα αγαπημένος σας Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Οι εμμονές σας, οι φίλοι σας, τα καλλιτεχνικά σημεία αναφοράς σας, οι φανερές σας επιθυμίες, οι, ανάμεσα στις γραμμές, φαντασιοσκοπίες σας για έναν κόσμο μυθικό, πάντα με αφορμή την πραγματικότητα. Πώς λειτουργούν αναγνωστικά οι τελευταίες σας καταθέσεις; Μήπως απευθύνεστε και σ' ένα νεότερο κοινό, το οποίο δεν σάς γνωρίζει;

Κ. Π. Καβάφης

«Συνεχίζω, από το 1973, που εμφανίστηκα στα γράμματα, τον γραπτό μου λόγο. Στα τρία αυτά βιβλία, στο κάθε ένα πλάθω την τέχνη μου – της γραφής. Στο «Τρεις Γυναίκες και ο Ποιητής» περνώ την προσωπογραφία τριών γυναικών διαφορετικών μεταξύ τους. Την Οριάνα Φαλάτσι – δύο γραφές, την Σεβάς Χανούμ – τραγουδίστρια του ’50, ’60, ’70 – την Ρίτα Σακελαρίου. Και ο Ποιητής είναι ο Καβάφης. Παράσταση που πήγα σε δεκαπέντε Ελληνικές πόλεις και στη Ρώμη, Βρυξέλλες. Στον Παζολίνι συγκεντρώνω όλα τα κείμενά μου γι’ αυτόν και τα ποιήματά μου. όπως και δικά του κείμενα και στίχους. Καθώς και άλλων κείμενα για τον δολοφονημένο σκηνοθέτη που σημάδεψε με την τέχνη του και το θάνατό του τη ζωή μου την δεκαετία του ’70. Στην «Προσωρινή μέθη» συγκέντρωσα πεζά μου και συνεντεύξεις που πήρα και που έδωσα. Στο τέλος κλείνω με άγνωστη αφιέρωση του Γιώργου Χειμωνά και του Γιάννη

49

Γιώργος Χρονάς


50

ομοτέχνων σας, τι ρόλο επιτελεί; «Καθοριστικό ρόλο. Η τέχνη απαλύνει την αγωνία και τον πόνο. Οι φτωχοί υπήρχαν και πριν την κρίση – των χρόνων που την ακούμε από παντού. Στα σοφά ποιήματα υπάρχουν λύσεις».

Γιώργος Χρονάς

Τσαρούχη στο πρόσωπό μου».

Τι πρέπει να κρατήσουμε από τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι;Για ποιούς λόγους πρέπει να τον θυμόμαστε; Η μπογιά του έργου του, γιατί δεν ξέβαψε, γιατί μάς κοιτά πίσω από τα γυαλιά ηλίου του, υποσχόμενος λύτρωση; Λύτρωση από τι Μήπως ο βίος και το έργο του αποτελεί πρωτότυπο για σας; «Ο Παζολίνι είναι ποιητής και μεγάλο μυαλό τόσο ώστε γοήτευσε και την μοναδική Μαρία Κάλλας που γίνανε φίλοι και συνεργάτες στη «Μήδεια» στο σινεμά. Η ζωή, η τέχνη, η δολοφονία του προηγήθηκε του αρχαίου ποιητή Ίβυκου – στην Κόρινθό του Ταχτσή, του Κουμανταρέα, σε εμάς». Στο «Τρεις Γυναίκες και ο Ποιητής συνυπάρχουν και συνομιλούν η Οριάνα Φαλάτσι, η Σεβάς Χανούμ, η Ρίτα Σακελλαρίου, ο Κ. Π. Καβάφης. Πού συναντώνται και πού αποκλίνουν οι τέσσερις τους; Τι εκπροσωπεί η καθεμία από αυτές τις γυναίκες και γιατί επιλέγετε να κλείσετε αυτή την άτυπη γυναικεία θεατρική τριλογία με τον λόγο του Αλεξανδρινού ποιητή; Τι συνεισφέρει στο αναγνωστικό αποτέλεσμα, αφού ο θεατρικός λόγος στο βιβλίο λειτουργεί ως ανάγνωσμα και όχι ως θέαμα; «Και οι τέσσερις πέθαναν από την μάστιγα του Καρκίνου. Εύχομαι να βρεθεί το φάρμακο. Ο Καβάφης,

στο τέλος, είναι σαν αιγύπτιος ιερέας που ιερουργεί στον πόνο και στη μοναξιά της τέχνης του καθενός. Θέατρο και λατρεία μοναδικού λόγου όπως διαμορφώνονται στο βιβλίο μου».

Από την προσωπική σας μυθολογία, όπως έχει διαμορφωθεί στη «Προσωρινή μέθη», ποιά αστέρια κρατάμε και ποιούς αστερισμούς κρατάτε ως δρομοδείκτες; Ποιά από αυτά και ποιοί από αυτούς σάς καθόρισαν, με την έννοια ότι σάς λείπει διακαώς η ζωντανή τους παρουσία; «Η «Προσωρινή μέθη», σε μεγάλο μέρος είναι νεκρολογίες προσώπων που γνώρισα ή θαύμασα στο σινεμά, στη γραφή τους. Η άσκησή μου ήταν να πετύχω το υψηλότερο σε μια δύσκολη δήλωση λόγου. Ήταν, έφυγαν, χάθηκαν – επιστρέφουν μέσω της περιγραφής τους. Ο αναγνώστης μου θα κρίνει». Η κρίση, ηθική και οικονομική, σε ποιό βαθμό σάς έχει επηρεάσει; Οι φίλοι και οι αναγνώστες σας προστρέχουν σε σας, ζητώντας μια κουβέντα, μια φράση, μια σκέψη, μια λέξη δική σας; «Πάντα η Διδότου 39, ήταν και είναι, επισκεπτήριο μοναχικών καρδιών. Παιδιά που ψάχνουν τη γραφή και τον εαυτό τους. Εγώ θέλω νάμαι δίπλα τους. Όπως ήταν άλλοι, τότε, για μένα». Σε δύσκολους καιρούς η ποίηση, η δική σας και των

Τι αποζητάτε και τι αποστρέφεσθε συχνά. Τι λείπει από τη ζωή σας και τι την γεμίζει, με την έννοια του πεπλήρωται; «Δυο λέω, η πολλή δουλειά με διατηρεί ζωντανό και ακμαίο. Έχω μυστικό τη σιωπή, και τον ύπνο. Και αυτά τα δύο με επαναφέρουν πάλι στην αρχή. Στη δύναμη, στη στρόφιγγα της νέας μέρας». Είσθε ικανοποιημένος από την ποιητική σας παλέτα ή έχετε σκεφθεί να την αλλάξετε; Θέλετε να πείτε κάτι ακόμη που μέχρι τώρα το έχετε αποσιωπήσει; «Δεν μεριμνώ για την αύριο. Όπως τα πουλιά πετώ και βλέπω το σήμερα. Όπως οι πεταλούδες δεν ξέρω ότι θα πεθάνω. Αφήνω τη ζωή και την τέχνη μου στο τώρα, στο σήμερα». Σε ποιό βαθμό φτιάξατε την αυτομυθολογία σας και σε ποιό βαθμό σας μυθολόγησαν οι άλλοι, οι άγνωστοι, οι ξένοι, οι γνώριμοί σας, οι άνθρωποί σας; «Δεν ξέρω ποιοι χάθηκαν από δίπλα μου. Ποιοι έγιναν απόντες. Είναι ελεύθεροι. Μπορεί και απελεύθεροι. Με δυο – τρεις φίλους πορεύομαι και το πλήθος που συναντώ 35 χρόνια στις εκθέσεις βιβλίου και στο δρόμο που με στηρίζουν σταθερά δίπλα μου. Και τους ευχαριστώ. Από ψυχής». Το πέρασμά σας από την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» της φίλης σας Μάνιας Τεγοπούλου, τι ίχνη άφησε πάνω σας; «Η Μάνια Τεγοπούλου είναι σπάνια φίλη μου. Η πιο μεγάλη τιμή που μου έγινε μέχρι τώρα – μαζί με το Βραβείο Καβάφη, τον Δεκέμβριο του 2011, στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια. Επί διεύθυνσής μου – πρόλαβα να κάνω 150 φύλλα «Βιβλιοθήκης» που πρόσθεσα, το «Καταφύγιο Θηραμάτων» και ανέβασα το φύλλο, αρχικά την Παρασκευή, και μετά το Σάββατο, 15.000 με 20.000 φύλλα! Αυτά είναι αριθμοί. Δείτε, την κυκλοφορία, της εφημερίδας, επί δικής μου διεύθυνσης στην «Βιβλιοθήκη». Ταραχή παντού. Όλοι – οι ενημερωμένοι – σε όλη την Ελλάδα, κρατούσαν το φύλλο, για όλη την εβδομάδα. Και ήταν μια νίκη για μας. Για το βιβλίο. Την ποίηση. Τους ευχαριστώ. Την ευχαριστώ, πάντα και τώρα που την βλέπω ή την ακούω στο τηλέφωνο». 


Ποιητής, πεζογράφος, τραγουδοποιός, δηµοσιογράφος αλλά και εκδότης

Ο

Γιώργος Χρονάς γεννήθηκε, τον Οκτώβριο του 1948, στον Πειραιά. Από το 1973, που εμφανίστηκε στα γράμματα, έχει εκδώσει είκοσι τέσσερα (24) βιβλία με ποιήματα, πεζά, θέατρο. Συμβασιούχος από το 1979, στην Ελληνική Ραδιοφωνία, ξεκίνησε από το Τρίτο Πρόγραμμα, επί Μάνου Χατζιδάκι, και πήγε στο Δεύτερο, στο Πρώτο (1981-1998) και ξανά στο Τρίτο Πρόγραμμα κάνοντας ραδιοφωνικές εκπομπές. Όπως και στην Τηλεόραση της ΕΡΤ, ως αρχισυντάκτης εκπομπών, για το βιβλίο, 2015. Ποιήματά του και πεζά έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Εκατόν είκοσι (120) τραγούδια του έχουν μελοποιηθεί από Έλληνες συνθέτες. Εκδίδει, από τον Φεβρουάριο του 1981, το περιοδικό "Οδός Πανός", τις ομώνυμες εκδόσεις, καθώς και τις "Εκδόσεις Σιγαρέτα" όπου έχουν εκδοθεί 500 βιβλία, έως τον Δεκέμβριο του 2015. Ήταν υπεύθυνος του ενθέτου "Βιβλιοθήκη-Καταφύγιο θηραμάτων", της "Ελευθεροτυπίας" κάθε Σάββατο (2009-2011). Έλαβε το Βραβείο Καβάφη τον Δεκέμβριο του 2011. Και από τον Δήμο Πειραιά, τον Φεβρουάριο του 2013, για την προσφορά του στα Πειραϊκά Γράμματα.

Τα βιβλία του Γιώργου Χρονά στις Εκδόσεις Οδός Πανός

Βιβλίο 1, (1973), Οι λάμπες, (1974), Τα μαύρα τακούνια, (1979), Ελληνορωμαϊκή πάλη, (1981), Τελετές μοτοσυκλέτας, (198!), Καίτη Γκρέϋ: Αυτή είναι ή ζωή μου, (1983), Ο αναιδής θρίαμβος, (1984), Το όνομά μου είναι Τζαίημς Ντήν, (1987), Ψεύτικες βλεφαρίδες, (1987), Η γυναίκα της Πάτρας, (1989), Φωτογραφίες πορσελάνης, (1992), Κίτρινη όχθη, Α', (1993), Κατάστημα νεωτερισμών, (1997), 99 Poems - 99 Ποιήματα, Επιλογή-ΕΙσαγωγήΜετάφραση: Γιάννης Γκούμας (δίγλωσσο), (1999), Χάρτινη εξέδρα, (2001), Κίτρινη όχθη, Β', (2001), Μια συνομιλία με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, (2003), Μια στιγμή Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Μπιλιέτο Παιανίας, (2004), Τα κοκόρια της οδού Αισχύλου, (2005), Το μονόπρακτο Σεβάς Χανούμ, (2007), Τα ποιήματα 19732008, (2008), Σάββατο, (2011), Τρεις Γυναίκες και ο Ποιητής, (2015), Προσωρινή μέθη, (2016), Κάτι χαλασμένα τζοϋκ μποξ, (2016)

51

Γιώργος Χρονάς


52

Γιώργος Χρονάς

Ή

Το όνοµά µου είναι Τζαίηµς Ντην Του Γιώργου Χρονά

ρθε και πέρασε σαν ένα όνειρο – πλατωνικό. Η ιδέα του γράφτηκε στο κινηματογραφικό πανί. Έκανε τρεις ταινίες. Τις δύο ταινίες, Επαναστάτης χωρίς αιτία, Ο Γίγας, δεν πρόλαβε να τις δει. Και στην πρώτη – του Καζάν, Ανατολικά της Εδέμ, στην πρεμιέρα, απουσίαζε, με ταξιθέτριες την Μαρλένε Ντήτριχ και την Μαίρυλιν Μονρόε. Ένα μαγικό, παράξενο παιδί γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου του 1931 και μεγάλωσε χωρίς μητέρα – με τους παππούδες του και τον πατέρα του να κάνει δεύτερο γάμο μετά το θάνατο – από καρκίνο – της αγαπημένης του μητέρας. Αυτή του έδωσε τα τρία ονόματα Τζαίημς Μπάυρον Ντην. Το Μπάυρον είναι του αγαπημένου της εγγλέζου ποιητή. Το Τζαίημς, του γιατρού που την ξεγέννησε. Το Ντην, του πατέρα του το επώνυμο. Μεγαλώνει με τους παππούδες του μακριά από πόλεις με αγριοκούνελα, βιβλία, δίσκους, ενορίες πιστών… Μετά οι γνωριμίες, η τύχη μπροστά του. Η Νέα Υόρκη, το θέατρο, ο Ελία Καζάν… Το ένα φέρνει το άλλο. Χωρίς δολάριο στην τσέπη περνάει από δωμάτιο σε στούντιο, σκηνές, ραδιόφωνο, δημοσιογράφους, δηλώσεις, λατρείες… Γνωρίζει την Άννα Μαρία Πιεράντζελι και αρχίζει ένας τρελός έρωτας με άσχημη κατάληξη. Ένα μοιραίο τέλος. Αυτή πεθαίνει από καρδιά λίγο μετά τους δύο, αποτυχημένους, γάμους της. Τα φώτα λάμπουν μπροστά του. Η λεωφόρος είναι γεμάτη φώτα. Που σβήνουν. Ότι κάνει μετά είναι το πλησίασμα στο τέλος του. Αυτά διηγείται ο Αγησίλαος Σιούνας, στο ρόλο του Ντην. Στη φρουρά του ο Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, ο Γιώργος Χρονάς – που κάνει και την σκηνοθεσία και την μουσική επιμέλεια. Στο χορό του, με την Άννα Μαρία Πιεράντζελι, η Δανάη Δημητροπούλου και στο φάντασμα της νεκρής Άννα Μαρία Πιεράντζελι – με τη φωνή της Τζένης Βάνου σαν ηχώ. Οδηγάει σαν τρελός. Πεθαίνει ακαριαία. Με οξυγο-

νοκόλληση τον ελευθερώνουν – από τα συντρίμμια της Πόρσε του – ή Μερσεντές στην Βουλιαγμένης; Ο πάστορας στον επικήδειό του θα πει στις 8 Οκτωβρίου 1955: Η καριέρα του Τζαίημς Ντην δεν τερμάτισε. Μόλις τώρα ξεκινάει. Ο ίδιος ο Θεός είναι ο σκηνοθέτης του. Τα λόγια του Δημήτρη Καπετανάκη, το 1937, που ακούγονται στο θέατρο – στο φινάλε, απαλύνουν τον πόνο μας, γι’ αυτό το είδωλο που ήρθε κι έφυγε σαν ανθός που δεν εμαράνθη.


Ο

«Ο καλύτερός µου φίλος»

Του Φώτη Θαλασσινού

Γιώργος Χρονάς είναι αυτό που λέμε «ο καλύτερός μου φίλος» και η Ζυράννα κάτι αχώρητο στις λέξεις τις ανθρώπινης γλώσσας. Θυμάμαι, ας είναι η ανάμνηση το συγκολλητικό στοιχείο όσων θα σας διαβάσω… Θυμάμαι λοιπόν τον Γιώργο Χρονά να κλαίει και να γελάει. Να πονάει, να βρίζει, να μετανιώνει, να μεγαλουργεί, να κάνει σφάλματα. Ο Γιώργος έζησε όλη τη ζωή. Χωρίς να δίνει και πολύ σημασία στις απαγορευτικές πινακίδες. Πέρασε από ναρκοθετημένες περιοχές, γνώρισε σπουδαίους ανθρώπους –λες και υπάρχει άνθρωπος που δεν είναι σπουδαίος- τέλος πάντων γνωστούς ανθρώπους, ερωτεύτηκε, αγάπησε, μίσησε. Έχασε την ψυχή του για να μπορέσει να την βρει. Και όταν την βρήκε, ο Θεός τον παρασημοφόρησε με όλες τις αρετές. Έμεινε πια να δίνει. Δεν είναι μόνο για τον εαυτό του ο Γιώργος. Νομίζω πως κανείς στην παρέα του δεν είναι μόνο για τον εαυτό του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ασχολείται με ξεχωριστό ζήλο με το θέατρο. Χαίρεται πάρα πολύ τις συνεργασίες. Είναι σαν τους χρυσωρύχους. Ο Γιώργος σκάβει μέσα στον άλλο για να του φανερώσει την δυσδιάκριτη του φλέβα του χρυσού. Όσοι νέοι συγχρωτίστηκαν με το Γιώργο σε επίπεδο μαθητείας, αναδόμησαν την αυτοεκτίμησή τους και την πίστη στην αξία του έργου τους. Το περιοδικό Οδός Πανός είναι πράγματι ένα εργοτάξιο εξαιρετικών αισθημάτων. Θυμάμαι τον Γιώργο στην Ομόνοια κάθε Σάββατο απόβραδο να τρέχει να προμηθευτεί τις Κυριακάτικες εφημερίδες. Ας υποθέσουμε πως τον ακολουθώ κατά πόδας. Δεν θέλω να εμπλέξω τον εαυτό μου σ’ αυτό το κείμενο. Φτιάξαμε την αποψινή νύχτα για να τιμήσουμε τον αγαπημένο μας φίλο και δημιουργό. Στην Ομόνοια και στις οδικές αρτηρίες που εκπορεύονται απ’ την αβυσσαλέα ψυχή της πλατείας… ο Γιώργος κοντοστέκεται πάντα στα αδέσποτα σκυλιά. Περπατάει με το κομψό μπαστούνι του και με την αίγλη του σεβάσμιου προσώπου, υποβλητικός, δεν μπορείς να εμποδίσεις τον αποφασιστικό του βηματισμό. Ο κόσμος τον αφήνει να χαράσσει απρόσκοπτα την τροχιά του. Παίρνει λοιπόν στο κατόπι τα αδέσποτα ζώα. Διόλου τυχαία. Είναι κι ο ίδιος μια ακηδεμόνευτη ψυχή. Απείθαρχος, αταξινόμητος, απροσδιόριστος, κατά καιρούς και αντιεξουσιαστής. Αρ-

νείται να χορέψει στα βήματα της παρασιτικής αναρρίχησης με αντηρίδα-υποστύλωμα το κράτος. Ας μην βαρύνω πολύ τον λόγο μου. Επιστρέφω στην Ομόνοια και στο καφέ που ο Γιώργος ξεκουράζεται δουλεύοντας το πρόγραμμα της επόμενης ημέρας. Το καφέ meet me. Εκεί ο Γιώργος με γράμματα κρυπτογραφημένου αλφάβητου σκαρώνει σχέδια, σημειώνει ιδέες, ώρες και ημερομηνίες προγραμματισμένων επαγγελματικών ραντεβού. Πιο πολύ απ’ όλα οραματίζεται το επόμενο τεύχος της Οδού Πανός. Ανά τακτά διαστήματα για να ξεκουράσει τα μάτια του, αναθρώσκει το βλέμμα του στο ύψος των ανθρώπων. Κοιτάζει τα όμορφα αγόρια που περνάνε, κατά τον τρόπο του Καβάφη, αναθυμάται δικά του βιώματα και όλα τα μετουσιώνει σε λόγο. Ό,τι αξίζει απ’ αυτά τα αφηγείται σ’ εμένα , τον Αλέξανδρο, τον Νίκο , τον Πέτρο. Πλέκει στίχους και προτάσεις για μελλοντικά κείμενα. Άλλες φορές κοιτά τους περιθωριακούς και το εμφωλεύων φως πίσω απ’ τις σκοτεινιασμένες τους υπάρξεις. Είναι πιο εύκολο να βρεις φως στους κατατρεγμένους παρά στους δυνατούς. Οι παρίες δεν έχουν τίποτα να χάσουν και με αυτοθυσία παράγουν σε ανύποπτες στιγμές μεγαλείο. Αντίθετα οι δυνατοί έχουν το χρόνο και τα υλικά αγαθά συμμάχους τους στον τυχοδιωκτισμό τους. Το ξέρω είναι λίγο χριστιανική η προσέγγιση που κάνω. Δεν θα μπορούσε να ήταν κάτι άλλο. Ο Γιώργος είναι και σύμφωνα με δικές του δηλώσεις Χριστιανός. « Ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι, και ο έχων βρώματα ομοίως ποιείτω…» Έχω δει τον Γιώργο να σκύβει πάνω απ’ τα προβλήματα αγνώστων του ανθρώπων… αλλά αυτά είναι τα μυστικά μας. Τον Γιώργο Χρονά τον είδα για πρώτη φορά το 2003 και τον γνώρισα το 2004. Την Ζυράννα Ζατέλη την γνώρισα τον Οκτώβρη του 2003. Ήταν οι μοναδικοί δύο καλλιτέχνες που ήθελα να γνωρίσω από τότε που ξεκίνησα τις αναγνώσεις πιο απαιτητικών βιβλίων. Από τότε θυμάμαι να μιλάω με τον φίλο μου Γιώργο για τους πεθαμένους ή για ανθρώπους που πρόκειται να πεθάνουν. Ο Γιώργος χρησιμοποιεί πολύ συχνά τον στίχο του Σολωμού, γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα. Όταν πεθαίνει κάποιος φίλος του τον κατευοδώνει με εξαίσιες σελίδεςσυνθέσεις δικών του εξόδιων ακολουθιών. Ίσως τελικά να χρειάζεται ένα κάποιο τέλος για να φωτιστεί το διάστημα που μεσολαβεί απ’ την αρχή έως αυτό ακριβώς το τέλος. Συμβαίνει ορισμένες φορές, και σύμφωνα με τις

απόψεις του Γιώργου, να χρειάζεται η μαυρίλα του Σολωμού για να φωτίσει η αστραπή του Καζαντζάκη. Μια αστραπή η ζωή μας… μα προλαβαίνουμε. Πολλές φορές ο φίλος μας μου έχει πει ότι ζει σε διαρκές πένθος, είναι προσηλωμένος στα δεινά του κόσμου, των κοινωνιών, του τόπου του. Ο Γιώργος Χρονάς ανήκει στους καλλιτέχνες που έχουν για έργο τους το γράψιμο μοντέρνων μοιρολογιών. Αν και μοιάζει ατέρμονη η αναδίφηση του Γιώργου στα έργα για τον θάνατο, η ζωή αυτού του επιγόνου του Καβάφη είναι γεμάτη βιώματα. Ο Γιώργος Χρονάς γνωρίζοντας κάθε στιγμή ότι μπορεί να πεθάνει ζει απ’ τις εμπειρίες του ανθρώπου, εκείνες που έχουν το πιο ξεκάθαρο απαύγασμα σοφίας. Είναι μια συναρπαστική εμπειρία να ακούς τον Γιώργο να μιλά για την τύρβη της Αθήνας και τους μικρούς παραδείσους που κρύβει μέσα της. Μια μέρα η συζήτηση έφτασε στις επιθυμίες μας για τον τρόπο ταφής μας. Ο Γιώργος μου είχε πει ότι ανέφερε κάποτε στον Τσαρούχη πως είναι πολλοί λίγοι οι άνθρωποι που μπορούν να δουν την κηδεία τους ζώντες. Ανάμεσα σ’ αυτούς συμπεριελάμβανε και τον εαυτό του. Σαν να μου έλεγε πως είναι ήδη νεκρός. Και είναι. Μόνο ως νεκρός μπορεί κανείς να περιγράψει τον κόσμο και να γράψει γι’ αυτόν. Ο συγγραφέας αποστασιοποιείται και εποπτεύει τα πάντα. Αλησμόνητη συζήτηση και για ένα παραπάνω λόγο. Την κατάληξη της. Ο Γιώργος μου είπε πως θα ήθελε στην κηδεία του να ακουστούν και οι αγαπημένοι στίχοι του απ’ την ποιητική του συλλογή Μαύρα Τακούνια: Θα παίζουν όπως τότε τα γραμμόφωνα, τότε που έφυγε η Ρίτα και μείναμε μονάχες μέσα στα μπορντέλα. Δεν είχαμε ανθρώπους ο Νίκος μόλις είχεν έρθει από τις φυλακές κι ο Σίμος γύριζε καρότσια με παιδιά σε λούνα παρκ της επαρχίας Είχαμε βγει πρωί στις πόρτες και περνάγαμε στις χτένες τα μαλλιά μας Θέλαμε μικρόφωνα, πλερέζες στις ωμοπλάτες, αρώματα ακριβά για τα κορμιά μας. Α Τζένη, τι έπρεπε να κάνουμε; Γέμιζε η αγορά ψόφια άλογα αρσενικά και μεις με τσάντες ζητάγαμε ψάρια.

53

Γιώργος Χρονάς


54

Γιώργος Χρονάς

Τα Αρχαία Βρέφη

«Κ

Του Ανδρέα Μήτσου

άποτε οι ναύτες αποχτούν μιαν απόσταση από τα πράγματα», λέει ο Γ. Χρονάς, ο «Επικούρειος μαθητής εκ Περάματος», σε ποίημα του της συλλογής «το μπαρ J.S. Bach». Και επιμένει στο τέλος του ποιήματος, πως οι ναύτες, «καθώς μόνιμα δεν μιλούν, σε πλατείες ή σε σημεία απόμακρα μαζεύονται». Σκέφτηκα να τον ρωτήσω, χωρίς χαιρεκακία καμμιά, συμπάσχων, αν όντως, τους βρίσκει κανείς εκεί, ακόμα και σήμερα ή είναι, «από την έρμη την απόσταση, που, «παίρνει υπόσταση κάθε γιορτή μου», όπως το θέτει ο Σαββόπουλος. Μήπως εμείς, πεισματικά νομίζουμε πως τους φυλάμε μαντρωμένους, ενώ έχουν οι ίδιοι αμετάκλητα εξατμισθεί. Αναληφθεί. Έγκαιρα, ευτυχώς, συνειδητοποίησα, πως η απόσταση δημιουργείται μόνο σε εκείνους που φεύγουν από κάπου. Και εννόησα διαβάζοντας μετά από χρόνια, «Τα αρχαία βρέφη», ότι ο Χρονάς δεν έχει απομακρυνθεί ρούπι, πως μένει ακίνητος στον εύοσμο, δικό του, χρόνο. Κι εκεί, περιμένει. Οπότε είμαι εγώ, που πρέπει να τους βρω. Έτσι επισκέπτομαι ξανά τόπους και πρόσωπα τα οποία ο Γ. Χρονάς, χρόνια πολλά πριν, μου τα κατέστησε οικεία και αγαπημένα. Και είναι τώρα, που θα φανεί για μένα – για τον αναγνώστη – αν κρατάω τις παλιές μνήμες, τις ανεξίτηλες μυρωδιές, ή, θα διαπιστώσω πώς έπαθα ανοσία και δεν μπορώ πλέον να οσφρανθώ, να «δω», τις σκιές των πραγμάτων. «Τα άδηλα και τ’ αφανή». Να ακουρμαστώ τη σιωπή τους, αυτήν που κάποτε μπορούσα και εννοούσα και διέκρινα και ψυχανεμιζόμουν. Λίγες εικόνες, λοιπόν, σπαράγματα θα ανασύρω, χωρίς σχόλια ερμηνευτικά, για να ξύσουμε λιγάκι τη μνήμη, την πληγή, και μακάρι να μας πιάσει ξανά η φαγούρα από αυτούς τους νυγμούς, κι ας κακοφόρμιζε κι η δική μας πληγή, με κίνδυνο μονάχα να χαλάσουμε τη σιωπή, να ασελγήσουμε στον αποσταγμένο χρόνο του Γ. Χρονά, πάνω στο κάθε ποίημα του. Ούτως ή άλλως κάθε ερμηνευτική εκδοχή σκιάζει το ποίημα και το βαραίνει με τον ίσκιο του ερμηνευτή. «Vivit sub pectore vulnus», «Ανοιχτή μένει η πληγή κάτω από το στήθος», επιμένει αμετανόητος, τόσα χρόνια ο Βιργίλιος. Και αυτό επιθυμεί ο επισκέπτης της ποίησης να επιβεβαιώσει. Αν όντως δεν έχει «αποθεραπευτεί» - απονεκρωθεί. Αν «πονάει ακόμα το δοντάκι». Εφόσον το πρώτο συμβαίνει, ο ηττημένος άνθρωπος θα δικαιολογηθεί πως φταίει ο ποιητής. Ότι ξεθύμανε πια


η μυρουδιά του. Αν όμως γεμίσει ξανά χρυσές σταλαματιές, τότε θα διαπιστώσει πως παραμένει ακόμα ενεργός κι ετοιμοπόλεμος. Κι ότι μπορεί να ελπίζει, λιγάκι, ακόμα… Ολόκληρα ποιήματα δεν θα θυμίσω, παρά μόνον τρία μικρά, και κάποιους σκόρπιους τοίχους, ενδεικτικά, μόνο από τα «Αρχαία Βρέφη». Θα τους αιχμαλωτίσω σαν τις πυγολαμπίδες που αρπάζαμε παιδιά και φοβόμαστε μετά να ανοίξουμε τη χούφτα μας να δούμε αν κρατούσε τίποτε μέσα, γιατί θέλω να δείξω πως ο Γ. Χρονάς παραμένει ακίνητος εκεί όπου τον ξέρουμε τόσα χρόνια. Ποιητής. Αφού «δεν μπορείς να φύγεις. Είναι Αύγουστος». Γιατί δεν τον αφήνει ο πατέρας. Θα διαβάσω, δηλαδή, λίγες παλιές υπογραμμίσεις των πρώτων αναγνώσεών μου, από τα αρχαία βρέφη», υπογραμμίσεις με κόκκινο στυλό. 1. «Το θόρυβο της πόρτας που θα κλείνει πίσω σου σαν φύγεις, θα τον σκεπάσει ένα ξαφνικό φρενάρισμα στο δρόμο». 2. Να ψάχνεις να βρεις μια λέξη… Στο τέλος να αναγνωρίζεις μια τύψη, μιαν έξη. 3. Αριστερά ο ληστής. Δεξιά ο ληστής. Στη μέση εσύ. 4. Ο φωτογράφος μας, έκανε ό,τι μπορούσε. Μια αποτυχία η φωτογράφησή σας. Ένα ξεροκίτρινο χρώμα. 5. Και να μυρίζει το σινεμά. Και να μυρίζουν τα χέρια σου. Η ανάσα σου να γίνεται σεξ δίχως εκτόνωση στο διάλειμμα. Και στο τέλος νάσαι πάντα εσύ που θα φωνάζεις στο σκοτάδι, – Τα λεφτά μας. 6. Μιλήστε για την ταινία που είδατε χτες. Είναι εύκολη λύση, πάντως όχι για κείνον που καθόταν στο καφενείο, απέναντί σου, κι όση ώρα κάπνιζες, σε κυττούσε. 7. Δε νομίζω να φωτογραφηθήκαμε ποτέ μαζί. Μόνο τώρα θυμάμαι, μια μέρα βγαίνοντας από το σινεμά, είδα το σχήμα μας στον καθρέφτη. 8. Στα ξενοδοχεία θα κοιμάσαι πάντα με τις κάλτσες. Τα ξυπνητήρια, όπως θα ηχούν δεν θα φαντάζουν πια, σειρήνες, ή καράβια που βουλιάζουν. 9. Άσε Κλαίρη το πριόνι στο τραπέζι. Άσε Κλαίρη το πριόνι στο τραπέζι. 10. Νύχτα θα επιστρέψουμε στα σώματά μας. 11. Πώς άντεξες, τόσες φορές, τον ίδιο δίσκο στο πικάπ. 12. Αφήστε τις μπλε γυναίκες του μπουρντέλου, και τις μεγάλες χρυσές μου λεσβίες. 13. Με το κρύο μικραίνουνε τα δάχτυλα. 14. Πολλά πράγματα ……… τίποτε δεν θα κάνω. Αφού ταραχή έρωτα με σπαράζει. Επιτρέψτε μου να επαναφέρω στη μνήμη σας, τρία, μόνο, «ολόκληρα» ποιήματα. 171, 177, 179…..

Θεοί, φτάνουνε νέα πρόσωπα στα μέρη μας και δεν ξέρουν που ν’ αφήσουν το σαπούνι που να κρεμάσουν το πουκάμισο, τα κορδόνια πώς να λύσουν. Γι’ αυτό ελαφρά διαφωνούν το πρωί βγαίνοντας δεν μιλούν στον ξενοδόχο, στον ξένο που πλαγιάζει στο τρίκλινο. Άλλοτε αφήνουν τη βρύση ανοιχτή ή με το τσιγάρο στα δάχτυλα ξενυχτάνε. Κάποια γυναίκα φαίνεται τον γνώρισε μετά από μένα και μαζί της άρχισε μιαν άλλη ζωή. Τον είδα το πρωί μπροστά στα τραίνα και με βία αργότερα να περνάει τα λουτρά. Βιαστικές κινήσεις κάποιου που νόμισε πως άλλαξε ρίχνοντας αλλιώς την καπαρτίνα. Αφήνοντας με προσοχή τα παπούτσια του λυμένα. Τρεις μέρες μείναμε μαζί τρεις νύχτες Δυο φορές πήγε εκείνος να δουλέψει να φέρει κάτι να φάμε. Μια πήγα εγώ· μόνο δυο ώρες έλειψα. Την τέταρτη μέρα το πρωί, μόλις άρχιζαν τα νέα στο ραδιόφωνο – λίγο πριν χαθούμε είπε: ας στο διάολο, πάλι τα ίδια; Πάντως, (συνεχίζω για μισό λεπτό). 15. «Οι ώρες δείχνουν ακόμα ανοιχτά τα μαγαζιά». «Αρχίζουν παρελάσεις ναυτών. Ναυτών. Μα εκείνοι λησμονήσανε τα όπλα τους. Στα δέντρα. Στα δέντρα. Να γιατί είμαι λοιπόν, κι εγώ, κόντρα στο πνεύμα, το προοδευτικό, υπέρ των παρελάσεων και των πομπών και των λειτουργιών. Αφού, με εικόνες ζούμε και με μυρουδιές που τις κρατάνε οι ποιητές φυλακισμένες σε χρυσά κουτάκια, σφραγισμένες, κι ενώ «εμείς πασχίζουμε να συλλάβουμε σε κλάσματα δευτερολέπτου την ηδονή, ξεπροβάλλει «σπαραχτικά», όπως το λέει ο Χρονάς, το δικό μας Πέραμα. Η δική μας δυσκολία. Μυρουδιές, κι ηδονές που είχαμε κάποτε γνωρίσει και πειραθεί, επιστρέφουν απαιτητικές, καθώς ξανανοίγουμε – αποσφραγίζουμε τα αρχαία βρέφη. Ελάχιστα ανώδυνο δηλαδή το καινούργιο διάβασμα. «Τουλάχιστον αν είχα φτιάξει μια πανοπλία, κείνη τη μέρα που πέρασα στη Σπάρτη, ίσως επιζούσα. Εμένα μου αρκεί που δεν καταδέχτηκα να κρατήσω την αναπνοή μου, ώσπου να πεθάνω. Όπως οι Ρωμαίοι στρατιώτες που γνώρισα» περηφανεύεται ο Γ. Χρονάς. Δικαίως..

55

Γιώργος Χρονάς


56

Γιώργος Χρονάς

«Τ

Ελάχιστα λόγια για τον ποιητή

Το µέλλον διαρκεί πολύ

Του Σταύρου Σταυρόπουλου

ο μέλλον διαρκεί πολύ». Η φράση είναι του Αλτουσέρ και αποτελεί και τον τίτλο της αυτοβιογραφίας του. Βέβαια, υπάρχει μια συνθήκη, μια αναγκαία παράμετρος. Να το τροφοδοτείς συνέχεια με παρόν. Ξεκινώντας να σημειώσω δύο ελάχιστα λόγια για τον ποιητή Γιώργο Χρονά η πρώτη φράση που μου ήρθε στο μυαλό ήταν αυτή. Οι μεγάλοι ποιητές δεν ακκίζονται με το παρελθόν. Τροφοδοτούν συνέχεια με παρόν, όντας παρόντες – απόντες, την προσωπική τους στενογραφία. Οι αναμνήσεις τους είναι απ’ το μέλλον. Πράττουν δια της ζωής τους, με την ίδια της την υπέρβαση. Είναι εξωπραγματικό; Μπορεί, μα ο Χρονάς είναι εξωπραγματικός, όντας πιο πραγματικός απ’ τον καθένα. Ακόμα και το τρίτο του πόδι, αυτό που απέκτησε τελευταία, ο τρόπος που το χρησιμοποιεί ή το αφήνει στην άκρη είναι Τέχνη. Το έχουν αυτό οι αριστοκράτες του πνεύματος, οι εστέτ που συνομιλούν με τους καθημερινούς και τους συνηθισμένους, με αμόλυντους εργάτες, με διαβάτες της πόλης. Μπορούν να κάνουν τους ερασιτέχνες εραστές, ενώ έχουν την δυνατότητα και το ηθικό πλεονέκτημα να είναι αναβάτες. Ο Χρονάς είναι καταβάτης. Άστεγος, δίπλα σε τόσους «στεγασμένους», αλλά πιο στεγασμένος από τους περισσότερους. Μέσα στο προσωπικό του καταφύγιο, το αδαμαντωρυχείο της ποιητικής εξιλέωσης, με ακριβά μέταλλα. Ευγενή, όπως και ο ίδιος. Στα χρόνια της «Ελευθεροτυπίας» τον γνώρισα καλύτερα – και σαν συνεργάτη. Είναι ισότιμος. Ισόνομος. Ισοστρεφής. Θα τον δείτε να μιλάει με τον Τζον Λένον στους δρόμους των παγκόσμιων πόλεων, με τον Ντέιβιντ Μπάουι, τον Ρασούλη και τον Γκοντάρ, ή τον Χατζηδάκη και την Καίτη Γκρέυ, κουβαλώντας στην τσέπη του σακακιού του πάντα ένα βιβλίο. Θα τον δείτε πίσω από τους πάγκους των εκδόσεων του, των εκδόσεων Οδός Πανός (νομίζω συμπλήρωσαν 35 χρόνια αδιάλειπτης προσφοράς) , που έχουν γράψει την δική τους ιστορία στον χώρο, να πουλάει ο ίδιος τα βιβλία του, να επικοινωνεί με τον κόσμο, να ανταλλάσει ουσία. Υπό το βλέμμα του Καντ. Ίσως και του Μπομπ Ντύλαν ή της Μέριλιν Μονρό. Ο Μιχάλης Κατσαρός ήταν ένας τέτοιος ποιητής, ένας ποιητής του

άστεως, της αέναης διαδρομής. Ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου ήταν για την πόλη της Θεσσαλονίκης – και όχι μόνον – ένας άλλος. Ο Χρονάς γεννήθηκε στο Πασαλιμάνι. Από γονείς Αρκάδες. Κοντεύει τα 70 αλλά είναι πιο νέος από παιδί. Μαθητής και γραμματέας του Τσαρούχη και με μια ευρεία γκάμα επώνυμων και σημαντικών φίλων να λαμπρύνουν την καθημερινότητά του με τις διάσημες μοναξιές τους, αφοσιώθηκε από νωρίς στις λέξεις – γιατί «δεν είχε άλλα γόνατα», όπως θα έλεγε ο Καρούζος. Στις διαδρομές Zonar’s – Ρωμαϊκή αγορά – Μεταξουργείο – Κολωνός – Λιμάνι Πειραιά - Πέραμα, οφείλει το 50% της κατατομής του. Το άλλο 50% προέρχεται «εκ του έρωτος και του θανάτου», όπως λέει ο ίδιος. Το πρώτο του ποιητικό βιβλίο, «Βιβλίο 1» κυκλοφόρησε το 1973 σε ιδιωτική έκδοση 2.000 αντιτύπων και ακολούθησαν «Οι Λάμπες» ( 1974 ) και «Τα μαύρα τακούνια» ( 1979 ). Η τριλογία αυτή ενώθηκε αργότερα σε ένα τόμο υπό τον τίτλο «Αρχαία βρέφη» ( 1980 ) και είναι νομίζω ό,τι καλύτερο έχει συμβεί στην λεγόμενη «γενιά του 70» ή γενιά της αμφισβήτησης – κατά τον ορισμό του Ζήρα ως σήμερα. Αν και η γενιά του Γιώργου είναι περισσότερο ιδιωτικής καύσεως. Όπως καίγονται οι νεκροί – σε κάποιους τόπους. Σκιαγραφεί μια ποίηση της πόλης χωρίς τα ρούχα της, προκλητική, ευθύβολη, ως μια σειρά από ενσταντανέ που εκτυλίσσονται τυχαία σε δρόμους και σινεμά, σε ξενοδοχεία τετάρτης κατηγορίας και μηχανουργεία, μια περιπλάνηση στη φτωχολογιά, εκεί που ζει και αναπνέει ένα διαφορετικό περιθώριο, που όποτε απασχολεί την κοινή γνώμη, αποτελεί – συνήθως – παράδειγμα προς αποφυγή ή σκάνδαλο πρώτου βαθμού. Αυτή η ποίηση έχει κάτι το ακραίο και γι αυτό αληθινό: είναι ό, τι μπόρεσε να συλλέξει ο ποιητής σαν εμπειρία, έναν απατηλό παιδότοπο από βασανισμένες ψυχές που τον καλούν να γράψει για τις επιθυμίες μας – αυτές τις «πρόστυχες ταβέρνες στο Πέραμα». Χαράξτε πάνω στο σώμα μου εκείνη την κυρία / στην τηλεόραση να λέει: τα μανιτάρια του Θιβέτ προτιμώνται / για το γεύμα της Τετάρτης / Χαράξτε πάνω στο σώμα μου τη φωνή μου σε δίσκο 78 στροφών / να τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο των Ηνωμένων Πολιτειών / Έπειτα κυκλοφορήστε νύχτα τη μορφή μου σε σεντς / σε χαρτιά τουαλέτας / σε σχολικά τετράδια / και σε φτηνά εσώρουχα.

(Ωδή στην Μαίρυλιν Μονρόε) Βέβαια, για να συμβούν όλα αυτά, το κόστος προκύπτει πάντα μεγάλο. Το σταυροδρόμι είναι ελκυστικό, γλιστράει, σπρώχνει κατηφορικά προς την εξουσία της ευκολίας. Δεν υπάρχουν θεοί ή διάβολοι εκεί. Το μόνο που υπάρχει είναι αγάπη. Δύσκολο. Χρειάζεται μεγάλος αγώνας γι αυτό. Να υποφέρεις μόνος σου επί μακρόν, να φτάσεις ως τον πάτο της ψυχής σου για να την καταλάβεις, για να μπορέσεις να την ερμηνεύσεις σωστά. Χρειάζεται να υποφέρεις για τον πόνο των άλλων και τον δικό σου. Ο Χρονάς τα έκανε όλα αυτά. Τα πέρασε. Και έφαγε τα μούτρα του. Όχι δεν πρέπει να συναντηθούμε / Πριν απ’ τη δύση του ήλιου / Στο δάσος με τις άδειες κονσέρβες / Γιατί οι επιθυμίες μας είναι πλοία / Που θα αράξουν μια νύχτα του χειμώνα / Απέναντι στη Σαλαμίνα ενώ εμείς / Θα ζητάμε τις νυχτερινές βάρδιες / Της Βηρυτού, της Όστιας. (Όχι δεν πρέπει) Ή Την πρώτη φορά αγαπηθήκαμε / Σε άδειους δρόμους / Πάνω από την παλίρροια των επιθυμιών μας / Σε γωνίες σκοτεινές / Πίσω από τρίκυκλα / Πίσω από φορτηγά / Σχολικά λεωφορεία / Και μπουλντόζες / Ήταν Τετάρτη. (Τετάρτη) Τα βιβλία του είναι η απόδειξη της αγάπης του για τα γήινα: Ένα είδος λαϊκότροπων Velvet Underground με ελληνιστικό πρόσημο που συμμετέχουν – εκτός του Λου Ρήντ και του Τζον Κέιλ - και ο Κ.Π. Καβάφης με την Σεβάς Χανούμ και βέβαια τον Τσιτσάνη, με λέξεις της διπλανής πόρτας που ακούγονται ένχορδες, μοιάζουν με μπλουζ σύμβολα μιας εσαεί νεότητας που δεν οργίζεται, αλλά υφαίνει, με δραματουργικό τρόπο, τα μέσα της προσωπικής της επιβίωσης. Το εργαστήριό του, στη Διδότου 39, είναι σήμερα ένα από τα ελάχιστα διαβατήρια τυπογραφικής αθωότητας που μας απέμειναν. Διαβάστε το τελευταίο του βιβλίο «Προσωρινή μέθη», δοκιμάζοντας τους «παράλληλους οφθαλμούς» . Θα γοητευτείτε από το κύρος της απλότητας που έχει η αλήθεια, τις λίγες φορές που εκφέρεται με ανιδιοτέλεια. Μετά πηγαίνετε να τον βρείτε και να του μιλήσετε. Θα γοητευτείτε περισσότερο. 


O ποιητής επί των ορίων

Ο

57

Γιώργος Χρονάς

Του Κωνσταντίνου Μπούρα

Γιώργος Χρονάς ανέβασε ανώνυμα πρόσωπα του περιθωρίου «επί σκηνής». Πόρνες, τραβεστί, κοπτοραπτούδες, προαγωγοί, τραγουδιάρες (έτσι λέγανε παλιά τις λαϊκές τραγουδίστριες)… Να κάνουν παρέα με ανεπάγγελτους, αλκοολικούς, ψυχιατριζόμενους, ανέργους ή υποαπασχολούμενους, γατιά αιγυπτιακής κοπής, σκύλους που φέρνουν προς τον τσακαλόμορφο Άνουβι, διψασμένα περιστέρια που τα λιώνουν βιαστικά λεωφορεία ή νταλίκες κι ακόμα πιο διψασμένα δεντράκια στο τσιμεντωμένο άστυ, ψυχούλες που βασίζονται στην καλοσύνη του διαβάτη (ακριβώς όπως η Μπλανς Ντυμπουά στο «Λεωφορείον ο πόθος»). Ο Γιώργος Χρονάς είναι αυθεντικός ποιητής, γνωστικός κι επικούρειος, «αρχαίον βρέφος» αλλά και γέρων σοφός, ερημίτης σαν τον Διογένη, αλλά και μέσα στον κόσμο, με την δική του ιδιαίτερη οπτική και προ-οπτική. Ο λόγος του είναι πολιτικός, αλλά όχι με την βαρύγδουπη επισημότητα της Βουλής. Με τη θυμοσοφία των απλών, λαϊκών ανθρώπων, των μεροκαματιάρηδων, που ξέρουν να σιγούν στις κηδείες, να ξεφαντώνουν σε γάμους-βαφτίσια, να προσκυνούν στις εκκλησίες και να ξεδίνουν σε πορνεία, λαϊκά κέντρα και φτηνά καταγώγια, εκείνα που θα επισκεπτόταν ο Καβάφης αν ζούσε στον Πειραιά του Χρονά και στην μεταπολιτευτική Αθήνα «του Πολυτεχνείου». Ως δημοσιογράφος ο ποιητής εκ Περάματος συνάντησε τον ποιητή εξ Αλεξανδρείας στο ραδιοφωνικό «Ξενοδοχείο Βαλκάνια», αλλά και στη σκηνή του θεάτρου (στην Ελλάδα κι εκτός). Είναι όμως ο Χρονάς «Καβαφικός»; Όχι. Όπως δεν είναι και …χριστιανοπουλικός. Αν κάποιον μιμήθηκε ο Χρονάς και τον έχει ως πρότυπό του είναι η Μαρία Κάλλας, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο Μάνος Χατζηδάκις, ο Γιάννης Τσαρούχης και άλλοι… λιγότερο επώνυμοι ή διάσημοι. Ο Χρονάς

είναι μοναδικός γιατί όπως η τέχνη έτσι και η ζωή του. Περιθάλπει όλα τα αναξιοπαθούντα ζωντανά και άψυχα, επιδεικνύει τον ίδιο ζήλο στην εργασία του όπως οι εξόριστοι ιδεολόγοι άλλων εποχών, δεν προσδοκά την μετά θάνατον λύτρωσιν αλλά την προθανάτιον ευδαιμονίαν. Θηρευτής της ηδονής, αλλά πάντα μέχρι ένα όριο. Εκείνο που θίγει την αξιοπρέπεια του ατόμου. Χριστιανός αλλά και βουδιστής, επικούρειος αλλά και προσωκρατικός, ελληνιστικός αλλά και παγκόσμιος. Μόνον όταν δουλέψεις εντατικά πάνω, μέσα και κάτω από την μητρική σου γλώσσα, μόνον τότε μπορείς να αρθρώσεις έναν λόγο που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα. Και ο Χρονάς είναι δι-εθνικός, όπως ο Πεσσόα, ο Καβάφης, η Σαπφώ, η Νοσσίς, ο Ίβυκος, ο Αλκαίος… Μόνον και μόνο και βυθίστηκαν πολύ βαθιά στα σκοτεινά νερά της ύπαρξής τους, διαπέρασαν το συλλογικό ασυνείδητο του καιρού τους κι επέτυχαν την αθωότητα όχι μέσα από την παράκαμψη του Κακού αλλά μέσα από τον εξαγνισμό κι εν τέλει την αγιοποίησή του. Είναι μάρτυρας ο Χρονάς γιατί άντεξε τόσες επιθέσεις, προδοσίες, εξευτελισμούς, εξανδραποδισμούς, κατασυκοφαντήσεις, λεηλατήσεις, αλώ-

σεις από εχθρούς και «φίλους» (αυτές ήταν οι χειρότερες πληγές γιατί πήγαινε βαθιά το μαχαίρι – το ακόνιζαν, βλέπεις, καιρό στο διαμάντι που ο ίδιος τους είχε χαρίσει). Ο Χρονάς όμως ξέρει να συγχωρεί. Για το ξεμάτιασμα της ψυχής του. Για την απαλλαγή από το έρμα, για την απελευθέρωση από τα περιττά προκειμένου να ανέλθει ευθυτενής κι αιώνιος έφηβος στον ουρανό της αποθέωσής του, εκεί που αναγεννησιακοί ζωγράφοι φιλοτεχνούν ομαδικώς σύννεφα-ανάκλιντρα και χρυσά σκήπτρα για να αναγγείλουν την έλευσιν της Αυγής που δεν θα έχει σούρουπο. Ο Θάνατος, συστατικό στοιχείο της θεματικής του, προσδίδει μεγαλείο στο ποιητικό εργαστήρι του εκεί που η βακχική μανία εξουδετερώνεται από τη γλυκύτητα τού Σταφύλου, υιού Διονύσου και Αριάδνης. Διεξοδική η ποίηση του Χρονά, χάρη στον μίτο της Αριάδνης, μας οδηγεί έξω από το λαβύρινθο της υπερτιμημένης Νόησης, μακριά από τα σκοτεινά νερά της βαλτωμένης ύπαρξης των διανοουμένων, εκεί που οι αυθεντικοί ποιητές ασφυκτιούν και δεν έχουν – ούτως ή άλλως – κλήρον.  www.konstantinosbouras.gr


Bιβλίο και τηλεόραση H ανίχνευση µιας σχέσης

58

Η

Toυ Στάθη Βαλούκου

έλευση της τηλεόρασης στη χώρα μας στάθηκε επί σειρά ετών μια απειλή, ένας «μπαμπούλας» σε μερίδα της ελληνικής κοινωνίας. Κανείς δεν την ήθελε γιατί η απουσία της ήταν βολική για όλους. Η προοπτική εμφάνισης του νέου μέσου προκαλούσε την αφύπνιση των πιο συντηρητικών ανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας. Οι πολιτικοί της κυβέρνησης δεν μπορούσαν να φανταστούν μέχρι ποίου βαθμού θα επηρέαζε τις πολιτικές εξελίξεις. Δεν την γνώριζαν. Την αντιμετώπιζαν ως «πονοκέφαλο» και την προτιμούσαν απούσα των πολιτικών εξελίξεων. Το ίδιο ίσχυε και για τους πολιτικούς της αντιπολίτευσης· δεν επιθυμούσαν την εμφάνιση ενός μέσου που πιθανόν θα ενίσχυε την κυβερνητική προπαγάνδα. Οι μεγάλοι εκδότες των πολιτικών εφημερίδων ανησυχούσαν επίσης· ενστικτωδώς αντιλαμβανόντουσαν την έλευση της τηλεόρασης ως απειλή για

την κυκλοφορία και τα διαφημιστικά τους έσοδα, αλλά κυρίως για την μείωση της επιρροής τους στην πολιτική ζωή της χώρας. Δεν έχαναν, λοιπόν, την ευκαιρία να σαρκάσουν όποτε τίθετο το ενδεχόμενο εγκατάστασης τηλεοπτικού δικτύου στη χώρα, χαρακτηρίζοντας την τηλεόραση ως περιττή πολυτέλεια, ειρωνευόμενοι την κυβέρνηση οσάκις ανακοίνωνε τέτοιες πρωτοβουλίες. Είναι χαρακτηριστική επ’ αυτού η ρήση του Σοφοκλή Βενιζέλου, «η κυβέρνηση που θα βάλλει εμπρός την τηλεόραση στην Ελλάδα, θα πέσει την επόμενη ημέρα». Αλλά δεν ήταν μόνον οι πολιτικοί και οι εκδότες. Και άλλα οικονομικά συμφέροντα, όπως η συνεχώς ανερχόμενη στη δεκαετία του ’50 βιομηχανία του θεάματος και της διασκέδασης προπαντός οι εταιρίες παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών, την αντιμάχονταν. Η κρίση που προκάλεσε στις ΗΠΑ η εμφάνισή της, όχι μόνο στα εισιτήρια των κινηματογραφικών αιθουσών αλλά και σε άλλες ψυχαγωγικές δραστηριότητες (θέατρα, νυχτερινά κέντρα, τουρισμός, ξενοδοχεία, εκδρο-

μικοί προορισμοί κ. ά), υπερτονιζόταν από συνεχή δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου που ανησυχούσαν τους επιχειρηματίες. Ο χώρος του βιβλίου αρχικά αντιμετώπισε επίσης με δυσπιστία και προκατάληψη την έλευση της τηλεόρασης. Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι της εποχής πίστευαν πως θα περιορίσει έτι περαιτέρω το αναγνωστικό κοινό. Ωστόσο, οι φόβοι δεν επιβεβαιώθηκαν στο βαθμό τουλάχιστον που αναμένονταν για τον περιορισμό των πωλήσεων. Συνέβη εν μέρει κάτι αντίστοιχο με τη δεκαετία του ’50, όταν μια ολόκληρη γενιά πιτσιρικάδων κι εφήβων ήρθαν σε επαφή και γνώρισαν τη λογοτεχνία μέσα από τη σειρά κόμικς των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Παρά την τότε κριτική πως τα Κλασσικά εικονογραφημένα έβλαπταν τους νέους, γιατί δεν ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος επαφής με την λογοτεχνία, παρατηρήθηκε το φαινόμενο της αύξησης των πωλήσεων των αντίστοιχων τίτλων. Το ίδιο συνέβη είκοσι χρόνια αργότερα με την τηλεόραση. Οι τηλεοπτικές με-


59

ταφορές του Παπαδιαμάντη, του Καζαντζάκη, του Καραγάτση και άλλων σημαντικών συγγραφέων που πλημμύρισαν τη μικρή οθόνη έφεραν για πρώτη φορά σε επαφή μερίδα του κόσμου, ανάμεσά τους και πολλούς νέους, με την ελληνική λογοτεχνία. Ανυπόμονοι θεατές έστω και από περιέργεια αγόραζαν π.χ. τον «Χριστό» του Καζαντζάκη για να πληροφορηθούν το τέλος ή διάβαζαν για πρώτη φορά τις ηθογραφίες του Ξενόπουλου. Οι πωλήσεις των λογοτεχνικών βιβλίων αυξήθηκαν και μόλις ένας τίτλος επιλέγονταν να γίνει σίριαλ, ξανατυπώνονταν εσπευσμένα. Με αυτό τον τρόπο δεν έγιναν βέβαια όλοι οι τηλεθεατές φιλαναγνώστες. Πολλοί, όμως, ιδιαίτερα νέοι άνθρωποι, ήρθαν σε επαφή με τα μυθιστορήματα και μυήθηκαν στα μυστικά της ελληνικής λογοτεχνίας. Στα πενήντα χρόνια της ελληνικής τηλεόρασης και με την λεόντειο συμμετοχή των «κρατικών καναλιών» δημιουργήθηκε σταδιακά μια πολιτιστική σχέση ανάμεσα στη «Μικρή Οθόνη» και το βιβλίο, την οποία μπορούμε να προσδιορίσουμε σε τρία επίπεδα.

Ο «Χριστός ξανασταυρώνεται» του Ν. Καζαντζάκη μπήκε στα σπίτια μας

α. Την παραγωγή τηλεοπτικών σίριαλ από μυθιστορήματα της ελληνικής λογοτεχνίας. β. Την παραγωγή τηλεοπτικών ντοκιμαντέρ με θέμα συγγραφείς και βιβλία (Μονόγραμμα, Παρασκήνιο, κ.λπ). γ. Τις «ζωντανές» εκπομπές λόγου που αναφέρονται σε βιβλία, οι παρουσιαστές των οποίων συνομιλούν με καλεσμένους παρουσιάζοντας κριτικά τις νέες εκδόσεις. Η τριπλή αυτή σχέση, η οποία στο παρελθόν παρουσίασε καλές αλλά και άτυχες στιγμές, δείχνει πως εξάντλησε τα όρια της. Στην παρούσα φάση των εκπομπών «υψηλής ευκρίνειας» και της Διαδικτυακής τηλεόρασης, οι εκπομπές για το βιβλίο ακόμα και οι μεταφορές λογοτεχνικών έργων μειώθηκαν ή αντικαταστάθηκαν από εκπομπές «τηλεπώλησης» και «χορηγούς επικοινωνίας». Η κρατική τηλεόραση σε αυτή την δύσκολη συγκυρία ελπίζεται πως για μιαν ακόμα φορά θα δικαιώσει κα θα «αναδείξει τον πολιτιστικό της ρόλο. 


Γιώργος Μαρκόπουλος

Η σκοτεινή πλευρά των πραγµάτων µε… απλά λόγια

Ο

Του Αλέξανδρου Κωνσταντίνου

ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος εμφανίστηκε στα Νεοελληνικά Γράμματα με την ποιητική συλλογή «Εβδομη Συμφωνία», και από τότε παραμένει έναςαπό τους σημαντικότερους ποιητές της μεταπολεμικής Ελλάδας. Το έργο του, πότε ερωτικό, πότε αφηγηματικό, πότε εξομολογητικό, άπτεται της περιπέτειας μιας χώρας που πέρασε μέσ’ απ’ τη φωτιά της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής περιόδου, για να γίνει στάχτη κι αποκαΐδια στα περίχωρα μιας συνηθισμένης κι απόμερης πολιτείας της επαρχίας Μεσσήνης, με ήρωα έναν ασυνήθη νέο, που δοκιμάζει το πρώτο του τσιγάρο –οχτώ χρονών- για να γευτεί τον απαγορευμένο καρπό μακριά απ’ όλους κι απ’ όλα και με ολοφάνερη, πανταχού παρούσα την παιδική περιέργεια και τρυφερότητα. «Βράδυ βαθύ να μπαίνεις στον Περαία», μας λέει ο ποιητής, και δεν έχει άδικο. Εκεί, με τις πόρνες και τους σωματέμπορους, με τους χαμάληδες και τους ξέμπαρκους ναυτικούς, με την αθέατη πλευρά των ανθρώπων και της ζωής κάτω απ’ τα φώτα των έρημων δρόμων, ανιχνεύοντας την κρυφή χαραμάδα της ομορφιάς,εκεί είναι το σύμπαν του Γιώργου Μαρκόπουλου. Οι ήρωες της ζωής, όπως κι αν το δεις, οι ήρωες της καθημερινότητας, οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας – αυτός που περνάει κάθε απόγευμα κάτω απ’ το μπαλκόνι του ποιητή, κρατώντας απ’ το χέρι «το παιδί του που δεν γερνάει ποτέ» [«Η θλίψη των προαστίων»], η πεταλούδα που πετά αμέριμνη πάνω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας, χωρίς να ξέρει τίποτε για το βάθος των νερών [Ιστορικό κέντρο], μα και το κουρείο του πατέρα, όπου συνωστίζονται οι άντρες της μικρής κωμόπολης, αφήνοντας στον μικρό βοηθό το πουρμπουάρ τους, η τρελή γειτόνισσα, που δεν υποπτεύεται την παγίδα

– τραγική ειρωνεία;- που της έχουν στήσει ο αδελφός της και οι νοσοκόμοι του ασθενοφόρου για να την κλείσουνε στο άσυλο, «η αυτοπεποίθηση του αλκοολικού προτού πιεί», ο θυρωρός της πολυκατοικίας και η οικογένειά του, που ξαφνικά μεταμορφώνονται σ’ έναν τρελό, απίθανο θίασο στο βάθος της μικρής εσωτερικής αυλής, για να εξαφανιστούν αμέσως μετά σα να μη συνέβη τίποτα, φοβούμενοι ακόμη και διαπόμπευση, και μένει μόνος ο ποιητής ν’ αναρωτιέται «ποιος θα κλείσει τέλος πάντων εκείνο το πηγάδι στην αυλή», μα φοβάται να το πει στους ενοίκους – «…πού να κατέχουν οι άνθρωποι από πηγάδια, αυλές, σκοτάδι, πάρτυ και τα ρέστα», η εκδρομή στο ξερονήσι, η ερωμένη με την κιθάρα, μα και ο Ρήγας Φερραίος, ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκυ, ο Χρήστος Αρδίζογλου, «που σηκώνει στους ώμους του το βάρος της μοναξιάς μας», ο Δημήτρης Παπαδίτσας, που αντιπροσωπεύει, καθώς φαίνεται, το απαράμιλλο ιδανικό και, ταυτόχρονα, ένα αγαπημένο πρόσωπο μα και μαζί ευλαβικό μυστήριο για τον ποιητή, η Σύλβια Πλαθ, η μοιραία, όπως είναι και το όνομά της, Νατάσα Πανδή, ο φοβερός ληστής Τζων Μπολ, είναι μερικοί από τους ήρωες της ποίησης του Γιώργου Μαρκόπουλου, ήρωες, όπου πρωταρχικό ρόλο παίζει η τραγικότητα του προσώπου, της ζωής ή του πεπρωμένου, που μπροστά του οι άνθρωποι μοιάζουν αδύναμοι, αυτό που συνήθως – ή πάντα – διαφεύγει της προσοχής, αυτή η λεπτομέρεια που κάνει έναν άνθρωπο να δείχνει – και να είναι – μοναδικός, τρωτός και ευάλωτος, φωτίζοντας μια πτυχή της ύπαρξης, που

61


62

συνήθως προσπερνάμε σαν κάτι κοινότοπο ή και συνηθισμένο… Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα της ποίησής του, ότι μας αποκαλύπτει μια σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων, μια πλευρά που παραμένει στο ημίφως – στο ασυνείδητο; – με λέξεις απλές, καθημερινές, με στίχους που δεν επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν, αλλά που φέρνουν στο φως το εσώτερο δράμα των ηρώων αυτών [Νατάσα Πανδή], που είναι – και γίνεται – δράμα όλων μας, είτε πρόκειται για την αγάπη, είτε για το θάνατο, είτε για την περιπέτεια της αρρώστιας [«Νοσοκομείο»], είτε ακόμη για το ανθρώπινο μεγαλείο, που μπορεί και τα υπερβαίνει στο τέλος όλα. Ο Μαρκόπουλος δεν έχει να κρύψει – και δεν κρύβει – τίποτα. Μετουσιώνει αργά και σταθερά τη ζωή του σε ποίηση, κομίζοντας ατόφιους κρυστάλλους – ψήγματα αλήθειας απ’ τα βάθη της σκηνής, εξαιρετικά ανθρώπινος, με μια ριζική, ενσυναίσθητη αντίληψη για την ευαισθησία και το καλό, για το τι τέλος πάντων είναι και συνε-

πάγεται η ανθρωπιά, από τον πόνο και τη μοναξιά μέχρι τη μεγαλειώδη λάμψη των πραγμάτων και των στιγμών [φτάνει στο σημείο να εγκαλεί τους αγίους ότι «έχουν την ψυχή πονηρή και ανοικτίρμονα σαν της γάτας». Νομίζω πως όλα αυτά πηγάζουν από μια επαναστατημένη συνείδηση, μια πληγωμένη αίσθηση του δικαίου, αλλά πολύ περισσότερο από μια ενστάλαχτη αγωνία για το ανθρώπινο Είναι και το πεπρωμένο της ανθρωπότητας. «Αχ εμείς οι πονετικές ψυχές», όπως μονολογούσε κι ο Αρθούρος Ρεμπώ… Τι άλλο να πούμε για έναν ποιητή, που απ’ ό,τι ο ίδιος λέει, εννοεί και επιμένει να κάνει τους ανθρώπους γύρω του χαρούμενους, μια ψυχή τόσο ιδιαίτερη, που έχει, αν μη τι άλλο, ματώσει πολύ, και που ματώνει ακόμα σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο από πόρνες, τρελούς, ληστές και σωματέμπορους, που όμως κάποιοι από εμάς, κόντρα σε όλους και σε όλα – και σε πείσμα των καιρών – συνεχίζουμε παρ’ όλα αυτά να αγαπάμε… 


Αιµίλιος Μεταξόπουλος

Ε

Σκεπτικισµός, το εργαλείο στα χέρια του «αποµυθοποιού»

Του Χρήστου Κωνσταντίνου

δώ θα επιχειρήσουμε μια ανάγνωση του βιβλίου του Αιμίλιου Μεταξόπουλου «Πολιτικός Σκεπτικισμός. Ο Μύθος του Θεμελίου», που εκδόθηκε το 1991 από τις εκδόσεις Οδυσσέας. Σκοπός του εν λόγω πονήματος είναι η αμφισβήτηση του μεταφυσικού ή επιστημονικού ορθολογισμού και συναφώς ρεαλισμού, όπως το υπαινίσσεται και ο τίτλος «…Ο Μύθος του Θεμελίου». Η αμφισβήτηση αυτή απλώνεται στο επιστημολογικό και γνωσιοθεωρητικό επίπεδο και συνεπιφέρει αντίστοιχα την απόρριψη και απόκρουση του ηθικοαξιολογικού και κοινωνικού ορθολογισμού, των διαφόρων αξιολογικών κανονιστικοτήτων, ο οποίος εφάπτεται του πρωταρχικού επιστημολογικού. Όπλο και εργαλείο σ’ αυτήν την αντιπαράθεση, από πλευράς Μεταξόπουλου, αποτελεί, όπως αναφέρεται στον τίτλο «Πολιτικός Σκεπτικισμός», ο φιλοσοφικός Σκεπτικισμός. Κι αυτός έχει δύο αιχμές, έναν γνωσιολογικό και έναν κανονιστικό, και συνοψίζεται στο λεγόμενο «Τρίλημμα του Munchhausen (ή του Fries) ήτοι: φαύλος κύκλος, λήψη του ζητουμένου, εις άπειρον αναδρομή». Ορθολογισμός: ο γνωσιολογικός ή επιστημολογικός ορθολογισμός αποτελεί μια θεωρητική και φιλοσοφική ζήτηση η οποία προσπαθεί, αποβλέπει στην παραγωγή και θεμελίωση της εμπειρικής και νοητικής πραγματικότητας (στις δύο εκδοχές του εμπειρισμού και νοησιαρχίας). Αυτή η θεμελίωση υποθέτει και απαιτεί την ύπαρξη ακροτελεύτιων αρχών, Αρχιμήδειων σημείων, απ’ όπου απορρέει αυστηρά και τεκμηριωμένα αυτή η πραγματικότητα (κατά τρόπο δηλαδή αναγκαίο) μη επιδεχόμενη εξαιρέσεων. Η «αλήθεια» εδώ είναι απόλυτη και εξαντλεί, υποβαστάζει εντελώς την πραγματικότητα. Τα πάντα έχουν τον λόγο τους σύμφωνα με την αρχή: principium ra-

tionis sufficientis-nihil est sine rationis. Παραδοσιακά ορίζεται αυτή η έννοια της αλήθειας ως: adaequatio rei et intellectus (εμπειρισμός) και adaequatio intellectus ad rem (νοησιαρχία). (αντιστοιχία του πράγματος με τη νόηση και αντιστοιχία της νόησης προς το πράγμα). Το νόημα του κόσμου είναι ακριβώς αυτή η εξαντλητική σχέση μεταξύ πάντοτε δύο όρων, υποκείμενο-αντικείμενο, μορφή-περιεχόμενο (ύλη), έναπολλά κτλ. Είναι ταύτιση δηλαδή εννοιών με αισθητηριακά δεδομένα (sense data) ή γλώσσας-γεγονότων (πρώιμος Wittgenstein). Σκεπτικισμός: Ο έτερος όρος ο οποίος κυριαρχεί σ’ αυτό το πόνημα είναι αυτός του Σκεπτικισμού, στις διάφορες μορφές που αυτός εκφράστηκε κατά την ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης. Πχ Σέξτος Εμπειρικός και Πύρρων στην αρχαιότητα, Χιουμιανή αμφισβήτηση της επαγωγικής και παραγωγικής γνώσης, ή ως τρίλημμα του Munchhausen (επί του προκειμένου στον Μεταξόπουλο). Ο Σκεπτικισμός συνίσταται ακριβώς στην αμφισβήτηση του δογματικού ορθολογισμού, όπως αυτός εκάστοτε διατυπώθηκε. Πχ στον εμπειρισμό: από την εμπειρική πραγματικότητα, sense data, απ’ όπου δημιουργούνται οι παραστάσεις (representations, vorstellung) της πραγματικότητας, δεν μπορούμε με ασφάλεια, όπως διατείνεται ο ορθολογισμός, να φτάσουμε σε πρώτες αναλλοίωτες και αυστηρές πρώτες αρχές, να εξεύρουμε δηλαδή τα θεμέλιά της (της πραγματικότητας). Η γνώση δεν θεμελιώνεται επαγωγικά, η επάρκεια και αναγκαιότητα της επαγωγής είναι μια αυταπάτη. Μονάχα, διατείνεται ο Hume, μέσω της συνεχούς επανάληψης της ίδιας εμπειρίας μπορούμε να διατυπώσουμε αρχές, οι οποίες δεν δίνονται αυστηρά αλλά μόνο μέσω της συνήθειας-habit. Ποτέ δεν είμαστε δογματικά σίγουροι ότι και αύριο ο ήλιος θα ανατείλει, μόνο κατ’ έθος αναμένουμε κάτι τέτοιο. Θα μπορούσε κάλλιστα να μην ανατείλει, αυστηρά λογικά. Μόνο συνθετικές a posteriori προτάσεις είναι ελέγξιμες και αληθοφανείς.

63


64

Οι συνθετικές a priori προτάσεις, προδρομικά σε σχέση με τον Hume, του Kant είναι απατηλές. Και ο ίδιος ο Καντ ομολόγησε ότι (απ’ την οπτική του δογματικού) ο Χιουμ τον «ξύπνησε απ’ τον δογματικό του λήθαργο». Αλλά ούτε και νοησιαρχικά ο ορθολογισμός στέκει. Δεν υπάρχουν αιώνιες νοητικές αρχές οι οποίες θα διαμόρφωναν αναγκαία την πραγματικότητα. Υπάρχουν διάφορες μόνο όψεις, κατασκευές της πραγματικότητας καμιά απόλυτη και ταυτόσημη, πάντα η ίδια, ανεξάρτητα από συγκεκριμένο πλαίσιο. Έτσι ούτε ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός τύπου Καντ υφίσταται ούτε ο απόλυτος ιδεαλισμός του Εγέλου. Ο Σκεπτικισμός είναι λοιπόν το εργαλείο στα χέρια του «απομυθοποιού» Μεταξόπουλου, για να αποδομήσει, να μας απαλλάξει από τα μυθοποιητικά προτάγματα του δογματικού ορθολογισμού. Σύμφωνα με αυτήν την τακτική, ο ορθολογισμός οφείλει σε κάθε βήμα-στάση της επιχειρηματολογίας του να εκκινεί από ασφαλή, οικουμενικά και καθολικής εμβέλειας προκείμενες κι από εκεί να καταλήγει, μεταβαίνει σε άψογα και άμεμπτα λογικά συμπεράσματα. Αλλιώς δεν μπορεί να στηρίξει την αναγκαιότητα των λόγων του. Ο Σκεπτικισμός προσπαθεί απ’ την μεριά του, να καταδείξει το έωλο των τρόπων του ορθολογιστή, δείχνοντας μέσω της εφαρμογής του «τριλήμματος» το αληθές της άποψής του. Προσπαθεί δηλαδή συνδυαστικά (σε συνδυασμό δηλαδή των όρων του τριλήμματος) να δείξει και να αναιρέσει το ασύστατο του λογισμού του ορθολογιστή, χωρίς ωστόσο να καταλήγει σε διαμετρικά αντίθετο δογματισμό του είδους: «τίποτα δεν είναι ορθό», αλλά ότι ο απόλυτος δογματισμός είναι λανθασμένος. Θα εκβάλλει δε έτσι, σε έναν αξιολογικό σκεπτικισμό, όπου το πολιτικό και ηθικό αντιπαλεύουν σε έναν πόλεμο όπου η κάθε θέσηάποψη έχει ίσα δικαιώματα να επιχειρήσει για τον εαυτό της. Όχι, λοιπόν «τίποτα δεν είναι ορθό» αλλά ότι σε διαφορετικά πλαίσια-contexts, σε διάφορες ιστορικές συγκυρίες, διάφορα πράγματα είναι ορθά και συνεκτικά ανάλογα με την περίσταση. Ένας μετριασμένος σχετικισμός και προοπτικισμός, ή συμβασιοκρατία, όπως θα δούμε. Όπως το δείχνει ο Quine στο «Ο Ιστός της Πεποίθησης», το οποίο αναλαμβάνει απ’ την μεριά του ο Μεταξόπουλος, σε ένα ολικό δίκτυο πεποιθήσεων δεν έχουμε αντιστοιχία της κάθε μεμονωμένης πεποίθησης, μονοσήμαντα, με μια αντικειμενική κατάστασηγεγονότα, αλλά κάθε πεποίθηση, κάθε στοιχείο του ολιστικού συστήματος, παραπέμπει ολιστικά σε άλλες

πεποιθήσεις, έχουμε πεποιθήσεις πεποιθήσεων, χωρίς εξωτερική εμπειρική αντιστοιχία και συγκρισιμότητα. Ο ένας όρος παραπέμπει σε άλλον όρο, συνεκτικάcoherence και όχι κατά αντιστοίχηση. Πρόκειται για έναν ανοιχτό ολισμό. Έχουμε συνεκτικότητα μεταξύ όρων ενός όλου ανοιχτού σε όλο και περαιτέρω νοήματα, εσωτερικότητα μάλλον και όχι εξωτερικότητα εξαντλητική. Το σφάλμα του ορθολογισμού, λοιπόν, δεν έγκειται στο ότι καταλήγει σε κάποια δέσμευση έναντι της πραγματικότητας, σε κάποια άποψη εν γένει, αυτό είναι θεμιτό από τον μετριασμένο σκεπτικιστή. Έγκειται μάλλον στο ότι απαιτεί την λήψη κάποιας απροϋπόθετης και απόλυτης, εκτός κάθε πλαισίου δέσμευσης. Όταν ο σκεπτικιστής του καταδείξει το σφάλμα του αυτό θα έπρεπε να τον παρωθήσει στην εγκατάλειψη του δογματισμού και στην λήψη μιας αδογμάτιστης θέσης. Στην προσπάθειά του αυτή, ο Μεταξόπουλος, συζητά και συνδιαλέγεται με διάφορα ορθολογικά προτάγματα, για να καταδείξει με τον προσφιλή του τρόπο, αυτόν του σκεπτικιστή, το έωλο αυτών των προταγμάτων. Έτσι αναμετριέται και μάχεται τρεις κυρίως θέσεις: τον Μαρξισμό, την επιστημολογία του Karl Popper, και τον Υπερβατολογικό Θεμελιωτισμό των Apel και Habermas. Σε κάθε περίπτωση προτάσσει τον μετριασμένο σκεπτικισμό του, ως μια περίπτωση ντεσιζιονισμού και μετριασμένου σχετικισμού. Όταν δειχθεί εκάστοτε το έωλο του δογματισμού, η θέση του Μεταξόπουλου είναι ο απομυθοποιητικός αφενός και δεσμευτικός σχετικισμός αφετέρου. Κάθε απόφαση-decision είναι κατ’ ανάγκη αυθαίρετη (σε σχέση με τον δογματισμό), αρμόζει στις προκαταλήψεις (για να το πούμε με τον Gadamer) ή το πλαίσιο μιας δεδομένης εποχής, «ο καθένας να φορά το ένδυμα του πολιτισμού όπου κατοικεί», χωρίς να επικαλείται απόλυτα εχέγγυα. Whatever works is true, ό,τι λειτουργεί είναι αληθές. Για να το πούμε με τον ύστερο Wittgenstein «meaning is use», και η αλήθεια είναι συνταίριασμα όχι adaequatio. Μαρξισμός: Συναφώς ο Μεταξόπουλος υποβάλλει τον μαρξισμό στην βάσανο των εργαλείων του σκεπτικιστή. Ο Μαρξισμός αποτελεί για τον στοχαστή μας, άλλη μια άποψη του δογματικού ορθολογισμού. Πλείστες όσες προσεγγίσεις και διατυπώσεις του υποπίπτουν σ’ αυτόν. Καταρχάς ο οικονομισμός του. Προϋποθέτει ότι ο κόσμος τέμνεται σε οικονομική βάση και εποικοδόμημα (άλλες μορφές του κοινωνικού, πολιτικού, πολιτισμικού κτλ.) Ο οικονομικός τρόπος πα-


ραγωγής προσδιορίζει την κοινωνία-εποικοδόμημα και της επισυνάπτει το εκάστοτε ειδολογικό της χαρακτηριστικό. Έτσι έχουμε διάφορες φάσεις της ιστορικής πραγματικότητας, με το εκάστοτε οικονομικό υπόβαθρο, πχ. Φεουδαρχία, καπιταλισμός κτλ, και όταν τα μέσα παραγωγής περάσουν στα χέρια του προλεταριάτου θα έχουμε την αταξική και κομμουνιστική κοινωνία. Παράλληλα υπάρχει ο ιστορικός υλισμός. Εδώ προϋποτίθεται η έλλογη και προοδευτική δομή της ιστορίας, ένας γραμμικός ντετερμινισμός όπου από μια ιστορική μορφή περνάμε τελεολογικά στην επόμενη, ώσπου να καταλήξουμε πάλι στο έσχατο την κομμουνιστική κοινωνία. Κινητήριος μοχλός όλων αυτών των διεργασιών είναι η περίφημη πάλη των τάξεων, το εργαστήρι και χωνευτήρι όπου οι εν λόγω αλλαγές επισυμβαίνουν. Για τον Μεταξόπουλο όλες αυτές οι απόψεις, προσεγγίσεις αποτελούν δογματικά προτάγματα που υποστασιοποιούνπραγμοποιούν, σε ουσιοκρατικά θέσφατα τον χώρο του κοινωνικού, πολιτικού, πολιτισμικού και ασφαλώς οικονομικού τομέα της πραγματικότητας. Όπως οι θρησκευόμενοι αποδίδουν και υποστασιοποιούν τα πιστεύω τους σε ουσίες και κατηγορίες του θείου, έτσι και οι μαρξιστές αποδίδουν ιδιότητες υποστασιακές στο οικονομικο-κοινωνικό πεδίο. Πρόκειται για μυθεύματα κατασκευασμένα από ανθρώπους για ανθρώπους, συνιστούν κοντολογίς ανθρωπομορφικά προτάγματα. Προϋποθέτουν έτσι αυτό που θέλουν να αποδείξουν, και κατόπιν το θεμελιώνουν (υποθετικά) σε κάποια πρώτη αρχή την οποία θέτουν αυθαίρετα στην κορυφή. Είναι έτσι έρμαιο του γνωστού τριλήμματος, κάνουν λήψη του ζητουμένου και εις άπειρον αναγωγή. Σαν ανθρωπολογία λοιπόν ο μαρξισμός, προϋποθέτει μια φύση του ανθρώπου, η οποία επί του παρόντος (καπιταλισμός πχ.) είναι αλλοτριωμένη, και που μέσω της ενσυνείδητης πάλης των τάξεων θα φθάσει στην αυθεντικότητα, με το πέρασμα στον κομμουνισμό. Υπάρχει πρόοδος και ντετερμινισμός στο ιστορικό προτσές. Αφετέρου αυτός ο ντετερμινισμός είναι και επιστημολογικώς έωλος, είναι δογματικός. Η αλήθεια υπάρχει ουσιαστικά στο τέλος της ιστορίας και ο «επιστήμονας» μαρξιστής την αποκαλύπτει επιστημονικά και ενεργοποιεί πραξεολογικά. Κριτικός Ορθολογισμός του Karl Popper: Στην φιλοσοφία της επιστήμης και επιστημολογία του Πόππερ, ο Μεταξόπουλος ανακαλύπτει εκ νέου έναν έωλο ορθολογισμό που δεν αντέχει στα βέλη του σκεπτικιστή. Αν και δεν τον ονομάζει ο Πόππερ δογματικό,

αλλά μάλλον κριτικό ορθολογισμό εντούτοις ο παρονομαστής είναι κοινός. Ο Πόππερ αρνείται την ύπαρξη τελικής απόδειξης, crucial experiment, η οποία να πιστοποιεί απόλυτα, μια για πάντα τις επιστημονικές θεωρίες και υποθέσεις. Εισάγει επί τούτου την θεωρία της επίρρωσης-corroboration. Αδυνατούμε καταληκτικά να αποδείξουμε την αλήθεια κάποιας θεωρίας επιστημονικής. Μπορούμε μόνο να την επιρρώσουμε. Την θέτουμε δηλαδή σε διαρκή βάσανο εμπειρικά και όσο περισσότερο αντέχει, δεν διαψεύδεται (εξ ού και διαψευσιμότητα) τόσο περισσότερο αληθής, επιρρωμένη θεωρείται. Πρόκειται για την αρχή της διαψευσιμότητας-falsification. Ποτέ δεν είναι η θεωρία τελικά αποδεδειγμένη. Μπορούμε λοιπόν να κατασκευάσουμε και δημιουργήσουμε την πιο ευφάνταστη θεωρία, οτιδήποτε στην ουσία, την πιο τρελή, αλλά για να την δεχτούμε την συγκρίνουμε τελικά με την εμπειρική πραγματικότητα, και όσο περισσότερο αντέχει στην βάσανο, δεν διαψεύδεται τόσο περισσότερο αληθοφανής είναι. Η αλήθεια λοιπόν υπάρχει, είναι η πραγματικότητα εκεί έξω, και η επιστήμη είναι αυτή η ανακάλυψη της αλήθειας. Υπάρχει πρόοδος στην ιστορία, η επιστήμη οδηγείται σταδιακά και προοδευτικά προς αυτήν την αλήθεια, την προσεγγίζει έστω και ασυμπτωτικά (δηλαδή ποτέ δεν την αποκαλύπτει τελικά, μόνο την προσεγγίζει όλο και εγγύτερα). Η αρχή της επαγωγής μπορεί να απορρίπτεται τελεσίδικα και εμφατικά, αλλά a priori συνθετικές προτάσεις, στοιχεία-προτάσεις της θεωρίας, κατασκευάζουν κονστρουξιονιστικά την πραγματικότητα. Ο Μεταξόπουλος ως συνεπής μετριοπαθής σκεπτικιστής θα αμφισβητήσει τον, έστω και κριτικό, ορθολογισμό του Πόππερ, στον βαθμό που δογματικά δέχεται την ευθύγραμμη πρόοδο, και απόλυτο πρόταγμα αλήθειας που αυτός προϋποθέτει. Μέσω των Kuhn, Feyerabend, Duhem αλλά ακόμα και Lakatos, θα δείξει ότι οι επιστημονικές θεωρίες γίνονται δεκτές και επιχειρούνται, εντός επιστημονικών παραδειγμάτων (παραδόσεων) και προγραμμάτων, όπου κυβερνούν πραγματολογικές προκείμενες και κανονιστικά ιδεώδη, κανόνες διεξαγωγής της ερευνητικής μάχης. Πρόκειται για επιμέρους εκάστοτε ιστορικά πλαίσια,

τα οποία αποδέχεται συνειδητά ή ημι-συνείδητα ο δεδομένος επιστήμονας και εντός των οποίων δραστηριοποιείται. Δεν είναι η απόλυτη αλήθεια, στο τέλος, αυτή η οποία ορθολογικά κατευθύνει τον επιστήμονα, αλλά πχ η τεχνολογική επιτυχία, οικονομικο-κοινωνικά προτάγματα, χρησιμότητα και λειτουργικότητα κτλ, τα οποία ο επιστήμονας συμμερίζεται και αποδέχεται συμβατικά και συναινεσιακά. Apel και Habermas: Ο Υπερβατολογικός Θεμελιωτισμός των Apel και Habermas, σκληρός και οιωνεί αντιστοίχως, προσπαθεί να θεμελιώσει ορθολογικά τον κοινωνικό και επιστημονικό κόσμο, προσφεύγοντας σε υπερβατολογική θεμελίωση του καντιανού τύπου, ορμώμενος από τα ιδεώδη του Διαφωτισμού. Έτσι, διατείνεται ο Μεταξόπουλος, προϋποθέτουν αυτό το οποίο θέλουν να θεμελιώσουν και αποδείξουν ως δεδομένο (ο κόσμος είναι έτσι) και κατόπιν ανευρίσκουν κατασκευάζοντας τι προϋποθέτει αυτή η δεδομένη πραγματικότητα, τι πρέπει να ισχύει για να είναι η πραγματικότητα έτσι όπως γεγονικά είναι. Δεδομένος τους είναι ο κόσμος, το πρόταγμα της νεωτερικότητας, η αλήθεια του Διαφωτιστικού προγράμματος. Υπάρχει αλήθεια και οφείλουμε να την ανακαλύψουμε. Η Ιστορία είναι η ορθολογική εκδίπλωση της αλήθειας του κόσμου, σ’ όλες της τις εκφάνσεις. Για να το πετύχουμε αυτό προϋποθέτουμε μια πραγματικότητα, θεμελιωμένη εργαλειακά (εργαλειακός λόγος, λειτουργισμός, δηλαδή επιλέγω μέσα για να πετύχω πρακτικούς σκοπούς) και επικοινωνιακά, δηλαδή ως διυποκειμενική διαπραγμάτευση και διαβούλευση μεταξύ ειλικρινών, τίμιων και φιλαλήθων ηθικών προσώπων. Η αλήθεια αφενός δεν είναι υπόθεση του μοναχικού ενός υποκειμένου, σολιπσισμός, αλλά είναι αφετέρου δημόσια υπόθεση. Μια αρμονική κοινότητα όπου τίμια υποκείμενα συζητούν και διαλέγονται για την ανεύρεση της αλήθειας. Ο βιόκοσμος είναι ο τόπος όπου αυτές οι ‘κανονικότητες’ και αρχές διαφωτιστικής προέλευσης προϋποτίθενται, και τα δρώντα πρόσωπα τις ενστερνίζονται συνειδητά ή ημισυνείδητα. Όπως είπαμε ήδη, ο Μεταξόπουλος υποβάλλει στην βάσανο του τριλήμματος και συνδυαστικά απορ-

65


66

ρίπτει αυτές τις προσεγγίσεις. Οι φιλόσοφοι αυτοί είναι εκτεθιμένοι στα πυρά του σκεπτικισμού, στον βαθμό που υιοθετούν αυθαίρετα και δογματικά τις αρχές αυτές του Διαφωτισμού και τις ανάγουν σε υπερβατολογικό θεμέλιο ορθολογικότητας. Ο κριτικός σκεπτικιστής θα μπορούσε να αποδεχτεί αυτές τις αρχές, αλλά όχι δογματικά, απλαισίωτα και καθολικά, οικουμενικά. Πραγματισμός-Νεοπραγματισμός: Όπως είπαμε ο Μεταξόπουλος προκρίνει έναν μετριασμένο σκεπτικισμό, τον οποίο συνυφαίνει με εκδοχές του αμερικανικού πραγματισμού (James, Dewey, Pierce) και του νέοπραγματισμού του Rorty. Πρόκειται για μια θεωρία του νοήματος και της αλήθειας (έχουμε ήδη αναφερθεί σ’ αυτές τις έννοιες και στα προηγούμενα). Όσον αφορά στην αλήθεια είναι μια αντι-αντιστοιχιστική (anti-adaequatio) θεωρία στο επιστημολογικό πεδίο. Είναι μάλλον μια θεωρία συνεκτικότητας-coherence, συνταιριάσματος και εσωτερική παρά εξωτερική, δηλαδή αντιστοιχία της έσω πραγματικότητας με μια εξωτερική. Ο κάθε όρος, πεποίθηση (όπως είπαμε) παραπέμπει σε μια άλλη, αυτή σε μια άλλη και ούτως επ’ άπειρον , σ’ έναν ασταμάτητο αλληλοσχετισμό, ένας ανοιχτός ολισμός (όπως το αναπτύξαμε αλλού). Όσον αφορά το νόημα αυτό δεν είναι πχ. «the method of its verification», αλλά συνάπτεται της χρήσης. Meaning is use όπως θα έλεγε ο ύστερος Wittgenstein. Η αλήθεια είναι μια χρήσιμη έννοια-εργαλείο η οποία μας βοηθάει να ανταπεξέλθουμε εμπράγματα στον καθημερινό μας βίο. Έχει λειτουργικό ρόλο μάλλον παρά ουσιοκρατική υφή. Επιλύουμε γρίφους, σχεδιάζουμε στρατηγικές, διεξάγουμε ‘μάχες’ στην καθημερινή πάλη για κατίσχυση. Έτσι σχετιζόμαστε στην ζωή μας, προκρίνοντας και οικειοποιούμενοι δραστηριότητες εμπρόθετες οι οποίες είναι πλαισιωμένες και ιστορικο-χρονικές, όχι απόλυτες, αιώνιες και εξωχρονικές. Υπάρχει, επικρατεί μια ισοσθένεια των λόγων, αλλά ο δρων μπορεί να επιλέξει μια πρακτική στάση ανάμεσα σ’ άλλες, έτσι σχετικά αυθαίρετα, ούτως ώστε να βιωθεί ο κόσμος εμπράγματα. Η Αλήθεια με άλφα κεφαλαίο αποκλείεται, μόνο μερικές αλήθειες σ’ ένα πλουραλιστικό σχήμα επιλογών προκρίνονται. Παρόλα αυτά ο Μεταξόπουλος προσάπτει στον Rorty ότι εντέλει αποδέχεται μια συγκεκριμένη παράδοση ως την αληθή, αυτή την οποία θεωρεί ως την επικρατούσα, δικαιότερη, ορθή κτλ. Αυτή είναι ένας ελευθεριάζων φιλελευθερισμός, όπως αυτός αναδείχτηκε στον δυτικό πολιτισμό. Ανάμεσα σ’ άλλες προσεγγίσεις, αυτή του δυτικού ουμανισμού, με καταβολές από τον δημοκρατικό Διαφωτισμό, είναι η ορθή θεώρηση

πολιτικής στράτευσης. Μ’ αυτόν τον τρόπο απολυτοποιεί, διατείνεται ο Μεταξόπουλος, μια στάση ως την ορθότερη μεταξύ άλλων υποψηφίων. Έτσι δεν διαφέρει σε τίποτα από τους άλλους στοχαστές που δέχτηκαν τα πυρά του σκεπτικιστή. Υποπίπτει στο σφάλμα της λήψης του ζητουμένου και δέχεται μοιραία τα βέλη του τελευταίου. Ο μετριασμένος σκεπτικιστής, ή νέο-πραγματιστής, απλώς μπορεί να διαλέξει αυθαίρετα, σχετικά (συμβασιακά) μια προσέγγιση ανάμεσα σ’ άλλες, αλλά δεν μπορεί να δεχτεί ότι μια εξ αυτών είναι και η μόνη συνεπής ή καλύτερη των άλλων απόλυτα, κατά μυθολογικό και μεταφυσικό τρόπο. Ο Rorty θα μπορούσε πράγματι να ασπαστεί την εν λόγω άποψη, αλλά δεν του επιτρέπεται να την θεωρήσει και επιβάλλει ως την μόνη αληθή ανάμεσα σ’ άλλες. Τελικά θα έπρεπε να επικρατήσει η ισοσθένεια των λόγων, αν και όχι αναγκαστικά η ‘εποχή’ των σκεπτικών, στον βαθμό που ο δρων επιλέγει τελικά μια στάση. Όλα διατελούν σε μια αέναη μάχη, πόλεμο, όπως το δέχεται ο Μεταξόπουλος, ορμώμενος πχ από τον Παν. Κονδύλη («Ισχύς και Απόφαση»). Κάθε θέση αποτελεί έναν πολιορκητικό κριό στην προσπάθεια άλωσης των τειχών του αντιπάλου. Η αλήθεια είναι ισχύς και εξουσία, σ’ έναν αγώνα για κατίσχυση μεταξύ των αντιπάλων πλευρών. Μερικές παρατηρήσεις: Φαίνεται ωστόσο ότι εντός πλαισίου ιστορικού, εντός παραδείγματος, κάνουμε λόγο για προσπάθεια εξεύρεσης της αλήθειας. Υπάρχει καλύτερο και χειρότερο. Λέμε ότι κατ’ απόλυτο τρόπο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι πχ η νεωτερικότητα είναι καλύτερη του μεσαίωνα. Ωστόσο κανείς, ή σχεδόν κανείς, δεν επιθυμεί να ζήσει όπως γινόταν στον μεσαίωνα. Ο τελευταίος έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ή μπορούμε να υποστηρίξουμε με τον Feyerabend ότι πχ η φυσική επιστήμη της νεωτερικότητας δεν είναι απόλυτα αληθινότερη της Αριστοτέλειας, αλλά λίγοι θα εγκατέλειπαν πχ την κβαντική φυσική για να επιστρέψουν στην αριστοτέλεια. Ανάλογα και στο πεδίο της αξιολογικής κανονιστικότητας (ηθική, πολιτική και κοινωνική θεωρία). Μπορεί οι αξίες του Διαφωτισμού να μην είναι απόλυτα αληθινότερες των αξιών της φεουδαρχίας, παρόλα αυτά ακόμα και στην ‘βαθειά’ μετανεωτερικότητα κανείς δεν επιθυμεί να διαβιώνει με τις αξίες της τελευταίας. Οι περισσότεροι προτιμούν μια εκδοχή της αστικής δημοκρατίας και φιλελευθερισμού, και a fortiori έτσι μετά την πτώση των καθεστώτων του ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’. Αμφισβητούμε την εποχή μας εμείς οι δυτικοί, σ’ αυτό είμαστε εξάλλου πρωτοπόροι, αλλά δεχόμαστε ως επί το πλείστον πολλές από τις αξίες της. Κατά κάποιον τρόπο, όπως έλεγε ο Καντ, οδεύουμε προς

κάτι καλύτερο, η ιστορία φαίνεται πως έστω και με σκαμπανεβάσματα να οδηγείται κάπου, σε κάποιο διακριτό σημείο. Κατά κάποιον τρόπο, όχι δογματικά, η νεωτερικότητα είναι καλύτερη του μεσαίωνα, ή της αρχαιότητας, και πολύ λίγοι προσπαθούν να αναβιώσουν πχ τον πολυθεϊσμό. Οπότε, κατά κάποιον τρόπο πάλι, κυνηγάμε την αλήθεια δια-παραδειγματικά. Δεν είμαι βέβαιος για το τι θα έλεγε ο Μεταξόπουλος επ’ αυτού, αλλά μου φαίνεται ότι ο Rorty έχει το δικαίωμα να θεωρεί έγκυρη και ίσως σχετικά καλύτερη την επιλογή του, αυτό που ο Μεταξόπουλος ονομάζει ‘ειρωνικό’ φιλελευθερισμό, την φιλελεύθερη αντίληψη του δυτικού πολιτισμού. Δεν μου φαίνεται θεμιτή η προοπτική να έχει ο άντρας τέσσερις γυναίκες (θα ήταν εξάλλου ισοδύναμο της μοιχείας), ή να λιθοβολούμε μέχρι θανάτου τους αμαρτωλούς, να φοράνε μπούρκα οι γυναίκες (νοιώθω τραυματισμένος να τις βλέπω κτλ.) Σ’ αυτό πιστεύω ότι ο δυτικός πολιτισμός έχει κάνει προόδους. Ομολογώ βεβαίως ότι σε άλλα έχει επιφέρει σοβαρές παρενέργειες, πχ καταστροφή του περιβάλλοντος, φτώχεια και ανέχεια στον τρίτο κόσμο, πόλεμους άδικους και απαράδεκτους στο όνομα της δημοκρατίας ή παλαιότερα του θεού κτλ. Ωστόσο, όπως έλεγε και ο Καστοριάδης («Η Άνοδος της Ασημαντότητας») ο δυτικός πολιτισμός, δημοκρατικός φιλελευθερισμός, είναι ο μόνος όπου μπορεί να καταστεί αποδεκτό, ακόμα και θεμιτό, να τίθενται σε αμφιβολία τα θεμέλια του ίδιου του τού εαυτού. Μπορούμε να ασκήσουμε κριτική ελεύθερα, στις πιο συμβατές του αλήθειες και αξίες χωρίς να κινδυνεύει πχ η ζωή μας. Ο Μεταξόπουλος δεν θα μπορούσε να γράψει ένα τέτοιο ‘ανατρεπτικό’ βιβλίο, το οποίο ομολογώ ότι με έλκει, στην επικράτεια των τζιχαντιστών του Isis κτλ. Ούτε να υποστηρίξει με ειρωνικό και κυνικό τρόπο ότι τα πάντα γίνονται στο όνομα της κατίσχυσης πλευρών-κομμάτων, μια αιώνια διαμάχη για επικράτηση του ενός έναντι του άλλου, όπως φαίνεται και από τις αναφορές του στον Κονδύλη του «Ισχύς και Απόφαση». Εξάλλου και αυτός ο ‘αξιολογικός μηδενισμός’ και τα παρεπόμενα, θάνατος του θεού (Nietzsche) κι ακόμα θάνατος του Ανθρώπου (Foucault), δεν είναι αποτελέσματα οποιουδήποτε πολιτισμού, ούτε του ισλαμισμού ή του ινδουισμού πχ, αλλά αποτελούν συνέπεια και κατάληξη της δυτικής νεωτερικότητας, απότοκο παιδί του διαφωτισμού. Στο κάτω κάτω της γραφής ο Μεταξόπουλος δεν θα μπορούσε να έχει γράψει αυτό το βιβλίο αν δεν ήταν ενταγμένος και γαλουχημένος σ’ αυτό το δυτικό παράδειγμα. 


Ο Ευγένιος Τριβιζάς στο Ίδρυµα Κακογιάννη Ταξιδεύοντας µε τον «ζογκλέρ των µελάτων αυγών»!

Παντελής Καλιότσος Ο «δάσκαλος της Ανθρωπιάς» δεν είναι πια εδώ 10 Παιδιά, µα τι παιδιά! Γράφουν µπεστ σέλερ και πάνε σχολείο!!!

Υπεύθυνη: Μπέλλα Μηλοπούλου


Η µαγεία είναι στις λέξεις

68

Ε

µείς, εδώ, αγαπάµε τα χρώµατα, τις όµορφες µυρωδιές, τις µεγάλες αγκαλιές, την αλήθεια, τα διαλείµµατα, τις εκδροµές, αλλά και τα κόµικς, το Χάρι Πότερ και τον Άρχοντα των δαχτυλιδιών, τα escape rooms, το διαδίκτυο, τους γονείς και τους φίλους µας. Αγαπάµε, όµως και τα βιβλία. Αυτά που κάνουν τις λέξεις όµορφες ιστορίες και χρωµατιστές εικόνες και µας κρατάνε τόσο καλή συντροφιά. Αγαπάµε και τους συγγραφείς που γράφουν βιβλία για παιδιά και έφηβους και τους τιµάµε όπως τους αξίζει. Θέλουµε να µαθαίνουµε από τους πρώτους τι συµβαίνει στον κόσµο του βιβλίου –στην όποια του µορφή- σε όλο τον κόσµο, να πηγαίνουµε σε εκδηλώσεις και γιορτές, να περνάµε καλά, να µαθαίνουµε πράγµατα, να χαιρόµαστε, να προβληµατιζόµαστε, να τολµάµε, να ρωτάµε και να περιµένουµε τις σωστές απαντήσεις. Μια ανοιχτή αγκαλιά για παιδιά και έφηβους η µικρή «ανοιχτή βιβλιοθήκη» που ξεκινάει από σήµερα το ταξίδι της στο διαδίκτυο µε πολλά όνειρα και πολλές υποσχέσεις. Μέληµά µας –πέρα από το να µεγαλώνουµε σε κάθε τεύχος- να προσφέρουµε µε σοβαρότητα και υπευθυνότητα γνώση και χαµόγελο στα παιδιά µας, να προτείνουµε λύσεις, να δίνουµε «τροφή» στη φαντασία τους για να µπορούµε να παίρνουµε πίσω όλα εκείνα τα πολύτιµα που έχουν να µας δώσουν. Θέλουµε να είµαστε φορείς χαµόγελου, αλλά κι επικοινωνίας και αφύπνισης και καταστροφής της ανασφάλειας και της αγωνίας τους. Εµείς, εδώ αγαπάµε την ουσία των πραγµάτων. Κι από εκεί θα ξεκινάµε σε κάθε τεύχος το ταξίδι µας για να φτάνουµε στους άλλους κόσµους, εκείνους τους µαγικούς που κρύβονται στις σελίδες κάθε βιβλίου! Μπέλλα Μηλοπούλου

Η... τελευταία μαύρη γάτα στο Ιδρυμα Κακογιάννη


Μαγικά ταξίδια µε τον Ευγένιο! Στο Ίδρυµα Μιχάλης Κακογιάννης

Τ

Της Μπέλλας Μηλοπούλου

ελικά, είναι αλήθεια: Η «Τελευταία µαύρη γάτα» τα κατάφερε να γλυτώσει από τους διώκτες της. Τα κατάφερε να γλυτώσει. Την είδαµε µε τα ίδια µας τα µάτια πλάι στα τρία Χριστουγεννιάτικα δέντρα και δεν το πιστεύαµε. Είχε και παρέα και πολύ το χαρήκαµε. Ηταν µαζί της …τρεις µανάβηδες της Φρουτοπίας µεταµορφωµένοι σε βίδες, ο ιπποπόταµος που χορεύει τσάρλεστον, η Δόνα Τερηδόνα κι ας προσπαθούσε να κρυφτεί, το περιβόητο αόρατο πράσινο καγκουρό. Μα πιο πολύ χαρήκαµε που εκεί κοντά στην σώα και αβλαβή πια Μαύρη Γάτα, υπήρχε η αυθεντική περγαµηνή µε το νόµο του βασιλιά Αρπατίλαου του Πρώτου, που καταργεί τις Κυριακές και τις ονοµάζει Προδευτέρες! Για να µην πούµε και για εκείνο το περίφηµο Ιπτάµενο Σουρωτήρι που βοηθά τη Χαρά και το Γκουντούν να ταξιδεύουν στα πέρατα του κόσµου για να ξεφύγουν από τον Γκουντουνοφάγο! Τα είδαµε όλα. Και, µάλιστα, όλα µαζί. Και ταξιδέψαµε κι εµείς στα χρώµατα και τις ιστορίες του Ευγένιου Τριβιζά. Στον ξεχωριστό κόσµο του εξερευνητή, εφευρέτη και… ζογκλέρ µελάτων αυγών! Πάνω-κάτω, πάνωκάτω σε δυο ορόφους για να τα προλάβουµε όλα, να τα χαρούµε όλα, να θυµηθούµε, να γνωρίσουµε από κοντά τους ήρωες, να ζηλέψουµε τα κοστούµια τους, γεµάτα χρώµατα και πρωτοτυπία. Η έκθεση µε τίτλο «Από τη Φρουτοπία στο Νησί των Πυροτεχνηµάτων: Ένα συναρπαστικό

Ταξίδι στους µαγικούς κόσµους του Ευγένιου Τριβιζά» άνοιξε τις πύλες της στο Ίδρυµα Μιχάλης Κακογιάννης και θα κρατήσει µέχρι το τέλος Φεβρουαρίου της καινούργιας χρονιάς. Η έκθεση, που περιλαµβάνει εικαστικά και άλλα έργα τέχνης –και όχι µόνο- εµπνευσµένα από βιβλία του συγγραφέα και πλαισιώνεται µε µουσείο φαντασίας και παράλληλες δράσεις κορυφαίων ηθοποιών, ποιητών, συνθετών, δηµοσιογράφων και άλλων ανθρώπων του πνεύµατος, πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μουσείο Γ. Γουναρόπουλου (από 20.11.2013 έως 15.3.2014) και στη συνέχεια στο Πολιτιστικό Ίδρυµα της Τράπεζας Κύπρου (από 21.11.2014 έως 30.6.2015) , αλλά, τώρα έχει εµπλουτισθεί µε πρωτότυπα έργα νέων καλλιτεχνών,έχει µια φρεσκάδα και µια διαφορετική έµπνευση στο στήσιµό της. Και φυσικά, δεν απευθύνεται µονάχα σε παιδιά, αλλά και σε όλους εµάς που ο Τριβιζάς µας κάνει να νοιώθουµε παιδιά. Ταλαντούχοι ζωγράφοι, εικονογράφοι, γλύπτες, χαράκτες, ενδυµατολόγοι, συντηρητές, κατασκευαστές, ηθοποιοί, τραγουδοποιοί και άλλοι καλλιτέχνες παρουσιάζουν ζωγραφικούς πίνακες, εγκαταστάσεις, κατασκευές, κοµψοτεχνήµατα, κοσµήµατα, παιχνίδια, κούκλες, ταινίες και δρώµενα, εµπνευσµένα από τα βιβλία και τους ήρωες του κοσµαγάπητου «ποιητή παραµυθιών», όπως τον έχει αποκαλέσει ο Γ. Μπαµπινιώτης. Τον εξαιρετικό σχεδιασµό της έκθεσης υπογράφει ο Δηµήτρης Μεργούπης µε τη δηµιουργική οµάδα του.

69


Οι δηµιουργοί και ο φορείς που συµµετέχουν

70

Abas Acta, Λουντµίλα Αϊβαζίδου, Ράνια Βαρβάκη, Μαρία Γενιτσαρίου, Χρήστος Γιαννόπουλος, Γιώτα Δασκαλά, Νικόλας Δάφνης, Έλλη Δηµητρίου, Ρόζα Ηλιού, Λίζα Ηλιού, Δήµητρα Καίσαρη, Αιµιλία Καλαντίδου, Μαρία Καµαϊκάρη, Γιάννης Καπέλλος, Λέα Κούση, Αλέξης Κυριτσόπουλος, Ιωάννα Λιανού, Άννα Μαχαιριανάκη, Μαριλένα Μέξη, Αγαθοκλής Μεργούπης, Εύα Νάθενα, Μίλτος Παντελιάς, Έλλη Παπαγεωργακοπούλου, Ιωάννα Παπαντωνίου, Δάφνη Peel, Μαρίνα Προβατίδου, Παναγιώτης Ράππας, Άγγελος Ρούβας, Ναταλί Σαϊτάκη, Άννα Σαντοριναίου, Οικογένεια Σοφιανού, Στέφανος Σουβατζόγλου, Μαριλένα Συνοδινού, Ελένη Τσαλδίρη, Μυρτώ Φερεντίνου ,Εθνικό Θέατρο, Εθνική Λυρική Σκηνή, Μέγαρο Μουσικής, Μουσείο Γουναρόπουλου, Cap Cap, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυµα της Ιωάννας Παπαντωνίου, Χατζηκυριάκειο Ίδρυµα Παιδικής Προστασίας, Θεατρική εταιρεία ΣΤΟΑ, Θεατρική Σκηνή Μίµηση Πράξης, Κουκλοθεατρική οµάδα Κιβωτός Μύθων από την Παραµυθοχώρα. Παράλληλα µε την έκθεση, αντικείµενα της οποίας είναι τοποθετηµένα στον πρώτο και στο δεύτερο όροφο του Ιδρύµατος Μιχάλης Κακογιάννης (Πειραιώς 206, Ταύρος, τηλ. 210.341.550) γίνονται και οι ακόλουθες προβολές: -Αποσπάσµατα από τη Φρουτοπία, παραγωγή της οικογένεια Σοφιανού, σε σκηνοθεσία και µουσική του Φαίδωνα Σοφιανού (1985) Και κατά τη διάρκεια των Εορτών: -«Ένα δέντρο, µια φορά» σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Ράππα (συµπαραγωγή ΕΡΤ-Time Lapse Pictures, 2009) -«Το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι» σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Ράππας και ’Άγγελου Ρούβα (συµπαραγωγή ΕΡΤ-Time Lapse Pictures, 2007) 

Η ...κατά Cap Cap Δόνα Τερηδόνα


Ευγένιος Τριβιζάς

Κ

Ο «ποιητής των παραµυθιών» και της καρδιάς µας!

αι πού δεν έχει πάει- και δεν µας έχει πάει- αυτός ο άνθρωπος! Έχει ανακαλύψει εντελώς µόνος του 484 χώρες! Κι έχει ταξιδέψει στο Κουτσουλιστάν, στο Πιπερού, φυσικά στο Νησί των Πυροτεχνηµάτων (όπου και ζει παρέα µε το αόρατο πράσινο καγκουρό, τους υπόλοιπους φίλους, αλλά και τον αναδροµικό του καθρέφτη που σε δείχνει όπως ήσουνα πριν από δέκα χρόνια. Κι ακόµη, στη Φρουτοπία, αλλά και στη Χώρα των Χαµένων Χαρταετών, το Κουφέιτ, το Μισισιπί –για ν’ ανακαλύψει ποιος είναι αυτός που έκανε… πιπί, στον Άρη, οπωσδήποτε κι όταν χρειαστεί πετάγεται µέχρι τις «Γιαγιάδες µε τα γιο-γιο» για να τους κάνει µια µεγάλη, τρυφερή αγκαλιά! Αυτό είναι να είσαι κοσµοπολίτης… Μα, ποιος είναι τέλος πάντων, αυτός ο άνθρωπος; Είναι ο «ποιητής παραµυθιών», όπως τον αποκάλεσε ο καθηγητής Μπαµπινιώτης ή ο… παραµυθάς των ποιητών; Όποιος και να είναι, ο, τι και να είναι, ο Ευγένιος Τριβιζάς έχει κατακτήσει µεγάλους και παιδιά µε τα δικά του. Τους ήρωες και τους τόπους, τη φαντασία και την τρυφερότητά του, την παιδικότητα που χρειάζεται κόπο να την συντηρήσεις όσο µεγαλώνεις, τις λέξεις που αγαπάει και τις «πλέκει» και τις «κεντάει» και τις κάνει άλλες λέξεις κι έχουν άλλη σηµασία και µας κάνουν όλους πιο πλούσιους στην ψυχή και την καρδιά µας. Γεννηµένος 8 Σεπτεµβρίου του 1946 στην Αθήνα, σπούδασε νοµικά στο Πανεπιστήµιο Αθηνών, πήρε master κι έγινε διδάκτωρ στο London School of Economics and Political Science και Senior Research Fellow του Πανεπιστηµίου Λονδίνου. Ως ακαδηµαϊκός καθηγητής διδάσκει Εγκληµατολογία και Συγκριτικό

Ποινικό Δίκαιο –όπου κατέχει και τη διεύθυνση του Τµήµατος Εγκληµατολογικών Μελετών του πανεπιστηµίου Reading στη Βρετανία, όπου, στο παρελθόν, έχει ανέβει στην έδρα και άλλων πανεπιστηµιακών ιδρυµάτων όπως του Bramshill Police College, του London School of Economics κ.α. ενώ τον βρίσκουµε στο τέλος της δεκαετίας του ΄90, επισκέπτη καθηγητή Εγκληµατολογίας στο Πάντειο. Από πολύ νωρίς, βέβαια, ξεκίνησε µε απόλυτη σοβαρότητα να µαζεύει τα αντικείµενα της πολύ σπουδαίας συλλογής που έχει σήµερα στην κατοχή του και αποτελείται κυρίως από σπάνια κοµµάτια παλιών παραµυθιών: ένα πούπουλο από το µαξιλάρι που κοιµόταν η πεντάµορφη βασιλοπούλα, το κορδόνι από το δεξί παπούτσι του παπουτσωµένου γάτου, ένα τούβλο από το σπίτι που είχαν χτίσει τα τρία γουρουνάκια, τα γυαλιά της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας και – πολύ σηµαντικό- το φιτίλι από το λυχνάρι του Αλαντίν. Στο επιστηµονικό κοµµάτι, πάλι, και συγκεκριµένα, στις διατριβές του που έχει ασχοληθεί και αναλύσει συστηµατικά τις αποκλίνουσες συµπεριφορές του πλήθους και τις συνέπειές τους στο σύστηµα ποινικής δικαιοσύνης στην Αγγλία. Είναι, µάλιστα, γνωστό πως η Σκότλαντ Γιαρντ του ζητά να παίρνει µέρος σε έρευνες και άλλες δραστηριότητές της. «Οι άνθρωποι που µε έχουν επηρεάσει περισσότερο είναι τα παιδιά και οι εγκληµατίες. Τα παιδιά µε τις ερωτήσεις τους και οι εγκληµατίες µε τις απαντήσεις τους.» έχει διαπιστώσει µοναδικά ο ίδιος.

71


Και το γράψιµο αρχίζει

72

Από νωρίς, παράλληλα µε τις σπουδές και τη σοβαρότατη επιστηµονική του καριέρα, ο Ευγένιος Τριβιζάς γράφει. Στη λογοτεχνία κρύβεται ο άλλος του εαυτός, η καθαρότητα και η αµεσότητα ενός παιδιού που δεν µεγαλώνει ποτέ και συµπορεύεται εξαιρετικά µε τη γνώση, την ωριµότητα και τη σοφία του ενήλικα. Προτιµάει να γράφει για παιδιά –ένα µόνο έργο του µε τίτλο «Ο ερωτευµένος πυροσβέστης» (εκδόσεις Πατάκη, 1998) απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες. Για τα παιδιά αναγνώστες – και όχι µόνο, φυσικά- προσφέρει περισσότερα από 150 βιβλία, αλλά, και λιµπρέτα για όπερες και πιο πολλά από 20 θεατρικά έργα. Ένα από αυτά τα θεατρικά, το « Όνειρο του σκιάχτρου» παρουσιάζεται το 1992 στο θέατρο του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου στο πλαίσιο της διοργάνωσης European Arts Festival. Είναι η χρονιά που το έργο του «Χίλιες και µία γάτες» παίρνει το πρώτο βραβείο στον παγκόσµιο διαγωνισµό του Πολωνικού Κέντρου Τέχνης για τη Νεότητα ενώ την αµέσως επόµενη χρονιά τα «Τρία µικρά λυκάκια» του περνούν µε άνεση στη δεύτερη θέση των αµερικανικών παιδικών µπεστ σέλερ. Τα βιβλία του έχουν ταξιδέψει από την ΕΡΤ µέχρι το BBC, έχουν πάρει τη θέση που τους αξίζει σε αναγνωστικά όχι µόνο της Ελλάδας, αλλά και της Αµερικής κι έχουν µεταφραστεί σε πολλές γλώσσες-µ αγγλικά και γερµανικά, σουηδικά και ισπανικά, ολλανδικά, µα και γιαπωνέζικα! Ηταν την άνοιξη του 2000 όταν η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστηµίου της Μινεσότα έκανε µια πολύ ξεχωριστή τιµή γι’ αυτόν τον πολύ ξεχωριστό δηµιουργό: Η Andersen Library, λοιπόν, συγκέντρωσε όλα τα λογοτεχνικά του έργα, αλλά και χειρόγραφα και Άλλο υλικό και τα ενέταξε στις προθήκες της. Ο ίδιος θεωρεί πως ό, τι απευθύνεται στο παιδί στη χώρα µας υποτιµάται και θεωρείται εύκολο. Ίσως αυτό να είναι ένα από τα µυστικά αυτής της τεράστιας επιτυχίας του.

Εκείνος όχι µόνον δεν υποτιµά αυτά που φτιάχνει για τα παιδιά, αντίθετα, καταθέτει την ψυχή, τη σοβαρότητα και τον ίδιο του τον εαυτό στην κάθε λέξη. Και η επιτυχία του έφερε αναγνώριση, τιµές και βραβεία τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Η Ακαδηµία Αθηνών, ο Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, η Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών, η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά αλλά και πολλοί φορείς του εξωτερικού τον έχουν τιµήσει για τη δουλειά του. Κι επειδή είπαµε πως κάνει αυτά τα υπέροχα πράγµατα µε τόσο µεγάλη σοβαρότητα, ας κλείσουµε µε κάτι τόσο σηµαντικό που προτείνει: «Μόνο αν καταφέρουµε να διατηρήσουµε τον καλλιτέχνη µέσα στο παιδί, µόνο αν τονώσουµε τη φαντασία και καλλιεργήσουµε τη δηµιουργικότητά του, µόνο αν το µάθουµε, αντί να υπηρετεί, να υπερβαίνει την πραγµατικότητα, και πιο πολύ από «γιατί;» να ρωτάει «γιατί όχι;» έχουµε ελπίδα να αποφύγουµε τη στασιµότητα, την αδράνεια και την κοινωνική αποτελµάτωση». 

Και φτάσαµε στα 205!

Τα 205 βιβλία του Ευγένιου Τριβιζά έχουν εκδοθεί από το υπουργείο Παιδείας και τους εκδοτικούς οίκους: Καρυδάκη, Μίλητος, Μεταίχµιο,Art-emis, Modern Times, Διάπλαση, Καλέντης, Χάρτινη Πόλη, Μίνωας, Ελληνικό Κέντρο Θεάτρου, Κέδρος, Καστανιώτης, Ψυχογιός, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Πατάκης και Μεταίχµιο.


«Δάσκαλος» ανθρωπιάς, σοφίας, καλοσύνης και χαµόγελου! Παντελής Καλιότσος

Ο

Παντελής Καλιότσος ποτέ δεν δέχτηκε την ετικέτα του συγγραφέα παιδικών βιβλίων. «Γράφω µυθιστορήµατα πάει να πει παίζω. Δεν ξέρω γιατί µερικά χαρακτηρίζονται «παιδικά». Εγώ τα γράφω επειδή θέλω, απλούστατα, να κρατάω στη ζωή εκείνο το φτωχόπαιδο που έπαιζε τα παλιά χρόνια στους δρόµους. Kαι το πιο σπουδαίο: να διατηρώ αιωνίως την EKΠΛHΞH µου για το φαινόµενο της ζωής, γιατί είµαι βέβαιος ότι µόνο όποιος εκπλήσσεται ερευνά κι έχει µέλλον. H έκπληξη είναι ιδιότητα παιδική.» διευκρινίζει στο αυτοβιογραφικό του σηµείωµα, στις εκδόσεις «Πατάκης». Αν ένας συγγραφέας µ’ ένα απόσπασµα από ένα βιβλίο του που διδάσκεται στο µάθηµα της «Γλώσσας» της 6ης Δηµοτικού καταφέρει να κάνει ένα δάσκαλο, ένα γονιό ή ένα παιδί να δακρύσουν µαζί, τότε, σίγουρα, το βιβλίο δεν είναι παιδικό, είναι βιβλίο καρδιάς και στην καρδιά του αναγνώστη µιλάει απευθείας. Γιατί έχει αλήθεια, τρυφερότητα, απλότητα και καλοσύνη –πόσο σπάνια πια όλα τούτα… Ο συγγραφέας του βραβευµένου «Η σφεντόνα του Δαβίδ» έφυγε για άλλους κόσµους κι άλλα ταξίδια πριν από λίγο καιρό, στα 91 του, αφήνοντάς µας και λίγο µόνους. Η ιστορία του αληθινή, καθηµερινή, σκληρή και τρυφερή ταυτόχρονα, γεµάτη συµπτώσεις και αλληγορίες. Την περιγράφει συνοπτικά ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό του σηµείωµα: «Γεννήθηκα το 1925. Τα πρώτα µου παιδικά χρόνια τα πέρασα σε φτωχογειτονιές της Αθήνας, όπου τα σπίτια δεν είχαν ακόµα ηλεκτρικό ούτε νερό. Το υδροφόρο κάθε πρωί

µοίραζε το νερό µε τενεκέδες, ενώ στις καλύτερες περιπτώσεις υπήρχε µια κοινή βρύση, όπως και ένα κοινό αποχωρητήριο. Συνοικίες µε παράγκες και χαµοκέλες σε Παγκράτι, Νέα Ελβετία, Ανάληψη, Γούβα, Kοπανά, Ποδονίφτη... Πολλά ονόµατα άλλαξαν τώρα. Το κάθε σπίτι είχε κι ένα κοτέτσι. Για να πω την αλήθεια, το δικό µου το σπίτι ήταν αρκετά καλύτερο από κοτέτσι, παρ’ ότι οι κότες έµπαιναν µέσα ελεύθερες και µερικές νύχτες κούρνιαζαν και στα κάγκελα του κρεβατιού, ενώ την ηµέρα κυκλοφορούσαν στους χωµατόδροµους µε τα λιµνάζοντα νερά αφήνοντας παντού κουτσουλιές. Yπάρχει εδώ µια συναρπαστική σύµπτωση: το σπίτι που

73


74

«Οι περίφημες μάχες που περιγράφω στα Ξύλινα σπαθιά έγιναν στην περιοχή από τον Aρδηττό ίσαμε το A΄ Νεκροταφείο»

γεννήθηκα, στου Ψυρρή, έγινε αργότερα το τυπογραφείο στο οποίο τυπώθηκε το πρώτο µου βιβλίο, ένα διήγηµα µε τον τίτλο “H θλιβερή ιστορία µιας κουτσουλιάς”. H συνοικία έβραζε από ζωή. Οι πόρτες ήταν πάντα ανοιχτές. Τα παράθυρα δεν είχαν κουρτίνες. Οι γειτονιές, χωρίς αυτοκίνητα, ήταν φυσικά γεµάτες παιδιά. Πολλά απ’ αυτά δεν πήγαν ποτέ τους σχολείο. Οι περίφηµες µάχες που περιγράφω στα Ξύλινα σπαθιά έγιναν στην περιοχή από τον Aρδηττό ίσαµε το A΄ Νεκροταφείο. Εγώ ήµουν ο Θανάσης ο

Αρχηγός. Σ’ αυτόν τον πόλεµο καταλάβαµε για πρώτη φορά εγώ και ο Στρατάρχης κι όλος ο ξυπόλυτος στρατός µας τη φτώχεια και τα βάσανα του άµαχου πληθυσµού. Δέκα χρονών αρρώστησε το πόδι µου κι έµεινα µέχρι τα δώδεκα στο νοσοκοµείο της Bούλας. Ύστερα µπήκα στη βιοπάλη. Πήγα στο νυχτερινό γυµνάσιο, κάνοντας διάφορες δουλειές: εργάτης, µαρµαράς, υδραυλικός, περιπτεράς, µικροπωλητής, γραφιάς, παιδαγωγός κτλ., ενώ ταυτόχρονα έγραφα για πολλά χρόνια, χωρίς να εκδίδω. Αργότερα, εγκατέλειψα την Αθήνα κι έζησα περίπου σαν ερηµίτης δυο χρόνια σ’ ένα νησί, γράφοντας και ψαρεύοντας. Άρχισα να τυπώνω τα βιβλία µου από το 1964 µε το «Mεσαίο τοίχο». Ωστόσο, δεν ήθελα να γίνω συγγραφέας. Ξεκίνησα για κάτι πολύ πιο σπουδαίο και µόνο όταν απέτυχα σ’ αυτό άρχισα να γράφω. Όταν ήµουν µικρός, έλεγαν ότι αγαπούσα τα διαλείµµατα περισσότερο από τα µαθήµατα. Αυτό είναι αλήθεια, κι ούτε τώρα άλλαξε τίποτα. Προτιµώ τα παιχνίδια (σκάκι, τάβλι, µπιλιάρδο, πινγκ πονγκ κτλ.) από οτιδήποτε άλλο. Αν έγινα συγγραφέας, είναι γιατί πολύ νωρίς ανακάλυψα ότι το ανώτερο παιχνίδι απ’ όλα είναι η τέχνη. Στο νοσοκοµείο κατάλαβα ότι ο άνθρωπος πρέπει να σταµατάει και να ΘYMATAI. Αν δηλαδή είναι κατάκοιτος ή γέρος και δεν µπορεί να παίξει µπάλα, µπορεί τότε να θυµάται την εποχή που έπαιζε ή να ονειρεύεται ότι παίζει: η MNHMH και το ONEIPO είναι η ουσία της τέχνης. M’ αυτή την έννοια, µπορεί κανείς να µη γεράσει ποτέ: «Τα νιάτα είναι Κατάκτηση και όχι Kατάσταση» λέει ο Ά. Σικελιανός…»

Μάθηµα ζωής κι ένα σακί µαλλιά…

Την είδηση την διάβασε στα «ψιλά» µιας εφηµερίδας. Πως ένα παιδί χτυπηµένο από τον καρκίνο επιστρέφει στο νησί του µετά από τις σκληρές θεραπείες, ξέροντας πως δεν θα είναι τίποτε πια ίδιο, πως ίσως οι φίλοι κι οι συµµαθητές του να γελάσουν µε το κεφαλάκι που δεν έχει πια µαλλιά και το προστατεύει


Επί 22 χρόνια ο Παντελής Καλιότσος έγραφε κι έγραφε ασταµάτητα –από το 1943- χωρίς, ωστόσο, να εκδώσει το παραµικρό. Κι όταν ήρθε η στιγµή για τον «Μεσαίο τοίχο» να βγει στα φώτα της δηµοσιότητας και να αντιµετωπίσει για πρώτη φορά το αναγνωστικό κοινό, το χειρόγραφο-κυριολεκτικά- µυθιστόρηµα δηµοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ταχυδρόµος» σε συνέχειες. Ηταν το 1964 και µε τον τρόπο αυτό µπήκε ένα τέλος στην άποψη του συγγραφέα ότι γράφει για την ψυχούλα του και για κανέναν άλλο λόγο-ευτυχώς για τους αναγνώστες από το ΄64 και µετά! Και αργότερα, του άνοιξε ο δρόµος να δουλέψει για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση κυρίως σε παιδικά προγράµµατα. Τα έργα που έχει γράψει –εµείς θα τα χωρίσουµε κι ας µην το ήθελε- είναι τα ακόλουθα: «Εδώ κουτσούλησε µια µύγα», διήγηµα (1958), «Ο µεσαίος τοίχος», µυθιστόρηµα, (Φέένας µάλλινος σκούφος. Δεν µπορεί να φανταστεί την αγάπη που γίνεται θετική ενέργεια για να γίνει γρήγορα καλά-όλοι οι συµµαθητές, ακόµη κι ο δάσκαλος έχουν πάει στον κουρέα του χωριού, έχουν γεµίσει ένα σακί µε τα µαλλιά τους για να κυκλοφορούν όλοι όµοιοι βγάζοντας τη γλώσσα στην αρρώστια. Ο Περικλής Καλιότσος πήρε την είδηση και την «έπλεξε « µια υπέροχη ιστορία γεµάτη τρυφερότητα κι ανθρωπιά δίχως το παραµικρό ίχνος του µελό που θα µπορούσε να χωρέσει άνετα στο βιβλίο του. Ένα απόσπασµα της ιστορίας διδάσκεται στην έκτη δηµοτικού, στο µάθηµα της γλώσσας και έχει δώσει την αφορµή σε πολλούς γονείς να αγοράσουν το βιβλίο και για τα παιδιά τους, αλλά και για τον εαυτό τους. Πρόσφατα, µάλιστα –και συγκεκριµένα, λίγες ηµέρες αφότου ο Καλιότσος «έφυγε- διαβάσαµε στο διαδίκτυο πως η ιστορία επαναλήφθηκε σε γυµνάσιο στο Παραλίµνι της Κύπρου και συγκλονιστήκαµε. Και δεν χρειάστηκε να φανταστούµε τη σκηνή

Εγραφε για την ψυχούλα του, αλλά και για τους αναγνώστες

ξης 1964), (Κέδρος 1971),( εκδόσεις Πατάκη 2000), «Οι ονειροπόλοι», µυθιστόρηµα, (Alvin Redman Hellas 1965),( Κέδρος 1980,αλλά µε άλλο τίτλο και συγκεκριµένα «Αχιλλέας Μανωλόπουλος»), «Μάθηµα δολοφονίας», µυθιστόρηµα, (Κέδρος 1971), (εκδόσεις Πατάκη 1994), «Η συµπεριφορά του κενού», µυθιστόρηµα, (Κέδρος 1973), «Φανταστική παράγραφος 7», µυθιστόρηµα, (Κέδρος 1974), (εκδόσεις Πατάκη

1994). «Δεκεµβριανή νύχτα» µυθιστόρηµα (Κέδρος 1978), «Τα γουρούνια», (Κέδρος 1981), (εκδόσεις Πατάκη, (1992), «Το συµπόσιο», µυθιστορηµατική τετραλογία, (Καστανιώτης 1985), «Η τριλογία της λεωφόρου» («Μάθηµα δολοφονίας», «Η συµπεριφορά του κενού», «Φανταστική παράγραφος 7»), (Κέδρος 1985), «Στρατιωτικές ασκήσεις», διηγήµατα, (Κέδρος 1989), «Διωγµός απ’ την κόλαση», (Κέδρος 1991). Τα παιδικά-εφηβικά του, που άνετα µπορούν –και πρέπει, ίσως; - να διαβάσουν και οι µεγάλοι: «Τα ξύλινα σπαθιά», (Κέδρος 1974),( εκδόσεις Πατάκη 1994), «Η µύγα», διηγήµατα ( Κέδρος 1977),(εκδόσεις Πατάκη 1994), «Το ιζεντόρε και τ’ αηδόνι», παραµύθι,( Κέδρος 1981), «Πατέρας και γιος», µυθιστόρηµα (Κέδρος 1987),(εκδόσεις Πατάκη 1995). «Ένα σακί µαλλιά» (εκδόσεις Πατάκη 1996), «Η σφεντόνα του Δαβίδ» (εκδόσεις Πατάκη 2001). της επιστροφής του ταλαιπωρηµένου παιδιού στο σχολειό του. Σίγουρα θα είναι, όπως την περιγράφει ο συγγραφέας: «Στην αρχή του φάνηκε ανεξήγητο. Κατάλαβε όταν πρόσεξε και όλα τ’ άλλα κουρεµένα κεφάλια. Τα µάτια του έλαµψαν. Ένα πλατύ χαµόγελο φώτισε το πρόσωπο του. Κάνει µια απότοµη κίνηση σαν να πετάει µακριά ένα βάρος και βγάζει κι αυτός τη σκούφια του. Στο µεταξύ η κυρία Διονυσία, που είχε πανοραµική άποψη απ’ τις σκάλες, έπαιρνε µια νέα συγκίνηση, ακόµα πιο δυνατή: Ποτέ δεν την είδε και δεν την άκουσε έτσι την πρωινή προσευχή. Ένας κόµπος της έκλεισε το λαιµό. Δεν πρόλαβε όµως να εκδηλωθεί, γιατί προηγήθηκε µια νέα κατάπληξη: Καθώς αντιλήφθηκε πλάι το δάσκαλο να βγάζει το µαύρο καπέλο του, γυρίζει απότοµα και αντικρίζει ένα τόσο αστείο κεφάλι, που σίγουρα θα γελούσε αν δεν ήταν έτοιµη να κλάψει. Η Τζόυ, όµως, που τα είδε όλα απ’ την αυλόπορτα, έκλαψε».

75


Μικρά παιδιά, µεγάλοι συγγραφείς!

10 ξεχωριστές περιπτώσεις λιλιπούτειων λογοτεχνών 76

Θ

α µπορούσαν να παίζουν µε κούκλες ή µε µπάλες. Ή να µην σηκώνουν κεφάλι από το τάµπλετ ή το i-pad. Επίσης, θα µπορούσαν να χαζεύουν, να παίζουν, να τσακώνονται, να γκρινιάζουν, να κάνουν σκανταλιές, να γίνονται ανυπόφορα και χαριτωµένα µαζί, θα µπορούσαν… Ίσως και να τα έκαναν όλα τα παραπάνω ή έστω µερικά από αυτά. Το σίγουρο είναι, πάντως, ότι µερικά παιδιά έχουν το χάρισµα και όταν από το περιβάλλον τους, τους δίνεται η ευκαιρία ν’ ασχοληθούν και να το εξελίξουν, τότε µικρτά και µεγάλα θαύµατα µπορεί να συµβούν. Όπως στα παραµύθια. Η κι ακόµη καλύτερα. Ας γνωρίσουµε, λοιπόν, δέκα καταξιωµένους συγγραφείς, που έχουν εκδώσει τα βιβλία τους, τα έχουν –ή τα είχαν- δει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και έζησαν την αναγνώριση άλλα πριν καν πάνε στο δηµοτικό κι άλλα πριν τελειώσουν το Γυµνάσιο. Περίεργο; Ασυνήθιστο; Ενδιαφέρον; Απλά, υπέροχο! Ξεκινάµε µε την ΝτόΣτρέιτ για ένα και 1µόνοροθι βασικό λόγο. Ότι στο

βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες αναφέρεται ως η µικρότερη συγγραφέας του κόσµου µε βιβλίο, φυσικά, που έχει εκδοθεί. Ήταν µόλις τεσσάρων χρόνων –ηλικία που τα περισσότερα παιδιά δεν ξέρουν να διαβάζουν και να

γράφουν- όταν εκείνη αποφάσισε να γράψει µια ιστορία για την αγαπηµένη της γιαγιά. Ένα βράδυ που η µαµά της τη ρώτησε έφτιαξε τον κόσµο και επέµενε για µιαν απάντηση, η µικρή αφού τις είπε τις σκέψεις της, πήρε µολύβι και χαρτί κι άρχισε να ταιριάζει τις λέξεις που της υπαγόρευε η φαντασία και ο πλούτος που έκρυβε µέσα της. Όταν το διάβασαν οι γονείς της ξετρελάθηκαν, λέξεις και ζωγραφιές έλεγαν µιαν υπέροχη ιστορία. Κι εκείνοι δεν έχασαν την ευκαιρία. Πήγαν το πολύτιµο χειρόγραφο στα Pantheon Books και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1964 όταν η Ντόροθι γινόταν έξι χρόνων κι αυτό της έδωσε τη δυνατότητα να µπει στο βιβλίο Γκίνες! Για την ιστορία να πούµε πως η Ντόροθι είναι κόρη του Αµερικανού συγγραφέα Μάικλ Στρέιτ ,ο τίτλος του βιβλίου της είναι « Πώς άρχισε ο κόσµος» ( How the world began) κυριολεκτικά εντυπωσιάζει µε το πώς περιγράφει το τι έκανε ο Θεός κατά τη Δηµιουργία του κόσµου. Ότι, για παράδειγµα, αφού ανακάλυψε τη ζούγκλα και τα άγρια ζώα της, συνέχισε µε τις βελόνες και τις κλωστές, κι έπειτα έφτιαξε τα πουλιά και τις µέλισσες!


Στο βιβλίο Γκί2 νες είναι και ο επόµενος µικρός

συγγραφέας µας. Το όνοµά του Κρίστοφερ Παολίνι, ένα αγόρι που θα έκανε περήφανο τον όποιο γονιό αφού τελείωσε το Λύκειο στην ηλικία µόλις των 15 χρόνων. Ακριβώς εκείνη την περίοδο άρχισε να γράφει και το πρώτο του µυθιστόρηµα. Στα 18 του το έργο του µε τον τίτλο «Εραγκον» (Eragon ) εκδόθηκε από τον µικρό εκδοτικό οίκο των γονιών του και σε ένα πολύ µικρό χρονικό διάστηµα ο µεγάλος εκδοτικός οίκος Knopf επέλεξε το βιβλίο του και την επόµενη χρονιά το «΄Εραγκον» µπήκε στη λίστα των µπεστ-σέλερ των New York Times και ο Κρίστοφερ χρειάστηκε να στρωθεί στη δουλειά και να γράψει άλλα τρία βιβλία για να ολοκληρωθεί η σειρά του «΄Εραγκον» που το 2006 γυρίστηκε ταινία

µε όχι και τόσο επιτυχηµένη πορεία στις αίθουσες(σκηνοθέτης ο Στίβεν Φανγκµάιερ και στο καστ, µεταξύ άλλων ο Τζέρεµι ΄Αιρονς και ο Τζον Μάλκοβιτς) και έτσι ο Κρίστοφερ Παολίνι, από τη µια στιγµή στην άλλη, βρέθηκε στο Βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες ως ο νεότερος σε ηλικία συγγραφέας σειράς βιβλίων που έγινε µπεστ -σέλλερ πουλώντας περισσότερα από 35 εκατοµµύρια βιβλία! Σήµερα, στα 32 του ο Παολίνι ετοιµάζεται να κυκλοφορήσει ένα βιβλίο επιστηµονικής φαντασίας και υποσχέθηκε στο φανατικό του κοινό πως σύντοµα θα επιστρέψει µε ένα ακόµη βιβλίοτο πέµπτο, κατά σειράν - της … οικογένειας « ΄Εραγκον»

Στα έξι του χρό3 νια ο Κρίστοφερ Μπιλ, πήγαινε στο

δωµάτιό του αµέσως µετά το µεσηµεριανό κι έγραφε πυρετωδώς όλα εκείνα που είχε στο µυαλό του. Και ολοκλήρωσε τις σκέψεις του σε πέντε κεφάλαια, σ’ ένα βιβλίο που µε τον τίτλο « Φετινές και περυσινές εκδροµές» (This and Last Season’s Excursions) και θέµα τα αγαπηµένα του λούτρινα ζωάκια ,εκδόθηκε στο Λονδίνο το Νοέµβριο του 2006. Στις σελίδες του βιβλίου του ο Κρίστοφερ µιλάει για ένα κουτάβι κι ένα γατάκι που περιφέρονται και σώζουν διάφορα ζώα καθώς αναζητούν µια πόλη που συνεχώς µετακινείται. Ο µικρός συγγραφέας έχει κι αυτός τη θέση του στο βιβλίο Γκίνες νικώντας κατά 42 ηµέρες τον άλλο υποψήφιο. Βλέπετε, ο Κρίστοφερ ήταν κατά 42 ηµέρες µικρότερος από το αγόρι από τη Βραζιλία που είχε το προηγούµενο ρεκόρ και συγκεκριµένα όταν τελείωσε το βιβλίο του ήταν 6 ετών και 118 ηµερών!

77


Ο Αλεκ Γκρίβεν ηταν µόλις εννέα χρόνων όταν έγραψε το βιβλίο του « Πώς 4 να µιλάτε στα κορίτσια» ( How to Talk to

78

Girls) και βρήκε εκδότη αφού εµφανίστηκε σε δύο από τα πιο δηµοφιλή τοκ-σόου της Αµερικής: αυτό της Ελεν Ντετζενέρις κι εκείνο του Τζέι Λένο. Μεταξύ των συµβουλών που δίνει ο 9χρονος συγγραφέας στα άλλα αγόρια είναι να είναι πάντα φιλικοί, καθαροί και ευχάριστοι. Αποφάσισε να γράψει αυτό το βιβλίο βλέποντας τα αγόρια της τάξης του να προσπαθούν να προσεγγίσουν τα κορίτσια µε τον πιο λάθος τρόπο αν και ο ίδιος πιστεύει ότι τα ραντεβού πρέπει να περιµένουν ακόµη. Πολλά κανάλια και εφηµερίδες αφιέρωσαν ρεπορτάζ τους σ’ αυτό το ξεχωριστό αγόρι το βιβλίο του οποίου –σηµειωτέον ότι έκανε µόλις µια εβδοµάδα για να το γράψει- µπήκε άνετα στη λίστα των µπεστ-σέλλερ των New York Times. Ο ίδιος δήλωσε, µάλιστα, πως έχει έτοιµα και τα επόµενα εκδοτικά του ρίσκα όπως «Πώς να µιλάτε στις µαµάδες», «Πώς να µιλάτε στους µπαµπάδες», «Κανόνες για το σχολείο» και, κυρίως, «Πώς να µιλάτε στον Αϊ Βασίλη»!

Δύο υπέροχα αγόρια από την Ινδία, ο Τζιότι και ο Σουρές Γκουπτάρα, γνωστοί 5 και ως αδελφοί ή δίδυµοι Γκουπτάρα απλώς,

ήταν µόλις έντεκα χρόνων όταν ολοκλήρωσαν το 700 σελίδων προσχέδιο του επιστηµονικής φαντασίας µυθιστορήµατός τους «Conspiracy of Galapia» (Η συνοµωσία της Γκαλάπια). Κά-

που σε έναν πλανήτη φανταστικό, ο κεντρικός τους ήρωας Μπερν Μελισέτ µπαίνει σε µία οµάδα ετερόκλητων ατόµων µε στόχο να πολεµήσουν και να σταµατήσουν το κακό που «χτυπάει» τη λογική των ανθρώπων. Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της σειράς «Insanity» (Παραφροσύνη) και τα δύο αδέλφια χρειάστηκε να το γράψουν και να το ξαναγράψουν δέκα φορές έως ότου το φέρουν στα µέτρα των εκδοτών τους-είχαν ήδη γίνει 17 χρόνων όταν το κατάφεραν. Αλλά, η προσπάθεια άξιζε τον κόπο. Το βιβλίο τους πήγε σχεδόν αµέσως στην δεύτερη θέση των πωλήσεων βιβλίων επιστηµονικής φαντασίας στην Ινδία κι εξασφάλισε την καριέρα τους στο εξωτερικό. Η Ιταλία, για παράδειγµα, πλήρωσε 60.000 ευρώ για τα δικαιώµατα ενώ στο ποσόν που έδωσε η Γερµανία το σίγουρο είναι πως υπάρχουν έξι µηδενικά! Τα δύο αδέλφια µιλούν άπταιστα αγγλικά και γερµανικά και έµαθαν να γράφουν και να διαβάζουν όταν ήταν µόλις τριών χρόνων!

Η περίπτωση του Μάτι Στέπανεκ είναι εντελώς διαφορετική κι έχει κάνει πολλούς 6 Αµερικανούς να δακρύσουν. Ο Μάτι γεννήθηκε

µε µια σπάνια ασθένεια, µυϊκή δυστροφία, που δεν του επέτρεψε ποτέ να γευτεί τις µικρές εκείνες χαρές που απολαµβάνει το όποιο παιδί. Όµως, ο Μάτι ήταν –και το απέδειξε- ξεχωριστός. Στα τρία του χρόνια άρχισε να γράφει ποίηση –ήταν ένας τρόπος να εκφράσει τον πόνο του για το θάνατο του αδελφού του που έπασχε από την ίδια ασθένεια. Τα όνειρα του Μάτι ήταν εγκλωβισµένα σε µια αναπηρική πολυθρόνα και


κρυµµένα πίσω από µία τεράστια µπουκάλα οξυγόνου που τον κρατούσε στη ζωή. Κι άλλα δύο αδέλφια του είχαν γίνει από πολύ νωρίς αγγελούδια πάσχοντας από τη νόσο που –δυστυχώςκληρονόµησαν από τη µητέρα τους. Ο Μάτι, όµως, όπως είπαµε, ήταν ξεχωριστός. Στα 14 χρόνια της τόσο σύντοµης ζωής του έγραψε πέντε ποιητικές συλλογές (η πρώτη κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Virginia Press), έκανε αγώνες για την Ειρήνη, έγινε Πρεσβευτής Καλής Θελήσεως του Εθνικού Συµβουλίου Μυϊκής Δυστροφίας κι εµφανίστηκε στις εκποµπές της ΄Οπρα Γουίνφρεη και του Λάρι Κινγκ. Όταν «έφυγε» τον Ιούνιο του 2004 είχε καταφέρει να πραγµατοποιήσει και τις τρεις µεγάλες του επιθυµίες: να εκδώσει βιβλία, να γνωρίσει την ΄Οπρα και να κάνει µια σοβαρή συζήτηση για την παγκόσµια ειρήνη µε τον Τζίµι Κάρτερ…

Ο Τζέικ Μάρτσιονετ έγραψε το «Just Jake» (Απλά Τζέικ), ένα αυτοβιογραφικό µυθιστό7 ρηµα, όταν αναγκάστηκε να αλλάξει σχολείο και ήθελε να πει στον κόσµο «πως τα παιδιά µπορούν να κάνουν σπουδαία πράγµατα». Το βιβλίο το έγραψε το καλοκαίρι του 2012, όταν ήταν µόλις 12 χρόνων και µόλις το τελείωσε άρχισε µετά µανίας να ψάχνει στο διαδίκτυο για να βρει τρόπο να το εκδώσει. Μέσα σε δύο ηµέρες είχε κιόλας καταφέρει να βρει ατζέντη κι όταν το µυθιστόρηµά του εκδόθηκε µπήκε αµέσως στην 7η θέση της λίστας των New York Times µε έφηβους συγγραφείς. Ο Τζέικ είναι ένα παιδί που έχει µε-

γάλη εµπιστοσύνη στον εαυτό του . «Πιστεύω πως είµαι καλός συγγραφέας και ήξερα πως είχα ένα µήνυµα να δώσω στον κόσµο». Λέει ακόµη πως από την αρχή ήξερε ότι το µυθιστόρηµά του θα γινόταν µπεστ σέλερ και έπαιξε ρόλο στο να τα καταφέρει το γεγονός ότι η µητέρα του απαιτούσε από αυτόν και την αδελφή του να διαβάζουν βιβλία στη διάρκεια των διακοπών. Κι αποκαλύπτει τα σχέδιά του που είναι να συνεχίσει να γράφει µπεστ σέλερ, φυσικά!

Και τώρα θα κάνουµε ένα ταξίδι στο πα8 ρελθόν. Όταν η Νταίζι ΄Ασφορντ έγραψε το βιβλίο «Οι νεαροί επισκέπτες» (The young

visiters-ναι, και όχι visitors, όπως είναι το σωστό) ηταν το 1890 κι εκείνη ήταν µόλις εννέα χρόνων. Παρ’ όλα αυτά, το µυθιστόρηµά της εκδόθηκε το 1919. Η συγγραφέας µ’ ένα πολύ προσωπικό στιλ κράτησε όλα εκείνα τα αθώα παιδικά ορθογραφικά λάθη-ακόµη κι αυτό στον τίτλο. Ωστόσο, οι επισκέπτες δεν ήταν η πρώτη της δηµοσιευµένη ιστορία..΄Ηταν µόλις τεσσάρων και υπαγόρευσε στον µπαµπά της ένα ολόκληρο βιβλίο µε τίτλο «Η ζωή του πατέρα Μακ Σουίνι» που εκδόθηκε το 1893. Και πριν µπει στην εφηβεία είχε γράψει κι άλλες δυο ιστορίες-

79


80

«Το έγκληµα µιας γυναίκας» και «Η κόρη του κρεµασµένου», τα οποία, φυσικά, δεν είχαν την τεράστια επιτυχία των «επισκεπτών» της. Η Νταίζι σταµάτησε να γράφει από την εφηβεία της και µετά και έδειχνε σαν να ντρεπόταν για τα όσα είχε εκδώσει. «Όλα αυτά τα υπέροχα πράγµατα που ειπώθηκαν και γράφτηκαν για τους «νεαρούς επισκέπτες» µε φέρνουν σε αµηχανία γιατί απευθύνονται σε µια τόσο µακρινή Νταίζι ΄Ασφορντ που νοµίζω πως είναι κάποια άλλη» φέρεται να έχει πει. χ στο χρόνο και πάλι και χωρίς 9 ναΤαξιδεύοντας χρειαστεί να αλλάξουµε ιδιαίτερα ρότα

από την προηγούµενη δηµιουργό µας, ας σταθούµε στον Αλεξάντερ Πόουπ. Ηταν µόλις 12 χρόνων όταν έγραψε το πρώτο ποιητικό του έργο µε τίτλο «Ωδή στη µοναξιά» το έτος 1.700! Μία σοβαρή ασθένεια του είχε δηµιουργήσει προβλήµατα στη σπονδυλική στήλη, πονοκεφάλους και άσθµα µε αποτέλεσµα, να είναι καθηλωµένος σ’ ένα κρεβάτι τον περισσότερο χρόνο του και να µην µπορεί να πάει στο σχολείο ενώ το ύψος του δεν ξεπέρασε το 1 µέτρο και 40 εκατοστά. Όµως, όπως είχε πει η αδελφή του, το µόνο που έκανε ήταν να διαβάζει και να γράφει. Δύσµορφος και ασθενικός, αλλά, µε απέραντη αγάπη για τη ζωή Η πρώτη του ολοκληρωµένη δουλειά, τα «Ποιµαντικά» εκδόθηκαν το 1709 κι έτσι στα 21 του, από τη µια στιγµή στην άλλη έγινε διάσηµος. Κι όσο έγραφε τόσο πιο διάσηµος γινόταν. Τα ποιήµατά του λατρεύτηκαν και δίκαια χαρακτηρίστηκε ως ο µεγαλύτερος ΄Αγγλος ποιητής του 19ου αιώνα ενώ έχει µείνει στην ιστορία και για τα

αποφθέγµατά του όπως αυτό: «Να µην είσαι ο πρώτος που δοκιµάζει κάτι νέο. Να µην είσαι ο τελευταίος που παρατάει κάτι παλιό».

Και φυσικά, κανείς δεν µπορεί να αµ10 φισβητήσει πως το κορίτσι εκείνο που µε ένα µόνο βιβλίο –το οποίο δεν προοριζό-

ταν καν να γίνει βιβλίο- κατάφερε όχι µόνο να συγκινήσει, αλλά και να συγκλονίσει εκατοµµύρια ανθρώπων σε όλο τον κόσµο είναι η Άννα Φρανκ και το αξεπέραστο και συνάµα τραγικό της ηµερολόγιο. Το ηµερολόγιο στο οποίο κρυφά κατέγραφε –και εκµυστηρευόταν- τον απέραντο τρόµο που βίωνε η ίδια και η οικογένειά της όταν ήταν αναγκασµένοι να κρύβονται από τους Ναζί –Εβραίοι γαρ- κατά την Γερµανική Κατοχή στην Ολλανδία. «Το ηµερολόγιο της Άννας Φρανκ» πρωτοεκδόθηκε το 1947, δυο χρόνια µετά το θάνατό της από τύφο σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ηταν µόλις 15 χρόνων. Ο Τζον Κένεντι, η Ελεανόρ Ρούσβελτ, ο Νέλσον Μαντέλα έχουν τιµήσει στο παρελθόν την συγγραφέα και το συγκλονιστικό της βιβλίο που έχει µεταφραστεί σε περισσότερες από 60 γλώσσες και διδάσκεται στα σχολεία των ΗΠΑ. Και θα συγκλονίζει πάντα η εµπνευσµένη µατιά της άτυχης Εβραιοπούλας απέναντι στους ανθρώπους όταν γράφει µε αφέλεια, αλλά ταυτόχρονα και απέραντη σοφία: «Παρά τα όσα συµβαίνουν, εγώ, συνεχίζω να πιστεύω πως ο κάθε άνθρωπος κρύβει µέσα του καλοσύνη»! 


ΑΝΟΙΧΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - Τεύχος 3  

Το iReporter παρουσιάζει το τρίτο τεύχος της "Ανοιχτής Βιβλιoθήκης" μαζί με το ένθετο "Παιδί & Εφηβος"

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you