Page 1


Νίκος Καραμπάσης

Αρωμα ψυχής Όπως η μουσική

ΑΘΗΝΑ ΧΕΙΜΩΝΑΣ 2017 ΕΚΔΟΣΕΙΣ iReporterWorld.com


Ποίηση Αφιερωμένο στις ψυχές που αναζητούν άλλοθι ζωής


Ημέρα 1η Είναι νύχτα, χωρίς άκρη Φέγγει στο στερέωμα της επόμενης μέρας, χωρίς αύριο Τι να κοιτάζεις άραγε; Που να βαδίζεις; Σε τι να ελπίζεις; Ένα χαμόγελο ζωγραφίζεται στα μάτια σου, πάλι Μια ακόμη στιγμή, που φεύγει σαν σκόνη, στον άνεμο Φέγγει, ξημέρωσε γλυκιά μου


Είναι χαράματα ζωής, το αρχίνισμα μιας ακόμη ημέρας, μιας ακόμη νύχτας, πορεία…

Η μουσική μέσα σου, στην επτάχορδη λύρα, κοιμάται

ατενίζοντας εκείνη τη στιγμή, που ίσως και να έρθει Είμαστε εδώ, γι’ αυτές τις στιγμές Ανάσες βαθιές, χαράζουν τις στιγμές μας


Ημέρα 2

η

Λες, είμαι το αύριο Λέω, είσαι το σήμερα Λες, διστάζω να έρθω Λέω, χάνεσαι στο τίποτα Λες, προσπαθώ Λέω, είσαι ακίνητη όπως η πέτρα Λες, τι να κάνω; Λέω, έλα Λες, κι αν δεν…


Λέω, τότε θα… Λες, που είσαι; Λέω, χάθηκα


η

Ημέρα 3

Εκείνη τη στιγμή, τι νόμιζες; Εάν μπορούσε, το αύριο, θα περίμενε; Εάν περίμενε, θα είχες τα χέρια να ανοίξεις ένα παράθυρο; Σκέψεις, όπως τα πουλιά σε ορίζοντα με χάρακα Πατημασιές, ζωγραφισμένες στην άμμο Χαμόγελα, θλιμμένα όπως η αστραπή στην καταιγίδα Στόματα αλόγων που χλιμιντρίζουν στον άνεμο, ανήσυχα για σένα, για μένα…

Κάθισες δίπλα και μου έπιασες το χέρι


Κάθισα πιο δίπλα και σε κοίταξα Δεν θυμάμαι τι είπαμε – θα ήταν κάτι σημαντικό Όμως, εκείνη τη στιγμή, ήρθε το αεράκι και μας χάιδεψε Ήταν τόσο απαλό Σαν χάδι χιονιού, μια όμορφη νύχτα, του χειμώνα Από αυτές που θέλουμε την ζέστη να είναι μέσα μας Έπαιξες…πάλι


Ημέρα 4

η

Πίστευες ότι θα έφθανες, στο τέρμα, σε ένα τέλος Ποιο να ήταν άραγε; Όπως ο γέρος μέσα στο χειμώνα Έριξες και άλλα ξύλα στο τζάκι Η φωτιά δεν μπορεί να περιμένει Όπως και με εκείνες τις ανθρώπινες συνήθειες που πρέπει να ξέρεις κάποιος τι να τις κάνει Η νύχτα έφεγγε απρόσμενα και η βροχή καθάριζε σαν σφουγγάρι τον αέρα


Όταν καταλάβεις τι περιμένεις, τι κάνεις; Όταν δεν ξέρεις προς τα που να βαδίσεις, μπορείς να περιμένεις; Την αγαπούσε και το ήξερε Το ήθελε και την ήθελε, άσχετα με…όλα Τον χρειαζόταν και της έδινε ζωή Μια σχέση ζωής, σε μια ζωή παραδομένη στην αμμοθύελλα των καιρών

Πίστευαν στο ταξίδι που δημιουργούσαν, κάθε μέρα Ένιωθαν…


Ημέρα 5

η

Σκέφτηκες να καθίσεις απέναντι στη γωνία Σκέφτηκα να σου πιάσω το χέρι, τρυφερά Η μουσική πλημύριζε τον αέρα όπως οι γεύσεις «σπάνε»

τα ρουθούνια, τις γιορτινές ημέρες

Σε εκείνη τη λαμπερή και πολύβουη νύχτα, όλοι είχαν μια ζωή να περπατήσουν

Και μετά, αρκετοί, πάλι από την αρχή, με άλλα πρόσωπα

και σώματα, σε μια άλλη πορεία, μέσα στη πολύχρωμη και μυρωδάτη σκόνη.


Μάσκες που χορεύουν ζωηρά, ανάμεσα στη σκιά, αναζητώντας απελπισμένα έναν ήλιο Αλλά και πάλι… Άλλοι, όχι, δεν θέλουν ούτε αυτό. Γιατί άραγε; Πρόσωπο με πρόσωπο κοιταζόμαστε κάθε στιγμή συνέχεια Τα χέρια μας ψάχνουν, τα δικά τους Η αναπνοή μας, την δική τους Βλέπουμε; Τι; Ποιον; Ποια; Γιατί; Πότε; Πως; Το σκηνικό υπέροχο, ο σκηνοθέτης πάντα στην καρέκλα του. Νηφάλιος…χαμογελαστός. Ηθοποιοί, σε ένα δράμα με πολύ πόνο και μόχθο.


Ποιος θυμάται άραγε όμως το σενάριο; Τα λόγια του

μήπως; Υπάρχει κανείς;

Ποιος ακολουθεί τα βήματα του; Ποιος τα ξεχωρίζει μέσα στη βουή και τη σκόνη;

Ατελείωτα στη σειρά «εγώ» σε μια πορεία κολασμένη Αντίστροφη μέτρηση, για να βρεθεί το κλειδί Πριν κλείσεις τα τωρινά ωραία σου μάτια Και τότε; Τάση προς τα επάνω…αυτό δεν είναι ο άνθρωπος; Η μήπως όχι;


η

Ημέρα 6

Σαν κακομαθημένα παιδιά Κι όμως… Το γλυκό, δεν μοιάζει μακρινό όνειρο Το Πικρό είναι εδώ. Οι σκέψεις όνειρα βουτηγμένα στις μπογιές μας, για να γίνουν πράξεις της ημέρας…

Όπως το βράδυ που κρύβονται στις σκιές τους Μια τέχνη, να συνυπάρχεις άρρητα στα αόρατα σχήματα θέλησης και επιλογών – αρκεί να βρεις τον μίτο…


Σκέψεις που σε μαρκάρουν σαν άλογο Όπως κλείνεις τα μάτια για να σε σκεπάσει το σεντόνι του ουρανού Τα αστέρια χορεύουν με την ύπαρξη σου και είναι η στιγμή που έρχονται φίλοι και εχθροί, να σε καλέσουν Το μυαλό φτερουγίζει ανάμεσα στα όνειρα της αποθήκης σου – τι ψάχνεις; Τι θέλεις; Θα είναι ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη για να σου πει ότι ήρθε η ώρα να ξεκλειδώσεις; Η ανάβαση με τα δέκα σκαλοπάτια είναι για όλους Φίλοι και εχθροί σε χαιρετούν – όλοι σε θέλουν μαζί τους Πατάς το έβδομο σκαλί και αρχίζεις να θυμάσαι…


Και δεν θέλεις να…θυμάσαι. Η μήπως όχι; Είναι εκείνες οι υποσχέσεις, που έμειναν…υποσχέσεις. Όταν κατέβαινες, γεμάτος χαρά και λαχτάρα, για να ζήσεις - μετά το τρίτο σκαλοπάτι , έδινες όρκους

πίστης…και τόσα άλλα. Όλα ξεχάστηκαν. Η μήπως όχι; Και τώρα;


Ημέρα 7

η

Το μυστικό όνομα που σου ψιθύρισε στο αυτί καθώς ερχόσουν, για να μην το ακούσει κανείς άλλος Είναι το συνθηματικό, το μυστικό σου «πολύτιμο», τώρα που θα γυρίσεις – όπως όλοι όταν γυρίζουν

Για να μην χαθείς μέσα στην σκόνη και την αμμοθύελλα Να μην παρασυρθείς από τις γλυκιές φωνές που θα σε καλούνε, σαν τις σειρήνες τον Οδυσσέα Το γνωρίζεις καλά. Με αυτό πορεύτηκες. Αλλά δεν το έμαθες ποτέ. Δεν το ξέρεις…


Άγνωστος αριθμός. Όπως ένα τυχαίο φως…μέσα στη νύχτα.

Είναι ωραία η χρυσόσκονη από όνειρα. Ανθρώπινες προδοσίες και δράματα βουτηγμένα στη σκόνη της κάθε στιγμής. Πολλά πάθη. Όπως το άρωμα γυναίκας που περνάει από δίπλα σου. Και σε ακουμπά. Πως σε λένε αλήθεια; Τι έχεις ολόδικο σου; Ανάβεις ένα σπίρτο. Σιωπή. Τα μάτια σβήνουν αργά μέσα σε ένα χαμόγελο. Αν είσαι τυχερός… Αυλαία.

Aroma of the soul  
Aroma of the soul  

a book by Nikos Karabasis Poetry