Page 1

Κόκκινη κλωστή δεµένη…

Πώς γράφτηκαν τα παραµύθια

Υπεύθυνη: Μπέλλα Μηλοπούλου

Νίκος Καζαντζάκης: Το χαµένο Νόµπελ

Γιάννης Σκαρίµπας: Αφιέρωµα

Πολ Όστερ

Σουσάκο Έντο Caryl Ferey

Κική ∆ηµουλά

Βασίλης Βασιλικός Βασίλης Aλεξάκης Μποµπ Ντύλαν Λέοναρντ Κοέν

Εκδόσεις Γκοβόστη Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας,

Βραβεία Ακαδηµίας Αθηνών

ΤΕΥΧΟΣ 5

∆ΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2016


Από το πρώτο βήµα του 2016, στα πολλά βήµατα του 2017

Μεγάλο βραβείο για έναν µινιατουρίστα

K

αθώς μας αποχαιρετά το (δίσεκτο) 2016, δεν μπορώ παρά να ευχηθώ το 2017 να είναι πιο φωτεινό και δημιουργικό και ο Ελληνικός Λαός να ξαναβρεί το δρόμο της ευημερίας. Και η Γνώση -που αντιπροσωπεύει ο κόσμος του Βιβλίου - (μαζί με τις εμπειρίες) είναι πολύτιμα εργαλεία προς αυτή την κατεύθυνση. Η "Ανοιχτή Βιβλιοθήκη" ήρθε αυτή τη χρονιά "στις οθόνες μας" (κάθε είδους), για να αποδείξει οτι και σε χαλεπούς καιρούς, μπορούμε να ανοίξουμε δρόμους και εκεί που δεν υπάρχουν ή είναι δύσκολο κανείς να τους φανταστεί. Νομίζω η επαγγελματική ποιότητα του εγχειρήματος "θα γράψει ιστορία" (άλλωστε δεν υπάρχει άλλο παρόμοιο στον Ελληνικό εκδοτικό χώρο). Σε αυτή την προσπάθεια αρωγοί μας ήταν το μεράκι και η επαγγελματική ευσυνειδησία μας. Και η δική σας αποδοχή. Φυσικά ιδιαίτερη ικανοποίηση μας προκαλεί η "ζεστή αγκαλιά" απο όλο τον εκδοτικό χώρο (επιχειρήσεις, εκδότες, συγγραφείς, σωματεία κλπ). Η "Ανοιχτή Βιβλιοθήκη" είναι "η δική σας" Βιβλιοθήκη... Για το 2017 έχουμε σχέδια "αναβάθμισης" και "μετεξέλιξης". Γιατί εαν το 2016 ήταν "το πρώτο βήμα" ενος νεογέννητου (περιοδικού) σε ενα νέο "εκδοτικό κόσμο"(μεταξύ των παραδοσιακών περιοδικών και του διαδικτύου) το 2017 θέλουμε να είναι "πολλά βήματα" για να μπορεί να σταθεί "με οικονομική αυτοδυναμία" το περιοδικό μας. Και σε αυτό θα ζητήσουμε στη συνέχεια - την βοήθεια σας, φυσικά προσφέροντας πολλαπλάσια. Στο επόμενο τεύχος, ελπίζω να είμαστε σε θέση, να αναφερθώ αναλυτικά, σε όλα αυτά τα σχέδια μας. Ολοι γνωρίζουμε τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζει αυτή την περίοδο "ο εκδοτικός χώρος" στον τόπο μας (και οι επιχειρήσεις στα μέσα ενημέρωσης,αλλά και στον χώρο του βιβλίου). Ομως ο άνθρωπος "διψάει για γνώση" και θα θέλει πάντα να διαβάσει και θα αναζητά την "πληροφορία" που θα του είναι χρήσιμη ή ωφέλιμη (το εαν θα την βρίσκει σε χαρτί ή οθόνη ή...ολόγραμμα μικρή σημασία έχει). Γι αυτό και η οικονομική κρίση, δεν θα σταθεί εμπόδιο σε κανέναν μας. Δίνουμε τον αγώνα όλοι μαζί, και στο τέλος θα τον κερδίσουμε. Καλή Χρονιά. Νίκος Καραμπάσης

A

ΕΚΔΟΤΗΣ: Νίκος Καραμπάσης ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ: Βασίλης Κ. Καλαμαράς ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΙΣ: Μπέλλα Μηλοπούλου ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: Βιβλιοθηκάριος Αναστασία Κυπαρίσση Χρήστος Κωνσταντίνου Αργυρώ Μαντόγλου Γιάννης Ν. Φέρτης Ελένη Χατζή Λάουρα Κόντη Αναστασία Παπανικολάου ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: Δημήτρης Παπανικολάου ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ- ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Ευγενία Κανέλλη ΛΟΓΟΤΥΠΟ-ΕΞΩΦΥΛΛΟ: Constantin Xenakis ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ & ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ: Μαίρη Τσανακλίδου email:mtsanaklidou@gmail.com

iReporterWorld.com www.i-Reporter.gr www.facebook.com/ anoixtibibliothiki/

κόμη δεν έχω αποφασίσει, αν τα βραβεία, όχι μόνον της λογοτεχνίας, είναι μία άτυπη τακτοποίηση ενοχών της εκάστοτε κοινωνίας. Και ποτέ δεν κατάλαβα πώς ένας δημιουργός, όταν χτίζει το προσωπικό του σύμπαν, μπορεί την ίδια στιγμή να οργανώνει την φήμη του και την υστεροφημία του. Εγώ με τον τρόπο μου είμαι ενάντιος σ’ όλα ετούτα τα «καμώματα»: εν γένει με φοβίζουν οι καταλογραφήσεις έργων, τα οργανωμένα αρχεία, η διαχείριση της φήμης, η πρόβλεψη της υστεροφημίας. Όποιο αιτιολογικό βράβευσης κι αν διαβάσω, ποτέ δεν κατάλαβα για τι ακριβώς τιμούν τον δημιουργό. Και δεν θέλω σε καμία περίπτωση να ακυρώσω τη φετινή ομόφωνη απόφαση της κριτικής επιτροπής του Υπουργείου Πολιτισμού να απονείμει το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας στον 86χρονο Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο. Ο συγγραφέας, αυτός ο μινιατουρίστας της ελληνικής πεζογραφίας, εδώ και πενήντα τέσσερα χρόνια –από το 1962 που πρωτοδημοσίευσε-, είναι ένα αναγνωρισμένο μέλος της συντεχνίας των συγγραφέων. Έτσι, η βράβευσή του σε βαθέος γήρατος ηλικία υπακούει σε κάποια άτυπη επετηρίδα, στην οποία βρέθηκε, και χωρίς να καταλαβαίνω πώς έγινε η επιλογή, στάθηκε στην κεφαλή. Αυτός ο γλυκός, κοντόσωμος άνθρωπος με την άσπρη γενειάδα, είχε υπάρξει νεώτερος. Είχε διδαχθεί και είχε διδάξει, είχε γράψει για το έργο άλλων (Α. Παπαδιαμάντη, Ν. Καχτίτση, Ο. Πέλλα, Η. Πετρόπουλου), και οι άλλοι είχαν γράψει για το δικό του, δούλευε την μικρή φόρμα μέχρι εξαντλήσεως των αποθεμάτων του νοήματος της γλώσσας με μία μέθοδο σχεδόν φορμαλιστική, επένδυε στο ξάφνιασμα του αναγνώστη, αφού πρώτα ο ίδιος είχε ξαφνιαστεί από το εύρημά του. Τον Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο δεν τον θέλω φορτωμένο με μεγάλα ή μικρά βραβεία, κρατικά ή άλλα, προτιμώ να τον θυμάμαι πάντα, όπως τον γνώρισα: άμεσο, γενναιόδωρο, συνομιλητή, συνένοχο, εν τέλει φίλο. Και θα σάς προέτρεπα να δείτε το ντοκιμαντέρ του Λευτέρη Ξανθόπουλου, «Σπίτι δίπλα στη θάλασσα» (ΕΡΤ-Αρχείο). Είναι το σπίτι του Η.Χ.Π. στην Πάρο, στο οποίο συνυπάρχουν δεν ξέρω πόσες γάτες με τα αγαπημένα ζαρζαβατικά του Ηλία. Βασίλης Κ. Καλαμαράς


2017 Ετος Καζαντζάκη

Ο µοναχικός άνθρωπος ενάντια στο κατεστηµένο

Κώστας Αρκουδέας

Το χαμένο Νόμπελ

Μια αληθινή ιστορία

Τ

Εκδόσεις Καστανιώτη Σελ.: 578 Τιμή: 19,08 € Tου Γιάννη Κωνσταντίνου *

ο Χαμένο Νόμπελ, το δέκατο έβδομο βιβλίο του αναγνωρισμένου συγγραφέα Κώστα Αρκουδέα αποτελεί μια τομή για την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή σήμερα. Κι αυτό γιατί παρεκκλίνει με τρόπο ξεχωριστό από τις λογοτεχνικές νόρμες και φόρμουλες που έχουμε ως τώρα συνηθίσει. Δεν είναι μυθιστόρημα, μολονότι ο συγγραφέας του έχει θητεύσει με επιτυχία στον χώρο αυτό, γεγονός που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ερχόμενοι σε επαφή και με αυτό ακόμα το έργο. Δεν πρόκειται ούτε για πραγματεία ούτε για μια σφιχτή μελέτη πάνω σε πεπραγμένα λογοτεχνικά ή ιστορικά, παρότι είναι εύκολα αναγνωρίσιμη η επισταμένη και προσεκτική έρευνα στην οποία βασίζεται το όλο εγχείρημα. Πρόκειται, όπως εύστοχα υπογραμμίζει ο συγγραφέας στο εξώφυλλο του βιβλίου, για μια αληθινή ιστορία. Ποια

Κώστας Αρκουδέας

είναι όμως η ιστορία που μας αφηγείται εδώ ο συγγραφέας; Με ποιο τρόπο το επιχειρεί και γιατί τώρα; Σαν κεντρικό άξονα του βιβλίου έχουμε την αναζήτηση της απάντησης στο ερώτημα γιατί ο σπουδαίος μας λογοτέχνης Νίκος Καζαντζάκης έχασε -κατά τον συγγραφέα- το Νόμπελ λογοτεχνίας, μια ιστορία που ακτινογραφεί εξονυχιστικά ο ίδιος. Μόλις κατάλαβα περί τίνος πρόκειται αυτόματα στο μυαλό μου σχηματίστηκαν κάποια ερωτηματικά. Πόσο βαθιά έσκαψε αυτός ο άνθρωπος σε αυτήν την τόσο περίπλοκη ιστορία και κατόρθωσε να υψώσει έναν λόγο τόσο ακλόνητο και σταθερό απέναντι στην αδικία που ανακάλυψε; Εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς για τα ερείσματα μιας τέτοιας τοποθέτησης, μιας -στην ουσία- υποθετικής κατασκευής. Ποιος άλλωστε μπορεί να διατυπώσει απόλυτη κρίση σε ένα θέμα σαν κι αυτό; Η αλήθεια βέβαια είναι ότι διαβάζοντας κανείς το βιβλίο γρήγορα αδειάζει από τις απορίες και βουτάει απότομα σε ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο, σε ιστορίες που παράλληλα με εκείνη του μεγάλου μας πεζογράφου συγκλόνισαν τον αιώνα που μας πέρασε και σφράγισαν το χώρο της λογοτεχνίας, της πολιτικής και την ίδια την κοινωνία. Έτσι αντιλαμβάνεται ότι δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορία. Το βιβλίο είναι πολυσυλλεκτικό και η ιστορία του Καζαντζάκη είναι το κεντρικό νήμα που διατρέχει και δένει όλο το έργο. Κατά τη γνώμη μου, ακόμα κι αν ξήλωνε κανείς το υφάδι αυτό θα άφηνε στο έργο πλούσιο και συμπαγές υλικό για τον αναγνώστη σε θέματα που άπτονται της ιστορίας, της λογοτεχνίας, της πολιτικής και όχι μόνο. Το βιβλίο αυτό προορίζεται και για όσους είναι πρόθυμοι να ξανασυστηθούν με τον Νίκο Καζαντζάκη μέσα από αναφορές και αναλύσεις, που πολλές φορές εκφεύγουν της τροχιάς που ο ίδιος διέγραψε και που όλες μαζί αναπλάθουν μπροστά στα μάτια σου κομμάτια ολόκληρα από τον αιώνα που μας πέρασε. Το βιβλίο απευθύνεται σε όσους είναι διατεθειμένοι να σεργιανίσουν σε δύσβατα, πολλές φορές, ιστορικά και λογοτεχνικά μονοπάτια, χωρίς αυτά να οδηγούν κατ’ ανάγκη

3

Νίκος Καζαντζάκης


4

Νίκος Καζαντζάκης

στο αποτύπωμα που άφησε πίσω του ο Νίκος Καζαντζάκης. Πρέπει να πω ότι η απόπειρα αυτή του συγγραφέα να ενώσει τόσα πολλά, καμιά φορά ασύνδετα φαινομενικά, στοιχεία έχοντας σαν κύριο αίτημα την αποκατάσταση της αδικίας, στο μέτρο του δυνατού, γύρω από τον Καζαντζάκη και αναδεύοντας, παράλληλα, ετερόκλητα ιστορικά γεγονότα ήταν σε ένα βαθμό ρι-

ψοκίνδυνη. Οι αξιολογικές κρίσεις του συγγραφέα στο πλαίσιο της έκθεσης πραγματικών περιστατικών με προβλημάτισαν επίσης σε ένα βαθμό. Το στοίχημα που βάζει, όμως, φαίνεται να το κερδίζει στο τέλος, καθώς επιτυγχάνει κάτι σχεδόν ακατόρθωτο. Εισχωρεί και ιχνηλατεί επιδέξια στο χώρο και τον χρόνο που έζησε και μεγαλούργησε ο Κρητικός λογοτέχνης, διασχίζοντας με

προσοχή και καταγράφοντας σχολαστικά ανόθευτη την ιστορία του μεγαλύτερου μέρους του εικοστού αιώνα, πολλές φορές υπό το πρίσμα σπουδαίων έργων της εποχής, δοκιμίων, άρθρων και πλείστων άλλων ντοκουμέντων. Ψυχογραφεί και εμβαθύνει στον ίδιο τον Καζαντζάκη, ακόμα και στους ανθρώπους που πέρασαν με κάθε


5

τρόπο από τη ζωή του, με φόντο πάντα τις πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις μιας ολόκληρης εποχής. Ανασυνθέτει τη φυσιογνωμία του μεγάλου δημιουργού αλλά και του καιρού του με υλικά, το καθένα από τα οποία προσφέρεται αναντίρρητα για πραγματείες ολόκληρες και που σαν σύνολο θα μπορούσαν εύκολα να εγκλωβίσουν τον αναγνώστη σε ένα λαβύρινθο λεπτομερειών. Κι αυτός ακριβώς ο κίνδυνος ελλόχευε εξαρχής και απειλούσε να αλλοιώσει το πείραμα του Κώστα Αρκουδέα. Παρόλα αυτά ο ίδιος με χειρουργικές κινήσεις αξιοποιεί έναν τόσο μεγάλο όγκο πληροφοριών αφήνοντας όλα αυτά τα υλικά στο έργο του να αναπνεύσουν και να ξεδιπλωθούν στη σωστή δοσολογία. Αποφεύγει να φωτίσει αποσπασματικά πτυχές της ιστορίας του. Παίρνει το ρίσκο να ζωντανέψει για τον αναγνώστη έναν κόσμο ολόκληρο και μαζί με αυτόν να αναμετρηθεί με τα καρκινώματα και τις κακοδαιμονίες που δοκιμάζουν ακόμα και σήμερα τον τόπο μας και σαν τη βελόνα της πυξίδας να καταγράψει για αυτόν τις απότομες και εκκωφαντικές μανούβρες του ρου της παγκόσμιας ιστορίας.

Νίκος Καζαντζάκης

Ψυχρός Πόλεμος

Ενδεικτικό για τις προθέσεις του συγγραφέα είναι ότι όταν κάποτε προσεγγίζει το ζήτημα του ψυχρού πολέμου, δεν διστάζει να ξεστρατίσει από την ανάσυρση και τη στενή διατύπωση των όσων περιγράφουν αυτήν την περίοδο και να μας φέρει μπροστά σε μια παρτίδα σκάκι μεταξύ του σοβιετικού παγκόσμιου πρωταθλητή Μπορίς Σπάσκι και του Αμερικανού Γκρανμαίτρ Μπόμπι Φίσερ και στο γνωστό ως το «Παιχνίδι του αιώνα», στο παγκόσμιο πρωτάθλημα του 1972. Με το παράδειγμα του αυτό θέλει ο συγγραφέας να υπενθυμίσει πως ο Αμερικανός σκακιστής επικράτησε σε μια φαινομενικά άνιση μάχη χωρίς να κουβαλά στις αποσκευές του τις εντολές μιας καλοστημένης μηχανής πολέμου, ως εξάρτημα της οποίας φέρεται να αγωνίζεται ο αντίπαλός του, και τον θρίαμβο κατ’ ουσίαν του μοναχικού ανθρώπου απέναντι στα συστήματα κατασκευής πρωταθλητών. Ο συγγραφέας προμηθεύει τον αναγνώστη, πρώτα απ’ όλα, με βασικές πληροφορίες γύρω από τον θεσμό των βραβείων Νόμπελ, την ιστορία του, τον ιδρυτή του και το όραμα που είχε ο άνθρωπος αυτός, με το οποίο και φαίνεται να κουμπώνει ιδανικά η πνευματική διαδρομή του Καζαντζάκη. Στέκεται κριτικά απέναντι σε επιλογές που έγιναν, τα έωλα κριτήρια στα οποία βασίστηκε κατά περιόδους η επιτροπή και κάνοντας μια κατάδυση στα τεκταινόμενα της εποχής αλλά και στην πορεία όλων σχεδόν των λογοτεχνών που σημάδεψαν τον περασμένο αιώνα μπάζει τον αναγνώστη στον πυρήνα

Ο Ν. Καζαντζάκης με την σύζυγό του Ελένη


6

κείμενό του τις μαρτυρίες για τα ναζιστικά και τα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης μέσα από τα μάτια και την ψύχραιμη πένα του Πρίμο Λέβι και του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν αντίστοιχα, τη στιγμή που πολλοί εξακολουθούν σήμερα να διαθλούν ως εκ διαμέτρου αντίθετες τις περιπτώσεις αυτές μέσα από την ιστορία, κατά βάση, ως προερχόμενες από αντίθετες ιδεολογικά αφετηρίες. Οι ανοιχτές ακόμα πληγές του τόπου μας, όπως αυτή του εθνικού διχασμού, της μικρασιατικής καταστροφής, του εμφυλίου πολέμου και των ιστορικών παρεμβάσεων των ξένων δυνάμεων στη χώρα μας επικαιροποιούν όσο λίγα πράγματα το έργο αυτό. Και όλα αυτά γραμμένα σήμερα σε μια Αθήνα που δονείται ακόμα από αντίμαχα συνθήματα, όπου το ένα πολεμά να καταπιεί το άλλο, με ανθρώπους πρόθυμους ανά πάσα στιγμή να στοιχηθούν και να παραταχθούν σε αντίπαλα στρατόπεδα, με φαινόμενα όπως ο φασισμός και ο λαϊκισμός σε πλήρη αναζωπύρωση και το προσφυγικό σαν βόμβα έτοιμη να εκραγεί παντού γύρω μας, αν δεν έχει ήδη εκραγεί.

Νίκος Καζαντζάκης

Τα δίπολα στα επίμαχα ιδεολογικά ρήγματα

των προβληματισμών του γύρω από το θέμα αυτό. Μέσα από μια καλειδοσκοπική εξέταση των ιστορικών συγκυριών μεταγγίζει επιτυχώς αναρίθμητα αριστουργηματικά σπαράγματα από την παγκόσμια πεζογραφία, ποίηση και όχι μόνο. Έργα ανέπαφα από την οξείδωση του χρόνου διασώζουν μέχρι σήμερα τη σοδειά της διανόησης από μια εποχή που παρήλθε ανεπιστρεπτί. Και σίγουρα όλα αυτά τα ερεθίσματα δίνουν από μόνα τους το έναυσμα και στη νέα γενιά να γνωρίσει και να σκαλίσει επίμονα τα έργα αυτά, που καμιά φορά σαν ένα παλίμψηστο κρατάνε κρυμμένους θησαυρούς για τους άξιους μόνο αναγνώστες τους. Τροφοδοτεί χωρίς άλλο, όμως, και τις παλιότερες γενιές με πληροφορίες και υλικό που τους είναι απαραίτητο για τον σχηματισμό μιας πλατιάς εικόνας τουλάχιστον γύρω από το μεγάλο κεφάλαιο του Νίκου Καζαντζάκη. Στο βιβλίο, βέβαια, θίγονται με τρόπο εμφατικό και ιστορικά ζητήματα που μοιάζουν σήμερα πιο επίκαιρα από ποτέ. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που με έβαλε σε σκέψεις είναι το πώς απηχεί ο συγγραφέας στο

Οι ιστορικές ιδεολογικές διχοτομήσεις και διαφορές που διαιρούσαν ανέκαθεν τους ανθρώπους σε δύο στρατόπεδα διατρέχουν όλο το βιβλίο. Παλαμάς-Καβάφης, δημοτικιστές-καθαρευουσιάνοι, Επτανησιακή-Αθηναϊκή Σχολή, Επτανήσιοι-Φαναριώτες, βενιζελικοί-βασιλικοί, αριστεροί-δεξιοί, ιδεαλιστές-μαρξιστές είναι μόνο μερικά δίπολα πάνω σε επίμαχα ιδεολογικά ρήγματα που ψηλαφεί ο συγγραφέας. Αμηχανία προκαλεί και η χαρακτηριστική περιγραφή του για το πώς το 1979, σε μια διερευνητική εξέταση από πλευράς της Σουηδικής Ακαδημίας της περίπτωσης να βραβευτεί από κοινού το έργο του Ελύτη και του Ρίτσου, απέκλεισαν το ενδεχόμενο αυτό οι δύο κορυφαίοι μας ποιητές όταν προσεγγίστηκαν και κλήθηκαν να τοποθετηθούν στο θέμα. Σε αντιδιαστολή με την ιστορία αυτή ο αφηγητής μάς αποκαλύπτει εδώ την επιμονή του Καζαντζάκη να διεκδικήσει από κοινού με τον επιστήθιο φίλο και ομότεχνό του Άγγελο Σικελιανό την ύψιστη αυτή τιμή. Έντονα συναισθήματα γεννά και το επικαλούμενο μνημόνιο Πόρτερ, η έκθεση δηλαδή του επικεφαλής της Επιτροπής για την αμερικανική βοήθεια στην Ελλάδα που συντάχθηκε το 1947 προκαλώντας αίσθηση με την αποκάλυψη της προκλητικής συσσώρευσης πλούτου στα χέρια ευάριθμων οικογενειών αλλά και της εν γένει κραυγαλέας συντήρησης στα ηνία της χώρας γνωστών κύκλων και οικονομικών κλικών, που φαίνεται ότι πάντα


διαφεντεύουν ανενόχλητα τις τύχες των ανθρώπων. Για να επικεντρωθώ τώρα στο πρόσωπο του Νίκου Καζαντζάκη, έχω να πω αρχικά ότι μέσα από την προσωπογραφία που φιλοτεχνεί με μαστοριά και μεράκι ο Κώστας Αρκουδέας αναδύεται ακέραιη η ευλύγιστη ιδεολογικά φιγούρα ενός μοναχικού πνεύματος που με χαρακτηριστική άνεση αυτομολούσε από έναν ιδεολογικό χώρο ανυπόμονος να αποβιβαστεί σ’ έναν άλλο. Ονομαστός σκαπανέας της γλώσσας μας, την διακόνησε όσο λίγοι σκάβοντας επίμονα μέσα σε αυτήν και φτάνοντας συχνά στο σημείο να ενοχλεί με την άπληστη λεξιθηρία του. «Η γλώσσα μας έχει έντονη μυρωδιά, είναι ζωντανή σαν ένα ζώο» έλεγε.

Ενθουσιασμός για το καινούργιο

Σαν ιδαλγό που κρατούσε μάλλον από ξένους πολιτισμούς, οι οποίοι κάποτε εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη έβλεπε ο ίδιος τον εαυτό του και θέλοντας να σχηματίσει όπως έλεγε μια δική του ατομική αντίληψη για τη ζωή ενθουσιαζόταν εύκολα με κάτι καινούριο, έτοιμος εξαρχής να το εγκαταλείψει όποτε το έκρινε σκόπιμο. Όπως είχε πει και ο ίδιος χαρακτηριστικά: «Υπήρξα καθαρευουσιάνος, δημοτικιστής, επιστήμονας, ποιητής, σοσιαλιστής, θρησκομανής, άθεος, esthete-και τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορεί πια να με ξεγελάσει». Σίγουρα, πάντως, δεν θα μπορούσε να κατηγορηθεί για αναιμική διανόηση, κάτι που και ο μεγάλος ποιητής Πωλ Ελυάρ απεχθανόταν όπως αναφέρεται επίσης στο βιβλίο. Η εκκεντρική του στάση κι αυτή η νομαδική ιδεολογικά τακτική του διατρυπούσαν με χαρακτηριστική ευστοχία το χάρτινο οικοδόμημα του κατεστημένου, τη στιγμή που με τον τρόπο του ο ίδιος χλεύαζε απροκάλυπτα τις αγκυλώσεις του συστήματος, το οποίο και αγωνιζόταν να συντηρεί τους πολίτες σε πνευματική καταστολή, διχόνοια και τη λογική άσπρου-μαύρου. Μια μεγάλη παγίδα στην περίπτωση του Κρητικού λογοτέχνη φαίνεται πως είναι η ευκολία με την οποία μπορεί ο καθένας να απομονώσει συγκεκριμένα σημεία του έργου και της πορείας του, που αν πράγματι τα αντιμετώπιζε κανείς μεμονωμένα θα είχε σοβαρές ενστάσεις και προβληματισμούς για την προσφορά του στην πνευματική ζωή του τόπου. Και τις φωνές που το επιχείρησαν αυτό δεν προσπαθεί να τις φιμώσει ο συγγραφέας στο βιβλίο του ούτε να τις αποσιωπήσει, αντιθέτως ανοίγει τον ασκό του Αιόλου ούτως ώστε να διαπιστώσει μόνος του ο αναγνώστης πως μόνο αν ιδωθεί μακροσκοπικά ο συγγραφέας μέσα από την στάση του διαχρονικά μπορεί να εξορυχτεί ένα πρώτο ασφαλές συμπέρασμα για την περίπτωση του.

Τα λυσσαλέα χτυπήματα των ανθρώπων που βυσσοδομούσαν όσο ζούσε εναντίον του και φαλκίδευαν επίμονα και μεθοδικά ακόμα και το ενδεχόμενο της βράβευσής του με Νόμπελ, που κάποτε διεκδίκησε με αξιώσεις ο συγγραφέας μας, είναι διάσπαρτα στο έργο αυτό και ενδεικτικά της νοοτροπίας πολλών πνευματικών ταγών της εποχής αλλά και της στάσης της επίσημης πολιτείας. Αποκορύφωμα όλων αυτών και δραματική επωδό στη ζωή του μεγάλου λογοτέχνη συνιστά, βέβαια, η άγρια αντιμετώπιση που υπέστη ακόμα και το άψυχο σώμα του από την Εκκλησία, η οποία αρνήθηκε να τον θάψει σαν επιστέγασμα μιας σειράς άδικων επιθέσεων προς το πρόσωπο του όσο εκείνος ήταν εν ζωή. Εν κατακλείδι, πρέπει να πω ότι πολλά είναι τα μηνύματα με τα οποία ντύνει την ιστορία του Καζαντζάκη ο Κώστας Αρκουδέας, με πιο σημαντικό την ανάγκη να σκύψουμε όλοι πάνω από την ιστορία του αποκαμωμένου τόπου μας και να ακούσουμε προσεκτικά αυτά που έχει να μας πει. Κάτι που με προβληματίζει προσωπικά είναι η πεισματική μας ανυπακοή στα όσα η ιστορία διατάζει να πάψουμε να διαιωνίζουμε και τον τρόπο με τον οποίο βυθίζουμε ή και παραχώνουμε στη λήθη όλα όσα συνθέτουν την σημερινή μας ταυτότητα. Η Διδώ Σωτηρίου είχε πει κάποτε «Πόλεμοι και ξανά πόλεμοι! Τί στο καλό θα βγάλει η μαγκούφα η εποχή μας και κοιλοπονάει τόσο άγρια;» Το τι άραγε έχει βγάλει η εποχή αυτή σήμερα είναι κάτι που με ανησυχεί βαθιά. Ο Καζαντζάκης, τέλος, είναι ίσως ένα πολύ καλό παράδειγμα για τα λάθη στα οποία είμαστε πάντα έτοιμοι να υποπέσουμε σαν λαός. Στο μυαλό μου, βέβαια, όλα όσα διάβασα δείχνουν προς το χαρακτηριστικό δίστιχο του Ελύτη, ο οποίος μιλώντας για την Ελλάδα έγραψε στον Ήλιο τον Ηλιάτορα: «Πέντε μεγάλους βγάνει πάνω τους βαρεί / Να λείψουν απ’ τη μέση τους δοξολογεί». Το μόνο βέβαιο είναι ότι 60 σχεδόν χρόνια μετά το θάνατο του ο Καζαντζάκης εξακολουθεί να δοξολογείται ακόμα –συχνά για λάθος λόγους ή και με λάθος τρόποαπό το ελληνικό και ξένο αναγνωστικό κοινό, να προκαλεί, να αμφισβητείται, να προβληματίζει, να εμπνέει αλλά παρόλα αυτά φαντάζει ακόμα δύσκολο να αναγνωριστεί το μέγεθός του από τους σύγχρονους αναλυτές και να με6λετηθεί το έργο του στις πραγματικές του διαστάσεις και στη βάση της συνολικής του παρουσίας στον κόσμο  * Ο Γιάννης Κωνσταντίνου είναι προπτυχιακός φοιτητής της Νομικής Σχολής Αθηνών

7

Νίκος Καζαντζάκης


8

Με αφορµή τη συµπλήρωση 33 χρόνων από το θάνατό του

Λ

Αφιέρωμα

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

Εµένα, ακόµα µε κοιλοπονάει η µάνα Ελλάδα!

Της Μπέλλας Μηλοπούλου

ίγο πριν τα 18 διάβασα το « ‘21 και η αλήθεια». Εντυπωσιάστηκα. Σίγουρα τα όσα ήταν γραμμένα στις σελίδες του δίτομου αυτού έργου δεν είχαν καμία σχέση με όλα εκείνα που είχα διδαχτεί στο σχολείο, εκείνους τους δύσκολους και συνάμα περίεργους καιρούς. Στην τελευταία σελίδα εντόπισα τη διεύθυνση του συγγραφέα: Γκομίνη 8, Χαλκίδα. Πήρα το θάρρος και του έγραψα εκφράζοντάς του όλα εκείνα που ένιωσα διαβάζοντας τα κείμενά του. Και λίγες ημέρες αργότερα. έφτασε στο σπίτι μου ένας χοντρός φάκελος στο όνομά μου. Τον άνοιξα. Σε μία τεράστια κόλλα γραμμένες σχεδόν καλλιγραφικά, με χοντρό μαρκαδόρο οι λέξεις: « Μπέλλα, έλα. Γιάννης Σκαρίμπας». Και πήγα. Και ξαναπήγα. Και ξαναπήγα….Μέχρι εκείνα τα ξημερώματα, στις 21 του Γενάρη του 1984 που ένας φίλος δημοσιογράφος από τη Χαλκίδα με πήρε τηλέφωνο: « Έφυγε ο μπάρμπα Γιάννης. Μου είχε πει ο ίδιος να σε ειδοποιήσω». Τον αποχαιρετήσαμε και τον οδηγήσαμε για να ξεκουραστεί αιωνίως στο κάστρο του Καράμπαμπα. « Αν είναι να έρθεις πριν τις 11 το πρωί δεν θα είμαι στο σπίτι. Έλα στα Δικαστήρια, εκεί θα με βρεις. Μόνο να ζητήσεις τον μπάρμπα Γιάννη, γιατί αν γυρέψεις τον κ. Σκαρίμπα θα σε πάνε στον αδελφό μου. Αυτόν θεωρούνε… κύριο, γιατί φορεί καπέλο»! Κι όπως άλλοι έχουν κάρτες για να ενημερώνουν ή για να επιδεικνύουν τις υπαρκτές ή ανύπαρκτες και ψευδείς ιδιότητές τους, ο Σκαρίμπας έγραφε στα αγαπημένα του χαρτάκια, το τι πίστευε ο ίδιος για τον εαυτό του: «συνταξιούχος τελωνειακός, διασαφιστής και τάχα λογοτέχνης» και σε ένα άλλο : «ανάξιος απόγονος ορεσίβιων προγόνων», υπονοώντας τον πρόγονο εκείνο, από την πλευρά του πατέρα του, του Ευθύμιου, που είχε υπηρετήσει στην αυλή του Αλή Πασά. Στα Δικαστήρια πήγαινε συχνά γιατί εκεί δούλευε η ψυχοκόρη του, η Τασία. Τη λάτρευε, τον λάτρευε κι εκείνη. Με την Ανδρομάχη- τ’ όνομα της μάνας του- τη Μάχη, την κόρη του, που ζούσαν στο ίδιο σπίτι, είχαν κόντρες και εντάσεις συχνές. «Έχω και μια γειτόνισσα, εδώ απέναντι, που μ’ αγαπάει και με φροντίζει πολύ και για να της το ανταποδώσω τη φωνάζω μανούλα!»


9

Το «βασίλειό» του ήταν εκείνο το φωτεινό δωμάτιο στον πάνω όροφο του δίπατου, στην οδό Γκομίνη. Ένα ντιβάνι και μπροστά ένα τραπέζι με πλαστικό τραπεζομάντιλο. Και στους τοίχους γύρω, εκτός από τα εκατοντάδες βιβλία, κολλημένα πολλά χαρτιά. Κάποια από αυτά είχαν μόνο ένα όνομα, γραμμένο με χοντρό μαύρο μαρκαδόρο και με μεγάλα γράμματα. Ήταν και το δικό μου όνομα. Και, κυρίως, της Μελίνας Μερκούρη. Και του Μάνου Κατράκη. «Γιατί έχεις αυτά τα ονόματα στον τοίχο:» «Για να τα βλέπω και να μην σας ξεχνάω» Υπήρχαν, όμως, και κάποιες κόλλες με χειρόγραφα κείμενα. «Τι είναι αυτά, μπάρμπα Γιάννη;» «Απαντήσεις. Οι δημοσιογράφοι –όχι εσύ, ευτυχώςόλο με ρωτούν τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκα κι εγώ, έκατσα έγραψα τις απαντήσεις και όποτε με ρωτούν, τις έχω έτοιμες και τους τις δίνω προς αντιγραφή. Ο καλύτερος τρόπος για να γλυτώνω από τα …τσιμπούρια…» Και, βέβαια, όλα ήταν γραμμένα με μαρκαδόρο χοντρό και με μεγάλα πεζοκεφαλαία γράμματα για να μπορεί να τα διαβάζει αφού ο καταρράκτης και στα δύο μάτια, του είχε στερήσει σημαντικά την όρασή του. Για χειρουργική επέμβαση ούτε λόγος, γινόταν θηρίο. Με τα πολλά, με φωνές και γκρίνιες, με τη συμβολή ενός φίλου του καθηγητή Πανεπιστημίου καταφέραμε και του κάναμε εισαγωγή στο Οφθαλμιατρείο για να απαλλαγεί από τον καταρράκτη. Με το ζόρι.

Αφιέρωμα

Συγγραφείς στην… κατάψυξη!

Δεν του άρεσε η τεχνολογία. Κι όταν λέμε τεχνολογία δεν εννοούμε κομπιούτερ ή –έστω- γραφομηχανή. Για τις απλές ηλεκτρικές συσκευές του σπιτιού, μιλάμε. Δεν είχε κουζίνα- μια γκαζιέρα έφτανε και περίσσευε για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του σπιτικού του. Και αρνιόταν πεισματικά να μπει στο σπίτι του ψυγείο. Τα τρόφιμα έπαιρναν τη θέση τους στο κρεμασμένο από το ταβάνι της κουζίνας «φανάρι». Ώσπου, κάποια στιγμή, σε μιαν επίσκεψη, εκεί δίπλα στο ντιβανάκι που περνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας, βλέπω ένα παλιό μεν, αλλά, ψυγείο. «Τι είναι αυτό μπάρμπα Γιάννη; Εσύ, ψυγείο;» Σηκώθηκε, έχοντας ένα πονηρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Πήγε κοντά του, μου έδειξε ότι δεν ήταν στην πρίζα του και μου άνοιξε την πόρτα. Ήταν γεμάτο χειρόγραφα! «Έλα να δεις τι έχω στην κατάψυξη…» Εκεί, είχε τοποθετήσει προσεκτικά δύο χοντρούς φακέλους-ο καθένας είχε κι ένα όνομα επάνω. Μενέλαος

Λουντέμης, ο ένας. Μίκης Θεοδωράκης ο άλλος. Με τον Λουντέμη, τα πήγαιναν καλά παλιά, όμως, όπως έλεγε, ή γενικότερη στάση του τον είχε απογοητεύσει στην πορεία. Κι έστω κι αν είχε αντιρρήσεις, πολλές αντιρρήσεις ομολογουμένως, εγώ του τον πήγα τον Λουντέμη όταν εκείνος επέστρεψε στην Ελλάδα. Δεν τον έδιωξε, όπως φοβόμουν ότι μπορεί να κάνει. Μονάχα τη φωτογραφική μηχανή του φωτορεπόρτερ που είχε έρθει μαζί, πέταξε έξω από το παράθυρο! Και με τον Μίκη Θεοδωράκη δεν τα πήγαινε καλά. Αντάλλασσαν επιστολές επί μακρόν σε δύο αντίπαλες εφημερίδες της Χαλκίδας. Ο μπάρμπα Γιάννης, μάλι-

στα, ήταν έξαλλος μια φορά, γιατί ο Μίκης τον είχε αποκαλέσει «ο συμπαθής γέρων της Χαλκίδας» «Γέρων, εγώ; Μα εγώ δεν γεννήθηκα ακόμα, εμένα ακόμα με κοιλοπονάει η μάνα Ελλάδα»! «Γιατί γράφεις το όνομά του με ύψιλον και όχι με ήτα: » «Γιατί θεωρώ ότι έχει την αφέλεια των Μάους!...»

Ο… ορφικός Καραγκιόζης

Κι αν αγαπούσε κάτι αυτός ο δύστροπος –για τους πολλούς- άνθρωπος με την απέραντη, αλλά καλά κρυμμένη, τρυφερότητα (πέρα από την Τασία, τη γειτόνισσα-


10

Αφιέρωμα

μανούλα, τα παιδιά και τα εγγόνια του, ελάχιστους φίλους, την άμπωτη και την πλημμυρίδα του Ευρίπου, τις λέξεις που τις έκανε με έξοχο τρόπο βιβλία) ήταν ο Καραγκιόζης, οι φιγούρες κι οι ιστορίες του. «Με τα βιβλία λες αυτά που θέλεις να πεις ,αλλά, σε λίγους. Με τις ιστορίες του Καραγκιόζη, όμως, αγγίζεις πολλούς. Και κυρίως τα παιδιά. Εξάλλου ο Καραγκιόζης ξέρει καλύτερα από τον καθένα τα βάσανα και τους πόνους αυτού του λαού και μπορεί να τα αφηγηθεί με τον πιο ωραίο τρόπο. Και μην ξεχνάς πως οι ρίζες του είναι στην αρχαία Ελλάδα!». Κάπου, μάλιστα, έχει γράψει: «Τούτος ο ξυπόλυτος έρχεται ντρίτα από τα μυστήρια τα ορφικά, τα ελευσίνια, τα διονυσιακά, όπως ο άνθρωπος έρχεται ντρίτα από τη μόδα. Ντεμοντέ είναι μόνον οι νεκροί, ενώ και η καρδιά του έθνους δεν χτυπάει στα νάιτ-κλαμπ ούτε στα σαλονειακά κουκουβαγεία της Αθήνας». Κι αν ο Γιάννης Σκαρίμπας θεωρείται ο λογοτέχνης εκείνος που εισήγαγε υπερρεαλιστικά στοιχεία στην τέχνη του, αλλάζοντας μια για πάντα την λογοτεχνική έκφραση στην Ελλάδα, ήταν εξίσου σημαντικός γιατί το γράψιμό του, οι ιδέες του, η έμπνευση και τα μηνύματά του ήταν άρρηκτα δεμένα με τον τρόπο ζωής, με την φιλοσοφία και την ιδεολογία του, που ποτέ δεν απαρνήθηκε και για κανένα λόγο. Ίσως αυτό να είναι το κομβικό σημείο, αυτή να είναι η ουσιαστική σημασία της βαρυσήμαντης παρουσίας του στα ελληνικά Γράμματα. «Πόσο μ’ αρέσει ο τρόπος που χρησιμοποιείς τη γλώσσα μπάρμπα Γιάννη. Τη σέβεσαι…» «Την αγαπώ γι’ αυτό και της αλλάζω τα φώτα!». Στις 28 του περασμένου Σεπτέμβρη συμπληρώθηκαν 123 χρόνια από τη γέννησή του στο χωριό Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος. Ιδού ένα σύντομο βιογραφικό, καταγεγραμμένο από τον ίδιο: «Γεννήθηκα το 1893 στο χωριό Αγια-Θυμιά της Παρνασσίδος – πρώην Δήμου Μυωνίας. Το δημοτικό μου σκολειό το πέρασα στην Ιτέα των Σαλώνων. Το Σχολαρχείο στο Αίγιο και το Γυμνάσιο στην Πάτρα. Εδώ (στη Χαλκίδα) ελθόντας για στρατιώτης (κληρωτός) το 1914 παντρεύτηκα (... εξ’ έρωτος). Έκτοτε, σχεδόν δεν ‘‘το κούνησα’’ από την πόλη ετούτη = τη Χαλκίδα. Έκανα οικογένεια (παιδιά, νύφες κι εγγόνια) και μνέσκω ακόμα, γράφοντας Λογοτεχνία και Ιστορία. Αλλά και Ποίηση και Θέατρο. Τώρα υπέρ τα 84 μου χρόνια γεγονώς, εφησυχάζω (σχεδόν μόνος) στο σπιτάκι μου, ζων ‘‘αεί -μη- διδασκό-

∆ια χειρός Σκαρίµπα

• Καϋμοί στο Γρυπονήσι • Διηγήματα. Αθήνα, έκδοση του περ. Ελληνικά Γράμματα, 1930. • Το θείο τραγί • Διηγήματα. Αθήνα, Μαυρίδης, 1933. • Μαριάμπας • Μυθιστόρημα. Αθήνα, Παπαδογιάννης, 1935. • Το σόλο του Φίγκαρω • Μυθιστόρημα. Αθήνα, Γκοβόστης, 1938. • Η περίπολος Ζ’ • Χρονικό από τον Α’ παγκόσμιο. Αθήνα, 1972. • Το Βατερλώ δυο γελοίων • Μυθιστόρημα. Αθήνα, Μαυρίδης, 1959. • Η μαθητευομένη των τακουνιών. Αθήνα, Δίφρος, 1960. • Φυγή προς τα Εμπρός • Μυθιστόρημα. Αθήνα, 1976. • Το ’21 και η αλήθεια - Η τράπουλα Οι γαλατάδες, ιστορία. Αθήνα, 1971-1977. • Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα • Διηγήματα. Αθήνα, 1973. • Τρεις άδειες καρέκλες • Διηγήματα. Αθήνα, 1976. • Τα πουλιά με το λάστιχο • Χρονογραφήματα. Αθήνα, 1978. • Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό • Αντιδιηγήματα. Αθήνα, 1979.

ΙΙ.Ποίηση

• Ουλαλούμ. Αθήνα, Γραφείο Πνευματικών Υπηρεσιών, 1936. • Εαυτούληδες. Αθήνα, 1950. • Βοϊδάγγελοι. Αθήνα, Αίγαγρος, 1968. • Άπαντες στίχοι 1936-1970. Αθήνα, Επτάλοφος, 1970.

ΙΙΙ.Θεάτρο

• Ο ήχος του κώδωνος. Αθήνα, Μαυρίδης, 1950. • Ο Σεβαλιέ σερβάν της κυρίας. Αθήνα, 1971. • Τα καγκουρώ. Αθήνα, 1979. • Αντι - Καραγκιόζης ο μέγας. Αθήνα, 1977. • Η κυρία του τραίνου. Αθήνα, 1980. • Ο πάτερ Συνέσιος. Αθήνα, 1980.


Δ

Ασύµβατη συνοδοιπορία

ιαβάστηκε, λατρεύτηκε, συζητήθηκε. Όμως, τα τελευταία χρόνια, σαν να τον βάλαμε στην άκρη. Όπως όταν λέμε, εντάξει, θα υπάρχει για πάντα, μπορώ ν’ ασχοληθώ αργότερα. Κι αυτό είναι λάθος. Και για μας τους μεγαλύτερους, αλλά και για τους νεότερους στους οποίους τόσα έχει να προσφέρει ο λόγος του. Γι’ αυτό και οι εκδόσεις «Νεφέλη» συνεχίζουν και επιμένουν κι εκείνος όταν έλεγε «τα γυρίζω ανάποδα για να σταθούνε όρθια»… Έτσι, σύντομα θα έχουμε επανέκδοση του εδώ και καιρό εξαντλημένου «΄Απαντες στίχοι», ενώ για τα δύο επόμενα χρόνια έχουν προγραμματίσει την έκδοση όσων ανέκδοτων κειμένων του υπάρχουν και παράλληλα θα εκδοθούν τρεις μελέτες γύρω από τον Σκαρίμπα και το έργο του. Η πρώτη από αυτές που θα κυκλοφορήσει άμεσα υπογράφεται από την Κατερίνα Κωστίου και έχει τίτλο «Ασύμβατη συνοδοιπορία. Όψεις της έκκεντρης γραφής και της ιδεολογίας του Γιάννη Σκαρίμπα».

Τα βιβλία του Μπαρμπα-Γιάννη που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Νεφέλη» είναι:

1.-«Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας» (με 58 φωτογραφίες) 2014, σελ. 96 2.-«Άπαντες στίχοι 1936-1970» (με CD του Διονύση Τσακνή) 2010, σελ. 248 3.-«Η μαθητευομένη των τακουνιών» 1995, σελ. 125 4.-«Καϋμοί στο Γριπονήσι» 1994, σελ. 176 5.-«Μαριάμπας»1991, σελ. 232 6.-«Ο κύριος του Τζακ – Πατς κι απαγάι» 1996, σελ. 90 7.- «Περίπολος Ζ’» (Σχολιασμένη γενετική φιλολογική έκδοση: Κατερίνα Κωστίου) 2009, σελ. 256 8.-«Το Βατερλώ δυο γελοίων»1994, σελ. 329 9.-«Το θείο τραγί»1993, σελ. 145 10.-«Το σόλο του Φίγκαρω» 1992, σελ. 180 11.-«Τρεις άδειες καρέκλες»1998, σελ. 140 12.-«Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα»1996, σελ. 180 13.-«Φυγή προς τα εμπρός»1997, σελ. 225

μενος’’, εν αναμονή του ‘‘εσχάτου-μουμαθήματος’’, ευχαριστώντας εκείνο που ονομάζουμε Θεό, ‘‘για τα βουνά και για τα δάση που είδα...’’ (του Ζαχ. Παπαντωνίου). Και για το ακριβές των παραπάνω αυτών μου ασημάντων, υπογράφομαι, ο ταπεινότατος Γιάννης Σκαρίμπας»

Ψάχνοντας το… ανεύρετο!

Τυχαία, λοιπόν, βρέθηκε στη Χαλκίδα και την ερωτεύτηκε. Υπηρέτησε ως ανθυπασπιστής στο 542 Σύνταγμα Ευζώνων κι έπειτα διορίστηκε τελωνοσταθμάρχης στην Ερέτρια, αρχικά, ενώ στα 1915 αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στη Χαλκίδα, όπου εργαζόταν ως εκτελωνιστής. Για να κερδίζει τα προς το ζην τα δικά του, αλλά, και της οικογένειας που έχτισε. Μια οικογένεια κοντά στην Ελένη Κεφαλινίτη που πολύ αγάπησε κι απέκτησε μαζί της πέντε παιδιά. Όμως, η δουλειά του, η ζωή του, ήταν οι λέξεις που άλλοτε γίνονταν κείμενα, άλλοτε διηγήματα ή νουβέλες, θεατρικά, μυθιστορήματα, δοκίμια, κριτικές και όμορφα ποιήματα. Με τη δική του γλώσσα που του άρεσε να την «ζυμώνει και να της αλλάζει τα φώτα»! Έχει αρχίσει να γράφει από τη δεκαετία του 1910, αλλά, οι περιστάσεις τότε δεν του επέτρεπαν να χρησιμοποιεί το πραγματικό του όνομα. Ο λογοτεχνικός του εαυτός ονομάζεται Κάλλις Εσπερινός… Πέρασαν αρκετά χρόνια για να υπογράψει ως Γιάννης Σκαρίμπας. Συγκεκριμένα, το 1929 με το πραγματικό του όνομα κάτω από το κείμενο με τον τίτλο «Ο καπετάν Σουρμελής ο Στουραίτης» παίρνει το πρώτο βραβείο διηγήματος και το έργο του δημοσιεύεται στο περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα» του Κωστή Μπαστιά. Η επιτροπή που τον βραβεύει, εκτός από τον λογοτέχνη-εκδότη του περιοδικού απαρτίζεται από τον Φώτη Κόντογλου, τον Κώστα Καρθαίο και τον Λέοντα Κουκούλα. Έγραψε πολλά, αλλά και διάβασε πολύ και πολλούς. Αυτοί που τον σημάδεψαν, ωστόσο, ήταν ο Εντγκαρ Άλαν Πόε, ο Κνουτ Χάμσουν, ο Ντοστογιέφσκι, ο Ιψεν, αλλά και ο Οσκαρ Ουάιλντ. «Να μην κοιτάς τα παλιά, να μαθαίνεις από αυτά, αλλά να τα προσπερνάς και όλο μπροστά να κοιτάζεις. Και αφού αγαπάς αυτό που κάνεις, να δουλεύεις πολύ, γιατί η ζωή είναι λίγη» έλεγε. Σίγουρα ήταν ένας άνθρωπος με χιούμορ, που μπορούσε να αυτοσαρκάζεται. Ένας αιρετικός; Μάλλον όχι. Ανατρεπτικός, όμως, σίγουρα. Είρων; Όπως το πάρει κανείς. Διαφορετικός και ξεχωριστός, σίγουρα. Με έναν

11

Αφιέρωμα


12

Ο Γιάννης Σκαρίμπας με την Μπέλλα Μηλοπούλου σε μια εκ βαθέων συζήτησή τους

Αφιέρωμα

τεράστιο ψυχικό πλούτο που γενναιόδωρα πρόσφερε, αλλά, μονάχα σε εκείνους που θα κέρδιζαν την εμπιστοσύνη του. Εισηγητής του παράδοξου, όπως έχει χαρακτηριστεί και όχι άδικα. Μοναχική περίπτωση στα Γράμματα; Είναι αλήθεια Βαθειά πολιτικοποιημένος; Ναι, αλλά όχι κομματικοποιημένος. Μπορεί να είχε στρατευτεί στο ΕΑΜ, η συμμετοχή του, όμως, σ’ αυ-

τούς τους δρόμους –ή και στους αντίθετους- θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χλιαρή. Κι αν έγραψε πολλά με γλώσσα αυστηρή απέναντι στη θρησκεία, δεν το έκανε γιατί ήταν άθεος. Με κάποιους από τους ανθρώπους που βρίσκονταν στους κύκλους της Εκκλησίας τα έβαζε κι όχι με την ίδια την πίστη. Υπάρχει μια παράγραφος στη δεύτερη πράξη του θεατρικού του « Η κυρία του

τραίνου» που τον εκφράζει απόλυτα σε σχέση με το θέμα αυτό: «Είμαι θρησκευόμενος με την έννοια ότι ψάχνω το ανεύρετο. Δε θέλω τους θεοσεβούμενους και τους μελετητές. Βρίσκομαι όμως πολύ εγγύτερα στο Θεό από τη μάνα σου. Να τον μαχόμαν; Θα του 'δινα δουλειά ενώ εγώ είμαι άνθρωπος φιλήσυχος». 


13

PAUL AUSTER

Το Παλάτι του Φεγγαριού

Οσυγγραφέας τουμήνα

Μτφρ: Σταυρούλα Αργυροπούλου

Σ

Εκδόσεις Μεταίχμιο Σελ.: 418 Τιμή:16,60€

Της Αργυρώς Μαντόγλου

το «Παλάτι του φεγγαριού» 1989, διακρίνουμε τα θέματα, τα μοτίβα και τις εμμονές που έχουμε συναντήσει και σε επόμενα βιβλία του Πολ Οστερ: ο χαμένος ή άγνωστος πατέρας, ο αποπροσανατολισμένος γιος, το παρελθόν ως μυστήριο που ο ήρωας (αλλά και υπόλοιποι χαρακτήρες) καλούνται να επιλύσουν, τα όρια της γλώσσας και των αντοχών τους, την εσωτερική μοναξιά που βιώνεται πότε ως πεπρωμένο και πότε ως διαφορετικότητα, ο συνεχής αγώνας να παραμείνουν οι ήρωες προσηλωμένοι στο δικό τους (έστω και αδιαμόρφωτο στην αρχή) σχέδιο, το οποίο ο συγγραφέας φροντίζει να αποκαλύψει σταδιακά, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα και τη φόρμα του μυθιστορήματος. Επιπλέον, υπάρχει, όπως σε όλα τα έργα του αμερικανού συγγραφέα, κάποια καίρια απώλεια ή τραύμα, το οποίο ο κεντρικός ήρωας καλείται όχι μόνο να εξερευνήσει αλλά και να διαχειριστεί.

Εσωτερική εξερεύνηση

Ο Μάρκο Φογκ είναι ορφανός και από τους δυο γονείς. Ο θείος του, ο Βίκτορ, είναι ο μοναδικός συγγενής και προστάτης του. Ο Μάρκο πηγαίνει στο κολέγιο αλλά εννέα μήνες αργότερα, «το καλοκαίρι που ο άνθρωπος πάτησε πρώτη φορά στο φεγγάρι», βρίσκεται με 1500 βιβλία, τα βιβλία του θείου του, ο οποίος πεθαίνει πριν ο νεαρός καταφέρει να ολοκληρώσει τις σπουδές του και

Πολ Όστερ

Μια οικογενειακή µεταµοντέρνα σάγκα

τα κληρονομεί μαζί με κάποια χρήματα τα οποία χρησιμοποιεί για να πληρώσει την κηδεία του θείου του. Μετά από την απώλεια του μοναδικού συγγενή του γίνεται εσωστρεφής και περνάει τον καιρό του διαβάζοντας τα βιβλία, χαμένος μέσα στις σκέψεις του. Στη συνέχεια αναγκάζεται να τα πουλήσει για να συντηρηθεί μέχρι που κάποια στιγμή τελειώνουν, αδυνατεί να πληρώσει τα ενοίκια, τού κάνουν έξωση και αναζητά καταφύγιο στο Σέντραλ Παρκ. Οι περιγραφές και οι δύσκολες μέρες και νύχτες που περνάει ως άστεγος και νηστικός είναι από τις ωραιότερες σελίδες του βιβλίου και θυμίζουν εν πολλοίς την

«Πείνα» του Κνουτ Χάμσουν, την εισαγωγή του οποίου έχει γράψει ο ίδιος ο Οστερ. «Ήθελα να ζήσω ριψοκίνδυνα, να ωθήσω τον εαυτό μου στα άκρα κι έπειτα να δω τι θα συνέβαινε όταν έφθανα εκεί. Όπως αποδείχτηκε, παραλίγο να μην την βγάλω καθαρή. Σιγά, σιγά, είδα τα χρήματά μου να τελειώνουν και να μη μένει ούτε δεκάρα. Έχασα το διαμέρισμά μου. Κατέληξα να ζω στους δρόμους. Αν δεν ήταν μια κοπέλα που την έλεγαν Κίτι Γου, μπορεί και να πέθαινα από την πείνα», γράφει στην πρώτη σελίδα του βιβλίου και η δοκιμασία αυτή μπορεί μεν να τον φέρνει στα όρια του αλλά αποκτά μια άλλου είδους αυ-


14

τοπεποίθηση, πριν φυσικά, εξαντληθεί: «Αν η ζωή ήταν μια ιστορία, όπως μου έλεγε συχνά ο θείος Βίκτορ, και κάθε άνθρωπος είναι συγγραφέας της δικής του, τότε εγώ την επινοούσα καθώς προχωρούσα. Δούλευα χωρίς πλοκή, γράφοντας κάθε πρόταση όπως μου ερχόταν, αρνούμενος να σκεφτώ την επόμενη. Όλα μπορεί να ήταν ωραία και καλά, αλλά το ζήτημα δεν ήταν πια αν μπορούσα να σκαρφιστώ αυτή την ιστορία. Αυτό το είχα ήδη κάνει. Το ζήτημα ήταν τι θα έκανα όταν η πένα μου ξέμενε από μελάνι». Όμως ο νεαρός Μάρκο δεν ξέμεινε από μελάνη, καθώς στη συνέχεια μπαίνουν στην τροχιά της αφήγησης οι συμπτώσεις, τόσες πολλές, που παύουν να είναι αληθοφανείς, ακόμα και στον πλέον καλόπιστο αναγνώστη, εκτός και αν δεχτούμε την υπόγεια «μεταμοντέρνα» ειρωνεία, όπως έχουν σχολιάσει αρκετοί από τους κριτικούς και μελετητές του συγγραφέα.

Στη συνέχεια εμφανίζεται ο τρίτος χαρακτήρας του μυθιστορήματος, ο ογκώδης και παχύσαρκος Σόλομον Μπάρμπερ, ο οποίος θα διηγηθεί κι εκείνος με τη σειρά του τη δική του ιστορία μέσα από την οποία προβάλλει και η μυστική σύνδεση με τον νεαρό Μάρκο.

Οσυγγραφέας τουμήνα

Η έρημος, το φεγγάρι και οι συμβολισμοί τους

Στο δίκτυο των συμπτώσεων

Στο δεύτερο μέρος «εισβάλλει» στην αφήγηση ένας άλλος χαρακτήρας. Πρόκειται για τον ηλικιωμένο, ανάπηρο Εφινγκ ο οποίος γίνεται ο σκληρός εργοδότης του και ο πνευματικός του οδηγός, βασανιστής και ευεργέτης του. Ο Εφινγκ αφηγείται τη δική του ιστορία την οποία ο Μάρκο καταγράφει, και η οποία λειτουργεί ως ένα είδος (εγκιβωτισμένης αφήγησης μέσα στο κορμό της κύριας ιστορίας), το νόημα της οποίας αποκαλύπτεται σε εμάς ταυτόχρονα με την εξέλιξη της σάγκας του Μάρκο. Ο Εφινγκ ισχυρίζεται πως υπήρξε διάσημος ζωγράφος ο οποίος, μετά από μια σειρά από ατυχίες και λάθη, τραγωδίες και πανωλεθρίες, περπάτησε και έχασε τον εαυτό του πριν «μεταμορφωθεί» στην μεταφυσική έκταση της ερήμου: «… η έρημος είναι τόσο μεγάλη εκεί έξω κι ύστερα από λίγο αρχίζει να σε καταπίνει. Έφτασα σε ένα σημείο που δεν μπορούσα πια να το αντέξω. Όλη αυτή η καταραμένη σιωπή και το κενό. Προσπαθείς να προσανατολιστείς, αλλά είναι τόσο απέραντη, οι διαστάσεις τόσο τερατώδεις και τελικά απλώς παύει να υπάρχει. Δεν υπάρχει κόσμος, δεν υπάρχει γη, δεν υπάρχει τίποτα. Σ’ αυτό καταλήγεις στο τέλος, Φογκ, ότι όλα είναι πλάσματα της φαντασίας. Το μόνο μέρος όπου υπάρχεις βρίσκεται μέσα στο κεφάλι σου». Ο Εφινγκ θα επιβιώσει και μισότρελος θα ζήσει για κάποια χρόνια μέσα σε μια σπηλιά, την οποία θα γεμίσει με έργα του, ξεχνώντας τους κανόνες που είχε μάθει, ζωγραφίζοντας μόνο για τον εαυτό του.

Έργο του Ραλφ Μπλέικλοκ

Το παλάτι του φεγγαριού χωρίζεται σε τρία μέρη, σε καθένα από αυτά περιγράφεται η ιστορία των τριών αντρών του Μάρκο Φογκ, του Τόμας Εφινγκ και του Σόλομον Μπάρμπερ. Καθώς εξελίσσεται η πλοκή αποκαλύπτεται η γενεαλογικό τους δένδρο και η μεταξύ τους συγγένεια. Η προσωπική ιστορία του καθενός αποτελεί μια επανάληψη της ζωής του άλλου με τα αντίστοιχα παιχνίδια της μοίρας. Ο βασικός συνδετικός άξονας σε αυτές τις τρεις φαινομενικά διαφορετικές πλοκές είναι η έρημος, όπου κάποια στιγμή της ζωής τους θα βρεθούν, θα περιπλανηθούν και θα δοκιμάσουν τα όρια τους και οι τρεις άντρες. Το «Παλάτι του φεγγαριού» βρίθει από σύμβολα, συμπτώσεις και εν πολλοίς προβλέψιμη πλοκή, χαρακτήρες σύνθετοι και εκκεντρικοί αλλά στο τέλος ανθρώπινοι και πειστικοί, τα σύμβολα επαναλαμβάνονται προσδίδοντας ατμόσφαιρα και συνειρμούς. Ο συμβολισμός του φεγγαριού, μια μεταφορά για τη δύναμη του ασυνείδητου να επιβάλλει τις επιλογές μας, λειτουργεί και ως σύνδεσμος ανάμεσα στα κεφάλαια και στους ήρωες και εμφανίζεται από την πρώτη σελίδα (ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε στο φεγγάρι, το ινδικό εστιατόριο που βλέπει από το παράθυρό του με την πινακίδα «Το παλάτι του φεγγαριού» κ.ά Σε κάποιο σημείο γράφει για έναν πίνακα του Ραλφ Μπλέικλοκ τον οποίο ο εργοδότης του και μέντορας του τον στέλνει να περιεργαστεί προκειμένου ο νεαρός Μάρκο να ασκήσει το βλέμμα του και την αντίληψή του: «Το φεγγάρι ήταν πάντα ολόγιομο σ’ αυτά τα έργα και ήταν πάντα το ίδιο: ένας μικρός, τέλειος κύκλος στο κέντρο του καμβά, να λάμπει με το αχνότερο λευκό φως. Αφού είχα δει πέντε με έξι από αυτούς, άρχισαν βαθμιαία να διαχωρίζονται από το περιβάλλον τους και εγώ δεν μπορούσα να τους δω ως φεγγάρια. Έγιναν τρύπες πάνω στους καμβάδες, φωτεινές οπές που παρακολουθούσαν έναν άλλο κόσμο. Το μάτι του Μπλέικλοκ ίσως. Ένας κενός κύκλος που αιωρούνταν στο διάστημα, κοιτάζοντας κάτω πράγματα που δεν υπήρχαν πια εκεί». 


Σουσάκου Έντο

Η θρησκευτική µισαλλοδοξία στην Ιαπωνία του 17ου αιώνα ΣΟΥΣΑΚΟΥ ΕΝΤΟ

Σιωπή

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008 Μτφρ.: Μαίρη Κιτσικοπούλου (1η έκδοση, 1992).

Οι Σαμουράι

Εκδόσεις Ψυχογιός, 1984 Μτφρ:. Κλειώ Γουέμπερ.

Το Σκάνδαλο

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2015 Μτφρ.: Αύγουστος Κορτώ.

15

Βιβλίο &Σινεμά


16

Βιβλίο &Σινεμά

Ι

Της Ελένης Χατζή

απωνία, αρχές του 17ου αιώνα. Ο Σόγκουν Τογκουκάβα Ιεγιάσου έχει συντρίψει τον προκάτοχο του Τογιοτόμι Χιντεόσι και μαζί κάθε διάθεση της Ιαπωνίας να συνάψει εμπορικές σχέσεις με τη Δύση και να ανεχθεί το Χριστιανισμό. Ο Ιεγιάσου καταφέρνει να ενοποιήσει την Ιαπωνία που μέχρι τότε σπαρασσόταν από εμφύλιες διαμάχες και να δώσει ένα αποφασιστικό χτύπημα στις Διαμαρτυρόμενες Αγγλία και Ολλανδία και τις Καθολικές Πορτογαλία και Ισπανία που προσπαθούσαν να εξαπλώσουν την επιρροή τους στην Ασία. Η Ιαπωνία απομονώνεται και αποκηρύσσει το Χρι-

στιανισμό. Ο Ιεγιάσου εξαπολύει ένα λυσσαλέο κυνήγι κατά των Καθολικών ιεραποστόλων που αποβιβάζονται στο νησί του Ειρηνικού από την Χριστιανική Ευρώπη αλλά και των Ιαπώνων που έχουν ασπαστεί τη χριστιανική πίστη.

Οι Σαμουράι και η Σιωπή του Θεού

Αυτό είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα των μυθιστορημάτων «Σιωπή» (1966) και «Οι Σαμουράι» (1980) του Σουσάκου Έντο, ενός από τους γνωστότερους στη Δύση αλλά και πιο αμφιλεγόμενους Ιάπωνες συγγραφείς - φέτος συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από το θάνατο του (1923-1996). Ο Σουσάκου Έντο βαφτίστηκε καθολικός στα δώδεκα

του χρόνια ύστερα από απόφαση της μητέρας του. Σε μια συνέντευξη του στο περιοδικό Kumo είχε πει: «Η καθολική θρησκεία ήταν ένα είδος έτοιμου ρούχου για μένα… έπρεπε να αποφασίσω είτε να προσαρμόσω στο σώμα μου αυτό το έτοιμο ρούχο ή να απαλλαγώ απ’ αυτό και να βρω ένα άλλο που θα μου ταίριαζε… άρχισα να αναρωτιέμαι ποιός ήταν ο αληθινός εαυτός μου…». Και στα δυο αυτά έργα του Έντο οι ήρωες είναι Καθολικοί ιεραπόστολοι (Ιησουίτες) που επισκέπτονται τη μακρινή Ιαπωνία, ο Πορτογάλος Πατέρας Ροντρίγκεζ, της «Σιωπής» και ο Ισπανός Πατέρας Βελάσκο στο «Οι Σαμουράι», ιερωμένοι με ζήλο που θέλουν να εμφυσήσουν τη Χριστιανική διδασκαλία στους Ιάπωνες Βουδιστές.


17

Το Χόλυγουντ και τα «χαµένα» βιβλία

Βιβλίο &Σινεμά

Το έργο του Ιάπωνα συγγραφέα ξαναήρθε στην επικαιρότητα και θα συζητηθεί καθώς ο αμερικανός σκηνοθέτης Μάρτιν Σκορσέζε ανακοίνωσε πως την πρώτη εβδομάδα του 2017 θα προβληθεί στους κινηματογράφους η ταινία του με τίτλο «Σιωπή» (Silence) βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα. Η «Σιωπή» (εκδ. Καστανιώτη), κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία σε 2η έκδοση του 2008 (1η έκδοση 1992). Η επανέκδοση της «Σιωπής» (2008) συνοδεύεται από εισαγωγή του Μάρτιν Σκορσέζε που εκείνη τη χρονιά είχε αποφασίσει να ασχοληθεί με τη «Σιωπή». Κι εδώ διαπιστώνει κανείς πώς το Χόλυγουντ σώζει μερικά «χαμένα» βιβλία που ηττήθηκαν στη μάχη των σύγχρονων μπεστ- σέλερ και της ανεξέλεγκτης βιβλιοπαραγωγής. Ελπίζουμε με αυτή την ευκαιρία να επανακυκλοφορήσει και το μυθιστόρημα «Οι Σαμουράι» (εκδ. Ψυχογιός, 1984) που έχει εξαντληθεί. Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί το βιβλίο του Έντο «Σκάνδαλο» (2015) σε μετάφραση Αύγουστου Κορτώ.

Στα μυθιστορήματα του Έντο κυριαρχεί η θεολογική αναζήτηση. Η έννοια της πίστης, της αγάπης, της αυταπάρνησης, του μαρτυρίου, της εξιλέωσης, της προδοσίας, του Παραδείσου. Είναι συχνές οι αναφορές στη Βίβλο ακόμη και ολόκληρα αποσπάσματα όταν αυτό είναι απαραίτητο. Οι πρωταγωνιστές ιεραπόστολοι εμφανίζονται σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση μέσα από επιστολές και ημερολόγια όπου παρακολουθούμε τις σκέψεις και τα διλήμματα τους αλλά και την πιθανότητα του μαρτυρίου που τους περιμένει στην εχθρική για τους χριστιανούς Ιαπωνία.

Η ιστορία αντιστρέφεται

Τα δυο αυτά έργα του Έντο «Σιωπή» και «Οι Σαμουράι» πραγματεύονται το θέμα της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας και του φανατισμού σε μια μακρινή και σχετικά άγνωστη σε εμάς περίοδο, την Ιαπωνία του 17ου αι-

ώνα. Εδώ η ιστορία μοιάζει να αντιστρέφεται. Οι Καθολικοί ζηλωτές, γνωστοί σ’ εμάς περισσότερο ως θύτες μέσα από τις σταυροφορίες αλλά και αργότερα μέσα από τον εκχριστιανισμό των αποικιών σε Αφρική και Ασία είναι τα θύματα μιας λυσσαλέας εκδίωξης από τους Σόγκουν και την κοινωνία των Σαμουράι. Όσοι πιστοί αρνούνται να ποδοπατήσουν μια εικόνα του Χριστού ή της Παναγίας, οδηγούνταν σε φριχτά βασανιστήρια, όπως αυτό του «λάκκου». «Ανάμεσα στ' άλλα βασανιστήρια ή¬ταν και το «άνατσουρούσι» ή κρέμασμα πάνω από το λάκκο, που γρήγορα έγινε ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να αποκηρύξουν την πίστη τους τα θύματα: Έδεναν σφιχτά γύρω, γύρω, το σώμα του θύματος ως το ύψος του στήθους (αφήνοντας ελεύθερο το ένα χέρι, για να κάνει το σήμα της αποκήρυξης) και στη συνέχεια το κρεμούσαν ανάποδα από μια αγχόνη μέσα σ' ένα λάκκο με περιτ-

τώματα και άλλες ακαθαρσίες, που η στάθμη τους έφτανε ως τα γό¬νατα του θύματος. Για να υπάρχει κάποια διέξοδος στο αίμα που συσσωρευόταν, χαράκωναν ελαφρά το μέτωπο μ' ένα μαχαίρι. Μερικοί από τους ανθεκτικότερους μάρτυρες άντε¬χαν πάνω από μια βδομάδα σ' αυτή τη στάση, αλλά οι περισ¬σότεροι δεν επιζούσαν πάνω από μία ή δύο μέρες. Κάποιος Ολλανδός κάτοικος της Ιαπωνίας δήλωσε πως “μερικοί απ' αυτούς που είχαν μείνει κρεμασμένοι επί δύο ή τρεις μέρες με βεβαίωσαν ότι οι πόνοι που υπέφεραν ήταν πέρα για πέρα αβά¬σταχτοι, πως ούτε η φωτιά ούτε κανένα άλλο μαρτύριο δεν συγκρινόταν με τη σωματική και πνευματική κόπωση και τη βιαιότητα αυτού του βασανιστηρίου”. Παρ' όλα αυτά, μια νεαρή γυναίκα ά¬ντεξε το μαρτύριο επί δεκατέσσερις μέρες, προτού εκπνεύσει». (Από το εισαγωγικό σημείωμα του


18

Βιβλίο &Σινεμά

William Johnston, «Σιωπή», εκδ. Καστανιώτη, 2007). Στα έργα του Έντο περιγράφεται με συγκλονιστικό τρόπο η βία και η φρίκη της απάνθρωπης μεταχείρισης ανθρώπου από άνθρωπο, της κοινωνίας που στρέφεται ενάντια σε ομάδες του πληθυσμού της στο όνομα μιας διαφορετικής πίστης ή δόγματος. Τα ιστορικά παραδείγματα είναι αναρίθμητα. Η σύγχρονη πραγματικότητα ακόμη πιο αποκαλυπτική. Παρ’ όλα αυτά ο αναγνώστης από νωρίς μπαίνει σε μια διαδικασία αμφισβήτησης. Αμφισβητεί την επιτακτική ανάγκη που θέτει ο ίδιος ο συγγραφέας πως η Χριστιανική πίστη έπρεπε οπωσδήποτε να θριαμβεύσει στο «Βάλτο» της Ιαπωνίας. Καλείται λοιπόν να ξεπεράσει τη θρησκευτικότητα του συγγραφέα και τη δική του προκατάληψη ενάντια στις διώξεις της Καθολικής (και όχι

μόνο) εκκλησίας απέναντι σε ομόθρησκους και αλλόθρησκους για να δει τις αρετές των έργων.

Ο κόσμος του Έντο

Στη «Σιωπή» ο Πατέρας Ροντρίγκεζ αναζητά ένα μυστηριώδη και σχεδόν μυθικό ιεραπόστολο τον Φερέιρα που είχε «αποστατήσει», είχε αρνηθεί δηλαδή την πίστη του μετά από φριχτά βασανιστήρια και τα ίχνη του είχαν χαθεί, για να βρεθεί στο ίδιο ακριβώς δίλημμα. Στο «Οι Σαμουράι» ο Πατέρας Βελάσκο και τέσσερις Σαμουράι ταξιδεύουν από την Ιαπωνία στη Νουέβα Εσπάνια (Μεξικό) κι από εκεί στην Ισπανία. Ο ιερέας θέλει να συνεχίσει το έργο του και να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία του να γίνει «Επίσκοπος της Ιαπωνίας», οι Σαμουράι να πάρουν πίσω την πατρογονική τους γη στην

Κουροκάβα όπως τους είχε υποσχεθεί το Συμβούλιο των Γερόντων. Όμως ο Ιεγιάσου και η πολιτική του απομονωτισμού αλλάζουν τα σχέδια τους. Τα μακρινά αυτά ταξίδια θυμίζουν «Την καρδιά του Σκότους» του Τζόζεφ Κόνραντ, την αναζήτηση του μυστηριώδους Κούρτζ και το ταξίδι στα άδυτα ενός άγνωστου κόσμου, όπως είναι για τους Σαμουράι, η έρημος του Μεξικού, οι ιθαγενείς και οι καθεδρικοί της Σεβίλης που «τρυπούν» τον ουρανό. Ο Έντο όταν χρησιμοποιεί την τριτοπρόσωπη αφήγηση -όταν δηλαδή ξεφεύγει από την πίεση του α’ προσώπου που τον ταυτίζει ηθελημένα ή αθέλητα με τους ιεραποστόλους- και αποδεσμεύεται ψυχολογικά από τους χριστιανούς ήρωες του, τους παρακολουθεί με νηφαλιότητα και μια αριστουργηματική αφήγηση που θυμίζει την αυστηρότητα, το ρυθμό και την τελετουργία των κινήσεων ενός Σαμουράι μαζί με ένα πειθαρχημένο λυρισμό που αποτυπώνει τις ιδιαιτερότητες της Ιαπωνικής γης και αντανακλά τόσο εύστοχα τα συναισθήματα των ηρώων του. Ο κόσμος του Έντο είναι σκοτεινός, σκληρός και γοητευτικός. Η Ιαπωνία των φτωχών αγροτών «που ζουν και πεθαίνουν σαν ζώα», δίνουν τη σοδειά τους στους άρχοντες, ζουν στις ερημιές και τη λάσπη των βάλτων, στα σπίτια με τις αχυρένιες στέγες, που μοιάζουν ξεχασμένοι από κάθε θεό ή θεάνθρωπο, Χριστό ή Βούδα. Ο Έντο είναι σαγηνευτικός όταν βλέπει τον κόσμο ως άνθρωπος και όχι ως Απόστολος Παύλος. Όταν ιεραπόστολοι και Ιάπωνες γίνονται πιόνια στα χέρια μιας ανώτερης εξουσίας εκκλησιαστικής ή κοσμικής που τους χρησιμοποιεί κι έπειτα τους εγκαταλείπει. Όταν προσεγγίζει την ανθρώπινη μοναξιά, και την αποτυχία της εκπλήρωσης ενός προορισμού. Οι ιεραπόστολοι δεν καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν το ιεραποστολικό έργο τους, οι Σαμουράι δεν παίρνουν πίσω την εύφορη γη των προγόνων τους. Οι ήρωες του είναι αντιήρωες. Δεν εκπληρώνουν τον ανώτερο σκοπό για τον οποίο είναι προορισμένοι Οι ιεραπόστολοι καταπατούν τον όρκο τους, οι Σαμουράι του είναι αποδομημένοι, δεν θυμίζουν σε τίποτα τα ηρωικά ιδεώδη του Κουροσάβα και του Μίσιμα. Λίγο διαφέρουν από τους κακομοιριασμένους χωρικούς που η ζωή τους ανήκει στον τοπικό άρχοντα. Στο τέλος οι ήρωες μένουν μόνοι, ηττημένοι και ταπεινωμένοι χωρίς κανείς να μπορεί να τους συμπαρασταθεί και να τους παρηγορήσει, μόνοι απέναντι στο θάνατο και τη σιωπή του Θεού. «Την ημέρα του θανάτου μου ο κόσμος θα συνεχίσει αδυσώπητα την πορεία του αδιάφορος, ακριβώς όπως τώρα». 


Είµαι φτιαγµένος από αταξία, είµαι για το χάος Caryl Férey

Ο

Συνέντευξη στην Αναστασία Παπανικολάου

«Σκοτεινός Ιππότης» των Γαλλικών Γραμμάτων ταξιδεύει, μέσα από τις λέξεις, σε μακρινούς, μαγικούς και μυστηριώδεις πολιτισμούς και αφηγείται ιστορίες σκληρές, ωμές και βίαιες με την τρυφερή ματιά ενός ποιητή. Κι εκεί, ανάμεσα σε πόρνες, διεφθαρμένους αστυνομικούς κι αμετανόητους δολοφόνους βρίσκει το έδαφος για να φυτέψει έναν σπόρο αγάπης αφού πιστεύει πως «μια ζωή χωρίς αγάπη είναι μια ζωή χωρίς ενδιαφέρον». Ο Caryl Férey είναι πανκ, ζει ροκ, γράφει μαύρη λογοτεχνία σαν ποιητής ή σαν ρομαντικός εραστής, ταξιδεύει σαν εξερευνητής, λατρεύει την Ελλάδα, μισεί την αδικία, στηρίζει τις μειονότητες, συνεχίζει να αμφισβητεί την όποια εξουσία σαν αιώνιος έφηβος και δεν αλλάζει με τίποτα τις καλοκαιρινές του διακοπές στην Αστυπάλαια. Ο Caryl Férey ήταν ζεστός, φιλικός, άμεσος και οικείος από την πρώτη στιγμή που τον συναντήσαμε, στη Βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου, για τη συζήτηση που ακολουθεί. Μιας συνέντευξης που δόθηκε με την ευκαιρία της επίσκεψης του στην Αθήνα, στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων «Η λογοτεχνία πέρα μακριά» που οργανώνει το Γαλλικό Ινστιτούτο, σε συνεργασίαστη συγκεκριμένη περίπτωση- με τις εκδόσεις Άγρα. Όλες οι ερωτήσεις μας, ευπρόσδεκτες από τον γνωστό συγγραφέα και όλες οι απαντήσεις του σαφείς, άμεσες και ουσιαστικές.

Η εφηβεία σας, η μουσική που διαλέξατε να ακούτε, τα ταξίδια σας, όπως ο γύρος του κόσμου που κά-

νατε στα 20 σας χρόνια, κατά πόσο πιστεύετε ότι έχουν επηρεάσει τον σημερινό τρόπο ζωής και γραφής σας; «Όταν ήμουν έφηβος ήμουν αυτοκαταστροφικός, αυτοκτονικός. Ήθελα προσοχή. Σε αυτή την ηλικία συγκλονίστηκα από τις θηριωδίες των ναζί, έβλεπα παιδιά να παίζουν στη λάσπη και ανθρώπους να υποφέρουν. Υπήρχαν πολλές αρρώστιες παντού. Εκείνη τη στιγμή, κατάλαβα ότι εκείνοι είναι σε χειρότερη μοίρα από μένα και δύσκολα… θα την έβγαζαν καθαρή. «Είσαι καλά εσύ, έλεγα στον εαυτό μου, με τα ασήμαντα προβλήματά σου. Εκείνοι πεθαίνουν γρηγορότερα και με βάναυσο τρόπο». Η εφηβεία μου ήταν ένα πολύ καθοριστικό στάδιο. Είχα απίστευτη ενέργεια. Έγραφα ήδη. Ήθελα να κάνω το γύρο του κόσμου ώστε να δω καινούργια πράγματα. Ήθελα οι εμπειρίες από τα ταξίδια μου να γίνουν το έναυσμα και το βασικό θέμα για γράψιμο σε αντιστοιχία πάντα και με τις σπουδές μου». Αυτό που πάντα σας ενδιέφερε είναι να μάχεστε με το μέρος των μειονοτήτων. Όπως έχετε εσείς ο ίδιος αναφέρει, εμμονή σας αποτελεί ο καθημερινός φασισμός και η σχέση του με τον νεοφιλελευθερισμό. Ποια είναι η σημερινή του μορφή και πώς εσείς επιλέγετε να τον αναδείξετε μέσα από το έργο σας;

«Διαλέγω πάντα χώρες που υποφέρουν πραγματικά, όπως η Αργεντινή και η Χιλή. Σήμερα, ενδιαφέρομαι και για την Ελλάδα στην οποία θα λάβει χώρα ένα κομμάτι του επόμενου μου βιβλίου. Θεωρώ ότι το νεοφιλελεύθερο σύστημα δεν έχει ανάγκη και πολλές φορές δεν βασίζεται στη δημοκρατία. Οι χώρες αυτές το μαρτυρούν τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν

19


20

όπου θέλω τα βιβλία μου να εκτυλίσσονται ώστε και ο νέοι να μπορούν πιο εύκολα να συνδέονται με την καθημερινότητα. Όλες οι ιστορίες μου αγγίζουν και ενδιαφέρουν τον κόσμο σήμερα».

Σε μερικά από τα έργα σας, περιγράφετε με λεπτομέρειες, εικόνες σκληρές και σχεδόν σαδιστικές, πλαισιωμένες από την ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας φαινομενικά ειρηνικής, αλλά της οποίας ο πυ-

ρήνας αποτελείται από συγκρούσεις και χάος. Πως μπορείτε να συνδυάζετε τόσο μαγικά τη βία, τη σκοτεινότητα και το μυστήριο του νουάρ με τον ποιητικό λόγο και μερικές φορές, το εθνολογικό πνεύμα αρχαίων πολιτισμών όπως στο Χάκα και στο Ούτου και έτσι να οδηγείστε σε μία τέτοια επιτυχία; «Θεωρώ πως ο κόσμος είναι υπερβολικά βίαιος.

Για παράδειγμα, στην Αργεντινή, είχαμε μαρτυρίες από ανθρώπους που βασανίστηκαν, βιάστηκαν, και αυτό με οδήγησε να ασχοληθώ με τέτοιου είδους θέματα. Το πιο λυπηρό κομμάτι του Μαπούτσε, όπου ο ήρωας αποκαλύπτει πόσο έχει υποφέρει, δεν έχει να κάνει με τη φαντασία μου. Απλώς μετέφερα όλες τις μαρτυρίες των θυμάτων, των μαρτύρων κλπ. Η υπερβολική βία του κόσμου είναι πραγματικότητα, δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι εγώ. Η μαρτυρία αυτή καθαυτή με σο-


κάρει. Το να τα ζεις όλα αυτά είναι βίαιο, ψυχοφθόρο. Γι αυτό δίνω τον λόγο στα θύματα, χωρίς να επεμβαίνω. Αλλά, αν έμενα μόνο εκεί, αυτό θα με σκότωνε, θα πέθαινα. Η Αργεντινή, η Χιλή αλλά και η Ελλάδα έχουν ανάγκη από ανθρώπους γεμάτους όρεξη για ζωή, που αγαπιούνται είτε ερωτικά είτε φιλικά, που αγαπούν την ίδια την ζωή. Για παράδειγμα, η δημοσιογραφική γραφή- και μην με παρεξηγήσετε, αγαπώ τους δημοσιογράφους- εστιάζει στα μαρτύρια και στα άσχημα. Στην ποίηση, όμως, για να κάνουμε τις εικόνες αυτές πιο υποφερτές, χρησιμοποιούμε αυτόν, τον πιο λυρικό τρόπο γραφής και έκφρασης. Ας μην ξεχνάμε ότι άλλο άκρο της βίας είναι η ποίηση».

Πιστεύετε πως η πραγματικότητα- κοινωνική και πολιτική- μπορεί να ξεπεράσει τα όρια ακόμη και της πιο καλπάζουσας φαντασίας; «Βεβαίως! Παίρνω πάντα παράδειγμα το Άουσβιτς και όσα έγιναν εκεί. Όταν ήμουν στην Αργεντινή και στην Χιλή, είδα την φρίκη που αυτή τη φορά δεν ήταν εις βάρος των Εβραίων, μα των Αργεντινών και των Χιλιανών. Όταν βλέπεις την ένταση της κατάστασης, καταλαβαίνεις ότι το Άουσβιτς συνεχίζεται. Εκεί δεν χρειάζεται να ενισχύσεις τη βία γιατί ήδη υπάρχει σε τρομακτικό βαθμό. Δεν τελειώνει. Πάντα λέμε ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να υφίσταται ακόμη. Δυστυχώς, συνεχίζει να υπάρχει. Και θα συνεχίζει. Για παράδειγμα, σε ένα κομμάτι του Ζουλού, κόβεται το χέρι ενός ήρωα. Με αυτόν τον τρόπο, ήθελα να καταγράψω την ωμότητα της Νότιας Αφρικής. Γι’ αυτό περιέγραψα αυτή τη σκληρή εικόνα η οποία αποτελεί μια αλληγορία για τη βία που επικρατεί εκεί. Η βία έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο στο έργο μου αλλά και στην ίδια την πραγματικότητα που ζούμε». Σε πολλά βιβλία σας, πρωταγωνιστούν οι γυναίκες, η πλειοψηφία των οποίων είναι δυναμικές και προσπαθούν να ξεφύγουν από την καταπίεση που τους επιβάλλει η κοινωνία. Ποιος είναι ο ρόλος τους στα έργα σας και πώς επιλέγετε να αναδείξετε τις κοινωνικές αδικίες που υπάρχουν εναντίον τους;

«Είμαι πάντα με το μέρος των καταπιεσμένων… ζώα εναντίον ανθρώπων, μαύροι εναντίον άσπρων και βέβαια, γυναίκες εναντίον αντρών. Γιατί, όπως γνωρίζετε και εσείς η ίδια, αρκετές φορές στην αγορά εργασίας πρέπει εσείς οι γυναίκες να είστε καλύτερες από τους άντρες για να διεκδικήσετε την ίδια θέση για την οποία πληρώνεστε και λιγότερο. Δεν αντέχω τη βία και τις διακρίσεις εναντίον σας, όπως και εναντίον

όλων των καταπιεσμένων. Συνήθως διαλέγω μία νέα γυναίκα ως «θύμα» γιατί το θεωρώ την υπέρτατη αδικία. Αν βρισκόταν ένας γέρος φασίστας νεκρός… θα λυπόμασταν, έτσι δεν είναι; *γέλια* Εντάξει, δε θα ήταν κάτι σημαντικό ο θάνατός του. Όμως, όταν κάποιος πεθαίνει νέος δεν μπορούμε να το αντέξουμε γιατί είναι απίστευτα άδικο. Μου αρέσει να αφιερώνω χρόνο από το γράψιμό μου στο να σκιαγραφώ το πορτραίτο μιας γυναίκας. Αν έγραφα μόνο για άντρες, τα κείμενα μου θα γίνονταν πιο σκληρά, πιο… μάτσο. Δε μου αρέσει να γράφω ούτε για πιστολίδι, ούτε για ξύλο, ούτε τύπου ουέστερν στην Άγρια Δύση, δεδομένου ότι δεν ξέρω τίποτα από αυτά. Οι αγαπημένες μου σκηνές είναι αυτές όπου συναντιούνται και γνωρίζονται ένας άντρας με μια γυναίκα. Ναι, μεν γράφω πολλές σκηνές βίας και τρόμου, αλλά, εκείνες που τις αφιερώνω στις γυναίκες είναι αυτές στις οποίες καταναλώνω τον περισσότερο χρόνο μου αφού είναι οι πιο χρήσιμες και αυτές που «κολλάνε» με την πραγματική ζωή. Συχνά, ξεκινώ τα έργα μου με μία ιστορία αγάπης γιατί η πραγματική ίντριγκα είναι περισσότερο το αν εν τέλει θα μπορέσουν να αγαπηθούν και να είναι μαζί, παρά το ποιος σκότωσε ποιον» .

Πιστεύετε πως η αγάπη οδηγεί τη ζωή; «Μα φυσικά! Παρόλο που ακούγεται κάπως αφελές αυτό. Δεν είναι αναγκαστικά πιο δυνατή από όλα αλλά μια ζωή χωρίς αγάπη είναι μια ζωή χωρίς ενδιαφέρον. Κερδίζεις πολλά χρήματα; Εντάξει. Μα δεν θα είναι αυτό που θα σε κάνει πραγματικά ευτυχισμένο. Εγώ ήμουν φτωχός για κάποιο χρονικό διάστημα κι αποφάσισα να γίνω συγγραφέας. Για αρκετό χρόνο, το να εκδώσω, να πουλήσω και να ζήσω από αυτό ήταν δύσκολο. Αλλά τώρα, ευτυχώς, με τα βιβλία μπορώ να ζήσω μια άνετη οικονομικά ζωή . Αλλά, δεν είναι αυτό που με κάνει πραγματικά ευτυχισμένο. Είναι υπέροχο και το λατρεύω όμως, ξέρω πως δεν είναι αυτό το οποίο με ευχαριστεί ψυχολογικά. Η αγάπη, η φιλία, ο έρωτας, αυτό που ζούμε μαζί είναι οι παράγοντες της ευτυχίας μου. Γι’ αυτό και στα βιβλία μου συνδυάζω αυτές τις σκληρές εικόνες βίας με τον ποιητικό λόγο που εξυμνεί την αγάπη». Έχετε αναφέρει- και είναι προφανές- ότι είστε ήρεμος και φιλήσυχος άνθρωπος. Όμως αυτό αντιτίθεται με τις μουσικές σας επιλογές αλλά και με τον τρόπο γραφής σας. Πώς είναι δυνατόν αυτό; «Υπάρχει όντως μία αντίθεση ανάμεσα σε αυτά που γράφω και αυτά που ακολουθώ στη ζωή μου. Δεν ξέρω αν όντως είμαι τόσο ήρεμος. Μου αρέσει να

21


22

βγαίνω, να διασκεδάζω, να χορεύω, να πίνω, να γνωρίζω κόσμο. Βάζω όλη τη βία που έχω μέσα μου στα βιβλία ώστε να μην διαρρεύσει στην πραγματική μου ζωή. Είναι ο «κάδος απορριμμάτων» μου. Βγάζω όλο τον θυμό και την οργή που κρύβω μέσα μου στα έργα μου ώστε να αισθάνομαι κι εγώ πιο χαλαρός».

Είναι πιο δύσκολο να γράφετε για τα παιδιά ή για τους ενήλικες; «Για τους ενήλικες, για έναν απλούστατο λόγο. Δεν λέω, βέβαια, ότι για τα παιδιά είναι ήσσονος σημασίας, γιατί πρέπει να έχεις παιδική ψυχή και να σε ενδιαφέρει όντως αυτό το είδος γραψίματος. Όταν πάω σε σχολεία και τα παιδιά με ρωτούν αυτά που θέλουν, οι ερωτήσεις τους είναι αρκετά απλές στο να τις απαντήσω. Δεν τους ενδιαφέρει τόσο ούτε η πολιτική ούτε τα κοινωνικά προβλήματα. Δίνουν όλη τους την προσοχή στα συναισθήματα, στο να μεγαλώσουν, στο να γίνουν αποδεκτοί από τους υπόλοιπους και να αποκτήσουν φίλους. Και αυτά είναι σημαντικά θέματα, όμως όχι τόσο για τους ενήλικες. Εκείνοι εμβαθύνουν σε πολιτικά, κοινωνικά, τεχνολογικά, ανθρωπολογικά θέματα, τα οποία είναι πιο δύσκολο να εξηγήσεις».

Ποια είναι η γνώμη σας για τη στάση του Bob Dylan, ο οποίος έχει βραβευθεί με το βραβείο «Commandeur des Arts et des Lettres» το 1990, απέναντι στο βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας αλλά και για την επιλογή της Σουηδικής Ακαδημίας να βραβεύσει εκείνον έναντι των υπόλοιπων λογοτεχνών;

«Δεν είμαι αντίθετος με την ιδέα κάποιος μουσικός να πάρει ένα τόσο σημαντικό βραβείο λογοτεχνίας. Ο Dylan δεν εκπροσωπεί τη μουσική που μου αρέσει. Παρόλα αυτά, διαβάζω κείμενά του και θεωρώ πως είναι ένας πολύ καλός συγγραφέας. Πιστεύω πως μια άλλη εποχή, το’60, αυτή η βράβευση θα έπαιζε καταλυτικό ρόλο και ότι πολλοί άνθρωποι θα είχαν βρει τον εαυτό τους μέσω των τραγουδιών και των κειμένων του. Πάει καιρός ,όμως, που ο Dylan δεν είναι πια ο Dylan. Έχει φήμη, ωστόσο, σε αρκετούς δεν είναι καθόλου συμπαθής. Είναι γνωστό πως υπήρξε εκπρόσωπος της γενιάς του ’60 αλλά από τότε έχουν περάσει 50 χρόνια. Δε νομίζω να είναι πια σύμβολο σε κάτι τέτοιο. Είναι κάπως σκληρό αυτό που λέω, ξέρω. Δεν ήταν έξυπνη επιλογή. Αν γινόταν το ’60 ή το ’70 θα ήταν ένα πολιτικό και κοινωνικό μήνυμα , όμως τώρα είναι ξεπερασμένο».

Έχετε δείξει ενδιαφέρον για τη μουσική και κυρίως για την πανκ. Οι Noir Désir και οι Clash συνόδεψαν

Ο Férey στο Γαλλικό Ινστιτούτο

Την Τετάρτη 2 Νοεμβρίου, στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων «Η λογοτεχνία πέρα μακριά», το Γαλλικό Ινστιτούτο προσκάλεσε το κοινό σε ένα ταξίδι στη λογοτεχνία, συντροφιά με τον πολυβραβευμένο Γάλλο συγγραφέα Caryl Férey. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στον χώρο της βιβλιοθήκης του Γαλλικού Ινστιτούτου με τη συμμετοχή του Γιώργου Ξενάριου, συγγραφέα, μεταφραστή και κριτικού λογοτεχνίας. Αποσπάσματα από το νέο μυθιστόρημα του Caryl Férey Κόνδωρ που θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 2017 σε μετάφραση της Αργυρώς Μακάρωφ διάβασε η ηθοποιός Μαρία Σκουλά. Στο πλαίσιο της εκδήλωσης, Έλληνες αλλά και Γάλλοι βιβλιόφιλοι βρέθηκαν στη βιβλιοθήκη της οδού Σίνα για να τον συναντήσουν και να του υποβάλουν ερωτήσεις. Τον Férey προλόγισε ο Γιώργος Ξενάριος ο οποίος αναφέρθηκε στην ιστορία και την εξέλιξη του αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα. Παρών και ο εκδότης της Άγρας, Σταύρος Πετσόπουλος που με τη σειρά του έδωσε κι εκείνος ενδιαφέροντα στοιχεία για το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα αλλά και για τον Férey. Απαντώντας σε ερωτήσεις του κοινού, ο πολυβραβευμένος Γάλλος συγγραφέας είπε μεταξύ άλλων ότι «σκοπός κάθε συγγραφέα είναι να διαβαστούν τα έργα του από όσο το δυνατόν περισσότερους αναγνώστες και αυτό είναι κάτι που επιθυμούσα από την εφηβεία μου». Ακόμη ήταν κάθετος όταν επεσήμανε ότι : «Δε μου αρέσουν τα κουτιά. Τα νουάρ δεν είναι πάντα αστυνομικά. Ο αναγνώστης διαβάζει βιβλία, όχι είδη»

την εφηβεία σας και μένετε ακόμη πιστός σε αυτόν τον πιο… ροκ τρόπο ζωής γράφοντας βιβλία για τη μουσική και το ραδιόφωνο. Πολλοί λένε ότι αν δεν ήσασταν αφοσιωμένος στη λογοτεχνία, κατά πάσα πιθανότητα θα ήσασταν μουσικός. Μάλιστα, ο Bertrand Candat εκφώνησε μια μουσική ανάγνωση του καινούργιου σας έργου, Κόνδωρ. Κατά πόσο επηρεάζει η μουσική τη ζωή και τον τρόπο σκέψης και γραφής;

«Όταν ήμουν 17 άρχισα να γράφω και να παίζω κιθάρα… πολύ άσχημα. Έγραφα κακά και έπαιζα χειρότερα. Και είπα στον εαυτό μου: «Είσαι πολύ κακός μουσικός και το ίδιο κακός συγγραφέας». Σιγά-σιγά έβλεπα πως το γράψιμο απαιτούσε όλο μου τον διαθέσιμο χρόνο. Έτσι κατάλαβα πως δε θα μπορούσα να κάνω και τα δύο. Θα έπρεπε να κάνω δύο ζωές. Αποφάσισα, λοιπόν, να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία και να παρατήσω τη μουσική, απλώς να την ακούω. Είχα πολλά περισσότερα κίνητρα για την λογοτεχνία. Από την άλλη, η μουσική είναι πολύ σημαντική για μένα. Ακούω μουσική από το πρωί μέχρι το βράδυ. Γι’ αυτό και ο τρόπος που γράφω είναι πιο ροκ. Μου αρέσει η ροκ, η ποστ ροκ, η ιντι, η ποστ πανκ γιατί μου δίνουν ενέργεια και η ενέργεια αυτή είναι ξεκάθαρη στα έργα μου. Αποτελεί έναν ηλεκτρισμό που νιώθω μέσα μου και τον βάζω και στα βιβλία μου. Η μουσική για μένα είναι το ντοπάρισμά μου».

Πώς αισθάνεστε όταν βλέπετε κάποιο έργο σας να μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη; Μπορούμε να περιμένουμε κάτι παρόμοιο από εσάς στο μέλλον;

«Θα ήθελα –και εύχομαι- το Μαπούτσε να μεταφερθεί στο σινεμά, όμως το πρόβλημα είναι ότι απαιτεί πολλά χρήματα και αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Χρειάζονται όχι μόνο Γάλλοι, αλλά Αμερικανοί και Αργεντινοί παραγωγοί. Αλλά, αν γίνει θα είναι τέλειο. Αν συγκρίνουμε την ταινία με το βιβλίο, δε θα λειτουργήσει, θα είναι κάτι νεκρό για έναν πολύ απλό λόγο. Το Ζουλού θα έπρεπε να είναι 10 ώρες ταινία για να περικλύσει όλα όσα αναφέρονται στο βιβλίο. Ο σκηνοθέτης επέλεξε κομμάτια από το βιβλίο, πολλά πράγματα έλειπαν. Δεν μπορούσε να τα χωρέσει όλα σε δυο ώρες. Το σινεμά είναι μια εικόνα. Από την άλλη, όμως, ο αναγνώστης κάνει μια δική του, τελείως προσωπική εικόνα και φαντάζεται –τις περισσότερες φορές- με εντελώς διαφορετικό τρόπο τους ήρωες από τον τρόπο που τους προβάλλει η ταινία. Δεδομένου ότι υπάρχουν


πολλοί αναγνώστες, θα υπάρχουν και πολλές διαφορετικές εικόνες, εκδοχές του βιβλίου. Όταν γράφεις ένα βιβλίο είσαι μόνος σου. Το σινεμά είναι ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος. Είναι συλλογική δουλειά και αυτό το κάνει κάτι ζωντανό, έντονο. Το βιβλίο είναι κάτι σαν ένα νεογέννητο μωρό και ο κινηματογράφος είναι αυτό που του δίνει ζωή. Κι αυτό είναι το πιο συγκινητικό, να βλέπω να παίρνει μορφή και ζωή το έργο μου».

Είστε ευχαριστημένος με την απήχηση των βιβλίων σας στην Ελλάδα; Θεωρείτε πως η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει το έναυσμα για ένα επόμενό σας έργο;

«Ναι! Γιατί πιστεύω πως όπως και στο Μαπούτσε , η κρίση στην Αργεντινή έχει πολλά κοινά στοιχεία με την κρίση στην Ελλάδα. Επίσης, παρατηρώ πολλά κοινά στοιχεία στους πολιτισμούς αυτών των δύο χωρών. Στην Χιλή δεν υπάρχει ελευθερία, απαγορεύεται ο κινηματογράφος, ο πολιτισμός τους έχει καταστραφεί. Εσείς, εδώ στην Ελλάδα, έχετε υπέροχη ιστορία, έχετε τη δημοκρατία, έχετε 12 θεούς τους οποίους ακολουθεί ένας και γνωρίζω πως κάποια πολιτιστικά στοιχεία σας ενώνουν και με εμάς, τους Γάλλους. Μου αρέσει να ταξιδεύω γιατί με κάνει να ενώνω τις χώρες και τις ιστορίες τους. Ας επανέλθουμε στο θέμα μας. Στο καινούργιο μου βιβλίο, το πρώτο μισό θα εκτυλίσσεται στη Γαλλία και το υπόλοιπο στην Ελλάδα και θα ασχολείται με την διαφθορά από την οποία υποφέρετε και βεβαίως με το θέμα των προσφύγων το οποίο σας αγγίζει σε μεγάλο βαθμό και όλα τα θέματα που γυρνάνε γύρω από τη χώρα σας σήμερα. Έχασα έναν πολύ κοντινό μου φίλο πριν λίγο καιρό και ήταν μεγάλο σοκ για εμένα. Κι αυτό είναι το έναυσμα. Το βιβλίο θα έχει θέμα την εξαφάνιση του φίλου μου στη θάλασσα εξαιτίας ενός καραβιού το οποίο έπεσε πάνω στο ιστιοφόρο του. Για μένα η θάλασσα είναι ζώνη χωρίς δικαιώματα και όρια. Το άλλο κυρίως θέμα, το οποίο, δυστυχώς, θα συνεχίσει να μας απασχολεί για αρκετό καιρό ακόμη είναι το προσφυγικό. Στην Ελλάδα οι νόμοι είναι απαράδεκτοι και ασαφείς. Ένωση για τα δύο θέματα αποτελεί το γεγονός ότι το καράβι ανήκε σε Έλληνα εφοπλιστή ο οποίος δεν πληρώνει φόρους και το εκμεταλλεύεται καταφεύγοντας σε φορολογικούς παράδεισους. Το πρώτο μέρος του θα ασχολείται με την εξαφάνιση του φίλου μου ενώ το δεύτερο θα εστιάζει στον εφοπλιστή στην Ελλάδα που μεταφέρει παράνομα μετανάστες».

Από την οικοδοµή στην κορυφή

Το «κακό παιδί» της Γαλλικής λογοτεχνίας γεννήθηκε στην Καέν της Βόρειας Γαλλίας το 1967. Μεγάλωσε στη γη της Βρετάνης. Σε μια από τις πόλεις της, τη Ρεν, εμπνεύστηκε τα πρώτα πρόσωπα των μυθιστορημάτων του, προτού ξεκινήσει τις περιπλανήσεις του. Στην αρχή γύρισε την Ευρώπη με μοτοσικλέτα, έπειτα έκανε το γύρο του κόσμου. Για να βγάλει τα προς το ζην, άρχισε να δουλεύει σε οικοδομές, σε εργοστάσια, σε διάφορες επιχειρήσεις αλλά και να συνεργάζεται με έντυπα ως δημοσιογράφος, χωρίς να σταματά να ταξιδεύει. Επηρεασμένος από τον Godard, τον Jacques Brel, τον René Char, αλλά και τους Noir Désir (Γαλλικό ποστ πανκ συγκρότημα του ’80) και τους Clash (γνωστό βρετανικό πανκ συγκρότημα), έστρεψε την προτίμησή του στα επαναστατικά κινήματα, στους καταπιεσμένους, στις γυναίκες, στην ομορφιά του κόσμου… Το 1994 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, Avec un ange sur les yeux. Την ίδια χρονιά εξέδωσε και το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα, Plutôt crever, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα δημοσίευσε το Χάκα, έργο που προκάλεσε αίσθηση και τη συνέχεια του, το Ούτου το 2004. Το 2008 δημοσίευσε το Ζουλού, που διαδραματίζεται στη Νότια Αφρική και γυρίστηκε στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστή τον Orlando Bloom. Το 2012 εξέδωσε το Μαπούτσε, που διαδραματίζεται στην Αργεντινή και το οποίο απέσπασε πάμπολλα βραβεία. Ο Κόνδωρ είναι το πιο πρόσφατο βιβλίο του που ήδη κυκλοφορεί στο εξωτερικό ενώ στην Ελλάδα θα εκδοθεί τον Ιούνιο του 2017.

Η αστυνομική πλοκή είναι το έναυσμα για τα έργα σας; «Απολύτως! Όμως δεν διαλέγω ποτέ κλασικούς αστυνομικούς. Η προέλευση της κουλτούρας μου είναι η μουσική. Μου έχει δώσει μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Η πανκ δεν μπορεί να αποδεχτεί την αστυνομική εξουσία. Εγώ είμαι φτιαγμένος από αταξία, είμαι για το χάος. Το πρόβλημα είναι ότι εδώ έχουμε έναν αστυνομικό. Έχω γράψει αρκετά «κακά» βιβλία. Το πρώτο καλό ήταν το Χάκα. Εκεί, ο πρωταγωνιστής μου, ο Τζακ, κατατάσσεται στην Αστυνομία του Ώκλαντ μετά τη μυστηριώδη εξαφάνιση της κόρης και της συζύγου του στο Νότιο Νησί της Νέας Ζηλανδίας οι οποίες χάθηκαν χωρίς ν’ αφήσουν ίχνος παρά μόνο το αυτοκίνητό τους που απέμεινε άδειο. Πίνει πολύ. Ο τρόπος που μπαίνει στην αστυνομία λόγω αυτού είναι αρκετά ροκ. Η ιστορία αυτή μοιάζει αρκετά με ελληνική τραγωδία. Γενικά, διηγούμαι ιστορίες μεταξύ τάξης και χάους. Στο Ούτου, τη συνέχεια του Χάκα το αστυνομικό πνεύμα συνεχίζεται αλλά αυτή τη φορά σε συνδυασμό με την αναζήτηση του πολιτισμού των Μαορί. Στην Αφρική, πραγματικά οι αστυνομικοί διακινδυνεύουν τη ζωή τους για τους πολίτες. Τώρα, όσον αφορά τον Κόνδορα, η αστυνομία στη Χιλή χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: εκείνη της πόλης όπου σέβονται το νόμο και εκείνη των προαστίων όπου αποτελείται από σχεδόν τα ίδια άτομα διορισμένα από το κράτος και πλήρως διεφθαρμένα. Πάντα διαλέγω κακούς που είναι πολύ κακοί. Δεν θα μπορούσα ποτέ να διαλέξω άτομα που τους αρέσουν τα λουλούδια και η ποίηση εναντίον τους. Γι’ αυτό και τέτοιοι αστυνομικοί είναι ιδανικοί». Πώς αντιμετωπίζετε τις αρνητικές κριτικές;

«Καλή ερώτηση! Όταν δημιουργείς κάτι, καίγεσαι και είσαι ευαίσθητος με αυτό που κάνεις. Αυτό είναι ξεκάθαρα επιλογή. Λογικό είναι να βρίσκεσαι στην πρώτη γραμμή για τις κριτικές. Οι διθυραμβικές με χαροποιούν πολύ, όμως, οι αρνητικές με πληγώνουν. Όταν δεν είσαι γνωστός όλα κυλούν καλώς. Όταν όμως «πουλάς» και ο κόσμος αναγνωρίζει το έργο σου αρχίζεις και γίνεσαι ύποπτος. Το θέμα είναι να εξελίσσεσαι. Ο Κόνδωρ είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπά μου έργα. Είναι ένα ποιητικό ντελίριο, το πιο λογοτεχνικό μου βιβλίο. Όταν προσπαθείς να κάνεις κάτι πιο φιλόδοξο είσαι ακόμη πιο ευαίσθητος στην κριτική. Οπότε ναι, με πληγώνουν οι αρνητικές κριτικές. Κι έχω βαρεθεί τις ανήθικες και χωρίς καμία λογική βάση κριτικές. 

23


24

Προτάσεις

Κική ∆ηµουλά

Σ

Ανάµεσα από την λήθη και την µνήµη περνάει η ζωή

Του Βασίλη Κ. Καλαμαρά

το εκδοτοβιβλιοπωλείο «Ίκαρος» δεν έπεφτε καρφίτσα, εκτός από λίγες αδύναμες σταγόνες βροχής παρουσία διάστικτων σύννεφων, που μεταμόρφωναν την οδό Βουλής 4 σ’ ένα φανταστικό κουκούλι υφασμένο από στίχους. Είναι από το μεσημέρια που παρακαλάς να μην τελειώσουν, όχι κατ’ ανάγκην επειδή είναι η Κική Δημουλά, αλλά κυρίως γιατί είναι αυτή, η οποία υπογράφει το καινούργιο της ποιητικό βιβλίο «Άνω τελεία». Η ποιήτρια και ακαδημαϊκός είναι μία σύγχρονη αξία της νεοελληνικής κοινωνίας, εδώ και χρόνια, και κακά τα ψέματα, κατάφερε να βάλει το ποιητικό βιβλίο, αυτό το τοτέμ και ταμπού των κακοφορμισμένων επαϊόντων, στο καρότσι της λαϊκής αγοράς. Ήταν από τα μεσημέρια του Σαββάτου της αργίας σιωπής, που παρακαλάς να μην τελειώσουν, γιατί έβλεπες γυναίκες με δακρυσμένα μάτια να περιμένουν σε ατέλειωτη ουρά υπομονής που έφθανε μέχρι και την οδό Κολοκοτρώνη. Παρακαλάς να μην τελειώσουν αυτά τα σαββατιάτικα μεσημέρια για να βλέπεις στα μάτια αυτών των γυναικών όλων των ηλικιών –ανάμεσα τους και πολλές νεαρές- την υπομονή, την αγάπη, το δέος, τη συγκίνηση, την αγωνία για την υπογραφή της αγαπημένης, της λατρεμένης τους Κικής Δημουλά. Θα το τολμήσουμε να το γράψουμε: ίσως αυτό είναι το καλύτερο ποίημα που έγραψε ποτέ, γιατί εκεί μπροστά σου γραφόταν ζωντανά με τη παρουσία εκατοντάδων παλλόμενων σωμάτων. Η νέα ποιητική της συλλογή «Άνω τελεία» δεν μάς εκπλήσσει με το νεότροπον της γραφής της, μας οδηγεί στην απορημένη νεότητα της 85χρονης ποιήτριας που κόβει από τον χρόνο φέτες ζωής υπέρ της αιωνιότητας στον καθημερινό βίο. Κυρίως ποιήματα της μίας σελίδας, κρατημένα έως και την αναπνοή των δύο, οπωσδήποτε ποιήματα ενιαίου ρυθμού υψωμένα ξανά στο ύφος και στο ήθος των κατακτήσεων του ποιητικού της σύμπαντος.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Ανω τελεία

Εκδόσεις: Ικαρος Σελ.: 48 Τιμή: 10 €

Η «Άνω τελεία» δεν είναι ηλικιακή υπόθεση της ποιήτριας, λίγο πριν την τελεία και λίγο πριν την τελεία και παύλα της αυτοβιογραφίας της, αφού η ποίηση δεν «κλείνεται» ποτέ από την γραμματική και το συντακτικό, καθώς είναι πάντα και πανταχόθεν ανοιχτή, πάντα σε κίνηση, πάντα σε κινητικό δημιουργικό πεδίο, κι όταν σταθεροποιείται έστω και σε μία άνω τελεία, το νόημα της δεν ολοκληρώνεται, δεν παγιώνεται, οι λογαριασμοί της δεν εξοφλούνται, πάντα κάτι της χρωστάς και πάντα κάτι σου χρωστάει. Μα πάντα παραγοντίζει ο χρόνος ο κι όταν γίνεται χρονικός, δεν ξέρει από που να κρυφτεί: από την μνήμη ή από την λήθη. Κυλάει, κυλάει, κυλάει το τσέρκι της ανείπωτης ύπαρξης κι όταν το ποιητικό υποκείμενο δίνει όνομα στη λέξη «υπάρχω» χάνεται και η λέξη και το νόημα της, ενώ το σώμα ωσεί παρόν κοιτάζει να αποκτήσει σωματικότητα από την αφή του δέρματος. Η Κική Δημουλά μιλάει και γράφει με τις λέξεις, αλλά γνωρίζει ότι το σχήμα και ο ήχος τους είναι πάντα προς υπέρβαση, μπας και χουχουλιάσει το ανείπωτο με την προσταγή της σιωπής, μπας και σιωπήσουν μέσα στον ήχο τους οι λέξεις και αναφανούν στο φως της ημέρας χωρίς το βάρος της χρήσης του. Αυτός είναι ο παραδείσιος τρόπος ανάγνωσης του κόσμου, εκτός κι αν διαβάλλεται η ακινησία, γιατί αναζητάει την κίνηση του παιχνιδιού από το διαβολάκι του αεικίνητου. Στα τελευταία ποιήματα της ποιητικής συλλογής «Άνω τελεία» απουσιάζει ο,τιδήποτε παλαιοδιαθηκικό εν ολίγοις προφητικό, ξεκόβει από την κληρονομιά και δεν εμβολιάζει κληρονομικότητα σε επιγονική προσδοκία. Άπαντα τα ποιήματα προσδοκούν σώμα εκ σώματος και αίμα εξ αίματος, αιτούνται αυτοθυσία μέσα σε λεκτικό σωματοποιημένο με «υπογραφές» από σημάδια, ουλές και χτυπήματα: «Το γνήσιο τής πληγής/αναγνωρίζεται/από το χρώμα που έχει/της υπογραφής το αίμα». «Μίλησε» το αίμα και δεν το ακούσουμε, γιατί τίποτα δεν άρθρωσε. Αμίλητος σηκώθηκε ο πίδακας της πληγής κι όταν χαθεί η επιβράβευση του τραυματισμού και του


25

Προτάσεις

τραύματος, ακόμη πονάει η αξεχασιά η ακατάδεχτη: «Το περίεργο είναι πως άμα ζουλήξεις/το θεραπευμένο τραύμα/πονάει τρισχειρότερα απ’ όσο όταν/ ήταν ενεργό, ουρλιάζεις, ακούγεσαι/στα πέρατα του χρόνου». Ο ακροτελεύτιος στίχος του ποιήματος «Το γνήσιο» είναι η συμβολοποίηση της ουδέποτε λήθης, της ουδέποτε μνήμης και το συμπέρασμά του οιονεί διδασκαλείο της ζωής: «Καθόλου περίεργο. Επιφανειακά ξεχνάς». Η Ποίηση και τα ποιήματα της Κικής Δημουλά, οι τεχνικές τους, η κατ’ επίφαση ατεχνία τους, η λαϊκή τους φωνή, πεταμένη στο δρόμο από την καλλιέπεια της φιλολογικής ζωής, η φτώχια των λέξεων να δώσουν νόημα στον κόσμο και ο κόσμος να τους ανταποδώσει δίκην

θεϊκότητας νοηματοδότηση, όλα αυτά τα στοιχεία κι όλα αυτά μαζί με τα αστοιχείωτα διαθέτουν νεύρο ζωής, καθόλου νευρικότητα, πληθύν αισθήσεων και πλημμύρα συναισθημάτων. Έτσι, κλείνοντας αυτή την άκλειστη πολιορκία της τελευταίας ποιητικής παραγωγής της Κικής Δημουλά, χωρίς να θέλουμε κατ’ ανάγκην να καταλήξουμε σ’ ένα συμπέρασμα, κλειδωμένο από τις βεβαιότητες, τις εμμονές και τις προκαταλήψεις, η ποιήτρια δεν μάς εκπλήσσει με το έργο της. Όμως, μάς περίμενε στην γωνιά και μάς της έφερε. Δεν μάς γέμισε με εικόνες αποχαιρετιστήριες, δεν μάς κήδεψε στην εκταφή του μοιραίου ώστε κατ’ επίφαση να μελοδραματήσει. Δεν μάς μοί-

ρασε μαντήλια να στεγνώσουμε τα μάτια μας από ψεύτικα δάκρυα, γιατί μάς ζητάει να μην κλάψουμε. Έξω η ζωή και ο θάνατος εκτός, νενικημένος. Ο λόγος, τα σημεία του και η στίξη του μπροστά στην δυνατότητα της μνήμης και στην ανημπόρια της λήθης, παραμερίζουν για να περάσει ο θίασος της ζωής αστεφάνωτος, αδόξαστος, εγγύτατος, απτός, καρναβαλικός, έμπλεως αισθήσεων και παραισθήσεων. Αυτό ήθελαν οι γυναίκες, οι οποίες υπομονετικά περίμεναν μία αφιέρωση στο τελευταίο ποιητικό βιβλίο της Κικής Δημουλά. Να είναι μέλη ενός ζωντανού θιάσου με την ποίηση να κρατάει μαιναδικά τον θύρσο του Βιβλίου της Ζωής. 


26

Μισό αιώνα µετά επανεκδίδεται το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού

Ο Γρηγόρης Λαµπράκης ζει!

Προτάσεις

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ

Ζ

Φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος

Επίμετρο: Γ. ΦαρίνουΜαλαματάρη

Τ

Εκδόσεις: Gutenberg Σελ.: 595 Τιμή: 20€ Του Βασίλη Κ. Καλαμαρά

ι απέμεινε από την σκοτεινή δεκαετία του ΄60, που είχε σημείο εκκίνησης την παρακρατική δολοφονία του ειρηνιστή γιατρού και βουλευτή Πειραιά της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη και κατέληξε στην πολιτική ανωμαλία της επτάχρονης δικτατορίας; Μήπως τα ντοκουμέντα των ασπρόμαυρων κρατικών Επικαίρων; Ή μήπως το «Ζ» του σήμερα 82χρονου Βασίλη Βασιλικού, μια μυθιστορηματική προσέγγιση της Υπόθεσης Λαμπράκη που συντάραξε την παγκόσμια κοινή γνώμη, αφού είχε γίνει παγκοίνως γνωστό ότι προήλθε από ένα κράτος-δολοφόνο, το οποίο ανέθετε τις βρωμοδουλειές του στο παρακρατικό λούμπεν προλεταριάτο; Τα Επίκαιρα αποτελούν «πολιτιστικά» προϊόντα τής επίσημης κρατικής προπαγάνδας και αποτυπώνουν την κυρίαρχη και κυριαρχική ματιά του κυβερνητικού έργου με μαύρες κατάμαυρες ζώνες στο φιλμ από τα πρώτα τέσσερα χρόνια χουντικής διακυβέρνησης. Ο κόσμος των Επικαίρων είναι κλειστός, σοβαρός, κοστουμαρισμένος, γιορτινός, καθώς αποτελεί μία προσπάθεια των

κρατούντων να επαλειφθούν από το κάδρο της οιονεί ευτυχισμένης ελληνικής ζωής, η φτώχια, ο πόνος, τα δάκρυα, ο ξεριζωμός, το κυνηγητό, η μετανάστευση. Αντιθέτως, το «Ζ» είναι μία ανοιχτή ανάγνωση εκείνης της εποχής, ένα ανοιχτό βιβλίο των γεγονότων της, ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε για να μιλήσει και να απευθυνθεί στο μέλλον, εν ολίγοις το αποπειράται και το κατορθώνει: να διασώσει τη συλλογική μνήμη. Ο ση-

μερινός αναγνώστης, κυρίως η νέα και ο νέος που δεν έχουν ζήσει τον ζόφο αυτής της δεκαετίας, μπορούν να διαβάσουν ένα από τα πιο ολοκληρωμένα μεταπολεμικά ελληνικά μυθιστορήματα και ένα μεγάλο διεθνές βιβλίο, καθόλου εσωστρεφές, καθόλου αυτοαναφορικό, καθόλου ελληνοκεντρικό-με την έννοια του ιδεολογήματος. Η ταινία του Κώστα Γαβρά στα 1969 οπωσδήποτε και


27

Προτάσεις

συνέβαλλε στην πρόσληψή του από το διεθνές αναγνωστικό κοινό, αλλά όπως όλες και όλοι γνωρίζουμε, βιβλίο και κινηματογράφος είναι δύο διαφορετικά είδη. Το «Ζ» δεν είναι μόνο η υπόθεση Λαμπράκη, είναι μία συνθετική αφήγηση για την απονομή της Δικαιοσύνης και για το πώς χαλκεύονται μαρτυρίες και κατηγορίες ψευδείς και πως αυτά τα χαλκεύματα φαντάζουν νομιμόφρονα (και εθνικόφρονα), για τα όρια νομιμότητας και

παρανομίας, για το ποιός βαπτίζεται φίλος και ποιός εχθρός της εξουσίας, για το πως λειτουργούν τα παρασκήνια σε προσκηνιακές καταστάσεις αλόγιστης βίας. Πρώιμη εξαιρετικά πρώιμη για το διεθνές λογοτεχνικό περιβάλλον, η ονοματοδοσία των αξιωματούχων της Εξουσίας με ονόματα δεινοσαύρων. Το «Τζουράσικ Πάρκ» της Εξουσίας και των εκπροσώπων του βουτηγμένο στην πιο απρόσωπη του στιγμή, την στιγμή μιας

από καιρό καλά ενορχηστρωμένης και προετοιμασμένης δολοφονίας. Το «Ζ» ακριβώς πενήντα χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του, εξακολουθεί να διαβάζεται και να προκαλεί διάλογο, γιατί είναι ένα μυθιστόρημα τολμηρό, όχι μόνο για την επιλογή του θέματος του, αλλά και για τον τρόπο γραφής του. Το «Εν Ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε είναι το πρότυπο, πάνω στο οποίο βασίστηκε, χωρίς να αντιγράφει δομικά το παράδειγμα του


28

Προτάσεις

Αμερικανού συγγραφέα. Αφού έχει τυπωθεί και ξανατυπωθεί, από το ’74 και μετά, σε διαφορετικούς εκδότεςαφού εκδοτική τακτική και πολιτική του Βασίλη Βασιλικού είναι να εισπράττει δικαιώματα για τα βιβλία του-επανακυκλοφόρησε σε μία προσεγμένη τυποτεχνικά έκδοση, με το υποστηρικτικό επίμετρο της ομότιμης καθηγήτριας Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Γεωργίας Φαρίνου-Μαλαματάρη. Η πρώτη έκδοση έγινε τον Νοέμβριο του 1966 από τις εκδόσεις Θεμέλιο, στις οποίες έναν χρόνο μετά θα βάλουν λουκέτο οι συνταγματάρχες και θα καταστρέψουν το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου και των εκδομένων βιβλίων του. Όλο το υλικό έρευνας και τεκμη-

ρίωσης για το «Ζ» έφθασε στα χέρια του Βασίλη Βασιλικού (κατά μαρτυρία του ίδιου) από τον Μίμη Δεσποτίδη, καθοδηγητή του και ιδιοκτήτη του «Θεμέλιου». Το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος άρχισε να δημοσιεύεται στις 26 Νοεμβρίου στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» και εκδίδεται σχεδόν έναν μήνα πριν από την δικαστική απόφαση, που ήταν απαλλακτική για τους περισσότερους κατηγορούμενους. Ο συγγραφέας πήρε προκαταβολή οκτώ χιλιάδων δραχμών ποσό υπέρογκο για εκδοτικά ήθη εκείνης της εποχής. Το βιβλίο ήταν αφιερωμένο «Στη Μιμί» -στην νέα έκδοση έχει την ένδειξη «Στον Δημήτρη (Μίμη) Δεσποτίδη»-και το εξώφυλλο είχε φιλοτεχνήσει ο Νίκος Κούνδουρος. 


Βασίλης Αλεξάκης

∆ύο θάνατοι φίλων και µία νεκρή χώρα, η Ελλάδα ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

Το κλαρινέτο

Εκδόσεις: Μεταίχμιο Σελ.: 464 Τιμή: 17,70€

Τ

Του Βασίλη Κ. Καλαμαρά

ο τελευταίο μυθιστόρημα «Το κλαρινέτο» του 73χρονου συγγραφέα Βασίλη Αλεξάκη δεν είναι ακριβώς και αποκλειστικά ένα αφήγημα για την Κρίση, με κάπα κεφαλαίο-αν και εκεί είναι εστιασμένο. Είναι κυρίως, με αφορμή τον θάνατο δύο φίλων του συγγραφέα, του Γάλλου εκ-

δότη του Ζαν-Μαρκ Ρομπέρτς και της Ελληνίδας – μέχρι πρότινος- εκδότριας του Μάγδας Κοτζιά, ένα άτυπο ρέκβιεμ γιά την νεκρή χώρα που ονομάζεται (ακόμη) Ελλάδα. Μία χώρα, η οποία αρχικά αποδομήθηκε από τις πολλές και πολλαπλές κρίσεις της Μεταπολίτευσης: πολιτικές, κοινωνικές και ηθικές. Η συνέχεια δεν χρειαζόταν να είχες γεννηθεί προφήτης για να την προβλέψεις.

Ο δανεισμός κατέστρεψε το ήδη κατεστραμμένο ελλαδικό τοπίο, αφού «ανίχνευσε» όλες τις παθογένειες της νεοελληνικής κοινωνίας. Ο συγγραφέας ερευνά με σχολαστικό τρόπο τα σημερινά τεκταινόμενα, ώστε να καταλάβει και να βρει το πως οδηγήσαμε την χώρα μας στο θάνατο και μαζί μ’ αυτή την πλειονότητα των πολιτών μας. Αυτό το από δεύτερο χέρι υλικό, το οποίο αντλεί από τα σημερινά

29

Προτάσεις


Προτάσεις

δρώντα υποκείμενα της επιμένουσας ανέχειας, μεταπλάθεται σε πρωτογενή λογοτεχνική γραφή. Ο Βασίλης Αλεξάκης γνωρίζει ότι οι καταστάσεις είναι ακόμη καυτές, αλλά τολμάει να συνομιλήσει μ’ αυτές ως αυτόπτης μάρτυρας και δεν περιμένει να δημιουργηθούν οι αποστάσεις που συνήθως υποχρεώνουν τον γράφοντα να αποφορτισθεί συναισθηματικά από την ζέουσα επικαιρότητα της πραγματικότητας. Εν τούτοις, χωρίς να βρίσκει τη λύση στη φόρμα ενός χρονικού της Κρίσης, καταφέρνει να πλαγιοκοπεί το θέμα του περιφερειακά και ερωτηματικά μέχρι να φθάσει στον πυρήνα του διακυβεύματος: τότε δεν διστάζει να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους, τω όντι ενοχλητικά, χωρίς να χαϊδεύει αυτιά, αφού αφήνει γυμνό τον βασιλιά. Και ο βασιλιάς δεν είναι άλλος από τις κυβερνήσεις μετά το 1974, οι οποίες έταζαν κι όλο έταζαν, ενώ την ίδια στιγμή το μεγάλο πακέτο το άρπαζαν κάτω από τα μάτια των εργαζομένων, οι κατ’ όνομα επιχειρηματίες, οι οποίοι λεηλατούσαν την εισαγόμενη λεία, τα ευρωπαϊκά κονδύλια Δεν πάει πολύς καιρός που παρουσίασε το νέο μυθιστόρημά του «Το Κλαρινέτο», στο υπόγειο στούντιο και ατελιέ του επί της οδού Αναγνωστοπούλου –όπου κυριαρχεί ένα τραπέζι πινγκ-πονγκ-, αυτός ο συγγραφέας και σκιτσογράφος, ο οποίος δεν παραλείπει την κάθε αφιέρωση βιβλίου του να τη συνοδεύει και με τα χειρονομιακά νευρώδη ασπρόμαυρα αλεξάκεια σκίτσα του. «Δεν χρειάζεται να είναι ευφυής για να γράψεις ένα μυθιστόρημα. Χρειάζεται αθωότητα, να πιστεύεις στην ιστορία σου, να είσαι παιδί επειδή στην ουσία γράφεις ένα παραμύθι. Οι έξυπνοι άνθρωποι ας γράφουν δοκίμια για την επανάσταση, πως φτάσαμε στη δικτατορία, ή αν θέλετε για τις βαθύτερες ρίζες της κρίσης», μάς είπε κατά την παρουσίαση του βιβλίου του, κρατώντας ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Πώς, όμως, εργάστηκε, αυτός ο συγγραφέας; Μάς περιέγραψε την προετοιμασία: «Πιστεύω ότι το μυθιστόρημα χρειάζεται δύο θέματα, όπως το πλέξιμο που γίνεται με δύο βελόνες. Έτσι, το ένα θέμα είναι ο θάνατος του εκδότη μου και το άλλο η ελληνική τραγωδία. Ήρθα σε επαφή με άστεγους, πούλησα τη ‘‘Σχεδία’’, πήγα στα συσσίτια, έκανα σοβαρή έρευνα. Πιστεύω ότι το μυθιστόρημα είναι θέμα φαντασίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορείς να έχεις πραγματολογικά λάθη. Με βοηθάει, πως να σάς το πω, να έχω

ΥΔΡΑ ΠΑΡΝΤΟΣ

30

στο μυαλό μου πραγματικούς ανθρώπους». Ο «Γάλλος» Βασίλης Αλεξάκης είναι από τους τελευταίους Έλληνες συγγραφείς και διανοούμενους των «ηρωικών» χρόνων της μετανάστευσης, ο οποίος έφυγε από την Ελλάδα για να αναζητήσει την τύχη του στην Δυτική Ευρώπη. Η περίπτωσή του θυμίζει την ομόλογη του Θοδωρή Καλλιφατίδη που πολιτογραφήθηκε Σουηδός συγγραφέας, μέσα στο ανεκτικό πλαίσιο του σκανδιναβικού μοντέλου. Ακόμη και σήμερα σχεδόν μισό αιώνα από την αποδημία του εις την ξένην, αυτοπροσδιορίζεται ως μετανάστης και εξηγεί τον λόγο: «Όταν ζεις από το 1969 στο Παρίσι, θέλεις δεν θέλεις η Ελλάδα γίνεται μια μυθική χώρα. Όμως, καθώς διαρκώς επίστρεφα στην Ελλάδα της κρίσης, προσγειώθηκα απότομα στην πραγματικότητα. Συνειδητοποίησα ότι η χώρα δεν είναι αυτό που είχα στο μυαλό μου, όταν κολυμπούσα τα καλοκαίρια στην Τήνο». Όμως, αυτή την άλλη Ελλάδα την μυθοποιημένη, όταν αποφάσισε να πάρει την γραφομηχανή, δεν την αποδόμησε, δεν την παρέδωσε στα σκυλιά του πολέμου. Γι αυτό επέλεξε να κλείσει το βιβλίο αισιόδοξα με τον απόηχο της συνάντησης που είχε με την κ. Λιλή Αλιβιζάτου, ετών 105, αδελφή του Γιώργου Θεοτοκά, συγγραφέα του βιβλίου «Ασθενείς και οδοιπόροι». Αν και το τελευταίο αναφέρεται στην Αντίσταση των Ελλήνων εναντίον των Ιταλών και Γερμανών, ο Βασίλης Αλεξάκης ανοίγει διάλογο μαζί του, καθώς αναζητά αντιστοιχίες του παρελθόντος με το παρόν της ελληνικής αγωνίας για επιβίωση. Όταν, λοιπόν, της είπε ποιός είναι και τι γράφει αυτό τον καιρό, η Λιλή Αλιβιζάτου τού πρότεινε: «Αφού θα μιλήσετε για τον τόπο μας, κάντε το με γλυκύτητα, με κατανόηση, μη μας ταπεινώσετε». Κυρίαρχο θέμα του «Κλαρινέτου» είναι η αμφισβήτηση του ρόλου της Εκκλησίας και ο διαχωρισμός της από το κράτος, γιατί ρίχνει νερό στο μύλο της Ακροδεξιάς. Η πρότασή του δεν είναι καθόλου μυθοποιητικά φασματική, καθώς ζητάει να μην βρούμε την λύση εξόδου από την Κρίση στην νοσταλγία του παρελθόντος, γιατί με αυτή μας την επιλογή θα στρέψουμε τα νώτα μας προς το μέλλον. Το τελευταίο μυθιστόρημα του Βασίλη Αλεξάκη είναι ένα αναγνωστικό της κρίσιμης δεκαετίας που διανύει η Ελλάδα, γραμμένο πρωτευόντως από έναν πάσχοντα πολίτη και δευτερευόντως από έναν συγγραφέα. Καθόλου προσωπεία και τα δύο, καθώς το πρόσωπο αναδεικνύεται και πάλι ως ο προνομιακός χώρος, όπου το πλάγιο βλέμμα υποχωρεί, καθώς πρέπει να δούμε τον εαυτό μας και τους άλλους κατάματα. 


Με την απουσία του στην τελετή απονοµής των Νόµπελ

Επιτέλους, ο Μποµπ Ντύλαν πάτησε στη… σελήνη!

31

Νόμπελ 2016


32

Η πρέσβειρα των ΗΠΑ στη Σουηδία Αζίτα Ράζι διαβάζει για τους εκλεκτούς καλεσμένους των βραβείων Νόμπελ, την επιστολή του απόντος Μπομπ Ντύλαν

Νόμπελ 2016

Δ

Της Μπέλλας Μηλοπούλου

εν ήταν υποχρεωμένος να παραβρεθείόπως δεν πήγε το 2005 ο Βρετανός συγγραφέας Χάρολντ Πίντερ. Αρκεί να κάνει μία ομιλία ή μία συναυλία μέσα σε έξι μήνες από την τελετή της απονομής. Αυτή είναι η υποχρέωσή του, από την στιγμή που, έστω και με καθυστέρηση περίπου δύο εβδομάδων, αποδέχθηκε τη βράβευσή του. Αυτοί που στοιχημάτιζαν, οι περισσότεροι δηλαδή, ότι ο Μπομπ Ντύλαν δεν θα παραστεί στην τελετή της απονομής των βραβείων Νόμπελ για να παραλάβει το μεγάλο βραβείο στον τομέα της Λογοτεχνίας, κέρδισαν το στοίχημα. Και παρά το γεγονός ότι κάποια μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας τον χαρακτήρι-

σαν «αγενή» για τη στάση του, εκείνος έκανε το δικό του. Δεν πήγε, έστειλε μία επιστολή για το περιεχόμενο της οποίας ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του και με την συμπεριφορά του άναψε τα αίματα σε μια τελετή που –κακά τα ψέματα- από πλευράς διοργάνωσης και πρωτοκόλλου είναι κάπως βαρετή. Πάντως, και το βραβείο αποδέχθηκε, και οι διοργανωτές τον στήριξαν απόλυτα από την πρώτη στιγμήστηρίζοντας προφανώς την επιλογή τους- και ευχαριστήρια επιστολή έστειλε η οποία διαβάστηκε στη διάρκεια του επίσημου δείπνου στο Δημαρχείο της Στοκχόλμης και τα τραγούδια του ακούστηκαν αφού η Πάτι Σμιθ που ήταν εκεί ως άτυπη –θα λέγαμε εκπρόσωπός του- ερμήνευσε ένα παλιό του κομμάτι, αλλά και το αγαπημένο Blowing in the wind ακούστηκε όταν παρέ-

λαβε το Νόμπελ Ειρήνης ο Πρόεδρος της Κολομβίας Χουάν Μανουέλ Σάντος, στην τελετή που έγινε στο ΄Οσλο όπου πάντα εκεί δίνεται το Νόμπελ για την Ειρήνη.. Κι ο Ντύλαν –με κάποιο τρόπο τον οποίο ακριβώς δεν γνωρίζουμε- θα παραλάβει ή παρέλαβε το μετάλλιο και το δίπλωμα, αλλά και την επιταγή των οκτώ εκατομμυρίων σουηδικών κορωνών-κάπου 824.000 ευρώπου λαμβάνουν όλοι οι βραβευθέντες. Τώρα, γιατί εμείς περιμέναμε μια πιο θεαματική χειρονομία σχετικά με το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, είναι ίσως πολύ ρομαντικό για την πορεία ενός 75χρονου πια μπίτνικ μουσικού… Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά τους. Όταν ανακοινώθηκε ότι ο Μπομπ Ντύλαν παίρνει το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας χρειάστηκαν περίπου δύο εβδομάδες για να εμφανιστεί και να πει ότι το αποδέχεται. Ο βραβευμένος με 13 Γκράμι, με ΄Οσκαρ και Χρυσή Σφαίρα τραγουδοποιός είχε πει, μάλιστα, πως αν δεν προκύψει κάτι μπορεί και να πάει μέχρι τη Στοκχόλμη για να παραλάβει το βραβείο του. Προφανώς, τελικά, κάτι προέκυψε. Εκείνες τις ημέρες, μάλιστα, ρώτησαν τη μόνιμη γραμματέα της Σουηδικής Ακαδημίας Σάρα Ντάνιους αν θεωρεί παράξενο το γεγονός ότι το βραβείο Λογοτεχνίας της Ακαδημίας δίνεται σε έναν μουσικό, εκείνη είχε απαντήσει: «Μα, αν δείτε πίσω στην Ιστορία, πριν από 2.000 και 3.000 χρόνια, είχαμε τον ΄Ομηρο και τη Σαπφώ. Ήταν ποιητές και έλεγαν ιστορίες, Αλλά αυτές οι διηγήσεις συνοδεύονταν από μουσικά όργανα» Τα βραβεία Νόμπελ απονέμονται κάθε χρόνο στις 10 Δεκεμβρίου που είναι η επέτειος του θανάτου του ιδρυτή τους ΄Αλφρεντ Νόμπελ. Για το 2016 έπεσε ημέρα Σάββατο. Η τελετή απονομής για τους εννέα βραβευθέντες έγινε –όπως πάντα- στο Konserthuset, την Αίθουσα Συναυλιών της Στοκχόλμης, παρουσία του βασιλιά Κάρολου Γουστάβου του 16ου της Σουηδίας, ο οποίος και κάνει την απονομή. Παρόντες 1350 καλεσμένοι –ανάμεσά τους σύμφωνα με τους κανόνες- και 250 μαθητές. Για το βραβείο Λογοτεχνίας και τη φετινή επιλογή της Ακαδημίας μίλησε ο καθηγητής και μέλος της Horace Engdahl, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, τόνισε: «Το να βραβεύσουμε τον Μπομπ Ντύλαν ήταν μια απόφαση που φαινόταν αρχικά τολμηρή, αλλά, τώρα πια είναι ξεκάθαρη. Όμως, παίρνει το συγκεκριμένο βραβείο επειδή αναστατώνει το λογοτεχνικό στερεότυπο; Προφανώς και όχι. Υπάρχει μια πιο απλή εξήγηση, αυτή ακριβώς που μοιραζόμαστε με όλους εκείνους οι οποίοι στέκονται καρδιοχτυπώντας μπροστά


στη σκηνή ενός μέρους σε μια από τις ατέλειωτες περιοδείες του και περιμένουν αυτή τη μαγική φωνή. Ο Chamfort είχε πει πως όταν εμφανίζεται στο προσκήνιο ένας La Fontaine, τότε, η ιεραρχία των ειδών-η εκτίμηση του τι είναι μεγαλειώδες ή μικρό, υψηλό ή χαμηλό στη λογοτεχνία, καταλύεται. « Τι συμβαίνει στη σειρά της κατάταξης όταν η ομορφιά είναι στο υψηλότερο σημείο αυτής της κατάταξης» έγραφε. Αυτή είναι και η άμεση απάντηση στο ερώτημα αν ο Μπομπ Ντύλαν ανήκει στη λογοτεχνία: η ομορφιά των τραγουδιών του είναι στο ύψιστο σημείο της κατάταξης». Μετά την τελετή ακολουθεί επίσημο δείπνο στο Δημαρχιακό Μέγαρο της πόλης στο οποίο ο βραβευμένος με ατέρι Michelin Σουηδοταιλανδός σεφ Sayah Isaksson και ο chef patissier Daniel Roos έδωσαν τον καλύτερο και πιο εκλεπτυσμένο τους εαυτό. Στη διάρκεια αυτού του δείπνου, λοιπόν, η πρέσβειρα των ΗΠΑ στη Σουηδία Αζίτα Ράζι διάβασε την επιστολή-μήνυμα του Ντύλαν, ένα κείμενο από το οποίο ο καθείς μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα και το οποίο παραθέτουμε σε δική μας μετάφραση: Καλησπέρα σε όλους, στέλνω τους πιο θερμούς μου χαιρετισμούς στα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας και σε όλους τους εκλεκτούς καλεσμένους που παρίστανται απόψε εκεί. Λυπάμαι που δεν μπορώ να βρίσκομαι μαζί σας, αλλά σας διαβεβαιώνω πως νοερά είμαι εκεί και θεωρώ πως είναι μεγάλη μου τιμή που παίρνω ένα τόσο πολύτιμο βραβείο. Το να τιμηθώ με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας είναι κάτι που δεν το φαντάστηκα ποτέ κι ούτε ποτέ είχα προβλέψει ότι θα μπορούσα να το πάρω. Από πολύ μικρός διάβαζα και αφομοίωνα, με αφοσίωση, τα έργα ανθρώπων που είχαν αξιωθεί αυτής της διάκρισης: του Κίπλινγκ, του Σω, του Τόμας Μαν, της Περλ Μπακ, του Αλμπέρ Καμύ, του Χέμινγουέι. Αυτοί οι γίγαντες της Λογοτεχνίας, των οποίων τα έργα διδάσκονται στα σχολεία, φιλοξενούνται σε βιβλιοθήκες σ’ όλο τον κόσμο και μνημονεύονται με σεβασμό, μου προξενούσαν πάντα μεγάλη εντύπωση. Το ότι τώρα το όνομά μου μπαίνει πλάι στο δικό τους, είναι κάτι που δεν περιγράφεται με λόγια. Δεν γνωρίζω αν αυτοί οι άντρες και αυτές οι γυναίκες είχαν ποτέ σκεφτεί ότι θα έπαιρναν Νόμπελ, αλλά, υποθέτω ότι όποιος γράφει ένα βιβλίο, ένα ποίημα ή ένα θεατρικό, σε οποιαδήποτε γωνιά της γης, μπορεί να τρέφει βαθειά μέσα του αυτό το όνειρο. Πιθανότατα, μάλιστα, να είναι κρυμμένο τόσο βαθειά που ακόμη και ο ίδιος δεν ξέρει ότι βρίσκεται εκεί. Αν κάποιος μου έλεγε ποτέ ότι θα είχα την παραμι-

33

Νόμπελ 2016


34

Νόμπελ 2016

Επάνω: Ο καθηγητής και μέλος της Επιτροπής των Νόμπελ Horace Engdahl προλογίζει τον άφαντο στην τελετή απονομής Ντύλαν. Κάτω: Η Πάτι Σμιθ, εκπροσωπώντας άτυπα τον Ντύλαν, τραγούδησε, φανερά συγκινημένη, ένα από τα τραγούδια που τους έφεραν κοντά πριν από πολλά χρόνια

κρή πιθανότητα να κερδίσω το Βραβείο Νόμπελ, θα σκεφτόμουν ότι θα είχα τις ίδιες πιθανότητες με το να πατήσω στη σελήνη. Είναι γεγονός πως τη χρονιά που γεννήθηκα και για μερικά χρόνια μετά δεν υπήρχε κανείς σε όλο τον κόσμο που να θεωρήθηκε αρκετά καλός ώστε να πάρει Νόμπελ. Γι’ αυτό και αναγνωρίζω πως τουλάχιστον ανήκω σε μία πολύ εκλεκτή συντροφιά. Ήμουν έξω, στο δρόμο όταν έμαθα τα καταπληκτικά νέα και χρειάστηκα αρκετά λεπτά για να συνειδητοποιήσω τι συμβαίνει. Άρχισα να σκέφτομαι τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ, αυτή τη μεγάλη φυσιογνωμία της Λογοτεχνίας. Υποθέτω πως θεωρούσε τον εαυτό του δραματουργό. Η σκέψη ότι έγραφε λογοτεχνία δεν του περνούσε καν από το μυαλό. Οι λέξεις του γράφονταν για το σανίδι. Γράφονταν για να ειπωθούν όχι για να διαβαστούν. Όταν έγραφε τον Άμλετ, είμαι σίγουρος πως στο μυαλό του τριγυρνούσαν πολλές διαφορετικές σκέψεις: «Ποιοι είναι οι κατάλληλοι ηθοποιοί γι’ αυτούς τους ρόλους;», «Πως θα παρουσιαστεί αυτό στη σκηνή;», «Θέλω πράγματι η ιστορία να εκτυλίσσεται στη Δανία;». Το δημιουργικό του όραμα και οι φιλοδοξίες του ήταν αυτά που απασχολούσαν το μυαλό του, αλλά, υπήρχαν επίσης και πολλά πρακτικά θέματα για να σκεφτεί και να διαχειριστεί: «Είναι εντάξει τα οικονομικά;», «Υπάρχουν αρκετές καλές θέσεις για τους χορηγούς μου;», «Πού θα βρω ένα ανθρώπινο κρανίο;». Πάω στοίχημα ότι το τελευταίο πράγμα που απασχολούσε το μυαλό του ήταν: « Είναι αυτό λογοτεχνία;» Όταν άρχισα να γράφω τραγούδια στα εφηβικά μου χρόνια αλλά κι ακόμη όταν άρχισα να αποκτώ συνείδηση των ικανοτήτων μου, οι φιλοδοξίες μου γι’ αυτά τα τραγούδια ήταν περιορισμένες. Πίστευα ότι θα μπορούσαν να παιχτούν σε καφέ ή μπαρ κι ίσως αργότερα σε μέρη όπως το Κάρνεγκι Χολ και το Λόντον Παλάντιουμ. Κι όταν έκανα πραγματικά μεγάλα όνειρα φανταζόμουν ότι έκαναν ένα δίσκο και τον άκουγα στο ραδιόφωνο. Αυτό ήταν το μεγάλο βραβείο για το δικό μου μυαλό. Το να κάνεις δίσκους και να ακούς τα τραγούδια σου στο ραδιόφωνο σήμαινε ότι απευθυνόσουν σ’ ένα μεγάλο κοινό κι έτσι να καταφέρεις να συνεχίσεις αυτό που ξεκίνησες. Λοιπόν, κι εγώ έκανα αυτό για το οποίο ξεκίνησα εδώ και πολλά χρόνια. Έκανα δεκάδες δίσκους κι έπαιξα σε χιλιάδες συναυλίες σ’ όλο τον κόσμο. Και τα τραγούδια μου είναι πάντα στο επίκεντρο σε ο,τιδήποτε κι αν κάνω. Μοιάζουν να έχουν βρει μια θέση στις ζωές πολλών ανθρώπων που ανήκουν σε πολλές διαφορετικές κουλτούρες-και είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. Ωστόσο, υπάρχει και κάτι που πρέπει να πω: Ως performer έχω παίξει μπροστά σε 50.000 ανθρώπους και


μπροστά σε 50 και μπορώ να σας πω ότι είναι πιο δύσκολο να παίζεις για τους 50… Οι 50.000 έχουν ένα πρόσωπο, είναι σαν μία περσόνα, οι 50 όχι. Κάθε άτομο έχει μια ξεχωριστή προσωπικότητα, είναι ένας κόσμος από μόνος του και μπορεί να αντιληφθεί τα πράγματα ξεκάθαρα. Εκεί, λοιπ0όν, δοκιμάζεται η αλήθεια σου και η σχέση της με το βάθος του ταλέντου σου. Το γεγονός ότι η Επιτροπή του Νόμπελ είναι τόσο μικρή, είναι κάτι που εκτιμώ βαθύτατα. Αλλά, όπως ο Σαίξπηρ, με απασχολούν κι εμένα συχνά οι δημιουργικές μου αναζητήσεις καθώς και τα πεζά ζητήματα της καθημερινότητας: «Ποιοι είναι οι καλύτεροι μουσικοί γι’ αυτό το τραγούδι;;», «Κάνω ηχογράφηση στο σωστό στούντιο;», «είναι αυτό το τραγούδι παιγμένο στο σωστό κλειδί;». Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ακόμη κι όταν έχουν περάσει 400 χρόνια. Ούτε μια φορά δεν είχα το χρόνο να αναρωτηθώ: «Είναι τα τραγούδια μου λογοτεχνία;» Γι’ αυτό ευχαριστώ τη Σουηδική Ακαδημία και γιατί αφιέρωσε τόσο χρόνοι σ’ αυτό το ερώτημα και γιατί, τελικά, έδωσε αυτή την υπέροχη απάντηση Τις καλύτερες ευχές μου σε όλους σας

35

Μπομπ Ντύλαν -Πάτι Σμιθ στο ξεκίνημα της καριέρας και της φιλίας τους

Νόμπελ 2016

Απολογία για τη... συγκίνηση

Ξεχωριστή στιγμή, η παρουσία της Πάτι Σμιθ στην τελετή της απονομής. Για τους μη γνωρίζοντες, η 71χρονη πια Πάτι –που έδωσε δυο συναυλίες στη χώρα μας τον περασμένο Ιούνιο- είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα στον χώρο του τραγουδιού, αλλά, και της ποίησης. Είναι αυτή που αντικειμενικά θεωρείται η δημιουργός που επέδρασε σημαντικά στη «γέννηση» του κινήματος πανκ από το πρώτο της κιόλας άλμπουμ «Horses»-θυμηθείτε το «Because the night» ή το «People have the power»… Η Πάτι Σμιθ, λοιπόν, φανερά τρακαρισμένη και με τη συνοδεία Φιλαρμονικής ερμήνευσε το τραγούδι του αγαπημένου της φίλου Μπομπ Ντύλαν, το “A Hard Rain‘s AGonna Fall“, ένα κομμάτι που ο δημιουργός του έγραψε και τραγούδησε στις αρχές της δεκαετίας του ‘ 60. Κάποια στιγμή, μάλιστα, η φόρτιση ήταν τόσο έντονη που η σπουδαία αυτή ερμηνεύτρια και δημιουργός έχασε τα λόγια του τραγουδιού. Σταμάτησε και ζήτησε συγγνώμη. «I apologize, I am sorry, I’m so nervous» ψιθύρισε και το ξεκίνησε από την αρχή ενώ το κοινό την καταχειροκροτούσε. Και δεν νομίζουμε ότι η επιλογή του συγκεκριμένου τραγουδιού –σίγουρα από την πλευρά του απόντος- ήταν τυχαία, αφού οι στίχοι του αν και έχουν γραφτεί περισσότερο από μισόν αιώνα πίσω, παραμένουν πάντα επίκαιροι και συγκλονιστικοί. Παραθέτουμε ένα μικρό –μεταφρασμένο από μας-δείγμα:

Ω, τι είδες γαλανομάτη γιε μου Και τι είδες, αγαπημένο μου παιδί; Είδα ένα νεογέννητο μωρό, περιτριγυρισμένο από άγριους λύκους Είδα μια διαμαντένια λεωφόρο που δεν την περπατούσε κανείς Είδα ένα μαύρο κλαδί που έσταζε συνέχεια αίμα

Είδα ένα δωμάτιο γεμάτο άντρες που τα σφυριά τους αιμορραγούσαν Είδα μιαν άσπρη σκάλα που την τύλιγε το νερό Είδα δέκα χιλιάδες ομιλητές που οι γλώσσες τους είχαν σπάσει Είδα όπλα και κοφτερά σπαθιά στα χέρια μικρών παιδιών Κι έρχεται μια δυνατή βροχή… 


36

So long Leonard Cohen

Ο Λεονάρδος της Ύδρας δεν µένει πια εδώ…

Τ

Της Μπέλλας Μηλοπούλου

ην κόρη του την ονόμασε Λόρκα –λάτρευε όσο κανέναν τον Ισπανό ποιητή. Φλέρταρε με την κατάθλιψη, δοκίμασε πολλές θρησκείες, έγινε βουδιστής και χειροτονήθηκε μοναχός, πέρασε από τη σαιεντολογία για ένα μικρό διάστημα επειδή του είχαν πει ότι εκεί … κυκλοφορούν ωραίες γυναίκες, έχει πάρει Γκράμι για το σύνολο της δουλειάς του, έγραφε με πάθος και –κυρίως, στα νιάτα του με μπόλικες αμφεταμίνες- κι απαρνήθηκε μιαν άλλη μεγάλη αγάπη της ζωής του, την Ύδρα, μόνον όταν η χούντα των συνταγματαρχών έριξε τη βαριά σκιά της πάνω από την Ελλάδα. «Ξέρετε που ακριβώς είναι το σπίτι του Κοέν, για να μου το δείξετε;» ρώτησα έναν σερβιτόρο σ’ ένα καφέ της Ύδρας. «Το σπίτι ποιανού;» είπε σαν να μην καταλάβαινε. «Του Κοέν…» ξαναείπα με λιγότερη σιγουριά. Μήπως, τελικά, είχα κάνει τόσο μεγάλο λάθος, μήπως… Μα, αφού μου είχε πει πως θα ερχόταν κι ο ίδιος, δεν μπορεί… Ίσως να έφτασα νωρίτερα, αλλά, σίγουρα λά-

θος δεν είχα κάνει…. Και τότε λύθηκε το μυστήριο. «Ααα, το σπίτι του φίλου μου, του Λεονάρδου ζητάς… Θα πάρεις αυτό το δρομάκι και….» μου έδειξε τη διαδρομή. «Και μην περιμένεις κανένα ανάκτορο, ο Λεονάρδος δεν είναι απ’ αυτούς, σαν εμάς είναι…» Τέλος της δεκαετίας του ΄ 80. Ο Λέοναρντ Κοέν δίνει συναυλία στο Λυκαβηττό. Είχε έρθει αρκετές ημέρες νωρίτερα για να πάει στο νησί. Φτάνει σχετικά καθυστερημένος, αλλά, χωρίς να βιάζεται. Κομψός, με μία φυσική ευγένεια ακόμη και στο παράστημα κι εκείνο το νωχελικό βήμα που ποτέ του δεν… αποχωρίστηκε. στα καμαρίνια. «Δεν φιλάω κανέναν, γιατί έφαγα μπόλικο τζατζίκι το μεσημέρι-και ξέρετε πόσο λατρεύω το τζατζίκι παιδιά!...». Ναι, σαν «εμάς είναι», αλλά και τόσο ξεχωριστός από μας. Για τους Υδραίους, όμως, ήταν και είναι ακόμη ο «Λεονάρδος». Και τι γύρευε αυτός ο Καναδοεβραίος τύπος στην Ύδρα, τι γύρευε η Ύδρα από αυτόν, ποια ήταν η σχέση τους; Κι εν πάση περιπτώσει, τι το ιδιαίτερο είχε –και έχειαυτό το κοσμοπολίτικο νησί που «τραβάει» σαν μαγνήτης ανθρώπους ξεχωριστούς, ιδιαίτερους, μοναδικούς;

Ας αρχίσουμε από το δεύτερο, από το νησί. Που δεν ήταν πάντα κοσμοπολίτικο, αλλά, πάντα ασκούσε μια γοητεία, είχε μια μαγεία που την αποκάλυπτε με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο σ’ αυτούς που άξιζε να μυηθούν. Μιλάμε, λοιπόν, για την Ύδρα του Ντασέν και της Μελίνας (μια ανάσα δρόμος, μια βουτιά από το σπίτι τους στην Επίδαυρο, άλλωστε). Μιλάμε για το νησί του μεγάλου ζωγράφου Παναγιώτη Τέτση. Για το φυσικό ντεκόρ της ταινίας «Το παιδί και το δελφίνι» με τη Σοφία Λόρεν-τι είναι’ αυτό που το λένε αγάπη και όλα τα σχετικά. Κι είναι, ακόμα, η λατρεμένη θαλασσινή αγαπημένη του Χένρι Μίλερ, του Ελύτη και του Σεφέρη, του Πικιώνη και του Εγγονόπουλου, του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα και του Γιώργου Μαυροειδή. Η Ύδρα στην οποία υποκλίθηκαν και από την οποία εμπνεύστηκαν ο Πάμπλο Πικάσο και ο Μαρκ Σαγκάλ. Ο Κοέν, θα μπορούσε να αντισταθεί; Βέβαια, ήταν λίγο διαφορετικός ο λόγος που εκείνος ήρθε κι άραξε σ’ αυτή την πλευρά του Σαρωνικού.

Αναζητώντας το φως

Ξετυλίγοντας το κουβάρι θα φτάσουμε και σ’ αυτό. Ο Λέοναρντ Νόρμαν Κοέν, λοιπόν, γεννήθηκε στο Μόντρεαλ του Καναδά στις 21 Σεπτεμβρίου του 1934. Υφασματέμπορος Εβραίος, ο πατέρας, μια οικογένεια με οικονομική άνεση για τον γιο που μέχρι τα έξι του μεγαλώνει σ’ ένα ευχάριστο περιβάλλον. Σ’ αυτή την τρυφερή ηλικία, ωστόσο, ο κόσμος του έρχεται ανάποδα- ο πατέρας του πεθαίνει κι αυτό δεν το ξεπέρασε ποτέ. Στην εφηβεία του αρχίζει να ψάχνεται. Οι λέξεις κεντρίζουν το μυαλό του και οι νότες την ψυχή του. Ήταν τότε


37

Στο πικάπ και στο cd

Όταν ο Λέοναρντ Κοέν ξεκίνησε την καριέρα του ως μουσικός είχαμε να κάνουμε με βινύλλιο. Αργότερα, πολύ αργότερα, πέρασε κι εκείνος στην ψηφιακή τεχνολογία. Τα μουσικά του έργα που εκδόθηκαν, λοιπόν, σε μια πορεία περίπου 50 χρόνων είναι με χρονολογική σειρά τα ακόλουθα: Songs of Leonard Cohen (1967), Songs from a Room (1969), Songs of Love and Hate (1971), Live Songs (1973), New Skin for the Old Ceremony (1974), Death of a Ladies’ Man (1977), Recent Songs (1979), Various Positions (1984), I’m Your Man (1988), The Future (1992), Cohen Live: Leonard Cohen in Concert (1994), Field Commander Cohen: Tour of 1979 (2001), Ten New Songs (2001), Dear Heather (2004) ,Old Ideas (2012), Popular Problems (2014), Can’t Forget: a Souvenir of the Grand Tour (2015) Και σ’ αυτό το διάστημα έχουμε και τις παρακάτω συλλογές: The Best of Leonard Cohen (1975) (γνωστό και ως Greatest Hits), More Best of Leonard Cohen (1997), The Essential Leonard Cohen (2002), διπλό CD

–εκεί γύρω στα 15- που μαθαίνει κιθάρα και γίνεται μέλος μιας μπάντας, των Buckskin Boys, που έπαιζε κάντριστοιχεία αυτής της μουσικής θα τον ακολουθούσαν σε όλα σχεδόν τα μουσικά του βήματα. Στο πανεπιστήμιο, λίγα χρόνια αργότερα καταπιάνεται με την ποίηση κι εκδίδει τα πρώτα του ποιήματα. Η φήμη του ξεπερνάει το πανεπιστήμιο McGill και τον κάνει γνωστό στους λογοτεχνικούς κύκλους του Καναδά, όμως, τα σύνορα της πατρίδας του είναι στενά, θέλει να φύγει, να ταξιδέψει, να βρει τη μούσα και την πηγή της έμπνευσής του εκεί που έχουν ραντεβού… Πρώτος σταθμός του το Λονδίνο. Είναι άνοιξη κι ο Κοέν είναι σχεδόν 26 χρόνων. Βρέχει κι ο νεαρός ψάχνει για το φως, οι τελευταίοι μήνες εδώ, του το έχουν στερήσει. Εκείνη την ημέρα έβρεχε, έβρεχε πολύ κι εκείνος περπατούσε προσπαθώντας να ξεχάσει τον πονόδοντο που τον βασάνιζε. Ξαφνικά είδε μπροστά του μια ελληνική τράπεζα. Μπήκε μέσα και είδε τον ταμία να είναι μαυρισμένος από τον ήλιο, να διαφέρει από τους χλομούς ανθρώπους που συναντούσε καθημερινά. Συνειδητοποίησε πως αυτός ο ταμίας ερχόταν από φως. Τον ρώτησε τι καιρό κάνει στη χώρα του κι εκείνος του περιέγραψε την άνοιξη εδώ. Δυο μέρες αργότερα-και χωρίς δεύτερες σκέψεις- έπαιρνε το αεροπλάνο για την Ελλάδα και στις 27 Σεπτεμβρίου -μια εβδομάδα μετά τα γενέθλιά του- με 1.500 δολάρια αγοράζει ένα παλιό σπίτι στην Ύδρα. Η κληρονομιά που του είχε αφήσει η γιαγιά του πιάνει τόπο. Το σπίτι, βέβαια, είναι παλιό -του 19ου αι-

Το σπίτι του Λέοναρντ Κοέν, στην Ύδρα


38

Σίγουρα είχε σκεφτεί να μείνει μόνιμα εκεί, αρκεί να ταξίδευε δυο φορές το χρόνο μέχρι τον Καναδά για να βλέπει την οικογένειά του και δεν τον ενδιέφερε καθόλου να πλουτίσει αφού η ζωή του εκεί ήταν λιτή, όμορφη, χωρίς απαιτήσεις- όπως την ήθελε. Τα καφενεδάκια, τα ταβερνάκια, η καλή παρέα τον γέμιζαν. Και το αστείο του όταν τον ρωτούσαν πότε συνειδητοποίησε ότι έγινε αποδεκτός από την ντόπια κοινωνία, ήταν ότι έλεγε ότι αισθάνθηκε κι αυτός μέλος της κοινωνίας όταν άρχισε να του κάνει επισκέψεις ο άνθρωπος που μάζευε , με το γάιδαρό του, τα σκουπίδια της περιοχής!

Μαριάν, η απόλυτη μούσα

Παίζοντας µε τις λέξεις

Ήταν ποιητής, λογοτέχνης, μουσικός; Ναι, ήταν. Κι έγραφε λόγια πριν αρχίσει να γράφει μουσική. Τα βιβλία του που έχουν εκδοθεί είναι: Let Us Compare Mythologies (ποίηση) 1956, The Spice-Box of Earth (ποίηση) 1961, The Favourite Game (μυθιστόρημα) 1963, Flowers for Hitler (ποίηση) 1964, Beautiful Losers (μυθιστόρημα) 1966, Parasites of Heaven (ποίηση) 1966, Selected Poems 1956–1968 (ποίηση) 1968, The Energy of Slaves (ποίηση) 1972, Death of a Lady‘s Man (ποιήματα και πεζά) 1978, Book of Mercy (πεζά ποιήματα) 1984, Stranger Music (επιλογή ποιημάτων και τραγουδιών) 1993,Book of Longing (ποίηση) 2006. Κάποια βιβλία του έχουν κυκλοφορήσει και στα ελληνικά. Συγκεκριμένα: Το αγαπημένο παιχνίδι (πρωτότυπος τίτλος: The Favourite Game), εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2005, Το βιβλίο του πόθου (πρωτότυπος τίτλος: Book of Longing), εκδ. Ιανός, Αθήνα 2008, Η μουσική του ξένου: Επιλογή από ποιήματα και τραγούδια, (πρωτότυπος τίτλος: Stranger Music, μετάφραση: Λίνα Νικολακοπούλου), εκδ. Ιανός, Αθήνα 2008, Υπέροχοι απόκληροι (πρωτότυπος τίτλος: Beautiful Losers), εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2012, Το βιβλίο του ελέους (πρωτότυπος τίτλος: Book of Mercy), εκδ. Περισπωμένη, 2013.

ώνα-, πέτρινο, σε κακή κατάσταση. Δεν έχει ηλεκτρικό και νερό-κηροζίνη και μια δεξαμενή στον κήπο- όλα αυτά του φτάνουν και του περισσεύουν καθώς η θέα είναι υπέροχη και το νησί τον πλανεύει και τον κρατά εκεί. «Το σπίτι έχει μια τεράστια ταράτσα και θέα σε ένα εντυπωσιακό βουνό και σε φωτεινά, λευκά σπίτια. Τα δωμάτια είναι επίσης τεράστια και δροσερά με μεγάλα παράθυρα και πολύ χοντρούς τοίχους. Νομίζω ότι είναι πάνω από 200 ετών και υποθέτω πως πολλές γενιές ναυτικών έχουν ζήσει σε αυτό. Θα κάνω λίγη δουλειά κάθε χρόνο και σε μερικά χρόνια θα έχει γίνει βίλα... Μένω σε έναν λόφο και η ζωή εδώ μοιάζει να κυλά ακριβώς με τον ίδιο τρόπο τα τελευταία εκατό χρόνια. Όλη την ημέρα ακούς πλανόδιους πωλητές που φωνάζουν, κάτι που μπορώ να πω ότι είναι πολύ μουσικό. Ξυπνάω στις 7 το πρωί και συνήθως δουλεύω ως τις 12 το μεσημέρι. Νωρίς το πρωί είναι πιο δροσερά και μάλλον καλύτερα, αλλά ούτως ή άλλως λατρεύω τη ζέστη, ειδικά όταν η θάλασσα του Αιγαίου απέχει μόλις δέκα λεπτά από την πόρτα μου», γράφει στη μητέρα του θέλοντας να της μεταδώσει στο ελάχιστο αυτά που νιώθει για το καινούργιο του απόκτημα, για την καινούργια του ζωή. Δεν ήξερε τι θα συνέβαινε, ίσως, όμως, να διαισθανόταν.

Στο νησί ο Κοέν δεν είναι ο μόνος διανοούμενος που είχε κλείσει ραντεβού με την έμπνευση και τη δημιουργία του. Συναντά ομοίους του και η παρέα βρίσκει καταφύγιο στου «Κάτσικα» το μαγαζί. Μια συντροφιά ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης που μαζεύονται εκεί, πίνουν, τσιμπολογούν, κουβεντιάζουν, ανταλλάσσουν απόψεις και ιδέες, απαγγέλουν, συνδέονται με την απόλυτη μαγεία του νησιού και τη φιλοξενία και την ζεστή καρδιά των κατοίκων του. Στην παρέα ο Άγγλος ζωγράφος Άντονι Κίνγκσμιλ, από την Αυστραλία οι συγγραφείς Τσάρμιαν Κλιφτ και Τζορτζ Τζόνσον, αλλά και ο στενός φίλος του Κοέν, ο ποιητής Άλεν Γκίνσμπεργκ που φιλοξενείται στο πέτρινο σπίτι του 19ου αιώνα. Κάποια στιγμή στη συντροφιά έρχεται κι ένας συγγραφέας από τη Νορβηγία, ο΄Αξελ Γιένσεν. Μαζί του η πανέμορφη σύντροφός του Μαριάν ΄Ιλεν, μοντέλο, αλλά κι ένα 22χρονο κορίτσι που έγραφε ποίηση, πεζά, λογοτεχνία. Μαζί τους και ο ΄Αξελ, το λίγων μηνών παιδί του ζευγαριού από το ΄Οσλο. Το κορίτσι αυτό ο Κοέν το συνάντησε τυχαία- σε μια τράπεζα ή σε ένα παντοπωλείο, μάλλον το δεύτερο. Ο Γιένσεν έλειπε σε ταξίδι κι οι δυο τους άρχισαν να κάνουν παρέα, ερωτεύτηκαν παράφορα ο ένας τον άλλο. Κι εκείνη άφησε το Νορβηγό σύντροφό της και μετακόμισε με το γιο της; στο σπίτι του Λεονάρδου. Ο απόλυτος έρωτας τον κάνει ολοένα και πιο δημιουργικό. Την θεωρεί σταλμένη σ’ αυτόν από τον ίδιο τον Θεό. Το φως, η θάλασσα, ο ήλιος έρχονται να συμπληρώσουν την έμπνευση. Στα 1966, κι έπειτα από αρκετές ποιητικές συλλογές, έρχεται το βιβλίο «Beautiful losers» να τον καθιερώσει διεθνώς ως ένα πολύ σημαντικό συγγραφέα. Γράφει, όμως και τραγούδια. Για εκείνη –το αγαπημένο της- το «Bird on a wire» αλλά και το «So long Marianne», που όταν το έγραφε ήθελε απλά να της δείξει πόσο την αγαπάει. «Όταν το έγραφα, δεν καταλάβαινα ότι με εκείνο το τραγούδι την αποχαιρετούσα. Αυτό έκανα όμως. Δεν


39

Κληρονοµιά µας, τα λόγια του!

Έχει γράψει εκπληκτική ποίηση, όμορφα βιβλία, υπέροχα τραγούδια. Θα μπορούσε να είναι σταρ, προτίμησε, όμως, πιο δύσκολους δρόμους. Ψαχνόταν, ψαχνόταν πολύ. Πήρε ναρκωτικά-δεν το έκρυψε ποτέ. Χρόνια ολόκληρα μαχόταν με την κατάθλιψη, αλλά, λες και δεν μπορούσε να ζήσει και χωρίς αυτήν. Από αυτά που έχει γράψει, από αυτά που έχει τραγουδήσει, από αυτά που έχει πει και μας έχει κάνει να τον λατρέψουμε, είναι κάποια που έχουν χαραχτεί στις καρδιές μας. Κάποια από αυτά:  Πώς μπορώ να ξεκινήσω κάτι καινούργιο με όλο αυτό το χτες που κουβαλάω μέσα μου;  Δεν θυμάμαι να έχω ανάψει αυτό το τσιγάρο και δεν θυμάμαι αν είμαι εδώ μόνος ή αν περιμένω κάποιον…  Μπράβο σ’ αυτούς τους λίγους που συγχωρούν ό,τι κάνεις και στους ακόμα λιγότερους που δεν νοιάζονται καν.  Αν δεν γίνεις ο ίδιος ωκεανός, θα νοιώθεις ναυτία κάθε μέρα.  Η πραγματικότητα είναι μία από τις καταστάσεις που δεν έχω την πολυτέλεια να αγνοώ.  Μην είσαι μάγος- να είσαι μαγικός!  Είναι δύσκολο να κρατάς το χέρι κάποιου που φτάνει προς τον ουρανό απλά και μόνο για να παραδοθεί.  Πληρώνω καθημερινά το νοίκι μου στον πύργο του τραγουδιού.  Η στέρηση είναι η μητέρα της ποίησης.  Ήξερε πως τα μαλλιά δεν μπορούν να νοιώσουν-φύλησε τα μαλλιά της.  Η αγάπη είναι φωτιά-καίει τον καθένα, παραμορφώνει τον καθένα. Είναι η δικαιολογία για την ασχήμια του κόσμου.  Προσπάθησα με τον τρόπο μου να είμαι ελεύθερος.  Για να πας στον Παράδεισο πρέπει να έχεις περάσει από την Κόλαση.  Πάρε το δρόμο σου, να πάρω κι εγώ τον δικό σου.  Το κάθε πράγμα έχει ρωγμή-‘ετσι μπαίνει μέσα το φως.

Κάνοντας βόλτα στο λιμάνι του αγαπημένου του νησιού

Η ταβέρνα του Κάτσικα, το στέκι του Λεονάρδου και των διανοούμενων φίλων του, από κάθε γωνιά της γης. Παρούσα, φυσικά, και η τότε μούσα του Μαριάν


40

θυμάμαι πώς χωρίσαμε. Οι περίοδοι που ζούσαμε χωριστά γίνονταν ολοένα και μεγαλύτερες και έπειτα, με κάποιον τρόπο, όλο αυτό κατέρρευσε». Έζησαν μαζί κάπου έξι χρόνια, εκείνος, εκείνη κι ο μικρός ΄Αξελ, άλλοτε μένοντας στο ορμητήριό τους στο νησί κι άλλοτε ταξιδεύοντας στον Καναδά ή τη Νορβηγία. Κι όπως αποδείχθηκε, ποτέ δεν ξεπέρασαν ο ένας τον άλλο. Η μούσα των νεανικών του χρόνων «έφυγε» το περασμένο καλοκαίρι, λίγους μήνες πριν και ο ίδιος αναχωρήσει για το τελευταίο του ταξίδι. Ένας φίλος της Μαριάν, τον ειδοποίησε λίγες ημέρες πριν εκείνη πεθάνει, για τη σοβαρή κατάσταση της υγείας της κι εκείνος της έστειλε ένα γράμμα. Ο κοινός τους φίλος της το διάβασε και το κορίτσι της Ύδρας ταξίδεψε δυο μέρες μετά. Στο σημείωμά του Ο Λεονάρδος της έγραφε: «Λοιπόν Μαριάν, ήρθε αυτή η στιγμή που είμαστε τόσο γέροι και τα σώματά μας καταρρέουν και σκέφτομαι ότι θα σε ακολουθήσω πολύ σύντομα. Ξέρω ότι βρίσκομαι τόσο κοντά πίσω σου ώστε, αν απλώσεις το χέρι σου, νομίζω ότι θα φθάσεις το δικό μου. Και ξέρεις ότι πάντα σε αγαπούσα για την ομορφιά σου και τη σοφία σου. Αλλά δεν χρειάζεται να πω παραπάνω γι αυτά γιατί τα ξέρεις

ήδη. Τώρα, θέλω μόνον να σου ευχηθώ ένα πολύ καλό ταξίδι. Καλό ταξίδι παλιά φίλη. Ατελείωτη αγάπη, θα σε δω στη συνέχεια του δρόμου».

Κι έπειτα ήρθε η Σουζάν

«Αγαπάς πολύ τις γυναίκες, Λεονάρδο;» τον είχα ρωτήσει κάποια στιγμή. Έβαλε τα γέλια. Το ίδιο και ο αείμνηστος Νίκος Σαχπασίδης που οργάνωνε τις συναυλίες του. « Με ορίζουν και με καθορίζουν. Είναι η έμπνευσή μου, δεν το ξέρεις; Και δεν μπορώ να κάνω αλλιώς » είπε πίνοντας μια γουλιά από το ανέρωτο ούζο του. Κι έτσι, μετά τη Μαριάν, μια δεύτερη μούσα μπαίνει στη ζωή του. Εκείνη την εποχή –την τόσο ξεχωριστή εποχή του ΄70- είναι στη Νέα Υόρκη, συναντά υπέροχους ανθρώπους, απίστευτους διανοούμενους και είναι κοντά στον ΄Αντι Γουόρχολ συχνάζοντας συστηματικά στον κύκλο του Factory. Στο ασανσέρ του ξενοδοχείου Τσέλσι- που χτυπούσε η καρδιά της δημιουργίας και της αμφισβήτησης- τυχαία, εντελώς τυχαία, συναντά ένα κορίτσι μόλις 19 χρόνων, την Σουζάν ΄Ελροντ. Ερωτεύονται κεραυνοβόλα και ο Λέοναρντ αποφασίζει να ξαναγίνει Λεονάρδος. Την

παίρνει μαζί του κι έρχονται στην Ύδρα –να πούμε, βέβαια, πως στο σπίτι αυτό η Μαριάν και η Σουζάν δεν ήταν οι μόνες γυναίκες που είχαν, κατά καιρούς φιλοξενηθεί, κρατώντας ερωτική συντροφιά στον οικοδεσπότη. Με την Σουζάν, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μπορεί να μην παντρεύτηκαν –ο Κοέν, άλλωστε, δεν έβαλε ποτέ στεφάνι γιατί δεν πίστευε καθόλου σε τέτοιες δεσμεύσεις- όμως, με αυτή την κοπέλα ένιωθε υπέροχα, ζεστά, αλλιώτικα. Εκείνη εξάλλου, διέθετε την υπομονή που χρειαζόταν εκείνος για να δημιουργήσει, την κατανόηση για ν’ αντιμετωπίσει τα σκαμπανεβάσματα του χαρακτήρα του και το χιούμορ που ήταν απαραίτητο για να αλαφραίνει ο καταθλιπτικός του χαρακτήρας. Κι εκεί, στην Ύδρα, εκτός από την επιτυχία, την παγκόσμια αναγνώριση, το γεγονός πως η μουσική και τα τραγούδια του λατρεύονται από εκατομμύρια θαυμαστές σε όλο τον κόσμο, ο Λέοναρντ Κοέν ανακαλύπτει και την απόλυτη ευτυχία του να γίνεσαι πατέρας. Μια ιδιότητα που ποτέ δεν ξέχασε και που τίμησε μέχρι που έφυγε από τη ζωή στις 7του περασμένου Νοεμβρίου ( ο θάνατός του ανακοινώθηκε τέσσερις ημέρες αργότερα στην ιστοσελίδα του). Το 1973, λοιπόν, αποκτάει ένα γιο, τον ΄Ανταμ κι ένα χρόνο αργότερα έρχεται στη ζωή η κόρη του, η Λόρκα που ακόμη και σήμερα πηγαίνει συχνά, πολύ συχνά στο σπίτι της Ύδρας. Τέσσερα χρόνια μετά τη γέννηση της Λόρκα η Σουζάν και ο Λεονάρδος χωρίζουν, όμως, εκείνος συνεχίζει να είναι ένας καλός πατέρας. Με τον δικό του τρόπο. Ο γιός του, άλλωστε, ήταν αυτός που ανέλαβε το βαρύ καθήκον να ενημερώσει για τον θάνατο του πατέρα του, ο γιός του που ακολουθεί τα ίδια μουσικά μονοπάτια μ’ εκείνον. Αποχαιρετώντας τον πατέρα του του έγραψε κι ένα ευχαριστώ που τον έμαθε να αγαπάει την Ελλάδα-κι αυτός όταν του το επιτρέπουν οι υποχρεώσεις του έρχεται στο ορμητήριο του Σαρωνικού που γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. «Με βαθιά θλίψη ανακοινώνουμε ότι ο θρυλικός ποιητής, συνθέτης και καλλιτέχνης Λέοναρντ Κοέν απεβίωσε. Χάσαμε έναν από τους πιο σεβαστούς και παραγωγικούς οραματιστές. Επιμνημόσυνη τελετή θα γίνει κάποια στιγμή αργότερα στο Λος Άντζελες. Η οικογένεια ζητά διακριτικότητα κατά τη διάρκεια του πένθους της» ανέφερε η σελίδα του Κοέν στο face book Λίγες ημέρες πριν «φύγει», είχε δώσει συνέντευξη στην εφημερίδα New Yorker και είχε πει: «Είμαι έτοιμος να πεθάνω. Ελπίζω να μην γίνει δύσκολα. Κάπου εδώ είναι το τέλος για μένα. Η μεγάλη αλλαγή είναι να συνειδητοποιείς πόσο κοντά βρίσκεσαι στον θάνατο». 


Οι εκδόσεις Γκοβόστη επιµένουν Ποιητικά

Π

Aς δώσουµε το χέρι µας στα καλά ποιήµατα

αραδοσιακά στις Εκδόσεις Γκοβόστη υποστηρίζουμε έμπρακτα την υπόθεση της ποίησης, εκδίδοντας έργα μεγάλων –όπως ο Μπωντλαίρ, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Κώστας Καρυωτάκης και ο Σωκράτης Σκαρτσής– αλλά και νεότερων ποιητών που πολλά έχουν να προσφέρουν στην ποίηση. Σήμερα, με την έκδοση του τριμηνιαίου περιοδικού ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ, την έκδοση ποιητικών συλλογών νέων ποιητών και την οργάνωση βραδιών ποίησης στο βιβλιοπωλείο μας, συνεχίζουμε την παράδοση αυτή, αναγνωρίζοντας την ανάγκη της ποίησης, ως αίτημα για μια ζωή ποιητική πέρα από τους καταναγκασμούς του βίου. Η ποίηση, πολύτροπη και ακμαία, ρυθμίζει την καθημερινότητά μας όχι μόνο μέσα από τα κείμενα αλλά και

μέσα από τη βαθύτερη ουσία της. Το γεγονός ότι συχνά παραγνωρίζεται εκδοτικά και γενικότερα στη δημόσια σφαίρα, δεν αναιρεί την πραγματική της εμβέλεια• αντιθέτως, η ανάγκη έκδοσης του ποιητικού λόγου παραμένει εξίσου σημαντική. Δραστηριοποιούμαστε στον τομέα της ποίησης και τη στηρίζουμε σε χαλεπούς καιρούς, επειδή ακριβώς σε αυτούς τους καιρούς χρειάζονται οι ποιητές αλλά και επειδή σε αυτούς τους καιρούς ευδοκιμεί. Η ποίηση, άλλωστε, έχει αποδείξει ότι είναι από τα πλέον σταθερά συστήματα στο λογοτεχνικό πεδίο: αν οι αναγνώστες της είναι πάντα λίγοι, είναι επίσης και αμετακίνητοι, αμετανόητοι, και πάντα γράφεται και διαβάζεται καλή ποίηση. Ενίοτε, όταν οι εποχές το επιτρέπουν ή και το επιβάλλουν, οι αναγνώστες αυτοί πληθαίνουνε, και πάλι λιγοστεύουν. Η ποίηση όμως ποτέ. Ειδικά η ελληνική, όπως φαίνεται από την πολυμορφία και τη δυναμική της. Κάθε πρώτη Δευτέρα του μήνα, μαζί με τις Ποιητικές Αναγνώσεις στο βιβλιοπωλείο μας, έχει ξεκινήσει μια συ-

ζήτηση που δείχνει ότι τα ποιητικά θέματα είναι πολλά, ο λόγος και ο αντίλογος έντονος, η ποικιλία και η πολυμορφία αναπόσπαστο κομμάτι της όλης συζήτησης. Εμείς, παρακολουθώντας τη συζήτηση αυτή σκεφτόμαστε πως αν η ποίηση δεν είναι ενιαίο πεδίο, αν χαρακτηρίζεται από αντίπαλες εσωτερικές δυνάμεις και διαμορφώνεται υπό αντικρουόμενες εξωτερικές δυνάμεις –ως μέρος της λογοτεχνίας, του πολιτισμού, της κοινωνίας– τότε η κρίση της ορίζεται από αυτές ακριβώς τις αλλαγές στους συσχετισμούς δυνάμεων και αυτούς πρέπει να αναζητούμε. Όχι μόνο στο επίπεδο των νέων ποιητών, αφού νέο δεν σημαίνει αναγκαστικά καινοτόμο, προοδευτικό, ριζοσπαστικό• αλλά στο σύνολο της ποίησης που γράφεται σε μια δεδομένη στιγμή και εκφράζει τη δυναμική της αλλαγής. Καλά ποιήματα, πολύ καλά ποιήματα γράφονται, πολύ καλή ποίηση γράφεται, στο φτερό του καιρού, και μας απλώνουν το χέρι. Ας τους δώσουμε κι εμείς το χέρι μας κι ας πάρουμε τη λέξη τους. Κωνσταντίνος Ι. Γκοβόστης

41

90Χρόνια ζωής


42

90Χρόνια ζωής

Γλύπτης ο ποιητής στην αθάνατη ποίηση

Π

οίηση… Περίεργη, και λίγο ανυπόφορη, για εκείνους που δεν την αγαπούν. Για μένα είναι κάτι ανάμεσα στο μαγικό καράβι του Πίτερ Παν και το ποδήλατο που διασχίζει το φεγγάρι στην ταινία «Ε.Τ. ο εξωγήινος»… Σε αρπάζει από το σβέρκο, σε μεταφέρει μακριά από την μιζέρια και τη φτήνια που κατακλύζουν καθημερινά τις γωνιές του κόσμου και το μόνο που ζητά σε αντάλλαγμα είναι εντιμότητα απέναντι στα συναισθήματά σου. Αναγνωρίζω, ωστόσο, ότι βασικό συστατικό της ποί-

ησης είναι ο ρεαλισμός του αναπόφευκτου θανάτου, η συνεχής υπενθύμιση ότι η ποίηση είναι αθάνατη, εμείς όχι… Η μαγεία της ποίησης είναι ότι παίρνει κάτι άυλο όπως το συναίσθημα και το κάνει απτό, το σκαλίζει στο χαρτί, να το διαβάσει ο άλλος, να το νιώσει, να το οικειοποιηθεί… Ο ποιητής δρα ως γλύπτης, με πρώτη ύλη τις συναισθηματικές του εφεδρείες, τα βιώματά του και την, συχνά, ουτοπική του διάθεση να αλλάξει τον κόσμο. Προσθέτει και τον απαραίτητο (και πανταχού παρόντα) ναρκισσισμό και ξεκινά να στροβιλίζεται γύρω από τέρατα, προσωπικούς δαίμονες και αόρατα δάκρυα μέχρι να καταλήξει στις λέξεις εκείνες που θα βάψουν το χαρτί με το αγαπημένο του χρώμα της ημέρας. Πόσο δύναμη έχει, αλήθεια, ένας και μόνο στίχος, εκείνος που θυμάσαι για πάντα, που χρησιμεύει ως θεραπεία, ως φάρος, ως εξορκισμός αυτού του καταραμένου θανάτου. Στην ποίηση, με τράβηξαν ο Ρομαντισμός και ο Υπερρεαλισμός, Τα λίγο πιο σκοτεινά κομμάτια τους, εκείνα

που δεν θρηνούν για το φως που έχασαν αλλά ψαχουλεύουν μέσα στα λαγούμια ενός λερωμένου κόσμου για τα σημάδια του κυρίαρχου ήλιου. Η έννοια του χρόνου, επίσης, μου φαινόταν πάντα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, κυρίως το πόσο τρωτός και ταυτόχρονα άτρωτος είναι, αναλόγως πως τον χειρίζεται και τον χτίζει ο καθένας. Η σχηματοποίηση της δομής μέσα στο ποίημα είναι κάτι που επίσης με έλκει. Το σχήμα του ποιήματος «Κλεψύδρα» να μοιάζει με κλεψύδρα, η δομή του ποιήματος «Αποσύνθεση» να μιμείται τη φθορά του ανθρώπινου σώματος. Εάν σε αγκαλιάσει μια φορά η ποίηση και το αντιληφθείς, δεν έχει επιστροφή. Θα ακουμπάς πάνω της, είτε ως ποιητής, είτε ως αναγνώστης, σαν να είναι κούνια μωρού, με τρυφερότητα, με σεβασμό, με δημιουργικότητα, με εκείνην την αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο…. Δημήτρης Δημητριάδης


Μου αρέσει να παιδεύοµαι µε τις λέξεις

Ό

ταν καλείται κάποιος να μιλήσει για την ποίηση σαν μια υπόθεση προσωπική, αναρωτιέμαι αν μπορεί τελικά να πει κάτι ουσιαστικότερο απ’ όσα ήδη προσπαθεί να εκφράσει μεσα απ’ το έργο του. Για μένα η ποίηση ήταν πάντοτε ο τρόπος και το πρίσμα μέσα από το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς τον εαυτό του και προσλαμβάνει τον κόσμο. Μικρότερη διάβαζα με βασικότερο κριτήριο τη συγκίνηση. Αγάπησα και νοστάλγησα μέσα από ποιήματα προτού ακόμη αγαπήσω στ’ αλήθεια και δημιουργήσω μνήμες άξιες νοσταλγίας. Τα ποιήματα παρακινούσαν ένα κομμάτι μου να μετακινηθεί. Την ένιωθα αυτή του την κίνηση, ενιωθα την ταραχή του, συνειδητοποιούσα την ύπαρξή του και μάθαινα τον εαυτό μου καλύτερα. Η ποίηση με ξεβόλευε και αυτό πάντα θα μου φαίνεται συγκλονιστικό. Με γοητεύουν οι λέξεις, μ’αρέσει να παιδεύομαι μαζί τους, με γοητεύει η αίσθηση των απλών πραγμάτων που κουβαλάνε ανάμνησεις πολυσήμαντες και η τόλμη που χρειάζεται για ν’ αναμετρηθείς μαζί τους. Είναι τολμηρή πράξη η γραφή. Να μη φοβάσαι να κοιτάξεις τον κόσμο, να μη φοβηθείς να κοιτάξεις εσένα. Δεν είναι μόνο η έκθεση στους γύρω με την οποία έρχεσαι αντιμέτωπος. Είναι η έκθεση απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό κι αυτό είναι κάτι στ’ αλήθεια σκληρό. Νομίζω εν τέλει πως διαβάζω από λαγνεία και γράφω απο ανάγκη. Και στις δυο περιπτώσεις υπάρχει ένα μοίρασμα, μια αίσθηση συνέχειας μέσα στους αιώνες. Είναι σαν να κρατας το χέρι ενος ανθρώπου που δεν βρίσκεται πια εδώ ώσπου δημιουργείται τελικά μια αλυσίδα που σε συνδέει με κάθε τι ανθρώπινο. Γράφω απο μνήμης και παρακινούμαι κάποτε από μνήμες που δεν υπήρξαν ποτέ δικές μου, όμως το συναίσθημα,η ίδια τους η αίσθηση, μοιάζει να ήταν εξ αρχής κομμάτι μου. Πιστεύω πως η ποίηση μπορεί να κινητοποιήσει τον άνθρωπο. Ενα ποίημα απευθύνεται στον καθένα ξεχωριστά σε μια μοναδική συνομιλία που δεν επαναλαμβάνεται. Το βιώνω γράφοντας, το βιώνω και σαν αναγνώστρια. Και εν τέλει η γλώσσα είναι κάτι όμορφο, κι εγώ εκτιμώ την ομορφιά. Βασιλεία Οικονόμου

«Τα ποιητικά»

Ά

Ο λόγος σε ένα καταφύγιο που φθονούµε

λλο ένα περιοδικό για την ποίηση, μέσα στην κρίση, μέσα σε μια εποχή μεταιχμιακή, που βλέπει να γκρεμίζονται βεβαιότητες δεκαετιών, ν’ αλλάζει το πρόσωπο του κόσμου. Ακριβώς λόγω της κρίσης ένα νέο ποιητικό περιοδικό. Γιατί η ποίηση έχει αποδείξει ότι είναι από τα πλέον σταθερά συστήματα στο λογοτεχνικό πεδίο: αν οι αναγνώστες της είναι πάντα λίγοι, είναι επίσης και αμετακίνητοι, αμετανόητοι, και πάντα γράφεται και διαβάζεται καλή ποίηση. Ενίοτε, όταν οι εποχές το επιτρέπουν ή και το επιβάλλουν, οι αναγνώστες αυτοί πληθαίνουνε, και πάλι λιγοστεύουν. Η ποίηση όμως ποτέ. Ειδικά η ελληνική, όπως φαίνεται από την πολυμορφία και τη δυναμική της. Ένα περιοδικό για την ποίηση σήμερα λοιπόν: μια καταγραφή του τοπίου, μια απόπειρα σύνοψης των ποιητικών τρόπων, μια προσπάθεια ορισμού της ποίησης, μια αποτύπωση του προσώπου του ποιητή, μια εξεικόνιση του κόσμου και του ανθρώπου σήμερα. Με τρόπο πολύπλοκο. Καθώς η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή, όπως έλεγε ο Γιώργης Παυλόπουλος, αλλά και μια πόρτα που δεν άνοιξε ποτέ για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος. Ένα περιοδικό για την ποίηση την ελληνική και την ξένη, για όσα γράφονται και λέγονται για την ποίηση, για τη συνάντηση των λόγων, των ποιητών, των αναγνωστών, των τεχνών. Μαζί με όλα τα άλλα περιοδικά της ποίησης, της λογοτεχνίας και έξω από αυτά. Γιατί, πάντα στα «βάθη του αρχέγονου νερού ένας κόσμος περιμένει να του δώσεις όνομα», όπως λέει ο Χριστόφορος Λιοντάκης. Κι η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Είναι υπόθεση της πόλης και της γυναικείας φύσης…

Θ

υμάμαι να γράψω τις στιγμές που μικραίνει το σπίτι. Συνήθως εκεί στο σούρουπο, την ώρα που όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά και η πόλη προέκταση των ποδιών μου. Άλλες φορές πάλι θυμάμαι να γράψω όταν οι συρμοί βουλώνουν τα αυτιά μου ή μετρώ από μέσα μου τετράγωνα στο φιδάκι του πεζοδρομίου. Παλιότερα θυμόμουν να γράφω σκοτώνοντας το χρόνο μου κρυμμένη πίσω από βιτρίνες καφέ 15:30 με 17:30 ακριβώς. Τελικά η ποίηση έγινε υπόθεση της πόλης και το αντίστροφο. Κατέληξε τόσο εσωτερική που βρήκε διέξοδο στις λεωφόρους, επιστρέφοντας μέσω υπονόμων ξεθεωμένη στο καθιστικό. Τη μέρα, όταν η πόλη ισοπεδώνεται από τον ήλιο, η ποίηση κρύβεται σε γραφεία και το βράδυ όταν δύει ο ήλιος του Αιγάλεω, φυτρώνει μαζί με τους φανοστάτες του δήμου στο λόφο της Κοίλης. Ξέρω ότι είναι κάπου γύρω, αλλά ζορίζομαι να της καρφώσω το μολύβι, είναι πιο βολικό να σωπαίνω περιμένοντας την κατάλληλη γραμμή. Κι όπως δεν κατανοώ τη φύση της και τα γνωρίσματά της –το ίδιο και της πόλης- την μπερδεύω με τη φίλη που δεν μπορεί να κάνει παιδιά ή τη γιαγιά μου που συγχωρέθηκε χωρίς να διαβάσει ποίηση και να χαθεί στην πόλη. Σταδιακά λαμβάνουν και η ποίηση και η πόλη –ίδιες στο γένος διαφορετικές στον αριθμό- όλες τις ιδιότητες της γυναικείας φύσης που γεννήθηκα για να αποκτήσω, αλλά που μόνο η κόρη μου θα απολαμβάνει δικαιωματικά. Αυτή η συγκεχυμένη τριαδικότητα –ποίηση, πόλη, γυναικεία φύση- προέκυψε τελείως άμορφα και δεν τολμώ παρά να την συνδέσω με το μαγικό αριθμό τρία που ορίζει την πρωταρχική αλλά και τη μέλλουσα οικογενειακή τριάδα της ζωής μου. Κατερίνα Αυγέρη

43

90Χρόνια ζωής


44

90Χρόνια ζωής

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

Χρόνος αυτόχειρας

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΥΓΕΡΗ

Σε τρίτο πρόσωπο

ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Το υπόλοιπο της αφαίρεσης

Εκδόσεις: Γκοβόστη Σελ.: 48 Τιμή: 5.00 €

Εκδόσεις: Γκοβόστη Σελ.: 40 Τιμή: 5.00 €

Εκδόσεις: Γκοβόστη Σελ.: 48 Τιμή: 5.00 €

''Χρόνος αυτόχειρας'' είναι ο τίτλος του πρώτου ποιητικού βιβλίου του Δημήτρη Δημητριάδη, μια συλλογή που θέτει ερωτήματα υπαρξιακά και φιλοσοφικά. Ποια είναι η μονάδα μέτρησης του χρόνου; Πότε τελειώνει ο χρόνος, αν τελειώνει; Εδώ ο χρόνος υποκειμενικός καθώς είναι, σχεδόν ταυτίζεται με την ανθρώπινη ύπαρξη, έχει αρχή και τέλος, κουβαλάει τον θάνατο σε κάθε βήμα του και λειτουργεί σχεδόν πάντα αντίστροφα. Είναι αυτός που εκτελεί σιγά σιγά τον εαυτό του για να συνεχίσει την πορεία του, μια πορεία αναπόφευκτη μέχρι την τελική αναμέτρηση που οδηγεί στην απώλεια και του ίδιου. Ο χρόνος βρίσκεται άλλοτε σε κίνηση άλλοτε σε παύση και άλλοτε σε αναβολή. Συχνά υπαινικτικός, εισβάλλει σε ''κλεψύδρες'', σε ''μνήματα'', σε λέξεις όπως το ''κάποτε'' και το ''ασάλευτα''. Κι εκείνες βρίσκονται εκεί για να φανερώσουν ότι ο τρόπος που βιώνουμε το χρόνο δεν μπορεί παρά να είναι απόλυτα εσωτερικός και μοναχικός. Γιατί ο πραγματικός χρόνος δεν μετράται σε ώρες αλλά σε απώλειες. Ο ποιητικός λόγος είναι σχεδόν πεζός και κοφτός σαν να ακολουθεί το ρυθμό ενός μετρονόμου και οι λέξεις κατορθώνουν να χωρέσουν ανάμεσα στις παύσεις του. Ακόμα και η τελική αίσθηση που αφήνει αυτή η ποιητική συλλογή είναι σχεδόν χρονική. Είναι η αίσθηση του φθινοπώρου, η αίσθηση της ψιλής βροχής που ηχεί ρυθμικά στο αυτί του αναγνώστη.

Όταν φοβούνται να κοιμηθούν κοιτούν τα σβησμένα παράθυρα παρακαλώντας να ανάψουν, αλλά αργά καταλαβαίνουν πως η πόλη κοιμάται νωρίς μη σπαταλάει ξύπνια πολύ όνειρο. ''Σε τρίτο πρόσωπο'' είναι γραμμένη η δεύτερη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Αυγέρη. Eδώ, κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι εικόνες, εικόνες αστικές εσωτερικές και εξωτερικές περιγράφουν ανθρώπινες σχέσεις, ανθρώπινες καταστάσεις, εσωτερικά και εξωτερικά τοπία. Γραμμένο εξ ολοκλήρου σε τρίτο πληθυντικό πρόσωπο, σαν να μιλάει ένας παντογνώστης αφήγητης-παρατηρητής, σαν να προσπαθεί η ποίηση αγγίξει την πρόζα θέλοντας να υπονοήσει ότι το τρίτο πρόσωπο δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από την ίδια την πόλη, μια πόλη που μαζί με την φαινομενική της πεζότητα κουβαλάει μαζί της φόβους, έρωτες, αποξένωση, μνήμες, προσδοκίες κι ένα σωρό άλλα ποιητικά συναισθήματα. Η πόλη εδώ είναι το φόντο των ανθρώπινων δράσεων και καταστάσεων που επενεργεί στον ψυχισμό του ανθρώπου αποδεικνύοντας την ακαριαία αλληλεπίδραση μεταξύ του όλου και του μέρους αλλά μέσα από μια διαδικασία αντίστροφη. Θα έλεγε κανείς ότι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του ποιητικού βιβλίου που είναι γραμμένο σε ''Τρίτο (πληθυντικό) πρόσωπο'' είναι ότι η ενέργεια εδώ κινείται από έξω προς τα μέσα και το καθολικό συναίσθημα γίνεται ατομικό βίωμα.

Το υπόλοιπο της αφαίρεσης. Το αποτέλεσμα των άλυτων αφαιρέσεων, το ακρωτηριασμένο κομμάτι στο οποίο καταλήγουμε, πιο δυνατό ή πιο αδύναμο, σκληρότερο ή πιο τρυφερό, αλλαγμένο, καμιά φορά απαλλαγμένο από το αρχικό σχήμα του, είναι αυτό στο οποίο μετατρεπόμαστε. Η Ιουλία Οικονόμου με τη πρώτη της ποιητική συλλογή κατορθώνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον με την αμεσότητα και την αποφασιστικότητα της γλώσσας. Το μήνυμα έρχεται ξαφνικά και φευγαλέα κουβαλάει την έκπληξή χωρίς την επιτήδευση και το μυστικό κρύβεται εκεί· στην απλότητα. Την απλότητα που κατακτά ένας ποιητής στην περίοδο της ποιητικής του ωριμότητας εδώ τη συναντάμε στο πρώτο κιόλας ποιητικό βιβλίο της Ιουλίας Οικονόμου. Χωρίς πολύπλοκες πράξεις αλλά μόνο με αυτή της αφαίρεσης καταφέρνει να χρησιμοποιήσει, με σχεδόν βιρτουόζικο τρόπο, την ανοικειωτική λειτουργία της ποίησης και να γεννήσει ποιήματα που σίγουρα αξίζει να διαβαστούν. Λάουρα Κόντη


45

Ποιητικοί Διάλογοι De profundis

90Χρόνια ζωής

Σαράντα νέοι ποιητές, επτά ποιητικές συναντήσεις Εκδόσεις: Γκοβόστη Σελ.: 192 Τιμή: 7.00 €

H

Της Λάουρας Κόντη

''Ανθολογία Ποιητικών Διαλόγων'' είναι ο καρπός του πρώτου κύκλου των ποιητικών συναντήσεων που διοργανώνει το περιοδικό ποίησης ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ και οι εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ. Οι εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ αποφάσισαν να περισώσουν από τη λήθη και να μοιραστούν με τους αναγνώστες την ατμόσφαιρα εκείνων των βραδιών, εκδίδοντας ορισμένα από τα ποιήματα που συνέβαλαν στην αισθητηριακή αυτή εμπειρία. Οι ''νέοι και νεότατοι'' ποιητές, όπως τους χαρακτηρίζει το σημείωμα του εκδότη, συνομιλούν και αποκαλύπτουν. Συνομιλούν με τη μοναξιά, τον έρωτα, τη φθορά, τον χρόνο, τον θάνατο, τη ζωή, τον Άλλο. Οι λέξεις είναι εκεί για να αποκαλύψουν άλλοτε σαν ψίθυροι άλλοτε σαν κραυγές. Ο λόγος είναι άμεσος κι ευθύς, και το ποιητικό εγώ ταλαντεύεται ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία. Τα ποιήματα στην πλειονότητα τους δίνουν την εντύπωση ότι βγαίνουν αβίαστα, με μια ανάσα, σαν χείμαρροι που πρέπει αδειάσουν για να διατηρήσει ο ποιητής την ακεραιότητα της ύπαρξής του. Η διατύπωση πολλές φόρες φέρεται αποφθεγματικά, σχεδόν πεζά. Ο Ποιητής, σαν προφήτης ακούει τη φθορά πριν αυτή έρθει· τον θάνατο πριν τον αγγίξει, σαν να έχει πάρει μια γεύση από το μακρινό, το αλούτερο. Περιγράφει, εξομολογείται, αντιστέκεται. Δεν υπαινίσσεται, ούτε κρύβεται.

Bιώνει τη διάλυση και τα πάθη της κοινωνίας και περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, σαν να κουράστηκε να υπονοεί, αφήνεται στον εσωτερικό ψίθυρο που του λέει ένα και μοναδικό πράγμα, διάλογος. Τα ποιήματα συνδιαλέγονται μεταξύ τους, συνομιλούν με την κοινωνία, με την παράδοση, με άλλους ποιητές, με ήρωες, με σύμβολα, με το παρελθόν, με τους δημιουργούς τους. Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε· και να ακούσουμε. ''Ποιητικοί Διάλογοι εκ βαθέων'' είναι άλλωστε ο τίτλος των ποιητικών συναντήσεων που έγιναν η αφορμή της ανθολογίας. Μια ανθολογία που αξίζει να διαβαστεί, όχι μόνο για να πάρουμε μια ιδέα για το τί συμβαίνει στους ποιητικούς κύκλους της γενιάς της κρίσης, αλλά κυρίως γιατί ο καθένας μπορεί να εντοπίσει και να υποψιαστεί τον εαυτό σε αυτή την ανθολογία, σχεδόν ξε-

γυμνωμένο από προσωπεία και μάσκες. Το μεγάλο κατόρθωμα του εκδότη έγκειται στο ότι μπόρεσε να δημιουργήσει ένα συμπαγές βιβλίο παίρνοντας μόνο το απόσταγμα των σαράντα αυτών ποιητών. Ο ένας ποιητής έρχεται να συμπληρώσει τον άλλον, δίνοντας την εντύπωση ενός κοινωνικού ιστού που μέσα από τα ετερόκλητα ερεθίσματα και την πολλαπλότητα των επιρροών αγκαλιάζει ένα σύνολο πολυδιάστατο και αυτόνομο, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την απαραίτητη συνοχή για να επιβιώσει και δίνοντας με τον πιο παραστατικό τρόπο το μήνυμα που υποδηλώνει και ο τίτλος. Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε και να ακούσουμε· και με ένα τρόπο, να αναμετρηθούμε με τον εαυτό μας και την κοινωνία στην οποία ανήκουμε. Και ίσως έτσι γίνουμε λίγο καλύτεροι. 


46

90Χρόνια ζωής

Δ

Βραβείο Άρη Αλεξάνδρου 2016 στον Αλέξανδρο Ίσαρη

ιαβάσαμε τα βιβλία του 2015 και επανήλθαμε σε ορισμένα από αυτά ξανά και ξανά. Δεν αλλάζει η άποψή μας, ότι η ξένη ποίηση δεν περισσεύει εκδοτικά. Στεγάζεται, όπως παλιά, όπως πάντα μάλλον, σε μεγάλο βαθμό στα περιοδικά. Δεν είναι όμως και λίγοι οι εκδότες που επιμένουν και φυσικά οι μεταφραστές που επιμένουν. Έτσι, φέτος είχαμε και πάλι καλές δουλειές και από αυτές έπρεπε να διαλέξουμε, δυστυχώς έτσι είναι τα βραβεία, μία. Κι αυτή η μία είναι η μετάφραση έξι ευρωπαίων ποιητών από τον Αλέξανδρο Ίσαρη: Γκέoργκ Τρακλ, Αρσένι Ταρκόφσκι, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Τόμας Μπέρνχαρντ, Ιβάν Γκολ, Γκότφριντ Μπεν. Όπως λέει ο Ίσαρης στην εισαγωγή του, τα κοινά σημεία μεταξύ τους είναι τα εξής: «όλοι είναι άντρες, όλοι είναι Ευρωπαίοι και όλοι έχουν τον ίδιο μεταφραστή». Ευρωπαϊκή ποίηση, λοιπόν, και πάλι γερμανόφωνη για το βραβείο Άρης Αλεξάνδρου, παρότι υπάρχει κι ένας Ρώσος, ο Τρακόφσκι (του οποίου παλαιότερα είχαμε δημοσιεύσει ποιήματα στο περιοδικό και ναι είναι ο πατήρ του επιφανούς Ταρκόφσκι) στη συντροφιά, κι ένας Γαλλοεβραίος επίσης. Τρεις Αυστριακοί λοιπόν, Τρακλ, Ρίλκε, Μπέρνχαρντ, ένας Ρώσος, Ταρκόφσκι, ένας Γάλλος, Γκολ, ένας Γερμανός, Μπεν. Άλλοι γεννήθηκαν μαζί (Τρακλ και Μπεν 1886 και 1887• άλλοι πέθαναν μαζί (ο Ταρκόφσκι κι ο Μπέρνχαρντ, 1989). Όπως και για τον Μπέρνχαρντ, αλλά και για τον Κορτάσαρ, η μετάφραση της ποίησης για τον ποιητή και ζωγράφο Ίσαρη μπορεί να μην βρίσκεται διαρκώς στην καρδιά της δημιουργίας του, αλλά όλες οι μεταφράσεις του ομνύουν στην ποιητικότητα – κι ας μην ξεχνάμε τις μεταφράσεις του για την όπερα. Η παρούσα ανθολογία ποιητών που αγαπά δείχνει τον σεβασμό του προς το ξένο κείμενο, την ίδια στιγμή που το οικειώνεται απόλυτα για να το αναπλάσει: εντελώς διαφορετική η αισθητική του καθενός ποιητή που μεταφράζει, διαφορετικής θερμοκρασίας τα ποιήματα, αναδεικνύει την ανάγνωση του Ίσαρη που στέκεται στην ιδιοπροσωπία και την επεξεργάζεται

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΣΑΡΗΣ

Έξι Ευρωπαίοι Ποιητές

Γκέοργκ Τρακλ, Αρσένι Ταρκόφσκι, Ρ. Μ. Ρίλκε, Τόμας Μπέρνχαρντ, Ιβάν Γκολ, Γκότφριντ Μπεν

Εκδόσεις: Gutenberg Σελ.: 160 Τιμή: 10.00 €

εξαντλητικά, έως ότου καταλήξει να την αποστάξει σε γλώσσα ελληνικό και λόγο μουσικό. Προσωπική ανθολογία, αλλά και τόσο επίκαιρη, μια ποιητική μαρτυρία της ευρωπαϊκής ιστορίας αλλά και της ευρωπαϊκής αγωνίας, που σήμερα φτάνει σε διαφορετικές, νέες κορυφώσεις, με τον νέο «ευρωπαϊκό εμφύλιο πόλεμο», η δουλειά του Ίσαρη συνοδεύεται από ένα εκτενές περικείμενο, που οδηγεί τον αναγνώστη. Ο ποιητικός λόγος καθαυτόν θα δείξει την τέχνη της μετάφρασης, που τόσο δύσκολη τη θεωρεί ο Ίσαρης στην εισαγωγή του και τόσο καλά πετυχαίνει σ’ αυτήν. Η Κριτική Επιτροπή


Προτείνει η Λάουρα Κόντη

ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΖΗΜΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Ο

Γιώργος Βέης επιστρέφει ένα χρόνο μετά το «Παντού» με την νέα του ποιητική συλλογή «Για ένα πιάτο χόρτα». Έρχεται για να μας υπενθυμίσει αυτό ακριβώς που υπονοεί και ο τίτλος, την επιστροφή στη λιτότητα ή έστω τη θέασή της. Το απέριττο, το αγνό διεκδικεί τη θέση που του αρμόζει, γίνεται αφορμή και πηγή ποιητικής έκφρασης και έκστασης. Η ποιητική συλλογή ξεκινάει με την «είσοδο» και τελειώνει με την «έξοδο» παραπέμποντας σε μια θεατρική παράσταση όπου το ποιητικό βιβλίο μεταμορφώνεται σε θεατρική σκηνή και τα ποιήματα σε αυτοτελή επεισόδια που αναζητούν το χώρο τους και το χρόνο τους μέσα στον κύκλο της ζωής. Για άλλη μια φορά τα ταξίδια, εσωτερικά και εξωτερικά, αποτυπώνονται ποιητικά και μεταλλάσσονται σε στοιχεία βαθύτερου στοχασμού. Ο φυσικός κόσμος, σαν να διαθέτει την απαραίτητη ενσυναίσθηση για να αντικρύσει τον εσωτερικό, γίνεται το πρόσφορο έδαφός για να εκφράσει ο ποιητής τη συγκίνησή του. Ο Γιώργος Βέης παίρνει μια μικρή απόσταση, σαν να είναι φαινομενικά απών, γιατί η φύση αρκεί για να εκπροσωπήσει και το εγώ και το εσύ με τον πιο καθαρό τρόπο. Η ποίηση του αγαπάει τη ζωή και η τελευταία του ποιητική συλλογή δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από ύμνος σε αυτήν.

Οδοντωτή μνήμη

Ιστορίες του ουρητηρίου

Για ένα πιατο χόρτα

Εκδόσεις: Υψιλον Σελ.: 70 Τιμή: 10.00 €

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΝΙΚΗΤΑ

Εκδόσεις: Ιωλκός Σελ.: 128 Τιμή: 10.00 €

Εκδόσεις: Ιωλκός Σελ.: 144 Τιμή: 10.00 €

Έ

νας αντιήρωας προσπαθεί να νοηματοδοτήσει τον κόσμο μέσα από τις λέξεις. Από μακριά ακούγεται η μελαγχολική μελωδία ενός τσέλου. Μια μυστηριώδης ασθένεια προσβάλλει κάποιον. Ένας ζωγράφος ξεφεύγει από τα κοινωνικά συμβόλαια. Ένα πεύκο με συμπλέγματα κατωτερότητας. Η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Αντώνη Τζήμα από τις εκδόσεις ΙΟΛΚΟΣ έρχεται να μας εκπλήξει. Ιστορίες καθημερινές· τουλάχιστον στην ουσία τους, δοσμένες με έναν τρόπο ανατρεπτικό, ενίοτε σοκαριστικό. Ιστορίες που επιζητούν την ελαφρότητα για να διατηρήσουν την υπόστασή τους, που μπορεί να ξεπλυθούν με ένα πάτημα στο καζανάκι, σαν να μην υπήρξαν πότε. Ο έρωτας, η φιλία, η μητρότητα, ο συμβολικός ευνουχισμός γίνονται οι ιδέες τις οποίες πραγματεύεται ο συγγραφέας αλλά η βασική ιδέα, η οποία έρχεται σαν σκιά πάνω από όλες τις ιστορίες είναι η παροδικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ιστορίες που πάντα θα συμβαίνουν και πάντα θα ξεπλένονται, για να έρθουν οι επόμενες.

Δ

υο αλληλοσυνδεόμενες ιστορίες εξάρτησης ή δυο εξαρτημένες ιστορίες; Η καθεμία δεν μπορεί να σταθεί αυτόνομη στο χωροχρόνο αλλά έχει ανάγκη από την άλλη για να αποδείξει τη δύναμή της. Όπως το παρόν εξαρτάται ολοκληρωτικά από το παρελθόν έτσι και το παρελθόν έχει ανάγκη από το παρόν για να διατηρήσει την ''υστεροφημία'' του. Στο παρόν ο Ορφέας και η Ελίνα, στο παρελθόν ο Άρης και η Αθηνά. Η δεύτερη ιστορία μπαίνει εμβόλιμη στην πρώτη, σαν αγκάθι, χωρίς αφηγηματική σειρά αλλά ως ψήγματα μνήμης. Έρχεται να χρωματίσει και να καθορίσει την πρώτη. Ο Ορφέας και η Ελίνα είναι θύματα της προσωπικής και οικογενειακής μνήμης που κουβαλάει ο καθένας, η κοινή τους όμως παιδική μνήμη είναι η ιδέα πάνω στην οποία χτίστηκε ο έρωτάς τους. Ο Ορφέας, στα μάτια της Ελίνας αντίγραφο του αυταρχικού και αδιάφορου πατέρα του κι εκείνη αντίγραφο της εγωπαθούς και αδιάφορης μητέρας της. Το ερώτημα είναι αν η μνήμη είναι αυτή στην οποία υποτασσόμαστε για να ζήσουμε τις ίδιες ιστορίες ή είναι αυτή που δεν μας επιτρέπει να γράψουμε τη δίκη μας, στην ουσία μια αιματηρή μάχη ανάμεσα στην μνήμη και το δίλλημα της εμπειρίας. Η μνήμη έχει δόντια και κάποιες φορές μπορεί να γίνει τόσο αμείλικτη, σχεδόν καταστροφική.

47

Προτάσεις


48

Το Πνεύµα, η Επιστήµη και η Τέχνη στο προσκήνιο! Βραβεία από Ακαδηµία Αθηνών και υπουργείο Πολιτισµού

Τ

ο τέλος της χρονιάς είθισται να σηματοδοτείται από βραβεύσεις. Εξόχως σημαντική η ανακοίνωση, αλλά, και η τελετή απονομής των βραβείων της Ακαδημίας Αθηνών- που επιβραβεύει εξίσου την Τέχνη, τα Γράμματα και την Επιστήμη. Το ίδιο σημαντικά είναι και, από πλευράς υπουργείου Πολιτισμού, τα κρατικά βραβεία Λογοτεχνίας. Πριν από λίγες ημέρες, λοιπόν, είχαμε και την τε-

λετή της Ακαδημίας Αθηνών –λαμπερή, όπως πάντα και με την παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας- αλλά και την ανακοίνωση των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας (για εκδόσεις του 2014) Στην εκδήλωση της Ακαδημίας, ο Πρόεδρός της συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός μίλησε με αφορμή το διήγημά του «Αύγουστος ‘ 48», ο Γενικός Γραμματέας Βασίλειος Πετράκος αναφέρθηκε στα πεπραγμένα της

χρονιάς που πέρασε και στη συνέχεια, δόθηκαν τα βραβεία του Ανώτατου Πνευματικού μας Ιδρύματος, ως ακολούθως:

Τάξη των γραμμάτων & των καλών τεχνών

Βραβείο Γ. Αθάνα, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, για την καλύτερη εκδεδομένη ποιητική συλλογή νέου, κατά προτίμηση, ποιητού, στην κυρία Κωνσταντίνα Κορρυ-


βάντη για τη συλλογή της «Μυθογονία» (Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2015). Βραβείο Σωτηρίου Ματράγκα, εις μνήμην Αλεξάνδρας και Σωτηρίου Ματράγκα, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, που αφορά στην βράβευση της καλύτερης έκδοσης λυρικών ποιημάτων, στην κυρία Μαρία Κουλούρη για τη συλλογή της «Ρολόγια και άλλοι χτύποι» (Εκδόσεις Μελάνι, 2015). Βραβείο Νανάς (Αθηνάς) Κοντού, εις μνήμην των αδελφών της Γεράσιμου, Χαράλαμπου και Ερατώς, λογοτεχνών, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, για βράβευση αξιόλογου ποιητή, στον κ. Δημήτριο Χουλιαράκη για τη συλλογή του «Αναπολόγητος στις κούνιες ντάλα μεσημέρι» (Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2013). Βραβείο Ελένης Τιμ. Μυκονίου, εις μνήμην των γονέων της Ανδρομέδας και Τιμολέοντος Μυκονίου, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, απονεμόμενο σε αριστούχο διπλωματούχο πιανίστα, στον κ. Ματθαίο Κιτσικόπουλο Βραβείο Σπύρου Μοτσενίγου που αθλοθέτησε η σύζυγός του Λίτσα Παπά-Μοτσενίγου, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, για βράβευση διαπρέποντος Έλληνα μουσικού εκτελεστή, συνθέτη, διευθυντή ορχήστρας ή μουσικολόγο, στον αρχιμουσικό κ. Λουκά Καρυτινό. Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, για νέο διαπρέποντα ζωγράφο ηλικίας μέχρι 40 ετών, στην κυρία Εύα Αποστολάτου. Βραβείο Ελένης και Πάνου Ψημένου, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, για έργο αναφερόμενο στη Νεοελληνική Ιστορία ή Φιλολογία από το 1669 μέχρι σήμερα, στους κ.κ. Κυριάκο Δημητριάδη, Ανδρέα Δημητριάδη και Γεώργιο Χατζηκυριάκου για το βιβλίο που υπέβαλαν με τίτλο «Ιatrosophikón - Folklore remedies from a Cyprus monastery. Original text and parallel translation of Codex Machairas A.18» (Foundation Anastasios G. Leventis, Nicosia 2015). Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, για την καλύτερη ερμηνευτική μονογραφία ή κριτική έκδοση έργου κλασικής φιλολογίας, οίκοθεν, στην κυρία Εβίνα Σιστάκου, για το βιβλίο της «Tragic Failures. Alexandrian Responses to Tragedy and the Tragic» (Εκδόσεις De Gruyter, Βερολίνο 2016) Βραβείο Γεωργίου Π. Οικονόμου, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, για επιστημονική μελέτη αναφερόμενη σε θέματα αρχαιολογικά ή ιστορικά της Μακεδονίας, στην κυρία Μαρία Λιλιμπάκη –Ακαμάτη και τον κ. Νικόλαο Ακαμάτη, για την μονογραφία «Ανατολικό Νεκροταφείο Πέλλας – Ανασκαφικές περίοδοι 1991-2007», Θεσσαλονίκη, 2014. Βραβείο Εμμανουήλ Ροΐδου, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, από τα έσοδα του κληροδοτήματος Ανδρέα

49

Ανδρεάδη, για φιλολογική ή κριτική μελέτη με θέμα από τη ζωή και το έργο Έλληνα λογοτέχνη, στον κ. Χρήστο Δανιήλ για το βιβλίο του «Ο μαθητευόμενος εφοπλιστής και παλαίμαχος intellectuel και πολλά υποσχόμενος ποιητής, ανθυπολοχαγός εν εφεδρεία, πολεμιστής Κρήτης και πάντα δικός σου φίλος, Ανδρέας Καμπάς (1919 -1965)» (Εκδόσεις Άγρα, 2016). Βραβείο της Ακαδημίας, άνευ αντιστοίχου προκηρύξεως, στον Σύλλογο Αποφοίτων Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. «Φιλόλογος» (1962) για την αξιολογότατη επιστημονική και πολιτιστική δράση που αναπτύσσει στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Βραβείο της Ακαδημίας, άνευ αντιστοίχου προκηρύξεως, στον κ. Παναγιώτη Ιωάννου για το βιβλίο του «Λεονάρντο ντα Βίντσι, Λεόν Μπαττίστα Αλμπέρτι, Αντρέα Πότσο, δια την ζωγραφίαν. Οι πρώτες μεταφράσεις κειμένων τέχνης από τον Παναγιώτη Δοξαρά» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών 2015). Βραβείο της Ακαδημίας, άνευ αντιστοίχου προκηρύξεως, στον κ. Νικόλαο Ταμβάκη, γεωπόνο –κηποτέχνη, τ. διευθυντή του Εθνικού Κήπου (1956-1984), για το εξαίρετο λεύκωμα «Εθνικός Κήπος. Ένας τόπος με μακρά κηποτεχνική ιστορία». (Έκδοση Εταιρεία Φίλων Εθνικού Κήπου, 2016).

Βραβείο της Ακαδημίας, άνευ αντιστοίχου προκηρύξεως, στην «Παιδική – Νεανική Χορωδία ROSARTE»

Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη

Βραβείο Ποιήσεως, με χρηματικό έπαθλο 10.000 ευρώ, στον κ. Γιώργο Γώτη για το σύνολο του έργου του. Βραβείο Μυθιστορήματος, με χρηματικό έπαθλο 6.000 ευρώ, στον κ. Ηλία Μαγκλίνη για το βιβλίο του «Πρωινή Γαλήνη» (Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2015). Βραβείο Δοκιμίου, με χρηματικό έπαθλο 6.000 ευρώ, στον κ. Νίκο Μπακουνάκη για το βιβλίο του «Δημοσιογράφος ή ρεπόρτερ. Η αφήγηση στις ελληνικές εφημερίδες, 19ος – 20ός αιώνας» (Εκδόσεις Πόλις, 2014)

Ίδρυμα Πέτρου Χάρη

Βραβείο Ποιήσεως, με χρηματικό έπαθλο 10.000 ευρώ, στον κ. Τάκη Καρβέλη για το σύνολο του έργου του. Βραβείο Μυθιστορήματος, με χρηματικό έπαθλο 6.000 ευρώ, στον κ. Κώστα Βρεττάκο για το βιβλίο του «Ασκήσεις περιέργειας» (Εκδόσεις Ποταμός, 2016). Βραβείο Διηγήματος, με χρηματικό έπαθλο 6.000 ευρώ, στον κ. Κώστα Κατσουλάρη για τη συλλογή του «Νυχτερινό ρεύμα» (Εκδόσεις Πόλις, 2015). Βραβείο Δοκιμίου, με χρηματικό έπαθλο 6.000 ευρώ, στην κυρία Χριστίνα Ντουνιά για το δίτομο έργο της


50

Βραβείο της Ακαδημίας, άνευ αντιστοίχου προκηρύξεως, στο Μουσείο Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες Έπαινος στον κ. Ευάγγελο Χεκίμογλου για την εργασία του «Το αποδομηθέν ισραηλίτικον νεκροταφείον Θεσσαλονίκης εξ απόψεως εμπράγματου δικαίου».

Τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας

«Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα (Τα ρόδα του αίματος) και Ρομάντσο και άλλα πεζά» (Εκδόσεις της Εστίας, 2014).

Τάξη των ηθικών και πολιτικών επιστημών

1. Αργυρό Μετάλλιο στον ομότιμο καθηγητή κ. Σπύρο Ν. Τρωιάνο για τη συνολική προσφορά του στην έρευνα και την προαγωγή του βυζαντινού δικαίου. Αργυρό Μετάλλιο στην Ένωση μη κερδοσκοπικών Σωματείων Μαζί για το Παιδί Βραβείο Ιπποκράτους Καραβία, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, για επιστημονική μελέτη με θέμα «Πνευματική ιδιοκτησία κατά το Ενωσιακό Δίκαιο», στην κυρία Σοφία Χριστοδούλου για την ομότιτλη ανέκδοτη εργασία της. Βραβείο Νικολάου Καρόλου, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, απονεμόμενο σε πρόσωπο ή σε συντεταγμένη ομάδα για πράξη ή δράση κοινωνικής αρετής και ευποιίας που προήγαγε την κοινωνική πρόνοια, στο Κοινωφελές Ίδρυμα Ιδιωτικού Δικαίου «Σπίτι του Ηθοποιού

Λυκούργειο Βραβείο, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, από τα έσοδα της δωρεάς Παναγιώτη Γραμματικάκη, για επιστημονική εργασία στον τομέα της Φιλοσοφίας, στον κ. Δημήτριο Πάλλη για την εργασία του «Eros, Apophasis and Hierarchy: Critical Reflections on the Sixth Epistle of the Areοpagitic Writings». Βραβείο Αικατερίνης Π. Οικονόμου σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης του Γεωργίου Π. Οικονόμου, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, απονεμόμενο σε γυναίκα ή γυναικεία οργάνωση - σωματείο για εξαίρετη πράξη ή δράση κοινωνικής ευποιίας και φιλανθρωπίας, στο Κέντρο Κοινωνικής Φροντίδας ατόμων με νοητική υστέρηση «ΕΣΤΙΑ» Βραβείο Άγιδος Ταμπακοπούλου, με χρηματικό έπαθλο 3.000 ευρώ, για αδημοσίευτη επιστημονική μελέτη με θέμα από τον κλάδο του Κληρονομικού Δικαίου, στην κυρία Αθηνά Ξυνοπούλου, για την εργασία της «Τα δικαιώματα των κληρονόμων συνδικαιούχου σε κοινό λογαριασμό».

Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων Απονεμήθηκε ομόφωνα στον Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο για το σύνολο του έργου του. Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος Απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στον Χρήστο Χωμενίδη για το έργο του με τίτλο «Νίκη» από τις εκδόσεις Πατάκη. Κρατικό Βραβείο Διηγήματος - Νουβέλας Απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στον Ανδρέα Μήτσου για το έργο του με τίτλο «Η εξαίσια γυναίκα και τα ψάρια» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα Απονεμήθηκε εξ ημισείας στον Χρίστο Κυθρεώτη για το έργο του με τίτλο «Μια χαρά», εκδόσεις Πατάκη και στην Μαρία Φίλη για το έργο της με τίτλο «Το πιο παράξενο απόκτημα των εντόμων» από τις εκδόσεις Μελάνι. Κρατικό Βραβείο Ποίησης Απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στην Ζέφη Δαράκη για το έργο της με τίτλο «Η σπηλιά με τα βεγγαλικά» από τις εκδόσεις Νεφέλη. Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου - Κριτικής Απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στην Κατερίνα Σχινά για το έργο της με τίτλο «Καλή και ανάποδη. Ο πολιτισμός του πλεκτού» από τις εκδόσεις Κίχλη. Κρατικό Βραβείο Μαρτυρίας - Βιογραφίας - Χρονικού - Ταξιδιωτικής Απονεμήθηκε κατά πλειοψηφία στον Νίκο Μπακουνάκη για το έργο του με τίτλο «Δημοσιογράφος ή ρεπόρτερ. Η αφήγηση στις ελληνικές εφημερίδες, 19ος - 20ος αιώνας» από τις εκδόσεις Πόλις. Κρατικό Ειδικό Βραβείο σε Λογοτέχνη του οποίου το βιβλίο προάγει το διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα Απονεμήθηκε ομόφωνα την Ρίκα Μπενβενίστε για το έργο της με τίτλο «Αυτοί που επέζησαν. Αντίσταση, εκτόπιση, επιστροφή. Θεσσαλονικείς Εβραίοι στη δεκαετία του 1940» από τις εκδόσεις Πόλις. Διακρίσεις Τέλος, η επιτροπή εισηγήθηκε την απονομή τιμητικής διάκρισης στα λογοτεχνικά περιοδικά «Νέα Ευθύνη» και «Φρέαρ» για τη συμβολή τους στην προβολή και διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας. 


Κόκκινη κλωστή δεµένη…

Πώς γράφτηκαν τα παραµύθια

Υπεύθυνη: Μπέλλα Μηλοπούλου


Μια φορά κι έναν καιρό

52

Σκοτάδι, βία και µυστήριο πίσω από αγαπηµένα παραµύθια

Τ

ο παραµύθι δεν έχει χώρο. Δεν έχει χρόνο. Δεν έχει τίποτε συγκεκριµένο. Και σίγουρα δεν έχει λογική Έχει, όµως, ελευθερία.. Δεν είναι µύθος-αν και οι ειδικοί, λένε πως έχουν… συγγένεια πρώτου βαθµού. Στο παραµύθι µιλούν και ζωντανεύουν τα πράγµατα και τα ζώα, τα λουλούδια, τα φυσικά φαινόµενα. Το παραµύθι, χέρι-χέρι µε την φαντασία κάνει ταξίδια µαγικά και κάποιος µπορεί να τα ακούει χίλιες και µία νύχτες χωρίς να τα βαριέται, ν’ ακούει το ένα µετά το άλλο χωρίς να κουράζεται. Και το πιο όµορφο στα παραµύθια είναι η φωνή. Η φωνή αυτού που τα αφηγείται, γιατί έτσι το ταξίδι γίνεται πιο µαγικό. Γι’ αυτό κι ένας –έστω και µακρινός συγγενής του παραµυθιού είναι ο ύπνος. Το παιδί ακούει το παραµύθι λίγο πριν κοιµηθεί κι ο ύπνος του γίνεται ένα πανέµορφο ταξίδι γεµάτο όνειρα που έχουν χρώµα, φωνή, ακόµα και µυρωδιές… Κάτι που έχει αποδειχτεί και επιστηµονικά αφού ο µεγάλος ψυχαναλυτής Σίγκµουντ Φρόιντ παρατήρησε τους συµβολισµούς γνωστών παραµυθιών, όπως αυτά των αδελφών Γκριµ και διαπίστωσε πως παρόµοιους συµβολισµούς χρη-


σιµοποιούσαν και οι ασθενείς του στα όνειρά τους. Ο Καρλ Γιουνγκ, πάλι, αναφερόµενος στα παραµύθια µίλησε για τις αρχέτυπες ιδέες που έχουµε όλοι µέσα µας κουβαλώντας τες από γενιά σε γενιά ανεξάρτητα από το σε ποια κοινωνία ζούµε και από πού προερχόµαστε. Ιδέες όπως ο κύκλος της ζωής, το νερό ως έκφραση αναγέννησης, η µητέρα φύση κ.α. Το παραµύθι, λοιπόν, είναι µια ιστορία που δεν υπακούει στους κανόνες των µεγάλων, αλλά, µονάχα στην φαντασία των παιδιών. Αλήθεια, τα παραµύθια γράφονται ή λέγονται; Πως ξεκίνησαν; Ποιοι είναι αυτοί που τα έγραψαν και γιατί; Και τι µπορεί να κρύβεται πίσω από τα παραµύθια; Και µήπως δεν ήταν πάντα αυτά που ξέρουµε και αγαπάµε, αλλά ξεκίνησαν ως ιστορίες τρόµου, µε βία, αίµα, θάνατο και άλλα δυσάρεστα; Όλα αυτά θα τα δούµε, θα τα’ ανακαλύψουµε σαν… παραµύθι. Πάµε, λοιπόν!...

Συµβολισµοί και αλληγορίες

Κόκκινη κλωστή δεµένη, στην ανέµη τυλιγµένη, δώστου κλώτσο να γυρίσει, παραµύθι ν’ αρχινίσει…. Κι ας ξεκινήσουµε µε τους συµβολισµούς. Με το τι σηµαίνει και για ποιο λόγο βρίσκουµε στα παραµύθια λουλούδια, φυτά, ζώα πράγµατα που µιλούν και παίζουν ρόλο καθοριστικό στην εξέλιξη της ιστορίας; Τι σηµαίνει, για παράδειγµα, το τριαντάφυλλο που παίζει ρόλο στην ιστορία της Πεντάµορφης µε το Τέρας, ή οι άγριες και µε µεγάλα αγκάθια τριανταφυλλιές που έζωσαν το κάστρο στην ιστορία της Ωραίας Κοιµωµένης; Κατ’ αρχάς να πούµε πως τα ρόδα πηγαίνουν σχεδόν πάντα µε πριγκίπισσες. Και σχετίζονται µε την Αφροδίτη, τη θεά του έρωτα και της Οµορφιάς, θεωρούνται άνθη της αγάπης και χαρακτηρίζονται βασιλιάδες των λουλουδιών. Κι από λουλούδι σ’ ένα φρούτο, στο µήλο, που, κυριολεκτικά πρωταγωνιστεί στο παραµύθι της Χιονάτης µε τους επτά νάνους. Τι συµβολίζει; Την αιώνια νεότητα, αλλά, και την απαγορευµένη γνώσης. Και µια και µιλάµε για τη Χιονάτη, υπάρχει κι εκείνος ο καθρέφτης που η κακιά βασίλισσα συµβουλεύεται για την οµορφιά της

και όχι µόνον. Καθρέφτες θα βρούµε και στην Ωραία Κοιµωµένη, αλλά και στη Βασίλισσα του Χιονιού- οι καθρέφτες, λοιπόν, που συµβολίζουν ταυτόχρονα τη µαταιοδοξία, τη µαγεία, αλλά και την αλήθεια, ανάλογα µε αυτά που θέλει κάποιος να δει κοιτάζοντάς τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, στα παραµύθια, τα ζώα που µιλούν δεν είναι για κακό-τουλάχιστον όχι όλα. Παίρνουν ιδιότητες ανθρώπινες κι έρχονται να βοηθήσουν τον ήρωα ή την ηρωίδα για να λάµψει και να επικρατήσει το καλό. Κι επειδή για να µιλούν, να σκέφτονται και να λειτουργούν ή να διαχειρίζονται δύσκολες καταστάσεις οι ιδιότητες που αποκτούν δεν είναι µόνον ανθρώπινες, αλλά και µαγικές, θεωρείται ότι έχουν σχέση µε το µύθο του Παράδεισου. Η παρουσία κάποιου ζώου, βέβαια, µπορεί να έχει άλλο συµβολισµό στη µία ιστορία κι άλλη, εντελώς διαφορετική, στην επόµενη. Για παράδειγµα, η αλεπού. Ακόµη και στους µύθους του Αισώπου συµβολίζει την πονηριά ενώ στον Μικρό Πρίγκιπα είναι η σοφία. Ο βάτραχος, ναι, εκείνος που γίνεται τελικά, πρίγκιπας, ως βάτραχος είναι η άσχηµη, σκοτεινή πλευρά που ο καθένας κρύβει µέσα του. Και που, µε την κατάλληλη συµπεριφορά, γίνεται η πηγή της ευτυχίας. Κάτι παρόµοιο µε το βάτραχο, συµβαίνει και µε τα τρωκτικά και, κυρίως, τα ποντίκια. Είναι αηδιαστικά και τρώνε την ενέργεια των γύρω τους µέχρις ότου γίνουν, χάρις στην καλή νεράιδα, άλογα που θα µεταφέρουν την Σταχτοµπούτα στο χορό! Τα πουλιά, από την άλλη, είναι όµορφα, πετούν ελεύθερα και υπάρχουν σε παραµύθια και µύθους σε όλα τα µήκη και τα πλάτη της γης. Είναι, λοιπόν, τα πετούµενα, κάτι σαν αγγελιοφόροι των θεών, έχοντας τις γνώσεις που δεν έχουν οι άνθρωποι αφού µπορούν και βλέπουν τα πράγµατα από ψηλά. Και εξειδικεύοντας τα πετούµενα, πάµε πρώτα στο περιστέρι- πνευµατικότητα, εξαγνισµό, ελευθερία, ειρήνη, αγνότητα, ό, τι καλύτερο, δηλαδή!... Η κουκουβάγια, πάλι, έχει κι ένα σχετικό µυστήριο αφού σχετίζεται µε τη νύχτα ενώ, παράλληλα, έχει να κάνει µε το θρήνο –γιατί µε θρήνο µοιάζει το τραγούδι της- ενώ –αν πά-

53


54

ρουµε και από τους αρχαιοελληνικούς µύθουςσυνδέεται και µε τη σοφία όντας το σύµβολο της θεάς Αθηνάς. Κι ας πάµε, τώρα, σ’ εκείνον τον κακό λύκο, τον φόβο και τον τρόµο της Κοκκινοσκουφίτσας, των τριών… γουρουνακίων, και άλλων µικρών και τροφαντών ζώων του δάσους ή της φάρµας. Γιατί στα παραµύθια ο λύκος είναι απαραίτητα κακός-όχι έξυπνος, όµως πάντα. Όπως είναιλέει- και οι ζωώδεις τάσεις µας, όπως είναι ο πειρασµός που µας προκαλεί δέος ώστε να υποκύψουµε σ’ αυτόν µε τον ένα ή µε τον άλλο τρόπο. Στη σκανδιναβική µυθολογία συµβολίζει το σκοτάδι, αλλά και το χειµώνα. Κι όταν στην Κοκκινοσκουφίτσα βάζει τα ρούχα της γιαγιάς και την παριστάνει, τότε, σύµφωνα µε τους ειδικούς, µε την κίνησή του αυτή, συµβολίζει, βέβαια, την κυριαρχία των κατώτερων ενστίκτων µας σε σχέση µε τις ηθικές µας αξίες. Και το κόκκινο χρώµα που χαρακτηρίζει τη µικρή ηρωίδα έχει να κάνει µε την αγάπη, αλλά και την σεξουαλικότητά ενώ ο κυνηγός είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ το σύµβολο της πατρικής προστασίας. Και είναι απλό το γιατί: επειδή τα παιδιά φοβούνται τα άγρια ζώα, ο κυνηγός παίρνει τη θέση του προστάτη. Μην ξεχνάµε ότι και στη Χιονάτη, ο κυνηγός είναι εκείνος που εναντιώνεται στην κακιά βασίλισσα-µάγισσα και δεν την σκοτώνει, αλλά, την αφήνει στο δάσος. Αγαπάµε κυνηγό!!! Έχουµε, βέβαια, και το άλογο, που δεν θα µπορούσε παρά να συµβολίζει την επιτυχία, την αγνότητα και την ελευθερία. Άλλωστε, ποιος πρίγκιπας που σέβεται τον εαυτό του, θα πήγαινε να σώσει µία πριγκιποπούλα και µέλλουσα σύζυγό του µε τα πόδια; Όλοι καβάλα σε άσπρο άλογο πάνε-τα σκουρόχρωµα συνήθως µεταφέρουν τους πιο κακούς, γιατί και τα χρώµατα παίζουν το ρόλο τους στα παραµύθια! Κι επειδή, αρκετή κουβέντα κάναµε για τη Σταχτοµπούτα και τη Χιονάτη, ας δούµε και κάποιους συµβολισµούς από αυτά τα δύο κλασσικά παραµύθια. Η Σταχτοµπούτα πήρε το όνοµά της από τις στάχτες του τζακιού που την έβαζε να κάθεται η κακιά µητριά της. Οι στάχτες αυτές συµβολίζουν το πένθος του κοριτσιού για τη νε-

κρή του µητέρα. Όσο για το γοβάκι, στις πρώτες παραλλαγές του παραµυθιού ήταν γούνινο και στη συνέχεια πήρε την τελική γυάλινη µορφή του από τον Περώ. Αυτό είναι ξεκάθαρα σύµβολο θηλυκότητας. Το κορίτσι που γίνεται γυναίκα και πηγαίνει να συναντήσει τον έρωτα της; ζωής του! Γυναίκα γίνεται, όµως και η Ωραία Κοιµωµένη όταν την τρυπάει η ρόκα και µατώνει το δάχτυλό της… Στη Χιονάτη, τώρα, οι νάνοι είναι, από τη µια οι άνθρωπου που δεν µεγαλώνουν ποτέ κι από την άλλοι, συµβολίζουν τις επτά ηµέρες της εβδοµάδας που πρέπει να είναι αποδοτικές. Αφού, λοιπόν, µπήκαµε στους αριθµούς, το δύο στα παραµύθια µας παραπέµπει στη συνεργασία, το τρία είναι ο «τέλειος» αριθµός, το τέσσερα τα στοιχεία της φύσης, το έξι την αρµονία, την οικογένεια, την προσφορά, την υποχρέωση και το επτά, στους επτά νάνους-πάνταµπορεί και να µας φέρει στο νου τα ισάριθµα θανάσιµα αµαρτήµατα (ο λιχούδης, ο γκρινιάρης και πάει λέγοντας), αλλά και τα επτά ιερά µυστήρια Ας δούµε, όµως, και κάποια από τα στοιχεία της φύσης: Ο αέρας είναι η αβεβαιότητα, το νερό συµβολίζει την κάθαρση, αλλά και την καινούργια αρχή, η γη, φυσικά, τη σταθερότητα, το δάσος τη µαγεία που µπορεί να σε γοητεύσει και που ωστόσο, µπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνη αν προχωρήσεις παραπέρα…

Με τη σοφία του Αισώπου

Αρχή του παραµυθιού, καλησπέρα σας… Κι ας ξεκινήσουµε την ιστορία µας λίγους αιώνες


πριν, όταν στην Δυτική Ευρώπη κυκλοφορούσαν από στόµα σε στόµα, παραµύθια που ήταν βίαια, άσεµνα, ωµά, τραγικά. Κάποιοι διανοούµενοι, λοιπόν, που ασχολήθηκαν ιδιαίτερα µε την συλλογή τους, τα πήραν στα χέρια τους, τα στρογγύλεψαν, τα περιόρισαν ως προς την έκτασή τους, τα έκαναν κατάλληλα για παιδιά. Την ίδια περίοδο στην Ελλάδα, έχουµε Τουρκοκρατία, άρα, δεν είχαµε παραγωγή παραµυθιών, οπότε αρκεστήκαµε να αγαπήσουµε τις µεταφράσεις των ξένων παραµυθιών, αν και ο Αίσωπος δεν έπαψε ποτέ να είναι ο υπ’ αριθµόν ένα. Ποιος ήταν ο Αίσωπος; Ένας υπερβολικά κακοµούτσουνος δούλος, ένας σοφός που παρατηρούσε τα όσα γίνονταν γύρω του και για να τα στιλιτεύσει έβγαζε από τα µυαλό του ιστορίες που ζώα και φυτά αποκτούσαν ανθρώπινη µιλιά κι έλεγαν κι έκαναν πράγµατα µε νόηµα και µηνύµατα. Ο Ηρόδοτος δεν τον αποκαλεί «µυθοποιό», όπως οι περισσότεροι, αλλά «λογοποιό» γιατί έχτιζε µε το λόγο του τις ιστορίες του. Σε µία εποχή, µάλιστα, που οι συγγραφείς έφτιαχναν τις ιστορίες τους σε έµµετρο λόγο, οι µύθοι του πρωτοπόρου Αισώπου παρουσιάστηκαν εξ αρχής σε πεζό λόγο. Η βία, η απάτη, η πονηριά και γενικά, το καλό είναι στο στόχαστρο του σπουδαίου αυτού µυθοποιού. Στόχος του, οι σύντοµες ιστορίες του να χτυπήσουν το κακό, να το στηλιτεύσουν, και να φτάσει στο επιµύθιο για να δείξει τον καθαρά διδακτικό τους χαρακτήρα. Υπάρχουν αυτοί, βέβαια, που υποστηρίζουν ότι ο Αίσωπος ήταν αυτός που συγκέντρωσε και τελειοποίησε τους µύθους, αλλά, δεν τους έγραψε αυτός. Αυτό που έχει σηµασία είναι, πάντως, ότι ταυτίστηκαν µε εκείνον. Ο όποιος είχε και µία µοναδική ικανότητα, παρά τον εµφανή τραυλισµό του, να αφηγείται τις ιστορίες του-ήταν και ο µοναδικός τρόπος, εκείνη την εποχή, να γίνουν γνωστές. Έτσι απέκτησε µεγάλη φήµη και είχε πάντα γύρω του ένα τεράστιο κοινό που τον παρακολουθούσε µε ευλάβεια. Μερικοί από τους µύθος του –που ίσως έχουµε ξεχάσει ότι είναι δικοί του: Ο τζίτζικας κι ο µέρµηγκας, Ο λαγός και η χελώνα, Ο ψεύ-

της βοσκός, Η αλεπού και τα σταφύλια (αυτό που λέµε «όσα δεν φτάνει η αλεπού), Οι µύγες, Ο κόρακας κι η αλεπού κ.α.

Στις στάχτες των µυστικών Παραµύθι, µύθι, µύθι Το κουκί και το ρεβύθι, Εµαλώνανε στη βρύση Και περνάει η φακή Και τα βάζει φυλακή Και η φάβα της φωνάζει «φακή, άστα, δεν πειράζει»

Και τώρα, στα παραµύθια µας και στους δηµιουργούς τους, ξεκινώντας από την Σταχτοπούτα ή Σταχτοµπούτα που πολύ µας έχει µπερδέψει το παρατσούκλι της, αφού αιώνες τώρα ουδείς γνωρίζει το πραγµατικό της όνοµα. Το Σταχτοπούτα, λέει, προκύπτει από τη στάχτη και το ιταλικό putta –λέει- που σηµαίνει κορίτσι. Και επαναλαµβάνουµε το «λέει», διότι στα ιταλικά η λέξη putta σηµαίνει πολύ, µα πολύ … ελεύθερο κορίτσι και για το συγκεκριµένο τέτοια στοιχεία δεν υπάρχουν. Αντίθετα. Υπάρχουν κι εκείνοι που λένε ότι προκύπτει από τη στάχτη και τα µπούτια, επειδή, έτσι όπως καθόταν στο τζάκι, γέµιζαν τα µπούτια

55


56

της µε στάχτες, αλλά το παρατσούκλι θεωρείται έτσι κακόηχο και όχι τόσο κατάλληλο για παιδιά γ’ αυτό και καθιερώθηκε στην πιο εκλεπτυσµένη του µορφή. Ας είναι… Η ιστορία του παραµυθιού, γνωστή. Πεθαίνει η µητέρα, ο πατέρας ξαναπαντρεύεται µία κακιά γυναίκα µε δύο κόρες και εξαφανίζεται από το προσκήνιο. Το κορίτσι πέφτει από τα ψηλά στα χαµηλά ώσπου κάποια στιγµή το σύµπαν συνωµοτεί υπέρ της, γνωρίζει τον πρίγκιπα, χάνει το γυάλινο γοβάκι της και εξ αιτίας αυτού ξαναβρίσκεται µε τον καλό της. Για πάντα! Έτσι περιγράφει το παραµύθι ο Σαρλ Περώ, Γάλλος ακαδηµαϊκός κι ευγενής, λογοτέχνης, συλλέκτης παραµυθιών και παραµυθάς. Είναι η Cendrillon του, που περιλαµβάνεται στη συλλογή του «Ιστορίες της µαµάς µου της χήνας» (Contes de ma mere l’ oye, 1697), που τα έγραψε για τη διασκέδαση των παιδιών του και που έφεραν στη λογοτεχνία τη µόδα των «παραµυθιών» (contes de fees). Ανάµεσα σ’ αυτά περιλαµβάνονται ακόµη: «Η Κοκκινοσκουφίτσα», «Ο Παπουτσωµένος Γάτος», «Η Ωραία Κοιµωµένη», «Ο Κυανοπώγων», «Ο Κοντορεβιθούλης» κ. ά. Κι έρχονται οι άλλοι, οι Γερµανοί παραµυθάδες, οι αδελφοί Γκριµ και δίνουν µια άλλη, ιδιαίτερα σκληρή διάσταση στην ιστορία. Κατ’ αρχάς, η ιστορία αρχίζει µε την σκληρότητα της αιµοµιξίας. Η µητέρα του κοριτσιού, λίγο πριν αφήσει την τελευταία της πνοή, ζητά από τον άντρα της, αν είναι να ξαναφτιάξει τη ζωή του, να παντρευτεί µία γυναίκα το ίδιο όµορφη µ’ αυτήν. Ο σύζυγος θεωρεί ότι η µόνη που µπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτό είναι η κόρη τους, πράγµα που η κοπέλα δεν θέλει, φυσικά. Και κάπως έτσι αρχίζουν τα βάσανά της. Οι Γκριµ, στη δική τους βερσιόν, και κολοκύθες, και νεράιδες, και ποντίκια και όλα τα σχετικά έξω από την ιστορία. Ένα περιστέρι, αυτό είναι µόνο, το οποίο µένει σ’ ένα δέντρο πλάι στον τάφο της µητέρας της κοπέλας. Ο χορός δεν είναι ένας, αλλά, τρείς. Στους δύο πρώτους, το κορίτσι φοράει ασηµένια τουαλέτα και στον τρίτο χρυσή. Και το γοβάκι δεν της φεύγει στη βιασύνη της,

αλλά, βυθίζεται στην πίσσα που έχει δώσει εντολή ο πρίγκιπας να απλώσουν γύρω από το παλάτι για να την τσακώσει. Όταν οι αδελφές της δοκιµάζουν το γοβάκι, για να τους χωρέσει, η µία κόβει το δάχτυλο του ποδιού της και η άλλη τη φτέρνα-µε την προτροπή της µητέρας τους, βεβαίως;. Το περιστέρι οδηγεί τον πρίγκιπα εκεί που έχουν κλειδώσει το κορίτσι κι έζησαν αυτοί καλά και οι αδελφές µε τη µάνα σαν… τυφλές ζητιάνες… Για την ιστορία –στην κυριολεξία- να πούµε πως συγγραφέας του παραµυθού θεωρείται ο Περώ, έχουν βάλει και οι Γκριµ το χεράκι τους, αλλά, υπάρχουν στοιχεία παρόµοιας ιστορίας σε κινεζικά χειρόγραφα του 850 µ. Χ. αλλά και µία παραλλαγή του µύθου που µας έρχεται από την αρχαία Αίγυπτο. Συνολικά, πάντως, υπάρχουν 345 εκδοχές και διασκευές της συγκεκριµένης ιστορίας! Σύµφωνα µε τα στοιχεία που υπάρχουν, οι αρχαιότερες γραπτές ιστορίες ήταν µια συλλογή από σανσκριτικά παραµύθια –πέντε βιβλία, τα «Ινδικά Πανχατάντρα» και πιστεύεται ότι έφτασαν στην Ελλάδα στα χρόνια του Μεγαλέξανδρου.

Ερωτισµός, βία τρόµος!

Επόµενο παραµύθι, η Κοκκινοσκουφίτσα. Η σχέση µε τη µαµά της, η σχέση µητέρας-κόρης, δηλαδή, η ανυπακοή, ο κακός λύκος, η κακοµοίρα η γιαγιά, ο καλός κυνηγός και όλα καλά…


λύκος της βγάζει τα ρούχα της, τα οποία πετάει στο τζάκι και της ζητά να ξαπλώσει µαζί του στο κρεβάτι. Υπάρχει, µάλιστα, στα γαλλικά η έκφραση "elle avoit vu le loup" (έχει δει τον λύκο) που σηµαίνει πως η κοπέλα αυτή –η όποια- δεν είναι πια τόσο… κοπέλα, αλλά, πιο πολύ γυναίκα! Οι αδελφοί Γκριµ άλλαξαν τελείως τον προσανατολισµό της συγκεκριµένης ιστορίας –χρειάστηκε να φτιάξουν αρκετές φορές το συγκεκριµένο story για να το απευθύνουν σε παιδιά. Λέγεται, µάλιστα, ότι στην πρώτη τους εκδοχή είχαν κι ένα δεύτερο λύκο που συνάντησε η Κοκκινοσκουφίτσα µετά από την περιπέτειά της, αλλά αυτή τη φορά, το κορίτσι δεν «µάσησε»!

Κάπως έτσι µας τα λένε οι Γκριµ στα παραµύθια που κατέγραψαν µέχρι το 1857. Περίπου διακόσια πριν, στη δική του εκδοχή, ο Περώ, περιγράφοντας µια φρικτή αφήγηση του 10ου αιώνα, µας δίνει µια ακόµη ιστορία… τρόµου! Ο Περώ ολοκληρώνει την ιστορία του εκεί που ο λύκος τρώει και την Κοκκινοσκουφίτσα κι αυτό γιατί τα καλά κορίτσια πρέπει να µην µιλάνε σε ξένους. Εκείνη, όµως, η ιστορία του 10ου αιώνα και τι δεν έχει!...Φόνους, κανιβαλισµούς και άλλα καθόλου παιδικά. Για παράδειγµα, ο κακός λύκος (που σε κάποιες παραλλαγές εµφανίζεται ως λυκάνθρωπος ή τέρας που τρώει ανθρώπους) όταν σκοτώνει την γιαγιά δεν την τρώει, αλλά, αργότερα την προσφέρει στην ηρωίδα που νοµίζει ότι είναι κάποιο ζώο και πίνει το αίµα της θεωρώντας πως είναι κρασί! Κι έπειτα, ο

Ήταν αθώα η Χιονάτη;

Κι ερχόµαστε σ’ ένα ακόµη πολυαγαπηµένο παραµύθι, µια ιστορία από τις πρώτες που ο Γουόλτ Ντίσνεϊ έκανε ταινία κινουµένων σχεδίων λόγω της τεράστιας ανταπόκρισης και

57


58

δηµοφιλίας που είχε στα παιδιά όλου του κόσµου, τη «Χιονάτη και τους επτά νάνους». Η πρεµιέρα της έγινε στις 21 Δεκεµβρίου του 1937! Ας πάµε, όµως, στο θέµα του παραµυθιού που αλλιώς ξεκίνησε κι αλλιώς το έχουµε µάθει και αγαπήσει εµείς. Η ιστορία λίγο-πολύ γνωστή. Η όµορφη κοπέλα, ορφανή από µητέρα, ο πατέρας εξαφανισµένος, η κακιά µητριά που είναι και µάγισσα, ο καθρέφτης που κρύβει τόσα µυστικά, το µήλο, ο πρίγκιπας που την σώζει, οι επτά νάνοι που την λατρεύουν, ο κυνηγός που την προστατεύει. Πάµε, όµως, πιο πίσω στο χρόνο και στην πρώτη εκδοχή των αδελφών Γκριµ: Η κακιά βασίλισσα και µητριά που µισούσε τη Χιονάτη για την οµορφιά της δεν ήταν µητριά, αλλά, η πραγµατική της µητέρα. Η οποία όταν την έστειλε στο δάσος µε τον κυνηγό είχε παραγγείλει να της φέρει πίσω όχι την καρδιά, αλλά το συκώτι και τους πνεύµονες της κοπέλας, όργανα τα οποία προόριζε να τα φάει στο δείπνο εκείνο το συγκεκριµένο βράδυ. Οι αδελφοί Γκριµ, επίσης, δεν ήθελαν τη Χιονάτη να πέφτει σε λήθαργο, αλλά, να πεθαίνει καθώς το κοµµάτι του µήλου που δάγκωσε της είχε καθίσει στο λαιµό. Κι όταν την είδε ο πρίγκιπας δεν την φίλησε, αλλά την πήρε µαζί του –για ποιο λόγο δεν ξέρουµε ακριβώς. Κι εκεί που πήγαινε στο δάσος µε το άλογό του και το κορίτσι που έδειχνε να έχει φύγει για τον άλλο κόσµο, το άλογο κάπου σκουντουφλάει, το νεκρό σώµα της κοπέλας πέφτει καταγής, το άλογο την κλωτσάει µε αποτέλεσµα να φύγει από το λαιµό της το κοµµάτι του µήλου που την έπνιγε και να επανέλθει στη ζωή. Μια πιο επιστηµονική εξήγηση, δηλαδή, από την άλλη που «λέει» ότι το φιλί την ξύπνησε… Και όταν τα πράγµατα πήγαιναν προς το έζησαν εκείνοι καλά κι εµείς καλύτερα, κι έπρεπε να τιµωρηθεί η κακιά της ιστορίας, δείτε τι τρόπο βρήκαν: της φόρεσαν ένα ζευγάρι σιδερένια παπούτσια που τα είχαν πυρώσει καλά-καλά στη φωτιά και την ανάγκασαν να χορέψει φορώντας τα µέχρι που µας άφησε χρόνους!...

Η κόµµωση της Ραπουνζέλ

Από τη Χιονάτη µε τα κατάµαυρα µαλλιά και το λευκό δέρµα, σε µιαν άλλη καλλονή των παραµυθιών που έχει µείνει στην ιστορία για τα µακριά, πολύ µακριά, πυκνά και υπέροχα µαλλιά της, τη Ραπουνζέλ. Κι εδώ η ιστορία λίγο-πολύ γνωστή , αν και έχει γνωρίσει πολλές παραλλαγές στις ηµέρες µας κατά τη µεταφορά της στη µεγάλη και τη µικρή οθόνη. Ένα αγαπηµένο ζευγάρι δυσκολεύεται να αποκτήσει παιδιά, ώσπου τελικά, η γυναίκα µένει έγκυος. Στη διάρκεια των εννέα µηνών, η εγκυµονούσα επιθυµούσε να τρώει ένα είδος χορταρικού που ο σύζυγος έκλεβε από τον κήπο µιας µάγισσας γιατί µονάχα εκεί φύτρωνε. Ώσπου το πήρε είδηση η µάγισσα και τον ανάγκασε να του τάξει το παιδί. Ήταν ένα υπέροχο κοριτσάκι που η µάγισσα το πήρε το έβαλε σε έναν πύργο κι έριχνε τα µαλλιά της για να µπορεί να σκαρφαλώνει το πριγκιπόπουλο. Κάπως έτσι, µε το αναµενόµενο happy end, φυσικά… Όµως, η εκδοχή των αδελφών Γκριµ κάθε άλλο παρά παραµυθένιες διαστάσεις είχε αρχικά. Και κυρίως όσο αφορούσε στις σχέσεις του πρίγκιπα µε την Ραπουνζέλ που δεν ήταν τόσο αθώες αφού κατέληξαν στο να µείνει έγκυος η κοπέλα. Είδε η µάγισσα πως τη στένευαν πολύ


τα ρούχα της, κατάλαβε τι συνέβαινε και αφού της έκοψε τα µαλλιά, την έστειλε να ζει µακριά, άστεγη και πάµπτωχη. Η άπορη εγκυµονούσα κόρη, σε αυτή τη δυσχερή θέση, γεννά δίδυµα και δεν µπορεί να τα φέρει βόλτα. Όσο για το νεαρό πατέρα των µωρών και πρίγκιπα, η µάγισσα του στήνει παγίδα ρίχνοντας από το παράθυρο τα κοµµένα µαλλιά της Ραπουνζέλ, τον ανεβάζει στον πύργο, τον σπρώχνει από το παράθυρο, εκείνος πέφτει σε ένα θάµνο και χάνει µε πολύ σκληρό τρόπο εντελώς την όρασή του…

Ο αλτρουιστής γάτος

Πριν περάσουµε στην επόµενη ιστορία, µία πληροφορία: σε πολλές χώρες –κυρίως στην Αφρική, υπάρχει ακόµη και σήµερα η δοξασία πως όποιος λέει παραµύθια στη διάρκεια της ηµέρας και κυρίως όταν ο ήλιος λάµπει στον ουρανό βάζει σε µεγάλο κίνδυνο τη σωµατική του ακεραιότητα. Συγκεκριµένα, όποιος κάνει κάτι τέτοιο θα χάσει τα µαλλιά του. Γι’ αυτό, προσοχή! Καιρός, τώρα, να δούµε µε µιαν άλλη µατιά, έναν πολυαγαπηµένο τετράποδο ήρωα των παραµυθιών, τον «Παπουτσωµένο γάτο». Ένα παλιό, λαϊκό παραµύθι που ο Περώ εξέδωσε το 1697 στις «Ιστορίες της µαµάς Χήνας» και το

1812, οι αδελφοί Γκριµ το περιλαµβάνουν, χωρίς ιδιαίτερες αλλαγές, στα «Παιδικά και οικιακά παραµύθια» τους. Το ίδιο βιβλίο επανεκδίδεται επτά χρόνια αργότερα και οι διάσηµοι Γερµανοί παραµυθάδες το αφήνουν, για άγνωστο λόγο, απ’ έξω. Σίγουρα δεν είναι ένα παραµύθι γερµανικής ή γαλλικής προέλευσης. Έρχεται από την Ιταλία και το περιλαµβάνει ο Τζιοβάνι Φραντσίσκο Στραπαρόλα ως µία από τις 75 ιστορίες της συλλογής του «Οι διασκεδαστικές νύχτες». Ο «Παπουτσωµένος γάτος» θεωρείται τυπικό δείγµα της εποχής που «γεννήθηκε». Η ευγενής καταγωγή και συµπεριφορά, η αυστηρή εθιµοτυπία και οι καλοί τρόποι είναι το απαραίτητο εφόδιο για να είναι κανείς ενταγµένος στην αριστοκρατία της Γαλλίας, υπό τον Λουδοβίκο τον ΙΔ. Η γάτα, από τη φύση της δεν είναι ένα συνηθισµένο ζώο- διαθέτει εξυπνάδα και πονηριά, προσωπικότητα, αφοσίωση, αλλά µε τον δικό της ξεχωριστό τρόπο, αισιοδοξία και καλοπροαίρετη –ενίοτε- διάθεση. Γι’ αυτό, ίσως, επιλέχθηκε το συγκεκριµένο ζώο στο οποίο προστέθηκαν και τα ανθρώπινα –κάποια ανθρώπινα- χαρακτηριστικά. Από τη µία, λοιπόν, έχουµε αυτό το ιδιαίτερο κατοικίδια κι από την άλλη µια προφανή µορφή αδικίας µε τη µορφή της πατρικής κληρονοµιάς. Ο µυλωνάς πατέρας κληροδοτεί στο µεγάλο του γιο τον µύλο εξασφαλίζοντάς του το µέλλον του, στο δεύτερο τον γάιδαρο και στον τρίτο έναν γάτο, που αποδεικνύεται ότι δεν είναι τόσο άχρηστος όσο τον θεωρούσε ο πατέρας. Το …µεταλλαγµένο για τις ανάγκες του παραµυθιού τετράποδο καταφέρνει φορώντας ένα ζευγάρι δερµάτινες µπότες να εξασφαλίσει στον κύριό του µια τεράστια περιουσία και να του προσφέρει το χέρι της πριγκιποπούλας η οποία γίνεται σύζυγός του. Ο γάτος, λοιπόν, µε τις µαγικές του δυνάµεις που απελευθέρωσε η αγάπη του για το αφεντικό του, γίνεται ο φύλακας και ο προστάτης του, τον βοηθά να αλλάξει και να ωριµάσει και αποδίδει τη δικαιοσύνη.

59


Χάνσελ, Γκρέτελ, Κοντορεβιθούλης του… λιµού

60

Πολλά-πολλά χρόνια πριν, και, συγκεκριµένα το 1315 και για µία διετία, ένας πρωτόγνωρος λιµός καταδυναστεύει την Ευρώπη. Αρρώστια, πόνος, φτώχεια, απόλυτη φτώχεια και δυστυχία παντού. Οι γονείς δεν µπορούν να θρέψουν τα παιδιά τους, κάνουν τα πάντα για να απαλλαγούν από αυτά είτε για να τα σώσουν είτε για να σωθούν αυτοί. Η βία επικρατεί παντού. Κι αυτή η σκοτεινή περίοδος «γεννά» σκοτεινά παραµύθια. Δύο από αυτά είναι ο «Χάνσελ και Γκρέτελ» και –όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, ο «Κοντορεβιθούλης». Κι ίσως να είναι η αφορµή για ένα τρίτο, το «Κοριτσάκι µε τα σπίρτα».

Ο πατέρας του Χανς και της Γκρέτελ είναι ξυλοκόπος και είναι φτωχός, πολύ φτωχός. Η µητριά τους-κακιά κι αυτή- τα παρατάει στο δάσος, γιατί αδυνατούν να τους δώσουν ακόµη κι ένα πιάτο φαί. Και η περιπέτεια αρχίζει όταν φυλακίζονται στο σπίτι µιας µάγισσας, ένα σπίτι φτιαγµένο από πεντανόστιµα γλυκά-όπως νοµίζουν αρχικά τα παιδιά. Η µάγισσα, στο τέλος,

πεθαίνει στη φωτιά που η ίδια έβαλε για να… ψήσει τα αδελφάκια, τα οποία επιστρέφουν στο σπίτι και ζουν ευτυχισµένα µε τον πατέρα τους αφού η µητριά έχει στο µεταξύ πεθάνει. Οι Γκριµ, το 1819, προσθέτουν σασπένς, βάζοντας τα παιδιά, αφού έκαψαν τη µάγισσα, να διασχίσουν ένα ποτάµι µε αρωγό τους στην τελευταία τους αυτή περιπέτεια µια πάπια. Μέχρι το 1840, αυτή που είχε την ιδέα να αφεθούν τα παιδιά στο δάσος ήταν η πραγµατική τους µητέρα, αλλά από εκεί και πέρα στις εκδοχές του παραµυθιού, έχουµε να κάνουµε µε µια σκληρή µητριά. Οι Γερµανοί παραµυθάδες, επίσης, αφαιρούν την παρουσία της µάγισσας και την αντικαθιστούν µε τον σατανά ο οποίος βασανίζει µε έναν αποτρόπαιο τρόπο τα δύο παιδιά. Επίσης, ο συγκεκριµένος κύριος έχει και µία εξίσου… σατανική σύζυγο που τον βοηθάει και παίζει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Το συγκεκριµένο παραµύθι, που προέρχεται κι αυτό από τη γερµανική παράδοση, ήταν, όπως αντιλαµβάνεται κανείς µια καταγγελία για τους γονείς που εγκατέλειπαν τα παιδιά τους λόγω του φρικτού λιµού-µια συνήθεια που, καθώς φαίνεται, συνεχίστηκε και αρκετά χρόνια µετά το 1317 που ο λιµός τελείωσε. Το ίδιο καταγγελτικό είναι και το στόρι του Κοντορεβιθούλη, που προέρχεται από την κεντρική Ευ-


ρώπη, τη Γαλλία λένε, και το έχει καταγράψει µεν ο Περώ, αλλά, δεν το έχουν περιλάβει στις συλλογές τους οι Γκριµ. Ο «Κοντορεβιθούλης» είναι µια εµπνευσµένη ελληνική µεταφορά στο παρατσούκλι που είχαν

δώσει στον µικρό ήρωα του παραµυθιού οι Γάλλοι και οι Γερµανοί. «Le Petit Poucet» στα γαλλικά και «Der kleine Däumling» στα γερµανικά σηµαίνουν σε πιστή µετάφραση «ο µικρός αντιχειράκος» κι αυτό γιατί το αγόρι όταν γεννήθηκε δεν ήταν µεγαλύτερο από έναν αντίχειρα! Έξι αδέλφια κι ο µικρός επτά που οι γονείς δεν έχουν την οικονοµική δυνατότητα να θρέψουν γι’ αυτό και τα εγκαταλείπουν στο δάσος, αν σας θυµίζει κάτι…

Tο «Κοριτσάκι µε τα σπίρτα»

Όσο για το «Κοριτσάκι µε τα σπίρτα», δεν µπήκε στη λογοτεχνία ως συνέχεια µιας ιστορίας που προέρχεται από την παράδοση, δεν το πήρε πρώτα ο Περώ και ύστερα οι Γκριµ, δεν είναι σκοτεινό µε την έννοια των παραπάνω παραµυθιών, αλλά, εδώ, η φτώχεια, η πείνα, ο θάνατος και το κρύο, η µεταφυσική παρουσία µιας λατρεµένης γιαγιάς που έχει πεθάνει αλλά είναι παρούσα, προέρχονται από τη φαντασία και την τρυφερή πένα του σπουδαίου Δανού συγγραφέα

61

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και ουσιαστικά, είναι µια ιστορία που γράφτηκε κατά παραγγελία. Μια πανέµορφη ξυλογραφία του Δανού εικαστικού Johan Thomas Lundbye απεικονίζει ένα φτωχό παιδί να πουλάει σπίρτα, τυπώθηκε στο ηµερολόγιο του 1843. Πολλές απεικονίσεις του έργου αυτού είχε στείλει στον Άντερσεν ο εκδότης του ηµερολογίου, ζητώντας του να γράψει µία ιστορία γύρω από αυτό. Στην αρχή ο συγγραφέας αρνιόταν, µέχρι που, τελικά, το αποφάσισε. Λέγεται, µάλιστα, πως µεγάλο ρόλο στην απόφασή του να γράψει αυτή την ιστορία, έπαιξε ένα ταξίδι που έκανε στα 1841 στην Μπρατισλάβα. Ήταν παρών όταν η πόλη Ντέβιν κάηκε ολοσχερώς και ο Άντερσεν αντάµωσε πολλές γυναίκες που αναζητούσαν τα χαµένα τους παιδιά στα αποκαΐδια.


62

Και ωραία και κοιµώµενη

«Η ωραία του κοιµώµενου δάσους» (La Βelle au bois dormant) είναι η σωστή µετάφραση του τίτλου στο παραµύθι του Περώ που γνωρίζουµε και αγαπάµε ως «Η ωραία κοιµωµένη». Οι βασιλείς, στην ιστορία, αποκτούν µια κόρη κι έρχονται οι µοίρες να της ευχηθούν, αλλά, δεν έχουν καλέσει την κακιά µάγισσα που φτάνει απρόσκλητη στην τελετή κι αντί για ευχή δίνει κατάρα στην Αυγή, όπως ονόµασαν το κοριτσάκι: Πριν κλείσει τα 16 θα τρυπήσει το δάχτυλό της σε ένα αδράχτι και θα πεθάνει. Τα αδράχτια εξαφανίστηκαν από το βασίλειο, όµως, η µάγισσα, όταν ήρθε η ώρα έστησε την παγίδα της και η Αυγή τρυπήθηκε από ένα αδράχτι.( το τρύπηµα στο δάχτυλο και το αίµα συµβολίζουν το ότι το κοριτσάκι γίνεται γυναίκα, όπως επισηµαίνουν οι αναλυτές του είδους). Το άψυχο σώµα του κοριτσιού ήταν σ’ έναν πύργο που τα τριαντάφυλλα µε τα αγκάθια τους είχαν φτιάξει γύρω του ένα προστατευτικό τείχος. Ήρθε το παλικάρι-ο πρίγκιπας- την έσωσε, παντρεύτηκαν και θα ζούσαν αυτοί καλά κι εµείς καλύτερα αν η άγνωστη συνέχεια του παραµυθιού δεν ήταν η ακόλουθη: Το νεαρό ζευγάρι αποκτά δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, όµως ο πρίγκιπας, κρατά µυστικά από τη γυναίκα του. Έχει κρύψει το γάµο του από τους γονείς του γιατί η µητέρα του είναι µια φοβερή

και τροµερή δράκαινα, η οποία το µαθαίνει, φυλακίζει την Αυγή και τα παιδιά της σ’ ένα ξύλινο σπίτι και ζητά από τον… σεφ της να τους µαγειρέψει όσο πιο νόστιµους και πικάντικους γίνεται. Ο σεφ δεν τους σκοτώνει και αντικαθιστά το ανθρώπινο µενού που του είχαν παραγγείλει µε αρνάκι, κατσικάκι κι ελαφάκι. Η βασίλισσαδράκαινα το καταλαβαίνει και βάζει φίδια να σκοτώσουν την οικογένεια του γιού της, αλλά, τελικά, πέφτει η ίδια στη φονική της παγίδα. Σε κάποιες από τις εκδοχές του παραµυθιού, τα παιδιά που γέννησε η Αυγή ήταν ο Ήλιος και η Σελήνη… Πολλά, λοιπόν, από τα παραµύθια γεννήθη-

καν µέσα από την σκοτεινή φαντασία των δηµιουργών τους και… στρογγύλεψαν στη συνέχεια. Όλα, όµως, έχουµε µάθει ότι αρχίζουν µε το «Μια φορά κι έναν καιρό», δηλαδή ο χρόνος και τα υπόλοιπα δεν ορίζονται από το παραµύθι αλλά από τον εκάστοτε ακροατή ή αναγνώστη. Και πάντα τελειώνουν µε εκείνο το ευλογηµένο ¨Κι έζησαν αυτοί καλά κι εµείς καλύτερα», δηλαδή για µας υπάρχει σχεδόν σε µόνιµη βάση ένα happy ending. Βέβαια, τα παραµύθια εκείνα που δεν έχουν –πια- σκοτεινή πλευρά , παρά µονάχα χρώµατα, εικόνες, λόγια σωστά και όµορφα ταιριασµένα για να µας προσφέρουν το ταξίδι… « Στα παραµύθια, η ψυχή διηγείται την ιστορία της», που έχει πει και ο Γιουνγκ…


ΑΝΟΙΧΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - Τεύχος 5  

Το Πέμπτο τεύχος της "Ανοιχτής Βιβλιοθήκης" του iReporter στα χέρια σας(και στις οθόνες σας). Μαζί και το "Παιδί & Εφηβος". Χρόνια Πολλά και...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you