Page 1

Η θεία Λένα στο Μουσείο Μπενάκη

Ταξίδι στα χρόνια της αθωότητας!

Υπεύθυνη: Μπέλλα Μηλοπούλου

Tάσος Λειβαδίτης: Αφιέρωµα

Μίλτος Σαχτούρης Ντίλαν Τόµας

Παναγιώτης Κονδύλης

Λευτέρης

Ξανθόπουλος

Χριστόφορος Μηλιώνης

Τάκης Καρβέλης Νατάσα Χατζιδάκι ∆ηµήτρης Γέρος

Μουσείο Τυπογραφίας: Μοναδικό

στην Ελλαδα

ΤΕΥΧΟΣ 6

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2017


Πρώτο βήµα στον δρόµο της γνώσης

Αρχείο Καβάφη: ανοιχτό και ζωντανό

T

ο 2017 είναι μια κρίσιμη χρονιά για την Ευρώπη (με πολλές και σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις και αποφάσεις). Και ειδικότερα για την Ελλάδα,καθώς θα πρέπει να δοθούν "αναπτυξιακές λύσεις" που θα σταθεροποιούν τα βήματα μας προς την έξοδο απο την πολύχρονη κρίση.Ο κόσμος της γνώσης στην Ελλάδα βρίσκεται σε μεγάλη δοκιμασία,όχι μόνο της μεγάλης κοινωνικο-οικονομικής κατάρρευσης, αλλά και εξαιτίας της αλλαγής των "εργαλείων" που μέχρι πρόσφατα ήταν δεδομένα και πλέον αντικαθίστανται απο τον κόσμο "των δικτύων"(με το internet of things όπως είναι γνωστό, οι κάθε είδους "συσκευές ή ρούχα κλπ" θα συνομιλούν μεταξύ τους παράγοντας ενα νέο "δίκτυο πληροφοριών"). «Προϊόν» άλλωστε αυτής της εποχής - που είναι σε μεταβατικό στάδιο - είναι και το περιοδικό μας που ξεφυλίζετε στα κινητά τηλέφωνα,τα tablet και φυσικά στις οθόνες των υπολογιστών. Η "Ανοιχτή Βιβλιοθήκη" είναι το πρώτο μας "βήμα" σε έναν νέο κόσμο που δημιουργείται σε παγκόσμιο επίπεδο. Το εγχείρημα μας είναι πολύ πιο δύσκολο στις σημερινές συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα,γιατί ακόμη δεν υπάρχουν έσοδα είτε απο διαφημίσεις,είτε απο επενδυτικές χορηγίες. Ελπίζουμε οτι αυτό θα αλλάξει σύντομα...(κάτι που θα μας επιτρέψει την ανάπτυξη μας). Η "Ανοιχτή Βιβλιοθήκη" - όπως και τα άλλα περιοδικά του iR που ετοιμάζονται - θα υποστηρίζεται απο τον νέο μας ιστότοπο http://mag4you.gr (το Mag προέρχεται απο την λέξη Magazines = Περιοδικά) που σημαίνει ο τίτλος μας στην ελληνική γλώσσα «Περιοδικά για εσένα». Ελπίζουμε να σας αρέσει,πολύ περισσότερο που σταδιακά εκεί μέσα θέλουμε να βρίσκεται ό,τι σας ενδιαφέρει.. Το "Παιδί & Εφηβος" σχεδιάζουμε να γίνει ενα νέο περιοδικό που θα αγκαλιάζει όλα τα ενδιαφέροντα των Παιδιών και των Εφήβων - οχι απλά τα βιβλία που γράφονται κυρίως γι αυτά. Είναι ίσως ένα απο τα πλέον ευαίσθητα "θέματα" για μια οικογένεια και μια κοινωνία, καθώς είναι οι ηλικίες που διαμορφώνονται οι χαρακτήρες αλλά και οι κατευθύνσεις κάθε ενήλικα. Καλό διάβασμα. Νίκος Καραμπάσης

T

ΕΚΔΟΤΗΣ: Νίκος Καραμπάσης ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ: Βασίλης Κ. Καλαμαράς ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΙΣ: Μπέλλα Μηλοπούλου ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: Βιβλιοθηκάριος Αναστασία Κυπαρίσση Χρήστος Κωνσταντίνου Αργυρώ Μαντόγλου Γιάννης Ν. Φέρτης Ελένη Χατζή Λάουρα Κόντη Αναστασία Παπανικολάου ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ: Δημήτρης Παπανικολάου ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ- ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Ευγενία Κανέλλη ΛΟΓΟΤΥΠΟ-ΕΞΩΦΥΛΛΟ: Constantin Xenakis ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ & ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ: Μαίρη Τσανακλίδου email:mtsanaklidou@gmail.com

iReporterWorld.com www.i-Reporter.gr www.facebook.com/ anoixtibibliothiki/

ο Αρχείο Καβάφη, το οποίο από το 2012 πέρασε στην περιουσία του Ιδρύματος Ωνάση, δεν αποτέλεσε ούτε μία χρονιά ένα «νεκρό» αρχείο. Με στόχο να προστατεύσει περί τα τέσσερις χιλιάδες χειρόγραφα, τον επιτέλεσε αποτελεσματικά, αφού είναι πλήρως ψηφιοποιημένα κι απ’ ό,τι μαθαίνουμε ανοιχτά προς έρευνα από κάθε μελετητή του καβαφικού έργου. Τα σεμινάρια, τα οποία άρχισαν από φέτος-παρακολουθήσαμε δύο απ’ αυτά-, οι διαλέξεις και τα μαθήματα σε σχολεία τονώνουν και αυξάνουν το ενδιαφέρον γιά τον διεθνή Έλληνα ποιητή, αφού το αίνιγμα «Κ. Π. Καβάφης» δεν έχει -κι ευτυχώς- απαντηθεί ακόμη. Οι δράσεις, διευθυντικά, οργανωτικά και επιστημονικά έχουν ονοματεπώνυμο: την Αφροδίτη Παναγιωτάκου (Σχεδιασμός Δράσεων Αρχείου), τον Δημήτρη Παπανικολάου (επιστημονικός σύμβουλος), τον Θοδωρή Χιώτη (Project Manager) και την Μαριάννα Χριστοφή (Assistant Project Manager). Όλες και όλοι νέοι άνθρωποι, πρόθυμοι, εξυπηρετικοί, ευγενικοί κι εν τούτοις απλοί και καθημερινοί, με τους οποίους χαίρεσαι να συνεργάζεσαι. Ο χώρος, όπου γίνονται τα σεμινάρια, η Ωνάσειος Βιβλιοθήκη, πραγματικό κόσμημα. Στεγάζεται σ’ ένα νεοκλασικό της Λεωφόρου Αμαλίας 56, στην είσοδο του πεζόδρομου της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Σ’ αυτό πραγματοποιούνται εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά και ενήλικες και άτομα με αναπηρία, φέρνοντάς τους σε επαφή με τη νεότερη ελληνική ιστορία και λογοτεχνία. Γιά το ερχόμενο καλοκαίρι, ετοιμάζεται από τώρα το Διεθνές Θερινό Σχολείο Καβάφη με θέμα «Ο Καβάφης στον κόσμο», το οποίο το «τρέχουν» ο Δημήτρης Παπανικολάου (Πανεπιστήμιο Οξφόρδης) και ο Στάθης Γουργουρής (Πανεπιστήμιο Κολούμπια). Είναι η πρώτη φορά που διοργανώνεται και θα πραγματοποιηθεί από τις 10 έως τις 17 Ιουλίου 2017. Οι εισηγητές, επιφανείς πανεπιστημιακοί και ερευνητές, θα διδάσκουν τρίωρα πρωϊνά σεμινάρια, ενώ οι δεκαπέντε συμμετέχοντες (διδακτορικοί, μεταδιδακτορικοί φοιητές και νέοι ερευνητές) θα παρουσιάζουν την εργασία τους στα απογευματινά εργαστήρια συμμετέχοντας ισότιμα στον επιστημονικό διάλογο. Η γλώσσα του Θερινού Σχολείου Καβάφη θα είναι η αγγλική. Προθεσμία υποβολής αιτήσεων: Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017. Μπορείτε να απευθύνεσθε στους Θοδωρή Χιώτη και Μαριάννα Χριστοφή στην ηλεκτρονική διεύθυνση: Kavafis@sgt.gr Βασίλης Κ. Καλαμαράς


3

Τάσος Λειβαδίτης

1922 - 1988

Ο

Του Απόστολου Μπενάτση*

Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης, υστερότοκος γιος του Λύσανδρου και της Βασιλικής, το γένος Κοντοπούλου, γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922. Ο πατέρας του ανήκε στη μεσοαστική τάξη κι ήταν υφασματέμπορος. Η μητέρα του, παντρεμένη για δεύτερη φορά, απόκτησε με το Λύσανδρο, εκτός από τον Τάσο, άλλα τρία παιδιά, το Δημήτρη, τον Αλέξανδρο και τη Χρυσαφένια. Ο Κωνσταντίνος, που ζούσε μαζί τους, ήταν από τον πρώτο γάμο της μητέρας του. Η οικογένεια του

ήταν εύπορη. Αργότερα όμως αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα. Το 1943 ο Τάσος Λειβαδίτης εισήχθη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παρακολούθησε νομικά για ένα χρόνο περίπου και άκουσε μαθήματα του Κων/νου Τσάτσου. Βιοτικές ανάγκες όμως και η συμμετοχή του στην εθνική αντίσταση τον απομάκρυναν από τις σπουδές του. Στην περίοδο των Δεκεμβριανών δεν ανήκε στους μάχιμους του Ε.Λ.Α.Σ., αλλά σε μια ομάδα της Ε.Π.Ο.Ν., που διοργάνωνε πολιτιστικές εκδηλώσεις και έκανε εράνους για τη συγκέντρωση τροφίμων. Με τη λήξη των Δεκεμβριανών συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές Χατζηκώστα.

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας αφέθηκε ελεύθερος. Η πιο ολοκληρωμένη δράση του στο χώρο της Αριστεράς άρχισε στη συνέχεια. Στη συντροφιά του εκείνη την εποχή συγκαταλέγονταν ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός και ο Κώστας Κοτζιάς. Στο μεταξύ παντρεύτηκε τη Μαρία Στούπα και απόκτησε τη μοναδική του κόρη, τη Βασιλική Λειβαδίτη. Τον Ιούνιο του 1948 συνελήφθη και εξορίστηκε στο Mούδρο, όπου κάθισε ένα χρόνο. Έγραφε στίχους και έκανε ποιητικά σχέδια. Το καλοκαίρι του 1949 μεταφέρθηκε με πολλούς άλλους στη Μακρόνησο. Ο χειμώνας εκείνη τη χρονιά ήταν πολύ σκληρός και συνοδεύονταν από την αρρώστια, τις εκτελέσεις και το φοβερό άνεμο για τον


4

Τάσος Λειβαδίτης

οποίο γίνεται λόγος στις πρώτες ποιητικές του συνθέσεις. Παρά τις κακουχίες ο ποιητής δεν υπέγραψε δήλωση και μεταφέρθηκε στη συνέχεια στον Αη Στράτη. Εκεί ολοκληρώθηκε η συγγραφή της ποιητικής σύνθεσης Μάχη στην άκρη της νύχτας, που είχε αρχίσει ήδη στη Μακρόνησο. Στον ίδιο χώρο θα γραφτεί και η δεύτερη ποιητική του σύνθεση Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας. Τα χειρόγραφα μετέφερε κρυφά στην Αθήνα η γυναίκα του. Στον Αη Στράτη άρχισε να σχεδιάζει και το Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, που ολοκληρώθηκε όμως αργότερα. Απ' τον Αη Στράτη μεταφέρθηκε στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Οι διώξεις όμως δε σταμάτησαν. Το Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Ο ίδιος ο ποιητής μάλιστα πέρασε από δίκη, που προκάλεσε το ενδιαφέρον όχι μόνο των στενών λογοτεχνικών κύκλων, αλλά και του ευρύτερου κοινού, τόσο μέσα όσο και έξω από την Ελλάδα. Τη δίκη παρακολούθησαν δημοσιογράφοι από πολλά μέρη του κόσμου, αλλά και ένα πλήθος συναγωνιστών του. Η κατηγορία στηρίχτηκε στον αναγκαστικό νόμο 509 «Περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του πολιτεύματος, του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Τελικά όμως το δικαστήριο τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών. Από το 1954 ο ποιητής εμφανιζόταν συστηματικά στις στήλες της εφημερίδας Η Αυγή ως κριτικός ποίησης. Το κλείσιμο της Αυγής από τη δικτατορία το 1967 είχε ως συνέπεια να χάσει τη δουλειά του. Από το 1969 ως το 1980 με το ψευδώνυμο Α. Ρόκος παρουσίαζε συνόψεις έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας στο περιοδικό Φαντάζιο. Του δόθηκε έτσι η ευκαιρία να ξαναδιαβάσει ένα πλήθος συγγραφέων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Γενικά η γνώση του Τάσου Λειβαδίτη γύρω από την παγκόσμια λογοτεχνία ήταν ευρύτατη. Γνώριζε καλά γαλλικά και οι προτιμήσεις του ήταν ο Ντοστογιέφσκι και ο Ρίλκε. Από το 1974 ως το 1980 συνέχισε την κριτική της ποίησης στην Αυγή. Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55, 15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το γεγονός δεν είναι τυχαίο, αφού στα Ελεύθερα Γράμματα συσπειρωνόταν μια ομάδα από αριστε¬ρούς διανοούμενους (Μανόλης Αναγνωστάκης, Νίκος Παππάς κ.ά.). Το κλίμα ακόμη του περιοδικού ήταν ευνοϊκό για τους νέους ποιητές. Το 1947 ο Τάσος Λειβαδίτης έγινε μέλος της ομάδας που έβγαλε τη βραχύβια περιοδική έκδοση Θεμέλιο και εκεί μετάφρασε το ποίημα του Loys Masson, «Επιτάφιος

Ο Τάσος Λειβαδίτης από τον Γιάννη Στεφανάκι Χαρακτικό σε λινόλεουμ, 2007 για τον Μωρίς Λανγκλουά, Ροζέ Ράντισαν και άλλους» (1947, 32). Στη Νέα Εστία δημοσίευσε μόνο ένα ποίημα με τίτλο «Η Κυρά της Όστριας» (1947, 917-918). Πρωτοστάτησε ακόμη στην έκδοση του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης του οποίου υπήρξε τακτικός συνεργάτης. Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο Μάχη στην άκρη της νύχτας. Δημοσίευσε με χρονολογική σειρά τις παρακάτω ποιητικές συλλογές: Μάχη στην άκρη της νύχτας, 1952 Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας, 1952 Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, 1953 Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, 1956 Συμφωνία αρ. 1, 1957 Οι γυναίκες με τ' αλογίσια μάτια, 1958 Καντάτα, 1960 25η ραψωδία της Οδύσσειας, 1963 Οι τελευταίοι, 1966 Νυχτερινός επισκέπτης, 1972 Σκοτεινή πράξη, 1974 Οι τρεις, 1975 Ο διάβολος με το κηροπήγιο, 1975 Βιολί για μονόχειρα, 1977

Ανακάλυψη, 1978 Ποιήματα (1958-1963), 1978 Εγχειρίδιο ευθανασίας, 1979 Ο τυφλός με το λύχνο, 1983 Βιολέτες για μια εποχή, 1985 Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, 1987 Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, 1990 (Εκδόθηκε μετά το θάνατο του ποιητή.) Το 1966 κυκλοφόρησε η μοναδική του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Το εκκρεμές. Το 1965 έχουμε μια πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των μέχρι το 1963 συλλογών καθώς και άλλων ποιημάτων της περιόδου 1950-1962, που τιτλοφορείται Ποίηση. Στην ανατύπωση του 1985 από τον «Κέδρο» προστέθηκαν ο υπότιτλος Τόμος πρώτος, η συλλογή Οι τελευταίοι καθώς και ποιήματα που δημοσιεύτηκαν το 1966 στην Επιθεώρηση Τέχνης. Ο τόμος διαιρείται σε δυο μέρη (1950-1956, 1957-1966). Το 1987 κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος, που περιλαμβάνει τις συλλογές που εκδόθηκαν από το 1972 ως το 1978. Ο τρίτος τόμος (1988) περιλαμβάνει τα έργα της περιόδου 1979-1987. Στίχοι του Τάσου Λειβαδίτη, που δεν περιλήφθηκαν σε καμιά συλλογή, μελοποιήθηκαν από το Μίκη Θεοδωράκη (Δραπετσώνα, Τα Λυρικά: κύκλος τραγουδιών αφιερωμένων στη γενιά της εθνικής αντίστασης). Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες: Ρωσικά, Ουγγρικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αλβανικά, Βουλγάρικα, Κινέζικα, Αγγλικά, Τουρκικά, κ.ά. Έγραψε ακόμη με τον Κώστα Κοτζιά τα σενάρια των ελληνικών ταινιών Ο θρίαμβος και Η συνοικία το όνειρο. Ο Τάσος Λειβαδίτης ανήκε στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Τιμήθηκε το 1955 με το πρώτο βραβείο ποίησης στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας της Βαρσοβίας για τη συλλογή Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου. Πήρε ακόμη το πρώτο βραβείο ποίησης του δήμου Αθηναίων για τη Συμφωνία αρ. 1, το δεύτερο κρατικό βραβείο ποίησης για το Βιολί για μονόχειρα και το πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης για τη συλλογή Εγχειρίδιο ευθανασίας. Μετά το 1972 συνεργάστηκε με τα περιοδικά Τραμ, Το Δέντρο και Η Λέξη. Ο θάνατος τον βρήκε στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών στις 30 Οκτωβρίου του 1988 (μετά από δυο εγχειρήσεις για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής). Άφησε αδημοσίευτη μια συλλογή (Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου), που εκδόθηκε στη συνέχεια. Τέλος το 1997 εκδόθηκε από τον Γιώργο Δουατζή το Απάνθισμα του Τάσου Λειβαδίτη και το 2008, το βιβλίο Συνομιλία με τον νυχτερινό επισκέπτη από τις εκδόσεις «Κέδρος»  O Απόστολος Μπενάτσης είναι Επίκουρος Καθηγητής


5

Τάσος Λειβαδίτης

Ε

Ο Λειβαδίτης όπως τον γνώρισα

Του Απόστολου Μπενάτση

ίναι Σεπτέμβρης του 1985, είμαι υπότροφος του Ι.Κ.Υ. και το θέμα της διδακτορικής μου διατριβής είναι Η ποιητική μυθολογία του Τάσου Λειβαδίτη. Από ανάγκη να γνωρίσω τον άνθρωπο και τον ποιητή ψάχνω να έρθω σε επαφή μαζί του. Βρίσκω τελικά το τηλέφωνό του. Κλείνεται το ραντεβού: «Στις 8 η ώρα το βράδυ» στο σπίτι του στην Αχαρνών. Χτυπάω το κουδούνι. Μου απαντά. «Έλα επάνω». Έκπληξη πρώτη: με περιμένει έξω από την πόρτα. Φοράει ένα κομψό γκρι παντελόνι και μπλε σακάκι. Στο λαιμό του ένα βυσσινί φουλάρι. Τρέχω σχεδόν

να τον συναντήσω. Χαμογελάει. Κάθεται στην αγαπημένη του πολυθρόνα· εγώ απέναντι στον καναπέ. Έρχεται η γυναίκα του, η Μαρία, φέρνει γλυκό και γκραντ μαρνιέ, το αγαπημένο του λικέρ. Του εξηγώ τους λόγους της επίσκεψή μου. Φιλοδοξώ να μελετήσω όλο του το έργο. Δεν έχουμε αρκετές βιβλιογραφικές αναφορές γι’ αυτό, του λέω. Του δείχνω το υλικό που έχω συγκεντρώσει. Η Μαρία με κοιτάζει εξεταστικά. Και τότε έρχεται η απάντηση: «Τώρα αναπνέω καλύτερα». Αρχίζει η συζήτηση. Κουβεντιάζουμε σαν καλοί φίλοι. Εγώ διψάω να μάθω. Αυτός χαίρεται τον ενθουσιασμό μου. Κάποια στιγμή όμως πρέπει να φύγω. Δε γίνεται όμως. Στη γειτονιά του μας περιμένει το ταβερνάκι. Φοράει το κα-

πέλο του. Δε θα ξεχάσω τον σχεδόν ιεροπρεπή τρόπο της ένδυσής του. Πηγαίνουμε στη ταβέρνα. Το φαγητό του λελογισμένο. Το ίδιο και το κρασί. Την άλλη μέρα μου είπε ότι είχε τηλεφωνήσει ήδη στον «Κέδρο», ώστε να πάρω από κει όλα του τα βιβλία. Τα πήρα, πήγα στο σπίτι του και μου έγραψε αφιέρωση. Από τότε γίναμε αχώριστοι. Γνώρισα την οικογένειά του, την κόρη του, τη Βάσω, το γαμπρό του, και τον αγαπημένο του εγγονό, το Στέλιο. Κάθε φορά που πήγαινα στο σπίτι του τους έβρισκα σχεδόν όλους εκεί. Δεν ήμουν πια ο επισκέπτης, ήμουν ο «Καθηγητής», όπως έλεγε η Μαρία, χωρίς να κρύβει τον ενθουσιασμό της και να με πειράζει. «Πως τρύπωσες εσύ εδώ;». Δεν ήμουν


6

Τάσος Λειβαδίτης

ασφαλώς ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Όταν η Μαρία έφευγε για να φέρει το ουίσκι, τη μόνη πολυτέλεια που επέτρεπε πλέον στον εαυτό του ο Τάσος, άρχιζε να μου ξετυλίγει το νήμα της ζωής του, μιλούσε για γνωριμίες από τα νεανικά του χρόνια, για τα πάρτυ που γινόταν, τις ερωτικές συναντήσεις, για την άρνησή του να υπογράψει δήλωση στα χρόνια της εξορίας. Η συζήτηση συνεχιζόταν. Θαρρούσες πως επιθυμούσε να γίνω το ταμείο της ζωής του, να μη μου ξεφύγει καμιά λεπτομέρεια. «Κάθομαι εδώ το βράδυ και δεν κοιμάμαι κι έρχονται να μου κάνουν συντροφιά όλοι οι αγαπημένοι μου που λείπουν. Τους βλέπω δίπλα μου». Κατάλαβα τα λόγια του, όταν αργότερα ολοκλήρωσα την μελέτη της ποίησής του, όταν συνειδητοποίησα τι ήταν γι’ αυτόν το συντροφικό όνειρο. Κι όσο περνούν τα χρόνια και βαδίζω κι εγώ προς τη δική του ηλικία το καταλαβαίνω καλύτερα. Παραπονιόταν κάποτε η Μαρία: «Αποστόλη, πες του, σε παρακαλώ, να μην παρουσιάζει έτσι τη μάνα και τον πατέρα του, με φτωχικά ρούχα». Και ο Τάσος χαμογελούσε. «Ποια μάνα και ποιος πατέρας, η ποίηση μεταστοιχειώνει». Γνώριζε πολύ καλά τι σημαίνει κυριολεκτική ανάγνωση, η οποία οδηγεί σε άσχετες συσχετίσεις με τη ζωή του συγγραφέα, και τι είναι η ανακάλυψη, πίσω από την επιφάνεια του κειμένου, της μυθολογίας και της ιδεολογίας ενός ποιητικού σύμπαντος. Τα χρόνια που ακολούθησαν οι συναντήσεις μας ήταν συνεχείς και στο σπίτι του και τηλεφωνικώς. Κάθε φορά που ήθελα μια πληροφορία για το έργο του τηλεφωνούσα. Στο σπίτι του υπήρχε ένα μεγάλο αρχείο. Το συγκέντρωνε η γυναίκα του, η Μαρία και το φρόντιζε σαν τα μάτια της. Οι συζητήσεις όμως για την ποίησή του συνεχίζονταν. Στην αρχή έπαιζα το ρόλο του μαθητή που προσπαθούσε να μάθει περισσότερα από το δάσκαλο. Στη συνέχεια όμως οι ρόλοι άλλαξαν. Τώρα είχα τη δική μου άποψη. Την άκουγε, πήγαινε στα κείμενα, την αναλύαμε. Κι ένα βράδυ ήρθε η απρόσμενη απάντηση: «Τέτοια συζήτηση για την ποίησή μου δεν την έκανα ποτέ στη ζωή μου». Τώρα πια άρχισε να μου ζητάει και αυτός κάτι, τις πρώτες εκδόσεις των έργων του που χάθηκαν στα δύσκολα χρόνια που πέρασε, κάποιες κριτικές που γράφτηκαν γι’ αυτόν στην «Αυγή». Το έκανα με ενθουσιασμό. Αντέγραφα κείμενα, έψαχνα σε βιβλιοθήκες. Μιλούσε για όλα αυτά και τα ξαναδιάβαζε με τη φρέσκια ματιά ενός παιδιού. Και ήλθε το Τσέρνομπιλ. Δεν επιθυμούσε να φάει κρέας. Του δίνω όσες πληροφορίες έχω από τους συναδέλφους του Φυσικού Τμήματος. «Ε δεν είναι και τρο-

Το σχέδιο του ποιητή έφτιαξε η Βασιλική Λειβαδίτη μερό πράγμα. Πρέπει να ξαναμπούμε στη ζωή μας», έλεγα. Δε με πολυπίστευε. Η Βάσω ανησυχεί. Παίρνω το λεωφορείο, τρέχω στην Αθήνα, τρώω μπροστά του τα πάντα, με ακολουθεί με ευχαρίστηση. Μου μιλάει, ένα βράδυ, για τα τραγούδια του. Για τη «Δραπετσώνα», για τα «Λυρικά». Άκουγε τη μουσική του Θεοδωράκη και την επένδυε με στίχους, μου είπε. Επιμένω πως τα κείμενα αυτά είναι θαυμάσια. Πρέπει να μπουν στις συλλογές του. Αρνείται. Η μελέτη του έργου του προχωράει για τα καλά. Βιάζεται να δει τελειωμένη τη διατριβή μου. Του πηγαίνω κείμενα. Τα διαβάζει. Αναπνέει πάντα καλύτερα, όπως λέει. Τώρα όμως αρχίζουμε να μιλάμε για την παγκόσμια ποίηση. Ξέρει πολύ καλά γαλλικά. Μερικές φορές μεταφράζει στίχους του στα γαλλικά για να ακούσει τους ήχους τους σε μια άλλη γλώσσα. Μιλάει για το Ντοστογιέφσκι, το Ρίλκε, το Ρίτσο. Πιστεύει πως η «Τέταρτη διάσταση» του Ρίτσου είναι σημαντικό έργο. Του αντιπαραθέτω τις δικές του «Βιολέτες». Κάνω το «βέβηλο»

συσχετισμό της μιας ποίησης με την άλλη. Βλέπω δικές του επιρροές σ’ όλη την ποίηση της γενιάς του. Επιμένω πως είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς. Χαμογελάει. Δε σχολιάζει. Παραπονιέται μόνο πως το έργο του δεν απασχόλησε τους κριτικούς, όσο ο ίδιος θα ήθελε. Μιλάω για το έργο της Σόνιας Ιλίνσκαγια, Η μοίρα μιας γενιάς, όπου το έργο του κυριαρχεί. Καταλαβαίνει την αμηχανία που νιώθουν όσοι ασχολούνται με την τρίτη περίοδο του έργου του. Ξέρει ότι πρόκειται για μια πιο ερμητική ποίηση. Είναι ωστόσο ευχαριστημένος με την επαινετικό τρόπο που γράφονται οι παρουσιάσεις των συλλογών του. Περιμένει όμως κάτι περισσότερο. Μια ξεχωριστή εμπειρία για μένα ήταν να τον ακούω να απαγγέλει. Διαβάζει τα αγαπημένα του ποιήματα από τον «Τυφλό με το λύχνο», από τις «Βιολέτες». Σε μια απ’ αυτές τις συναντήσεις μας ήταν μαζί μου και η γυναίκα μου. «Τι θα μας διαβάσετε απόψε;» τον ρωτάει η Λένα. «Ποιο θέλεις να ακούσεις;» είπε εκείνος. «Ξέρετε θα ήθελα το ‘Μη σημαδέψεις την καρδιά μου’». Ανοίγω το μαγνητόφωνο. «Για τη Λένα», λέει· και αρχίζει να απαγγέλει. Η διατριβή είναι έτοιμη. Κλείνουμε ραντεβού να του την πάω. Τηλεφωνεί η κόρη του, η Βάσω «Ο Μπαμπάς είναι στο νοσοκομείο, να συναντηθείτε όταν βγει. Μην ταλαιπωρηθείς». Εγώ όμως ανησυχώ. Δεν περίμενα να βγει από το νοσοκομείο, όπως με συμβούλευε η Βάσω. Πηγαίνω στο νοσοκομείο. Δεν ξέρω πού ακριβώς βρίσκεται. Ρωτάω στις πληροφορίες. Και τότε βρίσκω ένα κύριο, νεαρό στην ηλικία. Κρατάει στην αγκαλιά του τον Τάσο. Είναι ο Γιώργος Δουατζής. Δίνω στον Τάσο τη διατριβή. Την αγκάλιασε. Την έδειξε στη Μαρία, στο Γιώργο, στο προσωπικό του νοσοκομείου. Την επόμενη μέρα είχε διαβάσει το εισαγωγικό κεφάλαιο. Συμφωνήσαμε πως, όταν γίνει καλά, θα πήγαινα να τον πάρω με το δικό μου αυτοκίνητο. Θα ερχόταν στα Γιάννενα, αυτός που δεν έφευγε ποτέ από την Αθήνα. Μετά από μια μέρα, τηλεφωνώντας στο σπίτι του, έμαθα πως έφυγε από κοντά μας. Τα επόμενα χρόνια, κάθε φορά που πήγαινα στην Αθήνα, επισκεπτόμουν τη Μαρία και τη Βάσω. Με τίμησαν με τη φιλία και την εμπιστοσύνη τους. Στο πρώτο συμπόσιο που έγινε στα Γιάννενα για τον Τάσο, το Σεπτέμβρη του 1989, ήρθαν η Μαρία, η Βάσω, ο άντρας της και ο Στέλιος. «Ήρθα στο πόδι του, αφού είναι αδύνατον να έλθει εκείνος», μου είπε η Μαρία. Θαρρώ, Γιώργο, ότι από τα πιο σημαντικά πράγματα της ζωής μου ήταν η γνωριμία μου και η φιλία μου με τον Τάσο Λειβαδίτη. 


7

Για έναν καλύτερο κόσµο

Το συντροφικό όνειρο

Ο

Τάσος Λειβαδίτης

Του Απόστολου Μπενάτση

Τάσος Λειβαδίτης είναι ένας από τους πολυγραφότερους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Η πρώτη ποιητική συλλογή του κυκλοφόρησε το 1952. Έχει το χαρακτηριστικό τίτλο Μάχη στην άκρη της νύχτας. Με βάση τις τυπωμένες συλλογές μπορούμε να χωρίσουμε το έργο του σε τρεις περιόδους: α) Η περίοδος του μαχομένου (1952-1956). β) Η περίοδος της συνειδητοποίησης (19571966) και γ) Η περίοδος της εσωστρέφειας (1972-1987). Η συλλογή Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου που κυκλοφόρησε το 1990, μετά το θάνατο δηλαδή του ποιητή, εντάσσεται οργανικά στην τρίτη περίοδο. Τα πρώτα ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη, που δεν περιλαμβάνονται στις τυπωμένες συλλογές του, είναι ενταγμένα στο κλίμα της εθνικής ποιητικής παράδοσης. Και στις τρεις περιόδους του Τάσου Λειβαδίτη θα βρούμε πολλαπλές αναφορές στους συντρόφους του. Το λέξημα σύντροφοι παραπέμπει σύμφωνα με τα λεξικά σ' αυτόν που έχει αγωνιστεί για την επίτευξη ενός στόχου. Το λέξημα μάλιστα έχει ειδική σημασιοδότηση στο σύμπαν του Τάσου Λειβαδίτη. Παραπέμπει στους αγωνιστικούς του συντρόφους που έδωσαν τη ζωή τους για έναν καλύτερο κόσμο. Στην ποιητική σύνθεση Μάχη στην άκρη της νύχτας (1952) αρχικά ο ήρωας, είτε ατομικός είτε συλλογικός, βρίσκεται σε μια κατάσταση ισορροπίας. συμμετέχει στη διαδικασία της ζωής. πες μας κυρ-δεκανέα είναι πάντοτε όμορφα τα σαββατόβραδα στη γη γεμίζουν πάντα οι δρόμοι παιδιά και φυσαρμόνικες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σ' αυτές τις εικόνες της ζωής του ήρωα κυριαρχούν τα απλά πράγματα: η χαρά του σαββατόβραδου, το όνειρο ενός καλύτερου κόσμου, η ηρεμία της καθημερινότητας κι ο έρωτας που ενώνει τους ανθρώπους. Τώρα η κατάσταση έχει ανατραπεί και η πρωταγωνιστική μορφή έχει μεταφερθεί βίαια στους χώρους της εξορίας. Αν και οι βασικές μνήμες αυτής της περιόδου προέρχονται από τη Μακρόνησο, εντούτοις δεν περιορίζονται μόνο σ' αυτήν. Το ποιητικό υποκείμενο φιλοδοξεί να δώσει μια σύνθετη εικόνα της καταπίεσης στον ελληνικό χώρο, που αντιστοιχεί στους διωγμούς, τις φυλακίσεις και τα στρατόπεδα. Κυρίαρχη μορφή και εδώ είναι οι σύντροφοι: Μυρίζει τ' αναμμένο μέταλλο το χιονόνερο σιγανό ο ένας σέρνεται ο άλλος βογκάει ο ένας δυο τρύπες στο κεφάλι ο άλλος τα πόδια του αλλού Βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα σκηνικό διωγμών και βασανιστηρίων. Οι σκληρές εικόνες των εκτελέσεων, των πυρπολήσεων και των θυμάτων που κείτονται στο χώμα

σημασιοδοτούν έναν αρνητικό αντι-χώρο όπου βασανίζονται οι αγωνιστές. Το λεκτικό παιγνίδι: «ο ένας» - «ο άλλος», που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές, σημασιοδοτεί την αποπροσωποίηση των κρατουμένων που είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του στρατοπέδου. Οι σκηνές μαζικής εκτέλεσης με το χαρακτηριστικό ήχο του πολυβόλου («τα-τα-τα») και η νατουραλιστική διάθεση της αφήγησης επιτείνουν αυτό το εφιαλτικό κλίμα όπου οι αγωνιστές της αριστεράς δίνουν τη μάχη τους ενάντια στο θάνατο που τους παραμονεύει κάθε στιγμή. Δεν έχουν στραφεί όμως μόνο οι άνθρωποι εναντίον τους. Έχουν να αντιμετωπίσουν κι ένα εχθρικό φυσικό περιβάλλον. Ο άνεμος έπαιρνε τις σκηνές μας τις στήναμε και τις ξανάπαιρνε. Η ομίχλη περπατούσε κουτσαίνοντας πάνω στις πέτρες. Μεγάλα μαύρα συρματοπλέγματα αμπαρώναν τον ουρανό («Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας») Βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα εχθρικό πάνω και σ' ένα εξίσου εχθρικό κάτω. Στο χώρο του στρατοπέδου, ο ουρανός, ο άνεμος, η βροχή, η ομίχλη, η παγωνιά μετατρέπονται σ' ένα είδος συνεργών στα βασανιστήρια που επι-


8

Τάσος Λειβαδίτης

Εμείς Ναι, αγαπημένη μου, Εμείς γι' αυτά τα λίγα κι απλά πράγματα πολεμάμε για να μπορούμε νάχουμε μια πόρτα, ένα άστρο, ένα σκαμνί ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί ένα ήρεμο δρόμο το βράδι. Για νάχουμε ένα έρωτα που να μην μας τον λερώνουν ένα τραγούδι που να μπορούμε να το τραγουδάμε. vs αυτοί Όμως αυτοί σπάνε τις πόρτες μας πατάνε πάνω στον έρωτά μας. Πριν πούμε το τραγούδι μας μας σκοτώνουν. («Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας»)

βάλλει ο αντίμαχος στους κρατουμένους. Συντελούν ακόμη στην απομόνωση του ήρωα από τον έξω κόσμο. Κωδικοποιείται επομένως εδώ ένα βαθύ αίσθημα στέρησης. Η αποξένωση από τη φύση προβάλλει έμμεσα ως επακόλουθο του εγκλεισμού του συλλογικού υποκειμένου και του κοινωνικού του αποκλεισμού. Υπεύθυνοι για όλα αυτά είναι οι καταπιεστές που με τις φυλακίσεις και τις εξορίες γίνονται αίτιοι να διασπαστεί η αρχέγονη ενότητα ανθρώπου-φύσης στη συνείδηση των καταπιεζόμενων. Παρόλα αυτά όμως οι κρατούμενοι δε λυγίζουν. Ταυτόχρονα ο ατομικός ήρωας θα αποκτήσει ένα συμπαραστάτη: Πόσοι σύντροφοι αλήθεια κοντά στην ίδια λάμπα και στην ίδια ελπίδα μπροστά στο ίδιο ψωμί και στον ίδιο θάνατο την ώρα που κρυώναμε μας σκεπάσαν με τα μάτια τους την ώρα που πεινούσαμε μας μοιράσανε την καρδιά τους. Κι όταν είτανε να πεθάνουμε αυτοί μας μίλησαν για τη ζωή. Τότε κ' εμείς μπορέσαμε να πεθάνουμε. («Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας»)

Έχουμε μια κοινή τύχη των συντρόφων στους χώρους της εξορίας. Μοιράζονται το ίδιο ψωμί και την ίδια ελπίδα για ένα καλύτερο κόσμο. Σημασιοδοτείται ταυτόχρονα η υπέρβαση του θανάτου μέσα από την αγάπη για τη ζωή. Έχουμε εδώ την έκφραση της συντροφικότητας που αλλάζει τους ανθρώπους, μεταθέτοντας τον αγώνα σε επίπεδο ιδεολογίας και προσωπικών αισθημάτων. Επικοινωνούν οι σύντροφοι και το γεγονός αυτό τους κάνει να αντικρίζουν με θάρρος το θάνατο. Έλεγες πως θα πέθαινες ίσως νάχες κιόλας πεθάνει τόση είταν η νύχτα κ’ η βροχή ο άνεμος οι πληγωμένοι όταν ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι και να σφίγγει το δικό σου χέρι.

Και ήταν σαν να είχε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη. («Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας») Ο ήρωας δεν είναι πια μόνος. Συνειδητοποιεί πως αγωνίζεται μαζί με άλλους. Περνάει λοιπόν από το εγώ στο εμείς. Ανάμεσα ωστόσο στους συντρόφους παρεμβαίνουν τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας και γενικότερα όσοι αντιπροσωπεύουν τους νικητές της εμφύλιας διαμάχης. Ο διαχωρισμός του ποιητικού υποκείμενου είναι σαφής:

'Αη Στράτης, 1951

Αντιπαρατίθεται εδώ η ωμή βία στο μεγαλείο των συντρόφων, που εμφανίζονται ως οι υπερασπιστές των πιο βασικών αξιών της ζωής. Ο έρωτας, το τραγούδι, το σχολείο, οι χαρές της οικογενειακής ζωής βρίσκονται στο στόχαστρο των αντίμαχων που αντιπαθούν κάθε εκδήλωση της ζωής. Από την άλλη μεριά όσοι ανήκουν στην κατηγορία του εμείς είναι φορείς πολιτισμού. Η διαφορά αυτή έχει ως συνέπεια το μίσος των καταπιεστών, οι οποίοι φοβούνται τους νεκρούς συντρόφους του ήρωα που έχουν μεταβληθεί σε αγωνιστικά πρότυπα και έχουν γίνει ήρωες και μάρτυρες. Εξάλλου ο ήρωας είναι αυτός που τείνει το χέρι του στον Αντίμαχο. Θεωρεί ότι έχει ενταχθεί στο χώρο των νικητών της εμφύλιας διαμάχης κατά λάθος. Η θέση του είναι αλλού, στη μεριά δηλαδή των αγωνιστών, γιατί αυτό επιβάλλουν τα βιώματά του και η προέλευσή του. Χαρακτηριστικό είναι από την άποψη αυτή το ποίημα «Μη σημαδέψεις την καρδιά μου», που το παραθέτουμε ολόκληρο, γιατί το ξεχώριζε ο ίδιος ο Λειβαδίτης: Αδερφέ μου, σκοπέ αδερφέ μου, σκοπέ σ' ακούω να περπατάς πάνω στο χιόνι σ' ακούω πού βήχεις μες στην παγωνιά σε γνωρίζω, αδερφέ μου και με γνωρίζεις. Στοιχηματίζω ότι έχεις μια κοριτσίστικη φωτογραφία στην τσέπη σου. Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια καρδιά. Θυμάσαι; Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια είχα κάποτε ονειρευτεί να περπατήσουμε κοντά-κοντά


στο κούτελο σου ένα μικρό σημάδι απ' την σφεντόνα μου στο μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τα δάκρυα σου στην άκρη της αυλής μας έχουν ξεμείνει τα σκολιανά παπούτσια σου στον τοίχο του παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα με κιμωλία γραμμένα τα παιδικά μας όνειρα. Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τις σκάλες των υπουργείων το βράδι σταματάει στη γωνιά κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ' το καρότσι του πατέρα μου κοιτάζονται μια στιγμή και χαμογελάνε την ώρα που εσύ γεμίζεις τ' όπλο σου κ' ετοιμάζεσαι να με σκοτώσεις.

Βασίλεψαν τα πρωινά σου μάτια πίσω από ένα κράνος άλλαξες τα παιδικά σου χέρια μ' ένα σκληρό ντουφέκι πεινάμε κ' οι δυο για ένα χαμόγελο και μια μπουκιά ήσυχο ύπνο. Ακούω τώρα τις αρβύλες σου στο χιόνι σε λίγο θα πας να κοιμηθείς καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα σε συλλογίζομαι καθώς θ' ακουμπήσεις τ' όπλο σου στη γωνιά θα ξαναγίνεις ένα σπουργίτι. Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις χτύπα με άλλου μη σημαδέψεις την καρδιά μου. Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο. Δεν θάθελα να το λαβώσεις. Στη τελευταία συλλογή αυτής της περιόδου που έχει τον τίτλο Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1956) βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα κατάσταση στέρησης που σε ατομικό επίπεδο αντιστοιχεί στην προσπάθεια της εξουσίας να φιμώσει το υποκείμενο-ποιητή (απαγόρευση). Ο ήρωας όμως αρνείται να δεχτεί τις αποφάσεις των αρχών (παραβίαση) και συνεχίζει με συνέπεια το ποιητικό του πρόγραμμα. Πηγή έμπνευσης του ποιητικού υποκειμένου είναι οι σύντροφοι. Η ποίησή του αναφέρεται στους αντιφασιστικούς αγώνες. Έχει ακόμη ως υποκείμενο δράσης τους μάρτυρες της λευτεριάς. Μιλάει, τέλος, για την αντίσταση, την αδελφοσύνη και την ειρήνη: Αδέρφια απόψε δεν είμαι πια ποιητής Μου απαγορεύουν νάμαι ποιητής. …………………………………………………….. Τώρα ζητάνε να πάψω να τραγουδάω. Μα εγώ δεν είμαι πια ποιητής. Eγώ τραγουδάω

όπως περπατάει ένα ποτάμι όπως τινάζεται στον αέρα ένα βουνό. Τραγουδάω όπως γεννιέται κανείς όπως πεινάει όπως κρυώνει.

Τραγουδάω όπως ένας άλλος πεθαίνει. ……………………………………………. Τραγουδάω όλους έσας που αντισταθήκατε τραγουδάω τους άσπρους, τους μαύρους, τους κίτρινους τραγουδάω τήν ελπίδα που δέν έχει χρώμα τραγουδάω τό αίμα που σ' ολα τά γεωγραφικά σημεία είναι κόκκινο. Mε τό λαρύγγι μου πεταμένο έξω φαρδύ, σαν προκυμαία τραγουδάω την παγκόσμια άδερφωσύνη.

'Αη Στράτης, 1951. Ο Τάσος Λειβαδίτης εξόριστος, με τη γυναίκα του Μαρία και την κόρη τους Βάσω

Το 1957 παρατηρούμε μια μεταβολή στο όραμα του κόσμου στο έργο του Τάσου Λειβαδίτη. Στη Συμφωνία αρ. 1 (1957) περιγράφεται αρχικά η περίοδος του αγώνα. Η συλλογική δράση και η συντροφικότητα τροφοδοτούν την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Τα κειμενικά δεδομένα μας αποκαλύπτουν μια σιωπηρή σύμβαση που δηλώνει μια αυτόβουλη στράτευση του συλλογικού ήρωα στον αγώνα και τους στόχους του. και τραγουδούσαμε όλοι μαζί κι ελπίζαμε όλοι μαζί και πέφταμε όλοι μαζί. ............................................................................................... πλημμυρισμένες οι πλατείες από χειρονομίες κι οράματα Η ήττα όμως που θα ακολουθήσει έχει αρνητικές συνέπειες. Σε συλλογικό επίπεδο επικρατεί η στέρηση, η δυστυχία και η σύγχυση. Κρίση παρατηρείται και στις εσωτερικές σχέσεις του αριστερού κινήματος. Υπάρχει ακόμη η ελπίδα ότι με το πέρασμα του χρόνου θα ξεπεραστούν οι αρνητικές συνέπειες της ήττας. Δηλώνεται η αγωνιστική συνέπεια των αγωνιστών, οι οποίοι, παρά τις δοκιμασίες που περνούν, μένουν πιστοί στους στόχους και τα οράματα του αγώνα. Θα πρέπει ακόμη να επισημάνουμε εδώ τη λειτουργία των νεκρών του αγώνα: Κοιμηθείτε σύντροφοι, διπλωμένοι το ακατάλυτο σάβανο της λαϊκής ευγνωμοσύνης. ............................................................................................. σύντροφοι ακριβοί μου πάνω στ' ανήμπορα γυμνά σας γόνατα σαν ανοιχτό ευαγγέλιο ακουμπάει η γη. Ο Λειβαδίτης υμνεί τους νεκρούς του συντρόφους, που αποκτούν εδώ διαστάσεις κοσμογονικές και αποκτούν την ιερότητα του ευαγγελίου καθώς και την απλότητα και την απεραντοσύνη του δημοτικού τραγουδιού. Χαρακτηριστικό δείγμα της συνέχειας του αγώνα απο-

9

Τάσος Λειβαδίτης


10

Τάσος Λειβαδίτης

τελεί ο ήρωας της Καντάτας (1960). Ζώντας σε μια κοινωνία στέρησης και δυστυχίας έρχεται αντιμέτωπος με τους κυρίαρχους μηχανισμούς του αστικού καθεστώτος. Οι «άντρες με τις καπαρντίνες και τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες» τον συλλαμβάνουν και τον φυλακίζουν. Αντιπροσωπεύουν έναν από τους πολλούς Αντίμαχους που θα συναντήσουμε στην Καντάτα. Πρόκειται για τα εκτελεστικά όργανα της εξουσίας, τα οποία με τις «καπαρντίνες» και τα «τυφλά τους μάτια» αποτελούν στερεότυπα αναπαράστασης των καταδιωκτικών αρχών. Ο ήρωας μεταφέρεται σ' ένα κελί όπου βασανίζεται για να αποκαλύψει τα όπλα, τα οποία κατά την αντίληψη των ανακριτών θα στρέψει εναντίον της εξουσίας. Τα βασανιστήρια συνεχίζονται σαράντα μέρες. Το υποκείμενο τελικά δε θα υποκύψει στις δοκιμασίες της φυλακής γι' αυτό και το οδηγούν στο δικαστήριο. 58. Κι οι δικαστές μόλις εκείνος μπήκε, σκύψαν και κάτι μίλησαν μεταξύ τους. 59. Και τον ερώτησαν: Είσαστε πολλοί; 60. Κι αυτός, κανείς δεν ξέρει αν από σύμπτωση ή ίσως για ν' απαντήσει, έδειξε έξω από το παράθυρο. 61. το πλήθος. 62. Κι οι δικαστές φώναξαν: τι χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων; 63. Και θυμήθηκαν, τότε, πως τούτος ο λόγος είχε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ξανά ειπωθεί. 64. Και τους πήρε φόβος μεγάλος.

Στο δικαστήριο δεν εφαρμόζεται κανένας νόμος. Η απόφαση βγαίνει εύκολα, πράγμα που σημαίνει ότι η δίκη ήταν στημένη και η απόφαση είχε ληφθεί εκ των προτέρων. Επαναλαμβάνεται εδώ η ίδια παρωδία που αιώνες πριν είχε παιχτεί στη δίκη του Χριστού. Ο φόβος ακόμη των δικαστών δηλώνει την αθωότητα του πρωταγωνιστή. Επομένως σε μυθικό επίπεδο έχουμε τη νίκη του ήρωα. Η δικαιοσύνη του Αντίμαχου γελοιοποιείται. 71. Και τον οδήγησαν, μαζί με δυο άλλους συντρόφους του, σ' ένα μικρό λόφο, λίγο πιο έξω απ' την πόλη. .................................................................................... 85. Κι ο επικεφαλής πήγε και στάθηκε πλάι στο απόσπασμα. Κι έδωσε το παράγγελμα: 87. Επί σκοπόν! 88. Οι τρεις σύντροφοι, τότε, γύρισαν και κοιτάχτηκαν μια στιγμή. 89. Κι ύστερα στρέψαν πάλι τα μάτια τους μπροστά, κοιτάζοντας πάνω απ' τα κράνη του αποσπάσματος, μακριά, 90. το μέλλον.

91. Πυρ! (Παύση)

92. Κι ήταν η ώρα που κάθε μέρα βγαίνει ο ολόλαμπρος ήλιος 93. Κι αρχίζει η ζωή.

Ο πρωταγωνιστής μαζί με άλλους δυο στήνονται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Δυο στοιχεία προβάλλονται εδώ: η περιφρόνηση του θανάτου και η γνώση της μελλοντικής δικαίωσης. Σε μια στιγμή λίγων δευτερολέπτων το υποκείμενο οραματίζεται το μέλλον, τότε που θα δικαιωθούν όσοι θυσιάστηκαν. Αλλά και στο φυσικό επίπεδο υπάρχουν σημάδια που δηλώνουν τη μελλοντική δικαίωση του ήρωα. Η εκτέλεσή

του γίνεται την άνοιξη. Η άνοιξη σε σημασιακό επίπεδο σημαίνει τη φυσική αναγέννηση και κατ' επέκταση τη συνέχεια της ζωής. Ο θάνατος ακόμη τον βρίσκει τη στιγμή που βγαίνει ένας ολόλαμπρος ήλιος. Η φύση επομένως δηλώνει ότι με το θάνατό του ο ήρωας γίνεται πρόξενος μιας νέας ζωής και ότι κάποτε θα έλθει η δικαίωση. Στο πραγματικό λοιπόν επίπεδο έχουμε την ήττα και το θάνατο του ήρωα στο μυθικό όμως επίπεδο σημασιοδοτείται η ηθική του νίκη. Πραγματικά, τη θέση του θα πάρει ένας άλλος αγωνιστής. Έχουμε δηλαδή ένα νέο ήρωα που συνδηλώνει μια καινούρια αρχή. Το μήνυμα της Καντάτας είναι σαφές. Ένας πέφτει, άλλος έρχεται στη θέση του κι ο αγώνας συνεχίζεται από τους ταπεινούς ανθρώπους. Το βιβλικό, τέλος, ύφος της Καντάτας μάς παραπέμπει στην έννοια ευαγγέλιο. Θα πρέπει όμως να κάνουμε μια σαφή διάκριση. Πρόκειται για το ευαγγέλιο των κοινωνικών αγώνων, που δεν παραπέμπει σε μια μεταφυσική δικαίωση, αλλά σε μια υλική δικαίωση των αγωνιστών της αριστεράς πάνω στη γη. Θα έρθει κάποια στιγμή που ο αγώνας του ήρωα θα δικαιωθεί και θα επικρατήσουν οι αξίες για τις οποίες αγωνίστηκε. Αυτή την προσδοκία κι αυτό το μήνυμα προβάλλει σε μυθικό επίπεδο η Καντάτα. Δεν έχουμε επομένως στην περίοδο αυτή μια «ποίηση της ήττας», αλλά μια ποίηση της συνειδητοποίησης. Ο ήρωας συνειδητοποιεί τον ηρωισμό του παρελθόντος και τη ρευστότητα του παρόντος. Δεν αποθαρρύνεται όμως με όσα συμβαίνουν γύρω του. Βλέπει ότι υπάρχει ένας αγωνιστικός πυρήνας που αντιστέκεται. Αυτό τον κάνει να ελπίζει στη μελλοντική του δικαίωση. Τα κειμενικά δεδομένα δείχνουν μια συγκρατημένη αισιοδοξία. Η συμβιβασμένη και η αλλοτριωμένη ζωή εξάλλου, η επιβίωση με κάθε τίμημα, είναι μια κατάσταση ανυπόφορη όσο η συνείδηση και η μνήμη των υποκειμένων διατηρούν τη σπίθα των παλιών οραμάτων ή το αίτημα για μια ακέραιη αυθεντική ζωή. Συγκρίνοντας την πρώτη και τη δεύτερη περίοδο της ποίησης του Τάσου Λειβαδίτη παρατηρούμε ότι το ποιητικό κλίμα έχει αλλάξει. Δεν έχουμε πια μια «απλή αναπαράσταση της ζωής», αλλά μια «σύνθετη διαμόρφωσή της». Δεν κινούμαστε δηλαδή στο χώρο της εξωδεκτικότητας, αλλά της εσωδεκτικότητας (intéroceptivité). Προβάλλονται δηλαδή στην ποίηση τα εσωτερικά δεδομένα όχι ως προερχόμενα κατευθείαν από τον εξωτερικό κόσμο, αλλά μετασχηματισμένα. Με το Νυχτερινό επισκέπτη (1972) έχουμε ουσιαστικές αλλαγές στη μορφή και τη θεματική της ποίησης του Τάσου


εγώ τους έδειχνα πώς να βγάζουν έξω το χρυσάφι - τσιμουδιά, αλλά στο άσυλο είχαμε πολύ. Τα τσιγάρα βέβαια δεν τα κάπνιζα, τα φύλαγα για τους συντρόφους μου - όλους νεκρούς, απ' την Καντόνα ως το Γουαλδακιβίρ («Μυστικές προμήθειες»)

Λειβαδίτη. Καθιερώνει τώρα το ολιγόστιχο ποίημα απέναντι στις πολύστιχες συνθέσεις του παρελθόντος. Οι συλλογές περιλαμβάνουν ένα πλήθος ποιημάτων με διαφορετική θεματική. Το γεγονός αυτό προκαλεί κάποτε δυσεπίλυτα προβλήματα σε όσους επιμένουν να θεωρούν ότι υποκείμενο-ήρωας των συλλογών είναι ο Tάσος Λειβαδίτης. Διαφωτιστικοί είναι από την άποψη αυτή οι παρακάτω στίχοι από το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα (1987).

Αυτή η συνύπαρξη λογικών και μη λογικών καταστάσεων, όπου τα όρια ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο είναι δυσδιάκριτα για τον ήρωα τουλάχιστον του ποιήματος, συνδηλώνουν τον ιδιαίτερο δεσμό με τους νεκρούς συντρόφους. Το ποιητικό υποκείμενο δε μπορεί να τους διαγράψει από τη ζωή του. Τους θυμάται σε κάθε ενέργειά του. Ακόμη και όταν οι σύντροφοι απουσιάζουν σωματικά είναι παρόντες στη συνείδησή του. Τα κείμενα του Λειβαδίτη δεν είναι πάντοτε προσπελάσιμα με πρώτη ανάγνωση. Το ίδιο συμβαίνει και με την περίπτωση των νεκρών συντρόφων: Κι εσείς νεκροί μου σύντροφοι, καμιά φορά βαδίζω μαζί σας και το παλτό μου ανοίγει σαν φτερούγα, Ύστερα ακουμπάω κάπου και ονειροπολώ ή μοιράζω την αστροφεγγιά στους άτυχους αυτού του κόσμου («Νυχτερινά προνόμια»)

οι γέφυρες τη νύχτα μοιάζουν με τα ηνία ενός μεγάλου αμαξιού, ποιος το οδηγεί; πού μας πάει; στις γωνιές παραμονεύουν εκείνοι που ξεχάσαμε, το μέλλον είναι ένα κήπος που επιτέλους αναπαύονται οι νικημένοι κι υπάρχουν μερικοί που παραδόξως νομίζουν ότι είμαι εγώ ας τους αφήσουμε στην πλάνη τους.

Στην ποίηση της τρίτη περίοδο του Λειβαδίτη γίνεται λόγος για όσους επέζησαν της εμφύλιας διαμάχης. Το παρακάτω ποίημα από τον Τυφλό με το λύχνο είναι χαρακτηριστικό: Και τώρα που ξεμπερδέψαμε πια με τα μεγάλα λόγια, τους άθλους, τα όνειρα, καιρός να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας— άλλα, μάταια, το σχέδιο της πόλης άλλαξε, κατά που πέφτει ό δρόμος που αγαπηθήκαμε παιδιά, πού πήγε ό άνεμος που σκόρπισε τόσους συντρόφους, υπάρχει ακόμα ό κόσμος;— τώρα στη γλώσσα μας μπερδεύονται παλιά τραγούδια, κανείς δε μας καταλαβαίνει και μόνο τα παιδιά μαντεύουν πιο πολλά, μα μεγαλώνουν γρήγορα και τα πουλιά πετάνε για να μη θυμούνται — ένα τέτοιο παρελθόν και δεν απόμεινε παρά λίγη στάχτη, οπού σκυμμένοι τα βράδια σχεδιαζουμε σημαίες, άστρα, λόφους, άλογα, κι ανάμεσα τους την τύψη ότι δεν τα δώσαμε όλα ελευθερώνοντας έτσι όρκους αλλοτινούς και τις πιο ωραίες χειρονομίες του μέλλοντος. («Ένα μεγάλο παρελθόν»)

Έχουμε εδώ μερικά από τα βασικά θέματα της ποίησης του Λειβαδίτη. Την αλλαγή της πόλης, τη νοσταλγία των πρώτων παιδικών ερώτων, το χαμό τόσων συντρόφων. Ο ήρωας δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους συγχρόνους του γιατί μιλάει μια διαφορετική γλώσσα από αυτούς. Τα τραγούδια θυμίζουν το παρελθόν. Τα παιδιά μεγαλώνουν γρήγορα, πράγμα που σημαίνει ότι χάνουν γρήγορα την αθωότητα και από το ένδοξο παρελθόν δεν έχει απομείνει παρά λίγη στάχτη. Αν μείνει κανείς σ’ αυτές τις διαπιστώσεις θα μπορούσε να συμπεράνει ότι έχουμε εδώ μια τρυφερή μελαγχολία που συνοδεύεται από μια απαισιόδοξη διάθεση. Το ποίημα

στηρίζεται ωστόσο σε μια βασική αντίθεση. Μέσα σ' αυτό το κλίμα της σαρωτικής αλλαγής το ποιητικό υποκείμενο συνεχίζει να σχεδιάζει «σημαίες, άστρα, λόφους, άλογα». Τα λεξήματα αυτά ασφαλώς παραπέμπουν σε νέους αγώνες που γίνονται όμως σε διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες. Η τύχη ακόμη σημασιοδοτεί μια κατάσταση στέρησης που ελευθερώνει τους παλιούς αγωνιστικούς όρκους, αλλά και μελλοντικές κινήσεις που συγκινούν τον αφηγητή. Μπορεί αυτές να μην αλλάξουν τον κόσμο, αλλά είναι ωραίες. Την ίδια σύνδεση με το ηρωικό παρελθόν θα συναντήσουμε σε έναν έγκλειστο σε άσυλο. Ήταν τις μέρες που ανακαινίζαν το άσυλο. Οι ελαιχρωματι- στές μας φέρονταν καλά, μας κουβεντιάζανε, μας έδιναν τσιγάρα,

Η παρουσία των νεκρών ανάμεσα μας είναι γνωστό θέμα στη νεοελληνική ποίηση. Εδώ μάλιστα εμφανίζονται με μια διπλή ιδιότητα· είναι άτομα που έχουν ανάγκη από προστασία, γι’ αυτό και το ποιητικό υποκείμενο τους κρατάει προστατευτικά κάτω από το παλτό του, αλλά ταυτόχρονα είναι και οι ευεργετικές εκείνες δυνάμεις που μετασχηματίζουν το υποκείμενο και το κάνουν να ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο ή να παρέχει ευεργεσίες στους άτυχους αυτού του κόσμου μας. Η αστροφεγγιά ταυτόχρονα συνδέεται με το φως που κατευθύνει και οδηγεί τους ανθρώπους. Επομένως οι νεκροί σύντροφοι είναι οι φάροι και οι οδηγοί σ' αυτό τον κόσμο. Γι’ αυτό και ο εκφωνητής λαμβάνει τόσα μέτρα προφύλαξης. Κάτω από το παλτό του κρατάει ένα πολύτιμο αντικείμενο. Η κατάσταση αυτή είναι εμφανής ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο. Το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται σε κατάσταση μέθης. Είναι επομένως αδύνατο να προσανατολιστεί και να προχωρήσει με ασφάλεια. Ακόμη όμως και σ' αυτές τις δύσκολες προσωπικές στιγμές οι νεκροί του αναλαμβάνουν το ρόλο του συμπαραστάτη που και εδώ εμφανίζεται με τη μορφή του οδηγού. Χαρακτηριστικό από την άποψη αυτή είναι το ποίημα «Ασφαλής κατεύθυνση», που ο Τάσος Λειβαδίτης αφιερώνει στη μνήμη των αδελφών του Ντίνου, Μίμη και Αλέκου:

11

Τάσος Λειβαδίτης


12

Τάσος Λειβαδίτης

Από αριστερά: O M. Πρατικάκης, o Γ. Ρίτσος με τη γυναίκα του ποιητή Μαρία και ο Γ. Δουατζής Κι επειδή τα οικονομικά μου πήγαιναν όλο και στο χειρότερο, άρχισα να γίνομαι εφευρετικός: κατέβαινα, λόγου χάρη, στο υπόγειο όπου βρισκόταν ένα παλιό χαλασμένο ρολόι, το έβαζα στην πιο κρίσιμη ώρα και περίμενα — κι ας είναι ευλογημένο τ' όνομα του Θεού, ποτέ δεν έπεσα έξω, υστέρα, υπερήφανος, πήγαινα στο οινομαγειρείο, όπου ο ατμός απ' τις κατσαρόλες με γέμιζε θρησκευτικές σκέψεις, συνωστιζόταν ο φτωχόκοσμος, μέθυσοι με ποδοπατημένα καπέλα, λόγια χιλιοειπωμένα σαν τις εποχές, ώσπου, τέλος, πιωμένος, έπαιρνα από πίσω κάποιον απ' τους νεκρούς μου κι έτσι έβρισκα πάντα το σπίτι μου...

Οι σύντροφοι είναι ακόμη εκείνοι που μέσα σ' ένα κόσμο διάλυσης και αδιαφορίας θα εμψυχώνουν το ποιητικό υποκείμενο: Κάποτε θα πάρουμε ένα γράμμα, θα 'ναι από μιαν άλλη εποχή, θα το ακουμπήσουμε στο τραπέζι αμήχανοι, θα σκεφτούμε πόσο είμαστε ξένοι, οι λέξεις θα έχουν γίνει φαντάσματα στο δρόμο θα βρίσκεις καμία φορά ένα επισκεπτήριο, αλλά δε θα 'χουμε μνήμη, τα καφενεία άδεια σαν τοπία του υπερπέραν και μόνον εγώ , τότε, ο τρελός θα σηκωθώ και θα φωνάξω: «σύντροφοι», σαν ν' απαντάω στην ατέλειωτη αυτή σιωπή...

Το ημερολόγιο θα δείχνει Οκτώβριο με τα μαραμένα φύλλα και τις εξεγέρσεις. («Εις μνήμην»)

Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε εδώ μια γενικότερη αδυναμία επικοινωνίας. Τα μηνύματα φτάνουν από το παρελθόν, αλλά δεν είναι κατανοητά στη σημερινή εποχή, οι λέξεις έχουν χάσει το νόημα τους και είναι κενές περιεχομένου, τα καφενεία, χώρος αναψυχής και λύτρωσης στην ποίηση του Λειβαδίτη, είναι άδεια. Μόνη εξαίρεση σ' αυτή την κατάσταση αποτελεί το ποιητικό υποκείμενο. Αυτό παραμένει προσκολλημένο στους συντρόφους του και αναπολεί τον Οκτώβριο και τη μεγάλη οκτωβριανή επανάσταση. Το συντροφικό όνειρο είναι τόσο ισχυρό που ακόμη και τα φυσικά φαινόμενα όπως οι σεισμοί μετασχηματίζονται σε αγωνιστικά μηνύματα: Καμιά φορά ενώ είναι ησυχία, το σπίτι τραντάζεται άξαφνα, τα ποτήρια τρέμουν πάνω στο τραπέζι, ένα κάδρο μετακινείται και τότε σκέφτομαι πώς κάποιοι είναι έξω και βαδίζουν, είναι έξω και βαδίζουν προς νέες εποχές. («Εποχές») Ο Λειβαδίτης όπως και ο Αναγνωστάκης και άλλοι

ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς είναι αυτοί που θα αρνηθούν ότι υπήρξαν νικημένοι. Δεν υπάρχει γι’ αυτούς ποίηση της «ήττας»: ...Αλλά δε θα ξεχάσω ποτέ μια νύχτα σ' εκείνη τη μεγάλη εξέγερση, οι τραυματιοφορείς μ' ακούμπησαν για μια στιγμή κάτω και τότε κοίταξα τ' άστρα, Θεέ μου, πώς έλαμπαν, και ξαφνικά δε μ' ένοιαζε που είχαμε νικηθεί, «όλο το άπειρο είναι δικό μας», είπα μέσα μου κι έκανα όρκο να φέρω ως το τέλος τοπεπρωμένο μου. («Το θλιμμένο γραμματοκιβώτιο») Το «άπειρο» για το οποίο γίνεται λόγος στο ποίημα συνδηλώνει τους μεγάλους στόχους και τις κοσμικές διαστάσεις του αγωνιστικού οράματος που δε χάνονται με μια αποτυχία. Νέοι στόχοι τίθενται κάθε φορά και ο αγώνας συνεχίζεται μέσα σε διαφορετικές συνθήκες. Το θέμα του αγώνα θα επανέλθει συχνά στην ποίηση της τρίτης περιόδου. Χαρακτηριστική είναι ωστόσο η τρυφερότητα με την οποία μιλάει στις Βιολέτες για μια εποχή (1985) το ποιητικό υποκείμενο: Σελίδες από μια χαμένη επανάσταση που στα περιθώρια γράψαμε κι εμείς τη ζωή μας(«Εποχή») Τελικά δεν είμαι παρά ένας σύντροφος τρελός από καλύτερες μέρες. («Ο φρουρός των ημερών») ω γενιά μου χαμένη - πήραμε μεγάλους δρόμους, μείναμε στη μέση («Τα μοναχικά βήματα») κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ' την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά απ' αυτό το πάθος για κάτι πιο μακρινό («Αντίο») Το κοινό τάξημα αυτών των παραθεμάτων είναι ο αγώνας. Η επανάσταση έχει χαθεί. Το ποιητικό υποκείμενο σημειώνει με μετριοφροσύνη ότι το όνομά του δεν έχει περιληφθεί στις σελίδες της ιστορίας που θ' αναφέρονται σ' αυτήν, αλλά η ζωή του έχει σημαδευτεί από τον αγώνα. Ιδιαίτερος είναι ο δεσμός του με τους νεκρούς συντρόφους. Όταν τους θυμάται βγάζει φτερά. Είναι τα πρότυπα που μπορεί να προσφέρει στους συνανθρώπους του και να φωτίσει το δρόμο τους. Το υποκείμενο ακόμη αξιολογεί τα γεγονότα. Ο αγώνας χάθηκε γιατί ήταν μια προσπάθεια που ξεπερνούσε τις ανθρώπινες δυνατότητες. Η ήττα ήταν αποτέλεσμα του πόθου για τα μεγάλα και τα αδύνατα. Οι παλιοί σύντροφοι δεν πέθαναν, αλλά κατοικούν τώρα στο βάθος των δρόμων όποιον κι αν πάρεις θα τους συναντήσεις («Αθανασία»)


Οι στίχοι από τα Χειρόγραφα του Φθινωπόρου ενέχουν μια αντίφαση. Τα βάθος των δρόμων παραπέμπει σ' ένα είδος απόκρυψης, σε κάτι μακρινό που δε βρίσκεται στο προσκήνιο και δεν είναι ορατό με πρώτη ματιά. Ταυτόχρονα συνδηλώνεται εδώ το προσεγγίσιμο και το προσπελάσιμο αυτών των μορφών που οδηγεί σε μια άμεση επικοινωνία από τη μεριά του ποιητικού υποκειμένου. Αυτή η συνύπαρξη του μυστικού, υπάρχουν αλλά δε φαίνονται και του αληθινού, υπάρχουν και φαίνονται στη συνείδηση του ποιητικού υποκειμένου, σημασιοδοτεί μια αγωνιστική παράδοση που είναι πάντοτε ζωντανή. Αυτοί οι σύντροφοι έχουν κερδίσει την αθανασία όχι στους πολύβουους δρόμους που ταυτίζονται με την ταραχή των μεγαλουπόλεων και την κυριαρχία των νόμων της αγοράς, αλλά μέσα στην ησυχία του μακρινού και του ήρεμου. Όσοι γνωρίζουν, τους βρίσκουν πάντοτε μπροστά τους οδηγούς και συμπαραστάτες. Με τον τρόπο αυτό η ποίηση της τρίτης περιόδου συνδέεται με τη θεματική της πρώτης περιόδου όπου διαβάζουμε στίχους όπως: Κοιμήσου τώρα πλάι στον Λένιν, σύντροφε. Πλάι στους συντρόφους της Καντώνας που μπρος στα πολυβόλα τραγουδούσαν τη Διεθνή. («Συντροφικό τραγούδι») Το θέμα αυτό μάλιστα απασχολεί το ποιητικό υποκείμενο από το 1977 όταν στα Λυρικά που μελοποιήθηκαν από το Μίκη Θεοδωράκη θα γράψει: χαμένη γενιά τραγουδάς χαμένη γενιά πού με πας Το παλιό συντροφικό όνειρο λοιπόν συγκινεί το ποιητικό υποκείμενο. Αποτελεί πηγή έμπνευσης, οδηγό και στήριγμα στη ζωή. Στην τελευταία συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη, που έχει τον τίτλο, Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου (1990), είναι διάχυτη η συγκίνηση από την ανάμνηση ενός κόσμου που φεύγει και το ποιητικό υποκείμενο αγωνίζεται να τον κρατήσει κοντά του, μέσα από την ποιητική διαδικασία. Ταυτόχρονα έχουμε και μια τρυφερή αναπόληση όλων σχεδόν των θεμάτων που το απασχόλησαν κατά τη μακρόχρονη ποιητική του πορεία. Ενδεικτικό είναι από την άποψη αυτή οι παρακάτω στίχοι από το «Αφιέρωμα» όπου και εδώ γίνεται λόγος για τους συντρόφους του αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο: Σε εκείνους που μέσα σε θυελλώδεις νύχτες εξεγέρσεων ψάχνουν για ένα φεγγάρι παιδικό σ' αυτούς που δεν τους έμεινε καιρός, σε κείνους που τους ξέχασαν στη γλυκύτητα του ύπνου όταν όλοι μας είχαν εγκαταλείψει

Τα τέσσερα αδέρφια : Τάσος, Χρυσαφένια, Μίμης, Αλέκος (1963) στους καθρέφτες που κοιταχτήκαμε, στις θάλασσες που δε θα ταξιδέψουμε στα μονοπάτια που περπατήσαμε ερωτευμένοι κι ίσως να μην ξαναγυρίσαμε από τότε στη Μοίρα, στην ωραία νεότητα, στους διαβάτες (κι εγώ που πήγαινα; κι ήταν τόσο πολλά αυτά που ζήτησα; Μα τώρα είναι αργά - ώρα να φεύγω) στ' αποδημητικά πουλιά, στις ατμομηχανές που κουράστηκαν κι έγειραν στο πλευρό να κοιμηθούνε Ασχοληθήκαμε στην ανακοίνωση μας αυτή με τους αγωνιστικούς συντρόφους του ποιητικού υποκείμενου. Στην πρώτη περίοδο της ποίησης του Λειβαδίτη, στην περίοδο του μαχόμενου, όπως την ονομάζω, επικρατούν τα αγωνιστικά μοντέλα. Σ' αυτή τη φάση το υποκείμενο μεταφέρεται στους χώρους της εξορίας. Τα στοιχεία της φύσης είναι εχθρικά και οι δοκιμασίες συνεχείς. Εκεί ωστόσο ο ήρωας ανακαλύπτει τη συντροφικότητα, προσδιορίζει το ποιητικό του πρόγραμμα και ελπίζει σ' έναν καλύτερο κόσμο. Το πέρασμα από το εγώ στο εμείς είναι, νομίζουμε, μια από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του ήρωα. Ο έρωτας, η ποίηση, η καθημερινή ζωή αντιμετωπίζονται πια από τη σκοπιά του συλλογικού και όχι του ατομικού. Δεν ενδιαφέρεται ο ήρωας για την ατομική του προβολή, αλλά

συμμετέχει με την ποίησή του στον αγώνα που δίνουν οι σύντροφοί του σ' ένα εχθρικό περιβάλλον όπου ακόμη και τα στοιχεία της φύσης τους πολεμάνε. Στη δεύτερη περίοδο είναι διάχυτη μια εσωστρέφεια. Παρουσιάζεται εδώ ο κόσμος της αστικής «ευδαιμονίας» που ξευτελίζει τους ανθρώπους. Παρόλα αυτά το ποιητικό υποκείμενο τονίζει πως ο αγώνας συνεχίζεται σε άλλους χώρους και με άλλους φορείς και εκφράζει την αισιοδοξία ότι κάποτε οι ιδέες για τις οποίες αγωνίστηκε, θα επικρατήσουν. Παραπέμπει ακόμη στα ηρωικά πρότυπα των νεκρών του συντρόφων και όσων συνεχίζουν να πέφτουν στον αγώνα. Εδώ θα παρατηρήσουμε μια πρώτη στροφή προς μια ηθική αποτίμηση των νεκρών συντρόφων. Στη συνείδηση του εκφωνητή λαμβάνουν πέρα από τις ηρωικές διαστάσεις και ιδιότητες που παραπέμπουν σε μια ιεροπρέπεια και μια καθολικότητα. Αυτοί είναι οι φορείς των νέων μηνυμάτων, αυτοί είναι οι κήρυκες ενός νέου ευαγγελίου που στοχεύει στην ευτυχία των ανθρώπων πάνω στη γη και σ' ένα καλύτερο κόσμο. Στην τρίτη περίοδο οι μορφικές αλλαγές στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη είναι ριζικές. Παρόλα όμως αυτά το συντροφικό όνειρο, οι παλιοί του σύντροφοι και ο ηρωικός κι όμορφος του παρελθόντος θα δώσουν ξεχωριστό τόνο σ' αυτή την ποίηση της ιδιοδεκτικότητας. Μπορεί βέβαια να επικρατεί η στέρηση, οι αξίες να μην είναι και τόσο ενεργές, αλλά το συντροφικό όνειρο δε σβήνει ποτέ από τη συνείδηση του υποκειμένου. Εδώ μάλιστα θα αποκτήσει και κοσμικές διαστάσεις. Ξεπερνάει τις ανθρώπινες δυνάμεις και είναι πάντοτε διαθέσιμο για τις νέες συνθήκες. Βασικοί άξονες της ποίησης που μελετάμε είναι η Στέρηση η Δοκιμασία κι η πίστη στη μελλοντική δικαίωση των αγωνιστών. Τα δρώντα πρόσωπα αλλάζουν, οι τεχνικές ποικίλουν, αλλά το σύστημα αξιών του ποιητικού υποκειμένου παραμένει ενιαίο. Και μέσα στις αλλοτριωτικές συνθήκες του παρόντος το ποιητικό υποκείμενο ελπίζει ότι στο μέλλον θα έλθει η δικαίωση. Αυτό το όραμα και αυτή η προσδοκία διατρέχει όλη την ποίηση του Λειβαδίτη. Κι όταν πεθάνουμε, αγαπημένη μου, εμείς δε θα πεθάνουμε. Αφού οι άνθρωποι θα κοιτάζουν το ίδιο αστέρι που κοιτάξαμε αφού θα τραγουδάνε το τραγούδι που αγαπήσαμε Αφού θα ανασαίνουν σ' ένα κόσμο, που εγώ κι εσύ τον ονειρευτήκαμε. ε, τότε, αγαπημένη, θάμαστε πιο ζωντανοί από κάθε άλλη φορά. («Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας»)

Ιωάννινα Μάρτιος 2007

13

Τάσος Λειβαδίτης


14

Τάσος Λειβαδίτης

Τ

Ο Τελευταίος Σταθµός στο Λευκό ∆ωµάτιο

Tου Μανόλη Πρατικάκη

α τελευταία χρόνια πηγαίναμε περιπάτους με τον Τ. Λειβαδίτη, Κηφισιά, Ν. Μάκρη. Λευκά, μακριά άκρα. Ντελικάτο στήθος. Μάτια μεγαλωμένα από μια θλίψη. παρμένα λες από αγιογραφία. Με εκείνο το αμήχανο περπάτημα παιδιού που άθελα του μπερδεύτηκε με τους μεγάλους. Κάτω από τα διπλωμένα του φτερά, κάπου εκεί δίπλα στον ομφαλό άρχισε να χτυπά κάτι σαν δεύτερη καρδιά. Μια ακατανόητη γεννήτρια που έσφυζε, δονώντας όλα τα τοιχώματα της ύπαρξης. Συχνά τις νύχτες τον ξυπνούσε, σαν μικρή ατμομηχανή - γκουπ, γκουπ, γκουπ, που περνά από τούνελ, διασχίζοντας υπόγειες περιοχές. Ένα υπόγειο τρένο που βρυχάται ρυθμικά, τόσο κοντά του (που θα το άγγιζε, αν άπλωνε το χέρι – γεμάτο δισταγμούς) και συνάμα τόσο μακριά, σαν υπερβατικό, που λες πηγαίνει να σταθμεύσει στην άκρη του σύμπαντος. Παράξενο (εσωτερικό) ταξίδι άραγε για που; Αναρωτιότανε με δέος. Με όλα τα φώτα του κλειστά. Με όλους τους ταξιδιώτες σιωπηλούς, χωρίς να ξέρουνε που πάνε. Σε ποιον σταθμό και κυρίως με τι τρόπο θα γίνει η αποβίβαση στην άγνωστη αποβάθρα; Ένα υποχθόνιο ποτάμι που δονεί δαιμονικά τις κόκκινες χαράδρες του. Δεν μιλούσε χρόνια σε κανέναν. Σαν έγκυος από ένα σκοτεινό έμβρυο - Θεό. Κάποιες ώρες το χάνει. Λες και πέφτει σε λήθαργο ή παρεμβάλλονται ανάμεσα τους συμπαγή βουνά. Κι ύστερα πάλι ο γνώριμος, αδυσώπητος ρυθμός. Καθώς κάμπια που μπαίνει σε σήραγγες βουνών και από την άλλη βγαίνει χρυσαλλίδα ηχητικής ευκρίνειας. Ένα πυκνό παλμικό κουβάρι. Αυτός ο κόκκινος σάκος που σφύζει, γεμάτος θανάσιμα ρουμπίνια, που ολοένα οι στιβάδες του λεπταίνουν, ώσπου να γίνουν αραχνοΰφαντες. Βλέπεις η σάρκα γυρεύει να ανοιχτεί, να σπάσει το περίβλημα. Ήταν εκεί ένας αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός εμφυτευμένους, έτοιμος για την έκρηξη. Ένα ανεύρυσμα που ολοένα ξευφαίνεται και μεγαλώνει. Ώσπου την κρίσιμη στιγμή να γίνει ξέ-

Δακτυλογραφημένο κείμενο με ιδιόγραφες διορθώσεις του Τίτου Πατρίκιου για τον Τάσο Λειβαδίτη

φωτο. Με έναν ανεπαίσθητο σπινθήρα για να το ανοίξει, γεμίζοντας τη νύχτα με αιμοσφαίρια – άστρα που θα επιστρέφουν στο υποχθόνιο σκοτάδι, πλάι στα άλλα ορυκτά της γης. Αυτό το Ανεύρυσμα της κοιλιακής αορτής το ψηλαφούσε χρόνια ο Τ. Λειβαδίτης. Περίφοβος το άκουγε να σφύζει χαμηλά στο υπογάστριο. Το ψηλαφούσε σαν ένα ακατανόητο μυστήριο, με το ίδιο δέος, φαντάζομαι, που “ψηλαφούσε” ένα ποίημα, που ενώ στην αρχή π.χ έμοιαζε με φρούτο, στη συνέχεια προέκυπτε άστρο. Δεν έλεγε σε κανέναν τίποτα για αυτήν την παλλόμενη σφαίρα που μεγάλωνε με μεγάλη βραδύτητα. Φανταζόταν ίσως, πως κάποιο πρωί θα ξυπνούσε και η αφύσικη αντλία θα είχε εξαφανιστεί. Στους περιπάτους και τις συναντήσεις δεν ανέφερε ποτέ τίποτα. Εκείνον τον καιρό πήγε να δει τον Ρίτσο στο Γενικό Κρατικό όπου νοσηλευόταν. Φαίνεται ότι κάτι ανέφερε για το πρόβλημα στην κοιλιά και ο Ρίτσος του συνέστησε να τον δει ο γιατρός του, εκεί επιτόπου. Ο γαστρεντερολόγος που τον ψηλάφισε συνέστησε άμεση Αξονική Τομογραφία. Η διάγνωση ήταν απλή. Ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Ο Λειβαδίτης, όπως ήταν φυσικό ταράχτηκε. Ο Αξονικός Τομογράφος διαμιάς έλυσε το «μυστήριο». Έγινε άμεση εισαγωγή στους Αγγειοχειρούργους. Διευθυντής ήταν ο Γιάννης Νταγιαντάς, ένας ευαίσθητος, λαϊκός, καλλιεργημένος γιατρός, που λάτρευε τον Λειβαδίτη και ήξερε κυρίως τα μελοποιημένα τραγούδια του. Την επόμενη με ειδοποίησαν κατά παράκληση του Λειβαδίτη, να πάω. Βρήκα τον Λειβαδίτη σχετικά ήρεμο, στο κρεβάτι του πλάι στη γυναίκα του, την κόρη του και αρκετούς φίλους. Με παρακάλεσε, με την ιδιότητα του γιατρού να κάνω τις απαραίτητες συνεννοήσεις, με τον Νταγιαντά, για το ενδεχόμενο χειρουργικής επέμβασης. Από την πρώτη στιγμή αισθάνθηκα ότι ο Λειβαδίτης είχε εξαίρετη επαφή με τον γιατρό και τον εμπιστευόταν απόλυτα. πως άλλωστε, αφού του είχε τραγουδήσει συγκινημένος, το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» και του έλεγε ότι «με τα τραγούδια σου μεγαλώσαμε». Πήγα και βρήκα τον Νταγιαντά στο γραφείο του. Απλός, λιτός, χα-


μηλών τόνων, αρκετά μελαχρινός (Ηράκλειο Κρήτης), ένιωθε δέος στην ιδέα και μόνο πως θα χειρουργούσε «τον ποιητή Λειβαδίτη». Ήξερε ότι ο ένας αδερφός του Λειβαδίτη είχε πεθάνει από ρήξη ανευρύσματος. Παρ’ όλα αυτά του ζήτησα να μου αναφέρει την προσωπική του πείρα (σπουδές στην Αγγλία) και της Κλινικής για εγχειρήσεις ανευρυσμάτων «εν ψυχρώ», δηλαδή πριν συμβεί η ρήξη. Βάζοντας κατά μέρος τις ευγένειες του ζήτησα στατιστικά στοιχεία, αριθμό επεμβάσεων, ποσοστά θνησιμότητας, τρόπους επέμβασης κ.τ.λ. Χωρίς να θιχτεί καθόλου, μάλιστα αισθάνθηκα ότι ένιωσε ανακούφιση, με πήγε στο Αρχείο της Κλινικής. Μου είπε, με σταθερή, πειστική φωνή, κοιτάζοντας με στα μάτια. Ήταν από εκείνη την καλή πάστα των κρητικών που έχουν αισθήματα, ειλικρίνεια και μπέσα. Μου λέει λοιπόν «Έχω χειρουργήσει 58 παρόμοια ανευρύσματα. Κανένας δεν μου πέθανε στο χειρουργείο, ούτε αργότερα από άμεση επιπλοκή, εξ’ αιτίας της επέμβασης. Γιατί και η 59η επέμβαση να μην πάει καλά;». Τον ευχαρίστησα και του είπα «θα τα ξαναπούμε Γιάννη», παρότι είχε κερδίσει και τη δική μου εμπιστοσύνη. Υπήρχε ήδη μια πρόταση, νομίζω από τον Θεοδωράκη να χειρουργηθεί στο εξωτερικό. Η πολιτεία έδειξε ενδιαφέρον. Ο τότε Υπουργός Υγείας Γιώργος Γεννηματάς ενδιαφέρθηκε προσωπικά, η Μελίνα επίσης, με παρέμβαση του Γιώργου Δουατζή, ο Ρίτσος. Κοντά στον Λειβαδίτη από την πρώτη στιγμή η γυναίκα του Μαρία και η κόρη του Βάσω, ο επιστήθιος φίλος του Γιώργος Δουατζής, ο Γιώργος Μαρκόπουλος, Γιάννης Βάγιας και άλλοι που λησμονώ. Έβρισκα την ιδέα να χειρουργηθεί στο εξωτερικό προτιμότερη, παρά την εμπιστοσύνη στον Αγγειοχειρουργό και στην ομάδα του. Πίστευα ότι τα τεχνικά μέσα, η μεγαλύτερη πείρα και οι τυχόν μετεγχειρητικές επιπλοκές θα αντιμετωπισθούν καλύτερα έξω. Με προβλημάτισε το ντελικάτο, αγύμναστο, μαλθακό και κάπως πρόωρα γερασμένο σώμα του ποιητή. Ήξερα βέβαια το δέσιμο του με τον γιατρό, που μεγάλωνε με τις μέρες όπως επίσης και το φόβο του να ταξιδέψει με αεροπλάνο. Συζήτησα μαζί του πολλές φορές επί μακρόν. Του υποσχέθηκα ότι υπήρχε σίγουρος τρόπος, αν αποφάσιζε να ταξιδέψει, να μην αισθανθεί τον παραμικρό φόβο με κατάλληλη αγωγή ή στην ανάγκη να τον συνόδευα ο ίδιος. Του μίλησα για την μεγαλύτερη πείρα και υποδομή των ξένων κέντρων. Το έβλεπα. Ήταν αδύνατο να μεταπειστεί. Δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να προσβάλει με τις επιφυλάξεις του, αυτόν τον εξαίρετο γιατρό (Νταγιαντά). Τη μεθεπόμενη μπήκε στο χειρουργείο. Ζήτησε από τον Νταγιαντά να είμαι και εγώ παρών, με την ιδιότητα του

15

Τάσος Λειβαδίτης

φίλου γιατρού. Ο Νταγιαντάς δέχτηκε ευχαρίστως. Αλλά όπως μου εξομολογήθηκε πολύ αργότερα, η παρουσία μου του προκάλεσε άγχος. Ένιωσε, είπε, ότι τον ελέγχει το βλέμμα ενός συναδέλφου στενού φίλου του ποιητή, πέραν του άγχους που του προκαλούσε ότι θα χειρουργούσε έναν σπουδαίο ποιητή που θαύμαζε. Παράξενο, σκέφτηκα τότε, για έναν έμπειρο διακεκριμένο χειρουργό - φαίνεται δεν έχουν χάσει όλοι την ευαισθησία τους. Το χειρουργείο κράτησε περίπου επτά ώρες. Πριν τον αποκοιμίσει η νάρκωση του έσφιξα το χέρι και του χαμογέλασα με εμπιστοσύνη. Ήταν αρκετά ήρεμος. Παρακολούθησα όλες τις χειρουργικές πράξεις. Σε μισή ώρα περίπου μπορούσα «να βλέπω τα σπλάχνα του». Απορούσα κι εγώ με την ψυχραιμία μου, μπροστά σε μια τέτοια θέα. Φαίνεται υπήρχε και την συγκάλυπτε η αγωνία για την τελική έκβαση. Όλες οι ζωτικές του λειτουργίες δούλευαν άψογα. Έβγαινα συχνά από το χειρουργείο και ενημέρωνα τη γυναίκα του και τους άλλους φίλους που περίμεναν με αγωνία. Όπως μου ανέφερε πολύ αργότερα ο Νταγιαντάς, όλη την ώρα του χειρουργείου προβληματιζόταν αν θα χρησιμοποιούσε ένα εντελώς καινούργιο μόσχευμα, που του είχε έρθει πρό-

σφατα από την Αγγλία ή το παλιό δοκιμασμένο μόσχευμα που χρησιμοποιούσε χρόνια. Όπως ανέφερε η παρουσία μου τον προβλημάτιζε για την απόφαση που θα έπαιρνε: Το παλιό δοκιμασμένο ή το καινούργιο, εξελιγμένο ανθεκτικότερο, αλλά χωρίς προσωπική πείρα; Τελικά κατέληξε στο καινούργιο. Απολίνωσε τα δυο άκρα της κοιλιακής αορτής και έκοψε το πάσχον ανευρυσματικό μέρος της. Ένα συνθετικό μόσχευμα, περίπου είκοσι εκατοστά, ένωσε τα δυο απολινωμένα άκρα της κοιλιακής αορτής. Μου έκανε εντύπωση το μέγεθος και το εύρος του τμήματος που αφαιρέθηκε. Όλα πήγαιναν καλά. Σφυγμοί, πίεση, αέρια αίματος, καρδιακός ρυθμός, τα βλέπαμε στο Monitor. Με εκλεπτυσμένες κινήσεις και βελονιές ακριβείας άρχισε να ράβει τους αγγειακούς χιτώνες με τις άκρες του μοσχεύματος ένθεν και ένθεν, απ’ όπου σε λίγο διακόπτοντας την εξωσωματική κυκλοφορία, θα συνέχιζε να κυκλοφορεί ανενόχλητο το αίμα, διαμέσου αυτής της αορτικής γέφυρας. Έγινε επιτυχώς. Τα υπόλοιπα ήταν εύκολα. Άρχισαν αντιστρόφως, να ράβουν την κοιλιακή χώρα. Και ενώ συνήθως αυτό το κάνουν επιμελητές και βοηθοί, ο Νταγιαντάς το έκανε μόνος του. Είχαν περά-


16

Τάσος Λειβαδίτης

σει περίπου επτά ώρες. Μετά από παρόμοιες επεμβάσεις οι ασθενείς μπαίνουν στην Εντατική. Έτσι κι έγινε. Οι γιατροί περίμεναν, αφού όλα είχαν πάει καλά, να ζεσταθούν τα πόδια του ασθενούς από την κάθοδο του αίματος σε αυτά. Η ώρα περνούσε όμως και τα κάτω άκρα παρέμεναν παγωμένα. Ο Νταγιαντάς ήταν από την αρχή σχεδόν της Εντατικής ανήσυχος. Κοίταξε τις ζωτικές λειτουργίες. Προσπαθούσε επίμονα να ψηλαφίσει σφυγμό στις ραχιαίες επιφάνειες των ποδιών. Στην αρχή νόμισε ότι κάτι ψηλαφούσε. Αλλά λίγο αργότερα είπε έντρομος «Παιδιά υπάρχει πρόβλημα. Φοβάμαι θρόμβωσε το μόσχευμα». Από το πρόσωπο του έτρεχε κρύος ιδρώτας. Δεν βγήκα έξω να ενημερώσω τους δικούς μας. Ο Λειβαδίτης διασωληνωμένος πάντα, όταν ξύπνησε προσπαθούσε κάτι να μου πει. Είχε πλήρεις αισθήσεις. Τα μάτια του ήταν πελώρια. Είχα την εντύπωση πως ένα ελαφρό οίδημα σε όλο του το σώμα τον έκανε να μοιάζει ευρωστότερος. Είπα στον Νταγιαντά αν γίνεται να τον αποσωληνώσει για λίγο (βλακώδης ερώτηση), γιατί κάτι θέλει επίμονα, κάνοντας μου νεύματα, να μου πει. Δεν γίνεται Μανόλη μου, είπε λυπημένος. Έβλεπα από κοντά το ιδρωμένο του πρόσωπο. Και ξαφ-

νικά , σαν μια αναπόφευκτη και επιβεβλημένη πλέον πράξη, είπε ανήσυχος «Παιδιά ολοταχώς για χειρουργείο». Έπεσε μια παγωμάρα στην Εντατική. Στην ομάδα των Αγγειοχειρουργών (ας σημειωθεί κανείς δεν έφυγε ούτε λεπτό), υπήρχε μεγάλη αγωνία. Σε χρόνο μηδέν ξανά ξαπλωμένος στο χειρουργικό κρεβάτι, ξανά άνοιγμα της κοιλιακής χώρας. Ρώτησα, κι η φωνή μου έτρεμε «Γιάννη τι γίνεται;» κι εκείνος αναστατωμένος και σχεδόν ένοχος, με αγωνία να χτυπάει κόκκινο «φοβάμαι θρομβώθηκε το μόσχευμα και φοβάμαι τόση ώρα χωρίς κυκλοφορία μην μας κάνει οξεία νεφρική ανεπάρκεια». Μαύρα σύννεφα σκέπασαν το νου μου. Με γρήγορες κινήσεις όλο το τιμ, για να μην χαθεί χρόνος, έφτασε σε χρόνο ρεκόρ στο εμφυτευμένο μόσχευμα. Όταν το ψηλάφισε δεν πίστευα στα μάτια του «Θεέ μου ψιθύρισε», αν θυμάμαι καλά. Όλο εκείνο το ματσούκι, ήταν πρησμένο και είχε γίνει ολόκληρο ένας πελώριος θρόμβος απ’ άκρη σε άκρη. Απολινώνοντας πάλι τα άκρα το έκοψε γρήγορα και το κράτησε για λίγο έντρομος στα χέρια του. Του φαινόταν, όπως και σε εμάς αλλόκοτο, τερατώδες. Ένας χοντρός επιμήκης θρόμβος είκοσι πόντων είχε σταματήσει την

κυκλοφορία από την μέση και κάτω. Ο Νταγιαντάς απομάκρυνε το θρομβωμένο τμήμα, τοποθετώντας στη θέση του το παλιό δοκιμασμένο μόσχευμα. Συγχρόνως έδωσε εντολή να φέρουν επειγόντως στο χειρουργείο μηχάνημα για αιμοκάθαρση, γιατί η ουρία και κρεατινίνη είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν. Αναγκάστηκα να βγω για λίγο και να πληροφορήσω του φίλους, όχι τη γυναίκα του, πως τα πράγματα δεν πάνε καλά. Δεν ανέφερα λεπτομέρειες, πλην ότι ξαναχειρουργήθηκε. Ήταν όλοι άγρυπνοι και ανήσυχοι. Το δεύτερο χειρουργείο κράτησε περίπου έξι (6) ώρες. Πήγαμε πάλι στην Εντατική. Αγωνία να ψηλαφηθεί σφυγμός στις ραχιαίες των ποδιών. Ο Γεννηματάς τηλεφώνησε στο Νταγιαντά. Σε λίγο και η Μερκούρη, την οποία ενημέρωνε ο Γ. Δουατζής. Λίγο αργότερα ο Ρίτσος, μαθαίνοντας πως ήμουν μέσα και στα δυο χειρουργεία με ζήτησε. Προσπαθούσε να φαίνεται ψύχραιμος και αισιόδοξος, όπως πάντα, αλλά διέκρινα ένα ολοφάνερο τρέμουλα στη φωνή του. Του είπα τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Απάντησε: «Ξέρω οι γιατροί θα κάνουν ότι μπορούν κύριε Πρατικάκη. Όλα θα πάνε καλά, να είστε βέβαιος…». Ειδοποιήθηκε, δεν ξέρω από ποιόν, εσπευσμένα ο κ.Κρεμαστινός. Μετά από ένα σύντομο συμβούλιο είπε να φέρουν ένα μηχάνημα, από την άλλη άκρη του Γενικού Κρατικού. Πήγαμε θυμάμαι τρεις τέσσερις μέσα στη νύχτα, τσουλούσαμε το βαρύ ογκώδες μηχάνημα ανάμεσα από νυχτωμένους διαδρόμους και στενά μονοπάτια, πλάι στο χορτάρι, γιατί βρισκόταν σε άλλο κτίριο. Έμοιαζε τόσο τριτοκοσμικό το όλο σκηνικό. Να σπρώχνουμε μέσα στη νύχτα ένα βραδυκίνητο πελώριο μηχάνημα με μεγάλο κόπο. Κάναμε πάνω από 15 λεπτά για να φτάσουμε. Δεν έμαθα ποτέ τι θα χρησίμευε εκείνο το μηχάνημα, τι λειτουργίες θα υποστήριζε. Ο Κρεμαστινός ήταν ήρεμος, άνετος συγκρατημένα αισιόδοξος, πλάι σε ένα χλωμό, κάθιδρο συντετριμμένο Νταγιαντά, που έμοιαζε έτοιμος να καταρρεύσει. «Τι μου ήρθε να βάλω το καινούργιο μόσχευμα, μα για καλό το έκανα, που να πάρει, να αντέξει περισσότερο» τον άκουσα κάποια στιγμή να μονολογεί. Ο Κρεμαστινός έδωσε διάφορες οδηγίες για συχνή αιμοκάθαρση κ.τ.λ. Έβαλαν θερμοφόρες στα παγωμένα άκρα του. Ο Λειβαδίτης είχε ήδη ξυπνήσει από τη νάρκωση. Όσο μπορούσα απέφευγα να τον κοιτάξω , παριστάνοντας τον απασχολημένο ή στεκόμουν σε θέσεις εκτός του οπτικού του πεδίου. Στην Εντατική έρχονταν διάφορα τηλέφωνα επωνύμων. Ο Κρεμαστινός απαντούσε καθησυχαστικά. Μου φαινόταν αφύσικη η αισιοδοξία του ή η σκοπιμότητά της. Στο μεταξύ το ολόσωμο οί-


δημα απλωνόταν και μεγάλωνε, κάνοντας τον Λειβαδίτη να φαίνεται πελώριος. Τα αδύνατα χέρια και πόδια ήταν σαν χοντρά υδαρή μεσοδόκια , με μια υγρή γυαλάδα στην αρυτίδωτη επιδερμίδα. Ο κορμός και το κεφάλι κυκλώπεια. Ήταν πάντα διασωληνωμένος. Τον πλησίασα. Του είπα χαμηλόφωνα πως όλα θα πάνε καλά. Με κοίταξε με εκείνο το αθώο υγρό ευγενές βλέμμα, γεμάτο πραότητα και εμπιστοσύνη. Μου ένευε πως ναι. Είμαι σίγουρος πως δεν το πίστευε. Του είπα ενδιαφέρεται ο Γεννηματάς, η Μερκούρη, ο Θεοδωράκης, ο Ρίτσος, ο Πατρίκιος, είναι εδώ ο Δουατζής, ο Γιώργος Μαρκόπουλος και τόσοι άλλοι. κούνησε το κεφάλι του με μια κίνηση ευγνωμοσύνης. Άραγε ήξερε; Και σε ποιο βαθμό; Ήταν εκεί σαν ένας πελώριος γυμνός Θεός που μόλις άρχισε να βγαίνει από τον ύπνο του. Ένας υπερφυσικός άγγελος που τάχα παρίστανε τον ασθενή, με όλα εκείνα τα συμπράγκαλα (οροί καθετήρες) και το χοντρό σωλήνα του οξυγόνου για την τεχνητή αναπνοή. Έμοιαζε σαν να έκανε μια μεγαλειώδη φάρσα, από εκείνες που συνήθιζε με τη γνωστή του ευφυΐα και ευρηματικότητα, όπου δεν ήξερες πότε το ποιητικό εγώ βρίσκεται στη φυσική και πότε σε μεταφυσική διάσταση. Πότε περιγράφει ένα όνειρο και αιφνίδια βρίσκεται στην καρδιά της πραγματικότητας. Από την άλλη όλα έμοιαζαν σαν προαποφασισμένα. Ήταν ο 59ο που δεν γύρισε, ο μόνος στη μακρά σειρά εκείνων που επέστρεψαν από το σκοτεινό προθάλαμο; Ήταν τυχαία η τυφλή εμπιστοσύνη του στο γιατρό, ο φόβος για το αεροπλάνο, η ξαφνική απόφαση του Ντεγιαντά να χρησιμοποιήσει το καινούργιο μόσχευμα, μετά από αρκετή αμφιθυμία και λόγω της δικής μου παρουσίας, όπως ισχυρίστηκε; Ήταν έτοιμος να αναχωρήσει και όλα τούτα ήταν μια ευφάνταστη πειστική σκηνοθεσία, σαν ένα αιματηρό υστερόγραφο στην αθωότητα; Εκείνη η «δεύτερη καρδιά» ήταν στην πραγματικότητα η πύλη για το επέκεινα; Εκείνο το κόκκινο παλλόμενο εύθραυστο πουλί, λίγο πριν ανοιχτεί και σκορπίσει στο στερέωμα σαν ύστατο ηλιοβασίλεμα. αυτό το αγέννητο σπαρακτικό πουλί που ήδη βρέχει τα φτερά του, που ήδη ανοίγει με το ράμφος του ρήγμα πορφυρό στο θάνατο; Πριν 2-3 περίπου μήνες μας είχε εμπιστευτεί ότι είχε έτοιμη μιαν ανέκδοτη συλλογή και το όνομα αυτής «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου». Και τώρα ήταν φθινόπωρο και τα σπλάχνα του είχαν ανοιχτεί στο φως. Είχαν εκτεθεί στο εξωτερικό μυστήριο. Όργανα σαν σφύζοντα οντολογικά χειρόγραφα μέσα στο άρρητο του χειρουργείου. Τα τελευταία του χειρόγραφα τα είχε ακουμπήσει εκεί, σαν τελευταία κατάθεση και ήταν έτοιμα να επι-

17

Τάσος Λειβαδίτης

στρέψουν στη γη εκεί που « όπου κοιτώ είναι τώρα η κατοικία μου». Μου έρχονταν διαρκώς στίχοι του στη μνήμη μου, ονειρικά αποσπάσματα από την υπέροχη ποίηση του. Από τις Βιολέτες το μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, ο τυφλός με το λύχνο, βιολί για μονόχειρα, εγχειρίδιο ευθανασίας κ.τ.λ. Μου ερχόταν στη μνήμη η συγκινημένη του έκφραση όταν του είπα ότι οι «Βιολέτες για μια εποχή» μου άφησαν ένα άρωμα Ρίλκε. «Πουλί μου» , είπε , όπως το συνήθιζε «δεν ξέρεις τι κουράγιο μου δίνεις. Και νοσταλγία που συγκρατεί κάτι πολύ πιο μεγάλο από εκείνο που ζήσαμε». Αλλά οι στίχοι που με άγγιξαν περισσότερο έρχονταν τώρα. Ένα βράδυ πήρα ένα αμάξι, έπεφτε πυκνό το χιόνι, άξαφνα ο αμαξάς γύρισε το πρόσωπο του και είδα τον πατέρα, «μα , πατέρα , δεν πέθανες;» του λέω (ήμουν πολύ νέος και δεν ήξερα ότι ο θάνατος δεν έχει μόνο μια σημασία)…Και ακόμα «Τώρα αν θυμάμαι κάτι από τη ζωή μου είναι δυο τρία ήρεμα βράδια. και λίγη μουσική από το ανεκπλήρωτο»… «Κι αυτή η γυναίκα περνούσε στο δρόμο τόσο δυστυχισμένη που είχαν ήδη σημάνει οι γάμοι μας στον ουρανό». Σιγά σιγά βυθίζονταν σε μια ήρεμη νάρκη. Ουρία και κρεατινίνη στα ύψη , λόγω πλήρους νεφρικής ανεπάρκειας. Οι γιατροί εξακολουθούσαν να κάνουν διάφορες

απονενοημένες ενέργειες. Αλλά όλοι ξέραμε ότι δεν υπήρχε πια γυρισμός. Ο Νταγιαντάς καθόταν δίπλα του, ένα ράκος. Δεν έχω συναντήσει στη μακριά καριέρα μου γιατρό να πενθεί με τέτοια δραματικότητα ασθενή του. Αργότερα στην κηδεία του Λειβαδίτη στο Α΄ Νεκροταφείο τον είδα πεσμένο πάνω στο φέρετρο να κλαίει με λυγμούς και αναφιλητά. Όταν πλησίασα επαναλάβαινε μέσα από τους λυγμούς «Γιατί, γιατί, γιατί, να είναι ο Τάσος ο μόνος που μου πέθανε;» Του είπα Γιάννη, μην έχεις ενοχές . έκανες παραπάνω από ότι μπορούσες. Οι δικοί του μόνο ευγνωμοσύνη έχουν για σένα, μιλούν για την αυτοθυσία σου, για την ευαισθησία σου. φαίνεται ήταν μοιραίο». Έφυγα από το Γενικό Κρατικό γύρω στις 4 το πρωί. Οδηγούσα στην έρημη Μεσογείων μέσα στη ψυχρή νύχτα του φθινοπώρου. Τότε μόνο βγήκε όλη μου η συγκίνηση. Μόλις που έβλεπα μπροστά μου. Κάπου κάπου κάποιος νυχτερινός διαβάτης σε ένα θαμπό, σκούρο και κασσιτερωμένο. Όταν έφυγα ζούσε ακόμα. Έστριψα στην υγρή νύχτα. Είχα σχεδόν ξεχάσει από πού έπρεπε να στρίψω για το σπίτι μου. Μέσα στην άγρυπνη κούραση μου ήρθαν οι τελευταίοι στοίχοι του “Αυτά , λοιπόν, μόνο αυτά, αφού η ζωή μας είναι έτοιμη από τα πριν και δεν περιμένει παρά το μαρτύριο μας για να αρχίσει”. 


18

Τάσος Λειβαδίτης

Α

Μέγας και ταπεινός

Ο Άγιος της ελληνικής Ποίησης

Του Γιώργου Δουατζή

ν Άγιος της πεζογραφίας μας είναι ο Παπαδιαμάντης, τολμώ να ονομάσω Άγιο της Ποίησης μας τον Τάσο Λειβαδίτη. Η αγιοσύνη του - πέρα από θρησκείες –πηγάζει από την ίδια τη ζωή του. Με αδιατάρακτη συνέπεια, μια ζωή αφιερωμένη στον άνθρωπο, στην αγάπη, στα όνειρα που οικοδομούν την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο με οδηγό διαχρονικές αξίες. Έδινε απλόχερα σε όλους. Χρόνο, γνώση, πείρα, αγάπη στους νέους. Ως και υλική βοήθεια σε ανθρώπους αδύναμους, πάντοτε εν κρυπτώ, από το υστέρημά του. Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ, δεν κακολόγησε κανέναν, δεν επέρριψε ευθύνη, για τίποτα και για οιονδήποτε λόγο. Ως και τους διώκτες και βασανιστές του δεν μίσησε. Δεν πίκρανε, δεν πρόδωσε, δεν παραπλάνησε, δεν ενέπαιξε. Πορεύτηκε και δημιούργησε, παραμένοντας πιστός σε ιδανικά. Με μια ταπεινότητα, που όμοιά της δεν συναντάμε στον κόσμο της δημιουργίας, όπου συνήθως η έπαρση, η αλαζονεία, η οίηση, η αμετροέπεια καλά κρατούν… Ο Λειβαδίτης ήταν ταπεινός με όλη τη μεγαλοσύνη της έννοιας αυτής. Κι όσοι προσπάθησαν να τον ταπεινώσουν, να τον μειώσουν - οι ευήθεις – αγνοούσαν ότι δεν μπορεί ποτέ να ταπεινωθεί ένας επί της ουσίας ταπεινός άνθρωπος. Πιστεύω, ότι ο Λειβαδίτης ήταν από φιλοσοφικά επιλεγμένη θέση ταπεινός. Ένιωθε μια σε βάθος ελευθερία. Οι πικρίες του δεν είχαν να κάνουν με μικροψυχίες, αλλά με την επίγνωση του τραγικού της ανθρώπινης μοίρας. Είχε φύγει από καιρό από τον μικρόκοσμό μας. Είχε κατακτήσει την ελευθερία που δίνει η επίτευξη του στόχου «να μη θέλεις να αποδείξεις τίποτα στον εαυτό σου, ούτε σε κανέναν άλλο». Και αυτή η άρνηση της επιβεβαίωσης της ύπαρξης, αποτελεί την πιο βαθιά κατάφαση ταπεινοσύνης. Ο μέγας ταπεινός, ο άγιος Λειβαδίτης, ο οποίος δεν έπαψε να ισοπεδώνει ενσυνείδητα το εγώ του, όσο ζούσε υπήρξε πολυδιάστατα με την Ποίηση του και με το οριστικό φευγιό του υψώθηκε στην αθανασία. Και πώς ήταν δυνατό να γίνει αλλιώς, όταν μπορεί και κάνει την εξαίσια υπέρβαση βίωμα:

Στο Τουρκολίμανο το 1956 με τον Jean-Paul Sartre, τον Τίτο Πατρίκιο και άλλους

Στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ με τον Στάθη Δρομάζο και τον Τάσο Βουρνά

«...γι αυτό και μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ απ' τον εαυτό της - η ζωή των άλλων». Πιστεύω ότι ο Λειβαδίτης είχε επίγνωση του όγκου και της σημασίας του έργου που μας άφησε. Ίσως γι αυτό δεν πικραινόταν από την προβολή άλλων, ενισχυμένων από κομματικούς μηχανισμούς. Αυτός σιωπούσε φλύαρα, έγραφε συνεχώς, δεν ανταγωνιζόταν, δεν συγκρουόταν. Υπηρετούσε την πραγματική Ποίηση, αυτήν της υψηλής αισθητικής και του στοχαστικού βάθους. Δεν στηρίχτηκε σε μηχανισμούς προώθησης, δεν καλλιεργούσε δημόσιες σχέσεις, δεν τον αφορούσε η όποια συναλλαγή με στόχο τη δημοσιότητα. Πιστεύω, ότι δύσκολα θα βρει ο μελετητής της Ποίησης αυτής της περιόδου άλλον ποιητή με το φιλοσοφικό εύρος του Λειβαδίτη, που διατυπωνόταν με απλές καθημερινές λέξεις. Η ζωή του ήταν πολυτάραχη, πλούσια σε αλλαγές, συχνά βίαιες. Μια ζωή ποικιλότροπα σκληρή, για έναν άκρως ευαίσθητο ιερουργό της Ποίησης. Απόηχος Μικρασιατικής καταστροφής και προσφύγων, δικτατορία Μεταξά, ένταξη στην Αριστερά, Κατοχή, Εμφύλιος, μετεμφυλιοπολεμικό κλίμα, διώξεις, δικτατορία του 1967, διάσπαση του ΚΚΕ. Στοιχεία μιας ιστορικής διαδρομής, της οποίας τα κυρίαρχα γεγονότα έζησε ο Λειβαδίτης «εκ των έσω». Είναι αυτονόητη η επιρροή αυτών των σημαντικών στιγμών της πρόσφατης ιστορίας μας, στιγμών που ο Λειβαδίτης βίωσε σε βάθος και τις αποτύπωνε με κείνη την τόσο εκφραστική ματιά του. Τυχερός άτυχος, που γνώρισε τα μύρια όσα με ένταση πρωτοφανή. Χαρά, λύπη, ελπίδα, απογοήτευση, αγώνα, ήττα, συλλογικότητα, απόλυτη μόνωση, διωγμοί, εξορίες, φυλακίσεις, βύθιση σε σκοτεινούς κόσμους θλίψης, απόγνωση, προπηλακισμοί, λοιδορίες, επιβραβεύσεις, έρωτες, αναγνώριση και πολλή αγάπη. Από αυτούς που τον κατάλαβαν και γι αυτό η αγάπη τους - δεμένη με βαθιά εκτίμηση - είχε αξία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μεταξουργείο, όταν η Ελλάδα υποδεχόταν την προσφυγιά της Μικρασίας και μαζί τον πόνο και την περηφάνια της. Γόνος αστικής οι-


κογένειας της οποίας τα οικονομικά «ατύχησαν». Ως έφηβος, ανακαλύπτει τους κλασσικούς ποιητές, των οποίων το έργο μελέτησε καθώς και τα έργα των μεγάλων της διεθνούς πεζογραφίας. Εντάσσεται στην Αριστερά, γράφει συνέχεια στίχους. Και ονειρεύεται να αλλάξει τον κόσμο. Το 1947, είκοσι πέντε χρόνών, εξορίζεται λόγω των αριστερών φρονημάτων του - για τέσσερα χρόνια ως το 1951 - στον Μούδρο, τη Μακρόνησο και τον Αη Στράτη. Στα τριάντα ένα του εξέδωσε τα πρώτα του βιβλία, «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας». Με τη σκληρή εμπειρία της εξορίας και των κακουχιών ζει και γράφει την «πικρή νύχτα, σαν την αδικία πικρή». Και αλλού: «ένας άνθρωπος καίγεται/ ένας άνθρωπος φωτίζει τη νύχτα». Δεν χάνει την πίστη στα ιδανικά του και την ελπίδα του για έναν καλύτερο κόσμο, αφού «ο κόσμος είναι για την ευτυχία». «Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα./ Και τότε/ όλα τα βράδια κι όλα τα άστρα κι όλα τα τραγούδια/ θάναι δικά μας». Το 1950 στη Μακρόνησο γράφει: «Μας φτάνει να μιλήσουμε/ απλά/ όπως πεινάει κανείς απλά/ όπως αγαπάει/ όπως πεθαίνουμε/ απλά». Και απευθυνόμενος στον ανθρωποφύλακα σκοπό του στρατοπέδου, λέει: «Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις/ χτύπα με αλλού/ μη σημαδέψεις την καρδιά μου./ Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο./ Δεν θάθελα να το λαβώσεις». Δεν ήθελε ο Λειβαδίτης να λαβώσει το πρόσωπο του ίδιου του εκτελεστή του! Τέτοια μεγαθυμία! Από το 1952 ως τον Απρίλιο του 1967- οπότε εκδηλώθηκε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, βυθίζοντας τη χώρα στην απομόνωση και το σκοτάδι – η ζωή του κυλάει μέσα στην ποιητική δημιουργία. Από το 1954 έως το 1967, εργάστηκε στην εφημερίδα «Αυγή», όπου έγραψε δεκάδες κριτικές για νέους ποιητές στηρίζοντας την προσπάθειά τους. Με την επιβολή της χούντας τον Απρίλιο του 1967, όπως είναι φυσικό, η τρικυμιώδης ζωή του σκοτεινιάζει. Η διάσπαση του ΚΚΕ το 1968, τον βρίσκει με μια ψυχή ταραγμένη, που πληγώνεται περισσότερο από τις δυσβάσταχτες συνθήκες ζωής, οι οποίες διαμορφώνονται σε καθεστώς δικτατορίας. Παράλληλα, αποποιείται την κομματική στήριξη, η οποία θα μπορούσε - όπως άλλους ομοτέχνους του - να τον κάνει περισσότερο δημοφιλή και οικονομικά αυτάρκη, ιδιαίτερα στη σκληρή περίοδο της δικτατορίας. Μια περίοδο, όπου ο Λειβαδίτης έζησε διωκόμενος, υποχρεωτικά άνεργος, με στερήσεις ακόμα και των στοιχειωδών. Στη δεκαετία του ’70, απείχε από κομματικές δραστηριότητες, αυτός ο έντονα πολιτικοποιημένος στοχα-

19

Τάσος Λειβαδίτης

Με τη γυναίκα και την κόρη του στο σπίτι τους στην Αχαρνών το 1964 στής. Μετά από πολλές προσωπικές και πολιτικές ταλαιπωρίες, κάνει τη μεγάλη στροφή με την περίφημη περίοδο της εσωστρέφειας. Η Ποίηση του έγινε ακόμα πιο ανθρωποκεντρική, βαθύτερη, ψηλότερη, πολυδιάστατα μεγάλη. Είναι αυτό το Νιτσεϊκό, που λέει: «ότι δεν με σκοτώνει, με δυναμώνει»… Εκφραστικό της άπωσης του για τις κομματικές διεργασίες, είναι ίσως αυτό που είχε γράψει - χρόνια πριν τη δικτατορία και τη διάσπαση του ΚΚΕ - για το πώς αντιλαμβανόταν την κομματική λειτουργία της Αριστεράς: "..τα πράγματα συζητούνταν στην κορυφή, παίρνονταν αποφάσεις και η βάση απλώς υπήρχε για να τις εκτελεί. Μας είχαν θέσει κυριολεκτικά εκτός μάχης. Από μαχητές είχαμε μετατραπεί σε πιστούς..." Νιώθει διωγμένος από παντού. Δεν αντέχει την επιβεβλημένη ανέχεια, την αδυναμία να βγάλει πέρα τη ζωή και η διαδικασία της εσωστρέφειας επιτείνεται. Στην σκοτεινή αυτή περίοδο εκδίδει (1972) τον «Νυχτερινό επισκέπτη», όπου στο ποίημα με τίτλο «Ενέδρα»

γράφει: «Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα, όπου έπρεπε ν’ ανεβώ, άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς ή θα κυλήσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων». Και άλλού: «Σε τι χρησίμεψαν λοιπόν οι αμαρτίες μου;» Στο «Χοιροστάσιο» γράφει: « Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δε σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο με το δάχτυλο». Και αρνούμενος να αποδεχθεί αυτό το ζοφερό στα μάτια του παρόν, έγραφε: «στο βάθος ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τα παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά, γιατί δεν ήθελαν να μεγαλώσουν». Έρχεται το καλοκαίρι του 1974, η χούντα των συνταγματαρχών πέφτει, η Δημοκρατία ανατέλλει στη χώρα και όλα εμφανίζονται ελπιδοφόρα. Τότε, πιο ώριμα, πιο στιβαρά, αποτυπώνεται η σκέψη του Λειβαδίτη ενδεδυμένη με την τελειότητα μιας σπάνιας ποιητικότητας. Και μας προσφέρει έργο μεγάλο, πολυϋπόστατο, πολυσήμαντο. Με μια δύναμη βουτηγμένη στην ηρεμία. Την ηρεμία που αναδίνει η σιγουριά της επίγνωσης ενός σημαντικού έργου.


20

Τάσος Λειβαδίτης

Με τη γυναίκα του Μαρία το 1960 Το 1974 εκδίδει τη «Σκοτεινή πράξη» και διανύει σταθερά πλέον με μεστότητα την λεγόμενη τρίτη περιόδο του. Αυτήν της ωριμότητας, όπου η Ποίηση του ταυτίζεται ακόμα περισσότερο με τη αιχμηρή φιλοσοφική του ματιά, η οποία σημαδεύει άλλωστε όλο του το έργο. «Είναι η ώρα του μεγάλου ονειροπόλου, που εδώ και αιώνες, χωρίς ποτέ να χάνεται, πηγαίνει πάντα προς το χαμό». Στη «Σκοτεινή πράξη», περιλαμβάνονται εξαίσιοι στίχοι, όπως: «Και μόνον ο τυφλός χαμογελούσε/ καθώς το ραβδί του, σοφό, τον πήγαινε πέρα από τη ματαιότητα,/ μες στο σκοτάδι». «Κι έπρεπε σαν έναν άλλο, πιο μεγάλο ουρανό, ν’ αντέξουμε την καθημερινή μας ιστορία». «Όσοι δοκίμασαν να μας αναζητήσουν χάθηκαν στο δρόμο/ κι εκείνοι που τελικά μας ανακάλυψαν, βρήκαν ένα απλό όνομα γραμμένο στον τοίχο». Το 1977 τιμάται με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το «Βιολί για μονόχειρα» και το 1979 για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας». Πολλοί είπαν ότι αν παρέμενε λίγα χρόνια ακόμα ζωντανός, θα είχαμε το τρίτο Νόμπελ Ποίησης για

την Ελλάδα. Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω, ούτε φυσικά να διαψεύσω τις σχετικές πληροφορίες, ότι ήδη είχαν γίνει συζητήσεις και βολιδοσκοπήσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Οι τιμητικές αυτές διακρίσεις, ζέσταιναν την ψυχή του ποιητή κι ας μην το ομολογούσε ποτέ. Χαιρόταν με μικρά πράγματα, όπως κατά την τελευταία εισαγωγή του στο νοσοκομείο, που η τότε υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη του είχε στείλει μια ανθοδέσμη. Μου την έδειξε και είπε: «Είδες Γιώργο μου, με θυμήθηκαν» και τα μάτια του πρόδιδαν συγκίνηση. Ψηφίδες «Kι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας τα βιβλία μου, στέρεα και απλά θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια ανάμεσα στο ψωμί και τα εργαλεία του λαού».

Θα μεταφέρω κάποια στοιχεία της προσωπικότητας

του, λίγα στιγμιότυπα, μικρές ψηφίδες, χαρακτηριστικές του ανθρώπου, μαρτυρίες από την πολύχρονη φιλία μου μαζί του. Σε μια προσπάθεια να καταγραφεί η σπουδαιότητα του όχι μόνο ως ποιητή, αλλά και ως ανθρώπου. Διότι ήταν η σπάνια περίπτωση ενός δημιουργού, ο οποίος υπηρέτησε με τη στάση του ένα ολόκληρο αξιακό σύστημα ζωής, το οποίο οικοδόμησε και στήριξε με την Ποίηση του. Ίσως ακούγεται υπερβολικό. Αλλά κάθε φορά που αναφέρομαι στον Τάσο Λειβαδίτη, τον μεγάλο αυτό δημιουργό και φίλο, νιώθω πραγματική συγκίνηση. Καλούμαι να μιλήσω γι αυτόν ως απόντα. Κάτι το οποίο, δεν έχω συνηθίσει ακόμα. Κι ας πέρασαν είκοσι ολόκληρα χρόνια από το θάνατο του. Ίσως, διότι απωθώ τη σκέψη της μεγάλης απουσίας. Ίσως γιατί έχω ανάγκη να ξανακούσω τη φωνή του να με τονώνει, λέγοντας μου «Δεν σε φοβάμαι εσένα. Ξέρεις να παλεύεις. Και μην ξεχνάς, κάθε μέρα γράφουμε ένα ποίημα»… Ίσως φαίνεται αφύσικο δυο δεκαετίες μετά, αλλά επιζητώ ακόμα την παρουσία του ανθρώπου, του φίλου, του εμψυχωτή κάθε προσπάθειας στη ζωή και τη δημιουργία. Είχα τη χαρά να με τιμά με τη φιλία του, από τη νεαρή μου ηλικία. Η αρχή της γνωριμίας μας είναι ενδεικτική της μεγαθυμίας και γενναιοδωρίας του. Νεαρός, με κάποια χειρόγραφα στο συρτάρι, τόλμησα να του τηλεφωνήσω. Με φοβερή δυσκολία, επιφύλαξη, δέος θα έλεγα. Διότι ο Λειβαδίτης ήταν για μένα σε κείνη την ηλικία, το απόμακρο είδωλο. Ιδού ο σύντομος διάλογος: «Καλησπέρα σας. Λέγομαι Γιώργος Δουατζής και νομίζω ότι γράφω ποιήματα. Θα μπορούσατε σας παρακαλώ να ρίξετε μια ματιά και να έχω τη γνώμη σας;» «Μεγάλη μου τιμή κύριε. Αφήστε τα στον εκδότη μου και θα σας τηλεφωνήσω εγώ». Τα έχασα. Σκέφτηκα προς στιγμή ότι με ειρωνεύεται. Παρά ταύτα, άφησα στον εκδότη του τα χειρόγραφα μου, σίγουρος ότι δεν θα υπάρξει συνέχεια. Και όμως. Σε μία εβδομάδα ο Λειβαδίτης μου τηλεφώνησε για να ορίσουμε συνάντηση κάτω από το σπίτι του, στην οδό Αχαρνών 35. Ακριβέστατος στη συνάντηση, με μεγάλη αγωνία, τον περίμενα την καθορισμένη ώρα. Σαν να με γνώριζε καιρό, μόλις με είδε, πλησίασε, με έπιασε από το μπράτσο και αρχίσαμε να περπατάμε στην Αχαρνών, με κατεύθυνση ένα ουζοπωλείο στην πλατεία Βικτορίας. Εκεί λοιπόν, μετάνιωσα που δεν είχα μαζί μου μαγνητόφωνο. Διότι άκουσα μια μοναδική διάλεξη για την ελληνική Ποίηση, από την αρχαιότητα έως εκείνη την εποχή. Μία διάλεξη, που μου έδωσε το στίγμα του γνωστικού εύρους του Λειβαδίτη. Αλλά κυρίως, των δυνατοτήτων


του να διαχειρίζεται σοφά αυτές τις γνώσεις. Από την πρώτη στιγμή, μου ζήτησε να του μιλάω στον ενικό. Άρχισε να αναφέρεται στα χειρόγραφα μου και ανακάλυψα έκπληκτος, ότι είχε κάνει σημειώσεις σε κάθε σελίδα που του είχα δώσει. Ήταν ευγενικά σκληρός στις επικρίσεις και φειδωλός στα εγκώμια. Παράλληλα, ήταν άκρως ενθαρρυντικός και με παρότρυνε να συνεχίσω να γράφω. Δεν έπαψε να μου τονίζει την πειθαρχία που θέλει η γραφή, επισημαίνοντας ότι το ποίημα είναι ένα χειροτέχνημα, το οποίο απαιτεί επίμονη, επίπονη και συστηματική δουλειά. Ξεθαρρεύοντας, εξομολογήθηκα τη σκέψη που έκανα αρχικά, ότι με ειρωνεύτηκε όταν μου είπε στο τηλέφωνο, αυτό το «μεγάλη μου τιμή κύριε». Μου απάντησε: «Το εννοούσα. Διότι είναι πράγματι τιμητικό, πολύ σημαντικό, να απευθύνονται νέοι άνθρωποι σε μένα. Είναι μεγάλη δικαιολογία ύπαρξης αυτή. Κάποτε εύχομαι να συμβεί και σε σένα, ώστε να θα καταλάβεις τι εννοώ». Αυτός ήταν ο Τάσος Λειβαδίτης. Πάντοτε έτοιμος να βοηθήσει κάθε νέο ποιητή, σε αντίθεση με άλλους ομοτέχνους του. Χαρακτηριστική η συνεχής του ενασχόληση με τη δημοσίευση δεκάδων κριτικών του για νέους ποιητές, στην εφημερίδα «Αυγή». Έδινε απλόχερα, ανυστερόβουλα, μεγάθυμα. Όπως κάθε μεγάλος… Λέει ο λαός μας: Θόρυβο κάνουν μόνο τα άδεια βαρέλια. Ο Τάσος δεν προκάλεσε ποτέ. Βυθισμένος στην επιλεγμένη ταπεινότητα του, ήταν πάντα διακριτικός, σεμνός, όπως όλοι όσοι δεν διακατέχονται από συμπλέγματα ανταγωνισμού. Ήθελε όμως, τον στοιχειώδη σεβασμό στη δουλειά του. Θυμάμαι, όταν εργαζόμουν στην εφημερίδα «Τα Νέα», ένας δημοσιογράφος παρουσιάζοντας την πανέμορφη δουλειά του Μίκυ Θεοδωράκη στα «Λυρικά», ποιήματα που είχε γράψει ο Λειβαδίτης, τον ανέφερε σαν στιχουργό. Πράγμα που τον πίκρανε. Μου τηλεφώνησε και μου είπε γελώντας: «Τάσος ο στιχουργός στο τηλέφωνο». ... κι αφού ποτέ δεν είχα ζήσει φανερά θ' ακούτε το τραγούδι κι όταν λείπω.

Δεν μίλησε σε μέσο ενημέρωσης για το έργο του. Το μόνο που καταφέραμε όσοι είμαστε κοντά του ήταν να απαγγείλει δυο - τρία ποιήματα στην τηλεοπτική κάμερα. Σπάνιο και πολύτιμο υλικό. Τον πίεσα να μου δώσει συνέντευξη ή απλά να μου μιλήσει για το έργο του ή έστω για κάποια έκδοση βιβλίου του. Αυτός αντιστεκόταν σθεναρά και η απάντηση του ήταν πάντα η ίδια: "O δημιουργός μιλάει με το έργο του." Και το έργο του μίλησε, μιλάει και θα μιλάει σε πολλές γενιές ακόμα. Το 1991, πήρα την πρωτοβουλία να οργανώσω στο

Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων μια εκδήλωση για τα τρία χρόνια από τη μεγάλη απουσία του. Και ξαφνιάστηκα - είχα ίσως υποτιμήσει το εύρος της αποδοχής της δουλειάς του – όταν πλημμύρισε κόσμο ο χώρος, ως έξω στο προαύλιο προς την οδό Ακαδημίας. Ένας όγκος ανθρώπων εντυπωσιακός, πρωτόγνωρος για τέτοιες εκδηλώσεις. Κυρίως νέοι, πού είχαν έρθει να ακούσουν δύο λόγια για τον ποιητή τους. Μεγάλη η απήχηση του έργου του στους νέους, στην ηλικία και την ψυχή. Η Ποίηση του στο σύνολο της, ήταν επί της ουσίας πολιτική. Η ίδια η ζωή του, συνιστούσε πολιτική στάση. Στήριξε με συνέπεια, την αγάπη στον άνθρωπο, την ελευθερία στην έκφραση, το σεβασμό στις αξίες ζωής, κάνοντας καθημερινή πρακτική την ποιητικότητα. «Γιατί δεν είναι άλλος δρόμος, άλλο χέρι, άλλο όνομα, άλλη σημαία, άλλη καρδιά, άλλο άστρο, άλλη δικαιοσύνη - απ' τη ζωή».

Χειρόγραφο του Τάσου Λειβαδίτη ('Αη Στράτης, 1951)

Σε περιοδείες στην επαρχία, όπου έκανε συναυλίες ο Μίκης Θεοδωράκης πριν τη δικτατορία του 1967, όταν τα πολιτικά πάθη ήταν έντονα, ο Λειβαδίτης τον συνόδευε και απάγγειλε ποιήματα του. Συχνά δεξιοί παρακρατικοί ορμούσαν στα θέατρα κατέστρεφαν τα πάντα, διέκοπταν την εκδήλωση και χτυπούσαν αδιάκριτα. Αρκετές φορές, κινδύνεψε η ακεραιότητά και η ίδια η ζωή των συντελεστών των εκδηλώσεων και του ίδιου του Λειβαδίτη, από τις πέτρες και τους λοστούς των αγριεμένων παρακρατικών. O Θεοδωράκης, μου είχε διηγηθεί ότι στην πρώτη οκταετία πρωθυπουργίας του Κωνσταντίνου Kαραμανλή, δημιουργήθηκε μεγάλη αναταραχή, όταν αποφασίστηκε να γκρεμιστούν τα πλινθόχτιστα σπίτια στη Δραπετσώνα, υποβαθμισμένη τότε περιοχή της Αττικής, όπου κατοικούσαν πρόσφυγες του 1922. Άμεσα, οργανώθηκε από την ΕΔΑ, συγκέντρωση διαμαρτυρίας με συναυλία του Μίκη, βουλευτή τότε αν θυμάμαι καλά, της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς. O Θεοδωράκης είχε ήδη συνθέσει τη μουσική ενός τραγουδιού στο μυαλό του, επιστρέφοντας από τη Δραπετσώνα προς το σπίτι του. Πήρε από ένα περίπτερο τηλέφωνο τον Λειβαδίτη και του έδωσε τους στίχους σε συλλαβές τα-τα τα-τα-τα τα-τα κλπ. Του ζήτησε να γράψει στίχους που θα έδεναν με τη μουσική, ώστε το νέο τραγούδι να παιχτεί στη συναυλία της επομένης. Tη νύχτα έγραψε ο Λειβαδίτης τους στίχους του τραγουδιού «Δραπετσώνα» και την επομένη τραγουδήθηκε από τον Γρηγόρη Mπιθικώτση στη συναυλία που έγινε στα προσφυγικά. Έτσι γεννήθηκε ένα από τα ομορφότερα

21

Τάσος Λειβαδίτης


22

«Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου. Οι εραστές δε βλέπουν, μόνο αγγίζονται, μα οι ρώγες των δαχτύλων τους είναι τα ίδια τα πελώρια, τα πάντοτε έκπληκτα μάτια του Θεού. Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω στο γυαλί της λάμπας. «Πώς γίνεται» ρώταγες. Μα είναι τόσο απλό. Αφού μ αγαπούσες».

Τάσος Λειβαδίτης

Το πατρικό σπίτι του Τάσου Λειβαδίτη στο Μεταξουργείο

λαϊκά τραγούδια. Μου το επιβεβαίωσε ο Τάσος αυτό, γελώντας σεμνά όπως πάντα. Mελοποιήθηκαν πολλά έργα του, κυρίως από τον M.Θεοδωράκη και πολλά τραγούδια από αυτά έγιναν δημοφιλή, όπως το «Σαββατόβραδο», «Δραπετσώνα», «Bρέχει στη φτωχογειτονιά», «Τα Λυρικά» που τραγούδησε ο ίδιος ο Μίκης και άλλα. Μία ημέρα, τον περίμενε η γυναίκα του η Μαρία με αγωνία, να γυρίσει από τον εκδοτικό του οίκο, όπου είχε πάει να εισπράξει τα συγγραφικά του δικαιώματα. Μπαίνει ο Λειβαδίτης στο σπίτι, τον ρωτάει η Μαρία: «Πόσα χρήματα έφερες Τάσο;» Αυτός σκύβει το κεφάλι και της λέει: «Τίποτα. Τα έδωσα στον τυφλό ζητιάνο στη γωνία. Έχει μεγαλύτερη ανάγκη από μας». Την εποχή της μεγάλης ανέχειας τους! Τότε, στις μεγάλες φτώχειες, βρήκε και αγόρασε, ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια πάμφθηνα. Πάμφθηνα, διότι ποιος θα αγόραζε για καθημερινή χρήση κόκκινα παπούτσια της φωτιάς… Για να διακωμωδήσει την επιλογή

Τόσοι άνθρωποι βρέθηκαν επανειλημμένα συγκεντρωμένοι για να ακούσουν δυο λόγια για τον μεγάλο μας ποιητή. Και πάντα στις συγκεντρώσεις αυτές, σκεφτόμουν τη μοίρα του δημιουργού, που μόνος, καταμόναχος δουλεύει τις νύχτες και το έργο του κινητοποιεί εκδότες, τυπογράφους, βιβλιοπώλες, αναγνώστες. Ένας μοναχικός διάκονος της Ποίησης. Έχω την εικόνα, στο γραφείο του σκυμμένος να γράφει με σταθερό χέρι και παλλόμενη ψυχή, να ιστορεί τα πάθη, τις αγάπες, τις ελπίδες μας. Που να φανταζόσουν Τάσο, ότι το έργο σου, γέννημα απόλυτα μοναχικών στιγμών, θα κινητοποιούσε, θα άγγιζε τόσο κόσμο. Ότι θα βρισκόμαστε σήμερα τόσοι και έτσι, μιλώντας με περισσή αγάπη και σεβασμό για το γέννημα των στιγμών – αιώνων σου… Ενδεικτικοί οι στίχοι που ακολουθούν για το πως έβλεπε ο Τάσος Λειβαδίτης την Ποίηση και τον Ποιητή; Δεν είμαστε πια ποιητές/ παρά μονάχα σύντροφοι/ με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.

του, επειδή ντρεπόταν να κυκλοφορεί με κόκκινα παπούτσια, όταν συναντούσε κάποιον γνωστό άρχιζε τάχα να χορεύει και έλεγε: Δείτε πήραν τα πόδια μου φωτιά… Η αγάπη του στις γυναίκες και το ποτό, ήταν παροιμιώδης. Η φιλαρέσκειά του επίσης. Πάντα κομψός, με το φουλάρι στο λαιμό, γιλέκο, συχνά καπέλο, περιποιημένος, όμορφος. Ήταν άρρωστος στο Γενικό Κρατικό νοσοκομείο της Αθήνας και πήγα να τον επισκεφτώ. Μόλις του είπε η Μαρία η γυναίκα του ότι βρισκόμουν εκεί, κουκουλώθηκε με το σεντόνι και μου φώναξε να φύγω. Του είπα «ήρθα να σε δω και με διώχνεις;» «Φύγε - μου απάντησε κάτω από το σεντόνι - δεν θέλω να με δεις σε αυτό το χάλι». Ο Τάσος Λειβαδίτης ρουφούσε τη ζωή, τον έρωτα, τα πάθη, τη χαρά, τη λύπη, με ένταση, κάθε φορά σαν να ήταν η τελευταία. Αυτοσαρκαζόταν συχνά και ως βαθύς γνώστης της τραγικότητας της ύπαρξης μας, διέθετε πηγαίο, ανεξάντλητο χιούμορ. Ήταν βαθιά ερωτικός ποιητής:

Ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις και γίνονται πουλιά.

..ώ Ποίηση εσύ, ελάχιστε, θνητέ σπόρε του αιώνιου χρόνου.

H ποίηση. Ένας τρόπος για να πεθαίνεις όλο και πιο δύσκολα κάθε μέρα...

... σαν τον ποιητή που του αρκεί λίγος ύπνος για να ξαναγίνει αθώος.

... ώσπου η σελήνη έγερνε πάνω στο λόφο, αιμόφυρτη - σαν τον ποιητή πάνω σ' αυτό το πεπαλαιωμένο αλφάβητο. ... όπως η ποίηση που είναι ένα αίνιγμα από συνηθισμένα λόγια.

...σαν τη μουσική που αναζητάει στο άπειρο αυτό που η ποίηση αποσιωπά εδώ στη γη. ... ή σαν τον ωραίο ποιητή που γίνεσαι όταν δεν έχεις


23

Τάσος Λειβαδίτης

Ο Τάσος Λειβαδίτης με τον Γιάννη Ρίτσο το 1951 στον 'Αη Στράτη

τίποτ' άλλο στον κόσμο.

για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.

... χέρια μου, δε σας είχα ποτέ δικά μου, όπως τα λόγια του ο ποιητής...

Kύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντάς τους μόνο έναν κόσμο...

... λυπηθείτε τους ποιητές που τους τρελαίνουν δύο δισεκατομμύρια εκδοχές για έναν μοναδικό κόσμο...

Φτωχοί λαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών την ώρα που πέφτουν χτυπημένα. Ένα σπίτι για να γεννηθείς ένα δέντρο για ν' ανασάνεις ένας στίχος για να κρυφτείς κι ο κόσμος για να πεθάνεις . Γεννήθηκε το βράδυ της Aνάστασης του 1922 και έκλεισε απροσδόκητα τα μάτια στις 30 Οκτωβρίου του 1988. Εξήντα έξι χρόνια μεστής, δημιουργικής, γεμάτης, πολυτάραχης ζωής. Φθινοπωρινή μέρα η κηδεία του, έκανε κρύο, ψιλόβρεχε σποραδικά. Οι άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν για τον τελευταίο αποχαιρετισμό στο Α΄ νεκροταφείο της Αθήνας, ήταν απρόσμενα πολ-

... σαν την ποίηση που είναι ένας άλλος τρόπος να πεθαίνει κανείς.

... ούτε θα μάθει ποτέ κανείς με πόση εγκατάλειψη έγινε αυτό το ημίφως που όλα τα συγχωρεί ή με πόση λίγη αθανασία γράφεται ένα αθάνατο ποίημα.

... οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο... Kι η ποίηση είναι σα ν' ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα

H νύχτα είναι μια φωτισμένη πολιτεία που τη λυμαίνονται οι αλήτες και οι ποιητές...

λοί. Και δεν μπορώ να ξεχάσω εκείνες τις στιγμές, που βαδίζαμε προς τον τάφο αλληλοστηριζόμενοι, με τον Γιάννη Ρίτσο και τη γυναίκα του Λειβαδίτη Μαρία. Αυτή, απόλυτα σιωπηλή, βυθισμένη σε ένα βουβό κλάμα. Και ο Ρίτσος, «ο μεγάλος αδελφός, ο σοφός ο Γιάννης» συντριμμένος από τον πόνο της απώλειας, επαναλάμβανε συνεχώς την ίδια φράση μέσα από τους λυγμούς του «Τάσο, όμορφε άγγελε. Ως και νεκρός ένας άγγελος είσαι»… Θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί, ότι είχε προβλέψει στους στίχους του πως θα πεθάνει φθινόπωρο. «Όμως εδώ τελείωσα. Ώρα να φύγω. Όπως θα φύγετε κάποτε κι εσείς. Και τα φαντάσματα της ζωής μου θα με αναζητούν τώρα τρέχοντας μες τη νύχτα και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν. Έτσι συνήθως έρχεται το φθινόπωρο. Γι αυτό σας λέω ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνια μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική».


Τάσος Λειβαδίτης

Ένας άνθρωπος καίγεται ένας άνθρωπος φωτίζει την νύχτα...

Μνήµη Τάσου Λειβαδίτη

...η ώρα η πιο βαθιά της νύχτας που ξαναγινόµαστε άνθρωποι.

...δος µου τα χέρια σου να κρατήσω τη ζωή µου.

Του Γιώργου Δουατζή

Και μούλεγες δάσκαλε η μέρα «δεν θα πλαγιάζεις για να γυρίσει ποίημα» ένα α μέρ ε αν δεν έχει γραφεί αυτό το κάθ τί χαρ κό λευ στο ά και κάθομαι μπροστ α άδι σημ με τα πάν ς και το αφήνω όπω ν άτω αγμ πετ , των ψυχής, ερώ αλλά τώρα που έφυγες οριστικά πού να σου λέω ότι χάθηκαν πολλά ποιήματα και γύρισαν μέρες πολλές χωρίς μολύβια χωρίς χαρτιά με τη ματιά στον ουρανό

ποτέ και κείνα τα ποιήματα δε γράφηκαν καλε και θέλω να μου πεις αλήθεια δάσ αυτά ο μόν ή ες χάθηκαν μαζί τους οι μέρ νάω ξυπ διότι κάθε που νιώθω να σε έχω ανάγκη λιγότερο αλλά χρειάζομαι περισσότερο εκείνο το μοναδικό «κάθε μέρα ένα ποίημα» κι έτσι κύλησαν οι αιώνες και νάμαστε πάλι οι δυο μαζί να μετράμε μέρες και ποιήματα να ζωντανεύουμε λευκά χαρτιά

ρωποι για νάχουν αγάπη κι ομορφιά οι άνθ χειμώνα του και να ζεσταίνονται τις κρύες νύχτες ήσυχοι, αφού κάποιοι άλλοι τραγούδησαν κι απόψε για λογαριασμό τους πληρώνοντας το προαιώνιο χρέος την κάθε που θα εκκρεμεί και την επόμενη, τα. νύχ ων ρώπ ανθ των

Γιατί πριν µπεις ακόµα στη ζωή µου είχες πολύ ζήσει µέσα στα όνειρά µου αγαπηµένη µου.

Μικρό απάνθισµα

24

...φυσάει µες απ' τα τρύπια βρακιά των ανέργων φυσάει µέσα στην οργισµένη καρδιά του λαού.

Πάνω στα υγρά τσαλακωµένα σεντόνια µαραίνονταν το γέλιο των αγέννητων παιδιών.

...και σµίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ' τον άλλον. Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόµος να γνωριστούν.

Συχώρα µε, αγάπη µου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.

...µισώ τα µάτια µου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαµόγελό σου...

Kαι πες τους, σύντροφε, δε φέρνω κανένα µήνυµα. Aπλώς τον ανθρώπινο πόνο υπενθυµίζω.

...κορίτσια φέρναν τον Απρίλη τους, τον ουρανό του γέλιου τους φέρνανε τα παιδιά...

...χωρίς όνειρα να µας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πια να µας προδώσουν...

Kι ύστερα µπήκατε ορθοί στη γη, όπως µπαίνει ο άντρας στη γυναίκα. Eτσι γεννήθηκαν τα στάχυα κι οι σηµαίες. Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ' τη στιγµή που βρίσκουνε µια θέση


στη ζωή των άλλων. Ή ένα θάνατο για τη ζωή των άλλων

...κι είναι περίεργο πόσο ψεύτικα φαίνονται καµιά φορά τα πιο αληθινά πράγµατα...

Δεν ήξερε, πως το κλειδί της φυλακής του καθένας το κρατάει στην τσέπη του... Γιατί οι γυναίκες έχουν προαιώνιους, µυστικούς δεσµούς µε το αίµα αίµα της ήβης, αίµα της παρθενιάς, αίµα της γέννησης...

Kαι τ' όνοµά του ήταν µεγάλο, σαν οποιοδήποτε ανθρώπινο όνοµα.

Kαι µόνο εκείνη η γυναίκα, θάρθει η αναπότρεπτη ώρα, µια νύχτα, που θα νιώσει µε τρόµο ξαφνικά, πως στέρησε τον εαυτό της απ' την πιο βαθιά, την πιο µεγάλη ερωτική πράξη µην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.

Mα τα χέρια τους είναι τυφλά, σακατεµένα απ' το βάρος όλων αυτών που δεν έδωσαν.

...κι ο εγωισµός, είναι κι αυτός ένας απελπισµένος τρόπος να υπάρξεις.

Nάσαι τόσο πρόσκαιρος, και να κάνεις όνειρα τόσο αιώνια! Kαι νάµαι τώρα διασχίζοντας το Aπειρο πιό ανάλαφρος απ' τους τρελούς και τα παιδιά... Kαι κάθε βράδυ κοιµάσαι µ' ένα θησαυρό: αυτήν την πολυσήµαντη αυριανή σου µέρα. Kι ο άντρας είπε: θάθελα νάµαι Θεός. Kι η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο.

O ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο σαν το Θεό. ...τόσο λυπηµένος που θα µπορούσε να περάσει από µέσα µου ένα κοπάδι πουλιά... Σαν τον τρελό που, κλειδωµένος στο κελί του, ζωγράφισε στον τοίχο µια πόρτα κι έφυγε.

Yπάρχουν, αλήθεια, χιλιάδες τρόποι να κερδίσει κανείς τη ζωή του µα ένας µόνο για να τη χάσει. Φτωχή ανθρωπότητα, δεν πρόφτασες ούτε ένα µικρό κεφάλαιο να γράψεις ακόµα... ...ή να πονέσω τόσο πολύ που ο Θεός να υπάρξει...

εξαφανίζονται άξαφνα σα να τα πήρε µαζί του το παιδί - καθώς πέθαινε, περίλυπο, µέσα στον άντρα.

...εγώ όλα τα ξέρω, όλα τα έζησα - µόνο ποτέ δεν είχα υποπτευθεί πόσο ατέλειωτη µπορεί να 'ναι µια νύχτα...

...µίλησα πάντοτε µε λόγια απλά για να επιδέχονται όλες τις ερµηνείες...

...προσπάθησα από µια χίµαιρα να φτιάξω ένα ολόκληρο πεπρωµένο.

Kι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον

είµαστε κιόλας νεκροί.

...η σιωπή κάνει τον κόσµο πιο µεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο...

...ακόµα κι η ζωή µου αποχτά σηµασία/ όταν τη διηγούµαι σε κάποιον...

...κι ο έρωτας είναι η τρέλα µας µπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλο.

... αν έφτασα τόσο µακριά, ήταν για να µην ακούσω που δε µου αποκρίθηκαν...

...κορίτσια που βγάζουν το φουστάνι τους για να µπουν στον ουρανό...

...σαν ένα παιδί που το αθώωσαν για να µην έχει τίποτα δικό του... ... γιατί αλίµονο αν µαθαίναµε όσα µας έχουν συµβεί.

... ίσως όταν ξαναϊδωθούµε να µην ξέρει πια καθόλου ο ένας τον άλλον. Έτσι που επιτέλους να µπορέσουµε να γνωριστούµε. ..α, µόνος µου έκανα τη ζωή µου άθλια για να µοιάζει λίγο µε πραγµατική. ... άνθρωποι αθώοι σαν άγραφες σελίδες άνθρωποι ανυπεράσπιστοι σαν τις σελίδες που γράφτηκαν πια.

...οι άλλοι φτιάχνουν από µας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση...

...ά, ζωή, µια χειραψία µε το άπειρο πριν χαθείς για πάντα... ...όπως τα παιδικά παιχνίδια που µία µέρα

O κόσµος µόνο όταν τον µοιράζεσαι υπάρχει... Kάποτε θα µας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια.

Eκεί που τελειώνουν τα όνειρα, εκεί αρχίζει η ζωή µας...

...ζήσαµε το απέραντο σε µικρές σκοτεινές κάµαρες και το τίποτα στις µεγάλες σελίδες της Iστορίας...

H ελπίδα που κάνει ακόµα πιο αβέβαιο τον κόσµο.

...καθένας µας έχει µια µυστική

περιουσία από ξεχασµένες ταπεινώσεις

Kαι µόνον όσοι πέθαναν νωρίς δεν έχασαν ποτέ τον δρόµο.

T' άστρα ήταν το πρώτο µας αναγνωστικό.

...δεν έζησα: έχοντας να µεριµνήσω για τόσα φύλλα την Άνοιξη.

Επιλογή από το «Απάνθισµα Τάσου Λειβαδίτη», εκδόσεις Κέδρος – 1997. Επιµέλεια: Γιώργος Δουατζής


Dylan Thomas, το alter ego του Μίλτου Σαχτούρη

26

H

Της Λάουρας Κόντη

δεύτερη ποιητική περίοδος του Μίλτου Σαχτούρη χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή εγκατάλειψη του ''επινοημένου κόσμου'' που δίνει τη θέση του στη διαμόρφωση μιας προσωπικής μυθολογίας, με αναγωγές στη κοινωνία των καλλιτεχνών και στον αιώνιο

κόσμο της τέχνης. Μια εποχή που ξεκινάει από Το Σκεύος και φτάνει έως την Καταβύθιση. Έχουμε πλέον την συγκρότηση του αιώνιου κόσμου της τέχνης σε ενιαίο σύστημα, όπου οι ήρωες-ποιητές είναι διαρκώς παρόντες διά του έργου τους. Πρόκειται για ένα διάλογο ζωντανών και νεκρών υπό όρους αιωνιότητας του έργου τέχνης. Έτσι, ο Σαχτούρης αποσπά το έργο του από την φθαρτή του υπόσταση, εγγράφει μια σχέση

απόστασης από αυτό και το παραδίδει στην ύστερη φήμη του. Η αγάπη των τρελών, των δαιμονισμένων και των αγίων είναι χαρακτηριστικό της ποίησης του Σαχτούρη. ''O Dylan Thomas, άγιος βασιλιάς τρελός στριφογύριζε''. Χαρακτηριστική είναι η προσήλωσή του σε ενορατικές ή σεισμογενείς προσωπικότητες. Η επίμονη αναφορά του σε χτεσινούς αναχωρητές δίνει την εντύπωση πως η


27

Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης στους Δελφούς το 1957

σπουδή του, από μια εποχή κι έπειτα, ήταν καθηλωμένη και η σκοπιά του θεληματικά απομονωμένη. Μέσα από την τεχνική της λειτουργικής ισοδυναμίας καταργούνται τα όρια της ζωής και του θανάτου. Η ζωή παρατείνεται και πέρα από τον θάνατο. Η κατάργηση αυτών των ορίων επιτρέπει την απρόσκοπτη διακίνηση των νεκρών και των ζωντανών προβάλλοντας τη βούληση για ζωή.

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ Το ποίημα κάθεσαι και το ξενυχτάς σαν τον νεκρό στον Χρήστο Μπράβο Στις δώδεκα και μισή τη νύχτα την ίδια ώρα και συγχρόνως φάνηκε στον μεγάλο καθρέφτη και στο παράθυρό μου ο Ντύλαν Τόμας μ' ένα αναμμένο κόκκινο κερί στο στόμα νεκρός βέβαια κι άγιος και τρελός όπως το 'χω ξαναπεί -Έλα αδερφέ, μου λέει, μαζί μου σάπισες εδώ πέρα έλα στα βορινά φαράγγια της πατρίδας μου εδώ ζεις σ' ένα σάπιο τόπο που σε κοροϊδεύουν εκεί χαιρετάνε τους τρελούς και οι παπάδες κι η πάπια δε γεννάει πια πάγο γεννάει κόκκινο αυγό Αυτά τα λίγα μου είπε ο μεγάλος ποιητής όχι πια στον καθρέφτη και στο παράθυρό μου αλλά μέσα από τα ψηλά χορτάρια του θανάτου του μισός από τη μέση κι απάνω στο φως, έξω από το χορτάρι μισός από τη μέση και κάτω στο σκοτάδι κάτω από το φως. Ο αγαπημένος νεκρός του Σαχτούρη τον επισκέπτεται και συνομιλεί του, ο χώρος συνάντησης και συνδιά-

λεξης είναι ο καθρέφτης, ο oποίος ευνοεί τεχνολογικά το είδωλο, όπως η μεταμόρφωση αποτελεί το alter ego της αρχετυπικής μορφής. Με τον μηχανισμό αυτό o ποιητής πετυχαίνει να καταλύσει τα όρια ανάμεσα στον υδάτινο, στον γήινο και τον εναέριο χώρο. Έτσι είναι δυνατή και χωρίς προσκόμματα η επικοινωνία των όντων, όπως υποστηρίζει ο Brunel, όλα τα όντα κυκλοφορούν το ένα μετά το άλλο, ακολουθούν όλα τα είδη και αυτό γίνεται αιώνια. Οι νεκροί συμπεριφέρονται όπως οι ζωντανοί, των οποίων είναι η άλλη όψη. Η ζωή και ο θάνατος βρίσκονται σε διαρκή επικοινωνία, αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση, συνυπάρχουν το ένα μέσα στο άλλο. Ο Thomas γεννήθηκε την αυγή του Α' παγκοσμίου και έζησε τον Β' με όλη του τη φρίκη για να δώσει ένα έργο που θέλει να αναμετρηθεί ολόψυχα με τον ίδιο το θάνατο που τον βλέπει πια σε τέτοια κλίμακα. Δε μιλάει για τον θάνατο για να τον ξεχάσει, ο θάνατος γι' αυτόν είναι παρών και δε θα ησυχάσει βλέποντάς το, το ίδιο όμως και ο έρωτας.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι Με τον άνθρωπο θα σμίξουν Όταν γλειφτούν τα κόκαλα τους και τα γλειμμένα κόκαλα χαθούν, Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάρι Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν, Αν θαλασσοπνιχτούν θ’ αναδυθούν, Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί ο έρωτας Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουν Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους, Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουν Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν, Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουν


28

τηθεί. Η ποίηση του Σαχτούρη ξεκινά από την πιο παρωχημένη επικαιρότητα: απηχεί την φρίκη των καιρών με την ακραία γλώσσα του υπερρεαλισμού για να καταλήξει και να δώσει την ευρύτερη αγωνία των υπάρξεων μέσα από την βαθύτερη πρωτοποριακή ματιά του εξπρεσιονισμού. Ο εξπρεσιονισμός μοιάζει με μια βουβή διαμαρτυρία των ποιητών κατά του εκτρωματικού συστήματος της σύγχρονης κοινωνίας. Ο έντονος συναισθηματισμός του ''ΕΓΩ'' καθώς συμπιέζεται σπάζει τα δεσμά της συμβατικότητας.

'' Ὁ Ντύλαν Τόμας φούσκωσε, ἔβγαλε μία κραυγὴ κι έσκασε μὲ κρότο. Οἱ στίχοι του ὅμως μείναν ανέπαφοι, ὡραῖοι, μαζὶ με τους δικούς μου αγκαλιάζονται.''

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγρια Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής. Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά, Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτες Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθεί Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία. Dylan Thomas Μετάφραση Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

Ο θάνατος χάνει την εξουσία του και στη ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ του Σαχτούρη όπου μεταμορφώνεται σε κοπέλα και γέρνα μαζί του, γίνεται σύντροφος του. Στη συλλογή "Προοπτική της Θάλασσας" ο Thomas μας αποκαλύπτει το μοναδικό τέλος της αγωνίας του: «Αν μπορούσε να βρει ύπνο, ο ύπνος θα ήταν ένα κορίτσι» αλλά αυτο το λέει πιο ξεκάθαρα στο ''Ο Θάνατος δεν θα έχει πια εξουσία'': «Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί ο έρωτας» Η ζωή και ο θάνατος συνείρονται κι εμφανίζονται ως αδιάσπαστη οντότητα με συνδετικό κρίκο και σωτήρα τον έρωτα. Στο έργο του Σαχτούρη ο Thomas στάθηκε σημαδιακός όχι μόνο για την εξελεγκτική πορεία της δράσης του αλλά και για την αναζήτηση των πηγών του έργου του. Ενός Σαχτούρη που η ολοκληρωτική απόδοση του έργου του στον υπερρεαλισμό έχει ούτως ή άλλως αμφισβη-

Λέει ο Σαχτούρης στον ''Μεγάλο Καθρέφτη'' για τον αυτοδίδακτο κι επαναστατημένο Ουαλό που παράτησε το σχολείο στα 16 του χρόνια, ολοκληρωμένος ποιητής απ' την εφηβεία του, έμελλε να μας δώσει ορισμένα από τα σπαρακτικότερα ποιήματα της κραυγής και να αποτελέσει το παράδειγμα για μια ολόκληρη γενιά ποιητών στην Αγγλία και στην Αμερική. Τον κατατρώει ο τρόμος της ύπαρξης και σταυρώνει τον εαυτό του για χάρη της τέχνης του, που, ενώ πιστεύει στον Θεό, συνομιλεί με τον Αντίχριστο, αφού, μολονότι χαρισματικός ποιητής, δεν μπορεί να δει τη ζωή καταπρόσωπο και τη φέρει ως κατάρα. ''Ζούσε μακριά από τους Οξφορδιανούς σε ατμόσφαιρα αντιπνευματική, σε μια περιοχή ανθρακωρύχων. Με τα βιβλία και την μοναξιά του. Και όμως έκανε μια ποίηση αιώνιου ρυθμού'' όπως αναφέρει γι' αυτόν ο Σαχτούρης, πράγμα που σκοπεύει να κάνει και ο ίδιος, ακολουθώντας το ''αδελφικό του φάσμα'' απομονωμένος και αποσυρμένος στο εργαστήρι του. Ο Τhomas δημιούργησε θόρυβο εξαιτίας του παράξενου τρόπου που 'χε να αποφασίσει ν' ασκήσει τη ποίηση. O υπερρεαλισμός ήταν ακόμα πρωτοπορία στη παγκόσμια λογοτεχνία όταν ο Thomas επινόησε νέες λειτουργικές σχέσεις στη λογοτεχνική γλώσσα. Οι παράδοξες εικόνες κι η φαινομενικά αχαλίνωτη φαντασία τάραξαν τον συγκρατημένη ποίηση των συγχρόνων του. Η ποίηση του ανέσυρε τη λέξη απ' τη φθορά της καθημερινής τριβής και τη τοποθέτησε σ' ένα συμβολικό εννοιολογικό επίπεδο που επεκτείνεται στο μεταφυσικό όραμα.Παίζει με τις λέξεις, συνδυάζει απαράμιλλα τη καθομιλουμένη με την αρχαΐζουσα, εμφυτεύοντας ανάμεσά τους λέξεις ιδιωματικές, αργκό. Οι πυκνά εναλλασσόμενες εικόνες, οι μεγάλες παράγραφοι που τις διατρέχει μια ανάσα, η ιδιόρρυθμη χρήση

του συντακτικού, ο πλούτος των συνηχήσεων, η επινόηση λέξεων, τα λογοπαίγνια, η εσκεμμένη κρυπτικότητα των λέξεων, η μουσική ροή της έκφρασής του, μαρτυρούν έναν εξουθενωτικό λογοπλάστη που αναζητά, πιέζει και πλάθει τη λέξη, για να της προσδώσει τελικά μία επιλογή νοηματική, ένα φάσμα συγκινησιακών και μεταφυσικών σημασιοδοτήσεων. Ακολουθώντας το ίδιο μονοπάτι ο Σαχτούρης χρησιμοποιεί λέξεις καθημερινού λεξιλογίου και μέσα στη ποίηση του αποκτούν ειδικό βάρος. Φορτίζονται συναισθηματικά και μαζί με τα λυρικά φορτία που κουβαλούν γίνονται φορείς του μηνύματος το οποίο το μετουσιώνουν σε ποιητικό γεγονός. Δημιουργεί εικόνες που μας ξεναγούν στην ποιητική ιδέα της μεταμόρφωσης. ''Η εικόνα μου δεν έχει καμία σχέση με την υπερρεαλιστική'' αναφέρει ο Σαχτούρης '' το ποίημα ξεκινάει από μια εικόνα που πετάγεται από μέσα μου αυθόρμητα, τις πιο πολλές φορές είναι η βοηθητική εικόνα για την κύρια που θα ακολουθήσει. Άλλοτε πάλι, η πρώτη παραμένει κύρια''. Ο Σαχτούρης είναι ίσως από τους ζωγραφικότερους ποιητές. Τα χρώματα για τον Σαχτούρη αντιστοιχούν σε βασικά ζωικά υπόβαθρα και οι διαθέσεις είναι καθορισμένες από τους τόνους των χρωμάτων. Θα μπορούσε να πει κανείς οτι το μαύρο είναι το χρώμα τη άρνησης. Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΟΡΑΣ

Γέλασε ὁ μαῦρος κόκορας ὅταν τοῦ εἶπαν πῶς θὰ τὸν σφάξουν ὅταν ὅμως ᾖρθε ἡ ὥρα ἡ κακή του ὥρα ἔκλαψε ὁ μαῦρος κόκορας ἔκλαψε ὁ μαῦρος κόκορας Το κόκκινο, το χρώμα του αίματος συμβολίζει τη ζωή. Αποτελεί το χρώμα κάθε ζωικής αντίδρασης. ΤΑ ΓΑΡΙΦΑΛΑ

Αὐτὰ τα αιματώδη γαρίφαλα πού στολίζουν το γραφείο μου μου θυμίζουν το αίμα που έβγαζε στα νιάτα μου όταν άλλοι πολεμούσαν και άλλοι γλένταγαν στην καταραμένη χώρα. Όπως και το λευκό που συμβολίζει την απολύτρωση και τον θάνατο.


Ο ΑΓΙΟΣ

Τρελά ποντίκια ροκανίζουν το χλωμό μυαλό του όλο λέει νὰ πάρει ένα αυτοκίνητο νὰ πάει στον τόπο που έζησε ὁ έρωτας του όμως πάντα στο ίδιο μέρος μένει γιατί τρελά ποντίκια έχουν ροκανίσει το χλωμό μυαλό του. ''Χρωμοτραύματα'' ονόμασε την ποιητική συλλογή που εξέδωσε το 1980. Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκε και ο Thomas με ''Το Χρώμα Της Λαλιάς'' αρκετά χρόνια πριν(1934-1953). Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά

Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, ατενίζοντας το κίτρινο και τη μουντή θάλασσα, περίγελως εμείς που χλευάζουμε που ακολουθούμε τα κόκκινα ποτάμια, κούφια εσοχή λέξεων πέρα από τον ίσκιο των τζιτζικιών, διότι σε τούτο τον κίτρινο τάφο άμμου και θάλασσας μια επίκληση για χρώμα καλεί με τον αγέρα μουντή και ζωηρή όπως ο τάφος κι η θάλασσα καθώς κοιμούνται ούτως ή άλλως. Οι σεληνιακές σιωπές, η σιωπηλή παλίρροια που γλείφει τα ακίνητα κανάλια, ο ξηρός άρχοντας της παλίρροιας ζαρωμένος ανάμεσα σε αμμοθύελλα και νεροποντή, πρέπει να θεραπεύσουν τα δεινά μας από το νερό με μια μονόχρωμη γαλήνη. η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο ηχεί μαζί με τους κόκκους που βιάζονται να κρύψουν τα χρυσαφένια βουνά και τις οικίες της μουντής, ζωηρής, παράκτιας γης που ζώνει αρχοντική κορδέλα, ξαπλωμένοι εμείς, ατενίζουμε το κίτρινο, ευχόμαστε ο άνεμος να διώξει μακριά τη μορφολογία της ακτής και τον πνιγμένο κόκκινο βράχο. μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε μπορούμε ν' αποφύγουμε την άφιξη του βράχου, ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος Μετάφραση: Eλένη Μπουραντάνη

Χαρακτηριστικό της ποίησης του Σαχτούρη, όπως και του Thomas, είναι το παράλογο, η ποίηση του παραλόγου του, υπακούει σε κανόνες που δεν ορίζονται από την λογική και ο υπερρεαλισμός προϋποθέτει λογική. Η δική του ποίηση του παραλόγου έρχεται από άλλη βάση, θεωρητικά προηγείται της λογικής. Την αγνοεί. Αγνοεί κάθε συμβατική, λογική και ηθική τάξη του κόσμου: είναι μια προλογική κίνηση της φαντασίας. Είναι η ποίηση του αναζωπυρωμένου σύμπαντος

Dylan Thomas

Το χρώμα της Λαλιάς Εκδόσεις Ερατώ

Dylan Thomas

Κι ο θάνατος δεν θα 'χει πια εξουσία Ελεύθερος Τύπος

Μίλτος Σαχτούρης

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΑΝΤΑ Εκδόσεις Κέδρος

Γιάννης Δάλλας

Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης Εκδόσεις Κέδρος

όπου όλα είναι δυνατά. Συσχετίζεται με την φαντασία των παιδιών. Έχει την δική του επιστημονική λογική: τη μαγεία. Από την αποδεσμευτική συζήτηση του βάθους με την επιφάνεια, χωρίς την παρέμβαση της λογικής, προκύπτει η εντύπωση του παραλόγου. Η χαμένη αθωότητα ήταν κάτι που κυνηγούσε διαρκώς τη σκέψη του Dylan Thomas και δε παραιτήθηκε στιγμή απ' το όνειρο της επανάκτησής της. Είναι γνωστή μια φράση του που σε δεύτερη ανάγνωση δίνει το ύφος της αγνότητάς του: “there is only one thing worse than having had an unhappy childhood, and that is to have had a happy one” (“μόνο ένα πράγμα είναι χειρότερο απ' το να είχες μια δυσάρεστη παιδική ηλικία κι αυτό είναι να είχες μια ευχάριστη”).Ο ίδιος μας οδηγεί στον παράδεισο των Χριστουγέννων της παιδικής ηλικίας: «Και το βράδυ υπήρχε μουσική. Ένας Θείος έπαιζε βιολί, ένας ξάδελφος τραγούδαγε το Ώριμο Κεράσι, ένας άλλος θείος το Τύμπανο του Ντρέηκ. Ήταν πολύ ζεστά στο μικρό σπίτι. Η θείτσα Χάννα που 'χε πιει τα ποτηράκια της, τραγουδούσε ένα τραγούδι για την Εγκαταλελειμμένη Αγάπη και τις Ματωμένες Καρδιές και τον Θάνατο και μετά ένα άλλο που έλεγε πώς η Καρδιά της ήταν σαν Φωλιά Πουλιού. Και τότε όλοι γελούσαν πάλι και μετά πήγαινα για ύπνο». (απ’ την ιστορία "Συζήτηση Για Τα Χριστούγεννα"). ''Toν ποιητή τίποτα δεν τον αγγίζει, ούτε ο χρόνος γιατί έχει μέσα του το παιδικό, το γεροντικό και το δαιμονικό συγχρόνως'' αναφέρει ο Σαχτούρης, όπως και μέσα στον Thomas συνυπάρχουν ''ένας άγγελος, ένα θηρίο κι ένας τρελός'' όπως λέει ο ίδιος. Είναι και οι δυο νοσταλγοί του ''ουρανού'' με κάτι το αγγελικό και το σατανικό μαζί. Δυο παιδιά που γίνονται βορά του διαβόλου, εραστές της (ποιητικής) δημιουργίας. Η ποίηση τους περιέχει μέσα στη κόλαση τον ουρανό και η κραυγή του πόνου είναι κραυγή για ουρανό, για εξαγορά, για λύτρωση της ψυχής τους και του κόσμου τους. Καταδιώκονται διαρκώς από την ελπίδα ενός ουρανού. Σκοπεύουν πάντα σε κάποιον ουρανό. Ο ουρανός είναι ο στόχος τους, η γαλήνια όψη της αποτρόπαια ζωής, ο τόπος της αθωότητας και της χαράς.

Όλοι τρέχανε στο μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό Ας μην το κρύβουμε Διψάμε για ουρανό! (Μίλτος Σαχτούρης, Το Ψωμί)

Σαν τα δάκρυα του ήλιου, σαν το σπέρμα της σελήνης, απομαζώματα και φωτιά, η ιπτάμενη μεγαληγορία του ουρανού, βασιλιά των έξι σου ετών. (Dylan Thomas, H όψη της αλήθειας) Mετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

29


30

Παναγιώτης Κονδύλης (1943 - 1998)

Σ

Οι δοµές και το νόηµα του (εκάστοτε) κόσµου

Του Χρήστου Κωνσταντίνου

ε ό, τι ακολουθεί θα επιχειρήσουμε μια ανάγνωση και κριτική αποτίμηση του εν λόγω πονήματος του Παν. Κονδύλη. Μέλημα του Κονδύλη σ’ αυτό το βιβλίο είναι η ανάπτυξη και ξεδίπλωση της λεγόμενης «περιγραφικής θεωρίας της απόφασης», η οποία θέλει να είναι, διατείνεται ο φιλόσοφός μας, αξιολογικά ουδέτερη. Πρόκειται για μια προσπάθεια κατάδειξης του τρόπου με τον οποίο τίθεται πρωταρχικά το πλαίσιο ή πλαίσια, της δομής και νοήματος του εκάστοτε κόσμου (κοινωνικού, πολιτικού, πολιτισμικού, οικονομικού κτλ. ) στον οποίο κάθε φορά εγκατοικεί ένας άνθρωποςάτομο, ομάδες ατόμων, έθνη κτλ. Απόφαση σημαίνει εδώ την προκαταρκτική εκείνη πράξη δέσμευσης και δημιουργίας, η οποία θέτει έτσι μια εκάστοτε κοσμοεικόνα νοηματική, εντός της οποίας τίθεται και το Εγώ καθώς και τα άλλα στοιχεία της εν λόγω δομής στο σύνολό τους. «Απόφαση, (decisio, Ent-scheidung) είναι η πράξη ή η διαδικασία αποκοπής ή αποχωρισμού, από την οποία προκύπτει μια κοσμοεικόνα κατάλληλη να εγγυηθεί την ικανότητα προσανατολισμού την αναγκαία για την αυτοσυντήρηση.» Πριν την απόφαση, συνεχίζει ο Κονδύλης, δεν υφίσταται δομημένος κόσμος, νοηματικά συγκροτημένος, παρά μια πληθώρα, ένας συρφετός από στοιχεία άναρθρα, τα οποία θα λέγαμε αναμένουν να συγκροτηθούν σε «όλον δομημένο». Μετά, χρονικά και χωρικά, από την θεμελιώδη απόφαση όλα αυτά στο σύνολό τους δημιουργούνται. Στην βάση της απόφασης, λέει ο στοχαστής μας, υφίσταται ως κύριος και θεμελιώδης μοχλός της το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης. Αυτή είναι η οποία υποδαυλίζει αενάως, και συγκεκαλυμμένα ως επί το πλείστον, την κοινωνική ζωή. Κάθε απόφαση λοιπόν δημιουργεί τον κόσμο, τον αποκόπτει από την ασαφή

του προκαταρκτικότητα και τον θέτει προοπτικά ως όλον. Για κάθε κόσμο και από την δική του προοπτική, δεν υπάρχει κανένας άλλος κόσμος έξω απ’ αυτόν, βλέπει, θα λέγαμε, μόνο τον εαυτό του. Είναι μοναδικός. Ωστόσο, ειδωμένος από την άποψη της περιγραφικής θεωρίας, υπάρχουν πολλοί κόσμοι που συνυπάρχουν ο ένας στα όρια του άλλου. Αυτή η βίαιη απόσπαση στην βάση της αυτοσυντήρησης, είναι ακριβώς μια σπαράζουσα αποκοπή και γίνεται απροκάλυπτα. Ωστόσο κανείς δεν βιώνει αυτή την βία στο βαθμό που εκ των υστέρων, όταν η κοσμοεικόνα θα έχει πλέον δημιουργηθεί, δεν μπορεί ο δρών να έχει εμπειρία αυτής, έχει (αυτή) συμβεί ως επί το πλείστον ασυνείδητα. Η δύναμη της αυτοσυντήρησης καθώς προσπαθεί να εξασφαλίσει τα μέσα για την επιβίωση του ατόμου, εξελίσσεται ως πράξη κατίσχυσης, ως βούληση για ισχύ. Προσπαθεί να κατισχύσει σ’ οτιδήποτε θα μπορούσε να προβάλλει αντίσταση σ’ αυτήν την επιβολή. Ολόκληρη η ζωή του υποκειμένου της απόφασης, είναι ένας αγώνας για κατίσχυση απέναντι σ’ ό, τι θα μπορούσε να την ματαιώσει. Το υποκείμενο λοιπόν αποκτά ταυτότητα μέσω αυτής της αντιπαραβολής του με ό, τι είναι έτερον, αποτελεί άρνηση του άλλου. Omnis determinatio est negatio, κατά τα λεγόμενα του Σπινόζα. Γι αυτό η απόφαση θέτει και δημιουργεί στην επιβολή της φίλους και εχθρούς. Για την αυτοσυντήρησή της, η απόφαση, συμβιώνει αρμονικά με φίλους και συγκρούεται πολεμικά με εχθρούς. Όλη η ζωή του ατόμου είναι ένας αέναος πόλεμος με εκάστοτε εχθρούς, οι οποίοι προσπαθούν να ματαιώσουν την αυτοσυντήρησή του, θα λέγαμε ηδονή του. Ο κόσμος είναι λοιπόν οργανωμένος σε φίλους και εχθρούς, στον βαθμό που οι άλλοι άνθρωποι κοινωνοί του κόσμου, εναλλάσσονται περιοδικά στο φάσμα φίλοι και εχθροί, σε σχέση με τα εκάστοτε διαφέροντα του υποκειμένου. Ολόκληρη η κοινωνική ζωή είναι αυτός ο αγώνας για την κατίσχυση του ατόμου.


Κάθε κανονιστική μάλιστα θεώρηση της ύπαρξης, δηλαδή μια τέτοια η οποία, δέχεται την ύπαρξη κανονιστικών-ουσιοκρατικών και οικουμενικών αρχών, δεν μπορεί να ματαιώσει την αφετηρία και βάση του κοινωνικού μορφώματος, που είναι ο αγώνας για κατίσχυση του ενός απέναντι στον άλλον, του αέναου πολέμου όλων εναντίων όλων. Και η πράξη της απόφασης λαμβάνει και αυτή χώρα στην προοπτικότητά της, εντός πλαισίου, μιας συγκεκριμένης κατάστασης, είναι δηλαδή ιστορικο-χρονική. «Το Εγώ διαμορφώνεται μέσα στην απόφαση ως αξίωση ισχύος στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης κατάστασης, και καμιά κανονιστική θεωρία για την συνείδηση δεν μπορεί να το ξεχωρίσει από την πολυστρώματη ύπαρξη, η οποία συμμετέχει ολόκληρη στην απόφαση τούτη». Δημιουργείται λοιπόν με την απόφαση ένας αντικειμενικός κόσμος, ο οποίος δεν υφίστατο πρωτύτερα. Ο κόσμος αυτός είναι οργανωμένος νοηματικά-αντικειμενικά, οι πορείες που διαγράφουν τα άτομα είναι προδια-γεγραμμένες, ορισμένες, έλλογες, το υποκείμενο προσανατολίζεται μέσα σ’ αυτές άνετα και κατά την συνήθεια (κατ’ έθος). Η τυφλή βούληση για ισχύ, η οποία διέπει όλη την δράση, αποσιωπείται στο οργανωμένο όλον και μεταμφι-έζεται. Ο κόσμος φαίνεται δομημένος από οικουμενικές αξίες, ένα κανονιστικό πλαίσιο το οποίο ισχύει αιώνια. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο η ζωή φαντάζει ειρηνική. Μοιάζει ωσάν ο πόλεμος να μην υφίσταται. Στην προσπάθειά του για αυτοσυντήρηση το άτομο της απόφασης, θέτει εχθρούς και φίλους και στην μάχη του αυτή έρχεται αντιμέτωπο με την δυνατότητα αφανισμού του. Για να επιβιώσει διαμεσολαβεί-μεταμφιέζει τον πόλεμο σε ειρήνη, σε αρχές αιώνιες οι οποίες φαίνεται τώρα να κυριαρχούν. Ο ειρηνικός διάλογος μεταξύ των ατόμων, έχει διαμεσολαβήσει την καταστατική εχθρότητα, τον πόλεμο, σε ειρηνική συν-ύπαρξη επικοινωνούντων προσώπων. Η φιλοσοφία, η τέχνη, ο πολιτισμός εν γένει είναι αυτή η μεταμφίεση των ψυχορμήτων του ανθρώπου σε πολιτισμικά αγαθά, η Sublimierung όπως θα έλεγε ο Φρόυντ, τα οποία τώρα ανάγονται σε ύψιστα προϊόντα του εγκόσμιου ειρηνικού βίου των ανθρώπων. Ο φόβος, σε συμφωνία με τον Χιούμ, μπροστά στην πιθανότητα εκμηδένισης του εαυτού, είναι το συστατικό στοιχείο του πολιτισμού. Τώρα ο άνθρωπος πειθαρχεί τα ψυχόρμητά του και συμβιβάζεται σε μια συμβατή ζωή, που υπακούει σε υποτιθέμενες οικουμενικές αξίες. Το πλαίσιο αυτό αποτελεί την εκάστοτε κοινωνία. Πίσω λοιπόν από όλες τις αξίες και ιδανικά-ιδέες του έλλογου πολιτισμού μας, κρύπτεται ανεξάντλητη η

Παναγιώτης Κονδύλης

Ισχύς και Απόφαση Η Διαμόρφωση των Κοσμοεικόνων και το Πρόβλημα των Αξιών. Εκδ. Στιγμή 1991.

βούληση για κατίσχυση. Η λογική είναι ακριβώς αυτό το ξεκαθάρισμα μέσω ιδεών που διευθετεί και κανονίζει έναν βιώσιμο κόσμο. Ο κόσμος αποκτά έτσι νόημα. Στο εν λόγω αυτό πλαίσιο υπάρχει και προϋποτίθεται, η αλήθεια, η Φύση, ο Λόγος, ο Θεός, το Αγαθόν κτλ. Όλες αυτές οι κανονιστικές ιδέες ή αξίες, προϋποτίθενται εντός του πλαισίου ως αυταπόδεικτες αλήθειες. Οι ορθολογιστές και ηθικιστές τις προϋποθέτουν και τις θέτουν σε εφαρμογή. Υπάρχουν και υφίστανται λοιπόν αυτές οι θετικές αξίες και γι αυτό οφείλουμε να τις πραγματώσουμε, έμπραχτα στον συγκεκριμένο ιστορικό μας βίο. Αναμιγνύουν, θαμπώνοντας έτσι, οι ορθολογιστές το δέον με το Είναι. Το δέον είναι το Είναι ως τέτοιο και πρέπει εμείς να το εγκολπώσουμε. Ολόκληρη η έλλογη ηθική ζωή είναι μια ερμηνεία, λέει ο Κονδύλης, της εκάστοτε κατάστασης. Δηλαδή από την καταστατική αρχή υπολαμβάνουμε ένα νόημα, κάνουμε μια ερμηνεία, η οποία νοηματοδοτεί εκάστοτε τον κόσμο και καταδεικνύει την πορεία που οφείλουμε να ακολουθήσουμε, μια έλλογη ερμηνεία. Όταν ο κόσμος διαμεσολαβείται από την γλώσσα, σύμβολα, σημεία κτλ, η πρωτογενής βίωση του πολέμου, παύει να είναι πολεμική επιφανειακά και γίνεται ειρηνική, με το γάντι. Η καταστροφική σύγκρουση αποφεύγεται με τίμημα την απώθηση των ψυχορμήτων και της εξύψωσής τους σε ιδανικά και αξίες πολιτισμικές. Η κάθε κοσμοεικόνα, διατείνεται ο στοχαστής μας, δημιουργεί το δίπολο εκείθεν-εντεύθεν ή Είναι-επίφαση. Τα δίπολα αυτά είναι προϊόντα της νοηματικής και αξια-

κής εξαντικειμενίκευσης της απόφασης. Η εφεύρεση του αγαθού και της φαυλότητας έχουν εδώ την ρίζα τους. Το Είναι θεωρείται ως το αυθεντικά αγαθόν, το οποίο οφείλει (δέον) να πραγματωθεί εδώ και τώρα ή κάποτε στο μέλλον, στην αντιπαράθεσή του με την Επίφαση, το φαύλο το οποίο ενυπάρχει στο εγκόσμιο-εντεύθεν. Το αγαθόν οφείλει να υπερισχύσει, αποτελεί εδώ την μεταμφίεση της βούλησης για ισχύ, απέναντι στο φαύλον μέσω της πειθαρχίας, περιστολής κτλ. Το σφάλμα των υπό επίκριση στοχαστών συνίσταται λοιπόν στο ότι πρώτα δέχονται τις αρχές ως οικουμενικά ορθές, και κατόπιν τις εκλογικεύουν, επιχειρηματολογώντας γι αυτές. Εντός του εκάστοτε πλαισίου φυσικά η ερμηνεία δεν γίνεται αντιληπτή ως τέτοια, ως μασκάρεμα, αλλά περνά για απόδειξη τεκμηριωμένη λογικά και απόλυτα. Τα πάντα είναι λοιπόν συγκεκαλυμμένη απόρροια της αξίωσης για κατίσχυση μέσω της ορμής της αυτοσυντήρησης. Όλος ο πολιτισμός είναι ένα πλέγμα με κοινό παρονομαστή τον πόλεμο. Δηλονότι, οι ιδέες και οι αξίες δεν είναι αντικειμενικά δεδομένα, αυθύπαρκτες οντότητες, αλλά μεταμφιεσμένη βούληση για Ισχύ μέσα από την Απόφαση. Είναι εργαλεία πολεμικά που χρησιμοποιούνται στον γενικευμένο πόλεμο, χωρίς αυτό να είναι συγγνωστό από τους δρώντες. Έχουμε λοιπόν την αρχική-καταστατική Απόφαση η οποία θέτει την κοσμοεικόνα, και τις επί μέρους αποφάσεις που επισυμβαίνουν εντός της εκάστοτε κοσμοεικόνας.

Μερικά σχόλια αντί επιλόγου:

Ο αναστοχασμός και η επακόλουθη αποκάλυψη της πράξης της Απόφασης, όπου μέσω του ενστίχτου της αυτοσυντήρησης λαμβάνει αυτή χώρα, δεν γίνεται παρά αργότερα από αυτήν την πράξη (Απόφασης), που διαχωρίζει τα μέρη μεταξύ φίλων και εχθρών. Αυτός ο αναστοχασμός επισυμβαίνει εντός του πλαισίου γλώσσας, συστατικό και απαραίτητο στοιχείο της υποκειμενικότητας. Συλλαμβάνουμε-κατανοούμε ότι στη βάση κάθε μας περαιτέρω πράξης ενοικεί αυτή η πράξη της απόφασης η οποία αιωνίως υποδαυλίζει την δράση του κοινωνού-ατόμου. Ποτέ ωστόσο δεν την συλλαμβάνουμε στην γυμνότητά της, ως τέτοια, αδιαμεσολάβητα από την γλώσσα (ή κατά άλλους από την συνείδηση), ή οποιοδή-ποτε τέλος πάντων μέσο. Συλλαμβάνουμε ότι όλα επισυμβαίνουν σε ένα καταστατικό πόλεμο, ότι τα πάντα είναι πολιτική, παιγνίδι εξουσιών και κατίσχυσης. Ωστόσο αυτός ο αναστοχασμός γλωσσικά διαμεσολαβημένος, μας δηλώνει ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον πόλεμο και αγώνα εξουσίας, αλλά και επί

31


32

πλέον μας δείχνει ότι υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι δράσης, τους οποίους μπορούμε έλλογα να κρίνουμε, άλλους ως καλύτερους, προτιμότερους κτλ, και άλλους ως χειρότερους. Και ότι χτίζουμε στην βάση του πολέμου το καλύτερο δυνατόν ηθικο-κανονιστικό πλαίσιο εκάστοτε. Στον βαθμό ακριβώς που δεν μπορούμε να βγούμε εκτός ορισμένου πλαισίου και να ατενίσουμε τον κόσμο μας με ουδέτερο τρόπο, δηλαδή ότι πάντα θα διαμεσολαβεί την πράξη αναστοχασμού κάποιο πολιτισμικό ιδίωμα-λεκτικό με δικές του αξίες, έτσι και η θέση της αξιολογικά ουδέτερης περιγραφικής θεωρίας της Απόφασης, δεν είναι παρά άλλη μια κανονιστική θέση συγκεκριμένου ιστορικά πλαισίου. Για να ονομάσει τον εαυτό της, να μας πει σε τι ακριβώς συνίσταται, χρειάζεται μια άλλη γλώσσα ένα άλλο αξιακό πλαίσιο. Η θέση της μη ύπαρξης της Αλήθειας, του Λόγου, της Φύσης, του Ανθρώπου, του Θεού κτλ, συντελείται από ιδέες και αξίες που διαμορφώθηκαν ιστορικά στον ύστερο Δυτικό ευρωαμερικανικό πολιτισμό και όσους αφορμώνται από αυτόν. Ακόμα και η προσπάθεια να μην ειπωθεί τίποτα, να αποφευχθεί η παγίδα της μετα-αφήγησης (méta-recit, Lyotard, Derrida, Rorty κτλ,) το να μιλήσουμε α-νόητα οδηγείται, όπως το ομολογούν οι ίδιοι οι θιασώτες της, σε αποτυχία. Άπαξ και αρθρώσουμε κάποιον λόγο, πούμε κάτι, είμαστε εγκλωβισμένοι εντός κάποιου συστήματος γλώσσας και νοηματο-δοτούμε τον κόσμο μας. Η επί του προκειμένου θέση του Κονδύλη, περί

Ισχύος, Απόφασης, αυτοσυντήρησης κτλ, είναι και αυτή χρωματισμένη, ένας τοπικός αναστοχασμός, αυτόν τον οποίο τώρα εμείς προσπαθούμε να κάνουμε, και τον αναδεικνύει, κι αυτό (η στάση μας) είναι επίσης χρωματισμένο από ένα άλλο πλαίσιο. Η κριτική μας κοντολογίς στεγάζεται σε ένα άλλο πλαίσιο. Ολόκληρο το βιβλίο του Κονδύλη είναι μια προσπάθεια ερμηνείας (όπως ορίστηκε παραπάνω) της αρχικής θέσης της περιγραφικής θεωρίας της ουδέτερης αξιολόγησης. Θέλει να αναδειχθεί σε μια άλλη, εναλλακτική ενδεχομένως, και καταληκτική-καλύτερη θέση για την θέσμιση του πολιτισμικού πλαισίου της εκάστοτε κοινωνίας. (μια άλλη θέση είναι επί παραδείγματι η λεγόμενη θεωρία των μαγμάτων του Κορνήλιου Καστοριάδη Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας). Αυτό το οποίο αποκομίζω από την προσπάθεια του Κονδύλη, συνίσταται στο ότι αντιτίθεται και απαλείφει την αξίωση του δογματικού ορθο-λογισμού για εύρεση και θέσμιση μιας θεωρίας της Αλήθειας, του Λόγου, της Φύσης, του Θεού κτλ. Αυτός ο κλειστός Ολισμός, είναι ένα έλλογο κλειστό όλον, που οδεύει προοδευτικά και ντετερμινιστικά στο τέλος του, σ’ ένα απόλυτο τέλος, ή ακόμα χειρότερα ότι έχουμε ήδη φτάσει σε ένα τέτοιο τέλος. Τα διάφορα τέλη της Ιστορίας κτλ. Εμείς αντίθετα πρεσβεύουμε ότι δεν υπάρχει ένας τέτοιος απόλυτος Λόγος, αλλά επιμέρους γειτονιές, με λόγο μερικό (μικρό λάμδα), με τοπικές αλήθειες, κοινότητες στενές οι οποίες διέπονται από τον εκάστοτε τοπικό τους λόγο. Αυτό που αλλού ονομάσαμε Ανοιχτό Ολισμό.

Πρόκειται και εδώ για ένα πλαίσιο όπου όλα τα άλλα πλαίσια λαμβάνουν χώρα έκκεντρα, δεν υφίσταται Λογικό Κέντρο που να ουσιαστικοποιεί τα επιμέρους ως τέτοια, αλλά όλα τα πλαίσια είναι έκκεντρα και περιφερειακά. Η όλη έκβαση ενός διαλόγου μεταξύ τέτοιων περιφερειακών γειτονιών είναι ο εκάστοτε πολιτισμός που τα διέπει. Εδώ μπορούμε να κάνουμε λόγο για φιλελεύθερους και κοινοτιστές, για συστατική θεωρία απόφασης ή μάγματα κτλ. Το τέλος της ιστορίας εδώ δεν λογίζεται ως το τέλος του χρόνου, και επικράτηση του άπειρου χώρου, στον βαθμό που το τέλος της Ιστορίας σημαίνει το τέλος μιας ορισμένης θέσης της Ιστορίας, της Ιστορίας και όχι των ιστοριών. Η απούσα πρόοδος είναι η συγκεκριμένη πρόοδος της νεωτερικότητας. Ο κόσμος συνεχίζει και εδώ να υπάρχει ιστορικά και έγχρονα. Ο χώρος δομείται ακόμα από έγχρονα υφαντά, δεν είναι ούτε κουβάς ούτε κουρελού, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει Τέλος της Ιστορίας, δηλαδή η ιστορία δεν εξελίσσεται στο διηνεκές, τελεί χωρίς τελική ολοκλήρωση, ακριβώς επειδή ποτέ δεν θα έχουμε τέλος της ιστορίας, θα συνεχίζεται η ιστορία όχι γραμμικά. Πρόκειται για τον τομέα όπου τα μέρη-πλαίσια αλληλοεπικαλύ-πτονται εκεί όπου παίζεται το παιγνίδι της σχεσιακής αλήθειας, του έκκεντρου λόγου. Ο άνθρωπος λοιπόν είναι αναγκασμένος να επανεφεύρει την εκάστοτε ιστορία του, να την θέτει ως δρων υποκείμενο, όχι όμως απόλυτα αλλά σχεσιακά. Δεν έχουμε εδώ σχετικότητα υπό την έννοια ότι τα πάντα επιτρέ-πονται (anything goes) αλλά σχεσιακότητα, δηλαδή ότι τα πάντα είναι σε σχέση, μια έλλογη-πλαισιακή (μερική) σχέση, ένας λόγος (μικρό λάμδα), και το νόημα θεσπίζεται εντός αυτών των ορίων. Τα πάντα έχουν τον λόγο τους (σχεσιακά αρθρωμένο) μέσα σε γλώσσα, δηλώνει ότι όλα έχουν το μέσο-medium τους. Κάθε πράξη βίας, κάθε εμπόλεμη σχέση δεν είναι γυμνή πράξη αλλά διαμεσολαβείται μέσα σε γλώσσα. Λέμε ότι «η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει». Ακόμα και ο οργασμός δεν είναι γυμνό ένστικτο που προσπαθεί να εκτονωθεί-ικανοποιηθεί, αλλά διαμεσολαβείται μέσω του ερωτικού παιγνιδιού. Γι αυτό ποτέ δεν ικανοποιείται πλήρως αλλά το αναβάλλουμε για αργότερα. Ποτέ δεν έχουμε αρκετό, πάντα κάτι περισσεύει και αναβάλλεται για την επόμενη ερωτική πράξη. Κλείνουμε α-τελώς λέγοντας ότι και αυτή η δική μας κριτική αποτίμηση του έργου και θέσεων του Κονδύλη, δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά μια προσπάθεια ερμηνείας του δικού μας έλλογου πλαισίου. Ένα plaidoyer pour notre cause. 


Λευτέρης Ξανθόπουλος

Κείμενο-συνέντευξη: Βασίλης Κ. Καλαμαράς

επανέκδοση του αφηγήματος «Άγγελος των πρώτων ημερών», δεκαεπτά χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή της, είναι ένα ξανακοίταγμα του εαυτού, όταν αφήνει πίσω του το παρελθόν. Το αφήνει πίσω, μιά κουβέντα είναι, ενώ γνωρίζει ότι η παμπόνηρη μνήμη ξαναγυρίζει, πάντα παρούσα, ως μία εμμονική και επίμονη μητέρα η οποία δεν θέλει και δεν μπορεί να αποχωριστεί το τέκνον της. Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος, ποιητής, πεζογράφος και κινηματογραφιστής είναι ο κατ’ εξοχήν καλλιτέχνης της μνήμης, γιαυτό σε κάθε νέα του δημιουργία εγγράφεται αυτή του η επιλογή ως καλή μοίρα των παραμυθιών που τον ενθαρρύνει να συνεχίσει. Να συνεχίσει να δημιουργεί πρωτογενώς, γιατί συνήθως δεν αρέσκεται να επαφίεται στις παλιές του κατακτήσεις, καθώς θεωρεί ό,τι έγινε έγινε κι αφού έγινε, είναι καλά καμωμένο. Σ’ όλα τα γραφτά του αλλά και σ’ όλες τις ταινίες του–τα τελευταία χρόνια γυρίζει κυρίως ντοκιμαντέρ γιά τους αγαπημένους συγγραφείς του- ο κόσμος μας, αυτόν που ζούμε και τον άλλο που φανταζόμαστε, είναι, κατά τον Λευτέρη Ξανθόπουλο, πάντα ανοιχτός, εξου και κάθε νέα απόπειρα του γιά να εκφραστεί, είναι σαν να γράφει και να ξαναγράφει το βιβλίο της ζωής του, είναι σαν να κινηματογραφεί και να ξανακινηματογραφεί την ταινία της ζωής του. Το αφήγημα «’Αγγελος των ημερών» είναι θερμό, βιωματικό και σπαρακτικό και διαβάζεται εν μία αναπνοή, γιατί είναι έτσι ακριβώς γραμμένο. Οι λέξεις έχουν αποτυπωθεί καυτές και ακαμίνευτες, γιατί το κείμενο επείγει να γραφτεί με ταχύτητα καρδιάς κι όταν η καρδιά χτυπάει, η σκέψη είναι περιττή, δεν λειτουργεί ούτε εκ των υστέρων ως αποστασιοποιημένη αντιμετώπιση του κειμενικού συμβάντος. ΄Ολα είναι ακριβή, σαφή και ξεκάθαρα πριν προλά-

βουν να γραφτούν, κι όμως όλα είναι εκεί πάνω στο χαρτί, λες και κάποιος άλλος καθοδηγεί το χέρι του Λευτέρη Ξανθόπουλου. Θέλετε να την πούμε αγάπη, μία λέξη είναι και αυτή και αλήθεια πώς σωματοποιεί την κίνηση προς το χαρτί, πώς δίνει ενέργεια στα δάχτυλα να «χορέψουν» πάνω στο πληκτρολόγιο. Το κείμενο, ενώ οδεύει προς την εικονοκλαστική αποτύπωση της πραγματικότητας, σαν ένα δίχτυ αναμνήσεων, την ίδια στιγμή περνάει από το φίλτρο του στοχασμού, κι όμως δεν σχίζεται, διχοστατεί: ο λόγος εικονοποιείται και η εικόνα λογοποιείται. Όμως ο λόγος στον Λευτέρη Ξανθόπουλο να μάς μιλήσει γιά την Καβάλα των καλοκαιρινών διακοπών, όπως σφραγίζεται εξακολουθητικά από την μορφή του καπνεργάτη πατέρα. Η δική του Καβάλα και η δική του ιστορία μέσα από αυτήν, αρχίζει το 1949-σε ηλικία τεσσάρων ετώνκαι σταματάει το 1963, όταν εισάγεται στο πανεπιστήμιο: «Δεν θα το χαρακτήριζα αυτοβιογραφικό, νομίζω πως ο όρος βιωματικό ανταποκρίνεται καλύτερα στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι υπάρχουν περιστατικά και γεγονότα, όπως υπάρχουν και συγκεκριμένοι χαρακτήρες μέσα στο βιβλίο ή τύποι πού είναι επινοημένα, δηλαδή δεν συνέβησαν στην πραγματικότητα ή δεν υπήρξαν ποτέ. Βεβαίως η βάση του αφηγήματος είναι αυτοβιογραφική, είναι η αφήγηση ενός παιδιού που περνάει τα καλοκαίρια του στην πόλη του πατέρα του, στην Καβάλα στις δεκαετίες του ’50 και ’60. Το παιδί αυτό, θα αντιληφθεί πολύ αργότερα όταν θα είναι πια μεγάλος, ότι εκείνα τα παιδικά του χρόνια είναι στην πραγματικότητα το μοναδικό του, το πιο πολύτιμο περιουσιακό του στοιχείο για την ενήλικη ζωή που ζει».

Φωτο Ν. Ζωϊόπουλος

Η

Πατέρας των πρώτων ηµερών, πατέρας µιάς ζωής

Ποιά ήταν η ανάγκη να το επανεκδώσετε και μάλιστα αναθεωρημένο αυτό το αυτοβιογραφικό αφήγημα, δεκαεπτά χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του; Ποιά στοιχεία προσθέσατε και ποιά αφαιρέσατε; Υπήρξαν στιγμές που λειτουργήσατε στις μνήμες σας ως οιονεί «λογοκριτής»;

33

Συνέντευξη τουμήνα


34

Ο πατέρας ήταν η πόλη και η πόλη ήταν ο πατέρας

Συνέντευξη τουμήνα

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ

Άγγελος των πρώτων ημερών

Δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη

Εκδόσεις Γαβριηλίδη Σελ. 194 Τιμή: 13,78 €

Στην περίπτωση αυτού του βιβλίου δεν ισχύει ο όρος «αναθεωρημένο». Δεν υπήρξε καμία αναθεώρηση, δεν πείραξα ούτε μία λέξη από την πρώτη έκδοση, Το ψαχνό και η ραχοκοκαλιά του βιβλίου είναι ακριβώς τα ίδια όπως την πρώτη φορά. Δεν πείραξα καθόλου τη σειρά των κεφαλαίων και την δομή του βιβλίου. Επομένως δεν ισχύει και ο όρος «λογοκρισία» Εκείνο που έκανα ήταν να χτίσω πάνω στο υπάρχον υλικό, να ντύσω δηλαδή την ιστορία μου με όσα στο μεταξύ γεγονότα και περιστατικά εκείνης της εποχής κατάφερα να ανασύρω από τις ανεξάντλητες δεξαμενές της μνήμης μου ή ακόμα και καινούργια τεκμήρια που ανακάλυψα σε συρτάρια και ήρθαν στην επιφάνεια και άλλα πάλι που τα επινόησα. Το γεγονός της επανέκδοσης το οφείλω στον εκδότη μου τον Σάμη Γαβριηλίδη ο οποίος διάβασε την πρώτη έκδοση, αγάπησε παράφορα το βιβλίο, θέλησε να το εκδώσει σε δεύτερη έκδοση, δεδομένου ότι η πρώτη το

1999 στον Λιβάνη ήταν ήδη εξαντλημένη από χρόνια, και βεβαίως ο Σάμης με προέτρεψε, μου επέβαλε σχεδόν να το συμπληρώσω με ότι καινούργιο υλικό είχε στο μεταξύ μαζευτεί και το οποίο είχα την προνοητικότητα να καταγράφω ανελλιπώς σε σημειώσεις, όπως κάνω σε κάθε τι που βλέπω ή ακούω, πραγματικό ή φανταστικό δεν έχει σημασία, και το οποίο μου προκαλεί έντονα τις αισθήσεις και ερεθίζει την συγκίνησή μου. Μου πήρε ένα χρόνο εξαιρετικά σχολαστικής συγγραφικής δουλειάς για να το φέρω στην μορφή που βρίσκεται σήμερα.

Θα πρέπει να το διαβάσουμε μονοσήμαντα, αφιερωμένο στην μνήμη ενός προστατευτικού και προστάτη πατέρα ή μήπως η μορφή του γεννήτορα στάθηκε η αφορμή για να ξετυλιχθεί το κουβάρι της μνήμης αναφορικά με την παιδική ηλικία σας; Ο πατέρας ως καθρέφτης. Το βιβλίο ναι, είναι πέρα για πέρα για τον πατέρα,

όχι ιδιαίτερα προστατευτικό πατέρα ούτε προστάτη αλλά ένα ζωϊκό πατέρα που μάθαινε, κυρίως με τη σιωπή του στα δυο του μικρά παιδιά τι είναι η ζωή και πώς να την ζουν, όπως εξάλλου πράττουν όλα τα εξελιγμένα έμβια όντα του ζωϊκού βασιλείου υποδεικνύοντας στα μικρά τους τα πρώτα βήματα της ζωής. Ποτέ δεν επέβαλε κάτι, άφηνε να τα βρούμε όλα μόνοι μας κι εκεί κρύβεται το μαγικό. Ο πατέρας ως καθρέφτης; Πραγματικά δεν ξέρω. Και ναι και όχι. Άλλοτε καθαρός και διαυγής άλλοτε παραμορφωτικός ή σκοτεινός. Εκείνο που σήμερα ξέρω είναι ότι το βιβλίο γράφτηκε για να φωτίσει όλα τα κρυμμένα και όλα τα κρυφά που υπάρχουν στην ποίησή μου. Για τον φιλοπερίεργο αναγνώστη, όλα τα ερωτηματικά που αναδύονται από τα ποιήματά μου βρίσκουν την απάντησή τους στον «Άγγελο των πρώτων ημερών», τον άγγελο της παιδικής μου ηλικίας.

Πείτε μου, τι κρατάμε και τι πετάμε από το παρελθόν; Εσείς, πώς εργαστήκατε πάνω σ' ένα υλικό που την ίδια στιγμή είναι παλιό και νέο; Ως κινηματογραφιστής πως μοντάρατε την αφήγησή σας; Μιλή-


35

Η πόλη της Καβάλας στα χρόνια του καπνού

στε μας για τα σημεία που έπρεπε να κάνετε κατ; Στο σινεμά κάνεις cut στο σημείο που έχει ολοκληρωθεί μια μεγάλη ή μικρότερη αφηγηματική ενότητα είτε πρόκειται για ένα σύνολο από καρέ, δηλαδή φωτογράμματα είτε για ολόκληρη σκηνή. Ο ίδιος ακριβώς αφηγηματικός μηχανισμός λειτουργεί και στην πεζογραφία. Αν με το «κατ» εννοείτε ότι απέκλεισα κάτι που ενδεχομένως θεωρείται ακατάλληλο ή βέβηλο, τότε να σας πω ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Το βιβλίο είναι ιδιαίτερα τολμηρό σε πολλά σημεία, από έναν ας πούμε μεγαλειώδη αυνανισμό του έφηβου όπου περιγράφεται η πράξη με την παραμικρή λεπτομέρεια μέχρι μια υπό-

Συνέντευξη τουμήνα

θεση παιδεραστίας. Αυτός είναι ένας βασικός λόγος, πιστεύω που το βιβλίο δεν θα ενταχθεί ποτέ στα βιβλία γλώσσας του γυμνασίου ή του λυκείου, όπου ειρήσθω εν παρόδω υπάρχει ήδη ποίημά μου ενταγμένο στο βιβλίο της δευτέρας Γυμνασίου!

Πώς φωτίσατε την ζωή σας , όταν το γράφατε; Ως μάρτυρας για την ίδια την ζωή σας; Και πόσο εύκολο ήταν να αντέξετε το καταιγιστικό φως της μαρτυρίας;

Ο χρόνος που δούλεψα για την παρούσα δεύτερη έκδοση, όπως το περιέγραψα στην αρχή, πράγματι υπήρξε

μια ιδιαίτερα οδυνηρή περίοδος. Ξαφνικά έπρεπε να γυρίσω πίσω σε ένα παρελθόν που υπολόγιζα ότι ήταν ήδη πολύ μακριά, έχει κλείσει και ότι το είχα σχεδόν ξεχάσει. Γύρισε λοιπόν πίσω ο χρόνος και αυτό το συγκεκριμένο παρελθόν με χτύπησε με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Παρ’ όλα έπρεπε να ανακτήσω την αυτοκυριαρχία μου και να δουλέψω με απόλυτο επαγγελματισμό και ψυχραιμία, πράγμα που έγινε. Ξέρετε, είμαι άνθρωπος που δεν έχω καμιά ιδιαίτερη νοσταλγία για το παρελθόν, λέω πως ότι βιώθηκε σωστά βιώθηκε, ας μείνει εκεί που είναι. Δεν αναπολώ ούτε τα κάρα με τους τέσσερις τροχούς ούτε μια γραφομηχανή.


36

Συνέντευξη τουμήνα

Τη βρίσκω πολύ καλύτερα σήμερα με την αυτοκίνηση, με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και με την μαγεία και το απρόβλεπτο του τερατώδους διαδικτύου. Ακριβώς το αντίθετο συνέβη όταν έγραφα το βιβλίο πριν από είκοσι και βάλε χρόνια. Εκεί βρισκόμουνα σε μια κατάσταση ευφορίας επειδή κατάφερνα να φέρω στη ζωή όλους αυτούς τους αγαπημένους ανθρώπους και τόπους από τα παιδικά μου χρόνια και ταυτοχρόνως, γράφοντας γι αυτούς και περιγράφοντάς τους να τους ξεφορτωθώ από πάνω μου. Ναι, έτσι ακριβώς αισθανόμουνα ότι θα λυτρωθώ. Αυτό το τελευταίο υπήρξε μία ακόμη τεράστια ουτοπία. Ακόμα τους κουβαλάω όλους μέσα μου και άλλοτε γίνονται καλά πνεύματα άλλοτε κακά φαντάσματα και με κυνηγάνε.

Μιλήστε μου για τον χρόνο που περνάει. Για το σώμα που γράφεται από τις ρυτίδες. Πως αισθάνεστε τον χρόνο των ρολογιών; Πότε αυτός καταλύεται; Η γραφή είναι ένας τρόπος; Κι αν ναι, πώς του αντιστέκεται, πώς τον εξαγοράζει; Τι λύτρα του δίνει; Νομίζεις ότι η γραφή είναι ένας τρόπος για να σταματήσεις τον χρόνο και ενδεχομένως την ώρα που γράφεις να το πιστεύεις ότι είναι κατά κάποιον τρόπο έτσι. Ακόμα μία ουτοπία, ο χρόνος σε περιμένει έξω από την πόρτα σου ό,τι και να κάνεις. Οι μόνες στιγμές που σταματάει ή ακυρώνεται ο χρόνος για μένα είναι οι σπάνιες και μοναδικές στιγμές που με επισκέπτεται το ποίημα και μου ζητάει να το καταγράψω. Γι αυτό το ελάχιστο διάστημα και για όσο διαρκεί η ευφορία της δημιουργίας αισθάνομαι και λέω «Σε νίκησα μπαγάσα χρόνε». Μετά, «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του» που έλεγε κι ο πατέρας μου. Όσο για τις ρυτίδες και την παρακμή του σώματος, έ δεν μπορείς να κάνεις και χωρίς αυτά. Να ήσουν τι; Ο αγέραστος Ντόριαν Γκρέι; Βαρετό, πολύ βαρετό.

Ο τόπος καταγωγής σας και γενέθλιο κέντρο του πατέρα σας, πόσο πραγματικός και πόσο φανταστικός είναι; Υπάρχει μέσα στο μυαλό και μέσα στη ψυχή σας, μία δεύτερη Καβάλα, η φανταστική Καβάλα; Η Καβάλα είναι μια πόλη σε διαρκή στάση ή παρακμή θα έλεγα καλύτερα. Δεν αλλάζει εύκολα. Έχει τον ίδιο σταθερό αριθμό κατοίκων τα τελευταία πενήντα χρόνια. Πάρα πολλά σημεία μέσα στην πόλη είναι ακριβώς τα ίδια με τους χώρους των παιδικών μου χρόνων. Τον τελευταίο καιρό δεν την επισκέπτομαι συχνά. Παρ’ όλα αυτά κάποια στιγμή, μεγάλος πια, πριν από

λίγα χρόνια όταν περπατούσα στις παλιές μου γειτονιές ξεχάστηκα και αισθάνθηκα ότι βρισκόμουν ξανά πίσω σ’ εκείνα τα παλιά και ευλογημένα χρόνια, μόνο που ήταν όλα βουβά, εντελώς βουβά σαν παλιά ταινία χωρίς ήχο.

Ο καπνεργάτης πατέρας, νέος και όμορφος

Εργάτες φορτώνουν καπνά στο λιμάνι της Καβάλας

Πόσο επηρέασε η μορφή του πατέρα την ζωή σας και τις επιλογές σας; Είναι στιγμές που τον επικαλείσθε για να σας βοηθήσει στις δύσκολες στιγμές σας; Η ελευθερία και η έλλειψη εξαναγκασμού ήταν τα πολυτιμότερα δώρα που πήρα από τον πατέρα. Σήμερα, συνομιλώ μαζί του στις μεγάλες μου δυσκολίες και καταλαβαίνω ότι με ακούει γιατί μετά αισθάνομαι ανάλαφρος και δικαιωμένος. Όμως συχνά συνομιλώ με τους αγαπημένους μου νεκρούς. Πιστεύω ότι τίποτα δεν χάθηκε και κανείς δεν έφυγε δια παντός, όλοι και όλα κάπου βρίσκονται και μας κοιτούν.

Γιατί η μητέρα περνάει σε δευτεραγωνιστικό ρόλο; Είναι εσκεμμένη αυτή σας η αντιμετώπιση; 'Η θα πρέπει να περιμένουμε ένα δεύτερο βιβλίο, αφιερωμένο στα παρασκήνια της κουζίνας; Ναι, πράγματι, γράφω για την ζωή του μικρού παιδιού στην Αθήνα, στο πατρικό του σπίτι στο Πολύγωνο και για την μητέρα βεβαίως. Ένα εκτεταμένο απόσπασμα είχα δώσει πριν από μερικά χρόνια και δημοσιεύτηκε στην «Νέα Εστία» με τίτλο, που είναι και ο τίτλος του βιβλίου που γράφω «Χαρούπια για τους ελέφαντες». Πάντως τα φαγητά, τα ποτά, οι γεύσεις και οι μυρωδιές του διαπερνούν όλο το αφήγημα σαν τόποι μνήμης και σαν τόποι δοκιμασίας, με την έννοια της αυτοσυνειδησίας; Έτσι είναι; Με την έννοια των άπειρων συστατικών από τα οποία αποτελούμαστε. Ο εντοπισμός και η καταγραφή τους οδηγεί αναμφίβολα στην αυτοσυνειδησία.

Έχετε σκεφθεί να γυρίσετε σε φιλμ το βιβλίο αυτό, σαν ένα φιλμ μίας ζωής, μήπως ξαναγίνετε το παιδί που ήθελε να γίνει κινηματογραφιστής; Όταν ξεκινάω να γράφω κάτι, ξέρω από την αρχή ότι αυτό λόγου χάρη είναι σενάριο για ταινία φιξιόν ή για ταινία ντοκιμαντέρ. Τα πεζά μου δεν μπορώ να τα δω σαν ταινία, χτίζω έναν τοίχο ανάμεσα στον γραπτό λόγο και την κινούμενη εικόνα. Αυτά τα δύο είδη εκείνη τι στιγμή για μένα είναι δύο ξεχωριστά πράγματα, δεν επικοινωνούν. Η σχέση μου μαζί τους τελειώνει με την έκδοση και κυκλοφορία του βιβλίου. Ε, μετά, όλο και κάποιος καινούργιος έρωτας ανατέλλει…


Χριστόφορος Μηλιώνης (1932-2017)

Ο «µετρ» του διηγήµατος ταξιδεύει στον Αχέροντα

Σ

Της Μπέλλας Μηλοπούλου

ημαντικοί είναι οι άνθρωποι που περνούν από τη ζωή μας, αφήνουν το αποτύπωμά τους και δεν τους ξεχνάμε ποτέ γιατί μας έκαναν –έστω και στο ελάχιστο- καλύτερους. Σημαντικοί είναι οι συγγραφείς που περνούν από την ψυχή μας, αφήνουν το αποτύπωμά τους, μας κάνουν

καλύτερους και ζεσταίνουν για πάντα την καρδιά μας με την αλήθεια τους. Ο Χριστόφορος Μηλιώνης ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Κι αλήθεια, πόσο τυχερά τα παιδιά εκείνα που έτυχε να γευτούν τις γνώσεις του ως φιλολόγου! Κι αλήθεια, πόσος τυχεροί οι Ηπειρώτες που μοιράστηκαν την ίδια γη, τον ίδιο αέρα, την ίδια θέα στα Ακροκεραύνια όρη, μαζί του!... Έλεγε πως τον «γέννησαν» ο Καλαμάς κι ο Αχέρον-

τας. Και -ανάμεσα στ’ άλλα- μας δίδαξε μέσα από τη γραφή του πως δεν χρειάζεται το πολύ, το ογκώδες, το φλύαρο για να κερδίσεις τον αναγνώστη σου, για να μπεις στις ψυχές των ανθρώπων. Η αξία είναι στο λίγο, το μικρό… Γι’ αυτό και θεωρείται «μετρ του ελληνικού διηγήματος». Γιατί πίστευε απόλυτα σ’ αυτό και μπορούσε να το υποστηρίξει. Όταν στα 1997 εκδόθηκε από τον «Κέδρο» το βιβλίο του «Το μικρό είναι

37


38

του, με τα βραβεία του, με τα βιβλία, αλλά κι εκείνο το γλυκό του χαμόγελο που πρόβαλε σαν φως κάτω από το αιώνιο μπερεδάκι…

Η σιωπή των βουνών, το τραγούδι των ποταμών

όμορφο» επέλεξε ως υπότιτλο τη φράση «Μικρές ιστορίες, μικρά ταξίδια, μετρημένα λόγια» -κι αν δεν είναι αυτό μότο ζωής και δημιουργίας, τότε, τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Και πάντα με την επισήμανση: «Το μικρό οφείλει να είναι όμορφο. Αλλιώς, δεν υπάρχει»… Αυτός ο σπουδαίος δάσκαλος, ο εξαιρετικός λογο-

τέχνης, ο σεμνός άνθρωπος, ο ξεχωριστός Ηπειρώτης, έφυγε από τούτη τη ζωή, πριν από λίγες ημέρες, στα 85 του χρόνια. Αλλά, δεν τον ξεχνούμε, γιατί μας έκανε καλύτερους ανθρώπους. Με τη φιλολογική του ιδιότητα, με τη μάχη που έδινε με τις λέξεις, με το απαράμιλλο ήθος και την απίστευτη σεμνότητά του, με τη δουλειά

Αξίζει να δανειστούμε από την εφημερίδα «Αυγή» κάποια από τα λόγια του κριτικού λογοτεχνίας Αλέξη Ζήρα για την παρουσία του Μηλιώνη στον πεζό λόγο: «Κεντρική σημασία σε όλα τα πεζά του Χριστόφορου Μηλιώνη έχει η μνήμη, ο απεριόριστος και αεικίνητος χρόνος της αναθύμησης, της αναπόλησης. Όλα συμβαίνουν εκεί, καθώς σχεδόν όλες οι ιστορίες του εκκινούν από προσωπικά βιώματα και αναπτύσσονται έπειτα διασταλτικά μέσω της συγγραφικής φαντασίας, με τη χρησιμοποίηση προσώπων που αφηγούνται για λογαριασμό του. Επίσης, κεντρικό ρόλο στις μικρές και μεγάλες ιστορίες του Μηλιώνη παίζει το περιβάλλον, συνήθως ο εξω-αστικός χώρος, η ενδοχώρα των Ιωαννίνων και το φυσικό τοπίο της, εκεί όπου ο ίδιος άρχισε να σχηματίζεται ως συνείδηση και εκεί όπου απέκτησε τα νεανικά και παιδικά του βιώματα, συσχετισμένα σχεδόν πάντοτε με το βαρύ αποτύπωμα της ιστορίας της Κατοχής και του Εμφυλίου, και των δραματικών επιπτώσεων της δράσης της στη ζωή των ανθρώπων… …Η σιωπή των βουνών, οι λίγες μόλις απαραίτητες λέξεις που ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι άνθρωποι, ο ήχος των φυσικών στοιχείων που γεμίζει το βάθος των ιστοριών, η θλίψη για τα φονικά, όλα αυτά ανταποκρίνονται στον μουσικό, παραπονεμένο τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας του Καλαμά και Αχέροντα αναμνημονεύει και αφηγείται περιστατικά, όπου εγκιβωτίζεται το βουβό πάθος, η εγκαρτέρηση, η ερωτική λαχτάρα, η συναισθηματική οδύνη λαϊκών κατά βάση ανθρώπων. Ή ανθρώπων που έχουν την ικανότητα να συναισθάνονται την εσωτερικότητα της λαϊκής ψυχής. Ασφαλώς, αυτή η διπλή σχέση του Χριστόφορου Μηλιώνη με τον χώρο και την ιδιαίτερη κοινωνία του υπήρξε σε τέτοιο σημείο καθοριστική για το έργο του, ώστε τα πρόσωπα των ιστοριών του πολύ συχνά, όταν είναι φορτωμένα από συναισθηματικές εμπλοκές, αδιέξοδες καταστάσεις ή αποτυχίες, αναζητούν την αναβάπτιση και ίασή τους σ' ετούτο τον λιτό, απέριττο, πολλαπλά δύσβατο και δυσβάστακτο, αλλά και πηγαίο κόσμο της δεκαπενταετίας 1935-1950».

Κατοχή, Εμφύλιος και δημιουργία

Γιος δασκάλου, ο Χριστόφορος Μηλιώνης, γεννήθηκε στα 1932 στο Περιστέρι, ένα χωριό των Ιωαννίνων-


39

Έξω από το πατρικό του, στο Περιστέρι των Ιωαννίνων

στην επαρχία Πωγωνίου, όπου και πήγε δημοτικό. Στη διάρκεια της Κατοχής, όμως, ο μικρός του κόσμος, το χωριό του, κάηκε από τους Γερμανούς κι έτσι από το 1942 έως το 1947 πέρασε τα γυμνασιακά του χρόνια στην Πωγωνιανή, όπου μετακόμισε η οικογένειά του. Κι έπειτα, για τρία χρόνια, πήρε τις γνώσεις από τη Ζωσι-

μαία Σχολή. Φοιτητή –της Κλασσικής Φιλολογίας, φυσικά- τον βρίσκουμε στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης κι έπειτα στρατιώτης -ως βοηθητικός γραφέας- στην Τρίπολη και τα Γιάννινα. Ως καθηγητής βγήκε στη ζωή, υπηρετώντας σε σχολεία της Ηπείρου, αρχικά, κι έπειτα στην Αμμό-

χωστο της Κύπρου για τέσσερα χρόνια και κατόπιν γυμνασιάρχης σε σχολεία στους νομούς Αγρινίου, Βοιωτίας, Σαλαμίνας και Αττικής, ενώ παράλληλα, υπηρέτησε και ως σχολικός σύμβουλος Δυτικής Αττικής. Τα ταξίδια που έκανε στη διάρκεια της ζωής του ήταν πολλά: στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια.


40

Κ

Στο πλευρό του πάντα η σύντροφός του Τατιάνα Τσαλίκη, καθηγήτρια στη Γαλλική Φιλολογία του Πανεπιστημίου Αθηνών- άξια σύντροφος που μοιράστηκε μαζί του τις αγωνίες, τις λύπες και τις χαρές της διδασκαλίας και της δημιουργίας και του πρόσφερε το ωραιότερο δώρο της ζωής του, τη μονάκριβη θυγατέρα τους. Η ζωή που έζησε ήταν γεμάτη, από κάθε άποψη. Συμμετείχε στη «γέννηση» των περιοδικών Ενδοχώρα και Δοκιμασία των Ιωαννίνων, συνεργάστηκε με περιοδικά όπως το Αντί, η Λέξη, η Νέα Πορεία, τα Κυπριακά Χρονικά, το Δέντρο, ο Χάρτης, Γράμματα και Τέχνες, με τη Φιλολογική Καθημερινή κοντά στον φίλο του Αλέξανδρο Κοτζιά, υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας για μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου, έκανε μεταφράσεις από τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Από τους λογοτέχνες που σφράγισαν αυτό που λέμε συγγραφείς της μεταπολεμικής γενιάς, ο Χριστόφορος

Μηλιώνης έκανε την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα το 1954 με το διήγημά του «Το δίκαννο» που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία». Επτά χρόνια αργότερα, έρχεται η έκδοση της «Παραφωνίας», μιας συλλογής διηγημάτων, με την οποία έδειξε τη μαστοριά του στο δύσκολο αυτό είδος. Συνεχίζει ακούραστος το συγγραφικό και ποιητικό του έργο και το 1986 παίρνει το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή του «Καλαμάς και Αχέροντας», στην οποία αναφέρεται στον Εμφύλιο- συλλογή που πρόκειται σύντομα να επανεκδοθεί από τις εκδόσεις Κίχλη. Βραβεία πήρε ακόμη και από το περιοδικό «Διαβάζω» το 2000 και από την Ακαδημία Αθηνών (Ίδρυμα Ουράνη) το 2005. Ο Μηλιώνης ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ενώ έργα του έχουν μεταφραστεί στα ρωσικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα γερμανικά, τα ολλανδικά και τα ουγγρικά. 

∆είγµα γραφής…

ι αν υπάρχουν κάποιοι που δεν έχουν διαβάσει Μηλιώνη, ας ξεκινήσουν. Θα κατανοήσουν το ήθος, το ταλέντο και την αξία της περιπέτειας του συγγραφέα με τις λέξεις και τις έννοιες. Θα καταλάβουν, ίσως, γιατί έγραφε συστηματικά γι’ αυτά που ήξερε κι όχι για εκείνα που φανταζόταν. Μικρό, ελάχιστο δείγμα γραφής από τη «Φρύνη» του: « Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΦΡΥΝΗ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΗΝ ΩΧΡΟΤΗΤΑ της αρχαίας αυλητρίδας, ωχρότητα που μέσα στην παράξενη φαντασία των ανθρώπων στάθηκε η αιτία να δοθεί το όνομα του φρύνου, του πιο σιχαμερού ζωντανού, στο πιο θετικό πλάσμα, στην "πλέον ωραίαν εταίραν πασών των εποχών", που είχε εμπνεύσει έναν Απελλή κι έναν Πραξιτέλη για να φτιάξουν τ' αγάλματα της Αφροδίτης, Αναδυομένη και Κνιδία. Αυτά τουλάχιστον έγραφε η Εγκυκλοπαίδεια - τρεις τόμοι όλοι κι όλοι, οι μόνοι που είχαν απομείνει στο σπίτι μας. Ύστερα χάθηκαν κι αυτοί μέσα στα φοβερά που ακολούθησαν. Πάντως ακόμα θυμούμαι τη σελίδα με το γυμνό άγαλμα, που την είχε ποτίσει ο ιδρώτας των χεριών μου κι είχε πάρει κι εκείνη την ίδια ωχρότητα. Η δική μας Φρύνη είχε πρόσωπο σταρένιο, ψημένο στον ήλιο, και μάτια που πετούσαν σκοτεινές λάμψεις. Κι όσο για το κορμί της -. Τώρα που τα σκέφτομαι όλα, εδώ στο διαμέρισμα της Ιπποκράτους, λέω πως πρέπει να ήμουν ο πιο τυχερός μέσα σ' εκείνον τον κόσμο της "κλειστής κοινωνίας", όπως λένε σήμερα οι σπουδαιολόγοι, όταν μιλούν για κείνον τον καιρό που χάθηκε, λένε, για πάντα. Με κάτι τέτοια με κάνουν να αισθάνομαι πως είμαι ο τελευταίος μάρτυρας και, για να το πούμε αλλιώς, ο άνθρωπος που του 'χε δοθεί η χάρη. Πάντως ήταν πραγματικά τόσο αγροτική η ζωή μας που μύριζε καβαλίνα και βαρβατίλα, και τόσο κλειστή, που έτσι κι αποτολμούσες να διαβείς τα όριά της, το πιο πιθανό ήταν να βρεθείς μπροστά στα σκοτεινά μάτια των γερμανικών πολυβόλων, που λουφάζανε στις φωλιές τους και φυλούσαν τις διαβάσεις. Όσοι είχαν προλάβει να 'ρθουν από την Αθήνα, τρώγανε ψωμάκι κι ήταν ευχαριστημένοι. Κι ας μην υπήρχε έξοδος πια, επί ποινή θανάτου. Οι άλλοι είχαν αποκλειστεί στην Αθήνα και ψοφούσαν απ' την πείνα - έκφραση που έδειχνε πολύ παραστατικά πως οι συνέπειες ήταν μοιραίες, κάτι σαν αναπόφευκτη αναγκαιότητα, σαν την ομοιοκαταληξία της».


Το έργο του Χριστόφορου Μηλιώνη πλούσιο και σημαντικό. Ας το δούμε αναλυτικά:

Πεζογραφία

ΠΑΡΑΦΩΝΙΑ, διηγήματα, εκδ. Ενδοχώρας, Γιάννινα 1961 ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ, διηγήματα, Αθήνα 1971 ΑΚΡΟΚΕΡΑΥΝΙΑ, νουβέλες, Κέδρος 1976 ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ, Κέδρος1978 ΔΥΤΙΚΗ ΣΥΝΟΙΚΙΑ, μυθιστόρημα. Κέδρος 1980 ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ ΚΑΙ Τ’ ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (Επανέκδοση), Θεμέλιο 1982 ΚΑΛΑΜΑΣ ΚΙ ΑΧΕΡΟΝΤΑΣ, διηγήματα, εκδ. Στιγμή 1985 και Κέδρος 1990 Ο ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ, μυθιστόρημα, Κέδρος 1987 ΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΟΣ, διηγήματα, Κέδρος 1993 ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΡΦΟ, πεζογραφήματα, Κέδρος 1997 ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΟΡΚ, διηγήματα, Κέδρος 1999 ΜΙΑ ΧΑΜΕΝΗ ΓΕΥΣΗ, διηγήματα, Ελληνικά Γράμματα 1999 στη σειρά «Γραφές της αθωότητας». Η ΦΩΤΟΓΕΝΕΙΑ, διήγημα, Μεταίχμιο 2001 ΜΕΤΡΗΜΕΝΑ ΛΟΓΙΑ, [Πεζογραφήματα - Χρονογραφήματα], εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004 ΤΟ ΜΟΤΕΛ- ΚΟΜΜΩΤΗΣ ΚΟΜΗΤΩΝ (Νουβέλα), εκδ. Κέδρος 2005 ΤΑ ΠΙΚΡΑ ΓΛΥΚΑ (Ιστορίες) Μεταίχμιο,2008

Δοκίμια, Μελέτες

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ, δοκίμια, Καστανιώτης 1983 ΜΕ ΤΟ ΝΗΜΑ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ, ερμηνευτικά δοκίμια, Σοκόλης 1991 ΣΗΜΑΔΙΑΚΟΣ ΚΙ ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟΣ, κείμενα για τον Παπαδιαμάντη, Νεφέλη 1994 ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ. (Σειρά: Στα σταυροδρόμια του νεοελληνικού λόγου). Εγχειρίδιο, συνοπτική ιστορία διηγήματος για πρακτική χρήση. εκδ. Σαββάλας, Αθήνα 2002, (Μελέτη) ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ, ερμηνευτικά δοκίμια, Σοκόλης 2007

Ανθολογίες

ΓΙΑΝΝΕΝΑ-ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. (Ανθολογία), Μεταίχμιο 2001 ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ. Κείμενα: Χριστόφορος Μηλιώνης. Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Ίσαρης. 2001). εκδ. Μεταίχμιο 2002

Επιμέλεια βιβλίων

ΗΠΕΙΡΟΣ, Αισθητική περιήγηση στο χώρο (Εισαγωγή,Κείμενα, λεζάντες Χ.Μ.). Φωτογραφικό Λεύκωμα: Ν.Δεσύλλα. Εκδ. Σύνολο,1994 ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ: Το αγκαθερό φορτίο. Εκδ. Νεφέλη,1994

Βιβλία με μεταφράσεις ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΜΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΥΛΗΣ Μεταφράσεις αρχαίων κειμένων (από τον 8ο αι.π.Χ. έως τον 2ον αι. μ.Χ.), εκδ. Γαβριηλίδης,Αθήνα 2002

41


42

Τάκης Καρβέλης (1925-2017)

Τ

Στα χαρακώµατα της εκπαίδευσης µε τα όπλα της ποίησης

Του Βασίλη Κ. Καλαμαρά

ον Τάκη Καρβέλη τον γνώρισα από κοντά, όπως και μία πλειάδα συγγραφέων, καλλιτεχνών και διανοουμένων. Ήταν ένας από αυτούς που ανταλλάσσαμε τα ποιητικά μας βιβλία. Ο νεότερος πάντα μαθαίνει από τους παλαιότερους. Η μαθητεία αυτή δεν γίνεται με ευθύ τρόπο. Ίσως ο πλάγιος να είναι ο καλύτερος. Με τον πλάγιο τρόπο τουλάχιστον μαθαίνεις τι να αποφεύγεις, αφού δεν είναι ανάγκη, οπωσδήποτε να συντονίζεσαι με τον δάσκαλο. Κι ο Τάκης Καρβέλης ήταν ο δάσκαλος. Είχε υπηρετήσει τη φιλολογία ώς την βαθμίδα του σχολικού συμβούλου, σε μία εποχή που άλλαζε άρδην η μέση εκπαίδευση, αφού η έλευση του τότε ονομαζόμενου προοδευτικού ρεύματος στις αρχές του ’80, άφησε ρωγμές, μέσα από τις οποίες πέρασε μία κάποια πιό φιλελεύθερη προσέγγιση των μαθημάτων. Γιά τους ανάξιους που συντάχθηκαν με άλλους ανάξιους με την ταυτότητα του κομματόσκυλου δεν είναι της ώρας.. Ο Τάκης Καρβέλης, αυτός ο προοδευτικός φιλόλογος –σε μία εποχή που το προοδευτικός είχε νόημα και σήμαινε τον ανοιχτά σκεπτόμενο διανοούμενο χωρίς τις παρωπίδες του συνθήματος «πατρίς-θρησκείαοικογένεια»-έβαζε την υπογραφή του στην ανθολόγηση το σχολικού εγχειρίδιου των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας γιά τους γυμνασιόπαιδες και τους λυκειόπαιδες. Στην ίδια ομάδα συμμετείχαν ο Νίκος Γρηγοριάδης, ο Χριστόφορος Μηλιώνης (σε άλλες σελίδες θα διαβάσετε νεκρολογία του), ο Κώστας Μπαλάσκας, ο Γιώργος Παγανός, ο Γιάννης Παπακώστας. Αν δεν κάνω λάθος, εκτός από τον τελευταίο, οι υπόλοιποι υπηρέτησαν τον μαθητή έως την συνταξιοδότησή τους, πλουτίζοντας και εμπλουτίζοντας με την παρουσία τους τον νεοελληνικό λόγο και την νεοελληνική λογοτεχνία μέσα στην σχολική τάξη. Ο Τάκης Καρβέλης πέθανε πριν λίγες μέρες πλήρης ημερών –όπως συνηθίζουμε να γράφουμε μπροστά στην αμηχανία που μάς προκαλεί ο θάνατος σε βαθύ-

τατα γεράματα- στα 92 του χρόνια. Είχε γεννηθεί το 1925 στο Αιτωλικό Αιτωλοακαρνανίας. Δεν μ’ αρέσει να γράφω σε πρώτο πρόσωπο, ούτε να προσκολλώμαι στο παρελθόν. Τι να πω. Εκτός κι αν έχω αρχίσει κι εγώ να μεγαλώνω κι έχω αρχίσει να στρέφομαι περισσότερο στο παρελθόν και λιγότερο στο μέλλον. Μπήκα στον πειρασμό τις οιονεί αυτοβιογραφίας, όταν διάβασα σε ιστοσελίδα εφημερίδας σχόλιο αναγνώστη αναφορικά με την αναγγελία του θανάτου του ποιητή και φιλόλογου Τάκη Καρβέλη, Ε, δεν σας κρύβω ότι δεν κρατήθηκα από έναν γλυκόπικρο θυμό. Πρώτα όμως να σας δώσω το σχόλιο: «Καλέ ποιός τον ξέρει τον παππού; Η μάνα του από το 1821 και...ο συντάκτης!» Φίλε αναγνώστη του πικρού σχόλιου στην μνήμη ενός εξέχοντος ανθρώπου των γραμμάτων, επειδή θέλω να σε κερδίσω και να μην σε χάσω, φαντάζομαι ότι πρέπει να είσαι νέος. Θα πρέπει να έχεις τελειώσει τη βασική δευτεροβάθμια εκπαίδευση, επομένως κάπου θα έχεις δει ανάμεσα στα σχολικά σου βιβλία, τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Γυμνασίου και Λυκείου. Σ’ αυτά έχει τυπωθεί, όπως ίσως διάβασες παραπάνω, η υπογραφή του φιλόλογου Τάκη Καρβέλη. Αν τα έχεις παραπεταμένα ακόμη σε κάποια αποθήκη του σπιτιού σου, αναζήτησέ τα. Ξεφύλλισε το παλιό σχολικό σου βιβλίο-έστω και κακοτυπωμένο- και καθώς το ξεφυλλίζεις, ίσως μπορέσεις να σταθείς σε κάποιο ποιητικό κείμενο, φιλολογικά σχολιασμένο από τον Τάκη Καρβέλη. Προσπάθησε να βρεις το κουράγιο και να μην βαρεθείς–καθώς ίσως θα έχει περάσει καιρός από τότε που ήσουν μαθητής- και να κάνεις τον κόπο να διαβάσεις το ποιητικό κείμενο και τα φιλολογικά σχόλια. Αν πλήξεις, παράτησέ τα. Σε κάποια άλλη στιγμή της ζωής σου, ίσως θα μπορέσεις να ανακαλύψεις εκ νέου τα σχολικά σου βιβλία κι ό,τι αυτά περιείχαν γιά την μετέπειτα ζωή σου. Πάντως, θα σε παρακαλούσα μην είσαι τόσο σκληρός με τους ηλικιωμένους. Κάποτε κι εσύ θα γεράσεις και θα σού κακοφαίνεται να σε φωνάζουν «παππού!» ή το χειρότερο «γέρο!». Γιατί πρέπει να γνωρίζεις ότι όλοι


43

Από αριστερά: Γ. Παππάς, Τ. Καρβέλης, Α.Φραγκιάς, Γ. Γιατρομανωλάκης, Α. Σκιαθάς οι ηλικιωμένοι κρύβουν τους ένα παιδί. Όπως έχεις καταλάβει, ο Τάκης Καρβέλης δεν ήταν γεννημένος παππούς, ότι κάποτε ήταν παιδί, αργότερα όταν έφθασε στην ηλικία της εφηβείας κι άρχισε να αποκτά συνείδηση του κόσμου, είχε όνειρα να σπουδάσει, να φτιάξει τη ζωή του και τη ζωή αυτής της πολυταλανισμένης χώρας. Εντάξει φίλε μου; Ελπίζω να μην σε κούρασα. Και τώρα, έλα μαζί μου να ξετυλίξουμε το νήμα της ζωής και του έργου του Τάκη Καρβέλη. Πριν έναν χρόνο κι έναν μήνα η Αιτωλική Πολιτιστική Εταιρεία τον τίμησε σε συνεργασία με άλλους δύο τοπικούς συλλόγους με σημείο εκκίνησης το Αιτωλικό. Σε κάποια στιγμή της βραδιάς (22 Δεκεμβρίου 2015), ο Τάκης Καρβέλης πήρε το

μικρόφωνο και δακρυσμένος διάβασε τέσσερα ποιήματά του: από ένα γιά τον Εμφύλιο, τον πατέρα του, την μητέρα του και τον τόπο του. Ενα τετράπτυχο ζωής και ποίησης συνοψισμένο στα πιό ειλικρινή «λόγια», στα δάκρυα... Ο Τάκης Καρβέλης, ένα από τα έξι παιδιά, γεννήθηκε στο Αιτωλικό, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια. Στα στενά δρομάκια του γενέθλιου τόπου ξύπνησαν μέσα του τα θαύματα και τα οράματα, τα οποία θα τον ακολουθήσουν στον μετέπειτα βίο του. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Τους μαθητές τους τους υπηρέτησε από το 1953 έως το 1984, ασκώντας παράλληλα την ποίηση και το δοκίμιο. Την πρώτη με το πε-

ρίσσευμα της καρδιάς του, το δεύτερο με την συστηματικότητα του επιστήμονα. Η πρώτη εμφάνισή του στα Γράμματα έγινε, το 1950, με το ποίημα «Ενεδρεύοντας τον θάνατο», στην ετήσια έκδοση Φιλολογική Πρωτοχρονιά. Έξι χρόνια μετά, τυπώθηκε η πρώτη ποιητική του συλλογή «Σήματα» (1956). Είχε γράψει ο Γιάννης Δάλλας στο περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία» (τεύχος 48, Απρίλιος 1956): «Ο Τάκης Καρβέλης παραμένει εν τέλει ένας ραβδοσκόπος του πιό στενού παρόντος, ολιγογράφος και καλλιγράφος». Δέκα χρόνια μετά, εκδίδει ο δεύτερο ποιητικό του βιβλίο «Κατάθεση» (1966). Το υποδέχθηκε ο κριτικός λογοτεχνίας Γιώργος Αράγης στο περιοδικό «Διαβάζω» (τεύχος 97, 8 Φεβρουαρίου 1984):


44

«Στην ‘‘ Κατάθεση’’ κυριαρχεί ο προβληματισμός. Προβληματισμός που έχει ως αντικείμενο το καθημαγμένο πρόσωπο της μεταπολενικής, της μετεμφύλιας ζωής. Τα κείμενα της ‘‘Κατάθεσης’’ αποπνέουν κοινωνική ασφυξία κι ο ποιητής φαίνεται να μην ξέρει από που να πιασθεί. Το νόημα της δικής του ζωής έχει χαθεί κάπου εκεί στα χρόνια της Αντίστασης». Η ποιητική του διαδρομή έχοντας στο κέντρο την ενοχή και την υπέρβαση της, συνεχίζεται με το συνθετικό ποίημα –σε είκοσι μικρές ενότητες- «Μετάφαση» (1972). Παρουσιάζοντάς τον ο ομότεχνός του Γιώργης Σαραντής στο περιοδικό «Νέα Σύνορα» (21/22 Ιανουαρίου-Απριλίου 1973), παρατηρούσε: «Ο κ. Καρβέλης δείχνει ότι έχει κατακτήσει μια συνείδηση των δυσχερειών και μία άμεση αίσθηση των αντιφάσεων του σύγχρονου κόσμου. Στη διαδρομή του ποιητικού του λόγου διαφαίνεται η προσπάθεια του να δοθούν με πυκνές ποιητικές εικόνες οι διάφορες προσόψεις της αλλοτρίωσης [...]». Η «Γραφή Παρανόμων», το 1977, είναι το τέταρτο ποιητικό του βιβλίο. Ο αείμνηστος Γιάννης Βαρβέρης σ’ ένα αναλυτικό κείμενό του στο περιοδικό «Τραμ» (αριθμ. 8, Μάρτιος 1978) υποστήριζε: «Ποίηση φαινομενικά εσωτερική αντλεί όμως την ύλη της σχεδόν πάντα από την κοινή περιπέτεια της γενιάς του ποιητή σε παραλληλία με την ατομική του περίπτωση. Τα γεγονότα του παρελθόντος ωριμάζουν τώρα μέσα του, ξεκαθαρίζουν την επιγενόμενη ψυχική του στάση κι έτσι αποκτούν μία λειτουργικότητα βιωματικά και αισθητικά δικαιωμένη, αφού αναδύονται μες από την αντικειμενικοποιημένη προοπτική της απόστασης». Ο Δημήτρης Κονιδάρης κρίνει την πέμπτη ποιητική συλλογή του Αιτωλοακαρνάνα ποιητή, «Μνήμη Μισοφέγγαρο» (1983) στο περιοδικό «Πόρφυρας» της Κέρκυρας (τεύχος 27, 1985): «[...] Η στερητική λέξη ‘‘Μισοφέγγαρο’’ δεν υπονοεί, νομίζω, φθίνουσα περίοδο κλίμακας και είσοδο σ’ άλλη περίοδο αλλά αντίθετα, λαμπρή και ανένδοτη μνήμη». Πέντε χρόνια μεσολάβησαν ώς την έκτη συλλογή «Δεν είναι ο περσινός καιρός» (1988), στην οποία τα ολιγόστιχα ποιήματα και πάλι το τοξεύουν την μνήμη αφαιρώντας από το κέντρο της το καρφωμένο βέλος, γιατί η κίνηση προς τη αφαίρεσή του επικροτεί το δέος εμπρός στο μη ευκταίον της ζωής. Η μουσική της «Μικρής Ρεζεντά» (1995) συμπυκνώνει το άλγος της μεταπολεμικής ανείπωτης αγωνίας και αντι αυτή η αγωνία να οδηγεί στη σιωπή, αναμοχλεύει μελωδίες από την πιό πεπαλαιωμένη αίσθηση, όταν η

συνείδηση την αφομοιώνει δημιουργικά.΄Ενα ποίημα από την όγδοη ποιητική συλλογή, με την οποία ολοκληρώνεται ένας κύκλος σαράντα ετών επίμονου λυρισμού που θραύεται στο πραγματικό: «Η μικρή Ρεζεντά/Η μικρή Ρεζεντά/μήπως είναι η όψη/μιας άλλης μοναξιάς/που ολόγυρά της ρίχνει/το χιόνι της ανεκλάλητης σιωπής;/Κι αυτό το άρωμα της αθωότητας/ποιά σχέση έχει με τα εφηβικά μας μέτωπα, αυτούς τους αμετακίνητους ίσκιους;/Μήπως το άλλοθι γιά τα χαμένα βήματά μας/και τα κομμένα όνειρα έχουν πιά στερέψει/κι αναζητάμε την πληγή και το μαχαίρι;». Στον δοκιμιακό λόγο του, στον οποίο επιχείρησε να μελετήσει κυρίως συγγραφείς της γεωγραφικής περιοχής του, όπου γεννήθηκε και ανδρώθηκε, χωρίς όμως ποτέ η ανάγνωσή του να είναι τοπικιστική. Περισσότερο ο δικός του τόπος, είναι ο τόπος της λογοτεχνίας, το σημείο αναχώρησης και το σημείο τερματισμού του. Ο Κωστής Παλαμάς, ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (στον οποίο αφιέρωσε την μονογραφία «Κωνσταντίνος Χατζόπουλος. Ο πρωτοπόρος» και τιμήθηκε το 1999 με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής), ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, ο Μίνως Ζώτος, ο Τάσος Γιανναράς. Το κοινωνικό διήγημα και μυθιστόρημα, όπως διαμορφώθηκε από τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη, τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και τον Κώστα Παρορίτη, βρέθηκαν εντός του πεδίου των ενδιαφερόντων του, ενώ ιδιαίτερη σημασία έδειξε στο έργο ου Ανδρέα Φραγκιά, στον οποίο αφιέρωσε τέσσερα ενδελεχή δοκίμια. Το τι εκόμισε εις την τέχνη του δοκιμίου, το συνοψίζει με σαφήνεια και ευαισθησία ο Γ.Δ.Παγανός: «[...] Η τριπλή ιδιότητα του ποιητή, του φιλόλογου και του δασκάλου καθορίζει και τα χαρακτηριστικά των κειμένων του: ευαισθησία, ειδικές γνώσεις, μεθοδική διαπραγμάτευση. Προσεγγίζει τα θέματά του με νηφαλιότητα και προπάντων χωρίς καμιά ρητορική εκζήτηση με στόχο την ερμηνεία και την κριτική. Η μέθοδός του είναι περισότερο φιλολογική, αλλά χωρίς τη σωρεία των παραθεμάτων και των παραπομπών που συνήθως χρησιμοποιούνται σε τέτοιου είδους μελέτες». Δεν πρέπει να ξεχάσουμε να αναφέρουμε ότι ο Τάκης καρβέλης υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων και επί σειρά ετών (1986-1992) διετέλεσε γενικός γραμματέας της. Μόλις την περσινή χρονιά, του απονεμήθηκε το Βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών γιά το σύνολο του έργου του. 


Νατάσα Χατζιδάκι (1946-2017)

Η

Του Βασίλη Κ. Καλαμαρά

Ένα υγρό στρώµα φθινοπωρινά φύλλα

ποίηση της δεκαετίας του ’70 με γυναικεία υπογραφή έχασε μία από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της. Σε ηλικία 71 έτους, όταν ο χρόνος δεν είναι ο χρόνος, κι όταν όλος ο χρόνος ανακεφαλαιωμένος και συγκεντρωτικός, κοιτάζει προς την αιωνιότητα των πεπραγμένων. Πεπραγμένα που δεν χάθηκαν μέσα στον χρόνο, αλλά ζωντανεύουν σαν καλές νεράιδες συνομιλώντας μαζί μας. Κι όταν μεταμορφώνονται σε μάγισσες, επίκληση στα πνεύματα του αγαθού πνεύματος ποιούμε, ώστε να εξαφανιστούν και να ξεγραφτούν. Η Νατάσα Χατζιδάκι παρέμεινε μια ζωή το άτακτο και απροσάρμοστο παιδί των λεωφόρων των μεγαλουπόλεων, -αφού είχε ζήσει και σπουδάσει στο Λονδίνοαλλά και το απογοητευμένο και θλιμμένο παιδί των δρόμων και των παράδρομων της Αθήνας. Αυτής της φτωχιάς και παρακμασμένης πόλης μετά το ’50, όταν έγινε καταφύγιο των ανωνύμων που θάφτηκαν μέσα στα διαμερίσματα της πιο απομονωμένης ζωής. Την Νατάσα Χατζιδάκι τη φίλησε η γενιά της μπιτ τζενερέϊσον και την ξαναφίλησε η ποπ μουσική, όταν η δεκαετία του ’60 είχε φτύσει κατάμουτρα τους νέους. Η Νατάσα προσπάθησε με τα ποιήματα και τα πεζά της να καθαρίσει το πρόσωπό της και να δει με τα μάτια ορθάνοιχτα το παρόν της χωρίς συμβιβασμούς και ζήτησε από το μέλλον να της δώσει φτερά για να πετάξει πάνω από την υφήλιο. Ίσως να μην τα κατάφερνε πάντα, αλλά αρκούσε η προσπάθεια, ακόμη κι αν γνώριζε ότι συνομιλούσε με τον θάνατο, αυτόν τον καθρέφτη της καθημερινής επίγειας αγωνίας Ο λόγος της άτακτος λαγός, επινοημένος ως τα όρια του ακατανόητου. Γιατί μήπως η ζωή είναι περισσότερο κατανοήσιμη και δεν το γνώριζε; Το γνώριζε, κι όμως μέσα από τα λόγια της τα ποιητικά και πεζογραφικά εξάρθρωνε το νόημα μήπως το ξαναβρεί, οδηγούσε την μουσική των λέξεων ως την σιωπή της, στο σημείο εκείνο που

ακόμη και το ανήκουστο ακούγεται, γιατί το αυτί έχει προσαρμοστεί στο να αφουγκράζεται, όπως το ζώο χωρίς συνείδηση, αλλά με τους πόρους του δέρματος πάντα ανοιχτούς και τους αισθητήρες των τριχών πάντα όρθιους. Κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες αυτού του όμορφου κοριτσιού από το Ρέθυμνο Κρήτης, κι αναλογίζομαι πού χάθηκε όλη αυτή η ομορφιά, όλη αυτή η νιότη, όλη αυτό το κινητικό βλέμμα, όλη αυτή η αποφασισμένη ματιά, που νόμιζες ότι αναδυόταν από τα έγκατα της πιο κρουσμένης άγνοιας, αθώο, αγνό, πάλλευκο βλέμμα. Διαβάζω τις νεκρολογίες της κι οι περισσότερες μοιάζουν φριχτά, με το Δελτίο Τύπου της Εταιρείας Συγγραφέων, δεν κακιώνω όμως με τους επαγγελματίες της γραφής, γιατί γνωρίζω τι βάσανο είναι η είδηση, όταν την μαθαίνεις και πρέπει εκείνη την στιγμή να την δημοσιεύσεις. Είναι κι αυτοί θύματα, όπως όλοι μας, κι όπως η Νατάσα Χατζιδάκι, αυτής της πόλης που τραβάει όλη την ενέργεια σου, σε αφυδατώνει από τους ζωτικούς σου χυμούς σου και σε πετάει στα απορρίμματα, μαζί μ’ όλα τα άλλα απομεινάρια μιας ημέρας καταναλωτισμού. Στην συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της «Άδηλος αναπνοή. Ποιήματα 1971-1990» (Εκδόσεις Ύψιλον, 2008) μάζεψε όλα τα κομμάτια της σ’ ένα ενιαίο σώμα, μήπως και δει μέσα από το χαρτί την πορεία της σαν ξένη, σαν έτερη, σαν άλλη. Ο τόνος της είναι λυρικός, όμως αλλάζει συχνά, γίνεται ειρωνικός, καυστικός, βιτριολικός κι ας μην αντέχεται αυτή η αλλαγή προς την θανάτωσή του. Ο θεός της, αν έχει θεό, είναι παράδοξος, παράτυπος, μακρινός, προσεύχεται σ’ αυτόν που τον έχει μετατρέψει σε καρικατούρα τα καθεστώτα και τα συστήματα που μεταμορφώνουν και τις πιο αγνές προθέσεις σε βαμπιρικές πόσεις, σε αιματοσταγείς συνάψεις, σε καταρράκτες σαφρακιασμένων σωματικών υγρών. Μέσα σ’ αυτή τη δυσοσμία σηπόντων και νεκρών σωμάτων, μπορούμε να δούμε την Νατάσα Χατζιδάκι με τα μαλλιά ξέπλεκα, να οδύρεται, να ολοφύρεται, να θρηνεί, ενώ μέσα στο αιδοίο της επωάζει το ωό των αυριανών ημερών, τότε όταν όλα θα έχουν επανέλθει στην

45


46

Άδηλος αναπνοή Ποιήματα 1971-1990 Εκδόσεις Ύψιλον Σελ. 205 Τιμή: 14€

Συνάντησέ την, το βράδυ

Σημειώσεις γιά ένα χαμένο μυθιστόρημα Εκδόσεις Πλέθρον Σελ. 138 Τιμή: 13,50€

Πριν σαράντα χρόνια η ποιήτρια ήταν κατηγορούμενη, μαζί με άλλους, για τη δημοσίευση ενός διηγήματος του Τάσου Φαληρέα στο περιοδικό ΣΗΜΑ με αναφορές σε ψωνιστήρια. Από αριστερά ο εκδότης Νίκος Ε. Παπαδάκις, ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Γιώργος Χρυσοβιτσάνος και η Νατάσα Χατζιδάκι, (πίσω, από αριστερά) Γιάννης Γαϊτάνος (με το μουστάκι), Μιχαήλ Μήτρας, Τάσος Φαληρέας (επίσης με το μουστάκι) κανονικότητα του φωτός, όταν θα απέλθουν τα φθινοπωρινά φύλλα και θα κρεμαστούν τα χαμόγελα στα άνθη και στα φύλλα της επερχόμενης άνοιξης. «Ένα υγρό στρώμα φθινοπωρινά φύλλα/κι από κάτω θαμμένα τα ηλεκτρικά μου μίξερ». Πόση μοναξιά αντικρύζουμε εικονοποιητικά σ’ αυτό το δίστιχο, πόση γυναικεία μοναξιά, αφού η κατανάλωση έχει ενταφιαστεί μαζί με τις διαφημίσεις της. Στους επιτάφιους θρήνους της για τα νεκρά κουζινικά δεν ακούγεται ούτε ένας θόρυβος από μαχαιροπήρουνα, γιατί το φαγητό και το ποτό απουσιάζουν, καθώς τα έχουν αγοράσει και τις ψυχές μας αυτοί που μας τα πωλούν και θα θέλουν πάντα να μας τα πωλούν.

Η Νατάσα Χατζιδάκι πήδηξε στο κενό που δεν το άνοιξε ο σεισμός και δεν γιόμισε άνθη, αλλά δεν κατακρημνίστηκε, παρέμεινε εκεί μια ζωή, προσπαθώντας από μιά ριζούλα να στηριχθεί. Μ’ αυτή την ριζούλα κινήθηκε στην λογοτεχνία, μ’ αυτό το κράτημα πάνω από τα γκρεμά και περίμενε, όπως οι στυλίτες της ερήμου, να έρθει ο χρόνος της ηλικίας του σώματος γιά να αφεθεί και να πέσει. Γι αυτό θα παρακαλέσω να διαβαστούν τα έργα της ως κάποιας γυναίκας που υπέγραφε βιβλία, ενώ θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε «ανώνυμη» συνομήλικη της, ακόμη και με το ίδιο όνομα. Αλλά προσέξτε. Δεν την είχε (δια)φθείρει η υπογραφή. Ίσως την είχε βοηθήσει να μιλήσει και για άλλες Νατάσες. 


Η persona του ∆ηµήτρη Γέρου

The delayed appointment 2 acrylic on canvas, 40 x 40 cm

Ο

εικαστικός Δημήτρης Γέρος τουλάχιστον από το 1966 είναι μέσα στο βιβλίο και στις εκδόσεις. Δεκάδες είναι τα εξώφυλλα και τα λογότυπα των περιοδικών που έχει φιλοτεχνήσει συνήθως δωρεάν, αφού πολλοί από τους συγγραφείς είναι φίλοι ή γνώριμοί του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε και τα δικά του βιβλία, τα περισσότερα λευκώματα με φωτογραφίες του. Ο Δημήτρης Γέρος δίνει πάλι το «παρών» στην επιθεώρηση του βιβλίου «Ανοιχτή Βιβλιοθήκη» ως φίλος, ως καλλιτέχνης και ως αναγνώστης. Γιά δεύτερη φορά τον καλοδεχόμαστε. Η νέα έκθεση του, η οποία θα διαρκέσει ώς τις 18 Φεβρουαρίου στη «Skoufa Gallery» (Σκουφά 4), περιλαμβάνει έργα σε άσπρο και μαύρο, μία ποιητική κριτική του προσφυγικού κύματος, που πέρασε και περνάει από τα νησιά του βορειανατολικού Αιγαίου. Ωρες λειτουργίας: Δευτέρα-Τετάρτη-Σάββατο: 10 π.μ.-4 μ.μ. και Τρίτη-ΠέμπτηΠαρασκευή: 10 π.μ.-4 μ.μ. και 5.30 –9 μ.μ. Β.Κ.Κ.

Η

Σκιάς όναρ γαρ άνθρωπος

Της Αθηνάς Σχινά*

ζωγραφική του Δημήτρη Γέρου, κυρίως η πρόσφατή του ενότητα που εκθεσιακά παρουσιάζει, με μεταφέρει συνειρμικά στον στίχο του Πινδάρου «σκιάς όναρ γαρ άνθρωπος». Ο στίχος αυτός που ανήκει στα αποσπάσματά του, - τα οποία μέσα από τις συχνές αναφορές τους διέδωσαν επιγενέστεροι του Πινδάρου συγγραφείς - έμεινε, όχι μόνο για να θυμίζει την εφήμερη και φευγαλέα σκιά ονείρου που είναι ο άνθρωπος, αλλά έναν ασφαλέστερο τρόπο που μπορούμε να επιλέξουμε, για να αρχίσουμε να αναζητούμε την αλήθεια, (όπως κοιτάζουμε την έκλειψη του ηλίου, μέσα από το καπνισμένο γυαλί, για να μην τυφλωθούμε από το φως), δηλαδή μέσα από το αντιθετικό σκοτάδι. Αυτό το ιδιόμορφο κι «αντιθετικό» σκοτάδι, το συναντά κανείς με διαφορετικό φυσικά τρόπο, σε ένα αρκετά παλιό κείμενο (1970) του Δημήτρη Γέρου, με το οποίο προλόγιζε ο ίδιος την έκθεσή του στην «Νέα Γκαλερί» (της οδού Τσακάλωφ). Το σύντομο, όσο και αποκαλυπτικό εκείνο κείμενο που ο ίδιος υπέγραφε, αφορούσε τις «αυτοκτονίες», με μια παράδοξη ομολογία και με ένα ανορθόδοξο θα λέγαμε πιστοποιητικό, για την αρχή της συστατικής παρουσίασης ενός νέου καλλιτέχνη προς το κοινό του. Τις «αυτοκτονίες», τις εννοούσε τότε ο νεαρός ζωγράφος ως ιδεαλιστικές διαμαρτυρίες απέναντι σε έναν κόσμο πνιγμένο στην συνδιαλλαγή, καταλήγοντας (με την «αυτοκτονία του τραίνου» ή την «αυτοκτονία ενός ελάχιστου πτηνού»), σε μια σειρά αιτίων που εξωθούσαν το υποκείμενο στην καταστροφή, δηλαδή στην «αυτοκτονία-δολοφονία». Με άλλα λόγια, ο Δημήτρης Γέρος καθαιρούσε, από εκείνη ήδη την εποχή, την διάκριση ανάμεσα στο «υποκείμενο-παρατηρητή» και στον περιβάλλοντα αντικειμενικό του κόσμο, εκφράζοντας τα πράγματα που συνιστούσαν τον ψυχισμό των «εικονιζομένων πρωτοβάθμιων ρόλων», μέσα από

μια αντιστροφή, στην – κατά τα άλλα - θεατρικού τύπου αυλαία των συνθέσεών του. Ο Δημήτρης Γέρος έχει έκτοτε δημιουργήσει τον δικό του επινοημένο ανθρωπότυπο, προερχόμενο μέσα από την αφαίρεση και την κατάργηση του υποκειμενισμού. Ο δικός του ανθρωπότυπος (ή ένα είδος σκεπτομορφής) πηγάζει ως απορροή από το αστικό περιβάλλον των μεγαλουπόλεων, που τον γεννά, τον εκτρέφει και τον αποδιώχνει, ως απόβλητο παράγωγο της μαζικής βιομηχανικής παραγωγής και μιας ύποπτης συναλλαγής που τον πωλεί και τον αγοράζει, διαμορφώνοντας τους κανόνες ενός αθέμιτου παιχνιδιού και μιας τραγωδίας που παίζεται στα ύφαλα των υπαρξιακών αναγκών και των καταστατικών συνθηκών της ζωής. Κατ’ ουσίαν, ο ζωγράφος διαμορφώνει μια persona, που αφενός λειτουργεί ως ετεροπροσωπία του εαυτού του, αφετέρου ταυτίζεται με τον εκάστοτε αναγνώστη-θεατή της εικόνας, που την παρουσιάζει μέσα από αυτοαναιρούμενα πλαισιωτικά στοιχεία. Ο ανθρωπότυπός του, ντυμένος με το κοστούμι του, τρέχει προσπαθώντας να αποδράσει. Συνήθως τρέχει από τα δεξιά προς τα αριστερά, αντίθετα από τον τρόπο με τον οποίο γράφουμε και διαβάζουμε (από τα αριστερά προς τα δεξιά), γιατί μέσα από τις φαντασιακές πορείες που ο ζωγράφος τον κάνει να διανύει, ανατρέπει την συνήθη ροή της συμβατικής «αφήγησης», χωρίς ωστόσο να κατακερματίζει τον λόγο της. Αν έκανα την παραπάνω αναφορά, είναι γιατί ο Δημήτρης Γέρος, πέρα από την υφέρπουσα οδύνη και τον αυτοσαρκασμό, διατηρεί έναν λόγο ποιητικό, στα υπερρεαλιστικής έμπνευσης έργα του, προκειμένου να προβεί στην διαμόρφωση μιας νέας «εικονοποιητικής πράξης», με συνεχείς, αλληλοδιάδοχες κι απροσδόκητες ανατροπές, με οριακές ισορροπίες κι αδιέξοδα, με οπτικοποιημένους γρίφους κι αινίγματα, αλλά χωρίς εγκεφαλισμούς. Ο ανθρωπότυπός του, πλάνητας και δραπέτης, επιδιώκει και ταυτοχρόνως αποφεύγει τις

47

Εκθεση


48

Εκθεση

Ο Δημήτρης Γέρος μπροστά από το White nights acrylic on canvas, 35 x 50 cm επιθυμίες και τους πόθους του, που τον καταδιώκουν σαν τις Ερινύες. Γίνεται πολιορκημένος αναχωρητής, φυλακισμένος μέσα από τις ελευθερίες του και λυτρωμένος προς στιγμή μέσα από τις παγίδες που καραδοκούν να τον δυναστεύσουν. Τρέχει –αντίθετα από το ρεύμα – ανάμεσα σε οάσεις κι απειλές, σε απώλειες κι αναμονές, σε ουτοπίες και χίμαιρες, σε τόπους και χρό-

νους της ανάμνησης και της πιθανότητας, του τυχαίου και του μοιραίου, του ονειρικού και του εφιαλτικού, του απωθημένου και της προσδοκίας, της λαχτάρας και της ματαίωσης, των παγίδων και της διαφυγής. Η persona του Δημήτρη Γέρου είναι γήινη κι αέρινη. Δεν υπακούει στους νόμους της βαρύτητας, ούτε της φθοράς. Είναι διωκόμενη και ταυτοχρόνως ακαταδίω-

κτη. Μεταμορφώνεται από θύτης σε θύμα, από αφηγητής σε αφηγούμενος (ανθρωπότυπος) με τα πάθη και τις ατέλειωτές του «περιπέτειες», που τον κάνουν να υπάρχει ως επιθετικός προσδιορισμός του περιβάλλοντός του, αλλά και ως ρηματική ενέργεια της «δράσης» που τον παριστάνει να κινείται, να κυκλοφορεί, να πάσχει (στην μέση και παθητική του φωνή), να κυνηγιέται επί-


σης από την σκιά του και να «κερδίζει» ή να «χάνει» τις μάχες (ή τις σκιαμαχίες) που τον κάνουν να εμφανίζεται κι άλλοτε να εξαφανίζεται από το «στερέωμα». Αυτό το «στερέωμα», στα έργα του Δημήτρη Γέρου, παρενθέτει κοσμογονικά θα λέγαμε, το «έν» και τα «πολλά» του Πλάτωνα, καθώς παρουσιάζεται π.χ. μέσα από μια μορφή ιδεατού πτηνού, ένα σμήνος πουλιών και ούτω καθεξής. Το «στερέωμα» επίσης αυτό αντιπαραβάλλει και διαπλέκει τις αποστάσεις και τα μεγέθη, (μέσα στα οποία ζει η persona), ενώνοντας πάντα με αντιδιαστολές και συνυπάρξεις, το παρελθόν με την καθημερινότητα, την μνήμη με την εντύπωση, την μεταφορικότητα του λόγου με τις αλληγορίες της εικόνας. Τις διαπλέκει, σαν ένα φυσικό επακόλουθο, όπως π.χ. τις υποθαλάσσιες εκτάσεις με τον εναέριο χώρο, τα πτηνά με τους ιχθύες, την «πλάση» της φύσης με την «διάπλαση» των μορφών, καθώς ο καλλιτέχνης δημιουργεί παράλληλες επικοινωνιακές συναρτήσεις των (υποθετικών) εσωτερικών και «κλειστών» δωματίων της «ενδοσκόπησης» με τους εξωτερικούς και υπαίθριους χώρους της εκφραστικής «εκδήλωσης». Η persona αυτή, με βάση την περιδιάβαση την σχετική με την «ανάγνωση» του βλέμματος, δημιουργεί επίσης συγκλίσεις με νερά και ουρανούς, με ταξίδια θαλασσινά κι ανέμους, με διαδρόμους και θύρες ή ανοίγματα και ξέφωτα, όπου χαρακτηριστική είναι η συχνή και πυκνή κυκλοφορία των χαρακτηριστικών και ζωογόνων όντων του Δημήτρη Γέρου, εκείνων που θυμίζουν σταγόνες της βροχής, σύννεφα και ταυτοχρόνως σπερματοζωάρια, καθώς συνενώνουν το απόκοσμο με το ερωτικό στοιχείο, τον θάνατο με την ζωή και τον κίνδυνο της αφάνειας με την υπέρβαση. Στην πρόσφατη ενότητα των έργων, που είναι διαμορφωμένα στην βάση των παραπάνω χαρακτηριστικών του γνωρισμάτων, ο Δημήτρης Γέρος εξοβελίζει το χρώμα, επιλέγοντας τον Ευκλείδειο δισδιάστατο χώρο. Ούτως ή άλλως, τον γνωρίζει αυτόν τον χώρο και τον χρησιμοποιεί, αντλώντας επιλεκτικά και μεταπλάθοντας δημιουργικά, στοιχεία από την βυζαντινολαϊκή, αλλά και από την μεταφυσική παράδοση, κυρίως του De Chirico, έστω κι αν (στα προηγούμενά του έργα) χρησιμοποιεί χρώματα. Στην προκειμένη περίπτωση, τα αλληγορικά του θέματα, σαν φευγαλέες στιγμές της πραγματικότητας και της τραγωδίας της, αλλά και του κλαυσίγελου της ζωής, αναφύονται ως «αφηγήσεις» και μετέωρες πράξεις σε ένα θέατρο σκιών, διαγράφοντας μια παντομίμα κάθε φορά, μέσα από την λακωνική αποσπασματικότητα και την υπαινικτική ασκητικότητά τους, που υποδόρια ζωντανεύει τις κατακόρυφες κι οριζόντιες

Political animal 2 acrylic on canvas, 35 x 50 cm

Negative silhouette 2 acrylic and watercolor on paper, 70 x 50 cm

αυτές ασπρόμαυρες ελεγείες. Ο θεατής, μέσα από τις σκιές των πραγμάτων και των «περασμάτων» από την μία διάσταση στην άλλη, από τον εφιάλτη δηλαδή στην καθημερινότητα, παρακολουθεί ένα παράδοξο «θέατρο σκιών», πίσω από τις «ιστορίες» του οποίου, βρίσκεται η αλήθεια, για να θυμηθεί ξανά κανείς τον Πίνδαρο. Στα έργα αυτά, το ανθρώπινο καραβάνι, το παρακολουθεί (μεγιστοποιημένο σε όγκο και μέγεθος) το άγρυπνο κοράκι, που κράζει μέσα από τους στίχους του Edgar Allen Poe, συναντώντας, (στα αλλοτινά θαρρείς «Ομηρικά Ακρογιάλια» του Γεράσιμου Στέρη), το δράμα της προσφυγιάς. Αλλού, δυο αλαφιασμένα πουλιά, που φιλονικούν, μπροστά από το ρήγμα και ταυτοχρόνως την ρήξη κάθε συνεννόησης, καθιστούν εμφανή τα αδιέξοδα. Αφ’ης στιγμής η κάθε εικόνα λειτουργεί παράλληλα και ως λογοπαίγνιο, στο έργο του Δημήτρη Γέρου, παρατηρούμε πως π.χ. ο «ποιητής» γυμνός, με τα φτερά στους ώμους, καθώς δραπετεύει, μετατρέπεται την ίδια στιγμή στο «εμείς» (δηλαδή στον κάθε θεατή ή άτυπο αφηγητή), καθώς μέσα από τον πληθυντικό μας αριθμό, προσπαθούμε όχι πλέον να βιώσουμε ως λειτουργία ό,τι μυστήριο και μαγικό υποδεικνύει η αλληγορικά φτερωτή αυτή φιγούρα. Επιδιώκουμε, σύμφωνα με τα ήθη της σύγχρονής μας εποχής, να «αποτυπώσουμε» για να «συγκρατήσουμε» ως αποδεικτικό στοιχείο και καταστατική συνθήκη, το «σημαίνον», δηλαδή την φενάκη της παραστατικότητας, δεσμεύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον ίδιο τον «ποιητή» ως όμηρο και θέαμα, μέσα από την φωτογραφική ή την κινηματογραφική μας άλλοτε μηχανή. Προσπαθούμε με άλλα λόγια, να αποτυπώσουμε κι εντέλει να αποθηκεύσουμε ή να «αρχειοθετήσουμε» την πραγματικότητα που διαρκώς λανθάνει, χτίζοντας υποτίθεται το «κτηματολόγιο» της μνήμης μας, καθώς έχουμε πλέον διαστροφικά «εκπαιδευτεί» να την προσλαμβάνουμε και θεσμικά να την «αναγνωρίζουμε» ως αποδεικτικό στοιχείο και σύστοιχο αντικείμενο της παρουσίας μας, που επιβεβαιώνεται μέσα από μηχανικές ή άλλου τύπου παρεμβάσεις. Οι ποικίλες όψεις και τα διαφορετικά επίπεδα της πραγματικότητας, δεν «καταγράφονται» με αμεσότητα συναίσθησης κι ελευθερία βούλησης , αλλά με διαμεσολαβήσεις και περιστολές εντέλει του «εαυτού». Στο σημείο αυτό, θα ήθελα επίσης να παραπέμψω στο έργο του Δημήτρη Γέρου, με τον «κινέζο» τουρίστα αλλά και σε επώνυμους «επισκέπτες» της χώρας μας, που ήρθαν ως «εξωτικοί» παρατηρητές για να αποτυπώσουν υπο-

49

Εκθεση


50

Εκθεση

τίθεται την δυστυχία των προσφύγων και φυσικά να την εξαργυρώσουν στο βωμό της φήμης τους και της περαιτέρω διαφήμισης, αφ’ης στιγμής η δολιότητα της εξουσίας και των μέσων προβολής, κατάφερε να μετατρέψει την ανθρώπινη δυστυχία, σε υποκρισία και ζήτημα «μόδας». Στο έργο επίσης, ο «Τούρκος φίλος», με την ανθρώπινη πορεία των μεταναστών προς την απέλπιδα «σωτηρία» ή την ουτοπία, καθίσταται έντονα εμφανής η περίπτωση του ψευδεπίγραφου «γείτονα-φίλου», του «διακινητή-εκμεταλλευτή» και τυράννου που ασκεί καθημερινή πλέον απειλή, με απουσία κάθε μορφής εφησυχασμού. Από την άλλη πλευρά, ο «Άλτης» στο ομώνυμο έργο του Δημήτρη Γέρου, δίνει μια ελπίδα, έστω και σε φαντασιακό επίπεδο, για την υπέρβαση των εμποδίων. Την ελπίδα αυτή, ο «Άλτης» την εκφράζει ως ψυχική περισσότερο λαχτάρα και πόθο μακρινό, παρά ως πιθανότητα, προκειμένου να εξοστρακιστεί ο φόβος και το σκοτάδι, που φέρει εντός του, καθώς ίπταται πάνω από το κενό ή το μοιραίο «χάσμα». Ένα από τα χαρακτηριστικά έργα, στην αναφερόμενη αυτή ενότητα, είναι και το έργο του ανθρώπου που μεταμορφώνεται σε δέντρο για τα πετεινά του ουρανού, (δηλώνοντας έναν άλλο τύπο υπέρβασης), όπου τα χέρια του γίνονται κλαδιά και επιφάνειες στήριξης, για τα όντα της φύσης. Θα συμπλήρωνα, πως η ανθρώπινη αυτή φιγούρα, εκτός των άλλων, ανοίγει στο συγκεκριμένο έργο κι έναν παράλληλο διάλογο με τον Homo Universalis του Da Vinci. Πρόκειται για το έργο που σηματοδοτεί το γενικότερο πνεύμα της Αναγέννησης. Εκεί, ο «ανθρωπότυπος», με μέτωπο προς τον θεατή, μετατρέπεται στο κέντρο του κόσμου, όπου κάθε τι οφείλει να τον υπηρετεί, περιστρεφόμενο γύρω του. Ο «ανθρωπότυπος» του Δημήτρη Γέρου, (που αντιστρατεύεται την Αναγέννηση, κυρίως τις φυγόκεντρες τάσεις της), παριστάνεται με αντιθετικότητα, δηλαδή με τα νώτα του στραμμένα προς τον θεατή, καθώς το «κεντρομόλο» σώμα του, (με τα απλωμένα του χέρια ως κλαδιά), γίνεται «υποδοχέας» πλέον της φύσης και μέρος των νομοτελειών της. Εκτός των ανωτέρω, θα ήθελα επιπλέον να επισημάνω, την εικαστική εκείνη σύνθεση του καλλιτέχνη, με την «πυραμίδα» των ελαφιών, όπου παριστάνεται ως ένα παράδοξο αριθμητήριο. Καθένα ελάφι, ισορροπώντας οριακά, φιλοξενεί εντός του τα «πολλά» άλλα ζώα (και είδη) του Πλάτωνα, καθώς και τις παραλλαγές τους, όπου όλα αποκτούν «ταυτότητα», ανάλογα με την

The Turkish friend 2 acrylic on canvas, 70 x 50 cm

θέση και την ποιότητα, την επενέργεια και τον τρόπο παρουσίασης, τους συσχετισμούς και τις συνάφειες που υποδηλώνουν. Αποκορύφωμα ωστόσο, ως προς το καταγγελτικό ύφος και τον απροκάλυπτο σαρκασμό για την κοινωνική υποκρισία, καθώς και για τον κατολισθητικό ή αποσαθρωτικό ρόλο που παίζει η κάθε μορφής εξουσία, είναι τα «έργα-διαμαρτυρίες» του καλλιτέχνη (για να θυμηθούμε τον «αυτοκτονικό» τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε να εκδηλώνει την άρνηση συμβιβασμού του ο Δημήτρης Γέρος). Στα έργα αυτά περιλαμβάνονται και οι «μαϊμούδες» του, που γελοιογραφούν πρόσωπα της εξουσίας. Σε άλλα έργα, της ίδιας αυτής ομάδας, με πόνο ψυχής, εσωτερικό σπαραγμό, αλλά με καυστικότητα και χωρίς περιστροφές, ο Δημ. Γέρος, παρακολουθεί και μυεί τον θεατή, με απουσία υπεκφυγών, προς την θαλάσσια «μεταγωγή» των μεταναστών, όπου το σωτήριο σωσίβιο εκλαμβάνεται και ως μεταθανάτιο στεφάνι για τους δραπέτες και πλάνητες της ζωής, όταν η απειλή κι ο κίνδυνος γίνονται μια μοιραία κατάληξη κι ένα σκληρό τίμημα για την πολυπόθητη ελευθερία. Σε αυτή του την ομάδα έργων, ο ζωγράφος σκιαμαχεί με διλήμματα της ζωής. Είναι περισσότερο λιτός και δραματικά καυστικός, πιο αινιγματικά περιεκτικός και υπαινικτικά πυκνός. Η αφηγηματικότητα της πλοκής δεν χάνει, λόγω ενός υφέρποντος, αλλά ελεγχόμενου συναισθηματισμού, τους στόχους της, καθώς ενδυναμώνει τα ποικίλα επίπεδα των σημασιών της. Ο Δημήτρης Γέρος με κριτική και αυτοσαρκαστική, με αναθεωρητική και στοχαστική διάθεση, με στωικότητα και κλαυσίγελο, με ερωτισμό κι αποκαθήλωση των συμβάσεων, χωρίς να λείπει το χιούμορ κι ο πόνος, υποβάλλει στον θεατή ένα ιδιαίτερο κάθε φορά κλίμα, το οποίο τον κάνει να αποκωδικοποιεί αμεσότερα την παρασημαντική των θεμάτων που οπτικά εκείνος διαβάζει και μουσικά σχεδόν αισθάνεται. Τα συγκεκριμένα θέματα, μέσα από το άρωμα και την νοσταλγία του «χαμένου παραδείσου», παριστάνουν, αλλά και την ίδια στιγμή παραπέμπουν σε ευρύτερες εκτάσεις του νου και της φαντασίας. Και είναι σίγουρο, πως αυτές οι ανέσπερες και φωταυγείς εκτάσεις, μεταφέρουν το βλέμμα στις λευκές και ανομολόγητές τους αλήθειες, τις ακατάγραφες, που τις διαισθανόμαστε να υπάρχουν, πέρα και πολύ μακρύτερα από την ασπρόμαυρη, εικαστική τους οθόνη.  *Η Αθηνά Σχινά είναι κριτικός και ιστορικός της Τέχνης. Έχει διδάξει Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και είναι καλλιτεχνική διευθύντρια και επιμελήτρια όλων των εκθέσεων του Ιδρύματος Π. & Μ. Κυδωνιέως της Άνδρου και του Μουσείου Νεοελληνικής Τέχνης του Δήμου Ρόδου


51

Μουσείο Τυπογραφίας:

Ενα ταξίδι στην ιστορία µε άρωµα από... µελάνι και χαρτί


52

Σ

Tης Μαρίας Μυστακίδου

την εποχή της αυτοματοποίησης και του Διαδικύου, στην εποχή που εφημερίδες και έντυπα τείνουν να μπουν στο χρονοντούλαπο, υπάρχει στην χώρα μας ένα μέρος που ανθίσταται σθεναρά στην επέλαση του νέου που ισοπεδώνει το παλιό, ένα μέρος που επιμένει να διαφυλάσει και να διηγείται την ιστορία της τέχνης που άλλαξε τον κόσμο! Το μοναδικό στην Ελλάδα Μουσείο αφιερωμένο στην Τυπογραφία, την μαγευτική τέχνη που έκανε την γνώση προσιτή στους πολλούς, βρίσκεται στα Χανιά, λίγο πριν την είσοδο της πόλης, στο Βιοτεχνικό Πάρκο Σούδας.

Προσωπικό μεράκι και στοίχημα του δημιουργού του Γιάννη Γαρεδάκη, ιδρυτή της εφημερίδας “Χανιώτικα νέα” και της συζύγου του Ελένης, το Μουσείο ξεκίνησε ως ιδιωτική συλλογή στο πλέον φυσικό περιβάλλον για ένα τεχνολογικό – βιοτεχνικό μουσείο. Σε μια βιομηχανική περιοχή των Χανίων, σε κτίριο που στέγαζε τα παλιά πιεστήρια, το παλιό τυπογραφείο δηλαδή, των Χανιώτικων Νέων. Το Μουσείο εγκαινιάστηκε επίσημα το 2005 και το 2012 προστέθηκε σε αυτό νέα πτέρυγα. Το 2015 συμπλήρωσε 10 χρόνια λειτουργίας και εγκαινίασε μία ακόμα αίθουσα με σπάνιες εκδόσεις, γκραβούρες, ξυλογραφίες κλπ. Από το 2012 το Μουσείο είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Μουσείων Τυπογραφίας (Associa-

tion of European Printing Museums). Την χρονιά που πέρασε (2016) το Μουσείο Τυπογραφίας έκλεισε 11 χρόνια λειτουργίας και είχε την χαρά και την τιμή να είναι υποψήφιο για το σπουδαίο βραβείο “Ευρωπαϊκό Μουσείο της Χρονιάς 2016”, European Museum of the Year Award (EMYA 2016) που απονέμεται από το Φόρουμ των Ευρωπαϊκών Μουσείων (European Museum Forum – EMF) και τελεί υπό την αιγίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Ενα μουσείο διαφορετικό από τα άλλα

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο Μουσείο που μέσα από την ξενάγηση “αφηγείται” διαδραστικά, (συμμετοχή επισκεπτών, σχετικά βίντεο) πως ξεκίνησε και πως αναπτύχθηκε η σπουδαιότερη – ίσως- εφεύρεση


53

του ανθρώπου, η Τυπογραφία. Κατά τη διάρκεια της ξενάγησης μικροί και μεγάλοι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να τυπώσουν στα παλιά πιεστήρια και να ανακαλύψουν ένα ξεχασμένο αυτονόητο: τον κόπο και την ανθρώπινη ευφυΐα που βρίσκονται πίσω από κάθε τυπωμένο κείμενο. Παράλληλα το Μουσείο είναι χώρος πολιτισμού και γραμμάτων. Στους χώρους του φιλοξενούνται συνέδρια, παρουσιάσεις βιβλίων, θεατρικές παραστάσεις, μουσικές εκδηλώσεις, κάθε χρόνο διοργανώνει διεθνή διαγωνισμό αφίσας κλπ. Πρόκειται για ένα Μουσείο “ζωντανό”, που παρακολουθεί τις εξελίξεις και διαρκώς εξελίσσεται και αλλάζει, όπως ακριβώς η Τέχνη που παρουσιάζει, η Τυπογραφία.

Διοργανωτής του Ετήσιου Συνεδρίου AEPM 2017

Το 2017, το Μουσείο Τυπογραφίας διορανώνει το Ετήσιο Συνέδριο AEPM 2017, 11-13/ 5/2017 με θέμα «Γράφοντας ιστορία: Συλλογές, συλλέκτες και ο πολιτιστικός ρόλος των μουσείων τυπογραφίας» Στο συνέδριο θα συζητηθούν διάφορα θέματα και τρόποι σχετικά με το πως οι συλλογές υλικού που αφορά την τυπογραφία, μπορούν να μετουσιωθούν σε μουσεία: • πως μεταδίδεται από την μια γενιά στην άλλη η κληρονομιά που αφορά την τυπογραφία; • ποιοί συλλέγουν αντικείμενα σχετικά με την τυπογραφία;


54

• τι κινητοποιεί τους ιδρυτές μουσείων τυπογραφίας; • πως οι συλλογές γίνονται μουσεία; • τι μορφές παίρνουν τα ανεξάρτητα μουσεία τυπογραφίας – ενώσεις, ιδρύματα, ιδιωτικές εταιρίες; • πως οι συλλογές γίνονται διαθέσιμες στο κοινό; • ποιές προκλήσεις αντιμετωπίζουν οι ιδιωτικές συλλογές και τα μουσεία τυπογραφίας; Το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί από τις 11 ως τις 13 Μαίου στο Μουσείο Τυπογραφίας, με ομιλίες στο Κέντρο Μεσογειακής Αρχιτεκτονικής (στο παλιό λιμάνι

των Χανίων) και στο Ινστιτούτο Επαρχιακού Τύπου (ένα ειδικά διαμορφωμένο συνεδριακό κέντρο στην όμορφη ύπαιθρο της Κρήτης, 20 λεπτά απόσταση από την πόλη).

Το Κέντρο Αρχιτεκτονικής Μεσογείου, Μεγάλο Αρσενάλι, στο παλιό λιμάνι των Χανίων.

Το Ινστιτούτο Επαρχιακού Τύπου. Το συνέδριο θα φιλοξενηθεί στο Μουσείο Τυπογραφίας, ένα ανεξάρτητο και ιδιωτικό μουσείο στα Χανιά, στο όμορφο νησί της Κρήτης προσφέροντας την

ιδανική ευκαιρία να ανακαλύψουμε κάποιες πτυχές της ελληνικής τυπογραφικής κληρονομιάς με την βοήθεια διακεκριμένων ομιλητών: Οι ομιλητές (έως τώρα): – Γιάννης Φίλης, πρώην Πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης (Ελλάδα) – Γεράσιμος Λεωνίδας, αναπληρωτής Καθηγητής Τυπογραφίας στο Τμήμα Τυπογραφίας και Γραφικής Επικοινωνίας, αντιπρόεδρος της ATypI (Ηνωμένο Βασίλειο)


55

– Δρ Κλήμης Μαστορίδης, Καθηγητής Τυπογραφίας & Γραφικής Επικοινωνίας, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Κύπρος – Γιώργος Ματθιόπουλος, Καθηγητής στο Τμήμα Γραφιστικής της Σχολή Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών του ΤΕΙ Αθήνας (Ελλάδα) – Κωνσταντίνος Στάικος, Αρχιτέκτων, Ιστορικός του βιβλίου και Ερευνητής (Ελλάδα)

Τα ...χνάρια του Γουτεμβέργιου και η σύγχρονη εποχή

Το Μουσείο Τυπογραφίας εκτείνεται σε χώρο περίπου 1200 τ.μ. και περιλαμβάνει 2 μεγάλες κύριες πτέρυγες, 3 επιμέρους αίθουσες συλλογών, αμφιθέατρο και ένα μικρό καφέ με πωλητήριο. A Πτέρυγα Εδώ υπάρχουν μηχανήματα και εκθέματα που ξεκινούν από τον Μεσαίωνα και τις αρχές της ευρωπαϊκής Τυπογραφίας και φτάνουν μέχρι και τον 20ο αιώνα με τα αυτόματα τυπογραφικά πιεστήρια. Εδώ εκτίθενται αυθεντικά μικρά και μεγάλα τυπογραφικά πιεστήρια, χειροκίνητα και ποδοκίνητα, από το 1835 και μετά, που έχουν αγορασθεί από το εξωτερικό (κυρίως Γερμανία και Ολλανδία). Κοπτικά μηχανήματα χαρτιού, πάγκοι στοιχειοθεσίας, κινητά ξύλινα και μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία, είδη χαρτιού, κλισέ κλπ, καθώς και λιθογραφίες, αυτόματα τυπογραφικά πιεστήρια των αρχών του

20ου αιώνα, λινοτυπική μηχανή κλπ, συμπληρώνουν την περιήγηση στην ιστορία της Τυπογραφίας. Επίσης, εδώ οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν ένα αντίγραφο τυπογραφικού πιεστηρίου της εποχής του Γουτεμβέργιου. Β΄Πτέργυγα Η αίθουσα είναι αμιγώς βιομηχανική, και έχει έντονη τη “μυρωδιά” της τυπογραφίας, αφού εδώ, ήταν, μέχρι το 2008 τα παλιά πιεστήρια των Χανιώτικων Νέων, τα οποία σήμερα στεγάζονται σε κτίριο, πολύ κοντά στο Μουσείο. Περιλαμβάνει σχεδόν κάθε τεχνική που σχετίζεται με την Τυπογραφία: βιβλιοδεσία, χαλκογραφία, ξυλογραφία, μεταξοτυπία, μηχάνημα μονοτυπίας, αλλά και offset, τέλεξ, σφραγιδοποιείο, παντογράφο και έναν “πύργο” offset από το παλιό πιεστήριο των “ΧΝ”.

Εκθεση με την Ιστορία της γραφής

Μια μοναδική, μόνιμη έκθεση που αποτελείται από 40 ταμπλό με εικαστικό και πληροφοριακό περιεχόμενο σχετικά με την ιστορία της Γραφής. Από τις βραχογραφίες μέχρι τα κομπιούτερ ο καλλιτέχνης-τυπογράφος Αντώνης Παπαντωνόπουλος “διηγείται” εύγλωττα μέσα από το έργο του την εξέλιξη της προσπάθειας του ανθρώπου να επικοινωνήσει μέσω του γραπτού λόγουκαι όχι μόνο. Αίθουσα Κώστα Τζωρτζάκη Η αίθουσα που εγκαινιάστηκε πέρσι, στα 10α “γενέ-


56

θλια” του Μουσείου, περιλαμβάνει σπάνιες εκδόσεις λατινικών, οδηγών καλλιγραφίας καθώς αρχαία ελληνικά κειμένα, γλωσσομάθειες και γραμματικές, επιστολογραφίες, βιβλία θρησκευτικού και φιλοσοφικού περιεχομένου, εκκλησιαστικό και κοσμικό δίκαιο. Οι περισσότερες από τις εκδόσεις, αποτελούν δωρεά στο Μουσείο από τον Κώστα Τζωρτζάκη, μελετήθηκαν και παρουσιάστηκαν από τον ερευνητή της Ακαδημίας Αθηνών Ιωάννη Καραχρήστο. Η συλλογή περιλαμβάνει 26 βιβλία, τα οποία εκδόθηκαν μεταξύ 1554 και 1772, τα περισσότερα από αυτά στη Βενετία, από συγγραφείς λόγιους και κληρικούς. Βιβλιοθήκη Πολύτιμα βιβλία, γραφομηχανές, πολύγραφοι, σπάνιες εκδόσεις, οι πρώτες εφημερίδες που κυκλοφόρησαν στην Κρήτη, χάρτες, γραμματόσημα, χαρτονομίσματα, ελληνικές και ξένες εκδόσεις για την τυπογραφία, είναι μερικοί μόνο από τους θησαυρούς της βιβλιοθήκης του Μουσείου. Αμφιθέατρο Εδώ γίνεται μέρος των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για τα σχολεία καθώς και προβολές βίντεο σχετικά με την Τυπογραφία (βιβλιοδεσία, παρουσίαση σύγχρονης εκτύπωσης της εφημερίδας Χ.Ν, κ.α). Επίσης εδώ φιλοξενούνται όλες οι διοργανώσεις του Μουσείου, ο ετήσιος διαγωνισμός αφίσας, συνέδρια, καθώς και ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις και δρώμενα. Το πάντα φιλόξενο αμφιθέατρο του Μουσείου Τυπογραφίας, αποτελεί εστία πολιτιστικής έκφρασης, δρώμενων, μουσικών παραστάσεων, θεατρικών παραστάσεων, ομιλιών, διαλέξεων, παρουσιάσεων βιβλίων, κλπ. Η Μάρω Θεοδωράκη, ο Κώστας Λειβαδάς, ο Νίκος Αλεξίου, ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, η Μάνια Παπαδημητρίου, ο Τάκης Χρυσικάκος, η Μαρινέλλα Βλαχάκη είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που έχουν παρουσιάσει τις πολύ ενδιαφέρουσες δουλειές τους εδώ. Μέσα σε καιρούς σκληρής κρίσης, και με τον πολιτισμό και την παιδεία να πληττονται πρώτα από την οικονομική αιμορραγία της χώρας, το Μουσείο Τυπογραφίας προσπαθεί -και μέχρι σήμερα καταφέρνει- να προσφέρει πολλά παραπάνω από ένα συμβατικό μουσείο. Πωλητήριο και καφέ Ενας φωτεινός και άνετος χώρος, όπου οι επισκέπτες μπορούν να ξεκουράζονται μετά την ξενάγηση απολαμβάνοντας τον καφέ τους, και -αν το επιθυμούν- να κάνουν τις αγορές τους από μια προσεγμένη γκάμα σουβενίρ, εκδόσεων κλπ. Για εικονική περιήγηση στο Μουσείο, αλλά και ενημέρωση για τις εκδηλώσεις του Μουσείου Τυπογραφίας επισκεφθείτε τον επίσημο ιστότοπό του: www.typography-museum.gr .


Η θεία Λένα στο Μουσείο Μπενάκη

Ταξίδι στα χρόνια της αθωότητας!

Υπεύθυνη: Μπέλλα Μηλοπούλου


Ένα µαγικό ταξίδι παρέα µε τη θεία Λένα! Στο Μουσείο Μπενάκη…

58


Πιο πολύ πρέπει να τιµούµε όσους ανατρέφουν και διαπαιδαγωγούν καλά παιδιά, παρά αυτούς που τα γεννούν

Ε

Πλάτωνας

λάτε να γίνουµε πάλι παιδιά. Τώρα. Και οι νεότεροι και τα σηµερινά παιδιά να γευτούν κάτι από τα δικά µας ή και των γονιών µας χρόνια της αθωότητας. Και σε καιρούς που «βασιλεύει» η µιζέρια, η δυσκολία, η ανασφάλεια, η οργή, κάτι τέτοιες ευκαιρίες δεν πρέπει να τις αφήνουµε να πηγαίνουν χαµένες. Πάµε ένα ταξίδι στο χρόνο, λοιπόν, για να τρυγήσουµε από την αυλή των παιδικών µας χρόνων ο, τι πιο όµορφο, ο, τι πιο ζεστό, ό, τι πιο παραµυθένιο και τρυφερό… Πάµε µέχρι το Κολωνάκι κι εκεί στους χώρους του υπέροχου αρχοντικού που φιλοξενεί το Μουσείο Μπενάκη ας αφεθούµε στη µαγεία µιας υπέροχης γυναικείας φωνής που τόσα της χρωστάµε… «Αγαπηµένη θεία Λένα» να ξέρεις πως δεν περίµενα να ξανανταµώσουµε. Κρατάω ακόµη εκείνα τα παιδικά µου βιβλία µαζί µ’ αυτά του Βερν, του Μαλό, την Καλύβα του

59

Η Αντιγόνη Μεταξά με την εγγονή της Μανίνa (Μαρία Ηλιού σήμερα)

Μπάρµπα Θωµά κι όταν µε πνίγουν τα παράπονα ανοίγω το καλάθι µε τους θησαυρούς µου και παίρνω κουράγιο. Όµως, δεν πίστευα πως θα ξανανταµώναµε-κι αυτό χάρις στην αγαπηµένη σου εγγόνα, τη Μαρία, ναι, αυτή που όταν ήταν νεογέννητο σου µάγκωσε το δάχτυλο και δεν σ’ άφηνε να φύγεις. Τη Μαρία –Μανίνα, τότε, αν θυµάµαι καλά-που ήθελε και το έπραξε- να σου αποδείξει για µιαν ακόµη φορά την αγάπη της. «Αγαπηµένη θεία Λένα» η έκθεση που άνοιξε τις πύλες της πριν από λίγες ηµέρες στο µουσείο Μπενάκη κι έχει απλώσει µπροστά στα µάτια µας υλικό που σφραγίζει µιαν ολόκληρη ζωή δηµιουργίας και προσφοράς. Μια έκθεση που σφραγίζεται κι από την προβολή ενός εξαιρετικού ντοκιµαντέρ που έφτιαξε η Μαρία, η εγγόνα της που τώρα πια που µεγάλωσε έχει και µιαν άλλη σπουδαία ιδιότητα-είναι σκηνοθέτης. Και πιο συγκεκριµένα, είναι η σκηνοθέτης που πριν µερικά χρόνια µας συγκλόνισε µε τα δύο της ντοκιµαντέρ για την κοσµοπολίτικη Σµύρνη, την Καταστροφή, τον Ξεριζωµό, την ανταλλαγή πληθυ-


Η θεία Λένα με την κόρη και συνεργάτιδά της Λήδα

60

σµών… Είναι η Μαρία Ηλιού, που τούτη τη φορά, αδράχνοντας την ευκαιρία από µια σύµπτωση συνδύασε την ιδιότητα της εγγονής (και δεξί χέρι της γιαγιάς) µε αυτή της σκηνοθέτιδας για να παράξει ένα ντοκιµαντέρ για τη θεία Λένα, την Αντιγόνη Μεταξά… Ξεκινώντας την ιστορία από την αρχή της, πηγαίνουµε στην Κινέττα στο εξοχικό της οικογένειας, ένα σπίτι γεµάτο µνήµες -όµορφες και δυσάρεστες- που η Μαρία δεν σκέφτηκε στιγµή να αποχωριστεί. Πριν από περίπου τρία χρόνια, λοιπόν, ξεκίνησε κάποιες εργασίες φρεσκαρίσµατος αυτού του τόσο πολύτιµου γι’ αυτήν σπιτιού. Και καθώς οι εργάτες δούλευαν, εκείνη ανέλαβε τα έπιπλα. Κι εκεί, µπροστά σε ένα κλειδωµένο ντουλάπι σταµάτησε για αρκετή ώρα. Προσπάθησε να το ανοίξει, όµως, η κλειδαριά που δεν είχε βρει το ταίρι της, το κλειδί, αντιστεκόταν σθεναρά. Η Μαρία φώναξε τον ξυλουργό που ήταν εκεί και

µε τη βοήθειά του άνοιξε αυτό το κοµµάτι από τη ζωή της γιαγιάς που χρόνια τώρα έµενε κλειδωµένο. Και ξεχύθηκαν οι µνήµες, οι στιγµές, Στο ντουλαπάκι βρέθηκαν χαµένες φωτογραφίες από τη ζωή και το έργο της και για χρόνια δεν το άνοιγαν από διακριτικότητα περισσότερο µήπως υπήρχαν µέσα πράγµατα ή στοιχεία που αφορούσαν την προσωπική της, την ερωτική της ζωή που δεν ήθελαν να παραβιάσουν. Κατά µία άποψη, βέβαια, και αν δεχτούµε ότι έρωτας την έδενε µε τη δουλειά της, δεν είχαν και τόσο άδικο… Κι από τη στιγµή που το ντουλαπάκι άνοιξε κι αποκάλυψε τα µυστικά του, ίσως επειδή ήταν άνοιξη κι ο καιρός είχε γλυκάνει, ίσως η θάλασσα, οι αναµνήσεις, η Μαρία Ηλιού το πήρε απόφαση. Θα έφτιαχνε ένα ντοκιµαντέρ για τη γιαγιά της και µ’ αυτό το υλικό που ασφυκτιούσε τόσον καιρό στους κιτρινισµένους φακέλους που είχε στα χέρια της θα οργάνωνε µιαν έκθεση. Γιατί ήξερε καλά πως αυτή της η ανακάλυψη δεν αφορούσε µονάχα την ίδια, δεν είχε να πει ιστορίες µονάχα σ’ εκείνη και την κόρη της, αλλά, και σε όλους εµάς-σαν ένα κοµµάτι της σύγχρονης ιστορίας που θα έπρεπε να καταγραφεί-ή µάλλον, να καθαρογραφεί. Στο ντοκιµαντέρ -που έχει τον ίδιο τίτλο µε την έκθεση-µιλούν ο ιστορικός της ραδιοφωνίας Γιώργος Χατζηδάκης, ο κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος, η ηθοποιός, σκηνοθέτης και δηµιουργός για παιδιά Κάρµεν Ρουγγέρη, ο δηµοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος, η ραδιοφωνική παραγωγός Κάτια Καλιτσουνάκη, η αρχιτεκτόνισσα Ελένη Σαλούβαρδου. «Η Θεία Λένα ήταν ένας δικός µας άνθρωπος. Της αρκούσε να µας εµψυχώνει και να µας παρακινεί, να µας προτρέπει στην πειθαρχία µιας τάξεως σύµφυτης µε το νόηµα της ελευθερίας» επισηµαίνει ο Άγγελος Δεληβορριάς, µέλος της διοικητικής επιτροπής του Μουσείου Μπενάκη. Στο ντοκιµαντέρ, αλλά και στην έκθεση, παρουσιάζεται το άγνωστο υλικό που βρέθηκε


στο σπίτι στη θάλασσα, αλλά και υλικό από το αρχείο της Αντιγόνης, το οποίο είχε οργανώσει η κόρη της Λήδα Κροντηρά: ηχητικό υλικό, φιλµάκια, φωτογραφίες, αλλά και τα βιβλία της καθώς και υλικό από το αρχείο του Μουσείου. Στη συνέντευξη Τύπου που προηγήθηκε των εγκαινίων –που παρά την καταρρακτώδη βροχή ήσαν όλοι εκεί- ο ιστορικός Αλέξανδρος Κιτροέφ, στενός συνεργάτης της Μαρίας Ηλιού και στις προηγούµενες δουλειές της, είπε ότι η Αντιγόνη Μεταξά έχει µία ιδιαίτερη σηµασία για τα παιδιά για την Ιστορία της Ελλάδας καθώς είναι η πρώτη που προσπαθεί, χωρίς ιδεολογική προσέγγιση, να διαπαιδαγωγήσει τα παιδιά σε µία εποχή που τα κόµµατα είχαν αρχίσει να δηµιουργούν τις κοµµατικές τους ηλικίες. Το έργο της έχει, εκτός των άλλων, και µία πατριωτική διάσταση γιατί εν καιρώ Κατοχής δίδασκε στα παιδιά ιστορίες για το περήφανο παρελθόν της Ελλάδας, ενώ χρησιµοποιούσε τη δηµοτική πολύ πριν την επίσηµη καθιέρωσή της. Με την ευκαιρία της έκθεσης -που θα διαρκέσει µέχρι τις 19 Μαρτίου- επανεκδόθηκαν δύο από τα πιο γνωστά βιβλία της Αντιγόνης Μεταξά: Το «Ακουσέ µε, Μαρία µου» (Εκδόσεις Πατάκης), για µικρότερα παιδιά, µε παραµύθια µε ιστορίες ζώων που φέρονται σαν άνθρωποι, και «Η ώρα του παιδιού», µε παραµύθια από τις εκποµπές της (Εκδόσεις Παπαδόπουλος).

Καληµέρα σας παιδιά…

Αντιγόνη Μεταξά. Μια γυναίκα που όρισε τη ζωή της, έκανε τις επιλογές της, σήκωσε το ανάστηµά της κι έδωσε απλόχερα την αγάπη που είχε µέσα της-τεράστια αποθέµατα αγάπης… Γεννήθηκε το 1905. Κόρη καλής οικογενείας, όπως έλεγαν τότε. Καλλιόπη Ανδρονίκου το όνοµα της µητέρας της. Γεώργιος Μεταξάς ο πατέρας, ιδρυτής και ιδιοκτήτης της σχολής Μεταξά που πρωτοεδραιώθηκε στον Πειραιά και αργότερα µεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου και µετονοµάσθηκε σε Ελληνογαλλική Σχολή Μεταξά. Αρχικά στην οδό Δρα-

Γλυκές οικογενειακές στιγμές με φίλους και τον αγαπημένο της σύζυγο, δικηγόρο και ραδιοφωνικό σκηνοθέτη Κώστα Κροντηρά

61

γατσανίου κι έπειτα στην τότε Κηφισίας, σηµερινή Βασιλίσσης Σοφίας. Και το σπίτι της οικογένειας Μεταξά ήταν στον πρώτο όροφο, εκεί, απέναντι από τον Εθνικό Κήπο. Η µικρή Αντιγόνη µεγαλώνει σ’ ένα σπίτι όσο λίγα εκείνης της εποχής. Από τη µία, περνά τις περισσότερες ώρες της στις σχολικές αίθουσες ρουφώντας τη διδασκαλία, κι από την άλλη κοντά σε γονείς κοινωνικούς, ανοιχτόµυαλους που δέχονταν στα σαλόνια του σπιτιού τους πνευµατικούς, κυρίως, ανθρώπους της εποχής. Λίγο-πολύ, λοιπόν, το µέλλον, οι σπουδές και η πορεία της προκαθορισµένες και τακτοποιηµένες. Υπήρχε, όµως, και κάτι ακόµη: στο πίσω µέρος του σπιτιού βρισκόταν το θερινό θέατρο της Κυβέλης και η Αντιγόνη ξετρελαινόταν να χαζεύει τις παραστάσεις, τους ηθοποιούς, τη µαγεία που υπήρχε πάνω σ’ αυτό το σανίδι. Κι αυτό το κράτησε σε µιαν άκρη του µυαλού και της καρδιάς της ακόµη κι όταν


62

Η σκηνοθέτης Μαρία Ηλιού

έφυγε για το Παρίσι για να σπουδάσει Παιδαγωγικά. Γι’ αυτό και µόλις επέστρεψε πτυχιούχος το 1921 γράφεται στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών, από όπου και αποφοίτησε παίρνοντας χρυσό αριστείο. Η απόφασή της να γίνει ηθοποιός είναι αµετάκλητη, παρά τις έντονες αντιρρήσεις που έχουν οι γονείς της. Ερµηνεύει Στέλλα Βιολάντη στο θέατρο Κοτοπούλη και παίρνει εξαιρετικές κριτικές ακόµη κι από τον ίδιο τον Ξενόπουλο. Ο πατέρας της συγκινείται, λυγίζει, τη συγχωρεί, την καµαρώνει… Και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε για τη θεατρική του Στέλλα: «Προεξάρχει δε η διανοητικότης εκείνη, η οποία, βοηθούντων όλων των άλλων -σωµατικής διαπλάσεως, νευρικής ιδιοσυγκρασίας, ευκινήτου φυσιογνωµίας, συµπαθητικής φωνής, σκηνικής ωραιότητος, µεγάλης µιµικής δυνάµεως- επιτρέπει εις την νε-

αράν καλλιτέχνιδα να εννοή τι παίζει, τι λέγει, τι κάµνει επάνω εις την σκηνήν και ν' αποδίδη αληθινόν, πραγµατικόν, ολοζώντανον, το πρόσωπο που υποδύεται. Αυτός είναι ο νέος αστήρ, ο γλυκολάµπων τώρα εις τον ορίζοντα». Συνεργάζεται ως πρωταγωνίστρια µε το θέατρο Τέχνης του Σπύρου Μελά, αργότερα µε τον Αιµίλιο Βεάκη, όµως, αυτά δεν της αρκούν. Δεν είναι, σίγουρα, µόνο η υποκριτική που την ενδιαφέρει. Λατρεύει το γράψιµο- κάποια στιγµή θα ανακαλύψει και τη δηµοσιογραφία- ψάχνει ολοένα για νέους τρόπους που θα τη βοηθήσουν να εκφράσει όλον αυτό τον χείµαρρο που φωλιάζει µέσα της. Γράφει έργα θεατρικά. Ο τότε διευθυντής του Ελληνικού Ωδείου Αθηνών Μανώλης Καλοµοίρης, µάλιστα, δίνει την έγκρισή του να ανέβει το πρώτο της θεατρικό µε τον τίτλο «Πεταλούδες», στο οποίο κρατά ή ίδια τον πρωταγωνιστικό ρόλο µε συµπρωταγωνιστή της ένα συµφοιτητή της στη σχολή και δικηγόρο, ονόµατι Κώστα Κροντηρά. Στο σανίδι µοιράζονται κι άλλα συναισθήµατα ο ένας για τον άλλον, γνωρίζονται, συµπαθιούνται κι ερωτεύονται, γεγονός που εξοργίζει τον πατέρα Μεταξά ο οποίος αρνείται πεισµατικά να δεχτεί έναν ακόµη θεατρίνο στην οικογένεια. Κι ο υπέροχος Κροντηράς που αγαπούσε πολύ την Αντιγόνη, αποχαιρετά το όνειρο της υποκριτικής –λένε, µάλιστα, πως είχε δώσει δείγµατα εξαίρετου ηθοποιού- παντρεύεται την εκλεκτή της καρδιάς του και σε λίγο καιρό αναλαµβάνει αυτός τη διεύθυνση της Ελληνογαλλικής. Ήταν, βέβαια, πάντα στο πλευρό της ενώ, αργότερα, ασχολήθηκε µε τη ραδιοφωνική σκηνοθεσία στηρίζοντας ακόµη περισσότερο τη σύντροφό του, όταν εκείνη ασχολήθηκε µε τα ερτζιανά.. Στην πορεία, η υπερδραστήρια Αντιγόνη ιδρύει την πρώτη µόνιµη θεατρική σκηνή για παιδιά στην Ελλάδα, το «Θέατρο του Παιδιού» ή «Παιδικό Θέατρο» που έδινε παραστάσεις στο σηµερινό «Παλλάς», από το 1933 και για οκτώ χρόνια, µέχρι που τα τύµπανα του Β΄ Παγκόσµιου ηχήσουν πάνω από την Ελλάδα. Στις παραστάσεις συµµετέχουν κυρίως παιδιά-


και η κόρη της η Μπούλη, ακόµη η Λήδα Κροντηρά «άκουγε» στο χαϊδευτικό της. Ανάµεσα στα παιδιά και ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος, ο οποίος την θεωρούσε ως µία διασκεδαστική, αλλά και άκρως εκπαιδευτική εµπειρία. Είναι, επίσης, η γυναίκα που το 1948 οργανώνει την πρώτη έκθεση παιδικού βιβλίου στην Ελλάδα! Δέκα χρόνια πριν, ωστόσο, έχει ξεκινήσει τη συνεργασία της µε το Ραδιοφωνικό Σταθµό ως τακτική συνεργάτρια και από το 1942 µέχρι το 1966 ήταν διευθύντρια της καθηµερινής "Ώρας του Παιδιού". Στο Ζάππειο, που βρίσκονταν οι ραδιοθάλαµοι η Αντιγόνη στήνει ένα πραγµατικό παιδικό πανηγύρι που σταµατηµό δεν έχει. Διοργανώνει τις «Χαρούµενες Κυριακές», όπως τις αποκαλεί και δεκάδες παιδιά πληµµυρίζουν τις αίθουσες του Ραδιοθαλάµου του ΕΙΡ για ν’ ακούσουν τραγούδια, να δουν χορευτικά, να παίξουν, να ξεκαρδιστούν µε το κουκλοθέατρο του Μπάρµπα-Μυτούση, να χαρούν. Ακόµη, στον ίδιο χώρο, οργανώνει µαθήµατα και διαγωνισµούς ζωγραφικής µε τον µεγάλο µας ζωγράφο Σπύρο Βασιλείου ενώ µε τον Μίνω Δούνια διδάσκονται τα παιδιά µουσική. Η σχέση της µε το ραδιόφωνο κράτησε 32 ολόκληρα χρόνια που µεταφράζονται σε 4.500 εκποµπές. Αυτή που κυριολεκτικά λατρεύτηκε από τα παιδιά –αλλά και τους γονείς- ήταν αυτή που αρχικά είχε τον τίτλο «Η θεία Λένα στα µικρά παιδιά» η οποία αργότερα ονοµάστηκε «Καληµέρα παιδάκια» µε το γνωστό κι αγαπηµένο τραγουδάκι «Καληµέρα σας παιδιά, τραλαλά, τραλαλά, σηκωθείτε µε χαρά, τραλαλαλαλά, η χρυσή ανατολή στη δουλειά µας προσκαλεί, καληµέρα σας παιδιά, τραλαλαλαλά» και που τελείωνε µε το επίσης λατρεµένο «Τώρα πέρασε η ώρα, φεύγουµε κι εµείς παιδιά, κι αύριο την ίδια ώρα θα τα πούµε µε χαρά!». Με τα τραγουδάκια των εκποµπών της «γέµισαν» και κυκλοφόρησαν 18 δίσκοι που έγιναν ανάρπαστοι.

Και πολύτιµη συγγραφέας

Γιατί, όµως, η Αντιγόνη έγινε «θεία Λένα»; Υπήρχε µία αντίστοιχη εκποµπή στη

Η Αντιγόνη, ο Κώστας και η Μπούλη-Λήδα

63

Γερµανία εκείνη την εποχή, την οποία υπέγραφε µε τη φωνή και την προσωπικότητά της η «θεία Μπέρτα». Και αφού το όνοµα του πατέρα της, αλλά και του συζύγου της ήταν Κωνσταντίνος εκείνη έγινε… Ελένη! Η ιδέα ήταν του τότε διευθυντή Ραδιοφωνίας Γιάννη Βουλπιώτη, του άντρα της που είχε αναλάβει και τη σκηνοθεσία των εκποµπών και, φυσικά δική της. Στην εκποµπή, µάλιστα, ακουγόταν κι ένα µικρό κοριτσάκι, η Ελενίτσα που απαντούσε στις ερωτήσεις των παιδιών και τραγουδούσε τα καινούργια τραγούδια µέχρι να τα µάθουν οι µικροί ακροατές. Ελάχιστοι είναι αυτοί που γνώριζαν και γνωρίζουν πως η Ελενίτσα λεγόταν Ρηνούλα Μενάνδρου και δεν ήταν µικρή, αλλά µία κοπέλα στενή συνεργάτιδα της Αντιγόνης Μεταξά, που µε τα χρόνια, αγαπήθηκε ακόµη πιο πολύ ως «θεία


Η αξιαγάπητη και ικανότατη Λήδα

64

πούλη» ήταν το χαϊδευτικό της µέχρι που πήγε στο Πανεπι«Μ στήµιο. Η Λήδα Κροντηρά γεννήθηκε το 1933 κι από νωρίς βρισκόταν κοντά στην µητέρα της, έτσι που αγάπησε κι εκείνη µε το

ίδιο πάθος αυτό που έκανε η «θεία Λένα» και δεν δίστασε να ακολουθήσει δρόµους παράλληλους. Σπούδασε παιδαγωγικά στο Παρίσι, στο πανεπιστήµιο της Σορβόννης κι επέστρεψε για να πλουτίσει τις γνώσεις της στη δραµατική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Συνέχισε το έργο της µητέρας της και πήρε τη σκυτάλη της εκποµπής της όταν εκείνη έφυγε για το µεγάλο ταξίδι το 1971. Παντρεύτηκε τον σκηνοθέτη του κινηµατογράφου Ανδρέα Ηλιού κι απέκτησαν µια κόρη, τη Μαρία. Κι όταν εκείνος έφυγε πολύ νωρίς από τη ζωή, η Λήδα Κροντηρά βρήκε την ευτυχία κοντά στον διακεκριµένο επιστήµονα Τάκη Νασσούφη. Έγραψε παιδικά βιβλία, κυρίως εκπαιδευτικού περιεχοµένου, ενώ είχε την ευθύνη της επιµέλειας και της παρουσίασης για πολλές παιδικές εκποµπές. Από τα πιο γνωστά βιβλία της τα: «Γνωριµία µε την Κρήτη του Μίνωα», «Γνωριµία µε την Αθήνα του Περικλή», «Γνωριµία µε τους Δελφούς» ενώ το τελευταίο της βιβλίο ήταν το «Ελάτε να παίξουµε µέσα στο χρόνο» (εκδ. Φυτράκης), µια αναδροµή στην ιστορία του παιχνιδιού, ανά τους αιώνες και τον κόσµο, ξεκινώντας από το γεγονός ότι όσο παλιός είναι ο κόσµος το ίδιο παλιό είναι και το παιχνίδι. Τα βιβλία της µεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. «Έφυγε» από κοντά µας τον Αύγουστο του 2005, στα 72 της χρόνια, χτυπηµένη κι αυτή από τον καρκίνο. «Έφυγε» στο αγαπηµένο εξοχικό της οικογένειας, στην Κινέττα, πλάι στη θάλασσα έχοντας κοντά της την κόρη της Μαρία και την εγγονή της Νεφέλη.

Λένα»! Και είναι χαρακτηριστικό πως όταν η Μπούλη έγινε Λήδα, µεγάλωσε και παντρεύτηκε και δεν είχε µόνιµη συνεργασία µε την µητέρα της, τη θέση της στο πλευρό της θείας Λένας την πήρε η Μανίνα, η Μαρία, η αγαπηµένη της εγγόνα! Παράλληλα µε όλες αυτές τις δραστηριότητες η αγαπηµένη των παιδιών γράφει, γράφει ακατάπαυστα. Από το 1945 κιόλας αρχίζει να γράφει και να εκδίδει λογοτεχνικά βιβλία για παιδιά. Και δυο χρόνια αργότερα αναλαµβάνει τη διεύθυνση των παιδικών εκδόσεων

Τρείς γενιές δημιουργίας: η γιαγιά Αντιγόνη, η μαμά Λήδα, η εγγονή Μαρία

Αλικιώτη. Εκεί θα δηµιουργήσει σειρές βιβλίων όπως αυτή µε τον γενικό τίτλο «Τα βιβλία της θείας Λένας». Συνεργάζεται στην εικονογράφηση µε τον Σπύρο Βασιλείου και δηµιουργούν το «Τον παληό καιρό», που αφηγείται σαν παραµύθια, ιστορίες από την Παλαιά Διαθήκη. Τα παιδικά βιβλία που έγραψε ξεπερνούν τα 50. Να θυµηθούµε την «Ώρα του παιδιού», «Η θεία Λένα στα µικρά παιδιά», «Καλώς ήλθες µικρό µου», «Χίλιες µορφές», το «Θέατρο του Παιδιού» κ.α. , ενώ το 1967 δηµιουργεί στην νεοφερµένη ελληνική τηλεόραση –τότε ΥΕΝΕΔ- το πρώτο ελληνικό παιδικό τηλεοπτικό πρόγραµµα. Δεν θα πρέπει να ξεχάσουµε ότι η Αντιγόνη Μεταξά, που έφυγε από κοντά µας στις 16 Οκτωβρίου του 1971 χτυπηµένη από τον καρκίνο- τιµήθηκε µε το παράσηµο του Τάγµατος Ευποιίας αλλά και από την Ακαδηµία Αθηνών για το σύνολο του έργου της. Και κάτι που πρέπει να µάθουµε όλοι, γιατί σίγουρα οι περισσότεροι δεν το γνωρίζουµε: Το τραγουδάκι που σφραγίζει τα όποια γενέθλια σε ελληνικό σπίτι κοντά 70 χρόνια τώρα, το κλασ-


Με τέτοιο DNA!...

της η Αντιγόνη Μεταξά, παππούς της ο Κώστας Κροντηράς, γονείς της Γιαγιά η Λήδα Κροντηρά και ο Ανδρέας Ηλιού. Βαρύ το φορτίο για τη Μαρία. Όµως,

εκείνη κατάφερε ο,τι κατάφεραν και οι προηγούµενοι. Δούλεψε σκληρά, έχοντας εφόδιο σπουδές και γνώσεις και παρακαταθήκη τις οικογενειακές περγαµηνές και κατάφερε να γίνει µια σπουδαία σκηνοθέτης που ζει τον περισσότερο καιρό της στη Νέα Υόρκη, αλλά, που δεν αφήνει την Ελλάδα για κανένα λόγο. Με πολλά βραβεία, στο ενεργητικό της, µε αποδεδειγµένα δεινές σκηνοθετικές ικανότητες, έχοντας και το χάρισµα της γραφής είναι και µια ικανότατη σεναριογράφος, µε συνέπεια, ευαισθησία, φαντασία. Η Μαρία Ηλιού σπούδασε Λογοτεχνία και Φιλοσοφία στο Πανεπιστήµιο της Πάντοβα και παράλληλα έκανε τις σπουδές της στον Κινηµατογράφο στη σχολή Ipotesi Cinema. Ξεκίνησε την καριέρα της στην 7η τέχνη ως βοηθός σκηνοθέτη σε πολλές µεγάλου µήκους ταινίες µέχρι ν’ ανοίξει τα φτερά της για τις δικές της δηµιουργίες. Έχει σκηνοθετήσει τις ταινίες: "Αλεξάνδρεια, µια ερωτική ιστορία" (βραβείο καλύτερης ταινίας µεγάλου µήκους στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηµατογράφου του Χιούστον, ΗΠΑ, 2002), "Τρεις εποχές" (βραβείο καλύτερης ταινίας µεγάλου µήκους στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηµατογράφου του Βούρτσµπουργκ στη Γερµανία, 1997, και τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηµατογράφου στη Θεσσαλονίκη, 1996), "Stop the Bombs", "Αιγαίο", "Παράθυρο στη θάλασσα" (βραβείο Ινστιτούτου Luce στη Ρώµη, 1992) και "Συνάντηση" (βραβείο ελληνικού Υπουργείου Πολιτισµού, 1988). Στις αρχές του 2012 παρουσίασε τις τελευταίες της ταινίες "Σµύρνη: Η καταστροφή µιας κοσµοπολίτικης πόλης, 1900-1922" και "Διωγµός και ανταλλαγή πληθυσµών, Τουρκία-Ελλάδα, 1922-1924" στο Μουσείο Μπενάκη, ενώ επιµελήθηκε συγχρόνως δύο εκθέσεις βασισµένες στο ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό των ταινιών της µε τη συνεργασία του ιστορικού Αλέξανδρου Κιτροέφ. Το 2007 είχε παρουσιάσει την ταινία της "Το Ταξίδι: Το ελληνικό όνειρο στην Αµερική" και πάλι στο Μουσείο Μπενάκη.

σικό κι αγαπηµένο «Να ζήσεις …και χρόνια πολλά, µεγάλος/η να γίνεις µε άσπρα µαλλιά, παντού να σκορπίζεις της γνώσης το φως και όλοι να λένε να ένας/µία σοφός» ξεκίνησε από την εκποµπή της «θείας Λένας» λίγο µετά την Κατοχή! Και µόνον αυτό φτάνει! 

Πού, πότε, πώς…

HMΕΡΕΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΠΡΟΒΟΛΩΝ

Μουσείο Μπενάκη (Κουµπάρη 1, Αθήνα, αίθουσα Ευρυδίκης Κωστοπούλου η έκθεση, στο αµφιθέατρο το ντοκιµαντέρ) 20/01 – 19/03/2017: Τετάρτη 09:30-11:00 & 15:00-16:30 Πέµπτη 09:30-11:00, 15:00-16:30 & 17:00-18:30 Παρασκευή 09:30-11:00, 11:30-13:00, 13:30-15:00 & 15:30-17:00 Σάββατο 09:30-11:00, 11:30-13:00, 13:30-15:00, 15:3017:00,17:30-19:00, 19:30-21:00 & 21:30-23:00 Κυριακή 09:30-11:00, 11:30-13:00 & 13:30-15:00 Διάρκεια ντοκιµαντέρ: 90’ Προπώληση στο ταµείο του Μουσείου Μπενάκη (Κουµπάρη 1) Τετάρτη & Παρασκευή 9:00 - 16:30 Πέµπτη & Σάββατο 9:00 - 23:00, Κυριακή 9:00 - 14:30 Τιµή εισιτηρίου ντοκιµαντέρ: € 7, € 5 Ι Ενιαίο εισιτήριο για το ντοκιµαντέρ και την έκθεση: € 12, € 9

65

ΑΝΟΙΧΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - ΤΕΥΧΟΣ 6  

Το Εκτο τεύχος της "Ανοιχτής Βιβλιοθήκης" του iReporter - Μαζί και το "Παιδί & Εφηβος"

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you