Issuu on Google+

ΠΡΑΞΗ Α΄ Σκηνή 1

Νύχτα. Έρηµο τοπίο. Οι κολόνες του γεφυριού στέκουν όρθιες στη µέση της σκηνής. Η γη αρχίζει να τρέµει. Κάποιες φιγούρες αχνοφαίνονται στο σκοτεινό πίσω µέρος. Οι κολόνες γκρεµίζονται. Οι φιγούρες χάνονται. Σκοτάδι.

Σκηνή 2

Το φεγγάρι εµφανίζεται στον έναστρο ουρανό και µπλε φως απλώνεται στη σκηνή. Μια συκιά αποκαλύπτεται στο φόντο, ενώ ακούγεται το κελάρυσµα των νερών του ποταµού. Η µάνα µε την κόρη της µπαίνουν στη σκηνή και κάθονται στη µια όχθη. Η κοπέλα βυθίζει τα µαλλιά της στο νερό. Η µάνα τής πλένει τα µαλλιά κι ύστερα τη χτενίζει.

Μάνα Τώρα, ουρανέ µου, βρόντηξε, τώρα, ουρανέ µου, βρέξε ρίξε στους κάµπους τη βροχή και στα βουνά το χιόνι µισεύει η λιογέννητη κι αγαπηµένη κόρη µισεύει τ’ άστρο της αυγής κι η αυλή µου ερηµώνει. Κόρη (τραγουδώντας) Θα σε θυµηθώ, καλή µου µάνα, του καλοκαιριού µια µέρα για νερό κρύο απ’ το ρέµα.

Μάνα Πώς να τ’ αντέξω, µάτια µου, το άδειο σου κρεβάτι χωρίς ν’ ακούω απ’ τ’ αχείλι σου γλυκιά την καληµέρα. Με δάκρυα µέλι µάζεψα απ’ ανθισµένο δάσος να σε θωρήσω λυγερή, να σε γλυκαναστήσω. 13


Κόρη (τραγουδώντας) Θα σε θυµηθώ, καλή µου µάνα, και µια χειµωνιάτικη αυγή για ψωµί ζεστό απ’ το φούρνο.

Ιωσήφ Μπάστας

Μάνα Να µη δακρύζεις, Φωτεινή, περήφανη σε θέλω σα γερακίνα λεύτερη να µη γνωρίζεις φόβο. Γερή σαν τα ψηλά βουνά, ποτάµι δίχως τέλος. Σαν εύφορη κάρπισε γη, σα σύννεφο έλα βρέξε.

Κόρη Αχ, ατελείωτη θάλασσα, γλυκιά, καλή µου µάνα, πώς να σ’ αφήσω το έχε γεια, που δε µ’ απόµεινε µιλιά; Βάστα ψυχή, βάστα καρδιά, όπως τα δέντρα στα βουνά βάστα κι εσύ, µανούλα µου, για να µισέψω µακριά. Μάνα Άγγελοι σου κεντήσανε την όµορφη ποδιά σου κι αύριο σε παντρεύουνε και σε νυφοστολίζουν. Ευχή σου δίνω, άγγελος να σε φυλάει τις νύχτες και να σου παραστέκεται σ’ όποιο φανεί εµπόδιο.

∆υο πουλιά πετούν πάνω τους κράζοντας παράξενα. Ακούγεται ένας άνεµος να σφυρίζει. Η µάνα κοιτά φοβισµένη τον ουρανό. Σκεπάζει µ’ ένα µαντίλι τη Φωτεινή και φεύγουν. Το φεγγάρι φαίνεται όλο και πιο αχνά, µέχρι που εµφανίζεται το ροδαλό φως της αυγής µε ήχους απ’ τη µέρα που ξυπνά. Σκηνή 3

Μπαίνουν οι εργάτες. Περπατούν γύρω απ’ τα συντρίµµια του γεφυριού.

Εργάτες Αλίµονο, αλί, αλίµονο, αλίµονο, αλίµονο στους κόπους µας, κρίµα στις δούλεψές µας, 14


Πρωτοµάστορα Έργα

οληµερίς, οληµερίς, οληµερίς, οληµερίς, οληµερίς να χτίζουµε, το βράδυ να γκρεµιέται.

Εργάτης Ε΄ Χάµω ξανά το βρίσκουµε κάθε αυγή και µέρα κι ως να το θεµελιώσουµε, γκρεµίζεται και πέφτει.

Εργάτης ∆΄ Οληµερίς να χτίζουµε, ολοχρονίς να σειέται. Έρχονται κρύα και βροχές κι άνοιξη ανθοφορούσα, κάψα του Ιούλη αβάσταχτη κι ύστερα πάλι χιόνι. Κι όπως κυκλώνουν οι εποχές χρόνοι περνούν κι έρχονται νέοι χρόνοι, αδύνατο µου φαίνεται να τελειωθεί το έργο.

Εργάτης Α΄ Αν δε στοιχειώσουµε άνθρωπο, γέφυρα δε στεριώνει. Μόνο έτσι θα ηµερώσουµε ετούτο το ποτάµι. Μόν’ αίµα ανθρώπινο αν φανεί, κυλώντας στα νερά του.

Εργάτης Β΄ Θάνατος δε χρειάζεται για να ορθωθεί γεφύρι ούτε και µάγια, προσευχές ή τάµατα στον Άδη. Μονάχα ο Πρωτοµάστορας ν’ αφοσιωθεί στο έργο στιγµή να µη λοξοδροµεί απ’ αυτό η προσοχή του.

Εργάτης Ε΄ Μ’ αυτός αντί να σκέφτεται τα τόξα στις καµάρες πώς θα ριζώσουν µες στη γη οι πέτρινες κολόνες και το γεφύρι θα σταθεί αντίκρυ στο ποτάµι, έρωτες συλλογίζεται και γάµο πώς θα κάµει. Τη Φωτεινή θα παντρευτεί καταµεσής στο ρέµα να καλοπιάσει, λέει, τα νερά και το στοιχειό να φύγει. 15


Ιωσήφ Μπάστας

Εργάτης Γ΄ Μικρή πολύ την έβλεπα να ’ρχεται στο ποτάµι εδώ σιµά να τραγουδεί, µ’ άλλα παιδιά να παίζει. Κι έπειτα που ολόφωτη εφάνηκε κοπέλα µονάχη της ερχότανε στο λιόγερµα να πλύνει ρούχα της και λευκά υφαντά κι άλλα όµορφα της προίκας της στολίδια. Κι όπως ο ήλιος χάνοταν κρυφά τηνε θωρούσα να πλένει τα ώρια πόδια της, τα ολόλευκά της χέρια κι ύστερα να βυθίζεται αργά µες στο ποτάµι. Κάποιες φορές το σκέφτηκα το λόγο να της δώσω και φανερό να κάνω της ό,τι είχα φυλαγµένο. Πάντα όµως κάτι ανείπωτο γοργά µε σταµατούσε. Μα απ’ όταν γυναικός πήρε µορφή δεν την ξανάδα µόνη της να έρχεται στο ρέµα. Μόν’ είπαν πως στα σκοτεινά η µάνα της κάποιες νυχτιές τη φέρνει, λούζει τη και µοσχοβολά κι ο Άραχθος µερώνει. Μια µέρα αυτή δεν έλειψε µέσα απ’ τη θύµησή µου, απ’ όνειρά µου φωτεινά, πρωινά του µέλλοντός µου. Τώρα στην κόµη της λευκό στεφάνι θα φορέσει για χάρη ενός που ανάξια πορεύεται στη ζήση και πλέκει για τα νιάτα της πικρή κι άδικη µοίρα.

Εργάτης Ε΄ Άσκοπα µη θυµώνετε και λόγους µη σκορπάτε. Σε λίγο έρχεται ο µάστορας και σ’ όλους θα ξεσπάσει αν δει πως δεν αρχίσαµε να στήνουµε γεφύρι. Γοργά φέρτε τα σύνεργα και τη δουλειά αρχινάτε. Πέτρες, χώµα, ασβέστης, νερό. Εργάτες (χωρίς τον Α΄) Πέτρες, χώµα, ασβέστης, νερό.

16


6-Ε-078 Πρωτομαστορα Εργα - ΚΕΦΑΛΑΙΟ