Issuu on Google+

Δώρα Δ. Θεοφιλοπούλου

ΤΟ ΤΩΝ

ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ Ἱστορικό μυθιστόρημα


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ Δώρα Δ. Θεοφιλοπούλου Διορθώσεις: Χαρά Μακρίδη Σελιδοποίηση: Ζωή  Ἰωακειμίδου Ἐποπτεία ἔκδοσης: Κωνσταντῖνος Ἰ. Κορίδης Σχεδιασμός ἐξωφύλλου: Γιώργος Ἀνδρέου © Copyright: Ἐκδόσεις «Ἰωλκός» & Δώρα Δ. Θεοφιλοπούλου Δεκέμβριος 2010 Α΄ Ἔκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΩΛΚΟΣ»

• Ἀνδρέου Μεταξᾶ 12 & Ζ. Πηγῆς, Ἀθήνα 106 81 Τηλ.: 210-3304111, 210-3618684, Fax: 210-3304211 E-mail: iolkos@otenet.gr

www.iolcos.gr ISBN 978-960-426-598-5


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ


ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΙΔIΑΣ:

— Τὰ 50 χρόνια τῆς ἐφημερίδος «Ἐθνικὸς Φρουρὸς Λακωνίας» 1945-1994, Ντοκουμέντα, «Ἐθνικὸς Φρουρὸς Λακωνίας», 1994 — Τὸ χρονικὸ μιᾶς ἐποχῆς, Ντοκουμέντα, «Ἐθνικὸς Φρουρὸς Λακωνίας», 2003 — Ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς μου, Ποίηση, Ἰωλκός, 2005 — Τὸ σφύριγμα τῶν Εὐμενίδων, Ἱστορικό μυθιστόρημα, Ἰωλκός, 2010


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

ΤΟ Σ ΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ Ε ΥΜΕΝΙΔΩΝ

Ἱστορικό Μυθιστόρημα

ΙΩΛΚΟΣ


Στὴν Χριστιάννα καὶ τὸν Παναγιώτη


ΤΟ ΚΑ­ΣΤΡΟ

α

Α­νοι­ξε το πα­ρα­θυ­ρο. Τὸ λι­γο­στὸ φῶς τοῦ δει­λι­νοῦ

ἁ­πλώ­θη­κε στὴν κά­μα­ρη μα­ζὶ μὲ μιὰ ρι­πὴ δρο­σιᾶς ἀ­π’ τὰ ἥ­με­ρα ρι­ζὰ τοῦ θε­ό­ρα­του βου­νοῦ. Τὸ φθι­νό­πω­ρο ἄρ­χι­σε κι­ό­λας. Ὀ­κτώ­βριος πιά. Τὸ δει­λι­νὸ σκόρ­πι­ζε παν­τοῦ μιὰ δρο­σε­ρὴ με­λαγ­χο­λί­α ποὺ ἄρ­χι­ζε ἀ­π’ τὰ προ­βού­νια, σκε­πα­σμέ­να μὲ τὸ μουν­τὸ πρά­σι­νο τῆς ἄ­γριας βλά­στη­σης κι ἔ­φτα­νε μέ­χρι τὰ περ­βό­λια, κά­ τω χα­μη­λὰ στὸν κάμ­πο. Μα­κριά, στὴν ἄ­κρη τῆς πε­διά­ δας, τὰ πρῶ­τα φῶ­τα τῆς πό­λης, ἀ­ριὰ καὶ ποῦ, ἄρ­χι­ σαν νὰ λαμ­πυ­ρί­ζουν ἀ­βέ­βαι­α στὴν ἑ­σπε­ρι­νὴ ὑ­γρα­σί­α. Ἀ­πὸ ψη­λά, ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σιὰ τοῦ Κά­στρου, ἀ­κού­στη­ κε λε­πτὴ καὶ κομ­ψὴ ἡ φω­νὴ τῆς καμ­πά­νας. Ἡ γρι­ού­ λα μο­να­χή, ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη στὸ Θε­ὸ καὶ τὴν πα­ρά­δο­ση, σή­μαι­νε τὸν  Ἑ­σπε­ρι­νὸ γιὰ πι­στοὺς καὶ ἄ­πι­στους ἀ­πα­ ράλ­λα­κτα ὅ­πως κά­θε βρά­δυ, χρό­νια τώ­ρα. Ἔ­κα­νε ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὸ σταυ­ρό της. 


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

— Θε­έ μου, ψι­θύ­ρι­σε· Θε­έ μου, ἂς γυ­ρί­σου­με ξα­νὰ στὸ δρό­μο Σου! Ἀρ­γὰ καὶ στα­θε­ρά, τε­λει­ώ­νον­τας τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο σχῆ­μα τῆς Χρι­στι­α­νο­σύ­νης, πί­ε­σε τὴν ἀ­νοι­κτὴ πα­λά­ μη της στὸ στέρ­νο σὲ μιὰ κί­νη­ση μυ­στι­κῆς εὐ­χα­ρι­στί­ ας ἀλ­λὰ καὶ σι­γου­ριᾶς γιὰ τὴ σκέ­πη τοῦ Θε­οῦ. Μιὰ σύν­το­μη ἱ­κε­σί­α εἶ­χε κι­ό­λας τε­λει­ώ­σει. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ ρι της καὶ χά­ι­δε­ψε τὴν πε­τού­για δι­στά­ζον­τας γιὰ μιὰ στιγ­μὴ νὰ κλεί­σει τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Συ­νέ­χι­σε νὰ κοι­τά­ζει ἔ­ξω, τὸ μουν­τὸ το­πί­ο ποὺ τὴ γέ­μι­σε θύ­μη­σες. Σύ­θαμ­πο. Ἡ ὥ­ρα τῶν ἀ­να­μνή­σε­ων. Ἀλ­λὰ τὸ νοῦ της δὲ χά­ι­δε­ψε ἡ εἰ­δυλ­λια­κὴ ὄ­ψη τοῦ γνώ­ρι­μου χώ­ ρου. Ἀν­τί­θε­τα· εἰ­κό­νες σκλη­ρές, γε­γο­νό­τα πρω­τό­φαν­ τα, ἀ­κό­μη καὶ ἦ­χοι, ἄ­γρι­ες φω­νὲς κι ἐ­κρή­ξεις ἦρ­θαν στὸ μυα­λό της. Φυ­σι­ο­γνω­μί­ες ἀ­νε­λέ­η­τες, ὅ­πλα, στο­ λές, βί­αι­η δρά­ση, φό­νοι κι ἀν­θρω­πο­κτό­νες κι­νή­σεις ζων­τά­νε­ψαν μπρο­στὰ στὰ μά­τια της. Ὁ τό­πος, ἀ­π’ τὸ χω­ριό της μέ­χρι κά­τω τὴν πό­λη, γέ­μι­σε σκι­ές. Ξα­να­ζοῦ­σε τὴν Κα­το­χή! Κι ἔ­τσι, ὅ­πως με­τε­ω­ρι­ζό­ταν ἀ­νά­με­σα στὸ σπί­τι καὶ στὸ το­πί­ο τῆς πα­τρί­δας της, ἔ­νι­ω­σε ὑ­πο­συ­νεί­δη­ τα ὅ­τι δὲν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ ποῦ νὰ φυ­λα­χτεῖ! Σά­στι­σε γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα, ἀλ­λὰ δὲν κλο­νί­στη­κε ἀ­π’ τὴ βι­αι­ό­τη­τα τῶν εἰ­κό­νων κι ἔ­βα­λε γρή­γο­ρα σὲ τά­ξη τὶς ἀ­να­μνή­σεις της. Τί πε­ρι­πέ­τει­ες κι αὐ­τές! Τέσ­σε­ρα ὁ­λό­κλη­ρα χρό­ νια ἀ­γω­νί­ες καὶ ἀ­γώ­νας γιὰ ἐ­πι­βί­ω­ση. Με­τὰ τὴ με­ 10


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ

γα­λει­ώ­δη ἀν­τί­στα­ση στὴν Ἀλ­βα­νί­α, τὶς νί­κες, τὴν προ­έ­λα­ση καὶ κά­ποι­ες ἐλ­πί­δες ἦρ­θε ἡ κα­τα­στρο­φή· οἱ γερ­μα­νι­κὲς φά­λαγ­γες γέ­μι­σαν τὴν  Ἑλ­λά­δα σκορ­ πί­ζον­τας τὸ φό­βο. Μὲ τοὺς Ἰ­τα­λοὺς τὰ πράγ­μα­τα φά­νη­καν κά­πως κα­λύ­τε­ρα στὴν πρώ­τη ἀρ­χή, ἀλ­λὰ μὲ τὴ συν­θη­κο­λό­γη­σή τους καὶ τὴν τρο­με­ρὴ ἐκ­δί­κη­ση τῶν Γερ­μα­νῶν στοὺς προ­δό­τες συμ­μά­χους τους, τὰ πράγ­μα­τα χει­ρο­τέ­ρε­ψαν. Κι ἐ­κεῖ ποὺ κα­τρα­κύ­λη­σαν στὴ σκά­λα τοῦ κα­κοῦ ἦ­ταν μὲ τὶς ἐκ­κα­θα­ρί­σεις τοῦ ἀν­τάρ­τι­κου. Μέ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες χτε­νί­ζον­ταν ὅ­λα τὰ βου­νά, καὶ τὰ χω­ριὰ πλή­ρω­σαν ἀ­κρι­βὰ τὴν Ἀν­τί­στα­ση καὶ κά­θε δο­λι­ο­φθο­ρά. Συγ­γε­νεῖς, φί­λοι, κουμ­πά­ροι, γνω­στοὶ κι ἀ­γα­πη­μέ­νοι χά­θη­καν γιὰ πάν­τα. Κά­θε τό­σο ἔ­φτα­ναν στὴν πό­λη καὶ στὰ γει­το­νι­κὰ χω­ριὰ τὰ μαῦ­ρα μαν­τά­τα. — Τὰ μά­θα­τε; Σκό­τω­σαν τὸν τά­δε, του­φε­κί­στη­κε ὁ δεῖ­να, ὅ­μη­ρος ὁ τά­δε. Ὀ­νό­μα­τα γνω­στά, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς κα­θό­λου ἀ­δι­ά­φο­ρα, καὶ με­ρι­κὰ πρό­σω­πα πο­λὺ ἀ­γα­πη­μέ­να, φορ­τω­μέ­να μὲ εἰ­κό­νες χα­ρᾶς καὶ γλεν­τιοῦ σὲ ξε­φαν­ τώ­μα­τα γά­μων καὶ πα­νη­γυ­ρι­ῶν. Συν­δυ­α­σμέ­να ἀ­κό­μη καὶ μὲ εἰ­κό­νες λύ­πης, σὲ κη­δεῖ­ες, πα­ρη­γο­ρι­ές, μνη­ μό­συ­να. Μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη πι­να­κο­θή­κη ἀ­πὸ μορ­φὲς ποὺ ζω­γρά­φι­ζε ἡ ζω­ὴ τῆς ἐ­παρ­χί­ας: θα­λε­ροὶ χω­ριά­τες μὲ μου­στά­κες καὶ τα­γά­ρια, κομ­ψοὶ δι­κη­γό­ροι καὶ για­ τροί, ὑ­πάλ­λη­λοι πο­λὺ κα­λο­βαλ­μέ­νοι, ἔμ­πο­ροι κα­λο­ στε­κού­με­νοι, νοι­κο­κύ­ρη­δες καὶ μπιρ­μπάν­τες, νέ­οι κι 11


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι, ἀ­κό­μη καὶ γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά.  Ἕ­νας λα­ὸς ὁ­λό­κλη­ρος ποὺ ζοῦ­σε καὶ κι­νι­ό­ταν γύ­ρω σου, μὲ τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς σκο­τοῦ­ρες, τὰ βά­σα­νά του, ἀ­νυ­πο­ψί­α­ στος, ὅ­μως, γιὰ τὸ Χά­ρο ποὺ θὰ τὸν θέ­ρι­ζε. Γιὰ τὸ Χά­ ρο ποὺ δὲ θὰ τὸν ἔ­ρι­χνε στὸ κρε­βά­τι ἀ­πὸ χτι­κιό, ἀ­πὸ κόλ­πο, ἀ­πὸ ἀ­τύ­χη­μα.  Ὄ­χι. Δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ τὸ Χά­ρο ποὺ θὰ τὸν κλά­δευ­ε μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη τῆς πο­λε­μι­κῆς τέ­χνης καὶ τῆς ἐ­πι­στή­μης, μὲ τὶς παν­τέ­λει­ες κι ἀ­στρα­φτε­ρὲς πο­λε­μι­κὲς μη­χα­νὲς ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ ζον­ταν στὴ Γερ­μα­νί­α, τὴν Τσε­χί­α, τὴν  Ἰ­τα­λί­α. Ποι­ός χω­ριά­της φαν­τα­ζό­ταν, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὄρ­γω­νε τὸ χω­ρά­ φι του μὲ τὰ πρω­τό­γο­να μέ­σα του, ὅ­τι κά­ποι­ος ἄλ­λος δου­λευ­τής, ἐρ­γά­της τῆς φάμ­πρι­κας, χι­λιά­δες μί­λια μα­κριά, μον­τά­ρι­ζε τὸ πο­λυ­βό­λο, τὸ τάνκ, τὸ πι­στό­λι, τὸ του­φέ­κι ποὺ θὰ τοῦ ἔ­κο­βε τὸ νῆ­μα τῆς ζω­ῆς; Καὶ μά­λι­στα για­τὶ τὸ ἔγ­κλη­μά του ἦ­ταν μιὰ χού­φτα ἀ­ξί­ες, πα­λι­ὲς ὅ­σο κι ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ φύ­τρω­σε σὲ τοῦ­τα ’­δῶ τὰ χώ­μα­τα: ἡ ἀ­γά­πη κι ἡ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια· ἡ δύ­να­μη κι ἡ ἀ­δυ­να­μί­α του.  Ὅ­τι ἀ­γά­πη­σε τὴν πα­τρί­δα του, ὅ­τι ἀ­γω­ νί­στη­κε γι’ αὐ­τήν, ὅ­τι ἡ πα­τρί­δα του τε­λι­κὰ νι­κή­θη­κε σ’ ἕ­ναν ἄ­νι­σο καὶ τι­τά­νει­ο ἀ­γώ­να; Τί ζω­ὴ κι αὐ­τή! Καὶ τὰ στρα­το­δι­κεῖ­α νὰ κα­τα­δι­κά­ζουν συ­νέ­χεια. Καὶ ποι­ ός νὰ πά­ει στὴν Τρί­πο­λη, στὴν Ἀ­θή­να.  Ἤ, μᾶλ­λον, πῶς νὰ πά­ει, καὶ ποι­ούς νὰ πα­ρα­κα­λέ­σει γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τῶν ἀ­γα­πη­μέ­νων του. Πό­σοι δὲ χά­θη­καν τό­τε!  Ἕ­να μαῦ­ρο πέ­πλο σκέ­πα­ζε ὅ­λη τὴν  Ἑλ­λά­δα.  Ἡ λευ­τε­ριὰ τῶν βου­νῶν κι ἡ δρά­ση τοῦ Στρα­τη­γεί­ου Μέ­σης Ἀ­να­ 12


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ

το­λῆς πλη­ρω­νό­ταν ἀ­κρι­βὰ στὸν ἑλ­λη­νι­κὸ κάμ­πο, τοῖς με­τρη­τοῖς στὰ ψη­λὰ βου­νά. Ὅ­λ’ αὐ­τὰ ἔ­φε­ραν ἀ­να­στά­τω­ση στὴν κοι­νω­νί­α, ψυ­ χο­λο­γι­κὴ κι ἰ­δε­ο­λο­γι­κή. Κι αὐ­τὸ ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε ἦ­ταν χει­ρό­τε­ρο ἀ­π’ τὸ πρῶ­το: ἐμ­φύ­λιος σπα­ραγ­μός. Ὁ  Ἕλ­λη­νας, εἶ­ν’ ἀ­λή­θεια, εἶ­χε πάν­τα στὴν καρ­διά του τὸ σα­ρά­κι τοῦ δι­χα­σμοῦ. Λί­γα χρό­νια πρὶν τὸ ξό­φλη­ σε κι αὐ­τὸ τὸ χρέ­ος γιὰ πολ­λο­στὴ φο­ρά. Κι ἡ ἀ­νε­ξαρ­ τη­σί­α τῶν  Ἑλ­λή­νων τὸ ’­21 ἀ­π’ αὐ­τὸν κιν­δύ­νε­ψε. Μὰ τώ­ρα τὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν χει­ρό­τε­ρα, πιὸ ἄ­γρια. Τὰ ὅ­πλα ἦ­ταν εὔ­κο­λα, βρί­σκον­ταν πιὰ στὰ χέ­ρια ὅ­λων, ἡ ζω­ὴ εἶ­χε ἀ­πο­δει­χτεῖ φτη­νή, ὁ θά­να­τος ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­ νος καὶ γρή­γο­ρος. Τὰ πά­θη φούν­τω­σαν στὰ ξα­ναμ­μέ­ να μυα­λά. Τὸ κα­κὸ δὲν ἄρ­γη­σε νὰ γί­νει. Καὶ ’κεῖ ποὺ σκο­τώ­να­με τοὺς ξέ­νους, βάρ­βα­ρους κι αἰ­σθη­μα­τί­ες ἀ­νά­κα­τα, ἀρ­χί­σα­με νὰ σκο­τω­νό­μα­στε με­τα­ξύ μας. Προ­δό­τες, δω­σί­λο­γοι, συ­νερ­γά­τες, μαυ­ρα­γο­ρί­τες, πρά­κτο­ρες, πεμ­πτο­φα­λαγ­γί­τες, κι ὅ­σα ἄλ­λα ὀ­νό­μα­ τα μπο­ροῦ­σε να δώ­σει τὸ λε­ξι­κὸ τῆς ρε­τσι­νιᾶς καὶ τῆς ἀ­να­πο­λό­γη­της κα­τα­δί­κης, δό­θη­καν σὲ κα­κο­θά­να­τους Ἕλ­λη­νες, κα­τα­δι­κα­σμέ­νους ἀ­π’ τὰ στρα­το­δι­κεῖ­α τῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας καὶ τοῦ μί­σους. Θρῆ­νος στὰ χω­ριὰ καὶ τὶς πό­λεις, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ βα­θύ­τε­ρος, σκλη­ρό­τε­ρος. Κά­θε τά­φος εἶ­χε, δί­πλα στὸ σταυ­ρό του, στη­μέ­νο κι ἕ­να ἄ­γαλ­μα τῆς ἐκ­δί­κη­σης. Πο­λὺ αἷ­μα ἑλ­λη­νι­κὸ χύ­θη­κε καὶ στὰ δύ­ο στρα­τό­πε­δα. Κι ὡς ποῦ θὰ φτά­σει αὐ­τὸ κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει. Τὸ αἷ­μα τῶν πε­θα­μέ­νων βογ­κᾶ καὶ 13


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

τῶν ζων­τα­νῶν χο­χλά­ζει ἀ­κό­μη, ὅ­ταν μά­λι­στα στὰ χέ­ρια τους κρα­τοῦν του­φέ­κια, ἔ­στω κι ἄν ἔ­φυ­γαν οἱ ἐ­χθροί. Ἡ τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη τὴν ἔ­ρι­ξε σὲ συλ­λο­γή. «Ἀρ­μα­τω­ μέ­νοι ἁ­λω­νί­ζουν σὲ μιὰ χώ­ρα ποὺ βγῆ­κε ἀ­π’ τὴ σκλα­ βιά, χω­ρὶς Ἀρ­χές, χω­ρὶς κυ­βέρ­νη­ση. Ποι­ός εἶ­ν’ ὁ Νό­μος, τί εἶ­ναι Νό­μος;  Ἡ ἠ­ρε­μί­α τοῦ το­πί­ου τὴν τρό­μα­ξε. Δὲν τῆς ἄ­ρε­σε κα­θό­λου τό­ση σι­γα­λιά. Ἡ γα­λή­νη πρὶν τὴν τ��ι­κυ­μί­α» σκέ­φτη­κε. Σὰν νὰ ὀ­σμι­ζό­ταν στὸν ἀ­έ­ρα ὅ­τι κά­τι ἐρ­χό­ταν. Κά­τι μὲ σκι­ὲς και­νούρ­γι­ες, φό­βο κι ἀν­ τά­ρα τοῦ πο­λέ­μου. Σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε πά­λι μη­χα­νι­κὰ σι­γο­μουρ­μου­ρί­ζον­τας μιὰν ἀ­κό­μη ἱ­κε­σί­α στὴν Πα­να­ γί­α. Κι αὐ­τὴ ἡ δεύ­τε­ρη χρι­στι­α­νι­κή της κί­νη­ση τέ­λει­ ω­σε συ­νά­μα μὲ τοὺς τε­λευ­ταί­ους ἤ­χους τῆς μα­κρι­νῆς καμ­πά­νας. Γύ­ρι­σε τὰ μά­τια της στὸ μο­να­στή­ρι. Στὸ Κά­στρο ψη­λά, τ’ ἀ­γέ­ρω­χο κι ἀ­πό­κρη­μνο, ἄρ­ χι­σαν νὰ πέ­φτουν οἱ σκι­ὲς τῆς νύ­χτας. Ὁ ὄγ­κος του, ἕ­να βου­νὶ ποὺ ξέ­κο­ψε καὶ καρ­φώ­θη­κε φυ­τευ­τὸ στὰ ρι­ζὰ τοῦ Γε­ρο-παπ­ποῦ, ἄρ­χι­σε νὰ γί­νε­ται ἀ­νά­ε­ρος μέ­σ’ τὸ σκο­τά­δι. Δυ­ὸ-τρί­α φω­τά­κια στὰ μι­σὰ τῆς δῶ­ θε πλευ­ρᾶς του ἔ­δει­χναν ὅ­τι κά­ποι­οι προ­σεύ­χον­ταν ἀ­κό­μη στὸν Πα­νά­γα­θο γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ Κό­σμου. Τὶς ἁ­μαρ­τί­ες ποὺ δὲν ἔ­χουν τε­λει­ω­μό, στὶς χῶ­ρες ποὺ πέ­ρα­σαν κι ἀ­κό­μη πο­λε­μοῦν οἱ Οὖ­νοι, σ’ ὅ­λες τὶς πο­ λι­τεῖ­ες καὶ τὰ χω­ριὰ τῆς Ρω­μι­ο­σύ­νης. Τοι­μά­στη­κε νὰ κλεί­σει τὸ πα­ρά­θυ­ρο.  Ἕ­νας βου­ βὸς σπα­σμὸς σὰν στε­ναγ­μὸς βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ στῆ­θος 14


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ

της στὴν ἔν­το­νη σκέ­ψη ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν πα­θη­μά­των, κον­τι­νῶν καὶ μα­κρι­νῶν. Ἀ­π’ τὰ μά­τια της πέ­ρα­σαν, σὰν ἀ­στρα­πὴ κα­κοῦ ὀ­νεί­ρου, εἰ­κό­νες ξε­σπι­τω­μοῦ, κα­τα­στρο­φῆς καὶ θα­νά­του. Ἀ­συ­ναί­σθη­τα σή­κω­σε τὰ μά­τια της στὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν ἱ­κε­σί­α.  Ἴ­σως ἦ­ταν ἕ­τοι­μη νὰ πεῖ καὶ κά­τι, παρ­μέ­νο ἀ­π’ τὸ στε­ρε­ό­τυ­πο λε­ξι­λό­ γιο τῆς ἀ­πό­γνω­σης τοῦ Χρι­στια­νοῦ, ὅ­ταν ἄ­κου­σε τὴ χλα­λο­ὴ κι εἶ­δε τὴ λι­τα­νεί­α τῶν μι­κρῶν φώ­των νὰ προ­ χω­ρεῖ ὁ­λό­ι­σια στὸ Κά­στρο. Σά­στι­σε, καὶ τέν­τω­σε τὸ κορ­μί της ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ ρά­θυ­ρο σὰν γιὰ να πλη­σιά­σει καὶ νὰ δεῖ κα­λύ­τε­ρα τὸ ὅ­ρα­μα – για­τὶ σὰν ὅ­ρα­μα τῆς φά­νη­κε αὐ­τὸ ποὺ ἔ­βλε­πε. Κρά­τη­σε τὴν ἀ­νά­σα της ν’ ἀ­φουγ­κρα­στεῖ κα­λύ­τε­ρα. Ἡ χλα­λο­ὴ δυ­νά­μω­νε καὶ τώ­ρα ξε­χώ­ρι­ζαν καὶ φω­νές, ἀν­δρι­κὲς κυ­ρί­ως, ἀλ­λὰ καὶ νέ­α φω­τά­κια ἔ­σμι­γαν στὸ πα­ρά­ξε­νο ἀ­σκέ­ρι ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει γρή­ γο­ρα νὰ μπαί­νει ἀ­π’ τὴν κά­τω με­ριὰ στὸ Κά­στρο καὶ ν’ ἀ­νε­βαί­νει πρὸς τὶς ἐκ­κλη­σι­ὲς καὶ τὰ πα­λά­τια. Δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί συμ­βαί­νει. Γι­ορ­τὴ δὲν ἦ­ταν, σί­γου­ρα, ἀλ­λὰ κι ὅ­λο αὐ­τὸ δὲν ἔ­μοια­ζε γιὰ τε­λε­τουρ­ γί­α. Κά­τι ἄλ­λο ἔ­τρε­χε ποὺ σί­γου­ρα σχε­τι­ζό­ταν μὲ τὴν «κα­τά­στα­ση». Σφί­χτη­κε ἡ καρ­διά της. Μή­πως τοὺς κυ­νη­γοῦ­σαν καὶ γυ­ρεύ­ουν κα­τα­φύ­γιο στὸ παμ­ πά­λαι­ο ὀ­χυ­ρό; Τό­τε, τὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι σκοῦ­ρα. Καὶ ποι­οί ἦ­ταν οἱ κυ­νη­γη­μέ­νοι; Ποι­οί τοὺς ἀ­νάγ­κα­σαν νὰ μποῦν στὸ Κά­στρο;  Ἔ­πρε­πε νὰ μά­θει, νὰ μά­θει σύν­ το­μα τί τρέ­χει. Ὁ νοῦς της πῆ­γε στοὺς δι­κούς της. Ποῦ 15


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

εἶ­ναι ὁ ἄν­τρας της, τὰ παι­διά; Σφά­λι­σε μὲ πά­τα­γο τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ βγῆ­κε στὸ χα­γιά­τι. Οὔ­τε ποὺ κα­τά­ λα­βε πῶς βρέ­θη­κε στὸ δρό­μο. Δυ­ὸ-τρεῖς γει­τό­νισ­σες ἦ­ταν κι­ό­λας στὴ ρού­γα καὶ σι­γο­κου­βέν­τια­ζαν. Στὰ πρό­σω­πά τους ἦ­ταν χα­ραγ­μέ­νη ἡ ἀ­γω­νί­α. Γύ­ρι­σαν ὅ­λες καὶ τὴν κοί­τα­ξαν. — Τἄ­μα­θες; τῆς εἶ­πε ἡ Γι­ώρ­γαι­να. Τὸ Τάγ­μα κλεί­ στη­κε στὸ Κά­στρο. Λέ­νε, ὅ­τι οἱ κομ­μου­νι­στὲς πῆ­ραν στὰ χέ­ρια τους τὴν κα­τά­στα­ση. Ἀ­λί­μο­νό μας! Δὲν πρό­φτα­σε ν’ ἀ­πο­σώ­σει τὴν κου­βέν­τα, κι ἀ­κού­ στη­κε μιὰ κα­νο­νιά. Ναί, κα­νο­νιὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ἤ, τέλος πάν­των, βο­λὴ ἀ­πὸ βα­ρὺ ὁ­πλι­σμό. — Ἄχ, Πα­να­γιά μου, τοὺς πῆ­ραν τὸ κα­τό­πι, τσί­ρι­ξε ἡ Πα­να­γι­ώ­τα. Τοὺς βα­ρᾶ­νε κι­ό­λας! Ἔ­νι­ω­σε ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ στο­μά­χι. Τέντωσε τ’ αὐ­ τιὰ μέ­σα στὴ νύ­χτα λὲς καὶ πε­ρί­με­νε τὴν ἀ­πάν­τη­ση στὴ βο­λή, τὴν ἔ­ναρ­ξη μιᾶς μά­χης ποὺ θὰ ξε­κα­θά­ρι­ζε μέ­σα σὲ λί­γη ὥ­ρα ποι­ός θὰ στε­κό­ταν καὶ πά­λι ὀρ­θὸς καὶ ποι­ός θὰ πέ­θαι­νε, ποι­ά πα­ρά­τα­ξη θὰ νι­κοῦ­σε καὶ ποι­ά θὰ νι­κι­ό­ταν. Ἡ πι­κρὴ πείρα ἔ­λε­γε ὅ­τι τὸ ρι­ ζι­κὸ χτύ­πη­σε καὶ πά­λι. Μό­νον ἂς ἦ­ταν σύν­το­μο, νὰ μὴν τρα­βοῦ­σε ἄλ­λα τέσ­σε­ρα χρό­νια. Ἀ­να­τρί­χια­σε. Ἔ­πια­σε τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ σκέ­φτε­ται σκλη­ρά!  Ὅ­μως, νὰ τε­λει­ώ­νει τὸ μαρ­τύ­ριο γρή­γο­ρα, ἂν εἶ­ναι δυ­να­τὸν τώ­ρα δά, τώ­ρα ποὺ ἀρ­χί­ζει· νὰ πά­ψει ὁ σκο­τω­μὸς νὰ σέρ­νε­ται.  Ἤ­ξε­ρε πὼς τέ­τοι­ες ἐλ­πί­δες ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νες· τώ­ρα ποὺ τὸ κα­κὸ ξε­κί­νη­σε, θὰ τρα­βή­ξει γιὰ και­ρό. 16


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ

Και­νούρ­γι­ες ἀ­γω­νί­ες, νέ­α φέ­ρε­τρα, κι ἄλ­λοι τά­φοι. Κι ὅ­μως, τί­πο­τ’ ἄλ­λο δὲν εὐ­χό­ταν πα­ρὰ τὸ γρή­γο­ρο τέ­λος – ὅ­ποι­α καὶ νἆ­ταν ἡ ἔκ­βα­ση. Με­τὰ τὴν κα­νο­νιὰ τί­πο­τα δὲν ἀ­κού­στη­κε, μό­νο τὸ σι­γα­νὸ κλα­ψού­ρι­σμα τῶν γυ­ναι­κῶν δί­πλα της.  Ἔ­πρε­ πε νὰ τρέ­ξει, νὰ μά­θει. Ὁ ἄν­τρας της, τὰ παι­διά! Ἀ­νέ­ βη­κε στὸ σπί­τι κι ἔ­ρι­ξε βι­α­στι­κά πά­νω της τὸ παλ­τό. Δὲν εἶ­χε και­ρὸ γιὰ χά­σι­μο. Μὲ γρή­γο­ρα βή­μα­τα βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ χω­ριό. «Δὲν πρέ­πει νὰ χα­θεῖ αὐ­τὴ ἡ μά­χη» σκέ­ φτη­κε σφίγ­γον­τας ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὸ σα­γό­νι της. Καὶ πῆ­ρε νυ­χτι­ά­τι­κα τὸ δρό­μο γιὰ τὴν πό­λη.

β — Κα­λη­σπέ­ρα, συ­να­γω­νί­στρια· γιὰ ποῦ τὄ­βα­λες μό­νη σου νυ­χτι­ά­τι­κα; Βλο­συ­ρός, γε­νει­ο­φό­ρος καὶ πά­νο­πλος πε­τά­χτη­κε μπρο­στά της ἕ­νας ἐ­λα­σί­της φρά­ζον­τας τὸ δρό­μο. Τὸν κοί­τα­ξε ἀ­μί­λη­τη χω­ρὶς νὰ τρο­μά­ξει. Σὰν νὰ τὸν πε­ρί­ με­νε, ὅ­πως πε­ρι­μέ­νεις, λο­γου­χά­ρη, τοὺς κα­λι­κάντ­ζα­ ρους τὰ Χρι­στού­γεν­να. Στα­μά­τη­σε ἀ­κρι­βῶς μπρο­στά του σ’ ἀ­πό­στα­ση ποὺ ἐ­κεῖ­νος, ὅ­μως, δὲν τὴ θε­ώ­ρη­σε ἀ­πό­στα­ση «ἀ­σφα­λεί­ας». Ἔ­γει­ρε λί­γο πρὸς τὰ πί­σω χου­φτώ­νον­τας καὶ μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια τὸ ἀ­ραμ­πέλ. Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἔ­ρι­χνε βλέμ­μα κα­χύ­πο­πτο στὰ δι­κά της χέ­ρια, χω­μέ­να στὶς τσέ­πες τοῦ παλ­τοῦ. «Ἔ­χει 17


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

γοῦ­στο νὰ μοῦ ἀ­νά­ψει κα­μιὰ ἤ νὰ τρα­βή­ξει τί­πο­τε χει­ρο­βομ­βί­δες» σκέ­φτη­κε. — Γυ­ναίκα πράμα καὶ νυ­χτο­περ­πα­τᾶς τέ­τοι­ες μέ­ρες πο­νη­ρές; ξα­να­ρώ­τη­σε σὲ τό­νο δῆ­θεν εὔ­θυ­μο, ἐ­πι­μέ­νον­τας, ὅ­μως, νὰ πά­ρει ἀ­πάν­τη­ση. — Στὴν πό­λη πη­γαί­νω, τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε ἐ­κεί­νη ἁ­πλὰ ἀλ­λὰ καὶ στα­θε­ρά. Στὸν ἄν­τρα μου καὶ στὰ παι­διά μου. — Καὶ ποια­νοῦ εἶ­σαι; ξα­να­ρώ­τη­σε ὁ ἀν­τάρ­της κά­νον­τας μιὰ γκρι­μά­τσα πε­ρι­έρ­γειας ποὺ ἔ­σμι­ξε τὰ δα­σιά του φρύ­δια. Στὸ χά­σι­κο φέγ­γι­σμα τοῦ φεγ­γα­ ριοῦ φά­νη­κε πιὸ τρο­με­ρός, ἴ­διος κα­τσα­πλιάς. — Τοῦ Γι­ώρ­γη ἀ­π’ τὸ Πα­λη­ο­χώ­ρι εἶ­μαι θυ­γα­τέ­ρα. — Μμ! Κα­λὸς ἄν­θρω­πος. Καὶ λε­βέν­της. Ὁ ἄν­τρας σου ποιός εἶ­ναι; — Ὁ Μῆ­τσος. — Ἀ­χά! Χοὺ χού! Ταγ­μα­τα­λή­της! Δὲν τὄ­μα­θες, κυ­ ρά μου, ὅ­τι κλεί­στη­κε στὸ Κά­στρο μὲ τοὺς ἄλ­λους; Λοι­πόν; Τί νὰ σὲ κά­νω σέ­να­νε τώ­ρα; — Νὰ μ’ ἀ­φή­σεις νὰ πε­ρά­σω, τοῦ εἶ­πε πο­λὺ ἤ­ρε­ μα. Ἔ­χω τὰ παι­διά μου ἔ­ρη­μα στὴν πό­λη. Κι ἄν ὁ ἄν­τρας μου μπῆ­κε στὸ Κά­στρο, θἆ­χε λό­γους νὰ τὸ κά­νει. Μᾶλ­λον γιὰ νὰ σω­θεῖ θὰ πῆ­γε. — Ἆ, συ­να­γω­νί­στρια, μοῦ τὰ χα­λᾶς! Καὶ γὼ γνώ­ρι­ ζα τὸν πα­τέ­ρα σου· κα­λὸς ἄν­θρω­πος, καὶ τοὖ­χα μιὰ ὑ­πο­χρέ­ω­ση. Ἀλ­λὰ ’κεῖ­νος ὁ ἄν­τρας σου… Καὶ τὸν ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­σαι κι­ό­λας. 18


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ

— Ἄν­τρας μου εἶ­ναι, δὲν τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις; Καὶ τί ἔ­χω νὰ κά­νω ’γὼ μὲ τὰ Τάγ­μα­τα; Δὲν πά­ω στὸ Κά­ στρο, στὴν πό­λη πά­ω, δὲν τὸ βλέ­πεις; — Τέ­λος πάν­των, γιὰ χά­ρη τοῦ μα­κα­ρί­τη τοῦ πα­ τέ­ρα σου… Πή­γαι­νε. Φύ­γε γρή­γο­ρα. Πλη­σι­ά­ζον­τας στὴν πό­λη ἦ­ταν πο­λὺ προ­σε­κτι­κή. Σὲ λί­γο βρέ­θη­κε πο­λὺ κον­τὰ στὰ πρῶ­τα σπί­τια. Ποῦ καὶ ποῦ ξέ­φευ­γε λί­γο φῶς ἀ­πὸ κά­ποι­α μι­σά­νοι­χτη γρί­λια ἢ ἀ­κού­γον­ταν κου­βέν­τες χα­μη­λό­φω­νες. Στρί­ βον­τας μπῆ­κε στὸ ἐ­ξο­χι­κὸ δρο­μά­κι ποὺ ἔ­φερ­νε στὸ σπί­τι της. Μιὰ ἐ­ρη­μιὰ ποὺ φό­βι­ζε ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε παν­ τοῦ. Τὸ μουν­τὸ κα­το­χι­κὸ σκη­νι­κὸ συ­νε­χι­ζό­ταν. Κι ὅ­μως, μό­λις λί­γες μέ­ρες πρίν, ἡ πό­λη εἶ­χε ζων­τα­νέ­ ψει, λυ­τρω­μέ­νη ἀ­π’ τὴ σκλα­βιά. Στοὺς ἴ­διους τού­ τους δρό­μους, στὴ φαρ­διὰ κεν­τρι­κὴ πλα­τεί­α, ξε­χύ­θη­ καν ἄν­θρω­ποι γε­λα­στοὶ καὶ χα­ρού­με­νοι. Γλέν­τα­γαν, τρα­γου­δοῦ­σαν ποὺ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ πά­νω τους ὁ βρα­χνὰς τοῦ Γερ­μα­νοῦ κα­τα­κτη­τῆ. Σκόρ­πι­ζαν γύ­ρω τους τὴν αἰ­σι­ο­δο­ξί­α μ’ ἕ­να χαι­ρε­τι­σμό, μ’ ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, καὶ μὲ ’κεί­νη τὴν πάν­τα δρο­σε­ρή, κι ἄς ἦ­ταν χι­λι­ο­ει­πω­μέ­ νη, εὐ­χή: — Κα­λὴ Λευ­τε­ριά! «Κα­λή». Ποὺ νὰ τἄ­χει ὅ­λα καὶ νὰ προ­σφέ­ρει τὰ πάν­τα: ἐλ­πί­δα, προ­κο­πή, γα­λή­νη, δη­μο­κρα­τί­α καί –για­τί ὄ­χι– κα­λο­πέ­ρα­ση, δι­α­σκέ­δα­ση, ξε­νοια­σιά. Ὅ­πως πα­λιά.  Ἔ­λε­γες «πα­λιά» κι ἂς ἦ­ταν μό­λις τέσ­ σε­ρα χρό­νια πρίν! Τὄ­λε­γες λὲς καὶ μι­λοῦ­σες γιὰ τὸν 19


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να. Πλά­στη­κε κι­ό­λας ἡ και­νούρ­για λέ­ ξη, φορ­τι­σμέ­νη μὲ τὴ νο­σταλ­γί­α μιᾶς b­e­l­le é­p­o­q­ue: — Προ­πο­λε­μι­κά! Τὴν ἔ­λε­γαν ὅ­λοι γιὰ νὰ δη­λώ­σουν μιὰ πα­ρα­δεί­ σια σχε­δὸν ἐ­πο­χή – φαν­τα­στι­κὴ στὴν οὐ­σί­α. Μέ­σ’ τὸ μυα­λό τους λί­γο ἔ­λει­πε νὰ ξα­να­γύ­ρι­ζαν τὰ χρό­νια ποὺ ἔ­δε­ναν τὰ σκυ­λιὰ μὲ τὰ λου­κά­νι­κα. Κι ἂς ἦ­ταν ἐ­πο­χὴ στε­ρή­σε­ων κι αὐ­τή. Κι ἐ­πι­πλέ­ον, δι­κτα­το­ρί­α· τοῦ Με­τα­ξᾶ.  Ὅ­μως, τὰ στερ­νὰ τι­μοῦν τὰ πρῶ­τα: ἦρ­θε ἡ Κα­το­χή. Σκλη­ρὰ χρό­νια, θά­να­τος, πεί­να, κα­ τα­δι­ώ­ξεις, μά­χη κα­θη­με­ρι­νὴ γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση. Στὰ δι­α­λείμ­μα­τα τῆς μι­ζέ­ριας –σπά­νια αὐ­τά, ἔ­τσι σὰν μιὰ ἀ­νά­σα– τὸ τριά­ντα τό­σο φάν­τα­ζε μυ­θι­κό. Κι ἂς μὴν ἦ­ταν… Ἀλ­λὰ τώ­ρα, τώ­ρα, νά· πι­σω­γύ­ρι­σμα στὴν τυ­ραν­νί­α. Για­τί; Για­τί; Φό­βος, ἐ­ρη­μιά, σκι­ὲς θα­νά­του παν­τοῦ. Οἱ σκέ­ψεις της δι­α­κό­πη­καν φτά­νον­τας στὴν πόρ­ τα. Σκο­τά­δι. Γύ­ρι­σε τὸ κλει­δὶ καὶ μπῆ­κε θαρ­ρε­τά. Ἀ­νά­βον­τας τὸ φῶς ἠ­ρέ­μη­σε· ὅ­λα βρί­σκον­ταν στὴ θέ­ση τους.  Ἕ­να γρή­γο­ρο βλέμ­μα γύ­ρω ἔ­δι­ω­ξε τὴν ἀ­νη­συ­ χί­α τῆς κα­τα­στρο­φῆς ποὺ τὴ βα­σά­νι­ζε στὸ δρό­μο. — Μα­μά, μα­μά! Ἡ πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας ἄ­νοι­ξε τρί­ζον­τας κι ὅρ­μη­ σαν τὰ παι­διὰ στὴν ἀγ­κα­λιά της. Τὴ βομ­βάρ­δι­σαν μ’ ἀ­πα­νω­τὲς ἐ­ρω­τή­σεις: για­τί ἄρ­γη­σε τό­σο, ποῦ εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς, για­τί δὲν ἦρ­θε τὸ με­ση­μέ­ρι ὅ­πως πάν­τα, τί ἦ­ταν ὅ­λοι αὐ­τοὶ οἱ πυ­ρο­βο­λι­σμοί, για­τί τό­σες φω­ 20


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ

νές. Εἶ­χαν τρο­μά­ξει τὰ παι­διὰ καὶ κούρ­νια­σαν στὴν κου­ζί­να ὅ­λο τὸ βρά­δυ. Δὲν τόλ­μη­σαν νὰ βγοῦν ἔ­ξω. Κα­λύ­τε­ρα, βέ­βαι­α. Κά­θι­σε ἀ­πο­στα­μέ­νη στὴν πρώ­τη κα­ρέ­κλα ποὺ βρῆ­ κε μπρο­στά της κι ἀγ­κά­λια­σε τρυ­φε­ρὰ καὶ τὰ δυ­ὸ παι­διὰ μα­ζὶ σφίγ­γον­τάς τα πά­νω της. Γέ­μι­σε ζω­ὴ ἡ ἀγ­κα­λιά της. Χόρ­τα­σε χα­ρὰ κι ἐλ­πί­δα. Τοὺς χά­ι­δε­ ψε στορ­γι­κὰ τὰ μαλ­λιὰ καὶ τὰ φί­λη­σε, μ’ ἕ­να ζε­στό, μη­τρι­κὸ φι­λί. Με­τὰ τὶς βρα­δι­νὲς λα­χτά­ρες ἦ­ταν ἕ­να φάρ­μα­κο καὶ γι’ αὐ­τὰ καὶ γιὰ ’κεί­νη. Κι ὅ­μως, ἕ­να σύν­νε­φο πλα­νι­ό­ταν στὴν καρ­διά της ποὺ τὴν κρα­τοῦ­ σε· τί νὰ ἔ­γι­νε ὁ ἄν­τρας της; Στὰ παι­διὰ ἔ­δω­σε τυ­πι­ κὲς κι ἀ­ό­ρι­στες δι­και­ο­λο­γί­ες γιὰ κά­ποι­α δου­λειά, ἔ­κτα­κτη ἀ­πα­σχό­λη­ση, ἴ­σως ἐμ­πό­διο τῆς ἀ­νώ­μα­λης κα­τά­στα­σης. Στὰ μά­τια τους, ὅ­μως, ἔ­βλε­πε τὴν ἀ­πο­ ρί­α, καὶ τὴν ἀμ­φι­βο­λί­α ἀ­κό­μη, ποὺ στὴ δι­κή της τὴν ψυ­χὴ γι­νό­ταν κά­τι βα­ρύ­τε­ρο· ἀ­νη­συ­χί­α. Τ’ ἀ­πο­φά­ σι­σε· θὰ πή­γαι­νε νὰ τὸν γυ­ρέ­ψει. Νὰ μά­θει ἀ­κρι­βῶς ποῦ βρι­σκό­ταν· μπῆ­κε πράγ­μα­τι στὸ Κά­στρο μὲ τοὺς ἄλ­λους; Ἔ­κα­νε πρό­χει­ρα καὶ βι­α­στι­κὰ τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το νοι­ κο­κυ­ριό. Τὰ παι­διὰ πει­νοῦ­σαν κι ἔ­φα­γαν μὲ ὄ­ρε­ξη, γέ­λια καὶ πει­ράγ­μα­τα τὸ φτω­χι­κὸ φα­γά­κι τους. Κα­θό­ ταν δί­πλα τους καὶ τὰ κοί­τα­ζε. Τί ἔ­φται­γαν κι αὐ­τὰ νὰ βρε­θοῦν στὴ δί­νη ἑ­νὸς ἀ­κό­μη πο­λέ­μου. Σκλη­ροῦ καὶ ἀ­νε­λέ­η­του κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ὅ­πως εἶ­ναι ὅ­λοι οἱ ἐμ­φύ­λιοι. Για­τὶ τὸν ἐ­χθρὸ τὸν γνω­ρί­ζεις κα­λά, καὶ 21


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

τὸ λί­γο ἔ­λε­ος ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει γιὰ τὸν ξέ­νο, τὸν ἀλ­λό­φυ­λο, ἐ­ξα­νε­μί­ζε­ται ἀ­π’ τὰ πά­θη. Γνω­ρί­ζεις τὸ σπί­τι του, τὰ χού­για του, τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τά του, τὴ γυ­ναί­κα του, τὰ παι­διά του, τὶς προσ­δο­κί­ες του, τὰ πά­θη του – ὅ­λα. Ὅ­λα! Κι ἂν τοῦ βρί­σκεις καὶ κα­μιὰ ἀ­ρε­τὴ ἢ ἔ­χει πλού­σιο βιός, τό­τε ἀ­κό­μη χει­ρό­τε­ρα. Πλα­κώ­νει τὶς καρ­δι­ὲς ὁ φθό­νος ἐκ­δι­κη­τι­κός! Τρο­μα­ χτι­κὴ δύ­να­μη κα­τα­στρο­φῆς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κρύ­βε­ται παν­τοῦ· κά­τω ἀ­πὸ ἰ­δε­ο­λο­γί­ες, χον­τρο­κομ­μέ­νες κα­τη­ γό­ρι­ες, πρά­μα­τα καὶ θά­μα­τα. Γνω­στὸ τὸ τρο­πά­ρι· θἀρ­χί­σουν οἱ ἐκ­κα­θα­ρί­σεις, οἱ προ­γρα­φὲς τῶν ἀν­τι­ πά­λων, τὰ γνω­στὰ ξε­κα­θα­ρί­σμα­τα τῶν λο­γα­ρια­σμῶν – κι εἶ­ναι τό­σα τὰ τε­φτέ­ρια! — Μα­μά, τί πα­να­πεῖ Λα­ο­κρα­τί­α; Ἡ φω­νὴ τῆς μι­κρῆς τῆς δι­έ­κο­ψε τὶς μί­ζε­ρες σκέ­ ψεις. Κι ἀ­λί­μο­νο, ἡ ἐ­ρώ­τη­ση ἦ­ταν κι αὐ­τὴ κα­κο­βαλ­μέ­ νη. Καὶ πῶς νὰ ἐ­ξη­γή­σεις σ’ ἕ­να παι­δί! — Νά, Λα­ο­κρα­τί­α ση­μαί­νει νὰ κυ­βερ­νά­ει ὁ λα­ός. — Για­τί; ἐ­πέ­μει­νε ἡ μι­κρή μὲ τὴν ἐ­ξυ­πνά­δα ζω­ γρα­φι­σμέ­νη στὰ μά­τια. Τώ­ρα δὲν κυ­βερ­νά­ει ὁ λα­ός; Ποι­ός δί­νει δι­α­τα­γές; Χα­μο­γέ­λα­σε. «Δι­α­τα­γές!» σκέ­φτη­κε. «Κοί­τα­ξε νὰ δεῖς τί ἄ­φη­σαν αὐ­τὰ τὰ χρό­νια στὰ παι­διά. Ἀ­πὸ τὸ ’­36, κον­τὰ δέ­κα χρό­νια. Γεν­νή­θη­καν, με­γα­λώ­νουν κι οὔ­τε ποὺ εἶ­δαν οὔ­τε καὶ κα­τα­λα­βαί­νουν τί θὰ πεῖ δη­μο­κρα­τί­α. Σκέ­ψου τί πα­ρά­ξε­νος θὰ τοὺς φα­νεῖ ὁ Ἐ­πι­τά­φιος τοῦ Πε­ρι­κλῆ – ἂν πο­τὲ τὸν ἀ­κού­σουν 22


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ

στὸ σχο­λεῖ­ο, ὅ­πως πᾶ­με, βέ­βαι­α. Στὸ μυ­α­λου­δά­κι τους εἶ­ναι καρ­φω­μέ­νη ἡ ἀ­πο­θέ­ω­ση τῆς  Ἐ­ξου­σί­ας: δί­νω ἐν­το­λὲς ἢ ἐ­κτε­λῶ δι­α­τα­γές· τί­πο­τ’ ἄλ­λο. Συγ­ κεν­τρώ­θη­κε καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ δώ­σει τώ­ρα στὴ μι­κρὴ ἕ­να πρω­το­βάθ­μιο μά­θη­μα δη­μο­κρα­τί­ας. Τέ­ τοι­ες ὧ­ρες!». — Δι­α­τα­γὲς δί­νουν στὸ στρα­τό, δὲ δί­νουν στοὺς ἄλ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ἡ κυ­βέρ­νη­ση μό­νο ἀ­πο­φα­ σί­ζει τί θὰ κά­νου­με, ὅ­λοι μα­ζί. — Μὰ ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με κυ­βέρ­νη­ση στὴν  Ἑλ­λά­δα, ἐ­πέ­με­νε μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ἡ μι­κρή. Τὶς δι­α­τα­γὲς τὶς ἔ­δι­ ναν οἱ Γερ­μα­νοὶ στρα­τι­ῶ­τες. Καὶ τώ­ρα ποὺ ἔ­φυ­γαν θέ­λει νὰ τὶς δί­νει ὁ Ε­ΛΑΣ. Τὸ θέ­μα γι­νό­ταν σο­βα­ρὸ κι ἤ­θε­λε λε­πτοὺς χει­ρι­ σμούς. Καὶ δὲν εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα γιὰ τέ­τοι­ες κου­βέν­τες. — Κι ἐ­σύ, ποῦ τὰ ξέ­ρεις αὐ­τά; ρώ­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα προ­σπα­θών­τας νὰ δώ­σει στὴ φω­νή της ἕ­ναν τό­νο χα­ λα­ρῆς συ­νο­μι­λί­ας. — Τὰ ἔ­λε­γε χθὲς ὁ μπαμ­πὰς στὸ θεῖ­ο Γι­ῶρ­γο. Τοῦ εἶ­πε ἀ­κό­μη ὅ­τι πε­ρι­μέ­νει νὰ ἔλ­θει ἡ κυ­βέρ­νη­ση γιὰ νὰ μὴ γί­νει Λα­ο­κρα­τί­α. Κι ἀ­π’ αὐ­τὰ ἦρ­θε ὁ χεί­μαρ­ρος τῶν παι­δι­κῶν ἀ­πο­ρι­ ῶν ποὺ μὲ τὴ στέ­ρε­η λο­γι­κή τους κά­νουν τοὺς «με­γά­ λους» νὰ μὴ βρί­σκουν εὔ­κο­λα πει­στι­κὲς ἀ­παν­τή­σεις. — Δη­λα­δή, συ­νέ­χι­σε ἀ­κά­θε­κτη ἡ μι­κρή, ἡ κυ­βέρ­νη­ ση δὲ θ’ ἀ­φή­σει τὸ λα­ὸ νὰ κυ­βερ­νά­ει, θέ­λει νὰ κυ­βερ­ νά­ει αὐ­τή; Κι ἀ­πὸ ποῦ θὰ ἔρ­θει ἡ κυ­βέρ­νη­ση; Για­τί 23


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

λεί­πει; Φο­βή­θη­κε τοὺς Γερ­μα­νοὺς καὶ ἔ­φυ­γε; Καὶ ’μεῖς, για­τί δὲν τοὺς φο­βη­θή­κα­με τοὺς Γερ­μα­νοὺς καὶ μεί­να­με στὸ σπί­τι μας; Κρά­τη­σε τὴν ψυ­χραι­μί­α της. Προ­σπά­θη­σε νὰ τῆς ἐ­ξη­γή­σει ὅ­σο μπο­ροῦ­σε πιὸ ἁ­πλά, ἀ­πο­φεύ­γον­τας νὰ δώ­σει «πο­λι­τι­κὴ» χροι­ὰ στὶς ἀ­παν­τή­σεις της. Ὅ­ταν ἦρ­θαν οἱ Γερ­μα­νοὶ νι­κών­τας τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ στρα­τὸ στὰ σύ­νο­ρα, δὲν ἔ­πρε­πε νὰ πιά­σουν τὸ βα­σι­λιὰ καὶ τὴν κυ­ βέρ­νη­ση στὴν Ἀ­θή­να, τῆς εἶ­πε. Γι’ αὐ­τὸ ἔ­φυ­γαν, για­τὶ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ τοὺς πιά­σουν. Ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι ποὺ ἔ­μει­ ναν στὴν Ἑλ­λά­δα πε­ρί­με­ναν νὰ τε­λει­ώ­σει ὁ πό­λε­μος καὶ νὰ φύ­γουν κι οἱ Γερ­μα­νοί. Τώ­ρα πιὰ ποὺ ἔ­φυ­γαν μπο­ρεῖ νὰ γυ­ρί­σει ἡ Κυ­βέρ­νη­ση, ἀλ­λὰ εἶ­ναι με­ρι­κοὶ ἄν­θρω­ποι ποὺ δὲν τὴ θέ­λουν. Αὐ­τοὶ λέ­νε ὅ­τι πρέ­πει νὰ κυ­βερ­νά­ει ὁ λα­ός. Ἀλ­λὰ ὁ λα­ὸς πρέ­πει νὰ ἔ­χει κυ­ βέρ­νη­ση, ὅ­πως σὲ κά­θε κρά­τος. Δη­λα­δή, θέ­λουν ἄλ­λη κυ­βέρ­νη­ση, δι­κή τους. Τὸ σύν­το­μο μά­θη­μα τῆς πο­λι­τι­κῆς ἀ­γω­γῆς τέ­λει­ω­ σε μὲ τὸ κα­χύ­πο­πτο βλέμ­μα τῆς μι­κρῆς καὶ τὴ βα­ρι­ε­ στη­μά­ρα τοῦ ἀ­γο­ριοῦ. Οἱ ἀ­παν­τή­σεις δὲ φά­νη­κε νὰ ἔ­φτα­σαν – γιὰ τὴν ὥ­ρα. — Ναί, ἀλ­λὰ ὁ μπαμ­πάς… Τὴ δι­έ­κο­ψε, μὴ θέ­λον­τας νὰ δώ­σει συ­νέ­χεια. — Κοί­τα­ξε, θὰ τὰ ποῦ­με ἄλ­λη ὥ­ρα αὐ­τά. Τώ­ρα πρέ­πει νὰ δῶ ποῦ εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς. Θὰ λεί­ψω γιὰ λί­ γο. Κοι­μη­θεῖ­τε, καὶ μὴν ἀ­νοί­ξε­τε σὲ κα­νέ­να. Σὲ κα­νέ­ να, τ’ ἀ­κοῦ­τε; Θὰ ἔρ­θω καὶ θὰ σᾶς πά­ρω ἀγ­κα­λιά. 24


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ

Ἔ­ρι­ξε πά­νω της τὸ αἰ­ώ­νιο παλ­τὸ τῆς τα­λαι­πω­ρί­ ας ποὺ τὴ φύ­λα­ξε ἀ­π’ τὸ κρύ­ο καὶ τὶς χει­μω­νι­ά­τι­κες μπό­ρες τῆς Κα­το­χῆς καὶ βγῆ­κε κλει­δώ­νον­τας τὴν πόρ­ τα. Γλίστρησε μέ­σα στὸ βα­θὺ σκο­τά­δι βα­δί­ζον­τας προ­σε­κτι­κὰ στὸ μο­νο­πά­τι καὶ κα­τό­πι τοῖ­χο-τοῖ­χο κα­τευ­θύν­θη­κε ἴ­σια στὸ τυ­πο­γρα­φεῖ­ο τοῦ ἄν­τρα της. Δὲν ἄρ­γη­σε νὰ φτά­σει. Πλη­σι­ά­ζον­τας εἶ­δε τὸ ἀ­μυ­ δρό, ἀ­σθε­νι­κὸ φῶς τοῦ γρα­φεί­ου του. Ἡ καρ­διά της χτύ­πη­σε δυ­να­τά. Εἶ­ναι ’δῶ; ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ψι­θυ­ρι­στὰ καὶ δο­κί­μα­σε τὴν πόρ­τα.  Ἦ­ταν κλει­δω­μέ­νη. Χτύ­πη­σε δι­α­κρι­τι­κά. Τῆς ἄ­νοι­ξε ὁ ἴ­διος κρα­τών­τας στὸ χέ­ρι τὰ γυα­λιά του. Τὸν ἀγ­κά­λια­σε, καὶ δὲ νοι­ά­στη­κε ποὺ τῆς ξέ­φυ­γε ἕ­νας λυγ­μός. — Πέρ­να μέ­σα, τῆς εἶ­πε σι­γα­νά, μ’ ἕ­ναν τό­νο τρυ­ φε­ρά­δας, καὶ ξα­να­κλεί­δω­σε.

γ Κα­θι­σαν αν­τι­κρυ­στα στο γρα­φει­ο του. Ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο καὶ τὴν κοί­τα­ζε σι­ω­πη­λός. Στὰ μά­τια του ἄ­στρα­ψε μιὰ μι­κρὴ λάμ­ψη. Τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τὸ ποὺ ἔ­βλε­πε. Μιὰ γυ­ναί­ κα δυ­να­μι­κὴ καὶ χα­ρι­τω­μέ­νη στὴν ἀ­κμή της.  Ἡ γυ­ναί­ κα του! Δὲν εἶ­ναι πολ­λὰ χρό­νια ποὺ τὴν ἀ­γά­πη­σε καὶ τὴν πῆ­ρε. Κι αὐ­τὴ τὸν ἀ­γά­πη­σε καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε, πα­ρό­λη τὴν ἀν­τί­δρα­ση τῶν δι­κῶν της. Φτω­χὸς αὐ­τός, ἀ­πὸ ἀρ­χον­τι­κὴ γε­νιὰ ἐ­κεί­νη – τὰ γνω­στά. Κα­λο­μα­θη­ 25


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

μέ­νη, κι ὅ­μως στά­θη­κε μὲ πε­ρισ­σὴ γεν­ναι­ό­τη­τα στὶς στε­ρή­σεις καὶ στὶς πε­ρι­πέ­τει­ες τῆς κοι­νῆς ζω­ῆς τους. Σὰν νὰ δι­ά­βα­σε τὶς σκέ­ψεις του ἐ­κεί­νη, τοῦ χα­μο­γέ­ λα­σε. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ χά­ι­δε­ψε τὸ δι­κό του πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο. — Χά­ρη­κα ποὺ εἶ­σαι ἐ­δῶ, μα­ζί μας. Ἂν ἤ­ξε­ρες τί τρά­βη­ξα μέ­χρι νὰ βε­βαι­ω­θῶ ποῦ εἶ­σαι. Τὰ παι­διὰ ἀ­νη­συ­χοῦν πο­λύ. Καὶ σκέ­ψου· ἡ μι­κρή μας προ­βλη­μα­ τί­ζε­ται πο­λὺ γιὰ τὴν κα­τά­στα­ση! Φαί­νε­ται ὅ­τι κλη­ρο­ νό­μη­σε τὸ πο­λι­τι­κό σου δαι­μό­νιο. Μά, εἶ­σαι σί­γου­ρος πὼς δὲν κιν­δυ­νεύ­εις; Συ­νέ­χι­σε νὰ τὴν κοι­τά­ζει. Τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ ἡ ἤ­ρε­μη τρυ­φε­ρό­τη­τά της. Σι­χαι­νό­ταν τὶς γυ­ναι­κεῖ­ες ὑ­στε­ρί­ ες. Τῆς ἔ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι. — Ἔ­χει γί­νει συμ­φω­νί­α. Ὁ Ἀν­τι­πρό­ε­δρος ἔ­φτα­σε πρὶν λί­γες μέ­ρες στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο μὲ συ­νο­δεί­α Βρε­ τα­νῶν συν­δέ­σμων. Τρι­γυ­ρί­ζει μὲ τὸν  Ἄ­ρη στὸ πλευ­ρό του καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ στή­σει τὴν ἐ­ξου­σί­α τῆς κυ­βέρ­ νη­σης ποὺ βρί­σκε­ται ὑ­π’ ἀ­τμὸν στὴν  Ἰ­τα­λί­α· σὲ λί­γες μέ­ρες λέ­νε ὅ­τι φτά­νει στὸν Πει­ραι­ᾶ. Εὔ­χο­μαι νὰ προ­ φτά­σουν τὰ χει­ρό­τε­ρα, για­τὶ δὲν ξέ­ρω τί μπο­ρεῖ νὰ κά­ νει ὁ Κα­νελ­λό­που­λος μό­νος μὲ δέ­κα-δε­κα­πέν­τε στρα­ τι­ῶ­τες ποὺ συμ­βο­λί­ζουν τοὺς Συμ­μά­χους. Πάν­τως, τὸ κλεί­σι­μο στὸ Κά­στρο πα­ρα­βί­α­σε τὴ συμ­φω­νί­α. Γι’ αὐ­τὸ δὲν πῆ­γα. Σκέ­ψου τώ­ρα· ἐ­γὼ εἶ­μαι νό­μι­μος –ἴ­σως ὁ μό­νος νό­μι­μος– σὲ μιὰ πό­λη ἀν­ταρ­το­κρα­τού­ με­νη. Τί πα­ρα­ξε­νι­ὲς ποὺ ἔ­χει ἡ πο­λι­τι­κή! Γι’ αὐ­τὸ μ’ 26


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ

ἀ­ρέ­σει, ἔ­στω καὶ σ’ αὐ­τὴ τὴν ξε­χα­σμέ­νη γω­νιὰ τῆς Ἑλ­λά­δας. Θὰ μεί­νω ἐ­δῶ. Θὰ πᾶ­νε ὅ­λα κα­λά· μὴν ἀ­νη­ συ­χεῖς, δὲ θὰ μᾶς πει­ρά­ξουν. Σὰν νὰ τὴν κα­θη­σύ­χα­σαν κά­πως τὰ λό­για του. Φαι­ νό­ταν κα­λὰ πλη­ρο­φο­ρη­μέ­νος. Κι ἡ στά­ση του μοιά­ζει σω­στή. Ἀλ­λά, μπο­ρεῖ κα­νεὶς νἄ­χει ἐμ­πι­στο­σύ­νη σ’ ἀν­ θρώ­πους ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νους γιὰ τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση, ποὺ κά­νουν τὸ πᾶν γιὰ νὰ τὴν ἐ­πι­βά­λουν; Τὸν κοί­τα­ζε ὅ­σο μι­λοῦ­σε· ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὴν εἶ­χε γο­η­τεύ­σει ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ ἦ­ταν ἡ ἐν­τι­μό­τη­τά του. Ἡ συ­ναί­σθη­ση τοῦ χρέ­ους ποὺ ἔ­δι­νε πε­ρι­ε­χό­με­νο στὴ ζω­ὴ καὶ τὶς πρά­ξεις του. Οἱ πε­ ρι­στά­σεις τῆς ζω­ῆς τὸν ἔ­κα­ναν νὰ ξε­κι­νή­σει ἀ­πὸ πο­λὺ χα­μη­λά· ἐρ­γά­της τοῦ πα­τέ­ρα της. Κι ὅ­μως, ἡ φλό­γα ἔ­και­γε μέ­σα του. Ὁ δη­μό­σιος λό­γος κι ἡ πο­λι­τι­κὴ εἶ­ ναι τὸ με­ρά­κι του. Ἀλ­λὰ τοὔ­τυ­χαν και­ροὶ δύ­σκο­λοι – κι ἐ­πι­κίν­δυ­νοι ἀ­πο­πά­νω. — Ἀ­ναμ­φί­βο­λα, εἶ­ναι μιὰ κί­νη­ση σω­στὴ γιὰ τὶς ἀρ­ χές σου, τοῦ εἶ­πε παίρ­νον­τας στὸ ὕ­φος της μιὰ κά­πως ἀ­πό­το­μη σο­βα­ρό­τη­τα. Ἀλ­λά, θὰ βρί­σκε­σαι στὴ μέ­ση – γιὰ μιὰ φο­ρὰ ἀ­κό­μη. Σκέ­ψου το κα­λά! Θὰ πρέ­πει νὰ τη­ρή­σεις ἴ­σες ἀ­πο­στά­σεις. Δύ­σκο­λο πράγ­μα στὶς ἡ­μέ­ρες μας. — Νὰ σοῦ πῶ, ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει. Ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο μὲ μιὰ γκρι­μά­τσα ἀ­πό­λαυ­σης κι ἀρ­γὲς κι­νή­σεις προ­σπα­ θών­τας νὰ κερ­δί­σει χρό­νο. Τοῦ χρει­α­ζό­ταν γιὰ νὰ βά­ λει σὲ μιὰ τά­ξη τὶς σκέ­ψεις του. Νὰ σοῦ πῶ, εἶ­πε. Ξε­ κι­νή­σα­με ἄ­σχη­μα, εἶ­ν’ ἀ­λή­θεια. Τρω­γό­μα­στε πάν­τα, 27


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

ἀλ­λὰ οἱ κα­τα­στά­σεις εἶ­ν’ ἐ­δῶ καὶ μᾶς πε­ρι­μέ­νουν. Εἶ­δες τί ἔ­γι­νε στὴν Κα­το­χή. Ἀλ­λὰ καὶ πρίν. Πα­ρό­λη τὴ δι­κτα­το­ρί­α, ὁ κό­σμος ἀ­γω­νί­στη­κε ἡ­ρω­ι­κά, καὶ στὸν πό­λε­μο ἦ­ταν μα­ζί τους. Ἐν­νο­ῶ τὸ βα­σι­λιὰ καὶ τὴν κυ­ βέρ­νη­ση. Κι ὅ­μως, αὐ­τὸ τὸ τε­ρά­στιο κε­φά­λαι­ο τὸ σπα­ τά­λη­σαν ἀ­νό­η­τα. Μέ­χρι τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ ἦ­ταν ἀ­να­πο­φά­σι­στοι, ἄ­φη­σαν τὸ μέ­τω­πο νὰ κα­ταρ­ρεύ­σει ἐ­ξω­θών­τας τοὺς στρα­τη­γοὺς σὲ συν­θη­κο­λό­γη­ση. Ὁ τρό­ μος γιὰ τοὺς Γερ­μα­νοὺς τοὺς πα­ρέ­λυ­ε, καὶ μὲ τοὺς Ἄγ­γλους δὲν ἔ­κα­ναν κα­λὲς συμ­φω­νί­ες. Σ’ αὐ­τὸ τὸ τε­ λευ­ταῖ­ο, βέ­βαι­α, ἔ­φται­γε κι ἡ πο­λι­τι­κὴ οὐ­δε­τε­ρό­τη­τας τοῦ Με­τα­ξᾶ. Τέλος πάν­των, ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ φύ­γουν γιὰ τὴν Κρή­τη λέ­γον­τας ὅ­τι θὰ κρα­τή­σουν τὸ νη­σί, θὰ εἶ­ναι ἡ  Ἐ­λεύ­θε­ρη  Ἑλ­λά­δα. Καὶ τί ἀ­πο­δεί­χτη­κε;  Ὅ­τι ἡ Κρή­τη ἦ­ταν ἀ­νο­χύ­ρω­τη! Οὔ­τε κι οἱ  Ἄγ­γλοι εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τε. Τὄ­σκα­σαν κι ἀ­πὸ ’κεῖ, βα­σι­λιὰς καὶ κυ­βέρ­νη­ ση, καὶ βρέ­θη­καν μοι­ρα­σμέ­νοι στὴ Μέ­ση Ἀ­να­το­λὴ καὶ στὸ Λον­δί­νο. Ἰ­δα­νι­κὴ κα­τά­στα­ση γιὰ τοὺς Με­γά­λους μας συμ­μά­χους, ποὺ τοὺς ἔ­φερ­ναν βόλ­τα μιὰ χα­ρά. Ἄ­κου­γες στὸ ρά­διο τὸ B­BC κι ἀ­μέ­σως τὸ κα­τα­λά­βαι­ νες · ὅ­λοι οἱ ἐ­μιγ­κρέ­δες, ὅ­λοι ὅ­σοι εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ στὸ Λον­δί­νο, θε­ω­ροῦν­ταν σύμ­μα­χοι δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας. Εἶ­δες, ὅ­μως, τὴ στά­ση τοῦ Ντὲ Γκώλ· ἦ­ταν ὁ μό­νος δυ­ να­τὸς κι ἀ­νε­ξάρ­τη­τος. Αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας δὲν κρά­τη­σε μό­νο τὴ Γαλ­λί­α· κρά­τη­σε καὶ τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια τοῦ ἀν­ τι­να­ζι­στῆ Εὐ­ρω­παί­ου. Εἶ­ναι ἕ­να ὑ­πό­δειγ­μα… Μιὰ ρι­πή, ποὺ ἀ­κού­στη­κε μέ­σα στὴ νύ­χτα, δι­έ­κο­ 28


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ

ψε ἀ­πό­το­μα τὴν κου­βέν­τα. Κοι­τά­χτη­καν τα­ραγ­μέ­νοι. Πε­ρί­με­ναν λί­γη ὥ­ρα σι­ω­πη­λοί, ἀλ­λὰ τί­πο­τ’ ἄλ­λο δὲν ἔ­κο­ψε τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ σι­γα­λιά. — Ὁ Ντὲ Γκώλ, βέ­βαι­α, συ­νέ­χι­σε ἀρ­γά. Καὶ τό­τε ποὺ αὐ­τὸς ἀ­γω­νι­ζό­ταν μὲ τοὺς  Ἐ­λεύ­θε­ρους Γάλ­λους στὴν Ἀ­φρι­κή, οἱ δι­κοί μας τί ἔ­κα­ναν; Κομ­μου­νι­στι­κὸ κί­νη­μα στὸ στό­λο!  Ἄν μπο­ρεῖ νὰ τὸ πι­στέ­ψει κα­νείς. Ἡ Εὐ­ρώ­πη και­γό­ταν, κι αὐ­τοί, ἀν­τὶ γιὰ πό­λε­μο μὲ τοὺς Γερ­μα­νούς, νὰ κα­θαι­ροῦν ναυά­ρχους στὴν Ἀ­λε­ ξάν­δρεια καὶ τὸ Σου­έζ. Ἀλ­λὰ μή­πως καὶ στὴν  Ἑλ­λά­ δα, τὰ ἴ­δια δὲν εἴ­χα­με; Ἀν­τὶ νὰ δί­νουν μά­χες μὲ τὸν κα­τα­κτη­τή, ἔ­σφα­ξαν τὸν Ψαρ­ρό, χτυ­ποῦ­σαν ἀ­πα­νω­ τὰ τὸ Ζέρ­βα. Καὶ μέ­σα σ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, οἱ πο­λι­τι­κοί μας ἡ­γέ­τες τὸ χα­βά τους, κολ­λη­μέ­νοι σὰν στρεί­δια στὸ ’36: νὰ φύ­γει ὁ βα­σι­λιάς – δὲν τοὺς ἔ­νοια­ζε τί­πο­τ’ ἄλ­ λο. Πει­σμω­μέ­νοι, ἀ­δι­α­φό­ρη­σαν· ἄ­φη­σαν ἕ­να τε­ρά­στιο κε­νὸ ποὺ τὸ ἐ­κμε­ταλ­λεύ­τη­κε ὁ Ε­ΛΑΣ κι οἱ Ἄγ­γλοι. Τώ­ρα, βέ­βαι­α, δὲν ξέ­ρω ἂν ἦ­ταν καὶ σὲ θέ­ση νὰ τὸ κα­λύ­ψουν. Ἔ­χουν ξε­πε­ρα­στεῖ ὅ­λοι· τοὺς σά­ρω­σε ὁ πό­λε­μος. Ὅ­σο γιὰ τὸ βα­σι­λιά, τὸ μό­νο πού, εὐ­τυ­χῶς, κα­τά­λα­βε ἦ­ταν νὰ μὴν ἐ­πι­μεί­νει στὰ ξέ­φτια τῆς 4ης Αὐ­γού­στου. Πά­λι κα­λά! Σοῦ τὸ ξα­να­λέ­ω· ὁ πό­λε­μος ἔ­φε­ρε τὰ πά­νω κά­τω. Καὶ μέ­σα ἀ­π’ τὴν κα­τα­στρο­φὴ ποὺ ζή­σα­με, θὰ ξα­να­χτι­στεῖ ἡ Εὐ­ρώ­πη, ἀλ­λά, ὅ­πως πᾶ­με, θὰ λεί­πει ἡ  Ἑλ­λά­δα μὲ τὰ κα­μώ­μα­τά της. Στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο. Τὸ τσι­γά­ρο του εἶ­χε κά­νει μιὰ μα­κριὰ κά­φτρα ποὺ ἔ­γερ­νε πρὸς τὰ κά­τω. Τὸ 29


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

ἔ­σβη­σε στὸ τα­σά­κι τὸ γε­μᾶ­το ἀ­πο­τσί­γα­ρα. Σταύ­ ρω­σε τὰ δά­χτυ­λα μπρο­στὰ στὸ στό­μα καὶ κοι­τοῦ­σε στὸ κε­νό, μα­κριά· σὰ νὰ ὁ­ρα­μα­τι­ζό­ταν. Ἤ­πι­ε μιὰ γου­λιὰ κα­φὲ καὶ ξα­νάρ­χι­σε νὰ μι­λᾶ, μὲ ζω­η­ρό­τε­ρο τό­νο τώ­ρα. — Κι ἀ­πὸ τού­τη τὴ γω­νιὰ ἀ­κό­μη μπο­ρεῖς νὰ τὰ δεῖς κα­θα­ρὰ καὶ ξά­στε­ρα, ἀρ­κεῖ νὰ μὴν ἔ­χεις πα­ρω­ πί­δες καὶ συμ­φέ­ρον­τα ποὺ σοῦ θο­λώ­νουν τὸ μυα­λὸ καὶ τὴν καρ­διά. Τί κι ἂν ζοῦ­με στὴν ἐ­παρ­χί­α; Σὲ λί­γο ὅ­λη ἡ  Ἑλ­λά­δα, κι ἄλ­λες χῶ­ρες, κεν­τρι­κό­τε­ρες, θὰ εἶ­ναι «ἐ­παρ­χί­α». Μᾶς ἔ­λε­γαν οἱ πα­τε­ρά­δες μας γιὰ τοὺς Βαλ­κα­νι­κοὺς Πο­λέ­μους, γιὰ τὸν Πρῶ­το Με­γά­λο Πό­λε­μο, γιὰ τὴ Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ  Ἐκ­στρα­τεί­α καὶ νό­μι­ ζαν ὅ­τι μι­λοῦν γιὰ τὴν Κι­βω­τὸ τοῦ Νῶ­ε. Δὲς τώ­ρα· αὐ­τὸς ποὺ ζή­σα­με ’μεῖς ἦ­ταν πό­λε­μος! Συ­στη­μα­τι­κὸς στὴν ἰ­δε­ο­λο­γί­α, στὴ στρα­τη­γι­κὴ ποὺ ἀ­πο­κα­λυ­πτό­ταν σι­γὰ-σι­γά, με­θο­δι­κὸς στὴν ἐ­ξο­λό­θρευ­ση, πα­νοῦρ­γος στὴ λη­στεί­α. Καὶ τί δὲν εἶ­χε! Να­ζι­σμό, φα­σι­σμό, σο­βι­ νι­σμό, ἰμ­πε­ρι­α­λι­σμό, καὶ θά­να­το· ἄ­φθο­νο ξε­πά­στρε­ μα σὲ με­γά­λη ποι­κι­λί­α: θά­να­το γιὰ φι­λό­δο­ξους καὶ με­τρι­ο­πα­θεῖς, γιὰ ἥ­ρω­ες καὶ κα­κο­μοί­ρη­δες. Ἀ­το­μι­κὸ πο­λυ­τελεί­ας μὲ τι­μη­τι­κὸ ἐ­κτε­λε­στι­κὸ ἀ­πό­σπα­σμα SS καὶ μα­ζι­κὸ γιὰ πλη­βεί­ους. Ἀ­π’ τὰ λό­για καὶ τὶς σκέ­ψεις του ἔ­δει­χνε ξα­ναμ­ μέ­νος.  Ἤ­πι­ε ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρὸ μο­νο­ρού­φι, ἔ­βα­λε μη­χα­ νι­κὰ τὰ γυα­λιά του κι ἄρ­χι­σε νὰ ξεφυλλίζει κάμ­πο­ ση ὥ­ρα ἕ­να πά­κο χαρ­τιὰ ποὺ βρί­σκον­ταν μπρο­στά 30


ΤΟ ΣΦΥΡΙΓΜΑ ΤΩΝ ΕΥΜΕΝΙΔΩΝ

του. Τέ­λος, ἔ­βγα­λε τὰ γυα­λιά, πί­ε­σε τὴν πα­λά­μη του ἀ­νοι­χτὴ πά­νω στὶς κόλ­λες καὶ κοί­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα του στὰ μά­τια μ’ ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το χα­μό­γε­λο ποὺ μό­λις δι­α­γρα­φό­ταν στὰ χεί­λη του. Τὸν κοί­τα­ξε κι αὐ­τὴ ἐ­πί­ μο­να, μ’ ἕ­να βλέμ­μα γε­μᾶ­το ση­μα­σί­α, σὰ νὰ τοὔ­λε­γε Μπρά­βο, ἥ­ρω­ά μου, κα­λὴ ἀ­νά­λυ­ση· εἶ­μαι κον­τά σου, εἶ­μαι μα­ζί σου καὶ τὸ ξέ­ρεις. Ἀλ­λὰ δὲν τοῦ εἶ­πε τί­ πο­τα. Τὸ γνώ­ρι­ζε κα­λὰ αὐ­τὸ τὸ χα­μό­γε­λό του. Ἦ­ταν πάν­το­τε προ­άγ­γε­λος ἑ­νὸς και­νούρ­γιου σχε­δί­ου ἀ­πὸ ’κεῖ­να τὰ φι­λό­δο­ξα ποὺ σκαρ­φι­ζό­ταν κά­θε τό­σο καὶ ποὺ συ­νή­θως κα­τέ­λη­γαν σὲ ἀ­πο­τυ­χί­α. Ἀ­πο­τυ­χί­α γιὰ τοὺς ἄλ­λους μό­νο· για­τὶ αὐ­τὸς δὲν τὰ λο­γά­ρια­ζε ἔ­τσι καὶ δὲν ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­ταν.  Ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸν μιὰ ἀ­κό­μη προ­σπά­θεια, μιὰ ἀ­ναγ­καί­α ἐμ­πει­ρί­α ποὺ τοῦ πρό­σφε­ ρε ὅ,τι ἦ­ταν νὰ τοῦ δώ­σει. Γι’ ἄλ­λα τώ­ρα! Σι­ω­πη­λή, πε­ρί­με­νε νὰ τῆς πεῖ τί σκα­ρώ­νει πά­λι – για­τὶ ἦ­ταν βέ­βαι­η ὅ­τι κά­τι εἶ­χε στὸ μυα­λό του. — Ξέ­ρεις, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ βγά­λω ἐ­φη­με­ρί­δα. Τὸ εἶ­πε ἔ­τσι ἁ­πλά, σὰν νὰ ἔ­λε­γε Ὡ­ραί­α μέ­ρα σή­με­ρα ἢ Ποῦ εἶ­ναι τὰ παι­διά; Χτύ­πη­σε ἁ­πα­λὰ τὴν πα­λά­μη του πά­νω στὰ χαρ­τιά.  Ἔ­χω ἐ­δῶ τὴν ὕ­λη τοῦ πρώ­του φύ­λλου. Θὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει τὸ Γε­νά­ρη. Δὲν ἦ­ταν ἔκ­πλη­ξη γιὰ ’κεί­νη. Κά­τι εἶ­χε κα­τα­λά­βει ἀ­πὸ μι­σό­λο­γα καὶ ἐ­πα­φές. Δὲν τοῦ ἔ­δει­ξε, ὅ­μως, ὅ­τι εἶ­χε τὶς ὑ­πο­ψί­ες της. Γε­λών­τας τοῦ ἔ­πια­σε τὰ δυ­ό του χέ­ρια καὶ τὸν ἐν­θάρ­ρυ­νε μὲ θερ­μὰ λό­για. Πί­στευ­ε κι αὐ­τὴ ὅ­τι μιὰ φω­νὴ ἐ­λεύ­θε­ρη κι ἀ­νε­ξάρ­τη­τη ἦ­ταν 31


ΔΩΡΑ Δ. ΘΕΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

ἀ­ναγ­καί­α αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες τοῦ κιν­δύ­νου πού, ὅ­μως, πή­γαι­νε νὰ φτια­χτεῖ στὴν  Ἑλ­λά­δα. Τὸκά­τι βι­βλί­ο «Τὸ σφύ­ρι­γ­μα τῶν Εὐ­με­νί­δων» ἱ­στορε­ῖ τὸν πολι­τι­­ κὸ καὶ ἠ­θι­κὸ προβλη­ματι­σμὸ ἑ­νὸς δη­μοσι­ογ­ρά­φου καὶ ἐκδό­τη­ — Πράγ­μα­τι, τοῦ εἶ­πε στὸ τέ­λος. Χρει­ά­ζε­ται ἕ­να ἐφη­με­ρί­δος τῆς ἑ­λλη­νι­κῆς ἐπαρχί­ας σὲ μι­ὰ κρί­σι­μη­ πε­ρί­οδο φύλ­λο ποὺ νὰ τὸ γρά­φει κά­ποι­ος μὲ τὶς δι­κές σου τῆς νε­οε­λλη­νι­κῆς Ἱ­στορί­ας. ἀ­κομ­μά­τι­στος Στὸ δι­ά­στη­μα, καὶ… δη­λαδή, ἀ­νά­με­σα ἀ­πό­ψεις. Ἀ­νε­ξάρ­τη­τος, φτω­χός. στὴν ἀ­πε­λε­υθέ­ρωση­ ἀ­πὸ τὴ γ­ε­ρμανι­κὴ Κατοχὴ καὶ τὴ Συμ­ Γέ­λα­σαν κι οἱ δυ­ὸ μὲ τὸ ἀ­στεῖ­ο. φωνί­α τῆς Βά­ρκι­ζας ( Ὀ­κτώ­βρι­ος 1944­Φε­βρουά­ρι­ος 1945). — Πρέ­πει νὰ σταθ­μί­σεις, ὅ­μως, τὶς δυ­σκο­λί­ες, τὸ Ὄ­χι­ μό­νον τὰαὐ­τὸ γ­ε­γ­ονό­τα, ἠ­θι­κὴ ταλά­ντε­υση­ ρί­σκο. Κι εἶ­ναιἀ­λλὰ ποὺ κι­ θὰἡ τὸ μοι­ρα­στεῖς μὲἀ­νά­με­­ τὴν σα στὶς ἀ­ντι­μαχό­με­νε­ς παρατά­ξε­ι­ς τοῦ σκλη­ροῦ κι­ αἱ­ματη­­ οἰ­κο­γέ­νειά σου – δὲ γί­νε­ται ἀλ­λι­ῶς. Τὰ πά­θη ἔ­χουν ροῦ Ἐμφυλί­ου ε­ἰ­κονογ­ραφοῦνται­ μὲ σκη­νι­κὸ τὴν οἰ­κογ­έ­νε­ι­ά­ φουν­τώ­σει κι εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να. Αὐ­τὰ ποὺ πρε­σβεύ­ του, τὶς Ἀρχὲς τῆς πό­λη­ς του καὶ τὴν τοπι­κὴ ὀργ­ά­νωση­ τοῦ εις εἶ­ναι γι’ ἄλ­λες ἐ­πο­χές· τὶς ἐ­πο­χὲς ποὺ θἄρ­θουν, ΕΛΑΣ, καθὼς καὶ μι­ᾶς συντροφι­ᾶς φί­λων, μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἴ­σως, δι­αρκῶς σὲ δέ­κα-εἴ­κο­σι χρό­νια ἂν ὅ­λα πᾶν κα­λά, βέ­ συζη­τᾶ ἀ­ναλύ­οντας τὴν –κατά­σταση­. βαι­α, κι ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ τὸ δη­μο­κρα­τι­κὸ πο­λί­τευ­μα Προσπαθε­ῖ νὰ σταθε­ῖ ἀ­ντι­κε­ι­με­νι­κὸς καὶ κρι­τι­κὸς στὰ σφά­λ­ ποὺ ἔ­χου­με πολ­λὰ χρό­νια νὰ τὸ δοῦ­με στὴν  Ἑλ­λά­δα. ματα καὶ τῶν δύ­ο παρατά­ξε­ων ἔ­χοντας στὸ μυαλό­ του τὴν Γιὰ τὴν ὥ­ρα, αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χου­με καὶ ποὺ ζοῦ­με εἶ­ναι ἐγ­καθί­δρυση­ μι­ᾶς και­νού­ργ­ι­ας δη­μοκρατι­κῆς πολι­τε­ί­ας ποὺ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Ἡ ἔκ­δο­ση ἐ­φη­με­ρί­δος θὰἡ ἐγ­γ­υᾶται­ τὴν ε­ὐ­η­με­ρί­α τοῦτῆς ἑ­λλη­νι­κοῦ λαοῦ.μὲ τέ­τοι­ες συν­θῆ­κες εἶ­ναι ἕ­να ὅ­πλο, σί­γου­ρα. Σκέ­ψου, λοι­πόν· Ὅ­μως, ἡ ἐκδί­κη­ση­ τῆς μι­ᾶς πλε­υρᾶς καὶ ἡ καχυποψί­α τῆς θὰ εἶ­σαι καὶ σὺ… ἔ­νο­πλος. ἄλλη­ς τὸν βά­ζουν σὲ πε­ρι­πέ­τε­ι­ε­ς ποὺ μολαταῦτα δὲν ἀ­να­ Ἡ χα­ρὰ εἶ­χαν ἀ­π’ συ­νάν­τη­σή τους στέ­λλουν τὸν ποὺ ὀξὺ πολι­τι­κό­ τουτὴπροβλη­ματι­σμὸ καὶσή­κω­νε τὴν αἰ­σι­ο­ καὶ τὸ ἀ­στεῖ­ο. Σ’ ἄλ­λες ἐ­πο­χές, σ’ ἄλ­λους δοξί­α τουδεύ­τε­ρο γ­ι­ὰ ἕ­να καλύ­τε­ρο μέ­λλον ποὺ ὁ­ραματί­ζε­ται­ ζωη­ρὰ χώ­ρους, ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι θἄ­νοι­γαν σαμ­πά­νια γιὰ νὰ γ­ι­ὰ τὴ με­ταπολε­μι­κὴ Ἑλλά­δα. γι­ορ­τά­σουν μιὰ τέ­τοι­α ἀ­ναγ­γε­λί­α.  Ἐ­δῶ, οὔ­τε πο­λυ­ τέ­λει­ες ὑ­πῆρ­χαν, οὔ­τε κὰν λε­φτά. Κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, στὸ μουν­τὸ σκη­νι­κὸ ἑ­νὸς μι­κροῦ τυ­πο­γρα­φεί­ου, ποὺ μύ­ρι­ζε ἀν­τι­μώ­νιο, ἕ­νας δη­μο­σι­ο­γρά­φος χρί­στη­κε μ’ ἕ­να φι­λὶ στὸ μά­γου­λο καὶ λί­γες κα­λὲς κου­βέν­τες σερ­ βι­ρι­σμέ­νες μὲ πολ­λὴ νου­θε­σί­α. 32


Δώρα Θεοφιλοπούλου - Το σφύριγμα των Ευμενίδων - Εκδόσεις Ιωλκός