Issuu on Google+

Απόστολος Σπυράκης

Το φιλί Διηγήματα


ΤΟ ΦΙΛΙ Απόστολος Σπυράκης Διορθώσεις: Δανάη Αλεξοπούλου Σελιδοποίηση: Ζωή Ιωακειμίδου Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης Μακέτα εξωφύλλου: Κατερίνα Φωτιάδη © Copyright: Εκδόσεις «Ιωλκός» & Απόστολος Σπυράκης Δεκέμβριος 2011 Α΄ Έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΩΛΚΟΣ»

• Ανδρέου Μεταξά 12 & Ζ. Πηγής, Αθήνα 106 81 Τηλ.: 210-3304111, 210-3618684, Fax: 210-3304211 E-mail: iolkos@otenet.gr

www.iolcos.gr ISBN 978-960-426-649-4


ΤΟ ΦΙΛΙ


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΠΥΡΑΚΗΣ

ΤΟ Φ ΙΛΙ

Διηγήματα

ΙΩΛΚΟΣ


...Αυτή ήταν τα καινούρια στέκια, με τον πορτιέρη που διαλέγει Αυτή ήταν που άλλαζε τις θέσεις στις λίστες επιτυχιών Ήταν το τέμπο «move your body» κι ήταν ο θάνατος της γλώσσας Κι ήτανε μπιτ που σπάει με βία το έμμετρό του παρελθόν... ...Η εποχή μύριζε θειάφι, παντού κυκλοφορούσε χρήμα Και από τα κάμπριο που δονούνταν, βρεγμένα ανέμιζαν μαλλιά... Φοιβοσ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ


ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

Στη Χριστίνα

Στο Άγιο Όρος τρελαθήκαμε από την πείνα. Ύστερα από

λίγο συνηθίζεις, μα στην αρχή σου φαίνεται αδιανόητο. Καθώς ανηφορίζαμε απ’ το κελί του αγιογράφου προς τον Άγιο Παύλο, μαζί με το Χρήστο, ένα θηριώδη χωριανό μου, που ’χε κάνει ένα φεγγάρι στην Αθωνιάδα, μες στη ζέση, στο ανηφορικό μονοπάτι με τα χαλίκια θέλαμε κάτι να φάμε. Όμως ο αρχοντάρης του μοναστηριού μάς είπε ότι τη Μεγάλη Παρασκευή το κελάρι παρέμενε κλειστό. Μόνο ύστερα από πολλές παρακλήσεις μας έδωσε ένα κομμάτι ψωμί κι ένα λουκούμι. Στην Αγία Άννα, το βράδυ της Ανάστασης, η ακολουθία ήταν ατέλειωτη. Κι όταν πήγαμε να κοιμηθούμε στον ξενώνα ένας καλόγερος βροντούσε την πόρτα για να ξυπνήσουν οι επισκέπτες και να παρακολουθήσουν την αγρυπνία. Μισοκοιμισμένοι στο στασίδι κοιτούσαμε τις αγιογραφίες στους τοίχους με τους σαράντα μάρτυρες να βασανίζονται γυμνοί μες στο παγωμένο νερό. Δοκιμάσαμε να γυρίσουμε στη μικρή Αγία Άννα, όπου 


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΠΥΡΑΚΗΣ

είχαμε καταλύσει, μήπως κοιμηθούμε εκεί, αλλά έπρεπε να περάσουμε από κείνο το στενό που έλεγαν ότι οι διάβολοι κατρακυλούν πέτρες. Τη μέρα το σημείο ήταν καταπληκτικό με τη θάλασσα του Αιγαίου να αστράφτει από κάτω και τη Λήμνο, το νησί του Αιόλου, να αχνοφαίνεται στο βάθος. Όμως τη νύχτα, μες στο πλήρες σκοτάδι και τα τσακάλια να ουρλιάζουν ήταν διαφορετικά. Φτάσαμε επιτέλους στη μικρή Αγία Άννα, αλλά ήταν κλειδωμένα κι έπρεπε να γυρίσουμε πίσω, περνώντας ξανά από κείνο το μέρος με τα δαιμόνια. Την προηγούμενη μέρα που είχαμε επισκεφτεί τις Καρυές, ο Χρήστος μου είχε πει πως η Πορταΐτισσα εγκλωβίζει τους άπιστους στο Όρος. Σκέφτηκα ότι ήμουν καταδικασμένος με τόσες αμαρτωλές σκέψεις που έκανα εκεί πέρα. Τελικά, κοιμηθήκαμε το ξημέρωμα σ’ εκείνο το κελί του καλόγερου με τη θάλασσα να βρυχάται από κάτω μας. Όταν θα φεύγαμε έπρεπε να πάρουμε εκείνο το σαραβαλιασμένο, αρχαίο λεωφορείο με τις ασήκωτες πόρτες να διασχίσουμε δρόμους με τεράστιες λακκούβες ανάμεσα στην οργιώδη ανοιξιάτικη βλάστηση. Όταν φτάσαμε στην Ουρανούπολη το πρώτο που πρόσεξα ήταν η εισπράκτορας. Είχα ξεχάσει τη θηλυκή παρουσία ύστερα από τόσες μέρες στον παράξενο κόσμο του Όρους. Όλα αυτά μου έρχονταν στο νου καθώς περνούσαμε με το καραβάκι κάτω από τα μοναστήρια με τη Χ. παραμονές ενός άλλου Πάσχα. Πέρα μακριά υψωνόταν η Μονή Διονυσίου και η Μονή Γρηγορίου και βέβαια, η κάθετη Σιμωνόπετρα με τα τρομακτικά μπαλκόνια. Με τη Χ. είχε στρώσει η σχέση μας –αυτή άλλωστε ήταν η καλύτερή μας 10


ΤΟ ΦΙΛΙ

περίοδος– ύστερα από πολλά σκαμπανεβάσματα. Την είχα γνωρίσει όταν παίζαμε μαζί στο αλλόκοτο έργο «Η δολοφονία του Μαρά». Τότε είχε σπάσει και τον αστράγαλό της και είχα βρει εκείνο το σημείωμα καρφωμένο στην πόρτα απ’ τον πατέρα της ότι βρισκόταν στο «Ιπποκράτειο». Μέναμε σ’ ένα περίεργο διαμέρισμα στην οδό Θάλειας με τα ατέλειωτα σκαλιά. Είχα μάθει να ξυπνώ τα χαράματα μαζί της για να τη συνοδεύω ως το αυτοκίνητο. Χρειαζόταν τρία τέταρτα τουλάχιστον για να ξυπνήσει τα παγωμένα πρωινά κι έπειτα εγώ συνέχιζα τον ύπνο μου. Είχαμε οργώσει τη μισή Ελλάδα, μιας και η δουλειά της απαιτούσε συνεχείς μετακινήσεις. Είχαμε πάει στη Λαμία με το άγαλμα του Βελουχιώτη, όπου ένιωθες την ανάσα τής Αθήνας. Στο Βόλο σε κάποιο βρόμικο ξενοδοχείο με μυθικό όνομα. Στο Πήλιο με τους ντόπιους να πουλούν κατακόκκινες καμέλιες ανάμεσα σε νερά και έξοχους βράχους. Στις Πρέσπες σ’ εκείνο το τοπίο στον πάτο της γης. Κι ύστερα τα Σαββατοκύριακα, που ζητούσα να φεύγω γιατί το μυαλό μου δε λειτουργούσε και πηγαίναμε στον Όλυμπο, σ’ εκείνο το καταφύγιο με τον Άθω απέναντι και το Θερμαϊκό και τη Θεσσαλονίκη αντίκρυ και το κάστρο του Πλαταμώνα δεξιά κατά τη Θεσσαλία. Κι άλλοτε πηγαίναμε στην Καβάλα περνώντας απ’ τη δυτική πλευρά του χιονισμένου Παγγαίου, περνώντας από τις Πόρτες εκεί που ανάβλυζαν νερό οι πηγές, τις χρονιές που είχε βροχές και χιόνια. Κι ήταν και οι λίμνες στην επιστροφή με τις γάτες να λιάζονται στο χειμωνιάτικο ήλιο δίπλα στις καλαμιές. Στη Χαλκιδική πηγαίναμε στον Άγιο Πρόδρομο 11


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΠΥΡΑΚΗΣ

και στο Πόρτο Κουφό, ακούγοντας στο CD, με τη θάλασσα στον ορίζοντα, εκείνο το τραγούδι:

…lying on your side with your arms between your thighs…. Συχνά έχανε τον προσανατολισμό της –το ’χω προσέξει στις περισσότερες γυναίκες– κι έπρεπε να ’χω το νου μου. Τα βράδια πάντως οδηγούσε καλά και χαλάρωνα λίγο ώσπου τρακάραμε σε κάποια στροφή στην Καστανιά κι ήρθε να μας μαζέψει το ασθενοφόρο. Φυσικά αρνήθηκα να πάω στο κρύο νοσοκομείο κι ο τραυματιοφορέας απηυδισμένος μ’ έβαλε να υπογράψω και μ’ άφησε σμπαραλιασμένο μες στη βροχή. Στο Σέλι είδαμε το τοπίο που θύμιζε Μπρέγκελ και σε μια Μονή πάνω απ’ τον Αλιάκμονα ο πατέρας της μου διηγήθηκε την απίστευτη ιστορία της επιστράτευσής του ’74. Είχε φύγει μ’ ένα φορτηγό για την Αθήνα και η γυναίκα του έκλαιγε με τη Χ. μικρό παιδί κι έπρεπε να διασχίσουν τη χώρα με χιλιάδες άλλους που κατέβαιναν στην Αθήνα πάνω στις στέγες τρένων και φορτηγών. Στο Μεγάλο Πεύκο η κατάσταση θύμιζε κόλαση όλη τη νύχτα στο τεράστιο γήπεδο όπου επικρατούσε χάος και πανικός. Τελικά, τον έστειλαν στο Άργος Ορεστικό κι αποκεί τον απέλυσαν. Με τη Χ. μετακόμισα σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στη Μαρτίου με τα καναρίνια στο μπαλκόνι να ξελαρυγγιάζονται την άνοιξη. Το απόγευμα το περνούσα με τον παππού μου κι όταν βράδιαζε κι έπεφτε για ύπνο έτρεχα την Αγίας Σοφίας να προλάβω το «72», το λεωφορείο της 12


ΤΟ ΦΙΛΙ

Μηχανιώνας, που διέσχιζε σαν σφαίρα την Εγνατία. Το πρωί ξυπνούσα μες στο άγχος κι έτρεχα να προλάβω το «31» που αργούσε να στρίψει βασανιστικά απ’ τη στροφή τής Βούλγαρη. Είχε στρώσει, λοιπόν, η ζωή μου με τη Χ. – που να ήξερα ό,τι με περίμενε– και κείνο το Πάσχα αποφάσισα να ψάλλω μαζί με το Νίκο, έναν πενηντάρη με μια βαθιά ρυτίδα σαν χαρακιά ανάμεσα στα φρύδια. Θα πηγαίναμε σε μια περίεργη εκκλησία, ψηλά πάνω στο Ρετζίκι, χτισμένη στο βράχο με θέα κάτω στο βάθος τον κάμπο τού Κιλκίς και το Μπέλες. Τις πρώτες μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας τα πράγματα ήταν σχετικά εύκολα με το «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται», αλλά από τη Μεγάλη Τετάρτη το βράδυ οι φωνές μας άρχισαν να γίνονται βραχνές. Τη Μεγάλη Πέμπτη, με τα ατέλειωτα Ευαγγέλια και τους Αποστόλους, όλοι οι ψάλτες αρχίσαμε να νιώθουμε την κούραση. Ήταν και κείνοι οι τρομεροί στίχοι «εν ύδασι την γην κρεμάσας». Και κείνο το «ψευδή πορφύρα περιβάλλεται ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις». Κι ακόμη τα λόγια του Ευαγγελίου «και γευσάμενος ουκ ήθελε πιείν». Κι εγώ ήθελα να διώξω τη γεύση της ζωής απ’ τα χείλη μου τότε. Και πάνω απ’ όλα βέβαια η ισοπεδωτική κατακλείδα «ίνα συντρίψω αυτούς ως σκεύη κεραμέως». Υπήρχε ένας ψάλτης ο Βαγγέλης που είχε μαθητεύσει κοντά στον Καραμάνη, έναν πασίγνωστο παλιό δάσκαλο της Θεσσαλονίκης κι έψελνε με κείνα τα μαγικά βυζαντινά γυρίσματα και τις καταλήξεις. Ο παπάς έβγαλε τον Εσταυρωμένο και χτύπησε με το σφυράκι τρεις φορές το σταυρό πριν κρεμάσει τη φορητή 13


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΠΥΡΑΚΗΣ

εικόνα. Και τότε από το βάθος της εκκλησίας, όπως έκλαιγαν οι γυναίκες, ακούστηκε μια φωνή: «Αφήστε τον, μην τον βασανίζετε». Γυρίσαμε κατά κείνη τη μεριά και είδαμε κάτω από την επιβλητική αγιογραφία με τους Άγγελους της Αποκάλυψης να καλπάζουν πάνω απ’ τα ανθρώπινα σώματα φυσώντας τις σάλπιγγες, μια ξανθιά αδύνατη κοπέλα να σωριάζεται λιπόθυμη. Ήταν επιληπτική κι έγειρε στο πάτωμα με το στόμα στραβωμένο και το σώμα παράλυτο. Ο παπάς έτρεξε με τη λόγχη που κόβει το αντίδωρο και την άγγιξε στο στόμα λέγοντας προσευχές. Ύστερα από λίγο η κοπέλα σάλεψε και σιγά σιγά σηκώθηκε μα όλοι είχαμε ταραχτεί από το συμβάν. Έφυγα νωρίς εκείνο το βράδυ γιατί την επομένη έπρεπε να πάμε στην τράπεζα με τον παππού μου για να βάλει κάποια χρήματα στο λογαριασμό μου κι ύστερα στο δικηγόρο για τη διαθήκη του. Πήγαμε πρωί πρωί και η υπάλληλος πίσω απ’ το ταμείο με κοίταξε χαμογελώντας και κρατώντας το βιβλιάριο, ενώ ο παππούς μου ακολουθούσε ζαλισμένος κι ανυπόμονος, με ρώτησε: «Όλο το ποσό;». «Όχι» είπα «μόνο ένα μέρος». Στο δικηγόρο ήταν συγκεντρωμένο όλο το σόι. Αποφασίσαμε να μη γράψουμε τίποτα στο Θ. που δεν ήταν στα καλά του. Ο παππούς μου το κατάλαβε και ρώτησε απορημένος και κάπως χαμένος. «Γιατί αποκλείσαμε εντελώς το Θ.;». Τον πήγα ύστερα στα «McDonald’s» που ήταν κοντά κι όπως συνήθιζε, έφαγε το μπιφτέκι κι άφησε το ψωμί. Όταν πήγαμε να πάρουμε το λεωφορείο ήταν γεμάτο από κόσμο 14


ΤΟ ΦΙΛΙ

ως τις πόρτες, όμως ο παππούς μου ��πέμενε ν’ ανέβει όπως έκανε παλιά. Προσπάθησα να τον τραβήξω, μα κάρφωσε τα χέρια του στο χερούλι της πόρτας. Απελπισμένος προσπάθησα να τα ξεκολλήσω όταν το λεωφορείο ξεκίνησε απότομα…

15


…Είχαμε πάει στη Λαμία με το άγαλμα του Βελουχιώτη, όπου ένιωθες την ανάσα τής Αθήνας. Στο Βόλο σε κάποιο βρόμικο ξενοΠΑΓΓΑΙΟ δοχείο με μυθικό όνομα. Στο Πήλιο με τους ντόπιους να πουλούν κατακόκκινες καμέλιες ανάμεσα σε νερά και έξοχους βράχους. Στις Πρέσπες σ’ εκείνο το τοπίο στον πάτο της γης.

Κι ύστερα τα Σαββατοκύριακα, που ζητούσα να φεύγω γιατί το Γεράματα μυαλό μου δε λειτουργούσε και πηγαίναμε στον Όλυμπο, σ’ εκείνο το καταφύγιο με τον Άθω απέναντι και το Θερμαϊκό και τη Δήμητρας,αντίκρυ ο λεγόμενος φονιάς», αφού είδε δεξιά ότι η κατά μάΘεσσαλονίκη και το «ο κάστρο του Πλαταμώνα να δεν μπορούσε να ζήσει άλλο μόνη της, τη φόρτωσε τη του Θεσσαλία.

Ο

στο τρακτέρ ένα βράδυ και την πήρε σπίτι του. Υπήρχε μια Κι άλλοτε πηγαίναμε στην Καβάλα περνώντας απ’ τη δυτική αποθήκη με χιονισμένου στέγη από αμίαντο, δίπλα στο φούρνο και εκεί πλευρά του Παγγαίου, περνώντας από τις Πόρτες την εκείεγκατέστησε. που ανάβλυζαν νερό οι πηγές, τις χρονιές που είχε βροχές καιΗχιόνια. Κι ήταν και οι λίμνες μεγριά τις γάτες να Χαρίκλεια Κουνέλη ήτανστην μιαεπιστροφή ξερακιανή γύρω λιάζονται στο χειμωνιάτικο ήλιο δίπλα στις καλαμιές. ΣτητσεΧαλστα ογδόντα, με σακουλιασμένο πρόσωπο και μαύρο κιδική Νεότερη πηγαίναμεείχε στονκαμπούρα, Άγιο Πρόδρομο Πόρτο Κουφό, μπέρι. αλλάκαι με στο τα χρόνια η καακούγοντας στο CD, με τη θάλασσα στον ορίζοντα, εκείνο το τραμπούρα έγειρε και στο τέλος περπατούσε διπλωμένη στα γούδι... δύο. Φορούσε μαύρα από τότε που πέθανε ο γιος της ο Βασιλάκης στα δεκαοκτώ του. Είχε πάει να τρυγήσει καλαμπόκι και γύρισε το βράδυ σπίτι κίτρινος και χλωμός. Πέταξε μια στοίβα καζάλια στο στάβλο κι έπεσε στο κρεβάτι. Όταν τον είδε ο γιατρός, τους είπε να τρώει και να ξεκουράζεται. Εμπιστευτικά όμως είπε στην κυρα-Χαρίκλεια να τον πάνε στο νοσοκομείο της Δράμας, αν ήθελαν να ζήσει. Έτσι με το αυτοκίνητο πήγαν στο νοσοκομείο. Ο διευθυντής ήταν χωριανός και με ένα μάτσο χιλιάρικα 16


Απόστολος Σπυράκης - Το φιλί - Εκδόσεις Ιωλκός