Page 1

Γεώργιος Σκούρτης

Σκέψεις Ποίηση


ΣΚΕΨΕΙΣ Γεώργιος Σκούρτης Διορθώσεις: Χαρά Μακρίδη Σελιδοποίηση: Ζωή Ιωακειμίδου Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης Εικόνες βιβλίου-εξωφύλλου: Μαρίνα Στελλάτου Μακέτα εξωφύλλου: Γιώργος Ανδρέου © Copyright: Γεώργιος Σκούρτης © Copyright Έκδοσης: Εκδόσεις Ιωλκός - Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης, 2011 Μάιος 2011 Α΄ Έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΩΛΚΟΣ • Ανδρέου Μεταξά 12 & Ζ. Πηγής, Αθήνα 106 81 Τηλ.: 210-3304111, 210-3618684 Fax: 210-3304211 E-mail: iolkos@otenet.gr

www.iolcos.gr ISBN 978-960-426-620-3


ΣΚΕΨΕΙΣ


ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ

Σ ΚΕΨΕΙΣ

Ποίηση

ΙΩΛΚΟΣ


Στη μούσα της τραγωδίας


Α΄


ΣΚΕΨΕΙΣ Οι σκέψεις μου με πνίγουν σαν τις λερναίες Ύδρες. Προσπαθώ σαν νέος Ηρακλής να απαλλαγώ από δαύτες, αγωνίζομαι στις Λέρνες του νου με περισσή ανδρεία, μα όσα κεφάλια και να κόψω, με όσο μίσος κι αν χτυπώ εκείνες συνεχίζουν να αναδύονται από πηγή αστέρευτη. Δύο, τέσσερις, οκτώ… μια πρόοδος που με οδηγεί στο χαλάκι της τρέλας. Και στη βάση κάθε σκέψης; Ένα συνονθύλευμα αξιωμάτων, το φύσημα του αέρα, πετραδάκια στο γιαλό, που αγωνίζονται να γίνουν βράχος· ένας πύργος δίχως έρεισμα που κλυδωνίζεται επικίνδυνα, έτοιμος να καταρρεύσει με το παραμικρό άγγιγμα μιας καινούργιας ιδέας, ένα τίποτα! Οι σκέψεις μου με πνίγουν σαν τις λερναίες Ύδρες. Ύδρες δυνατές· με ακονισμένα δόντια, που κατασπαράζουν αισθήσεις και συγκινήσεις, με μακριές γλώσσες, που τσακίζουν και τα πιο χοντρά κόκαλα, με ανάσες από φωτιά και στάχτη, ικανές να αφανίσουν κόσμους ολάκερους. Ύδρες αθάνατες, ιππεύοντάς τες έφτασα στα πέρατα του κόσμου, στο χείλος της αβύσσου. Μα ποιος μπορεί να τις δαμάσει; Μήπως ο χρόνος ο πανδαμάτωρ, που στα πόδια του υποκλίνονται ανθρώποι και θεοί; Αυτή η στυγνή κλεψύδρα με κόκκους από μάρμαρο, που καταπλακώνει ανθρώπους, καταστάσεις, βασίλεια θαυμαστά με το βάρος των αιώνων και τα παρασέρνει ανηλεώς ως το πηγάδι της λησμονιάς; Μεγαλώνω! Νιώθω το χρόνο να περνά από πάνω μου σαν στρατιά βανδάλων. Αφήνει σημάδια ανεξίτηλα στο σώμα και το πνεύμα, χαρακιές από πέταλα και σπαθιά ατιμασμένα. Σκέψεις μου αέναες, σκέψεις μου αιώνιες. Οι σκέψεις μου με πνίγουν σαν τις λερναίες Ύδρες. Μα εγώ σε τι έφταιξα; Γιατί με κατατρέχουν όλοι αυτοί οι δαίμονες; Γιατί προκάλεσα την ύβρη, γιατί απάντησα τη νέμεση με τα τέρατα; Μα φυσικά επειδή είμαι ο δημιουργός τους! Δεν είναι αλήθεια, δεν επινόησα εγώ τίποτα, δεν είμαι υπεύθυνος γι’ αυτά που σκέφτηκα, δεν είμαι ο συγγραφέας αυτών που γράφτηκαν. 


Και αυτά; Αυτά υπήρχαν ανέκαθεν σαν τέρατα, που ξεπηδούν από τα πιο σκοτεινά μύχια του μυαλού και αφήνουν τα αποτυπώματά τους στο χαρτί. Περίμεναν υπομονετικά, σχεδόν καρτερικά κάποιον, με μια πένα και λίγο μελάνι, να στάξει λίγες σταγόνες πάνω σε αυτά που προϋπήρχαν και να τα φανερώσει. Περίμεναν ένα θύμα, ένα ανδρείκελο, μια μαριονέτα μπλεγμένη στα νήματα της μοίρας να τους δώσει ζωή, να τα ελευθερώσει στην ύπαρξη. Και ύστερα; Ύστερα προσκολλήθηκαν επάνω του σαν βδέλλες τού μυαλού, που τρέφονται από το είναι του ως τη λήθη. Οι σκέψεις μου με πνίγουν σαν τις λερναίες Ύδρες.

10


ΠΡΩΙΝΟΙ ΑΣΤΟΙ Ο γκρι στρατός προελαύνει στις έξι· βαριές μπάλες στους καρπούς τους δείχνουν την ώρα, τους δείχνουν το δρόμο. Η ανατολή τούς ψιθυρίζει μια αρχή, μια νέα αρχή κάθε πρωί πάντα ξυπνούσαν το πρωί· πάντα ξυπνούσαν σε μια δύση. Τα μετάλλια τους δόθηκαν απλόχερα έγραφαν το όνομά τους, έγραφαν τα όνειρά τους και τους έκρυβαν τον ήλιο. Η πόλη κατοπτρίζεται στις γραβάτες, σφιχτές γραβάτες, σκληρές γραβάτες, θηλιές που τους δένουν – τη ζωή. Οι τερμίτες δεν έχουν φτερά ποτέ δεν είχαν· μόνο κοιλιές, άδειες κοιλιές και δυνατά πόδια. Μερικές φορές βλέπουν το φως... Μια φιλική χειραψία ανοίγει το παράθυρο στο περιβόλι. Μια αγνή καλημέρα ξεκλειδώνει το δάσος με τις παπαρούνες. Ένα αυθόρμητο σφιχταγκάλιασμα φιλοτεχνεί το δεκανίκι της ημέρας. Οι τερμίτες πεθαίνουν στο φως... Πόσο ωραία είναι το πρωί! Γι’ αυτούς που δε φορούν γραβάτες, γι’ αυτούς που δεν κατατάχθηκαν, γι’ αυτούς που ξυπνούν μεσημέρι. 11


ΧΡΟΝΙΚΟ Δημοκρατία είναι μερικές καραμέλες που τους έδινε η γιαγιά πριν πέσουν για ύπνο, σημάδεψε τα παιδικά τους χρόνια, αλλά λίγοι θυμούνται πια τη γεύση της. Οι δρόμοι καλύφθηκαν με μετάξι, μερικά παλαιά υποδήματα υποδήλωναν ότι κάποτε πέρασαν άνθρωποι αποκεί, μερικά σπασμένα ματογυάλια υποδήλωναν ότι κάποτε κάποιοι τους είδαν. Οι δρόμοι καλύφθηκαν με μετάξι, καθώς οι αγώνες τους κατακάθισαν στην άσφαλτο. Στην Άσφαλτο… Λίγο πιο κάτω μια τσαλακωμένη προκήρυξη μπήκε στο μουσείο σαν τα ανδράγρια μιας άλλης εποχής, η σιωπή πίσω από πλαστικές ασπίδες πετούσε χαρταετό, οι κάδοι έβγαζαν ακόμα καπνούς όπως τότε στην πλατεία του χωριού σημάδι ότι η γιορτή τελείωνε μόνο τα οδοφράγματα έμοιαζαν με πανδοχεία μες στην καταιγίδα τους. Οι χειροπέδες ήταν παγκάκια που πάνω τους σκάλιζαν μυστικά ανέμισαν το πανό και οι λέξεις τινάχτηκαν επάνω τους σαν σκόνη και οι κολόνες… Στις κολόνες προσκύνησαν τα όνειρά τους και κοινώνησαν δακρυγόνα.

12


ΣΙΩΠΗ Μες στους εκκωφαντικούς ήχους της πόλης λυτρώθηκα. Τα σμήνη του θορύβου με φυγάδεψαν από την αβάσταχτη σιωπή. Σιωπή αμείλικτη – θλιβερός καθρέφτης που κατοπτρίζει όλο μου το είναι. Σιωπή αληθοφόρα – βουβή κατάρα που ξεμπροστιάζει όλα μου τα πρόσωπα. Μια από μηχανής ηχοβολή έκρυψε με ζήλο τη μαύρη μου ψυχή. Μες στους εκκωφαντικούς ήχους της πόλης λυτρώθηκα.

13


ΡΕΚΒΙΕΜ (ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚH ΒΙΒΛΙΟΘHΚΗ)

Κοράκια... Άπληστα φτερά που άγγιξαν τα σύννεφα και ξέβαψαν στα μάρμαρα και σκάλισαν τ’ όνομά τους. Τα μαβιά πούπουλα μήνυσαν το αύριο. Τα μαβιά πούπουλα αποχαιρέτησαν το αύριο. Και ο χειμώνας έφεξε. Σκάστε! Τα κρίνα δε φυτρώνουν στα μάρμαρα. Τα μάρμαρα δε φυτρώνουν στον κήπο. Ο κήπος με τις πασχαλιές σφάλισε, τις νύχτες βγαίνουν από τις χαραμάδες και χαμογελούν και χαμογελούν... Χάμω στα άχυρα γνέθουν τις πρώτες τους λέξεις δυο συλλαβές το πολύ και μερικά γελάκια. – Γέλασε κανείς; Βγάλτε το σκασμό! Βρομάτε. Αυτό το άρωμα κιτρινισμένου χαρτιού και παλαιάς μελάνης. Βρομάτε. Έχετε πεθάνει. Βρομάτε. Δε θα δείτε ποτέ σας τον ήλιο. Δε θα δείτε ποτέ σας τον ήλιο. Γιατί κοιμάστε σε χρυσόδετα βιβλία. Γιατί αναπαύεστε σε ρωμαϊκούς χαρακτήρες. – Άργησα πάλι στη δουλειά. Άθλιοι πού ήσασταν τόσο καιρό; Τι κι αν χάσαμε τον Αντώνιο. Τι κι αν θάψαμε το Σαρπηδόνα.

14


— Είχε κίνηση σήμερα το ξέρετε; Οι βάρβαροι έχουν κολλήσει στην κίνηση. Στη βιβλιοθήκη... στο μουσείο... στην πυρά! Μαρμάρινος να ’ναι ο τάφος σας! Μας αφήσατε. Σας ξεχάσαμε. Φεύγω τώρα.

15


ΠΟΛΕΜΟΣ Τεμαχίζονται οι άγγελοι στα πριόνια. Στραπατσάρονται τα μέλη στο σατίρι. Στροβιλίζεται το αίμα στο σαντράνζι. Κουλουριάζονται οι μανάδες στο υπόγειο, κατοπτρίζονται στο αίμα τα όνειρά τους, τα αισθήματα που είχαν θάφτηκαν και τα παιδιά τους κείτονταν νεκρά. Κουλουριάζονται οι μανάδες, κατοπτρίζονται στο αίμα τα αισθήματα που είχαν και τα παιδιά τους κείτονταν. Τεμαχίζονται οι άγγελοι στα πριόνια. Στραπατσάρονται τα μέλη στο σατίρι. Στροβιλίζεται το αίμα στο σαντράνζι. Στο υπόγειο τα όνειρά τους θάφτηκαν νεκρά.

16


ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ Είμαι ακόμα ελεύθερος... Όταν καθισμένος στην άκρη ενός πεζόδρομου μπορώ να γνωριστώ με τα σκυλιά που συμμερίζονται τους φόβους μου όπως οι λόγιοι που κατανοούν τα πάθη αυτού του κόσμου και σιωπούν. Ένα σκυλί απλώνει το βλέμμα του στη γη και αποκαλεί τον ήλιο, τη βροχή, πατρίδα.

17


ΦΩΤΙΑ Στις μαυρισμένες σκάλες μνησίκακα μας χαιρετούν πικρολαλούντα λιόκρινα στερνοφιλώντας τ’ αύριο.

Η φωτιά φανέρωσε τα σπλάχνα μας.

Στου κόσμου τ’ απόνερα πρωτανθισμένα κλώνια αναφιλούν μ’ ανθόνερα μοιρολογούν με βάγια.

Στάχτες, οι αλυσίδες που μας πλάκωσαν.

Γονυπετείς πλανήθηκαν στου κόσμου το ταμάχι γρικώντας το ανάθεμα ψυχορραγούντων χρόνων.

Και προσκυνήσαμε στα κάρβουνα.

18


ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ Στυμφαλίδες τα αμάξια που πετούν στα γκρίζα μονοπάτια σ’ οδηγούν η ανάσα τους φαρμάκι σε ’πνιξε ατσαλένιο το ράμφος σε ’κοψε. Στα σπλάχνα τους λιώνουν άτομα μαραμένοι καρποί δίχως άρωμα σαν τα φύλλα του Μάρτη έπεσαν οι ελπίδες που είχες κι έσπασαν. Οι νησίδες στη μέση όαση απ’ τη σκέψη του Δάντη, κόλαση στα δάση που ανδρώθηκες, ορθώθηκαν τσιμεντένιες πουτάνες, που σου δόθηκαν.

19


Σκέψεις - Γεώργιος Σκούρτης - Εκδόσεις Ιωλκός  

Η ποιητική συλλογή «Σκέψεις» (εκδόσεις Ιωλκός, 2011) του Γεώργιου Σκούρτη, αποτελεί την πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα. Χωρίζεται...

Σκέψεις - Γεώργιος Σκούρτης - Εκδόσεις Ιωλκός  

Η ποιητική συλλογή «Σκέψεις» (εκδόσεις Ιωλκός, 2011) του Γεώργιου Σκούρτη, αποτελεί την πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα. Χωρίζεται...

Advertisement