Issuu on Google+

!     

   




ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΠΡΩΤΟΙ Αριστοτέλης Νικόλαος Ραψομανίκης Διορθώσεις: Χαρά Μακρίδη Σελιδοποίηση: Ζωή Ιωακειμίδου Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης Σχεδιασμός εξωφύλλου: Γιώργος Ανδρέου © Copyright: Αριστοτέλης Νικόλαος Ραψομανίκης © Copyright Έκδοσης: Εκδόσεις Ιωλκός - Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης, 2011 Ιούνιος 2011 Α΄ Έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΩΛΚΟΣ • Ανδρέου Μεταξά 12 & Ζ. Πηγής, Αθήνα 106 81 Τηλ.: 210-3304111, 210-3618684 Fax: 210-3304211 E-mail: iolkos@otenet.gr

www.iolcos.gr ISBN 978-960-426-625-8


ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΠΡΩΤΟΙ


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΡΑΨΟΜΑΝΙΚΗΣ

ΟΙ

Π ΡΩΤΟΙ Π ΡΩΤΟΙ

Ποίηση

ΙΩΛΚΟΣ


Στη γυναίκα, πηγή έμπνευσης, αγάπης, έρωτα

Στην ελληνική νεολαία που περνά δύσκολες μέρες


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

«Πρώτοι» είναι οι μοναδικοί εκείνοι φυσικοί αριθμοί που έχουν την ιδιότητα να διαιρούνται ακριβώς, με τον εαυτό τους και τη μονάδα. Αν κανείς τους παρατηρήσει θα διαπιστώσει πως δεν εμφανίζουν ιδιαίτερες συσχετίσεις, παρ’ όλα αυτά ανήκουν όλοι τους στην ίδια ομάδα. Έχοντας αυτά κατά νου, ο ποιητής προτίμησε να δώσει στα ποιήματά του ονομασίες των πρώτων αριθμών –εκτός από ένα που είναι αφιερωμένο στη μνήμη τού αγαπημένου του παππού– που συναντά κάποιος όταν γράφει τους φυσικούς αριθμούς. Αυτό γίνεται για να προσδώσει σε καθένα την ιδιαιτερότητα που του αξίζει, αλλά και για να δείξει ότι, παρόλο που κάποιος μπορεί να μη βρει εκ πρώτης όψης συσχετίσεις μεταξύ τους, τα ποιήματα αυτά ανήκουν στην ίδια ομάδα, αφού μιλούν για πράγματα σύγχρονα που επηρεάζουν την καθημερινότητα και τη ζωή μας. Ο ίδιος ο ποιητής μπορεί να «διαιρέσει» το νόημα του κάθε ποιήματος, αφού είναι δημιούργημά του, όμως ο αναγνώστης σαν μονάδα μπορεί να βρει στη «διαίρεση» που θα κάνει το δικό του νόημα, τη δική του αλήθεια, τη δική του καθημερινότητα και έτσι να βοηθηθεί έστω και λίγο.




2 Καθώς το χρώμα το χρώμα παλεύει η ζωή σε λίθο ιστορία λαξεύει. Μια ιστορία που το λευκό μάς την έγραψε και στις ψυχές των ανθρώπων το μίσος θέριεψε. Το χρώμα το κόκκινο που έγινε αίμα γιατί οι θεοί σας είμαστε, πιστέψτε στο ψέμα. Το χρώμα του ίκτερου θέλω απ’ τη γη σου τα χρυσοπράσινα δάση κι ας χαθεί η φυλή σου. Το ξανθό το άριο τον κόσμο σαρώνει κι οι νεκροί χιλιάδες στο σκουριασμένο καμιόνι. Το ερυθρό το χρώμα τη γη μας πλημμύρισε η μητέρα περίμενε, μα ο γιος της δε γύρισε. Κίτρινε, σου στέλνω πίσω το αγκάθι χαρίζοντάς σου τα δυο λευκά μου άνθη. Ο γιος κι η μάνα μαζί θα στα φέρουν το χρώμα το άλικο στη δύση το ξέρουν. Τη μαύρη την ήπειρο, το άσπρο ερήμωσε και του παιδιού το σώμα το μαύρο ξεγύμνωσε. Με μια πρησμένη κοιλιά στους πόνους σφαδάζει, αφού δεν το νιώθετε γιατί να σας νοιάζει; Από τα μαύρα τα έθνη, το νερό το μαύρο θα πάρω, μα τότε το μαύρο μού στέλνει το χάρο. Που τα δυο αδέρφια, μαζί μου σκοτώνει με δυο λευκά περιστέρια κι ο κόσμος παγώνει.

11


Τώρα το γκρι τη ζωή χρωματίζει καθώς των χρωμάτων το φως στο χρόνο ξεφτίζει. Ένα το χρώμα στον καμβά το σφαιρικό το γκρι σε υποτάσσει στον πράσινο θεό. Μόνο αυτόν θα προσκυνάς θα σκέφτεσαι, θα τον τιμάς και άμα σ’ αυτόν δε γονατίσεις πραγματικό θεό θα πας να συναντήσεις. Μα χρώμα θα ’ρθει φωτεινό να λάμψει ξανά στον ουρανό, χρώμα πολύχρωμο θα μείνει χρώμα που θα σημάνει την ειρήνη.

12


3 Υπάρχουν μέρες που στο σκοτάδι βυθίζομαι. Δίχως να ξέρω το γιατί, το πώς, το πότε έτσι σαν από του σύμπαντος τα πέρατα εκεί που ανθρώπου νους δε φτάνει να έρχεται πέπλο σκοτεινό, ζοφερό μεταφέροντας μαζί του, όλη την πίκρα· την πίκρα και τα βάσανα του δρόμου αυτού. Σαν να το στέλνουν οι Ερινύες, οι γεννημένες από το αίμα του ουρανού. Ίσως να ξέρω το γιατί. Για να πληρώσω για το χαμό των συντρόφων, μελών του πληρώματος της ζωής. Που έτσι απερίσκεπτα άφησα να χαθούν λησμονώντας να προστατέψω τα αυτιά τους από τους ήχους των σειρήνων. Παρά τους έστειλα έρμαια στα αδηφάγα τέρατα να ξεσκίσουν τις σάρκες τους. Όχι από ανάγκη για τροφή κι επιβίωση, παρά μονάχα για αίμα, αίμα και σάρκα, καθώς πλησιάζαμε στο ομιχλώδες νησί τους. Ποτέ μου δε στάθηκα άξιος οδηγός και έτσι, έχασα ό,τι πιο πολύτιμο είχα το πλήρωμά μου, γι’ αυτό και υποφέρω.

13


5 Mες στου ονείρου τα λιβάδια, εγώ κι η ελπίδα συμφωνούμε να τρέξουμε κι όποιος κερδίσει. Αποκεί που η αγγελική, η όμορφη με χάρη ορθώνεται μέχρι την επιβλητική πύλη. Αυτήν την πέτρινη πύλη, στολισμένη με γιασεμί. Που η μυρωδιά του, η σαν να τη δημιούργησε η ίδια η Γη για κάποιο ξεχωριστό λόγο, για ειδική περίσταση όπως λέγεται, τυλίγει τα σοκάκια της όμορφης Ύδρας. O ήλιος έδυσε. Και έτσι κινήσαμε. Πέτρα την πέτρα, στάχυ το στάχυ, συνέχεια στο ίδιο. Στήθος με στήθος. Και καθώς ταυτόχρονα την πύλη διαβήκαμε σαν ο κανόνας να μας είχε στοιχίσει. O ήλιος ανέτειλε. Τότε εκείνη στάθηκε κοιτώντας με ύφος μάνας, μάνας που το νεογνό στην αγκαλιά της κοιμίζει και μου αποκρίθηκε με δακρυσμένα τα γαλανά της μάτια: «Μην κυνηγάτε εσείς οι νέοι αυτό που στην ψυχή σας κατοικεί».

14


7 Θαρρώ στα τάρταρα οδεύουμε, μπορώ να το καταλάβω από τη μυρωδιά τού θανάτου. Μυρωδιά χιλιάδων νεκρών και σάπιων, από την αμαρτία κορμιών. Ο πόνος αντηχεί στα αυτιά μας, αυτά τα ουρλιαχτά δεν είναι τα δικά μας. Και τα δάκρυα των γυναικών ρέουν στις αβύσσους των κενών. Που όταν το χάος πλημμυρίζουν, η κατάρα θέλει να τα ξαναγεμίζουν. Ατέρμονοι κύκλοι τις ψυχές τους τυραννούν, σαν την Ιστορία που κάποιοι λησμονούν. Μα πεταμένη εκεί, σε μια γωνιά με ξεθωριασμένη μυρωδιά, στέκει η όμορφη ειρήνη. Τώρα, σκελετωμένη έχει μείνει, με φτερά σκισμένα, μα και καχεκτικά· ρίχνοντας μια δειλή ματιά. — Τι θες εσύ εδώ; ρωτώ. Ξεχασμένη περιμένω, μα την ώρα καρτερώ, που θα βαδίζω ξανά πάνω στη Γη των ανθρώπων ν’ απαλύνω και τη βαθύτερη πληγή. — Μα γιατί να βοηθήσεις θες ακόμα; Γιατί θάνατος δε θα βρει ποτέ, τούτο δω το σώμα. Θαρρώ απ’ τα τάρταρα τώρα πως βγαίνουμε.

15


11 Πολλές εικόνες, χιλιάδες εικόνες, εικόνες που ξεπηδούν απ’ την ψυχή. Μα το μάτι δεν τις βλέπει κι ούτε το μυαλό μπορεί να τις αντιληφθεί. Εικόνες, απερίγραπτες από ανθρώπου γλώσσα. Πέρα από κάθε λογική πολύχρωμες μα και γκρι, γκρι όπως η ζωή μας, γκρι όπως το χρώμα των κτιρίων, που από το καυσαέριο έχουν ποτίσει. Γκρι όπως τα συναισθήματά μας. Άχρωμα, ουδέτερα, με φόβο και φειδώ μην και μας πουν ρομαντικούς, οι άλλοι – ο κόσμος. Που φοβάται, τρέμει στην ιδέα του σ’ αγαπώ, του σε νοιάζομαι, σε θέλω, σε ποθώ. Σε αγαπώ και η ντροπή ξεχειλίζει σαν χείμαρρος. Βάλτε λοιπόν το χρώμα το αόρατο, το χρώμα το αληθινό, το λευκό και φωτεινό όπως το χρώμα του ήλιου. Την ψυχή μας να φωτίσει και να μας λυτρώσει απ’ τα δεσμά του φόβου. Μήπως και μάθουμε να λέμε σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ από αγάπη και φως δυνατό, πραγματικό σ’ αγαπώ.

16


Οι πρώτοι πρώτοι - Αριστοτέλης Νικόλαος Ραψομανίκης - Εκδόσεις Ιωλκός