Issuu on Google+

Νικόλαος Εμμ. Παπαοικονόμου

Ουρλιαχτό Ποίηση


ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ Νικόλαος Εμμ. Παπαοικονόμου Διορθώσεις: Χαρά Μακρίδη Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης Σελιδοποίηση: Ζωή Ιωακειμίδου Σχεδιασμός εξωφύλλου: Γιώργος Ανδρέου © Copyright: Νικόλαος Εμμ. Παπαοικονόμου © Copyright Έκδοσης: Εκδόσεις Ιωλκός - Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης, 2011 Ιούλιος 2011 Α΄ Έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΩΛΚΟΣ • Ανδρέου Μεταξά 12 & Ζ. Πηγής, Αθήνα 106 81 Τηλ.: 210-3304111, 210-3618684 Fax: 210-3304211 E-mail: iolkos@otenet.gr

www.iolcos.gr ISBN 978-960-426-630-2


ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΜΜ. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Ο ΥΡΛΙΑΧΤΟ

Ποίηση

ΙΩΛΚΟΣ


Στη μητέρα μου Ευρυδίκη


ΩΡΑ ΣΥΝΤΕΛΕΙΑΣ Ποιος ξέρει άραγε τι είναι η αγάπη; Είναι το δώρο του Θεού στους ανθρώπους Είναι το αντίδοτο στο δάγκωμα του θανάτου Είναι αυτό που αδειάζει τις φλέβες μου όταν σε βλέπω Είναι να μπήγεις τα νύχια της σκέψης σου στην καρδιά μου, αλλά να μην πονάω Είναι το χαμόγελό σου που αντικατοπτρίζεται στα μάτια μου χωρίς να ’σαι πια εκεί Είναι ύστατη ανιδιοτέλεια Όπου δε με νοιάζει πού βρίσκομαι Αν είμαι γυμνός ή ρακένδυτος Ζωντανός ή νεκρός Φτάνει που μ’ αγαπάς Φτάνει που με μισείς Φτάνει που ξυπνάω για σένα Φτάνει που ζεις μέχρι τη στιγμή που θα ενωθούν τα χέρια μας και οι καρδιές μας θα γιάνουν Κι όλα τ’ άλλα θα ’ναι δεύτερα Θα ’ναι η παύση του φιλιού μας Τότε ο κόσμος θα ’ρχόταν στη συντέλειά του Τότε κι εγώ θα σ’ αγαπούσα ξανά Σαν να μην πέρασε μια μέρα, ένας χρόνος, μια ζωή, μια αιωνιότητα Και τότε πάλι θα σ’ αγαπούσα




ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ Ξανθός χείμαρρος γίνεσαι που πνίγει τις αισθήσεις μου Τα κρινένια χέρια σου, νήμα που με οδηγεί στο λαβύρινθο του κορμιού σου Στις καστανοκόκκινες λίμνες των ματιών σου Βλέπω το είδωλο ενός ανέμου Που φυτρώνει ανάμεσα στα στάχυα της καρδιάς μου Τα τύμπανα του πολέμου ηχούν σταθερά και σπαρακτικά Οι αισθήσεις μου λιποθυμικές, υγρές, χωρίς νεύρο Παραδίδονται στον εκρηκτικό αλαλαγμό των χειλιών σου Σε φιλώ…

10


ΚΛΕΦΤΗΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ Ταξιδιώτης άκληρος, ανέμελος, άρχοντας Περπατάει μες στο δάσος των ανθρώπινων ψυχών και τις υποδουλώνει μ’ ένα ράπισμα του ραβδιού του Μόνο οι τυχεροί ανέραστοι γλιτώνουν την αβυσσαλέα υπόσχεσή του Υπόσχεση επίγειου παραδείσου Πλήρωμα αδέσποτου χρόνου Τιμωρία και ευλογία της ανθρώπινης ύπαρξης Θυμάμαι όταν πρωτοάγγιξε τη δική μου ψυχή Περπατούσα κρατώντας την καρδιά μου στο χέρι Δεν τη χρειαζόμουν πια Μια ηλεκτρική παλίρροια μ’ έκανε να περπατώ πάνω σε στέγες, στ’ ακρωτήρια των αστεριών, στις παρυφές του σύμπαντος, κάτω από την καρέκλα του Θεού Μέσα σε μια ματιά έγινα μεθύστακας, τρωγλοδύτης, ζητιάνος της γήινης ανοσίας, τρελός, καταδότης της ανθρώπινης ξηρασίας Βρισκόμουν στο κέντρο μιας καταιγίδας Οι κεραυνοί με αγκάλιαζαν, ανέπνεαν στην αγκάλη μου χωρίς σταματημό Αλλά δεν μπορούσαν να μ’ αγγίξουν με τ’ ακροδάχτυλα της αμυαλοσύνης τους Δεν μπορούσαν να καταλάβουν Ότι όλα τα στοιχεία της φύσης δε θα μπορούσαν να με φτύσουν Ήμουν ανίκητος Ήμουν θεός για μια και μόνο στιγμή Ήμουν θεσπέσια, πνιγηρά, ασφυκτικά, ακόλαστα, ανεπιτήδευτα ερωτευμένος Ήμουν ένας κουρσάρος που στάθηκε για μια και μόνο στιγμή στη γη της επαγγελίας Ήμουν μόνος μαζί της Τότε, τώρα, αύριο, ποτέ και πάντα

11


ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ Γονατίζω ψάχνοντας το μίτο που θα μ’ οδηγήσει και πάλι στη νιότη Μα κάθε γωνιά ρέει ακατάπαυστα στην επόμενη Οι τοίχοι λιώνουν και πακτώνονται πάλι στη μήτρα του αλόγιστου, του τυχαίου, του άπειρου Υπάρχει άραγε έξοδος κινδύνου; Τα πικρά ραπίσματα του αέρα δε με βοηθούν Το φως καταπνίγεται μες στην καταιγίδα της καταχνιάς πριν καν γεννηθεί, αναβλύζοντας αίμα Όλος ο λαβύρινθος ζει, αναπνέει, αντιδρά και μεταμορφώνεται στα ακούσματα της συνείδησής μου Πέφτω στα τέσσερα, σκουντουφλώντας στα σκαλιά προηγούμενων λυγμών που αντηχούν ακόμα, με κάθε τρίξιμο της πόρτας Μέσα από αποσυντιθέμενα λόγια και επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις κραδαίνω στο χέρι μου το ξίφος της οργής Μανιασμένα ξεσκίζω τα λέπια, τις ουρές και τα φτερά παλιών χρόνων Ξιφουλκώ ενάντια στον ίδιο μου τον εαυτό Δε θα τον λυπηθώ! Το ξίφος και το χέρι μου έχουν γίνει ένα μες στην πλημμυρίδα που με καταδιώκει Το ξίφος μου γίνεται βάρκα, ανεμόφτερο, επίσημα της ζωής μου Τα δόντια του είναι απ’ όνειρα και η λεπίδα του απ’ αέρα Καίει σαν ατσάλι, σκοτώνει σε μια ριπή πνιγηρής ιδέας Το σηκώνω ψηλά Ο λαβύρινθος γίνεται πια ένα συνονθύλευμα ματαιόδοξων κόπων και μισαλλόδοξων καρδιών Στήνω το τρόπαιο της νίκης μου Εδράζω τη σιωπή μου στις μαρμάρινες στήλες παλαιών αλαζονειών

12


Βάζω το ξίφος μου στο θηκάρι και ξεκινώ Δεν υπάρχει λαβύρινθος πια Μόνο στάχτες μιας φωτιάς που έκαιγε 11 χρόνια Έκαψε τα πάντα εκτός από μένα Τώρα ξεκινώ...

13


ΑΣΦΥΞΙΑ Στέκομαι γυμνός, καταμεσής δωματίου Οι τοίχοι της πλήξης σέρνονται σαν γεροντάκια προς το μέρος μου Ρουφούν κάθε μέτρο της ανάσας μου Ξεκοκαλίζουν μ’ εκείνα τα ετοιμόρροπα δοντάκια τους κάθε ηλιαχτίδα ανάμνησης, κάθε ικμάδα δύναμης Το ποτάμι της κατατονικής ανατολής μπαίνει από κάθε πόρτα, από κάθε παράθυρο, από κάθε σχισμή, από κάθε ίνα τού νου μου Πνίγομαι, ασφυκτιώ από έναν αέρα που μυρίζει παρελθόν Από μια νύχτα που δε λέει να ξημερώσει Λες και ο ήλιος αλυσοδεμένος ορειβατεί στον ορίζοντα μιας μέρας που δε θά ’ρθει ποτέ Οι φλέβες τσιμέντωσαν από μισοψέματα, από μισοαλήθειες, από καρδιές που δεν άνθισαν Και έμειναν εκεί παράταιρες, ρακοσυλλέκτριες μιας ζωής που δεν ανέτειλε ποτέ Πνίγομαι και η φωνή μου έχει χαθεί Έχει φιμωθεί από ψεύτικα χάδια, από φιλιά δηλητηριώδη, από αναμνήσεις που δε λένε να εξατμιστούν Απλώνω τα χέρια μου στην αχλή του σκοταδιού που με περιεργάζεται πριν με καταπιεί Κλείνω τ’ αυτιά μου για να μην αφουγκραστούν τη στιγμή τής διείσδυσης της ρομφαίας στην κατάμαυρη καρδιά μου Δε θα τρέξει αίμα Δε θα τρέξει νερό ούτε φως ούτε φωνές δε θα ξεχειλίσουν Θ’ ακουστεί ένας άναρθρος παφλασμός, ένας πολεμικός αλαλαγμός Που θα σημάνει το τέλος του θανάτου Δε φοβάμαι!

14


L’INFERNO Παλεύω ν’ ανασάνω Μα οι πνεύμονες της ψυχής μου αναρροφούν μες στον ωκεανό των άχαρων χαρών και της ορδής των τιποτένιων στιγμών Οι πυλώνες της καρδιάς μου πετρώνουν, μπερδεύονται, σκοντάφτουν ανάμεσα στα φίδια τής υποκριτικής γοητείας των λεόντων Το στόμα μου πλημμυρίζει από την άμμο των ψευδών, των κενόδοξων, των απάνθρωπων λόγων που ανταλλάσσουν τα μάτια Τα ρουθούνια μου ξερνούν χολωμένες μνήμες, πικρόξινες, ρευματικές εικόνες μιας κόλασης που μόλις ξεκίνησε Μια κόλαση που η ατέρμονη αναζήτηση είναι η τιμωρία αυτών που δεν περίμεναν Μες στη δική μου κόλαση… δεν μπορώ ν’ ανασάνω τη ζωή

15


ΝΕΦΕΛΩΜΑ Η τήξη του κόσμου είναι εδώ, μες στην καρδιά μου Την πληρώνει σ’ όλο της το ύψος, από τις πρώτες παιδικές αναμνήσεις μέχρι τη στυφή γεύση της τωρινής αυγής Η τήξη του κόσμου, του δικού μου κόσμου Είναι εδώ, μες στο μυαλό μου Όχι πια άσκοπες, ανούσιες περιπτύξεις του εφιάλτη να τριβελίζουν τη ρουφήχτρα της νόησής μου Όχι πια βουβά δάκρυα και πνιχτοί λυγμοί για μια ζωή που θα μπορούσε Αλλά δεν μπόρεσε να υπάρξει ποτέ Η τήξη του κόσμου είναι εδώ, μας χτυπάει με βαριοπούλα στο κεφάλι και εμείς κοιτάμε το αύριο, που είναι πιο βέβαιο από ποτέ

16


Ουρλιαχτό - Νικόλαος Εμμ. Παπαοικονόμου - Εκδόσεις Ιωλκός