Page 1

Κωνσταντίνος Γ. Οικονομόπουλος

«Δενθάλιος»

Πρώτη γραφή Ποίηση


ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΦΗ Κωνσταντίνος Γ. Οικονομόπουλος «Δενθάλιος» Διορθώσεις: Χαρά Μακρίδη Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης Σελιδοποίηση: Ζωή Ιωακειμίδου Σχεδιασμός εξωφύλλου: Γιώργος Ανδρέου © Copyright: Κωνσταντίνος Γ. Οικονομόπουλος Ασκληπιού 22, Καλαμάτα 241 00 E-mail: danthileos@gmail.com © Copyright Έκδοσης: Εκδόσεις Ιωλκός - Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης, 2011 Ιούνιος 2011 Α΄ Έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΩΛΚΟΣ • Ανδρέου Μεταξά 12 & Ζ. Πηγής, Αθήνα 106 81 Τηλ.: 210-3304111, 210-3618684 Fax: 210-3304211 E-mail: iolkos@otenet.gr

www.iolcos.gr ISBN 978-960-426-624-1


ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΦΗ


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ «Δενθάλιος»

Π ΡΩΤΗ Γ ΡΑΦΗ

Ποίηση

ΙΩΛΚΟΣ


Στα αδέρφια μου, Γρηγόρη Οικονομόπουλο, Δήμητρα Παναγιωτοπούλου και στο μωρό αγοράκι τους! Τους ευχαριστώ που με στήριξαν τη δύσκολη στιγμή. Με την παντοτινή μου αγάπη, Κωστής.


ΛΗΤΩ Θέμα δωσίλογο. Γυμνή υπογραφή και ο τόνος άνυδρος, προσεκτικός. Τραγουδιστό φυλάκιο η σκέψη, σονάτα στην μπλε μου όρεξη. Η μούσα παρακολουθεί το τι συμβαίνει τώρα. Σαλεύω μαζί της. Είναι απόλυτη και με αφήνει να διατυμπανίζω την οργή μου. Μούσα, τραγούδα στην ψυχή μου. Γοργή θεά, κόρη πανέμορφη της ποίησης. Χόρεψε απόψε μέσα μου, ματώνω να σ’ ακούω. Ανύπαρκτη ύπαρξη, ζωγράφισε τις λέξεις που νομίζω δικές μου. Πόσο δίκαιο ή άδικο; Κανένα στολίδι πένθιμο, στο δάσος της εικόνας. Όσο ψεύτικο κι αν μοιάζει κάποιο θέμα, τόσο υπάρχει και είναι αληθινό. Το μυστικό μου πέρασμα, η σορός μου στάχτη. Σκέψεις περίεργες, μορφή δίνει το κάρβουνο επάνω στο χαρτί. Ξεκίνησε η άγνοια κι η φυλακή μαζί. Γράφω σαν πνεύμα άναρχο, που βρήκε τη ζωή. Και χάνεται εύκολα σ’ αυτήν. Βοήθεια! Πνίγομαι μέσα εκεί. Γι’ αυτό θα γράψω, να σωθώ. Μες στο λόγο αυτόν τον ιερό, που με κοιτά και γνέφει σ’ αγαπώ, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό. Δώσ’ μου το κάρβουνο να ζω και το χαρτί για να γλιστρώ!




ΛΟΞΑ ΠΑΡΟΝΤΙΚΗ Η ήπια δόση της καυστικής μου δόξας, τινάζει την έκδηλη απόγνωση στα μάτια μου. Συνοδεία αρρωστημένης υποκριτικής, λοξής ματιάς. Εισιτήριο μάταιο για τις κραυγές. Δηλώνω στο χθες ότι θα ζω για τ’ αύριο και το παρόν ξεχνώ. Όλο στις διαστάσεις του χρόνου πνιγμένος, πεταμένος άνεργος γυρνώ. Άστεγος στη γνώση. Καχύποπτος, έκπτωτος, χριστιανός λυγμών. Σωπαίνω τις Κυριακές μες στο γέλιο της απόγνωσης, ξεκουράζοντας έτσι το μακελειό της σκέψης μου. Γεμίζω την ψυχή μου υστερία κι η καρδιά μονάχη της στο σύστημα της ζωής μου, ακούει να χαίρεται. Μέσα σε τόση ευφορία πάλι έμπλεξα, που η αγάπη με καλεί ξανά στα ματωμένα δώματά της. Ήλιος σκοτεινός θρέφει την πείνα μου τ’ απόβραδο! Πάλι οντότητα νιώθω, απομακρυσμένη από το ον του συνηθισμένου καλουπιού. Καληνύχτα, κι άμα θυμηθείς, λίγη δροσιά να βάλεις παρέα στο κρασί, δίνω παραγγελιά στο άυλο. Παράμερη θνητή μορφή η μάγισσα του φεγγαριού. Και πώς να τη ρωτήσω; Θα έχει ομίχλη σήμερα το φως της μοναξιάς; Αλητεία πρόχειρη, βασανισμένη οπτασία ερημική. Πιο ζωντανά κι απ’ την ανάσα μου, οι λέξεις πιάνουν το χορό. Δε βλέπω, νιώθω μόνο το χνώτο τους βαθιά μες στην ψυχή. Το χέρι διπλώνει όλα τα υπόλοιπα! Αγύρτισσα ποίηση! Πάλι ερωτεύτηκα να βάλω το παλτό σου και να σ’ αφήσω γυμνή για έρωτα. Διάλεξε, λοιπόν, τους εραστές σου μάτια μου κι άσε με εμένα, βασανισμένο έρμαιο, τα χάδια σου να νοσταλγώ.

10


ΛΟΞΗ ΠΤΗΣΗ Σ’ αυτό το όραμα που ζω, γεμίζουν τυφλά οι μυρωδιές του. Πρώιμο φρούτο, άγουρη ανάμνηση, γυμνός εγωισμός. Παράξενο το κάθε βήμα, στη λήξη της φωτιάς. Σύγχρονο αύριο, μέσα σε τοποθεσία λυτρωμένη. Σαν τους γυμνούς εραστές, λουόμενοι στου πόθου τα βαθιά. Κυλιέται παντού στο χώρο. Η πλάση. Σινιάλα παντού. Σοφά σκιρτήματα. Απόχη άδεια, τρύπια κατάσταση. Μίζερο, νωθρό ξεψύχισμα κι άμιλλα δανεική, γειτονική, σχεδόν ανάπηρη. Ο ύμνος αυτός του ανάθεμα σκορπάει δηλητήριο, γνώριμες λέξεις κι έμφυτο παρελθόν. Αλιεύω συγγνώμη κι ανυψώνω τη λόξα μου για πολλοστή φορά. Πόσο βάρβαρο να λείπεις απ’ το συγκεκριμένο εγώ σου! Δεν ακούγεται γελοίο; Να προσπαθείς να λησμονείς τις λέξεις με την κατάρα του εαυτού; Παροδικά γελοίο κάμωμα. Ραχιαίος κατακλυσμός. Απότομα όλα θα συμβούν... Ανέκαθεν, η εγκεφαλική μου πτήση, ωσάν ανθός θα διεκπεραιώνει το τωρινό μου περιβάλλον. Δικαίωση —μια προσφιλή παρεκτροπή— προτροπή στο πουθενά.

11


ΠΝΟΗ Δάκρυ θολό, δώρο Θεού. Εισαγωγή στη γνώση, σε κάποιο άπειρο παράθυρο. Υπνωτισμένος στην ύπαρξη, το φως τρεμοπαίζει. Αλλόκοτη πλάνη. Ανάφλεξη σκέψης πιστών. Υπήκοοι της ανυπαρξίας. Φύλλο μουδιασμένο σε ανύπαρκτη φαντασία, σκορπά τα παιδιά του σαν του κεριού τη φλόγα, μεγαλώνοντας έτσι την αλητεία, στην ημερήσια διάταξη της ύπαρξης, που αποδέχτηκα με τρόπο ζωηρό να ζω. Ισοσκελίζω λέξεις στην ύπαρξη, στη λεκτική ζωγραφική, Μπερδεύτηκαν σκέψεις και σχέσεις μαζί. Απομεινάρια διαλυμένων εραστών. Δεν έχει άλλα σπόρια. Όσα ανοίξει το πνεύμα σου γυμνό, παράξενε θνητέ. Θολή κουλτούρα, ανυπαρξία νεκρών. Ένα από τα πιο ωραία είναι να βιώνεις εικόνες ζωντανές. Να τις φτιάχνεις εσύ κι αυτές να σε κολλούν σε σκέψεις! Παιχνίδι κι αυτό; Λογικά, πάσχω από υπόσχεση και μόνο. Αφιερώνω στο άγνωστο γνωστό μου περιβάλλον, την ύβρη του εαυτού μου. Η συμπεριφορά μου σαφής, υποκινούμενη κι από τις δύο πλευρές. Μύθος και πνίγομαι σ’ αυτόν. Δία, φοβάμαι και πάλι, εσένα ζητώ, η δύναμή σου είναι αιώνια. Δία, είσαι απίστευτος. Γεννάς τα πάντα. Είσαι η πηγή. Ξεδιψώ σε σένα. Είσαι πάντα μαζί με όλους μας. Κάθε κομμάτι σου κι όλα αυτά μαζί. Βαλλόμαστε από παντού μ’ αστείρευτη ενέργεια. Συνωστισμός. Ας νιώσω κενός. Κάνε το αυτό κι άσε με γυμνό να τριγυρνώ στη γέμιση των στιγμών. Είναι γλυκές σαν ένταση. 12


Εξάλλου, οι γνώμες ανοίγουν κι ανήκουν στη διαφορά. Κι όχι στη διαφθορά... Ωσάν μακρύς υπαινιγμός. Σκόρπια και διαυγής η όποια γνώση… Ιεροκήρυκας στον καιρό του, στον καιρό τους. Οντότητα κι άκρα ματωμένα άγευστα!

13


ΜΙΚΡΗ ΔΡΟΣΙΑ Στην πολιτεία των θνητών ο ουρανός γεννάει χρώματα... Ανάσες κούφιες, πολύτιμα χαμόγελα και πάλι απ’ την αρχή. Η ρόδα και το αιώνιο. Αποκλεισμός απέραντος. Μακρύς και πάλι ο ουρανός. Το βήμα γοργό, σκιά τυφλή. Γεννάται το παράπονο και τόσα άλλα συναισθήματα στ’ απέραντου το περιθώριο. Μια μίξη απίστευτα ανυπόφορη, αφού οι λέξεις όλα τα γεννούν. Προτού να ξεκινήσω, αφέθηκα, σωριάστηκα και μόλις συντονιστώ ξανά, θ’ ανοίξει πάλι διάπλατα ο εσπερινός. Κάποια σύνδεση, κάποια ουσία που κρύβεται μέσα, όπως η σιωπή. Το κάστρο της ψυχής προσπαθώ ν’ ανοίξω, για ν’ αποσυρθώ σ’ αυτό ιππότης και σοφός. Ανάθεμα αν γράφω τώρα εγώ. Άτεχνη τέχνης!

14


ΑΟΡΙΣΤΟ Αγνάντευα σε άγνωστο εαυτό. Οι καταιγίδες άνθισαν και δείλιαζε ο νους, σε μια ψυχή στην έρημο της μοναξιάς, παράπονο στην άβυσσο. Θεός απόψε ξαφνικά. Αλύπητος! Πολλές φορές με δάκρυσαν τα σφάλματα. Ληγμένες μου χαρές και πάλι αθάνατος, αυτή η παρηγοριά τού έρωτα δε με μαζεύει πια. Ανάσανα, το κίβδηλο πέλμα, το φως στα δώματα. Άλλη φωνή. Ο ουρανός του οδυρμού. Αλλοπαρμένα οράματα. Καθρέφτης να πονώ. Ζωή για την αγάπη μας. Ζωή σε οργασμό.

15


ΑΦΕΛΕΙΑ Οι απάτες της δικής μου αφέλειας μ’ έφεραν ως εδώ. Ποτέ μου δεν την άγγιξα. Μ’ ακολουθούσε σε κάθε μου βήμα ήσυχα. Σ’ ανάσες, σε είδωλα. Κρυμμένη μελωδία. Πατούσα στο χώμα μου τις σκέψεις και την κίνηση. Χανόμουν ακίνητος. Έτσι σήμερα είχα ξεκινήσει να βρω και πάλι το κομμάτι μου, στο παζλ αυτού του εαυτού που όλο με θέλει να μεγαλώνω στη σκουριά. Ζωντανός, μωρό παιδί, νέος, μεσήλικας, γέρος, νεκρός. Αυτά είναι τα πρώτα στάδια για μένα, αυτή η ροή. Απ’ ό,τι φαίνεται με συγκινεί. Εικόνα δίχως χρώματα, χωρίς ήχο… Χωρίς βάθος. Δίχως ψυχή. Ανέμισμα στ’ απίθανο, η πανδαισία στο κενό. Φωνή στο βάθος τού ορίζοντα. Το πάφλασμα των κυμάτων μου θύμισε πώς είμαι ακόμα ζωντανός εδώ, τρέλα και πόνος. Αγωνία, μούδιασμα, ιεροσυλία για τη μοναξιά. Ροή. Βουβό τοπίο αόριστο. Ξενύχτησα στην αγκαλιά του ουρανού κι ίσως αύριο να ξεχαστώ. Ξέρεις, δίπλα στο κενό που γράφει η ζωή στο θάνατο. Δύο γουλιές κρασί θα πιω. Να γεννηθώ ξανά, ελεύθερος στον κύκλο της στιγμής. Ίσως η ύπαρξη να είναι τελικά μονάχα ποίηση. Ίσως η μοναξιά ν’ αντέχει, να με αγαπά. Ίσως, υπάρχει αγάπη αιώνια. Ίσως πολλά.

16

Κωνσταντίνος Γ. Οικονομόπουλος - Πρώτη γραφή - Εκδόσεις Ιωλκός  

Πρόκειται –κατά τη γνώμη του δημιουργού– για μια προσπάθεια καλαισθησίας στη λογοτεχνία της ύπαρξης. Για στιγμές προσωπικές από την καθημερ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you