Page 1

ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

Μοιραίο διαμάντι ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ Ανδρέας Γούτης Διορθώσεις: Βασιλική Μπουρδάρα Σελιδοποίηση: Ζωή Ιωακειμίδου Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης Σχεδιασμός εξωφύλλου: Δημήτρης Κουρκούτης Φωτογραφία εξωφύλλου: Jan Kačer | Dreamstime.com © Copyright: Εκδόσεις «Ιωλκός» & Ανδρέας Γούτης Οκτώβριος 2012 Α΄ Έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΩΛΚΟΣ»

• Ανδρέου Μεταξά 12 & Ζ. Πηγής, Αθήνα 106 81 Τηλ.: 210-3304111, 210-3618684, Fax: 210-3304211 E-mail: iolkos@otenet.gr

www.iolcos.gr ISBN 978-960-426-689-0


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ


ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔIΟΥ:

— Δάσκαλε... όταν δίδασκες, Μυθιστόρημα, Ιωλκός, 2012 — Μοιραίο διαμάντι, Μυθιστόρημα, Ιωλκός, 2012


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

Μ ΟΙΡΑΙΟ Δ ΙΑΜΑΝΤΙ

Μυθιστόρημα

ΙΩΛΚΟΣ


Στη μοναδική μου μούσα, Πέπη, για τα τεράστια αποθέματα ανοχής και κατανόησης


1

Η πομπή ακολουθούσε σιωπηλά τη σορό του Αλκι-

βιάδη, που όδευε προς την τελευταία του κατοικία. Είχε προηγηθεί η εξόδιος ακολουθία στο εκκλησάκι του νεκροταφείου του Κόκκινου Μύλου, που ολοκληρώθηκε με την εκφώνηση του επικήδειου από το Γιώργο, το «ρήτορα» της παρέας. Βαριά η ατμόσφαιρα απ’ το πένθος και ακόμη πιο βαριά τα σύννεφα, που πύκνωναν απειλητικά πάνω απ’ τα κεφάλια μας. «Λες να βρέξει;» ψιθύρισε η Σοφία στο Λευτέρη. «Θα δείξει σε λίγο, αν και πολύ φοβάμαι πως δε θα αποφύγουμε να γίνουμε μούσκεμα» απάντησε ο Λευτέρης, σφίγγοντας τα χείλη του με νόημα. Ξαφνικά άρχισε να χτυπά ένα κινητό τηλέφωνο απ’ την πλευρά του φέρετρου. Ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά όλων των φίλων. «Λες ο Αλκιβιάδης να μας καλεί μέσα απ’ το φέ


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

ρετρο;» ψιθύρισε ταραγμένη η Σοφία, γραπώνοντας το χέρι του Λευτέρη. «Ηρέμησε, οι νεκροί δεν τηλεφωνούν, εκτός… αν είναι κανένα κακόγουστο αστείο του Αλκιβιάδη» απάντησε ο Λευτέρης, φέρνοντας στο μυαλό του τις φάρσες που σκαρφιζόταν ο μακαρίτης. Το κινητό συνέχισε να χτυπά επίμονα, αλλά τελικά προερχόταν απ’ την εσωτερική τσέπη του πίσω αριστερά φρακοφόρου, που σήκωνε στο δεξιό ώμο του το φέρετρο και ταραγμένος, στην προσπάθειά του ν’ απορρίψει την κλήση, για να το σταματήσει να χτυπά, χαλάρωσε το κράτημα του φέρετρου. Τότε ήταν που ακούστηκαν ανατριχιαστικές κραυγές από κάποιες κυρίες της πομπής, που μετά την κλήση του κινητού είδαν το φέρετρο να γέρνει προς τα πίσω και να μισανοίγει το καπάκι του. Μέχρι να ισορροπήσει και πάλι στους ώμους των φρακοφόρων, μια κυρία με γούνα και ψηλά τακούνια λιποθύμησε. Τελικά η τελετή ολοκληρώθηκε μερικά δευτερόλεπτα πριν ξεσπάσει καταρρακτώδης βροχή, ενώ, μέχρι όλη η παρέα να φτάσει τρέχοντας στο κυλικείο για τον καφέ, είχε μουσκέψει ως το κόκαλο. «Επεισοδιακή κηδεία, δε συμφωνείτε;» είπε η Σοφία, τινάζοντας τα μαλλιά της και την ομπρέλα της, που φρόντισε να έχει στην τσάντα της. Μαζί της συμφώνησαν και οι υπόλοιποι της παρέας, που βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι. 10


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

«Επεισοδιακή κηδεία, όπως επεισοδιακός ήταν και ο φίλος μας όσο ζούσε» αντέτεινε ο Μίμης, ο οποίος γνώριζε τον Αλκιβιάδη καλύτερα απ’ όλους, μιας και ήταν κολλητοί φίλοι από μικρά παιδιά. «Εσύ, πάλι, τι ήθελες να αναφερθείς με τόσες λεπτομέρειες στη ζωή του στον επικήδειο;» συμπλήρωσε απευθυνόμενος στον Γιώργο. «Άκου, φίλε, ο επικήδειος λόγος βγαίνει αυθόρμητα και είναι σαν το ποτήρι το νερό, όταν είσαι διψασμένος· όταν αρχίσεις να το πίνεις, δε σταματάς παρά μόνο όταν αδειάσει εντελώς. Έτσι ένιωσα και αυτά έκρινα ότι έπρεπε να πω. Άλλη φορά ν’ αναλάβει κάποιος άλλος αυτό τον άχαρο ρόλο» απάντησε ο Γιώργος και έσκυψε πάνω στον καφέ του, που είχε πια κρυώσει. Οι υπόλοιποι της παρέας, φτύνοντας στον κόρφο τους, συμφώνησαν μαζί του. «Ας αφήσουμε τις μακάβριες συζητήσεις. Ό,τι έγινε έγινε. Σημασία έχει ότι χάσαμε το φίλο μας, βασικό πυρήνα της παρέας μας, και μάλιστα τόσο άδικα κι απάνθρωπα. Δεν ξέρω πώς θ’ αναπληρώσουμε το κενό που μας άφησε» συμπλήρωσε ο Αργύρης. Την ίδια άποψη είχαν και οι υπόλοιποι και χωρίς άλλες συζητήσεις ήπιαν τον καφέ τους και προχώρησαν προς την έξοδο του κυλικείου για να συλλυπηθούν τυπικά τη χήρα και το «γιο» του μακαρίτη. Σε όλη τη διαδρομή προς το σπίτι τους, η Σοφία κι ο 11


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

Λευτέρης δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Ο καθένας είχε απορροφηθεί στις σκέψεις του. «Να ετοιμάσω να φας κάτι; Απ’ το πρωί είσαι νηστικός» είπε η Σοφία κοιτάζοντας το Λευτέρη, ο οποίος ξαπλωμένος στην πολυθρόνα του σαλονιού είχε στυλώσει το βλέμμα του σε μια φωτογραφία πάνω από το τζάκι, που έδειχνε όλη την παρέα σε μια εκδρομή στο Ναύπλιο· ο Αλκιβιάδης στο μέσο, με τα χέρια ανοιχτά σαν να διηύθυνε την ορχήστρα, ψηλός, αγέρωχος, πριν γνωρίσει τη Λιλή, τη μετέπειτα γυναίκα του. «Όταν γνώρισε τη Λιλή, ήταν μόνος και είχε περάσει αρκετός καιρός απ’ το χωρισμό του με τη Μυρτώ, μια θαυμάσια κοπέλα, που από εγωισμό και μόνο την έχασε. Είχαν μεσολαβήσει και οι περιπέτειες στην Τζέντα, που τον είχαν κάνει ακόμη πιο ευάλωτο. Ευαίσθητος όπως ήταν, έπεσε με τα μούτρα στη Λιλή, πιστεύοντας πως έτσι θα ξεπερνούσε τη Μυρτώ, όπως άλλωστε τον συμβουλεύαμε όλοι οι φίλοι. Μόνο εγώ διατηρούσα κάποιες επιφυλάξεις· κάτι δε μ’ άρεσε σ’ αυτήν τη γυναίκα απ’ την πρώτη στιγμή που τη γνώρισα, στο σπίτι του Μίμη, ένα ανοιξιάτικο βραδινό στη βεράντα του. Είχε ένα λάγνο βλέμμα, που προκαλούσε. Η αυταρέσκεια, η έπαρση και η αλαζονεία της ανταγωνίζονταν την ομολογουμένως ανυπέρβλητη ομορφιά της. Ο Αλκιβιάδης, γοητευμέ12


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

νος, είχε τυφλωθεί· σαν μεθυσμένος την ακολουθούσε για να ικανοποιήσει κάθε της επιθυμία. Δεν τον αναγνωρίζαμε. Ο Αλκιβιάδης, με τις αυστηρές αρχές και πεποιθήσεις, που “δε σήκωνε μύγα στο σπαθί του”, είχε γίνει άβουλο ον στα χέρια της Λιλής. Μάταια προσπαθούσα να τον συνεφέρω και να τον προσγειώσω στην πραγματικότητα λέγοντάς του τα αυτονόητα· του θύμιζα τις αρετές της Μυρτώς και πόσο άδικα της φερόταν, όταν εκείνη υπομονετικά ανεχόταν τις ιδιοτροπίες του. Μια τέτοια συζήτησή μας είχε παρακολουθήσει κρυφακούγοντας η Λιλή, οπότε με… έγραψε στα μαύρα κατάστιχα. Ο Αλκιβιάδης, επηρεασμένος απ’ τη Λιλή, αραίωσε τις επαφές μαζί μου. Σπάνια με έπαιρνε τηλέφωνο και μου μιλούσε σχεδόν τυπικά· η σχέση μας είχε παγώσει. »Μετά από τρεις μήνες ανακοινώθηκε ο γάμος του Αλκιβιάδη με τη Λιλή. Το προσκλητήριο το έλαβα ταχυδρομικώς, ενώ σε ένα τηλεφώνημα που ακολούθησε μου ζήτησε συγγνώμη, γιατί, όπως μου δικαιολογήθηκε, με τα τρεχάματα του γάμου ήταν πνιγμένος και δεν είχε καθόλου χρόνο για να βρεθούμε. Του ευχήθηκα τυπικά, πικραμένος απ’ τη στάση του, λέγοντάς του, για στερνή φορά, ότι δεν πίστευα πως θα στέριωνε αυτός ο γάμος. Τέλος, του είπα πως τη μέρα του γάμου θα βρισκόμουν εκτός Ελλάδας, σε ένα επαγγελματικό ταξίδι, που είχε προγραμματιστεί αρκετές μέρες πριν. Πιστεύω πως με ανακού13


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

φιση άκουσε ότι θα λείπω, γιατί έσπευσε να μου δηλώσει: “Δεν πειράζει, φίλε, δε σε παρεξηγώ. Να έχεις καλό ταξίδι”. Έτσι έγινε ο γάμος του Αλκιβιάδη, με λιγοστούς φίλους του στο πλευρό του, αλλά με μπόλικους προσκεκλημένους, γνωστούς και φίλους της Λιλής. Η γαμήλια δεξίωση δόθηκε στο Tennis Club της Κηφισιάς, με λάμψη και πολυτέλεια. Από αυτό το σημείο ξεκινούσε η δαιδαλώδης προσωπική ζωή του Αλκιβιάδη, αν και δεν του έλειψαν οι ταλαιπωρίες μέχρι εδώ». «Τελικά δε μου απάντησες· να ετοιμάσω κάτι να τσιμπήσουμε;» τον συνέφερε η φωνή της Σοφίας. «Δεν πεινάω καθόλου. Αν θες κι εσύ, βάλε ένα ποτό κι έλα να το πιούμε παρέα» απάντησε ο Λευτέρης. Πόσα συνταρακτικά γεγονότα είχαν μεσολαβήσει τα τελευταία χρόνια! Ήταν απίστευτο. Κανείς δε φανταζόταν την εξέλιξη της νεανικής συντροφιάς, που είχαν γνωριστεί στις πρώτες βοήθειες του Ερυθρού Σταυρού, με μικροτραύματα και μώλωπες. Η ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας της ΑΔΕΔΥ, που κατέληξε στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, δεν είχε αίσιο τέλος. Ανάμεσα στους δημόσιους υπάλληλους είχαν παρεισφρήσει μερικές δεκάδες «αντιεξουσιαστές», που, κατά τη συνήθειά τους, έσπασαν βιτρίνες 14


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

και λεηλάτησαν εμπορικά καταστήματα. Όπως ήταν φυσικό, επενέβησαν τα ΜΑΤ με κλομπ και χημικά, που χτυπούσαν αδιακρίτως τους διαδηλωτές, προκειμένου να… αποκαταστήσουν την «έννομη» τάξη. Συνηθισμένες εικόνες τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα. «Σε ποιο υπουργείο υπηρετείς, φίλε;». «Στο Δημοσίων Έργων. Είμαι πολιτικός μηχανικός. Εσύ;». «Εγώ υπηρετώ στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και είμαι οικονομολόγος». Μετά την περιποίηση των τραυμάτων τους, που ευτυχώς ήταν ελαφρά και μετά τις απαραίτητες συστάσεις, βρέθηκαν καθισμένοι σ’ ένα ζαχαροπλαστείο, στην πλατεία Λαυρίου, κοντά στο σταθμό πρώτων βοηθειών, να πίνουν το καφεδάκι τους χαριτολογώντας για την εμφάνισή τους. Ο Αλκιβιάδης είχε επιδέσμους στο δεξί του χέρι, ο Λευτέρης τραυμαπλάστ στο μέτωπο και το μάγουλο, η Νάντια χωρίς επιδέσμους, αλλά με μαυρισμένο μάτι, ο Γιώργος χωρίς εμφανή τραυματισμό, αλλά χτυπημένος από κλομπ στο γλουτό, κούτσαινε, ενώ η Σοφία, που τη γλίτωσε, σκούπιζε τα μάτια της, που είχαν ερεθιστεί απ’ τα δακρυγόνα και φρόντιζε όλους τους άλλους. Νέοι όλοι, σχεδόν συνομήλικοι, με τους ίδιους προβληματισμούς και τον ίδιο ενθουσιασμό, «έδεσαν» και πολύ σύντομα μιλούσαν με άνεση σαν να γνωρίζονταν από καιρό. Βέβαια η Σοφία κι ο Λευτέρης, 15


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

παλιοί γνώριμοι απ’ τα φοιτητικά τους χρόνια, είχαν δεσμό, ενώ στην παρέα ήρθε να προστεθεί κι ο Μίμης, φίλος του Αλκιβιάδη απ’ το στρατό. Εκείνο το απόγευμα στάθηκε μοιραίο για τη συντροφιά· κανείς δε φανταζόταν πως η συνάντησή τους σε εκείνη την πορεία διαμαρτυρίας θ’ αποτελούσε αφορμή για τη δημιουργία μιας παρέας, που θα δενόταν όλο και περισσότερο με το πέρασμα του χρόνου και θα εξελισσόταν σε δυνατή φιλία. Πολλά σκεφτόταν ο Λευτέρης όταν έφερε η Σοφία δυο ποτά και κάθισε δίπλα του. «Ξέρω πολύ καλά τι σκέφτεσαι· αναπολείς τις παλιές, καλές μέρες της παρέας μας». «Έπεσες μέσα, Σοφία μου. Αυτό όμως που με πικραίνει ιδιαίτερα, είναι το γεγονός πως η παρέα μας είχε όλα τα εχέγγυα της σωστής φιλίας, που, όπως φαινόταν, τίποτα δεν μπορούσε να την κλονίσει, αλλά διαψευστήκαμε. Μια Λιλή κατάφερε να μας διαλύσει». «Μη γίνεσαι υπερβολικός, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Άλλωστε ο φίλος μας δεν ήταν κανένα ανήλικο παιδάκι, έφταιξε και πλήρωσε». «Και να πεις πως δεν τον είχα προειδοποιήσει; Εγώ απ’ την αρχή κατάλαβα τι φρούτο ήταν η λεγάμενη. Την είδες με τι βλοσυρό και αλαζονικό ύφος μάς κοιτούσε στην κηδεία; Λες και δεν ξέρουμε τι 16


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

κουμάσι είναι και πώς φέρθηκε στο φίλο μας. Μας το έπαιζε μεγάλη κυρία, η ξεδιάντροπη». «Έχεις δίκιο κι εγώ το πρόσεξα. Κι εκείνος ο γιος της, τι κρύο πλάσμα, λες και παρευρισκόταν στην κηδεία κάποιου ξένου, τόσο απαθής και αδιάφορος. Μα να μην πάρει τίποτα απ’ τον πατέρα του;». «Αυτή την κουβέντα μην την ξαναπείς. Ξέρουμε πολύ καλά ποιος είναι ο πατέρας του, ας μην το σχολιάσουμε. Πολύ φοβάμαι πως ακόμη δεν είδαμε το φινάλε του έργου και τρέμω στην ιδέα μήπως ξεσπάσει καμιά μεγαλύτερη θύελλα. Πρέπει ν’ απαλλαγούμε το συντομότερο απ’ αυτήν τη γυναίκα! Δεν πρέπει να στέκει καλά· το μυαλό της έχει σαλέψει». «Τι άλλο να περιμένουμε πια; Δε φτάνουν αυτά που είδαμε;». «Και όμως, καλή μου, δεν είδαμε ακόμη τον πάτο του βαρελιού· να εύχεσαι μόνο η θύελλα να μη σαρώσει στο διάβα της κι εμάς ακόμη!». «Τι είναι αυτά που λες, Λευτέρη μου; Πώς μπορεί η φουρτούνα που λες να παρασύρει κι εμάς;». «Ο Θεός να με βγάλει… ψεύτη. Δεν έχω να πω τίποτε άλλο». Με αυτά τα λόγια έσκυψε ο Λευτέρης και φίλησε στοργικά τη Σοφία στο μέτωπο και πιάνοντας τρυφερά το χέρι της το έσφιξε ζεστά, λέγοντάς της: «Μη φοβάσαι τίποτα, αγάπη μου· εγώ είμαι εδώ για σένα». 17


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

Μ’ αυτά τα τελευταία λόγια ήταν που η Σοφία ένιωσε ακόμη πιο ανήσυχη. Τι ήταν αυτό που φοβόταν ο Λευτέρης και αγνοούσε εκείνη; Μαύρες σκέψεις είχαν φωλιάσει για τα καλά στο μυαλό του. Εκείνη η νύχτα κύλησε μαρτυρικά, γεμάτη εφιάλτες. «Τι κοιμάσαι; Έλα μαζί μου, σε χρειάζομαι!». «Μα πώς, εσύ εδώ;». «Καλά, τι νόμιζες, έτσι θα έφευγα; Έλα όμως τώρα, άσε τα λόγια, η Λιλή κινδυνεύει, πρέπει να πάμε γρήγορα». Βγήκαν στο δρόμο, σχεδόν τρέχοντας, μπήκαν στ’ αμάξι και σχεδόν αστραπιαία βρέθηκαν στο Ψυχικό, στη βίλα του γνωστού εφοπλιστή. Στο σαλόνι, γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι, στρωμένο με πράσινη τσόχα, ήταν καθισμένα κάποια άγνωστα πρόσωπα, άντρες και γυναίκες και μεταξύ αυτών και η Λιλή, απαστράπτουσα όπως πάντα, με μια έξωμη κόκκινη τουαλέτα να καπνίζει μια μακριά πίπα, να παίζει χαρτιά. Το μικρόβιο της χαρτοπαιξίας, μεταξύ των άλλων, το είχε από παλιά. Τώρα όμως έχανε πολλά λεφτά και στο καρνέ των επιταγών της είχαν τελειώσει τα φύλλα. Κάποια στιγμή την είδαμε να βλέπει με νόημα το αριστερό της χέρι, στο μεσαίο δάχτυλο του οποίου έλαμπε ένα πανάκριβο μονόπετρο. 18


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

«Αυτό το μονόπετρο της το χάρισα στην πρώτη επέτειο του γάμου μας. Πήγαινε να τη σταματήσεις γιατί αλλιώς…». Πλησίασα διακριτικά τη Λιλή και με τρόπο την άγγιξα στο γυμνό ώμο. Γύρισε και με κοίταξε μ’ εκείνο το γνωστό υπεροπτικό βλέμμα, ενώ με το χέρι της έκανε μια κίνηση σαν να τίναζε τη σκόνη απ’ τον ώμο της. «Άρπαξέ την απ’ το μαλλί τη σκρόφα». «Τι είναι αυτά που λες, αφού ξέρεις ποιες είναι οι σχέσεις μου με τη Λιλή». «Βρε κάνε αυτό που σου λέω και τα υπόλοιπα άσ’ τα πάνω μου». Σφίγγοντας τα δόντια, πλησίαζα από πίσω να την αρπάξω απ’ τα μαλλιά, όταν δυο γκαρσόνια ήρθαν κοντά μου και κλείνοντάς μου το στόμα με έσυραν στην έξοδο της βίλας. «Βοήθεια…» προσπάθησα να φωνάξω, αλλά η φωνή μου δεν έβγαινε· πνιγόμουν και προσπαθούσα να ελευθερώσω το στόμα μου για ν’ αναπνεύσω. «Τι έπαθες, αγάπη μου, κι έντρομος τραβάς τα σκεπάσματα απ’ το πρόσωπό σου;». Ο Λευτέρης πετάχτηκε επάνω καταϊδρωμένος απ’ την αγωνία· ήταν ένα ολοζώντανο όνειρο, ένας εφιάλτης. «Είχες το κεφάλι σου χωμένο μες στα μαξιλάρια 19


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

και δεν μπορούσες ν’ αναπνεύσεις» του απάντησε η Σοφία, αγκαλιάζοντάς τον τρυφερά. Με δυσκολία κατάφερε να πάει στο μπάνιο, σέρνοντας σχεδόν τις παντόφλες του. Ήπιε βιαστικά έναν καφέ και ξεκίνησε για το γραφείο. «Δύσκολη μέρα θα περάσω σήμερα και οι φάκελοι για επεξεργασία βουνό στο γραφείο» σκέφτηκε. Αυτό τον καιρό, λόγω των σοβαρών προβλημάτων στη χώρα και τη λήψη των επαχθών οικονομικών μέτρων, μεγάλο πλήθος δημόσιων υπάλληλων υπέβαλαν παραίτηση, φοβούμενοι μήπως και δεν προλάβουν να πάρουν σύνταξη ή στη χειρότερη περίπτωση να προλάβουν τ’ ασφαλιστικά ταμεία πριν πτωχεύσουν. Στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) οι αιτήσεις παραίτησης κατέφταναν κατά χιλιάδες. Οι υπάλληλοι του τμήματος συντάξεων δεν έπαιρναν ανάσα, καθώς οι πιέσεις απ’ τον προϊστάμενο ήταν ασφυκτικές. Καλημέρισε δύσθυμα τον κλητήρα στην είσοδο του ΓΛΚ και κάλεσε το ασανσέρ για τον 6ο όροφο, όπου ήταν το γραφείο του. Άνοιξε το τζάμι να καθαρίσει ο αέρας απ’ την τσιγαρίλα και, πριν καλά καλά καθίσει στην καρέκλα του, ένιωσε το κινητό του να δονείται. «Τι συμβαίνει, Μίμη, πρωί πρωί, ακόμη δεν ανοίξαμε τα μάτια μας;». «Ζητώ συγγνώμη, φίλε, αλλά τα γεγονότα τρέ20


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

χουν, δεν περιμένουν. Είναι ανάγκη να βρεθούμε επειγόντως». «Και τι θέλεις; Πρέπει τώρα αμέσως να βρεθούμε; Τι είναι τόσο επείγον που δεν μπορεί να περιμένει;». «Όχι, βρε αδελφέ, θέλω να βρεθούμε το βράδυ στο σπίτι μου. Πάρε και τη Σοφία μαζί». «Άκου, φίλε, τη Σοφία δε θέλω να την ανακατεύουμε πολύ με τις μαλακίες του Αλκιβιάδη, Θεέ μου, συχώρα με. Και, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, αυτόν αφορά το επείγον θέμα». «Τι να σου πω, ρε Λευτέρη, κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Θα σε περιμένω κατά τις εννιά, να πιούμε και κανένα ποτό». Μαύρα φίδια έζωσαν το Λευτέρη. «Λες η θύελλα να ξέσπασε τόσο γρήγορα;» σκέφτηκε. Όλο το πρωινό δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά του. Ένα φάκελο είχε μπροστά του· τον έβλεπε, τον ξαναέβλεπε, έκανε υπολογισμούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, αλλά δεν του έβγαιναν οι χρονολογίες. Το μυαλό του τριγύριζε συνεχώς αλλού. Γύρω στις 10.00΄ πήγε στο γραφείο του προϊσταμένου και, επικαλούμενος ξαφνική αδιαθεσία, ζήτησε άδεια για το υπόλοιπο της μέρας. Ο προϊστάμενος, αν και τον ήξερε καλά και τον εκτιμούσε για το φιλότιμο και την ευσυνειδησία του, κατσούφιασε προς στιγμή, αναλογιζόμενος τον όγκο εργασίας που έπρεπε να διεκπεραιώσουν. Ωστόσο, του ευχήθηκε περαστικά και του 21


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

είπε να φύγει και να δώσει χαιρετισμούς στη Σοφία. Ο Λευτέρης έκλεισε βιαστικά τους φακέλους και την πόρτα του γραφείου του, και ανηφορίζοντας την οδό Ακαδημίας βρέθηκε στην πλατεία Κολωνακίου. Κάθισε σε μια καφετέρια, ενώ, μέχρι να του σερβίρουν το διπλό εσπρέσο, άναψε τσιγάρο και πήρε τηλέφωνο τη Σοφία. «Πού είσαι, αγάπη μου, γιατί δεν απαντάς στο τηλέφωνο στο γραφείο; Τι συμβαίνει; Το πρωί που έφυγες απ’ το σπίτι ήσουν χάλια». «Μην ανησυχείς, Σοφάκι, δε συμβαίνει κάτι. Να… δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ στη δουλειά και ζήτησα άδεια απ’ τον προϊστάμενο. Έχω κατέβει στην πλατεία για έναν καφέ να ξελαμπικάρω. Α, να μην το ξεχάσω, ο προϊστάμενος σου στέλνει χαιρετίσματα». «Άσε τα χαιρετίσματα και πες μου τι σου συμβαίνει». Δεν μπορούσε να κρυφτεί απ’ τη Σοφία· το ύφος του τον πρόδιδε. «Να… με πήρε τηλέφωνο ο Μίμης και… μου ζήτησε να πάμε το βράδυ στο σπίτι του, που μας θέλει» αναγκάστηκε να ομολογήσει, καθώς δεν μπορούσε να κρατήσει μυστικό απ’ τη Σοφία. «Μην αργήσεις το μεσημέρι, σου έφτιαξα σουτζουκάκια με πλιγούρι, που σ’ αρέσουν· τα υπόλοιπα θα τα πούμε από κοντά» απάντησε η Σοφία και έκλεισαν. Αφού απόλαυσε το καφεδάκι του στη λιακάδα, 22


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

αγόρασε την εφημερίδα του από ένα περίπτερο και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι. Το βραδάκι, την καθορισμένη ώρα βρέθηκαν στο σπίτι του Μίμη και με έκπληξη είδαν μαζεμένους και τους υπόλοιπους. Η Μάντη, φιλοξενούμενη στο σπίτι του Μίμη και της Ναυσικάς, μπαινόβγαινε βοηθώντας την οικοδέσποινα στις δουλειές του σπιτιού. Ο Γιώργος με τη Νάντια, ο Αργύρης και η γυναίκα του Μίμη, η Ναυσικά, καθισμένοι… στα κάρβουνα, τρόπος του λέγειν, κοιτιούνταν με ανήσυχα βλέμματα και δήθεν έβαζαν ποτό στο ποτήρι τους, ενώ με λοξές ματιές παρατηρούσαν το Μίμη. Απ’ την άλλη έβλεπαν και τη Μάντη, που ήταν απαρηγόρητη. Σκούπιζε συνέχεια μ’ ένα μαντίλι τα μάτια της, που είχαν στερέψει πια από δάκρυα· είχε καταντήσει ένα σκέτο μαυροφορεμένο ράκος. Πρώτος πήρε το λόγο ο Μίμης: «Φίλοι μου, ίσως σας ξάφνιασε η πρόσκλησή μου σήμερα εδώ. Ελπίζω να κάθεστε αναπαυτικά. Αργότερα η Ναυσικά θα μας παραγγείλει πίτσες, γιατί προβλέπω ότι η νύχτα θα είναι μεγάλη». «Μίμη, άσε τους μακροσκελείς προλόγους και πες μας τι συμβαίνει, γιατί μας μάζεψες εδώ απόψε» είπε ο Λευτέρης. «Φίλοι μου, όλα στην ώρα τους, κάντε λίγη υπομονή». 23


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

Ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτήρι του, κάθισε λίγο πιο αναπαυτικά και άρχισε να μιλάει. «Θα σας παρακαλέσω να μη με διακόψετε όσο θα σας μιλάω· ό,τι απορίες έχετε, στο τέλος» και μ’ αυτά τα λόγια ξεκίνησε ο Μίμης την αφήγησή του: «Θα σας πω μια ιστορία, που έχει να κάνει με την οικογένεια του Αλκιβιάδη και σίγουρα δε γνωρίζετε. Πριν από πάρα πολλά χρόνια, ο Νικόλαος Αργυρίου, πατέρας του Αλκιβιάδη, νεαρός τότε, βρέθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ, σε μια εταιρεία που εκμεταλλευόταν αδαμαντωρυχεία, μετά από πίεση του πατέρα του, προκειμένου ν’ αποφύγει τις συνέπειες κάποιων νεανικών, επιπόλαιων πράξεων. Στην εταιρεία, αγγλικών συμφερόντων, ο νεαρός Νικόλαος πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε θέση εργοδηγού, προϊσταμένου ενός μικρού, αλλά ιδιαίτερα παραγωγικού ορυχείου, το οποίο απασχολούσε περίπου ογδόντα εργάτες, Αφρικανούς στην πλειονότητά τους. Ιδιαίτερα δραστήριος, προικισμένος με ευφυΐα, οξυδέρκεια και χαμόγελο, σύντομα κέρδισε τόσο τη συμπάθεια των εργατών όσο και την εμπιστοσύνη της εταιρείας». «Γιατί μας τα λες όλα αυτά; Τι μας ενδιαφέρει η ιστορία του κυρ Νίκου;» ρώτησε με απορία ο Αργύρης. «Μην είστε ανυπόμονοι· σε λίγο θα καταλάβετε 24


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

πόσο ενδιαφέρον έχει αυτή η ιστορία» και συνέχισε την εξιστόρηση των γεγονότων. «Η 30ή Ιουνίου εκείνου του έτους ήταν η πιο συγκλονιστική στιγμή στην ιστορία του ορυχείου. Ένας εργάτης, καθώς φτυάριζε τα αμμοχάλικα για να ελευθερώσει το πέρασμα μιας στοάς, παρατήρησε στο φτυάρι του ένα τεράστιων διαστάσεων διαμάντι. Το πήρε με κάθε μυστικότητα και το έκρυψε σε μια γωνιά της γαλαρίας, για να το παραδώσει τελικά στο Νικόλαο, που του είχε ιδιαίτερη συμπάθεια και εμπιστοσύνη, αφού διατηρούσαν και οικογενειακές σχέσεις· πήγαινε τις Κυριακές στο σπίτι του, έπαιζε με τα παιδιά του, που τα αγαπούσε και κάθε φορά τούς πήγαινε διάφορα δωράκια και παιχνίδια. Μάλιστα ο Νικόλαος έκανε καλή παρέα και με την αδελφή του, μια χαριτωμένη μιγάδα σαν γαζέλα, με την οποία πολλές φορές έκαναν ρομαντικούς περιπάτους σ’ ένα μεγάλο πάρκο της πόλης, άλλοτε συντροφιά με τα μικρά κι άλλοτε μόνοι τους. Ο Νικόλαος, βλέποντας το τεράστιο διαμάντι, αρχικά ξαφνιάστηκε· πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε τόσο μεγάλο διαμάντι. Συμβούλεψε το φίλο του να μη μιλήσει σε κανέναν κι εκείνος θα φρόντιζε για τα περαιτέρω. Τελικά το διαμάντι παραδόθηκε στα χέρια του διευθυντή του ορυχείου από το Νικόλαο, ο οποίος βέβαια παρέλειψε ν’ αναφέρει την ιστορία με τον εργάτη που το βρήκε. Φυσικά εκτιμήθηκε ιδιαίτερα η εντιμότητα του Νι25


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

κόλαου, που από εκείνη τη στιγμή έγινε το δεξί χέρι του διευθυντή. Με ενέργειες του Νικόλαου, ο εργάτης άλλαξε ορυχείο, δήθεν για λόγους προστασίας του, ενώ πήρε, ως ανταμοιβή, ένα άλογο με πλήρη εξοπλισμό, σέλα και χαλινάρι και 50 δολάρια στο χέρι. Αποκεί και πέρα ο εργάτης εξαφανίστηκε. Κανείς δεν ξαναμίλησε γι’ αυτόν, ούτε ο Νικόλαος ξαναπήγε στο σπίτι του». «Τελικά τι έγινε αυτό το περιβόητο διαμάντι;» ρώτησε γεμάτος απορία ο Λευτέρης. «Είπαμε, όλα στην ώρα τους. Προς το παρόν το στομάχι μου άρχισε να διαμαρτύρεται. Ναυσικά μου, κάνε αυτό που είπαμε». Σηκώθηκε η Ναυσικά απ’ τη θέση της και παίρνοντας το ασύρματο τηλέφωνο κατευθύνθηκε προς την κουζίνα, για να ετοιμάσει κανένα μεζεδάκι, ενώ ταυτόχρονα παρήγγειλε πίτσες από μια γειτονική πιτσαρία. «Μέχρι να έρθουν οι πίτσες και πριν προχωρήσω στην ιστορία μας, να σας πω λίγα λόγια για τα διαμάντια και ιδιαίτερα για το συγκεκριμένο. Καταρχήν, η ονομασία προέρχεται απ’ την αρχαιοελληνική ρίζα “αδάμας”, που σημαίνει αδάμαστος και αυτή η ονομασία δόθηκε εξαιτίας της μεγάλης του σκληρότητας». «Ρε φίλε, άσε τις ετυμολογίες και πες μας τουλά26


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

χιστον για το συγκεκριμένο διαμάντι» διαμαρτυρήθηκε ο Γιώργος. «Πολύ καλά λοιπόν, όπως θέλετε. Το διαμάντι μας…». «Από πότε έγινε διαμάντι μας;» είπε χαριτολογώντας η Σοφία. «Συνεχίζω και σας παρακαλώ, μη με διακόπτετε, γιατί φοβάμαι πως δε θα μας φτάσει ολόκληρη η νύχτα. Το διαμάντι μας, όπως σας έλεγα, ήταν πανέμορφο, ανοιχτού μπλε χρώματος, το δεύτερο μεγαλύτερο διαμάντι όλων των εποχών, αλλά και ένα απ’ τα βαρύτερα και ποιοτικότερα διαμάντια του κόσμου· ζύγιζε 995,2 καράτια και το χρώμα του, το μπλεάσπρο, είναι το χαρακτηριστικό όλων των διάσημων διαμαντιών. Η μορφή της πέτρας ήταν ασυνήθιστη, επίπεδη απ’ τη μια πλευρά και υπερυψωμένη απ’ την άλλη, με εσωτερικά μαύρα στίγματα. Προφανώς, η συγκεκριμένη μορφή ενέπνευσε και το όνομα του διαμαντιού Excelsior, που σημαίνει υψηλότερο. Το Excelsior κατέχει τον τίτλο του “άγνωστου” μεταξύ των διάσημων διαμαντιών, λόγω της αμφιλεγόμενης προέλευσής του, που δημιουργεί η σκοτεινή διαδρομή του. Το Excelsior κόπηκε αργότερα, όπως θα δούμε, σε πολλά μικρά διαμάντια, σε σύγκριση με τον τεράστιο αρχικό κρύσταλλο. Δεν απέμεινε δηλαδή πέτρα αξιοσημείωτου μεγέθους, ώστε να καταγραφεί στην ιστορία και να κρατηθεί το όνομά του στη δημοσιό27


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

τητα. Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι και αντικειμενικοί, πρέπει να πούμε πως οι ιδιοκτήτες του Excelsior είχαν το ελαφρυντικό πως δεν είχαν τα μέσα μελέτης και κοπής που διαθέτουμε σήμερα, και ήταν λογικό να θεωρήσουν πως η όποια απώλεια βάρους συνέφερε με την κοπή σε περισσότερα κομμάτια. Τελικά το Excelsior κόπηκε σε δέκα κομμάτια, συνολικού βάρους 373,75 καρατίων, δηλαδή με απώλεια βάρους 63%. Όπως ήταν φυσικό, τα παραπάνω διαμάντια πουλήθηκαν ξεχωριστά. Τρία απ’ αυτά αγοράστηκαν απ’ την Tiffany & Co, της Νέας Υόρκης. Τα ονόματα των άλλων αγοραστών δεν είναι γνωστά, εκείνο όμως που γνωρίζουμε είναι πως έχουν καταταγεί ως προς το χρώμα στην κατηγορία G και ως προς την καθαρότητα στην κατηγορία VS2 και ακόμη πως τα επτά εξ αυτών είναι αχλαδόσχημα, ενώ τα άλλα τρία είναι μαρκίζ. Αυτά προς γνώσιν...». Η ενημέρωση διακόπηκε από το παρατεταμένο χτύπημα του κουδουνιού· ήταν ο μικρός με τις πίτσες. Η Ναυσικά γέμισε τα ποτήρια με μπίρα και έβαλε τα κουτιά με τις πίτσες πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Η συντροφιά, σαν να είχε ευθυμήσει με την ευχάριστη, μέχρι στιγμής, ιστορία των διαμαντιών, τσούγκρισε τα ποτήρια και αντάλλαξε ευχές: «ζωή σ’ εμάς», «να ζήσουμε να τον θυμόμαστε» και τα σχετικά. 28


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

«Αποδώ και πέρα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εμάς η ιστορία με τα διαμάντια και ιδιαίτερα του Excelsior» είπε ο Μίμης τρώγοντας ένα μεγάλο κομμάτι πίτσας. «Όπως ίσως γνωρίζετε, τα καλύτερα εργαστήρια επεξεργασίας, κοπής και γυαλίσματος διαμαντιών βρίσκονται στο Άμστερνταμ. Κατά συνέπεια, το διαμάντι που βρέθηκε στη Νότια Αφρική έπρεπε με κάποιον τρόπο να πάει στο Άμστερνταμ, συνοδευόμενο βέβαια από κάποιο έμπιστο πρόσωπο, που να ήξερε και τα μυστικά της δουλειάς. Έτσι, η αγγλική εταιρεία επέλεξε ως καταλληλότερο το Νικόλαο, δίνοντάς του και ένα πληρεξούσιο, περιορισμένης έκτασης, με την εντολή να χειριστεί με τον καλύτερο τρόπο, προς συμφέρον της εταιρείας, το θέμα της κοπής του πολύτιμου λίθου. Ο Νικόλαος παρέλαβε το πολύτιμο φορτίο και, αφού το εξασφάλισε με προσωπική του ευθύνη στα προσωπικά του είδη, ξεκίνησε για το μακρινό Άμστερνταμ. Η εταιρεία, για λόγους ασφαλείας, σκηνοθέτησε μια ταχυδρομική αποστολή, με συστημένο δέμα, που παρέδωσαν ένοπλοι σε εταιρεία μεταφορών· εννοείται πως το συστημένο δέμα, με παραλήπτη ένα εργαστήριο κοπής διαμαντιών στο Άμστερνταμ, περιείχε ένα ευτελές, περίεργο πέτρωμα, το La rose du desert, που, κατά μια εκδοχή, δημιουργείται απ’ τα ούρα της καμήλας στην καυτή άμμο της ερήμου. Αυτό το περίεργο σταχτί “πέτρωμα”, που 29


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

παίρνει διάφορα αλλόκοτα σχήματα ανάλογα με την περιοχή, τη σύνθεση της άμμου και τη θερμοκρασία, μοιάζει πολύ με αποξηραμένο τριαντάφυλλο, απ’ όπου και η ονομασία του: “Ρόδο της ερήμου”. Τέτοια “τριαντάφυλλα” πωλούνται απ’ τους ντόπιους Αφρικανούς σ’ όλες τις υπαίθριες αγορές τους, τα “σουκς”, ανάμεσα στ’ άλλα τουριστικά είδη, τα γνωστά μας γλυπτά σε μαύρο ξύλο και σπανιότερα σε ελεφαντόδοντο. »Το δέμα ήταν επιμελώς, στεγανά συσκευασμένο και δεμένο με ιμάντες ασφαλείας και βουλοκέρια. Έτσι ταξίδεψε ξέγνοιαστος ο Νικόλαος, έχοντας το πολύτιμο διαμάντι ανάμεσα στις κάλτσες του. Από τις πρώτες του ενέργειες, σύμφωνα και με τις οδηγίες της εταιρείας, ήταν το άνοιγμα ενός πολυτελούς γραφείου ως παραρτήματος της εταιρείας στο Άμστερνταμ. Με την ευστροφία και την καπατσοσύνη που διέθετε ο Νικόλαος, δεν άργησε να προσαρμοστεί στις νέες δραστηριότητες στην ξένη πόλη και να δικτυωθεί με τη συντεχνία των αδαμαντουργών. Το πολυτελές γραφείο, που άνοιξε με τη φίρμα της αγγλικής εταιρείας, βρισκόταν στην οδό Staalstraat, αν θυμάμαι καλά, σε κεντρικό σημείο της ολλανδικής μεγαλούπολης, στις όχθες ενός καναλιού και στη φωτεινή επιγραφή του δέσποζε ένα τεράστιο γαλάζιο διαμάντι, που με κατάλληλο φωτισμό έδειχνε να αστράφτει. Φυσικά, εκτός απ’ το Excelsior, που 30


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

προωθήθηκε για κοπή, με προσωπική επίβλεψη του “Νικολά” πλέον, κατέφταναν κι άλλα φορτία ανεπεξέργαστων διαμαντιών, που μετά την επεξεργασία προωθούνταν για πώληση στην αγορά. Με αυτό τον τρόπο ο Νικολά κατάφερε να γίνει ένας εξαιρετικός έμπορος διαμαντιών, με γνωριμίες και διασυνδέσεις σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Η εταιρεία ήταν ενθουσιασμένη με τα τεράστια κέρδη που αποκόμιζε απ’ τις δραστηριότητες του Νικόλαου Αργυρίου, αλλά και για ένα σημαντικότερο λόγο, αφού μέσω αυτού “ξέπλενε” όλες τις παράνομες οικονομικές δραστηριότητές της στη Νότια Αφρική. Παιδιά, να πάρω μια ανάσα, στέγνωσε και το στόμα μου…». Ήπιε μια γουλιά απ’ την μπίρα του και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα συνέχισε: «Στη συνέχεια η ιστορία μας είναι συγκλονιστική. Ο Νικολά προσέλαβε δύο υπάλληλους στο γραφείο για να διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις, να τρέχουν στους τεχνίτες και τα τελωνεία και να έχει εκείνος περισσότερο ελεύθερο χρόνο ν’ ασχολείται με τη διαχείριση του εμπορικού μέρους της επιχείρησης και με την προσωπική του ζωή, που τόσο είχε παραμελήσει τα τελευταία χρόνια. Αφού εδραιώθηκε για τα καλά στο χώρο των διαμαντιών, άνοιξε ένα μικρό γραφείο στο Παρίσι, παράρτημα κι αυτό της εταιρείας, στην οδό Royale, κοντά στην Place de la Concorde. Το γραφείο αυτό ήταν το στρατηγείο του για το κλείσιμο 31


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

των συμφωνιών με μεγάλους επενδυτές και φυσικά το λειτουργούσε μόνος. Πολύ κοντά στο γραφείο, στην Place Vendôme, νοίκιασε ένα μικρό στούντιο και οργάνωσε την προσωπική του ζωή όσο μπορούσε καλύτερα. Με την άνεση του μεγαλοεπιχειρηματία άρχισε να κινείται στους κύκλους της αριστοκρατίας του Παρισιού, γνωστός ως έμπορος διαμαντιών. Πολύ χρήμα, μεγάλη ζωή και με τη λεβέντικη αρχαιοελληνική κορμοστασιά και τη φινέτσα που τον χαρακτήριζαν, έγινε περιζήτητος γαμπρός στην υψηλή παριζιάνικη κοινωνία. »Ωστόσο ο Νικολά ερωτεύτηκε παράφορα μια νεαρή πωλήτρια σε παρακείμενο κατάστημα καλλυντικών, τη Νικόλ, και δεν είχε μάτια για καμιά άλλη· ήταν μια πανέμορφη κοπέλα, ψηλή, λυγερόκορμη, που θύμιζε αρχαία θεά και μεταξύ των άλλων της χαρισμάτων ήταν και λάτρις του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Είχε μελετήσει πολλούς Έλληνες συγγραφείς, μεταφρασμένους στα γαλλικά, και λάτρευε την ελληνική μυθολογία. Ο Νικολά με τη Νικόλ ζούσαν τον έρωτά τους στο στούντιο της Place Vendôme, ανενόχλητοι, μακριά απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα των περίεργων της υψηλής κοινωνίας. Εντωμεταξύ, η οικονομική κατάσταση του Νικολά πήγαινε απ’ το καλό στο καλύτερο· η περιουσία του αυξανόταν με “γεωμετρική πρόοδο”. Τα γραφεία του Άμστερνταμ είχαν αυξήσει σημαντικά τον κύκλο εργασιών τους, 32


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

όπως διαπίστωνε ο Νικολά, που τα επισκεπτόταν μια φορά το μήνα, και βέβαια η εταιρεία δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό της για την επέκταση των εργασιών στην Ευρώπη και έμμεσα σ’ όλο τον κόσμο κι αυτό χάρη στον εφευρετικό και δραστήριο Νικολά. Ως εδώ όλα καλά κι όλα ωραία· καμία σκιά δεν υπήρχε στον ορίζοντα». «Θα πάει πολύ μακριά η βαλίτσα; Ξέρεις τι ώρα πήγε;» είπε η Νάντια, η οποία είχε αρχίσει να βαριέ­ ται. «Σας είχα προειδοποιήσει πως η σημερινή νύχτα θα είναι μεγάλη· αν θέλετε, μπορούμε να συνεχίσουμε άλλη φορά» είπε, φανερά ενοχλημένος, ο Μίμης. «Τι είναι αυτά που λες, ρε Μίμη; Συνέχισε κι ας μας πάρει ολόκληρη τη νύχτα» συμπλήρωσε αποφασιστικά ο Λευτέρης, κοιτάζοντας λοξά τη Νάντια. «Όποιος βαρέθηκε μπορεί να φύγει· κανείς δε βρίσκεται εδώ με το ζόρι». Μετά από ένα μικρό διάλειμμα μερικών λεπτών, για τουαλέτα ή νερό, μιας και οι μπίρες και οι πίτσες είχαν πια τελειώσει, άναψε τσιγάρο ο Μίμης και συνέχισε την αφήγηση: «Σε μια ανακαίνιση του στούντιο, που εντωμεταξύ είχε αγοράσει ο Νικολά, μετά την αντικατάσταση των ταπετσαριών στους τοίχους, που συνηθίζουν οι Γάλλοι στα σπίτια τους, μόλις έφυγε το συνεργείο, ο 33


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

Νικολά ξεκόλλησε τη νωπή ταπετσαρία πίσω από ένα σώμα καλοριφέρ και έσκαψε στον τοίχο μια εσοχή αρκετά μεγάλη, που στη συνέχεια κάλυψε προσεκτικά με την ταπετσαρία. Σ’ αυτή την εσοχή τοποθέτησε μια μεταλλική κασετίνα, που καλυπτόταν τέλεια απ’ την ταπετσαρία και που θα χρησιμοποιούσε μελλοντικά σαν μυστική κρύπτη. Σ’ αυτή την κασετίνα αρχικά τοποθέτησε μια κάλτσα με διαμάντια, όπως παλιά με το Excelsior, όταν το μετέφερε απ’ το Γιοχάνεσμπουργκ. Τα διαμάντια αυτά είχαν “περισσέψει” απ’ την αρχική κοπή του Excelsior, στο πλαίσιο της… απώλειας του 63%, που είχε αποκρύψει βέβαια απ’ την εταιρεία και, όπως καταλαβαίνετε, ήταν πολύ μεγάλης αξίας. Στην ίδια κασετίνα έβαλε κι ένα μαύρο βελούδινο πουγκί, με μικρότερης αξίας διαμάντια, στα οποία είχε επενδύσει τα προσωπικά κέρδη απ’ τις επιχειρήσεις του». «Καλά, όλα αυτά πώς τα ξέρεις και μάλιστα με τόσες λεπτομέρειες;» ρώτησε όλο απορία η Σοφία. «Μου τα εξιστόρησε ο Αλκιβιάδης· ξέρετε πολύ καλά πως με τον Αλκιβιάδη είχαμε πολύ στενή, αδελφική σχέση· δεν είχε μυστικά από μένα». «Μα… ο Αλκιβιάδης πώς εμπλέκεται σ’ αυτή την ιστορία; Μέχρι στιγμής δεν τον ανέφερες καθόλου» ξαναρώτησε η Σοφία. «Έχεις δίκιο, Σοφία. Ήταν δική μου παράλειψη. Δε σας ανέφερα μια σημαντική πτυχή της ζωής του 34


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

Νικόλαου Αργυρίου. Ο Νικόλαος, γόνος παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας της Αθήνας, μεγάλωσε στο Κεφαλάρι της Κηφισιάς, σε μια βίλα, με υπηρέτρια, νταντά και οικονόμο. Ζωηρό και ατίθασο παιδί, όπως τα περισσότερα πλουσιόπαιδα, δυσκόλευε τη ζωή όλου του προσωπικού της βίλας· έκρυβε τα εργαλεία του κηπουρού, έλυνε την ποδιά της μαγείρισσας και βασάνιζε, παίζοντας, ό,τι ζωντανό έβρισκε μπροστά του. Με τους δασκάλους και τα μαθήματα δεν τα πήγαινε καθόλου καλά, παρά τις παραινέσεις και τα παρακάλια του πατέρα του, κυρίου Αλκιβιάδη. Του άρεσε να παίζει με ποδήλατα και μηχανές. Μόνο με το δάσκαλο των γαλλικών τα είχε καλά, γιατί πήγαινε με τα νερά του και κυρίως τον άφηνε να οδηγεί τ’ αμάξι του, στα δέκα του χρόνια. Στα δεκάξι του χρόνια είχε γίνει ένα δυναμικό αγόρι, γεμάτο ζωντάνια κι ενεργητικότητα, που τη διοχέτευε, όμως, σε λάθος δραστηριότητες. Είχε μπλέξει με μια παρέα αργόσχολων, που όλη τη μέρα τριγυρνούσαν στις καφετέριες και τα βράδια στα μπαράκια, φουμάροντας κι από κανένα τσιγαριλίκι. Μάταια ο κύριος Αλκιβιάδης τον πίεζε ν’ ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις τους. Ο νεαρός Αργυρίου, έχοντας εξασφαλισμένο το καθημερινό του μπόλικο χαρτζιλίκι, δε νοιαζόταν για τίποτα· δεν ήθελε να χαλάσει το χουζούρι του, όπως άλλωστε κάνουν τα περισσότερα παιδιά πλουσίων. »Μεταξύ του υπηρετικού προσωπικού υπήρχε ένα 35


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

κορίτσι στην ηλικία του Νικόλαου, η Μαρίτσα, από κάποιο χωριό της Θράκης, που είχε μείνει ορφανή από μωρό και μεγάλωσε στα χέρια της γιαγιάς της, που εντωμεταξύ πέθανε, για να μείνει τελικά η Μαρίτσα μόνη στον κόσμο, να υπηρετεί στο σπίτι του κυρίου Αργυρίου. Η Μαρίτσα είχε μια “αφέλεια”, που θα μπορούσες να την πεις “χαζομάρα” ή “ελαφρότητα”· ήταν ευκολόπιστη, χαμογελαστή και πάντα πρόθυμη κι εξυπηρετική, σε οτιδήποτε της ζητούσαν. Ένα καλοκαιρινό σούρουπο που η ζέστη ήταν αφόρητη, ο Νικόλαος έκανε ένα ντους για να δροσιστεί. Όταν μπήκε η Μαρίτσα στο δωμάτιο για να τον ρωτήσει αν χρειάζεται κάτι, τον βρήκε γυμνό, ξαπλωμένο ανάσκελα στο κρεβάτι του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε γυμνό, τώρα όμως ήταν διαφορετικά· ο μικρός ήταν σε διέγερση, κάτι που η Μαρίτσα δεν είχε ξαναδεί. Σαστισμένη, στάθηκε στο κέντρο του δωματίου, χαζεύοντας το πρωτόγνωρο θέαμα. »“Θέλεις να παίξουμε τους παντρεμένους;” ρώτησε ο Νικόλαος. »“Αφού δεν είμαστε”. »“Στα ψέματα, έτσι για πλάκα”. »Δέχτηκε η Μαρίτσα και ξάπλωσε δειλά στο κρεβάτι, δίπλα στο Νικόλαο, για να “παίξουν” τους παντρεμένους. Από κείνη τη μέρα που ο Νικόλαος ολοκληρώθηκε ως άντρας, το παιχνίδι των παντρεμένων το έπαιζαν σχεδόν καθημερινά, όταν όλοι στο 36


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

σπίτι πήγαιναν για ύπνο. Όταν μετά από οκτώ μήνες “έγγαμου βίου” άρχισε να φουσκώνει η κοιλιά της Μαρίτσας, ήταν πάρα πολύ αργά για έκτρωση· η Μαρίτσα ήταν ήδη έξι μηνών έγκυος· δεν είχε όμως συμπτώματα εγκυμοσύνης, ούτε είχε φανεί πολύ η κοιλιά της. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, αποφάσισε ο σοφός κύριος Αλκιβιάδης να στείλουν τη Μαρίτσα σε μια ξαδέρφη του στη Θεσσαλονίκη για να γεννήσει, μακριά από σχόλια και κουτσομπολιά, το δε Νικόλαο, δεκαεννιά ετών πλέον, για να ξεκόψει κι απ’ τις κακές παρέες, τον έστειλε στο Γιοχάνεσμπουργκ, όπως σας είπα νωρίτερα, σ’ ένα αδελφικό φίλο του, το Νικήτα, που δούλευε μηχανικός στα αδαμαντωρυχεία της Νότιας Αφρικής. Ο Νικόλαος στην αρχή αντέδρασε· δεν ήθελε να φύγει απ’ την Αθήνα, γιατί θα έχανε την ανέμελη ζωή με τα φιλαράκια του. Σύντομα όμως υποχώρησε στην πίεση του πατέρα του, ο οποίος δεν του άφηνε πολλά περιθώρια επιλογής. Το γράμμα που παρέδωσε ο Νικόλαος στα χέρια του Νικήτα, ήταν λιτό, αλλά ιδιαίτερα περιεκτικό. Φίλε Νικήτα, Παραδίδω στα χέρια σου το γιο μου, Νικόλαο, με όλη μου την εμπιστοσύνη. Είναι καλό παιδί, γερός και δουλευταράς. Στήριξέ τον, σε παρακαλώ, να σταθεί στα πόδια του και να κερδίσει τη ζωή του σαν να είναι δικό σου παιδί και ο Θεός θα σε 37


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

ανταμείψει. Τον τραπεζικό λογαριασμό σου τον έχω πιστώσει, όπως θα διαπιστώσεις, με ένα ποσό για τα πρώτα έξοδα του νεαρού. Για οτιδήποτε άλλο χρειαστεί, εγώ είμαι εδώ. Σε φιλώ, Αλκιβιάδης. »Ο Νικήτας, παντρεμένος από χρόνια, δεν είχε δικά του παιδιά κι έτσι αγκάλιασε το Νικόλαο, με πραγματική πατρική στοργή, φροντίζοντας για την ομαλή προσαρμογή στην κοινωνία του Γιοχάνεσμπουργκ και ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση των μαύρων ιθαγενών. Μετά από έξι μήνες, όταν πια ο Νικόλαος έγινε είκοσι ετών, προσλήφθηκε απ’ την αγγλική εταιρεία και η συνέχεια σας είναι γνωστή. »Ας επανέλθουμε, όμως, στην ιστορία μας. Η Μαρίτσα στη Θεσσαλονίκη γέννησε φυσιολογικά ένα υγιέστατο αγόρι, που έμοιαζε καταπληκτικά στο Νικόλαο. Το παιδί καταχωρίστηκε στα μητρώα αρρένων Θεσσαλονίκης ως “αγνώστου πατρός”, αφού η Μαρίτσα ήταν ανύπαντρη· όταν μετά από μερικούς μήνες κατέβηκε η Μαρίτσα με το μωρό στην Αθήνα, ο κύριος Αλκιβιάδης, που τον διέκρινε το ήθος και η τιμιότητα, αναγνώρισε το παιδί ως γόνο Αργυρίου, το καταχώρισε στην οικογενειακή του μερίδα ως… γιο του, αφού δεν ήθελε να μπλέξει το Νικόλαο με 38


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

τέτοια προβλήματα από τόσο μικρή ηλικία και για να μην αποτελέσει τροχοπέδη στη μετέπειτα ζωή του. Τη Μαρίτσα, επειδή ήθελε να την απομακρύνει απ’ το παιδί, για να την προστατέψει, για τους ίδιους λόγους όπως και για το γιο του, αφού της υποσχέθηκε ένα πολύ καλό μηνιαίο εισόδημα για όλη της τη ζωή, την έστειλε πίσω στο χωριό της, με την “πατρική” υπόδειξη να ξεχάσει την ιστορία με το Νικόλαο και το μωρό και να ξαναφτιάξει τη ζωή της· άλλωστε ήταν τόσο νέα, μόλις δεκαεννιά ετών. Εννοείται πως ο Νικόλαος έμαθε τη μισή αλήθεια, όπως έκρινε ο πατέρας του. Του έγραψε ένα γράμμα που του έλεγε πως το γιο του τον βάφτισαν Αλκιβιάδη και πως του έμοιαζε πάρα πολύ· του εσώκλειε και μια φωτογραφία από τη βάφτιση. Για τη Μαρίτσα, του είπε πως παράτησε το παιδί κι εξαφανίστηκε, και πολύ καλά έκανε· από τότε κανείς δεν την ξαναείδε. Χωριατοκόριτσο, χωρίς τρόπους και αγωγή, δείλιασε ίσως και το έβαλε στα πόδια· έτσι του έγραφε πως θα δικαιολογούσαν την έλλειψη της μάνας και στο παιδί, όταν θα μεγάλωνε και θα ρωτούσε να μάθει γι’ αυτήν. Αποδώ και πέρα ξέρετε πολύ καλά πώς εμπλέκεται ο Αλκιβιάδης στην ιστορία μας». «Δηλαδή, ο Αλκιβιάδης είναι βιολογικός γιος του Νικόλαου και τυπικά γιος του παππού του, Αλκιβιάδη, αν κατάλαβα καλά» δήλωσε ο Γιώργος. «Έτσι ακριβώς» απάντησε ο Μίμης, για να συνε39


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

χίσει. «Είχαμε μείνει στο Παρίσι, στο στούντιο της Place Vendôme. Ο Νικολά έστελνε ανελλιπώς κάθε μήνα ένα ποσό για τα έξοδα του μικρού Αλκιβιάδη, με την εντολή να μην του λείψει τίποτα, να σπουδάσει και οπωσδήποτε να μάθει γαλλικά. Τον προόριζε, βλέπετε, για διάδοχό του στις επιχειρήσεις του. Απ’ τα πρώτα χρόνια φάνηκε πως ο μικρός Αλκιβιάδης, που είχε ιδιαίτερη έφεση στα γράμματα, θα σπούδαζε και θα γινόταν επιστήμονας. Πέρασαν μερικά χρόνια και, όταν κάποια στιγμή ο Νικολά προσκάλεσε τον πατέρα του μαζί με το μικρό να τον επισκεφτούν στο Παρίσι, κατάλαβε από κάτι μισόλογα πως η κατάσταση της υγείας του πατέρα του ήταν άσχημη· ένα σοβαρό καρδιακό πρόβλημα δεν του επέτρεπε πολλές συγκινήσεις και ταλαιπωρίες. Έτσι, ο μικρός Αλκιβιάδης ταξίδεψε μόνος στο Παρίσι. Στο αεροδρόμιο του Orly τον περίμενε ο Νικολά και μετά τις απαραίτητες ενημερωτικές συζητήσεις γνωριμίας, κυρίως για την υγεία του παππού, ξεκίνησε η ξενάγηση στο απέραντο Παρίσι». «Μην αρχίσεις την περιγραφή της ξενάγησης, δε θα το αντέξω» είπε η Νάντια, κοιτάζοντας το ρολόι της με νόημα. «Δεν πρόκειται να σας πω για την ξενάγηση, γιατί απλούστατα δεν ξέρω πολλά πράγματα. Εκείνο που ξέρω είναι πως η Νικόλ αγκάλιασε με τρυφερότητα 40


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

τον Αλκιβιάδη σαν “μάνα”. Του μιλούσε όσο πιο απλά μπορούσε, γιατί ο μικρός ήξερε πολύ λίγα γαλλικά και μάλιστα αυτά που του δίδασκε Έλληνας καθηγητής. Είκοσι μέρες ονειρεμένες πέρασε ο μικρός Αλκιβιάδης, παρέα με τη Νικόλ και τον πατέρα του, που δεν έχανε ευκαιρία να του δηλώνει πόσο τον αγαπούσε. Την τελευταία μέρα στο Παρίσι, κάποια στιγμή που έμειναν μόνοι πατέρας και γιoς, του έδειξε τη μυστική κρύπτη κάτω απ’ την ταπετσαρία, πίσω απ’ το καλοριφέρ, με την αυστηρή συμβουλή ότι αυτό που είδε θα πρέπει να το κρατήσει για τον εαυτό του και να μην το πει σε κανέναν, ούτε ακόμη και στον παππού του, όταν θα επέστρεφε στην Αθήνα. Ως ανάμνηση εκείνου του ταξιδιού τού χάρισε το περίεργο πέτρωμα, το “Ρόδο της ερήμου”, εξιστορώντας του τη διαδρομή και το ρόλο που έπαιξε στη ζωή του, καταλήγοντας πως δεν έπρεπε ποτέ να το αποχωριστεί, να το κρατήσει για πάντα κοντά του, σαν κάτι… πολύτιμο και ακόμη για να λέει αργότερα κι εκείνος στα παιδιά του την ιστορία του παππού τους. Μ’ εκείνα τα λόγια ο Νικολά αποχαιρέτησε τον Αλκιβιάδη στο αεροδρόμιο, υποσχόμενος στο μικρό να πάνε μαζί ένα ταξίδι στο Γιοχάνεσμπουργκ, στις διακοπές του Πάσχα· δεν παρέλειψε βέβαια να τον συμβουλεύσει να είναι μελετηρός κι επιμελής με τα μαθήματά του και τα γαλλικά του». Στο σημείο αυτό, σχεδόν σύσσωμη η συντροφιά σηκώθηκε για να φύγει. 41


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

«Φτάνει, Μίμη, για σήμερα, πρέπει να φύγουμε, η ώρα πήγε τρεις και αύριο έχουμε και δουλειές» του είπαν σχεδόν όλοι μαζί. «Όπως θέλετε· αν όμως κάνατε λίγο υπομονή, θα μαθαίνατε πώς έκλεισε ο πρώτος κύκλος της ιστορίας μας, ο κύκλος της ζωής του Νικόλαου Αργυρίου» είπε ο Μίμης, τεντώνοντας τα πόδια του στον καναπέ για να ξεμουδιάσουν, αφού κι αυτός είχε κουραστεί απ’ την πολύωρη αφήγηση.

42


2

Οι επόμενες μέρες κύλησαν ήρεμα, χωρίς να συμβεί

κάτι ιδιαίτερο, ωστόσο όλοι πια κατάλαβαν πως στη συνέχεια η ιστορία θα είχε ενδιαφέρον· η περιέργεια, σαν το σαράκι, είχε φωλιάσει για τα καλά στο μυαλό τους. Πρώτη έσπασε τη σιωπή η Σοφία, απευθυνόμενη στο Λευτέρη: «Δε μου λες, Λευτέρη, δε νομίζεις ότι πρέπει κάποια στιγμή να μας πει ο Μίμης τη συνέχεια της μισοτελειωμένης ιστορίας;». «Συμφωνώ, Σοφία μου, πρέπει κάποιος να προκαλέσει μια συνάντηση. Βλέπεις, εκείνος ο μπαγάσας ο Μίμης, αφού μας κούρντισε καλά καλά, μας άφησε να βράζουμε στο ζουμί μας». «Καλά, δε βράζουμε και στο ζουμί μας, μη γίνεσαι υπερβολικός, απλώς μας τρώει η περιέργεια, από ενδιαφέρον, θα έλεγα. Θα επικοινωνήσω μ’ όλα τα 43


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

παιδιά και θα κανονίσω να μαζευτούμε το βράδυ εδώ, στο σπίτι μας. Τη λυπάμαι εκείνη τη Ναυσικά, κάθε φορά στο σπίτι τους βρισκόμαστε. Βλέπεις, όλοι είστε θεριακλήδες, με τις στάχτες απ’ τα τσιγάρα σας γεμίζετε τον κόσμο». Ύστερα από λίγη ώρα, τα τηλέφωνα όλων χτυπούσαν με τη σειρά· η συνάντηση κανονίστηκε για τις επτά το απόγευμα, στο σπίτι του Λευτέρη και της Σοφίας, με την παράκληση να μην το ξενυχτήσουν σαν την άλλη φορά. Όταν ξεκίνησε ο Μίμης να μιλάει, αυτή τη φορά όλοι τον παρακολουθούσαν με προσοχή, χωρίς να έχει κανείς πρόθεση να τον διακόψει. Κάποια στιγμή σταμάτησε να μιλάει και παίρνοντας ένα θριαμβευτικό ύφος τούς είπε χαμογελώντας: «Βλέπω, φίλοι μου, πως έχετε συντονιστεί όλοι στο θέμα και αδημονείτε να μάθετε τη συνέχεια. Πολύ καλά λοιπόν, συνεχίζω απ’ το σημείο που είχαμε μείνει τις προάλλες· ελπίζω χωρίς διακοπές αυτή τη φορά… Ο Αλκιβιάδης, επιστρέφοντας απ’ το Παρίσι, έβγαλε απ’ το κουτάκι το περίεργο εκείνο “Ρόδο της ερήμου” και το τοποθέτησε σ’ ένα ράφι της βιβλιοθήκης του, εξηγώντας στον παππού του τη σημασία του. Αφού διηγήθηκε στον παππού, με λεπτομέρειες, τις εντυπώσεις του απ’ το Παρίσι, αφοσιώθηκε στα μαθήματά του, περιμένοντας την πρόσκληση του 44


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

πατέρα του για το ταξίδι των διακοπών του Πάσχα στη Νότια Αφρική. Η αλήθεια, φίλοι μου, είναι πως ο Αλκιβιάδης ήταν ιδιαίτερα τακτικός, μεθοδικός και μελετηρός, χαρακτηριστικά που γνωρίζουμε από πρώτο χέρι, μιας και τον ζήσαμε. Εκείνο το μοιραίο Πάσχα, αρχές Μαΐου, ο Νικόλαος ρύθμισε όλες τις υποθέσεις του στο Άμστερνταμ και το Παρίσι, πήρε το αεροπλάνο και επέστρεψε στην Αθήνα μετά από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Έβλεπε γύρω του και δεν πίστευε στα μάτια του. Πόσο είχε αλλάξει η Αθήνα! Έδωσε τη διεύθυνση του πατέρα του στο ταξί κι έκλεισε τα μάτια του. Σαν γρήγορη ταινία, πέρασε μπρος απ’ τα μάτια του, νοσταλγικά, ολόκληρη η ζωή του, απ’ τα χρόνια της ξεγνοιασιάς μέχρι τα χρόνια εκείνα της ξενιτιάς. Το πατρικό του σπίτι δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου, αν εξαιρέσεις κάποιες φθορές, σημάδια του χρόνου, που δεν μπορούσε πια ο ανήμπορος πατέρας του να επιδιορθώσει. Μια περίεργη ερημιά, όμως, επικρατούσε παντού. Ο κήπος σκέτη ζούγκλα από τ’ αγριόχορτα. Γεμάτος απορίες μπήκε στο σπίτι και αγκάλιασε τον πατέρα του με μεγάλη συγκίνηση. »“Πού είναι το προσωπικό, πατέρα;” ρώτησε, χωρίς να πάρει απάντηση. »Μετά τις πρώτες συγκινήσεις, τα χάδια και τα φιλιά, δόθηκαν και οι απαραίτητες εξηγήσεις. Τα τελευταία τρία χρόνια οι δουλειές δεν πήγαιναν πολύ 45


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

καλά στο εργοστάσιο αλλαντοποιίας, που είχε απ’ τον πατέρα του ο κύριος Αλκιβιάδης, όπως τουλάχιστον του έλεγε ο λογιστής του, ο οποίος όμως, όπως αποδείχθηκε, τον έκλεβε, λέγοντάς του ψέματα. Παλιός υπάλληλος ο λογιστής, απόλυτα έμπιστο άτομο, κατάφερε μ’ ένα πληρεξούσιο στα χέρια απ’ τον κύριο Αλκιβιάδη Αργυρίου, να ρευστοποιήσει προς όφελός του σιγά σιγά όλα τα κινητά περιουσιακά στοιχεία και με κατάλληλους, επιδέξιους λογιστικούς χειρισμούς να ρίξει έξω την επιχείρηση του κυρίου Αργυρίου. Αυτά που απέμειναν, τα ακίνητα, ήταν το σπίτι που έμεναν, το εξοχικό σπίτι στη Σαρωνίδα, ένα μαγαζί στην Ερμού και τρία γραφεία σε όροφο στην πλατεία Κάνιγγος. Απ’ τα εισοδήματα αυτών των ακινήτων ζούσαν και απ’ το μηνιαίο έμβασμα του Νικόλαου για το γιο του. Ο Νικόλαος θύμωσε: »“Καλά, ρε πατέρα, δεν μπορούσες να μ’ ενημερώσεις για όλα αυτά; Άφησες το λογιστή να καταχραστεί όλη την περιουσία;” »“Μη θυμώνεις, παιδί μου· είχες κι εσύ τα δικά σου προβλήματα, όπως μου έγραφες. Αλλά κι αυτός, μη νομίζεις, δε χάρηκε τίποτα. Τρεις μήνες μετά την απάτη της τεχνητής χρεοκοπίας, τον χτύπησε θανάσιμα ένα φορτηγό που του πολτοποίησε τα δυο πόδια. Έζησε στην εντατική μερικές μέρες σε κώμα, για να καταλήξει τελικά, μόνος και έρημος, στο νεκροθάλαμο του “Ευαγγελισμού”. Να σκεφτείς πως 46


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

εγώ φρόντισα να θαφτεί σαν χριστιανός, μιας και δεν είχε κανένα στον κόσμο· ήταν μια ζωή μονόχνοτος, σπαγκοραμμένος και μαγκούφης. Ας τον συγχωρέσει ο Θεός για τις πράξεις του” είπε ο κύριος Αλκιβιάδης και σταυροκοπήθηκε. »“Αχ, ρε πατέρα! Αυτή η μεγαλοψυχία σου με αφήνει άναυδο. Τέλος πάντων, αποδώ και πέρα όμως θέλω να με κρατάς ενήμερο για όλα σου τα προβλήματα· έχεις και την ευθύνη του γιου μου, που σ’ τον έχω φορτώσει όλα αυτά τα χρόνια”. »“Τι είναι αυτά που λες; Ο γιος μας για μένα είναι όλη μου η ζωή. Χάρη σ’ αυτόν ζω, αυτός είναι ο σκοπός της ζωής μου. Με την κυρα-Ματίνα, τη μαγείρισσα, τα καταφέρνουμε μια χαρά. Άλλωστε δεν έχουμε και κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα! Δόξα τω Θεώ” είπε ο γέρος Αλκιβιάδης αγριεμένος. »Έτσι, σχετικά καθησυχασμένος, έβγαλε ο Νικόλαος εισιτήρια για το Γιοχάνεσμπουργκ, όπως είχε υποσχεθεί στο γιο του, και το Σάββατο του Λαζάρου χαιρέτησαν τον παππού κι έφυγαν. »Στο αεροδρόμιο του Γιοχάνεσμπουργκ, που έφτασαν μέσω Βιέννης, τους περίμενε ένα ταξί εκ μέρους του Νικήτα, αφού δεν μπορούσε να πάει ο ίδιος να τους παραλάβει, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που τον κρατούσαν καθηλωμένο στο κρεβάτι, μετά από ένα ατύχημα σε μια υπόγεια στοά, λίγους μήνες 47


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

πριν. Η συνάντηση του Νικόλαου με το Νικήτα ήταν συγκινητική. Ο Νικήτας δε χόρταινε να καμαρώνει πότε το Νικόλαο και πότε τον Αλκιβιάδη τζούνιορ, που είχε γίνει πια ένα ψηλόλιγνο παλικαράκι, ίδιο με τον “παππού” του. Οι επόμενες μέρες κυλούσαν, η μία καλύτερη απ’ την άλλη. Ο Αλκιβιάδης δε χόρταινε ν’ απολαμβάνει τις ομορφιές του “διαφορετικού πολιτισμού και της διαφορετικής κουλτούρας”, πέρα απ’ τη ζεστασιά και τις περιποιήσεις του Νικήτα, που κατά έναν περίεργο τρόπο “τον αγκάλιασε”, όπως παλιότερα και τον πατέρα του. Η εταιρεία των ορυχείων, απ’ την πλευρά της, μετά από πολλά χρόνια κερδοφόρας συνεργασίας, υποδεχόταν για πρώτη φορά το σημαντικό στέλεχος και συνεταίρο της, το Νικόλαο, στην έδρα της. Τα τραπεζώματα με τα στελέχη της εταιρείας ήταν καθημερινά. Μεταξύ των άλλων, τους παραχώρησαν κι ένα τζιπ μεγάλου κυβισμού 4Χ4, για τις μετακινήσεις τους· πρότειναν μάλιστα να τους διαθέσουν και οδηγό, αλλά ο Νικόλαος αρνήθηκε. »Τις τελευταίες μέρες της παραμονής τους στη Νότια Αφρική, η εταιρεία ζήτησε απ’ το Νικόλαο να πάει με το γιο του, σαν εκδρομή, σ’ ένα ορυχείο τους στο Γκαμπορόνε, στα σύνορα με την Μποτσουάνα, στην έρημο Καλαχάρι, για επιθεώρηση και διευθέτηση κάποιων μικροπροβλημάτων, σε συνεργασία με τον εκεί διευθυντή. Ο Νικόλαος το βρήκε καλή ιδέα, 48


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

μια καλή ευκαιρία για τον Αλκιβιάδη, να ζήσει από κοντά, έστω για λίγο, τη ζωή στην έρημο, διαμένοντας σε αντίσκηνο, παρέα με γκαμήλες και τους νομάδες. Η διαδρομή προς το ορυχείο του Γκαμπορόνε ήταν εξαιρετική· τα τοπία εναλλάσσονταν με κινηματογραφική ταχύτητα. Ερημικές εκτάσεις, οάσεις με φοίνικες και μικρές λιμνούλες και διάσπαρτες καμήλες, άλλες ελεύθερες κι άλλες με τον αναβάτη τους. Ο Αλκιβιάδης συνεπαρμένος τραβούσε ατέλειωτες φωτογραφίες, στην προσπάθειά του να παγιδεύσει στη μνήμη του όλες αυτές τις πρωτόγνωρες ομορφιές. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, τους περίμενε μια αρκετά ευρύχωρη σκηνή με τις στοιχειώδεις ανέσεις. Ο Αλκιβιάδης ξάπλωσε να ξεκουραστεί λίγο, εξουθενωμένος απ’ τη διαδρομή, ενώ ο Νικόλαος, μαθημένος στη σκληραγωγία, τράβηξε για το ορυχείο να συναντήσει τον εκεί διευθυντή. Το ίδιο βράδυ, όταν μετά το σούρουπο έπεσε εκείνη η αφρικανική πάχνη της ερήμου, δύο μαύροι άναψαν μια μεγάλη φωτιά μπροστά στις σκηνές και άρχισαν να σιγοτραγουδούν, στη γλώσσα τους, μελαγχολικά τραγούδια, που, όπως τους εξήγησαν, αναφέρονταν σε κάποιον ανεκπλήρωτο έρωτα. Τη φωτιά την άναβαν καταρχήν για να φωτίσουν το χώρο και να ζεσταθούν, για να ψήσουν τα κοψίδια τους, αλλά και για να απωθήσουν τα φίδια, που στη δροσιά της νύχτας έβγαιναν απ’ τις φωλιές τους για να κυνηγήσουν τη λεία τους. Όταν 49


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

έπεσε λίγο η φωτιά, πριν την ανατροφοδοτήσουν με ξύλα, τράβηξαν παραδίπλα αναμμένα κάρβουνα, πάνω στα οποία έψησαν κομμάτια κρέας για το βραδινό όλης της παρέας». «Ρε φίλε, με την περιγραφή σου άρχισαν να τρέχουν τα σάλια μου, πείνασα» είπε χαριτολογώντας ο Γιώργος. «Αλήθεια, θα φάμε τίποτα; Άρχισα κι εγώ να πεινάω» συμπλήρωσε η Νάντια. Η Σοφία, η οποία στους μεζέδες και τις λιχουδιές ήταν… μανούλα, από νωρίς είχε φροντίσει να έχει έτοιμο ένα ψητό στο θερμοθάλαμο της κουζίνας της. Έτσι, στα γρήγορα, έφερε την πιατέλα με το ζεστό, τεμαχισμένο κρέας και πιάτα για όλη τη συντροφιά. Μοίρασε σ’ όλους τα πιάτα και τα ποτήρια της μπίρας και ξανακάθισε στη θέση της. «Σερβιριστείτε μόνοι σας· είχα προβλέψει ότι θα πεινάσετε και είχα έτοιμο το ψητό. Βάλτε και μπίρα στα ποτήρια σας, γιατί εγώ δεν ξανασηκώνομαι» δήλωσε η Σοφία, η οποία στο μεταξύ είχε σερβιριστεί και απολάμβανε την παγωμένη μπίρα. Όλη η συντροφιά ακολούθησε το παράδειγμα της οικοδέσποινας και άρχισε να αστειεύεται με την ταυτόχρονη εμφάνιση του ψητού. «Στα κάρβουνα των νομάδων έψησες, Σοφάκι, το κρέας; Είναι πεντανόστιμο! Είδες τελικά πόσο 50


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

νοστιμίζουν τα κάρβουνα το ψήσιμο;» συμπλήρωσε μειδιώντας με νόημα η Νάντια. Η αφήγηση του Μίμη είχε φτάσει σε κρίσιμο σημείο. Όλοι αδημονούσαν ν’ ακούσουν τη συνέχεια, ιδιαίτερα η Μάντη, που προσπαθούσε να συμπληρώσει κάποια κενά στο παζλ του μυαλού της, αφού ήξερε μόνο αποσπάσματα από τις αφηγήσεις του Αλκιβιάδη, σε ανύποπτο χρόνο, στο παρελθόν. «Φίλοι μου, αφήστε τ’ αστεία και απολαύστε το μεζέ και την μπιρίτσα σας, γιατί σε λίγο θα σας φύγει όλη η διάθεση» είπε με νόημα ο Μίμης, που άρχισε χαλαρά να μιλάει και πάλι, πίνοντας τις τελευταίες σταγόνες της μπίρας του. «Η νύχτα είχε προχωρήσει και το κρύο ήταν τσουχτερό. Έριξαν τα τελευταία ξύλα στη φωτιά και αποσύρθηκαν όλοι στις σκηνές τους για να κοιμηθούν. Την επομένη περίμενε τους φίλους μας το ταξίδι της επιστροφής· η απόσταση δεν ήταν πολύ μεγάλη, περίπου 350 χιλιόμετρα, αλλά οι συνθήκες της διαδρομής ήταν δύσκολες. Μ’ αυτές τις σκέψεις ξάπλωσαν οι φίλοι μας να κοιμηθούν, αφήνοντας αναμμένη μια μικρή λάμπα θυέλλης με πολύ μικρή φλόγα, για να μην επικρατεί απόλυτο σκοτάδι μες στη σκηνή. Σύντομα, πατέρας και γιος βυθίστηκαν σε βαθύ ύπνο απ’ την ολοήμερη ταλαιπωρία, αλλιώς θ’ αντιλαμβάνονταν τον ήχο του ξυραφιού, που άνοιγε μια μικρή τρύπα 51


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

στο αδιάβροχο ύφασμα της σκηνής τους χαμηλά, και θα έβλεπαν το στόμιο ενός μικρού πήλινου πιθαριού να εισχωρεί στη σκηνή, με το άνοιγμά του να χάσκει προς το μέρος τους. Σε λίγο, μια μαύρη σκιά άρχισε να ρέει αθόρυβα απ’ το πιθάρι, κάτι σαν κατράμι· όταν ολοκληρώθηκε η “ροή”, το πιθάρι αποσύρθηκε και το μικρό σκίσιμο της σκηνής έκλεισε πρόχειρα μ’ ένα κούτσουρο που είχε περισσέψει απ’ τη βραδινή φωτιά. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε παντού· ακόμη και το απαλό νυχτερινό αεράκι έκοψε, σαν να σταμάτησε η αναπνοή του απ’ την τρομάρα. Κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα, ο Νικόλαος ξύπνησε από μια κρύα αίσθηση, όταν ένιωσε κάτι να γλιστρά κάτω απ’ τα σκεπάσματά του και να κινείται μπροστά του, στο στήθος του. Μέχρι να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε και να πεταχτεί επάνω φωνάζοντας, το κακό είχε συμβεί. Η μαύρη σκιά που μπήκε στη σκηνή τους ήταν ένα φίδι, από τα πιο δηλητηριώδη. Ήταν μια μαύρη μάμπα, που το δάγκωμά της μπορεί να σκοτώσει 20 με 40 ανθρώπους. Βγάζοντας μια απελπισμένη δυνατή κραυγή, βγήκε απ’ τη σκηνή κρατώντας το λαιμό του, στο σημείο που τον είχε δαγκώσει η μαύρη μάμπα και είχε αφήσει σημάδι τις δυο θανατηφόρες τρυπούλες. Πετάχτηκε τρομαγμένος κι ο Αλκιβιάδης και με γουρλωμένα τα αγουροξυπνημένα μάτια του προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί· το μόνο που πρόλαβε να δει ήταν ένα μαύρο φίδι, που εκείνη 52


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

τη στιγμή έβγαινε απ’ το αντίσκηνο, γλιστρώντας αθόρυβα, όπως αθόρυβα είχε μπει, από το άνοιγμα της πόρτας του αντίσκηνου αυτή τη φορά. »Οι μαύροι του διπλανού αντίσκηνου, που το προηγούμενο βράδυ τραγουδούσαν στη γλώσσα τους για την αγάπη, μόλις άκουσαν τον Αλκιβιάδη να λέει για το μαύρο φίδι που μόλις είχε δει να γλιστρά και να χάνεται στο πυκνό σκοτάδι, αλλόφρονες το έβαλαν στα πόδια, φωνάζοντας με τρόμο “μάμπα μάμπα”· και είχαν δίκιο. Η μαύρη μάμπα της Αφρικής είναι ένα απ’ τα πιο επικίνδυνα φίδια στον κόσμο. Το όνομά της το οφείλει στο γεγονός πως είναι ένα μαύρο φίδι και το τεράστιο σε άνοιγμα στόμα του είναι εσωτερικά κατάμαυρο. Το δηλητήριο της μάμπα, που μπορεί να σκοτώσει ακόμη και ελέφαντα, ελευθερώνει καρδιοτοξίνες και νευροτοξίνες και οδηγεί στο θάνατο τον άνθρωπο σε είκοσι λεπτά. Ο Αλκιβιάδης πάνω στον πανικό του, όταν αντιλήφθηκε πως οι μαύροι τον εγκατέλειψαν κι ήταν μόνος στη μέση του πουθενά, έβαλε το μισολιπόθυμο πατέρα του στη θέση του συνοδηγού, τον έδεσε με τη ζώνη και ρίχνοντας πάνω του ένα πουκάμισο κι ένα παντελόνι, όρμησε με το τζιπ στο δρόμο… που δεν έχει γυρισμό. Άπειρος οδηγός, που πρώτη φορά οδηγούσε τζιπ και μάλιστα σε τόσο αντίξοες συνθήκες, με το ταραγμένο μυαλό του πίστεψε πως θα έσωζε τον πατέρα του, αν τον πήγαινε στο Γιοχάνεσμπουργκ σε κάποιο νοσοκο53


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

μείο. Δε γνώριζε για την ιδιαίτερη τοξικότητα του δηλητηρίου του συγκεκριμένου φιδιού, ούτε κατάλαβε πως σε μερικά λεπτά ο πατέρας του είχε καταλήξει. Οδηγούσε σαν τρελός και σε μια στροφή έχασε τον έλεγχο και έπεσε με το τζιπ κάτω από έναν αμμόλοφο, από ύψος τριών μέτρων. Το ευτύχημα στην ατυχία του ήταν πως το περιστατικό συνέβη πάνω στον εθνικό δρόμο, οπότε το αντιλήφθηκαν κάποιοι περαστικοί, που έσπευσαν κοντά τους. Όταν συνήλθε, ήταν ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου, με τον κύριο Νικήτα στο προσκέφαλό του, τυλιγμένος με επιδέσμους στο αριστερό χέρι και πόδι, χωρίς όμως να θυμάται τι είχε γίνει. Αμέσως αναζήτησε τον πατέρα του, που, όπως του είπαν, νοσηλευόταν σε άλλη πτέρυγα του νοσοκομείου· πολύ γρήγορα όμως του αποκάλυψαν την αλήθεια για τον τραγικό θάνατο του Νικόλαου. Τις τυπικές διαδικασίες για την επιστροφή στην Αθήνα ανέλαβε ο Νικήτας, ο οποίος δεν μπορούσε να χωνέψει πώς μπήκε η μαύρη μάμπα στο αντίσκηνο και πώς αυτό βρέθηκε σκισμένο. »Ποιος άραγε να ήθελε το θάνατό τους; Ορκίστηκε να ψάξει και να μάθει, αν και σ’ αυτές τις περιπτώσεις η “ομερτά” των μαύρων είναι απαραβίαστη, ιδιαίτερα αν αφορά σε λευκούς. Φυσικά οι έρευνες της αστυνομίας δεν απέδωσαν καρπούς, αφού έκλεισαν την υπόθεση με το χαρακτηρισμό “ατύχημα”. Ωστόσο, οι έρευνες του Νικήτα, χάρη στις γνωριμίες και 54


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

ιδιαίτερα με ένα μαύρο, ο οποίος του είχε βαφτίσει το παιδί, απέδωσαν. Αυτός που δολοφόνησε το Νικόλαο, γιατί περί δολοφονίας επρόκειτο, δεν ήταν άλλος από το μαύρο εργάτη που φτυαρίζοντας είχε βρει το Excelsior και το παρέδωσε με εμπιστοσύνη στα χέρια του Νικόλαου, του οικογενειακού του φίλου, που τον είχε βάλει στο σπίτι του μ’ εμπιστοσύνη και αυτός με τη σειρά του τον ξεγέλασε με ψίχουλα και μ’ ένα ψωράλογο και τον έστειλε σε άλλο ορυχείο. Αυτή την αδικία δεν του τη συγχώρησε ποτέ· είχε ορκιστεί να τον εκδικηθεί, όποτε θα του δινόταν η ευκαιρία. Και η ευκαιρία τού δόθηκε, όταν του ζήτησαν να μεταφέρει ξύλα για τη φωτιά του “αφέντη” Νικόλαου, που θα έμενε μια νύχτα σε αντίσκηνο· όλα αυτά βέβαια ανεπίσημα, χωρίς να μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ο Νικήτας, γιατί θα κινδύνευε να χάσει τη ζωή του ο κουμπάρος του». «Μετά το συμβάν στην έρημο, η εταιρεία έπρεπε να βρει αντικαταστάτη για την τόσο σημαντική θέση του Νικόλαου Αργυρίου, κάτι πολύ δύσκολο, μιας και θα έπρεπε το άτομο αυτό να διαθέτει πολλαπλές ικανότητες, πολύ μεγάλη εμπειρία και, το κυριότερο, να είναι της απόλυτης εμπιστοσύνης της. Έτσι, κατέληξαν στην απόφαση να στείλουν μια τριμελή ομάδα εμπειρογνωμόνων στο Παρίσι, στο στρατηγείο του Νικόλαου, που θα ενημερωνόταν για όλες τις 55


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

δραστηριότητες και εκκρεμότητες που είχε αφήσει ο Νικολά. Η τριμελής επιτροπή έπεσε στα πολύ βαθιά· δεν έβγαζε άκρη, όσο κι αν προσπαθούσε. Εξαγωγές στην Άπω Ανατολή χωρίς παραστατικά, επενδύσεις σε offshore εταιρείες, ανώνυμοι τίτλοι, ομόλογα τραπεζών στο όνομα Αργυρίου και, το σημαντικότερο, τοποθετήσεις σε ακίνητα, σε διάφορα σημεία του Παρισιού, στο όνομά του. Στην αρχή σάστισαν· θεωρούσαν αδιανόητο αυτό το έμπιστο πρόσωπο της εταιρείας να έχει κάνει τέτοιας έκτασης ανοίγματα, που κατέληγαν σε κατάχρηση. Η έκθεση που έφτασε στα χέρια της εταιρείας ήταν καταπέλτης· περιέγραφε με λεπτομέρειες όλες τις δραστηριότητες του Νικολά Αργυρίου και πάντα κατέληγαν: “δικαιούχος Νικολά Αργυρίου”. Η εταιρεία, χωρίς συναισθηματισμούς, ανέθεσε στους νομικούς της συμβούλους την υπόθεση, με την εντολή να διασφαλίσουν τα συμφέροντα της εταιρείας με όλα τα ένδικα μέσα. Η αποτίμηση της κατάχρησης ήταν τεράστια. Οι νομικοί, αφού κατέγραψαν λεπτομερώς όλα τα οικονομικά στοιχεία και κάνοντας χρήση κάποιων νόμων του Βρετανικού Δικαίου, που αφορούν στις μεγάλης έκτασης καταχρήσεις, προχώρησαν στην κατάσχεση όλων των περιουσιακών στοιχείων του Νικολά τόσο στο Παρίσι όσο και στο Άμστερνταμ. Δεν άφησαν τίποτα όρθιο· ακίνητα, καταθέσεις των λογαριασμών, ονομαστικά ομόλογα· ακόμη και μια θυρίδα στην τράπεζα ΒΝΡ με 56


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

πολύτιμους λίθους και άλλα τιμαλφή ανοίχτηκε και το περιεχόμενο καταγράφηκε και κατασχέθηκε προς όφελος της εταιρείας. »Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που έμεινε ανέγγιχτο, ήταν το στούντιο της Place Vendôme, μιας και είχε μεταβιβαστεί με πωλητήριο στη Νικόλ· ακόμη και γι’ αυτό προσπάθησαν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Παρατηρούσε από απόσταση η Νικόλ τους διάφορους καλοντυμένους, που κρατούσαν χαρτοφύλακες, να τριγυρίζουν στην περιοχή σαν τους γύπες πάνω απ’ το ψοφίμι. Τελικά, έκλεισαν όλες τις υποθέσεις που αφορούσαν στην εταιρεία, έκλεισαν και το γραφείο του Παρισιού και παρέμειναν στα γραφεία του Άμστερνταμ, τη διεύθυνση των οποίων ανέλαβε ο Πάρις Νίκολσον, μέλος της τριμελούς ερευνητικής επιτροπής. Η “φάμπρικα” με την κοπή και υπερτιμολόγηση των αιμοσταγών διαμαντιών, που έρχονταν απ’ τα ορυχεία της Νότιας Αφρικής, έπρεπε να συνεχιστεί, όπως τόσο αριστοτεχνικά την είχε στήσει ο Νικόλαος Αργυρίου… Εδώ, φίλοι μου, κλείνει ένας κύκλος της ιστορίας μας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ως εδώ έγιναν τα σημαντικότερα γεγονότα». «Δε μας είπες, τι απέγινε στη συνέχεια με το νεαρό Αλκιβιάδη, το φίλο μας;» ρώτησε ο Λευτέρης. «Ο φίλος μας, μετά το σοκ της απώλειας του πατέρα του και μάλιστα με τον τραγικό τρόπο που 57


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ

σας περιέγραψα, προσκολλήθηκε περισσότερο στον παππού του, κρατώντας για ανάμνηση τις δεκάδες φωτογραφίες που είχε τραβήξει στο μοναδικό ταξίδι με τον πατέρα του, αλλά και το “Ρόδο της ερήμου”, που του είχε χαρίσει εκείνος, σ’ ένα ραφάκι της βιβλιοθήκης του. Το ίδιο καλοκαίρι ο φίλος μας πήρε το αεροπλάνο και πήγε στο Παρίσι, προσκεκλημένος της Νικόλ· αυτή τη φορά, όμως, κανείς δεν τον περίμενε στο αεροδρόμιο. Πήρε ένα ταξί και κατευθύνθηκε στην Place Vendôme, όπου τον υποδέχτηκε με ανοιχτή αγκαλιά η Νικόλ, αλλά έχοντας στην αγκαλιά της ένα κατάξανθο κατσαρομάλλικο μωράκι. Στο ερωτηματικό, γεμάτο απορία βλέμμα του Αλκιβιάδη, η Νικόλ τού είπε: “Ναι, καλά κατάλαβες, ο Ερμής, όπως τον είχαμε ονομάσει, είναι αδελφός σου. Όταν φύγατε με τον πατέρα σου, το Πάσχα, για το Γιοχάνεσμπουργκ, ήμουν ήδη τεσσάρων μηνών έγκυος. Πού να φανταζόμουν πως ο γιος μας δε θα γνώριζε πατέρα!”. Εντωμεταξύ, ο μικρός, που έμοιαζε καταπληκτικά τόσο με τον πατέρα του όσο και με τον Ερμή του Πραξιτέλη, του χαμογελούσε, ίσως ασυναίσθητα, αφού ήταν μόλις ενός μήνα. Με δάκρυα στα μάτια η Νικόλ τού περιέγραψε τη στυγερή αντιμετώπιση που είχε απ’ τους Εγγλέζους και τη λεηλασία ολόκληρης της περιουσίας του πατέρα του, όπως εκείνη νόμιζε, μην παραλείποντας να του τονίζει πως για εκείνη θα ήταν πάντα ο γιος του αγαπημένου της Νικολά και 58


ΜΟΙΡΑΙΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ

πως το σπίτι της θα ήταν πάντα ανοιχτό γι’ αυτόν. Ο Αλκιβιάδης, συγκινημένος απ’ τις φιλοφρονήσεις της Νικόλ, αλλά κι απ’ το γεγονός της ύπαρξης του μικρού του αδελφού, την ευχαρίστησε, παρατηρώντας με λοξές ματιές το σημείο της μυστικής κρύπτης πίσω απ’ το καλοριφέρ· κανένα σημάδι παραβίασης δεν υπήρχε, αφού η Νικόλ αγνοούσε την ύπαρξή της. »Τη μεθεπομένη και πριν φύγει ο Αλκιβιάδης για την Αθήνα, του έδωσε το ημερολόγιο του πατέρα του, όπως της το είχε ζητήσει ο ίδιος, που ήταν γραμμένο στα ελληνικά, για να το κρατήσει σαν ενθύμιο. Σ’ όλη τη διάρκεια της πτήσης του προς την Αθήνα, ο Αλκιβιάδης διάβαζε με μεγάλο ενδιαφέρον τις σημειώσεις του πατέρα του, με κάθε λεπτομέρεια, για τις δραστηριότητες και τις πολυάριθμες επενδύσεις του, με αναφορές στο γιο του, κάτι σαν διαθήκη, σε περίπτωση θανάτου. Δυστυχώς όμως, μετά τις κατασχέσεις, δεν είχε απομείνει τίποτα πλέον. Εκείνο το ημερολόγιο και “Το ρόδο της ερήμου” ήταν τα μοναδικά ενθύμια απ’ τον πατέρα του. Έκρυψε το ημερολόγιο σε ένα κουτί, μαζί με τις φωτογραφίες, κλείνοντας έτσι όλες τις αναμνήσεις που είχε απ’ τον πατέρα του».

59


ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΟΥΤΗΣ Όταν έπεσε τυχαία στα χέρια του Νικόλαου το Excelsior, ένα απ’ τα μεγαλύτερα διαμάντια του κόσμου, στο αδαμαντωρυχείο του Γιοχάνεσμπουργκ, δεν μπορούσε να φανταστεί την πορεία της διαδρομής του, ούτε βέβαια τις συνέπειες που θα του επιφύλασσε η ζωή. Η φαρμακερή, αφρικανική, μαύρη μάμπα σηματοδότησε το ξεκίνημα των περιπετειών της οικογένειας Αργυρίου, σε μια διαχρονική πορεία, ανάμεσα στην Αθήνα, το Γιοχάνεσμπουργκ, το Άμστερνταμ, το Παρίσι, τη Μασσαλία και την Τζέντα. Ο Αλκιβιάδης, κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, αδικημένος από τη ζωή, βίωσε την ορφάνια, τη μοναξιά και τα πολλαπλά χτυπήματα της μοίρας και δε δικαιώθηκε ποτέ. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η ματαιοδοξία της άπληστης Λιλής, που πίστεψε πως θα μπορούσε ν’ ανεβεί τα σκαλοπάτια της αριστοκρατίας και να επιβληθεί σ’ αυτή, με τη γοητεία της και την επίδειξη χλιδής. Όσες εκπλήξεις, όμως, κι αν επιφύλασσε η μοίρα, μοναδικός καταλύτης υπήρξε πάντα η ανυπέρβλητη κι ανιδιοτελής φιλία των ηρώων, που σε κάθε περίπτωση απέδιδε «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι». Τελικά, ίσως κάποιες υπερκόσμιες δυνάμεις καθορίζουν τη μοίρα μας και κάποιος κριτής αποδίδει δικαιοσύνη, σαν Θεία Δίκη.

Μοιραίο διαμάντι ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ανδρέας Γούτης | Μοιραίο διαμάντι | Εκδόσεις Ιωλκός  

Όταν έπεσε τυχαία στα χέρια του Νικόλαου το Excelsior, ένα απ’ τα μεγαλύτερα διαμάντια του κόσμου, στο αδαμαντωρυχείο του Γιοχάνεσμπουργκ, δ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you