Page 1

Κώστας Ερανιώτης

Η τριλογία της επιστροφής Ποίηση


Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ Κώστας Ερανιώτης Διορθώσεις: Χαρά Μακρίδη Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης Σελιδοποίηση: Ζωή Ιωακειμίδου Φωτογραφίες βιβλίου: Νατάσα Μπιρμπιλή Σχέδιο: Ειρήνη Δούκα Σχεδιασμός εξωφύλλου: Γιώργος Ανδρέου © Copyright: Κώστας Ερανιώτης Σωζοπόλεως 82, 104 45 Αθήνα Τηλ.: 210-5236505 © Copyright Έκδοσης: Εκδόσεις Ιωλκός - Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης, 2010 Ιούλιος 2010 Α΄ Έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΩΛΚΟΣ • Ανδρέου Μεταξά 12 & Ζ. Πηγής, Αθήνα 106 81 Τηλ.: 210-3304111, 210-3618684 Fax: 210-3304211 E-mail: iolkos@otenet.gr

www.iolcos.gr ISBN 978-960-426-586-2


Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ


ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ:

— Συλλογή πρώτη, Ποίηση, 1975 — Νοσταλγικά φτερουγίσματα, Ποίηση, Λυρική Πρόζα, 1975 — Δυο χρόνια από τότε..., Ποιήματα για τα προσφυγόπουλα της Κύπρου, 1976 — Μια όαση στην έρημο της επαρχίας, Χρονικό, 1977 — Με τον αυλό στη νύχτα, Ποίηση, 1977 — Ο πρωτευουσιάνος, Νουβέλα, 1980 — Συνείδηση ελληνικότητας στο έργο του Ιάσονα Ευαγγέλου, Κριτική προσέγγιση, 1982 — Ο φιλιατρινός Τύπος, Ανάτυπο από το περιοδικό Φιλιατρά, 1982 — Πολιτιστική & Πνευματική αντίσταση των Κυπρίων, Ανάτυπο από το περιοδικό «Τριφυλιακή Εστία», 1983 — Εισαγωγή στην πολιτιστική & πνευματική ζωή της Τριφυλίας, Ανάτυπο από το περιοδικό «Τριφυλιακή Εστία», 1987 — Η συνεισφορά των δημοσίων υπαλλήλων στον πολιτισμό και τα γράμματα, Μελέτη, 1995 — Συνδικαλιστικές προσεγγίσεις, 1998 — Για μια νέα κοινωνία στη νέα εποχή, Πολιτικές παρεμβάσεις, 2003 — Ανθολογία Φιλιατρινών Ποιητών, 2008 — Ο ποιητής πέρα από το είδωλο του καθρέφτη του, Δοκίμια, 2010 — Η τριλογία της επιστροφής, Ποίηση, 2010


ΚΩΣΤΑΣ ΕΡΑΝΙΩΤΗΣ

Η Τ ΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ Ε ΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Ποίηση

ΙΩΛΚΟΣ


ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

...Και γύρισα απ’ το ταξίδι στ’ όνειρο από την περιπλάνηση σε λεωφόρους ασφαλτωμένες σαν άτι απετάλωτο και μονοπάτια γιομάτα τσουκνίδες με πόδια ξυπόλυτα. Πλούτος ανεξόδευτος οι βαθιές χαρακιές απ’ τ’ απλωμένα χέρια με σφιγμένες τις γροθιές της οργής με τεντωμένες τις παλάμες της αγωνίας με ζωηρά τα χειροκροτήματα της ελπίδας κι απ’ τις κραυγές συντεταγμένες σε συνθήματα αδικαίωτων κοινωνικών κατοπτρισμών κι από τα βλέμματα λεηλατημένα οχυρά των ονείρων. Γύρισα πικρά έμπειρος φυγάς καταπατημένων συμβόλων και νοσταλγός ενός λόγου δίχως την ανάγκη πιστοποίησης παρά μονάχα στις καρδιές μας.




Α΄ ΜΕ ΓΥΜΝΟ ΜΑΤΙ

Αλλα πρωτα θὰ δεῖς τὴν ἐρημιὰ καὶ θὰ τῆς δώσεις τὸ δικό σου νόημα, εἶπε. ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Μάθαμε πια να βλέπουμε τον κόσμο με φακούς παραισθησιογόνους που μεταλλάσσουν την πραγματικότητα σε μια παράσταση εικονική. Το κοίταγμα διά «γυμνού οφθαλμού» μας είναι ανυπόφορο και γίναμε όλοι ηθελημένα μυωπικοί...


ΤΟ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ Μικρά δειλινά κι αξημέρωτες νύχτες μέρες δίχως αυγή κι ατέλειωτα μεσημέρια η ζωή... Διψασμένοι κάκτοι – τα πάθη, τα μίση, γεννήματα της ερήμου – άμισχοι κλώνοι οι άνθρωποι... Άχρωμα δίχως μουσική χωρίς ελπίδα χτίσματα πάνω στην άμμο τα όνειρα... Ορίζοντες ασύνοροι στην ανυπαρξία της απεραντοσύνης δίχως όρια και δίχως γνώση η ζωή και ο θάνατος... Αποξηραμένες οι πηγές του αισθήματος και στείρες συνειδήσεις. Άκαρπες οι αναζητήσεις μιας όασης ερινύες γι’ αυτούς που τόλμησαν να ελπίσουν. Δίχως προοπτική η ζωή σαν την έρημο κι ο ουρανός ανελέητα άδειος κι απέραντος δίχως κι αυτός προοπτική. Αμμόλοφοι που σκορπίζουν στις θύελλες η δοκιμασμένη σοφία των καιρών... 13


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΑΠΛΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Τ’ όνομά μου δεν μπορεί να έχει σημασία ιδιαίτερη. Έστω κι αν με προσφωνούν με την παράθεση μερικών συλλαβών και τ’ αυτιά μου συνήθισαν ν’ ακούν σ’ αυτόν τον ήχο εγώ θα ήμουν πάντα ίδιος, ίδιος κι αν με φώναζαν Πολυκρίτη ή Φαβρώνιο, Τζιοβάνι, Ρόμπερτ, Τσου ή Χουσεΐν... Θα μπορούσαν να με λένε όπως τον καθένα σας όπως τον καθέναν που αναγνωρίζει το πρόσωπό του πίσω απ’ το προσωπείο μου. Γεννήθηκα πριν απ’ τον πιο πανάρχαιο Θεό πριν απ’ τον πρώτο βασιλιά κι από τον πρώτο νόμο πριν απ’ αυτούς που με εξουσιάζουν. Δεν έχω την ομορφιά του Άδωνι ούτε την ασχήμια του Κουασιμόδου. Καλός δεν είμαι σαν τον Ιωσήφ κι ούτ’ άγριος σαν τον Ηρώδη. Δε μοιάζω με κανέναν επώνυμο σοφό κι ας έχω γεννηθεί πριν απ’ την πρώτη γνώση. Εγώ είμαι ένας απλός άνθρωπος. Εφύτρωσα σ’ αυτήν τη γη, στην όποια γη μπορούσα να καρπίσω αν δε χρωμάτιζαν τα όνειρά μου αν δεν οριοθετούσαν την ανάσα μου. Όμως εγώ δίχως εθνόσημα και χρώματα πηγαίνω. Κάτω απ’ τον έναν ουρανό Κάτω απ’ τον έναν ήλιο. 14


ΤΟ ΠΑΡΚΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ Ολόγυρα πολυώροφα κτίρια με τα σβηστά παράθυρα και τ’ αδειανά μπαλκόνια. Και το όνειρο ν’ ασφυκτιά στην άπνοια της κάμαρης με τις κρουστές κουρτίνες. Η πρώτη ηλιαχτίδα δε φτάνει διά της τεθλασμένης, στο συνοικιακό πάρκο του Αγίου Αιμιλιανού τα πουλιά ξυπνούν από διαίσθηση. Το νερό κυλάει σιωπηλά από ρίζα σε ρίζα ο άνεμος τρέχει σιωπηλά από κλώνο σε κλώνο το φως διαχέεται σιωπηλά από πέτρα σε πέτρα η μέρα προχωράει σιωπηλά από ίσκιο σε ίσκιο. Καθισμένος στο πέτρινο πεζούλι ο φύλακας σχεδιάζει την ανία του στο χώμα μ’ ένα σπασμένο κλωνάρι δεντρολίβανου. Στις σιδερένιες πολύχρωμες κούνιες αιωρείται ο απόηχος της ζωής απ’ τους τριγμούς των ελαστικών στην άσφαλτο και των οδόντων. Όμως στο πάρκο του Αγίου Αιμιλιανού τα τζιτζίκια δε ζέσταναν ακόμη τις φωνές τους. 15


Το δοξαστικό τους αρχίζει με τις πρώτες κάθετες ηλιαχτίδες που λυγίζουν τους μίσχους της τριανταφυλλιάς. Με τις πρώτες κάθετες ηλιαχτίδες που βελονιάζουν στο διπλανό γιαπί τα γυμνά σώματα των οικοδόμων... Στον ίσκιο της αλυγαριάς αποθέτουν το μόχθο τους στηρίζοντας τη ράχη στο μαρμαρένιο τοίχο της εκκλησίας κάτω απ’ τις χελιδονοφωλιές. Ο ιδρώτας εξατμίζεται ως το ψηλό καμπαναριό όπου ισορροπεί ο ήλιος. Την ώρα της μεσημβρινής νωχέλειας μονάχα τα μυρμήγκια ανοίγουν δρόμους ανάμεσα στις βελόνες των πεύκων εκεί όπου γευμάτισαν οι οικοδόμοι κι η μέρα σταλιάζει στους ίσκιους των ευκάλυπτων που μακραίνουν, διαθλώνται και χάνονται. Το δειλινό χνουδιάζει στα μάγουλα των παιδιών και στα φτερώματα των πουλιών που κυνηγιούνται ανάμεσα στους θάμνους – διπλό τιτίβισμα ελπίδας, μια σπίθα στο βλέμμα των απόμαχων που αποθέτουν στο ξύλινο παγκάκι το βάρος των οστών και των ετών τους.

16


Στο ίδιο απόμερο παγκάκι που ζευγαρώνουν οι χυμοί της νιότης, καθώς η νύχτα λευτερώνει τ’ αρώματα και το φεγγάρι γελάει ανυποψίαστο πως αύριο στο πάρκο του Αγίου Αιμιλιανού θα ξημερώσει φθινόπωρο.

17


ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ Παιδί της Χιροσίμα – που έμεινε στα παραμορφωμένα μέλη σου ανεξίτηλη η σφραγίδα της διαστροφής του νου μου όταν έσπερνα στις πολιτείες και τους κάμπους, όπου ανθούσε τ’ αγανό κορμάκι σου, το «πυρ το εξώτερον»… Παιδί του Άουσβιτς – που μεθούσα με την οσμή της καμένης σου σάρκας όταν σε πυρπολούσα με τις φλόγες του μίσους μου... Παιδί της Μπιάφρα – που η σπαραχτική φωνή σου «πεινώ» πνιγόταν κάτω απ’ το θόρυβο των ερπυστριών... Παιδί της Αφρικής και της Ασίας – που δε χωρούσε στ’ άπληστα μάτια μου η σιλουέτα των οστών σου κι εγώ αντί για μάννα γιόμιζα τις χορταρένιες καλύβες σου με βόλια και χειροβομβίδες... Παιδί της Κύπρου και του Βιετνάμ – που το παγωμένο βλέμμα μου δεν μπορούσε να στεγάσει τη γδύμνια σου...

18


Παιδί της Παλαιστίνης – που δεν απέθεσες σε μαλακό προσκεφάλι το μελαψό προσωπάκι σου μα πάνω σε μέταλλο σκληρό, που φόβιζε τ’ όνειρο και γεννούσε τον εφιάλτη... Παιδί της Βηθλεέμ – που χάραξε τ’ αβρό σου στήθος το μαχαίρι ακονισμένο στο μίσος του Ηρώδη – προέκταση της μεταλλικής καρδιάς της ανθρωπότητας... Παιδί της Σπάρτης – που στοίχειωσαν τα κλάματά σου στον Καιάδα, σπρωγμένο απ’ το δικό μου χέρι, αφού δε σε κράτησα... Παιδί του ορφανοτροφείου – που δε σου χάρισα ένα χάδι, όταν με φώναξες πατέρα, πίσω από τα σιδερένια κάγκελα της κοινωνικής αποστροφής... Παιδί της Γης – που σε άφησα γυμνό και ανυπόδητο κι εγώ ζητούσα να κορέσω τη ματαιοδοξία μου σ’ άλλους πλανήτες... Παιδιά των αιώνων παιδιά μου... και το δικό σας δάκρυ του πόνου και το δικό μου δάκρυ της συγγνώμης δε φτάνουν να ξεπλύνουν την ντροπή της ιστορίας... 19


ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΗΛΙΚΩΝ Κεκλεισμένων των θυρών... – Η συνείδηση της Κοινωνίας ντρέπεται να εμφανισθεί γυμνή. Ο Δικαστής Ανηλίκων, ο Εισαγγελέας, το έγκλημα... – Δίχως τις χειροπέδες, παρακαλώ. Δύο χέρια γυμνά κλώνοι μιας λεύκας φθινοπωρινής. Η άνοιξη δεν ανθοφόρησε. Ο Δικαστής, ο Εισαγγελέας, η Υπηρεσία Ανηλίκων, ο Γραμματέας στο ριγωμένο χαρτί ιχνογραφεί το πρόσωπο της κοινωνίας. Στο εδώλιο δύο μάτια με το φως τού φεγγαριού. Ψηλά ο Εσταυρωμένος. Ανεγνώσθησαν τα έγγραφα τα φύλλα της καρδιάς δυσανάγνωστα. – Τι απολογείσαι; Στο περβάζι του παραθυριού ένα περιστέρι προσπαθεί να ισορροπήσει κάνοντας σπασμωδικές κινήσεις με τις αμάλαγες φτερούγες του. Ο Δικαστής διασκέπτεται με τη συνείδησή του. Τα χέρια του Γραμματέα ακουμπισμένα στην έδρα σαν τα δάχτυλα που ξεψύχησαν στα πλήκτρα του πιάνου. – Ετέλεσε!

20


Το περιστέρι ταλαντεύεται να πέσει. Το κενό ο πολύβουος δρόμος κάποιοι που διαδηλώνουν για την ειρήνη... Οι πόρτες άνοιξαν η κοινωνία και κεκλεισμένων των θυρών δεν ομολόγησε.

21


ΟΙ ΜΑΥΡΟΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΜΑΞΓΟΥΕΛ Ντραν, νταραντράν ντραν, οι μαύροι της οδού Μάξγουελ κουρδίζουν τις κιθάρες τους με πληγιασμένα δάχτυλα και πρόσωπα σημαδεμένα με το λεπίδι της μοίρας. Ντραν, νταραντράν ντραν, «το χρώμα μας η μοίρα μας» – τραγουδούν μέσα απ’ τα βρόγχια της ψυχής τους και στο γιουσουρούμ της οδού Μάξγουελ εξαργυρώνουν για λίγα σέντσια τους καημούς της ράτσας τους. Ντραν ντραν, «στο σκοτάδι κυλάει η ζωή μας». Στη νύχτα της κουρασμένης οδού Μάξγουελ σέρνεται ο απόηχος απ’ τις βραχνές φωνές των μαύρων που τώρα μαλακώνουν τις πληγές των φωνητικών χορδών τους με φτηνή μπίρα κρεμώντας την κιθάρα τους κάτω από το εικονοστάσι.

22

Κώστας Ερανιώτης - Η τριλογία της επιστροφής - Εκδόσεις Ιωλκός  

Η συλλογή αποτελείται από 3 ενότητες. Πλημμυρισμένη από συναίσθημα, ισορροπία, αλλά και αφαιρετικότητα συνδυάζει τόσο τον ελεύθερο όσο και...