Page 1

ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ - ΠΥΡΖΑ

Lapis lazuli η πέτρα που λείπει μυθιστορημα


LAPIS LAZULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ Σοφία Δημοπούλου-Πύρζα Διορθώσεις: Δανάη Αλεξοπούλου Σελιδοποίηση: Ζωή Ιωακειμίδου Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης Μακέτα εξωφύλλου: Κατερίνα Φωτιάδη © Copyright: Σοφία Δημοπούλου-Πύρζα © Copyright Έκδοσης: Εκδόσεις «Ιωλκός» - Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης Μάρτιος 2012 Α΄ Έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΩΛΚΟΣ»

• Ανδρέου Μεταξά 12 & Ζ. Πηγής, Αθήνα 106 81 Τηλ.: 210-3304111, 210-3618684, Fax: 210-3304211 E-mail: iolkos@otenet.gr

www.iolcos.gr ISBN 978-960-426-662-3


LAPIS LAZULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ


ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΥΡΖΑ

L APIS L AZULI, Η Π ΕΤΡΑ ΠΟΥ Λ ΕΙΠΕΙ

Μυθιστόρημα

ΙΩΛΚΟΣ


Τα πρόσωπα και τα γεγονότα του βιβλίου είναι φανταστικά. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι εντελώς συμ­ πτωματική.


………………… ποιὰ ἡ ἀνάγκη ἀφοῦ κανένας φόβος μου δὲν ἦταν ταξιδιώτης ποὺ κινδύνευε κι ἀφοῦ αὐτὸ τὸ μαῦρο σχῆμα ποὺ φάρο τὸ ὀνόμασα μὲ φῶς κανένα δὲ μὲ προειδοποιοῦσε στροφὴ πόσων μοιρῶν νὰ πάρω ὥστε τὴ μοίρα τῆς πορείας μου ν’ ἀλλάξω τί ἑλιγμοὺς νὰ ὀνειρευτῶ γιὰ ν’ ἀποφύγω τοὺς ὑφάλους ν’ ἀγαπήσω ποιὰ λοιπὸν ἡ ἀνάγκη γιὰ φάρο; μὲ τέτοιο φαροφύλακα ἀπόλυτο σκοτάδι; κι ἂν αὐτὸ τὸ μαῦρο σβηστὸ πράμα ποὺ φάρο τὸ ἀνακήρυξα γιὰ νὰ ἐνθαρρύνω τὸν πλοῦν τῆς γραφικότητας εἶναι ἄνθρωπος; κλάψε τί ἄδοξο ναυάγιο πασχίζω νὰ δοξάσω ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ


Στους φίλους που πέρασαν και χάθηκαν απ’ τη ζωή μου και σ’ αυτούς που πάντα είναι πλάι μου... Στην οικογένειά μου που με στηρίζει σε ό,τι κάνω… Στο Δημήτρη το δικό μου φάρο...


Πώς οι ζωές των ανθρώπων μπλέκονται, όπως τα νήματα σ’ ένα πολύχρωμο χαλί με περίτεχνο σχέδιο; Ποιος αποφασίζει για το στημόνι και το υφάδι του, ποιος κανονίζει πότε οι κλωστές θα ανταμωθούν και πότε θα χωρίσουν; Ποιος, τέλος πάντων, κινεί το χέρι της αιώνιας υφάντρας;


ΕΝΑ ΠΕΣΜΕΝΟ ΣΩΜΑ

Το σώμα του άντρα διαγώνια στο πάτωμα. Ξαπλωμένο

απ’ τη μέση και πάνω ανάσκελα, απ’ τη μέση και κάτω στριμμένο προς τ’ αριστερά, καθώς το δεξί πόδι υπερσκέλιζε το αριστερό τελείως. Το πρόσωπο γυρισμένο κι αυτό προς τα αριστερά, λες κι επιθυμούσε να δει κάτι προς τα εκεί, κάτι που θα μπορούσε να ξυπνήσει τον άνδρα. Το κεφάλι ολόκληρο πάνω σε δυο ριγμένους καμβάδες, ζωγραφισμένους με λαδομπογιά. Στον έναν ένα γελαστό παιδικό πρόσωπο μ’ ένα μαγιάτικο στεφάνι στο κεφάλι, στεφάνι από μαργαρίτες και παπαρούνες. Φαινόταν μονάχα το μισό, αφού τον κάλυπτε o δεύτερος πίνακας που παρίστανε μια καλλονή πάνω του, μια νέα κοπέλα με έντονο μπλε φόρεμα, το μπλε του κοβαλτίου. Και από πάνω το κεφάλι του άνδρα, κεφάλι μελαχρινό, με μαύρα πυκνά σγουρά μαλλιά, που ανάμεσά τους μετά 13


ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΥΡΖΑ

βίας διέκρινες κάποιες άσπρες τρίχες. Τα μάτια μισάνοιχτα, δίχως βλέμμα, υγρά και μαύρα, στραμμένα προς τα πάνω, προς τις κόγχες τους. Το στόμα καλοσχηματισμένο, μισάνοιχτο κι αυτό μ’ ένα μικρό σκίσιμο στο πάνω χείλος που μαρτυρούσε ίσως πως ο άνδρας είχε παλέψει μόλις πριν. Το σκίσιμο δεν αιμορραγούσε, αντιθέτως από το δεξί ρουθούνι ένα μικρό αυλάκι από σκούρο, πηχτό αίμα έφτανε ως κάτω και γέμιζε το φόρεμα της καλλονής του πίνακα με κοκκινόμαυρους λεκέδες. Το έντονο μπλε του, το άλλοτε μπλε της νύχτας, φαινόταν τώρα ένα κοινότατο πουά, που θα μπορούσε να φορά οποιαδήποτε λαϊκή κοπέλα. Η πλάτη στο πάτωμα, τα χέρια απλωμένα στο πλάι, στραμμένα προς το ταβάνι, το πουκάμισο μισάνοιχτο, λόγω της απουσίας δύο τριών κουμπιών, φανέρωνε ένα στέρνο δασύτριχο. Στο πάνω μέρος του στέρνου ένα έντονο βαθούλωμα, μάλλον από κατασκευή, αυτό που συνήθως αποκαλούν «το στέρνο το υποδηματοποιού» φιλοξενούσε ένα μικρό ξύλινο σταυρό, περασμένο σε δερμάτινο κορδόνι. Τα μανίκια του πουκάμισου, διπλωμένα άτσαλα προς τα πάνω, είχαν σε δυο σημεία λεκέδες από μπογιά κόκκινη και μαύρη. Λεκέδες ξεθωριασμένους, πλυμένους και ξαναπλυμένους, αλλά παρόντες μάλλον για πάντα. Στα πόδια παπούτσια αθλητικά, καλοδιατηρημένα, σχεδόν καινούρια, με κορδόνια μισολυμένα να ακουμπούν σε χυμένες μπογιές που απειλούσαν να τα βάψουν με τα χρώματα του ουράνιου τόξου σαν κι εκείνου που είχε μόλις 14


LAPIS LAZULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

προβάλει στον ορίζοντα για να σημάνει το τέλος της ανοιξιάτικης βροχής. Από τις μεγάλες τζαμαρίες της αίθουσας, που δεν είχαν κουρτίνες, έμπαιναν δειλά οι πρώτες ακτίνες του ήλιου που απελευθερώθηκαν από την απόλυτη εξουσία των νεφών, δίνοντας στο χώρο μια απόκοσμη γλυκύτητα, που δεν ταίριαζε ούτε στην ώρα ούτε στα γεγονότα που είχαν προηγηθεί. Καβαλέτα σκορπισμένα στο χώρο, άλλα να διατηρούν την προκαθορισμένη τους θέση και άλλα αναποδογυρισμένα στο πάτωμα, να πλαισιώνουν το πεσμένο σώμα. Στους τοίχους παντού ακουμπισμένα τελάρα ζωγραφισμένα και άλλα λευκά σε αναμονή. Στην άκρη ένα γραφείο φορτωμένο με δυο δάχτυλα σκόνη· χαρτιά και διαφημιστικά φυλλάδια σε στοίβες. Χαρτιά, γραμμένα κι άγραφα, κομμένα από κάποιο τετράδιο αυτά, σκορπισμένα σαν ένα ιδιότυπο χαλί σε όλο το πάτωμα. Παντού η μυρωδιά της μπογιάς και των διαλυτικών, μυρωδιά ηδονική, που θα μπορούσε να καθηλώσει κάποιον στο χώρο, σχεδόν να τον μεθύσει. Στο σώμα του άνδρα καμία κίνηση, εκτός από μια υποψία αναπνοής. Ούτε ο ελάχιστος ήχος. Σιωπή. Απόκοσμη. Αυτή που συνήθως φοβίζει τους ανθρώπους.

15


ΚΛΑΙΡΗ

M’ ένα ποτήρι μπίρα

Η μπιραρία ήταν γεμάτη από κόσμο. Ένα χαρούμενο πλή-

θος έπινε κι έτρωγε μιλώντας φωναχτά, κάπνιζε και αστειευόταν. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά απ’ τον καπνό και την τσίκνα των ψητών που σερβίρονταν στους ξύλινους πάγκους. Οι κουβέντες ανακατεύονταν με τη μουσική που ζωηρή και εύθυμη προσπαθούσε να κρατήσει ψηλά το κέφι. Εικόνες από τη Βαυαρία κι ένα γαϊτάνι από σημαιάκια κάθε λογής κοσμούσε τους τοίχους, ενώ γκαρσόνια φουριόζικα πηγαινοέρχονταν κρατώντας τεράστια ποτήρια με μπίρα. Περιμένοντας ν’ αδειάσει το τραπέζι τους, η παρέα των οκτώ συνωστίστηκε στον πάγκο του μπαρ παίρνοντας μια πρώτη γεύση από τις μπίρες που προσφέρονταν στο μαγαζί. «Ωραίος χώρος, μ’ αρέσει εδώ» παρατήρησε η Κλαίρη κι οι υπόλοιποι συμφώνησαν χαρούμενα. «Εγώ σιχαίνομαι 16


LAPIS LAZULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

όλο αυτό το στρίμωγμα, αλλά έχετε χάρη που μ’ αρέσει η μπίρα τους» γκρίνιαξε ο Λεωνίδας «και η παρέα σας» πρόσθεσε κλείνοντας το μάτι στην Κλαίρη. Σύντομα τακτοποιήθηκαν σ’ ένα τραπέζι στο βάθος του μαγαζιού που τους υπέδειξε η σερβιτόρα με σπασμένα ελληνικά. Μάλλον αυτή ήταν και η ιδιοκτήτρια της μπιραρίας, αφού γύριζε από τραπέζι σε τραπέζι ρωτώντας τους μισομεθυσμένους πελάτες αν όλα ήταν εντάξει. Κάθισαν στο στενόμακρο τραπέζι οι άντρες μαζί και οι γυναίκες το ίδιο. Έτσι κι αλλιώς οι συζητήσεις ήταν πάντα λίγο πολύ οι ίδιες: οι άντρες πάντα μιλούσαν για ποδόσφαιρο και οι γυναίκες για ρούχα ή φαγητά. Καμιά φορά και για καμιά θεατρική παράσταση που ήθελαν να δουν ή για κάποιο βιβλίο που διάβασαν. Οι γυναίκες πάντα αποδεικνύονταν περισσότερο διανοούμενες στη συγκεκριμένη παρέα, παρ’ ότι όλους τους συνέδεε κατά κάποιον τρόπο η τέχνη. Ο Λεωνίδας και η Σάντη, ζευγάρι από τα φοιτητικά τους χρόνια στη Σχολή Καλών Τεχνών, ήταν δάσκαλοι ζωγραφικής στο καλλιτεχνικό εργαστήρι του δήμου. Το εργαστήρι αυτό η Σάντη το είχε από χρόνια δημιουργήσει και ήταν η ψυχή του. Ο Λεωνίδας το μόνο που ήξερε να κάνει ήταν να ζωγραφίζει και να μεταλαμπαδεύει το πάθος του αυτό σε μερικές δεκάδες νέους και λιγότερο νέους που κατέκλυζαν τα τμήματά του. Και ομολογουμένως ήταν ένας από τους καλύτερους δασκάλους. Η Σάντη είχε αναλάβει όλο σχεδόν το επικοινωνιακό κομμάτι της δουλειάς τους και τα τμήματα των παιδιών. 17


ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΥΡΖΑ

Οι υπόλοιπες γυναίκες της συντροφιάς –η Άννα, η Κλαίρη και η Ράνια– ήταν μαθήτριες στα τμήματα των ενηλίκων. Εξάλλου εκεί γνωρίστηκαν. Όταν εντάχθηκαν στην ομάδα την ίδια χρονιά αμέσως διαπίστωσαν πως είχαν πολλά κοινά: την αγάπη για τη ζωγραφική, για το διάβασμα, για το θέατρο. Αργότερα μπήκαν στην παρέα και οι άντρες τους: ο Γεράσιμος, ο Τάκης και ο Γρηγόρης και μαζί με το Λεωνίδα και τη Σάντη αποτελούσαν πια ένα αδιάσπαστο σύνολο, την «αγία οκτάδα», όπως άρεσε της Κλαίρης να τους αποκαλεί. Καθισμένη, λοιπόν, η «αγία οκτάδα» γύρω από το βαρυφορτωμένο τραπέζι με δίκιλα ποτήρια μπίρας μπροστά από τον καθέναν, είχε πέσει σε μια υπέρμετρη ευφορία που κατά διαστήματα τονιζόταν με την αγαπημένη φράση τού Λεωνίδα: «είσαι κι εσύ μάνα μου…» που για άγνωστους λόγους του είχε κολλήσει τον τελευταίο καιρό και διασκέδαζε να τη λέει. Η Κλαίρη, από τη φύση της σοβαρή και συνεσταλμένη δίπλα στο Λεωνίδα, χαμογελούσε στον άντρα της τον Τάκη κι έδειχνε να ευχαριστιέται τα αστεία του δασκάλου της. Εκείνο το βράδυ αισθανόταν όμορφη, με το κολλητό της κόκκινο φόρεμα που ο Τάκης της είχε ζητήσει να φορέσει. «Σου τονίζει τη σιλουέτα που είναι θανατηφόρα. Θέλω να σε βλέπουν οι άλλοι και να σκάνε από τη ζήλια τους που έχω τέτοια γυναικάρα δίπλα μου» της είχε πει το βραδάκι που ετοιμαζόταν. Ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο ποτήρι μπίρας η 18


LAPIS LAZULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

Κλαίρη αισθάνθηκε το χέρι του Λεωνίδα στην πλάτη της να τη χαϊδεύει απαλά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Στην αρχή νόμιζε πως ήταν ένα τυχαίο άγγιγμα, σαν αυτά που συνήθιζε ο Λεωνίδας έτσι διαχυτικός που ήταν πάντα με όλους, μα καθώς η κίνηση γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρη φοβήθηκε μήπως το καταλάβουν οι υπόλοιποι και κυρίως ο Τάκης. Όλοι, όμως, ήταν απασχολημένοι με το ποτό και το φαγητό τους, σε πλήρη ευθυμία και αποδιοργάνωση. Το χέρι του Λεωνίδα επέστρεψε με ακρίβεια στην πλάτη της με τρόπο που δε θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από κανέναν άλλον και μια γλυκιά ευφορία κατέλαβε την Κλαίρη. Άραγε αλήθεια η κίνηση αυτή να σήμαινε κάτι ή μήπως τώρα που είναι ήδη σαράντα χρονών αρχίζει να τρελαίνεται και νομίζει πως οι άντρες γύρω της την ποθούν; Τόσα χρόνια με τον Τάκη έχει ξεχάσει πώς είναι να σε φλερτάρουν, μήπως ακριβώς γι’ αυτό το μυαλό της τής παίζει παιχνίδια; Αυτό το χάδι στην πλάτη της από έναν άνθρωπο που θαυμάζει είναι γι’ αυτήν κάτι παραπάνω από ένα σημάδι. Είναι ένα εισιτήριο για μέρη που τα ’χει λησμονήσει με τα χρόνια, μία ένδειξη πως είναι ακόμα ζωντανή. Το επιθυμούσε αυτό το χάδι, το περίμενε. Το είχε ανάγκη να συμβεί. Όχι υποχρεωτικά από το Λεωνίδα, όχι, από αυτόν ποτέ δεν το περίμενε. Αυτός αν ήθελε θα μπορούσε να έχει όποια γυναίκα επιθυμούσε από τα τμήματα που δίδασκε. Πάντα ο δάσκαλος ασκεί μια γοητεία στις μαθήτριες είτε είναι άβγαλτα κορίτσια που τον κοιτούν στα μάτια 19


ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΥΡΖΑ

είτε ώριμες γυναίκες που έχουν εγκλωβιστεί σε διάφορους ρόλους κι έχουν ανάγκη να νιώσουν και πάλι ερωτεύσιμες. Όχι πως ήταν ωραίος, αρρενωπός θα έλεγες πως ήταν, μα ωραίος όχι. Αλλά η Κλαίρη παρακαλούσε μέσα της να αισθανθεί και πάλι τον έρωτα, το πάθος να τη συνεπαίρνει, τώρα που τα χρονικά της περιθώρια στένευαν. Τον θαύμαζε κιόλας για το απίστευτο ταλέντο του και ο θαυμασμός της αυτός την έκανε ευάλωτη. Και δεν είναι πως δεν αγαπούσε τον Τάκη. Τρία παιδιά είχε μαζί του που τα καμάρωνε. Το ένα μάλιστα, ο μεγάλος της, ο Άρης, είχε κληρονομήσει και την αγάπη και το ταλέντο της στη ζωγραφική κι ο Λεωνίδας είχε αναλάβει να τον προετοιμάσει σε περίπτωση που αποφάσιζε να δώσει εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών. Τα δυο μικρότερα, η Ηώ κι ο Όμηρος ακόμα ήταν παιδιά του δημοτικού. Την αγάπη, όμως, του Τάκη την ήξερε, την είχε συνηθίσει. Ήσυχη και πλατιά την αγκάλιαζε μαλακά σαν ρούχο αγαπημένο. Την κανάκευε σαν να ’ταν παιδί. Την είχε ανάγκη την αγάπη αυτήν, τη συνήθισε τόσο που τη θεωρούσε δεδομένη, νόμιζε κερδισμένη με το σπαθί της, ήταν το καταφύγιο, αλλά και η φυλακή της. Παρ’ όλα αυτά το χάδι του Λεωνίδα τής φάνηκε υπερβολικά τολμηρό. Τόσο που έπεισε τον εαυτό της πως της φάνηκε, πως δεν ήταν αληθινό παρά της φαντασίας της. «Κακομοίρα μου, γερνάς και μπλέκεις την επιθυμία σου με την πραγματικότητα. Ποιος να σε φλερτάρει πια εσένα; Χάζεψες;» μονολόγησε μέσα της. 20


LAPIS LAZULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

Η υπόλοιπη βραδιά κύλησε ήσυχη, μέσα σε μια γενική ευθυμία. Στο τέλος μοιράστηκαν στα δυο αυτοκίνητα και πήραν το δρόμο της επιστροφής. Ο Λεωνίδας, η Σάντη και η Κλαίρη πίσω, ο Γεράσιμος εμπρός με τον Τάκη στο τιμόνι στο ένα, οι υπόλοιποι στο αυτοκίνητο του Γρηγόρη, με τη Ράνια συνοδηγό, αφού αυτή δεν καταδεχόταν να παραχωρήσει τη θέση της σε κανέναν άλλο. Πήραν την παραλιακή λεωφόρο που παρά το προχωρημένο της ώρας είχε πολλή κίνηση. «Μα πού πάνε όλοι τέτοια ώρα;» σκέφτηκε η Κλαίρη. Καθισμένη δίπλα στο Λεωνίδα ευχαριστιόταν την απειροελάχιστη επαφή του ποδιού της με τη γάμπα του άνδρα. Εκείνος άρχισε να φλυαρεί δήθεν αδιάφορα και χαρούμενα για ποδόσφαιρο με τους άλλους που αμέσως ανταποκρίθηκαν. Εκείνη αμίλητη χάζευε τα φώτα του δρόμου που απομακρύνονταν με ταχύτητα. Ήθελε να του πιάσει το χέρι, να νιώσει τη ζεστασιά του, αλλά αυτό θα ήταν ανεπίτρεπτο για εκείνη. Η ανατροφή της και η θέση της, αλλά και το άγρυπνο βλέμμα της Σάντης τής έβαζαν συρματοπλέγματα. Έπρεπε να θυμάται εκατό φορές την ώρα πως το ζευγάρι δίπλα της ήταν φίλοι κι αυτό αυτομάτως τη φρέναρε. «Ποιοι ρε γαμώτο βάζουν τους κανόνες του παιχνιδιού; Ποιος ορίζει πως εγώ ανήκω στον Τάκη κι ο Λεωνίδας στη Σάντη; Γιατί τόσοι κανόνες; Τόσα “πρέπει”; Αν είμαστε κάπου αλλού, στη ζούγκλα ας πούμε, αυτό δε θα ήταν και τόσο κατακριτέο, θα ήταν;». 21


ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΥΡΖΑ

Φαντάστηκε τον εαυτό της με ένα κομμάτι δέρμα τυλιγμένο γύρω απ’ τη μέση της, το στήθος έξω και τα μακριά της μαλλιά ανακατωμένα να ξυπνά τους πόθους του Τάκη και του Λεωνίδα κι αυτοί να παλεύουν για χάρη της και χαμογέλασε. Γύρισε τάχα αδιάφορα το βλέμμα προς τον άνδρα πλάι της. Στην πραγματικότητα χάζευε τη ρυθμική κίνηση του στήθους του κάτω από το μισοκουμπωμένο του πουκάμισο μεθυσμένη απ’ τη μυρωδιά που ανέδιδε: μυρωδιά άφτερ σέιβ ανακατωμένη με άρωμα μπίρας Pilsner. «Τι άρωμα φοράς; Καλά είναι τέλειο» θυμάται τον είχε ρωτήσει μια μέρα. Ήθελε να του πει πως ό,τι και να φορούσε πάλι τέλεια θα μύριζε, δεν ήταν η κολόνια του που την εξιτάριζε, αλλά η μυρωδιά του σώματός του, αυτή η ελαχιστότατη διάχυση αρρενωπότητας που την συνέπαιρνε, τη διέλυε, την έπλαθε όπως ήθελε εκείνη, τη μετέτρεπε από σοβαρή και μετρημένη γυναίκα σε μια εν δυνάμει μαινάδα. Κάτι φούσκωνε κι αντάριαζε μέσα της, έτοιμο να εκραγεί και να σκεπάσει όλη την πόλη, όχι την πόλη, τον κόσμο όλον, κάτι πρωτόγονο και πρωτόγνωρο σ’ αυτήν. Και τότε θυμόταν ποια ήταν και πού, ποιος ήταν ο Λεωνίδας και ποια η Σάντη και συνερχόταν. Στρίμωχνε άρον άρον αυτή τη δύναμη στο χρυσό κουτί του νου της, κλείδωνε το καπάκι του και στρογγυλοκαθόταν πάνω του, μην τύχει και αναδυθεί άθελά της. Γιατί τότε θα ήταν η καταστροφή. Για όλους τους. Δυο χρόνια ήταν που ο Λεωνίδας έπαιζε μαζί της. Δυο 22


LAPIS LAZULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

χρόνια πότε να την αγγίζει σαν αεράκι με τις άκρες των δαχτύλων του, πότε ν’ αδιαφορεί γι’ αυτήν. Η Κλαίρη δεν ήξερε πια τι να πιστέψει. Καταλάβαινε ίσως εκείνος πως έκανε προσπάθεια να τον βγάλει από το νου της κι έπαιζε μαζί της; Ήθελε να την προσεγγίσει και απλά φοβόταν; Όπως τον ήλιο που κρύβεται ανάμεσα στα σύννεφα, πότε μ’ ένα του άγγιγμα της δήλωνε πως τη θέλει, πότε της κρυβόταν και αδιαφορούσε γι’ αυτήν. Κι εκείνη ανάμεσα στα διαφορετικά του πρόσωπα είχε πια πείσει τον εαυτό της πως απλά είχε μεγάλη φαντασία! Και μεγάλη ανάγκη να βγάλει το κεφάλι της από το νερό και να πάρει μια ανάσα. Τον πρώτο καιρό προσπαθούσε ν’ αποφύγει τα δήθεν τυχαία του αγγίγματα. Φοβόταν. Τον Τάκη, τη Σάντη, μα προπάντων τον εαυτό της. Ήξερε πως αν περνούσε τα όρια δε θα μπορούσε εύκολα να γυρίσει πίσω. Ήταν κι ο Τάκης που της έδειχνε πάντα τόση εμπιστοσύνη! Σε μια απότομη στροφή το βάρος του Λεωνίδα έπεσε στο δεξί της ώμο. Παρ’ ότι το αυτοκίνητο ξαναζυγιάστηκε στο δρόμο, εκείνος δε διόρθωσε τη θέση του κι έμεινε κολλημένος στο μπράτσο της. Το χέρι του αναζήτησε το δικό της μες στο μισοσκόταδο, μια κίνηση που η γυναίκα του ήταν αδύνατο να παρατηρήσει. Η Κλαίρη τράβηξε το δικό της ενστικτωδώς, αλλά εκείνος τύλιξε την πατούσα του στο μέσα μέρος της δικής της, κίνηση που στον ανυποψίαστο παρατηρητή μπορούσε να φανεί σαν προσπάθεια να βολέψει τα πόδια του στο μικρό χώρο των πίσω καθισμάτων. 23


ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΥΡΖΑ

Εκείνος, όμως, είχε σαφή στόχο τη στενή επαφή με το σώμα της Κλαίρης και ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα εξουδετέρωνε τις άμυνές της. Κανένα θηλυκό δεν του ’χε αντισταθεί ως τώρα. Στην Κλαίρη θα κολλούσε; Χωρίστηκαν διαδοχικά και κατά ζεύγη. Το καληνύχτισμά τους ήταν εγκάρδιο, αλλά τυπικό. Σαν δυο καλοί φίλοι που έτσι κι αλλιώς θα βρεθούν σύντομα. Αντάλλαξαν δύο τρεις κοινές εξυπναδούλες: «Όνειρα γλυκά και ασκανδάλιστα» και «καλό βόλι», κουβέντες που έδιναν έναν τόνο οικειότητας, αλλά πρόδιδαν και τη σεξουαλική όρεξη του Τάκη για τη γυναίκα του. «Επιτέλους μόνοι μανάρα μου» της πέταξε στο αυτί. «Δεν έβλεπα την ώρα να τους ξεφορτωθούμε όλους και να μείνουμε οι δυο μας. Έχω κέφι για τρελά παιχνίδια απόψε. Κι αυτό το φουστάνι σου! Κόλαση! Σου κάνει ένα κορμί!». Η Κλαίρη ίσιωσε το φόρεμά της και το τράβηξε για να κρύψει όσο γινόταν τα πόδια της. Ήξερε πως κυρίως αυτά ξυπνούσαν τους πόθους του Τάκη. Ήθελε απόψε να τους αποκοιμίσει. Είχε άλλα να σκεφτεί. Στο σπίτι ήταν όλα ήσυχα. Ξεκλείδωσαν σιγά για να μην ξυπνήσουν τα παιδιά που κοιμούνταν ήδη. Η Κλαίρη βάλθηκε να συγυρίζει το καθιστικό από τα πεταμένα περιοδικά και τα χρησιμοποιημένα ποτήρια, να τακτοποιεί μαξιλάρια και χαλιά που είχαν μετακινηθεί, σημάδι πως ο έφηβός της είχε πάλι παρέα. Ο Άρης δεν έχανε ευκαιρία και κάθε που οι 24


LAPIS LAZULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

γονείς ξεπόρτιζαν, μετέτρεπε το σαλόνι σε «γιάφκα». Μάζευε φίλους, έπαιρναν πίτσες και άραζαν στους καναπέδες βλέποντας ταινίες θρίλερ. Αντί να φλερτάρουν, παιδιά 1718 χρονών, να βλέπουν ταινίες! Όχι πως έκαναν κάτι κακό τα παιδιά· όχι. Κι απ’ το να τρέχουν έξω και να ’χουν και την έννοια τους, καλύτερα έτσι, εντός των τειχών κι ας της παίρνει ώρα να τακτοποιήσει μετά το σπίτι. «Αργείς;» της πέταξε φωναχτά ο Τάκης. «Τελειώνω. Ξάπλωσε κι έρχομαι». Ήθελε να του πει «κοιμήσου, δεν έχω όρεξη για πολλά πολλά», αλλά και μόνο η σκέψη του Λεωνίδα την έβαλε σε τύψεις. Και μόνο η επιθυμία του θεωρούσε πως ήταν μια μορφή απάτης προς τον άνδρα της, γι’ αυτό κι έπρεπε να του δοθεί, όχι σαν τιμωρία δική της, αλλά σαν ανταμοιβή για όσα όλα αυτά τα χρόνια της είχε προσφέρει ο Τάκης. Έκανε με ευλάβεια τη βραδινή της τουαλέτα. Οι ίδιες πάντα κινήσεις, η αλληλουχία των ίδιων ενεργειών που της έδιναν ηρεμία: το βραδινό της μπάνιο, το ξέβαμμα του μακιγιάζ της, το προσεκτικό χτένισμα των μαλλιών της κι έπειτα οι κρέμες προσώπου και μετά σώματος και τέλος ένα ζεστό ρόφημα που θα τη χαλάρωνε. «Πρώτη φορά βλέπω άνθρωπο να χτενίζεται για να κοιμηθεί!» της είχε πει ο Τάκης μια απ’ τις πρώτες φορές που κοιμήθηκαν μαζί. Έτσι και τώρα, αφού ολοκλήρωσε το τελετουργικό αυτό, έβγαλε το βραχιόλι της, το τελευταίο αντικείμενο που αποχωριζόταν πριν τον ύπνο της και το ακούμπησε στο 25


ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΥΡΖΑ

κομοδίνο. Οι επτά χρωματιστές του πέτρες στραφτάλισαν κάτω από την ασημένια λάμπα. Επτά πολύτιμες τόσο δα πετρούλες δεμένες περίτεχνα με κλαράκια από χρυσό λες κι ήταν κλαριά λυγαριάς λυγισμένα σε κύκλο. Λεπτοκαμωμένοι μίσχοι φιλοξενούσαν οχτώ μικρά μπουμπούκια που στην καρδιά τους φώλιαζαν τα πανέμορφα πετράδια. Μονάχα μια πέτρα έλειπε κι η φωλιά της έχασκε άδεια και παράταιρη. Ποτέ δεν έμαθε η Κλαίρη τι σόι ήταν. Τι χρώμα, τι σχήμα είχε και πότε χάθηκε. Όταν της χάρισε το βραχιόλι αυτό η γιαγιά της θυμάται πως η πέτρα από τότε έλειπε, ήταν, όμως, τόσο συναρπαστικό με τις υπόλοιπες, που ποτέ δεν μπήκε στον κόπο να τη συμπληρώσει. Η Κλαίρη είχε μάθει να ξεχωρίζει τις πέτρες του βραχιολιού. Η κόκκινη ήταν ρουμπίνι σαν στάλα αίμα πάνω στο πολύτιμο κόσμημα, η πράσινη σμαράγδι που όταν το κοίταζες στο φως γινόταν πότε λαδί και πότε σταχτοπράσινο. Η μοβ ήταν αμέθυστος, η πιο αγαπημένη της, η πορτοκαλοκόκκινη κοράλλι, ποιος ξέρει από ποιο βυθό μαζεμένο, η μαύρη αχάτης, σκοτεινή σαν τη νύχτα την αφέγγαρη, η ροζ χαλαζίας, ροζ σαν τα εφηβικά της όνειρα και η χρυσή, η πιο λαμπερή απ’ όλες, τοπάζι που της έφερνε στο νου πειρατές με σεντούκια λεηλατημένα, αυτά που αντάμωνε στα παραμύθια που της διάβαζε ο πατέρας της όταν ήταν μικρή. Τα πρώτα χρόνια δεν το φορούσε. Το θεωρούσε σύμβολο επίδειξης πλούτου και μεγαλοαστισμού που ως φοιτήτρια που σέβεται τον εαυτό της έπρεπε κάθε στιγμή να αποτάσσει. 26


LAPIS LAZULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

Το κόσμημα αναπαυόταν επί χρόνια σ’ ένα βελούδινο φάκελο στο βάθος της ντουλάπας της, περιμένοντας την ωρίμανση του γούστου της Κλαίρης. Κι όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου κι εκείνη έμαθε να εκτιμάει τα ωραία πράγματα, ανασύρθηκε απ’ την κρυψώνα του κι εγκαταστάθηκε με τιμή και δόξα στο λεπτό καρπό της. Από τότε της έγινε απαραίτητο. Δεν πήγαινε πουθενά χωρίς αυτό και το ’βγαζε μόνο για να κοιμηθεί. Ο Τάκης την παρακολουθούσε, καθώς ετοιμαζόταν να ξαπλώσει. Μετά από τόσα χρόνια την ήθελε ακόμα πολύ! Τον μάγευε το σώμα της που ακόμα διατηρούσε τη νεανική του ικμάδα, η απαλή μυρωδιά που ανέδιδε το δέρμα της, μυρωδιά βανίλιας και σανταλόξυλου του αγαπημένου της αρώματος, που δεν αποφάσιζε να το αλλάξει παρ’ όλη την επιμονή των πωλητριών του Hondos Center να την προμηθεύσουν με κάποιο πιο μοντέρνο. Έκαναν έρωτα με την ορμή εφήβων, προσπαθώντας να μην τους ακούσουν τα παιδιά που κοιμούνταν στα διπλανά δωμάτιά τους. Η Κλαίρη όλη την ώρα σκεφτόταν το Λεωνίδα. Τα χέρια που την αγκάλιαζαν δεν ήταν του Τάκη, αλλά τα δικά του. Και το γέλιο στο αυτί της, το στόμα που της ψιθύριζε τόσα λόγια αγάπης ήταν εκείνου. Κοιμήθηκε με το άρωμά του στο νου της. Και μες στον πιο βαθύ της ύπνο ήρθε αυτός και στα χέρια του κρατούσε ένα μικρούτσικο πετράδι: ένα μπλε λάπις λάζουλι, ναι ήταν σίγουρη πως έτσι της το ’πε, μπλε βαθύ με χρυσές πινελιές στην καρδιά του. 27


ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΥΡΖΑ

«Αυτή είναι η πέτρα της αλήθειας και της φιλίας, η πέτρα του θαύματος και του μυστηρίου, η πέτρα της αγνότητας, η πέτρα που σου λείπει. Χωρίς αυτά τίποτα δεν είναι πλήρες. Χωρίς αυτήν το βραχιόλι σου είναι μισό». Ξύπνησε με έντονη την έλλειψη του Λεωνίδα. Δεν άντεχε άλλο. Τον ήθελε πάνω από τις πατροπαράδοτες αρχές της. Στο κινητό της σχημάτισε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Συναντήθηκαν το ίδιο πρωί σ’ ένα παραλιακό καφέ. Η Κλαίρη, για να διασκεδάσει την αμηχανία της, χάζευε τα κύματα που ξεδιπλώνονταν με ορμή στα βράχια. Παρακολουθούσε την αέναη κίνηση του νερού, το ορμητικό του ξέσπασμα και μετά το ξαναφούσκωμά του, λες κι έπαιρνε δύναμη από τη βίαιη πρόσκρουσή του με τους αιχμηρούς βράχους της παραλίας. Μικρά κρυσταλλάκια από αλάτι γυαλοκοπούσαν κάτω από το ανεμικό φως του πρωινού. Χάζεψε για λίγο το σχήμα των βράχων και θυμήθηκε το παιχνίδι που έπαιζε με τ’ αδέρφια της στην παραλία όταν ήταν μικρή. Γυρνούσαν το βλέμμα τους γύρω προσπαθώντας να εντοπίσουν βράχια που κάτι τους θύμιζαν: ένα γυναικείο προφίλ, ένα καράβι με τα κατάρτια του ορθά, μια αρκούδα στηριγμένη στα πίσω της πόδια, ό,τι η παιδική τους φαντασία τούς παραχωρούσε σαν εικόνες και σχήματα. «Κοίτα να δεις! Αν το κύμα δεν ξεσπούσε την ορμή του στα βράχια, αυτά δε θα είχαν τόσο όμορφα σχήματα!». Η Κλαίρη ήταν ικανή να βλέπει πάντα κάτι όμορφο ακόμα κι εκεί που οι υπόλοιποι θα έβλεπαν απλώς μια απόκρημνη παραλία, όπου το καλοκαίρι οι λουόμενοι συνωστίζονταν, 28


LAPIS LAZULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

προκειμένου να εξασφαλίσουν θέση στις πιο επίπεδες και στρογγυλεμένες πέτρες της. Έβρεχε. Ο Μάρτης ήταν στο μέσο του. Παρ’ όλα αυτά η καφετέρια ήταν γεμάτη από ζευγάρια και ηλικιωμένους που έπαιρναν τον πρωινό τους καφέ διαβάζοντας τα πρώτα νέα από τις εφημερίδες. Ο Λεωνίδας αποφάσισε να μιλήσει πρώτος. «Κοίτα να δεις Κλαίρη μου. Εγώ δεν ξέρω να λέω ωραία λόγια και γενικά δε μου αρέσει να μιλάω πολύ. Το ξέρεις πως μου άρεσες πάντα, αλλά δεν είμαι από τους τύπους που θα στο πω εύκολα. Από τις πράξεις μου θα καταλαβαίνεις τα αισθήματά μου, όχι απ’ τα λόγια μου. Λέω, λοιπόν, πως θέλω να ’χουμε μια σχέση χαλαρή, να περνάμε καλά κι όσο πάει. Κατάλαβες μωρό;». Η Κλαίρη συμφώνησε. Της αρκούσε που ήταν δίπλα του, που της κρατούσε τα χέρια, που άκουγε τη φωνή του στο αυτί της. Της αρκούσε που ήταν εκεί. Ένα κλαράκι ήταν που μαλακά παρασυρόταν από τον πρωινό αέρα, που αποσπασμένο πρώτη φορά απ’ το γερό κλαρί που ως τώρα το συγκρατούσε, δοκίμαζε την απίστευτη ελαφρότητα της ύπαρξής του. Χαλαρό το σώμα της, χαλαρή η ψυχή της. Δεν αισθανόταν τύψεις ούτε ενοχές. Ρουφούσε τις δανεικές στιγμές με το Λεωνίδα με την ευδαιμονία ανθρώπου που έχει εκπληρώσει τα πιο ανέλπιστα όνειρά του. Ήξερε πως ο άνδρας δεν της ανήκε – ποιος ανήκει σε ποιον εξάλλου; Πίστευε, όμως, πως της ανήκε αυτό ακριβώς το συναίσθημα. Η ευτυχία να είσαι με κάποιον που αγαπάς και θαυμάζεις. 29


ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΥΡΖΑ

Όλη την ώρα εκείνος κοιτούσε καχύποπτα γύρω του μήπως εντοπίσει κάποιο γνωστό που θα μπορούσε να καρφώσει στη Σάντη το τρυφερό τετ α τετ με τη «μαθήτριά» του. Εκείνη απολάμβανε τις στιγμές με τη συστολή μιας έφηβης που έχει κάνει κοπάνα από το σχολείο της. Έτσι κι αλλιώς κοπάνα είχε και αυτή κάνει απ’ τη δουλειά της. Κοπάνα και από την καρδιά του Τάκη της. Οι κρυφές συναντήσεις στα καφέ, σε ώρες που δε θα μπορούσε η Σάντη να ελέγξει τον άντρα της, συνεχίστηκαν. Η Κλαίρη ζούσε σε έκσταση. Είχε περάσει πια τα όρια του εαυτού της. Ο Λεωνίδας είχε αρχίσει να γίνεται το μεγάλο της πάθος. Στη σχολή ήταν πάντα η πιο συνεπής. Προσπαθούσε να δίνει πάντα τον πιο καλό της εαυτό, να είναι αρεστή στο δάσκαλό της. Μέρα με τη μέρα τελειοποιούσε την τεχνική της. Όχι πως την ένοιαζε να γίνει τώρα πια επαγγελματίας. Δουλειά έτσι κι αλλιώς είχε. Της άρεσε, όμως, που μπορούσε να εκφράζεται έτσι, μέσω της έστω άτεχνης τέχνης της, που είχε βρει έναν τρόπο να εξομολογείται τον έρωτά της χωρίς οι άλλοι να το καταλαβαίνουν. Ήξερε βέβαια πως εκείνος δεν είχε τόσο μεγάλη ευαισθησία για να πιάσει τα μηνύματά της. Γιατί από τότε που ο Λεωνίδας μπήκε στη ζωή της οι ζωγραφιές της άλλαξαν βάθος. Τα χρώματα που έβαζε ήταν πιο γλυκά, πιο φωτεινά. Και οι εικόνες ανέδιδαν όλη την ψυχική φόρτισή της. Ο Λεωνίδας ίσως και να ’χε παρατηρήσει αυτήν την αλ30


LAPIS LAZULI, Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΕΙΠΕΙ

λαγή της, ίσως πάλι και όχι. Αυτός, αν και καλλιτέχνης, στο βάθος παρέμενε γήινος όσο λίγοι. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να ακούγονται τα καλύτερα λόγια για τη διδασκαλία του και το εργαστήρι του. Nα απολαμβάνει τις δάφνες του και να θεωρείται ένας από τους καλύτερους δασκάλους στον τομέα του. Τα υπόλοιπα του ήταν αδιάφορα. Ίσως και ενοχλητικά. Το βασικό του ρητό: «ο καθείς για την πάρτη του και όλοι σας για μένα». Την Κλαίρη, όμως, δεν την ένοιαζε καθόλου. Της αρκούσε πως ήταν πια μέρος της ζωής του, πως κι η δική της ζωή είχε αλλάξει. Όλο αυτό το έβλεπε σαν παιχνίδι. Σαν έναν τρόπο να αποδείξει στον εαυτό της πως μπορεί να είναι πιο έξυπνη από τον Τάκη, τη Σάντη και το Γεράσιμο. Ήξερε πως κάποτε θα έπρεπε να πληρώσει το τίμημα. Μα θα της έμεναν οι αναμνήσεις, προίκα για το μέλλον κι αυτές για την Κλαίρη άξιζαν κάθε ξόδεμα.

31


ΣΟΦΙΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ - ΠΥΡΖΑ Η Μάρω και η Κλαίρη, δυο γυναίκες που έζησαν σε διαφορετικές εποχές, φτάνουν στα όρια του εαυτού τους μέσα από αντίστοιχες εξωσυζυγικές σχέσεις.

ΜΑΡΩ

Δυο γυναίκες, δυο ιστορίες, δυο διαφορετικές εποχές, συνδέονται με ένα μεταβατικό αντικείμενο, ένα βραχιόλι που ταξιδεύει στο χρόνο με μια έλλειψη: μια πέτρα που του λείπει, το lapis lazouli (λάπις λάζουλι).

Το ερωτικό παιχνίδι, το πάθος, η συζυγική πίστη μεταβάλλονται ανάλογα σε όλους με το χρονικό πλαίσιο τηςΌλοι κάθεανήκουν εποχής και τα πρόσωπα που περιβάλλουν τις δυο γυναίκες. Φιλίες δοκιμάζονται, σχέσεις καιπου καθένας στον εαυτό του που κλυδωνίζονται. Άλλες μένουν σταθερές, ακλόνητες, άλλες σαρώνονται και διαλύονται με τραγικό τρόπο. Δυο ιστορίες ίδιες στο βάθος, με διαφορετική όμως ακόμα τραπέζια στρωμένα. Σειρές σει-και εξέλιξηπλατεία ανάλογα είχε με την εποχήτα που διαδραματίζονται. Πόσο η εποχή οι αντιλήψεις της επηρεάζουν τηνξεκουράζονταν εξέλιξη της κάθε από ιστορίας; Πόσο οι άνρές, κυκλικά διαταγμένα το τριήμερο θρωποι αλλάζουν με τον καιρό;

Η

γλεντοκόπι. Η Μάρω μεταβιβάζει στηνστρωμένα εγγονή τηςμε την όχι μόνο τα γονίδιά Άλλα ήταν ακόμα ταΚλαίρη, λινά τραπεζομάντιλα, της, αλλά και τη συναισθηματική της «μοίρα» μέσω του βραχιολιού που άλλα ήταν θεόγυμνα με την τραχιά τους επιφάνεια κάτω της χαρίζει. Η αντικατάσταση της χαμένης του πέτρας θα σημάνει και το από του έναν αναιμικό ήλιο που ξεμυτούσε πίσω από κλείσιμο κύκλου της ιστορίας των μόλις δυο γυναικών. το βουνό. Όσα τραπεζομάντιλα είχαν παρασυρθεί από το Ένα μυθιστόρημα για τη φιλία, τον έρωτα και τη συγχώρεση. Ένα βιβλίο της και νύχτας, την ασχήμια των για αεράκι τις απώλειες για ό,τιείχαν αξίζειαποκαλύψει στη ζωή να κρατηθεί για πάντα. πρόχειρα στημένων για την περίσταση τραπεζιών. Πού να βρεθούν εξάλλου τόσα τραπέζια για το γλέντι! Ακόμα και μια παλιά πόρτα είχε επιστρατευτεί πάνω σε δυο τρίποδα, που στην κανονική τους ζωή στήριζαν τη σκάφη της κυραΧαρίκλειας. Οι καρέκλες ήταν οι περισσότερες αναποδογυρισμένες. 32

Lapis lazuli η πέτρα που λείπει μυθιστορημα

Lapis lazuli - η πέτρα που λείπει | Σοφία Δημοπούλου-Πύρζα | Εκδόσεις Ιωλκός  

Η Μάρω και η Κλαίρη, δυο γυναίκες που έζησαν σε διαφορετικές εποχές, φτάνουν στα όρια του εαυτού τους μέσα από αντίστοιχες εξωσυζυγικές σχέσ...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you