Issuu on Google+


ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ είναι Ελένη Παπαθωμά και ε(μαι πια ενενήντα

οχτώ ετών. Θ α βιαστώ να τελειώσω τα γραφτά μου από φόβο

μήπως με τελειώσει εμένα π ιο γρήγορα ο χάρος. Κ ι αυτό δα ε ίνα ι

κρίμα, γιατί έχω τόσα πολ/ά να πω. Το ζήτη μα δεν είνα ι να σας διηγηθώ τη ζωή μου- ΚΙ όλο αυτό δε δα μοιάζει ποτέ με συτοβ ιο­ γρα φία. Μ α ε ίναι κάτι βσθύτεοο , κάτι σαν αγανάκτη ση, σαν δίκ ιο ή άδικο που με πλη μμυρίζει κ αι bέλω να μιλήσω όσο έχω ακόμα καιρό . Γιατί δεν πρόκειται για τη ζωή μου ή τη ζωή σο υ, Εκείνο που

φώναζα πάντα και που ακό μα και τώρα ξεπηδά από τα χείλη μου ε ίναι η Ζ ΩΗ. ΚΙ αυτή δεν ανήκει σε κανένα. Τουλάχιστο έτσι με ευχαριστεί κα ι με παρηγορεί να πιστεύω. Η ζωή είναι το μόνο κο ινό ση με ίο που έχουμε πάνω σ ' αυτόν τον πλανήτη . Γι' αυτή θα μιλήσω. Τίποτε άλ/ο δε θα μπορούσε να με πείσε ι να χάσω έστω κι ένα μικρό μέρος τητ ; γράφοντας ετούτο το βιβλίο. Η ζωή για τη ζω ή, λοιπόν.

Σ ' αυτά τα τε λευταία μου γεράματα που ο ρυδμός τη; καρδ ιάς μου αρχίζει και χάνεται κ ι αισθάνο μαι το τέλος πολύ κοντά, κάτι

βαθιά μέσα μου μου λtει πως, αν όλοι οι γερασμένοι μελλobάνα­ τοι ακολουδούσαν το παράδειγ μά μου , μπορεί λίγο καλύτερος να γινόταν ο κόσμο.;, λίγο πιο ευτυχισμένο; να γινότανε ο άvbρωπoς.

Θέλω να ξεκινήσω α πό το πιο μεγάλο συνα ίσθη μα. Εκε ίνο π ου με τρόμαξε κ αι με θάμπωσε με το φως του . Γύρισα πίσω να δω

τη ζωή μου , όλα τα ατέλειωτα χρόνια που έζη σα και, Θ ε έ μου, δεν είδα τίποτα. Λες κ ι είχα γεννηϋε! το προηγούμενο πρωί. Λες και δεν είχα γεννηϋει ποτέ. Γιατί η ζωή δε χορτα ίνεται ποτέ ! Και το γήρας; Ω , το γήρας ε ίναι κάτι τρομερό. Πιστέψτε με, Τρομερό όμως μόνο όταν είσαι νέος. Μ όνο όταν το βλέπεις από μακριά. Όμως γι' αυτό ϋα μιλήσου με πολύ.

7


εγΑ ΟΜ ΗΡΟΛΗ

Μ ε μια μάνα αγρότισσα και τέσσερις μικρότερες κα ι μεγαλύτερες αδερφές, εγώ ήμουνα τρίτη στη σειρά, χωρίς πατέρα κα ι χωρίς πατρίδα. Θαμμένε ς σ' ένα μίζερο κο μ μάτι γη ς, όπου μας πέταξαν να ζή σου με μετά τον πόλεμο. Π απ ούτσια όχ ι μόνο δεν είχα με

ε μείς ποτέ αλλά ούτε ξέρ αμε κα ι πώς ήτανε. Ούτε σε φωΤQγρ α ­ φία δεν τα είχα με δει. Η μάνα ορκ ιζότανε σε ϋεού; κα ι δαίμονες πω ς ε ίχε φορ έσει ένα ζευγάρ ι την ημέρα του γάμου της, αλλά

εμε ίς πού να την π ιστέψουμε . Εδώ καλά κ αλά δεν την πιστεύαμε για τον ίδιο μας τον πατέρα και δα δίναμε βάση στου; όρ κους

για τα παπούτσια τη ο Π ατέρ α ς. Το φουκαρά, κα μιά μας δε ν τον αναζήτησε- μα μή ­

πω ς ε ίχαμε κα ι κα ιρ ό; !Qτε τα όνε ιρά μας ήταν ένα ζεστό πάπλω­ μα και καλό φαγητό. Ούτε μπορούσαμε να φτάσουμε τ ις ρομα­ ντικές αναπο λή σεις ενός γεροδεμένου η λιοκαμένου άντρα που αμυδρά ε πισκεπτόταν τ ις αναμνήσεις μας, τ ις γιορ τινές κυρ ίως μέρες. Κ ι εδώ που τα λέμε , έτσι όπως τα καταφέρνα με, αν τελικά ένας ' Αγιος Βασίλη ς μας έ βαζε να διαλέξουμε παπούτσια ή πα­ τέρα, ε ίμα ι σίγουρη ότι όλες δα νοια ζόμασταν π ιο πολύ για τα

ξυλιασμένα μας ποδάρια παρ ά γ ια μια σκιά τη ; θύμηση ; που , αν γινότανε πραγματικότητα, δεν ξέραμε τι θα μας έ βγαινε. Αχ! Βάσανα ... Ο μόνος λόγος που χαίρομαι να ε ίμα ι γρ ιά είναι ότι όλες οι μεγάλε ς συμφορ ές μού φ αίνονται πια αστε ίε ς. Δεν

έχω τίποτα συνταρακτικό να ποοσθέσω στα τόσα και τόσα π ου κατά καιρούς έχουν όλοι αφηγηbεί. Μ όνο. μια τεράστια αίσθηση

!-~~ά_~η i..αφiι~~ά!ι ~.~.I:'!. μου. Ένα ~ετραδάκι Ο}Ό τε.ίχος τ/..ς ζωής. Είναι, bαρρ ώ, μια κάπο ια προσφορ ά.

' Eτσι - ~-:-ηι,;ωή ενός ανθρώπου σκέτη . οι εμπειρίες του

κι όλα όσα πέρασε. δεν είναι κα6όλου ση μαντική. Εκ είνο που πάνω απ ' όλα έχε ι αξία είναι το πνεύ μα του . Ακόμα κα ι η πιο μικρή κι ασή μαντη σκέψη του. Ν α , ετούτο είναι κα ι το δικ ό μου

κίνητρο. Ν ' αφήσω π ίσω μου μια σκέψη γι' άλ/ους ανbρώπoυς να τη βρουν.

Ε, ύστερα πάτη σα τα δεκάξι. Κι η μάνα, αντί να το γιορτάσει, πλάκω σε την ψυχή της με μια πέτρα και κάδε που με κοίταγε αναστέναζε λες κ ι ο αέρας δεν έφτανε μέχρι τον πάτο του στέρ-

8


-----------------~i'1

Ο Ι ΑΝΑΛ ΦΑ ΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩ ΤΆ νου τη ς. Κι εγώ κοκκίνιζα χι ανησυχούσα. Ώρα για γάμο. σκε ­

φτό μουνα τις νύχτες κάτω από την κουρελιασμένη μου κουβέρ­ τα , Ρ.'!(:)

xavf'llQ

ελπιδοφΙι(lΩ και ΧQιιιματιmό όνειοο

fw. φαινό τανε

στον ορίζοντα της σκέψ ης μου. Όλα ήταν γκρίζα και σκοτε ινά.

Γάμος εδώ, γάμος εκεί, δεν όργησε να φσνει κι ο γαμ πρός. Μ ουστακ αλή ς και δεκαπέντε χρόνια μεγαλύ τερος από μένα. Α ­ γρότης κι εκείνος. Φτώχεια και δυστυχία . Κ ι έτσι όλα πήγανε κατά διαόλου. Μ ωρέ όποιον να 'τανε θα 'παιονα αν ή ξερα πως δε δα μένω ξάγρυπνη τη νύχ τα από τα κρύο και την πείνα . Ναι,

να ι και μουσουλμάνα θ« γινόμουνα χ ι ό,τι άλλο ήθελε . AJJ..Lτ. θα 'ξερα, τουλάχ ιστον, πως έναν ύπνο δα τον έχω εξασφαλισμένο. Αχ! ζήλευα πάντα εκείνο υς που κοιμόντουσαν ό ποτε ήθελαν,

όσο ήθελαν κι όπως ήθελον. Γιατ ί ο ύπνο; ακό μα και τώρ α για μένα, είναι δείγμα πλούτου, ανώτερ ης τάξης κι aρχoντιάς. Ένας καλός και βαρ ύς ύπνος σημαίνει γε μάτο στομάχ ι, μαλακό στρώμα και καλή φωτιά

Α πό την πρ ώτη στιγμ ή που έριξα το βλέμμα μου πάνω στον Χ αρ ίλαο ή ξερα πως έχανα για πάντα το π ιο ξύπνιο όνειρο που είχα κάνε ι ως τότε. Μήπ ως όμως ε ίχα και δικαίωμα επ ιλογήι;;; Μπορ ε ί βέ β αια να ε ίχα και να μην το 'ξερα . Τα δικαιώματα επι­ λογής τα φτιάχνει ο καδένας μόνος του για τον εαυ τό του, όπως

κι όλα δηλαδ ή τα δικαιώματα . αλλά πού να τα ξέρω όλα αυτά τότε . Τ ότε το μόνο που ήξε ρα ήταν πως έ πρεπε να στεφανωϋώ τον Χαρίλαο και να πλαγιάσω μαζί του , όχι για ύπνο που τόσο ήδελα αλλά για άλ/α πράγ ματα που εγώ ιδέα δεν είχα . καδώς άντρα ποτέ δεν κοιμίσαμε στο σπίτι. Η μάνα έκανε τότε κάτι φτωχές προσπάδειες να μου εξηγήσει

δυο πράγματα, αλλά φσίνε ται πως το ύφος μου »σθόλου δεν την ενδάρρυνε να συνεχίσει . Γι' αυτό τα παράτησε και μου είπε :

« Η πράξη είναι ο καλύτερος δάσκαλος. Να κάνεις ό,τι σου πε ι ο Χαρίλαος ». Αλλά όταν μου είπε ο Χαρίλαος, το μόνο που μπόρεσα να

κάνω ήταν να τρ έξω στη γων ιά και να ξεράσω πίσω απ ' τη λινά ­ τσα που είχαμε καρφώ σει για κουρτίνα. Κι ενώ εγώ σιχαινόμουνα

η ίδ ια τ ον εαυτό μου , ο Χαρίλαος απτό ητος . Του άρεσε κιόλας . Κι έτσι πήρα το πρώτο μάδημα σεξουαλικ ής αγωγής . Όσο πιο

πολύ σιχαίν ομαι εγώ, τό σο πιο πολύ δα «τη βρίσκει» ο Χαρίλαος .

9


εγΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

Κι σφού το σποτύπωσα καλά, τα πήγα με περίφημα από 'κει κα ι πέρα. Ν αΙ, έτσι κ ι ακόμα χε ιρότερα. Τέτοιεε ήταν οι απόψεις μου

τότε. Αλλά και πάλι γ ια κ ο ίτα γύρω σου και σκέψ ου, πόσες από τις επιλογές μας μας ανήκ ουν πραγματικά; Εκε ίνες τις απόλυτα

αλη6ινές ακόμα και σήμερ α τις κλειδώνουμε σ ' ένα νroυλάπ} τό ­ σο καλά, ώστ ε να μην μπορούμε ούτε κι οι ίδιοι να τις βρούμε ποτέ .

Ε, σε λίγο είχα κ ιόλας φουσκώσει κα ι να το πρώτο παιδ ί, να και το δεύτερο, μετά το τρ ίτο, το τέταρτο ... Τη λεόρ αση δεν είχαμε, μουσική δεν είχαμε ακούσε ι ποτέ, να κoυ β ενrιάσoυ με δε μας είχε περάσει από το μυαλό ούτε κα ι ξΈQαμε . Πέντε παιδ ιά γεννο βόλη σα χωρίς σταματημό.

Κι ά μα π άτησα τα τρ ιάντα έξι και οκέφτηκε ο καη μtνo ς ο Χaeίλαος να το γιορτάσουμε, εγώ πλάκωσα την ψυχή μου με μια κοτρόνα και σίγουρα δε μου ' φτανε ο αέρας ν ' ανασάνω . Τα παιδ ιά, τα χωράφια, το σπίτι ... Σιγά σιγά πήραμε και πιο μεγάλο , είχαμε πια κα ι κρε βάηα και λου τροκαμπινέ . Τα σύγκοινα όλα με το ΠQ ιν κα ι το ' βλε πα πως ήμασταν καλύτερα. Μ α αυτό

το καλύτερα ήταν ένα ς αγώνας. Μια ολόκληρη ζωή ένα ς αγώνας.

Δίπλα από μας έμενε η Ειρήνη , η πιο μεγάλη μου αδεοφή . ' Ή μασταν πολύ αγαπημένες. Είχε και κείνη τέσσερα παιδ ιά και

τον Γιώργο της. Κι εκε ίνη ή ταν ολόκλη ρη ένας αγώνας. Και η αγώνας! Αυτό, παιδ ί μου, που έτρ εχε από τα μέτωπα μας ήτανε

αίμα. Φα ίνεται πως κάποιος μας είχε ζέψε ι σαν μουλάρια και όργωνε τις πλάτες μας με το μαστίγιο για ν ' ανέβουμε μια ανη ­ φόρ α. Αυτό ήταν το θέα μα που aντικρίζαμε όλη μας τη ζωή . Μια

ανηφόρα . Ξυ πνούσα με το πρωί κι ακόμα κ ι η κ αλη μέρα μας ήτανε ανηφοο υή. Και δεν ξέραμε , που να πάρει η ευχή, ποτέ δε μάθαμε από πού άρχιζε και πού τέλειωνε. αν θα τέλειωνε ποτέ . Π οτέ δεν ε ίδα με το λόγο, ποτέ κανε(ς δε μας εξήγη σε με πειστικά λόγια το γιατΙ Φταίε ι που ή μασταν αγράμματες; Φτα ίε ι που όλος ο κόσ μος

τότε ήταν έτσι; Φτα ίει που δε βγήκαμε ποτέ έξω από το σπίτι,

Π ου δεν ξΈQαμε τίποτα; Μ α να, δες και τη Σούλα μας . Την πιο μLΚQή απ ' όλες. Τόσα χρόνια είχε πάε ι σχολείο και τα ίδια κατά ­ φερε κι εκείνη , και χε ιρότερ α. Είναι πολλοί εκείνοι που αναπολούν τις πιο παλιές εποχές

10

ι


Ο Ι ΑΝΑΛ ΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

γιαn ήτανε λέε ι πιο αγνές και πιο ρoμανnκέ ς. Μα αυτοί ε ίνα ι yt{)OL Κι άμα έχεις ξοδέψει τη ζωή σου ολάκερη και ε ίσαι τώρα

βολεμένος και σκεπασμένος με την κουβέρτα σου, το 'χει κ ι αυτό το καλό η φύοη, ξ εχνάς τον πόνο, το δάκρυ. τις ΌVσ ίες... τον

αγώνα. Γιατί με μια λέξη , ξεχνάς να μετρήσεις τις μέρες που σου απομένουν.

Όμως πέρα από του; γεροντικούς και ttλιβερούς ρο μαντι­ σμούς, κάδε μετά είνα ι κα ι καλύτερα κι όλο ι όσοι ωω λουθούν ιΙναι πάντα πιο τυχεροί από μας που προπορευόμαστε. Και δυο

και τρεις χιλιάδ ες χρόνια μετά να γεννιόμουνα , πάλι πίσω θα σισθσνόμουνα, πάλι π ιο μπροστά απ ' όλους θα ήμουνα στο μυ α­ Λό και στα όνε ιρα και στη φαντασία. Μ α έλα που , όταν έχε ις μικρά παιδ ιά που κρέ μονται από τα

φουστάνια σου γιατί πεινάνε κι είναι γυ μνά, δε σου έρχετα ι κ α μιά τέτοισ φιλοσοφία στο κεφάλι. Εγώ κ ι η Ειρήνη μοιάζαμε τότε με κρ ε μάστρες που από κάδε μας γωνιά κρέ μονταν παιδιά Χ εράκια μικρά , αδύνα μα κα ι κάδε μας άκουσμα ήτανε δ εμένο με το κλάμα του; και το παράπονό

τουε. Κι ήταν γεμάτο σοφ ία εκε ίνο το κλά μα. Μ ' αρέσε ι τόσο πολ�� ν' ακούω παιδιά να κλαίνε . Μ ας το φωνάζουν δυνατά π ως

δεν του; θέλουνε του; πόνου; κ αι τα β άσανα . Αν παραμέναμε τ όσο σοφο! όσο γεννιόμαστε θσ κλα ίγαμε κ ι εμε ίς σ ' όλη τη ζωή μας κ αι 6α ουρλιάζαμε, ενάντια όμως στον εαυτό μα ς.

Και, τέλος πάντων, εμε ίς τότε έτσι ζούσαμε. Αλ/ά εν τω μεταξύ

ο χρόνος έτ:ρ~xε, η ζωή περνούσε ~σ:~"Tι?_!.<! x~ρ_ια μας κ ι ε μείς

-~εν ΠQοφτάναμuα-ι:mκωσouμε _r(u~§φ~~~S!U: CLτή- χαΡόύμε .­ Καλά, εντάξ ει, α ς μην τη χαρούμε . Τουλάχιστον να τη δόύμi - \Iό

περνάε ι από μακρ ιά.

Εκείνη ό μως έτρε χε και χανό ταν κ ι εμείς χαμπάρι δεν παίρ να­ με , γιατί κι αυτό ακό μα ήταν έξω από τα δικαιώματ ά μας .

Τη νύχ τα που άφησ α τ ' απομε ινάρια από το νυφιάτυω φαγο ­ πότι πίσω από την κουρτίνα, είπα μέσ α μου

..Κάν'

υπ ο μονή κι

αύριο βλέπουμε». Κ αι περάσανε ε ίκοσι χρόνια, π ' ανά6εμό τα, κι είχα τότε γ ιο έτοιμο για στρατιώτη κι ακόμα έ πεφτσ στο πλάι του Χαρίλαου κι έλΕγα

..αύριο

βλέπουμε », Κι ε ίχανε περ άσει δυο δε ­

καετίες κ ι ακό μα δεν ξη μέρωνε 'κε ίνο το αύριο . Κι ακό μα δεν ε ίχα βρει το γιατί.

11


εγΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

Σκεφτόμουνα τη μάνα, που κι εκ ε ίνη τα Ιδια πέρασε κα ι πολύ

xειe ότερα. Κ αι τι κατάλα βε; Τώρα ήταν πια κατάκ οπη από τον ίδιο αγώνα κ ι ο Χαρ ίλαος δεν ή{tελε ούτε να τ' ακούσει να τη φέρουμε σπίτι

..Εδώ

δε χωρ άμε ε μείς !» μου γάβγιζε κάδε φορά

που του το th'ιμιζα. Μ α δεν την ήθελε μήτε κ ι ο Γιώργος .τη ς

Eιeήνη ς, μήτε κ ι οι άλλοι. Κι ήταν μόνη κ ι έρ μη η φουκαριάρ α σ' ένα χαμόσπιτο έτο ιμο να γκρεμιστεί πάνω στο κεφάλι τη ; και καλά που βρ ίσκονταν μια δυο γειτόνισσες και τη ; ' δίναν ένα

ποτήρι νερό. Θυμάμαι μια φορ ά που, όταν ε ίπαμε όλε ς στου; προκομμένους μα ς να σιάξουνε τουλάχιστον λίγο το σπίτι μην

πέσε ι κα ι τη δάψεl την κακομοίρα, πετάχτηκε ο Αντώνη ς ο έξυ­ πνος, τη ς Σούλας, και ε ίπε: « Κα ι δεν παρακαλάτε, να γλιτώσου με κα ι τα έξοδα;» Κ ι έδωσε κ ι έναν μπάτσο στη Σούλα όταν του

αντιμίλη σε ά μα γυρίσανε σπ ίτι τουέ. Βέβαια, εδώ που τα λέ με, τι να κάνανε κι αυτοί, Στο κάτω κάτ ω χανείς του ς δε μας φόρτωσε κι ε μάς με πεθερικά.

Κι έτσι, άμα τον ξεγυμνώσε ις σ ιγά σιγά αυτόν τον αγώνα , τί­ ποτα δε δα με ίνει Όλοι οι στόχοι του μα και τα Χ ίνη τρα κ ι οι α ιτίες του είναι φού μαρα. Τίποτε άλλο.

Ένα πρωί κατά βρεχα την αυλή και ε ίδα που τα παράθυρα

της Ειρήνη; ήταν κλειστά... Μωρέ ακό μα δε σηκώδηκε;» σκέ­ φτηω. Είχα και τα δικ ά μου, δεν έδωσα πολλή σημασία. ' Ερ l ­ ξα κι άλ/α νερά στην αυλή και σκούπιζα. Μ έχρι που ΚΟψο­

μεσιάστηκ α και στύλωσα την πλάτη μου ένα λεπτό να ξαπο­ στάσω. Κι είδα απέναντι μου, μωρέ , τα παράf1uρά τη; ακό ­

μα σφαλισ μένα κ αι ανατρ ίχ ια σα. Και τώρα που το σκέφτο­ μαι μου σηκ ώνεται ακόμα η τρίχα . Σαν γρουσουζιά μου φ ά ­ νηκ ε , σαν χ αχό σημάδι.. Έξω ήλιος, χαρά Θεού και μέσα ε­

κεί δα 'τανε σκοτάδι, σκέφτηκα. Π αράτησα τη σκούπα χι έ ­ τρεξα να δω, να την ξυπνήσω. Βρόντηξα με δύναμη την πόρ­

τα τηε. «Ακόμα κοιμάσαι, μωρή Eιeήνη; Για όνομα Θεού]»

..Δεν

κο ιμάμαι, μωρ έ αδερφή , έλα μέσα. Είμαι λίγο άρρωστη

από χτες» .

..Κ αι

γιατί δε με φωνάζε ις; Τι έχεις κι είσαι άρρωστη ;»

Δεν καταλά βαμε τι είχε, μα σε είκ οσι μέρ ες πέϋσνε.

12


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗ ΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩ ΤΑ

« Σπάν ια περίπτωση καeκίνoυ. Μ πορε ί κα ι να τον είχε από κ(ι ιρό και να μην το 'ξερε. Εάν είχαν προηγηδεί ορισμένες εξε ­

ι άσε κ, π ιϋανόν κάποια διάγνωση να μας είχε οδηγήσει στην κα ­ , άλ/ηλη δεραπεία»,

«Τι εξετάσεις και σκατά μου κοπανάς, μωρέ για;τρέ; Αυτή η X (1κoμoίQα δεν ή ξεeε την τύφλα τητ». Κ αι να ο fiάνατος. Κι εγώ πειράχτηκα που είδα ένα φω; χαράς

πίσω από τα δάκρυα του Γιώργου . Σκ ε φτότανε, φαίνετοι, τι είχε γλιτώσει. Γ ιατρ ούς, νοσοκομεία, έξοδα ... άσ' τα να πάνε. Ακόμα χι ο fiάνατός τη ς ένας αγώνας ήτανε . Το ίδιο ζέψιμο, ΤΟ ίδ ιο χαμουτσίκι. Κ αι μαζεύτηκε η φτωχογειτονιά να κλόψει την Ειρήνη. Όλες

οι κουρελιασμένες ζωές μαζί με τη δ ική μου,

.' Αδικα πήγε, νέα γυναίκα», είπε μια από τκ; γειτόν ισσες. • Έτσι άδικα δα πά με όλοι», του; πέταξε μια γερόντισσα και σύρθηκε πίσω στη σκοτεινή τρύπα τη; . •Αδικα.• Αδικα. Και τούτη η λέξη είχε πια σνεπονόοϋωτσ ση­ μαδέψει τη ζωή μου. Όλη τη νύχτα γύριζε σαν διάολος μέσα στο κεφάλι μου. Κι ο αγώνας; •Αδικος κ ι αυτός; Κι η ζωή μου ; Τα

νιάτα μου; Τα χαμένα μου χρόνια; Άδικα κι αυτά; Όλα είναι (ιδικα; Ξυπνού σα και κοιμόμουνα με τον ίδ ιο καημό. Όλη μέρα

μονολογούσα πάνω από την κατσαρόλα και τη σκάφη και ρωτού­ σα τον εαυτό μου: ..Κι αν είναι όλα άδικωΚαι δεν περάσανε τρεις μή νε ς κι έφερε ο Γιώργος στο σπίτι μια ξανδιά βα μμένη σαν χαρταετό και ξετσίπωτη .

• Να μη

σε βαραίνουνε και σένα καημένη άλλα τέσσερα παιδιά.

Ε να, ε ίπα κ ι εγώ να παντρευτώ να 'χουνε έναν άνδρωπο να τα φροντίζε ι». Αχ! Γιώργο , εσύ το αποτέτοιο σου ήθελες να βολέψεις κι όχ ι τα παιδιά, μήτε και μένα να ξεκουράσεις. Για μια στιγ μή σκέφτηω να του το πω, να τον βρ ίσω και να του κλείσω τη ν

πόρτα κατάμουτρα . Μ α έλα που είχαμε τώρα κα ι τα παιδιά. Και η παιδιά, κοτζάμ γαϊδούρια, π ' ανάθεμά τα . Ε, εγώ για τα παιδιά δεν τον έ βρισα, αυτός για τα

..παιδιά»

παντρεύτηκε τη Λίτσα και

να ' μα ι τώρ α εγώ κατάμουτρα αντιμέτωπη με το ίδιο διαβολεμέ ­ νο "άδ ικ α». Είκοσι χρόνια η ζωή μου μαραινόταν κ ι έο βηνε και το μυαλό μου πήγαινε να σπάσει με τις φιλοσοφίες που είχα μπλέξει και

13


εΥΑ ΟΜ ΗΡΟΛ Η

τελικά η Λίτσα ήτανε η πιο τυχερή από όλους μας. Έγραψε στα παλιά τη; τα παπούτσια τ/ν οικογένεια, την κοινωνία. την η6ική

και γι' αυτό μπορε ί τώρα και πετάε ι την παντόφλα τη; στον Γιώργη . Ε, τον φουκαρά. Τώρα που το οκέ φτομοι, τον λυπάμαι.

Αυτή η ίδια ήτανε η τιμωρ ία του . Ούτε μύγα δε δεχότανε Ρτο σπαθί τη ς. Τ ι παιδιά να αναλόβ ει κα ι τι σπίτι Ούτε που μαγε ί­ ρεψε ποτέ τη ς. Από το δικό μου το τσουκάλι τρώγανε όλοι. Αρ ­

χόντισσα σου λέω. aρχόντισσα σωστή. Καφέ , τσιγάρο. περ ιοδικό και νύχι στην τρ ίχα. Αλλά ο έρωτας, έρωτας. Τρελός κα ι παλα βός ο Γιώργης κι όλο και σκοτωνόταν μήπως κα ι του κουραστεί η προκομμένη του. Εγώ κάδε βράδυ άκουγα να τρ ίζουν τα κόκαλα της Ειρήνης χ ι σι ήχοι από το τρ ίξιμο βγάνανε ένα μπερδεμένο ΑΔΙΚΑ.

Κι ε ίναι να μην την κολλή σεις τ/ν άτιμη τ/ν αρρώστια του

..άδικα.., γιατί, έτσι και ο' αρπάςε ι, ο Θ εός να λυ πηθεί όλους τους υπόλο ιπους . .Άρχισα σιγά σιγά να απελευ6ερώνομαι κ αι να αισθάνο μα ι τα πρώτα συμπτώ ματα. Το μυαλό μου ήταν συνέχεια αλλού και άρ ­ χισα κι εγώ για πρώτη φορά να κ άνω όνειρα. Όνειρα όχι σαν τ' άλλα. Μα γεμάτα γλυκές στιγμtς και ζωή. Πλημμυρ ισμένα χαμό ­ γελα και χαρά- και κόπου; κ ι αγων'ες και βάσανα, μα όλα με αρχή κ αι τέλος, με μοναδικό του; σκοπό, εμένα. Ε, πενήντα χρονών ήμουν πια. Μ ισός αιώνας ζωής χαμένος.

Γιατί; Πόσου ς αιώνες ε ίχα κανονίσει να ζή σω; Μισός αιώνας ε ίναι πολλές φορές πιο πολύς και απ ' όλη τη ζωή. ΚΙ εγώ τι ήμουνα; Ή μάλλον τι ε ίχα καταντήσε ι, Ένα {)λι.βερό κο μ μάτι κρέας που

η πιο μεγάλη του απόλαυση ήταν ένα πετυχημένο παστίτσιο και όλα όσα ζητούσε περικλε ίονταν σ' ένα ανώδυνο χέσιμο . Ω , ντρ έ ­ πομαι τόσο πολύ που μιλώ έτσι, αλλά για σκέψου πόσο ντρέ πο­ μαι που έζη σα έτσι! ....Μ1:tΡ.QQTά ο ~όμQζ ._gyαι ατέ) SLIU'to, κι η ζωή δε σταματάει

πουθενά . Ο αγώνας, το καθήων και τα δεσμ.απΟϋ βαζ~μό~ γύρω από την ευτυχία μας δεν τελειώνουνε ποτέ. Κι

όμως, κο ίταξ έ με. Από όλα τούτα, από τόσα κα ι τόσα, τι έμεινε ; Γυρίζω πίσω για να το βρω γιατί μπροστά μου δε βλέ πω πια και τόσο ξεκάδαρα . Σήμερα που έχω φτάσει σχεδόν έναν αιώνα ζωή ς, το ~έρω.

14


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑ Β ΗΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡ ΩΤΆ

υωγένε ια, ηθική, κοινωνία, πλούτη, δύνα μη, γνώσειςΝ' όλα. Όλα Ιναι ένα τεράστιο τίποτα που μου γελάει π ια με τό ση ειρων εία.

Στη 6λίψη δεν υπάρχει πισω-Υύρισμα. Κα ι τίποτα δεν μπορε ί ν ' ιλλόξει τη ροή του ποτα μού .

Μ α εδώ μιλάμε για μισό αιώνα ζωή ς. Τόσα χρόνια που έχασα ι πό τη ζωή μου. Π οιος θα μου τα ' δινε ποτέ πίσω; Π οιος άλλος ~tQά εγώ. Κι η καημένη η Ειρήνη , τι κατάλαβε; Και πεθαμένη που ήτανε

ρε πε να συνεχίσε ι τον ίδιο σνσθεμαησμένο αγώνα έτσι ώστε μνήμη τη ; να μη σβήσει μπροστά στη Λίτσα -Xαρ lκλε ια ήταν

ι βαφτιστικό τη τ, τέλος πάvrων- να μείνει κάτι από κείνη να ι θυ μούνται, έστω, τα παιδιά τητ. Μ α ο 6όνατοι; είναι πάντα ο ιι ις 66νατος. Σε κανένα δε χαρίζεται. Κ αι ϋα το θυ μά μα ι όλες

,

η μέρες που μου απο μένουν, εκείνο το πρω ινό. Οι χρυσές στές που κατεβαίναν απ ' τα σύννεφα μου έδιναν την αόριστη ' π ωση θανάτου κ ι ο ι μυρωδιές μοιάζανε μετέωρες σ' εκείνο

ι χαμένο χρόνο. Κ ι ύστερα; Ύστερα δεν ή6ελα πια να σκεφτώ τις συνέπειες κα ι

. αλλαγές. Η

φΟορά από μόνη της είνα ι αρκετή. Η πίστη χάνεται

ον OΡ ίζoνtα μέσα στη σκόνη και η σντίθεοη της ανάσας με την μόσφα ιρα σε χτυπάε ι στο στήθο; και σε λιώνει με το βάρος ~ Και καταλήγουν και οι αισθήσεκ σου ακόμα να ονε ιροπολούν ι φτάνεις να διαλtγεις από συνήθεια. Είναι σ ' εκείνο το παρα­

η μα μιαι;. έκρηξης που η ζωή μο ιάζει με ζωγραφιά σε το ίχο. μσρφη ίσως και γεμάτη χρώματα, αλλά πάντα τόσο σκληρή.

---

χι. περάσει πάλι τόσος καιeός κι εγώ ζούσα ακόμα με το ίδιο μt\ιωμα του αύριο. Του ίδιου αύρ ιο που δεν ξημέρωνε ποτέ. Ο ι δεν ξημέρωνε γιατί στ' αλή6εια καταλάβαινε κι εκε(νο πως υτ ά βά60ς δεν ΊΟ ήθελα και πολύ να ξημερώσει' Οι μέρες περ ­ )\"οαν και οι μήνες σβήνονταν μέσα στκ επ οχές και παράμενα

l).ακισμένη μέσα στο «τώρα.. προσπα6ώντας να ψηλαφίσω τις κιιες του, Τώρα ξέρω. Το «τώρα .. διαρκεί τελικά τόσο πολύ! Π ιο

H ~ύ κι απ' ό~η την αιωνιότητα . Κι αυτό είναι κάτι που πρέπε ι ι I<αταλάβovν οι άν6ρωποι.

Σιγό σιγό είχα OQχίqε ι να τρελαίνομαι' Οι σκέψεις μου ήταν

15


ΕγΑ Ο Μ Η ΡΟΛΗ

τόσο μι:γάλι:ς που δεν μπορούσα ούτε να ης αντέξω- πώς δα

μπορούσα να τκ εκφράσω ποτέ; Δε με είχε μά6ει κανείς να εκ ­

φράζο μαι Κι ό μως το ήξ; ερα π ως όλα εκείνα υπήρχαν μέσα μου κι ήταν αληbινά. Είχα αρχίσει να μπαίνω στο νόημα της σοφίας. Μ ια τερ άστια αμφισ βή τηση ξημtρωνε στον ουρανό μου. Κάτ ι

μου έλεγε πως πίσω από τις μεγάλες αλήbειες που ποοσπσθούν όλοι να μας ταίσουν με το κουταλάκ ι του γλυκού. σαν να πρό ­ κε ιται για κακόγευστο φάρ μακο στο στό μα ενός μ ικρ ού παιδιού, δα 'πρεπε να μας αφήσουν να δη μιουργήσουμε και τις δικές μας, τις ποοσωποω; αλήbειες κα ι να αισθανθούμε, επιτέλους, για μ ια φορά αυτόνομοι κα ι άξιοι να οδηγήσουμε τη μοίρα μας κ αι τον εαυτό μας. Γέ μιζε το κεφάλι μου κα ι μεγάλωνε το μυαλό μου τό σο που τις νύχτες έν ιωθα το κρανίο μου να διογκώνεται και να 'ναι έτοιμο να εκραγε~ αλ/.ά ο Χαρίλαος, ίδιος με την πρώτη φορά που τον είχα δει πριν α πό τριάντα πέντε χρόνια. Όχι ιδέες και κ εφάλι, μα ούτε και ποδοσφαιρική ομάδα δεν άλλαξε όλα αυτά τα χρόνια, κι ας έχανε πάντα η δική του . Τ ις νύχτες, παρά την η λικία του, το μόνο που τον ενδιέ φερε ήταν να ζε σταίνεται α πό το κορ μί μου . Μόλις ακουμπού σε όλη του η πλάτη στο στρ ώ μα, άρχιζε να αναζητά με τέ τοιον πανικό την η δονή , που τρόμαζα. Δε .... ε ίχα

τολμήσε ι ακόμα να του αρνηδώ. Μ α κ ι ούτε δα του αρνtόμ συνα ποτ έ. Στην αρχή δεν το έκανα από φό βο, μετά από λύπηση το είδα και το κατάλαβα πω; όλη του η απόλαυση σ ' αυτή τη γη

ήταν αυτό, θα ήταν μεγάλο κρίμα να του το στερήσω- και στο τέλος δεν του αρνιό μουνα, γιατί είχα πια αρχίσε ι να μυρίζομαι κα ι τη δ ική μου απόλαυση. 'Άργησα πολύ να βρω ό.τι έβρισκε ο Χ αρ ίλαος στ' αγκαλιάσματα και στα βάρ βαρα εκε ίνα σπρωξ ίμα ­

τα. ΑΜά μόλις βρήκα κι όλα τα υπόλοιπα νοή ματα , άρχισε το μυαλό μου να βγάνε ι φτεοά κα ι μπήκα αeγά αλ/ά σταθερά στο νόημα δυο γυμνών κορ μιών , Ο φουκαράς ο Χαρίλαος ήτανε μια χαρά άντρας κα ι κανένα παράπονο δεν του κρατούσα για τη ζωή που ζήσαμε μαζί. Τι να έκανε κι αυτός; Π ιο πολύ τον λυπόμουνα, γιατί ήτανε φανερό πως εκείνος ποτέ δε θα ξ;έφευγε από τούτη την κατάρα που είχε πέσει πάνω στα κεφάλια μας από την ώρα και τη στιγμή που ποωτοσντοωισομε τον κόσμο. Kαημtνε Χαρίλαε! Ί σως, αν πέ-

16


1

ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗ ΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡΟΤΑ

θσ ινε κι εκείνος σαν την αδερφή μου , να 'βρισκα κι εγώ κανέναν ανεπρόκοπο και να τον έ βανα σπίτι μου να «φροντίζε Ι.» τα παιδιά μ ου.

Τουλάχιστον, είχε κάπως σβήσει η οργή μου για τον Γιώργη και

τη λεγάμενη που μας κουβάλησε . "Αρχισα να βλέπω πως είνα ι η ίδια η ζωή που μας κάνει σκληρούς και καλού ς και κακούς κ ι

απάν6ρωπους κα ι όλα. K~ένας αντιδρά σύμφωνα με τη δύναμη

κα ι την ανάγκη του. Όλα τ ' άλλα είναι για να γρ α φοviά-Γσέ" βιβλία

οανκι πούτο κα ι να 'χει ο κόσμος να διαβάζει. Κακ ά τα ψέματα,

-

όλα είναι καλά στη ζωή. Με λίγα λόγια, δεν υπάρχουνε κακά, αλλά

.-

__

μόνο πράγματα διαφορετικά από ι.ι:ας.

-

.

._. ~ -_ .

--

Κ αι τα πέντε μου παιδ ιά ήτανε αγόρ ια . ΚαΟώς φαίνεται ακόμα

και ο σπόρος το υ Χαρίλαου είχε μουστάκι. Σαν μεγαΛώσανε και γαϊδουοέφανε, aρχίσανε ένα ένα να φεύγουνε για φαντάροι. Ευ ­

nιχώς. Λ ιγοστέψανε τα στόματα μέσα στο σπίτι, ξεκουράστηκε λίγο κα ι το κοκαλάκι μου . ε. μετά, βέ βα ια, ερχόντου σαν όλο ι μαζί κουβαλώντα ς και όλα τους τα άπλυτα και γέμU;;ε τότε το πλυστα ­ ριό αφρού; κι η αυλή απλωμένα ασπρόρουχα. Ερχότανε τότε καμιά γειτόνισσα, με βοηθούσε και τη βγάναμε τη δουλειά.

Όχι. δεν παραπονιέ μαι για κάτι συγκεκριμtνo . Δεν κατηγορώ κανέναν παρά μόνο τον εαυτό μου. Δ εν ήταν το πρόβλη μα ό τι δεν ή μουνα πλούσια, ότι δεν πήρα πλούσιο όντρα. Μα δεν έζησα, βρε παιδί μου, δε γνώρισα ούτε ένα μικρό κομματάκ ι ζωή ς, δε γέλασα.

Πλη σ ίαζα στα πενήντα ένα κα ι κά6ε πρωί κο ίταζα τη μούρη μου στον κα6ρέφτη κ ι έψαχνα να δω τι άλλαξε από την περασμέ ­

νη νύχτα. Π ού και π ώς είχα γεράσει. Σκεφτόμουνα πως, αν κάδε πρωί ψαχνό μουνα έτσι. στο τέλος θα με συνήθιξα τόσο πολύ, που δε ϋ« έ βλεπα τις κα ινούριες ρυτίδες και ϋα είχα έτσ ι μια παρη ­

γοριά. Φωτογραφ ίε ς δεν είχαμε τότε για να κάνω κα μιά άτυχη και 6λιβερή σύγκριση κ ι έλεγα από μέσα μου πως όλα θσ πήγαιναν

καλά. «Στο κάτω κάτω. δε γερνάω και μόνη μου. Όλος ο κόσμος γερνάει μαζί μοι », σκεφτό μουνα πάντα μ ' ένα άνοστο χαμόγελο.

Ύστερα κοίταζα τον Χαρίλαο προσεχτικά από πάνω ως κάτω για να βρω τα δικά του γηρατε ιά. Εξήντα πέντε χρονών ήτανε

17


εγΑ ΟΜ ΗΡΟΛ Η

πια. Κα μιά σχέση δεν ε ίχε με το μουστακαλή άντρακλα που είχε έρδε ι τότε στο πατρικό μου κα ι με πήρε απ ό την αγκαλιά τη ; μάνας . Μα και τώρ α μια χαρά κραηότανε. Αλλά η μ' ένοιαζε ε μένα για τον Χαρ ίλαο; Εγώ τα δικ ά μου κρέατα κοίταζα που

κρέμονταν και έκλαιγα .

Δεν ήμουνα και χοντρή, αλ/ά ούτε κ ι αδύνατη . Θα μπορούσα να χάσω ακόμα μερικά κιλά. Κι έτσι ξεκ ίνη σα. Με τα κιλά. Δία ιτα,

Σε λίγο ε ίχα γίνε ι κούκλα . "Αρχισα να παίρνω πάνω μου κα ι το ηθικό μου ξανάγινε κάπως ακμαίο. Έχασα οχτώ κιλά κ ι ένιωθα

πιο νέα είκο σ ι χρ όνια . Ο Χαρ ίλαος είχε βέβαια ης αντιρρήσεις του γι ' αυτή την κομψότητα. ' Ηθελε πιασίματα, λέει. Αλλά εγώ τον είχα δει κ ι ωωύσει πoλλtς φ ορές ν ' αναστενάζε ι, ά μα έβλεπε τη Λίτσα του Γιώργη να π ερνά με τα διάφ ανα νυ χτικ ά τη ς. ΚΙ αυτή , αν ήμουνα εγώ πενήντα δυ ο κιλά, ήταν σαράντα ο χτώ.

Τάβλα σωστή απ' αυτ ές που β άναμε κάτ ω για να σιδε ρ ώσουμε. Μεγάλη απορία. Ε μένα ο Χαρ ίλαος με 6έλει χοντρή και με πιασίματα κα ι τη Λίτσα τη 6έλει πετσ ί και κόκαλο . ' Επρε πε να περάσουν πολλά χρόνια από τότε για να μου εξηγή σει ένας φί­

λος, όταν τον ρώτη σα γ ια μια παρ όμοια περ ίπτωση. «Οι άντρ ες, καη μένη Ελένη , θέλουνε να κυκλο φορ ούνε με αδύ ­ νατες αλ/ά να κρε βατώνου με χοντρές» .

..Εμ, τότε πέφτουνε δυο γυναίκες στον καδένα». ..Μόνο δυο; Όσες μπορούμε, καη μένη, και πάλι λίγες

μας φαι­

νονται».

Τέλος πάντων, εγώ ήμουνα πολύ περήφανη με τ/ νέα μου σιλουέτα κι όταν μου το ' πε κα ι η Λίτσα -π ως να το κάνουμε, η γνώση τη ς σ ' αυτά τα θέμστα μετρούσε- χάρηκα διπλά. Κι αν bυμάμαι κ αλά, πρέπει να ήταν εκεί γύρω, λίγο μετά τη

δία ιτα, που έγινε εκείνο το πράμα, γιατί όλοι σχεδόν οι κο μπο­ γιαννίτες που ήρfiανε σπίτι μου κα ι κάνανε τους γιατρούς, αυτήν ακριβώς τ/ δ ίαιτα fiεώρ ησαν ψπεόϋυνη .

Και τι έγινε; Αρρώστησα. Μου ανέ βηκε πυρετός κα ι τις πρώτες μέρες νόμιζα πως ε ίχα αρ πάξει κανένα κρύωμα. Μα σε τρεις

τέσσερ ις μέρες που ο πυρετός δεν έλεγε να π έσε ι κι είχε σκάσει το δέQμα μου από τ/ν ταλαιπωρία, τα χρειάστηκα. Κι ο Χαρ ίλαος

είχε χάσε ι το χρώμα του από την ανησυχία. Έτρ εξε τότε και φώναtε το γιατρό. Ήρ6ε ένα γεροντάκι εβδομήντα χρονών, μπο -

18


Ο Ι ΑΝΑΛ ΦΑΒΗ ΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

" ε ί και παρ απάνω. που δεν έβλεπε ούτε τα νούμερα στο θερμό­ με't"ρo. Μ ου έδωσε εκεί κάτι φόρμακα να τα πίνω και να κάνω,

λtε ι, εντριβ ές να τρ ώω καλό και να μένω στο κρε βάτι Π έρασαν τρεις μέρες χωρίς βελτίωση κ ι αναγκαστήκαμε κα ι

φέραμε άλλο γιατρό πιο καλό κα ι πιο νέο να μας τα εξη γήσει πάλι από την αρχή . Αυτόι; μου τρύπη σε το χέρι και μου πήρε αίμα μέσα σε μια

μεγάλη σύΡΙν/α. ' Η οθε ύστερα και μας είπε ότι είχα πάθει μια αρρώστια που τη λέγανε λο ιμώδη μονοπυρήνωση , Και μάλιστα βαριάς, λtει, μορφή ς. ' Επρεπε λοιπόν αυστηρά να με ίνω στο κρε ­ βάτι και να ξεκουραστώ , να τρώ ω καλά κι όλα τα σχετικά. Όλα

καλά λοιπόν, μάθαμε τι είχα κι ότι δε δα πέθαινα, τουλάχιστον όχι από αυτό .

..Και πόσον κα ιρό δα

ε ίναι έτσι, γιατρέ μου » δεν παρέλε ιψε να

ρωτήσει ο Χαρίλαος .

.. ε, μην ανη συχ ε ίτε. σε καμιά δεκαριά

μέρες ϋα είν αι μια χαρά ».

Μετά από αυτή τη διαβ ε βαίωση του γιατρού όλοι μας σισθονθή ­ καμε πολύ καλύτερα. A'JJ.iJ. το ζήτη μα ήταν ότι εγώ δεν αισθσνό ­ μουνα καθόλου καλά και στ' αλήδεια ήμο υνα πολύ χαρούμε νη που είπε κι ο για τρός ότι έπρεπε να μείνω στο κρε βάτι , γιατί το 'βλεπα πω; ήταν απαραί τη το . Κάπο ιο; όμως δα 'πρεπε να αναλά βε ι το σπίτι και τις δουλειέ ς. Πλυσ ίματα. μαγε ιρ έματ α, λάτρα . Χίλια δυο μικροπρ άγματα, ανα ­

γκαία κά6ε μέρα για να ζε ι το σπ ιτικό. Και τότε μίλησε η Λίτσα. Την κακoμoί{lα την είχα παρε ξηγή σει και ντράπη κα μετά γι' αυτό .

..' Ασε το σπίτι σου

σε μένα, Ελένη . και μη νοιάζεσαι Εσύ κοίτα

μόνο να γίνεις καλά ...

..Λίτσα... δεν ..Μ ωρ έ ε ίνα ι

είναι ανάγκη ...» και παραείνα ι" Ακούς εκε ί Κα ι μην αι.σδόνεσαι

καμιά υποχρέωση. Τόσα κ α ι τόσα έχεις κάνει κι εσύ για μας». Κι έτσι ξεκίνησε η φ ιλία μας με τη Λίτσα κ ι ε ίναι περ ίεργο αλλά

ακό μα κι όταν ε ίχα πια αρχίσε ι να την αγαπώ, δεν άκουσα ούτε

μια φορά τα κόκαλα της Ειοήνη; μας να τρ ίςουνε. Το ΑΔΙ ΚΑ όμως με κυνη γούσε ακόμα ανελέητο. Τώρα πια που έχω σχεδόν συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής έχω καταλάβει η:ως οι συμ.ψQgέ, λιιχονρ'Υούν πoλ/tς φοο" Κ ΙL1JεQ.:

-

γετικά π6Vω στου ς ανδρώπους. Όλα έχουνε και την καλή τους

19


ΕΥΑ ΟΜ ΗΡΟΛ Η

πλευρά . Ή μόλ/σν, για να το πω πιο σωστά, όλα έχουνε δυο πλευρές. Έτσι. μετά το θάνατο τη ς αγαπημένη ς μου αδερφής κα ι τον τόσο πόνο που πέρασα, άρχισα να έχω φιλίες με τη Λίτσα. Οι άντρες φ εύγσνε από πολύ νωρ ίς το πρωί, όπως κ άδε μέρα . Εγώ, μέσα στην αρρώστια μου, δεν μπορούσα να ξυπv'ή σω πΡλύ

πρωί. Ερχότανε, λοιπόν, η Λίτσα από δίπλα κ αι μου έ βα ζε μια κούπα αχνιστό καφέ κ αι φρέ σκα κουλούρια στο κομοδίνο μου

κ αι ξυπνούσα γλυκά γλυκά με τη μυρωδιά τους. Κα ι σαν άνοιγα τα μάτια μου με περίμενε το χα μόγελό της κα ι μια γεμάτη αγάπη

«καλημέρα». Φτισγμένη . ντυ μένη, ό μορ φη όπως πάντα . Μ ε το βαψιματάκι τη ς, με το μανικιούρ τη ς, με την ωρ αία τη; τη ρόμπα. Άψογη . Κι όμως, η Λίτσα έκανε όλη τη μέρα δουλειές. Όλα αυτά τα χρόνια που ζήλευ α το άσπρο δέρμα τη ς κ αι τα περιποιημένο τη ς χέρια, η Λίτσα έκανε δουλε ιές. Πώς; Το κατάλα βα τώρ α που ή τανε όλη μέρα μέσα στο σπίτι μου κα ι την παρακολουθούσα ' Η τανε αδύνατη και γρήγορη , είχε σύ9ΠJ μα και δεν έδ ινε πολ/ή

gημ~o:ία _~ ~_Π!.oμέρειες.

'-

--

---

Κάδε μέρα μάζευε το σπίτι τη ς κι ερχότανε να φτιάξει και το

δικό μου. Ύστερα μαγείρευε κάτι στα γρήγορα -δεν ήτανε τόσο καλή μαγείρισσα όσο ηώ, αλλά αυτό δεν έδειχνε να την ενοχλεί κ α6όλσυ- κι αν δεν τη ς πετύχα ινε το φογητό, δεν έσκαγε ούτε

στενοχωριότανε. Είχε ένα χαμόγελοκολ/η μένο μόνιμα στο στόμα της κ ι όλα τή ς πήγαιναν καλά. Γρήγορα γρήγορα ε ίχε τελειώσει απ' όλα και τότε ερχόταν και καθόταν δίπλα μου στο ΚQεβάτι με το δικό της κ αφέ και τα λέγαμε. Στην αρχή ήμασταν πολύ τυπικές. Λέγαμε μόνο τα απα­ ρ αίτητα. Τι μαγείρεψε, πώς το έφτιαξε κα ι πώς αισϋανόρουνα εγώ .

Μόλις έ φυγε την πρώτη μέρα, τη σκεφτό μουνα συνεχώς. Κάδε άν6ρωπος, τελικά, είνα ι ένας ολόκληρος ξεχωρ ιστός κόσμος και δεν πρέπε ι να κακολογούμε κα ι να παρεξηγούμε κάπο ιον που δε γνωρίζουμε. Είναι σχε δόν σίγουρο ότι σ ' όλο τον κ όσ μο, έναν έναν άν6ρωπο

ξεχωριστά αν ε ίχαμε την ευκαιρ ία να γνωρίσουμε προσωπικ ά και να του μιλήσουμε φιλικά, δα βρίσκαμε πολλά καλά μέσα του και

ϋα τον συμπαθούσαμε, έστω και γ ια ένα πράγμα.

20

ι

.:..-

_


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡ ΩΤΑ

Ό μως ε ίνα ι τόσο πολλά τα φράγματα που χτίζουμε τριγύρω

μΗ" ώστε είνα ι δύσκολο να πλησιάσου με και να πλη σιαστούμε . Κ αι είναι κρ ίμα. Η ίόια η κο ινωνία, που τη φτιάξα με για να ποοοόεύσουμε και να πά με μπροστά, για να ξεφύγου με από τα ζώα, απ ό τη μο ίρα του ζώου, μας κρατάε ι δέσμι.ούς τη; Γιατί δεν τη φτιάξαμε σω­ ατά . Τη χαλάσαμε στην πορε ία. Kάτ~ δεν πήγε καλά . Π ες η έ μ­ φυτη πονη ρ ιά ό λων μας, πε ς η εrnσης έ μφυτη δυσπιστία, λίγο το

ένα, λίγο το άλλο, γίναμε ο καδένας μας μια κοινωνία κλε ιστή κα ι δύσ βατη σαν ζούγκλα. Ν α ι, αυτό ήμαστε. Ο καδένας χωρ ιστά κα ι ποτέ όλοι μα ζί. Μια μεγόλη ζούγκλα. Η Λίτσα ήτανε ένας ξεχωριατός άνδρωπος και από την πρώτη κιόλας στιγμή που συνδεθήκαμε όρχι.σα να συ μπαθώ και τον Γιώργο π ου την είχε για γυναίκα του. Για να της αρ έσει, έλεγα ,

εκεινή ς ο Γιώργος, πάει να πει ότι ε ίναι κ ι εκείνος καλός και λίγο

σπουδαίος. Κ ι ύστερα, για να του άρεσε και του Γιώργου η Ει­ ρήνη μας, πάει να πει πως ή τανε κ ι αυτή καλή κ αι λίγο σπουδαία. Και του; ξαναγά πη σα όλους από την αρχή , ε πειδή ε ίχα αγα­

πήσει τη Λ ίτσα. Μ ε το χα μόγελό της μου έδωσε πολύ κουράγιο κι ήταν τελικά ο πιο σπουδαίος παράγοντας που 6:λλαξε όλη μου η ζωή. Τη δεύτερη μtρα που ήρδε να καf)ίσει στο προσκέφαλό μου,

την κ ο ίταξα μέσα στα μάτια κι αναστέναξα βαθιά . Δεν είπα τί­ ποτα , αλλά εκείνη μου γέλασε μ ' έναν ιδιαίτεeo τρό πο κα ι ήμου ­

να πια σίγουρη πω ς ε ίχε καταλά βει α πόλυτα όλα εκείνα που ήδελα να πω. Ύστερα πια την τρίτη μέρα, όταν έφευγε , τη στα μάτησα κα ι τη ς είπα:

..Γιατί,

..Γιατί,

κ αη μένη Λίτσα, δε γ ινό μα σταν φίλε ς πιο πριν;»

Eλtνη , όχι μόνο π ιο πριν, μα ακό μα κα ι τώρ α θα ήδελες

π ιο καλά αντί γιο μένα, να είχες εδώ κοντά σου την Ειρήνη , την αδερ φή σου, να σε φροντίζε ι και να ε ίσαστε φίλες. Γι' αυτό δεν

ήθε λα να σε πιέσω και να σε πλησιάσω. Θα νό μιζες πως δε μου 'φτανε πο υ της πή ρ α τη θέση στο σπίτι της και στον άντρα της, αλ/ά πω ς ήθελα να τη ς πάρ ω κα ι την αγάπη που τη; ανήκε από σένα» .

..Σαν

να 'χεις δίκιο. Έτσι δα νό μιζα. Κ ι ούτε σε συ μπσθούσσ

κσϋόλοψ και δε μου άρεσε κα ι τόσο να σε βλέπω. Η Ειρ ήνη

21


ΕΥΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

έφυγε πολύ νέα κ ι εγώ πόνεσα τόσο πολύ που ή6ελα να μείνει ένα κενό π ίσω της. Δε μου άρεσε που ήρfiες εσύ κ αι γέμισες αυτό

το κενό κ ι ήταν έτσι σαν να μην υπή ρξε καδόλου κα ι ποτέ εκεί­ νη-

.

... Κ αι

τώρα που είμαστε φίλες , δεν αισθάνεσα ι πάλι ότι ;ψλύ ­

πτετσι κι αυτό το τελευταίο κενό; »

..Ν αι, καη μένη ... άργησα

μα το ' μσθα καλά το μό6ημα . Τα κενά

ετού το δεν τα γέμισε ς ούτ

'

εσύ ούτε κανένας. Η ζωή η ίδια τα

γεμίζει κι η ίδια , μόνη της, τα δη μ ιουργε ί. Αααχ! Αυτή η ζωή » .

..Δεν

είναι τόσο δύ σκολη , Ελένη. Μπορεί να γίνε ι και πιο γλυ­

κ ιά, αν το δελήσεις, και δε 6έλει και τόση ποοσπάθασ» .

..Εσύ

είσα ι διαφοοεταή . Ή σουνα πλούσια και κολοπεοασμέ­

νη, έτσι δεν είνα ι; Πώς δ ιάολο ξέπεσες εδώ στην αυλή μας με τον Γιώργη ; Μ πορ ε ί να είσα ι κι α πό το εξωτερικό ...»

Μ α η Λίτσα δεν ήτανε ούτε πλούσια, ούτε κι από το εξ ωτερι­ κό. Κι ο γάμος τη; με τον Γιώργη ή τανε ό,τι καλύτερο μπορού­ σε να τη; συμβεί. Δεν είχε κανέναν στον κόσμο- δε γνώρ ισε

κανέναν ποτέ. Οικογένε ια ούτε ήξερε τι ση μαίνει και πώς γί­ νεται να έχε ι κανείς μάνα, πατέρ α, αδέρ φια. Ούτε να το φαντσ ­

στεΙ Την καταλόβαινα απόλυτα, γιατί το ή ξερα καλό πως, όταν δεν

έχεις γνωρίσει κάτι, το 6εωρείς δεδομένο κ ι ούτε μπορεί να σου περάσε ι από το μυαλό πώς αλλιώς θα μπορ ούσαν να ήταν τα πράγματα και η μοίρα σου, αν δεν ήταν έτσι, Κ άτι παρόμοιο με μα ς και τον πατέρα. Μ ας φα ινόταν τό σο περίεργο που όλοι εί­ χανε και πατέρα στο σπίτι,

Η καημένη η Λίτσα! Είχε κινδυνέψει τρεις φορές να πεθάνει από την πείνα κι άλ/η μια από χτικιό . Το κο μψό κι αδύνατο

κορμάκι της έκρυβε πίσω του όλη τη μιζtρ ια, τη δυστυχία, τον πόνο και την απανθρω πιά του πολέ μου. Πoνεμtνη μtxρι το κό ­

καλο· χαλασμένη από την κορφή ως τα νύχια. Ο αριστερός της πνεύ μονας ή τανε ένα χάλι, η σπονδυλική της στήλη ε ίχε πάθα κι αυτή, ενώ γ ια παιδιά.; ούτε λόγος να γίνεται .

..Μ α κατάλαβα

πολύ μικρή πως 6έλει δύνα μη και τίποτε άλλο .

Και η δύναμη , αυτή η περ ιβόητη δύναμη, ξέρεις τι είναι; Το γέλιο,

το μυαλό σου κ ι η ψυχή σου να 'χουνε μέσα του; φυτεμένο ένα χαμόγελο, ένα μεγάλο " ΔΕΝ Π ΕΙΡΑΖ ΕΙ" κι ένα ακόμα πιο μεγάλο

<

22


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑ Β ΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

..

Π Ο ΡΩ ", ' Ολο ι ~oρoύ με, αλλά πρώτα πρέπε ι να μάι)ουμε να

fiέλου με»,

'

-.IfTJV"α/COuγα σαν υπνωτισμένη κα ι δεν πίστευα στ' α φτιά μου ότι υ πάρχουνε τόσο ωραία λόγια π ου μπορούν να σου κάνουνε τέτοιο ταρακούνημα μέσα σου, Η Λίτσα δεν είχε πάει ποτέ σχο ­

λείο , αλ/ά ήταν γε μάτη α πό τέτο ια ωραία κ αι μαγικά λόγια. Εγώ δεν ήξερ α ούτε να γράψω ούτε να διαβάσω. Κι είχα σπίτι κι αδερφ ές κι α π ' όλα. Κ ι αυτή τα ' ξερε όλα. Γιατί αυτή ε ίχε κερδ ίσει

κάτι που εγώ ποτέ ~ε voWQ!11xa !α.1!...αλtψω ~.χ~η του, Είχε. κερδίσει τη"'ΖΩΤ['Μ όνον αυτή σε κάνει γνωστική κα ι μoρφωμtνη κίΕξ(ί πνη. Κίαυτή η ίδια σε κάνει ωοοία.. τόσο ωραία, όοο ήτανε η Λ ίτσα που την έβλεπε ο δ ικός μου ο Χαρ ίλαος κι αναστέναζε . Γιατί η ομορφιά είνα ι παράξενη' δύσκολο να πεις για κε ίνη κάτι και να την προσδ ιορίσεις. Μ όνο όταν τη δεις την αναγνωρίζεις και ξέρεις πως είναι αυτή. Η Λ ίτσα ήταν ό μορφη κα ι μαζί της κατάλα β α , πάνω κ άτω , η σημαίνει ομορφ ιά. Ν α ε ίσαι γε ~~

ήρεμος. Γεμάτος και ήρεμος. Αυτές οι δυο 'χ"έξεις μόνες τους κόνουν όλη "την ο μορφ ιά του κόσμου. Γεμάτο) από ~ώιm...t:μnε l­

ρίες,μυϊiλδ, καXOΣUΝΗ μα και κακια, γεμ&Τος από όλCZ" Μα και 'ie~. χωρ[ς κα μιά έΠCΙQQη και nεQηφmι.ι:i:-ff αντψετωπίζεις τη ..γέ μισή» σου; την υπεeoxή σου απ' τον υ π όλο ιπο κόσ μο σαν κάτι απόλυτα φυσικ ό. Κ ουράστηκα πολύ , έ βαλα το μυαλό μου

κάτω και το έστυψα γ ια να βρω κάτι αντίστοιχο, κάτι τόσο ό μορ ­ φο. Κάτι γε μάτο και ήρε μο. Κ αι δεν άργησα, το βρ ήκα. Η δάλασ~ σα. Είνα ι γε μάτ/ απ ' όλα. Α:πό ό.τι μπορ ε ί κανε ίς να φανταοτεί

KαλQΚαι κακά, ζωή μα και θάνατο. Κι ε ίναι ή ρεμη , ακόμα κ ι όταν αγριεύε ι Κι ωρ αία. Εγώ , τουλάχιστον, τίποτα δεν αγάπησα τόσο όσο τη θάλασσα, κ ι από κοντά κι από μακριά . Κι αυτή η γυνα ίκα, Θ εέ μου , έ μοιαζε τόσο με τη δάλασσα. Κι ηώ ήδελα τόσο να τη ;

μοιάσω !

...

Π ερνού σαν οι μέeες κι ε ίχα γίνει καλύτερα κ αι σε λίγο ση αδ ­

θηκα κ ι ή μουνα μια χαρά . Ή μα σταν πια φίλε ς με τη Λίτσ α , αδεe φ ικές. Εγώ τη ρωτούσα κ ι εκείνη μου έλεγε . Όλα όσα είχε κάνει κι είχε ζή σει κ ι είχε δει

Κ ι ήτανε τόσα πολλά . Αν δε μου τα ' λεγε η ίδια, δε δα το πίστ ευα πως μπο ρεί ένας άν()ρωπ ος να περ άσει από τόσ ες ζωέ ς και να

μείνει ο ίδιος. Ο ίδιος;

23


ΕΥΑ ΟΜ ΗΡΟΛ Η

.. ' Οχ ι, Ελένη , ποτέ

δε μtνεις ο ίδιος. AJJ.ά μπορε ίς πάντα, όπου

κι αν ε ϊσσι, να γίνεσαι καλύτερος».

Κ ι εκείνη έγινε τόσο κ αλή μέσα στη φτώχε ια, τη μιζέρ ια, τη βρομιά. Κ ι εγώ αναρωτιόμουνα αν θα μπορούσε, άρ αγε, μέσα σ' ένα τέτο ιο περιβάλ/ον, να γίνει και κακ ιά.

« Ν α ι, ε ίμα ι και κακιό. ' Ι σω; να ή μουνα καλύτερη αν βρ ισκό ­ μουνα σε πιο σωστό περιβάλ/ον. Αλλό μη γελιέ σαι, εκείνο που έχει την πιο μεγόλη σημασία είνα ι ο εαυτότ σου. Αυτό που σέλεις για τον εαυτό σου . Αλ/ιώς ... μπορείς πάντα να :rtνιγε ίς και στα πιο κσϋοοά νερ ά». Έτσι μιλούσε η Λίτσα και με την ίδια πάντα απλότητα και ειλικρίνεια μου εξομολογήδηκε , χωρίς κ σθόλου να διστάσει, πως, όταν με πρωτοείδε, με ζή λευε και ήδελε να είναι στη ϋέοη μου . Γέλασα τότε με τη ν ψυχή μου, το ευχαρ ιστήθηκα Από τότε, μπο ­ ρε ί να ζήλευα όλο τ ον κόσμο, αλ/ά ποτέ δεν το πήρα κατάκαρδα γ ιατί είχα πειστεί πως κι όλο ς ο κ ό σ μος κ άτι δα ' β ρ ισκ ε να ζη ­ λέψει από μένα, « Μ ωρέ Λ ίτσα, ούτε που μου πέρασε από το μυαλό ότι με ζή λευ ες. Εκείνο που ήξερα ήταν ότι σε ζήλευα εγώ".

" Ν α, βλέπεις τώρα, γιατί εγ ώ γελώ συνέχεια; Όχι γιατί δεν έχω τίπ οτα να ζη λέψ ω, ζη λεύω κ ι εγώ σαν τρελή , μα γιατί το ξέρω καλά π ως έχω πολλά να μου ζη λέψουν, Κ Ι εγώ το 'ξερα πως με ζήλευ ε ς, κυρ ά μου, το ' ξερα. Κ ι α πό ' δω κα ι πέρα, να το ξέρε ις κ ι εσύ πως είναι πολ/ο ί εκε ίνοι που σε ζηλεύουν και μέ σα σ' εκε ίνους κι εγώ».

" Μ α , έτσι από περιέργεια, τι μου ζή λεψε ς;» Κ α ι η Λ ίτσα είχε ζη λέψε ι την υγε ία μου, τα παιδιά μου, τη δύναμή μου , τον άντρ α μου που με πήρ ε επειδή με ήθελε στ' αλήδεια κι όχι ε πειδή δε δα έ βρ ισκε άλλη . Είχε ζη λέψε ι που ε ί­

χαμε και τρώγα με κα ι ήμασταν πλούσιοι, ό πως μας έ βλεπε εκείνη από τη δ ική τη ; φτώχεια κα ι μοναξ ιά. Ου, κι άλ/α πολλά είχε ζηλέψει α πό μένα εκε ίνη που ζήλευα εγώ . Μου άνοιξε τα μάτια κα ι μ ' έκ ανε να αισθάνο μαι λίγο π ιο σπουδαία, χαμηλώνοντας τη φασαρία που έκανε μέσα στο κε φά ­ λι μου η κ ατάρα του «άδ ικ α», ΚΙ ήταν αυτή η πρ ώτη φορά μετά από τόσα χρόν ια , ίσως κα ι η πρώτη φ ορά σ' όλη μου τη ζωή , που ε ίχα ένα σύντρο φο , έναν

24


OJ

ΑΝ ΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡ ΩΤΑ

αληftινό φίλο. Μπορούσα πια να μιλώ κ ι ή ξερ α πω ς με καταλά ­ βα ιναν, μπορούσ α κα ι να μη μιλώ και πάλι ήξερ α π ως με κατα­

λάβαιναν το ίδιο. Είχα γίνε ι λίγο καλύτερη κα ι πολύ πιο ευτυχ ι­ σ μένη. Το πιο σπουδαίο απ' όλα ήτανε που η Λ ίτσα έκατσε κα ι μ ' έ μαθε να γράφω και να δ ια βάζω. Π οπό κλάμα που έρ ιξα. Δάκρυ να δουν τα μάτια σου. Δάκρυα από χαρό , που μάδαινα κάτι τόσο

σπ ουδαίο χ ι όμορ φο, δάκρυα από συγκίνη ση , που σκε φτό μουνα ότι έ πρε πε να πεθάνει η Ειρήνη μας, να ξαναπαντρευτεί ο Γιώρ ­ γος. να aρρωστήσω εγώ για να μάθω αυτό το ό μορφο πράγμα , δάκρυ α α πό πόνο για τ/ μοίρ α μου, που δε βρfflηκε χανείς μtxρι τό τε να μου το μάθει και δάκρυα από θυμό με τον ε αυτό μου , που δεν είχα ποτέ προσπαθή σε ι, που δεν είχα ποτέ αγωνιστε ί για κα/ ι δικό μου, γ ια μένα. Ή μουνα πολύ καλή μαf)ήτρια , τόσο επιμελής κ ι έξυπνη που συγχινήδηκε ακό μα κ ι η Λίτσα κ αι κατάλα βε πως δα έκανα στ' αλήθε ια μεγόλη πρόοδο, αν ε ίχα ποτέ την ευκαιρία να πάω σχο­ λείο. Σε λίγ ο έγραφα και διάβαζα κα ι δεν μπορούσα να το πιστέ ­ ψω . Η ευτυχία μου ήταν απερίγραπτη κ ι εκείνο που μου έχανε μεγάλη εντύπωση ήταν ότι δεν μπορού σα καθόλου να φανταστώ π ώς ήμουνα πριν που δεν μπορούσα να κάνω τίποτε α πό τα δυο. Κ α ι τότε συνε ιδητοπ οίη σα την τρομερή ικανότητα προσαρμο ­ γή ς που έχε ι ο άνδρωπος από τη φύοη του και προσπαθούσα να ανακαλύψω πόσο κακό κα ι πόσο καλό του κάνει. Γιατί να,

τώρα μου φα ινόταν τόσο ξένο με τον εαυτό μου να μη δια βάσω την εφη μερίδα μο υ κάδε πρωί. ΚΙ ο Χαρ ίλαος χάρ ηκ ε ο φουκα ­ ράς. Κάδε πρω ί του τη διάβαζα κ ι εκείνου κα ι μάθα ινε τα νέα. Ό λοι μας πα ίρ ναμε μια εφημερίδα. Όλη η αυλή δηλαδή, πέντε σπίτια. Τη δ ια βάζαμε με τ/ σειρά ο ένας με τά τον άλ/ον. Μ όλις τ/ν τε λειώνα με ε μείς, ερχότανε η Λίτσα και τ/ ν έπαιρνε ή τη ς την πήγαινα εγώ. Αυτοί ήταν οι τελευταίο ι και, αφού όλοι ο ι άλλοι την

είχα με διαβάσε ι, ε ίχαμε όλη μας την άνεση να την ξεκοκαλίσουμε, η Λίταα, γιατί πράγ ματι τ/ν ενδιέφεραν όλα όσα έγρα φ ε κι εγώ ,

γιατί ήδελα να εξ ασκηδώ στο διάβασμα κ αι να μάθω δύσκολες λtξ εις. Το μάδη μα τ/ ς εφη μερ ίδας ήταν ό,τι έπρεπ ε και η Λίτσα, ο καλύτερος δάσκαλος. Είχα σ πφφαοίσει να τα φροντίσω όλα στον εαυτό μου , να μη ν

25


ΕΎΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

αφήσω τίποτε παραμελη μένο. Μ ετά τη μόρφωση και τον καλ/ω­ π ισμό του πνεύματος κα ιρ ός ή ταν ν' σσχοληϋοόμε και με τα

υπόλο ιπα , που δεν ήταν και λίγα. Η Λ ίτσα μου έ μαθε να φτιάχνω τα νύχ ια μου και να χτενίζω τα μαλλιά μου, να περιποιούμα ι το

δtρ μα μου και τα χέρ ια μου με καλ/υντικά και φυσικά βότψα που πα ίρνα με από το παντο πωλε ίο τη ; γε ιτονιάς . Μ ου έμαθε να βά φο μα ι, δια φορετιε ά για κάδε περ ίσταση, να κάνω κότσου;

που ήτανε τότε πολύ στη μόδα , να κατα πολε μώ τ ις ρυτίδες και το πάχος, μου έμσθε να μιλάω και να φέρο μαι και να ε ίμα ι όσο πρέ πει πονη ρή κι όσο έπρεπε γυναίκα. Ω , και τι δε μου ' μσθε η δόλια! ΚΙ αν κα μιά καφ ετωύ ή χαeτoρίχτρ α μου το 'λεγε πριν λίγο καιρό πω ς εκε ίνη η σουρλουλού που είχα δει μπροστά μου την πρώτη μέρα που τη σπίτωσε ο Γιώργος, θσ γινότανε η κα­ λύτερή μου φίλη,

f1a

τη χα στούκιζ α, ϋα την έ βρ ιζα κ αι θσ την

έ βγαζα έξω από το σπίτι μου με τις κλo τσιtς . Κι όμως , αγα πού σα τώρα αυτή ν την ίδια π ου τι δεν τη ς είχα σύρ ει π ίσ ω από την πλά τη τη; και πόσες κ ατάρ ε ς δεν της ε ίχα ρ ίξε ι στο κεφόλι. Κα ι

όχι τόσο ε πει δή αγαπο ύσα την αδερφή μου, όσο ε πε ιδή ζήλευ α την ίδια .

Εμε ίς, με τ όσο κόπο κ αι αγώνα είχαμε φτι άξε ι εκε ίνα τα σπι­ τάκια , με α ίμα είχα με χτίσε ι τα νοικ οκυριά μας, κι η Ειρή νη χαρά δεν ε ίχε δει. Για να

'QfiEt

τώρ α τούτη να τα χαρε ί όλα. Έτσι

σκεφ τόμουνα. Αλλά υ πάρχε ι πάντα ένας σκληρός αγώνας για όλους του ς αν-

---~όσο άκουγα για τον αγώνα τη; Λίτσας, τόσο ντρεπόμουνα

δρώπgυς .

για τα κα μώματά μου , τα κατώτερα κ αι τα γυναικουλίστικα, που τα σιχαινόμouνα κι εγώ η ίδια, όταν έβλε πα άλλους να τα κάνου ­ νε . Γιατί έ τσι ε ίνα ι . Τους ε αυτού; μας δεν τους βλtπoυ με ποτέ έτοιμου; για τη ν κρίση κ ανενός, ούτε καν τη δική μας. Μόνο τον υ πόλοιπο κόσμο ξέρουμε να κρ ίνουμε -κι αυτό το κάνουμε τόσο άδικα, που να πάρει η ευχή ! Η Λίτσα είχε τη δική τη ; τυραwία , το δικό τη; Γολγ οθά ν '

ανε βεί. Κ ι ήταν μεγάλος και δύσκολος. Την κούρ α σε και την ξέ­ κανε, δεν τη ς άφη σε τίποτα, παρά εκείνο το χαμόγελο που όλοι

αγαπού σαν στη γε ιτονιά εκτός από μένα. Μ έ χρ ι που μου ε ίπε όλες τη ς τις ταλαιπωρίες. Την πείνα, τη φτώχεια και, μέσα σ ' όλα

26


Ο Ι ΑΝλ/ ΦΑΒΗ ΤΟ Ι ΤΟΥ Ε ΡΩΤΑ

αυτά, την τρομερή μσναtιά. Να μην έχεις α πό κανέναν να πια, στείς, να μην υπάρχε ι κανείς για να σε βοηθήσει,

Είχε γυρίσε ι όλα τα χωριά κι είχε φτάσει μtxρις τις μεγάλες πολιτε ίες, πάντα χωρίς δεκάρα στην τσέπη . Τη βίασαν και τη χτύπησαν, τ/ν έκλεψαν και την κορόιδεψαν. Π ερπατού σε μέρες ατέλειωτες, όταν την έδιωξαν α πό το ορ ­ φανοτοοφείο που ζούσε από τότε π ου γεννήf)ηκε -κανείς δεν έ μσθε ποτέ ποιος την πέταtε στην πόρτα του. Ένας παπάς την ενόχλησε ερωτικά κι ύστερα την κατηγόρησε για ξεδιάΎt'ρoπη και

δ ιε φθαο μένη , ενώ η άκαρδη γεροντοκόρη, που ήταν διευθύντρ ια, δεν έδ ωσε δεκάρα για την τύχη της και για το τι μπορούσε να της σuμβεΙ ' Ετσι βρ έ6ηκε στου; δρό μους. Στους δρόμους που ποτέ δεν είχε περ πατήσει ούτε ή~ερε σε τι χρησίμευαν ή πού οδηγούσαν.

Μ ετά από περ ιπλανήσεις κα ι περιπέτε ιες, ανακάλυψε ότι μπο­ ρούσε να κρύ βεται και να κοιμάται στα μουσεία και στκ βιβλto ­

δήκες. Ακό μα και στα σχολεία, όταν σχολούσαν ο ι μσδητές. Αυτή η ανακάλυψη της έδωσε χαρά μα κι ένα πολύτψο μάδημα. Π οτέ

δεν πρ έ πει κανείς να απελπίζεται κα ι να νομίζει ότι όλα τού πηγα ίνουν στραβά...Υπάρχει πάντα μια καλή λύση για όλους του; καλούς ανδρώπους», συνήθιζε να λέει. Κι ή ταν αλήϋεια, γιατί εκείνη, χωρίς να έχει λεφτά ούτε για το κσδημερινό τη ; φαγητό, είχε κοιμηθεί σε κρεβάτια που ούτε ο πιο πλούσιο; άνδρωπας του κόσμου δεν μπορούσε να κοιμη6εΙ Μ ετά δούλεψε σε πλοία, ταξ ίδεψε πολύ κι όταν άραξε, έκανε

πάλι χίλιες δυο δουλειές χωρίς καμιά ντροπή. Μ ου τα είπε όλα χωρίς ν ' σφήσει τίποτα . Εγώ έμενα με το στόμα και τα μάτια

ορ6άνοιχτα και την άκουγα σαν μαγεμένη,παρακαλώντας να μην τελε ιώσε ι ποτέ εκείνο το φανταστικό ταξίδι.

Αφοϋ άδειασε την ψυχή τη; μες στα χέρια μου και κλάψαμε και γελάσαμε με τις περιπέτε ιες και τα παθήματά της, ένα μου έμεινε κι ένα μόνο κατάλαβα. Όλοι έxoυμ~τo ίδιο παράπονο,

μόνο με τ/ν ανάποδη σειρά. Η Λ ίτσα ΖΟΥΖ.Ε και το μόνο που ή6ελε ήταν να ε πιζήσει, κι εμείς, εγώ δηλαδή , επιζούσα και το μόνο που στα αλή6εια ήθελα ήταν να ΙΗΣΩ.

Σε λιγότερο από ένα μήνα είχα γίνει άλλος άνδρωπος. Δε με χωρούσε πια ούτε το σπίτι μου, ούτε η αυλή μας, ούτε ο κόσμος

27


εγΑ Ο Μ Η ΡΟΛΗ

ολόκληρος. Όλα αυτά τα έμαθα πολύ αργά και δεν μπορ ούσα, δεν ήϋελα να το χωνέψω . Κοίταζα γύρω μου και δεν πίστευα πως είχα χάσε ι όλη μου τ/ ζωή . 'HbEλo να βγω , να δω τον κ όσμο με τα δικά μου μάτια, όχι με τα μάτια τη ; Λίτσα ς, τη ; ε φη μερ ίδ ας, του ενός και του άλ/ου.

Ήδελα να ζήσω! Να προλάβω όλα εκείνα που είχα χάσει. Είχα

τόσο μεγάλη ανάγκη από αέρα που ήμουνα σχεδόν όλη τ/ μέρα νευρική .

Δ εν

μπορούσα

με τίποτα να

είμαι

ευχαριστημένη .

Ένιωftα να πν ίγομαι κ αι μισού σα όλους τους ανδρώπους, ή του ­

λάχιστον έτσι νόμιζα , γιατί μου έδιναν την αίσθηση ότι με φυλά­ κ ιζαν, σκ ό μσ κα ι άδελά του ς. Είχα αλ/άξει, ε ίχα γίνει καλύτ ερη, αλ/ά σ ' ένα ίδιο κι απαράλ­ λαχτο κόσμο κι α υτό ήταν πολύ αντιφατικό για να ε ίναι τόσο

ωραίο όσο το είχα ονειρευτεί.

11

Λίτσα καταλάβαιν ε τι γινόταν

μέσα μου κα ι δε με κακ ολογούσε που δεν ήδελα πια να μου λt ε ι

τις ιστορ ίες τηε. «Ηρθε η ώρα να περπατήσεις με τα δικά σου πόδι α, να δεις με τα δικ ά σου μάτια . Εγώ σε χαίρομα ι και δεν πρόκ ειτ αι να σε εμποδίσω , ούτε να σταματήσω να σου δείχνω κ α τανό η ση», μου ε ίπε ένα πρωί που τη ς μίλησα κάπ ως α πότομ α και απ ό τό τε ήταν πιο λίγ ες ο ι φορές που μιλο ύσαμε αλ/ά περισσότερα εκείνα που λέγα με, γιατ ί είχα με μά"δε ι να μιλάμε και ήταν όμορφο και σπο υ ­

δαίο αυτό. Αχ, η Λίτσ α ... Τη σκ έ φτο μαι κ αι την έχω μπροστά μου λες και τη βλέπω ολοζώντανη να ζει ευτυχισμένη και χ αμογελαστή με τον Γιώργο τη ; κα ι, πολύ πιθανόν, με τον Χαρίλαο . Αυτό με

παρηγορεί κάπως, να ξέ{ιω δηλαδή πως τους προσέχε ι κ αι του;

δυο , γιατί εκεί που βρίσκονται τώρ α, όλοι του ς έ χουνε ανάγκ η από προσοχή κα ι περιπ ο ίη ση. Έτσι λέω μέ σα μου, αλλά μόνο για »εινου; Γιατί στ' αλήθτια ξέρω καλά πως πουθενά δεν υπάρχου­ νε κα ι από τίπ οτα δεν έχουνε ανάγκη . Εμείς μόνο έχου με ανάγκη από τη μνήμη κ αι τη fJύμησή τους.

Έτσι έγ ιναν όλα με μένα κα ι τη Λίτσα . Όσα μου διηγήθη κε ήταν πολύ χρήσιμα κα ι τα κόλπα τη ς πείνας και τη ; φτώχειας θα

τα χρησιμοποιούσα κ ι εγώ με τ/ σειρ ά μου, όταν αργότερ α θα έρ ιχνα μαύρη πέτρα πίσω μου και δα τα παρ ατούσα όλα κα ι όλους. Όμως ήταν ακόμα νωρίς.

28


Ol

Α ΝΑΛΦΑΒ ΗΤΟΙ ΤΟ Υ ΕΡΏ ΤΑ

Από τότε που θυ μά μαι τον εαυτό μου , ήθελα να φύγω. Να

κλεφτώ με την ίδια τη ζωή, χωρίς να γυρ ίσω π ίσω να δ ω τι χάνω, ούτε να κοιτάξω μπρ οστά τι με περιμένει Έτσι κι αλλιώς, μπρο ­ στά είνα ι μόνο η ζωή , τίποτε άλλο. Καθετί ωραίο είναι ζωή κ ι εγώ ήθελα να δω κ α ι να ζήσω όλα τα ωραία τούτου του κόσμου. Μια φορά, θυ μά μαι, είχαμε πάει σ ' ένα τσίρκο που είχε έρδε ι

στην περιοχή μας. Εκ ε ίνο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπω ­ ση ήταν Τ άγρια 6'η ρ ία. Τα ε ίχανε κλεισμένα σε κάτι. τόσο μικρά

κλου β ιά, που δεν μπ ορούσαν ούτε να περπατήσουν. Τριάντα χρόνια αργότερα , εκε ίνη η ε ικόνα ε ίχε κ αρφωδεί μέ σα στο κε φάλι

μου και σκεφτό μουνα πως να , έτσι ήμουνα κ ι εγώ. Ένα ταλαί­ πωρο λιοντάρΙ, κλε ισμένο σ ' ένα τέτοιο κλου βί, που ούτε έναν περ ίπατο δεν μπορούσα να κάνω. Ένα μικρ ό περίπατο μέσα στη

ζωή μου , :που μόνο πρόσφατα είχα συνειδητοποιήσει ότι μου ανήκε αποκλειστικά κι ότι δ εν ήταν ανάγκη να δώσω λογαρ ιασμό για το τι θ« έκ ανα μαζί της. Κ οίταζα τριγύρω κ ι έλεγα στον εαυτό μου πως προτιμώ να

ταξιδεύ ω για να 'χω πατρίδες μου όλες τκ χώρες του κόσμου . Οι θεο! κι η ιστορία να είναι μέ σα μου, να τα κου βαλώ όλα μαζί μου . Να φτάσω στο άπειρο χωρ ίς ν ' απορρίψω τίποτα .

. Άκουγα για

μια ε πανάσταση στο τάδε μακρινό μέρος κι ανη ­

συχούσα, χωρ ίς να ξέρω γιατί Π ολύ αργότερ α συνε ιδητοπο ίησα πως ο πολιτισμός μικραίνει τις αποστάσεις κ αι κ άνει τα μηνύμ α ­ τα να μεταδίδονται με την ταχύτητα τη ς σκέψης . Τα σύνορα μοιάζουν με κατάρα και τιμωρία των δεών.

Γι' αυτό ε ίναι καλύτερο να μο ιά ζω στη δάλασσα που χωράει παντού και τα χωρ άει όλα: ζωή κα ι ϋάνστο . έ{ι ωτες και πoλt μoυς.

Αλ/.ά ε ίνα ι πάντα δύσκολο να βλέπε ις τη ζωή να φεόγε ι, να π ερνά κ αι να μην μπορ ε ίς να κάνεις τίποτα. Τώρ α είμαι τόσο γρ ιά, που 'έ χω π ια το δικαίωμα να κο ιτάζω π ίσω μου , χωρίς φό βο κα ι δέο ς. Μ οιάζω μ' ένα ταλαιπωρη μένο στρώ μα, γε μάτο β αboυλώματα που 6υμ(ζουν κορ μιά . Στάμπες σαν γεωγραφία που σου φ έρνουν στη σκέψη, άδελά σου , χυμούς. Χυ μού; από έρωτα μα κ ι από πόνο. Χυμού; ζωής το ίδιο ϋσνα­ τερούς ό πως κα ι το α ίμα . Έτσι παρομοιάζω τη ζωή μου. Τ ις λά μψεις κα ι τα σκοτά δια που μέσα τους κυλίστηκα.

Ένα στρ ώμα σαν το στρώμα μου , που σ ' όποιο κομμάτι του

29


εγΑ ΟΜ Η ΡΟΛ Η

κ ι αν ξαπλωfiώ , θα βρω ένα καλούπι, ένα καταφύγιο να βολέψω το κ ορ μί μου . Κ Ι απ ' αυτό , σκέφτομαι 6λιμμtνα, δα με τραβήξουν

τη μέρα που {)α ξεψυχήσω. Κ αι τώρα να, ε ίναι ευκαιρία να ζη ­ τήσω να με χώσουνε στη γη μαζί μ' αυτό.

AJJ.iJ.

ακόμα δηλώ νω χαμένη σε πόνο υς κι ερωτήματα π ου δq

ε ίνα ι δικά μου . Δικ ή μου είναι μόνο μια γ ωνιά ο' αυτήν εδώ τη γη. μια καλή σκέψη κ ι ένα χαμ όγελο . Μ έσα σ ' όλη την απογοή τευση που συνοδ εύε ι τα γηρατειά , το μόνο που σε παρ ηγορε ί είνα ι η γνώση κ ι η σοφϊα που α ποκτάς κ αι κανείς δεν μπορεί να σου τις πάρε ι πίσω . Γι' αυτό και το 6εωρώ σπουδαίο να μπορείς να μεταδώσ εις όλα αυτά τα σποϋέ ­ ματα στο υ; ε πό μεν ους και να αισδαν6 είς πιο ελαφρύς κα ι λίγο

πιο κερδισμtνoς. Κι όλοι ο ι επόμενο ι

60 είναι πιο κερδ ισμένοι να

γνωρίσουναμtσως όλα εκ ε ίνα που εσένα σου πήρε μια ολόκληρη ζωή να μάδεις.

Εμένα, ένα μεγάλο μέρος του καιρού μου σπαταλήθηκε σε

ανώφελες φιλοσοφίες που ίσως καμιά όλλη χρησιμότητα δεν έ­ χουν, πέρα α πό τη δυνατότητα που μου δίνεται σήμερα να τις

αφήσω π ίσω μου. Η αλήθεια είναι ότι κολυμπά με όλο ι στα ίδια κοινωνικά πλαίσια και η οικονομική μας κατάσταση καboρίζει κά πως πιο συγκεκριμένα τον τρόπο που γινόμαστε α ποδεκτοί

από ένα κοινωνικό σύνολο που κ ι εμείς, κ ατά πάσα πιθανότητα, δα δεχτούμε με τη σειρά μας με τα ίδ ια ή παρόμοια κριτήρια. Ενώ

η ο μοιότητατου τελικού προορισμού μας καταντά βαρετή, αν όχι κουραστική, και είναι πάντα πολύ μικρές οι λεπτομέρειες που

κάνουν τις μεγ άλες-δΚιφ~έ~- --

~

..... Εγώ, πάντ ως: βασαν ίζομα ι ακόμα από το δέμα τη; ηδικής. Τη

βλέπω σαν ένα δέντρο που γυρω απ ' τον κορμό του μας έχουν δέσ ει μ ' ένα πολύ κ οντό λουρ ί. Και δεν ε ίναι ποτέ η ίδια η ηθιε ή , αλλά ο φόβος τη; σκέψης τη ; που μας περιορίζεΙ, φυλακίζοντάς μας σ' ένα μη δαμινό κο μμάτι γης. Κι ύστ ερα σκέφτομαι τ/ δύναμη και δεν ξέρω γ ιατί, αλλά τ/ν

έχω συνδέσε ι με του; πιο ανήthκoυς α'V6ρώπους . Ίσως. επειδ ή έχω έμφυτη τ/ν αίσθηση ότι ~μη 'πεQtOQfζετα/ -αnόlιιτα στον ε αυτό μας. Είνα ι α πέναντ ι σε μα ς του τ ίδιους που πρέπε ι

ν~ φανo ύ~δ:ι2Yατo' χω. n OUfievll ~. _ ..... Η φυση μας είναι αναμφ ίβολσ εγωκεντρ ική κ αι, καλύτεροι ή

30

.


οι ΑΝΑΛΦΑΒ ΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

χε ιρότεροι, γινόμαστε μόνοι μας δ ε μας κάνει κ ανείς άλ/bς και τίποτα. Έτσι κι αλλιώς, εμένα μ ' άρεσαν πάντα οι διακρ ιηκά

εγωκεντρικοί άν6ρωποι, γιατί ή ξερα, από ένστικτο Οαρρείς, πως

οι πιο εγωκ εντρ ικοί είναι εκε ίνοι που ασχολούνται πάντα με του; άλ/συς. Ο καιρός με τον Χαρίλαο περνούσε ίδ ιος κι απαράλλαχτος. Τίποτα δεν έδειχνε ότι μπορούσε ν ' αλλόξ ε l σ' αυτόν. Τον κοί­ ταζα κ αι μου ' οχονταν στο μυαλό χιλιάδες xαμtνε ς στιγμές κ ι ευτυχίες. ' Η θελα τόσο πολύ να μπορούσε να με κ αταλά βει για να του μιλή σω έτσι όπωτ ε ίχα μάδει πρόσφατα να μιλώ, διδαγ ­

μtνη α πό την ψυχή μου. Έτσι όπως μαfiαίνει κανε ίς να σ,ωλίζει τκ; λεξούλες , τις φράσεις, τις στιγμές. Π ασχ ίζει να εξαντληΟεί σε κάπο ια συνείδηση κι αναρωτιέται τι αισθάνετοι περισσότ ερο από χτες.

Μα ο Χαρίλαος ήταν ακόμα μικρός. Όσο τη μέρα που γεννή ­

θηκε . Κι ήταν σίγουρο πως δε δα καταλάβαινε τ ίποτα. Έτσι έ ­ μενα μόνη κι έρη μη . Η συντοοφιά τη ; Λίτσας δεν ήταν πια αρ­ κετή κ ι εγώ είχα πολλή ανάγκη από συντροφιά. Γι ' αυτό πλη μ­ μύρ ιζα από αγωνίες και φ ό βους κι είχα αρχίσει να κουράζο μα ι

από τις αδυναμίες, τις πνευματικέ ς, του Χαρίλαου. Τον λυπόμουνα, βέβαια, γιατί τον αγαπούσα κα ι δεν ήfiελα να

υ ποστη ρίξω ότι ή μουνα ανώτερή του, αλλά έλα που ή ταν έτσι κα ι τ ίποτε δεν μπορούσε να το αλλάξει αυτό .

Εγώ ήμουνα πια «ταξιδεμένη " ΧΙ είχα κ ιόλας αρχίσε ι να ανα ­ ζητώ άλ/σν άντρα. Έναν άντρα που θα μπορούσα να του μ ιλήσω με λέξεις που θσ του ήταν γνώρ ιμε ς, που δε ϋα τον παραξένευαν. Να τον καλώ μέσα από ποιήματα: Έλα να δροσιστείς στη σκιά τη; αγκαλιάς μου.

Να ζωστείς στου; ώ μους σου το βάσανο τη; ηδονή; που σου ξεφεύγει. Δε θα μπορέσεις να μην περάσεις με τις άκρες των δαχτύλων σου , απ ' το φως μου.

Είχα μπει στα πενήντα δυο και κάθε φορά που κοιταζόμουν α

στον καϋοέφτη x (m μου έλεγε ότι τρ ελαινόμovνα. ' Ενιωθα το

31


Γ

εγΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

μυαλό μου να ξεφεύγει και δεν μπορούσα με τίποτα να το στα ­ ματήσω. Έτρεχε και χανόταν από παντού. λες και το κεφάλι μου ε ίχε γεμίσει τρύπες που ήξερα ότι δε

60

'χλειναν ποτέ.

Κατάντησα να μην κοιμάμαι καθόλου κ αι οι μαύρ οι κύκλο ι, που με βασάνιζαν πριν , τώρα είχαν γίνει πιο έντονο ι.

Κι όταν κοιμό μουνα, ο ύπνος μου ήταν γεμάτος όνειρα. AJJ..ά

ένας ύπνος γεμάτο ς όνε ιρ α είναι μια μορφή ξύπνιου. Δεν ξεκoυ ~ ράζει, όσο ευχάρ ιστα κ ι αν ε ίναι τα όνε ιρα . Όμως , απ' την άλ/η ,

οι ύπνοι μου ήταν γε μάτοι χρώματα. Όταν ξυ πνούσα, κοίταζα γύρω μου και το μόνο που μπορού ­ σα να διακρίνω ήταν φόβοι κι ασκοί γε μάτο ι αγχωτυωύ; σνέ­ μους. Ασκοί που, κάδε που άνοιγαν, μεγάλωναν μέ σα μου ένα μικρόβιο κοντινό με το θάνατο. Μ έσα σ ' όλε ς τις ftρησκευτικές τάσεις που εκ μεταλλεύοντα ι ανεξαίρ ετα την ανάγκη μα ς για λcn:ρ εία, βρήκα μόνο την προο­ πτική του θανάτου και τη σ ιγουρ ιά τη ς φδοράς. Τα ίδια, δηλαδή , που δα ' θωοκα έτσι κι αλλιώς, χωρίς τη βοήθεια κανενός. Όμως

η μόνη ανάγκη που ε ίχα εγ ώ ήταν να λατρ ευτώ κι όχι να λατρέ ­ ψω, ν ' αγαπηθώ κι όχι ν ' αγαπή σω, να γίνω ε πιτέλους πιστευτή

κ ι όχι να πιστέψω. Γι ' αυτό τα χάλασα με τις δεωρ ίες κα ι μάλωσα μ' όλους του ς ϋεούτ. Στο κ άτω κάτω κανε ίς δεν ήταν ποτέ εκε ί - ή εδώ- όταν

τον χρειάστηκα . Κανείς δε στάθηκε δίπλα μου εκτός απ' τον εαυτό μου.

Κατέληξα να μένω μόνη μου , χωρίς συντο οφ ιά όλη τη μέρ α, ώστε να μου δίνοντα ι άπειρες ευκ αιρίες να σκέ φτομα ι και να μ<λώ με μtνα.

Από την αρχή τη ς ζωής μου α ισϋανό μουνσ διχασμένη σε αντι­ φατικούς προορισμούς κι επιλογές. Η κο ινωνική δομή που είχαν

χτίσει μέσα μου μ' εμπόδιζε ν' ανασάνω κα ι να δεχτώ τη δυνα ­ τότητα τη ς ζωής που με περικύκλωνε. Και περιορ ιζόμουνα στα ρηχά νερά , έχοντας τελικά αποκ τή σει την απ αραίτητη προϋπό ­

ϋεοη να πατούν τα πόδια μου στη γη . Φαντάζομαι πως, αν η ασφ άλεια μύρ ιζε, δα μύριζε σαν σάπιο κρέας. Κι ό μως, είχα φτάσε ι να την ε πιζητώ . Γιατ ί η νιόΙ'1τελικά

δ εν είνα ι ηλικία, ούτε εποχή . Είναι ΔγΝ Α Μ Η .

32

-


ΟΙ ΑΝΑΛ ΦΑ Β ΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΏΤΑ

Ο Θανάση ς ήταν ένας άντρας γύρω στα τριάντα οχτώ. Έμενε στην αυλή μας κι ήταν παντρεμtνoς με την Κωστού λα, τέσσερ α χρόν ια πιο μεγάλη απ ' αυτόν. Δε {Μλανε να το λένε, αλ/ά ο φου ­

καράς ε ίχε νοση λευτε ί ένα χρόνο σε τρελάδ ικο. Όταν βγήκε , όλο ι οι γιατροί έ πε ισαν την Κωστούλα ότι ή ταν εντελώς ακίνδυνος. Κ αι στ ' αλή'δεια , έμο ιαζε τόσο με πεθα μένο, ώστε ο τρό μο ς που πιϋονόν να ' ενέ πνεε ξεπηδούσε σίγουρα χωρις τη όέλησή του,

Π ερνούσε όλη του τη ζωή μες στο σπίτι, πίσω απ ' το παρόfhJ­ ρο, εκείνο που έβλε πε στην αυλή -δεν υπήρχε κι άλλο στο σπίτι.

Κι αναρωτιόντουσαν όλοι τι έβλεπε κι εγώ έμεινα ποα/ς φορές κρυμμένη να τον χαζεύ ω και το μόνο που κατόλαβα ήταν πως ο Θανάση; έβλεπε μέσα του. Είχε γυρ ίσε ι τα μάτια του ανάποδα

κ αι κοίταζε ίσια στην ~ T QV,

Η φυσιόγνωμία του ~ωνότ~ κι η μύτη του στράβωνε κατά

τέτοιο τρόπο που f)ίJμιζε ερωτηματικό. Στο τέλος είχε κ αταντή ­ σε ι ένα ολόσω μο, τερ άστιο « ΓΙ ΑΤΙ ;»

« Κ αη μένη Κ ωστούλα, τίποτα δεν έχε ι ο άντρας σου! Χάθηκε μόνο λίγο μες στκ σκέψεις του , ψάχνοντω; το νόημα τούτη; τη ς

ζωής», τόλμησα να πω μια μ��ρα στη γυναίκα του κ ι εκε ίνη έμεινε με την εντύπωση πως την κοροϊδεύ ω. « Είναι α μαρτία α π ' το θεό να παίζεις με τον πόνο μου , Ελένη.

Ν τρ οπή σου» μου είπε κ ι από τότε με κ ο ίταζε με μισό μάτι. Κι ε ίχε δίκιο . Η σοφία μου ήταν ακόμα ένα μπερδε μένο κου β άρ ι

που όφειλα πρώτα να το ξ εμπερδέψω κι ύστερα να απα ιτήσω απ ' τοικ άλλους να το καταλάβουν. Γιατί η γνήσια σοφία ε ίναι

κ ε ίνη που μας βοηθά να κρύ βου με τη σοφίο μα ς. Αλ/6 ήταν τόσο έντονη η εντύπωσή μου κι είχε τόσο πολύ αποτψπωϋε ι το «γιατ4»

του Θανάση με ς στο κε φάλι μου , που δεν μπόρ εσα να το κρα­ τήσω μυστικό. Έπρεπε να περάσει κ άμποσω; κα ιρ ός γ ια να δουν όλοι ότι είχα δίκ ιο κα ι να κερδίσω ξανά την εκ τίμη ση τη ς Κωστούλω; Ο Θανάση ς τη ς έγ ινε σοφό ς, με το δικό το υ τρό πο, κα ι η πρώτη

κ ου βέντα που είπε, μετά από τρία χρ όνια που είχε ν' ανοίξε ι το στό μα του, ήταν:

..Τ α

πάντα είναι ζωή ».

Σαν πολύ καιρό δ ε σου πήρε να το καταλόβεις, μωρέ Θανάση , σαν ν ' άργησες λίγο! Βέβαια, κάλλιο αργά παρά ποτέ. Κ ι έτσι ο

Θαν άση ς, έχοντα; πια την κατάδική του φ ιλοσοφία, έ δωσε το

33


, ΕγΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

ακαταλόγιστο ο ιδι.ος στον εαυτό του και αναπλήρωσε τα χρόνια που είχε χάσει. Τα χρόνια που ε ίχε χάσει από τη μtρα που γεν­

νήθηπε, όχι από τη μέQα που όρχισε να σκέφτεται, Δούλευε. γλεντούσε, έ πινε κι είχε κι άλ/ες γυναίκες, χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει την Κωστούλα που μαζί τη ς έκανε πολ/ά παιδιά

και τελικ ά τα τίναξε στα πενήντα πέντε του από καρδιά. •

Το είχα καταλάβει απ ' την πρώτη στιγμή που το σκέφτηω πως ο Θανάσης θα πέθαινε στα πενήντα πέντε του από καρδιά. Μισός αιώνας ζωής ε ίναι πάρα πολύς κα ι χρειάζεται να έχεις πολλή δύναμη για να ξεφύγε~ α πό τις σκέψε ις εκ είνες που σε κάνουν ολόκληρο μια μεγάλη καρδ ιά. Π άντως, πρ ιν πεθάνει, μας είχε δοθε ί η ευκα ιρία και ο χρόνος

κ αι είχαμε γίνει κάπως φίλοι. Ήταν α πό αυτή μας τη φιλία που είχα παρακινηδεί και είπα στη γυναίκα του ότι ήταν μια χαρά .

... Η

σκtψη , Ελένη . δεν ανήκ ε σε κανέναν μας. Γινόμαστ ε λίγο

δέκτε ς αυτής τη ; μαγικής οιοϋηοητ . αλλά στην ουσία δε μας ανήκει» . συνήδιζ ε να μου λtει, ανάμε σα στα πολλά που συζητο ύ­ σαμε .

Διάβαζε ό ,τι βιβλίο έβρ ισκ ε μπροστά του κ ι σφού το διά βαζε δεν τον ενδιέφεοε π ια η μοίρα του . Μπορούσε να το πετάξεΙ. Τότ ε πήγα ινα εγώ και του το ζητο ύσα . Έτσ ι διαβάζαμε τα ίδια βιβλία και μετά πήγα ινα κ αι καδόμουνα στο περβάζι του ποοο ­ θύοου του και μιλούσαμε για κείνα που μας είχαν συν αρπάσει, Κ αι του Θανάση του άρεσε να λtε ι τη γνώμη του και ν' ακο ύει τη δική μου , αλλά οπέφευγε τκ εξαντλητικέ ς αναλύσε ις. Π ίστ ευε στον αυθορμητισμ ό τη; σύλληψη ς μιας ιδέας κα ι απαιτο ύσε τον ίδιο αυθορμητισμό για την κατανό ησή της. Δεν ανεχό ταν σε κα­

μιά περίπ τωση ης λεπτομερείς επεξηγήσεις .

..Η

αληδινή έ μπνευση μπορεί να γΕVΝΗδε ( από κ άτι τελείως

φανταστικό αλλά κ ι ολότελα ασήμαντο. άσχετο ακό μα κ αι με τον ίδιο μας τον εαυτό -, ήταν μερικά απ' τα λόγια του. Και συνέχ ιζε:

..Σε

τι βοηθάει τελικά τόση πεζότητα; Αν κάνουμε ακόμα και την

ποίηση και τη λογοτεχνία κρυστόλλινα ποτήρια νερού , τι ϋα μεί­ νει; Π οιος δα βγει κεeδισμtνoς από την τόση έλ/ειψη μαγείας;»

ΠQάΥματι, οι όν6'Qωποι που δέλουν να τα καταλάβ ουν όλα είναι εκείνοι που συμφωνούν να μένουν κ αι μερικά απ ' όλους κρυ φά.

34


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Αχ, καημένε Θανάση! Πήγες κι εσύ άδ ικα. Τίποτα δεν πρόλα ­ β ε ς να

XQ{>ek,

Μ όνο ένα μικρό κομμάτι ζωής γεύτηκες κι αυτό

με πολύ κόπο. Και στο τέλος, ο ίδιος κό πος που σου χάρισε τη ζωή, σου την πήρ ε κ αι πίσω για τα καλά. Το τέλος του αγώνα μας

είναι η αρχή του θανάτου. Εκείνο που Xρε~ισέ""ttτm:ει;πε:­ ρίΠτώσεις ετναιμϊαεπανάσταση. Είμα ι σίγουρη πως ποτέ δε χά,­ ~εις απόΥι.α επανάστα9!Ί . Μ όνο που κ αμιά δεν ε Ιναι κο μμένη στα μiτρα μας. Γι' αυτό κι εγώ ήϋελσ να:μαt έτοιμη να κόφroτην

ψ~α μέτρα της ε πανάστασης. Να γίνω ένα με τον άνεμο και τη βροχή , να δυνα μώσω την ανάσα του μυαλού μου και να

γεvνη{}ώ ξανά_ο να μπορέσω να μην πε6άνω ποτέ. Κ ι αυτό είνα ι

δύναμη κ ι εναντίωση απέναντι στη φf)oρά . Κ αι, Θε έ μου , είνα ι, τελικά , τόσο συναρ παστικοί οι διάδρο μο ι

του πνεύ ματ οτ κ α ι τόσο χα μένοι όλοι εκ είνοι που δεν είχαν την ευκαιρία να του; περπατήσουν πο τέ. Είναι τόσο μικρο ί εκείνοι που έ με ιναν για όλη του; τη ζωή περιορισμένο ι στα κο ινό. Τόσο δυστυχισμένο ι, Όλοι έχουμε διανύσει τη δικ ή μας πορεία κ ι είναι πάντα ο ι

ίδιοι δρόμοι που οδηγούν στην αγωνία . ΚΙ εγώ ήfiελα να ξεχαστώ , να ζήσω μέσα από τον πόνο, αλλά να μη μείνω φυλακ ισμένη των παδών μου και τη ς αδυναμίας μου. Έμενα ξάγρυ πνη ν ' αναρωτιέ μαι μήπως, τελικά, δεν ξέρω τι

δέλω. Μ ή πως η α πλότητα που μέσα τη ; ε ίχα Xαbεί όλα αυτά τα χρόνια ήταν τελικά η μόνη μορφή ζωής που μπορούσε να με αγγίξει. Δεν ήταν, τάχατες, μεγάλος και δύσκολος ο αγώνας

να Ψάχνεις του ; ορισμούς τη ς φύση ς, του Θεού, του άγνω­ στου στοιχείου που

μας περικυκλώνε ι από παντού ; Μήπως

αυτό; ο αγώνας είνα ι πιο δύσκολο ς και τρομερός από την επι­ βίωση ;

Όμως, ακόμα κα ι τα πιο φo:β.!Ρ 9:-pαντά_~:,νόμoρψα, όταν τα.

'χουμε διαλέξει μόνοι μαζ':'"EVώ και οι ελ&χ ιοτε'; δίίσχολΙες γίνο-

---- n a,L ανυπέρβλητες, 6τΆVYας ης επιβ~uν 6λλΟι. 'Ωστε 'αυτό ήταν τελικά το βΑWτερo νόημα ; Αυτή είναι, άραγες, όλη η ζωψ

Η δύναμη να διαλέξ εις μόνος σου, η δυνατότη τα μιας ασή~KΣVτ/ς ::.. έστω επιλογή ς; Δεν έδινα μεγάλη σημασ ία σ' όλα αυτά, μέχρ ι που έκανα την

πρώτη προσπάθεια να διαλtξω κάτι μόνη μου . Μ έχρ ι που άρχισα

35


ενΑ ΟΜΗΡΟΛ Η

να ΚQίνω κ αι να μελετώ τις επ ιλογές μου . Ν α τις ψάχνω με κάδε λεπτο μέρεια .

Κσ μιά επ ιλογή που είχα κάνε ι σ' όλη μου τη ζωή δεν ήταν απόλυτα δική μου. ' Η ανήκαν σε κάποιο άλ/ο πρόσω πο που

ήταν σημαντικό γ ια μένα, ό πως τουλάχιστον νό μιζα, ή ανήκα)! σε όλο τον υπόλοιπο κόσ μο. Κι έτσι συμβαίνει μ' όλου ς μας. Αν

έ χετε κ α μιά αμφιβολία, β άλτε τα κάτω και μετρή στε τα. Δεν ε ίναι τίποτα δύσκ ολο, μόνο που ε ίναι λίγο 6λιβερό. Μ ετά τον Θανάση έ μεινα χαμένη στο κενό. Κ α ι το κενό δεν ε ίναι δ ιέξοδος, δεν οδηγεί πουθενά . Ο θάνατο; του φίλου μου ήταν για μένα άλ/ος ένας πόνοο και κόδε πόνος ε ίναι ένα μά ­ δημα .

Έκλαψα τότε στην κηδεία του και μσς παρεξήγησε η αυλή αναδρομικ ά. Ε ίναι η καλύτερ η μtftoδoς. Όταν ήμα σταν κα ι οι δυο παρόντες , δε δα ήταν γνωστικό ούτε και πετυχημένο να μας

κατηγορήσουν για πονηρέ ς συνανα στροφές και σχέ σε ις αλλά, όταν έλειψε ο Θανάση ς, πέ σαν όλοι πάνω μου που έκλαιγα και

μου υποσχέθηκαν, έτσι ξαφνικά, πω; δε δα 'λεγσν τίποτα στον Χαρίλαο. " Κα ι τι μtλλoν δα ' χατε, καημένη , οι δυο σας, παντρ ε ­

μένοι κ ι οι δυοο- μου ' πε μια κ αρακάξα που είχα χρ όνια να της μιλήσω, όχι γιατ ί ε ίχα κάτ ι μαζί της, αλλά γιατί δεν ε ίχα τίποτα να τη ; πω. Κ Ι εκ ε ίνη δηλαδή , με τη σε ιρά της, δεν ε ίχε τίποτα ν ' ακούσει από μένα. ΚΙ επειδή εγώ είχα ξεφύγε ι από τη μικρότητα

του πνεύματος που έδερνε όλες αυτές τις κυράδες κα ι δ εν έ πεσα πάνω τη ς, όπως πιθανότατα δα πεοιμεντ, να την κάνω χίλια κομ­ μάτια γ ια την προσβολή , αλλά της γέλασα με ο ίκτο κα ι τη ς είπα: " Καη μένη , το μόνο που σου λείπ ει ε ίναι ένα καλό καβ αλίκε μα», το δε ώρησε ομολογία του εγκλή ματος μου και, πες πες, βρέθηκ α στο τέλος κατηγορού μενη μπροστά στον Χαρ ίλαο και τα μουστά­

κ ια του ότι ε ίχα , λέε ι, ντε κα ι καλά, σχέση με τον Θανάση και δεν το είχε πάρ ει χαμπάρι, αλ/ά του το είχανε, λέε ι, πει μόλις τώρα που ή τανε πια πε6αμένος και δεν ε ίχε ποιον να σκοτώσει γ ια να

πάρει το αίμα του πίσω κ αι να σώσει την τιμή του. « Κ α ι τι πρέπει να κάνω τώρα, ε; Ν α σκοτώσω εσένα» με ρ ώτη σε. «Α μάν, καημένε Χαρ ίλαε , πρόβ λη μα που το έχεις! Δε με παοα ­ τάς στην η συχία μου, λέω 'γω ;» « Μ ωρέ δα σε παρατή σω χίλιες φορέ ς στην η συχία σου, αλλά

36


Ο Ι ΑΝΑΛ ΦΑ ΒΗΤΟ Ι ΤΟΥ Ε ΡΩ ΤΑ

πες μου πρώτα, πώς δα βγ ω πάλι στο δρόμο μετά από τέτοιο

ρεζιλίκι; Και να π ω ότι ήτ ον ε καν ένας άντρας, π άει στο διάολο, αλλά με τον τρελό; Και δε μου λες, έτσι από πεeιtργεια, τι σκατά

του βρήκ ε ς του ανάπη ρου; Δε σου ' φτανε τόσες φορές που σε κανόνιζα εγώ; Για τ' όνομα του Θ εού! Και ξέρεις, μωρέ , τι με διαολίζει ακόμα πω πολύ; Π ου μου 'κανες κα ι τ/ μυςo παρt)ένα,

όταν σε πλησίαζα ..." Κι είπε ο Χαρίλαος και στα ματη μό δεν είχε κ ι ήταν μόνο τότε που πηρε το μυαλό μου μπροστά κα ι κατάλα βα π ως εγώ μπορεί να είχα αλλάξει και να ήμουνα καλύτεeη, αλλά ο Χαρίλαος κ ι όλος

ο υπόλοιπω; κόσμος εΙχε μείνε ι ίδιος. Δυστυχ ισμένος και μίζερος,

σαν κώλος με α ιμορροίδες. Ή ξερα καλά πως ο μόνος σκο πός που ε ίχε ο Χαρίλαος, όταν ξεκίνησε αυτή τ/ν κου β έντα. ήταν να μου πει πόσο καλός εοο­ στής ή ταν ο ίδιος. Και δεν τους κακολόγησα ποτέ το υς άντρες που το μόνο που του; απασχολούσε σο βαρά ήταν το πουλί τους γιατί, αλήθεια, κι εμένα σ ' έναν άντρα το μόνο που μ' ένο ιαζε ήταν αυτό. Κ α ι, πες το Ψέ ματα, οι περισσότεροι μόνο γι' αυ τό

υπάρχουνε, για να μας δίνουνε λίγη χαρά ... χαρ ά που την κερδί­ ζουνε με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Όχι λο ιπόν, δεν κάκιωσα του Χαρίλαου που μου μιλούσε με τέτο ιο πσϋοτ κα ι μανία κι επε ιδή ήμουνα πω έξυπνη απ ' αυτόν, ή ξερα πώς έ πρ ε πε να του μιλήσω . Και του μίλησα. «ΤρελάΟηκες Χαρίλαε ή κομπλιμέντα 6tλεις ν ' ακούσεκ και μου τα λες όλα τούτα; Υπ άρ χε ι άντρας που να μπορεί να με πάρει από σένα; Κ ι αν υπάρχει, δεί1; ε μου τον τώρα αμέσως, γιατί

εγώ κανέναν δεν έχω δει μήτε και σκεφτε ί ερωτικά ό πως εσένα. Κι όχι πως έχω κα μιό όρεξη να σε παινέσω, γιατί μ ' έχεις νευριά­

σει, αλ/ό είναι και ντροπή σου να βάνεις τον εαυτό σου ό μο ιο μ' εκείνον τον �� ακο μο ίρη τον Θανάση. Μ όνο να βρε ις εκείνον

που σου το είπε και να του δ ώσε ις ένα χέρ ι ξύλο, γιατί εσένα ήδελε να π ειράξει κι όχι εμένα να κατηγορήσει». Και το σκέφτηκε από δω ο Χαρίλαος, το σκέφτηεε από κε ι κ αι

μια κα ι δυο , πάει στη; Κωστούλο ς το σπίτι και της ανά βει έναν

καβγά τρ ικού βερτο κ αι μόνο που δεν την έδειρε τη γυναίκά . Ύστερα βέβα ια από κ αιρό κατάλα βα κι εγώ γιατί η έρ μη του είχε ανάψει έτσι τα αίματα, β άζοντάς του ψύλλους στ' αφτιά. Μπορεί

37


ΕΥΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

να μην υπή ΡΧΕ ο πεθαμένο; να τον κάνει μαύρο ξύλο και να

καδαρίσεl την υπόληψή του, αλλά υπή ρχε ακ ό μα η γυναίκα του πεθαμένου, η χήρα, που μπορούσε βρομίζοντας αυτήν να ξΕπλύ ­ νει την τιμή τη δική μου . ΚΙ όταν τον έ π ιασε η γε ιτονιά με την

.

Κωστούλα στο ΚΡΕ βάτι και περίμεναν ε μένα ν ' αρχίσω να σκίζ,ω

.

τα goύxq μου α πό τη στενοχώρ ια, έτσι για να αλλάξει λίγο η μέρα

του; και να δούνε κάτι όιαφοοετιεό στη μουντή ζωή τοικ, εγώ ε μφανίστηκα και Ε ίπα : « Μ ωρ έ , μακάρ ι να μπορούσε να κανονίσε ι

όλη της την οικογένεια της χήρ ας, γlατΙ όλοι τουε. πολύ ανάγκη το έχουνε κ ι εγώ για τον άντρα μου δε φο βά μω, το ξέρω πως αντέχ ε ι». Κι άμα τα ' μαθτ ο Χαρ ίλαος τα φερσίματά μου:

..Μπρ άβο,

μωρέ γυνα ίκα!» μο υ ε ίπε. « Δε θυ μάμα ι τι μ' έκανε να σε πάρω, μα σε παρ αδέχομαι, κι αυτό; είναι ο λόγος που σε κρατώ». Κι εγώ τότε , όχι πως έκανα κα μιά χαρά, επειδή με κρατούσε ο Χαρ ίλαος, αλλά, όπως και να το κάνου με, μου άρεσε να σκέ ­ φτομαι πως, αν τον άφηνσ, δε δα ' βρ ισκ ε άλλη σαν εμένα.

Τότε ήρδε στη ζωή μου εκε ίνος. Ήταν ένας ωρα ίος άντρας. Μ ε

αγάπησε, δαρρώ, γιατί με πο λιόρκησε. Ήμουνα με σήλικη τότε, πάνω από πενήντα, αλλά κο ιμήθηκα μαζί του. Πίστευα βέβαια στη ν ηθική , αλλά πίστευα περισσότερο στην ε πιθυμία, Ε ίχα εκεΙ­

νη τη μανία, έναν εφιάλτη να με καταδ ιώκει' Μ ε καταδιώκε ι α ­ κό μα κ αι τώρα. Η ζωή! Η ζωή που έφευγε από π αντού, π ου

κανέναν δε λογάρισζε, ούτε σεβόταν. Έψαξα πoλλtς φορές να βρω τη σο φια μες στα γη ρατε ιά και τη φϋορά που μας περ ίμεναν

όλου; και δε βρ ήκα τίποτ ε . Ατέλειες, ατέλειωτες ατέλειες, που τις υποφέοουμε, γιατΙ δεν μnoρoύμε να κάνουμε αλλιώς. Κι εγώ γερνούσα . "Αδειαζε το απόθεμα της ζωής, τέλε ιωνε ο χρόνος μου. ΚΙ ήμουνα τότε πενήντα ενός χρσνών; Πενήντα δύο ; Αχόρταγη! Θεέ μου, ακόμα είμαι αχόρταγη! Λέω π ως δε με φτά ­

νει, τίποτα δε με φτάνει. «Θα ζήσω για πάντα" σκέφτομα ι τη μια στιγμή και την άλ/η « Ίσως και το ' 'για πάντα" να μην είνα ι τόσο πολύ».

Ι K,~ αν α~γ ιστεί κα~ε~:'. σγωνίσ στην οποία είμαστε όλο ι

-

καταδικασμένο ι να ζού με, δα δει αμέσω ς ολοζώντανη μπροστά

--

38

Ι


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑ Β Η ΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡΩ ΤΑ

του την α~νι6τ/τα_yρ: χάν~~_ι;; _t:.:! !ΟΥ .ίtI~!'υ(ανι.κό. Είναι απα­ Qα ίmΙ9ΔQ όάρρος κι η δVVα μη -.ΙU}~ησn _1Lα_ ~ωή. Δεν ήταν τυχαίο που έV'αςδντρας με είχε παντρευτε ί πρ ιν από

τόσα χρόνια κι ήταν ακό μα ερωτευμένος μαζί μου , ή μόλις ξεκι­ νούσε να μ ' ερωτευτεί. αν δεν το 'χε κάνει τότε που έπρεπε.

Έφτα ιγε η δύνα μη που αποκτούσα σιγά σιγά και την α ισθανό­ μουνσ να μεγαλώνει σαν παιδί μέσα μου. Τ ότε έ μαθα να κάνω έρωτα. Μ ε τον άλλο. Να η αδικία τη;

ζωής. Ο άντρας μου ήταν εκε ίνος που είχε ε πωμιστεί τα β άρη μου στου; ώμους του και μετά α πό τόσα χρόνια ερχόταν κά ­

ποιο; άλλος να δεχτεί τον έρωτά μου. Έναν έρωτα που δεν είχα ποτέ πριν γευτεί. Π ου μ ' έκανε να καταλάβω πως το σώ μα μας

είνα ι δώρoJ;:"'Κ'CiXύτερα, μια παρηγορ ιά της ίδια τη ; φΡσης. Μ αζί μ' αυτό γνωρ ίζουμε όλες πζ δΌσroxtε και τους" πόνους, αλλό μέσα του πάλι ψάχνουμε να βρούμε όλες τις η δονές και τις απο­

-

λαύσεις. Γι' αυτό, ό.τι κι αν λένε όλης τη ; γης οι γνω στικοί ηθι­ κολόγοι.. το σώ μα μας είναι το μόνο που μας ανήωι, Ε{ναι aQYj-

χώρητο νιι το προδίδου με και να μην του αποδίδουμε.την ευγνω -

--- - -

μοσυ!'1..~.9!'~L

Τον έλεγαν Α πόστολο κι ήταν χρόνια, πολλά χρόνια πιο μικρός

από μένα. Κ αθόλου δε με πε ίρ αξε που θέλησε να μάθει τον έρωτα μαζί μου. Μ πορε ί κα ι να μ ' αγάπη σε το παλικάρ ι, αλλά

ήτανε και πολύ δύσκολο τότε να βρ ε ις κ οπέλα μικρή κ ι ελεύόερ η να κρε β ατώνετα ι μα ζί σου . Γι ' αυτό κερδίζανε όλης τη ς γης ο ι

εύκολες, ανικανοποίητες παντρε μένε ς, και, μάλιστα , χωρίς καμιά ντρ ο πή.

Έτσι ο Απόστολος στράφηκε σε μένα . "Αλλο που δεν ήόελα κι εγώ. Ήταν όμορφος κ αι πο λύ νέος. Ο,ΤΙ έπρε πε δηλαδή . Καμιά

δυσκολία δεν του έ φερα του παιδιού . Έτσι ήταν το σωστό κ αι για του; δυο μας. Π εράσαμε ωραία για πολύ καιρό. Έλεγα στον άντρα μου ότι

πήγαινα στην αδερφή μου κα ι του ζητούσα μάλιστα να έρδει κι εκείνος μαζί, σίγουρη ότι δεν είχε καμιά όρεξη για κάτι τέτοιο.

Ειδοποιούσα την αδερφή μου να ξέρει ότι, τάχατες, ήμασταν μαζί, αλλά έτσι κι αλλιώς ο Χαρίλαος δε με είχε σε μεγάλη υπό ­ ληψη και δεν μπορούσε να φανταστε ί ότι ή μουνα άξια να τον κερατώσω. Δεν του περνού σε δηλαδή απ' το μυαλό πως κάποιος

39


Εγ Α Ο Μ Η ΡΟΛΗ

άλ/ος θα με ήθε λε . Τό σο άσχη μη κι ανίκανη με θεωρούσε . Έτσι ήμασταν όλοι ικανοποιημένοι κι ευτυχισμένοι Κι ο Χαρίλαος κι

ο Απ όστολος και, πάνω απ ' όλους. εγώ. Εγώ που τότε εκτίμη σα τις ικανότη τες του Χαρίλαου , γ ιατί ο άλλος, ο καημένος, ένα μι­

κρό λουκανικάκ ι είχε κολλημένο ανάμεσα στα σκέλια του κα ι ~εν ε ίχε ιδέα πώς να το χρη σιμοποιή σει. Αλλά η αίσθηση τη ς αμαρ ­ τίας και του απαγορευμένου καρπού με ικανοπο ιούσε πολύ πε­ ρισσότερο α π' τον οπο ιονδήποτε εραστή . Δεν υ πήρ χε κ α μιά πεο ίπτωοη να με καταλά βε ι ο Χαρίλαος,

γιατί ούτε μπορούσε, όπως ε ίπαμε, να του περάσει απ ' το μυαλό. Μ α έλα που με κατάλαβε η αδερ φή μου η Καίτη κ ι έγινε Τούρκος

ντε κα ι καλά γιατί fiίχτηκε η ηθική της! Μ όνο που εγώ το ήξερα και τη ; το είπα κ ιόλας -αυτό έλειπε να ντρ έπομαι κα ι το Κα­ τερινιό μας- πως ο μόνος λόγος που τη ς κακόοθε ήταν επειδή

σάπιζε στο πλευρό του Θεμιστοκλή, που κ α μιά σχέση δεν είχε με το δ ικό μου τον Χαρ ίλαο. και με ζή λευε γι' αυτό από χρόνια.

Κα ι σου λέει, τι γίνεται τώρα εδώ; Η Ελένη. από τη μ ια στιγμή στην άλλη , περνάε ι κ αλά κ ι εμε ίς είμαστε για λύπηση; Κ αι δεν τη ς

καλοήρδε της Κατερ ίνας όλη μου η ευτυχία , γ ιατί έτσι συ μβαίνε ι πάντα , μ ' όλους του ς αvbρώπoυς. Όταν έχουνε ο ι ίδιοι μια απο ­

~χ(α, δε 6έ~~ν ε ούτε το μικρ~ σoυ ~~κί νι:z.~~~x~~o παραμικρό. Κ ι αν είσα ϊχαρούμενος και γ ελαστός σε κ ο ιτάνε λες -χΙ" έ χεις χολέρα κα ι σε κ άνουν να νο μίζε ις πω τ είναι πολύ μεγάλο λάδο ς να είσαι χαρού μενος, πως είναι φτηνά και πρόστυχο να είσαι καλά. Πρέπε ι να ε ί μαστε όλοι το ίδ ιο δυστυχε ίς κα ι βαασ­ νω μένοι,

Αλλά, που να πάρ ε ι η ευχή , εγώ με την Καίτη τα ίδια σκατά ήμασταν. Μ ικρο παντρε μένε ς κ αι γοργογερασμένες. Σάπιο; από την ίδια αιτία. Μ όνο η ψυχή μας δεν ήτανε το ίδ ιο, γιατί εγώ είχα

ξεφύγει α π ' την παγίδα κ αι την κατάρα. Κι αυτό δε δα μπορέσω ποτέ να το εξηγή σω . Αντί να είμαστε χαρούμενοι που κά πο ιος κσταφέρνει και το σκάει, αντί να κοιτά με όλοι να παραδειγματι­

στούμε από τον πιο τολμηρό, κοιτάμε πώς και πώς να τον

66 -

ψουμε, να του φορτώσουμε όλου του κόσμου τις κατηγόριες, με

μια μανία κι έναν καη μό που μόνο για λύπηση είμαστε, π' ανά­ θε μά μας .

..Τ έτο ιε;

βρομιές να τις κρατάς μακριά απ ' το σπίτι μου και

40


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑ Β ΗΤ ΟΙ ΤΟΥ ΕΡ ΩΤΑ

τ ' όνο μά μου, Eλtνη ! Για κο ίτα πού κατάντησες! Κρ ίμα ...»

..Και

τι δέλεις να κάνω, καη μένη; Αν δ εν το πω σε σένα, σε

ποιον δες να το π ω>

«Στον πα πά να το πε ις και να πας να εξομολογηδείς και να δού με αν γλιτώσεις. Τόσο μεγάλη α μαρτία ...»

« Μ η μου το λες, καημένη Κ οίτη , γιατί είμαι έτοιμη να βάλω τα κλάματα. Μωρ έ αδερφή, το 'ξερα πως δεν μπορεί να σε κανονίσε ι ο Θεμιστοκλής, αλ/ά δεν ε ίχα σκεφτεί πως ούτε σ ' αΥγίζεL .. και,

να σου πω ... πάντα έτσι ήτανε; Δηλαδή, εδώ που τα λtμε, εσύ ούτε που ξέeεις τι είναι έοωτοτ, Ωχ, καημένη, τέλος πάντων, θα

,

δω τι μπορ ώ να κάνω ... Αν ε ίναι, ϋ« πε ίσ ω τον Απόστολο να 'ρ6ε ι καμιά φορά μαζί σου, μόνο που δεν ξέρω αν μπορώ να σου 'χω

εμπ ιστο σύνη . Εσύ δα τρε λαδε ίς, καημένη, κ αι δε με νοιάζει τίποτ ' άλ/ο, μόνο που κι αυτός δεν είναι κανένας βλάκ ας. Και μαζί μου

που έρχετα ι το ξέρε ι κ αι το ξέρω πως δεν είναι για πάντσ ούτε γι' αγάπες ε ίμαστε μαζ~ ούτε για λουλούδια . Σεξ, καη μένο Κα ­ τεοινιό, σεξ και κακό θάνατο ...» Κ ι η Κ στερίνσ δε μ ' άφησε να τελειώσω την κου βέντα μου, την ακατάσχετη φλυαρία που με είχε πιάσε ι, κα ι μ ' έβγαλε έξω απ'

το σπίτι τηε, εμένα τη ν αδερφή τη ε, που δεν είχε κ ανέναν άλλο στον κόσμο . Κι όλα αυτά, γιατί ντράπηκε που ε ίχα καταλάβε ι το

δράμα της σεξουαλικής τη ; ζωής. Η αλήδεια είναι πω; εγώ τίπο ­ τα δεν ε ίχα καταλά βει Απ ' το μυαλό μου τα είπα όλα κι έτυχε να 'ναι αληθινά . Μα, για το Θεό, αν το ' ξερα πως ήταν στ ' αλήθεια

έτσι, ποτέ δε δα ξεστόμιζα τις κου βέντα; εκείνες, γ ιατί δεν είναι δυνατό να καταφέρεις πιο μεγάλη προσβολή σε κ άποιον παρά ν' ασχοληδείς με την αποτυχη μένη σεξουαλική του ζωή. Θυμά μαι σαν να 'να ι τώρα εκείνο το απόγευμα του Μάη που

μπήκα στην αυλή μ ' ένα μεγάλο χαμόγελο στα χείλη . Είχα μόλις γυρ ίσει από το ραντεβού μου με τον Α πόστολο κι ό πως κάδε φορά, είχα πει στον Χαρίλαο ότι ή μουνα στην Κατερίνα. Μπή κα

και προχώρησα κατευθείαν προς το σπίτι μου και είδα την Κα ­ τερίνα, την αδερφή μου , να βγαίνει από την πόρτα μου με μια μεγάλη κ αι φανερή αίσθηση οωνο ποίηοηκ. λες κ ι είχε η παλιό ­ πουτάνα εκδικηδεί τον π ιο κακό εχ6ρό της. Τα κατάλα βα όλα σ ' ένα λε πτό. Μ ετά βγήκε ο Χαρίλαος, με την

αξιοπρέπειά του χι όλον του τον ανδρισμό κουρελιασ μένο. Βγήκ ε

41


ΕΎΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

ο Χαρίλαος μικρ ός κ αι γέρος. Ένα σγσθό , καλό γεροντάκι, που μόλις με είδε αγρ ίεψε κ ι έγινε ταύρος μαινό μενος και κανείς δεν

μπορούσε να τον συγκρατήσει. Κανείς, αλ/ά, πάλι, μόνο ε-νώ. Τ ον συγκράτη σα για να μην κάνε ι κανένα κακ ό, αλ/ά δεν μπό­

οεσα να εμποδίσω την πτώση που είχε αρχίσει στο κεφάλι το!' και την ψυχή του .

. Εβλε πα

τον πόνο του να ξεχειλίζει και δεν

μπορούσα να κάνω τίπ οτα . Δεν ή ταν η ατιμία που τον ξ εσήκ ωνε

κα ι τον καθήλωνε συγχρ όνως, αλ/ά ήτανε η ίδια η ζωή , η δική του φδορά κι η δική μου υπεροχή , όπως του φα ινόταν τότ ε . Αν ήταν πιο νέο ς κ ι είχε κ ι εκείνος κα μιά μικρή, μπορεί να μην ήταν τόσο πονεμένος. AJJ.ά η δική μου αμαρτία τον έκανε να δει καδαρά ότι γερνούσε, κ ι συτό; ήταν ένας πόνος που δεν μπορ ούσε να

γιατρευτε ί. Η Κατερίνα ήξερε πολύ καλά τι έκανε κι απ' αυτό είδα όλη τη ς την κακία κι απο φ άσισα να χάνω άτι έκανα στη

συνέχεια. Π ρο ς στ ιγμήν το μεγάλο μου μαράζι ήταν ο Χ αρ ίλαος. Ο καη ­ μένος ο Χαρ ίλαος. Δεν ή ξερα τι έννο ια είχε γ ια χε ίνον ο πόνος ,

αλ/ά θα 'δινα όλη μου τη ζωή για να μην πληγωθε ί, Κι αφού είχε πληγωftεί, ε ίχα χάσει τον Απόστολο' κι αν δεν ε ίχε πληγωθεί, θα ε ίχα χάσει τον ίδιο . Και τελικά, εκ ε ίνο που ή6ελα ή ταν να μη χάσει το παραμικρ ό ο Χαρίλαος. Όσο κ ενός και λίγος κι αν μου φαινόταν, ήτανε ο άντρας μου και δεν ή6ελα ποτέ να τον κ άνω

να νιώσει μειονεκτικά κα ι 6λιμμένα . Στην αδερφή μου ό μως, ε· χείνο που έκανα δ εν το 'χω μετανιώσει ακ ό μα. Τη ς άξ ιζε τη ; αγάμη της, κα ι με το παραπάνω. Έβαλα τον Αντ ρέα, ένα μεγάλο λωποδύτη φ ίλο μου και πήγε σπίτι της και της το άδε ιασε εντελώς και δεν τη ; άφησε τίποτα. Η ζη μιά ήτανε πολύ μεγάλη και το ' ξερα πως για τον ανεπρόκο ­

πο τον άντρα της, ήτανε πράγμα που θα αργούσε πολύ να διορ ­ ϋωϋε ί Κα ι το ευχαρ ιστή6ηκα μ' όλη μου την ψυχή . Γ ιατί, β έβα ια,

δεν είχε πουθενά αλ/ού να πάε ι χι ή ρθε πάλι σπίτι μου και ζη ­ τούσε ελεημοσύνη και αρνήθηκε χι όλα όσα είχε πει για μένα γιατί, ό πως κα ι να το κάνουμε, τον πε ίραξε τον Χαρ ίλαο που την είδε πάλι μπροστά του.

« Κ α ι πώς έρχεσαι στο σπίτι της α μαρτωλής και ζητάς βοήθεια» τη ρ ώτη σε και την άφη σε να π εριμένει στο χατώφλι μισή ώρα. Κι αυτή , βέβαια , τι απάντηση μπορούσε να του δώσε ι; Γι ' αυτό

42


Ο Ι ΑΝΑΛ ΦΑΒ ΗΤΟΙ ΤΟΥ Ε ΡΩΤΑ

λούστηκε μόνη της όλη την ντροπή . Πήρ ε τα λόγια της πίσω κι

εμένα μου ζή τησε σuyνώμη μπροστά στον άvtρα μου αλλά και μπροστά σ' όλη την αυλή. Κι έγινε ρεζίλι η καψερή κι εμείς τίποτα δεν τη ς είπαμε αλλά μόνο ότι θα ποοσποϋήσουμε να κάνουμε κάτι γ ια κείνη. Έτσι έσωσα τότε τον Χαρίλαο από το μαράζι του κ ι έδωσα κι ένα μάδημα στην Κατερ ίνα, άδ ικα βέ βα ια, γιατί εκείνη ποτέ δε

βρήκε φίλο , και ποτέ δεν ένιωσε τι θα πει στ' αλή6εια φιλί κι αγκάλιασμα . Κι ακόμα και τώρα από τη μια μεριά τη λυπάμαι και

τη σκέφτομαι με μεγάλη συμπάθεια και από την όλ/η μεριά, λέω χαλά να πάθε ι με το μυαλό που κουβαλούσε- αν κουβαλούσε δηλαδή καθόλου. Έτσι χώρισα με τον Α πόστολο και καθόλου δε στενοχωρέ6η ­ κα. Ήξερα πως δε δα μου ήταν κα6όλου δύσκολο να βρω κά ­ ποιον άλλο εξίσου ωραίο και καλό . Όταν καμιά φορά σήμερα ακούω να λtνε ότι τα παλιό χρόνια ήτανε καλύτερα κι ότι τότε ο ι άνf}ρω πoι ήταν πιο σε μνοί, γελάω, όπως λtνε, κάτω από τα

μουστάκια μου. Η τότε σε μνότητα των νέων βοηθούσε εμάς τις γριές να βρίσκ ουμε κανέναν εραστή . Έτσι όπως γίνανε τώρα τα

πράγ ματα κι όλοι πια ε ίνα ι εξοικε ιωμένοι με τον έρωτα, χάσαμε εμείς όλα τα τυχερά μας. Αυτό να έχετε στο μυαλό σαι;, όταν

ακούτε τίποτα μεστωμένε; να παρα πονιούνται για τη διαφδορά της νεολαίας. ΤΟ έχουνε κι οι ίδιες υπόψη του; ότι ο έρωτας δεν

ήτανε ποτέ διεφf}αρμένoς, ~όνo ε~k~Qωποι εψ~eιτεκαι

κατά~:ιfεια κι όλlς; ο ι . εν~ιές μας. ({αι μεσα σ' όχα τoόTO-βρ~εται κα/η μεγάλη φιλοσοφία του

γήρατος. Η μελέτη τη ; δύναμης και της ttέλησης, η βάση όλης τη; ψυχής. Κ ά6ε μέρα γερνάει ο όν6ρωπος. Ακό μα και στα είκοσί

του χρόνια. Και δε θυμάμαι πια πού, αλ/.ά συγκλονίστηκα όταν

διά βασα ότι ~ άγχος ""lU-.~~..Q9.-έχεl _ηJ,ικ.ία. Κ ι ήμουνα είκοσι, τριάντα XρΌVών και σεεφτόμουνα πέρασε κ ι συτό; ο χρό­ νος και πάλι τίποτα δεν έζησα κι έγινα ένα χρόνο πιο γριά, ένα χρόνο πιο κοντά στο τέ λο ς.

' Εψαξα πολύ και σαν μανιασμένη, έψαξα μ' όλη μου τη δύναμη να βρω μια άκρη γι' αυτό το πρόβλημα. Κι ύστερα κατέληξα πως έχουμε μtσα μας δυο βασικά στοιχεία. Δυο ζωτικής σημασίας και μεγάλου μεγέ60υς κύττοοα Το οι6έλω.. κα ι το «μπορώ ... Κ αι η

43

'---

~


ΕΎΑ ΟΜ Η ΡΟΛ Η

Ι

φθορά ξεκινάει πάντα από το .ιόέλω". Δηλαδή . αν δεν πάψουμε

π~ να Qέ~, B~~.<?_ρoύμε περ~oότ:ι:ρoνόαιQ&Τ·o «~σ"9ώ" ε ιναι η σωματική δύναμη. η αντοχή του κσθε

ς. ΑλΜ. το ;.wλoo"

είναι η ,Ψυ ....χ~fl~ κϊ απ' αυτήν'EζαρτώV'rα ι όλα κ αι μαζί του; κα ι το « μπορώ» μας.

Είναι περ ίεργο κα ι δ εν ξέρω αν ποτέ έχει και κά πο ιος άλλος οισϋσνθει έτσι όπως εγώ, φυλακισμένος XJ αποκλεισμένος πάνω

σε τούτον τον πλανήτη που δεν παραμένουμε με τη θέλησή μας. αλλά μόνο κ αι μόνο επειδή δεν μπορούμε να κάνου με αλλιώς.

Είναι εκε ίνο το φυσ ικό φ αινό μενο, η λεγόμενη βαρύτητα, που μας κρατά κολλημένου ς στη γη κα ι κα μιά διαφορά πια δεν έχ ου­ με από τα ρ απανάκ ια κι όλα τα συγγενή ζαρζαβατικά. Αχ! Θα '6ελα τόσο πολύ να κάνω τούτο το αίτημα γνωστό σε κ άποιο θεό. έστω και σ ' έναν ασήμαντο άγιο , μπας κα ι μπορέσου ­

με κα ι τη γλιτώσουμε από τούτη την κατάρ α . Εγώ, από μικρό παιδί έπασχα από ένα πολύ έντονο και παρά ­ ξενο ε ίδος κλειστοφο β ίας κι είνα ι κι αυτός ένας λόγος που δεν άντεξα ποτέ μου τη στέρηση της ελευόερ ίας . Μ ου δημιουργούσε, χωρίς να το fitλoo κα ι χωρ ίς να μπορώ να το ελέγξ ω, κατάόλιψη κα ι πολλή αγωνία. Δεν μπορούσα να πάρω ούτε ανάσα με τόσο βάρος που φέρνανε όλα τούτα τα συνα ισθήματα στην ψυχή μου . Όλα τα έ βλεπα μπλε και σκούρα. Η υ πόστα ση των λέξ ε ων και των νοημάτων γινόταν ένα με την καταπίεση κ αι το φόβο μήπως κάποιο πρωί δεν μπορώ να πάρω το απαρα ίτητο οξυγόνο κ α ι μείνω μπλαβιασμένη κ αι σκασμένη στο στρώμα μου να κοιτώ τα σημάδια από την υγρασία στο ταβάνι Ω , ναι. Η βαρύτη τα είναι κάτι πολύ σοβαρό κ ι απάνθρωπο κ ι είναι πολύ τυχεροί όσοι τα 'χουν κατα φέο ε ι κι έχουν ξε φύγε ι από το βάσανο τη; σκέψη ς τη ς . Π έρασα πολλές νύχτες κάνοντας τρελά και παράλογα όνειρ α πω; αιωρού μαι σ ' ένα γαλάζιο ουρανό μέσα στα σύννεφ α χωρ ίς βάρ ος, χωρ ίς τίποτα να με τρ αβάει προς τα κάτω και να με κρα­

τάει κόλ/η μένη στη γη . Σε μια γη που. τέλος πάντων , δ εν ε ίχα ποτέ διαλέξn. που χωρίς α μφ ιβολία ήδελα να εξερευνήσω και να τη δω από ψηλό . Μ ετά από τέτοιου; πνευματικούς περ ιπάτους σε τόπου ς τόσο φαντασιό πληκτους και μαγικούς. η επ ιστοο φή στην πραγματικό-

44


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

τητα ήταν πολύ χειρότερη από εφιόλτ/ ς. Το πέρασμα από τον ουρ ανό στο δροσερό χορτάρι δε μου ά φη νε κανένα περι6ώριο

ελπίδας και χαμόγελου . ' Ηθε;α να γινόταν. ή{)ελο να μπορούσα να εΛΕVΔΕρωfiώ. Πολλοί έλεγαν και λtνε ακόμα πως κάτι τέτοιο

το καταφέρνεις με το θάνατο , δηλαδή μετά το ϋάνστο. Αυτή είναι, λtyανε , η συνέχεια τη ; ζωής, πρόγμα για το οποίο όλοι

μιλούσανε τότε και μιλόνε και τώρα κα ι δα μιλούν πάντα, γιατί έτσι σέλουν να πιστεύουν . Και ε ίναι σαφώς όλα πιο εύκολα κ αι

πιο απλά. όταν ξέρεις πως τίποτα δεν τελε ιώνει εδώ . Πώς ό λα ϋα ' χουν μια συνέχεια. ΤΙ συνέχεια; Ε, δε δα μαλώσουμε γι' αυτό . Ο

καδένας μπορεί να φαντάζεται ό.τι τον εuΧOQ ιστε ί περισσότερο. Το νόημα είναι πάντα το ίδιο. Πως το τέλος δεν υπάρχει παρά

1

μόνο για τα δέντρα κα ι τα πουλιά. Εμείς που είμαστε άνθρωποι

ε ίμαστε κ αι σ' αυτό πιο προικισ μένοι κα ι πιο τυχεροί

Ναι, είναι όλα πιο εύκολα, όταν τα δεις κ άτω από ένα τέτοιο

πέπλο ποοσταοιω; Μόνο που αυτό, άραγε, σου δίνει δύναμ_η ~α συν~ίσε ις ή πι;ι όψ-αση α αναβάλεις; Κι έχει, τελικά, τόση σημασία να βρίσκεσαι πάντοτε κάτω από τη σκέπη μιας δεωρίας; Η ζωή από μόνη τη; δ εν ε ίνα ι αρκετή; Τέλος πάντων, είχα πάντοτε τις προσωπικ ές μου αμφιβολίες

για όλα αυτά και ήσελα τόσο πολύ να μπορώ να υπάρξω μtσα από τις αληfiινές έννοιες της ζωής και του θανάτου . Αλλά σλη ­ bινές είναι οι έvνo ιες και οι εντυπώσεις που ανή κ αν μόνο σ ' εμάς,

πooέχo:ί'jV δTI~i"ιoυρyηδείαπό "μας. Kciνένας άλ/ος δε σα μπορέσει πo~ε ναμας"ovακουφίσει ε~~των υστέρων, όταν βασιστούμε στη δική του λανθασ μένη σε ωρία ... ' Ι σωτ, δηλαδή , αξίζε ι κ ι ίσως κα ι να ε π ιβάλλεται να είμαστε κατά κάποιο τρόπο, εγωκεντρικοί

Τα ,ψt ματα .Q.!2, l<-Q:!..~_τω. τα .φτιάχνου με μόνοι μας, ό πως ακριβώς'κα ι τις αλήσειες.

'Δεν' ήμoΎVΌ ποτέ " σε δέση να κ αταλά βω πώς μπορούσαν οι άνθρω πο ι να βασανίζονται κα ι να στηρίζουν ένα μtρoς τη ; ζωής του; πάνω σε άλλους αν6ρώπους. Η δική μου ζωή , από τότε που θυ μά μα ι τον εαυτό μου. ξεκινούσε και τελείωνε μόνο με μένα

Κανείς δεν τα κατάφερε να στσθεϊ τόσο δυνατός δίπλα μου. ώστε να με κάνει να α ισθανθώ μια σταλιά π ιο χαλαρή και ξένοιαστη . Η ζωή ε ίναι μια μεγάλη ιδέα κι όπως όλα τα μεγάλα πράγματα,

είνα ι κ ι ένω; μεγάλος μπελάς. Κ ακ ά τα ψέματα. Είναι μια μεγάλη

45

"


ΕγΑ ΟΜ Η ΡΟΛΗ

ευθύνη που δεν μπορούν όλοι οι άνδρωποι

1"0

ίδιο εύκολα και

στον ίδιο βαθμό να επω μιστούν . Γι ' αυτά πολ/οί ε ίναι εκε ίνο ι που πιν αφήνουν στα Xέe ια άλ­ λων, όχ ι μόνο γιατί έτσι

1"0

προτιμούν, μα και γιατί δεν μπορούν

να κάνουν αλ/ιώ~.

Με τέτοιε; σκέψεις κ αι προβλη ματισμού; περνούσε η ζωή μου

κα ι δεν

1"0

μετάν ιωσ α ΠΟ1"έ που τ/ν ξόδεψα πρ οσπαδώντας να

τ/ν κάν ω καλύrε ρη. Α φού δεν ε ίχα την ευκ α ιρία να τ/ ζήσω

ό πως εγώ ή6ελα, όφειλα να κανω -τoυλ.ό:χ ισro ν έμtνί:i-xψ.ύTεΡ η. -Mε-rά απο κε ίνη τ/ δ ία ιτα , 1ί:όυ-έμtν-α τόσο με αναζωογόνησε

άσχετα με

1"0

γούστο του Χ αρίλαου, που δεν το υπολόγιζα κ αι

τόσο, γιατί είχα απόλυτη εμπ ιστοσύνη στον εαυτό μου και στκ δυνά με ις μου να κρα1"ώ τον άντρα μου και να τον έχω όπως 6έλω εγώ -ι- μετά λοιπόν από κείνη τ/ δίαιτα - ε ίχα πια μπει σε ένα τελε ίως δ ιαφορετιεό τρόπο ζωής. Η σχέση μου με το φαγητό σναθε ωρήϋηκε κι άλ/αξε ριζικά. Κατάφερα πια να μπορώ να εΜγχω τ/ λαιμαe γlα μου και κατά συνέπε ια τον εαυτό μου, πράγμα που με έχ ανε πολύ ευτυχισμένη .

Αι.σ6ανόμουνα κι ήμουνα πολύ πιο νέ α από πριν κ ι αυτό με ώθησε να σκε φτό πόσο πολύ κακό είναι τελικά εκείνο που μας κρcπάε ι στη ζωή. Αν με ίνουμε νη στικ οί θα πεθάνουμε χωρ Ες αμ­

φιβολία ωτό τ/ν πε ίνα, αλ/ά ςέρ ω πολ/ούς που πέθαναν από την πολλή χόρταση. Βέβα ια, όλα τα πρ άγμα1"α ε ίναι σοφό να μπορού­

με να τα χρησιμοποιούμε με μtτρo για ~στ ε έτσ ι σίγουροι

πως ~~ας χρη σιμoπ6WUν -άUτά~·Ciί.λ2i το φαγητό ε (ναιμια- με ­

γάληιbιαίτερότητα πΟ""υ:εμεvc:{'rουλάχιστον, μου κίνησε πολύ τ/ν πεeιέργε ια. Ω , αν μόνο είχα τ/ δύνα μη, τ/ν τύχη , τη δυνατότητα να σπου­ δάσω, να μάθω πολ/ά γρά μ ματα, όλα συτά θα ήτανε πολύκΡΟ1"ες και μεγάλε~ 6εωρίες κα ι ε ίμα ι σίγουρ η ότι δα γινόμουνσ μια με ­

γάλη επιστή μονας. A'JJ.ά το μόνο όπλο που δ ιαθέτω ακόμα και τώρα, μέσα σ' αυτή τ/ μοναξ ιά, είνα ι η λογ ική μου και η απεριό­

ρ ιστη δύναμη του μυαλού μου, που 6έλω όσο ζή σω να του έχω τυφλή εμπιστοσύνη. Κο ίταζα βαθιά μέσα μου κα ι προσπ αθούσα να αναλύσω τα σωθικά μου. Ή6ελa τόσο πολύ να ξέρω από η αποτελε ίται το

κορ μί μου. Απαιτούσα να έχω μια απάντηση για όλα τα φυσικά

46


Ο Ι Α Ν Α ΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

κι αφύσ ικα φα ινό μενα που παρατηρούσα στον εαυτό μου. Κ Ι εκείνο που τεΛιi< ά κατάλαβα ήτανε πως είμαστε γε μάτο ι από όργανα, όργανα που ϋα ήταν τε λείως άχρηστα αν δε ζούσαμε με φαγητό. Το μόνο χρήσιμο κα ι αξιόλογο που έχου με πάνω μας ε ίναι το

κεφάλι μας. Εκεί κατοικεί ο εψέφαλός μας, ένα τρελό και παρά­

λογο όργανο που ακόμα δεν ξέρουμε να χρησιμοποιού με σωστά,

αν το χρησιμοποιού με και καθόλου. Ο, η τροφή είναι μια μεγάλη ατέλεια που κ ου βαλά με μαζί μaς από τα παλιά, από τα πολύ παλιά. ΟΙ ε πό μενες γενιές, ΟΙ πολύ

επό μενες, δα έχουν απαλλαγεί από όλα αυτά που ε μείς είμαστε αναγκασμένοι να βάζουμε μέσα μας. Κ αι θα ελα φρώσουν κ α ι τα κορ μιά τους από όλα αυτά που εμείς σή μερα έχουμε μέσα μας.

Δε μας φ τάνουν όλα τούτα τα θαυμαστά που μας βασανίζουν γι ' αυτό , φαίνεται, ε mνοήσα με κι εμείς δικά μας, μην τυχόν κ αι

με ίνουμε πίσω α πό βάσανα και ποο βλή ματα. Δε ς μια κο ινωνία που φτιάξαμε, δες έναν κόσμο γε μάτο

..μη "

και

..όχι»

που μέσα

του ζούμε. Ο ίδιος που μας γ εννάει μας γερνάει μετά με τόση επιτυχία. Κ αι μα ς γερνάει πριν την ώρα μας κα ι μας σκοτώνε ι πάλι το ίδιο άκαιρα κ ι απρόσμενα . Είναι μεγάλη η δύναμη π ου

απαιτείτ αι για να μείνουμε μέσα στη ζωή αλλά να ζούμε κι έξω τη ς, όποτε θέλουμε κ ι όπως μπορ ού με .

Π άντα μ,'tερδεύοvται ο ι σκοποί με τα κίνητρα κα ι την κατάλη ­ ξη . Ένα πράγμα που το επινοού με για να μας υπηρ ετεί, κατα ­

ντάμε μετά να το υπη ρετούμε ε μείς οι ίδιοι, δουλικά όσο κι αδι­ καιολόγητα. Κ ι είναι τόσο μικρές κι αόρατες οι γραμμές που δεν

πρέ πε ι να περάσουμε, κ ι είνα ι τόσο κοντά μας το κενό που μέσα του δεν πρ έ πει να χαθού με ... Αχ! Π όσο πολύ ε ίνα ι αν~αίo να γεράσε ι ο άνbρωπoς για να

μάΟεl όλα ε κε ίνα που ϋσ ' πρε πε να γνωρίζε ι πριν να γεννη6εΙ ΚΙ απ ό πού να ζητήσεις βοήθε ια μέσα σ ' έναν τέτο ιο χαμένο καιρό ;

Και ποιος είνα ι εκε ίνος που θα μπορέσ ει να σ ου δεtξει τη σωστή πορε ία προς την ευτυχία, προς την ίδια τελικά τη ζωή; Χάνουμε

την έννοια κ αι το νόημα, χανόμα στε μέοα οτκ έννοιες και . fO νοηματα καΓΟπόνος μας γίνεται φωνή του ουρανού κα ι χρώμα

τωνα~ν. Ίσως να ε ίναι και φυοικό και επό μενο μέσα σε τόση

λευκότητα να βρισκ όμασtε μόνιμα στο σκοτάδι.

47

J


• εΥΑ Ο ΜΗ ΡΟΛΗ

Τέλος, ε ίναι όλες αυτές οι σκέψεκ, όλοι αυτοί οι ανο μολόγητοι πόνο ι που μας γερνούν και μα ς δένουν τόσο σφιχτά πάνω στο άρμα του θανάτου . Να ποια ε ίνα ι η μεγόλη αγωνία που μας

οδηγεί ατέλε ιωτα στο ίδιο αδιέξοδο . Μ α ς καταρρακώνει μέσα στην ίδια μας τη φύση. Τελικό , ίσως είμαστε πολύ δυνατοί και

σκληραγωγημένοι για να έχουμε το κουράγιο να ζούμε μέσα -ο' όλα αυτά . ' Η 6έλει, τάχατες, πιο πολύ κουράγιο, να μη ζούμε

κ αδόλου; Μ πα, αυτά ε ίναι ερωτήσει; του καόενό ς α πό μας ξεχωριστά

στκ; οποίο; μόνοι μας, και πάλι ξεχωρ ιστά, καλού μαστε να δώ­ σουμε τις απαντή σεις. Γι ' αυτό 'Οέλω να βρε&ούν πιο προ ικισμέ ­ νες οι επόμενο; γενιές από τούτο το γραφτό που μέσα του βάνω

όλη μου την ΨUχή κ αι την αμάθεια και την αγρα μματοσύνη . Κ Ι ύστερα ϋα 'ρ6ει ο καδένας, πάλι μόνο ς του, γ ιατί μόνοι μας εί­

μαστε όλοι, κι είναι μόνο οι έξυπνο ι που το καταλαβαίνουν και δε θέλουν να το δεχτούν, γ ι' αυτό γίνονται πιο δυστυχισμένοι.

Τέλος πάντων, όλοι ϋα το δουν κα ι από μέσα του 6α βγάλουν τη δική τους ύπαρξη κα ι δα αναρωτηθούν για την αληόινή έννο ια των πραγμάτων, για το αληδινό χτυποκάρδ ι του κόσμου.

Ίσως, αν μπορούσιψε να τα γΜσουμε 6λα-καινα τα ξεσκε­

πάσουμε, κα ι τα κ αλά και τα κακά , θα βλέπαμε πόσο τελικά

μο ιάζου με κα ι πόσο ίδιοι είνα ι οι πόνοι κι οι αγωνίες μας. Μ πορε ί όλα να φαίνοντα ι πολλά και περίπλοκα αλλά κρατούν σφ ιχτά

μέσα του; τη μοναδικότητά του ς. ΣC?:Υ"'ΤΟΥ_ήλιο _)(α~_ φ εγγάρι 1!!:υ αλ/ι.ώς το βλέπουν κάδε ώρα όλοι ξεχωριστά οι άνθρω ποι

τ.o_υ: ~όσμO_υ: Μ πορεί κι ειναι κάτι άλ/ο για τον καόΕνά αλλά μετά από αιώνες σκέψεων και προβλη ματισμών, καταλά βαμε τελικά

ότι ε ίναι τα ίδια πράγ ματα πάνω εκεί στον ουρανό χαμένα κι

όμως τόσο φωτε ινά. Αν μπορούσαμε να βρούμε κι άλλα δυνατά τέτοια στοιχεία να ενώσουν τις σκέψεις μας κα ι τα όνε ιρά μας,

-

θα καταλαβαίναμε πόσο ίδιοι κ ι α παράλλαχτοι ε ίμαστε . Π όσο

t!2.ιάζουν οι αγωνίες και οι πόl)oι ~ς, ~όν~~ κ ι ο ι χαρές μας.

- EΚώ'""βλtΠ(; μια δϊάφανη ανάγκη που με οδηγεί μόνη της στη ν

ύ παρξη ενό ς μεγάλου παντοδύναμου Θ εού. Ένα κο ινό στοιχείο ε ίναι τόσο πολύτιμο. Αλλά έρχοντα ι μετά όλες ο ι δρη σκείες κα ι

χαλούν τη συνταγή κα ι πάλι τ ίποτα δεν πετυχαίνει Κοίταξε το Θεό που φτιάξαμε μόνοι μας . Γιατί δεν μπορ εί

48


Ο Ι ΑΝΑΛ ΦΑΒ Ητσι ΤΟΥ Ε ΡΩΤΑ

παρ ά να τον φτιάξαμε μόνοι μας, μιας κ ι έχει τόσες πολλές ατέ ­

λειες. Κ αι δεν είναΙj<αbόλoυ δικές Ίου. Είναι ,ΟΙ ίδιε ς., ο ι .fu!<~ι; _μgς ,

g-'[~~ΙUΙ~qJJ~(l~ ακ6μ_,! ~~~

Π ώς μπορ ού με να ελπίζουμε, αφού κα ι τους 6εοίις μας του;

φτιάχνουμε λειψούς και στις δρησι<είες μας βάζουμε σύνορα και νόμους κ ι ονόματα κα ι λόγους κα ι αιτίες; Μ α τίποτα πια δεν είνα ι

δυνατό να δεχτούμε ό πως είναι; Ξεκά6αρο κα ι μόνο του ; Αυτό ­ φωτο κι ανεξάρτητο; Ί διο μα κα ι τόσο κοινό για όλους μας; Είναι

αλλόκοτο κα ι περίεργο, αλλά ακόμα κ ι η γύμνια μας είνα ι δανει­

'-

κή.

_.-

-Τ<οιμό μουνα ακόμα δίπλα στον Χαρίλαο και κάτι βράδια ή μου ­ να σίγουρη πω; ϋα ξεψυχούσα, πως

6' άφηνα

το σώμα μου έρ μο

και μόνο του , εγκαταλελε ιμμένο δίπλα του και δα σποδημούσα σ ' άλλου ς τόπους ο ' άλ/ες ε ποχές. Το μυαλό μου φούντωνε κα ι με έκαιγε και κάτι μου έλεγε πολύ δυνατά ότι η ψυχή μov ~ καιγόταν κά ποτε μέσα σ' ένα τέτο ιο ολοκαύτω μα. Κ ι ήταν εκε ί ­ νες τ ις ώρες που άκουγα τον Χαρίλαο δίπλα μου να ροχαλίζει.

ήρ ε μος κι ευτυχ ισμένος που φάγαμε καλά κ ι εκε ίνη τη μtρα, που ξάπλωσε πάνω στο σώμα μου με την ίδια χαρά κ ι απόλαυση που ξά πλωνε πριν από χρόνια. Κι η ανά σα του ήταν ολόκληρη ένα γέλιο. μια πρόκληση στη δική μου μελαγχολία. Κ ι αναρωτώμουνα

τότε, πώς, άραγε, κο ιμόταν η Λίτσα δίπλα στον Γιώργο ; Μπορού ­ σε έ στω και λίγο εκείνος να κ αταλά β ε ι τον πόλεμο μέσα της; Ή 6ελε να πάρει μtρoς στη μάχη ; Κ ι αν το 'κ ανε, με ποιανού το μtρoς θα πήγαινε; Μ ε τη ; Λίτσας ή με τη ς ασφάλειας και τη;

στενοκεφαλιάς; Μ α κάτι μου λέε ι πωτ. όπως ο δικός μου ο Χαρίλαος, έτσ ι κι ο Γιώργης, ε ίχανε κ ι σι δυο πέσε ι σ' ένα επι μενίδειο ύπνο και

λίγες, π ολύ λίγες ήτανε οι ελπΚiες που είχα με μαζί με τη Λίτσα να βρσύμε κά ποιο εΚiσς συ μπαράστασης. Ή ταν φορέ ς που το μυ αλό μου ξέφευγε τελείως από τα σύ­ νορα της λογικής κ ι η φωτιά που το ζέσταινε , το πολτοποιούσε κι άρχιζε να χάνετα ι μέσα σε παρ αλογισμούς ανεξήγητους κι απρόσμενους για τη δική μου, γερα σμένη κ ιόλας, φύοη. Και μπορ ε ί όλο ι ο ι συλ/ογ ισμο ί μου να μην ήτανε τίποτα πε­

ρισσότερο από ένα μακρ ινό ταξ Κiι στη Νεφελοκοκκυγία και να μην ε ίχαν /σως καμιά υπόσταση αλήfiειας κα ι πραγ ματικότητας.

49


εγΑ ΟΜ Η ΡΟΛΗ

A'JJ.iJ.

ήταν ε εκ ε ίνοι οι συλλογισ μοί που μου έδε ιχναν το σωστό

δρόμο πρ ος τη ζωή , ήτανε μόνο εκείνο ι που οτάθη κσν δίπλα μου

και με βοήθησα ν στη ν κάδε δύσκ ολη στιγμή μου. Κι αυτοί πάλι άλ/ αζαν σιγ ά σιγά τη ζωή μου και μ ' έκαναν καλύ τερη και πιο

ευτυχισμένη. • Βέβαια ήταν και πολλές οι φορ ές που κοίταζα έξω τον κόσμο ίζΟΙ μου φαινόταν τόσο μεγάλος κ ι απρό σωπος, τόσο απάνθρω πα

σκληρός που παοσ τηο ούσα τον εαυτό μου και την αδυνα μία μου και σεεφ τό μουνα , ακόμα κα ι το να μη ζητάς είναι αξίωση, πό σο

~ ~ν. _ν α _~λπ ίζε ις.

- -~

,.-

' Ηθελα πάρα πολύ να μιλάω πάλι με τη Λ ίτσα και να ξημερω­

νό μαστε έξω στην αυ λή με τις ψuχές μας oeW~X!fID σαν πληγέ ς

κ.9.!..ω.Q:tι6. το φεγγαρ όφωτο." ·Ομως;-έ ίχε--πε-ράσει πολύς κ α/eός ­

από τότε που την άκ"σιryα σαν μαγε μένη κα ι τώρ α εκείνο που είχα μέσα στο μυαλό μου ήταν η ίδια η ζωή κι όσο κι αν τελικά αγαπάμε τα ινδάλματα, κανένα από αυ τά δεν μπορε ί να ανα πλη ­

ρώσει τη γεύση εκείνη που μας κρατά ανήσυχου; κάτι ατέλειω­ τες νύχτες με φε-ΥΥάρι. ΚΙ εγώ παρά μενα μόνη κι έρημη σ' έναν κόσμο που δε με λογάριαζε καθόλου, που δε με λογάριασε ποτέ, που μπορεί κ αι να μην ή ξερ �� καν ότι υπάρχω. Κ Ι όμως υπήρχα, ολόκληρη κα ι γε μάτη από σκέψεις κι όνειρα που κάτι μου έ).εγε

από πάντα πακ; π οτέ δε θα τα δω να αληθτύ ουν κι ό μως δε ν ήταν η αλήfiεια π ου με τρόμαζε, ούτε κ ι η μοίρ α που θσ είχαν τα όνειρ ά μου, ήταν μόνο η ίδ ια η σκέψη του θανάτου και του χρ όνου που δεν άφ ηνε τίποτα στο πέρ ασμά του . Κ ι α πό τ/ μια ή μουνα τόσο χαρ ούμενη που όλα τελικά ήταν έτσι κι όχ ι αλλιώ ς

κι α πό τ/ν άλλη τα ήΟελα όλα να είναι καλύτερ α, γιατί ή ξερα πως μπορούν να γίνουν πιο σοφά. Δε μ ' ένοιαζε πια για κανέναν κα ι για τίποτα . ' Η θτλα να βρω κά πο ιον και να του ζη τήσω τη ζωή που είχα χάσε ι περιμένοντας

τ/ν ίδια πάλι αυτή να έρ6ει. Και δεν ήθελα και δε θέλω ούτε τώρ α να κριfiώ για τα ΈQγα μου. Δεν ανέχο μαι κα μιά κριτική από κανέναν και σε κανένα,

γιατί δεν μπορεί τίποτα να μας αγγ ίξει κι όλοι οι κακοί κι οι αναρχ ικ οί τον πρώτο που βλάπτουν είνα ι ο εαυτό; τουσδε θα

t efieI κανείς να

του; κρ Ινε ι' να μας κρ ίνεΙ. Έχου με δώσει ό.η πιο

πολύτιμο ε ίχαμε σ ' αυτόν τον αγώνα και δε βλέπουμε, δε δέλου -

50


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑ Β ΗΤΟ Ι ΤΟ Υ Ε ΡΩ ΤΑ

με να δούμε τίποτε πιο ση μαντικό χαι σοβαρό από την ίδια τη ζωή κα ι θεωρού με μεγάλη προσβολή την προσβολή τη ς. Δεν εί­ μαι, ακόμα και τώρα που πεθαίνω κ αι το σώμα μου μο ιάζε ι με

άδεΙΟ σσκί, δ f;V ε ίμαι έτοιμη ούτε και πρόfiυ μη να δεχτώ την οποιαδήποτε κριτική , καλή ή κακή. για τη στάση ζωής που διά ­ λεξα.

Δεν έχω νοιαστε ! κα ι πολύ να εντοπίσω το γιατί, αλλά κατά κάποιο παρ άξενο τρόπο, έχω συνδέσε ι την έννοια του ανήthκoυ με την κριτική κ ά{)ε είδους. Κ αι στο χα/ω κάτω κανείς δε νοιά ­

ζετα ι για τη γνώμη κανενός. Αλ/ά εμένα

texeTaa α μtσως

στο

μυαλό μου ένας τεράστιος κ ώλο ς, στρωμένος και βολε μένος σε μια μαλακιά πoλυbρόνα. Ένας κώλος που κα μιά σχέση δεν έχε ι με τη ζωή , ούτε δα έχει ποτέ, αλλά είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμο;

να κολλή σει στη μούρη μου μια γνώση που δεν του τη ζήτησα. Hthκoλόγoι όλοι τουτ; μιας και η ανικανότη τα δε σου αφήνε ι πια

κανένα περιδώριο. Μ α , στ' ολήθεια, δεν υ πάρχε ι κανόνας για τίποτα κα ι όλα κρέ­ μονται μετέωρα πάνω από τα κεφάλια μα ς. Δεν ξέρω αν θα πέ ­

σουνε ποτέ να μας πλακώσouνε , αλλά εγώ δε ζω μ' αυτό τ ο φόβο .

Ένα βράδυ κατάλα βα ξαφνικά κι απότο μα πως ο Χαρίλαος ήταν αλ/ιryμένoς. Δεν ξέρω από π ότε , αλλά ήμουνα σίγουρη πως είχε

άλ/η γυναίκα. Ξα φνιάστηω αλ/ά δεν ήΟελα και να το πολυπιστέ­ ψω. Μ ου φαινόταν κάπως σπίϋσνο, κάπως πολύ τρα βηγμένο για

τον xαη μtνo τον άντρα μου. Μετά, βέ βαια, κα ι χωρίς πoλ/tς δυσκολίες, σιγουρεύτηκα κ ι έκατσα κάτω να αναλύσω τον πόνο

μου και τ ο συναίσθημά μου. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που συνέβαινε και σε μένα τέτοιο πράγ μα. Συνήf}ως έβλεπα όλες τις απατημένες συζύγους να τρέμουν από οργή χι αγανάκτηση , να Χλα ίνε με κ αυτά δάκρυα από πόνο και να τραβ άνε τα μαλλιά του; από απελπισία .

Είχα κάτσε ι έξω στην αυλή κ αι τίποτα τέτο ιο δε μου ερχότανε. Για μια στιγμή σκέφτηκα μήπως είναι τίποτα που έρχεται μόνο του χι α πρ οει.δοπο ίητα σαν φτέρνισμα, που λέει ο λόγος. Γι' αυτό βιάστηκ α η κακο μο ίρα να μπω στο σπίτι, μπας κα ι γίνω ρεζίλι χωρίς τη θέ λησή μου. Μ πήκα στο σπίτι, λοιπόν, αλλά πάλι τίποτα

51


ΕγΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

δε γινόταν. Φο βόμουν μήπως τελικά δεν ήμουνα εγώ καλά. ' Επο ε πε να ζητήσω βοήθε ια και μάλιστα ε πειγόντως. Ακό μα τότε

δε μιλούσα με με τη Λίτσα ούτε κι ήμαστε καθόλου φ ίλες, παλιά η ιστορ ία δηλαδή. Π ήγα, το λοιπόν, στην αδερφή μου την Αριστέα. ' Εκ στσρ και το σκέφτηκα και τη δεώρησα την πιο κατάλ/ηλη για τέτοιο πράγ ­ μα . Η Αρ ιστέα πάντοτε ήταν λογική κι έξυπνη, α'λ/iJ. πάνω απ '

όλα ή ταν καλός άνδρω πος και ή ξερε να κρατάει μυστικά . « Να μην το συζητάς κσϋόλου, Eλtνη. Κάνε πως δεν ξέρεις τίποτα κα ι δεν ε ίδες τ ίποτα ... Κ αι μετά, τι να σου πω ... ο Θ εός να βάλει το χέρι του». «Τ ι να το κάνω το χέρι του Θ εού , καημένη Αριστέα; Π άλι ο

Θεός θα την πληρ ώσε ι, επειδή ξενοκοιμάται ο άντρας μου» « Ά σε τις εξυπνόδες, Ελένη , κα ι δεν ξέρεις τι συμφορά έχεις μέσα στο σπίτι σου . "Αμα έχει μπλέξει με καμιά κα πάτσα και τον τυλίξει, θα σου πω εγώ. Π ο λύ νομίζεις ότι θέ λει να σ ' αφή σει

ξεκρέμαστη και μόνη» Και τότε κατάλα βα ποια ήταν ε η αληθινή αιτία που χτυπιό ­ ντουσαν ο ι γυναίκες όλες και γιατί δεν μπορ ούσα να στενοχωρη ­

θώ εγώ. Η β ολή μας, το βόλε μα του καδενός δηλαδή . Εμ, εύκολο είναι να μείνεις μόνος ξαφνικά και να χρειαστ εί κάποια στιγ μή να δουλέιρε κ, Κι πόλεμο μπορε ίς να κόνεις άμα είναι για σκλά βο, σά μπως έτσι δεν έκανε και η μισή Α μερική ;

Αχ, γέλασα τότε πολύ με το χάλι τους όλων όσων θυ μόμουνα ότι τις είχε κατά καιρούς αποτήσα ο άντρας τοικ. Βρε, για δες, όμως, που εγώ δεν είχα τέτοιο πρόβλημα κα ι δεκάρα δεν έδ ινα

για τη βόλεψή μου. Τόσα κα ι τόσα είχα περ άσει κ αι τόσο είχα δουλέψει στη ζωή μου , αλλά καδόλου δε θα με π ε ίρ αζε να αρχ ίσω

πάλι από την αρχή κα ι ν' αποκτήσω πολύ λιγότερα. Στο κάτω κάτω δε χρε ιαζό μουνα ποτέ πo'λ/iJ. για να είμαι ευτυχισμένη και

πλή ρης με τη ζω ή και τον εαυτό μου . Κι όλα εκείνα που οι άλ/σ ι τους έδιναν αξία για μένα ήταν μικρές τρ ανταχτές αποδείξεις της

αση μαντότητάς μας. Μ α ε ίμαστε τόσο εφή μεροι κι ε ίναι τόσο μακάβριο να ψάχνου με στα σκουπίδια την υπεροχή , σε πράγμα ­

τα που χάνονται κι αυτά μαζί με μας, που αποσυντ ίθενται ό πως και τα κορ μιά μας, «Χ αρ Οι.αε, υπάρχε ι κ ι άλλη γυναίκα στη ζωή σου και το ξέρω

52


Ο Ι ΑΝΑΛ ΦΑΒ Η ΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩ ΤΑ

μόνο που δεν ξέρω τι πρέπ ει να κάνω ». Αυτή ήταν η καλύτερη λύση που βρήκα κι σεά μα δεν το έχω μετανιώσει.

..Είσαι τελε ίω ς τρελή!» γάβγισε ο

Χ αρ ίλαος κι έφυγε σαν μονιά ­

σμένο; βροντώντας την πόρτα πίσω του. Μ έσα στην οργή του πρ όλαβα να διακρίνω ένα ίχνος χαράς. Π οτέ δεν του είχα δώσει

την παρ αμικρή αφορμή να μαλώσει μαζί μου και φαίνεται ότι το ζητούσε . Του δινόταν έτσι η δυνατότητα να φεόγει, δήθεν απελ­

πισμένος από τη συμπεριφορά μου . Τότε, εκε ίνη την πρώτη φο­ ρά, έκανε τρ ε ις μέρες να yυgίoeL

Κόντεψα να πεθάνω από την αγωνία και το φόβο μου . Κ σ­ τά βCr60ς το ήξερα ότι εκε ίνη τη ν ίδια στιγ μή που εγώ άνα ­ βα καντήλια στ ' όνομά του κι έταζα λαμπάδες σε αγίους, ο Χα ­

ρ ίλαος έκανε απλώς τ/ ζωή του. Aλ/fJ. μιας κι αυτό δεν είχε πο­ τέ ξαναγίνει, ο τρόμος μου ή ταν πολύ μεγάλος κα ι δεν ή6ελα να

τον κατηγορήσω ούτε μέσα στο μυαλό μου, από φόβο μήπως εκείνος είναι κάπου πε6αμένος κ ι εγώ νο μίζω ότι ε ίναι με την άλλη . Το είχα ό μως οποφασίοε ι να π άω στην αστυνο μία την ε πόμε ­ νη μέρα κα ι να τους βάλω να τον βρ ουν. Δεν ή ξερα κ αι τι να πω στη γειτονιά. Δε μ' ένοιαζε βέ βα ια κα ι πολύ για τον εαυτό μου, αλλά δεν ή ξερ α τι θα ήθελε εκείνος να πω . Κι σφού δεν ή ξερ α

καδόλου που στο διάολο ήτανε, δεν ήξερα π ώς ήταν πιο σωστό να εκφραστώ για το άτομό του . Τελικ ά, εκε ίνο π ου έκανα ήταν μάλλον περ ίεργο για το χαρα ­ κτήρα μου και τη μέχρι τότε συμπεριφορά μου .

Το βρόδυ της τρίτη; μέρας έπιασα ένα σφυρί και μαδέρ ια και κάρφωσα όλες τκ πόρτες και τα παρ άδυρα του σπιτιού. Τα έ­ κλε ισα όλα κα ι δεν άφησα ούτε μια μικρ ή τρ ύπα απ ' όπου {}α μπορούσε να μπει ο Χ αρ ίλαος όταν θσ ερχόταν. Δεν ήταν η απιστία πφυ με είχε κάνει τόσο έξω φρενών, όσο

η ανη συχία μου όλες αυτό; Τlζ νύχτες που δεν είχα κλε ίσει μάτι για το χατίρι του . Αυτό δεν μπορού σα να του το συγχωρ ήσω

εύκολα, γιατί όποια στιγμή και να ή6ελε θα μπορούσε να φϋγει και με την άδεια μου και να πάει όπου ϋέλει Για τ ' όνομα του

Θ εού , ήτανε ανάγκη να φύγα έτσι; Μήπως κι άλλες φορές δεν είχε ξενoκoιμηδε ~ Του είπα ποτέ τίποτα; Σ ' όλους μπορεί να τύχει Κ ι η χαρ ά του κορ μ ιού είνα ι κ ι αυτή μια ανάγκη . Τα ίδια

53

) Ι


εγΑ ΟΜ Η ΡΟΛ Η

θα λtμε τώρα; Ποιος είναι εκείνος που μπορεί να κατηγορή σε ι τον έρωτα και τη σάρκα για την απόλαυ ση π ου μας δ ίνουνε; Π οκκ. μα Θ εός, μα άνf)ρωπoς, έχε ι το δικαίω μα να μας υποδείξει

τι ϋα κάνουμε με τα κορ μιά μας; Μ ωρ έ κι ο Χαρ ίλαος πολύ καλά έκανε κι ο κά6ε τη ; γη , Χα­

ρ ίλαος κ αλά κάνει, άμα έτσι του λέει η ψυχή του. Μ α ο δικός μου δεν άφη σε, ό πως φάνηκε, τα κορμιά να βρουν

το δρόμο που του; πρέπει, αλ/ά έμπλεξε και την κ αρδιά του μέσα σ' όλα τούτα. ΚΙ έβγαλε τη δ ική μου καρδιά απέξω και δεν του καιγότανε πια καρφάκι αν ζούσα ή πέθαινα. ' Εεατοα και το σκ έφτηω πολύ για να βρω π ώς ήταν πιο σω­ στό να δράσω. Τον άντρα μου τον ή ξερ α κ αλά. Μπορ εί να μην

ε ίχε π οτέ του προ βληματιστεί για τη ζωή κ αι το θάνατο, γ ια τη ν ψυχή και για τον κόσμο τούτο, αλλά ή τανε ο ίδιος α πό μόνος του μια ατέλε ιωτη ζωή. Γερός κα ι δυνατός, γεμάτος τόσο, που έ μοια ­ ζε ανεξάντλητος. Όλα εκείνα που εγώ πά σχιζα να αναλύσω για κείνον ήταν αυτονόη τα. Κι αυτό ήτανε κα ι το νόημα της απιστϊο; του . Εμένα με κατάλυσε μέασ στο κεφάλι του. Έβλεπε κι ωσϋα­ νόταν πως δεν ε ίχα τίποτε π ια να του δώσω . Τίποτε καινούριο.

Έτσι έψαχνε γ ια άλλη ζωή, νέ α, αλ/ού . Και δε νοιαζότανε και πολύ για μένα, πάλι για τον ίδιο λόγο. Ή ξερε καλά π ως η 1;;ωή ήτανε πάντα π ιο μπροστά από όλους μας και ότι κι εγώ δα ζούσα

και τα παιδ ιά μα ς θα ζούσανε, το ίδιο, μπορε ί κα ι κ(ύ,.ύτερα, αν μας παρατούσε . ΚαΙ. βέβαια , όλα τούτα ήταν οι λόγοι που κι εγώ τον είχα πια για άντρ α μου , όχι από ανάγκη μα από επιλογή- κι ας ήταν αυτή

μια επιλογή που άργησα να κάνω. Και γι' αυτό το βιβλίο και για όλη τη μετ έπειτα ζωή μου και για την κάδε σπουδαία σκέψη μου, δε μου το έβγαζε ς από το

μυαλό πως εκείνος ήταν η αιτία . Μ ε κρατούσε πάντα ζωντανή . Δ ε μου άφηνε κ αι κα μιά άλλη λύση . Έπρεπε να κρατιέμαι ζωντα ­ νή και καινούρ ια για να τον κρατώ. Μ έσα από τέτοιε; σκέψεις και τέτοιου; συλλογισμούς βρήκα

τη λύση κα ι ήμουν σίγουρη π ως ακόμα κ ι αν δεν ήταν απόλυτα σωστή, ήταν πάντως η μόνη . Κλε ίδωσα λοιπόν κ ι αμπάρωσα όλες τις πιiJανές εισόδου; και

μετά λoύσrηκα και φτιάχτηω κα ι στολίστηκα κα ι κοιμήδηκα νω-

54


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒ ΗΤΟΙ ΤΟ''ί ΕΡΩΤΑ

ρις για να είμαι φρέσχια στην περίπτωση που θα ερχόταν τη ν επόμενη . Τα παιδιά τα είχα στείλε ι ό λα μαζί στην αδερφή μου χωρίς να

τη; εξηγήσ ω πολλά πολλά για το σχέδιό μου . Κι ο Χαρίλαος ήρ{tε την επόμενη μέρα. "Αεουσα το τραγούδι του μόλις μπήκε στην αυλή και τη βροντερή φωνή του που κα ­

λημέρ ιζε του ς γείτονες. Η καρδιά μου σφϊχτηκε από αγωνία. αλ/ά πάλι σχηματίστη κε στα χε ίλη μου ένα πονηρό χαμόγελο ...Αχ. καη μένε Χαρίλαε, τι σε περιμtνεL>ι, ε ίπα μέσα μου.

Κι ο κ αημένος ο Χαρίλαος πλη σίασε την πόρτα του σπιτιού μας μ ' όλη του την άνεση, σαν να μη συνέβα ινε τίποτα .

Έβαλε το κλειδί και ξεκλείδωσε, αλ/ά πού ν' ανοιςεL Τράνταξε την πόρτα νομίζοντας προφανώς ότι είχε μαγκώσει αλ/ά δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Μ ε λίγα λόγια , δεν του πήρε χαι πολύ να χαταλάβει ό τι όλα ήταν σφαλι.σμένα ερμητικά και καρφωμtνα από μέσα . Π ήγε στην αρχή να πιστέψει πως είχα φύγε ι και τον είχα παρατήσε ι, αλ/6 δεν μπορούσα βέβαια να χτίσω πόρτες και παράttυρα απέςω . Εξάλλου. η γειτονιά του το εϋτε ξεκάδαρα πως δεν είχα φύγει, πως μέχρι χτε ς ήμουν εχεί κα ι έκανα τις κοθη­ μερινές δουλειές του σπιτιού.

Εκείνος δεν ή ξερε πια τι να κάνεL Σε λίγο άρχισε να φωνάζει μ ' όλη του τη δύναμη.

,,' Ανοιξ ε

yuναίκα, το ξέρ ω καλά π ως είσαι

μέσα!,.

Σε λιγότερο από πέντε λε πτά, είχε γίνει &ηρίο aνήμερο. Ούρ­

λιαζε και άφριζε έξω απ ό την πόρτα κα ι τα παράttυρα κα ι κλο­ τσούσε ό.τι έβρισκε μπροστά το υ .

..Να

πα ς εκεί π ου διάλεξες να είσαι σ πιτωμένος. Δειλοί εδώ

μέσα δε χωράνε! Δεν μποοούσε ε, μωρέ. να μου πεις πως ή6ελες μια αλλαγή να σου τη φτιόξω εγώ και να γλε ίφεις και τα δάχτυλά σου; Έπρ επε να φύγεις έτσι σαν τον κλέ φτη; Δ ε σου ταιριάζουν εσένα. μωρέ , τούτα! Κα ι δε μου ταιριάζεις πια κι εσύ ! Οι άντρες

λtνε την επ~ μία του; aντρίκεια κ ι ά μα δεν τη βρούνε όπως τη ϋέλουνε, τότε φεύγουμε, μα φεύγουνε πάλι σαν άντρες!»

Τέτο ια του είπα πολλά κι αυτό ς είχε μείνει ξερός κα ι δεν έλεγε τίποτα. Κι άμα του είπα κα ι του είπα κι ούτε που thJμάμαι πια τι άλλο του 'συρα, σω πάσα με κ ι ο ι δυο. Ε, ύστερα πήρε εκείνος

πάλι το πάνω χέρι κα ι μου φώναζε με τη σειρά του .

55

..Κ ι

οι γυ-


εγΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

ναίκες, μωρέ, οι αλη6ινές, τα λένε όλα καταπρόσω πο κι όχι κλει­ δωμένες κ ι αμπ αρωμένες. Έλα όςω να μου τα ψάUΕις ά μα σου

βοστάεεΠ ερ ίμενα λίγο κ αι μετά άνοιξα σ ιγά σιγά την πόρτα και βγήκα

έξω στην αυλή κ αμαρωτή κα μαρωτή. Όλοι ο ι γε ίτονες ήταν qι: ε ί και βλέπ ανε μ ' αν οιχτό το στόμα . Κι ο Χαρίλαος αισθάνθη κε πολύ περήφανος για μένα που δεν

τον φοβήδηκα κα ι βγήκα- κ ι ε ίδα τότε ένα τερ άστιο χαμόγελο να φω τ ίζει το πρόσωπό του. Κι έ τρ εξε κα ι μου όρμηξε κι όλοι πε ­

ρίμεναν ότι θα μ' έβαζε κ άτω να με σκοτώσει, κ ι εκείνος με πήρε στην αγκαλιά του κα ι με γύρ ισε γύρ ω γύρω ώρα πολλή μέσα στα χέρια του και μετά όρμηξε μέσα στο σπίτι με κραυγές και με πέταξε πάνω στο κρεβάτι κι έ πεσε πάνω μου σαν αγρίμι κι αγα ­ πηθήωμε πάλι από την αρχή και πιο πολύ ακόμα.

Έτσ ι το έ λυσα εγώ το πρόβλημα του γ άμου μου κι απ ό τότε δεν ε ίχα πια κανένα. Κ ατάλαβ α ό μως πως 6έ.λει μεγάλη _δύνα μη ι Ύ..α κρ ατάς την αγά πη και το πάθοτ μέσα στα χέρ ια σου και να

\

Ι τα κάνεις ό,τι bέλεις. Η φboρά είναι τόσο ένα φυσικό φαινόμενο j

όσο χα ι τραγικό και βάρ β αρο κα ι ε ίνα ι απ ίστευτα δύσκολο να

\

του εναντιωθέ ϊ; Είναι 'ένας γλιστερό ς κ αι μεγάλος κατήφορος κι εσύ πρ έπει να μπορ ε ίς μα και να ξ έρεις να κρατηδε ίς στα πόδια

Ίσου , όρδιος και δυνατός, έτοιμος να γΙνεις ένας άλλος, καινούριο ς j:':rvδρω πoς για να διατηρήσεις τη φωτιά σου αναμμένη κ αι να μην

ξεπαγιάσεις από το κρύο. Μια ολόκληρη ζωή το σώμα μας τρ ίβεται και τυρανν ιέται από τα τό σα και τό σα που του β άλαμε να υποστεί Κι ε ίνα ι δύσκολο ν ' αντέξει μα κι αν αντέξε ι.. δεν είναι βέβαια για πάντα. Κ αι ξυ ­

πνάς εκείνο το ά σχημο πρω~ που έξ ω μπορε ί να ε ίνα ι μια ηλιό ­ λουστη , ζεστή μέρ α , κι εσύ είσα ι χαμένος στα σκοτεινά σοκάκ ια της ψυχής σου , περιπλανώμενο ς από το κούτελό σου μέχρι τα πόδια , βλέπ οντ ας, ανακαλύmοντας πως η ίδια μάγ ισσα κ αταρά ­ στη κε κ ι εσένα στη φθορά, Και δεν είσα ι πια εσύ κα ι δεν είσα ι πια ίδ ιος και δε δέλεις να το πιστέψεις, αλλά όσες φορές κι αν ανο ιγοχλείσεις τα μάτια, η ε ικόνα σου ε ίνα ι πάντα εκε ί μπροστά σου κα ι σε καταδ ιώκει αμείλικ τα, σαν εφ ιάλπJζ.

Ύστερα το ίδιο παθαίνει κι η ψυ χή κ αι το μυαλό σου . Γερνά με που να πάρει ο δ ιάολοτ! Γινόμαστε όλο κα ι πιο μικροί κι ο θά -

56

Ι


Ο Ι ΑΝ ΑΛΦΑ Β ΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΟΤΑ

νατος έρχ εται πιο κοντά. Κ άδε μέρα κα ι πιο κοντά. Με τι μεράκι πια ϋα ψάξουμε για κα ινούρ ια πρ άγματα; Μ ε τι πάδος

6'

αναζη ­

τή σου με πια κα ινούρ ια κορ μιά; Χαμένοι στην άβυσσο, στο μονα ­

δικό μας εαυτό , κρεμιόμαστε α πό λέξεις κι από νεύματα. Κι η ευτυχία μας κάνει να συνθλιβόμαστε κ άτω από τις κοτρόνες του θεϊσμού τη ς. Επε ιδή μας δείχνει ολόκληρη την έννο ια του φόβου.

Ω , κι όμως! Ο_φόβος ε(ναι μια μεγάλη ιδέα το ίδιο όπως κι η ) ' ελευΟερία και ο πλούτοτ κ ι ο Θ εός. Κ ι όταν καταλάβεις πως τα σύνορα ε ίνα ι τόσο κοντά, βλέ πε ις ως το άπειρο. Γι' αυτό ο θάνατο; είναι μακρύς σαν δυστυχία, σαν πόνος

α βάσταχτος . Γι' αυτό η ζωή μοιάζει με ανάσα, με μικρή , σσήμα -

_Ύtl]

.

.ε ισπ νοη.

~

Εγώ έ φτααο ~~ε ί που ήθελα. Κ α ι ήθελα πάντα τό σο πολύ να

βλέπω τα σχήμqtα , πσu. χάραζε η ΨVXη μo;:i: στον πλανήτη.

Την α~μΑVΤΗ, άχρωμη προσφορά του αίματός μου σ ' αυτήν

την ατέρμονη πεοιστοοφή . Ανέκαδεν ε ίχα την αίσθηση του κενού μέσα στα μάτια μου και ποτέ δεν μπόρεσα να δω καδαρά του; λόγου ς και τις αιτίες. Μ ια βουβή κωμωδία παιζόταν μέσα στο

κ ε φάι.. μου κ α ι καδένας από σας ήταν ένας μεγάλος πρωταγω ­ νιστή ς. Κι ο χρόνος; Μή πως έρlJε ι πριν απ ' άτι νόμιζα ή αργό­ τερα απ' ό.τ ι τον περιμένω. Να η έννοια του χρόνου , μιας και όλα είναι τελικά θύματα ενός καλού ή κακού συγχρονισμού. Βοή θεια φώναζα, όπως κα ι τώρα, κ ι ερχόταν π ίσω μου η ηχώ εκατοντάδων άμαχων ψυχών. Κι έβλεπα μέσα στα μάτια τους την υπ οχώρηση . Εκείνη , την ηδελη μlνη . Το δ ιαλεγμtνo χαμό, το Βά ­ νατο , γ ιατί τίποτα δεν έ μοιαζε πια με ζωή. Κι ήταν πάντα το δικό μου το αίμα που γινόταν ήλιος και γέ μ ιζε τον ορίζοντα κ ι ο ορ ίζοντας γινόταν τοπίο για τα μάτια σας. Η επανάσταση του τόπου , του χρόνου και του κ ορ μιού σας, ήταν π άντα εκείνα που θέλατε να αποφύγετε . Θυ μάμαι, όταν ακόμα ήμου ν μικρπ παιδί και ΤΩ η λεκτρικπ

ρεύμα , βέβαια , ήταν ακό μα τότε ένα ασύλληπτο νόη μα, τη νύ­

χτα φοβό μουν απελπιστικά το σκο τάδ ι. Η μάνα, που έπε φτε στο στρώμα τη ; σκο τω μένη από τη δουλειά, το τελευταίο που είχε όρ εξη

ήταν να ωωύει τα δικά μου κλαψουρίσ ματα κα ι

δ εν πρ οσπά6η σε ποτέ να με συμφιλιώσει με τα φαντάσματα που με κυνη γούσαν μέσα από τις τρομαχτικ έ ς σκιές. Η ανά-

57

.


ΕγΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

γκη κι η μοναξιά μ' ανάγκασαν να βρω αυτό το τ έχνασμα.

Έκλε ινα τα μάτια και ποοσποιόμουνα ότι το σκοτάδι δεν ήταν πια εκεί, ΚΙ απ ' τη" πρώτη φορά το κόλπο είχε πιάσει, Όχι

ytoti,

όταν έκλεινα τα μάτια , έ βλε πα ή ξέφευγα απ' το ίδιο το σκοτάδ ι μα γιατί τα κλε ιστά μου μάτια ήταν το σκο τάδ ι που διάλεγα μόνη

μου, ενώ το κατάμαυρο δωμάτιο ήταν το σκοτάδι που διάλεγε ε μένα. Και δεν ξέρω αν είνα ι κ αλή τακτική, αλλά πάντω; ε μένα

μου χρησψευσε π ολλές φορές. Να πέφτευ; με τα μούτρα σε κάτι,

όταν ακριβώς όέλεις να ξε φύγειςαπ' αυτό. βρίσκεσαι τότε στο. μαγ ικό τδη-ο της -επιλογής που πολλές φορές μοιάζει με ψευδαί­ σθηση κι ας μη γελιόμαστε, ο ι εντυπώσεις ε ίνα ι το μόνο μας δ ικ αίωμα ο " αυτή τη γη. Κι όταν αυτό; σι εντυπ ωοε«; είναι λαν­

δοσμένες, λtγoνται ψευδα ισθήσεκ. Τίποτε το σο βαρό, δηλαδή.

Κι αύτή η εντύπωση ότι ή επιλογή είνα ι δική μας και κανενός άλ/ου , μπορ ε ί να αποδειχτεί σωτήρ ια για ό λους μας. Κο ίταξε τα γη ρατειά που κουβαλώ μα ζί μου, που σέρνω πάνω μου. ' Εζησα πι ζωή μtχρι εκεί που έπα ιρνε, αυτό το γή ρας είνα ι μόνο δικό μου , Δε μου τ ο φόοτωσε κανείς . Αν ήθελα, θα μπορού σα να φαίνομαι πολύ πιο νέα. Κο ίτα αυτό το θάνατο που έρχετα ι να με βρεL Τον ε ίχα πάρει χα μπάρι από την αρχή πω ς με παραφυλσύσε στη γωνία, αλλά

ήταν δική μου η ε πιλογή να μην τον λογαρ ιάσω. Έτσι τώρα τον ακολσυδώ κ ι ίσως και να μη συνέβαινε έτσ ι αν ήμουνα εγώ αλ­

λιώς. Τέλος πάντων, αυτός ο fiάνατος ε ίνα ι δικός μου. Να, Τ\ δα πε ι φευόσίσθηση κα ι μπορ ώ να βρ ω χιλιάδες άλλες για όλες τις στιγμό; Όχι πω ς έ τσ ι νικάς τον πόνο και την αγωνία, μα τα κ ό βεις, τουλάχ ιστον, λίγο πολύ στα μtτρ α σου . Ε, κ άτι είναι κι αυτό μέσα στο χάος τη; ύπαρξης, μέσα στο βάρος τη ; μο ίρα ς. Και δε λtγεσαι τότε ούτε ονειροπαρ μένος, ούτε τρελός. Κι αν λέγεσσ ι, εσύ δε δα το καταλάβ ε ~ ποτέ, γιατί από τέτοιο; ψευ ­ δαισδήσε ις δεν ξυπνάς ποτέ , δεν αισθάνεσαι ποτέ προδομένος. Κι αν δεν το καταλαβαίνει; εσύ, το τι κάνουν οι άλ/οι ε ίναι μόνο

δική του; δουλειά. Θλίψη και κατάχρηση των εννο ιών κ αι των σω μάτων. Αυτό είνα ι το πεπρωμένο μας. Κρεμιόμαστε στκ μικρές αδέξιες δικές μας m..ινήt}ειες, ανίκανοι να σκαρφιστούμε άλλους τρόπους ζωής. Γιατί, κι αν πα σχίζω κι αν τρελαίνομαΙ, όμως κατά β άδος, είμαι

58


ΟΙ ΑΝ ΑΛ ΦΑΒ Η ΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ακόμα η ίδια. Τόσο ίδια, που κ ι οι πόνο ι μου βαρέ"bηκαν και μ'

εγκατέλειψαν. Κι οι αγωνίες μου βρήκαν διt~oδo κι έγιναν ρου­ τίνα. Και φτάνεις ύστερα στο ση με ίο που λες, α ς είναι καλά ο δάνατος μια και ε ίναι ο μόνος που με περιμένει. Ο πιο πιστό; απ'

όλου; όσου; έφυγαν κα ι μ' άφη σαν μόνη κι έρη μη να χάνο μαι και να γεννιέμαι ςανά μόνη και μόνη στα ίδια μέσα σύνορα, στις ίδιες

πάντα νωχελικές βραδιές του μυαλού μου.

-

--Είναι σο φό και Oέi.ε1 δύναμη να βΛέπε ις από μακριά τη δυστυ­ χία κα ι να λες, κο ίταξε, είναι εκείνη που διάλε ξα εγώ μόνη μου. Γιατί τη ν επιλογή, όσο κακή κ ι αν ε ίναι, μπορούμε π άντα να τη διορbώσουμε, να γίνουμε κι ε μείς κ αλύτεροΙ, να μόf)oυμε απ' αυτήν. Έτσι κ ι αλ.Μώς δε μένει τ ίποτε άλλο. Ο ήλιος χάνεται κ ι η δάλασσα γίνεται κύ μα κάτω απ ' τη μουσική -μας.

' οι κραυγές του έρωτα, του -έρ ωτά μου , είναι" ο ι μόνες που κ αλύπτουν τις φωνές των φ όβων μου. Μ έσα σε κορμιά μπορ ώ να ξεχαστώ , να γίνω άλλη. Ν α χα6ώ και να βοεθώ ξανά αλλού ,

ίσως σε όνε ιρα και παο αισθήσεκ. Ίσως μέσα στις φαντασιώσεις των fiεών. Είναι μεγάλο ι οι δυνάστες που ε πινοούμε μόνοι μας. Κόβουν

τιςχαρδιές μας ~.oμμ.άτια. Κι o~ ψuxές μας ανεμίζουν μόνε ς στο σύ μπαν σαν σημα~ι;. μtσα σε μανLOσμtνOΙΙ~ , .ωκεανoύς.-

'Π έρ α απ' όλα κι από καθετί, καλό είνα ι να δυμ6μαστε πως η

φόοη πλά6εταl κ ι έχουμε ένα σχετικ ό περlftώρ ω να την κάνουμε

όπως θέλου με ε μεiς:. Γιατί ποτέ δε θα μπορ έσουμε να μάθου με κάτι από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι, λοιπόν, καλύtερο να προσπο ιηθούμε πως το ξέρ ουμε ήδη . Οι άκρες και οι μικρές γωνιές που χαρακτη ρίζουν τκ 1.jJ\Jχές των ανδρώπων είναι άγνω­

στες σε όλοιις. Και με τη Λίτσα έτσι έγινε. Ι1λευαν το λαμπερό

τ/ζ χαμόγελο, γιατί αγνοούσαν την κρυφή π ηγή"τ/ζ. ) -· ΓΊ.αΤί ' είναι πίσω -απότα ΧρωματακαΓtα ΤΟn1α 'Πόυ κρύ βεται η ζωή κα ι ε ίναι πάντα τόσο δύσκολο να τ/ν καταλά βουμε από μαΚQιά, καθισ μένοι ίσως σε κάποια καρέκλα, βολεμένοι σε παραι­

σϋήοε κ που καμιά σχέση δεν έχουν με τ/ν αλήt}εια. Με τ/ν αλήθεια εκείνη που κρύ βουμε όλο ι μέσσ μας. Κι εγώ ποτέ δεν κατάλα βα αυτήν τ/ν κoταf}λιm"ική ποοσπά ­

ϋεια να γίνουμε άλλοΙ, να φύγου με έξω από τα σύνορα του πραγ -

59


εγΑ ΟΜ ΗΡΟΛΗ

ματυωύ μας εαυτού. Π οια ε ίναι τελικά η αιτία που ανnδρoύμε αλ/ιώς α π ' ό,τι θα 6έλο με, που μιλάμε αλλιώς απ ' ό ,τι μας υπο­

δεικνύε ι η κ αρ διά μας: Μα τότε δεν έχουμε πια κίνητρο κι ο αγώνας αυτός παύει να έχε ι στόχο . Διαγράφοντας μοιραίες τροχιές μέσα στο άπειρ οι ξέ ­ ρουμε από πριν ότι δε θα φτάσουμε πουθενά. Κι είναι, τελικά , αυτό το -πουϋενά- που μας δeλεάζει σαν κενό, σαν ίλιγγος στην κορφή τον πιο μικρ ού λοφίσεου . Γενιές κα ι γενιές, ζωές και άνθρωποι πήγαν χαμένοι υπωωύο­ ντω; στις εντολές του μικρού μυαλού τους. Κ ι ε ίναι τόσο τυχεροί

κα ι προνο μιούχο ι ο ι επό μενο ι, οι νέ ο ι, οι κάδε φορά νέοι Μ όνο που είνα ι απαραίτητο να καboρ ίσoυν και να oριo6ετήσouν τκ απειλtς του νου των λίγων, των μικρών. ' Η μουν εγώ εκείνη που, ψάχνοντας απελπισμένα γ ια ζωή, βρ έ ­

θηω νύ χτα μπροστά στον πύργο τη ; ακολασίας. Και ε ίδα με τα ίδ ια μου τα μάτια και μ ' όλες τις αισ6ήσεις μου , πω ς η αμαρτία είναι τελικ ά μια δύναμη , μια αστε ίρευτη πηγή ζωής. Σαν δώρο ενός κακόφη μου μάγκα που πλήρωσε με τη ζωή του το χρέος των εντυπ ώσεων που του δημιούργησε η αγένεια του ανέμου .

Εκείνου του συγκεκρ ψένου ανέμου που μας 6έλει όλους να τον ακολ0υ6ούμε τυ φλά, χωρlς: β ούληση και χωρlς: δικές μας ε ­

πιδυμίες . Και είναι ο ίδιος που φυσά κα ι παρασέρνει τη ζωή xωρlς: ε ξα ίQεση , χωρίι;; κ ανέναν οίκτο.

Ν α, οι γιοι μου, όλοι τους ήταν κ ιόλας πιο τυχεροί. Τέλειωναν ένας ένας α πό φαντάρο ι κα ι γύρ ιζαν π ίσω στο σπίτι Και πάνω που είπα με εγώ με τον Χ αρίλαο , τι ωρ αία που είμαστε ξανά όλοι

μαζί, άρχισαν πάλι ένας ένας να φεύγουν προς άγνω στη καττύ­ ϋυνση, ακολου6ώντας μια μοίρ α που δεν ε ίχαν ιδέα πού του;

οδηγούσε . Μ α ήταν η ε πιλογή, η επ ιθυ μία, η ψυχή του; η ίδια που έπα ιρνε: μέeoς σε τούτο τον πόλε μο ενάντια στο χρόνο.

Ο Χαρ ίλαος ε ίχε πολ/έ ς επ ιφυλάξεις, ήταν α πόλυτα φυσιολο­ γικό να μην του αρέ σε ι που έφευγαν τα παιδιά από κοντά μας, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τα σταματήσει.

..Φ ά ­

γαμε όλη μας τη ζωή για ν α κάνου με τ ούτα τα παιδιά. ώστε να μην είμαστε μόνο ι και, τώρα, κ οίταξέ τους, δέλouν πάλι να φύ­ γουν και να μας αφ ήσουν»,

«Αχ, Χαρίλαε, ο άνδρωπος είναι καταδικ ασμένος να μένε ι πά-

60

h

-

_


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒ ΗΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡΩΤΆ

ντα μόνο ς κα ι κα μιά θυσ ία δεν ω φελεί, καμιά δεν ε ίναι ικανή να κρατήσει κοντά σου αυτή τη νέα γενιά. την xάf)ε νέα γενιά. Mή ~ πω; χι ε με ίς το ίδ ιο δεν κ άνα με ; Μόνοι δεν πεϋάνσνε κι οι δικοί μας γονείς; ' Η μπας κα ι δεν κάνανε εκ ε ίνοι τόσες κα ι τόσες thJ~ σίες για το χατίρ ι μας;»

Έτσι ο Μιχάλης κ ι ο Αντώνης. οι δυο μεγάλοι μας , που φύγανε και πρ ώτοι, ξ ενιτευ τήκ ανε στη Γερ μαν ία. Σε λίγο γ ίνανε ένα με τον κα ινούρ ιο τό πο. πσντο ευτήωνε κ ι από κει κα ι τα πα ιδιά τους τώρα , λέε ι, ίσα ίσα που μιλάνε Ελ/ηνικά. Δόξα τω Θε ώ, πάντω ς, ζούνε καλά κα ι άνετα , κάνανε και πε­

ρ ιουσία κ ι απ ' όλα έχουνε. ζωή να 'χουνε και υγεία, Μ ετά ο Π αναγή ς, ο Θ όδωρος κ ι ο Θανασάκη ς μα ς, ο π ιο μι­

κρός, τρα βήξανε κατά τη ν πρωτεύ ου σα και μαθαίνω πως μια χαρά ε ίνα ι κ ι αυτοί. Ο Θανασάκης μόνο έφυγε ακόμα πιο μακρ ιά. Α μερική. Μ έχρι εκεί έφτασε η χάρη του κα ι το σόι μας. Τα όνειρά του εκ ε ίνου βλέπ ε ις, ήταν μεγάλα' π ιο ά πιαστα από των άλ/ων.

Δεν τον χωρούσε ο τόπος , μήτε η πρωτεύουσα, μήτε η χώρα ολάκερη . Τ ώρα πια είνα ι μεγάλο ς και τρανός. Π άμπλουτος! Μ ε β ίλες και κότερα και μεγάλες επ ιχειρ ήσεις. Π οτέ δε μα ς ξεχνάε ι. Κ ι εγώ πια από τα δικά του λεφτά ζω. Σ ' εκείνον το χρωστάω που πέρασα κα ι λιγάκι πιο άνετα και ξένοια στα .

Μ α τότε που ήταν να φύγεί κα ι κατέ βηκε κάτω στο χωρ ιό να μας χαιρετή σε ι, άκουσε όλη η γειτονιά τκ φ ωνές μου και τα κλάματα ... Π ού ϋα πας παιδί μου; Τόσο μακριά; Χαθήκανε ο ι τόποι κα ι τα μέρη να προχ όψεις;»

« Μ η φοβά ααι, μόνα. όλα θα πάνε καλά, θα δεις...» Κ ι όλα πή γαν καλά κ αι το 'δα, μόνο που τον Θανάση δεν ξαναείδα κ ι αυτός ήταν ο καη μός μου , μέχρι π ου πήγα βέ β αια κ ι η σύχασα. Α, βέβα ια, μέχρ ι εκεί έ φτα σα και μάλιστα στα γερ ά­ ματά μου. AJJ.ά αυτό ε ίναι μια άλλη ιστορ ία. που έγινε πολύ αργότερ α.

Πρ ος στιγ μήν είχα με πάλι μείνει μόνοι με το γεράκο μου και

κλαίγ α με τη μοίρα μας. Στα ε βδο μήντα του ε ίδε ο Χαρ ίλαος τη ζωή να χάνεται, να του τελειώνει κα ι κ αθόλου δεν του άρε σε του φουκαρά . ..Μ ας έφαγε η δουλειά, μωρέ γυναίκα, και τα βάσανα.

61


,

ΕΥΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

Τίποτα δε χαρήκαμε, που να πόρ ε ι ο διάολος τη μοίρα μας» .

..Πάψε,

άντρα μου , και μη βλαστημάς. Δεν περάσαμε δα κα ι

τόσο άσχημα». Κι αλήθεια. κάτι πρόλαβα κι εγώ να χαρώ. Μόλις πάτησα τα πενήντα τέσσερα μ' έπιασ ε μια κατά"b4ψη

που κόντεψα να τα τινάξ ω. Δεν ή6ελα να δω άνfiρωπo, ούτε Jta t να μιλήσω σε κ ανέναν . « Κλιμακτήρ ιος», είπε ένας κοϋυοτεοημέ ­ νος που μου τον έφ εο ε ο Χαρίλαος για γιατρό. « Βρ ε ουοτ, από το σπίτι μου, κερατ ά, που ϋα με βγάλεις κι άχρηστη ! Για καλό σε

κου βαλή σα με εδώ; Π άρ ε δρόμο γρήγορα!» Κ ι έτσ ι τον πέταξα έ ξω τον άνθρωπο κ α ι γκρ ε μοτσακ ίστηκ ε να φύγει, μη φάει κα ι

κα μιά παντ όφλα στο κε φάλι. Κι ύστερα γελούσε πίσω από την πλάτη μου όλη η αυλή .

..Π άτη σ ε

τα πενήντα πέντε", λtγανε «κ ι

ακόμα δεν το βάζει κάτω» μου ρίχνανε στην πλάτη κ ι ένα χρόνο παραπάνω , ο ι σνεποόκοποι ΚΙ η Λίτσα είχε μείνει μόνη με τον Γιώργη τη ς. Φύγσνε κι εκείνου τα παιδιά . ΚΙ εδώ που τα λέμε, φύγανε κι απ' όλη την

αυλή κ ι ερημώσαμε . Δεν άκουγες πια ποτέ φωνές κ αι γέλια . "Αμα σ' έναν τόπο με ίνουμε μόνο οι γέροι, δεν μ.."Τορε ίς να π εριμtνεις τίποτα πια . Ε, τι να κάνουμε , λtγα με για παρηγοριά , έτσι είναι η ζωή. Ν α

φύγουμε ε μείς να έρ60υν κ ι οι ε πό μενο ι Κι εγώ χτυπούσα ξύλο και δόγχωνα τ/ γλώσσα μου με τα μακάβρια τούτα σχόλια που μόνο παρηγοριά δε φέρνανε. Μωρέ εγώ f)' aργήσω πολύ να πε ­ θάνω, έτσι για να σκάσετε όλοι σας. Και δα προλάβω, που να μη

με λένε Eλtvη, να ζή σω κα ι να χαρώ ό,τι μου πέσε ι στο κ εφάλι. Ο Χαρίλαος παρ' όλο που κόντευε τα ε βδο μήντα, δούλευε ακόμα στα χ ωράφ ια. Και τι άλλο να έκανε ο έρμο ς δηλαδή ; Είχα

πια συνηθίσει να ξυπνό αξημέρωτα κ αι να φ εύγει Κι έτσι δού ­ λευε πια από κ α{)αρή συνήθεια . ΚΙ εγώ πάλι στο σπ ίτι, τον πε ­

ρ ίμενα το μεσημέρι να φ άμε. Ε, πίναμε και τα κρασάκια μας κα ι γ ινόμασταν λίγο φέοια κα ι ύστερα ξαπλώναμε για να σηκωθούμε το απόγευμα , να μαγειρέψουμε μαζί, να πούμε και κανένα κ αλα ­

μπούρι με του; γείτονε ς και μετά μαζευόμαστε όλοι μαζί κα ι τρώγαμε κ αι πίναμε πάλι του σκασμού.

Πoλλtς νύχτες καλοκαιρ ιάτικες λείπανε όλοι στις εξοχές κα ι μtναμε μόνοι, ολομόναχοι ο' ολόκληρη αυλή. Κα ι ξαπλώναμε σε δυο ράντζα που είχαμε βγάλει έξω, ειδικά για την περίσταση , και

62

Η"

,


ΟΙ ΑΝΑΑΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡ Ω ΤΑ

κοιτάζα με τον ουρανό κα ι τα εκατα μμύρια ά στρα που μας πα ­ ρατη ρού σαν από κει ψηλά. Και δε χορταίναμε το θέα μα εκείνο

το μαγικό κι αν είχε και φεγγάρ ι, ε, τότε πίναμε μόνοι μας μισό βαρ έλι κόκκ ινο κρασί κα ι κανείς μας δεν ήδελε να πάει μέ σα και να κοιμηδεί κάτω από έναν τοίχο , Και δεν ήταν μια κα ι δυο οι φορές που μα ς ξυπνήσανε οι γείτονες το πρω ί, γελώντας που

είχα με κoψηbεί όλη τη νύχτα έξω σαν τσιγγάνοι. Έτσι περνούσε πάνω κάτω η ζωή μας. Ξερή , μα όχι άνοστη­ ό πως πέρα σε όλα τα χρόνια. Ε, καμιά φορά παίρναμε και κανένα

γράμμα με φ ωτογραφίες από τα πα ιδιά μας και τα εγγόνια μας και γ ινόταν κάτι αλ/.ι.ώτικο από το κά6ε μέρα. Καθό μασταν ύστε ­ ρα με τι.ς ώρες κ ι αναπολούσαμε τα περασμtνα. Θυ μό μασταν παλιέ ς , ξεχασμένες ιστορίες με τα παιδιά.

Μ α ό.τι κα ι να κάναμε . καμιά μέρα δεν ξημέρωνε για το χατίρι μας. Έ βγαινε ο ή λιος στον ουρανό κ ι εμείς κ ανένα λόγο δεν

ε ίχαμε "α χαρού με ή να λυπηθούμε. Το ίδ ιο μας έκανε, Η αλήθε ια είνα ι πως κ ι ο Χαρίλαος δεν ήταν από του; γέρους εκείνους που μπορούν "α συμβ ιβαστούν με όλα τούτα που φέρ ­ νουν μαζί τους τα γερά ματα . Επαναστάτη; ο δόλιος, είχε ρέψει με τούτη την κατάντια μας. Μια νύ χτα σαν όλες τ υ; άλλες, μοναχική χ ι άδεια. δεν άνrεξε και μου ' πε πως τάχα ή μουνα εγώ η αιτία που γερνούσε, Μ ε κατηγόρησε χωρίς να το 6έλει κι ύστερα :

..Ε,

λοιπόν, εγώ

πάω να βολτάρ ω και σου το λtω σαν άντρας, πως απόψε ϋα αρπάξω ό.τι βρεδε ί μπροστά μου». ' Η θελα να του π ω «κάτσε κάτω, βρε Χαρίλαε, και περά σανε τα χρόνια κι ο ι εποχές που άρπαζες, μόνο κοίτα να μη σ' αρ πάξε ι

τ ίποτα εσένα κ αι σε χάσω πριν την ώρα σου, πονσθε μάσε», αλ/ό δεν του είπα τίποτα και τον άφησα να φύγει και έ με ινα μόνο να

παρ ακoλoυbώ τη σκ ιά του που χανόταν μέσα στο σκοτάδι. Κ ατά βάboς τον xάQηκα κ ιόλας, που είχε ακόμα μέσα του τέτο ια δύ -

.

ναμη.

Κι έκατσα στην καρέκλα μου μ' ένα βιβ λίο στο χέρι. όπως πάντα, κι ήταν εκε ίνη η νύχτα που με σημάδεψε με την ομορφ ιά τη ; και, παίρνοντας bάρρος από την κ ίνηση του άντρα μου, πή ρα τη μεγάλη απόφα ση τη ; ζωή ς μου. Τα μάτια μου περνούσαν πάνω από τι.ς γρα μμές τη; σελίδας

63


ΕγΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

χα! τίποτα δε β λέπανε. Το μυαλό μου τα~ ίδευ ε χαι τίπο τα δεν

μπορούσε πια να το φέρει πίσω. Π ροσπάθησα να συγκρ ατηδώ . Μ ε τρόμαζε η δύνα μη, η ορ μή εκείνου του σιιναισf}ή ματoς, τη ς περ ίεργη ς α ίσθη ση; που έ μο ιαζε τόσο πολύ με ζωή και που είχε αργήσει τόσο να έρttει Πή ρ α μια βαθιά ανάσα κι ένιωσα το 0 -

~υγόνo να φτάνει μέχρ ι τα δάχτυλα των ποδιών μου. Το κ~ρ μί μου έτρε με , το βα σίλειο αυτό τη ς φδοράς και του θανάτου . Το ανθρώπινο κορ μί π ου του αρνούμαστε ακόμα και τις α πολαύ σεις

που του αναλογούν. Χάρισα στο συνα ίσθημα μια μικρή ακτίνα φωτός. Είδ α πίσω από το βλέ μμα μου να παίζετα ι ένα έργο , σαν σινεμά . Έγινα σκιά

κάποιου άλ/ου που δεν ή ξε ρ α, που δε ϋα γνώρ ιζα ποτέ. Κι έμα ­ θα. Π ως τελικ ά όλο ι ε ίμαστε ίδιο ι. Πνιγμένοι σε κύ ματα αφέλε ιας και μωρίας, 6έλου με να φανού με αλλιώτικοι γιατί δ εν καταλά βα ­

με ακόμα τη μαγε ία τη ς κά6ε ταύτιση ς.

Κι όμως η ζ~ ~ί,:α~ _έν? παιx~~~~~ι. εί~ασ:~υ~πoxρεω~

'}'οι να λάβου με μέρος σ συτό. Φωτιέο απο δάλασσα κι ουρανο

που έσιωόαν - -μέσα οτοκέλυφο; του μυαλού μου. Δ ιαλύδηκα μέσα σ' ωτογοητεύσε κ που δε δα μ' άγγ ιζαν πια. Και βρήκα μέσα

στο χρόνο απολαύσεις. Δέχτηκα να γίνω γριά, αλ/ά με τους δι ­ κούς μου όρους. Προχώρησα ως το βά60ς μιας ρυτίδας κα ι δεν

ήθελα πια να γίνω σκλάβα σε μια ιδέ α που δεν κατάλα βα ποτέ. Και να ποιο είνα ι το νόημα που έ δωσα στη ζωή μου : Ν α WJQ.Qε ίς να ~εκoυράζε σα ι στα σπλάχνα της ρυτίδα ς σου κι όχι να χάνεσαι

μέσατηζΤιατ[ "τη ρυιίδα - έτσι' κ ι ' αλλιώς ε Ιναι- δύΦto).σ,-πoλύ δύσκολο να την απο φύγεις ολοκληρωτικά .

Εκείνο το βράδυ ο Χαρίλαος γύρισε πολύ αργά . Μπήκε τρα ­

γουδώντας στην αυλή κα ι γελώντας μόνος του, ίσως με τα κ ατορ­ 6ώματά του . Μ ε βρήκ ε ~ύ πνια και η όψη μου πρέπει να ήταν πολύ αλ/αγμένη , γιατί κάτι σαν τρόμος, χαρά, μπορ εί κι σνσγνώ­ ριση , ήταν εκείνο που μπόρεσα να διακρίνω στο βλέμμα του. Δε μιλή σαμε κσθόλου, δεν ε ίπα με τίποτα . Π έ σαμε μόνο στο κρεβάτι μας, σ' εκείνο το ίδιο κρε βάτι που πέφτα με κάδε βράδυ τ όσα χρ όνια τώρα, κα ι κοιμηδήκαμε αγκαλιασμένο ι σφιχτά σαν να είμαστε ένα σώμα. Κι έτσι όπως τον α ισδανό μουνα πάνω μου, κοντά μου, τώρα που το σκέφτο μα ι, μπορεί και να είχαμε τελικ ό γίνει ένα σώμα .

64


ΟΙ ΑΝΑΛ ΦΑ Β Η ΤΟΙ ΤΟΥ Ε ΡΩΤΑ

Κ αι το Ε πόμενο πρωί ξυπνήσαμε, δαρρώ, ΝΕΟ ι. Το είδαμε και

οι δυο πως τίποτα πια δεν μπορούσε να μα ς στα ματήσε ι. Εδώ που τα λtμε , δεν είχαμε π ια και τίποτα να μας ε μποδίσει. ' Η ταν το πρ ώτο εκε ίνο πρωί τη; νέας μα ς ζωής που κατάλαβα πως σι άνδρω παl έχουν την ευκαιρία να κα6ορίσουν ακό μα και τη μορ ­ φή του ς. Είδα πως όλα μπορού με να τα πλάθου με

Δεν είναι τό σο εύκολο, αλ/ά δεν είνα ι κι αδύνατο, όπως πί­ στευα μέχρ ι τότε. Βρήκ α νοή ματα για 110λ/ά απ ' εκείνα που μου είχαν ξεφύγει και μ ' έκαναν ν ' απορώ. Η δύναμη τη; ψυχής και του πνεύματος είναι τόσο ολοφάνερη

που μόνο κάποιος κουτός ε ίνα ι ανίκανος να τη όει Γιατ ί, τελικ ά. η αλή6ε ια ε ίναι μετα βλητή κι ανύπαρκτη . Μ όνο που συνεχίζουμε να κάνουμε λάθη, ίδια κ ι απαράλλαχτα με εκείνα του παρελfiό ­

ντος. Επειδή δεν υπάρχουν λάθη δ ιδακτικά. Τα νοή ματα ήρθαν για να εκπροσωπή σουν συγκεκριμένα συ ­ ναισδήματα. Συναισθήματα

πανάρχαια και πρωταρχικά, που

προύπήρχαν όλων, δηλαδή, Και φτάσο με στο άκρο εκείνο όπ ου

θέλουμε να φτιάξουμε συναισθήματα σύ μφωνα με τ ις οδηγία; των εννοιών, Λ άδη ατέλε ιωτα κα ι τόσο σο βαρά που σίγουρα ϋα δικάζονταν ο ι υπαίτιοι του; σε θάνατο αν υ πήρχαν δικ αστήρια των ψυχών. Και μπορεί τελικά για όλα αυτά να φταιε ι ο φό βος μας. Γιατί αυτός ο ψό βος μας έκανε μ ικρ ού ς και λίγους. Δε φτά -

νoυ~--,,!ια ρ'ακριά."

-

-- - -

Μ έσα στκ πληγές τη ; ηθικολογίφ; και τη; ποοσποίησηε. μέσα στο τέλος κ άδε πρ οσπάθειω; γιο έμπνευση , βλέπουμε το τελευ ­ ταίο ηλιοβασίλε μα και ζηλεύουμε τόσο πολύ εκείνου; που έχουν ακόμα το ρΙψοκίνδυνο συναίσθημα να το απολαύσουν. Ζητά με κα ι θέλουμε χωρίς να ξέρου με τι, χωρίς να νοιαζόμαστε για τ ίπ ο ­

τα. Οίκτος, να μια λέ ξη που μπορεί να ζωγραφ ίσε ι μια σκ έψη μου. Ο Χαρίλαος στεκόταν εκεί δίπλα μου, αλ/ά δεν ήξερα αν τα α ισθανόταν κ ι εκε ίνος όλα αυτά. Έπρεπε να του μιλή σω; Θα μπορούσα να του τα εξηγήσω με λέξεις ή μήπως οι λέξε ις μπερ ­ δεύουν τα πράγματα περισσότερο; ' Η θελσ πάντα ξεφύγω από την κατάρα του; και νο μίζω πως δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω απόλυτα τα νοήματά τοικ , ενώ εκείνο που ένιωσα. όταν έμαθα

να τις χρη σιμοποιώ καλύτερα, ήταν πως στ' αλήθε ια δεν έχουν νόημα. Τα νοήματα είναι π άντοτε έξω α π ό τ ις λέ ξεις. Μα η ανι -

65


EVA

Ο Μ Η ΡΟΛ Η

κσνότητα των πολλώ'ν ν α κατανοήσουν κα/ι βσθύτεο ο με κλειστό στόμα, έκανε πρωταρχική και ζωτική τ/ν ανάγκη να δη μιουργη ­ Οούν πράγματα που θο μπορούσαν να ικανοποιή σουν κ ι άλ/ε ς πιο απλές αισθή σεκ μας, όπ ως στην ομιλία, το άγγιγμα τη; γλώσ ­ σας στα δ ιά φορ α ση μεία του οτόμστο τ, ο ήχος τη ; φωνή ; μας κα ι τη ; φωνή; των όλ/ων στ' ο φτιά μας. Ν α, ποιες ήταν για μένα οι λέξεις. Κ αι τώρα ε ίνα ι τα όργανά μου, ο ι υπηρέτε ς μου , οι « οκλάβοι.>ο, μιας κα ι μ ' αρέσε ι καλύτερα αυτό; ο ήχος έχει ίσως περ ισσότερη δύνα μη . Εγώ δε θα γινό μουνα ποτέ θύ μσ τφυτ; ένα απλωμένο ασπρό ­ ρουχο στην απλώστρα τοικ; ποτέ . Επε ιδή κ ι εγώ έχω όλ/ες π ιο απλές α ισδή σεις κα ι μ ' αρέσει να τις ικανο πο ιώ και να του; προσφ έρω απολαύσεις, ή6ελα που κα ι π ου να μιλά ω έτσι, βασισμtνη π ιο πολύ στον ήχο των λέξεων κα ι στην α πόλαυση που πρ οσφ έρ ουν στη γλώσσα μου, παρ ά στο ίδιο

το νόημά τοικ. Ο Χαρ ίλαο ς, εκείνο το πρω (, κατάλα β ε όλα όσα ήθελα να κα­ ταφέρω κα ι έ σπευσε να μου πει πώς έβλεπε κι ο ίδιος τα πράγ­ ματα.

«Δ εν είναι κι άσχη μο που έ μαδες να μιλάς με τ έτο ια περίεργα λόγια, αλλά 6έλω να ξέρεις πως τα πολύ μεγάλα νοήματα βρωκο ­ νται πάντα μέ σα στις πολύ μικρές λέξεις. Όλα τα αλη6ινά μεγά ­ λα, φα ίν ονται απέξω μικρά . Μ πορείς ν α τα ξεχωρίσεις; Ξέρεις ν α τα βρεις;»

" Χ μ, είνα ι πάντα εύκολο για έναν άνθρωπο που σκέφτετσ ι, να βρ ίσκει και εκείνα που του αξίζουν ανάλογα με τη σκ έψη του». «Εγώ, Eλtνη, δε σεέφτηω ποτέ κα ι δεν το έχω μετανιώσει ακόμη. Μήπως θα έπρεπε ;»

..Αν

ϋα έ πρε πε τι;»

- Μ ή πω; θα έπρεπε, λέω , να έχω μετανιώσει που δεν έκατσα ποτέ κα/ω να σεεφτω-. «Δηλα δή, δεν μπορ ούσες να σκ εφτείς ή σ' εμπόδισε κανείς;

Γιατί λες πως δε σκέφτηω; ποτέ »

...0 , δε

λέω πως ά φησα το μυαλό μου να γίνrι κοπριά, μα να,

δεν κάϋιοσ ποτέ να βάλω ένα πρόβλημα στο κ ε φάλι μου. Όχι πως δεν ή ξερ α πώς να το κάνω ούτε και που μ' εμπόδισε κανείς, αλλά μόνος μου είχα δει ότι ε ίμαι πιο κερ δισμένος α πό κά{)ε

66


Ο Ι ΑΝΑ λ ΦΑ Β ΗΤΟ I Τ ΟΥ ΕΡ Ω ΤΑ

πλευρά αν ζήσω έτσι απλά κι ωραία τη μικρή φτωχιά ζωούλα μου, χωρίς ποΛλή κατανάλωση για άλλα πράγματα».

..Μα

τότε αυτή ήταν μια δ ική σου επιλογή . Δεν πρέπε ι να

μετανιώνε ις γ ι' αυτή . Π o)J.oί λtνε πως δεν πρέ πει να μετσνιωνου ­

με κα ι για τκ πρά;εις μας, αλλά εγώ λtω πω; αυτό δεν πε ιράζει. Είναι καλό να μπορεί να μετανιώσε ι κανε ίς για τις πράξεις του, γιατί αυτό σημαίνε ι πως γίνετα ι καΛίιτΕρος και πως σ ι ε πό μενες

πρόξ ε ις του ϋα είναι κ ι αυτές κ αλύτερες» .

..Ν α ι.

αλλά εγώ δεν αποφάσισσ ακόμα αν ε ίμαι στ' αλήθε ια

χαμtνoς ή κερδισμένος". οι'Αμα ε ίναι δική σου και κατάδική σου η επιλογή , ά μα εσύ και κανείς άλ/ος το 'Οελες έτσι να γίνει, δεν πρέπει κσϋόλου να το σκέφτεσαι τώρα. Κανε ίς ποτέ δε βγαίνε ι χαμένος από μια δική του ε πιλογή»,

..Αχ,

μωρ έ γυναίκ α, όλα τούτα τα χρόνια, εσύ ήσουνα η δική

μου επιλογή , όπως λες. και χαμένος 6αρρώ δεν έχω βγει ούτε μια φορά, ούτε και

60

βγω π οτέ. Σαν να 'χε ις δίχιο ...

Μ άθα με να λέ με κ άτι πάρα πάνω από τα καθη μερ ινά χι αυτό ήταν σπουδαίο κ α ι για του; δυο μα ς. Αλ/.ά τώρα έμπαινε στη μέση η ε πιλογή που είχαμε κάνε ι μαζί και χώρια την προηγού­ μενη νύχτα. Κο ιμη6ή καμε αγκαλιασμtνoι και το ~ έραμε χι οι δυο

πως δε δα ~ανακoιμό μαστε έτσι μαζί για πολύ καιρό .

..Εσύ

δα με ίνεις;»

« Εγώ γυναίκα, έχω ζή σε ι πιο πολ/ά. Είναι καλύτερο για σένα να φύγε κ εσύ ..,

Τα πράγματά μου ήταν πολύ λίγα. Μια παλιά βαλίτσα γέμισε δε γέμισε. Και τώρα τα πράγματά μου πάλι λίγα ε ίναι, Ενώ πάντα μ' άρεσε η χλιδή και ζήλευα εκείνες τις κυράδες που έχουν τις ντουλάπες του; σκασμένες από ρούχα κα ι λούσα, κατά βά60ς με κουράζανε όλα αυτά και μου δίνανε μια αίσθηση δέσμευση ς, φυλακή ς. Τα δικά μου λίγα ρουχαλάκια, στριμώχνονταν σε μια βαλίτσα σε ένα λεπτό και μπορ ούσες να ~εκινήσεις από την αρχή για άλ/α μέρη χωρ ίς να έχ ε ις τίπ οτα στο μυαλό σου και χωρ ίς κα μιά κοόυστέρηση .

Ε, πέντε παιδιά είχα, να που ήρδε η ώρα να επικαλεστώ τ/

67


εγΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

βοήθειά τους. Εκε ί θα πήγαινα. Στκ; πολιτε ίες που μένανε, μου­ σαφ ίρισσα, να δω από κοντά τα εγγονάκια μου και τις νύφες μου.

Παντού δα πήγα ινα, κανέναν δε θα άφηνα χωρ ίς να του δώσω βάρος να με φιλοξενήσεL

Αμ, η τοικ μεγάλωνα τό σα χρ όνια και με τόσες 6υσίj:ς και οτερή σε κ, Για μια τέτοια στιγ μή του; ήθελα Ο Χαρίλαος το είχε δηλώσει πως δεν είχε όρεξη να πάει που ­ θενά. Στο κάτω κάτω, κατά καιρούς, του ; είχε επισκεφτεί όλους. Α, κα ι πού δεν είχε πάε ι ο Χαρίλαος. Κ οσμογυρ ισμένος ο έρμος. Κι έτσι ξεκίνησα την επόμενη μέρα, χ ωρίς πολ/ά λόγια κα ι

χαιρετούρ ες, χωρ ίς να δώσω πουθενά λογOQwσμό. Αφήσα με τη γε ιτονιά να λέε ι και να σεέφτετοι ό.τι Οέλει και ούτε στη Λ ίτσα και στον Γιώργη είπα με τίποτα παραπάνω. Π ά ω κι εγώ μια επί­ σκεψη στα παιδιά μου, κακό είναι; « Μ α έτσι ξαφνικά κι απότομα; Μ π α ς κι έγ ινε κανένα κακό;»

ρώτησε ο Γιώργη ς όλο περιέργε ια. « Π αρ άτα του ς ανδρώπους, Γιώργη , να κάνουμε το κ ου μάντο του; και μη ρωτάς πουο», τον πρόστα.ξε η Λ ίτσα κα ι συ μμορφώ ­

ϋηω κ ι αυτός και δεν ξαναρώτη σε τ ίποτα. Γιατί εκείνη είχε καταλά βει, Ή ξερε πως δεν πήγαινα μια απλή επίσκεψη, αλ/6 πως μπορε ί και να μην ξαναγύριζα πίσω στην αυλή. Στην αυλή εκε ίνη που π έρασα όλη μου τη ζωή.

Κά ποια στιγμή θέλησα να σκεφτώ η πά ω να κάνω. αν όλα αυτά ε ίναι σωστά κι αν στ' αλήθε ια αξίζε ι τόσο πολύ η μά6η ση.

Μή πως, άραγε, μπορ ε ίς να την κερδίσεις με άλλον τρ όπο κα ι δεν είναι τόσο απαρα ίτητο να ξενιτευτείς και να ξεριζω6είς; Όσο κ ι αν δε δες τον τό πο σου, δεν είναι ποτέ εύκολο να γίνεις τα ­

ξιδ ιώτ/ς του σύ μπαντος χωρίς αρχή και τέλος, γυρίζοντας έτσι μέσα στους αστερισμούς και τους πλανήτες χωρίς κανέναν συ ­ γκεκρ ιμένο προορ ισμό. Γιατί έτσι καταντή σαμε την ηθική και την κοινωνία. Xάt!ηκαν

πια όλα τα νοή ματα στην πορε ία μιας επικο ινωνίας. Β γή κα με στους δρό μους να βρούμε ενόχους κι αίτιου; για εγκλή ματα που

δεν έγιναν ποτέ. Κοιτάμε πια τριγύρ ω και το ξέρουμε πως είναι βαρ ιά κ ι ασήκωτη η ευθύνη του χρόνου π ου μας απομένει κι είναι π ιο εύκολο να αποφασίζει κάποιος άλ/ος, ακόμα κι αν α­

πο φ ασξει γ ια μας.

68


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Τώρα μου δινόταν η μεγάλη δυνατότητα να ξεφύγω απ ' όλα αυτά, να ελεuttερ~ώ, να ταξιδέψω μαχριά, να κάνω όλα εκείνα που ήθελα

.... ι

έπρε πε να έχω κ άνε ι μια ολό κληρη ζωή . Μια ζωή ,

που δεν ξέρ ω αν μπ ορώ να τη θεωρήσω χαμένη ή κερδ ισμέ νη αλ/ά είνα ι σίΎουρα μια ζωή που ποτέ δεν την έζη σα όπως ήθελα.

Κα ι τώρα που είχα αρχίσε ι να το καταλαβα ίνω, μου δινόταν και­ νούρια δύναμη , λες κα ι 'δα ζούσα πάλι από την αρχή .

Κάπως έτσι, χωρ ίς προσποι η τά δάκρ υα και μάταιο υς θτατρ ι­ νισ μούς, με πήγε ο Χαρίλαο ς στο σωϋ μό. Εντυπ ωσιάστη κα , γιατ ί ήταν η πρώτη φορά που έ μπα ινα μέσ α.

Λ tγα με πως δε μας άρεσα ν τα «αντ ίο » κα ι τα μεγ άλα λόγια κα ι χαιρετο ύσαμε πάντα τα παιδιά μας έ ξω από το σταθμό , στην

απέναντ ι γωνία. Κ αι τότε κατάλαβα πως είχα με απ όλυτο δίκιο , γιατί ο στα6μό ς, ο ι αναγγ ελίες των αναχωρήσεων κα ι τα καμπα ­ νάκια των τρ ένω ν που χτυπούσαν κάδε λίγ ο , έκαναν του; ανθοώ ­ πους να πνίγοντα ι στα κύ ματα ενός συν α ισθη ματισ μού. που τί­ ποτε άλ/ο δε σήμαιν ε παρά προσποίηση . Τώρα όμω ς ο Χαρ ίλα ος επέμε νε να μπούμε μαζί στο σταθμό 1(Ι έτσι κ ι έγ ινε .

Ο μεγάλο ς χώρος κι οι μακρόστενοι ξύλινο ι πάγκο ι ήταν γεμά ­ τοι κόσμο. Κόσμο που έκλα ιγε ή γελού σε, παίζοντα ς ένα θέστρο

χωρίς τη θέλησή του. Κυριαρ χούσε παντο ύ ένα τεντωμένο συναί ­ σθη μα που ξέφευγε απ ' τα όρι α τη ; αλή'δε ιας και τη ς ειλtκρίν εισ ς και γινόταν κάτι σαν ανέκδοτο στα δικά μου μάτι α. Δεν μπορώ να μιλήσ ω ενά ντια σ' αυτήν την προσποί ηση ούτε ενάντια σ' εκε ίνο υς που την ασπάζονται, Π ολλέ ς φορ ές, μια προσποί ηση είνα ι προτιμότ ερη α π ' τ/ν πραγματι κότητα. Γιατί μια προσποίη ­ ση που την έχου με διαλέξεΙ., δ εν είναι , άοσγ ε, πιο συνυφασμένη και κ αρφωμtνη πάνω στη ν αλήθεια, από την ίδια την αλήθαα που δε μας αγγίζ ει; Ο Χαρίλαο ς, σιωπηλό ς και ήρ ε μος, μ ' έκλε ισε στη ν αγκαλιά του

που μύριζε φτην ό σαπούνι και κα πνό .. Μια μυρωδιά πο υ κου-

_ βαλώ μtσα Ηου όλη μου ~ _ζω_ή. _Ένιωσα πoλi) μικρη μες στα χέρια του κι αισδάν6ηκα

τι μπορεί να ήμουν ακ ό μα παιδί και

να μην το 'ξερα. Και με κράτη σε πάνω στο στέρνο του , κ ι αυτή

η έκφρα ση συναισθημάτων ήταν τόσο πραγματική, που η αλή ­ θε ιο της με χτύπησε ίσια στη ν κ αρδιά και δεν μπόρεσα, δεν πρό -

69

J


--- - - -

-~-_

..

_-----------~

ΕγΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

λσβσ να ξεσπάσω μη βρίσκοντα ς tναν κατάλληλο τρόπο . Μ ετά βρέδηκ α στοιβαγμένη κ ι εγώ μαζί με πολ/ούς άλλους μέσα στο τρένο. Π ίσω από ένα παράbυρo έβλεπα έξω τον Χα ­

ρiλαo, Λιγο θαμπό γ ιατί τα τζάμια ήταν πολύ βρό μικα. Μ ου χα μογελούσε περ ίεργα . Ένα χαμόγελο γεμάτο αγφrη κ ι

εκτίμη ση. Γε μάτο σε βασ μό αλ/ά κα ι μια δόση πονηρ ιάς, κάτι που έ μο ιαζε με συνενοχή . Σαν να μου έλεγε πως είμαστε συνεργάτες. Επαναστάτες πο ιη τέ; ενάντ ια στην πεζότη τα όλου του κόσμου .

Κι η πο ίη σή μας δε γραφόταν με λόγια και στίχοικ, αλλά με την κά6ε μέρα τη ; ζωή ς μας.

Κ ι ύστερα , την 'δια στιγμή που ξεκίνησε σιγά σιγά το τρ ένο κι άρχισε να προχωρ ά, τον είδα που πλησίασε κ ι έβγαλε κάτι μέσα από την μπλούζα του κι έτρεξε να μου το δώσει, Χωρίς να το πολυ σκεφτώ, τέντωσα το χέρι μου κα ι το πήρα Κ ατάλαβα αμέ ­ σως π ως ήταν ένα περιοδ ικό. Η χαρά μου ήταν πολύ μεΥάλη κι η συγκ ίνη σή μου πολύ αληthνή γ ια να την εκφράσω μ ' όποιον­ δήποτε τρό πο.

Τον κ ο ίταξα για τελευτα ία φορά και τα μάτια μας τα ε ίπαν όλα. Τα είπαν τόσο καλά που το κεφάλι. μου γέμισε πάλι από τ/

μυρ ωδιά του. Και μετά άρχισε να μικραίνει· στην αρχή σιγά σιγά κ ι έπε ιτα γρήγορα, ώσπου δεν μπορούσα να τον γνωρίσω, ώσπου δεν ήταν π ια ο Χαρίλαος αλλά μια μαύρη κουκκίδα, μια κουτσού­

λα/. Εκείνη την εποχή κ ι ο ι εφημερίδες ακό μα ήταν κάτι ακριβό , μια πολυτέλεια . Ένα προνό μιο για πολύ Λιγους όχι μόνο γρα μ ­ ματισμένους μα κα ι πλούσιους. Εμείς, πάντα βάναμε πέντε σπί­

τια λεφτά για να πάρουμε μια εφημερίδα. Κ αι τώρα είχα στα χέρια μου ένα ολόκληρο περ ιοδικό. Μ εγάλη υπόθεση! Το καλύτερο αποχαιρετιστήριο δώρο. Τόσο καλό που δεν ε ίχα τολμήσει ούτε να το φανταστώ . Γυολιστεο ό και πολύ χρ ω μο, το είχα στα χέρια μου κι ή μουν

σχεδόν σ ίγουρη πω; αυτό μπορεί και να ήταν το μοναδικό πε­ ριοδικό πάνω σ' ολόκληρο το τρένο .

•Ανοιξα την πρώτη

του σελίδα και καρφώ6ηκε το βλέ μμα μου,

κι ~ ~~ κα ι ~ ίναl» μου Mλό_κ~ηρo πάνω σε κάτι ορνι­ 6oσκaλIdμαT<inou σχημά"'t"ιζαν τιι; te~: EλtνΤΓσ· αγαπώ-.-Χό:ρί­

-

λα",.

70


., ΟΙ ΑΝΑΛΦΑ ΒΗΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡΟΤΑ

Κι ο Χαρίλαος, θεέ μου, δεν ήξερε κσθόλου να γράφ ει κ αι τα χέρια του ήτσν απλά προέκταση ενός κορ μιού που δε σου δ ίνανε τ/ν αίσθηση πως μπορο'ύν να λε ιτουργήσουν και χωρ ιστά απ ' αυτό. Τα δόχτυλά του μοιάζανε δύσκαμπτα και ούτε και με τ/ν

πιο μεγάλη φ αντασ ϊα δεν μπορούσετ να τα δεις να κάνουν κά­ ποια λεπτή δουλειά. Ή ταν ολοφάνερο πως όλο εκε ίνο το σχήμα, γιατί πιο πολύ με σχή μα έμοιαζε παρά με γραφή , το είχε δει κάπου γρα μμένο κα ι το είχε με πολύ κόπο και ποοαπσθεω ζωγραφίσεΙ.. Το πιο πιθονό

ήταν ότι έβαλε κάποιον να του το γράψει σ ' ένα χαρτί κι ύστερα το σκάλισε στην πρώτη σελίδα του περιοδ ικού. Κ ι έτσι η αξία του

δώρου γινόταν τώρα ανυπολόγιστη και ~έσπασα σε λυγ μoύ~ κλάματα καί- δάκρυα χωρίς τέλος. Γιατί εκείνο το χαρτί έγραφε πάντα « ελένη σ ' αγαπώ, XaQv..αo.;» κ ι όσες φορές κι αν ανοηό­ κλε ισα τα μάτια μου δεν άλ/αξε. Ήταν πια εβδομήντα χρονών κ ι η χειρονομία του συτή ήταν μόνο για μένα. Ήταν ένα μεγάλο κατόοθω μα απόλυτα δικό μου. Από κείνη τ/ βία ιη παράδοση , τον εξαναγκασμό να πλαγιάσω

μ' έναν άντρα που δεν ε ίχα δει ποτέ πρ ιν, έχτισα μια αγάπη. Κι εκείνος τ/ δέχτηκε και τ/ μεγάλωσε. Και φτιάξαμε μαζί έναν

πύργο γεμάτο καυτά συναισθήματα , γιατί η δύναμη κι η δέληση που είχαμε για ζωή , ήταν πιο μεγάλη από τ/ ν κάδε κοινωνία. Του 'δωσα και μου 'δωσε και πήραμε κι οι δυο το μερτικό μας από τον πόνο και τ/ χαρά κ ι ήμασταν πια δυο άνf)ρω πo ι δεμένοι και μονιασμένοι, Κ ι αυτό ήταν και το πιο λυπητερό. Π ως αξίζαμε κι οι δυο μια καλύτερη μοίρα, πιο πολλές ευκαιρίες. Ανήκαμε κι οι δυο σε μια άλλη εποχή. Ο Χαρίλαος γιατί έτσι

ήταν γεννημένος, χωρίς να το ξέρει κι εγώ γιατί έτσι έγινα, μα­ δαίνovτάς το σιγά σιγά.

Κι όμως, καμιά βαριά δλ(ψη δεν πλάκωσε τ/ν καρδιά μου. Κανένα μόριο μετάνοιας δεν μπήκε στον ενθουσιασμό μου για κε ίνη τ/ φυγή . Μ άλλον πιο πολύ μεγάλωσε η χαρά τη ; απόδρασης έxovτας

πίσω μου τη γνώση και τ/ σιγουριά πως δεν έφευγα επειδή δε μ' αγαπούσαν ούτε κ ι επειδή δεν αγαπούσα εΥο!.

AJJ.iJ. έφευγα, γιατί η ζωή άςιζε πιο πολύ κι η- ίδια θα 'κανε 71

)


εΥΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

ακόμα πιο πολύτιμη τη θύ μηση κ αι τη νοσταλγία για κε ίνον τον άντρα που μαζί του έδεσα κ αι τη ζωή κα ι το ϋάνστό μου .

Γιατί fΎώ βάδιζα , στα πενήντα πέντε μου χρόνια, προς μια πορ εία μοναδική . Έψαχνα να βρω μια μορφή τελειότητας. Και το μόνο που με τρό μαζε σ ' αυτήν την τελε ιότητα που πάσχιζα

να κατακτήσω ήταν η μοναξιά. Η μοναξιά που m.ινoδεύεί ακλό­

νητα την κάδε μοναδικότη τα. Το ταξίδι ήταν μακρύ και κουραστικό . Η μόνη μου π αρέ α ήταν το περιοδ ικό του Χαρίλαου που το διάβασα α πό την αρχή ως το τέλος πολλές φορ ��ς και κόντεψα να το μάδω απέξω. Ύστερα άφησα το κεφάλι μου να πλημμυρίσει από ιδέες κα ι οκέψεκ, α πό υπολογισμούς τη; ψυχή ς. Όχι απολογισμού; ούτε κι επανεξέτα­

ση των αξιών κα ι των επ ιλογών μου. Μα , έτσι, απλές αναπολήσεις κα ι W μησες που μου ' φεονσν πια μόνο χαρά.

Είχα λίγο πολύ πειστεί πως το παρελΜν μόνο χαρά είναι άξιο να φέρει γι ' αυτό δεν ε ίναι ποτέ κ ρ ίμα που υπάρχε L Οι ηλικ ίες μπορ ε ί να οδηγούν στο τέρμα της ζωής, αλ/ά έχουν τη δυνατό­

τητα να σβήνουν όλα εκ είνα που χτες ήταν αιτίες θσνστου. Ε ίναι μfΎαλειώδ ες να τα σχολιόζεις όλα σαν ένα έργο στον κινη ματο ­

γράφο κ αι να διατηρε ίς και τις α μφ ιβ ολίες σου ότι τα έζησες εσύ .

..9ι _ε μπε'9ίες_'iί!Ο.:~!'Q~ση~ού ~τ~ ίνoυν παρελ~ν.

Τότε ε ιναι που αδειάζουν το ' τεράστιο m.ινα ισ!1η ματικό φορτίο

τους στο μεγάλο χωνευτήρι του χρόνου και κα ταφέρνουν να γ ί­

νουν απλές κ ι αδώες αναμνήσε κ, που όσο κι αν μας συγκλονί­ σουν ποτέ π ια δε δα μας γίνουν βάρος στο στήθοτ. Ίσως αυτό να είνα ι και το μοναδικό δετικό στοιχείο του χρό ­

νου, ΤΟ μtλλoν γενν~~ε στιγμή για να μα~η~ερώdει από__τ~ν.

~

~

Κα ι τα βιώματα, που έχουν μεγάλη αξlα στη ζω ή μας, γίνονται πιο πολύτιμα αν τα αφήσουμε ελεύδερα κα ι τα απογυμνώσουμε

από τις επιπτώσεκ. Γιατί οι επιπτώσεκ δα 'χουν π ια συ μβε ί, θα ' χουν πια επηρεάσει, όσ ο μπόρεσαν, τη δύναμή μας.

Τότε, και τα πιο τραγικ ά, γίνονται ξάφνου αστεία κι οθωα κ ι είμαστε πόλι λεύτεροι κι έτοιμοι να μπερδεvτoύμε σε νέους προ­ βληματισμούς.

72


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗ ΤΟΙ ΤΟΥ Ε ΡΩΤΑ

Τη λέ φωνο εμείς δεν ε ίχαμε. Είχε βέβα ια ένα κα φ ενε ιο δίπλα από τ/ν πλατε ία. Αλ/ά δε μας βρ έ&ηκε κα6όλου χρόνος να μιλήσουμε με τα παιδ ιά μας και να τα προετοιμάσουμε για τ/ν ε π ίσκεψή

μου. Ένα γράμμα

fl '

αργούσε πολύ να φτάσει κ ι αν το στέλναμε,

πρώτ/ θσ έφτανα εγώ. Μ έσα σε μια παμπάλαια τσάντα, τελε ίω τ; εκτός μό δας κι επο­ χής -η μόνη που είχα- βρ ισκόταν το πιο πολύτιμο απ ' όλα μου

τα υ πάρχοντα. Ένα τσαλακωμένο, ταλαιπωρη μένο χαρτί που πάνω του ήταν γραμμένες οι όιεψθύνσεκ των παιδιών μου. Π ρώτη πρώτη ήταν του Θανασάκη μας στην Αμερική' κ ι αυτή

δεν ήξερα αν ποτέ τη χρ ειαστώ. Ύστερ α ήταν εκείνες που ήθελα τ ώρα , του Π αναγή δηλαδή κα ι του Θόδωρου που μέναμε στην Αθήνα . Εκεί δα πήγαινα . Είχα β έβαια και του Μιχάλη και του Αντώνη στη Γερμανία, αλλά εκεί

είχα πε ι πω ς δα πήγαινα αργότερα . Είχα γράψει και τα ονόματα των γυναικών κα ι των πα ιδ ιών τους. Τους αγαπούσα όλους κι ήμουνα πολύ καλή πεϋεοά κα ι

γιαγιά, αλλά τόσα ονόματα πώς να τα θυ μάμαι, α φ ού δεν είχε τύχει να τα φωνάξω π οτέ; Καδό μουνα λοιπόν τώρα και τα μάθαινα μουδιασμένη κ αι πια­ σμένη στη δέση μου, δίπλα από έναν άντρα που κο ιμότανε κιό­

λας βαριά κ ι απέναντ ι από ένα αντρόγυνο που λογομαχούσε ασταμάτητα. Ή μουνα μάλλον ά βολα χωμένη στο στενόχωρ ο κάθισμα, αλλά είχα κλειστεί τόσο πολύ στις σκέψεις κ αι τον κόσμο μου που δεν έδινα σημασία στα κόκαλα τη ; μtσης μου που πονούσαν ήδη έντονα . Κρατούσα στα χέρια μου το χ αρτί εκείνο, που έ μο ιαζε κ ι ήταν

-γιατί όχι.;- το γενεαλογικό δέντρο του σογιού μας. ΤΟ βάσταγα σαν κάτι ολότελα π ολύτιμο κι ακριβό κα ι μελετού ­

σα τα ονόματα που αφορούααν τις οικογένειες του Π αναγή και του Θ όδωρ ου . Ο Π αναγή ς, λοιπόν, ήτανε υπ άλλη λος στην Τράπεζα κι η γυ­ ναίκα του, η Νίκη, ήταν δασκάλα. Είχαν τρία πα ιδιά. Το πρώτο ήταν κορίτσι κ αι του είχαν δώσει το δ ικό μου όνομα . Π ρ έπε ι να 'ταν εννιά χρονών. Το δεύτερο ήταν γιος. Θυ μά μαι, όταν γεννή ­ ϋηκε. είχε κάνει ολόκληρο γ'λtντι ο Π αναγή ς. Αυτό το βγάλανε

73


εΥΑ ΟΜ ΗΡΟΛ Η

Χαράλαμπο από έναν αδερφό του Χαρίλαου που είχε σκοτωθεί Και το τρ ίτο τους παιδί ή ταν κ ι αυτό αγόρι, είχε δεν είχε χρονίσε ι,

δεν το 'χ ανε βαφτίσει ακ ό μα αλλά θα τα βγάζανε Π ερ ικλή , το

όνομα δήλaδή του συμπεθέρου . Μετά ερχόταν ο Θόδωρος, ένα χρόνο μικeότtQος από τον Π α­

ναγή, που είχε μαγαζί εμπορικό σε καλό δρόμο, όπως μαι;;-έγρα­ φε, με καλά κέρδη . Π αντρ ε μένος αυτός απ ό τα εϋωσι εφτά του. Η Μαρία, η γυναlχα του , δούλευε κι αυτή στο μαγαζί. Κρατούσε λέει, μόνη τη; όλους του; λογαριασμούς. Είχαν δυο παιδιά . Κορίτσια και τα δυο , ζωή να 'χουνε. Η πρώτη είναι τώρα έξι χρονών κα ι τη λtνε ΕlQήνη , γιατί έτσι λένε τη μάνα

τη ς Μαρίας, αλ/ά τώρα μου thιμίζει την αδερφ ή μου την ΕlQήνη που πέθανε ξαφνικό και μου ξέρανε τότε την καρδ ιά . Τέλος πόντων, όλα τούτα έπρεπε να τα μά6ω καλά κα ι να τα θυμούμαι χωρίς ΛάΟος, γιατί είναι ντροπή για μια γιαγιά να μη thJμόται τα ονόματα των εγγονών τη ς. Η ντροπή, βέ βαια, ήταν πιο μεγάλη για ένα γονιό να μην έχε ι πάει τα παιδιά του στους παππούδεε κα ι στις γ ιαγιάδες τουε.

Όμως δεν ήταν ώρα να κρατάω κ ακία σε κανένα γιατί να, έτσι ωρ αία που ξεση κωνόμouνα τώρα και πήγαινα να του; δω, μπο ­ ρούσα να είχ α πάει πολύ νωρίτερα. Όχι, τα παράπονα δεν ήταν της στιγμής και δεν ταlQιάζανε

καθόλου στην όλη περίσταση. Ήμουνα στο δρ όμο για τα παιδιά μου και τις φαμίλιες τους και το μόνο που φοβόμουνα ήταν μήπως λε ίπανε πουθενά διακοπέ ς μιας κ αι δεν ε ίχανε ιδέα ότι θα πήγαινα. Τέλος πόντων, αυτό κι αν ήταν έκπληξη κ ι aνυπομονούσα να μά6ω αν ϋα 'ταν το ίδιο ευχάρ ιστη για κείνους όσο ήταν και γ ια μtνα.

Β έβαια διατηρούσα κα ι διατηρώ ακόμα και τώρα ης επιφυλά ­ ξε ις μου για κάδε είδους έκπλη ξη . Π αρ ' όλο που σε μια παρόμο ια Πε{)ίπτωση, το μόνο που ε πιθυμούμε είναι να γίνουμε ευχάριστο ι

και να δώσουμε ΧOQά στους άλλους, η έκπληξη, έτσι σαν ξεκάρ ­ φωτη ιδέα, μοιάζει πολύ με βιασ μό. Μ' ένα ε ίδος συνωσθημστι­

κού βιασμού που ποτέ δεν ασπάστηκε ολότελα. Σ' αυτές τυ; περι.πτώσεις των εκπλή ξεων, 6αρρώ πως η ύλη βγαίνει πολλές φορ ές πιο κερδισμένη από μας.

74


Ο Ι Α ΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ Ε ΡΩ ΤΑ

Ν α μας

XQQUJouv. δηλαδή , έτσι ανέλπιστα ένα πολύτψο πετρ ά-

δι, ένα κόσμη μα, λόγου χάρη, είναι βέβαιο ότι δα χαρούμε και δα το δεχτούμε με αληδινή ΧQQά, ακόμα κι αν δεν είναι του γούστ ου

μας. γιατί θσ έχουμε εκτιμήσει την αvtικε ιμενική του αξία. Αλλά η έκπληξη, όταν χαρίζουμε σε κάποιον την ξαφ\l1.Κή παρουσ ία

μας, είναι ανα μφίβολα παο οεινδυνευ μένη . Κ ι η σιγουριά πω; τελικά θα προσφέρουμε χαρά, είναι το πιο σημαντικό απ ' όλα τα στο ιχε ία, αλλά, ταυτόχρονα, είναι κα ι κάτι για το οποίο δεν μπο­

ρούμε σχεδόν ποτέ να είμαστε εκ των προτέρων πεπεισμένοι.

Κι ηώ με τέτο ιε; σκέψεις έ βλεπα τους κάμπου ς κα ι τα περιβ ό ­ λια, τα βουνά και τα σύννεφα να προσπερνούν χωρίς καν να με κοιτάξουν κα ι δεν ήξερα η εξέλιξη και η κατάληξη θα είχαν όλα αυτά, αλλά ήμουν πρσετoιμασμέwJ να δεχτώ τα πάντα.

Στο κάτω κ άτω το σίγουρο ήταν πως εγώ δεν ε ίχα κα μιά απο ­ λύτως πρόθεση να κάνω έκπληξη σε κανέναν άλλον παρά μόνο στον εαυτό μου. Κι αυτό ήμουν σίγουρη πως δε θα μου το υπο ­

νόμευε κανείς. Σε τελική ανάλυση παρέμενα πιστή στην πεποί­ θηση πως, όταν οι πρ06έσεις κάπο ιου είναι αλη61νά καλές, δεν

είναι δυνατό να- ~xoυν το αyτί{tεTo α ποτέλεσμα. Κι εμένα. χωρίς α-μ φιβόλία, οι πρ06έσεις μου ήταν άριστες. Δεν

πήγαινα ούτε για έκπληξη, ούτε βέβα ια για αιφνιδιασμό. Και

ή μουν σχεδόν πεπεισμένη πως, όποιες κι αν ήταν οι πρώτες αvtιδράσεις των απογόνων μου, τελικά δα καταλάβαιναν πως δεν είχα καμιά δ ιάθεση να παρέ μβω στη ζωή τοικ, ακόμα κι αν το

επιθυ μούσαν. Όμως, και η παραμικρή αμφιβολία μ' έκανε ν ' ανησυχώ κι ένα σιωπη λό παραλήρημα είχε ξεσπάσει μέσα στο κεφάλι μου. Έδινα μεγάλη ση μα σία σ ' αυτές τις λεπτo μtρειες, γιατί ποτέ δε μου άρεσαν όλες εκείνες οι μανάδες που δεν έλεγαν να κα - . τσλά βουν πως τα παιδιά ε ίναι βέβαια δ ικά μας, αλλά δε μας ανήκουν.

.

.---

-.

-~

---------.

Κι αυτό για μια μάνα είναι ένα δύσκολο μάδη μα. Ο πόνος, η

,,--αγωνία, η αγάπη κ ι η αφοσίω ση, Ο Ι 6υσ'ες που χρειάζονται για

-

να μεγαλώσεις ένα π αιδΙ - δεσου αφήνουν έπειτα το περ ι6ώρίΟ

να δεις πόσο eίoaL" επιΟυ μητόςστο χJ>ρo του και στη ζωή του.-

- -- - -

75

-"-


εγΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

Π ολλά πράγματα που εμε ίς θεωρούμε δεδομένα, είναι. παρα­ δό~ως, αντίθετα απ' την πραγματικ ότη τα. Η αγά πη μας κ ι η ε­

πιδυμία μας να παίξου με ενεργό ρόλο τη ζωή των παιδιών μας, είναι για μας κάτι το δεδομένα ευχάριστο κι αποδεκ τό. Ούτε που

μπορού με να φανταστούμε πως τα ~αι.διά μας διαφωνούν JUIζί ~ς, όχι για!ί δε μας αγαπούν, αλλά γιατί η ζωή ,-προχ ωρώντας, δη μιουργεί γενιές και γενιές που καταλήγουν να είνα ι ολότελα

διαφορετικές μεταςύ τους. Είναι πολ/οί εκείνοι που μιλούν για' .χάσμα ανάμεσά τους. Κ Ι υπάρχει στ ' αλήθε ια ένα χά σμα που

κανείς δεν μπορεί να α μφισβητήσει. Αλλά3 χάσμq_q\}τό δεν είναι σε καμιά περίπτωση μια λέ~η με νόη μα αρνητικό. Μ όνοι μας τα κάνουμε όλα αρνητικά . Όπως μπορούμε να τα

/κάνουμε και δετικά, ανάλογα με το μυαλό μας, με την αγάπη μας \...:' αι τη ttέλησή μας για ζωή.

Κι αυτή η θέληση ε ίναι αναπόσπαστα δεμένη με την έννοια που δίνουμε στη ζωή. Κ Ι όσο π ιο εύκολα μπορού με να καταλά ­ βουμε κα ι να δεχτούμε πως αυτή η ζωή δεν ανήκε ι πουθενά και σε κανέναν μας, τόσο πιο δετικοί και δεκτικοί γινό μαστε στην κάδε διαφορετική στάση ζωής. Κι ίσως όλες αυτές οι διαφορές

να είνα ι και η π ιο μεγάλη ομορφιά της . Γιατί η ύπαρςη τρέχει με ταχύτητες που ε μείς αδυνατού με να

προλάβουμε. Δεν έχουμε ποτέ την ευκα ιρία να προσαρμοστού με απόλυτα σ' συτέε. Κ αι τα ένστικτα είνα ι τα μόνα αποδεικτικά

στοιχε ία αυτή; της ταχύτητας που δεν μπορούμε να εςηγήσουμε. Γιατί είνα ι αυτά τα ίδια ένστικτα που μας δε ίχνουν τις ατράντα ­ χτες επ ιδυμίες μας, την ασάλευτη και σταθερή έννο ια τη ς ζωής

και τη ; ύπαρξης. Κι είναι αυτή που μα ς φωνάζει μ' όλ.η τη; τη δύναμη π ως μόνο σ��η δική μας ανάσα έχουμε δικα ιώ ματα, μόνο στο δικό μας αέρα. ' Ολα τ ' άλ/α είνα ι φαινό μενα ανεξήγητα που αποδε ικνύουν όμως, πως γεννιό μαστε, ζούμε και πεθαίνουμε, θύματα τ ων ίδ ιων πάντα κανόνων του ίδιου αυτα πόδτατου νό ­ μου της αρχής, της φδοράς και του τέλους. Δικαίω μα στα κ ορ μιά μας έχουμε κ ι αυτό δεν είναι δυνατόν να μας το στερήσει κανείς. Να η πρόοδος π ου κυλά μέσα μας σαν το ίδιο μας το α ίμα. Ν α, η εξέλιξη που τόσες κι άλλες τόσες δυνά μει; δεν μπορούν να τη σταματήσουν. ΚΙ είναι τα ίδια τα κορ μιά μας, τα τόσα άδικα κατακρ ιτέα από

76


ΟΙ Α ΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ εΡΩΤΑ

ηεωρίες κι ε π οχές, που μας οδηγούν σαν γερά σκαριά στην ευ ­ τυχία. Μια ευτυχία που μοιάζει με λιμάνι στο οποίο μας δίνεται

το δικαίωμα ν' αράξουμε, έπειτα από μια μεγάλη θαλα σσοταρα ­ χή. Αλλά τι να το κάνεις το λιμάνι, αν δεν υπόρ χει η τρικυ μία να

σου υπογρα μμίσει τη ζωτική ση μασία του; Κ αι την τρ ικυμ ία τι να τη ν κάνεις, αν δεν ξέρεις πω ς το λιμάνι περ ιμένει πάντα κάπου εκεί; Όση σοφία κα ι γνώση κι αν δισθέτει κανείς, δεν μπορ εί να πει τίποτα περ ισσότερο για κείνα που δείχνουν μόνα του; τον εαυτό του; Τη ν αρ μονία και την ισορροπία των δυνάμεων, του μαγνη ­ τισμού κ ι όλων των οντίθετων στοιχείων πάνω ο ' αυτόν τον πλα-

νήτη . Κι όση κ ι αν είναι η δύνα μη του νου σου, ένα μόνο ϋα μπο ­ ρέοεις ν' αποδε ίξεις με υπαρκτά και τερ άστια επ ιχε ιρή ματα. Π ως η ζωή μόνη τη ς είναι αρκετή . Ο δρόμος στον οποίο μας βά ζει, είναι ο μόνος. Γιατί τ ο τέλειο βρίσκεται μέσα σ ' εκε ίνα τα δυο κορμιά που παλεύουν ενάντια σε μια ιδέα . Κ Ι αν έπειτα γt'ρ ίoε ις π ίσω, δε μένει τίποτα για να δεις γιατί στ ' αλήθεια τίποτα δεν υπήρξε ποτέ . Τίποτα παρα πάνω δε ζήσαμε, τίποτα δε νιώσα με πέρα από σκέψεις κα ι συνα ισθή ματα που ήταν μόνο δικά μας. Η μοναξιά ­ κ ι η κατάρα κλείνετα ι μέσα στις λέξεις σαν μουσικ ή. Κανείς δεν μπορ ε ί ποτέ να δώ σει στις σκέψεις μας την αξία που δίνου με

εμείς. Κανε ίς δεν κατάφερε ποτέ να μας οδη γήσει με επ ιτυχία έξω από το αυλάκι που χαράζει το αίμα μας. Κι η αγάπη μσθα ϊνετοι Όπως μαδαίνονται όλα τα πράγματα που συνδέονται με την επιβίωσή μας. Κι αυτή η ε πιβίωση βασί­ ζεται πάντα πάνω ο ' ένα άθικτο συναίσθημα, πάνω σε μια απρό ­ σιτη ανατολή . Σ' ένα φεγγαρόφωτο που

6'

απολαύσουμε μόνο

εμείς κ αι π άντα μόνο ι. Η αρμονία, η εξισορρόπηση του καλού και του κ ωωύ ε ίναι το μυστικό χ ι η κινητήρ ια δύναμη όλης αυτή; τη ; αντίφασης . Γιατί πάνω που φτάνουμε να συμφωνήσουμε πως κατά βά60 ς και κατά πλάτος ε ίμαστε ίδιοι κ α ι ταυτόσημοι, πάνω εκεί, στο κρισι­ μότερο σημείο, έρχονται να μας χτυπήσουν κατά μουτρα όλες οι δ ιαφορές. Διαφορές που ακόμα δε μά6αμε να εξομο ιώνουμε . Γιατί ωωμο δεν έχο υ με την οίσθηοη των ορίων που π έρα απ '

77

J


εγΑ ΟΜ Η ΡΟΛ Η

αυτά, κ άδε εξο μο ίωση έχε ι την έννοια του θανάτου κ αι τη μυρω­ διά τη; σήψης

' Ι σως κι αυτή η δυσαρ μονία των δια φοο ων κ αι των ομοιοτήτων να κρατά μtσα μας πιο πολύ από ΠΟ1'έ ζωντανή την α ίσθηση της ανάγκης για ζύγισμα . Ζύγισμα τοψ καλού κα ι του κακού. Δη4::ιδή του δ ικ ού μας και του άλλου. Του ξένου εκείνου π ου aργoύμε να κατ:αλά βου με πως κ\ αυτό πηγάζει από μέσα μας.

Φτάνω πια, μέσα από κό πους κα ι πρoσπάttε ιες, να πιστεύω πως στ' αλή{)εια υπάρχουν δυο εντελώς διαφ ορετικ ο ί κόσμοι Ο λογικός και ο υπέρλογος. Ο δεύτερ ος, είναι ψ πεοούσκκ.

Ί σα ίσα που πρόλαβα να κλε ιστώ μέσα στη στενόχωρη κα ι βρό­ μικη του αλέτα του βαγον ιού κα ι να ξεράσω μαύρα ζου μιά από

τον κα φέ που είχα πιε ι με τόση ευχαρ ίστη ση το ίδιο πρωί. Π ρ ο ­ σπάθησα μάταια να πάρω μια βαfhά ανά σα μέσα σ' εκείνη την

ατμόσφαιρα που ήταν τόσο απο πνιχτική . Σκουπίστηκ α βιαστικά με το μαντίλι που ε Ιχα διπλωμένο κα ι καλσσιδερωμένο στην τσέ ­

πη μου και βγήκα πάλι έξω, κίτρινη σαν λεμόνι, πρoσπαfiώντας να βρω μια σταλιά κσbαρoύ αέοα για να συνέλθω. Κ ο ίταξα γύρω κα ι διαπίστωσα π ως δεν ή μουν η μόνη που δεν μπόρεσε να δεχτεί τα α πρόσμενα κ αι ξαφνικά σκα μπανεβάσμα ­ τα του τρένου , τις διάφορες άγνωστες μυρωδιέ ς και τ ις ακόμα

π ιο αναπάντεχες αγωνίες του προορ ισμού . Μ ε μόνη πρόθεση να κ οροϊδέψω τις αληthνές μου σκέψεις βάλbηκα να παρο μοιάζω το ταξ Lδι αυτό, το κάδε ταξ Lδι, με την

ίδια τη ζωή . Γιατί κ ι η ζωή σού δη μι.ουργεί τέτοιες ανωωτωσού­ ρες κα ι σε κάνει να 6έλεις να ξεράσε ις πάνω στον ίδ ιο το χρόνο

κα ι το θάνατο. Ν' απαρνηδείς τα πάντα χωρίς ούτε να γυρίσεις να τα κοιτάξε ις. Η οδυνηρή απόρριψη του πανικού κα ι του φό­ βου, της ψευδαίσθηση ; π ως είναι ίσως προτιμότερο να με (νε ις σφαλισμένος στο καβούκ ι-κελί σου .

Φτάνα με, δε φτάναμε. δεν ε ίχα ιδέα. Και δεν ε ίχα ούτε καν τη

στοιχε ιώδη διάθεση να ρ ωτήσω. Κάπο ια στιγμή πέρασε μπροστά μου ένας π ιτσιρ ίκος που πούλαγε ροφή ματα πάνω σ ' έναν μεγά -

78


..

Ο Ι ΑΝ ΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ Ε ΡΩ ΤΑ

λο ξύλινο δίσκο. Για μια στιγμή απόρησα με τη δύναμή του να σηκώνει τόσο βάρος κα ι ίσα ίσα που πρόλαβα να τον φωνάξω

πριν χαδε ί στο βάδος του διαδρόμου και να του παραγγείλω ένα ποτ/ρ , ζεστό γ&. Είναι σίγουρο πως το γάλα μού έκανε πολύ καλό . Το ωσθσ ­ νόμουνα με μεγάλη ηδονή να κατεβαίνει στο στο μάχι μου και να μ' ανακουφ ίζει από την ποόσφστη ταλα ΙΠωQ ία μου.

Αποορ οφήθηω τελε ίως από τη γήινη απόλαυση που πρόσφε ­ ρε η ζεστασιά του και χά6ηκα ο ' ένα κενό που με κοίταζε , ωστό­ σο, παρ άδοξα αισιόδοξο. Ο άντρας δίπλα μου είχε ~υπνήσει κι ήταν κι εκείνος βουτηγ­ μtνoς σ ' ένα πλαστικό ποτήρι καφέ. και το ζευγάρι α πέναντι μου είχε πάψ ει να μαλώνει μιας κι ο άντρας έλειπε.

Π ροφασ ιζό μενος πως βαρέfiηκε, είχε εγκαταλείψε ι τ/ γυναίκα του μόνη ο ' αυτή την ατέλε ιωτη διαδρομή κα ι γύριζε πιθανόν χαμογελώντας ήρ ε μος ο' άλλα βαγόνια. Η γυναίκα έ μοιαζε να

~ηλείιεl τη χαρά που έ βλεπε στα πρόσω πά μας -ε μένα κσι του ξένου, δΙΠλα μσυ- από τα ζεστά μας ποτά και ή μουν σίγουρη

πω ς δεν ε ίχε στην τσέπη τη; ούτε δραχμή για να πάρε ι κάτι για τον εαυτό τη ς. Χωρ ίς να το πολυσκεφτώ , έκανα νό ημα στον πιτοιρΙκο κ ι αγόρασα άλλο ένα ποτήρι γάλα που της το πρόσφε­ ρα, έτσι απλά, χωρ ίς κανένα λόγο, χωρίς ούτε μια λtξη να βγει απ ' το πικρό, ακόμα , στόμα μου , Κα ι μου όρεσε τόσο πολύ, με ενθουσίασε . σφάνταστα που κ ι εκείνη το όρπαξε στα χέρια της με τον ίδιο τρόπο. Χ ωρ ίς να ρωτήσει, χ ωρίς να ευ χοοιστή σει, Χ ωρ ίς καμιά προσποίη ση , χωρίς κανένα δ ιαβολεμένο θέατρο. Πήρε το ποτήρι κ ι άδειασε το πε­ ριεχόμενό του με βουλιμ ία κ ι έκδηλη χαρ ά. Και δε μου φανέρωσε

καμιά αχαριστία. Σ ίγουρα δ εν τη ς ήμουν πια αδ ιά φορη, αλλό δεν είχε τίπ οτα να πει ώστε να κάνει το συναίσθη μά της ακό μα με ­

γαλύτερο . Ανατρ ίχ ιασα στη σκέψη πως ήταν σαν εμένα . . Άλλος ένας άν­

{)ρωπο ς σαν εμένα . Χ άρη κα κ ι έκλε ισα τα μάτια για να ονειρευτό πόσοι ακό μα από μας υπή ρ χαν πάνω σ ' εκείνο το μ ίζερο βαγόνι Ένιωσα τη χαρά που α ποκτάς με την αίσθηση πως ανήκεις κά ­

n ;n,.; πως δεν είσαι o λότελQ μόνος κα ι· ξεκρέμCίστος. την παρά­

λογη χαρ ά πως, ο ι πόνο ι σου κι ο ι αγωνίες σου, οι χαρές και οι

79

..,


ΕΎΑ ΟΜΗ ΡΟΛΗ

σεέψεκ σου , δεν ε ίνα ι αγρίμια απρ όσιτα στη ζούΥ«λα του κό­ σμου σου. Ε ίναι μικρά κομμάτια, στοιχείο που συνθέτουν χωρίς κενά ένα τερ άστιο παζλ. Ένα τοπίο ίσως ή ένα σώμα γυμνό.

Τρ όμα~α κα ι πετάχτηκα από τη θέ ση μου , όταν ένιωσα το ά'Υγιγμο ενός ~tνoυ χεριού στον ώμο μου . Την είδα απέναytί μου να με κοίτα χωρίς να λέει τίπ οτα. Την κοίταζα κ ι εγώ έτσ ι β ουβά κα ι χωρ ίς νόημα. Στο τέλος, αφού ε ίχα με γνωρ ιστεί καλά με τα βλέμματά μας, έδειξε με το χέρ ι τη ; την άδε ια δέση δίπλα τη ; και

ε ίπε: «Δε μ ' αγαπά". Μ ίλη σε κ ι ο ή χος εκείνος τη; φωνής της που σπευόυνότσν σε

μένα, με συγκίνησε . Ήταν γεμάτος ε μπιστοσύνη και αγάπη. Μ ια πηγαία συ μπάθεια που δε χρειαζόταν τίποτε ά.λ/.ο για να εκφρα ­ στεί, Ή ~ερ ε , άραγε, πού α πευθυνόταν. γι' αυτό ήταν τόσο σ ιω ­

πηλή ;

..Δε

μ ' αγαπά", ε ίπε.

Κ ι εγώ την κοίταζα χα μένη μέσα στη δύνη τη ; δύναμη; εκείνης

που δ εν ή ~ερα ακόμα από πο ιον πήγαζε, από κείνη ή από μένα. Κ αι κατάλαβα εύκολα π ως ήταν μια γυναίκα απλή σ αν όλες μας , ένας άν6ρω πος ίδιος με μας. Κα ι την αγάπησα που δεν ποοσπσθησε να δε ίξε ι μια υπεροχή ή έστω μια κατωτερότητα. Η πιο μεγάλη φιλοσοφία των ποιητών ήταν μέ σα το β λέμμα της. Και σίγουρα υπή ρ χε εκεί από την

πρώτη κιόλας στιγμή που το βλέμμα ετού το είχε πρ ωταντικρίσει τον κ όσμο. Πέρασα αιώνες μέσα σε δευτερόλε πτα, σνέλυ σα ης 6εωρίες όλης τη ; γης μέσα στον ήχο τη ς φωνής τη ς και χωρίς να διστάσω λεπτό. τη ς είπα: « Παράτα τον». Έμεινε έτσι ασάλευτη κι αμίλητη, αλ/ά, ε μένα, στιγ μή δε μου πέρασε από το μυαλό πως δεν είχα μιλήσε ι σωστά . Σε λίγο γέλασε μ' ένα γέλιο που πήδη ξε σαν λιοντάρι μέσα από τα βα/ίη της ψυχής της. Κ ι ύστερα μου είπε:

..Π ού

πας;»

Κατάλαβα πως ο άντρας που απουσίαζε προς στιγμήν από

δίπλα τη; ήταν πια μια σκ ιά γ ια κείνη . Μια σκιά χαμένη στο παρελ6όν. Στο παρελδόν εκείνο που πάντα μας δίνει λόγους ν ' αμφιβάλ/ουμε αν ήταν ποτέ δικό μας. « Θέλω να περάσω από κάπου, αλ/ά η αλή6εια είναι πως δε με περ ιμtνει κανείς και πουθενά », τη ς είπα κι εγώ με παρόμοιο με

80


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗ ΤΟ Ι ΤΟΥ Ε ΡΩ ΤΑ

το δικό της ύφοε. Κάτι μου έλεγε πως είχα με πια γίνει φίλες κα\ έ βλεπα μες στα μάτια τη ; ότι αυτό ήταν π ολύ ση μαντ ικό κα ι για

κε ίνη όσο και για μένα. Είχαμε κι ο ι δυο απόλυτη κι επείγουσα ανάγκη από μια φιλία. Ίσως γιατί αυτό το συνα ίσθη μά μός ήταν εντελώς άγνωστο κι ή μασταν έτοιμες κ ι ανοιχτές να το γνωρίσου­ με κ αι να χαθούμε μέσα του. Η σχέση με την αδερφή σου, ή μ ' έναν όνόρωπο που δε�� τον

διαλtγε ις από την αρχή αλ/ά τον δέχεσαι -αν το αξίζε ι- πάνω στην πορεία της ΎVωριμίας σας, είναι κάτι ολότελα διαφορετικό από την αυθόρμητη αυτή αίσθη ση π ως ο απέναντι σού κάνε Ι, τον δέλεις δίπλα σου, κι είσα ι πρόδυ μος να τα μοιραστείς όλα μαζί του .

Τώρα, που είναι πια πάρα πολ/ά τα χρόνια π ίσω μου, κι έ­ χω μάθει πολ/ά γι' αυτό το πράγ μα , το τόσο σπουδαίο, όπως όλοι λtνε, τη φιλία, μπορώ να πω με σιγουριά πως είναι δύσκο­ λη μα κα ι ωραία αυτή η ένωση . Ειδα πως εκτός από τα κοι­

νά προ βλή ματα και του; ό μοιους προβληματισμούς, στη φι­ λία πολύ μεγάλη ση μασία έχουν τα κοινά μυστικά. Γενικά το

μυστικό έχει μια ιδιαίτερη σημασία στη ζωή. Υπάρχόυν άνδρω ­ ποι που ε ίνα ι πολύ εύκολοι στην αποκάλυψη των μυστικών τους , ενώ, βέ βαια, όσο πιο πολ/ά μυστικά έχει κανείς, τόσο πιο πολύ έχε ι ζήσεL

AJJ..n

υπάρχουν δυο ειδών

μυστικά. Α­

πό τη μια , εκείνα που δημ ιουργεί ο φόβος -κ αι μπορε ί και να αφορούν μεγάλα εγκλήματα - κ ι απ ' την άλ/η εκε ίνα που τα κρατάμε γιατ[ έχουμε πολύ έντονη την αίσθηση

πως , αν

τα αποκαλύψο υμε, θα χάσου με για πάντ α τη βαδύτερη έν ­

νοιά τοικ. Κ ι όλα όσα φόρ τιζαν τη φαντασία μας και το ενερ ­ γητ ικ ό μας σαν μεγάλες , αδώε ς α μαρ τίες, δα γίνουν κ αθημερ ινό­

τητ ε ς που ή τις ζή σα με ή δεν τκ ζή σαμε, καταλήγε ι να είνα ι το ίδιο .

Μέσα σ' αυτή τ/ δεύ τερ η κατηγορία, υπάQxoυν κι εκείνα τα μυστικά που καμιά σχέση δεν έχουν με τη ζωή και με συγκεκρι ­ μtνα γεγον ότα . Είναι μόνο σκέψεις κι όνειρα κι επιδυ μίε ς κατά ­

δικέ ς μα ς που κανε ίς δεν μπορεί να συ μμεριστεί μαζί μας . Κ ι από

.

μια τέτο ια σκοπιά, φτάνουμε τελικά στο ύψ ιστο νόη μα τη; φι­

λίας. Στο νόη μα εκ ε ίνο που

ην κάνει τόσο εύκολη , θεωρητικά ,

και τόσο απόμακρη και σπάνια στην πράξη .

81


εγΑ ΟΜ Η ΡΟΛΗ

Γιατί, φίλος για μtνα, είναι εκείνος που κ ατανοεί και δέχεται

. την

πιο μικρή μου σκέψη , χωρίς να δυσανασχετεί και χωρίς να

'χει καμιά διάθεση να με κρίνει απ ' αυτήν.

Μ ' όλες μας τις γνώσεις κα ι τις εμπειρίες, μ' όλα μας τα κ α­ λά και τα κακά, όλοι ψάχνουμε για κείνον τον άγνωστο τό­

πο, το μη δενικό χρόνο, όπου μας δίνετα ι το δικα ίω μα του α ­ καταλόγιστου. Για κείνη την πολύ συγκεκριμtνη περ ιοχή που μέσα

στα

όQιά

τη;

μπορούμε

να

ωτοδεσμευτούμε

απ'

ό­

λα κα ι να γίνουμε, έστω για λίγο. αυτό που σισθσνόμαστε την κά6ε στιγμή. Η χώρα εκείνη η μαγική, η παρσμυfiένια, που όσο είμαστε μtσα στα σύνορά τη τ; έχουμε την ευκαιρία

να γίνουμε ξεxωρι<nά μόρια μιας ενιαίας σύνθεοητ. Χωρίς ταυ­ τότητα, χωρίς υποχρέωση, χωρίς τίποτα. Γυμνοί, μέσα κι έξω μας.

Θ αρρώ πως η φιλία δεν έχει καμιά σχέση μ ' όλα τ ' άλ/α ουναι­ σθήματσ. Κ αι δεν το βρίσκω απαραίτητο να περικλε ίε ι μέσα τη ; αγάπη. Όσο δε, για την ταύτιση των ιδεών -ι-των οποιονδήποτε ιδεών- τ/ 6εωρώ πιο πο λύ σαν ένα συνεταιρισμό παρά σαν μια προϋπό6εση φιλικής σχέσης. Η αρ μονία είνα ι το μεγάλο μυστικό για να μπορεί να κινεί­ ται και να επιζεί ένας ολόκληρος πλσνήτη; Κι αφού κ ινείται,

υπάρχουν δυνάμε ις κι σι δυνάμε ις αυτές είναι εξίσου πολλές και τόσο μεταξύ του; συγκρουόμενες, που έτσι, μόνο μέσα από τέ ­

το ιες συγωούσεκ είναι δυνατή η εξισορρόπηση μιας {)άλασσας κ ι ενός ουρανού στα ίδια πάντα επίπεδα. Η Μ έγ ιστη σ οφ ία είναι η αποδοχή. Μέσα στη φαντασία μου μοιάζει με {)όλασσα. Κάτι που έχει μέγε6ος, μήκος, πλάτος και βά6ος, Κάτι τόσο τεράστιο που δεν υπάρχει πιθανότητα να ενοχλη6εί απ' το οπο ιοδήποτε ναυάγιο.

Η Π αναγ ιώτα έχει βγε ι από έναν κόσμο τόσο όμοιο με το δικό μου. Είχε διανύσει μια πορεία κο ινή και κα6ημερ ινή. Κ αι πάνω στις ίδιες εναλλαγές δυνάμεων και ισορροπιών, βρέ6ηκ ε εκείνο

το μεσημέρι καθισμένη απέναντί μου. Εςαδλιωμένη απ ' το κουραστικό ταξίδι και την ά βολη ϋέση τ/ς, κουρελιασμένη απ' όλη τη ζωή που έχανε το νόη μά τη; τόσο

γρήγορα, όσο ένα τρύπιο κανάτι χάνε ι το νερό του. Και δέκα χρόνια πιο μικρή από μtνα. Σε μια ηλικ ία που κ ι η ηλικία αρχίζει

82


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑ Β Η ΤΟΙ ΤΟΥ Ε ΡΩ ΤΑ

χαι χάνει το νόη μό τη; μιας κ ι η εξέλιξη , τκ πιο πολλές φορ έ ς,

παραμtνει στάσιμη , σαν βούρκ ο . Μ έσα σ' όλα αυτό όμως, ήταν έτο ιμη. Π άνοπλη από δύναμη χι σποθέμστα συναισθημάτων. Σε τέτο ια επιφυλακή , που μπο ­ ρούσε μόνο με το μικρό τη; δαχτυλάκι να τα σβήσε ι όλα και ν' αρχ ίσε ι πάλι. απ ' την αρχή . Απο φά σ ισα ν' αργήσω να γνωριστώ κ αλά μαζί της. ~άλλoυ Ε ίχα το χρόνο με το μtρoς μου . Αργούσα με πολύ ακόμα να φτά ­ σουμε στον τελι.κό μας προορ ισμό. Τη ν είχα εκεί απέναντί μου κ ι ήδελα να εξαντλήσω όλες τις πιδανές ευκαιρίες να την παοσ ­ τηρή σω κα ι να την περιεργαστώ .

Σε λίγο, ε ίχε πια παραδoftεί στον ύπνο. ποοσπσθωντασ μά ­ ταια να τεντωθε ί κα ι να βολευτεί σε μια κάπως πιο αναπαυτι­ κή στάση. Η κούραση τη νίκησε. Το 'ρ\ξε στον ύ πνο αδιαφορώ­

vraς για τη φούστσ τη; που, με κάδε δυνατό κραδασμό του τρ ένου, ε ίχε όλη την ελεuδq;ιία ν' ανέ βει π ιο ψηλά απ' τα γόνατά τη ς.

Το πρόσωπό της ήταν ανέεφοαστο σαν πεθα μένο . Μ πορούσα να κατωησστω άνετα μ' αυτό κα ι ν' ανακαλύψω μtσα του κάτι γνώρψο, δικό μου. Τα χαρακτηριστικά της ήταν μάλ/ον κ οινά , κι αν την περ ιtyρα­ φα δα έ μοιαζε μ ' ο πο ιαδή ποτε γυναίκα που έχει κατά κα",ούς κσθίσει α πέναντί μας μέσα σ' ένα τρένο.

AJλά ήταν oλoφάνq;ιo πωτ, κ ι εκε ίνος ο απόλυτα παοσδομέ ­ νος ύπνος τη ς, ήταν πιο ζωvrανός από καIJετί άλ/ο που βρ ισκό ­ ταν, εκε ίνη τη στιγμή , μέσα στο οπτικό μου πεδίο. Ο ι ρυτίδες στο μέτωπό τη; ή ταν βαtMς κι ευδιάκριτες. Τα στήθια τη ς, εδώ και πολλά χρόνια πάσχιζαν να φυτευτούν στη γη . Το δέρ μα της, ήταν το δΈQ μα μιας μεγάλη ς γυναίκας. Η κρύα. παγωμένη αλήθεια, ήταν εκεί. Δεν έφευγε . Γερνούσε κι αυτή , όπως κι εγώ.

AJJ.iJ.

έφτανε μια τη; εισπνο ή

για να τα ξεχάσεις όλα αυτά . Και σεεφτό μουνα πως το βλέμ μα τη ς ήταν ικανό να σε τραβή ξε ι έξω α π' το χρόν ο κα ι να σε πάει

εκεί που δέλε ι αυτή. Μ ε μια λέξη, ήταν μια γυνα ίκα ζωντ ανή . Τα κύτταρά τη; ήταν όλα σε εγρ ήγορ ση. Έτο ιμα να αλέσουν , να κατασ παράξουν μέσα στη δίνη τη ς κίνησής τουτ; τα πάντα .

83


ΕΥΑ Ο Μ ΗΡΟΛ Η

Όσο πιο πολύ την κοίταζα, τόσο πιο σίγουρη ήμουν πως η ψυχή της, αν μπορούσα να τη δω έτσι σαν εικόνα, δα έ μοιαζε με έρη μο, με διψασμένη γη. Γη σκα μμένη κα ι γε μάτη ρωγμtς από την έλλειψη νερού. Από τις τόσες ελλείψεις. Και το σπου ­ δαΙο, όταν ένας άνf)ρωπoς είναι ικανός να εμπνέει ΤQΌιου εί­ δους εικ όνες, είναι π ως έχει το ελεόϋερο από τον εαυτό τ ου να ικανοποιή σει τις ανάγκες του. Τη δ[ψα μπορούμε να τ/

φανερώσουμε, αφού πρώτα τ/ν αισθανθούμε. Αυτό είναι το δύσκολο. Να τ/ν σισϋονθούμε . Μετά, όλε ς οι λύσεις είναι εφι­ κτές. Και ποιο είνα ι προτιμότερο, άραγε; Να πεf)α(νoυμε με τη δυ ­

στυχία τη; επίγνωση; ή να μην ξέρουμε γιατί πεθσίνουμει

... Είμαι

τόσο παράξενη, γι' αυτό με κοιτάς;» με ρώτησε άξαφνα

αωθονόμενη και την ώρα τη; χαλάρωσή ς της. « Είσα ι τόσο συνηθ ισμένη , γι' αυτό σε κοιτώ . AJJ..i:ι. η λεπτή μο ­ ναδικότητ ά σου με κάνει και σε βλέπω»,

Εγώ ήμουνα χαμtνη σε αλ/όκο τες σκέψεις και δεν έλπιζα να κ αταλά βε ι εκείνα τα αλλόκοτα λόγια που ξεπήδ ησαν α βοήθη τα από μέσα μου.

Όμω ς στο βλέμμα τη ; κα ι στο αχνό τη; χαμόγελο, ε ίδα την αποδοχή . Την ανεκτίμητη εκε ίνη αποδοχή που υπογραμμιζό ταν με τον τρό πο της από τη δ ικα ιολογη μένη τη ; σιω πή . Μ όνο σ ' αυτές τκ τελείω ς άγονε ς γρα μμtς, μπορείς να αναγνω ­ ρίσεις μια τόσο α πόλυτη έλλε Ιψη προσπ ο ίη σης, σκέφ τηκα , βλέ ­ ποντα ς το έξυπνα αyvό της ύφος που δεν έκανε καμιά προσπά ­ ϋεια να γίνει άλ/ο απ ' εκε ίνο που τη ; ανή κε και τη ς ταίριαζε. Τότε είδ α πω; μπορούσε να γίνει φίλ η μου, γιατί δε δα χρε ια ­ ζόταν ποτ έ να πούμε πολλά ή να καταλά βουμε κάτι, Όταν δεν υπάρχε ι κανένα αγν ό συναίσδημα , η κατανόηση χάνετα ι μέσα στην ίδια την προσπ άθεια που τη στοχ εύει. Κι εκε ίνη, ήταν γε ­ μάτη αγνά οψνσ ισθή μστα

« Ε, λοιπόν, θα

'ebw

μαζί σου», ήταν η επόμενη πρόταση που

βγήκε από τα χείλη της. Κι επειδή δεν μπόρεσα να το προλάβω κα ι την κ οίταξ α με έκ πλη ξη κι απορία μαζί, «όπου χι αν παο-, συμπλήρωσε.

84


ο ι ΑΝΑΛΦΑΒΗτω ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Έ-τσι απλά απάντησε στο κάλεσμα τη ; ζωήι;; κα ι το δικό μου. ΚΙ έμοιαζε μαγική εκείνη ώρα κι ο άλλος ε πιβάτη; που παοα ­ κολουθούσε από πρ ιν τα κα μώματά μας, έ μεινε ίδως, μόνος στο

κενό του να βασανίζεται από ατέλειωτα πεζά ερωτή ματα. Όλα του; αναπάντητα.

85


ΕΤΣΙ ΠΑΝΩ ΚΑΤΩ γνωρίστηκα με την Παναγιώτα. μια εξαίσια

yuναίκα και μια αληθινή φίλη.

Από τότε περιπλανη6ήκα με μαζί σε τόπου; και χρόνους και

περιπΛΑVΉ σα με μα ζί τα όνειρα και τις ψυχές μας. Το

..μαζί»

που

εννοού σα με εμείς δεν ή ταν χέρι χέρ ι αλλά ψυχή ψυχή . ΤΟ τέρ μα μας δεν ήταν ίδιο, ούτε καλό ούτε κακό. Αλλά όλα όσα είπαμε,

σκεφτήκαμε, κάνα με , ζήσαμε, ήταν μόνο δικά μας .

•Άρπαξε

την π αλιοβαλίτσα τη; και παράτησε τον άντρα της

σύξυλο με τα χ έρια ανο ιχ τά κ αι τα μάτια χ αμένα να την αναζη τά και να ρωτά για κείνη. Μ ε μια ανησυχία φαντάζο μαι προσωρινή,

γιατί καλό του 'κανε κι εκείνου του φουκαρά με τ/ν εξαφάνισή τ/ς.

Bρεftή κα με κι οι δυο μα ς μόνες στο μεγάλο στσϋμό της Αόή · νας, να κοιτάμε σαν χαμένες τριγύρ ω. Η Πσνσγκδτσ δεν ήξερε τίποτα παρ απάνω από μένα κι ήταν και για κείνη η πρώτη φορά που ανέβαινε σε τρένο κι έφευγε από τον τόπο τ/ζ. Τέλος πάντων, βρήκαμε μια γωνιά, πίσω από μια μεγάλη κο ­ λόνα και βάλαμε κάτω τι.ς βαλίτσες μας κα ι κσl}(σαμε πάνω του; χαι βγάλαμε έξω τι.ς επιf:tυ μί.ες μας κ αι τκ αφήσα με να «σθίσουν πάνω μας. Ευτυχώς, εγώ είχα πολλά χρήματα, όλες τις οικονομίες του Χ αρίλαου , ας είνα ι χαλά , χι έτσι οι κ ινήσε κ μας μπορούσαν νσ γίνoι.nι πιο ελεύδερες.

Σκοπό δεν ε ίχαμε μήτε χι υποχρέωση . AJJ.ό δεν ε ίχ αμε χα ι ιδέα για την πολιτε ία που απλωνόταν έξω απ' αυτό το σταθμό ,

πέρα απ ' τη γωνιά που είχαμε αράξει και μετρούσαμε τα δάχτυλά μας.

Μ ωρέ, πάνω εχεί στα βουνά είχαμε περάσε ι όλη μας τη ζωή, δεν ήταν φυουω να επιθυμήσουμε τη bάλασσα; Ε, να. Με προ ­ σπάfiε ιες χι εοωτήσεκ; ψάχνοντας και μπουσουλώντας, φτάσαμε

86


ΟΙ ΑΝΑΛ ΦΑΒΗ ΤΟ Ι ΤΟΥ Ε ΡΩ ΤΑ

ο ' ένα έρη μο, μακρινό ψαροχώρι που τώρα ούτε έρημο ούτε και μακρινό ε ίναι. Τότε όμως, ξαφνιάζονταν όλοι που άκουγαν πως αυτό ψάχναμε.

Κα ι το βρήκαμε κι ήταν όπως μας το ' χε περ ιγράψει εκείνος ο άγνωστος στον σταθμό, που έμοιαζε ό μως πρωτευουσιάνοι; Θάλα σσα του είπα με και θάλασσα μας βρή κε. Όπως τη 6έλα­ με . Θάλα σσα μπροστά μας, δάλασσα πίσω μας, δάλασσα στα δε­

~ιά και στ ' αριστερά.

Μια μίζερη, φτωχ ιά ταβέρνα ή ταν το ισόγειο για τα δωμάτια που νοικιάζονταν από πάνω. Τίποτα σπουδα ίο, τίποτα πιο λίγο απ ' ό,τι ψάχναμε .

Μ ετά απ ό τη φ ασαρ ία, τον κόσμο, τις φωνές, κλείσαμε πίσω μας την πόρτα κα ι βρεθήκ αμε μόνες, η μια απέναντι απ' την άλλη με τκ; ταλαιπωρη μένες μας βαλίτσες στο χέρ ι. Aντιμtτω πες μ' εκατο μ μύρια σκέψεις, σαν ζουζούν ια γύρω απ ' το κεφ άλι μα ς. « Μ ε λένε Ελένη», ε ίπα.

« Εμένα Π σναγιώτσ». Κι έτσ ι έ μαθα το όνομα τη ; π ιο καλής μου φ ίλη ς. Ο 6όρυ βος που έκανε εκείνη η πόρτα που κλείσα με πίσω μας,

έ με ινε γ ια πάντα καρφωμένος στη θύμησή μου κ ι είναι μέχρι σή μερα μια πολύ έντονη ανά μνη ση. Ή ταν σαν να είχαμε κλε ίσει

μια πόρτα που δεν ήταν μόνο ~ύλινη αλλά γε μάτη ζωή ή θάνατο. Ζωή ή ϋάνστο, Δεν ~έρω ακ όμα και μπορεί να μην έχε ι κα ι ση ­ μα σ ία .

Κλείνα με κατάμουτρα την πόρτα στη ζωή που κάνα με μέχρι τότε και στη μοίρα μας που ποτέ δε μας είχε ανο ίξει άλλου ς δρό μους. Χωρίς να έχουμε μπροστά μας μια άλλη πόρτα για ν' ανοίξου με . Χωρίς κ α μιά προοπτική . Π ή ρα με τη μοίρ α στα χέρια μας, κλε ίνοντας μια πόρτα και έχοντας αποφασίσει να ανοίξουμε μια κα ινούρια ακόμα, κ ι αν αυτό θα ' πρ ε π ε να γίνει με τα νύχια μας, με τα δόντια μας, με

το αίμα μας. Μα ό .τι κ ι αν ή ταν εκείνο που δα ακολουθούσε , ε μείς δε δα πέφτα με ποτέ στην ίδια μάτα ιη πάλη χωρίς νόη μα.

θ α κά~αμε όλα εκείνα τα μικρά κι ασήμαντα που παίρνουν αξ ία

απ' "τ/ν επένδυση π ου έχου με κάνει πάνω τοι κ.

87


εγΑ Ο Μ Η ΡΟΛΗ

Βέβαια ήμασταν στην ουσία δυο άγνωστες ΓUΝαίκες και ήταν πολύ πιθανό τα όνειρά μας να μη συναντιόνταν πουθενά κ αι τα βλέμματά μας να μας πρόδιναν άλλη μια φορά, όπωτ είχαν κάνει μια ζωή ολόκληρ η.

Αλ/ό. , αφού όλα ήταν ένα παιχνίδΙ., ήμασταν κι ε μείς πια έτο ι ­

μες να ποηου με. και δεκάρα δε δίναμε αν δα χάναμε η δα κερ ­ δίζα με. Μο ιάζαμε με ετο ιμοθάνατου; που ξέρουν πως τίποτα

πια δεν τους μένει. Τ όσο χαμένοι που όλα μόνο σαν κέρδος

μπορούν να θτωοηθοον. Είναι κι αυτό μια στάση ζωής. Σου δίνει τουλάχιστον την αίσθη ­ ση δη παίζεις εκ του ασφαλούς. Μ όνο που εμείς δεν ή μασταν βέβα ια ετοι μobάνατες κι αυτό μεγάλωνε την αγωνία .

' Aνo~ ε τη βαλίτσα της και μου 'ρbε να ξεσπάσω σε λυγμούς. Το περιεχόμενο μου ftύμιζε τόσο πολύ τη δική μου β αλίτσα! Δυο κουρελιασμένες ρόμπες κ αι ένα πιο καλό ρούχο για τις σπάνιε ς πεο υττώοε κ που δα έρχονταν. Ένα καλό ρούχο που, κατά πάσα

_πιθανότητα,

η μόνη του χρήση θα ήταν να γίνει κάποτε το σά­

βανό μας. Κα ι το πιο τερατώδε ς απ ' όλα είναι πως στ' αλήθεια το ξέραμε, όσο κι αν κάνα με πως δεν το πιστ εύα με . Μ ισή ντου ζίνα ξεχειλωμένα βρ ακιά κα ι στηθόδεσ μοι τη; ε πο ­ χή ς, δυο κομπ ινεζόν χ ι ένα ολοκαίνουριο νυχτικό, δώρο σίγουρα κάποιου κοντινού συγγενή πριν από πολύ καιρό που ό μως πρώ τη φορά 6α φορούσαμε.

.

Το δω μάτιό μας είχε δυο στενά κρεβάτια, το ένα διnλα στο άJJ..ιJ . Χωρ ίς να πούμε και πολλά πολλά η Παναγιώτα έ πιασε αυτό που ήταν δίπλα στην πόρ τα κ ι εγώ εκε ίνο που ακουμπούσε στον τοίχο. ' Ετσι, έβαλα χι εγώ τη δική μου βαλίτσα πάνω στο δικό μου κρε βάτι και την άνοιξα, χωρίς να πειράξω τίποτα, πα­ ραμερίζοντας μόνο έτοι, ώστε να μπορέσει να δει γιατί ε[χα πάρει τέτοιο ύφος. Κατάλαβε με την πρώτη ματιά πόσο πολύ δεμένες ή ταν οι ζωές μας. Είδα στα μάτια τη; την ίδια ανηφόρα που τώρα

πια την αποχαιρετούσε με δάκρυα xaράς, και διάβασα εκείνο το θτόοστο ΑΔ ΙΚΑ που ήταν σκαλισμένο στην ψυχή τ/ ς. Κ αι δεν είπα τίποτα, μόνο άνοιξα, θυμάμα ι, την αγκαλιά μου κ αι την έ ­ χωσα όλη μέσα κι εκείνη έκανε το ίδιο και βρε6ήκαμε έτσι σφι-

88


οι ΑΝ ΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

χταγκαλιασμένες κι ενωμένε; κι όλες πια οι αμφιβολίε ς μας είχαν πετάξει μακρ ιά. Τώρα κοντά μας έ μενε μόνο η δυνατότη τα τη ς

~ωής, η ευκαιρία μιας καλύτερης μοίρας. Τώρα ήμασταν μόνει;, εγώ κι εκείνη, ενωμένε ς ενάντια στο μίζερο

παρ ελ6όν μας.

Έτοιμες για όλα . ' Εξ ω από το δωματιάκι υπή ρχ ε ένα μπαλκόνL Ένα δείγμα

μπαλκονιού με δυο καρέκλες που, για να καθίσου με άνετα κ αι να τεντώσουμε τα πόδια μας, θα έπρε πε να τα βάλουμε πάνω στα κάγκελα, κάτι που ποτέ δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε.

Μ ε τις φούστες μας να ανεβ αlνουν ψηλά , πάνω από του; μη ­ ρούς, με τα πόδια μας γυ μνά. Στάση που τότε ήταν π ολύ προ­ κλητική ακό μα κα ι γι ' αυτές τις πρόστυχες γυναΙΚες. Στάση που υιοθετήσαμε χωρ ίς να πούμε κ ου βέντα παρ ά μόνο μ' ένα μεγάλο

χαμόγελο ικανοπ οίη ση; στα πρόσωπά μας .

.. ' Βχω

τρία παιδιά. Η πιο μεγάλη , κόρη αυτή , εlναι κιόλας πα­

ντρεμένη ε δώ κ αι κ α ιρ ό. Η δεύτερη παντρεύτηκ ε πριν από δυο μήνες και σ' αυτήν πηγα ίναμε τώρα. Το τρίτο ε ίνα ι αγόρ ι. δου­ λεύει σε καλή δουλειά αλλά οκέφ τετα ι να πάει στην ξενιτιά. Κ αι θο πάει, Π οιος θα το εμποδίσει; Κ αι πολύ κ αλά θα κάνει αν έτσι νομίζε ι ότι Οα είναι καλύτερα .

..Τρία

παιδιά σ' αυτήν την ηλικ ία, όλα οποκστεστημένα και

μέσα στη ζωή , χωρ ίς να χρ ειάζονται πια κα μιά β οήθεια από μας, σημαίνει καt}όλoυ παιδιά. Μ όνο κάτι κάρτες, ίσως τα Χριστού­ γεννα, κα ι μερικές κακές φωτογοαφίεο- .

..Κι

εγώ ... πέντε "καb όλoυ παιδι ά". Π έντε άνδρωπ οι που βγή ­

καν από 'τα σπλάχν α μου και τώρα ζούνε και γερνάν ε μακριά μου με τα δικά του ς πια παιδιά ».

..Ελένη...

Μ ' αρέσει τ ' όνο μά σου . Τα χέρια σου ανήκουν σε

εργάτρ ια, αλλά τα μάτ ια σου δεν τους ταιριάζουν κσθόλου ...

..Κι

ίσως αυτό να είναι το πιο μεγάλο πρόβλημα, έτσ ι; Όμως

τα μά τια μας ποτέ δε μας ρωτούν, ποτέ δε νο ιάζονται για τίποτα . Κοιτούν εκε ίνα που fiέλoVμE εμείς, αλλά βλέπουν μόνο ό.τι

bl-

λουν αυτά ... " Μ ιλάς ωρ αία, μοιάζεις διαβασμένη , έξυmη ...»

..Κι

αναρ ωτιέσα ι πώς γίνεται να έχω κι εγώ έξι τρ ιμμένε ς βρ ά­

κες μες στη βαλίτσα μου, να είμαι τόσο ίδια με σένα που δε μιλάς

όμορφ α, που δε μοιάζε ις διαβασ μένη .

89


εΥΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

" ε λοιπόν, άρ γησα. " Οπωτ άργησες κι εσύ. Δεν 1;έρω αλλά {}έλω

να πιστεύω ότι θα μας βγει σε καλό. Έχουμε ακό μα ένα κομμάτι χρόνου μπρ οστά μας να το κάνου με ό,τι 6tλoυμr ε μείς. Φοβά ­ αακ»

- Φοβά μαι Αν δεν κάνου με κ αλά; Αν κάνουμε λά{)ος, δε δα

έχουμε πια καθόλου χρόνο για να το διορfiώσουμε. Παίζo~με το τελευτα ίο που μας απομένει κα ι δε fitMύ να σκέφτο μαι ότι μπο ­ ρε ί και να το χάσουμε». " Μ η φ οβάσα ι Δε θα το χάσουμε ... Μ ου είπε Μγα για τη ζωή τη ; κι ήταν ακριβώς εκείνα που

περ ίμενα ν ' ακούσω. Ή ταν κι εκε ίνη άσχη μα σημαδεμένη από τη μο ίρα, με χιλιάδες πόνου; κα ι αγωνίεα με έναν τεράστιο αγώνα

από το πρωί ως το βράδυ . Δε θυμόταν κα μιά στιγ μή χαράς δεν είχε καμιά γλυχιά ανά μνηση. Είπε πως ζού σε μόνο για τα παιδιά τη; και μετά δεν υπήρχαν ο ύτε αυτά, δηλαδή , δεν υπή ρ χε πια κανένας λόγος να ζει μόνο γι' αυτά. Κ αι τ ώρα τη; φαινόταν ότι ζούσε μόνο για κείνη τη στιγ μή . Ν ' αφή σει τον Λευτέρ η σύ1;υλο να την ψά χνει μέσα σ' εκ είνο το βρόμικο τρένο, το γεμάτο κ όσμο. Εγώ, τουλάχ ιστον, ήμουνα τυχερή. Ή πιο δυνατή; Δεν ξέρω. Μ α κ ατάφ εοα να κάνω τον Χαρ ίλαο έναν άντρα που άξιζε ν ' αγωτηθτί. Και μέσα σ' όλες μου τις αγωνίες, ε ίχα, τουλάχιστον,

πέντε καλές στιγμές μες στο μυαλό μου από κε ίνον και μου 'δινε μεγ άλη π αρηγοριά να ξέρω πω; δεν ήταν όλα τελείως άδικα. Είχα μπει σ ' έναν άσχημο χορό , αλλά μπόρ εσα να βρ ω τις καλές στιγ­ μές του. Βέβ α ια, ίσως κι εκεί να κρύ βεται ένα κομ μάτι μοίρας . Η Π α­

ναγιώτα δε

60

έφεψγε ποτέ αν είχε έναν άντρα σαν τον Χαρίλαο.

Θ α ή ταν πολύ ευτυχισμένη και μόνο στο τέλο ς, στο τελευταίο

τέλος, δα το 'π σιρνε χαμπάρι πως πάλι δεν άξιζε τον κόπο. Π ω ς κανείς δεν αξίζε ι τον κόπ ο πέρα από μας του; ίδιους και, όχ~ δεν

τα"βλέπω όλα τόσο-εγωιστικά άλ/α έμα6αναείμαι καρφωμtνη στην πραγματικότητα πιο π ολύ απ' ό,τι ήμουν στο παρελ6όν, άσχετα αν μαζί μ' αυτό έ μσϋα και να κάνω όνειeo π ιο μεγάλα και

πιο μακρινά και έφευγσ πια πιο πέρα από τ α σύνορα της συγκα ­ τάβασης και του συμβ ιβασμού.

Είχα, με λίγα λόγια. ξεφύγει από καθετί μάταιο και προσανα­ τoλισμtνo σε άσκοπους αγώνες και μου ήταν πολύ δύσκολο να

90


Ο Ι Α ΝΑΛΦΑΒΗ ΤΟ Ι ΤΟΥ Ε ΡΩΤΑ δεχτώ την οπο ιαδήποτε πιθανότητα οίκτου από τον ίδιο τον

εαυτό μου. · H~~ μ.n:9Q~ _yα ε ίμα~ περ ή φανη για τις πρ@;εις και τις enιλQ:yt.; μου.

-:IΞ:μιναο άντρας μου δε μ' αγάπησε π οτέ , FJ.tyrJ_. δε δtλω να

τον κατηγορήσω, γιατ ί... πού ξέρ εις, μπορε ί να ' φταιξα κι εγώ ...» «' Eφταt.ξες κ ι εσύ, δε Οα σε παρηγορή σω. Βέβα ια, δεν ξέρω

πόση ευθύνη ~oρoύμε να ρ ίξουμε στα συναισθήματα, Αν ήθτ ­

λες;- μπορούσεςσίγουρα να τον κάνεις να σε σγσπήσει, αλλά αν

δεν μπορούσες να bέλεις, δεν ξέρ ω κα τά πόσο φταις κ ι εδώ που τα λέ με , δεν έχει καμιά σημασία πια».

« Ναι δ εν έχε ι σημασία πια. Τώρ α τίποτα δ εν έχει σημασία. Δεν ξέρω τι δα 'εσνσ αν δεν υπήρχες εσύ . Σ ' όλη μου τη ζωή, είχα τόσο πολύ ανάγκη από μια φίλη . Τόσο πολύ ανάγκη έναν δ~κ ό μου άνl}ρω πo. Αισδάνομαι πολύ πιο καλά τώρα ... « Κι εγώ, Π αναγιώτα, το μόνο που 6έλω ε ίνα ι να οισϋάνο μοι

μόνο καλά από δω κ α ι πέρ α. Βαρ έ6ηχα την αγωνία και την κού­ ραση , τη μιζέρια, την ο ικονομία, τον αγώνα. ' Εχω όρεξη μόνο για τον εαυτό μου, μόνο για τις i(αλtς στιγμές που μου λείψανε». Π εράσα με έτσι όλη τη νύχτα κα ι δε σταματήσαμε λεπτό κα ι να

σκε φτει κανείς την κούρ ασή μας απ ό τόσο ταξίδΙ! Κι όμως ε ίχαμε βυθιστ εί σε μια αλλόκοτη υπερένταση και κα μιά κούραση δεν ήταν ικανή να μας κατα βάλει. Πέρ ασαν ώρες κι ώρες και μετά

σταματή σαμε κα ι να τις μετράμε και δε μας ένο ιαζε πια καθόλου. Π ο πό! Π όσο όμορφη ήταν αυτή η απ όλυτη ελευδερία! Να κοι­

μό μαστε ό,τι ώρα 6έλαμε κα ι το επό μενο πρωί κανεις να μ η μας ξυπνάε ι Π ό σες ατέλε ιωτες τέτο ιε τ νύχτες και μέρες ήταν εκεί μπροστά μας γ ια να τις ζή σου με όλες με τον ίδιο τρόπο .

..Μ α

δεν είναι τελικά πανέμορφο; Έτσι μου 'ρχεταΙ, ρ ε Π ανα­

γιώτα, να πέσω μέσα στην αγκαλιά σου και να ξεσπάσω σε κλά ­ ματα

»,

« Κ α ι δεν το κάνεις; Μ ήπως εγώ τι 6έλω ...

..Μ ε κeατάει η

χαρά, η μεγάλη ικανοποίηση, αλλιώς θα το έκα ­

να. Θ εέ μου, π όσα πολ/ά έχουμε χάσε ι!

..ε, λοιπόν άκ ουσέ με καλά.

Θα κάνουμε μια συμφω νία και δα

δώσουμε τα χέρια ότι θα την τηρ ήσου με κ αι οι δυο ό ,τι και να γίνει» .

..Γ ια

ν ' ακούσω».

91


ΕγΑ ΟΜ ΗΡΟΛΗ

«Από δω και πέρα απ αγορεύεται αυστηρά και για τις δυο μας

να αναφεοθούμε ξανά σε άσχημες σκέψ εις που έχουν να κάνουν με το παρελδόν μας και μ ' εκείνα που ζήσαμε ή όλα τ ' άλ/α που χάσαμε και δεν τα ζή σαμε ποτέ ...

..Είναι πολύ

άσχημες σκέψεις, έτοι, Κι ε μένα με βαρα ί~υν κα ι

δεν τυ; 6έλω, μα οκέφτηω μήπως ε ίναι απαρ αίτη το για να γνω ­ ριστούμε , τίποτ' άλλο ...

..Α, μπ α δεν

είναι τίποτε απαρα ίτητο για να γνωριστούμε , γιατί

το βλέπεις πως γνωριζόμαστε ήδη πολύ κ αλά . Aλ/iJ. είναι φαίνε ­

ται μέσα στα ένστικτα του ανόρ ώπου , κι αυτό να του αοέσει να βασανίζεται. Εμε ίς ό μως, δε θο το ε πιτρ έψου με σύμφωνο ι; Θα τα λέ με όλα, αλλά απαγορεύεται να πούμε πως Δ Ε ζήσαμε, ΔΕΝ ξέρω, ΔΕΝ προλάβαμε, ΔΕΝ είδαμε, Να μην ξανακούσω ποτέ στη ζωή μου τη λέξη

..χάσαμε...

Είναι τόσο άσχημη και τώρ α τελευ ­

τα ία, τη λέω τόσο συχνά, που να πάρεL Κομμένα όμως, έτσι; Δ ε ϋσ με ξαναφή σε ις ποτέ να κάνω τέτο ιετ κακές συζη τήσεις ...

" Θα κάνου με, δηλαδή , προσπάθεια να λέ με μόνο ευχάριστα, Να μη σεε φτόρα οτε ξανά και ξανά εκείνα που δεν κάνα με μέχρ ι

τώρα γιατί με την πολλή κλάψα , 'θα χάσουμε και το χρόνο που μας μένει και δε θα τα κάνουμε ποτέ. Καλά κατάλα βα;.. Κι ε ίχε καταλά βει τόσο καλά που καλύτερα δε γινότανε κι ήταν έτο ιμη όσο κ ι εγώ ν ' ακολουθήσε ι τη συμβουλή μου κα ι να μείνει πιστή στην τήρηση της συμφωνίας μας.

Πήρε να ξημερώνει και δεν ε ίχαμε κλείσε ι μάτι όλη νύχτα και, μα το Θεό, δε νυστάζαμε καθόλου. Ή ταν η πρώτη φορ ά κ αι για τυ; δυο κι ε ίχα με τόσα πολλά ν α πούμε. Σχ έδια, όνειρα , α στεία και σοβαρά . Λε ς και δα προλαβαίναμε να τα λέγα με όλα εκείνη τη νύχτα ή λες και δε θο είχαμε πολύ χρόνο στη διά6εσή μας, λες και κάποιο φάντασ μα από το παρελδόν ϋα ξεπηδούσε ξαφνικά

μπροστά μα ς, θα μας έ πα ιρνε π ίσω στα παλιά κ αι θα μας χώρ ιζε , πάνω που είχαμε αρχίσει να καταλα βαινόμαστε. Από κάτω βλt παμε τη fiάλασσα, τη f}όλασσα εκείνη που ό ­ λη νύχτα μόνο την ακούγαμε.

Κι ήταν τόσο όμορ φη , τόσο

μπλε, τόσο μεγάλη. Βγήκε ο ήλιος και την έκανε κατακόκκινη, λες κ ι ε ίχανε σφάξε ι στα νερά τη ; κανένα μοσχ άρι κι ε ίχε γεμίσει

αίμα. Ήταν μήνας l ούνη ς, πολύ καλοκαίρ ι δηλαδή . Χαρά θεού . Σε

92


ΟΙ ΑΝ ΑΛΦΑΒ ΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

'λίγο άρχισαν να φαίνοντοι οι πρώτοι άνδρωποι, ψαράδες όλοι

τουτ, και να πηγαίνουν στι; δοuλειtς τοικ. Ω, εμε ίς ε ίμαστε οι πιο τυχερές απ' όλους εκείνους και τώρ α το ξέραμε πολύ κ αλά. Κάνα με κάτι γέλια που του; κο ιτάζα με, όχι πως 6έλαμε ποτέ να του ς κορ οϊδέψουμε αλ/ά να, ήταν τόση η χαρά μας, που κάνα με σαν μικρά παιδ ιά. Κάτω απ' τα πόδια μας μια α μμουδιά χρυσαφένια κα ι μακριά, όσο πήγαινε το μάτι σου. Αισϋσνόμουνα βρόμικη από το ταξ ίδι κι εδώ που τα λέμε, ή μουνα πιο βρόμικη απ ' όσο οισθσνόμουνα . Κοίταξ α τη φίλη μου και την είδα κι εκείνη βρόμικη . «Σαν κατσίκα μυρ ίζεις, μωρέ αδερφή , κι εδώ ε ίναι πρωτεύου­ σα, μη μας πάρουνε χ αμπάρ ι για γρουσούζες ...,.

..Γιατί,

ε σύ πας πίσω ή i)αρρ ε ίς πως περνώ καλά τόση ώρα;

Β ασανίζομαι λες κ ι είμαστε πάνω από κανένα στάβλο». Εκείνο που εκτίμησα πιο πολύ απ' όλα στη ν Παναγιώτα και που

60

τη thιμάμαι όσο ζήσω ακό μα, γι' αυτό και μόνο, ήταν το

καλαμπούρ ι της. Κανείς δεν την έπ ιανε στο αστείο. Μπορούσες

να περάσεις όλη τη νύχτα μαζί τη; κα ι να σε κ άνει να σκάσε ις απ' τα γέλια. « Μ πορείς, μωρή, να ξεyυμνωf}είςκ α ι να κολυμπήσεις; Ολόκλη­ ρη δάλασσα έχουμε από κάτω μας, έτσι χαμένη θα την αφήοουμε να πάει;»

..Αν

μπορώ λέει, μωρέ, δα του δώσω και δα καταλάβει! Μόνο

πάμε τώρ α που είναι ακ ό μα νωρ ίς και δεν έχει πολύ κόσμο, μη

γίνουμε και θέαμα κα ι δε με νοιάζει τίποτα άλ/ο μόνο μη μας πεοοοουνε για τίποτα ξετσίπωτες κα ι φωνάξουνε κα μιά αστυνο­ μία».

Δεν κάτσαμε να το μελετήσουμε κι άλλο το δέμα . Π ήρ αμε δυο

πετσέτες π ου βρήκ αμε πρόχειρες στο μπάνιο και κατε βήκαμε στην παραλία. Πετάξαμε τα π απούτσια μας κ αι περ πατή σαμε

πάνω στην άμμο ξυπόλυτες. Γδυθήκαμε και μείναμε ίσα ίσα με τα κο μπινεζόν μας κα ι πέ ­ σα με στο παγωμένο νερό. Αχ, μtχρι τώρ α που τα ξανασκέφτομαι όλα και τα ξαναζώ από μακριά, δε θυ μά μα ι να έζη σα πιο ωρ αία , πιο ξένοιαστη ώρα. Είχα, μετά απ' αυτή , κ ι άλ/ες πολλές ωρα ίε ς μέρες κ αι ώρες αλ/ό τέ ­ τοιος ενθουσιασμό; και τέτο ια ξενο ιασιά, δεν ξανάγινε. Μπορε ί

93

,.


ΕγΑ ΟΜΗΡ ΟΛΗ

και να το έβλεπα έτσι επειδή ήταν η πρώτη ωραία ε μπεlQία που είχα. Π όvrως κι η Π αναγιώτα το ίδιο αισδάν6ηκε. Απέραντη τυ ­ τυχίο. Πλατσ ουρίσαμε πολ/η ώρα μέσα στα νερά κι είναι αλήθεια πω; είχαμε τρ αβή ξει πάνω μας πολλά βλέμματα που ανήκψ σε ανδρώπους που μας ζήλευαν σαν τρελοί κι ήταν έτοιμοι να μας

περιφρονήσουν και να μιλήσουν εναντίον μας με την πρώτη ευ ­ καlQία. ΚΙ αυτή η έκδηλη ζήλια μάς γέμιζε με τόση απόλαυση που, ποτέ δεν μπορούσε ούτε να μου περάσε ι από το μυαλό. Όλη μου τη ζωή ανησυχούσα και σκεφτόμουν μέρα νύχτα η 6α πει ο κόσμος για μένα αν κάνω εκείνο ή το άλλο, κ ι αν ποτέ άκουγα να λένε για μένα καμιά κουβέντα παραπάνω ή κανένα υ πονοούμενο, πήγαινα να τρελαf)ώ από ντροπή και δεν ήξερα κσϋόλου η να κάνω και πώς να αντιδράσω. Και τώρα. αυτή η ίδια

ζήλια κα ι τα ίδια βλέ μματα με γέμιζαν με αυτοπεποίθηση. γιατί μου έδειχναν εκείνο που τόσο π ολύ ήδελα να δω. Ότι, δηλαδή , τελικ ά κα ι μετά από τόσες προσπάδειες, είχα καταφέρει να γίνω

αλλιώτικη κα ι δια φορετ ική α π ' όλον τον άλλο κόσμο. Όπως κι αν ε ίχαν τα πράγ ματα, ήμουν αλλιώτικη, εγώ κ ι η φίλη μου ή μαστε διαφορετικές από κάδε άλλον. Είνα ι βέβαια, σίγουρο, πως, έτσ ι από μακρ ιά, όλοι ο ι άν6ρωποι

που πέρασαν και μας είδαν, μας πέρασαν για τίποτα κοινές γυ­ ναίκες, πρόστυχες, που κάνανε τκ; διακ οπές τους.

Ε, κι ε μάς αυτό κα6όλου δε μας ένοιαξε, ούτε λεπτό δεν κά­ τσαμε να το σκεφτούμε.

Τα συνωσϋήματα είνα ι τα ίδια, συγκεκριμένα και μετρη μένα στα δάχτυλα. Αυτά που τα κάνουν καλά ή κακά, όμορφα ή άσχη ­

μα, είναι οι στιγμές. Οι στιγμές εκε ίνες που γεννιούντα ι και πε ­

6α ίνovν και γεeνά'Vε ό πως κι εμείς. Μ όνο π ου αυτές το παf)α ί· νουν πιο γρήγορα. ΚΙ είναι πολύ μεγάλη η έννοια των στιγμών

π~περνούν και χάνονται χωρίς ούτε να τις καταλάβουμε ίσως,

γιατί δεν προλαβαίνουμε ούτε να τις αισϋανθούμε. Είναι αναρί6­

μητε ς κ ι ασύλληπτα πολλές και φτιάχνουν όλες μαζ~ ύστερα, μια η μέρα ή ένα μήνα. Και )(ά{)o μaι τώρα να δυμηDώ όλες εκε ίνες τις

αμέτρη τες και δεν μπορώ. Είναι οι μόνες που αξLζoυν μα δεν τκ θυμόμαστε ποτέ αφού περάσουν. Είμαστε πολύ σκληροί με τις στ ιγμtς, κι αν σκεφτούμε πως κτ αυτές ε ίναι χρόνος, βλέπου με

94


ΟΙ Α ΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡ Ω ΤΑ

πω; δεν ε ίνα ι μόνο ο χρόνος σκληρός κι απάνδρωπος μαζί μας,

αλ/ά είμαστε κι ε με(ς απ άνθοωποι απέναντι στο χρόνο. Στιγμές. Δευτερόλεπτα κα ι κλάσματα δευτερολέπτων που πα­ ραμένουν χωρ ίς όνομα , χωρ ίς ταυτότητα να αιωρούνται μέσα στο σύμπαν, μέσσ στη μακριά ζωή μας. Πράγματα που ποτέ δεν του; δώσαμε αξία, την αξ ία που του; έ nρεnε : ~ Βασισμένες στο τίποτα, στο άναμμα ενtΉ;; κ αινούριου τσιγάρου ή την ώρα που κατε βαίνει στο λαρύγγι μας ένα δυνατό π οτό. Η

ώρα που αποκαμωμένοι πέ φτου με για ύπνο, ή ένα ωραίο ξεκού ­ ραστο ξύ πνη μα κ άπο ιο φωτεινό πρωί. Όταν βουλιάζου με στο ζεστό νερ ό της μπανιέρ ας μας ή ακού με την καρδιά μας να χτυ ­ π άει δυνατά . Ένα ωρ αίο τοπίο ή μια ευχάριστη μουσική . Το

πρόσωπο κάποιου που αγαπήσαμε , ένα χαμόγελο, μια οπτασία ένα καλό όνειρο, σχέδια για το αύριο, αγγίγματα κ ι αγκαλιtς, το

κράτη μα ενός αγαπη μένου χεριού . Ω , είναι τόσο πολλές. Ποτέ κανε (ς δε θα μπορέσει να τις πε­ ριγράψει όλες και να τους δώσει την αξία που είχαν στ ' αλήδεια.

Τίποτα δε γερνάει πιο πολύ, πιο γρήγορα, πιο εύκολα από τον ίδιο το χρ όνο. Π ιο αξιολύπητος κι από μας.

95


• ΠΕΡΑΣΕ πολύς καιρός. Μπορεί και τρεις. μπορεί και τέσσερις

μήνες. Ρ ολόγια δεν είχαμε, μήτε κι η μερολόγια. Τ ις ψυχές μας είχα με μόνο κα ι τις ανάγκες μας. Π εινούσαμε; Τρώγαμε . Νυστά­ ζαμε; Κο ιμόμασταν. Κατουρ ιόμασταν; Κ ατουρούσα με. Ένας κόσμος ολόκληρος και ξεχωριστός α πό κσϋετί, που πή­ γαινε μπροστά κ α ι παρακ άτω , χώρια απ ' όλα τ' άλλα . Ένας ολό ­ χερος κόσμος μέσα σε είκοσι πέντε τετραγωνικ ά. Σ' ένα μικρό

δωμάτιο πάνω από μια ταβέρνα, α πέναντι από τη ftάλασσα. Μ έ­ σα στη bMαaaa. Δε θυ μά μαι πια τι ακριβώς ψάχναμε, πάvrως αυτά που βρή ­ καμε ήταν κ ιόλας πάρα πολλό. Δεν μπορώ να σκε φτώ ποια ήταν εκείνα που δεν ξέρα με , πάντως εκείνα π ου μάθαμε ήταν σχεδόν όσα χρειαζόμασταν.

Πολλές φορ ές μέσα στο μυαλό μου μπερδεύονται σ ι χρ όνοι κι οι τόποι κα ι τα γεγονότα και γι' αυτό φαίνεται πως είναι υπεύ­

θυνη η ηλικία μου, αλλά δεν παραπ ονιέμαι, μιας κ ι η γεύση που μου 'χει μείνει απ' όλα αυτά είναι εξαίσ ια. Μπορεί να κάνω λά60ς,

αν εκε ίνο ή .το άλλο έγινε εκεί κι όχι κάπου αλλού, αν το τάδε συνέ βη τότε ή αργότερα, αν ή μα σταν εμείς μόνο ή κι άλλοι. Δεν μπορώ, εξάλ/ου, να δ ιακρίνω κα ι κα μιά σπουδαία διαφορά σ ' όλα αυτά. Γιατί, όπ ως είπα από την αρχή, αυτό δεν είναι βιογρα φ ία, ώστε να ε ίναι υ ποχρεωτικό να ωωλουθεί κάποια ακρίβεια κ αι σα φήνεια. Aλ/fJ. ακόμα κι αν ήταν αυτο βιογραφία, δε θα ήταν κανενός άλλου παρ ά δική μου , τη ; ελένης Παπαδωμά, που κσ ­ νείς δε νοιάζετα ι πώς έζησε και τι έχανε, τι έ παθε κα ι τι βQήκε μπροστά της .

Κι έ πε ιτα , η σπουδαιότητα χάνεται και μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο κι όλα γίνονται άλλα απ ' αυτά που ξεκίνη σαν να είναι. Κι όταν μάλιστα πας να τα γράψε ις πάνω σ' ένα άψυχο ;ι; ο μμάτι χαρτί που γνώμη δεν έχει μήτε και ά ποψη »σ ι καΟόλου δε {)α

διαμαρτυρη'όεί ούτε και θα χαρεί από τίποτα, γίνονται ακόμα πιο

96

ι


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑ ΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩ ΤΑ

δια φορ ετικά και στο τέλο ς μπορεί κα ι να φτάσε ι κάποια στιγμή που να μην ξέρεις π ια ούτε κ ι ο ίδιος τι γράφεις και τι έγινε κα ι τι θυ μάσαι Ευτυχώτ; όμως, ποτέ δεν ξεχνάς αυτό που δέλεις να πεις και

δα το πε ις τελικά , ακόμα κι αν σου φ ψώσουνε το στόμα με μασέλε ς ή χώ ματα . ΚαΙ, τέλος πάντων, καλό ε ίναι κανείς, ακόμα και στα πιο βαθιά του γεράματα , να μπορεί να λέει: « πο τέ δεν είνα ι αργά». Γιατί δεν

είναι ποτέ αργά για κείνον που δέλει πάντα _να..ιιπορεί ΣκέφΤΟ-: μmπ6σo αργά τα γνώρισα όλα, αλλά δεν ξέρω , δε δα ~ω ποτέ, αν είμαι χαμένη που δεν τα γνώρισα νωρίτερα .

Βρε , τι καλοπέραση ή ταν εκείνη ! Τι πράγματα κα ι θάματα εί­ δαμε, ν ιώσαμε, πάθαμε.

Μεθύσαμε με κρασί, με ουίωα, βότκα, σαμπάν ια, ούζο. Μ εθύ­

σι:ιμF. με..αισΦ]σεις και με τα ίδια _τα .όνειρά μας. r

-------

Ψωνίσαμε φορ"έμάτα κ ι ασΠρόρουχα κα ι πα πούτσια και πράγ ­

ματα ακρ ιβά. Κ άνα με σπατάλες, γιατί είχαμε β αρε6εί τη ν ο ικ ο ­ νο μία και τα κομποδέματα. Κι ένα βράδυ , με φορέματα έξω μα και χρω ματιστά, κατε βήκα ­ με στην τα βέρνα να φάμε , στολισμένες και παρ φου μαρισ μένες. Κ ι αμέσως είδα με δυο παλικάρ ια, νέα κι ό μορφα που κάδο ­ νταν μιΊνα ΤΩυς π ' ένα τρ rιπfζι κι F:τοωγαν α μίλη τα .

Κ αι με τόση ζωή που είχαμε ποτίσει τα κορ μιά μας, θα ήταν μεγάλη αδικ ία να τα στερ ούσαμε από άλ/ες πιο φανταχτερ ές απολαύσεις. Κι η Π αναγιώτα δεν είχε κ ανένα λόγο να μου κάνει τη σε μνή ... ' Εχω πλαγιάσει κα ι μ' άλλον άντρα πέρα απ' τον άντρα μου .., μου είπ ε κι έσκασα στα γέλια . Ο ι νέοι απέναντι, λες και μάντεψαν τις σκέψε ις μας, γύρισαν και μας χ οίταξαν χι α μέσως διάβασαν τις oe έξεις μας και δεν πήρ ε π άνω απ ό πέντε λεπτά κα ι σε λίγο κσϋό μα σταν όλοι μαζί κα ι λέγαμε αστεία και τα κοπανούσαμε. Μ ετά από τρ ία μπουκάλια χρασ~ η Π αναγιώτα έσκυψε στο

αφτί μου κα ι μου ε ίπε:

..Μωρ έ ,

Ελένη , εγώ δε 6έλω να μεθύ­

σω κι άλλο. Θέλω ό.τι κάνω, να το κάνω με κα6αρό μυαλό μην τυ χόν και πω το πρωί, ε, μεθυσμένη ήμουνα δεν ήξερα τι έκανα» .

..Ν αΙ,

μη μεϋύσεκ , γιατί, αν μεθύοεκ. το πιο άσχημο δεν ε ίνα ι

97

,


εγΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

Τ\ 'δα πεις το πρω~ αλ/ά ε ίναι που δε ϋα θυμάσαι τίποτα για να π εις ,. .

Κα ι γέλια κα ι κακό κα ι πήραμε στο τέλος κι άλ/ο ένα μπουκάλι παρ αμάσχαλα και πήγαμε κατά την αΚQoγιaλtό κ ι ά μα το τελειώ­

σαμε κι εκε ίνο, χ ωριστήκαμε και γίναμε δυ ο ζευγάQ ια κ ι εγώ α πό

μακριά έβλεπα τις σκιές του άλ/ου -ούτε τα ονόματά τo~ς δε θυ μάμα ι πια- με την Π αναγιώτα και οκεφτό μουνα πως κι εκεί­ νη θα 'βλε πε τις δικές μας σκ &tς. Και τα νιάτα του σκάσανε μtσα μου σαν κ ύ ματα. σαν ftίιελλα.

Και μ' άφησε να πάρ ω όση ζωή ήδελα α πό την ανάσα του και του 'δωσσ κ ι εγώ άτι ήθελε από κε ίνα που ονειρευόταν. Έπειτα κο ιμήθηκε μtσα στην αγκαλιά μου , πάνω μου , κι είχα το βάρος του όλη νύ χτα κα ι μου 'κ ανε μεγάλη εντύ πωση που καθόλου βαρύ δεν τον ένιωθα πάνω στην κ αρδιά μου. Το άλλο πρωί. με τα βρσειά μας γεμάτα ά μμο και χ ωρίς πα­

πούτσια, περπατήσα με μαζί στην παραλία και οι τέσσεοκ και ψά χναμε ένα ωρα ίο κ α φενε δάκι να π ιούμε κανέναν καφέ, που τόσο ε ίχα με ανάγκ η. Μ όλις καθίσα με , οι άντρες μάς κο ίταζαν πεe ίεργα κ αι ήταν ολοφάνερο πω; βιάζονταν να μείνουν μόνοι και να πουν μετα ξύ του; Ία τόσα Ίρ ομερά που είχανε κάνει, μα κ ι εκείνα Ία πιο Ίρο μερά που οκέφτοντσν. Κ ι εγώ το κατάλαβ α, μα κι η Παναγ ιώτα δεν πήγε πίσω. Κι όπως ρου φούσαμε με βουλιμία απ ' τα φλιτζάνια μας, άνοιξε το στόμα τη; και τους έκανε ν ' ανoίξovν κι εκείνοι τα δικά τους, μα όχι για να μιλή σουν αλλά από έκπληξη και απορία .

..Ε λο ιπόν, ε ίνα ι

περίεργο αλ/ά όχι μόνο δεν α wftάνομαι καθό­

λου βρ ό μικη και πρόστυχη αλλά π ιο κ αδαρή, Π ΙΟ ηθιεή απ ' ό,τι

χτ ες το βράδυ. Φυσιολογικό είναι αυτό, ρε π αιδιά,.,.

..Ε, αφού φσίνεσαι έτσι όπως ε ίπες, δεν είναι φυσιεό να νι.ώΟε ις κι έτσι; Σαν παιδί μοιάζεις σή μερα κα ι σαν παιδί αισθάνεσα ι, κακό είναι αυτό",

..' Ασ ε

κ αι κανέναν άλ/ον να μιλήσει, καη μένη Ελένη . Όλα εσύ

πρ έπn να τ ' απαντάς; Κα ι καλά, εσύ με ξέρεις κ ι α πό χτες, άσε να δούμε πως μοιάζω σ' αυτού; που δε με ξέρουνε,.. Είχε ση κώσει τη φαρδιά τη ς φούστα ως πάνω από τα γόνατα κα ι οι γάμπες τη ; έμοιαζαν στ ' ωήθεω πολύ όμορφες. Τώρα που

98


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

την κοίταζα, το έ βλε πα καDαρά. Ήταν μια ωραία γυναίκα. Γυναί­

κα. Μ όνο έτσι μπορεί να είναι ωραία. Επε ιδή είναι γυναίκα. Και δε μου το βγάζε ις από το κεφάλι πως κα μιό γυναίκα δεν είνα ι

άσχη μη . Και κανείς άντρας δηλαδή . Μα μόνο όταν όλοι μπορούν να ανταποκρ ίνονται στο αληδινό του; είδος. Στο είδος εκείνο που αισθάνονται, όχι σ ' εκείνο που γεννήθηκαν. Γιατί αυτά τα φτιάχνουμε ε μεκ μόνοι μας, κατα πώς θέλουμε και καμιά χρυσή συνταγή δε βγα'νει αλά6ητη. Μόνο τα συναισθήματα βγα ίνουν αλά6ητα, γ ιατί δεν υ πάρχε ι λά60ς και σωστό γι' αυτά. Μπορ ε ί να ήταν πρωί και να πίναμε τον καφέ μας, αλλά είναι σίγουρο ότι εγώ και η Π αναγιώτα ήμασταν ακόμα μεθυσμένο; από το προ ηγούμενο βράδυ. Bλtπα με πια τη ζωή μας να πα ίρνει

ένα δρόμο που ούτε στα πιο τρελά μας όνε ιρα δεν ε ίχαμε τολ­ μή σει να τον φσνταστού με. Κα μιά η6ική δεν ήταν ικανή να μας

στα ματήσει και η αθωότητα που βλtπ αμε στα μάτια των νεαρών εραστών μας, εκείνη η αφέλεια, μας έκ ανε να χαθούμε σε κάτι παραλογισ μούς π ου ποτέ πριν δεν είχαμε οισϋσνϋε ί τόσο κ οντά μας.

Είχα τον δ ικό μου καθισμένο απέναντί μου κ αι τον ένιωϋα που με έτρωγε με τα μάτια του, όχ ι για την ομορφιά μου, μα για όλα εκείνα που έδειχνα ικανή να κάνω .

•Α πλωσα το χέρ ι μου κι έπιασα το

δικό του, τον κοίταξα βαθιά

στα μάτια .

..' Αγγιξες

τη ζωή μου με την ίνα της ύπαρ ξή ς σου, που ή ταν

ολόκληρη φτιαγμένη από αγάπη. Έπεσες σε κενά έρωτα, σε κε­ νά χαμένα σ' ένα συνσίσϋη μα ανεπανόρθωτο και μοναδικό. τι­

ποτα δε θα μπορέσει ποτέ να είναι αλλιώς ανάμεσά μας. Μ έσα στα ταξ ίδια μας υπάρχουν ψυχές και σώματα χαμένα πάντα σ '

έναν ιδρώτα αγάπης κα ι πάϋοικ. Γιατί μάθαμε να φεύγουμε μαζί αγκαλιασμένοΙ, για τους τόπους του άπειρου, στις κοιλάδες της

τελειότηταο-, Η Π αναγιώτα με κοίταζε σαν χαμένη και τα μάτια τη ς γυάλιζαν τρελά. Μ έσα στα μάτια τη; ήταν κλεισμένο όλο το μεθύσι του

κόσμου . Η ζωή μέσα τους γινόταν φλόγα που την έκα ιγε, φωτιά που δεν μπορούσε να την αντέξεΙ. Μ ου θύμισε τη Λίτσα και για

μια στιγμή την αναζήτησα κι αναοωτήϋηκα τι να κάνει και πού να βρίσκεταΙ.

99


ΕγΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

Όμως η Παναγιώτα με έ βγαλε α πότο μα από όλους τους συλ­ λογισμού; μου . Π ετ άχτηκε π άνω από την καρέκλα τη ; κι άρχισε

να κάνει βόλτες γύρω μας, χορ εύοντας έναν άρρu6μο χορό που μουσικ ή του ήταν τα λόγια τη ς .

..Σ'

αγαπώ κι είσαι για μένα σαν τα ξίδι μες στη δάλασσα . ..Γίνο­

μαι όστρακο που ανοίγω στα κρυφά κ αι μόνο γ ια το χατίρ ι σου.

Τα χε ίλη μου είναι ερ μητικό κλειστό κι αρνούνται την κάδε λέ~η στους αναλφάβητους της ηδονή ς. »θέλω να φύγω μαζί σου πάλι μακeιά, στην ά βυσσο που ορισ­ ϋ ετούν τα κορ μιά μας. Μ ε μια ατέλειωτη η δονή να μας καταδιώ­

κει παντού. Λ ιώσε με μέ σα στη ζέστη του μυαλού σου, πάρε με όπως δες εσύ . Εγώ ε ίμα ι εδώ για πάπα . Η φωλιά που μέ σα τη ς θσ κρύβ εσαι από κάδε δυστυχ ία». Όταν γνώρισα τη ν Π αναγ ιώτα ήξερα πως ήταν μια απλή γυ­

ν αικούλα του λαού, όπ ως ήμουνα κ ι εγώ. Αμφέ βαλα ακόμα κ αι γ ια το αν ή ξερε να δ ιαβάζει και να γρά φ ε Ι. Δεν είχε πο τέ π ερά σει από το μυαλό μου, ότι μπορούσε να μιλά ει τόσο ό μορφα. Οι

αναλφάβητοι τη ς ηδονής! Π ώς δεν τρελ~κα στο άκ ουσμα ενός τέτο ιου ορισμού; Π ώς δεν έχασα τα λογικ ά μου, στην έννοια μιας τόσο τέλειας κου βέντας; Μ ιλού σε , μιλούσε και δ εν έλεγε να στα ματή σει. Είχε σηκώσει πι φούστα τη ς ακόμα πιο ψη λά, γύριζε γύρω μας κ αι έδινε πολύ έντονα την εντύπωση ότι γύρ ιζε γύρω α π ό τις ψυχές μας . Φ οβη ­

θή ω με πως τα ξέρει όλα γιο μας, πως δεν ε ίχαμε τίποτα να τη ; κρύψου με. Κι ε μένα μου άρεσαν όλα αυτά και με ε ίχαν συνεπά ­ ρει, αλλά, όταν γ ια μια στιγμή συνή λθα και είδα τα πρόσωπα των

εραστών μας, άρ χισα να γελώ τόσο δυνατά που εκε ίνο ι τρόμα ξαν ακόμα περισσότερο.

Δυο μεσήλικες γυναίκες που δεν έχουν κανέναν ενδοιασ μό και κοιμούνται σον πόρνες στην α μμουδ ιά, που ζουν μόνες κα ι κά ­ νουν ό ,τι θέλουν , ό,τι τοι κ;

l efin

στο κεφά��ι.

Αφού δε ζητούν λεφτά για την απόλαυση που δ ίνουν, δεν είναι κοινέ ς, άρα είναι μάγισσ ες. Έτσ ι μας κο ίταζαν τα δύστυχα τ α πα ιδιά και δεν ήξεραν από πού να φύγουν. Και με τέτοια λόγια

και μαγ ικές λt~εις που άκουσαν, π ιθανόν για πρώτη φορά Οτ/ ζωή τους, δεν είχαν πια καμιά α μφιβολία . Εγώ ε ίχα πλησιάσει την Π αναγιώτα κ αι γελούσαμε σαν δοιμο-

100


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑ ΒΗΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡΩ ΤΑ ν lι φένες κ ι εκείνοι βeήκαν ευκαιρία κα ι το 'σκ αααν τe έχοντας και θσ έκαναν πολύ κα ιρό να συνέλθουν από κείνο το σμίξιμο που τους βγήκε ξινό. Γελούσαμε για πολλή ώρα κα ι μετά κατα ­ λάβαμε π ως οι εραστές μας, μας είχαν αφήσει σύξυλες, κα ι χωρίς να πληρώσουν του; καφέδες. Δε μας ένοιαξε. Ήμασταν απoρρoφη μtνες με τα δ ικά μας. Και είχαμε πολλά

να πού με. Κ αταλάβα με πως είχαμε αγαπηθεί χωρίς να ξέρουμε ούτε λίγο ή μια την άλλη . Βρεθή κα με μαζί ακoλoυfiώντας ένα ένστικτο κα ι δ ε μας ενδιέφερ ε να μάθου με περισσότερ α. Στο κάτω κάτω, είχα με τόσο καλά θάψ ε ι το παρελδόν μας που δεν

είχα με καμιά όρ εξη να το βρούμε πάλι μπροστά μας, έ στω και μtσα σε ανώφελες διηγήσεις. Μας άρεσαν αυτές οι εκ πλήξεις, οι

ανακαλύ\jJεις που κάναμε η μια για την άλλη μόνες μας και σε στιγμtς παράξενες. Η Π αναγιώτα γελούσε ακό μα, αλλά ε:Υώ είχα στα ματήσε ι κα ι

κ οίταγα μπροστά μου τη θάλασσα που ανοιγόταν ατέλειωτη και ξένοιαστη και δεν τη ζήλευα πια .

Μ ετά έμε ινε κι εκ ε ίνη βου βή και κο ιτάζα με μαζί την ίδ ια θά ­ λασσα κ αι δε λέγαμε τίποτα .

Στ/ν τελειότη τα , η έκφραση μοιάζει με πανικό και φό βο μή . πως χα6εί η αίσθηση και μείνουμε μονάχοι. Το ϋανατηφόοο δηλη τήριο τη ; ζωής μπήκε στο αίμα μας και

κυλά με ταχύτητα; μαγικές που ποτέ δε 6α φτάσει κανείς. Είμα στε μόνες, τόσο μόνες οι δυ ο μας ενάντια σ ' έναν κόσμο γt: μάιu αναυψUλειες. Θα πληι.ι ώυυυμε το τίμημU μω; φαν πιυ δυνατοί. Κα ι είμαι έτο ιμη πάλι κα ι πάλι. στο α περίσκ επτο παιχνίδι της χαράς του θανάτου , τη ς αναγέννησης. Είμαι εγώ! Στα αγριε ­ μένα κύ ματα μιας μεγαλοσύνη ; που δεν ταιριάζει. δε δένει με τόση π εζότητα. Στα δρυ μ ματισμένα όνειρα ενός άλλου και­ ρού και στα συντρίμμια που όλοι αφήνουμε πίσω μας, βρήκ α

τη δύναμη να ανασυνταχτώ , να νιώσω λίγο αθάνατη κι αδ ί­ σταχτη.

Η δύνα μη , τελαά , βρίσκεται μόνο στη δυστυχία, την εξου6έ­ νωση της ψυχής από μια κακουχ ία. Οι ανεκπλήρωτοι πόθοι γί · νονται στίχοι κ αι γρα μμές γεμάτες "-έξεις π ου ίσως άλλο νόημα να μην έχουν πέρα από την αγάπη για ζωή.

101

L


εΥΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η Με μακάβρια βαρ βαρότ/τα ξεχε ίλισα από ψυχές ξεβρασμένες

από το κ ύ μα των χαμένων, των μικρών. Γιατί έχω τόσα και τόσα πολλά που μ ' οδηγούν αλάtΠ] τα σε μια αρ μονία, γεμάτη σνα μνήοτκ κι όνειρα. Xαρακιtς; στη μαλακή μου συνείδηση . Nιώftω να γίνομαι ϋαυματουογή στην κάδε ιεροσυλία . «Αχ, πριν από πολλά χρόνια είχα έρ6ε ι εδώ τ/ν AOήtoa να σπουδάσω. Μ ε χίλια ζόρ ια κι απόπειρες συτοκτονϊω; είχα πείσει τον πατέρα μου να μ' αφή σει Κ αι μ ' άφηοε . Ή ρδα λοιπόν, κ ι έμεινα στο σπίτι του αδερφού του, του ϋειου μου .

..Μ πήκ α

στο πανε πιστή μιο' δασκ άλα ή6ελα να γίνω . Διάβαζα

ολημερίς κι ολονυχτίς χωρίς σταματημό, γιατί ήξερα πως η πα­ ρα μικρ ή μου αποτυχία δα σήμαινε επιστρ οφή στο χωριό. " Και τα 'χα κατοφέρ ει και ήμουνα αριστούχος κι όλοι μου οι

κα6ηγη τές με είχανε για παράδειγμα. " Κι ύστερα ... ύστερα εκείνο το πρωΙ .. Ω , Θ ε έ μου, Ελένη , τι μου

6ύ μισες! Ο ftειος μου βρήκ ε έξω από τ/ν πόρτα του ένα λουλού­ δι, Μ ια σκατομαογαρίτα τσαλακωμένη και ταλαιπωρημένη .

..Έγινε

ένα καβγάς... με χτυπούσε μ' όλη του τη δύναμη να του

πω το όνομα του εραστή μου ... μ' έβριζε με τα χειρότερα λόγια . Λόγια που δεν τα 'χα ξανακούσει ποτέ .

..Τσουβάλιασε

τα πράγματά μου , με βούτηξ ε απ ' το μαλ/ί και

με πήγε πίσω. Μ ες στο λεωφ ορείο σκεφ τό μουνα να το σκάσω, καλύτερ α να πεθάνω παρά να πάω πίσω και με τέτοιο τρό π ο . Γιατί, που να πάρει ο διάολος τη μοίρα μου, δεν είχα ιδέα τι σκατά γύρευε εκείνη η παλιομαργαρίτα στο κατώφλι, ούτε και πο ιος κερατάς την είχε αφήσει Γκόμενο εγώ , που ήμουν ολόκλη­ ρη γυναίκα και δεν ήξερα πώς γίνονται τα παιδιά! »Ο πατέρας μου μας είδε που ερχό μαστε από το τέλος του δρό μου και πετάχτηκ ε από την πολυ6ρόνα του.

,. Έτρεξε

κοντά μας κι ο ftε ιος μου, με μια κλοτσιά, με πέταξε

στα χέρ ια του και τίποτ ' άλλο δεν του 'πε παρά μόνο του γάβγισε: ''Ορ ίστε, να πάει να γκαστρω6εί το παλιοόήλυκο να βρω και το μπελά μου!"

..Μ ε

βρίσανε και με χτυπήσανε μέχρι που τρ έχανε τα αίματά

μου από παντού. Ο πατέρ ας μου άναψε μια φωτιά και μου 'κ σψε ό λα μου τα βιβλία , τα τετράδια, τα μολύβ ια ., Όλα.

"11

αδικία με χτύπησε αλύ πητα και έπεσα. αναίσθητη .

102


Ο Ι Α ΝΑΛΦΑΒ ΗΤΟΙ ΤΟ Υ ΕΡΩΤΑ

. 1".tI μέQες έκανα να 'ρ6ω στα συγκαλά μου, Κόντεψ α να τρε ­ ).u{)ώ και μόί.ις το θυ μόταν ο πατέ{>ας μου, μου 'δ ινε κι ένα χέρ ι Μ.ο,

..Σε

δυο μήνες με πάντρεψ ε με κείνον τον αγριάνδρωπο που

r {όες κοντά μου μες στο τρένο. Του 'γραψε ένα στρ έμμα γης παοαπάνω, γιατί νό μιζε

•Α κου

π ω; ήμουνα

μολυσμένη από άντρα .

μολυσμένη! Κι άμα μετά η μάνα μου του είπε πως ήμου­

να γνήσια παρθένα, έτρεξε και του το ζη τούσε πίσω και μα ­ λώνανε για κείνο το έρμο το κομμάτι γης που ήταν πιο άγονο

κι από έρη μο. Και μαλώνανε, που να τ οικ; πάρ ει ο διάολος και του; δυο, πάνω από το κορ μί μου, πάνω από τη ζωή μου τη ν

ίδια!

..Μ ε

γεράσανε , Eλtνη , μου ήπ ισνε το αίμα. Εκ είνον τον σκε ­

βρ ω μένο γέρο, ποτέ δεν τον ξανάπα πατέρα, ούτε και τον αι­ σ6άνδηκα ποτέ σαν π ατέρ α μου. Τον κοίταζα με μίσος και πα ­

ρακαλούσα να πfT6άνε ι. Σκεφτό μουνσ πως ε Ιχε β ιάσε ι τη μάνα μου , και μέσα από τα αίματα , τις βρισιές και το ξύλο υπερίσχυσε το βρομερό του σπέρ μα. Κ α ι από κεΙνο το βρο μερό σπέρμα, βγήκα εγώ. Μ ολυσμένη , ναι. Είμαι και το αισθάνο μαι μέχρι τώρα,

και για όλη μου τη ζωή. Μ α μολυσμένη από κεΙνον .

..Έτσι

με βίασε και μένα ο άλ/ος, που ούτε τ' όνομα του δε

6έλω να πω ξανά. Κι ή μουν φουσκωμένη, έτο ιμη να γεννήσω το πρώτο μας πα ιδί και μας ήρθε το μαντάτο πως η θεία το 'σκσσε για την Α μερ ική με τον εραστή της, αφού όμως πρώτα έρι..ξε ποντικοφάρ μακο στον καφέ του άντρα της. Κ ι αυτός ή τανε μό ­ νος στο νοσοκομείο κ ι η αστυνομία έψαχνε να βρε ι τους δράστει;. Γι' αυτήν ήταν εκε Ινη η μαργαρίτα ...

..Κ α ι

κανονικά έπρεπε να τη μισήσω , γιατί εξαιτίας τη ; έχασα

όλη μου τη ζωή, μα εγώ την αγάπησα για το ποντικοφόρ μακο. Ήτανε καλή εκδίκηση . Ο πατέρ α ς μου το φψσούσε κα ι δεν κρύωνε . Δεν ή6ελε να το π ιστέψ ε ι. Π ή γε γρήγορα στην πόλη να συμπαοαστσθεϊ στον αδερφό του κι ά μα γύρισε πέρασε από το

σπίτι μου. Είχε στο στό μα του μια βρο μερή συγνώμη που, αν τη ν άκουγα, μπορεί κα ι να τον σκότωνα με τα ίδια μου τα χέρια. Γι' αυτό , το πέταξα έξω και τον έστειλα στο διάολο και του 'χλε ισα την πόρτα στα μούτρα. Και στην υ πόλο ιπη ζωή μου ούτε του ξαναμίλησα ούτε τον ξανάδα μπροστά μου . Και στην κηδεία του

103


ΕΎ Α ΟΜΗΡ ΟΛΗ

πήγα πριν από τρία χρόνια , μόνο για να τον δω πεθαμένο κα ι να αγαλλιάσει λιγάκ ι η ψυχή μου. " Μου κλέψανε τη ζωή μέσα απ' τα χέρια μου, χωρίς να του; κάνω τίποτα , χωρίς να φταίξω πουθενά . Και τότε δεν είχα τη

δύναμη αλλά τώρα που το σκέφτομαι είμαι ευχαριστημένη γιατί, αν την είχα, δα του; είχα ωωτώσε ι όλους με τα χέρ ια μου \α ι δα σάπιζα τώρα σε κα μιά φυλακή . Και δεν το αξίζανε οι λεχρίτες ... μ ' αφήσανε μόνη και ξερή ... να μη γελάσω ποτέ μου ... να μη χαρώ γιατί όλα ε ίναι α μαρτία ... όλα ... "Τέτοιο μίσος ... πώς να μπορέσ ω να το εκφράσω. Θ έλω να το

φ ωνάξω μ ' όλη μου τη δύνα μη, να το ακούσει όλος ο κόσμος. Δε {)έλω να 'χω πατέρ α και ϋείοικ και κανένα συγγενή. Θέλω να 'χω

τα αδέρ φ ια εκείνα που μπορώ να διαλέ ξω εγώ , να Ζ ΗΣΩ που να πάρει ο διά ολος!»

Η Π αναγιώτα είχε χάσε ι εντελώς τον έ)ΖΥχό τη ; και δεν ήξερε πια τι έλεγε και τι έχανε και τ ο πιο ωραίο απ' όλα ήταν πως δεν ήδελε πια να ξέρε ι, δεν τη ν ένοιαζε.

Τη ς χρωστούσαν κι εκείνης πoλλtς δεκαετίε ς ζωής, αλ/ά κα ­ νείς ποτέ δε θα μπορούσε να τη; ξοφλήσει αυτό το λογαριασμό. Κι αν υ πάρχουν δ ικαιοσύνες και νόμοι για τις ζωές, πάλι δε θα υ πάρχει ποινή τόσο αυστηρή που να τιμωρή σ ει όλα αυτά τα

εγκλήματα. Κλαίγα με μαζί cryxαλιaσμένες και το ψαροχώρ ι εκείνο δα ' τανε πια σίγουρ ο ότι είμαστε μάγισσες, τρελές. Κι ε μείς ουρλιάζαμε και τρέξα με πάλι στη Μλασοα να βρούμε παρηγοριά, να πνίξουμε τα δάκρυά μας μέσα στα κύ ματα. Να θεωρήσουμε όλον εκείνον τον υδάτινο όγκο, δάκρυα από άλ/ους, από άλ/ες χαμένες ζωές. Να βρούμε ένα μαζικό συναίσθημα. να

γίνουμε λίγο πιο μεγω.ες, λίγο πιο δυνατές για να αντέξουμε τη

δυστυχία και τον πόνο τη; αδικίας που δεν ήταν πια δυνατό να

διoρδωttεΙ Έπε ιτα, ξέρ α με καλά πως εκείνη ήταν η τελευταία φορά που δα κλαίγα με για όλα τούτα και δέλαμε να τα κάνουμε όλα σωστά για να τη θυ μόμαστε. Να κλείσουμε όλη μας τη ζωή μέσα στη θάλασσα να τη ; δώσου με την αληδινή ιδέα του ναυάγωυ . να μην μπορέσε ι ποτέ κανείς να τ/ν ανακαλύψεL Να ελευθερωθούμε απ' όλα και όλους, για πάντα.

104

Ι


ΟΙ ΑΝ ΑΛ ΦΑ Β Η Τ ΟΙ ΤΟΥ ΕΡΟΤΑ

Τουλάχιστον, τα είχαμε κ αταφέρει κι είχαμε συναντηθεί κ ι ή . ρασταν τώρα μόνες κι ελεύδερες να ζήσου με το υ πόλο ιπο κι ας

~ταν αυτό μόνο ένα κατακά1}ι στο ποτήρι του χρόνου μας. Ν α η δύναμη! Ν α π ου μπορεί κ ανείς να βρει παρηγοριά και κουράγιο κα ι να προχωρήσει, να πάρ ει ένα κ ο μ μάτι ευτυχ κκ; πο υ του α­ νήκ εΙ. Ν α γελάσει κα ι να χαρεΙ να ξε χάσει. Εμείς ήμασταν ο ι δυνατέα, ο ι λίγες, ίσως κ ι οι μοναδικές που τα καταφέρα με τόσο καλό στο τέλος. Όλες ο ι άλ/ες ψυχές που ­ σβήνουν μέσα στο σύ μπαν κάθε λεπτό που περνά, μένουν εκει, π��ντα μόνες και φυλακισμένες κ αι το μαρτύρ ιό του; γίνεται πια συνήθεια, μια τραγική συνήθεια που δα περάσουν με τη σειρά του ς στα π αιδιά τους κα ι στα εγγόνια του; κα ι, κο ίτα , γιατί δε γινόμαστε καλύτεροι, γιατί δεν είμαστε έτοιμο ι να δεχτού με το χαμόγελο των άλλων. Το βλέπουμε με λύσσα, επε ιδή εμεlς δεν ε ίχα με κα ι δε ϋα έχουμε ποτέ δ ικό μας.

-

Μωρ έ , πάρτε το χαμπάρι και β άλτε το καλά μέσα στο κεφάλι σας, τη μοίρα τη φτιάχνουμε μόνοι μας κι ό π ως τη ϋέλου με εμε ίς κα ι κανένας άρρωστος πνευματικά δε θα μας πείσε ι πω; το β ά­

σανο και το μαρτύριο είναι 6ρ η σκεία, και κανένας δε ϋα μας κάνει να τα δεχτούμε έτσι αβία στα και χωρ ίς έναν αγώνα. Μόνο ι μας. Είμαστε μόνοι και χτ ίζου με τα όνε ιρά μας και το

yt J.JD

μας και τη f:tλίψη μας και τη χαρά μας. Κα ι δεν ξέρ ω αν

μόνοι μας τα κάν ουμε όλα καλύ τερα, αλλά δεν έχε ι κα μιά σημ α­ σία. Γιατ ί σημ ασία έχε ι πως οι δικέ ς μα ς επιλογές ε ίνα ι ευλο γία . Ευλογία του Θ εού εκείνου που κρύβ ου με μέσα μας . Ήμαστ αν μού σκεμα, τα ρούχα ε ίχαν κολλήσε ι πάνω μας κι απο τελούσαμε θέα μα γ ια όλους του; π εραστι κ ούς . Αν τα πράγ­ ματα σ' εκε ίνο το χωρ ιό ήταν πιο οργανω μέν α, σ ίγουρ α ϋα είχε

έρθε ι κανένας αστυνο μικός να μας μαζtψει και να μας στείλει σε κανένα τρε λάδικ ο με τα καμώματά μας. Γυρίσαμε πίσω στο δωμ άτιό μας κα ι δεν αλ/άξα με αμέσ ως. Πήρα με από κάτω ένα μπουκάλι ούζο και κάτσαμε έξω στη στε­ νή μας βεράντ α και βλέπ α με τη θάλασ σα και λέγαμε ι.στο ρ ίες.

Και η νύχτα μας βρή κε έτσι, με την αλμύρα κολλη μένη πάν ω μας σαν δέρ μα, τα κεφάλια μας βαρ ιά απ ό το ούζο. Ν ηστ ικές και ξ εχα σμt νες α πό το χρ όνο πάνω σ ' ένα μικρ ό μπαλκόν ι που δεν

είχε κα μιά επαφή με τον υπόλοιπ ο κόσμο.

105


εγΑ ΟΜ Η ΡΟΛΗ

Π ιασμένες χέρι χέρ ι, συνωμότεε, συνεργοί στο ίδιο ιερό έγκλη ­ μα. Κο ιμη6ήκα με αγκαλιά χωρ ίς να βγάλου με τα ρ ούχα μας και

το άλλο πρωί εγώ ξύπνηοα με τη μύτη μου βουλωμένη , αλ/ά η Π αναγιώτα είχε έναν πόνο στο στήθο; και δεν μπορούσε να

ανοίξε ι τα ματιά τη; από τον πυρετό .

Τ έλος πάντων, την πεΡΙΠOlήfiηκα όσο πιο καλά μπορούσα κα ι σε τρε ις μtρε ς ήταν περδίκι. Γερός οργανισμός κ ι αυτή σαν κ ι εμένα. Σκληραγωγημtνες, που να μη μα ς ματιάσουνε.

Τις μέρες όμως που ήταν στο κρε βάτι, έπρεπε κα ι να την ταl1,;ω ακό μα, τόσο χάλια ήταν. Ξενύ χτησα δυο ο λόκληρες νύχτες από πάνω τη τ κ αι την πρόσεχα λες κ ι ήταν μικρό παιδί

Π αρατηρούσα το πρόσωπό τη; και έ βλε πα πάνω του σημάδια δικά μου , α ποτυπώματα που {Ία μπορούσ αν να ανήκουν κα ι στη

. δική

μου ζωή. Γιατί κάπως έτσι ήταν τότε . ΟΙ ζωές των ανθρώπων

μοιάζανε πολύ μεταξύ τφυε. Τα περι6ώρια ήταν στενά και οι επιλογές μηδενικές. Γυνα ίκα φτωχή , γυναίκα πλούσια, άντρας

φτωχός, άντρας πλούσιος, γραμματισμiνol κι αγρ άμματοΙ. Αυτέ ς ήταν όλες κι όλε ς ο ι κατηγορίες, έτσ ι χωρίζονταν οι άνδρωπο ι.

Ευλογημένε ς δύμησες που κυρ ιεύσατε τη μνήμη του κορμιού μου . Και βάσισα πάνω σας το σήμερα για να φτιάξω ένα πιο ξεκ άf)αρo αύριο. Μ έσα από αγώνες και ξεραμένο, μπαγ ιάτικο αίμα , γεννιούνται ο ι ψευδαισ6ήσε ις τη; τ ελειότητ ω;

Μήπως όλοι δεν έχου με ανάγκη απ' τα λίγα εκε ίνα που απο ­ δε ικνύουν την ύπαρξή μας; Κι έχω κι εγώ ανάγκη να ξαπλώσω πάνω στη δύναμη ενός συνοισϋή ματτκ. να γίν ω λουλούδι ή κ αρ ­ πός κα ι να ευδοκιμήσω σ' ένα 6ερμοκήπιο αξιών. Χιλιάδες όνε ιρ α

φτιάχνουν τα υποκατάστατά τουτ. Και χάνονται με μια αξιοπρ έ ­ πεια που τα ιρ ιάζε ι σ' ε φιάλτες. Μ έσα στα νήματα και στα μπλεγ­ μtνα κου βάρια, γ ίνομαι καθαοή aνταύγεια φωτός. Μ έσα στη μοναξιά και την ευθύνη να προσέχω την Π αναγιώτα που παραμιλού σε από τον πυο ετά , είχα όλη την ώρα να κάνω τρελές σκέψεις και την περίμενα με ανυπο μονη σία να συνέλ.6ε ι

για να μπορ έσω να τκ μοιραστώ μαζί τ/ς. Και συνήλfu: και μοιραζόμασταν τις σκέψε ις μας και τα ερω ­ τηματικά π ου μα ς βα σάνιζαν τ ο κε φάλι.

106


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ Ε ΡΩΤΑ

ΕΙχα συνηθίσει να π ίνω πολύ και τις περισσότερες ώρ ες τη ; η ­ μέρας ήμουν ταξιδεμένη . Π έρασε πολύς κα1Qός που ποτέ δε σι­ γουρεύτη κα αν τον έζησα στ ' αλήθε ια ή τον ονειρεύτηκα Μ έσα σ ' αυτό το χρόνο, αγόρασα από ένα μικρό μαγαζί του χωριού, το πρώτο μου τετράδιο και τα πρώτα μου μολύβ ια. K άfiι.σα έξω στο μικρό μας μπαλκονάκΙ, κοίταζα τη 6άλασσα κι άρχ ισα να γράφω την ψυχή μου πάνω στο χαρτΙ

Σ' αυτό το χαρτί χρωστάω πολ/ά , ίσως και τη ζωή μου την ίδια . Μ ε γΜτωσε πολλέ ς φορές από συ μφορές, ενώ ποτέ δεν παοα ­ π ονέθη κε για τη μεταχείριση που του έκανα. Δεν μπορ ούσε βέ­ βα ια να κάνει κ ι αλλιώς αλλά είμαι σίγουρη ότι και να μπορούσε, πάλι το ίδιο θα 'κανε . Κι εγώ του 'λεγα ακούραστη τα μυστικά μου, τα μυστικά όλου

του κόσμου. Μ ε μια ψυ χή ολόγυ μνη και θυσιασμένη στο βωμό τη; ε πιλογής. Μ ε τίποτε άλ/.ο πέρα από την αλή6εια μου, πλεγ ­

μένη σαν στεφάνι vU QW απ ' το κεφάλι μου, βγήκα στα γκρίζα χρώματα , στα σκοτεινά, ν' αναζητήσω τη φιγούρα τη ς συστολής. Την κίνηση και τον παλμό που κάνουν τ' άστρα να μοιάζουν με

κεράκια που πρέπει να τα σ βήσει; μ ' ένα φύση μα Μ ε χίλιες απonιχίες να με σημαδεύουν ψυχρά, έμα6α πως στην ανf}ρωπιά δε θα βρ ε ις καλό συναίσθημα. Γιατί το συναίσθη μα που αξίζεΙ, σερβ ίρετα ι πάντα μόνο του . Η Π αναγιώτα είχε συνηθίσε ι να τα κάνουμε όλα μαζί και να περνάμε κολλη τές όλη τη μέρα κ ι ε ίδε κ ι έπαθε να μάθε ι να ζει

και δ ίπλα μου κα ι μόνη τη ς. Δεν έ'ληε βέβ αια τίποτε, αλλά εγώ μπορούσα να αισ6ανf}ώ ότι ζή λευε τ ις άσπρες κόUΕς που πάνω τους ξη μερω\Οόμουνα. Ε, τι άλλο να έκανε; Συνήθισε . . Αρχισε να κάνει βόλτες μόνη τη; κ ι εγώ παρακολουδούσα από το μπαλκό\Ο ι τη σκιά της που απομωωυνόταν στον ορ(ζοvrα.

Δε\Ο μπορούσα όμως να την ωωλουθήαω. Η ψυχή μου ήταν κολλημένη εκεί, πάνω στο χαρτί που περίμενε να ςεφορτώσω πάνω του όλο μου το φορτίο και να γίνω άλλη , καινούρια κι ανάλαφρη . Η Π αναγιώτα δεν είχε καμιά όρεξη να κάνε ι τον κ όσμο κ αλύ· τερ ο. Στ' αλήθεια ή μασταν πολύ διαφορετικές μεταξύ μας, αλλά ίσως οι διαφορές μας να ήταν α πό κ ε ίνες που δεν έχουν κ αι τόσο

μεγάλη σημασία. Η φιλοσοφία μας για πι ζωή ήταν απόλυτα

107


εγΑ ΟΜ Η ΡΟΛ Η

ταυτισμένη, αλλά έβλεπα ότι δεν τα ίρ ιαζαν οι τρ όποι που θέλομε να το δηλώσουμε. Χωρίς αυτό να ση μαίνε ι κάτι ιδια ίτερ ο , έβλε πα μtσα στην ψυχή

μου μια μεγαλύτερη καλοσύνη κα ι μια π ιο έντονη αγωνία για τυ; ε πόμενε; γενιές. Δεν ήθελα καθόλου να σκέφτομα ι ό τι μπορεί να

βασανιστούν σαν κι εμένα. Θα έκανα ό.τι περνού σε α π ' το iέΡι μου για να γίνουν όλα έστω λίγο καλύτερα. Η αγωνία τη; Π ονσγαδττκ, από την άλ/η, ήταν να ζήσει όλα εκε ίνα που έχασε. Δεν ήταν πρόθυ μη ούτε και δ ιατεθε ιμένη να χάσει έστω κι ένα μικρό δευτερόλεπτο α π ' τη ζωή τη ς, προοπσ ­

6ώντας να κάνε ι τον κόσμο καλύτερο κι αγωνιώντας για τις επό ­ μενες γενιές. Και της φαινόταν πολύ αστείο που το έκανα εγώ.

Μου έλεγε ότι δεν ή~ερα τι μου γ ινόταν αν νό μιζα ότι όλα δα μπορούσαν ποτέ να γίνουν καλύτερα με προσπάθεια .

..Για

τ' όνομα του Θεού , βρ ε Π αναγιώτα , μόνο με προσπάθεια

κι αγώνα γίνονται όλα καλύτερα».

.. 'Ολα μπορεΙ όχι όμως κ ι ο κόσμος». ..Αυτός, δηλαδή, δε γίνεται καλύτερος;» ..Γίνεται και παραγίνεται. Πολύ καλύτερος -ωθε

μέρα, αλλά δε

χρειάζεται κανενός τη βοήθε ια. Γίνεται καλύτερος από μόνο ς του κα ι μην ανηοψχεϊ; κα1}όλου για τις επόμενε; γενιές. Ζ ήλευέ τες καλύτερα, αλλά μην αγωνιώ; για το χατίρι τους. ' Ο λο ι οι ε πόμενο ι,

το πιο πιθανό είναι να γελάνε με τα καμώματά μας κι αν γράψεις κ αι κανένα β ιβλίο για τον αγώνα σου και τα δάκρυ α, θα το βλέ ­

πουν σαν κωμωδία και τίποτε δε θα κ αταλάβουν ποτέ από τον πόνο που κου βάλησες μέσα σου , μια ολόκληρη ζωή, μόνο και

μόνο ε πειδή είχες την ατυχία να γεVΝΗBείς μερικές δεκαετ ίες πριν από δσύτοικ. Αλλά, μη νοιάζεσαΙ, θα έχουν κι αυτοί την ίδ ια τιμωρία. Κ ανε ίς από τους τότε επόμενους, δε

60 καταλάβει του;

δικούς τους αγώνες και τη δική τους πάλη. »Γιατί, Ελένη. κάδε μετά είναι και καλύτερα και όσο πιο πολύ aργείς να γεννη6είς τόσο πιο τυχερός είσαΙ.». Είχα κι εγώ πολλές φορές τέτοιου είδους προβληματισμούς, αλ/ά ποτέ δεν είχα νιώσει φθόνο γ ια τις επόμενες γενιές ε πειδή είχαν τ/ν τύχη να γεννηθούν μερικές δεκαετίες μετά από μένα. Εγώ όχι, δεν ή μουν τέτοιος άνδρωπος. Εγώ ~εκινoύσα κάδε μέρα τ/ ζωή μου, μ' ένα καλό, ένα θετικό συναίσθημα. Κι ή μουνα

108


ΟΙ ΑΝλ/ΦΑ Β Η ΤΟ Ι ΤΟΥ Ε ΡΩΤΑ

πάντα ανοιχτή κι έτοιμη να συ μπαθή σω κα ι ν' αγα πήσω τους αν6ρώ πους. Κι αν πέρναγα κι αν περνώ και τώρα τον καιρό μου γράφοντα ς,

δεν ε ίμα ι, ούτε κι αισθάνο μα ι, ταγμένη σε κανέναν ιδιαίτερο και σπουδαίο αγώνα ούτε κ α ι το βλtπω σαν καμιά θυσία.

Μ: ' οο έ σ ει μόνο να ξέρω, πως όταν δα έχω περ άσει πια εγώ κα ι τίποτε από μένα δε δα υ πάρχεΙ, δα έχε ι μείνει ένα μικρό κομμο-' τάκι, κάτι σαν «ψυχικό ψ ίχουλο», κάτι από μένα γι ' άλλους ανfiρώ ­ πους να το βρουν. Μ πορώ έτσι, βρε οδεοφέ, να αποδείξω καλύ ­ τερα στον εαυτό μου ότι έζησα, πέρ ασα από τη ζωή κι άφησα κάτι πίσω μου. Μ ' αρέσε ι αυτό το συνα ίσθη μα, πώς να το κάνου­ με.

Π ροσπάθη σα πολλές φορ ές να τα μεταδώσω όλα αυτά στην

Π αναγιώτα, αλ/ά εκείνη δεν έμπαινε ποτέ στον κ ό πο να κατα­ λά βε ι Και καλά έκανε δηλαδή , σφ ού αυτή ήταν η επ ιλογή τη ς,

από φόβο μήπως τη ; τελειώσει ο χρόνος κα ι δ εν πρ ολάβε ι. Και στο τέλος είχε απόλυτο δίκιο, μιας κ αι π έθανε πολύ πιο πριν από μένα που ήμο υν χαι πιο μεγάλη τη ς.

Εκ ε ίνου; του ς μήνες έγραφ α συνέ χε ια, ακό μα χ ι όταν δεν είχα

τίπ οτα να πω , ακό μα κι όταν α ισθανό μουνσ το μυαλό μου άδ ε ιο κ α ι ξερό. Το έστυβα με μανία και περίμενα έστω ένα μ ικρ ό τι ­ ποτέν ιο κουκουτσάκ ι να κάνε ι την ε μφάνισή του για να μπορέσω πάνω του να στη ρ ιχτώ, μη μείνω με την κό λλα.να με κ ο ιτά κενή .

. Επ ινα

πο λύ . Ο χε ιμώνας ε ίχε μπει για τα καλά και με τόσο

κρύο, δεν μπορ ούσες να κάνε ις τίποτε άλλο .

Τ ότε μας έ δωσαν ένα πιο μεγάλο δωμάτιο που είχε στη μέση μια τεράστ ια ξυλόοο μπα. Α πό τη μ ια τη ς μερ ιά ε ίχα βάλει εγώ ένα τραπέζι και πάνω εκεί έγραφα κ ι α π ό την άλ/η ε ίχε βάλει η Π αναγιώτα μια αναπαυτική, παλιά πολuftρόνα κα ι π άνω τη ; δ ιά­ βαζε . ' Ετοι περνούσα με τον καιρό μας. Κ Ι όλο αγοράζαμε β ιβλία και μολύβ ια και χαρ τιά κα ι τετράδ ια και πολ/ά από τα λεφτά μας τα ξ οδέψ α με εκει Σε πρ oμήf)ειες τέτοιου ε ιδου; και βέβαια σε πο­ τά. Κρ ασ ί, κονιάκ και τσίπουρο ήταν τα αγα πημένα μας. Όχι πωζ προσβάλα με κ ι ό,τι άλ/ο υπή ρχε. Α μπ α, ή μασταν καταδεκτικές.

109


ενΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

Κι ενώ υπήρχαν γύρω μας τέ σσερ ις τοίχοι που μας έδειχναν ότι στ' αλήδεια ήμαστε στο ίδιο δωμάτιο, είχαμε μάϋει να αγνοούμε η μια την άλλη. Δε μας είχε ποτ έ περάσε ι από το μυ αλό να πάρουμε κ ι άλ/ο δωμάτιο. Θέλαμε περισσότερο α πό οτιδή ποτε

άλλο να είμαστε μαζί.

Απλά , μπορ ε ί κα ι να περνούσε μια ολόκλη ρη μέρα και να μη μιλούσαμε καf}όλoυ μεταξύ μας. Ήμασταν κι οι δυο χα μένες, ταξιδεμένε ς σ' άγνωστους, μακρ ινούς δυωύ; μας κόσ μου; Εγώ, πιο χαμένη από κε ίνη . Στου; χρ όνους ενός τέτοιου χαμtνoυ ωκεανού , χρε ιάστηκα ένα ζεστό χέρι, γεμάτο εμπιστ οσύνη . Λυ πήθηω μια αγκαλιά κλει­ σμtνη για πάντα σε κε ίνο το καλούπι-κλου βί, που δε δα μπορέσει ποτέ να προσ φ έρ ει εκ ε ίνα που δικ αιούμαστε .

. Η οθσ

για να πάρ ω το μερ τικό μου κι όλα μπορούν να γίνουν

«χτες» μtσα στο άπειρο που α πλώνε ι μπροστά μου, σαν χαλί, η

αυταπάτη της πρώτ/ς εντύ πωσητ. Μη ζή σετε άλλο μ' έναν συμβ ιβασ μό καο φω μένο στην πλάτη σαν στιλέτο. Μη σπαταλάτε κ ι άλ/ο π ολύτιμο υλικό αγά πης.

Ευάλωτοι ΚΙ απρόσωποι μπροστά στον καftρέφτ/ τη ; ανάσας μας. Γίναμε μικροί φ ανατισμένοι ρ ατσ ιστέ ς, σ ' έναν εμψΥλιο π ό ­

~o που ξεσπά πάντα μέσα μας. Ονόματα χ ι α πω/}η μέναβίω ­

ματ~κCΊΛΌ και χακίr"MΙ;ρέ~-δεν τα ξεφορτωνόμα στε όλα, λέω

εγώ; Π οιος ε ίναι εκε ίνος που κρα τάει μέσα του τη δική μας πα ­

ραίσθηση , Κι η φ αντασίωση, γιατ ί μοιά ζει τόσο ξένη, μόλις αγγίξε ι τα π όδια της στη γη ; Θεωρ ίες κ ι απρ όβλεπτα ςεσπάσ ματα σ' ένα παιχνίδι που από την αρ χή είναι χαμένο . Π ου δεν κερδήbηκε ποτέ . Μ όνο με τη μίμηση μπορούμε κι ο ισθανό μαστε λίγο άνϋρωπο ι, διαφορετικά δα ε ίχαμε όλοι καταντήσε ι ανοα bηλαστικά. Άναρ6ρ ες κραυγές χ ι ανεξήγη τοι ή χοι ςεπη δούσαν ανεξέλε ­ Υ,ι.τα απ ' τα βάθη τη; σκέψης μου . Έ παιρνα ένα χαμένο ύφ ος κ αι γινό μουν ύλη χαμένη στο άπειρο. Μ όρ ιο, σ' ένα απέραντο σ ώμα. Περ ιπλανήθηκ α στου; παράλογου ς χώρ ου ς και χρόνους ενός λε πτού συμπεράσ ματος κ ι εφταοα μoνια σ μtνη με τη ν ψυχή μου στο άκρο μια ς ελπίδας. Είδα στο φ ως των χεριών, μικρές χαμένε ς Μσεις στο διάστημα κα ι μπλέχτηκ α στα δίχτυα ενός ναρκ ίσσου π ου πάσχ ιζε να εξαϋλω6ε ί. Μ έσα κ ι έξω απ ' τα φαι-

110

.,


Ο Ι ΑΝΑΛ ΦΑ Β Η ΤΟ Ι ΤΟΥ Ε ΡΩΤΑ

\'(\μενα δε βρ ίσκεται τίποτ α . Κι οι αισθήσεκ των εννοιών κατά ­

ντησσν γελο ίες στο λε ξικό των αποθεμάτων μου . Αχ! Θ εέ μου, πολ/οί έχουν πει π ως η ζωή ε ίναι ένα θέατρο.

α.Uό κανε ίς δεν κατάλαβε ποτέ πόσο σημαντική είνα ι η θέση μα ς

απέναντι στη σκηνή . Μ ια δέση που μπορου με" να τη δ ιαlέξoυμε~ ~-

=-ο

--

χα Γνα την αλ/.όξoυ ~ Κα/υ I-'ΟΟληση.

--

Ή ταν Πϊαriνάρης και υπολόγισα ότι ε ίχανε π εράσε ι οχτώ μήνες που κάναμε αυτή την ξένo ια σrη ζωή με την Π αναγ ιώτα. Οχτώ μήνες από κείνη τη μέρα στο σταθμό, απ' το ταςίδ ι με το τρένο. Ή ξερα καλά πως ο Χ αρίλαος ε ίχε καταλάβε ι απόλυτα γιατί έφευγα κ αι τι πήγαινα να κάνω. Δε

fi '

ανησυχούσε που δεν είχα

ακό μα φτάοει στα πα ιδιά . Ό μως εκείνο το μουντ ό παγωμένο πρωί, αισθάνθηκ α, έτσ ι για μια στιγμή , τόσο μόνη , τό σο έντονη την ανάγκη για κε ίνον δίπλα μου, που ξαφνιάστηκα,

Χ ωρίς να το πολυκαταλάβω, άρχισα να του γράφω ένα γράμμα. Θυμήθη κα πως ο Χαρ ίλαος δεν ήςεe ε να διαβάζε L Έψαξα κα ι

βeή κα εκε ίνο το περ ιοδικό με τ/ν αγάπη του καρφωμένη στην πρώτη σελίδα να με κοιτά γεμάτη ερωτη ματικά που δεν μποοού ­ σα να εξηγή σω, Η καρδιά μου πόνεσε βαfiιά, Στο κάτω κάτω ήμουνα τυχερή . Όποτε κι αν γύριζα πίσω θα έ βρισκα εκε ίνον τον άνθρω πο να μ' αγαπάει έτσι όπως τον είχα μάfiε ι εγώ μέσα από τη ν τόση μου α μάθεια . Ήταν ακό μα π ολύ πρωί και το χωριό ήταν ή συχο και κοιμισμέ ­ νο. Το ίδιο κ ι η Π αναγιώτα . Έκανα fiόρυβο καf)ώς σηκ ωνόμουνα και για μ ια στ ιγμή φoβήfiηκα μήπως την ξύπνη σα. Φαίνεται ό μως

πως είχε συνηθίσε ι γ ιατί ποτέ δε θυμάμα ι να ξύπνησε χωρ ίς τη fiέλησή της. Έξω έκανε πολύ κρύο κα ι σκέφτηκα πως αυτό ϋα ήταν ένα

υπ έροχο φάρ μακο. Έσφιξ α πάνω μου το περιοδικ ό του Χαρίλαου , φόρεσα τ/ν π ιο χοντρ ή μου ζακέτα και βγήκα έξω στο δρό μο, Η π αρ αλία είχε

γίνει πολύ πιο μικρή μιας και τα κύματα φτάνανε μέχρι ψηλά, σχεδόν μέχρι δίπλα α π ' το δρόμο. Η fiάλoaaa ήταν πάλι μανια ­

σμένη , φυσούσε ένας παγω μένος βοριάς που δεν τ/ν άφηνε κ ι εκείνη σε ησυχ ία. Κάθισα στο πεζοδρό μιο, στη ν άκρ η του δρόμου κ αι τα πόδια

111


εΥΑ ΟΜ ΗΡΟΛΗ

μου πιτσιλίζονταν καμιά φορά από κανένα πολύ δυνατό κύμα. Δεν κρύωνα πια κ σθόλου. Αναζητούσα ένα άλλο συναίσθημα για να ξε χάσω εκ ε ίνο που κυριαρχούσε μέσα μου. Νοσταλγία ... ΝαΙ, για κείνο το τίπο τα που είχα πίσω μου, γ ια κε ίνον τον αγώνα , για τη μεγάλη ανηφορι κή αγωνία. Για όλα cψrά και γι' άλλα τόσα , ένιωθα την πιο μεγάλη, την πιο έντονη νοσταλ ­

γία . Ή-θελα τη ζεστή αγκα λιά τ ου Χαρίλαου , τα σκληρά τ ου χέρια χι εκε ίνη τη μυρωδ ιά από σαπο ύνι , χώμα και καπν ό.

Γιατ ί η νοστα λγί α μου ε ίχε το όνομα Χαρίλ αο ς. Έκλαψα μόνη μου πάνω απ ' τη 6ά λασσα . Κα ι μ ' άρ εσε, αι­

σϋονθηω στο τέλο ς λίγο πιο ε λα φρ ιό. Μ ου έλειπε ό μως τόσο πολύ εκείνο το άκ ακ ο, έ ξυ πνο βλέμμα που με κο ίταζε πάντα με τόση αγάπη . Η Π αναγ ιώτα το κατάλα βε. Την ε ίδα ξαφνι κ ά πίσω μου να στέκεται και να με κοιτά με ζήλια . Δε κατάλα βα αμέσω ς για ­ τί, αλλά μετά {)υ μήthl κα πω; η Π αναγιώτα δεν ε ίχε κανένα λό ­

γο να αισθανθ εί νοσταλγί α , δε οκεφτ ότον τίποτ α απ ό το παρ ελ­ -θό ν της που πι-θανόν δεν της έλε ιπε ποτ έ. Δεν ξέρω αν εκε ίνη ήταν πιο άτυχ η από μέν α όπω ς ισχυριζόταν, πάντω ς ξέρω πω ς ο δικό ς μου πόνο ς ήταν αβ άσταχτο ς κα ι αν αυτό τελικά , το τόσο ε πώδυν ο λέ γεται νοσταλγί α, να -θέλε ις κάτι που δεν μπoρ ε iς να έχεις, της τη χάρ ιζα τη νοσταλγία μου, αφού τόσο πολύ την ε ίχε ανάγκ η.

Δεκαπέντε είκοσι μέρες μετά από κείνο το πρω~ με 6λίψη κατά­

λαβ α ότι μας ε ίχαν τελειώσ ε ι τα λεφ τ ά. Μια δλίψη περίεργη , μιας και ήμο υν έτο ιμη να α ποχαιρ ετήσω ό λα όσα ζή σ α με πάνω σ '

εκε ίνη τη θάλα σσα, μέ σα στα λίγα μας τετρ αγωνικ ά , ~ τόση πολλή αγά πη . Ήπιαμ ε τον καφέ μας κα ι είπα στην Π αναγιώτα τα μαντ άτα . Εκ είνη , από την πρώτη μέρ α που ήρ6ε μαζί μου , δεν ε ίχε καθό ­ λου λεφ τά, πεντ άρα τσακ ιστή .

Ο ι οικονομ ίες του Χαρ ίλαου μας είχαν κρατήσε ι τόσον κα ιρό . Κα ι δεν ήταν και λίγες ο ι σπατάλε; που κάναμε . Η Π αναγιώτα με κοίταζε σαν χα μένη . Είχαν, άρα γε, τελειώσ ει οι διακ οπές; Δεν ξ έρ ω, π άντ ως ήταν σ ίγ ουρο π ω ς είχε έρθει η

112


οι ΑΝΑΛ ΦΑ Β Η ΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ώρα να κάτσου με κάτω κα ι να σκε φτούμε τι θα κάνα με παρα ­ κάτω . « Εσύ έχεις τόσα μέρ η να π ας ... « Γιατί, εσύ δεν έχε ις; Τόσα παιδιά α πό δω κ ι από κε ι. Δεν πας

να επ ισκ εφτεϊ; κανένα» « Α χ, βρε Ελένη, πώς να κάνω ένα τέτοιο πράγμα; Ν α πέσω πάλι στα χέρια αυτού του αγρ ιάν6ρωπου ; Ούτε γι ' αστείο . Καλύ ­ τερ α να πεθάνω μες στους δρόμους, παρά να πάω πίσω . ' Ασε που έτσι όπως έφυγα , δεν υπάρχει περίπτωση να με πιστέψ ε ι ότι

έφψγα με γυναίκα. Με μια ~ένη γυναίκα που ανέλαβε όλα μου τα έ~oδα γ ια τόσου; μήνες. Το πιο πιθανό είναι να νομίσει ότι το 'ωωσα με κανέναν ερα στή που, αφού με βαρ έ6ηκε, μ' έστε ιλε πίσω ...

Εδώ που τα λέ με, δεν είχε κα ι πολύ άδικο. Γιατί μόνο κάτι τέτο ιο θα μπορούσε να γίνε ι πιστευτό, όχι μόνο α πό τον άντρα τη ς αλλά από οποιονδήποτε άκουγε αυτή την ιστορία, π ου ή ταν ,

βέβ αια , πέρα για πέρα αληθινή . Κ ι όταν τα ψέματα μοιά ζουν π ιο πραγματικά από την αλήθεια, κάτι δεν πάε ι καλά.

Εγώ δεν ε ίχα τέτο ιο πρ όβ λη μα , αλ/ά είχα την Π αναγιώτα και δεν μπορούσα να την αφήσω έτσι έρημη κα ι μόνη , άφραγκη στου ς πέντε δρόμου ς. Ούτε μαζί μου μπορούσα να την πάρω ,

γιατί δεν ήςερα καθόλου πώς θα ήταν τα πρ άγματα στα σπίτια των παιδιών μου .

Αποφάσισα να πάω πρ ώτα στο σπίτι του Θ όδωρ ου. Μ ου φά ­ νηκτ πολύ κ αλύτε ρη ιδέα από το σπίτι του Π αναγή . Ο Π αναγή ς ήταν, όπως είπαμε, υπάλληλος σε τράπεζα και η γυναίκ α 1'Ου

ήταν δασκάλα και δεν ςέρω γιατί, αλλά ακόμα και τώρα νο μίζω ότι τα μυαλά πολλών υπ αλλήλων ε ίναι κ άπ ως στενόχωρα. Όσο για το Ν ικάκ ι, τη δασκαλίτσα , δεν το συζητώ κσθόλου. «Δυσκ ο ί­

λια πνεύ ματα-, όπως τα είχα ονομάσει χάριν αστειότητοτ. Α μπα, θα πήγαινα στον Θοδωρή μου . Έμποροι κι οι δυο τους, ανο ιχτά μυαλά, ευρύχωρα. Κάπο υ θα 'βρ ισκαν χώρο να βολευ­

τούν ο ι ατα~ ίε ς μου. Και ϋα ήταν και πιο κ ου βαρντάδε ς σίγουρα . Μ αζί μ ' ένα φυλσχτό από του; άγιους τόπους, μέσα εκεί στην ίδια παλιότσαντα, φύλαγα με μεγάλη προσοχή το χαρτί με τις διευthJνσεις. ΤΟ έψαςα τώρα κι ήταν στη θέση του . .Αρα όλα 6α

πήγαιναν καλά δεν ε ίχα τίποτα να φοβηθώ.

113


g.

εΥΑ ΟΜΗ ΡΟΛΗ

Είχα και πριν από μέρες στείλει εκείνο το μικρό γράμμα στον Χαρίλαο που του έλεγα μόνο ότι ήμουν καλά και ότι τον αγαπού­ σα πιο πολύ α πό ποτέ, και ή μουν σίγουρη ότι κάποιος δα του

ε ίχε διαβάσει και δα είχε επικοινωνήσει με τα παιδιά μας κ ι έτσι αυτή τη φορά δα με περίμεναν.

Αποφάσισα να φύγουμε αμtσως, τότε που ε ίχαμε ακόμα·και μερικά λεφτά. Θα πηγαίναμε στην Α6ήνα, δα βρίσκαμε ένα μικρό, καλό δωματιάκι για την Π αναγιώτα , όχι πολύ μακριά από το σπίτι του Θόδωρου και μετά δα την άφηνσ εκεί και δα πήγαινα όσες φορές τη μέρ α μου έκανε κέφι για να τ/ βλtπ ω. Της το είπα και

ε ίδα το πρ όσωπ ό της πο υ φωτίστηκε. Μπορεί να της είχε περά­ σει απ' το μυ αλό ότι δα την παρατούσα σύξυλη και μόνη να

κόψει το λαιμό τ/ς. Μπορεί ακόμα να μη μου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Δεν είχε

βέβαια ούτε εκεί άδικο, όχ ι γιατί εγώ δεν άξιζα τ/ν εμπιστοσύνη τη ς, αλ/ά γιατί κανείς δεν αξίζει την εμπιστοσύνη μας.

Δεν κάτσαμε να το σκεφτούμε περισσότερο. Έτσι αποφαοίσα­ με χι έτσι χάναμε. Χωρίς πολλή ένταση, σιωπηλά και ήρεμα απο­

χαιρετήσαμε τη θάλασσα εκείνη που είχε δεχτεί όλους του; χυ­ μούς μας, που ε ίχαμε γίνει έστω και λίγο, μαζί τη ς ένα, που τη νιώσαμε κατάδυτή μας. Μας χαιρέτησε κι εκείνη με τη σειρά τη; κ αι δεν έμενε π ια

τίποτε άλλο. Φύγα με.

114


Αχ ΕΣγ, 6ανατερέ χρωματισμένε ήλιε, που παίζεις ζάeια με τκ

ζωές μικρών θνητών. Στις λίγες σου ευκα ιρίες να σιωπή σε κ. προ­

τψάς να βάζε ις άλ/ους να μιλούν. Το πέλαγος ακούγεται στα

βά6η του με ορμή κα ι πλημμμυρίζει τη μήτρα σου αλάτι κ αι ιώδιο. Μ ια φιλοσοφία είνα ι οοκετή για να ζήσεις xαρoύ~ αφού βέβαια τη διαλtteIς; σωστά. θυμήσου τα σφάλματα για να παίξεις μαtι τουτ, Οι μνή μες είναι δώρο ΠQoι; του; ζωντανού<;. τοικ κα ­ λύτερους.

Και, θεέ μου. αφράτες ήταν οι λtteIς; που βγαίναν απ ' τα χείλη των ουρανών εκείνη τη μέ{κι. κι εκείνο που ήδεJ.aν να εκ<ρQά ­

σouν ήταν tvα ΠOQαλήQημα. Στο MEIQO του φωτό; και τη; α­ vαζ:ήτ/σης βρωκεται μια μtΚQή τελε ιότητα Μοιάζει με την aτέ­ λεια ενός συνόλου από ολόκληρες στιγμtι;. Είχε περάσε ι πια καιρός που δεν είχα κ α μιά σχέση ή επαφή με τον υπ όλο ιπο κόσμο και πρ οοποϋφύσα να φανταστώ τι θα

έλεγαν και τι δα σκεφτόταν τα παιδιά μου με μια τέτοια μάνα. θα κατολάβαναν, όραγε. τ/ διαφOQά; Μ ια ολόκληρη ζωή, ολημερίς χτυπούσαμε τυ; αγωνίες μας σαν χταπόδια πάνω σε βράχια κι εκείνες γίνονταν πιο μαλ.ακtς. Και μποοούσσν έωι να μπαίνουν μέσα μας και να μαι; κυριεύουν με πιο vψηλtς ταxύtητες και πιο πoλλtς πιbανότ/τες επιnιxίαι;. Και ήταν μια 0..",16 κε ίνες τις φορές που δεν ΆVΤEta και φώναtα στα σirννεφα του ΟUQUVO ύ να μαζενto ύν πάνω ωτό το κεφάλι μου να temύνoυν την ασημαντότη τά μου. Δεν ήξερα πως στις σγω ­

'Viες Π{liπει να φερόμαοτε με ευγtν εια. Είναι ο μόνος τ{)όπος να τις σκλαβώσουμε .

" Ο μω; τώρα δεν είχα και πο).).ά να φοβηϋω . Οι ουρανοί χόρευαν για το χατίρ ι μου κα ι η μοίρ α ήταν άσο; στο μανίκ ι μου . Τουλάχι στον απένα ντι σ' αυτά τα παιδ ιά π ου

πήγα ινα να συν αντήσ ω. ϋα α ισθανό μου ν πολύ καλύ τερα, πολύ π ιο ίση.

115


εγΑ Ο Μ ΗΡΟΛι-Ι

Το σπίτι του θόδωρου ήταν πολύ ι!νετο και η M αQία ήταν πολύ νουωκυοά και πρoκoμμtνη yvνα bια. Είχε συνδυάσε ι το μα ­

vα'ί με το σπίτι και ήταν και στα δυο άψογη . Τα παιδιά τους, κορίτσια και τα δυο, ήταν πολύ καλoαναbρε μ­ μένα. Η Ελένη, η μεγαλύτερ η, που ε ίχε και τ' όνομά μου, ήιαν κοντά στα εφτά. Το μικρό έ μπαινε στα τέσσερα και τ ο φωνάζανε

ε.cήνη . rύρω Ύύρω από το σπ ίτι υπήρχε ένας μ.εΥόλος κήπ οι; με πολλά λουλούδια. Ή ταν κ ι αυτός μέσα στα κσfiήκovτα της Μαρίας και μόνο καμιά φορά τις Κυριακές, τη βοηόούσε ο Θόδωρος. εμένα με υποδέ χτη καν με φανερή χσρά. Ομολογώ ότι δεν πε ­ ρίμενα μια τέτοια υ ποδοχή. Ή ταν έτσι όπω; το είχα φσνταστεί, ο Χ αρ ίλαος, δηλαδή, είχε τη λε φωνήσει γε μάτος ανησυχία για να ι,ιά!tε ι αν ε ίια φ τάσε ι Του, είπε να ι,ιην σνηοιηήσουν κα ι να μη με ρωτή σουν καθόλου πού ήμο υνα , όταν θα έφ τσνα.

Κ αι πράγματι κανείς δε με ρώτη σε 11 μπορε ί να ήταν εκε ίνο που με καθυστέρησε ένα σχεδόν χρόνο . Κ ο ίταζα τη Μ αρ ία που ήταν πιο νέα από μένα, κ αι πολύ πιο

τυχq>ή , σύμφωνα με την Π αναγιώτα, α φού είχε γεννηΟεί μέσα στην επόμενη γενιά από τη δική μου . ΚΙ όμως, καμιά διαφορά δεν έ βλεπα ανάμεσα στο δικό τη; κα ι

στο δικό μου αγώνα. Κι εκε ίνης η ζωή ήταν το ίδιο σνηφοοοή, μό"Ο που είχε και ηΑεκτρική σκούπα και καμιά φDQά, αν ε ίχε όριςη ο γιόκας μου, την πήγαινε και κανένα σινεμά. Δεν παραπονιόταν αλλά δεν έ βλεπα και τι άλλο μπορούσε να

κάνει παρά να τα ανεχτεί όλα, όσο δυΟ"όρεστα κι αν τη; ήταν. Κ οίταζα και τον θόδωρο κα ι δεν έ βλεπα να την εκnμά και τόοο. ούτε 'tT(Y Wιo ούτε την nρoσπάfu-\ά π,ς, ~ "\ Cf'I \Κι'ηΜ. Σκεφτόμουνα ότι τον είχα με-Υαλώσει με πολλή αγάπη και ότι σίγουρα 6α του είχα κάποτε πει πόσο σημαντική ε ίναι η εκτίμηση

κ ι ο αλληλοσεβασμός σ' ένα σντοόγυνο. Μπορεί κ αι να μην του τα ε ίχα πει 110τέ, κι έτσι κανένας δεν του τα έμσθε. Δεν τον κατη γορούσα, κσι, εςάλλου, δεν έζησε και τόσο πολύ μαζί μας. Ί σως, βέβα ια , κ ι εκείνο το ),{γο να ήταν

. αρκετό

για να το υ γίνει συνήθε ια πως τη γυναίκα την παίρνεις

για να σου κάνει παιδιά κα ι να σε βοηΟά σ ' όλες σου τκ δου ­ λειlς. Σεέφτομοι που όλο ι ).tvr ότι οι yιJναίxε ς είνα ι το αδύνατο

116


ΟΙ ΑΝΑΛ ΦΑ Β Η ΤΟ Ι ΤΟΥ Ε ΡΩ ΤΑ

φύλο χι ό μως, όλο ι του φέρονται σαν να ε ίνα ι το μόνο ισχυρό.

Τέλος πάντων, σε μερικέ ς μέρες ε ίχα συνηθίσει. Μ ου άρεσε που ήμουνα κοντά στα παιδιά μου και στα εγγόνια μου παρ ' όλο

που δεν το είχα ωωπό να με ίνω για πολύ . Είχα κοντά μου και την Παναγιώτα κα ι πήγαινα κα ι δυ ο κα ι τρεις φορ έ ς τη μέρα και την έ βλε πα και τη ς κρατούσα πάντα ένα

πιάτο φαί κ ι ό,τι άλλο έ βρ ισκα στο σπίτι Π ολλές φορ έ ς κο ιμό μουνα μαζΙ τη; το βρ άδυ κι ε ίχα με την ευκαιρία να σμίξουμε και να τα πιούμε και να πού με τις δικέ ς μας

τρελt ς ιστορ ίες . Στο σπίτι, όλοι μου έδειχναν μια α πεο ιόο ιστη αγά πη και με λίγα λόγ ια, ήμουν τρισευτυχισμένη . « Β λέπε ις, μωρέ, Παναγιώτα, που αξίζει τελικ ά τον κ ό πο να φας τ/ ζωή σου γιο ένα-δυο παιδιέ», τη ς έλεγα γε μάτη χαρά κ ι ένθου­ σωσμό . « Εσύ , καη μένη Ελένη , πάντ α έληες ότι για τίποτα και για κα­ νέναν δεν αξίζε ι να σπαταλή σε ις τη ζω ή, τώρα τι διάολο έπαδες

κι αλ/άζεις γνώμη ; Σαν πολύ δεν ενθουσιάζεσαυΈτσι πάντα μου έλε γε εκείνη κ α ι μπορεί να ή ξερε και πιο πολ/ά από μένα. Είναι «λήθαα ότι ήμουν ενθουσιασμένη κα ι δεν έ βλε πα μπρο ­ στά μου από χαρά. Είχα τα παιδιά μου, τα εγγ ονάκια μου, ό ­

λοι του; γεροί κα ι καλά . Ποω ωμμένοι, αποκατεστη μένο ι. Δόξαζα το Θ ε ό κα ι έτρεχαν τα μάτια μου από τη συγκίνη ση που με αγαπούσαν όλοι τους τόσο πολύ κ ι ας μ ' ε ίχαν δει τόσο λίγες φορές.

Γιατ ί κ αι τα π αιδιά ήταν σωστά δα σκαλε μένα κα ι μου έδειχναν όλη τους τη ν αγά πη. αλ/ά κα ι η Μαρ ία ήταν υ πόδειγμα νύφης .

Τέτοια περ ιποίηση δ εν είχα ξαναδεί ποτέ μου , α ς ε ίναι καλά η κο πέλα . Μ όνο σε κα μιά δεκα(lιά μέρες , μου το 'σκάσε ο κανακάρης μου το μυστικό. " Βρ ε μάνα, αλήθε ια, πόσο ωωπεύεκ να με ίνεις;»

"Α, παιδιά μου, εγώ είμαι π ια πολύ μεγάλη γ ια να σκοπεύω. Τίπ οτε δεν έχω στο νου μου » .

..Πάντως εδώ να με ίνεις όσο fiέλεις. Θ α πας κ αι στον ..Ε, έτσ ι λέω, να πάω να τους δω κι εκε ινοικ», 117

Π αναγή »


εΥΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

« Καλά μάνα, κανόνισ ε ό,τι 'δέλε ις , και πήγαιν ε όποτε 'δέλεις και μετά έλα πάλι α πό δω, νακ» «Τι έ πα6ες μωρέ Θόδωρε; Φοβάσαι ξαφνικά να μη με χάσειο­ Μ α ο Θόδωρος δεκάρα δεν έδινε αν σα έχανε ε μέ... α, τη μάν α του, εχε ίνο που τον ανησυχού σε ήταν μή πως κι ο αδερ φός .του ο Π ανσγή ς του έπαιρνε μέσα από τα χέρ ια τη ν υπηρέτ ρια. Ν αι, να ι.

Γ ι' αυτ ό ή ταν όλε ς ο ι χαρές κι ο ι περ ιπ ο ιήσεκ, για να με πε ίσουν να με ίνω κα ι να του; κάνω την υ πηρέτ ρ ια.

« Ε, ξέρε ις τώρ α, μωρέ μα μά, η μάνα τη ; Μ αρία ς έχε ι πεθά νε ι εδώ και χρόνια κι ε μείι; δε σα λέγαμε όχι γ ια μια βοήθε ια .

..Να, μπορε ίς να αναλά βεις τουλάχ ιστον τα παιδιά. »0 Π αναγή ς έχει την πεθερά του που ε ίναι και νεό τερη

γυναί­

κ α. ΑΜά έχω μάδε ι ότι δεν τα πάνε κα ι πολύ καλά και σα προ ­ τιμήσει κ ι αυτό; εσένα, ε , δεν είνα ι πιο δίκαιο να του πεις μόνη σου ότι πρ οτιμάς να με ίνεις λίγο μαζί μας; Να μη μας β άλε ις και να μαλώσου με, αδέρφ ια είμαστε ». Έγινα fiηρίσ ανή μερο. Κ οκκίν ισα ολόκληρη κα ι πετάχτηκα α ­ πό τη θέση μου. Αρκετή ώρα τον ε ίχα ακούσει. Τον παλιογά ιδαρο

που με είχε παζαρ έψει κ ιόλας π ίσω από την πλάτη μου . Κι είδα μπρο ς μου ξαφνικά, έτσι μέσα στη φαντασία μου, τι θα γ ινόταν αν μου 'ρ χόταν κι έλεγα κανένα «να Ι.» και κσθά μουνα να τους

κάνω τη δούλα. πώς δ' άλλαζε η συ μπ εριφορά όλων τους από τη μια μέρα στην άλλη. Θ α πήγαιναν στον αγύριστο ο ι αγάπες κι όλα εκείνα τα οω ψηϋή ωτε κ αλά μητέρ α; .. « ' Ακ ουσε να δεις Θόδωρ ε , κα ι βάλ' το καλά στο μυαλό σου!

Ούτε σ ' εσένα γίνομαι δούλα, ούτε στον α δερφό σου! Καλά μου βγήκε η ψUχή να σας μεγαλώσω κα ι να σας κάνω άντρες ολόκλη ­ ρ ους, έχεις κα ι παράπονο; Δ ε φτάνει ως εδώ; Δεν είναι η σειρά σου τώρα, που είσαι και φτιαγμlνoς, να μου προσφέρεις κάτι; Γι' αυτό, μωρ έ, κ άνατε τόση σκηνοθεοίσ; Όλα δέ ατρο ήταν πανα ­ δε μάσε; Όλα;. ..» Δε μίλησε, δε ν ε ίχε κα ι τι να πει,

•Άνοιξα

την πόρ τα κι έφυγα

χωρίς να πω ούτε πού πάω . Έτρεξα στο δωμάτιο τη ; Π αναγιώ­ ·τας κα ι μόλις μπήκα μέσα κατάλαβε τι ε ίχε γίνεΙ.. « Εγώ τα ' ξερ α, Ελένη , εσύ δεν ή{tελες να με πιοτέψεκ». « Π α ιδ ιά μου είναι, δε λέω, να τα βοηθήσω . AJJ.ά τέτοια κορο ­ ίδία; Ε, όχι που να πάρει ο διάολος! Ό χt!»

118


ΟΙ Α ΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Το φυσούσα και δεν κρύωνε. Τέτοιος καημός. Ούτε που είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου ότι το ίδιο μου το παιδί ϋα

κοίταζε να με τουμπάρει με τέτοιο τρόπο. Το σκεφτόμουνα και κ ατάλα βα ότι τα ε ίχανε κ ιόλας μιλήσει με τον Παναγή και μπορεί και να ε ίχανε κ ιόλας μαλώσει. Και με

περίμεναν ε μένα να δώσω λύση. Και πώς θα την έδινα; Μ α δεν είχα πει σε πο ιον θα πή γα ινα , δε με περ ίμενε κανείς.

Σε κείνον που θα πήγαινα πρ ώτα, ϋα ήταν κ ι ο τυχερόι;. Αμ δε . Εγώ όλα αυτά τα είχα ξεγράψει προ πολλού κα ι δεν υπήρχε κ αμιά π ερίπτωση να κάτσω να φ άω τη ζωή μου για τον μπερμπάντη τον Θόδωρ ο που ούτε τη γυναίκα του δεν αγαπού­ σε αληθινά Και να πεκ ότι είχανε ανάγκη , πάει καλά. Μα για

μερικά ψωροχιλιάρ ικα που τα ήθελε ο Θ όδωρ ος για να κάνει τον αγωτητυω. Και τον αγαπηηκ ό να μην ή6ελε να κάνει, τι με νο ιά ­ ζrι ε μένα ; Μωρ έ τώρα ήταν η δική μου η σειρά . Κι ας πηγαίνανε να

σκάσουνε από το κακό τους, ά μα 6έλανε . Εγώ τ/ν υπηρέτρια δε δα την έκανα. Είχα πάρει την απόφαση να ζήσω κι αυτό θα 'κ ανα με κά6ε πονηρ ιά κα ι κ άδε κόλπο. Κ αι πάνω που τα πίνα με μια χαρ ά με την Π αναγ ιώτα κα ι δυο

βράδια δεν ε ίχα γυρ ίσε ι σπ ίτι, π άνω εκεί που το όλο θέμα ε ίχε αρχίσει πια να γίνετα ι αστείο. σκέ φτη κα πω; εκείνο που ή6ελα

π ιο πολύ Ο'Πό καθετί, ήταν να πάρω εκδίκη ση. Θα τουτ έφτισχν«, λοιπόν, ένα καζίκ ι που θα ήταν σειρά τού; να την πατήσουν σαν βλάκ ε ς. Κ αταστρ ώνα με τα πιο τρ ελά σχέδια με τη φιλενά δα μου κ αι πεϋαίνσ με απ ' τα γέ λια . Ε, ρε τι είχε να γίνε ι. Δούλα 6έλανε; Κάτσε περίμενε να δεlζ τι ϋα παίρνανε . Π λύθηκ α και συγυρίστηκ α κα ι γύρ ισα π ίσω μετ ανιωμένη και

χαμογελαστή . Το πρ όσωπο του γιου μου φ ωτ ίστη κε μόλις με είδε . Ήτ αν σίγουρος φσ ίν ετοι ότ ι είχα πάρ ει δρόμο για τον Π α­ ναγή και θα έσκαγε από το κακό του αν πρ οτιμούσα εκ ε ίνον απ ' τον ίδιο .

..Σχώρα

με π α ιδί μου που σε στεναχώρε σα, δεν ήξερα τι έλεγα.

Θα μείνω εδώ κ α ι ϋα πάω αργότερ α να ε πισκε φτώ τον ΠαναΥή . -..Αν και θα προτιμούσα να έρ6ει εκείνος να με δε ι.

119


Ε ΥΑ Ο Μ ΗΡΟΛ Η

»< Όαο για τις εγγόνες μου, μη σ' απασχολούν καθόλου . .Α σ ' τε ς πάνω μου».

Βρ ε τι χαρά ήταν αυ τή; Πανηγύρι σου λέω. ' Αλ/ο πράγμα. Α φού όλη νύχτα δεν μπόρ εσα να κο ιμηθώ από τα μουγκρητά του

που πλάκωνε τη Μ αρ ία. Ξαναγίνανε αντρόγυνο . Θυσιάζα~ε όλη τους τη ζωή για μερ ικά χιλιάρ ικ α κ α ι το τζάμπα το βλέπανε σαν ευλογία. Θ α του ς έστρωνα εγώ . Από την άλλη μέρα, πρωί πρωί., κάνανε του κόσμου τη φ ασαρ ία

γ ια να με ξυπνήσουνε κ αι να μου δε u;ουνε τι ώρα έπρεπε να ξυπνάω. Η Μ αρία μου έδε ιξε τα κατατόπια του νοικοκυριού τη ς. Σε τρεις μέρε ς είχα αναλάβει τα π άντα κα ι μου είχαν απαγορευτε ί όλα . Όταν πή γα ινα να μιλήσω μ ' απόπαιονε ο προκο μμένος μου .

..Ω χ, έλα, ρε

μάνα , τώρα. Κάνε κ ει τη δουλε ιά σου κα ι μη μιλάς».

Τουλάχιστον μ' έλεγε ακόμα « μάνα». Δεν έλεγα ωτολύτωτ τίποτε . Π ρόσφ ερ α όση π ερισσότερη δουλε ιά μπορούσε να πρ οσφέρ ε ι

ένας άνbρωπo ς. Τα παιδιά, το μαγείρεμα κ ι όλη την κουζίνα , σκ ούπισμα, ξεσκόνισμα , σφουγγάρ ισμα όλου του σπ ιτιού , πλύσι­ μο , σιδέρ ω μα και μετά κήπος, βε ράντα , αυλή . Τα πάντα, με μια λtξη . Π οτέ δεν άκουσα ένα ευχαρ ιστώ, ένα ..άσ ' το μάνα, θα το κάνω εγώ » α πό κ ανέναν τους. Κα ι τα εγγόνια μου μ' αγαπού σαν , βέ ­ βαια , αλλά α πόκ τησαν κ ι εκ ε ίνα παραξενιές . Τώρα υ πήρχε γιαγ ιά στο σπίτι Ση κωνό μουνα αξημέρωτα και έ πεφτα για ύπνο αργά τη νύχτα,

σκοτωμένη από τη δουλειά . Ούτε την Π αναγιώτα δεν είχα κα ιρό να πάω να δω κ ι ας έ μενε τό σο κοντά μου . Κι αυτό κράτη σ ε δυο μήνες. Για κ είν ους ήταν οι καλύτεροι μήνες τη ς ζωής τα υτ. Ο ι δικο ί μου καλύτερ ο ι t μελ/αν να ωωλου ­

θήσουν. Μ όλις κλείσανε οι δυο μήνες και τα πουλάκια μου είχαν γλυ ­ καδεί από τη γιαγιά , όλοι τους, άρ χισε η εκτέλεση του σατανικού μου σχεδίου. Γιατί τώρα οι ρόλοι είχαν αλλάξεL Και πάντα έτσ ι αλλάζουνε κι όπο ιο ς δ εν το ξέρε ι ας το μάδε ι πριν να ε ίναι αργά . Από κάποια η λικ ία και μετά τα παιδ ιά γίνονται γονιοί κα ι οι γονείς πα ιδιά. ΚΙ ε ίναι η δική του; σειe ά να κάνουνε σκανταλιές και να οργανώνουνε χίλια δυο για να κάνουνε τη ζωή των πα ιδιών τους δύ σκολη .

120


Ο Ι ΑΝ ΑΛΦ Α Β ΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩ ΤΑ

Λοιπ όν, η σειρά μου, ε ίπαμε. Εκε ίνο το πρωί, όλα ξεκίνησαν όπως ε ίχαν αρχ ίσε ι. Μ όνο που όταν όλοι έλειπαν α πό το σπίτι κα ι η Ειρήνη η π ιο μικρή κοιμό τανε του καλού κα ιρού , ξεπόρτισα

βιαστικά και πήγα στη ν Π αναγιώτα που με περ ίμενε . Βάφτη κσ ανάλογα και πασαλείφτηκ α με μπόλικη άσπρη, κά­ τασπρη πούδρ α , για να φαίνομαι σαν πτώμα . Γύρισα πίσω )(ι έπεσα στο ράντζο που με είχαν βάλει να κο ιμά μαι. Δε σηαδϋηκα )(αδόλου ούτε όταν η μικρή έβαλε τα )(λάματα, ούτε όταν μου

Cη τού σε το γόλα τηέ. ούτε ποτέ, Το μεση μέρι η )(Ο\)ζίνα δε μύριζε τίποτα . Καμιά ωραία μυρ ου ­ διά δεν τρύπη σε τα ρουθούνια τους όταν μπήκαν στο σπίτι. Τί­ ποτα δεν ήταν έτο ιμο.

·..Μ άνα, τι έγινε;» ..Δεν ξέρω , κανακάρη

μου, μα δεν ε ίμαι καλά . Δεν μπορώ κα ­

δόλου να ση κωθώ στα πόδ ια μου». ' Η ρ6ε και γιατρ ός κα ι παπ άς και μ ' όλους κστάφεοα και τα

'κανα πλακάκια, όχι π ως τους είχα κα ι ανάγκη αλλά έτσι γίνονταν ακόμα π ιο π ιστευτά τα πρ άγματα .

Όταν ο γιατρός του; είπε ότι με χτύπη σε βαρ ιά αρρώστια και πολύ σο βαρή , εκ ε ί να δε ις μούτρα , εκεί να δ εις νεύρα. Δεκάρα δε δώσανε τα παλιόσκυλα για μένα . Αλ/ά έλα που τώρ α όλα του ς

έρχονταν ανά ποδα γ ιατί αντί να βρούνε δούλα, γίνανε εκείνοι δούλοι σε μένα. Κι όταν β έβαια ο γιατρός τού; εξήγη σε τις πο ­

λυ δάπανες όεραπείες κα ι τα φάρ μακ α κα ι την ε ικοσ ιτετράωρη περ ιπο ίη ση που θα ήταν αναγκασμένοι να μου παρ έχουν , ίσως και κάποια αποκλε ιστική νοσοκό μα , του; άκουσα που συζη τού­ σανε να με στε ίλο υν στον Π αναγή .

..Στο

κά τω κάτω, μάνα το υ

ε ίναι κ ι εκε ίνου ». Γιατί τώρα ήμουν πάλι μάνα του, πρ ιν που ή μουν αποδοτική κα ι παρ αγωγική, ήμο υν μάνα μόνο του Θόδωρου. Μ ωρέ. ϋα τους χόρευα εγώ όλους στο ταψί. « Θ όδωρε πα ιδί μου , άκουσέ με . Η μοίρα με χτύ πη σε ύπουλα

και μαζί μ ' ε μένα και σω; Από δω και πέρα μόνο βάρος μπορώ να σας φέρω . γι' αυτό, παιδί μου , μην κάνεις τίποτα. ' Α σε με να

πεθάνω . πάλι ευτυχ ισμένη θα ε ίμαL». «Τρελά6ηκες, μάνα, τι ε ίνα ι αυτά που λες; Ν α σ ' αφήαω να πεθάνε ις;»

12 Ι


ΕγΑ ΟΜ Β ΡΟΛΗ

Κ οιμόμουνα τις περ ισσό τερες ώρες της ημέρ ας κ ι η αλή6εια είνα ι ότι πολύ το απολά μβανα, γιατί τόσο κα ιρό ο ύπνω; μου είχε λε ίψει. Και βέβαια ήταν φυσιεό να κάνω τη μέρα νύχτα. Κ Ι όταν

λοιπόν, θέλανε εκείνοι να κ ο ιμηθούνε, άρχιζα να βογκά ω. ,, 'Ολα μου με πονάνε π α ιδ ί μου, αφή στε με να πεθάνω. Π ρλύ β άρ ος σας έδωσα».

Δεν περ άΌανε μερ ικέ ς μέρε ς κα ι του; είχα γίνει εφιάλτη ς. Εί­ χανε αρχίσ ε ι να μαλώνουν και να τα ρίχνουνε ο ένω; στον άλλον. " Εσύ επέμενε; να

t Qfln

να μείνε ι μαζί μας, τι δα την κάνουμε ,

μπορείς να μου πεις",

... Κ αι

πού ήflελες να το ξέρ ω ότι 'δα πάθαι νε τέτοιο πράγ μα ;»

Ε, δεν ήμο υν κα ι τελείω ς τρε λή να τους κάνω να χωρίσο υνε για μένα κ αι στο κάτω κάτω , ε ίχ α κα ι εγώ βαρεfl εί να μένω στο κρ ε βάτι , άσε που είχε αρχίσ ει και μου έφευγ ε κ αι το μακιγ ιάζ, παρ ' όλη την πρ οσοχ ή που τ ου έδ ινα, και σε λίγ ο θα φαίνονταν τα κ ατακ όκκ ινά μου μάγο υλα . Τέλος π όντων , κάλεσ α το παιδί μου κα ι του ε ίπα: ,, ' Εχω μια φίλη από π αλιά , μένει εδώ π ιο κάτω σ' ένα δωμα ­

τιάκ ι. Ξ αναβ ρεflή καμε τώρα, μετ ά από πολλά χρόνια. Μόνη κι έρη μη ε ίναι χ ι εκείνη. Π ή γα ινε να τη φ ωνάξεις να τη ; μιλήσω , γιατί κάτι μου λέ ε ι πω ς θα θέλει ν α πάω να μείνω μαζί τη;».

" Κ αι τι δα πει ο κόσμος, βρε μάνα ; Πράγματα είνα ι αυτ ά» Μ α δ εν κράτησαν πολύ οι διαμαρτυρ ίε ς του. Μια κ αι δυο πήγε κα ι φώναξ ε την Π αναγιώτα . Χάρη κε που την είδε νέ α και ικα νή να με φ ρ οντίζει κ ι εμένα.

Υποοχέϋηω

να μας στέλνει όσα λε ­

φτά είχαμ ε ανάγκη .... Θα συνεννοηθώ και με τον Π αναγή , και δα σας στέλνει χ ι εκε ίνος. Δε 'δα σας λε ίψε ι τίποτα. Κ ι ε μείς, οι ­ γά το πράγμα , δυο βήματ α ε ίμαστε , όλο εδώ θα μπ α ινοβγαί­ νουμε » .

Μ ε σηκώσανε κι οι τρ εις τους κα ι με πή γανε μαζί με τα πράγ ­ ματά μου στο δωμάτιο της Π αναγιώτας. Τέσσερις μέρες κρατή ­ σανε τα πηγαινέλα τους, με τά ούτε φωνή. ούτε ακρόαση' βρή κα ­ με την ησυχ ία μα ς.

Το πρώτο βρ άδυ που έφυγα, άκουγα πολύ δυνατά μέσα στο κε φάλι μου τα αγκ ο μαχη τά του ς από κ ε ίνο που νο μίζανε πως ήταν έρωτας. Γελούσα μόνη μου , με την παιδική μου πονη ριό . Κι εδώ που τα λέμε , το κόλπο μου ήταν πολύ καλό και γίναμε κα ι

122


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

καλοί φίλοι με το γιατρό που τα είχε φτιάξει έτσι κι ερχόταν κ ι εκείνος κανένα βραδάκι και τα πίνα με. Μ ετά μετακομίσαμε σ ' ένα π ιο μεγάλο σπίτ ι. Από δυο μtρη

είχαμε λεφτά, τίποτα δε μας έλειπε . Κ ι ά μα πεθυ μούσα με και το ψαροχώρ ι π ου είχαμε περάσει

τόσο κα ιρό σε τίποτα δεν το 'χαμε να μπούμε στο λεωφ ορείο και να πά με μια εκ δρ ο μή κατά κει. Όλα καλά. Π ήραμε έπιπλα , τη λεόραση , β ιβλία. Π ή ρα κ ι εγώ καινούρ ια

μολύβια και κ οντυλοφόρους κα ι τετράδια και το καλύτερ ο απ ' όλα, που το ονε ιρευόμουνα πάρα π oΛV κα ιρό, ένα λεξικό. θυ μά ­ μαι ο Θανάσης, ο απέναντι, Θεός συγχωρέσ ' τον, μου είχε μιλή σε ι

πρώτη φορά για κείνα τα χ οντρά βιβλία που έγραφαν μέ σα όλες ης λέξε ις που υπή ρχαν. Ο ι λέξεις πάντα με μάγευαν, με ταξίδευαν σε μονοπ άτια ξένα μακρ ινά, με τρέλα ιναν. Και τώρα τυ; ftε ωρώ μια μεγάλη δύναμη. Ακόμα κ ι αν στ ' αλήθεια δε σημαίνουν τίποτα.

Κ σθόμουνα μόνη μου και προσπαθούσα να υπ ολογίσω πό σες

λέξεις υπάρχουν, κι επειδή , τότε , δεν ήξερα παρ ά τ ις απαραίτη ­ τες για να συνεννοούμαι, έφτιαχνα παρ άξενες, δικές μου . Γράμ­ ματα το ένα δίπλα στο άλ/ο που άλ/α είχαν νόημα καλό κι άλ/α κακό. Θα μπορούσα να γράψ ω κ ι ένα δικό μου λεξικό, γεμάτο από τυ; λέξεις π ου βρήκα μόνη μου, λέξε ις που δεν ξέρω ακόμα

και σήμερα η σήμαιναν, αλλά ε ίναι σ ίγουρο ότι είχαν ξεπηδήσει από τα βάθη τη ; ήruxής μου . Κ αι τώρα που μπορούσα, δ εν άφησα την ευκαιρία να πάει χσμένη. Το 'κανα το έξοδο, όσο μεγάλο κι αν μου φαινότσν. Η

χαρά μου έ πε ιτα ήταν πολύ μεγαλύτερη και παρηγoρήi)ηκα μέσα σε μερικά λεπτά Το είχα εκε ί μπροστά μου, χοντρ ό και σκληρό. ΚΙ ήταν στ' αλή6εια γε μάτο λtξεις. Ατέλε ιωτες λέξεις που δεν είχα ξανακού­ σε ι ποτέ. που ούτε είχα ποτέ φσνταστε; ότι υπάρχουν κα ι βέ­

β αια, δεν ε ίχα την παραμικρή ιδέα η μπορεί να σήμαιναν. Κι έβαλα σκοπό να τυ; μάδω όλες απέξω , να τις γράψω, να τις χρη ­ σιμοπο ιήσω, να τις καταπιώ. Π εράσαμε έτσι πολύ καιρό μαζί με την Παναγιώτα. Κι εκε ίνη γοη τευόταν από τη μαγ εία του ; κα ι παραδεχόταν ότι τα μυστικά που έκρυ βαν μέσα του; άξιζαν στ' αλήθε ια να τα εξερ ευνήσουμε.

123


ΕγΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

Γεμίσα με τους το ίχους χαρτάκια με λέ ξεις, κόψαμε μικρά ωρ αία

χαρτονάκια κ αι παίζα με ατέλειωτα παιχνίδια μαζί του; Μαθοί­ ναμε κάδε μtρα κ αι κάτι κα ινούρ ιο κι α φήναμε όλα τα χαρτόκια κ ολλη μένα στους τοίχους για να τ α βλέπουμε συνέχεια κα ι να μην ξεχνάμε όσα είχαμε μάθε ι.

Α, ήταν μια υπέρο χη εποχή, αξέχαστη. Κάναμε σαν μαδητριού­

λες, κάτι που εγώ δεν είχα υπάρξει ποτέ. Η ευτυχ ία μας ήταν πα ιδική , ολοκληρωτικ ή . Μ ε τις λέξεις βρήκαμε τη μαγική οδό προς το άγνωστο, ανα ­ ζητώντας κάτι σuy.<εκριμένo. Ο Λεωνίδας , ο γιατρός που είχε

γίνε ι πια καλός μας φ ίλος, ήξερε β έβαια πολύ περιασότεοα από μας, μορφ ωμένος άνδρωπος ήταν, κα ι μας βοηθούσε με μεγάλο ενθου σιασμό. Α υτός ήταν κι ο πρ ώτος, μετά την Παναγιώτα δη ­ λαδή , που άρχισα να του δε ίχνω τα γρα φτά μου .

..Είσαι

μεγάλο μυαλό, Ελένη, κρ ίμα που δεν πήγες ποτέ σχο ­

λείο . Θ α ήσουνα μεγάλη και τρανή σήμερ α". Και μαζευ όμαστε οι τρεις μας και πίναμε κα ι διαβάζαμε τα ατέλειωτα :ποιήματα και πεζά που είχα γράψει

Μ α αισ6ανό μouνα το χρόνο να με πιέζει αφάνταστα Το μυαλό μου χόρευε με του; δικούς του ρu6μού ς και πολλές φορές χα ­ νό μουνσ σε συλλογισ μούς που στ ' αλήθεια κ ανένα νόημα δ εν

είχαν. Μ ου ή ταν απίστευτα δύσκολο να κρατήσω τη σκ έψη μου πάνω σ' ένα συγκεκριμένο δέ μα. Μ ' άρεσε πιο πολύ να κάνω τον

ακρο βάτη κα ι να πετώ με επικίνδuνoυι; ελιγ μούς πάνω από τα νοήματα και τις αισ6ήσεις, να πα ίζω με το δικό μου τρόπο με τκ; λέξεις κα ι να μη με νοιάζει κα6όλου πόσο ήμουνα στ ' αλήθε ια κατανοητή . Κ οίταζα γύρω μου και δεν έ βλεπα πια , γιατί θα ' πρ ε­ πε να μένω ίδια κα ι να επηρεάζο μαι από τα ίδια συνα ισθή ματα

Αφού κα ι οι έχbρες ε ίχαν γίνει καδημερ ινότη τα κ αι τα πάθη κα ­ ταντούσαν ανιαρά. Ω, μπορ ούσα τόσο εύκολα να χάνομαι μtσα στκ βροχ ές και τις μπόρ ες. Έμοιαζα με πα ιδί που σκαρ φαλώνει στο πιο ψηλό ντουλάπι για το ίδιο ακόμα γλυκ ό. Αναζητούσα μια

μικρή αλλαγή και φ ώναζα β οήθεια στο καθετί που θα μπορ ούσε να μου τη δώσει Λοιπόν, κ ατά βά60ς, μπορεί και να είμαστε όλοι ίδιοι, Ίσ ως γιστί, όπως είπα κα ι πρ ιν, βλέπουμε όλο ι το ίδιο 6έατρο, μόνο που κσϋόμαοτε σε δ ιαφορετικές θέσεκ. Κ Ι εκείνο ι που πα ίζουν

124


οι Α Ν ΑΛΦΑΒΗΤ ΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

πάνω στη σκ ηνή, κι αυτοί σαν κ ι εμός ε ίναι κι όλο ι κάπ οτ ε έχου με την ευκα ιρία να ανέ βου με σ ' εκείνα τα κρύα σανίδια και να πού :

με κάτι Κ άτι διαφορετικό ή κ α ι κ άτι ίδ ιο . Και τότε πρέπε ι να είμαστε προετοιμασμένο ι, μπορε ί όμως να ε ίμαστε κ ι απροετοί­ μα στοι.

Είμαστε όλο ι πληγωμένοι απ ό τον πυροβολισμό ενό ς συναι­ σϋήμοτοτ που μέσα στην αίγλη του έγινε σύνη6ες κι έτσι π ια όλα τα σχήματα πάνω στον έναστρο ουρανό είναι σώματα που αντα­ νακλούν τις διαγνώσεις των ε δώ, των παρόντων. Μ π ορε ί να κά­

νουμε τοικ δυνατούς, αλλά με τη φύση τα βάζουμε μόνο, όταν είμαστε πέρ α για πέρα σίγουρο ι ότι είμαστε αλη6ινοί κα ι σκατό­

βολεμένο ι. Κ ι όχι πω ς κάνουμε άσχημα. Όμως ποτέ δεν μπορούμε να το σκάσουμε από την πίσω πόρτα τη; μοίρας μας κ αι να πορευτούμε σ ' έναν τόπο άγνωστο, ίσως μαγικό, ίσως π αραδεισένιο . Η ϋέση μας είναι εδώ , ανάμεσα σ' όλα τα υπόλο ιπα ζωντανά που κάνουν ακριβώς το ίδιο με μας. Πασχ ίζουν να ε πιβιώσουν. Ο Λεωνίδας, όπω; πολλο ί άνθρωποι, ε ίχε κ ι εκείνος τη δική του

φιλοσοφ ία που του έδινε λίγο κ ουράγιο για να τα βγάζει πέρα . ΌχΙ, κα μιά σπουδαία ιδέα, κανένα πρωτοποριακό όνειρο δεν είχε ξ ε πη δή σε ι α πό τις εεπνεύσε κ του, αλλά κάτι τέ λος πάντων είχε καταφέρ ει να πιστέψει « Η μοίρα», συνή{hζε να μου λέε ι, ..ε ίνα ι κάτι που κανείς μω; δεν μπ ορεί να α ποφύγει». « Εγώ , βρ ε Λεωνίδα , η Ελένη Π α πσθωμά , έκανα πολύ μεγάλο

αγώνα για να την αποφύγω. Κ ι αν όλα ήταν πράγματι έτσι κ αι μπορούσαν να κλειστούν σε τέτοια ωραία λόγια , δε θα χρε.ια ζό ­ ταν κανένας αγώνας. Θα ζούσα με έτσι όπως πρόσταζε η μοίρα

μας και τίποτα δε θα χαλούσε την ισορροπία τ ων επ ιth.ι μιών μας. » Εκτός κ ι αν με πείσε ις π ως ο αγώνας που έκανα για να ξε­ φύγω από τη μοίρα μου, ήταν κ ι αυτό; ποοκαθορισμένο; α πό την ίδια μοίρα. Ε, τό τε τα πράγματα μπερδεύονται πάρ α πολύ, γι' αυτό ε ίναι πιο α πλό να δεχτούμε πωτ, μοίρα ε ίναι το μυαλό μα ς κι όλα εκ είνα που ψάχν ου με να βρούμε στους ουρανούς και στου ς άλλους πλανήτες, βρ ίσκοντα ι στ ' αλήδε ια μέσα μας, μόνο

που 6έλει κάποια δύναμη για να τα αναγν ωρ ίσουμε και μεγάλη γενναιότητα για να αποδεχτούμε ».

125


• ΕγΑ ΟΜ Η ΡΟΛ Η

' Ετσι μαλώναμε συνεχώς και φαίνεται πως το απολαμβάναμε κ αι ΟΙ δυο . Ύστερα, τα πιο πολ/ά βρόδια εγώ κσθόμουνα μόνη

στη βεράντα. Ο γιατρός έβ γαινε βόλτα με τ/ν Π αναγιώτα με την οπο ία έδε ιχνε πολύ ερωτευμένος. Κ Ι εκείνη, δηλαδή , δεν πήγαινε πίσω . Φοίνεται ότι οι δυ ο του; τα είχαν βρει μια χαρά και συμ­ φωνούσαν σε όλα. Ή μουνα πολύ χαρούμενη γ ια τ/ φίλη μου, γιατί το έ βλεπα μέσα στα μάτια τη ς, πως δε θα μπορούσε ποτέ να ζήσει μόνη. Κι όταν λέω μόνη, εννοώ χωρίς τη συντροφιά κ αι την προστασία ενός άντρ α. Ο Λεωνίδας, από την άλ/η, ήταν χήρος κι αυτό έκανε ακό μα πιο ιδανική τ/ν περ ίπτωσή τους. Π αρ ' όλες τκ; φιλοσοφ ϊε ο του,

ήταν κι εκε ίνος ένας από του; εκατομμύρ ια ανIJρώπoυς που φοβούντω τη μοναςιά περ ισσότερο απ' οτιδήπο τε άλ/ο. Μ ε λίγα λόγια ήταν κι οι δυο του ; τε λείως διαφορετικοί από

μένα. Από μένα που η μοναξιά με τρόμαζε μόνο σαν βσθύτε ­ ρη έννοια, σαν μοναξιά ψυχική και πνευ ματική. Μπορούσα να περάσω ατέλειωτε ς ώρες μόνη μου σ ' ένα δωμάτιο ή σ ' ένα βου­ νό, αλλά με τρό μαζε αφάνταστα να μιλήσω για ένα μόνο λεπτό μ' έναν άνθοωπο που δε με καταλάβαινε . Έτσι κι αλ/ιώς πάλι μόνη μου ή μουνα . ΚΙ εκείνο το βράδυ κ ι άλ/α τόσα βράδια. Κά ­ θισσ. λοιπόν, στη βεράντα μ ' ένα μπουκ άλι άσπρο παγωμένο κρασί. Κοίταξα τον ουρανό κι έκλε ισα τα μάτια για να τον δω καλύτερα.

Βγήκα στα πίσω στενά σοκάκια της σκέψης μου κα ι των συλ­ λογισμών μου, μπας κι ανακαλύψω κάτι ανάμεσα στην αντίφα ση

των άκρων που βασαν(ζε ι α πρόσωπα την σνθρω πότητο. Η νέα στάση ζωή ς κι η ολοκα ίνουρια αντιμετώπιση των ϋνητών από τη μοίρα είναι ένα ελπιδοφ όρο μήνυμα . Γιατί στο τέλος, το μόνο που

ϋα μείνει θα ε ίναι η φιλοσοφ ία. Κι από μέσα τη; θα δοθούν οι σπαντήσεκ. ' Άλλες για τον κσθένσ μας .

..Eλtνη!» Το σπίτι μας ήταν στον πρώτο όροφ ο κ αι μέσα στην απόλυτη ησυχία της νύχτας η φωνή που φώναξε τ ' όνομά μου ακούστηκε

πολύ ξεκά6αρη και δυνατή. Ο Φώτη ς ήταν δεκαο χτώ χρονών κι ήταν γιος του κυρ- Πέτρου

που είχε το εμπορικό στην α πέναντι γωνία. Δεν τον γνώρισα αμέσως, γιατί μου φάνηκε πολύ περίεργο που με φώναζε έτσι με

126


ΟΙ Α ΝΑΛΦΑΒ ΗΤΟ Ι Τ ΟΥ ΕΡ ΩΤΑ

το μt.ΚQ ό μου όνο μα, αφού, συνήθωτ, με φών αζε κυρ ία Ελένη και μου μιλούσε στον πληθυντυιό.

Μ ια και η ώρ α ήταν περασμένη , το πιο πιθανά ήταν ότι γύριζε από κανένα πάρτι. Το σπίτι τοικ ήταν κ ι αυτό 'λlγo πιο κάτω. Ο μ ικρός μού ε ίχε ποα/ς φορές φ έρει πράγματα στο σπίτι, όταν ψώνιζα από το μαγαζί τουτ. Π άντως εκε ίνο το βράδυ πρέπει να ήταν λίγο ζαλισμένος . Προ φανώς τα κο πανούσε με του; φίλου; του μtxρ ι πρ ιν λίγο .

..Βρε Φ ώτη , εσύ ε ϊσσ ο..Εγώ είμαι». ..Και τι κάνεις έξω τέτοια ώρα;» ..Κι εσύ, τι κάνεις; Μ όνη σου ε ίσαι; Να 'οθω ..Κ αλό και τούτο. Τι να 'ρθε ις να κάνεις;» ..Τ ίπο τα , μόνο να... να μιλή σου με 'λlγo».

πάνω»

' Ηρ6ε πάνω κι η ανάσα του δε μύριζε αλκοόλ. Δεν ήταν, λοι­ πόν, μεbuσ μένoς. Αλ/ά ήταν ίσα ίσα ζαλισμένος. Τόσο όσο να μπορεί να λέε ι και να κάνει τέτο ια πράγματα. Έκ ατσε απέναντί μου στη βερ άντα και κο ιτάζαμε κι ο ι δυο τον ουρανό χωρ ίς να μιλά με . Φα ίνετ οι ότι κ ι εκε ίνος μόλις ανέ βηκε π άνω , συνήWε κα ι τώρα δεν έβρισκε τίποτα να πει γ ια να δικ αιο­

λογη6ε ί.

..Λοιπόν» του είπα. ..Μ μ, λοιπόν, φαίνεται ..Γιατ ί, ήπ ιες;»

ότι δεν το αντέχω ακό μα το ποτό».

" Ε, όχ ι κα ι πολύ, αλ/ά μάλ/σν ζαλίστηκα. Κ ι συγνώμη κ ιόλας που σας μίλησα στον ενικό».

" Μα δεν ντρέπεσαι λίγο, καημένε Φ ώτη, να ζητάς συγνώ μη γ ια τέτοια πράγ ματα; Κ ι ύστερα, όσ ο με{}υαμiνoς κ ι αν ήσουνα, δε

60

τολμούσε; να μιλή σεις έτσι στην., κυρία Τα σία , για παράδειγ­

μα. Έτσι δεν είναι;» Η Τασία ήταν μια στριμμένη γ ερ οντοκόρη που όλοι λέγανε ότι

κρυφοκοίταζε από τις κλειδαρότρυπες στα δωμάτια που νο ίκ ιαζε σε νεαρά κορίτσια.

"Α, όχι... αυτό δε θα το έκανα ποτέ χι ας ε ίχα πιε ι ένα ολόκληρο πλοίο κρασί.».

Η ε ιλικρ ίνε ιά του ήταν τόσο έντονη κα ι έμο ιαζε τόσο σοβαρός σ' εκείνη του την κουβέντα, που μ ' έκανε να σκάσω στα γέ'λJ.α.

127


ΕγΑ ΟΜ Η ΡΟΛ Η

Στ/ν αρχή παραξενεύτηκε μα μετά άρχισε κι εκε ίνος να γελά. Κα ι μας έπιασε και τους δυο ένα γέλιο, άλ/ο πρ άγμα. Αρχίσαμε να λέ με τα π ιο απίθανα πράγμα τα για όλους τους γε ίτονες. Αλήδειες και ψέματα που είχαμε ακ ούσε ι και πολ/ά άλ/α που βγάζαμε από το μυαλό μας εκείνη τη στιγμή.

Πέρασε έτσι κάμποση ώρα κι ούτε που το καταλόβα'με. Ο

Φ ώτη ; ήταν πολύ έξυπνο π ��λικάρι κ ι ήταν φανερό ότι το μέλ/ον του δα ήταν λαμπρό. Έκανε γ ια έ μπορος. Ο τρόπος που άφηνε τα μάτια του να περ ιδια βαίνουν πάνω στο σώμα μου , έκαναν ένα πολύ έντονο ερωτισ μό να ξεπηδά από το βλέ μμα του. Κ αι μέσα στο πιο τρανταχτό μας γέλιο , ξέραμε κ ι οι δυο πως δα μπορούσα με να περάσουμε τη βραδιά αλλιώς κι όχι »οοοτόεοοντοτ τους γείτονες. Αλλά , επειδή και στου; δυο μας άρεσε εκε ίνο που χάνα με , δε δέλαμε να το χαλάσου με, με το φόβο μήπως δε δα μας άρεσε εκείνο που ε ίχαμε στο μυ αλό μας να κάνουμε. Ξεχαστήκα με τελείως και δεν ακούσαμε τη ν εξώπορτα που άνοιξαν η Παναγιώτα χ ι ο Λεωνίδας που είχαν μόλις έρδει .

..Τρελάδη κ ες

λο ιπόν, χριστιανή μου; ΤΙ διάολο νομίζεις ότι κά ­

νεκ εδώ μ ' αυτό το παιδί;» Η αλήθεια ήταν ότι είχαμε ξεσηχώσε ι τ/ γε ιτονιά με τα γέλια μας κα ι ω; φ ωνές μας.

. Αδελά

μας και χωρ ίς να το έ χουμε πάρει

χαμπάρ Ι. Aλ/iι. εκείνη η φωνή. η φανερά αγρ ιεμένη, ανήκε στον Λεωνίδα κι εγώ ένιωσα σε δευτερόλε πτα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Σε κσνένσν δεν είχα δώσει μέχρι τότε το δ οταίω­ μα να μου μιλήσει έτσι κι αν οστειευτήωμε μια δυο φορές και

μιλήσαμε για τ ις ιδέε ς μας και τη ζωή, τίποτα στον κόσμο δεν του έδινε το δικαίωμα να φερδε\ με τέτοιον τρόπο. Εκε ίνος δεν έδειξε να κατάλαβε αμέσως το θυ μό μου γιατί συνέχισε ακόμα πιο α ­ γριεμένος.

" Κι εσύ παλιόπαιδο; Τ ι διά ολο {)ες εδώ; Μπρ ος, πήγαινε γρή ­ γορα , σπίτι σου , πριν νευρ ιάσ ω».

..Για

σιγά, γιατρέ, μη νευοιάσω εγώ, γιατί πολύ αέρα πή ρες! Το

έχεις πάρε ι χαμπάρι ότι είσαι στο σπίτι μου και στη γειτον ιά μου , κ ι εδώ μόνο εγώ κ άνω κουμάντο! Μάζεψε τον κώλο σου και τρά βα που , δε σου φτάνει ότι περνάς χαλά και κάνεις και το

γαμπρό χωρίς ποτέ να έχεις φέρε ι ένα ποτήρι νερό εδώ μέσα ,

128


Ο Ι ΑΝ ΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ Ε ΡΩ ΤΑ έτσι για τα μάτια που να πάρει ο διάολος την τσιγκουνιά σου , αλ/ά 6έλεις να μας κάνεις κα ι τον αφέντη! Ουστ. κα ι να μη σε

ξαναδώ μπροστά μου! .. Στην αρχή άνοιξε τα μάτια του διάπλατα και δεν πίστευε στ '

αφτιά του , αλλά μόλις είδε ότι είχα αρπάςει κιόλας το άδειο μπουκάλι που είχα στα πόδια μου, έβαλε την ουρά του μέσα στα

σκέλια κα ι τρ άβη ξε κατά την πόρτα. Η Π αναγιώτα, από την άλλη μερ ιά, με κοίταζε με μ ίσος. Ο Λεωνίδας έκλε ισε την πόρτα πίσω του χι άρχισε να κατεβαίνει τ ις σκ άλες .

..Αυτό,

Ελένη , δεν έπρεπ ε να το κάνεις. Ας σκεφτόσουν του ­

λάχιστον εμένα ...

..Πήγ αινε

πίσω του κ ι αν σου πει να πας μαζί του και να τρως

τα δουλεμένα του, δα πε ι ότι σ ' αγ απάει στ' αλήtJεια και τότε τρέξε π ίσω να με φτύσεκ και να μου πεις ότι έχω άδικο ... Κι η

κακομοίρα η

Π αναγιώτα δεν περίμενε

ούτε

λεπτό.

Έτρε ξε ξοπίσω του. Ο Φ ώτη; με κοίταζε σαν χαμένος. Αισθανόταν π ολύ άσχη μα το

παλικ άρι με την υποψία ότι όλα είχαν γίνει εξαιτίας του . " Μ η αισθάνεσαι άσχη μα, αγόρ ι μου, δα δεις πολλά τέτοια στη ζωή σου ...

Τον αγκάλιασα, περ ισσότερο με μητρική αγάπη πια και πιο λίγο από έρωτα. Κι εκείνος μ ' έσφιξε στην αγκαλιά του και χά ­

ϋηκσ μέσα στη μυρωδιά του . Σ ' εκείνον τον ιδρώτα που μύρ ιζε νιάτα ! Θεέ μου, νιάτα! Και μετανιώσαμε χι οι δυο που κάναμε του ς ρομσντοωύ; και τους δύσκολους απέναντι σ' εκείνη την ευλογία που ε ίχε πέσει εκε ίνο το βράδυ από τον ουρανό.

Έχω ζήσε ι κ ι έχω νιώσε ι κι έχω τόσα κσι τόσα γευτεί Μ α εκείνη η δεϊκή μυρ ωδιά σημάδεψε όλη την υπόλο ιπη ζωή μου.

Δεν υπάρχει πιο συγκλονιστική αίσθηση , πιο ανυπόφορη πρό:

κληση, από το άρω μα που αναδίνουν τα νιάτα. Κι εγώ τ ' άφησα να περάσουν δ ίπλα μου χ ι aρχέ στηκα σ ' ένα ηλίδιο μητρικό α ­ γκάλιασμα, αντί να ορμήξω να τ' αρ πάξω με λύσσα, να τα γευτώ! Να κλέψω ό.τι μπορ έσω απ' τη μαγεία τους. Το 'ξ ερα πως δα

'το ωγα τκ; σάρκες μου όλη νύχτα, από αγανάκτηση. Ω, ακόμα αγανακτώ . Η Π αναγιώτα ήρδε μετά από λίγο σαν βρεγμένη γάτα. Ο χ αλός

129


i

εΥΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

της τή ς συνέ στησε υπομονή και τη συμβούλεψε να περ ιμένει λίγο και μετά όλα θα άλλαζαν. Θα την παντρευόταν σίγουρα , τη; είπε .

..Θ α

σε παντρευόταν, καημένη. αν είχες κα μιά παλι.οσύνταξη

να τσοντάρεις στα έξοδα . Τώρ α ... βράσε ρίγrnη. ....

..κ ι

εσύ. αλήθεια , τι έκανες με τον Φωτη , Έγινε τϊποτα»

«Δυστυχώς όχι. Τίποτα. ΤΟ μόνο που έγινε είνα ι ότι κ ατάλαβα πως είμα ι πολύ γρ ιά π ια για να ' μα ι σε μνή και μετρημένη».

Κι εκε ίνο το βράδυ πέρασε κι εμείς το τελειώσαμε καf1ισ μένες στη βεράντ α. Εκείνη έλεγε του κόσμου τκ βρισιές για «τον ωω­

τόγερο που ήθελε και έοωτ ο; στο τσάμπα». Κ ι εγώ τη; έλεγα πως όσο γερνά ο άνδρωπας τόσο πιο πολλά 6έλε l στα τσάμπα. Κ σθτμιά με τον πόνο τη ς, δηλαδή .

Βγήκε ο ή λιος, άe Xισε η νέα μέρα κα ι δεν είχα ύπνο ούτε η ρ εμία . Η Π αναγ ιώτα κoιμήt}ηκε του καλού κα ιρού, ενώ εγώ βα­

σανιζό μουνα με νοή ματα δύσκολα και ϋονστερά . Π έρ ασα μέσα α πό ποτάμια π άϋου; και ανακαλύψεων για να μπορέσ ω να κλεί­ σω την ανήθικη πλευρά των σκέψεών μου μέσα σ ' ένα κουτί. Βρή κα έννοιες για να στολίσω τις σισϋήσεκ μου, νο ήματα για να

οδηγήσω τα ένστικτά μου . Δε θυ μά μαι πια αν ένιωσα καλύτερα­ αισθάνθηκ α ό μως πιο αληθινή. Αλλο παρμένη από την επήρεια πολ/ών χυ μών μα ζί, ξάπλωσα

πάνω στη μο ίρα κι απόλαυσα το μερτικό μου. Κατάλα βα απόλυ ­ τα την ωσθηση τη ς άνεση ς, το βόλεμα πάνω σ ' ένα

..σ '

σγαπω-.

Ήταν η ψυχή μου που γέννησε ένα ουναισθη μα. ξαπλω μένη με τα σκέλια διάπλατα ανοιχτά, έτοιμη να κ ατα πιεί μια θεόρατη

ανταύγασ . Η ψυχή μου που έ μοια σε για λίγο με ύλη και την αισθσνόμουνα σαν άλλο ένα σώμα μες στο σώ μα μου . Βολε μένη έτσι που καμιά της ίνα δε χρ ειαζόταν να κ ινηδε ί. Χαλαρή , μπορεί και άψυχη. Αυτό ε ίδα μέσα σ' εκ είνον τον ατελή έρωτα. Αυτό που έχασα. Μ ερ ικά περιστατικά είναι αξέχαστα. Πολ/ο ί λένε ότι τα συναι­ σθήματα σβήνονται από το χρόνο, μέσα στον ίδιο το χρόνο. Κ Ι όμως, για μένα, κανένα μικρό συναίσθη μα δεν έγ ινε σκόνη πάνω σε μια σκούρα επιφάνε ια. Π οτέ δεν ξέχασα όλες εκείνες τις πα ­ ρόμοιες νύχτο;

Κ αι τώρα πια έχω τριγύρω μου σκ ιέ ς. Σάρ κε ς κα ι αίματα σε

130


ΟΙ ΑΝ ΑΛΦΑΒΗ ΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

αποσύνθεση . Π ου σε λίγο τίποτα δε θα σημαίνουν. Ω , Θεέ μου!

Είναι τόσο ανίε ρ ο να μη θάβονται τα συναισθήματα αφ ού κι αυτά ξεψυχούν. Κ οιτώ μέσ α μου κ αι δε βλέπω τίποτα. Ούτε καν

το κενό. Κι αυτό το εξάντλησα και τέλειωσε. Κι ε ίμαι τώρα τρο­ μαχτικά άδε ια ; ' Αδεια; Μ α αισθάνο μαι παντού , στην κάδε απροσδιόρ ιστη ψυχή μου, στο α ίμα μου , στο μυ αλό μου, ατέρμον ε ς εκατομμύρ ια συνουσίες. Κ αι γ ίνομαι ολάκερη ένα σπέρμα, ένας σπόρος σε μια εύ φορη γη. Για να ξαναγεννη6ώ ξαναγεννώντας ένα συνα ίσθη μα ...

Έκατσα μ' ένα κα ινούρ ιο μπουκάλι κρασ ί προσπαδώντας να ξε ­ θάψω απ ' τη μνήμη μου κάτι που να είχε σχέση με τη δική μου νιότη. Ακ όμα κ ι όταν έκανα τον πρώτο μου γ ιο ήμουνα νεότατη αλλά δεν ήταν ακριβώς αυτό που έψαχνα με πανικό να σναγνω, ρίσω, εκεί π ίσω , πέρα α π ' το γκρίζο σύννε φο που είχε απλώσει με τόση μαεστρ ία ο χρόνος.

θε έ μου, σχολείο δεν πήγα ποτέ μου κα ι από τότε που άρχισε να λειτουργεί η μνήμη μου, με 6υμάμαl να δουλεύω. Στο σπ ίτι, στα χωρ άφια, στην αυλή μας. Δη λαδή , δεν υπήρξα ποτέ νέα; Το πετσί μου ποτέ δεν ανέδιδε

εκείνη την τρομερή μυρωδιά σαν του Φώτη ; Εγώ δεν είχα ποτέ κατακόκκινα μάγου λα κα ι όρtkα , στητά καπούλια;

Μπορεί ναι, μπορε ί κ ι όχι, Το ϋέμσ είνα ι πως ποτέ δεν ξέρεις

~ις στ' αλήfiε ια κάτι. Το καταλα βαίνεις όταν το Xc?-oeIς, όταν ­ το αναζη ~ς _ή ότα_1:' JQj}U;:tε ις σε άλλΟυς:-Όταν τραβούσα από το λα ιμό τη μοναδ ική γίδα που είχαμε σπ ίτι μας, και την περνού σα α π ' όλο το χωριό γ ια να την πά ω να β οσκήσει κ α ι πάλι π ίσω , π ερνούσα έξω απ ' το καφενείο κι άκου ­ γα που λέγσνε « βρ ε για δες, σαν νερά ιδα έγινε η Ελεν ίτσα . Χ α­ ρά στονε που 6α τη ν πάρει κ ι ας ε ίναι άπροικη κι ορφανή Δ εν ξεχνώ ίσα με τώρα, πόσο μεγάλη εντύπωση μου 'καναν όλε ς κείνες ο ι κου βέντες. Θυμάμαι που , στην αρχή , ήμουνα σί­ γουρη ότι ήταν πολύ κακό κα ι άσχημο πράγμα να ε ίνα ι κανείς νεράιδα . Δεν είχα βλέ πε ις διαβάσει και κανένα σχετικό παρα μύ6ι κ ι έτσι η καρδιά μου ήταν βαριά . κάδε φορ ά που έπρε π ε να πάω τη γίδα για βοσκή .

131


=

ΕΥΑ ΟΜ Η ΡΟΛΗ

ΤΟ μόνο που εγώ έβλεπα τότε στον παλιό καδρέφπι της ντου­ λό πας τη ς μαμάς, ήταν ένα ξερ ό, ολόστεγνο δΕκατριάχρονο κορ ­

μάκι- ψηλόλιγνο και χωρ ίς κα μιά κα μm'ιλη, σαν κορ μός δέντρου. Μ ' ένα στΡΟΥΥυλό άχρω μο μούτρο κα ι μακe ιά ολό ισια μαλλιά που ποτέ μου δε χώνεψα.

Ύστερα, ένα μεσημέρ ι, μετά από μια παρό μοια περασιά από

τον κα φενέ, παράτησα τη γίδα στη μοίρα της κι έτρεξα σπ ίτι αλαφιασ μένη , ζητώντας μόνο μια ήσυχη γωνιά όπου θα μπορ ού ­ σα να κλάψω.

Τότε με καλόπια σε η μάνα και μου εξήγησε πως ε ίναι υπέροχο

να ε ίσαι νερά ιδα. Π ως όλες ο ι κ ο π έλες ταυ κόσμου

60

'δελαν

κ άποιος να τις πει έτσι,

..Είσαι όμορφη, μα δε σε καλοΧοιτάνε μόνο γι' αυτό , αλ/.ό κα ι

γιατί μυρίζεις νιάτα .._Ναι, ναι έτσ ι ακ ριβώς ε ίχε πει. αλ/ά εγώ δε δυμάμαι να ξεχώρισα ποτέ πάνω μου μια τέτοια μυρωδιά . Τσίκνα

μύριζα μόνο κ α ι κάπνα α πό το κ ωω φτισγμένο το τζάκ ι μας.

Έπινα το κρασί μου όταν έξω πήρε να ξη μερώνει και το πρώτο φω; φ άνηκε στον ορίζοντα ..Αδραξα μια ακτίνα φωτός από τον

ήλιο για να την κάνω ε λπίδα, να ζυγίσω πάνω τη; τα φυσικά φαινόμενα της μοίρας και να καταλάβω ξανά τ/ν αvτΙφαση ..rης πολύ μορφης σκιάς των φόβων μου . Γιατί η ζάλη του χρόνου,

μέσα στο αίμα, γίνεται τρέ λα και πανικός. Μα για κοίτα επιτέλου; τον άνδΡα/ΠΟ! Δε θέλη σ ε ποτέ να γεννηθε ί κι ό μως πασχίζει τόσο ξεδιάντροπα να επιζή σει.

' Εφερα το χέρι στην καρδιά μου. Χτυπούσε περίεργα. Σαν βήματα π άνω σ' ένα ξύλινο πάτω μα . Βή ματα βιαστικ ά, γε μάτα αγωνία. Φοβή6ηκα . Π αράτησα το κρασί μου και πήγα στο κρεβ άτι μου. ' Εκλε ισα

τα μάτια. Π αρα ιτήfiηκα χωρίς να το 6έλω. Βρήκα μια ίνα θανάτου μέσα σ' όλα αυτά. Η υ ποχ ώρηση είνα ι η αρχή του τέλους . ρέt)η χα». ε ίπα χι όλα τέλειωσαν εκεί

. Ακουσα

..Βα­

το γδούπο της

ψuχή ς μου που γκρε μοτσαχ ίστηχε στο χρύο τσιμέντο τη ; αλή ­

Οειας.

132

J


Μ ΠΟΡΩ με τον καιρό και μέσα σε χαμένους, aνύπoπτoυς χρό­

νους να μαζεύ ω τα συνϋή μστσ που μιλάνε για νιάτα ,

Κα ι πάλι δε δα βρω άκρη , γιατί η συγκίνη ση, η αναστάτωση τη; πρώτης εκε ίνης φοράς που κάποιος μου πέτα~ε κατάμουτρα τα νιάτα, δε θα ' σβήνε εύκολα ούτε απλό.

Ο Φ ώτης με τα δεκαοχτώ του χρόνια που το δέρ μα του )'Uάλιζε κι έμοιαζε σαν τεντω μένο παν ί Ο Φ ώτη ς που έπεσε σαν άστρο

στην αγκαλιά μου και ~εxύ6ηκε α πό μέσα μου όλη εκείνη η ευω ­ διά που λέγεται ζωή . Εμε ίς πια, είχαμε αρχίσει να βρομάμε κλεισούρα , μούχλα και

φϋορά και κ ανένα άρωμα δε θα μπορ έσει ποτέ να πάρει από πάνω μας ό,τι άφησαν όλα εκείνα τα χρόνια. Η Π αναγ ιώτα ήταν σχεδόν απαρηγόρη τη για την εtαφάνιση του γιατρού κα ι δεν ή6ελε να το χωνέψει

..Μ α ,

όσο τσιγκούνης κ ι αν είναι, όσο φτω χιά κ ι αν είμα ι εγώ,

τι στα κομ μάτια τον νοιάζει; Στην η λικία του έτσι κ ι αλλιώς, δεν έχε ι άλλη ε πιλογή .._

« Μ α κ αι βέ βαια έχει άλλη ε πιλογή , βρ ε κουτή ...

..Θες να πεις ότι έχει κι άλ/η )'Uvaίxa ;» ... Από πού κι ως πού ταυτίζε ις αυτές τα; δυο

λέςεις ; Η ε πιλο γή

του Λεό είναι εκείνη στην οποία έ χε ι μείν ε ι πιστ ός εδώ και τόσα χρόνια , α πό τότε που πέθ σνε η γυναίκα του, Ο εαυτούλ ης του.

Ο καλός σου έ χε ι διαλέςε ι τον ε αυτό του και τον προ τιμάε ι πιο πολύ από σένα ...

Όλες τκ επόμενε ς μtρες η Παναγιώτα έ φερνε και ~ανάφερνε

το ίδιο δέμα κα ι δεν έλεγε να πειστεί πως τα πράγματα ήταν έτσι κι όχι αλλι.ώς. Κι εγώ πάλι, από τη μεeιά μου, δεν έkγα να βγω έ~ω από το σπιτικό από φόβο μή πως αντυφίσω τον εφιάλτη που είχε βάλει στην ψυχή μου ο Φώτη ς. Κ ι επειδή σ' εκείνη την κ ωλσγειτονιά μάς είχανε μάf}ει και το παίζαμε μυαλωμένες και σοβαρ ές, καταλά β αμε μια και καλή πως,

133


ΕΥΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

αν ftέλαμε να ξεχαστούμε και να αναζωογονηftούμε , δε δα κ ατο ­ φέρναμε τ ίποτα εκεί,

' Ενα ωραίο πρωί λοιπόν, τα μαζέψαμε και τραβήξαμε για τη

δδλασσα, για τη θάλασσά μας. Κ Ι όταν τη φτάασμε μ' εκείνο το σαραβαλιασμtνo λεωφορείο ,

γελάσαμε κι οι δυο με μια αλ/ιώτικη ικανοποίηση. Είχαμε, άραγε, φσνταστεί πω ς θα μπορούσε και να μην είναι πια εχε4 Δεν ξέρω. Π άντως όυμάμαι ότι μας έκανε μεγάλη εντύπωση που τη βρή κα ­ με στη δέση της να μας περιμένει, Ί σως , γιατί μtχρι τότε, τίποτα δε μας περίμενε ποτέ. Όλα τρέχανε πιο γρήγορα από τις δυνά ­ με ις μας και μα ς άφηναν πίσω, κάδε μέρα και πιο πίσω. 'Αλ/αζαν μορ φή , ήχους, χρώ ματα, υπόσταση . Και μένα με πάντα τελευ ­ ταίες στην ουρά να ψάχνουμε να βρούμε, να αναγνωρίσουμε σημάδια γνώριμα.

Κι όμως εκείνη η τεράστια ανοιχτή θάλασσα ήτ αν ολόιδια κ ι ή ταν ακόμα εχεΙ Σταftήκαμε ώρα πολλή να την κοιτάμε . Τη χαι­ ρετούσαμε ξανά η καθεμιά με τον τρόπο τη ς. Και δεν ξέρω πώς, δε θυμά μαι πια, αλλά εκείνη τη στιγμή ανακάλυψα π ως η θάλασ-

σα είναι ο μόνος μας σύ μμαχος ενάντια στο χρόνο.

-

Μπρ οστά στη θέα της τα νοήματα γίνονται αισθήσευ; και χά ­

νεσαι πιο εύκολα σε προορισμούς που πάντα αναζη τούσες. Σου

δίνεται η εντύπωση ότι είσαι για λίγο ο αφέντη τ, ο οδηγός τη; μοίρας σου και τότε είσαι έτοιμο; να τα δεχτ είς όλα . Με μια

δάλασσα μtσα στα μάτια του , κάftε άνδρωπος γίνεται καλύτερος. Το δωμάτιό μας, μας περίμενε κι εκείνο με το δικό του τρόπο. Η γυναίκα που το νοίκιαζε έκανε μεγάλη χαρά που μας είδε

ξανά. Βολευτήκα με μια χαρά και μιας κι ήταν καλοκα ίρ ι, ήταν ακόμα πιο σίγουρο ότι δα περνούσαμε όμορφα. Το μέρος ήταν

αλλαγμένο και είχε πολύ περισσότερο κόσμο. Α"λλά δεν είχε χάσει την ομορφιά του. Η πρώτη μας δουλειά ήταν να βάλουμε τα μαγιό μας και να τρέξουμε στο αΚΡΟΥιάλι. Κάναμε σαν μικρά παιδιά. Πιτσιλούσαμε η μια την άλλη και φωνάζαμε, γελώντας χαρούμενες. Κι όταν, αποκαμωμένες πια , καθίσαμε στη ν άμμο , η Π αναγιώτα με κοίτα ­ ξε και μου είπε: «Τελικά, μπορεί να είναι και κ αλύτερα που τον ξεφoρτωftήκαμε».

Τέλος πάντων, δεν ήταν και τόσο σωστό να τον κατηγορήσω ,

134


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒ ΗΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

yw1i δεν ξεrνoύσα πως ο Λεωνίδα<; με βοήθησε και την έ βγαλα kα6αQή με τα παιδιά μου, αλλά. επειδή είχα χα6ήκov ΎΟ παρη ­ yoQήσω την Π<IVO)"ώτα. ήμουνα αναγΙ<ασμένη να ομολογήσω ότι

ήταν tναι; σχατόΥερος που είχε βολευτεί μια χαρά ανάμεσά μας αλλά. καμιά διά6εση δεν είχε για τίποτα παραπάνω.

Κ Ι όταν έναζ άνδρωποι; τη; ηλικ~ του δεν έχε ι ακόμα μάDει να δείχνει το αληδινό του πρόσω πο και τιι; 1tQOΎμ.ατudς του

nρo6έσε ις. χωρίς να κό πτεται για το τι δα πουν οι γύρω του. αυτό ση μαίνει ότι κσνονιεά θα 'ΠΡΕπε να cησει χίλια χρόνια. Μ ετά τα τφτακόοια πιθανόν να τα κατάφερνε να ανδρωδεί.

•Ασε

που μας ζάλιζε κάδε λίγο και λιγάκ ι με κάτι πoAιτικoύQες,

που να με πάρει κα ι να με σηκώσει αν με ενδιέ φεραν πια . Εγώ είχα α πό καιρό καταλά βει πω; ο' όλα εκε ίνα τα μ!ζερα

αν6ρωπ άκlα που νό μιζαν ότι μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσ μο, πάντα ELς βάρ ος μας βέβα ια, εμείς δ ίνα με λόγο ύΠOQ~η ς. Σκ ιζ,6 . μασταν με αγ ώνες κ αι θυσίες για το χατίρι τυυ τ κι αυτοί ~ ε[χαν μονίμως γρα μμtνoυς στα παλιά τουτ τα παπούτσια κα ι δεχόρα

δε δίνανε αν πεινούσαμε ή αν ή μασταν δυστυχισμένοι, Μ όλιι;; μύριζαν το όπιο τη ; εξoυσία~ όλα του; τα ιδανικά και τα ιδε ώδη γίνονταν καπνός και το μόνο που του; ένοιαζε πια, ήταν να μπορέσουν να βάλουν κάn στην άκ{Ιη Ύ'Ο τα γερά ματα. αφού

ΠQώτα βέβαια έγραφαν κι εκείνοι τ/ δική του; σελίδα στο βιβλίο Τ/~ wτOQία~. Μπορεί να μην είχαν καταλάβει ούτε κι αυτοί πως το κέρδος έ{ιχεται μισό αιώνα μετά το θάνατο και περwρίζεΊαι

σ ' ένα στενό σοκάκι που φtQει το όνομά τουε, Ε, ο Λεό όλο με μια εφημερίδα στο χέ{ιι περνούσε το κατώφλι ~. Κ ι εμείς οι μουσκάρες τού είχαμε tτoιμo τον καφέ του και περιποιημένο. με αμtτρητε~ φουσκάλει;. ' Εστοωνε τον σκελετω­ μtνo του πισινό στην πιο καλή μα~ πο).vOρόνα και διάβαζε. Και

ποτέ. βέ βαια. δεν το θεωρήσαμε εvyεw<ό να τον διακόψουμε. Όταν την ξεκοκάλιζε ολόκληρη. ξεκινούσε μια παρατεταμένη

λογοδιάρροια κ ι ή ταν φανερό ό τι σπάνια έβρισκε πρό6υμους ακροατές. Επειδή όμως εμείς. πάλι το ϋεωοούσαμε μεγάλη αγέ ­

νε ια να τον διακόψου με. ανεχό μαστε όλε~ ω; μπαρούφες που ξερνούσε , 6εωρώντας τες σαν μεγάλες πολιτικές φιλoσoφ ίε~ και πιστεύοντας πως σίγουρ α 6α ήταν ο κ όσμος καλύτερος αν τον χυ βερνούσΕ εκείνος.

135


εγΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

Όμως πέρ ασε κ ι αυτός, ε~αντλώvτας το χρόνο που του ανα ­ λογούσε στη W μη σή μας. Π έρασε κι έγινε χτες και πολύ το χά­

ρηκα, μα την αλήθε ια, όχι γιατί είχα τίποτε με τον σνθοωπο αλλά γιατί κσθόλου δε μου όρεσε η μουτρωμένη έκφραση της Πσνα ­ γιώ τας όλον αυτόν τον καιeό. Μ ε λίγα λόγια, ήμασταν πόλι οι δυο μας μόνες κα ι κοντά στη ϋάλασσα . κάτω από κε ίνον τον υπέροχο ελληνικό ουρανό.

Κ ι ήρθε πάλι κ αι πέρασε ο χρόνος κ ι εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να ξα πλωδώ κάτ ω απ' τον ήλιο. κ άτω από ένα αστείρευτο φως. Να ξεχάσω για λίγο τ/ μίζερη ύ παρ~η του ταλαιπωρημένου μου

κορ μιού. Να ~εχαστώ για λίγο μέσα στα λευκά σύννεφα του πνεύματος, των σεέφεων και των συναισθημάτων μου, που μ' έκαναν να α ισθάνο μαι τό σο νέα, όσο κανείς ποτέ δε δα υπάρξε ι.

Κ Ι όμως είναι τόσο δύσκολο να είσαι διχαομένοτ, να προσπα­ 6είς να μπεις σ ' ένα άλλο κορ μί ή να βάλεις μέσα σου μια άλλη ,

ξένη ψυχή . Στ/ βασανισμένη ανάμνηση της ζωής μου δεν είχα τίποτα να δώσω για παρηγοριά. Μ πορούσα μόνο για λίγο να

ε~αϋλω6ώ και να γίνω ενέργε ια κι άλλο στο ιχε ίο ζωή ς. Μ πορούσα να ωτοδεσμευτώ, με τ/ δύναμη του μυαλού μου , από το σώμα

μου κα ι τα γεοοντόπαχά μου που, όσο κι αν ήταν διακρ ιτικά κι ασή μαντα, ωστόσο υπήρχαν.

Δεν ~έρω αν τότε ή μουν τρελή . Μ πορε ί να ε ίμα ι τώρα τρελή . Όμως η αλή6εια είναι ότι τώρα οισϋάνομω πολύ καλύτερα. Β έ ­ βαια, τα νιάτα μ ' έχουν εγκαταλείψ ε Ι, ή μάλλον όλα μ ' έχουν πια εγκαταλείψει και σε λίγο δ ' αρχίσουν να μ' εγκαταλε(πouν κ ι οι δυνάμεις μου , αλλά η δύναμη τη; ψυχής μου είναι τόσο μεγάλη

που, μα το θεό, νιώδω πω ς δα μπορού σα ν α ζή σω για πάντα. Εύχομαι να μπορέσω να περ ιγράψω το θάνατό μου με την κάδε λεπτομέρ εια. Τη στιγμή που δα 'ρδε ι να με βρει, δα ε ίμα ι τόσο καλά κα ι τό σο εντά~ε ι που , στ' αλήδε ια, ο μόνος υπεύθυνο; θα

είναι, για άλ/η μια φορά , αυτή η γελοία υπανάπτυκτη φύση μας. Αχ, δεν υπάρχει πιο άσχημο πράγ μα από αυτές τις αστείες μέσες καταστάσεκ . Μπορε ίς τόσο εύκ ολα να είσαι νέος κι είναι τόσο ξεκούραστο να έχ ε ις γεοάσει Αλ/ά να είσαι γυναίκα, έξυ­

πνη , δυναμική , ζωντανή κι εξήντα χρονών;

136


Ο Ι ΑΝΑΛ ΦΑΒ Η ΤΟΙ ΤΟ Υ ΕΡΩ ΤΑ

Μοιάζει περισσότερο με άσχημη φάρσα, Κι εγώ έτσι ακριβώς αισθσνόμουνα . Γελασ μένη κι εξαπατημένη. Τις νύχτες που τα 'π ινσ λίγο παραπάνω κσθόμουν« σταυρο ­

πόδι κάτω απ' το φεΥγάρ ι, έκλε ινα πεισματικά τα μάτια μου κι έλεγα: «Τώρα που ϋα τ' ανοίξω, θσ είμαι πάλι νέα! Το φεγγάQι Οα με κάνει νέα!» Τι κρίμα που δεν υ πάρχ ε ι ούτε μια ελάχιστη πιθανότητα ε πι- "

ruχίας σε τέτοια κόλπα. Κι έτσι ανσΥχαζό μουνα να προσγε ι.ωΟώ στην αλήθεια κα ι να σκεφτώ τι θα κάνω με την χλιμακτήριό μου . Ο , μα το Θεό, ήταν μια απαίσια ε ποχή. Τώρα που τις έχω όλες μι' τη σειρά περάσει, το ξΈQω καλά πως αυτή ήταν η χεlQότερη. Α, θυμάμαι ένα πρωί που γύριζα ημίγυμνη στην ακρογιαλιά, φανερά ζαλισμένη , κ αι φώναζα προς τον ουρανό: " Καλά, βρε

αδερφέ , νέ α δεν το 'χε ις σκο πό να με ξανακάνεις. Κάνε με του­ λάχιστον γριά, κ άνε με ό .τι Οε ς, αλ/ά γλίτωσε με από αυτή τη μtση κστάσταοηι- ΚΙ αυτή μου η έκκλη ση ε ισακ ούστηκ ε, πολλά

χρόνια αργότερα, όταν την είχα κιόλας μετανιώσει κι ή6ελα να την πάρ ω πίσω. Τότε ε ίχαμε- σκαλίσει έναν ήλιο πάνω στκ ψυχές μας κα ι συ­

μπορ ευόμασταν με τις ακτίνε ς του χωρίς να ρωτάμε πού οδη ­ γούν. Ή ταν ένας ήλιος αγνός, έτο ιμος να ζεστάνε ι όλους τουτ

αμαρτωλο ύς τη ; γη ς. Ένας ή λιος αγάπης.

. - Η ζωή μάς έπαιρνε με το μέρος τη ; χι ήταν σαν να είμαστε

παιδιά, κορίτσια στη ν εφη βεία που ϋα τα κάναμε όλσ ., πάλι για πρώτη φορά . Πάντα για πρ ώτη φορά.

Δεν ξΈQω αν βγήκαμε κερδισμένες από κείνη την άνιση μάχη. Το νιώθω, όμως, πως δε χάσαμε ποτέ. Ξεκ ινή σαμε μ ' έναν χρόνο -γελαδάρη που μας σημάδευε σαν μοσχάρ ια του κοπαδ ιού του κ αι φτιάξαμε έναν χρόνο-υπηρέτη , γονυ πετή κάτω απ' το αγέρωχο βλέμμα μας.

137


• "ΠΑΝΑΓ1ΩΤΑ, τρελάδηκες; Είναι πεντέμισι η ώρα το πρωί. Γιατί δεν κοιμάσαι, .. Γράφεις; Μ α τι γράφεις εκε Ι λοιπόν;>,

« Ε, δεν είναι καιρός να γράψω κι εγώ μια λtξη στα παιδιά μου» ,,, Οχι, βέβαια, δεν είναι καιρός. Είναι πάρ α πολύ αργά. Πώς

δ ιάολο το σκέφτηκο; τώρα;» «Τι, σε πε ιράζει που είναι σχ εδόν πρωί;» «Δε με πειράζει τίποτα. Αλλά σκέφτο μσι ότι λείπεις κ οντά τέσ ­ σερα χρόνια απ' το σπίτι σου. Θ α σε έχο υνε γ ια πεθαμένη. γιατί

να του; σνοστστωσεκ έτσι» « Ε, λοιπόν, πάψε κι άσε με να τελειώσω και θσ σου πω».

Την ά φησα κα ι τελείωσε κα ι μου ε ίπε. « Είδα ένα όνε ιρο απ όψε . Μπορεί να ήταν χι εφιάλτης. Π ά ­ ντως, αν τα όνειρα βγαίνουν ποτέ αληΟινά , πρέπ ει τώρα να είμαι χήρα». " Μα καλά τι όνειρο είδες; Γιατί το λες αυτό;»

..Δ ε

fiυμά μαι και πολλές λεmο μέρειες, αλ/ό: εκεϊνο που συ­

γκράτησα, γιατί με συγκλόνισε, ήταν πω ς πέ6ανε ο "κύριος" και "α φέντης" μου. Και την ώρα που του 'βγα ινε η ψυχή με καλούσε κοντά του . Τον λυπήϋηω κα ι πήγα., έτρεξα να τον βοηθήσω, να του συμπαοαστοϋω, έκλαιγα με λυγμούς ... νόμιζα ... α ισθάνθηκα πως τον ογαπούσα., δεν ξ έe ω τι μπορεί να ήταν ακριβώς, πάντωτ τον λυπήθηω κι έσκασα να βρε6ώ κοντά του , να προλάβω., Κι

όταν έφτασσ κι έσκυψα πάνω από το στρώμα του , κατάλα βα

πως εκείνο που ήθελε και γι' αυτό με κσλούσε.; μέ φώναζε μ' όλη του τ/ δύναμη , κ ατάλαβες;

..Ε,

το μόνο που ή6ελε ήταν να ... πάω κι εγώ μαζί του ... Μέσα

στ' όνειρο αισθάνθη κα ότι δεν ήταν κα ι τόσο σίγουρος αν ζούσα ακό μα ή αν είχα πεδόνει αλλά όπως κ αι να 'χε δεν τον πολυέ ­ νοιαζε ... Αν ε ίχα κιόλας πεϋάνα., με φώναζε να πεθάνω ξανά μαζί του., κα ι ξέρεις, είναι μάλλον αστείο , αλλά δεν το έκανε γιατί είχε ανάγκη από συντροφιά .., από φό βο ... το έκανε για να είναι από -

138


ΟΙ ΑΝλ/ ΦΑΒΗΤOJ ΤΟΥ ΕΡΩ ΤΑ λuτα σίγουρος ότι δα μπορεί να μ ' εξουσιάζει και τότε ... κ α ι μετά

από το δεύτερο θάνατό μου ...

" Ύστερα ούρλιαζε πω; αν δεν είχα πεθάνει καθόλου να πέϋαι­ να τώρ α μαζί του ... μαζΙ .. μαζί. .. φώναζε συνέχε ια. Ήταν πολύ

άσχη μο κ α ι τόσο πολύ ζωντανό. Είμα ι σίγουρ η ό τι έχει πια πε ­ Οάνει, τόσο σίγουρη όσο σίγουρη είμαι κ ι ότι είμαι ζωντανή ... Είμα ι ζωντανή, Ελένη , δεν είν ' έτσο

... Είσαι

απίστευτα ζωντανή Η' όμω ς δεν ξέρω πώς σου ήρδε να

βλtπ ε ις τέτοια όνειρα απόψε . Αν ε ίχα με έστω και λίγο μιλήσει γι ' αυτόν

60

μπορούσα να το δικαιολογήσω κα ι να σου πω ότι το

φαντάστηκες, αΜά έχουμε να τον αναφέρουμε τόσον καιρό που δε θυμάμαι ούτε τ' όνομά του. » Ω , είχες περάσει λοιπόν, τόσο άσχη μα μαζί του ώστε να μπο­ ρε ί να σε βασανίζει κι έτσι»

..Είνα ι πεθαμένοε πια, Ελένη, και το πιο καλό ε ίναι ότι δεν είμαι ούτε καν υ ποχρεω μένη να τον πενθή σ ω ... θα ή μουν τόσο γελοία αν ήταν υπ οχρε ωτικό κάτι τέτο ιο ... Τέλος πάντων, τώρα γρά φω

στην κόρη μου να μου πει τι έχε ι γίνε ι ... Δ εν τη; λέ ω τίποτα για μένα παρά μόνο πω ς ε ίμα ι καλά κ α ι πως το ίδιο επιθυμώ κα ι για όλους του ς. Ω , μην ανησυχείς δε νομίζω να σκοτιστεί κανείς να με ψάξει πια ...»

..Κ αλά όλα αυτά, αλλά πού θα πάρ ε ις την απάντηση» ..Χμ, φαντάζομαι σε κάποιο ταχυδρομείο στην Αθήνα. Δεν έχω ακόμα σκ εφτεί σε ποιο. Έχεις κ αμιά καλή ιδtα;»

..Δεν

είναι απαραίτητο να έχω κα μιά ιδέα. ' Οταν θα πάμε να

ταχυδρ ο μή σου με αυτό , θα ζητή σου με να μας πουν κ ι όλες τι

δυνατές λύσεις. Σίγουρ α δε θα έχουμε κανένα πρόβλημα. Κι όχι πω ς όέλω να σε πικράνω , αλλά ούτε κι εγώ νομίζω ότι θο σε

αναζητήσει κανείς πια» .

..Να

με πικράνεις; Μα πώς σου πέρασε απ' το μυαλό;»

Β έβα ια η απάντη ση

fi'

αργούσε πολύ να φτάσε ι κι αυτό το

ξέραμε κι οι δυο, ΟΙ ταχυδρομικές διανομές σ' όλα εκε ίνα τα χαμένα χωριά ήταν τόσο απαράδεκτα σπάνιες και καbuστερη μέ ­ νες, που ε σύ έστελνες τις ευχές σου για να ευτυχήσει ένα νιό πα ­ ντρο aντρόγυνo κ ι όταν εκείνο ι ' τις λάβα ιναν ε ίχαν κιόλας το πρώτο τους παιδί. Όμως, μιας και για μας ο χρόνος κυλού σε αργά κα ι σύμφωνα

139


εΥΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

πάντα με ης δικές μας πρ oσrαγές, σίγουρα δε θα είχαμε τέτοιο πρόβλη μα . EJ;άλλου, κανείς δε β ιαζότανε, Ούτε βέ βαια κ ι η Πα ­ ναγιώτα , η οποία έστειλε το γράμμα μια βδομάδα μετά, έτσι σαν απόδειξη της ηρεμίας της.

Κ αι το άλλο βράδυ ο εφιάλπις δεν ξανάρ6ε , ούτε κ αι το ε πό ­ μενο . Κ ανένα άλ/ο βράδυ δεν ξαναχαλάσα με τον ύπνο μας γ ια τον «κύριο κ αι αφ έντη τη;», πο υ τώρα πια τον αναφέραμε κι οι

δυο σαν IλωotapiΠI. Μ όνο εγώ είχα τώρα εφιάλτες χ ι αυτοί ήταν πρ αγματικοί. Ο άντρ ας τη ; Π αναγιώτα ς ήταν πολύ πιο νέος απ' το δικό μου χαι δεν ξέρω τι μ ' έπιασε, αλλά κάδε βράδυ πεταγόμουν μούσκεμα

στον ιδρώ τα με τ' όνο μά του στο στόμα μου.

" Χ αρ ίλαε, Χαρίλαε! Π όσο πολύ σ ' αγωτώίΦανερά ε πηρεα σ μένη από τις ονειρικές διηγήσεις τη ; Π ονα ­

γιώτας, τκ οποίες δε δίσταζε κάδε μέρ α να αναπολε ί, βασανιζό ­ μουνα χωρ ίς στ ' αλήθεια να έχω καμιά ένδειξη κ αι κατά βά60 ς ήμουν σίγουρη ότι ο Χαρίλαος ήταν κ αλό.

Και κοίτα πόσο αλη{hνά παράξενη είναι η ζωή κ αι πόσο απόθ ­ μενη κι ανεξήγητη η ψυχή του ανθρ ώπου . Όταν έστω και για τόσο λίγο , όταν έστω και μέσα σ ' ένα όνει­

ρο, το μίσος γίνεται τόσο ταυτόση μο και ίδιο κίνητρο με την

αγάπη , όλα μπορείς να τα περιμtνεις. Κι η Π αvαγιώτα είχε εφιάλ­ τες που ξεκινούσαν απ' το μίσος. Δεν ξέρω αν το μίσος εκε ίνο ανήκε σ' αυτήν ή στον άντρα τη; -δεν υπάρχει καμιά απο λύτως

διαφορά. Οι δικοί μου εφιάλτες πήγαζαν όλοι απ ' την αγάπη . Μια

αγάπη χωρ ίς αληθινά όρια, χωρίς στσθεοό εαυτό .

~

Όμως μέσα στ' όνειρο , μέσα στην περιγραφική απεικόνισή του , όλα γίνονταν όμο ια και οι διαφορ έ ς ήταν τόσο λε πτά αδιά­ κριτες ακό μα και για τα συνα ισθήμα τα

Δεν ξέρω αν θσ χαιρόμουν αν, πράγματι. είχε ο άντρας τη; αποδημήσει εις Κύριον. Θυμάμαι πά'Vrως ότι εγώ την έβλεπα από πριν χαρούμενη . Οι δικοί μου ε φ ιάλτε ς όμως δεν ήταν δυνατόν να σοκεστούν

στα πρωτόγονα μέσα του ταχυδρο με ίου. Κ ανένα γράμμα δεν έ ­ γραψα

χ ι ούτε

χι είχα

την παραμικρή

διάθεση

να

γράψω.

Ήμουνα σΙγουρη ότι θα πέθα ινα κατά τη διάρκεια τη ; αναμονή ς. Μέχρ ι να

'pttEI

η απάντηση .

140


ΟΙ ΑΝΑΛ ΦΑΒ ΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩ ΤΑ

Γι' αυτό τηλε φώνη σα στο καφενε ίο του χωρ ωύ. "Αλλαξα όσο μπορούσα την φωνή μου για να μην υπάρχει καμιά πιθανότητα να με γνωρ ίσει, ακό μα και μετά από τόσο καlQό , ο Γιώργη ς, ο ιόιοκτήτη; και ζή τησα με κα/)ε δυνατή φυσικότητα τον κυρ -Χα ­

" LΛαo.

..Ω ,

δεν ε ιν' εδώ, κυρά μου. Είνα ι σπίτι του τέτοια ώρα. Μα

γιατί, μωρέ , δεν τόνε παίQνεις εχε~ Δεν έχεις το νούμερό του ...

..Ε.., έχει κα ι δικό του τηλέφ ωνο τώρα;» ..Τώρ α; Τέλος π άντων, γράψε τον αρ ιfiμ.ό. Σίγουρα εκεί ϋσ "να ι τ ώρα» . ..Καλά, πριν γράψω τον αρ ιθμό, δε μου λες, είνα ι πολ/ή ώρα που έ φυγε απ' εχεί;»

.. Όχι,

ούτε πέντε λε πτά δεν είνα ι. .. λοιπόν, γράφεις ...

Ούτε και να τον πό{ι ω τόλμησα , ούτε και το νού μερο έγραψα. Κ ακ ο ί οι εφ ιάλτες κ ι όλα αυτά, αλ/ά θα ήταν πολύ χειρότερο αν άκουγα έτσ ι ξαφνικά τη φωνή του . Δεν άντ ε χα ποτέ τ ις μεγάλες,

τις τόσο πελώριες σuyκ ινήσεις. Μ ου έφταν ε π ου ε ίχα πε ιστ ε ί πως ήταν καλά. Μ ου έφτανε και

μου περ ίσσευε βέ βαια . Θ α ζητούσα να του μιλήσω μόνο αν ε{χα

αποφασίσα να γυρ ίσω. Τέλο ς πάντων , έφτανε μtχρι εχεΙ Ήταν αρκετό. Δεν κατόλαβα πώς τα καταφέραμε κα ι γυρίσαμε τόσο πολύ π ίσω. Δεν καταλα βα ίνω ποτέ πώς τα καταφέρ νουν οι άν­ δρωπ οι να κάνουν μακρο βού τι στο παρελ6όν τόσο εύκολα , έτσ ι με το παραμικ ρό. Κα ι α π' την άλ/η να μη 6έλουν ούτε γ ια ένα μικρ ό δευ τερόλεπτο να δουν το μέλλο ν. Αισθάνοντα ι έτσι, άραγε, πιο ασφαλείς; Ή μή π ως το μtλ/oν δε φαντ άζε ι στα δ ικ ά τους μάτια αρκε τά εντυπ ωσιακό; Όπως κα ι να το κάνου με, το παρελ­

θόν είναι βαρε τό, μιας και δεν έχει πια κα μιό πρ όκληση να }.!:ας riρoσφέΡH Τώρα όλα ε ίχαν περάσει κ ι εμείς είχ αμε πια επιστ ρέψε ι στη δ ική μας ζωή, στο π αρ όν, στο μέλλον. Θάψαμε πάλι το χτες βα6ιά

στη ν ψυχή μας κι ετοιμαστήκαμε να πάμε μπροστά . Το καλoκαίQι

ήταν υ πέροχο όπως κάδε καλοκαίρι στην Ελ/άδα. Π ερνούσαμε όλη την η μέρ α μας στην παραλία , ξελογιασμένες με τα κύματα κα ι τον ήλιο . Μου έκανε εντύ πωση όταν παρατήρη σα ότι είχαν συντελεστεί

πολλέ ς μικ ρές μεταρρυδμίσεις τριγύ ρω μου . Ο κόσμος ήταν πολύ

141


εγΑ Ο Μ ΗΡΟΛ Η

πιο ελεύδερος κα ι ο ι yuνα ίκες πια δεν ντρέπονταν να πιάσουν

κου β έντα μαζί μας. Ούτε μάγισσες μας θεωρούσαν ούτε τίποτα .

. Εβλε πσν βέ β αια ότι ήμαστε λίγο διαφ ορετικ ές, αλλά ε ίχαν πάψε ι να είναι κουμπω μένες κ ι εχbρ ικ ές απέναντί μας. Τ ώρ α π ια μιλού ­ σαμε με όλους και κάναμε πολλέ ς κα ινούριες , γνωρ ιμίι:ς. Μας

καλούσαν και στα σπίτια τους και με Λίγα λόγια μας έδωσαν την ευκαιρία να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε τόσο κακ ές κ ι απαρά ­ δεκτες.

Α, ο κόσμος είχε κιόλας, μέσα σε τόσο λίγο χρόνο , αρχίσει να γίνεται καλύτερος. Μ ου αρέσε ι όταν ακ ούω κάτι ανοησίε ς για το πόσο αποξενωμένος είναι ο κόσμος τα τ ελευταία χρόνια. Χαμο­ γελώ κα ι λέω με έντονο σαρκασμό ,

..μα

καλά, κανε ίς δε θυμάται

πόσο αποξενωμένος και κλειστός ήταν ο κόσμος πιο παλιά;» Κι

όμως κανείς δε θυμάται, γιατί κανε ίς δε 6έλει να thJμάταL Είναι τόσο γελi:ιίo αλλά και τραγικό μαζί Όταν οι άvfiρωπo ι ~Υq.λώ ­

νουν, αρχίζουν και φο βφύνται το μtMoν;με-τ/ σιγουριά ότι τώρα

πω, το μόνο που μπορεί να του; φέρει είναι αρρώστιες και- όα­

νάτους. Τότε στρ έφουν τα μάτια τους με πανικό προς το παρελ-~ ϋόν, ζητώντας να απ-οδείξουν ότι ήταν καλύτεQΟ," ότι εXEivo L έζη­ σαν κ αλύτερα, ενώ , στ ' αλήθεια , είναι κοινό μυστικό ότι δεν έζη ­ σαν καθόλου. Τέλος πάντων, το ψαροχώρι μα ς είχε πολύ μεγάλη πέρα ­ ση

στους

ξένους, εκείνους τους πσνύφηλου; και κ ατάξαν­

60υς που είχαν πια αρχίσει να κάνουν έντονη την παρουσία του ς.

Είχαν ανοίξ ει κα ινούρ ια μαγαζιά και δεν ήταν πια ντροπή να πίνεις που και που κανένα ποτηράκι, Για τις γυναίκες, βέβαια, ήταν ακό μα εγκλη ματικό, αλλά όπως και να 'χ ε το πράγμα, ήταν

αρκετά ελπιδοφόρο το γεγονός ότι δεν πίνα με πια μόνες. ' Ολο κ αι κά πο ια παρέα σχηματιζόταν γύρ ω μα ς κα ι το γλέντι πήγαινε σύννεφο .

Α, εκείνο πρ έπει να ήταν το καλύτερ ο , το πιο ό μορ φο και ζωντανό καλοκαίρι της ζωής μου . Θυμάμαι που ε ίχαμε κι οι δυο γίνει κατά μαυρες σαν αραπάκια , πράγμα που δεν ήταν τότε χα­

θόλου συνηθισμένο κι ού τε βέ βα ια εθε ωρείτο ωραίο . Για να πω τη ν αλήθεια, ούτε κ αι μένα μ ' άρεσε πολύ . Ή ταν όμως πρωτόγνωρ ο για μας και πολύ β ολικ ό γ ιατί κάτω από το

142


οι ΑΝλ/ ΦΑ ΒΗ ΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

σκούρο χρώμα που μας είχε χαρίσει ο ήλιος, κρύψαμε κ ι οι δυο

όΛες μας ης ατέλειες. Σπυριά, ραΎάδες, κυπαρ ίτιδες, ό.τι δες. Το Μ{)μα μας έμοιαζε βέβαια με δέρμα ναυτικού, κ αι ΜΌΛWΤα δα ­ λασσόλυκου, αλ/.ά φόνταζε τόσο γυαλιστερό, τόσο τέλειο, ώστε δε μετανιώνα με καθόλου που το ε ίχα με.

Μόνο τα μούτρα μας προσέχαμε σαν παλαβές γιατί δε μας άρεσαν με τίποτα οι τουρ ίστριες που ε ίχαν γ ίνει κατάμαυρες κ αι τα δόντια τους Υυαλίζανε στο σκοτάδι. Α , πα πα.. Ασχημα πράγ­ ματα.

ε. δεν ήταν και τόσο αφύσυω που κάποτε άρχισαν να πέφτουν

οι πρώτες σταγόνεο βροχής, παρ' όλο που εμάς τότε κάπως έτσι μας φάνηκε . Είχαμε π ια πειστεί ότι δε δα τέ λειωνε ποτέ το κα ­

λοκαίρι κ αι καθόλου μα καθόλου δεν είμαστε έτοιμε; για μια τέτοια αλ/αγή. Ί σως , επειδή, όταν περ νάς όμορφα, ο χρόνος έχει

τ/.! _ !§ιότ/τα να σταματά, απόκτάς την αίσθηση ότι δε fiα ξαναρ­ XίoeL Όμως τα ρ ολάΥια άρχισαν πάλϊ να-γυ-ρνόίJV-και να δου ­

λέύούν και τώρα μάλιστα σε πολύ πιο γρήγορους ρυfiμoύς. Η μέρα τέλειωνε πιο Ύρήγορα κα ι δεν προλαβαίναμε πια να τ/ χα­ ρούμε. Εξακ ολουδούσαμε να κ ολυ μπάμε, ακόμα κι όταν έκ ανε

πολύ κρύο. Ή ταν ο μόνος τρόπος για να δείξουμε τ/ δυσαρέ ­ σκειά μας στην αλλαγή της εποχής.

Όχι πως κι οι άλλες ε ποχές δεν έχουν τις ομορφιές τουτ. αλ/ά πώ ς να το κάνουμε; ΤΟ καλοκαίρι ήταν πάντα το αγαπημένο μας. βλέπετε, ο χε ιμώνας για παρ άδειγμα, σου φέρνει στο νου ωραίες ρομαντικ ές νύχτες γύρω από ένα τζάκι ή ένα ζεστό κρ ε βάΤL

AJJ.iJ.

επειδή όλα αυτά γίνοντ αι μάλ/σ ν fiλιβερά χωρ ίς την κατ άλ/ηλη

συντροφιά , και κατάλ/η λη , ο ' αυτήν τουλάχιστ ον τ/ν περίπτ ωση , μπ ορεί να fiεωρη{)ε ί για μια γυν αίκα μόνο η συντρ οφιά ενός ά­ ντρ α, ενός αγαπημέ νου μάλιστα άντρα, κι ε μάς αυτό ήταν το αδύνατ ο ση με ίο μας, ποοτιμο ύσα με το κ αλοκ αιράκ ι που ήταν

πάντα η καλύ τερ η εποχή Ύια όλες τ κ ελεύδερες μοναχικέ ς ψυχές. Ό λε ς τις ψvχές σαν τις δικ ές μας.

" Π αναγ ιώτα, χωρίς να δέλω να σε στεναχωρέσ ω , νομίζω πως ε ίνα ι κα ιρός πια να του δίνουμε απ ' εδώ " .

..Α, όχι

Μ ε ατενοχωρει; και δεν μπορώ να το αρνηtJώ αλλά πιο

143


εΥΑ Ο Μ Η ΡΟΛΗ

πολύ με στενοχωρεί αυτός ο καιρός. Δεν μπορού σε να κρατή σει

λίγο πιο πολύ το καλoκαίeι;..

..' Ελα λο ιπόν, μην

παραπον ιέσαι. Π εράσα με τόσο όμορφα, δεν

ε(ν' έτσι; Ας μην είμαστε αχάρι.στες. Εςάλ/οιι, πού ξέρεις τι μας περιμένει το χε ψώνα;>ο

Εγώ βέ βα ια, λίγο πολύ ήξερα τι με περίμενε, Μ όλις γυρίζαμε σα πήγαινα στο σπίτι του γιου μου κα ι θα του έκανα γνωστή την επ ι6υ μία μου να επισκεφτώ τους άλλους μου γιου; στη Γερ μανία. Ο, κι αν κάτι τέτοιο γινόταν πρσγρατικότητα, ποιοι; νο ιαζόταν στ' αλή6εια που είχε τελειώσει το καλoκαίeι; Εκεί στην ξενιτιά είχα δυο ακό μα παιδιά. Το Μιχάλη μου πσυ ήταν και ο π ιο μεγάλος απ' όλους και τον Αντώνη μου που ήταν ο δεύτερος. Είχα κιόλας αρχίσει να κάνω πολλά όνειρα γι' αυτό το ταξ ίδι. Είχα, βλέπε ις, τόσα πολλά χρόνια να δω τα παιδιά μου. και, τουλάχ ιστον γ ι' αυτούτ, ή μουνα σίγουρη ότι θα έκαναν πολύ μεγάλη χαρά που δα μ' έβλεπαν πάλι, ενώ ήταν σίγουρο ότι ποτέ

δε θα σκέφτονταν να με κάνουν δούλα τους. Π ρώτ α απ ' όλα έπρεπε να κάτσω κάτω και να του; γράψω ένα

ωραίο γρά μμα. Χα μογ ελούσα π ονη ρά στη σκέψη ότι δα τους έκανε μεγάλη εντύπωση που η μαμά τουτ; η αγρά μματη χωριάτισσα που {}v μόντουσαν, ήξερε να γράφει τόσο ωοαισ γράμματα. Το πιο πιθα­ νό θα ήταν να νομίσουν ότι έβαλα κάποιον άλλο , πιο γραμματι­ σμένο, να το γράψει. ΑΜά αυτό που ερέ6ιζε ακόμα περ ισσότερο

τη φαντασία μου ήταν η εντύπωση που

60

του; έκανα όταν θα

μ' έ βλεπαν με τα λουλουδάτα μου φορέματα και το ηλιοκα μένο δέρ μα μου, που ή μουνα σ ίγουρ η ότι ήταν δείγμα αριστοκρατίας και πλούτου εκεΙ Ο Μιχ άλη ς ήταν σαράντα δυο χρονών κι ο Α ντώνη κ, ένα χρόνο μικρότερός του, είχε κλείσει τα σαράντα. ' Ητσν παντρε μένοι και μου είχαν χαρίσει τέ σσερα εγγονάκια, δυο ο καόένας, τα οποία

δεν είχα γνωρίσε ι ποτέ . ΟΙ δυο τους τα πηγα ίνανε πολύ καλά μαζΙ Ή ταν και συνεταί­

ροι στκ δουλειές τους. Πολύ ευκατάστατοι, απ ' ό,τι μας έγραφαν. Είχαν ολ.όδικά του ένα πολύ ωραίο κα ι μεγάλο εστιατόριο κι ένα σούπερ-μάρκετ, όπως τα 'λεγαν εκεί τα μπακάλικα.

Είχανε κι οι δυο παντρευτεί Γερμανίδε ς. Η Ιρ ίνα, η γυναίκα του

144

=


ΟΙ Α Ν ΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΟΤΑ

jιrγάλoυ, πρέπει να ήτσν τριάντα οχτώ χρονών. Όχι πολ\ι μικρό­ ffQi) του δηλαδή . Γιατί εκεί, βλέπεις, ήταν αλ/ιώς τα πράγματα . ~:δώ για να παντρευτείς έπρεπε να είσαι τουλάχιστον δέκα χρό ­

νια πιο μικρή απ " τον άντρα σου . Αλλιώς δα λέΎανε για κείνον ότι ,{χε κωωπέσε ι κι ε ίχε πάρει μεγαλοκοπέλα . Τους είχε μπε ι στο μυαλό ότι οι γυναίκες γερνάνε πιο γρ ήγορα από του; άντρες και δεν του; το ' βγαζες από το ξερό τους με τίποτα. Όχι πως φταίγανε βέ βαια κι αυτοί, μα ήταν έτσι η κα­

τάσταση που είχανε πολλούς λόγους να το πιστεύουνε . Οι γυναί­ κες τότε δεν είχαν δ ικαίω μα σε κανένα λούσο. Ακόμα και οι πιο α6ώε ς κα ι διακριτικές μπoγLές σε κάνανε να φαίνεσαι σαν πρό­ στυχη κ ι έτσι σ' αντιμετώπιζαν όλο ι. .Ακου πόσο παρ άξενο ε ίναι χ ι ωστόσο αληδινό. ' Η τσν απαγορευμένο να προσέχει η γυναίκα τον εαυτό τη ς. Και μιας και δεν υπήρχε άλλη ζωή και διασκέδαση για όλες

αυτές τ κ κοπέλες μόλις παντρεύονταν, η μοναδική α πόλαυση που τους έμενε ήταν το φαγητό. Γι" αυτό κι ήταν όλε ς του ς καλt ς μαγείρ ισσε ς. Όχι για του; άλλους, αλ/ά πρώτα για του; εαυτού;

του ς . Κα ι μετά τα πρώτα πέντε χρόνια γάμου , αν είχανε γεννήσε ι κα ι κάνα δυο παιδιά δε ζυγίζανε ποτέ λιγότερ ο από ογδόντα κιλά. Κ αι ξέeετε πόσο ασχη μίζει το πάχος και πόσο πιο γέρους

κάνει του; ανδρώπους να φα ίνοντα ι. Ε, μετά στα ματούσες κι εσύ να ασχολε ίσαι με τον εαυτό σου , συνήδιζες να είσαι άσχη μη και να ξενοκοιμάταl ο άντρας σου και

τι άλλο μπορούσε ς να φαίνεσαι -και να είσαι; Γρ ιά. Εκεί στο εξωτερικό, όμως, τα πράγματα ήταν αλλιώτικα , ο ι γυναίκες ήταν πολύ π ιο τυχερ ές. ' Ηθελα σαν τρ ελή να πάω. Ή μουνα σίγουρη ότι ο ι νύφες μου ϋα με λστρεύανε, αφ ού μάλιστα δε με περίμεναν και εσθόλου έτσι. Κ αι ο ι γιο ι μου , βέβαια, θα κα μάρωναν για τη μάνα τους. Κ αι τα ονειοευό μουνα και μου άρεσαν τόσο όλα αυ ­

τό . Έβαλα τα δυνατά μου κ ι έγραψα ένα υπέ ροχο γρά μμα. Ο καλύτερο εαυτός μου ή ταν εκεί μέσα . Το 'σταισ με πολύ τνϋου­ σιασμό και περ ίμενα α πάντηση . Εν τω μεταξύ, φύγαμε από τη Οάλασσα κα ι γυρίσαμε πίσω στην Αθήνα όπου το σπίτι μας μας π ερ ίμενε με ανοιχτές αγκάλες όπω ς κι όλη η γειτονιά.

145


εγΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

Η Π αναγ ιώτα ή ταν λιγάκ ι 6λιμμένη κ ι ήταν ολοφάνερο ότι δα τη; στοίχιζε πολύ που θα τ/ν άφηνα μόνη . Φ ο βόταν και για μένα . Π αρ ' όλο που ήταν πολύ πιο νέα, δεν είχε ποτέ τό σο μεγάλα όνειρα σαν τ α δικά μου . ΟΙ ορLζοvrές τη; τέλειωναν εκεί π ου

μόλις άρχιζαν οι δικο ί μου .

«Μ α ανη συχώ για σένα, βρε Ελένη. Δεν το καταλαβαίνεις; Π ού

θα πσο Εύκολο πράγμα νoμLζε ις ότι ε ίνα ι τ α μαΚQ ινά ταξίδια; Κ ι η ζωή εκε~ κι οι άνbρωπoι; Νομίζεις ότι όλα είναι ωραία όπως εδώ; Κι αν σου συ μβεί κάτι; Δε δα τ ' aντέξω να είμαι τόσο μα ­ κριά ...

Μ α δεν τη; έλεγα τίποτα, γιατί ήξερα πως δεν είχα πολλές

ελπίδες να με καταλά βει. Κ ι ο ενθουσιασμό; μου ήταν τόσο με­ γάλος που , πρ έπει να το ομολογήσω, με είχε κάνει λίγο ενωισωκι. Δεκάρα δεν έδ ινα για τκ; ανησυχία; και του; φόβους τη; Πανσ­ γιώτας, που τόσο πολύ με αγα πούσε , η κακο μοίρα. Δεν υ πήρχε χώρος στην καρδιά μου ούτε στη σκέψη μου για τέτοιες ωωτού ­ ρες. ΚΙ εκε ίνη , άλ/η μια φορά έδε ιξε κατανόηση και τίποτα πια

δε μου έλεγε , αλλά μόνο ευχόταν να περάσω καλά και να τα βρω ό'λn όπως τα περίμενα.

Σχεδ ίασα τα πάντα μέσα στο μυαλό μου. τα ερτσ και σ' εκείνη κα ι τα βρή κε καλά. Ένα ωραίο πρωί λοιπόν, φδινοπωρ ινό , έ βαλα την περίφ ημη άσπρη πούδρα κα ι ξεκίνησα κατάχλομη για το σπίτι του Θόδωρου. Είχα μαζέψει κι εκατο μμύρια παράπονα που δα ξαμολούσα να

με υ περασπιστούν -που με παράτησαν τα ίδια μου τα παιδιά, μόνη γυναίκα κι άρρωστη. Ετοιμοθάνατη. Π αρ ' όλο το φϋινόπωοο κα ι τη δροσιά. έκ ανε ακό μα πολύ ζέστη κι εγώ είχα αναγκαστεί να μπογιαντιστώ πολύ βαρ ιά μιας κα ι τώρα ήταν ακ ό μα πιο δύσκολο να φαίνομα ι χλο μή. εξαιτLας του μαυρισμένου μου δέρματος. Τελικά. όμως. το α ποτέλεσμα

αποδείχτηκε πιο θεα μστυω, γιατί με όλο εκ είνο το πασάλε ιμμα έφτιαχνα μια εικόνα στ' αλήθε ια αξιο6ρήνητη. «Αχ, παιδί μου, νιώθω τις δυνάμεις μου να μ ' εγκ αταλεLπoυν

τελεΙWς πια. Ας είνα ι ευλογημένη η Π αναγιώτα που με φροντίζει τόσο κα ιρό τώρα -κ ι εσείς να 'στε κ αλά. Δεν μπορώ πια να σας

146


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑΒ ΗΤΟΙ ΤΟ Υ ΕΡΩ ΤΑ

κρατήσω κακία που με παρατήσατε έτσ ι ολομόναχη ... έχετε κ ι εσε ίς τις δουλε ιές και τα βά σανά σαζ ... και στο κάτω κάτω αζ

ε ϊστε καλά που μου στέλνατε τό σα λεφτά και δόξα τω Θεώ τΙ­ ποτα δε μας έλε ιψε» .

..Βρε

μάνα, γ ια όνο μα του Θεού, τι είνα ι αυτά που λες; Εμε ίς

δ ε 6έλα με ποτέ να σ ' εγκαταλείψουμε αλλά το ' πε κι ο γιατρός τότε, 6υ μάσαι, ότι θα είνα ι πολύ καλύτερα για σένα να μην

0'1-

σ6άνεσα ι ότι μας δίνεις βάρος»,

Εδώ που τα λέμε για μια στιγμή του; λυπήθηω. Μ ε βλέ πανε έτσι να βογκάω κα ι να μο ιάζω με πτώμα , αξι06ρ ήνητη, Στεναχω ­ οεδήκ ανε τα καημένα, Π άει η μάνα μας, σου λέει, τη χάνουμε. Ε, με τρόπο, του; έσκασα κα ι το παρα μύ6ι για το ταξ ίδι μου .

..Είσαι

σ ίγουρη , καλέ μα μά, ότι μπορείς να κάνεις ένα τόσο

μεγάλο ταξ ίδι; Εγ ώ

60'

'λεγα να το αφήσεις για τώρα. Να καλο­

καιοιάσε ι πάλι κ αι τότε βλέπουμε»,

..Μα

τι μου λες, μωρέ Θ όδωρ ε , τώρα ; Ακόμα δεν πρόλαβε να

ςεκαλoκαιe ιάσεl και 6ες να περιμένω να καλοκα ιριάσει πάλι.;

•Αλ/.ον

ένα χρόνο δη λαδή ; Μ ακάρι να γινόταν, παιδί μου. Γιατί

εγώ, βλέπε ις, μπορ ώ να περ ιμένω, δε με νο ιάζε ι, Ο 6άνατος ό μως, δεν περ ι μένεΙ. Κ αι δε

60'

το αντέξω να πάω στον άλλο κόσμο

χωρ ίς να δω πάλι όλα μου τα παιδ ιά . "Ασε που είμαι σίγουρη πως

60' κερδίσω

τουλάχιστον δέκα χρόνια ζωής, θα ξαναγΕΝVΗ{)ώ, δεν

το καταλα βαίνεις, μόλις δω πάλι τα παιδ ιά μου". Τ ι να έκανε κ ι ο Θόδωρος, το κατάλαβε και το παρακατάλαβε. Συμφ ώνησε και μου 'δωσε λεφτά γ ια το τα ξίδι. Μπόλικα, ας ε ίναι καλά το παλικάρΙ. Ή ξερ α β έβα ια, ότι κάτι

60' ' πα ιρνε

κ ι από τον

Π αναγή γι ' αυτό το έξοδο, έτσι τα πήρα με πολλή χαρά. Π έρ ασα κι απ ' του Π αναγή και του; χα ιρέτησα όλους. ' Αλ/.ο ϋέαη ω εχεΙ Καλά τα πήγα πάντως, η αφ ιλότ ιμη.

Ε, πέρασαν κάμπο σες μέρε ς κα ι μετά ετοιμάστηκα για το ταξ ίδ ι

. Αφησα

στην Π αναγtώτα τόσα λεφτά όσα

60' τη ς

έ φταναν να τη

βγάζει ωραία κι άνετα για λίγο καιρό, τη; υ ποσχέθηκα να τη ς στείλω κι άλλα μόλις μπορέσω κ αι πήγα με όλοι μαζί στο σταθμό. Εγώ, η Π αναγιώτα, τα παιδιά μου, οι γυναίκες τους κι όλα του; τα παιδιά.

147


εΥΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

' Άντε πάλι κάτι δακρύ βQ εχτOΙ ωτοχσιοετισροι, χωρ ίς πο λλή μεγόλη διάρκε ια. ευτυχώς, μιας κ ι είχα φρ οντίσει να φτάσω την

τελευταία στιγμή . Κ αι μετά 'Το τρ ένο. Η αλήθεια ε ίναι ότι εκείνο το ταξίδι δεν ήταν παιχνιδάκ ι σαν

το άλλο, το πρώτο που ε ίχα κάνει. Δεν ε ίνα ι κ ι αστείο πιιάγμα να π ας μέχρ ι τη Γερμαν ία. Ο ι ώρες δεν π ερνού σαν με τίποτα και ό,τι κόλπο κ ι αν ε πwτρά ­ ττυ σσ , δεν τα κατά φερα να ξεγελά σω το χρόνο και να τον κάνω να κυλήσε ι πιο γρήγορ ο. Π αρέμενα κολλη μένη κι αποκλεισμένη ρέσσ ο ' εκε ίνο το άt)λιo τρ ένο και τότε κ ατάλα βα , γιατί τα παιδιά

μα ς δε μας επ ισκέπτονταν πιο συχνά κα ι για τί ποτέ δεν είχαν φ έρ ει τις γυναίκες ή τα παιδ ιό του; μαζί ' Ενιωθα πάνω κάτω σαν σαλίγκ αρο ς, καρφω μένη συνεχώς στο

ίδιο μέρος. A πΈQαvrε ς κοιλά δες, ωραία το πία. αλλό πουθενά το πολυπόθητο τέ ρ μα, ο τελευταίος σταδμός, η Φραvκ φoύρτη. Κοι­ μόμουνα κα ι ξυ πνούσα στο ίδιο πάντα τρένο κ ι η φασορίσ ήταν

αβάσταχτη , μου είχε σπάσε ι τα νεύρα. Μ ίλη σα με όλους του; διπλανούς μου , δ ιά βασα όλα τα βιβλία που είχα μαζί μου, ονε ι­ ρεύτηκα, έγραψα, πήγα πάνω κάτω σ' όλα τα βαγόνια, έκλαψα, αστε ιεύτηω κα ι στο τέλος απογοη τεύτηκα .

..Μ α

πότε στην ευχή θα φτάσουμε».

Αυτό ρ ωτούσα συνέχε ια κ αι φα ίνετα ι ότι το ρ ωτούσαν και πολ/οί άλ/ο ι μαζί με μένα, ό μως τίποτα δεν μπορού σε να κάνε ι

εκ ε ίνη τη σ ακαράκα να τρέξει π ιο γρήγορα. Ω , Θεέ μου, όλα μου τα όνειρα ήταν να κάνω μια εντυ πωσιακή ε μφάνιση στα π α ιδιά μου. Να με βρουν ωραία κα ι νέα και μο ­

ντέρνα. Τώρ α ή μουν βρό μικη και ταλαιπωρη μένη και τα εξήντα τόσα χρόνια που έσερνα στην πλάτη μου ε ίχαν γίνει τόσο έντονα που ακ όμα κι εγώ δεν το πίστευ α ότι ήμουν στ ' αλήΟεια τόσο άσχη μη κ αι τόσο γριά. Κ αι πού στο διάολο δα πήγαινα έτσι; Π ώς

θα ε μφανιζόμουνα: Τι σκατά εντύπωση θα έκανα; Α, όχι. Δεν υπήρχε περ ίπτωση να το επιτρέψω στον εαυτό μου

ένα τέτοιο ρεζD..εμα. Θα έπρεπε να σκεφτώ έναν τρόπο να το γλιτώσω. Τέλος πάντων, ρώτη σα από δω κ ι από κει κ αι έ μαθα ότι ήταν πολύ πιθανό να έχω την ευΚΟlQία να πάω στην τουαλέτα, μέσα στο σταδμό, πριν βγω στην

aibouoa 148

όπου δα με περίμεναν.


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΟ1 ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Αυτό κάπως με παρηγόρη σε, αλλά για να έχω και το κεφάλι μου ήσυχο , άλλαξα τη δέση μου κι έκατσα δίπλα στην πόρτα έτσι ώστε να προλάβω να βγω έξω από του; πρώτους και να πάω στην τουαλέτα που , όπω ς μου ε ίχαν πει, ήταν αρκετά μεγάλη και

μέχρ ι μπάνιο δα μπορούσα να κάνω εκεΙ με κάποιες δυσκ ολίες , β έβαια, για τις οποίες προς το παρ όν δεν έδινα δεκάρ α. Η αισιο­ δοξία μου, αν και στραπατσαρισμtνη , δε με είχε σφήσει ακό μα

να απελπιστώ εντελώς και να παρ αδώσω τα όπλα. Π ίστευα ότι δα τα κατάφερνα να κάνω μια εμφάνιση όπως ακριβώς την είχα ονειρευτε ί,

Κάπο ια στιγ μή με είχε πάρει ο ύπνος στη δέση μου και ξύ πνησα από κάτι γέλια και χαρούμενες φωνές. Άνοιξα τα μάτια και είδα

γύρω μου μερικούς ανδρώπους να γελούν, φανερ ά αναζωογονη ­ μένοι. Κατάλα β α ότι όλο ι τους ήταν ε πιβάτες με πρ οορισμό τη Φρανκ φούρτη . Τ ο ταξίδι έφτανε στο τέλος του , Η ανακούφ ιση ήταν έκδη λη σ' όλα τα πρόσωπα που παρ ά την ταλαιπωρ ία κα ι τη βρόμα που κουβαλούσαν, μπορούσαν ακόμα να ε ίναι κάπως συμπαθητικά όταν χαμογελούσαν. Σηκ ώθηω με πολύ μεγάλη δυσκολία, για να καταλά βω ότι όλο μου '1"0 σώ μα ήταν μουδιασμένο και πιασμένο . Δεν μπορού ­ σα σχεδόν κ αδόλου να κινηηώ . Κατάφερα να σηκωθώ στα πό ­

δια μου και με κάποια προσπάδεια να φτάσω στην τoυαλtτα του βαγονιού που για κσκή μου τύχη ήταν κατε ιλη μμένη. Βτοι περ πάτη σα λίγο πάνω κάτω για να ξεπιαστώ και μόλις άδειασε, μπή κα. Η ε ικόνα μου στον καδρέφτη με ξά φνιασε. ' Η μουν για λύ πη ­

ση . "Απλυτη και ξεμαλλιασ μένη , τα ρούχα μου ήταν μάλλον για π έταμα και έδε ιχνα τουλάχιστον ογδόντα χρονών.

Π ροσπάθη σα να με συνεφ έρ ω λίγο ρίχνοντας νερό στο πρόσω­ πό μου και χτενίζοντας τα μαλ/ιά μου , Δεν μπορούσα να προ­

σφέρω κα ι τ ίποτα περισσότερο στον εαυτό μου μέσα σ ' εκε ίνη τη στενόχωρη τουαλέτα που έ μοιαζε π ιο πολύ με κλου βΙ κι έτσι βγήκα έξω, ανακουφισμένη κ άπως, κυρ ίως επειδή είχα με σχεδόν φτάσει. Από τα παράδυρα δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα σπου-

149


.. ΕγΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

δαίο γιατί είχαν προλά βει άλ/οl και τα ε'χαν καταλά βει, Το πρώτο πράγ μα που είδα ήταν ο ουρανός, δηλαδή εκείνο το μαυρο- μπλε πέ πλο που ονομάζουν ΕΚε ί ουρανό. Ε ρε, γι' αυτό κάνουν σαν τρελο ί να 'ρ60υν στην Ελλάδα.

Τελικά ο ι πληροφορίες μου ήταν σωστές και ε ίχα την E\lxaIρίo να πάω στην τουαλέτα του στσθρού με όλη μου την άνεση πριν να βγω στην οίθουσσ που περίμεναν, κατά πάσα πιθανότητα, τα

παιδιά. Ε, βέ β αια τα πράγματα δεν ήταν και τόσο εύκολα. Οι τουαλέτες ή ταν ευnιχώς πολύ μεγάλες και κα6αρές αλλά δεν

ή ταν απλό πράγμα να ανοίξω τ/ βαλίτσα μου, να βγάλω από μέσα φρέσκα ρούχα . να ψάξ ω δηλαδή να βρω κάτι που δε δα είχε τσαλακω6εί, να γδυδώ , να πλυΟώ, ν' αλλάξω. να βαφτώ , να χτε ­ νιστώ κι όλα αυτά μέσα σε λίγα λεπτά. Μ όλις έκλεισα πίσω μου την πόρτα, ακούμπησα τη βαλίτσα μου σ ' ένα βολικό σημείο και την άνοιξα όσο π ιο προσεχτικά μπορού σα. Δυσκολεύτηκα πολύ να βρω κάτι που να έχει μείνει

στσσλάκωτο και να είναι κάπως τη; προκοπής. Βρήκα μια ελαφριά φούστσ, που σίγουρα δεν τσαλάκωνε ποτέ.

κι ένα ωραίο πουκά μισο , λίγο ταλαιπωρημtνo αυτό αλλά δε θα φαινόταν κσθόλου μια και θα φοοούσα από πάνω τη ζακέτα μου . Α, όλα ή ταν πολύ μοντέρνα και ό,τι έπρεπε για την περ ίσταση .

Τώρα το δυ σκολότερ ο ήταν το μπάν ιο. Μ πάνιο, που λέει ο λόγος δηλαδή. Ο,ΤΙ μπορού σα θα έκανα. Ή ταν άκρως απαοαίτη ­ το να φρεσκαρ ιστώ κάπως. Ψ ιλοτρόμαξα όταν άνοιξε η πόρτα με ορμή την ώρα που ή ­

μουν σχεδόν γυ μνή αλλά ευτυχώς ήταν μια Γερ μανίδα που , όχι μόνο έδειξε κατανόηση σ ' αυτό που έκανα αλλά με θαύμασε κ ιόλας. Αυτές βλέπ ε ις ήταν πολύ τη; καδαριότητας. Εκείνος ο στσ6μός ή ταν υ περσύγχρονος. Δεν έμοιαζε σε τίπο ­ τα με τον αντίστοιχο της Ελ/άδας απ' όπου είχα ξεκ ινήσεΙ. Ο

κόσμος εδώ ήταν πάρα πολύς και όλοι οι χώροι τεράστιοι. Μπο ­ ρούσες πολύ εύκολα να χα6είς, ε ιδικά αν δεν είχες κανέναν να

σε περιμένει. Πο οσπσθού σα να δείχνω όσο πιο κ ο μψή μπορούσα αλλά εί­ χα και Τlζ αποσκευές μου που τκ τραβούσα πίσω μου σαν σκυ ­

λιά. Κ ο ίταζα τριγύρω σαν χαμένη κ αι δεν μπορούσα να αναγνωρ ί-

150


Ο Ι ΑΝ ΑΛΦΑ Β Η ΤΟ Ι ΤΟΥ Ε ΡΩΤΑ

οω κανέναν δικό μου . Κι εκείνος ο δ ιάδρομος δεν έλεγε να τε ­

λειώσει. Πήγαινα, πήγαινα και δεν έφτανα πουθενά . Ε, κά ποια στιγμή φυσικό ήταν να κουραστώ και στάθηκα απο ­ κα μωμένη να πάρ ω μια ανάσα. Όλοι γύρω μου ή ταν β ιαστικο ί κ ι άγνωστοι. Για μια στιγ μή αισθάνθηω χα μένη και έ βαλα με το νου μου τι θα έκανα αν τελικά δε με περ ίμενε κανείς. Σκέφτηκα την Π αναγιώτα και τους αστείου ; φό βους τη ς και

παραδέχτηκα ότι μπορεί να μην ή ταν και τόσο αστείοι όσο ωωύ ­ γOVΤαν τότε .

..Μ αμά!

Μα μά! » φώναζε ένας τρελός με παρδαλό πουκάμισο

κουνωντω; σαν μανιασμένος τα χέρια του. Π αρ ' όλη την τρέλα του όμως, δεν έκρυψα στον εαυτό μου ότι θο 'ϋελα πολύ να φωνά ζε ι εμένα .

..Ντεν

ε ίναι ντυνατόν! Μ αμά!» σvνέχιζε να φωνάζει ο τρελός

και να τρέχει με π ιο πολ/ή ορμή . « Βρ ε, για δες κάτι τύποι που είναι ο ι Γερμανοί. Όχι και τόσο σπαίσιοι τελικά , ούτε κα ι ψύχραιμοι και κρύοι όπως νό μιζα», οκέ­ φτη ω γ ια μια στιγμή .

..Μα

τι Γερ μανο ί που να πάρει κ αι να σηκώσει! Αφού αυτός

μιλάει Ελ/ηνικά, αλ/ιώ ς πώς διάολο τον καταλα βαίνω ! .. Κο ίτα ξ α τρομοκρατημένη τρ ιγύρω και δεν είδα κανέναν άλλον να στέκεται κοντά μου. Το π αρδαλό πουκάμισο πλη σίαζε όλο και πιο κοντά, δεν έπρεπ ε να έχω καμιά αμφιβολία . Ή όλο αυτό

ήταν ένα κακόγουστο αστείο ή αυτότ ήταν ο ...

..Μιχάληηηηηηηη ! Γιε μου, αγόρι ..Μ αμά ααααα ! Μανούλσαααί....

μου, παιδί μου!..

Ί σα ίσα που πρόλαβα ν' ανοίξω την αγκαλιά μου κα ι να χώσω μέ σα εκείνον τον υπέροχο άντρα που δεν ή ταν άλλος από το μεγάλο μου γιο. Ποπό, τι συγκίνηση ήταν εκ ε ίνη ! Δε θα την ξε ­ χάσω ποτέ . Ή ταν τόσο χαρούμενος που με κρατούσε στην α­ γκαλιά του, του είχα λε ίψει, μ' αγαπού σε, με ή6ελε κοντά του, μ ' αγκάλιαζε και με φιλούσε κι έκλα ιγε ... έκλαιγε σαν μωρό μες στην αγκ αλιά μου χωρίς να ξέρ ε ι τι λέει, Κι ήταν όλα αληθινά , τίποτα

δεν ή ταν φτιοχτά για να μο υ κάνε ι καλή εντύπωση και να με πε ίσει να μείνω να του δουλέψω . ΌχΙ, ήταν αλη6ινά και βγαίνονε

από το βά60ς τη ; καρδι άς του . Μείναμε έτσι κά μποση ώρ α κλαίγοντας και λέγοντ ας ό.τι μα ς

151


εΥΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

ερχόταν στο κεφάλι χωρίς να νοιαζόμαστε. Ύστερα χωρίσαμε κα ι γίναμε πάλι δυο άν6ρωποι, δυο αγκαλιές. ΚΙ ε ίδα τότε πως στο

πλάι μας στέκοvrαν δυο ωρα ίες γυναίκες, κατάξανbες και τέσσε ­ ρα παιδιά, άλλα πιο μεγάλα, άλλα π ιο μικρά.

Ω, μα ναι, ήταν οι γυναίκες του; κα ι τα παιδιά τουκ,

.Q

εγγόνια

μου! Ήτ αν κι εκε ίνοι χαρ ούμεν οι που με έ βλε παν , αλλά μποο ού­ σες να τους -ξεχωρίσεις πως ήταν Γερμανοί Και τκ γυναίκε ς και

τα παιδιά . Δεν ε ίχα κσθό λου άδικο . Είναι κρ υόκωλοι και ψύχραι­ μοι και πρέπε ι να ζήσεις πολύ κ αιρό μαζ ί τοι κ για να μάftε ις να ξεχωρ ίζε ις τη χ αρά του; από τη λύπη του ς. Ήταν καλές όμως , όμορ φες και συμπσθηωω; Ο M~χάλη ς πή ρε τη μια στην αγκα λιά

τοιι κα ι μου είπε πως ε ίναι η γυν αίκ α του, ξ εχώρισ ε και τα δυ ο παιδ ιά και μου είπε π ως είνα ι τα δικά του. Ήταν και τα πιο

μεγάλα. Αγκαλιαστή κ αμε και φιΑη{}ή καμε ό λo~ στ αυρωτά, τα εγ ­ γόνια μου δε, ήταν πανέμορφα . Είχ αν πάρει τη ζεστ ασιά τη ; Ελλάδα ς και τα ωρα ία χρώματα των μανάδ ων του ς. Όλα του; με

μπλε μάτια . Κουκλιά σληfiιν ά. « Μ α, για τ ' όνο μα του Θεού , πού είνα ι ο Αvrώνης μου;» « Μ η φοβάσ αι, μάνα , εδώ ε ίναι κ ι cru τός, μόνο που τον στείλα με να παρ κάρε ι τ' αυτοκ ίνη το κ αι μάλλον δε θσ βρήκ ε θέση εδώ κοντά κα ι θα πήγε πιο μακριά" θα 'ρ6ει όπου να 'ναι». Και ήρ6ε κ ι ήταν κ ι εκείνος άντρ ας ολόκ ληρος, όμορ φος, όχι

σαν τον Μιχάλη , μα είχε μια γλυκύτητα στο πρόσωπο που μπο ­ ρούσες να τον αγαπήσ εις από την πρώτη στιγμή . Ο Μιχάλη ς απλώ ς ήταν πιο πολύ άντρας . Κι άντε πάλι μια Ελληνική σκ ηνή με φων έ ς κα ι κλάματα κα ι γέλια . Κα ι κο ίταζα τις γυνα ίκες και κατάλα βα ότι εκε ίνες δε θα μπορο ύσαν ποτέ να φεοθούν έτσι, με τόση 6έρμη κι ενϋ ουσ ια­ σ μό.

AJ.M ήταν

φανερό ότι ζήλευαν , ότι θα '6ελαν να το μπορ ούν.

Γ~' αυτ ό είχαν αγαπήσει τ ' αγόρια μου, γιατί εδώ που τα λέμε , ωρα ία

τα

χρώματ α που έχουν οι

Γερμανοί

αλλά

δεν είν αι

' Ελληνες μωρ έ! Δε θσ γ ίνουνε ποτ έ τοικ. Αυτ οί μπορ ε ί να έχουνε τα λεφτ ά και τα μεγάλα εργ οστάσ ια και τη δύναμη αλλά εμείς θα

έχου με πάντα τις καρδιές μας. Π άει κ αι τελείω σε . .

Ο Μιχάλη ς είχε δυο πα ιδιά. Μ ια κόρη που βέ βαια τη λέγανε

152


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑΒ Η ΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩ ΤΑ

F.J.tνη κ ι ε 'χε μπει στα δεκαοχτώ κι tνα γιο στα δεκδςι που είχε το όνομα του παππού του, Χαρίλαος. μόνο που εδώ τον λtyανε

Χάρη . Κω ΠΙ" Eλtνη τ/ φωνά1;ανε ' Ελεν. Ο Αvtω'νάκηι; ε ίχε κι ουτό; δυο , μόνο που ήταν κι οι

000

γιοι,

Ο μεΥάλοι; ήταν κ ι αυτόι;: X αρo.α~ δηλαδή Χόρης κα ι σε Λiyo δα 'μπσοτ στα δεκατέ σσερα. κι ο πιο μικρός ήταν ακόμα ενvώ: και τον tJ.εyαν Γιάννη . Δεν κατόλα βα -Υκπί τον ε ίχαν βαφτίσει έτσι ούτε κ αι yιmi τον φώνα~αν Χανι;.. Άκου Χανς.. Είδα κ ι έπσθο να

το μά6ω .

..Στην

Ελλάδα. παιδί μου, xά'νouς λtμε του; κουιούς. Έτσι

βQή--ιες: να βyάi.ε~ ΤΌ παιδί

..Μ α

ootJ;>o

τ ' όνομά του. μαμά. δεν εί'\oUι χάνος αλλό: Χ ανι;. Έτσι

λtyεται το Γιάννηι; στα ΓεQ μαw<ά-.

!Τα παιδιά μου ήταν μια χαρά ωτοκστεοτηρένα DQOίo σπίτια, μεΥόλα. με κήπου; και μn αλκόνια πνιγμ.tνα στο πράσινο. Movτέ{lνα. μεγάλα αυτοκίνητα που στην πατρiδα ούτε που τα

είχαμε ποτέ δη Κ αι ανέσε~ κα ι λεφτά, πολλά λεφτά. Χλιδή . παιδί μου, σου λέ ω!

.. ε, ρε Π αν<r)'\ώτα ..Ποια είναι η .. Μ60 'V'J"<lίxa ..Α.

•AJJ.D

ΠQάyμα.

π ού είσα ι να θαυρά σεκ π βλοστόρ60 έκονα- .

Π αναγιώτα, μαμά;» παιδί μου, καλή μου φίλη ,..

συτή που σε Π{)ΟΟέχει;-

_ Μ ε ΠQO<1έχε ...

..Ν αι,

δεν έχειι; μια φίλη σου που σε προσέχει; Δεν ε ίσαι όρ ­

ρω<mj?

..A.~

ναι βέβα ια, Π ~ π~.~ μόνο που τώρα που ε(μαι κοντά

σαε είμαι τόσο καλά που το ξέχασα τελείωι;,..

..Ε,

καλά έκανες που το ξέχασες, μάνα. Εγώ φταίω που σου το

δύμισα. Σ' αυτά όλο, το καλύτερο φάρμακο είναι να τα ξεχνόι; .

. Αντε,

δα το ξεχάσε ιι; πάλι, έτσΙ.;"

Βρε, γ60 κ οίτα μια γκάφα που έκανα , εγώ η τόσο ξύπνια. Όχι βέβαια πως tΌ είχα και σκοπό να το πα ιξω μελλotίάνατη κ ι άρ ­ ρωστη και να πάνε άδικα οι δ ιακοπές μου εχεΙ αλλά όσο να 'ναι

όφειλα να το θυ μά μα ι. Αλ/ά κ ι αυτο ί, όλο τα ξΈQανε. Του; τα είχαν μηνύσει, φαίνεται, από παντού.

153


ΕΎΑ ΟΜ Η ΡΟΛ Η

Π άντως εγώ α ποκλείεται να ε ίχα πρόβλημα. Όλα έδειχναν να πηγαίνουν πεο ίφημα Μωρέ και στην άλλη άκρ η του κόσμου δα πή γαινα αν ή ταν να περνώ τόσο καλά.

Τα σπίτια του; ήταν στον ίδιο δρόμο, πολύ κ οντό μεταξύ του τ. Ή ταν και συνέταιρ οι αλλά και πολύ δ εμένοι σαν αδέρφια. ~ι ο ι γυνα ίκες του; φ ίλες γκαρ διακές. Α, το σωστό να λέγεται, Γερ­ μανίδες ξεγερμανίδες, κρύες ξ εκρύες, ήταν απίδανες κο πέλες κα ι ο ι δυο του; Ειλικρινε ίς, τίμιες, εργατικές. Ξύπνιες αλλά σοβα ­ ρ έ ς. Ξέρ ανε την αξία τους και δεν ε ίχανε κα μιά ανάγκη να

την ωτοδεικνύουνε συνεχώς με χ ίλιες κουτοπονηριέο σαν τις δι­ κ ές μας τις πρ οκομμένε ς. Μ όνο που δε μιλούσανε γρι Ελ/ηνι­ κά. « Βρε π ' ανάθεμά σας, ούτε μια λέ ξη δεν ξέρετε;» του ς φ ώναξ α μια μέρα. Ο ι άντρες το με ταφράσσνε κι όλοι μα ζί σκάσανε στα γέλια. « Καλά, τόσο αστείο ήταν αυτό που είπα;» «' Οχι, μάνα, δε σε κοροϊδεύουμε , μόνο που ξέρουνε ίσα ίσα μ ια

λtξη "" « Ε, να τη ν πούνε, μωρέ, να την ακούσω κι εγώ να χ αρ ώ !» «Σ' σγκο πωι- φωνάξανε κ ι οι δυο μαζί με μια φωνή σκασμένες στα γέλια.

Κι εγώ κόντεψα να τρελαbώ γιατί δεν το λέγανε έτσι, σαν μια ξένη λέξη που ξέρανε, αλλά το λέγανε σ' εμένα. Μ ου λέγανε ό τι μ ' ογοπούσανε και στη δική μου γλώσσα. " Ε, πείτε του; πως α φ ού ξέρουνε αυτό, τίποτ' άλλο δε χρ ειά -

ζεται. Θα συνεννοηθού με μια χαρά".

-

Και έτσι ακρ ιβώς συνεννο ηθή ωμε. Μια χαρά.

Ο καιρός περνούσε τόσο ό μορφα που δεν μπορούσα, θυ μά μαι, να υπολογίσω πόσες μέρες είχαν περάσει α πό ΠΙ μέρα που είχα φ τάσει Τ ίποτα δεν είχε αλ/ά ξει από κε ίνη τη μέρα κ ι όλα εκείνα

τα ό μορφα που ε ίχ α δει στην αρχή , δε γίνονταν επειδή ή μουν εγώ εκεί, αλ/ά αυτός ή ταν ο τρ όπος ζωής τους . Καταλάβαινα ότι οι

επισκέψε κ του Χαρίλαου εκεί τον είχαν ε πηρ ε ά σει και τον είχαν κ άνει κ αλύτερο . Οι άντρες έ φ ευγαν πρωί πρ ωί για τη δουλε ιά. Είχαν πολλούς

154


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑΒ ΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

υπαλ/ή λους και δεν μπορ ούσαν ν ' αργήσουν. Ο ι γυναίκες δού ­ λευαν κι αυτέα συνέχε ια μαζί τους, αλλά είχαν κανονίσει να πη ­

γα ίνουν πιο αργά και να φεύγουν πιο νωρίς, έτσι ώστε να προ ­ λαβαίνουν και τις δουλειές του σπιτιού. Μαγειρέ ματα και συμμα ­ ζέματα . Όσο για τις χοντρές νοικοκυροδουλειές γίνονταν τις ώ ­ ρες και τις μέρες που δε δούλευε κανείς, κι ήταν απίστευτο, αλλά βοηϋούσον πάντα ο ένας τον άλλον. Τα παιδιά; Υπάκουα και καθόλου κωωμαϋημένα. Βοηθούσαν κ ι εκε ίνα σ' όλες τκ δου ­ λειές που μπορούσε το καδένα και ποτέ δεν άφηναν ακαταστα ­

σία πίσω τους. Εγώ έμεινα από την αρχή στο σπίτι Ίου Μιχάλη χωρίς να γίνει

κα μιά συζή τηση . Εκεί βρεθήκαμε πρώτα όταν γυρίσαμε από ΊΟ σταθμό, εκεΙ έμεινα . Σε λίγο ϋα πήγαινα και στον Αντώνη και στο τέλος κατέληξα να μένω και στους δυο, κάδε βράδυ όπου μου

έκανε κέφ ι. Κανένα πρόβλημα. Τ α βράδια, έτσι κι αλλιώς, μαζευόμαστε όλοι μαζί και τρώγαμε

και μετά είχαμε μάδη μα ξένων γλωσσών. Εγώ μά6αινα Γερ μανικά κι όλο ι οι υπόλοιποι Ελληνικά .

..Εμ,

καιρός ήταν να μάθουνε κα ι τα παιδιά σου καμιά λέξη

Ελ/.ηνική. Έλληνες είναι κι Έλληνες ϋα είναι π άντα» .

..Δεν

έχεις κι άδικο, μάνα, πρέπει να ξέρουνε και τη γλώσσα

του τό που μας. AJJ.ά βλέπεις, τόσα χρόνια με τις δουλειtς και τα Ίρεχάματα, πού καιρός για μαδήματα. Κι αφού μιλούσαμε εμείς τόσο καλά Γερμανικά, δεν είχαμε ανάγκη να κάνουμε και τίποτ' όλ/D •.

Ω , κάδε βράδυ ήτανε γιορτή. Τρώγαμε πρώτα κ αλά καλά, παρ ' όλο που μου πήρε καιρό να συνηθίσω τα φογητά τους και μετά

στέλναμε τα παιδιά για ύπνο. Εμείς το κοατο ύσαμε λίγο παρ α­ πάνω . Ή βλέπαμε κανένα έργο στην τηλεόροση, πρ άγμα σπάνιο, γιατ(, μιας κι εγώ δεν μπορούσα να καταλά βω , το ωτέφευγαν κι εκείνοι όσο μπορούσαν. Μ όνο οι άντρες βλέπανε ανεΜιπώς τα νέα . Τις πιο πολ/ές φορ έ ς λέγα με ιστορίες κα ι τα πίναμε. Ο ι νύφ ε ς μου πίνανε κι εκείνες του καλού

xalQoiJ.

Όχι πως ήταν μπεκρού ­

δες οι κοπέ λες, ίσα ίσα που το ' χανε κα ι συνηθίσε ι και κσϋόλου δεν τις πείραζε. Αλλά ερχόμασταν σ ' ένα κέφι, άλ/ο να σου λέω κι άλλο να 'σαι εχεΙ Άλλες φορές, πάλι, μας έπ ιανε η νοσταλγία

155


εΥΑ Ο Μ Η ΡΟΛΗ

κα ι λέγαμε κάτι συγκ ινητικές αναμνήσεις και μας έ πιανε όλους

μαζί και κλαίγαμε. Κ αι τι δεν είπα με όλα εκείνα τα βράδια. Για τον πατέρα τοικ και πώς τον είχα αφήσει, για την Π αναγιώτα και τη ζωή που κάναμε -όχι όλα, βέβαια- για τη ν αρρώστια μου , για τ' αδέρφ ια

τοικ. για όλα. Τίποτα δεν αφήσαμε . Κι εκείνοι ύ στερα λέγανε ιστορ ίες από τη δική του ; ζωή . Π ώς γνωρίσανε τις γυναίκ ες τουτ, πώς αγαπηθήωνε, πώς παντρεύτηκαν, πώς δούλεψαν, πώς έγι­ ναν ευκατάστατο " με κάδε λε πτο μέρεια. Κι σισϋανόμουνα μια χαρά , ελα φριά σαν να ήμουν είκ οσι χρο­ νών. Κ ι ούτε μπορούσα συνέχε ια να bu μά μα ι πωτ εκε ίνοι οι ω ­ ραίοι άντρες ήταν γιο ι δικο ί μου , που είχανε βγει μέσα από τα δ ικ ά μου σπλάχνα. Και τότε, πώ ς ήταν δυνατόν να βάνω το χέρι

μου στ/ φωτιά πω ς ήμασταν συνο μήλικοι; Φ Lλo ι καλοί α πό τα παλιά ή έστω απ ' τα καινούρ ια . Ό,τι άλλο εκτός από την αλήffεια ότι εκ ε ίνα τα παλικάρια ήταν παιδιά μου. Μα δεν είναι ψέ ματα. λοιπόν, ούτε και ουτοπία πως όλα

είναι μια ιδέα . Κι ο χρόνος μια ιδέα είναι κ ι η ηλικ ία ΤΟ ίδιο. Π οιος μπορούσε να ςεχωρi.σε ι και να πει πως ή μουνα τόσο με ­ γάλη όσο στ' αλήffε ια; Κανείς. Ν αι, αυτό που σας λέω, κα ­ νείς. Είχα γίνει πάλι μικρή κο πέλα, νέα. Κ αμιά γενιά, καμιά δεκαε ­ τία, κα μιά μέρα δεν ένιωθα να με χωρίζει από τις νύφες μου. Κ ι όσο πιο πολύ το ένιωθα, τόσο πιο πολύ μπορούσα και να το

δε ίξω. Κ Ι εκείνες όμως και όλοι ήταν πολύ περήφανοι για μένα. Κ αμιά σχέση δ εν ε ίχα μ ' εκείνο που περ ίμεναν να δου ν μπροστά του; Φαντάζονταν πως δα ήμουνα κα μιά μαυροφορεμένη γριούλα με

μαντD.ι στο κεφάλι και μπαστούνι" Κι εγώ φοοούσα βέ βαια μα­ ντD.ι αλλά μόνο όταν φυσούαε κανένας αέρας και δε-v ήθελα να μου χαλάσει το μαλλί. Κ ι όλα μου τα μαντίλια και τα ρούχα ήταν

πολύχρω μα και φωτανά Όπως ήταν και τα ρούχα που φορού ­ σαν οι νύφ ες μου . Ακολουδούσα με μαζί τη μόδα κ ι αυτό μας έκανε όλες τόσο φίλες όσο κ αμιά

yMiJaaa δε t}a

μπορού σε να μας κ άν ει. Κι όχι

πως ε ίναι η μόδα τόσο σπουδαία, αλλά ήταν η ζωντάνια κι ο ενϋουσιασμότ π ου βάζαμε ε με ίς μέσα τη ς. Οδηγός μας βέβαια κα ι σύμβουλος σε όλα αυτά ήταν η Eλtνη , η δεύτερη , που μόλις

156


Ο Ι Α ΝΑΛΦΑ Β ΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩ ΤΑ

είχε αρχίσει να ξε μυτίζει κ ι έδινε τα πάπα για να αρέσει στα αγόρ ια, στου; φθου; τη; -Ακούς; Στου; φίλους τη ς!- Γι' αυτό

λέω πως κάδε μετά είν αι και καλύτερα. Αχ κ αι να γεννιόμουνα 'rώρα! Πρ οσέχαμε του; εαυτού; μας. με χίλια δυο καλ/υντικά. Μ ε μάθανε να χρησιμοπο ιώ τις κ ατάλληλες κρέ μες κα ι του; έχανε

μεγάλη εντύπωση όταν ε ίπα πως ποτέ δεν ε ίχα πασ αλε ιφτεί με κάτι τέτοια. Υπή ρχε τέτοια αγάπη ανά μεσά μας, σαν να yν<ιJQιζόμαστε χρό­

νια. Βέβ αια, δεν ήμουνα κ ι εγώ δύσκολος άνδρ ω πος δεν υπήρ ξα ποτέ μου . Το πρώτο που φοόντισα να κάνω ήταν να μιλήσω στα αγόρια μου με τα καλύτερα λόγια για τις γυναίκες του; και να τκ;

εγκρίνω , που λt ει ο λόγος, έστω κ ι αναδρο μικ ά. Το ή ξερα πωτ κάτι τέτοιο το ε ίχαν ανάγκη .

• Αχ,

εσείς μια χαρ ά τα κατα φέρατε. Για σκέψ ου να μένατε

στην πατρ ίδα, έτσι θσ ή σα στε ,»

" Μπορεί να ήμασταν κα ι καλύτερ α στην πατρίδα, μάνα. Και μην το νομίζεις πως εδώ είνα ι η χώρα τη ; επαγγελία ς κα ι μόλις

έρΟεις σου ανοίγουν τκ; πόρτες και τις αyκ αλι.tς του ; για να σε καλωσορίσουνε ...

• Α,

πολύ καλά τα λtει ο Θόδωρος, μάνα. Όλοι εκεί κάτω νο­

μίζουνε ότι πλουτίσα με, γ ιατί δεν είναι δυνατόν να μην πλουτ ί­ σεκ στη Γερ μαν ία . Α'λ/ό εμείς το ξέρουμε τι τραβή ξαμε τα πρώτα χρόνια ...

«θυμάσαι, Αντώνη ; Κ ι εκείνα τα γράμ ματα που στέλναμε καη ­

μένη σ' εσένα και τον πατέρα , δεν ήταν η αλήθεια, ήταν όλα τα όνειρά μας. Τότε ήμασταν πεινασμένοι και σκοτω μένο ι από τη

δουλειό . Από τα χ αράματα δου λεύαμε μtχρ ι που έπεφτε ο ήλιος , κι από λε φτά; Ένα κομμάτι ψωμ ί, ίσα να μην πεθάνου με από την πείνα ...

..' Ασε

όλα τ' άλ/α προβλήματα. Ξέρεις τι 'ναι να μη σε Μλε ι

κανείς; Να μη σου μιλάνε , επ ειδή είσαι ξένος ; Να σε κο ιτάνε περ ίεργα παντού σαν να είσα ι κλtφτη ς κ ι αλήτη ς .;,»

..Αχ, ναι,

Αλλά όλη μας η διασκέ δαση ήταν εκείνα τα γράμματα

που στέλναμε στην Ελλάδα. Ε, ρε πλάκες ... Γράφαμε ό.τι μας

κατέβαινε στο νου, ό,τι bα Οέλαμε να έχουμε, ό πως θα Μλαμε να ή μασταν-,

157


εΥΑ Ο Μ ΗΡΟΛΗ

..Κ αλό ,

βρε παλιόπαιδα, γιατ ί γράφcrrε ψέ ματα; Σάμπ ω; δε δα

σας βοηθούσαμε κι ε μείς".

..Δεν

ήταν αυτό , αλλά να, ήταν πάλι αυτό; ο καταραμένος μύ ­

boς που μας πλάκωνε. Όλο ι στη Γερ μαν ία κάνουνε λεφτά, έτσι

δε λέγανε; Έτσι δεν πιστεύουν ακό μα και τώρα; Ε, εμSΙΊς τι θα ή μασταν δηλα δή ;

Βλάκες; ΑνίκανοΙ.;

Να

'ρ60υμε

στον " Πα ­

ράδεισο" κα ι να μη φά με ούτε έναν ευλογημένο καρπό; Θα vτρε ­ πόσσστσν όλοι γ ια μα ς» .

..Κ αλά ,

ρε συ Θόδωρε, αυτό ήταν στην αρχή, μετά όλα τ ' άλ/α

τα τρ ο μερ ά που γράφ αμε , ήταν πιο πολύ για μας. Εμείς νιώbα με καλύτερα μέσα σ' εκε ίνο τ' όνειρο» .

..Και

μετά; Π ώς τελικ ά τα καταφέρατε και γίνατε μεγάλο ι και

τρ ανο ί;»

..Ω ,

δεν είμαστε ούτε μεγάλοι ούτε τραν οί. Έχουμε μια καλή

και στρωμένη δουλε ιά και μπορούμε ν α στείλουμε τα παιδιά μας σ ' ένα καλό σχο λείο. Μη νομίζεις ότι εδώ ϋεωοού μαστε πά μπλου ­ τοι. Ε, μας σέβονται όλο ι και μας αγαπάνε. Ξέρ ουνε πως είμαστε τίμιοι κι εργατικοί και πως όλα τα κάνα με με τον ιδρώτα 10υ πρ οσώπου μας, μόνο ι μας» .

..Δ ουλειά κ ι αγώνας από το

πρ ωί μέχρι το βράδυ. Κι οικονο μία ,

μαζεύαμε και τις πενταρ οδεκάρες, καπνίζα με το ίδιο τσιγάρο κα ι παίρναμε πάντα έναν καφέ που τον μο ι.ρ αζόμασταv» .

..Αμάν,

βρr: Αντώνη , τι τα thι μήfiηκες τώρα όλα αυτά;"

Τα μάτια του; είχανε βουρκώσει κι εμένα η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από τη συγκ ίνηση μα κι από την περηφάνια. Μ έ σα στη ν τόση μιζέρια - πείνα , πόλεμος- μέσα σ' όλα εκε ίνα που περνού σα με, τα καταφέραμε, Χ αρ ίλαε , και βγάλα με τόσο καλά παιδ ιά . Αυτό ϋσ πει πως είμαστε καλοί και σωστοί άv6ρωπoι κι εμε(ς γ ι' αυτό τα παιδ ιά μας βγήκαν τίμια κα ι μάδανε ν ' αγαπιού ­

~ ~.!.αξ~ To~ς _x:,!ι_ ~' αy~πάνε ό.!O~Oν κ~μ~._ Μ πρ6:βο μαςΤ -

..Οwμό"ναχοι και πάμφτωχοι στην ξενιτιά, σ' αυτήν την ολότε­

λα αφιλόξενη χώρα που κ ι από τη δίψα να πέ6αινες στου; δρό­ μους, κανε ίς δε θα σου 'δινε ένα ποτήρι νερό . Δεν είχαμε τίποτα παρά ο ένας τον άλ/ον. Α, ρ ε Αντώνη , θυμάσαι, ' Η μαστσν ολό­ κληροι άντρες κα ι κοιμό μασταν αγκαλιά. Ξυλεσσμένοι απ ' το

κρύο, φοβισμένο ι, με άδεια τα στο μάχια μας κα ι τις καρδιές μας να χτυπούν τρ ελά».

158


ΟΙ ΑΝΛΛ ΦΑΒΗ ΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡ ΩΤΑ

..Κα ι

τότε δε φωνάζα με ο ένας τον όλ/ον με τα ονόματά μας .

Κολ/ούσαμε κι οι δυο στην κάδε μας λέξη κι ένα "αδερφέ" » .

..Ω , ναι, ναι-ο καλη μέρ α αδερφέ, κo ιμήf)ηκες καλά

αδερφέ; Π ε ι­

νάς αδερφέ; Ετοιμάστηκε ς αδερφ έ; Θ ' αργή σου με αδερφέ; Όλα τέλε ιωναν με ένα "σδεοφέ ". Είχα με ανάγκη α πό ένα στήριγμα κ ι η λέξη εκε ίνη ήταν μια μεγάλη παρηγοριά. Θυμάμαι μια φορά, σ '

ένα παλιό χριστιανικ ό περιοδικό, τότε στο κατηχητικό, είχ α δει τη φωτογραφ ία που είχε στο εξώφυλ/ο. Ένας νεαρός π ου σή ­

κωνε στην πλάτη του έναν άλ/ο νεαρό, που ή κοιμότανε ή ήταν πεϋα μένοτ . Δεν ξέρ ω, δε 6υμάμα ι πια . AJ.λά από κάτω έγρ αφε με μεγάλα καλλιγρα φικά γρά μματα "Δεν ε ίνα ι βαρύς, είναι ο αδεe ­ φός μου " . Κι ήμουν τότε μικρό παιδί κι ο πρωτότοκος. Καταλα­ βα ίνε ις , ε ίχα όλη την αγάπη σας . Όταν άρχισαν να γεννιούνται και οι άλ/ο ι κα ι παραγκωνίστηκα, τους μίσησα όλους. Ε , ρ ε τι σχέδια έχ ανα για να του ς διώξω από το σπ ίτι μας κ αι πόσε ς

φορ έ ς δεν ε π ιχε ίρη σα να δώσω κάπ οιον στου ς τσιγγάνους π ου περνούσανε . Μίσος, παιδί μου , άλ/ο πράγμα. Κι όταν ε ίδα εκείνη τη φωτογραφία και διάβασα χι αυτό που έλεγε, πο πό , πόση ε ­ ντύπωση μου έκανε. Δεν ε ίνα ι βαρύς, είνα ι ο αδερ φ ός μου. Θεέ

μου , είπα μtσα μου , ο αδερφός μου. Τα αδέρ φια μου όλα. Δεν το ξεχνώ κ αι νομίζω πως είναι η π ιο έντονη ανά μνηση που έχω απ ' όλα μου τα παιδικά κ ι εφηβικά χρόνια».

..Αχ,

βρε Μ ιχάλη , παιδί μου , κ ι εγώ κι ο πατέρας σα ς ήμασταν

αγράμματο ι, μεροκάματο κ ι άγιος ο θεός. Τίποτα δεν ξέραμε,

που να ξεραδούμε . Π ώς διάολο βγήκατε τό σο καλοί και με κά­ νετε τώρα τόσο περήφανη , τόσο πολύ ευτυχισμένη ρ-

..Με

την αγάπη , μάνα. Την αγάπη σας. Και του πατέρα μα κα ι

τη δική σου αγάπη . Του πατέρα π ου παρ ' όλες τις σκανταλιές που κάναμε, ποτέ δε μας χτύ πησε. Ακό μα κι όταν ήμασταν μι­ κρ οί μικρο" επε ιδή κάδε βρ άδυ κ σθότσνε και μας έλεγε ιστορίες κι εμε ίς τρ ελαινόμαστε απ' τη χαρά μας, η πιο μεγάλη τιμωρία που μας έκανε

!iTiIve

να μη μας μιλάει».

,.

ο π , αυτό το 6υμαμαι κι εγώ :- Μας έ βαζε μπρ οστά του, έ ­ πα ιρνε το πολύ σο βαρό του ύφος, " Με ντροπιάσατε, μωρ έ , γιατ~ Ούτε και θα σας ξαναμιλήσω ποτέ τό σο που με στεναχωρέσατε", έτσι f.λεγε και το 'κανε ...

..Κα ι

δυμάσα ι, ρε Αντώνη , που εμείς όλο και γυρίζαμε μες στα

159


ΕΥΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

πόδια του κ αι του μιλούσαμε συνέχεια: " Μ πα μπά, ftες; νερ ό; Ν α σου φ έ{l oυ με το κρασί σου; Ν α σου φέ{)ουμε μια κου βέρτα να ρίξεις στα πόδια σου ;" κ ι αυτός τίποτα. σαν να μην υπήρχαμε». «Θυμάρα ι λέε ι; Κοψόμασταν σαν κατουρ η μένοι Ούτε ιστορ ίες, ούτε τίποτα. A)J..ά fhJμά μαι χ αι τις φωνές που ακούγαμε .από τα

γύρω σπίτια, στη γειτονιά. όταν σι πατε ράδες ξυλοφορτώναμε του; φίλους μας». - Ρε για σκέψου , τον θυ μάσαι τον Γιώργη ; Θα 'μασταν δέκα

δεκατριών χρ ονών τότε. Δεν έμενε κοντά μας, το σπίτι του ήταν στην άλλη άκρη του χωριού. αλλά πηγα ίναμε μαζί σχολείο. Έναν

μικρ ούλη , μωρέ, αδύνατο, μια σταλιά ήτανε. Να. σαν να τον έχω τώρ α μπροστά μου, που ήρ& ένα πρωί στο σχολε ίο κατά μαυρος και πρησμένος απ ό το ξύλο κι έ π ιασε ο δάσκαλος και τόν ε ρώ­

τη σε, " Τι έπαθε; βρε Γιώργη ;" κι ο κακο μοίρης ντράπηκε τόσο, που κοκκίνισε μέχρι τ' αφτιά κι έ βαλε τα κλά ματα και βγήκε τρέχοντα ς απ' την τάξη» .

...Δεν τα θυμά μαι »σϋ όλο ψ αυτά ...» ... Καλά δε θυ μάσ αι που πήγαμε μετά

ε μείς στο διάλειμμ α κ αι

τον ξετρυπώσ αμε από τη γωνιά που είχε κρυφτε ί και τον βάλα με κάτ ω και του λέμε : "Π οιο; σ ' έκανε έτσι, ρε;" και λέε ι συτόο " Παρ ατάτε με ή συχο , ρε! Π ο ιος θέλατε να μ' έκανε ;' :

...Τον κοιτάζα με

σαν χαμένοι κι αυτός νόμιζ ε ότι το ξέραμε πως

τον είχε ξυλοφ ορτώσε ι ο πατέρας του, αλλά ε με ίς πού να το

φανταστούμε- .

..Βρε

Μιχάλη, που κάτσα με και του 'παμε πως ο πατέρα ς του

δ εν εινα ι πατέρας του και πω; οίγου ρσ είναι κανένας ξένος που 6έλε ι να τον ξεκάνει; Αυτόν λες;»

... Ναι,

ρε! Θυ μήδηκ ες τώρ α; Εμείς ο ι φουκα ράδες δε όέλαμε να

κάνου με κανένα κακό κ αι δεν τον κοροϊδεύαμε . Το πιστ εύαμε π ως μπορε ί να μην ήταν και πατ έρας του»,

..Κ αι

του 'π αμε, του ' πα με ... τι δεν του 'παμε! " M ΠOQε~ ρε συ

Γιώργη , ένας πατέρας να πονέσει το ίδιο

't"ou

τσ παιδι, ΌχΙ, πες

μας, μπορει," Κα ι μας κοίταζε ο κακο μο(ρ ης σαν χαμένος κ ι όλο έκλα ιγε,.,

... Και

τι του 'κανες , ρε παιδί μου, και σ' έκανε έτσι; τον ρωτάμε.

"Τι να τ ου κάνω , μωρέ; Μπ άλα έ παιζα έξω απ ' το σπίτι μαζί με κάτι άλλους κα ι κλο τσάε ι ένας τ/ν μπάλα και μπουμ, π έ φτει

160


ΟΙ Α Ν ΑΛΦΑΒΗΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡ Ω ΤΑ

πάνω στο παράtΊvρo και σπάει το τζά μL .,", και κλά μα ο έρ μος, κ όντευε να σκ άσει. "Εσύ, δηλαδή, δεν του 'κανες τίποτα . AJ.λά κι εσύ να το .σπαγες το τζάμΙ, λόΎα; είν' αυτός μωρ έ, να σε κάνει έτσι; Δεν είναι πατέρας σου . Ξένο ς ε ίνα ι". Τον τρελάναμε τον

ΓιώΡΥη »· "Ε, δ εν το κάναμε κ ι επίτηδετ. Έτσι π ιστεύα με κι εμείς τότε, Και ξένος από δω, δεν είναι πατέ ρας σου α πό κε ι, τα χάνει ο

Γιώργη ς και πάει και βρ ίσκει το δάσκαλο και του τα λέεΙ.» .

..Ωχ,

ναι. Και μα ς φωνάζει ο δάσκαλος κ ι εμείς, χωρίς να τα

χάσο υ με , του λέμε κι αυτουνού τα ίδια. " Μα πώς ε ίναι δυνατόν να 'ναι πατέρας του , καλέ κύριε; Εσε ίς άμα ή σασταν πατέρας του, ϋα τον κάνατε έτσι για ένα παλιοτζάμι" ; Κ αι τρελά6ηκε ο δάσκ αλος, δεν ήξερ ε τι να πεΙ.» .

..ΝαΙ,

αλ/ά κι εμείς ή μασταν πολύ πε ιστικοί, το 'χαμε πάρει

κατάκ αρδα το πράγμα. Κ αι καλά κάναμε, γιατί την άλ/η μiρα, ο ΓιώΡΥη ς μας είπε πως ο δάσκ αλος είχε πάει στο σπίτι του κ αι είχε μιλήσει με τον πατέρα του .;»

..Μ α τι ιστορίες ϋυμηθήωμε,» ..Ε να, έτσι μεγαλώσαμε, ξεχνιούνται

αυτά; Κα ι μέσα σε τόση

αγάπη, μάνα, κανείς δεν μπ ορεί να γίνει κακός ...

..Ε,

αλίμονο! Να μη σας αγαπάμε; Για σας παλεύαμε μια ζωή,

γ ια να περάσετε εσείς καλύτερα. Όλους σας αγαπούσαμε το

ίδιο, κανέναν σας δεν ξεχωρίσαμε" .

..Μ α

την αλήΟεια, κανένα . Κα ι μικροί που ήμασταν και πιο

μεγάλο ι και κοιμόμασταν τότε όλοι μαζί στο πάτω μα, πάνω σ ' ένα στρ ώ μα , θυ μά μαι σ αν να 'να ι τ ώρα π ου έπεφ τφ; πάνω μας και

μας αγκάλιαζες όλους μαζί. Όλου ς μας χωρούσε η αγκαλιά σου , μάνα , όλους ».

Τα μωρά μου είχανε γίνει άντρες ολόκληροι κι είχανε κι εκείνοι τώρα μωρά . Ή ταν πατέρες. Αλ/ό ποτέ δε θα ςεχάσουνε πως είναι πάντα άλ/η η αγκαλιά της μάνας , η μυρ ωδιά τη; μάνας.

Εκε ίνο το απέραντο καταφύγιο που ε ίναι το ίδιο για όλους του; αν6ρώπους σ ' αυτόν τον κόσμο . Κι η λέξη μόνη τη ; κρύ βει μέσα

!!l.r;

τόση 1!2γ ~πλημμυρισμένη απoμ-ιαΌν~ξ.?ντ~Ψ!I-τryάj Ι II. Κι όταν ακό μα ncr--rεU\(f)οει - ο -χ-ρ6vσςτόυτου τoiJ"Πλανή τη

κι όλα θα τελειωσουνε και τίποτα δε θα υπάρχε ι και κανένας , η αγάπη τη ; μάνας ϋο πλανιέτα ι ακόμα μέσα στο σύμπαν κι

16 1

Ι


εγΑ ΟΜΗΡΟ ΛΗ

από μέσα τη ; δα ξαναγεννηbεί το πρ ώτο κύτταρο ζωής.

Γιατί ήταν λtει μια φορά κ ι έναν καιρό ένας γιος που σαν μεγάλωσε αγάπησε μια γυναίκα και την αγάπησε παοάφοο α και με πό60ς . Κι εκείνη του ' πε.

... Για

να με κάν εις δική σ ου, να πα ς

και να μου φέρεις την καρδ ιά τη ; μάνας σου».

Κα ι μια και δυο, πήρε ο γιος ένα μαχαίρ ι κι έσφαξε τή μάνα κ ι άνοιςε το στέρ νο τη ; στα δύο και πήρε την καρδ ιά τη ς. Έτρε χε β ιαστ ικός να την πάε ι στη γυνοϋω και δεν πρόσεξε- σκόντα ψε

σε μια πέτρ α κ ι έπ εσε χάμω κι η καρδιά έπ εσε δίπλα του πάνω στο χ ώ μα. Γύρ ισε κ αι την κοίταξε κ α ι η κ αρδ ιά σπαρ τάρ ισε κ ι από μέσα τη ; βγή κε μια φωνή γεμά τη αγωνία . Η φωνή τη ; μάνα ς . Κα ι τον Qώτη σε:

..Πόνε σες

παι,δάκι μου ;»

Μ έ σα σε τέτοια παραληρήματα αγάπη ς, μπερδε μέν οι α πό κάτι χοντρούς δεσμούς, του; δεσμού; του αίματος και των σπλάχνων, περνούσαμε τις μέρες κα ι τις νtιχτε ς μας. Κι ανακαλύψαμε κ ι άλλους τρόπους για ν ' ογαπηϋούμε ξανά κα ι πάλι από την αρχή

κα\ μέσα στα μάτια μας καδρεφτιζόταν μια ήρεμη, γαληνεμένη DCzλoooa.

Γιατί ήταν πάντα εκ είνα τα ίδ ια τρομερά νοήματα που κρ ατού ­ σαν οτκ πλάτες του; την ισορροπία όλου του κόσμου κ ι επω μί­ ζονταν κάδε φορά όλες τις ευϋύνο; χωρ ίς ποτέ να χάνουν την ικανότητα να γεύονται και τη χαρά . Ν οή ματα που έ μεναν πάντο ­

τε ιδέες και ανέμιζαν στον αέρα και στους ουρανούτ άτρωτα , αθάνατα κι ανέγγιχτα ακόμα κι όταν οι άνΟρ ωποι τα είχαν σπο ­

γοη τεύσεL Και δεν είναι εύκολο να μπε ις μέσα του; και να γ ίνε ις ένα μαζί

τουτ; Ν ιώθεκ πως πρέπ ε ι να σταδείς εκεί που σε θέλουν αυτά. Αδυναμίες ανbρώπ ινες κ ι απάνbρω πες πολλές φορές, σε ε μπο ­

δίζουν να φανείς αvrάξ ιoς σ ' αυτά τα ιδανικά. Κι όταν ο παe α ­ δεισένιο; κόσμος του συναι.σttήματoς φεύγει μακριά και γίνεται σκόνη , γιατί όλοι ε ίμαστε κατά βάΟος άνδρω παι, κα ι μένεις π άλι

μόνος και δεν ξέρεις, δεν μπορ ε ίς να είσα ι πια σίγουρος για την εγκυρό τητα των δασκάλων σου μtσα στου; αιώνες, μένει βαθιά

μέσα σου το ονε ιρε μένο τραγούδι των που λιών και η ίδια πάντα μυρωδ ιά.

Στο βάδος της ψυχής σου παρα φυλάει πάντοτε η αίσθηση , ναρκωμένη ίσως μα ποτέ νεκρή. Κ αι στου θανάτου σου την ώρα,

162

j


ΟΙ ΑΝΑΛ Φ Α Β ΗΤΟ Ι ΤΟΥ Ε ΡΩ ΤΑ Μ Α Ν Α ϋο φωνάξεις χαμένος στον πανικό. Γιατί κι η μάνα μια ιδέα είναι. Και στη ν αν6ρώπινη μορφή της μπορείς να τη χάσεις αμέτρητε ς φορές και για πολλούς λόΥους, αλ/ά δεν παύεις ποτέ

να είσαι πιστό; στην ιδέα. Τα παιδιά μου ή ταν υ πέροχα. Κ ι ο Παναγής κι ο Θ όδωρος στην Αθήνα, ήταν ε ξίσου καλοί κ αι σπουδαίοι κι ήμουνα κα ι για κείνου; περήφανη σαν μάνα . Μ όνο που να, έ βλε πα πως αυτοί εδώ είχαν πιο μεγάλα μυαλά, πιο ανοιχτά. Μ πορούσες να τους πε ις τα πάντα, έμοιαζαν έτο ιμοι για όλα . ' Ήταν φανερό πως είχαν γίνει έτσι επειδή ζούσαν σ' εκείνη τη χώρα . Κα ι δεν είναι τόσο

ο ι χώρες που είναι διαφορετικέ ς, ούτε κι σι ίδιοι οι άν6ρωποι. Μ όνο ο τρόπος ήταν διαφορετικό ς για όλα και τύχαινε σ ' αυτή την περίπτωση να φαίνεται καλύτερος. Λίγο πιο εύκολος. Μ έσα σε μια μεγάλη χώρα ό πως εκείνη , με τόσους πολ/.ούς κατοίκους, που κανείς δε σε ήξερε και κανε ίς δε νοιαζόταν να σε

μάϋε ι, έπρεπε να συνηθίσω; να μην κάνε ις τη ζωή σου δύσκολη για μικρές, ασήμαντες λεπτσμέρ ειε ς . Εδώ ο χρόνος ήταν πολύτι­

μος κα ι δε σου δινόταν κανένα περιfiώρ ιο να τον σπαταλάς, παρά μόνο για ωραία πρ άγματα. Όμως, ας μη γελιό μαστε , τίποτα δεν είνα ι τέλειο. Κι όσο πιο

πολύ ζήσεις μέσα σε κα/ι, τόσο πιο πoλλt ς ατέλειες ~' αναγνω · ίσεις. Πάντως εγώ δεν είχα κανένα πρόβλημα κ ι οι μέρες έμοιαζαν

να περνούν η μια πιο καλά από την άλ/η. Κατάλαβα άλλη μια φορά π ως είχα πολύ δίκιο, ε ίχα κάνει πολύ καλά που τόλμησα αυτό το μεγάλο ταξ ίδι. Κ αι τα παιδιά μου ήταν χαρούμενα που με ε ίχαν πάλι κοντά τους. «Αχ, βρ ε μάνα, δε θα ήταν ωραίο να είχαμε και τον πατέρα ε ­ δώ κ οντά μας; Να 'ρχόσασταν κ ι οι δυο μαζ~ Αλήfiεια , δε σου λε ίπε ι;»

«Σας έχω εδώ κοντά μου πάλι κι η χαρ ά μου είναι πελώρ ια και δεν μπορώ να την πιστέψω. Π oλλtς φορές φοβάμαι μήπω ς είναι ένα ωραίο όνειρο που θα τελε ιώσει μόλις ξυπνήσω . Είσαστε κι ο ι δυ ο υπέροχα παιδιά κ ι είμαι πολύ ευτυχισμένη που είμα ι μάνα σας. Κι απ' την πρώτη στ ιγ μή που σας κράτησα πάλι στην αγκα ­ λιά μου, το πρώτο που μου ήρ6ε στο μυαλό ήταν ο πατέρας σας. Και συνέχεια σκέφτομαι πόσο πιο όμορφα θσ ήταν όλα αν ήταν

163


εγΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

κ ι εκείνος εδώ. ΝαΙ, μου λε ίπε ι Π ολύ περισσότερο απ' όσο μπο ­ ρούσα να φσντσστό». « Μ α , πόσο καιρ ό έχεις να τον δεις; Έφυγες, δεν είν' έτσι; Ε­

κείνος ξέρει για τ/ν αρρώστια σου ; Δεν ή ρ6ε ποτέ στην Α6ήνα να σε δει; Χ ωρ ίσατε τελικά ; Γ ιατ ί; Χ μ. μάλλον είναι π ολλέ ς κα ι

μαζεμtνε ς οι ερωτήσει; μου , αλ/ά δαρρώ πως ε ίναι κdιρός να μιλή σου με κ α ι για σένα. Για μας τα ε ίπαμε όλα, δεν έμε ινε τίποτα . Κ ι όλα τ' άλλα τα βλέπε ις». « Μ ιχάλη, είσαστε πια κι ο ι δυο ολόκληρο ι άvtρες. Κ αι τ ο μόνο κ αλό απ ' όλη τη ζωή μου είναι που σας γέννησα όταν ήμουνα πολύ νέα, ε ιδικά εσάς τους πιο μεγάλους, κι ε ίναι τόσο ό μορφο που μπ ορού με κ αι τα λέ με έτσι, σαν να είμαστε καλοί φίλοι

Κ οιτάξτ ε πόσο καλά περνάμε όλες αυτές τις μέρ ες. Εσείς έχετε την αίσθηση ότι ε ίμα ι η μα μά σα ς; Δεν έχω δίκιο ότι είμαστε σαν φίλοι;»

..Η

αλήθεια είναι ότι δε σε περιμένα με κσθόλου έτσι Θέλω να

πω ότι εσύ είσαι πιο νέα κι απ' ό .τι σε θυ μό μαστε ... και δεν είναι γιατί δείχνεις πιο νέα, αλ/ά γιατί α ισθάνεσαι έτου .

..Καλέ

μου Αντώνη, ή σουνα πάντα τόσο γλυκός ... ναι, έτσι είνα ι.

Ε ίμα ι πιο νέα, κα ι δείχνω κ αι αισθάνομαι, Έχω τέσσερα ολόκλη ­ ρα χρ όνια να δω τον πατέρα σας ... δε χωρίσαμε ούτε και μαλώ­

σαμε καθόλου. Αντίθετα, ε ίμαστε πιο ερ ωτευμένοι από ποτέ ... Όμως .., όμως για να πάρουμε τ/ν ιστορία από τ/ν αρχή , το

ξέρετε, κι αν δεν το ξ έρετε το φαντά ζεστε, ότι στα χρόνια τα δικά μου δεν μπορούσες να έχεις δική μου επιλογή. ΚΙ αν μάλιστα ήσουνα και γυναίκα κ αι φτωχιά κα ι ορφανή ... χμ, τότε τα πράγ ­ ματα ήταν άσχημα, δηλαδή δε δα μπορούσαν να ε ίνα ι χειρότερα. Δεν μπορούσες ν α έχεις, όχι επ ιλογή, αλ/ά ούτ�� καν άποψη . Κι αυτός ο κόσμο ς δε μου ταίριαζε κ~όλoυ εμένα. ΤΟ μυαλό μου ήταν πάντοτε ανή συχο κα ι προβληματισμένο . Αναρωτιόμouνα αν ήταν έτσι πάντοτε και παντού και δεν μπορούσα να φανταστώ ότι στα επό μενα χρόνια όλα δα ήταν καλύτερα, ενώ ούτε καν μου περνού σε από το μυ αλό ότι σε άλ/ε ς χώρες, ο ' άλλα μέρη, όλα ήταν ήδη κ αλύτερα. Ε, κά πως έτσι πήρα τον πατέρα σας ... χωρίς να τον δέλω καδόλου, χωρ ίς να δέλω κσνέναν-. «Δηλαδή, με λίγα λόγια τον πήρες με τη βία . Αυτό δες να πεις;» « Μ ε τη βία; Μ α η βία , παιδί μο υ, έρχετα ι όταν σντιστσθε ϊ κα -

164


ΟΙ ΑΝ λ/ΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

νείς κι εμένα ούτε που μου πέρασε τότε απ ' το μυαλό ότι δα μπορ ούσα να σντιοτσθώ. Ότι είχα κα ι τέτοιο δικαίωμα δηλαδή .

Έπρε πε να περάσουν πολ/ά χρόνια για να Κ9Τ(I).4βω..όI~ το να

...αντιστ έκεται κανείς σε κάτι πo~έλε~.~εν ε~α~ _~I?<(I ίωμα~αλ/ά _ καtΉj κoν. 'Alliς επο χ ζβΛέπ εLζ, όλα ήτα ν ΑΛΛUΌς τότε κα ι το ομολογ ώ ότι σας ζηλεύω που ζήσα τε , αν ό χι καλύ τερ α, τουλάχι ­ στον όπω ; ϋέωτε εσείς, πω κοντ ά σ' αυτό που 6έλατε εσε κ, για να είμαι κι ακριβή ς. Κ αι πω πολύ ζηλεύ ω τα παιδιά σας , τα εγγόνια μου, που ϋο ζή σουν ακό μα καλύτερα και μετά τα παιδι ά

των παιδιών σω ; τα δισ έγγονα και τα δ ικά του; παιδιά ... Ζηλεύω όλες τις επ όμενε; γενΙΙς π ου θσ ζήσουν καλύτερα απ ' ό,τι έζη σα εγώ, απ' ό,τι θσ μπορούσα να ζή σω πο τέ » < Ο ποιοω ; κι ό σου; προβληματισμού ς κι αν είχα δε μου δόθη ­ κε η ευκα ιρ ία να τους ερ β σθύνιο- δεν ε ίχα ποτέ το χρόνο . Εσείς ή ρθατε πολύ σύντομα κα ι, πριν καταλάβω ότι υπή ρχα η ίδια,

ή μουνα αναγκασμένη να αντιμετωπίσω το ότι υ πήρχατε εσεκ. ,. επρεπε να μεγαλώσετε κα ι να φύγετε, να με ίνω πάλι μόνη και ξένοιαστη γ ια να μου ανοιχτούν όλες ο ι δυνατότητες που

ποοφ έοονταν από την ίδια τη ζωή,

..Για

τ' όνομα του θεού , δε 6έλω να με παρεξηγήσετ ε και ε­

πειδή έχω του; λόγους μου να πιστεύω ότι δε δα το κάνετε, γι'

αυτό κ αι σας τα λέ ω όλα αυτά. Bλtπετε , φοβόμουνα πάντα τόσο πολύ τα γηρατειά , την αρQώστια κα ι το θάνατο. Και καλά, τα

νιάτα μου τα έχασα, αλ/ά είχα ακόμα την υγεία μου και τη ζωή μπροστά μου ατέλειωτη κα ι ήδελα να χαρ ώ τα λίγα εκείνα που μου είχαν απο με ίνει. »Ο πατέρας σας μ' αγάπησε πολύ μετά, π ολύ πιο αργά απ' όσο δα ' πρε π ε , ό π ως κ ι εγώ, ε ξάλλου , έκανα το ίδω. Και ε πε ιδή μ' αγαπούσε αλη6ινά μπόρεσε κα ι κατάλαβε πως είχα κ ι εγώ το δικαίωμα να ζήσω. Εκείνος είχε πάντα όλες ΤLζ ευκα ιρ ίες. Ταξί ­ δεψ ε , γνώρ ισε , είδε , έζη σε. Προσάρμοσε την πραγματικότητα κά­ πως στα όνε ιρά του. Κάτι κατάφερε . Ε, δεν ήταν τώρα κ ι η δική μου η σειρά;» « Μ άνα , κ ι εγώ κ ι ο Μιχάλης, είμαστε απόλυτα σύμφωνοι σ' όλα όσα λες. Και ε ίναι έτσι, πράγμαΤL Είσαι κα ι συ πολύ βασανισ μένη από τη ζωή και κανείς δεν μπορ ε ί να σου στερήσει το δικα ίωμα να τη χαρε ίς όσο πρoλαβαίνε Lζ».

165


εγΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

..ΝαΙ, καλά

κάνει ο Αντώνη ; και μιλάει εκ μέ{ιους μου, γιατ ί κι

εγώ τα ίδια πιστεύ ω. Και τελικά , δηλαδή , δεν υπάρ χε ι πρόβλημα ανάμεσα σ' εσένα και τον μπαμπά; Ό ,π κάνετε, το έχετε κι σι δυο αποφα σ ίσε ι και συ μφ ωνήοε ι Αυτό είναι πάρα πολύ όμορφο κ ι εμε ίς δεν έχου με κανένα δικαίωμα να επέμβ ουμε ο' όλα αυτά . Είμαστ ε με τ ο μέρος σου. ΤΙ σκοπ εύει; όμως να κάνεις; Θέλω να πω , θα ξαναπάς πίσω στον μπαμπά; Κι η αρρ ώστια σου ; Μήπως κ ι αυτή σ ' επηρέασε να γίνε ις πιο ωτοφ αοιστυήρ

.. ε

λοιπ όν, ε ίμαι κοντά σας σχεδό ν τρεις μήνες, είμα ι πολύ

ευτυ χισ μένη και περ νώ φανταστικ ά. Τώρα που ε ίμα ι σίγουρη για το π οιο ι στ' αλήθεια ε ίσαστε . μπορ ώ να μιλήσω πιο ελεύ6ερ ο, ε ;»

" Γιατί να κάνου με μια συζήτη ση αν είναι να μη μιλάμε ελεύ ­ 6ερα . Και βέβαιο μπο ρε ίς να μιλή σεις όπω ς δες εσύ κι εμείς πάλι με το μέρο ς σου δα ε ίμα στε. ' Ετσι δεν ε ίναι Μιχ άλη ;..

..Ναι,

έτσι σκe ιβώς είναι».

Κι έκατσα τότε κ α ι του; τα ε ίπα όλα . Τ ι έκανα μόλις έ φυγα από το χωριό, πώς γνώρωα την Π αναγιώτα και πού πήγαμε μαζί. Δ εν το 6εώρησα βέβ αια και τόσο απαραlτητο ν ' αναφέρω τις λε πτομέρειες -τους άvι"ρε ς δηλαδή κα ι τα τέτοια. Τους διηγή ­

θηκα όμως όλα τα υπόλοιπα. Και τον καιρό που πέρασα στο σπίτι του Θ όδωρου και τις απαιτήσεκ που ε ίχε από μένα .

..Δεν

έχω κάνε ι αρκετά για σατ: Όλη μου τη ζωή για σας δεν

αγωνίστηκα; Είναι δηλαδή απαραίτητο να πεθαίνω αγωνιζόμενη πάλι για σας; Κ αΙ, άρ αγε, εσείς τώρα που μ' έχετε εδώ και περνώ

τόσο ό μορφα και ξεκούραστα, δεν το κα μαρώνετε, δε σας δίνει ικανοποίηση που μπορείτε να κάνετε κ άτι γ ια τη μάνα σας;»

..Δε 6έλω να κατηγορήσω

τ' αδέρφια μου γι' αυτό π ου νόμιζαν

το πιο σωστό και φ υσιο λογικό , ό μως εγώ , και πιστεύω κι ο Αντώ­

νης, είμαστε πολύ χαρούμενοι που βλέ που με ότι ο ι κόποι μας δεν πήγαν άδικά. Γιατl καλά, τα πα ιδιά μας, λίγο πολύ, τα έχου με εξασφαλίσε ι, αλλό η χαρά που παίρνουμε επειδή μπορού με να

σε κάνουνε λίγο ευτυχισμένη κι εσένα και τον πατέρα -όταν είχε κι εκείνος έρ{)ει- είνα ι η π ιο μεγάλη απ ' όλες" . 4<Ε, λοιπόν, αυτό ε ίνα ι όλο και τίποτ ' άλλο. Απλώς αποφάσισα κι εγώ πως ήταν πια κα ιρ ό ς να ζή σω. Κι όσο κι αν μου λείπε ι ο

π ατέρ ας οτκ, κι όσο κι αν τον αγα πώ, μπορώ να κάνω μια τέτοια θυσία και να ζήσω για λίγο μακριά του . Όλη μου τη ζωή έκανα

166


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ Ε ΡΩ ΤΑ

δυσ ίες για πρ άγματα που δεν ή6ελα καν και τώρ α κάνω μια πιο

μικeή για τ/ν ίδια τη ζω ή. Δ ε νo μiζ:ω να βγω χαμένη». Δεν ξέρω πώς θα ακούγovrαν τέτοια λόγια σήμερα, ειπωμένα από μια μητέρα, π ου μtχρι πρ ιν λίγο δεν ή ξερε ούτε τ ' όνο μά τη ς να σκαλίσει σ' ένα κομμάτι χαρ τί, Όμως, τότε, τα παιδιά μου έκατσαν και με χάζευαν ώρα πο )).ή και δεν έλεγαν να το κουνή ­ σουν. Ή 6ελαν να ακούσουν κ ι άλλο, όχι πια γ ια μένα και τις επιλογές μου, αλλά κ ι άλλο για τη ζωή, ίσως κ α ι για τ ις δικές τους επιλογές. Χαιρόμουνα πολύ π ου μπορούσα να του; είμαι πάλι χρήσιμη όπως όταν ήταν μικρά παιδ ιά. Είχα λοιπόν ακό μα πο λλά να του ς πω, δεν είχε τελειώσει ο ρόλος μου και το καθήκον μου. Ήμουν ακ ό μα κάτι ση μαντικό στη ζωή τους .

..Μητερούλα,

ε ίναι τόσο ωραίο που μπορείς κ ι εσύ να ζήσεις

λίγο κα ι να χορε ίς! Το αξίζεις περισσότερο απ ' τον καδένα »,

..Ν αι,

ό μως κοίταξε, Αντώνη, η μαμά δεν είναι μια τυχαία

yu-

να ϋω. Η bέλησή της για ζωή τή; δίνει μεγάλη δύναμη . Όμως δεν είνα ι εύκολο για όλους να πάρουν έναν τέτοιο δρόμο. Να μάθουν να γράφ ουν και ν α διαβάζουν στα πενήντα τουτ; και ν' α φήσουν

όλη τη βολεμένη τους ζωή και τη ν εξασφαλισμένη α σφ άλεια για να φύγουν πρ ος το άγνωστο, ψάχνοντας κάτι αόριστο και μπερ ­ δε μένο ..,

..Μ α

γι' αυτό και τη ς α ξίζε ι, λο ιπόν, να βρει εκε ίνο που 6tλEL».

Ω, τώρα πια μπορούσα με να τα πούμε όλα. Εγώ κι οι γιοι μου ήμασταν στ' αλή6εια καλο ί φίλΟL Τους Οαύμαζα και τους ζήλευα μαζί για τ/ν ό μορφη ζωή που ε ίχαν κατα φέρε ι να κερδίσουν με τους αγώνες τους. Είχ αν μάf}ε l πιο πολύ απ ' ό.τι το ξ έραμε τότε εμείς , να κρατούν μια θσυ μσστή ισορρο πία ανάμεσα στον αγώνα κα ι στο « άδικα» της ζωής. Βέβαια, από την άλ/η , σκεφτόμουν ότι ήμουνα ακόμα πολύ κα ινούρια στη ζωή τους και γι ' αυτό δεν μπορ ούσα να δ ιακρίνω

από την πρώτη στιγμή όλα τα ελαπώ μστά τη ς. Έπρε πε να πε­ ριμένω λίγο ακό μη . Όχι ό μως και πάρα πολύ.

Μ ετά από τις μακριές συζητήσεις μας κι αφού είχαμε πια νυστά ­ ξε ι κ ι όλο ι δούλευαν το επόμενο πρωΙ χωριζόμασταν και πηγαϊ-

167


ΕΥΑ Ο Μ ΗΡΟΛΗ

ναμε για ύπνο . Έτσι, του λάχιστον, νόμιζα εγώ . Μ ε το κρ ασάκι ή ό ,τι άλλο πίναμε , τέλος πάvrων, ή μουν ήδη μισοκοιμισμένη όταν έπεφτσ στο κρεβάτι μου κα ι πολύ σπάνια ξυπνούσα κατά τη δ ιάρκ εια τη ; νύχτας. ' Η ταν κ ι εκε ίνο το διαβoλEμtνo κρύο, πο υ

σ ' έκανε να χώνεσαι ακό μα πιο βσθιά στο πάπλωμά "ου. ' Ακουγες απέξω τον αέρ α να λυσσομανάει κι αισθανόσουνα πο ­

λύ τυχερό ς που είχες εκείνη την τόσο ζεστή γωνιά και το μαλακό, αναπαυτικό σου κρε βάτι. Εκείνο το βράδυ έτυχε να βλέπω ένα πολύ δυσάρεστο και τρο μαχτικό όνειρο και ξύπνησα από έναν πολύ δυνατό θόρυβο που ερχόταν α πό το χολ. Σηκώθηκα ανήσυχη κα ι πήγα να δω τι γινότανε. ' Ακουσα ομιλίες κα ι κατάλαβα ότι ήταν κ ι άiJιoι ξύπνιοι

στο σπίτι και προτίμησα να μην τους ενοχλήσω με την παρουσία μου. ' Ανο ιςα ό μως σ ιγ ά σιγά τ/ν πόρτα μου, χωρ ίς να κάνω κα­ νέναν θόρυβο , και έρ ιξα μια ματιά απέξω . Ο Μιχάλης είχε μόλις γυρίσε ι Δ εν ή ξερ α από πού αλλά ήταν εύκολο να το καταλάβω . Ήταν πολύ μεθυσμένο; κ αι μπαίνοντας έπεσε πάνω σ ' ένα τρ απεζάκι μ ' όλο του το βάρος και το έκανε κομμάτια. Στην άλλη

μεριά του δωματίου, έξ ω από την πόρτα του υπνοδωματίου τοικ, στεκόταν η Ι ρίνα με το νυχτι.κό της και τον κοίταζε με τα παγω ­ μένα μπλε τη ς μάτια κι ίσα ίσα που μπόρ εσα να διακρίνω μια σκιά ανη συχ ίας και πίκρας στο βλέμμα τη ς . Δεν έτρ εξε να τον βοηθή σε ι, δεν έ βαλε τις φωνέ ς, ούτε ε ίπε τίποτα . Στεκόταν μόνο αμίλητη κ αι τον κο ίταζε έτσι, σαν χαμένη . Ε, κ ι συτό; μάζεψε τα χάλια του απ ' το πάτωμα , με πολύ κόπο, κα ι στάθηκ ε πάλι στα πόδια του, Π έρασ ε από δίπλα της και μπήκε στο μπάνιο χωρίς ούτε να την αγγίξει, ούτε να τη ; μιλήσει.

Ένα βλέμμα μόνο τη ς έρ ιξ ε κ ι αυτό ήταν . Σε λίγο τον άκουσα που βγήκε απ ' το μπάνιο κα ι μπήκε στο δω μάτιό τους. Μετά τίποτ' άλλο... Σιωπή . Μ όνο που εγώ δεν μπόρεσα να ξανακο ιμη6ώ όλη την υπόλοιπη νύχτα, Είχα oe6ά ­ νοιχτα τα μάτια μου και σεεφτόμουνα Ώστε είχανε κι εκε ίνοι προβλή ματα λοιπόν. Κανείς δε γλιτώνε ι α πό αυτά. Είνα ι δεύτερ η φύση μας το να έχουμε κάτι να μας βα σανίζεL Και, προς το παρόν, δεν ήξ ερα τι ήταν εκείνο που βασάνιζε το Μ ιχάλη μου

αλλά είχα πολλές ενδείξε ις για να φανταστώ. Κι εκε ίνο που φα­ ντάστηκα ήταν πως ο Μιχάλη ς μου εκείνο το βράδυ το είχε πε-

168

J


ΟΙ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ Τ ΟΥ ΕΡ ΩΤΆ

οάσε ι δ ιασκεδάζοντας με γυναίκες και π ίνοντας και πιθανόν κα­ ταλήγοντας και σε κά πο ιο κρε βάτι, ξένο βέ βαια . Κ ι η l ρίνα τα ή ξερε όλα και ήταν φανερ ό ότι αυτό δε γινόταν για πρ ώτη φορά. Π ρέπει να ήταν π ια σύ στημα κι όλοι ε ίχαν συ μβ ιβαστεί μαζί του. Μα το ν ' αφ ήνεις τον άντρα σου να ψάχνει

αλ/ού την α πόλαυση δεν μπορε ί να ση μαίνει τίποτε άλ/ο παρά ότι δεν μπορ είς να του τη δώσεις εσύ. Κι ήταν φως φανάρι ότι η lρ ίνα δεν μπορούσε . Στενοχωρέϋηκα πάρα π ολύ γιατί ή ξερα ότι όλα αρχίζουν και τε λειώνουν σ ' ένα κρε βάτΙ. Κι όταν σ ' αυτό το κρε βάτι δεν μπο ­ ρείς να είσαι ευτυχισμένος με τη γυναίκα σου, πουθενά δε δα είσα ι ευτυχισ μένος μαζί τη ς. Κα ι μέσα σ ' εκείνη την παγωμtνη νύ χτα, ξαπλωμένη ολομόνα ­ χη σ' εκείνο το τόσο φιλόξενο κα ι ζε στό στρ ώ μα, μπορ ούσα να

είμαι πολύ χαρού μενη μέσα στη ζεστή μάλ/ινή μου vuχτικ ιά και να σκέφτο μαι ό.τι ήθελα . Κα ι έτσι το μυ αλό μου ταξ ίδεψ ε στη μάνα μου. Ήταν μια αγράμ ματη, βασανισμένη γυναίκα και τϊπ οτ ' άλ/ο, αλλά την πιο σοφή κου βέντα την άκουσα από τα χείλη της. «Να 'σαι καλή στο κρεβάτι με τον άντρα σου, κόρη μου, ακόμα κι όταν πρέπει να το κάνεις στα ψέ ματα, γιατί δε όέλω να ξεχά ­ σεις ποτ έ πως ο καδής τη ; νύχτας νικά». Κ ι ο καδής τη ; νύχτας ή ταν φα ίνεται πολύ αυστηρός με την lρ ίνα ή η ίδια τον αγνοούσε κ ι εκε ίνον και τη δύνα μή του . Π έ­ ρασα ένα μεγάλο μέρος από τη ζωή μου μιλώντας με τοικ ανδρώ ­ που; κα ι προσπαδώντας ν ' ανακαλύψω πώς σκέφτονταν κα ι τι στ ' αλή6ε ια ζητούσαν από τη ζωή τους. Το σεξ ήταν ένα σοβαρό

fiέμα.

Στα παλιότερα χρόνια ακούγονταν οι φή μες πως ο ι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα στην ηδονή . Έπρεπε να μένουν αμέτοχες, γιατί αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να τις σέ βεται για πάντα ο άντρας τους και να

)tgaTom

τη ν αρετή τους. Αν έδειχναν πως

τους άρεσαν οι περιπτύξεις του στρώματος τότε αυτόματα αυτό τις έβαζε στην ίδια μο ί{)α με την ),'άfiε ),' οινή γυναίκα, με την κάδε

πλη ρωτυαά κι έχαναν τ/ν αγάπη του άντρα τοικ που μπορεί και να τις χώριζε γΙΩ μΙΩ τέτοια συμπερ ιφορά.

.

Κ αι μέσα σε τέτοια μαδήματα και συ μβουλές δεν υπάρχει κα­ νένα περι6ώριο επιτυχίας κ ι ήταν πάρα πολλές οι γυναίκες που

169


ΕΎΑ Ο Μ Η ΡΟΛΗ

τα ακολούθησαν όλα τούτ α τυ φλά κ ι έχ ασαν όλη τουτ τη ζωή. Την αρετή τους, βέ βαια, δεν την έ χασαν ποτέ . Όχι ό μως γιατί δεν

ήδελαν να απολαύσουν την ηδονή , αλλό γιατί δεν είχαν ποτέ αρετή. Τέλος πάντων, τα χρόνια είναι π άντα (δια. Αλ/άζει i.σως).ίγo το

σκηνικό , αλ/ά σε γενικές γραμμέ ς ο άνδρωπος μένε ι όπως ε ίναι κα ι χρειόζονται πολύ μεγάλες αποστάσεις χρόνου για να γίνουν αντιληπτές τό σο ανεπαίσθητε τ διαφ ορ ές. Κι ό πως και να το κάνουμε, όλοι μας ftέλoυμε έναν καλό ερω­

τικό σύντροφο κι αυτό ίσχυε μέσα σ' ό λο το βάδος τη; ιστορίας κα ι πέρασε ανέπαφο μέσα απ ' τους αιώνες κ αι δα περά σει και

μέσα στις ε πόμενο; εποχές με την ίδια δύνα μη . Τέλος πάντων, δε μου το 'βγα ζες απ' το μυαλό ότι όλο το πρόβλημα ήταν ερωτικό και αναρωτιό μουνα, τα παιδιά τούτα έκαναν τέτοιο αγώνα να γίνουν δεκτά μέσα σ' εκείνη τη ν ξένη

κοινων ία, έκαναν έναν αγώνα και μπόρεσαν να καταφέρουν τόσα και τόσα πράγματα , γιατί δεν πήρανε δυο Ελληνίδες να είνα ι σίγουροι για την ευτυχία τη ; κρε βατοκάμαράς τουε, ' Ετσι κ ι αλλιώς, ε ίμαστε δια φ ορετικο ί σαν λαό ς. Η ζε στα σιά μα ς κ ι η μαγ εία μας είναι έ ξω από κάδε ανταγωνισμό. Η Μ εσό ­ γειος κυλάει στο αίμα μα ς κα ι μας δίνει τόση δύνα μη που μπο ­ ρούμε να κάνουμε πολύ ευτυχισμένου; τους γύρ ω μας και κανείς

δεν πλή πει ποτέ μαζί μα ς. Ε ίμαστε φτιαγμένοι για να μας αγα ­ πούν και μας αγα πούν π άντοτ ε με πάδος. ΤΟ μειονέκτημα μέσα σ ' όλα αυτά , το τίμημα που είμαστε αναγκασμένο ι να πληρώσου ­ με, ε ίναι πως πάντοτε δίνουμε πολύ περισσότ ερα απ ' όσα παίρ­ νου με. Είναι πολύ δύσκ ολο να μας ικανοποιή σει κά πο ιος απόλυ­ τα, να μας γεμίσει και να νιώσου με πλή ρεις .

... Μιχάλη,

παιδί μου, νόμιζα π ως ε ίμαστε φίλο ι και πως μπορο ύ ­

σαμε να τα λέ με όλα . Τι έγινε τώρα ; Γιατί δε 6ες να μου μιλήσεις ;" «Δεν ξέρω , βρε μάνα . δεν ε ίνα ι και τόσο εύκ ολο και δε νομίζω ότι. τέλος πάντων , είναι και τόσο πολύ σημαντικό ". «Ξέρ ω , ξέρω . Είνα ι ένα από κείνα τα δέματα που στ ' αλήδεια

πιο σημαντικό δεν μπορεί να γίνε Ι. Είναι πολύ μεγάλης, ζωτικής ση μασίας αλ/ά σε άλ/σ υς ντρε πόμαστε πάντοτ ε να το ομολοΥή -

170


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΟ1 ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

σου με . Κι έτσι μας βολεύ ει πιο πολύ να λέ με π ως δεν είναι σπου ­ δα ίο ». « Μ πορ ε ί να έχεις κα ι δίκ ιο, όμως δεν είναι ότι ντρέπ ο μαι απλά να ομολογήσω πόσο σπουδαίο είναι, είναι πως, όπως καταλα βα ί ­ νεκ; έ χει άμεση σχέση με τη γυναίκα μου και δεν ~έρω αν είναι

σω στό να την κατηγορή σω. Τη ν αγαπώ πάρ α πολύ, κατά βάδος» .

..Καταλαβ αίνω ,

πα ιδί μου , κα ι κανείς δε σου ζήτησε να την

κατηγορή σεις. Όμως είνα ι καλύτερο να μιλή σε ις μαζί μου γ ι ' αυτό. Γιατί δεν είμα ι μόνο η μάνα σου αλλά ε ίμαι κα ι γυναίκα. Και κάτι θα σου πω , κάπως θα σε βοηθήσω . Μ ίλησέ μου λοιπόν »,

..Εντό~ εL

Θα σου μιλήσω αλλά δα μου αφή σεις τουλάχιστον

λίγο χρόνο να μιλήσω πρώτα με τον Αντώνη . Νομίζω πως είναι απαραίτη το » .

..Μ α, 6ες να πε ις ..Θ έλω να πω ό τι « Κ ατάλα βα ...

ότι έχε ι κι εκείνος το ίδιο πρ ό βλημα;»

ήμασταν μαζί χτες όλη τη νύχτα » ,

Ήμουνα σίγουρ η και δεν είχα κα μιό αμφιβoλiα γ ια το τι ακρ ι­ β ώς συνέ βαινε ανά μεσά τουτ; Γιατί όσο κι αν λέμε πως μικραί­

νουν οι αποστάσεκ κι όσες προσπάδειες κ ι αν κάνουμε να βρο ύ ­ με κο ινά σημεία ανάμεσα στου; λαού ς, πάντοτε οι δια φ ορές που περ ικλείουν τέτοιο; λεπ τoμtρειες δα 'ναι μεγάλε ς. Αισθανόμουνα πολύ έντονη την ανάγκ η να το συζη τήσω με τα παιδιά και να βρούμε μαζί μια λύση, αν ήταν δυνα τόν . Φοβόμου­

να την αντίδ ραση του Αντώνη . Ο Μιχάλης ήταν πάντο τε πιο άνετοι; σε όλα . Ο Αντώνη ; ό μως ή6ελε να κρατάε ι πολλά πράγ­ ματα γ ια τον ε αυτό του . Κ αι καλά και κακά. Κι ήταν πολύ πιθανό να μην σωϋσνό τον τόσο ελεύ6ερα , ώστε να το συζητήσ ει μαζί μο υ.

Αλλά, αφού τώρα πια ή ξερ α τα βασ ικότερα, όλα τ ' άλλα θα ήταν απλές λεπτoμtρειες. Την επόμενη μtρα ο Αντώ νη; δεν ήρ6ε κα6όλο υ απ ' το σπίτι κι ο Μ ιχάλη ς απέφυγε με πολ/ή πρ οσπάδεια κάδε πιθανότη τα να μείνε ι μόνος μαζί μου , ενώ όλο το βράδυ , προσποιούνταν τον τόσο ερωτευμένο σύζυγο , που κι αυτή ακόμα η γυναίκα του είχ ε

σαστίσει . Α π ' την πρώ τη στιγμή που τα πα ιδιά μου ενηλικ ιώδηκαν και τράβ ηξαν τους δικο ύς του; δρόμο υς, το πήρα από φαση κι ούτε

171


ΕΎΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

μια φ ορά δεν ήρ{)α σε σύγκρουση μαζί τουτ γ ια το παρα μικρ ό . Ακόμα κ ι όταν άρχ ισα αυτή τ/ν περ ιοδεία στα σπίτια του ς, η τελευτα ία πρ όθεσή μου ή ταν να μπω στη ζωή τους και να τους

φέρω σε δύσκολη δέ ση . Αλλά τώρα αισθάνθηκ α πολύ έ~ω κ αι πειράχτηκα . Δ εν. ε ίμα ι απόλυτα σίγουρη αν εκείνο που λειτούργησε μέσα μου ήταν α­

κρ ι βώς η μητρική στοργή ή ο εγωισμός μου. Π άντως δίχτηκα κα ι δε δίστασα κα ι να το δείξω.

" Δεν είχα την παραμικρή πρ όθεση να ε πέμβω στη ζωή σας με τον οποιονδήποτε τρό πο . Αλλά μετά απ ' τη συζήτησή μας , μου χρ ωστούσες μια απάντηση κι όχι αυτό το θέατρο. Δεν είμαι δα

κ αι τόσο κουτή . Κ αληνύχτα!» Αυτά είπα κ αι κλε ίστηκα στο δω ­ μάτιό μου να σκεφτώ . Ε, όχι δε θα τ ο άφηνα κι έτσι Στο κ άτω

κ άτω έ πρ ε πε να φερfiε ί σαν άντρας κα ι να μου πε ι ότι δε 6έ λει κανείς του; να συζητήσει το fiέ μα μαζί μου. Θα το δεχόμουνα μια

χαρά κα ι θο ή μουνα κι ψ περή φανη γ ια την ε ιλικρ ίνε ια και τη ν τυϋύτη τά του; Αλλά τόσο όέστρο, μόνο και μόνο για να μ ' α πο ­

φύγουν ευγεν ικ ά λες κ ι ή μουν κανένας ανεπιθύ μητο τ ~ένoς, όΧL Βολεύτηκα στο κρεβάτι μου κ ι άνοιξσ ένα βιβλίο που είχα πάντα δ ίπλα μου στο κομοδίνο. Π ρ οτίμησα να δια βάσω και να ξεχάσω κάθε κακή και δυσάρ εστη σκέψη . Δεν περάσανε είκοσι λεπτά κ ι ο Μιχάλη ς ήρ{)ε στο δωμάτιό μου . Π λη σίασε στο κρεβάτι μ' ένα χαμόγελο που αναγνώρισα αμέσως. Ή ταν ένα χαμόγελο συγνώμης .

.. ' Εχεις

δίκιο , μάνα, δε φέρθηκα σωστά. Ό μως με μπέρδεψ ε κι

ο Αντώνη ς, δε φτοίω και τ όσ ο πολύ. Τέλος πάντων, η λες; Έχεις όρεξη να μιλήσουμε;

" Κ α ι το ρ ωτάς;» ε ίπα κ ι έκλε ισα βια στικά το β ιβλίο ακου μπώ­ ντας το στο κ ο μοδ ίνο. " Περίμενε λίγο», ε ίπε και βγήκε α π ' το δω μάτιο για να γυρίσει αμέσως μ ' ένα παγωμένο μπουκάλι κρασΙ δυο ποτήρ ια, και φρούτσ, Aνακ άt)ισα στο κρεβάτι μου και πήρ α τα φρούτα στην

ποδιά μου. Εκείνος έβαλε κρασί. Τσουγκρίσαμε. "Σ ' αγαπώ», ε ίπε «κα ι γι ' αυτό π ίνω στην υγε ιά σου». " Κι εγώ σ ' αγαπώ », είπα με τη σε ιρά μου . Καθάρ ισα ένα μήλο . ΤΟ φ άγαμε . Πήγαινε με το κρασΙ •Αρχισα να κα6αρίζω κι άλλο.

172


ΟΙ Α Ν ΑΛΦ ΑΒΗ ΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΏΤΑ

..Λοιπόν,

τι έγινε; Ο μικρός δε 6έλει καδόλου να το συζητή ­

σει , ε;»

..ΝαΙ., λέ ε ι πως δεν ε ίνα ι δυνατόν να λtμε τέτοιο πράγματα μαζί σου κα ι πως στο κάτω κάτω δεν έχουμε το δικαίωμα να σε φορ ­ τώνουμε με τα δικά μας. Ή ταν αγρ ιε μένος κ ι ανένδοτος. Του είπα πω ς δεν είχαμε καδόλου μιλήσει για κε ίνον κα ι κάπως η σύ ­ χασε. Π άντως, δε μου άφησε κανένα πε ριfiώριο να τον πείσω». «Τέλος πάντων. είνα ι τα πράγματα τόσο σο β αρ άρ

..Στ '

αλή6εια, δεν έχω την παραμικρή ιδέα, βρε μαμά. Τα 'χω

π ια χαμένα. Εκε ίνο που ξέρω είναι πως αγαπώ πολύ τη γυναίκα μου και δε Μλω να τη χάσω ... Αλ/.ά ε ίνα ι πολλές φορές που δεν το αντέχω να είμαι μαζί τη ς» .

..Π ες μου τα όλα, ..Ε. απ' την αρχή .

λοιπόν, α πό την αρχή» . Π ο ια αρχή ; Τα π ιο πολ/ά τα ξέρεις. Όταν

πρ ωτοή ρδα με , τκ; Γερ μανίδες δεν τολμούσα με ούτε να τις κοιτά ­ ξουμε . Ήταν πολύ ψηλά για τα μούτρα μας. Δε μας filλove κιό ­

λας. Ύστερσ γίναμε κι εμείς κάπως φτιαγμένοι Είχαμε κ αλtς δουλειές, αυτοκίνητα. άνεση. Κα ι π άνω α π ' όλα , ήμασταν καλοί.

Δ εν είχα με μπλtξει με τις αλητοπαρέε ς των μεταναστών. Οι άν­

fiQwnoa μας

ουμποϋούσσν. Τέλος πάντων, οι κο πέλες μα ς αγά ­

πησαν. Κι εγώ αγάπησα την lρ ίνα σαν τρελός . Ή μασταν π ολύ ερωτευμένοι Ω , μαμά. περνούσαμε τόσο ό μορφα . Δεν μπορ είς

να φαντσοτεκ. Εκείνη έπλεε σε πελάγη ευ τυχίας κι ε μένα μου ήταν υπέρ αρκ ετό το να μπορ ώ να την κάνω ευτυχισμένη . Ακόμα

κα ι την τελευταία στιγμή , δίσταζα να τη; ζητήσω να με παντρευ ­ τε ί από φόβο μήπως ορνηθεί Ό ταν ε ίδα με πόση χαρ ά δέχτηκε, δεν ήξερα τι να κάνω για να μη σκάσω από ευτυχ ία. » Μ ετά ... παιδ ιά , δουλειές, οικογένεια. Όλα κ αλά πηγαίνανε . Μ όνο που ξύπνη σα ένα πρωί κα ι κατάλα βα πως δεν είχα τίπο­ τα ... Δ εν είχα πάρει τίποτε απ ' αυτή τη γυναίκα. Δη λαδή , όλη η πη γή τη ς ευτυχίω; μας ήμουνα εγώ. Τα αστε ία που λέγαμε, η

διασκέδαση που ε ίχαμε, οι συζητήσει; που κάναμε ... ή ταν όλα δικ ά μου. Εκείνη τίποτε δεν μπορού σε να εφεύρε ι Κ αταλαβα ί­

νεις; Είχα ανάγκη να με κάνε ι κι εμένα κά πο ιοτ να γελάσω, να μου δώσει κ ι εμtνα ένα κο μ ματάκ ι του εαυτού του , ό πως έκανα κι εγ ώ. »Αυτά όμως δεν έ πρε πε να τα ελπ ίζω απ ' την Ι ρίνα . Ε, κα ι

173


ΕΥΑ ΟΜ Η ΡΟΛ Η

βέβαια ... το βασ ικ ότερο α π' όλα ... δέλω να πω ... ήταν κι αυτό ένα

πρόβλημα ήταν ΤΟ ••.»

..ΤΟ κρεβάΤL». ..Ναι..," Αντρας είμαι, βρε μάνα, π ου να πάρ ει η ευχή! Αυτή, δεν είνα ι γυνα ίκα; Θέλω να πω ... π ως να ... άμα εγώ δω να φιλιούντοι ας πούμε, στην τηλε όραση ε, αμέσως σκέφτο μα ι τι ωραία που θα ήταν να φιλούσα κι ΕΎώ τ/ γυνα ίκα μου, καταλαβα'νεις; » Ε, εκείνη τα έχει όλα κατατάςε ι σ' ένα τρελά πει6αρχη μένο πρόγρα μμα . Π ροσπαθε ί ν ' αγκαλιαζό μαστε δυο ή μια μέρα πριν

πάε ι στο κομμωτήριο, γιατί τότε δεν τη νο ιάζει μήπως και χαλά­ σουν τα μαλλιά τητ, αφού έτσ ι κι αλ/ιώς δα τα φτιάξει. Αλ/ό. όταν ε ίναι φρεσκοχτενιαμένη ; Δε 6έλει ούτε να τη ν πλησιάζω . » Κ αι, τέλος πάντων, τόσα χρόνια τώρα που είναι μαζί μου, τίποτα δεν έμσθε. Ξαπλώνει ανάσκελα και μου χα μογελά σει όλη την ώρα. 'Αλλες φορές πάλι κλε ίνε ι τα μάτια τη ; κα ι μένει έ τσι α μίλητη κα ι πρέπει να πασχίσω ν' ακούσω την ανάσα τη ; να

γίνεται λίγο πιο γρήγορη και για να σιγουρευτώ ότι δεν την έχε ι π άρει ο ύπνοο•.

..Χα ,

χα, ωραία τα λες. Συγνώμη που γ ελώ, αλ/ά μου κάνε ι στ '

αλή6ει.α εντύ πωση. Καλά, εσένα δε σου έκανε εντύ πωση από την

αρχή;"

..τι εντύ πωση να μου κάνε" Σάμπως ήξερ α κα ι πολλά απ ' αυτό ; Φύγα με τόσο νέοι απ' την Ελλάδα , δεν είχα γνωρ ίσε ι κα ι τίποτα σπουδαίο εκεί για να συγκρ ίνω. Μ ικρός ήμουνα, άπειρος. Έτσι είναι, σκέφτηκα. Τι να ' κανα , Κι όταν φαντάστηκα ότι δα 'πρεπε να ήταν κ ι αλ/ιώς~ .. ε , στο λtω και δεν ντρέπομαι κ αι κα6όλου ... πήγα και με άλλες.. .

..Γερμανίδε ς;» ..ΝαΙ, Γερ μανίδες

όλες. Η περ ιοχή που μένουμε, βλtπε ις, δεν

έ χε ι κα ι πολλούς Έλ/ηνες. Τε λικά , κανένα απο τέλεσμα. Όλες ήταν ίδιε ς και χε ιρ ότ ερες. Μια εποχή ήμουνα πολύ σ πογοητευ ­ μένος. N τρεπόμoιrνα όμως να μιλήσω κα ι στον Αντώνη . Δεν ήξε ­ ρα κα ι πώς τα πήγαινε εκε ίνος με τη γυναίκα του.

" Ύστερα με ρώτησε εκείνος κι έτσι καταλά βαμε πως τα πράγ ­ ματα ήταν στ' αλήϋε ισ λά60ς αφού το βλέπα με κι οι δυο .

..Ε

να, μετά ένα βράδυ πήγα με με κάτι φ ίλους σ ' ένα ... πώς να

το πω ... ένα ... καμπαρέ ... ή μάλ/ον ... "σπίτι" . Πολύ ωραω μέρος,

174


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑΒ ΗΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡΩΤΆ

τέλος π άντων. Μ ε μουσική , φαγητό, χορό και κορίτσ ια. Όλα απ ' την Ελλάδα! Είναι το καλύτερο μέρος σ' όλη την πόλη , α π ' τα καλύτερα στη χώρα . Πρέπει να 'χε ις πολύ μεγάλη γνωριμία για να μπεις. Οι Γερμαναράδες κάνουνε σαν τρ ελοί για να γίνουνε πελάτες. Για του; ' Ελ/ηνες ό μως είναι πιο εύκολα . Όχι για όλου; βέβ αια. Αλ/.ά έτσι κι αλλιώς λίγοι τολμούν να γίνουνε δαμώνες. Είνα ι πολύ ακρ ιβό, βλέ πε ις.

» Ε, όταν αρχ ίσαμε να πηγαίνου με εκει .. όλα έγιναν ακόμα πιο

φρ ιχτά εδώ. Κ αι να πεις ότι αδιαφορσύσαμε, ότι δεν ή μαστε ό πως πρέ πει. Το συζητήσαμε μαζί του ς, επιχειρήσαμε να του; εξηγήσου με ακό μα και πρακτικές λεπτομέρει.ες ... μtχρι, τι να σου πω , πήγα με και σ' έναν κινη ματογρά φο με πονηρά έργα ... στην ελληνική συνοικία, ελληνικά έργα. Όλα τα πρoσπ αt}ή σα με, όλα, .. Τίποτα όμως, κανένα αποτέλεσμα- .

.. ο έρω τας, παιδί μου , δε

μαθα ίνετα ι. Ή τον ξέρεις ή δεν τον

ξέρεις ». Δεν ξέρω πώς θα 'πρεπ ε να μιλή σω στο ίδ ιο μου το παιδί για ένα τέτοιο θέμα και πόσο ανο ιχτή κ ι ειλικρ ινής δα ήταν καλό να

είμαι μαζί του , αλλά, του λάχιστ ον, προσ πάθησα να πω όλα όσα ήξερα καλά . Γιατί, όταν αφήνεις να μιλήσουν τα κορ μιά , β άζε ις μπρ οστ ά απ ' όλα την ψυχή σου . Και δεν ξέρω τι και πώς αλλά την ώρα εκείνη ο έρω τας φτάνε ι μέχρ ι τις κόρες των ματιών σου . Γε μ{ζ εl τα πνευ μόνια σου, τον ζεις , τον αναπνέεις.

Μ όνη τη; η ψυχή σ ' οδηγεί και το αίμα ε ίνα ι κυeίαρ χo στο ιχείο του παιχν ιδιού . Μ ε τη δικ ή του αλχημεία καθορίζε ι την άλγε βρα των ψυχών. Και φτάνε ι η καρδιά σου να κάνε ι σαν τρ ελή, ο εγκέ ­ φαλός σου γε μίζε ι χυμούς και κινο ύντα ι μόνα τους τα μέλη και τα σώματα . Κ αι μιλάς και δεν ξέρεις τι λες και δε σε νοιάζει και καθόλου . Κα ι τα βλέ μ ματα γε μίζου ν πυρκαγιές κ ι όλη η σύνθεση αυτή μο ιάζε ι μ' ολοκαύτωμα .

Μ α είναι ίσως αλλιώ τικα ~λα στη ν Ελ/άδα. Γιατί ε με ίς γεννιό ­ μαστε μ ' έναν ήλιο πάνω απ ' το κεφάλι μας . Το αίμα που κυλά στις φλέβες μας είνα ι καυ τό κι εύφλεκτο . Είναι πηγή ζωής. Εδώ , μέσα σε τόση συννεφιά , με τόσο μουντό τοπίο , γίνονται κα ι τα συνα ισθήματα παγερά κα ι κουμπωμένα . Οι άνθοωποι, όσο κι αν θέλουν κι όσο κ ι αν προσ παθούν , δεν μπορο ύν να ζεστάνουν τις

175


ΕΥΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

καρδιές εκε ίνες που μέσα του; κυλά αίμα τόσο χαμη λής θεο μο ­ κρασίας.

Ω , ε ίμαστε πολύ τυ χερ ο ί που γεννηθήκα με σ ' ένα τέτοιο τόπο . Γε μάτο 6άλασσα και φ εΥγόρι. Γεμάτο φως. Δεν ξέρω πό σο κα ­ λύτεροι Τι χειρ ότερ οι ε ίμαστε α πό του ς άλλους, όμως τα μάτια μας είνα ι γεμάτα ζεστασιά. Το γέλιο μας, η φωνή μας. ' α/α μα ς είνα ι Ελληνικά. Τίποτα δεν μπόρεσε ποτέ να φτάσα τη μεγαλο ­ σύνη του συνα ισδή ματος που λέγεται Ελ/όδα. Γιατί η Ελλάδα ,

ναι, αυτό ε ίναι, μια αστραπή στο βλtμμα , ένα μαχαίρι στην καρ ­ διά. Ένα ανυπέρ βλητο συναίσθημα

..Αχ,

γιε μου , το τελευταίο που ε πιthJμώ είνα ι να ε ίσαι δυοτυ ­

χή ς. Κι α π ' τη ν άλλη ξέρω πια καλό πως δυστυχή ς είναι μόνο εκείνος που αγα πάει Την αγαπάς;» «Τη ν αγαπώ, μάνα. Στο 'πα απ ' την αρχή . Αλ/ά δεν ,ξ έρ ω τι να κάνω».

«Δ εν πρέπει να κάνε ις τίποτα τότε. Δ εν υ πόρχε ι κ αι κανένας λόγος. Όποια κ ι αν ή τανε, ο μεγάλος έρ ωτας θα ε ίχ ε π ια περάσει. Είστε κα ι τό σα χρόνια μα ζί. Δεν μπορείς να απα ιτήσε ις απ ' το

συναίσθη μα να παρ αμείνει το ίδιο με τη ν πρώτη στιγμή. Γερνάε ι κ ι αυτό παιδ ί μου , παρ' όλο που δεν έχει σάρκε ς για να το δεί,ξει. Γερνάει κα ι πεδα ίνει, όπως όλα. ,.Αν ε ίναι καλή μάνα για τα παιδιά σου κ ι αν την αγαπάς στ' αλήθεια . όπως λες, μην κάνεις τίποτα. Η ζωή τρέχε ι κ αι μη ν τη χάσεκ . Κι αν εκε ίνο το σπίτι με τα κ ορ ίτσια ε ίναι καλό κα ι σ ' αρέσε ι να πηγαίνεις πού κα ι πού έτσι για το κέφ ι σου, μην το σταματήσε κ. πήγαινε . Αλλά πήγαινε χωρ ίς κα μιά διάθεση να εκ­ δ ικη6είς ή να ,ξεσπάσε ις. Π ήγα ινε μόνο για σένα. Κι όταν

6'

aρχίσεις να δέχεσαι πως μερικ ά πράγματα ε ίναι έτσι και δεν μπορούν να ε ίνα ι αλλιώς, μπορεί να είσα ι πιο χαρούμενοτ». « Μ άνα. τα κάνεις όλα να μο ιάζουν εύκολα ...»

" Π έρ ασα από πολλά δύσκολα κα ι γι' αυτό. Μ α να πε ις τα ίδια και στον Αντώνη . Θα 'δελα να μείνω για πάντα κοντά σας, έτσι ώστε να μη ν ςεχάσετε πο τέ πως στ ' αλήδε ια όλα είνα ι πολύ π ιο απλό απ ' ό ,τι φα ίνονται. Αλ/ά, αρ γά ή γρή γορα , δα πρέ πει να φύγω. Κα ι μόνο τούτο δε δέλω να ,ξεχάσετε. Όλα είναι απλά κ ι

?λες οι απαyrή~άς δίνονται από την~~~ά μ,Ξ."ς;;. .

Έ ι ο Μ ιχάλη ς καθόταν και μ" όκ ουγε σαν μικρό π αιδί κι ε ίχα

176


Ο Ι ΑΝΑΛΦΑ Β Η ΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ακόμα πολλά να του πω . Κι ήμουνα τόσο χαρούμενη . Γιατί είναι πάντα μεγάλη η χαρά να ωσθάνεσσι ότι είσαι χρήσ ιμος κ ι ότι κάποιος περιμένει τη γνώμη σου για να κάνει τη ζωή του πιο εύκολη . Αλλά ε πειδή μέσα σ' όλα αυτά ε ίχα βάλει πολύ πόνο και

πολλά κομμάτια από τ/ν ψυχή μου και ΎΟ μυαλό μου , δεν ήδελα να απλωθώ και να μιλή σω γ ια όλα, γιατί κάτι μου έλεγε ότι, αν έλεγα όλα εκείνα που ε ίχα στο νου μου δα γινόμουνα υ περβολική κα ι παράλογη . Με τ/ δική μου θεώρη ση τη; ζωής και τ/ζ ύπαο ­

ξη ς κ αι με τη ματα ι.δοξία που με κατείχε τότε αλύπητα, εξα ιτίας των χρόνων μου κα ι του παρελδόντος μου , ή μουνα πολύ πιο μπροστά . Ε ίναι, άραγε, τόσο δύσκολο να αφήσεις τις πληγές της

η δονής να εισχωρήσουν μέσα σου, χωρίς κίνητρα ιδ ιαίτερης ση ­ μασίας; Είναι άραγε τόσο μακρινό να δουν οι άνδρωποι πως δεν

.

υπ~x~υίπoτα

αλύτερη σημασία α πό την ίδια την ομορ -

φιά τη; κ άδε στιγμής.

Μ α, ακούστε όλους του; γέρους, όλους τους περασμένους, του; 6λιβερούς , πώ ς μιλούν για τη ζωή που πέρασαν. Δεν το έχετε ΠΟΎέ προσέξε ι ότι όλα τους είναι στενά συμπυκνω μένα σε μικρ έ ς, μηδενικές στιγμές που τοικ αρέσε ι τόσο πολύ να επανα­ λα μβάνουν; Δεν σνσφέοονται ποτέ σε χρυσούς καλοπερασμέ­ νους χρ όνου ς ή μήνες ή εποχές. Θυμούνται μόνο, μέρες, νύχτες,

μερικές ώρες ε ίναι το δώρο που παίρνουν α π ' όλη τη ζωή, όταν μόλιστα αυτή φ έοετοι με μεγάλη γενναιοδωρία. Γιατί, στ ' αλή ­ ϋε ια . τα πάντα είναι στιy~ς.

Η ανάσα μου γιν6ταν π άιχνίδι στα χέρια τη ς ζωή ς. Και δεν ήτάν ε πείδη ε ίχα ζήσει τ6 σα -πο1λό, μα επειδή είχα γέVvη6εί ξανά. Κι έρχονταν τώρα παλιά συναισϋήμστα να χτυπήσουν την πόρτα

τη; ζωής μου και να μου θυ μίσουν μια άλλη αλ/ιώτικ η υπόσταση , που ��ταν όμως κ ι αυτή δική τους. Δεν ε ίχα καμιά αμφ ιβολίσ πώς να συμβoυλtψω το παιδί μου

να κάνε ι την επιλογή που του ταιριάζει. Κι όσο εύκολη κ ι αν ακούγεται μια τέτο ια προ τροπή, τόσο δύσκολη είναι όταν γίνεtαι από μια μάνα. Μα ο Μ ιχάλης ήταν παιδί μου κι άκουσε όλα όσα ε ίχα να του

. ..Μάνα ,

πω

νόμιζα πως οι γενεέ ς κάποτε μένουν στάσιμες κ ι ωω ­

λφψθούν στα τυφλά τη μοίρα τοι κ κα ι τη φ6ορά τους. Μ ' αρέσε ι

177


ε

εγΑ ΟΜ Η ΡΟΛ Η

πολύ που μπορώ και μιλώ μαζί σου για όλα αυτά κα ι σε αισθά ­ νο μα ι τόσο κοντά μου. Κι ίσως πιο μπρ οστά κι από μένα ...

..Μιχάλη ,

η φϋορά Είναι μια λέξη και τίποτ' άλλο. Κα ι το αλη­

θινό τη; νόημα θα το μάθουν οι πολύ επόμενοι, σι μεταγενέ­ στερο ι Εμείς φτάνει να υ πακού με στους νόμους τη,ς τωρ ι­ νής φύσης. Μ α, να 'χεις υπόψη σου ότι αφού ζούμε είμαστε δεσμευμένοι να αλλάζουμε γιατί η στάση δε μας είνα ι επιτρεπτή. Όταν σταματάς, πεδαίνεις κι η φΙ)ορά τότε γίνεται η μόνη μοίρα σ ου

..,

Μια απ' τις πιο σγσ πημένε.; μου συνή6ειες ήταν να πίνω ένα

μπουκάλι καλό κρασί και να φιλοσοφώ με πλήρη ελευ6ερία τα πάντα. Κ αι τώρα , που είχα μπροστά μου τ ο ίδι.ο μου "[ο παιδί, ή μουν ακό μη πιο χαμένη στα πελάγη της πληρότητας. Έβλεπα

πι ζωή να εξελίσσετα ι και μπορούσα πιο εVκoλα να κατανοήσω τη δύνα μή τη τ.

Γιατί, όταν έφερα εκείνο το παιδί στον κόσ μο . δεν ή~ερα τίπο ­ τα γι' αυτόν. Κ αι δε ϋσ μπορούσα να τ ' ονομάσω, ένα πα ιδί γεννημένο από έρωτα. ' Αλ/α πράγματα γέννησαν τον έρωτα α­ νάμεσα ο ' εμένα και τον Χαρίλαο, μα ο έρωτάς μας ποτέ δε

γεννοβόλησε για το χατίρ ι μας. ΚΙ ορκ ίστηκα στην ομοοφιά, στο βλέ μμα τούτου του γκρίζου ουρανού, ποτέ πια να μην εμπιστευτώ τα δεδομένα. Γιατί τα

δεδομένα ανήκουν στκ στιγμές κι η αξία του; είναι τό ση , όση κι η ζωή μερικών εντό μων που ολοκληρώνουν τον κύκλο τη; φύσης του; σε μερικ ές ώρες. Κι εμείς μπρ οστά τους μοιάζουμε θεοί, μιας κ ι η μοίρα του; καtJOΡίζεται απ' τις ορέξεις μας. Και δεν ξέρω για το θάνατο, μα η ζωή, μια όρεξη ε ίναι και τίποτ' άλλο.

Τις άλ/ες μ.έQες, τις επόμενες, κατάλαβα πωι; τα είπανε μεταξύ τουε.

Οι γυναίκες nιλίχτηκ αν σ' ένα πέπλο σιωπήτ, όταν είδαν πως

το μυστικό του; είχε γίνει ζήτημα. Δεν είχαν ενδείξεις για ν' α μ ­ φισβητήσουν την αγάπη τους, την αγάπη τη δική μου κι έτσι

κράτησαν μια στάση ανεκτική . Έτσι κ ι αλ/ι.ώς, εκείνες δεν είχαν λόγο να 'να ι δυστυχι.σμένες. Υπάκουαν σιω πηλά σε μια φύση που δεν μπορ ούσαν ν' αλλάξουν. Κ ι όλα πήραν το ρυ6μό του; κι έγιναν όπως ήταν και πριν. Δεν Ι 78


ο ι ΑΝΑΛΦΑ Β Η ΤΟΙ ΤΟΥ Ε ΡΩ ΤΑ

έμαθα, μέχρι που του; άφησα, ποιες ήταν οι επιδράσεις από τη

συζή τησή μας με τον Μιχάλη . Και δε δα το μάθω ποτέ . Γιατί από τέτοιε τ συζητήσεις δε βγάζε ις ποτέ ένα σαφές και συy.tεκριμtνo

αποτέλεσμα. Αφήνεσαι μόνο στα νήματα τη ; ίδιας τη; ψυχής σου και τ' αποτέλεσμα δεν ε ίναι ποτέ εκε ίνο που μετράε ι. Ε, κατά τ' άλλα, γυρίσαμε πάλι σ' έναν πιο γνώρ ιμο ρυδμό.

Μ όνο που τώρα μπορούσα να διακρ ίνω έναν βαθύτερ ο σε βασμό απέναντί μου, απ ' όλους τους. Δεν ή μουνα π ια μόνο η μητέρα

αλ/ά και η οδηγός . Είχαν με λίγα λόγια, εκπληρώσε ι του; στόχου; μου. Και τώρα το ξέρω πως τα λόγια μου δεν πή γαν χαμένα. Κα ι θέλω να καbησuxάζω τον εαυτό μου ότι τ ' αγόρια μου κάνανε σωστά. Ζήσανε μαζί με τκ; ίδιες γυναίκες, εετιμώντφ; μέσα σ' αυτές

άλλα δετικά στοιχεία κι έχοντας υπόψη του; ότι έτσι ή αλλιώς,

., ".-

συ μβίωση σημαίνει συμβιβασμός. -~ -_."

.

-

' Η ρθε η ώρα κ ι ο καιρός να φύγω. Όχι πως υπήρχε πράγματι κάποιος περιορισμός. θ α μπορούσα να ξοδέψω όλη μου τη ζωή εκεί, μαζί τους. Αλ/ά, ήταν αρκετά. Η απύθμενη εσωτερικότητά μου χωρούσε ακόμα ατέλειωτα «ποϋέματα εμπειριών που δε δα μου αποκαλύπτονταν ποτέ σαν γιαγιά ή μητέρα. Έπρεπ ε να του δίνω. Κ ι έτσι έκανα. Χωρίς συζήτηση ή προ βληματισμού ς, ανακοίνωσα μια ωραία νύχτα τη ν ε πιθυμία μου.

..Ε, καλά ήτανε.

Ώ ρα μου είνα ι πια να πάω πίσω. Έχω σφήσει

πολ/ά πράγματα εκεί κάτω ». Μ ε κλό ματα κα ι δλίψη αληθινή το δέχτηκαν χ ωρίς να επιχε ι­ ρήσουν να τ' αλ/όξουν.

Ο χωρ ισμός ε ίνα ι πάντα ίδιος. Μ ια βουβή ηλίfiια σκηνή που ποτέ δεν αποδόθηκε σωστά. Μ ια σκη νή βα{hάς βίας, βιασμού της ίδια τη; επι6υ μίας μας. Γιατί είναι τα λίγα δευτερόλεπτα που χάνεσα ι α ιωρούμενο; σε μια γελοία ατμόσφαιρα, χωρίς να ξέρεις τι στ' αλήθεια fiες και τι σημαίνουν όλα. Με ταχύτητα ανεξήγητη περνούν από μπροστά σου ε ικόνες, έννοια; κα ι νοήματα που ποτέ δε

fia

εξερευνήσεις. Κ ι άλλες πάλι φορές «ισθάνεσω τε­

λείως κενός και ψάχνεις με παν ικό να βρεις ένα κάποιο συναΙ-

179


4

εγΑ Ο Μ ΗΡΟΛΗ

σθη μα και να πιαστε ίς πάνω του. Κι όσο και να ΨάχνΕ ις δε βρ ί­ σκεις τίποτα ... Κ\ όμως, εκείνες τι; στιγμέε, τα δέχε σαι όλα μ' ένα 6λ.ιβερό ύφοτ γεμάτο αγανάκ τη ση κι υπομονή, ευχαρίστηση κι ενοχές ... Τέλος πάντων, σι αποχωρισμοί ήταν πάντα για μένα μια αψκο­ τ/ μέ ση κ ατάστα ση κα ι γι ' αυτό δεν τους συ ωτάϋησα ποτέ. ΚΙ

η αλή6εια είνα ι ότι

fio

προτιμούσα να πάρω τα πράγ ματά μου,

μόνη κι έρημη κα ι να πά ω στο σταθμό χωρ ίς κανέναν- χωρίς ούτε καν να πω αντίο. Δ εν ε ίχα κ ανένα αντίο να πω, δεν πίστευ α στα αντίο και πιο πολύ στα δακρύβρεχτα του είδους. Είχα υποσχεθε ί στον εαυτό μου να μη χαbώ πατέ ξανά στα

δάκρυα κι οι λυγμοί να μην ξαναρυfiμωoυν την ανάσα μου . Μ ου

αρεσ αν οι ξένοιαστες αναπνοές. Σαν αυτές των μικρών πα ιδιών όταν κ ο ιμούνται,

Γ

Σε μερικές μέρες όλα ήταν έ τοιμα. Εκείνε ς ο ι τελευτα ίε ς μtρες

ήταν πολύ όμορφες, όπως και οι πρώτες. Παρατήρησα πως όλα τα πρ ώΊα μοιάζουν με τα τ ελευτα ίο. Είναι το ίδιο έντονα φοο­

τισμένα ή κενά. Δεν ξέρω αν μπορ ούν να ε ίναι τ ο ίδ ιο ευχάριστα ή δυ σάρεστα , αλλά είνα ι φτιαγμένσ απ ' την ίδια ύλη , είναι πρόγμστα του ίδ ιου ε ίδου ς, αξ έχαστα . Είχα περάσει ό μορφα και ίσωζ θα ' πρεπε να μείνω πιο πολύ .

. Ηθτλσ κι άλ/ο χρόνο

με τα εγγόνια μου κι αυτά ήταν και η μόνη

ΠTjγή tfλίψης εκείνων των τελευτ αίων η μερ ών.

ΟΙ γιο ι μου, έδειξαν φ ανερά την επιf}υμία τους να μείνω κ ι άλ/ο. Και μπορεί να μη με έπε ισαν, αλ/ά έκαναν ό ,τι μπορ ούσαν για να είναι σίγουροι ότι όπου κ α ι να ' μαι, ϋα π ερν ώ καλά. Έτσι, πρώτα απ ' όλα, μου ε~ ασφ άλισαν ένα τα~ ίδl μ ' αεροπλάνο για την ε πιστρο φή . που ούτε μου είχε περάσει απ ' το μυαλό. Γέλασα με την καρδ ιά μου στην ιδέα ότι η χάρη μου θα έφτσνε μtχρl τους ουρανούς .

..Δε νο μίζω να φο βάσαι το αεροπλάνο, μάνα...,. ..Τρελά6ηκες, παιδί μου ; Έχ ω χ άνει πολύ πιο

επικίνδυνες

"πrήσεις" για να με φοβίσει τώρα η κυριoλε~ ία τη ; λtξη ρ.·.

Μ ου έδωσαν κ ι οι δυο του; χρή ματα. τόσα όσα δεν είχα ποτέ μtχρι τότε πιάσει στα χέρια μου ... Και με τη διαφορά του νο μί-

180


Ο Ι ΑΝ ΑΛΦΑ Β Η ΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

σ ματος στην Ελλάδα δα ήμουνα στ ' αλή6εια πλούσια. Ε, ρε Πα ­ ναγιώτα , τι ω ραίες μtρες που μας π ερ ιμtνoυν!

..Μανούλα,

σ ' αγαπά με κι ό,τι άλ/ο χρειαστείς να μας γράψεις

και ϋσ στο στείλου με. Μόνο που δέλου με να μας υποσχεϋεκ κάτι. .. Μ όλις γυρίσεις να πας να δε κ τον πατέρα ... Θ α ε ίνα ι δύ­

σκολο αυτό;"

.....Δύσκολο; Μ α

όχι β έ βαια ... Είνα ι το μόνο που ε πιθυ μώ κα ι το

πρώτο ΠΟ\1 δέλω να κάνω . Είναι. .. ο β ασ ικός λόγος που θέλω να γυρίσω πίσω ...

..Ω , μα αυτό

είναι υπέροχο! Θέλουμε την επόμενη φορά να σας

δούμε μαζί- .. Ν α μας τον φαήσεκ και να του πε ις πως τον αγα ­ πά με κα ι πως μας έχει λείψει πάρα πολύ. Β έβα ια ... είναι πολύ πιθανό ότι 6α έρθου με εμείς πριν από σαο- .

..Τι; Μ α αυτό κι αν ε ίναι υπέροχο! Κ α ι γιατί δε μου το λέτε τόση ώρα. που να πάρει η ευχή,..

..Το

κρατούσαμε για έκπλη ξη, δέλαμε να σου το πού με τελευ ­

ταίο, αντί για αντίο". Όλα μου τα συνα ισθή ματα ή ταν ταχτοπο ιημένα όμορφα και

παστρικά μες στην ψυχή μου. Τίποτε δε δα τέλειωνε εχ εΙ μέσα σ ' εκείνο το μεγάλο αεροδρό μιο, το γε μάτο κόσμο . Όλα θα μπο ­ ρούσαν πάντα να ε παναλαμβάνονται κατά βούλη ση. Έφευγα αλλά δεν άφηνα τίπο τα πίσω μου. Τα έπαιρνα όλα μαζί μου. Ήμουνα γεμάτη χαρούμενα συνα ισθήματα κι η 6λίψη είχε προς

το π&eόν νικη6εί.

Παρ'- όλα αυτά, έ φευγα. Έφευγα πάλι. Είναι τόσο ωραίο να _ μπορεί κανείς να φεύγε ι. Τους κο ίταζα μέσα απ' τα Τξά μια. "';Ηταν

όλΟι ~εΙ μαζεμενοι και με κοίταζαν μtχρι την τελευταία στιγμή. Δεν είχα μαντίλι άσπρο γ ια να του; κουνή σω. αλλά δε σταμάτησα

ούτε στιγμή να του; χαιρ ετώ με το χέρι μου. Σε λίγο ήταν κιόλας πολύ μακριά αλλά μπορούσα ακόμα να νιώ6ω την αγάπη του; να με τυλίγει σαν ζεστό σύννεφο. Ω , αισθανόμουνα τόσο όμορ ­ φα ... ε ίναι όμορφ ο να σ' αγαπούν και να το ξέρ ε ις κα ι να στο δείχνουν με τέτοιο τρό πο. Ακόμα κ ι οι νύ φες μου είχαν μάθει να δείχνουν ελεύδερα τον πόνο και τη χαρά τους. Τις παρακολου­ θούσα κι ήταν φανερό πως είχαν απoμακρυνbεί λίγο από την κρύα φύση τους, που τα ήΟελε όλα οργανωμένα. Κ άτι μέσα μου μού έλεγε ότι με τον κα ιρ ό θα μπορούσαν να ξεπεράσουν όλα

181


, εΥΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η

τα προ βλήματα και να πλησιάσουν με έναν άλλο τρόπο του; άντρες τοικ. Θ έλω να πιστεύω πως αν έγινε κάτι τέτοιο, έχω κι εγώ συ μ βάλει σ ' αυτό.

Δεν είχα δε ι ποτέ αλη6ινό αεροπλάνο ούτε ήξερα το αληδινό του μέγε6ος. Μ ου φάνηκε μικρό. Μ ε τη φανταοία μου το rίχα πλάσε ι πολύ μεγαλύΤΕ{)Ο . Πάντοτε έτσι έκανα, μ' όλα τα πράγ ­ ματα. Αν μ ' άφηνες μόνη με τον εαυτό μου, έστω κα ι για πολύ λίγο, όλα μέσα μου έπαιρναν τεράστιες διαστάσεις κι όταν ύστε ­ ρα έρχονταν κοντά μου, αληδινά κα ι χε ιροπιαστά, μου άφηναν πάντα μια αίσθηση έλλειψη ς μόνο και μόνο επε ιδή τα είχα επι­ θψ μήσει μεγαλύτερα, σπουδαιότερα, επιβλητικότερα ... Όμως, παρ' όλα τα πρωτό γνωρα συνα ισδή ματα που γεννήfiη ­

καν τότε μέσα μου, τώρα δεν έχω καμιά όρεξη να τα αναπολήσω. Ήόελα πάντοτε τόσο πολύ να είμαι άνδρωπας δεμένος με την

εποχή του και με το χρόνο, ή6ελα πάντα τόσο πολύ να προχωρώ και να γνωρίζω εγώ, πρ ώτη απ ' όλους, όλα τα κα ινούρια θσυμσ­ στά είτε αυτά ήταν σκέψεις και ιδέες εΙτε ήταν αεροπλάνα και

πύραυλοι Κ αι όχι, δεν το έχω σκοπό να το παραδεχτώ ότι μου έκανε τόση μεγάλη εντύπωση , γιατί

ba

'δελα τόσο πολύ να είμα ι

ο πρώτος άνδρ ωπος που μπήκ ε ποτέ σ' αεροπλόνο. Εκείνο ό μως που μπορώ να παραδεχτώ ότι με συγκλόνισε δεν

ήταν το ίδιο το μέσον, αλ/ά το βαθύτερο συναίσθη μα του να πετά ς. Κι αυτό με ευκολία το παρ αδέχ ο μαι γ ιατί όσες φορές κι

αν πέταςα στο μέλ/ον, κι όσες άλλες κι αν πετούσα στη ζωή μου , πάλι το ίδ ιο συναίσθη μα θο είχα. Έκσταση, Μ ' άρεσε να μπορώ ν ' αφή νω ελεύ6ερες όλες τις εξωτερικές παοα στά σεκ κι εντυπώσεκ να μπα ίνουν μέσα μου και να με μεταφέρουν όπου θέλουν αυτό; ' Εδινα πάντα άλλη διάσταση σ ' άτι άΥΥιζε το βλέμμα μου και το έκανα ποίηση μtσα στην ψυχή μου . Γινό μουνο ένα με τις στιγμtς κι ό.τι αυτές κουβαλούσαν μαζΙ τους. Η απληστία μου ήταν δίχως όρια, τα ήfiελα όλα κα ι έτσι έπρεπε και να τα ζω όλα με τα όλα μου, Μ ε κσθετί που μπορού­ σα να γευτώ, γευό μουνα . Γεύτηκα τα σύννεφα κι αγάπησα τον ουρανό όπως ε /χα αγα­

πήσει και την προέκταση ή την αρχή του, τη fiάλoooa.

182


ΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ των Α6ηνών ήταν ένα μέρος που ποτέ δεν

είχε τύχε ι μtxρι τότε να επισκεφτώ και δεν είχα την παρ αμικρή

ιδέα γ ια το πόσο απέχε ι από το κέντρο τη; Afiήνας και συγκε­ κρ ιμένα από το σπίτι μου .

•"Οστε δε σας περιμένει κανείς; Δεν έχετε κσθόλου συγγενείς;» ..Είναι αλήθεια ότι δε με περ ιμέ:vει κανείς, αλ/ά δεν μπορώ να καταλάβω το συλλογισμό σας. θ έλετε να πείτε ότι οι συΥΥενείς

είνα ι μόνο για να μας περιμένουν στα αεροδρό μια;» Απάντη σα στον κύρ ιο που καθόταν φoβισμtνoς δίπλα μου. Του άρεσε η συζήτηση αλλά δεν μπορούσα να του κάνω το xaTίQ L Αυτή για μένα ήταν μια μοναδική ε μπειρ ία και δεν ήταν δυνατόν να τη

χαρα μlσω. Μόλις βρήκα μια καλή ευκα ιρία, την κοπάνη σα κα ι πήγα να καθίσω μόνη μου σε μια κενή θέση που ανακάλυψα λίγο

πιο πίσω. Ήταν αλήθεια ότι κανείς δε θα ήταν στο αεροδρόμιο για μtνα. Όχι πω; με στενοχωρούσε αυτό, αλ/ά ή&λα πολύ να μιλήσω σε κάπο ιον για κε ίνα π ου ε ίδα κα ι που έκανα ... Δεν ξέρω γ ιατί, αλ/ά ο ενθουσιασμό; μου ήταν τόσο μεγάλος που δεν μπορούσα να

συγκρστ/6ώ μtxρι να φτάσω στο σπίτι και να βρω την Παναγιώ­ τα.

Η Π αναγιώτα ... Θεέ μου , δεν είχε ιδέα πως έ φτανα. Θ α τη ς έκανα έκπληξη λοιπόν, ήταν μια καλή ευκαιρία. Μ έσα στις βαλίτσες μου, στοιβαγμένα μαζί με τα ρούχα μου

ήταν κ ι όλα εκείνα τα ντοκουμέντα τη ς ζωής μου. Τα αποτυπώ ­ ματα της ύπαρξής μου που δε θα μπορούσε πια να αμφισβητη6εί

ποτέ . Κα ι γύριζα π ίσ ω χωρίς κανένα αλη6ινό σχέδ ιο και χωρίς κανένα σκο πό να κάνω κάποιο σχέδιο, μα δεν ε ίναι υπέροχο να

είσα ι ελεύ6ερος; Υπάρχε ι βέβα ια και η μοναξιά. Κι εγώ ήμουνα μόνη α π' όλους τους ταξιδιώτες στο αεροδρό μιο της Αδήνας περιμένοντας μόνο τις βαλίτσες μου και τίποτε άλ/ο. Κ ι ύστερα ... σπίτι, Ευτυχώς

183


ΕΥΑ ΟΜ Η ΡΟΛΗ

είχαμε φτάσει καλά κα ι παρ ' όλο που αισϋανόμουνσ τα αφτιά

μου βουλωμένα κα ι το κεφ άλι μου να β ου ίζε ι σαν τρ ελό. δεν μπορώ να πω ότι ταλαοτωρήθηκα καϋόλοψ. Ούτε π ου το κατά ­ λαβα.

• Τελικά δεν ήταν και τόσο ά σχημη η ιδέα μου να πάρω τα ξί από

το αεροδρόμιο γ ια το σπίτι. Αυτό έλυσε όλα τα προβλή ματα και, εξάλ/ου, ε ίχα π ια αρκετά χρή ματα για να το ρ ίξω λιγάκι έξω .

Το μόνο π ου είχα να κάνω ήταν νο: π ω στον οδη γό τ/ δ ιεύ ­ θυνση και μετά βολεύτηκ α μια χαρ ά στο π ίσω κ άθισμα κα ι από ­ λαυσα τη διαδρομή π ου ήταν αρκετά μεγάλη. ' Εφτασα ακρ ιβώς το μεσημέρ ι και μήνας Αύγου στος καδώς ήταν, έ σκασα α πό τη ζέστη που την ε ίχα ξεσυνηδίσει. Μόλις μπήκαμε στο στενό που μέναμε, έψαξα με το βλέ μμα να βρω το μπαλκόνι μας κι αναγνώρισα την Παναγιώτα που την είχε

αράξε ι εκ εί για να ξεφύγει από τον καύσωνα. Βγήκ α η μισή έξω α π' το παρά6υρο του αυ τοκ ινήτου κ ι άQχισα

να τη ; φωνάζω μ ' όλη μου τη δύνα μη. Ο οδηγό; γύρισε και με κο ίταξε σαν χαμένος , αλ/ά δεν μπ ορούσα να του δώσω καθόλου

ση μασ ία . - Π αναγαδτα ααο! Ή ρδα!»

Πετάχτη κε πάνω σε μια στιγ μή , με αναγνώρ ισε κι έτρεξε να βγει γ ια να με προϋπαντή σει. ' Άνοιξ α την πόρτα πριν καλά καλά σταματήσουμε κα ι έτρε ­

ξα στην αγκαλιά τη ς. Αχ, τι ωραία στ ιγ μή . Έκαν ε κι εκείνη χα ­ ρά π ου με ε ίδε. Ή μουνα πολύ χαρούμενη που ε ίχα γυ ρ ίσε ι πί­ σω κ ι ή ξερα πως μπορε ί να μη με περ ίμεναν στο αεροδρό μιο.

αλλά με περίμεναν με την αγκαλιό του; ορθάνο ιχτη και γεμάτη αγάπη.

Κουβαλήσα με μαζί τι; βαλίτσες μου. πλήρ ωσα τον τα ξιτζή κα ι μπήκα πάλι στο σπίτι μου . στο σπίτι μας. Όλα ήταν όπως τα είχα

α φήσε ι κι η Π αναγιώτα ήταν καλή νοικοκυρ ά. Έλα μπε το σπίτι. λες και με περίμενε .

..Επιτέλους!

Κάποια στιγμή , ξέρεις , απογο ητεύτηκα και πίστε ­

ψα πως ή ταν τόσο καλά εκει, ώστε είχες απ οφασίσε ι να μην ξαναγυρίσεις πίσω. Κ αι τότε, δεν ξέρω τι δα ' εσνα, φαντάζο μαι

184


ΟΙ Α ΝΑΛΦΑΒΗΤΟΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

άτι δα 'Q χό μουν να σε βρω. Λέγε μου όμως, πώς πέρασες; Θέλω να τ ' ακούσω όλα!» Τη ν είχε πιάσει μια ανυ πο μο νη σία, άλ/ο πράγμα. Δ ε μ ' άφ ησε

στιγ μή να ξαποστάσω ούτε να ανοίξω τκ β αλίτσες μου. Έφτιαξε μόνο ένα δυνατό καφέ κι έκατσε απέναντί μου όλη αφτιά . « Μ α, βρε χριστιανή μου, τρελάδηκες; Ακόμα δεν μπορώ ν ' α ­ κούσω τίποτα . Το κεφάλι μου πάε ι να σπάσει και τ ' αφτιά μου βου ίζουν σαν δαιμονισμένα. Έχουμε καιρό , θσ στα πω όλα ...

« ΌχΙ, όχι δεν μπορ ώ να περιμtνω . Κι έτσι κι αλ/ιώς, το κ αλύ­ τερο που μπορε ίς να κάνε ις για το κ ε φ άλι σου, ε ίναι να πιεις έναν καφέ . Θα αναζωογονη6είς και με την κ ουβέντα, 6α ξεχάσεις την ταλαιπωρία σου. Π ες μου, λοιπ όν.; Π έρασες καλά; Ναι ή όχι;»

« Π έρασα πολύ ό μορφα, φιλενάδα. Ονειρεμένα. Αχ, τι να κάνω τώρα ; Μπορ ώ να σου ξεφύγω;. .. Τ έλος πάντων, από πού ν' αρ­

χίσω » Α πλώθηκσ στην αγα πημένη μου πολυθο όνσ, που το κορμί μου έδειςε φσνεοά τη χαρά του που την ξανάβρισκε, πήρα τον καφ έ μου στο χέρ ι κι άρχισα να διηγού μαι τα πάντα από την αρχή . Η Π αναγιώτα ε ίχε κουλουριαστεί στον καναπέ κι άκουγε με τα

μάτια της γoυρλωμtνα σαν μικρό π α ιδί 'Η ταν όμορφο να κατα ­ λαβαίνω ότι της είχα λείψ ει.

Τη ς μv..ησα πολλές ώρες χωρίς να σταματήσω . Το ενδιαφέρον που έδειχνε με ξεκούραζε κ α ι συνέχιζα . Κι έληα κι έλεγα κα ι

τελειω μό δεν ε ίχα. Μ έχρι που σκοτείνιασε έξω, ευτυχωτ. γιατί δρόσισε και λίγο .

Κ ι όταν πεινάσαμε, έφ ερ ε το φαί που είχε ψήσει το μεσημέρι και το κστα βροχθίσαμε στο μπαλκόνι. Δεν είχαμε φάε ι όλη τη μέρα. Είχε και κρασ~ παρ ' όλο που η ίδια δεν έπινε όσο εγώ .

..Π άντα

φύλαγα δυο τρ ία μπουκάλια σπίτι., για σένα».

Κ αι περάσαμε δυο τρεις μέρες έτσι, μιλώντα ς ασταμάτητα, κ ι αναλύοντας τα πάντα με κάδε λε πτο μέρε ια . Μπορούσα να δια ­ κρίνω μtσα στο βλtμμα της μια ζήλια.

Ένα παράπονο βγήκε στην ε πιφάνε ια κ ι εκείνη δεν έκανε καμιά προσπά6εια να το κρύψει. Έβαλε τα κλά ματα πολλές φορές αναπολώντας τη δική τη;

185


εγΑ ΟΜΗ ΡΟΛ Η

οικογένεια, τα δικά της παιδ ιά που μπ ορεί να τα εγκατέλειψε εκείνη , αλλά αυτά την είχαν πολύ πριν απ ' αυτό ξεγρόψει.. Ο

άντρας της, οι συγγενείς τη; όλοι, η χαμένη τη; ζωή κι., εγώ. Λυγμοί και δάκρυα τη συγκλόνιζαν και ή6ελε συνέχεια να μου επαναλαμβάνει πόσο πολύτιμη τη; ή μουν, πόση ζωή της ε!χα χαρίσει, έτσι χωρίς να τη ς ζητήσω τίποτα .

. Άρχισε

τι συγκρίσεις, τις προβλέψεις, τκ δύ μησες. Πνίγηκε

μέσα στα «ρσντάοου» και του; φόβους της. ' ~e~ από έναν

εψι:άλτ/ που ήταν ακό μα ζωντανός όσο και περίπλοκος. Και μπο ­ ρούσα να διακρίνω μέσα στο βά6ος της σκέψης τη ς, ότι δεν είχε ακόμα απόλυτα πειστεί πως εκείνο που έχανε ήταν το σωστό. Έπρεπε να την πείσω πως κα ι μες στη λύπη, είνα ι παρήγορο να έχεις τις ευδύνες εσύ. Ό μως εγώ το 'ξερα πως είναι δύσκολο να είσα ι ο οδηγός της μοίρας και οι Ουσίες είναι πάντοτε μεγάλες. Ο ι απώλειες; Υπο­ φερτές αλλά υπάρχουν .

..Μα

εσένα, Ελένη, η μοναξιά σου, είναι μια ε πιθυμία και μά ­

λιστα πρόσκαιρη. Μοιά ζει με κσταφύγ ιο που το επισκέπτεσαι μόνο ό ταν το 6ες. Ύστερα ... μπορείς να πας αλλού και να βρ ε ις συντροφιά, ανδρώπους δικούς σου και πάνω απ' όλα, αγάπη. »Εμένσ η μοναξιά μου είναι μια φυλακή, μια αιώνια κατάσταση . Ν αι, εντάξει, εγώ το διάλεξα να φύγω αλ/ά τώρα δεν μπ ορ ώ να διαλtξω τιπ οτ ε άλ/ο. Ενώ εσύ μπορείς να διαλtγ ε ις κάt)ε μέρσ.. .

..Για

σένα, χαλή μου , αυτή η μοναξιά που τώρα τη; φορτώνε­

σαι και την κατηγορείς , τότε ήταν η μόνη διtξoδoς ... και τέλος πάντων, μόνο γι' αυτό αξίζει να την περ ιφρο νείς λιγότερο. Κι έχεις εμtνα ... εμένα που τόσ ο πολύ λες πως μ ' αγα πάς ... ή μήπ ως

με χρε ιάζεσαι, μήπω ς είμαι κι εγώ η μόνη σου λύση και τϋτ οτ' άλλο;» Μα η Π αναγιώτα ή6ελε πιο δυνατού; δεσμούς για να μπορεί να vιώf)ει ασφαλής και να ξαπλώνε ι με νωχέλε ια στην πολυθρόνα της ζωής τ/ς. Ή 6ελε τ/ν προστασία ενός άντρα, μιας οικογένειας. Κι αυτό, η στο καλό μπορούσε να σημαίνει; Π ώς ήiΠλε πίσω όλα εκε ίνα που η ίδια είχε εγκαταλε ίψει με τόση ευχολια; Χμ. μπορεΙ Μόνο που δεν τα ή6ελε ακριβώς {δια. Τα ήθε ­ λε λίγο πιο ζεστά, λίγο πιο επιτυχημένα, λίγο πιο ... τέλε ια . Μή -

186


Ο Ι ΑΝΑΛ ΦΑ Β ΗΤΟΙ ΤΟ Υ Ε ΡΩΤΑ

πως έτσι δεν τα 6έλ.ου με όλοι μας; Έτσι δεν τα ήϋελα κι εγώ; Δεν ξέρω αν είναι σκληρό που δεν είναι καθόλου τέλεια, που τίποτε δεν ε ίναι τέλε ιο κι ούτε μπορώ να φανταστώ τι θα κάνα με αν ήταν πάντα όλα ό πως τα 6έλουμε χωρίς να χρειάζετα ι κανένας συμβιβασμός, κ αμιά θυσία. Όμως πιστεύω πως κάπως έτσι είναι ο δάνατος κ ι εγώ σγσπώ μόνο τη ζωή.

Μ ετά από τη διήγησή μου κα ι τις φιλοσοφία; ��ας, γυρίσαμε πίσω στον κόσμο . Εγώ είχα κιόλας έτο ιμο το σχέδ ιό μου για το μέλλον, Έπρεπε να πάω πίσω στο χωριό. ' Οχι μόνο επειδή το είχα υ πο ­ σχεθει κ α ι στα πα ιδ ιά μου , μα κα ι γιατί το ήθελα Το είχα ανάγκη να δω ξανά τον άντρα μου κα ι να τον σφίξω στην αγκαλιά μου. Δίσταζα να τη ; το πω αμέσως. Π ροέβλεπα ότι αυτό θα την έρ ιχνε πάλι σε μελαγχολία. Και βέ βα ια δεν μπορούσα να την πάρω μαζί μου . Στην αρχή τουλάχιστον. Αργότερα, ήμουνα σί­ γουρη ότι θα ήταν ωραίο να έρ6ει να με ίνει μαζί μας. Πολύ ωραίο για μένα δηλαδή, γιατί απ ' όσο την ήξερα κι α π ' εκε ίνα που εΙχαμε πει, καταλάβαινα ότι κ άτι τέτοιο δα της έδειχνε πάλι τη μοναξιά τη ; και την αναγκαστ ική μοναδικ ότητα της επιλογής τη ς. Την αγαπούσα. Είχε μια πολύ μεγάλη θέ ση στην καρδιά μου,

μου ήταν πολύ τιμη και είχα πάρε ι πάρα πολλά από κε ίνη , όσο κ ι αν ήταν σίγουρη πω ς δεν τη; ζητούσα τίποτα.

Η φ ιλία της μου έδινε δύναμη κι εκείνη η σχετική αδυναμία τη; ήταν για μένα το βιβλίο απ' όπου μάθα ινα να είμαι καλύτερη. Κα ι, στο κάτω κάτω, ήμουνα κι εγώ δ ιχασμένη . ' Ηθελα να πάω στον

Χαρίλαο, αλλά δεν ήΟελα να την αφήσω. Ή μουνα σίγουρη ότι πoλλtς φορ ές ϋα αναζητούσα τη συντροφιά τη ς. Γι' αυτό όλο

ανέβ αλα να της το π ω αλ/ά και να το αποφασισω. Καθυ στεοού­ σα βρίσκοντας χίλιες προφάσεις για να ξεγελώ τον εαυτό μου .

~άλ/oυ περνούσαμε τόσο ωραία ... Σκέφτηκα πως η μόνη λύση ήταν να πάμε κάπου μαζί πριν την αναχώρησή μου για το χωρ ιό .

Κ ά τι μου έλεγε ότι η Π αναγι ώτα θα ξετρελα ινόταν μ ' αυτήν την ιδέα. Μόνο που τώρα. το 6αλασσοχώρι που μας είχε τόσες

φορές φιλοξενήσεΙ, δε θα ή ταν αρκετό . « Ν ησΙΙ .. φώναξε με ενθουσιασμό μόλις τη; ανακο ίνωσα την

187


4

ΕΎΑ ΟΜ ΗΡΟΛΗ

ιδέα μου . Και δεν μπορ ούσα να κάνω τίποτε άλ/ο παρά να συ μ­

φωνήσω μαζί της. Έτσι κ ι αλλιώς δεν ε ίχαμε ποτέ πάε ι σε νησί. ΚΙ αυτό ήταν ένα κάποιο πρόβλημα , μιας και δεν ε ίχαμε ιδ έα πού

δα ήταν καλύτερα να πάμε . Όμως η επιθυ μία μα ς να φύγου με ήταν τόσο μεγάλη ,που λεπτό δεν κάτσα με να το σκεφτού με . Μ αζέψαμε τα πράγματά μας στα γρήγορα και κατεβήκα με στον Πειρ αιά . Ρωτήσαμε απ' εδώ , ρωτήσαμε απ' εκε ί κ αι μπήκ αμε ο ' εκείνο το πλο ίο που μας είπαν πως πηγαίνει στην Ύδρ α. Ι δέ α δεν είχα με πώς θσ ήταν, αλλά τι άλλο να κάνα με; Έτσι κι αλ/ιώς, εκείνο το σ απιοκάραβ ο ήταν τόσο γε μάτο α πό κόσμο ώστε δε μας άφη νε τη ν παραμικρή αμφ ιβολία ότι η Ύδρα θσ ήταν πολύ καλό μέρος για να περά σει κανείς μερ ιχέ ς μέρες ξένο ιαστος .

Π αρ ' όλο που δεν είχε fiάλασσα κι ο αέρα ς ήταν :πολύ ήρεμος, αυτό το διαβολε μένο κ αρά βι ήταν τόσο μικρό που δεν μπορούσε να παραμείνει σταθερό κι ακ ούνητο. Είχαμε βολευτε ί, όσο μπο ­ ρούσα με δηλαδή, σε μια γωνιά στο κατάστρω μα κι έ βλεπα δίπλα μου την Π αναγιώτα κάτασπρη , μ ' ένα χ αμένο βλέμμα κ α ι φσντα ­ ζό μουνα πω ς κ ι εγώ δε θσ πήγαινα πίσω. Το μόνο που είχα στο μυαλό μου ήταν ν ' αξf.ζει στ ' αλήθε ια αυτό το νη σί τόση ταλα ι­ π ωρία . Σ' όλη τη διάρκεια του τα ξιδιού δε βγάλαμε λέξη. Κοιτά­ ζαμε τον ορίζοντα που ήταν το μόνο στοϋερό ση μείο και προ­ σπσϋούσαμε να φανταστού με ότι δεν κουνιό μασταν. Σ ' όλο το πλοίο επ ικρατούσε τρομερή ησυχία και φσντάστηκα ότι κάπως έτσι αισθάνονταν όλοι. Ακ ούγαμε τα κύματα να χτυ­

πάνε το κ αράβ ι κ αι να το πηγαίνουν όπου fiέλουν αυτά.

Σε λίγο μπορούσα με να δούμε το νησί α πό μακριά. Δε φαινόταν σπουδαίο. ' Η ταν πολύ μικρό αλλά γεμάτο κόσμο που πήγαινε κ ι ερ χόταν πάνω κ άτω στου; μικαού; δρόμους του νησιού . Το μόνο π ου filλoμE κι οι δυο ήτ αν να ξαπλώσουμε και να μη μας ενοχλή σει κανείς. Πιστεύ α με ότι θα κάνα με πολλή ώρα να συνέλθουμε α π' το ταξ ίδι. Κι έτσι το πρώτο μας μέλη μα ήταν να

βρ ούμε ένα κατάλυ μα και να β ολέψου με τα κορμιά μας.

Τ ο κ αλοκαίρι ήταν στη μεγάλη ακμή του κ αι η ζέστη πολλέ ς

188


Ο Ι ΑΝΑΛ ΦΑ Β ΗΤΟΙ ΤΟΥ

EPQTA

φορές καταντούσε αφόρητη. Δ εν ξέραμε τι να κάνουμε για να πρ οφυλαχτού με και το πρόβλη μα ήταν πως η μεγάλη μας κού ­ ραση μας εμπόδιζε να ξεκινήσουμε για ν ' ανακαλύψουμε κα μιό καλή παρ αλία .

Π ερπατή σα με πολύ μέχρι να βρούμε κάποιο μέρος για να μεί ­ νουμε. Όλα ήταν κατά μεστα από κ όσμο. Φυλές τη; γης, που ποτέ δεν είχα δει ως τότε. πήγα ιναν κι έρχονταν μπροστά στα μάτια μας. Ήταν κρίμα που δεν μπορούσαμε να κάτσουμε και να τ ις

περιεργαστούμε, ' Επρεπε οπωσδήποτε να βρονμε κάπου να μεί­ νουμε . Είχαμε μαζί κα ι τα πράγματά μας που μας βάρ αιναν αφό ­ ρητα και η Παναγιώτα έδειχνε αδικαιολόγητα αποκαμωμένη. Ρ ωτήσαμε από δω κι από κ ε ι και καταλήξαμε στη δροσερή σκ ιά ενός μικρού ωτόμεοου ξενοδοχείου που είχε χώρο να μας

φιλοξενή σε ι. Όταν μπήκαμε μέσα στο μικρό μας δω μάτιο, η α ­ νακούφισή μας ήταν τόση που δεν κάνα με τίποτε όλλο παρ ά

πέσαμε μ ' όλη μας τ/ δύναμη πάνω στα καf}αρά κρε βάτια και βγάλαμε τα ρούχα μας. Αφήσαμε τ ις βαλίτσες μας ά6tκτες να μας περιμένουν κα ι δεν ασχoληfiήκαμε ούτε λεπτό μαζί τους. Δεν είχαμε προλάβει καλά κ αλά να τεντώσουμε τα πιασμένα κόκαλά μας κ αι η Π αναγιώτα κο ιμόταν κ ιόλας του καλού καιρού .

Π ροσπάθησα εκνευοισμένη να τ/ν ταρ ακο υνή σω να σηκωθεί Μου ή ταν εντελώς αδιανόητο ότι μπορούσε να κοιμάται με τέ­ τοια αναισθησισ σ ' ένα τόσο ωραίο κα ι ζωντανό νησί. Κ αι, τέλος πάντων, ήταν και η πρώτη φορά που ή μασταν σ ' ένα νησί. Δεν μπόρεσα να εξηγή σ ω τη συμπεριφορά τη ς μέχρ ι που ένιω ­ σα κ ι εγώ τα μάτια μου να κλείνουν . Ή ταν τόσο ωραία στο δωμάτιο εκείνο . Δροσερά και καδαρά κ αι το κρε βάτι ανα παυτικό και άνετο. Η Π αναγ ιώτα δίπλα μου δεν κουνιόταν καθόλου κα ι η απόλυτη ησυχία με παρέσυρε σ' ένα βαθύ ύπνο που ό.τι κα ι αν έκανα, δεν κ ατάφ ερα να του αντιστοϋω.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου δεν ήμουν σε θέση να υπολογίσω πόσες ώρ ες κ οιμό μουνα. Είχα ξυπνήσει από κάτι φωνές και τρα­

γούδια. Μουσική και κιbόρες κάτω από το παράδυρό μας. Είχε

189


ΕγΑ ΟΜ Η ΡΟΛ Η προφανώς π εράσει κ άποια κεφότη παρέα. Δεν ήξερ α ούτε τι

ώρα ήταν. Τe ό μαξα και πετάχτηκα πάνω σαν τρελή , όταν κατάλαβα ότι έξω ήταν κιόλας σκοτάδι

..Παναγιώτα!

Ξύπνα που να σε πάρεΙ! Νύχτωσε κ ι ακόμσ. κ οι­

μόμαστε, αν είνα ι δυνατόν!» ' Ανοι.ξε σιγά σιγά τα μάτια της κα ι με κοίταξε μ ' ένα χαμόγελο. Κ ι ύστερα χααρουοήθηκε μ' όλη τη ς την άνεση κα ι μου ε ίπε:

..Κι

άσχημα κ άνου με, δηλαδή; Γιατί να μην κο ιμηθού με»

« Ώ στε γι' αυτό κάναμε τόσο δρόμο να 'οϋου με εδώ; Για να

κοιμηθού με, Λες και δεν έχουμε κρεβάτια σπίτια μας; Μα τρ ελά · δηκες χριστιανή μου; Τι έχεις πά{tε ι; Έχουμε τόσα και τόσα να δούμε και να κ άνουμε ...

..Ουφ,

με την κούραση που ε ίχαμε, τι νομίζε ις ότι δα μπορού ­

σαμε, έτσι κ ι αλ/ιώς, να δούμε ή περισσότερο να κάνουμε ; Ενώ

τώρα είμαστε φρέσκε ς κα ι ξεκούραστες κ ι είμαι στη διάθε σή σου κι έτοιμη για όλα". Εδώ που τα λέμε, δεν είχε και τόσο άδικο . Κ αι τελικά δεν ήταν τόσο αρ γά. Ούτε εννιά η ώρ α το βράδυ. δηλαδή. Β έ βα ια, μέχρι να ετο ιμαστούμε και να κάνουμε τα μπάνια μας κ α ι την τουαλέτα μας, πήγε δέκα και μισή, αλλά πάλι νωρίς ήταν. Μ πορεί να έφταιγε που ή μουνα σκοτωμένη στην κούραση ό ­ ταν φ τάσαμε και δεν μπόρεσα να εκτιμήσω την ο μορφιό του νησιού. ΚΙ ίσως πάλι, επειδή ήμουν τόσο ξεκούραστη και κεφάτη. μου

όρεσε τόσο πολύ τη νύχτα . Η μυρωδιά της δάλασσας γινόταν πιο έντονη στο σκοτάδι κ αι

δαρρώ πως αυτό συ μβαίνε ι πάντα αλ/ά δεν έχω ιδέα γιατί Τα φώτα γεννούσαν άλ/η μια μ ικρή πολιτε ία, ολόιδια πάνω στα νερά

του λιμανιού κ ι ίσως κα ι πιο ζωντανή από την αληόι.νή , μιας κι ετούτη έτρεμε από π όδος κι η δονή . Μόνο να την κοιτάζεις ήταν αρκετό για να ζαλιστείς και να μεθύσει; και να πέσεις σε κά{tε

είδους αμαρτία. Π ερπατήσα με πάνω κάτω στο πλακόστρωτο του λι μανιού κ αι

χαζεύαμε τριγύρω με τα μάτια ολάνο ιχτα και τις κ αρ διές μα ς παραδομένες στην ο μορφιό του τοπίου. Δε 6έλαμε να σταματή ­ σουμε, αλ/6 ή μασταν νηστικές όλη τη μέρα κι έπρεπε κ άτι να

190


ΟΙ ΑΝ ΑΛΦΑΒΗΤ ΟΙ ΤΟ Υ ΕΡ ΩΤΑ

βάλουμε στο στό μα μας. ' Η τσν κι εκείνει; ο ι διαβολεμένε ς μυρω ­ διές, έξω από κάδε ταβ ερνάκι. που σε )Jγωναν κι έκαναν την πείνα αληθινό μπελά.

Κ αθίσα με στο πρώτο που μας άρεσ ε και παραγγείλα με κά6ε λογή ς με ζέ δες. Μ α ς είχε πιάσει τέτοια πε ίνα π ου νομίζα με ότι ϋα

μπορούσα με να φάμε γ ια τέ σσερ ις κι έτσι στο τέλος φάγαμε του σκασμού . Κ απνίσαμε απανωτά τσιγάρ α μπας και γλιτώσαμε από κε ίνη τη β αρυστο μαχιά αλλά αποφαοίσαμε πως το καλύτερο ϋα ήταν να κάνουμε άλλον έναν περίπατο . Το περ πάτη μα είναι ό.τι πιο αποτελεσματικό για ΠΙ χώνεψη .

Το π ιο ωραίο απ ' όλα ή ταν η διαπίστωσή μας ότι δεν είμαστε ο ι μόνες μοναχικές γυνα ίκ ε ς πάνω στο νησί ούτε κι ο ι μόνες μεσή ­ λικε ς που τα πίνανε σαν νσύτεε στα μπαρ . Bλt πα με γύρω μας πoλλt ς σαν κ ι εμάς κα ι κάδε φορά δ ιασταυρώνονταν τα βλέ μμα ­ τά μας κ αι χαμογελούσαμε με κ ατανό η ση κι αγάπη , 6αρρώ . Μ α

ποτέ δεν κάτσαμε να πιάσου με φιλίες ούτε και παρέα κάναμε με τίποτα ό μο ιές μας . Κι ήταν, βέ βα ια. ολοφάνερο ότι ούτε κ ι εκε ί­ νε ς δέλανε να μας πλη σιάσουν. Μ ωρέ. ίδ ιε ς κι απαράλ/αχτες μ' ε μά ς ήταν όλε ς τους. Μ υαλω­ μtνες και ξύπνιε ς. Φτάσανε από τη ν άλλη άκρη του κόσ μου σ ' εκείνο το ξερονή σι τη ; χαράς για να περάσουνε όμορφα. Κα ι τι σκατά ό μορφα ϋα π ερνούσανε αν κάνανε παρέα με τίποτα ό ­

μοιέ ς τουτ; θα κάθονταν να τα π ιούνε και να καταλή ξουν άλλη μια φορά πόσο σκληρή ε ίναι η ζωή; Ή μή πως δα ανταλλάοσανε κα μιά ιδέα πλε ξίματος πάνω στο κύμα; Α. μπα. Σκοπός όλων μας ήταν να ξεφύγουμε και να περάσουμε καλά και ξέραμε ποια παρέα θα μπορο ύσε να μας το προσφέρ ε ι .

•Α ντρες.

Χα. ��α ... Μ ωρ έ καλά το 'χε πει ο χαραμοφάης ο σκα­

τόγιατρος π ως ή μασταν τρελές. Τρελtς για δέσιμο ή μασταν κ αι δεν μπορ ώ να περιγράψω την ευτυχία που μου πρ οσφέρει τούτη δω η ευκαιρία να τα διηγη6ώ όλα κ αι να περιμένω τις αντιδοάσεκ όσων τα δια βάσουνε . Βρε όλοι το ίδιο είμαστε . Κι εμείς σι γυναίκες, από τα βά6η τη;

ιστορίας μέχρι το αόρατο σημείο του μελλοντικού ορίζοντα, κ ι αυτού ακόμα που δεν έ χε ι προλάβε ι ως τ ώρα να ανοιχτε ί, τι

191


, εγΑ Ο Μ Η ΡΟλ Η

σκατά 6αρρεΙτε πως ψάχνουμε; Κα ι τι είναι εκείνο που ποτέ δεν παύε ι να μας δίνει χαρά; ΤΙ δηλαδή , επε ιδή οι πιο πoΛλtς κάνουν

τις ηδικές και ξαπλώνοντα ι χάμω μέχρι να γυρίσεις την πλάτη σου ;

Και πως ξαπλώνονται, καη μένε, πατέ δε μ' ενόχλη σε. Μα ~λη αυτή η μυξοπαρbενιά κι η σοβαροφάνεια; Γιατί; Αν υπι1eχει κά­ ποιφ; λόγος το παραδέχο μαι. Γιατ ί, άμα κάποια είναι πσντοεμένη δεν είναι και σωστό να τα κάνε ι όλα στα φσνερά Μ α να κάνουνε μερικές μερικές τις άσπιλες μόνο και μόνο γιατί έτσι του; είπανε πως είνα ι το σωστό κα ι το κορμί μα ς μας λέει λάδος, ε αυτό δεν το αντέχω . Τέλος πάντων, η κα6εμιά έχε ι τον τρόπο τη ς, και τον τύπο τη ; κ αι τη μffloδό τη ς. Ας κρατήσω τη γνώ μη μου για μένα αυτή τη

φορά. Αχ, μα η εικόνα από δυο δυνατά μπράτσ α κ αι η τρελή σκέψη από ένα κομμάτι καυτή σάωω που 6α παρα μένει οοθω­ μένη περήφανα σαν καμπαναρ ιό στο τοπ ίο ενός χωριού και που πάνω τη;

fta

μπορέ σε κ να καρφώσεις όλη την ψυχή σου, είναι

όλη η πληρότητα που μέ σα τη; μπορ εί να κλείνεται, όποτε fiέλε ι, η ίδια η ζωή. Κι είνα ι η ίδια εικόνα που μέ χρι τώρα κάνε ι τα

μπούτια μου να σφίγγονται πεισματικά γύρω από τη μοναξιά μου και τα καταραμένα σουφρωμένα μου βυζιά.

Κι εκείνο το νησί έ μοιαζε με φυλάκιο χτισμένο ακριβώς πάνω στα σύνορα που χωρίζουν την κόλαση απ ' τον παράδε ισο . Για

μένα, που τα χρόνια μου μου άφηνσν πολλές αμφ ιβολίες, ήταν ακόμα πιο δύσκολο να προβλέψω τι τελικά θα αντιπροσώπευ ε

στο μέλλον.

.

Γιατί βουτούσε; τα ποδάρια σου στο κύμα, ξάπλωνες αναπαυ­

τικά πάνω στην άμμο και μπορούσες να θσυμάσεκ όλα τα χερου­ βείμ του ουρανού να αναδύονται απ' του ς αφρούς πασαλειμμένα με το αντιηλ.ιακό τοιπ; Κι αισθανόσουνα την κ αρδούλα σου -κ αι όχι μόνο- να τρέμε ι με πανικό μπροστά σε τόση απλoχεeιά τελειότητα; Κι αλίμονο, όταν ύστ ερα έκανε ς κι εσύ να σηκωf)είς, με άνεση κ αι χάρη, ερχόταν αμείλικτη σαν βουβή κατάρα εκείνη η βαρύ ­ τητα και παράσερνε τα κρέατά σου σ' έναν κατήφορο που τα έ φερνε στο ίδιο ύψος με τα βouναλάκια της άμμου. Ε ρε, κι εκείνος ο ανταγωνισμός! Εδώ δεν ήταν καρφοχώρι που

192


ΟΙ Α Ν λ/ΦΑΒ Η ΤΟ I ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

τα 6ηλυχά δεν tεμυτούσαν και βρ ίσκαμε κι εμε ίς οι μεστωμένο; κανένα τρυ φερούδι. Εδώ ο κόσ μος πνηότονε από νιάτα και σφ ι­ χτά μαυρισμtνα β υζάκ ια, έτοιμα να τρυπή σουν τα φτηνά μοντέρ ­ να μπλουζάκια ΠΟ1) τα καταπίεζαν.

ε καλά, δεν ήταν κα ι τόσο άσχη μα τα πράγματα για μας. Μ πο­ ρεί να είχαμε τα χρονάκια μας αλλά δεν ε ίχαμε ακόμα παραδώσει τα όπλα. Κι έπε ιτα , είναι πια γνωστό πως τα νιάτα τα εκτιμάς; _

μόνο όταν δεν τα 'χε ις. ' Οτσν είσαι γε μάτος απ' αυτά. δεν το βλtπεις και τόσο σπουδαίο να τα δια6έσεις για μια νύχτα. Και

μέσα σ' εκείνα τα στρψόκωλα μnO(?άκια που το oινόπνn,μα έ­ δινε κι i n a lQVE, δtκα είκοσι χρόνια πάνω ή κάτω δεν παίζανε κα ι τόση σημασία. Όμως 6αρρούσα πως μέσα σ' εκείνη τ/ν αλλόκοτη απεραντο­

σύνη των χρωμάτων και των γεύσεων, τα νιάτα γίνovταν μόνο {ιέμα ιδιαίτερηι; ποοστηρ ητικότηττκ. Στ' αλήbεια, δεν υπήρχαν. Γιατί τίποτα δεν υπήρχε πέρα απ ' τ/ν αναζήτη ση ΤΟ1) μερτικού σΟ1) από την ηδονή .

Κι εμείς είχαμε μά(n:ι, τ ο 'χα με συνηθίσει πια, να είμαστε με ­ σήλιχε ς. γυναίκες, φτωχές και παντρεμένες με παιδιά. Ύστερα

ξεχνούσαμε κα6ετί περασμένο και πaσxίζαμε να οΥεννη6ούμε ξα­ νά κ αι ξανά, μέσα απ' τη δική μαι; nλtoν μήτρα. Κι ετούτη η νέα

μήτρα δεν ήταν τ ίποτε άλλο παρά ένα τραβηγμlνo συνσϊσϋη μα . μια 6έληση.

11

ψυχή μας ενάντια στο τέλος, στο κλείσιμο του

κύκλο υ.

-

--

Μ πΟρεί και να 'ναι συναισ6ήματα που έρχονται τώρα στην ψυχή μου, που δεν υ πήρχαν τότε, όταν όλα αυτά ήταν αλη{hνά και κοντινό μου. Ί σως γιατί έτσι γίνεται ποα/ς φορέ ς με την αλήbεια :rης κά6ε στιγμής. Τη ζούμε αλλά δεν ε ίναι εύκολο να τη

νιώσουμε ως το βό6όι; τ/ι; ψuxής μας. Μετ6 απόκαιρό μόνο. από χρόνια πολλά, μπορούν όλα κ αι ξανάρχονται αμέτρητες φορές. Κ αι ε ίναι τότε που έχε ι.ι; όλο το χρόνο κα ι την υπο μονή να τα

ξεδιαλύνει.ι; και ν' αποφοσίσω; εκ των υστέρων, αν ήταν χαρού ­ μενα ή 6λιβερά . Σηκώναμε τκ φούστεε μας και πλατσουρίζαμεστα ρηχά κάτω απ' το φεγγάρι, μισομεθυσμένεταπό τκ; μυρωδιiς τη; νύχτ ω; κα ι "(ην απεραντοσύνη του ουρανού .

Όμως ... θυμάμαι ... για την Π αναγιώ τα τίποτα στ ' αλήθεια δεν

193


= EVA

ΟΜ ΗΡΟΛ Η

έ μο ιαζε να 'χε ι νόημα. Κουρ αζόταν εύκ ολα κι έμοιαζε να

χει

κά που μια μεγάλη τρύ πα που από αυτήν χυνόταν κάδε απόϋεμα ενθουσιασμού. Π ολλές φορές τη; φ ώναζα γ ελώντας:

..Βρ ες κανέ ­

ναν ομορ φονιό να ο' αναζωογονήσει, γιατί δε σε βλέπω καλά!» αλλά τη; ήταν αρκετό να χα μογελά κοιτώντω; με στα μάτια και μετά να ξαπλώνει αποκαμω μένη π άνω στην ά μμο.

Είχαμε ξεκινή σει όλο εκ ε ίνο το ταξ ίδι για να ξεδώσουμε , να ξεφύγου με από κάθε βαριά σκέψη. Κι είχαμε καταντήσει καθο ­ λικές καλόγριες σε 6ρη σκευτιχή αποστολή.

Εκ ε ίνο που έβλεπα να της δ ίνε ι περισσότερη χαρά ή ταν όταν καδό μαστε ο ι δυο μας σε μια ήσυχη γωνιά, μ' όλο τον κόσμο και τ/ φασαρία τη ; ζωής μακριά μας. Χ αλάρωνε, αφηνόταν και μου ζητούσε να τη; μιλώ . ..' Α ντε πες κάτι, βρε Ελένη», με προέτρεπε ξέ ροντας πως έτσι και ξεκ ινούσα δε 'δα στ αμάταγα για πολλές

ώρες. Έμοιαζε να το 'χ ε ι ανάγκη να τη ς μιλώ και δε νοιαζόταν και τόσο για το τι έλεγα. Μ όνο που δεν τη ς άρ εσε να τη ρωτάω τίποτα, δεν ή6ελε κα ­ ϋόλοψ να συμμετέχει- Προτιμούσε να κάθετο ι βου βή και ν ' ακούει τις ατέλειω'tες φιλοσοφ ίες μου. Σαν μικρό παιδί που 6έλει συνέ­ χ εια παραμύδια για να παρ αμείνει φρ όνιμο. Τκ νύχτες δεν μπορ ούσε να κοιμη6εί χι ένα βράδυ χα/ι μουρ ­ μούριζε κ ι ύ στ ερα την άκουσα να κλαίε ι με κάτι πνιχτού ς, ογο­

νακ τισμένου; λυγμούς .

.,Τι έπα6ες λοιπόν; Τ ι έχεις;» ..Τίποτα ... δεν είνα ι τίποτα... Εφ ιάλτη ς._ πάει πέρασε τώρα». ..Εφιάλτη ς; Τώρα βλtπε ις εφιάλτες κα ι ξύπνια, καημένη» .,θυ μά μαl» , είπε με μια πνιγ μtνη φωνή που ακούστηκε σαν να 'ρχόταν α πό πολύ μακριά . ..Θυμάμα ι κα ι δεν υ πάρχε ι πιο μεγάλος εφ ιάλτης από αυτόν».

Δεν ε ίπε Τ\ θυ μόταν, ίσως γιατί δεν ή ξερε ούτε εκείνη . Όταν η ανάμνη ση καταντά εφιάλτης, που σε κρατά ξύπνιο στη μtση

τη; νύχτας, παύε ι να 'χε ι αρχή, τέλος, νόη μα. Γίνεται ένα κουβόρι από πολύχρωμες κλωστές, καλομαγε ιρεμένη σούπα "ου μέσ α της επιπλtoν όλα όσα μπορ ε ί κανείς να φσνταστε ί Μπερδεύο ­ νται ο ι ε ποχές και οι χρόνο ι, τα καλά και τα κακά κι όλα μο ιάζουν να γίνονται ένα πηχτό ζου μί που το αισθάνεσαι να σε περ ιλούζε ι α πό την κορφή μtxρι τα νύχια.

194


Ol

ΑΝ ΑΛ ΦΑ Β Η ΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡ ΩΤΑ

Εγώ ποοοπσθούσσ μάταια να ζήσω την τελευτα ία μου αμαρ­ τια. Να ξεφύγω απ' την πραγ ματική εικόνα του εαυτού μου που έ πρεπε πόλι αργά ή γρήγορα να υιοθετήσω. Κι η Π αναγιώτα δε σταματού σε να μου ζητάε ι να μιλά ω. Να λέ ω κ ι άλλα κ ι άλλα, να μην τελειώσω ποτέ . ' Επρεπε να ε φευρί­ σκω ιστορ ίες φανταστικές, διη γήσει.ς; κ α ι γεγονότα που δεν ανή ­

καν σε κανέναν κόσμο που δεν ανταποκρίνονταν σε κ α μιά αλή ­ ϋε ια Έστυβα με μανία το μυαλό μου να κατε βάσει κ αινούρια πράγματα για να μπορώ να κρατώ το διχό τη; μυαλό μακριά απ ' τη θύ μη ση , το μόν ιμο εφιάλτη της. Χ ωρίς να στα ματώ να μιλάω, τη ν περιεργα ζόμουνα με την ά ­ κρη του ματιού μου. Είχε τα μάτια της ορθάνοιχτα και κοίταζε προς τον ουρανό, λες κι εκεί εξελισσόταν κάτι πολύ σημαντ ικό.

Μ πορ ε ί και να εξελισσόταν. Κ άποτε ε ίπε πως είχε κάνε ι δέηση στον ουρ ανό να γεννηθε ί ξανά, να μην τελειώσει ο χρόνος τη ς,

να έχε ι άλ/η μια ευκαιρ ία .

..Π φ! Σπουδαία δέηση !" τη; είπα εγώ . .. Όλοι οι άνf)ρωπoι στον πλανήτη την έχουν κάνε ι κάποτε. Ο ουρ ανός ε ίναι πήχτρα από

τέτοιες δεήσε κ-. Όμως εκείνη ούτε που χα μογέλασε καθόλου. Το 'χε πάρει στα σοβαρά κα ι το πίστευε. Όχι πως στ ' αλήθε ια θα ε ίχε άλ/η μ ια ευκα ιρ ία, αλλά πως είχε το δικαίωμα να τη ζητήσε ι Έψαχνα με αληθινή υπο μονή να βρω τι διάβολο ήταν εκε ίνο που τη; έ φερνε τόση κατά6λιψη , αλλά δεν μπορούσα. Δεν ήταν τόσο η πιθανότητα τη ς επισηωφή; μου στον Χαρ ί­ λαο, πάντως. Αυτό το είχα συζητή σει μαζί τη ς. Κατά βάδος, δ εν

ήξερ ε ούτε εκε ίνη τι τη ; χαλούσε τόσο πολύ το κέφ ι και τη ; έ πα ιρνε κάδε διάf7ε ση μακρ ιά. Θα το μαbα ίναμε όμως κι οι δυο αργότερα. Προς το παρόν, οι μi{>ες κυλούσαν αφήνοντας πίσω του; κάτι σαν μύξ α όμοια με κε ίνη που αφ ήνουν οι σαλίγκαροι, όταν σέρ ­ νονται χωρ ίς νόημα πάνω στις φυλ/ωσιές. Ήταν ένας χαμένος; κ αιρός που έ μοιαζε με ο μίχλη. Σαν να μην πέρασε ποτέ, σαν να μην τον ζή σα με."Αδε ιος από καbετί. Έβλεπα τρ ιγύρω τον κόσμο να γελά κ α ι να ε πιδίδεται σε κόf)ε λογής ξε φαντώματα και ζήλευα. Μ ' είχε καταλάβει μια ανε~έλι·

γκτη περ ιέργεια. Θα 'θελα να μπορούσα να μάθω την LOTOU'a. τη

195


ΕΎΑ ΟΜΗΡΟΛΗ

ζωή του κα6ενός που με προσπερνούσε. Είχα πειστε ί πως όλοι τραβούσαν μαζί τους μια α μαρτία . Κ αι με συνέπαιρνε η έννοια κ α ι το βά60ς τη ς. Επε ιδή , στ ' ολήθε ια, ε ίναι κάτι που μπορεί και

να μην υπάρχει καθόλου . Αλ/ά κι έτσ ι όπω ς υπάρχει με τόσο μπ ερδεμένη κ αι δυσδιάκριτη υπόστ α ση, είναι τόσο ξεχωριστή κι

αλλιώτικη για τον καθένα, ώστε ε ίναι θαύμα π ως μπορε ί πάντδτε ν' αναγνωρίζεται απ ' όλους.

Αχ, αλή6εια, έτσι έχουν συνή6ως τα πράγματα . Μόνο που μετά γερνάς και βλέπε ις πως η αμαρτία ε ίναι μια τεράστια , ανεξάντλη ­ τη πηγή ζωής. Κι ε ίναι πολλές ο ι φορές που γελώ στη σκέψη πως πρέπει να 'χω κάνει π άρ α πολ/έ ς για να ' μα ι ακόμα τόσο διαβο ­ λεμένα ζωντανή .

..Μ α

όλες αυτές οι βασανιστικές μυρ ωδιές δεν μπορούν ούτε

λίγο να φτάσουν στο στομάχι σου; Μ μμμ. δεν είναι δυνατόν να μην μπορε ίς να ξεχωρίσεις τα τηγανητά καλα μαρ άκια, το χταπο ­

δάκι στη σχάρα. το φρεσκοκομμένο αγγούρι. Π οπό , Θεέ μου, δεν αντέχω άλ/ο. Είμαι έτοιμη να φάω τα δάχτυλά μου ». Όμως όλες αυτές οι θεσπέσω; μυρ ωδιές, το μόνο που μπο­

ρούσαν να ξυπνήσουν μέ σα τη; ήταν το αίσθημα τη ; ναυτίας. Κι ας ε ίχε να φάει δυο τρ ε ις μέρες. Κα ι να πεκ ότι έπινε ; Τίποτα. Απολύτως τίποτα. Εκεί ήταν που τα χρειάστηκα. Να μην έχει όρ εξη να χοροπηδήσει, να πη δηχτ ε ί ή να γλεντή σ ει, μπορούσα πάνω κ άτω να το σεβαστώ, παρ ' όλο που δεν το καταλά βαινα. Aλ/i1, ζωντανός οργανισμός, γυναίκα ολόκληρ η κ αι να μη f.tlλEI να

β άλει μπουκιά στο στό μα τη ; -κα ι τι μπουκιά εδώ που τα λέμε, μπουκιά κ α ι συγχώρ ιο- ε, αυτό μου έκοψε τα πόδια από την τρομάρα. Γιατί δεν ήταν και κανένα παιδί. Δ εν παοωωλουθούσα

αν έφ αγ ε και τι έ φ αγε και πόσ ο π ολύ. Φίλη τη ς ήμουνα κ ι όχι γκουβ ερνάντα τη ς. Κ αι μάλλον ψιλοάργησα να το καταλά βω ότι

η Π αναγ ιώτα δεν ε ίχε βάλει τίποτα στο στόμα τη ς τ ις τελευταίες μέρες.

Νηστεία που τη διαλέγεις ε ίναι δ ίαιτα , νηστεία που σε διαλέγει είναι αρρώστια και μάλιστα ύ πουλη.

Τι στο κ αλό να έκανα; Δεν ήθελα να β άλω κα ι κα μιά κακή σκέψη στο μυαλό μου ,

Ήμουνα συνέχεια μαζί της κα ι δεν

μπορ ούσα να διακρ ίνω αν άλ/αζε. Έπειτα δεν ε ίχε κα ι κανέ ­

να συνταρ ακτικό σύμπτω μα. Κανέναν π όνο , λίγο πυρετό , κά -

196


ΟΙ ΑΝΑΛΦ ΑΒ ΗΤΟ Ι ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

τι που να μου τρα βήξει την προσοχή , τέλος πάντων. Είχαμε με ίνει δυο βδο μάδες, ίσως κ αι παραπάνω σ' εκείνο το

νησί και τίποτα δεν είχαμε καταλάβει. Μ ια ηρε μία βουβή κ ι ακί­ νητη ή ταν η κάδε μας μtρα. Μια ηρ εμία που κατάντησα να μ' αρέσε ι κάπως. Δεν ήταν δηλαδή κ αι τόσο άσχημη . Kαbό μoυνα στο μπαλκονάκι στο δωμάτιό μας κι έγραφα μtχρ ι

που έ πεφτε ο ήλιος κα ι δεν έβλεπα πια. Είχες μαζί μου κι ένα άσπρο παγωμένο κρασ ί και νόμιζα πως όλα πήγαιναν περίφημα.

Η Π αναγιώτα κ αθόταν δίπλα μου κερω μtνη κι αγνάντευε τον ορίζοντα. ' Ενιωϋα το βλέ μμα τη ς να τρυπάει τα βουνά, τα σύν­ νεφα και να βρίσκει τη διαχωριστική γρα μμή ανάμεσα σ' ουρανό

κ αι '6άλασσα και να πλάθει εικόνες κατάδικές τη ς , έτσι όπως θα ''6ελε να 'ταν η ζωή τη ς. · Υστερα, κα μιά φορά, άμα μου ' βγ αινε κα μιά καλή αράδα , τη ς τη διάβαζα δυνατά και μ ' άκουγε χωρίς να λέει τίποτα. Τι άσχημο πράγμα να υπάρχει ένα ς άνδρωπος έτσι κοντά σου και να μη λέει τίποτα. Η βουβαμάρα του πλακώνε ι την ψuχή σου και οι σκέήJεις σου γίνονται έντομα που ζουζουνίζουν μtσα στο κ ε φάλι σου, ψάχνοντας να βρouν του; λόγους, τις α ιτίες κι όλε ς

τις πι'6αvές λύσεις. Ακούς φωνές ξένες που δεν ανήκουν σε κανέναν, ουρλιαχτά από κά πο ιον που χάνεται κα ι ζητά βοήθεια. Η βουβή κατάρα τη ς ΣΥVΊΙπαρξη ς, απ ' ό.τι κι αν προέρχεταΙ, είναι πάντα τρ ομαχτική . Σε κάνε ι να '6έλεις να απλώσεις σαν τρε λός το χέρι και να κρα ­ τήσεις κοντά σου το συναίσθημα , τη σκέήJη που εξατμίζεται στον πιο αθώο άνε μο.

Η Π αναγιώτα ή ταν καταδικασμένη σε ϋάνατο. Είδα τη σκιά του πίσω απ ' το σ βέρκο τη ς, τη μαυρ ίλα του μέσα στο φοβισμένο τη ; βλέμ μα, τη μαν ία του στην ψιθυριστή φωνή τη; και την έννοιά

του ολόκληρη στο κουρέλι εκε ίνο που λίγο πριν ή ταν ψυχή . Μ ου

'etre

και το 'δα κ ατά ματα μια νύχτα που είχαμε αράξει

στο μπαλκόνL Σηκώθηκε για να πάε ι να ξαπλώσει κ ι ήταν ολό­ κληρη ένας θόνστοτ. Σιχαμερός.. Ανοιξα τα μάτια μου διάπλα­

τα και τον κοίταζα σαν χαμένη. Ο τρ ό μος με πλημμύριζε στη σκέψη ότι εκείνη τη νύχτα δε θα κοψόμουν στο ίδιο δωμάτιο με

197


ΕΎΑ Ο Μ Η ΡΟΛ Η την αγαπημένη μου φίλη, αλ/.ά με τον Χ άρο αυτοπροσώ πως. Ξάπλωσα σαν κορμός δέντρου στο κρεβάτι μου κα ι δεν έκλει ­

σα μάτι όλη νύχτα. Του την είχα στημένη εκε ί στο σκοτάδι, στο διπλανό κρεβάτΙ, του κερατά, και τον άκουγα ν' αναπνέει, έ βλεπα

το περίγραμμα του κορμιού του, τον μύριζα κι αν ήθελα δα μπο­ ρούσα και να τον αγγίξω. Όμως δεν ήϋελα. Την ό.λ/η μέρ α, δε βρήκ α κ αι τίποτα καλύτεe o να κάνω, σκέ ­ τρτηκα πω; ήταν καιρός ν' α ποφ ασίσω αν τελικά αυτή ήταν η Παναγιώτα που ήξερα ή ο Χάρος με καστανά μαλλιά κα ι η λιο ­

κα μένο δέρ μα. Φανταζόμουνα ότι η αδυνα μία μου να καταλά βω τι ακρ ι βώς συνέ β αινε προερχόταν απ ' το ότι ή μουνα συνέχεια μαζί της. Μό­ νο αν την πάταγ ε τρένο θα 'πα ιρνα χαμπάρι. Οι αλλαγές αυτές ήτ αν σιωπηλό; και aργές.

Σηκώθηκα, λοιπόν, πριν ξυ πνήσεΙ, άφη σα ένα ση με ίωμα ότι δα έλε ιπα όλη τη μέρα κι έφυγα Δεν ήξερ α πού δα πήγα ινα αλλά βγήκ α ακροπατώντας απ' το δωμάτιο κ αι τράβηξα με προσοχή την πόρτα πίσω μου. Ε., δε

bma και

πολύ να χαδείς σ' ένα μέρος που δε γνωρίζεις.

Μπήκα στο πρώτο στενό που βρ ήκα και δε σταμάτησα να περ ­

πατώ παρά μόνο όταν σιγουρεύτηκα ότι δε δα μπορούσα να γυρίσω πίσω. Έτσι αισθάνθηκα πιο μόνη , τελε ίως μόνη κα ι ξέ ­ νοιαστη. Έτοιμη να περιπλανηδώ , χαλαρή στις αναμνή σεις μου. Είχα φτάσει σ' ένα ύψω μα κι απ' την άκρη ενός χω ματόδρο ­ μου, μπορούσα να δω τη θάλασσα από ψηλά και πολύ μακριά. Έκατσα να ξεκουραστώ. παρ ' όλο που η ζέστη ήταν αφόρ ητη κα ι δεν υπήρχε τριγύρ ω τίποτα πρόθυμο να μου προσφέρ ει σκ ιά. Ευτυχώς ήμουνα ντυ μένη πολύ ελαφρά . Σε λιγότερο από δέκα λεπτά ένιωθα τον ιδρώτα να τρέχ ει από παντού κ αι το δέρμα μου να καίει. Μ ου πέρασε απ ' τ ο μυαλό η τρελή σκέψη ότι ϋα μπορούσα να δροσιστώ α π' τον ίδ ιο το ιδρώ­ τα μου, όταν σε λιγάκ ι θα ήμουνα στ' αλήt1εια μουσκεμένη.

Έτσι δεν ήταν καθόλου δύσκολο να ξεχάσω ολότελα την τω­ ρινή κατάσταση της Παναγιώτας κα ι να επιστρέψω νοη τικά στην αλ/οτινή εικόνα της. Σ ' εκείνη που ε ίχα αγαπήσει. Οι ώρες περνούσαν άσκο πα κι έμοιαζαν με μήνες. ΚΙ όταν σηκώθηκα, τσου οοψ φλω μένη απ ' το λιοπύρΙ, είχα π ια μες στο

198


ΟΙ ΑΝΑΛ ΦΑΒ Η ΤΟΙ ΤΟ Υ Ε ΡΩ ΤΑ

μυαλό μου τη φίλη μου τη γνήσια. Είχα ανάγκη ένα ποτήρ ι

-

ποτήρ ι που λέει ο λόγος- νερό.

Όρμησα σαν μανιασ