Issuu on Google+

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΕΥΝΩΝ

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

ΕνημερωτικοΔελτιο Τεύχος 2, Ιούλιοσ 2012

ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑΣ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ, ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ, ΕΞΕΛΙΞΗ 24-25 Απριλίου 2012

ΔΙΟΡΓΑΝΩΤΕΣ

Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και Ινστιτούτο Ερευνών Προμηθέας

Υπογραφή Πρωτοκόλλου Συνεργασίας του Ινστιτούτου Ερευνών Προμηθέας με το Κινέζικο Ερευνητικό Κέντρο

«Σύγχρονος Κόσμος» Πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία, το διήμερο Συνέδριο που συνδιοργάνωσαν το Ινστιτούτο Ερευνών «Προμηθέας» και το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου. Στόχος του συνεδρίου ήταν να προσεγγίσει την ιστορική εξέλιξη της Αριστεράς στην Κύπρο και να ενδιατρίψει στα πρώτα βήματα του κινήματος της Κυπριακής Αριστεράς προσπαθώντας να φωτίσει ορισμένες από τις πτυχές της δράσης της. (Συνέχεια στη σελ.3)

συντακτική επιτροπή

Γιάννος Κατσουρίδης Κώστας Γουλιάμος Κωστάκης Κωνσταντίνου Σωτηρούλα Γιασεμή

Ινστιτούτο Ερευνών ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Ανδρέα Παπακώστα 1, 1037 Καϊμακλί Λευκωσία, Κύπρος τηλ.22432111, φαξ.22432112 www.inep.org.cy / info@inep.org.cy

(Συνέχεια στη σελ.2)

περιεχόμενα • Πρωτόκολλο Συνεργασίας • Συνέδριο για την Κυπριακή Αριστερά • Η συμμετοχή της Κύπρου στο Πρόγραμμα PISA: κίνδυνοι και προκλήσεις • Κοινωνική έρευνα: ο μεγάλος ασθενής • Ισλάμ: ο νέος χώρος αντιπαράθεσης στα κατεχόμενα


Πρωτόκολλο Συνεργασίας του Ινστιτούτου Ερευνών Προμηθέας με το Κινέζικο Ερευνητικό Κέντρο «Σύγχρονος Κόσμος» Στο πλαίσιο της ανάπτυξης σχέσεων με διεθνή ερευνητικά κέντρα, το Ινστιτούτο Ερευνών Προμηθέας έχει προχωρήσει στη σύναψη Πρωτόκολλου Συνεργασίας με το Ερευνητικό Κέντρο της Κίνας, «Σύγχρονος Κόσμος». Το κέντρο CCCWS ιδρύθηκε το 2010. Οι κύριοι ερευνητικοί τομείς του, περιλαμβάνουν τη διεθνή κατάσταση, πολιτικές κομμάτων, τα πολιτικά συστήματα διαφόρων χορών, την εξωτερική πολιτική της Κίνας, σοσιαλιστικές θεωρίες, κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα σκέψης καθώς και συγκριτικές μελέτες ανάπτυξης. Διατηρεί στενούς δεσμούς με εγχώριες πολιτικές δεξαμενές σκέψης, κυβερνητικά τμήματα, πανεπιστήμια και κολλέγια καθώς και ερευνητικά ινστιτούτα. Αναπτύσσει πολλαπλές ακαδημαϊκές ανταλλαγές και συνεργασίες με διεθνή ερευνητικά ινστιτούτα από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Ρωσία, Σουηδία, Ιαπωνία, Βραζιλία, Νότιο Αφρική κ.α. Το Πρωτόκολλο Συνεργασίας μεταξύ των δύο ερευνητικών κέντρων αποτελεί την απαρχή μιας σειράς κοινών δράσεων με αντικείμενο την έρευνα και αναλύσεις για ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος. Η συνεργασία ανάμεσα στα δύο Ινστιτούτα θα δώσει τη δυνατότητα εμβάθυνσης και επιστημονικής ανάλυσης θεμάτων που αφορούν στις σχέσεις των δύο χωρών καθώς και της περιφέρειας.

2

Οι τομείς στους οποίους θα αναπτυχθεί κοινή δράση περιλαμβάνουν, αλλά δεν εξαντλούνται, στα εξής: 1. Διεθνείς σχέσεις / διεθνείς οργανισμοί / γεωπολιτική 2. Διεθνής κατάσταση, 3. Πολιτικά κόμματα / πολιτικά συστήματα / πολιτικές κομμάτων, 4. Διεθνείς σχέσεις, 5.Οικονομία, 6. Εκπαίδευση (πολιτικές και δομή), 7. Ιστορία, 8. Κοινωνικά ρεύματα, 9. Κράτος ευημερίας, πολιτικές μετανάστευσης, 10. Μ.Μ.Ε. Στα πλαίσια συνεργασίας τους τα δύο ινστιτούτα φιλοδοξούν να αποτελέσουν πλατφόρμα για σύναψη σχέσεων με δεξαμενές σκέψης, προωθώντας την ανταλλαγή απόψεων ακαδημαϊκών καθώς και της ακαδημαϊκής έρευνας διαμέσου μιας σειράς μεθοδολογικών εργαλείων και μέσων που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη διενέργεια συμποσίων, συνεδρίων, ανταλλαγών ερευνητών καθώς και εμπλοκή στην εκπόνηση ερευνητικών σχέδιων άλλων φορέων. Δρ. Yu Hongjun, Πρόεδρος του Συμβουλίου του CCCWS


Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑΣ: ΕΜΦΑΝΙΣΗ, ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ, ΕΞΕΛΙΞΗ

Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 24 και Τετάρτη 25 Απριλίου στο κτήριο Αναστάσιος Λεβέντης στο Πανεπιστημίου Κύπρου. Το συνέδριο τίμησε με τη παρουσία του ο εξοχότατος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Δημήτρης Χριστόφιας ο οποίος κήρυξε και την έναρξη των εργασιών του. Στην ομιλία του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφέρθηκε στη συνεχή, πολύπλευρη και αδιάπτωτη παρουσία της αριστεράς στο πολιτικό προσκήνιο τα τελευταία ενενήντα χρόνια, η οποία ωστόσο δεν έχει μελετηθεί με την προσοχή που της αξίζει. Επεσήμανε, επίσης, την ανάγκη αφενός, της καταγραφής και αφετέρου, της επισταμένης μελέτης της ιστορίας της αριστεράς στη Κύπρο. Το αριστερό κίνημα στην Κύπρο έχει να επιδείξει μια μακροχρόνια παρουσία στο νησί, κατά την οποία έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι της Κύπρου. Η ιστορία και η εξέλιξη της κυπριακής Αριστεράς, στη μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα στον κυπριακό χώρο, δεν έχει μέχρι στιγμής αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής επιστημονικής ανάλυσης, σε βαθμό που να ανταποκρίνεται στην ισχυρή κοινωνική και πολιτική της παρουσία στα κυπριακά δρώμενα. Προς αυτή την κατεύθυνση, το Συνέδριο

που διοργάνωσε το ΙΝΕΠ είχε στόχο να προσεγγίσει την ιστορική εξέλιξη της Αριστεράς στην Κύπρο και να ενδιατρίψει στα πρώτα βήματα του κινήματος της κυπριακής αριστεράς. Ακαδημαϊκοί και ερευνητές ανέλυσαν τις διάφορες πτυχές του αριστερού κινήματος από την εμφάνισή του μέχρι και το 1941. Στο συνέδριο κατέθεσαν ανακοινώσεις δεκαέξι (16) εισηγητές. Ανάμεσά τους ακαδημαϊκοί, ερευνητές, υποψήφιοι διδάκτορες καθώς και μεταπτυχιακοί συνεργάτες του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Κατά την διάρκεια των δύο ημερών κατατέθηκαν ανακοινώσεις εστιασμένες στο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής και στη στάση του κοινωνικού κατεστημένου, αλλά και των Βρετανών στην εμφάνιση των σοσιαλιστικών ιδεών, στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου, στα πρώτα βήματα οργάνωσης σε συντεχνίες και την σχέση τους με το ΚΚΚ. Επίσης, παρουσιάστηκαν τα εκφραστικά όργανα του ΚΚΚ, άλλα έντυπα σοσιαλιστικής απόχρωσης, καθώς και τα βασικά πρόσωπα- πρωταγωνιστές της περιόδου.

Τα πρακτικά του συνεδρίου θα εκδοθούν σύντομα σε τόμο και θα περιλαμβάνουν όλες τις ανακοινώσεις των εισηγητών του συνεδρίου.


Η συμμετοχή της Κύπρου στο πρόγραμμα PISA: κίνδυνοι και προκλήσεις Το PISA (Programme for International Student Assessment) είναι ένα πρόγραμμα του Οργανισμού Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) που διεξήχθη για πρώτη φορά το 2000 και έκτοτε υλοποιείται κάθε τρία χρόνια. Σύμφωνα με την διακήρυξη του ίδιου του προγράμματος, το PISA αξιολογεί «πόσο καλά είναι προετοιμασμένοι οι μαθητές να αξιοποιούν γνώσεις και δεξιότητες για να αντιμετωπίζουν ζητήματα της καθημερινής ζωής. Να έχουν δηλαδή δια βίου πρόσβαση στη γνώση και να μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα στην πολιτική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή του τόπου τους». Αξιολογεί τις γνώσεις και δεξιότητες των 15χρονων μαθητών στην κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες συλλέγοντας πληροφορίες για την επίδοσή τους, τα σχολεία τους και τα εκπαιδευτικά συστήματα. Ο πρόλογος της έκθεση του ΟΟΣΑ το 2009, όπου παρουσιάζονται τα συγκριτικά αποτελέσματα των χωρών που έλαβαν μέρος, υπογραμμίζει ότι ένας από τους στόχους των πολιτικών των κρατών στα θέματα παιδείας είναι το να δίνουν τη δυνατότητα στους πολίτες να λαμβάνουν τα πλεονεκτήματα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Εν όψει του γεγονότος ότι η Κύπρος λαμβάνει φέτος μέρος στη συγκεκριμένη έρευνα, τα αποτελέσματα της οποίας θα ανακοινωθούν στο τέλος του 2013, γεννιούνται πολλά ερωτήματα ως προς τους κινδύνους που υπάρχουν αλλά και τις δυνατότητες αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας. Σε συνθήκες όπως τις σημερινές, οι όροι «παγκοσμιοποιημένη οικονομία», «οίκοι αξιολόγησης» στο χώρο της παιδείας με διεθνείς συγκρίσεις στη βάση αγοραίων κριτηρίων, αυθόρμητα ενεργοποιεί αντανακλαστικά. Η επίγνωση των κινδύνων κάθε εργαλείου που έχουμε στα χέρια μας διασφαλίζει την πιο ορθολογιστική αξιοποίησή του. Πυξίδα των ενεργειών μας μπορεί να αποτελέσει μία ουσιαστική συγκριτική μελέτη του τρόπου που διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα έχουν χρησιμοποιήσει μέχρι σήμερα τα αποτελέσματά τους, ανεξάρτητα από τις υποδείξεις εκπαιδευτικής πολιτικής του ΟΟΣΑ.

4

Οι συμμετέχοντες που διακρίθηκαν και στα τρία γνωστικά αντικείμενα το 2006 και το 2009 ήταν με κάποιες διαφοροποιήσεις στη σειρά το Χονγκ- Κονγκ, η Σαγκάη, η Φιλανδία, η Κορέα και ο Καναδάς. Στο πρόγραμμα του ο Barack Obama έθεσε τις ψηλές του προσδοκίες για το εκπαιδευτικό σύστημα των ΗΠΑ με το «Race to the Top», ενώ έκδοση του 2010 στις ΗΠΑ αναλύει την εκπαιδευτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτική κατάσταση των χωρών που είχαν διακριθεί και καταλήγει σε υποδείξεις με στόχο την «αποτελεσματικότητα» και την «αποδοτικότητα» του συστήματος. Η απλή ανάγνωση των δύο κειμένων θυμίζει τις προσεγγίσεις των ΗΠΑ στο χώρο της εκπαίδευσης μετά την εκτόξευση του πρώτου πυραύλου από τους Σοβιετικούς, την έμφαση στο γνωσιολογικό τομέα και στα μετρήσιμα εκείνα αποτελέσματα που οδήγησαν το σύστημα στην παταγώδη αποτυχία. Αντιθέτως οι σκανδιναβικές χώρες με βάση τα αποτελέσματα του 2003 προχώρησαν σε αναλύσεις μη γνωστικών παραγόντων που αφορούν στην παιδεία και ειδικότερα των τρόπων ενίσχυσης των μειονοτικών ομάδων του πληθυσμού. Σε επίπεδο συγκριτικής εκπαίδευσης είναι δεδομένο ότι η αποσπασματική αντιγραφή στοιχείων άλλων εκπαιδευτικών συ��τημάτων είναι η σίγουρη συνταγή αποτυχίας. Δεν έχει νόημα για παράδειγμα να διαπιστώσουμε ότι οι κινέζοι και ιάπωνες μαθητές περνούν πολύ λίγο χρόνο σε αθλητικές και μουσικές δραστηριότητες όταν βιώνουν μια εκπαιδευτική και κοινωνική πραγματικότητα στο τέλος της οποία καταγράφεται απίστευτα ψηλό ποσοστό αυτοκτονιών. Ο κάθε λαός ορίζει πρωτίστως τις δικές του επιδιώξεις σε σχέση με τα χαρακτηριστικά του πολίτη που θέλει, σε σχέση με την κοινωνία που οραματίζεται. Το κάθε εκπαιδευτικό σύστημα κρίνεται από αυτές τις πολιτικές, κοινωνικές και φιλοσοφικές του επιδιώξεις. Η παιδεία δεν είναι ποτέ φιλοσοφικά ουδέτερη και κάθε επιλογή εκπαιδευτικής πολιτικής χαρακτηρίζεται από ιδεολογικό στίγμα. Σε κράτη που ακολουθούν νεοφιλελεύθερες πολιτικές αναμφίβολα η παιδεία από δημόσιο και κοινωνικό αγαθό δέχεται ισχυρές πιέσεις μετατροπής του σε υπηρεσία στην «ελεύθερη αγορά», ενώ θα ήταν αφελές να θεωρεί κάποιος ότι


οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ επιδιώκει μέσω της παιδείας την κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα. Η «ισότιμη συμμετοχή στην πολιτική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή» που διακηρύσσει δεν μπορεί να επιτευχθεί με την ομοιόμορφη εκπαίδευση, εφόσον υπάρχουν ισχυρές διατομικές κοινωνικές διαφορές στην έναρξη και τη διάρκεια της εκπαιδευτικής πορείας. Η ισοπέδωση μέσω της ομοιομορφίας με τη φαινομενική ισότιμη προσφορά οδηγεί στην καλύτερη περίπτωση στη διατήρηση της υφιστάμενης δομής και κυρίως στην όξυνση του χάσματος στις διάφορες μορφές του. Η κριτική αυτή προσέγγιση δεν συνεπάγεται την άρνηση συμμετοχής της Κύπρου σε διεθνή προγράμματα ή έρευνες. Όταν στην πρώτη διεθνή έρευνα μαθηματικών που έλαβε μέρος η Κύπρος το 1995 (TIMSS), λάβαμε την πρωτελευταία θέση, το ανησυχητικό ήταν ότι λάβαμε την πρώτη θέση στις πεποιθήσεις αυτεπάρκειας ως προς το πόσο καλή επίδοση θα είχαμε. Η κριτική στον τρόπο διεξαγωγής της έρευνας και η αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων λειτουργεί μόνο ως εργαλείο εσωτερικής κατανάλωσης. Άτομο ή κράτος που δεν έχει καν επίγνωση της κατάστασής του δεν μπορεί να διαχειριστεί το πρόβλημα, να αυτορυθμίσει τη δυσκολία του. Διαφωνώντας με τον επιθεωρητισμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος από οποιοδήποτε διεθνή οργανισμό υπηρετεί δικά του συμφέροντα, τασσόμαστε την ίδια στιγμή υπέρ της αξιοποίησης των ποσοτικών ή ποιοτικών αποτελεσμάτων των δεδομένων που συλλέγονται από την οποιαδήποτε έρευνα για αυτοαξιολόγηση και αυτοδιόρθωση τομέων της παιδείας μας. Βρισκόμαστε την τελευταία πενταετία σε ένα εκπαιδευτικό σταυροδρόμι με το σχεδιασμό και την έναρξη υλοποίησης

τομών στην εκπαίδευση με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Με δεδομένο το γεγονός ότι έχει γίνει ήδη πρόσφατα η συλλογή των δεδομένων, χρειάζεται με επιστημονικό τρόπο, αξιοποιώντας τα αποτελέσματα της PISA και αναλύοντάς τα με ποιοτικό προσανατολισμό να εντοπίσουμε τις αδυναμίες μας στα σημεία εκείνα που η εξέταση των γνωστικών και μη ικανοτήτων των μαθητών μας συνάδει με τις επιδιώξεις των νέων Αναλυτικών μας Προγραμμάτων και με την όλη φιλοσοφία της μεταρρύθμισης. Η αυτοβελτίωση στους τομείς που εμείς θέλουμε θα πρέπει να έχει ως πυξίδα τις δικές μας επιδιώξεις ως ένα εκπαιδευτικό σύστημα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες και έχοντας ένα ξεκάθαρο προοδευτικό προσανατολισμό, φιλοσοφικό και ιδεολογικό στίγμα. Αναμφίβολα ο ΟΟΣΑ εξυπηρετεί τις δικές του πολιτικές σκοπιμότητες, αναμφίβολα οι απόλυτα μετρήσιμοι στόχοι στο χώρο της εκπαίδευσης έχουν κατακριθεί ως η συνέπεια μιας φορμαλιστικής και θετικιστικής προσέγγισης στο χώρο της παιδείας και της έρευνας, αναμφίβολα όμως σε εμάς εναπόκειται εάν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τα ειδικότερα αποτελέσματα από τη συμμετοχή μας στην οποιαδήποτε διεθνή έρευνα για τη βελτίωσή μας με γνώμονα την ανθρωπιστική παιδεία που έχει ως στόχο την πιο δίκαιη και ανθρώπινη κοινωνία. της Ρίτας Παναούρα Επίκουρη Καθηγήτρια Μαθηματικής Παιδείας Πανεπιστήμιο Frederick Μέλος Επιστημονικού Συμβουλιου Ινστιτούτου Ερευνών Προμηθέας .

5


Κοινωνική έρευνα: ο μεγάλος ασθενής του Δρ. Κώστα Γουλιάμου (Αντιπρόεδρος Διοικητικού και Μέλος Επιστημονικού Συμβουλίου )

6

Η Πολιτεία, αναγνωρίζοντας ότι το Η Πολιτεία, αναγνωρίζοντας ότι το μέλλον της χώρας διαμορφώνεται μέσα από την έρευνα, δημιούργησε τα τελευταία χρόνια για την ερευνητική κοινότητα δομές και υποδομές με στόχο την αναζήτηση νέων ιδεών, γνώσεων, διαδικασιών και μεθόδων. Έτσι άρχισε να αναπτύσσεται σταδιακά μια σύγχρονη ερευνητική κουλτούρα που, με τη σειρά της, επιτάχυνε και εντατικοποίησε στόχους άμεσα συνδεδεμένους με τη βελτιστοποίηση της παραγωγής γνώσης (έρευνα) τόσο από πανεπιστημιακές μονάδες όσο και από διακρατικά και τοπικά δίκτυα ερευνητικών οργανισμών.

του Τμήματος Στατιστικής και Ερευνών, 1992). Επί των ημερών μας η επένδυση στην έρευνα έχει σαφώς αυξηθεί, ωστόσο δεν ξεπερνά το 0,46 του ΑΕΠ, γεγονός που μας κατατάσσει στους ουραγούς της ΕΕ μαζί με τη Σλοβακία (0,46%), τη Βουλγαρία(0,48%) και τη Ρουμανία (0,53%). Θυμίζουμε πως η Ε.Ε επενδύει μόνο 1,9% του ΑΕΠ παρά το στόχο του 3% που κατ` επανάληψη έχει θέσει. Επιπρόσθετα υπογραμμίζουμε πως η Κύπρος κατέχει την 21η θέση στην ΕΕ σε ό,τι αφορά στο ύψος των κονδυλίων διεκδίκησης των κοινοτικών ταμείων στον τομέα έρευνας και, επίσης, την 23η θέση με βάση την επιτυχία των αιτήσεων για επιχορήγηση.

Από αυτή την άποψη η Κύπρος άρχισε να εστιάζει σε μια ανάπτυξη με πυρήνα τη γνώση, πολιτική άλλωστε που αποτελεί μια από τους τρεις βασικές συνιστώσες της νέας στρατηγικής της Ευρώπης ‘Europe2020’. Ας σημειωθεί ότι πριν ακριβώς από μια δεκαετία οι ερευνητικές δραστηριότητες στην Κύπρο ανέρχονταν μόλις στο 0,2 % του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (μελέτη

Σε κάθε περίπτωση, το κυπριακό σύστημα έρευνας χρήζει ευρύτερης μεταρρύθμισης ώστε να μην καθηλωθεί από άκαμπτους κανονισμούς και γραφειοκρατικές διαδικασίες που εκκολάπτουν είτε φαινόμενα ερευνητικής αδράνειας είτε οδηγούν σε καταστάσεις ασύμμετρης - άνισης κατανομής των κονδυλίων ανά γνωστικό πεδίο. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά στην κοινωνική έρευνα θα

λέγαμε ότι είναι θύμα αυτής της άνισης κατανομής ενώ, ταυτόχρονα, αντιμετωπίζεται με ένα είδος δυσσεβούς αδιαφορίας, αν όχι δυσμενούς διάθεσης από πλευράς αρμοδίων υπηρεσιών και οργανισμών. Και όμως η Κύπρος οφείλει να θέσει την κοινωνική έρευνα ως μια από τις βασικές συνιστώσες του ερευνητικού γίγνεσθαι. Πλείστοι λόγοι συνθέτουν αυτή την αναγκαιότητα. Ο κυριότερος όμως συνίσταται στον τρόπο με τον οποίο μετασχηματίζεται η κυπριακή κοινωνία. Κατά συνέπεια, χρειάζονται έρευνες τεκμηρίωσης και ανάλυσης των δεδομένων που εκκολάπτει ο εν λόγω μετασχηματισμός. Μόνο λοιπόν μέσα από την κατανόηση των μεταβαλλόμενων κοινωνικών συνθηκών, της οργάνωσης και των μετασχηματισμών της σύγχρονης κυπριακής κοινωνίας μπορεί να παραχθεί έργο ικανό να συμβάλει στο σχεδιασμό πολιτικών κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής. Επειδή ακριβώς μέσα από την κοινωνική έρευνα επιτυγχάνεται όχι απλώς μια θεωρητική – ανατομική διερεύνηση και κριτική ερμηνεία του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού πολύπτυχου αλλά, συνάμα, και η αξιολόγηση όλων των τάσεων ή εξελίξεων στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής.


Ισλάμ: Ο νέος χώρος

αντιπαράθεσης στα κατεχόμενα του Νίκου Μούδουρου, Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου

«Η Βόρεια Κύπρος είναι μια τουρκική και μουσουλμανική χώρα. Θα πρέπει να είμαστε περήφανοι για αυτές μας τις ιδιαιτερότητες και χωρίς αμφιβολίες να τις προωθούμε. Για παράδειγμα τη στιγμή που η ελληνοκυπριακή πλευρά δείχνει τόση αφοσίωση στους δεσμούς της με την Εκκλησία, θα πρέπει και εμείς να συνειδητοποιήσουμε τις πολιτιστικές μας διαφορές με περισσότερα τζαμιά, με περισσότερη θρησκευτική εκπαίδευση» (Yeni Düzen, 2.2.2012). Τα πιο πάνω δήλωσε ο Έρντογαν σε Τουρκοκύπριους δημοσιογράφους. Δηλώσεις που εάν εξεταστούν στο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο της περιόδου, δίνουν με ξεκάθαρο τρόπο το περιεχόμενο της αλλαγής που βιώνει η Τουρκοκυπριακή κοινότητα τα τελευταία χρόνια. Ο τρόπος με τον οποίο η τουρκική κυβέρνηση διαχειρίζεται τα κατεχόμενα, οδηγεί σε ένα καθολικό νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό που εκτός των άλλων, συμβάλλει και στην εξουδετέρωση της όποιας τουρκοκυπριακής εξουσίας υπήρχε. Η σταδιακή ενίσχυση του σουνιτικού Ισλάμ που εκπροσωπεί το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), αποτελεί ακριβώς ένα «ζωντανό» στοιχείο του ιδεολογικού περιβάλλοντος που χτίζεται στα κατεχόμενα. Την ίδια στιγμή αποτελεί έναν από τους κυριότερους άξονες της αντιπαράθεσης που διεξάγεται αυτή την περίοδο. Η ύπαρξη τάσεων του πολιτικού Ισλάμ στα κατεχόμενα, δεν είναι φυσικά ένα νέο στοιχείο. Η ανάληψη της διακυβέρνησης της Τουρκίας από κόμματα του πολιτικού Ισλάμ, είχε συγκεκριμένες επιπτώσεις στο ζήτημα των σχέσεων των Τουρκοκυπρίων με την ισλαμική θρησκεία. Για παράδειγμα με την άνοδο του Κόμματος Ευημερίας του Έρμπακαν, είχε καταγραφεί η οικονομική και πολιτική ενίσχυση του ισλαμικού τάγματος των Νακσιπεντί στην Κύπρο, ενώ διαδόθηκαν σε μεγάλο βαθμό τα μαθήματα Κορανίου στα τζαμιά (Havadis, 19.1.2011). Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ενίσχυση του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ,

πυροδοτούσε ακόμα περισσότερο τη διαχρονική «καχυποψία» που τρέφει η Τουρκία για την σχέση των Τουρκοκυπρίων με τη θρησκεία. Σε τέτοιες περιόδους η «ανάγκη» διαπαιδαγώγησης των «χαλασμένων Μουσουλμάνων» της Κύπρου, αποκτούσε την μορφή πολιτικού προγράμματος. Στο σημερινό πλαίσιο όμως υπάρχει μια ποιοτική διαφορά στην προσπάθεια εξισλαμισμού των δομών των κατεχομένων. Αυτή η προσπάθεια που προκαλεί σφοδρές τουρκοκυπριακές αντιδράσεις, εδράζεται κυρίως σε τρία επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι η σχεδόν ολοκληρωτική επικράτηση του ΑΚΡ στην Τουρκία και το «ξεδίπλωμα» μιας συντηρητικής πολιτικής ατζέντας. Η σχετική ευκολία με την οποία ο Έρντογαν διακηρύσσει το στόχο «διαπαιδαγώγησης μιας θρησκευόμενης νεολαίας», είναι ενδεικτική των πολιτικών ισορροπιών. Το δεύτερο επίπεδο είναι η σταθερότερη συμμαχία του ΑΚΡ με την τουρκοκυπριακή δεξιά, ως μια δίοδος πληρέστερης έκφρασης των πολιτικών ενίσχυσης του Ισλάμ στην Κύπρο. Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας δεν δίστασε να υιοθετήσει το συγκεκριμένο πρόγραμμα και να μετατραπεί σε ένα από τους βασικότερους εκφραστές του. Μέτρα όπως η μετατροπή του μαθήματος των θρησκευτικών σε υποχρεωτικό, η δημιουργία ιεροδιδασκαλείων και Θεολογικών Σχολών, οι σχεδιασμοί για ανέγερση ισλαμικού τύπου κτιριακών συγκροτημάτων και η αύξηση των τζαμιών, είναι ενδεικτικά παραδείγματα. Το τρίτο επίπεδο είναι η ραγδαία αλλαγή στη σύνθεση του πληθυσμού των κατεχομένων. Οι έποικοι, αλλά και η ενίσχυση της θέσης τους στην κοινωνία, είναι παράγοντες που διευκολύνουν την υλοποίηση μέτρων όπως η διάχυση του Ισλάμ σε όλες τις πτυχές της κοινωνίας. Απέναντι από το συγκεκριμένο μέτωπο, βρίσκεται η πλειοψηφία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Στο παρόν στάδιο, η προσπάθεια προστασίας του κοσμικού χαρακτήρα της κοινότητας αντικατοπτρίζεται καλύτερα στα πλαίσια των οργανωμένων δασκάλων και καθηγητών. Όμως είναι γεγονός ότι η αντίσταση στον εξισλαμισμό, συγκεντρώνει πλατύτερη υποστήριξη. Οι αντιδράσεις των προοδευτικών Τουρκοκυπρίων σε αυτό το θέμα δεν πρέπει να υποτιμηθούν. Η ουσία τους αμφισβητεί το νέο πλαίσιο ηγεμονίας της Τουρκίας και υπό αυτή την έννοια απονομιμοποιεί τις πολιτικές σχέσεις της κοινότητας με την Άγκυρα.

7


συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης «Μορφές Πολιτικής Συμμετοχής» Το ζήτημα της πολιτικής συμμετοχής και ιδιαίτερα της απομάκρυνσης και αποξένωσης των πολιτών από τις συμβατικές μορφές πολιτικής συμμετοχής αποτελεί μια κρίσιμη εξέλιξη των τελευταίων ετών στην Κύπρο, αλλά και κυρίαρχο ζήτημα έρευνας εδώ και δεκαετίες σε πολλές άλλες χώρες. Στα πλαίσια αυτά, ο Προμηθέας διοργάνωσε κατά το μήνα Μάιο μια σειρά από συναντήσεις Στρογγυλής Τραπέζης, υπό τον γενικό τίτλο «Μορφές Πολιτικής Συμμετοχής» με στόχο την ανάπτυξη ελεύθερου διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων με διάφορους ενδιαφερόμενους φορείς και οργανωμένα σύνολα. Στο επίκεντρο της ανάλυσης και της συζήτησης βρέθηκαν τόσο οι παραδοσιακές (π.χ. ψηφοφορία, ένταξη σε πολιτικά κόμματα, διαδηλώσεις, κτλ) όσο και οι νέες μορφές πολιτικής συμμετοχής της σύγχρονης εποχής, που εκδηλώθηκαν πιο έντονα με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, των φόρουμ κοινωνικής δικτύωσης, κτλ. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, μεγάλη προσοχή δόθηκε στο φαινόμενο της αποχής από τις εκλογικές διαδικασίες. Το φαινόμενο αυτό έχει σημειώσει αύξηση τα τελευταία χρόνια στον κυπριακό χώρο, όπως και το ζήτημα της αντιπολιτικής ψήφου, δηλαδή, της λευκής ψήφου, των άκυρων ψηφοδελτίων, της τιμωρητικής ψήφου, κτλ. Οι ομάδες που καλέστηκαν να συμβάλουν στο διάλογο, περιελάμβαναν τις Οργανώσεις Νεολαίας, τα Πολιτικά Κόμματα, εταιρείες ερευνών και τα Μ.Μ.Ε. (Τύπος, ραδιόφωνο, τηλεόραση), ενώ για την ολοκλήρωση της προσπάθειας αναμένονται οι συζητήσεις με τις Συντεχνίες και εκπροσώπους της ακαδημαϊκής κοινότητας. Τα πορίσματα της συζήτησης θα κωδικοποιηθούν και θα κοινοποιηθούν με την ολοκλήρωση του συνόλου των συναντήσεων τόσο στους συμμετέχοντες όσο και στην ιστοσελίδα του Προμηθέα.

Συζήτηση με ραδιοτηλεοπτικά μέσα

8

Συζήτηση με έντυπα μέσα μαζικής ενημέρωσης

Συζήτηση με πολιτικά Κόμματα

Συζήτηση με εταιρίες ερευνών

Συζήτηση με οργανώσεις νεολαίας


ISSUE 2