Page 1

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΕΥΝΩΝ

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

εκ της σύνταξης

Tευχοσ 12, Ιανουαριοσ 2014

Περί πολιτικών κομμάτων

του Γιάννου Κατσουρίδη, Διευθυντή ΠΡΟΜΗΘΕΑ

Πολλές συζητήσεις στη βιβλιογραφία, συνήθως, αρχίζουν με την αναφορά περί θανάτου ενός είδους, ή άλλου. Τα πολιτικά κόμματα, αποτέλεσαν πρόσφορο πεδίο όπου τίθεται συνεχώς το ερώτημα αν εξακολουθούν να έχουν μέλλον ως μονάδες οργάνωσης του πολιτικού και κρατικού βίου. Πολλοί θεωρούν ότι έχουν ήδη πεθάνει, ή με τα λόγια του Beck, ότι είναι ένας θεσμός ζόμπι. Παρόλα αυτά, η πρόσφατη βιβλιογραφία είναι πιο προσεκτική σε ανακηρύξεις θανάτων, και αναγνώρισε τις πιο πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις του εκάστοτε παλιού και νέου. Άλλωστε, κανένας δεν έχει απαντήσει το ερώτημα, αν όχι τα κόμματα, ποιος; Η πολιτική βασισμένη στα κόμματα ήταν μια από τις μετασχηματιστικές εφευρέσεις του 19ου αιώνα. Από το 1888 ο James Bryce καθιέρωσε μια λογική ότι τα κόμματα είναι αναπόφευκτα διότι αποτελούν τον κυριότερο άξονα οργάνωσης της πολιτικής ζωής και (τουλάχιστον) ένδειξη δημοκρατικού βίου. Παρόλο που οι πρώτοι μελετητές του κομματικού φαινομένου, ο Ostrogorski (1902) άμεσα και ρητά και ο Michels (1912) έμμεσα, προανάγγειλαν το τέλος τους, εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο των κοινωνικών επιστημών σχεδόν ενάμιση αιώνα, οργανώνουν το πολιτικό σύστημα από θέση κεντρική, επηρεάζουν τον πολιτικό πολιτισμό και εκφράζουν τις κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Οι πολιτικοί επιστήμονες μετρούν την πορεία προς την δημοκρατία σε διάφορες χώρες με όρους ανάπτυξης και λειτουργίας των κομμάτων. Καμιά σύγχρονη δημοκρατία δεν έχει δείξει πως μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυτά. Τα κόμματα παρέχουν τους

πρωταρχικούς δεσμούς μεταξύ κοινωνίας και κράτους και αποτελούν προνομιακούς διαχειριστές της εξουσίας, αφού βρίσκονται στο επίκεντρο του πολιτικού ανταγωνισμού για την κατάκτηση της. Λέγοντας αυτά δεν αρνείται κανένας τα αρνητικά και τις παθογένειες της πολιτικής διαδικασίας και των πολιτικών θεσμών, ιδιαίτερα των πολιτικών κομμάτων. Το ζήτημα, όμως, του εντοπισμού των προβληματικών πτυχών της λειτουργίας τους, αφενός και της κατάταξης των κομμάτων στον κάλαθο της ιστορίας αφετέρου, απέχουν έτη φωτός μεταξύ τους. Ταυτόχρονα, και μάλιστα κατά τρόπο επικίνδυνο για τη δημοκρατία, στην άποψη αυτή υποκρύβεται μια επικίνδυνη αντίληψη για τη διεξαγωγή της πολιτικής. Μια αντίληψη που θέλει τα άτομα ως τους ιδανικούς φορείς διεξαγωγής της, ή τους «πεφωτισμένους» τεχνοκράτες. Αυτό, όμως, παραπέμπει σε μια πλήρως αντιδημοκρατική διαδικασία, κατά την οποία πολιτική έκφραση και εκπροσώπηση θα έχουν μόνο οι έχοντες, οι οποίοι μάλιστα δεν θα δεσμεύονται έναντι κανενός για το τι θα πράττουν.

Η ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΑ

ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ 1: ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ Ιδιωτικοποιήσεις: Τις κάνουν λόγω (ταξικού) χρέους

Διαθέσιμο και στην ιστοσελίδα μας www.inep.org.cy βλ. οπισθόφυλλο

περιεχόμενα • Περί πολιτικών κομμάτων • Από την εθνική εκπαίδευση του Κεμαλισμού, στην εθνοθρησκευτική εκπαίδευση του Ερντογανισμού • Η Κύπρος από την «κεμαλική» εθνική ασφάλεια στην «ισλαμική» ενσωμάτωση • Εντείνεται η (μη) διπλωματική συμπεριφορά • Και να που τα κοσμήματα έγιναν καυσόξυλα… • Καταστολή των δικαιωμάτων των γυναικών από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο • Εκδόσεις ΠΡΟΜΗΘΕΑ

συντακτική επιτροπή

Γιάννος Κατσουρίδης Κώστας Γουλιάμος Κωστάκης Κωνσταντίνου Σωτηρούλα Γιασεμή

Ινστιτούτο Ερευνών ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Ανδρέα Παπακώστα 1, 1037 Καϊμακλί, Λευκωσία, Κύπρος τηλ.22432111, φαξ.22432112 www.inep.org.cy / info@inep.org.cy


Από την εθνική εκπαίδευση του Κεμαλισμού, στην εθνοθρησκευτική εκπαίδευση του Ερντογανισμού Η πολυπλοκότητα της ιστορίας της Κύπρου τόσο πριν όσο και μετά την ανεξαρτησία της αποτέλεσε και αποτελεί την ιδιαίτερη δυσκολία στην προσπάθεια ερμηνείας των εξελίξεων σε ιστορικό και πολιτικό επίπεδο. Ακόμα πιο πολύπλοκη φαίνεται να είναι η κατάσταση σε σχέση με την εκπαίδευση στο νησί και την ιδεολογία ή τις ιδεολογίες που αυτή εκφράζει κατά καιρούς.

Ε

του Μιχάλη Μιχαήλ, Μέλος Επιστημονικού Συμβουλίου ΠΡΟΜΗΘΕΑ Επίκουρος Καθηγητής Οθωμανικής Ιστορίας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου

νδεικτικό της πολυπλοκότητας αυτής είναι και το γεγονός ότι το 1960, με την ανεξαρτησία της Κύπρου, δημιουργήθηκε ένα κράτος στο οποίο δεν υπήρχε η έννοια του κρατικού εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά του κοινοτικού. Δημιουργήθηκε ένα κράτος στο οποίο δεν υπήρχε Υπουργείο Παιδείας και ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά δύο ξεχωριστά συστήματα, κάτω από την εποπτεία των Κοινοτικών Συνελεύσεων (Ελληνικής και Τουρκικής). Στην περίπτωση της Κύπρου, αυτό σήμαινε ότι το κράτος δεν είχε στη διάθεσή του τον βασικότερο ίσως μηχανισμό με τον οποίο θα μπορούσε να προωθήσει τις αξίες και την αφοσίωση προς το ίδιο το κράτος. Αποτέλεσμα αυτού του διαχωρισμού, ήταν ο μηχανισμός αυτός, η εκπαίδευση δηλαδή, να γίνει εργαλείο της κυρίαρχης ιδεολογικής ομάδας στην κάθε κοινότητα. Μέσω της εκπαίδευσης, η κυρίαρχη ιδεολογία και η κυρίαρχη τάξη στην κάθε κοινότητα, που δεν ήταν άλλη από τον εθνικισμό, είχε την δυνατότητανα αναπαράγεται και να νομιμοποιείται σε συλλογικό επίπεδο αλλά και να εδραιώνειτον διαχωρισμό. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το τουρκοκυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα αναπτύχθηκε και λειτούργησε με την ισχυρή επιρροή των πραγματικοτήτων της ίδιας της Τουρκίας. Η τουρκικότητα των Τουρκοκυπρίων, περνούσε σε συλλογικό επίπεδο στην κοινότητα μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα. Η πλήρης κυριαρχία του στρατού και της κεμαλικής αντίληψης περί εθνικών δυνάμεων, που κυριάρχησε στην τουρκική εσωτερική πολιτική σκηνή, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε, αλλά, ενδυναμώθηκε από την ίδια την ύπαρξη μιας τουρκοκυπριακής κοινότητας από την οποία, είτε απουσίαζαν είτε αποκλείστηκαν με επιτυχία, εκείνες οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν μια εσωτερική τουρκοκυπριακή πολιτική η οποίαμε τη σειρά της θα διαμόρφωνε

την τουρκική εξωτερική πολιτική, σε σχέση με την Κύπρο, και όχι το αντίθετο. Ανάμεσα στους Τουρκοκυπρίους, κυριάρχησαν εκείνες οι δυνάμεις οι οποίες επέβαλαν ως μόνη λύση για την επιβίωση της κοινότητας, την πλήρη εξάρτησή της από την Τουρκία – τη Μητέρα Πατρίδα – και τηρούσαν μια σκληρή τακτική σε σχέση με την προοπτική ενός κοινού κράτους στην Κύπρο. Με λίγα λόγια, το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο στην Τουρκία και ο Ραούφ Ντενκτάς στην Κύπρο, κατάφεραν να διατηρήσουν μια τουρκοκυπριακή κοινότητα εκτός χρόνου και, κυρίως, εμπόδισαν τις οποιεσδήποτε εξελίξεις μπορούσαν να προκαλέσουν αμφισβήτηση της πολιτικής τους στην Κύπρο. Σε μια τέτοια εξέλιξη των πραγμάτων, ο τουρκικός εθνικισμός, όπως αυτός διαμορφώθηκε στο πλαίσιο του Κεμαλισμού, υπήρξε ο βασικός άξονας του τουρκοκυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος. Το τουρκικό εθνικό κράτος και η κεμαλική ερμηνεία της τουρκικότητας, βασίστηκαν στην εγκατάλειψη της θρησκευτικής πίστης ως στοιχείου που ορίζει την ταυτότητα των Τούρκων, και στη θέση του, τοποθετήθηκε ως στοιχείο ορισμού της τουρκικότητας, το τουρκικό έθνος και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της τουρκικής φυλής. Η βάση της κεμαλικής αντίληψης περί εθνικού κράτους και ιδιαίτερα του τουρκικού εθνικού κράτους, υπήρξε η επιβολή και η προστασία του κοσμικού χαρακτήρα του, αξία η οποία θεωρήθηκε ως ο ακρογωνιαίος λίθος εκδυτικισμού της Τουρκίας. Η εκκοσμίκευση(Laiklik) ήταν μια βασική Αρχή του κεμαλισμού, η σημασία της οποίας δεν περιοριζόταν στο διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας αλλά διευρυνόταν στη σύγκρουση των δυνάμεων που ήθελαν να προωθήσουν τον εκδυτικισμό της χώρας με τις δυνάμεις οι οποίες έτειναν στον κυρίαρχο ρόλο της θρησκείας και του ρόλου της στην διαμόρφωση πολιτικής. Η κεμαλική εξουσία της


Τουρκίας, διατήρησε και διατηρήθηκε από το πιο πάνω αξίωμα, αποτρέποντας κάθε έκφραση του θρησκευτικού αισθήματος των πολιτών, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο θα υπονόμευε την κοσμικότητα του κράτους – μια βασική κεμαλική Αρχή δηλαδή – και θα οδηγούσε σε ανάπτυξη δυναμικών που δεν θα ήταν δυτικές ή ευρωπαϊκές. Σε αυτό το πλαίσιο, το τουρκοκυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα λειτούργησε ως μέρος του ευρύτερου κοσμικού χαρακτήρα της εκπαίδευσης στην Τουρκία. Η τουρκοκυπριακή εκπαίδευση, στο πλαίσιο της εθνικής αποστολής της, όριζε ότι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η διατήρηση της εθνικής συνείδησης του ατόμου και η εξασφάλιση αφοσίωσης σε έννοιες όπως ο εθνικισμός του Ατατούρκ […].Έτσι, η τουρκικότητα των Τουρκοκυπρίων αφορούσε την κοσμικότητά τους και τη σύνδεσή τους με την Τουρκία ως τουρκικής καταγωγής πληθυσμούμε πατρίδα του όμως την Κύπρο. Ταυτόχρονα, η τουρκικότητα των Τουρκοκυπρίων όχι μόνο δεν συνδεόταν με τη θρησκευτικότητά τους, αλλά αντίθετα, συνδεόταν με την έλλειψη αυτής της θρησκευτικότητας και τον υποβιβασμό του θρησκευτικού στοιχείου. Παρά την τουρκοισλαμική σύνθεση της δεκαετίας του 80 στην Τουρκία, η τουρκοκυπριακή κοινότητα παρέμεινε έντονα κοσμική και, όπως αναφέρουν πρόσφατες σχετικές έρευνες, οι τουρκοκύπριοι είναι ίσως η πιο κοσμική ομάδα μουσουλμάνων στον κόσμο. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν ανήκουν σε οργανωμένα θρησκευτικά τάγματα, δεν ακολουθούν ένα θρησκευτικό τρόπο ζωής και δεν πιστεύουν ότι οι θρησκευτικοί θεσμοί μπορούν να δώσουν απαντήσεις σε ατομικά προβλήματα. Είναι χαρακτηριστικό, ότι μόνο ένα ποσοστό 7.9 % πηγαίνει στο τζαμί για τη λειτουργία της Παρασκευής και μόνο 1.3% αναφέρει ότι μπορεί να πάει στο τζαμί περισσότερες από μία φορές την εβδομάδα. Το γεγονός ότι το τουρκοκυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα αναπτύχθηκε και λειτούργησε στο πλαίσιο που όριζε η Κεμαλική κοσμικότητα και ο τουρκικός εθνικισμός, είχε ως αποτέλεσμα και μια ουσιαστική διαφοροποίησή του από το αντίστοιχο ελληνοκυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα. Η διαφοροποίηση αυτή αφορούσε

την πλήρη εξάλειψη του θρησκευτικού στοιχείου από την εκπαίδευση και την ανάδυση μιας ιδιαίτερης προοδευτικότητας ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους δασκάλους και καθηγητές. Αυτή η προοδευτικότητα εκφράζεται με τη συμμετοχή σημαντικών συνδέσμων και συντεχνιών Τουρκοκυπρίων εκπαιδευτικών σε κινητοποιήσεις αντίδρασης τόσο ενάντια στον εθνικισμό και τον θρησκευτικό συντηρητισμό, όσο και υπέρ της λύσης του Κυπριακού και της συμβίωσης σε ένα κοινό κράτος. Αντίθετα από τους Τουρκοκύπριους εκπαιδευτικούς, στην ελληνοκυπριακή περίπτωση, ο ρόλος της Εκκλησίας ήταν και παραμένει σημαντικός, διαιωνίζοντας μια θρησκευτική αλλά και πολιτική συντηρητικότητα ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους δασκάλους και καθηγητές. Σημαντικές ενώσεις Ελληνοκυπρίων εκπαιδευτικών εκφράζουν τον συντηρητισμό, σε αρκετές περιπτώσεις και σκοταδισμό, μιας εκπαίδευσης που παραμένει συνδεδεμένη με τη θρησκευτικότητα και τον εθνικισμό που εκφράζει ο εκκλησιαστικός θεσμός στο νησί. Ενδεικτικό αυτής της διαφορετικότητας είναι και οι δηλώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού ΤαγίπΈρντογαν ότι στη βόρεια Κύπρο χρειάζονται περισσότερα τζαμιά και περισσότερη θρησκευτική εκπαίδευση σε αντιστάθμισμα των δεσμών που υπάρχουν με την Εκκλησία της Κύπρου στη νότια πλευρά. Οι ριζοσπαστικές μεταβολές, πολλές φορές με ταχύτητα που δυσχεραίνει την κατανόησή τους, και οι αλλαγές στο ιδεολογικό πλαίσιο, αποτελούν το κύριο χαρακτηριστικό της μεταβατικής περιόδου στην οποία βρίσκεται η Τουρκία μετά και την άνοδο του ΚΔΑ στην εξουσία. Το πολιτικό Ισλάμ στην Τουρκία, μια πολυσύνθετη και πολύπλοκη εξελικτική διαδικασία, που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως στατικό και μονοσήμαντο, εκπροσωπείται σήμερα από τοΚΔΑ και τον ΤαγίπΈρντογαν. Στην ουσία, αποτελεί τον φορέα μιαςτουρκικής – και όχι μόνο ισλαμικήςδιαδικασίας αλλαγής, η οποία, δεν βασίζεται στην ρήξη με την εθνικιστική κεμαλική ιδεολογία, αλλά αντίθετα, συνδυάζει αυτήν με την θρησκευτικότητα.Η σημερινή διοίκηση στην Τουρκία, αντιλαμβάνεται αυτή τη θρησκευτικότητα, ως εθνικό αγαθό και όχι ως


αντίθετο του εκσυγχρονισμού. Με λίγα λόγια, το ΚΔΑ έχει ορίσει το πολιτικό – αλλά τουρκικό – Ισλάμ, ως το νέο φορέα εκσυγχρονισμού, ο οποίος δεν επιχειρεί να αντικαταστήσει την βασική δομή του κεμαλισμού – τον εθνικισμό - αλλά, να την επανερμηνεύσει μέσα στο νέο εσωτερικό κοινωνικό πλαίσιο αλλά και μέσα στο νέο διεθνές πολιτικό περιβάλλον. Σήμερα, το πολιτικό Ισλάμ κατόρθωσε να ορίσει ως στοιχείο τουρκικότητας τη θρησκευτική πίστη, το Ισλάμ, ανατρέποντας την κεμαλική ιδεολογία περί απειλής του τουρκικού κράτους και της ομοιογένειάς του – άρα και της τουρκικότητας των Τούρκων – από τις δυνάμεις του Ισλάμ. Το σημερινό πολιτικό Ισλάμ που εκπροσωπείται από τον ΚΔΑ και την ηγεσία του δεν επιχειρεί απόλυτη ρήξη με την κεμαλική ιδεολογία, κάτι το οποίο προσπάθησε να κάνει παλαιότερα ο ΝετζμεντίνΕρμπακάν και είχε ως αποτέλεσμα την αντίδραση της στρατιωτικής ηγεσίας,αλλά,επανερμηνεία αυτής της ιδεολογίας με βάση την ανάγκη για αλλαγή της Τουρκίας μέσα από αλλαγέςστην ιδεολογία που τη δημιούργησε, δηλαδή την κεμαλική εθνική πολιτική. Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, το ΚΔΑ θα πρέπει να εκλαμβάνεται όχι ως το αντίβαρο της αποτυχίας της κεμαλικής πολιτικής, αλλά ως η νέα μορφή ριζοσπαστικότητας της όσον αφορά το ίδιο της το περιεχόμενο. Αν ο ίδιος ο Ατατούρκ υιοθέτησε την ριζοσπαστικότητα ως μία από τις έξι βασικές Αρχές του τουρκικού ιδεολογικοπολιτικού πλαισίου, η έκφραση αυτής της ριζοσπαστικότητας σήμερα είναι το τουρκικό ισλαμικό ΚΔΑ. Ενώ δηλαδή στην Τουρκία πριν γίνει εξουσία το ΚΔΑ, η έκφραση της ριζοσπαστικότητας ήταν ο ίδιος ο στρατός – εξού και ο εκσυγχρονιστικός του ρόλος για μεγάλο χρονικό διάστημα της τουρκικής ιστορίας – σήμερα, ο φορέας της ριζοσπαστικότητας ως βασικής Αρχής του κεμαλισμού – και όχι ως στοιχείου ρήξης με τον κεμαλισμό – είναι το πολιτικό Ισλάμ που εκφράζεται από το ΚΔΑ. Μέσα στο νέο πλαίσιο της τελευταίας δεκαετίας,

και κυρίως μετά το 2008, οι αλλαγές που επιχειρούνται στο τουρκοκυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα εκ μέρους της Τουρκίας, αλλαγές που αφορούν κυρίως στη διείσδυση μιας ισλαμικής θρησκευτικότητας και του παραγκωνισμού της κεμαλικής κοσμικότητας, δεν πρέπει κατά τη γνώμημου να αντιμετωπίζονται ως προσπάθεια ισλαμοποίησης των Τουρκοκυπρίων αλλά ως προσπάθεια Τουρκοποίησης τους. Μιας τουρκοποίησης διαφορετικής εφόσον αυτή θα ανταποκρίνεται στο νέο περιεχόμενο του όρου Τούρκος που ορίζεται, ή γίνεται προσπάθεια να οριστεί, από το πολιτικό Ισλάμ που βρίσκεται στην εξουσία. Η τουρκοποίηση αυτή εκλαμβάνει τους Τουρκοκύπριους πρώτα και πάνω απ’ όλα ως μουσουλμάνους Τούρκους, αναπόσπαστο μέρος του τουρκικού εθνικού συνόλου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο όρος Τουρκοκύπριος προφέρεται όσο το δυνατόν λιγότερο από τους αξιωματούχους της τουρκικής κυβέρνησης. Έτσι, όπως σημειώνουν Τουρκοκύπριοι ερευνητές, η κυβέρνηση του ΚΔΑ προσπαθεί μέσω των θεσμών που ελέγχει, θρησκευτικών και άλλων, να προωθήσει ως κυρίαρχο όρο ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους τον όρο Μουσουλμάνοι Τούρκοι αντί για Τουρκοκύπριοι. Η εξέλιξη αυτή καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική εάν αναλογιστεί κανείς ότι οι Τουρκοκύπριοι επιμένουν ακόμα,να ορίζουν τους εαυτούς τους με τον όροΚύπριοι Τούρκοι – Τουρκοκύπριοι[Kıbrıslı Türk] και όχι με τον όρο Τούρκος της Κύπρου[Kıbrıs Türkü]. Όλες οι επεμβάσεις και οι εξελίξεις που δρομολογούνται από την τουρκική κυβέρνηση και γίνονται σε ένα θρησκευτικό πλαίσιο (κτίσιμο τζαμιών, λειτουργία θρησκευτικών σχολείων, ενδυνάμωση θρησκευτικών θεσμών) σε σχέση με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, αποσκοπούν στην αλλαγή του προσδιορισμού των Τουρκοκυπρίων, σε μια εκ νέου Τουρκοποίησή τους δηλαδή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η τουρκικότητα τους θα πρέπει να ορίζεται πρωτίστως από τη θρησκεία η οποία και επιδιώκεται να καταστεί κυρίαρχη και στην


τουρκοκυπριακή κοινότητα, όπως αυτό γίνεται και στην Τουρκία. Επιπρόσθετα, στο πλαίσιο της νέο-φιλελεύθερης πολιτικής που ακολουθεί το κυβερνόν κόμμα στην Τουρκία, το ζήτημα της εκπαίδευσης αντιμετωπίζεται περισσότερο μέσα από ένα οικονομικό φακό. Προσπαθώντας να κατανοήσουμε τις αλλαγές που επιχειρούνται σε σχέση με την τουρκοκυπριακή εκπαίδευση, επιβάλλεται να σκιαγραφήσουμε την πολιτική του ΚΔΑ στο ζήτημα της εκπαίδευσης στην ίδια την Τουρκία. Σχετικές με το θέμα μελέτες, παρουσιάζουν τη σταδιακή αλλαγή σε σχέση με την εκπαίδευση στο πρόγραμμα διακυβέρνησης του ΚΔΑ από το 2001 μέχρι και σήμερα. Ενώ αρχικά τα εκπαιδευτικά ζητήματα δεν αποτελούσαν προτεραιότητα στα προγράμματα διακυβέρνησης του ΚΔΑ, φαίνεται ότι από το 2007 και έπειτα η εκπαίδευση τοποθετείται ως βασική προτεραιότητα. Επιπρόσθετα, από την ίδια περίοδο και έπειτα, η εκπαιδευτική πολιτική του κράτους, συσχετίζεται άμεσα και σε έντονο βαθμό με δύο πυλώνες: Πρώτον, τη δημιουργία μιας νέας τουρκικής ταυτότητας το περιεχόμενο της οποίας θα ορίζεται και από τις θρησκευτικές πολιτισμικές αξίες, δηλαδή το Ισλάμ. Δεύτερον, τη διασύνδεση της εκπαίδευσης με την οικονομία και την αναπτυξιακή πολιτική. Σε αυτό το πλαίσιο, προωθείται η αύξηση των μαθητών στα θρησκευτικού τύπου σχολεία (ΙμάμΧατίπ) και η ένταξη μαθημάτων επιλογής θρησκευτικού περιεχομένου στη δημόσια εκπαίδευση, όπως για παράδειγμα μαθήματα με τίτλο «Το Κοράνι» και «η ζωή του Προφήτη». Ειδικότερα για τα σχολεία τύπου ΙμάμΧατίπ, σύμφωνα και με καταγγελίες συνδέσμων Τούρκων εκπαιδευτικών, η κυβέρνηση του ΚΔΑ φαίνεται να επιδιώκει την αύξηση του ποσοστού μαθητών σε αυτά, εις βάρος των κοσμικών δημόσιων σχολείων. Την περίοδο εφαρμογής του κοσμικού Κεμαλισμού, τα σχολεία ΙμάμΧατίπ, κινδύνευσαν ακόμα και με εξαφάνισή τους, και όταν αργότερα συνέχισαν να λειτουργούν, ένα σύνολο νόμων και κανονισμών ενθάρρυναν την κοσμική εκπαίδευση και αποθάρρυναν την εγγραφή στα ΙμάμΧατίπ. Σήμερα, μετά την άνοδο του ΚΔΑ στην εξουσία, φαίνεται να αναπτύσσεται η αντίθετη λογική, και οι νέοι νόμοι ενθαρρύνουν την εγγραφή στα σχολεία τύπου ΙμάμΧατίπ και αποθαρρύνουν την εγγραφή στα κοσμικού τύπου δημόσια σχολεία. Σε σχέση με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία και το ρόλο της θρησκείας, είναι ίσως αρκετό να θυμίσουμε το γεγονός ότι ιστορικά η θρησκεία καλλιεργεί μια συμβιβαστική στάση ζωής απέναντι σε όλα τα κοινωνικά προβλήματα και ιδιαίτερα απέναντι στις κοινωνικές αντιθέσεις αλλά και ενδεχόμενες συγκρούσεις. Ειδικότερα για το Ισλάμ όπου δεν υπάρχει ξεχωριστή οργανωμένη Εκκλησία όπως στην περίπτωση του Χριστιανισμού, η σημασία της θρησκευτικής εκπαίδευσης όταν αυτή οργανώνεται από το ίδιο το κράτος, έγκειται στο γεγονός ότι νομιμοποιεί τις πρόνοιες του Ιερού Νόμου σε επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής ζωής, καθιστά το πολιτικοοικονομικό ως μέρος του θρησκευτικού, άρα ως μια πραγματικότητα εκ της πίστεως αποδεκτή. Κάθε αντίδραση σε

αυτή την πραγματικότητα μοιάζει με αντίδραση ενάντια στο θρησκευτικό, άρα κάθε αντίδραση πολιτική εμπεριέχει το στοιχείο της μη πίστης σε θρησκευτικό επίπεδο. Όπως έχουν αναδείξει νεώτερες έρευνες (Νίκος Μούδουρος, ΟυμούτΜποζκούρτ) το Ισλάμ και η ανάπτυξη μιας έντονης θρησκευτικότητας στην Τουρκική κοινωνία λειτουργεί τελικά ως το πλαίσιο αποδοχής και εμπέδωσης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Σε ό,τι αφορά στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, και τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται η αλλαγή στα ζητήματα της εκπαίδευσης, με πρωτοβουλία της τουρκικής κυβέρνησης και παρά την αντίδραση των Τουρκοκυπρίων εκπαιδευτικών, οργανώνονται καλοκαιρινά μαθήματα Κορανίου ενώ δρομολογείται η λειτουργία καλοκαιριών σχολών για ιμάμηδες. Επιπρόσθετα, γίνονται προσπάθειες για λειτουργία θεολογικής σχολής στη Μια Μηλιά και σε ένα από τα πανεπιστήμια, για μετατροπή των θρησκευτικών μαθημάτων στη δημόσια εκπαίδευση από προαιρετικά σε υποχρεωτικά και για δημιουργία τμήματος θεολογικών θεμάτων στο αρμόδιο Υπουργείο. Η ανέγερση νέων τζαμιών, συνήθως μεγαλύτερων από τα υφιστάμενα, αποτελεί μία ακόμα μέθοδο επηρεασμού της κοσμικής ταυτότητας των Τουρκοκυπρίων και μετατροπής της περιοχής, σύμφωνα και με τα λόγια του Τούρκου πρωθυπουργού, σε μια τουρκική μουσουλμανική χώρα. Οι τουρκοκυπριακοί σύνδεσμοι που αντιδρούν έντονα στην ανέγερση νέων τζαμιών, υποδεικνύουν ότι ήδη στα κατεχόμενα υπάρχουν 182 τζαμιά και μόλις 161 σχολεία. Ταυτόχρονα με την ανάπτυξη μαθημάτων θρησκευτικού περιεχομένου στην εκπαίδευση, αυξάνονται οι ώρες διδασκαλίας μαθημάτων της θετικής κατεύθυνσης προσδίδοντας στην εκπαίδευση κυρίως ένα προσανατολισμό επαγγελματικής εξειδίκευσης. Συμπερασματικά, και παρά τις προφανείς αναλύσεις για μια ατζέντα νεοοθωμανισμού ή ισλαμοποίησης, η ουσία της πολιτικής του ΚΔΑ και της προσπάθειας για ενδυνάμωση της θρησκευτικότητας ανάμεσα στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, μέσα και από την εκπαίδευση, αποτελεί προσπάθεια για μια εκ νέου τουρκοποίησή τους σε πολιτικό επίπεδο, και αυτή τη φορά τουρκοποίησή τους σημαίνει και εξαφάνιση της κυπριακής τους ταυτότητας. Μια τουρκοποίηση που θα καθιστά την πολιτική που απορρέει από την Τουρκία, και σε σχέση με το Κυπριακό, ως αποδεκτή και μη αμφισβητήσιμη ενώ ταυτόχρονα θα καθιστά και τις εξελίξεις σε οικονομικό επίπεδο, την εμπέδωση μιας νεοφιλελεύθερης πραγματικότητας δηλαδή, ως εξελίξεις φυσιολογικές. Και το σημαντικότερο, θα κατηγοριοποιεί την κάθε τουρκοκυπριακή αντίδραση σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ως ένδειξη μη πίστης, άρα και μη τουρκικότητας.


Η Κύπρος από την «κεμαλική» εθνική ασφάλεια στην «ισλαμική» ενσωμάτωση του Νίκου Μούδουρου, Μέλος Επιστ. Συμβουλίου ΠΡΟΜΗΘΕΑ «Δεν είμαι υπέρ της συνέχισης της πολιτικής των τελευταίων 30-40 χρόνων στην Κύπρο. Η Κύπρος δεν είναι προσωπική υπόθεση του κυρίου Ντενκτάς»1. Με τα λόγια αυτά ο ηγέτης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), Recep Tayip Erdoğan, λίγους μήνες πριν εκλεγεί Πρωθυπουργός, εξήγγειλε τη νέα προσέγγιση της Τουρκίας στο Κυπριακό. Αυτή η δήλωση ερμηνεύθηκε από αρκετούς ως ένα «επικοινωνιακό τέχνασμα». Οι εξελίξεις στη συνέχεια όμως, έδειξαν ότι η διαφοροποίηση της τουρκικής πολιτικής στην Κύπρο αξίζει βαθύτερης ανάλυσης. Τόσο σε σχέση με τις αλλαγές σε διεθνές επίπεδο, όσο και σε σχέση με τον εσωτερικό μετασχηματισμό της χώρας. Η παρουσίασή μου, έχει ως στόχο να αναδείξει τουλάχιστον μερικούς από τους λόγους που οδήγησαν την Άγκυρα σε μια νέα προσέγγιση για την Κύπρο γενικά και για το Κυπριακό πρόβλημα ειδικά. Η κυρίαρχη αντίληψη για την εξωτερική πολιτική του νεοσύστατου τουρκικού κράτους, επικεντρώθηκε στην υπογράμμιση για προστασία των εθνικών συνόρων και της ανεξαρτησίας, καθώς για την διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών για οικονομική ανάπτυξη2. Είναι γεγονός ότι το κεμαλικό «Εθνικό Συμβόλαιο» (Misak-i Milli) οριοθετεί το τουρκικό έθνος στα όρια του τουρκικού κράτους. Το τουρκικό έθνος ταυτίζεται σχεδόν σε απόλυτο βαθμό με τα γεωγραφικά και πολιτικά όρια της νεοσύστατης Τουρκικής Δημοκρατίας. Σύμφωνα λοιπόν με την επίσημη κεμαλική θέση, ο ίδιος ο κεμαλισμός δε φέρει μαζί του κανένα είδος αλυτρωτισμού ή επεκτατικών βλέψεων. Αρχικά δε συμπεριλαμβάνει στους πολιτικούς του στόχους τους «έξω Τούρκους», δηλαδή τους τουρκικούς πληθυσμούς που ζουν εκτός των εθνικά καθορισμένων συνόρων του κεμαλικού κράτους3. Επομένως η ίδρυση του κράτους του 1923, δεν αποτέλεσε συμβιβασμόυποχώρηση από τα οράματα ενός αλυτρωτικού εθνικού αγώνα, αλλά μια πράξη σωτηρίας και επιβίωσης του έθνους από συνεχόμενους πολέμους και εδαφική συρρίκνωση. Η ίδρυση του κράτους ήρθε για να επικυρώσει την ύπαρξη του σύγχρονου τουρκικού έθνους και την ανάπτυξη του σε ένα περιβάλλον κρατικού καπιταλισμού με μοντέλο την υποκατάσταση των εισαγωγών. 1 Bilal N. Şimşir, AB, AKP ve Kıbrıs, Ankara 2004, σ. 257. 2 Umut Uzer, Identity and Turkish Foreign Policy. The Kemalist Influence in Cyprus and in the Caucasus, I.B Tuaris, London 2011, p. 58. 3 Για μια ολοκληρωμένη θεώρηση γύρω από το θέμα του κεμαλικού εθνικισμού στην τουρκική γλώσσα βλέπετε: Turhan Feyzioğlu, “Atatürk ve Milliyetçilik”, Atatürkçü Düşünce, Türk Tarih Kurumu Basimevi, Ankara 1992, pp. 265-322. Baskın Oran, Atatürk Milliyetçiliği. Resmi İdeoloji Dışı Bir İnceleme, Dost Kitabevi, Ankara 1988.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, το κεμαλικό δόγμα «Ειρήνη στην πατρίδα – Ειρήνη στον Κόσμο» (Yurtta Sulh-Cihanda Sulh) έβρισκε για κάποια χρόνια την εφαρμογή του στην τουρκική εξωτερική πολιτική ως εξής: Προσπάθεια για σταθεροποίηση της εδαφικής και πολιτικής υπόστασης της χώρας και διατήρηση της τότε «παρούσας κατάστασης» - του στάτους κβο – που δημιούργησε η Συνθήκη της Λωζάνης. Η σύναψη του Συμφώνου Ελληνοτουρκικής Φιλίας το 1930, του Βαλκανικού Συμφώνου το 19344 και το 1937 του Συμφώνου Σαανταμπάντ με χώρες της Μέσης Ανατολής5, συνιστούν μερικές χαρακτηριστικές εικόνες της εφαρμογής του προαναφερθέντος δόγματος. Συνεπώς θα μπορούσε να λεχθεί ότι σε ένα περιβάλλον έντονων ανταγωνισμών των Μεγάλων Δυνάμεων στην περιοχή που κορυφώνονταν με τη σταδιακή επικράτηση του φασισμού στην Ευρώπη, η τουρκική εξωτερική πολιτική ήταν προϊόν της «ανάγκης των καιρών» για επιβίωση του νεοσύστατου ρεπουμπλικανικού κράτους. Όμως εάν σταθεί κάποιος μόνο στην κυρίαρχη θεώρηση για τον κεμαλικό εθνικισμό, τότε η ανάλυση των σχέσεων Τουρκίας-Κύπρου παραμένει στο κενό. Όπως έχουν δείξει νεότερες μελέτες γύρω από τον κεμαλικό εθνικισμό, η γεωγραφική οριοθέτηση του έθνους εντός των συνόρων της ρεπουμπλικανικής Τουρκίας, συνυπάρχει με μια πολιτισμική οριοθέτηση6. Αυτός ο «πολιτισμικός» εθνικισμός ξεπερνά κατά πολύ τα σύνορα του σύγχρονου τουρκικού κράτους και εμπεριέχει μια πτυχή «οικουμενικότητας», η οποία με τη σειρά της δημιουργεί το όραμα για μια παντουρκική ενότητα7. Αυτή η πτυχή που φέρει μαζί της «οικουμενικές διεκδικήσεις» και υπογραμμίζει την ενότητα «όλων των Τούρκων» εκφράζεται κυρίως από τις θεωρίες των αρχών της δεκαετίας του 1930 για την τουρκική ιστορία και την τουρκική γλώσσα με την γνωστή «Θεωρία της γλώσσας

4 Melek Fırat, “Yunanistan’la İlişkiler”, Basın Oran (ed.), Türk Dış Politikası, Cilt 1, İletişim Yayınları, İstanbul 2002, pp. 344353 (pp. 325-356). 5 Ümit Özdağ, “Türk Milliyetçiliği ve Jeopolitik”, Modern Türkiye’de Siyasi Düşünce: Milliyetçilik, Cilt 4, İletişim Yayınları, İstanbul 2004, p. 175 (pp. 168-178). Το Σύμφωνο Σαανταμπάντ υπογράφηκε μεταξύ Τουρκίας, Ιράκ, Ιράν και Αφγανιστάν και διασφάλιζε τα σύνορα των χωρών και την αμοιβαία δέσμευση για μη επίθεση. Με αυτό τον τρόπο σε μια περίοδο φασιστικής επιθετικότητας της Ιταλίας στην περιοχή, η Τουρκία προσπάθησε να διαφυλάξει τα ανατολικά και νότια της σύνορα. 6 Ahmet Yıldız, “Kemalist Milliyetçilik”, Modern Türkiye’de Siyasi Düşünce: Kemalizm, Cilt 2, İletişim Yayınları, İstanbul 2001, pp. 221-232 (pp. 210-234). 7 Füsun Üstel, “Türk Milliyetçiliği ya da Vatandaşlığın Kültürel Boyutu”, Türkiye’nin Kürt Sorunu, TÜSES, İstanbul 1996.


του Ήλιου» (Güneş Dil Teorisi)8. Επομένως, παρόλο που οι κυρίαρχες διακηρύξεις του κεμαλισμού δεν περιέχουν πτυχές ενός αλυτρωτικού οράματος, εντούτοις υπάρχει μια διαχρονική οργανική σχέση μεταξύ των «μέσα» και των «έξω» Τούρκων. Την περίοδο του Mustafa Kemal, ο εθνικισμός υποτάσσεται στη ρεπουμπλικανική γεωγραφία. Η ίδια η ρεπουμπλικανική γεωγραφία σε συνθήκες ενός μοντέλου υποκατάστασης των εισαγωγών και κρατικού καπιταλισμού, αδρανοποιεί σε πολύ μεγάλο βαθμό τις αυτοκρατορικές εκφάνσεις του εθνικισμού9, χωρίς ωστόσο να τις εξουδετερώνει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εμπλοκή της Τουρκίας στο Κυπριακό από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα, η ρητορική που αναπτύσσει για την προστασία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, αλλά ιδιαίτερα η ρητορική σε σχέση με την προστασία της δικής της εθνικής ασφάλειας, είναι συνιστώσες που περιπλέκουν περισσότερο τις κυρίαρχες ερμηνείες για την τουρκική εξωτερική πολιτική. Για παράδειγμα ο William Hale στο γνωστό του έργο για την τουρκική εξωτερική πολιτική από το 1774 μέχρι το 2000, αναφέρει ότι η εμπλοκή της Τουρκίας στην Κύπρο και η εισβολή του 1974 αποτελούν «εξαιρέσεις» στη διαχρονικά «πραγματιστική και λογική» εξωτερική πολιτική της χώρας10. Όμως μια πιο ολοκληρωμένη απάντηση στο ζήτημα της Κύπρου δίνεται από άλλους ερευνητές, όπως ο Umut Uzer, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι αυτοκρατορικές εκφάνσεις του τουρκικού εθνικισμού απελευθερώνονται και επιβάλλονται στο ρεπουμπλικανικό πλαίσιο αναλόγως των διεθνών συγκυριών11. Η περίπτωση της Κύπρου, παρουσιάζει ενδιαφέρον και λόγω του ότι σταδιακά μετατρέπεται σε χώρο ολοκληρωτικής σχεδόν κυριαρχίας του «συνδρόμου της περικύκλωσης» που καλλιέργησε η τουρκική ελίτ από τη δεκαετία του 195012. Στο κυπριακό του πλαίσιο τότε, το «σύνδρομο της περικύκλωσης» βασιζόταν στην εξής υπόθεση: Η μεταπήδηση της Κύπρου στη σφαίρα επιρροής της Ελλάδας, η οποία διατηρεί την κυριαρχία της στα νησιά του Αιγαίου, θα σημαίνει την ολοκληρωτική «ελληνική» και συνεπώς «εχθρική» περικύκλωση της Ανατολίας από τα μεσογειακά της παράλια. Ο Fatih Rüştü Zorlu, ως ΥΠΕΞ της Τουρκίας κατά τη Διάσκεψη του Λονδίνου το 1955, υπογράμμισε τη σημασία της Κύπρου για την άμυνα της Τουρκίας ιδιαίτερα εφόσον η Ελλάδα είχε τον πλήρη έλεγχο των νησιών του Αιγαίου. Παράλληλα τόνισε ότι πιθανή αλλαγή του στάτους-κβο στην Ανατολική Μεσόγειο προς όφελος της Ελλάδας θα 8 Söner Çağaptay, “Otuzlarda Türk Milliyetçiliğinde Irk, Dil ve Etnisite”, Modern Türkiye’de Siyasi Düşünce: Milliyetçilik, Cilt 4, İletişim Yayınları, İstanbul 2001, p. 252 (pp. 245-252). 9 Για μια αναλυτική θεώρηση του συγκεκριμένου προβλήματος βλέπετε: Günay Göksü Özdoğan, Turan’dan Bozkurt’a. Tek Parti Döneminde Türkçülük (1931-1946), İletişim Yayınları, İstanbul 2002. 10 William Hale, Turkish Foreign Policy: 1774-2000, Frank Cass, London 2002, p. 330. 11 Umut Uzer, Identity and Turkish Foreign Policy. The Kemalist Influence in Cyprus and in the Caucasus, I.B Tuaris, London 2011, p. 148. 12 Πιέρ Μπλάν, Ο Διαμελισμός της Κύπρου. Η γεωπολιτική ενός διχασμένου νησιού, (μτφ. Νίκη Μολφέτα), Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα 2002, σ. 140.

διατάρασσε τη Συνθήκη της Λωζάννης13. Ο İlter Türkmen, ΥΠΕΞ της Τουρκίας μετά το πραξικόπημα του 1980, περιέγραψε την Κύπρο ως εξής: «Η Κύπρος είναι ένα τεράστιο αεροπλανοφόρο, αγκυροβολημένο στο πλέον στρατηγικό σημείο της Ανατολικής Μεσογείου. Θέτει υπό στρατηγικό έλεγχο ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Απέχει ένα βήμα από τις τουρκικές ακτές και δύο βήματα από την Αραβική χερσόνησο. Στέκει σαν φρουρός μπροστά στη Διώρυγα του Σουέζ»14. Με λίγα λόγια, η κυπριακή περίπτωση του «συνδρόμου της περικύκλωσης» μετατρέπει το θέμα των «έξω Τούρκων», δηλαδή την υποτιθέμενη προστασία των Τουρκοκυπρίων, ως βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται μια έννοια εθνικής ασφάλειας της ίδιας της Τουρκίας15. Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζουν οι «έξω Τούρκοι» επιβεβαιώνει τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει η ασφάλεια των «μέσα Τούρκων» από μια πιθανή εχθρική περικύκλωση. Έτσι, η εισβολή στην Κύπρο θεωρήθηκε από ένα μέρος της κεμαλικής ελίτ, ως μια μεγάλη «εθνική νίκη» που σταματούσε την εδαφική συρρίκνωση του τουρκικού έθνους. Πιθανή υποχώρηση στην Κύπρο θα σήμαινε επιστροφή στη Συνθήκη των Σεβρών16. Ο δεύτερος άξονας ήταν η πιστοποίηση ότι ο στρατός αποτελούσε την απόλυτη δύναμη καθορισμού του περιεχομένου της εθνικής ασφάλειας της Τουρκίας. Μάλιστα σε αυτό το σημείο η εθνική ασφάλεια της χώρας, έτσι όπως ο στρατός την ερμήνευε, είχε ως σταθερή βάση τον κυπριακό χώρο. Ιδιαίτερα στα χρόνια που ακολουθούν την τουρκική εισβολή μέχρι και τις απαρχές του 21ου αιώνα, οι δύο προαναφερθέντες άξονες ενισχύονται. Ο Şükrü Sina Gürel ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «Δεν μπορούμε να αποκτήσουμε οποιαδήποτε οφέλη στην εξωτερική μας πολιτική εάν υποχωρήσουμε στο Κυπριακό και στο Αιγαίο. Ιδιαίτερα σε αυτή την εποχή που μιλάμε για νέους ορίζοντες για τον τουρκικό κόσμο, για την Τουρκία ως μεγάλη δύναμη…»17. Η μη διευθέτηση του Κυπριακού, η διατήρηση του διχοτομικού στάτους-κβο, ήταν απόδειξη της μεγαλοσύνης της Τουρκίας. Ήταν πολύ περισσότερο, απόδειξη της κατανόησης της σημασίας της περιοχής για την εθνική ασφάλεια της Τουρκίας. Η πιο πάνω αντίληψη συμπυκνώνεται περίφημα στη φράση του Bülent Ecevit ότι «το Κυπριακό επιλύθηκε το 1974». Συνεπώς μια δεύτερη ανάγνωση της κλασσικής κεμαλικής ερμηνείας για την εξωτερική πολιτική στην Κύπρο, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εισβολή του 1974 έρχεται για να δημιουργήσει ένα νέο «στατους-κβο» και να σημάνει την προσπάθεια

13 Melih Esenbel, Kıbrıs 1. Ayağa Kalkan Adam 1954-1959, Bilgi Yayınevi, Ankara 1993, pp. 26-27, 30-31. 14 Παρατίθεται στο Πιέρ Μπλάν, Ο Διαμελισμός της Κύπρου. Η γεωπολιτική ενός διχασμένου νησιού, (μτφ. Νίκη Μολφέτα), Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα 2002, σ. 150. 15 Umut Uzer, Identity and Turkish Foreign Policy. The Kemalist Influence in Cyprus and in the Caucasus, I.B Tuaris, London 2011, pp. 83-84. 16 Χαρακτηριστικός επί τούτου ο Mümtaz Soysal στο βιβλίο του Aklını Kıbrıs’la Bozmak, Bilgi Yayınevi, Ankara 1995, p. 119. 17 Şükrü Sina Gürel, Türk-Yunan İlişkileri (1821-1993), Ümit Yayıncılık, Ankara 1993, p. 126.


για διατήρηση και προστασία του18. Το πιο πάνω πλαίσιο παρουσιάζει ρήξεις στις αρχές του 21ου αιώνα. Οι διεθνείς αλλαγές σε συνδυασμό με τον εσωτερικό μετασχηματισμό της Τουρκίας, οδήγησαν τη χώρα σε μια νέα γεωγραφική φαντασίωση. Από τη μια, η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού επέβαλε μια νέα αντίληψη για την εθνική ασφάλεια. Η έννοια αυτή μετασχηματίστηκε με τρόπο που διευρύνεται και σταδιακά να συμπεριλαμβάνει θέματα οικονομικού ανταγωνισμού19. Από την άλλη, η ίδια η Τουρκία ενσωματώθηκε περαιτέρω στο παγκόσμιο σύστημα, μια διαδικασία που ευνόησε την ισχυροποίηση της νέας ισλαμικής ελίτ. Μιας ελίτ που τελικά ως φορέας εξουσίας επέβαλε τα δικά της οράματα, τόσο για την Τουρκία, όσο και για τη θέση της χώρας στη διεθνή πραγματικότητα. Η πιο ενδεικτική αλλαγή ήταν η προσπάθεια άρσης των όποιων «εδαφικώνσυνοριακών περιορισμών» επικρατούσαν στις αντιλήψεις της πολιτικής ηγεσίας για εμπλοκή της Τουρκίας στη γειτονική της περιφέρεια. Αυτή η αλλαγή με τη σειρά της επηρέασε και το βαθύτερο ιδεολογικό-πολιτικό νόημα της «εθνικής γεωγραφίας», καθορίζοντας ένα νέο πλαίσιο για την επιδιωκόμενη περιφερειακή πολιτική20. Με αυτά τα δεδομένα, η Κύπρος δε χάνει τη σημασία της αναφορικά με την εθνική ασφάλεια της Τουρκίας. Όμως σημειώνεται μια μεγάλη αλλαγή σε σχέση με το πώς εκφράζεται το νέο περιεχόμενο της εθνικής ασφάλειας μέσω Κύπρου. «Η μη λύση δεν είναι λύση του Κυπριακού» δήλωσε κάποτε ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας, προκαλώντας σειρά ερωτημάτων για την νέα τουρκική προσέγγιση στο Κυπριακό. Στο σημείο αυτό αξίζει μια μικρή έστω αναφορά που θα ξεφεύγει από επιδερμικές ερμηνείες για την πολιτική της Άγκυρας. Σύμφωνα με το ΑΚΡ, η Κύπρος ως έδαφος και ως πολιτικός χώρος θα πρέπει να αποτελέσει ένα κομμάτι της ευρύτερης πολιτικής της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Κύπρος και το Κυπριακό πρόβλημα παύουν να είναι «στοιχεία» που αναλύονται μόνο υπό το πρίσμα της στρατιωτικής παρουσίας της Τουρκίας, αλλά μετατρέπονται σε άξονες πολιτικής που θα πρέπει να υπηρετούν το γενικότερο στόχο νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού της περιοχής. Δηλαδή η Κύπρος δεν αποτελεί χωριστό κομμάτι της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας που να σχετίζεται με το παραδοσιακό (κεμαλικό) πλαίσιο της λεγόμενης εθνικής ασφάλειας, αλλά αποτελεί ένα από το κομμάτια που συγκροτούν την ολότητα των πολιτικών, οικονομικών και πολιτισμικών στόχων που θέλει να εξυπηρετήσει η Τουρκία σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Εδώ ίσως να βρίσκεται και το κεντρικό σημείο της ρήξης με την προηγούμενη «κεμαλική» ερμηνεία της μη λύσης ως μεθόδου διατήρησης των συμφερόντων ασφάλειας της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εξής: Η Κύπρος, λόγω γεωγραφικής θέσης, «ελέγχει» τα μεσογειακά παράλια της Τουρκίας, του Λιβάνου, της Συρίας, πιο νότια του Ισραήλ, καθώς και μια μεγάλη απόσταση μέχρι την Αίγυπτο. Επομένως το νησί βρίσκεται σε θέση που επηρεάζει στρατηγικούς τομείς, οι οποίοι αποτελούν ούτως ή άλλως τομείς και «εργαλεία» της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής του ΑΚΡ. Για παράδειγμα, οι περιοχές Τζεϊχάν, Μερσίνα και Αττάλεια, αποτελούν τους νευραλγικούς οικονομικούς χώρους της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο σε τομείς όπως η ενέργεια, το εμπόριο και ο τουρισμός και απέχουν από την Κύπρο περίπου ογδόντα χιλιόμετρα21. Με αυτό το συλλογισμό, το ΑΚΡ επιδιώκει το ξεδίπλωμα μιας στρατηγικής που να αλλάζει το στάτουςκβο, δηλαδή την μονοδιάστατη αντίληψη για την διασφάλιση της «εθνικής ασφάλειας» διαμέσου της στρατιωτικής παρουσίας, και να μετατρέπει την Κύπρο σε ένα ακόμα χώρο ανάδειξης του ρόλου της Τουρκίας ως δύναμης ενσωμάτωσης και άρα συνεχούς «εμπορευματοποίησης» της συγκεκριμένης γεωγραφίας. Έτσι η Τουρκία επιδιώκει να παράγει και να αναπαράγει το ρόλο της ως «εμπορικό κράτος»22, ως κράτος-φορέας των αξιών της παγκόσμιας αγοράς προς την περιφέρεια. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, η κατανόηση της σημασίας της Ανατολικής Μεσογείου για την Τουρκία, οδηγεί ακριβώς στην προσπάθεια για ανατροπή του στάτους-κβο στην Κύπρο. Η Τουρκία με το ΑΚΡ διεκδικεί ίσως, μια διευθέτηση του Κυπριακού ακριβώς διότι κατανοεί το νέο πλαίσιο ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου23. Παύει λοιπόν να ταυτίζει τη μη λύση ως προστασία της εθνικής της ασφάλειας και διεκδικεί την ενσωμάτωση της Κύπρου στην ευρύτερη της αντίληψη για την Ανατολική Μεσόγειο, ακριβώς για να διασφαλίσει το νέο περιεχόμενο της εθνικής της ασφάλειας – οικονομικό, πολιτικό και όχι μόνο στρατιωτικό. Αυτή η νεοφιλελεύθερου τύπου ανασυγκρότηση της τουρκικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο, γεννά την αναγκαιότητα προσαρμογής της ίδιας της κυπριακής γεωγραφίας στο ευρύτερο πλαίσιο. Προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται και τα μέτρα συνολικής αναδιάρθρωσης των δομών στα κατεχόμενα (ζήτημα για το οποίο θα μιλήσουν οι επόμενοι μας ομιλητές). Είναι λοιπόν αναμενόμενο ότι εφόσον το υφιστάμενο στάτους-κβο δεν προσαρμόζεται στις νέες ανάγκες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, να υπάρξει προσπάθεια αλλαγής του. Μια προσπάθεια που θα αντικατοπτριστεί και στις προσπάθειες για μια συνολική διευθέτηση του Κυπριακού. Και είναι για αυτό ακριβώς το λόγο που η οποιαδήποτε κινητικότητα επιδειχθεί από πλευράς Τουρκίας στις διαπραγματεύσεις δε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφανειακές ερμηνείες.

18 Malik Mufti, Daring and Caution in Turkish Strategic Culture. Republic at Sea, Palgrave MacMillan, London 2009, p. 46. 19 Özlem Kaygusuz, “Küreselleşme ve Ulusal Güvenlik Devleti: Geri Dönüş Mümkün mü?”, Cilt: XXXI, No. 255, Yaz 2007, p. 139 (pp. 137-153). 20 Bülent Aras, Hakan Fidan, “Turkey and Eurasia: Frontiers of a New Geographic Imagination”, New Perspectives on Turkey, 40, 2009, σ. 197. (σσ. 195-217).

21 Gürkan Zengin, Hoca: Türk Dış Politikasında ‘Davutoğlu Etkisi’, İnkılâp Yayınları, İstanbul 2010, σσ. 373-374. 22 Για μια συζήτηση αναφορικά με το «εμπορικό κράτος» και ειδικά για την Τουρκία, βλέπετε Kemal Kirişçi, “The Tranformation of Turkish Foreign Policy: The Rise of the Trading State”, New Perspectives on Turkey, 40, 2009, σσ. 29-50. 23 Ahmet Davutoğlu, Teoriden Pratiğe. Türk Dış Politikası Üzerine Konuşmalar, Küre Yayınları, İstanbul 2013, pp. 121-122.


Εντείνεται η (μη) διπλωματική συμπεριφορά του Zivadin Jovanovic, Πρόεδρος του Belgrade Forum for a World of Equals

Πολλά έχουν λεχθεί τελευταία σε σχέση με μια δήλωση του Ρώσου Πρέσβη στο Βελιγράδι Alekxander Chepurin ο οποίος, σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου, δήλωσε ότι η ένταξη της Σερβίας στο ΝΑΤΟ δεν θα ήταν αποδεκτή για τη Ρωσία. Μια τέτοια δήλωση συνέπεσε με τα αποτελέσματα της ανεξάρτητης δημοσκόπησης κοινής γνώμης που καταδεικνύει ότι περίπου το 75 % του πληθυσμού της Σερβίας είναι εναντίον της ένταξης της Σερβίας στο ΝΑΤΟ, και ότι μόνο το 14 % είναι υπέρ της ένταξης. Οι υπόλοιποι είναι αναποφάσιστοι. Στη Σερβία έχει καταστεί πολύ ευρεία έννοια του τι είναι αποδεκτή συμπεριφορά των ξένων διπλωματών και τι δεν είναι, τι είναι καλοπροαίρετη ή κακοπροαίρετη δήλωση, τι είναι διπλωματία και τι είναι κραυγαλέα παρέμβαση σε εσωτερικά ζητήματα. Μια χώρα της οποίας η κυβέρνηση προσκαλεί έναν ξένο πρέσβη να λάβει μέρος στις συνεδριάσεις της, όπως ήταν η περίπτωση του πρέσβη των ΗΠΑ, ο οποίος συμμετείχε σε σύνοδο της Σερβικής κυβέρνησης, δύσκολα μπορεί να ελπίζει ότι θα τύχει σεβασμού ή ότι οι ξένοι της διπλωμάτες θα τηρούν αυστηρά τις διπλωματικές αρχές και κανόνες. Η Σερβική κυβέρνηση τηρούσε σιωπή σχετικά με τις δηλώσεις των Δυτικών πρεσβευτών οι οποίοι υπονόμευαν την κυριαρχία και την ακεραιότητα της χώρας. Η κυβέρνηση της Σερβίας προσκάλεσε τους ηγέτες μιας ξένης χώρας για να μεσολαβήσουν μεταξύ των πολιτικών κομμάτων. Πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ έκανε διάλεξη σε καθηγητές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου ότι, σε αναφορές στα βιβλία τους και στη διδασκαλία σε φοιτητές, δεν πρέπει να χρησιμοποιούν όρους όπως «επιθετικότητα του ΝΑΤΟ το 1999», «εγκλήματα του ΝΑΤΟ», «Αλβανοί τρομοκράτες του UCK» και τα συναφή. Ο Γερμανός πρέσβης στο Βελιγράδι συμβούλευσε δημόσια όλους τους γονείς στη Σερβία ότι πρέπει να διδάξουν τα παιδιά τους ότι το ΝΑΤΟ βομβαρδίζοντας τη χώρα για πάνω από 78 ημέρες το 1999 (σκοτώνοντας περίπου 4.000, τραυματίζοντας περίπου 10.000 με τη χρήση βλημάτων με απεμπλουτισμένο ουράνιο, προκαλώντας ζημιές περίπου 120 δισ. δολαρίων) βοήθησε το λαό της Σερβίας, την ευημερία τους, το δικαίωμά τους για δημοκρατία και λαμπρό μέλλον! Μια χώρα της οποίας η κυβέρνηση αποδέχεται σιωπηλά μια τέτοια προσβλητική συμπεριφορά, μια κυβέρνηση της οποίας οι αξιωματούχοι σπεύδουν σε ξένους πρεσβευτές να αναζητήσουν συμβουλές ή για

να ζητούν έλεος, δεν μπορεί να θεωρούν ότι αυτοί οι ξένοι διπλωμάτες θα σέβονται τους κανόνες της διπλωματίας. Εν αντιθέσει, μια τέτοια κυβέρνηση, που στην πραγματικότητα προσκαλεί ξένους πρεσβευτές να αναμιχθούν στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας όλο και πιο βαθιά, θα αρχίσουν να της συμπεριφέρεται ως μια χώρα χωρίς εθνική κυριαρχία και αυτοεκτίμηση. Ο θόρυβος γύρω από ορισμένες δηλώσεις που χρησιμοποιούνται πρόσφατα από τον Ρώσο πρέσβη στο Βελιγράδι, τα λεγόμενα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και οι δυτικοχρηματοδοτούμενες ΜΚΟ, στην πραγματικότητα, δημιουργούν κάλυψη πίσω από την οποία πρεσβευτές από μια σειρά δυτικές χώρες συνεχίζουν να αναμειγνύονται στις υποθέσεις της σερβικής κυβέρνησης. Γιατί αυτά τα ίδια τα ΜΜΕ και ΜΚΟ δεν έχουν αντιδράσει σε σχέση με το “Quinta” (ΗΠΑ, Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία) που αποτελούν την «Ομάδα Φίλων της Σαντζάκ» (Νοτιοδυτική περιοχή της Σερβίας που κατοικείται από Σέρβους και Βόσνιους); Τα μέλη της «Quinta» υποτίθεται ότι είναι φίλοι όλης της Σερβίας, και όχι μόνο μιας περιοχής. Εξάλλου, είναι διαπιστευμένοι εκπρόσωποι των κυρίαρχων κρατών και όχι, ας πούμε, του Νέου Μεξικού, ή της Βαυαρίας, ή της Κορσικής ή της Λομπαρδίας! Δεν είναι η Ρωσία που βομβάρδισε τη Σερβία το 1999, και συνεχίζει να κατακερματίζει τη Σερβία σήμερα, αλλά οι χώρες του ΝΑΤΟ. Δεν είναι η Ρωσία που υποστηρίζει το τρομοκρατικό UCK επί δεκαετίες και που υποστηρίζει τον πρώην διοικητή του UCK Χασίμ Θάτσι στις λεγόμενες διαπραγματεύσεις σε σχέση με την επαρχία του Κοσσυφοπεδίου και τα Μετόχια, στην Βρυξέλλες, αλλά οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία! Δεν είναι η Ρωσία, που έχει αναγνωρίσει την παράνομη, μονομερή απόσχιση της Πρίστινα, αλλά οι χώρες μέλη του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν είναι η Ρωσία που υπονομεύει την κυριαρχία της Σερβίας, αλλά οι χώρες μέλη του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ας μην ξεχνούμε λοιπόν ούτε να είμαστε αφελείς!


Και να που τα κοσμήματα έγιναν καυσόξυλα… της Ελένης Ευαγόρου, Ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ερευνών ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ Στρέφοντας το βλέμμα στην σύγχρονη Ελλάδα, μπορεί κανείς εύκολα να καταλήξει στο συμπέρασμα πως η οικονομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος έχει συνθλίψει τον κοινωνικό ιστό. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η κρίση που βιώνουμε είναι καθολική, αφού πέρα από οικονομική, είναι κρίση πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική, με λίγα λόγια είναι κρίση αξιών. Σήμερα έχουν πια ανατραπεί όσα μέχρι πρότινος θεωρούνταν βασικά και δεδομένα με αποτέλεσμα, η καθημερινότητα των ανθρώπων να μετατρέπεται σε ένα αιματηρό αγώνα επιβίωσης. Μαζί με το κοινωνικό κράτος , οι πολιτικές λιτότητας έχουν συμπαρασύρει τον θεσμό της οικογένειας και σε αυτό πρόκειται να σταθώ σε αυτό το κείμενο. Η οικογένεια, η οποία αδιαμφισβήτητα αποτελεί το σημαντικότερο κομμάτι της κοινωνικής δομής στην Ελλάδα, το τελευταίο διάστημα έχει δεχτεί τεράστια πλήγματα. Είναι προφανές πως η κρίση δημιουργεί ολοένα περισσότερα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, τα οποία αδυνατούν να ανταποκριθούν σε βασικά έξοδα διαβίωσης. Τα έξοδα για στέγαση, θέρμανση και σίτιση φαίνονται τεράστια όταν στο σπίτι εργάζεται ένας ή κανένας. Οι οικογένειες που αντιμετώπιζαν διαχρονικά οικονομικά προβλήματα οδηγήθηκαν στις ουρές των συσσιτίων, στα κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία, στα κοινωνικά παντοπωλεία, στις τράπεζες ρουχισμού και σε άλλα δίκτυα και δομές αλληλεγγύης. Ο κίνδυνος οι οικογένειες να μείνουν χωρίς στέγη είναι ορατός ανά πάσα στιγμή λόγω του ενδεχόμενου εκποίησης των κατοικιών. Η ανεργία έχει δημιουργήσει ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης νέων κυρίως ανθρώπων οι οποίοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την οικογένεια και τη χώρα τους και να ξεκινήσουν τη ζωή τους σε όποια χώρα τους προσφέρει εργασία, με γνώμονα όχι την δημιουργία μεγάλης καριέρας αλλά την κάλυψη των βασικών τους αναγκών. Οι έντονες αλλαγές που παρατηρούνται στις διαφυλικές σχέσεις έχουν επηρεάσει στο έπακρο τον θεσμό της οικογένειας. Ζευγάρια που βρίσκονταν προ κρίσης ένα βήμα πριν το γάμο δεν έχουν προχωρήσει αφού δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να ανοίξουν το δικό τους σπίτι και να αποκτήσουν παιδιά. Από την άλλη ζευγάρια που βρίσκονταν κοντά στο χωρισμό παραμένουν μαζί γιατί δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στα έξοδα δύο νοικοκυριών. Η απώλεια της αμειβόμενης εργασίας, η επισφάλεια, η επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και η γενική ρευστότητα πυροδοτούν γενικότερους επαναπροσδιορισμούς των έμφυλων σχέσεων. Από τη μια οι γυναίκες, οι οποίες είναι τα πρώτα θύματα της ανεργίας, βρίσκονται μακριά από την αγορά εργασίας εξαρτημένες οικονομικά από τους συζύγους τους. Από την άλλη, ο άνεργος σύζυγος χάνει το βασικότερο γνώρισμα της ανδρικής του ταυτότητας η οποία επιβάλλει πως ο άντρας πρέπει να μπορεί να συντηρήσει το σπίτι του και να καλύψει τα έξοδα της οικογένειας του. Έτσι παρατηρούνται συνεχείς συγκρούσεις ανάμεσα στα

ζευγάρια τα οποία βρίσκονται αντιμέτωπα με τον επαναπροσδιορισμό των ρόλων τους. Ο τεράστιος ανεκμετάλλευτος χρόνος επιδεινώνει την κατάσταση αφού οι άνθρωποι δεν είναι παραγωγικοί και έτσι η ψυχολογία τους γίνεται ολοένα πιο αρνητική. Ένα φαινόμενο που παρατηρείται, ανάμεσα στα άλλα, στις μέρες μας, είναι πως η τηλεόραση έχει καταστεί μόνη προσβάσιμη μορφή ψυχαγωγίας για τις οικογένειες, η οποία με ελάχιστες εξαιρέσεις προσφέρει επαναλήψεις, ληγμένα ντοκιμαντέρ, σήριαλ μακριά από την πραγματικότητα, σεφ που μαγειρεύουν σε πανάκριβες κουζίνες, κουτσομπολιά και διαφημίσεις. Όλα αυτά οδηγούν τον άνθρωπο σε υπαρξιακό λήθαργο και τον καθιστούν ακόμη πιο ανίκανο να αντιπαλέψει όλα όσα του επιβάλλονται. Μάλιστα, συνειδητοποίησα πρόσφατα πως η τηλεόραση έχει αναλάβει ανάμεσα στα άλλα και καθήκοντα φιλανθρωπίας για να απαλύνει μέσα από πολυτελή πλατό τον πόνο των φτωχών τηλεθεατών. Αυτό μάλιστα στάθηκε η αφορμή για να μπουν σε σειρά οι σκέψεις που αποτύπωσα πιο πάνω και εξηγώ πως. Παρατήρησα λοιπόν, πως οι μεσημεριανές εκπομπές στις οποίες καλοντυμένες παρουσιάστριες μιλούν για το lifestyle και το star system έχουν αποκτήσει κάποια επίκτητα χαρακτηριστικά τα οποία ξενίζουν τον μέσο τηλεθεατή. Αναφέρομαι στην γνωστή σε όλους μας στιγμή κατά την οποία ανοίγουν οι τηλεφωνικές γραμμές των εκπομπών για να μοιράσουν δώρα στους τηλεθεατές. Δε πάει καιρός από τότε που ανάμεσα στα δώρα βρίσκονταν ταξίδια αναψυχής, διαμονές σε πολυτελή ξενοδοχεία, ακριβά ρούχα και κοσμήματα. Παρακολουθώντας λοιπόν την εκπομπή, φτάνουμε στο σημείο που οι υπέρλαμπρες παρουσιάστριες που ζουν σε επαύλεις στις ακριβότερες περιοχές της Αθήνας, ντύνονται με «επώνυμα» ρούχα, κυκλοφορούν στα πιο ακριβά μέρη και κάνουν συνεχώς ταξίδια αναψυχής, καλούνται ως φιλάνθρωποι να έρθουν σε επαφή με την οικογένεια που βρίσκεται στην κατάσταση που περιγράφηκε πιο πάνω. Στην άλλη άκρη της γραμμής; Μια γυναίκα που έχασε τη δουλειά της, αντιμετωπίζει προβλήματα στο γάμο της, κάνει με δυσκολία τη λίστα για το σούπερμαρκετ, ζεσταίνει το σπίτι της καίγοντας άχρηστα αντικείμενα στο τζάκι και χάνει τα παιδιά της που φεύγουν μετανάστες. Μόνη της έγνοια είναι η επιβίωση. Η παρουσιάστρια λοιπόν διαπιστώνει: «Και να που τα κοσμήματα έχουν μετατραπεί σε καυσόξυλα» και δίνει το δώρο της στην τηλεθεάτρια: έναν τόνο καυσόξυλα για να καλύψει τις ανάγκες του χειμώνα. Δεν πρόκειται να σταθώ σε ανάλυση του φαινομένου της φιλανθρωπίας, ούτε να αναφερθώ στις αντιθέσεις ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς οι οποίες καθιστούν την στιγμή που περιγράψαμε πιο πάνω τουλάχιστον ειρωνική. Δεν πρόκειται να προχωρήσω ούτε στην πολιτική ανάλυση όσων βιώνουμε σήμερα. Θα περιοριστώ μόνο σε μια διαπίστωση: όταν ένα σύστημα σαπίσει στέκεται ανίκανο μπροστά στα κοινωνικά προβλήματα, στα προβλήματα του παιδιού, της μητέρας, της οικογένειας. Κι όπως έγραψε ο Τάσος Λειβαδίτης εξήντα χρόνια πριν: : «Τώρα με τα κουρέλια που μου απόμειναν, προσπαθώ να φτιάξω ένα ομοίωμα ανθρώπου».


Καταστολή

των δικαιωμάτων των γυναικών από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «Αυτό το ζήτημα αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση που θέλουμε να έχουμε και σε ποια βάση θα σχεδιάσουμε πολιτικές» Gabi Zimmer

υγεία και τα δικαιώματα για την επίτευξη της ισότητας των φύλων στην ΕΕ και πέραν αυτής. Μετά την αξιοκαταφρόνητη συμπεριφορά στην ψηφοφορία του Οκτωβρίου, δεν αποτελεί έκπληξη που μας φέρθηκαν με παρόμοιες φωνασκίες και αποδοκιμασίες στην ολομέλεια σήμερα . Εμείς θα συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα των γυναικών για ασφαλή και νόμιμη άμβλωση και πρόσβαση στην αντισύλληψη. Δεν θα υποχωρήσουμε και θα καλούμε για μια ολοκληρωμένη, χωρίς διακρίσεις σεξουαλική διαπαιδαγώγηση για όλους, καθώς και για την επείγουσα προστασία των δικαιωμάτων των ατόμων ΛΟΑΤ στην Ευρώπη. Η έκθεση Estrela περιείχε όλους αυτούς τους στόχους και αποτελεί σκάνδαλο το γεγονός ότι οι δεξιές δυνάμεις κατάφεραν να την απορρίψουν».

Ενώ η 10η Δεκεμβρίου, υποτίθεται ότι είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, παρατηρήθηκε έλλειψη σεβασμού στα δικαιώματα των γυναικών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αφού αντιδραστικοί ευρωβουλευτές της δεξιάς, που υποστηρίζονται από ακτιβιστές κατά των αμβλώσεων με τους οποίους διατηρούν στενές σχέσεις, απέρριψαν την έκθεση Estrela σχετικά με τη σεξουαλική και αναπαραγωγική υγεία και τα δικαιώματα (SRHR), ενώ ψήφισαν υπέρ ενός εναλλακτικού ψηφίσματος που συνέταξαν οι δεξιές ομάδες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και της Ομάδας των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών. Ο ευρωβουλευτής της Ομάδας της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς / Αριστεράς των Πρασίνων των Βορείων Χωρών, Mikael Gustafsson, πρόεδρος της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (FEMM) είπε: «Εξακολουθώ να νιώθω ντροπή και παραμένω έκπληκτος για το γεγονός ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να μην μπορούν να δουν πόσο σημαντικό ζήτημα είναι η σεξουαλική και αναπαραγωγική

Η Πρόεδρος της Ομάδας της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς / Αριστεράς των Πρασίνων των Βορείων Χωρών, Gabi Zimmer, δήλωσε σχετικά: «Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρέλειψε να στείλει το μήνυμα ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών αποτελεί υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι γυναίκες και τα κορίτσια έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ανεξάρτητα πότε και πόσα παιδιά θέλουν να έχουν. Η ολοκληρωμένη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση συμβάλλει στην πρόληψη της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης και την πρόληψη του ιού HIV και απαιτείται άμεση δράση για την καταπολέμηση των στερεοτύπων και των διακρίσεων εις βάρος των ομοφυλοφίλων, των trans και διαφυλικών ατόμων. Το ζήτημα αυτό αφορούσε κάτι περισσότερο από την τελειοποίηση μιας έκθεσης πρωτοβουλίας. Πρόκειται για το τι είδος ΕΕ θέλουμε να έχουμε και σε ποια βάση θα σχεδιάσουμε τις πολιτικές. Η απόρριψη της έκθεσης είναι μια συγκλονιστική απόρριψη της συνεργασίας, της υπεράσπισης των ατομικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της καταπολέμησης των διακρίσεων και της αλληλεγγύης εντός της ΕΕ».


ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΕΡΕΥΝΩΝ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΝΑΤΟ ως Βιομηχανία Πολέμου

Ιδιωτικοποιήσεις:

Τις κάνουν λόγω (ταξικού) χρέους του Νίκου Μπογιόπουλου διαθέσιμα διαδικτυακά στο w w w . i n e p . o r g . c y

Issue12  

issue 12 newsletter