Page 1


ΧΡΥΣΑ ΔΗΜΟΥΛΙΔΟΥ

Α Ν Τ Ρ Ε Σ ;

Ε Υ Χ Α Ρ Ι Σ Τ Ω ,

Δ Ε

Θ Α

«ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ» ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ΑΘΗΝΑ 2000

Π Α Ρ Ω


Σειρά: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Τήλος: ΑΝΤΡΕΣ; ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΔΕ ΘΑ ΠΑΡΩ Συγγραφέας: ΧΡΥΣΑ ΔΗΜΟΥΛΙΔΟΥ Copyright © Χρύσα Δημουλιδου Copyright © 2000: ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ABE - «ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ» Σόλωνος 96, 98 - 106 80 Αθήνα. Τηλ.: 3600398, Fax: 3617791 http://www.livanis.gr/ Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομε'νου του βιβλίου με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη. Νόμος 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα. ISBN 960-14-0237-3


Στους άντρες, τους περήφανους αυτούς αετούς με τα ραγισμένα ψτερά, ηου επιμένουν να πετάνε ακόμη...


1~

σαν υστερικό. Δυσανασχετώ, εκνευρίζομαι, τελικά το σταματάω μ' ένα δυνατό πάτημα και με τα μάτια ακόμη κλειστά. Σκέφτομαι γιατί να έχω βάλει το ξυπνητήρι, ενώ κανόνισα χτες το βράδυ να μην πάω το πρωί στη δουλειά. Πάω να ξανακοιμηθώ και τότε θυμάμαι. Μα βέβαια. Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου. Κλείνω τα σαράντα. Έχω καλεσμένους το βράδυ. Πρέπει να πάω στο σούπερ μάρκετ και μετά να μαγειρέψω. Η Λορέτα, η κοπέλα που έρχεται μια φορά τη βδομάδα να καθαρίσει, πρέπει ήδη να είναι στο σπίτι. Θα μείνει όλη τη μέρα. Το έχουμε κανονίσει. Πετάγομαι γρήγορα από το κρεβάτι παρασύροντας τη Μέριλιν, τη γάτα μου, στο δάπεδο. Η Μέριλιν νιαουρίζει εκνευρισμένη. Σκΰβω και τη χαϊδεύω. - Συγνώμη, γλυκιά μου, της λέω και της σκάω όπως πάντα ένα φιλί στο ασημόγκριζο κεφαλάκι της. Αυτή αρχίζει τα χάδια και κυλιέται ήδη κάτω προκαλώντας με να συνεχίσω. Είναι τόσο χαδιάρα, που θυμίζει την αξέχαστη Μονρόε. Γι' αυτό τη φωνάζω Μέριλιν. Τ Ο ΞΥΠΝΗΤΗΡΙ ΧΤΥΠΆΕΙ


- Άλλη φορά, της λέω. Τρέχω στο μπάνιο, κλείνω την πόρτα και στέκομαι εμπρός από το μεγάλο ολόσωμο καθρέφτη που είναι κολλημένος πίσω της. Πετάω το μεταξωτό λευκό νυχτικό μου και μένω ολόγυμνη. Κοιτάζομαι προσπαθώντας να διακρίνω τη σαραντάρα γυναίκα, όμως αυτό που βλέπω είναι ένα κοριτσάκι... μια έφηβη... μια νέα γυναίκα τέλος πάντων. Όχι πάνω από τριάντα. Μακρΰ πυκνό μαλλί μέχρι τους ώμους, μελί, με πλούσιες χρυσές ανταύγειες -έστω κι αν αυτές είναι προσθετική-, χρυσοκάστανα σπινθηροβόλα μάτια, στήθος ολόρθο και σεβαστού μεγέθους -τι κι αν έχει βοηθήσει λιγάκι η σιλικόνη;-, γυμνασμένοι κοιλιακοί, κωλαράκι... κώλος, τέλος πάντων, συμπαθητικός, κυτταρίτιδα λιγάκι - κι ας έχω ξοδέψει μια περιουσία. Πλησιάζω τη μούρη μου και την κολλάω πάνω στο γυαλί. Προσπαθώ να διακρίνω ρυτίδες. Τίποτε!!! Εντάξει, δε λέω, το κολλαγόνο έκανε θαύματα. Είμαι ένα μικρό θαύμα εξωτερικά. Έστω και άβαφη. Ξέρω ότι, αν μακιγιαριστώ, θα δείξω ακόμη πιο νέα και δροσερή. Μιλάω τέσσερις γλώσσες -τις δύο άπταιστα-, είμαι καλή συνομιλήτρια, έχω ενδιαφέροντα, οι φίλοι μου επιμένουν ότι είμαι καλό παιδί... είμαι σχεδόν μια ιδανική γυναίκα. Τότε γιατί δεν έχω σύντροφο;;; Ντύνομαι γρήγορα και μακιγιάρομαι ελαφρά. Δε βγαίνω ποτέ έξω από το σπίτι αν δεν έχω βάλει κρέμα ημέρας και κατακόκκινο κραγιόν. Πρωί βράδυ φοράω πάντα κόκκινο κραγιόν. Ανήκω στην κάστα των τυχερών γυναικών που τους


πάει αυτή η απόχρωση. Με το κόκκινο κραγιόν νιώθω δυνατή και έτοιμη να αντιμετωπίσω τα πάντα, μου δίνει κουράγιο. Πηγαίνω στην κουζίνα. Η Λορέτα μου έχει ετοιμάσει ήδη τον καφέ μου. Καπουτσίνο, παρακαλώ. Ισως είναι η μοναδική Φιλιππινέζα που ξέρει να φτιάχνει σωστό καπουτσίνο. Φρέσκο γάλα, σωστή δόση εσπρέσο, μπόλικος αφρός, δυο ζαχαρίνες, κανέλα. Ρουφάω βιαστικά δυο γουλιές, ενώ συγχρόνως μιλάω μαζί της και ελέγχω τη λίστα με τα ψώνια. Παίρνω τη χρυσή βίζα μου, το κινητό μου, τα κλειδιά μου και φεύγω. Η Μέριλιν νιαουρίζει στην πόρτα. Στη φούρια μου ξέχασα να την ταΐσω. Ανοίγω την πόρτα και λέω στη Λορέτα να τη φροντίσει. Είναι ήδη δέκα και τέταρτο όταν μπαίνω στο αυτοκίνητο μου. Ο Βασιλόπουλος, το γνωστό σούπερ μάρκετ, απέχει από το σπίτι μου στη Βούλα δέκα λεπτά. Ο καιρός είναι υπέροχος και αυτό μου φτιάχνει τη διάθεση. Κι όμως χτες στις ειδήσεις είπαν για βροχές και καταιγίδες. «Δεν ξέρουν τι τους γίνεται», σκέφτομαι. Ανοίγω το ραδιόφωνο. Πιάνω τον Status στους 92.7, το σταθμό που προτιμώ περισσότερο από άλλους. Ακούω ένα όμορφο χορευτικό κομμάτι, όταν με την άκρη του ματιού μου βλέπω ένα μαύρο Mazda να συμπορεύεται με το δικό μου Grand Vitara. Γυρίζω το κεφάλι μου και μέσα από τα γυαλιά μου παρατηρώ έναν τριανταπεντάρη με κομμένα μάτια να μου χαμογελάει όλο νόημα. Προλαβαίνω να διακρίνω τη βέρα στο χέρι του. - Μα δεν έχουν το Θεό τους, ψιθυρίζω και πατάω το γκά-


ζι. Οι άντρες έχουν αποθρασυνθεί. Οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας το μυαλό τους στο ψαχνό. Παντρεμένοι ή ανύπαντροι δεν έχει σημασία. Μπορεί κάτι να τους καθίσει. Γι' αυτό και δεν έχω σύντροφο!!! Μπαίνω στο σούπερ μάρκετ και για μια φορά έχω χάσει την αίσθηση του τόπου και του χρόνου. Αποφάσισα να μαγειρέψω κινέζικο. Τα καταφέρνω μια χαρά. Μου τα έμαθε όλα η Λορέτα. Μου πήρε χρόνο, κόπο και χρήμα, όμως εκείνη η γλυκόξινη σάλτσα είναι η σπεσιαλιτέ μου. Βγαίνω με ένα καρότσι γεμάτο μέχρι πάνω και έχω σκάσει εκατό χιλιάδες. «Μα τι στο καλό;» αναρωτιέμαι. «Πέντε άτομα θα φάμε. Ό χ ι ένας λόχος. Και δεν είναι καν άντρες. Γυναίκες όλες τους. Οι κολλητές μου». Το τηλέφωνο χτυπάει: - Εμπρός, λέω ενώ φορτώνω τις σακούλες. - Χρόνια σου πολλά. Πολλά κι ευτυχισμένα. Η φωνή της Ναταλί ακούγεται χαρούμενη και χαδιάρικη. Η Ναταλί ή που θα με ηρεμεί ή που θα με εκνευρίζει. Εξαρτάται. Για τη στιγμή συγκινούμαι. Δεκαοχτώ χρόνια τώρα είναι πάντα η πρώτη που θα μου ευχηθεί στα γενέθλια μου. Με θυμάται πάντοτε. Ακόμη και όταν ήμασταν τσακωμένες για δέκα μήνες, αυτή με θυμήθηκε. - Σ' ευχαριστώ, Ναταλί μου. Σ' ευχαριστώ πολύ. - Πήρα να δω αν ισχύει η συγκέντρωση για το βράδυ. - Και βέβαια ισχύει. Στις δέκα. - Μα γιατί φέτος δεν κάνεις όπως πάντα πάρτι, αλλά αποφάσισες να καλέσεις μόνο εμάς τις τέσσερις;


- Γιατί, γλυκιά μου, μπαίνω στα σαράντα και θέλω να τ 0 γιορτάσω μόνο με τις φίλες μου. Έχεις κάποια αντίρρηση; - Όχι, καλέ, έτσι ρώτησα. Λοιπόν, στις δέκα θα είμαι εκεί. Γεια σου. Κλείνει όπως πάντα πριν προλάβω να πω γεια. Σίγουρ α βιάζεται να κάνει άλλο τηλεφώνημα. Σε ποιον; Δεν έχει 0ί\μασία. Η Ναταλί ζει για να μιλάει στο τηλέφωνο. Ξέρω ότι θα έρθει με μια ώρα καθυστέρηση, τουλάχιστον. Παλιότερα ξεχνούσε να έρθει εντελώς. Με τον καιρό και μετά α ϋ ° πολλούς καβγάδες βελτιώθηκε. Τουλάχιστον τώρα έρχεται. Έστω και αργοπορημένη. Φορτώνω τα πράγματα και κατευθύνομαι προς το σπίτι· Λίγο πριν μπω στο πάρκινγκ, χτυπάει το κινητό. - Εμπρός, λέω. - Καλημέρα, χρυσό μου, ακούω τη φωνή της Δανάης· Χρόνια σου πολλά και χιλιόχρονη. - Σ' ευχαριστώ, Δανάη μου. - Πού είσαι τώρα; - Μόλις έχω παρκάρει. - Καλά, θα σε πάρω αργότερα. Αλήθεια, τι να φορέσω t o βράδυ; - Ό,τι σε κάνει να αισθάνεσαι πιο άνετα. - Εντάξει. Κάτι θα βρω. Θα είμαι εκεί στις δέκα. Η Δανάη θα είναι στις δέκα. Είκοσι δύο χρόνια τώρα δ ε μ' έχει στήσει ποτέ. Μπορεί να έχει του κόσμου τα ελαττώματα, όμως αυτό το προτέρημά της με κάνει να της συγχωράω πολλά.


Χτυπάω το θυροτηλέφωνο και λέω στη Λορέτα να κατέβει να με βοηθήσει. Πρέπει να έχω γύρω στις είκοσι σακούλες στο πορτμπαγκάζ. Ανεβαίνουμε μαζί στο σπιτάκι μου. Σπιτάκι 180 τ.μ. και όλο δικό μου. Η Λορέτα έχει καθαρίσει ήδη το σαλόνι και τις δύο κρεβατοκάμαρες. Μένουν η κουζίνα, τα δύο μπάνια και η τρίτη κρεβατοκάμαρα. Τη χρειάζομαι στην κουζίνα. Τα υπόλοιπα θα τα κάνει αργότερα. Έχουμε απλώσει στους πάγκους τα ψώνια και ετοιμαζόμαστε για την επιχείρηση «γενέθλια», όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Η Λορέτα το σηκώνει. - Μαντάμ, είναι η μεγάλη μαντάμ στο τηλέφωνο. Μεγάλη μαντάμ είναι η μητέρα μου. - Έλα, μαμά, πώς είσαι; - Χρόνια σου πολλά, να σε χαιρόμαστε. - Ευχαριστώ που με θυμήθηκες. - Μα τι λες, παιδάκι μου! Ξεχνά ποτέ μια μάνα τη γέννηση του παιδιού της; Τι κάνεις τώρα; - Ετοιμάζομαι να μαγειρέψω. Θα έρθουν τα κορίτσια το βράδυ. - Τελικά κάλεσες μόνο αυτές; - Ναι, μαμά. - Α χ , βρε κορίτσι μου! Πέντε γυναίκες μόνες. Ούτε ένας άντρας... - Τι ένας άντρας, μαμά; - Έτσι, βρε Μαρίνα μου, για παρέα. Να υπάρχει. - Δηλαδή, ας υπάρχει και ας είναι αχρείαστος. - Όλο και κάπου θα χρειαστεί.


- Δε θα χρειαστεί σε τίποτε, τη διακόπτω. - Μα τι πράγμα είναι αυτό με σένα -κάνει πως δε με άκουσε-, σαράντα χρόνων και ανύπαντρη ακόμη - είχε δεν είχε, το είπε. - Και οι άλλες που παντρεύτηκαν τι κατάλαβαν; Όλες έχουν πάρει διαζύγιο. - Ναι, δε λέω, αλλά γιατί τουλάχιστον δεν προσπαθείς; Ο Βασίλης ακόμη σε θέλει. Πού τον θυμήθηκα τώρα αυτόν; - Κόφ' το, μαμά, αγριεύω. Κοίτα, έχω να κάνω πολλά. Δεν είναι ώρα για να λύσουμε το πρόβλημα του γαμπρού. Άντε, φιλάκια και θα σε πάρω εγώ αύριο. - Να περάσετε καλά, προλαβαίνω να ακούσω. - Ουφ! αναστενάζω καθώς κλείνω τη συσκευή. Αυτή η γυναίκα κοιμάται και ονειρεύεται εμένα νύφη. Η Λορέτα χαμογελάει με νόημα. Δεν είναι η πρώτη φορά που έχει ακούσει αυτή τη συνομιλία. Το τηλέφωνο ξαναχτυπάει. Το σηκώνω νευριασμένη. - Τι θέλεις πάλι, μαμά; - Happy birthday, dear. Η φωνή της Λορίν ακούγεται ευχάριστα. Μα τι έχεις; ρωτάει αμέσως. - Συγνώμη, Λορίν. Σ' ευχαριστώ για τις ευχές σου. Η μητέρα μου. Με ζάλισε πάλι. Τα γνωστά. - Καταλαβαίνω. Μην την παρεξηγείς. Ανησυχεί για σένα. - Τι να ανησυχήσει τώρα πια! Το νερό μπήκε στ' αυλάκι. Δεν είμαι μωρό παιδί. Τέλος πάντων. Εσύ πώς είσαι; Η Λορίν εδώ και δύο μέρες είχε πυρετό.


- Καλύτερα, πολΰ καλύτερα. Σ' ευχαριστώ. Μην ανησυχείς. Θα είμαι εκείτο βράδυ. Δεν ανησυχώ καθόλου. Και νεκρή η Λορίν θα είναι στο σπίτι μου. Μη δώσει το λόγο της. Η φίλη μου είναι Αμερικανίδα, αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια που την ξέρω ζει πιο πολΰ στην Ελλάδα παρά στο Λος Άντζελες. Είναι κάτι παραπάνω από τυπική. Πήραν όλες τηλέφωνο. Όλες εκτός από μία. Εκεί όπου βρίσκεται είναι αδύνατο να τηλεφωνήσει. Η Ελένη είναι αεροσυνοδός. Προϊσταμένη. Σήμερα πετάει για Παρίσι. Θα γυρίσει στις έξι το απόγευμα. Αν δεν έχει καθυστέρηση η πτήση. Ξέρω ότι θα είναι πτώμα. Δουλεύει είκοσι τέσσερα χρόνια. Του χρόνου παίρνει σύνταξη. Καιρός ήταν. Έχει βαρεθεί πια. Τελευταία έχει μονίμως κουρασμένη όψη. Δεν ήταν έτσι πριν από δεκάξι χρόνια. Μου φαίνεται ότι έχει πάθει υπερκόπωση. Η Ελένη, όπως όλες μας, είναι μόνη. Και όταν λέω μόνη, εννοώ χωρίς μόνιμο σύντροφο. Μέχρι τις τρεις το μεσημέρι δεν έχουμε σηκώσει κεφάλι. Όταν το σηκώνω, φοράω σιδερένιο κράνος που με πιέζει αφόρητα. Παίρνω δύο Παναντόλ και λέω της Λορέτας ότι χρειάζομαι δίωρη ξεκούραση. Ζητάω να φροντίσει τα υπόλοιπα. - Μάλιστα, μαντάμ, μου απαντάει με προθυμία. Πηγαίνω στην κρεβατοκάμαρα και ξαπλώνω στο υπέρδιπλο σιδερένιο κρεβάτι μου με ουρανό. Μοιάζω σαν μινιατούρα έτσι μικροκαμωμένη που είμαι. Υπέρδιπλο κρεβάτι φτιαγμένο ειδική παραγγελία για τον Στέφανο, που ή-


ταν 1.96. Δεν το χάρηκε. Τα χαλάσαμε ένα μήνα μετά. Αφοΰ είχε ταλαιπωρηθεί σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο στο άλλο κρεβάτι με τα πόδια να κρέμονται μονίμως έξω. Η Μέριλιν νιαουρίζει πρώτα, με κοιτάζει σαν να περιμένει άδεια και μετά σκαρφαλώνει στο κρεβάτι πριν την πάρει. Με πλησιάζει και με παρατηρεί για πέντε δευτερόλεπτα με τα υπέροχα πράσινα μάτια της. Μετά κουλουριάζεται στην αγκαλιά μου. Σε δυο λεπτά ακοΰω το γουργουρητό της και νιώθω τα νΰχια της πάνω στο δεξί μου πλευρό, καθώς με ζυμώνει με τα ποδαράκια της. - Μέριλιν, σταμάτα, φωνάζω. Η Μέριλιν σταματάει στη στιγμή. Έχει πάντα κλειστά τα μάτια, αλλά τ' αφτιά της είναι τεντωμένα. Έχει μάθει να ξεχωρίζει από τον τόνο της φωνής μου τι θέλω και τι όχι. Η γάτα μου έχει νοημοσύνη σκύλου και ορισμένες φορές με εκπλήσσει. Γι' αυτό της έχω αδυναμία. Μας παίρνει ο ύπνος για ένα δίωρο. Ξυπνάω στις εξήμισι. Νιο5θω λίγο κουρασμένη. Πηγαίνω αμέσως στο μπάνιο και κάνω ένα ντους φορώντας στο κεφάλι το πλαστικό άσπρο σκουφάκι μου με τα κόκκινα κερασάκια. Σε λίγα λεπτά νιώθω καλύτερα. Πηγαίνω στην κουζίνα. Η Λορέτα καθαρίζει ακόμη. Καμιά φορά απορώ μαζί της. Δε φαίνεται να την καταβάλλει τίποτε. - Ξεκουράσου λίγο, της λέω. Πήγαινε να ξαπλώσεις καμιά ώρα. Υπακούει χωρίς σχόλια. Πίνω τον καφέ μου και σκέφτομαι τι θα φορέσω. Κάτι βραδινό; Μπα, όχι. Με τις φίλες μου θα είμαι. Κάτι σπορ;


Ε, όχι. Είναι τα γενέθλια μου. Θα βγάλουμε και φωτογραφίες. Κάτι μεταξύ των δυο. Μάλλον το μαΰρο φόρεμα από ελαστικό σατέν που αγόρασα πρόσφατα. Μου πάει πολΰ και αφαιρεί χρόνια. Μου κάνει και ωραίο μποΰστο. Ναι, αυτό θα φορέσω. Νιώθω ικανοποιημένη. Χτυπάει το κουδοΰνι της πόρτας. Πρέπει να φέρανε την τούρτα. Μου είπαν εφτά με οχτώ. Ανοίγω. Είναι όντως η τοΰρτα. Το κουτί φαίνεται τεράστιο. Ο νεαρός το αφήνει στο τραπέζι του σαλονιοΰ μου, ενώ συγχρόνως ελέγχει το κορμί μου, που διαγράφεται με κάθε λεπτομέρεια κάτω από τη μεταξωτή ρόμπα μου. Του δίνω γερό φιλοδώρημα. Μου σκάει ένα χαμόγελο μέχρι τ' αφτιά. - Χρόνια πολλά, μου λέει πανευτυχής. - Ευχαριστώ, του λέω. Η Λορέτα φτάνει αγουροξυπνημένη. - Ή ρ θ α ν οι φίλες σας, μαντάμ; ρωτά με ανησυχία. - Όχι, η τοΰρτα ήρθε. Μην ανησυχείς. Έχουμε χρόνο. Ανοίγω το χάρτινο κουτί και μένω πλήρως ικανοποιημένη. Η στρογγυλή τοΰρτα έχει το χρώμα του ουράνιου τόξου, στην προσπάθειά μου να ικανοποιήσω όλες τις γεύσεις. Στη Δανάη αρέσει η φράουλα, στην Ελένη το λεμόνι, στη Ναταλί η σοκολάτα, στη Λορίν το φιστίκι, σε μένα η μόκα και στη Μέριλιν η βανίλια. Είναι στολισμένη με ολόφρεσκα ολλανδικά μικρά τριαντάφυλλα στις ίδιες αποχρώσεις και με άνθη λεμονιάς γΰρω γύρω. Στη μέση γράφει με σοκολατένια γ ρ ά μ μ α τ α : «40 ΚΑΡΑΤΙΑ. ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΜΑΡΙΝΑ».

Κλείνω το κουτί και τη βάζω στο ψυγείο. Αυτό το «40 κα-


ράτια» κάπως κάθεται. Ήταν ιδέα της Δανάης. Αφήνω έναν αναστεναγμό και πηγαίνω στην κρεβατοκάμαρα μου. Η Λορέτα έρχεται και μου λέει ότι όση ώρα κοιμόμουνα με πήρανε τηλέφωνο ο Βασίλης και επίσης δυο άλλοι άντρες, που δεν αφήσανε ονόματα. Επίσης και η Ελένη. Θα είναι στην ώρα της. Μέχρι τις δέκα το βράδυ το τηλέφωνο χτυπάει συνεχώς. Ο αδερφός μου, γνωστοί, συνεργάτες, πρώην... Τελικά, με θυμήθηκε πολύς κόσμος. Στις εννέα και μισή είμαι έτοιμη. Μένω ικανοποιημένη για δεύτερη φορά. Το είδωλο μου στον καθρέφτη αντανακλά μια δροσερή γυναίκα γεμάτη ομορφιά και λάμψη. Φοράω το αγαπημένο μου μονόπετρο και τα διαμαντένια, επίσης μονόπετρα, σκουλαρίκια μου. Υπάρχει μια χλιδάτη απλότητα πάνω μου και αυτό μου αρέσει. Αφαιρεί χρόνια. Το ίδιο και το μακιγιάζ μου. Τονίζω πρώτα τα χείλη και λιγότερο τα μάτια. Είναι το μυστικό μου. Δε φοράω ποτέ βαριές σκιές ούτε χρησιμοποιώ πολύ μολύβι. Τονίζω μόνο τα φρύδια μου. Πιστεύω ότι από τα φρύδια και τα χείλη εξαρτάται η ισορροπία του προσώπου. Λάθος σχήμα και αλλάζει όλη η έκφραση. Φροντίζω πάντα αυτά τα δύο και σ' αυτά οφείλεται η δροσιά που υπάρχει πάνω μου. Δεν αντέχω τα υπερβολικά βαμμένα μάτια. Μου θυμίζουν πουτάνα. Άσε που δεν μπορείς ούτε να δακρύσεις. Ελέγχω τα φαγητά. Έχω σούπα από βραστά λαχανικά -με νουντλς, αρακά, καλαμπόκι- και κρέμα γάλακτος, σπρινγκ ρολς με γέμιση χορταρικά και γαρίδες, δύο τερά-


στια μπολ με ρΰζι -στον ατμό και τηγανητό-, γλυκόξινο κοτόπουλο και ψάρι χωριστά, βραστά λαχανικά με σάλτσα από στρείδια, βοδινό με καυτερή σάλτσα, άφθονο κόκκινο και λευκό κρασί, αναψυκτικά, ποτά. Τα πιάτα είναι ήδη στοιβαγμένα, όπως και τα ποτήρια. Μένω για τρίτη φορά ικανοποιημένη.


~ 2 ~

χτυπάει το θυροτηλέφωνο. Πρέπει να είναι η Δανάη ή η Λορίν. Στην οθόνη βλέπω και τις δυο να συνομιλουν. Πατάω το κουμπί και λέω: - Αν δε θυμάστε, πέμπτος. Τις ακοΰω στο διάδρομο. Η Λορέτα ανοίγει. Πρώτη μπαίνει η Δανάη μ' ένα τεράστιο χαμόγελο. Λάμπει από ομορφιά. Η Δανάη είναι σαράντα χρόνων. Δηλαδή όχι ακριβώς. Τριάντα εννέα και έξι μηνών. Μισό χρόνο μικρότερή μου. Όταν την αποκαλώ «συνομήλικη», μονίμως μου υπενθυμίζει τη διαφορά μας. Για τους άλλους η Δανάη είναι τριάντα οχτώ χρόνων. Από τη στιγμή που δεν έχει κλεισμένα τα τριάντα εννέα, δηλώνει τριάντα οχτώ. Αντίθετα με μένα: από τη στιγμή που κλείνω μια ηλικία, αυτόματα δηλώνω την άλλη. Δηλαδή σήμερα κλείνω τα σαράντα, αλλά από αΰριο θα δηλώνω σαράντα ενός. Αφοΰ σε λίγους μήνες, με την αλλαγή του χρόνου, θα είμαι επισήμως σαράντα ενός, γιατί να μην το δηλώνω από τώρα; Δηλαδή, αν καταλάβατε καλά, εγώ σήμερα γιορτάζω τα σαράντα και η Δανάη σε έξι μήνες γιορΩ Ρ Α Δ Ε Κ Α ΚΑΙ ΕΝΑΑΕΠΤΟ


τάζει τα τριάντα οχτώ. Τέλος πάντων. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι πιο όμορφη είναι τώρα παρά είκοσι δυο χρόνια πριν, όταν την πρωτογνώρισα, στα δεκαεφτά. Η Δανάη ήρθε εκείνη τη χρονιά από την Πάτρα στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση με τους δικούς της. Γράφτηκε στο δικό μου σχολείο και φοιτήσαμε μαζί στην ΣΤ' Γυμνασίου. Συμπαθήσαμε η μία την άλλη από την πρώτη στιγμή. Ή τ α ν τότε μια στρουμπουλή κοπελίτσα, πέντε πόντους πιο ψηλή από μένα, με σκούρα επιδερμίδα, μαύρα μαλλιά και καστανοπράσινα μάτια. Δεν μπορώ να πω ότι ήταν όμορφη, αλλά σίγουρα ήταν ελκυστική. Δεν πέρναγε απαρατήρητη. Καθίσαμε στο ίδιο θρανίο, μια και είχα τσακωθεί με την τότε κολλητή μου. Και ήρθε και έδεσε το γλυκό. Αργότερα, τελειώνοντας το Γυμνάσιο, έδωσε εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, στη Γαλλική Φιλολογία. Δεν πέρασε. Τότε της πρότεινα να έρθει να εργαστεί μαζί μου στο γραφείο ταξιδιών του πατέρα μου, που ήταν στο Σύνταγμα. Δέχτηκε αμέσως. Ή τ α ν πολύ καλή στη δουλειά της και σύντομα αρχίσαμε τα ταξίδια ως συνοδοί γκρουπ στο εξωτερικό. Πάντα μαζί. Αχώριστες. Ένα χρόνο μετά, κάνοντας την πρώτη μου επανάσταση, έφυγα από το σπίτι και τον επόμενο χρόνο συγκατοικήσαμε σ ένα λιτό τριάρι στο Κολωνάκι. Ή τ α ν από τις πιο όμορφες εποχές της ζωής μου. Στο χρόνο πάνω η Δανάη γνώρισε τον Δημήτρη, που είχε μπουτίκ ρούχων στη Νέα Σμύρνη, και αποφάσισε να μείνει μαζί του. Έτσι έμεινα μόνη.


Μετακόμισα κι εγώ στη Νέα Σμύρνη, σ' ένα μικρό δυάρι πσλΰ κοντά στη δική τους πολυκατοικία. Η παρέα μας συνεχίστηκε για τα επόμενα δυο χρόνια, μέχρι που η Δανάη έμεινε έγκυος και σταμάτησε να δουλεΰει στο γραφείο μας. Παντρεύτηκε σχεδόν αμέσως. Μόλις γέννησε το πρώτο της παιδί, ένα αγόρι, τον Μάρκο, εξαφανίστηκε για τα καλά από τη ζωή μου. Για τα επόμενα πέντε χρόνια που κράτησε ο γάμος της, την έβλεπα στη χάση και στη φέξη. Δυο χρόνια μετά, γΰρω στα τριάντα, ξαναπαντρεΰεται, με τον Άρη, που είχε αντιπροσωπία αυτοκινήτων στη Συγγροΰ. Δεν κράτησε πσλΰ ο γάμος. Μόλις δέκα μήνες. Δεν έμαθα ποτέ γιατί τον χώρισε τόσο γρήγορα. Πάντα μασημένα μου τα έλεγε. Πάντως γυναίκα στη μέση δεν υπήρξε. Ούτε οικονομικό πρόβλημα. Τώρα γιατί τον χώρισε... Στα τριάντα τρία της ξαναπαντρεΰεται, με τον Αλέκο, που είναι τρία χρόνια μεγαλύτερος της, ομορφάντρας και έχει μεσιτικό γραφείο στη Γλυφάδα, μια περιοχή όπου υπάρχει οικοδομικός οργασμός. Αποκτά ένα ακόμη παιδί, κορίτσι αυτή τη φορά, την Αλίκη, της οποίας το όνομα δίνω εγώ. Πέντε χρόνια μετά χάνει τον Αλέκο σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Είναι τριάντα οχτώ χρόνων. Ο Αλέκος τής αφήνει το μεσιτικό γραφείο, που είναι άλλωστε στο όνομά της, και αρκετά χρήματα, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Στην αρχή γίνεται ράκος. Είναι η πρώτη φορά που τη βλέπω έτσι. Όταν τρεις μήνες μετά μαθαίνει ότι ο Αλέκος την απατούσε συνέχεια και είχε συνάψει δεσμό πίσω από την πλάτη της, τον ξεπερνά σχεδόν αμέσως και πετά τα μαΰρα.


Από τότε ψάχνει για τέταρτο σύζυγο και είναι αποφασισμένη, αν χρειαστεί, να κάνει και τρίτο παιδί. Η Δανάη δεν μπορεί να μείνει χωρίς σύζυγο δίπλα της. Προχωράει προς το μέρος μου με ανοιχτές αγκάλες. Φοράει μια θεόστενη μαύρη μακριά φούστα Blue Marine και μια μπλούζα άγνωστης προέλευσης. Τα παπούτσια της είναι Dolcini και είμαι σίγουρη ότι η πιο χαμηλή τιμή τους είναι εκατόν πενήντα χιλιάδες. Τα διαμάντια που φοράει, δο5ρο του συγχωρεμένου, βγάζουν μάτι. Έχει λεπτή σιλουέτα και όμορφες γραμμές. Είναι τυχερή. Έχει καλή κοψιά. Το μόνο πρόβλημα πάνω της είναι το στήθος της, που μετά από δύο γέννες, θηλασμούς και τα χρόνια έχει πέσει. Αγοράζει τα πιο ακριβά ενισχυτικά σουτιέν στην προσπάθειά της να κρύψει αυτό το πρόβλημα. Όμως το πρόβλημα επιμένει και παραμένει. Σκέφτεται να κάνει πλαστική τα τελευταία τρία χρόνια, όμως δεν το αποφασίζει. Λέει ότι φοβάται. Εγώ πιστεύω ότι τσιγκουνεύεται να σκάσει τόσα χρήματα. Ο Αλέκος την είχε κακομάθει. Μπορεί να την κεράτωνε, όμως τη χρυσοπλήρωνε. Κάθε κέρατο και διαμάντι. Είμαι σίγουρη ότι τα ήξερε όλα αυτά, αλλά έκανε τα στραβά μάτια. Χαζή δεν ήτανε. Εκείνο που την ενόχλησε ήταν ο δεσμός που είχε. Όχι τα κέρατα. Όταν σκοτώθηκε, αποκαλύφθηκε ότι χρώσταγε παντού. Το μεσιτικό γραφείο ήταν η βιτρίνα. Μεγάλος απατεώνας. Μέχρι τοκογλυφία έκανε. Η Δανάη πρόλαβε και τσέπωσε μερικά εκατομμύρια, αξιόλογες σειρές κοσμημάτων και φυσικά το μεσιτικό γραφείο. Τον πρώτο χρόνο ξόδεψε πολλά.


Σε ρούχα κυρίως. Το δεύτερο συμμαζεύτηκε. Τι στο καλό! Είχε δυο παιδιά πίσω της. Πλησιάζει και με φιλάει. - Χρόνια πολλά, μου λέει. Άντε, καλά σαράντα. - Ευχαριστώ. Ευχαριστώ, της λέω και τη φιλάω κι εγώ. Μου δίνει ένα μικρό πακέτο. - Αυτό για σένα. Είμαι σίγουρη ότι θα έχει ανακαλύψει κάτι από τις άχρηστες αγορές της στο σπίτι. Έτσι κάνει κάθε χρόνο. Πότε είναι ρούχο που δεν της αρέσει, πότε αντικείμενο. Πέρυσι μου έκανε δώρο μια τσάντα Feragaroo που δεν της άρεσε. Είχε ξεχάσει ότι την είχαμε αγοράσει μαζί πριν από δύο μήνες. Δε με νοιάζει όμως. Στα δώρα θα κολλήσουμε; Όποτε τη χρειάζομαι είναι δίπλα μου. Δηλαδή στην ουσία αυτή με χρειάζεται πάντα, έτσι όπως νιώθει μετέωρη χωρίς άντρα. Την προσέχω από κοντά. Το δέρμα της είναι λείο σαν πορσελάνη. Δεν μπορεί. Κάτι κάνει αυτή και δε μου το έχει πει. Αλλά την ξέρω- μόνη της θα το αποκαλύψει. Η Λορίν ακολουθεί και περιμένει υπομονετικά κρατώντας στα χέρια της ένα μπουκάλι σαμπάνια Moet, ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα και ένα σεβαστών διαστάσεων πακέτο. Η Λορίν, αντίθετα με τη Δανάη, είναι γενναιόδωρη έως σπάταλη. Είναι στο ύψος μου, αλλά με δεκαπέντε κιλά περισσότερα πάνω της, που μάταια προσπαθεί να τα χάσει. Δεν είναι ούτε όμορφη ούτε άσχημη. Συμπαθητική που, όταν τη γνωρίσεις περισσότερο, γίνεται συμπαθέστατη. Η Λορίν γεννήθηκε μέσα στα πλούτη. Κυριολεκτικά κο-


λυμπούσε μέσα στο δολάριο και το χρυσάφι. Η μητέρα της ήταν καλλονή της εποχής με ασύλληπτη ομορφιά. Το πορτρέτο της 1x2 είναι μονίμως κρεμασμένο στον τοίχο του εσωτερικού σαλονιού στο σπίτι της στη Βούλα, πάνω από το τζάκι. Η Λορίν δεν πήρε ούτε ένα τόσο δα χαρακτηριστικό της. Έμοιασε του πατέρα της, ενός κοντόχοντρου Εβραίου που λάτρευε την οικογένειά του. Είχε πάντα κόμπλεξ κατωτερότητας απέναντι στη μητέρα της. Αν και δεν το ανέφερε ποτέ, πιστεύω ότι η μητέρα της δεν της είχε συγχωρήσει το γεγονός ότι είχε γεννηθεί άσχημη. Τη μόνη φορά που της είπε «σ' αγαπώ» ήταν λίγο πριν ξεψυχήσει. Πέθανε σχετικά νέα, από καρκίνο. Η Λορίν ήταν δίπλα της από την αρχή ως το τέλος. Υπέμενε κάθε της διαταγή και κακοτροπία, χωρίς να χαίρεται καθόλου για το ότι ο καρκίνος σιγότρωγε την ομορφιά της. Ό σ ο πιο πολύ ασχήμαινε, τόσο πιο ιδιότροπη γινότανε. Η Λορίν τα ανέχτηκε όλα. Λίγο αργότερα έχασε και τον πατέρα της. Έπαθε κατάθλιψη. Ήταν απελπισμένα ερωτευμένος με τη γυναίκα του. Δεν είχε δει ούτε σταλίτσα από την κατάσταση που δημιούργησε η αρρώστια πάνω στο άλλοτε πανέμορφο πρόσωπο της. Δεν μπορούσε να τη δει. Στα μάτια του φάνταζε η δεκαοχτάχρονη κοπελίτσα που ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε είκοσι πέντε χρόνια πριν. Τώρα γιατί αυτή παντρεύτηκε τον Εβραίο ήταν απλό. Η οικογένειά της, οχτώ άτομα, ήταν μετανάστες από τη Ρουμανία που δεν είχαν στον ήλιο μοίρα. Στο εργοστάσιο του δούλευαν όλοι, όταν εκείνος πρόσεξε το ολόδροσο λουλούδι κρυμ-


μένο πίσω από τις μηχανές και ντυμένο με κουρέλια. Κανένα όμως κουρέλι δεν μπορούσε να κρύψει τα ολόχρυσα μαλλιά της. Μαζί της σώθηκαν όλοι. Η μάνα της μετά τη γέννηση της Λορίν αρνήθηκε να κάνει άλλα παιδιά, από φόβο μην της βγούνε άσχημα όπως η κόρη της. Είχε αλλάξει πολύ μετά το γάμο της. Όταν την ξέντυσαν από τα κουρέλια και την έντυσαν με μετάξι, μουσελίνες και διαμάντια, έλαμψε σαν ήλιος στο σκοτάδι. Η μικρή πήρε τα πάνω της σύντομα και ολημερίς ήταν εμπρός από έναν καθρέφτη. Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν αγάπησε πραγματικά τον άντρα της. Του ήταν όμως πιστή. Πόσων χρόνων ήταν ακριβώς η Λορίν κανείς δεν ήξερε. Όταν την πρωτογνώρισα, δέκα χρόνια πριν, μου είπε: «Η γυναίκα που έχει πει την ηλικία της τα έχει πει όλα». Περίεργη θεωρία, τη σεβάστηκα όμως, χωρίς να σημαίνει ότι την ασπάζομαι. Η Λορίν στα είκοσι πέντε της έγινε κληρονόμος μιας αμύθητης περιουσίας. Παντρεύτηκε μια φορά, όταν ήταν δεκαοχτώ χρόνων, για να χωρίσει λίγο μετά. Έκτοτε ο ένας άντρας διαδεχότανε τον άλλο, που, όσο πλούσια ήτανε αυτή, τόσο φτωχός ήτανε εκείνος, όσο τίμια αυτή, τόσο απατεώνας εκείνος, όσο πιστή αυτή, τόσο άπιστος εκείνος και -κυρίως- όσο μεγάλωνε αυτή, τόσο μίκραινε εκείνος. Φοράει μια απαίσια σφιχτή παντελόνα για να καλύπτει τα παχιά πόδια της και μια εμπριμέ μεταξωτή μπλούζα. Ο Armani σίγουρα θ' αυτοκτονούσε αν την έβλεπε τώρα. Παρότι έχει στοίβες από πανάκριβα κοσμήματα, κυρίως από


τη μητέρα της, επιμένει να φοράει πλαοτικοΰρες και οτιδήποτε είναι φτιαγμένο από χάντρες σε ινδιάνικο στιλ. Έχει δικό της τΰπο. Με φιλάει γεμάτη χαρά. - Happy birthday, dear, μου λέει και αφήνει τα δώρα στη Λορέτα. Προλαβαίνω να δω την ετικέτα από την Donna Karan. Σίγουρα τα ακούμπησε πάλι, αλλά ελπίζω να διάλεξε κάποιος άλλος οτιδήποτε αγόρασε. - Είμαστε οι πρώτες από ό,τι βλέπω, λέει η Δανάη. - Και οι πιο τυπικές, συμπληρώνω. - Ελπίζω να μην αργήσουν οι άλλες. Έχω μια πείνα... - Το ίδιο κι εγώ, συμπληρώνει η Λορίν, η οποία λατρεύει το φαγητό και δεν το κρύβει. Βάζω ένα CD με τον Μπάρι Γουάιτ στο στέρεο. - Έτσι θα τη βγάλουμε; λέει η Δανάη. Ευτυχώς έφερα μια κασέτα από το αυτοκίνητο με λαϊκά. - Άσε να πιούμε πρώτα κάτι, την παρακαλώ. Η Δανάη είναι λάτρης του μπουζουκιού, αντίθετα με μένα που το σιχαίνομαι και είμαι λάτρης της κλασικής μουσικής, με εξαίρεση τον Μπάρι Γουάιτ, τη Στρέιζαντ, την Ντιόν και δυο τρεις άλλους. Όποτε έχω πάει στα μπουζούκια, πήγα για χατίρι της. Δεν μπορώ να πω όμως ότι πέρασα άσχημα, γιατί η Δανάη έχει τον τρόπο της να σε ξεσηκώνει. Είναι μπουζοκόβια ολκής. Και τους τρεις άντρες της στα μπουζούκια τούς γνώρισε. Χορεύει το πιο ωραίο τσιφτετέλι που έχω δει ποτέ. - Τι θα πιείτε; ρωτάω. - Ουίσκι με κόκα κόλα και πολύ πάγο, λέει η Δανάη.


- Σαμπούκα, λέει η Λορίν. Αυτή η κοπέλα ή που θα πίνει σαμπάνια ή που θα ρουφάει σαμπουκα. Της έμεινε όταν γνώρισε τον Αντόνιο, έναν απατεώνα Ναπολιτάνο που τον χρυσοπλήρωσε για ένα χρόνο. Μέχρι και σπίτι του αγόρασε στο Ερκολάνο στους πρόποδες τους Βεζούβιου. Φαίνεται ότι ο Τόνι, όπως τον έλεγε χαϊδευτικά, πήδαγε καλά, γιατί δεν τον ξέχασε ποτέ - ούτε και τη συνήθειά του να πίνει σαμπούκα. - Δεν πίνεις λίγο κρασάκι; Είσαι νηστικιά, προσπαθώ να προλάβω κάποιο μεθύσι. - Don't worry, μου λέει. Έχω συνηθίσει. «Εμένα μου λες», σκέφτομαι. Χτυπάει το κουδούνι. Η Λορέτα τρέχει στο θυροτηλέφωνο. - Μαντάμ Ελένη, μου λέει. Η Ελένη μπαίνει πέντε λεπτά αργότερα φουριόζα, κρατώντας στα χέρια ένα μικρό δέμα και ένα κουτί γλυκά. Φοράει ένα ταγέρ, αντιγραφή Chanel, που έραψε σε κάποιο από τα ταξίδια της. Στα χέρια της κρατάει τσάντα, αντιγραφή Chanel και αυτή, σίγουρα αγορασμένη από την Μπανγκόκ. Στο αριστερό της χέρι φοράει ένα ολόχρυσο ρολόι Rolex με διαμάντια και τη διαμαντένια της ριβιέρα, αυθεντικά και τα δύο, αγορασμένα από το Γιοχάνεσμπουργκ και το Ντουμπάι. Με πλησιάζει με ταχύτητα αστραπής, μια και λόγω δουλειάς έχει αποκτήσει κεκτημένη ταχύτητα, και με φιλάει στο μάγουλο. - Χρόνια πολλά, Μαρινάκι. Να σε χαιρόμαστε. Σου 'φε-


ρα την καινούρια κολόνια της Karan φρεσκοαγορασμένη από το Παρίσι. ΓΙρώτη θα τη φορέσεις στην Ελλάδα. - Σ' ευχαριστώ, Ελένη μου. Περίμενε να σου δώσω ένα νόμισμα. Έτσι, για να μην τσακωθούμε. Της δίνω ένα μεταλλικό κατοστάρικο. Είμαι προληπτική με τα αρώματα και τις κολόνιες, όπως και με τα σαπούνια. Έτσι και μου κάνεις δώρο σαπούνι, πάει - είναι τσακωμός, χωρισμός. Η Ελένη είναι κουρασμένη. Τελευταία οι μαύροι κύκλοι είναι μόνιμοι στο άλλοτε φρέσκο προσωπάκι της. Με την Ελένη γνωριστήκαμε στην πισίνα ενός ξενοδοχείου στην Μπανγκόκ. Ήταν το πρώτο μου ταξίδι, ενώ αυτή είχε πάει αρκετές φορές. Τ η συμπάθησα αμέσως. Ήταν πολύ ευγενική, με ένα χαμόγελο μόνιμα ζωγραφισμένο στο χαριτωμένο προσωπάκι της. Εκείνη την εποχή ήταν ακόμη παντρεμένη με τον Νίκο και μάλιστα είχε αποκτήσει και τη Μαιρούλα, που ήτανε τότε δύο χρόνων. Με ξενάγησε στην περίφημη Πατ Πονγκ, όπου είναι όλα τα κλαμπ με ζωντανά σόου και ημίγυμνα κορίτσια να χορεύουν εμπρός στα λιΥωμένα μάτια των τουριστών. Εμάς όμως δε μας ενδιέφεραν αυτά. Πήγαμε εκεί για τα φτηνά ψώνια. Η Πατ Πονγκ είναι ένας φαρδύς δρόμος με μήκος γύρω στα εκατόν πενήντα μέτρα. Από τις δυο πλευρές του υπάρχουν κλαμπ, το ένα κολλημένο δίπλα στο άλλο, όπου γίνεται το έλα να δεις. Στη μέση όμως του δρόμου στήνονται πάγκοι, όπου οι μικροπωλητές πουλάνε του κόσμου τα καλά. Η ευτυχία κάθε ανθρώπου που θέλει να αγοράσει αντιγραφές ρούχων ή δερ-


μάτινων τσαντών, πορτοφολιών, ζωνών γνωστών οίκων πάμφθηνα. Τι τσάντες Chanel, Gucci, Versace, Moschino, τι πουκάμισα Polo, Calvin Klein, Armani, Lacoste, τι κοσμήματα, κυρίως ασημένια, τι βούδες και μποΰρμα*, τι μπιχλιμπίδια, τι τζιν, δε χορταίνει το μάτι σου. Εκεί λοιπόν ήταν ο επίγειος παράδεισος της Ελένης, αλλά και κάθε Ελένης που σέβεται την τσέπη της. Έτρεχε το κορίτσι να ψωνίσει τα Polo πουκαμισάκια του Νίκου, τα τζιν του, τις ζώνες του, τα βρακιά του, ακόμη και τα ρουχαλάκια της μικρής. Επί χρόνια έτρεχε σ' όλο τον κόσμο να τον φροντίσει. Ό,τι ήθελε ο Νίκος της. Μέχρι που μια μέρα που πήγαινε πτήση στη Νέα Υόρκη χάλασε το αεροπλάνο και γύρισαν πίσω. Ήταν.Κυριακή. Η Ελένη φαντάστηκε ότι ο άντρας της θα είχε βγει έξω και δεν πήρε τηλέφωνο στο σπίτι. Τη μικρή την είχε αφήσει στη μάνα της. Έφτασε απροειδοποίητα και τον έπιασε στα πράσα με την καλΰτερή της φίλη της, πάνω στο κρεβάτι της, πάνω στα Cannon σεντόνια που είχε αγοράσει με πόνο ψυχής από το Mayces της Νέας Υόρκης και τα είχε χρυσοπληρώσει. Δεν είπε τίποτε. Βρόντηξε την πόρτα και έφυγε. Δε γύρισε ποτέ πίσω, παρά μόνο για να μαζέψει τα πράγματά της. Πολλά του είχε μαζεμένα για οχτώ χρόνια. Όσο κράτησε ο γάμος. Από τότε έμεινε μόνη της. Δε στέριωσε καμιά σχέση. Μόνη της μεγάλωσε και τη Μαίρη. Δραχμή δεν της έδωσε ποτέ του. Α-

* Κεντημένοι πίνακες με χρυσή κλωστή και πέτρες που αναπαριστούν σκηνές από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων στην Ταϊλάνδη.


σφαλιστής ήτανε και όλο κλαιγότανε ότι δεν του περίσσευαν, αλλά και την αμαξάρα του την είχε και τις διακοποΰλες του τις έκανε και τις γκομενίτσες τάιζε στα καλύτερα εστιατόρια. Υποκριτής ολκής, όπως όλοι οι ασφαλιστές. Στα σαράντα τρία της θα έδειχνε πιο νέα και, αν δεν είχε τους κΰκλους κάτω από τα μάτια, θα φαινότανε σίγουρα πολύ μικρότερη. - Γεια σας, κορίτσια. Σκύβει και φιλάει και τις δύο. Έχω μια πείνα, συνεχίζει. Τίποτε δεν έφαγα στο αεροπλάνο για να μπορέσω να γευτώ τη μαγειρική της Μαρίνας, που την εκτιμώ ιδιαιτέρως. Τι καλά μάς ετοίμασες σήμερα; - Α, αυτό είναι έκπληξη! Θα περιμένουμε και τη Ναταλί. Η ώρα είναι έντεκα παρά δέκα όταν χτυπάει επιτέλους το κουδούνι. «Ευτυχώς που δεν ήρθε την ώρα που θα κόβαμε την τούρτα», σκέφτομαι. Η Ναταλί μπαίνει στο σπίτι μιλώντας στο κινητό σε κάποιο Μιχάλη. Στο άλλο κρατάει μια μικρή ανθοδέσμη. - Ναι, λέει, δεν μπορώ τώρα. Πάρε με αύριο. Όχι, δεν μπορώ. Γεια. Δεν προλαβαίνει να το κλείσει και ξαναχτυπάει. - Όχι, Κώστα, δεν μπορώ σήμερα. Θα τα πούμε αύριο. Γεια. - Τι θα γίνει, Ναταλί, μ' αυτό το κινητό, τη ρωτάω; Πότε θα σταματήσει να χτυπάει; - Έλα τώρα, αφού ξέρεις ότι έχω πολλές γνωριμίες. Χρόνια σου πολλά. Να τα εκατοστήσεις. Ανοίγει την τσάντα της και βγάζει ένα μικρό κουτάκι.


- Το δωράκι σου, μου λέει, και πάλι χρόνια πολλά. Με φιλάει στο μάγουλο. Η Ναταλί είναι τριάντα εφτά χρόνων, αλλά δηλώνει είκοσι εφτά. Είναι μια καρακουκλάρα. Ψηλή, με το πιο θηλυκό κορμί που έχω δει ποτέ. Έχει όμορφα ξανθά μαλλιά και καταγάλανα μάτια, που μόλις δουν άντρα βγάζουν φλόγες. Η Ναταλί έχει μεγάλη αδυναμία στους άντρες. Της αρέσει να τη φλερτάρουνε. Δεν έχει παντρευτεί ποτέ. Έχει όμως αρραβωνιαστεί γΰρω στις είκοσι φορές. Τελευταία έχει αδυναμία στους νεότερους άντρες, που -εκτός από καλύτερο σεξ- δεν έχουνε να της προσφέρουνε τίποτε περισσότερο. Άσε που της στοιχίζουν κιόλας. Η Ναταλί το ξέρει. Όμως δεν την ενδιαφέρει. Γι' αυτό είναι μονίμως χρεωμένη μέχρι το λαιμό. Τη Ναταλί την πρωτογνώρισα όταν ο πατέρας μου χρειάστηκε να κάνει ένα διαφημιστικό για το γραφείο ταξιδιών που έχω τώρα εγώ με τον αδερφό μου. Μας έστειλαν τη Ναταλί, ένα ολόδροσο κοριτσόπουλο δεκαεννέα χρόνων, που δεν έβλεπε την ώρα να ξεφύγει από τις πόζες που έπρεπε να πάρει ανάμεσα σε ψεύτικα φοινικόδεντρα και θάλασσες, για να κάνει τηλέφωνο. Στη μαμά της μας έλεγε. Το διαφημιστικό είχε επιτυχία και ένα χρόνο μετά τη χρησιμοποιήσαμε ξανά. Τελικά έγινε κάτι σαν μασκότ του γραφείου μας, αφού το προσωπάκι της δέσποζε σε κάθε γωνιά του. Γίναμε φίλες, παρότι η Ναταλί ήταν τελείως διαφορετικός χαρακτήρας. Όσο υπεύθυνη ήμουν εγο>, τόσο ανεύθυνη ήταν εκείνη. Πάντα όμως για το δικό της κακό. Δεν πεί-


ραζε ποτέ κανέναν. Αντίθετα, τις περισσότερες φορές μέσα από αυτή την αφέλεια της έβγαινε πολύ γέλιο. Αργότερα βαρέθηκε τα διαφημιστικά και αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Πήγε σε μια σχολή, αλλά είχε τόσες πολλές απουσίες, που δεν την τέλειωσε ποτέ. Άρχισε να παίζει και στην τηλεόραση σε διάφορα σίριαλ, πάντα σε δεύτερους και τρίτους ρόλους. Δεν είχε ταλέντο. Ήταν όμως τόσο εντυπωσιακή, που σχεδόν το ξεχνούσες. Είμαστε λοιπόν όλες μαζεμένες. Εγώ και οι τέσσερις πιο καλές μου φίλες. Καμιά δε μοιάζει με την άλλη. Έχουμε όμως πολλά κοινά: είμαστε εντυπωσιακές -με εξαίρεση τη Αορίν-, κοντά στα σαράντα όλες -με εξαίρεση τη Λορίν-, έχουμε ένα παρελθόν πλούσιο σε εμπειρίες και, το κυριότερο, είμαστε όλες μόνες μας. Τα χρόνια μάς έχουν δέσει. Πονάμε η μία την άλλη και, το κυριότερο, είμαστε ρεαλίστριες. Τουλάχιστον δεν κρυβόμαστε μεταξύ μας. Δεν έχουμε μυστικά. Τσως μικρομυσιικά, όμως τίποτε σοβαρό. Η Μέριλιν έχει βαρεθεί την ξάπλα στο κρεβάτι και έρχεται στο σαλόνι. Κάθεται στην πόρτα και ελέγχει τους επισκέπτες. Τις γνωρίζει όλες. Η Λορίν είναι η αδυναμία της. Έχει και αυτή τρεις γάτες και ένα σκΰλο. Τη Δανάη δεν την πλησιάζει ποτέ. Δεν είναι ότι δε συμπαθεί τα ζώα, όμως είναι αλλεργική στις τρίχες. Η Μέριλιν το έχει καταλάβει και τη σνομπάρει συστηματικά. Τη Ναταλί τη συμπαθεί. Την Ελένη τη λατρεύει. Έχει και αυτή ζώα. Αποφασίζει να προχωρήσει. Μπαίνει με ύφος σταρ. Εί-


ναι φουντωτή και θυμίζει γούνινη μπάλα. Έχει ένα υπέροχο ασημένιο-γκρίζο χρώμα και η φουντωτή της ουρά είναι πάντα όρθια. Αφήνει ένα νιαούρισμα και θρονιάζεται στην αγκαλιά της Λορίν. - Hi, της λέει η Λορίν και αρχίζει τα χάδια. Η Μέριλιν κολυμπά σε πελάγη ευδαιμονίας. Λίγο αργότερα η Λορέτα ανακοινώνει ότι το τραπέζι είναι έτοιμο. Καθόμαστε στην κρυστάλλινη τραπεζαρία οχτώ ατόμων και η Λορέτα αρχίζει το σερβίρισμα. Μόλις τα κορίτσια αντιλαμβάνονται ότι το φαγητό είναι κινέζικο, αφήνουν επιφωνήματα χαράς. - Μπράβο, βρε Μαρίνα, λέει η Δανάη. Και να ξερες πόσο είχα επιθυμήσει κινέζικο. - Oh!! Good idea, λέει η Λορίν. - Μ' αρέσει το γλυκόξινο κοτόπουλο, λέει η Ναταλί. - Χαλάλι η πείνα που τράβηξα σήμερα, επεμβαίνει η Ελένη. Πέφτουμε με τα μούτρα στα πιάτα. Το μενού αρχίζει με τη σούπα. - Μμμ! Πεντανόστιμη, λέει η Ελένη. - Συμφωνώ, συμπληρώνει η Λορίν. - Θέλω τη συνταγή, διακόπτει η Ναταλί. - Γιατί, μαγειρεύεις ποτέ; απαντά η Δανάη. Εγώ χαμογελάω. Ακολουθούν τα σπρινγκ ρολς, τα οποία καταβροχθίζουν εν ριπή οφθαλμού. Και ύστερα λένε ότι οι γυναίκες κάνουν δίαιτα. Σαράντα σπρινγκ ρολς και έχω φάει μόνο τρία. Α, και


το ένα το αποτελειώνει η Μέριλιν στο πιατάκι της στα πόδια της Λορίν. Στη συνέχεια η Ναταλί προτιμάει γλυκόξινο κοτόπουλο με τηγανητό ρΰζι. Το ίδιο και η Λορίν. Η Δανάη διαλέγει γλυκόξινο ψάρι με ρύζι ατμού, η Ελένη βοδινό με καυτερή σάλτσα και τηγανητό ρύζι κι εγώ γλυκόξινο ψάρι με ρύζι ατμού. Τα κορίτσια σηκώνουν τα ποτήρια τους. - Στην υγεία της Μαρίνας. Χρόνια πολλά. Χρυσά σαράντα. Άντε, και του χρόνου. Πίνουμε, τρώμε, ώσπου σκάμε. Ή ρ θ ε και η ώρα της τούρτας και της σαμπάνιας. Η Λορέτα καθαρίζει το τραπέζι και φέρνει καθαρά πιάτα. Εκείνη τη στιγμή ακούγεται το πρώτο μπουμπουνητό και μια αστραπή φωτίζει το σαλόνι ακόμη πιο πολύ. - Ποπό, βροχή που θα ρίξει! λέει η Ελένη. - Ευτυχώς που δε βγήκαμε έξω, συμπληρώνει η Δανάη. Είμαστε τυχερές που μείναμε στο σπίτι. Θα περάσουμε πιο όμορφα εδώ. Ωραία ιδέα, τελικά. - Καλύτερα μόνες. Τι τους θέλουμε τους άντρες; λέει η Ναταλί. Αυτόματα γυρίζουμε και οι τέσσερις και την κοιτάμε έκπληκτες. - Εσύ το είπες αυτό; τη ρωτάμε. - Ναι, εγώ το είπα. Γιατί με κοιτάτε έτσι; Τι με περάσατε δηλαδή; Δε θα πάθω τίποτε. Κοιτάζει το κινητό της που έχει να χτυπήσει πάνω από μισή ώρα. Τι έπαθε αυτός ο διάολος; λέει με παράπονο.


Γελάμε. «Γλυκιά Ναταλί», σκέφτομαι. «Δε θ' αλλάξεις ποτέ». Είναι τραγικά ανασφαλής. Όμως δε στεριώνει με κανέναν. Το λάθος της είναι ότι γαντζώνεται πάνω στους άντρες σαν βδέλλα. Τους κουράζει πολύ γρήγορα. Τα φώτα σβήνουνε και την ίδια στιγμή που η Λορέτα μπαίνει με την τούρτα και τα κεριά αναμμένα, ακούγονται και οι πρώτες στάλες της βροχής στο μπαλκόνι. - Γούρι, γούρι, μου λένε τα κορίτσια. Η στιγμή είναι υπέροχη. Το φως φωτίζει το πολύχρωμο γλυκό και το κάνει να φαίνεται λαμπρό και υπέροχο. Οι φίλες μου έρχονται τριγύρω μου και αρχίζουν να μου τραγουδούν το «Happy birthday to you». Σαράντα πολύχρωμα κεράκια σε σιέλ, κίτρινο, ροζ, λευκό μου στέλνουν φιλάκια και χαμόγελα. Λικνίζουν τη φλογίτσα τους απαλά και μου ψιθυρίζουν: «Σβήσε μας, σβήσε μας». «Σαράντα κεράκια», σκέφτομαι. «Χριστέ μου! Τελικά είμαι σαράντα χρόνων. Απίστευτο. Πώς πέρασαν τόσα χρόνια; Θα καταφέρω να τα σβήσω;» Φυσώ και ως διά μαγείας τα κεράκια σβήνουν μονομιάς. Χειροκροτήματα, μπράβο, αγκαλιές, φιλιά. Συγκινούμαι. Τα παλιοκόριτσα. Κάνουν σαν μαθητριούλες στο πρώτο τους πάρτι. Να, αυτό είναι που μ' αρέσει στις φίλες μου. Δεν άφησαν το χρόνο να σκοτώσει το παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Εκτός βέβαια από τη Ναταλί, που δε χρειάστηκε. Αρνείται να μεγαλώσει πεισματικά. Πίνουμε σαμπάνια και ανοίγω τα δώρα μου. Όλα είναι υπέροχα. Μέχρι και η Δανάη φρόντισε να μου αγοράσει ε-


κείνη την μπιζουτιέρα που είχαμε δει οε μια αντικερί και είχα τρελαθεί από ενθουσιασμό. Μας είπαν ότι ανήκε σε μια κυρία επί των τιμών της Ιωσηφίνας Βοναπάρτη, όμως δε στοίχιζε τόσο πολύ ώστε να δικαιολογεί την ιδιοκτήτριά της. Τέλος πάντων. Σημασία έχει ότι είναι πανέμορφη. Η βροχή αρχίζει τώρα να πέφτει με το τουλούμι. Είναι υπέροχα. Αισθανόμαστε ασφαλείς και χαρούμενες. Το ποτό έχει αρχίσει να κάνει τη δουλειά του. Το κέφι κυριαρχεί. Ούτε σεισμός μπορεί να μας ταρακουνήσει πλέον. Στρωνόμαστε στο σαλόνι. - Πώς πάει η δουλειά; ρωτάω τη Δανάη. Είχες κάτι προβλήματα τελευταία. - Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Δυο πελάτες μου, αφού έφαγα τον τόπο να τους βρω τα σπίτια που θέλανε, τελικά αρνήθηκαν να με πληρώσουν το 2%, όπως είχαμε συμφωνήσει. - Δηλαδή; - Δηλαδή έπρεπε να είχα πάρει εφτακόσιες χιλιάδες από τον καθένα και αυτοί μου πέταξαν στη μούρη από διακόσιες χιλιάδες και μου είπανε ότι είναι και πολλά. - Συμβαίνουνε και αυτά, της λέει η Ελένη. Τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα; - Είναι να μη σου τύχει, απαντά. Μόνο με μπράβους μπορείς να κατορθώσεις κάτι. Αν είναι όμως να τα σκάω στους μπράβους, άσ' τα να πάνε καλύτερα. Αν ζούσε ο Αλέκος, θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Αυτός, παιδί μου, δεν καταλάβαινε τίποτε. Μπορεί να του 'βαζες πέντε περίστροφα στον κρόταφο και αυτός να συνέχιζε να περπατάει. Αυτό ήταν που


χαιρόμουνα πάνω του. Μπορεί να ήταν απατεώνας, μπορεί να με κεράτωνε, αλλά σε κάτι τέτοια καθάριζε σπαθί. - Μωρέ, τι μας λες, λέει η Ελένη. Δηλαδή επειδή ήταν θεόμουρλος τον θαύμαζες κιόλας; Μα, αγάπη μου, γι' αυτό έφαγε τα μούτρα του. Πήγε να το παίξει τσαμπουκάς σε κάποιον που του είχε κλείσει το δρόμο, είχε πιει κάτι παραπάνω, πάρ' τον πάνω στο δέντρο. Ευτυχώς που δε σκότωσε κανέναν άλλο. - Ναι, αλλά τώρα εγώ δε θα είχα χάσει ένα εκατομμύριο. - Γιατί δεν τους κάνεις μήνυση; ρωτάει η Ναταλί. - Γιατί, χρυσό μου, τα χρήματα που παίρνω από τους πελάτες δεν τα δηλώνω όλα στην εφορία. Διαφορετικά και αυτοί θα πληρώσουνε παραπάνω λόγω ΦΠΑ και εγώ. Είναι γνωστά αυτά στην πιάτσα. Χέρι με χέρι γίνεται η δουλειά. Τους δίνεις μια απόδειξη για διακόσιες χιλιάδες και τις πεντακόσιες τις βάζεις στην τσέπη. - Καλό αυτό, λέει η Ναταλί. Θέλεις συνέταιρο; - Γιατί, για να με καταστρέψεις; της απαντά. Γελάμε όλες μαζί. - Don't worry, dear, της λέει η Λορίν. Την υγειά σου να έχεις και τα λεφτά θα τα βρεις. - Ναι, γιατί εσύ δεν έχεις ανάγκη, της λένε με ένα στόμα η Δανάη και η Ναταλί. - Μα, darling, και που έχω λεφτά, τι έγινε; Μόνη μου δεν είμαι; Αν πάθω κάτι, ποιος θα είναι δίπλα μου; - Μη λες ανοησίες, τη διακόπτω. Εμείς για ποιο λόγο είμαστε εδώ;


- Ναι, δε λέω, αλλά άλλο πράγμα να έχεις το σύντροφο σου. - Αλήθεια, Λορίν, γιατί δεν παντρεύτηκες δεύτερη φορά; ρωτάει η Ναταλί. - Ή μ ο υ ν α δεκαοχτώ χρόνων και ο άντρας μου είκοσι. Ήμασταν παιδιά. Σ' ένα χρόνο χωρίσαμε. Ήταν λάθος. - Τότε γιατί δεν παντρεύτηκες με τον Σώτο; Όταν γνωριστήκατε ήσασταν και οι δύο ώριμοι, νομίζω. - Αυτό κι αν δε θα ήταν λάθος. Τον Σώτο, αν και ήταν ο έρωτας της ζωής μου.., δεν έπρεπε να τον παντρευτώ. Δεν είχε ωριμάσει και δε θα ωρίμαζε ποτέ. Γιατί να φορτωθώ με άλλο διαζύγιο; - Έζησες όμως χρόνια μαζί του. Αυτός είναι ο λόγος που έμεινες στην Ελλάδα τόσο πολύ. - Ναι, αυτό είναι αλήθεια. - Πώς γνωριστήκατε; τη ρωτάει. - Πριν από δέκα χρόνια περίπου, ήρθα να μείνω στο σπίτι μιας φίλης μου. Ο άντρας της εργαζότανε στην Ελλάδα, στην Αμερικανική Πρεσβεία. Μου άρεσε τόσο πολύ, που αποφάσισα να παρατείνω τη διαμονή μου για ολόκληρο το καλοκαίρι. Δεν ήθελα να υποχρεώνομαι όμως στην Κάθι και έτσι νοίκιασα ένα summer house (καλοκαιρινό σπίτι) στη Βούλα. Μια μέρα τα υδραυλικά παρουσίασαν πρόβλημα. Χρειαζόμουνα επειγόντως υδραυλικό. Έτσι γνώρισα τον Σώτο. Ή ρ θ ε στο σπίτι να μου φτιάξει τις βρύσες και έμεινε. - Ήταν δηλαδή κεραυνοβόλος έρωτας; ρωτάει η Ναταλί. - Από τη δική μου μεριά, ναι. Ήταν τότε ωραίο παιδί. Λε-


πτός, γυμνασμένος. Μην κοιτάζεις τώρα που έχει παχύνει. Έπρεπε να τον δεις τότε. - Έχω δει φωτογραφία του, λέω. Πράγματι, άλλος άνθρωπος. - Αυτός ο ερωτεύτηκε αμέσως; επιμένει η Ναταλί. - Ναταλί, τη διακόπτω. Μην πιέζεις τη Λορίν. Ίσως δεν της αρέσει να μιλάει γι' αυτά τα πράγματα. - It's ok. Τώρα πια μπορώ να μιλάω για τον Σώτο. Έχει περάσει καιρός. - Λοιπόν; - Όχι, ο Σώτος δε με ερωτεύτηκε όπως εγώ. Τσως να μη με ερωτεύτηκε ποτέ του. - Δε συμφωνώ, της λέω. Ο Σώτος σ' αγάπησε και σ' αγαπάει ακόμη. - Σωστά το είπες. Μ' αγάπησε. Δε με ερωτεύτηκε. Ενώ εγώ και τα δυο. - Και ποια η διαφορά; ρωτάει η Ναταλί. - Ο έρωτας, της εξηγώ, έχει άμεση σχέση με το σεξ. Ό ταν ερωτευόμαστε, έχουμε την ανάγκη να βρισκόμαστε συνεχώς σ' ένα κρεβάτι. Όταν αγαπάμε όμως, βάζουμε σε δεύτερη θέση την ανάγκη μας. Τότε βάζουμε τον εαυτό μας πάντα σε δεύτερη μοίρα. Προηγείται πάντα αυτός που αγαπάμε. Ο έρωτας μας κάνει εγωιστές. Βάζουμε πρώτα τον εαυτό μας. Βέβαια, αν υπάρχει χρυσή ισορροπία σ' αυτά τα δύο, τότε έχεις βρει την ευτυχία. - Δηλαδή εγώ ερωτεύομαι μόνο; - Γιατί το λες αυτό; ρωτάει η Ελένη.


- Γιατί θέλω συνέχεια σεξ, απαντά με ΰφσς μικρού κοριτσιού που λέει ότι της αρέσει η σοκολάτα. - Είσαι φοβερή, της λέει η Δανάη. Ο νους σου είναι συνεχώς στο ψητό. Το κινητό της χτυπά εκείνη τη στιγμή. Ή στο κινητό, συμπληρώνει η Δανάη. Γελάμε όλες δυνατά. - Ναι, το σηκώνει η Ναταλί. Ποιος είναι; Το κλείσανε, λέει απογοητευμένη. - Είναι η τέταρτη φορά μέσα σε μια ώρα. Μα ποιος σε γυρεύει τέτοια ώρα; ρωτάω. - Πού θες να ξέρω! Τόσος κόσμος έχει το νούμερο μου. Θα μάθω όμως. Λοιπόν, τι λέγαμε; - Λέγαμε για τον Σώτο, της λέει η Λορίν. - Α, ναι. Λοιπόν; - Λοιπόν, ο Σώτος στην αρχή δεν κατάλαβε ότι είχα λεφτά. Βλέπεις, έμενα σε ένα σπίτι 70 τ.μ. με τα δικά του έπιπλα. Δεν του γέμισα το μάτι. Κράτησα το τηλέφωνο του και λίγο αργότερα φρόντισα να ξαναϋπάρξει πρόβλημα με τις βρύσες. Έμεινε στο σπίτι για καφέ και εγώ τον προσκάλεσα την επομένη για φαγητό. Τον πήγα στο καλύτερο εστιατόριο. Αυτός στην αρχή αρνήθηκε. «Είναι ακριβά εδώ», μου είπε. «Ε, και;» του απάντησα. «Εδώ μου αρέσει. Εξάλλου είσαι καλεσμένος μου». Όταν είδε τις τιμές στον κατάλογο, γούρλωσε τα μάτια του και παράγγειλε μόνο μια σαλάτα. «Θ' αστειεύεσαι», του είπα. Παράγγειλα αστακό και το πιο ακριβό κρασί. Όταν ήρθε ο λογαριασμός, κόντεψε να πνιγεί. Θα έπρεπε να ήτανε όσα έβγαζε σε ένα μήνα.


Πλήρωσα με τη χρυσή μου κάρτα και άφησα ένα γερό φιλοδώρημα. »Έτσι άρχισε η ιστορία μας. Πήγαμε διακοπές, φυσικά με δικά μου έξοδα. Μετά έπρεπε να γυρίσω στο Λος Άντζελες και τον κάλεσα μαζί μου. Δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Το μεγαλύτερο ταξίδι που είχε κάνει ήταν μέχρι τη Λαμία. Έμεινε εκεί δύο μήνες και, αν δεν αρρώσταινε η μάνα του, ούτε που θα γύριζε πίσω. Εκεί νομίζω ότι δέσαμε σαν ζευγάρι. - Βέβαια, λέει η Δανάη, αφού κατάλαβε ότι του έπεσε το λαχείο, κορόιδο ήτανε; - Μην είσαι τόσο σκληρή μαζί της, της λέω αυστηρά. - Όχι, έτσι είναι. Το ήξερα από την αρχή. Ο Σώτος και νεότερος μου κατά πολλά χρόνια ήτανε και όμορφος. Λεφτά μόνο δεν είχε. Εγώ τα είχα και αυτά του έδωσα. Βλέπεις, δεν είχα τίποτε καλύτερο να του προσφέρω. - Μην υποτιμάς τον εαυτό σου, της λέω. Ξεχνάς όταν εγχειρίστηκες τότε, πόσο πολύ σε φρόντισε; Λεπτό δεν έφυγε από το προσκεφάλι σου. Ούτε η μάνα σου να ήτανε. - Η μάνα μου δε θα με φρόντιζε ποτέ, έτσι κι αλλιώς, απαντά και διακρίνω την πίκρα στα μάτια της. Καταλαβαίνω την «πατάτα» μου. - Που λέει ο λόγος, προσπαθώ να διορθώσω. Έτσι όμως δεν ήτανε; - Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Χαμογελάει. - Επομένως μη μας λες ότι έμεινε μόνο για τα χρήματα, λέει η Ελένη.


Τη βλέπω σκεφτική. - Τα χρήματα μου όμως αγάπησε πρώτα και μετά εμένα. Μόλις τα σταμάτησα, έφυγε. - Εξακολουθεί όμως να σε παίρνει τηλέφωνο. Ακόμη και τώρα που είναι με άλλη. - Ναι, ναι, βέβαια. - Και όχι για να σου ζητήσει λεφτά. - Όχι, όχι. Θέλει να μαθαίνει πώς είμαι. - Οχ! Ας μη μελαγχολούμε άλλο, λεει η Ναταλί. Ας πούμε κάτι πιο χαρούμενο. - Για πες μας κάτι εσύ, την προκαλώ. Ποιο είναι το τελευταίο σου φλερτ; - Είναι κάποιος που μ' αρέσει πολύ. Δεν έχει όμως λεφτά. - Για νέο μάς το λες; της επισημαίνω. - Έχει όμως ο πατέρας του. - Δηλαδή πόσων χρόνων είναι ο λεγόμενος; - Είκοσι τριών. - Δεν έχεις το Θεό σου, της λέει η Δανάη. Μωρή, με το γιο σου τα 'φτιάξες; - Α, για κάνε μου τη χάρη, την αντικρούει. Κι εσύ που τα είχες με μεγαλύτερους, τα είδα το χαίρια σου. - Ε, όχι και να τσακωθείτε, τις διακόπτω. Παιδάκι μου, οι άντρες είτε μικροί είτε μεγάλοι το ίδιο πράγμα είναι. Τα γουρούνια έχουν όλα την ίδια μούρη. Απλώς το μικρό γουρούνι, όταν μεγαλώσει, θα γίνει ακόμη πιο γουρούνι. - Καλέ, δεν είδατε εμένα; λέει η Ελένη. Δέκα χρόνια διαφορά είχα με τον Νίκο και όμως εγώ ήμουν αυτή που τους


φρόντιζε όλους. Πενήντα τριών χρόνων είναι ο προκομμένος και κυκλοφορεί με πιτσιρίκες που έχουν την ηλικία της κόρης του. Όσο μεγαλώνει, παιδάκι μου, ο άντρας, ξεμωραίνεται. Καλύτερος είναι όταν είναι μικρός. Τουλάχιστον σε πηδάει από το πρωί μέχρι το βράδυ. - Γιατί, εσένα δε σε πήδαγε; ρωτάει η Δανάη. - Στην αρχή, ναι. Μετά κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα το κάναμε. Δεν έβλεπε την ώρα να φΰγω ταξίδι. - Ήξερε όμως να ξενοπηδάει. - Ναι, εκεί ήξερε. Βλέπεις, το ξένο έχει άλλη γλύκα. - Δεν ισχύει όμως αυτό για τις γυναίκες, λέει η Λορίν. Εμείς θέλουμε να το κάνουμε μόνο με το σύντροφο μας. Αρκεί να μας αγαπάει. - Άλλο πράγμα η γυναίκα και άλλο ο άντρας, λέω. Αυτή η τεστοστερόνη φταίει για όλα. Πώς να το κάνουμε δηλαδή; Αυτή είναι που τους κάνει επιθετικούς και ορμητικούς. Έτσι και δεν έχει καλλιέργεια το αρσενικό, πάει, το έχασε το κοντρόλ. Και οι Έλληνες από καλλιέργεια, τι να σου πω! Τρέχει από τα μπατζάκια τους. - Γιατί το λες αυτό, ρε Μαρίνα; λέει η Δανάη. Ο Βασίλης είχε και καλλιέργεια και τρόπους. Εσύ τον χώρισες, αν θυμάμαι καλά. - Ναι, ο Βασίλης είχε και καλλιέργεια και τρόπους, είχε όμως και μια μαμά που επενέβαινε στη ζωή του. Ακόμη και στο κρεβάτι του - και αυτό δεν μπόρεσε να της το κόψει. Γι' αυτό και τον χώρισα. Ε, ήθελα να παντρευτώ τον Βασίλη. Ό χι τη μάνα του.


- Α μ ά ν αυτές οι μαμάδες, διακόπτει η Ναταλί. Κι eyco το ίδιο πρόβλημα έχω. ~ Μωρέ, τι μας λες; της μπαίνει η Δανάη. Βγαίνεις με μωρά και δε θα επέμβει η μαμά; Δηλαδή θα μου φέρει ο Μάρκος, που είναι τώρα δεκαέξι στα δεκαεφτά, μια γκόμενα τριαντάρα και δε θα πω τίποτε; - Όχι, να μην πεις, της λέω. Αν ο Μάρκος γουστάρει την τριαντάρα, με γεια του με χαρά του. Πώς αλλιώς θα μάθει; Από τη δεκαεξάρα; Μην πας κόντρα στη φύση, Δανάη. - Κάνε πρώτα εσύ παιδιά και μετά με συμβουλεύεις. - Δε χρειάζεται να κάνω παιδιά για να έχω γενικές γνώσεις. Αν μη τι άλλο, ξέρεις ότι έχω παρακολουθήσει σεμινάρια ψυχολογίας για δύο χρόνια. Ύστερα έχω πια και την εμπειρία της ηλικίας μου. Τη βλέπω να σκέφτεται. - Δεν ξέρω, μου λέει. Τσως να έχεις δίκιο. Φοβάμαι όμως μην πληγωθεί ο Μάρκος. Είναι τόσο αγνός. - Αγνό είναι το μάτι σου, επεμβαίνει η Ναταλί. Ξέρεις πώς κάνουν σ αυτή την ηλικία τα αγόρια; - Μιλάει η ειδικός, λέω και ξεσπάμε σε γέλια. - Ξέρετε γιατί θυμώνω; μας εκμυστηρεύεται η Δανάη. - Γιατί; ρωτάμε μ' ένα στόμα. - Ανακάλυψα μια φωτογραφία του Μάρκου αγκαλιά με μια γυναίκα πολύ μεγαλύτερη. Δεν του είπα ακόμη τίποτε. - Και καλά θα κάνεις να μην του πεις, της λέω. Ο Μάρκος μεγαλώνει. Τα ναρκωτικά και το ε'ιτζ να φοβάσαι. Οι


μεγάλες γυναίκες προσέχουν πολύ. Ενώ οι μικρές το κάνουν όρθιες με το «χαίρω πολύ». - Δίκιο έχει η Μαρίνα, λέει η Ελένη. Αυτές οι πιτσιρίκες είναι σκέτη καταστροφή, σου λέω. Μόλις μυριστούν λεφτά ή πρόθυμο μορφονιό, ανοίγουν τα πόδια σαν τον Κολοσσό της Ρόδου. - Δηλαδή να υποθέσω το ίδιο για την κόρη σου; - Η Μαίρη είναι διαφορετική. Από μικρή τη δασκάλεψα να προσέχει τη συμπεριφορά της. Αν θέλει να το κάνει, κανείς δε θα την εμποδίσει ποτέ. Αρκεί να γίνει με αξιοπρέπεια και με τον άνθρωπο που θα έχει για σύντροφο. Όχι με τον πρώτο τυχόντα. Όταν σε καλεί η φύση, πώς ν' αντισταθείς; Τι να της πω δηλαδή; Μην κάνεις έρωτα μέχρι να παντρευτείς; Ξεχνάς τα δικά μας; Κι εμείς τα ίδια κάναμε. - Τότε ήταν διαφορετικά, της λέω. Δύσκολες εποχές για τους νέους αλλά και για τους γονιούς. - Πες το ψέματα, λέει η Ελένη. Καμιά φορά σάς χαίρομαι εσάς τις τρεις, που δεν έχετε παιδιά. Ξέρεις τι ευθύνη είναι να έχεις ένα παιδί; Η συγχωρεμένη η γιαγιά μου έλεγε: «Κανένα παιδί, ένας καημός· ένα παιδί, χίλιοι καημοί». - Εγώ πάντως είμαι πρόθυμη να κάνω και τρίτο, λέει η Δανάη. Αρκεί να βρω το σωστό άντρα. - Δε βαρέθηκες να ψάχνεις; Δύο διαζύγια και μία χηρεία είναι αρκετά. Τι το θέλεις το σύζυγο δίπλα σου; - Τι λες, καλέ; Χωρίς άντρα, κυρίως σύζυγο, τη γυναίκα δεν την υπολογίζουν. - Εξαρτάται από την ίδια, τη διακόπτω. Αν θέλω εγώ να


με υπολογίσουνε, θα με υπολογίσουνε. Σιγά μην περιμένω να παντρευτώ για κάτι τέτοιο. - Εγώ πάντως είδα διαφορετική αντιμετώπιση όταν παντρεύτηκα. Όλοι έσκυβαν το κεφάλι με σεβασμό. - Τι να τον κάνω εγώ το σεβασμό, χρυσή μου, από τους άλλους, αν δε με σέβεται ο ίδιος ο άντρας μου; Να τον χέσω. Προτιμώ να είμαι κυρία του εαυτοΰ μου. Δηλαδή ως κυρία Αλέκου Παπαζήση όλοι σου έκαναν τεμενάδες και με το που γύριζες την πλάτη σου γέλαγαν εις βάρος σου. Καλύτερο είναι αυτό; - Εγώ πάντως θα προτιμούσα να είμαι παντρεμένη, επιβεβαιώνει η Ναταλί. Βαρέθηκα να είμαι μόνη μου. - Εσύ το διάλεξες, λέει η Λορίν. Εσύ είσαι αυτή που δε θέλει μόνιμο σύντροφο δίπλα της. Μόλις περάσει η φλόγα του έρωτα, φεύγεις. Δεν κρατάει έτσι ένας γάμος. - Και τι πρέπει να κάνω για να σταματήσει αυτό; - Να ξεπεράσεις τις ανασφάλειες σου, τις διακόπτω. Να μείνεις μόνη για λίγο καιρό, χωρίς άντρες και χωρίς τηλέφωνο. Να ψάξεις βαθιά μέσα σου τι ακριβώς θέλεις από τη ζωή σου. - Καλά χωρίς άντρες, και χωρίς τηλέφωνο; - Ναι,, χωρίς τηλέφωνο. - Και με τη δουλειά μου; - Να το χρησιμοποιείς μόνο γι' αυτή. - Θ' αντέξω; ρωτάει με αφέλεια μικρού παιδιού. Μια αστραπή σκίζει με το φως της τα μαύρα σκοτάδια της νύχτας έξω, ενώ ένας εκκωφαντικός κρότος μάς κάνει


να πεταχτούμε από τη θέση μας κοιτάζοντας με τρόμο προς τη μεριά της μπαλκονόπορτας. Η Λορέτα, που φοβάται πολύ, τρέχει μέσα στο σαλόνι κρατώντας τα χέρια της πάνω στο κεφάλι, ενώ η Μέριλιν ρίχνει μια αδιάφορη ματιά και συνεχίζει τον ύπνο της στα πόδια της Λορίν. Η βροχή αρχίζει να δυναμώνει, όπως και η συζήτηση με τις φίλες μου. Γύρω στις τέσσερις το πρωί, όταν οι σταγόνες του νερού σταμάτησαν να πιτσιλάνε τα τζάμια, αποφασίσαμε να το διαλύσουμε. Στο μεταξύ έχουμε ξελαφρώσει την καρδιά μας από βάρη προβληματισμών και ένοχων μικρών μυστικών, που κάτω από την επήρεια του οινοπνεύματος χύθηκαν στη φόρα. Τις καληνυχτώ όλες μαζί. Κλείνοντας την πόρτα, νιώθω την ψυχή μου γεμάτη. Μπορεί να μη χορέψαμε, μπορεί να μη γλεντήσαμε όπως τις άλλες φορές, όμως για μένα ήταν τα πρώτα γενέθλια που ένιωσα ότι άξιζε τον κόπο να ξενυχτήσω, γιατί υπήρχε κάποιος λόγος. Και ο λόγος ήτανε ότι ένιωσα τις φίλες μου περισσότερο κοντά από ποτέ.

Βρίσκομαι στο σαλόνι να κάνω απολογισμό της ζωής μου με τη Μέριλιν στην αγκαλιά μου. Ανοίγω τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες και κοιτάζω το παρελθόν να ξετυλίγεται, κουβάρι από αναμνήσεις, εκεί μπροστά στα μάτια μου. Ξεφυλλίζω μία μία αργά τις χοντρές σελίδες και τα πολύχρωμα χαρτιά που είναι τοποθετημένα στη σειρά με ημερομηνίες με συγκινούν όπως πάντα. Αχ, αυτά τα χρόνια! Πώς περ-


νουν έτσι γρήγορα! Σαν γαλλικό φιλμ νουάρ που οε προβληματίζει και σε μελαγχολεί. «Έχω πάρει το σωστό δρόμο ή όχι;» Σταματάω σε μια φωτογραφία. Εγώ με τα στρουμπουλά, φρέσκα μαγουλάκια και τα κοντά μαλλιά αναπαύομαι στην αγκαλιά ενός μελαχρινού άντρα, κάτω στο γρασίδι. Από κάτω γράφει: «ΠΗΛΙΟ, ΠΑΣΧΑ 1978». Είμαι δεκαεννε'α χρόνων και ερωτευμένη· πολύ ερωτευμένη. Ο Στάθης. Αχ, αυτοί οι άντρες! Αν ήταν πιο υπεύθυνα πλάσματα, ίσως να είχα σύντροφο τώρα και παιδιά τριγύρω μου. Πάντα ήθελα οικογένεια. Ήμασταν δέκα μήνες μαζί, όταν μου γύρεψε ένα αρκετά σεβαστό ποσό δανεικά χρήματα. Ήξερε ότι είχα βάλει κάτι στην άκρη για να αγοράσω αυτοκίνητο. Θα μου τα επέστρεφε το πολύ σε ένα μήνα. Του τα έδωσα με όλη μου την ερωτευμένη καρδιά και την εμπισοοσύνη που του είχα. Όσο τα είδατε εσείς, τα είδα κι εγώ. Τα έφαγε σ ένα βράδυ στο καζίνο της Πάρνηθας. Από εκεί και μετά μας πήρε η κατηφόρα. Μέχρι που τον έπιασα στα πράσα με μια τραγουδιάρα τρίτης κατηγορίας μέσα στο αυτοκίνητο του. Είχαμε αρπαχτεί και εγώ τον περίμενα έξω από το σπίτι του. Τον σιχάθηκα μια και καλή. Ένα χρόνο αργότερα ερωτεύτηκα τον Πάρη, που ήταν οδοντίατρος. Πιο κομπλεξικό άντρα δε συνάντησα στη ζωή μου. Έκανε τα πάντα για να με μειώσει. Ζήλευε και τη σκιά του. Τη μια ήθελε να με παντρευτεί και την άλλη έλεγε ότι δεν τον πήραν δα τα χρόνια για κάτι τέτοιο. Έκανε παρέα μόνο με γιατρούς, κάτι ξενέρωτους σαν και αυτόν, και έ-


πρεπε να παρακολουθώ με ενδιαφέρον τις συζητήσεις τους γύρω από σφραγίσματα, εξαγωγές, οδοντοτεχνικές και εγχειρήσεις την ώρα που έτρωγα το ωραίο μου φιλέτο. Ή για αυτά θα μιλούσαν ή για πολιτική. Δεν τους ενδιέφερε τίποτε άλλο. Μια ωραία πρωία του είπα «έχετε γεια, βρυσούλες» και ορκίστηκα ποτέ πια με γιατρό - έστω και με πλαστικό. Έμεινα χωρίς μόνιμη σχέση δυο χρόνια κοντά. Πλησίαζα τα είκοσι εφτά και είχαν αρχίσει να με ζώνουν τα φίδια. Η Δανάη είχε παντρευτεί, το ίδιο και όλες οι συμμαθήτριές μου. Τότε έπεσα πάνω στον Βασίλη. Καλή περίπτωση. Τριάντα δύο χρόνων, μορφωμένος, ανεξάρτητος επιχειρηματίας, ευκατάστατος. Αρκετά ευκατάστατος, θα έλεγα. Μόνο με τον Βασίλη πέρασα υπέροχα. Στα καλύτερα με πήγαινε. Τι εκδρομές στο εξωτερικό, για σκι στην Ελβετία, διακοπές στην Καραϊβική, τι δεξιώσεις και σικάτα γλέντια. Τον Βασίλη τον αγάπησα βαθιά, ειλικρινά και όχι για τα λεφτά του. Εξάλλου και εγώ δεν πείναγα. Είχα αρκετά. Ήταν η πρώτη φορά που πίστεψα ότι μαζί του θα τελείωνε η ζωή μου. Ούτε και ο Βασίλης είχε αντίρρηση. Αντίρρηση είχε η μαμά. Πολύ μικρό τον έβρισκε τον κανακάρη της για γάμους και πανηγύρια. Ό τ α ν ο Βασίλης πήγε στα τριάντα πέντε, τότε παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα στην υγεία της και δεν έπρεπε να στενοχωριέται. Και η στενοχώρια της ήταν να μην παντρευτεί ο γιος της όχι μόνο εμένα, αλλά γενικά καμιά. Ο άντρας της είχε πεθάνει και όλα της τα ενδιαφέροντα ήταν ο Βασίλης. Ό τ α ν έφτασε τα σαράντα, τότε του εί-


πε ότι είμαι μεγάλη Υ1' αυτόν. Ήμουνα ήδη τριάντα τεσσάρων και είχαμ ε Ι Π ' ο ω Ρ α ς ίΙΙ(Χ ιστορία εφτά χρόνων. Κ α τ ά λ α β α ότι «τα εφτά χρόνια φαγούρας» μάς είχαν αγγίξει κι εμάς. Έπρεπε να δώσω ένα τέλος σ' αυτή την ιστορία πριν φτάσω να είμαι μια γριά και να περιμένω από τη μάνα του ν' αλλάξει γνώμη. Με πόνο ψυχής του ζήτησα να χωρίσουμε. Πιο πολΰ ανησυχούσα γι' αυτόν. Με αγαπούσε πολύ και φοβόμουνα μήπως κατέρρεε με αυτή μου την απόφαση. Κανένα πρόβλημα. Σ' ένα μήνα τα έφτιαξε με την Χρυσάνθη, π ο υ ή τ α ν τότε είκοσι πέντε χρόνων, και έμεινε μαζί της για τρία ΧΡόνια. Εγώ, αφού έκλαψα, έφαγα τα ρούχα μου από αγανάκτηση αφού κατάπια κάθε κομμάτι πίκρας, αφού εξάντλησα όλες τις φ α ε ^ ιδέες για εκδίκηση, τελικά ηρέμησα και άρχισα να ξαναζώ. Ένα είχα καταλάβει, ότι το γαλάζιο βασιλόπουλο δε θα ερχότανε ποτέ, γιατί απλούστατα δεν υπήρχε Υπήρχε μόνο ένας καλικάντζαρος σκαρφαλωμένος σε σκαντζόχοιρο· Να, κάπως έτσι άρχισα να πλάθω το δικό μου παραμύθι· Μόνο που ήτανε πραγματικό. Από τότε εκτός από μικροιτεριπέτειες δεν έτυχε κάτι σοβαρό στη ζωή μου, με τη σοβαρότητα τουλάχιστον που ήθελα εγώ. Εξάλλου το να είμαι μόνη μου δε με δυσαρεστούσε και πολύ πια. Η δουλειά μου απορροφούσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου και δεν ήταν λίγες οι φορές που γυρνούσα στο σπίτι και δεν είχα όρεξη όχι άντρα να δω, αλλά ούτε να μιλήσω με τις φίλες μου οτο τηλέφωνο. Σιγά σιγά τα χρόνια πέρασαν και, αν δεν γκρίνιαζε η μάνα μου, ούτε θα είχα καταλάβει ότι είχα


φτάσει τα σαράντα. Οι μέρες μου ήταν πάντα γεμάτες, γιατί, εκτός από τη δουλειά μου, οι προσκλήσεις για εξόδους δεν έλειπαν ποτέ και συγχρόνως έπρεπε να βρω χρόνο για να διαβάσω κάποιο βιβλίο, που τόσο πολΰ μου αρέσει, να κάνω γυμναστική και να παίξω τένις. Έκανα πολλά ταξίδια και τις ελεύθερες ώρες μου τρελαινόμουν να ανακαλύπτω στις υπαίθριες αγορές ή στα Σάντεϊς μάρκετς, τις αγορές της Κυριακής, του εξωτερικού παλιά αντικείμενα, φθαρμένα από τον καιρό, που είχαν όμως μια ενδιαφέρουσα ιστορία να σου διηγηθούνε. Είχα γεμίσει το σπίτι από δαύτα και, όταν αγόραζα κάτι πιο όμορφο που δε χώραγε, αναγκαζόμουνα να αδειάσω κάποια γωνιά από κάτι άλλο, που το τύλιγα ευλαβικά και το έβαζα στην αποθήκη. Σιγά σιγά η αποθήκη γέμισε και άρχισα να χαρίζω πράγματα στη μαμά, στις φίλες μου, ακόμη και στη Λορέτα. Πριν από δύο χρόνια ένα χειμωνιάτικο πρωινό, την ώρα που είχα παρκάρει το αυτοκίνητο μου και δεν έβλεπα τη στιγμή που θα κρυβόμουνα στην αγκαλιά του ζεστού μου διαμερίσματος, άκουσα λίγο πιο κάτω ένα παραπονιάρικο νιαούρισμα. Είχαν αρχίσει να πέφτουν οι πρώτες νιφάδες χιονιού και σκέφτηκα ότι κάποιο ταλαίπωρο ζωντανό ζητούσε βοήθεια. Φώναξα «ψι, ψι, ψι» και τότε μια μικρή γκρίζα γοΰνινη μπάλα έτρεξε προς το μέρος μου και άρχισε να τρίβεται στα πόδια μου. Δεν ήταν περισσότερο από δύο μηνών. Ούτε ξέρω πώς βρέθηκε εκεί. Το σήκωσα στην αγκαλιά μου και τα ματάκια του καρφώθηκαν με λατρεία στα δικά μου. Το ανέβασα στο σπίτι και του έδωσα γάλα. Το τα-


λαίπωρο το ζώο είχε χώοει τη μούρη, του μέσα στο πιάτο και κόντευε να πνιγεί από τη μεγάλη πείνα που το έδερνε. Μετά κοιμήθηκε μαζί μου και μέχρι το πρωί που ξύπνησα δε με ενόχλησε καθόλου. Έτσι γνώρισα τη Μέριλιν και φυσικά ακόμη χαίρομαι γι' αυτή τη γνωριμία. Από τότε που χώρισα με τον Βασίλη, εκτός από κάτι μικροπεριπέτειες σχετικά μικρής διάρκειας, δεν είχα τίποτε σοβαρό στη ζωή μου. Ευτυχώς που υπήρχαν η Ελένη και η Δανάη και έβλεπα και τα χάλια τους με τους γάμους τους. Από ευτυχία άλλο τίποτε. Κράτησε όσο και η γαμήλια τελετή. Από την άλλη μέρα κιόλας άρχισαν τα προβλήματα. Η Λορίν είχε αποφασίσει να μην ξαναπαντρευτεί. Ό χ ι τίποτε άλλο, αλλά οι εκάστοτε ενδιαφερόμενοι άρχισαν να διεκδικούν την περιουσία της πριν καν γίνουν οι νόμιμοι. Η Ναταλί στον κόσμο της. Ό χ ι πως δεν ήθελε να παντρευτεί, αλλά με τη μεγάλη της λαχτάρα να νιώσει σιγουριά και ασφάλεια πίεζε πολύ τους συντρόφους της. Ήθελε να ελέγχει ακόμη και πόσες φορές αναπνέουνε το λεπτό. Ό χ ι βέβαια πως ήτανε τίποτε της προκοπής οι λεγόμενοι, αλλά, προκειμένου να αράξει, έκανε τα στραβά μάτια. Και αν η Ναταλί ήταν η εξαίρεση του κανόνα, εμείς οι υπόλοιπες ήμασταν πολύ εντάξει στη συμπεριφορά μας. Και όμως και εμείς μόνες μας ήμασταν και η Ναταλί μόνη της. Και πάρα πολλές άλλες γυναίκες που γνώριζα είχαν προβλήματα. Τι κι αν ήτανε παντρεμένες; Και αυτές μόνες τους ήτανε.


~ 3 ~

μια βδομάδα από το πάρτι, έχω μόλις γυρίσει από το γραφείο, όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Λέω να μην το σηκώσω. Δεν έχω πολλή όρεξη, αλλά ακούω τη φωνή της Ελένης στον αυτόματο τηλεφωνητή και το αρπάζω στη στιγμή. Έχω να μιλήσω μαζί της από τη μέρα των γενεθλίων μου. Δύο μέρες μετά έφυγε για τη Νέα Υόρκη. - Έλα, σπίτι είσαι; ακούω τη χαρούμενη φωνή της. - Τι σου συμβαίνει; ρωτάω με ενδιαφέρον. - Νομίζω ότι είμαι εροπευμένη. - Α στο καλό! Τι,-πότε, με ποιον; - Όταν έφυγα για Νέα Υόρκη, γνώρισα κάποιον μέσα στο αεροπλάνο. Πολύ σικ τύπος. Του γούστου μου. Καθόταν στην πρώτη θέση και έδειξε ενδιαφέρον από τη στιγμή που με είδε. - Για λέγε, για λέγε. - Ε, να, είναι Ελ\ηνοαμερικάνος, γύρω στα πενήντα, έχει χωρίσει με τη γυναίκα του εδώ κι ένα χρόνο, έχει δύο μεγάλα παιδιά και είναι πλούσιος. Ε Χ Ε Ι ΠΕΡΆΣΕΙ


- Αυτό θα πει τύχη. Τελικά στη γη τον έψαχνες, στον ουρανό τον βρήκες. Γελάει με την ψυχή της. - Και που να δεις παρακάτω. - Θα με σκάσεις. Λέγε, λοιπόν! - Το ίδιο βράδυ με πήρε τηλέφωνο στο ξενοδοχείο και μου ευχήθηκε καλή ξεκούραση, αφού μου έβαλε να του υποσχεθώ ότι θα του αφιέρωνα την αυριανή μου μέρα. - Κι εσύ ιην αφιέρωσες; - Κορόιδο ήμουνα; Αφού σου λέω, είναι περίπτωση. Το επόμενο πρωί, που λες, σκάει μια λιμουζίνα δέκα μέτρα έξω από το ξενοδοχείο με οδηγό. Πήγαμε για πρωινό και μετά μου έδειξε όλη τη Νέα Υόρκη έτσι όπως δεν την είχα δει ποτέ τόσα χρόνια που πετάω. Βλέπεις, έμενε ποτέ χρόνος από τα ψώνια που έπρεπε να κάνω; Έτσι και μάθαιναν ότι έφευγα για Αμερική, να οι λίστες με τις παραγγελίες, όχι μόνο από τον άντρα μου και τους φίλους μου, αλλά και από απλούς γνωστούς. - Τι να σου κάνω; Η φιλοτιμία σε έφαγε εσένα. Πού πήγατε; - Και πού δεν πήγαμε να ρωτάς. Παιδάκι μου, σαν να έβλεπα τη Νέα Υόρκη πρώτη φορά. Τι βόλτες, τι σε σικ εστιατόρια, τι θέατρα, μέχρι και στην όπερα πήγαμε. Αχ, Μαρίνα μου! Και ήταν τόσο ευγενικός μαζί μου. Χρόνια είχα να αισθανθώ έτσι με άντρα. - Πολύ χαίρομαι για σένα. Καιρός ήταν πια! Τόσα χρόνια, από τότε που χώρισες με τον Νίκο, πρώτη φορά σ' α-


κούω τόσο ενθουσιασμένη. Και, απ' ό,τι ξέρω, δεν ενθουσιάζεσαι εύκολα. - Νιώθω δεκάξι χρόνων ξανά. Δε βλέπω την ώρα να ξαναφύγω για Νέα Υόρκη την άλλη βδομάδα. - Μα εσύ πήγαινες στον Καναδά, αν δεν κάνω λάθος. - Έ κ α ν α αλλαγή προγράμματος με μια άλλη συνάδελφο. - Μου φαίνεται ότι πράγματι ερωτεύτηκες. - Για δώσε μου τώρα το τηλέφωνο αυτού του πλαστικού γιατρού που έλεγες ότι κάνει θαύματα. - Του πλαστικού; Το αποφάσισες λοιπόν; Θα αφαιρέσεις τις σακούλες κάτω από τα μάτια; - Και επί τη ευκαιρία λέω να κάνω και αυτή τη λιποαναρρόφηση στα ψωμάκια μου. Να μπορώ να φοράω επιτέλους ένα κολάν χωρίς άγχος. Μένω άναυδη. Ο χειρότερος φόβος της Ελένης είναι το νυστέρι. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν αποφάσιζε τόσα χρόνια να κάνει πλαστική στα μάτια της. Τελικά ο έρωτας, εκτός από τρελό, σε κάνει και γενναίο! - Δε φοβάσαι πια; - Όχι, καθόλου. Είναι να μην πάρω κάτι απόφαση. Σε ένα μήνα έχω άδεια για είκοσι πέντε μέρες. Θα την κάνω αμέσως. Ο Μάικ έτσι κι αλλιώς θα πρέπει να είναι στο Ριάντ για δουλειές. Όταν έρθει στην Αθήνα, θα με βρει καινούρια. - Στη Σαουδική Αραβία θα είναι; Τι δουλειές έχει; - Κάτι με το χτίσιμο ενός πολυκαταστήματος. Αυτή είναι η δουλειά του. Έχει τεχνικό γραφείο που αναλαμβάνει μό-


νο κατασκευές μεγάλων κτιρίων. Χτίζουν παντού, γιατί έχουν καλό όνομα. Πολλά λεφτά, σου λεω. Της δίνω το τηλέφωνο γεμάτη χαρά. Έχω καιρό να δω έτσι την Ελένη. Μου θυμίζει το κοριτσάκι που γνώρισα κάποτε στην πισίνα στην Μπανγκόκ. Αχ, αϋτός ο έρωτας! Σε κάνει να ξαναζείς. Με το που κλείνουμε, παίρνω τη Δανάη. Πρέπει όλες να μάθουμε τα χαρμόσυνα νέα. Τ η βρίσκω αναστατωμένη. Το καταλαβαίνω από τον τόνο της φωνής της. - Τι σου συμβαίνει; ρωτάω αμέσως. - Όλα τα κακά του κόσμου. - Ευτυχώς που σε άλλους συμβαίνουν καλά. - Τι θες να πεις; - Πήρα να σου πω ότι η Ελένη μας είναι βαριά ερωτευμένη. - Μπα; Πώς έτσι; Αυτή δεν πλησίαζε οΰτε αρσενικό γάτο. Και ποιος είναι ο λεγόμενος; - Ελληνοαμερικάνος. Μάικ τον λένε. Στο αεροπλάνο τον γνώρισε. Κοντά στα πενήντα και πολύ καθωσπρέπει. - Λεφτά έχει; - Ό σ α δε φαντάζεσαι. - Αμήν. Να χαρεί λίγο και αυτηνής η ψυχή. Γιατί η δικιά μας έχει μαυρίσει. - Τι έγινε πάλι και μαύρισε η ψυχή σου; - Θυμάσαι που σου είχα πει για τον Γιώργο, τον τραπεζίτη που γνώρισα πρόσφατα; - Ναι, θυμάμαι. Ήσουν πολύ ενθουσιασμένη. - Λοιπόν, μάπα το καρπούζι.


*>Αφού με τάραξε μια βδομάδα στα τηλέφωνα από το πρωί μέχρι το βράδυ, αποφάσισα να βγω μαζί του για φαγητό. Είπα μέσα μου: «Τόση επιμονή, θα πρέπει να του αρέσω πολύ». Ο τύπος λοιπόν μου είχε πει ότι έχει σπίτι στην Εκάλη, σπίτι στη Μύκονο, σπίτι στο Λονδίνο, ότι θα με είχε σαν βασίλισσα, ότι θα μου έδινε τα πάντα. Όταν τον πρωτογνώρισα, δε μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, όμως με το τόσο ενδιαφέρον που έδειξε άρχισα να ενθουσιάζομαι. - Και με τα τόσα ακίνητα, θες να πεις. - Γιατί, λίγο το έχεις; Όλο το πρωί χτες άφησα όλες τις δουλειές μου και φρόντισα τον εαυτό μου, για να είμαι ξεκούραστη για το βραδινό ραντεβού. Να φανταστείς είχα αρχίσει να το παίρνω τόσο ζεστά το θέμα, που δεν είχα μυαλό για τίποτε άλλο. Μία ώρα λοιπόν πριν από το ραντεβού με παίρνει τηλέφωνο και ξέρεις τι μου λέει; - Ότι δε θα έρθει; - Που να μην έσωνε. Μου λέει: «Δανάη μου, χίλια συγνώμη, αλλά ήμουνα σε ένα επαγγελματικό ραντεβού και έπρεπε να γευματίσω αναγκαστικά. Θα σε πείραζε να τσιμπήσεις κάτι στο σπίτι σου και να πάμε για ποτό;» Αν με πείραζε; Και πολύ μάλιστα. Δεν είχα φάει όλη μέρα για να μη χαλάσω τη δίαιτά μου και, το χειρότερο, δεν είχα τίποτε έτοιμο στο σπίτι. Τσίμπησα ό,τι βρήκα μπροστά μου και προσπάθησα να ηρεμήσω. - Τουλάχιστον ήρθε; - Ναι, στην ώρα του, σαν γνήσιος τζέντλεμαν. Πήγαμε ο ένα μπαράκι στη Γλυφάδα και καθίσαμε στο μπαρ. Πα-


ρήγγειλα ένα ουίσκι με πάγο, το ίδιο κι αυτός, και, ενώ προσπαθούσα να ξεχάσω την πείνα μου και τη δίαιτά μου μασουλώντας ξηρούς καρπούς, άρχισε να μου λέει πόσο τον έχω εντυπωσιάσει, πόσο όμορφη γυναίκα είμαι, πόσο έντονη προσωπικότητα έχω, ότι αν είμαι μαζί του θα έχω τα πάντα. Κάποια στιγμή τέλειωσε το ουίσκι και δε γύρισε να με ρωτήσει αν θέλω άλλο ποτό. Αφού έπαιξα με το ποτήρι και τα παγάκια κάνοντας επίτηδες θόρυβο κανένα τέταρτο, μ' έπιασαν οι διάολοι και του ζήτησα να φύγουμε. Στο αυτοκίνητο, μέσα στην τρυφερότητα αυτός. Κάποια στιγμή, σταματάει σ' ένα ξενοδοχείο τέταρτης κατηγορίας. »"Γιατί σταμάτησες εδώ;" του λέω. »"Μα δε θα συνεχίσουμε το όμορφο βράδυ μας παρέα;" »"Όμορφο βράδυ; Σου άρεσε πολύ;" »"Όλα μού άρεσαν μαζί σου, μωρό μου. Η βόλτα, το μπαράκι, η μουσική. Δε βλέπω την ώρα να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου". »"Δε με ρώτησες όμως αν όλα ήταν το ίδιο όμορφα και για μένα". »"Γιατί; Σου έλειψε κάτι;" Βάζω τα γέλια. - Ο τύπος έχει φοβερή πλάκα, λέω. - Εμένα μου ήρθε να του δώσω ένα χαστούκι, αλλά κρατήθηκα. »"Θέλω να πάω στο σπίτι μου", του λέω. »"Μα γιατί;" »"Γιατί πεινώ και λέω να μαγειρέψω κάτι".


»"Δεν έφαγες πριν έρθεις;" »"Δεν πρόλαβα. Βλέπεις, αλλιώς ήταν το πρόγραμμα". ' »"Λυπάμαι πολύ. Αν το ήξερα, θα τρώγαμε". »"Δεν πειράζει. Μια άλλη φορά". »"Επιμένεις να φύγουμε;" »"Επιμένω". - Και τι έγινε μετά; ρωτάω. - Φυσικά με πήγε στο σπίτι. Φαίνεται ότι το βλέμμα μου έγινε δολοφονικό και δε σήκωνε αντίρρηση. Την άλλη μέρα είχε το θράσος να ξαναπάρει τηλέφωνο. Του το έκλεισα στη μούρη. - Καλά έκανες, συμφωνώ. Κατά τα άλλα, έπλεε στο χρήμα. - Μωρέ, χρήμα υπήρχε, αλλά είχε καβούρια στις τσέπες του. - Αχ, χρυσή μου. Ξέρεις τι έλεγε η γιαγιά μου; «Πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει χρήματα, αλλά αυτός που ξέρει να τα ξοδεύει». - Μα είναι δυνατό να συμβαίνουν α εμένα όλα αυτά; - Δεν είσαι η μόνη, αγάπη μου. Συμβαίνουν και χειρότερα. - Δηλαδή; - Η Ναταλί έκανε πάλι το θαύμα της. - Ποιο θαύμα; - Ο νεαρός που μας είπε ότι βγαίνει μ α ζ ί του... - Ε, και λοιπόν; - Δεν είναι στα είκοσι δύο.


- Αλλά στα πόσα; - Στα είκοσι. Την πήρε τηλέφωνο η μάνα του και της είπε να μην ξανατολμήσει να δει το γιο της, γιατί θα 'χει κακά ξεμπερδέματα. - Α, την άθλια! Δεν έχει το Θεό της. Θα αρχίσω να φοβάμαι για τον Μάρκο μου. Μα τι την έχει πιάσει τελευταία; Όσο μεγαλώνει αυτή, τόσο μικραίνουν οι άντρες που της αρέσουνε. - Ανασφάλεια, παιδί μου, ανασφάλεια. Δε θέλει να παραδεχτεί ότι μεγαλώνει. Θέλει να μπεμπεκίζει. Η Ναταλί φοβάται τις ρυτίδες και τα γεράματα. Κοντά σ έναν ώριμο άντρα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. Δεν μπορεί να κάνει τα χαζά της ούτε να τον κοροϊδεύει, όπως κάνει συνήθως με όλους. - Τι θα κάνουμε μ' αυτή; - Δεν ξέρω. Λέω να της μιλήσω πολύ αυστηρά. Δεν είναι δυνατό να έχει πάρει τον νεαρό στο σπίτι της και επί τρεις μέρες να τον έχουνε χάσει οι γονείς του. Ούτε ένα τηλέφωνο δεν τους έκανε. Η μάνα του κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. - Θεός να μας φυλάει από τέτοιες γυναίκες! - Υπερβολές. Ξέρεις ότι η Ναταλί είναι καλός άνθρωπος. - Τέλος πάντων. Σ' αφήνω τώρα. Θα τα πούμε αργότερα. Κλείνω το τηλέφωνο και σκέφτομαι. Η κατάσταση με τη Ναταλί αρχίζει να ανησυχεί κι εμένα. Τελευταία το έχει παρακάνει.


Την άλλη μέρα στο γραφείο η σκέψη της εξακολουθεί να με απασχολεί. Ξαφνικά νιώθω σαν μάνα που πρέπει να προστατέψει το παιδί της. Και η Λορίν με μικρότερους άντρες μπλέκεται, αλλά τουλάχιστον δεν τους αλλάζει σαν τα πουκάμισα. Αυτή κάνει μακροχρόνιους δεσμούς. Τον τελευταίο καιρό, μάλλον εδώ και πολΰ καιρό, είναι μόνη της. Θα 'λεγε κάποιος ότι έχει παραιτηθεί από την προσπάθεια να βρει σΰντροφο. Οΰτε και αυτό είναι καλό. Η Ναταλί με τη Λορίν είναι όπως το άσπρο με το μαΰρο. Το μόνο κοινό γκρίζο σημείο τους είναι οι νεότεροι άντρες. Το γραφείο δεν έχει κίνηση. Αποφασίζω να φΰγω. Να πάω μια βόλτα, να περπατήσω λίγο. Είναι αρχές Μάη και ο καιρός είναι υπέροχος: οΰτε ζέστη οΰτε κρΰο. Ακριβώς έτσι όπως μου αρέσει. Βαδίζω στο δρόμο και σκέφτομαι τη Ναταλί. Μήπως πρέπει να τη στείλω σε κάποιο ψυχαναλυτή; Μήπως πίσω από τη συμπεριφορά της κρύβονται πράγματα που δεν έχω μάθει ποτέ; Ξέρω ότι έχει μεγαλώσει με τη μητέρα της. Οι δικοί της χώρισαν όταν ήταν τεσσάρων χρόνων. Ο πατέρας της ήτανε μηχανικός σε καράβια και από τη στιγμή που γεννήθηκε η ίδια, τον έβλεπε στη χάση και στη φέξη. Όταν πια χώρισε, οΰτε τηλέφωνο δεν τους έπαιρνε. Αργότερα παντρεύτηκε μια Πορτορικανή και χάθηκαν τελείως τα ίχνη του. Όταν η Ναταλί έγινε δεκαεννέα χρόνων, έμαθε από μια θεία της ότι ο πατέρας είχε επιστρέψει μόνιμα στην Ελλάδα και ζοΰσε με την οικογένειά του στον Πειραιά. Πήγε και τον βρήκε. Είχε να τον δει δεκαπέντε χρόνια. Της φέρθηκε


σαν να ήταν ξένη, ενώ ήταν πολύ στοργικός με τα άλλα του παιδιά. Τότε ήταν που την πρωτόπιασε αυτή η μανία να αλλάζει τους άντρες σαν τα πουκάμισα. Μέχρι τότε είχε μια σχέση τριών χρόνων. Μέσα σ ένα χρόνο άλλαξε πέντε συντρόφους. Τις περισσότερες φορές την εγκατέλειπαν εκείνοι. Τέτοια πίεση, τόσο έλεγχο δεν τον άντεχε κανένας. Τον περισσότερο καιρό, είτε δούλευε είτε όχι, ήταν κρεμασμένη σ' ένα τηλέφωνο. Κοιμότανε με τη συσκευή αγκαλιά. Μήπως χτυπήσει και δεν το ακούσει. Ποτέ δεν είχα προβληματιστεί ιδιαίτερα με τη Ναταλί. Έλεγα ότι είναι μπόρα και θα περάσει. Ό μ ω ς η μπόρα θέριευε και έσπερνε την καταστροφή. Κάτι πρέπει να κάνω. Καθώς χαζεύω τις βιτρίνες, σταματάω έξω από ένα βιβλιοπωλείο. Μπαίνω μέσα χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο στο νου μον. Μ' αρέσουν τα βιβλία και, όποτε έχω χρόνο, τα ρουφάω στην κυριολεξία. Ελέγχω τους πάγκους και τα ράφια και το μάτι μου πέφτει σε κάποιο που έχω διαβάσει πριν από χρόνια και με είχε εντυπωσιάσει. Είναι 0 Δρόμος ο Λιγότερο Ταξιδεμένος του Σκοτ Πεκ. Ο Πεκ θεωρείται ο καλύτερος ψυχολόγος της Αμερικής και τα λέει νόστιμα. Το αγοράζω αμέσως και τους λέω να μου το τυλίξουν σε συσκευασία δώρου. Φτάνω στο σπίτι και η Μέριλιν με υποδέχεται με αδιαφορία, γεγονός που με εκπλήσσει. Αποφασίζω να μη δώσω σημασία και πάω να ετοιμάσω φαγητό. Μπροστά από το ψυγείο ανακαλύπτω εμετό και αμέσως μετά κάτω από το τραπέζι έναν άλλο καφέ λεκέ από διάρροια. Αρχίζω να α-


νησυχοί Μπαίνω γρήγορα στο σαλόνι και τη σηκώνω στην αγκαλιά μου. Η μουσούδα της είναι ξερή και τα μάτια της έχουν χάσει τη ζωηράδα που τα διακρίνει. Νιαουρίζει αδύναμα. Παίρνω τηλέφωνο τον κτηνίατρο. Μου λέει να την πάω το απόγευμα στο ιατρείο του. Μου φεύγει όλη η όρεξη να μαγειρέψω. Τσιμπάω λίγο τυρί με φρυγανιά, ενώ μάταια προσπαθώ να την πείσω να φάει λίγο ζαμπόν, που τόσο της αρέσει. Γύρω στις πέντε τη βάζω στο καλάθι της και πάμε στο γιατρό. Την εξετάζει, της βάζει θερμόμετρο στον κώλο και μου λέει ότι δεν είναι τίποτε σοβαρό. Κάτι σαν ίωση. Μου δίνει ένα σιρόπι και της κάνει ένεση. Γυρίζουμε στο σπίτι. Μέχρι το βράδυ η Μέριλιν έχει ξαναβρεί τη ζωηράδα της και εγώ την ηρεμία μου. Παίρνω τηλέφωνο τη Ναταλί και την καλώ στο σπίτι. - Θέλω να σου μιλήσω, της λέω. - Θα είναι και τα κορίτσια; - Όχι. Με εσένα θέλω να μιλήσω. - Και γιατί δε μιλάμε τώρα; - Πρέπει να σε δω προσωπικά. Μπορείς να έρθεις σήμερα; - Αδύνατο! Έχω ραντεβού με τον Λευτέρη. - Ποιος είναι πάλι αυτός; - Κάποιος που γνώρισα σ' ένα γύρισμα. - Με τον μικρό τι έγινε τελικά; - Τον έστειλα στο σπίτι του. Δεν είχα όρεξη να μπλέκομαι με υστερικές μαμάδες. - Αύριο μπορείς;


- Εντάξει, αΰριο. Τι ώρα; - Οχτώ το βράδυ. Είναι καλά; - Καλά είναι. Η Ναταλί έρχεται στις εννέα. Δε με εκπλήσσει καθόλου η αργοπορία της. Είναι στις μεγάλες της ομορφιές, αν και έχω προσέξει τελευταία αρκετές γραμμούλες γύρω από τα μάτια της. Φοράει μια δερμάτινη φούστα τόσο κοντή, που μετά βίας δε φαίνεται το βρακί της. Κάθεται στον καναπέ και τότε φαίνεται. Μαύρο σαν τη φούστα της. Μου θυμίζει εκείνη τη στιγμή πουτάνα. Η Μέριλιν θρονιάζεται στην αγκαλιά της και τώρα μου φαίνεται σαν πουτάνα κι αυτή. - Δε μου λες, τη ρωτάω, δε σου περίσσευε ύφασμα και έκανες τη φούστα τόσο κοντή; - Είναι της μόδας, μου απαντά. - Της μόδας είναι για πιτσιρίκες. - Κι εγώ τι είμαι; - Ναταλί, είσαι τριάντα εφτά χρόνων. Το πήρες είδηση; - Σσσσς, μου κάνει. Και οι τοίχοι έχουν αφτιά. - Ε, και λοιπόν; Ας το ακούσουν. Είσαι τριάντα εφτά χρόνων και συμπεριφέρεσαι σαν δεκαεξάρα. - Γι' αυτό με κάλεσες στο σπίτι σου έτσι περίεργα; Για να μου κάνεις κατήχηση; - Σε κάλεσα για να μιλήσουμε οι δυο μας πολύ σοβαρά. Το ξέρεις ότι ανησυχώ πολύ για σένα τελευταία; - Γιατί; Τι έχω κάνει; - Τι έχεις κάνει; Μάλλον τι δεν έχεις κάνει να λες.


- Δεν καταλαβαίνω... - Ναταλί, πρέπει να βάλεις μια τάξη στη ζωή σου. Δε βλέπεις που είσαι φτερό στον άνεμο; Είναι τώρα πράγματα αυτά να σε παίρνουν οι μαμάδες τηλέφωνο και να ψάχνουν τους γιους τους; Τι δουλειά έχεις εσύ μ' αυτό τον νεαρό; Τι κοινό έχετε να συζητήσετε; Είναι παιδί ακόμη. - Μα εγώ δεν τον έχω για να συζητήσουμε. -Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Ότι δε συζητάς ποτέ με τους άντρες. Ή που θα τους κάνεις ανάκριση πρώτου βαθμού ή που θα πηδιέσαι μαζί τους. Τη βλέπω να δυσανασχετεί. Αισθάνομαι άσχημα. - Δηλαδή θες να πεις ότι δεν είμαι σοβαρή; - Αυτό θες να πεις; - Περίπου. - Δηλαδή περισσότερο σοβαρές θεωρείς αυτές τις δήθεν κυρίες που από τη μία πόρτα βάζουν το σΰζυγο και από την άλλη βγάζουν τον εραστή τους; Εγώ τουλάχιστον δεν είμαι παντρεμένη. Ούτε πάω με παντρεμένους. - Οπωσδήποτε σε προτιμώ από κάτι τέτοιες «κυρίες», όμως δε θέλω να συγκρίνεις τον εαυτό σου με τα χειρότερα για να νιώσεις καλύτερα. Υπάρχουν και πραγματικές κυρίες, νομίζω. - Και τι θες να κάνω; Έτσι είμαι εγώ. Δεν μπορώ χωρίς άντρα. - Χωρίς άντρες, εννοείς. Και όχι ακριβώς άντρες. Παιδιά να λέμε καλύτερα.


- Μα αφοΰ οι μεγάλοι δε μου αρέσουν. - Δε σου είπα να τα φτιάξεις με πενηντάρη, αλλά με κάποιον κοντά στην ηλικία σου. -Άπαπα! Τους βαριέμαι αφόρητα. - Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί; - Γιατί, παιδί μου, αυτοί είναι βαρεμένοι τελείως. Μόνο τα λεφτά τους ενδιαφέρουν. Πώς θα αποκτήσουνε περισσότερα. Πού καιρός να ασχοληθούν με γυναίκα! Τις έχουν μόνο για διακοσμητικά στοιχεία. Δεν έχει και άδικο, εδώ που τα λέμε. Οι άντρες στην πλειονότητά τους μετά τα είκοσι πέντε παθαίνουν κάτι σαν αμόκ να κάνουν περιουσία, να αποκτήσουν κοινωνική καταξίωση. Πέφτουν με τα μούτρα στο κυνήγι της επιτυχίας και, όταν καβατζάρουνε τα σαράντα πέντε με πενήντα, θυμούνται ότι υπάρχει και γυναίκα που θέλει χάδια και γλυκόλογα. Της προσφέρουνε οικονομική άνεση, αλλά χρόνος για ρομαντζάδες θεωρείται περιττός. - Δεν είναι ακριβώς έτσι, της λέω προσπαθώντας να κρύψω τις σκέψεις μου. Υπάρχουν και συνετά αρσενικά. -Αλήθεια;;; Γιατί τότε γυναίκες σαν εσένα, σαν την Ελένη και τη Λορίν να είναι μόνες τόσο καιρό; Τώρα τι να πω; Μ' έχει αποστομώσει. - Μπορεί να φταίμε εμείς γι' αυτό. - Κολοκύθια τούμπανα. Αυτοί φταίνε που, όταν δούνε μια γυναίκα όμορφη, οικονομικά ανεξάρτητη και έξυπνη, το βάζουνε στα πόδια. Θέλουν να ελέγχουν την κατάσταση. Γι' αυτό παντρεύονται κάτι ξενέρωτες, που τις απατάνε ασύ-


στολα με κάτι άλλες σαν εμένα. Στην ουσία θέλουν και την πίτα ολόκληρη και το σκΰλο χορτάτο. Με εκπλήσσει η Ναταλί. Είναι πρώτη φορά που την ακούω να μιλάει έτσι. Δείχνει πολύ σοβαρή και αγανακτισμένη. Μου φαίνεται λιγότερο πουτάνα τώρα. Το ίδιο και η Μέριλιν. - Έχεις δίκιο, παραδέχομαι, χωρίς όμως να έχω σκοπό να καταθέσω τα όπλα. Όμως, γλυκιά μου, εσύ το έχεις παρακάνει. Είναι τώρα εποχές ν' αλλάζεις τους άντρες σαν τα πουκάμισα; Για σκέψου λίγο. - Είπα εγώ ότι μ' αρέσει αυτό; Όμως, αφού δε βρίσκω αυτό που θέλω, τι θες να κάνω; Βλέπεις, οι περισσότεροι μετά τα είκοσι πέντε είναι παντρεμένοι. Λες και θα πεθάνουν αύριο, αν δεν παντρευτούνε. Ζήσε λίγο τη ζωούλα σου, κύριε. Φτάσε τα τριάντα, τριάντα πέντε, πήδα όλο το σύμπαν και μετά άραξε δίπλα σ' αυτή που νομίζεις ότι σου ταιριάζει. Τι θες να κάνω εγώ; Καλύτερα είναι να πηγαίνω με παντρεμένους; - Όχι, βέβαια. Αν .αυτοί είναι μαλάκες, δεν πρέπει κι εσύ να κατέβεις στο επίπεδο τους. Υπάρχει όμως μια μέση λύση. - Μπα; ρωτάει με ενδιαφέρον. Ποια είναι αυτή; - Να μείνεις για λίγο καιρό μόνη σου. - Μόνη μου; Πόσο δηλαδή; - Τελείως μόνη. - Και τι θα κάνω μόνη μου; - Πολλά πράγματα. Παραδείγματος χάριν να διαβάσεις.


- Τι να διαβάσω; Μυθιστορήματα; - Υπάρχουν κι άλλα βιβλία πέρα από τα μυθιστορήματα. Σαν αυτό εδώ. Της δίνω το πακέτο που είναι ακουμπισμένο στο τραπέζι. - Τι είναι αυτό; - Άνοιξε να δεις. Ανοίγει προσεχτικά το περιτύλιγμα και ελέγχει το βιβλίο. - Περί τίνος πρόκειται; - Μιλάει για την αγάπη, για τον έρωτα, την ερωτική εξάρτηση και πολλά άλλα. Θα σου αρέσει και, πάνω απ' όλα, θα σε βοηθήσει. Ό,ταν το διάβασα εγώ, ένιωσα πως ήμουνα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο που ξαφνικά άρχισε να φωτίζεται. Χρειάστηκε πολλά σημεία του να τα διαβάσω δυο και τρεις φορές για να τα καταλάβω. Βλέπεις, αυτό το βιβλίο δεν το διαβάζεις απλώς· το μελετάς. - Ενδιαφέρον ακούγεται. - Και είναι πραγματικά. Θα δεις. Συνεχίζουμε τη συζήτηση μας μέχρι αργά το βράδυ. Η αλήθεια είναι ότι τόσα χρόνια που γνωριζόμαστε ποτέ δεν έχω κάνει πιο σοβαρή συζήτηση με τη Ναταλί. Συνήθως σπαταλιόμαστε σε ανούσιες συζητήσεις, σε καθημερινότητες, σε προβλήματα της στιγμής και κυρίως στη διασκέδαση. Α, δεν μπορώ να πω. Με τη Ναταλί έχουμε κάνει φοβερά γλέντια. Αγαπάει και αυτή όπως κι εγώ το κλάμπινγκ και τη δεκαετία του '80, που ήμασταν νεότερες και ήταν η εποχή της ντίσκο, του δώσαμε να καταλάβει. Που καιρός για προβλη-


ματισμοΰς! Εξάλλου κι εγώ, μια με τη δουλειά μου, μια με τις σχέσεις μου, δε νοιάστηκα ιδιαίτερα γι' αυτή. Αυτό είναι αλήθεια. Όμως σιγά σιγά ήρθε η ωρίμανση και η φουρτούνα των ορμονών κόπασε. Τουλάχιστον σε μένα. Τότε ήταν που άρχισα για πρώτη φορά να μη βρίσκω όλα τα καμώματά της διασκεδαστικά. Την παρατηρώ με προσοχή. Δείχνει κουρασμένη και πικραμένη. Η ηλικία των τριάντα εφτά χρόνων έχει ζωγραφιστεί στο πρόσωπο της με όλες τις λεπτομέρειες. Για πρώτη φορά φαντάζει ώριμη γυναίκα και όχι κοριτσάκι. Βρίσκω ότι είναι πιο προσγειωμένη από όσο φανταζόμουνα μέχρι τώρα. Διακρίνω μια θλίψη στο βλέμμα της. Κάτι τη βασανίζει. Δεν εμβαθύνω τη συζήτησή μας με ερωτήσεις, γιατί η άρνησή της να ανοιχτεί είναι ολοφάνερη. Τουλάχιστον αν ζούσε η μητέρα της... Τσως να μην ήταν έτσι. Την έχασε πριν από δέκα χρόνια και από τότε σπάνια αναφέρεται στη μνήμη της. Την αγαπάω πολύ τη Ναταλί, όμως αυτό το βράδυ το νιώθω ιδιαίτερα έντονα. Έχει την πιο τρυφερή καρδιά του κόσμου. Κατά βάθος είναι πολύ αγνός άνθρωπος και πολύ πληγωμένος. Φεύγει στις δυόμισι το πρωί και εγώ δεν κοιμάμαι μέχρι τις πέντε. Σκέφτομαι συνεχώς, εμένα, τις φίλες μου και όλες τις γυναίκες που τέτοια ώρα είναι μόνες. Γυναίκες που δεν τους λείπει τίποτε κι όμως έχουν ένα τίποτε στο κρεβάτι τους. Είναι μισές. Ό π ω ς και να το κάνουμε, άνθρωπος χωρίς ταίρι είναι μισός άνθρωπος. Είναι μορφή αναπηρίας κι αυτό. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και κοιτάζο-


μαι στον καθρέφτη. Η Μέριλιν, η γάτα μου, πετάγεται από δίπλα μου κοιτάζοντας κι αυτή τον καθρέφτη. - Μέριλιν, είμαι ανάπηρη, της λέω. Με κοιτάει στα μάτια και προσπαθεί να καταλάβει. - Κι εσΰ είσαι ανάπηρη, συνεχίζω. Δεν έχουμε σύντροφο. Είμαστε ανάπηρες. Η Μέριλιν ξαναξαπλώνει και συνεχίζει τον ΰπνο της. Αδιαφορεί. Σαν να μου λέει: «Άντε, κοπέλα μου, σύνελθε και κοιμήσου. Μια χαρά άνθρωπος είσαι. Σιγά μην τρελαθούμε για τα αρσενικά». Συνέρχομαι. Τι με έπιασε ξαφνικά; Γιατί τόσος πεσιμισμός; Δηλαδή, επειδή οι άντρες είναι νούμερα, πρέπει κι εγώ να γίνω νούμερο νυχτιάτικα; «Βρε, δεν πάνε στο διάολο!!!» - Έχεις δίκιο, της λέω και σβήνω το φως. Όμως ύπνος δε μου έρχεται.


συνεχίζονται και την άλλη μέρα στη δουλειά. Νιώθω κουρασμένη. Έχω κοιμηθεί μόνο τρεις ώρες. Καθώς χασμουριέμαι, διακρίνω από μακριά τη γεμάτη σιλουέτα της Λορίν να πλησιάζει. Όπως πάντα στο πρόσωπο της είναι ζωγραφισμένο ένα τεράστιο χαμόγελο και τα καλοσυνάτα καστανοπράσινα μάτια της ελέγχουν όλα τα πρόσωπα που συναντά. Πριν μπει στο προσωπικό μου γραφείο, που χωρίζεται από τον υπόλοιπο χώρο με μια κρυστάλλινη τζαμαρία, κάνει όπως συνηθίζει μια στάση για να χαιρετήσει τις υπαλλήλους και να αφήσει το συνηθισμένο κουτί με τα κεράσματα. Όλες τσακίζονται να την εξυπηρετήσουν κάθε φορά που τη βλέπουν. Η κυρία Λορίν Έπστεϊν, εκτός από προσωπική μου φίλη, είναι και η καλύτερη πελάτισσά μας. Θυμάμαι πόσο πολύ με είχε εντυπωσιάσει πριν από δέκα χρόνια με την ευγένειά της και τους τρόπους της, όταν πρωτοήρθε στο γραφείο μας για ένα πακέτο εισιτηρίων. Ό ταν γύρισε από το ταξίδι της, μου τηλεφώνησε για να μου Ο Ι ΜΕΛΆΝΕς ΜΟΥ ς Κ Ε Ψ Ε Ι ς


πει πόσο ευχαριστημένη έμεινε αυτή και ο φίλος της από τις πόλεις της Ισπανίας που επισκέφτηκαν. Τα ξενοδοχεία ήταν υπέροχα, το ίδιο και οι ξεναγήσεις που έγιναν. Μια βδομάδα μετά με κάλεσε στο σπίτι της, όπου έδινε ένα μεγάλο πάρτι για τα γενέθλιά της. Το σπίτι της στη Βούλα ήταν ένα μικρό παλάτι. Τα περισσότερα έπιπλα είχαν έρθει από την Αμερική και ήταν αντίκες. Ένα σπίτι 280 τ.μ. γεμάτο αντίκες. Δέχτηκα την πρόσκληση και πήγα με τον Βασίλη. Εκεί γνώρισα για πρώτη., φορά τον Σώτο. Μπορεί να ήταν ένας ομορφάντρας, μπορεί η διαφορά της ηλικίας τους να ήταν ολοφάνερη, μπορεί να έκανε τα πάντα για να σταθεί αντάξιος οικοδεσπότης, όμως μπροστά στη φινέτσα και την αριστοκρατικότητα της Λορίν έχανε πόντους κάθε τέταρτο της ώρας. Στο τέλος έμοιαζε κι αυτός σαν κάθε άλλο έπιπλο του σπιτιού της. Δεν ήξερε ούτε να μιλήσει ούτε να φερθεί, παρ' όλες τις φιλότιμες προσπάθειες· άσε που το μάτι του γυάλιζε κάθε φορά που μια καινούρια γυναίκα έκανε την εμφάνισή της. Όμως η Λορίν έλαμπε από ευτυχία δίπλα του και αυτή ήταν η μοναδική δικαιολογία αυτής της σχέσης. Περάσαμε ένα υπέροχο βράδυ. Η καινούρια φίλη μου μας περιποιήθηκε, εμένα και τον Βασίλη, σαν να μας γνώριζε χρόνια. Έτσι άρχισε η φιλία μας. Η Λορίν έγινε μόνιμη πελάτισσά μας. Όποια ταξίδια έκανε τα διοργανώναμε εμείς. Και όταν λέμε ταξίδια, εννοούμε πολλά. Σχεδόν κάθε μήνα έφευγε. Πότε Ευρώπη, πότε εξωτικά νησιά, πότε Αμερική, πότε Ασία. Τα ταξίδια ήταν τρόπος ζωής γι' αυτή.


Όταν χώρισε με τον Σώτο, άρχισε να ταξιδεύει ακόμη πιο συχνά και να λείπει για μεγαλύτερα διαστήματα στη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες, όπου είχε ιδιόκτητα σπίτια. Καθώς πλησιάζει, με χαιρετάει με το χέρι από μακριά. Η νύστα μου φεύγει, λες και η ζωντάνια της είναι μεταδοτική. - Καλώς τη, της λέω. Τι ταξιδάκι έχεις στο νου σου αυτή τη φορά; - Σε τρεις μέρες πρέπει να φύγω για Λος Άντζελες. - Λος Άντζελες; Μα πριν από ενάμιση μήνα ήρθες από εκεί. Μας βαρέθηκες κιόλας; - Oh! No, darling. Απλώς η καλύτερή μου φίλη, η Ελίζαμπεθ, παντρεύει σε μια βδομάδα την κόρη της με έναν Αμερικανομεξικανό. Η μικρή είναι πολύ ερωτευμένη και... λίγο έγκυος. - Ε, τότε να πας. Μέχρι το βράδυ θα σε έχω τακτοποιήσει. Αύριο θα είναι έτοιμο το εισιτήριο σου. - Σ' ευχαριστώ, darling. - Τι να σε κεράσω; - Τίποτε. Σ' ευχαριστώ. Δεν έχω χρόνο. Πρέπει να φύγω πριν κλείσουν τα μαγαζιά. Θέλω να αγοράσω ένα μικρό δώρο για τη νύφη και να είναι από την Ελλάδα. - Έχεις κάτι στο νου σου ή θέλεις βοήθεια; - Λέω να της αγοράσω ένα σετ κοσμημάτων από του Καίσαρη. Τα κοσμήματά του είναι υπέροχα. Τι λες κι εσύ; - Σετ κοσμημάτων; Δηλαδή κολιέ, βραχιόλι, δαχτυλίδι, σκουλαρίκια.


- That's right. - Και αυτό είναι ένα μικρό δώρο; Δηλαδή, αν αποφάσιζες κάτι μεγάλο, τι θα της αγόραζες; Αεροπλάνο; Βάζει τα γέλια. - Oh! No, dear. Η Σοΰζαν δε χρειάζεται αεροπλάνο. Έχει το δικό της. Ολόκληρο τζετ με το όνομά της γραμμένο πάνω του. - Τόσο καλά! Και ο γαμπρός τι έχει; Ή περιμένει από τη νΰφη; - Έχει κι αυτός. Η οικογένειά του έχει μπανγκαλόου στον κόλπο του Μεξικού και βγάζουν αρκετά. Εκεί γνώρισε ο πατέρας του γαμπρού τη μάνα του. Μια πρώην Μις Μεξικό. Εκεί γνώρισε η Σούζαν τον Φερνάντο. Ωραίο ζευγάρι και είμαι σίγουρη ότι ο γάμος θα είναι υπέροχος. Αλήθεια, Μαρίνα, γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου; Θα περάσουμε υπέροχα. Τόσα χρόνια σε προσκαλώ στο Λος Άντζελες και ποτέ δε βρήκες το χρόνο να έρθεις. - Ή ρ θ α όμως τρεις φορές στη Νέα Υόρκη. - Ναι, αλλά στη Σάντα Μόνικα είναι υπέροχα. - Το ξέρω, καλή μου. Δυστυχώς, βλέπεις, όποτε ήμουνα εγώ ελεύθερη, δεν μπορούσες εσύ. Και όταν ήσουν ελεύθερη εσύ, δεν μπορούσα εγώ. - Αυτό είναι αλήθεια. Ελπίζω ότι σύντομα θα βρεις το χρόνο να κάνουμε αυτό το ταξίδι μαζί. - Αμήν, της λέω. Σηκοδνεται και με φιλάει στα δύο μάγουλα με πραγματική ζεστασιά. Την παρακολουθώ καθώς απομακρύνεται κου-


νώντας ατσοΰμπαλα το άγαρμπο κορμί της, ντυμένη μέσα οτις αιώνιες φαρδιές παντελόνες της, και εκπλήσσομαι για ακόμη μια φορά πώς στάθηκε τόσο άτυχη και δεν κληρονόμησε οΰτε μια σταγόνα από την ομορφιά της μάνας της. Η ομορφιά όμως της ψυχής της κάλυψε όλη αυτή την αδικία που έκανε η φυση με αυτό το περίεργο παιχνίδι των γονιδίων. Η Ελένη έχει εξαφανιστεί τελείως. Δυο βδομάδες τώρα και δεν έχει κάνει οΰτε ένα τηλεφώνημα. Αρχίζω να ανησυχώ. Παίρνω εγώ. Το σηκώνει η Μαίρη. - Γεια σου, Μαιροΰλα, της λέω. Η Μαρίνα είμαι. - Γεια σας, κυρία Μαρίνα. Πώς είστε; μου απαντά. Αυτό το κορίτσι ολόκληρη γυναίκα έγινε και όμως εξακολουθεί να μου μιλάει στον πληθυντικό. Παλιά δε με ενοχλούσε. Τώρα όμως μου ξινίζει κάπως. Όμως κατά βάθος μου αρέσει. - Που είναι η μητέρα σου; ρωτώ. - Λείπει ταξίδι. Στη Νέα Υόρκη. - Μα δεν ήταν εκεί πριν από δέκα μέρες; - Θέλετε να πείτε ότι είναι εκεί συνέχεια. - Δηλαδή; - Ζήτησε να πετάει μόνο για Νέα Υόρκη. Βλέπετε, η μαμά είναι ερωτευμένη. - Τουλάχιστον περνάει καλά; - Νομίζω πως ναι. - Ε, τότε, αφοΰ περνάει καλά, ας την αφήσουμε στην ευτυχία της. Εσΰ πώς τα περνάς;


- Ας ποΰμε καλά. - Γιατί, χρυσό μου, τι σου συμβαίνει; - Ο Γιώργος, ξέρετε, το φλερτ μου, μου κάνει νερά. Υποψιάζομαι γυναίκα στη μέση και μάλιστα πολύ μεγάλης ηλικίας. - Πόσο μεγάλης δηλαδή; - Γριά, σας λέω. Τον είδανε στο αυτοκίνητο μιας γριάς. - Πόσο γριά δηλαδή; - Ε, δε θα ναι σαράντα; Κι αυτός είναι είκοσι πέντε. Μου 'ρχεται κόλπος. - Μα, Μαίρη μου. Μια σαραντάρα δεν είναι γριά. Δηλαδή εγώ είμαι γριά; - Ω! Με συγχωρείτε, κυρία Μαρίνα. Δεν το 'πα έτσι. Εσείς δεν έχετε καμία σχέση με σαραντάρες. Σαν κοριτσάκι είστε. Αυτή όμως είναι γριά. Μια ξανθιά γριά. «Ελπίζω να μην είναι η Ναταλί», εύχομαι μέσα μου. - Καταλαβαίνω, της λέω. Και τι θα κάνεις τώρα; - Θα τον παρακολουθήσω φυσικά. Και όταν βεβαιωθώ, θα του δώσω τα παπούτσια στο χέρι. Δεν ξέρω τι να πω. Ό λ η μου η διάθεση να συμπαρασταθώ στο πρόβλημά της έκανε φτερά. Αυτό το «γριά» δε μου άρεσε καθόλου. - Πρόσεχε, της λέω. Πες της μητέρας σου να μου τηλεφωνήσει μόλις επιστρέψει. - Ευχαρίστως. Γεια σας. Κλείνω το τηλέφωνο και σκέφτομαι. Τελευταία υπάρχει μεγάλη έξαρση νεαρών που προτιμούν τις ώριμες γυναίκες.


Πιάνω τον εαυτό μου να εύχεται να είναι αλήθεια αυτό ιιου είπε η Μαίρη για τον Γιώργο. Άκου γριά. - Από γριά να το βρεις, λέω δυνατά. Μετά μετανιώνω. Εύχομαι να πάνε όλα καλά για τη μικρή. Έχω ανάγκη να ξεσκάσω. Τελευταία έχει πέσει πολλή δουλειά και δεν έχω βγει έξω καθόλου. Τσα ίσα γυμναστική και λίγο τένις προλαβαίνω. Κοιτάζω την πρόσκληση που έχω μπροστά μου. Είναι μια δεξίωση στην Εκάλη. Μου την έστειλαν οι Καραγιάννηδες, γνωστή εφοπλιστική οικογένεια και παλιοί φίλοι, επί τη ευκαιρία της αγοράς κάποιων καινούριων επιβατηγών πλοίων. Είναι ωραίο ζευγάρι και οι συγκεντρώσεις τους είναι από τις πιο επιτυχημένες στην Αθήνα. Παίρνω στο τηλέφωνο τη Δανάη και την καλώ. Δέχεται αμέσως. Τα χάνει κάτι τέτοια η Δανάη; Ολόκληρος ο εφοπλιστικός κόσμος θα είναι εκεί. Όλο και κάποιος ελεύθερος θα βρεθεί. Το μεγαλύτερο απωθημένο της Δανάης είναί να γίνει κυρία εφοπλιστού. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για μια γυναίκα. - Ναι, δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για γυναίκα, μόνο που οι εφοπλιστές παντρεύονται συνήθως εφοπλίστριες, της είχα πει, διαφορετικά δεν υπάρχει τέτοια τιμή που περιμένεις, αλλά μόνο η τιμή που του στοιχίζεις. Σ' αγοράζει δηλαδή και μετά σε πετάει. Όμως η Δανάη δεν το βάζει κάτω. Ειδικά τώρα που έχει μεγαλώσει, την έχει πιάσει ακόμη μεγαλύτερη μανία. - Δηλαδή η Αγάπη που παντρεύτηκε τον Βαρδινογιάννη ήταν εφοπλίστρια;


- Δεν ήταν εφοπλίστρια, ήταν όμως ελεύθερη, νέα, κούκλα και παραμένει κούκλα, της απαντάω. - Ε, κι εγώ νέα είμαι και πολύ όμορφη, μου αντεπιτίθεται. Έχω την εντύπωση ότι τελευταία είναι πανικοβλημένη. Περνάει όπως πάντα ακριβώς στην ώρα της και με παίρνει από το σπίτι. Φοράει μια τουαλέτα Versace σε μπρονζέ απόχρωση, με ένα αβυσσαλέο σκίσιμο ο' όλο το μήκος του δεξιού ποδιού. Έχει φορέσει την Άρτα και τα Γιάννενα πάνω της και νομίζεις ότι είναι κινητό κοσμηματοπωλείο. Τα μαλλιά της είναι χτενισμένα σινιόν και το μακιγιάζ της θεατρικό. Το άρωμά της, το Jungle του Kenzo, είναι αφόρητα βαρύ για καλοκαιρινή βραδιά. Μου θυμίζει πενηντάρα. - Πώς σου φαίνομαι; με ρωτάει. - Καλή, προλαβαίνω τη γλώσσα μου την ώρα που πάει να πει αίσχος. - Κούκλα θες να πεις. Μοντέλο της Vogue, χρυσή μου, μου λέει. Δεν υπάρχει περίπτωση να περάσω απαρατήρητη. - Γι' αυτό να είσαι σίγουρη, συμπληρώνω. Φοράω ένα απλό μακρύ φόρεμα που το μόνο στολίδι του είναι μια ασημένια στρας αγκράφα που συγκρατεί τη φαρδιά τιράντα στο δεξί μου ώμο. Ο αριστερός είναι γυμνός. Το σύνολο συνοδεύεται από μια διάφανη ροζ εσάρπα στολισμένη με διάσπαρτα μικρά στρας. Στα πόδια μου φοράω ψηλοτάκουνα λαμέ πέδιλα και στα χέρια μου κρατάω ένα μικρό λαμέ τσαντάκι. Στο δεξί μου χέρι φοράω το διαμαντένιο μου μονόπετρο και στον καρπό μου μια διαμαντένια ριβιέρα, καθώς και τα διαμαντένια μονόπετρα σκουλαρίκια


μου. Όλα σε λευκόχρυσο. Τίποτε άλλο. Έχω αφήσει τα μαλλιά μου λυτά και έχω αρωματιστεί με την Angel του Mugler, την αγαπημένη μου κολόνια. Η μυρωδιά της βανίλιας ανακατεμένη με την καραμέλα μου πάει πολΰ, ενώ η μεγάλη δόση κανέλας που έχει η Jungle μάλλον με ενοχλεί, για να μην πω ότι με απωθεί. - Γιατί ντύθηκες τόσο απλά; μου λέει ρίχνοντας ένα πλάγιο βλέμμα. - Δηλαδή τι έπρεπε να βάλω; - Μα, παιδάκι μου, σε δεξίωση πάμε, όχι σε κηδεία. Την κοιτάζω προσεχτικά. Στο αριστερό χέρι φοράει το ολόχρυσο διαμαντένιο Rolex με τη χρυσή της ριβιέρα και το μονόπετρο διαμάντι της. Στο δεξί χέρι τρία πανάκριβα χρυσά βραχιόλια Bulgari στολισμένα με μπριγιάν, ρουμπίνια, ζαφείρια και σμαράγδια και στο μικρό δάχτυλο της ένα σεβαλιέρ του ίδιου οίκου. Ο λαιμός της είναι και αυτός στολισμένος με ένα βαρΰ κολιέ του Λαλαούνη και με ασορτί σκουλαρίκια. Είναι υπερβολικό. Μαζί με το μπρονζέ φόρεμα μοιάζει σαν πΰργος,του Άιφελ στολισμένος από χιλιάδες φωτάκια. - Δε νομίζεις ότι φοράς πολλά κοσμήματα; τολμώ να της πω. - Τι λες, καλέ; μου απαντάει. Πώς θα με προσέξουν όλες αυτές οι κυράτσες που θα είναι φορτωμένες σαν λατέρνες; «Είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα», σκέφτομαι. - Δηλαδή εσένα έτσι περιμένεις να προσέξουνε; Από τα κοσμήματα; Την προσωπικότητα δεν τη μετράς;


- Εκεί που με πας, τι περιμένεις; Να ψάχνουν για την προοωπικότητά μου; - Γιατί το λες αυτό; Σου έχω πει ότι το ζευγάρι είναι πολύ απλοί άνθρωποι. - Που περιτριγυρίζονται από καθόλου απλούς ανθρώπους, συμπληρώνει. Μα τι σ' έπιασε τώρα; Για διασκέδαση πάμε. - Εγώ, ναι. Εσύ δε νομίζω. - Δηλαδή τι εγώ; - Εσύ, αγάπη μου, για κυνήγι πας. Μ' όλο τον εξοπλισμό σου. Ή κάνω λάθος; - Πάρ' το όπως θες. Έτσι όπως κατάντησαν οι άντρες, θα πρέπει να τους κυνηγάμε από δω και πέρα. - Τουλάχιστον μην το δείχνεις. - Έννοια σου και όταν θα βρεθεί στην παγίδα το πουλάκι μου, ούτε που θα το καταλάβει. - Εννοώ να μην το καταλάβουνε οι άλλοι. Αυτό εννοώ. - Μα τι έχεις πάθει; Εσύ με κάλεσες. - Γι' αυτό ακριβώς σ' το λεω. Δε θέλω να μας σχολιάσουνε. Εσύ έχεις μεγάλη όρεξη σήμερα και αυτό με τρομάζει. - Και πώς φαίνεται ότι έχω όρεξη; - Από τον τρόπο που στολίστηκες. Τουλάχιστον βγάλε αυτό το κολιέ. Είναι πολύ βαρύ γι' αυτό το φόρεμα. Αρνείται. Μέχρι να φτάσουμε στην Εκάλη πείθεται. Βγάζει το περιδέραιο και ένα δαχτυλίδι. Τα κρύβει στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου της και βεβαιώνεται δύο φορές ότι λειτουργεί ο συναγερμός του.


Επιτέλους μπορούμε να μπούμε στον τεράστιο κήπο της έπαυλης χωρίς να τραβήξουμε τα βλέμματα πάνω μας. Τελικά, τα τραβάμε. Η Μελίνα, η οικοδέσποινα, με υποδέχεται όπως πάντα με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη. Είναι πάνω από πενήντα, χωρίς να της φαίνεται. Φοράει ένα μακρύ φόρεμα Valentino από μουσελίνα στο χρώμα της άμμου και το μοναδικό της κόσμημα είναι ένα δαχτυλίδι δέκα καρατίων στο χέρι της. Τίποτε άλλο. Παρ' όλους τους καλούς της τρόπους δε μου διαφεύγει το διακριτικό βλέμμα αποδοκιμασίας που ρίχνει στη Δανάη. - Είδες, της λέω, πόσο απλή είναι η οικοδέσποινα; - Μα αυτή δεν έχει να αποδείξει τίποτε. Τα έχει όλα. Μπορεί να τα έχει βαρεθεί κιόλας. - Όχι. Έτσι ήταν πάντα. Τη γνωρίζω είκοσι χρόνια. Είναι πραγματική αριστοκράτισσα. Από τα γεννοφάσκια της. - Για δες όμως όλες τις άλλες. Είναι τόσο απλές; Κοιτάζω τριγύρω μου. Αν έμπαινε κάποιος ληστής εδώ μέσα και έπαιρνε μόνο τα κοσμήματα από τις κυρίες, θα μπορούσε να ζήσει και αυτός και τα εγγόνια του μέσα στη χλιδή για το υπόλοιπο της ζωής τους. Μόνο με το περιδέραιο που φοράει μια κυρία στο λαιμό, αν είναι βέβαια αληθινό, αγοράζεις μια βίλα. - Εντάξει, δε λέω, όμως ήσουν υπερβολική. Αυτό το φόρεμα που φοράς είναι από μόνο του κόσμημα. Ή , για να το πω καλύτερα, εσύ είσαι από μόνη σου κόσμημα. Τα άλλα είναι περιττά.


Βλέπω να αναπτερώνεται το ηθικό της. Η αλήθεια είναι ότι είχε χάοει το κουράγιο της με τόσα που της έσυρα. Έτσι μου φάνηκε. Ίσως να ήμουν λίγο σκληρή μαζί της. Εξάλλου, όταν κυλήσει το οινόπνευμα στο αίμα, τα πάντα σου φαίνονται πιο όμορφα. Στο τέλος δεν προσέχεις καν τι σου λέει κάποιος, πολΰ περισσότερο τι φοράει. Εκτός βέβαια αν είσαι «επαγγελματίας». Και ήδη διέκρινα αρκετοΰς εκεί μέσα. Δΰο ώρες μετά το κέφι έχει φτάσει στο ζενίθ του και δια- ^ σκεδάζω πολΰ. Συζητάω καθισμένη σ' ένα τραπέζι με έναν παλιό μου φίλο και τη γυναίκα του, ενώ η Δανάη βρίσκεται ανάμεσα σε μια αντροπαρέα που τη γδΰνουν με τα μάτια τους. Από ό,τι φαίνεται, το γλεντάει. Και καλά κάνει. Λίγο αργότερα έρχεται ξαναμμένη και μου λέει ότι μάλλον έκανε τη γνωριμία της ζωής της. - Εφοπλιστής, μου λέει. - Χαίρομαι για σένα, της απαντάω. - Θέλω να τον γνωρίσεις. - Γιατί όχι; Φεΰγει και έρχεται λίγο αργότερα απογοητευμένη. - Έπρεπε να φΰγει, μου απαντά. Τον πήρανε στο κινητό και έπρεπε να πάει στο κότερο του στη Γλυφάδα. Κάποια φασαρία έγινε και είναι εκεί η αστυνομία. Κρίμα. Πολΰ κρίμα. - Δηλαδή, τον έχασες; - Όχι, καθόλου. Του έδωσα το τηλέφωνο μου. Μου είπε ότι θα με πάρει μόλις φτάσει.


Βγάζει το κινητό από το τσαντάκι της και το κρατά στο χέρι. Όταν φεύγουμε, στις τρεις το πρωί, ο τύπος δεν έχει πάρει ακόμη τηλέφωνο. Όμως η Δανάη δεν πτοείται. - Θα πάρει, μου λέει πριν μ' αφήσει στο σπίτι. Σ' ευχαριστώ, Μαρίνα. Πέρασα πολύ όμορφα. Σκύβει και με φιλάει στο μάγουλο. - Κι εγώ, της λέω. Μην ανησυχείς. Υπάρχουν και άλλες δεξιώσεις και εφοπλιστές. Γελάει και φεύγει σαν σίφουνας κρατώντας σφιχτά το κινητό στο χέρι.

Δύο μέρες μετά με παίρνει η Ελένη στο γραφείο. - Σαν τα χιόνια, της λέω. - Το ξέρω ότι είμαι ασυγχώρητη, όμως... - Μωρέ, δώσ' του να καταλάβει, τη διακόπτω. Λοιπόν, πώς πάει ο έρωτας; - Καλύτερα δε γίνεται. - Πότε ξαναφεύγεις για Νέα Υόρκη; - Μαρινάκι μου, είσαι πολύ αφηρημένη. Ξέχασες τι είχαμε πει; Προσπαθώ να θυμηθώ. - Α π ό αύριο αρχίζει η άδειά μου. Μεθαύριο μπαίνω στο χειρουργείο. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα πάρει στα σοβαρά την απόφασή της. - Ώστε το εννοούσες.


- Πλάκα μου κάνεις τώρα; Και βέβαια το εννοούσα. Θα έρθεις μαζί μου; Δε σου κρΰβω ότι, όσο πλησιάζει η ώρα, τόσο χάνω το κουράγιο μου. - Πότε είπες ότι μπαίνεις στο χειρουργείο; - Μεθαύριο. Στις οχτώ το πρωί πρέπει να είμαι εκεί. Λοιπόν, θα μου συμπαρασταθείς; - Γι' αυτό είναι οι φιλενάδες. Θα το φροντίσω. Χαίρομαι για σένα, Ελένη. Επιτέλους! Κάνε και κάτι για τον εαυτό σου, κόντεψες να σκουριάσεις.


5 ~

στις εφτά περνάω και παίρνω την Ελένη από το σπίτι της και στις οχτώ βρισκόμαστε στο Ιατρικό Κέντρο στο Χαλάνδρι. Η φίλη μου τρέμει σαν το ψάρι. Μέχρι να φτάσουμε εκεί, τρεις φορές μου είπε να γυρίσουμε πίσω. Οΰτε συζήτηση. - Ή τώρα ή ποτέ, της λέω. Στις δέκα, και αφοΰ έχει κάνει τις απαραίτητες εξετάσεις, είναι στο χειρουργείο. Της κρατάω το χέρι την ώρα που ο γιατρός τής ζωγραφίζει με ένα μαρκαδόρο πάνω στο κορμί της τα σημεία που πρέπει να διορθωθούνε. Είναι έτοιμη να λιποθυμήσει, καθώς παρακολουθεί με τρόμο τη νοσοκόμα να ετοιμάζει τα νυστέρια και τα ψαλίδια πάνω σ' ένα μεταλλικό τραπεζάκι. Το ίδιο και εγώ. Μόλις την ξαπλώνουνε στο κρεβάτι, φεΰγω, αφοΰ τη βεβαιώνω ότι κι εγώ φοβόμουνα πολΰ όταν έφτιαξα το στήθος μου, αλλά μετά δεν πονοΰσα καθόλου. Ο γιατρός που θα τη χειρουργήσει είναι ο ίδιος που χειρούργησε κι εμένα, θεωρείται ο καλύτερος στο είδος του. Είναι πολύ ευγενικός και της επιβεΠ Έ Μ Π Τ Η ΠΡΩΙ


βαιώνει για πολλοστή φορά ότι δε θα υπάρξει οΰτε πρόβλημα οΰτε πόνος. - Θέλεις να σου φτιάξω και το στήθος; της λέει χαμογελαστά. Η Ελένη θέλει πσλΰ να διορθώσει το στήθος της, που έχει χαλαρώσει από καιρό, όμως δεν το αποφασίζει. Φοβάται όλες αυτές τις προσθήκες σιλικόνης ή αλατόνερου μη σκάσουν στον αέρα, παρότι ο γιατρός τη διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος. - Όταν συνταξιοδοτηθώ, τότε θα το κάνω, του λέει. - Εγώ θα σε περιμένω, της απαντάει. Κλείνω την πόρτα όσο μπορώ πιο γρήγορα. Έχω ανάγκη από ένα δυνατό καφέ. Στη μία το μεσημέρι τη βγάζουν από το χειρουργείο. Είναι μπαταρισμένη με επιδέσμους γΰρω από την περιφέρεια και στο πρόσωπο. Φαίνεται πολΰ χλομή και έχει τα χάλια της. Αρχίζω να ανησυχώ. Συνέρχεται από τη νάρκωση γΰρω στις έξι το απόγευμα, αφοΰ έχει κάνει ίσα με έξι εμετούς. Δεν πονάει καθόλου. Κάτι είναι κι αυτό. Δίπλα της ένα γνωστό εικοσάχρονο μοντέλο που μόλις έχει φτιάξει τα στήθη χαμογελάει με συγκατάβαση. Στις εφτά έρχεται η κόρη της και φεΰγω για το σπίτι μου. Είμαι πτώμα. Την επομένη βγαίνει από την κλινική και το βράδυ την επισκέπτομαι στο σπίτι της. Δείχνει να είναι καλά, αν και τα μάτια της έχουν αρχίσει να μελανιάζουνε. - Δε θα κρατήσει πολΰ, μου λέει. Καμιά δεκαριά μέρες και μετά θα είμαι εντάξει.


- Πονάς; τη ρωτάω. - Ελάχιστα. Πιο πολΰ πονάω από τη λιποαναρρόφηση. Σαν να έχω φάει κλοτσιά από άλογο. - Μπρος στα κάλλη, τι είναι ο πόνος... Χαμογελάει. Δείχνει ευτυχισμένη. Είμαι κι εγώ ευτυχισμένη, αν και ανησυχώ για το αποτέλεσμα. Είκοσι μέρες μετά τη βλέπω για πρώτη φορά μακιγιαρισμένη. Είναι απίστευτο!!! Δε δείχνει πάνω από τριάντα. Μου θυμίζει την Ελένη που γνώρισα κάποτε, μόνο που είναι πολΰ πιο όμορφη. Φοράει ένα στενό μαύρο παντελόνι -άχτι είχε να φορέσει στενά παντελόνια- και ένα κοντό μπλουζάκι σε σιέλ χρώμα. Έχει κόψει τα μαλλιά της κοντά και τα έχει βάψει σ ένα ζεστό καστανοκόκκινο χρώμα κοντά στο φυσικό τους, που της πάει πιο πολΰ από το ξανθό. Προσέχω ότι τα μάτια της είναι γκριζοπράσινα και όχι καστανά. Φοράει έγχρωμους φακούς επαφής. Είχε που είχε ελαφριά μυωπία, πήρε και αυτούς τους φακούς και με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Έχει αδυνατίσει κιόλας. Είναι μια διαφορετική γυναίκα. Αργότερα έρχονται στο σπίτι μου η Ναταλί και η Δανάη. Όλες συμφωνούμε ότι η Ελένη είναι μια κούκλα. Της αραδιάζουμε του κόσμου τα κομπλιμέντα. Καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι και με το δίκιο της. Λίγο είναι να πετάς από πάνω σου σε είκοσι μέρες δέκα με δεκαπέντε χρόνια; Υπάρχει μεγαλύτερο δώρο για μια γυναίκα από την ομορφιά; Φυσικά μετά την υγεία. - Και πού να σας πω τι έγινε χτες, μας λέει. - Τι έγινε; ρωτάμε.


- Ή ρ θ ε ο Νίκος στο σπίτι μετά από πολύ καιρό. - Ποιος Νίκος; ρωτάω. - Ο άντρας μου. Ο πρώην, δηλαδή. Κανείς δεν του είχε πει τίποτε. Τον κάλεσε η Μαίρη για να συζητήσουνε κάποιο θέμα της. - Λοιπόν, λοιπόν; ρωτάει η Ναταλί. Η Ελένη γέρνει στα πλάγια του καναπέ και γελάει με την καρδιά της. - Καλέ, δε με γνώρισε. Έπαθε την πλάκα της ζωής του. Νόμιζε ότι είμαι φίλη της Μαίρης. Τι να σας πω, κορίτσια! Είχε ανοίξει το στόμα του σαν χάνος και κοίταζε. Σαν να είχε δει φάντασμα. Έχασε τα λόγια του. Έμεινε είκοσι λεπτά και έφυγε τρέχοντας. Ούτε το ποτό του δεν ήπιε. - Αυτός πώς ήτανε; ρωτάει η Δανάη. - Τα μαύρα του τα χάλια είχε. Έδειχνε σαν πατέρας μου, σας λέω. Αφού τον λυπήθηκα. - Δε σε ρώτησε τίποτε; - Όχι, τίποτε. Μου είπε όμως η Μαίρη ότι πήρε σήμερα το πρωί και με ζήταγε. - Για φαντάσου. Πόσο καιρό είχε να σε ζητήσει στο τηλέφωνο; - Ούτε κι εγώ θυμάμαι. Από τότε που σταμάτησε τη διατροφή, μιλάει μόνο με τη Μαίρη. - Έτσι που σε βλέπω, μου 'ρχεται κι εγώ να πάω να φτιαχτώ, λέει η Ναταλί. - Εσυ δεν έχεις ανάγκη από τέτοια, τουλάχιστον όχι από τώρα. Είσαι ακόμη πολύ φρέσκια.


- Έτσι φαίνεται. Για έλα να με δεις το πρωί. - Υπερβολές, έχεις καιρό για γιατρούς. - Λοιπόν; ρωτάω. Πότε έρχεται ο Μάικ; - Μεθαύριο. Δε βλέπω την ώρα να συναντηθούμε. - Του το είπες; - Όχι, τίποτε. - Ωραία έκπληξη. - Εύχομαι να του αρέσω. - Θα τρελαθεί, σου λέω, την καθησυχάζω. Κοιτάζω τη Δανάη. Δείχνει μελαγχολική. - Τι έχεις εσύ; τη ρωτάω. - Ο Νικήτας. - Ε, λοιπόν; - Δεν έχει πάρει ούτε ένα τηλέφωνο. Είκοσι μέρες τώρα. - Γιατί δεν τον παίρνεις εσύ; - Είναι σωστό; - Γιατί να μην είναι; - Α , όχι. Ποτέ. Μια Δανάη ποτέ!!! - Τι σου είπε την τελευταία φορά που μιλήσατε; - Ότι έφευγε για κάποιο ταξίδι στο εξωτερικό. Από τότε ούτε φωνή ούτε ακρόαση. - Είναι καλός στο σεξ; ρωτάει η Ναταλί. - Πού να ξέρω; Δεν έχουμε συναντηθεί από τότε που γνωριστήκαμε. - Και κάνεις έτσι; Εγώ νόμιζα ότι είχατε σχέση. - Βλέπεις, είναι πολυάσχολος.


- Αυτά έχουν οι εφοπλιστές, συμπληρώνω. Εφοπλιστή δεν ήθελες; - Με ειρωνεύεσαι τώρα; - Αστειεύομαι, καημένη. -Αλήθεια, η Λορίν πότε έρχεται; αλλάζει συζήτηση η Ελένη. - Ένας Θεός ξέρει, απαντάω. - Τι θες να πεις; - Είδατε, ξέχασα να σας πω τα νέα. - Για λέγε. Τι νέα; - Η Λορίν μας είναι ερωτευμένη. - Τι ακούω; Κι άλλη ερωτευμένη; - Φαίνεται ότι είναι μεταδοτικό. Καλοκαίρι γαρ. - Με ποιον; ρωτάει η Δανάη. - Με έναν Μεξικανό. Τον γνώρισε στο γάμο της κόρης της φίλης της στο Λος Άντζελες. Σας είχα μιλήσει γι' αυτό το γάμο της Σούζαν με έναν Αμερικανομεξικανό, τον Φερνάντο. - Ε, λοιπόν; - Ερωτεύτηκε το σοφέρ του. Είκοσι οχτώ χρόνων, παρακαλώ, και πάμφτωχος. - Να μην ξεφύγουμε από τις αρχές μας, λέει η Δανάη. - Άσ' τα να πάνε. Τη μετέφερε από το γαμήλιο πάρτι στο σπίτι της και μέχρι να φτάσουνε είχανε γίνει ζευγάρι. Αυτή τη στιγμή είναι στο Μεξικό για διακοπές. Φυσικά ο Χοσέ σταμάτησε να δουλεύει. Από ό,τι μου είπε στο τηλέφωνο, σύντομα θα έρθουνε μαζί στην Ελλάδα. Φαίνεται πολύ ερωτευμένη.


- Καιρός της ήτανε. Είχε μείνει πολΰ μόνη τελευταία. - Θα την εκμεταλλευτεί, όπως έκαναν όλοι, λέει η Ελένη. - Μπορεί. Αν όμως την κάνει ευτυχισμένη, αυτό μετράει. Τι αξία έχουν τα χρήματα μπρος στην ευτυχία; Έστω και αν είναι προσωρινή. Συζητάμε μέχρι αργά το βράδυ και είναι η πρώτη φορά που η Ναταλί δε συζητάει για άντρες. Μάλιστα έχει κλειστό το κινητό της. - Τι σου συμβαίνει, Ναταλί; ρωτάει με ενδιαφέρον η Δανάη. Είσαι καλά; - Γιατί; - Εσΰ να έχεις κλειστό το κινητό σου; Δε γίνεται. - Έτσι κι αλλιώς έχω αλλάξει αριθμό. Δεν τον ξέρουν πολλοί. Επί τη ευκαιρία, να σας τον δώσω. - Γιατί άλλαξες αριθμό; - Γιατί τον είχα δώσει σε ένα σωρό άσχετους που αποφάσισα να τους ξεφορτωθώ. Κακό είναι; - Καλό! Πολΰ καλό! της λέω. Αλήθεια, πώς πάει το βιβλίο; - Είμαι στο τέλος, αλλά προσπαθώ πολΰ να το καταλάβω. Είχες δίκιο. Θέλει μελέτη. - Τι βιβλίο; ρωτάει η Ελένη. - 0 Δρόμος ο Λιγότερο Ταξιδεμένος, απαντώ. - Καταπληκτικό βιβλίο, συμφωνεί. Το έχω διαβάσει πέντε φορές. - Τι βιβλίο είναι αυτό; ρωτάει η Δανάη. - Κάτι σαν ψυχολογία.


- Τα βαριέμαι αυτά. Δεν μπορώ να τα διαβάσω. Γενικά δεν μπορώ να διαβάσω βιβλία. - «Σπίτι χωρίς βιβλία, δωμάτιο χωρίς παράθυρα», της λέω. - Δεν έχω και χρόνο, σου λεω. Εδώ ο κόσμος καίγεται, βαρκούλες αρμενίζουν. Εγώ έχασα την ευκαιρία της ζωής μου και εσΰ μου μιλάς για βιβλία; - Μια γνωριμία ήτανε, Δανάη. Δεν ήτανε σχέση. - Ναι, αλλά τι γνωριμία! Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το κινητό της. Το.σηκώνει ανόρεχτα. Στη στιγμή το πρόσωπο της φωτίζεται. - Μα και βέβαια, απαντάει. Πότε; Αΰριο το βράδυ; Τι ώρα; Δέκα. Θα σε περιμένω. Το κλείνει και με αγκαλιάζει χοροπηδώντας. Κάνει σαν κοριτσάκι. - Τι συμβαίνει; ρωτάω. - Ο Μάρκος. Πέρασε την τάξη, προσπαθεί να μαντέψει η Ελένη. -Όχι. - Παράτησε την τριαντάρα. - Οΰτε. - Ε, λοιπόν, θα μας σκάσεις. Λέγε. - Πήρε τηλέφωνο ο Νικήτας. - Μη μου πεις. - Ναι, σου λέω. Θα τον δω αΰριο το βράδυ. Θα φάμε στο κότερο του. Αρπάζει την τσάντα της.


- Κορίτσια, φεύγω. Πρέπει να ετοιμαστώ. - Μα έχεις είκοσι τέσσερις ώρες μπροστά σου. - Και λίγες είναι. Πρέπει να γίνω κούκλα. Φεύγει σαν τρελή. - Και ύστερα λέτε σ' εμένα πώς κάνω για τους άντρες, λέει η Ναταλί. Την είδες τη Δανάη; - Την είδα, απαντάω. Και έχω πέσει από τα σύννεφα. Τέτοιο ενθουσιασμό δεν τον περίμενα. Αλλά εφοπλιστής είναι αυτός. Λες να γίνει κυρία εφοπλιστού τελικά; Έχει γούστο. «Από τη Δανάη όλα να τα περιμένεις», σκέφτομαι. Τα κορίτσια φεύγουν και μένω με τη Μέριλιν να σκέφτομαι τη Δανάη. Άραγε αξίζει τον κόπο να κάνει έτσι γι' αυτό τον άντρα; Αξίζει σ' αυτή την ηλικία μια γυναίκα να αφήνεται έτσι; Δεν ξέρω. Θα μάθω σύντομα.

Τρεις μέρες μετά, στις δύο το μεσημέρι, βρίσκομαι στο γραφείο πνιγμένη στη δουλειά. Το καλοκαίρι έχει μπει για τα καλά και είναι πολλοί αυτοί που ταξιδεύουνε τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Κλείνω θέσεις στο αεροπλάνο για ένα γκρουπ, όταν σκάει μύτη η Δανάη μες στην καλή χαρά. Πέφτει σχεδόν πάνω μου και με φιλάει δυνατά στα μάγουλα. Το άρωμά της είναι πολύ έντονο για μέρα μεσημέρι και μάλιστα καλοκαιρινή. Μυρίζει σαν εντομοκτόνο. - Τι κολόνια φοράς; τη ρωτάω. - Την Obsession, μου λέει με περηφάνια. Δεν είναι υπέροχη;


- Για εντομοαπωθητικό καλή είναι, της λέω. - Τα νεΰρα σου έχεις; με ρωτάει. - Ε, λιγάκι. Οΰτε καφέ δεν έχω προλάβει να πιω σήμερα. - Μα γι' αυτό είμαι εδώ σήμερα. Ο καλός σου άγγελος. Ή ρ θ α να σε πάρω για φαγητό και να σου πω τα νέα. Δέχομαι αμέσως. Ένα διάλειμμα θα με αναζωογονήσει. - Πάμε να τσιμπήσουμε κάτι στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Έχει κλιματισμό και καλό φαγητό. - Λοιπόν, λέγε, της λέω με το που καθόμαστε. Πώς πήγε το ραντεβοΰ; - Κάτι περισσότερο από καλά συγκριτικά με αυτό που περίμενα. Αυτή τη φορά πέτυχα διάνα. Νομίζω πως είμαι ερωτευμένη. - Το κάνατε κιόλας; μπαίνω κατευθείαν στο ψητό. - Όχι, θα το αφήναμε. Φυσικά, χρυσή μου. Και ξέρεις κάτι; Σαν να έχει δίκιο η Ναταλί που επιμένει να βγαίνει με νεότερους άντρες. Είναι ακούραστοι, σου λέω. Μένω κεραυνοβολημένη. - Τι είπες; ρωτάω. Εννοείς ότι ο Νικήτας είναι νεαρός; - Για μένα φυσικά είναι πολΰ νεαρός. - Πόσο δηλαδή; - Τριάντα ενός. - Οχ! Με τρόμαξες, καημένη. Είπα κι εγώ. Μια χαρά ηλικία είναι. - Μέχρι μια μέρα πριν τον γνωρίσω δεν τολμούσα να διανοηθώ ότι θα μπορούσε να με αγγίξει άντρας που δεν ήταν τουλάχιστον πέντε χρόνια μεγαλύτερος μου. Φαίνεται


όμως πιο ώριμος για τα χρόνια του και αυτό μας σώζει. - Πάντως με εκπλήσσεις. Ποτέ μου δεν περίμενα τέτοιες εξελίξεις από σένα. - Τα γούστα, καθώς φαίνεται, αλλάζουν. - Έτσι φαίνεται. Τι έγινε χτες; Θέλω να τα μάθω όλα. Ακουμπάει στην αναπαυτική καρέκλα της, βάζει το ένα πόδι πάνω στ' άλλο, πίνει μια γουλιά κρασί από το κρυστάλλινο ποτήρι της και αφήνει ένα σαρδόνιο χαμόγελο να σχηματιστεί στα χείλη της. Κοντεύω να σκάσω από περιέργεια. - Ή ρ θ ε και με πήρε στις δέκα με μια αυτοκινητάρα, να, με ξένους αριθμούς. Πήγαμε στο κότερο του. Ή μάλλον στο πλωτό παλάτι του. Πρώτα φάγαμε. Μάλιστα μαγείρεψε ο ίδιος. Μετά ήπιαμε... και μετά... - Κυλιστήκατε στο πάτωμα. - Πώς το ξέρεις; - Το φαντάστηκα. Ξεδιπλώνει γρήγορα τα πόδια της, αφήνει το ποτήρι κάτω και αρπάζει σφιχτά τα χέρια μου. - Αχ, Μαρίνα μου! Είναι χάρμα. Ψηλός, αθλητικός και με επιδόσεις Ολυμπιονίκη!!! Ήταν όλα τόσο ρομαντικά. Κεριά αναμμένα, απαλή μουσική, το φεγγάρι, τα άστρα, η μυρωδιά του κορμιού του... - Πάει, χάζεψες για τα καλά, μου φαίνεται. - Δεν έχεις άδικο. - Πότε θα τον ξαναδείς; - Σήμερα. Τον κάλεσα στο σπίτι μου.


- Στο σπίτι σου; Τα παιδιά; - Ο Μάρκος πήγε στη Μύκονο. Η μικρή είναι στην Πάτρα στο εξοχικό, στους γονείς μου. Για δυο βδομάδες είμαι ελεύθερη σαν πουλί. Το Σαββατοκύριακο αυτό θα πάμε στην Πάτμο. Δεν είναι υπέροχο; - Υπέροχο; Μόνο υπέροχο; Μαγικό θα έλεγα. Όμως κάτι δε μου αρέσει. - Σαν τι δηλαδή; - Πολύ τέλειος μοιάζει. Και εγώ ξέρω ότι τέλειοι άντρες δεν υπάρχουν. - Μήπως ζηλεύεις; - Μωρέ, πέρνα εσύ καλά και άσε με εμένα να ζηλεύω. Πρόσεχε μόνο. Μην ανοίγεσαι. Άφησε και κανένα παράθυρο κλειστό. - Μην ανησυχείς. Δεν είμαι πια μικρό παιδί. - Ξέρεις κάτι, Δανάη; Άντρας όμορφος, νέος, καλός εραστής και πλούσιος είναι ό,τι επιθυμεί κάθε γυναίκα. Ακόμη κι αν είναι έτσι τα πράγματα, εσύ πιστεύεις ότι σε βλέπει σοβαρά; Αυτός, έτσι να κάνει το δαχτυλάκι του, θα έχει την καλύτερη. - Ε, και λοιπόν; Την καλύτερη έχει. - Εννοώ, αγάπη μου, ότι τέτοιοι άντρες δε δεσμεύονται με γυναίκες που είναι χήρες, ζωντοχήρες και έχουν παιδιά. Για ένα πήδημα καλές είναι, όμως για γάμο προτιμούν κάποια του κύκλου τους και μάλιστα πολύ νέα. - Έχεις μείνει πίσω. Αλλάξανε οι καιροί. Τώρα γυναίκες και σαν εμένα μετράνε. Με πείρα από τη ζωή.


- Δεν ξέρω για άλλους άντρες, αλλά για το συγκεκριμένο είδος πολΰ δύσκολα τα πράγματα. Και να θέλει αυτός, δε θα τον αφήσουν οι δικοί του. - Δε με ενδιαφέρει η γνώμη τους. - Να σε-ενδιαφέρει. Γιατί εσΰ θα βρεθείς να κλαις. - Αρχίζω πραγματικά να νομίζω ότι ζηλεύεις. - Σΰνελθε, Δανάη. Δεν είμαστε πια είκοσι χρόνων για να υπάρχουνε αντιζηλίες μεταξΰ μας. Να σε προστατέψω προσπαθώ. Μακάρι να βγω ψεΰτρα. - Κι εγώ "που πίστευα ότι θα χαρείς που μετά από τόσο καιρό είμαι ερωτευμένη. - Μα και βέβαια χαίρομαι... Πόσο ερωτευμένος είναι όμως αυτός; Ή μάλλον πόσο θα κρατήσει ο έρωτάς του; - Είναι πολΰ ερωτευμένος. - Σου εΰχομαι το καλΰτερο. Μόνο να προσέχεις. - Θα προσέχω. Φεύγουμε από το ξενοδοχείο. Εγώ είμαι έντονα προβληματισμένη. Η Δανάη όχι. Στο δρόμο προς το γραφείο σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι τι είναι αυτό που δε μ' αρέσει στην καινούρια αυτή σχέση της Δανάης. Από την αρχή κάτι δεν πήγαινε καλά. Τη μια εξαφανιζότανε, την άλλη εμφανιζότανε ξαφνικά, χωρίς να δίνει εξηγήσεις. Και η ανόητη φίλη μου απαξιούσε καν να ρωτήσει γιατί. Της αρκούσε ότι υπήρχε κάπου και κάποια στιγμή θα επικοινωνούσε μαζί της. Από τότε που τον γνώρισε έχει γίνει αφηρημένη, νευρική, δεν έχει όρεξη για δουλειά, οΰτε τα παιδιά της την απασχολούνε. Να λείπει ο Μάρκος


δυο βδομάδες στη Μύκονο και να το λέει έτσι απλά; Μπορεί να μη θέλει να το δείξει, αλλά είμαι σίγουρη ότι αυτός ο άντρας την έχει κάνει άνω κάτω. Σκέφτομαι αν αξίζει τον κόπο να είσαι με κάποιον και να αναστατώνεσαι έτσι ή να είσαι μόνη σου. Υποτίθεται ότι βρίσκεις ένα ταίρι για να σε ξελαφρώσει από τα προβληματά σου και όχι για να σου προσθέσει άλλα. Γιατί τελικά δεν μπορούνε να τα βρούνε οι άντρες και οι γυναίκες μεταξύ τους; Φταίνε αυτοί, φταίμε εμείς; Δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι τα διαζύγια αυξάνουν δυσανάλογα σε σύγκριση με άλλους καιρούς και όλο και μεγαλώνει ο αριθμός των γυναικών που είναι μόνες. Κάτι δεν πάει καλά. Ενώ όλοι οι γάμοι ξεκινούν με τους καλύτερους οιωνούς, καταλήγουν σε αβύσσους μίσους και εκδίκησης. Χαραμίζουμε τη ζωή μας ψάχνοντας για την παντοτινή σχέση, που όλο τη φτάνουμε και όλο τρέχουμε ξοπίσω της. Άντρες, άντρες παντού τριγύρω μας κι όμως οι περισσότερες, ακόμη και οι παντρεμένες, στην ουσία είμαστε μόνες μας. Τι δεν πάει καλά; Σκέφτομαι αφηρημένη προχωρώντας βιαστικά και ούτε που βλέπω τον άντρα που στρίβει απότομα από τη γωνία και πέφτω πάνω του με φόρα. Η τσάντα μου γλιστράει από τον ώμο μου και ανοίγει ανάποδα σκορπίζοντας του κόσμου τα μικροαντικείμενα που μπορεί μια γυναίκα να σέρνει μαζί της. Μένω κυριολεκτικά κόκαλο, καθώς βλέπω μια σερβιέτα μου να σωριάζεται στο πεζοδρόμιο μαζί με το κραγιόν μου, κλειδιά, τσίχλες, λίμες, αρώματα, πιαστράκια, μανόν,


ατζέντες, βούρτσες και ό,τι μπορεί να φανταστεί ένας ψιλικατζής. Ο άγνωστος σκύβει και τα μαζεύει όλα γρήγορα, κάνοντας αρχή από τη σερβιέτα, και τα τοποθετεί στην τσάντα μου, νιώθοντας ίσως την αμηχανία μου, και μου τη δίνει, αφοΰ μου ζητά χίλια συγνώμη. Όταν μπορώ να σηκώσω το κεφάλι, διακρίνω ένα ευγενικό πρόσωπο, γύρω στα σαράντα πέντε, πλαισιωμένο από γκρίζα μαλλιά και λαμπερό βλέμμα. - Εγώ φταίω, μου λέει. Ήμουν αφηρημένος. - Κι εγώ αφηρημένη ήμουνα. - Μήπως σας χτύπησα; με ρωτάει καθώς με βλέπει να τρίβω τον ώμο μου. - Μπα, δεν είναι τίποτε. Θα περάσει. - Χρειάζεστε βοήθεια; - Όχι, όχι. Εξάλλου εδώ είναι η δουλειά μου, του λέω καθώς δείχνω το γραφείο στη γωνία. - Δουλεύετε εδώ; Μόλις τώρα προσπαθούσα να βρω ένα εισιτήριο, αλλά δεν τα κατάφερα. - Γιατί; - Γιατί αύριο είναι Παρασκευή και όλοι θέλουν να φύγουν για Σαββατοκύριακο. Κι εγώ πρέπει να βρίσκομαι αύριο στη Ρόδο για δουλειές. - Για ελάτε μέσα. Ίσως κάτι να μπορώ να κάνω για σας. - Ευχαριστώ πολύ, κυρία... - Μαρίνα Κοντέα. - Σταύρος Χριστόπουλος. Μέσα σε είκοσι λεπτά τού έχω βρει εισιτήρια για το ε-


πόμενο απόγευμα. Δεν ξέρει πώς να με ευχαριστήσει. Τον παρακολουθώ καθώς απομακρύνεται και παρατηρώ πως είναι πολΰ νόστιμος.

Το επόμενο βράδυ, λίγο πριν φΰγω από το γραφείο, με ζητούν στο τηλέφωνο. Είναι αυτός. Έχει φτάσει ήδη στη Ρόδο και μ' ευχαριστεί ακόμη μια φορά. Μιλάμε αρκετή ώρα. Είναι μια δροσερή συζήτηση, που με κάνει να ξεχάσω την κοΰραση μιας βδομάδας και τη ρουτίνα του Σαββατοκύριακου, που θα το περάσω μόνη μου. Η Ελένη είναι στη Νέα Υόρκη, η Λορίν στο Μεξικό, η Ναταλί έχει φΰγει για γύρισμα διαφημιστικού στη Ζάκυνθο, η Δανάη θα φύγει για την Πάτμο. Εγώ δεν έχω κανονίσει τίποτε. Αισθάνομαι τόσο κουρασμένη από τη δουλειά, που το μόνο που σκέφτομαι είναι το μεγάλο διπλό κρεβάτι μου. Κι όμως, αν αυτός ο άγνωστος με καλούσε να πάω στη Ρόδο, είμαι σίγουρη ότι όλη η κοΰρασή μου θα έκανε φτερά. Φτάνω άκεφη στο σπίτι μου και το πρώτο πράγμα που ελέγχω είναι αν λειτουργεί το τηλέφωνο μου. Γιατί; Οΰτε κι εγώ ξέρω. Μήπως τηλεφωνήσει ο άγνωστος; Αφού δεν ξέρει τον αριθμό του σπιτιού μου. Κάνω ένα μπάνιο και βλέπω τηλεόραση τρώγοντας αργά ένα σάντουιτς με τη Μέριλιν στην αγκαλιά μου, η οποία έχει καταβροχθίσει το φαγητό της και επιμένει να φάει και το ζαμπόν από το δικό μου σάντουιτς. Της το δίνω με ευχαρίστηση μια και, παρά την πείνα μου, το λιτό κολατσιό μου δύσκολα κατεβαίνει από το


λαιμό στο στομάχι μου. Λίγο μετά το νυχτερινό δελτίο ειδήσεων με παίρνει ο ΰπνος. Με ξυπνάει ο δαιμονισμένος ήχος του τηλεφώνου στις δέκα το πρωί. Έχω κοιμηθεί σχεδόν δέκα ώρες και όμως αισθάνομαι κουρασμένη. Σίγουρα είναι η μάνα μου. Σηκώνω το ακουστικό ανόρεχτα. - Εμπρός, λέω. - Καλημέρα, Μαρίνα. Σταύρος Χριστόπουλος. Η μπάσα αντρική φωνή ξεσηκώνει σε χορό τις θηλυκές ορμόνες μου. Ξυπνάω στη στιγμή. -Καλημέρα... - Πήρα να σου ευχηθώ καλό Σαββατοκύριακο. - Μα πού βρήκες τον αριθμό του σπιτιού μου; τον ρωτάω καχύποπτα προσπαθώντας να κρύψω τη χαρά της έκπληξής μου. - Μου το έδωσαν από το γραφείο. Τους είπα ότι είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Και το εννοούσα. - Κανονικά πρέπει να θυμώσω. Το τηλέφωνο μου είναι απόρρητο και δεν το δίνουνε ποτέ χωρίς την άδειά μου. - Με συγχωρείς. Επέμενα πολύ. Έχεις δίκιο. Υπήρξα αγενής. Τσως να μη θέλεις να μιλήσεις ή... να μην μπορείς να μιλήσεις. - Και θέλω και μπορώ να μιλήσω, λέω αλλάζοντας τον τόνο της φωνής μου. Πώς είναι ο καιρός στη Ρόδο; - Υπέροχος, αλλά τι να το κάνεις; Ο κόσμος ετοιμάζεται να πάει για μπάνιο και εγώ για δουλειά. Βλέπεις, πρέπει να συναντήσω κάτι ξένους επιχειρηματίες στο νησί.


Μιλάμε γΰρω οτο τέταρτο, όταν μου λέει ξαφνικά: - Πρέπει να κλείσω, Μαρίνα. Ή ρ θ α ν οι ξένοι που περιμένω. Θα τα ξαναποΰμε. Γεια σου. Ακοΰω το κλικ του τηλεφώνου πριν προλάβω να πω γεια. Μάταια περιμένω να μου τηλεφωνήσει όλη την Κυριακή. Δευτέρα μεσημέρι σκάει στο γραφείο μου ηλιοκαμένος, με μια υπέροχη ανθοδέσμη στο χέρι. Με ευχαριστεί για ακόμη μια φορά και μου προτείνει να φάμε μαζί το βράδυ. Αρνοΰμαι. Προφασίζομαι ότι έχω μια υποχρέωση. Είμαι λίγο τσατισμένη μαζί του. Την Τρίτη δέχομαι να βγούμε έξω για φαγητό. Πάμε σ' ένα απόμερο κινέζικο εστιατόριο στο Καβοΰρι. Δεν μπαίνει καν στον κόπο να με ρωτήσει αν μου αρέσει η κινέζικη κουζίνα. Ευτυχώς μ' αρέσει. Δείχνει ευτυχισμένος με την επιλογή του και με την ποικιλία του μενοΰ. Τον ρωτάω πώς πήγαν οι δουλειές στη Ρόδο αποφεΰγοντας να ρωτήσω γιατί δε μου τηλεφώνησε όλη την Κυριακή. Μου λέει πως όλα πήγαν περίφημα, μόνο που δεν είχε χρόνο να ξεκουραστεί. - Τότε πώς κατόρθωσες και πήρες αυτό το υπέροχο μπροΰτζινο χρώμα; ρωτάω πράγματι απορημένη. - Μεταξΰ έξι με εφτά το απόγευμα, μου λέει. Ή τ α ν η ώρα που επέστρεφα στο ξενοδοχείο και καθόμουν στην πισίνα να ηρεμήσω. Από μελανίνη, δόξα τω Θεώ, φαίνεται ότι έχω περισσότερη από όσο πρέπει. Δέκα λεπτά να κάτσω στον ήλιο γίνομαι αράπης. - Είσαι στ' αλήθεια τυχερός. Εγώ, για να πάρω αυτό το χρώμα, θέλω τριήμερη τετράωρη ηλιοθεραπεία.


- Το ίδιο και η Άννα. - Άννα; Ποια είναι αυτή; Ξαφνιάζεται. - Η γυναίκα μου. Δηλαδή η πρώην γυναίκα μου. Ξέρεις, χωρίσαμε πρόσφατα κι ακόμη να συνηθίσω να μην προφέρω το όνομά της. Βλέπεις, μετά από δέκα χρόνια κοινής ζωής, η συνήθεια γίνεται δεύτερη φΰση. - Και τα παιδιά σας; Μένουν μαζί της; - Παιδιά; Δεν αποκτήσαμε ποτέ. Αυτός είναι και ο λόγος που χωρίσαμε τελικά. Ό χ ι ότι δεν μπορούσαμε. Η Άννα δεν ήθελε να κάνει παιδιά με κανένα τρόπο. Δεν ήθελε ευθΰνες, υποχρεώσεις. Καλύτερα όμως έτσι. Δεν είμαι υποχρεωμένος να τη βλέπω. Τον βλέπω να συννεφιάζει, ενώ καταβροχθίζει το γεμιστό καβούρι του. - Θα πρέπει να ήσουν δυστυχισμένος. - Τον τελευταίο καιρό πολΰ. Η ζωή μου είχε καταντήσει άχρωμη δίπλα της. Δίχως νόημα. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να ξεπορτίζει με τις φίλες της και να αδιαφορεί παντελώς για μένα. Παρατηρώ μια υγρασία στα μάτια του. Τον συμπονώ. Άθελά μου του χαϊδεύω το χέρι με μια κίνηση αυθορμητισμού. Μου το σφίγγει με θέρμη και μου ζητάει να σταματήσουμε αυτή τη συζήτηση. Η βραδιά κυλάει όμορφα. Μιλάμε για τις δουλειές μας, τις συνήθειές μας, τα χόμπι μας. Όταν φτάνουμε έξω από το σπίτι μου, με ρωτάει αν κερ-


νάω ένα ποτό ακόμη. Του λέω πως έχω πολλή δουλειά αύριο και πρέπει να ξυπνήσω νωρίς. Δεν επιμένει. Την επομένη ξαναβγαίνουμε για φαγητό και αυτή τη φορά επιμένει περισσότερο για ένα ποτό στο σπίτι μου. Προβάλλω την ίδια δικαιολογία. Την Πέμπτη, γΰρω στις δέκα το βράδυ, είναι στρογγυλοκαθισμένος στον καναπέ του σπιτιού μου. Προσπαθεί να γίνει φίλος με τη Μέριλιν, η οποία τον σνομπάρει συστηματικά. Τρώμε στη βεράντα του σπιτιού μου. Παινεύει τις μαγειρικές μου ικανότητες και γΰρω στις δώδεκα μου ζητάει να κοιμηθεί μαζί μου. Θέλω, όμως κάτι με εμποδίζει. Δεν είναι σεμνοτυφία, αλλά κάτι απροσδιόριστο. Φεΰγει στη μία το πρωί και είναι φανερό ότι η άρνησή μου τον έχει ενοχλήσει. Την Παρασκευή το απόγευμα ξαναφεύγει για Ρόδο. Μου τηλεφωνεί μόλις φτάνει. Το Σάββατο μου κάνει ένα βιαστικό τηλεφώνημα και την Κυριακή δεν έχω κανένα νέο του. Τον παίρνω εγώ στο κινητό, όμως το έχει απενεργοποιημένο. Είμαι απογοητευμένη. Συνειδητοποιώ ότι επί μία βδομάδα δεν έχω νέα από τη Δανάη οΰτε από τη Ναταλί. Μόνο από την Ελένη, που εξακολουθεί να είναι ερωτευμένη. Τηλεφωνώ στη Δανάη. Το σηκώνει η ίδια. - Τι έγινες εσΰ; μου λέει αμέσως. - Εσΰ τι έγινες; Πώς πήγε το ταξίδι σου στην Πάτμο; - Δεν πήγαμε τελικά. - Γιατί; - Γιατί χάλασε η μηχανή στο κότερο. Πήγαμε όμως στον Κάλαμο.

Azara


- Στον Κάλαμο; Γιατί, δεν υπήρχε αεροπλάνο να πάικ σκ κάποιο νησί; - Δεν υπήρχανε θέσεις. - Γιατί δε με πήρες τηλέφωνο; - Πήρε ο Νικήτας στο γραφείο, όμως δε σε βρήκε. -Αποκλείεται. Ήμουν συνέχεια εκεί. Γιατί δεν πήρες εσύ; - Γιατί είπε ότι θα το φροντίσει ο ίδιος. Γι' αυτό του έδωσα το νούμερο σου. Εξάλλου είχα τρεξίματα με τη δουλειά μου. Βλέπεις, τελευταία τα έχω φορτώσει όλα στον κόκορα. Όμως οι εκκρεμότητες δεν μπορούν να περιμένουνε. - Τέλος πάντων. Πώς περάσατε στον Κάλαμο; - Πολύ όμορφα. Τα γνωστά, ξέρεις. Το πρωί θάλασσα και το βράδυ στο μπαρ «Αλέκος» για φαγητό. - Δηλαδή προχωράει η σχέση. - Ναι, ναι... μόνο που δεν τον βλέπω όσο θέλω. Έχει πολλές δουλειές. Από τη μέρα που γυρίσαμε, μόνο στο τηλέφωνο μιλάμε. - Γιατί; Τα βράδια δεν είναι ελεύθερος; - Έχει δουλειές. - Και τα βράδια; Περίεργο. - Μου λέει ότι έχουν έρθει κάποιοι ξένοι επιχειρηματίες και πρέπει να βγαίνει μαζί τους. - Και αυτός με ξένους επιχειρηματίες; - Γιατί υπάρχει κι άλλος; - Ναι, κάποιος που γνώρισα προβάλλει την ίδια δικαιολογία... - Ποιος είναι;


- Δε νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Στην αρχή μου κίνησε το ενδιαφέρον, αλλά κάτι αρχίζει να μη μου αρέσει. - Σαν τι; - Κοίτα, δεν είμαι σίγουρη ακόμη. Μπορεί να είναι η ιδέα μου. Όταν θα είμαι σίγουρη, θα σου πω. Αλήθεια, τα παιδιά είναι καλά; - Καλά είναι. Τουλάχιστον η Αλίκη, γιατί ο Μάρκος έχει αρχίσει να μη μου δίνει αναφορά. - Για κόψε το επίδομα και θα αρχίσει να σου δίνει αναφορά. - Δε με έχει ανάγκη. Τα παίρνει από τον πατέρα του. - Αλήθεια, τι κάνει ο Δημήτρης; - Κοπρόσκυλο όπως πάντα. Έχει τώρα τρία μαγαζιά και ό,τι βγάζει το ξοδεύει στα μπουζούκια. Ευτυχώς που έκανε και κάτι όμορφο στη ζωή του. Τον Μάρκο. Μόνο που τον κακομαθαίνει κι αυτό δε μου αρέσει καθόλου. Ξέρεις τι λεφτά τού δίνει; Τώρα θα του κάνει δώρο για τα γενέθλιά του ένα τζιπ. Δεκαεφτά χρόνων και θα έχει τζιπ Vitara και οι άλλοι δουλεύουν μια ζωή και δεν έχουν αξιωθεί ούτε ποδήλατο να αγοράσουνε. - Καλύτερα Vitara παρά μηχανή όμως. Τουλάχιστον θα είναι πιο ασφαλής. - Σ' αυτό δεν έχεις άδικο. - Θέλεις να ιδωθούμε σήμερα; - Μπα, δεν το βλέπω. Περιμένω τηλέφωνο από τον Νικήτα. Ίσως τον δω σήμερα. - Εντάξει.


Τη Δευτέρα το πρωί ο Σταύρος με παίρνει στο γραφείο και ζητάει να με δει. Δικαιολογείται ότι είχε τόση δουλειά, που δεν του έμεινε χρόνος οΰτε να ανασάνει. Γι' αυτό δε μου τηλεφώνησε. Δε δέχομαι τη δικαιολογία του, αλλά δε λέω τίποτε. Δέχομαι όμως να τον συναντήσω. Πάμε για φαγητό και όταν επιστρέφουμε στο σπίτι μου, αρχίζει να γίνεται πιεστικός. Θέλει οπωσδήποτε να κοιμηθεί μαζί μου. Λες κι αν δεν το κάνει, θα γκρεμιστεί ο κόσμος. Την επομένη γίνεται πιο φορτικός. Μοιάζει απελπισμένος. - Αΰριο, του λέω για να τον αποφΰγω. Για τρεις μέρες δε με παίρνει καθόλου τηλέφωνο. Ό χ ι πως με ενοχλεί, είμαι όμως περίεργη να μάθω το γιατί. Αυτός λΰσσαξε να κοιμηθεί μαζί μου και όταν του είπα το ναι, να εξαφανιστεί; Ρίχνω τον εγωισμό μου και παίρνω εγώ τηλέφωνο στο γραφείο του, κάτι που δεν έχω κάνει οΰτε μία φορά από τη στιγμή που μου έδωσε την κάρτα του. - Μόλις έφυγε με τη σΰζυγο και τα παιδιά του, μου λέει μια ευγενική φωνή. - Τα παιδιά του; ψελλίζω. Μα πόσα έχει; - Δΰο, μου λέει η αφελής γραμματέας, και όπου να ναι έρχεται και το τρίτο. Ποια κυρία να του πω ότι τον ζητάει; Κλείνω το ακουστικό χωρίς να απαντήσω. Με παίρνει την επομένη, ανυποψίαστος για αυτά που έχω πληροφορηθεί, και με φωνή γεμάτη νάζι μοΰ λέει κλαψιάρικα ότι ήταν αδΰνατο να μου τηλεφωνήσει, γιατί οι ξέ-


νοι επιχειρηματίες είχαν έρθει στην Αθήνα και δεν προλάβαινε. - Πόσοι είναι οι ξένοι επιχειρηματίες; ρωτάω αθώα. - Τρεις, μου λέει. - Και ο τέταρτος σε πόσους μήνες έρχεται; - Ποιος τέταρτος; - Αυτός που θα γεννηθεί σύντομα. Δε μου λες, τον ρωτάω με οργισμένη φωνή, πόσο καιρό είχες σκοπό να με κοροϊδεύεις; Ή θα αρνηθείς ότι πήγαινες στη Ρόδο για την «εν διαστάσει» σύζυγο σου που έκανε διακοπές με τα «ανύπαρκτα» παιδιά σου; - ...Πώς το ξέρεις αυτό; τολμάει να ρωτήσει. - Την επόμενη φορά που θα κάνεις μουρνταροδουλειές, ενημέρωνε τη γραμματέα σου, του απαντώ. Και κάτι άλλο. Αν μου είχες πει ότι ήσουν παντρεμένος, θα είχαμε κάνει έρωτα από το πρώτο βράδυ. Ξέρεις, το βίτσιο μου είναι οι παντρεμένοι άντρες. - Πότε θα σε δω; ρωτάει με όλο το θράσος που περισσεύει σ' έναν άνθρωπο. - Α, αυτό είναι το ένα μου βίτσιο! Το άλλο μου είναι τα ψέματα. Δεν αντέχω τους ανθρώπους που λένε ψέματα. Λοιπόν, καλό απόγευμα και καλά γεννητούρια, του λέω και κλείνω το τηλέφωνο. Είμαι όλο νεύρα. Όχι, δεν τα έχω με δαύτον. Με τον εαυτό μου τα έχω. Μα πώς την πάτησα έτσι; Είναι δυνατό να πηγαίνει ένας άνθρωπος για δουλειές και να γυρίζει ηλιοκαμένος και ξεκούραστος; Θα πρέπει να έχω μεγάλη ανάγκη από


αντρική συντροφιά για να παραβλέψω όχι μόνο αυτό, αλλά και το ότι δε μου είχε δώσει το νούμερο τηλεφώνου του σιιιτιού του. Εν τω μεταξύ δεν έχω νέα από τη Δανάη ούτε από τη Ναταλί, που μέρες τώρα είχε το κινητό της απενεργοποιημένο, ούτε από την Ελένη. Μόνο από τη Λορίν. Έρχεται στο τέλος Ιουλίου στην Αθήνα μαζί με τον Χοσέ. Δηλαδή σε δεκαπέντε μέρες. «Ωραίες φίλες έχω», συλλογίζομαι. Μετά σκέφτομαι ότι ούτε κι εγώ προσπάθησα να επικοινωνήσω με καμιά. Από τη μια η πολλή δουλειά, από την άλλη αυτός ο αρχιψεύταρος, που εκτός από ψεύτης ήταν και κλέφτης του πολύτιμου χρόνου μου. Αφού λοιπόν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, θα πάει το βουνό στον Μωάμεθ. Τηλεφωνώ πρώτα στην Ελένη. Λείπει πάλι σ' ένα απ' αυτά τα καταραμένα ταξίδια της. Μιλάω για λίγο με την κόρη της, τη Μαίρη. Τελικά εντάξει με το αγόρι της, το οποίο όντως έβγαινε με μια μεγαλύτερή του, μόνο που η σχέση τους περιορίστηκε σε δυο τρεις εξόδους για φαγητό. Η Μαίρη το έχαψε. Εγώ όχι. Το κινητό της Ναταλί είναι απενεργοποιημένο. ΙΙερίεργο. Η Ναταλί μόνο πεθαμένη δε θα απαντούσε στο τηλέφωνο της. Λες να είναι πεθαμένη; Τι ιδέες βάζω στο μυαλό μου. Της αφήνω μήνυμα πως, αν δε μου τηλεφωνήσει ως αύριο, θα καταγγείλω στην αστυνομία την εξαφάνισή της. Βρίσκω τη Δανάη. Ευτυχώς. Έχω τόση ανάγκη να μιλήσω με κάποιον, που η επόμενη επιλογή μου θα ήταν η μάνα μου. Ό,τι χειρότερο για να πεις τα προσωπικά σου. - Τι συμβαίνει με σένα; τη ρωτάω κάπως απότομα. Έ-


τσι κάνουν οι φίλες; Βρήκες άντρα και με ξέχασες αμέσως; - Μαρίνα, κόφ' το. Δεν έχω καθόλου όρεξη. - Τι συμβαίνει, Δανάη; ρωτάω με ενδιαφέρον, ξεχνώντας στη στιγμή τα δικά μου προβλήματα. - Ο Νικήτας. - Τι ο Νικήτας; - Έχει εξαφανιστεί πάλι. - Από πότε έχεις να τον δεις; - Από το Σαββατοκύριακο που πέρασε. - Α, μαζί ήσασταν; - Ναι, είχαμε πάει στην Ύδρα. - Με το κότερο; - Όχι, με το δελφίνι από τον Πειραιά. - Και γιατί δεν πήγατε με το κότερο; - Γιατί μου είπε πως το πρόβλημα στις μηχανές εξακολουθεί να υπάρχει. Δε βρίσκουν ανταλλακτικό και το περιμένουνε να έρθει από το εξωτερικό. - Λίγο περίεργο μου φαίνεται αυτό. Τι σόι ανταλλακτικό είναι αυτό και δεν υπάρχει εδώ; - Ξέρω κι εγώ; Δεν έχω ιδέα από αυτά τα πράγματα. - Περάσατε τουλάχιστον όμορφα; - Ε, καλά ήτανε. Η (ρωνή της δεν έχει ούτε ένα ίχνος ενθουσιασμού. Είναι ολοίράνερο ότι κάτι την προβληματίζει πολύ και αποφεύγει να το συζητήσει μαζί μου. Δε θέλω να την πιέσω ούτε και να την κουράσω με τη δική μου ανόητη ιστορία. Εξάλλου για μένα ο Σταύρος είναι ήδη ξεχασμένο, άχρωμο παρελθόν. Ε-


νώ ο Νικήτας για τη Δανάη είναι ένα έντονο, πορφυρό παρόν, που την καίει από την κορφή ως τα νύχια. Αισθάνομαι ότι βυθίζεται στο τέλμα μιας ανασφάλειας, κάτι που δε χαρακτηρίζει τη φίλη μου. Είναι η δεύτερη φορά που τη βλέπω έτσι. Η πρώτη ήταν όταν σκοτώθηκε ο άντρας της. Και αυτό δεν κράτησε πολΰ. Μήπως περνάει κρίση της μέσης ηλικίας; Μήπως άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια της εμμηνόπαυσης; Μήπως συμβαίνει κάτι τόσο σοβαρό έως τρομερό που τη σιγοτρώει σαν ταινία στο έντερο; Δέν τολμώ να ρωτήσω. Αν ήταν, θα μου έλεγε μόνη της. Πρέπει να σεβαστώ την ανάγκη της να κρύψει κάτι πολύ προσωπικό της. Το ότι είμαστε κολλητές δε σημαίνει αναγκαστικά πως πρέπει να ξεδιπλώνουμε η μία στην άλλη όλα τα εσώψυχά μας. Υπάρχουν και μυστικά συρτάρια που θέλουμε να κρατάμε κλειδωμένα και αυτό πρέπει να το σέβονται όλοι, είτε λέγονται φίλοι είτε λέγονται γονείς είτε λέγονται σύζυγοι. Και εγώ το σέβομαι. - Μη στενοχωριέσαι, της λέω τρυφερά. Θα εμφανιστεί. Απλώς αυτοί οι πλούσιοι έτσι είναι, κορίτσι μου. Πολυάσχολοι και καμιά φορά αμελείς. Μη σκας τώρα γι' αυτό. - Δεν είναι μόνο αυτό, μου λέει. Αισθάνομαι ότι θέλει να ξεκλειδώσει το συρτάρι με το μυστικό της. - Τι άλλο συμβαίνει; - Τίποτε, τίποτε σπουδαίο. Πρέπει να κλείσω τώρα. Θα τα ξαναπούμε. Γεια σου. - Γεια σου, της λέω απρόθυμα. Τώρα είμαι σίγουρη πως κάτι σοβαρό συμβαίνει. Ελπίζω να μην είναι πολύ σοβαρό.


Το ίδιο βράδυ μου τηλεφωνεί η Ναταλί. Μου λέει ότι είναι καλά και να μην ανησυχώ. Απλώς έχει πολλή δουλειά. - Καλά, πόσες μέρες θα χρειαστούν για να τελειώσει αυτό το διαφημιστικό; - Τσως όλο το καλοκαίρι, μου λέει πονηρά. - Ναταλί, τι συμβαίνει; Είσαι πάλι ερωτευμένη; - Ακόμη δεν ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι είμαι ερωτευμένη με τη δουλειά μου. - Α π ό πότε; ρωτάω ειρωνικά. Εσΰ μετά βίας πήγαινες για δουλειά και αυτό από οικονομική ανάγκη. - Μαρίνα μου, μη μου θυμώσεις, αλλά προς το παρόν δεν μπορώ να σου πω πολλά. Με δεσμεΰει το συμβόλαιο μου. Θα μάθεις σΰντομα όμως. - Να μάθω τι; - Ότι η φίλη σου άκουσε πολΰ προσεχτικά όσα της είπες εκείνο το βράδυ στο σπίτι σου και ότι μελέτησε πολλές φορές το βιβλίο που της χάρισες. - Μιλάς πολΰ περίεργα. - Όταν επιστρέψω, είμαι σίγουρη ότι θα χαρείς πολΰ για μένα. Τώρα όμως δεν μπορώ να σου πω τίποτε. Ένα μόνο θέλω να ξέρεις. Σ' ευχαριστώ που με βοήθησες να πάψω να μισώ τον εαυτό μου και να αρχίσω να τον αγαπάω. Είσαι πραγματική φίλη. Και θέλω να είσαι περήφανη για μένα. - Δεν καταλαβαίνω τίποτε. - Θα καταλάβεις πολΰ σΰντομα. Να ξέρεις ότι σ' αγαπώ πολΰ. Γεια σου, Μαρίνα, και πλέον μην ανησυχείς για μένα. Ωρίμασα πια.


Μένω να κοιτάζω το ακουστικό μου. Δυο γρίφοι σε μία μέρα πάει πολΰ. Πήρα τις φίλες μου να πω το πρόβλημά μου και προβληματίστηκα περισσότερο. Τι στο καλό συμβαίνει με δαύτες; Το τηλέφωνο ξαναχτυπά. Ελπίζω να είναι κάποιος που θα έχει διάθεση να με ακούσει και να μη με φορτώσει περισσότερο από όσο είμαι φορτωμένη. Είναι ο αδερφός μου. - Μαρίνα είσαι η τελευταία μου ελπίδα, μου λέει χωρίς περιστροφές. - Ποιον πρόκειται να σώσω αυτή τη φορά; - Τι είπες; - Τίποτε. Τι συμβαίνει; - Η Νίκη είναι στο νοσοκομείο. - Ποια Νίκη, χριστιανέ μου; - Η ξεναγός που θα έφευγε μεθαύριο με το γκρουπ για Ιταλία. - Τι έπαθε; - Σκωληκοειδίτιδα. Αδύνατο να φύγει ταξίδι! - Φυσικό δεν είναι; Εγχείρηση είναι αυτή. Και τι πήρες να μου το πεις; Να πάω να τη δω; - Δεν κατάλαβες, αδερφούλα. Οι υπόλοιπες κοπέλες είναι ήδη κλεισμένες και το γκρουπ δεν μπορεί να φύγει χωρίς ξεναγό, ούτε μπορώ να στείλω μια άγνωστη την τελευταία στιγμή. - Πού θες να καταλήξεις; - Ό τ ι το μόνο πρόσωπο που ξέρει να κάνει σωστά τη δουλειά του και ξέρει την Ιταλία είσαι εσύ.


- Που θες να καταλήξεις, Γιώργο; ξαναρωτάω ενώ ξέρω την απάντηση. - Μεθαύριο το πρωί φεύγεις με ένα γκρουπ είκοσι πέντε ατόμων για Ρώμη, Νάπολη, Σορέντο, Ποζιτάνο, Καλαβρία. - Και αν δεν πάω; - Αν δεν πας, σημαίνει ότι πρέπει να ακυρώσω από πτήσεις μέχρι ξενοδοχεία, μέχρι ξεναγήσεις και συγχρόνως να μας υποβληθούν μηνύσεις, εκτός αϊιό χοντρή χασούρα χρημάτων. Ο αδερφός μου έχει δίκιο. Το γραφείο μας έχει το καλύτερο όνομα στην αγορά και ποτέ δε δώσαμε δικαίωμα για άσχημα σχόλια. Μπορεί να μην έχω τα κέφια μου, μπορεί να είμαι κουρασμένη, όμως δε θα χαλάσω εγώ ένα όνομα τόσων χρόνων για λίγες μέρες στην Ιταλία. Τσως μάλιστα να μου κάνει καλό να φύγω για λίγο από την Ελλάδα. Βέβαια, έχω χρόνια να κάνω την ξεναγό, αλλά δε θα πάθω τίποτε αν από αφεντικό γίνω μια απλή υπάλληλος. Ξέρω ότι ο Γιώργος δεν μπορεί να λείψει καθόλου. Η Φανή, η γυναίκα του, είναι στο μήνα της και μπορεί από στιγμή σε στιγμή να γεννήσει. - Πότε είπες ότι φεύγω; ρωτάω γλυκά. - Αδερφούλα, είσαι ένας άγγελος. Αύριο θα σε κατατοπίσω για τα πάντα. Γεια σου, τώρα. Δεν ενημερώνω καμιά από τις φίλες μου για το αναπάντεχο ταξίδι. Από ό,τι φαίνεται δε θα λείψω σε καμία. Η Μέριλιν χαϊδεύεται στα πόδια μου. - Εσένα θα σου λείψω; τη ρωτάω ενώ τη χαϊδεύω.


Ανεβαίνει στην αγκαλιά μου και με κοιτάζει στα μάτια. Μετά τρέχει στην κουζίνα και σταματάει μπροστά στο ψυγείο. Ποπό, ξέχασα να την ταΐσω από το πρωί! Έχω γίνει πολύ αφηρημένη τελευταία. Και το χειρότερο... ξέχασα να βγάλω τις μπριζόλες από την κατάψυξη. Το ψυγείο είναι άδειο. Της βάζω λίγο γάλα και παραγγέλνω να μου φέρουνε φαγητό. Αρκετά μπιφτέκια και για τις δυο μας και μια σαλάτα. Μετά κοιμάμαι αμέσως. Είναι γύρω στις έντεκα, όμως είμαι πολύ κουρασμένη.


~ 6 ~

το πρωί, δύο μέρες μετά, το αεροπλάνο της Ολυμπιακής προσγειώνεται ομαλά στο αεροδρόμιο Φιουμιτσΐνο της Ρώμης. Η αιώνια πάλη απλώνεται μπροστά μας λουσμένη από τις χρυσές ακτίνες του ήλιου, έτοιμη να μας υποδεχτεί στη ζεστή αγκαλιά της. Νιώθω το ρωμαϊκό χάδι της να με καλωσορίζει, καθώς κατεβαίνω αργά τις σκάλες του Boing 734 και η διάθεσή μου καλυτερεύει στη στιγμή. Η Ιταλία ήταν πάντα η αγαπημένη μου χώρα. Σαν καλός ποιμένας μαζεύω τα είκοσι πέντε άτακτα ηλικιωμένα προβατάκιαμου, που βελάζουν χαρούμενα λκς και βρέθηκαν σε καταπράσινο λιβάδι και που ξαίρνικά έχουν όρεξη για αταξίες και απρόβλεπτες περιπέτειες. Η ηλικία του κοπαδιού μου κυμαίνεται από τα πενήντα έως τα εβδομήντα και πρέπει να είμαι πολύ προσεχιική, γιατί σ' αυτές τις ηλικίες αρχίζουν τα πρώτα συμπτώματα της αμνησίας. Ω Ρ Α ΔΕΚΑ ΚΑΙ Μ Ι ς Η

Καθώς το λεωφορείο διασχίζει την καρδιά της Ρώμης, αρχίζω να δίνω τις πρώτες πληροφορίες για την πόλη, ενώ αφήνω και η ίδια το βλέμμα μου να πλανηθεί πάνω στα αρ-


χαία κτίρια που έγραψαν ιστορία χιλιάδων χρόνων και που ακόμη και σήμερα στέκονται περήφανα και αλύγιστα από τη φθορά του χρόνου, χωρίς να επιτρέψουν σε κανένα στοιχείο να αφαιρέσει οΰτε ίχνος από την απίστευτη ομορφιά τους. Διασχίζοντας την Πιάτσα Βενέτσια, περνάμε μπροστά από το Κολοσσαίο και καταλήγουμε στην Πιάτσα ντελ Πόπολο όπου είναι και το ξενοδοχείο μας. Σήμερα το πρόγραμμά μας δε θα είναι φορτωμένο. Φαγητό και μια μικρή ξενάγηση στην πόλη. Αΰριο όμως θα έχουμε να δούμε το Κολοσσαίο, το Βατικανό, να χαζέψουμε στις όμορφες πλατείες και την επομένη να επισκεφτούμε τα μουσεία της αλλά και την αρχαία και σύγχρονη αγορά της. Την τρίτη μέρα φεύγουμε για τη Νάπολη. Όταν προσγειωνόμαστε στο μικρό αεροδρόμιο της Νάπολης, η ώρα είναι εννέα το πρωί, όμως η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτικά ζεστή. Η Νάπολη είναι τελείως διαφορετική από τη Ρώμη. Σου θυμίζει έντονα την Ελλάδα. Οι φωνές των ανθρώπων είναι πιο ζωηρές και το κυκλοφοριακό της το χειρότερο που έχει δει ποτέ μάτι ανθρώπου. Για μια απόσταση ενός χιλιομέτρου μπορεί να χρειαστεί πάνω από μια ώρα με το αυτοκίνητο. Καθώς διασχίζουμε τη Βία Μαρίνα εμπρός από το λιμάνι για να μπούμε στην πόλη, νιώθω κιόλας εξαντλημένη από τη ζέστη, από τα κορναρίσματα και τη σημειωτόν κίνηση του πούλμαν, που όλο προχωράει και όλο παραμένει ακίνητο στη θέση του. Ευτυχώς το ξενοδοχείο είναι στην παραλία κοντά στην Πιάτσα Βιτόρια και το μαρτύριο δε θα κρατήσει πολύ.


Αφοΰ τακτοποιούμαστε στα δωμάτια μας, σε μια ώρα κατεβαίνουμε όλοι κάτω για φαγητό. Μετά η ξενάγηση συνεχίζεται μέσα στην πόλη με το πούλμαν και με τα πόδια. Εντυπωσιάζομαι ακόμη μια φορά με την παλιά πόλη, κάτι σαν τη δική μας την Πλάκα, όπου οι νοικοκυρές απλώνουν τα ρούχα τους σε σκοινιά που είναι στερεωμένα από τον τοίχο του ενός σπιτιού στον απέναντι, του άλλου σπιτιού, και η απόσταση μεταξύ τους δεν είναι μεγαλύτερη από τρία μέτρα. Τα παιδιά παίζουν ξυπόλητα και οι φωνές των μαμάδων τους θυμίζουν σειρήνα περιπολικών σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Έχω ενημερώσει όλο το γκρουπ ότι η εξαφάνιση πορτοφολιών και κοσμημάτων είναι το αγαπημένο χόμπι των Ναπολιτάνων, γι' αυτό όλοι τους είναι προσεχτικοί και καχύποπτοι ακόμη και με τα παιδιά. Βέβαια ίσως ήμουν υπερβολική με αυτά που τους είπα, όμως στη Νάπολη ισχύει το ρητό «φύλαγε τα ρούχα σου για να 'χεις τα μισά». Μέχρι το βράδυ δεν έχουμε καμιά απώλεια οποιουδήποτε πρίκκοπικού αντικειμένου κα,ι επιτέλους μπορώ να αποσυρθώ στο δωμάτιο μου, εξαντλημένη μέχρι θανάτου, κάτι το οποίο δε συνέβαινε δεκαοχτώ χρόνια πριν, όταν έκανα τις ίδιες ξεναγήσεις. Μετά θυμάμαι ότι δεν είμαι πια κοριτσάκι και, παρότι εξωτερικά τα χρόνια μου μόνο σαραντάρα δε θυμίζουν, εσωτερικά δεν παύω να είμαι μια σαραντάρα που οι αντοχές της δε θυμίζουν καθόλου τη Μαρίνα τού τότε. Στις εφτά το πρωί βρίσκομαι να τρώω το πρωινό μου ανάμεσα στα μέλη του γκρουπ, που διακατέχονται από τόση


διάθεση και ζωντάνια, που εκπλήσσομαι. Το πρόγραμμα σήμερα περιλαμβάνει ξενάγηση στο Ερκολάνο και την Πομπηία. Το Ερκολάνο και η Πομπηία δεν απέχουν παρά τριάντα χιλιόμετρα από τη Νάπολη και είναι δυο μέρη που με συγκινούν πάντα - ειδικά η Πομπηία. Καθώς πλησιάζουμε, ο μαύρος επιβλητικός όγκος του Βεζούβιου φαντάζει ογκοδέστερος και σκοτεινότερος από ποτέ. Η φαινομενική ηρεμία του προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα τρόμου και γαλήνης. Από τη μια θέλεις να αναρριχηθείς στις πλαγιές του και να φτάσεις ψηλά μέχρι το σβησμένο κρατήρα του και από την άλλη νομίζεις ότι θα ξυπνήσει ξαφνικά και το θεριό που έχει μέσα του θα αρχίσει να ξερνάει καπνούς και λάβα, όπως έκανε χιλιάδες χρόνια πριν σκεπάζοντας με ένα στρώμα θανάτου πάχους έξι ή εφτά μέτρων όλη την περιοχή που βρισκότανε στους πρόποδές του, καταστρέφοντας πόλεις όπως το Ερκολάνο, την Πομπηία, τη Στάμπια (τις αρχαίες Σταβίες). Μετά από μια σύντομη ξενάγηση στο Ερκολάνο φτάνουμε στην Πομπηία, η οποία παραμένει στη θέση της για περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια, πανέμορφη και φιλόξενη. Η πόλη, που καταστράφηκε δύο φορές εξαιτίας της φοβερής μανίας του Βεζούβιου, το 62 μ.Χ. και το 79 μ.Χ., χάρη στις ανασκαφές των Φιορέλι και Σπινατζόλα αποκαταστάθηκε πλήρως, από τις σκεπές μέχρι τα θεμέλια, ύστερα από δεκαεννέα αιώνες, σε σημείο που να δημιουργεί κατάπληξη και θαυμασμό για την εξαιρετική πολεοδομία και ρυμοτομία της μέχρι και σήμερα.


Διασχίζοντας τη Βία ντελ Αμποντάντζα (την Ο ftri χης Αφθονίας), δεν μπορούμε να μη θαυμάσουμε στην αρχή της πάλης το αμφιθέατρο και την παλαίστρα, δηλαδή το χώρο καλλιέργειας αθλητικών δεξιοτήτων και ανάπτυξης της σωματικής ρώμης. Περνάμε από την τριγωνική Αγορά και ΊΟ μικρό θέατρο και καταλήγουμε στην κεντρική Αγορά, ΊΟ Φόρουμ δηλαδή, όπου γινότανε η συγκέντρωση των πολιτών και βρίσκονταν τα γραφεία των αρχόντων της πόλης. Συνεχίζουμε διασχίζοντας την πόλη, παρατηρώντας τα καπηλειά, τις επαύλεις, τα ξενοδοχεία, τα καθαριστήρια, τα φτωχόσπιτα, τα απολιθώματα ανθρώπων που κοιμότανε και σκεπαστήκανε από τη λάβα, ώσπου φτάνουμε στην Έπαυλη των Μυστηρίων, μια εξαιρετικής ομορφιάς έπαυλη, πολύ καλά διατηρημένη, όπου οι έγχρωμες τοιχογραφίες, σε άριστη κατάσταση, προκαλούν δέος με τη λεπτομέρεια μιας ομορφιάς που δυστυχώς δεν υπάρχει πια σήμερα. Αποχαιρετούμε την όμορφη πόλη -που κάποτε κατοικούνταν και από Έλληνες- μετά από πέντε ώρες παραμονής, κουρασμένοι,αλλά πλήρως ικανοποιημένοι. Το υπόλοιπο της μέρας το γκρουπ είναι ελεύθερο να χαρεί τις ομορφιές της Νάπολης. Την επομένη στις δέκα το πρωί ξεκινάμε για το Σορέντο, μια μικρή πόλη έξω από τη Νάπολη που είναι και τουριστικό θέρετρο. Μετά το μεσημεριανό φαγητό στην κεντρική πλατεία, φεύγουμε για το Ποζιτάνο, όπου και θα διανυκτερεύσουμε. Καθώς το λεωφορείο διασχίζει το δρόμο δίπλα στη θάλασσα, ο καιρός αρχίζει να δροσίζει και η διά-


θεσή μου να καλυτερεύει. Δεν είναι εύκολο να μιλάς από το πρωί και να προσπαθείς να λύσεις κάθε είδους πρόβλημα και απορία από το πιο απλό ως το πιο περίπλοκο. Μετά την τελευταία στροφή το Ποζιτάνο φανερώνεται μπροστά μας ομορφότερο από ποτέ. Χτισμένο αμφιθεατρικά από την κορφή ενός μικρού λόφου μέχρι τη θάλασσα, θυμίζει κάποιες άλλες εποχές, ξεχασμένες, όπου.το άγχος δεν είχε καμιά θέση ανάμεσα στους ανθρώπους. Αφού τακτοποιηθούμε στο ξενοδοχείο, κατεβαίνουμε από τα ελικοειδή μονοπάτια του -όπου τα μικρά μαγαζιά είναι ανοιχτά όλη τη μέρα και μου θυμίζουν κάτι μεταξύ Μυκόνου και Σαντορίνης- στη θάλασσα, όπου βρίσκονται όλων των ειδών τα εστιατόρια σε απόσταση αναπνοής από το κύμα. Η πόλη είναι πολύ μικρή και αφήνω τα προβατάκια μου ελεύθερα να ξαλαφρώσουνε τις τσέπες τους από το βάρος των χρημάτων. Τους δίνω ραντεβού στις οχτώ το βράδυ σ' ένα από τα εστιατόρια της παραλίας και αμολιέμαι κι εγώ στα μαγαζιά. Πριν ξεκινήσω την ανοδική πορεία μου από τα στενοσόκακα, δεν μπορώ να μη θαυμάσω στην κορφή του λόφου τα σπίτια να χάνονται μέσα σε πυκνά σύννεφα ομίχλης, ντάλα καλοκαίρι, και να θυμίζουν ελβετικό τοπίο πιότερο, παρά παραθαλάσσιο χωριό στις ακτές της Ιταλίας. Χίόνομαι στο πρώτο κοσμηματοπωλείο και παζαρεύω ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια Bulgari δεμένα με ρουμπίνια και ομ«μάγδια, όταν νιώθω την παρουσία ενός βλέμματος. Γυρίζω το κεφάλι και αντικρίζω ένα θεό. Δηλαδή έναν η-


μίθεο. Είναι ψηλός, πολΰ ψηλός, έχει μακριά μαλλιά μέχρι τους ώμους, όμορφα καθαρά μάτια και είναι καλοντυμένος, Μου χαμογελά. Του χαμογελώ κι εγώ, γυρίζω το βλέμμα μου ταραγμένη και ψάχνω για έξοδο διαφυγής. Ξεχνάω τα σκουλαρίκια και φεΰγω. Συνεχίζω να χαζεΰω στα μαγαζιά, χωρίς όμως να αγοράζω τίποτε. Σε μια ώρα έχω ραντεβοΰ με το γκρουπ για φαγητό. Όταν φτάνω εκεί, βλέπω τον όμορφο άντρα να βρίσκεται ήδη καθισμένος σε ένα τραπέζι. Με παρακολουθεί όση ώρα τρώω και μετά εξαφανίζεται. Χάνω όλη μου τη διάθεση. Το σοΰρουπο με βρίσκει να τον σκέφτομαι έντονα, καθισμένη στη βεράντα του ξενοδοχείου μου. Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο αδερφός μου. Μου λέει ότι βρήκε ξεναγό και τη στέλνει αΰριο στην Ιταλία να με αντικαταστήσει. Ευτυχώς. Έ χ ω αρχίσει να κουράζομαι και να πλήττω. Δέχομαι τα νέα με ικανοποίηση και αρχίζω να ετοιμάζομαι για το βραδινό φαγητό που είναι στις οχτώ. Στις εφτάμισι είμαι έτοιμη και σκέφτομαι ότι δεν είναι άσχημη ιδέα για ένα απεριτίφ στο μπαρ του ξενοδοχείου. Παρ- όλη τη βαρεμάρα μου ο καθρέφτης μοΰ στέλνει αισιόδοξα μηνΰματα επιδοκιμασίας. Δε λέω. Αυτό το χαρούμενο, λουλουδάτο φόρεμα που αγόρασα στη Ρώμη με τις ροζ και σιέλ αποχρώσεις μοΰ πάει χάρμα. Είναι εφαρμοστό και οι λεπτές τιραντούλες του του δίνουν μια αθώα και συνάμα σέξι νότα. Φοράω μια ροζ κορδέλα στα μαλλιά και μου φαίνεται πως βλέπω απέναντι μου μια παιδούλα γεμάτη από ενέργεια και όρεξη για περιπέτειες. Περιπέτειες; 'Οταν συνοδεύεις ένα γκρουπ ηλικιωμένων, κάθε διάθεση για


περιπέτειες πάει περίπατο. Τέλος πάντων. Ακόμη και κάτω από αυτές τις συνθήκες αισθάνομαι όμορφα. Κατεβαίνω στο μπαρ, που έχει λίγο κόσμο, κάθομαι με άνεση στο σκαμπό και παραγγέλνω ένα μαρτίνι. Και τότε τον βλέπω. Κάθεται και αυτός στο μπαρ, στη γωνία δεξιά μου. Είναι απίστευτο. Ο ωραίος άγνωστος που συνάντησα πριν από λίγες ώρες προφανώς μένει στο ίδιο ξενοδοχείο ή έχει εκεί κάποιο ραντεβού. Τα βλέμματά μας διασταυρώνονται. Προλαβαίνω να δω την έκπληξη μαζί με τη χαρά να ζωγραφίζονται στο πρόσωπο του. Χαμηλώνω πρώτη το βλέμμα μου και το μετανιώνω την ίδια στιγμή. Όταν το ξανασηκώνω, δεν είναι στη θέση του. Μήπως είδα φάντασμα; Τόση πια ήταν η λαχτάρα μου για να τον συναντήσω, που είδα το όραμά του; Έχει γούστο. Γυρίζω το κορμί μου απότομα προς τα πίσω σε μια προσπάθεια να βεβαιωθώ ότι ναι, είδα φάντασμα... και το φάντασμα είναι ακριβώς πίσω μου, πανέμορφο και ζωντανό όσο κανείς άλλος σ' αυτή την αίθουσα. - Καλησπέρα, μου λέει στα ιταλικά. - Καλησπέρα, του λέω κι εγώ και με μια αδέξια κίνηση χΰνω το ποτό μου. Με ταχύτητα αστραπής αρπάζει μια χούφτα χαρτοπετσέτες και καθαρίζει τα πάντα σαν τέλεια νοικοκυρά. Μετά τις κάνει ένα μπαλάκι και στοχεύει στον κάδο των σκουπιδιών μέσα από το μπαρ. Το μπαλάκι διαγράφει μια όμορφη τροχιά και πετυχαίνει το στόχο του με τη μία. «Μπασκετμπολίστας θα είναι», σκέφτομαι.


- Ένα μαρτίνι στην κυρία και ένα ουίσκι με πάγο σε μένα, λέει στον μπάρμαν, που κρατάει στα χέρια του ένα άδειο χαρτοκούτι από χυμό. Ο μπάρμαν χαμογελάει και την άλλη στιγμή εκτοξεύει το κουτί στον κάδο από απόσταση. Το κουτί διαγράφει και αυτό μια τροχιά και πέφτει σ' ένα μικρό κάδο με παγάκια. Βάζουμε κι οι δυο τα γέλια. - Το όνομά μου είναι Φαμπρίτσιο ντι Άντζελι, μου λέει απλώνοντας το χέρι του, που θυμίζει φτυάρι. - Χαίρω πολΰ, του απαντώ. Εμένα με λένε Μαρίνα Κοντέα και είμαι από την Ελλάδα. - Ελληνίδα; ρωτάει ξαφνιασμένος. Τι όμορφη χώρα η Ελλάδα! Πέρυσι ήμουνα στη Σαντορίνη, τη Μύκονο και την Κέρκυρα. Πέρασα υπέροχα. Δε θυμάμαι όμως να συνάντησα Ελληνίδα τόσο όμορφη όσο εσΰ, Μαρίνα. «Να τα μας», σκέφτομαι. «Ο κλασικός Λατίνος εραστής. Όποια γυναίκα συναντά είναι η ομορφότερη που είδε ποτέ». Κανονικά πρέπει να σηκωθώ και να φΰγω αμέσως. Όμως ο Φαμπρίτσιο μου αρέσει. Μ' αρέσουν όλα ιιάνο) του. Και το όνομά του... υπέροχο. Αυτό το «ντι» μου φαντάζει πολΰ αρχοντικό. Μου λέει ότι είναι από τη Ρώμη και ότι βρίσκεται εδώ για δουλειές. Κάνει πολλά ταξίδια, γιατί εμπορεύεται πολύτιμες πέτρες. Πότε είναι στην Αφρική για διαμάντια, άλλοτε στην Μπανγκόκ για ρουμπίνια ή στη Βενεζουέλα για σμαράγδια. Αυτός ήταν και ο λόγος που βρισκότανε στο κοσμηματοπωλείο που πρωτοσυναντηθήκαμε. Είναι ευχάριστος και ευγενικός. Τα γκρίζα μάτια του, που έ-


χουν το χρώμα της στάχτης, μου θυμίζουν βλέμμα αθώου παιδιού. Είναι τόσο καθαρά και ειλικρινή, που δε χορταίνω να τα χαζεύω. Τα δόντια του είναι πεντακάθαρα και το χαμόγελο του θυμίζει διαφήμιση οδοντόπαστας. Η μύτη του είναι ελαφρώς γαμψή και μαζί με τα σκιστά μάτια του και τα μακριά σκούρα μαλλιά του τον κάνουν να μοιάζει με Ινδιάνο. Ξαφνικά διαπιστώνω ότι η ώρα είναι οχτώ και δεκαεφτά λεπτά και φεύγω τρέχοντας σαν τρομαγμένη Σταχτοπούτα λίγο πριν το ρολόι σημάνει και τους δώδεκα χτύπους του. Δε χάνω το γοβάκι μου, ξεχνάω όμως το κλειδί με τον αριθμό του δωματίου μου πάνω στο μπαρ. Όταν επιστρέφω, στις έντεκα περίπου το βράδυ, το κλειδί μου βρίσκεται στη ρεσεψιόν και υπάρχει και ένας φάκελος για μένα. Τον ανοίγω και διαβάζω: «Τι θα έλεγες να δειπνήσουμε αύριο μαζί; Ό,τι ώρα και να επιστρέψεις θα βρίσκομαι στο δωμάτιο μου, No 21. Αν νιώσεις την ανάγκη να μιλήσεις μαζί μου, μη διστάσεις να το κάνεις. Θα μου δώσεις μεγάλη χαρά». Σφίγγω άθελά μου το χαρτί στην αγκαλιά μου και μετά συνειδητοποιώ ότι αύριο πρέπει να επιστρέψω στην Αθήνα. Ανεβαίνω άκεφη στο δωμάτιο μου. Ξαφνικά δε θέλω να φύγω. Θέλω να μείνω εδώ. Ξανακατεβαίνω στη ρεσεψιόν και του αφήνω κι εγώ ένα γράμμα, που λέει: «Δέχομαι την πρότασή σου για αύριο. Μαρίνα». Για να του τηλεφωνήσω ούτε λόγος. Είναι επικίνδυνα γοητευτικός και η ώρα είναι περίεργη. Δεν είμαι για τέτοιου είδους τρέλες. Την επομένη συναντώ την ξεναγό, την κατατοπίζω για το υπόλοιπο του προγράμματος. Όταν στη μία το μεσημέρι το


γκρουπ φεύγει για την Καλαβρία, νιώθω περίεργα ανακοικρι· σμένη. Επιστρέφω στο δωμάτιο μου και βρίσκω μια υπέροχη πολύχρωμη ανθοδέσμη από τριαντάφυλλα να είναι τοποθετημένη πάνω στο τραπέζι. Ανοίγω το μικρό φάκελο που είναι πάνω της: «Θα περάσω να σε πάρω στις οχτώ. Φαμπρίτσιο». Ανοίγω την ντουλάπα μου και πετάω όλα τα ρούχα μου κάτω. Προσπαθώ να βρω κάτι όμορφο να φορέσω σήμερα το βράδυ. Δε μου αρέσει τίποτε. Φεύγω από το δωμάτιο μου και πηγαίνω στην αγορά. Πρέπει οπωσδήποτε να βρω κάτι να αγοράσω. Θέλω να είμαι όμορφη σήμερα. Πολύ όμορφη. Γυρίζω πίσω μετά από τρεις ώρες, αφού έχω οργώσει όλες τις μπουτίκ του Ποζιτάνο, με δέκα τεράστιες τσάντες στα χέρια και την πιστωτική μου κάρτα στα όρια της αυτοκτονίας. Στις οχτώ ακριβώς χτυπάει η πόρτα του δωματίου μου. Ο πανύψηλος ημίθεος μου, ντυμένος μ' ένα εκρού κουστούμι που τονίζει ακόμη περισσότερο το μαυρισμένο δέρμα του, στέκεται χαμογελαστός μπροστά μου. Φοράω μια υπέροχη μαύρη ελαστική μίντι φούστα με ένα σοφό σκίσιμο στο αριστερό πόδι, που φτάνει μέχρι τη μέση του μηρού, και ένα μπλουζάκι από μεταξωτό μακό και δαντέλα σε χρώμα ροζμοβ, που τα κοντά μανίκια του κατεβαίνουν χαμηλά στους ώμους, τονίζοντας ακόμη περισσότερο το μπούστο μου. Ο Φαμπρίτσιο αφήνει ένα αυθόρμητο σφύριγμα θαυμασμού και μου σκάει ένα φιλί στο μάγουλο. - Είσαι πανέμορφη, Μαρίνα. Σαν αρχαία θεά. Σαν τη θεά Αφροδίτη. Δεν ήταν η θεά της ομορφιάς; - Ναι, του απαντώ.


Γιατί όχι; Αν ο Φαμπρίτσιο με βλέπει σαν τη θεά Αφροδίτη, γιατί εγώ θα πρέπει να του πω ότι περισσότερο φέρνω προς τη θεά Δήμητρα, που είναι πιο συμμαζεμένη; Και στο κάτω κάτω αισθάνομαι σαν τη θεά Αφροδίτη σήμερα. Τη θεά του έρωτα. Κατεβαίνουμε αργά αργά τα σκαλοπάτια που οδηγούν στο λιμάνι. Ο Φαμπρίτσιο με οδηγεί σ' ένα εστιατόριο που είναι πάνω από το μικρό λιμάνι και που φαίνεται πανάκριβο. Καθόμαστε στην τεράστια βεράντα με τους αναμμένους δαυλούς παντού. Δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου ηλεκτρικό φως στο χώρο. Τα πάντα φωτίζονται από το φως των δαυλών. Είναι υπέροχα ρομαντικός όλος ο χώρος. Καθόμαστε στην άκρη της βεράντας από όπου έχουμε θέα τη θάλασσα, που λάμπει κάτω από το φως του φεγγαριού και των μυρίων χιλιόσπαρτων αστεριών. Νομίζω ότι βρίσκομαι σε άλλο πλανήτη. Η βραδιά είναι ζεστή και το δροσερό αεράκι μάς ανακουφίζει ευχάριστα. - Σ ο υ αρέσει εδώ; με ρωτάει. - Είναι υπέροχα. Μ' αρέσει πολύ. Ο σερβιτόρος έρχεται και ο Φαμπρίτσιο ρωτάει τι θέλω, αφού μου διαβάζει το μενού. - Παράγγειλε ό,τι θέλεις. Έχω εμπιστοσύνη στο γούστο σου, του λέω και το εννοώ. Και χυλό να μου φέρουνε, θα τον βρω πεντανόστιμο. Παραγγέλνει προσούτο με πεπόνι, πάστα, αστακό και χιλιάδες άλλες ιταλικές λιχουδιές που, απ' ό,τι μου λέει, είναι τοπικές σπεσιαλιτέ. Μιλάει για τις δουλειές του, για τα χόμπι του, όμως εγώ


δεν ακούω τίποτε. Έ χ ω χαθεί στο γκρίζο βλέμμα του. Όταν το κρασί με χαλαρώνει κάπως, αρχίζω να νομίζω πως τον γνωρίζω από πάντοτε. Οι κινήσεις του, αυτά που μου λέει, ο τρόπος με τον οποίο μου σερβίρει το κρασί μού είναι οικεία. Αν και είμαστε εκεί μόνο σαράντα πέντε λεπτά, νιώθο) ότι είμαστε μαζί σαράντα πέντε χρόνια. Φαίνεται τόσο νέος, φρέσκος, ξεκούραστος. - Πόσων χρόνων είσαι, Φαμπρίτσιο; ρωτάω. - Τριάντα δύο, μου λέει. Το φοβόμουνα αυτό. Τελικά έχει πέσει επιδημία με τους νεότερους άντρες. - Σ' ενοχλεί η ηλικία μου, Μαρίνα; - Για μένα δεν ξέρω, αλλά μπορεί να σ' ενοχλήσει η δική μου. - Γιατί; Πόσο είσαι; - Σαράντα και κάτι, του απαντώ. - Ό χ ι , δεν το πιστεύω. - Είδες; Σ' ενόχλησε. - Δεν εννοώ αυτό.Έννοώ ότι δε σε έκανα ουτε τριάντα. Ω Μαρίνα, τώρα μου αρέσεις περισσότερο! Μου αρέσει να έχω δίπλα μου μια ώριμη γυναίκα. Να μπορο) να συζητήσω άνετα μαζί της. - Πάλι καλά. Ελπίζω να μην είσαι παντρεμένος. - Παντρεμένος; Α, όχι, λέει και γελάει. Είχα μια σχέση •ικοοάρων χρόνων και χώρισα πριν από πέντε μήνες. Από τότε είμαι μόνος. Είναι δύσκολο για μένα, ξέρεις. Δεν μπορώ να πλησιάσω εύκολα γυναίκα.


- Περίεργο. Για Ιταλό, περίεργο. Και εμένα πώς με πλησίασες; - Θα πρέπει να μου αρέσει πάρα πολύ μια γυναίκα, λέει το τονίζοντας το «πολύ». Ξέρεις, σε είχα δει πολλή ώρα πριν συναντηθούμε στο κοσμηματοπωλείο. Δεν τόλμησα να σε πλησιάσω. Ήξερα όμως ότι ήσουν η γυναίκα που θα με έκανε να τρέξω από πίσω της. Μετά, όταν συναντηθήκαμε στο μαγαζί, σκέφτηκα ότι η μοίρα με προσκάλεσε να σε γνωρίσο). - Και στο ξενοδοχείο; Σύμπτωση ήταν; - Όχι. Αυτό δεν ήταν σύμπτωση. Σε ακολούθησα και είδα πού έμενες. Μόλις είχα φτάσει και δεν είχα αποφασίσει πού θα μείνω. Έτσι αποφάσισα να μοιραστώ την ίδια στέγη με σένα. Αργά ή γρήγορα θα σε συναντούσα. - Και με συνάνιησες. - Και είμαι πανευτυχής για τη γνωριμία! Επί τη ευκαιρία... μου επιτρέπεις; Βγάζει από την τσέπη του ένα μπλε βελούδινο κουτί και το αφήνει εμπρός από το πιάτο μου. Για σένα, μου λέει. Το ανοίγω και βλέπω τα σκουλαρίκια Bulgari που παζάρευα. - Μα γιατί; τον ρωτάω. Είναι πανάκριβα. - Σου άρεσαν πολύ. Όσο για την τιμή, μην ξεχνάς ότι εγώ τα παίρνω πολύ φτηνότερα. Αισθάνεσαι καλύτερα τώρα; - Δεν ξέρω τι να πω. - Δεν είναι ανάγκη να πεις κάτι. Να τα φορέσεις θέλω. Τα φορώ και κοιτάζομαι σ' ένα καθρεφτάκι που έχω μαζί μου. Μου πάνε πολύ.


- Σ' ευχαριστώ πολύ, του λέω. Παίρνει το χέρι μου και το φιλάει. Νιώθω έναν ηλεκτρισμό ανάμεσα στα πόδια μου. Μετά θυμάμαι ότι έχω ιιολύ καιρό να κάνω έρωτα. Σχεδόν έχω ξεχάσει πόσο. - Πού θες να πάμε; με ρωτάει. - Μια βόλτα στη θάλασσα. - Καταπληκτική ιδέα. Κατεβαίνουμε αργά τα σκαλοπάτια που οδηγούν στο λιμανάκι. Τον πιάνω αγκαζέ για να στηριχτώ και να μη χάσω την ισορροπία μου. Φτάνουμε στην ακρογιαλιά και ακούω τον παφλασμό της θάλασσας που σκάει πάνω στην άμμο. Νιώθω μια ακράτητη επιθυμία να πετάξω το πανάκριβο σύνολο που φοράω και να κολυμπήσω γυμνή. Κάθομαι στην καρίνα μιας αναποδογυρισμένης ψαρόβαρκας και βγάζω τα πανύψηλα πέδιλά μου. Το νερό μού γλείφει τα πόδια κάνοντάς με να νιώθω πιο ερωτική από ποτέ. Ο Φαμπρίτσιο κάθεται δίπλα μου χαμογελώντας. Σηκώνομαι όρθια και αρχίζω να περπατώ μέσα στο νερό κατά μήκος της ακτής, ενώ τον παρακολουθώ με την άκρη του ματιού μου. Τον βλέπω να βγάζει τα παπούτσια του και να κάνει το ίδιο με μένα. Κάποια στιγμή με πλησιάζει και στέκεται εμπρός μου. Τότε διαπιστώνω με τρόμο πόσο ψηλός είναι! Δεν το είχα προσέξει καθόλου. Με τα δωδεκάποντα τακούνια που φοράω συνήθως η διαφορά δεν ήταν αισθητή. Το κεφάλι μου φτάνει σχεδόν στο στήθος του. Τα μάτια μου διακρίνουν το τσίκομα των θηλών του κάτω από το ελαφρύ πουκάμισο του. Έτσι κι αλλιώς είναι στο ίδιο ύψος μ' αυτές. Στέκομαι ακί-


νητη και τις παρατηρώ. Νιώθω το χέρι του να μου σηκώνει το πιγούνι. Τον κοιτάζω στα μάτια. Μοιάζει με γίγαντας. «Ή αυτός είναι γίγαντας ή εγώ είμαι νάνος», σκέφτομαι. Θέλω να τον ρωτήσω τι ΰψος έχει, όμως δεν προλαβαίνω. Σκύβει να με φιλήσει. Δε με φτάνει. Σηκώνω δειλά τις μύτες των ποδιών μου. Πάλι τίποτε. Βάζει τα «φτυάρια» του κάτω από τις μασχάλες μου και αισθάνομαι δύο μικρούς γερανούς να με σηκώνουν προς τα πάνω. Όταν τα πρόσωπά μας συναντιούνται, το ύψος κάτω από τα πόδια μου είναι σχεδόν μισό μέτρο. Με φιλάει απαλά στα χείλη και μετά με αφήνει κάτω. Νιώθω ότι κατεβαίνω με ασανσέρ απότομα και αισθάνομαι μια ζάλη. Όταν το ασανσέρ σταματάει, η ζαλάδα υπάρχει ακόμη. - Συγνώμη, μου λέει. Έπρεπε να σε ρωτήσω. Η ζαλάδα μου φεύγει και νιώθω σχεδόν θυμωμένη μαζί του. Ήταν τόσο όμορφα εκεί πάνω. Ποιος του είπε να με προσγειώσει; Μετά σκέφτομαι ότι είναι καλύτερα έτσι. Τον ξέρω τόσο λίγο. Ο δροσερός βραδινός αέρας με συνεφέρνει κάπως. - Καλύτερα να γυρίσουμε πίσω, του λέω. Νιώθω κουρασμένη. - Κι εγώ είμαι κουρασμένος. Από τις οχτώ το πρωί δε στάθηκα λεπτό. Γυρίζουμε στο ξενοδοχείο. Με πάει ως την πόρτα του δωματίου μου και περιμένει να δει τι θα κάνω. Αν θα τον καλέσω μέσα. Δεν το κάνω. Τον καληνυχτίζω γλυκά και κλείνω την πόρτα. Όταν την ανοίγω, πέντε λεπτά αργότερα, έχει φύγει.


Δε με χωράει ο τόπος. Είμαι αναστατωμένη και υγρή. Ανοίγω το παράθυρο και στέκομαι στη μικρή βεράντα παίρνοντας βαθιές ανάσες. Η θαλασσινή αΰρα με χαϊδεύει απαλά και αυτό με κάνει να αισθάνομαι ακόμη πιο άβολα. 11 έφτω στο κρεβάτι και προσπαθώ να κοιμηθώ. Αδύνατο. Τον νιώθω δίπλα μου, σχεδόν αισθάνομαι την ανάσα του. Πέντε λεπτά αργότερα χτυπώ την πόρτα του δωματίου του. Μου ανοίγει με βρεγμένα μαλλιά και μια πετσέτα τυλιγμένη στη μέση. Είναι πιο όμορφος έτσι. Οι μΰες των χεριών του διαγράφονται πεντακάθαροι και το στήθος του κάτω από τις ελάχιστες τριχοΰλες του φαντάζει αγαλμάτινο. - Νιώθω μοναξιά, του λέω. Με τραβάει από το χέρι και κλείνει την πόρτα. Με στριμώχνει στον τοίχο και νιώθω σαν φτερό που το φυσάνε δεκαπέντε άνεμοι. Μυρίζει υπέροχα. Φιλιόμαστε άγρια και η πετσέτα πέφτει στο πάτωμα. Είναι σαν άλογο. Ένα γυμνό άλογο με πρόσωπο ανθρώπου. Έ χ ω παραισθήσεις. Τα πόδια μου παραλύουν. Είμαι έρμαιο. Ένα έρμαιο στα χέρια του. Θέλω να φΰγω. Ό μ ω ς τον κρατάω ακόμη πιο (κριχτά. Ό τ α ν με πάει στο κρεβάτι, έχω χάσει σχεδόν τις αισθήσεις μου. Παραδίνομαι άνευ όρων. Ό τ α ν αρχίζει να φέγγει, έχω ξεχάσει το όνομά μου. - Αλήθεια, πώς με λένε; τον ρωτάω. - Τουλάχιστον θυμάσαι το δικό μου όνομα; - Όχι, του απαντώ. - Υπάρχει τρόπος να θυμηθείς. - Υπάρχει; Ποιος;


- Θα σου δείξω, μου λέει και χάνομαι κάτω από το τεράστιο κορμί του.

Αυτό είναι. Αρνούμαι να γυρίσω στην Ελλάδα. Παίρνω τον αδερφό μου στο τηλέφωνο και του λέω πως βρήκα κάτι φίλους και θα πάμε στο Κάπρι. - Πότε θα γυρίσεις; με ρωτάει. - Σΰντομα, του απαντώ λακωνικά. - Μην ξεχνάς ότι έχουμε δουλειά. - Και εσΰ μην ξεχνάς ότι σου έκανα την ξεναγό. Του το κλείνω. Ζω μια βδομάδα μαρτυρίου. Έντονου ερωτικοΰ μαρτυρίου. Ο βασανιστής μου αφάνταστα εφευρετικός. Κάθε μέρα και μια έκπληξη. Είμαστε στο Κάπρι πέντε μέρες και το μόνο που έχω δει είναι το κρεβάτι του ξενοδοχείου - και τη θάλασσα βεβαίως - αλλά από το παράθυρο. Παραπονιέμαι ότι δεν είδα το όμορφο νησί που βρίσκεται απέναντι από τη Νάπολη και ότι έχω επιθυμήσει να φάω σε ένα από αυτά τα χαριτωμένα εστιατόρια που σκάνε μΰτη παντοΰ, να περπατήσω στα στενοσόκακα. Κάθε φορά τα ίδια και, μόλις ντύνομαι για να βγοΰμε, το μετανιώνω και κάνω μπλονζόν στο τεράστιο διπλό κρεβάτι για να αρχίσουν τα βασανιστήρια από την αρχή. Και ΰστέρα σου λένε ότι ευθύνεται ο δήμιος για το θάνατο σου. Την πέμπτη μέρα φεύγουμε για τη Ρώμη. Ο Φαμπρίτσιο έχει δουλειές εκεί. Στις δουλειές του αυτός, μαζί του κι εγώ.


Δε χωρίζουμε λεπτό. Μου αγοράζει λουλούδια, με ταΐζει «ηο στόμα, με φροντίζει συνεχώς. Νιώθω μοναδική. Νκοθω παιδούλα. Καταργώ το μακιγιάζ, εκτός από το κραγιόν. Έχω χάσει δύο κιλά, αν και τρώω περισσότερο από ποτέ. Έχω την όψη μιας έφηβης. Τύφλα να έχουν οι δεκαεξάρες! Ο Φαμπρίτσιο είναι ένα κινητό ινστιτούτο ομορφιάς. Μέσα σε μια βδομάδα έχει αφαιρέσει από πάνω μου δύο δεκαετίες. Είναι αυτό που λένε ότι ο έρωτας κάνει θαύματα. Δε χορταίνω να βλέπω στους καθρέφτες το ολόφρεσκο πρόσωπο μου, με τα κατακόκκινα μάγουλα και αυτή την υπέροχη λάμψη στα μάτια. Είμαι ευτυχισμένη καθώς διαπιστώνω ότι η κοιλιά μου είναι πιο επίπεδη από ποτέ, οι γοφοί μου στρωτοί, η μέση μου πιο λεπτή. Καμαρώνω για την καινούρια μου σιλουέτα, για το λαμπρό μου πρόσωπο. Αντίθετα στο πρόσωπο του Φαμπρίτσιο έχουν χαραχτεί δύο γραμμούλες παραπάνω, το βλέμμα του είναι κουρασμένο, λες κι έχουν προστεθεί πέντε χρόνια πάνω του. Ξαφνικά φαντάζω σαν ένα κοριτσάκι που βγαίνει έξο) με έναν ώριμο άντρα που τον έχει εξαντλήσει το σεξ. Αλήθεια, τον έχει εξαντλήσει; Δε νομίζω. Συνεχίζουμε ακάθεκτοι, με ρυθμούς ασυγκράτητους, μόνο που γι' αυτόν είναι προσθετικοί, ενώ για μένα αφαιρετικοί. Συνειδητοποιώ ότι έχουν περάσει δέκα μέρες από τότε που εξαφανίστηκα χωρίς να τηλεφωνήσω σε κανέναν στην Αθήνα. Το κινητό μου το έχω απενεργοποιημένο. Έτσι κι αλλιώς δε θέλω να με ενοχλήσει κανείς. Αποφασίζω να ακούσω τα μηνύματά μου. Γίνεται χαμός. Οι πάντες με αναζη-


τούν. Κυρίως η μητέρα μου. Ο αδερφός μου είναι έξαλλος. Η Δανάη συγχυσμένη, η Ναταλί απορημένη, η Ελένη αναστατωμένη και η Λορίν ήδη βρίσκεται στην Αθήνα. - Πρέπει να φύγω, λέω στον Φαμπρίτσιο. Με συνοδεύει με βαριά καρδιά στο αεροδρόμιο και μου προσφέρει ένα όμορφο πακέτο. - Για να σου κρατά συντροφιά στο ταξίδι, μου λέει. Το ανοίγω και βλέπω έκπληκτη ένα δαχτυλίδι Bulgari ασορτί με τα σκουλαρίκια που μου χάρισε. Είναι υπέροχο, είναι υπέροχος, όλα είναι υπέροχα! Μέχρι την τελευταία στιγμή, πριν περάσω τον έλεγχο των διαβατηρίων, με κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του. Μου έρχεται να βάλω τα κλάματα. Δεν το κάνω. Δε μ' αρέσει να γίνομαι δημόσιο θέαμα. Λίγο πριν αρχίσω να απομακρύνομαι, γυρίζω το κεφάλι και βλέπω το όμορφο πρόσωπο του ακόμη μία φορά, προσπαθώντας να φυλακίσω τη μορφή του στο μυαλό μου. Στο αεροπλάνο βάζω τα κλάματα, που ευτυχώς καλύπτονται κάτω από τα μαύρα γυαλιά μου. Μέχρι να φτάσω στην Αθήνα με έχει πιάσει κατάθλιψη. Με το που προσγειωνόμαστε, ενεργοποιώ το κινητό μου, που ήδη βαράει σαν δαιμονισμένο. - Εμπρός, λέω άκεφα. - Αμόρε, ακούω τη φωνή του. Του σέι σέμπρε νελ μίο κουόρε. Τι άμο. (Είσαι πάντα στην καρδιά μου. Σ' αγαπώ). - Κι εγώ, του λέω και το πιστεύω. Μιλάμε αρκετή ώρα. Του έχω κιόλας λείψει. Αμ εμένα; - Θα έρθω στην Ελλάδα, μου λέει. - Αλήθεια; απαντώ. Πότε;


- Σύντομα. Πολύ σύντομα. Φτάνω στο σπίτι μου και αμέσως παίρνω τηλέφωνο τη μαμά. - Τι έγινες εσύ; μου λέει. Γιατί χάθηκες; Γιατί δεν αιιαντάς στο κινητά; - Γιατί είχα δουλειά, μαμά. Δεν μπορούσα να έχω το τηλέφωνο ανοιχτά. - Ποια δουλειά; Ο αδερφός σου μου είπε ότι, ενώ έστειλε ξεναγό, εσύ έμεινες εκεί δέκα μέρες επιπλέον, ενώ αυτός πνιγότανε. Δεν ξέρεις ότι από μέρα σε μέρα γεννάει η νύφη σου; Ποιος θα κρατήσει την επιχείρηση; - Έ χ ω εμπιστοσύνη στους υπαλλήλους μας. Εξάλλου, είχα ανάγκη από διακοπές. - Σαν να μη μου τα λες καλά, θυγατέρα. Ποιος είναι λοιπόν; - Τι ποιος είναι; - Με ποιον ήσουνα; Εγώ σε γέννησα, το θυμάσαι; Λες να μην ξέρω την κόρη μου; - Είσαι φοβερή, μαμά. Εντάξει, ήμουνα με κάποιον. - Είχατε πάει μαζί; - Εκεί τον γνώρισα. Ιταλός είναι. - Θεός φυλάξοι. Μακριά από Ιταλούς! Είναι κλέφτες. -Αυτός, όχι μόνο δε μου έκλεψε κάτι, αλλά αντίθετα μου έδωσε. - Τι σου έδωσε; - Κοσμήματα. - Κλεμμένα είναι.


- Τα εμπορεύεται, μαμά. - Δεν τους εμπιστεύομαι εγώ δαύτους. Είναι κλέφτες. - Έχεις δίκιο, της λέω. - Λοιπόν, τι σου έκλεψε; - Το μυαλό. Είμαι ερωτευμένη. - Έρχομαι αμέσως στο σπίτι σου. - Γιατί; Καλά είμαι. - Δεν είσαι καλά. Πρέπει να σε διαβάσω. Αυτός ο σατανάς από την Ιταλία πρέπει να εξορκιστεί. - Να μείνεις εκεί που είσαι. Ξέρω πολύ καλά τι κάνω. Είμαι σαράντα χρόνων. - Αυτά δεν τα κάνουν οι σαραντάρες. - Ο έρωτας δεν είναι προνόμιο των πολύ νέων μόνο, μαμά. Όλοι έχουμε δικαίωμα στον έρωτα. Ακόμη κι εσύ. - Φτύσε στον κόρφο σου. Εξήντα πέντε χρόνων είμαι. Δεν είμαι εγώ γι' αυτά. Εγώ μόνο τον πατέρα σου ερωτεύτηκα. Από τότε που τον έχασα, δε θέλω να δω άλλο άντρα. - Μην είσαι απόλυτη. - Κοίτα να συνέλθεις, γιατί δε σε βλέπω καλά. Και να πας στο γραφείο. Ο αδερφός σου πνίγεται μόνος του. -Λεφτά έχουμε αρκετά. Ας χάσουμε και λίγα. - Με ποιον απατεώνα έμπλεξες, κορίτσι μου; μου λέει και μου κλείνει απότομα το τηλέφωνο. Είμαι σίγουρη ότι αύριο θα είναι εδώ. Ξαπλώνω στο κρεβάτι μου και δεν έχω όρεξη ούτε τα πράγματά μου να τακτοποιήσω. Σκέφτομαι τον Φαμπρίτσιο. Τι να κάνει άραγε αυτή τη στιγμή; Είμαι κουρασμένη και ούτε καταλαβαίνω


πότε με παίρνει ο ΰπνος. Με ξυπνάει το κουδούνι της πόρτας. Έχει γούστο να είναι αυτός. Να πήρε το επόμενο αεροπλάνο και να ήρθε να με βρει! Τρέχω προς την πόρτα και την ανοίγω με λαχτάρα. Η Δανάη, πιο αδύνατη από ποτέ, στέκεται εμπρός μου. - Περνούσα τυχαία από το γραφείο σου και ο αδερ(ρός σου μου είπε ότι επέστρεψες σήμερα. Σκέφτηκα να έρθο) να σε δω, μια κι εσύ μας έχεις γράψει κανονικά. Δέχεσαι επισκέψεις; Την αγκαλιάζω καθώς νιώθω να με τυλίγουν οι ενοχές, ενώ συνάμα υποψιάζομαι ότι η φίλη μου δεν περνάει την καλύτερη φάση της ζωής της. - Έχεις δίκιο, της λέω. Έπρεπε να σας έχω ειδοποιήσει όλους πού είμαι και πώς περνάω. Θα σου εξηγήσω όμως. Πάω να ετοιμάσω φραπέ. Μη μου πεις ότι δε θέλεις. - Δε θα έλεγα όχι. Τουλάχιστον πέρασες καλά; - Πιο όμορφα δε γινότανε. Ό μ ω ς άσε τα δικά μου. Μίλησέ μου πρώτα για τα δικά σου. Πώς ήταν τα τελευταία Σαββατοκύριακα; Υποψιάζομαι επισκέψεις στα νησιά με το κότερο. - Ποιο κότερο; Ακόμη να φτιαχτεί η μηχανή. Μου φαίνεται ότι είναι σαράβαλο. Κρίμα, και είναι όμορφο πλεούμενο. - Μα τι είναι αυτά που λες; Είναι δυνατό; Πάει σχεδόν μήνας. Δηλαδή, πώς τα πέρασες τελευταία; Στην Αθήνα; - Κάπως έτσι. Την παρατηρώ καλύτερα. Δε φοράει καθόλου κοσμήμα-


τα εκτός από το χρυσό ρολόι της, είναι ντυμένη απλά και σχεδόν αμακιγιάριστη. Όλα αυτά δε δίνουν την εικόνα της Δανάης που ξέρω. Η φίλη μου πρέπει να αντιμετωπίζει πολΰ σοβαρό πρόβλημα. Είμαι απαράδεκτη. Πώς την άφησα μόνη της; Πρέπει να υποφέρει. Τώρα το βλέπω ξεκάθαρα στα μάτια της, μάτια έτοιμα να κλάψουνε. «Π' ανάθεμά σας, άντρες», σκέφτομαι. «Ένα καλό κάνετε και δέκα σπέρνετε. Να, τώρα η Δανάη. Ποΰ είναι το αγέρωχο, φωτισμένο κάστρο που ήξερα; Πώς κατάντησε έτσι; Σαν μισογκρεμισμένος πΰργος μετά από εχθρική εισβολή, που βγάζει ακόμη καπνούς μέσα από τα χαλάσματά του». Μετά συνειδητοποιώ... ότι οι καπνοί προέρχονται από το τσιγάρο που καπνίζει. - Καλά, πότε άρχισες το κάπνισμα; ρωτάω. - Εδώ και τρεις βδομάδες. - Και το άσθμα σου; Η Δανάη υποφέρει από παροδικές κρίσεις άσθματος, ευτυχώς μικρές, και έχει κόψει το κάπνισμα εδώ και χρόνια. - Αν με πιάσει, θα το σταματήσω. - Πρέπει να είναι πολύ σοβαρά τα πράγματα. - Σοβαρότερα δε γίνεται. - Θέλεις να μου μιλήσεις; Τσως μπορώ να βοηθήσω. Σταματάει το κάπνισμα και σβήνει απότομα το τσιγάρο (no τασάκι. - Νομίζω ότι αυτή τη φορά την πάτησα για τα καλά. - Γιατί το λες αυτό; - Υποψιάζομαι ότι την πάτησα και οικονομικά. - Δανάη, τι έκανες;


Διστάζει για λίγο. Μετά σηκώνει το κεφάλι αποφασιστικά. - Πριν από δέκα μέρες είχαμε πάει πάλι στον Κάλαμο. Ο Νικήτας ήταν πολΰ στενοχωρημένος. Από τη μια το ανταλλακτικό που δεν έβρισκε για το κότερο, από την άλλη κάτι οικογενειακά προβλήματα, σχεδόν δε μιλιότανε. Όσο τον ρωτούσα, τόσο απέφευγε να μου απαντήσει. Τον ρώτησα αν ήθελε να χωρίσουμε. Μου είπε ότι δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς εμένα. Επέμενα πολύ. Τότε μου είπε ότι χρειαζότανε επειγόντως δεκαπέντε εκατομμύρια και ότι δεν ήθελε να τα ζητήσει από τον πατέρα του γιατί βρισκόντουσαν στα μαχαίρια. Ότι του είχε μπλοκάρει όλους τους λογαριασμούς και ότι με αυτά τα χρήματα θα πλήρωνε τα ανταλλακτικά. Αυτός ήταν και ο πραγματικός λόγος που δεν είχε φτιαχτεί τόσο καιρό το κότερο. Αρχίζουνε και με ζώνουνε τα φίδια καθώς την ακούω να μιλάει. - Λοιπόν; ρωτάω ανυπόμονα. - Δε χρειάζεται σκέψη. Του έδωσα εγώ μ κ κ επιταγή. - Τι επιταγή; - Δεκαπέντε εκατομμυρίων. Δηλαδή του τα δάνεισα. - Είσαι ηλίθια, Δανάη. Τον ήξερες και από χτες για να του δανείσεις τόσα χρήματα; - Μα γι' αυτόν είναι ψιλά γράμματα αυτό το ποσό. Θα μου το επιστρέψει. - Βλέπεις, εσένα τα εκατομμύρια τρέχουνε από τα μπατζάκια σου. Ξεχνάς ότι έχεις παιδιά, υποχρεώσεις;


- Έχω όμως και κάποια εκατομμύρια στην άκρη. - Για να σου τα τρώει ο πρώτος τυχόντας. Και αν είναι απατεώνας; Αν εξαφανιστεί; Με κοιτάζει με μάταια γουρλωμένα και βάζει τα κλάματα. - Έχει ήδη εξαφανιστεί, μου λέει ξεψυχισμένα. - Έχει εξαφανιστεί; Πώς έχει εξαφανιστεί; Δεν έψαξες να τον βρεις; - Το κότερο λείπει από τη θέση του και πέρα από τον αριθμό του κινητού του, δεν έχω άλλο τηλέφωνο του. - Μα του σπιτιού του δε σου το έδωσε; - Μου είπε ότι μένει στην Πολιτεία με τους γονείς του και καλύτερα να μην τον πάρω εκεί. Εξάλλου, μόλις τον έπαιρνα στο κινητό, πάντα μου έλεγε να το κλείσω και σε πέντε λεπτά μου τηλεφωνούσε αυτός για να μην ξοδεύομαι. - Πώς είναι το επώνυμο του; - Σαρρής. - Θα ρωτήσω τη φίλη μου, τη Μελίνα Καραγιάννη. Θα μάθουμε πού μένει. Πόσο καιρό έχεις να μάθεις νέα του; - Τρεις μέρες. - Μην κάνεις έτσι. Είναι νωρίς ακόμη, της λέω χωρίς να το πιστεύω. Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο. Ο γιος της, ο Μάρκος. Μιλάνε για λίγο. - Ο Μάρκος ήτανε; - Ναι, ξέμεινε από λεφτά και θέλει να του στείλω. Αν είναι δυνατό να πληρώνει όλους τους φίλους του αυτός. Κλείνει, λέει, κάθε βράδυ τραπέζι στο «Mercedes».


- Ποιο «Mercedes»; Στην Αθήνα; - Ποια Αθήνα; Στη Μύκονο είναι ακόμη. - Μη μου πεις! Είναι ακόμη με την τριαντάρα; - Νομίζω πως όχι. Προχτές σήκωνε το κινητό του μια ιιιτσιρίκα. Μου είπε ότι κοιμότανε. Αποκλείεται να ήτανε μεγάλη γυναίκα. Αλλά να σου πω κάτι; Δε με ενδιαφέρει πια. - Α π ό τότε που μπλέχτηκες με τον Νικήτα μου φαίνεται ότι δε σε ενδιαφέρει τίποτε. Ούτε τα παιδιά ούτε η δουλειά σου. - Απλ(ός μου κλέβει πολύ χρόνο. Τον σκέφτομαι συνεχώς. - Τουλάχιστον η Αλίκη είναι καλά; - Μια χαρά είναι. Μην ανησυχείς. - Της έφερα κάτι από την Ιταλία. Να μην ξεχάσω να σου το δώσω. Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το δικό μου τηλέφωνο. Είναι ο Φαμπρίτσιο. Μιλάμε γύρω στα πέντε λεπτά και μετά του λέω ότι έχω επισκέψεις και θα τον πάρω αργότερα. - Άντρας ή γυναίκα; με ρωτάει. Βάζω τα γέλια. - Ζηλεύεις ή μου φαίνεται; - Και βέβαια ζηλεύω, μου λέει αυθόρμητα. Τώρα πια είσαι δική μου. - Εντάξει, δική σου είμαι, όμως θέλω να μου έχεις εμπιστοσύνη. - Σου έχω, μου λέει και το πιστεύει. Η Δανάη, που δε μιλάει ιταλικά, με κοιτάζει με εύγλωττη περιέργεια.


- Ποιος ήτανε; - Βλέπεις, δεν είσαι μόνο εσΰ ερωτευμένη. - Μη μου πεις; Με Ιταλό; - Ναι, της λέω. - Είναι τόσο θερμοί όσο λένε; - Παιδί μου, αυτό που λένε δεν είναι τίποτε εμπρός σε αυτί) που κάνουνε. Δεν έχεις δει φωτογραφίες της Μαντόνα με κάτι μπλουζάκια που γράφουνε «ITALIANS DO IT BETTER» («Οι Ιταλοί το κάνουν καλΰτερα»); Ξαφνικά ξεχνάει τα προβλήματά της και θέλει να μάθει ια πάντα για τον Φαμπρίτσιο. Με το νι και με το σίγμα. Όταν φεΰγει από το σπίτι μου είναι λίγο καλΰτερα.


7

πάω στο γραφείο και γΰρω στις δώδεκα το μεσημέρι ειδοποιούνε τον αδερφό μου ότι η Φανή, η γυναίκα του, βρίσκεται στο μαιευτήριο. Την έχουνε πιάσει οι πόνοι. Βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή που την άκουσε και δεν έμεινε στο σπίτι. Ευτυχώς που είναι εκεί η μάνα της. Φεύγει σαν σίφουνας για το μαιευτήριο κι εγώ εύχομαι όλα να πάνε καλά. Θέλω πολΰ να πάω μαζί του, όμως υπάρχουν εκκρεμότητες που μόνο το δικό μου χέρι μπορεί να τις λΰσει. Στις τρεις το μεσημέρι μαθαίνω ότι η Φανή γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι. Η μάνα μου κλαίει σαν τρελή από τη χαρά της καθώς μου μιλάει από το μαιευτήριο. Τ Η Ν ΕΠΌΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

- Νομίζω ότι μου μοιάζει πολΰ, μου λέει. - Δηλαδή είναι τόσο όμορφο; ρωτάο) προσπαθώντας να ελαττώσω τους συναισθηματικούς τόνους που έχουν φορτίσει την ατμόσφαιρα. - Γιατί, αμφέβαλλες ποτέ για την ομορφιά μου; μου απαντάει. - Ε, όχι και πως υπήρξες καλλονή. Mux συμπαθητική κο-


πέλα ήσουνα, της λέω με κακία χωρίς να ξέρω το γιατί. Ίσως επειδή συνήθως με αποδοκιμάζει για τις επιλογές μου στους άντρες. - Αν ήμουνα μια συμπαθητική κοπέλα μόνο, δε θα έκανα μια τόσο όμορφη κόρη και μια πανέμορφη εγγόνα, με αποστομώνει. - Σε πειράζω, μαμά, της λέω νιώθοντας ενοχές. - Είμαι σίγουρη ότι η δική σου κόρη θα είναι το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου. Και έχεις χρόνο ακόμη γι' αυτό. Συγκινούμαι. - Θα περάσω αργότερα από το μαιευτήριο, προλαβαίνω να πω πριν κλείσω το τηλέφωνο. Δυο ώρες μετά διαπιστώνω ότι η μητέρα μου έχει δίκιο. Η μικρή Σοφία-Αλεξάνδρα -τα ονόματα των δυο γιαγιάδων της- είναι μια ζωντανή κούκλα. Καθώς τη σηκώνω στην αγκαλιά μου, μελαγχολώ. «Εγώ άραγε θα νιώσω ποτέ αυτή την ευτυχία;» αναρωτιέμαι καθώς κοιτάζω το ανήσυχο αλλά γεμάτο αγαλλίαση βλέμμα της Φανής καρφωμένο πάνω στο μωρό της, φοβούμενη μήπως δεν την κρατάω γερά. Η μικρή μου ανιψιά δυσανασχετεί λίγο, αλλά μετά ηρεμεί. Ανοίγει τα καταγάλανα μάτια της και με παρατηρεί προσεχτικά. «Γεια σου, θεία», μου φαίνεται ότι μου λέει καθώς ανοιγοκλείνει το ροδαλό στοματάκι της. Μου 'ρχεται να βάλω τα κλάματα. «Μπα σε καλό μου», συλλογίζομαι. «Τι συγκίνηση είναι αυτή;» Η μάνα μου με καμαρώνει. - Και (πα δικά σου, μου λέει.


Δε μου ακούγεται άσχημα. Σκέφτομαι τον Φαμπρίτσιο, Tl παιδί θα κάναμε εμείς οι δυο; Σίγουρα όμορφο. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο δωμάτιο η Ναταλί κρατώντας μια τεράστια ανθοδέσμη. Τ η συνοδεύει ένας γκρίζο· μάλλης άντρας γύρω στα πενήντα που μου θυμίζει κάποιον. Κοντεύω να μην την αναγνωρίσω. Έχει βάψει τα μαλλιά της καστανά και είναι για πρώτη φορά ντυμένη σεμνά και κομψά, σχεδόν αμακιγιάριστη. Το λινό ταγεράκι τής πάει χάρμα. Έχει μια φρεσκάδα στο πρόσωπο που την κάνει να μοιάζει με άβγαλτη μαθήτρια. Αγκαλιάζει τον αδερφό μου και τη Φανή. Τον Γιώργο τον γνωρίζει όσα χρόνια γνωρίζει και εμένα και τη Φανή από τότε που τα έφτιαξε μαζί του. Είχαν ψιλοφλερτάρει αρκετές φορές στο παρελθόν με τον αδερφό μου, όταν ήταν πολύ νέοι, όμως για κάποιο περίεργο λόγο δε συνέβη ποτέ το μοιραίο. Τσως γιατί ο Γιώργος, αν και είναι ένα χρόνο μικρότερος της, παραήταν σοβαρός για τα γούστα της και η Ναταλί παραήταν τρελή για τα δικά του. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε ποτέ να αναπτύξουνε μια όμορρη και σιαθερή φιλία και μια απέραντη συμπάθεια μεταξύ τους. Δίνει στη νύφη μου ένα μικρό πακέτο που έχει μέσα ίνα βυζαντινό σταυρό και ένα ματόχαντρο. - Για να τους βγει το μάτι και μην τη ματιάσουνε, της λέει. Να σας ζήσει. Μου κάνει εντύπωση που κοιτάζει με τόση αγάπη το μωρό. Η Ναταλί ποτέ της δεν έδειξε ιδιαίτερη αδυναμία σι α παιδιά. Το μητρικό της ένστικτο το έδειχνε μόνο στους άντρες. Μήπως όμως και αυτοί ήταν μεγάλα παιδιά;


Μετά μας συ(πήνει στον άντρα με τη γνώριμη φυσιογνωμία. - Πέτρος Κορβέρης, μας λέει εκείνος και σφίγγει σε όλους θερμά το χέρι. Μα βέβαια, είναι ο σκηνοθέτης πολλών γνωστών τηλεοπτικών επιτυχιών. Χαμηλών τόνων και πολΰ ταλαντούχος. Σπάνια δίνει συνεντεύξεις, γι' αυτό και το πλατύ κοινό γνωρίζει μόνο το όνομά του. Μετά τις πρώτες εντυπώσεις, η Ναταλί 4>ανερώνει επιτέλους το μεγάλο της μυστικό. Μας λέει ότι έχει αρχίσει τα γυρίσματα ενός καινούριου σίριαλ στην τηλεόραση, που θα αρχίσει να προβάλλεται στα μέσα του Οκτώβρη. Τον Πέτρο τον είχε γνωρίσει παλαιότερα σ' ένα στούντιο, όταν αυτός γύριζε μια επιτυχημένη σειρά και αυτή έπαιξε ένα πολύ μικρό ρόλο. Είχανε ανταλλάξει τα νούμερα των τηλεφώνων τους, αλλά ποτέ δεν είχανε μπει στον κόπο να τα χρησιμοποιήσουνε. Συναντήθηκαν τυχαία στη Ζάκυνθο, όταν ο Κορβέρης πήγε για να αρχίσει τα γυρίσματα του καινούριου του σίριαλ και η Ναταλί το διαφημιστικό. Ο σκηνοθέτης τσακώθηκε άγρια με την πρωταγωνίστριά του και ακύρωσε το συμβόλαιο της. Πάνω στην απελπισία του, ή γιατί πρόσεξε καλύτερα τη Ναταλί, της έκανε ένα δοκιμαστικό και της πρότεινε τον πρώτο ρόλο. Θα υποδυότανε μια γυναίκα που πηγαίνει γαμήλιο ταξίδι στη Ζάκυνθο, αφού έχει παντρευτεί από κεραυνοβόλο έρωτα μετά από γνωριμία που κράτησε μόλις τρεις μήνες. Τη δεύτερη μέρα του ταξιδιού τους, ο άντρας της πνίγεται - αν και άριστος κολυμβητής. Συντετριμμένη, μαζεύει τα πράγματά του για να γυρίσει στην Α-


θ ή να και ανακαλύπτει στην εσωτερική τσέπη του πανικλο· νιου του ένα σακουλάκι με κοκαΐνη. Είναι σίγουρη άτι ο (S· ντρας της δεν παίρνει ναρκωτικά. Πώς βρέθηκε το σακουλάκι εκεί; Αποφασίζει να το αναφέρει στην αστυνομία. Έτσι κι αλλιώς αυτό το ατύχημα της είχε φανεί από την αρχή ύποπτο. Την υπόθεση αναλαμβάνει ένας μυστικός αστυνομικός, που σιγά σιγά, εξερευνώντας την ατζέντα του νεκρού, ανακαλύπτει ότι είναι μέλος μεγάλης σπείρας διακίνησης ναρκωτικών τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, με μεγάλο αριθμό καταθέσεων στις ελβετικές τράπεζες. Μεταξύ της χήρας και του αστυνομικού αναπτύσσεται συμπάθεια. Της προτείνει να παίξει το ρόλο τού δήθεν θύματος για να τους οδηγήσει στη σπείρα. Η χήρα δέχεται και μπλέκεται σε μια περιπέτεια όπου κινδυνεύει η ζωή της. Τα χρήματα είναι πολλά και η σπείρα τα διεκδικεί. Στο τέλος ερωτεύεται τον αστυνομικό και εξολοθρεύουνε τη σπείρα. Η ιστορία ακούγεται ενδιαφέρουσα. Συμφωνούν όλοι. Σε ένα πράγμα δε συμφωνούμε και τολμώ να το nco εγώ. Μα μπορέσει η Ναταλί να ανταποκριθεί στο ρόλο της; 11 ιστορία της Βέρας -όπως είναι το όνομα της ηρωίδας- δεν είναι εύκολη υπόθεση. Έχει εναλλαγές ο ρόλος και η ηθοποιός πρέπει να μπορεί να τις μεταφέρει μέσω της ερμηνείας της στο κοινό. Από ανέμελη, ευτυχισμένη γυναίκα vex γίνει μια ανελέητη, σκληρή κυνηγός, με συναίσθημα όμως. Από ό,τι ξέρω, η Ναταλί μέχρι τώρα έπαιζε μόνο σε διαφημίσεις ή ελαφρούς ρόλους κάποιας χαζοχαρούμενης, πάντα μακιγιαρισμένη στην εντέλεια και όμορφη. Η εξωτερική της εμφάνιση ήταν κά11


στο οποίο έδινε πάντα μεγάλη προσοχή. Πώς θα έπαιζε το ρόλο της, όταν κάποιες στιγμές θα έπρεπε να δείχνει ταλαιπωρημένη, αμακιγιάριστη, κλαμένη, βρόμικη; - Θα τα καταφέρει, με διακόπτει ο Πέτρος. Η Ναταλί είναι ένα ακατέργαστο διαμάντι. Έχει ταλέντο, όμως κανείς δεν την πήρε ποτέ στα σοβαρά. Δεν έχει δείξει τίποτε από αυτά που θα μπορούσε να δώσει στο κοινό. Εγώ θα βγάλω τα εσώψυχά της και κάτω από τις δικές μου οδηγίες θα λάμψει το ταλέντο της. Ακούγεται σίγουρος και σοβαρός γι' αυτά που λέει. Αν δεν τον ήξερα, θα έλεγα ότι είναι ένας άσχετος. Όμως ο Κορβέρης είναι ένας επώνυμος σκηνοθέτης, που έχει δώσει μόνο επιτυχίες. - Αμήν, λέω. - Τα γυρίσματα στη Ζάκυνθο έχουν τελειώσει, μας λέει η Ναταλί. Ano αύριο αρχίζουμε τα γυρίσματα στο στούντιο. - Καλοκαιριάτικα; Κρίμα δεν είναι; - Έτσι είναι αυτά τα πράγματα, μου λέει. Όμως τώρα πρέπει να φύγουμε, έχω να μελετήσω και θα σηκωθώ στις έξι το πρωί. Μας χαιρετάνε και απομακρύνονται χαμογελώντας. Προλαβαίνω να δω το χέρι του σκηνοθέτη να πιάνει τρυφερά τη μέση της λίγο πριν κλείσει η πόρτα. Όταν τους χάνουμε από τα μάτια μας, κοιταζόμαστε μεταξύ μας με απορία. Αυτό είναι από τα άγραφα. Η Ναταλί σοβαρή, η Ναταλί πρωταγωνίστρια, η Ναταλί με έναν άντρα μεγαλύτερότης.


- Πώς άλλαξε έτσι αυτό το κορίτσι; σπάει πρώτη τη οίω· πή η μητέρα μου. Δεν την αναγνωρίζω. Άλλος άνθρωπος, - Μόνο άλλος άνθρωπος; Σχεδόν μια άγνωστη, αλλά μια ενδιαφέρουσα άγνωστη. - Σου αρέσει πιο πολΰ έτσι; με ρωτάει η Φανή. - Το συζητάς; Τώρα μάλιστα. Μια γυναίκα με προσωπικότητα. - Λες να τα έχουν; ρωτάει η μαμά. - Είναι ολοφάνερο, λέει ο Γιώργος. Ο Κορβέρης την έχει πατήσει μαζί της. Είναι τόσο ερωτευμένος, που πιστεύει ότι βρήκε την πρωταγωνίστρια της ζωής του! - Θα καταφέρει άραγε να τον βγάλει ασπροπρόσωπο; ρωτάει η μαμά. - Τι να σου πω; της λέω. Από τη Ναταλί όλα να τα περιμένεις. Κι εμείς δεν έχουμε παρά να περιμένουμε μέχρι τον Οκτώβρη. Πάντως, αν όλη η αλλαγή έχει επηρεάσει και το ταλέντο της, μάλλον θα τα καταφέρει. Γυρίζω στο σπίτι στις οχτώ το βράδυ εξαντλημένη. Μόλις έχω βγει από.το μπάνιο και χτυπάει το τηλέιροΜ). Είναι η Αορίν. -Λορίν, darling, της λέω. Ποΰ χάθηκες; Νιώθω την κοΰρασή μου να πηγαίνει περίπατο. Πάντα η Λορίν μου έφτιαχνε τη διάθεση. - Μόλις φτάσαμε με τον Χοσέ από το Μεξικό, δηλαδή το πρωί, και λέω να οργανώσω ένα dinner αΰριο για να τον γνωρίσετε. - Μα μόλις έφτασες. Πότε θα το προλάβεις;


- Θα προλάβω, γιατί σε τρεις μέρες θα φύγουμε για τα νησιά. Τα κορίτσια είναι στην Αθήνα; - Η Ναταλί και η Δανάη, ναι. Η Ελένη δεν ξέρω. Έχω μέρες να μιλήσω μαζί της. Λοιπόν, πώς πάει ο έρωτας; - Θα τον γνωρίσεις. Είναι απλό παιδί, αλλά με κάνει ευτυχισμένη. Μιλάμε αρκετή ώρα. Της λέω όλα τα νέα. Τα ακούει με ενδιαφέρον. Κλείνουμε και παίρνω πρώτα την Ελένη. Τη βρίσκω. - Μαρινάκι μου, πού είσαι, παλιοκόριτσο; Γιατί χάθηκες; - Έρωτας γαρ, της απαντάω. - Και εσύ; - Μόνο εγώ; Και η Ναταλί και η Δανάη. - Τι ακούω; Μεταδοτικός ιός κυκλοφορεί; Είμαι όλη αφτιά. - Πρώτα τα δικά σου νέα. - Πού να σου τα λέω! Ο Μάικ μού έκανε πρόταση γάμου. Μετά τη συνταξιοδότησή μου, το Φλεβάρη που μας έρχεται, μου είπε να παντρευτούμε και να ζήσουμε στη Νέα Υόρκη. - Ωραία ακούγεται. Αν και θα μου λείψεις πολύ. - Ωραία ακούγεται, αλλά η Μαίρη δε θέλει να ακούσει ούτε κουβέντα για γάμο και ξεσηκώματα στην Αμερική. - Γιατί; Έτσι κι αλλιώς θα σπουδάσει που θα σπουδάσει, Γιατί να μην το κάνει εκεί; - Δεν τα έμαθες; - Τι να μάθ(ο; - Ποπό, ξέχασα να σου το πω! Ο Νίκος έπαθε έμφραγ-


μα. Ελαφρύ ευτυχώς, όμως πρέπει να προσέχει. Η Μαίρη αρνείται να τον αφήσει μόνο του. Μάλιστα έχει εγκατα<πα· θεί από εκείνη τη μέρα στο σπίτι του. - Σοβαρά; Λυπάμαι πολΰ για τον Νίκο. - Να είναι μόνο αυτό; - Τι άλλο; - Μου πρότεινε να ξαναπαντρευτούμε. - Α στο καλό! Τώρα που αρρώστησε σε θυμήθηκε; - Όχι, η πρόταση έγινε πριν αρρωστήσει. Μου είπε ότι, όταν με είδε μετά την πλαστική, του θύμισα το κοριτσάκι που ερωτεύτηκε και κατάλαβε πόσο πολύ με αγαπούσε ή μάλλον ότι ποτέ δεν είχε πάψει να με αγαπάει. -Αυτό ήτανε ή ότι θα ξαναπαντρευόσουνα; - Δεν ξέρω τι να πω. Εκεί που δεν είχαμε κανέναν, βρέθηκα με δυο προτάσεις γάμου. - Η Μαίρη τι λέει για όλα αυτά; - Είναι ξετρελαμένη με την ιδέα ότι θα μας ξαναδεί παντρεμένους. - Εσύ τι λες για όλα αυτά; - Αν σου πω ότι βρίσκομαι σε δίλημμα και ξαφνικά νιώθω ενοχές, τι θα πεις; - Τι είδους ενοχές νιώθεις; Δεν καταλαβαίνω. - Ότι εγώ θα είμαι ευτυχισμένη και ο Νίκος θα υποφέρει και μαζί του και η κόρη μας. Δεν ξέρω τι να κάνω. I Ιστέ δεν περίμενα τέτοιες εξελίξεις. - Δηλαδή, θα αρνηθείς την πρόταση γάμου του Μάικ εξαιτίας ενός αχαΐρευτου που σε θυμήθηκε μετά από ι όσα


χρόνια και μιας αχάριστης κόρης που δε θυμάται τις θυσίες που έκανε η μάνα της γι' αυτή; - Η αλήθεια είναι ότι η στάση της Μαίρης με έχει καταπλήξει. I Ιοτέ μου δεν περίμενα να είναι τόσο αρνητική μαζί μου ξεχνώντας όλα αυτά τα χρόνια που ο πατέρας της αδιαφορούσε και γύρναγε με τη μια και με την άλλη. Τώρα που θέλω κι εγώ να φτιάξω τη ζωή μου, είμαι ασυγχώρητη και κακή μάνα. Μήπως είμαι; - Μην το ξαναπείς ποτέ αυτό. Εγώ τουλάχιστον δε θα ξεχάσω ποτέ τις αγωνίες σου όταν έφευγες για πολλές μέρες ταξίδι και με έπαιρνες κλαίγοντας την παραμονή για να μου πεις πόσο άσχημα αισθάνεσαι που αφήνεις το παιδί μόνο του ή όταν ήταν άρρωστη πόσα χρήματα ξόδευες σε υπεραστικά τηλεφωνήματα για να ακούς μόνο τη φωνή της. Θα την πάρω να της τα ψάλω. - Ό χ ι , να χαρείς. Άσε, θα τα βρούμε οι δυο μας. Η αλήθεια είναι ότι έχω κι εγώ τους ενδοιασμούς μου. Θα μπορέσω να μείνω μόνιμα στη Νέα Υόρκη ή θα τρελαθώ; - Αυτά είναι δικαιολογίες. Τον αγαπάς τον Μάικ; - Κοίτα, δεν είναι σίγουρα ο έρωτας που ένιωσα για τον άντρα μου, όμως τον αγαπάω βαθιά και πάνω από όλα τον σέβομαι. - 'Ο,τι καλύτερο για να τον παντρευτείς. Και άσε τη Μαίρη. Αυτή σε λίγα χρόνια θα παντρευτεί και, πίστεψέ με, ούτε καν θα οκ ρωτήσει αν συμφωνείς. Εσύ θα είσαι μόνη σου. Αλλά για άλλο λόγο σε πήρα και παραλίγο να τον ξεχάσω. Θα έρθεις αύριο στης Λορίν;


- Είναι εδώ η Λορίν; - Ή ρ θ ε σήμερα με το καινούριο αμόρε. - Και βέβαια θα έρθω. Την έχω επιθυμήσει. Όλες σάς ύ· χω επιθυμήσει. - Κλείνω. Θα τα πούμε. Πρέπει να μιλήσω με τη Ναταλί και τη Δανάη. - Μα δε μου είπες τα νέα σου. - Θα τα μάθεις όλα αύριο.

Την επομένη στις εννέα το βράδυ φτάνω πρώτη στο σπίτι της Λορίν. Μου ανοίγει την πόρτα ένας χαμογελαστός άντρας, όχι ιδιαίτερα ψηλός, μελαχρινός, με συμπαθητικά χαρακτηριστικά. Είναι ο Χοσέ. Μιλάει πολύ καλά αγγλικά. Η Λορίν έρχεται και με αγκαλιάζει. Καθώς χώνεται στην αγκαλιά μου, αισθάνομαι την πληθωρική παρουσία της λιγότερο πληθωρική. - Για να σε δω, της λέω. Μα βέβαια. Έχει αδυνατίσει. Ό χ ι , πολύ, όμως το σώμα της διαγράφεται πιο στρωτό κάτω από τη <ραρδιά κελεμπία της, ο ένα απίστευτο μπλε ηλεκτρίκ χρώμα, με χρυσά κρόσσια. Είναι ηλιοκαμένη και έχει στολίσει τους λοβούς των αφτιών της με σκουλαρίκια-κρόσσια ίδια με αυτά που κρέμονται στην κελεμπία της. Ακόμη μια φορά με εκπλήσσει με το προσωπικό της γούστο, που είναι εκτός τόπου και χρόνου και δε λέει να το αλλάξει. Μου συστήνει τον Χοσέ. Αυτός υποκλίνεται και μου φιλάει το χέρι. Κάτι λέει στα ισπανικά,


- Είπε ότι είσαι πολύ όμορφη, μεταφράζει η Λορίν. - Μιλάς τώρα και ισπανικά; - Κάτι λίγο. Συμπαθώ τον Χοσέ. Κάνει ό,τι μπορεί για να με ευχαριστήσει, είναι πολύ ευγενικός. Μισή ώρα αργότερα φτάνει η Ναταλί μόνη της. Είναι ένα πτώμα από τα πολύωρα γυρίσματα, όμως με τίποτε δε θα έχανε το δείπνο. Λίγο αργότερα qnάνουν η Δανάη και η Ελένη. Το φαγητό είναι μεξικάνικες σπεσιαλιτέ. Έχει μαγειρέψει ο Χοσέ και μας σερβίρει ο ίδιος. Ό σ η ώρα μιλάμε μεταξύ μας, μας φροντίζει, γεμίζει τα ποτήρια μας με φρουίτ παντς και γελάει συγκαταβατικά. Αισθανόμαστε άσχημα, γιατί δεν ξέρει λέξη ελληνικά. Μας διαβεβαιώνει ότι τον ικανοποιεί να βλέπει την πατρόνα του ευτυχισμένη. - Γιατί σε λέει πατρόνα (αφεντικό); τη ρωτάω. - Έτσι με φώναζε από την αρχή και το συνεχίζει. - Δε σε ενοχλεί; - Ό χ ι , γιατί να με ενοχλεί; Καιρός ήταν να καταλάβει ποιος είναι το αφεντικό εδώ μέσα. Ό χ ι να πληρώνω εγώ και άλλος να δίνει τις διαταγές. - Δε σε αναγνωρίζω. Θα βγάλεις τώρα τα απωθημένα σου πάνω σ' αυτό το φτωχούλι; - Δεν είπα κάτι τέτοιο, αλλά αποφάσισα να είμαι πιο σκληρή με τους άντρες. - Κάλλιο αργά, παρά ποτέ, λέει η Δανάη. Σκέφτεσαι να τον παντρευτείς; Μου φαίνεται πολύ υπάκουος. - Σας έχω πει ότι δεν πρόκειται να ξαναπαντρευτώ ποτέ.


Τους ταΐζω που τους ταΐζω όσο είμαστε μαζί, δε θέλω να τους ταΐζω και όταν δε θα είμαστε. - Σωστά, λέει η Ελένη. Αρκετά έχεις πληρώσει. Καλύτκρα έτσι. Ό τ α ν υπάρχουν τόσα χρήματα, καλύτερα έτσι. - Εσύ όμως σκέφτεσαι να παντρευτείς τον Μάικ που έχει λεφτά. Γιατί όχι και ο Χοσέ τη Λορίν,νλέει η Δανάη. - Γιατί εγώ δεν πήρα ποτέ από κανέναν. Αντίθετα, τα έχω δώσει. Και αν θέλεις να ξέρεις, ακόμη δεν έχω αποςρασίσει ότι θα παντρευτώ με τον Μάικ. - Άλλα μού είπε η Μαρίνα. - Ούτε και αυτή το ήξερε. - Μα τι συμβαίνει τέλος πάντων; διαμαρτύρεται η Λορίν. Εδώ ήρθαμε για να γελάσουμε, όχι για να παντρολογηθούμε. Ας αλλάξουμε συζήτηση. Λοιπόν, Ναταλί, για πες μας τα δικά σου νέα. Μιλάμε ατελείωτα εκείνο το βράδυ. Ο Χοσέ μετά το γεύμα απομακρύνεται διακριτικά λέγοντας ότι είναι κουρασμένος. Η αλήθεια είναι ότι αισθάνεται λίγο παράταιρος χωρίς άλλη αντρική συντροφιά. Η Δανάη μάς λέει άτι ο Νικήτας εμφανίστηκε ξανά από τότε που του έδωσε τα χρήματα και είπε ότι θα της τα επιστρέψει την ερχόμενη βδομάδα, όμως φοβάται ότι η σχέση τους δεν έχει πια μέλλον. Το κινητό μου χτυπάει και είναι ο Φαμπρίτσιο. Με παίρνει κάθε μέρα γύρω στις δέκα με έντεκα το βράδυ. Ό τ α ν το κλείνω, η χαρά κάνει πιρουέτες στο πρόσωπά μου. - Έρχεται, λέω στις απορημένες φίλες μου. Σήμερα ι:ί-


ναι Τρίτη και έρχεται την Παρασκευή! Θα πάμε διακοπές μαζί. - Μακάρι να μπορούσα να έρθω κι εγώ μαζί σας, λέει η Ναταλί, όμως για φέτος δεν έχει διακοπές. Συμφωνήσαμε όλο το τιμ να εργαστούμε σκληρά το καλοκαίρι για να αρχίσει τον Οκτώβρη το σίριαλ, μια και άρχισαν τα γυρίσματα, εξαιτίας της αλλαγής ηθοποιών, κάπως αργά. Αποφασίζουμε να το διαλύσουμε γύρω στις τρεις το πρωί. Ο Χοσέ κοιμάται, όμως ξυπνάει για να μας αποχαιρετίσει. Ή τ α ν ένα υπέροχο βράδυ.


~ 8 ~

είμαι στο Ανατολικό Αεροδρόμιο και περιμένω εναγωνίως την πτήση της Alitalia από τη Ρώμη. Ό ταν τα μεγάφωνα αναγγέλλουνε την άφιξη της πτήσης, η καρδιά μου, χωρίς να το θέλω, αρχίζει να χτυπάει σαν αφρικάνικο ταμπούρλο. Είκοσι λεπτά αργότερα αναγνώριζα) την πανύψηλη θωριά του να ξεχωρίζει ανάμεσα στο πλήθος και να τρέχει καταπάνω μου. Πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, με σηκώνει στον αέρα, με την ευκολία ενός παιδιού που σηκώνει μια κούκλα, και με σφίγγει στην αγκαλιά του, με την ευκολία μιας τανάλιας που σπάει καρύδια. Προλαβαίνω να σκεφτώ ότι αυτό είναι το τέλος μου και ότι αΰριο οι εφημερίδες θα γράφουνε με πηχυαίους τίτλους: «Ερωτευμένη γυναίκα πέθανε στην αγκαλιά του αγαιιημένου της από ασφυξία». Προσγειώνομαι απότομα στο έδαφος -όσο απότομα απογειώθηκα στον αέρα- και με δυσκολία κρατώ την ισορροπία μου, ενώ προσπαθώ να βρω το ρυθμό της αναπνοής μου. Τ Ρ Ε Ι ς ΜΕΡΕς ΜΕΤΑ


- Είσαι καλά, αμόρε; με ρωτάει με ενδιαφέρον. - Λίγο ακόμη και θα με έπνιγες. - Με συγχωρείς, μου λέει. Βλέπεις, η λαχτάρα μου να σε δω ήταν πολύ μεγάλη, απολογείται. Τον συγχωρώ και ευτυχισμένοι απομακρυνόμαστε από την κατάμεστη αίθουσα. Στο σπίτι βγάζω το τηλέφωνο από την πρίζα και απενεργοποιώ το κινητό μου. Μέχρι την επόμενη μέρα δεν έχουμε κοιμηθεί παρά μόνο μία ώρα και αυτή σφιχταγκαλιασμένοι. Κοιτάζω τη μούρη μου στον καθρέφτη και φοβάμαι ότι θα αντικρίσω μια εξαντλημένη γριά. Όμως το κοριτσάκι είναι εκεί και μου χαμογελά πονηρά. Το κινητό ινστιτούτο ομορφιάς έκανε πάλι το θαύμα του. Η Μέριλιν με κοιτάζει με περιφρόνηση, καθώς ανοίγω την πόρτα της κρεβατοκάμαρας που τόσες ώρες ήταν κλειστή. Αρνείται να φάει το πρωινό της και με σνομπάρει κανονικά. Δεν της δίνω ιδιαίτερη σημασία. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να φροντίσω τον αγαπημένο μου όσο πιο πολύ μπορώ. Ετοιμάζω δυο περιποιημένους καπουτσίνο, ζεστά κρουασάν -σκέτα και με γέμιση μαρμελάδα βερίκοκο-, αβγά ομελέτα με μπόλικο μπέικον, πορτοκαλάδα. Τα βάζω σ' έναν τεράστιο δίσκο και κατευθύνομαι προς την κρεβατοκάμαρα. Καθώς πλησιάζω, ακούω τη φωνή του Φαμπρίτσιο να ψιθυρίζει γλυκόλογα σε μια άλλη γυναίκα. - Μα κε μπέλα του σέι. Πίκολα, μπάτσα μι (Μα τι όμορφη που είσαι. Μικρή, φίλησέ με). Σπρώχνω με το πόδι μου απότομα την πόρτα και τον


πιάνω επ' αυτοφόρω αγκαλιά με τη Μέριλιν. Η γάτα μου είναι ανάσκελα στο κρεβάτι με τα τέσσερα πόδια της ψηλά και το κεφάλι γερμένο με νάζι στα πλάγια να κοιτάζει με λατρεία τον Φαμπρίτσιο, ο οποίος έχει χώσει το πρόσωπο του στη μουσούδα της και τη χαϊδεύει με το τεράστιο χέρι του που την καλύπτει σχεδόν όλη. Η Μέριλιν βρίσκεται σε κατάσταση νιρβάνα και είναι ολοφάνερο πως είναι ερωτευμένη. - Σας τσάκωσα, τους λέω. Η Μέριλιν στο άκουσμα της φωνής μου γυρίζει ακατάδεχτα προς το μέρος μου και αφήνει ένα νιαούρισμα σαν να λέει: «Μου αρέσει ο φίλος σου». Ο Φαμπρίτσιο χαμογελάει. - Είναι πανέμορφη και πολύ φιλική η γάτα σου. Πώς είπαμε ότι τη λένε; - Νιάου, τον ξαφνιάζει με τη φωνή της. - Μέριλιν, απαντώ εγώ. Σου είπε το όνομά της. Τρώμε και οι τρεις μαζί. Ο καλός μου αφήνει στην άκρη του δίσκου όλα τα κομμάτια μπέικον και αυτή τα καταβροχθίζει με ευχαρίστηση. Είμαστε μια ευτυχισμένη οικογένεια. Το ίδιο βράδυ πάω τη Μέριλιν στη μάνα μου και της λέω ότι θα φύγω με τον Φαμπρίτσιο για διακοιιές στα νησιά. Τα έχω κανονίσει με τον αδερφό μου. Μια και γέννησε η Φανή, ο Γιώργος θα μείνει προς το παρόν στην Αθήνα και θα κάνουν διακοπές ίσως αργότερα. - Έφερες αυτό τον κλέφτη σιο σπίτι (ίου; μου λέει ανόρεχτα η μάνα μου. - Μαμά, ο Φαμπρίτσιο δεν είναι κλέ(ρτης. Θα σου τον


γνωρίσω μόλις επιστρέψουμε από τις διακοπές και είμαι σίγουρη ότι θα αλλάξεις γνώμη. - Πότε θα γυρίσετε; - Σε μια βδομάδα. Λέω να πάμε στη Σαντορίνη. - Γιατί δεν πάτε κάπου πιο ήρεμα; - Γιατί εκεί θα βρίσκεται η Λορίν με τον Χοσέ. - Αν είναι η Λορίν κοντά σου, θα είμαι πιο ήσυχη. - Πάψε, βρε μαμά, να κάνεις λες και είμαι κοριτσάκι. - Για μένα πάντα θα είσαι το κοριτσάκι μου. Συγκινούμαι. Την αγκαλιάζω και τη φιλάω. - Σου υπόσχομαι ότι αυτή τη φορά όλα θα πάνε καλά, της λέω. - Αμήν, κορίτσι μου. Άντε, πήγαινε στο καλό και φρόντισε να περάσετε όμορφα.

Την επομένη φεύγουμε αεροπορικώς για τη Σαντορίνη. Στο αεροδρόμιο μας περιμένουν η Λορίν και ο Χοσέ. Μένουμε ο ένα καταπληκτικό ξενοδοχείο με θέα το ηφαίστειο. Ο Φαμπρίτσιο δε χορταίνει να θαυμάζει τα ηλιοβασιλέματα από τη βεράντα μας, να κολυμπά, να τρώει φρέσκα ψάρια το μεσημέρι και να απολαμβάνει το βράδυ τις μακαρονάδες του στο πιο σικ ιταλικό εστιατόριο του νησιού. Τα βράδια μας γενικά είναι ήρεμα. Μια βόλτα μετά το φαγητό στο μπαρ, που έχει θέα τη θάλασσα, και γύρω στη μία το βράδυ επιστρο(|>ή στο ξενοδοχείο, για να συνεχιστεί η βραδιά μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες με εμάς να αγναντεύουμε αγκαλια-


σμένοι την ανατολή του ήλιου καθώς γεννιέται από τα σπλάχνα της θάλασσας. Μετά κοιμόμαστε μέχρι τις δώδεκα το μεσημέρι και μαζί με τη Λορίν και τον Χοσέ πηγαίνουμε για μπάνιο. Η Λορίν βρίσκει τον Φαμπρίτσιο ακαταμάχητο και εγώ διακρίνω ότι ο Χοσέ είναι ερωτευμένος με την πατρόνα του. Την περιποιείται συνεχώς και όσο πιο βαθιά χώνει το χέρι στην τσέπη της τόσο πιο πολύ ο Μεξικανός της τρέχει να ικανοποιήσει και την πιο παράλογη επιθυμία της, όπως να της πιάνει το χέρι συνεχώς, ακόμη και όταν κάνουν ηλιοθεραπεία. Εύχομαι αυτή τη φορά να έχει βρει αυτό που θέλει. Επιστρέφουμε στην Αθήνα στο τέλος Αυγούστου μαυρισμένοι και πιο ερωτευμένοι από ποτέ. Η Λορίν θα συνεχίσει τις διακοπές της με τον Χοσέ μέχρι το τέλος Σεπτέμβρη. Θα επισκεφτούν όσο πιο πολλά νησιά γίνεται. Κανονίζω να φάμε στης μητέρας μου. Ο Φαμπρίτσιο με ρωτάει που μπορεί να βρει λουλούδια. Αγοράζουμε ένα τεράστιο καλάθι με πολλά όμορφα φυτά και μια μικρή τούρτα από ένα ζαχαροπλαστείο. Καθώς φτάνουμε στο οιιίιι της Σοφίας, αρχίζω να ανησυχώ. «Μήπως είναι ιιολύ νωρίς;» σκέφτομαι. Η πόρτα ανοίγει και η μητέρα μου, ντυμένη με τα καλά της, μας υποδέχεται. Απλώνει το χέρι της σιον Φαμπρίτσιο και αυτός της το φιλάει. Διακρίνω σιο βλέμμα της τη γυναικεία φιλαρέσκεια να ξυπνάει. - Τώρα καταλαβαίνω γιατί η Μαρίνα είναι τόσο όμορφη, της λέει στα αγγλικά, που ευτυχώς η μητέρα μου τα μιλάει αρκετά καλά.


Της προσφέρει τα λουλούδια κι εγώ το γλυκό. Το τραπέζι είναι στολισμένο σαν χριστουγεννιάτικο. Έχει μαγειρέψει του κόσμου τα φαγητά. Ο καλός μου τα δοκιμάζει όλα, προς μεγάλη ικανοποίηση της Σοφίας, που μια ζωή επιμένει πως δεν την καταδέχομαι. Μα πόσα μπορεί να χωρέσει το στομάχι μιας γυναίκας που προσέχει τη σιλουέτα της; Μιλάμε συνεχώς και όσο προχωράει η ώρα και αφού έχει περάσει η ώρα της ανάκρισης του πρώτου βαθμού, τόσο πιο πολύ νιώθω την επιδοκιμασία της. Η γοητεία του είναι δεδομένη και καμιά γυναίκα δεν μπορεί να αντισταθεί σ' αυτή. Λίγο πριν τελειώσει το γεΰμα του, την ώρα του γλυκού, που το έφτιαξε με τα χέρια της, ο Φαμπρίτσιο βγάζει ένα βελούδινο κουτάκι από την τσέπη του και το αφήνει προς το μέρος της. Μένω κατάπληκτη. Δε μου είχε πει τίποτε. «Α, τον παλιοκαζανόβα», σκέφτομαι. - Περ λέι, σινιόρα Σοφία, της λέει. Λα πιου μπέλα μάμα (Για σας, κυρία Σοφία. Την πιο όμορφη μαμά). Η Σοφία το ανοίγει δισταχτικά και προλαβαίνω να διακρίνω μια πλατινένια καρφίτσα σε σχήμα λουλουδιού, διάσπαρτη από πέρλες και μπριγιάν. Μένουμε και οι δύο με το στόμα ανοιχτό και ευτυχώς που δε γυροβολούν μύγες τριγύρω. Η μάνα μου εξετάζει το κόσμημα και σκέφτεται αν πρέπει να το δεχτεί, γιατί είναι ακριβό ή γιατί μπορεί να είναι κλεμμένο. Μπορεί να έχει συμπαθήσει τον Φαμπρίτσιο, όμως έχει μάθει στη ζωή της να είναι επιφυλαχτική, κυρίως με άτομα που δε γνωρίζει. - Φόρεσέ τη, μαμά, της λέω. Πρέπει να σου πηγαίνει πολύ.


Μετά από δισταγμό τριών δευτερολέπτων τη φοράει ΚΗΙ καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι. Καμιά γυναίκα δεν μπορεί να αντισταθεί στη λάμψη ενός κοσμήματος. Σκύβει και τον φιλάει στο μάγουλο. - Σ' ευχαριστώ, αγόρι μου, του λέει. Ο πάγος έχει σπάσει εντελώς. Η βραδιά συνεχίζεται και η μαμά νιώθει μοναδική κάθε φορά που ο Φαμπρίτσιο την αγκαλιάζει προστατευτικά από τους ώμους. Επιστρέφουμε στο σπίτι γύρω στις δύο το πρωί - μ ε τη Μέριλιν στο καλάθι της- και κοιμόμαστε και οι τρεις στο κρεβάτι. Για μια βδομάδα τον ξεναγώ στην Αθήνα. Επισκεπτόμαστε δύο τρία επώνυμα κοσμηματοπωλεία και αυτός κατορθώνει μέσα σε ελάχιστη ώρα να κάνει τις απαραίτητες δημόσιες σχέσεις και να ανταλλάξει τηλέφωνα που αφορούν σε κάποια μελλοντική συνεργασία. Καλώ στο σπίτι μου τη Ναταλί με το σκηνοθέτη, τη Δανάη, την Ελένη, τον αδερφό μου και τη Φανή. Ο Φαμιιρίτσιο κερδίζει, όπωςτο περιμένω, τη συμπάθεια όλων αιιό την πρώτη στιγμή, μετά την αγωνιώδη προσπάθεια να τους χαιρετήσει στα ελληνικά που έχει αρχίσει να μελετάει από ένα βιβλίο αλλά και με τη βοήθειά μου. - Γεια σας, καλώς ήρθατε. Με λένε Φαμπρίτσιο. Εσάς; Για αρχή καλά είναι. Τουλάχιστον αυτά"που έμαθε τα μιλάει σωστά. Παρατηρώ τη Δανάη, που έχει όψη άρρωστης, και προσπαθώ να την ξεμοναχιάσω για να μάθω τα νέα.


- Τίποτε, μου απαντάει ανόρεχτα. Τον είδα δυο τρεις φορές, αλλά τα χρήματα ακόμη να επιστραφούνε. Εδώ και δέκα μέρες έχει εξαφανιστεί πάλι. - Ως εδώ ήτανε, της λέω. Μεθαύριο φεύγει ο Φαμπρίτσιο και θα ερευνήσουμε μαζί το θέμα. Έχεις το λόγο μου.

Ο Φαμπρίτσιο φεύγει για τη Ρώμη και το σπίτι αδειάζει ξαφνικά από την τεράστια παρουσία του. Η απουσία του είναι δυσβάσταχτη. Ακόμη και η Μέριλιν τον ψάχνει παντού. Νιώθω σχεδόν άρρωστη. Την επομένη συναντιέμαι με τη Δανςίη και πάμε στη μαρίνα που έχει αραγμένο το κότερο του ο Νικήτας. Είμαστε αποφασισμένες, αφού η Μελίνα δε γνωρίζει το όνομα, να πάρουμε πληροφορίες από τα γύρω κότερα για τον περιβόητο Νικήτα, που έχει καταντήσει Φαντομάς. Καθώς πλησιάζουμε, βλέπω τη Δανάη να ταράζεται. - Τι συμβαίνει; τη ρωτάω. - Εκεί είναι, μου λέει. Το έχουνε φέρει πίσω. - Ποιο; - Το κότερο. Να το, αυτό είναι. «Πήγασος» δε λέει στην πρύμη του; - Εγώ βλέπω το όνομα «Πήγασος» σε μια θαλαμηγό και όχι οε κότερο. - Κ, αυτό είναι σου λέω. - Μα, χρυσό μου, αυτό δεν είναι κότερο αλλά επιβατηγό πλοίο. ΙΙρέιιει να έχει πολλά λεφτά ο άνθρωπος. Δεν είναι


δυνατό να μην μπορεί να σου επιστρέψει δεκαπέντε εκατομμύρια. Μόνο για να κινηθεί αυτό το πράγμα χρειάζεται ένα εκατομμύριο τη μέρα. Τέλος πάντων. Αφοΰ είναι εδώ ο «Πήγασος», θα είναι και ο Νικήτας. Πάμε. - Μήπως δεν είναι σωστό να πάμε απροειδοποίητα; - Μωρέ, τι μας λες; Εδώ μας χρωστάνε τόσα λεφτά και θα μας κλείσουνε την πόρτα; Εξάλλου θέλω πολΰ να γνο>ρίσω τον λεγόμενο. Φτάνουμε δισταχτικές στην προβλήτα. Διακρίνω δυο τρεις νέους άντρες,να καθαρίζουνε και έναν ηλικιωμένο άντρα με ασημένια μαλλιά και το καπέλο του καπετάνιου να καπνίζει ένα ποΰρο, ατενίζοντας τη θάλασσα. - Ποιος είναι αυτός; ρωτάω. - Δεν ξέρω. Μάλλον ο καπετάνιος θα είναι, μου λέει. Ή ο πατέρας του, αν και η θαλαμηγός ανήκει στον Νικήτα. Στεκόμαστε στην άκρη της σκάλας αναποφάσισιες. - Καλή σας μέρα, λέω δυνατά πρώτη εγώ. Ο αριστοκρατικός άντρας βγάζει αργά τα γυαλιά του ηλίου από τα μάτια και μας παρατηρεί προσεχτικά. - Καλημέρα σας, απαντάει. Σε τι μποροι να φανώ χρήσιμος; - Μποροΰμε να σας μιλήσουμε; λέω πάλι εγώ. - Παρακαλώ, περάστε μέσα. Μπαίνουμε μέσα προσπαθώντας (Σχεδόν να μην πατήσουμε πάνω στο καλογυαλισμένο ξΰλινο πάτωμα και το λερώσουμε. Ο άντρας κατεβαίνει από μια σκάλα και έρχεται προς το μέρος μας. Πρέπει να είναι κοντά στα εξήντα.


- Ο πατέρας του θα είναι, λέει η Δανάη. - Κυρίες μου, μας λέει. Μήπως γνωριζόμαστε και δεν το θυμάμαι; - Μαρίνα Κοντέα, του συστήνομαι καθώς απλώνω το χέρι μου, και από εδώ η φίλη μου Δανάη Παπαζήση. - Χαίρω πολύ. Αντρέας Νικολαΐδης. - Νικολαΐδης; λέει η Δανάη. Δεν είστε ο κύριος Σαρρής; Τότε θα πρέπει να είστε ο καπετάνιος. Θέλουμε να μιλήσουμε με τον ιδιοκτήτη του «Πήγασου». Ο άντρας χαμογελάει καλοπροαίρετα και αφήνει να φανεί μια πορσελάνινη οδοντοστοιχία δημιούργημα κάποιου δεξιοτέχνη οδοντιάτρου, για να μην πω καλλιτέχνη. - Εγώ είμαι ο ιδιοκτήτης του «Πήγασου», μας λέει. - Ο ιδιοκτήτης; Τότε γιατί ο γιος σας έχει διαφορετικό επώνυμο; ρωτάω κοιτάζοντας με αυστηρό βλέμμα τη Δανάη. «Λες να έχει κάνει λάθος πλοίο;» σκέφτομαι. - Μα δεν έχω γιο. Έ χ ω τρεις υπέροχες κόρες. - Με συγχωρείτε, κύριε Νικολαΐδη, λέει η Δανάη, αλλά εγώ έχω έρθει σ' αυτή τη θαλαμηγό αρκετές φορές με τον ιδιοκτήτη της, που λέγεται Νικήτας Σαρρής. Ο άντρας μένει εμβρόντητος και δε διστάζει να το δείξει. - Νικήτας Σαρρής είπατε; Μήπως εννοείτε έναν από τους υπαλλήλους μου που προσέχει τον «Πήγασο» τα βράδια, ό•ιαν δεν τον χρησιμοποιώ; Η Δανάη ανοίγει την τσάντα της με γρήγορες κινήσεις και βγάζει μια (ρωιογραφία. - Λυτός είναι; ρωτάει με αγωνία.


- Ναι, ναι. Αυτός είναι. - Μπορούμε να του μιλήσουμε; Η ταραχή της τώρα είναι ολοφάνερη. - Δεν ανήκει πια στο προσωπικό μου. Έφυγε πριν αιιά δέκα περίπου μέρες. - Που μπορούμε να τον βρούμε; ρωτάει. Είναι χλομή και μετά βίας στέκεται στα πόδια της. - Μα τι συμβαίνει τέλος πάντων; Μπορώ να μάθω; ρωτάει ο άντρας. Είπατε ότι σας έφερε εδώ και παρουσιάσιηκε σαν ιδιοκτήτης. - Είναι ολόκληρη ιστορία, του λέει. - Νομίζω όμως ότι με αφορά. Θέλετε να μου μιλήσετε; Ι σ ω ς μπορώ να βοηθήσω, μας λέει κοιτάζοντας τη Δανάη. Κοιτάξτε, είναι ώρα φαγητού. Τι λέτε; Θέλετε να φάμε παρέα και συγχρόνως να μου διηγηθείτε τι συμβαίνει; - Ναι, κύριε Νικολαΐδη, απαντάω εγώ. Νομίζω ότι ί ο θέμα αφορά κι εσάς. Η Δανάη τού διηγείται την περιπέτειά της, προσέχοντας να μην αναφερθεί σε πολύ προσωπικές λεπιομέρειες. Ο εφοπλιστής την παρακολουθεί με ενδιαφέρον. Στο τέλος μάς λέει ότι αισθάνεται ντροπιασμένος που ένας υπάλληλός του χρησιμοποίησε την ιδιότητά του και την ιδιοκτησία του για να γοητεύσει μια γυναίκα και να της αιιοσιιάσει χρήματα. - Θα φροντίσει ο δικηγόρος μου, της λέει. Τον είχα στη δουλειά μου ενάμιση χρόνο και είχε δείξει ήθος και εργατικότητα. Γι' αυτό και του εμπιστεύτηκα πριν από έξι μήνες τη φύλαξη του «Πήγασου». Το βράδυ της δεξίωσης του ζεύ-


γους Καραγιάννη είχαμε πάει μαζί, γιατί αρρώστησε ξαφνικά ο προσωπικός μου οδηγός και του ζήτησα να οδηγήσει αυτός το αυτοκίνητο. Του είπα να μην περιμένει στο αυτοκίνητο, αλλά να έρθει μέσα και να απολαύσει τη βραδιά. Αρκεί να είχε σε ετοιμότητα το κινητό του, ώστε να τον έβρισκα αμέσως μόλις θα αποφάσιζα να φύγω. - Ώ(πε εσείς ήσασταν ο καλεσμένος της Μελίνας Καραγιάννη και όχι αυτός. - Μα φυσικά. Συνήθως οι οδηγοί περιμένουν στα αυτοκίνητα, αλλά εγώ είμαι πιο ελαστικός με τους υπαλλήλους μου. Θα πρέπει όμως στο μέλλον να είμαι λιγότερο ελαστικός, φοβάμαι. Μην ανησυχείτε, κυρία Παπαζήση. Θα τον βρούμε, γιατί νομίζω ότι έχει να δώσει εξηγήσεις και σε μένα. - Μόνο θέλω να σας παρακαλέσω κάτι, τον διακόπτει η Δανάη. - Παρακαλώ... - Να μην πάρει έκταση το θέμα. Δε θέλω να δημοσιοποιηθεί τίποτε. Έ χ ω ανήλικα παιδιά... καταλαβαίνετε... - Σας καταλαβαίνω. Μην ανησυχείτε. Ό λ α θα γίνουν εντελώς διακριτικά. Χαιρετούμε τον ευγενέστατο άντρα και φευγουμε από τον «I Ιήγασο». Η Δανάη περπατάει με δυσκολία. Τη συνοδεΰ(0 (Γιο σπίτι της και αποφασίζω να μείνω μαζί της. Μόλις μπαίνουμε, ξεσπάει σε γοερά κλάματα. Η Αλίκη τρέχει (πην αγκαλιά της προσπαθώντας να καταλάβει. - Γιατί κλαις, μαμά; τη ρωτάει, ενώ τα ματάκια της έχουν κιόλας βουρκώσει.


Η Δανάη σφίγγει στην αγκαλιά της την κόρη της και (JU· νεχίζει το κλάμα χωρίς να μπορεί να απαντήσει. - Γιατί κλαίει η μαμά, νονά Μαρίνα; με ρωτάει. Κατορθώνω και παίρνω το παιδί στην αγκαλιά μου, ενώ η Δανάη τρέχει στην τουαλέτα. - Καμιά φορά, της λέω, οι μανούλες πονάνε και τότε κλαίνε. - Πού πονάει η μαμά; με ρωτάει και τα αθώα ματάκια της με κοιτάζουν με απορία. - Πονάει η καρδούλα της, της λέω, αλλά σε λίγο θα είναι καλά. «Και η τσέπη της», σκέφτομαι. Ο Μάρκος μπαίνει στο σαλόνι. Έχει ψηλώσει πολύ και έχει ομορφύνει επικίνδυνα. Είναι σχεδόν άντρας. Πού είναι το αγοράκι που με υποδεχότανε με αγκαλίτσες όταν με έβλεπε; Κάθε φορά που τον βλέπω, νομίζω ότι ψηλώνει και πέντε πόντους. - Γεια σου, Μαρίνα, μου λέει. Πού είναι η μαμά; Βέλο) να της πω κάτι πριν βγω έξω. - Ραντεβού; τον ρωτάω. - Κάτι τέτοιο, μου λέει και γελάει. - Έ χ ε ι ς μεγαλώσει, Μάρκο μου. Πόσων χρόνων κίσαιτώρα; - Μπήκα στα δεκαεφτά. - Μοιάζεις πολύ μεγαλύτερος. Το ξέρεις; - Το ξέρω. Μου το λένε όλοι. Τι να κάνουμε; Εγώ δείχνο> μεγαλύτερος από την ηλικία μου, ενώ η μαμά και εσύ μικραίνετε με τα χρόνια. Σε λίγο θα είμαστε συνομήλικοι.


Η πόρτα του μπάνιου ανοίγει και η Δανάη βγαίνει έξω με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα και γενικά στα μαύρα της τα χάλια. Ο Μάρκος την κοιτάζει κατάπληκτος και χωρίς να πει τίποτε πάει στην κουζίνα. Σε πέντε λεπτά γυρίζει με ένα ποτήρι ουίσκι με μπόλικο πάγο. - Έλα, μαμά, αυτό θα σε ηρεμήσει. Πιες το, της λέει, ενώ την αγκαλιάζει από τους ώμους. Θέλεις κι εσύ ένα, Μαρίνα; - Δεν είναι άσχημη ιδέα. Κοιτάζω το όμορφο παλικάρι και συγκινούμαι με την αφοσίωση του. Η αγάπη του για τη μάνα του είναι μεγάλη. Ζηλεύω λιγάκι. Καθώς απομακρύνεται, της λέω: - Είσαι ανόητη. Σκας για έναν αλήτη και δε βλέπεις την αγάπη των παιδιών σου. Αυτά είναι ο πραγματικός θησαυρός που έχεις, Δανάη. Αυτά και η υγεία. Ό λ α τα άλλα είναι περαστικά έως περιττώματα. Στενοχωριέσαι για τα χρήματα, ενώ στην ουσία είσαι πλούσια. Πολύ πλούσια. Τ η νιώθω να χαλαρώνει. Πίνει δύο γουλιές από το ποτό της και τακτοποιεί τα μαλλιά της. Ο Μάρκος επιστρέφει και μου προσφέρει το ποτό μου. - Ξέρεις, μαμά, λέει στη Δανάη. Είχα ένα ραντεβού, αλλά θα το ακυρώσω. Βλέπω ότι δεν είσαι καλά και λέω να μείνο) εδώ. - Δεν είναι ανάγκη, Μάρκο μου. Είμαι καλά. Μην ανησυχείς. ΙΙήγαινε στο ραντεβού σου. - 'Οχι, δεν μπορώ. Ο νους μου θα είναι σε σένα. Θα είμαι (πο δωμάτιό μου. Φώναξέ με, αν αισθανθείς άσχημα. Θα


πάρω και την Αλίκη μαζί μου. Καλύτερα να μείνετε μάνκς σας με τη Μαρίνα, μόνες σας. Παίρνει την αδερφή του αγκαλιά και απομακρύνονται, - Η μαμά πονάει στην καρδιά της, του λέει η μικρή. Ο Μάρκος γυρίζει το κεφάλι και μας κοιτάζει. - Το ξέρω, της λέει. Ό μ ω ς η μαμά είναι δυνατή. Θα γίνει καλά. Μην ανησυχείς. - Τα είδες; της λέω. Είδες πόσο πλούσια είσαι; - Ό,τι έγινε έγινε. Αυτός ο αλήτης έχει διαγραφεί από την καρδιά μου, όπως και όλοι οι άντρες. Δε θέλω να ξανακούσω για άντρα. Έ φ α γ α τα καλύτερά μου χρόνια προσπαθώντας να είμαι δίπλα σ' έναν άντρα, γιατί πίστευα ότι η ζωή χωρίς αυτόν δεν αξίζει τίποτε. Χρειάστηκε να φτάσω στα σαράντα για να καταλάβω ότι έκανα λάθος. Λάθος πάνω στο λάθος. Μέχρι και για τα παιδιά μου αδιαφόρησα κάποιες στιγμές. Τα παιδιά μου, που τώρα κατάλαβα πόσο πολύ μ' αγαπάνε, πόσο πολύ τα αγαπώ. Τέρμα. Κουράστηκα. Ε, λοιπόν, ο το λέω μια και καλή. Άντρες; Ευχάριστο'», δε θα πάρω. Την κοιτάζω και προσπαθώ να διακρίνο» ΟΊΟ βλέμμα της αν πιστεύει αυτά που λέει. Ναι, τα πιστεύει. 11 (οριμότητα, η λογική και η αποφασιστικότητα έχουν σιήαει χορό μέσα στα μάτια της, που σχεδόν έχουν αλλάξει χρώμα. «Άλλη ριζική αλλαγή», συλλογίζομαι. Τελικά τα σαράντα είναι η κρίσιμη ηλικία της γυναίκας. Η ηλικία των μεγάλων αποφάσεων και αλλαγών στη ζωή της. - Μου φαίνεται ότι υπερβάλλεις λιγάκι. Άσε προπα να

Azara


τον βρούμε και μετά βλέπουμε. Δε θα χάσουμε τα χρήματα γιατί το θέλει αυτός, - Να σου πω κάτι; Σκασίλα μου για τα χρήματα. Τη χαμένη μου αξιοπρέπεια και την αυτοεκτίμησή μου με ενδιαφέρει να βρω. Γιατί ό,τι είχα με αυτό τον άνθρωπο δεν ήταν σχέση, ήταν ξεπεσμός. Καλά να πάθω. Ήθελα, βλέπεις, μεγαλεία και θαλαμηγούς, χωρίς να εξετάζω τον άνθρωπο. Μόνο να περάσω καλά με ενδιέφερε. Να όμως που εξαιτίας αυτού του άθλιου είδα πόσο άθλια υπήρξα εγώ. Στο πρόσωπο του είδα το πρόοωπό μου και, πίστεψέ με, δε μου άρεσε καθόλου. Εκπλήσσομαι για τα καλά. Η Δανάη, σαν μια δεύτερη Ναταλί, σκέφτεται διαφορετικά από το πρόσφατο παρελθόν. Προσπαθώ να αμβλύνω τους τόνους. - Αυτό σημαίνει ότι θα παραιτηθείς από την προσπάθειά σου να διεκδικήσεις τα χρήματά σου; - Και να θέλω, δε γίνεται. Δεν άκουσες τι είπε ο Νικολα'ί'δης; Ότι θα βάλει λυτούς και δεμένους να τον βρούνε. Δεν είναι, βλέπεις, και λίγο να χρησιμοποιεί ένας υπάλληλος σου το κρεβάτι σου για να βγάλει τα μάτια του και να αλωνίζει στο χώρο σου σαν να είναι δικός του. Ή , νομίζεις, επειδή δεν τα είπα αυτά, δεν το κατάλαβε; Για χαζό τον έχεις; Απλώς ήταν διακριτικός. Τον πλήρωνε για να φυλάει τη θαλαμηγό και όχι για να γλεντάει εκεί πάνω. - Και αν τον βρει, θα προχωρήσεις δικαστικά; - Μη με ρωτάς. Δεν ξέρω τι θα κάνω. Εξαρτάται από τις απαντήσεις που θα πάρω. Κυρίως όμως με ενδιαφέρει να μη δημοσιοποιηθεί το θέμα.

Azara


- Εγώ πάντως θα είμαι δίπλα σου. - Δε χρειάζεται να μου το πεις. Πάντα είσαι. Ό τ α ν φεΰγω από το σπίτι της, είναι πολΰ πιο ήρεμη. Το ίδιο κι εγώ.

Τα καθημερινά τηλεφωνήματα με τον Φαμπρίτσιο συνεχίζονται και το ενδιαφέρον του για μένα είναι μεγαλΰτερο από όσο περίμενα. Μου λέει ότι πρέπει να πάω στη Ρώμη για να με γνωρίσουν οι δικοί του. Τους έχει ήδη μιλήσει για μένα. Αποφασίζω να πάω στο τέλος της βδομάδας για τέσσερις μέρες. Παραμονή της αναχώρησής μου είμαι στο γραφείο και δουλεΰω περισσότερο από κάθε άλλη φορά, για να μην υπάρξουν κενά κατά τη διάρκεια της απουσίας μου. Πνίγομαι εν μέσω τηλεφωνημάτων, όταν μπαίνουν στο γραφείο μου η Δανάη μαζί με την Ελένη αναψοκοκκινισμένες και μες στην καλή χαρά. - Προς τι αυτή η εφηβική παλινδρόμηση; ρωτάω, Έρωτας ή σας έπεσε ο πρώτος αριθμός; Η Δανάη κλείνει την πόρτα απότομα και <|)έρνεΐ την καρέκλα της όσο πιο κοντά γίνεται στο γραφείο μου, ενώ η Ελένη στέκεται όρθια σαν μπάστακας μιιροσιά στην πόρτα, προφανώς για να εμποδίσει την είσοδο οποιουδήποτε θέλει να διακόψει αυτή τη «μυστική σύσκεψη». - Λοιπόν; ρωτάω απορημένη έο>ς εκνευρισμένη. Γρήγορα, γιατί πνίγομαι!


- Τον βρήκαμε, μου λέει η Δανάη, ενώ στο πρόσωπο της παρελαύνει η ικανοποίηση καβάλα στο θρίαμβο. Τον τσακώσαμε σαν το ποντικό στη φάκα!!! - 1 Ιοιον βρήκατε; Και πώς τον τσακώσατε; - 1 Ιοιον ψάχνουμε, γλυκιά μου; - Εγώ πάνιως δεν ψάχνω κανέναν. - Τον Νικήτα, ανόητη. Τον βρήκαμε. - Λ cno καλό! Τόσο γρήγορα; - I Ιαιδάκι μου, όταν ρέει το χρήμα και η εξουσία, τα πάντα γίνονται. - Και πού βρίσκεται; - Στην Κόρινθο. Από εκεί κατάγεται το πουλάκι μου. - Πελοποννήσιος και αυτός; Ωραία φρούτα βγάζει ο τόπος σου. - Κόψε τις ειρωνείες και άκου προσεχτικά τι έμαθα. Διαπραγματεύεται να ανοίξει καφετερία με κάποιον ντόπιο που έχει πολλά λεφτά και που, από ό,τι λένε οι πληροφορίες μου, τον προορίζει για πεθερό του. - Τέτοιο φρούτο... - Αφού σου λέω, εκείνη τη στιγμή με πήρε η Ελένη για να μάθει τα νέα μου και δεν κρατιόμουνα. Της είπα να έρθουμε μαζί να σου τα πούμε. - Τώρα τι θα κάνεις; - Θέλω να έρθεις μαζί μου στην Κόρινθο. Θα έρθει και η Ελένη. Έτσι δεν είναι, Ελένη; Κοιτάζει προς το μέρος της και ΐ] Ελένη τής χαμογελάει συγκαταβατικά. Χρειάζομαι μάρτυρες και συμμάχους. Δεν μπορώ να τον αντιμετωπίσω μόνη μου.


- Δανάη μου, αύριο φεύγω για Ρώμη. Δε γίνεται. Ο Φαμπρίτσιο έχει κανονίσει να γνωρίσω τους δικούς του. Βλέπω την ικανοποίηση να ξεκαβαλάει το θρίαμβο και να είναι έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Μετά συνειδητοιιοιώ ότι τα μάτια της έχουν βουρκώσει. - Μη μ' αφήνεις, Μαρίνα. Πρέπει να με βοηθήσεις. Μόνη μου δε θα τα καταφέρω. Πιάνω με τα δυο μου χέρια το κεφάλι και προσπαθώ να σκεφτώ. Δε μου έρχεται όμως τίποτε. - Να δω τι θα πω στον Φαμπρίτσιο, της λέω. Πότε φεύγουμε; Σηκώνεται όρθια και με αγκαλιάζει σφιχτά. - Το ήξερα. Σ' ευχαριστώ πολύ. Σ' αγαπώ πολύ. Αύριο, μου λέει. Στις οχτώ το πρωί. Θα περάσω να σε πάρω από το σπίτι. Η απογοήτευση του Φαμπρίτσιο είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο περίμενα. Κατορθώνω να τον πείσω ότι έτσι είναι το σωστό και ότι μόλις ξεμπερδέψουμε θα τον ενημερώοο). Κατεβάζω το ακουστικό πριν αλλάξω γνώμη και αναθεματίζω τον άθλιο τον Νικήτα που μπήκε στη ζωή της φίλης μου και μας έκανε άνω κάτω. Την επομένη η Δανάη στις οχτώ παρά πέντε λεπτά βρίσκεται στο σπίτι μου μαζί με την Ελένη. Ξεκινάμε με τη Mercedes της αμέσως για την Κόρινθο. Δεν έχω καν προλάβει να πιω τον καφέ μου, αλλά έχει (ρροντίσει η Ελένη, μαθημένη από ταξίδια, να έχει ένα θερμός μαζί της με ζεστό καφέ. Το ταξίδι είναι άνετο και σε μία ώρα έχουμε


φτάσει στην Κόρινθο. Έχουμε όλα τα στοιχεία στα χέρια μας και δεν είναι καθόλου δύσκολο να εντοπίσουμε το οίκημα που ο Νικήτας προορίζει να κάνει πρώτο όνομα της πόλης. Η τΰχη είναι με το μέρος μας, γιατί, καθώς παρκάρουμε το αυτοκίνητο, τον βλέπουμε να βγαίνει από την ιιόρτα της μελλοντικής καφετερίας μαζί με δυο άλλους άντρες. Πεταγόμαστε γρήγορα έξω και τον πλησιάζουμε. Στήν αρχή ρίχνει ένα διακριτικό βλέμμα θαυμασμού, από αυτά που ρίχνει κάθε αρσενικό όταν βλέπει ωραίες γυναίκες. Ό τ α ν όμως σταματάμε μπροστά του, φαίνεται να εκπλήσσεται και ο ίδιος με τη γοητεία του, που είναι προφανώς ακαταμάχητη ώστε να τραβάει τις γυναίκες σαν μαγνήτης. - Καλημέρα, Νικήτα, λέει πρώτη η Δανάη βγάζοντας τα γυαλιά ηλίου και τότε η ακαταμάχητη θωριά του μεταβάλλεται σε μια καμπουριασμένη φιγούρα που εύχεται να μπορούσε να γίνει καπνός και να διαλυθεί εκείνη τη στιγμή. - Καλημέρα, Νικήτα, του λέμε η Ελένη κι εγώ. - Γεια σας, κορίτσια... Πώς από τα μέρη μας; Φαίνεται ότι καταβάλλει αγωνιώδεις προσπάθειες να κρατήσει την αυτοκυριαρχία του, ενώ ο ένας από τους δύο άντρες τον κοιτάζει καχύποπτα. - Να σας συστήσω, λέει ο Νικήτας. Από εδώ η κυρία Δανάη ΙΤαπαζήση, η κυρία... - Μαρίνα Κοντέα, λέω εγώ. - Ελένη Βενέτη, συστήνεται η Ελένη. - Φίλες του Νικήτα από την Αθήνα, συμπληρώνω. Δη-


λαδή όχι φίλες φίλες, ακριβώς, αλλά φίλες του εργοδότη του, του κυρίου Νικολαΐδη, του εφοπλιστή. - Ναι, λέει ο Νικήτας. Πολΰ φίλες του κυρίου Νικολαΐδη, Από εδώ ο μηχανικός μας, ο κΰριος Σαρόγλου, και ο πεθερός μου, ο κΰριος Μανάβης. - Χαίρω πολΰ, λέει ο ίδιος. Πώς από δω; - Α, ήρθαμε συστημένες από τον κΰριο Νικολαΐδη, συνεχίζω ακάθεκτη, μια και η Δανάη θυμίζει μαρμαρωμένη πριγκίπισσα. Βλέπετε, έχουμε κάτι προσωπικές δουλειές στην Κόρινθο και ο κΰριος Νικολαΐδης μάς είπε ότι ο Νικήτας, μια και είναι ντόπιος, θα μας εξυπηρετήσει σε ό,τι χρειαστοΰμε. Έτσι δεν είναι, Νικήτα; - Βέβαια... Αλίμονο. - Λοιπόν, Νικήτα, λέει ο πεθερός του, εμείς φεΰγουμε. Και το βράδυ σε περιμένουμε στο σπίτι. Μην ξεχαστείς με τις δουλειές. Καλή σας μέρα, κυρίες μου. Εμένα με συγχωρείτε. Είμαι πολΰ βιαστικός. Αν μείνετε εδώ, μη διστάσετε να μας ενοχλήσετε για ό,τι χρειαστείτε. - Μπορεί και να σας χρειαστούμε, λέει επιτέλους η ξεμαρμαρωμένη πριγκίπισσα. Μόλις οι δΰο άντρες φεΰγουνε, ο Νικήτας χαλαρώνει, όπως χαλαρώνει ο μελλοθάνατος που λίγο πριν τον αποκεφαλίσουνε διαπιστώνει ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη λαιμητόμο. - Πώς με βρήκες; ρωτάει τη Δανάη, περισσότερο απογοητευμένος παρά έκπληκτος. - Δε σε βρήκα εγώ. Ο Νικολαΐδης σε βρήκε. Τα ξέρει ό-


λα. Τα κορίτσια βέβαια κατάλαβες ποια είναι. Σου είχα μιλήσει για τις φίλες μου. - Ναι, βέβαια. Ώστε τα ξέρει όλα... Γιατί, Δανάη; Ήταν ανάγκη; Μου 'ρχεται να τον χαστουκίσω. Έχει και θράσος. - I Ιώς αλλιώς θα σε έβρισκα; - Θα σου τηλεφωνούσα. - Πότε; Του αγίου ποτέ; Δεν ντρέπεσαι λίγο; - Μη φωνάζεις. Πάμε μέσα να μιλήσουμε ήσυχα. Τον ακολουθούμε στο εσωτερικό του κτιρίου, που είναι μισογκρεμισμένο. - Από ό,τι βλέπω, προχωράνε τα πράγματα με τα λεφτά μου. Ώστε και γαμπρός; Πότε πρόλαβες να τη γνωρίσεις; - Την ήξερα, τα είχαμε πριν φύγω για την Αθήνα. Της είχα υποσχεθεί ότι θα γύριζα με λεφτά. - Τέτοιος έρωτας και μπορούσες να κοιμάσαι μαζί μου; Και όχι μόνο αυτό, αλλά και να με κλέβεις! Τι είδους άνθρωπος είσαι εσύ; Πες μου! Ή , μάλλον, τι είδους κτήνος είσαι; Τα μάτια της βγάζουνε φλόγες. Εγώ και η Ελένη καθόμαστε στην άκρη, έτοιμες να επέμβουμε αν χρειαστεί. - Έπαιξες καλά το παιχνίδι σου, συνεχίζει η Δανάη. Όμως τ(όρα τέλειωσε. Θέλω τα χρήματά μου. - Θα σου τα επιστρέψω σύντομα. - Δεν κατάλαβες καλά. Σήμερα θα μου τα επιστρέψεις. Διαφορετικά θα μάθει ο πεθερός σου και όλη η πόλη τι κουμάσι είσαι. Εξάλλου, από ό,τι λένε οι πληροφορίες μου, δε


θα σου λείψουνε τα χρήματα. Ο πεθερός σου είναι πάμπλουτος. Θα σε βοηθήσει. Το πρόσωπο της είναι μια παγωμένη μάσκα. Κανένα συναίσθημα δεν το φωτίζει. Ο Νικήτας σκύβει το κεφάλι για λίγο και μετά μας κοιτάζει σαν να ζητάει βοήθεια. - Είναι αποφασισμένη για όλα, του λέω. Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να επιστρέψεις τα χρήματα. - Εντάξει, λέει αποφασιστικά. Μόνο που δεν έχω όλο το ποσό. - Πόσα έχεις; - Δεκατρία εκατομμύρια. Αλήθεια σού λέω, Δανάη. Βγάζει ένα βιβλιάριο καταθέσεων και της το δείχνει. - Να, δες. Είχα είκοσι εκατομμύρια και έμειναν μόνο αυτά. Τα υπόλοιπα τα έδωσα στον πεθερό μου για το μαγαζί. Θα σου τα επιστρέψω όμως όλα αμέσως μόλις πάρω τα προ)τα χρήματα. Δώσε μου λίγη πίστωση χρόνου, Δανάη. Για το Θεό. Χάνομαι. Φαίνεται απελπισμένος και ειλικρινής. Λέω με τα μάτια μου στη Δανάη να δεχτεί. Πάμε όλοι μαζί στην τράπεζα και σε λίγο δεκατρία εκατομμύρια έχουν μεταφερθεί στο λογαριασμό της Δανάης, ενώ συγχρόνως της υπογράφει τέσσερις επιταγές των πεντακοσίων χιλιάδων, για να πάρει το ποσό μέσα σε ένα χρόνο. - Καλή τύχη, του λέει λίγο πριν χ(ι)ρίσουνε. Είμαι σίγουρη ότι τρέφει ακόμη αισθήματα γι' αυτόν. Δεν ξέρω τι την έχει πονέσει περισσότερο. Που την κορόιδεψε ή που παντρεύεται. Και ούτε θα τη ρωτήσω.


Επιβιβαζόμαστε στο αυτοκίνητο και σε λίγο γευματίζουμε σε μια πανέμορφη ταβέρνα. Η Δανάη φαίνεται πιο χαλαρή και επιμένει να μας κάνει το τραπέζι. Επιστρέφουμε το απόγευμα στην Αθήνα κατάκοπες αλλά ευτυχισμένες. Τέλος καλό, όλα καλά. Η Δανάη τηλεφωνεί στον Νικολαίδη και του λέει τις εξελίξεις. Τον παρακαλεί να μην προχωρήσει το θέμα, γιατί είναι κρίμα να διαλυθεί ένας γάμος. Τον πονάει ακόμη. Ο Νικολαΐ'δης την καλεί να έρθει στη θαλαμηγό του το επόμενο Σαββατοκύριακο μαζί με τα παιδιά της. Της λέει ότι είναι σε διάσταση με τη γυναίκα του και αν επιθυμεί μπορεί να τη φιλοξενήσει στο εξοχικό του στην Πάτμο. Η Δανάη δέχεται. Επιτέλους το όνειρο της να ταξιδέψει με τον «Πήγασο» θα γίνει πραγματικότητα! Ξέρω ότι δεν την ενδιαφέρει ο Νικολαΐδης· το άχτι της θέλει να βγάλει. Το ίδιο βράδυ ειδοποιώ τον Φαμπρίτσιο ότι φτάνω την επομένη με την πρώτη πρωινή πτήση. Ο καλός μου δεν πιστεύει στ' αφτιά του ότι τακτοποιήθηκε το θέμα της Δανάης τόσο γρήγορα. - Θα πάω από τώρα στο αεροδρόμιο, μου λέει. - Είσαι παλαβός; Τι θα κάνεις όλη τη νύχτα εκεί; - Θέλω να είμαι σίγουρος ότι δε θα με πάρει ο ύπνος και αργήσω να έρθω. - Δε θα σε πάρει ο ύπνος. - Έχεις δίκιο, μου λέει. Δε θα μπορέσω να κλείσω μάτι σήμερα. - Ούτε κι εγώ, του λέω.


9

μέχρι την προσγείωση και την ώρα που γίνεται ο έλεγχος στα διαβατήρια οι παλμοί της καρδιάς μου έχουν αγγίξει τους εκατόν είκοσι. «Δε θα τη γλιτώσω την καρδιακή προσβολή αν συνεχίσω έτσι», σκέφτομαι και αποφασιστικά περνάω την έξοδο. Μ Ε Τ Ρ Ά Ω ΤΑ ΑΕΠΤΑ

Με περιμένει ακουμπισμένος σε μια κολόνα του αεροδρομίου πανέμορφος σαν άγγελος και μόλις με βλέπει, ανοίγει τα χέρια του χαμογελώντας κι εγώ, σαν παιδί π ου του στέρησαν τη μάνα, τρέχω να κρυφτώ στην αγκαλιά του. Το ασανσέρ ανεβοκατεβαίνει δυο τρεις φορές μέχρι να χορτάσει την ηδονή των φιλιών μου και μετά τρέχοντας σχεδόν κατευθυνόμαστε προς το πάρκινγκ. Σ' όλη τη διαδρομή μέχρι την πόλη το «φτυάρι» του δεν έχει ξεκολλήσει από το μηρό μου, ενο) κινδυνεύουμε να τρακάρουμε, μια και τα μάτια του είναι σιραμμένα πάνω μου και όχι στο δρόμο. Η κόκκινη Ferrari του καταπίνει ξέγνοιαστα την άσφαλτο, σίγουρη για τη μεγαλοπρέπεια και τη δύναμή της, αφήνοντας δυνατούς θορύβους πίσω της σε


κάθε αλλαγή των ταχυτήτων. Είναι φρεσκοαγορασμένη και είναι ολοφάνερο πως ο Φαμπρίτσιο της έχει αδυναμία. Παρ' όλα (χυτά την γκαζώνει κανονικά χωρίς πιθανόν να σκέφτεται δυσάρεστες συνέπειες. Σκέφτομαι ότι είναι κρίμα να πάμε αδιάβαστοι και του το επισημαίνω τρυφερά, ενώ του δίνω ένα φιλί στο μάγουλο. - Μη φοβάσαι, μικρή μου, μου λέει. Το κορίτσι μου είναι προσεχτικό. - Το κορίτσι σου; Ποιο κορίτσι σου; - Η Ρόσα (κόκκινη), λέει και δείχνει το αυτοκίνητο. - Νόμιζα ότι έχεις μόνο ένα κορίτσι, λέω ναζιάρικα. - Και βέβαια έχω ένα κορίτσι μόνο. Εσύ είσαι η γυναίκα μου και δεν έχω σκοπό να μας συμβεί τίποτε πριν γευτώ αυτό που έχω στο νου μου. - Και τι έχεις στο νου σου; ρωτάω πονηρά. - Μα μια σπαγκέτι αλά πουτανέσκα* φυσικά. Τι φαντάστηκες; Απογοητεύομαι. - Ώστε το φαγητό είναι που βιάζεσαι να γευτείς; ρωτάω παραπονεμένα. Βάζει τα γέλια και σταματά το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Με στριμώχνει στη γωνία και νομίζω ότι σε λίγο θα σκάοο). - Βοήθεια, προσπαθώ να φωνάξω. - Δεν πρόκειται να σε βοηθήσει κανείς. Φώναζε όσο θες. * Μακαρόνια μκ ιιολιί ιιικάντικη σάλτσα.


Μια και δεν πρόκειται να με βοηθήσει κανείς, αφήνομαι στα χάδια του και σκέφτομαι ότι, αν δεν μπορείς να αποφύγεις ένα βιασμό, τουλάχιστον απόλαυσέ τον. Τελικά δε με βιάζει, διότι πρώτον στην Ιταλία οι δημόσιες περιπτΰξεις απαγορεύονται αυστηρά, δεύτερον δεν το επιτρέπει ο στενός χώρος του αυτοκινήτου και τρίτον το κινητό μου χτυπάει δαιμονισμένα. Το σηκώνω απρόθυμα. - Πού είσαι; ακούγεται η φωνή της Ναταλί. - Στη Ρώμη, αγάπη μου, της λέω ξεψυχισμένα. - Ελπίζω να μη διέκοψα κάτι που έπρεπε να γίνει. - Παραλίγο, της λέω λακωνικά. - Πότε επιστρέφεις; - Άσε να σκεφτώ πρώτα. Τη Δευτέρα το απόγευμα. Γιατί; - Γιατί την Τρίτη στις δέκα και μισή το βράδυ αρχίζει να προβάλλεται το πρώτο επεισόδιο της σειράς. Η γνώμη σου μετράει για μένα. - Αλήθεια το λες; Να είσαι σίγουρη ότι δε θα το χάσω. - Να περάσεις όσο πιο όμορφα γίνεται. Και ξέρεις κάτι; Απενεργοποίησε.το κινητό σου. Όποιος θέλει να σου μιλήσει ας αφήσει μήνυμα. - Σ' ευχαριστώ, Ναταλί μου. Σύντομα θα έχεις νέα μου. Κλείνω και απενεργοποιώ το τηλέψίονο. Φτάνουμε ο' ένα πανέμορφο ξενοδοχείο στο κέντρο της Ρώμης, στη Βία Βένετο, γύρω στις δ(Γ)δεκα το μεσημέρι, μέρα Παρασκευή. Ό τ α ν βγαίνουμε είναι δύο το μεσημέρι, μέρα Σάββατο. Έχουμε φάει μόνο μία φορά από χτες και αυτή πάνω στο κρεβάτι. Πεινάμε του θανατά. Κατευθυνόμα-


στε τριάντα λεπτά έξω από την πόλη, σ' ένα όμορφο προάστιο, το Παριόλι, όπου βρίσκεται το πατρικό του καλού μου. Το Παριόλι είναι εφάμιλλο της δικής μας Εκάλης, ας πούμε, και το κατοικούνε παλιοί Ρωμαίοι αριστοκράτες. Σταματάμε έξω από ένα διατηρητέο διώροφο αρχοντόσπιτο, που μπορεί να μην είναι από τα πιο φανταχτερά, όμως τα (Σκαλίσματα των παράθυρων και τα αετώματα της οροφής του σου κόβουν την ανάσα. Προλαβαίνω να διακρίνω μια ειιιγραφή (πην κεντρική είσοδο: «VILLA DI ANGELI». Δηλαδή στα ιταλικά: «Η Βίλα των Αγγέλων». Έτσι κι αλλιώς αυτό σημαίνει και το επώνυμο του Φαμπρίτσιο. Φαμπρίτσιο νιι Άντζελι (Φαμπρίτσιο των Αγγέλων). Διασχίζουμε το σχετικά μικρό (ϊλλά πολύσπαρτο κήπο και νιώθω μια περίεργη αγο)νία να με κυριεύει, σαν μαθήτρια που πρόκειται να δώσει εξετάσεις. Θα τις περάσω άραγε; Μας υποδέχεται μια μικροκαμωμένη γυναίκα γύρω στα πενήντα πέντε, με τα μαύρα της μαλλιά πιασμένα μ' ένα φιλντισένιο χτένι σ' έναν αριστοκρατικό κότσο, βελούδινο δέρμα, ελαφρά μακιγιαρισμένη, φινετσάτη και χαμογελαστή. Το πιο όμορφο χαρακτηριστικό της είναι τα γκρίζα μάτια της, που είναι ολόιδια με του Φαμπρίτσιο. - Από δω η μητέρα μου, η Ερνέστα, μου λέει. Από δω η Μαρίνα, μητέρα. Πάω να απλώσω το χέρι μου και τότε η γυναίκα με κλείνει αυθόρμητα στην αγκαλιά της και μου δίνει από ένα φιλί στο κάθε μάγουλο. - Καλώς ήρθες, Μαρίνα. Είσαι πολύ πιο όμορφη από ό,τι


περίμενα. Δεν ήξερα ότι οι Ελληνίδες είναι τόσο όμορφες γυναίκες. Τα 'χω χαμένα. Τέτοια υποδοχή ομολογώ πως δεν την περίμενα. Ο Φαμπρίτσιο χαμογελάει και μας αγκαλιάζει και τις δυο. Μια πόρτα ανοίγει και βγαίνει ένας άντρας γΰρω στα εξήντα με πυκνά γκρίζα μαλλιά. Προλαβαίνω να διακρίνω ένα γραφείο και τους τοίχους γεμάτους ράφια και βιβλία. Ο πατέρας του είναι γνωστός δικηγόρος στην Ιταλία. - Α , ήρθε το κορίτσι; Καλώς ήρθες, Μαρίνα. Μου απλώνει το χέρι. Είμαι ο Μικέλε, ο πατέρας του Φαμπρίτσιο. Η υποδοχή είναι θερμή και από τις δΰο πλευρές και αυτό με κάνει να αισθανθώ αμέσως άνετα. Ακοΰω θόρυβο στις σκάλες και βλέπω έναν νεαρό να τις κατεβαίνει με φόρα, ενώ ταυτόχρονα ένα ντόμπερμαν τον ακολουθεί από πίσω. - Σιμόνε, φωνάζει η Ερνέστα. Σου έχω πει να μη βάζεις τον Βρούτο στην κρεβατοκάμαρα. Ο μελαχρινός νέος, πανύψηλος σαν τον Φαμιιρίισιο και εξίσου πανέμορφος, σταματάει εμπρός μου. Είναι δεν είναι είκοσι χρόνων και η θωριά του σου κόβει την ανάοα. - Ο αδελφός μου, ο Σιμόνε, ο βενιαμίν ι ης οικογένειας και μελλοντικό δικηγορικό αστέρι, μου λέει ο Φαμπρίτιπο με καμάρι. Προς το παρόν σπουδάζει. Σου έχω πει τι τραβάμε με αυτόν... Ο Σιμόνε χωρίς να σταματήσει να χαμογελάει κάνει μια βαθιά υπόκλιση και μου λέει: - Στις διαταγές σας, ωραία Ελληνίδα. Βρούτο, υπσκλί-


σου και εσύ, λέει στο σκΰλο που έχει κοκαλώσει δίπλα του. Ο Βρούτος με κοιτάζει στα μάτια και μετά διπλώνει το αριστερά μπροστινό πόδι, ενώ σέρνει ελαφρά το δεξί προς τα πίσο). Έχο) μείνει άναυδη, ενώ, άθελά μου, σκέφτομαι τι θα έκανε ο Βρούτος αν εκείνη τη στιγμή έβλεπε τη Μέριλιν να διασχίζει το σαλόνι. Σίγουρα θα είχε αναποδογυρίσει όλες τις πανάκριβες αντίκες του σπιτιού προκειμένου να τη φτάσει. «Καημένη, Μέριλιν», σκέφτομαι ανατριχιάζοντας και χαίρομαι που τους χωρίζει μια τόσο μεγάλη απόσταση. Ο Σιμόνε επανέρχεται στην αρχική του στάση, το ίδιο και ο Βρούτος. - Αρκετά, λέει η Ερνέστα. Βρούτο, βγες έξω, προστάζει το σκύλο και του δείχνει την εξώπορτα. Ο Βρούτος κοιτάζει τον Σιμόνε. Ο Σιμόνε κοιτάζει πόσα σκαλίσματα έχει το ταβάνι. - Τον έχεις κάνει ανυπάκουο. Να βγει έξω, επιμένει η μητέρα. Ο Σιμόνε δε λέει τίποτε, σηκώνει μόνο το δεξί του χέρι και δείχνει με το δάχτυλο την εξώπορτα. Ο Βρούτος σκύβει το κεφάλι και βγαίνει έξω χωρίς δεύτερη κουβέντα. - Ε, αυτό πάει πολύ, ακούγεται θυμωμένα η Ερνέστα. Δεν υπακούει πια σε κανέναν. Μόνο στον Σιμόνε. - Μη συγχύζεσαι, αγάπη μου, της λέει ο άντρας της. Ό ταν δεν είναι εδώ ο Σιμόνε, ο σκύλος υπακούει σε όλους μια χαρά. ΙΙηγαίνουμε στην τραπεζαρία και τότε εμφανίζεται ένα νεαρό κορίτσι με άσπρη ποδιά, που προφανώς πρέπει να εί-


ναι η οικιακή βοηθός. Μιλάει σπασμένα ιταλικά και από ό,τι μου λένε είναι από τη Ρωσία. Δεν ήξερα ότι υπάρχουνε και Ρωσίδες οικιακοί βοηθοί στην Ιταλία. Τρώμε μέχρι σκασμού μιλώντας όλη την ώρα. Αναρωτιέμαι αν η Ερνέστα γνωρίζει την ηλικία μου. Δεν προλαβαίνω να ολοκληρώσω τη σκέψη μου και την ακοΰω να λέει ότι ένας άντρας με μια ώριμη γυναίκα αισθάνεται θαλπωρή και σιγουριά. Είναι βέβαιο ότι ξέρει. Αισθάνομαι ακόμη πιο άνετα. Μετά το φαγητό ανοίγω τη μεγάλη τσάντα μου και βγάζω ένα καλοτυλιγμένο πακέτο για την Ερνέστα, ένα για τον πατέρα του και ένα για τον αδερφό του. Μένουν έκπληκτοι. Η Ερνέστα ανοίγει το δικό της και βγάζει μια ασημόγκριζη μεταξωτή εσάρπα κεντημένη κατά τόπους με μικρές γκρίζες πέρλες που σχηματίζουν μικρά μπουμπούκια λουλουδιών ο πατέρας του ξετυλίγει ένα κουτί με πούρα Partagas και ο αδερφός του ένα φάιλοφαξ Louis Vitton με πολλές σελίδες για νούμερα τηλεφώνων. Στον Φαμπρίτσιο έχω δώσει ήδη το δώρο του: μια τσάντα Louis Vitton ειδική για ι η μεταφορά κοσμημάτων. Με ευχαριστούνε και ο ι κ πέρας του ρωτάει πώς γνώριζα τη μάρκα των πούρων που καπνίζει, Το ίδιο και ο Φαμπρίτσιο. Τους εξηγο) ότι μια μέρα ο Φαμπρίτσιο είχε βγάλει από το σακάκι του ένα τέτοιο πούρο για να καπνίσει -πράγμα το οποίο δε συνήθιζε- και τον είχα ρωτήσει πού το είχε βρει. Μου είχε ιιει ότι το πήρε από τα πούρα του πατέρα του, που ήταν μανιώδης καπνιστής της συγκεκριμένης μάρκας.


- Ευχαριστώ πολύ, Μαρίνα, μου λέει ο Μικέλε. Για μένα είναι το καλύτερο δώρο που μπορεί να μου προσφέρει κάποιος. Το κινητά του Σιμόνε που χτυπάει κάθε πέντε λεπτά επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο ότι το φάιλοφαξ ήταν το πιο κατάλληλο δώρο γι' αυτόν. Ό σ ο για την Ερνέστα, έχει ρίξει κιόλας την εσάρπα στους ώμους της και χαϊδεύει τη μεταξένια υφή της με φανερή ευχαρίστηση. Αργά το βράδυ αποχωρούμε. Λίγο πριν φτάσουμε στην εξώπορτα, η Ερνέστα μάς λέει: - Μα γιατί μένετε σε ξενοδοχείο; Την επόμενη φορά, Μαρίνα, θα μείνεις εδώ. Δόξα τω Θεώ, δωμάτια έχουμε. Εντάξει; - Εντάξει, της λέω και τη φιλώ στα μάγουλα. Την επομένη πάμε στο θέατρο και τρώμε σ' ένα πανάκριβο εστιατόριο. Δευτέρα το μεσημέρι είμαι στο αεροδρόμιο. Αυτή τη φορά η λύπη μου είναι μικρότερη, γιατί ξέρω ότι πολύ σύντομα θα είμαι πίσω. Εφόσον είμαι καλοδεχούμενη από όλους και έχω στο χέρι μου εισιτήριο, λέω στον Φαμπρίτσιο ότι κάθε Παρασκευή απόγευμα θα είμαι στη Ρώμη και θα φεύγω τη Δευτέρα το πρωί. Με πνίγει στα φιλιά και μου λέει πως είναι ό,τι πιο ευχάριστο έχει ακούσει τελευταία.

Φτάνοντας στην Αθήνα πηγαίνω κατευθείαν στο γραφείο. Είμαι άυπνη από χτες και μετά βίας με κρατούντα πόδια μου. Οι υπάλληλοι χαμογελούν πονηρά, ο αδερφός μου κάνει ό-


τι δε βλέπει τίποτε, οι πελάτες εκπλήσσονται με τις αργές κινήσεις μου και εγώ παρακαλάω να γίνει ένας σεισμός και να κλείσει το γραφείο για να πάω στο σπίτι μου να κοιμηθώ. Η ευλογημένη στιγμή έρχεται και πέφτω σ' ένα βαθΰ ΰπνο από τη μία το βράδυ μέχρι τις οχτώ το άλλο πρωί. Η μέρα ακολουθεί τους συνηθισμένους της ρυθμούς και αυτή τη φορά αδημονώ να φτάσω στο σπίτι όχι για να ξεκουραστώ, αλλά για να παρακολουθήσω το πρώτο επεισόδιο της πολυδιαφημισμένης πλέον σειράς «Η Συνωμοσία της Σιωπής». Έχο> φροντίσει να τηλεφωνηθώ με τον Φαμπρίτσιο γύρω στις εννέα, για να μη με διακόψει από την τηλεόραση τίποτε και κανείς. Στρωνόμαστε με τη Μέριλιν -που την έχω πάρει μόλις σήμερα από το σπίτι της μητέρας μου- μπροστά στην τηλεόραση και έχω φροντίσει να έχω μπροστά μου ένα δίσκο γεμάτο φαγητό. Ψητά μπιφτέκια, κοτόπουλο, σαλάτα. Αρχίζουμε και οι δύο το φαγητό την ώρα που πέφτουν οι προτιοι τίτλοι. Πρωταγωνιστούν ο Πάνος Μόσχος, πολύ γνωσιάς και αξιόλογος ηθοποιός, ο Κωνσταντίνος Μαναχίτης, βετκράνος των σίριαλ, και η πρωτοεμφανιζόμενη Ναταλί Αγγκλίδου. Νιώθω μια παράξενη ανατριχίλα συγκίνησης καθώς διαβάζω το όνομα της φίλης μου στη σειρά ιων πρωταγωνιστών. Η πρώτη σκηνή διαδραματίζεται στο αεροδρόμιο της Ζακύνθου, όπου η Ναταλί και ο Μαναχίτης υποδύονται δύο νεόνυμφους που φτάνουνε στο νησί για το γαμήλιο ταξίδι τους. Η Ναταλί φαίνεται ευτυχισμένη και φιλάει συνεχώς τον υ-


ποτιθέμενο άντρα της. Ακολουθεί μια άκρως αποκαλυπτική και καυτή σκηνή mo δωμάτιο του ξενοδοχείου, όπου η φίλη μου έχει την ευκαιρία να αποκαλύψει στο κοινό το θεσπέσιο κορμί της, που για την ηλικία της καλά κρατεί. Τα αποτελέσματα των προσπαθειών της στο γυμναστήριο αλλά και η έκθεσή της (πα χάδια του ήλιου είναι ολοφάνερα. Βάζει κάτ(ι) και εικοσάρες. Μετά, το ζευγάρι απολαμβάνει ένα ρομαντικό δείπνο στην υπέροχη βεράντα του ξενοδοχείου και έναν περίπατο στη θάλασσα, όπου μιλούν για τα μελλοντικά τους κοινά όνειρα, την ευτυχία τους, τα σχέδιά τους. Μια άλλη καυτή ερωτική σκηνή ακολουθεί στην αμμουδιά και είμαι σίγουρη ότι απόψε το βράδυ πολλά κρεβάτια θα αναστενάξουν εξαιτίας της. Ακολουθούν τα διαφημιστικά και εγώ καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που ανακαλύφτηκαν. Όταν ξαναρχίζει το σίριαλ, είναι το επόμενο πρωί και το ζευγάρι έχει πάει για μπάνιο στη θάλασσα. Παίζουν μέσα στο νερό και ο φακός δε χάνει την ευκαιρία να ζουμάρει στο κορμί της Ναταλί με τον τορνευτό κώλο και τα στητά στήθη της. Μοιάζει τουλάχιστον δέκα χρόνια νεότερη από την ηλικία της και το καινούριο χρώμα των μαλλιών της τονίζει ακόμη περισσότερο τα γαλάζια μάτια της. Κάποια στιγμή, την ώρα της ηλιοθεραπείας, ο σύζυγος δέχεται ένα τηλεφώνημα που, από ό,τι φαίνεται, τον αναστατώνει. 'Οταν η γυναίκα του ρωτάει να μάθει ποιος ήτανε, της λέει ('πι έγινε κάποιο λάθος. Αργότερα περπατούν στους δρόμους του νησιού, όπου ο φακός επιχειρεί τη διαφήμιση του νησιού αποζημιώνοντας το θεατή με υπέροχα τοπία. Ό-


ταν επιοτρέφουνε στο ξενοδοχείο, γύρω στις πέντε το απόγευμα, ο άντρας εκδηλώνει ξαφνικά την επιθυμία να κολυμπήσει. Η Ναταλί τον παρακολουθεί από τη βεράντα του ξενοδοχείου για λίγα λεπτά και μετά ξαπλώνει στο κρεβάτι να ξεκουραστεί. Το πρόσωπο της είναι χαμογελαστό και ευτυχισμένο καθώς κοιτάζει τη φωτογραφία τους στο κομοδίνο. Ξυπνάει απότομα. Η ώρα είναι εφτά και ο άντρας της δεν έχει επιστρέψει. Πηγαίνει στη βεράντα και εντοπίζει στην παραλία την κόκκινη πετσέτα του και τις παντόφλες του, γεγονός που σημαίνει ότι δεν έχει βγει από τη θάλασσα. Ατενίζει με το βλέμμα της το πέλαγος όσο πιο μακριά μπορεί, αλλά δεν υπάρχει ίχνος από κάποιο κολυμβητή. Ο φακός ζουμάρει το πρόσωπο της όπου ξαφνικά η ξεγνοιασιά χάνεται από τα μάτια της και η ανησυχία παίρνει τη θέση της. Νιώθω ένα σκίρτημα στην καρδιά. Η Ναταλί αποδίδει τέλεια την εναλλαγή των συναισθημάτων της προετοιμάζοντας το θεατή για κάτι άσχημο που πρόκειται να συμβεί. Κατεβαίνει γρήγορα στην παραλία, μπαίνει λίγο στο νερό, ξαναβγαίνει, προσπαθεί να διακρίνει κάτι και <πο τέλος ρωτάει έναν άντρα που φαίνεται ότι μαζεύει όσιρακα αν είδε κάποιο κολυμβητή με ένα μπλε μαγιό να βγαίνει από τη θάλασσα. Ό τ α ν της λέει όχι, γυρίζει γρήγορα στο ξενοδοχείο και ζητάει να ειδοποιηθεί η ασιυνομία και το λιμενικό. Τους αναφέρει ότι ο άντρας της λείπει εδώ και δυο ώρες και πως διαισθάνεται ότι κάτι άσχημο έχει συμβεί. Προλαβαίνω να δω τα μάτια της να υγραίνονται και εκεί σιαμαία το πρώτο επεισόδιο.


Κλείνω την τηλεόραση και τότε μόνο διαπιστώνω ότι εκτός από μισό μπιφτέκι δεν έχω φάει τίποτε άλλο, εν αντιθέσει με τη Μέριλιν που έχει κάνει το λουκούλλειο γεΰμα της ζωής της. «Μπράβο, Ναταλί», σκέφτομαι. Η φίλη μου με έχει καθηλώσει. Την παίρνω στο κινητό, αλλά μιλάει συνεχώς. Είμαι σίγουρη ότι «Η Συνωμοσία της Σιωπής» θα έχει επιτυχία. Ο σκηνοθέτης πάντως είναι μεγάλο λαγωνικό, γιατί μυρίστηκε αυτό που χρόνια κανείς δεν είχε υποψια(πεί: το ταλέντο της Ναταλί.

Azara

Μέχρι να πω κύμινο έρχεται η Παρασκευή και φεύγω σαν τρελή στο αεροδρόμιο για τη Ρώμη. Παραλίγο να χάσω το αεροπλάνο, γιατί στα μισά του δρόμου θυμάμαι ότι η Μέριλιν είναι στο πίσω κάθισμα. Ξέχασα να την αφήσω στη μητέρα μου. Γυρίζω πίσω και με την ψυχή στο στόμα μόλις προλαβαίνω την απογευματινή πτήση των οχτώ της Alitalia. Φτάνω στις οχτώ και μισή ώρα τοπική -μια και έχουμε μια ώρα διαφορά με την Ιταλία- και δεν καρδιοχτυπώ τόσο έντονα την ώρα που γίνεται ο έλεγχος στα διαβατήρια. Ευτυχούς, γιατί δεν αντέχω εκτός από σωματική κούραση να έχω και συναισθηματική φόρτιση. Μια ώρα μετά έχουμε φτάσει στο Παριόλι στη «Βίλα ντι Άντζελι». Η Ερνέστα με υποδέχεται με μεγαλύτερη ζεστασιά και μας παραχωρεί το πιο όμορφο δωμάτιο με θέα στον κήπο. Σάββατο βράδυ πηγαίνουμε οικογενειακώς στο θέατρο «Μαργκερίια» και μετά με τον Φαμπρίτσιο και τους φίλους


του στο κλαμπ «Μαξίμ». Είναι ολοφάνερο ότι οι δικοί του q>iλοι γνωρίζουνε πολύ περισσότερα για μένα από ό,τι εγώ για αυτούς. Ο Σιμόνε, που έχει έρθει μαζί μας, δε χάνει την ευκαιρία να φλερτάρει με όλο το θηλυκό πληθυσμό του κλαμπ δημιουργώντας καταστάσεις που θυμίζουνε έναρξη μονομαχίας με τους υπόλοιπους αρσενικούς για την επικράτηση του πιο ικανού. Ο Φαμπρίτσιο τον συνετίζει γρήγορα, πριν ανάψουνε περισσότερο τα αίματα, και ο Σιμόνε συμβιβάζεται με το φλερτ μιας παντρεμένης, ωραίας, σιτεμένης κυρίας του απέναντι τραπεζιού, που ο άντρας της μου θυμίζει έντονα τον Αλ Καπόνε. Εύχομαι να μην υπάρχει καμιά συγγένεια με το συγχωρεμένο μαφιόζο και η ομοιότητα μεταξύ τους να είναι τελείως συμπτωματική. Παγώνω όταν ο κύριος βγάζει ένα μικρό περίστροφο και το στρέφει προς το μέρος της, αλλά ανασαίνω με ανακούφιση όταν διαπιστώνω ότι είναι ένας ακίνδυνος αναπτήρας που ανάβει μόνο ΊΟ τσιγάρο της. Την επομένη με τον Φαμπρίτσιο πηγαίνουμε επίσκεψη στη γιαγιά του Φαμπρίτσιο στο Φρασκάτι, ένα μικρό χωριά όχι μακριά από τη Ρώμη, που φημίζεται για το υπέροχο κρασί του. Μαγεύομαι από έναν παλιό πύργο, κάποιο αρχοντικό του παρελθόντος, που θυμίζει τον ιιύργο του κόμη Δράκουλα στα Καρπάθια. Οι φήμες λένε ότι εκεί ζούσε ένας άρχοντας που είχε μια πανέμορφη γυναίκα. Όταν αυτή πέθανε -πολύ νέα-, εκείνος κλείστηκε στον πύργο και αρνήθηκε να βγει μέχρι που πέθανε, σε βαθιά γεράματα. Παρατηρώ το γκρίζο κτίριο, τον αρχοντικό κήπο, τα ξ»>


βαμμένα κάγκελα και νιώθω λύπη για το άτυχο ζευγάρι που δεν πρόλαβε να χαρεί την ευτυχία του, αλλά και για το σπίτι που παραμένει τόσα χρόνια σιωπηλό, μια και οι κληρονόμοι του, σι οποίοι είναι εδώ, δεν το φροντίζουν. 11 γιαγιά ΓΙαλμίρα, μια όμορφη αρχοντογυναίκα με ασημένια μαλλιά, τα χάνει όταν μας βλέπει απροειδοποίητα μιιροοτά της. Κρέμεται σαν άψυχη μινιατούρα στην αγκαλιά του και απορώ ακόμη μια φορά πώς από τόσο κοντές γυναίκες βγήκαν τέτοιοι γίγαντες σαν αυτόν και τον αδερψί5 του. Το σπίτι είναι ένα μικρό παλιό αρχοντικό αλλά καλά διατηρημένο και πεντακάθαρο. Η γιαγιά Παλμίρα ζει μόνη της από τότε που πέθανε ο άντρας της, ο Φαμπρίτσιο, και αρνείται πεισματικά να ζήσει στη Ρώμη κοντά στην κόρη της. Ό λ η της η ζωή είναι το Φρασκάτι και λέει ότι θέλει να τη βρει εκεί ο θάνατος. Υποψιάζομαι ότι θα αργήσει πολύ έτσι σβέλτα όπως κινείται. Είναι ολοφάνερη η αδυναμία της στον εγγονό της και η αντιμετώπισή της σε μένα είναι πραγματικά συγκινητική. Είναι μια γλυκύτατη γιαγιά που θυμίζει έντονα μια κλασική Ελληνίδα γιαγιά. Φεύγω με τις καλύτερες εντυπώσεις, φορτωμένη από μικροδωράκια που επιμένει να δεχτώ, όπως μια μικρή μεταλλική μηχανή για καπουτσίνο, ένα τραπεζομάντιλο και δύο πήλινα κηροπήγια - όλα ξεχασμένα μέσα στα ντουλάπια της. Φτάνουμε απόγευμα στη Ρώμη και γευματίζουμε σιο σπίτι οικογενειακώς. Το βράδυ περνάμε ακόμη μια βραδιά πάθους σιο μεγάλο σκαλιστό κρεβάτι μέχρι το πρωί, ό-


ταν φεύγω με την πρώτη πρωινή πτήση για Αθήνα. Εν τω μεταξύ έχω γίνει και λίγο φίλη με τον Βρούτο, ο οποίος όμως με κοιτάζει πριν φύγω με μια δόση καχυποψίας, καθώς διακρίνει στην άκρη του φορέματος μου μια γκρίζα τρίχα της Μέριλιν.

Την ίδια μέρα το βράδυ με παίρνει στο τηλέφωνο η Λορίν, η οποία έχει επιτέλους γυρίσει στην Αθήνα. Μου λέει ότι θα αργήσει να φύγει για την Αμερική, γιατί ο Χοσέ έχει γοητευτεί με την Ελλάδα και επιμένει να μείνουνε περισσότερο. Του θυμίζει έντονα το Μεξικό και έχει λατρέψει την ελληνική κουζίνα. Τους καλώ για την επομένη το βράδυ στο σπίτι μου μαζί με τα κορίτσια να παρακολουθήσουμε τη συνέχεια του σίριαλ. Στις οχτώ το βράδυ έρχεται πρώτη η Λορίν με τον Χοσέ. Διαπιστώνω ότι η ελληνική κουζίνα έχει πράγματι ξετρελάνει τον Χοσέ, καθώς παρατηρώ ότι έχει παχύνει. - Εφτά κιλά, μου λέει η Λορίν. Τώρα μαθαίνει ιιώς να μαγειρεύει ελληνικά φαγητά και ομολογώ ότι ο μουοακάς ΙΟϋ είναι περίφημος. - Εσύ όμως διατηρείσαι σε φόρμα, της λέω, - Η ζωή μου έχει καταντήσει μια αιελείωτη δίαιτα, μου λέει. Προσέχω ότι ο Χοσέ έχει χωθεί κιόλας οτην κουζίνα και ετοιμάζει σαλάτες. - Χοσέ, άσε, θα τις ετοιμάοο) εγώ, του λέω.


- Δε χρειάζεται. Πείτε τα δικά σας. Θα τα κάνω όλα εγώ, μου λέει με ι ^ ο ς που δε σηκώνει αντίρρηση. Εκείνη τη στιγμή χτυπά το κουδούνι. Είναι η Ελένη. Μετά τα ι/ρώτα φιλιά η Λορίν ρωτάει: - 1 Ιώς πάνε οι πτήσεις; - Κουραστικές όπως πάντα. Ό μ ω ς μέχρι το Φλεβάρη θα έχουν τελειώσει όλα αυτά και επιτέλους θα ξεκουραστώ. - Δε θα σου λείψει η δουλειά σου; - Δεν ξέρω. Ειλικρινά δεν ξέρω πώς είναι να ζεις χωρίς καμιά βαλίτσα στο χέρι. - Δε νομίζω ότι θα σου στοιχίσει ιδιαίτερα, γιατί από ό,τι έχω μάθει είσαι πολΰ ερωτευμένη. - Ερωτευμένη και μπερδεμένη. Έ χ ω προβλήματα. Δε σου είπε η Μαρίνα τι έχει γίνει με τον πρώην άντρα μου; - Ναι, κάτι μου είπε, αλλά δεν το πήρα στα σοβαρά. - Να το πάρεις, γιατί ο Νίκος μοΰ έχει δημιουργήσει μεγάλη αναστάτωση. - Είναι τόσο σοβαρά, λοιπόν; - Αν εννοείς με την υγεία του, δε θα το έλεγα. Αλλοΰ είναι το πρόβλημα. - Δηλαδή; - Μετά από τόσα χρόνια, θυμήθηκε να γυρίσει πίσω. Εδώ είπα αμάν να μεγαλώσω το παιδί μου και τώρα θα αποκτήσο) ένα άλλο παιδί. - Μήπως δε νιώθει καλά στην υγεία του τελικά; - Δεν είναι τόσο το πρόβλημα της καρδιάς του, λίγη δίαιτα χρειάζεται. Απλώς διαπίστωσε ότι δεν τον παίρνει πια


να παριστάνει τον κόκορα. Γιατί, καλές οι κοτούλες, αλλά αυτός δεν μπορεί πια να τις πηδάει. Ούτε για να λαλήσει το πρωί δεν κάνει. - Μην είσαι σκληρή μαζί του. Ό σ ο και να μην είναι σοβαρό το πρόβλημα της καρδιάς του, δεν παύει να είναι ένας άρρωστος άνθρωπος. - Δεν ξέρω πόσο άρρωστος είναι, ξέρω μόνο ότι στο τέλος θα αρρωστήσω κι εγώ. Ξέρεις πόσο καιρό έχω να δω τον Μάικ; Ένα μήνα. - Γιατί τόσο πολύ; - Με το να τρέχω στα νοσοκομεία, δεν πρόλαβα να αλλάξω τις πτήσεις μου με την άλλη συνάδελφο και φυσικά δεν πέταξα για Νέα Υόρκη. - Θα τον δεις τον άλλο μήνα. - Τον άλλο μήνα θα είναι στη Σαουδική Αραβία. Άσ' τα να πάνε, στο τέλος θα χαθούμε. Το κουδούνι της πόρτας ξανακούγεται. Είναι η Δανάΐ] μαζί με τη Ναταλί. Τρέχουμε και αγκαλιάζουμε τη Ναι αλί σαν να τη βλέπουμε για πρώτη φορά. -Αυτόγραφο θα μας δώσεις; ρωτάει η Ελένη. Ί Ι τώρα, που έγινες διάσημη θα μας γράψεις κανονικά; - Άσε την πλάκα, βρε Ελένη, και είμαι ιι κόμα. Τώρα τελείωσα τα γυρίσματα και αύριο έχο) να σηκωθ(Λ σας εφτά πάλι. - Επιτέλους, κοριτσάκι μου, να δουλέψεις λίγο. Να καταλάβεις τι θα πει να δουλεύεις. Είχες καλομάθει, μου φαίνεται. - Α υ τ ό να λέγεται. Μπορεί να κουράζομαι, όμως μ' αρέ-


σει. Αφήστε τα αυτά. Πείτε μου την αλήθεια. Πώς σας φάνηκα στο σίριαλ; - Άσε να δούμε και το σημερινό επεισόδιο, της λέω, και θα σου ιιουμε μετά. - Εγο> θα σε δω πώς παίζεις πρώτη φορά σήμερα, της λέει η Λορίν. Ο Χοσέ βγαίνει από την κουζίνα και χαιρετάει όλα τα κορίτσια με χειροφιλήματα. Έχει ετοιμάσει τις σαλάτες και σε λίγο θα αρχίσει το ψήσιμο μπάρμπεκιου στη βεράντα. Στρωνόμαστε στο τραπέζι του σαλονιού. Η ώρα είναι εννέα, Μέχρι τις δέκα και μισή έχουμε αρκετό χρόνο να τα πούμε. - Πώς πήγε το ταξίδι στην Πάτμο; ρωτάω τη Δανάη. - Ή τ α ν ένα όνειρο. Πέρασα υπέροχα. Ξέρεις, ο Νικολαΐδης έχει ένα καταπληκτικό σπίτι στο νησί. Σαν πύργος είναι. -Αλήθεια, δεν είναι παντρεμένος; - Ναι, αλλά είναι σε διάσταση. Η γυναίκα του, ξέρεις, είναι Ιταλογαλλίδα και τώρα βρίσκεται στο Παρίσι. - Μήπως μυρίζομαι ένα καινούριο ειδύλλιο; ρωτάω. - Δε νομίζω. Δε λέω, είναι πολύ καθωσπρέπει, αλλά για κάποιο λόγο δεν υπάρχει χημεία μεταξύ μας. - Κρίμα. Πάντα ονειρευόσουνα εφοπλιστή και τώρα που σου έτυχε, δεν τον θέλεις, της λέει η Ελένη. - Σας λέω, δεν υπάρχει χημεία, όμως υπάρχει άλλη συνεργασία μεταξύ μας. - Γι είδους συνεργασία;


- Μου ανέθεσε να του βρω ένα οικόπεδο στη Βοΰλα για να χτίσει μια έπαυλη. - Ε, και λοιπόν, του βρήκες; - Ό χ ι ένα, πέντε του βρήκα. Έχει δει τα τρία. Την επόμενη βδομάδα θα δει τα άλλα δύο. Υπάρχει και ένα οικόπεδο στο Λαιμό Βουλιαγμένης, είναι όμως απλησίαστο. - Έχει χρήματα αυτός. - Σου λέω, είναι πανάκριβο. Έτσι όμως και το κλείσουμε, αγοράζω με τα ποσοστά μια μεζονέτα στη Μύκονο που έχω βάλει στο μάτι. Δηλαδή, ο Μάρκος τη βρήκε και μου έδειξε φωτογραφίες. Δίπλα στη θάλασσα με θέα τη Δήλο. Πώς σας φαίνεται η ιδέα μου; - Σπίτι στη Μύκονο; λέει η Λορίν. Είναι υπέροχη ιδέα! Τη λατρεύω τη Μύκονο! - Και μια και ανέφερα τον Μάρκο, να σας πω και τα υπόλοιπα νέα. - Για λέγε. - Ο γιος μου είναι ερωτευμένος. - Για νέο μάς το λες; Δεκαεφτά χρόνων είναι. Λν δεν ερωτευτεί τώρα, πότε θα το κάνει; - Ποια όμως ερωτεύτηκε; - Καμιά σαραντάρα; - Όχι, μια δεκαεξάρα. - Μπα! Πώς κι αυτό; - Και ξέρετε ποια; -Λέγε, ντε. - Τη μικρή του Νικολαΐδη, τη Μάρθα.


- Σοβαρά; - Σοβαρότατα. - Είχες, δεν είχες, συγγένεψες με εφοπλιστή. Διακρίνω μια ικανοποίηση στο βλέμμα της. Μπορεί η ίδια να μην κατόρθωσε να γίνει κυρία εφοπλιστοΰ, όμως δε θα της έι^>τε άσχημα να συμπεθεριάσει με έναν εφοπλιστή. - Μακάρι, μας λέει με έναν αναστεναγμό. Η Μάρθα είναι μια πραγματική μικρή κυρία. Παιδί με ανατροφή και τρόπους. Πέντε γλώσσες μιλάει το πουλάκι μου. - Το ότι μιλάει πέντε γλώσσες δε σημαίνει ότι έχει ανατροφή, της λέω. Είναι φυσικό εξάλλου. Η μάνα της είναι Iταλογαλλίδα, ο Νικολαΐδης είχε πάππου Γερμανό και από (5,τι μας είπες τα κορίτσια πηγαίνουν στο Αμερικανικό Κολέγιο. Πώς να μη μιλάει τόσες γλώσσες; - Δεν την έχετε γνωρίσει. Άλλο πράγμα, σας λέω. Ο Χοσέ σαν «τέλειος οικοδεσπότης» σερβίρει φαγητό σε όλους, ενώ έχει φροντίσει και τη Μέριλιν έξω στη βεράντα. Τρώμε όλοι μαζί και γΰρω στις δέκα και μισή στηνόμαστε μπροστά στην τηλεόραση και τα βλέμματά μας καρφώνονται στην οθόνη. Το σίριαλ αρχίζει και, αφοΰ δείχνει σκηνές από το προηγούμενο επεισόδιο, τελειώνει με τα δακρυσμένα μάτια της Ναταλί, που μιλάει για την εξαφάνιση του άντρα της. Σε λίγο φτάνει ένα περιπολικό, ενώ συγχρόνως ειδοποιείται το λιμεναρχείο. Μέχρι το βράδυ δεν έχει βρεθεί τίποτε και η προπαγωνί(πρια, καθισμένη στη βεράντα του δωματίου της, κοιτάζει ιιρος τη θάλασσα προσπαθώντας μάταια να δια-


κρίνει τη σιλουέτα του. Το ξημέρωμα τη βρίσκει να κοιμάται με τα ρούχα, όταν χτυπά το τηλέφωνο. Με εντυπωσιάζει το φυσικό της τίναγμα, το χαμένο βλέμμα της πριν συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται και τι συμβαίνει, ο τρόπος που αρπάζει το ακουστικό, η αγωνία του προσώπου της. Παρατηρώ με την άκρη του ματιού μου ότι η Ναταλί δαγκώνει με μανία τον αντίχειρα του δεξιού της χεριού και ότι οι υπόλοιποι, ακόμη και ο Χοσέ, δεν αναπνέουν. - Η κυρία Σταματιάδη; - Μάλιστα, εγώ είμαι. - Σας παίρνουμε από το αστυνομικό τμήμα. - Βρέθηκε ο άντρας μου; - Κυρία Σταματιάδη, καλύτερα να περάσετε από εδώ. - Πείτε μου, βρέθηκε; σχεδόν ουρλιάζει η Ναταλί. - Μάλιστα... Σήμερα το πρωί στις εφτά. - Είναι νεκρός, έτσι δεν είναι; Είναι νεκρός... αυτό δεν προσπαθείτε να μου πείτε; - Ώστε είναι... - Καλύτερα να έρθετε εδώ. Η σκηνή κόβεται και αρχίζουν οι διαφημίσεις. Κανείς δε μιλάει. Η Ναταλί μάς κοιτάζει όλους προσιιαθώνιας να διαβάσει τα πρόσωπά μας. Πηγαίνω στην κουζίνα και φέρνω άλλο ένα μπουκάλι με παγωμένο κρασί. I I αλήθεια είναι ότι το χρειαζόμαστε. Για κάποιο λόγο η υπόθεση του έργου μάς έχει φορτίσει. Το σίριαλ αρχίζει. Η Ναταλί στο νοσοκομείο, στο νεκροτομείο, μπροσιά ο'


ένα πτώμα σκεπασμένο με λευκό σεντόνι. Τα μάτια της έχουν μαύρους κύκλους, τα μαλλιά της αχτένιστα, τα ρούχα τσαλακωμένα, η όψη της χλομή. Την ώρα που τραβάνε το σεντόνι, κλείνει απότομα τα μάτια της. Ό τ α ν τα ανοίγει, τα δάκρυα κυλάνε άφθονα στα μάγουλά της και πέφτουν στο πάτοψα. Λπορώ που βρήκε τόσα δάκρυα. - Γιατί; του λέει. Γιατί με άφησες μόνη μου; Σου είχα πει πως φοβάμαι να μένω μόνη μου... Και όλα αυτά που μου έταξες; Πως θα με προσέχεις και θα μ' αγαπάς; Πώς μπόρεσες... Πώς έγινες προδότης, ένας ελεεινός προδότης... και αρχίζει να χτυπά το υποτιθέμενο πτώμα. Απορώ πώς δεν βόγκηξε ο ηθοποιός. Οι δυο αστυνομικοί που είναι μαζί της τη συγκρατούν. Πέφτει χάμω λιπόθυμη. Η επόμενη σκηνή είναι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου με τη Ναταλί να μαζεύει τα πράγματά τους. Κάποια στιγμή κάθεται στην καρέκλα και πίνει αργά το ουίσκι της. Κλείνει τα μάτια και αναπολεί το παρελθόν. Τρεις μήνες πριν, όταν πρωτογνώρισε τον Νάσο. Ή τ α ν Πάσχα. Είχε τσουγκρίσει εφτά αβγά και τα είχε σπάσει όλα ο αυτό το πασχαλινό γλέντι. Και τότε κάποιος έσπασε το δικό της αβγό. Σίγουρη για τον εαυτό της και γελώντας, χωρίς να δει ποιος ήταν ο αντίπαλος της, το τσούγκρισε. Και το αβγό της έσπασε. Τότε σήκωσε το κεφάλι και είδε για πρώτη φορά το μελαχρινό άντρα. Ή τ α ν αυτό που λέμε κεραυνοβόλος έρωτας. Εκεί τελειώνει το επεισόδιο. Ανάβουμε τα φώτα και αλληλοκοιταζόμαστε. Τα βλέμ-


ματά μας συμφωνούνε. Η Ναταλί είναι απίθανη. Είναι ηθοποιός γκάμας, γεννημένη πρωταγωνίστρια. Έχει δώσει χρώμα στο ρόλο της και έχει κλέψει την παράσταση ακόμη και από τον ηθοποιό Πάνο Μόσχο, που θεωρείται κορυφή. - Λοιπόν, πώς σας φάνηκα; ρωτάει με έκδηλη αγωνία. Σηκώνομαι πρώτη και την αγκαλιάζω με συγκίνηση. - Είμαι περήφανη που είσαι φίλη μου. Αγαπούλα μου, πού το έκρυβες τέτοιο ταλέντο; Είσαι αναμφισβήτητα το καινούριο αστέρι της οθόνης. Την αγκαλιάζουμε όλες, ακόμη και ο Χοσέ. Ενεργοποιεί το κινητό της, που χτυπάει στη στιγμή. Είναι ο σκηνοθέτης. Της λέει ότι πρέπει να γυρίσει στο σπίτι και να ξεκουραστεί, διότι αύριο έχουν μια πολύ δύσκολη σκηνή στο γύρισμα. Δέχεται υπάκουα τη συμβουλή του και μας αποχαιρετά. - Η Ναταλί έχει αλλάξει παντελώς, λέει η Λορίν. Και 11 καλή ηθοποιός! Θα μπορούσε να κάνει καριέρα στο Χόλιγουντ. - Όντως έχει αλλάξει, συμφωνεί η Δανάη. Μισή ώρα μετά έχουν φύγει όλοι. Κοιτάζω το οιιίτι με απελπισία. Είναι άνω κάτω. Ευτυχώς που αύριο έρχεται I] Λορέτα και όλα θα μπούνε στη θέση τους.

Μέχρι τον επόμενο μήνα η Ναταλί Λγγκλίδου είναι η σούπερ σταρ της τηλεόρασης. Τώρα όχι μόνο τη βλέπω σπάνια, αλλά την ακούω και σπάνια. Συνήθως τα τηλέφωνά της εί-


ναι απασχολημένα ή νεκρά. Τρέχει από συνέντευξη σε φωτογράφηση και από εκεί προσκεκλημένη σε εκπομπές. Έχει γίνει περιζήτητη. Το σίριαλ είναι νούμερο ένα και οι μετρήσεις τηλεθέασης στα ύψη. Κάθε Τρίτη μεταξύ δέκα και μισή με έντεκα και μισή δεν κυκλοφορεί ψυχή στο δρόμο. Τουλάχιστον γυναίκες. Όλοι, πλούσιοι και φτωχοί, μικροί και μεγάλοι, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, παρακολουθούνε το σίριαλ «Η Συνωμοσία της Σιωπής». Δεν ενοχλούμαι από την απουσία της Ναταλί. Αντίθετα χαίρομαι για την επιτυχία της. Σέβομαι την κούρασή της και την προσπάθειά της να κάνει κάτι διαφορετικό στη ζωή της. Το έχει ανάγκη. Τόσα χρόνια χαμένα στο τίποτε, φαίνεται ότι επιτέλους το κατάλαβε. Έστω και αργά. Τρέχει να προλάβει το χαμένο χρόνο, τη χαμένη αυτοεκτίμησή της. Έχει ανάγκη να δει στα μάτια του κόσμου την αγάπη του πατέρα που τόσο της έλειψε στη ζωή της και ας είναι κάτι που δεν το σχολιάζει ποτέ. Εγώ το νιώθω. Η Ναταλί θέλει να αγαπηθεί και όχι να απορριφθεί. Γι' αυτό και δίνει αυτό τον αγώνα αναγνώρισης. Και ευτυχώς που ο κόσμος της το δείχνει με την προτίμησή του. Προτιμώ να μην τη βλέπω και ν ο; ξέρω ότι είναι ευτυχισμένη, παρά να τη βλέπω και να ξέρω ότι είναι χαμένη στο πουθενά. Πραγματικά νιώθω πολύ ιιερήφανη για τη φίλη μου.

Τα ταξίδια μου στη Ρώμη είναι πια θέμα ρουτίνας. Παρατηρ(ί) ότι η Μέριλιν μετά το τελευταίο ταξίδι μου με απο-


φεύγει επιδεικτικά. Μπορεί η σχέση μου με τη Μέριλιν να μην είναι τόσο καλή, με τον Βρούτο όμως είναι άριστη. Την επόμενη βδομάδα είμαι πάλι στη Ρώμη. Είμαι μόνη με την Ερνέστα στο σπίτι. Είναι τέσσερις το απόγευμα και οι άντρες λείπουνε όλοι. Αποφασίζω να κάνω μια μικρή βόλτα γύρω από το σπίτι και να θαυμάσω τα περίφημα αρχοντικά που διατηρούνε την αγέρα)χη ομορφιά τους χρόνια τώρα. Το Παριόλι είναι μια πανέμορφη περιοχή. Δεν προλαβαίνω να περπατήσω εκατό μέτρα, όταν αντιλαμβάνομαι την παρουσία ενός κατάμαυρου βελγικού τσοπανόσκυλου, ενός σκύλου επιθετικού, να γρυλίζει απειλητικά. Προλαβαίνω να διακρίνω την εξώπορτα μιας βίλας μισάνοιχτη. Κοκαλώνω στη θέση μου. Το μυαλό μου έχει σταματήσει και νιώθω κρύο ιδρώτα να κυλάει σ' όλο μου το κορμί. Είμαι έτοιμη να λιποθυμήσω. Ο σκύλος, που είμαι σίγουρη ότι έχει αντιληφθεί την κατάστασή μου, μου δείχνει τα κοφτερά του δόντια και είναι έτοιμος να μου ορμήξει. Για να το βάλω στα πόδια ούτε λόγος. Μένω ακίνητη στη θέση μου και παρακαλάω το Θεό να με λυπηθεί. Φαίνεται ότι με λυιιάται όντως, γιατί νιώθω την παρουσία του Βρούτου δίπλα μου. Το καημένο το ντόμπερμαν με ένα μόνο σάλτο, που θα το ζήλευε ο καλύτερος άλτης επί κοντώ, πηδάει από τα κάγκελα ύψους δύο σχεδόν μέτρων του σπιτιού και τρέχει με φόρα καταπάνω μου. «Αυτό είναι», σκέφτομαι. «Θα με βρούνε κατακρεουργημένη». Ο Βρούτος με προσπερνά και στέκεται απέναντι στον άλλο σκύλο δείχνοντας τα δόντια του, που αδημονούν να δουλέψουνε. Από τα σαγόνια του τρέχουν σά-


λια και το γρύλισμά του είναι ανατριχιαστικό. Ο ξένος σκύλος κάνει εκτίμηση της κατάστασης και αρχίζει να υποχωρεί. Λίγο μετά έχει εξαφανιστεί πίσω από τη μισάνοιχτη π ό ρ ι α Ο Βρούτος, αφού μένει καρφωμένος στη θέση του για λίγα δευτερόλεπτα, έρχεται και στέκεται δίπλα μου ακίνητος, 'Γα μάτια του εξακολουθούν να κοιτάζουν προς την κατεύθυνση προς την οποία εξαφανίστηκε ο σκύλος. Τολμώ να απλώσω το χέρι μου πάνω στο κεφάλι του και να τον χαϊδέψω δισταχτικά. - Καλέ μου Βρούτο, μου έσωσες τη ζωή. Σ' ευχαριστώ. Me αγνοεί και επιμένει να κοιτάζει στην ίδια κατεύθυνση. Γυρίζω με αργά βήματα πίσω στο σπίτι. Ο Βρούτος με ακολουθεί σαν φύλακας-άγγελος. Του επιτρέπω να μπει μέσα στο σπίτι παρ' όλες τις απαγορεύσεις της Ερνέστα, που ευτυχώς κοιμάται αυτή την ώρα. Στην κουζίνα τού βάζω μπόλικο γάλα στο πιάτο του και τον ανταμείβω με ένα μπούτι από γαλοπούλα, που το κάνει μια χαψιά πριν προλάβω να το αφήσω κάτω. Μετά θρονιάζεται μπροστά στο τζάκι ευχαριστημένος. Για πρώτη φορά με κοιτάζει στα μάτια. Τον πλησιάζω, χωρίς δισταγμό αυτή τη φορά, και του χαϊδεύω το κεφάλι. Ο Βρούτος μού γλείφει τα χέρια και μετά ξαπλίόνει ανάσκελα προκαλώντας με να τον χαϊδέψω. - Ο Βρούτος είναι καλό παιδί, του λέω και απομακρύνομαι. Ο πάγος μεταξύ μας έχει σπάσει για τα καλά. Μέχρι το βράδυ όλη η οικογένεια έχει μάθει το γεγονός και χαϊδολογούνε τον Βρούτο συνεχώς. Μέχρι και η Ερνέ-


στα λέει στον Σιμόνε ότι μπορεί ο σκύλος να ανεβαίνει όποτε θέλει στο δωμάτιο του.

Δευτέρα πρωί είμαι πάλι στην Αθήνα και πηγαίνω κατευθείαν στο γραφείο. Το βράδυ παίρνω τη Μέριλιν από τη μαμά και επιστρέφω στο σπίτι μου πτώμα ζωντανό. Παρατηρώ ότι η γάτα μου με αγνοεί παντελώς, όμως είμαι τόσο κουρασμένη, που δεν έχω το κουράγιο να ασχοληθώ μαζί της· μπορεί η Μέριλιν να με αποφεύγει, όμως έχω κερδίσει σίγουρα την αγάπη του Βρούτου. Σκέφτομαι ότι κάτι πρέπει να κάνω μαζί της, αλλά ο ύπνος έρχεται πριν προλάβω να λύσω το πρόβλημα. Την επομένη το βράδυ απολαμβάνω, όπως πάντα, το καινούριο επεισόδιο του σίριαλ και εκπλήσσομαι για άλλη μια φορά με τις υποκριτικές ικανότητες της Ναταλί. Είναι ολοφάνερο ότι ζει το ρόλο της. Οι μέρες κυλάνε με τους ίδιους ρυθμούς και ο ελεύθερος χρόνος μου είναι σχεδόν ανύπαρκτος. Μαθαίνο) τα νέα των κοριτσιών μόνο από το τηλέφωνο. Η Δανάη μετά το στραπάτσο της με τον Νικήτα έχει κλειστεί για τα καλά στο σπίτι. Για να είμαι πιο σαφής, έχει κλειστεί στο γραφείο της και έχει πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. Την έχω καλέσει να έρθει στη Ρώμη μαζί μου για να ξεκουραστεί λιγάκι, όμως όλο και κάποιος πελάτης παρουσιάζεται ξαφνικά, και πρέπει να του δείξει κάποιο σπίτι ή οικόπεδο. Δουλεύει και τις Κυριακές. Μου μιλάει μόνο για τα παιδιά της ή για τη


δουλειά. Για άντρες ούτε συζήτηση. Λες και είναι κάτι που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον και έχει πλε'ον φθαρεί' και μια και είναι φθαρμένο, δεν το χρησιμοποιούμε πια. Ο γιος της, ο Μάρκος, συνεχίζει τη σχέση του με την κόρη του Νικολαΐδη και μάλιστα τα Σαββατοκύριακα η μικρή κοιμάται στο σπίτι της Δανάης με τις ευλογίες του πατέρα της. Η κόρη της, η Αλίκη, είναι πανευτυχής που η μάνα της βρίσκεται κάθε βράδυ στο σπίτι και της διαβάζει παραμύθια πριν κοιμηθεί, κάτι που έκανε μέχρι τώρα η γυναίκα που εργαζόταν μόνιμα ως εσωτερική. Η μικρή έχει πάψει να γκρινιάζει και συνεχώς μιλάει για τον Γιαννάκη, ένα γειτονόπουλο με το οποίο είναι ερωτευμένη. Η φίλη μου τώρα πια ντύνεται πολύ απλά και έχει αφαιρέσει από πάνω της όλα σχεδόν τα φανταχτερά κοσμήματα που την έκαναν να μοιάζει με λατέρνα σε πανηγύρι. Λέει πως η ζωή της χωρίς τους άντρες την έκανε επιτέλους να τα. βρει με τον εαυτό της και να χαίρεται την παρέα του. Μου ζητάει να της προτείνω ορισμένα βιβλία, γιατί θέλει να διαβάσει. Χαίρομαι για τη Δανάη, γιατί αρκετά σπαταλήθηκε, όπως και η Ναταλί· η μία μέσα σε γάμους και η άλλη μέσα από το σεξ για την αναζήτηση αγάπης. Γιατί τι έκανε η Ναταλί τόσο καιρό; Έδινε σεξ για να πάρει αγάπη. Και τι έκανε η Δανάη; Έκανε γάμους για να βολευτεί. Καμιά τους δεν είχε ρωτήσει τον εαυτό της ποια πραγματικά ήταν και ποιες ήταν οι πραγματικές της ανάγκες. Η Ελένη βρίσκεται με το ένα πόδι στην Ελλάδα και με το άλλο στην Αμερική. Άλλη πικρή ιστορία αυτή. Ενώ της α-


ρέσει η Νέα Υόρκη, σκέφτεται να αφήσει την Ελλάδα, και ενώ αγαπάει τον Μάικ, πονάει τον Νίκο. Ή μήπως της αρέσει αυτή η περιπλάνηση; Δεν εκπλήσσομαι. Είκοσι πέντε χρόνια αεροσυνοδός, αν μη τι άλλο, η ρουτίνα θα αποτελούσε πρωτοτυπία στη ζωή της. Νομίζω όμως ότι εκείνο που πραγματικά την ενοχλεί είναι που θα πάρει σύνταξη. Τα τελευταία κυρίως δέκα χρόνια δεν έχει περάσει μέρα που να μη διαμαρτυρηθεί για το πόσο πολΰ δουλεΰει, πόσο κουρασμένη νιώθει συνεχώς, πόσο πολΰ την ενοχλεί το τζετ λαγκ, πόσο βαριέται τα δωμάτια των ξενοδοχείων και πόσο ενοχλητικό είναι να κοιμάσαι ενώ είναι μέρα και να είσαι ξΰπνια ενώ είναι νΰχτα. Ξαφνικά της κακοφαίνεται ότι θα πρέπει να κάθεται ο' ένα σπίτι και να μαγειρεύει - και στο κάτω κάτω για ποιον vex μαγειρέψει, αφοΰ η κόρη της είναι μεγάλη γυναίκα και, αν παντρευτεί τον Μάικ, θα τον βλέπει μετά τις δέκα το βράδυ και θα πηγαίνουνε σε κάποιο εστιατόριο; Ό χ ι , δεν της ιιάει αυτός ο ρυθμός της ζωής. Προτιμάει τον τσιγγάνικο. Γιατί η Ελένη είναι όπου γης και πατρίς. Έτυχε να βρεθούμε μαζί εκτός από την Μπανγκόκ και στη Νέα Υόρκη και μια φορά στον Καναδά και γνώριζε τα κατατόπια, κυρίως αυτά με τις φτηνές αγορές, σαν την τσέπη της. Άσε πια τα καλημερίσματα που δεν προλάβαινε να λέει από το προσωπικό του ξενοδοχείου, που τη γνώριζε με το μικρό της όνομα, μέχρι τον τελευταίο καταστηματάρχη. Λησμονιέται αυτή η ζωή έτσι εΰκολα; Μπορεί οι ρυθμοί της να είναι κουραστικοί, όμως είναι δεΰτερο πετσί. Οι ιπτάμενοι είναι σαν τους ναυ-


τικούς. Ό λ ο νοσταλγούνε τη στεριά και μόλις περάσει ο μήνας, θέλουνε και αυτοί να επιστρέψουνε στη θάλασσα. Ό λ ο ονειρεύονται τη μέρα που θα σταματήσουν να πετάνε και θα ηρεμήσουν στη γη και όταν έρχεται η c5pa αυτή, βλέπουνε αεροπλάνο και κλαίνε. Και ας λένε ότι δεν τους καίγεται καρ(|>ί. Η Λορίν αποφασίζει να παρατείνει τη διαμονή της μέχρι τις αρχές Χριστουγέννων, γιατί ο Χοσέ -που έχει αρχίσει να μιλάει σπαστά τα ελληνικά- τα έχει βρει με δύο Έλληνες και έχει γίνει αυτοκόλλητος τους. Δε θέλει να επιστρέψει (Πην Αμερική. Έχει γίνει σαν γουρούνι, γιατί οι μεζεδομερακλήδες φίλοι του τον έχουν πάει σε όλα τα κουτούκια της Αθήνας και του Πειραιά, όπου τα πιρούνια τους κινούνται λες και έχουν μοτεράκι. Η Λορίν, που έχει αρχίσει να ενοχλείται όχι μόνο από την εμφάνισή του αλλά και από τις απουσίες του, αποφασίζει να «αγριέψει» και να τον βάλει σε πρόγραμμα αποτοξίνωσης από κάθε λιπαρή ουσία και καραντίνας από τους λιποφάγους φίλους του. Φαίνεται ότι ο λόγος της πατρόνας περνάει, γιατί ο Χοσέ γράφεται αμέσως σε γυμναστήριο και τηρεί ευλαβικά το πρόγραμμα διατρο(|)ής του διαιτολόγου του. Τη Ναταλί τη βλέπω μόνο από τα εξώφυλλα των περιοδικοί, που είναι ευτυχώς πολλά, και ακούω τη φωνούλα της στο σίριαλ ή όταν είναι καλεσμένη σε διάφορες εκπομπές, που και αυτές δεν είναι λίγες. Έχει αδυνατίσει, όμως πώς να μην αδυνατίσεις όταν σε φέρνουνε σαν βαγόνι τρένου από τον ένα σταθμό στον άλλο; Ευτυχώς της πάει. Θα μου πεις,


ποια γυναίκα δε θέλει να είναι αδύνατη και ας μοιάζει μβ σκελετό; Η πρώην επιπόλαια φιλενάδα μου έχει γίνει (pipμα άλφα κατηγορίας και μάλιστα διανοούμενη. Εκπλήσσομαι όταν σε μια εκπομπή κάνει επίδειξη γνώσεων πετώντας ατάκες από το βιβλίο του Σκοτ Πεκ, που έχω την εντύπωση ότι πρέπει να το έχει καταβροχθίσει. Δεν μπορώ όμως να πω ότι με έχει ξεχάσει. Μου αφήνει συχνά μηνύματα στον αυτόματο τις πιο ακατάλληλες ώρες και μου λέει πόσο πολύ της έχω λείψει. Το ειδύλλιο της με το σκηνοθέτη ακόμη συνεχίζεται και από ό,τι βλέπω έχει επηρεάσει καθολικά τη ζωή της, όχι μόνο στον τρόπο σκέψης, αλλά και στο ντύσιμο της. Τα κραυγαλέα σούπερ μίνι και οι διαφανείς μπλουζίτσες είναι πλέον παρελθόν και έχουν αντικατασταθεί από σοφιστικέ ταγέρ και μίντι φορέματα, που ομολογώ ότι της πάνε υπέροχα. Μου έχει λείψει η Ναταλί και αυτή η χαρούμενη νότο ανεμελιάς που τη συνόδευε και ήταν τόσο μεταδοτική σε όλους. Έχει σοβαρέψει πολύ. Αλλά αυτό είναι το τίμημα της επιτυχίας στον κόσμο του θεάματος. Μπορεί να σε βάλει να κάνεις στροφή 180 μοιρών, σε σημείο να μην αναγνωρίζεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Ας είναι. Πάντως, την προτιμώ έτσι, γιατί στα σαράντα ο ρόλος της ανέμελης κοπελίτσας δεν είναι ό,τι πιο φυσιολογικό και μάλλον γέρνει προς το γελοίο. Εγώ, σαν την Ελένη, είμαι με το ένα πόδι στην Αθήνα και με το άλλο στη Ρώμη. Η σχέση μου με τον Φαμπρίτσιο συνεχίζεται με την ίδια «ένταση», τόσο που η Ερνέστα άλλαξε διακριτικά το διπλό στρώμα του κρεβατιού μας, γιατί, όπως


μας είπε, ήταν έτσι κι αλλιώς για πέταμα. Ο Βρούτος έχει γίνει κολλητός μου, όμως η Μέριλιν συνεχώς απομακρύνεται από κονιά μου. Τρεις μέρες τώρα με αγνοεί. Η αλήθεια είναι ότι την έχω παραμελήσει. Με βλέπει μόνο λίγη ώρα το βράδυ και τα Σαββατοκύριακα καθόλου. Σκέφτομαι ότι, αν έχει παρέα, θα μπορεί να έρχεται η μητέρα μου να τους βάζει φαγητό όταν λείπω, κι έτσι η Μέριλιν δε θα αναγκάζεται να μετακινείται συνεχώς. Ένας φίλος μου μου δωρίζει ένα αρσενικό γατάκι τριών μηνών. Δηλαδή του το ζητάω εγώ. Το βαφτίζω Τζούλιο και το πάω στο σπίτι πανευτυχής. Φωνάζω τη Μέριλιν, η οποία ως συνήθως δεν τρέχει όπως άλλοτε να με υποδεχτεί και να τριφτεί στα πόδια μου. Αφήνω στο πάτωμα τον Τζούλιο, ο οποίος φεύγει και κρύβεται στην κουζίνα. Δεν προλαβαίνω να βγάλω τη ζακέτα μου και ακούω τις δυνατές κραυγές του να καλούνε σε βοήθεια. Τρέχω γρήγορα στο δωμάτιο και βλέπω τη Μέριλιν με τις τρίχες της όρθιες, λες και έβαλε την ουρά της σε ηλεκτρική πρίζα, έτοιμη να κατασπαράξει το άμοιρο γατί. Επεμβαίνω δυναμικά και τη μαλώνω με δυνατή φωνή. Η Μέριλιν υποχωρεί και στο πρώτο βήμα του Τζούλιο τον έχει αρπάξει από το λαιμό λες και είναι ποντίκι. Ό λ η τη μέρα προσπαθώ να την πείσω να αγαπήσει τον Τζούλιο, όμως αυτή παραμονεύει και μόλις αυτός εμφανίζεται τον κάνει μπλε μαρέν. Περνάω ένα μαρτυρικό βράδυ και το πρωί φεύγω, αφού τους βάλω σε διαφορετικά δωμάτια. Ό τ α ν επιστρέφω, η Μέριλιν έχει κατουρήσει έξω από την άμμο της και ο Τζούλιο έχει καταχέσει το πάτωμα. Με το που τον βλέ-


πει, του επιτίθεται με το ίδιο πάθος. Η γάτα μου μισεί. Μισεί αφόρητα εμένα, τον Τζοΰλιο. Δεν το περίμενα αυτό. Στο τέλος κάνει απεργία πείνας. Τρεις μέρες απεργία και έχω απελπιστεί. Ούτε και τα μπιφτέκια που της αρέσανε τόσο δε θέλει να μυρίσει. Την τέταρτη μέρα βάζω τον Τζούλιο στο καλάθι και τον επιστρέφω στο φίλο μου. Το ίδιο βράδυ, αφού βεβαιώνεται ότι ο εχθρός έχει εξαφανιστεί, καταβροχθίζει το σύμπαν και κοιμάται μετά από καιρό ευτυχισμένη στην αγκαλιά μου. Το πρωί είναι όλο αγάπες και λουλούδια. Επιτέλους της ανήκω. Στο επόμενο ταξίδι μου αποφασίζω να αφήσω τη Μέριλιν όχι στο σπίτι της μαμάς, αλλά στην κυρία Βούλα του πρώτου ορόφου. Έχει και αυτή δυο γάτες και όταν τις προάλλες συναντηθήκαμε στο δρόμο και της είπα τα προβλήματά μου με τη Μέριλιν, μου πρότεινε να την κρατάει αυτή. Η κυρία Βούλα δε δουλεύει και συνήθως είναι στο σπίτι, έτσι θα μπορεί να ελέγχει την κατάσταση. Ευτυχώς η Μέριλιν παίρνει με καλό μάτι την καινούρια της παρέα, μια και δεν κυκλοφορεί στα δικά της λημέρια. Όταν διαπιστώνω ότι η συμπεριφορά της απέναντι μου είναι πλέον φυσιολογικέ], φεύγει ένα μεγάλο βάρος από πάνω μου και ανταμείβο) την κυρία Βούλα με ένα ωραιότατο δώρο. Έχουμε επισιρέψεΐ m o σπίτι και την παρατηρώ καθώς τρώει με όρεξη το φαγητό της, όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η Λορίν, - Hi, Μαρίνα, μου λέει. Πο)ς πήγε η περιπλάνηση στη 1'ώ-

μη; - Ό π ω ς πάντα. Υπέροχα.


- Τι λες, κανονίζουμε να φάμε έξω το βράδυ; - Λορίν, «ήμερα είναι Τρίτη και κάθε Τρίτη τι έχουμε; - Oh, my God, το ξέχασα! Σήμερα είναι το σίριαλ της Ναταλί. Τι λες, να έρθω στο σπίτι σου να το δοΰμε μαζί; - Και το συζητάς; Και βέβαια να έρθεις! - Σε μια ώρα θα είμαι εκεί. - Τι να ετοιμάσω για φαγητό; - Τίποτε απολύτως. Κάνουμε δίαιτα οικογενειακώς. Δε θα έλεγα όμως όχι σε μια τεκίλα. «Καλή μου, Λορίν», σκέφτομαι. «Από τη σαμπουκα πήγες (πην τεκίλα». Ανάλογα με την εθνικότητα του άντρα που ερωτεύεται πίνει και το εθνικό του ποτό. Ό τ α ν ήταν με τον Σώτο, είχε ταράξει όλα τα ουζερί της περιοχής. Δεν προλαβαίνω να βάλω το ακουστικό στη θέση του και το τηλέφωνο ξαναχτυπά. - Έλα, Μαρινάκι, η Ναταλί είμαι. - Βρε, βρε, σαν τα χιόνια, της λέω. Πολλά χρόνια θα ζήσεις. Τώρα μόλις μιλάγαμε για σένα με τη Λορίν. Θα έρθει στο σπίτι να σε καμαρώσουμε από την τηλεόραση. - Ελπίζω να μη μου κρατάτε κακία που έχω εξαφανιστεί. - Να είσαι σίγουρη ότι σε κατανοούμε απόλυτα. - Λοιπόν, θα είσαι στο σπίτι σου; - Μ α χάνω εγώ τη «Συνωμοσία της Σιωπής»; - Χρέωσε μια θέση και για μένα. Σε έχω επιθυμήσει πολύ. Θέλω να σε δω. - Σοβαρά μιλάς; Αυτό κι αν είναι έκπληξη! Θα σε περιμένω. I Ιάω να (ρορέσω τα καλά μου.


- Μαρίνα, κόψε την πλάκα. Το ξέρω ότι δεν είμαι εντάξει, όμως δεν είναι ανάγκη να με πληγώνεις. - Βρε κουτό, πλάκα σου κάνω. Ξέρεις τι χαρά μου έδωσες αυτή τη στιγμή; Να ξέρεις ότι σε αγαπώ. - Κι εγώ σ αγαπώ. Πολύ περισσότερο απ' όσο φαντάζεσαι. Παίρνω τη Δανάη μήπως θέλει να έρθει και αυτή, αλλά μου λέει πως αισθάνεται πολύ κουρασμένη και πρέπει να ξαπλώσει. - Η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη. Πρέπει να νοιαστείς λίγο και για τον εαυτό σου. - Μα για τον εαυτό μου νοιάζομαι πια, αγάπη μου. Μέχρι χτες νοιαζόμουνα για τους άντρες. Καιρός να με φροντίσω και λιγάκι. Από δω και πέρα προτεραιότητα έχουν τα παιδιά μου και η Δανάη. Γι' αυτά κοπιάζω και, πίστεψέ με, δε μου είναι καθόλου δυσάρεστο. Ίσα ίσα που ο Μάρκος τώρα είναι πιο κοντά μου από ποτέ. Ξέρεις, συζητάμε συνεχώς και μου τα λέει όλα, ακόμη και τα πολύ προσωπικά του. -Όπως... - Να, η Μάρθα είναι παρθένα. Και σκέφτηκαν να το προχωρήσουν το θέμα. Με ρωτάει λοιπόν τι πρέπει να κάνει για να μην την πονέσει ή να μην τη φέρει σε δύσκολη θέση. - Μη μου πεις! Τέτοια πρόοδος λοιπόν μεταξύ σας. Και εσύ τι είπες; - Του είπα να κάνουν ό,τι τους έρθει, αρκεί να αισθάνονται όμορφα. Μόνο να προσέχουνε. Ό χ ι εγκυμοσύνες. Η χρήση του προφυλακτικού είναι απαραίτητη.

ra

Aza


- Χαίρομαι που χα πάτε τόσο καλά με τον Μάρκο. Έτσι θα αποφύγετε και δυσάρεστες εκπλήξεις. - Η αλήθεια είναι ότι είχα παραμελήσει τα παιδιά μου. Ο Μάρκος μου ειδικά μεγάλωσε σχεδόν μόνος του. Όμως έστω και καθυστερημένα θα είμαι δίπλα του τώρα. Έχει γίνει (Σπιτόγατος πρώτης τάξεως. Ακόμη και όταν δεν είναι με τη μικρή, πάλι στο σπίτι είναι. - Μακάρι να είχε και η Ελένη την ίδια σχέση με την κόμη της. Σ' αυτή συνέβη το αντίθετο. Μέχρι την εφηβεία η Μαιρούλα δεν ξεκολλούσε από τα φουστάνια της μάνας της και τώρα σχεδόν δε λένε καλημέρα. - Τόσο κακές είναι οι σχέσεις τους; - Τι να σου πω! Θεωρώ τη συμπεριφορά της μικρής απαράδεκτη. Αντί να ευχαριστεί το Θεό που η μάνα της βρήκε ένα σύντροφο της προκοπής, αυτή κάνει τα πάντα για να τους χωρίσει. - Μήπ(ος φταίει και η Ελένη; Πολύ αδυναμία τής είχε δείξει. Ό,τι θέλει η Μαιρούλα, όπως το θέλει η Μαιρούλα, όποτε το θέλει η Μαιρούλα. - Η αλήθεια να λέγεται. Χατίρι δεν της χάλασε ποτέ. - Φαίνεται ότι η κόρη της ή την τιμωρεί για τις μεγάλες απουσίες της από το σπίτι ή τη ζηλεύει. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. - Μα είναι δυνατό μια κόρη να ζηλεύει τη μάνα; - Τι λες, χρυσό μου, τώρα; Μέχρι και τον γκόμενο είναι ικανές να κλέψουνε. Τα σημερινά κορίτσια έχουν θράσος που περισσεύει. Δεν έχουνε τους φραγμούς που είχαμε ε-


μείς. Και ξέρεις ποιος φταίει γι' αυτό; Εμείς οι ίδιες, που από το. πολΰ τρέξιμο για να τα προλάβουμε όλα δε μας μένει χρόνος να διδάξουμε στα παιδιά μας πέντε βασικές αρχές. - Δεν ξέρω τι να πω. Ίσως έχεις δίκιο. - Και βέβαια έχω. Γι' αυτό αποφάσισα να τους αφιερώσω περισσότερο χρόνο. Αλήθεια, θέλω να έρθω να της τα πω λιγάκι, όμως αμφιβάλλω για το αν θα αντέξω να βγω ακόμη και έξω από την πόρτα. - Μην μπαίνεις στον κόπο. Η Ελένη έτσι κι αλλιώς είναι στη Νέα Υόρκη. Να καθίσεις να ξεκουραστείς. - Είναι ακόμη με τον Μάικ, έτσι δεν είναι; - Οΰτε κι εγώ ξέρω τι γίνεται ακριβώς. Υπάρχει θολούρα στην υπόθεση. Το κουδοΰνι της πόρτας χτυπάει. - Άντε, σ' αφήνω τώρα. Ή ρ θ α ν τα κορίτσια. - Να μου τις φιλήσεις όλες. Θα τα ποΰμε. Φιλάκια. Η Λορίν είναι μόνη της, χωρίς τον Χοσέ. - Καλώς τη, της λέω. Που είναι ο Χοσέ; - Προτίμησε να μείνει στο σπίτι. Θα έρθουν οι φίλοι του να τα ποΰνε. - Πώς πάει η δίαιτά του; - Έχει αδυνατίσει, αλλά όχι πολΰ. Πάντως προσπαθεί. Αν εξαιρέσουμε το θέμα του φαγητοΰ, δεν έχουμε άλλα προβλήματα. Είναι βολικός τΰπος, αν και λίγο τεμπέλης. - Τεμπέλης; Τι θέλεις να πεις; - Τα περιμένει όλα από μένα. Ακόμη και τα ψώνια του σοΰπερ μάρκετ πρέπει να τα κάνω εγώ. Του τα έψαλα προ-


χτες και μου είπε ότι από δω και πέρα θα αναλάβει αυτός όλες τις εξωτερικές δουλειές. - Και από χρήματα; Εσύ πάλι; - Τα γνοκπά. Αφού ξέρεις ότι δε δουλεύει. Όμως κάτι έχει στο νου του να κάνει όταν επιστρέψουμε στο Λος Άντζελες. - Σαν τι δηλαδή; - Να ανοίξει ένα εστιατόριο. - 1 Ιράγμα που σημαίνει ότι σκέφτεσαι να εγκατασταθείς μόνιμα στο Λος Άντζελες. - Τα καλοκαίρια θα είμαι στην Ελλάδα. Την αισθάνομαι σαν δεύτερη πατρίδα μου. Το κουδούνι της πόρτας ξαναχτυπάει. Είναι η Ναταλί. Φαντάζει πιο αδύνατη από ποτέ και είναι τελείως άβαφη. Προφανώς όμως δεν έχει ξεμακιγιαριστεί καλά, γιατί το δεξί της μάτι είναι μουντζουρωμένο ή... μάλλον μελανιασμένο. - Δε μου λες, ρωτάω, μη μου πεις ότι αυτό το πράγμα είναι μελανιά. Με αγκαλιάζει και με φιλάει. - Δεν είναι τίποτε, μου λέει. Θα φύγει. - Πού χτύπησες, χριστιανή μου; - Στο γύρισμα. Είχαμε σήμερα μια σκηνή με ξυλοδαρμούς και τέτοια. Έπρεπε να φαίνεται πολύ ρεαλιστική. - Δεν κατάλαβα. Τι εννοείς; - Ο Κορβέρης είπε στους ηθοποιούς να με χτυπήσουν πραγματικά. - Τι έκανε ο Κορβέρης; Σοβαρά μιλάς; Και εσύ κάθισες και τις έφαγες;


- Δεν το ήξερα. Ξαφνιάστηκα, είναι η αλήθεια. Έγινε χαμός στο πλατό. Αλλά, αν δεις τη σκηνή, θα τρελαθείς, Μαρίνα μου. Είναι η πιο καλή μου στιγμή στο σίριαλ. - Έχεις τρελαθεί, μου φαίνεται. - Από την πολλή δουλειά θα είναι, συμφωνεί η Λορίν. Μήπως πρέπει να ξεκουραστείς λιγάκι; - Ευτυχώς με αυτό το μάτι δεν μπορώ να παίξω. Έχω τριήμερη άδεια. - Πάλι καλά. Πάντως είναι παλαβός. Άκου εκεί να σε σκοτώσει για να βγει η σκηνή! - Δεν ξέρεις πόσο παθιασμένος είναι με τη δουλειά του. Τα θέλει όλα τέλεια! - Πονάς πολΰ; ρωτάει η Λορίν με πραγματικό ενδιαφέρον. - Μπρος στην επιτυχία, τι είναι ο πόνος... - Κι εγώ που πίστευα πως μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος, λέω ειρωνικά. - Α ς τα ξεχάσουμε τώρα αυτά κι ας δοΰμε το σίριαλ. Να, άρχισε κιόλας, λέει η Ναταλί με έναν παιδικό ενθουσιασμό και θρονιάζεται στον αναπαυτικό καναπέ μου απλώνοντας τις ποδάρες της πάνω στο τραπέζι. Ευτυχώς προλαβαίνει να βγάλει τα παπούτσια της. - Δε σε πειράζουν τα πόδια μου, μου λέει με ένα γλυκοστάλαχτο χαμόγελο. Ξέρεις, τελευταία πρήζονται πολΰ. Ίσως φταίει η υπερκόπωση. - Η ηλικία φταίει, Ναταλί μου, της λέω χαμογελώντας κι εγώ μελιστάλαχτα. Μου θυμίζει έντονα τη Ναταλί που ήξερα τόσα χρόνια. Ένα παιδί στο σώμα μιας γυναίκας.


- Λες;;; με ρωτάει με δυσαρέσκεια. - Το ίδιο συμβαίνει και σε μένα, της λέω και αυθόρμητα βγάζω τα παπούτσια μου κι απλώνω κι εγώ τα πόδια μου στο τραπέζι. Με αγκαλιάζει και ακουμπάει το κεφάλι της στον ώμο μου. - Τι θα κάνουμε σε τριάντα χρόνια; Πώς θα είμαστε αλήθεια; - Δυο χαριτωμένες γριούλες, γεμάτες ενέργεια και διάθεση για ζωή. - Ακόμη κι αν κρατάμε μπαστουνάκια; - Ακόμη κι αν κρατάμε μπαστουνάκια, γλυκιά μου, της λέω. Τουλάχιστον θα έχουμε η μία την άλλη. - Εμένα με ξεχάσατε; ρωτάει με παράπονο η Λορίν. Ή εννοείτε ότι δε θα υπάρχω πια... - Μπα σε καλό σου, της λέω. Τίποτε δε θα πάθεις. Θα είμαστε όλες εδώ να βλέπουμε ταινίες και να θυμόμαστε με νοσταλγία τις παλιές καλές εποχές. - Σσσσς, κάνει η Ναταλί. Το έργο θα αρχίσει. Η Ναταλί αναπολεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τη γνωριμία της με το νεκρό άντρα της. Από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν ένιωσαν ότι ήταν πλασμένοι για να μείνουνε μαζί. Τα ρομαντικά δείπνα αρχίζουνε, μόνο που ο άντρας αποφεύγει να της μιλάει για το παρελθόν του και το μόνο που γνωρίζει γι' αυτόν είναι ότι ασχολείται με επιχειρήσεις. Υπάρχει ένα μυστήριο γΰρω από τη ζωή του που προβληματίζει τη Ναταλί, όμως ο έρωτας δεν της δίνει τα περιθώρια για να ελέγξει τι πραγματικά συμβαίνει. Όταν


της προτείνει γάμο, τρεις μήνες μετά, δέχεται πανευτυχής. Σηκώνεται αργά και αρχίζει να μαζεύει τα ροΰχα του στη βαλίτσα αδειάζοντας τις τσέπες του από το περιεχόμενο τους. Κάθε μικροαντικείμενο που της θυμίζει κάτι την κάνει να θλίβεται και τα δάκρυα κυλοΰν στο πρόσωπο της. Η φίλη μου παίζει εκπληκτικά και είμαι σίγουρη ότι το κλάμα της είναι πραγματικό. Τον ζει το ρόλο της. Κάποια στιγμή στην εσωτερική τσέπη ενός σακακιού ανακαλύπτει ένα σακουλάκι με άσπρη σκόνη. Στην αρχή δεν καταλαβαίνει τι είναι- μετά συνειδητοποιεί ότι είναι κοκαΐνη. Το πρόσωπο της παγώνει. Κάθεται στο κρεβάτι κοιτώντας το αναπάντεχο ευρημά της. Τα έχει χαμένα. Μετά, με μια αποφασιστική κίνηση, σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου και ειδοποιεί την αστυνομία. Μισή ώρα αργότερα, η αστυνομία ανακαλύπτει στον πάτο της προσωπικής του βαλίτσας μια ποσότητα από κοκαΐνη καθόλου ευκαταφρόνητη, ερμητικά συσκευασμένη σε σακούλες και σοφά καμουφλαρισμένη, έτσι ώσιε αυτή η μυστική κρύπτη να μην είναι αντιληπτή από κανέναν. Το επεισόδιο τελειώνει χωρίς να έχουμε πάρει ανάσα. Τώρα αρχίζει να παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. - Λοιπόν, πώς σας φαίνεται το σίριαλ; μας ρωτάει. - Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα έχει τη μεγαλύτερη θεαματικότητα της χρονιάς. Και ξέρεις γιατί; - Γιατί; με ρωτάει αθώα. - Γιατί κλέβεις την παράσταση, Ναταλί μου. Δε χορταίνουν να σε βλέπουνε. Παίζεις πραγματικά τέλεια. Μπράβο σου!


- Συμφωνώ κι εγώ, λέει η Λορίν. You're really perfect. Το κινητό της Λορίν )(τυπάει. Είναι ο Χοσέ και της ζητάει να γυρίσει στο σπίτι, γιατί νιώθει μοναξιά. Διακρίνω στο βλέμμα της Λορίν τη μεγαλύτερη ικανοποίηση. Λίγο αργότερα έχουμε μείνει εγώ κι η Ναταλί μόνες μας και πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό έχω μια πραγματικά ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί της. - Ξέρεις, μου λέει, έχουνε αρχίσει να με αναγνωρίζουνε (no δρόμο και να ζητάνε αυτόγραφα. - Αυτό σε κάνει ευτυχισμένη; - Πιο πολύ με κάνει ευτυχισμένη το ότι δημιουργώ και για πρώτη φορά στη ζωή μου μ' αρέσει να είμαι μόνη μου. Είναι στιγμές που μισώ τον ήχο του τηλεφώνου και δεν είναι λίγες οι φορές που αφήνω τον αυτόματο τηλεφωνητή να μιλάει για μένα. - Είπαμε να συμμαζευτείς κι εσύ κοντεύεις να καλογερέψεις. Από τη μια όχθη στην άλλη. Ούτε κι αυτό είναι σωστό. - Το ξέρω, όμως αυτό τον καιρό έχω ανάγκη να μείνω με τον εαυτό μου, για να δω τι θα κρατήσω και τι θα πετάξω από τη ζωή μου. - Περνάς την κρίση της σαραντάρας, μου φαίνεται. - Ποια κρίση εννοείς; - Παιδί μου, στα είκοσι μας τα κρατάμε όλα, γιατί μας αρέσουνε όλα. Στα τριάντα μας σκεφτόμαστε να πετάξουμε μερικά, αλλά δεν είμαστε σίγουρες. Στα σαράντα μας πετάμε το ένα μετά το άλλο, από ρούχα μέχρι άχρηστες φιλίες, γιατί δεν αντέχουμε πια αυτό το φόρτωμα.


- Και στα πενήντα μας τι κάνουμε; - Εκεί έχουμε απορρίψει σχεδόν όλους εκτός από τον εαυτό μας και στα εξήντα μας επιθυμούμε μόνο ένα πράγμα δικό μας: την υγεία μας. - Καλά τα λες. Και ο άντρες δεν έχουν πια θέση στη ζωή μας; - Πάντα θα έχουνε. Τώρα αν θα έχουνε την πρώτη θέση ή τη δεύτερη ή θα είναι στην αποθήκη εξαρτάται από τα χαστούκια που έχεις φάει. Ό σ ο πιο πολλά είναι, τόσο πιο φτηνή θα είναι και η κατηγορία της θέσης που θα τους δίνουμε. Στο τέλος μπορεί και να τους θεωρήσεις λαθρεπιβάτες και να τους πετάξεις τελείως έξω από το τρένο της ζωής σου. Αλήθεια, όμως, με το σκηνοθέτη τι γίνεται; - Μια ακόμη τέτοια βίαιη σκηνή στο πλατό και θα του δώσω τα παπούτσια στο χέρι. - Στην προσωπική σας ζωή πώς είναι θέλω να μάθω. -Άψογος. Εντάξει, δεν έχει τις χάρες ενός νέου άντρα, έχει όμως χάρες που για πρώτη φορά ανακαλύπτοχ - Σαν ποιες δηλαδή; - Κορίτσι μου, έχει κύρος ο άνθρωπος. Δε λέει μαλακίες, είναι πολύ περιποιητικός μαζί μου, καταλαβαίνει τις ανασφάλειες μου και, το καλύτερο, μπορεί να τις καλύπτει. - Δεν τρελαίνεσαι όμως για δαύτον. - Κοίτα, αυτή τη φορά είναι ένα συναίσθημα τελείως διαφορετικό από αυτά που έχω ζήσει. Δε διακατέχομαι από ενθουσιασμούς ούτε από ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Είμαι κουλ. Πώς να σου το πω; Χαίρομαι που είμαι μαζί του, χω-


ρίς αυτό να σημαίνει ότι μου λείπει όταν δεν είμαστε μαζί. Έ χ ω μάθει πλέον να χαίρομαι την παρέα του εαυτού μου. - Ελπίζω και τη δική μου. - Αυτό θα είναι για πάντα. Ξέρεις πόσες ενοχές αισθάνομαι που δεν έχω χρόνο για σένα; Τελικά, είσαι η καλύτερή μου φίλη. Κάτι άλλες με το που άρχισε το σίριαλ μου γυρίσανε την πλάτη. Τώρα πώς το εξηγείς αυτό; Αντί να τους γυρίσω εγώ την πλάτη, μου τη γυρίσανε αυτές. - Ζήλια, χρυσό μου, ζήλια. Δε χρειάζεται να αναρωτιέσαι και χαίρομαι που με θεωρείς δικό σου άνθρωπο. - Εσύ με θεωρείς φίλη σου; με ρωτάει με λαχτάρα. Την αγκαλιάζω, και τη φιλάω στο μάγουλο. - Μα και βέβαια! Να ξέρεις ότι ο αγαπάω πολύ. - Αλήθεια, τι θα κάνουμε τα Χριστούγεννα; - Πώς σου ήρθε τώρα αυτό; Έχουμε ένα μήνα ακόμη. - Στις 23 του Δεκέμβρη σταματάνε τα γυρίσματα, μέχρι τις 3 του Γενάρη. Έχο> δέκα καταδικές μου μέρες να πάω όπου θέλω. Η Λορίν πού θα βρίσκεται; - Νομίζω στη Νέα Υόρκη. - Τι λες; Πάμε στη Νέα Υόρκη; - Να πάμε ποιοι; - Εσύ, ο Φαμπρίτσιο, η Δανάη, η Ελένη, εγώ, ο Πέτρος. - Να σου πω κάτι; Δεν είναι άσχημη ιδέα. Για άφησέ με να το σκεφτώ. Νομίζω ότι μπορεί να γίνει.


~10~

στις δώδεκα το μεσημέρι, βρίσκομαι καθισμένη στην πρώτη θέση του αεροπλάνου της Ολυμπιακής να ταξιδεύω για Νέα Υόρκη. Δίπλα μου κάθεται ο Φαμπρίτσιο και μου χαρίζει το πιο όμορφο χαμόγελο της ζωής του. Μπροστά μας η Ναταλί και ο Κορβέρης και παραδίπλα η Δανάη. Οι αεροσυνοδοί είναι ιδιαίτερα περιποιητικές με τη Ναταλί, γεγονός που με κάνει να ζηλεύω λιγάκι. Ζητάω να μιλήσω με την προϊσταμένη της πτήσης. Η Ελένη έρχεται χαμογελώντας. Σ Τ Ι ς 23 ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ,

- Κυρία Βενέτη, να πείτε στο προσωπικό σας να προσέχει και εμάς όσο προσέχει την κυρία Αγγελίδου και τον κύριο Κορβέρη. Η Ελένη ξεκαρδίζεται στα γέλια. - Ας γινόσουνα κι εσΰ ηθοποιός. Τι να σου κάνω; Η Ναταλί έχει σουξέ. Αρέσει πολΰ. Αλλά μη σκας, εσένα θα σε περιποιηθεί προσωπικά η προϊσταμένη της πτήσης. Γελάμε όλοι μαζί. Η Ελένη θα μείνει πέντε μέρες στη Νέα Υόρκη όσο και η πτήση της. Η Λορίν ήδη βρίσκεται ε-


κει εδώ και μια βδομάδα. Η Ναταλί πάει πρώτη φορά στην αμερικανοΰπολη, όλοι οι άλλοι έχουμε ξαναπάει. Η πτήση διαρκεί σχεδόν δέκα ώρες. Το τεράστιο έρμπας 340 είναι γεμάτο μέχρι εκεί που δεν πάει. Τέτοιες μέρες όλοι ταξιδεύουνε. Για πού... δεν έχει σημασία. Αρκεί να φύγουνε, να ξαλαφρώσουνε από τις καθημερινές υποχρεώσεις. Οι χριστουγεννιάτικες διακοπές είναι μια χρωματιστή ανάσα (πην καρδιά του χειμώνα, που όλοι την έχουμε ανάγκη. 11 Ελένη είναι ιδιαίτερα περιποιητική μαζί μας, κάτι που δεν περνάει απαρατήρητο από τους άλλους επιβάτες. Σχεδόν δεν αφήνει τις αεροσυνοδούς να μας σερβίρουνε. Θέλει να μας φροντίσει προσωπικά. Τη μαλώνω διακριτικά. - Μα τι κάνεις τώρα; Εσύ είσαι για να προσέχεις το πλήρωμα και να γράφεις τις αναφορές της πτήσης και όχι για να σερβίρεις. - Μην το ξαναπείς αυτό. Εγώ είμαι η αρχιοικοδέσποινα εδώ μέσα και, αν δεν περιποιηθώ τους φίλους μου, δε θα αισθάνομαι καλά. - Είσαι συνεχώς στο πόδι. Το πλήρωμα κάθεται και λίγο, εσύ όχι. Πρέπει να ξεκουραστείς. - Θα ξεκουραστώ στη Νέα Υόρκη. - Τελικά, η Μαίρη δεν ήρθε μαζί σου. - Ό χ ι μόνο δεν ήρθε, αλλά μου έκοψε και την καλημέρα τρεις μέρες τώρα. Έπρεπε, λέει, να μείνω στην Αθήνα και να κάνουμε Χριστούγεννα μαζί με τον πατέρα της. - Δεν είμαστε καλά. Δηλαδή επειδή αρρώστησε πρέπει να τα παρατήσεις όλα και να είσαι μαζί του;


- Μωρέ, μια χαρά είναι ο Νίκος, αλλά η Μαίρη δεν το βλέπει. Του έχει, βλέπεις, αδυναμία. - Σε ενοχλεί αυτό; - Τι να σου πω, Μαρίνα μου. Τόσα χρόνια που αυτός αδιαφορούσε, ήταν κολλημένη πάνω μου- τώρα που ο πατέρας της έχει δείξει ενδιαφέρον, με έχει γράψει στα παλιά της τα παπούτσια. Σαν να μην υπάρχω. Είναι αχάριστη η κόρη μου. - Μην την παρεξηγείς. Της έχει λείψει ο πατέρας. Αυτό είναι όλο. Ξέρω ότι σ' αγαπάει πολύ. - Έπαψε να μου το δείχνει. Τελευταία τσακωνόμαστε συχνά. - Μεγαλώνει και έχει αρχίσει να μπερδεύεται. Τσως και να ζηλεύει λιγάκι. - Ποιον; Εμένα; - Μα δεν έχεις ακούσει για την αντιζηλία μάνας και κόρης; Νομίζει ότι έχεις αδικήσει τον πατέρα της. Ότι εσύ ευθύνεσαι για το χωρισμό σας. Ότι σε απατούσε επειδή έλειπες συχνά. Τσως κατά βάθος να μη σου έχει συγχωρήσει τις συχνές απουσίες σου από το σπίτι. Τσως να μη θέλει να παραδεχτεί πόσο πολύ της έλειπες. Αυτή η δουλειά είναι σκληρή για τα παιδιά. Στην ουσία μεγαλώνουνε μόνα τους. - Μα εγώ γι' αυτή δούλευα. Για να μην της λείψει τίποτε. - Αχ, Ελένη μου, νομίζεις ότι τα δώρα και όλα αυτά που της κουβάλαγες μπορούν να αντικαταστήσουν την παρουσία της μάνας; Άφησέ τη να φάει τα χαστούκια της και τότε θα σε εκτιμήσει. Η Μαίρη μπορεί να έχει το σώμα γυ-


ναίκας, αλλά δεν έχει το μυαλά μιας γυναίκας ακόμη. Άφησε' τη να ωριμάσει και τότε θα την έχεις δίπλα σου για πάντα. Τη βλέπω έτοιμη να δακρύσει. - Α, δε θέλω τέτοια. Εγώ σου τα λέω για να σε κάνω να καταλάβεις τι ακριβώς συμβαίνει και να μην αισθάνεσαι τύψεις. -'()σο θυμάμαι ότι μικρούλα ήταν συνεχώς χωμένη στην αγκαλιά μου και τώρα να μη θέλει ούτε καλημέρα να μου πει... δεν το αντέχω. - Ό λ α είναι περαστικά. Δώσε της χρόνο να καταλάβει. - Πιστεύεις ότι θα γίνουν οι σχέσεις μας όπως πρώτα; - Είμαι σίγουρη.

Το αεροπλάνο προσγειώνεται ομαλά στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης. Η ώρα είναι έξι το απόγευμα τοπική. Περνάμε τον έλεγχο διαβατηρίων και βλέπουμε τη Λορίν να μας περιμένει μαζί με τον Χοσέ. Αγκαλιαζόμαστε λες και έχουμε να ιδωθούμε χρόνια. Η Ελένη φεύγει μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα για το ξενοδοχείο, όπου θα την περιμένει ο Μάικ για να την πάρει στο σπίτι του. Εμείς όλοι μαζί μπαίνουμε στην υπέροχη λιμουζίνα που νοίκιασε ειδικά για μας η Λορίν και κατευθυνόμαστε προς το Μανχάταν. Η καλή μας φίλη έχει κλείσει δύο δωμάτια στο «Πλάζα», ένα από τα ωραιότερα ξενοδοχεία της Νέας Υόρκης, απέναντι από το Σένιραλ ΓΙαρκ, το μεγαλύτερο πάρκο της πόλης. Εκείνη θα


μείνει στο διαμέρισμα της. Θα συναντηθούμε το βράδυ για φαγητό. Καθώς πλησιάζουμε στο ξενοδοχείο, οι πρώτες νιφάδες χιονιού αρχίζουν να χορεύουν γύρω μας, λίγο πριν αυτοκτονήσουν και τσαλαπατηθούν από τους διαβάτες ή τις ρόδες των αυτοκινήτων. Οι πιο τυχερές θα μείνουν αλώβητες πάνω στα κτίρια και στα δέντρα να μας θυμίζουνε ότι Χριστούγεννα χωρίς χιόνι είναι καλοκαίρι χωρίς ήλιο. Έχει σουρουπώσει για τα καλά και η πόλη, χιλιοστολισμένη από μυριάδες μικροσκοπικά φωτάκια, θυμίζει φωταγωγημένο σκηνικό θεάτρου όπου όλοι μας παίζουμε κάποιο ρόλο στο χριστουγεννιάτικο αυτό παραμύθι. Οι βιτρίνες είναι φωταγωγημένες και στολισμένες από γνωστές χριστουγεννιάτικες ιστορίες που μας τις αναπαριστούν πορσελάνινες κούκλες που κινούνται συνεχώς, τόσο ζωντανές, ώστε μόνο ψεύτικες δε φαντάζουνε. Κόσμος πολύς περπατά βιαστικά φορτωμένος με σακούλες και πολύχρωμα πακέτα. Το δωμάτιο μας είναι υπέροχο, μα ακόμη πιο υπέροχο είναι το υπέρδιπλο κρεβάτι. Σου 'ρχεται να ξαπλώσεις και να μη σηκωθείς ποτέ από πάνω του. Ο Φαμπρίτσιο με αγκαλιάζει και λίγο πριν η νύχτα κουκουλώσει με τα πέπλα της την ομορφιά της φύσης αγναντεύουμε από το παράθυρο μας για λίγο ακόμη το γαλήνιο πανέμορφο πάρκο, που αρχίζει από πράσινο να γίνεται λευκό. Είμαι τόσο ευτυχισμένη, που θέλω να τρέξω κάτω στους ορόφους του ξενοδοχείου και να το φωνάξω. Πριν προλάβω να το κάνω, ο


Φαμπρίτσιο με ρίχνει στο κρεβάτι και σε λίγο κάθε διάθεση για τρέξιμο στους διαδρόμους έχει εξαφανιστεί, μια και άνετα μπορώ να ουρλιάξω στο δωμάτιο μου... Στις δέκα το βράδυ κατεβαίνουμε όλοι για φαγητό στο λόμπι του ξενοδοχείου. Εκεί μας περιμένουν η Λορίν με τον Χοσέ και η Ελένη με τον Μάικ, που τον συναντάμε για πρώτη φορά. Η Δανάη δεν έχει κατέβει ακόμη. Ο Μάικ, ένας ώριμος άντρας μετρίου ΰψους και με καθάρια ελληνικά χαρακτηριοτικά, είναι τόσο ευγενικός και απλός, που κατακτά τις καρδιές όλων μας από τα πρώτα πέντε λεπτά. Λίγο αργότερα έρχεται και η Δανάη και όλοι μαζί, με τη μαύρη λιμουζίνα του Μάικ αυτή τη φορά, κατευθυνόμαστε προς το Βίλατζ, όπου έχει φροντίσει να κλείσει τραπέζι σ ένα υπέροχο εστιατόριο που ιρημίζεται για τις σπεσιαλιτέ του. Το δείπνο διαρκεί τρεις ώρες και γελάμε με την καρδιά μας. Νιώθω ξανά παιδί και χαίρομαι που έχω κοντά μου τον αγαπημένο μου και τις φίλες μου. Ο Μάικ έχει χιούμορ, προσόν που τον κάνει αξιαγάπητο, και παρατηρώ ότι είναι ιδιαίτερα τρυφερός με την Ελένη, που λάμπει από ομορφιά δίπλα του. Η Δανάη, παρότι συμμετέχει ευχάριστα και διασκεδάζει, εγώ ξέρω πολύ καλά ότι νιώθει άβολα που βρίσκεται ανάμεσα σε τρία ζευγάρια. Είμαι σίγουρη ότι παρ' όλες τις αρνήσεις της θα προτιμούσε να έχει ένα σύντροφο κοντά της. Είναι όμως πολύ περήφανη για να το παραδεχτεί. Όταν έρχεται ο λογαριασμός, που θα έλεγα ότι ήταν αρκετά αλμυρός, ο Μάικ χωρίς δεύτερη κουβέντα πληρώνει όλο το ποσό αφήνοντας ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα, παρ' ό-


λες τις αντιρρήσεις του Φαμπρίτσιο και της Λορίν, που αισθάνονται άβολα. Στο τέλος υποχωρούνε μπροστά στη γενναιοδωρία του Έλληνα, που μόνο από Έλληνες μπορεί να γίνει κατανοητή, άντε και από τους Μεξικανούς. Ο Μάικ επιμένει να συνεχίσουμε το βράδυ μας σ' ένα κλαμπ με τζαζ μουσική, όμως αισθανόμαστε όλοι κουρασμένοι μετά από το πολύωρο ταξίδι. Κυρίως η Ελένη, που μάταια προσπαθεί να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά. Το ίδιο και η Ναταλί, που δούλευε μέχρι αργά το βράδυ της προηγούμενης μέρας. Εξάλλου έχουμε να κάνουμε ψώνια το πρωί. Η λιμουζίνα μάς γυρίζει στο ξενοδοχείο με την υπόσχεση να συνεχιστεί αύριο η διασκέδαση. Την επομένη στις εννιά το πρωί βρισκόμαστε εγώ με τον Φαμπρίτσιο και τη Δανάη ήδη στους δρόμους. Η θερμοκρασία είναι μείον δύο βαθμούς και το τσουχτερό κρύο χαστουκίζει αλύπητα τα κορμιά μας. Νιώθω ότι στο κεφάλι μου έχει σταματήσει η κυκλοφορία του αίματος και όιιον να ναι θα πέσει κάτω και θα κατρακυλήσει στο δρόμο. Μπαίνουμε στο πρώτο μαγαζί που βρίσκουμε μπροσιά μας και αγοράζουμε μάλλινα κασκόλ και γούνινα και ι έλα. Λίγο αργότερα ο ήλιος εμφανίζεται στον ουρανό και τα ιιαγοψένα χαστούκια εξαφανίζονται - προς μεγάλη μας ευχαρίστηση. Γύρω στη μία το μεσημέρι συνανιιόμασιε με τη Λορίν και την Ελένη για γεύμα στο κτίριο «Τραμπ» στην Πέμπτη Λεωφόρο. Αφού ικανοποιούμε τα γασιρονομικά μας ένστικτα, χωριζόμαστε ακολουθώντας τα καταναλωτικά μας έν-


στικτά, ξεφτιλίζοντας κάθε έννοια υλιστικής εγκράτειας και καταθέτοντας προς θυσία τις χρυσές μας βίζες, που μάταια εκλιπαρούνε για έλεος. Στις πέντε το απόγευμα, κατάκοποι και φορτωμένοι με χιλιάδες πολύχρωμες σακούλες, φτάνουμε επιτέλους στο ξενοδοχείο. Ένας απογευματινός υπνάκος είναι ό,τι πρέπει για να φορτ(όοει τις μπαταρίες μας. Η βραδιά που ακολουθεί αναμένεται πλούσια και περιπετειώδης. Είμαστε καλεσμένοι cno σπίτι μιας φίλης της Λορίν που κάνει πάρτι κάθε χρόνο και στο οποίο συγκεντρώνει τους πιο ενδιαφέρονιες Νεοϋορκέζους. Γύρω στις δέκα το βράδυ φτάνουμε όλοι μαζί στο διαμέρίομά της, που βρίσκεται από την απέναντι μεριά του πάρκου. Η είσοδος του κτιρίου είναι υπέροχα φωταγωγημένη και στολισμένη. Ο θυρωρός βεβαιώνεται ότι τα ονόματά μας είναι στη λίστα των καλεσμένων και σε πέντε λεπτά βρισκόμαστε με τη βοήθεια του χρυσοβαμμένου ασανσέρ στον εικοστό όροφο, κρατώντας μπαλόνια, σαμπάνιες και δώρα για την οικοδέσποινα. Το διαμέρισμα είναι τεράστιο, γύρω στα 300 τ.μ., και στολισμένο μέχρι την τελευταία του γωνιά. Έχει πολύ κόσμο και όλες οι γυναίκες συναγωνίζονται η μία την άλλη σε λάμψη και πλούτο. Φοράω μια υπέροχη βραδινή τουαλέτα Dolce & Gabbana στο χρώμα της σαμπάνιας, κεντημένη στο μπούστο με μικροσκοπικά Σβαρόφσκι, έτσι που να δίνουν μια λάμψη "στο φόρεμα χωρίς να φαίνεται φορκομένο. Οι γυμνοί ώμοι μου είναι καλυμμένοι με μια εσάριια από το ίδιο ύφασμα. Το μοναδικό κόσμημα που έ-


χω πάνω μου είναι ένα τσόκερ από τα ίδια κρύσταλλα Σβαρόφσκι σε μεγαλύτερο μέγεθος. Τίποτε άλλο. Η Δανάη είναι ντυμένη με μια τουαλέτα Escada στο χρώμα του πάγου και εκτός από το μονόπετρο πλατινένιο δαχτυλίδι της δε φοράει άλλα κοσμήματα. Είναι λεπτή, ξεκούραστη και περισσότερο όμορφη και σικάτη από ποτέ. Μου κάνει εντύπωση η δωρική της λιτότητα, όμως αποφεύγω να το σχολιάσω. Εξάλλου εγώ είμαι αυτή που επιμένω ότι το 2000 πρέπει να μας βρει απαλλαγμένες από κάθε είδος λατερνισμού. Ο καινούριος αιώνας που ξημερώνει πρέπει να μας πλουτίσει με ψυχικά και πνευματικά ενδιαφέροντα περισσότερο κι όχι με πρόσκαιρους στολισμούς, έτσι που στα είδωλά μας στον καθρέφτη να κοιτάζουμε τα μάτια μας και όχι τα στολίδια μας. Η Ναταλί φοράει μια δαντελένια μαύρη τουαλέτα κεντημένη με διάσπαρτα μοβ τριαντάφυλλα. Η Ελένη μια μακριά μαύρη μεταξωτή φούστα και μια ασημόγκριζη μπλούζα που αφήνει τους ώμους της ακάλυπτους. Η Λορίν ένα μεταξωτό καφτάνι σε βαθύ πορφυρό μεταλλικό χρώμα με πολύχρωμες κεντημένες χάντρες στο λαιμό και στα μανίκια, που, παρότι ξεφεύγει από μια χριστουγεννιάτικη εμφάνιση, της πάει πολύ και τη λεπταίνει. Οι συνοδοί μας φοράνε κουστούμια με παπιγιόν και μοιάζουνε σαν πρίγκιπες. Ακόμη και ο Χοσέ μοιάζει με Μεξικανός πρίγκιπας. Έχει αδυνατίσει λίγο, αλλά προλαβαίνω να διακρίνω τη λαιμαργία να κάνει βουτιά από τα μάτια του πάνω στον μπουφέ με τα πλούσια εδέσματα.


Μα αυτός δεν είναι μπουφές. Είναι η προσωποποίηση της πλάνης, που θα μπορούσε να ξεμυαλίσει και άγιο. Τι ψητή γαλοπούλα στολισμένη με φτερά παγονιού, γαρνιρισμένη με φέτες ανανά και σταφίδες· γουρουνόπουλο ψητό στολισμένο με χριστουγεννιάτικες μπάλες από πατάτα και βαμμένες σε διάφοροι χρώματα από υλικό που ελπίζω ότι τρώγεται - αστακοί που έχουν γίνει έλκηθρα κουβαλώντας πάνω τους Αγιοβαοίληδες φτιαγμένους από αστακόψυχα και γαρνιρισμένους με <παφί)λια· σαλάτες από καβούρι, αστακό, κοτόπουλο και φρέσκα λαχανικά, γαρνιρισμένες με καρύδια, αμύγδαλα και σκκρίδες - χαβιάρι σε ασημένια μπολ πάνω σε θρυμματισμένο πάγο - σολομοί σε μαύρο ψωμί - τούρτες στολισμένες με έλαια και ελάφια από σοκολάτα- κέικ με φρούτα - κέικ διαίτης γλυκίσματα - εξωτικά φρούτα και τόσα άλλα εδέσματα που δε σου έκανε καρδιά να μην τα γευτείς ή τουλάχιστον να μην τα θαυμάσεις. Αμφιβάλλω όμως αν υπάρχει άνθρωπος εδώ μέσα που δε θα τιμήσει αυτό τον μπουφέ. Κυρίως οι άντρες, που κάθε λίγο και λιγάκι στρέφουν το βλέμμα τους πάνω του, αδιαφορώντας για το μπούστο της συνοδού τους. Η οικοδέσποινα δίνει το σύνθημα και το φαγοπότι αρχίζει. Τα τεράστια πορσελάνινα πιάτα Royal Dalton και τα μαχαιροπίρουνα Cristofle πηγαινοέρχονται χωρίς σταματημό. 'Οσο όμ(ος και να τρώμε, ο μπουφές γεμίζει πάλι ως διά μαγείας και μετά από μία ώρα ρωμαϊκού οργίου μοιάζει ανέγγιχίος. Η μουσική δυναμώνει και η σαμπάνια Dom Perignon ρέει άφθονη. Οι καλεσμένοι έχουν ψιλομεθύσει και γίνονται περισσότερο διαχυτικοί μεταξύ τους. Οι τυπικότητες εκλεί-


πουν παντελώς και όλοι φαίνονται να διασκεδάζουν. Η Δανάη είναι περιτριγυρισμε'νη από πέντε κομψούς άντρες που κάνουν τα πάντα για να τραβήξουν την προσοχή της. Ο ένας τής φέρνει ποτό, ο άλλος τής γεμίζει το πιάτο, ο τρίτος τής ανάβει το τσιγάρο, ο τέταρτος της σιγοτραγουδά και ο πέμπτος τής αραδιάζει του κόσμου τα κομπλιμέντα. Αυτό είναι κάτι που μ' αρέσει στους Αμερικάνους. Όταν τους αρέσει μια γυναίκα, δε διστάζουν να της το δείξουνε, ακόμη και όταν υπάρχουν ανταγωνιστές - κάτι που δυστυχώς οι Έλληνες διστάζουνε να κάνουνε, γιατί φοβούνται τη χυλόπιτα. Ενώ ο Αμερικάνος την τρώει χωρίς να τον ενοχλεί καθόλου. Το αντίθετο: είναι ικανός να δώσει το χέρι στον αντίπαλο του και να του πει: «Τι να κάνουμε; Ήσουν καλύτερος». Παρ' όλα αυτά, η Δανάη φαίνεται άτρωτη και αδιάφορη. Μου φαίνεται απίστευτο. Της κάνω νόημα με το χέρι ότι κάτι θέλω να της πω. Ζητάει ευγενικά συγνώμη και έρχεται προς το μέρος μου. - Αοιπόν, ποιον από όλους προτιμάς; τη ρωτάω. - Γι' αυτό με φώναξες, καημένη; Κανέναν. - Μα τι λες; Ξέρεις τι λεφτά έχουνε όλοι αυτοί; της λέω με στόμφο, γνωρίζοντας πολύ καλά τα αδύνατα σημεία της Δανάης. Πήρα τις πληροφορίες μου. Ο ένας είναι τραπεζίτης, ο άλλος χρηματιστής, ο τρίτος είναι μεγαλοδικηγόρος, ο τέταρτος επιχειρηματίας και ο πέμπτος είναι στο Κογκρέσο. - Και είχα μια σκασίλα! - Μήπως δεν είσαι η Δανάη; - Μωρέ, η Δανάη είμαι, αλλά εγώ αυτή τη στιγμή σκέ-


φτομαι τα παιδιά μου. Είναι τώρα πράγματα αυτά, να λείπω χριστουγεννιάτικα; - Άκου να σου πω, της λέω εκνευρισμένη, ο Μάρκος θα περνάει μια χαρά με τη Μάρθα στο πάρτι του εφοπλιστή. Ό σο για την Αλίκη, πάντα προτιμούσε να είναι με τη γιαγιά της στην 1 Ιάτρα αυτές τις μέρες με όλα τα σκυλιά και τα γατιά που μαζεύει η μάνα σου στο σπίτι της. Εξάλλου εδώ και τόσο καιρό στιγμή δεν έλειψες από δίπλα της. Δε θα πάθει τώρα κάτι για μια βδομάδα που θα λείπεις. Αλλού είναι το πρόβλημά σου. Με κοιτάζει με απορία, αλλά δεν προλαβαίνω να της τη λύσω, γιατί την πλησιάζει ο μεγαλοεπιχειρηματίας και της ζητάει να χορέψουνε. Την ίδια κίνηση ετοιμάζεται να κάνει ο δικηγόρος σε μένα, όμως τον προλαβαίνει ο Φαμπρίτσιο. - Καλά, δεν έχει καταλάβει αυτός ο ηλίθιος ότι είσαι μαζί μου; - Μα δεν είναι κακό να χορέψει κάποιος τέτοιες μέρες με μια γυναίκα, έστω κι αν αυτή συνοδεύεται. - Εγώ ζήτησα να χορέψω με τη γυναίκα του; - Νομίζω ότι δεν έχει γυναίκα. - Και να είχε, δε θα το έκανα. - Ζηλεύεις τώρα, μωρό μου; - 'Οχι, αλλά δε θέλω να σε αγγίζει κανείς. - Τουλάχιστον μπορώ να αναπνεύσω; - Ελεύθερα, μου λέει και με σφίγγει με το «φτυάρι» του πιο πολύ πάνω του. Αισθάνομαι πολύ όμορφα. Δε με ενοχλεί η ζήλια του, για-


τί ξέρω ότι δε φτάνει ποτέ σε ακραία σημεία. Μ' αρέσει που με θέλει να είμαι δίπλα του και παρότι ο χώρος είναι γεμάτος από όμορφες νεαρές υπάρξεις, ο καλός μου αδιαφορεί παντελώς. Ή δ η πέφτει στην αντίληψη μου δυο τρεις από δαύτες να τον φλερτάρουν ξεδιάντροπα μπροστά μου. Νιώθω να φουντώνω από θυμό και παρ' όλα αυτά ο Φαμπρίτσιο δεν έχει αντιληφθεί τίποτε από το κόρτε τους. Πάει να μου φέρει ποτό όταν μια μελαχρινή, με υπέροχο ομολογουμένως κορμί, τον πλησιάζει με ταχύτητα γαζέλας και ακουμπάει τάχα τυχαία το μπούστο της στο μπράτσο του. Ο Φαμπρίτσιο τραβιέται ευγενικά, όμως εκείνη του χαμογελάει ξεδιάντροπα και του πιάνει τη συζήτηση. Ενοχλούμαι τόσο πολύ, που μου 'ρχεται να της πετάξο) την τούρτα σοκολάτα κουλούρα στο λαιμό της και μετά να πασαλείψω με τα χέρια μου όλο το υλικό πάνω στη κάτασπρη σατέν τουαλέτα της με τέτοιο τρόπο, ώστε να θυμίζει παγωτό κρέμα-σοκολάτα. Έχω πλησιάσει την τούρτα και με την άκρη του δαχτύλου μου, διακριτικά, γεύομαι ένα μικρό κομμάτι. Η γεύση της είναι υπέροχη, όπως υπέροχη είναι και η τουαλέτα που φοράει η μικρή γαζέλα. Νιώθω την τούρτα ήδη κάτω από την παλάμη μου, όταν ο Φαμπρίτσιο αποχωρεί κάπως απότομα και με πλησιάζει χαμογελαστός. - Σκούζα μι, αμόρε μίο, αλλά η κοπέλα ήταν Αμερικανοϊταλίδα και προσπαθούσε να θυμηθεί τη μητρική της γλώσσα. - Μόνο τη μητρική της γλώσσα ή και πώς το κάνουνε στην Ιταλία...


- Ζηλεύεις, αμόρε μίο, μου λέει γεμάτος ικανοποίηση. Δε μου έχεις δείξει ποτέ άτι μπορείς να ζηλεύεις. - Ό χ ι , δε ζηλεύω, αλλά αυτού του είδους οι γυναίκες με κάνουνε να βγαίνω από τα ρούχα μου. - Κι εμένα. Γι' αυτό προτιμώ γυναίκες σαν κι εσένα. Επί τη ευκαιρία, το δώρο σου. Μου δίνει ένα βελούδινο κουτί. Ανοίγω και βλέπω ένα μονόπετρο σε απαλό κίτρινο χρώμα που έχει σχήμα δακρύου. Είναι κίτρινο διαμάντι, από τα πιο σπάνια και φυσικά πανάκριβο. - Θα με παντρευτείς, Μαρίνα; με αιφνιδιάζει. 'Γα έχω χάσει. - Είσαι σίγουρος; τον ρωτάω. Μπορεί να μην έχω πια χρόνο να σου κάνω οικογένεια. - Εσύ θα είσαι η οικογένειά μου. - Δεν ξέρω, να το σκεφτώ, του απαντάω κοιτώντας το δαχτυλίδι. - Μέχρι να το σκεφτείς, θα κρατάω εγώ το δαχτυλίδι. - Δέχομαι, του λέω και τον αγκαλιάζω. - Ώστε για ένα δαχτυλίδι δέχεσαι να ζήσεις μαζί μου; - Μα είναι κίτρινο διαμάντι. Πόσες φοράνε κίτρινα διαμάντια; Χάνω εγώ τέτοια ευκαιρία; - Μήπως η γυναίκα που θέλω να παντρευτώ είναι συμφεροντολόγα; - Ξέρεις εσύ καμία γυναίκα που να μην είναι συμφερονιολόγα; - Ξέρω μία.


- Ποια; - Τη μάνα μου. - Αυτό το παραμύθι το έχω ακούσει πολλές φορές. Αν είχα γιο, τα ίδια θα έλεγε και για μένα. Όμως εγώ, μωρό μου, για σένα θα παραιτηθώ από κάθε είδους συμφέρον και σου υπόσχομαι ότι δε θα βγάλω ποτέ από πάνω μου αυτό το δαχτυλίδι. - Κατάλαβα... Η Λορίν μάς πλησιάζει και μας κοιτάζει καχύποπτα. - Τι συμβαίνει εδώ; μας ρωτάει. Μήπως είναι αυτό που υποψιάζομαι; - Λορίν, λέω γεμάτη έξαψη. Ο Φαμπρίτσιο κι εγώ θα παντρευτούμε! Σ' αρέσει το δαχτυλίδι που μου χάρισε; - Καλά το κατάλαβα εγώ. Και τι υπέροχο κόσμημα είναι αυτό! Μας αγκαλιάζει και μας φιλάει. Μετά απομακρύνεται απότομα. «Μήπως ζήλεψε;» σκέφτομαι. Η Λορίν; Αποκλείεται. Πέντε λεπτά αργότερα η οικοδέσποινα του σπιτιού μάς πλησιάζει χαμογελαστή. - Ελάτε εσείς οι δύο δίπλα μου, μας προστάζει. Δεν καταλαβαίνω τίποτε. Η οικοδέσποινα διακόπτει τη μουσική, παίρνει ένα μικρόφωνο και λέει: - Κυρίες και κύριοι, σας ευχαριστώ που με τιμήσατε με την παρουσία σας και κάνατε με το κέφι σας αυτό το χριστουγεννιάτικο βράδυ να είναι υπέροχο. Όμως το αποψινό βράδυ είναι διπλή γιορτή, γιατί, εκτός από το άστρο των Χριστουγέννων, το φωτίζει και ένα άλλο απρόσμενο γεγονός που


έλαβε χώρα στο σπίτι μου σήμερα και το θεωρώ πολύ καλό γούρι και καλό σημάδι. Ο αγαπητός φίλος Φαμπρίτσιο από την Ιταλία μόλις ζήτησε το χέρι της πανέμορφης φίλης Μαρίνας από την Ελλάδα, που σημαίνει ότι τα παιδιά αρραβωνιάστηκαν. Εμπρός, να γιορτάσουμε το γεγονός! Την ίδια στιγμή μάς αγκαλιάζει και τους δυο και μας εύχεται να ζήσουμε. Το ίδιο κάνει και ο περισσότερος γνωστός-άγνωστος κόσμος. Τα έχω χαμένα· ο Φαμπρίτσιο όχι. Δέχεται με περίσσια άνεση τα συγχαρητήρια και χαμογελάει συνεχώς. Προλαβαίνω να διακρίνω το χολωμένο βλέμμα της γαζέλας να εκτοξεύει δηλητηριασμένα βέλη εναντίον μου. Αδκκρορώ παντελώς. Η Δανάη με πλησιάζει ευτυχισμένη. - Επιτέλους, παλιοκόριτσο, πήρες την απόφαση. Καιρός ήτανε να σε δούμε νυφούλα. Ποπό, χαρές που θα κάνει η μάνα σου όταν το μάθει! Η Ναταλί έρχεται κοντά μου σχεδόν δακρυσμένη. - Να ζήσετε, μου λέει. Αυτά ήταν τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής μου. Θα τα θυμάμαι πάντα! Η Ελένη με τον Μάικ είναι μέσα στη χαρά. -Αύριο θα γιορτάσουμε τον αρραβώνα όπως πρέπει, μας λέει. - Είμαι πολύ ευτυχισμένη για σένα, μου λέει η Ελένη. Άργησες, αλλά πέτυχες. Ο Φαμπρίτσιο ήταν το ταίρι σου τελικά. Τη βλέπω να δακρύζει. - Είπαμε να συγκινηθείτε που παντρεύομαι, όχι και να βάλετε τα κλάματα.


- Α, να χαθείς, μου λέει. Άσε με να ξεσπάσω. - Ξεσπάς αργότερα. Τώρα θέλω να χορέψουμε. Είναι τα καλύτερα Χριστούγεννα που έχω ζήσει ποτέ! Οι πρώτες πρωινές ώρες μάς βρίσκουν να παίζουμε ομαδικά χιονοπόλεμο έξω από το ξενοδοχείο, στις αρχές του Σέντραλ Παρκ. Οι σαμπανιζέ γόβες μου έχουν λεκιάσει, το ίδιο και το φόρεμά μου, αλλά ποιος νοιάζεται; Ποιος νοιάζεται για την ύλη, όταν κάτι τελείως άυλο, όπως η ευτυχία, σου γεμίζει την καρδιά; Ποιος νοιάζεται αν χιονίζει ή βρέχει ή κάνει κρύο, όταν η αγάπη σ' έχει αγκαλιάσει και τη νιώθεις παντού τριγύρω σου; Μπορεί να υπάρξει τόση ευτυχία, ώστε να νιώθεις ότι θα σκάσουν τα πνευμόνια σου, ότι δε θα την αντέξεις; Ευτυχώς που η απέραντη ευτυχία είναι στιγμές μόνο, γιατί διαφορετικά θα πεθαίναμε από καρδιά. Έτσι νιώθω αυτή τη στιγμή: ότι δεν μπορώ να νιώσω πιο έντονα και ότι θέλω να ξεψυχήσω εκεί, πάνο) στο χιόνι. Χωρίς να διστάσω, ξαπλώνω ανάσκελα με τα χέρια και τα πόδια ανοιχτά, χωρίς να λυπηθώ την κάτασπρη γούνα μου. Νιώθω τη χιόνιγη βροχή να μου χαϊδεύει το πρόσωπο και προσπαθώ να μετρήσω τις νιφάδες που λιώνουν μόλις ακουμπήσουνε το πρόσωπο μου και ρέουν ρυάκια παγωμένου νερού αναμεμειγμένα με το ζεστό των δακρύων μου στα μάγουλά μου. Ναι, κλαίω από ευτυχία, όχι επειδή μου έκαναν πρόταση γάμου -προς Θεού-, αλλά επειδή η μοναδικότητα αυτή της φύσης άπλωσε το χέρι της και με άγγιξε τόσο βελούδινα, που αναστάτωσε τα σωθικά μου. Αρχίζω να παρομοιάζω τις νιφάδες με αγγέλους που όλο και πληθαί-


νουν, πληθαίνουν, πληθαίνουν, πληθαίνουν... Μήπως πεθαίνω; - Σήκω, θα κρυώσεις, με επαναφε'ρει η φωνή του Φαμπρίτσιο. - Είμαι ευτυχισμένη, του λέω. - Πάμε να μου το δείξεις τότε. - Πού να πάμε; - Στον παράδεισο, μου λέει και παρατηρώ το πρόσωπο ιου να μεταβάλλεται από αγγελικό σε διαβολικό. - Ή στην κόλαση... του λέω και τον φιλώ.


~11~

επίσημα πλέον τους αρραβώνες μας σ' ένα υπέροχο εστιατόριο με ζωντανή μουσική. Όλες οι φίλες μου μας έχουνε φέρει από κάποιο μικρό δώρο. Η βραδιά κυλάει μέσα σε ευχές για μια ευτυχισμένη ζωή, απογόνους... και υγεία. Ένα ακόμη μοναδικό βράδυ στη Νέα Υόρκη. Τελικά μήπως φταίει η Νέα Υόρκη και όλες οι στιγμές μας είναι τόσο ξεχωριστές; Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι έχει τον τίτλο της ξελογιάστρας. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς έχουμε αποφασίσει ότι θα την περάσουμε στο ξενοδοχείο, στην ειδική βραδιά που έχει διοργανώσει η διεΰθυνσή του και όπου οι καλεσμένοι προέρχονται από την κοινωνική αφρόκρεμα της Νέας Υόρκης. Γύρω στις δέκα το βράδυ είμαι έτοιμη. Φοράω μια θεόστενη μεταξωτή σατέν τουαλέτα στην απόχρωση του αχνού ροζ, που τονίζει σοφά το μπούστο μου, ειδικά αγορασμένη από το κατάστημα Saks της Πέμπτης Λεωφόρου. Το φόρεμα συγκρατείται από τρεις λεπτές τιράντες στον κάθε ώμο, Τ Η Ν ΕΠΌΜΕΝΗ ΓΙΟΡΤΆΖΟΥΜΕ


που είναι πυκνοκεντημένες με μικροσκοπικά κίτρινα κρύσταλλα και που σχηματίζουν στην πλάτη μια περίεργη μπακλαβαδωτή πλέξη. Το σύνολο συνοδεύεται από ασορτί ψηλά ροζ πέδιλα. Το φόρεμά μου δένει υπέροχα με το κίτρινο μονόπετρο, που είναι και το μοναδικό μου κόσμημα. Έχω χτενίσει τα μαλλιά μου ψηλά, ενώ πέφτουν παντού στο πρόοωπό μου άτακτες τουφίτσες στολισμένες με κίτρινα μικροσκοπικά στρας. Όταν με βλέπει ο Φαμπρίτσιο, υποκλίνεται μπροστά και μου λέει ότι αν με έβλεπαν οι πριγκίπισσες θα είχαν χλομιάσει από τη ζήλια τους. Ο ίδιος φοράει μαύρο σμόκιν αγορασμένο από το ίδιο κατάστημα και μοιάζει κάτι περισσότερο από πρίγκιπας. Του ανταποδίδω το κομπλιμέντο λέγοντας του ότι έτσι και τον έβλεπαν οι πρίγκιπες θα είχαν παραιτηθεί από τα δικαιώματα του θρόνου τους την ίδια στιγμή. Γελάει με την καρδιά του και μου προτείνει το μπράτσο του για να με συνοδέψει. Μπαίνουμε μέσα στην αίθουσα όπου μας περιμένουν οι φίλοι μας με ύφος δέκα καρδιναλίων, πιστεύοντας ότι πράγματι είμαστε πριγκιπικό ζευγάρι. Το θέαμα, φαίνεται, δεν περνά απαρατήρητο, γιατί νιώθω όλα τα κεφάλια να στρέφουν και να μας κοιτάνε στο πέρασμά μας. Τα χάνω για λίγο και πάω να παραπατήσω, αλλά ο Φαμπρίτσιο με συγκρατεί χωρίς την παραμικρή προσπάθεια. Ο μετρ υποκλίνεται μπροστά μας και μας οδηγεί στο τραπέζι μας, που είναι (πο πιο κεντρικό σημείο της αίθουσας - κάτι για το οποίο είμαι σίγουρη ότι έχει βάλει και το χεράκι της η Λορίν


όσο πιο βαθιά μπορούσε στην τσέπη του μετρ. Διακρίνω στο διπλανό τραπέζι το γνωστό ηθοποιό Σον Κόνερι με τη γυναίκα του, ενώ στο παραδίπλα βρίσκεται η ηθοποιός Νταϊάν Κίτον, πολύ πιο όμορφη από ό,τι είναι στην οθόνη. Σε λίγο γευόμαστε τα πλούσια εδέσματα, ενώ ακούμε απαλή μουσική από την ορχήστρα. Μέσα σε μία ώρα η ατμόσφαιρα έχει ζεσταθεί για τα καλά και όλοι αδημονούμε για τη μεγάλη στιγμή. Όταν η μουσική σταματά και σβήνουνε τα φώτα, ξέρουμε ότι έχει έρθει η ώρα και αρχίζουμε να μετράμε αντίστροφα. Δέκα, εννέα, οχτώ, εφτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα... 2000! Τα φώτα ανάβουνε μονομιάς, ενώ από το ταβάνι αρχίζουνε να πέφτουν λευκά κομφετί. Οι σαμπάνιες ανοίγουν με ρυθμούς πυροβόλου κάνοντας εκκωφαντικό θόρυβο και τρομάζοντας εμάς τις γυναίκες όχι τόσο από τη φασαρία όσο από το φόβο μήπως πιτσιλιστεί κατά λάθος κάποιο σημείο του πολύτιμου φορέματος μας. Οι άντρες αδιαφορούν παντελώς για το αν θα λερωθούν ή όχι και συνεχίζουν ακάθεκτοι σαν μικρά παιδιά το σαμπανοπόλεμο, ανάβοντας τα πούρα τους, έτσι ώστε από το πεδίο μάχης δε λείπουν και οι καπνοί. Αμέσως μετά αρχίζουν τα φιλιά και οι ευχές, όχι μόνο μεταξύ μας, αλλά και με τους παρευρισκομένους. Κάποια στιγμή βρίσκομαι στην αγκαλιά τού άλλοτε Τζέιμς Μποντ, που είναι πανύψηλος και ακόμη γοητευτικός. Μου χαμογελάει και μου λέει: - Καλή χρονιά. Οι φίλες μου παραπονιούνται ότι δεν έχουν αυτή την τΰ-


χη, όμως είναι πολύ αργά, γιατί η γυναίκα του, μια θεόκοντη μεστοψένη Γαλλίδα, έχει γαντζωθεί πάνω του και δεν επιτρέπει καμιά θηλυκή πρόσβαση. Ξέρω ότι είναι πολλά χρόνια μαζί, όμως είναι ακόμη ερωτευμένοι. Μου θυμίζουν εμένα και τον Φαμπρίτσιο. Ο ψηλός και η κοντή. Άραγε θα έχουμε κι εμείς την ίδια τύχη; 'Γα «φτυάρια» του καλού μου με σηκώνουν στον αέρα. - Δε θέλω να κοιτάζεις άλλο άντρα, ακόμη κι αν αυτός υπήρξε πράκτορας 007. - Σιγά μη ζηλεύεις έναν παντρεμένο εβδομηντάρη. - Μακάρι να είμαι και εγώ έτσι στα εβδομήντα μου. - Θα είσαι. Εγώ δεν ξέρω πώς θα είμαι. - Σίγουρα πολύ πιο φρέσκια από μένα. Το υπόλοιπο βράδυ χορεύουμε συνεχώς, τόσο που νιώθω τα ποδαράκια μου να βαραίνουν πέντε κιλά το καθένα. Σε λίγο κάθομαι στο τραπέζι και παραχωρώ τη θέση μου στη Λορίν, που έχει ένα διαολεμένο κέφι. Το θέαμα είναι λίγο αστείο, έτσι όπως μέσα στο χρυσό της καφτάνι κουνιέται στους ρυθμούς της σάμπα, ενώ μάταια ο Φαμπρίτσιο προσπαθεί να την κουμαντάρει. Αποσυρόμαστε στις πέντε το πρωί, ενώ το κέφι στην αίθουσα παραμένει αμείωτο. Θέλουμε να μείνουμε μόνοι μας και να θαυμάσουμε το πρώτο χάραμα της νέας χιλιετίας αιιό το παράθυρο μας. Δεν προλαβαίνουμε. Μας βρίσκει όμως αυτό γλιστρώντας από το παράθυρο και καθώς χαϊδεύει τα γυμνά κορμιά μας, μας γεμίζει με μια πρωτόγνωρη ευδαιμονία.


- Καλή χρονιά, μωρό μου, μου λέει γλυκά. - Καλή χρονιά, του λέω και τον φιλάω στο μέτωπο. Κοιμόμαστε σφιχταγγαλιασμένοι, ενώ οι νιφάδες του χιονιού χορεύουν στο παράθυρο μας και μάταια προσπαθούν να αποσπάσουν την προσοχή μας.

Στις 3 του Γενάρη επιστρέφουμε στην Αθήνα. Η Λορίν παραμένει στη Νέα Υόρκη με σκοπό να ταξιδέψει σε μια βδομάδα για το Λος Άντζελες. Η Ελένη έχει επιστρέψει από τις 28 του Δεκέμβρη στην Αθήνα για να κάνει Πρωτοχρονιά με την κόρη της - αν την καταδεχτεί. Η Δανάη, η Ναταλί και ο Κορβέρης επιστρέφουν κι αυτοί μαζί μας. Είμαστε όλοι εξουθενωμένοι από τα συνεχή ξενύχτια, αλλά απόλυτα ικανοποιημένοι από την παραμονή μας στη Νέα Υόρκη. Εάν δεν έχεις επισκεφτεί τη Νέα Υόρκη μία φορά στη ζωή σου, τότε δεν έχεις δει τίποτε. Και εάν δεν έχεις δει τη Νέα Υόρκη τα Χριστούγεννα, πάλι δεν έχεις δει τίποτε. Η πόλη αυτή είναι όπως και το Λονδίνο: είναι ιδανικές για να γιορτάσεις αυτές τις μέρες, αν φυσικά έχεις σκοπό να οργώσεις όλη την αγορά. Σ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, που γίνεται τη νύχτα και οι περισσότεροι επιβάτες κοιμούνται, ο Φαμπρίτσιο μου κρατάει το χέρι μέσα στο δικό του και φαίνεται απέραντα ευτυχισμένος. Η Ναταλί μελετάει το ρόλο της, μια και τα γυρίσματα θα αρχίσουνε σε δύο μέρες. Συζητάει με τον Κορβέρη και μάλιστα διαφωνεί ως προς τη σκηνοθεσία


μιας σκηνής. Μου κάνει τρομερή εντύπωση πώς το άλλοτε αδιάφορο κοριτσάκι μέστωσε τόσο απότομα, ωρίμασε και μάλιστα τολμά να διαφωνεί με ένα σκηνοθέτη που θεωρείται βετεράνος στο είδος του. Μετά από μια έντονη διαφωνία ο Πέτρος παραδέχεται ότι η Ναταλί έχει δίκιο. Αυτή χαμογελάει ικανοποιημένη και τον φιλάει τρυφερά στο μάγουλο. - Ξέρεις, της λέει αυτός, ξέχασα να σου πω ότι θα είσαι πάλι η πρωταγωνίστρια και στο επόμενο σίριαλ. Δέχεσαι; - Δεν ξέρω... Θα το σκεφτώ, του λέει και σοβαρεύει. - ΓΙόσο θα χρειαστεί να το σκεφτείς; - Θα μελετήσω πρώτα το ρόλο, και, αν μου πάει και δεν έχω άλλες υποχρεώσεις, βλέπουμε. - Ναταλί, κόψε την πλάκα, γιατί ξέρεις πόσες περιμένουνε για ένα μου νεύμα... Η Ναταλί ξεκαρδίζεται. - Μου φαίνεται ότι έχω γίνει πράγματι πολύ καλή ηθοποιός. Αφού και εσύ κόντεψες να πιστέψεις αυτά που σου λέω. Και βέβαια δέχομαι, κουτέ. Κάνω εγώ χωρίς εσένα; Χαμογελάω και εγώ και χαίρομαι, λες και η πρόταση έγινε σε μένα. Παρατηρώ τη Δανάη που ξεφυλλίζει αφηρημένα ένα περιοδικό. Μου φαίνεται μελαγχολική και σκεq m ^ . Τραβάω σιγά σιγά το χέρι μου από το «φτυάρι» του Φαμπρίτσιο, που κοιμάται του καλού καιρού, και πάω να καθίσω δίπλα της. - Μοναξιές; τη ρωτάω μόλις βολεύομαι στο κάθισμα. - Λιγάκι. Μου έχουν λείψει τα παιδιά μου. Από την άλλη


δεν ήθελα να μείνω μόνη μου στην Αθήνα και όλοι οι άλλοι να είστε στη Νέα Υόρκη. - Θα έχεις όλο το χρόνο να τα χαρείς. Αλήθεια, ιιόοα χρήματα ξόδεψες για τα δώρα τους; Από μία βαλίτσα ι ίου είχες, γυρίζεις με τέσσερις. - Αναστέναξαν οι πιστωτικές κάρτες μου, αλλά χαλάλι τους. Τα λεφτά θα κοιτάξουμε τώρα; Εμείς να είμαστε καλά και λεφτά να έχουμε. -Αλήθεια, Δανάη, γιατί δεν ενέδωσες σε κάποια από τα φλερτ που είχες; Τόσοι άντρες σε περιτριγύριζαν αυτές τις μέρες, όμως εσΰ ήσουν πιο ψυχρή και από το Βόρειο Πόλο. Τόσο πολΰ σ' έχει ενοχλήσει η συμπεριφορά του Νικήτα ή ακόμη τον σκέφτεσαι; - Η αλήθεια είναι ότι συμβαίνουν και τα δΰο. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτός ο άντρας με άγγιξε. Με έκανε να αισθανθώ διαφορετικά, ότι επιτέλους είχα βρει τον ιδανικό σΰντροφο. Τον πίστεψα. Θα μου πεις και ποιον άντρα δεν έχω πιστέψει εγώ... Ό μ ω ς ειδικά με αυτόν είχα την ανάγκη να μείνω, να στεριώσω επιτέλους. Είχε τον τρόπο του να σε πείθει. Και ξαφνικά, μέσα σε μια στιγμή, τα ιιάνια κατέρρευσαν. Ή τ α ν ένα παλάτι φτιαγμένο από ζάχαρη, που έλιωσε μετά από δυνατή βροχή. Δεν έμεινε τίιιοτκ, παρά μόνο η γλυκιά γεΰση του να κυλάει στους λασπωμένους δρόμους. Ποιος όμως νοιάζεται για λασπωμένη ζάχαρη; »Μετά από αυτό όλα κατέρρευσαν μέσα μου. Έχασα όχι μόνο την εμπιστοσύνη μου σιους άντρες, αλλά και οίον ίδιο μου τον εαυτό. Είπα: "Δανάη, δεν μπορεί να φταίνε μό-


νο οι άντρες. Κάπου πρέπει να φταις κι εσύ. Δεν μπορεί να είναι όλοι σκάρτοι. Κάπου είσαι κι εσύ σκάρτη". - Τελικά, είσαι σκάρτη; - Είμαι. Και ξέρεις γιατί; Γιατί μια ζωή κοίταζα στους άντρες όχι,το περιεχόμενο, αλλά τη βιτρίνα. Όσο πιο στολισμένη n βιτρίνα, τόσο πιο πολΰ τη θαύμαζα. Η περίεργη συμπεριφορά τους, οι απουσίες τους, τα ψέματά τους περνούσαν απαρατήρητα. Αρκεί να ήμουνα η κυρία του κυρίου Τάδε. Και ξέρεις και κάτι άλλο; Εκτός από σκάρτη ήμουνα και κακή φίλη. - Κακή φίλη; Δε νομίζω, της λέω, αν και μέσα μου συμφωνώ. - Όταν πέρναγα καλά, ξέχναγα τις φίλες μου. Όταν είχα προβλήματα, τις θυμόμουνα. Χώρια τα ψέματα, γιατί δεν τόλμησα να τους πω την αλήθεια. - Μήπως προσπαθείς να μου πεις κάτι; - Ναι, και καιρός είναι να το μάθεις. Είσαι η πιο καλή μου φίλη και δε θέλω να έχω μυστικά από σένα. - Μη μου πεις ότι έχεις κοιμηθεί με κάποιον από τους πρώην μου, γιατί δεν πρόκειται να το πιστέψω. Δε σε έχω ικανή για κάτι τέτοιο. - Α, άκου να σου πω! Μπορεί μερικές φορές να είμαι απαράδεχτη, αλλά πουτάνα δεν υπήρξα ποτέ. Αυτό δε θα το έκανα όχι μόνο σε φίλη, αλλά ούτε σε άγνωστη. - Ί σ ι ε τι μου κρύβεις; - Θυμάσαι το δεύτερο άντρα μου; - Τον Άρη; Πού τον θυμήθηκες τώρα αυτόν;


- Ξέρεις γιατί χωρίσαμε έτσι ξαφνικά; - Ασυμφωνία χαρακτήρων. Έτσι μου είχες πει ή μάλλον... απέφευγες να μιλήσεις. - Ό χ ι ασυμφωνία χαρακτήρων, αλλά ασυμφωνία σεξουαλικών προτιμήσεων. - Δεν καταλαβαίνω. - Ο Άρης προτιμούσε τους άντρες από μένα. Τα είχε χρόνια με τον καλύτερο του φίλο, τον Γιάννη, εκείνο τον ψηλό μελαχρινό, που το έπαιζε βαρύς και ασήκωτος. - Ποιον; Εκείνη την αρκούδα με το μουστάκι; - Εκείνη την αρκούδα με το μουστάκι. Μένω άναυδη. - Α στο καλό! Μη μου πεις. Μα ο Γιάννης ήταν η προσωποποίηση της αρρενωπότητας. - Ναι, έπρεπε να τον δεις με φούξια κομπινεζόν και γόβα λεοπάρ, για να πειστείς ότι ήταν η προσωποποίηση τΐ]ς θηλυκότητας. - Δε σε πιστεύω. Τον είδες έτσι; Πού; - Στο κρεβάτι με τον άντρα μου. Δε με περίμεναν τα πουλάκια μου, βλέπεις, γιατί εκείνη τη μέρα είχα φύγει για την Πάτρα για να πάρω τον Μάρκο που τον είχε I] γιαγιά του. Είχα σκοπό να μείνω δυο μέρες, για να δω και ιούς γονείς μου. Έσπασε όμως ο διάολος το ποδάρι του και με έπιασε αυτή η καταραμένη η κολίτιδα από την οποία υπέφερα εκείνη την εποχή. Θυμάσαι τι είχα τραβήξει; Είχα ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μου και, μια και δεν είχα απομακρυνθεί από την Αθήνα, θεώρησα καλύτερο να επισιρέψο) σιο οιιί-


τι και να δω πώς θα πάει η κατάσταση την επομένη. Ο πόνος χειροτέρευε συνεχώς και έτσι σταμάτησα ο ένα νοσοκομείο για να μου κάνουν μια ένεση. Λίγο αργότερα ηρέμησα, αλλά ο γιατρός μου είπε ότι χρειαζόμουνα ανάπαυση. «Φτάνοντας στο σπίτι -δεν είχα ειδοποιήσει τον Άρη, δεν υπήρχε λόγος να τον ανησυχήσω-, παραξενεύτηκα που είδα το αυτοκίνητο του παρκαρισμένο δίπλα στο αυτοκίνητο του Γιάννη. Ψιλοθορυβήθηκα, γιατί τέτοια ώρα έπρεπε κανονικά να είναι και οι δύο στις δουλειές τους. Μπαίνω ανήσυχη στο σπίτι μήπως έπαθε κάτι ο άντρας μου, αλλά δεν τους βλέπω στο σαλόνι μου. Ακούω κάτι γέλια αντρικά στην κρεβατοκάμαρα και τότε σκέφτομαι ότι ένας από τους δύο είχε φέρει γυναίκα στο σπίτι. Προχωράω αθόρυβα και ανοίγω την πόρτα. Και ακούω τον Άρη να λέει: "Τζοάνα μου, με ξετρελαίνεις!" Ανοίγω την πόρτα και τι βλέπω! - Τι βλέπεις; ρωτάω ξεψυχισμένα. - Η Τζοάνα πεσμένη στα τέσσερα να κάνει... Τι να σου λέω τώρα; Ό,τι μπορεί να βάλει ο νους σου. -

! ! !

! ! !

! ! !

- Εσύ τι θα έκανες στη θέση μου; Θα έβγαινες έξω να διαλαλήσεις ότι ο Άρης σου, ο πηδηχταράς σου, καβάλαγε τριχωτούς κώλους; Αφού να φανταστείς ούτε να κλάψω δεν μπόρεσα. Τέτοιο σοκ! - Γι' αυτό έφυγες δυο μήνες στην Πάτρα και κόντεψες να ρίξεις μαύρη πέτρα πίσω σου; Οι γονείς σου το μάθανε; - ΙΙοτέ. Προτίμησα να με θεωρήσουνε επιπόλαιη από το


να τους αποκαλύψω την αλήθεια. Εδώ δεν το είπα ούτε σε σένα. - Έπρεπε να μου το πεις. Γι' αυτό είναι οι φίλες, της λέω και την αγκαλιάζω. Τη βλέπω να δακρύζει. - Τώρα όμως μπορώ να κλάψω. Ό χ ι βέβαια για δαύτον, αλλά για μένα... για τα λάθη μου. - Ποια λάθη; Απλώς υπήρξες άτυχη στα προσωπικά σου. - Ή τ α ν λάθη μου, επιμένει. Όταν βλέπεις έναν άντρα στην τρίχα, βουτηγμένο στα αρώματα από το πρωί ως το βράδυ και να τοποθετεί τα σώβρακά του με τη σειρά των χρωμάτων, πρέπει να προσέχεις. - Ποια σειρά χρωμάτων; - Παιδί μου, τα έβαζα ξεκινώντας από τα λευκά, μπεζ, κίτρινα, καφέ ανοιχτό, καφέ σκούρο, μπλε, γκρι, μαύρα. Αν έβαζα το άσπρο μετά το καφέ, γινότανε χαμός. - Τ ό σ ο καλά... - Στο μπάνιο τα πάντα ήταν τακτοποιημένα, μέχρι και τα χιλιάδες μπουκάλια-κολόνιας, με σειρά ύψους. Από τότε το πρώτο που πρόσεχα σ' έναν άντρα ήταν το πόσο τσαπατσούλης ήτανε. Γι' αυτό παντρεύτηκα τον συγχωρεμένο. Έμπαινε στο μπάνιο και νόμιζες ότι πλύθηκε ελέφαντας. Χαιρόμουνα να βλέπω τα σωληνάρια οδοντόπαστας και τα σαμπουάν χωρίς καπάκι και τα εσώρουχα πεταμένα κάτω και ας έβαζα τις φωνές. - Πάντως χαίρομαι που μου εξομολογήθηκες αυτό το μυστικό.


- Κι εγώ χαίρομαι. Δεν είναι ανάγκη όμως να το κάνουμε βούκινο. - Όχι, δεν υπάρχει λόγος. Αυτό είναι παρελθόν. Το μέλλον σου να κοιτάξεις και όχι επειδή πέρασες διά πυρός και σιδήρου να μείνεις μόνη. Η ζωή συνεχίζεται. - Το ξέρω. Βλέπω τον Μάρκο μου που έχει γίνει άντρας, και για να εξηγούμαστε τσαπατσουλης άντρας, και ξέρω ότι σε λίγο ούτε που θα πατάει στο σπίτι. Η Αλίκη μου έχει αρχίσει να φλερτάρει από τώρα και τη βλέπω να μικροπαντρεύεται. Δε θέλω να μείνω μόνη. Όμως, μετά από τόσες ατυχίες, ποιον να εμπιστευτώ; - Πρώτα από όλα τον εαυτό σου. Τώρα πια έχεις ωριμάσει. Είμαι σίγουρη ότι την επόμενη φορά όλα θα πάνε καλά. Κλείνει τα μάτια της. Σε λίγο την παίρνει ο ύπνος. Επιστρέφω κι εγώ στη θέση μου και αγκαλιάζω τον Φαμπρίτσιο. Ανοίγει τα μάτια, μου φιλάει το χέρι και πολύ σύντομα χάνεται και πάλι στα ονειρικά του μονοπάτια. Σε λίγο τον ακολουθώ κι εγώ, ώσπου τον φτάνω και περπατάμε στα άδυτα του ασυνείδητου ξεκλειδώνοντας πόρτες ερμητικά κλειστές, προσπαθώντας να ελαφρώσουμε το υποσυνείδητο μας από τα βάρη των μυστικών που κρύβουμε τόσο καλά στα δωμάτια της ψυχής μας, Όμως μερικές πόρτες δεν ανοίγουν εύκολα ή, όταν ξυπνάμε, δε θυμόμαστε ποτέ τι είδαμε εκεί μέσα. Επιστρέφουμε στο συνειδητό, όταν η φωνή της αεροσυνοδού αναγγέλλει ότι το πρωινό θα σερβιριστεί σε λίγα λε-


πτά. Απολαμβάνω τα αβγά ποσέ, τα ζεστά κρουασάν με βούτυρο και μέλι και νιώθω τον αχνιστό φιλτραρισμένο καφέ ν« κυλάει ευχάριστα στο φάρυγγά μου, δίνοντας εντολή και στα τελευταία εναπομείναντα κοιμισμένα κύτταρα του εγκεφάλου μου να αφυπνιστούν και να αρχίσουν το καθημερινό τους έργο με γρηγορότερους ρυθμούς από αυτούς που επιβάλλει ο Μορφέας,


~

1 2 -

ομαλά στο αεροδρόμιο του Ελληνικού μιάμιση ώρα μετά. Η μέρα είναι ηλιόλουστη και το κρύο γλυκό. Αθάνατη Ελλάδα, ακόμη και το καταχείμωνο ο ήλιος δε σου λείπει. Αποχαιρετούμε τους φίλους μας και κατευθυνόμαστε προς το σπίτι μου. Παίρνω από την κυρία Βούλα τη Μέριλιν, η οποία όπως πάντα μού κάνει μούτρα και χώνεται στην αγκαλιά του Φαμπρίτσιο. -Αλλού τρως, αλλού πίνεις κι αλλού πας και το δίνεις, της λέω τσατισμένη. Με κοιτάζει σαν βασιλομήτωρ με αρκετή δόση σνομπαρίας, καθώς το «φτυάρι» του καλού μου τη χαϊδεύει ιιαντού. Μέχρι να έρθει το βράδυ τα έχουμε βρει. Την επομένη πάμε για φαγητό στης μητέρας μου. Έρχονται ο Γιώργος με τη Φανή και τη μικρή μου ανιψιά, που ομορφαίνει επικίνδυνα. Τρώμε όλοι μαζί και ανταλλάσσουμε ευχές, δώρα και νέα. Φεύγουμε από το σπίτι πολύ αργά το βράδυ. Μας υποδέχεται μια ανήσυχη Μέριλιν, που νιαουρίζει συνεχώς και δεν έχει ησυχία. Αρνείται το ψαγη· Τ Ο ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ ΠΡΟΣΓΕΙΏΝΕΤΑΙ


τό της, αρνείται τα χάδια μας και συνεχώς βρίσκεται καθισμένη στο περβάζι του παράθυρου που βλέπει προς ένα άλσος με τ αφτιά της τεντωμένα, προσπαθώντας να μη χάσει οΰτε σταγόνα από το γατοπόλεμο που διεξάγεται εκεί. Δεν της δίνω ιδιαίτερη σημασία και θέλω να απολαύσω τις τελευταίες μου στιγμές με τον αγαπημένο μου, που φεύγει μεθαΰριο. Δυο μέρες μετά έχω γυρίσει από το αεροδρόμιο όπου αποχαιρέτισα τον Φαμπρίτσιο. Η Μέριλιν είναι τόσο πολΰ νευρική, που αρχίζω να ανησυχώ. Δεν έχει αγγίξει ούτε σήμερα το φαγητό της. Απο(ρασίζω να την πάω στον κτηνίατρο, γιατί κάτι δε μου πάει καλά. Τ η βάζω με το ζόρι στο μπαμπού καλάθι της και κατεβαίνω στο πάρκινγκ για να πάρο) το αυτοκίνητο. Ακουμπάω κάτω το καλάθι για να ανοίξω την πόρτα του τζιπ και ξαφνικά η γάτα μου με τα πόδια της ανοίγει την πόρτα του καλαθιού, που προφανώς πάνω στη φούρια μου δεν είχα ασφαλίσει καλά, και πετάγεται έξω με ταχύτητα αστραπής. Σε κλάσματα δευτερολέπτου την έχω χάσει από τα μάτια μου. Εξαντλώ όλο το απόγευμα για να τη βρω. Μάταια. Έχει χαθεί από προσώπου γης. Την άλλη μέρα δεν πάω στη δουλειά και την ψάχνω σ' όλη τη γειτονιά. Τίποτε. Το βράδυ είμαι ένα ράκος. Το έχω πάρει απόφαση. Η Μέριλιν έχει χαθεί. Αρνούμαι να πάω στη Ρώμη με την ελπίδα ότι θα εμφανιστεί από στιγμή σε στιγμή. Άδικα. Είμαι απαρηγόρητη. Μια βδομάδα μετά, γυρίζοντας από το γραφείο, ακούω εκεί στην πυλωτή ένα γνωστό νιαούρισμα. Φωνάζω «ψι, ψι» και


τότε βλέπω τη γνωστή φιγούρα της Μέριλιν να έρχεται καταπάνω μου. Δεν πιστεύω στα μάτια μου! Την αρπάζω με λαχτάρα στην αγκαλιά μου. Είναι ελαφριά σαν πούπουλο. Έχει χάσει βάρος, είναι λερωμένη και γρατσουνισμένη. Την ανεβάζω πάνω και την ταΐζω. Τρώει λαίμαργα διπλή μερίδα φαγητού και κατεβάζει ένα μπολ γάλα. Μετά την ψεκάζω με ξηρό σαμπουάν και με ένα σπρέι για ψύλλους. Δέχεται τις περιποιήσεις μου αδιαμαρτύρητα, ακόμη κι όταν της βάζω αντιβιοτική αλοιφή στις αμυχές της. Μετά αράζει εμπρός από το τζάκι και γλείφεται με τις ώρες ευτυχισμένη.

Αρχές Φλεβάρη η Ελένη συνταξιοδοτείται και γιορτάζουμε το γεγονός στο σπίτι της. Παρότι χαμογελά συνεχώς, εγώ ξέρω ότι είναι πολύ στενοχωρημένη. Με την κόρη της τη Μαίρη η κατάσταση παραμένει η ίδια και μετά βίας ανταλλάσσουνε μια κουβέντα. Η μικρή είναι εναντίον του γάμου της με τον Μάικ και ούτε θέλει να την ακολουθήσει στη Νέα Υόρκη. Ο Νίκος το παίζει άρρωστος και οι επισκέψεις του στο σπίτι της είναι όλο και πιο συχνές, γεγονός που ενοχλεί τον Μάικ. Στην πραγματικότητα είναι μια χαρά και κάνει τα πάντα μέσω της κόρης τους για να την εμποδίσει να παντρευτεί. Όμως ο Μάικ τής έχει ξεκαθαρίσει ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Ή θα αφήσει την κόρη της στην Ελλάδα και θα φύγει μαζί του ή θα χωρίσουνε οριστικά, γιατί αυτός θέλει σύντροφο στη ζωή του και όχι μια επισκέπτρια. Και καλά όσο είχε τη δουλειά


της και έκανε υπομονή. Όμως τώρα δεν υπήρχε δικαιολογία. Η φίλη μου έχει αδυνατίσει περισσότερο από ποτέ και σκέφτομαι ότι τσάμπα έκανε τη λιποαναρρόφηση. - Έτσι είναι οι άντρες, μου έλεγε προχτές. Τα θέλουν όλα δικά τους. Όσο ήταν σίγουρος ότι ήμουνα μόνη μου, με έγραφε κανονικά. Μόλις είδε ότι υπάρχει ενδιαφερόμενος, άρχισε ξαφνικά να νοιάζεται. Και εκείνη η κόρη μου, τόση πια αχαριστία; Τόσα χρόνια να τη φροντίζω και τώρα που αυτή πρέπει να νοιαστεί για μένα να μου εναντιώνεται; - Μήπως ο λόγος που δε θέλει να έρθει δεν είναι μόνο ο πατέρας της αλλά και το φλερτ της; - Ποιον λες, τον Γιάννη; Να 'ταν κι άλλος. - Τι; Χώρισε κιόλας; - Αφοΰ δεν έχανε την ευκαιρία να την απατάει, τι να 'κάνε; Αντί να παραδειγματιστεί, αυτή κάνει το αντίθετο. Η Λορίν μου τηλεφωνεί αρκετά συχνά. Έχει βρει έναν πανέμορφο χώρο στη Σάντα Μπάρμπαρα -περιοχή του Λος Άντζελες- και μέχρι τις αρχές της άνοιξης ο Χοσέ θα το λειτουργήσει σαν μεξικανικό εστιατόριο. Είναι μια χαρά μαζί του, μόνο που ο Μεξικανός της άρχισε να ξαναχοντραίνει και αυτός είναι ο λόγος που τσακώνονται συχνά. Στο τέλος άρχισε να βαριέται τους καβγάδες, άρχισε να τρώει και η ίδια και από ό,τι μου λέει έχει πάρει έξι κιλά. Δε φτάνει μόνο αυτό, αλλά ο Χοσέ άρχισε να ξενοκοιτάζει. «Καημένη Λορίν», σκέφτομαι, «οΰτε κι εσΰ ήσουν τυχερή με τους άντρες και ας μην ήσουν σκάρτη. Απλώς δεν ήσουν όμορφη». Τελικά όμως τι είναι η ομορφιά; Ένα κλειδί που ανοίγει όλες


τις πόρτες, έτσι όμως και στραβώσει, το πετάς στα σκουπίδια. Όλες οι γυναίκες τρέμουν τις ρυτίδες, γιατί τις κάνουν άσχημες. Πόσα δισεκατομμύρια θυσιάζονται κάθε χρόνο στο βωμό της ομορφιάς μόνο ένας Θεός ξέρει! Μπουκαλάκια, βαζάκια, αμπούλες, ενέσεις, χαπάκια, νυστέρια· όλα στην υπηρεσία της ομορφιάς. Τι και αν υπάρχει ομορφιά ψυχής; Ποιος νοιάζεται; Μήπως κι εγώ το ίδιο δεν κάνω; Φροντίζω όμως να καλλιεργώ και το πνεύμα μου. Κατά βάθος ζηλεύω τις γυναίκες που η φθορά του χρόνου τις αφήνει αδιάφορες. Όπως την Μπριζίτ Μπαρντό. Μπορεί το θέαμα που παρουσιάζει να είναι θλιβερό για την άλλοτε πανέμορφη ηθοποιό, όμως τη ζηλεύω γιατί αυτό δεν την ενοχλεί καθόλου. Γι' αυτή μετράει η προσφορά της στα ζώα. Γιατί όμως θα πρέπει να απορρίπτουμε τους άσχημους ανθρώπους; Γιατί θα πρέπει να θεοποιούμε τα τοπ μόντελ, που δεν έχουν τίποτε άλλο να προβάλουν εκτός από ένα σύνολο όμορφα κατανεμημένης σάρκας; Να χρυσοπληρώνονται επειδή έτυχε ya γεννηθούν με όμορφα πόδια, μαλλιά, μάτια, χαμόγελο; Με πόσες από αυτές μπορεί κανείς να συζητήσει της προκοπής, χωρίς να υπάρχει δίπλα τους ο υπεύθυνος του γραφείου δημοσίων σχέσεών της; Μα είναι φυσικό. Πού χρόνος για βαθύτερο ψάξιμο της γνώσης, όταν αυτός σπαταλιέται εμπρός στον καθρέφτη; Μήπως αυτό δεν έκαναν τόσα χρόνια η Δανάη και η Ναταλί; Ή που θα έτρεχαν πίσω από έναν άντρα ή που θα ξεχνιόντουσαν εμπρός από έναν καθρέφτη. Και ευτυχώς που


η Ναταλί κατάλαβε το λάθος της και έριξε το βάρος των ενδιαφερόντων της στα βιβλία και την τέχνη. Η Δανάη είναι πιο μόνη από ποτέ και αρχίζει μόλις τώρα να το συνειδητοποιεί για πρώτη φορά στη ζωή της. Πέτυχε όσα πέτυχε ποντάροντας στην ομορφιά της. Τώρα που αυτή έχει αρχίσει σιγά σιγά να ξεφτίζει, αναρωτιέται ποιες είναι οι πραγματικές αξίες της ζωής.

Αρχές Μάρτη το κρΰο είναι τόσο τσουχτερό, που το νιώθεις μέχρι το μεδούλι. Σίγουρα θα χιονίσει. Κοιτάζω από το παράθυρο του σπιτιού μου τις δυο μεγάλες αμυγδαλιές που βρίσκονται στην απέναντι μονοκατοικία με το μεγάλο κήπο. Έχουν σκάσει τα πρώτα μπουμπούκια τους και σκέφτομαι ότι, αν τελικά πέσει χιόνι, θα τα μαράνει πριν προλάβουν να ανοίξουν τα χρωματιστά πέταλά τους. Όμως είναι ένα μήνυμα αισιοδοξίας μέσα στο καταχείμωνο, ότι δηλαδή η άνοιξη είναι ένα βήμα πιο πέρα και όπου να ναι θα δω τα πρώτα χελιδόνια στη χελιδονοφωλιά της βεράντας μου, που είναι χτισμένη εδώ και πέντε χρόνια και την οποία επισκέπτονται κάθε χρόνο τα χελιδόνια, από γονέα σε παιδί και εγγονό. Έχω σηκωθεί στις έξι το πρωί, ενώ συνήθως ξυπνάω γύρω στις εφτάμισι με οχτώ και απολαμβάνω τον καφέ μου πριν πάω στη δουλειά. Δυο μέρες τώρα από τότε που γύρισα από τη Ρώμη έχω ανήσυχο ύπνο, δεν κοιμάμαι καλά και πάω δυο τρεις φορές στην τουαλέτα νυχτιάτικα. Σκέφτομαι


ότι γεροντοπροεόρτια θα έχουν αρχίσει και η κύστη μου μου δίνει τα πρώτα μηνύματα αυτού του όχι τόσο ευχάριστου γεγονότος. Παρατηρώ τη φουσκωμένη κοιλιά της Μέριλιν που ανεβοκατεβαίνει καθώς κοιμάται μακάρια. Θα γεννήσει όπου να ναι. Έχει γίνει σαν πρόβατο. Ξεφυλλίζω το περιοδικό 7 Μέρες TV, που έχει εξώφυλλο τη Ναταλί με τον τίτλο: «Η Ναταλί Αγγελίδου είναι υποψήφια για το βραβείο της καλύτερης τηλεοπτικής ηθοποιού της χρονιάς». Καθόλου περίεργο. Το σίριαλ έχει σπάσει κάθε ρεκόρ θεαματικότητας. Και η φίλη μου είναι σίγουρα σούπερ σταρ. Σε κάθε επεισόδιο παρατηρώ τη συνεχόμενα βελτιωμένη υποκριτική της ικανότητα και αναρωτιέμαι πού κρυβότανε τόσο ταλέντο. Έχουμε φτάσει στο επεισόδιο όπου μαζί με το μυστικό αστυνομικό, που την έχει ερωτευτεί, παριστάνει το δόλωμα για την αποκάλυψη των εμπόρων ναρκωτικών. Χτες προβλήθηκε η σκηνή με τον περιβόητο ξυλοδαρμό και τώρα πια είμαι σίγουρη ότι τη χτύπησαν πραγματικά. Ο πόνος στο πρόσωπο της ήταν αληθινός. Γι αυτό είχε μελανιάσει για μια βδομάδα. Η βράβευση θα γίνει την άνοιξη και η Ναταλί θέλει να είμαι μαζί της. Θα είμαι. Τα ταξίδια μου στην Ιταλία συνεχίζονται, όχι όμως κάθε βδομάδα, γιατί τώρα έρχεται ο Φαμπρίτσιο στην Αθήνα πιο συχνά. Έχει αρχίσει να συνεργάζεται με έναν άλλο Ιταλό που έχει ανοίξει ένα υπερπολυτελές κοσμηματοπωλείο και του προμηθεύει όλες τις πολύτιμες πέτρες. Χαμένη στις σκέψεις μου ούτε που αντιλαμβάνομαι ότι


η ώρα είναι οχτώ και μισή. Τινάζομαι από τον καναπέ για να πάω να ετοιμαστώ, όταν νιώθω μια ζαλάδα, μια σκοτοδίνη και στηρίζομαι στο μπράτσο της πολυθρόνας για μερικά δευτερόλεπτα. Η ζαλάδα περνάει αμέσως. Ντύνομαι και πάω στο γραφείο. Με το που μπαίνω μέσα, μου έρχεται η μυρωδιά μιας χωριάτικης ξεροψημένης τυρόπιτας που τρώει μια υπάλληλος. Δεν έχει κόσμο, όμως ενοχλούμαι. Κατοουφιάζω, αηδιάζω και της κάνω παρατήρηση. Αν θέλει να φάει, να φάει την ώρα του διαλείμματος στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο. Με κοιτάζει έκπληκτη. Συνήθως δεν κάνω παρατηρήσεις και πολΰ περισσότερο δε σιχαίνομαι τις ξεροψημένες τυρόπιτες, μια και είμαι η πρώτη φαν της παχυντικής αυτής λιχουδιάς. Γΰρω στις δώδεκα το μεσημέρι νιώθω ξανά αδιαθεσία. Ο Γιώργος το προσέχει και με προτρέπει να πάω στο σπίτι. Φεΰγω και όταν φτάνω εκεί με περιμένει έξω η μητέρα μου. - Τι έχεις εσΰ; μου λέει ανήσυχη. Με πήρε ο αδερφός σου και μου είπε ότι φέρεσαι παράξενα. - Δεν ξέρω, της απαντώ ενοχλημένη. Έλα, μπες μέσα. - Πόσες μέρες είσαι έτσι; - Την τελευταία βδομάδα δεν αισθάνομαι καλά. - Χμ, δε μου λες, πότε είχες περίοδο τελευταία φορά; - Δε θυμάμαι. Τι σχέση έχει αυτό τώρα; - Τι θα πει δε θυμάσαι; - Οχ, βρε μαμά! Εδώ δε θυμάμαι να φάω για να προλάβω τις δουλειές μου, την περίοδο μου θα θυμάμαι; - Καλά το υποψιάστηκα εγώ.


Ανοίγει τη τσάντα της και βγάζει ένα κουτάκι. - Τι είναι αυτά; - Τεστ εγκυμοσύνης. - Τι;;; Τι λες, βρε μαμά! Τωση θα ναι. - Για πήγαινε στο μπάνιο και κάνε το τεστ. Εδώ λέει ότι μπορείς να το κάνεις οποιαδήποτε ώρα. Πήγαινε να κατουρήσεις και βρέξε την άκρη του. Πάω άκεφα και κάνω ό,τι μου λέει. Αφήνω το τεστ στο μπάνιο. -Λέει ότι πρέπει να περιμένουμε ένα λεπτό, αλλά, για να είμαστε σίγουρες, άσε να περάσουν πέντε λεπτά. - Καλά, πάω στην κουζίνα να ετοιμάσω μια σούπα. Θες κι εσύ; - Έχεις φιδέ; Είναι ό,τι πρέπει για το στομάχι σου. - Νομίζω ότι έχω. Πάω να δω. Ψάχνω πάνω στα ντουλάπια, όταν μπαίνει η μάνα μου δακρυσμένη. Μάλλον κλαίει του καλού καιρού. - Τι έχεις, μαμά; Κατεβαίνω από την καρέκλα ανήσυχη και την αγκαλιάζω. - Να, δες, μου λέει. Έχει δυο μπλε γραμμούλες. - Ε, και; - Είσαι έγκυος, κόρη μου. Αχ, Θεέ μου, σ' ευχαριστώ! Τι ευτυχία είναι αυτή! Δυο εγγόνια μαζί. Κοιτάζω το μακρόστενο, σαν χοντρό στιλό, τεστ και βλέπω σ' ένα τετραγωνάκι τις δυο μπλε γραμμούλες. Μετά διαβάζω τις οδηγίες. Μία γραμμή, δεν περιμένετε παιδί' δύο γραμμούλες, περιμένετε. Το τεστ μού πέφτει από τα χέρια.


Τα έχω χαμένα. Μα ναι, τα Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη δεν προσέξαμε καθόλου. Του δώσαμε να καταλάβει. Δεν είχα περίοδο ούτε το Φλεβάρη ούτε το Γενάρη. Ούτε που το πρόσεξα. Είμαι έγκυος. Τελικά είμαι έγκυος! Μήπως το τεστ είναι λάθος; Την επομένη το πρωί πάω σε μικροβιολόγο. Μου παίρνει αίμα. Το απόγευμα μου τηλεφωνεί. - Είστε πολύ έγκυος, μου λέει. - Είμαστε έγκυοι, τηλεφωνώ στον Φαμπρίτσιο. - Κόζα (Τι πράγμα); με ρωτάει. - Ασπετιάμο συν μπαμπίνο, αμόρε (Περιμένουμε παιδί, αγάπη), του λέω. Την επόμενη μέρα το πρωί ο Φαμπρίτσιο είναι στην Αθήνα. Μέχρι το βράδυ στο σπίτι μου πηγαινοέρχεται κόσμος. Η Ελένη, που κλαίει από χαρά, η Δανάη, που με χαϊδολογάει, η Ναταλί, που θέλει να γίνει νονά και τσακώνεται με τις υπόλοιπες, ο αδερφός μου, η νύφη μου, θείες, ξαδέρφια. Ένα χαμός! Προς τι αυτός ο πανζουρλισμός δεν μπορώ να καταλάβω. Λες και έγινε ανάσταση. Όλοι με φροντίζουν, με περιποιούνται, με κανακεύουν. Κυρίως η μάνα μου. Αυτή πια έχει ξεμωραθεί τελείως. Μια κλαίει, μια γελάει. Ο Φαμπρίτσιο προτείνει να γίνει αμέσως ο γάμος. - Δεν προλαβαίνουμε, του λέω. Μέχρι να ετοιμαστούμε θέλουμε δυο μήνες το λιγότερο κι εγώ δε θέλω να παντρευτώ με φουσκωμένη κοιλιά. - Παιδί χωρίς γάμο δε γίνεται, μου λέει. θ α κάνουμε πο-


λιτικό. Πρώτα πολιτικό και μετά έναν ορθόδοξο στην Αθήνα και έναν καθολικό στη Ρώμη. - Μα τι λες τώρα; του λέω. Θα παντρευτούμε τρεις φορές; - Τρεις φορές, για να είμαι σίγουρος ότι δε θα με χωρίσεις. Τρεις μέρες μετά, καθώς γυρίζουμε από το δημαρχείο, όπου είχαμε πάει να κλείσουμε ημερομηνία γάμου, ακούμε κάτι ασυνήθιστα νιαουρίσματα στην κουζίνα. Τρέχω κατευθείαν εκεί και αντικρίζω το πιο όμορφο θέαμα των τελευταίων ημερών: η Μέριλιν σε κατάσταση πλήρους ευδαιμονίας, ανάσκελα, και τρία φουντωτά μικρά σαν ποντίκια να τη θηλάζουνε. Την πλησιάζουμε και ο Φαμπρίτσιο τη χαϊδεύει. - Μέριλιν, της λέω τρυφερά. Τι όμορφα μωρά είναι αυτά! Ο Φαμπρίτσιο σηκώνει ένα γκριζόασπρο, που είναι το πιο παχουλό και λέει: - Είναι αγόρι. Θα το ονομάσουμε Μπέλο (Ωραίος). Μετά σηκώνει το κατάλευκο. - Είναι κορίτσι. Θα το ονομάσουμε Μπιάνκα (Λευκή). Σηκώνει και το τρίτο, που είναι γκρίζο σαν τη μαμά του, και λέει: - Ένα άλλο κορίτσι. Πώς θα το βαφτίσουμε; - Πάλι καλά που ρωτάς κι εμένα. - Δε σου αρέσουν τα ονόματα που τους έδωσα; - Ωραία είναι. Λοιπόν, αυτή θα την ονομάσουμε Ροζαλία.


- Συμφωνώ. Η Μέριλιν νιαουρίζει ανήσυχη, καθώς βλέπει χα μωρά της μετέωρα στα χέρια μας. Τα αφήνουμε πάλι στο καλάθι και πάμε να κάνουμε ένα μπάνιο. Όταν πάμε ξανά στην κουζίνα, η Μέριλιν και τα μωρά έχουν εξαφανιστεί. Την ανακαλύπτουμε στην ντουλάπα μου, πάνω στο πουλόβερ μου, να τα θηλάζει. - Άκου να σου πω. Το κρεβάτι σας είναι στην κουζίνα και όχι εδώ, τη μαλώνω και σηκώνω απειλητικά το χέρι μου. Μου κάνει ένα «χχχ» και μου δείχνει τα δόντια της. - Μην την τρομάζεις, μου λέει ο Φαμπρίτσιο. Φοβάται μην της πάρουν τα μωρά της. Άσε με να την ηρεμήσω. Την επομένη πάμε στο γυναικολόγο μου για να με εξετάσει για πρώτη φορά. Θέλει να βεβαιωθεί ότι δεν είναι εξωμήτριος κΰηση και γι' αυτό μου κάνει υπερηχογράφημα. Ξαπλώνω στο κρεβάτι και με ρωτάει αν θέλω τον Φαμπρίτσιο δίπλα μου. Και βέβαια τον θέλω. Θέλω να δει στην οθόνη τη σκιά του εμβρύου και να ακούσει τους χτύπους της καρδιάς του. Ο γιατρός αλείφει ένα ειδικό ζελέ πάνω στην κοιλιά μου και μετά παίρνει ένα εργαλείο που είναι συνδεδεμένο στο μηχάνημα και το χώνει στον κόλπο μου. Ο Φαμπρίτσιο δυσανασχετεί καθώς το βλέπει να εξαφανίζεται μέσα μου, ενώ ο γιατρός το κουνάει κυκλικά. Εγώ του χαμογελώ και του λέω ότι δεν πονάω καθόλου. - Να το, μου λέει ο γιατρός. Εδώ είναι. Μια χαρά στο σάκο του. Είναι σε φυσιολογική θέση. Μια στιγμή... Ανησυχώ.


- Τι είναι, γιατρέ; - Μάλιστα, καλά το υποψιάστηκα. Να το και το άλλο. Κι αυτό φυσιολογικό. - Ποιο άλλο, γιατρέ; Τι τρέχει; - Περιμένεις δύο μωρά. Έχουμε δύο έμβρυα στους σάκους τους. - Τι πράγμα; Ο Φαμπρίτσιο με κοιτάζει απορημένος. Δεν έχει καταλάβει. - Είναι όλα καλά; ρωτάει με αγωνία. - Περιμένουμε δύο μωρά. Γουρλώνει τα μάτια του. - Αλήθεια; - Για να δούμε μήπως υπάρχει και τρίτο. - Γυναίκα είμαι, γιατρέ, όχι κουνέλα. - Στην ηλικία σου, Μαρίνα, είναι σύνηθες φαινόμενο να περιμένεις δίδυμα ή τρίδυμα. Ψάχνει λίγο και μετά σίγουρος μου λέει: - Όχι, τα έμβρυα είναι δύο. Περιμένεις δίδυμα. Να υπολογίζεις τη γέννησή τους γύρω στο τέλος του Σεπτέμβρη. Το φύλλο των παιδιών θα το μάθουμε αργότερα. Είναι ακόμη νωρίς. Μου γράφει ένα κατεβατό από εξετάσεις, βιταμίνες, είδος διατροφής και μια λίστα βιβλίων που προετοιμάζουν την έγκυο για τον ερχομό του πρώτου της παιδιού. Φεύγουμε από το ιατρείο πιο ερωτευμένοι από ποτέ. Ο Φαμπρίτσιο με κρατάει τρυφερά από τη μέση και κάθε λί-


γο και λιγάκι με φιλάει στο μέτωπο. Λιγουρεύομαι μια πίτσα και δε μου την αρνείται. Μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι, την έχω ξεράσει σε τρεις δόσεις. Ως το τέλος του Μάρτη τα πάντα είναι έτοιμα. Στο σπίτι γίνεται της μουρλής. Η Ροζαλία παίζει με τον Μπέλο και η Μπιάνκα παίζει με την ουρά της Μέριλιν, που είναι ξαπλωμένη φαρδιά πλατιά πάνω στο καινούριο μεταξωτό φόρεμα που θα φορέσω για το γάμο μου. Γίνομαι έξαλλη και η Μέριλιν εξαφανίζεται στη στιγμή παρασύροντας και την Μπιάνκα κάτω από το κρεβάτι. Η μάνα μου προσπαθεί να με ηρεμήσει. - Δεν είναι κατάσιαση αυτή, της λέω, ενώ νιώθω το στομάχι μου να ανακατεύεται για άλλη μια φορά. Δεν αντέχω τόσα γατιά στο σπίτι. - Άσε να ξεπεταχτούνε λίγο και θα πάρω εγώ την Μπιάνκα. Τον Μπέλο τον ζήτησε ο αδερφός σου. Τη Ροζαλία θα τη δώσουμε στη θεία σου τη Στέλλα. - Α, όχι! Τη Ροζαλία θα την κρατήσω εγώ. Θα κάνει καλό στη Μέριλιν να έχει ένα ακόμη γατί για συντροφιά. - Εντάξει, όπως νομίζεις. Κοίτα τώρα να ξεκουραστείς, γιατί αύριο παντρεύεσαι.

Ο γάμος μου είναι απλός, λιτός και με λίγους καλεσμένους, τον Γιώργο, τη Φανή, την Ελένη, τη Δανάη, τη Ναταλί, την Ερνέστα, τον Μικέλε, τον Σιμόνε και δυο τρία παιδιά από το γραφείο που είναι χρόνια μαζί μας. Κουμπάρα σ αυτό το


γάμο είναι η Ελένη, ενώ στο χριστιανικό θα είναι η Λορίν και στον καθολικό ο Ρομπέρτο, ο κολλητός φίλος του Φαμπρίτσιο. Η Δανάη και η Ναταλί θα είναι οι νονές των παιδιών. Έτσι, για να είναι δίκαιη η μοιρασιά. Η κοιλιά μου έχει αρχίσει να ξεχωρίζει και οι εμετοί είναι καθημερινοί Φοβάμαι τόσο πολύ μην ξεράσω μέσα στο δημαρχείο, εκεί μπροστά στα πόδια του δημάρχου, όμως παραδόξως σήμερα αισθάνομαι περίφημα και όλα πάνε κατ' ευχήν. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα είμαι επισήμως η κυρία ντι Άντζελι και επομένως μπορώ να φέρω στον κόσμο τα παιδιά μου τελείως νόμιμα. Πάμε όλοι το βράδυ σε ένα κοσμικό εστιατόριο που έχουμε κλείσει για να γλεντήσουμε και έτσι απλά και όμορφα τελειώνει η μέρα του πρώτου γάμου μου. Δύο βδομάδες μετά το γάμο μου η Ελένη παίρνει τη μεγάλη απόφαση να παντρευτεί τον Μάικ και να ζήσει στη Νέα Υόρκη αφήνοντας την κόρη της στην Ελλάδα. - Ως εδώ, μου λέει. Χαράμισα τα πιο όμορφα χρόνια μου δουλεύοντας για να μεγαλώσω τη Μαίρη. Τι κατάλαβα εγώ από προσωπική ζωή;-Συνεχώς με μια βαλίτσα στο χέρι να φεύγω από τη μια ήπειρο στην άλλη. Επί είκοσι πέντε χρόνια δεν έκανα σαν άνθρωπος οικογενειακώς Χριστούγεννα και Πάσχα, δε χόρτασα καλοκαιρινές διακοπές. Όταν τέτοιες μέρες όλοι ήταν στα σπίτια τους, εγώ, όπως και οι ναυτικοί, ήμουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, τις περισσότερες φορές μόνη μου, να προσπαθώ να μη σκέφτομαι τη μοναξιά μου βλέποντας τηλεόραση ή διαβάζοντας. Θα μου πεις, εντάξει δεν ήσουν τελείως μόνη σου, υπήρχε και το υπόλοι-


no πλήρωμα. Ναι, υπήρχε, ταιριάζεις όμως πάντα με τους συναδέλφους σου; Ο καθένας έχει διαφορετική προσωπικότητα, γούστα και διάθεση. Όταν εσύ θέλεις να βγεις έξω, αυτός είναι κουρασμένος, όταν εσύ θέλεις να πας στο θέατρο, αυτός προτιμάει να πάει σε κάποιο εστιατόριο. Άντε τώρα να βρεις τη χρυσή τομή. Αναγκάζεσαι τη μια να υποχωρήσεις, την άλλη να καταπιεστείς, την τρίτη να αρνηθείς. Αν τώρα τα βρεις με κάποιον ή με κάποιους και περάσεις όμορφα, τότε πράγματι είσαι πολύ τυχερός. »Γι' αυτό σου λέω, βαρέθηκα πια να ακολουθώ τους άλλους και να καταπιέζομαι. Θέλω να περάσω επιτέλους όμορφα δίπλα σ' έναν άνθρωπο που τον αγαπώ και με αγαπάει, έστω κι αν πρέπει να στερηθώ την κόρη μου. Εγώ ποτέ δεν της έκλεισα την πόρτα και ούτε πρόκειται να το κάνω. Όποτε θέλει να με δει, θα τη βρει ανοιχτή. Ξέρω ότι υποφέρει και προσπαθεί να μην το δείξει. Είναι πολύς καιρός τώρα που η Μαίρη δείχνει αρνητική στάση απέναντι της. Ξέρω ότι η Ελένη θα συνεχίσει να υποφέρει μακριά της, αλλά ως ποια θυσία πρέπει να φτάσει να κάνει ένας γονιός για το βλαστάρι του; Για μένα κάνει πολύ καλά που φεύγει. Τι πράγμα είναι και αυτό με τα παιδιά στην Ελλάδα; Να βλέπεις κάτι μαντράχαλους σαράντα χρόνων και να ζούνε ακόμη με τους γονείς τους! Στην Ολλανδία, μόλις το παιδί τελειώσει το σχολείο, φεύγει από το σπίτι και ο γονιός ούτε που νοιάζεται. Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτό που μου είπε κάποτε μια Ολλανδέζα που είχε παντρευτεί Έλληνα και ζούσε (πην Ελλάδα.


Η Μπι είχε χηρέψει και κατοικούσε ο' ένα τετραώροφο παλάτι που είχε κληρονομήσει από τον άντρα της σι η Bod· λα· έμενε στον τέταρτο όροφο και νοίκιαζε τους υπόλοιπους τρεις. Είχε δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, που ήταν παντρεμένα και έμεναν με τους συντρόφους τους σε σπίτια που νοίκιαζαν. Όταν λοιπόν τη ρώτησα γιατί αφήνει τα παιδιά της στο ενοίκιο και δεν τους παραχωρεί από έναν όροφο να ζήσουν κοντά της, με κοίταξε με στόμφο και μου είπε ότι αυτό το σπίτι ήταν δική της περιουσία και ότι αυτά έπρεπε να κάνουν με τα χέρια τους τη δική τους. - Ό σ ο ζω, θα τα εκμεταλλεύομαι όπως θέλω εγώ τα ακίνητά μου. Μετά το θάνατο μου, είναι δικά τους. Έτσι κάνουμε εμείς στην Ολλανδία, όχι σαν εσάς τους Έλληνες που τρέχετε συνεχώς από πίσω τους και δεν τους δίνετε την ευκαιρία να ωριμάσουν. Εδώ που τα λέμε έχει κάπου δίκιο. Οι Έλληνες γονείς το παρακάνουνε. Αν είχα αφήσει τη μάνα μου να ελέγχει ι η ζωή μου, θα ζούσε πάνω στο σβέρκο μου. Ευτυχούς έ<|>υγα νωρίς, δούλεψα σκληρά και το σπίτι μου το αγόρασα με δικά μου χρήματα και με δάνειο από την τράπεζα. Τίποτε δε μου χαρίστηκε. Έτσι είχα από πολύ νωρίς τον πλήρη έλεγχο των αποφάσεών μου, που μπορεί να μην ήταν όλες σακπές, με βοήθησαν όμως μέσα από τα λάθη μου να βρω τον καυτό μου, να δω τι πραγματικά θέλω από τη ζοιή μου. Η Ελένη φεύγει από την Ελλάδα και μου βάζει να της υποσχεθώ ότι θα τηλεφωνώ συχνά στη Μαίρη και θα τη συμβουλεύω όπου χρειαστεί, γιατί η ίδια τής έχει κόψει ακόμη


και την καλημέρα. Φαίνεται αποφασισμένη και ψύχραιμη. Όταν όμως στο αεροδρόμιο έρχεται η ώρα του αποχαιρετισμού, αναλύεται σ' ένα γοερό κλάμα στην αγκαλιά μου. Είμαι η μόνη που την έχει συνοδεύσει. Η Λορίν είναι στο Λος Άντζελες, η Ναταλί έχει γύρισμα, η Δανάη βρίσκεται στη Μύκονο, όπου παρακολουθεί τα τελειώματα της μεζονέτας που αγόρασε και στην οποία πρέπει να γίνουν κάποιες μετατροπές. Έχει όμως μιλήσει με όλες τις προηγούμενες μέρες και έχουν συμφωνήσει και αυτές ότι πρέπει να κοιτάξει τον καυτό της. 'Οταν απομακρύνομαι από το αεροδρόμιο, νιώθω ξαφνικά ένα απέραντο κενό. Τελευταία έχω χαθεί με τις φίλες μου. Μέχρι πριν από ένα χρόνο ήμασταν πολύ συχνά όλες μαζί και τα λέγαμε. Τώρα η Λορίν και η Ελένη έχουν φύγει μακριά μου, η Δανάη έχει απομονωθεί στο σπίτι της, η Ναταλί είναι κλεισμένη σ' ένα στούντιο. Για πρώτη φορά νιώθω μια περίεργη μοναξιά. Χαϊδεύω την κοιλιά μου προσπαθώντας να αντλήσω κουράγιο από τα μωρά μου, όμως το συναίσθημα αυτό εξακολουθεί να φωλιάζει στο μέρος της καρδιάς μου. Αντί να πάω στο σπίτι μου, κατευθύνομαι στο σπίτι της μάνας μου με μεγάλη ευχαρίστηση, κάτι που με εκπλήσσει, γιατί συνήθως την αποφεύγω και τελευταία της έχω πει να μην έρχεται καθημερινά στο δικό μου. Μήπως έχει αρχίσει να μου γίνεται απαραίτητη; «Έχει γούστο», σκέφτομαι. «Εγώ πάντα την απέφευγα, γιατί με ζάλιζε με τις συμβουλές της και την αφοσίωσή της. Με κούραζε, με έβλεπε σαν το μικρό κοριτσάκι της που τόσο την είχε ανάγκη.


Μήπως όμως και η Ελένη δεν κάνει το ίδιο; Μήπως υπήρξα πολυ σκληρή απέναντι της;» Φτάνω στο σπίτι της και ανεβαίνω με λαχτάρα τις σκάλες. Ό τ α ν η πόρτα ανοίγει, εγώ προσπαθώ με δυσκολία ν« βρω το ρυθμό της αναπνοής μου. - Χριστός και Παναγία, κορίτσι μου! Με τα πόδια ανέβηκες; Αλλά πώς ήταν αυτό; Συμβαίνει κάτι και ήρθες έτσι βιαστικά; - Συμβαίνει... της λέω ασθμαίνοντας. -

•··

>>>

- ... Συμβαίνει ότι σ' αγαπώ και ότι μου λείπεις, της λέω και την αγκαλιάζω. - Μπα σε καλό σου, κόρη μου, και γι' αυτό έτρεχες; Αφου κι εγώ σ' αγαπώ, μου λέει και βάζει τα κλάματα. Κλαίμε και οι δυο μαζί. Και καλά εγώ που έχω αποχαιρετίσει μια φίλη, που είμαι έγκυος, που αισθάνομαι ενοχές. Η μάνα μου όμως;;;


~

1 3 -

συνοδεύω τη Ναταλί στην εκδήλωση για τη βράβευση ανθρώπων που εργάζονται για λογαριασμό της τηλεόρασης. Η φίλη μου διεκδικεί το βραβείο της καλύτερης ηθοποιού και το σίριαλ στο οποίο πρωταγωνιστεί το βραβείο της καλύτερης τηλεοπτικής σειράς. Φοράω μια σατέν μεταξωτή τουαλέτα στο χρώμα της σοκολάτας, σοφά σχεδιασμένη για μέλλουσες μαμάδες. Έχω μαζέψει τα μαλλιά μου σινιόν και έχω ρίξει στους ώμους μου μια διάφανη εσάρπα στο ίδιο χρώμα, που είναι κατά τόπους κεντημένη με μικροσκοπικά Σβαρόφσκι. Η κοιλιά μου διαγράφεται όμορφα κάτω από το απαλό ύφασμα με τέτοιο τρόπο, που κάνει τον άλλο να αναρωτιέται αν πράγματι είμαι έγκυος ή αν το φούσκωμα αυτό είναι σχέδιο του υφάσματος. Η Ναταλί φοράει μια τουαλέτα σε έντονο πορφυρό χρώμα που της πάει καταπληκτικά και τονίζει υπερβολικά το υπέροχο στήθος της, κάνοντας συνεχούς τον κάμεραμαν του καναλιού που μεταδίδει ζωντανά την εκπομπή στην τηλεόραση να κάνει βουτιές στο μπούστο της περισσότερο από ό,τι είναι Σ Τ Α ΜΕςΑ ΤΟΥ ΜΑΗ


επιτρεπτό. Μας συνοδεύει ο σκηνοθέτης της, ο Κορβέρης, που είναι υποψήφιος για το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας. Καθόμαστε στην πρώτη σειρά και αμέσως μας περικυκλώνει ένα σμήνος (ρωτογράφων, που μας φωτογραφίζουν λες και η αναπνοή μας εξαρτάται από το φως των φλας. Νιώθω κάπως άβολα και περίεργα. Δεν είμαι συνηθισμένη σε τέτοιου είδους επιδρομές και απορώ με την ψυχραιμία της Ναταλί, που ανέχεται όλο αυτό το φωτοβολισμό αδιαμαρτύρητα. Εντελώς άνετη χαμογελάει και μου πιάνει το χέρι, λες και έχει καταλάβει τη νευρικότητά μου. - Δεν πρόκειται να σταματήσουνε ούτε αύριο. Γι' αυτό καλύτερα να συνηθίσεις από τώρα, μου λέει στο αφτί. Χαλαρώνω και αρχίζω να φαντάζομαι ότι είμαι κάποια διάσημη σταρ του Χόλιγουντ που περιμένει να πάρει το Ό σκαρ της. Νιώθω όλο και πιο άνετα, καθώς με την άκρη του ματιού μου βλέπω ότι η μικρή μας παρέα έχει γίνει στόχος σχολίων των υπόλοιπων παρευρισκομένων, που κάθε άλλο παρά ανώνυμοι είναι και προφανώς διαμαρτύρονται για την ιδιαίτερη προτίμηση που μας δείχνουν οι κάμερες. Χαμογελάω συγκαταβατικά και, μια και είμαι κι εγώ σταρ, αρχίζω να ποζάρω με άνεση. Κάποιος φωτογράφος ρωτάει διακριτικά τη Ναταλί ποια είμαι κι εκείνη του απαντά δυνατά: - Ο άνθρωπος που με βοήθησε να φτάσω εδώ όπου είμαι σήμερα. Στη Μαρίνα Κοντέα χρωστάω όχι μόνο την καριέρα μου, αλλά και πολλά άλλα πράγματα που με αφορούν. Θα μιλήσα) αργότερα στη συνέντευξή μου.


Δεν προλαβαίνω να διαμαρτυρηθώ, γιατί χτυπάει το κι· νητό μου. Είναι ο Φαμπρίτσιο, που έχει μείνει στο σπίτι, καν με ρωτάει αν είμαι καλά. Έχει αρνηθεί να μας συνοδεύσει, γιατί πρώτον μισεί αυτού του είδους τις εκδηλώσεις άπου υπάρχουν φωτογράφοι και δεύτερον θέλει αυτή τη βραδιά να τη μοιραστώ με τη φίλη μου. Έτσι κι αλλιώς θα έρθει μόλις τελειώσει η εκδήλωση να πάμε όλοι μαζί για φαγητό. Κάποια στιγμή ο παρουσιαστής της εκδήλωσης και γνωστός τηλεπαρουσιαστής βγαίνει και η βραδιά αρχίζει. Παρακολουθώ με ενδιαφέρον όλα αυτά που λέει και χειροκροτώ σε κάθε βράβευση που γίνεται. Όταν ανακοινώνεται ότι το βραβείο της καλύτερης τηλεοπτικής σειράς το παίρνει το σίριαλ «Η Συνωμοσία της Σιωπής», κοντεύω να σπάσω τους καρπούς των χεριών μου από το δυνατό χειροκρότημα. Η Ναταλί μού σφίγγει συνεχώς το χέρι, λες και προσπαθεί να κρατηθεί από πάνω μου. Όπως είναι αναμενόμενο, το βραβείο σκηνοθεσίας το παίρνει για ακόμη μία φορά ο Πέτρος Κορβέρης. Και έρχεται η πολυπόθητη στιγμή που ανακοινώνουν τα ονόματα των ηθοποιών που διεκδικούν το βραβείο καλύτερης ερμηνείας. Νιώθω την αγωνία της Ναταλί, αν και καταβάλλει υπερβολικές προσπάθειες για να μην τη δείξει. Κάτω από την ήρεμη μάσκα του προσώπου της, είμαι σίγουρη ότι η αδρεναλίνη έχει στήσει τρελό χορό και κάνει τα πάντα για να δημιουργήσει αθέλητα τικ στους μυς του δέρματος της. Όμως η Ναταλί μού φαίνεται ότι έχει μεταβληθεί σε μια πειθαρχημένη ηθοποιό που μπορεί να ελέγξει ακόμη και την αδρεναλίνη της.


- Υποψήφιες ηθοποιοί: »Αναστασία Ματέου, για την ερμηνεία της στη σειρά "Ματωμένη Αυγή". »Κατερίνα Αλεξανδρόγλου, για την ερμηνεία της στη σειρά "Ο Τρελός Χορός του Ήλιου". «Σταματία Στολιδάκη, για την ερμηνεία της στη σειρά "Το Όνειρο Ζοΰσε στο Παρελθόν". »Ναταλί Αγγελίδου, για την ερμηνεία της στη σειρά "Η Συνωμοσία της Σιωπής". »Άρτεμις Κάτρη, για την ερμηνεία της στη σειρά "Βιτρίνα . Την παρουσίαση θα κάνουν δυο γνωστοί ηθοποιοί που κέρδισαν πέρυσι τα αντίστοιχα βραβεία ερμηνείας αντρικού και γυναικείου ρόλου. - Και η φετινή νικήτρια είναι... Το χέρι της Ναταλί σφίγγει με δύναμη το δικό μου, όταν η φωνή της ηθοποιού (παματά και κοιτάζει χαμογελαστά το κοινό καθώς ανοίγει το φάκελο. Νιώθω κάτι σαν υγρασία ανάμεσα στα πόδια μου. Μήπως σπάσανε τα νερά μου; Δεν είναι δυνατό. Είμαι στον πέμπτο μήνα. Μετά συνειδητοποιώ ότι είναι ο ιδρώτας της αγωνίας που μουσκεύει όλο το κορμί μου. - ...Και νικήτρια είναι η Ναταλί Αγγελίδου, για την ερμηνεία της στο σίριαλ «Η Συνωμοσία της Σιωπής». Αφήνω μια μικρή κραυγή χαράς και αγκαλιάζω τη Ναταλί, που έχει κοκαλώσει στη θέση της. Προβολείς και κάμερες πέφτουν πάνω μας και είμαι σίγουρη ότι όλη η Ελλάδα ανα-


ρωτιέται ποια είναι η έγκυος κυρία που αγκαλιάζει με τόση αγάπη η Ναταλί. Δάκρυα χαράς και περηφάνιας κυλοΰν στα μάγουλά μου, καθώς η φίλη μου παραλαμβάνει το βραβείο της. Ευχαριστεί όλο τον κόσμο που την πίστεψε, το σκηνοθέτη που την ανέδειξε, αφιερώνει το βραβείο στη νεκρή μητέρα της και μετά λέει ότι δε θα ξεχάσει ποτέ τα λόγια που της είπε κάποιο βράδυ η καλΰτερή της φίλη και τη βοήθησαν να βρει το δρόμο της. Απλώνει το χέρι της και δείχνει εμένα. - Καλή λευτεριά, Μαρίνα, μου λέει και μου στέλνει με τα δυο της χέρια φιλιά. Ο κόσμος ξεσπάει σε χειροκροτήματα κι εγώ χαϊδεύω ασυναίσθητα την κοιλιά μου, καθώς νιώθω τα μωρά να παίζουν ποδόσφαιρο μέσα μου. Η Ναταλί δεν προλαβαίνει να δέχεται συγχαρητήρια. Άλλες τόσες κλήσεις δέχεται σιο κινητό της, στο οποίο απαντάω εγώ, μια και η ίδια είναι απασχολημένη με τους δημοσιογράφους, τους φωτογράφους και τις κάμερες της τηλεόρασης. Έχω βαρεθεί να μιλάω στο κινητό της και σκέφτομαι μετά από αυτή την κλήση να το απενεργοποιήσω. - Εμπρός, λέω. - Ναταλί... ακούω μια δισταχτική αντρική (ρωνή. - Δεν είμαι η κυρία Αγγελίδου, απαντώ. - ΓΙοια είστε εσείς; - Μια φίλη της. Η κυρία Αγγελίδου είναι απασχολημένη αυτή τη στιγμή. Ποιος να πω ότι τη ζήτησε; Η φωνή διστάζει για λίγο και μετά συνεχίζει αποφασιστικά:


- Σταμάτης Αγγελίδης, ο πατέρας της. Μένω άναυδη. - Ποιος; ξαναρωτάω για να βεβαιωθώ ότι άκουσα καλά. - Ο πατέρας της. Θυμώνω. - Συγνώμη, κύριε Αγγελίδη, γι' αυτό που θα σας πω, αλλά πόσα χρόνια έχετε να επικοινωνήσετε με τη Ναταλί; - Εσύ ποια είσαι, κοπέλα μου; Τι σ' «φορά τι κάνω εγώ με την κόρη μου; Δώσε μου το παιδί μου! - Είμαι αυτή που στον ώμο της έκλαψε η κόρη σας πολλές φορές για την αδιαφορία του πατέρα της. - Η Ναταλί είναι κόρη μου και δε με ενδιαφέρει τι λες εσύ. - Κόρη σας; Την αγαπάτε την κόρη σας, κύριε Αγγελίδη; - Το παιδί μου δε θα αγαπάω; - Τότε γιατί την αρνηθήκατε, γιατί εξαφανιστήκατε, γιατί της κλείσατε την πόρτα όταν αυτή σας χρειαζότανε; Πού ήσασταν όλα αυτά τα χρόνια; Γιατί εμφανιστήκατε τώρα; Η Ναταλί έχει βρει πια το δρόμο της και δεν υπάρχει λόγος να την αναστατώσετε. - Δεν ξέρω τι μου λες εσύ. Εγώ θα μιλήσω οπωσδήποτε μαζί της, μου απαντά και μου κλείνει το τηλέφωνο. Ό τ α ν τα πράγματα με τις συνεντεύξεις ηρεμούνε, η Ναταλί επιστρέφει τρισευτυχισμένη. - Είχες πολλά τηλεφωνήματα, της λέω. - Σ' ευχαριστώ που απαντούσες. Υπήρχε κάποιο σημαντικό; με ρωτάει αδιάφορα, ενώ πουδράρει το πρόσωπο της.


- Ναι, της λέω χωρίς δεύτερη σκέψη. Αν ο πατέρας της είναι αποφασισμένος να μιλήσει μαζί της, πρέπει να την προετοιμάσω. - Κάποια καλλιτεχνική πρόταση που νομίζεις ότι αξίζει τον κόπο; Για πες μου. Η Ναταλί αρχίζει να διορθώνει προσεχτικά με ένα μολυβί το περίγραμμα των χειλιών της. - Σε ζήτησε ο πατέρας σου, λέω όσο πιο μαλακά γίνεται. Τ η βλέπω να μουντζουρώνεται, καθώς το μολυβί ξεφεύγει από την καθορισμένη πορεία του και ανεβαίνει προς το μάγουλο της. Με κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια και μετά με γρήγορες κινήσεις προσπαθεί να σβήσει τη μουντζούρα. - Ο ποιος; - Αυτό είπα κι εγώ. - Δεν το πιστεύω. Μετά από τόσα χρόνια... σχεδόν τριάντα πέντε, έψαξε να με βρει; Μόλις έγινα διάσημη, θυμήθηκε ότι είμαι κόρη του. Ωραίο πατέρα έχω. - Τι θα κάνεις τώρα; - Τι να σου πω! Είναι για να τον λυπάσαι. Ποιος ξέρει τι οικονομικές ανάγκες έχει για να ψάχνει. - Γι' αυτό σε ψάχνει; Τσως να έχει μετανιώσει. - Εμένα μου λες; Να σου πω ένα μυστικό που δεν το ξέρει κανείς; ΓΙριν από τρία χρόνια έκανα μια τελευταία προσπάθεια να ζεσταθεί η σχέση μας. Ξέρεις τι μου είπε; Ότι η μόνη συγγένεια που έχουμε είναι το ίδιο επώνυμο. Τότε συνειδητοποίησα ότι ο πατέρας μου είχε πεθάνει πριν από τριάντα πέντε χρόνια, όταν ήμουνα παιδί. Ότι ήμουν η σπά-


νια εκείνη περίπτωση ορφανής που είχε πατέρα εν ζωή. Μου πήρε χρόνο να συνέλθω, αλλά τα κατάφερα. Γι' αυτόν υπήρχαν μόνο τα άλλα του παιδιά κι έπρεπε να πάψω να ασχολούμαι μαζί του. Και έπαψα. Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το κινητό της. - Μάλιστα, λέει άκεφα η Ναταλί. - Ναταλί, εσύ είσαι; - Ναι, εγώ είμαι. Ποιος είναι; - Ναταλί, παιδί μου, εγώ είμαι, ο πατέρας σου. Πόσο χαίρομαι για σένα! Με κάνεις τόσο περήφανο. - Ο πατέρας μου; Πώς λέγεστε, κύριε; Σταμάτης Αγγελίδης; Τι να σας πω! Κάποιο λάθος θα έχει γίνει. Ξέρετε, έχασα τον πατέρα μου πριν από πολλά χρόνια, όταν ήμουν παιδί, και από ό,τι φαίνεται το μόνο κοινό που έχουμε είναι το ίδιο επώνυμο. Όχι, κύριε, δεν κάνω λάθος. Θα ήθελα βέβαια να υπήρχε ο πατέρας μου, να ήταν τώρα δίπλα μου, αλλά δυστυχώς... Λυπάμαι πολύ, με συγχωρείτε. Καληνύχτα σας. Το κλείνει αποφασιστικά, όμως νιώθω τη θλίψη της. - Μήπως ήσουν πολύ σκληρή μαζί του; - Εγώ ήμουνα, Μαρίνα, για πέντε λεπτά και αυτός για τριάντα πέντε χρόνια. Δε νομίζω ότι του στοίχισε. Σωπαίνω. Δεν ξέρω τι να πω. Μερικές φορές η σιωπή είναι η καλύτερη απάντηση στα ερωτήματα μας...

Τέλη Μάη, οι ζεστές μέρες διαδέχονται η μία την άλλη και το καλοκαίρι προβλέπεται καυτό. Η κοιλιά μου έχει αρχί-


σει να φουσκώνει και αναρωτιέμαι μέχρι που θα φτάσει ως το τέλος του Σεπτέμβρη. Θα μπορώ άραγε να στρίψω εύκολα σιο στενό χολ που οδηγεί στην τουαλέτα του σπιτιού; Αυτό είναι ένα καυτό ερώτημα, μια και οι επισκέψεις στην τουαλέτα είναι συχνές, η κύστη μου διαμαρτύρεται συνεχώς και τα πηγαινέλα εκεί είναι πλέον υπόθεση ρουτίνας. Ο Φαμπρίτσιο έχει εγκατασταθεί μόνιμα πια στην Αθήνα και έχει μεταφέρει το γραφείο του εδώ. Πηγαίνει στη Ρώμη πολύ σπάνια, αλλά επικοινωνεί καθημερινά με τους δικούς του. Μου λείπει πολύ η Ιταλία, έχω επιθυμήσει την Ερνέστα και τον Βρούτο, όμως στην κατάσταση μου είναι δύσκολο να μετακινηθώ. Εξάλλου αισθάνομαι (Συχνά κουρασμένη, τα πόδια μου πρήζονται εύκολα, μ' αρέσει να κοιμάμαι πολύ και ανακαλύπτω με έκπληξη να με χαρακτηρίζει μια τεμπελιά πολύ άγνωστη προς τη δική μου ενεργητικότητα, η οποία όμως δε μου είναι καθόλου δυσάρεστη. Έχω ακατάσχετη όρεξη, στην οποία προσπαθώ να βάλω φρένο με νύχια και με δόντια. Προς το παρόν τα κιλά μου είναι αντιστρόφως ανάλογα με το είδος της εγκυμοσύνης που διανύω και ο γιατρός μου είναι υπερευχαριστημένος με την εγκράτειά μου. Πεινάω όμως τόσο πολύ, που συνήθως τα βράδια ονειρεύομαι ότι κολυμπάω σε τουρτοθάλασσες ή σε σοκολατολίμνες, λουσμένη με σιρόπια. Τότε ξυπνάω και μου 'ρχεται να βάλω στην άκρη τη λογική, να χωθώ στο ψυγείο και να βγω από εκεί μετά από τρεις μέρες. Φτάνω μέχρι την κουζίνα, πίνω ένα ποτήρι γάλα και επιστρέφω με πεινασμένο στομάχι αλλά ανεβασμένο το λάβαρο της νίκης κατά του ψυγειοκατακτητή.


Επιτέλους αποφασίζω να κάνω την περιβόητη αμνιοκέντηση και με την ευκαιρία να δούμε το φύλλο των παιδιών. Με συνοδεύει στο γιατρό μου ο Φαμπρίτσιο και επιμένει να παρακολουθήσει την όλη διαδικασία. Μόλις βλέπει την τεράστια βελόνα που πρόκειται να μπει στον αφαλό μου, χλομιάζει, παραπατάει και είναι έτοιμος να σωριαστεί κάτω. Ο γιατρός μου χαμογελάει και λέει σε μια νοσοκόμα να τον οδηγήσει έξω και να του δώσει μια πορτοκαλάδα. Χαμογελάω κι εγώ με κατανόηση και αποφασίζω να υπομείνω καρτερικά τον πόνο του μαρτυρίου μου. Πόνο δε νιώθω και μέσα σε ένα λεπτό τα πάντα έχουν τελειώσει. Επιστρέφω ευτυχισμένη στο σπίτι μου. Ο Φαμπρίτσιο μέχρι το βράδυ είναι άρρωστος. Τώρα ξέρω ότι τα μωρά είναι ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Είμαι τόσο ευτυχισμένη, που όλη τη μέρα είμαι στο τηλέφωνο και το έχω ανακοινώσει σ όλη την υφήλιο. Για να είμαι ειλικρινής, το δίλημμα ήταν μεγάλο. Δεν ήξερα αν προτιμούσα αγόρι ή κορίτσι. Τα ήθελα και τα δύο. Είμαι στ' αλήθεια πολύ τυχερή. Με ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια. Αρχές Ιούνη, είμαι αραγμένη στη βεράντα του σπιτιού μου και παρακολουθώ χαμογελώντας τη Μέριλιν να παίζει με τη Ροζαλία. Η Ροζαλία είναι ένα παιχνιδιάρικο, καλόβουλο γατί και ως χαρακτήρας τελείως διαφορετική από τη μάνα της. Δεν τη χαρακτηρίζει η σνομπαρία και είναι πιο υπάκουη. Ό μ ω ς η Μέριλιν εξακολουθεί να είναι η αδυναμία μου. Νιώθω μοναξιά. Μου λείπουνε οι φίλες μου. Η Ναταλί έχει πρόβες για το θέατρο. Μετά τη βράβευ-


σή της οι προτάσεις για θεατρικές παραστάσεις έπεσαν βροχή. Τελικά θα είναι πρωταγωνίστρια σε μια υπερπαραγωγή, για την οποία -όπως λένε- θα σχηματιστούν ουρές έξω από το θέατρο. Μακάρι. Ή δ η έχει υπογράψει συμβόλαιο για ένα άλλο σίριαλ, τα γυρίσματα του οποίου θα αρχίσουν το φθινόπωρο, ενώ της έχουν προταθεί τρεις κινηματογραφικοί ρόλοι, αλλά είναι ακόμη αναποφάσιστη ποιον θα διαλέξει. Θέλει να είναι σίγουρη για τα επόμενα βήματά της. Το φορτίο μιας βράβευσης είναι βαρύ και δε σηκώνει λάθη. Η Δανάη βρίσκεται στη Μύκονο και επιπλώνει τη μεζονέτα της. Μου φαίνεται ότι της έχει γυαλίσει ο αρχιτέκτονας του σπιτιού, αλλά δεν είμαι σίγουρη. Πολύ μασημένα μού τα λέει. Δεν την πιέζω. Μακάρι να είναι με κάποιον, γιατί έχει μείνει πολύ καιρό μόνη της. Μπορεί και να κάνω λάθος. Ο γιος της, ο Μάρκος, εξακολουθεί να είναι με την κόρη του εφοπλιστή και από ό,τι μου λέει η φίλη μου τα παιδιά είναι αχώριστα. Η Λορίν βρίσκεται στο Λος Άντζελες, αλλά θα έρθει να με επισκεφτεί στο τέλος Αυγούστου. Θα μείνει μέχρι τη γέννηση των μωρών μου. Την έχω επιθυμήσει πολύ. Η Ελένη με παίρνει κάθε τρεις μέρες τηλέφωνο και ία λέμε. Είναι πολύ ευτυχισμένη κοντά στον Μάικ και θα έρθουνε τον Ιούνη στην Αθήνα για να παντρευτούνε εδώ, σι ην πατρίδα. Είναι επιθυμία και των δύο. Της λείπει πολύ η Μαίρη, όμως προσπαθεί να μην το σκέφτεται. Η μικρή δεν της έχει τηλεφωνήσει ούτε μία φορά από τότε που έφυγε. Ούτε όμως και


η Ελένη, που έχει κάνει την καρδιά της πέτρα και προσπαθεί να μαθαίνει τα νέα της από μένα. Όμως η Μαίρη είναι στ' αλήθεια σκληρό καρύδι και με αποφεύγει συστηματικά. Όσο για τη μάνα της, δε θέλει να ακούσει κουβέντα. Όταν προσπαθώ να της μιλήσω για την Ελένη, προφασίζεται δουλειά και μου κλείνει το τηλέφωνο. Τελευταία έχω αρχίσει να τσατίζομαι μαζί της και δεν ξέρω πότε θα ξεχάσω τους καλούς μου τρόπους και θα της τα ψάλω κανονικά. Τα σκέφτομαι όλα αυτά καθισμένη στην αναπαυτική σεζλόνγκ, ενώ μάταια προσπαθώ να δροσιστώ με την παγωμένη πορτοκαλάδα που έχω σε μια κανάτα δίπλα μου. «Ποπό, τι ζέστη είναι αυτή!» σκέφτομαι. «Το καλοκαίρι προβλέπεται καυτό ή μήπως ζεσταίνομαι εγώ υπερβολικά;» Παρατηρώ την κοιλιά μου, που ξεχωρίζει σαν τα Ιμαλάια Ό ρ η από το υπόλοιπο κορμί μου, και αναστενάζω. Μήπως έχω παραπαχύνει; Έχω έναν καθρέφτη δίπλα μου και κοιτάζομαι προσεχτικά προσπαθώντας να μάθω την αλήθεια. «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, είμαι ακόμη όμορφη;» ρωτάω. Ο καθρέφτης δε μου απαντάει και έχω τη εντύπωση ότι βλέπω τη μούρη μιας αγελάδας αποτυπωμένη πάνω του. Σίγουρα έχω παχύνει. Πού είναι οι ωραίες γωνίες των μήλων μου και το τσιτωμένο πιγούνι; Μου φαίνεται ότι έχω διπλοσάγονο. Αχ, Θεέ μου, έχω γίνει μια γουρούνα! Όμως η ζυγαριά το πρωί έδειχνε εξήντα ένα κιλά. Έχω πάρει μόνο έξι κιλά και είμαι πεντέμισι μηνών. Να πάρει ο διάολος! Μια χαρά βάρος για δίδυμα. Μάλλον είμαι αδύνατη. Μήπως κινδυνεύουν τα μωρά μου; Τότε γιατί έχουν χαθεί οι γωνίες του προσώπου μου; Μάλλον από το πρή-


ξιμο. Τελευταία πρήζονται πολΰ τα χέρια, τα πόδια και προφανώς το πρόσωπο μου. Άραγε πώς θα είμαι στον ένατο μήνα; Θα μπορώ να σηκωθώ από το κρεβάτι, για να πάω στο μαιευτήριο; Θα μπορεί να με σηκώσει ο Φαμπρίτσιο; Ευτυχώς που έχουν υποχωρήσει τελείως οι ζαλάδες και αυτό είναι το πιο ευχάριστο του άθλιου αυτοΰ γεγονότος που λέγεται εγκυμοσύνη και όλοι επιμένουν ότι είναι η πιο ευτυχισμένη περίοδος της γυναίκας. Εμένα μου λες; Άσε πια που κάθε λίγο και λιγάκι πρέπει να τρέχω στην τουαλέτα, γιατί η κΰστη μου έχει χαρακτηριστεί ως περιοχή έκτακτης ανάγκης και πρέπει να αδειάζει συνεχώς. Και το χειρότερο: έχω τη Σοφία συνεχώς στα πόδια μου. Συνήθως έρχεται γΰρω στις δέκα το πρωί και επιμένει να κάθεται μαζί μου μέχρι την επιστροφή του άντρα μου. Συνεχώς μου υπενθυμίζει ότι δεν είμαι πια κοριτσάκι και ότι κουβαλάω δΰο παιδιά, άρα έχω τριπλή ευθΰνη μαζί με τον εαυτό μου. Μαγειρεύει του κόσμου τα βουτυρώδη, λες και δε θα ξαναδούμε βούτυρο στη ζωή μας, προς μεγάλη ευχαρίστηση του Ιταλού μου, που τα καταβροχθίζει όλα. Ευτυχώς που δεν παχαίνει, γιατί τώρα θα έπρεπε να κυοφορούμε και οι δύο. Εγώ βέβαια επιμένω στα ψητά, τις σαλάτες, τα φρούτα, τους χυμούς, το γάλα και παίρνω όλες τις βιταμίνες μου. Εδώ και τέσσερις μέρες μια ελαφριά αδιαθεσία έχει καθηλώσει τη μάνα μου στο σπίτι της, προς δική μου ευχαρίστηση, που μπορώ να κάνω τις ασκήσεις γιόγκα όπως με συμβούλεψε ειδικός γιατρός, να μαγειρεύω και να περπατάω στη γειτονιά, προς μεγάλη βέβαια απελπισία της Σοφίας, που δεν μπορεί να με εμποδίσει.


Σήμερα νιώθω περίεργη βαρεμάρα από την ώρα που ξύπνησα. Δεν έχω διάθεση να κινηθώ οΰτε να γυμναστώ κι έχω αφήσει παραγγελία στον Φαμπρίτσιο να φέρει έτοιμο φαγητό απέξω. Έχω μια παράξενη διαίσθηση ότι κάτι θα συμβεί και εΰχομαι να μην αφορά στην υγεία κανενός από μας. Αναστενάζω και ανοίγω ένα περιοδικό για μέλλουσες μητέρες. Το τηλέφωνο χτυπάει και εγώ καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που ξέχασα το ασΰρματο στο τραπέζι της κουζίνας και δεν το πήρα μαζί μου. Το να σηκωθώ γρήγορα είναι κομματάκι δΰσκολο και για μια στιγμή σκέφτομαι να μην απαντήσω. Έτσι όμως και είναι η Σοφία στη γραμμή, θα σκεφτεί ότι κάτι έπαθα και θα μου κουβαληθεί άρον άρον εδώ, χωρίς να σκεφτεί τα μαΰρα χάλια της. Τελικά με γρήγορο βήμα το σηκώνω: - Λέγετε; - Εμπρός; ξαναλέω πιο δυνατά. - Κυρία Μαρίνα... ακοΰω μια δισταχτική γυναικεία φωνή. - Ναι, ποιος είναι; - Εγώ είμαι, κυρία Μαρίνα, η Μαίρη, η κόρη της Ελένης. - Μαιροΰλα, λέω έκπληκτη. Η Μαίρη δε με έχει πάρει ποτέ στο τηλέφωνο, παρότι εγώ την παίρνω τακτικότατα. Πώς ήταν αυτό; Με πεθΰμησες; Το κλάμα που ακολουθεί μου ραγίζει την καρδιά. - Τι σου συμβαίνει, χρυσό μου; Γιατί κλαις; Μα τι σου συμβαίνει; - Δεν ξέρω πώς να σας το πω, συνεχίζει η ραγισμένη φωνή. Ντρέπομαι τόσο πολΰ. Δεν ξέρω ποΰ να το πω.


- Μαίρη, της λέω. Πάρε το πρώτο ταξί και έλα γρήγορα στο σπίτι μου. Μη με αναγκάσεις με την κοιλιά να τρέχω να σε βρω. Σε περιμένω. Σε δέκα λεπτά να είσαι εδώ. Μέχρι να έρθει, κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα. Η Μαίρη είναι πολύ «σκληρή» για να κλαίει και πολύ περισσότερο για να ζητάει βοήθεια. Γιατί δεν μπορεί! Είναι ολοφάνερο ότι ζητάει βοήθεια. Φτάνει μετά από είκοσι λεπτά και μπαίνει στο σπίτι μου σαν βρεγμένη γάτα. Την αγκαλιάζω, όμως αυτή έχει χαμηλωμένα τα μάτια. Έχει το κακό της χάλι και είμαι σίγουρη ότι έχει κλάψει πολύ. - Έλα, γλυκιά μου, της λέω. Πεινάς; Θέλεις να φας; Να πιεις κάτι; Αρνείται τα πάντα και κάθεται στον καναπέ. Παρότι είμαι τσατισμένη μαζί της, δεν μπορώ να μη νιώθω συμπόνια και αγάπη για αυτή. Παρατηρεί την κοιλιά μου και μετά αρχίζει να κλαίει ακόμη πιο δυνατά. - Κάτι σοβαρό συμβαίνει, της λέω αυστηρά, και αν δε μου πεις τώρα, θα θυμώσω πολύ. Με κοιτάζει για πρώτη φορά αποφασισιικά σια μάτια. - Έχεις πρόβλημα με τον καινούριο σου φίλο, έτσι δεν είναι; - Με εγκατέλειψε, ψελλίζει και σκουιιίζει με την ανάποδη του χεριού της τα μάτια της. Της δίνο) μια χαρτοιιετσέτα. Με εγκατέλειψε, συνεχίζει, και ούτε που ξέρω πού βρίσκεται. Η Μέριλιν, που τόση ώρα παρακολουθεί τη σκηνή καθι-


σμένη στην άκρη του καναπέ, έρχεται και θρονιάζεται στην αγκαλιά της και την κοιτάζει με συμπόνια. Η Ροζαλία θρονιάζεται στη δική μου αγκαλιά. - Και γι' αυτό έγινες ράκος; Είσαι με τα καλά σου, κορίτσι μου; Αξίζει τον κόπο να κλαις για δαΰτον; Εξάλλου πόσο καιρό τον ξέρεις; - Δυο μήνες. - Δύο μήνες γνωριμίας και σ' έχει πάρει από κάτω; Δηλαδή, τι θα έκανες αν τα είχατε δέκα χρόνια; Θ' αυτοκτονούσες; Την υγειά σου να 'χεις και θα βρεις δέκα καλύτερους. Αυτό λοιπόν ήταν το πρόβλημα; - Δεν είναι μόνο αυτό. - Τι άλλο συμβαίνει; - Είμαι... έγκυος. - Τ ι πράγμα;;; - Είμαι έγκυος και δεν ξέρω τι να κάνω. Ξαναβάζει τα κλάματα. - Πόσων χρόνων είσαι, Μαιρούλα; - Στα δεκαεννέα. - Και πόσων χρόνων είναι ο λεγόμενος; - Ο Αντρέας; Κοντά στα είκοσι ένα. - Το θέλεις αυτό το παιδί; - Αν το ήθελε και ο Αντρέας, ίσως. Όμως μόλις του είπα ότι είμαι έγκυος, γούρλωσε τα μάτια του, μου είπε αν είμαι σίγουρη ότι είναι από αυτόν και μετά εξαφανίστηκε. Η μάνα του λέει ότι πήγε μαζί με ένα φίλο του για διακοπές στα νησιά και ούτε που ξέρει πότε θα επιστρέψει.


- Τόσο καλά! Δεν εκπλήσσομαι όμως. Βλέπεις, είναι και το ανώριμο της ηλικίας. - Κι εγώ είμαι μικρή, δε σκέφτομαι όμως έτσι. - Άλλο το αρσενικό και άλλο το θηλυκό. Μην ξεχνάς ότι η γυναίκα, από βιολογικής και μόνο άποψης, είναι ωριμότερη από τον άντρα κατά εφτά χρόνια. Και ξέρεις γιατί; Διότι μια και η φΰση την προίκισε ώστε να φέρνει στον κόσμο παιδιά, της έδωσε και επιπλέον ωριμότητα, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται στις ευθύνες της. Με κοιτάζει απορημένη. - Δεν τη βρίσκω τόσο σοφή τη φύση, μου λέει θυμωμένη. Γιατί θα πρέπει δηλαδή να τα τραβάει όλα το θηλυκό και το αρσενικό να τραβάει απλοος την ουρά του; - Η φύση είναι σοφή, επιμένω. Γι' αυτό και οι χήρες είναι περισσότερες από τους χήρους. Μια και φέρνουμε στον κόσμο παιδιά, είμαστε εξοπλισμένες με μεγαλύτερες αντοχές και επομένως μακροβιότητα. - Γι' αυτό παντρεύτηκατε μικρότερο άντρα; με ρωτάει καχύποπτα. - Μπορεί και γι' αυτό, της λέω. Τέλος πάντων. Η μάνα σου το ξέρει; - Αφού ξέρετε ότι δε μιλάμε. - Εσύ δεν της μιλάς και αυτό είναι μεγάλη βλακεία. - Πολύ μεγάλη! Έ χ ω μετανιώσει και τώρα νιρέπομαι περισσότερο. Αχ, κυρία Μαρίνα, μου λείπει πολύ η μητέρα μου. Με τη φωτογραφία της στο προσκεφάλι μου κοιμάμαι. Βοηθήστε με να τα ξαναβρώ μαζί της και σας υπόσχομαι ό-


τι δε θα ξαναδημιουργήσω πρόβλημα. Θα το κάνετε αυτό, κυρία Μαρίνα; - Πρώτα απ' όλα κόψε αυτό τον πληθυντικό και το «κυρία Μαρίνα». Με κάνεις να αισθάνομαι γριά. Τώρα πια είσαι και εσύ γυναίκα και θέλω να με φωνάζεις σκέτο Μαρίνα. Εντάξει; - Εντάξει... Μαρίνα. Κι εγώ το ήθελα, όμως να, σε ξέρω από μωρό και κάπου έτσι σε συνήθισα. -Τώρα ακούγεσαι πολύ πιο ώριμη. Ο πατέρας σου το ξέρει; - Τι λες τώρα, Μαρίνα; Προτιμώ να πεθάνω. - Τι ώρα είναι τώρα στη Νέα Υόρκη; Εδώ είναι μία. - Πέντε το πρωί, νομίζω. - Δεν πειράζει. Για τη μάνα δεν υπάρχει ποτέ ακατάλληλη ώρα. Σηκώνω αποφασιστικά το ακουστικό. Η Μαίρη με παρακολουθεί με αγωνία. Σχηματίζω τον αριθμό του σπιτιού του Μάικ και περιμένω. Στο τέταρτο χτύπημα ακούω τη νυσταγμένη φωνή της. - Έλα, Ελένη, η Μαρίνα είμαι. - Ποιος είναι; ρωτάει ξανά. - Η Μαρίνα είμαι, ξύπνα. - Μαρίνα μου, δε σε κατάλαβα, με συγχωρείς. Είναι πέντε το πρωί εδώ και κοιμόμουνα. - Το ξέρω, όμως είναι εδώ κάποιος και επείγει να σου μιλήσει. - Δεν καταλαβαίνω. ΙΙροτείνω το ακουστικό στη Μαίρη.


- Μαμά, εγώ είμαι, η Μαίρη. - Κοριτσάκι μου, ακούγεται η φωνή της Ελένης δυνατά. Μετά αμέσως η Μαίρη ξεσπάει σε κλάματα. Τι σου συμβαίνει, αγάπη μου; Αχ, πόσο χαίρομαι που ακούω τη φωνούλα σου! - Μαμάκα... συνεχίζει η Μαίρη, ενώ τώρα κλαίει γοερά. Νιώθω τα δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλά μου. - Μαμά μου, έχω πρόβλημα, της λέει μόλις τη χτυπάω ελαφρά στην πλάτη και της κάνω νόημα να συνεχίσει. - Τι σου συμβαίνει, παιδάκι μου; - Δεν μπορώ να σου το πω, ντρέπομαι. - Θέλω να μάθω. - Δ ε ν μπορώ... Αρπάζω το ακουστικό. - Ελένη, η κόρη σου είναι έγκυος και ο προκομμένος έχει εξαφανιστεί, μπαίνω κατευθείαν στο θέμα. - Έγκυος; Χριστός και Παναγία! Δεν πρόλαβα να φύγω και η Μαίρη έμπλεξε έτσι; Το ξέρει ο πατέρας της; - Όχι, της λέω, ενώ η Μαίρη συνεχίζει το μοιρολόι. - Τι ώρα έχει η Ολυμπιακή πτήση από Νέα Υόρκη; - Στις οχτώ το βράδυ, έχει όμως η TWA στις εννέα το πρωί. - Θα φύγω με αυτή την πτήση και μέχρι τα μεσάνυχτα θα έχω φτάσει στην Αθήνα. Μέχρι τότε κράτα τη Μαίρη στο σπίτι σου και ειδοποίησε τον πατέρα της ότι θα μείνει μαζί σου. Χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Κατάλαβες; Στις δώδεκα και μισή το βράδυ η Ελένη είναι στο σπίτι


μου. Έχει πάει ο Φαμπρίτσιο μαζί με τη Μαίρη στο αεροδρόμιο να την πάρουνε. Μάνα και κόρη είναι σφιχταγκαλιασμένες μέσα στην τρελή χαρά. Είναι η πρώτη φορά που τις βλέπω έτσι μετά από πολΰ καιρό. Τρώμε όλοι μαζί βραδινό και μετά τις αφήνω να τα ποΰνε οι δυο τους στο δωμάτιο τους. Αΰριο θα έχουμε όλο τον καιρό να τα ποΰμε οι τρεις μας, χωρίς την παρουσία του Φαμπρίτσιο, ο οποίος προσπαθεί να είναι όσο πιο διακριτικός γίνεται. Την επομένη το πρωί, αμέσως μόλις ο Φαμπρίτσιο φεύγει για το γραφείο του, ετοιμάζω γερό πρωινό και τις ξυπνάω. Έρχονται στη βεράντα πιασμένες χέρι χέρι και φαίνονται πολΰ ευτυχισμένες. - Λοιπόν, τα βρήκατε επιτέλους; τις ρωτάω. - Τα βρήκαμε, μου λέει η Ελένη, και από ό,τι φαίνεται δε θα τα χάσουμε ποτέ ξανά. - Τι θα γίνει με την κατάσταση της Μαίρης; Πήρατε καμιά απόφαση; - Ναι, μου λένε μ' ένα στόμα. - Δηλαδή; - Αποφάσισα, συνεχίζει η Μαίρη, να μην κρατήσω το παιδί. Είμαι πολΰ νέα για τέτοιες ευθΰνες και πολΰ περισσότερο δε θέλω να δω στα μάτια μου τον Αντρέα. Τον έχω σιχαθεί. - Η Μαίρη θα κάνει έκτρωση και θα έρθει μαζί μου στη Νέα Υόρκη, για να συνεχίσει τις σπουδές της. - Είσαι σίγουρη; ρωτάω τη Μαίρη. - Εσΰ τι νομίζεις ότι πρέπει να·κάνω, Μαρίνά; Να κρα-


τήσω ένα παιδί από έναν άνθρωπο που τον σιχαίνομαι και να το μεγαλώσω χωρίς τον πατέρα του ή να διακόψω την εγκυμοσύνη; Είναι σωστό να το κρατήσω; - Όχι, της λέω. Δεν είναι σωστό να φέρνουμε στον κόσμο παιδιά, αν δεν είμαστε σίγουρες ότι θα τα κάνουμε ευτυχισμένα. Νομίζω κι εγώ ότι αυτό το παιδί ήρθε στην πιο ακατάλληλη στιγμή. - Ναι, το ξέρω ότι είναι αμαρτία, όμως ίσως να είναι καλύτερα έτσι. - Εγώ της είπα, διακόπτει η Ελένη, ότι, αν θέλει να το κρατήσει, θα τη βοηθήσω εγώ, είναι όμως ανένδοτη. Έχει πάρει την απόφασή της και όποια και να ναι εγώ θα τη σεβαστώ. - Θα σ' αφήσουμε να το σκεφτείς τρεις μέρες ακόμη κι αν η απόφασή σου για την έκτρωση είναι τελεσίδικη, θα σου κλείσω ραντεβού στο δικό μου γιατρό, που είναι ένας από τους καλύτερους. - Δεν πρόκειται να αλλάξω γνώμη, μου λέει αποφασιστικά. Θέλω πρώτα να σπουδάσω και μετά να κάνω παιδιά, όταν έρθει η ώρα μου και με το σωστό άνθρωπο. Δυο μέρες μετά επιστρέφουμε οι τρεις μας από το μαιευτήριο. Η όλη ιστορία έχει κρατήσει ένα τέταρτο και η Μαίρη έχει συνέλθει για τα καλά. Δεν πονάει καθόλου, είμαι σίγουρη όμως ότι η ψυχή της πονάει πολύ. Εγώ την καταλαβαίνω. Οι άντρες είναι αυτοί που δεν μπορούν να καταλάβουνε τις ενοχές μιας γυναίκας που αναγκάζεται να κάνει άμβλωση. Ενοχές που κουβαλάνε μια ζωή, ενοχές για μια πράξη για την


οποία πολΰ συχνά μετανιώνουν. Επιμένω να μείνουνε οτο σπίτι μου, όμως η Ελένη προτιμάει να πάει στο δικό της. Ο Μάικ παίρνει συνέχεια τηλέφωνο και ρωτάει για την κατάσταση της μικρής, γεγονός που συγκινεί τη Μαίρη. Δεν την ενοχλεί το γεγονός ότι γνωρίζουν ο Φαμπρίτσιο και ο Μάικ. Ο πατέρας της δε θέλει vex μάθει τίποτε. Όντως, ο Νίκος δεν το μαθαίνει και έχει απορήσει με αυτή την ξαφνική επανασύνδεση μάνας και κόρης. «Καλύτερα να μείνουμε μόνες τους», σκέφτομαι. «Έχουνε ιιολλά να πούνε». Η Μαίρη μόλις έχει φάει το πρώτο γερό χαστούκι της ζωής της και αυτό θα τη βοηθήσει να ωριμάσει γρηγορότερα. Ο φίλος της, που έχει επιστρέψει στην Αθήνα, τα έχει φτιάξει με μια άλλη πιτσιρίκα, που τη γνώρισε στη Μύκονο. Συναντήθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τη Μαίρη στην καφετερία και όχι μόνο δεν τη ρώτησε τι έγινε, αλλά απαξίωσε να της πει έστω και ένα γεια. Η Μαίρη βέβαια φρόντισε να μάθει για την έκτρωσή της από την κολλητή της, τη Βάλια, αλλά αυτός της είπε ότι το θέμα δεν τον αφορά, γιατί η Μαίρη φλέρταρε με όλο τον αντρικό πληθυσμό και προφανώς πήγαινε και με άλλους. - Τέτοιο καθίκι, μου λέει η Μαίρη, όμως θα το βρει από αλλού. Ένα μήνα μετά μαθαίνουμε ότι ο Αντρέας αρραβωνιάζεται εσπευσμένα τη μικρή, γιατί είναι έγκυος. Η Μαίρη γελάει με κακεντρέχεια, καθώς μου ανακοινώνει ότι η μικρή αρραβωνιαστικιά είναι η καβάτζα κάθε ωραίου αρσενικού της γειτονιάς που απλώς θέλει να ξεφορτωθεί το περιττό φορτίο που νκοθει στα μπαλάκια του.


- Είμαι σίγουρη ότι δεν είναι έγκυος από αυτόν, μου λέει. Μου το είπαν δύο γνωστοί του που κοιμήθηκαν διαδοχικά μαζί της όταν είχε τσακωθεί με τον Αντρέα για μια βδομάδα. - Όλα εδώ πληρώνονται, απαντώ. Και πώς τον έπεισε να την αρραβωνιαστεί; - Α , ο πατέρας της, που είναι.στρατιωτικός και βέβαια παλαιών αρχών, μόλις πληροφορήθηκε τα περί εγκυμοσύνης, απαίτησε από τον Αντρέα να αποκαταστήσει την κόρη του και να αναλάβει τις ευθύνες του. Βέβαια, ούτε ο πατέρας της ούτε ο Αντρέας γνωρίζουν για την παρασκηνιακή δράση της μικρής. Θα παντρευτούνε σύντομα, γιατί αυτός πρέπει να υπηρετήσει. Καταλαβαίνεις τι θα γίνει! Μόλις γεννήσει, θα μείνει μόνη της. Και φαντάσου ότι είναι δεν είναι δεκαοχτώ χρόνων. Κουνάω το κεφάλι μου με θλίψη και σκέφτομαι τι σόι γονείς θα γίνουν αυτό το ζευγάρι.

20 Ιούλη και σήμερα είναι ο γάμος της Ελένης. Ο Μάικ ήρθε από τη Νέα Υόρκη πριν από δύο βδομάδες και οι σχέσεις του με την προγονή του είναι κάτι παραπάνω από θαυμάσιες. Ή δ η έχει βάλει λυτούς και δεμένους για να τη δεχτούνε στο καλύτερο κολέγιο της Νέας Υόρκης και το έχει πετύχει. Η Μαίρη μιλάει συνεχώς με θαυμασμό και αγάπη για τον πατριό της, κάτι που ενοχλεί πολύ τον Νίκο. Τελικά, σαν έξυπνο θηλυκό κατορθώνει να φέρει τους δύο ά-


ντρες σε επαφή και να συμπαθήσουνε ο ένας το άλλο. Ο Νίκος μάλιστα δέχεται την πρόσκληση να παρευρεθεί στο γάμο τους. Η τελετή γίνεται σ' ένα μικρό εκκλησάκι στη Βούλα με αρκετούς προσκεκλημένους. Η Λορίν είχε έρθει δυο μέρες πριν από το Λος Άντζελες για να μη χάσει το γάμο. Έχει παχύνει υπερβολικά και κάτω από τη γαλάζια κελεμπία της νομίζεις ότι έχει κρύψει μια καμήλα που σε λίγο θα σηκωθεί και θα περπατήσει. Είναι τόσο ευτυχισμένη που βρίσκεται με τις φίλες της, ώστε τα κιλά της δεν την απασχολούν καθόλου. Η Ναταλί, που δεν έχει σήμερα παράσταση, είναι μαζί με το σκηνοθέτη και η Δανάη συνοδεύεται από έναν γκριζομάλλη κύριο γύρω στα πενήντα πέντε. Εγώ, με μια κοιλιά έτοιμη να εκραγεί, είμαι η μόνη που παρακολουθεί την τελετή καθισμένη. Η Ελένη φοράει ένα υπέροχο νυφικό από εκρού δαντέλα σε στενή γραμμή και αντί για πέπλο έχει φορέσει απλώς στο κεφάλι της ένα στεφάνι από πλεγμένες φρέσκες μαργαρίτες και λεμονανθούς. Το χέρι της είναι στολισμένο από μια κοτρόνα διαμάντι, προφανώς δώρο του Μάικ. Είναι πανέμορφη. Η Μαίρη, που είναι παράνυφος, δεν παραλείπει να φροντίζει τη μητέρα της σαν να είναι αυτή η μάνα και η Ελένη η κόρη που παντρεύεται για πρώτη φορά. Φοράει ένα υπέροχο μακρύ εξώπλατο φόρεμα στο χρώμα του αχνού λεμονιού και κρατάει στα χέρια της ένα καλάθι με ρύζι και ροδοπέταλα. Παρακολουθεί την τελετή με συγκίνηση και κάθε λίγο και λιγάκι σκουπίζει με ένα μεταξωτό μαντίλι το


μέτωπο του γαμπρού και της νύφης με πολλή φροντίδα. Ο Νίκος έχει έρθει συνοδευόμενος από μια θεογκόμενα στα μισά του χρόνια και δε χάνει την ευκαιρία να την επιδεικνύει παντού, ενώ δηλώνει πανευτυχής που παντρεύεται η πρώην γυναίκα του. Η μάνα μου, που δεν τα καταλαβαίνει αυτά, κουνάει το κεφάλι της με αποδοκιμασία, ενώ ο αδερφός μου προσπαθεί να την πείσει ότι τώρα πια οι καιροί έχουν αλλάξει και οι πρώην σύζυγοι παντρεύουν τις πρώην συζύγους τους. Ό τ α ν ο παπάς αρχίζει το «Ησαΐα, χόρευε», γίνεται ο μεγαλύτερος κουφετοπόλεμος που έχω δει ποτέ! Ο Φαμπρίτσιο, που παρίσταται σε ορθόδοξο γάμο για πρώτη φορά, απορεί με το έθιμο και όταν του έρχεται ένα κουφέτο στο κούτελο, μου λέει ότι θα σκεφτεί να κάνει αυτού του είδους το γάμο. Του λέω ότι αυτό γίνεται για να ριζώσει το ζευγάρι και μου απαντάει εύγλωττα: «Γιατί τότε τα διαζύγια είναι τόσα πολλά στην Ελλάδα;» Δεν ξέρω τι να του πω και δεν τον πείθω. Η δεξίωση γίνεται στο «Βο», ένα καλοκαιρινό κλαμπ στη Βούλα, δίπλα στη θάλασσα, που έχει κλειστεί ειδικά για τη βραδιά. Έχει έρθει πολύς κόσμος και κυρίως πολλοί συνάδελφοι της Ελένης από την πρώην δουλειά της. Παρατηρώ ότι όλες οι αεροσυνοδοί μιλούν πολύ και έχουν έναν αέρα αυτοπεποίθησης που τις κάνει να ξεχωρίζουν. Επίσης είναι όλες χαμογελαστές συνεχώς και γι' αυτό ευθύνεται η δουλειά τους. Το νιόπαντρο ζευγάρι γυρνάει από τραπέζι σε τραπέζι, δέχεται και δίνει συνεχώς ευχές. Η Ελένη αστράφτει κυριολεκτικά, το ίδιο και η Μαίρη, που επιμένει να φωτογραφη-


θοΰν αγκαλιά μαζί οι γονείς της. Το κατορθώνει και όλοι χειροκροτούν για τις άριστες σχέσεις του πρώην ζευγους. Κάθομαι συνεχώς στο τεράστιο κεντρικό τραπέζι και η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να κινηθώ άνετα, όπως θα ήθελα και όπως συνηθίζω, οΰτε και να φάω σαν άνθρωπος, γιατί η απόσταση καρέκλας-τραπεζιού είναι μισό μέτρο. Με ταΐζει ο Φαμπρίτσιο. Ευτυχώς τα κορίτσια είναι δίπλα μου και αυτό μου φτάνει. Η Δανάη δέχεται συγκρατημένα τις περιποιήσεις του συνοδοΰ της, που είναι ο αρχιτέκτονας της μεζονέτας στη Μύκονο. Λέει ότι η σχέση τους είναι μόνο σχέση συνεργασίας, μια και αποφάσισαν αυτή να βρίσκει τα οικόπεδα και αυτός να τα χτίζει. Δεν την πολυπιστεΰω, γιατί ο άντρας δείχνει να τους συνδέει κάτι περισσότερο από αυτό που θέλει να μας παρουσιάσει η φίλη μου. Τσως και να κάνω λάθος και το ενδιαφέρον να είναι μονόπλευρο. Η φίλη μου είναι πολΰ συγκρατημένη, αλλά δέχεται ευχάριστα τις περιποιήσεις και αυτό με μπερδεΰει. Η Ναταλί μοιράζει αυτόγραφα στους παρευρισκομένους και όλοι θέλουνε να τη γνωρίσουν από κοντά. Η Λορίν μόνο τα τραπεζομάντιλα δεν έχει φάει και μου λέει χαμογελώντας ότι από αΰριο θα αρχίσει δίαιτα, γι' αυτό σήμερα θα φάει ό,τι της κάνει κέφι. Κατά βάθος τη ζηλεΰω, γιατί από όλο αυτό το συμπόσιο το μόνο που έχω αγγίξει είναι μια σαλάτα σίζαρς και μισό ψητό φιλέτο, γιατί θέλω οπωσδήποτε να φάω ένα κομμάτι από τη γαμήλια τοΰρτα και πρέπει να προσέξω τις θερμίδες, κυρίως το βράδυ που από το στομάχι πάνε κατευθείαν στους γλουτοΰς, λες και δεν μπο-


ρούνε να αράξουνε κάπου άλλου - στους αστραγάλους παραδείγματος χάριν. ^Παρακολουθώ με κατανόηση όλο αυτό το πολύχρωμο πανηγύρι και νιώθω τόσο καλά! Αΰριο όλα τα κορίτσια θα είναι στο σπίτι μου για κουβεντούλα πριν αποχωριστούμε για τις διακοπές.

Όλο τον Αύγουστο είμαι σχεδόν μόνη μου. Η Ελένη μαζί με τον Μάικ και τη Μαίρη έχουνε φύγει για διακοπές στο Πούκετ, στην Ταϊλάνδη. Η Δανάη είναι στη Μύκονο μαζί με τον Μάρκο, τη Μάρθα και την Αλίκη. Η Ναταλί παίζει στο θέατρο πέντε μέρες τη βδομάδα και το διήμερο που έχει ρεπό φεύγει για μίνι διακοπές στις Σπέτσες, όπου ο Κορβέρης έχει δικό του σπίτι. Η Λορίν μαζί με τον Χοσέ, που έχει έρθει στην Ελλάδα, έχουνε πάει διακοπές στα τουρκικά παράλια και έχουνε σκοπό να μείνουν στα Πριγκιποννήσια αρκετές μέρες πριν κάνουν τις τελευταίες τους βόλτες στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Χοσέ έχει έναν Τούρκο φίλο που γνώρισε στο Λος Άντζελες και ο οποίος έχει εστιατόριο στην Κωνσταντινούπολη. Περνάω τις μέρες μου παρέα με τη Σοφία, τη Μέριλιν και τη Ροζαλία. Η αλήθεια είναι ότι η Σοφία μού έχει γίνει απαραίτητη τώρα τελευταία που οι μετακινήσεις μου με δυσκολεύουνε καθημερινά και περισσότερο. Η Δανάη επιμένει να πάω στη Μύκονο, όμως φοβάμαι να απομακρυνθώ από την Αθήνα. Ο Φαμπρίτσιο λέει να πάμε διακοπές κάπου


κοντά, όπως στον Κάλαμο ή στο Πόρτο Ράφτη, όμως εγώ βαριέμαι. Έτσι πηγαίνουμε για μπάνιο στον «Αστέρα» της Βουλιαγμένης. Έχουμε μαυρίσει, όμως ο Φαμπρίτσιο έχει γίνει σοκολατένιος. Είναι πανέμορφος και δε χορταίνω να τον θαυμάζω όταν βγαίνει από τη θάλασσα και διαγράφονται οι γυμνασμένοι μΰες του κορμιού του, ενώ στάζουνε τα νερά παντού και κάνουνε το σώμα του να λαμποκοπάει σαν να είναι φωτισμένο. Εγώ δεν αντέχω πολΰ τον ήλιο και είμαι συνεχώς κάτω από την ομπρέλα, κρυμμένη πίσω από ένα ζευγάρι τεράστια μαΰρα γυαλιά και ένα ψάθινο καπέλο. Φοράω ολόσωμα μαΰρα μαγιό, που περιορίζουνε τον όγκο, συμμαζεΰουνε σοφά τα πελώρια στήθη μου και είναι στολισμένα σιο μπούστο, άλλοτε με μικροΰς αστερίες και άλλοτε με ασημένια κοχυλάκια, που σπάνε τη μαυρίλα. Κάθε φορά που σηκώνομαι, τα μικρά της πλαζ με δείχνουνε με το δάχτυλο στη μαμά τους και με κάνουνε να αισθάνομαι σαν φάλαινα που βγήκε στη στεριά. Βεβαιώνομαι, όταν ακοΰω ένα πεντάχρονο να λέει με τσιριχτή φωνή: -Έτσι είναι οι φάλαινες, μαμά; Γυρίζω πίσω στην ομπρέλα μου και προσέχω ότι το βλέμμα του Φαμπρίτσιο, που είναι μπροΰμυτα ξαπλωμένος, είναι κολλημένο στον τορνευτό κώλο μιας ξανθιάς εικοσάρας που παίζει βόλεϊ και που το κορμί της θα κόλαζε και άγιο. Να ζηλέψω, να μη ζηλέψω... Πώς να μην την προσέξεις, όταν κάθε της κίνηση είναι επιδεικτικά προγραμματισμένη για να κεντρίσει το ενδιαφέρον; Όταν η περιπλάνηση στο


σώμα της κρατάει περισσότερο από δυο λεπτά, χτυπάω με το πόδι μου την πλάτη του. - Είμαι κι εγώ εδώ, του λέω με παράπονο. Σηκώνεται χαμογελώντας και με αγκαλιάζει. - Δεν πρέπει να έχεις παράπονο. Είμαι συνεχώς δίπλα σου και τώρα σ αγαπάω τριπλά. - Μ' αγαπάς, του λέω. Είσαι όμως ερωτευμένος; - Μα και βέβαια, μου λέει με σιγουριά. - Τότε γιατί δε λες να τραβήξεις τα μάτια σου από την ομορφονιά εκεί πέρα; - Ποια ομορφονιά; με ρωτάει έκπληκτος. - Αυτή με το φουξία μπικίνι που παίζει βόλεϊ. Βάζει τα γέλια. - Είσαι κουτή, μου λέει. Παρακολουθώ τόση ώρα εκείνο τον μελαχρινό που παίζει στην παρέα. «Έχει γούστο», σκέφτομαι, «να άλλαξαν τα γούστα του άντρα μου και να την πάθω σαν τη Δανάη». - Και τι δουλειά έχεις εσΰ να κοιτάς έναν μελαχρινό; τον ρωτάω, «άσχετα που είναι παίδαρος», σκέφτομαι. - Μα δε βλέπεις τι καταπληκτικό βόλεϊ παίζει! Έχεις δει τα καρφιά που ρίχνει; Σου είχα πει, νομίζω, ότι έπαιζα βόλεϊ στην ομάδα του σχολείου μου. Είναι καταπληκτικός παίχτης. Πολΰ θα ήθελα να τον συναγωνιστώ. Ηρεμώ λίγο. - Και το φούξια μπικίνι; επιμένω. - Μα ποια λες, αμόρε; Αυτή που το σώμα της θυμίζει ευνουχισμένο άντρα; Δε βλέπεις πόσο πολύ την έχει κατα-


στρέψει το μπόντι μπίλντινγκ; Σίγουρα παίρνει αναβολικά. Δεν είναι φυσιολογική. Δεν ακοΰς τη φωνή της; Σαν να μιλάει άντρας. Πράγματι εκείνη τη στιγμή η ξανθιά φωνάζει «πιάσε την μπάλα» και όντως η φωνή της είναι τελείως αντρική. Ξαφνικά δε φαντάζει τόσο θεογκόμενα όσο μου φάνηκε στην αρχή. Ο Φαμπρίτσιο έχει δίκιο. Μήπως οι ανασφάλειές μου είναι μεγαλύτερες από όσο πρέπει; - Γιατί δεν πας να παίξεις μαζί τους; του λέω. - Για να μη σ' αφήσω μόνη. - I Ιένιε μέτρα πιο μακριά θα είμαι, του απαντώ τρυφερά. Εξάλλου, θέλω να σε θαυμάσω. Λίγα λεπτά αργότερα έχει κλέψει την παράσταση και την μπάλα από την υπόλοιπη παρέα. Μαζί με τον μελαχρινό έχουν κάνει μια κρυφή κόντρα για την επικράτηση του καλυτέρου. Ο Φαμπρίτσιο είναι σίγουρα ο καλύτερος, γιατί όλες οι σουσουράδες της πλαζ έχουν καρφωθεί πάνω του. Η ξανθιά αποχωρεί από το παιχνίδι, ενοχλημένη που δεν είναι πια το μοναδικό αντικείμενο θαυμασμού, και πάει και ξαπλώνει δίπλα σε έναν φουσκωτό που αλείφει με λάδι τα μπράτσα, φροντίζοντας να επιδεικνύει τους ντοπαρισμένους μυς του όσο περισσότερο γίνεται. Όταν το παιχνίδι τελειώνει, ο Φαμπρίτσιο μου προσφέρει το χέρι του για μπάνιο στη θάλασσα. Σηκώνομαι με μια αυτοπεποίθηση δέκα μεγατόνων προς το νερό, προβάλλοντας επιδεικτικά την τεράστια κοιλιά μου σε όλες τις καρακάξες που με παρακολουθούν με ζήλια.


~

1 4 -

και οι ρυθμοί της πόλης μετά την καλοκαιρινή κραιπάλη του Αυγούστου επανέρχονται στην προηγούμενη συνηθισμένη συχνότητα. Οι φίλοι μου έχουν επιστρέψει όλοι στις βάσεις τους γεμάτοι ενέργεια και διάθεση να τακτοποιήσουνε τις εκκρεμότητες που συσσωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια της απουσίας τους. Εγώ μετρώ ακόμη και τα λεπτά της απραξίας μου, ο χρόνος δεν περνάει με τίποτε και έχω φουσκώσει τόσο πολύ, που σχεδόν δεν μιιορώ να αναπνεύσω. Η ώρα να γεννήσω πλησιάζει και έχω ήδη ετοιμάσει τη βαλίτσα μου με τα απαραίτητα και την έχω βάλει κάτω από το κρεβάτι. Ο Φαμπρίτσιο με παίρνει σχεδόν κάθε μία ώρα τηλέφωνο και η Σοφία κοιμάται πλέον στο σπίτι μου. 21 ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Από χτες το βράδυ έχω κάτι ψιλοπονάκια, αλλά δεν τους δίνω σημασία, γιατί μάλλον προέρχονται από την πολλή ξάπλα. Η ημερομηνία τοκετού είναι για τις 29 με 30 του μήνα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του γιατρού μου. Ί ο αιιόγευμα μου τηλεφωνεί, όπως πάντα, η Ελένη, η οποία ιιερι·


μένει πρώτα να γεννήσω και μετά να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη. Ο Μάικ έχει ήδη γυρίσει από τις 15 του μήνα. Οι δουλειές του δεν μπορούνε να περιμένουνε τα δικά μου γεννητοΰρια και ήδη είχε καθυστερήσει πολΰ. Το ίδιο και η Λορίν, που θέλει οπωσδήποτε να δει τα μικρά. Με παίρνει τηλέφωνο για να με επισκεφτεί, αλλά της λέω ότι δεν αισθάνομαι πολΰ καλά κι ότι θα προτιμοΰσα να τη δω αΰριο. Ο Φαμπρίτσιο επιστρέφει στο σπίτι στις εννέα και αφοΰ τρώμε μαζί με τη Σοφία, πέφτουμε για ΰπνο γΰρω στις δώδεκα. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Αισθάνομαι περίεργα και στρκρογυρίζω στο κρεβάτι -τρόπος του λέγειν-, γιατί το δικό μου σιριφογΰριαμα είναι πέντε λεπτά με την κοιλιά δεξιά στο πλάι, πέντε λεπτά στο κέντρο, πέντε λεπτά με την κοιλιά αριστερά στο πλάι και πάλι από την αρχή. Κάποια στιγμή ο ευλογημένος ο ΰπνος έρχεται. Ξυπνάω με ένα περίεργο συναίσθημα υγρασίας. «Μήπως τα έκανα πάνω μου;» σκέφτομαι έντρομη. Πιάνω με τα χέρια μου τα πόδια μου και νιώθω υγρή παντοΰ. Ανάβω το φως και βλέπω το μισό στρώμα μούσκεμα. «Θεέ μου», συλλογίζομαι με τρόμο, «έσπασαν τα νερά. Γεννάω όπου να ναι!» Ξυπνάω τον Φαμπρίτσιο, που ρίχνει τον ΰπνο του δικαίου, με ένα δυνατό σκούντημα στον ώμο. - Τι είναι, αμόρε; μου λέει νυσταγμένα. Τα κατέβασα τα σκουπίδια. - Ξύπνα, του λέω δυνατά. Γεννάω! Πετάγεται τρομαγμένος και βλέπει το μουσκεμένο κρεβάτι.


Az

ar a

- Μαντόνα μία, φωνάζει. Τι κάνουμε τώρα; - Τι κάνουμε, Φαμπρίτσιο; Πάμε στο μαιευτήριο. Ξύπνα τη μαμά. - Προλαβαίνουμε; - Και βέβαια, ανόητε. Δε γεννάς αμέσως. Αυτό είναι προειδοποίηση. Η Σοφία έρχεται αλαφιασμένη στο μπάνιο την ώρα που αλλάζω κιλότα. - Πώς αισθάνεσαι; με ρωτάει. Πονάς; - Προς το παρόν λίγο, αλλά όπου να ναι θα αρχίσουν οι δυνατοί πόνοι. Ο Φαμπρίτσιο εμφανίζεται στην πόρτα ντυμένος με πουκάμισο, σακάκι, το μπόξερ του και τα κλειδιά στο χέρι. - Γρήγορα, μου λέει. Που είναι η βαλίτσα σου; - Φαμπρίτσιο, του λέω, ξέχασες να βάλεις το παντελόνι σου. Πέντε λεπτά αργότερα επιβιβάζομαι στο αυτοκίνητο μου. Εκεί νιώθω την πρώτη δυνατή σουβλιά. - Αρχίζω να πονάω, του λέω. Καλύτερα να βιαστούμε. Δε θέλω να γεννήσω πάνω σ' ένα κάθισμα αυτοκινήτου. Τον βλέπω να χλομιάζει. Αντί να βάλει εμπρός, βάζει όπισθεν και φεύγουμε με ταχύτητα προς τα πίοο). Ευτυχώς που δεν υπάρχει κανείς παρκαρισμένος πίοο) μας. Αλλάζει ταχύτητα και τρέχει ολοταχώς μπροστά. Περνάμε ξυστά από τη βαλίτσα μου, που την έχει ξεχάσει στο δρόμο, Σταματάει, την παίρνει και οδηγεί σαν τρελός προς τη Βάριαζα.


- Που πας; του λέω αγριεμένα. Το μαιευτήριο είναι στην Αθήνα, όχι στη Βάρκιζα. Κάνει επιτόπου στροφή παραβιάζοντας το σηματοδότη, που έχει απαγορευτικό, και τρέχει σαν δαιμονισμένος στην Ποσειδώνος. Η Σοφία κρατιέται από το κάθισμα και κάνει το σταυρό της. - Πιο σιγά, του λέω. Έχω σκοπό να δοΰνε τα παιδιά μας το φ(ος της μέρας. Προσπαθεί να χαλαρώσει και, αντί να στρίψει για Καρέα, βγαίνει στη Συγγρού. Περνάει τρία κόκκινα φανάρια και ευτυχώς είναι τρισήμισι το πρωί και δεν υπάρχει κανείς (πους δρόμους. Στις τέσσερις παρά τέταρτο είμαστε στην Κΐ](|)ΐσί(χς και μπαίνουμε στο προαύλιο του «Ιασώ». Το μαιευτήριο έχει ειδοποιηθεί και με περιμένουν με ένα φορείο στο προχόλ. Ξαπλώνω με δυσκολία, ενώ μια δεύτερη -πιο δυνατή- σουβλιά με κάνει να διπλωθώ. Σε λίγο είμαι στο δωμάτιο μου με έναν ορό στο χέρι. Η προϊσταμένη, μια χοντρή με πρόσωπο αυστηρής δασκάλας, μου λέει ότι ο γιατρός έχει ειδοποιηθεί κι ότι θα είναι μαζί μου σε λίγο. Μετά από μία ώρα οι σουβλιές έχουν γίνει μαχαιριές, σε λίγο αισθάνομαι ότι βρίσκομαι στον πάγκο κάποιου χασάπη που μπήγει με ηδονική ευχαρίστηση πυρωμένες λάμες στο κορμί μου. Ο Φαμπρίτσιο μου κρατά σφιχτά το χέρι και η μάνα μου σκουπίζει το ιδρωμένο μου πρόσωπο. - Μα πού είναι ο γιατρός; ρωτάω με αγανάκτηση. Δεν αντέχω πια αυτό τον πόνο!

a

Azar


- Έρχεται, μου λέει αδιάφορα η προϊσταμένη. Η πρώτη σου γέννα είναι; Μη φοβάσαι. Όλα θα πάνε μια χαρά. Δεν είναι ακόμη η ώρα σου. - Δηλαδή, πόσο θα κρατήσει αυτό; - Δεν ξέρω, εξαρτάται από τη διαστολή που έχεις. Μπορεί μισή ώρα, μπορεί και όλη τη μέρα. Κοιτάζω με αγωνία τη Σοφία. - Μαμά, κάνε κάτι. Πονάω πολύ. Εσΰ πονοΰσες έτσι; - Στον αδερφό σου, όχι, αλλά σε σένα μαρτύρησα. - Και πρέπει να πληρώσω γι' αυτό; Αχ, Θεέ μου! Δε θα αντέξω άλλο. Ο γιατρός μου έρχεται μετά από μισή ώρα. Με εξετάζει και λέει στη νοσοκόμα: - Υπάρχει πρόβλημα. Ετοιμάστε τη για καισαρική. Καισαρική; Θέλω να αρνηθώ, όμως οι πόνοι δυναμώνουν όλο και περισσότερο. Δεν μπορώ πια να μιλήσω. Παραδίνομαι άνευ όρων. Η νοσοκόμα αδειάζει το δωμάτιο, με ξυρίζει από κάτω γουλί και μου κάνει κλΰσμα. Αισθάνομαι φριχτά και ακόμη πιο φριχτά με τη διαδικασία του κλύσματος. Είναι πολΰ νέα, πολύ ευγενική και μου λέει να μην ντρέπομαι. - Τη δεύτερη φορά θα αισθάνεστε πιο άνετα. - Δε θα υπάρξει δεύτερη φορά, της λέω με σιγουριά. Είμαι έτοιμη και οι πόνοι αβάσταχτοι. Δεν αντέχω πια και ξαφνικά αρχίζω να μισώ τον Φαμπρίτσιο, που παρακολουθεί την αγωνία μου χωρίς να νιώθει ούτε σταγονίτσα από τους πόνους μου. Καλά έλεγε η Μαίρη ότι η φύση είναι


άδικη. Πρώτα οι εμετοί, μετά η πείνα, η κΰοτη, τα πρηξίματα, το βάρος, η δυσκοιλιότητα και τώρα με σφάζουν σαν αρνί του Πάσχα. Και οι άντρες απλώς να παρακολουθούνε όλα αυτά, χωρίς να περνάνε ούτε ένα χιλιοστό μαρτυρίου αυτών των εννέα μηνών. Με οδηγούν στο χειρουργείο. Χιλιάδες δυνατά φώτα αναμμένα πάνω μου και εγώ ανήμπορη να βλέπω ψαλιδομάχαιρα. Ο άντρας μου επιμένει να είναι μέσα και ο γιατρός τού δίνει κατ' εξαίρεση άδεια, ενώ ταυτόχρονα του υπενθυμίζει ότι το θέαμα θα είναι πολύ πιο σκληρό από μια ένεση που τον οδήγησε στα πρόθυρα της λιποθυμίας. Επιμένει και λέει ότι είναι προετοιμασμένος να αντικρίσει τη γέννηση των παιδιών του. Μου φαίνεται τώρα πιο συμπαθητικός. Μου πιάνει το χέρι και μου χαμογελάει ντυμένος με πράσινη ποδιά και μάσκα στο πρόσωπο. Πονάω πολύ, πονάω φριχτά και λέω στο γιατρό μου να με αναισθητοποιήσει, γιατί σε λίγο θα αρχίσω να ουρλιάζω και είμαι αποφασισμένη να ξεσηκώσω όλο το οικοδομικό τετράγωνο. Μέχρι να ετοιμαστεί ο αναισθησιολόγος σκέφτομαι αυτό που είχε πει η Δανάη: «ΑΝΤΡΕΣ; ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΔΕ ΘΑ ΠΑΡΩ». Συμφωνώ απόλυτα. Τι τους θέλουμε τους άντρες; Για να υποφέρουμε τόσο πολύ; Σφίγγω με κακία το χέρι του Φαμπρίτσιο, καθώς η βελόνα χώνεται στο μπράτσο μου και νιώθω να τον μισώ ξανά. Σε κλάσματα δευτερολέπτου τα βλέπω όλα θολά και χάνομαι, ταξιδεύω πετώντας κάπου ψηλά. Δεν πονάω πια, είμαι ελεύθερη, χωρίς άντρα, χωρίς παιδιά και χωρίς τη Σο-


φία, που επέμενε ότι αυτή είναι η ομορφότερη στιγμή της γυναίκας. Αισθάνομαι τόσο όμορφα, που δε θέλω να γυρίσω πίσω. Θέλω να είμαι ελεύθερο πουλί και «από κανάρα σε κανάρα να πετάω», όπως τραγουδούσε ο αξέχαστος Χρηστάκης. Ξαφνικά σαν να κρυώνω, σαν να νιώθω ξανά πόνο. Οχ! Όχι. Επιστρέφω στην πραγματικότητα. Δε θέλω! Καλά είμαι έτσι. Μια δυνατή τσιρίδα μοΰ τραβάει την προσοχή και τότε ακοΰω τη φωνή του γιατροΰ να λέει: - Υγιέστατα και τα δΰο. Είναι στ' αλήθεια πανέμορφα μωρά. Να σας ζήσουνε! Όλα πήγαν μια χαρά. Μέχρι το απόγευμα η Μαρίνα θα είναι περδίκι. Γυρίζω αργά το κεφάλι και μέσα στο λήθαργο μου βλέπω τον Φαμπρίτσιο, ντυμένο με την πράσινη χειρουργική ρόμπα και το πλαστικό σκουφάκι στα μαλλιά, να κρατάει σε κάθε μπράτσο του δυο μικροσκοπικά κορμάκια που τινάζουν χέρια και πόδια και τσιρίζουν σαν σειρήνες περιπολικού. - Δες, αμόρε, μου λέει τρυφερά. Αυτή είναι η κόρη μας κι αυτός ο γιος μας. Είναι τα πιο όμορφα μωρά που έχω δει ποτέ! Προλαβαίνω να δω ένα ροδαλό καστανό μωράκι και ένα άλλο με ξανθά μαλλιά. Είναι σαν δυο μικρά χερουβίμ και αναρωτιέμαι μήπως δε ζω και έχω πεθάνει. - Είμαι ζωντανή; ρωτάω. - Ολοζώντανη, μου λέει ο γιατρός μου και μου χαϊδεύει τα μαλλιά.


- Αχ, Φαμπρίτσιο! Τι όμορφα που είναι τα μωρά μας! - Σ' ευχαριστώ, αγάπη μου, λέει και σκύβει και με φιλάει. Είναι το ωραιότερο δώρο της ζωής μου! Νομίζω ότι βλέπω τα μάτια του βουρκωμένα. Μπορεί να μην είδα καλά. Όχι, είδα. Κλαίει πραγματικά, χωρίς να νοιάζεται για τον κόσμο που τον παρακολουθεί. Μια νοσοκόμα του παίρνει τα μωρά και του δίνει ένα χαρτομάντιλο. Νιώθω να νυστάζω ξανά και κλείνω τα μάτια μου. Πονάω πολύ. - Αφήστε τη να συνέλθει από τη νάρκωση, ακούω τη φωνή της προϊσταμένης, που τώρα ακούγεται πιο γλυκιά. Έχει ταλαιπωρηθεί και πρέπει να ξεκουραστεί. «θεέ μου, τι ευτυχία είναι αυτή!!! Μέχρι και οι πόνοι μου έχουν εξαφανιστεί. Τι είχα πει;» σκέφτομαι. «"Αντρες Ευχαριστώ, δε θα πάρω"; »Λάθος, μεγάλο λάθος. Χωρίς αυτούς πώς θα ένιωθα τόσο όμορφα, πώς θα ζούσα αυτό το διπλό θαύμα;» Δευτερόλεπτα πριν η ταλαιπωρία σφαλίσει τα μάτια μου και γλιστρήσω σ' ένα γλυκό ύπνο, προλαβαίνω να ψιθυρίσω: - ΑΝΤΡΕΣ; ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΘΑ ΠΑΡΩ!

Azara


Άντρες? Ευχαριστώ, δεν θα πάρω  
Άντρες? Ευχαριστώ, δεν θα πάρω  
Advertisement