Page 1

Nεανικά Nεανικά Ἀγκυροβολήματα AγκυροβολήΔ I M H N I A I O Φ Y Λ Λ A Δ I O T H Σ I E PA Σ M H T P O Π O Λ E Ω Σ I E PA Π Y T N H Σ K A I Σ H T E I A Σ Γ I A T O Y Σ N E O Y Σ TEYXOΣ 91 ΜΑΡΤΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2016

Κ ΑΤΗ ΧΗΤΙ Κ Α Κ Ε ΦΑ Λ ΑΙ Α

Ὀρθόδοξη παράδοση καὶ λαϊκὸς πολιτισμός Ἀπὸ τὴν πρωτοχριστινικὴ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα στὴν κοινότητα τῆς σημερινῆς ἐνορίας. Προλογικό Κάναμε λόγο τὴν περασμένη φορὰ γιὰ τὴν πρωτοχριστιανικὴ κοινότητα καὶ τὶς προϋποθέσεις πάνω στὶς ὁποῖες αὐτὴ συγκροτήθηκε. Συγκρίνοντας τὴν πρώτη ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα τῶν Ἱεροσολύμων μὲ ὅσες ἄλλες ἀκολούθησαν, καὶ μὲ τὴ σημερινή, μποροῦμε νὰ καταλήξουμε σὲ ἐνδιαφέροντα συμπεράσματα ποὺ ἀφοροῦν στὴν ἐκκλησιολογία, στὴ θεολογία, στὴν ποιμαντικὴ καὶ στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῶν σημερινῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων. Σκοπὸς αὐτῆς τῆς σύγκρισης, ἤ μάλλον τοῦ καθρεφτίσματος πού ἐπιχειροῦμε, εἶναι νά δοῦμε καλύτερα τὸν ἑαυτό μας, νὰ ἐλέγξουμε τὴ γνησιότητα τῆς πορείας ποὺ χαράζουμε οἱ σημερινοὶ χριστιανοί, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, καὶ νὰ διορθώσουμε τὶς ὅποιες ἀποκλίσεις ποὺ καθιστοῦν ἀναποτελεσματικὸ τὸ λόγο μας στὰ αὐτιὰ τῶν συγχρόνων ἀνθρώ-

πων. Εἶναι ὀδυνηρὴ ἀλήθεια, περισσότερο ἴσως ἀπὸ παλιά, αὐτὸ ποὺ λέει στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «τὸ…ὄνομα τοῦ Θεοῦ δι᾽ ὑ(ἡ)μᾶς βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔθνεσι, καθὼς γέγραπται»1. Εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ πνευματικὲς συνθῆκες ζωῆς στὸ σύγχρονο κόσμο μοιάζουν πολὺ μὲ αὐτὲς τῶν χρόνων τοῦ Χριστοῦ. Ἡ σύγχυση, ἡ σκληρότητα, ἡ ἐγωκεντρικότητα, ἡ ἀποστασία ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἡ αὐτολατρεία τοῦ ἀνθρώπου σημαδεύουν τὴν ἐποχή μας, ὅπως καὶ τότε. Κι ὅμως, αὐτὸ τὸν καιρὸ διάλεξε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιό Του «πάσῃ τῇ κτίσει». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι σ’ αὐτὸ τὸν καιρὸ καὶ σ’ αὐτὲς τὶς συνθῆκες πρέπει νὰ κηρύξουμε ξανὰ τὸ Εὐαγγέλιο «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»2. Τὸ ἐρώτημα εἶναι: μὲ ποιὰ δυναμική, μὲ ποιὰ


πειθὼ θὰ κηρύξουμε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ οἱ σημερινοὶ χριστιανοὶ στὸν κόσμο ὅταν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι χρειαζόμαστε ἐπανευαγγελισμό; Ὅταν ἐμεῖς μὲ τὴ ζωή μας σκανδαλίζουμε τοὺς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας πῶς θὰ πείσουμε τοὺς ἐκτός; Εἶναι ἀναγκαῖο, λοιπόν, νὰ καθρεφτίσουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ τὸν διορθώσουμε ἔχοντας ὡς μέτρο κάτι αὐθεντικὸ καὶ γνήσιο, ὅπως ἡ πρώτη αὐτὴ κοινότητα ποὺ μᾶς περιγράφουν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Θὰ σκεφτοῦν κάποιοι ὅτι ὡραιοποιῶ τὰ πράγματα καὶ παραθεωρῶ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἦταν ὅλοι τέλειοι στὴν πρώτη χριστιανικὴ κοινότητα. Μά, ὅτι ὑπῆρχαν ἀδύναμοι καὶ ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι ἀνάμεσά τους μαρτυρεῖται ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς Πράξεις. Δὲν ἀποκρύπτονται τὰ γεγονότα οὔτε παραποιεῖται ἡ ἀλήθεια μὲ σκοπὸ νὰ παρουσιάσουν ἕνα τέλειο ἠθικὸ πρότυπο. Στὶς Πράξεις περιγράφονται οἱ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες καὶ πτώσεις, ἀκόμα οἱ διαφωνίες μεταξὺ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ἡ ἔνταση ποὺ ἐπικρατεῖ μερικὲς φορὲς μεταξύ τους μὲ ἁπλότητα καὶ ἀφτιασίδωτα. Ἀκριβῶς ἐδῶ ὅμως βρίσκεται ἡ δύναμη ποὺ φαίνεται νὰ διαθέτει ἡ πρώτη Ἐκκλησία. Ἀναφέρομαι σ’ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς, ὁ ὁποῖος προσέλαβε τὴν ἀρρωστημένη ἀνθρώπινη φύση, τὴ θεράπευσε, τὴ θέωσε καὶ τὸ ἴδιο παρέδωσε στὴν Ἐκκλησία νὰ κάνει. Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμη τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία προσλαμβάνει διὰ τοῦ Βαπτίσματος τοὺς ἄρρωστους (ψυχικὰ καὶ σωματικὰ) ἀνθρώπους καὶ τοὺς θεραπεύει. Ὡς ἰατρεῖο, λοιπόν, ὡς νοσοκομεῖο ξεκίνησε τὴ ζωή της ἡ Ἐκκλησία καὶ ὅπως

εἶναι φυσικὸ σὲ ἕνα νοσοκομεῖο ὑπάρχουν γιατροὶ καὶ νοσηλευτικὸ προσωπικό, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄρρωστοι. Καὶ στοὺς γιατροὺς ὑπάρχει διαβάθμιση καὶ στοὺς ἀρρώστους. Ὑπάρχουν γιατροὶ ποὺ κατέχουν τέλεια τὴν ἐπιστήμη τους καὶ διδάσκουν καὶ τοὺς ἄλλους, ὑπάρχουν ὅμως καὶ μαθητευόμενοι γιατροὶ σὲ διάφορα ἐπίπεδα. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ἀρρώστους· ἄλλοι ἔχουν θεραπευθεῖ καὶ πρόκειται νὰ φύγουν καὶ ἄλλοι βρίσκονται σὲ διάφορα στάδια θεραπείας. Αὐτὸ γίνεται καὶ στὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία στὴ συνείδηση τῶν πρώτων χριστιανῶν διασώζει τὸν χαρακτήρα τοῦ νοσοκομείου. Ἐδῶ, βέβαια, συμβαίνει κάτι τὸ καταπληκτικὸ ποὺ δὲν τὸ συναντάει κανεὶς πουθενὰ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ ζωντανὴ αἴσθηση τῆς κοινότητας ποὺ χαρακτήριζε τοὺς πρώτους χριστιανούς, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρομοιάζει τὴν Ἐκκλησία μὲ σῶμα, ἔκανε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς νὰ αἰσθάνονται τὴν ἀδυναμία τῶν ἀδελφῶν τους, ἀκόμα καὶ τὴν ἁμαρτία ποὺ ἄλλοι διέπραξαν ὡς δική τους. Εἶναι γνωστὸ ὅτι στὴν πρώτη Ἐκκλησία δὲν ὑπῆρχε μυστικὴ ἐξομολόγηση, ὅπως σήμερα, ἀλλὰ δημόσια. Αὐτὸ δείχνει ὅτι ἡ ἁμαρτία δὲν ἦταν γιὰ τοὺς πρώτους χριστιανοὺς ἀτομικὴ ὑπόθεση ἄν καὶ ἡ πτώση ἦταν προσωπική. Ἡ ἁμαρτία ἀφοροῦσε τὴν κοινότητα καὶ μέσα στὴν κοινότητα ξεπερνοῦσε καὶ θεράπευε τὴν πτώση του ὁ ἁμαρτωλός. Ὅπως ἀκριβῶς ὅταν πάσχει ἕνα μέλος τοῦ σώματος ὅλο τὸ σῶμα συμπάσχει καὶ συμμετέχει στὴ θεραπεία τοῦ πάσχοντος μέλους, ἄν καὶ δὲν πάσχει ὅλο τὸ σῶμα


ὥστε νὰ ὑποβάλλεται στὴν ταλαιπωρία τῆς θεραπείας. Τὴν ἀντιμετώπιση αὐτὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ συναντᾶμε καὶ στὴν μετέπειτα μοναχικὴ παράδοση, ὅπου πολλὲς φορὲς ὁ γέροντας ἐκτελοῦσε μαζὶ μὲ τὸν ἐξομολογούμενο τὸ ἐπιτίμιο ποὺ ὅριζε πρὸς θεραπεία κάποιου πάθους. Ἡ αἴσθηση τῆς ἑνότητας στὴν πρωτοχριστιανικὴ κοινότητα ἦταν, ὅπως εἴδαμε στὸ προηγούμενο τεῦχος, ἀποτέλεσμα τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας ποὺ εἶχαν τὰ περισσότερα μέλη τῆς κοινότητας. Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ τοὺς ἔκανε νὰ νοιώσουν ὅτι ἡ χάρις, ὅπως καὶ ἡ ἁμαρτία, δὲν εἶναι ἀτομικὴ ὑπόθεση ἀλλὰ ἐπηρεάζει τὸ σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας. Στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του πάλι λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σχετικὰ μὲ αὐτὸ ὅτι «ὥσπερ δι᾽ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος…», ἔτσι καὶ «ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δωρεὰ… τῇ τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τοὺς πολλοὺς ἐπερίσσευσε». Στὸ ἴδιο αὐτὸ πλαίσιο τοποθετεῖται καὶ ἑρμηνεύεται ἡ ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Κυρίου: «ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ. Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ, ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ὦσιν»3. Στὸ θέμα αὐτὸ τῆς καθολικότητας τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς χάριτος ἀναφέρεται ὁ Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ στὸ βιβλίο του γιὰ τὸν ἅγιο Σιλουανὸ τὸν Ἀθωνίτη. «Ἡ ἁμαρτία», γράφει, «διαπράττεται προπαντὸς στὸ μυστικὸ βάθος τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, ἀλλὰ τὰ “ὀψώνιά” της ἐπηρεάζουν ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ἁμαρτία…βγαίνει ἀναπόφευκτα πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ἀτομικῆς του ζωῆς καὶ ἐπιβαρύνει μὲ τὸ κακὸ τὴ ζωὴ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ

ἔτσι ἀντανακλᾶται στὰ πεπρωμένα ὅλου τοῦ κόσμου»4. Ὅταν ὅμως μὲ τὴ βοήθεια τῆς προσευχῆς ἔλθει ἡ χάρη τότε ὁ ἄνθρωπος «…βρίσκει τὴ “βαθειὰ” καρδιά, τὴν πνευματική, τὴ μεταφυσικὴ καὶ μέσα της βλέπει πὼς ἡ ὕπαρξη ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας δὲν εἶναι γι’ αὐτὸν κάτι ξένο, ἀλλότριο, ἀλλὰ εἶναι δεμένη ἀχώριστα μὲ τὴν προσωπική του ὕπαρξη»5. Σ’ αὐτὸ ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο ζοῦσαν οἱ πρώτοι χριστιανοὶ καὶ μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο καλλιεργήθηκε ἡ θεολογία, τὸ ποιμαντικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καὶ καθετὶ πού σχετίζεται μὲ τὴν «ἐν Χριστῷ» ζωή. Ἡ ὑψηλὴ αὐτὴ πνευματικὴ κατάσταση κράτησε λίγο. Ἡ ἀθρόα εἴσοδος στὶς τάξεις τοῦ χριστιανισμοῦ ἀνθρώπων μὲ ἐλλιπὴ κάθαρση τῆς καρδιᾶς καὶ φωτισμὸ τοῦ νοῦ, εἰδικότερα μετὰ τὴν παύση τῶν διωγμῶν, εἰσήγαγε ἕνα «ἐκκοσμικευμένο» πνεῦμα στὴν Ἐκκλησία ποὺ ὅσο περνοῦσε ὁ καιρὸς τὸ πνεῦμα αὐτὸ γινόταν μεγαλύτερο. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ οἱ χριστιανοὶ ποὺ θέλανε νὰ ζήσουν καὶ νὰ διατηρήσουν τὴν πνευματικότητα τῆς πρώτης Ἐκκλησίας φεύγανε στὶς ἐρημιὲς καὶ ἔτσι γεννήθηκε ὁ μοναχισμός. Ἐκεῖ, στὰ μοναστήρια καὶ στὶς ἐρημιές, διατηρήθηκε ἡ κοινότητα τῶν πρώτων αἰώνων, παρὰ τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, μέχρι καὶ σήμερα. Στὸ «Λαυσαϊκὸ τοῦ Ἁγίου Ὄρους» ὁ γέροντας Γαβριὴλ Διονυσιάτης καταθέτει μιὰ προσωπικὴ μαρτυρία ποὺ βεβαιώνει τὰ παραπάνω. Ἦταν, γράφει, Μ. Τεσσαρακοστὴ καὶ αὐτὸς διέμενε στὸν Μονοξυλίτικο μετόχι τῆς μονῆς ὅταν τὸν εἰδοποίησε ὁ γέροντάς του ὅτι κατὰ τὴν πανήγυρη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ θὰ γινόταν ἡ κουρά του σὲ μεγαλόσχημο μοναχό. Μὲ ἀφορμὴ τὴν κουρὰ ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἐξομολογήσει τοὺς ἀδελφοὺς εἶχε ἔλθει ἀπὸ τὰ Κατουνάκια ὁ πνευματικὸς τῆς μονῆς γέροντας Ἰγνάτιος ὁ ὁποῖος διακρινόταν γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔτρεφε


πρὸς ὅλους τοὺς πατέρες. Κατὰ τὴν ἐξομολόγηση στὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς, ποὺ προηγήθηκε τῆς κουρᾶς, ὁ ὑποψήφιος μεγαλόσχημος π. Γαβριὴλ εἶπε ὅτι τὴν παραμονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, καθὼς ἐρχόταν ἀπὸ τὸ Μονοξυλίτη, παρέμεινε λίγες ὧρες στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος (Ρωσικό), ὅπου συμμετέχοντας στὴν τράπεζα καὶ ἀπὸ λάθος «κατέλυσε» μερικὲς ἐλιές. Ὁ ἡγούμενος τότε θεώρησε κώλυμα τὸ γεγονὸς καὶ ἀνέβαλε τὴν κουρὰ γιὰ τὴν ἑπομένη, ἀγρυπνία τοῦ Ἀκαθίστου, χωρὶς νὰ ἐνημερώσει γι’ αὐτὸ τὸν πνευματικὸ π. Ἰγνάτιο καὶ μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ κρατήσει ἀλαδία ὁ ὑποψήφιος τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ πνευματικὸς πλησίασε μὲ πολλὴ ἀγάπη τὸν π. Γαβριὴλ καὶ τοῦ εἶπε ὅτι μαζὶ θὰ νηστέψουν, ἄν καὶ εἶναι ἡ μοναδικὴ μέρα ποὺ γίνεται κατάλυση ἰχθύος στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ μαζὶ θὰ ἀγρυπνήσουν. Θὰ μπορούσαμε νὰ ἀναφέρουμε πλῆθος παραδειγμάτων ποὺ δείχνουν ὅτι κάπου διασώζεται ἕνας ἄλλος τρόπος ζωῆς, ἕνας διαφορετικὸς τρόπος νὰ βλέπεις τὸν ἄλλο ἀλλὰ δὲν ἐπαρκεῖ ὁ χῶρος. Ἐπειδὴ ἡ λεπτομερὴς διερεύνηση τοῦ θέματος εἶναι ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια ἑνὸς ἄρθρου γιὰ περιοδικὸ σὰν αὐτὸ θὰ περιοριστῶ σὲ μία καὶ μόνη παρατήρησηπρόταση ἀπὸ τὶς πολλὲς ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ γίνουν. Ἡ σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, σ’ ἕνα μεγάλο βαθμό, ἔχει ἀπωλέσει τὴν ἐκκλησιαστικότητά της. Διατηρεῖ βέβαια ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν κάνουν νὰ λειτουργήσει ὡς τέτοια, ὅπως τὴ Θεία Εὐχαριστία καὶ τὰ μυστήρια, ἀλλά, ὅπως καλὰ τὸ ξέρουμε, ἡ μετοχή μας σ’ αὐτὰ εἶναι γιὰ πολλοὺς ἀπὸ ἐμᾶς τυπική. Αὐτὸ ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι τυπικὴ ἡ μετοχή μας στὰ μυστήρια εἶναι ὅτι ἔχομε χάσει τὴν αἴσθηση τῆς ὀργανικῆς καὶ ἀδελφικῆς ἑνότητας. Λειτουργοῦμε ὡς ἀτομικότητες ποὺ προσπαθοῦμε νὰ δι-

καιολογήσουμε τὴ χριστιανική μας ἰδιότητα μὲ τὸ ἄλλοθι ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ κοινωνικὴ φιλανθρωπία, ξέροντας ὅτι εἶναι ἄλλη αὐτή μας ἡ φιλανθρωπία ἀπὸ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ, μέσα ἀπὸ ὡραῖα λόγια ἀγάπης, δραστηριότητες ἐντυπωσιασμοῦ ποὺ δὲν ἔχουν περιεχόμενο καὶ δὲν πείθουν. Ἡ πρωτοχριστιανικὴ κοινότητα λειτούργησε πρῶτα ὡς θεραπευτήριο καὶ ἀκολούθησαν ὡς καρποὶ ὅλα τὰ ἄλλα. Νομίζω πὼς ἐκεῖ πρέπει νὰ ἐπανέλθουμε. Ἀπὸ τὴν προσωπική μας κάθαρση καὶ τὸν ἁγιασμὸ πρέπει νὰ ξεκινήσουμε· «καθαρθῆναι δεῖ πρῶτον, εἶτα καθάραι…», διδάσκει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Μόνο ἔτσι θὰ ἐπαναλειτουργήσει ἡ κοινότητα καὶ μόνο μέσα σὲ μιὰ τέτοια κοινότητα ἐνεργοποιοῦνται τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ποικιλία τῶν χαρισμάτων ποὺ περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος καρπίζει μόνο στὸ χωράφι ὅπου ὅλοι, μέσα ἀπὸ τὴ μοναδικότητά τους, λειτουργοῦν ὡς ἕνας καὶ ὅπου παράλληλα καθένας σέβεται τὴ μοναδικότητα τοῦ ἄλλου. Θέλει μεγάλη τέχνη καὶ γνώση νὰ συνταιριάξει κανεὶς τὰ ξεχωριστὰ χαρίσματα καθενὸς καὶ νὰ τὰ βάλλει στὴ δούλεψη τῶν ἄλλων. Λέει ὁ Χριστός: «ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει»6. Ἡ γῆ στὴν ὁποία πέφτει καὶ θάπτεται τὸ χάρισμα καθενὸς γιὰ νὰ βλαστήσει καὶ νὰ δώσει καρπὸ εἶναι ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα καὶ αὐτὴν πρέπει νὰ ἀποκαταστήσουμε στὸ πρῶτο της κάλλος. παπα-Νικόλας Ἀλεξάκης 1. Ἰεζ.36,20. 2. Πράξεις 13,47. 3. Ἰωάν. 17, 19-21. 4. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Ἔσσεξ 2005, σελ. 36. 5. ὅ. π. σελ. 56. 6. Ἰωαν. 12,24.


Σκ έ ψε ι ς γ ι ά τή ν ἐ νο ρ ία -Θυμᾶσαι; Πρίν εἴκοσι χρόνια περίπου πού εἴχαμε βρεθεῖ στήν ἐνορία. Ἐσεῖς παλιότεροι, πιό ἤρεμοι, πιό σταθεροί, πιό κατασταλαγμένοι κι ἐγώ … ἔψαχνα κάτι … τί ὅμως; Οὔτε ἐγώ ἤξερα. Ἁπλά οἱ συγκυρίες, ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ(;) μέ ὁδήγησαν σ᾿ ἐσᾶς. Ἀπό τήν πρώτη συνάντηση ἔνιωσα ὅτι ζοῦσα σέ διαφορετικό κόσμο, ἡ ψυχή μου μαγνητιζόταν, ἀναπαυόταν καί ἔνιωθα μιά ἀγαλλίαση καί μιά πληρότητα μοναδική πού δέν μπόρεσα ὥς τότε πουθενά ἀλλοῦ νά βρῶ. Μέσα μου ὑπῆρχε μιά διαφορετική αἴσθηση, κάτι τό ἰδιαίτερο. Ἐκεῖ στήν αὐλή τῆς ἐκκλησίας μπόρεσα νά ἰσορροπήσω καί νά σταθεροποιηθῶ, νά γνωρίσω ἀνθρώπους πού πραγματικά νοιάζονταν, ἔδιναν ἀγάπη χωρίς ἀνταλλάγματα. Συνειδητοποίησα ὅτι γιά κάποιους ἡ ἐνορία, ἡ Ἐκκλησία, ἡ λειτουργική ζωή ἦταν τό κέντρο τῆς ὕπαρξής τους. Εἶχαν ἐσωτερική ἠρεμία, γαλήνη, μιά μεγάλη ἀγκαλιά γιά ὅλους καί μιά καθαρότητα στό βλέμμα πού παραξένευε κι ἔνιωθες ἐμπιστοσύνη, ἀσφάλεια καί μποροῦσες ν᾿ ἀφεθεῖς. Αὐτή ἡ παρέα ἦταν κάτι ξεχωριστό σέ ὅσα μέχρι τότε εἶχα γνωρίσει. Σιγά σιγά συνειδητοποίησα τή δύναμη τῆς λειτουργικῆς ζωῆς καί πῶς λειτουργεῖ ἡ ἐνορία ὡς προέκτασή της. Ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός, στηριζόμενος καί στόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη: «Στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ (καί συνεπῶς στή ζωή τῆς Ἐνορίας) εἰσέρχεται ὁ ἄνθρωπος γιά νά θεραπευθεῖ. Νά θεραπεύσει τήν ἀρρώστια τῆς πτώσεως, πού εἶναι ἀδρανοποίηση τῆς προσευχητικῆς λειτουργίας τοῦ «νοῦ» (δυνάμεως τῆς ψυχῆς) καί ἡ ἀπώλεια τῆς “μνήμης τοῦ Θεοῦ” (τῆς νοερᾶς

εὐχῆς) μέσα στήν καρδιά. Ὁ “ἐσκοτισμένος” ἀπό τούς λογισμούς καί τά πάθη “νοῦς” πρέπει νά χωρισθεῖ ἀπό τή “λογική” (τόν λόγο, τή διάνοια) καί νά ἐπιστρέψει στήν καρδιά, ὅπου εἶναι ἡ οἰκεία του θέση. Ἡ κάθαρση τοῦ “νοῦ” τῆς καρδιᾶς ἀπό λογισμούς καί πάθη εἶναι ἡ θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου, πού (πρέπει νά) συντελεῖται μέσα στό Πνευματικό Νοσοκομεῖο τῆς Ἐνορίας»1. Ἔτσι λοιπόν κι ἐμεῖς βρισκόμασταν στό ναό, ἐξομολογούμασταν, κοινωνούσαμε κι ἔτσι ὑπῆρχε ἕνας ἐσωτερικός δεσμός. Ἀρχικά ἡ ἐκμάθηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς μᾶς συνέδεε μέ τήν ἐκκλησιαστική μας παράδοση, ἡ ὁποία λειτούργησε καί ὡς γέφυρα ἐπικοινωνίας μεταξύ μας καί ὡς μεταφορά τοῦ ὀρθόδοξου βιώματος. Προκειμένου νά ἐξοικειωθοῦμε μέ τή γλώσσα τῶν ἐκκλησιαστικῶν κειμένων μαθαίναμε Ἀρχαῖα Ἑλληνικά ἀπό τό πρωτότυπο κείμενο τοῦ βίου τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καί τοῦ Μεγάλου Βασιλείου «Λόγος πρός τούς νέους». Τί ἄλλο νά πρωτοθυμηθοῦμε μέσα ἀπό τό ἐνοριακό πνεῦμα; Τίς ἐκδρομές μας, τά παραδοσιακά τραγούδια καί τούς χορούς μας; Τήν ἐπίσκεψη σέ πνευματικούς ἀνθρώπους; Βέβαια δέν εἶναι δυνατόν νά μιλᾶμε γιά ἐνορία χωρίς ν᾿ ἀναφερθοῦμε καί στήν ἱεραρχία. Ὅπως ἀναφέρει ὁ πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός: «Τά λειτουργήματα στήν Ἐκκλησία ἔχουν προσωπικό χαρακτήρα. Τά πρόσωπα πού ἐνσαρκώνουν τά λειτουργήματα συγκροτοῦν τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί ἱεραρχία». Σημαντική θέση ἔχει ὁ ἐπίσκοπος ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ συνδετικός κρίκος τῶν ἐνοριῶν. Ἐπίσης, «στή ζωή τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας-


ἐνορίας ἔχει πρωταρχική σημασία ὁ Πνευματικός Πατέρας, ὁ Γέροντας, ὅπως θά ὀνομασθεῖ ἀργότερα, πού συνήθως συμπίπτει μέ τόν Κληρικό-Ἐφημέριο. Γύρω ἀπό τόν Πνευματικό Πατέρα μαζεύονται τά πνευματικά του τέκνα. Οἱ Πνευματικοί Πατέρες πραγματοποιοῦν ἐν Χριστῷ τήν ἀναγέννηση, τήν πνευματική ἀναγέννηση τοῦ πιστοῦ. Ὁ Πνευματικός ἐν Χριστῷ δημιουργεῖ πνευματικούς. Ἐδῶ ὅμως ἀναφύεται ἡ ἀνάγκη νά διευκρινισθεῖ ἡ ἔννοια τοῦ Πνευματικοῦ. Πνευματικός στήν ἐκκλησιαστική γλώσσα δέν εἶναι ὁ διανοητικά καλλιεργημένος, ὁ διανοούμενος, ἀλλ᾿ αὐτός πού ἔχει Ἅγιο Πνεῦμα μέσα του, πού ἔχει καταστεῖ “ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”, ὁ Πνευματοφόρος. Αὐτή ὅμως ἡ πορεία (τῶν Πνευματικῶν) πρός τή θέωση δέν εἶναι προορισμός τῶν ὀλίγων, μιᾶς “ἐλίτ” στήν Ἐκκλησία, ἀλλ᾿ ΟΛΩΝ τῶν πιστῶν. Προορισμός κάθε πιστοῦ στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι νά φτάσει στή θέωση, νά γίνει “Θεός κατά χάριν”. Αὐτό εἶναι καί τό ἔργο τῆς ἐνορίας. Νά γίνει “ἐργαστήριον ἁγιότητος καί ἰατρεῖον πνευματικό” γιά κάθε πιστό»2. Παλαιότερα οἱ σχέσεις στήν Ἐκκλησία καί στήν ἐνορία ἦταν ζωντανές, σοῦ ἀπέπνεαν πνεῦμα ἀναγέννησης καί φρεσκάδας, μποροῦσες ἐκεῖ νά ἀνασάνεις, νά μιλήσεις, νά λειτουργηθεῖς, νά ζήσεις τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, νά σταθεῖς, καί κοντά σ᾿ ἐσένα καί οἱ ὑπόλοιποι. Πῶς ὅμως μποροῦσαν οἱ παλιότεροι νά σταθοῦν; Μά πῶς ἀλλιῶς ἀπό τό νά μετέχουν ἐνεργά στή ζωή τῆς ἐνορίας τους, ὅπου μέ τόν προσωπικό ἀγώνα τους ἑνώνονταν μέ τό Χριστό καί κατά συνέπεια μέ τούς ὑπόλοιπους ἀδελφούς τους. Ἡ Ἐκκλησία στηριζόταν σ᾿ αὐτή τή σχέση τῶν μελῶν της, γιατί ἡ Ἐκκλησία παίρνει ζωή ἀπό τήν ἐνορία. Ὑπῆρχε λοιπόν μιά ζωντανή σχέση, ἡ ὁποία στηριζόταν στό σεβασμό καί στήν ἐλευθερία. Ὅλοι ἦταν ἑνωμένοι παρά τή διαφορε-

τικότητά τους, ὁ ἕνας δέν ἐπισκιαζόταν ἀπό τόν ἄλλον, ὑπῆρχε σεβασμός στήν ἰδιαιτερότητα τοῦ ἄλλου καί ἀγάπη. Μέσα σ’ αὐτή τή ζεστασιά, τήν ἐλευθερία καί τή γνησιότητα πού βίωνε ἡ πρώτη Ἐκκλησία προσαρμόστηκαν ἀνάλογα καί οἱ σχέσεις τῶν μελῶν της. Συναντιόντουσαν ὅλοι μαζί, ἀλλά μέ προϋποθέσεις. Σήμερα ἄραγε ἐμεῖς βιώνουμε τήν ἴδια σχέση; Ὑπάρχει αὐτό τό «κάτι» τό ζωντανό πού ὑπῆρχε παλιά; Μποροῦμε σήμερα νά στηριχτοῦμε σ᾿ αὐτήν τήν ἐνοριακή σχέση καί νά προσπαθεῖ ὁ καθένας ἐντασσόμενος στό σύνολο, νά κάνει τό σκληρό προσωπικό του ἀγώνα, νά βγαίνει νικητής ξέροντας ὅτι δέν εἶναι μόνος; Πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι οἱ σχέσεις πού δημιουργοῦνται μέσα ἀπό αὐτές τίς συντροφιές, μέσα ἀπό τίς παρέες μας, δέν ἀρχίζουν καί τελειώνουν ἐδῶ ἀλλά συνεχίζονται στήν αἰωνιότητα. Ἀλλιῶς δέ θά εἶχε κανένα νόημα. Ἡ οὐσία τῆς ἐνορίας ἔγκειται σ᾿ αὐτό ἀκριβῶς. Στό νά μᾶς ὁδηγήσει στήν αἰωνιότητα καί στή θέωση. Εἶναι αἰσιόδοξο κι ἐλπιδοφόρο νά ξέρουμε ὅτι ἔχουμε μιά πορεία πρός ἕναν κοινό στόχο ὅλοι μαζί καί ὅτι κανείς δέν εἶναι μόνος. Ἔτσι, κάτω ἀπό αὐτές τίς συνθῆκες μπορεῖ ἡ Ἐνορία νά λειτουργήσει θεραπευτικά. Μπορεῖ νά ζεστάνει καί νά βοηθήσει τούς ἀνθρώπους πού ἀπελπισμένοι, γεμάτοι μοναξιά καί μέ παγωμένη καρδιά καταφεύγουν στήν Ἐκκλησία, ψάχνοντας αὐτό τό «κάτι» πού θά τούς ὁδηγήσει ξανά στήν ἐλπίδα καί στό Φῶς. Ἀναζητώντας κι ἐμεῖς αὐτό τό Φῶς, προσπαθώντας ὅσο μπορεῖ ὁ καθένας νά γίνουμε καλύτεροι γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τούς ἄλλους, ἀβίαστα γίναμε μιά παρέα καί ἡ Ἐνορία λειτούργησε καταλυτικά καί σέ μᾶς. Μέσα ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί τίς δράσεις δεθήκαμε, ὁ ἕνας βοηθοῦσε τόν ἄλλον στά προβλήματα καί στίς ἀδυναμίες του, τόν


στήριζε, χαιρόταν μέ τή χαρά καί στενοχωριόταν μέ τή λύπη του. Ὑπῆρχε αὐτός ὁ Ἄλλος πού μᾶς ἔδενε καί μᾶς δένει, «ὁ Ἄλλος πού μᾶς συνδέει καί μᾶς ὑπερβαίνει», ὅπως λέει ὁ Γιάννης Κιουρτσάκης, σύγχρονος συγγραφέας καί δοκιμιογράφος. Θεωροῦμε σκόπιμο λόγῳ καί τῆς πασχαλινῆς περιόδου ν᾿ ἀναφέρουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό ἄρθρο του: «2 Ἀπριλίου 2010. Μεγάλο Σάββατο. Φέτος ἡ Ἀνάσταση θά μᾶς βρεῖ στήν Ἀθήνα, ὕστερα ἀπό πολλά χρόνια πού κάνουμε Πάσχα στό χωριό- ὄχι πιά γιά νά μοιραστοῦμε τήν ἀνύπαρκτη κατάνυξη τῶν ἀστικοποιημένων χωρικῶν, ἀλλά τουλάχιστον γιά νά χαροῦμε τήν ἀνάσταση τῆς ἑλληνικῆς φύσης. Καί ἐπειδή ἔχω δεῖ τόσες φορές τήν ἀναστάσιμη λειτουργία νά ξεφτίζει σέ κοσμική συγκέντρωση, δίχως ἴχνος ἱερότητας -ἁπλῶς βλέπουμε νά μαζεύεται ἕνα πλῆθος ἀπό ἄντρες καί γυναῖκες πού φορᾶνε τά καλά τους γιά νά τούς δοῦν οἱ ἄλλοι καί ἀποχωροῦν μόλις ἀκουστεῖ τό «Χριστός Ἀνέστη» μέσα στόν ὀρυμαγδό τῶν βαρελότων- ἀνησυχῶ γιά ὅσα θά ἀντικρίσω ἀπόψε ἐδῶ, στήν ἀπρόσωπη τσιμεντένια μας πρωτεύουσα. Ἰδού! Ἡ κοινότητα πού νόμιζες νεκρή, καθώς τήν ἔβλεπες νά σβήνει χρόνο μέ τό χρόνο σέ μιά μεταλλαγμένη ὕπαιθρο, ἀνασταίνεται, γιά μιά στιγμή, μπροστά στά μάτια σου, ἐδῶ, στή χαώδη πολιτεία. Ποιά ἐσωτερική ἐνέργεια ἐκπέμπει αὐτή ἡ τελετή; Πῶς καταφέρνει νά μαγνητίζει καί τόν ἄσχετο μέ τή θρησκεία, ἀκόμα καί τόν ξένο; Ὑπάρχει ἐδῶ ἕνα συλλογικό δράμα, μιά λειτουργία, ἕνα ἔργο λαοῦ, πού ὅ,τι κι ἄν λέμε, ζυμώνει καί σήμερα πολιτισμό, ναί, στή ρημαγμένη μας πρωτεύουσα. Μά ὑπάρχει καί κάτι πιό κρυφό πού θησαυρίζει ἡ γλώσσα (καί, μιλώντας ἔτσι, δέν

θεολογῶ, ἀθρωπολογῶ): ὅταν ὁ ἄγνωστος πού στέκει δίπλα σου σέ βεβαιώνει ὅτι “Χριστός Ἀνέστη” κι ἐσύ τοῦ ἁπαντᾶς “Ἀληθῶς ὁ Κύριος!”, ἀνοίγετε ἕναν διάλογο, πιθανόν τυποποιημένο (τό πόσο τυποποιημένο ἐξαρτᾶται ἀπό τό νόημα πού δίνετε ἤ δέν δίνετε σ᾿ αὐτά τά λόγια). Καί ὁ διάλογός σας δέν ἐξαντλεῖται στή μεταξύ σας σχέση - τήν ἔτσι κι ἀλλιῶς εὐκαιριακή καί πρόσκαιρη: ἀναφέρεστε καί οἱ δύο σ᾿ ἕναν Ἄλλον, πού σᾶς ὑπερβαίνει. Αὐτός ὁ ἄλλος σᾶς συνδέει ἐσᾶς, τούς δύο ἀγνώστους. Αὐτός σᾶς καθιστᾶ μετόχους μιᾶς κοινότητας, ἤ, γιά νά θυμηθῶ τόν Ἀριστοτέλη, “ζῶα πολιτικά”: ἀνθρώπους ἄξιους νά ξεπεράσουν τήν ἀτομική τους μόνωση καί τόν ἐγκλεισμό στήν ἰδιωτικότητα- ἤ στήν ἰδιωτεία. Κι ὅμως, αὐτός ὁ αὐτονόητος στόν τόπο μας δεσμός (τόσο αὐτονόητος, ὥστε δέν κάνουμε τόν κόπο νά τόν προσέξουμε, ἀκόμα λιγότερο νά τόν στοχαστοῦμε), αὐτός ὁ στοιχειώδης διάλογος, αὐτή ἡ συνάντηση (πῶς νά ξεχάσω ὅτι στά ἑλληνικά τό ρῆμα ἀπαντῶ σημαίνει ἐπίσης συναντῶ;) δύο ἀγνώστων χάρη σέ ἕναν τρίτο πού βρίσκεται πέρα ἀπό αὐτούς ἔχει γίνει πράγμα σχεδόν ἀδιανόητο στόν σημερινό “προηγμένο” κόσμο»3. Ἡ ἀγωνία μας τώρα εἶναι πώς αὐτός ὁ Ἄλλος μπορεῖ νά γίνει τό κέντρο τῆς ζωῆς τῶν παιδιῶν μας, εἰδικά στίς μέρες μας πού οἱ κίνδυνοι καί οἱ πειρασμοί εἶναι πολλοί. Πῶς ὅμως θά καταφέρουμε νά κάνουμε τό παιδί μας νά νιώσει ὅτι ἡ ἐνορία μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς καταφύγιο στίς δύσκολες αὐτές μέρες πού ζοῦμε γιά ν᾿ ἁπαλύνει τόν πόνο του, τή μοναξιά του, νά ἱκανοποιήσει τήν ἀνάγκη του νά ἐνταχθεῖ σέ μιά κοινωνική ὁμάδα, στήν ὁποία νά τό δέχονται ὅπως εἶναι,


μέ τίς ἰδιαιτερότητες, τά ἐλαττώματα καί ὅλες τίς ἀνασφάλειες πού κουβαλᾶ μέσα του. Ἡ ἐνορία ἔρχεται νά ἐνισχύσει τήν οἰκογένεια καί νά λειτουργήσει ὡς προέκταση καί συμπλήρωμά της. Σέ μιά αὐθεντική ἐνορία, ἡ λειτουργία τοῦ ἐνοριακοῦ κέντρου προεκτείνεται στό σπίτι τοῦ κάθε ἐνορίτη, πού γίνεται καί αὐτό “κατ᾿ οἶκον ἐκκλησία”. Ἡ οἰκογένεια θά πρέπει νά εἶναι ἐνσωματωμένη στήν ἐνορία, συμμετέχοντας στίς δράσεις της καί στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν οἱ γονεῖς νιώθουν ζωντανά καί συνειδητοποιημένα μέλη τῆς ἐνορίας, τό παιδί γαλουχεῖται ἀνάλογα. Νιώθει τήν ἀνάγκη νά ἐκκλησιάζεται καί νά συμμετέχει στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας: στήν κατήχηση, στίς νεανικές συντροφιές, στήν ἐκμάθηση καί πρακτική ἐξάσκηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς. Βέβαια ἴσως κάποια στιγμή τῆς ζωῆς του τό παιδί, ἰδιαίτερα στήν ἐφηβεία, στό πλαίσιο τῆς ἀντίδρασης, ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν ἐνοριακή ζωή, ὅμως βαθιά μέσα του θά ξέρει ὅτι ἡ Ἐκκλησία, μέσα στήν ὁποία μεγάλωσε, θά τό περιμένει σάν ἀσφαλές λιμάνι. Ὅμως, γιά νά γίνει αὐτό, δηλαδή ἡ ἐνορία νά λειτουργήσει ὡς φάρος, ὡς πόλος ἕλξης καί ὡς λιμάνι, θά πρέπει νά λειτουργεῖ ἀληθινά, νά λειτουργεῖ «κατά Χριστόν» καί νά μήν ξεφεύγει ἀπό τόν σκοπό της πού εἶναι νά ἐξασφαλίζει τήν τελειότητα τῶν μελῶν της. Μόνο ἔτσι σκεφτόμενοι μποροῦμε νά σωθοῦμε μέσα στήν ἐνορία. «Μόνο πατερικά μπορεῖ νά συνειδητοποιηθεῖ, ὅτι κύριος σκοπός τῆς Ἐνορίας δέν εἶναι νά ἐπιτελεῖ ἁπλά κάποιο κοινωνικό καί φιλανθρωπικό ἔργο ἤ νά ἐξαντλεῖται σέ “τελετές” καί “πανηγύρεις” καί ληξιαρχικές διεκπεραιώσεις, ἀλλά νά εἶναι ζωντανό καί ἐνεργό “ἐργαστήριο” σωτηρίας-θεώ-

σεως. Νά εἶναι στίβος ἀγώνα κατά τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας, τῆς φθορᾶς καί κολυμβήθρα ἀναγεννήσεως καί ἀναστάσεως. Τό κοινωνικό (φιλανθρωπικό) ἔργο τότε θά εἶναι μέσα στόν ἀγώνα θεώσεως, ἡ δέ κοινωνικότητα καί ἀδελφικότητα, θά εἶναι φυσικοί καρποί τῆς κοινωνίας μέ τήν Ἄκτιστη Θεία Χάρη»4. Mέσα σ᾿ αὐτό τό γενικό κλίμα ἀλλοίωσης πού ὑπάρχει, γιά νά μπορέσουμε νά διαφυλάξουμε τήν πίστη μας, νά βοηθήσουμε τά παιδιά μας νά διατηρήσουν τήν ἀκεραιότητά τους, παρά τή διάχυτη ἀπελπισία νά διατηροῦν τή χαρά καί τή ζωντάνια τους, νά μή χάσουν τόν ἑαυτό τους, νά ἀναπνέουν φρέσκο ἀέρα μέσα σέ «νέους» ἀνθρώπους, νά καταπολεμήσουμε τή μοναξιά -γιατί πῶς μποροῦμε νά νιώθουμε μοναξιά ὅταν εἶναι μαζί μας ὁ Χριστός;- πρέπει νά προσπαθήσουμε νά «ἀναστήσουμε» τήν Ἐνορία μας καί νά λειτουργοῦμε μέ κέντρο τό Χριστό. Μόνο μέσα στήν ἐλευθερία τοῦ γνήσιου ἐνοριακοῦ πνεύματος μποροῦμε νά διαφυλάξουμε τήν ὀρθόδοξη παράδοσή μας, νά ἐπιβιώσουμε καί νά βγοῦμε σῶοι καί ἀβλαβεῖς ἀπό τή φουρτούνα, τόν παραλογισμό καί τήν ἀληθοφάνεια τῆς ἐποχῆς μας. Ἀφροδίτη Μακρυνάκη-Συγγελάκη Ἑλένη Σαντιμπαντάκη-Τσικαλάκη ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 1. https://agioskosmasoaitolos.wordpress.com 2. https://agioskosmasoaitolos.wordpress.com 3. Γιάννη Κιουρτσάκη, Γυρεύοντας στήν ἐξορία τήν πατρίδα σου, ἐκδόσεις Πατάκη, Ἀθήνα Μάρτιος 2015, σελ. 176- 178. 4.. https://agioskosmasoaitolos.wordpress.com

ΝΕΑΝΙΚΑ ΑΓΚΥΡΟΒΟΛΗΜΑΤΑ 91  
Advertisement