Page 1

Nεανικά Nεανικά Ἀγκυροβολήματα AγκυροβολήΔ I M H N I A I O Φ Y Λ Λ A Δ I O T H Σ I E PA Σ M H T P O Π O Λ E Ω Σ I E PA Π Y T N H Σ K A I Σ H T E I A Σ Γ I A T O Y Σ N E O Y Σ TEYXOΣ 89 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2015

Κ ΑΤΗ ΧΗΤΙ Κ Α Κ Ε ΦΑ Λ ΑΙ Α

Ὀρθόδοξη παράδοση καὶ λαϊκὸς πολιτισμός Γιὰ τοὺς καρποὺς τῆς παιδείας τοῦ Γένους μας Ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη μέσα ἀπὸ τὶς γραφὲς τοῦ Παπαδιαμάντη Προλογικό Γράψαμε στὸ προηγούμενο τεῦχος γιὰ τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη ὡς τὸν μέγιστο καρπὸ τῆς παιδείας τοῦ γένους. Καὶ εἶναι ἐντυπωσιακὸ ὅτι γιὰ τὴν καλλιέργεια αὐτοῦ τοῦ καρποῦ δὲν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ γνώση ποὺ ἀποκτιέται μὲ τὴν κοσμικὴ μόρφωση. Θὰ ἦταν ἄλλωστε ἄδικο γιὰ ὅσους στεροῦνταν τὴν κοσμικὴ γνώση καὶ γιὰ τοὺς διανοητικὰ ἁπλούστερους μιὰ τέτοια προϋπόθεση. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι ὁ Χριστὸς τὸν ἔστειλε νὰ κηρύξει τὸ εὐαγγέλιό Του «οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ… ἀλλ’ ἐν ἀποδείξει Πνεύματος καὶ δυνάμεως…». Καὶ «ἐπειδή», ὅπως λέει

πιὸ κάτω, «οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς διάλεξε «τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου…ἵνα τοὺς σοφούς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κ ό σ μ ο υ ἐξελέξατο ὁ Θεὸς, ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ, ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ»1. Τοὺς φτωχοὺς καὶ ἐξουθενημένους ἀπὸ τὴν «παρ’ ἡμῖν ψευδοαριστοκρατία» ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ μας φέρνει στὸ προσκήνιο ὁ Παπαδιαμάντης μὲ τὶς


γραφές του. Τὴ Σεραϊνὼ ἀπὸ τὸ διήγημα «Ὁ γάμος τοῦ Καραχμέτη», τὸ Γιωργὴ ἀπὸ τὸ διήγημα «Ἔρως Ἥρως», τὴ Χριστίνα τὴ δασκάλα ἀπὸ τὸ διήγημα «Χωρὶς στεφάνι», τὸ «Φτωχὸ Ἅγιο» καὶ τόσους ἄλλους. Οἱ ἁπλοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι εἶναι τὸ καύχημα τοῦ γένους μας, οἱ εὔχυμοι καρποὶ μιᾶς παιδείας ποὺ σήμερα φαίνεται οὐτοπική, ὑπερβολικὴ καὶ παράλογη στοὺς δυτικόπληκτους πάσης φύσεως καὶ κατευθύνσεως. Ἐπιβεβαιώνεται ἔτσι κάθε μέρα καὶ περισσότερο ὁ προφητικὸς λόγος τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου ποὺ ἔλεγε ὅτι θἄρθει καιρὸς ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ τρελαθοῦν, κι ἄν δοῦν κανένα ἰσορροπημένο θὰ λένε πὼς αὐτὸς εἶναι τρελός, γιατὶ δὲν πάει μὲ τὰ νερά τους. Ἔγραφε ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ θαμπωμένοι ἀπὸ τὸν πολιτισμὸ τῆς ἑσπερίας περιφρονοῦσαν τὴν παράδοση τῆς ἀνατολῆς καὶ ἰδιαίτερα τὴ σχέση της μὲ τὴν πίστη, τὰ ἀκόλουθα: «Μὴ θρησκευτικά, πρὸς Θεοῦ! Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐνοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατ᾽ εὐθεῖαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα ἐπολιτίσθησαν, ἐπροώδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τἆλλα ἔθνη… Σὺ δὲ πῶς τολμᾷς νὰ γράφῃς, ὁμιλῶν περὶ Ἰουλιανοῦ2 τοῦ Παραβάτου, καρφωμένου εἰς τὸν τοῖχον ἀπὸ τὴν λόγχην τοῦ Ἁγ. Μερκουρίου, τοιαύτην βλάσφημον φράσιν: «Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος…»; Ὅταν συγγραφεὺς ἄλλος, καὶ ἄλλης περιωπῆς δημοσιεύσας πρὸ ἐτῶν ἱστορικοφανταστικὸν δρᾶμα, προέτασσε χυδαῖα ἀληθῶς προλεγόμενα, δι᾽ ὧν ὕβριζε βαναύσως τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων του - τότε οὐδεὶς λόγος ἦτο ὅπως σκανδαλισθῇ τις, διότι τὸ πρᾶγμα

ἦτο τῆς μόδας. Ἀλλὰ σύ, νὰ τολμᾷς νὰ ἐκφράζεσαι μὲ τοιαύτην ἀσεβῆ γλῶσσαν περὶ τοῦ Ἰουλιανοῦ ἐκείνου, τοῦ Παραβάτου ἢ Ἀποστάτου καλουμένου- ἡ θρασύτης ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον. Καὶ ὅμως ὁ σοφὸς ἐπικριτὴς δὲν ἐνόησεν ὅτι ἡ φράσις ἦτο ἐξ ἀντικειμένου, ὅπως λέγουσιν αὐτοί· ἀπέδιδε δηλ. διὰ λέξεων τὰ χρώματα τοῦ ζωγράφου· καὶ ὅτι πᾶν ζήτημα περὶ τῶν δοξασιῶν τοῦ γράφοντος (ὅστις ἐν τούτοις δὲν ἀρνεῖται ὅτι συμμερίζεται τὴν γνώμην τοῦ Βυζαντινοῦ τοιχογράφου) παρέλκει ὅλως». Καὶ καταλήγει: «Τὸ ἐπ᾽ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε… νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾽ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ». Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι τὰ πρότυπα ποὺ μᾶς παρουσιάζει μέσα ἀπὸ τὶς γραφές του ὁ Παπαδιαμάντης μιλοῦν ἀκόμα στὶς καρδιὲς τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων παραθέτουμε συντετμημένο τὸ διήγημα «Ὁ γάμος τοῦ Καραχμέτη» καθὼς καὶ ἕνα κείμενο μὲ ἀναφορὰ στὸ διήγημα «Φτωχὸς ἅγιος». παπα-Νικόλας Ἀλεξάκης 1. Α΄ Κορ. 1,21κ.ἐ. 2,4 2. Ὁ Ἰουλιανὸς ἐδῶ εἶναι σύμβολο τοῦ δυτικοῦ οὐμανισμοῦ σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ἥρωες τοῦ Παπαδιαμάντη ποὺ εἶναι σύμβολα τοῦ Θεοουμανισμοῦ τῆς ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς.


Ὁ γ άμ ο ς το ῦ Κα ρ αχ μ έ τη [. . .] Ὁ Κουμπῆς Νικολάου, μαῦρος, ρωμαλέος, ἐπιβλητικὸς μὲ τὸ τσιμπούκι, μὲ τὰς κεντητὰς μακρὰς χειρῖδας, καὶ μὲ τὰ τσόχινα πανωβράκια του… τὰ εἶχε καλὰ μὲ τοὺς Ἀγάδες. Ἐντούτοις, κατ᾿ οἶκον εἶχε διαφόρους πειρασμοὺς ὁ Κουμπῆς. Τὴν χρονιὰν ἐκείνην εἶχε κολλήσει στὸν νοῦν τοῦ Κουμπῆ, ὅτι ἔπρεπε νὰ χωρίσῃ τὴν γυναῖκά του, ἐπειδὴ ὕστερ᾿ ἀπὸ 15 χρόνων συζυγίαν δὲν τοῦ εἶχε κάμει παιδί. … Ὁ κὺρ Κουμπῆς, ἐνῷ κατὰ τὰ ἄλλα ἦτο τόσον αὐστηρὸς ἄνθρωπος, εἶχε κι αὐτὸς μίαν ἀδυναμίαν· ἐπόθει νὰ ἔχῃ μικρὸν νινί, χαριτωμένον, ἀγγελικὸν πλάσμα, διὰ νὰ τὸ χορεύῃ στὰ γόνατά του. Ἡ Σεραϊνὼ ἦτο σαράντα χρόνων, καὶ μετὰ τόσα χρόνια, 15 περίπου, δὲν ἐγέννησε τίποτε. «Οὔτε παιδί, οὔτε κουτάβι, οὔτε ᾽κλοῦθο*». Αὐτὸς ἦτο πεντηκοντούτης ὡς ἔγγιστα. Ἡ Λελούδα ἡ ἀντικρινή του ἦτο μόλις τριάντα χρόνων ἴσως - ὡραία, ροδόπλαστος, σεμνή, ταπεινή, πτωχὴ καὶ ἄμεμπτος, ἀπροστάτευτη καὶ πεντάρφανη. Ἕνα μόνον θεῖον εἶχε, κ᾿ ἐκεῖνος δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ τὴν προστατεύσῃ. Ἐσκέφθη νὰ τὴν ἀπαγάγῃ, καὶ νὰ δωροφορήσῃ ἕνα παπάν, ἢ καὶ νὰ τὸν βιάσῃ μὲ φοβέραν -ἐπειδὴ ἦτο γνωστὸν ὅτι τὰ εἶχε καλὰ μὲ τοὺς Τούρκους- νὰ τοὺς στεφανώσῃ. Καὶ τὸ πρῶτον στεφάνι τί θὰ ἐγίνετο; Αὐτὸς δὲν εἶχεν ἀτιμάσει τὸ στεφάνι, οὔτε ἡ συμβία του. «Πόρνους καὶ μοιχούς…» Θὰ τὸ ἔκαμνε μόνον διὰ ν᾿ ἀποκτήσῃ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, κληρονόμον. Ὅταν, τὰς ἡμέρας ἐκείνας, συνέβη νὰ καταπλεύσῃ ὁ Πασὰς μὲ τὴν ἀρμάδα, ὁ Κουμπῆς τὸ ἀπεφάσισε. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν εἰς τὴν ναυαρχί-

δα συνωμίλησε μίαν ὥραν μετὰ τοῦ Ἀχμέτη Πασᾶ. Τί τοῦ εἶπε; Φαίνεται ὁ Κουμπῆς τοῦ ἐζήτησεν ἐκδούλευσιν, καὶ ὁ Τοῦρκος ναύαρχος τοῦ ὑπεσχέθη. Τὸ βράδυ, ὅταν ἐνύχτωσεν, ὁ Κουμπῆς εἶχεν ἀρματώσει μίαν σκαμπαβίαν μὲ ἓξ κωπία. Τοὺς δύο ἐκ τῶν κωπηλατῶν, ψαράδες τοῦ γιαλοῦ, ὁποὺ ἦσαν ἄνθρωποί του καὶ λίαν ἀφωσιωμένοι εἰς αὐτόν, τοὺς ἔπεισε ν᾿ ἀνέλθωσι τὸν ἀνήφορον -ὑψηλόν, ἀπότομον, πετρώδη, ὁποὺ ἔφερεν ἀπὸ τὸν Γιαλὸν εἰς τὸ Κάστρον, ὑποκάτω στὴν γέφυραν τοῦ Κάστρου, ἀπὸ ἄσχιστον ἀγριόξυλον, παρὰ τὸ χάσμα, ὅπου ἔχαινεν ἄβυσσος καὶ κρημνός, ὅπου ἔπιανε πάντα ἄνθρωπον ἴλιγγος καὶ σκοτοδίνη. Τὴν γυναῖκά του τὴν Σεραϊνὼ τὴν εἶχε κράξει τὸ πρωί, καθὼς κατέβαινεν ἀπὸ τὸν κρεμαστὸν σοφάν*, …καὶ τῆς εἶπε: - Τ᾿ ἀκοῦς, Κουμπίνα; Τὸ βράδυ, σὰν σουρουπώσῃ, νὰ πᾷς ν᾿ ἀνάψῃς τὰ καντήλια τ᾿ Ἁι-Προκοπίου, κάτω στὸ ρέμα. Τὸ ἔχω τάξιμο ἀπὸ καιρό. …Πάρε μαζί σου καὶ τὴν φτωχὴ γειτόνισσά μας τὴν Λελούδα, ἐπειδὴ καὶ εἶναι κι αὐτὴ ἀνέβγαλτη καὶ δὲν ἔχει ἄλλη παρηγοριὰ ἀπὸ σένα, ποὺ θὰ εἶναι μοναξιά, νὰ πᾶτε ν᾿ ἀνάψετε τὰ καντήλια, νὰ σεργιανήσετε κιόλας. Ἡ Κουμπίνα, ἂν καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ καταδαμάσῃ τὴν ἀλλόκοτον ὑποψίαν ποὺ τῆς ἦλθε στὸν λογισμόν, συνεμορφώθη μὲ τὴν παραγγελίαν τοῦ συζύγου της. Ἦτο ἁπλῆ καὶ δὲν ἐπονηρεύετο. … Ὁ Κουμπὴς ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ὑπάγει πρὸς συνάντησιν τοῦ παπα-Σταμέλου, ἐνορίτου του, ἐφημερεύοντος εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, καὶ τοῦ εἶπε: -Τὸ βράδυ-βράδυ, νὰ πάρῃς τὸ πε-


τραχήλι σου, καὶ τὸ ἁγιασματάρι· θὰ πᾶμε μαζί, γιὰ νὰ ψάλῃς ἁγιασμὸ στὴ φεργάδα. Ὁ παπὰς τὸν ἐκοίταξε μὲ ἀπορίαν. -Μὴ σοῦ φαίνεται παράξενο. Εἶναι τόσοι Χριστιανοὶ μὲς στὰ καράβια. Ὁ γραμματικὸς τοῦ Καπετὰν Πασᾶ εἶναι Χριστιανός, ὁμοεθνής μας, ὁ λοστρόμος Χριστιανός, σ᾿ ὅλα τὰ καράβια εἶναι ἀσκέρι Χριστιανοί. Στὴ φεργάδα εἶναι τὸ ἕνα τρίτο.… Τὴν ὥραν ποὺ ἔβγαιναν ἡ Κουμπίνα κ᾿ ἡ Λελούδα ἀπὸ τὸν Ἅγιον Προκόπιον, ὅπου εἶχον ἀνάψει τὰ κανδήλια, εἶχε σουρουπώσει πλέον, καὶ σκότος ἤρχισε ν᾿ ἁπλώνεται εἰς ὅλην τὴν κρημνάδα αὐτήν. …Τὸ μονοπάτι ἐκατηφόριζεν ἀποτόμως πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, καθὼς ἐξῆλθον ἀπὸ τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου, κ᾿ ἔβαινεν ἐγγύτατα εἰς τὸν αἰγιαλόν. Εἶτα ἀνήρχετο πάλιν, κι ἀνηφόριζε πλαγινὰ βαθμηδὸν βαῖνον πρὸς τὴν εἴσοδον τοῦ Καστριοῦ, εἰς τὴν γέφυραν. Ἐκεῖ ποὺ ἐπατοῦσαν αἱ δύο γυναῖκες, εἰς τὸ παρδαλὸν σκότος, ἦτο ἄκρα μοναξιά, δὲν ἐφαίνετο ψυχὴ ζῶσα. Ὤ, καλύτερον νὰ μὴν ἦτο ψυχὴ ζῶσα τὴν ὥραν ἐκείνην, διὰ τὴν Κουμπίναν, καὶ διὰ τὴν Λελούδαν -τὴν τρομάρα ποὺ πῆραν αἱ δύο γυναῖκες!- εἰς τὸ μέρος αὐτό. Δύο ἄνθρωποι, κρυμμένοι ὄπισθεν βράχου, εἰς τὸν ὄχθον τοῦ δρόμου, ὡμίλησαν ἑλληνιστί: -Σταθῆτε! μὴ φοβᾶσθε… Πρὶν ἀρθρώσωσι δευτέραν λέξιν, τρίτος ἐξόπισθεν τοῦ βράχου προέκυψεν, ὁ Κουμπῆς. -Μὴ φοβᾶσαι, ἀθῴα Λελούδα! Κουμπίνα, νὰ πᾷς στὸ σπίτι σου. Ἔλα μαζί μας, Λελούδα. -Νὰ ᾽ρθῇ; ποῦ νὰ ᾽ρθῇ; Σὲ καλό σου, Κουμπῆ, ἐτόλμησε νὰ ψελλίσῃ ἡ Κουμπίνα. -Σῦρε στὸ σπίτι σου, Κουμπίνα, ἐπα-

νέλαβεν ὁ σύζυγός της. Λελούδα, ἔλα, θὰ πᾶμε στὴν φεργάδα. -Στὴ φεργάδα! ἐπανέλαβεν ὡς ἠχὼ ἡ Κουμπίνα.… Μεγάλη βάρκα, μὲ ἓξ κουπιά, ἐπερίμενεν εἰς τὴν ρίζαν τοῦ θαλασσοκτισμένου Κάστρου, δίπλα εἰς ἕνα χαμηλὸν καὶ τριμμένον, πατημένον βράχον, σχηματίζοντα φυσικὴν ἀποβάθραν. Ὁ παπα-Σταμέλος, τυλιγμένος ὣς τὸν λαιμὸν εἰς τὸ ράσον του, μὲ τὸ κωνοειδὲς καλυμμαύχι του, κατεβασμένον ὣς τὰ φρύδια καὶ τὰ πτερύγια τῶν ὤτων, ἐκστατικός, φοβισμένος, ἐπερίμενε καθήμενος παρὰ τὴν πρύμναν. Οἱ ἓξ κωπηλάται, ὅλοι Γραικοὶ ἐκ τῶν ἀγημάτων, ὕψωσαν τὰς κώπας. Ἡ Λελούδα, ὠχρά, τρέμουσα, λιπόθυμος καὶ σχεδὸν νεκρά, καὶ ζῶσα ὡς ἐν ὀνείρῳ, ἐπεβιβάσθη, ὑποβασταζομένη ἀπὸ τὸν Κουμπήν. Οἱ δυὸ νομάτοι, οἵτινες ἦσαν συνεργοὶ τῆς ἁρπαγῆς, ἠκολούθησαν μετ᾿ αὐτούς. …Ὁ νησιώτης προεστὼς ἔλαβε τοὺς οἴακας, αἱ κῶπαι ἔπληξαν τὰ κύματα, καὶ μετὰ εἴκοσι λεπτὰ ἡ βάρκα ἔφθασε παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς ναυαρχίδος.… Ὁ Φαναριώτης ἐφάνη καὶ ὡδήγησε τοὺς ἐπισκέπτας κάτω εἰς τὸν ἴδιόν του θάλαμον. Ἐκεῖ τὸ πρῶτον ὁποὺ εἶδεν ἡ Λελούδα, ἅμα ἤρχισε νὰ συνέρχεται βαθμηδὸν εἰς τὰς αἰσθήσεις της, ἦτο μία εἰκὼν φέρουσα τὴν Παναγίαν μὲ τὸν Χριστὸν βρέφος, καὶ ὑποκάτω τὸν Ἅγιον Νικόλαον, ἱεράρχην μὲ πολιὰ στρογγύλα γένεια, κρατοῦντα Εὐαγγέλιον κ᾿ εὐλογοῦντα. -Λοιπόν, παπά μου, ἂν ἀγαπᾷς τώρα, φόρεσε τὸ πετραχήλι, κι ἄνοιξε τὸ βιβλίο σου. Ὁ ἱερεὺς ὑπήκουσε μηχανικῶς. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην κατῆλθε τὴν σκάλαν τῆς καμπίνας εἷς ναύτης, ὅστις ἦτο ἐκ τῶν κωπηλατῶν τῆς βάρκας. Ἐνεχείρισεν εἰς τὸν Κουμπὴν ἓν μικρὸν δέμα,


ἐντὸς μεταξωτοῦ προσοψίου, ἐπίπεδον, κυκλοτερές. -Αὐτὸ τὸ ηὗρα μὲς στὴ βάρκα, εἶπεν. -Ἄ! κ᾿ ἐγὼ τὰ ξέχασα, εἶπεν ὁ Κουμπῆς. Ἦσαν στέφανα τοῦ γάμου, τὰ ὁποῖα ὁ Κουμπῆς εἶχε κατασκευάσει, φαίνεται, λάθρᾳ, καὶ ἰδιοχείρως τὴν ὥραν ποὺ ἡ Κουμπίνα εἶχε κινήσει νὰ ὑπάγῃ στὸν Ἁι-Προκόπην μαζὶ μὲ τὴν Λελούδαν. … Ὁ Κουμπῆς ἀπέθεσε τὰ στέφανα ἐπὶ τῆς τραπέζης, κάτω τῆς Ἁγίας εἰκόνος, ἔκαμεν ἕνα σταυρόν, κ᾿ ἔδωκε τὴν χεῖρα εἰς τὴν Λελούδαν. -Ἔλα, ἀγάπη μου. Ἡ κόρη ἐσηκώθη μηχανικῶς. Οὔτε ἤθελεν, οὔτε ἠδύνατο ν᾿ ἀντισταθῇ. Ἐστάθη ἐκεῖνος δεξιά, καὶ αὕτη ἀριστερά, ἀντικρὺ τῆς εἰκόνος. …Τὴν στιγμὴν ποὺ ὁ Φαναριώτης ἤλλαζε τὰ στέφανα ἐπάνω στὰ κεφάλια τῶν νεονύμφων, τρεῖς μεγάλες κανονιὲς ἐβρόντησαν ἐπάνω στὸ κατάστρωμα, ἐκ τῶν πλευρῶν τοῦ πλοίου. Ὅλον τὸ πέλαγος ἐσείσθη καὶ τὸ Κάστρον ἀντικρὺ ἐπῆγε καὶ ἦλθεν ἀπὸ τὸν κρότον καὶ τὸν κλόνον.… Κάτω στὸ Κιόσι, στὸν ἀρχοντομαχαλάν, κοντὰ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, ἡ Σεραϊνώ, ὁποὺ ἠγρύπνει εἰς τὸ σπίτι τοῦ Κουμπῆ, ἤκουσε τοὺς κανονοβολισμούς, καὶ μόνη αὐτὴ τοὺς ἐξήγησεν εἰς τὴν ἀληθῆ σημασίαν των. -Στερεωμένοι, καλορρίζικοι, ἐψιθύρισε, σχεδὸν ἄνευ πικρίας. Μὲ γυιούς, Κουμπῆ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Σεραϊνὼ ὑπελόγιζε μετὰ βεβαιότητος ὅτι, ἐντὸς δύο ὡρῶν τὸ πολύ, τὸ ζεῦγος ἔμελλε νὰ φθάσῃ στὸ Κάστρον. Διότι δὲν θὰ ἦτο

πιθανὸν νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι θὰ ἐξημέρωναν ἐπὶ τῆς ναυαρχίδος. Ἐσκέφθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τῆς Λελούδας τὸ κλειδί, νὰ ὑπάγῃ νὰ διέλθῃ αὐτὴ τὸ λοιπὸν τῆς νυκτὸς ἀντικρύ, εἰς τὸ μικρὸν σπιτάκι ἐκείνης. Τότε ἐνθυμήθη ὅτι τὸ κλειδὶ τὸ εἶχεν ἀφήσει ἡ Λελούδα εἰς τῆς Κουμπίνας, ἀκριβῶς εἰς τὸν ἀνατολικὸν θάλαμον, ὅπου εὑρίσκετο τώρα αὐτή. Τὸ εἶχε κρεμάσει εἰς καρφί, ὑποκάτω στὰ εἰκονίσματα. Ἡ Σεραϊνὼ ἀνέβλεψε καὶ τὸ εἶδεν ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ κανδηλίου. Ἔκαμεν ἀκουσίαν χειρονομίαν νὰ τὸ λάβῃ. Εἶτα ἐκρατήθη, κ᾿ εἶπε: «Καλύτερα, ἂς ἔλθῃ, νὰ τῆς τὸ ζητήσω». Τέλος περὶ τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα ἔφθασεν ἤρεμα καὶ ἐν ἄκρᾳ σιωπῇ τὸ ζεῦγος τῶν νεονύμφων. Ὁ Κουμπής, ἔχων τόσην ἐπιρροὴν πάντοτε, ἀλλὰ πολλαπλασιαζομένην τώρα ὡς ἐκ τῆς παρουσίας τοῦ Τουρκικοῦ στόλου, εἶχε προδιαθέσει τοὺς προεστοὺς καὶ τὴν πολιτοφυλακήν, λέγων ὅτι εἶχε σπουδαίαν ὑπόθεσιν ἐπάνω στὴν φεργάδα, καὶ ὅτι θὰ ἔφθανε πολὺ ἀργὰ τὴν νύκτα. Ὅθεν ἦτο ἀνάγκη νὰ χαμηλώσουν τὴν γέφυραν καὶ ν᾿ ἀνοίξουν τὰς πύλας τοῦ φρουρίου. Ἡ Σεραϊνὼ ἤνοιξε τὴν θύραν εἰς τὸ πρῶτον κροῦσμα, ἐστάθη σταθερά, ὑπομειδιῶσα καὶ τοὺς εὐχήθη: -Στερεωμένοι! καλορρίζικοι! μὲ


γυιούς, Κουμπῆ… -Πῶς ξέρεις; -Ἦρθ᾿ ἕνα πουλάκι καὶ μοῦ ᾽πε. Ἐστράφη πρὸς τὴν Λελούδαν. -Νὰ πάρω τὸ κλειδὶ τοῦ σπιτιοῦ σου, νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ ἀπόψε; Ἡ Λελούδα κατένευσε δακρύουσα. Εἶτα ἐπρόφερε: -Νὰ μὲ σχωρέσῃς! -Σχωρεμένη καὶ βλοημένη νά ᾽σαι, εἶπεν ἐν ἐγκαρτερήσει ἡ πρῴην Κουμπίνα. Τὴν ἐπαύριον πρωὶ ὁ Κουμπῆς, καθὼς ἐξῆλθε, διερχόμενος πρὸ τῆς θύρας τοῦ πενιχροῦ οἰκίσκου, ἔκραξε τὴν γυναῖκα καὶ τῆς εἶπε: -Σεραΐνα (ἔπαυσε πλέον νὰ τὴν ὀνομάζῃ Κουμπίνα), πάρε τὰ ροῦχά σου, τὰ εἴδη σου, τ᾿ ἀτομικά σου, πάρε καὶ καμπόσα δικά μου, ὅσα θέλεις καὶ σῦρε νὰ καθίσῃς στὸ σπίτι τὸ δικό σου, ἐκεῖ στὸ Πρεγάδι. Θὰ στείλω μαστόρους νὰ τὸ μερεμετίσουν, ὅ,τι χρειάζεται, σήμερα. Καὶ σὲ περικαλῶ, ὅσο μπορεῖς, νὰ τά ᾽χῃς καλὰ μὲ τὴν Κουμπίνα. -Ἐγὼ θὰ τά ᾽χω καλὰ μὲ τὴν νέαν Κουμπίνα, ὅπως τὰ εἶχα καὶ μὲ τὴν Λελούδα, ἀπήντησεν ἡ ἁπλῆ ψυχή. Καὶ σὲ περικαλῶ, Κουμπῆ, νὰ μ᾿ ἀφήσῃς νὰ καθίσω στὸ σπίτι σου, νὰ σοῦ ἀνατρέφω τὰ παιδιὰ ποὺ θὰ κάμῃς. -Καλά, ὁ Θεὸς σὲ φωτίζει νὰ φέρνεσαι ἔτσι, ἁγία ψυχή, εἶπε, μὴ δυνάμενος νὰ κρατήσῃ, ὁ σκληρός, τὴν συγκίνησίν του.

Ἔκτοτε ὁ Κουμπῆς Νικολάου ὠνομάσθη ἀπ᾿ ὅλον τὸ χωρίον Καραχμέτης, ἐκ τοῦ ὀνόματος τοῦ Τούρκου ναυάρχου, κ᾿ οἱ ἀπόγονοί του ὀνομάζονται μέχρι σήμερον Καραχμεταῖοι. Διότι ἔτεκεν ἡ Λελούδα, καὶ ἡ Σεραΐνα ἀνέθρεψε, τὸν Κονόμον (Ἀλέξανδρον), τὸν Μόσκοβον, τὸν Γεώργιον, τὸν Θωμᾶν καὶ ἄλλας τόσας θυγατέρας.… Ἡ Σεραΐνα ἐπέζησε δέκα ἢ δώδεκα ἔτη, ὅσα ἤρκουν διὰ ν᾿ ἀναθρέψῃ τὰ τέκνα τοῦ Κουμπῆ. Ἀνεπαύθη κ᾿ ἐτάφη ἔξωθεν τοῦ ναΐσκου τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, σιμὰ εἰς τὴν πελωρίαν κοκκινομορέαν καὶ παρακάτω ἀπὸ τὸν τεράστιον σχοῖνον, κυρτὸν ἐν εἴδει καλύβης καὶ ἀποστάζοντα δάκρυ λιβάνου, καὶ ἀντικρὺ εἰς τὴν ὡραίαν καὶ τόσον ζωηρὰν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου, τὴν ἐπὶ τοῦ ἀνωφλίου τοῦ ναοῦ. Ὅταν ἐπῆγαν μετὰ τρία ἔτη νὰ σκάψουν διὰ τὴν ἀνακομιδὴν τῶν λειψάνων της, λεπτὸν θεσπέσιον ἄρωμα ὡς βασιλικοῦ, μόσχου καὶ ρόδου ἅμα, ἀνῆλθεν εἰς τοὺς μυκτῆρας τοῦ ἱερέως, τοῦ σκάπτοντος ἐργάτου, τῆς Λελούδας καὶ δύο ἄλλων παρισταμένων γυναικῶν. Τὰ κόκκαλά της εἶχον εὐωδιάσει. (1914) (ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΑΠΑΝΤΑ, ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1985, σελ. 493-507)


Π άν ω στό ν « φ τωχ ό Ἅγι ο » το ῦ Π απ αδ ια μ άν τη «Ἡ πρώτη ἀκτίς τοῦ ἀνατέλλοντος ἡλίου ἐφώτισε τό προώρως ἐρρυτιδωμένον μέτωπόν του καί τούς χαρακτήρας τοῦ ἰσχνοῦ προσώπου του, προσώπου μόλις τεσσαρακονταετοῦς, καί ἡ μορφή του ἐφάνη μυστηριώδους θελγήτρου μετέχουσα, καί δέν ἐφαίνετο ἄμοιρος ψυχικοῦ ἤ καί αἰσθητοῦ κάλλους ὁ τραχύς καί ἄξεστος Τσόμπανος, ὁ ὑψηλός καί σκληραγωγημένος καί ἡλιοκαής, ὁ βόσκων τάς ὀλίγας αἶγάς του εἰς τό κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν». Λίγο μετά ὁ βοσκός, θά σφραγίσει μέ τό αἷμα τῆς θυσίας του τόν ἐπίγειον βίον του, ἀφοῦ πρῶτα σώσει τούς συντοπίτες του ἀπό τήν καταστροφή. Μά ἄς πάρουμε τά πράγματα ἀπό τήν ἀρχή. Ἀρχίζουμε διαβάζοντας λογοτεχνία, καί δή Παπαδιαμάντη. Στόν «φτωχό Ἅγιο» τοῦ Παπαδιαμάντη, ἱστορεῖται ἐγκιβωτισμένη μέσα στίς ἀφηγήσεις τῆς παιδικῆς ἡλικίας τοῦ συγγραφέα, ἡ ἱστορία ἑνός ἀγνώστου ἁγίου καί γι᾿ αὐτό «φτωχοῦ» καθότι «φτωχός Ἅγιος δοξολογία δέν ἔχει». Ἕνας ἀσήμαντος, ταπεινός βοσκός, φτωχός καί ἄξεστος γιά τόν κοινωνικό του περίγυρο. Ἡ ζωή του δέν εἶναι συναρπαστική, δέν ἐπιτελεῖ θαύματα, δέν εἶναι προφήτης, ἡ πίστη του δέν μετακινεῖ βουνά. Ἔχει ὅμως ἀγάπη κι αὐτή θά τόν ὁδηγήσει στή θυσία, δίνοντας τή ζωή του γιά νά μήν εἰσβάλλουν οἱ Ἀγαρηνοί κουρσάροι στό Κάστρο, στή χώρα.

«Ἀπήχθη μεταξύ τῶν ἐρεικῶν καί σχοίνων, ὅπου δειλά ἀνθύλλια ἐποίκιλλον τόν πράσινον ἐαρινόν τῆς γῆς τάπητα· ἐκεῖ τόν ἔσυραν οἱ Ἀγαρηνοί ἀλαλάζοντες κι ἐκεῖ ἔλουσε μέ τό αἷμα του τά ἄνθη καί τούς χλωρούς κλάδους, καί ζέον ρεῖθρον ἐκοκκίνισε τήν γῆν, ἥτις εὐμενής τό ἐδέχθη, ἡ δέ αὔρα πραεῖα ἀνέλαβεν ἐπί πτίλων τήν πνοήν του, κι ἐκεῖ ἐκοιμήθη τόν ὕπνον τόν παραδείσιον, πτωχός αἰπόλος! μιμηθείς τόν Ποιμένα τόν καλόν, τόν τιθέντα τήν ψυχήν ὑπέρ τῶν προβάτων». Ἡ ἀγάπη ὀμορφαίνει τό πρόσωπό του, κοιτάζοντάς τόν μέ τό πρῶτο φῶς τῆς ἀνατολῆς βλέπεις τήν ἀρχοντιά του, τήν παλληκαριά του, τό βάθος τῆς προσωπικότητάς του. Ὡραῖος καθώς πλησιάζει ἡ ὥρα τῆς σφαγῆς του. «Καί ὕστερον, πῶς νά μή μοσχοβολᾶ τό χῶμα»; Πῶς νά μιλήσεις γιά τή θυσία ἀνθρώπων πού ἔδωσαν τή ζωή τους γιά νά σωθοῦν οἱ ἄλλοι δίχως νά φανεῖς λίγος; Κι ἄν ἀναλογιστεῖ κανείς τήν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας θά χάσει τό μέτρημα ἀριθμώντας τά παραδείγματα αὐτοθυσίας. Γενεές γενεῶν γαλουχημένες μέ τό πνεῦμα τῆς θυσίας. Ἀπό τήν ψυχομάνα πού θήλαζε μαζί μέ τό δικό της καί τό ξένο μωρό τῆς πεθαμένης μάνας, στήν κοινότητα πού συντηροῦσε χῆρες καί ὀρφανά, θυσιάζοντας προσωπικό χρόνο καί ἐργασία καί ἀπό ἐκεῖ στό ἀποκορύφωμα, στό θάνατο γιά τούς ἄλλους.


Παιδί αὐτῆς τῆς παράδοσης καί ὁ «φτωχός Ἅγιος», εὐγενής, δέ ζητοῦσε τά δίκια του, δουλεμένος ψυχικά καί μέ φρόνημα ἐλεύθερο. «Διότι αὐτός ὁ αἰπόλος δέν ἦτο ἀπό ἐκείνους ὁπού γίνονται φόρτωμα εἰς τούς ἄλλους, καί ἄν ὁ κολλήγας δέν εἶχε τήν καλήν διάθεσιν, αὐτός δέν θά ἔρριχνε τήν ὑπόληψίν του, διά νά τόν κάμει στανικῶς νά τόν φιλέψει ἤ ἁρμυρό ἤ ἄλλο τίποτε, ἄς ποῦμε». Ὁ ἁπλός αὐτός βοσκός, δέ φοβήθηκε τόν κίνδυνο. «Εἰς ὄνομα Κυρίου! ἐψιθύρισε μόνον». Ἔτρεξε νά εἰδοποιήσει τούς συνανθρώπους του νά κλειστοῦν μές στά τείχη τῆς χώρας γιατί οἱ κουρσάροι εἶναι ἕτοιμοι νά τούς ἐπιτεθοῦν. Γιά σκεφτεῖτε το; Μέ τά σημερινά δεδομένα καί τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ποιά θά ἦταν ἡ ἀντίδρασή μας ἄν καταλαβαίναμε ὅτι εἴμαστε περικυκλωμένοι ἀπό τζιχαντιστές; Ὁ τρόπος ζωῆς μας ἔχει ἀλλάξει, δέ λειτουργοῦμε αὐτοθυσιαστικά, εἴτε στά μικρά εἴτε στά μεγάλα. Ἔχει ἐπικρατήσει ἕνας ἐγωιστικός τρόπος ζωῆς πού ἐπηρεάζει κάθε πτυχή τοῦ βίου μας. Τό πῶς σκεφτόμαστε, τό πῶς ζοῦμε τήν καθημερινότητά μας,τό πῶς σχετιζόμαστε μεταξύ μας, ὅλα διαμορφώνονται μέ βάση το πῶς θά εὐχαριστήσουμε τόν ἑαυτό μας. Τό

πνεῦμα τῆς θυσίας ἔχει χαθεῖ καί τή θέση του ἔχουν πάρει διάφορες φοβίες. Τρέμουμε νά προβάλλουμε ἀπ᾿ τό κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ μας. Ὁ κόσμος γύρω μας ἀπειλητικός. Τά Μ.Μ.Ε. καί ἡ σύγχρονη κουλτούρα ἐπιτείνουν τό φοβικό κλίμα: διαδόσεις γιά προφητεῖες καταστροφῶν στό διαδίκτυο, περιγραφές φρικιαστικῶν ἐγκλημάτων ἀπό τίς εἰδήσεις, δυσοίωνες προβλέψεις, τό κακό παντοδύναμο. Μέσα σέ αὐτό τό ζοφερό σκηνικό μικροί ἐμεῖς, πολύ μικροί τρέμουμε μήν τσαλαπατηθοῦμε ἀπό τόν ροῦ τῆς ἱστορίας καί ὀχυρωνόμαστε ἀκόμη περισσότερο πίσω ἀπό τό ἐγώ μας καθισμένοι στήν καρέκλα τῆς φιλαυτίας μας... Ὁ βοσκός μας δέν ἀνάλωνε τόν βίο του ἀναλογιζόμενος τά ἔργα τοῦ σκότους. Ζοῦσε στό φῶς, εὐχαριστιακά, θυσιαστικά, ταπεινά καί ὅταν ἔφτασε ἡ μεγάλη στιγμή τά ἔδωσε ὅλα. Ζοῦσε στό φῶς τοῦ νησιοῦ του, ἁπλά, φυσιολογικά, γαλήνια φρόντιζε τάς ὀλίγας αἴγας του, τυροκομοῦσε, μάζευε ἁλάτι «ἀπό ἀκρογιαλιά εἰς ἀκρογιαλιά, τρέχων ἐπάνω εἰς τούς βράχους, ὅπου ἔβγαζε κογχύλια καί πεταλίδας», «Στά βράχια στίς ἀκρογιαλιές τά χρόνια μου περνοῦσα, θαλασσοπούλια πέταγαν καί μέ παρηγοροῦσαν», πού λέει καί ἕνα ἀγαπημένο νησιώτικο τραγούδι. Μέσα μας κουβαλοῦμε τήν παράδοσή μας, αὐτήν τήν παράδοση πού γέννησε ἀνθρώπους γεμάτους ἀρετή καί τόλμη, γεμάτους φῶς. Τήν εὐχή τους νά ᾿χουμε καί νά προχωροῦμε, ἕκαστος ἐφ᾿ ᾧ ἐτάχθη, σέ «δρόμους γλυκεῖς καί μοσχοβολισμένους», σέ δρόμους φωτεινούς. Μαρία Βεριγάκη, φιλόλογος καθηγήτρια

ΝΕΑΝΙΚΑ ΑΓΚΥΡΟΒΟΛΗΜΑΤΑ 89  
Advertisement