Page 1

Nεανικά Nεανικά Ἀγκυροβολήματα AγκυροβολήΔ I M H N I A I O Φ Y Λ Λ A Δ I O T H Σ I E PA Σ M H T P O Π O Λ E Ω Σ I E PA Π Y T N H Σ K A I Σ H T E I A Σ Γ I A T O Y Σ N E O Y Σ TEYXOΣ 88 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2015

Κ ΑΤΗ ΧΗΤΙ Κ Α Κ Ε ΦΑ Λ ΑΙ Α

Ὀρθόδοξη παράδοση καὶ λαϊκὸς πολιτισμός Γιὰ τοὺς καρποὺς τῆς παιδείας τοῦ Γένους μας (Ἡ ἐξουσία τῆς θυσίας) Προλογικό Σὲ συνέχεια τῆς ἀναφορᾶς μας στὴν παιδεία τοῦ γένους, θέμα μὲ τὸ ὁποῖο ἀσχοληθήκαμε στὰ τελευταῖα τεύχη, θέλομε νὰ προσθέσουμε μερικὲς σκέψεις γιὰ τοὺς καρποὺς αὐτῆς τῆς παιδείας. Εἶναι πολλὰ αὐτὰ ποὺ μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε γιὰ τοὺς καρποὺς τῆς παιδείας τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας. Ὁ μέγιστος καρπός της ὅμως εἶναι ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη στὴν ὁποία προέτρεψε ὁ Κύριος τοὺς μαθητές Του κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Σ’ αὐτὴν θὰ τολμήσουμε νὰ ἀφιερώσουμε ὅσα θὰ ἀκολουθήσουν. Στὸ ὑπέροχο τροπάριο τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Πέμπτης ἀκοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ λέει τὰ ἀκόλουθα: «Μυσταγωγῶν σου

Κύριε τοὺς Μαθητάς, ἐδίδασκες λέγων. Ὦ φίλοι, ὁρᾶτε, μηδεὶς ὑμᾶς χωρίσει μου φόβος· εἰ γὰρ πάσχω, ἀλλ᾽ ὑπὲρ τοῦ Κόσμου· μὴ οὖν σκανδαλίζεσθε ἐν ἐμοί· οὐ γὰρ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχήν μου, λύτρον ὑπὲρ τοῦ Κόσμου. Εἰ οὖν ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐμὲ μιμεῖσθε· ὁ θέλων πρῶτος εἶναι, ἔστω ἔσχατος, ὁ δεσπότης, ὡς ὁ διάκονος· μείνατε ἐν ἐμοί, ἵνα βότρυν φέρητε· ἐγὼ γάρ εἰμι τῆς ζωῆς ἡ ἄμπελος». Ἔπρεπε νὰ περάσουν περισσότερα ἀπὸ χίλια χρόνια γιὰ εἶναι σὲ θέση κάποιοι ἄνθρωποι, ἕνα μικρὸ «λεῖμμα», νὰ δεχτεῖ τὸ πραγματικὸ περιεχόμενο τῆς γιορτῆς τοῦ Πάσχα. Ἡ μεγαλύτερη


γιορτὴ τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ποὺ ξεκίνησε στὴν Αἴγυπτο καὶ σήμανε τὸ τέλος τῆς δουλείας αὐτοῦ τοῦ λαοῦ καὶ τὸ πέρασμα στὴν ἐλευθερία ἔκρυβε κάτι πολὺ πιὸ μεγάλο ἀπὸ τὴ θύμηση τῆς ἀπελευθέρωσης καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς εἰσόδου στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Παραλείπω τὶς γνωστὲς ἑρμηνεῖες γιὰ τὸ νόημα τῆς γιορτῆς τοῦ Πάσχα καὶ μένω στὸ σχετικὸ μὲ τὰ παραπάνω καὶ ἄκρως ριζοσπαστικὸ γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου σημεῖο. Μέχρι τότε οἱ Θεοὶ πρῶτα καὶ ὕστερα οἱ δυνατοὶ τοῦ κόσμου ζητοῦσαν ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ θυσιαστοῦν γι’ αὐτούς. Ὁ Χριστὸς γιὰ πρώτη φορὰ εἰσάγει τὴν ἰδέα τοῦ Θεοῦ ποὺ θυσιάζεται γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ θυσιαζόμενος ἐπὶ αἰῶνες ἀμνὸς ἦταν τύπος τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Στὴ συνέχεια περιγράφει τὴν κοσμικὴ κοινωνικὴ πυραμίδα ὅπου οἱ ἀδύναμοι ἐξουσιάζονται ἀπὸ τοὺς δυνατοὺς λέγοντας στοὺς μαθητές του ὅτι «οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται», γιὰ νὰ συμπληρώσει ἀμέσως μετά: «ὑμεῖς δὲ οὐχ

οὕτως, ἀλλ᾽ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γινέσθω ὡς ὁ νεώτερος, καὶ ὁ ἡγούμενος ὡς ὁ διακονῶν»1. Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ καλεῖ τοὺς μαθητές του, ἀλλὰ καὶ ὅλους μας, σὲ ἀνατροπὴ τῆς κοινωνικῆς πυραμίδας, ὅπως σχολιάζει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, θέτοντας τὸν ἑαυτό Του στὴ βάση ὡς τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο τῆς νέας οἰκοδομῆς καὶ καλώντας ὅσους θέλουν νὰ κατέβουν νὰ τὸν συναντήσουν ἐκεῖ κάτω καὶ νὰ σηκώσουν μαζί Του τὸ βάρος τοῦ κόσμου. Γιὰ τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη μᾶς εἶπε πολλὰ καὶ μᾶς δίδαξε μὲ τὴ ζωή του περισσότερα ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης. Ὁ ἴδιος γεννήθηκε σὲ οἰκογένεια ἁπλῶν ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ μας ποὺ διαφύλαξαν τὸ ἄρωμα τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας. Ἀπὸ αὐτὸ ἄντλησε ὁ Ἅγιος Γέροντας καὶ σ’ αὐτὸ τὸ ἄρωμα τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας πρέπει νὰ στραφοῦμε καὶ νὰ ἀντλήσουμε ὅλοι στοὺς δύσκολους καὶ τρελοὺς καιροὺς ποὺ ζοῦμε. Θὰ συνεχίσουμε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ στὰ ἑπόμενα τεύχη. παπα-Νικόλας Ἀλεξάκης 1. Λουκ. 22, 24-26.

Εὐ χ αρ ι στι ακ ά Ἀτενίζοντας μιά πόλη ἀπό ψηλά, τήν ὥρα πού σουρουπώνει βλέπεις ἕνα-ἕνα τά φῶτα τῶν σπιτιῶν καί τῶν δρόμων νά ἀνάβουν. Μαντεύεις τίς ἱστορίες πού βρίσκονται πίσω ἀπό αὐτά τά ἠλεκτρικά φωτάκια. Οἰκογένειες, ἐργένηδες, γέροντες καί γερόντισσες, ἔφηβοι πού πᾶνε στά ἀγγλικά τους, ἔμποροι... χιλιάδες ἄνθρωποι πού ζοῦν τίς ζωές τους μέσα στά πελάγη τοῦ χωροχρόνου. Ἕνα φωτάκι ἀνοικτό καί ἡ δική μας ζωή, τό ἀνοίξαμε τήν ὥρα πού εἶχε πιά σκοτεινιάσει. Στήν ἐποχή τῆς ἀπιστίας τά πάθη

τοῦ ἀνθρώπου (ὁρμέμφυτα, ἔνστικτα, κόμπλεξ) χαχανίζουν πασίχαρα καί σηκώνουν τά μανίκια γιά νά πιάσουν δουλειά. Καί ἡ εἰδυλλιακή εἰκόνα πού ἀτενίζαμε ἀπό ψηλά, χάνεται καθώς πλησιάζουμε. Καί βλέπουμε τούς ἄγριους τσακωμούς ἑνός ἀντρόγυνου καί τή μοναξιά τῶν γερόντων καί ἕναν ἔφηβο καμπουριασμένο μπροστά στόν ὑπολογιστή καί ἕνα μικρό παιδί πού κλαίει ἀπαρηγόρητο. Βία, μοναξιά καί δάκρυα. Ποῦ πῆγε τό φῶς, ἡ μαγεία τοῦ δειλινοῦ, ἡ αἴσθηση τῆς ἀπεραντοσύνης; Μιά μάχη


ἐπικράτησης τοῦ ἰσχυρότερου βλέπουμε στόν κόσμο, ὁ νόμος τῆς ζούγκλας ἀδυσώπητος. Ὁ δυνατός ἔφηβος θά γλιτώσει τό bulling καί ὁ δυνατός σύζυγος θά συντρίψει τόν ἄλλο στήν «προαιώνια μάχη τῶν φύλων» (ἄλλη μιά σαχλαμάρα γιά νά δικαιολογηθοῦν τά ἀδικαιολόγητα), οἱ δυνατοί, οἱ ἔξυπνοι καί οἱ γοητευτικοί θά κερδίσουν τήν καριέρα πού ὀνειρεύονται μαζί καί τή ζωή τήν ὀνειρεμένη. Οἱ ἀποτυχημένοι... λέξη μισητή... θά βροῦν αὐτό πού τούς ταιριάζει, τό τίποτα δηλαδή, τό μαῦρο ἔρεβος ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχουν πολυτελῆ αὐτοκίνητα καί χλιδάτες βίλες, τό πῦρ τό ἐξώτερον ἔτη φωτός μακριά ἀπό τή Μύκονο! Βέβαια, ἄν ἀνοίξει κανείς τό παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ του, θά δεῖ πώς εἶναι γεμάτος ὁ «ντουνιάς» ἀπό καπάτσους καί προικισμένους πού ἀναζητοῦν τή δόξα καί τό χρῆμα γιά νά ξεχωρίσουν καί νά γίνουν “παντοκράτορες”, ἄν ὄχι ὅλου τοῦ γαλαξία, ἔστω ἐντός ἑνός περιορισμένου μικρόκοσμου φίλων καί συγγενῶν. Μόνο λίγοι θά τό καταφέρουν καί αὐτό γιά λόγους πού ὁ Θεός ξέρει καί γιά ὅσο διάστημα Ἐκεῖνος θέ-

λει. Παρόλα αὐτά ἡ μόνη ἁπτή πραγματικότητα παραμένει τό ἁπαλό ἀεράκι πού δροσίζει τό πρόσωπό μας τήν ὥρα πού μαγεμένοι παρακολουθοῦμε τό ἡλιοβασί λεμα. Κατηφορίζουμε ἔπειτα γιά τήν πόλη, τή μεγάλη πολιτεία καί περπατώντας μέσα στή νύχτα ἕνα σύνθημα στόν τοῖχο μᾶς σταματᾶ: «οὔτε δοῦλοι οὔτε ἀφεντικά». Καποιανοῦ ἀναρχικοῦ ἡ ἔμπνευση, ἀλλοῦ θέλει νά τό πάει βέβαια αὐτός. Τό σύνθημα ὅμως κρύβει μιά ἀλήθεια. Ἕνα νόμισμα μέ δύο ὄψεις ἐξίσου ἀποκρουστικές: νά θές νά ἄρχεις ἤ νά παραδίνεσαι στήν ὑποταγή. Μιά ὑποταγή πού μόνο ἠχητικά μᾶς θυμίζει τή χριστιανική ὑποταγή, διότι ἡ οὐσία της εἶναι ἄλλη. Πρόκειται, τό δίπολο αὐτό, γιά ἕνα μύχιο ψυχικό σύμπλεγμα πού στερεῖ τήν ἐλευθερία ἀμφότερων τῶν ἐμπλεκομένων καί εἶναι τόσο μά τόσο συνηθισμένο. Δικτατορίσκοι τῆς διπλανῆς πόρτας ἐπιβάλλουν τή χούντα στά παιδιά τους καί στό σύντροφό τους, προϊστάμενοι τῆς κάτω βρύσης καί διευθυντές πάσης πάνω βρύσης καμαρώνουν ναρκισσιστικά τήν ὥρα πού μέ ὕφος ἀπορρίπτουν τά αἰτήματα τῶν ὑφισταμένων τους. Κι ἔτσι ὅλα μπλοκάρουν, γίνονται δύσκολα καί κουραστικά. Στόν ἀντίποδα εἶναι ἡ ἐλευθερία πού εἶχε ὁ Μακρυγιάννης στή συμπεριφορά του, πού εἴτε ἦταν στήν παράγκα εἴτε στό παλάτι τοῦ βασιλιᾶ, ἦταν πάντα τό ἴδιο παλληκάρι.


Πάντα εἰλικρινής, γνήσιος, ζωντανός, ἕνα ταπεινό παιδί τσομπάνηδων πού τόν προόρισε ὁ Θεός νά γράψει ἱστορία. Οὔτε δοῦλοι οὔτε ἀφεντικά, παρά μόνο εὐγένεια, καλοί τρόποι καί αὐτοθυσιαστικό πνεῦμα. Πόσες καί πόσες διαμάχες καί ἐκνευρισμοί καί ποιός ξέρει τί ἄλλο ξεκινῆσαν ἀπό κακές συμπεριφορές. Φτάσαμε ἐν τέλει στό «ἡ κόλασή μου εἶναι ὁ ἄλλος» γιατί ἔτσι εἶναι πράγματι. Πόσο δίκιο εἶχαν οἱ Ἀρχαῖοι Ἕλληνες πού ἐρευνοῦσαν τίς ἀνθρώπινες σχέσεις καί τίς θεωροῦσαν βασική προϋπόθεση γιά τή καλή λειτουργία τῆς πόλης: «ἐλευθέρως δέ τά τε πρός τό κοινόν πολιτεύομεν καί ἐς τήν πρός ἀλλήλους τῶν καθ᾽ ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν, οὐ δι᾿ ὀργῆς τόν πέλας, εἰ καθ᾽ ἡδονήν τι δρᾷ, ἔχοντες, οὐδέ ἀζημίους μέν, λυπηράς δέ τῇ ὄψει ἀχθηδόνας προστιθέμενοι» (Θουκιδίδης).

Αὐτή εἶναι ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας, ὁ σεβασμός ἀπέναντι στό συνάνθρωπο. Ἄραγε, αὐτή ἡ ὀμορφιά, αὐτή ἡ ἄνεση καί ἡ ἐλευθερία, χάθηκαν γιά πάντα; Πόσο εὔκολο εἶναι σήμερα νά βρίσκεις ἀνθρώπους πού ὅλη τήν ὀμορφιά καί τό φῶς τῆς ψυχῆς τους τή διαχέουν ἀνεμπόδιστη στούς γύρω τους; Τά ἐρωτήματα εἶναι ρητορικά καί ἀπάντηση δέν περιμένουν. Στήν πόλη ὅμως ξημερώνει. Κάποια καμπάνα ἐκκλησίας ἀκούγεται στό βάθος, ἐνῶ τό βουητό τῆς πρωινῆς κίνησης ἔχει ἤδη ξεκινήσει. Οἱ καφετζῆδες σκουπίζουν τά τραπέζια τους καί ἑτοιμάζουν τούς πρώτους καφέδες. Στήν ἀγορά οἱ παραγιοί ξεφορτώνουν τά τελάρα. Μιά ὄμορφη μέρα ξεκινᾶ. Δόξα σοι ὁ Θεός τή ζοῦμε! Μαρία Βεριγάκη, Φιλόλογος καθηγήτρια

Ἡ Καρέκλα ἤ ἀλλιῶς «ἡ καρέκλα» (βλ. Λουκ. 22, 24-27) Πλανήτης Γῆ. Διαμέρισμα τρία. Δωμάτιο μέ θέα. Καρέκλα σέ περίοπτη θέση! Μεγάλος ἀγώνας! Μεγάλος σαματάς. Μόνο σήμερα; Ἀπό πάντοτε. Ἀπό Ἀνατολάς ἡλίου μέχρι δύσεως. Ἀνάμεσα σέ δύο. Ἀνάμεσα σέ συζύγους, σέ ἀδέρφια, σέ γονεῖς καί παιδιά, σέ γειτόνους. Ἀνάμεσα σέ συγχωριανούς, σέ χωριά. Μέσα σέ πολιτεῖες, ἀνάμεσα σέ πολιτεῖες: σέ κράτη, σέ ἠπείρους. Κάποιοι νόμιζαν μέχρι τόν οὐρανό. Ἄνθρωποι; Ὅλοι! Ἱκανοί καί ἀνίκανοι, ἔξυπνοι, κουτοπόνηροι, μέ ἀπίστευτα ταλέντα, μέ λιγότερα ἤ καθόλου. Ἄνθρωποι πλούσιοι, λιγότερο πλούσιοι. Ἄνθρωποι ψηλοί, κανονικοί, κοντοί-εὐέλικτοι, πολλές φορές τετράπαχοι ἤ πολύ

ἀδύνατοι, χεροδύναμοι, γοργοπόδαροι, ἤ σέ ἀναπηρικά καροτσάκια. Κάποτε μέ μαλλιά καί μούσια, ὕστερα γραβατωμένοι καί καλοξυρισμένοι, ἄνθρωποι χωρίς Θεό ἀλλά... καί μέ Θεό!.. Ποιός εἶναι αὐτός πάλι; (κάθε 30 δευτερόλεπτα κι ἕνας). Μή!! Μήν κάτσεις!! (ὑπάρχει εὐτυχῶς αὐτή ἡ φωνή ἀκόμα. Ἀλλά ποιός τήν ἀκούει!)… πάρτον τούμπα. Ὅλοι τούμπα.. ἔπεσε ἄσχημα.. στή μεριά τοῦ καλαμιώνα, ὅπως συνήθως… Κι αὐτά τά καλάμια! Δέν τελειώνουν. Ἕνα καβαλικεύεις, τρία φυτρώνουν! Νἄχουν καί οἱ ἑπόμενοι. Νἄχουν τήν εὐκαιρία νά γελοιοποιηθοῦν. Παραλογισμός! Τόση ἀνδρεία γιά νά χάσεις τήν ἀνδρεία σου. Τόσο θάρρος γιά νά κυ-


βερνήσει ἡ δειλία τῆς ἐξουσίας. Τόσο κακό! ὄχι γιά τό τίποτε (μακάρι νά ἦταν γιά τό τίποτε), ἀλλά γιά νά ἔρθουν τά χειρότερα. Τόσα καλά λόγια γιά νἄχεις νά πληγώνεσαι, νά ἔχεις νά τσακίζεσαι - νά τσακίζεις, παρέα μ’ ἕνα καλάμι. Ξεσκόνισε τή πανάκριβη καί ἄθικτη τσόχα της, καμάρωσε στόν ὁλόσωμο, ἐπιχρυσωμένο καθρέπτη τά ὁλόγλυφα χεροπόδαρά της κι ἔγειρε μές το νωχελικό φθινοπωρινό μεσημεριανό νά πάρει ἕναν ὕπνο. Τὄχε ἀνάγκη! Ἡ σημερινή μέρα ὁμολογουμένως ἦταν μιά δύσκολη μέρα. Πού ὅμως! Ἐνῶ πήγαινε νά γαληνέψει σάν ἀπό ἐφιάλτη τιναζόταν. Τιναζόταν τρομαγμένη. Ποιός ἦταν ὁ ἐφιάλτης της; Θυμήθηκε ἐκεῖνο τό χοντρό καί θρασύτατο ἐπισκέπτη! Πρωίπρωί ἤθελε ντέ καί καλά νά βολέψει τά πλαδαρά του ὀπίσθια πάνω στήν ἀνέγγιχτη καί πανάκριβη τσόχα της. «Σιγά κύριε, μπορεῖ νά ὀνομάζομαι καρέκλα ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι μπορεῖς νά κάτσεις». Κι ἐνῶ ἐξηγοῦσε σέ δύο καί τρεῖς γλῶσσες τά μεγαλεπήβολα σχέδιά του ὀνειρευόταν τήν πολυπόθητη καρέκλα. Πήγαινε ἀπό δῶ πήγαινε ἀπό ᾿κεῖ, μιλοῦσε ἀκατάσχετα, γιά τούς πάγους τοῦ Βόρειου Πόλου, γιά τά αὐγά τῆς καρέτα-καρέτα, γιά τούς πιθήκους τοῦ Ἀμαζονίου κι ὅλο γύρω ἀπό τήν καρέκλα ἦταν. Ἡ καρέκλα!!! Ἡ καρέκλα τῆς περίοπτης θέσης! Μέ θέα τόν πλοῦτο τῆς

γῆς καί τούς σκλάβους ἑνός φιλήδονου παραδείσου. Μέ ἀτσιγκούνευτες ὑποσχέσεις γιά τιμές καί δόξα, ἱκανή νά δελεάσει τήν πιό ἀγαθή καί ἀπονήρευτη ὕπαρξη, ἱκανή νά γελοιοποιήσει καί νά βασανίσει κόσμο καί κοσμάκη. Ὅλοι καί ὅλα γι᾿ αὐτήν! Αὐτά φυσικά τά ἤξερε ἡ καρέκλα, ἀφοῦ τά ἐπιδίωκε καί τῆς ἄρεσαν. Στό τέλος βέβαια τό διασκέδαζε κιόλας. Πολύ γέλιο μέ τόν «χοντρό». Γύρω-γύρω, γύρω-γύρω στό τέλος ἅπλωσε λίγο τό πίσω πόδι της, σκόνταψε ὁ «χοντρός», πάρτον κάτω! Τῆς γραντζούνισε λίγο τό πανάκριβο λοῦστρο, ὁ ἄξεστος. Πολύ γέλασαν! Ὁ «χοντρός» μπρούμυτα στό πάτωμα ἐκλιπαρόντας γιά τήν καρέκλα νά προσπαθεῖ νά μαζέψει τά σχέδια του καί τήν ἀξιοπρέπειά του. Κι ἐνῶ τό ποδάρι τῆς περίοπτης καρέκλας ἦταν ἡ αἰτία τῆς γελοιοποίησης τοῦ «χοντροῦ», ἕνα ἄλλο ποδάρι πίσω ἀπό τή βιβλιοθήκη ἁπλώθηκε γιά νά βοηθήσει νά σηκωθεῖ, νά παρηγορηθεῖ. Ἕνα ποδάρι, στραβοπόδαρο, ὅμως γερό καί δυνατό, χωρίς σκαλίσματα ἴσως καί κακοπελεκημένο, ὅμως σίγουρο καί ἀποφασιστικό. Ἦταν τό ποδάρι τῆς καρέκλας «ντροπή» γιά τό ὑψηλό ἐπίπεδο γνώσης καί γούστου τοῦ δωματίου. Κανείς δέν τή λογάριαζε, κι ἄν τύχαινε νά χρειαστεῖ νά τή συστήσουν, προσπαθοῦσαν νά δικαιολογήσουν τήν παρουσία της, «ἔτυχε», «κατά λάθος», «εἶναι ζητιάνα», κάνανε νόημα ὅτι εἶναι τρελή, ἐνῶ συγχρόνως τήν ἔσπρωχναν νά κρυφτεῖ


πίσω ἀπό τή βιβλιοθήκη. Ἀπ’ αὐτή λοιπόν τήν καρέκλα πού ὅλοι τήν ἔκρυβαν, ἀλλά κανείς δέν τολμοῦσε νά πειράξει πιάστηκε ὁ «χοντρός» γιά νά κάτσει καί νά συνέλθει. «Τρομάρα της! Ἔχει πάντα νερό μέ λουκούμι ἐκεῖ πίσω ἡ παλιοκαρέκλα! Οὔτε ξύλα γιά τό τζάκι δέν κάνει». Ψιθύρισε ἕνας περίτεχνος κουτσομπόλης καί ψηλομύτης διθέσιος καναπές. Βέβαια τέτοια παρηγοριά δέν εἶχε ξανανιώσει ὁ «χοντρός» στή ζωή του. Ἐκεῖ πού πῆγε νά πεῖ «ἄνοιξε γῆ κατάπιε με» βρέθηκε σανίδα σωτηρίας ἡ καρέκλα « ν τρ ο π ή » . Ὅμως μή φανταστεῖτε ὅτι ὁ «χοντρός» ἄλλαξε, ἔγινε ὅτι γινόταν μέ τούς περισσότερους. Νόμισε ὅτι στό τέλος κατέκτησε τήν καρέκλα «τῆς περίοπτης θέσης». Τό μόνο ὅμως πού εἶχε καταφέρει ὁ καημένος καβάλα σέ ἕνα καλάμι ἄρχισε νά βασανίζει, ὁ βασανισμένος, κόσμο καί κοσμάκη. Ὄχι φόρους γιά τήν προστασία τοῦ γλάρου «πετάει-δέν πετάει», ὄχι περιορισμούς ἐλευθερίας γιά τά μπαλώματα τοῦ ὄζοντος, ὄχι ὑποχρεωτικά «ἐθελοντική» καθαριότητα τῶν ἀκτῶν ἀπ’ τά σκουπίδια τῶν «φιλάνθρωπων» βιομηχανιῶν, ὄχι «κλεῖστε τά φῶτα» νά μή βλέπετε τή μύτη σας καί ἄλλα παλαβά καί ἐξευτελιστικά καί γιά τόν ἴδιο ἀλλά καί γιά ὅλους. Ὕστερα ἀπό τόν «χοντρό» ἦρθε ἐκεῖνος ὁ νεαρός. Πολύ τήν κούρασε! Ὄχι δέν ἔκατσε πάνω της γιά νά κουραστεῖ, τήν κούρασε γιατί ἀκριβῶς δέν

εἶχε σκοπό νά κάτσει -ὄχι ὅτι θά τόν ἄφηνε- ἀλλά… νά μήν τῆς ρίξει οὔτε μιά ματιά!; Σπάνια τυχαίνουν τέτοιοι τύποι, ὅμως τυχαίνουν. «Κρίμα τά νειάτα σου (σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις ἄλλαζε τακτική), δέν ἔχεις φιλοδοξίες ἐσύ, δέν ἔχεις ὄνειρα; Δέ θές νά χαρεῖς τή ζωή σου; Ν’ ἀνοίξεις τό στόμα σου καί ὅλοι νά σηκώνονται ὄρθιοι; Ὕστερα νά τελειώνεις καί ὅλοι νά χειροκροτοῦν»; Καί ἔβαζε δύναμη νά λάμψει τό λούστρο πιό πολύ, νά ξεχωρίσει ἡ πανάκριβη τσόχα της, νά θαμπώσει μέ τά περίτεχνα σκαλίσματα καί τά χρυσά κουμπιά πού διακοσμοῦσαν τό ὕφασμα τῆς πλάτης. Τίποτε ὅμως· οὔτε ἡ ψηλή καί περίοπτη θέση της μέ θέα πλῆθος φαγητῶν καί γλυκῶν, καλλίγραμμων αὐτοκινήτων (παλιότερα εἶχε γυναῖκες), πακέτα διακοπῶν στόν Κρόνο καί τόν Ἄρη, κορνίζες ὁλόχρυσες γιά πτυχία καί περγαμηνές... «τί ἄλλο θές νέε μου ἐπιτέλους;»... μά τί ἄξεστος αὐτός ὁ νέος! Καί δέν ἔφτανε ἡ ἀδιαφορία του, ὁ ἀνόητος, ἔδειξε ἐνδιαφέρον... ἄν εἶναι δυνατόν!!! ὄχι! ὄχι! οὔτε θέλω νά τό σκέφτομαι... πρέπει νά κοιμηθῶ, εἶμαι κουρασμένη... ὁ ἀνόητος νεαρός (τέτοια προσβολή δέν εἶχε ξαναζήσει). Ἐγώ βρέ θά σέ ἀναπαύσω. Καλοπέραση, βιοτικό ἐπίπεδο, ἀειφορία, οἰκολογία, ὡραῖο σῶμα, χωρίς ρατσισμό, χωρίς bulling, θά πατᾶς ἕνα κουμπί καί θά διαλέγεσαι μέ τό σύμπαν... Γιατί δέν μπορῶ νά κοιμηθῶ;..., ἀλλά δέν φταῖς ἐσύ, αὐτή φταίει. Καί τί ἔχει μωρέ αὐτή ἡ παλιοκαρέ-


κλα πού σᾶς ξελογιάζει; μήπως ἔχει θέα, ἔχει πλοῦτο, ὑπόσχεται δόξα καί ἀγαθά; Ἕνα παλιομαξίλαρο ἔχει πάνω της καί ἕνα λουκούμι καί αὐτό ξερό. Νυστάζω, θέλω ἕναν ὑπνωτιστή. Θέλω τόν Ψυχολόγο μου, θά κάνω λίγη γιόγκα. -Θά σοῦ κάνει πολύ καλό νά ἀλλάξεις τήν ταπετσαρία σου, ἀποφάνθηκε ὁ Ψυχολόγος, εἰδικευμένος στήν Ψυχολογία τῶν καρεκλῶν, ὁ ὁποῖος εἰδοποιήθηκε καί ἔτρεξε ἀμέσως. -Μά πάλι; -Τό ἀπόγευμα θἄρθουν οἱ πιό καλοί ταπετσέρηδες μέ τά πιό ἀκριβά ὑφάσματα. Πιστέψέ με θά νιώσεις πολύ καλύτερα. Τώρα ξεκουράσου καί μήν ξεχνᾶς, σκέψου «θετικά». Ἅπλωσε τά μπροστινά της πόδια, τέντωσε τήν πλάτη της, χαλάρωσε ὅσο μποροῦσε καί στά αὐτιά της ξανάρθε τό θερμό καί ἐνθουσιῶδες χειροκρότημα στή διάλεξή της μέ θέμα: «Ἡ προσφορά τῆς καρέκλας στή βελτίωση τοῦ βιοτικοῦ καί κοινωνικοῦ ἐπιπέδου» ἦταν πολύ σπουδαία ἡ ὁμιλία της. «Νά χαμογελᾶτε, νἄναι ἀπαλές οἱ θέσεις σας καί οἱ κινήσεις σας, ἡ πλάτη σας νά ἔχει τήν τέλεια κλίση τουλάχιστον 1300 νά προσφέρεται σιγουριά καί ἀνάπαυση, ξεκούραστα σώματα ἀποδίδουν καλύτερα στήν ἐργασία, δίνουν τήν εὐκαιρία στό νοῦ νά σκεφτεῖ ἀπρόσκοπτα σίγουρες λύσεις στά προβλήματα; Ἡ εὐημερία καί ἡ πρόοδος εἶναι στά πόδια σας!!! Ὅλοι σηκώθηκαν πάνω καί χειροκροτοῦσαν. Συγκλονι-

στικές στιγμές. Τῆς ἀπονεμήθηκε τό χρυσό κλειδί «τῆς ἀλληλεγύης καί τῆς προόδου». Καμάρωνε μέ τά χρυσά σιρίτια, ἐνῶ ἡ γλώσσα της δέν σταματοῦσε νά ἐξηγεῖ τά μυστικά τῆς ἐπιτυχίας της. «Θετικές σκέψεις», «θετική ἐνέργεια», εἶχε δίκιο ὁ Ψυχολόγος της. Ἕνας γλυκός ὕπνος πῆγε νά τήν «πάρει». Ὅμως μέσα στήν ἀπόλυτη ἡσυχία καί μοναξιά ἕνα τρ... τρ... τρ.... τῆς χάλασε τή «θετική σκέψη». Κάτω ἀπό τό γυαλιστερό λοῦστρο καί τά περίτεχνα σκαλίσματα, τήν κατέτρωγε...«ἐγώ; ἐμένα;», «ὄχι βέβαια» καί ρουφοῦσε πρός τά μέσα τά ροκανίσματα, μή τυχόν καί δεῖ κανείς τίποτε, μήν τυχόν καί πάρει χαμπάρι. Ἡ καρέλα «ντροπή» δίπλα, πίσω ἀπό τή βιβλιοθήκη, τά ἤξερε ὅλα. Ἤξερε τό μυστικό της. Ἤξερε ὅτι ὁ πραγματικός λόγος πού δέν ἄφηνε κανέναν νά κάτσει ἦταν τά πόδια της. Φαγωμένα ἀπό μέσα καί κούφια ἀδυνατοῦσαν νά σηκώσουν τό παραμικρό βάρος. Τώρα γιατί ἤθελε νά δείχνει αὐτό πού δέν ἦταν, ἦταν δικός της λόγος. Στεναχωριόταν καί λυπόταν: ἤθελε νά βοηθήσει, ἀλλά δέν μποροῦσε. Ξαφνικά ἡ καρέκλα «ντροπή» διέκρινε ἕνα βουναλάκι ροκανίσματα πάνω στό Πέρσικο, καλοπλεγμένο χαλί, κάτω ἀπό τά πόδια τῆς καρέκλας τῆς «περίοπτης θέσης»... Ὅσο καί νά κρυβόταν ὅλο κάτι τῆς ξέφευγε γιά νά προδίδει τήν ἀλήθεια. Ἡ καρέκλα «ντροπή» μέ τό μπροστινό της πόδι κράτησε τή πόρτα τοῦ


δωματίου πού ἦταν δίπλα στή βιβλιοθήκη ἀνοικτή! Ἕνα ἁπαλό ἀεράκι μπῆκε καί σκόρπισε αὐτά πού πρόδιδαν τό μυστικό. Τό μυστικό τῆς καρέκλας τῆς «περίοπτης θέσης», ἡ ὁποία δέν πῆρε εἴδηση γιά ὅ,τι ἔγινε. Βυθισμένη στίς σκέψεις της προσπαθοῦσε νά ἠρεμήσει μέ «θετικές σκέψεις». Ποῦ ὅμως! Τό μυαλό της γύριζε συνεχῶς γύρω ἀπό τήν παλιοκαρέκλα τῆς «ντροπῆς». Εἶχε βάλει σκοπό νά τήν ξεφορτωθεῖ. -Θά σέ φτιάξω ἐγώ στραβοκάνα, θά σέ κάνω προσάναμα στό τζάκι, θά σέ πετάξω στά σκουπίδια, θά μαζέψω ὑπογραφές. Ἡ καρέκλα τοῦ γραφείου, τό σκαμπό τοῦ πιάνου, ὁ διθέσιος καναμπές, ὁ τριθέσιος, ὅλοι τους θά ὑπογράψουν νά σέ διώξουμε. Τήν ἴδια ὥρα ἡ παλιοκαρέκλα «ντροπή», ἱκανοποιημένη καί μακάρια στήν κρυψώνα της, ἀπολάμβανε τή μεσημεριανή ξεκούρασή της μέ τό μαλλιαρό γάτο τοῦ δωματίου στήν πλάτη της φαρδύ-πλατύ νά γουργουρίζει εὐτυχισμένος.

Οἱ ὑπογραφές μαζεύτηκαν. Κατηγορητήριο δέν ὑπῆρχε, ὅμως εὐκαιρία βρέθηκε: «Ξεπερασμένη, δέν μιλάει γλῶσσες. Μᾶλλον δέν μιλάει καθόλου». «Δημιουργεῖ διχόνοια καί ταραχή» καί ἄλλα πολλά. Ἦταν πολύ εὔκολο. Τήν ἄλλη μέρα τό πρωί, πρωίπρωί, δύο τρελλαμένοι γιά καρέκλα, ἀφοῦ φάγανε τήν τούμπα τους καί πῆραν τό καλάμι τους νομοθέτησαν καί ἀποφάσισαν: «Ἡ καρέκλα “ντροπή”, ἐπειδή εἶναι ντροπή πρέπει νά φύγει». Ἔγινε νόμος δωματίου. Μέχρι αὐτή τή στιγμή πού γράφονται αὐτά δέν ἔχει τολμήσει κανείς νά τόν ἐφαρμόσει. Ἡ καρέκλα «ντροπή» συνεχίζει νά βοηθάει, κρυμμένη στή θέση της μέ τά στιβαρά στραβοπόδαρά της αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη. Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι ὑπάρχει ἀλλά πρέπει νά ψάξετε καλά νά τή βρεῖτε... Πρέπει νά παρανομήσετε... Στέλιος Χατζάκης, Καθηγητής Φυσικῆς Ἀγωγῆς

ΝΕΑΝΙΚΑ ΑΓΚΥΡΟΒΟΛΗΜΑΤΑ 88  
Advertisement