Page 1

Nεανικά Nεανικά Ἀγκυροβολήματα AγκυροβολήΔ I M H N I A I O Φ Y Λ Λ A Δ I O T H Σ I E PA Σ M H T P O Π O Λ E Ω Σ I E PA Π Y T N H Σ K A I Σ H T E I A Σ Γ I A T O Y Σ N E O Y Σ TEYXOΣ 83 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014

ΚΑΤ ΗΧΗ Τ ΙΚ Α ΚΕΦΑΛ ΑΙ Α

Ὀρθόδοξη παράδοση καὶ λαϊκὸς πολιτισμός Ἀπὸ τὴ φυσικὴ διατροφὴ στὴν πνευματικὴ διατροφὴ-ἀνατροφή «…Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπὶ παντὶ ρήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ» (Λουκ. 4,4). Μιλήσαμε στὰ δύο τελευταῖα τεύχη γιὰ θέματα ποὺ ἀφοροῦν διατροφικὲς συνήθειες τοῦ λαοῦ μας οἱ ὁποῖες σχετίζονται μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, τὴ νηστεία καὶ γενικότερα τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Διαστάσεις πνευματικὲς στὰ ὑλικὰ πράγματα καὶ ἰδιαίτερα στὴν τροφὴ δίνουν καὶ ἄλλες θρησκευτικὲς παραδόσεις, ὅπως εἴδαμε. Στὴν ἑνότητα αὐτὴ θὰ μεταβοῦμε ἀπὸ τὴ φυσικὴ διατροφὴ στὴν πνευματικὴ διατροφή, δηλαδὴ σὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ «ρήματα» ποὺ ὑπονοοῦνται στὸν παραπάνω λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀνατροφὴ τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ὄν ποὺ βρίσκεται σὲ συνεχὴ πορεία. Πο-

ρεύεται καὶ ἐξελίσσεται σωματικά, διανοητικά, συναισθηματικὰ καὶ σὲ πολλοὺς τομεῖς ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν βιολογική, ἐπαγγελματική, πνευματικὴ κλπ. ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι γιὰ μᾶς τοὺς χριστιανοὺς ἡ πορεία καὶ ὁ στόχος μας εἶναι νὰ ἐνηλικιωθοῦμε ἐν Χριστῷ, νὰ «καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ»1. Ὁ στόχος αὐτὸς ποὺ φαίνεται σήμερα σὲ μᾶς ἀσαφής, γιατὶ δὲν ζοῦμε βιωματικὰ τὴ σχέση μας μὲ τὸν Χριστὸ ἀλλὰ θεωρητικά, ἦταν ξεκάθαρος στοὺς παπποῦδες καὶ στὶς γιαγιάδες μας. Οἱ ἁπλοὶ καὶ ἀγράμματοι πολλὲς φορὲς ἄνθρωποι κράτησαν τὴν πίστη ὡς ζωντανὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό, τὴν Παναγία καὶ τοὺς Ἁγίους καὶ ἀνέθρεψαν κυριολεκτικὰ «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ (νοῦν+θέτω) Κυρίου» τὰ παιδιὰ καὶ τὰ


ἐγγόνια τους. Στὴν ἱστοσελίδα «Ζωντανὸ ἱστολόγιο» διαβάσαμε τὶς παρακάτω σημαντικὲς μαρτυρίες: Α´ “Σὲ μιὰ ἐπαρχιακὴ πόλη τῆς Μακεδονίας, στὴ μαύρη καὶ φοβερὴ Κατοχὴ τοῦ ’41 μὲ ’42, ὅπου οἱ ἐκτελέσεις καὶ οἱ σφαγὲς τῶν ἀθώων ἀνθρώπων ἦσαν ἀνελέητες καὶ ἀθρόες, οἱ φυλακίσεις καὶ οἱ ἐξορίες φοβερές, τὸ ξύλο καὶ τὰ βασανιστήρια τρομακτικά, καὶ ἡ πείνα ὡς γνωστὸν θέριζε τοὺς πάντες. Σὲ ὅλα αὐτὰ δυστυχῶς ἔχω καὶ ᾽γώ προσωπικὴ πείρα διότι πολλὰ εἶδαν τότε τὰ παιδικά μου μάτια. Ἡ οἰκογένεια τῆς κυρίας αὐτῆς ὅταν ἦτο παιδούλα, ἦτο πολὺ εὐσεβὴς καὶ ἀκόμα εὐσεβέστεροι ὁ παπποὺς καὶ ἡ γιαγιά. Ἄνθρωποι τῆς πολλῆς προσευχῆς καὶ τῆς πολλῆς ἐλεημοσύνης. Τὸ βράδυ ποὺ ξημέρωνε Χριστούγεννα, ἡ πεντάχρονη ἀδελφή της ξύπνησε καὶ τῆς ζήτησε νὰ βγοῦν ἔξω στὴν αὐλή, γιὰ νὰ πάει στὴν τουαλέτα. Δυστυχῶς ἐκείνη τὴν ἐποχὴ οἱ τουαλέτες ἦσαν ἔξω στὶς αὐλές. Ἕξι παιδιὰ κοιμόντουσαν ὅλα κάτω στὸ πάτωμα, στρωματσάδα, –δὲν ὑπῆρχαν κρεβάτια καὶ πούπουλα καὶ παπλώματα σὰν τὰ σημερινά. Σιγὰ σιγὰ βγῆκαν ἔξω στὸ μικρὸ διάδρομο. Ἀπέναντί τους ἦταν τὸ δωμάτιο τοῦ παπποῦ καὶ τῆς γιαγιᾶς. Ξαφνιάστηκαν ὅμως γιατί εἶδαν, ἔντονο φῶς νὰ βγαίνει ἀπὸ τὶς χαραμάδες καὶ ἀπὸ τὰ πολλὰ ἀνοίγματα τῆς σαραβαλιασμένης πόρτας. Πλησίασαν πιὸ κοντὰ καὶ εἶδαν

ἔντρομοι τὴ γιαγιὰ τους τυλιγμένη στὶς φλόγες. Ἄρχισαν νὰ τσιρίζουν δυνατά, καὶ ἡ μεγάλη νὰ φωνάζει: -Φωτιά, φωτιά, ἡ γιαγιὰ καίγεται! Ξύπνησαν βέβαια ὅπως ἦταν ἑπόμενο ὅλοι, καὶ πρῶτοι ἔτρεξαν οἱ γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἄνοιξαν τὴν πόρτα, κοίταξαν μέσα, καὶ ὕστερα τὴν ἔκλεισαν ἁπαλὰ καὶ σιγὰ σιγά. Γύρισαν στὰ παιδιὰ καὶ τοὺς εἶπαν: - Μὴ φοβᾶστε, δὲν εἶναι φωτιά. Καὶ μὲ σιγανὴ φωνὴ εἶπε ὁ πατέρας στὰ παιδιά του: - Αὐτὸ ποὺ εἴδατε παιδιά μου, δὲν εἶναι φωτιές. Εἶναι οἱ φλόγες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ μοιάζουν μὲ φωτιές. Γιὰ κοιτάξτε τώρα… Σιγὰ σιγὰ σβήνουν. Ἔτσι γίνεται πάντοτε. Ὅταν ἡ γιαγιὰ καὶ ὁ παπποὺς προσεύχονται καὶ μάλιστα τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς ὅλη τὴ νύχτα. Διότι ἂν δὲν προσηύχονταν τόσο πολύ, ὁ παπποὺς καὶ ἡ γιαγιά, ὅπως καὶ ποιὸς ξέρει, πόσοι ἄλλοι ἄγνωστοι χριστιανοί, θὰ μᾶς εἶχαν πετσοκόψει ὅλους τὰ Βουλγαρικὰ τότε στρατεύματα κατοχῆς. Ἀπὸ τέτοιες προσευχὲς καὶ ἀγρυπνίες δὲν θὰ ἀφήσει νὰ χαθεῖ ποτὲ ἡ Ἑλλάδα ἡ πατρίδα μας, οὔτε καὶ ἡ Ὀρθοδοξία. «Αὐτὰ ἦσαν τὰ λόγια τοῦ πατέρα μας, τὴν ἀξέχαστη ἐκείνη νύχτα τῶν Χριστουγέννων», μοῦ εἶπε ἡ κυρία καὶ συνέχισε λέγοντας: «Πολλὲς φορὲς ἀπὸ τότε, εἶδα τὸν παπποὺ καὶ τὴ γιαγιὰ νὰ προσεύχονται ὅλη τὴν νύχτα. Καὶ ὅσες φορὲς ἐπέτρεψε ὁ Θεός, στὴν παιδική μου τότε ἀθωότητα, ἔβλεπα νὰ καίγονται σὰν λαμπάδες ἀπὸ τὶς φλόγες τῆς Πεντηκοστῆς. Ἔτσι μᾶς ἔμαθαν νὰ γιορτάζουμε τὰ Χριστούγεννα οἱ γονεῖς μας. Μὲ προσευχὴ καὶ μὲ Δοξολογία. Μὲ ἐκκλησιασμὸ καὶ Θεία Κοινωνία»2”. Β´ “Ζωντανὲς ἱστορίες τῶν ἀληθινῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ὁ χειμώνας βαρύς. Τὸ χιόνι πολύ,


καὶ τὸ κρύο τσουχτερό. Τὰ περισσότερα σπίτια ἦσαν παγωμένα ἀπὸ τὴν ἔλλειψη φωτιᾶς – καὶ αὐτὸ τὸ ἔζησα παιδί. Στὸ σπίτι γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε εἶχε πέσει μεγάλη ἀρρώστια. Ἀφενὸς μὲν ἀπὸ δυσεντερία, ἀφετέρου δὲ ἀπὸ ἐλονοσία. Μικροὶ καὶ μεγάλοι στρωματσάδα, οἱ μόνοι ὄρθιοι ποὺ εἶχαν μείνει ἦταν ὁ παπποὺς καὶ ἡ γιαγιά. Ἕνα πρωὶ λέγει ὁ παππούς: - Θὰ πάω νὰ φέρω ξύλα ἀπὸ τὸ ἀπέναντι δάσος. - Ποῦ θὰ πᾶς εὐλογημένε, τοῦ λέει ἡ γιαγιά, γέρος ἄνθρωπος; Τὸ δάσος ἀπέχει δύο ὧρες, ἐσὺ θὰ κάνεις τρεῖς. Καὶ πόσα ξύλα μπορεῖς νὰ φέρεις ἐσύ, γέρος ἄνθρωπος; Ὕστερα θὰ σὲ πιάσουν καὶ οἱ Βούλγαροι. Ποῦ πᾶς; - Ὄχι, θὰ πάω. Ἔκανε τὴν προσευχή του, ἀφοῦ τὴν εἶχε κάνει καὶ ὅλη τὴ νύχτα. Ἔκανε τὸ σταυρό του, καὶ ξεκίνησε. Πέρασε τὸ μεσημέρι, κόντευε ἔτσι ἀπόγευμα, τρεῖς – τέσσερεις, καὶ δὲν εἶχε φανεῖ. Ἔβγαινε ἡ γιαγιὰ κάθε τόσο καὶ κοίταζε στὸ βάθος τοῦ χωραφόδρομου. Σὲ λίγο περνάει ἕνας γείτονας φορτωμένος στὴν πλάτη μὲ λίγα ξύλα. - Ἔρχεται, τῆς λέγει, ὁ μπάρμπα Μῆτσος. Τὸν βοήθησε πολὺ καὶ ἕνας ξένος. Τελικὰ βλέπει ἡ γιαγιὰ τὸν παπποὺ μαζὶ μὲ τὸν ξένο, νὰ σέρνουν μὲ σχοινιὰ δυὸ μεγάλα δένδρα. Πῶς τὰ εἶχαν κόψει; Μᾶλλον ὁ ξένος θὰ τάκοψε. Πλησίασαν, τὰ ἔβαλαν ἐκεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλή, τοὺς καλωσόρισε ἡ γιαγιὰ καὶ τοὺς κάλεσε μέσα. Ἐκείνη θὰ ἔκοβε μερικὰ κλαδιὰ καὶ θὰ ἄναβε τὴν σόμπα, γιὰ νὰ ζεσταθοῦν, καὶ οἱ ἄρρωστοι, καὶ ὁ ξένος, καὶ ὁ κατάκοπος παππούς. Μπῆκε μέσα ὁ παππούς, ἔκατσε σὲ ἕνα σκαμνὶ καὶ λέγει: - Ἄντε βρὲ γυναίκα κᾶνε λίγο τσάι ζεστὸ καὶ φέρε λίγο ψωμί.

-Περίμενε, τοῦ λέει, ὥσπου νάρθει ὁ ξένος. - Ποιὸς ξένος; - Νά, αὐτὸς ποὺ ἔσερνε μαζί σου τὰ δένδρα. - Κανένας ξένος δὲν ἦταν μαζί μου. Μόνος μου ἔσερνα τὰ δένδρα. - Πῶς δὲν ἦταν, τοῦ λέει. Ἀφοῦ σὲ εἶδε ὁ γείτονας. Καὶ μάλιστα νὰ κόβει τὰ δένδρα. Νὰ τὰ φορτώνεται μαζί σου, νὰ τὰ σέρνετε μαζί. Μὰ σὲ εἶδα καὶ γώ. Καὶ τὸν καλωσόρισα καὶ ἔξω ἀπ’ τὴν αὐλή. - Τί λὲς βρὲ γυναίκα. Μόνος μου ἤμουνα. Καὶ στάθηκε γιὰ λίγο. Ξαφνικὰ φωτίστηκε τὸ πρόσωπό του καὶ φωνάζει: - Ἄγγελος θὰ ἦταν γυναίκα! Ἄγγελος θὰ ἦταν! Γι’ αὐτὸ λοιπὸν τόσο γρήγορα τὰ τελείωσα καὶ τά ᾽σερνα λὲς καὶ ἦταν πούπουλα. Ἄγγελος θὰ ἦταν! Δόξά Σοι ὁ Θεός! Δόξα Σοι ὁ Θεός! Δόξα Σοι ὁ Θεός! Ἔλα τώρα γυναίκα νὰ κάνουμε καὶ ἑκατὸ μετάνοιες γιὰ νὰ εὐχαριστήσουμε τὸν Θεόν”3. Δεχθεῖτε αὐτὰ τὰ λίγα ἀλλὰ πολὺ σημαντικὰ καθὼς καὶ ὅσα ἀκολουθήσουν πιὸ κάτω ὡς μικρὴ συμβολὴ στὸ τεράστιο θέμα τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν μας. Θὰ συνεχίσουμε στὸ ἑπόμενο τεῦχος. παπα-Νικόλας Ἀλεξάκης ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 1. Ἐφεσ.4,4 2. http://istologio.org/?p=5951 3 http://istologio.org/#sthash.eatFqICX.dpuf


Σκέψε ις κα ί προ βληματ ισμοί γ ύρ ω ἀπό τ ήν ἀνατρο φή τῶν πα ιδι ῶν μας Μόλις πρίν λίγες μέρες, γιορτάσαμε τά Χριστούγεννα. Καθώς ἡ σκέψη μας γυρίζει χρόνια πίσω, στό χωριό, στό τζάκι, στόν παππού καί τή γιαγιά, ἀναπολῶ τήν ξενοιασιά, τή θαλπωρή καί τήν ἀκτινοβολία πού εἶχαν στίς ψυχές μας οἱ ἅγιες αὐτές μέρες. Περιμέναμε πῶς καί πῶς νά κλείσουν τά σχολεῖα, νά μαζευτοῦμε ὅλοι μαζί, τρεῖς γενιές παρέα. Ἡ γιαγιά καί ὁ παππούς νά σμίξουν μέ τά ἐγγόνια, οἱ γονεῖς μέ τά παιδιά. Σμίξιμο, ἕνωση, μάζωξη, εἰκόνες πού παραπέμπουν στήν ἅγια οἰκογένεια, ἡ εἰκόνα τῆς ὁποίας δέν ἔλειπε ἀπό κανένα σπίτι. Ἀνεξίτηλη στή μνήμη ἔχει μείνει ἡ προσμονή μέ τήν ὁποία τοποθετούσαμε τά παπούτσια στό τζάκι παραμονή Πρωτοχρονιᾶς, μέ τήν ἐλπίδα τό πρωί νά εἶναι γεμάτα μικρές ἐκπλήξεις, βιβλία, μπάλες, ξύστρες, μολύβια… Εἶναι ἄραγε καί στίς μέρες μας ἔτσι τά πράγματα; Εἶναι οἱ δεσμοί τόσο ἄρρηκτοι ἤ μήπως ἔχει ὑποστεῖ ἀνεπανόρθωτες ρωγμές αὐτός ὁ πολύ σημαντικός πυρήνας τῆς κοινωνίας πού λέγεται οἰκογένεια; Ἄς δοῦμε τό ἄλλοτε καί τό τώρα μέ τά μάτια τῆς Γαλάτειας Γρηγοριάδου Σουρέλη: "Σάν ἤμουνα παιδί ὀνειρευόμουνα, ξύπνια καί κοιμισμένη, τά Χριστούγεννα καί τήν Πρωτοχρονιά, ὁλόκληρη ἡ χρονιά, νόμιζε κανένας εἶχε συμπτυχθεῖ τό ἐνδιαφέρον σέ ἐκεῖνο τό μαγευτικό δεκαπενθήμερο τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Ὁ κόσμος δέ ζοῦσε στή σημερινή καταναλωτική κοινωνία. Ἦταν ἕνας κόσμος πού ἔβγαινε ἀπό πόλεμο, ζοῦσε ἕνα διχασμό, ἦταν φτωχός, φοβισμένος, πεινασμένος. Δέν ξέραμε τότε ἀπό γιορτές γενεθλίων, ἡ ζαχαρένια τούρτα καί τά κεράκια στή μέση ἦταν ἄγνωστα σέ

μᾶς. Τόπι καί βέβαια παίζαμε στά δρομάκια πού ἦταν ἥσυχα, νοικοκυρεμένα, μέ τίς αὐλές καί τά δεντράκια, δέν περνοῦσαν παρά πού καί πού αὐτοκίνητα. Δέν κινδυνεύαμε λοιπόν. Παίζαμε βέβαια τόπι, ἀλλά τό φτιάχναμε ἐμεῖς ἀπό παλιοκούρελα. Τό σφιχτοδέναμε μέ χοντρό σπάγγο καί φάνταζε στά μάτια μας τόσο, πού καμιά μπάλα δερμάτινη δέν φαντάζει στά μάτια τῶν χορτασμένων μπουχτισμένων παιδιῶν τοῦ σήμερα. Καί βέβαια εἴχαμε κοῦκλες. Κοῦκλες, πάλι, ἀπό παλιόπανα. Κοῦκλες πού κάποια γιαγιά μᾶς εἶχε φτιάξει. Γιατί, Θεέ μου, εἴχαμε τότε καί γιαγιάδες! Γιαγιάδες πού μᾶς κανάκευαν, μᾶς πρόσεχαν, μᾶς ἔφτιαχναν φανταχτερά παιχνίδια καί μᾶς ἔλεγαν παραμύθια. Καί βέβαια εὔκολο ἤτανε μέ δυό καλάμια νά κάνουμε τσιλίκι, μέ μιά κιμωλία τριμμένη νά φτιάξουμε τετράγωνα στόν ἴσιο δρόμο καί νά παίξουμε κουτσό, ἕνα σχοινί μπουγάδας βρισκότανε γιά νά τό στριφογυρίζουμε καί νά τό πηδᾶμε. Αὐτά ἦταν τά καθημερινά μας παιχνίδια. Γιατί ὁ ἀγαπημένος μας Ἅγιος τῶν παιδιῶν, ὁ Ἅγιος, ὁ μοναδικός Ἅγιος Βασίλης, θά ἔφερνε τό «ἔξτρα» νά ποῦμε τό ὀνειρεμένο, τό φανταστικό, τό δῶρο τό δικό του. Ὅταν βλέπαμε ἕνα κουρντιστό τραινάκι –ποῦ τότε τά ἠλεκτρονικά!– μιά πολύχρωμη σβούρα, μιά πραγματική κούκλα στό μεγάλο μαγαζί καί θερμοπαρακαλούσαμε νά μᾶς τά ἀγοράσουν, ἔλεγαν οἱ μεγάλοι: «Ὑπομονή, θά ᾿ρθοῦνε οἱ γιορτές». Ἀναστενάζαμε, μετρούσαμε τούς μῆνες, πόσοι μᾶς μένουν μέχρι τότε. Λοιπόν σάν ἤμουν παιδί ὀνειρευόμουνα ξύπνια καί κοιμισμένη τά Χριστούγεννα καί τήν Πρωτοχρονιά. Ἡ ἀτμόσφαιρα στό σπίτι εἶχε τώρα ἀλλά-


ξει. Ἀσπρίσματα, καθαρίσματα, γλυκά φτιαγμένα ἀπό τή μητέρα, κουραμπιέδες μέ τό ἀμύγδαλο πού σπάζαμε ἐμεῖς τά παιδιά, μελομακάρονα πού μπροστά στά μάτια μας πέφταν στό πετιμέζι, μυρουδιές... Μυρουδιές καί ἀναμονή. Νηστεύαμε, δέν τρώγαμε ἀπό τά γλυκά πού ἑτοιμάζονταν. Ἀναμονή καί παραμύθι. Γιατί ἡ γιαγιά σάν παραμύθι μᾶς μίλαγε γιά τά Χριστούγεννα. Κι ἦταν μιά σκάλα. Κι ἐπάνω στή σκάλα ἀνεβοκατέβαιναν Ἄγγελοι. Μεγάλοι Ἄγγελοι μ᾿ ἀσημένια φτερά, μικροί Ἄγγελοι, μέ μαλλιά σγουρά μεταξένια. Κοιτάζαμε τό μικρό ἀδελφάκι μας, ἔτσι εἶχε τά μαλλιά του σγουρά καί μεταξένια. Λές νά ἦταν ἕνας τοσοδούλης ἄγγελος. Καί τραγουδούσανε καί ψέλνανε οἱ Ἄγγελοι, συνέχιζε ἡ γιαγιά καθώς πασπάλιζε μέ ἄχνη ζάχαρη τούς κουραμπιέδες. -Τί ψέλνανε γιαγιά; ρωτούσαμε. -Τό «ἐπί γῆς εἰρήνη», μᾶς ἐξηγοῦσε ἡ γιαγιά. -Δηλαδή; -Νά, πώς ἔφερε ὁ μικρός Χριστούλης τήν εἰρήνη στόν κόσμο, ἐξηγοῦσε ἡ γιαγιά. Αὐτή τή σκάλα τῶν Ἀγγέλων ὀνειρευόμουνα, κι ἄκουγα ὁλοκάθαρα στ᾿ αὐτιά μου τό τραγούδι τῆς εἰρήνης πού ἔλεγαν οἱ Ἄγγελοι. Καί τό ἄλλο μᾶς ἔλεγε ἡ γιαγιά: -Ὁ Ἅγιος Βασίλης δουλεύει ὅλη τή χρονιά μέ τούς μαστόρους του. Νύχταμέρα δουλεύει. Φτιάχνει παιχνίδια γιά νά τά δώσει στά παιδιά. Κι ὅταν κοντεύουν οἱ μέρες, τά φορτώνει στό ἕλκηθρό του, βάζει βαθιά-βαθιά τό κόκκινο σκουφί του, φοράει τά μεγάλα καί ζεστά του γάντια, τίς μαῦρες γούνινες μπότες του καί ξεκινάει. Τάραντοι δώδεκα καί δώδεκα κι ἄλλοι δώδεκα σέρνουν τό βαρυφορτωμένο ἕλκηθρό του. -Φτιάχνει καί τή δική μου κούκλα; Αὐτή πού θέλω, πού περπατάει καί μι-

λάει; ρώτησα, θυμᾶμαι, μαγεμένη. - Δέν ξέρω ἄν θά μιλάει ἤ θά περπατάει, μά σίγουρα σοῦ ἑτοιμάζει τήν κούκλα σου, εἶπε μέ ἀπόφαση στό τέλος. -Θυμᾶμαι καί νοσταλγῶ. Σήμερα δέν ὑπάρχουν πιά γιαγιάδες αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Οἱ γιαγιάδες δέν μένουν μαζί μας, εἶναι μοντέρνες γιαγιάδες, πού δέν ξέρουν νά μιλοῦν γιά τά Χριστούγεννα, γιά τόν Ἅη Βασίλη. Σέ πολλά σπίτια δέν κάνουνε πιά γλυκά. - Τί νά τά κάνεις; Φασαρία εἶναι. Παίρνεις ἕνα-δυό κιλά ἀπ᾿ τό ζαχαροπλαστεῖο, ξεμπερδεύεις, στούς δρόμους κυκλοφοροῦν πάρα πολλά αὐτοκίνητα, τά παιδιά δέν παίζουν. Βουβά, βλέπουν τηλεόραση. Τά φύλλα τῶν ἐφημερίδων μιλοῦν γιά Χριστούγεννα, ἄδεια ἀπό Χριστό. Ἡ τηλεόραση ἔχει χορευτικά σώου καί ἀνόητα νούμερα. Τίς γιορτινές μέρες δέν τίς λένε κἄν χριστουγεννιάτικες. Ἡ οἰκογένεια χωρίζει, δέ σμίγει. Οἱ γονεῖς πᾶνε ἐκδρομή. Τά μεγάλα παιδιά πᾶνε σέ «χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν». Τό λινό τραπεζομάντηλο πού ἔστρωνε ἡ μάνα μου αὐτή τή μέρα μένει σάν ἀντίκα στό συρτάρι. Καί ἡ «εἰρήνη», μιά λέξη-καραμέλα, βρίσκεται ξεκομμένη ἀπό τόν χορηγό της. Σέρνεται στούς δρόμους, γράφεται σέ πλακάτ, γίνεται σύνθημα, γίνεται τό «ἀπολεσθέν» ἀντικείμενο, γίνεται ἡ παραστρατημένη κόρη, ἡ χωρίς γονιούς, τό ἔκθετο. Καί ὁ «εὑρών ἀμοιφθήσεται!» Καί ὁ Ἅη Βασίλης ; Ἐκεῖνος ἐξακολουθεῖ ὅλη τή χρονιά νά φτιάχνει δῶρα. Δῶρα ὅμως περίεργα. Δηλαδή, ἄν κρίνεις ἀπό αὐτά πού γέμισαν τήν ἀγορά καί τίς βιτρίνες, ὁ Ἅγιος τῆς ἀγάπης καί τῆς προσφορᾶς ἔγινε, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, πολεμοκάπηλος. Κατασκευάζει τάνκς, στρατιωτάκια, πυραύλους, πιστόλια. Τά πολεμικά παιχνίδια τά χρεώνουμε στόν Ἅη Βασίλη κι αὐτός θά ’ρθει τό τελευταῖο βράδυ τοῦ


χρόνου, θά φιλήσει τό κάθε παιδί καί θά τοῦ ψιθυρίσει: -Καλή χρονιά, παιδί μου! Ἡ ἀτομική βόμβα πού βλέπεις εἶναι δική σου. Λοιπόν, σάν ἤμουνα παιδί, ὀνειρευόμουνα, ξύπνια καί κοιμισμένη, τά Χριστούγεννα καί τήν Πρωτοχρονιά. Τώρα θέλω νά κλείνω τά μάτια μου καί νά ὀνειρεύομαι πώς ἔπαιζα μέ κείνη τήν πάνινη μπάλα μου, πώς γύριζα γιά νά δῶ τό σωρό μέ τούς ἄσπρους κουραμπιέδες, νά μυρίσω τίς εὐωδιές πού πλημμυρίζουν ὅλα τά μέρη τοῦ σπιτιοῦ, ν᾿ ἀκούσω τή γιαγιά: -Κι ἦταν μιά σκάλα. Μιά χρυσή, ὁλόχρυση σκάλα. Κι ἐπάνω της ἀνεβοκατέβαιναν Ἄγγελοι μ᾿ ἀσημένια φτερά. Χρι σ τούγεννα μέ Χρ ι σ τό ποθῶ τώρα νά βρῶ μέσα στά ὄνειρά μου. Καί τόν Ἅη Βασίλη νά ἑτοιμάζει γιά μένα μιά κούκλα. Νά μή μιλᾶ, νά μήν περπατᾶ, δέν πειράζει. Μιά κούκλα πού θά χαμογελάει. Μιά κούκλα χωρίς τό κομμωτήριό της ἤ τόν ... φίλο της»1. Μέ ἀφορμή τά Χριστούγεννα, ὁ προβληματισμός μας γιά τό ἄλλοτε καί τό τώρα τῆς οἰκογένειας γενικεύεται. Τό τόσο αὐτό σημαντικό κύτταρο τῆς κοινωνίας, λειτουργεῖ τό ἴδιο ζωογόνα ὅπως παλιά; Κατέχει ἡ οἰκογένεια, τό σχολεῖο καί ἡ θρησκευτική ἀγωγή τήν ἴδια θέση; Μᾶς ἔρχονται στό μυαλό εἰκόνες ἀπό τό πρῶτο μας ἀναγνωστικό «ἀλφαβητάριο». Ὅλη ἡ οἰκογένεια, οἱ γονεῖς μέ τά τέσσερα παιδιά καί τή γιαγιά. Ἡ οἰκογένεια εἶναι ὁ πυρήνας τῆς κοινωνίας τῆς ἐποχῆς. Ἡ γιαγιά εἶναι ἐνταγμένη στήν οἰκογένεια, στή φροντίδα καί στή διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν καί δέ μέ-

νει ποτέ πίσω μόνη. Ὑπάρχει πολυτεκνία, ἄρα τά παιδιά μεγαλώνουν σέ ἕνα πιό ὑγιές περιβάλλον μέ παρέα καί παραδοσιακά παιχνίδια. Ἔτσι μέ τά παιχνίδια καί τά μαλώματα ἀναπτύσσονται ἰσορροπημένες σχέσεις πού διαμορφώνουν ἰσορροπημένους ἐνήλικες. Σημαντικό μέρος τοῦ βιβλίου κατέχει ἡ σχολική ζωή. Τό σχολεῖο στηρίζει, συμπληρώνει καί ὁλοκληρώνει τήν οἰκογενειακή ἀγωγή. Ἄλλες εἰκόνες τοῦ βιβλίου παραπέμπουν στό θρησκευτικό βίωμα. Ὁ κυριακάτικος ἐκκλησιασμός, ἡ πρωινή καί ἡ βραδινή προσευχή, ἡ προσευχή πρίν ἀπό κάθε γεῦμα, εἶναι ἀπαραίτητη καί ἀναπόσπαστο μέρος τῆς ζωῆς τῆς οἰκογένειας καί τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν. Τούς δικούς μας ὤμους, τούς ὤμους τῶν γονιῶν καί τῶν δασκάλων, βαραίνει τό δύσκολο ἔργο τῆς σωστῆς διαπαιδαγώγησης τῶν παιδιῶν μας. Βαρύγδουπος ὅρος, ἄρθρα ἐπί ἄρθρων ἔχουν γραφεῖ, τόμοι βιβλίων, σεμινάρια, διατριβές γιά τό γνωστό κλισέ «σωστή διαπαιδαγώγηση». Ἄλλο ὅμως ἡ θεωρία κι ἄλλο ἡ πράξη. Ὅσα βιβλία κι ἄν διαβάσουμε, ὅσα πτυχία κι ἄν ἔχουμε, ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα καί καλούμαστε νά τά ἐφαρμόσουμε , δέν εἶναι εὔκολο. Πρέπει νά προσεγγίσουμε τά παιδιά μας πάνω ἀπ’ ὅλα μέ πολλή ἀγάπη, ἀγάπη πού μόνο ἡ προσευχή μπορεῖ νά μεταδώσει. Ὅλοι ἀγαποῦμε τά παιδιά μας, ἀλλά πῶς τό δείχνουμε; Μέ ἕναν ὑπέρμετρο ἐγωισμό. Πρέπει ν’ ἀλλάξουμε πορεία, ν’ ἀλλάξουμε πλεύση, νά καταλάβουμε ὅτι ἄλλος κινεῖ τά νήματα καί ν’ ἀφεθοῦμε ἐπιτέλους σ’ Αὐτόν. Ἄς ἀποσυρθοῦμε κι ἄς Τόν ἐμπιστευτοῦμε.


Μόνο τότε θά μπορέσουμε νά ἐμπνεύσουμε τά παιδιά μας καί νά τά καθοδηγήσουμε σωστά. Ἄς προσπαθήσουμε ν’ ἀφουγκραστοῦμε τί μᾶς ψιθυρίζει τό παιδί μας, μέ τήν ἀγωνία, τά νεῦρα, τήν αὐθάδεια, ὅσο δύσκολο κι ἄν εἶναι. Ὅπως λέει καί ἡ ἀδελφή Μαγδαληνή «οἱ χριστιανοί γονεῖς καί δάσκαλοι καί ὅλοι ὅσοι ἐπιθυμοῦν νά διδάξουν τό χριστιανισμό ὀφείλουν νά ἔχουν πάντα κατά νοῦν ὅτι ὁ κύριος σκοπός τους εἶναι: νά ἐμπνεύσουν στό παιδί προσωπική ἀγάπη γιά τό Χριστό καί τή μητέρα Του. Ἄν ἕνα παιδί μεγαλώνει τιμώντας τό Χριστό καί τήν Παναγία ὡς ἀγαπημένα πρόσωπα, αὐτή ἡ ἀγάπη θά στερεώσει τήν καρδιά του στό Θεό, κι ἄν ἀργότερα περάσει μέσα ἀπό ἀμφιβολίες ἤ ἀκόμα κι ἄν ἐγκαταλείψει τήν Ἐκκλησία, τουλάχιστον ἡ καρδιά του δέ θά στραφεῖ ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό καί μόνο μπορεῖ νά εἶναι σημαντικό γιά τή σωτηρία του. Ἡ θρησκευτική μόρφωση τῶν παιδιῶν ἐπιτυγχάνεται κυρίως μέ τό παράδειγμα καί μέ τήν ἀτμόσφαιρα ἀγάπης καί προσευχῆς μέσα στό σπίτι. Ἡ καρδιά τοῦ παιδιοῦ συγκινεῖται καί χωρίς νά ἔχει ἀνάγκη λογικῶν ἀποδείξεων γνωρίζει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Οἱ γονεῖς πρέπει νά ἐμπνέουμε στά παιδιά μας τήν ἀγάπη γιά τό Θεό καί νά τά διδάσκουμε πῶς νά βρίσκουν μόνα τους τό θέλημά Του»2. Σημαντικό εἶναι ὅτι πολλοί ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ὀφείλουν τήν πνευματικότητά τους στό ὀρθόδοξο βίωμα πού ἀπέκτησαν ἀπό τούς γονεῖς τους ἤ ἀπό ἄλλα συγγενικά τους πρόσωπα. Ἄς θυμηθοῦμε τόν Ἅγιο Νεκτάριο, ὁ ὁποῖος θυμόταν πάντα τήν ἀγάπη τῆς γιαγιᾶς του καί πῶς στεκόταν ὅταν προσευχόταν μπροστά στίς εἰκόνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἀποτελεῖ καί ὁ γέρων Χατζη-Γεώργης ὁ Ἀθωνίτης, ὁ ὁποῖος ὅπως μαρτυρεῖται στή βιογραφία του γαλουχήθηκε πνευματικά ἀπό τή μητέρα

του: “ Ὁ πατέρας του, ὁ Ἰορδάνης, ἦταν εὐλαβής καί ἀσχολεῖτο μέ τό ἐμπόριο καί τόν περισσότερο καιρό τόν περνοῦσε στά ταξίδια. Αὐτό φυσικά ἔδινε τήν εὐκαιρία στή Μαρία νά ζῆ ἁπλά, νά μή μεριμνᾶ καί τυρβάζη περί πολλά, νά παίρνει τό μικρό Γαβριήλ, ἐπειδή εἶχε περισσότερη εὐλάβεια, καί νά ἀγρυπνεῖ μέ ἄλλες γυναῖκες πότε στίς σπηλιές καί πότε στά ἐξωκκλήσια. Μποροῦμε νά ποῦμε, ὅτι καί τό γάλα τῆς εὐλογημένης αὐτῆς Μάνας, πού θήλαζε ὁ Γαβριήλ, ἦταν ἀσκητικό! Ὅταν μεγάλωσε λίγο ὁ Γαβριήλ, πῆγε στό σχολεῖο, ἀλλά δέν μποροῦσε νά μάθει γράμματα, ἐνῶ ἦταν πολύ ἔξυπνος. Τέσσερα ὁλόκληρα χρόνια παιδεύτηκε στό σχολεῖο ὁ μικρός Γαβριήλ καί δέν κατόρθωσε οὔτε νά συλλαβίζει. Ἐπειδή τόν μάλωναν οἱ γονεῖς του καί ὁ δάσκαλός του, εὕρισκε εὐκαιρία καί ἔφευγε στίς σπηλιές, νήστευε καί προσευχόταν. Μιά μέρα τοῦ εἶπε ἡ μητέρα του μέ καλοσύνη. -Γαβριήλ, παιδί μου, πήγαινε στήν ἐκκλησία καί παρακάλεσε τήν Παναγία νά σέ βοηθήσει νά μάθεις γράμματα. Στήν Ἐνορία τους ὑπῆρχε Θαυματουργός εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Ὁ μικρός Γαβριήλ, ἀφοῦ ἔκανε νηστεία καί πολλές μετάνοιες, ξεκίνησε νύχτα νά προσευχηθεῖ γιά νά μήν τόν δοῦν οἱ ἄνθρωποι. Μόλις ἔφτασε στό Νάρθηκα, ἔπεσε στό κατώφλι τῆς θύρας τοῦ ναοῦ καί μέ εὐλάβεια καί δάκρυα προσκύνησε ἀπ’ ἔξω, διότι ἡ θύρα ἦταν κλειστή. Ἐνῶ παρακαλοῦσε τήν Παναγία: «Δῶσε μου Βασίλισσα τοῦ Οὐρανοῦ, νά μάθω γράμματα!», ξαφνικά ἄνοιξαν οἱ πόρτες τῆς Ἐκκλησίας καί μπῆκε ἡ Θεοτόκος. Παίρνοντας τό μικρό ἀπ’ τό χέρι, τόν ἔφερε στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί εἶπε: «Υἱέ μου, δῶσε στό μικρό Γαβριήλ νά μάθει γράμματα». Κι ὅπως ἔλεγε ἀργότερα ὁ ἴδιος: Μ’ αὐτά τά λόγια μέ εὐλόγησε μέ τό χέρι Της, μ᾿ ἀσπάσθηκε καί εἶπε:


«Τώρα ἔμαθες γράμματα». Καί μετά μπῆκε στή Βόρεια πύλη τοῦ Ἱεροῦ. Μετά ἀπό τό θεῖο αὐτό γεγονός, πού ἔμαθε γράμματα μέ θεϊκό τρόπο ὁ μικρός, οἱ γονεῖς καί ὅλοι οἱ συγγενεῖς του τόν εἶχαν σέ εὐλάβεια’’3. Μιά ἀκόμα μαρτυρία πού δείχνει τό σημαντικό ρόλο τῶν γονέων στό μεγάλωμα τῶν παιδιῶν, εἶναι κι αὐτή τοῦ γέροντος Παϊσίου: «Ἐμένα ἡ μητέρα μου μοῦ ἔμαθε νά λέω τήν εὐχή. Ὅταν σάν παιδιά κάναμε καμιά ἀταξία καί πήγαινε νά θυμώσει, τήν ἄκουγα πού ἔλεγε:«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὅταν ἔβαζε τό ψωμί στό φοῦρνο, ἔλεγε: «Εἰς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας». Καί ὅταν ζύμωνε καί ὅταν μαγείρευε πάλι ἔλεγε συνέχεια τήν εὐχή. Ἔτσι ἁγιαζόταν ἡ ἴδια, ἁγιαζόταν καί τό ψωμί καί τό φαγητό πού ἔκανε, ἁγιάζονταν κι αὐτοί πού τό ἔτρωγαν. Τό καλό παράδειγμα τῶν γονέων βοηθάει τά παιδιά. Ἡ καλύτερη κληρονομιά πού μποροῦν ν’ ἀφήσουν οἱ γονεῖς στά παιδιά τους εἶναι νά τούς μεταδώσουν τή δική τους εὐλάβεια»4. Βλέπουμε, λοιπόν, πόση μεγάλη σημασία ἔχει τό ἦθος τῶν γονιῶν, τῶν δασκάλων καί ὅλων αὐτῶν πού ἐμπλέκονται στή διαπαιδαγώγηση τῶν νέων ὄχι μόνο γιά τά ἴδια τά παιδιά μά καί γιά τήν κοινωνία ὁλόκληρη. Ἕνα ἦθος πού μεταφέρεται ἀνεπαίσθητα ὅπως τό γάλα τῆς μάνας στά παιδιά. Τό ζήτημα εἶναι πώς πολλές φορές δέ συνειδητοποιοῦμε τήν εὐθύνη μας. Χανόμαστε στήν καθημερινότητα, στά οἰκονομικά μας, τά ἐπαγγελματικά μας καί μέσα σ’ αὐτόν τό χαμό μεγαλώνουμε τά παιδιά μας. Ζοῦμε σέ μιά σύγχυση, μ’ ἕνα νοῦ θολωμένο, τά τρέχουμε ἀπό μικρή ἡλικία σέ δρα-

στηριότητες, φροντιστήρια, ἐναποθέτουμε τήν ἀνατροφή τους σέ ξένους, καθώς ἀδυνατοῦμε νά τήν ἀναλάβουμε ἐμεῖς. Ἐπικοινωνοῦμε συνήθως μέ σημειωματάκια στό ψυγεῖο, δέ βρισκόμαστε ὅλη μαζί ἡ οἰκογένεια παρά μόνο μπροστά στήν τηλεόραση κι ἡ Κυριακή εἶναι ἡ πιό δύσκολή μας μέρα γιατί ἄν καί μαζευόμαστε ὅλοι μαζί δέ μποροῦμε νά λειτουργήσουμε ἁρμονικά καθώς ἔχει χαθεῖ ἡ ἔννοια τῆς «φαμίλιας». Καί τά παιδιά μας; Τά παιδιά μας ἄν καί βυθισμένα, βολεμένα στήν εἰκονική πραγματικότητα τῶν ἠλεκτρονικῶν παιχνιδιῶν, προσπαθοῦν νά ἐπιβιώσουν καί νά διατηρήσουν κάτι ἀπό τήν ὀμορφιά τῆς ἡλικίας τους. Εἶναι δύσκολο νά εἶσαι γονιός καί δάσκαλος σήμερα. Πῶς νά διατηρήσεις τό ἦθος τῶν πατέρων σου καί νά τό μεταφέρεις στά παιδιά κόντρα στή νοοτροπία καί τά ρηχά ἰδεώδη τῆς σύγχρονης κοινωνίας; Μοναδικός φάρος σ’ αὐτή τήν προσπάθεια εἶναι ἡ ἐπαφή μέ τά κείμενα τῶν ἁγίων καί τῶν παραδόσεών μας πού πάντα κάτι ἔχουν νά μᾶς ποῦν ἀκόμα καί σέ καθημερινά θέματα. Ἀφροδίτη Μακρυνάκη-Συγγελάκη Ἑλένη Σαντιμπαντάκη-Τσικαλάκη ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ: 1. Γαλάτειας Σουρέλη, ἀπό τήν ἱστοσελίδα «Ψήγματα Ὀρθοδοξίας». 2. «Σκέψεις γιά τά παιδιά στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σήμερα», ἀδελφῆς Μαγδαληνῆς, Ἱερά Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας. 3. «Ὁ Γέρων Χατζη-Γεώργης ὁ Ἀθωνίτης», 1809-1886, Ἱερόν Ἡσυχαστήριον Μοναζουσῶν Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης,1986. 4. «Οἰκογενειακή Ζωή», Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι Δ΄.

ΑΓΚΥΡΟΒΟΛΗΜΑΤΑ 83  
Advertisement