Page 1

Nεανικά Nεανικά Ἀγκυροβολήματα AγκυροβολήΔ I M H N I A I O Φ Y Λ Λ A Δ I O T H Σ I E PA Σ M H T P O Π O Λ E Ω Σ I E PA Π Y T N H Σ K A I Σ H T E I A Σ Γ I A T O Y Σ N E O Y Σ TEYXOΣ 79 ΜΑΡΤΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2014

ΚΑΤ ΗΧΗ Τ ΙΚ Α ΚΕΦΑΛ ΑΙ Α

Ὀρθόδοξη παράδοση καὶ λαϊκὸς πολιτισμός Ἡ θεραπευτικὴ τῶν ἀσθενειῶν στὴ λαϊκὴ καὶ στὴν Ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ οἱ ἐναλλακτικὲς θεραπεῖες (συνέχεια ἀπὸ τὸ προηγούμενο τεῦχος) Ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν ἐναλλακτικῶν θεραπειῶν, καὶ εἰδικότερα τῆς Ὁμοιοπαθητικῆς, ὅτι ἀντιμετωπίζουν τὸν ἄνθρωπο ὡς ψυχοσωματικὴ ὁλότητα καὶ ὄχι ἀποσπασματικά, δημιουργεῖ εὔλογο προβληματισμὸ γιὰ τὴ φύση τῆς πνευματικῆς ἐνέργειας, ἀφοῦ οἱ πνευματικὲς προϋποθέσεις τῶν θεραπειῶν αὐτῶν εἶναι πολὺ διαφορετικὲς ἀπὸ αὐτὲς τῆς Ἐκκλησίας, τὸν τρόπο ποὺ κατανοεῖται ἡ «ὁλότητα» ἀπὸ τὸ χῶρο αὐτὸ καὶ τὸ θεραπευτικὸ ἀποτέλεσμα. Ἄς ποῦμε λίγα πράγματα γιὰ αὐτά. Νομίζω πὼς γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ σχηματίσουμε μιὰ σαφὴ εἰκόνα γιὰ τὶς

ἐναλλακτικὲς θεραπεῖες σὲ σχέση μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ξεκαθαρίσουμε δύο σημεῖα: τὸ πρῶτο εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ὅλου, τῆς ὁλότητας, καὶ τὸ δεύτερο εἶναι ἡ ἔννοια τῆς πνευματικῆς ἐνέργειας. Ἡ ἔννοια τοῦ ὅλου μᾶς παραπέμπει σὲ μιὰ κοσμοαντίληψη ὅπου τὰ πάντα ἀποτελοῦν μιὰ ὁλότητα, μιὰ ἑνότητα, τὰ πάντα εἶναι ἕνα ὡς πρὸς τὴ φύση τους. Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ εἶναι γνωστὴ καὶ στὸν ἀρχαιοελληνικὸ κόσμο -ὁ Ἡράκλειτος ἔλεγε ὅτι «ἕν (τὰ) πάντα εἶναι»- ἀλλὰ καὶ στὸν ἀνατολικὸ κόσμο, κυρίως στὸν Ἰνδουϊσμὸ καὶ στὸν Βουδδισμὸ ὑπάρ-


χει ἡ ἀντίληψη αὐτή. Ἡ «Ὁλιστικὴ» αὐτὴ ἀντίληψη τοῦ κόσμου μᾶς παρουσιάζει ἕνα κόσμο ποὺ εἶναι «θεϊκὸς» στὴ φύση του καὶ ὅλα τὰ ἐπὶ μέρους ὄντα δὲν εἶναι παρὰ φανερώσεις τοῦ ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ ἀπολύτου ὄντος. Ἡ ἔννοια τῆς ὁλότητας ἐδῶ μοιάζει μὲ τὴν ἑνότητα γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ὁ Χριστὸς προσευχόμενος στὸ Θεὸ Πατέρα, λέγοντας «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἕν ὦσιν» (Ἰω. 17,21). Ὑπάρχει ὅμως μιὰ καίρια διαφορά: στὴν περίπτωση τοῦ ὁλιστικοῦ τρόπου ἀντίληψης τοῦ κόσμου καταργεῖται ἡ ἔννοια τῆς ἀτομικῆς-προσωπικῆς ὕπαρξης ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος, καθὼς καὶ ὅλα τὰ ὄντα, δὲν εἶναι παρὰ φανερώσεις τοῦ ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ ἀπολύτου ὄντος, ἐνῶ στὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ προϋποτίθεται ὁ ἄνθρωπος ὡς πρόσωπο. Τὸ ὑπερπροσωπικό, ἤ μᾶλλον ἀπρόσωπο ἀπόλυτο ὄν, στὴν ἀνατολικὴ παράδοση μοιάζει μὲ ὠκεανὸ μέσα στὸν ὁποῖο τὰ ὄντα χάνουν τὴν ἑτερότητά τους, ὅπως οἱ σταγόνες τοῦ νεροῦ χάνονται μέσα στὸν ὠκεανό. Ἡ φύση τοῦ ἀπολύτου αὐτοῦ εἶναι ἐξ ἀνάγκης πνευματική, γιατὶ στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία καθετὶ ὑλικὸ εἶναι καὶ φθαρτό, ἄρα τὸ ὑπερπροσωπικὸ ἀπόλυτο αὐτὸ ὄν γιὰ νὰ εἶναι αἰώνιο δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι «πνευματικό», «ἄϋλο». Τὸ ἄϋλο ὅμως αὐτὸ

«πνευματικὸ» ἀπόλυτο δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν Ἄκτιστο Θεὸ τοῦ χριστιανισμοῦ ἀλλὰ μὲ κτίσματα τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος ἀγνοῶντας λατρεύει καὶ τιμᾶ ἀντὶ γιὰ τὸν Κτίστη. Συνέπεια τῶν παραπάνω εἶναι ἡ κατάλυση τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἀφοῦ ἐλευθερία χωρὶς διασφάλιση τῆς μοναδικότητας κάθε προσώπου δὲν νοεῖται, ἀλλὰ καὶ κατάλυση τῆς ἀγάπης, ἀφοῦ ἡ ἀγάπη μόνο ὡς ὑπέρβαση τῆς ἀτομικότητας, τοῦ ἐγώ, καὶ ἕνωση μὲ τὸ ἐσὺ νοεῖται. Παράλληλα μὲ αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος καὶ ὁ κόσμος γίνονται δεκτὰ μόνο στὴν πνευματική τους διάσταση, ὅπως αὐτὴ ἡ πνευματικότητα ἑρμηνεύεται στὴ φιλοσοφία καὶ στὶς θρησκευτικὲς αὐτὲς παραδόσεις καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ πνευματικότητα. Αὐτὸ ἔχει ὡς συνέπεια τὴν ἀπόρριψη οὐσιαστικὰ τοῦ ὑλικοῦ στοιχείου στὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κοινὴ μὲ τὴν συμπαντικὴ οὐσία ὅλων τῶν ὄντων. Ἀναιρεῖ δηλαδὴ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καθὼς ἐπίσης τὴν ἀνάσταση, ἀπαξιώνει τὸν ὑλικὸ κόσμο καὶ γενικὰ μᾶς φέρνει πίσω στὰ ἀδιέξοδα καὶ στὸν παραλογισμὸ ποὺ βρισκόταν ὁ κόσμος πρὶν ἀπὸ τὸ ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ εἴσοδος τοῦ Ἀκτίστου Λόγου τοῦ Θεοῦ στὸν κτιστό μας κόσμο μὲ τὴ σάρκωσή Του ἀποκάλυψε σὲ μᾶς ἕνα τρόπο ὕπαρξης ποὺ ἀγνοούσαμε. Μὲ


τὴ διάκριση τοῦ κτιστοῦ ἀπὸ τὸν Ἄκτιστο καὶ ταυτόχρονα τὴν ἕνωση τῶν δύο στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύφθηκε στὸν ἄνθρωπο τὸ μυστήριο τῆς «Ὑποστατικῆς ἀρχῆς», ὅπως τὸ ὀνομάζει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ, ἤ ἄλλιῶς τὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου γιὰ τὸ ὁποῖο μίλησαν οἱ Καππαδόκες Πατέρες καὶ δογμάτισε ἡ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος. Κατοχυρώθηκε ἔτσι ἡ ἀξία καὶ ἡ μοναδικότητα κάθε προσώπου, ἀπόκτησε νόημα καὶ ἐλπίδα ἡ ζωή του, καὶ φανερώθηκε ὅτι ὁ τρόπος ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου εἶναι ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀγάπη.

Ἀδυνατῶ νὰ καταλάβω πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ἀγνοοῦμε τὶς παραμέτρους αὐτὲς καὶ νὰ ἐναποθέτουμε τὴν ἐλπίδα γιὰ θεραπεία ψυχοσωματικὴ σὲ ἕνα χῶρο ποὺ ἀγνοεῖ τὴν ψυχὴ καὶ ἀρνεῖται τὸ σῶμα. Στὸ κείμενο ποὺ ἀποσπασματικὰ παραθέτουμε ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ π. Ζαχαρία Ζάχαρου μὲ θέμα τὴ θεολογία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ ἀναλύονται μὲ σαφήνεια ὅλα αὐτὰ ποὺ ἐλπίζουμε νὰ γίνουν κατανοητὰ καὶ νὰ βοηθήσουν στὴν πνευματική μας ἀπεμπλοκή. παπα-Νικόλας Ἀλεξάκης

ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ 1.α. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ Ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου κατέχει σήμερα κεντρική θέση στή θεολογία, τή φιλοσοφία, τήν ψυχολογία καί τήν εὐρύτερη διανόηση1. Παντοῦ καταβάλλεται προσπάθεια νά βρεθεῖ καί νά διατυπωθεῖ τό αὐθεντικό νόημα καί τό περιεχόμενό του. Ταυτόχρονα ἡ γενική ἀσυμφωνία καί σύγχυση ἀπόψεων πού παρουσιάζεται δηλώνει τό ἀνικανοποίητο τῆς ἀναζητήσεως καί τήν ἀνεπάρκεια τῆς προσεγγίσεως τῆς ἀλήθειάς του. Γιά τήν ὀρθόδοξη ὅμως θεολογία ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου ἀποτελεῖ πρόκληση αὐτοσυνειδησίας καί μαρτυρίας. Καθώς ἔλεγε ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ἄν κατορθώσουμε νά ἐκφράσουμε ὀρθά τή διδασκαλία τῆς Ἀποκαλύψεως περί Προσώπου, τότε δίχως ἄλλο θά φανεῖ καί ἡ μοναδικότητα τῆς Παραδόσεώς μας ἔναντι ὅλων τῶν θρη-

σκευτικῶν, φιλοσοφικῶν, ψυχολογικῶν καί ἄλλων παραδόσεων πού συναντᾶμε στό σύγχρονο κόσμο. Κατά τήν Παλαιά καί Νέα ἀποκάλυψη τό Ἀπόλυτο Ὄν εἶναι προσωπικό. […] Στήν Ἁγία Τριάδα, ὁμοούσια καί ἀδιαίρετη, διακρίνονται τρεῖς «ἀπόψεις» τοῦ Εἶναι: Ἡ Ὑπόσταση (ἤ Πρόσωπο), ἡ Οὐσία (ἤ Φύση) καί ἡ Ἐνέργεια (ἤ Ἔργον). Παρά τήν ἀπόλυτη ἁπλότητα καί τό ἀσύνθετο τοῦ Θείου Ὄντος, τήν ταυτότητα τῆς Ὑποστάσεως μέ τήν Οὐσία καί τῆς Οὐσίας μέ τήν Ἐνέργεια, παραμένει μέ ἐξίσου ἀπόλυτο τρόπο ἡ κάθε μία ἀπό τίς τρεῖς αὐτές «ἀπόψεις» μή ἀναγώγιμη στίς ἄλλες. […] Ἡ Θεία Ἐνέργεια ἀποκαλύπτει τή Θεία Οὐσία, ἡ ὁποία εἶναι τελείως ὑπερβατική, ἀκατάληπτη καί ἀμέθεκτη. Ἡ ἴδια ὡστόσο Ἐνέργεια ἑνώνεται μέ τά λογικά κτίσματα καί τά


θεοποιεῖ, χωρίς νά τά μεταποιεῖ σέ ἄκτιστα ὄντα. Γεφυρώνει ἁπλῶς τό χάσμα μεταξύ τοῦ ἄκτιστου Θεοῦ καί τοῦ κτιστοῦ ἀνθρώπου. Σύμφωνα μέ τό δόγμα τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος, ἡ ὑπερφυής αὐτή ἕνωση κτιστοῦ καί Ἀκτίστου πραγματοποιήθηκε μέ τέλειο τρόπο στή μία Ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἐν τούτοις ἡ ἕνωση τῆς Θείας Φύσεως μέ τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ δέν τήν μετέβαλε σέ Θεία Φύση. Ὁ Χριστός παραμένει αἰώνια «Εἶς ἐν δυσί φύσεσιν»11. Ἡ Ὑπόσταση-Πρόσωπο στό Θεῖο Εἶναι δέν ἀποτελεῖ ἀρχή περιοριστική, ἀλλά ἀρχή πού φέρει τά πάντα, πού προσλαμβάνει τό ἄπειρο. Ἡ ἀρχή αὐτή «κεῖται εἰς θεμέλιον παντός τοῦ εἶναι»12. Εἶναι, ἡ ἀρχική καί τελική Του διάσταση, πού ξεφεύγει κάθε ὁρισμό καί ὑπερβαίνει κάθε προσδιορισμό ὡς Θεία καί ἄκτιστη. Εἶναι ἀσύλληπτη γιά τήν ἐπιστημονική γνώση, ἀλλά ἀποκαλύπτεται καί γνωρίζεται ὑπαρκτικά κατά τό μέτρο τῆς Ἄνωθεν δωρεᾶς13. […] Στήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο ὁ Υἱός καί Λόγος εἶναι Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, ὁ φορέας τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Πατρός, τό στόμα τῆς σοφίας Του. Σύμφωνα μέ τήν ἀποκάλυψη αὐτή τό Ἀπόλυτο Ὅν εἶναι Ὑποστατικό. Δέν εἶναι ὅμως μιά Ὑπόσταση, ἀλλά τρεῖς Ὑποστάσεις πού ἔχουν μιά Οὐσία, μιά Βασιλεία, μιά Δόξα, μιά Ἐνέργεια16. Στήν Παλαιά Διαθήκη

ἀποκαλύφθηκε στό Μωυσῆ ὡς ὁ ὄντως Ὤν. Στούς Προφῆτες φανερώθηκε ὡς Παντοκράτωρ, ὁ μόνος Ζῶν17, ἡ μόνη ἀληθεια18, ὁ σώζων19 κ.ἄ. Στήν ἔνσαρκη ἐπιδημία Του ἐπιβεβαίωσε ὅλα αὐτά καί φανέρωσε τήν ἔσχατη διάστασή τους. Πάνω ἀπ’ ὅλα ἔδειξε πώς ὁ Θεός εἶναι ἀγαπη20, καί μάλιστα ἀγάπη «εἰς τέλος»21. […] Τήν ἀλήθεια καί τίς διαστάσεις τῆς Ὑποστατικῆς Ἀρχῆς στό Θεῖο Εἶναι ἀποκάλυψε στόν κόσμο ὁ Χριστός. Ὁ Θεός Λόγος εἶναι ὑπόσταση, καί ὁ ἄνθρωπος, τό ποίημά Του, φέρει μέσα του τήν ὑποστατική ἀρχή. […] Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὄντως μέγας, ὅταν διαμένει στόν Μεγάλο Θεό, καί μέ τή δύναμη τῆς θείας ἀγάπης περιπτύσσεται ὅλο τόν κόσμο, γίνεται παγκόσμιο κέντρο. [...] Ἡ ἀναγέννηση καί ἐνεργοποίηση τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς στόν ἄνθρωπο ἐπιτελεῖται μέ τήν ἐπισκίαση τοῦ ἄκτιστου Φωτός, πού ἐκπορεύεται ἀπό τό Πρόσωπο τοῦ ἄναρχου Θεοῦ. Τότε γίνεται ἱκανός νά προσβάλει τήν ὀντολογική δύναμη Ἐκείνου καί νά κληρονομήσει τόν πλοῦτο τῆς Θείας ζωῆς57. […] Μέ τήν ὁλοκληρωτική μετάνοια ὁ ἄνθρωπος ἐξέρχεται ἀπό τή στενή καί σκοτεινή φυλακή τοῦ ἐγωκεντρικοῦ ἀτομισμοῦ καί γίνεται μέτοχος τῆς θείας παγκοσμιότητας τοῦ Χριστοῦ. […] Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μετανοεῖ,


δέν μετανοεῖ μόνο γιά τόν ἑαυτό του, ἀλλά γιά ὅλο τόν Ἀδάμ, γιά ὅλη τήν κτίση79. Ὅταν ἀναγεννᾶται, ἀναγεννᾶται στόν ἄνω κόσμο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, νικητής ὅλων τῶν κοσμικῶν δυνάμεων, ὅπως ὁ Δεσπότης Χριστός. Ἀνεβάζει μαζί του ὅλη τή δημιουργία ὡς ἀληθινός υἱός καί κληρονόμος τοῦ Θεοῦ, «σύμμορφος τῷ σώματι τῆς δόξης»80 τοῦ Υἱοῦ Του». Ὅπως ἀγαπήθηκε «εἰς τέλος» ἀπό τόν Σωτήρα Χριστό, ἔτσι καί αὐτός ἀγαπᾶ μέχρι αὐτομίσους τόν Εὐεργέτη Θεό. Δέν θεωρεῖ «τιμίαν» τήν ψυχή του81, ἀλλά εἶναι ἕτοιμος γιά κάθε θυσία στό ἅγιο καί τέλειο θέλημά Του. Μέ τήν ἴδια ἀγάπη προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο. Συμμετέχει «μετά κραυγῆς ἰσχυρᾶς»82 στή Γεθσημάνια προσευχή τοῦ Χριστοῦ γιά τόν Ἀδάμ. Στό ἐπίπεδο αὐτό πραγματοποιεῖται ἡ ὑποστατική ἀρχή στόν ἄνθρωπο. Ἑνωμένος μέ τόν Χριστό καί μέ τή δύναμη τῆς ἀγάπης Του περιπτύσσεται τά πάντα: τόν οὐρανό καί τή γῆ καί τά καταχθόνια. Ἀκολουθεῖ τόν Χριστό «ὅπου ἄν ὑπάγῃ»83. 1.γ. ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗ ΣΕ ΦΑΝΤΑΖΟΜΕΝΟ ΑΠΟΛΥΤΟ [...] Στή συνέχεια τῆς ἱστορίας τῆς ἀποκαλύψεως μαρτυρεῖται ὅτι ὁ Κτίστης τοῦ Ἀδάμ, τό Ἀπόλυτο καί Ὑποστατικό Ὄν, «πολυμερῶς καί πολυτρόπως» παρεῖχε τή γνώση τοῦ Ἑαυτοῦ Του. Ὅταν δέ ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, τότε διά τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ γνωρίσθηκε ὁ Πατέρας καί δόθηκε τό Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι φανερό ὅτι ἡ Ἀπόλυτη Ἀλήθεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἐπινόηση τοῦ λογικοῦ τοῦ ἀνθρώπου οὔτε προϊόν τῆς ἐξημμένης ἀπό φόβο

φαντασίας του. Εἶναι γνώση θεμελιωμένη στό συγκεκριμένο καί αἰώνιο Γεγονός τοῦ Ζῶντος Θεοῦ 2 . Ὁ ἄνθρωπος, ὡς ποίημα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, φέρει μέσα του ἔμφυτη τήν ἀναζήτησή Του. Τοῦτο ὅμως δέν εἶναι ἐπαρκές γιά νά γνωρίσει τήν ἀλήθεια. Ἐπιπλέον πρέπει νά εὐδοκήσει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός νά χαρίσει σ’ αὐτόν τή δωρεά τῆς ἀγάπης Του. Ἡ γνώση τῆς Ἀλήθειας εἶναι «διμερής πρᾶξις: τοῦ Παρέχοντος καί τοῦ ἀποδεχομένου»3. Ἡ σχέση καί κοινωνία τῶν δύο εἶναι πάντοτε προσωπική καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι καρπός «ὑπαρκτικῆς ἑνώσεως»4. […] Ἐκτός ἀπό τή ζῶσα καί πρόσωπο μέ Πρόσωπο κοινωνία καί γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ στίς γραφές τοῦ Γέροντος Σωφρονίου ἐπισημαίνεται καί ἄλλη παράλληλη ἀλλά ἐσφαλμένη ὁδός πρός τήν ἀπόκτηση τοῦ Ἀπολύτου. Ἐδῶ ὅμως πρόκειται περί τοῦ Ὑπέρ-προσωπικοῦ ἤ μᾶλλον ἀπρόσωπου Ἀπόλυτου. Ἡ θεωρία τῆς ὁδοῦ αὐτῆς ἔχει τήν προέλευσή της στίς ἀνατολικές θρησκεῖες. Στήν ἀσκητική τοῦ τύπου αὐτοῦ τοῦ ὑπερβατικοῦ διαλογισμοῦ ἐπιδόθηκε καί ὁ ἴδιος, καθώς ὁμολογεῖ, ἐπί ὀκτώ σχεδόν χρόνια κατά τήν νεότητά του9. Στίς ἡμέρες μας, λόγῳ τοῦ ἰσχυροῦ ρεύματος ἐκκοσμικεύσεως πού ἐπικρατεῖ στό δυτικό ἰδιαίτερα κόσμο, ἡ θεωρία αὐτή εἶναι εὐρέως διαδεδομένη καί ἑλκύει πολλούς ἀνθρώπους πού ἐπιθυμοῦν νά βγοῦν ἀπό τή μονοτονία καί τήν πλήξη τῆς παραλυσίας τοῦ ὑλικοῦ πολιτισμοῦ. […] Στή θεωρία αὐτή εἶναι εὔκολη ἡ ὀλίσθηση τοῦ ἀνθρώπινου λογικοῦ. Ξεκίνωντας ἀπό μιά ψυχολογική θεώρηση τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς ὁ


ἄνθρωπος πείθεται ἐσωτερικῶς γιά τόν περιορισμό καί τήν ἀτέλειά της. Καταλήγει μέ συλλογισμούς στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀρχή αὐτή δέν ἐκφράζει τό Ἀπόλυτο, καί ὅτι ὑποστατική ἀρχή καί Ἀπόλυτο εἶναι ἔννοιες ἀσυμβίβαστες. Ἀναζητεῖ λοιπόν μέ τό νοῦ του μιά Ὑπερ-προσωπική Ἀρχή, πού «ὑπερβαίνει πᾶν τό σχετικόν»10. Προβαίνει στήν ἀναζήτηση αὐτή, γιατί στή συνείδησή του ταυτίζει τήν περιοριστική ἔννοια τοῦ ἐμπειρικοῦ ἀτόμου μέ τήν ἔννοια τοῦ Προσώπου ἤ τῆς Ὑποστάσεως, ἀρχῆς πού ἐκφεύγει κάθε ὁρισμό καί εἶναι ἱκανή νά ἀναπτυχθεῖ καί νά περιλάβει μέσα της ὅλο τό Εἶναι τοῦ Θεοῦ καί τό εἶναι τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ὑπερβατισμός τοῦ ἰνδικοῦ μυστικισμοῦ ἔχει ὡς δογματική βάση τή θεωρία ὅτι τό Ἀπόλυτο Ὄν ἤ Καθαρό Εἶναι ἀποτελεῖ τήν ὕψιστη Πρωταρχική Ὕπαρξη, ἀπό τήν ὁποία προῆλθε κάθε ζωή. Τό Εἶναι αὐτό ἔχει χαρακτήρα ἀπρόσωπο καί ὑπερβατικό. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τοῦ ἴδιου γένους καί τῆς ἴδιας οὐσίας11 μέ τήν Καθαρή αὐτή Ὕπαρξη, ἀλλά ὑπέστη ὑποβάθμιση καί φθορά ἐρχόμενος στήν πολύμορφη καί συνεχῶς μεταβαλλόμενη ζωή τοῦ παρόντος αἰῶνος. Ἔχει ὅμως μέσα του τή θεία αὐτή ἀρχή καί μπορεῖ μέ ἀποφατική ἄσκηση νά ὑπερβεῖ τήν παροδική κατάστασή του. […] Ἡ ἀπρόσωπη αὐτή ἄσκηση τῆς νοερᾶς ἀπεκδύσεως ἀπό κάθε σχετικό καί παρερχόμενο εἶναι ἐγωκεντρική. Βασίζεται στή θέληση καί ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νά ἀποσπᾶ τό νοῦ του ἀπό «πᾶν σχετικόν συνδεόμενον μετά ποικίλων μορφῶν: ὁρατῶν, ἀοράτων, αἰσθητῶν ἤ νοητῶν»14. Ἔχει χαρακτήρα περισ-

σότερο διανοητικό καί δέν συνδέεται καθόλου μέ τήν καρδιά. Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται νά βυθισθεῖ στό «γνόφο τῆς ἀπεκδύσεως»15, καί μέ τήν κατάδυση αὐτή στήν ἀφηρημένη νοητή σφαίρα νά φθάσει ἐκεῖνο τό Καθαρό Εἶναι, πού βρίσκεται πάνω ἀπό κάθε ἀστάθεια καί ἀλλοίωση16, «πέραν τῶν ὁρίων τοῦ χρόνου καί τοῦ χώρου». Ἐπιδιώκει νά «ἐπιστρέψη πρός τό ἀνώνυμον ὑπερπροσωπικόν Ἀπόλυτον καί νά ἀνακραθῇ μετ’ Αὐτοῦ»17. Ἐπιθυμεῖ νά διαλύσει καί νά σβήσει τήν ἀνθρώπινη ὑπόσταση του μέσα στόν ἀνώνυμο «ὠκεανό τοῦ Καθαροῦ Εἶναι, τοῦ Ὑπερπροσωπικοῦ Ἀπολύτου»18. Ἡ θεωρία πού περιγράψαμε, μέ τήν ἀπρόσωπη καί ἀποφατική ἄσκηση πού τήν συνοδεύει, δέν εἶναι θεωρία Θεοῦ, ἀλλά αὐτοθεωρία ἀνθρώπου. Εἶναι νοερή πλάνη, ἀπό τήν ὁποία, κατά τή μαρτύρια τοῦ Γέροντος Σωφρονιου, εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατο νά βγεῖ ἀκαποιος χωρίς τή ζωοποιό χάρη τοῦ Ὑποστατικοῦ Θεοῦ. […] Ἡ καλλιέργεια τῆς μεταφυσικῆς αὐτῆς θεωρίας ἐνέχει τόν ἔσχατο κίνδυνο. Ὅταν γίνεται δεκτή, ὁδηγεῖ στή νέκρωση τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς μέσα στόν ἄνθρωπο καί τό θανατό του σέ μεταφυσικό ἐπίπεδο23. Ὁ μεγάλος πειρασμός αὐτῆς ἔγκειται στό ὅτι ἐκμεταλλεύεται φυσικά χαρίσματα πού ἔδωσε ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο κατά τήν «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» δημιουργία του. Αὐτά τά χαρίσματα, ἀντί νά γίνουν δεκτά μέ εὐγνωμοσύνη καί νά ἀναπτυχθοῦν στήν προοπτική του Θεοῦ, ἀνεξαρτητοποιοῦνται ἐγωκεντρικά καί ἀπολυτοποιοῦνται. Ὑψώνονται ὡς τεῖχος πού χωρίζει αἰώνια τό λογικό κτίσμα ἀπό τόν Κτίσαντα αὐτό Θεό. Τά φυ-


σικά χαρίσματα μοιάζουν μέ τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Ἀνάλογα μέ τή στάση του πρός αὐτά ὁ ἄνθρωπος ἀπολαμβάνει καί τόν καρπό. Μέ τήν κακή στάση ἐπαναλαμβάνεται κατά κάποιον τρόπο ἡ μεγάλη ἐκείνη πτώση πού ἔλαβε χώρα στόν παράδεισο ἀπό τίς πρῶτες κιόλας μέρες τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. […] Τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου πλασμένο «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ ἔχει φυσική τάση πρός τό Ἀπόλυτο. Δέν πρέπει ὅμως νά ὑπερεκτιμήσει τήν «ἐν αὐτῷ ἀνταύγειαν τῆς Ἀπολύτου Φύσεως»24. Τό κτιστό χάρισμα τῆς φυσικῆς ροπῆς πρός τό Ἀπόλυτο καί ἡ ὑπερηφάνεια γι’ αὐτό φράσσουν τό δρόμο πρός τήν ἀπόκτηση τῶν ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων καί τή θέωση κατά τό μέγα θέλημα τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Ἡ «ἀπολυτότητα» αὐτή, ἄν καί ἔμφυτη, ὅταν καλλιεργηθεῖ ἔξω ἀπό τήν ἐντολή τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, γίνεται «τάσις πρός αὐτοθέωσιν»25 κατά τόν τύπο τοῦ Ἑωσφόρου. […] Ἡ ἐπανόρθωση τῆς πλάνης αὐτῆς εἶναι δυνατή μόνο μέ τή μετάνοια. Αὐτή ἀποκαθιστᾶ καί ζωογόνει τή σχέση τοῦ Προσωπικοῦ καί Ζῶντος Θεοῦ μέ τό «κατ’ εἰκόνα» κτίσμα Του. Μέ τό χάρισμα τῆς προσευχῆς τῆς μετανοίας ἡ φυσική φορά πρός τόν ὄντως Ὄντα Θεό γίνεται φλογερή ὁρμή. Ὁ Παντοκράτωρ Θεός περιποιεῖται τότε τόν ἄνθρωπο μέ τή δόξα ὅλων τῶν χαρισμάτων Του. Τό

«περισσόν ζωῆς»31, πού φέρει ἡ μετάνοια, εἶναι τό γεγονός πού ἀναιρεῖ τή λεπτή πλάνη τῆς ἀνατολικῆς φιλοσοφίας. Ἡ ζωή αὐτή δέν εἶναι οὔτε ἐπινόημα τῆς διάνοιας τοῦ «ψυχικοῦ» ἀνθρώπου οὔτε ἀποκύημα τῆς φαντασίας του, ἀλλά τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ καί ἡ πρόγευση τῆς ἀθανάτου Βασιλείας Του. Τό γεγονός αὐτό τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνει τή διάνοια ἀλλά καί τή φαντασία τοῦ ἀνθρώπου32. Ἡ ἀποδοχή τῆς μωρίας τοῦ Σταυροῦ κατά τήν ὁλοκληρωτική μετάνοια, πού γίνεται μέ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος, ἐνισχύει τό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μόνο νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό κάθε προσκολλήση στόν ὑλικό καί παρερχόμενο κόσμο καί νά ἀπεκδυθεῖ κάθε ἐμπαθῆ ἔννοια καί νοερή εἰκόνα τῆς κτιστῆς ὑπάρξεως, ἀλλά καί νά θεωρήσει τήν ἄκτιστη δόξα τοῦ Κτίσαντος αὐτόν. Δέν ἀπεκδύεται μόνο τά πάθη, ἀλλά «ἐπενδύεται τό οἰκητήριον τό ἐξ οὐρανοῦ», «φορεῖ καί τήν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου»33. Ἡ τεχνητή ἀπέκδυση τοῦ Βουδδισμοῦ, καί στήν πιό ἐξευγενισμένη ἐκδήλωσή της, δέν ἀποτελεῖ παρά μόνο τό ἥμισυ τῆς ὑποθέσεως. Ὑπάρχει ἐπιπλέον ὁ κίνδυνος, ὅταν ὁ νοῦς εὑρίσκεται γυμνός στό «γνόφο τῆς ἀπεκδύσεως», νά στραφεῖ πρός τόν ἑαυτό του, νά θαυμάσει τό φωτεινό ἀλλά κτιστό κάλλος του καί νά «λατρεύσει τῇ κτίσει παρά τόν κτίσαντα»34. Καί τότε, κατά τό λόγο τοῦ Κύριου, «γίνεται τά


ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου… χείρονα τῶν πρώτων»35. Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Ἀναφορά στή Θεολογία τοῦ Γέροντος Σοφρονίου, Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ 2000, σ. 2355. ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 1. Ἡ ἔννοια τοῦ προσώπου διακρίνεται συνήθως στή σύγχρονη θεολογία ἀπό τήν ἔννοια τοῦ ἀτόμου. Εἰδικότερα στή θεολογία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου πρόσωπο εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού συνεχῶς ἐπεκτείνεται νά προσλάβει τό Θεῖο Εἶναι μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν καί τήν ἐξομοίωσή του μέ τόν Χριστό. Τό ἄτομο παραμένει ἐγκλωβισμένο στό τραγικό ἀδιέξοδο τῆς πτώσεως καί τῆς ἄγνοιας τοῦ Δημιουργοῦ. Τά πρῶτο ἔχει τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο στερεῖται τή γνώση Του. Γιά περισσότερα γύρω ἀπό τή διάκριση προσώπου καί ἀτόμου βλέπε τά βιβλία τοῦ Vladimir Lossky, Ἡ μυστική θεολογία τῆς ἀνατολικῆς ἐκκλησίας, μετάφρ. Σ. Πλευράκη, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 139-146 καί Κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ, μετάφρ. Μ. Μιχαηλίδη, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 103-115. 11. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ἄσκησις καί θεωρία, σ. 132-133. 12. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ. 294-5 13. Βλ. ὅ.π., σ. 296. 16. Βλ. ὅ.π., σ. 334. 17. Ἡσ. 49,18. 18. Ἡσ. 58,8-9. 19. Ἱερ. 46,18. 20. Βλ. Α΄ Ἰω. 4,16. 21. Ἰω. 13,1. 57. Βλ. ὅ.π., σ. 288. 79. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὁ ἅγιος Σι-

λουανός ὁ Ἀθωνίτης, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1995, σ. 559-267. 80. Φιλιπ. 3,21. 81. Πράξ. 20, 24. 82. Ἑβρ. 5,7. 83. Ἀποκ. 14,4. *** 2. Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ. 303. Πρβλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Περί ἀγάπης 1,2 PG 90,261Β. 3. Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ. 163. Πρβλ. καί σ. 408. 4. Ὅ. π., σ. 408. Πρβλ. καί σ. 321 και 164. *** 9. Βλ. ὅ.π., σ. 393. 10. Ὅ.π., σ. 336. 11. Βλ. ὅ.π., σ. 41. 14. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ.89. 15. Βλ. ὅ.π., σ. 32. 16. Βλ. ὅ.π., σ.89-90. 17. Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Περί προσευχῆς, σ. 188. 18. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ. 41. 23. Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ. 334: «ὑποστατικός θάνατος» καί σ. 90: «αὐτοκτονία ἐπί μεταφυσικοῦ ἐπίπεδου». 24. Βλ. ὅ.π., σ. 333. 25. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Περί προσευχῆς, σ.188 καί Ὀψομεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ. 41. 31. Βλ. Ἰω. 10,10. 32. Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, σ. 400. Πρβλ. Α΄ Κορ. 2,9 καί Ἐφεσ. 3,20. 33. Βλ. Β΄ Κορ. 5,3 καί Α΄ Κορ. 15,49. 34. Βλ. Ρωμ. 1,25. 35. Ματθ. 12,45. 7

ΝΕΑΝΙΚΑ ΑΓΚΥΡΟΒΟΛΗΜΑΤΑ 79  
Advertisement