Page 1

ΔΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ

Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β΄ ΤΕΥΧΟΣ 90

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2016


Περιεχόμενα σελ. Λόγος Κατηχητήριος ἐπί τῇ ἐνάρξει τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς 2016, ................................................................

3-4

Ἡ τριχοτομία τῆς ψυχῆς καὶ ἡ σχέση της μὲ τὴν ἐργασία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου «Τὸ γνῶθι σαὐτόν», Νικολάου Τζιράκη ...............................................................................................

5-19

Ἐξ ἀφορμῆς τῆς Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Ἀρχιμ. Βασιλείου Ἰβηρίτου ................................................................................... 20-29 Κοσμικές Ἀπόκριες καί ἐκκλησιαστική Ἀπόκρεως, Γιάννη Γ. Τσερεβελἀκη ......................................................................................... 30-39 Ἀθωνικά ἀφηγήματα, Ἀντωνίου Ἐμμ. Στιβακτάκη ................................................................................. 40-42 Ὀρθόδοξος Γάμος - Σύμφωνο Συμβίωσης, Ἀποστόλου Μπουρνέλη ......................................................................................

43-49

Νάντια Μαρία Ἔλ Σέιχ:«Τό Βυζάντιο ὅπως τό εἶδαν οἱ Ἄραβες», Λουκᾶ Δ. Παπαδάκη ............................................................................................

50-53

Παλαιοί καί νέοι ἡμεροδεῖκτες καί ἑορτές, Ἀναστασίας Στεφ. Γοντικάκη .............................................................................. 54-56 Ἀπό τή ζωή τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ........................ 57-59 Ἀπό τή ζωή τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, .................................................................. 60-63

Ἄγκυρα Ἐλπίδος Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας. Περιόδος Β΄, Τεῦχος 90, Ἰανουάριος - Φερουάριος 2016. Ἰδιοκτήτης: Ἱερά Μητρόπολις Ἱεραπύτνης καί Σητείας. Ἐκδότης-Διευθυντής, Ὑπεύθυνος κατά νόμο: Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος. Ἠλεκτρονική στοιχειοθεσία: Σταῦρος Κακοδειπνάκης, Γραμματεύς Ἱ. Μητροπόλεως. Ἐπιμέλεια ὕλης, ἠλεκτρονική σελιδοποίηση, προετοιμασία ἐκτύπωσης: Ἀρχιμ. Κύριλλος Διαμαντάκης, Πρωτοσύγκελλος Ἱ. Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας. Διεύθυνση: Φιλοθέου Α΄ 8, 722 00 Ἱεράπετρα. Τηλέφωνο: 28420 22400/22786, FAX: 28420 89653 / Web Site: www.imis.gr / E-mail: imis@imis.gr Κωδικός Ταχυδρομείου: 6155. Ἐκτύπωση: Γραφικές Τέχνες «ΤΥΠΟΚΡΕΤΑ», Ἡράκλειο. Τό περιοδικό ἀποστέλλεται δωρεάν. Προαιρετικές εἰσφορές καί ἐμβάσματα. Ἐξώφυλλο: Ὁ Ἅγιος Βασίλειος· τοιχογραφία τοῦ Ἱεροῦ Βήματος ἀπό τόν Ἐνοριακό Ἱερό Ναό Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τῆς Ἐνορίας Μέσα Μουλιανῶν Σητείας· α´ μισό 14ου αἰ. Τό περιοδικό ἐκδίδεται μέ τή χορηγία τοῦ Κοινωφελοῦς Ἐκκλησιαστικοῦ Ἱδρύματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας «ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΝΗ».


Λόγος Κατηχητήριος ἐπί τῇ ἐνάρξει τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς 2016

ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΑΡ’ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ προσφιλῆ καὶ εὐλογημένα, ιὰ τῆς θεοπνεύστου ρήσεως τῆς ἐλεημοσύνης τοῦ Κυρίου καὶ τῶν κριμάτων αὐτῆς, εἰσάγει καὶ ἐφέτος πάντας τοὺς Ὀρθοδόξους πιστοὺς εἰς τὸ «μυστήριον» τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρκοστῆς ὁ ἱερὸς Ψαλμῳδὸς ἀναφωνῶν: «Ποιῶν ἐλεημοσύνας ὁ Κύριος καὶ κρῖμα πᾶσι τοῖς ἀδικουμένοις» (Ψαλμ. 102, 6). Διότι ὁ Κύριος «ἐμπιπλᾷ ἐν ἀγαθοῖς τὴν ἐπιθυμίαν μας καὶ ἀνακαινίζει ὡς ἀετοῦ τὴν νεότητά μας» (πρβλ. ὅ. π. 5). Ὡς γνωστόν, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ, ἕκαστος ἄνθρωπος, πλασθεὶς κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ, ἀποτελεῖ ναὸν Κυρίου. Πολὺ δὲ περισσότερον ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθημεν καὶ ἐχρίσθημεν διὰ τοῦ Ἁγίου Μύρου καὶ ἐνεκεντρίσθημεν εἰς τὴν καλλιέλαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἴμεθα ναοὶ τοῦ ἐν ἡμῖν οἰκοῦντος Ἁγίου Πνεύματος, ἀκόμη καὶ ἐὰν διὰ ποικίλων ἁμαρτιῶν, ἑκουσίων ἢ ἀκουσίων, ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τοῦ Κυρίου: «εἰ ἀπιστοῦμεν, ἐκεῖνος πιστὸς μένει» (Β΄ Τιμ. β΄, 13). Διὰ τοῦ ρύπου ὅμως τῆς ἁμαρτίας κωλύεται ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ ἐνεργῇ ἐν ἡμῖν, ἐφ᾿ ᾧ καὶ ἡ Ἁγία ἡμῶν Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὥρισε τὴν ἀρχομένην περίοδον τῶν νηστειῶν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἵνα κατ᾿ αὐτὴν καθάρωμεν ἑαυτοὺς διὰ τῆς μετανοίας καὶ γενώμεθα ἄξιοι νὰ ὑποδεχθῶμεν τὰ ζωοποιὰ Πάθη καὶ τὴν ἐκ νεκρῶν λαμπροφόρον Ἔγερσιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Δεῦρο τάλαινα ψυχή, σὺν τῇ σαρκί σου τῷ πάντων Κτίστῃ, ἐξομολογοῦ∙ καὶ ἀπόσχου λοιπόν, τῆς πρὶν ἀλογίας, καὶ προσάγαγε Θεῷ, ἐν μετανοίᾳ δάκρυα», καλεῖ πάντας τοὺς πιστοὺς ὁ ποιητὴς τοῦ Μεγάλου Κανόνος Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης (τροπάριον α΄ᾠδῆς). Ἡ Ἐκκλησία, μεριμνῶσα διὰ τὴν σωτηρίαν καὶ πνευματικὴν τελείωσίν μας, ἀνοίγει εἰς πάντα τὰ μέλη αὐτῆς τὸν παρόντα καιρὸν τῆς μετανοίας, προτρέπουσα συγχρόνως αὐτὰ νὰ πολεμήσουν τὸν φιλόϋλον καὶ φιλοκτήμονα βίον, ὁ ὁποῖος ὡς «βαρὺς κλοιός» κρατεῖ τὴν ψυχὴν χοϊκὴν καὶ συρομένην ἐπὶ γῆς, μὴ δυναμένην νὰ ἀνοίξῃ τὰς πτέρυγας αὐτῆς πρὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Τοιουτοτρόπως, διὰ τῆς μετανοίας καὶ τῶν καθαρτικῶν δακρύων, ἐνδυόμεθα καὶ πάλιν τὸ πρωτόκτιστον κάλλος καὶ τὴν θεοΰφαντον στολήν, τὴν ὁποίαν ἀπωλέσαμεν μετὰ τὴν πτῶσιν, περιβληθέντες «τὸν στολισμὸν τῆς αἰσχύνης, καθάπερ φύλλα συκῆς». Ἀποτελεῖ, ταυτοχρόνως, ἡ νηστεία καὶ ἡ ἀποχὴ ἀπὸ βρωμάτων καὶ ἀπὸ «διαλογισμῶν ματαίων καὶ ἐνθυμήσεων πονηρῶν» ἀφετηρίαν διὰ τὴν ὀρθήν, μεμετρημένην καὶ σώφρονα δια-

Δ

3


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

χείρισιν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, μὲ προοπτικὴν τὴν κοινὴν ὠφέλειαν, οὕτως ὥστε νὰ ἐκμηδενίζωνται αἱ ἀρνητικαὶ καὶ διὰ τὸ κοινωνικὸν καὶ φυσικὸν περιβάλλον ἐπιπτώσεις ἐκ τῆς ἀλόγου χρήσεώς των καὶ νὰ παραμένῃ μόνον ἡ «νηστεία τῆς ἐλεημοσύνης», ἡ ὁποία νὰ μὴ «γίνηται κρῖμα πᾶσι τοῖς ἀδικουμένοις», ἀλλὰ ἔλεος καὶ χάρις καὶ ἀνακούφισις εἰς αὐτοὺς καὶ διὰ τὴν πορείαν μας πρὸς τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ» (Μέγας Βασίλειος). Τοιουτοτρόπως, διὰ τῆς ἐγκρατοῦς χρήσεως, ἁγιάζεται καὶ ἡ ὕλη καὶ ἡ ζωὴ μας, καθότι ἡ φθαρτὴ ὕλη ἀποτελεῖ οὐχὶ τὸν αὐτοσκοπόν, ἀλλὰ τὸ μέσον τοῦ ἁγιασμοῦ. Συνεπῶς, καὶ διὰ τοὺς ἔχοντας καὶ κατέχοντας πλουσίους τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἡ νηστεία πρέπει νὰ ἀποτελῇ ἀφορμὴν ἐγκρατείας, μὲ τελικὸν σκοπόν «περισσεύειν αὐτοὺς ἐν τῇ ἐλπίδι ἐν δυνάμει Πνεύματος Ἁγίου», κατὰ τὴν ρῆσιν τοῦ μεγαλορρήμονος Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου (πρβλ. Ρωμ. ιε΄, 13) καὶ ἀποβλέπειν καὶ εἰς τοὺς σημερινοὺς πτωχούς «Λαζάρους» τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τῆς προσφυγιᾶς. Πέραν ὅμως τούτων, δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τῆς νηστείας καὶ τῆς ἐγκρατείας, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ταύτας εὐαρέστους τῷ Κυρίῳ, καθὼς διδάσκει ὁ ἀδελφόθεος Ἀπόστολος Ἰάκωβος, λέγων: «θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου» (Ἰακ. α΄, 27). Διότι δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν χάριν, τὴν ὁποίαν ἀφθόνως παρέχει ἡ νηστεία καὶ ἡ ἐγκράτεια, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ τῆς ἀσιτίας καὶ τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τῶν ὑλικῶν τροφῶν: «Εἰ εἰς κρίσεις καὶ μάχας νηστεύετε καὶ τύπτετε πυγμαῖς ταπεινόν, ἱνατί μοι νηστεύετε;», ἀναρωτᾶται ὁ Προφήτης Ἡσαΐας (58, 4). «Οὐ ταύτην τὴν νηστείαν ἐξελεξάμην [...], ἀλλὰ [...] διάθρυπτε πεινῶντι τὸν ἄρτον σου καὶ πτωχοὺς ἀστέγους εἴσαγε εἰς τὸν οἶκόν σου· ἐὰν ἴδῃς γυμνόν, περίβαλε...», λέγει καὶ παραγγέλλει ὁ Κύριός μας διὰ τῆς φωνῆς τοῦ Προφήτου Αὐτοῦ (Ἡσ. 58, 5-7). Ἰδιαιτέρως σήμερον ἡ οἰκονομικὴ κρίσις, ἡ προσφυγιὰ καὶ αἱ ποικιλότροποι δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι παγκοσμίως ἐμφανίζονται, μάλιστα δὲ εἰς ὡρισμένους λαοὺς καὶ χώρας, παρέχουν εἰς ἡμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους τὴν δυνατότητα νὰ καλλιεργήσωμεν τὸ γνήσιον τοῦτο πνεῦμα τῆς νηστείας, συνδυάζοντες τὴν ἀποχὴν τῶν βρωμάτων μὲ ἔργα φιλανθρωπίας καὶ ἀλληλεγγύης πρὸς τοὺς ἔχοντας ἄμεσον ἀνάγκην ἀδελφούς μας, τοὺς πάσχοντας, τοὺς ἐνδεεῖς καὶ πένητας, τοὺς ἀστέγους καὶ πρόσφυγας, τοὺς μὴ ἔχοντας «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η΄, 20), αὐτοὺς τούς ὁποίους αἱ σκληραί περιστάσεις τοῦ πολέμου καὶ τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων ἀναγκάζουν νὰ ἐγκαταλείπουν τὰς πατρογονικὰς ἑστίας των καὶ νὰ ταξιδεύουν ἐν μέσῳ πολλῶν κινδύνων καὶ θλίψεων καὶ κόπων. Ὅταν ἡ νηστεία μας συνοδεύηται ἀπὸ τοιαύτην αὔξησιν τῆς φιλανθρωπίας καὶ ἀγάπης μας πρὸς τὸν ἐλάχιστον ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου, ἀνεξαρτήτως φυλῆς, θρησκείας, γλώσσης καὶ καταγωγῆς, τότε αὕτη θὰ ἀναβαίνῃ ἀπ᾿ εὐθείας εἰς τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ ὡς θυμίαμα εὔοσμον καὶ ἄγγελοι θὰ συμπαρίστανται εἰς ἡμᾶς νηστεύοντας, ὅπως διηκόνουν τὸν Κύριον εἰς τὴν ἔρημον. Ἀπὸ καρδίας εὐχόμεθα ἀδελφικῶς καὶ πατρικῶς εἰς ἅπαντας τὸ ἀρχόμενον στάδιον τῶν Ἁγίων Νηστειῶν νὰ εἶναι καρποφόρον καὶ ἁγιαστικόν, πλῆρες χάριτος καὶ ἁγιασμοῦ, καὶ ὅπως ἀξιώσῃ ἡμᾶς ὁ Θεὸς νὰ προσέλθωμεν ἀπροσκό-πτως εἰς τὸν αἰώνιον ζωοποιὸν Κρατῆρα, τὴν ζωηφόρον Πλευρὰν τοῦ Κυρίου, «ἐξ ἧς ὁ διπλοῦς ἡμῖν ἐξέβλυσε, κρουνὸς τῆς ἀφέσεως καὶ γνώσεως» (Μέγας Κανών, τροπάριον τῆς δ΄ ᾠδῆς). Αὐτοῦ ἡ Θεία Χάρις καὶ τὸ ἄπειρον Ἔλεος εἴησαν μετὰ πάντων ὑμῶν, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, ὥστε ἐν τοιούτῳ εὐαγγελικῷ φρονήματι χαρισθῇ ἡμῖν ἡ ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν καὶ ἡ πανήγυρις τῶν πανηγύρεων, ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾯ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ εὐχαριστία νῦν καὶ εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν. Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ,βις´ † Ὁ Κωνσταντινουπόλεως ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν 4


Ἡ τριχοτομία τῆς ψυχῆς καὶ ἡ σχέση της μὲ τὴν ἐργασία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου «Τὸ γνῶθι σαὐτόν» Νικολάου Τζιράκη, Ὁμότιμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

Μέρος β´ (συνέχεια ἀπό τό τεῦχος 88) 6.2 Ἀρετὲς καὶ κακίες τοῦ Συναισθηματικοῦ.

Τ

ὸ δεύτερο μέρος τοῦ 6 ου κεφαλαίου, τὸ ὁποῖο ὁ Ἅγιος ἐπιγράφει Ἀρεταὶ τοῦ Συναισθηματικοῦ, περιλαμβάνει 39 ἀρετὲς καὶ κακίες. Καὶ ἐδῶ δὲν ἀναφέρει ὁ συγγραφέας μας κάθε ἀρετὴ καὶ κάθε κακία μονολεκτικὰ ἀλλὰ περιφραστικά. Χρησιμοποιεῖ δηλαδὴ τὴν πρόθεση περί + γεν. (30 περιπτώσεις) ἢ τὴ λέξη εἰκών + γεν. (7 περιπτώσεις) καί, τέλος, τὴ λέξη χαρακτήρ + γεν. (2 περιπτώσεις). Τὸ ἐπίθετο συναισθηματικός, -ή, -όν δηλώνει ὅ,τι σχετίζεται μὲ τὸ συναίσθημα. Ἄρα, γιὰ νὰ ἑρμηνεύσουμε πῶς καὶ γιατί ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἐντάσσει τὶς 39 ἀρετὲς καὶ κακίες στὸ δεύτερο κατ’ αὐτὸν τμῆμα τοῦ Θυμικοῦ τῆς ψυχῆς, πρέπει νὰ ἔχουμε κάποια γνώση γιὰ τὸ τί σημαινει ὁ ὅρος συναίσθημα. Ἂν λάβουμε ὑπόψη τὴ θέση τοῦ Πασκάλ, ὅτι «ἡ καρδιὰ ἔχει τοὺς λόγους της ποὺ ἡ λογικὴ τοὺς ἀγνοεῖ», δὲν εἶναι δύσκολο νὰ κατανοήσουμε τὸ μεγάλο πρόβλημα ποὺ ὑπάρχει γύρω ἀπὸ τὴν προσέγγιση τοῦ ὅρου συναίσθημα τόσο ἀπὸ φιλοσοφικὴ ὅσο καὶ ἀπὸ ψυχολογικὴ ἄποψη. Ὅσον ἀφορᾶ, λοιπόν, τὴν ψυχολογικὴ προσέγγιση τοῦ ὅρου συναίσθημα, θὰ μπορούσαμε νὰ τὸ ὁρίσουμε ὡς τὴν ἰδιότητα (ἢ τὸ τμῆμα) τῆς ψυχῆς ἢ τὴν ψυχικὴ κατάσταση ποὺ ἀνακλᾶ π.χ. τὴν ὑποκειμενικὴ σημασία μιᾶς ἀρετῆς (ἢ μιᾶς κακίας) ποὺ προκαλεῖ συγκίνηση. Σύμφωνα μὲ τὰ παραπάνω, τὰ συναισθήματα μπορεῖ νὰ εἶναι κοινωνικά, πνευματικά, διανοητικά, ἠθικά, θρησκευτικά, μεταφυσικὰ κ.λπ. Βεβαίως, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν ἐδῶ, οὔτε ὅμως καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀσχολεῖται μὲ τὰ σωματικὰ ἢ ὀργανικὰ συναισθήματα, π.χ. μὲ τὴ δύναμη ἢ τὴν ἀδυναμία τοῦ σώματος, μὲ τὴν πείνα ἢ τὴ δίψα, μὲ τὸν κορεσμὸ ἢ τὸν ὑπερκορεσμὸ ἀπὸ φαγητὸ ἢ ποτὸ κ.ἄ.π.

Εἶναι σημαντικὸ πάντως νὰ τονίσουμε, ὅτι ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀρχίζει τὸ β΄ μέρος τοῦ 6ου κεφαλαίου μὲ τὴν ἀρετὴ τῆς χαρᾶς ἐν Κυρίῳ, παραθέτοντας δύο ὁρισμοὺς γιὰ τὴ χαρά. Ὁ πρῶτος ἀνήκει στὸν Μ. Βασίλειο καὶ ὁρίζει: «Ἡ χαρὰ εἶναι, θὰ ἔλεγα, κάποιο σκίρτημα τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ὑπερηφανεύεται γιὰ ὅσα ἀφοροῦν τὴν κρίση (της)». (Ἡ δὲ χαρὰ οἷον σκίρτημά τί ἐστι τῆς ψυχῆς ἐπαγαλλομένης τοῖς κατὰ γνώμην). Ὁ δεύτερος ἀνήκει στὸν Ἰω. Χρυσόστομο: «Χαρὰ εἶναι ἡ πλήρωση ὅσων ἐπιθυμεῖ ἡ καρδιά, ἡ ἀπόλαυση ὅσων μᾶς προξενοῦν εὐχαρίστηση καὶ ἡ λήθη ὅσων μᾶς προκαλοῦν λύπη» (Χαρά ἐστι καταθυμίων πλήρωσις, καὶ ἡδέων ἀπόλαυσις, καὶ ἀνιαρῶν λήθη). Κατὰ τὸν Νεκτάριο, ἡ κοσμικὴ χαρὰ δὲν εἶναι χαρά. Ἀντίθετα, βεβαίως, στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ οἱ θλίψεις ἔχουν χαρά. Πιστὸς σ’ αὐτὴν τὴ γραμμὴ ὁ Ἅγιος παραθέτει ἀρκετὲς γνῶμες Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας χωρὶς δικό του σχολιασμό. Αὐτο τὸ κάνει στὴν § 2, ὅπου ὁμιλεῖ κυριαρχούμενος θὰ λέγαμε ἀπὸ τὸν οἶστρο γιὰ τὴ χαρὰ ποὺ εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἰδοὺ ὁ λόγος του: «Χαρά! λέξη προσφιλής, λέξη ἐπιπόθητη, λέξη ποὺ συγκινεῖ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, λέξη ποὺ δηλώνει ἀγαλλίαση, λέξη ποὺ σημαίνει εὐφροσύνη, λέξη ποὺ ἐκφράζει πνευματικὴ τέρψη καὶ ἡδονή. Χαρά! Μὲ ποιά λόγια νὰ περιγράψω τὸ συναίσθημα ποὺ διεγείρει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου; Μὲ ποιόν χρωστήρα νὰ ζωγραφήσω τὴν εἰκόνα σου, ἢ μὲ ποιόν τρόπο νὰ βγάλω ἀπὸ μέσα μου μὲ λόγο τὸν μυστικό σου χαρακτήρα; Καμμία δύναμη δὲν ἔχω μέσα μου ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ πεῖ πολλὰ πράγματα γι’ αὐτὸ τὸ μυστήριο. Δὲν ὑπάρχει καμμία φωνὴ ποὺ νὰ ἔχει τὴ δύναμη καὶ τὸν τρόπο νὰ ἐκφράσει τὴν ἐνέργεια αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου. Παραμένει μυστικὴ καὶ κοιμᾶται στὰ μύχια τῆς καρδιᾶς καὶ ἐμφανίζεται σὲ 5


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

μόνη τὴν ψυχή. Ἡ μυστικὴ αὐτὴ ἐνέργεια κάνει τὴν καρδιὰ νὰ σκιρτᾶ μὲ εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση. Αὐτὴ μεθάει τὴν ψυχὴ σὰν θεῖο ποτό. Αὐτὴ ἔγινε ἡ πολυπόθητη καλοπέραση τῆς ψυχῆς. Αὐτὴ περισσότερο ἀπὸ τὸ μέλι γλυκαίνει τὴ γλώσσα αὐτουνοῦ ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ χαρά. Αὐτὴ συνθέτει ὕμνους στὴν καρδιά, τοὺς ὁποίους τὰ χείλη δὲν μποροῦν νὰ ἐκφράσουν. Ἡ καρδιὰ ὁμιλεῖ, ἐνῶ τὰ χείλη σιωποῦν. Τὸ ὑπερφυσικὸ τίθεται σὲ λειτουργία κατὰ τρόπο μυστικό». Ἡ χαρὰ γιὰ τὸν Νεκτάριο εἶναι ἅγιο πράγμα. Εἶναι τὸ προοίμιο τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς. Εἶναι ὁ ἐπίγειος ἀρραβώνας τῆς οὐράνιας χαρᾶς! Οἱ 4 παράγραφοι ποὺ ἀκολουθοῦν ἔχουν ὡς θέματα: α) τὴν ἀρετή, β) τὴν εἰκόνα τῆς ἀρετῆς τοῦ χριστιανοῦ, γ) τὴν εἰκόνα τοῦ χριστιανοῦ ποὺ τελειώθηκε μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ δ) τὸν χαρακτήρα τοῦ ἐναρέτου (Ἅπαντα, τόμ. Ε΄, σσ. 345-354). Ὁ Ἅγιος «παίζει» μὲ τὴν ἐτυμολογικὴ προέλευση τῆς λέξης ἀρετή. Μεταθέτοντας π.χ. τὰ φωνήεντα α καὶ ε δημιουργεῖ τὴ λέξη ἐρατή, γιὰ νὰ συμπεράνει ὅτι ἀρετὴ εἶναι ἡ ἐρατή, ἡ ἄξια ἀγάπης, ἡ ἀξιαγάπητη κτήση ποὺ ὅλοι τιμοῦν καὶ ἐπιλέγουν. Ἀναφέρεται, ἐπίσης, στὴν προέλευση τῆς λέξης ἀπὸ τὸ ρῆμα αἴρω, γιατὶ ἡ ἀρετὴ αἴρει, μετεωρίζει τὶς ψυχὲς στὸν οὐρανό. Καταφεύγει, ὅμως, καὶ σὲ ἀξιόλογες γνῶμες πολλῶν Πατέρων, ἐνῶ δέχεται ὅτι ὁ χριστιανὸς ποὺ τελειώνεται στὴν ἀρετὴ διαθέτει εἰκόνα ἀπερίγραπτη καὶ κάλλη ἀνεξεικόνιστα! Ἡ ἀρετὴ σὰν σκάλα ἐξυψώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Ὁ λόγος εἶναι, βεβαίως, γιὰ τὴ χριστιανικὴ ἀρετή. Αὐτὴ εἶναι ὁ διαυγὴς ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ψυχὴ βλέπει τὸν κόσμο καὶ τὰ τοῦ κόσμου στὴν ἀληθινή τους μορφὴ καὶ τὴν πραγματικὴ ἀξία καὶ διακρίνει τὸ θεόμορφο κάλλος τοῦ φθαρτοῦ καὶ διαρκῶς μεταβαλλόμενου κόσμου. Χωρὶς τὴν ἐν Χριστῷ ἀρετὴ ποὺ συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό, ὁ ἄνθρωπος τίποτε ἄλλο δὲν θὰ ἔβλεπε παρὰ μόνο τὸν ὑλικὸ κόσμο. Χωρὶς τὴ χριστιανικὴ ἀρετὴ ὁ ἄνθρωπος στερεῖται τὸ κάλλιστο θέαμα τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, ποὺ εὐφραίνει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ χριστιανικὴ ἀρετή, καταλήγει ὁ Νεκτάριος, εἶναι ὁ ἀληθινὸς 6

δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ μακαριότητα, ὥστε ὁ ἐνάρετος χριστιανὸς νὰ εἶναι ὁ ἀληθινὰ μακάριος ἄνθρωπος. Στὶς παραγράφους ποὺ ἀκολουθοῦν: α) Περὶ φιλίας, β) Εἰκὼν τοῦ φίλου, γ) Περὶ φίλου ἀνειλικρινοῦς καὶ δ) Περὶ φίλου δολίου, μοχθηροῦ καὶ σκολιοῦ, ὁ Νεκτάριος θέτει τὸ θέμα τῆς φιλίας, τὴν ὁποία θεωρεῖ ἀγάπη δύο ὑγιῶν ψυχῶν. Δέχεται δηλαδὴ ὅτι ἡ φιλία ὡς ἀπόρροια ὑγιοῦς ψυχῆς εἶναι ἱερή, ἁγνή, ἀκέραιη, πιστή, σταθερή, εἰλικρινής, παρρησιαστική, ἀληθινή, αἰώνια. Εἶναι σύνδεσμος δύο ὅμοιων ψυχῶν. Ἀναφέρει μάλιστα ὡς γνώμη τοῦ Ἀριστοτέλη τὴ γνώμη τοῦ κυνικοῦ φιλοσόφου Διογένη, ὁ ὁποῖος, ὅταν ρωτήθηκε τί εἶναι φίλος, ἀπάντησε: «μία ψυχὴ ποὺ κατοιεῖ σὲ δύο σώματα» (Στοβαίου, Ἀνθολόγιον 2, 33, 10 1-2). Ἡ φιλία εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ αὐτῶν τῶν συγγενῶν ἐξ αἵματος, ἐπειδὴ ἡ φυσικὴ ἀγάπη εἶναι προϊὸν ἀνάγκης, ἐνῶ ἡ φιλία εἶναι ἀποτέλεσμα ἐλεύθερης ἐπιλογῆς μας. Γι’ αὐτὸ στὴν περιγραφὴ τῆς εἰκόνας τοῦ πιστοῦ φίλου τονίζει, ὅτι ὁ ἀγαθὸς φίλος μπορεῖ νὰ κάνει καλὸ καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα τοῦ φίλου του. Ἔτσι, ὁ καλὸς φίλος χαίρει, ὅταν εὐτυχεῖ ὁ φίλος του, καὶ τὸν ἐπαναφέρει στὸν ὀρθὸ δρόμο, ὅταν διαπράττει σφάλμα. Ὁ φίλος, κατὰ τον Νεκτάριο, εἶναι προσωποποίηση τῆς ἀρετῆς. Ἀντίθετα, ὁ ἀνειλικρινὴς φίλος δείχνει φιλία ὅταν εὐτυχεῖ ὁ φίλος του, ἐνῶ ὅταν δυστυχεῖ τὸν ἀπαρνιέται. Τὸν λησμονεῖ γρήγορα, ὅταν ἀτυχήσει, καὶ οὔτε ἐρωτᾶ γι’ αὐτόν, τὸν λησμονεῖ δὲ καὶ ὅταν ἀκόμη εἶναι γείτονες. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ περιγραφὴ τοῦ δόλιου καὶ μοχθηροῦ φίλου. Ἰδιαιτέρως, ὅμως, τὸν μοχθηρὸ φίλο τὸν παραβάλλει ὁ Νεκτάριος μὲ σκουριὰ χαλκοῦ ποὺ κατατρώγει τὸν φίλο του ὄχι νεκρὸ ἀλλὰ ζωντανό! Διαστροφὴ τῆς φιλίας ἀποτελεῖ κατὰ τὸν Ἅγιο ἡ κολακεία, ποὺ τὴ θεωρεῖ κακία ἐπιλήψιμη καὶ ἄξια ἀποστροφῆς, γιατὶ καλύπτεται κάτω ἀπὸ τὸ προσωπεῖο τῆς φιλίας. Πάνω στὴν κολακεία, ὅπως ἀκριβῶς πάνω σὲ ἕνα μνῆμα, ἔχει γραφεῖ ἁπλῶς καὶ μόνο τὸ ὄνομα τῆς φιλίας. Εἶναι γεμάτη ἀπὸ δόλο καὶ ἐπιπλέον εἶναι ἀνίερη, ἀσεβής, ἀνειλικρινὴς καὶ ἀπατηλή. Ὅσο γιὰ τὸν


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

κόλακα, «εἶναι ἄνθρωπος διεφθαρμένος, χαμερπὴς καὶ οὐτιδανός». Γενικῶς, μπορεῖ νὰ πεῖ κανείς, ὅτι οἱ κόλακες μακαρίζουν τοὺς ἄκακους ἀνθρώπους καὶ διαταράσσουν τὸν δρόμο τῆς ζωῆς τους. Εἶναι πιὸ πονηροὶ ἀπὸ τὴν ἀλεποὺ καὶ πιὸ ἄχρηστοι ἀπὸ τὰ κοράκια, γιατὶ μὲ δόλο καὶ ἀπάτη διαφθείρουν καὶ καταστρέφουν τὶς ψυχὲς ὅσων δὲν μποροῦν νὰ σκεφτοῦν σωστά. Ἄξια βαθιᾶς ἀνάλυσης καὶ ἑρμηνείας εἶναι καὶ ὅσα ὁ Νεκτάριος ἀναφέρει περὶ ἔρωτος, τὸν ὁποῖο θεωρεῖ ὅτι εἶναι πάθος ψυχῆς ποὺ σχολάζει, ὅτι γεννιέται ἀπὸ ἄνθρωπο ποὺ χρησιμοποιεῖ μὲ περίεργο τρόπο τὴν ὅρασή του καὶ ἐκδηλώνεται ὡς ὑπερβολὴ κάποιας ἄλλης ἐπιθυμίας, ἡ ὁποία γεννιέται πολὺ γρήγορα στὴν ψυχὴ καὶ σβήνει μὲ πολὺ ἀργὸ ρυθμό. Εἶναι φλόγα, ποὺ ἔτσι καὶ ἀνάψει, κατακαίει τὴν καρδιὰ καὶ δὲν σβήνει εὔκολα ἐπειδὴ ἀναρριπίζεται ἀπὸ τὴ φαντασία, ποὺ ἀναπλάθει καὶ ἀναπαριστᾶ τὸ εἴδωλο τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖο ἔχει στὸ μυαλό του ὁ ἐρωτευμένος. Γιὰ νὰ ἐπικυρώσει ὅλα αὐτὰ ὁ Νεκτάριος χρησιμοποιεῖ τὴ γνώμη τοῦ Ἀχιλλέως Τατίου, σύμφωνα μὲ την ὁποία «ἀφοῦ ὁ ἔρωτας καταλάβει ὁλόκληρη τὴν ψυχή, δὲν δίνει χῶρο οὔτε σ’ αὐτὴν τὴν τροφή (ἐννοεῖ, προφανῶς, τὴν ὑλικὴ τροφή)» (Ἅπαντα, τόμ. Ε΄, σ. 361)14. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίσει ὅλα τὰ ἀρνητικὰ τοῦ ἔρωτα, ἂν ὁ τελευταῖος πέσει πάνω σὲ λογικὴ ψυχὴ καὶ σβήσει πρὶν καταστρέψει τὴ δύναμη τοῦ νοῦ. Μόνο ἔτσι ἡ ψυχὴ εἶναι κύρια τοῦ ἑαυτοῦ της καὶ δὲν ἀφήνεται νὰ τὴν κυριεύσει ἡ φαντασία. Ὁ ἔρωτας, ὅπως τὸν περιγράψαμε ἤδη, κυριεύει τὶς ψυχὲς ποὺ εἶναι ξένες πρὸς τὸν Θεῖο ἔρωτα. Σύμφωνα μὲ τὸν συλλογισμὸ τοῦ Ἁγίου, ἐπειδὴ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου πλάστηκε γιὰ νὰ ἀγαπᾶ, εἶναι ἀδύνατο νὰ μείνει ἀπαθὴς ἀπέναντι στὸν ἔρωτα, ἐκτὸς ἂν ἀγαπήσει τὸν Θεὸ καὶ κυριευθεῖ ἀπὸ τὸν Θεῖο ἔρωτα. Ἔτσι, ὁ παράλογος ἀνθρώπινος ἔρωτας ἀδυνατεῖ νὰ κυριεύσει ἐκεῖνες τὶς καρδιὲς ποὺ ἔχουν τρωθεῖ ἀπὸ τὸν ἔρωτα πρὸς τὸν Θεό. Κοντὰ στὴν ἀγάπη, ὡς κατεξοχὴν χριστιανικὴ ἀρετή, βρίσκεται τὸ ἔλεος, τὸ ὁποῖο ὁρίζεται ἀπὸ τὸν Ἅγιο ὡς «ἑκούσια λύπη» ποὺ ἔχει τὴν αἰτία της στὰ κακὰ τῶν

συνανθρώπων μας. Γι’ αὐτὸ ἐκδηλώνεται ὡς ἀγαπητικὴ σ υν δι άθ ε σ η ἀναμεμειγμένη μὲ λύπη πρὸς αὐτοὺς ποὺ αἰσθάνονται δυσφορία γιὰ ἀ ν ι α ρ ὰ πράγματα. Τὸ ἔλεος, μὲ ἄλλα λ ό γ ι α , γεννιέται ἀπὸ καρδιὰ ποὺ συμπαθεῖ καὶ συμπάσχει ἐξαιτίας τῶν π α θ η μ άτ ω ν τῶν ἄλλων. Εὔκολα, λοιπόν, γίνεται κατανοητὸ ὅτι καὶ ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι πράξη ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ ὑπαγορεύεται ἀπὸ ἀγαθὴ καρδιὰ ποὺ ἀγαπᾶ τὸν πλησίον της. Εἶναι δικαιοσύνη ποὺ ἐπιστρέφει τὰ ὀφειλόμενα σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη. Ὁ λόγος εἶναι πολὺ ἁπλός. Ὅσα ἔχει καθένας μας τὰ ἔχει λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ καί, ἑπομένως, γίνεται οἰκονόμος καὶ διαχειριστὴς αὐτῶν τὰ ὁποῖα τοῦ παραχώρησε ὁ Θεός. Δὲν εἶναι δηλαδὴ ὑπερβολὴ ἂν ποῦμε, ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ: πορευθέντες δὲ μάθετε τί ἐστι, ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν (Ματθ. 9, 13). Ὁ Νεκτάριος χρησιμοποιεῖ γνώμη τοῦ Ἰω. Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος, μὲ τὸν ἀπαράμιλλο τρόπο ποὺ διατυπώνει τὶς χριστιανικὲς ἀλήθειες, λέγει: αὐτὸς ποὺ κάνει ἐλεημοσύνη ἐξωτερικὰ φαίνεται ὅτι σκορπᾶ, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα μαζεύει. Κάνει δηλαδὴ ὅπως ὁ γεωργὸς ποὺ σκορπᾶ τὸν σπόρο του στὴ γῆ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὅμως θὰ λάβει πολὺ περισσότερους ἀπὸ τοὺς σπόρους ποὺ ἔσπειρε! Συμπληρώνει καὶ τοῦτο τὸ σημαντικό: Τὸ μέγεθος τῆς ἐλεημοσύνης δὲν μετριέται ἀπὸ τὴν ποσότητα (π.χ. τῶν χρημάτων) ἀλλὰ ἀπὸ τὴν προθυμία αὐτῶν ποὺ ἐλεοῦν. Δὲν ἔχει, λοιπόν, ἄδικο ὁ 7


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Γρ η γ ό ρ ι ο ς Νύσσης, ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖ τὴν ἐλεημοσύνη «πηδάλιο τῆς ἀγάπης». Γι’ αὐτὸ ὁ ἴδιος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας τονίζει ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἀδικία δὲν εἶναι ἐλεημοσύνη ἀλλὰ ὠμότητα καὶ ἀπανθρωπιά. Ποιό ὄφελος ὑπάρχει ἂν ξεγυμνώνουμε τὸν ἕνα, γιὰ νὰ ντύσουμε τὸν ἄλλο; Ἀβίαστα, ἑπομένως, κατανοοῦμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐλεεῖ «ἔχει ἐλεηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό». Γιατὶ εἶναι ὄντως δωρεὰ τοῦ Θεοῦ νὰ διακρίνεται κάποιος ἀπὸ ἐλεήμονα καὶ φιλόπτωχη διάθεση. Ὁ ἐλεήμων ζεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη του προς τὸν πλησίον καὶ πιστεύει στὸν Θεὸ ἐξαιτίας αὐτῆς του τῆς ἀγάπης. Ὁ Νεκτάριος κλείνει τὴν παράγραφο Εἰκὼν τοῦ ἐλεήμονος μὲ τὸ γνωστὸ κέιμενο τοῦ Ματθ. 25, 34: Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ἡμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με· ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με· γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με· ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθε με· ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με». Ἀπέναντι στὴν εἰκόνα τοῦ ἐλεήμονος βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνελεήμονος, «ἡ πιὸ ἀποκρουστικὴ ἀνήθικη εἰκόνα», ἀπὸ τὴν ὁποία «οἱ πάντες μετὰ βδελυγμίας στρέφουν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό τους». Στὸ συναισθηματικὸ μέρος τῆς ψυχῆς ὁ Νεκτάριος κατατάσσει καὶ τὴ βασκανία, τὴν ὁποία θεωρεῖ ἄδικη ἔχθρα ἐναντίον ἐκείνου ποὺ εὐεργέτησε τὸν βάσκανο καὶ ἡ ὁποία εἶναι συνεχὴς καὶ ἀκατάλυτη. Εἶναι μάλιστα τέτοια 8

ἡ δύναμή της, ποὺ παρασύρει αὐτὸν ποὺ ὑφίσταται τὴν ἐπίδραση τῆς βασκανίας τόσο, ὥστε νὰ καταφρονεῖ ἀκόμη καὶ τὴ σωτηρία του. Ὡστόσο, δὲν μένει ἀβλαβὴς καὶ ὁ βάσκανος, ὁ ὁποῖος κατασπαταλᾶ τὸν ἑαυτό του ἐξαιτίας τῆς βασκανίας. Ἡ βασκανία εἶναι χειρότερη ἀπὸ τὸν πόλεμο, ὁ ὁποῖος τελειώνει κάποτε, γιατὶ παύει ἡ αἰτία ποὺ τὸν προκάλεσε. Ἡ μανία ὅμως καὶ ἡ σατανικὴ γνώμη τοῦ βάσκανου εἶναι πάντοτε μαζί του. Ὁ βάσκανος ἔχει πονηρὰ μάτια, τὰ ὁποῖα «ματιάζουν» (βασκαίνουν) τὰ ἀγαθὰ τῶν ἄλλων. Γι’ αὐτὸ οἱ βάσκανοι εἶναι χειρότεροι ἀπὸ τὰ θηρία. Τὸ μάτι τοῦ βάσκανου λειώνει ἀπὸ λύπη, συζεῖ μὲ τὸν θάνατο, θεωρεῖ ἐχθροὺς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ αὐτοὺς ποὺ δὲν διέπραξαν καμιὰ ἀδικία. Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ ἐρώτημα τοῦ Χρυσοστόμου: Μὲ τί, λοιπόν, νὰ συγκρίνει κανεὶς τὴν ψυχὴ τοῦ βάσκανου; Μὲ ἔχιδνα; Μὲ ἀσπίδα (φαρμακερὸ φίδι τῆς Αἰγύπτου); Μὲ σκουλήκι; Μὲ Σκαθάρι; Δὲν ὑπάρχει κάτι πιὸ βρομερὸ καὶ πιὸ πονηρὸ ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ βάσκανου. Ἀλλὰ καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη ὡς ἀγαθὸ καὶ εὐγενὲς συναίσθημα τοῦ εὐεργετηθέντος πρὸς τὸν εὐεργέτη, καὶ ἡ εὐχαριστία, ὡς ἀγαθὴ διάθεση καὶ ὁμολογία πρὸς ἀνταπόδοση χάριτος ἐπίσης πρὸς τὸν εὐεργέτη, εἶναι ἀρετὲς τοῦ Συναισθηματικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς μὲ ἀντίστοιχες κακίες τὴν ἀγνωμοσύνη καὶ τὴν ἀχαριστία. Ἐὰν ἀγνωμοσύνη εἶναι ἡ λήθη τῆς εὐεργεσίας καὶ ἡ ἔλλειψη κάθε φιλικοῦ συναισθήματος πρὸς τὸν εὐεργέτη, ἀχαριστία εἶναι ἡ ἀπροθυμία πρὸς ἀνταπόδοση τῆς χάρης ποὺ ἔγινε σὲ κάποιον. Εἶναι σημαντικὴ ἡ παρατήρηση τοῦ Νεκταρίου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία, ἂν ὁ ἀγνώμων δὲν ἀγαπᾶ τὸν εὐεργέτη του, τὸν ὁποῖο εἶδε μὲ τὰ μάτια του, πῶς θὰ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ ποὺ παρέχει ὅλα τὰ ἀγαθὰ στὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν τὸν εἶδε ποτέ; Ἡ περιγραφὴ τοῦ Ἁγίου εἶναι παραστατικότατη. Ὁμάδα ὁμοειδῶν ἀρετῶν τοῦ Συναισθηματικοῦ ἀποτελοῦν οἱ ἀρετὲς τῶν παραγράφων 21, 22, 23, 24, 25, 26 καὶ 27. Ἡ ἐπιείκεια π.χ. εἶναι ἀρετὴ μεγάλης ἠθικῆς ἀξίας καὶ φανερώνει εὐγένεια ἀγαθῆς καὶ γενναίας ψυχῆς, ἐνῶ ὁ ἐπιεικὴς ἀντιμετωπίζει μὲ


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

πραότητα τὶς ἀδικίες ποὺ τοῦ γίνονται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς δυνατούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς κατωτέρους του. Βεβαιώνει μὲ τὴν ὅλη συμπεριφορά του ὅτι εἶναι ἀληθινὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅτι κατοικεῖ μέσα του τὸ πνεῦμα τῆς χάριτος. Συγγενὴς ἀρετὴ στὴν ἐπιείκεια εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν Ἅγιο, ἐπειδὴ εἶναι κίνηση ψυχῆς ποὺ θέλει τὸ ἀγαθὸ τοῦ πλησίον καὶ ἐργάζεται ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐξομοιώνει τὸν εὔσπλαγχνο μὲ τὸν Θεό. Ὁ εὔσπλαγχνος συμπάσχει μὲ τοὺς πάσχοντες καὶ θεωρεῖ τὸ πάθος τοῦ πλησίον του δικό του πάθος (πρβλ. Α΄ Κορ. 12, 26). Εἶναι πάντα πρόθυμος νὰ σπεύσει πρὸς βοήθεια ὅσων ἔχουν ἀνάγκη, ὅπως ὁ Σαμαρείτης τοῦ Εὐαγγελίου (βλ. Λουκ. 10, 390 ἑξ.). Εἶναι πρόθυμος πάντοτε νὰ θεραπεύσει τὰ πάθη τῆς πάσχουσας ἀνθρωπότητας καὶ ἕτοιμος νὰ θυσιάσει τὸν ἑαυτό του ὡς ἀληθινὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῆς ἐπικράτησης τῆς εἰρήνης καὶ τῆς χαρᾶς στὸν κόσμο. Τρέχει παντοῦ ὅπου τὸν καλεῖ ὁ στεναγμὸς τῆς πάσχουσας ἀνθρωπότητας, ποὺ περισσεύει, πρέπει νὰ ποῦμε, ἰδιαίτερα στὶς μέρες μας. Δὲν βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν εὔσπλαγχνο ὁ εἰρηνοποιός, ὁ ὁποῖος ὡς υἱὸς τῆς ἄνω κλήσεως καὶ τῆς ἐπουράνιας Βασιλείας (βλ. Φιλ. 3, 14. Ἐφ., 4, 1, 4. Α΄ Τιμ. 1, 9. Ἑβρ. 3, 1) ἀκούει εὐχαρίστως τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται (Ματθ. 5, 9). Εἰρηνεύει μὲ τὸν ἑαυτό του, μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν πλησίον, μὲ ὅλους ὅσοι τὸν ἀγαποῦν ἢ καὶ τὸν μισοῦν. Μὲ ἕνα λόγο, ἐργάζεται ὑπὲρ ἀποκαταστάσεως τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ πάνω στὴ γῆ. Ἀληθινὴ εἰρήνη εἶναι, κατὰ τὸν Νεκτάριο, ἡ πρὸς Θεὸν εἰρήνη. Ἀκριβῶς γι’ αὐτό, ἡ παρὰ τοῦ Χριστοῦ εἰρήνη εἶναι βεβαία, σταθερή, πάγια, μόνιμη, ἀθάνατη, χωρὶς τέλος. Ἂν δὲ ἡ ἀνθρώπινη εἰρήνη γίνεται σὲ κάποιο μέρος τοῦ κόσμου ἀκόμη καὶ γιὰ κακὸ σκοπό, ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ πείθει ὄχι μόνο νὰ ἔχουμε ἐξωτερικὴ εἰρήνη, ἀλλὰ καὶ προσωπική. Εἰρήνη δηλαδὴ πρὸς τὸν ἑαυτό μας, γιὰ νὰ μὴ στασιάζει ἡ σάρκα ἐναντίον τῆς ψυχῆς. Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ εἰρήνη εἶναι θεῖο δῶρο, παραμένει μόνο σὲ καθαρὲς καρδιὲς καὶ ἐγκαταλείπει τὶς ἀκάθαρτες καὶ μολυσμένες.

Ἔτσι, αὐτὸς ποὺ στερεῖται τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, στερεῖται καὶ τὴ Θεία Χάρη. Συμπαρομαρτοῦσες ἀρετὲς στὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μακροθυμία (ἡ μεγαλοψυχία καὶ ἡ μεγαλοφροσύνη), ἡ πραότητα (ἡ ἠρεμία τῆς ἀγαθῆς ψυχῆς ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο), ἡ αὐτάρκεια (νὰ ἀρκεῖται κανεὶς στὸν ἑαυτό του, νὰ ἀναπαύεται μὲ τὰ δικά του τὰ λίγα καὶ νὰ μὴ ζητάει περιττά), ἡ ἀνεξικακία (νὰ ἀνέχεται τὰ κακὰ καὶ νὰ τὰ λησμονεῖ ἀπὸ ἀγάπη στὸν πλησίον), ἡ ἀκτημοσύνη (ἡ ἔλλειψη ὅλων τῶν ὑπαρχόντων ἐκτὸς τοῦ σώματός μας) καὶ ἡ σεμνοπρέπεια (ἡ ἀληθινὴ εἰκόνα τοῦ ἤθους καὶ ἡ ἔκφραση τῆς ψυχικῆς διάθεσης καὶ τῆς ἐσωτερικῆς σεμνότητας τοῦ ἀνθρώπου). Ὁ μακρόθυμος εἶναι κυρίαρχος τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ὀργῆς καὶ ἠρεμεῖ τὶς ὁρμὲς τῆς καρδιᾶς του, δείχνει ἔλεος σ’ αὐτοὺς ποὺ φταῖνε καὶ συγχωρεῖ τοὺς ἁμαρτωλούς. Ὁ πρᾶος εἶναι φιλικὸς πρὸς ὅλους καὶ φέρεται ἐπιεικῶς πρὸς τοὺς ἁμαρτωλούς. Δὲν ὀνειδίζει, δὲν βρίζει καὶ δὲν βλασφημεῖ, ἀλλὰ ἐπανορθώνει μὲ ἀγάπη ὅσους ἔχουν διαπράξει διάφορα πταίσματα. Ὁ αὐτάρκης, ἐπειδὴ δὲν ἐποφθαλμιᾶ ὅσα ἀνήκουν σὲ ἄλλους, εἶναι πιὸ εὔπορος ἀπὸ ὅλους. Εἶναι εὐτυχὴς γιατὶ δὲν τοῦ λείπει τίποτα. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἀνεξίκακος χαρίζει τὴν ἐκδίκηση στὴν εἰρήνη καὶ ἀνταποδίδει τὸ κακὸ μὲ τὴν εὐεργεσία· εἶναι τύπος Χριστοῦ. Ὁ ἀκτήμων ἔχει ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ ποὺ εἶπε: δὲν θὰ σὲ ἀφήσω μόνο οὔτε θὰ σὲ ἐγκαταλείψω (Ἑβρ. 13, 5). Ὁ σεμνοπρεπής, τέλος, εἶναι ἄδολος, εἰλικρινὴς καὶ εὐθύς. Εἶναι εὐπρεπὴς ὡς πρὸς τὴν ἐμφάνιση, εὐγενὴς ὡς πρὸς τοὺς τρόπους, μετρημένος στὰ λόγια, καὶ τὸ ἦθος του ἀποπνέει ἐμπιστοσύνη. Διδάσκει ἀκόμη καὶ μὲ τὴ σιωπή του. Ἔναντι τῶν ἀρετῶν ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω καὶ ὅσων τὶς ἐνσαρκώνουν, ὑπάρχουν ἀντίστοιχες κακίες ποὺ δοκιμάζουν τὸ συναισθηματικὸ μέρος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Εἰδικότερα: ἡ φιλαργυρία ὡς φιλοχρηματία καὶ ὡς ἐπιθυμία τοῦ πλούτου κατακυριεύει τὴν καρδιὰ καὶ αἰχμαλωτίζει τὸν νοῦ. Εἶναι ρίζα τῶν κακῶν, ἀκρόπολη τῶν κακιῶν, κολοφώνας τῶν ἁμαρτημάτων. Κάνει φτωχὸ τὸν κάτοχό της, γιατὶ θησαυρίζει γιὰ 9


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

τὸν ἑαυτό του. Εἶναι σκληρὴ καὶ ἀνηλεής, ἄσπλαχνη καὶ τυραννική, γιατὶ συνθλίβει πρῶτον ἀπὸ ὅλους αὐτὸν ποὺ τὴν ἀγαπᾶ, δηλαδὴ τὸν αἰχμάλωτό της. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ φιλάργυρος εἶναι ἄνθρωπος δυστυχέστατος, γιατὶ διψᾶ γιὰ χρυσάφι καί, ἐνῶ διαρρέει ποταμὸς χρυσοῦ τὰ ταμεῖα του, αὐτὸς χάνεται ἀπὸ τὴ δίψα τοῦ χρυσοῦ. Πάσχει ἀπὸ τὴν ἀσθένεια τοῦ Ταντάλου, ὁ ὁποῖος ἀδυνατοῦσε νὰ σβήσει τὴ δίψα του καὶ νὰ δροσίσει τὰ χείλη του ποὺ καίγονταν, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ πάρει λίγο νερὸ ἀπὸ τὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ ποὺ ἔρρεαν δίπλα του! Ὁ φιλάργυρος θεωρεῖ ὡς θεό του τὸν θησαυρό του, πιστεύει μόνο σ’ αὐτὸν καὶ στηρίζει μόνο σ’ αὐτὸν κάθε ἐλπίδα του. Ὁ νοῦς του ἐξαιτίας τοῦ θησαυροῦ του ἔχει σκοτισθεῖ, ἡ καρδιά του ἔχει πωρωθεῖ καὶ ἡ ψυχή του ἔχει διαφθαρεῖ. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἄσπλαχνος, ἄπονος, ἀσυμπαθὴς καὶ ἀνελεήμων. Δὲν φροντίζει κανένα, δὲν λυπάται κανένα, δὲν συμπαθεῖ κανένα. Ἀκόμη καὶ ἂν ἡ κοινωνία τῶν ἀνθρώπων χάνεται ἀπὸ τὴν πείνα, ὁ φιλάργυρος δὲν θὰ ἀνοίξει τὶς ἀποθῆκες του. Ὁ λόγος εἶναι πολὺ ἁπλός: Πιστεύει ὅτι ἡ δυστυχία τῶν ἄλλων εἶναι εὐκαιρία γιὰ νὰ αὐξήσει τὸν δικό του πλοῦτο. Ἀνάλογη πρὸς τὴ φιλαργυρία εἶναι ἡ φιλαυτία, δηλαδὴ ἡ ἐμπαθὴς καὶ παράλογη φιλία πρὸς τὸ σῶμα. Καὶ οἱ δύο εἶναι ἀντίθετες πρὸς τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐγκράτεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ φίλαυτος ἔχει ὅλα τὰ πάθη, ἐπειδὴ ζεῖ μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ὁ Νεκτάριος παραθέτει σημαντικὸ ἀπόσπασμα κειμένου ἀπὸ τὸν Δαμασκηνὸ γιὰ τὴ φιλαυτία, τὸ ὁποῖο ἀποδίδουμε στὴ νεοελληνικὴ περιληπτικά: «Αὐτοὶ ποὺ πράττουν τὰ πάντα μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἀσχολοῦνται μὲ τὸ μέγιστο κακό, τὴ φιλαυτία. Ἡ φιλαυτία ὁδηγεῖ στὴν ἀπομόνωση, τὴν ἀκοινωνησία, τὴν ἀφιλότητα, τὴν ἀδικία, τὴν ἀσέβεια. Ἡ φύση κατασκεύασε τὸν ἄνθρωπο ὄχι ὅπως τα θηρία ποὺ ζοῦν μόνα τους, ἀλλὰ ὅπως αὐτὰ ποὺ ζοῦν σὲ κοπάδι, σύμφωνα μὲ (φυσικοὺς) νόμους καὶ ὁμαδικά (κοινωνικά). Νὰ μὴ ζεῖ, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος μόνο μὲ καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ μὲ πατέρα, καὶ μὲ μητέρα, καὶ μὲ ἀδέλφια, καὶ μὲ γυναίκα, καὶ μὲ παιδιά, καὶ μὲ ἄλλους συγγενεῖς, καὶ μὲ φίλους, καὶ μὲ συνδημότες, 10

καὶ μὲ συνανθρώπους του τῆς ἴδιας φυλῆς, καὶ μὲ πατρίδα, καὶ μὲ ὁμοφύλους καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. … Πρέπει, δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος, ἂν βεβαίως εἶναι λογικός, νὰ εἶναι κοινωνικός καὶ φιλόκοσμος καὶ φιλόθεος, γιὰ νὰ εἶναι καὶ θεοφιλής, δηλαδὴ νὰ τὸν ἀγαπᾶ ὁ Θεός». Ὁ φίλαυτος κινούμενος ἀπὸ τὴ φιλοδοξία ποὺ μισεῖ τὰ πάντα, δὲν ἀγαπᾶ τίποτε καὶ δὲν φροντίζει κανένα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Πλάτων στοὺς Νόμους (Ε΄, 731-732ab) συμπεραίνει: «Κάθε ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀποφεύγει νὰ ἀγαπᾶ πολὺ τὸν ἑαυτό του». Κακίες ποὺ βαίνουν παράλληλα πρὸς ὅσες ἀναφέραμε πιὸ πάνω, εἶναι καὶ οἱ ἀκόλουθες: μεμψιμοιρία, χαιρεκακία, ψευδοσεμνοπρέπεια, ὑποκρισία καὶ ἀνθρωπαρέσκεια. Ἐπίσης, ὄργανα καὶ φορεῖς τους εἶναι ὅσοι τὶς ἀκολουθοῦν, δηλαδή: ὁ μεμψίμοιρος, ὁ χαιρέκακος, ὁ ψευδοσεμνοπρεπής, ὁ ὑποκριτὴς καὶ ὁ ἀνθρωπάρεσκος. Κατὰ τὸν Ἅγιο, μεμψιμοιρία εἶναι ἡ δυσαρέσκεια πρὸς τὴ μοίρα, ἡ ἔλλειψη εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεό, ἡ ἀχαριστία ἀπέναντι σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἡ ἀθέτηση τῆς Θείας Πρόνοιας καὶ σὲ κάθε περίπτωση τὸ φιλοκατήγορο πνεῦμα καὶ τὸ νὰ κατακρίνει κανεὶς τοὺς πάντες. Ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ μεμψίμοιρου π.χ. δὲν βγαίνει ποτὲ ἡ λέξη εὐχαριστῶ καὶ ἀπὸ τὴν καρδιά του δὲν ἀναπέμπεται ποτὲ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τὶς δωρεὲς ποὺ τοῦ ἔκανε στὴ ζωή του. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀγνώμων καὶ ἀχάριστος. Ἀρνεῖται καὶ αὐτοὺς τοὺς γονεῖς του. ᾽Εν τέλει, εἶναι ἄθλιος ἄνθρωπος. Ἀλλὰ καὶ ἡ χαιρεκακία, τὸ νὰ ἐπιχαίρει δηλαδὴ κανεὶς γιὰ τὰ δεινὰ τῶν ἄλλων, εἶναι μεγάλη ἁμαρτία. Ὁ χαιρέκακος χαίρεται γιὰ το λείψανο τοῦ ἐχθροῦ του, λησμονώντας ὅτι ὅλοι πεθαίνουν, καὶ ὁ ἴδιος. Ἐπιπλέον, εἶναι μοχθηρός, ἔχει σκυθρωπὴ ὄψη, ὕπουλο βλέμμα, σφιγμένα χείλη, σαρδόνιο (σαρκαστικὸ καὶ μοχθηρό) γέλιο καὶ στόμα γεμάτο πικρία. Δὲν εἶναι μικρότερη κακία ἡ ψευδοσεμνοπρέπεια, δηλαδὴ ἡ ἐπιτηδευμένη καὶ ἐπίπλαστη σεμνότητα ποὺ εἶναι ψιμυθιωμένη κακοήθεια, ἀφοῦ καλύπτεται κάτω ἀπὸ τὸ προσωπεῖο τῆς σεμνοπρέπειας. Εἶναι βδελυρὴ ὑποκρισία, γιατὶ δείχνει


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

πρόσωπο ἄλλο ἀπὸ τὸ πραγματικό. Εἶναι εὔκολο ἀπὸ ὅλα αὐτὰ νὰ κατανοήσουμε καὶ τὸν ψευδοσεμνοπρεπή, ὁ ὁποῖος ὄντας φαῦλος στερεῖται ἐσωτερικοῦ διακόσμου μὲ κύριο γνώρισμά του τὸν δόλο. Ὑποκρίνεται τὸν ταπεινό, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα εἶναι ὁ «ὑψηλοφρονέστατος τῶν ἀνθρώπων καὶ γι’ αὐτὸ ἀποβαίνει μισητὸς ἀπὸ ὅλους». Ἐξ ἄλλου, μεγάλη κακία εἶναι καὶ ἡ ὑπόκριση (ὑποκρισία). Ὁ Νεκτάριος ἀναφέρει τὸν ἀκόλουθο ὁρισμὸ νεωτέρων, ὅπως τοὺς χαρακτηρίζει, ἠθικολόγων, τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν κατονομάζει: «ὑπόκριση εἶναι κλοπή (ξένης) ὑπολήψεως ἢ κακία μὲ ἔνδυμα ἀρετῆς. Ἔτσι, ἂν ἡ ἀλήθεια εἶναι κάτι θεῖο, ὁ ὑποκριτὴς ποὺ δὲν τὴν ἔχει, γιατὶ εἶναι ἄλλο καὶ ἄλλο φαίνεται, εἶναι φανερὸ ὅτι εἶναι ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ». Ὁ ὑποκριτὴς ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι ὁ πιὸ ἄδικος τῶν ἀνθρώπων, διότι ὅπως δέχεται καὶ ὁ Πλάτων στὴν Πολιτεία (Β΄, 361a): τὸ νὰ φαίνεται κάποιος δίκαιος, χωρὶς νὰ εἶναι, ἀποτελεῖ τὴν ἐσχάτη ἀδικία. Ὅσον ἀφορᾶ δὲ τὴν ἀνθρωπαρέσκεια, αὐτὴ εἶναι «ἀναίρεση» τῆς ἀρετῆς. Ὁ ἀνθρωπάρεσκος ἐργάζεται τὴν ἀρετὴ ὄχι γιὰ τὴν ἀρετὴ ἀλλὰ γιὰ τὸν ἔπαινο. Ὄχι γιὰ τὴν ὁλοκλήρωσή του, ἀλλὰ γιὰ νὰ δοξασθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τὸ χειρότερο ὅλων, ὄχι γιὰ νὰ ἀρέσει στὸν Θεό, ἀλλὰ στοὺς ἀνθρώπους (πρβλ. Α΄ Θεσσ. 2, 4 καὶ Γαλ. 1, 0). Ἡ ἀνθρωπαρέσκεια ὑπονομεύει συθέμελα τὴν ἀρετή, διαφθείρει τὸν νοῦ καὶ διαστρέφει κάθε ὑψηλὸ νόημα. 7. Ἀρετὲς καὶ κακίες τοῦ Ἐπιθυμητικοῦ. Τὸ 7ο κεφάλαιο περιγράφει τὶς ἠθικὲς ἀρετὲς καὶ κακίες τοῦ Ἐπιθυμητικοῦ. Ὡς οὐσιαστικὸ ἡ λέξη Ἐπιθυμητικὸ εἶναι οὐσιαστικοποιημένο οὐδέτερο τοῦ ἐπιθέτου ἐπιθυμητικός, -ή, -ὸν καὶ σημαίνει τὸ μέρος τῆς ψυχῆς ὅπου ἔχουν τὴν ἕδρα τους οἱ ἐπιθυμίες. Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ παρατηρήσουμε ὅτι ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῆς ψυχολογίας, ἡ ἔννοια τῆς λέξης ἐπιθυμία εἶναι δύσκολο νὰ ἀποδοθεῖ μὲ σαφήνεια, γιατὶ περικλείει τόσο τὶς ἐνστικτώδεις ὁρμές, τὰ ὁρμέμφυτα (τὰ ἔνστικτα τοῦ ἀνθρώπου) καὶ τὴ συνειδητὴ βούληση, ἡ ὁποία δὲν συμπίπτει μὲ τὴν ἔννοια τοῦ πόθου ποὺ δηλώνει τὴν ἰσχυρὴ καὶ διαρκὴ ἐπιθυμία, ἂν

καὶ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα ἀπαντᾶ συχνὰ ὁ ὅρος ἐπιθυμία ἀντὶ τοῦ πόθου. Γιὰ τὴ θέση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης, ἀπέναντι στὸν ὅρο ἐπιθυμία εἶναι ἀρκούντως κατατοπιστικὸ τὸ λῆμμα ἐπιθυμία στὸ Λεξικὸ Β ι β λ ι κ ῆ ς Θεολογίας (ἔκδοση «Βιβλικὸ Κέντρο “Ἄρτος Ζωῆς”», Ἀθήνα 1980, στ. 386388). Στὸ εἰσαγωγικὸ κείμενο τοῦ λήμματος τονίζεται: «Ἡ ὑπέρτατη τελειότητα γιὰ τὸν βουδισμὸ εἶναι ἡ “κατάπνιξη τῆς ἐπιθυμίας”. Πόσο μακριὰ ἀπ’ αὐτὸ τὸ ὄνειρο βρίσκονται οἱ ἄνθρωποι τῆς Βίβλου, ἀκόμη καὶ οἱ πλησιέστεροι στὸ Θεό! Ἀντίθετα, ἡ Βίβλος εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὴν ταραχὴ καὶ τὴ διαμάχη ποὺ προκαλεῖ κάθε μορφὴ ἐπιθυμίας. Βέβαια, δὲν τὶς ἀποδέχεται ὅλες, καὶ οἱ πιὸ ἁγνὲς ἐπιθυμίες πρέπει νὰ ἐξαγνιστοῦν ριζικά, γιὰ νὰ πάρουν ὅλη τους τὴ δύναμη καὶ ν’ ἀποδώσουν στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ὅλη της τὴν ἀξία» (ὅπ.π., στ. 386). Ἀκολουθεῖ λεπτομερὴς ἀναφορὰ στὸ ἐν λόγῳ λῆμμα, τόσο στὴν Παλαιὰ ὅσο καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἐνῶ σὲ ὑποσημείωση στὸ τέλος τοῦ ἄρθρου γίνεται παραπομπὴ σὲ ἄλλα σχετικὰ λήμματα τοῦ Λεξικοῦ, ὅπως: γενετήσια ὁρμή, δωρεά, ἐλπίδα, μακαριότητα, πείνα καὶ δίψα, πλεονεξία καὶ προσευχή. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ 7ου κεφαλαίου ἀναφέρεται στὴν ἐγκράτεια, τὴν ὁποία ὁ Ἅγιος θεωρεῖ μέγιστης ἠθικῆς ἀξίας. Σημασία γιὰ τὴν τοποθέτηση αὐτὴ ἔχει ἡ αἰτιολογία ποὺ προτείνει. Τονίζει δηλαδὴ ὅτι ἡ ἐγκράτεια δὲν εἶναι ἡ ἑκούσια ἀποχὴ (ἡ φειδώ) ἀπὸ ὅσα ἀπαγορεύονται, ἀλλὰ ἀπὸ ὅσα ἐπιτρέπονται. Ὁ λόγος εἶναι πολὺ ἁπλός: Ἡ ἀποφυγὴ τῶν 11


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ἀπαγορευμένων δὲν εἶναι ἀποχή, ἀλλὰ φόβος ἢ σεβασμὸς ἀπέναντι στὸν νόμο ποὺ ἐπιβάλλει τὴν ἀπαγόρευση. Ἡ ἐγκράτεια δηλαδὴ ἀποβαίνει μέγιστη ἀρετή, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος ἀπολαμβάνει λόγῳ τῆς σωφροσύνης του ὅσα ἐπιτρέπονται. Ἡ ἐγκράτεια, ἑπομένως, ἁρμόζει σὲ ὅλους, κατεξοχὴν δὲ σὲ ὅσους ἐπιθυμοῦν οἱ ἴδιοι νὰ εὐαρεστοῦν τὸν Θεό. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ὁ Νεκτάριος ἀξιοποιεῖ τὸν ἀκόλουθο ὁρισμὸ τοῦ Μ. Βασιλείου: Ἐγκράτεια εἶναι ἡ ἀναίρεση τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀπαλλοτρίωση τῶν παθῶν, ἡ νέκρωση τοῦ σώματος, ποὺ φθάνει μέχρι καὶ αὐτὰ τὰ φυσικὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες, ἡ ἀρχὴ πνευματικῆς ζωῆς καί, τέλος, ἡ πρόξενος αἰωνίων ἀγαθῶν, γιατὶ ἡ ἐγκράτεια ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἀφανίζει τὸ κέντρο της ἡδονῆς. Ἐπειδή, ὅμως, ἕνας τέτοιος ὁρισμὸς μπορεῖ νὰ προκαλέσει ἐνστάσεις πολλῶν, ὁ ἅγιος Νεκτάριος προσθέτει σχετικὴ ἑρμηνεία στὸν ὁρισμὸ τοῦ Μ. Βασιλείου, ποὺ μόλις ἀναφέραμε γιὰ τὴν ἐγκράτεια. Λέγει, λοιπόν, ὁ ἴδιος ὁ Βασίλειος ὅτι μὲ τὸν ὅρο ἐγκράτεια δὲν ἐννοοῦμε σὲ καμιὰ περίπτωση τὴν πλήρη ἀποχὴ ἀπὸ τὰ φαγητά (τὰ βρώματα), γιατὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα εἶδος βίαιης διάλυσης τῆς ζωῆς. Ἐννοοῦμε τὴν ἀποχὴ ποὺ ἔχει σκοπὸ τὸ ξερρίζωμα τῶν παθῶν. Ἔτσι γίνεται ἡ ἐγκράτεια, κατὰ τον Νεκτάριο, μέγιστη σωματικὴ δύναμη καὶ ἄφθαρτος πνευματικὸς πλοῦτος. Γίνεται τὸ θεμέλιο ὅλων τῶν ἀρετῶν, γιατὶ αὐτὴ πρώτη προετοιμάζει τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων πρὸς ἄσκηση τῶν ἀρετῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Διάδοχος, ἐπίσκοπος Φωτικῆς τῆς Ἠπείρου, ὀνομάζει τὴν ἐγκράτεια ἐπώνυμον ὅλων τῶν ἀρετῶν, ὄχι μόνον αὐτῶν ποὺ ἀφοροῦν τὸ σῶμα ἀλλὰ καὶ τὸν ἐσωτερικό, τὸν ψυχικὸ κόσμο τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως δὲ λέγει καὶ ὁ ἅγιος 12

Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: ἡ ἐγκράτεια οὐ μόνον ἐπὶ βρωμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ χρημάτων καλή. Καὶ συμπληρώνει ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρεύς: «Τὴν ἐγκράτεια δὲν πρέπει νὰ τὴν περιορίζουμε μόνο στὰ ἀφροδίσια, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖ νὰ σπαταλᾶ ἡ ψυχή μας χωρὶς νὰ ἀρκεῖται στὰ ἀναγκαῖα ἀναζητώντας τὴ χλιδὴ καὶ τὴν εὐμάρεια. Ἐγκράτεια εἶναι, συνεχίζει, νὰ μὴ γινόμαστε δοῦλοι τῶν χρημάτων, τῆς καλοπέρασης, τῆς ὅποιας κτήσης, τῆς θέας καί, τέλος, νὰ ἐλέγχουμε τὸ στόμα μας καὶ νὰ νικοῦμε μὲ τὸν λογισμό μας καθετί πονηρό». Αὐτὰ ὅλα μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν Νεκτάριο, ἂν ἔχει τὴν ἀρετὴ τῆς σωφροσύνης ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ «τὴν εὔτακτη οἰκονομία μὲ σοφία καὶ φρόνηση ὅλων τῶν κινήσεων τῆς ψυχῆς» (Ἅπαντα, τόμ. Ε΄, σ. 400). Σωφροσύνη μὲ δυὸ λόγια εἶναι «ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὰ πάθη». Κατὰ τὸν Χρυσόστομο, εἶναι τὸ σύνολο τῶν ἐκδηλώσεων «τῆς πολύτροπης ἐγκράτειας» ἀναφορικὰ μὲ τὸ σῶμα. Κατὰ δὲ τὸν Μ. Βασίλειο, σωφροσύνη εἶναι νὰ μὴν ἐπιλέγει κανεὶς κάποιον ἐρεθισμὸ ἀπὸ ἡδονή, ἀλλὰ νὰ τοποθετεῖται μὲ ἐγκράτεια καὶ χωρὶς ὑποχωρητικότητα ἀπέναντι σὲ κάθε βλαβερὴ ἀπόλαυση. Ὁ Ἅγιος ἀξιοποιεῖ χωρίο τοῦ νεοπλατωνικοῦ φιλοσόφου Ἰαμβλίχου, τὸ ὁποῖο δὲν κατορθώσαμε νὰ ἀνιχνεύσουμε. Ὡστόσο, σύμφωνα μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ ἐν λόγῳ χωρίου, τὸ ὁποῖο χρησιμοποίησε καὶ στὴν παράγραφο περὶ ἐγκρατείας, ὑπάρχουν τὰ ἐπιτρεπόμενα καὶ τὰ ἀπαγορευμένα, τὰ κωλυόμενα. Σώφρων, λοιπόν, δὲν εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος δὲν κάνει χρήση τῶν ἀπαγορευμένων, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ κάνει χρήση μὲ φειδὼ ἢ μὲ διάκριση τῶν ἐπιτρεπομένων. Τὸ νὰ μὴν πράττει κανεὶς τὰ ἀθέμιτα (τὰ ἀπαγορευμένα) ἢ νὰ μὴν τὰ χρησιμοποιεῖ,


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

αὐτὸ εἶναι τήρηση τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ἡ παράβαση ἐπισύρει τιμωρία. Ἑπομένως, σωφροσύνη εἶναι ἡ θεληματικὴ καὶ ἡ μὲ διάκριση φειδὼ τοῦ ἐπιτρεπομένου, γιατὶ γίνεται μὲ προσωπικὴ ἐπιλογὴ καὶ μὲ φιλόσοφο λογισμό. Τὰ ἀγαθὰ ποὺ γεννᾶ ἡ σωφροσύνη εἶναι πλεῖστα. Πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ περιγράφει ὁ Ἅγιος στὴ σχετικὴ παράγραφο. Συμπερασματικὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι ἡ σωφροσύνη διατηρεῖ τὸν ψυχοσωματικὸ ἑαυτό μας ἀκηλίδωτο καὶ ἁγνὸ καὶ καθιστᾶ τὰ γηρατειά μας τίμια καὶ τὴ ζωή μας σεβαστή. Ἐνῶ δηλαδὴ ὅλα μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου ἀμαυρώνονται, φθείρονται καὶ γερνᾶνε, μόνη ἀπ’ ὅλα ἡ σωφροσύνη παραμένει ἀγέραστη καὶ ἀμάραντη καὶ μόνη αὐτὴ δὲν ἀμαυρώνεται οὔτε φθείρεται, ἀλλὰ παραμένει μέχρι τέλους θαλλερὴ καὶ ἀφήνει πίσω της μνήμη ἀγαθὴ καὶ δόξα αἰώνια. Ἡ ἀρετὴ τῆς προσοχῆς συμπληρώνει τὴ σωφροσύνη, καθόσον προσοχὴ εἶναι ἡ φρούρηση τοῦ νοῦ καὶ ἡ κατανομὴ ἀπ’ αὐτὸν κάθε ἀντικειμένου ποὺ προσπίπτει στὶς ἀνθρώπινες αἰσθήσεις. Ἔτσι, ἡ προσοχὴ εἶναι τὸ μέσον κάθε γνώσεως καὶ παρέχει στὸν νοῦ τὴν εὐκαιρία νὰ διακρίνει τί εἶναι ἀληθὲς ἢ ψευδές, ὀρθὸ ἢ μὴ ὀρθό, ὠφέλιμο ἢ βλαβερό, ἀγαθὸ ἢ κακό, δίκαιο ἢ ἄδικο. Προάγει τὶς ἐπιστῆμες, ἀναπτύσσει τὶς τέχνες, ὁδηγεῖ τὰ πάντα πρὸς τὴν τελειότητα. Μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, ἡ προσοχὴ κατευθύνει τὴ σκέψη, ἀποδεικνύει τὸ δέον γενέσθαι, περιφρουρεῖ τὸ ἦθος, ἀσφαλίζει τὴ ζωή. Ὅλοι πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι σχεδὸν τὰ πάντα ὑποκρύπτουν δόλο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος συμβουλεύει: Βλέπετε οὖν ἀκριβῶς πῶς περιπατεῖτε, μὴ ὡς ἄσοφοι ἀλλ’ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσιν (Ἐφ. 5, 15-16). Ὀρθῶς, ἑπομένως, ὁ Νεκτάριος χαρακτηρίζει τὴν ἀπροσεξία ζοφερὴ νύχτα, σκότος ἀφεγγές, συνεχὴ ὁμίχλη, μὲ ἀποτέλεσμα, ὅποιος περπατεῖ στὰ ἴχνη της οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει (Α΄ Ἰω. 2, 11). Φθάνει ἔτσι στὸ σημεῖο νὰ ἐπαινέσει τὸν ἀπράγμονα βίο, δηλαδὴ τὸν βίο τῆς ἡσυχίας, τὴ ζωὴ ποὺ δὲν παρέχει περιττὰ πράγματα καὶ ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια στὸν κάτοχό της. Σύμφωνα μὲ παράδειγμα ποὺ ἀναφέρει ὁ Ἰω. Δαμασκηνός, ὅπως τὰ θηρία

ἀντιμετωπίζονται πιὸ εὔκολα (εἶναι δηλαδὴ εὐκαταγώνιστα), ὅταν ἡσυχάζουν, ἔτσι καὶ οἱ ἐπιθυμίες, οἱ ὀργές, οἱ λύπες, οἱ φόβοι καὶ τὰ ἰοβόλα (φαρμακερά) πάθη τῆς ψυχῆς, ὅταν κατευνασθοῦν διὰ τῆς ἡσυχίας, γίνονται πιὸ ἀντιμετωπίσιμα μὲ τὴ δύναμη τοῦ λόγου. Κατὰ τὸν Πλούταρχο, σὲ παράθεμα τοῦ ὁποίου παραπέμπει ὁ Νεκτάριος, τὸ θέμα τῆς ἡσυχίας, εἶναι σοφό, ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἄλλα καὶ τὴ μελέτη τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς φρονήσεως, ἐνῶ ἐπεξηγεῖ συγχρόνως ὅτι δὲν ἐξυπονοεῖ ἀσφαλῶς τὴν ἡσυχία τοῦ καφενείου καὶ τῆς ἀγορᾶς, ἀλλὰ αὐτήν, ἡ ὁποία ἐξομοιώνει τὸν κάτοχό της μὲ τὸν Θεό (Ἅπαντα, τόμ. Ε΄, σ. 405). Τὸ ἀναφέρει αὐτὸ γιατί, ὅποιος ζεῖ μέσα σὲ θορύβους καὶ θέλει νὰ γνωρίσει τὰ οὐράνια πράγματα, λησμονεῖ ὅτι ὁ σπόρος ποὺ σπείρεται σὲ ἔδαφος μὲ ἀγκάθια, πνίγεται ἀπὸ αὐτά. Ἄρα καὶ αὐτὸς ποὺ δὲν ἡσυχάζει, δὲν μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι, ἄλλωστε, καὶ ἡ ἐντολὴ τοῦ ψαλμωδοῦ: Σχολάσατε καὶ γνῶτε, φησίν, ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεός (Ψαλ. 45, 11). Ἡ ἡσυχία, κατὰ τὸν Νεκτάριο, παρουσιάζει τὸν νοῦ καθρέπτη χωρὶς στίγματα («ἔσοπτρον ἀκηλίδωτον») καὶ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν τέλεια αὐταπάρνηση. Προϋπόθεση γιὰ τὴν πνευματικὴ γυμνασία τοῦ χριστιανοῦ, ποὺ τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἄσκηση τῆς εὐσέβειας, εἶναι ἡ ἀπράγμων ἡσυχία, γιὰ τὴν ὁποία μιλήσαμε πιὸ πάνω. Ἡ πνευματικὴ ἐκγύμναση κάνει τὸν χριστιανὸ ἐπιεική, σώφρονα, ἀσκητὴ τοῦ μέτρου, ἐγκρατὴ στὴν ὀργή, ἱκανὸ νὰ ἀγωνίζεται καὶ νὰ νικᾶ κατὰ κράτος τὶς ἐπιθυμίες, νὰ εἶναι ἐλεήμων, νὰ ἐπιδεικνύει φιλανθρωπία καί, τέλος, νὰ ἀσκεῖ τὴν καθόλου ἀρετή. Ἐδῶ, ὅμως, ἐλλοχεύει ἡ κακία τῆς ἀμέλειας, ποὺ εἶναι ἡ ρίζα τῶν κακῶν. Ὁ Νεκτάριος θεωρεῖ ὅτι ἡ τελευταία πρόταση εἶναι γνώμη τοῦ Ἐπικτήτου, ἀλλὰ δὲν ἀνιχνεύσαμε τὸ χωρίο. Κατὰ τὸν Ἅγιο, πάντως, ἡ ἀμέλεια παραλύει τὸ ψυχικὸ σθένος, ὁδηγεῖ στὴν ἀφροντισιά (ἀκηδία), γεννᾶ τὴν ἀνία, σκοτίζει πλήρως τὸν νοῦ, ἀμβλύνει τὴ διάνοια, ἀμαυρώνει τὸ ἠθικὸ κάλλος, σπείρει ζιζάνια μέσα στὴν καρδιά, κατακρημνίζει ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς του τὸν ἄνθρωπο, καταβάλλει τὶς ἠθικές του δυνάμεις, φυγαδεύει τὶς ἀρετὲς καὶ ἀντ’ αὐτῶν εἰσάγει τὶς κακίες, διώχνει τὴν 13


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

εἰρήνη ἀπὸ τὴν ψυχή… ὁδηγεῖ σὲ αἰσχρὸ γῆρας καί, τέλος, στὸν ὄλεθρο. ῾Ο ἀμελὴς ἀποτελεῖ μοναδικὴ ἐξαίρεση στὸν κόσμο, γιατί, ἂν καὶ ζεῖ, στερεῖται τῆς ζωῆς. Μόνος αὐτὸς μένει ἀργὸς καὶ στάσιμος, ἀρνούμενος τὰ καθήκοντά του πρὸς τὸν Θεό, τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὸν ἑαυτό του. Εἶναι «βάρος τῆς γῆς» κατὰ τὸν Νεκτάριο, ὁ ὁποῖος μεταφράζει ἐδῶ τὴ γνωστὴ φράση τοῦ Σοφοκλῆ: ἄχθος ἀρούρης (Ἠλέκτρα, 1116). Ἀπέναντι, καὶ ἐντελῶς ἀντίθετη, στὴν ἀμέλεια εἶναι ἡ ἐπιμέλεια. Ἐδῶ χρησιμοποιεῖ τὴ γνωστὴ ρήση τοῦ Σοφοκλῆ στὸν Οἰδίποδα Τύραννο (110-111): Τὸ ζητούμενον ἁλωτόν, ἐκφεύγει δὲ τἀμελούμενον. Παραπλήσια εἶναι καὶ ἡ γνώμη τοῦ Κριτία: Πλείους ἐκ μελέτης ἢ φύσεως ἀγαθοί» (ἐλεύθερη ἀπόδοση: Περισσότεροι ἐπιτυγχάνουν στὴ ζωὴ ἀπὸ τὴν προσπάθειά τους παρὰ ἀπὸ τὰ φυσικά τους προσόντα). Ὁ Νεκτάριος παραθέτει καὶ παροιμιώδη διατύπωση γιὰ τὴν ἐπιμέλεια, ποὺ παραπέμπει σὲ Κρητικὴ μαντινάδα, μὲ τὴν ὁποία, θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω, μᾶς συμβούλευαν οἱ γονεῖς μας πρὶν ἀπὸ πολλὲς δεκαετίες: Ἐπιμελοῦ, κοπίαζε ἐν ὅσῳ εἶσαι νέος, διὰ νὰ μὴ μετανοῇς τὸ ὕστερον ματαίως. Ἡ παράγραφος Περὶ τοῦ κατὰ Θεὸν πολιτεύεσθαι ἀναφέρεται προφανῶς στὴν Πατερικὴ φράση εὐαγγελικὴ πολιτεία, ἡ ὁποία παραπέμπει στὸ νὰ ζεῖ κανεὶς σύμφωνα μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Μεταξὺ τῶν παραθεμάτων ποὺ ἀξιοποιεῖ ὁ Ἅγιος, θεωροῦμε ὅτι αὐτὸ τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι ἀρκούντως κατατοπιστικό: «Νὰ μάθεις, νὰ διδαχτεῖς εὐαγγελικὴ πολιτεία, ἀκρίβεια τῶν ὀφθαλμῶν σου, ἐγκράτεια τῆς γλώσσας, δουλαγωγία τοῦ σώματος, ταπεινὸ φρόνημα, καθαρότητα τῶν ἐννοιῶν, ἀφανισμὸ τῆς ὀργῆς. Ὅταν σὲ ἀγγαρεύουν νὰ προσθέτεις βάρος, ὅταν σοῦ ἀφαιροῦν ὑπάρχοντά σου νὰ μὴν τρέχεις στὰ δικαστήρια, ὅταν σὲ μισοῦν νὰ ἀγαπᾶς, ὅταν σὲ καταδιώκουν νὰ ἀνέχεσαι, ὅταν σὲ βλασφημοῦν νὰ παρακαλεῖς. Νὰ νεκρωθεῖς ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία, νὰ σταυρωθεῖς μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Ἀφιέρωσε ὅλην τὴν ἡμέρα στὸν Κύριο» (Ἅπαντα, τόμ. Ε΄, σ. 409). Δὲν ὑστερεῖ ἡ μοναχικὴ πολιτεία, ἡ ὁποία παραπέμπει στὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν 14

ὑποταγὴ στὸν Θεῖο νόμο καὶ ἑρμηνεύεται ὡς: ἀκτημοσύνη, ἐγκράτεια, κακοπάθεια, ἀγώνας μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ γιὰ κατάκτηση κάθε ἀρετῆς ἀλλὰ καὶ ἐπίπονη προσπάθεια πρὸς τὴν τελειότητα μὲ ὑπομονή. Οἱ παραπομπὲς στὸν Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν ὅσιο Ἐφραὶμ τοὺς Σύρους καὶ τὸν Μάξιμο τὸν Ὁμολογητὴ εἶναι χαρακτηριστικὲς τοῦ αὐστηροῦ πνεύματος τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Σημαντικὴ εἶναι, ἐπίσης, ἡ εἰσαγωγικὴ τοποθέτηση τοῦ ἁγίου Νεκταρίου στὸ θέμα τῆς νηστείας: Περὶ τῆς νηστείας οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας λέγουσιν ὅτι εἶναι καθαρῶς πνευματική (Ἅπαντα, τόμ. Ε΄, σ. 412). Τὴ θέση του αὐτὴ ὁ Ἅγιος τὴν ἑρμηνεύει ὡς ἑξῆς: Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὰ ποικίλα καὶ λιπαρὰ φαγητὰ (βρώματα) θέτει ἕνα καὶ μόνο σκοπό: Ἐπιδιώκει νὰ ἐνισχύσει τὴν ψυχή, γιὰ νὰ ἐπικρατήσει στοὺς ἀγῶνες κατὰ τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν παθῶν τοῦ σώματος, προκειμένου νὰ ἀναδειχθεῖ νικήτρια καὶ νὰ λάβει ἀπὸ τὸν ἀγωνοθέτη Θεὸ τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς νίκης. Πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση τείνουν οἱ τοποθετήσεις τῶν Πατέρων, πολλὰ παραθέματα τῶν ὁποίων χρησιμοποιεῖ ὁ Νεκτάριος. Ἀντιπροσωπευτικὸ ὅλων τῶν παραθεμάτων εἶναι τὸ ἑπόμενο τοῦ Μ. Βασιλείου: «Νὰ μὴν ὁρίζεις τὸ ἀγαθὸ ποὺ παρέχει ἡ νηστεία ἀπὸ μόνη τὴν ἀποχὴ αὐτῶν ποὺ τρῶμε. Γιατὶ πραγματικὴ νηστεία εἶναι ἡ ἀποξένωση ἀπὸ τὰ κακά. Νὰ λύνεις κάθε σχέση ποὺ ἔχεις μὲ τὴν ἀδικία. Νὰ ἀφήσεις τὴ λύπη ποὺ ἔχεις μὲ τὸν πλησίον σου καὶ νὰ τοῦ χαρίσεις τὰ χρήματα ποὺ σοῦ χρωστάει. Μὴ νηστεύετε γιὰ μεταξύ σας κρίσεις καὶ διαμάχες. Νηστεύεις τὸ κρέας, ἀλλὰ κατατρώγεις τὸν συνάνθρωπό σου. Ἀπέχεις ἀπὸ τὸ κρασί, ἀλλὰ βρίζεις. Περιμένεις νὰ κοινωνήσεις τὸ βράδυ, ἀλλὰ περνᾶς ὁλόκληρη τὴν ἡμέρα στὰ δικαστήρια… Νηστεία εἶναι νὰ συγκρατεῖς τὴ γλώσσα σου, νὰ ἀπέχεις ἀπὸ τὸν θυμό, νὰ εἶσαι μακριὰ ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες, τὴν καταλαλιά, τὸ ψεῦδος, τὴν ἐπιορκία· ἡ ἔλλειψη ὅλων αὐτῶν εἶναι ἀληθινὴ νηστεία. Μ’ ὅλα αὐτὰ ἡ νηστεία εἶναι καλή». Συναφὴς εἶναι καὶ ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἰσιδώρου Πηλουσιώτη: «Σὲ τίποτε δὲν ὠφελεῖ ἡ νηστεία τῶν φαγητῶν


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ὅσους δὲν νηστεύουν μὲ τὴ συμμετοχὴ ὅλων τῶν αἰσθήσεων». Γιατὶ ὅπως λέγει καὶ ὁ Παῦλος: «αὐτὸς ποὺ ἀγωνίζεται εἶναι ἐγκρατὴς σὲ ὅλα» (Α΄ Κορ. 9, 25). Ἀνεβαίνοντας κανεὶς ὅλα τὰ σκαλοπάτια τῶν ἀρετῶν ποὺ ἤδη περιγράψαμε, μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν ἁγιωσύνη. Γιὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, ἡ ἁγιωσύνη εἶναι: «θεία προσηγορία, θεία ἐνέργεια, … ὑψηλὴ κλάση, ποὺ δηλώνει τελειότητα καὶ σημαίνει ὅλη τὴν ἀρετή». Ἡ ἁγιωσύνη, τὸν ἄνθρωπο, τὸν ὁποῖο δημιούργησε ὁ Θεὸς «κατ’ εἰκόνα» Του, τὸν ὁδηγεῖ στὸ «καθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ. Δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ στὴ γῆ τὸν ἀναδεικνύει οὐρανοπολίτη καὶ τὸν προσαγορεύει υἱὸν Θεοῦ (βλ. Σχετικῶς: Ἑβρ. 13, 14. Φιλ. 3, 20. Ρωμ. 8, 14· 9, 26. Γαλ. 3, 26). Ἡ ὅλη περιγραφὴ τῆς παραγράφου Περὶ τῆς ἁγιωσύνης, παραπέμπει σὲ προσευχὴ καὶ κατακλείεται μὲ τὸ Ἀμήν. Αὐτὸ συμβαίνει, γιατὶ ὁ λόγος περὶ ἁγιωσύνης καὶ ἁγιότητος ὑπερβαίνει τὰ ἀνθρώπινα μέτρα, ἄρα καὶ τὴν ὅποια κειμενικὴ διατύπωση, ἱστορικὴ ἢ καὶ λογοτεχνική. Αὐτὸς εἶναι κατὰ τὴν ἄποψή μας ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο, ἀμέσως μετὰ τὴν παράγραφο περὶ ἁγιωσύνης, ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται στὴν πνευματικὴ μέθη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ συμμετοχή μας στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Αὐτὸ περιγράφεται στὸ παράθεμα τοῦ Χρυσοστόμου ποὺ ἀξιοποιεῖ ὁ Νεκτάριος καὶ τὸ ὁποῖο λέγει: «Ὑπάρχει γιὰ μᾶς καλὸ ποτήριο μέθης. Ὑπάρχει ποτήριο μέθης ποὺ μᾶς προκαλεῖ σωφροσύνη, ὄχι παράλυση. Καὶ ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ ποτήριο; Τὸ ποτήριο τὸ πνευματικό, τὸ ἄχραντο ποὺ περιέχει τὸ Δεσποτικὸ αἷμα». Πρόκειται σαφῶς γιὰ τὸ ποτήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, στὸ ὁποῖο καλοῦνται ὅλοι οἱ πιστοί, ὥστε νὰ πληρωθεῖ ἡ διάνοιά τους μὲ Ἅγιο Πνεῦμα. Σ’

αὐτὸ τὸ πνευματικὸ ποτήριο ὁ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ προσθέσει ἀπολύτως τίποτα. Γιὰ νὰ γίνει περισσότερο κατανοητὸ τὸ περιεχόμενο τῆς πνευματικῆς μέθης, ὁ Ἅγιος παραθέτει ἀμέσως τὴν παράγραφο Περὶ μέθης, ποὺ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς οἰνοποσίας. Ἡ μέθη αὐτὴ μᾶς ὁδηγεῖ νὰ παραφερόμαστε, σκοτίζει τὸν νοῦ μας, ἐξασθενεῖ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μας καὶ μᾶς ἐξωθεῖ σὲ μεγάλα καὶ φοβερὰ ἁμαρτήματα, ὅπως διαμάχες καὶ ταραχὲς καὶ διαπληκτισμοὺς καὶ φόνους. Ἡ συγκεκριμένη μέθη ὁδηγεῖ σὲ νάρκωση (κάρωση) τοῦ ἐγκεφάλου, κατὰ τὸν Ἅγιο, πέρα τοῦ ὅτι καθιστᾶ τὸν μεθυσμένο ἀναίσχυντο, ἀμετροεπή, συκοφάντη, πλήκτη, παράφρονα, ἀνελεύθερο καὶ καταγέλαστο ἀπὸ ὅλους. Κατὰ τὸν Ἅγιο, ὁ ὁποῖος ἀποδίδει καὶ σχετικὴ ὁρολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ μεθυσμένος εἶναι αὐθαίρετος δαίμονας, ἔμψυχος νεκρός, πτῶμα ποὺ στερεῖται ἀπολογίας, κοινὴ ἀσχημοσύνη τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἔγραψε διδακτικὸ ἐγχειρίδιο τῆς Χριστιανικῆς Ἠθικῆς γιὰ τὸ ἀντίστοιχο μάθημα τῆς Ριζαρείου Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς, τὸ ὁποῖο δίδαξε ὁ ἴδιος ὡς Διευθυντὴς τῆς ὁμώνυμης Σχολῆς. Ἡ παράγραφος Περὶ συνηθείας ἀγαθῆς καὶ περὶ συνηθείας κακῆς ἔχει ἰδιαίτερη ἀξία. Ὁ Ἅγιος ἀναφέρει ὅτι συνήθεια εἶναι τὸ ἔθος, τὸ ὁποῖο γίνεται ἦθος. Ἀλλὰ καὶ ἡ λέξη ἠθικὴ ἔχει τὴ ρίζα της στὴ λέξη ἔθος, ἀπὸ τὴν ὁποία παράγεται καὶ τὸ ρῆμα ἐθίζομαι. Κατὰ τὸν Ἅγιο, λοιπόν, ἠθικὴ εἶναι ἕξις καὶ δηλώνει τὴν ἀποκτηθεῖσα λόγῳ ἐπανάληψης διάθεση καὶ ροπὴ γιὰ ἐργασία τόσο ἀγαθῶν ὅσο καὶ κακῶν πράξεων. Ἑπομένως, λέγει ὁ Νεκτάριος, ἡ συνήθεια ἀποβαίνει ἢ ἀρετὴ ἢ κακία, ἀνάλογα πρὸς τὸν χαρακτήρα τῶν πράξεων πρὸς τὶς ὁποῖες ἔχει κάποιος ροπὴ 15


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ἔτσι, ὥστε ἡ μὲν ἀγαθὴ συνήθεια παιδεύει στὴν ἀρετή, ἡ δὲ κακὴ στὴν κακία. Ἡ πρώτη ἀνεβάζει στὸν οὐρανό, ἡ δεύτερη ὁδηγεῖ στὸ βάραθρο. Μὲ πολλὲς παραπομπὲς θεμελιώνει τὸ τελευταῖο συμπέρασμά του ὁ Νεκτάριος. Θὰ ἀναφέρουμε μόνο ἕνα παράθεμα ἀπό τόν Χρυσόστομο πολὺ χαρακτηριστικό: «Ἡ τυραννία τῆς συνήθειας εἶναι μεγάλη καὶ γιὰ τὰ ἀγαθὰ καὶ γιὰ τὰ κακά. Τόση μάλιστα, ὥστε νὰ θεωρεῖται ὡς κάτι φυσικό». Καὶ συμπληρώνει ὁ Χρυσόστομος: «Ἡ συνήθεια εἶναι ὄντως κάτι μέγα καὶ ἔχει τὴ δύναμη τῆς φύσης». Καὶ συνεχίζει: «Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο μερικοὶ μὴ χριστιανοὶ ἀποκάλεσαν τὴ συνήθεια δευτέρα φύση» (Ἅπαντα, τόμ. Ε΄, σ. 420). Ἐπειδὴ ἀναφερόμαστε στὸ Ἐπιθυμητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ὁ Ἅγιος ὁμιλεῖ στὴν παράγραφο ποὺ ἀκολουθεῖ Περὶ ἐμπαθοῦς καὶ ἀλόγου ἐπιθυμίας. Ἄλογη ἐπιθυμία χαρακτηρίζει αὐτὴν τῶν ματαίων πραγμάτων ἀλλὰ καὶ κάθε ἐπιθυμία τῆς καρδιᾶς, ποὺ ἀντιτίθεται στὸν ἠθικὸ νόμο. Εἶναι, ἐπίσης, ἄλογη ἡ ἐπιθυμία ὅλων τῶν μάταιων καὶ ἀσταθῶν πραγμάτων καὶ ὅσων ἀποδοκιμάζονται ἀπὸ τὸν ὀρθὸ λόγο. Σὲ κάθε περίπτωση, οἱ πονηρὲς ἐπιθυμίες εἰσέρχονται στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν πονηρό, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν διάβολο. Ἡ ἐμπαθὴς ἐπιθυμία, ὅταν χρονίζει στὴν καρδιά, γεννᾶ ἁμαρτία καὶ πληγώνει τὴν ψυχή. Ἂν οἱ ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίες δὲν ἀποκρούονται μόλις ἐμφανισθοῦν, σκοτίζουν τὸ ἀνθρώπινο 16

μυαλό, δημιουργοῦν ταραχὴ στὴν καρδιά, ἐξασθενοῦν τὴν ψυχή, ὑπομνομεύουν τὴ σωφροσύνη, ἀφαιροῦν τὴν ἁγνεία καὶ διασαλεύουν τὸ βάθρο τῆς ἀρετῆς. Οἱ παράγραφοι Περὶ ἀκρασίας, Περὶ ἀσωτίας καὶ Περὶ ἀκολασίας καὶ ἀκολάστου ἔχουν, ἐπίσης, ἄμεση σχέση καὶ ἀναφορὰ μὲ τὸ Ἐπιθυμητικὸν μέρος τῆς ψυχῆς. Εἰδικότερα: α) Ἡ ἀκρασία δαπανᾶ πολλὰ γιὰ τὴν ἡδυπάθεια, ὁδηγώντας τὰ θύματά της σὲ ἀπολαύσεις καὶ ἡδονές, ὁ δὲ ἀκρατὴς τρέχει πίσω ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες του καὶ δὲν ἐμποδίζεται ποτὲ ἀπὸ τὶς ὀρέξεις του, λησμονώντας καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν δημιουργό του, τὸν Θεό. Ἔχει ἀνακηρύξει θεὸν τὴν κοιλιά του καὶ στὴν ψυχή του κυριαρχεῖ ὄχι ὁ νόμος τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὁ νόμος τῆς σάρκας του. Γι’ αὐτὸ ἔχει πωρωθεῖ ἡ καρδιά του καὶ εἶναι ἀναίσθητη ἡ ψυχή του. β) Ἡ ἀσωτία εἶναι ἡ χωρὶς μέτρο χρήση καὶ σημαίνει, κατὰ τὸν Ἅγιο, ὅτι δὲν σώζει ἀλλὰ καταδικάζει καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀσώτου. γ) Ἡ ἀκολασία εἶναι ἡ ἀχαλίνωτη φιληδονία, ἐνῶ ἀκόλαστος εἶναι ὁ ἀκρατὴς καὶ φιλήδονος, ἐπειδὴ δὲν ἐλέγχει τὶς ἐπιθυμίες του. Οἱ ἀκόλαστοι μοιάζουν μὲ τον ἡνίοχο, ὁ ὁποῖος, ὅταν δὲν μπορεῖ νὰ ἐλέγξει τὰ ἄτακτα σκιρτήματα τῶν ἀλόγων, ὅπως παρατηρεῖ καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὁδηγεῖ στὸν γκρεμὸ καὶ τὰ ἄλογα καὶ τὸν ἑαυτό του. Ἡ πνευματικὴ φύση τοῦ ἀκόλαστου ἔχει ὑποταγεῖ καὶ ἔχει ὑποδουλωθεῖ πλήρως στὶς αἰσθήσεις του μὲ ἀποτέλεσμα, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐλέγξει τὰ πάθη του, νὰ ἐλέγχεται ὁ ἴδιος ἀπὸ αὐτά. Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ ἀπαντήσουμε, γιατί ἐντάσσει στὴν παρούσα συνάρτηση καὶ παράγραφο «Περὶ σιωπῆς». Ὅπως λοιπὸν μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος, ἡ σιωπὴ εἶναι ἀποτέλεσμα καὶ καρπὸς βασιλικῆς καὶ εὐγενοῦς παιδεύσεως. Ἡ σιωπὴ εἶναι προϊὸν πολλῆς σύνεσης. Αὐτὸς ποὺ δὲν γνωρίζει νὰ σιωπᾶ, αὐτὸς δὲν γνωρίζει οὔτε νὰ συζητᾶ, νὰ κάνει διάλογο. Κατὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, ἡ σιωπὴ εἶναι μητέρα τῆς προσοχῆς, κρίκος τῆς σκάλας ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ, κλειδὶ τοῦ Παραδείσου. Εἶναι, ἐπίσης, ἀλήθεια, ὅτι ἡ σιωπὴ ἀποδεικνύει φρόνιμους καὶ σεμνοὺς καὶ τοὺς μὴ μορφωμένους. Ἀλλὰ καὶ


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

αὐτὸς ποὺ σιωπᾶ εἶναι καλύτερος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ λέγει πολλά, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὰ εἶναι χρήσιμα. Τὸ συμπέρασμα, λοιπόν, ποὺ συνάγουμε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ εἶναι: Μάθε νὰ σιωπᾶς, ἢ λέγε κάτι καλύτερο ἀπὸ τὴ σιωπή. (Τὸ παράγγελμα αὐτὸ ἀποδίδει γνώμη τῶν Πυθαγόρα καὶ Μενάνδρου). Δὲν εἶναι, βεβαίως, λίγα ὅσα ἀναφέρουν περὶ σιωπῆς καὶ τὰ βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Εἶναι π.χ. γνωστότατος ὁ στίχος τοῦ Δαβίδ (Ψαλ. 140, 3): Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου. Ἄμεση σχέση μὲ τὴν παράγραφο περὶ σιωπῆς ἔχουν καὶ οἱ παράγραφοι Περὶ ἀργολογίας, Περὶ γλωσσαλγίας καὶ Περὶ ἀδολεσχίας καὶ ἀδολέσχου. Συγκεκριμένα: α) Ἀργολογία σημαίνει τὸ νὰ λέγει κάποιος λόγια ἀργά, δηλαδὴ ἀνωφελῆ καὶ κούφια. Πρόκειται γιὰ ἄνθρωπο ἀπαίδευτο, μὲ ἀτελὴ μόρφωση καὶ ἀντίστοιχο χαρακτήρα, ποὺ ἀσχολεῖται μὲ ἀσήμαντα καὶ εὐτελῆ, οἱ δὲ λόγοι του στεροῦνται σύνεσης. Ἐπιπλέον, κατὰ τὴ ρύμη τοῦ λόγου του δὲν σέβεται τὸν πλησίον του. Δὲν ζυγίζει τὰ λόγια του οὔτε ἀκριβολογεῖ. Εἶναι πολυλογὰς καὶ φλύαρος. Ἡ γλώσσα του προτρέχει τοῦ μυαλοῦ του, ἄρα καὶ ο λόγος του δὲν ἔχει εἱρμό. Ἔτσι, περισσότερο γλιστρᾶ πάνω στὴ γλώσσα του, παρὰ σὲ ὀλισθηρὸ ἔδαφος! β) Γλωσσαλγία εἶναι ἡ κακογλωσσιά, ἡ γλωσσοφαγιά. Εἶναι φοβερὸ καὶ ἀκατάσχετο πάθος. Μοιάζει μὲ πικρὴ πηγή, τὴς ὁποίας τὸ νερὸ καταπικραίνει τὴν καρδιὰ αὐτῶν ποὺ τὸ πίνουν, ἐνῶ ὅταν χύνεται στὴ γῆ καταστρέφει τὴ βλάστηση. Τὰ λόγια τοῦ γλωσσαλγοῦ ἀνατρέπουν σπίτια, καταστρέφουν ψυχὲς καὶ προκαλοῦν μέγιστα κακά. γ) Ἀδολεσχία εἶναι ἡ πολυλογία, ἡ φλυαρία, καὶ ἀδόλεσχος αὐτὸς ποὺ λέγει πολλά, ποὺ φλυαρεῖ. Ἡ ἀδολεσχία εἶναι ἐπικίνδυνη, μισητὴ καὶ περιγέλαστη καὶ γιὰ τὸ ὅτι δὲν κρατεῖ τὰ ἀπόρρητα. Θεωρεῖται θρόνος κενοδοξίας, πάνω στὸν ὁποῖο κάθεται ὁ κενόδοξος διαφημίζοντας τὸν ἑαυτό του. Ὁ ἀδόλεσχος ἔχει στόμα ἄστεγο καὶ δὲν γνωρίζει νὰ σιωπᾶ, γι’ αὐτὸ γίνεται βάρος καὶ στοὺς φίλους του. Ἐπειδὴ εἶναι φιλόλαλος, δὲν μαθαίνει, γιατὶ εἶναι καὶ ἀφιλήκοος καί, ἐπιπλέον, μυθοπλάστης. Συγγενὴς πρὸς τὸν ἀδόλεσχο ἀλλὰ καὶ

τὸν γλώσσαλγο εἶναι ὁ εὐτράπελος. Χαρακτηρίζεται καὶ ποικίλος, παντοδαπός, ἄστατος, εὔκολος, ποὺ γίνεται τὰ πάντα. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀποδίδει κείμενα τοῦ Χρυσοστόμου ἀπὸ τὸ Ὑπόμνημα τοῦ ἱεροῦ Πατρὸς στὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολή (Ὁμιλία ΙΖ΄, γ΄, PG 62, 120). Ἐπηρεασμένος μᾶλλον ἀπὸ τοὺς τύπους, ποὺ περιέγραψε στὶς τελευταῖες παραγράφους, ὁ ἅγιος Νεκτάριος προσθέτει καὶ παράγραφο Περὶ γελώτων. Δέχεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζῷον γελαστικόν, ἀλλὰ καὶ λογικὸ καὶ ἠθικὸ συγχρόνως. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀδυνατεῖ μὲν νὰ ἀντισταθεῖ, ὅταν προκαλεῖται ἀπὸ τοὺς γελοίους, ὀφείλει, ὅμως, ὡς ὂν λογικὸ καὶ ἠθικό, νὰ μὴν προκαλεῖ ποτὲ ἢ νὰ μὴν ἐπιζητεῖ τὰ γέλια. Ἐδῶ ἐπισημαίνει ὁ Ἅγιος ὅτι ἄλλο εἶναι ὁ γέλως (τὸ γέλιο) καὶ ἄλλο τὰ γέλια (οἱ γέλωτες). Τὸ γέλιο ποὺ ἐμφανίζεται κατὰ φυσικὸ τρόπο ἢ ὡς μειδίαμα, γιατὶ συγκινεῖ τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τῶν νεωτέρων λόγῳ κάποιου ἀπροσδόκητου γεγονότος, αὐτὸ τὸ γέλιο εἶναι ἀδιάβλητο καὶ ἀθῶο. Τὰ γέλια, ὅμως, λόγῳ π.χ. μέθης καὶ ἀσωτίας καὶ φλυαρίας, αὐτὰ διαφθείρουν τὴν ψυχή. Σ’ αὐτοὺς ποὺ γελοῦν ἀπὸ τὶς συγκεκριμένες αἰτίες, λέγει ἡ Ἁγία Γραφή: Οὐαὶ οἱ γελῶντες καὶ ἀπὸ πρωίας πίνοντες σίκερα (=μεθυστικὸ ποτό)». Τὸ κεφάλαιο γιὰ τὶς ἀρετὲς τοῦ Ἐπιθυμητικοῦ κλείνει μὲ δύο σχετικὲς ὡς πρὸς τὴ γλωσσική τους διατύπωση παραγράφους: Περὶ τρυφῆς καὶ τρυφηλοῦ καὶ Περὶ τρυφῆς πνευματικῆς. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἀναφέρεται ἀμέσως στὸν ὁρισμὸ τῆς τρυφῆς τοῦ Ἰω. Χρυσοστόμου, κατὰ τὸν ὁποῖο ἡ τρυφὴ εἶναι θηρίον χαλεπὸν καὶ ἀτίθασον. Τονίζει μάλιστα ὅτι τὸ κακὸ ποὺ κάνει ἡ ἐπιθυμία τῆς τρυφῆς στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ κακὸ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ προξενήσουν ἕνας σκορπιὸς ἢ ἕνα φίδι ἂν βρίσκονταν στὰ σπλάχνα μας. Αὐτὸ συμβαίνει γιατὶ ἡ τρυφὴ (ἡ καλοπέραση) εἶναι μητέρα ὅλων τῶν παθῶν καὶ κάθε δυσωδίας. Αὐτὴ κάνει τοὺς ἀνθρώπους χειρότερους καὶ ἀπὸ τοὺς χοίρους. Γιατὶ ὁ χοῖρος κυλιέται στὰ λασπόνερα καὶ τρώγει κοπριές. Ὁ τρυφηλὸς τρώγει σὲ πιὸ ἀπαίσιο τραπέζι ἀπὸ ἐκεῖνο τοῦ χοίρου, καθὼς ἐπινοεῖ ἄπειρα ἄθεσμα καὶ παράνομα 17


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ἐδέσματα. Παραπέμποντας στὸν Κλήμεντα τὸν Ἀλεξανδρέα, ὁ Νεκτάριος λέγει ὅτι ἡ τρυφὴ προκαλεῖ ἄκαιρο γέλιο, ἄτακτα λόγια, ποικίλα εὐτράπελα ποὺ ὁδηγοῦν στὸν ὄλεθρο, τὴν ἀνόητη φλυαρία καὶ τόσα ἄλλα ποὺ δὲν συμφέρει οὔτε νὰ τὰ ὀνομάσουμε. Θεὸς τῶν τρυφηλῶν εἶναι ἡ κοιλιά τους καὶ δόξα τους ἡ ἀδιαντροπιά τους. Γίνονται λόγῳ τοῦ τρυφηλοῦ τους βίου βραδύνοες καὶ ἄφρονες. Βραδύνοες, γιατὶ ἡ τρυφὴ δὲν γεννᾶ λεπτὸ νοῦ, καὶ ἄφρονες, γιατὶ ἐξογκώνουν τὶς κοιλιές τους. Εἶναι ὄντως δοῦλοι τῶν παθῶν καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν τους. Οἱ τρυφηλοὶ καὶ οἱ ἀχόρταγοι πέφτουν σὲ οἰστρηλασία (πάθος μέχρι μανίας) καὶ γίνονται ἀκόλαστοι καὶ ἀδιάντροποι. Ἀπέναντι στὴν ὑλικὴ τρυφὴ ὑπάρχει ἡ πνευματική, ἡ πραγματικὴ τρυφή, ποὺ ποτὲ δὲν μαραίνεται. Πρόκειται γιὰ τὴν τρυφή, στὴν ὁποία καλοῦμε ὡς συνδαιτημόνα τὸν Χριστό, γιὰ νὰ τοῦ προσφέρουμε ὅ,τι ἔχουμε ἢ μᾶλλον γιὰ νὰ τοῦ προσφέρουμε τὰ δικά του (τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν). Αὐτὸ τὸ τραπέζι ἔχει ἀπέραντη ἡδονὴ καὶ ἀποτελεῖ πλούσιο, συνεχὲς καὶ μεγαλοπρεπὲς πνευματικὸ συμπόσιο. 8. Ἐπίλογος. Ὁ τίτλος ποὺ ἐπιλέξαμε γιὰ τὸ παρὸν ἄρθρο εἶναι ἀρκούντως περιγραφικός, γλωσσικὰ ὅμως ἀπολύτως κατανοητός. ᾽Ερώτημα, ὡστόσο, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγείρει στὸν ἀναγνώστη τὸ πῶς ἕνας ἐπίσκοπος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, καταχωρισμένος μάλιστα μεταθανατίως στὶς Δέλτους τῶν Ἁγίων της, χρησιμοποιεῖ ὡς ὁδηγὸ τοῦ μεγαλύτερου μέρους τῶν περιεχομένων ἑνὸς σημαντικοῦ βιβλίου του τὴν τριμερὴ διαίρεση τῆς ψυχῆς ἑνὸς θύραθεν φιλοσόφου, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸς εἶναι ὁ μέγας Πλάτων. Τὸ σχετικὸ ἐρώτημα ἀποκτᾶ ἀκόμη πιὸ βαρύνουσα σημασία, ὅταν εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ βιβλίο Τὸ γνῶθι σαυτὸν ἐπρόκειτο νὰ συνεκδοθεῖ μὲ ἕνα ἄλλο, ἐπίσης σημαντικὸ καὶ μάλιστα σχολικὸ βιβλίο τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, τὴ Χριστιανικὴ Ἠθική15. Ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμοῦμε νὰ καταπονήσουμε τοὺς ἀναγνῶστες τοῦ φιλόξενου περιοδικοῦ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας μὲ πολλὲς καὶ 18

λεπτομερεῖς ἀναφορὲς καὶ εἰδήσεις γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, θὰ περιοριστοῦμε σὲ τέσσερις βασικὲς θέσειςἀπαντήσεις στὸ ἀνωτέρω ἐρώτημα: 1. Ἀπὸ τὸ πλούσιο συγγραφικὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Νεκταρίου εἶναι εὔκολο νὰ συναγάγει κάθε ἐπιμελὴς ἀναγνώστης ἀβίαστα τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ Ἅγιος διακρινόταν γιὰ τὴ βαθιὰ ἀγάπη του πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία, τὴν ὁποία θεωροῦσε «προπαιδεία» στὸν Χριστιανισμό. Αὐτὸς εἶναι, ἐπίσης, ἕνας ἐπιπλέον λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἔθεσε ὡς τίτλο σὲ ἕνα πολὺ σημαντικὸ βιβλίο του τὸ πασίγνωστο ἀρχαιοελληνικὸ γνωμικὸ «γνῶθι σαυτόν», ποὺ ἦταν γραμμένο στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ τοῦ Μαντείου τῶν Δελφῶν. Ὁ ναός, ὡς γνωστόν, ἦταν ἀφιερωμένος στὸν θεὸ Ἀπόλλωνα. Ἀξίζει νὰ ἀναφέρω στὴ νεοελληνικὴ σχετικὸ ἀπόσπασμα μικροῦ ἔργου τοῦ Νεκταρίου, ποὺ ἔχει περίπου ὡς ἑξῆς: «Σύμφωνα μὲ τὰ παραπάνω, ἡ γνώση εἶναι ἡ ἀληθὴς σοφία καὶ ἡ ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν. Ἐπιστήμη χωρὶς τὸ «γνῶθι σαυτὸν» [δηλαδὴ χωρὶς αὐτογνωσία], δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ τέλεια ἐπιστήμη, οὔτε νὰ ἐκληφθεῖ ὡς ἁρμόζουσα ἀγωγή αὐτὴ, ὅταν ἀπουσιάζει, καθιστᾶ τὸν ἐπιστήμονα τολμηρὸ παραβάτη τῶν θείων καὶ ἀνθρώπινων νόμων καὶ τὸν ἀπογυμνώνει ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν». Τὸ παράθεμα αὐτὸ τοῦ Νεκταρίου μᾶς παραπέμπει εὐθέως στὸ γνωστὸ χωρίο τοῦ Πλάτωνα: “Πᾶσά τε ἐπιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς πανουργία, οὐ σοφία φαίνεται» (Πλάτωνος, Μενέξενος 247a). Ποιός μπορεῖ νὰ διαφωνήσει μὲ τὴ συγκεκριμένη θέση τοῦ ἕλληνα σοφοῦ; (βλ. περισσότερα: Ἅπαντα, τόμ. Ε΄, σ. 68) 2. Ἡ βαθιὰ ἀγάπη τοῦ Νεκταρίου πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸ διατυπώνεται καὶ στὸ πολυσέλιδο δίτομο ἔργο του (Α΄ τόμος 513 σελίδες, Β΄ τόμος 444 σελίδες) μὲ τίτλο: Ἱερῶν καὶ φιλοσοφικῶν Λογίων Θησαύρισμα 16 . Τὰ πλουσιότατα σὲ ἀριθμὸ παραθέματα ἀπὸ ἔργα Ἑλλήνων συγγραφέων (τῶν κλασικῶν, ἑλληνιστικῶν, βυζαντινῶν, μεταβυζαντινῶν καὶ νεωτέρων χρόνων), ἀλλὰ καὶ Λατίνων, εἶναι πάρα πολλά. Κατὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, ὁ Ἕλλην δὲν κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸν


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

πνευματικὸ κόσμο ποὺ δημιούργησε, γιατὶ ἡ γνώση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ ἀληθοῦς καὶ ἡ ἔμφυτη πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπη του ἀνέπτυξαν στὴν καρδιά του τὸν πόθο τῆς «αὐτομεταδόσεως» καὶ ἔτσι ἔγινε δάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητας. 3. Κοντὰ σ’ ὅλα αὐτά, δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε, ὅτι ὁ Ἅγιος, ἰδιαίτερα μετὰ τὴ μετεγκατάστασή του στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ὡς μητροπολίτης πρώην Πενταπόλεως, ζοῦσε καὶ αὐτὸς τὰ προβλήματα τῆς ἐποχῆς του καὶ κυρίως τὶς δύσκολες ὧρες ποὺ περνοῦσε τόσο ἡ Πολιτεία ὅσο καὶ ἡ Ἐκκλησία. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ λησμονήσει π.χ.: τὴν πτώχευση τῆς Ἑλλάδας τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1893, τὸν ἀτυχὴ ἑλληνοτουρκικὸ πόλεμο τοῦ 1897, τὰ εὐαγγελικὰ τοῦ 1901 μὲ τοὺς ὀκτὼ νεκροὺς καὶ τοὺς πολὺ περισσότερους τραυματίες, τὰ ὅσα δυσάρεστα ἀκολούθησαν τοὺς Ἑλληνοβαλκανικοὺς πολέμους (1912-13) καὶ τὸν Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο (1914-18) κ.λπ. Ὅλα αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ἦταν μιὰ πολὺ σκληρὴ δοκιμασία γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο Ἑλλαδικὸ Ἑλληνισμό, ἀλλὰ καὶ γιὰ σύμπασα τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν ἐν γένει Ἑλληνικὴ Διασπορά, τὰ θετικὰ καὶ ἀρνητικὰ τῆς ὁποίας ἔζησε ὁ Ἅγιος, ὅπως τὰ ἔζησε (πάντως μὲ πολὺ πόνο) καὶ μετὰ τὴν ὁριστικὴ ἐπάνοδό του στὴν Ἑλλάδα (1889). 4. Ὅταν ὁ ἅγιος Νεκτάριος γράφει ὡς κληρικὸς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, πιστεύει ὅτι ὁ χριστιανικὸς καὶ συγχρόνως ἑλληνικὸς λόγος του μελετᾶται ἀπὸ ἀναγνῶστες ὑψηλῶν προδιαγραφῶν καὶ ἀντίστοιχων ἀπαιτήσεων. Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ τὸ συνάγουμε ἀπὸ τὶς ἑπόμενες δύο θέσεις του, σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες, ὁ Χριστιανισμός: α) δὲν εἶναι φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ β) δὲν στηρίζεται μόνο στὸ Γνωστικό, ἀλλὰ μᾶλλον στὸ Βουλητικὸ καὶ Συναισθηματικὸ μέρος τῆς ψυχῆς. Αὐτὸ συμβαίνει, ἐπειδὴ «ὁ χριστιανισμὸς δὲν ἔχει ὡς βασικὴ καὶ κύρια ἀρχή του μόνο τὴ μόρφωση τοῦ πνεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴ διάπλαση τῆς καρδιᾶς». Ἡ συνεργασία τῶν δύο μερῶν τῆς ψυχῆς, Βουλητικοῦ καὶ Γνωστικοῦ, εἶναι ἀπαίτηση τοῦ

Χριστιανισμοῦ, γιατὶ ἔτσι θὰ μπορέσει νὰ ἐφαρμόσει τὶς ἀρχές του στὴ ζωὴ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό, καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι θρησκεία, ὁ Ἅγιος ἀπαιτεῖ ὄχι μόνο τὴ γνώση τῶν θεωριῶν της (τῆς θρησκείας) ἀλλὰ «καὶ τὴν ἐφαρμογή τους στὴ ζωή». Πρὸς ἄρση κάθε παρεξηγήσεως λόγῳ τῆς γενικῆς «θεωριῶν», ὁ Ἅγιος λέγει ρητῶς ὅτι «τὸ περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς θρησκείας εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο». Γι’ αὐτὸ ζητάει οἱ πιστοὶ χριστιανοί νὰ γίνουν τέλειοι, ὥστε νὰ ἀποτελοῦν ὅλοι μαζὶ «ἕνα σῶμα τὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἔχει κεφαλὴ τὸν Κύριον Ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν ἀποκαλυφθέντα Θεόν» (βλ. Ἅπαντα, τόμ. Ε΄, σσ. 34-35). Ὑποσημειώσεις Ὁ Ἀχιλλεὺς Τάτιος ἦταν Ἕλληνας μυθιστοριογράφος ἀπὸ τὴν ᾽Αλεξάνδρεια ποὺ ἄκμασε μᾶλλον τὸν 2ο π.Χ. αἰώνα καὶ ὄχι τὸν 6ο. 15 Βλ. Σχετικὰ Ἅπαντα, τόμ. Δ΄, σσ. 11, 18, 24 καὶ ἀλλοῦ, καὶ τόμ. Ε΄, σ. 29 ἑξ. 16 Τὸ ἔργο αὐτὸ ἔχει ἐκδοθεῖ στὴ γνωστὴ κριτικὴ σειρὰ τῶν Ἁπάντων τοῦ ἁγίου Νεκταρίου σὲ δύο τόμους: τόμ. Ζ΄, Ἀθῆναι 2014, σσ. 562 καὶ τόμ. Η΄, Ἀθῆναι 2014, σσ. 534. 14

19


Ἐξ ἀφορμῆς τῆς Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Ἀρχιμ. Βασιλείου Ἰβηρίτου

Τ

ώρα καὶ πολλὲς δεκαετίες γίνεται λόγος γιὰ μιὰ μεγάλη Σύνοδο ποὺ ἑτοιμάζεται. Κάποιοι λένε νὰ μὴν γίνη. Ἄλλοι προβληματίζονται γιὰ τὸ πῶς πρέπει νὰ ὀνομαστῆ ἢ ποιά εἶναι τὰ θέματα ποὺ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίση. Τὸ χρέος τὸ μεγάλο καὶ ἅγιο τῶν Ὀρθοδόξων δὲν εἶναι νὰ κάνωμε ἁπλῶς κάτι ἀλλὰ νὰ φανερώσωμε τὸν πλοῦτο τῆς χάριτος ποὺ λειτουργικὰ ζοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ μένει ἀμετάθετο, ἔστω καὶ ἂν ταράσσεται ἡ οἰκουμένη καὶ μετατίθενται ὄρη εἰς καρδίαν θαλασσῶν. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τὴ συνείδησι τῆς μιᾶς Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἰσχυρισμός, ἀλλὰ μιὰ εὐλογία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Θεανθρώπου ποὺ καταλήγει στὴν Ἀνάστασι. Καὶ ἀπὸ τὴ θυσία τῶν ἁγίων ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ παράδειγμά του. Ἀποτελοῦν τὸ σῶμα του. Καὶ συγκροτοῦν τὴν Ἐκκλησία, ὡς τὴ μικρὰ ζύμη ποὺ οὐρανώνει τὸ γεῶδες ἡμῶν φύραμα. Ἡ προτροπὴ τοῦ Κυρίου εἶναι σαφής: "Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι" (Ματ. 8, 34). Καί: "Ὅστις οὐ βαστάζει τὸν σταυρὸν ἑαυτοῦ καὶ ἔρχεται ὀπίσω μου οὐ δύναται εἶναί μου μαθητὴς" (Λουκ. 14, 27). Σᾶς ἔδωσα παράδειγμα. Ὅποιος θέλει ἂς ἔλθη μαζί μου. Σηκῶστε τὸ σταυρό σας καὶ ἀκολουθῆστε με, χωρὶς νὰ ἔχετε παράπονο πρὸς οὐδένα. Ἀλλὰ "ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς..." (Λουκ. 6, 2728). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος. Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ μᾶς κρατᾶ στὴ ζωή. Γι' αὐτό, τὸ θέμα δὲν εἶναι πῶς νὰ δώσωμε λύσεις σὲ προβλήματα ["Καθὼς ὁ κόσμος δίδωσι" (Ἰω. 14, 27)], ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμε νὰ φανῆ πῶς λύνει τὰ προβλήματα ὁ ἐν ἡμῖν ζῶν Κύ-

20

ριος. Ὅταν αὐτὸ συμβῆ, τότε βασιλεύει σὲ ὅλους ἡ γαλήνη. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀντισταθῆ στὸν Θεάνθρωπο ποὺ δὲν προκαλεῖ κανένα ἀλλὰ ὁ ἴδιος "πάντα ὑπομένει" γιὰ νὰ σώση ὅλους. Ἔρχεται γιὰ νὰ θυσιάση τὴν ψυχή του ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τοὺς φίλους του. Φίλους του θεωρεῖ ὄχι ὅσους τὸν ἀγαποῦν, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ αὐτὸς ἀγαπᾶ. Καὶ τοὺς ἀγαπᾶ ὅλους, καὶ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀρνοῦνται, τὸν μισοῦν καὶ τὸν σταυρώνουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπανάστασι τῆς ἀγάπης, "τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον". Ξέρει ὅτι κατὰ βάθος ὅλοι τὸν ἀγαποῦν καὶ τὸν περιμένουν. Δὲν ὑπάρχει ἀλλοῦ ἡ σωτηρία ἔξω ἀπὸ αὐτὴ τὴ μία ἀγάπη ποὺ τὰ πάντα δημιούργησε. Τὰ πάντα ὑπομένει γιὰ νὰ σώση ὅλους. Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει. Δὲν παραπονεῖται γιατὶ δὲν δείχνουν κατανόησι. Ξέρει τί συμβαίνει μέσα τους· πῶς βλέπουν τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ψέμα, τὸν ἑαυτόν τους καὶ τοὺς ἄλλους. Αὐτὸς σηκώνει ὅλο τὸ βάρος. Ἐάν, σὲ μιὰ σύνοδο, κάποιοι μιλήσουν στηριζόμενοι στὴ δική τους σοφία καὶ σύνεσι, προκαλοῦν τοὺς ἄλλους νὰ ἐνεργήσουν ἀντίστοιχα· μὲ τὴν δική τους σοφία καὶ σύνεσι νὰ προωθήσουν τὶς θέσεις τους, νὰ προβάλουν τὴν ἀνωτερότητά τους καὶ νὰ ἐπιβληθοῦν. Ἔτσι ζοῦμε τὴν πραγματικότητα τοῦ διαπληκτισμοῦ. Μένομε στὸ χῶρο τῆς φθορᾶς καὶ ἀναβιώνομε τὴ γνωστὴ καὶ στεῖρα διαμάχη· ποιὸς θὰ ὑποτάξη ποιόν. Ὅταν ζητήσωμε νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Ἑνός, ὄχι τὸ δικό μας, τὰ πράγματα ἀλλάζουν. Ἐὰν ὁ τελικός μου λόγος καὶ ἡ ἐπιθυμία βρίσκεται στὴν αἴτησι: "μὴ τὸ θέλημά μου ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω" (Λουκ. 22, 42), τότε ἠρεμῶ. Δυναμώνω. Μεταδίδω καὶ στοὺς ἄλλους εἰρήνη. Ἀλλὰ καὶ ἂν κάποιοι θέλουν νὰ μὲ κτυπήσουν γιὰ τὸν ὁποιονδήποτε λόγο καὶ μὲ τὸν


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ὁποιονδήποτε τρόπο, μοῦ κάνουν καλό. Μὲ βοηθοῦν νὰ βρῶ ποιό εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός. Καὶ νὰ ἀποφύγω τὴ δική μου ἄποψι, τὴ σχετικὴ καὶ ἀτελέσφορη. Ὁπότε, στὴν πρώτη περίπτωσι ποὺ θέλω νὰ κάμω τὸ θέλημά μου, φανερώνω τὴν ἀδυναμία μου καὶ αὐτομολῶ στὴν εἱρκτὴ τῆς καταδίκης μου. Στὴ δεύτερη περίπτωσι, ποὺ ζητῶ νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐνδύομαι ἄλλη δύναμι καὶ μεταβάλλω τοὺς πάντες, ἑκουσίως ἢ ἀκουσίως, σὲ συνεργάτες ποὺ βοηθοῦν στὸ ἕνα ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ ἔρχεται νὰ δώση σ' αὐτὸν τὸν κόσμο τὴ μαρτυρία τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ βασιλείας. Αὐτὸ πραγματοποιεῖται ἐπειδὴ δὲν κάνει τὸ θέλημά της ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Ἡ ὑπακοὴ αὐτὴ ὁρίζει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸν λόγο καὶ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεώς της. Ἡ Παρθένος Μαρία στὴ συζήτησί της μὲ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καταλήγει στό· "Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου. Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου" (Λουκ. 1, 38). Καὶ ἀναδεικνύεται Θεοτόκος. Ὁ Ἰησοῦς στὴ Γεθσημανῆ τελειώνει τὴν προσευχή του μὲ τό: "Μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω" (Λουκ. 22, 42). Καὶ νικᾶ τὸν θάνατο διὰ τοῦ θανάτου. Ἡ Ἐκκλησία ζητᾶ καθημερινῶς μὲ τὴν Κυριακὴ προσευχὴ "γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς" (Ματ. 8, 10) καὶ ὁδεύει πρὸς τὸ πλήρωμα τῶν ἐσχάτων. Τὸ "γενηθήτω τὸ θέλημά σου" εἶναι ἡ κατάληξι ἑνὸς προσωπικοῦ ἀγῶνα. Καὶ ἡ ἀρχὴ μιᾶς πορείας μὲ ἄλλη ἀκατανίκητη δύναμι. Ζοῦμε τὴν πραγματικότητα ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ στὸ θεῖο θέλημα. "Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν" (Ματθ. 6, 33). Ἐδῶ βρίσκεται τὸ πρωτεῖο. Ἕνα ζητᾶμε, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἔρχονται. Ὅλα τὰ προβλήματα εἶναι λυμένα, ἐνῶ φαίνονται ἄλυτα. Ἐπειδὴ βρίσκεται μαζί μας ὁ Ἀναστημένος Κύριος, ποὺ μᾶς κοινοποιεῖ τὴ χάρι τῆς τριαδικῆς θεότητος. Οὔτε μᾶς ἐγκαταλείπει ὀρφανούς, χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ Πνεύματος· οὔτε μᾶς λύνει τὰ προβλήματα μηχανικά, ὑποτιμῶντας τὴν

ὕπαρξί μας. Τὸ μεγάλο χρέος τῶν Ὀρθοδόξων δὲν εἶναι νὰ κάνωμε ἢ νὰ μὴν κάνωμε μιὰ γενικὴ Σύνοδο. Ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμε νὰ φανῆ ἡ ἀέναος Σύνοδος τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων, ποὺ λειτουργικὰ ζοῦμε ὡς θεολογικὴ μυσταγωγία. Καὶ εἶναι δῶρο τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν ὑπάρχει μὲ ἄλλο τρόπο ἡ τριαδικὴ θεότης καὶ μὲ ἄλλο τρόπο ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότης. "Καθὼς σὺ Πάτερ ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσι" (Ἰω. 17, 21). Δὲν ὑπάρχει μὲ ἄλλο τρόπο ἡ Ἐκκλησία καὶ μὲ ἄλλο τρόπο διδάσκει ἢ θεολογεῖ. Ὁ τρόπος τῆς ὑπάρξεώς της φανερώνει τὴν πηγή τῆς ζωῆς της καὶ κηρύττει τὴ θεολογία της. Ἡ θεολογία εἶναι μία μαρτυρία πίστεως. Καὶ ἡ Ἐκκλησία, μιὰ βεβαίωσι ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ τὸν κόσμο. Δὲν εἶναι ἄλλος ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἄλλος ὁ τρόπος τῆς ζωῆς κάθε πιστοῦ. Ὅπως στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ "τελευταία ἑορτὴ καὶ ἐπαγγελίας συμπλήρωσις", εἶναι ἡ γενέθλιος ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας· ἔτσι καὶ στὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ σκοπὸς δὲν εἶναι οἱ ἀρετὲς ἀλλὰ ἡ ταπείνωσι ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὶς ἀρετές, ἡ ὁποία ἕλκει τὴ χάρι τοῦ Πνεύματος (Ἀββᾶς Ἰσαὰκ Σύρος). Οἱ ἀληθινοὶ ἅγιοι διὰ τῆς ταπεινώσεως ἀξιώνονται νὰ ζήσουν ὡς γενέθλια ἡμέρα τὴν ἐλευθερία τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔχομε τὴν πρώτη λειτουργικὴ σύνοδο, τὴ δημουργία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ἔλλαμψι τοῦ Πνεύματος σὲ κάθε Ἀπόστολο. Πάντες ἄρχονται φθέγγεσθαι ξένοις δόγμασι, ξένοις ρήμασι, ξένοις διδάγμασι τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὰ τὰ ξένα καὶ ἀλλότρια εἶναι οἰκεῖα καὶ κατανοητά. Ὅλοι ἀναπαύονται καὶ τρέφονται πνευματικά. Ἀκούει ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Στὴ Βαβὲλ ἡ ὕβρις τῆς πυργοποιίας ποὺ θὰ ἔφτανε στὸν οὐρανό, ἐπέφερε τὴ σύγχυσι τῶν γλωσσῶν καὶ τὸ χωρισμὸ τῶν ἀνθρώπων. Στὴν Πεντηκοστὴ οἱ πύρινες γλῶσσες τοῦ Πνεύματος ἥνωσαν τὰ ἔθνη πρὸς θεογνωσίαν. "Τότε κατειργάσθη ἡ ἀφωνία πρὸς τιμωρίαν· ἄρτι καινουργεῖται ἡ συμφωνία πρὸς σωτηρίαν

21


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

τῶν ψυχῶν ἡμῶν". Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μιὰ δωρεὰ εὐλογίας γιὰ ὅλους, πάνω ἀπὸ λόγια καὶ στοχασμούς. "Ὑπερίπταται Θεοτόκε ἁγνὴ τὸ θαῦμα σου τὴν δύναμιν τῶν λόγων". Ἔχει ἐνσωματώσει στὴ λειτουργική της ζωὴ ὅλη τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεανθρώπου· τὴ σάρκωσι, τὸν σταυρό, τὴν Ἀνάστασι, τὴν Ἀνάληψι. Τὸ διακρίνεις αὐτὸ πάνω στὸ μεταμορφωμένο σῶμα τῆς ὑπάρξεώς της. Ὅλα ἀλλοιώνονται μὲ τὴ θεία χάρι: ἡ θεολογία τῶν θεολόγων, ἡ εἰκονογραφία τῶν ἁγιογράφων, τὸ μέλος τῶν μελωδῶν, ἡ ζωὴ τῶν πιστῶν. Αὐτὴ ἡ θεία ἀλλοίωσι, ὡς συνέπεια τῆς τριαδικῆς συστάσεως τῆς Ἐκκλησίας, πείθει τοὺς πεινασμένους τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐγκαταλείπει ἀλλὰ ἀγαπᾶ τὸν κόσμο, καθὼς ἀγαπᾶ τὸν μονογενῆ Του Υἱό. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πορεύεται μέσα στὴν ἱστορία ὡς ὁ Ἀναστημένος Χριστός, ποὺ προχέει εἰρήνη καὶ χαρά. Πρέπει νὰ νοιώθης πεινασμένος καὶ διψασμένος γιὰ τὰ αἰώνια καὶ ἀδιάφορος γιὰ τὰ ἐφήμερα. Τότε θὰ τὸν δῆς ὡς τέλειο Θεὸ καὶ τέλειο ἄνθρωπο, ποὺ σὲ ὁδηγεῖ στὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς μελλούσης. "Ὅλος ἦν ἐν τοῖς κάτω καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος. Συγκατάβασις γὰρ θεϊκή, οὐ μετάβασις δὲ τοπικὴ γέγονε". Μᾶς προσφέρει αὐτὸ ποὺ εἶναι. Μᾶς ὑψώνει ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς θεολογίας. Δὲν εἶναι "μετάβασι τοπικὴ" ποὺ παρακολουθεῖς μὲ τὶς αἰσθήσεις, ἐλέγχεις μὲ τὴ σκέψι καὶ ρυθμίζεις μὲ τὴ θέλησί σου. Ἀλλὰ "συγκατάβασι θεϊκὴ" ποὺ ἀλλοιώνει καὶ μεταμορφώνει τὴ ζωή σου. Ἡ θεϊκὴ συγκατάβασι σοῦ χαρίζει τὴν εὐλογία τῆς ἀναλήψεως ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ μεγαλεῖο τῆς ταπεινώσεως. Εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ γίνεται τέλειος ἄνθρωπος. Ἔχει νὰ φέρη ὄχι κάτι σχετικὸ καὶ ἐφήμερο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἴχαμε, ἀλλὰ κάτι θεϊκό, ἀΐδιο καὶ τετελειωμένο ἐν Πνεύματι. "Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν" (Λουκ. 12, 49). Αὐτὸς εἶναι ὁ νέος τρόπος ποὺ φέρνει τὴ ζωὴ καὶ τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο. Κάθε ἀληθινὸς ἅγιος μὲ τὴν ταπείνωσι καὶ τὴ χάρι τοῦ Πνεύματος εἶναι μιὰ θεία ἐπίσκεψι καὶ παρηγοριὰ γιὰ ὅλους τοὺς ἀδυνάτους. Ὁ Κύριος κατεβαίνει στὸ ἐπίπεδό μας. Μιλᾶ

22

τὴ γλῶσσα μας. Ἀκούει τὸν πόνο καὶ λύνει τὰ προβλήματά μας. Χορταίνει τὴν πείνα μας. Ἀνασταίνει τοὺς νεκρούς μας. Μᾶς παρηγορεῖ. Μᾶς θεραπεύει τὶς ἀρρώστιες. Μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα. Δὲν μένει ἐκεῖ. Κατεβαίνει στὸν ᾍδη. Καταργεῖ τὸν θάνατο. Ἀνιστᾶ ὅλους τοὺς κεκοιμημένους. "Καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος". Μᾶς ἑνώνει ὅλους στὴν εὐρυχωρία τῆς ἐλευθερίας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Μετὰ τὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασι βρίσκει τοὺς φοβισμένους μαθητὲς κλεισμένους σὲ χώρους στενούς. Τοὺς δίδει εἰρήνη καὶ χαρά. Τὸν βλέπουν καὶ χαίρονται. Πιστεύουν γιατὶ τὸν ψηλάφησαν (Λουκ. 24, 39). Πιστεύουν γιατὶ τὸν εἶδαν (Ἰω. 20, 29). Πιστεύουν γιατὶ ζοῦν (Ἰω. 14, 19). Μένουν πάντα μαζί. Τοὺς ἀποστέλλει στὸν κόσμο νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιο. Στὴ Θεία Λειτουργία βρίσκουν τὴν Ἐκκλησία ὡς μία θεοφάνεια ἔνσαρκη. "Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ... ἀνελήφθη ἐν δόξῃ" (Α΄ Τιμ. 3, 16). Καὶ μένει ἀδιαστάτως μαζί μας διὰ Πνεύματος Ἁγίου. Ἦλθε καὶ μᾶς ἐπισκέφθηκε. Ἔφυγε καὶ τότε φανερώθηκε. Ἁγιάστηκε ἡ ἄφιξι καὶ ἡ ἀναχώρησι, ἡ ἐνσάρκωσι καὶ ἡ ἀνάληψι, ἡ παρουσία καὶ ἡ ἀπουσία. Ὅταν ζητᾶς νὰ γίνη τὸ θέλημά Του· ἄχρονο φῶς καταυγάζει τὴ ζωή σου. Καταργεῖ χωρισμοὺς καὶ ἀποστάσεις. Ἀκοῦς τὸν Κύριο μέσα στὴν τρικυμία τῶν προβλημάτων νὰ λέη: "Ἐγώ εἰμι. Μὴ φοβεῖσθε". Ἁπλώνεται γαλήνη γύρω καὶ μέσα σου. Δὲν ἀνησυχεῖς γιὰ τίποτε. Ἔχεις ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη του. Ἡ ζωή σου καὶ ἡ ζωὴ ὅλων εἶναι Αὐτός. Τὸ ψεύτικο εἶναι ταραγμένο καὶ ἀνεδαφικό, γιατὶ ζητᾶ τὰ δικά του, ὄχι τὰ τῶν πολλῶν ὅπως σωθῶσι. Τὸ ἀληθινὸ εἶναι ἤρεμο καὶ παντοδύναμο, γιατὶ γεννᾶται ἀπὸ τὴ θυσία τῶν πάντων. Ἕνας πιστὸς ἔχει συνείδησι τῆς δικῆς του ἀδυναμίας καὶ τῆς ἰσχύος τῆς ἀγάπης τοῦ Δυνατοῦ. Δὲν διερωτᾶται γιὰ τὸ πῶς θὰ ἐξελιχθοῦν τὰ πράγματα, γιατὶ ζῶντας ἐν Χριστῷ βρίσκεται στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας καὶ στὸ τέλος. Μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ἀναπολοῦμε ἱστορικὰ γεγονότα, ἀλλὰ ζοῦμε λειτουργικὰ τὴ σω-


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

τηρία ποὺ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο καὶ γίνεται. Συνεορτάζουν τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ ἐπίγεια. "Νῦν αἱ Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σὺν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν ... Ἰδοὺ θυσία μυστικὴ τετελειωμένη δορυφορεῖται" (Θεία Λειτουργία Προηγιασμένων Δώρων). Δορυφορεῖται καὶ περιβάλλεται ὑπὸ τῶν ἐν πίστει τετελειωμένων Προπατόρων, Πατέρων, Πατριαρχῶν ... καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου. Εἶναι παρόντες ὅλοι οἱ ἀληθινοί, ποὺ ἅγιασαν προσφερόμενοι ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεὸν τῆς ἀγάπης. Ζῆς σὲ ἀναλλοίωτο κόσμο καὶ ἀντιμετωπίζεις διαφορετικὰ τὰ ἀλλοιούμενα. Ὅταν συνέρχεται ἡ Ἐκκλησία σιγᾶ πᾶσα σὰρξ βροτεία. Καὶ ἀκούγεται ὁ σαρκωθεὶς Θεὸς Λόγος διὰ Πνεύματος Ἁγίου ποὺ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται. Αὐτοὶ ποὺ λένε: κάποτε ὑπῆρχαν μεγάλοι Πατέρες καὶ θεολόγοι, σήμερα ὄχι, μιλοῦν ὡς ἀλειτούργητοι. Οἱ ὄντως ἀληθινοὶ ἐν Πνεύματι ἂν μιὰ φορὰ ὑπάρξουν, δὲν χάνονται ποτέ. Μπαίνουν στὸ συλλείτουργο τῆς ἀειζωΐας. Εἶναι πάντοτε παρόντες. Ὅσο ἀπομακρύνονται χρονικά, τόσο μᾶς πλησιάζουν ἐναργέστερα. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φιμώση αὐτὸν ποὺ μιλᾶ σιωπῶντας. Οὔτε νὰ ἀκυρώση τὴν παρουσία αὐτοῦ ποὺ κυκλοφορεῖ ἀπουσιάζοντας. Αὐτὸ ζοῦμε καὶ ψάλλομε ὅλοι στὴ Θεία Λειτουργία. Ὁ ἱερεὺς τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος -ἐνδεδυμένος τὴν χάριν τῆς ἱερωσύνης, -περιστοιχούμενος ἀπὸ τὸν πιστὸ λαό, χωρὶς τὸν ὁποῖο δὲν τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία -περιβαλλόμενος ἀπὸ τὴν οἰκουμένη, ὑπὲρ τῆς ὁποίας προσφέρεται ἡ Θεία Λειτουργία· ἱερουργεῖ (δὲν ἱερολογεῖ) τὸ μυστήριο. Μεταγγίζει ἀθόρυβα αἷμα ζωῆς σὲ ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ βρίσκει ὁ ἄνθρωπος τὴ θέρμη τῆς κατανοήσεως ποὺ κυοφορεῖ τὴν κεκρυμμένη ἐλπίδα τῆς τελικῆς ἐλευθερίας. Ἔχεις ἐμπιστοσύνη σ' Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀγάπη. Μένεις στὸ χῶρο τῆς θείας στοργῆς καὶ ὡριμάζεις. Σιωπᾶς καὶ μαθαίνεις νὰ μιλᾶς. Σοῦ λύνονται τὰ προβλήματα πρὶν τὰ διατυπώσεις. Ἀμείβεσαι γιὰ ἐργασία ποὺ δὲν ἔκαμες.

Σὲ ἄλλη περίπτωσι, ἔξω ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία, δὲν βρίσκεις λύσεις, γιατὶ λανθασμένα τοποθετεῖσαι. Ζητᾶς νὰ γίνη τὸ θέλημά σου. Ἡ συνειδητὴ κατάληξι τῆς ἀγωνίας σου στὸ "γενηθήτω τὸ θέλημά Σου" ἀνοίγει τὸ δρόμο τῆς ζωῆς. Ὁ καλὸς Ποιμὴν καλεῖ τὰ ἴδια πρόβατα κατ' ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά. Αὐτὴ δὲ ἡ ἔξοδος εἶναι συγχρόνως εἴσοδος σὲ ἄλλο χῶρο, εὐρύτερο καὶ φωτεινότερο. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἕνας ἐσμὸς κοσμικῶς ἐπιτυχημένων καὶ καλῶς διοργανωμένων γιὰ τὴν πρόσκαιρη ζωή. Ἀλλὰ τὸ σύνολο τῶν ἀληθινῶν καὶ ἀπεγνωσμένων ἀπὸ τὶς κοσμικὲς ἐπιτυχίες καὶ εὐτυχίες, ποὺ εἶναι ἀνάξιες τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ καταφεύγουν στὸ Ζωοδότη ποὺ εἶναι "ἡ βοήθεια τῶν ἀβοηθήτων, ἡ ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων, ὁ τῶν χειμαζομένων σωτήρ, ὁ τῶν πλεόντων λιμήν, ὁ τῶν νοσούντων ἰατρός". Μέσα στὸ πνεῦμα τῆς ἀνατροπῆς τῆς κοσμικῆς θεωρήσεως τῶν πραγμάτων, μέσα στὸ "οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν" τοῦ Κυρίου (Ματ. 20, 26) βρίσκεται τὸ τοῦ Ἀποστόλου: "Ὅταν ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι". Καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ πρωτείου ποὺ τοῦ ἀνήκει (ὄχι τῆς ἐξουσίας ἀλλὰ τῆς συντριβῆς). "Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτος εἰμὶ ἐγὼ" (Α΄ Τιμ. 1, 15). Ὅποιος μπορεῖ νὰ πετύχη ἐσωτερικὰ αὐτὸ τὸ πρωτεῖο, ἀπολαμβάνει τὴν ἀνάπαυσι τοῦ μέλλοντος αἰῶνος πρὸς ὄφελος ὅλων. Ὁ Κύριος ζήτησε νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ἕνα τριαδικὸ τρόπο. Νὰ ζοῦμε συνοδικῶς, ζη-

23


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

τοῦντες νὰ γίνεται τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι γευόμαστε τὴ χαρὰ τοῦ Παραδείσου. Αὐτὸ μόνο του ἀφώνως μιλᾶ καὶ πείθει τὸν κόσμο γιὰ τὴν ἀξία τῆς ζωῆς. Ἐὰν ἡ ζωή μας δὲν δίδει τὴ μαρτυρία τῆς σωτηρίας, οὔτε ὁ λόγος μας πείθει γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς θεολογίας μας. Δὲν νοεῖται σύνοδος, οὔτε Ἐκκλησία, ἔξω ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία. Δὲν κάνομε στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν μας Θεία Λειτουργία καὶ ἀφήνομε ἀλειτούργητη τὴ θεολογία καὶ τὴ ζωή μας. Δηλαδή, τὰ τακτοποιοῦμε ὅλα μὲ τὴν δική μας λογική. Τὸ ἐὰν θὰ ὀνομαστῆ μιὰ σύνοδος οἰκουμενικὴ ἢ ὄχι καὶ τὸ ποιά θέσι θὰ πάρη στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι θέμα ἀνθρωπίνης ἀποφάσεως, ἀλλὰ ἔργο τῆς ζώσης ἐν Πνεύματι Ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως, ποὺ κρίνει καὶ κατατάσσει ἀπλανῶς κάθε Σύνοδο καὶ κάθε Θεολόγο στὴ θέσι ποὺ τοῦ ἀνήκει (παράδειγμα μέγα οἱ σύνοδοι τοῦ δεκάτου τετάρτου αἰῶνα μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ). Τὸ θέμα εἶναι ἂν μποροῦμε νὰ λειτουργούμεθα ὅταν λειτουργοῦμε. Ἂν μποροῦμε (ὅσο γίνεται) νὰ λέμε ὅπως ὁ Ἀπόστολος: "ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δὲ ἐν ἐμοὶ ὁ Χριστός". Ἂν μποροῦμε μετὰ παρρησίας, ἀκατακρίτως, νὰ τολμοῦμε νὰ ἐπικαλούμεθα τὸν ἐπουράνιον Θεὸν Πατέρα καὶ νὰ λέμε: "...γενηθήτω τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς". Τότε ζοῦμε τὴ σύνοδο τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ἡ ὁποία ἀενάως ἱερουργεῖται στὴν Ἐκκλησία ποὺ ὁμολογεῖ: "Ἡμῖν σύμφωνος τῇ γνώμῃ ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ εὐχαριστία βεβαιοῖ τὴν γνώμην" (Ἅγ. Εἰρηναῖος, κατὰ αἱρέσεων). Τότε αὐθόρμητα λέμε: "Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν". Καὶ συνεχίζομε τὴ μία παράδοσι ἐν ὑπερώῳ λειτουργικῷ τόπῳ, ὅπου ἀνήγαγε ὁ Θεάνθρωπος τὴν Ἐκκλησία Του. Ἐὰν ἐπιθυμῆς πράγματα ἐφήμερα καὶ πρωτοκαθεδρίες, σοῦ λέει δὲν ξέρεις τί ζητᾶς (Μαρκ. 10, 36-38). Ἐὰν ζητᾶς τὰ τίμια, ποὺ ἀφοροῦν τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου· τότε σὲ συνοδεύει καί, μέσα ἀπὸ πολλὰ βάσανα, σὲ φέρνει στὸ φῶς. Καταλαβαίνεις αὐτὸ ποὺ εἶπε: "ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ" (Λουκ. 24, 26). Ἔπρεπε καὶ σὺ νὰ πάθης· νὰ περάσης ὅλες τὶς δοκιμασίες ποὺ συχνὰ σὲ γονάτισαν. Γιὰ νὰ κα-

24

ταλάβης ὅτι ἦταν μαζί σου καὶ ὅταν τὸ ἀγνοοῦσες. Τώρα Τὸν γνωρίζεις στὴν κλάσι τοῦ Ἄρτου καὶ στὸ σπάσιμο τῆς ἀντοχῆς σου νὰ φανερώνεται ὡς ὁ Ἀναστημένος. Καὶ σὺ ἀλλοιώνεσαι μὲ τὴ μυστικὴ ἔλλαμψι. Ἀποκτᾶς ἄλλη αἴσθησι καὶ βεβαιότητα. Συνεχίζεται ἡ ζωή. Ὅλα μεταμορφώνονται καὶ ἑνώνονται. Δὲν σταματᾶ ἡ πορεία ποὺ φαίνεται στάσι, οὔτε ὁ λόγος ποὺ συμπτύσσεται στὴ σιωπή. Ὅλα συγκεντρώθηκαν στὸ ἐλάχιστο ποὺ εἶναι μέγιστο. Σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ εἶναι αἰωνιότης. Σὲ ἕνα ἅγιο μαργαρίτη ποὺ εἶναι ὅλος ὁ Χριστός. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τὸ ἕνα ποὺ ζητᾶ, ὅταν μιὰ στιγμὴ τοῦ ἀποκαλύπτωνται τὰ πάντα· ὅταν βγῆ στὴ λειτουργικὴ κορυφὴ ("ἕως ἡμᾶς εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνήγαγε") καὶ γνωρίση τὸν Κύριο ὡς Θεάνθρωπο. Τότε βλέπει μέσα στὴν ἀστραπὴ τῆς θεότητος ὅσα προηγήθηκαν καὶ ὅσα ἀκολουθοῦν. Βρίσκεται διὰ μιᾶς παντοῦ. Σφραγίζεται τὸ ἦθος του. Ἠρεμεῖ ἡ καρδιά του. Γνωρίζει αὐτὸν ποὺ εἶναι τὸ Α καὶ τὸ Ω. Ταπεινώνεται ἀπὸ χαρὰ ὡς ἀνάξιος γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ τοῦ γίνεται, νὰ δῆ τὰ ἀθέατα. Καὶ νὰ τοῦ ἑρμηνευτοῦν τὰ ἀκατανόητα τῆς θείας ἀγάπης. Ὅταν ὁ Κύριος εἰς Ἐμμαοὺς ἔγινεν ἄφαντος στὴν κλάσι τοῦ ἄρτου, δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν "παραβιάσουν" νὰ μείνη μαζί τους. Γιατὶ δὲν "προσεποιεῖτο" (Λουκ. 24, 28) ὅτι πηγαίνει ἀλλοῦ, ὅπως συνέβη προηγουμένως, ἀλλὰ πράγματι ἔφυγε καὶ ἔμεινε μαζί τους μὲ τὴν ἴδια πρᾶξι ὡς ὁ Ἀναστημένος. Ἔφτασαν στὸ τέλος· ἐκεῖ ποὺ τοὺς ὁδηγοῦσε ὁ Ἄγνωστος. Ἔφτασαν σ' Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. Τώρα πραγματοποιεῖται αὐτὸ ποὺ ζήτησε: "Θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ' ἐμοῦ" (Ἰω. 17, 24). Τώρα πραγματοποιεῖται καὶ τὸ ἄλλο αἴτημά του πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα: Δὲν ζητῶ νὰ τοὺς πάρης ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ τοὺς προφυλάξης ἀπὸ τὸν πονηρὸ (πρβλ. Ἰω. 17, 15)· ἀπὸ τὸν κίνδυνο νὰ προσπαθοῦν νὰ νοοῦν τὰ οὐράνια τῆς καινῆς κτίσεως καὶ θεολογίας μὲ κοσμικὸ τρόπο. Τώρα καταλαβαίνεις τὸν πατερικὸ λόγο: "ὅπου ἂν ᾖ Χριστὸς Ἰησοῦς ἐκεῖ καὶ ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία" (Ἅγ. Ἰγνάτιος, πρὸς Ἐφεσίους). Ὅλα ὑπάρχουν καὶ ἐννοοῦνται μὲ ἄλλο τρόπο.


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Ἡ ἀξία τῆς ζωῆς δὲν ὑπολογίζεται ἀνθρώπινα μὲ στοιχεῖα μετρούμενα, ἀλλὰ ἐντοπίζεται διὰ τῆς χάριτος στὸ ἐλάχιστο ποὺ διαστέλλεται στὸ ἀπεριόριστο. Δέχεσαι τὸ λίγο ποὺ σοῦ χαρίζει καὶ ἀπολαμβάνεις τὸ πᾶν ποὺ "ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη" (Α΄ Κορ. 2, 9). Τὸ πολὺ δὲν βρίσκεται οὔτε αὐξάνεται μὲ τὴν ποσότητα ἀλλὰ ἀφθαρτίζεται μὲ τὴν εὐχαριστία. Κερδίζεις αὐτὸ ποὺ χάνεις προσφέροντάς το ἀπὸ ἀγάπη σ' αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀέναος προσφορά. Καὶ Αὐτὸς ποὺ φανερώνεται μὲ τὸ νὰ γίνεται ἄφαντος σὲ παίρνει μαζί Του στὴν καινὴ πολιτεία. Σαρκοῦται ὁ Λόγος καὶ βιοῦται ἡ θεολογία διὰ τοῦ "φρονοῦντες καὶ πράττοντες" λειτουργικά. Ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου εἶναι μιὰ θεοφάνεια. "Ἐγὼ γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον καὶ ἥκω· οὐδὲ γὰρ ἀπ' ἐμαυτοῦ ἐλήλυθα, ἀλλ' ἐκεῖνός με ἀπέστειλε" (Ἰω. 8, 42). Σᾶς μεταφέρω τὴ ζωὴ καὶ τὴ χάρι τῆς τριαδικῆς θεότητος. "Καθὼς ἠγάπησέ με ὁ Πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς· μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ" (Ἰω. 15, 9). Δὲν ἔρχομαι καθὼς ὁ κόσμος, νὰ φέρω εἰρήνη ἐφήμερη καὶ ἀγάπη ἐπίπλαστη. Ἦλθα νὰ φέρω τὴν ὑγεία καὶ τὴ ζωὴ τὴν αἰώνια. "Ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς, ἐκ τῆς γῆς ἐστι καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ· ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστὶ καὶ ὃ ἑώρακε καὶ ἤκουσε τοῦτο μαρτυρεῖ" (Ἰω. 3, 31-32). Θέλω νὰ σᾶς κοινοποιήσω αὐτὰ ποὺ εἶδα καὶ ἄκουσα ἀπὸ τὸν Πάτερα μου: "ἃ ἑώρακα παρὰ τῷ Πατρί μου λαλῶ" (Ἰω. 8, 38). Καὶ "ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ Πατρός μου ἐγνώρισα ὑμῖν" (Ἰω. 15, 5). "Πάτερ ἅγιε", θέλω νὰ δοῦν τὴ δόξα ποὺ μοῦ ἔδωσες, γιατὶ μὲ ἀγάπησες πρὸ καταβολῆς κόσμου. Νὰ δοῦν τὴ σχέσι τῆς δόξας μὲ τὴν ἀγάπη. Νὰ ἀπολαύσουν τὴ χάρι τῆς ἐλευθερίας διὰ τῆς ὑπακοῆς. Νὰ εἶναι ἕνα, ὅπως ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα. Νὰ βλέπουν τὴ δόξα ποὺ εἶχα πρὸ καταβολῆς κόσμου καὶ ποὺ θὰ ἔχω ἀφοῦ περάση ὁ κόσμος. Καὶ εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴν ὁποία θὰ ἔλθω "κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς". Νὰ δοῦν τὴ δόξα μου, γιὰ νὰ χορτάσουν τὴν πεῖνα τους. "Χορτασθήσομαι ἐν τῷ ὀφθῆναί μοι

τὴν δόξαν σου" (Ψαλ. 16, 15). Νὰ πεισθοῦν γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς ἀγάπης. Καὶ νὰ ἀναπαυθοῦν μετὰ τὸν κόπο καὶ τοὺς σταυροὺς τῆς ζωῆς. Νὰ ἀστράψη τὸ φῶς. "Ὅσοις ἔπνευσεν ἡ θεόρρυτος χάρις..." Νὰ μὴν τοὺς δοθῆ κάτι ἀπατηλό, ποὺ δὲν σβήνει τὴ δίψα τοῦ ἀνθρώπου. Νὰ ἐγκεντρισθῆ τὸ μπόλι τῆς ὑπάρξεώς τους στὴν καλλιέλαιο τῆς ἀγάπης ποὺ οὐδέποτε ἐκπίπτει. Νὰ σωθῆ "τὸ μέγα τραῦμα, ὁ ἄνθρωπος" (Δοξαστικὸ Ἑσπερινοῦ Ἀντίπασχα). *** Ἕνας ἀληθινὸς ἅγιος, ἐνῶ φαίνεται ἐξαίρεσι στὴν καθαρότητα τοῦ πνεύματος καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀποστολῆς του, μὲ τὴν ταπείνωσι ποὺ τὸν διακρίνει γίνεται μιὰ θεία ἐπίσκεψι καὶ παρηγοριὰ γιὰ ὅλους τοὺς ἀδύνατους καὶ περιφρονημένους. Δὲν ἐπαίρεται γιὰ τὰ κατορθώματά του, ἀλλὰ ταπεινώνεται γιὰ τὴν χάρι ποὺ τὸν ἀλλοίωσε. Μεταφέρει τὴν ἐμπειρία του Παραδείσου ποὺ ζῆ. Καὶ παρηγορεῖ ὅλους μὲ μόνη τὴν ὕπαρξί του. Συμμετέχει στὸν πολυμέριμνο ἀγῶνα τῆς καταλλαγῆς τῶν διεστώτων, ἐνῶ δὲν φαίνεται πουθενά. Ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν τριαδική της ὕπαρξι ἐκπέμπει μηνύματα ζωῆς καὶ ἐλπίδος. Καὶ τὰ παίρνουν αὐτοὶ ποὺ ἔχουν πραγματικὴ ἀνάγκη. Ὑπάρχουν πολλοὶ ἀληθινὰ πονεμένοι στὸν κόσμο ποὺ ζητοῦν τὰ τίμια καὶ ὑφίστανται τὰ πάνδεινα. Ὅταν αὐτοὶ πάρουν τὸ μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι εὐλογία γιὰ ὅλους. Ὑπάρχουν πολλοὶ σφαγμένοι καὶ σφαγιαζόμενοι. Αὐτοὶ ἐντοπίζουν τὸν Σωτῆρα ποὺ "ἅπαξ ἑαυτόν τε προσάξας ἀεὶ σφαγιάζεται ἁγιάζων τοὺς μετέχοντας". Καὶ Αὐτὸς τοὺς ἐντοπίζει ἐκεῖ ποὺ δὲν φανταζόμαστε καὶ ὁμολογεῖ: "οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον" (Λουκ. 7, 9). Εἶναι θεϊκὲς οἱ διαστάσεις τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἀληθινὸ (ἔστω ἐλάχιστο) τὸ βρίσκουν καὶ τὸ παίρνουν ἀπὸ μακρυὰ οἱ πεινασμένοι. Τὸ ψεύτικο (ὅσο κι ἂν διαφημίζεται) τὸ ἀπορρίπτουν οἱ ἀληθινοί. Ὁ ἅγιος κινεῖται καὶ μιλᾶ μὲ ἄλλο τρόπο, ἀσυνήθιστο καὶ σωτήριο. Λέει: "Θέλω νὰ φύγω, νὰ χαθῶ, νὰ μὴν ὑπάρχω", νὰ ἀποτύχω. Δὲν μὲ χωρᾶ ἡ δόξα ποὺ φεύγει οὔτε ἡ ἐπιτυχία τοῦ

25


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

κόσμου ποὺ μὲ βάζει ἐπάνω ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Δὲν μοῦ σβήνει τὴ δίψα. Δὲν μοῦ χορταίνει τὴν πείνα. Δὲν θέλω νὰ δοξασθῶ, νὰ σώσω τὴν ψυχή μου, μὲ τὶς ἱκανότητές μου στὸ χῶρο τῆς φθορᾶς. Θέλω νὰ τὴν χάσω χάριν τοῦ Ἑνὸς Θεοῦ Λόγου, ποὺ τὰ πάντα ὑπομένει γιὰ νὰ σώση ὅλους. Ποὺ φανερώνεται μὲ τὸ νὰ γίνεται ἄφαντος. Καὶ τιμᾶται στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς Βασιλεὺς τῆς Δόξης, ἤρεμα Ἐσταυρωμένος καὶ ὕπτιος, νεκρὸς στὸν Ἐπιτάφιο. Θέλω νὰ χαθῶ, νὰ μὴν παριστάνω τὸν ἅγιο μὲ τὶς φάρσες τῶν κατορθωμάτων μου, ἀλλὰ νὰ ἀξιωθῶ τῆς δικῆς Σου χάριτος. Ὃς ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν τοῦ Κυρίου, οὗτος σώσει αὐτήν" (Λουκ. 9, 24). Ἡ σωτηρία, ἡ ἄξια γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἔχει τὶς διαστάσεις τῆς ἀπωλείας. Ἡ ἀπώλεια τὸν περιβάλλει μητροπρεπῶς. Καὶ ἡ σωτηρία ποὺ τοῦ χαρίζεται τὸν ἀναλαμβάνει σὲ ἄλλο ἐπίπεδο καὶ τὸν κατεβάζει κοντά μας. Εἶναι μία εὐλογία γιὰ ὅλους τοὺς πονεμένους, ποὺ μαζεύονται δίπλα του. Καὶ γι' αὐτὸν ὅλα τὰ βάσανα εἶναι εὐλογία. Ἕνας ἅγιος, ποὺ βρίσκει τὴν ψυχή του μὲ τὸ νὰ τὴν χάνη ἕνεκεν τοῦ Κυρίου, ἡσυχάζει ἐν Πνεύματι. Δὲν διαπληκτίζεται μὲ κανένα, γιατὶ ξεπερνοῦν τὴ δύναμι τῶν λόγων τὰ βιούμενα. Τοῦ ἔχουν λυθῆ οἱ ἀπορίες. Δέχεται ἐσωτερικὰ τὴν ξένη ἀλλοίωσι καὶ ἐκπέμπει ἀπὸ ὅλη του τὴν ὕπαρξι ἄρρητη εὐωδία ποὺ τρέφει τὸν κόσμο. "Ἐτρεφόμεθα δὲ πάντες ὁσμῇ ἀνεκδιηγήτῳ ἥτις οὐκ ἐχόρτασεν ἡμᾶς" (Μαρτύριον Ἁγίας Περπετούας). ***

26

Ὑπάρχουν ἄλλοι πού, ἐνῶ παριστάνουν τοὺς θεολόγους ἢ τοὺς θαυματουργούς, εἶναι ταραγμένοι καὶ σκοτισμένοι. Αὐτὴ τὴ σκότωσι τῆς ταραχῆς δὲν μποροῦν νὰ τὴν συγκρατήσουν, ἀλλὰ τὴν διαχέουν ὡς ἀτμόσφαιρα συγχύσεως, μὲ μορφὴ θεολογίας ποὺ σοῦ σφίγγει τὴν καρδιὰ καὶ σοῦ δημιουργεῖ δυσφορία. Δὲν σὲ ὁδηγεῖ στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀναπαύσεως. Ἀντὶ νὰ πάρουν τὴν ἀνθρώπινή τους ἀναπηρία καὶ τὸ βάρος τῆς καρδιᾶς ὡς ἀφορμὴ μετανοίας, τὴν θεωροῦν ὡς δυνατότητα θεολογικῆς μαρτυρίας. Ἀντὶ νὰ καταφύγουν στὸν Ἰατρὸ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, προβάλλουν τὴν ψυχική τους ἀρρώστια ὡς πνευματικὴ ἀνησυχία ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὴν ἀπομάκρυνσι τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀλλὰ τὸ ψέμα φαίνεται καὶ ἡ ἀρρώστια δὲν κρύβεται. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν καμμιὰ σχέσι μὲ τὴν ἀνάπαυσι ποὺ προχέει ἡ Ἐκκλησία διὰ τῶν ἐσταυρωμένων Ἁγίων της. Δὲν βρίσκεται ἔτσι ἡ λύσι τῶν προβλημάτων οὔτε ἡ θεραπεία τῆς ἀρρώστιας μας. Ὁ λόγος τῆς σωτηρίας τοῦ ἑνὸς Θεοῦ Λόγου ἔρχεται ὡς παράκλησι τοῦ Πνεύματος ποὺ ζωογονεῖ ὅλο τὸν κόσμο καὶ σώζει τὸν χαρακτῆρα του. Ὅλοι ἔχομε ἀνάγκη ἀπὸ τὸ ἀνεξιχνίαστο ἔλεος τοῦ Θεανθρώπου, ὄχι ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες ἐνέργειες καὶ ἐπεμβάσεις. Ὅπως δὲν ἐπηρεάζεται ὁ ἥλιος ἀπὸ τὶς ἀτμοσφαιρικὲς ἀναταραχὲς τοῦ γήινου χώρου, ἔτσι δὲν ἀλλοιώνεται ἡ τριαδικὴ ζωὴ τῆς θεότητος καὶ ἡ συνοδικὴ δομὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ ἱστορικὲς ταραχὲς καὶ ἀνακατατάξεις. Ὁ πιστὸς λαὸς ζῆ στὴν ἀταραξία τοῦ τετελειωμένου μυστηρίου, ἄσχετα ἐὰν ἔρχωνται καὶ φεύγουν κοσμοκρατορίες καὶ ἰδεολογίες ποὺ ἀπείλησαν καὶ βασάνισαν τὸν κόσμο. Καὶ πίστεψαν ὅτι θὰ ἀλλάξουν γιὰ πάντα τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἐὰν σήμερα κάποιοι τρομοκρατοῦν τὸν κόσμο μὲ ἐπιθέσεις θανάτου καὶ ἐπιδείξεις σφαγῶν· ὁ Θεάνθρωπος μένει ἀναλλοιώτως ὁ Παντοκράτωρ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς κατανοήσεως. Εἶναι ἡ τελικὴ λύσι ὅλων τῶν προβλημάτων μας, ὅσο καὶ ἂν ἡ ἐπιπολαιότητά μας τὸ ἀγνοῆ. Δέχεται εἰρηνικὰ "ὅλην τὴν σπεῖραν" (Μαρ. 15, 16) τῆς ἱστορίας ποὺ τὸν ἐμπαίζει, τοῦ βάζει ἀγκάθινο στεφάνι. Ἀντιμετωπίζει μὲ ἀγά-


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

πη ὅλους ποὺ ἔρχονται ἐναντίον του. Δὲν κτυπᾶ κανένα, παρὰ μόνο τὸ μῖσος καὶ τὴν ἔχθρα. Σὲ κάθε ἐγκληματία βλέπει θύμα ἄλλων ἐγκλημάτων καὶ διαστροφῆς πνευματικῆς. Πρᾶγμα στὸ ὁποῖο εἴμαστε ὅλοι ὑπεύθυνοι. Δὲν θεωρεῖ ἀθώους αὐτοὺς πού, σὰν τὸν Πιλᾶτο, νίπτουν τὰς χεῖρας καὶ ὁμολογοῦν "ἀθῶος εἰμὶ ἐκ τοῦ αἵματος τούτου" (Ματθ. 27, 24). Ἦλθε νὰ σταματήση τὴν ὑποκρισία καὶ τὴν κατρακύλα τῆς φθορᾶς, τὴν ἀκατάσχετη ὁρμὴ τοῦ θανάτου. "Ρύμην τοῦ θανάτου καὶ φθορὰν σοῦ τῷ ζωηφόρῳ θανάτῳ καθεῖλες Δέσποτα". Ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τὴν εὐρυχωρία τοῦ Πνεύματος ποὺ ἀγκαλιάζει τὴν οἰκουμένη. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς της. Δι' αὐτῆς τῆς Λειτουργίας ἀντιμετώπισε βάσανα δοκιμασιῶν καὶ ἀπειλῶν. Κινδύνους ληστῶν, κινδύνους ἐξ ἐθνῶν, κινδύνους ἐν ψευδαδέλφοις. Τὰ ξεπέρασε ὅλα. Ἔμεινε εὐγνώμων γιὰ τὶς δοκιμασίες. Χαίρει μὲ τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰ βάσανα. Καὶ αὐτοὶ ποὺ ἦλθαν ἐναντίον της, μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο ἢ προθέσεις γιὰ νὰ τὴν κτυπήσουν, νὰ τὴν ἀλλοιώσουν καὶ νὰ ἐπιβληθοῦν, τοὺς βλέπει ὡς θύματα πλάνης. Τοὺς βλέπει ὡς ἀδελφοὺς ἀδύνατους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη βοηθείας. Ἔμαθε μόνο νὰ ἀγαπᾶ. Ἔζησε καὶ ζῆ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀνοχὴ τοῦ Θεανθρώπου. Δέχτηκε οὐράνια τροφὴ καὶ ἀγωγή. *** Φτάνομε στὴ σημερινὴ ἐποχή. Ζοῦμε τὴν περίοδο τῶν διαλόγων. Προσπαθοῦμε οἱ χριστιανοὶ νὰ ἀναβιώσωμε τὴν ἑνότητα ποὺ μᾶς χαρίζει καὶ εὔχεται ὁ Θεανθρώπος. Ὑπάρχουν μεταξύ μας οἱ λεγόμενοι προοδευτικοὶ καὶ πρόθυμοι γιὰ διάλογο. Καὶ οἱ θεωρούμενοι συντηρητικοὶ ποὺ γενικὰ ἀρνοῦνται τὶς ἐπαφές. Ἐδῶ κρίνεται ἡ γνησιότητα καὶ ἡ δύναμι τῆς πίστεώς μας, γιατὶ οὔτε τὴν ἀλήθεια σώζομε καταρώμενοι τοὺς πεπλανημένους οὔτε προσφέρομε αὐτὸ ποὺ ζητᾶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ ψεύτικες φιλοφροσύνες. Ἐδῶ χρειάζονται οἱ ἀληθινοὶ ἥρωες τῆς πίστεως, ποὺ σώζουν τὴν ψυχή τους μὲ τὸ νὰ τὴν

χάνουν ἕνεκεν τοῦ Κυρίου (Λουκ. 9, 24). Αὐτοὶ ἡσυχάζουν ὡς ἀνύπαρκτοι. Χαίρονται ὡς μὴ ὄντες. Καὶ τότε βλέπουν ὅτι ὑπάρχει Αὐτὸς ποὺ καλεῖ τὰ "μὴ ὄντα (τοὺς ἀνύπαρκτους), ἵνα τὰ ὄντα καταργήση" (Α΄ Κορ. 1, 28), ἀπὸ τὴν φανταστική τους ἐπιτυχία, ποὺ εἶναι φενάκη ζωῆς καὶ ἀλήθεια ἀρρώστιας. Ὅσο καὶ ἂν φαίνεται ὅτι οἱ ἐπιπόλαιοι οἰκουμενιστὲς καὶ οἱ φανατικοὶ ζηλωτὲς ἔχουν ἀντίθετες τοποθετήσεις, στὴν πραγματικότητα βρίσκονται στὴν ἴδια ἔνδεια· εἶναι κλεισμένοι στὴν ἴδια φυλακή. Ξεκινοῦν καὶ τελειώνουν στὴ δική τους ἀντίληψι. Τοὺς λείπει ἡ τόλμη τῆς πίστεως καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς ἀγάπης. Βασανίζουν καὶ βασανίζονται, προσφέροντες ἀπειλὲς χωρὶς νόημα ἢ φιλοφροσύνες χωρὶς περιεχόμενο. Ἡ παρουσία τοῦ ἑνὸς τρέφει τὴν ὕπαρξι τοῦ ἄλλου. Καὶ δὲν σταματᾶ ἡ ταραχὴ τῆς διαμάχης τῶν κατὰ φαντασία αὐθεντιῶν. Καὶ πρὸς τὶς δύο πλευρὲς ἀκούγεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: "οὐκ ἀπέστειλα αὐτοὺς καὶ οὐκ ἐνετειλάμην αὐτοῖς καὶ οὐκ ἐλάλησα πρὸς αὐτούς· ὅτι ὁράσεις ψευδεῖς ... καὶ προαιρέσεις καρδίας αὐτῶν αὐτοὶ προφητεύουσιν ὑμῖν" (Ἱερ. 14, 14). *** Ἂν δοῦμε τὰ πράγματα ἤρεμα· στὸ διάλογο μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν σκοντάψαμε: - μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς, ὅταν φτάσαμε στὸ θέμα τῆς οὐνίας - μὲ τοὺς Προτεστάντες, ὅταν βλέπης νὰ χωρίζωνται ἀσταμάτητα, νὰ δημιουργοῦνται ἀτέλειωτες ὁμολογίες. Τότε ἀνθρωπίνως ὁμολογεῖς τὴν ἀδυναμία σου. Ἀλλὰ "τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν" (Λουκ. 18, 27). Ἂν κάνωμε μιὰ σύντομη ἀναδρομή, βλέπομε τὸ γεγονὸς τοῦ σχίσματος. Ἀκολουθεῖ ἡ προσπάθεια προσηλυτισμοῦ τῶν Ὀρθοδόξων. Δὲν κατορθώνονται πολλὰ πράγματα. Γεννᾶται ἡ Οὐνία, μιὰ φάσι χαρακτηριστικὴ τῆς ἱστορίας. Σὰν νὰ ἀπευθύνεται πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πλευρὰ ἡ Δύσι καὶ λέει: Ἰσχυρίζεσαι ὅτι ἔχεις τὸν Χριστὸ μαζί σου. Ὅλο τὸ κλίμα τῆς Παραδόσεώς σου φανερώνεται μὲ μιὰ ἀλλοίωσι. Ψηλαφᾶται σὲ ἕνα κόσμο μεταμορφωμένο. Αὐτὸ ὅλο ποὺ φαίνεται καὶ ψηλαφᾶται εἶναι γεμᾶτο μὲ θεία χάρι. Τὴ χάρι δὲν μπορῶ νὰ τὴ

27


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

συλλάβω, νὰ τὴν φυλακίσω. Θέλω νὰ σοῦ πῶ: Ἐγὼ εἶμαι μεγάλη δύναμι. Δὲν θὰ πειράξω αὐτὸ ποὺ φαίνεται· μάλιστα, θὰ σοῦ τὸ ἐξασφαλίσω. Μόνο σοῦ ζητῶ κάτι ἐλάχιστο: νὰ πιστεύης ὅτι ἐγὼ τὰ ρυθμίζω ὅλα ἀλαθήτως: (ἔτσι τὸ ἀντιλαμβάνομαι καὶ τὸ ζῶ μὲ τὸν δικό μου τρόπο). Σοῦ ἀφαιρῶ τὸ ἐπικίνδυνο τῆς ἐλευθερίας καὶ τὸ βάσανο τῆς εὐθύνης ποὺ δημιουργοῦν προβλήματα. Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ βλέπεις καὶ ἔχεις θὰ τὰ διατηρήσωμε πανομοιότυπα. Δὲν θὰ μπορῆς νὰ βρῆς καμμιὰ διαφορά. Μόνο δὲν θὰ βλαστάνουν ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ εἶναι σου. Δὲν θὰ γεννᾶται ὅλη αὐτὴ ἡ δημιουργία ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς σου· νὰ τὰ θυσιάζης ὅλα ἕνεκεν τοῦ Κυρίου. Καὶ νὰ τὰ βλέπης νὰ ἀνασταίνωνται ἄφθαρτα. Μόνο αὐτὸ δὲν θὰ ἔχης. Θὰ ἔχης ὅμως τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως. Ἐγὼ θὰ σοῦ ζωγραφίσω τὴν ὡραιότερη Ἀνάστασι ποὺ ὑπάρχει, γιὰ νὰ μὴν ξεχνᾶς αὐτὸ ποὺ εἶχες. Θὰ σοῦ τυπώνω τὰ καλύτερα ἀντίγραφα. Θὰ τὰ τιμᾶς. Δὲν θὰ εἶναι δημιουργήματα τῆς ζωῆς σου. Θὰ καλύπτεσαι ὅμως ἀπὸ τὴ δύναμι τῆς Ρώμης. Ἔτσι, σὰν ἑνωμένοι ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ θὰ ἀντιμετωπίσωμε τοὺς κοινοὺς ἐχθρούς. Ἡ ἀντίδρασι ἐκ μέρους τῆς ὀρθοδόξου συνειδήσεως σὲ μιὰ τέτοια πρότασι εἶναι ἀναπόφευκτη, ἀπὸ ἀγάπη καὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους: Αὐτὸ εἶναι ἐμπαιγμὸς καὶ ἄρνησι τῆς καινῆς πολιτείας ποὺ χαρίζει στὸν κόσμο ὅλο ἡ Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, ὅλοι γινόμαστε ἀντίγραφα ἀνθρώπων, ὄχι ἀληθινοὶ καὶ ἐλεύθεροι ἐν Χριστῷ. Αὐτὸ ποὺ ζῆ καὶ λέει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ μᾶς καλεῖ καὶ μᾶς δωρίζει τὴ ζωή: "ὁ διψῶν ἐρχέσθω, καὶ ὁ θέλων λαβέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν" (Ἀποκ. 22, 17). Μόνοι μας χωριζόμαστε σὲ ἀτέλειωτα κομμάτια, τὰ ὁποῖα δὲν παύουν νὰ πληθύνωνται. Ὁ Ἀναστημένος Χριστὸς μένει ἡ σωτηρία ὅλων μας. Μόνοι μας, παρ' ὅλη τὴν καλή μας διάθεσι, δὲν μποροῦμε νὰ τὰ μαζέψωμε. Ἄλλωστε, τὸ δρᾶμα τῶν διαιρέσεων, ποὺ θέλομε νὰ θεραπεύσωμε, προῆλθε ἀπὸ "καλὴ διά-

28

θεσι". Κάποιοι θεώρησαν "καλοδιάθετα" τὸν ἑαυτό τους ἀλάθητο. Αὐτὸ ἄλλαξε τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὶς ἀπαιτήσεις τους. Οἱ ἄλλοι ἀντέδρασαν, γιὰ νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὴν ὑποτέλεια, τὴν ἄγνωστη στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Δημιουργήθηκαν νέες ὁμάδες μὲ ἐπὶ μέρους ἀλάθητες ἀτομικότητες. Καὶ φτάσαμε στὴν σημερινὴ κατάστασι. Ἡ λύσι εἶναι ὁ Χριστός. Εἶναι φυσιολογικὴ ἡ ἀντίδρασι τῶν Διαμαρτυρομένων. Εἶναι δεῖγμα ὑγείας πνευματικῆς, καὶ ὠφέλιμη πρὸς ὅλους, ἐφόσον ἀντιμετωπισθῆ μὲ σύνεσι "κατὰ Χριστόν". Ὁ ἄνθρωπος ζητᾶ τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἐλευθερία, γιὰ νὰ πετύχη τὸ πλήρωμα τῆς ζωῆς ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη. Αὐτὸ προσφέρεται διὰ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου τρεφόμεθα ἀπὸ τὸν οὐράνιον Ἄρτον τὸν μελιζόμενον καὶ μὴ διαιρούμενον. Ζοῦμε τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν διαιρεῖται ὁ Θεάνθρωπος. Καὶ δὲν χωρίζεται ἡ Ἐκκλησία Του. Χαιρόμαστε τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἐλευθερία. Κάθε πιστός, μὲ τὴ θεία Κοινωνία, δέχεται ὅλο τὸν Χριστὸ μέσα του. Καὶ ὅλη ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Οἱ διεσπαρμένοι ... οὐ μὴ πλανηθῶσιν, ἀλλὰ θὰ εἶναι συνηγμένοι ὑπὸ Κυρίου (πρβλ. Ἡσ. 35, 8-10). Ἡ διασπορὰ ἔχει τὴ χάρι τῆς συναγωγῆς καὶ ἡ ἑνότης τὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος. "Τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα" (Θεία Λειτουργία). Μιλᾶμε τὴ μητρικὴ γλῶσσα τοῦ ἀνθρώπου, τὴ γλῶσσα τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ἀγάπης, ποὺ σώζει τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἑνότητα ὡς προϋπόθεσι ζωῆς. Ὅταν λέμε ὅτι στὰ ἅγια τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας βρίσκεται ἡ μία ἀλήθεια, ὁ Χριστός, ποὺ φανερώνεται μὲ τὸ νὰ γίνεται ἄφαντος· αὐτὸ δὲν εἶναι κάτι ποὺ κάποιους κολακεύει καὶ κάποιους ὑποτιμᾶ (τότε ὅλους θὰ μᾶς ἐνέπαιζε). Δὲν ὑπάρχει ἀντιπαράθεσι ποὺ δημιουργεῖ νικητὲς καὶ νικημένους· αὐτὰ εἶναι πάθη τοῦ παρόντος αἰῶνος. Ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ἀγάπη τοῦ Ἑνὸς ποὺ σώζει ὅλους. Δὲν νικοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι στὸ διάλογο· νικᾶ


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ὁ Θεάνθρωπος, ποὺ νίκησε τὸν θάνατο διὰ τοῦ θανάτου Του, πρὸς σωτηρίαν ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Οἱ ὀρθόδοξοι εἶναι οἱ νικημένοι (ἔτσι τὸ ζοῦμε λειτουργικὰ) ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ ἅγιοι δὲν ζοῦν αὐτοί, ἀλλὰ ζῆ ἐν αὐτοῖς ὁ Χριστός. Αὐτοὶ ἔχουν τελειώσει. Εἶναι ὁ Χριστὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσι. Αὐτὸς εἶναι ἡ ζωή τους, ὄχι ἡ βιολογική τους ὕπαρξι ἢ κοσμικὲς ἐπιδιώξεις. Ζῆς τὴν πραγματικότητα ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀνάστασι, ἐγὼ εἶμαι ἡ πτῶσι. Αὐτὸς εἶναι ἡ μία ἀλήθεια τῆς ζωῆς καὶ τῆς θυσίας. Προσφέρεται ὡς χαρὰ γιὰ νὰ νικήσουν ὅλοι, νὰ χαροῦν, νὰ θεωθοῦν. Νὰ μὴν μείνη κανεὶς ἔξω ἀπὸ τὸ συμπόσιο τῆς πίστεως καὶ τὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου. Νὰ μὴν χάση κανεὶς τὴν δυνατότητα νὰ προσφέρη τὸ ἐλάχιστο ποὺ ἔχει, γιὰ νὰ ἀπολαύση, "σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις", τὸ πᾶν ποὺ δὲν περιγράφεται. Κανεὶς δὲν εἶναι ἄβουλο πλάσμα, οὔτε ἐξάρτημα μηχανῆς. Ὅλοι εἴμαστε κατὰ χάριν τέκνα Θεοῦ. Πάντα ὅσα ἔχει ὁ Θεὸς ἀποκτᾶ κατὰ χάριν ὁ ἄνθρωπος, ἐκτὸς τῆς κατ' οὐσίαν ταυτότητος. Τὸ ἱερὸ χρέος τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι νὰ φανερώνωμε τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας ποὺ ἀενάως ἱερουργεῖται διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου, ποὺ εἶναι ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος στὴ μία Λειτουργία τῆς σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου. Αὐτὸ εἶναι μιὰ εὐλογία ποὺ προχέεται πρὸς κάθε ἀληθινὰ διψασμένο καὶ πεινασμένο τὴν ἀλήθεια τῆς ζωῆς. Ὅπως τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καταυγάζει τὰ σύμπαντα, ὡς πλησμονὴ ζωῆς καὶ εὐλογίας· ζωογονεῖ ὅλα τὰ ἔμβια καὶ ἀποσυνθέτει τὰ πτώματα. Καὶ ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ἐνεργεῖ φιλάνθρωπα καὶ δραστικά. Εὐλογεῖ καὶ κρίνει τοὺς πάντας. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ σβήση τὸν ἥλιο πετῶντας πέτρες στὸν ἀέρα. Καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀκυρώση τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἰατροῦ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μὲ τὴν ὁποιανδήποτε ἐπιπολαιότητα ἢ κακότητά του. Ἡ ἤρεμη παρουσία Του δρᾶ θεραπευτικὰ καὶ βέβαια μέσα στὴν ἱστορία ἐλευθερώνοντας τὸν ἄνθρωπο. Ὅλα τὰ θεραπεύει. Ἀρκεῖ νὰ μὴ βιαστοῦμε καὶ δώσωμε δικές μας λύσεις.

Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ὄντως τὸ χαρούμενο μήνυμα, γιατὶ λέει ὅλη τὴν ἀλήθεια. Οὔτε ἀποκρύπτει τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Οὔτε ἀγνοεῖ τὴ σωτήρια παρουσία τοῦ Θεανθρώπου. Ὁ Ἰούδας, μετὰ τὴν προδοσία τοῦ Διδασκάλου, μεταμεληθεὶς βιαστικὰ ἔδωσε τὴ δική του λύσι, "καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο" (Ματ. 27, 5). Ὁ Πέτρος, μετὰ τὴν πτῶσι του, ἔδωσε ἄλλη λύσι. Βρῆκε ἕνα τόπο καὶ ἔκλαυσε πικρῶς. Δέχτηκε τὴν ἀνάπαυσι τῆς ἀφέσεως. Καὶ ἔγινε ἡ πέτρα τῆς πίστεως, ἐπειδὴ ἔλειωσε ἀπὸ τὸ κλάμα. Τὰ θέματα εἶναι ἁπλᾶ, ἐφόσον πιστεύομε στὸν Χριστὸ καὶ ἐναποθέτομε σ' Αὐτὸν ὅλη μας τὴ ζωή. Σοῦ προκαλεῖ δέος ἡ παντοκρατορία τῆς ἀγάπης Του καὶ ἡ λεπτότητα τῆς συμπεριφορᾶς Του· νὰ φεύγη, μόλις φανῆ ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖς τὴν παρουσία Του. Καὶ ὅταν πῆγε στὴ γῆ τῶν Γεργεσηνῶν, ὅπου οἱ δαιμονισμένοι γύριζαν γυμνοὶ καὶ ἦταν τὸ φόβητρο τοῦ κόσμου, δὲν τοὺς ἐπέπληξε γιὰ ἀνάρμοστη συμπεριφορά, ποὺ προκαλοῦσε τὴ φρίκη, οὔτε τοὺς διετύπωσε θεολογικὲς ἀλήθειες. Αὐτοὶ ὄχι μόνο δὲν ἔπαιρναν ἀπὸ λόγια, ἀλλὰ τὰ ροῦχα τους ἔσχιζαν καὶ τὶς ἁλυσίδες ἔσπαζαν. Τοὺς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα καὶ κάθησαν δίπλα Του ἱματισμένοι καὶ σωφρονοῦντες. Καὶ ὅταν ἐπέτρεψε στὴ λεγεῶνα τῶν δαιμονίων νὰ μπῆ στὴν ἀγέλη τῶν χοίρων καὶ νὰ πνιγῆ στὴ θάλασσα, οἱ κάτοικοι τῆς περιχώρου φοβήθηκαν "φόβῳ μεγάλῳ" καὶ ζήτησαν ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἀπομακρυνθῆ "ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν" (Ματ. 8, 34). Γιατὶ ἡ παρουσία του προκαλοῦσε καταστροφὴ παραγωγικῶν μονάδων καὶ οἰκονομικὴ ὕφεσι. Ὁ Κύριος δὲν τοὺς μίλησε γιὰ δική τους παρεκτροπή, ἀλλὰ μπῆκε στὸ πλοιάριο καὶ ἔφυγε. Αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ μᾶς κρίνει καὶ μᾶς σώζει. Εἴθε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς φωτίση νὰ ἀντιμετωπίσωμε τὴν παρουσία τοῦ Ἰησοῦ ὄχι μὲ τὴν ἀπορία "τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ᾧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;" (Ματ. 8, 29), ἀλλὰ μὲ τὴν αἴσθησι ὅτι Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἔρχεται νὰ μᾶς ἀπαλλάξη ἀπὸ τὰ βάσανα. Πηγή: www.romfea.gr

29


Κοσμικές Ἀπόκριες καί ἐκκλησιαστική Ἀπόκρεως Γιάννη Γ. Τσερεβελάκη, Φιλολόγου-Θεολόγου καθηγητῆ

Προλογικό ά ἀποκριάτικα ἔθιμα, πού τόσο ἀγαπητά εἶναι στόν πολύ κόσμο, ἔχουν, ὡς γνωστόν, τίς ρίζες τους στό μακρινό παρελθόν καί μάλιστα σέ κάποιες ὄχι καί τόσο φωτεινές πτυχές του. Γιά τό λόγο αὐτό, δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι πού ἐνίστανται κατά πολλῶν ἀπό τά ἔθιμα αὐτά, κυρίως ἀπό τούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας μας, πρᾶγμα πού μᾶς ἐπιβάλλει νά τά ἐξετάσουμε ὄχι μόνο γενετικά καί καταγωγικά, ἀλλά καί νά τά δοῦμε μέ κριτική ματιά, προσπαθώντας νά ἑρμηνεύσουμε μέ τή μεγαλύτερη δυνατή νηφαλιότητα τήν ἐπιφυλακτική καί ἐν πολλοῖς ἀρνητική στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντί τους. Ὁ τίτλος τούτου τοῦ κειμένου δηλώνει ἀκριβῶς τή διαφοροποίηση, ἀλλά καί τή σύγκλιση, ὅπου αὐτή ὑπάρχει, ἀνάμεσα στίς δυό προσεγγίσεις: τήν κοσμική ἀφενός καί τήν ἐκκλησιαστική ἀφετέρου. Ἔτσι, θά παρουσιαστεῖ πρῶτα ἡ γένεση αὐτῶν τῶν ἐθίμων, μέ μιά ἀναδρομή στό ἀρχαιοελληνικό καί ρωμαϊκό παγανιστικό παρελθόν τους, καί στή συνέχεια θά ἐκτεθοῦν οἱ ἀπόψεις καί θέσεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας γύρω ἀπό αὐτά, γιά νά καταλήξουμε σέ κάποια γενικά συμπεράσματα. Ἡ καταγωγή τῶν ἀποκριάτικων ἐθίμων: Οἱ ἀποκριάτικες ἑορτές μέ τά ἔθιμα πού τίς ἀκολουθοῦν ἕλκουν τήν καταγωγή τους ἀπό τήν ἀρχαία Ἑλλάδα καί τήν ἀρχαία Ρώμη, ἔχουν ὅμως τίς ρίζες τους σέ ἀκόμη παλιότερες ἐποχές. Ἔχει, λοιπόν, ἐνδιαφέρον νά ἀνατρέξουμε στήν ἱστορία, γιά νά δοῦμε τίς ρίζες τῶν καρναβαλικῶν ἐκδηλώσεων καί νά καταλάβουμε γιατί ὑπάρχει σήμερα, στήν ἐποχή τῆς πλήρους πνευματικῆς συγχύσεως τέτοια προβολή καί ἀνάπτυξη παγκοσμίως. Ἡ ἀρχή αὐτῶν τῶν δρωμένων χάνεται στό βάθος τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος. Ἔχουν τίς καταβολές τους στήν ἀνάγκη τοῦ πρωτόγονου ἀνθρώπου νά νικήσει τίς τρομερές φοβίες του μπροστά στή φύση καί νά ἀναπληρώσει

Τ

30

τά νοητικά του κενά ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς ὀρθολογικῆς σκέψεως καί ἑρμηνείας τοῦ κόσμου πού τόν περιέβαλλε· τότε πού δέν εἶχε βρεῖ λογική ἐξήγηση γιά τόν κόσμο καί τά φυσικά φαινόμενα, ἀλλά πίστευε ὅτι αὐτός κυριαρχοῦνταν ἀπό ἀόρατες μαγικές δυνάμεις, οἱ ὁποῖες κανόνιζαν τή ζωή του ἀνάλογα μέ τίς δικές τους διαθέσεις. Ἡ πρωτόγονη αὐτή πίστη τόν ἀνάγκασε νά ἐφεύρει τρόπους, γιά νά μεταβάλει τή διάθεση αὐτῶν τῶν δυνάμεων σύμφωνα μέ τό συμφέρον του. Ἔπρεπε νά καλοπιάσει αὐτές τίς δυνάμεις, γιά νά σταθοῦν ἀπέναντί του εὐνοϊκές καί καλόβουλες. Μέ ποιό τρόπο; Μέ παράλογα μαγικά δρώμενα, διότι στεροῦνταν ὁ ἴδιος, ὅπως εἴπαμε, ὀρθοῦ λόγου. Πίστευε πώς μέ τό θόρυβο, τίς εἰδεχθεῖς προσωπίδες, τόν ξέφρενο χορό καί τίς παράλογες πράξεις ἦταν δυνατόν νά φοβίσει τίς κοσμικές δυνάμεις καί νά ξορκίσει τό κακό ἀπό τόν ἴδιο καί τό περιβάλλον του. Πίστευε ἀκόμα πώς μέ διάφορες τελετές, μέ ἀποκορύφωμα αὐτές πού εἶχαν σχέση μέ τόν ἀχαλίνωτο ἐρωτισμό, θά ξυπνοῦσε τίς γονιμοποιές δυνάμεις τῆς φύσεως, προκειμένου νά δώσουν πλούσια σοδειά. Οἱ εἰδωλολατρικές θρησκεῖες ὅλων τῶν λαῶν τῆς ἀρχαιότητας ἦταν πνιγμένες στόν ἀποκρυφισμό, τή μαγεία καί, φυσικά, τά παράλογα δρώμενα. Θά ἀναφερθοῦμε, λοιπόν, σύντομα σ᾿ αὐτές τίς ἀρχαιοελληνικές καί ρωμαϊκές ἑορτές καί στά δρώμενά τους, γιά νά δοῦμε τίς ὁμοιότητές τους μέ τά σημερινά ἀποκριάτικα ἔθιμα. Ἡ εἰδωλολατρική ἀρχαιοελληνική θρησκεία, ἰδιαίτερα στή λαϊκή της μορφή, συνέχιζε ἐπακριβῶς τόν φετιχιστικό, τοτεμιστικό καί ἀνιμιστικό χαρακτήρα τῶν πρωτόγονων στοιχείων τῆς θρησκείας τῶν Πελασγῶν, Κάρων, Λελέγων καί ἄλλων προελληνικῶν φυλῶν. Τά μαγικά καί παράλογα δρώμενα αὐτῆς τῆς θρησκείας ἐντάχτηκαν στή διονυσιακή ὀργιαστική λατρεία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μετεξέλιξη τῆς λατρείας τοῦ φρυγικοῦ θεοῦ


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Σαβάζιου καί ἡ ὁποία εἰσήχθη στήν Ἑλλάδα μέσῳ τῆς Θράκης μετά τόν 8ο π.Χ. αἰώνα. Στή Θράκη ἐντάχτηκε ἡ λατρεία τοῦ Σαβάζιου-Διόνυσου στήν ὀρφική θρησκεία, διατηρώντας τόν ὀργιαστικό ἀνατολικό χαρακτήρα της καί ἀναμειγνύοντας τά πανάρχαια μαγικά δρώμενα τῶν Προελλήνων, μέ τόν δικό της πρωτογονισμό. Δέν εἶναι τυχαῖος ὁ μύθος τοῦ ἱδρυτῆ τῆς ὀρφικῆς θρησκείας Θράκα Ὀρφέα, ὁ ὁποῖος κατασπαράχτηκε καί φαγώθηκε ἀπό τίς μανιασμένες λάτρισσες τοῦ Διονύσου, τίς μαινάδες! Δέν εἶναι, ἐπίσης, καθόλου τυχαῖο τό γεγονός ὅτι τή λαϊκή θρησκεία τοῦ διονυσιασμοῦ τήν ὑποστήριξε καί τήν καθιέρωσε ἡ τυραννική δυναστεία τῶν Πεισιστρατιδῶν στήν Ἀθήνα τόν 6ο π.Χ. αἰώνα. Μέσῳ αὐτῆς μπόρεσαν οἱ τύραννοι ἐκεῖνοι νά ἐπιβληθοῦν στίς λαϊκές μάζες, στίς ὁποῖες κυριαρχοῦσε ἡ δεισιδαιμονία καί τό παράλογο. Ἔτσι, ἡ «αἱρετική» καί ἄσχετη πρός τήν «ἐπίσημη» ἀρχαιοελληνική θρησκεία, δηλαδή πρός τό δωδεκάθεο, λατρεία τοῦ Διονύσου ἀνήχθη σέ θρησκευτικό σύστημα, παίρνοντας πάνδημο χαρακτήρα μέ τίς μεγάλες διονυσιακές ἑορτές: «Λήναια», «Μικρά Διονύσια», «Μεγάλα Διονύσια» πού ἑορτάζονταν στήν Ἀθήνα. Κατά τίς διονυσιακές τελετές οἱ ὀπαδοί τοῦ θεοῦ τόν λάτρευαν σέ κατάσταση ἱερῆς μανίας, ἄφθονης οἰνοποσίας, πολλῶν ἀστεϊσμῶν καί ἐνθουσιασμοῦ, πού ἔφτανε μέχρι τήν ἔκσταση, τήν ὁποία προσπαθοῦσαν νά ἐπιτύχουν μεταμφιεζόμενοι σέ Σατύρους, δηλαδή σέ τραγόμορφους ἀκολούθους τοῦ θεοῦ, μέ τή βοήθεια δερμάτων, προσωπείων, φύλλων ἀπό δένδρα κ.ἄ. Ἐκτός ὅμως ἀπό τίς διονυσιακές ἑορτές, σέ πολλές πόλεις τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας γιορτάζονταν καί τά Κρόνια πρός τιμήν τοῦ θεοῦ Κρόνου. Ἡ ἡμέρα αὐτή ἦταν ἀργία, ἀφοῦ οἱ δημόσιες ὑπηρεσίες, ὅπως θά λέγαμε σήμερα, παρέμεναν κλειστές. Ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς οἱ δοῦλοι δέν ἐργάζονταν, μποροῦσαν νά καθίσουν στό ἴδιο τραπέζι μέ τούς ἀφέντες τους καί γενικότερα εἶχαν περισσότερη ἐλευθερία, σέ ἀνάμνηση τῆς χρυσῆς Ἐποχῆς, πού ἀναφέρει ὁ Ἡσίοδος, ὅταν δέν ὑπῆρχαν οὔτε δουλεία οὔτε βαριές ἐργασίες. Ἑπομένως, φαίνεται πώς ἡ γιορτή εἶχε κι ἕνα κοινωνικό χαρα-

κτήρα. Στήν Ἀθήνα εἰδικά, ἡ ἑορτή λάμβανε χώρα τή νύχτα τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας (12η μέρα τοῦ μηνός Ἑκατομβαιῶνος), γινόταν πρός τιμήν τοῦ Κρόνου καί τῆς Ρέας καί διαρκοῦσε μιά ἡμέρα. Πάντως φαίνεται ὅτι στήν Ἀθήνα ἡ ἑορτή δέν περιλάμβανε αἱματηρές θυσίες ἀλλά μόνο προσφορές ψωμιοῦ καί φρούτων (ἐν ἀντιθέσει πρός τή Ρόδο, πού γίνονταν καί ἀνθρωποθυσίες, κυρίως ἐγκληματιῶν1). Ἡ ἀρχικά ἀκραιφνῶς ἀγροτική αὐτή ἑορτή ἔχασε σταδιακά τόν ἀγροτικό της χαρακτήρα (κυρίως ἀπό τή στιγμή πού τήν υἱοθέτησαν οἱ Ρωμαῖοι) καί μετατράπηκε σέ μιά θορυβώδη ἡμέρα ἀκολασιῶν, ὅπως θά δοῦμε καί παρακάτω. Γιά παράδειγμα ὁ βυζαντινός συγγραφέας Νικήτας Χωνιάτης (1155-1217) παρομοιάζει τίς ἐρωτικές περιπέτειες τοῦ Ἀνδρόνικου τοῦ Κομνηνοῦ μέ τίς ἀκολασίες τῆς ἑορτῆς: «Δέν ντρεπόταν, γράφει, νά βρωμάει Κρόνια μέ τό νά συζεῖ παράνομα μέ τή γυναίκα τοῦ ἀνεψιοῦ του τήν ἀνήλικη, πού δέν εἶχε κλείσει οὔτε τό ἑνδέκατο ἔτος...»2. Ὁ Πλούταρχος ἐπίσης ἀντιδιαστέλλοντας τή γνήσια ψυχαγωγία, πού ὁ φιλόσοφος προκρίνει, ἀπό τή φτηνή διασκέδαση τοῦ ὄχλου, ἀναφέρει ὅτι ὁ πολύς κόσμος περίμενε τά Κρόνια καί τά Παναθήναια καί τά Διάσια, γιά νά εὐχαριστηθεῖ καί νά ἀναπνεύσει, μέ γέλια ὅμως πληρωμένα, ἀφοῦ πληρώνει ἠθοποιούς καί χορευτές γιά τό σκοπό αὐτό3. Περνᾶμε τώρα στίς ρωμαϊκές ἑορτές μέ τίς ὁποῖες σχετίζονται, περισσότερο ἴσως ἀπ᾿ ὅσο μέ τίς ἑλληνικές, τά ἔθιμα τῆς Ἀποκριᾶς. Ὅπως ἤδη εἴπαμε, τά ἀρχαιοελληνικά Κρόνια συνεχίστηκαν ἀπό τούς Ρωμαίους μέ τό ὄνομα Σατουρνάλια, ἐπειδή ἦταν ἀφιερωμένα στό θεό Σατούρνους, ἀντίστοιχο τοῦ 31


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ἑλληνικοῦ Κρόνου. Ἡ γιορτή λάμβανε χώρα τούς χειμερινούς μῆνες, κατά τήν περίοδο τοῦ χειμερινοῦ ἡλιοσ τ α σ ί ο υ, σ υνήθως στίς 17 Δεκεμβρίου, ὅμως σταδιακά ἡ διάρκειά της ἐπεκτάθηκε μέχρι τίς 23 τοῦ ἴδιου μ ή ν α . Ἐκτός ἀπό τίς τυπικές θυσίες, οἱ ἡμέρες τῆς ἑορτῆς ἦταν, ὅπως καί στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, δημόσια ἀργία, ἐνῶ περιλάμβανε καί διάφορα ἔθιμα, ὅπως π.χ. τήν ἀνταλλαγή δώρων. Ἐπιτρέπονταν τά τυχερά παιγνίδια, ἀκόμα καί γιά τούς δούλους, τούς ὁποίους οἱ κύριοί τους δέν εἶχαν τό δικαίωμα νά τιμωρήσουν. Αὐτό ἀποτελοῦσε μιά χρυσή εὐκαιρία χλευασμοῦ τῶν ἀφεντικῶν ἀπό τήν πλευρά τῶν δούλων. Ἐπίσημα ἐνδύματα δέν φοροῦσαν, ἀλλά ὑπῆρχε θά λέγαμε μιά ἀντιστροφή τῶν ρόλων μεταξύ δούλων καί ἀφεντικῶν, κάτι πού ὁδηγοῦσε σέ ξέφρενο γλέντι, ἄφθονη οἰνοποσία καί ἀκολασίες, σέ σημεῖο πού τελικά ἡ λέξη «σατουρνάλια» νά εἶναι συνώνυμη μέ τή λέξη «ὄργια». Ἡ γιορτή πού, κατά τό Ν. Πολίτη, παρουσιάζει τίς περισσότερες ὁμοιότητες μέ τίς Ἀποκριές εἶναι τά ρωμαϊκά Λουπερκάλια, μιά γιορτή πρός τιμή τοῦ ρωμαϊκοῦ Θεοῦ Λούπερκους, προστάτη τῶν βοσκῶν, ὁ ὁποῖος συνδεόταν μέ τό θηλασμό καί τήν ἀνατροφή τῶν ἱδρυτῶν τῆς Ρώμης Ρώμου καί Ρωμύλου ἀπό τή λύκαινα. Ἐξάλλου, τό ὄνομα Λουπερκάλια ἐτυμολογεῖται ἀπό τό λατινικό lupus, πού σημαίνει λύκος. Τά Λουπερκάλια 32

ἦταν ἀρχικά ποιμενική ἑορτή4 (ὁ Λούπερκος εἶναι περίπου ὁ ἀντίστοιχος τοῦ ἀρκαδικοῦ θεοῦ Πάνα, γι’ αὐτό πιστεύεται ὅτι ἡ λατρεία του ἦλθε ἀπό τήν Ἀρκαδία ἀπό κάποιον Εὔανδρο5) καί ἑορτάζονταν στίς 15 Φεβρουαρίου στή σπηλιά τοῦ Παλατίνου λόφου, ὅπου κατά τήν παράδοση ἡ λύκαινα ἀνέθρεψε τό Ρῶμο καί τό Ρωμύλο. Τά Λουπερκάλια6 μεταξύ ἄλλων περιλάμβαναν θυσία, κυρίως μέ κατσίκια καί κριάρια ἀλλά καί σκυλιά7, κοινή συνεστίαση ὅλων τῶν μελῶν τοῦ ἱερατικοῦ σωματείου πού ἦταν ἐπιφορτισμένο μέ τή λατρεία τοῦ θεοῦ (τῶν Λουπέρκων), καθώς καί ὁδοιπορία τῶν τελευταίων στούς δρόμους τῆς Ρώμης. Ξεκινοῦσαν ἀπό τή σπηλιά τοῦ θεοῦ τους καί κατέληγαν πάλι σ’ αὐτήν ἔχοντας διασχίσει διάφορα τμήματα τῆς πόλης, ἀπό τά ὁποῖα, σύμφωνα μέ τήν παράδοση, εἶχαν περάσει καί οἱ μυθικοί δίδυμοι ἱδρυτές της. Οἱ Λούπερκοι ἔτρεχαν γυμνοί φορώντας μόνο τό δέρμα τῶν θυσιασθέντων θυμάτων τους καί ἔχοντας στό κεφάλι τούς ἕνα στεφάνι. Κρατώντας μαστίγια καμωμένα ἀπό λουριά πού εἶχαν κοπεῖ ἀπό τά δέρματα τῶν ζώων πού εἶχαν προσφέρει στόν θεό τους, κτυποῦσαν καθ᾿ ὁδόν ὅσους συναντοῦσαν καί κυρίως τίς γυναῖκες. Προτιμοῦσαν τούς γλουτούς τους, ἀφοῦ πίστευαν ὅτι μέ τόν τρόπο αὐτόν τίς καθιστοῦσαν γόνιμες μητέρες. Γράφει ὁ Πλούταρχος: «Πολλοί ἀπό τούς εὐγενεῖς νεαρούς καί τούς ἄρχοντες διασχίζουν τρέχοντας τήν πόλη γυμνοί, χτυπώντας μέ μαλλιαρά δέρματα ὅσους βρεθοῦν μπροστά τους, ἀποσκοπώντας στό παιγνίδι καί τό γέλιο. Πολλές, ἐπίσης, ἀπό τίς ἀρχόντισσες τούς συναντοῦν ἐπίτηδες καί τούς δίνουν τά χέρια, ὅπως τά παιδιά στό δάσκαλο, γιά νά τά χτυπήσουν, ἐπειδή πίστευαν ὅτι αὐτό θά βοηθοῦσε ἀφενός τίς ἐγκυμονοῦσες νά γεννήσουν εὔκολα, καί ἀφετέρου τίς στεῖρες νά συλλάβουν»8. Ἡ ὅλη γιορτή, πού ἦταν τελικά μιά καθαρά λαϊκή διασκέδαση, εἶχε φτάσει σέ ἀκρότητες, πρᾶγμα πού ἀνάγκασε τόν Αὔγουστο νά πάρει μέτρα. Ἀπαγόρευσε τή συμμετοχή σ᾿ αὐτή παιδιῶν καί ἐφήβων, ἐνῶ ἡ πομπή τῶν Λουπέρκων ὑποχρεωτικά ἔπρεπε νά συνοδεύεται ἀπό σῶμα ἱππέων πού ἐπέβλεπε, ὥστε τά τυχόν ἔκτροπα νά μήν ξεπερνοῦν κάποια ὅρια. Ἐν κατακλεῖδι τά Λουπερκάλια


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ἦταν μιά γιορτή ἀγροτική καί ποιμενική πού ἀποσκοποῦσε νά συνδράμει στήν εὐφορία τῆς γῆς καί στή γονιμότητα τῶν ἀνθρῶπων καί τῶν ζώων, ἐνῶ συγχρόνως βοηθοῦσε καί στήν κάθαρση τῆς πόλης. Ἔχοντας βαθιές ρίζες καί ἀπήχηση στίς λαϊκές μάζες, συνέχισε νά εἶναι ἀγαπητή καί μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ χριστιανισμοῦ, ἀκόμη καί ἀνάμεσα σέ χριστιανούς9. Ἄν θέλουμε νά συμπεράνουμε κάποια πράγματα ἀπό τά παραπάνω, μποροῦμε νά ποῦμε τά ἑξῆς: Α) Τό θρησκευτικό καί μαγικό ὑπόβαθρο τῶν ἑορτῶν αὐτῶν μέ τό τελετουργικό τους (παρόμοιες συναντᾶμε σέ ὅλους τους ἀρχαίους λαούς) τίς συνδέει μέ τήν ἐπιθυμία τῶν ἀνθρώπων, γιά νά καταστεῖ εὐνοϊκή γι᾿ αὐτούς ἡ νέα χρονιά, ἤ τίς συσχετίζει μέ τήν Ἄνοιξη, ὅταν ἡ φύση ἀναγεννᾶται, ὁπότε προσδοκοῦσαν καλή σοδειά καί πλούσια τα γεννήματα τῆς γῆς, στοιχεῖο πού ὑποκρύπτεται ἀκόμα καί σήμερα στόν ἑορτασμό τῆς Ἀποκριᾶς στά χωριά μας. Γράφει ὁ μεγάλος λαογράφος Γεώργιος Μέγας: «Εἰς τά χωρία ὁ ἀγρότης καί μέσα εἰς τά γέλια καί φαγοπότια τῆς Ἀποκριᾶς ἔχει τήν αἴσθησιν τῆς μεταβολῆς πού ἐπέρχεται τήν ἐποχήν αὐτήν εἰς τήν φύσιν καί θέλει μέ πράξεις καί ἐνεργείας, εἰς τάς ὁποίας εἶναι ἐκ παλαιᾶς μαγείας συνηθισμένος, νά ὑποβοηθήσει εἰς τόν ἐρχομόν τῆς ἀνοίξεως, νά ἐξασφαλίσει τήν βλάστησιν καί εὐφορίαν τῶν ἀγρῶν».10 Β) Ἐκτός ἀπό τό θρησκευτικό τους ὑπόβαθρο, εἶχαν κι ἕνα λαϊκό, ἀκόμη καί κοινωνικό, χαρακτήρα: ὁ λαός συμμετεῖχε σ᾿ αὐτές μαζικά, εὕρισκε τήν εὐκαιρία νά χαρεῖ, νά ξαποστάσει, νά ξεφύγει ἀπό τήν καθημερινότητα, οἱ ἄνθρωποι -δοῦλοι καί ἀφεντικά- ἐξισώνονταν, τά ταμπού καταργοῦνταν. Γ) Χαρακτηριστικά των ἑορτῶν εἶναι τό γλέντι, ἡ οἰνοποσία, ὁ χορός, ἡ αἰσχρολογία καί ἡ ἀκολασία. Δ) Ἄλλο χαρακτηριστικό τους εἶναι ἡ μεταμφίεση, δηλαδή ἡ μεταβολή τῆς ἐνδυμασίας, ἔθιμο καί αὐτό πανάρχαιο, συναντώμενο σέ ὅλους τούς λαούς, ἀνεξαρτήτως πολιτιστικοῦ ἐπιπέδου. Πρόκειται γιά ἕνα ἔθιμο μέ μαγική ἀφετηρία, ἀφοῦ οἱ πρωτόγονοι λαοί πίστευαν ὅτι αὐτός πού ντύνεται δέρμα

ζώου ἤ προσωπεῖο κάποιας θεότητας ἤ ἑνός νεκροῦ, ἐνσαρκώνει αὐτό τό ἴδιο το ζῶο, τό νεκρό ἤ τό θεό καί λαμβάνει τή δύναμη καί τίς ἰδιότητές του. Ἕνα τέτοιο μαγικό χαρακτήρα εἶχαν π.χ. οἱ μεταμφιέσεις τῶν Λουπερκαλίων. Σήμερα ὁ χαρακτήρας αὐτός ἔχει χαθεῖ. Ε) Τονίζουμε, τέλος, ὅτι σταδιακά το θρησκευτικό ὑπόβαθρο τῶν ἐορτών, κυρίως στό ρωμαϊκό imperium, παραμερίστηκε καί σχεδόν χάθηκε, ἐνῶ οἱ τελετουργίες ἔμειναν σχεδόν δίχως νόημα, καθώς τονίστηκε ὁ κοσμικός καί λαϊκός χαρακτήρας τῶν ἑορτῶν, κάτω καί ἀπό τήν ἐπιθυμία γιά «ἄρτον καί θεάματα» τοῦ ρωμαϊκοῦ ὄχλου. Μέ τήν πρώτη κιόλας ματιά παρατηρεῖ κανείς ὅτι στά ἔθιμα τῆς Ἀποκριᾶς πού σώζονται μέχρι σήμερα διατηροῦνται ἀρκετά στοιχεῖα ἀπό τίς παγανιστικές αὐτές ἑορτές, ὅπως ἡ μεταμφίεση, τό γλέντι, τό φαγοπότι, οἱ φωτιές καί ἡ ἐλευθεροστομία μέ τά σατιρικά καί κάποτε ἄσεμνα τραγούδια, τά ὁποῖα συναντοῦμε σέ ὅλες τίς περιοχές τῆς Ἑλλάδας. Ἀπό αὐτή τήν ἀποκριάτικη ἐξαλλοσύνη προέρχεται καί τό κρητικό δίστιχο: «Τίς μεγάλες Ἀποκρές κουζουλαίνουνται κι οἱ γρές». Ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας: Ἐρχόμαστε τώρα στήν παρουσίαση τῆς στάσης τῆς Ἐκκλησίας ἔναντι των παγανιστικῶν αὐτῶν ἑορτῶν καί τελετουργιῶν. Γιά νά τήν κατανοήσουμε, πρέπει νά τήν προσεγγίσουμε νηφάλια, θέτοντας ὡς βάση κάποιες ἱστορικές παραδοχές, οἱ ὁποῖες θά μᾶς βοηθήσουν πρός αὐτή τήν κατεύθυνση. 1η παραδοχή: Ἀφορᾶ τό περιβάλλον ἐντός τοῦ ὁποίου ἐμφανίστηκε καί διαδόθηκε ὁ Χριστιανισμός. Εἶναι ἱστορικά βεβαιωμένο ὅτι, ὅταν ὁ Χριστιανισμός ἄρχισε νά ἐξαπλώνεται στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο, συνάντησε ἕνα πλῆθος ἀντιξοοτήτων, ὅπως ἐξάλλου ἦταν φυσικό γιά μιά καινούργια διδασκαλία κι ἕνα νέο τρόπο ζωῆς. Ποιό ἦταν τό περιβάλλον μέσα στό ὁποῖο κλήθηκε νά ζήσει καί νά διαδοθεῖ; Ἐπρόκειτο γιά ἕνα συγκρητιστικό ἀπό θρησκευτική ἄποψη περιβάλλον, ὅπου ἀναμίχθηκαν οἱ ἑλληνικές μέ τίς ἀνατολικῆς προέλευσης θεότητες, ὅπως ἡ Κυβέλη, ἡ 33


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Ἴσιδα, ὁ Ὄσιρις. Ἤδη στή ρωμαϊκή θρησκεία εἶχαν εἰσαχθεῖ οἱ ἑλληνικές θεότητες, πού κι αὐτές ἀφομοιώθηκαν μέ τούς ἐντόπιους θεούς. Τήν ἴδια ἐποχή στίς ἐθνικές θρησκεῖες εἶχαν κάνει τήν ἐμφάνισή τους τά λεγόμενα «μυστήρια», δηλαδή τελετουργίες πού ὑπόσχονταν μιά μελλοντική εὐδαίμονα ἀθανασία. Τά πιό σπουδαῖα ἀπό αὐτά ἦταν τοῦ Διονύσου καί τῆς Σεμέλης, τῆς Δήμητρας καί τῆς Περσεφόνης, τῆς Ἴσιδας καί τοῦ Ὄσιρη καί τοῦ Μίθρα. Πηγή αὐτῶν τῶν «μυστηρίων» ὑπῆρξε τό φυσικό φαινόμενο τῆς Ἄνοιξης, δηλαδή ἡ κατά τό χειμώνα νέκρωση καί ἡ κατά τήν Ἄνοιξη ἀναζωογόνηση τῆς φύσης. Τά μυστήρια συνοδεύονταν ἀπό μυστηριακές πράξεις, ὅπως ὠμοφαγία κρέατος ζώου στά Διονύσια11, λήψη ἑνός ἀγνώστου σέ μᾶς ποτοῦ, τοῦ «κυκεώνα», στά Ἐλευσίνια. Ἄλλη μυστηριακή πράξη ἦταν στά μυστήρια τῆς Κυβέλης τό «κριοβόλιον» ἤ «ταυροβόλιον»12, ὅπου οἱ συμμετέχοντες ἔμπαιναν σ’ ἕνα λάκκο καί δέχονταν στό πρόσωπο τό αἷμα τῶν κριῶν ἤ τῶν ταύρων πού σφάζονταν πάνω ἀπό τό λάκκο. Παρόμοιες τελετουργίες λάμβαναν χώρα καί στά ἄλλα μυστήρια13. Ἀπέναντι σέ ὅλες αὐτές τίς «ἄλογες» τελετές ὁ Χριστιανισμός ἦταν φυσικό νά ἀντιτάξει τή δική του ἀντίληψη γιά τή λατρεία: ὁ Ἀπόστ. Παῦλος κάνει λόγο γιά «λογική» λατρεία14, ξεκινώντας ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι λογική ψυχή. Ὁ Μ. Βασίλειος15 λέγει πολύ καθαρά ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «λόγῳ τετιμημένος», ἤ, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης16, εἶναι «ποίημα Θεοῦ λογικόν κατ᾿ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν». Σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: «Κοίταξε, τό θυσιαστήριό μας εἶναι στόν οὐρανό, ἐκεῖ ἔχουμε τόν ἱερέα ἐκεῖ 34

γίνεται ἡ θυσία. Ἄς προσφέρουμε λοιπόν τέτοιες θυσίες, αὐτές δηλαδή πού μποροῦν νά προσφερθοῦν σ᾿ ἕνα τέτοιο θυσιαστήριο. Ὄχι πιά πρόβατα καί βόδια, ὄχι αἷμα καί μυρωδιά ψημένου κρέατος. Ὅλα αὐτά ἔχουν παρέλθει καί ἀντί γι᾿ αὐτά ἔχει εἰσαχθεῖ ἡ λογική λατρεία»17. Εἶναι σαφές ὅτι ἀφενός ὁ Χριστιανισμός ἐπιζητοῦσε μέ τή λογική λατρεία νά ἐπιστρέφει ὁ ἄνθρωπος, ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση, σέ μιά «ἀπολλώνεια» φωτεινότητα καί λογικότητα, στήν πνευματική λατρεία τοῦ «νοητοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης», καί ἀφετέρου νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό κάθε βάρβαρη, ἐνστικτώδη καί ἄλογη πράξη, ἀπό καθετί πού τόν κατεβάζει στό ἐπίπεδο τῆς ζωώδους ἀντιμετώπισης τῆς ζωῆς. Ἡ νέα συλλογικότητα πού δημιούργησε ὁ Χριστιανισμός, δηλ. ἡ Ἐκκλησία, δέν βασιζόταν στό ἀσυνείδητο ἔνστικτο οὔτε σέ πράξεις μαγικές, ἀλλά στήν ἀγάπη καί στήν ἔλλογη καί συνειδητή λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, λατρεία λογική, δηλ. πνευματική. Ἦταν ἑπόμενο, ἡ νέα αὐτή στάση ζωῆς καί ἡ νέα ἀντίληψη γιά τή λατρεία νά ἔλθει σέ ἀντίθεση καί σέ σύγκρουση μέ τόν εἰδωλολατρικό κόσμο. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἦταν ἐπίσης ἑπόμενο, μέσα σ᾿ ἕνα κλίμα θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, ὁ Χριστιανισμός νά θελήσει νά διαφυλάξει τήν πίστη καί τήν ταυτότητά του, διαστέλλοντας μέ σχεδόν ἀπόλυτο τρόπο τόν ἑαυτό του ἀπό τό θρησκευτικό-ἰδεολογικό «ἀλαλούμ» πού ἐπικρατοῦσε γύρω του. Εἶναι γνωστό, ἐξάλλου, ὅτι ἀρκετοί χριστιανοί πού προέρχονταν ἀπό τίς τάξεις τῶν ἐθνικῶν κρατοῦσαν ἀκόμη διάφορα ἀπό τά παλαιά ἔθιμά τους, ὅπως γιά παράδειγμα οἱ χριστιανοί τῆς Κόρινθου, στίς τάξεις τῶν ὁποίων εἶχε δημιουργηθεῖ τό πρόβλημα ἄν ἔπρεπε νά τρῶνε ἀπό τά εἰδωλόθυτα, δηλαδή τά κρέατα πού προέρχονταν ἀπό εἰδωλολατρικές θυσίες, ὅπως πληροφορούμαστε ἀπό τήν Α΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ Παύλου18. Ἔπρεπε καί αὐτοί σταδιακά νά ἀποκοποῦν ἀπό τίς παλιές τους συνήθειες. 2η παραδοχή: Ἀφορᾶ τό καθαρά ἠθικό μέρος αὐτῶν τῶν ἑορτῶν. Οἱ δεισιδαίμονες καί ἀμόρφωτες μάζες τοῦ λαοῦ συμμετεῖχαν μέ πάθος σέ αὐτές τίς μαγικές (στήν οὐσία) ἑορτές, διότι οἱ ἰθύνοντες προνόησαν νά προσ-


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

δώσουν σέ αὐτές ἀφάνταστη ἐλευθεριότητα, ἀκόμη καί για τά πιό ταπεινά ὁρμέμφυτα τῶν συμμετεχόντων. Οἱ ἀρχαῖες πηγές μᾶς διασώζουν καταπληκτικές λεπτομέρειες γιά τά δρώμενα στίς διονυσιακές ἑορτές. Ὁ ἀχαλίνωτος ἐρωτισμός, χωρίς κανένα φραγμό καί ἀναστολή, εἶχε ἀναχθεῖ ὡς ἡ κύρια ἔκφανση καί δρώμενο αὐτῶν τῶν ἑορτῶν. Οἱ ἐλεύθερες ἐρωτικές μείξεις ἦταν τό δέλεαρ πού προσέλκυε τό λαό νά μετέχει στίς ἑορτές. Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν καταπιεσμένες στήν ψυχή τους ἀνικανοποίητες ἐρωτικές ἕξεις, μποροῦσαν νά τίς ἱκανοποιήσουν στό ὄνομα τοῦ Διόνυσου ἤ τοῦ Σατούρνου. Οἱ ἀξίες τῆς συζυγικῆς πίστης, τῆς ἐρωτικῆς ἀφοσίωσης, τῆς ἄδολης ἕλξης τῶν ἑτερόφυλων νέων, τῆς αἰδοῦς κ.λπ., δέν εἶχαν θέση στίς διονυσιακές καί στίς ρωμαϊκές ἑορτές. Οἱ βωμολοχίες, οἱ ἄσεμνες χειρονομίες, οἱ περιφορές τῶν φαλλῶν, δηλαδή τεραστίων ὁμοιωμάτων τοῦ ἀνδρικοῦ ὀργάνου, οἱ ξέφρενοι ὀργιαστικοί χοροί, ἡ οἰνοποσία μέχρι καί αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ θανάτου, οἱ ὑστερικές κραυγές, οἱ εἰδεχθεῖς μεταμφιέσεις, ὁ δαιμονικός θόρυβος καί ἡ ἐκκωφαντική μουσική, τῶν αὐλῶν καί τῶν τυμπάνων συνέθεταν ἕνα νοσηρό μυστικιστικό κλίμα, τό ὁποῖο ἐνεῖχε τό μαγικό στοιχεῖο. Ἦταν μιά ἀνοικτή τεράστια μαγική τελετουργία γιά νά ξορκιστοῦν οἱ κακές δαιμονικές δυνάμεις19. Ἀξίζει ἐπίσης νά ἀναφέρουμε τήν ἱστορική πληροφορία, πώς στήν ἀρχαία Ρώμη, ὅταν ὁ ἀρχαῖος κόσμος βρισκόταν σέ τέλεια παρακμή, οἱ λάτρεις τοῦ Διονύσου (Βάκχου) εἶχαν ὀργανωθεῖ σέ ἰδιότυπους θρησκευτικούς συλλόγους, οἱ ὁποῖοι τελοῦσαν τά περιβόητα ὄργια «Βακανάλια»: «Ἡ ἐπιμειξία τῶν δύο φύλων (ἐν καιρῷ νυκτός) ἐξέτρεπε τήν ἑορτήν εἰς σκηνάς κραιπάλης καί παρά φύσιν ὄργια, δικαιολογούμενα ὑπό τῶν μεμυημένων ἐκ τῆς λατρείας τοῦ Διονύσου, ὅστις ἐθεωρεῖτο σύμβολον τῆς ἀναπαραγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου. Παρθένοι καί νέοι διεφθείροντο κατ᾿ αὐτά καί ἐκορέννυντο ἐν αὐτοῖς πᾶν εἶδος σαρκικῶν ὀρέξεων. Σύν τῷ χρόνῳ δέ τό ἔγκλημα δέν περιορίζετο μόνον εἰς τήν τέλεσιν ἀνηθικοτήτων, ἀλλ᾿ ἔλαβε μεγάλας διαστάσεις διότι κατά τά Βακανάλια ἐφιλοτεχνοῦντο καί ἐγίνοντο πλαστογραφίαι καί ἑτοιμάζοντο πλασταί διαθῆκαι.

Ἀκόμη δέ αἱ δηλητηριάσεις καί αἱ δολοφονίαι ἐμελετῶντο εἰς τά καταγώγια ἐκεῖνα. [...] Κατήντησεν τέλος ἡ θρησκευτική ἐκείνη ἑορτή νά ἔχει ὡς ἀρχήν τήν παραβίασιν παντός τῆς θρησκείας καί τῆς πολιτείας νόμον»20. Στή μεγάλη ἠθική κατάπτωση πού εἶχε ἐπικρατήσει στά πρῶτα χρόνια τῆς ἐμφάνισης τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀναφέρεται καί ὁ Ἀπ. Παῦλος στήν ἐπιστολή του πρός τούς Ρωμαίους21, ὅπου διαβάζουμε: «Οἱ γυναῖκες ἀντικατέστησαν τίς φυσικές σχέσεις μέ ἀφύσικες· τό ἴδιο καί οἱ ἄντρες ἄφησαν τή φυσική σχέση μέ τή γυναίκα καί φλογίστηκαν μέ σφοδρό πάθος ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο, διαπράττοντας ἀσχήμιες ἀρσενικοί μ’ ἀρσενικούς... Εἶναι γεμάτοι ἀπό κάθε εἴδους ἀδικία, πορνεία, πονηριά, πλεονεξία, κακία...». Ὅμως, καί μετά τήν κατάρρευση τῆς ἀρχαίας θρησκείας ἡ συνήθεια τοῦ διονυσιασμοῦ παρέμεινε ζωντανή στίς ψυχές πολλῶν ἀνθρώπων, πού συνέχιζαν νά τιμοῦν τό Βάκχο μέ τόν ἴδιο ὀργιαστικό καί μαγικό τρόπο. Εἶναι, νομίζω, εὔκολο τώρα νά κατανοήσει κανείς γιατί ἡ Ἐκκλησία ὕψωσε τεῖχος ἀπέναντι σέ τέτοιου εἴδους ἑορτές καί ἐκδηλώσεις: τό ἦθος τό δικό της καμιά σχέση δέν εἶχε μέ τήν κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε σ᾿ αὐτές τίς παγανιστικές ἑορτές. Τό ἐκκλησιαστικό ἦθος ἔχει νά κάνει μέ τή γαλήνη, τήν ἠρεμία τῆς ψυχῆς, τή συνειδητότητα, τή σωφροσύνη, τή νηφαλιότητα· ὄχι μέ τό ἔνστικτο, τό θόρυβο, τήν ἀκηδία, τήν ἀκολασία, τή μέθη. Ἔτσι δέν εἶναι τυχαῖο, γιά παράδειγμα, ὅτι ὅλοι σχεδόν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων (ἅγιοι Βασίλειος, Γρηγόριος, Ἰωάννης Χρυσόστομος) ἔχουν γράψει λόγους κατά τῆς μέθης, κατά τοῦ ἀλκοολισμοῦ, ὅπως θά λέγαμε σήμερα. Ἀναφερόμενος π.χ. ὁ Ἱερός Χρυσόστομος στή μέθη, γράφει: «Δέν κάνει χαρούμενο τόν ἄνθρωπο τό μεθύσι, ἀλλά ἡ πνευματική προσευχή, ὄχι τό κρασί, ἀλλά ὁ πνευματικός λόγος. Τό κρασί φέρνει τήν ταραχή στήν ψυχή, ὁ λόγος τή γαλήνη· τό κρασί βάζει στήν ψυχή τό θόρυβο, ὁ λόγος τόν διώχνει· τό κρασί συσκοτίζει τή σκέψη, ὁ λόγος τή γεμίζει μέ φῶς, ὅταν εἶναι γεμάτη σκοτάδι· τό κρασί εἰσάγει στήν ψυχή ἀπελπισία πού πρίν δέν ὑπάρχει, ἐνῶ ὁ λόγος τήν ἀπομακρύνει»22. Μέ σφοδρότητα κατα35


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

φέρονται οἱ Πατέρες καί ἐναντίον τῶν ὀρχήσεων, τῶν μεταμφιέσεων καί τῶν προσωπείων. «Στά μυστήρια τῶν ἐθνικῶν, γράφει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος23, ἐπικρατοῦν οἱ χοροί, ἐνῶ στά δικά μας ἡ σιγή, ἡ εὐκοσμία, ἡ αἰδώς καί ἡ ἤρεμη συμπεριφορά». Ὅσον ἀφορᾶ στίς μεταμφιέσεις καί τά προσωπεῖα, αὐτά, κατά τούς ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς, συνδέονται μέ τήν ἀπάτη, τήν κολακεία, τήν ὑποκρισία καί γενικά μέ τήν κακία καί τόν ἐπίπλαστο βίο, ἐνῶ ἀποτελοῦν καί εἰκόνα τοῦ παρόντος ἀπατηλοῦ καί πρόσκαιρου βίου. Ἐκεῖνο, ὅμως, πού ἐνδιαφέρει τό ἐκκλησιαστικό ἦθος δέν εἶναι τό προσωπεῖο ἀλλά τό πρόσωπο, δηλαδή ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου. Θά πρέπει στό σημεῖο αὐτό νά σημειωθεῖ ὅτι, σύμφωνα μέ μαρτυρία τοῦ Χρύσιππου, πού τή διασώζει καί ὁ Ὠριγένης, τό προσωπεῖο τό φοροῦσαν ἀρχικά οἱ ἑταῖρες, οἱ ὁποῖες ζοῦσαν καί προσέφεραν τίς «ὑπηρεσίες» τους ἔξω ἀπό τήν πόλη. Ἀργότερα ἔβγαλαν τό προσωπεῖο, ἀλλά ἐξακολουθοῦσαν νά ζοῦν ἐκτός πόλεως. Κατόπιν, «πλείονος τῆς διαστροφῆς γιγνομένης ὁσημέραι» τόλμησαν νά μποῦν καί μέσα στήν πόλη24. Μιά συνήθεια πού εἶχε μιά τέτοια ἀναφορά δέν μποροῦσε κανείς νά περιμένει ὅτι θά τήν υἱοθετοῦσε ἡ Ἐκκλησία. Γιά τούς παραπάνω λόγους κι ἐπειδή ὅλες αὐτές οἱ παγανιστικές ἑορτές ἦταν βαθιά ριζωμένες στά ἤθη τῶν λαῶν κατά τή διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ Ἐκκλησία προσπάθησε, ἀντί νά τίς καταργήσει, νά τίς μετατρέψει σέ χριστιανικές ἑορτές. Ἔτσι προέκυψε ἡ περίοδος τῆς Ἀπόκρεως μέ τό Καρναβάλι, μιά λέξη πού σημαίνει «ἀποχή ἀπό τό κρέας» [ἀπό τό ἰταλικό carnevale, τό ὁποῖο μέ τή σειρά του παράγεται ἀπό τίς λατινικές λέξεις carocarnis (=κρέας) καί levare (=σηκώνω, ἀπομακρύνω)]. Στή νέα αὐτή γιορτή ἡ Ἐκκλησία θέλησε νά δώσει ἕνα πνευματικό περιεχόμενο, ἀπαλλάσσοντάς την ἀπό τίς ὑπερβολές καί τόν ἐκτραχηλισμό τῶν ἠθῶν. Ἐπειδή ὅμως ἡ συνήθεια τῶν μεταμφιέσεων καί ἐν γένει τῶν βακχικῶν ἐκδηλώσεων στίς ἀποκριάτικες ἑορτές συνεχίστηκε καί στά βυζαντινά χρόνια, ἡ Ἐκκλησία μέ τόν 62ο Κανόνα τῆς Πενθέκτης ἤ Ἐν Τρούλλῳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ 692 μ.Χ. ἀπαγόρευσε τίς μεταμφιέσεις καί καθετί πού θύμιζε τόν 36

ἀρχαῖο Βάκχο: «Ἀλλά μήν (περιαιρεθῆναι βουλόμεθα) καί τάς τῶν γυναικῶν δημοσίας ὀρχήσεις, καί πολλήν λύμην καί βλάβην ἐμποιεῖν δυναμένας. Ἔτι καί τάς ἐν ὀνόματι τῶν παρ᾿ Ἕλλησι ψευδῶς ὀνομασθέντων θεῶν, ἤ ἐξ ἀνδρῶν ἤ γυναικῶν γινομένας ὀρχήσεις καί τελετάς, κατά τι ἔθος παλαιόν καί ἀλλότριον τοῦ τῶν Χριστιανῶν βίου, ἀποπεμπόμεθα, ὁρίζοντες μηδένα ἄνδρα γυναικείαν στολήν ἐνδιδύσκεσθαι, ἤ γυναῖκα τοῖς ἀνδράσιν ἁρμόδιον. Ἀλλά μήτε προσωπεῖα κωμικά, ἤ σατυρικά, ἤ τραγικά ὑποδύεσθαι». Μπορεῖ νά μᾶς φαίνεται ὑπερβολικός αὐτός ὁ κανόνας σήμερα, ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἔπρεπε νά διαστέλλει καί νά ξεχωρίζει πάντοτε καθετί τό ξένο πρός τόν «τῶν χριστιανῶν βίον». Αὐτό ἀνῆκε στά καθήκοντά της. Κι ἄν κάποιος ἀντέλεγε ὅτι τελικά, ἀφοῦ ὁ λαός ἔπραττε ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία ἔπρεπε νά τόν ἀκολουθήσει καί νά μήν ἀντιταχθεῖ στίς ἐπιλογές του, ἡ πείρα δείχνει ὅτι ὁ ὄχλος δέν ἔχει πάντοτε δίκιο, ὅπως τό λέγει μέ τόν πιό κατηγορηματικό τρόπο ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, συνεχίζοντας, κατά κάποιο τρόπο, στό σημεῖο αὐτό τίς ἀπόψεις τοῦ Σωκράτη περί τῆς προτεραιότητας τῆς γνώμης τοῦ ἐπαΐοντος: «Δέν ἔχει ὀρθή κρίση ὁ ὄχλος» γράφει, «ἀλλά θαυμάζει αὐτούς πού ὑπηρετοῦν τίς ἐπιθυμίες του. Καί ἄν θέλετε νά τό καταλάβετε, μάθετέ το ἀπό ἐκείνους πού χαρίζουν τήν περιουσία τους στίς πόρνες, στούς ἡνιόχους καί στούς χορευτές»25. Τελικά, μίμοι, ἠθοποιοί, χορευτές κατατάσσονται στήν ἴδια κατηγορία μέ αὐτούς πού ζοῦν «ἐπί λύμῃ τοῦ βίου», δηλ. τίς πόρνες, τούς ληστές, τούς μάγους, τούς τυμβωρύχους26. Παραθέτω ἕνα ἀκόμη ἀπόσπασμα ἀπό τόν Ἱερό Χρυσόστομο, πού μέ ἐξαιρετική σαφήνεια χαράζει τή γραμμή, ἡ ὁποία χωρίζει τίς ἑορτές τῶν Ἰουδαίων καί τῶν ἐθνικῶν ἀπό τίς χριστιανικές καί τήν τεράστια διαφορά μεταξύ τοῦ ἤθους τῶν παγανιστικῶν ἐθίμων καί τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους: «Ἐκεῖνοι (δηλ. οἱ Ἰουδαῖοι καί οἱ Ἕλληνες) ἄς ὀνομάζουν ἑορτές καί πανηγύρια τό μεθύσι καί ὅλες τίς ἄλλες ἀκολασίες καί ἀσχημοσύνες, πού εἶναι φυσικό λόγῳ τῆς μέθης νά σέρνονται ξοπίσω τους. Ἀντίθετα πρός ἐκείνους, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἄς ὀνομάζει ἑορτή τή νηστεία, τήν περιφρόνηση δηλαδή τοῦ στομαχιοῦ καί


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

κάθε ἀρετή πού ἀκολουθεῖ τή νηστεία. Διότι ἡ ἀληθινή ἑορτή βρίσκεται ἐκεῖ πού ὑπάρχει σωτηρία τῆς ψυχῆς, ἐκεῖ πού ὑπάρχει εἰρήνη καί ὁμόνοια, ἐκεῖ πού ἔχει ἐκδιωχθεῖ κάθε βιοτική φαντασία, ὅπου δέν ὑπάρχουν κραυγές καί θόρυβος καί μάγειροι νά πηγαινοέρχονται καί σφαγές ζώων. Ἐκεῖ, ἀντί γιά ἐκεῖνα, βασιλεύει ἡ ἠρεμία, ἡ γαλήνη, ἡ ἀγάπη καί ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη καί ἡ πραότητα καί μυριάδες ἄλλα ἀγαθά»27. Συμπέρασμα: Εἶναι λοιπόν ἡ Ἐκκλησία ἐναντίον τῆς εὐωχίας, τῆς χαρᾶς καί τῶν σωματικῶν εὐχαριστήσεων; Ἐκεῖνο πού πρέπει νά τονίσουμε μέ ἔμφαση εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι πλατωνισμός ἤ μανιχαϊσμός, πράγμα πού σημαίνει ὅτι τιμᾶ καί σέβεται τό σῶμα καί τήν ὑλική ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Τό «ὄχι» τῆς Ἐκκλησίας ἀφορᾶ τίς ὑπερβολές. Ὡς πρός αὐτό τόν χρυσό κανόνα, ἡ Ἐκκλησία ἀκολουθεῖ τήν ἠθική διδασκαλία τοῦ Ἀριστοτέλη (την οποία αποδέχονται και Πατέρες του ύψους του αγίου Γρηγορίου Νύσσης), ὁ ὁποῖος ὁρίζει στά «Ἠθικά Νικομάχεια» τήν ἀρετή ὡς μεσότητα: «Εἶναι λοιπόν ἡ ἀρετή», γράφει, «σταθερό στοιχεῖο τόν χαρακτήρα μας, πού ἐπιλέγεται ἐλεύθερα, ἡ ὁποία σέ σχέση μέ ἐμᾶς βρίσκεται στό μέσο καί καθορίζεται μέ τή λογική καί συγκεκριμένα μέ τή λογική πού καθορίζει ὁ συνετός ἄνθρωπος»28. Τό μέτρο καί γιά τήν Ἐκκλησία εἶναι τό σύμφωνο μέ τήν ἀνθρώπινη φύση: οὔτε ἔλλειψη οὔτε ὑπερβολή. Ὑπερβολή ὑπάρχει μόνο στήν ἀρετή, ἡ ὁποία ὡς πρός αὐτό εἶναι «ἀκρότης», ὅπως τήν ὅριζε πάλι ὁ Ἀριστοτέλης29. Ἔτσι, ὁ Μ. Ἀθανάσιος γράφει: «Κατά φύσιν ἡ σύμμετρος τροφή· παρά φύσιν ἡ γαστριμαργία· ὑπέρ φύσιν ἡ νηστεία. Ὠσαύτως πάλιν κατά φύσιν ἡ εἰρήνη· παρά φύσιν ἡ ταραχή· ὑπέρ φύσιν ἡ πρός τούς ἐχθραίνοντας ἀγάπη»30. Ἀλλοῦ ὁ ἴδιος γράφει ὅτι οἱ Πατέρες δέν ἔδωσαν σέ ὅλους τό ἴδιο μέτρο ὅσον ἀφορᾶ τή νηστεία, ἐπειδή δέν ἔχουν ὅλοι τήν ἴδια δύναμη, λόγῳ ἡλικίας, ἀσθένειας ἤ σωματικῆς κατασκευῆς. Καί συνεχίζει: «Μέ τήν ὑπερβολική ἀσιτία ἀτονεῖ τό σῶμα καί γίνεται ὀκνηρό στίς πνευματικές λειτουργίες, ἐνῶ, ὅταν βαραίνει ἀπό τό πολύ φαγητό, γεννιέται στήν ψυχή ἀδράνεια καί ἡ ἀποχαύνωση»31. Καί ὁ Ἱερός Χρυσόστομος σημειώνει πώς τά πολυτελῆ τραπέζια

δέν ἔχουν καμιά σχέση μέ τήν ἀρετή, ὅπως μπορεῖ κανείς νά ἀρρωστήσει καί ἀπό τήν πολλή σκληραγωγία καί τήν παρατεταμένη καί ἔντονη νηστεία32 καί μιλεῖ γιά «σύμμετρον νηστείαν»33. Φαίνεται ἐδῶ ὅτι τόσο ἡ ὑπερβολή ὅσο καί ἡ ἔλλειψη εἶναι κακό. Ἐκεῖνο πού πρέπει νά ἐπιδιώκεται εἶναι τό ἑλληνικό μέτρο τῆς ἀρετῆς, κάτι πού σαφῶς καί ἦταν ἀνύπαρκτο στίς παγανιστικές ἑορτές καί στά καρναβαλικά ἔθιμα. Συμπερασματικά θά λέγαμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ἀντίθετη μέ τό γλέντι, τίς ἀνθρώπινες μικρές ἤ μεγάλες χαρές ἤ τίς εὐχαριστήσεις τοῦ σώματος. Καί πάλι ὁ Ἱερός Χρυσόστομος σέ μιά ὁμιλία του, ἀφοῦ περιγράφει μέ ἐξαιρετική τέχνη τό στολισμό τῶν σπιτιῶν καί τῆς πόλης ὁλόκληρης καί τήν εὐωχία τῶν ἀνθρώπων γιά τήν πρωτοχρονιά, σημειώνει: «Ἀλλά αὐτή ἡ γενναιοδωρία (γιά τό στολισμό), ἄν καί εἶναι χαρακτηριστικό παιδικῆς ψυχῆς καί σκέψης [...), ὅμως δέν ἐπιφέρει τόσο μεγάλη βλάβη, ἀλλά εἶναι μιά χωρίς νόημα δραστηριότητα, πού φέρνει τό γέλιο σέ ὅσους ἀσχολοῦνται μέ αὐτήν»34. Ὑπάρχει λοιπόν, θά ἔλεγε κανείς, μιά ἀνοχή σ᾿ αὐτές τίς ἐκδηλώσεις, στό βαθμό πού δέν ξεφεύγουν ἀπό τά ὅρια τῶν χρηστῶν ἠθῶν, στό βαθμό πού δέν κυριαρχοῦν τά πάθη καί ὁ ἄνθρωπος δέν ὑποδουλώνεται σ᾿ αὐτά. Ἄν λοιπόν ἡ Ἐκκλησία ἦταν καί εἶναι ἐπιφυλακτική ἤ καί ἀντέδρασε καί ἀντιδρᾶ καί σήμερα στίς ξέφρενες ἀποκριάτικες ἐκδηλώσεις, τό κάνει ὄχι μόνο γιατί εἶναι ἀντίθετες στό ἦθος καί στό δόγμα της, ἀλλά καί ἐπειδή πολύ συχνά 37


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

εἶναι προσβλητικές γιά τό ἴδιο τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Εἰδικά σήμερα μέ τήν ἐμπορευματοποίηση τοῦ Καρναβαλιοῦ, μέ τίς τεράστιες σπατάλες γιά κακόγουστα πολλές φορές θεάματα, μέ τά ξενόφερτα ἔθιμα, μέ τήν ὑπερβολική, μέχρι λιποθυμίας πολλές φορές, κατανάλωση ἀλκοόλ καί μέ τήν ἀναβίωση παγανιστικῶν ἐθίμων στό ὄνομα τῆς «παράδοσης» (νά ἕνα θέμα πού σηκώνει πολλή συζήτηση), τό πράγμα τείνει νά πάρει κι ἔχει πάρει ἄλλες διαστάσεις. Ποτέ ἡ Ἐκκλησία δέν ἦταν ἐναντίον τῶν οἰκογενειακῶν ἀποκριάτικων ἐθίμων, ἐθίμων πού ἔδεναν τίς οἰκογένειες, πού σμίλευαν τίς ἀνθρώπινες σχέσεις καί ἔδιναν ἕνα διαφορετικό χρῶμα στίς μέρες πρίν ἀπό τή Σαρακοστή. Στό πλαίσιο αὐτῶν τῶν ἐθίμων, πού διασώζονται ἀκόμη σέ κάποια χωριά, καί τά πειράγματα καί «οἱ κουζουλάδες» εἶχαν «τό χάζι» τους. Γιά τήν Ἐκκλησία τά πάντα εἶναι εὐλογημένα, ἀρκεῖ νά μήν καταστρέφουν καί διαστρέφουν τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, ἀρκεῖ νά μήν ὑπερβαίνουν τό μέτρο τοῦ σεβασμοῦ καί τοῦ αὐτοσεβασμοῦ, ἀρκεῖ νά μήν ἀποκτηνώνουν τόν ἄνθρωπο. Βέβαια, πάντοτε στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο ὑπῆρχαν καί ὑπάρχουν καί οἱ κακῶς ἐννοούμενοι«ζηλωτές», αὐτοί πού ἀντιμετωπίζουν τά πράγματα μέ ἀπόλυτη αὐστηρότητα ἀλλά καί αὐτοί πού βλέπουν παντοῦ διαβόλους καί ἁμαρτωλούς. Πρόκειται για ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι καμιά φορά μέ τόν ὑπερβάλλοντα ζῆλο τους κάνουν κακό στήν Ἐκκλησία, γιατί μένουν πιστοί στό γράμμα καί 38

ὄχι στό πνεῦμα της. Τό ἐκκλησιαστικό ὅμως πνεῦμα εἶναι πνεῦμα ἀγάπης καί ἀνεκτικότητας ὄχι ἀπέναντι στό κακό ἀλλά ἀπέναντι στόν ἁμαρτωλό, ἀδύναμο καί μικρό ἄνθρωπο. Ἡ Ἐκκλησία δέν κατασκευάζει δαίμονες, γιά νά μάχεται ἐναντίον τους, ἀλλά προβάλλει διαρκῶς τό καλό, τήν ὀμορφιά καί τήν ἀλήθεια, δηλαδή το Χριστό, πού εἶναι τό φῶς, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή, καί μέ αὐτό τόν τρόπο «ξορκίζει» τό κακό. Ἡ Ἐκκλησία διαλέγεται μέ τόν κόσμο, ἐνῶ τήν ἴδια στιγμή διατηρεῖ τήν ἀντίθεση τοῦ Εὐαγγελίου μέ τήν κοσμική ἠθική, ἐκφράζοντας αὐτό πού τήν καθιστά μιά ἄλλη πρόταση ζωῆς γιά τόν κόσμο. Ἐπιλογικό Ἐκεῖνο λοιπόν πού πρέπει νά γίνει σχετικά με τις Απόκριες, ὅσο καί ὅπου αὐτό εἶναι δυνατόν, εἶναι νά ξαναβροῦμε τά πατροπαράδοτα οἰκογενειακά ἔθιμα (καί δόξα τῷ Θεῷ ἐμεῖς οἱ Κρητικοί ἔχουμε πολλά καί ὡραῖα), πού τόσο ἔχουν ἐκλείψει, κάτω ἀπό τήν πίεση μιᾶς ἀπόλυτης ἐξωστρέφειας κι ἑνός πανηδονισμοῦ, πού διαφεντεύουν τή ζωή μας. Καί νά μήν ξεχνᾶμε πώς ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ὅταν λέμε ὅτι «ἀνοίγει τό Τριώδιο», δέν ἐννοοῦμε πώς ξεκινᾶ ἁπλῶς μιά περίοδος γλεντιοῦ, ἀλλά μιά περίοδος πνευματικῆς περισυλλογῆς· καί πώς οἱ Ἀποκριές εἶναι καί περίοδος ψυχικῆς καί πνευματικῆς προετοιμασίας ἐνώπιον τοῦ Θείου Πάθους καί τῆς Ἀνάστασης· μιά περίοδος ἄσκησης καί αὐτογνωσίας, γιά νά μεταμορφώσουμε τή ζωή μας, περνώντας ἀπό τά ποικίλα προσωπεῖα τῆς καθημερινῆς ζωῆς στήν εὕρεση τοῦ ἀληθινοῦ μας προσώπου. Ἑπομένως, «καί τοῦτο ποιῆσαι δεῖ κἀκεῖνο μή ἀφιέναι». Ἐδῶ ταιριάζουν τά λόγια ἑνός μακαριστοῦ σοφοῦ ἀρχιερέως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τόν Καρνάβαλο, μέ τά ὁποῖα καί θά κλείσω τοῦτο τό κείμενο: «Νά τόν προσέξετε ἐφέτος τόν Καρνάβαλο μέ σεβασμό καί βαθύ στοχασμό. Εἶναι πανάρχαιο τό φαινόμενο, καί εἶναι φαινόμενο βαθυτάτου καί ἀγχώδους αἰτήματος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, νά λυτρωθεῖ ἀπό τήν καθημερινή του ὑποκρισία, μέ μίαν ἔξαρση ἀνωνύμου, διονυσιακῆς νέας ὑποκρισίας.


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Εἶναι τραγική μορφή ὁ Καρνάβαλος. Ζητεῖ νά ἐκκενώσει, ὅ,τι ὑπάρχει ἀπωθημένο μέσα εἰς τό ὑποσυνείδητόν του καί νά ἐλευθερωθεῖ, ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία δέν ὑπάρχει, ἡ τραγωδία τοῦ Καρνάβαλου παραμένει ἄλυτη. Τό βαθύτατο αἴτημά του εἶναι νά μεταμορφωθεῖ. Ἐδῶ λοιπόν εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἐκκλησίας, κοντά στόν Καρνάβαλο, σ᾿ αὐτόν πού ζητεῖ τήν μεταμόρφωση, τό κεντρικό κήρυγμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Νά μήν τόν καταδικάσουμε, λοιπόν τόν Καρνάβαλο, ἀλλά νά σταθοῦμε νά δοῦμε κάτω ἀπό τήν προσωπίδα του τό δάκρυ του καί νά ἀκούσομε τήν ἀγωνία καί τήν ἔκκλησή του». Παραπομπές καί ὑποσημειώσεις: 1. Πορφύριος, Περί νηστειῶν, Β΄, 54. 2. Χρονική διήγησις, ἔκδ. Ioannes Aloysious Van Dieten. Βερολίνο 1975, σ. 275-76. 3. Περί εὐθυμίας, 477d, 4. 4. Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι, Καῖσαρ, 61, 1. 5. Διονύσιος Ἁλικαρνασσεύς, Ρωμαϊκή Ἀρχαιολογία, Α΄, 31, 1. 6. Δές Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι, Ρωμύλος, 21, 4 κ.ἑ. 7. Δές Πλουτάρχου, Αἴτια ρωμαϊκά καί ἑλληνικά, 280c, 4 8. Βίοι Παράλληλοι, Καῖσαρ, 61, 3. 9. Ἀπό ἄρθρο τοῦ Μιχάλη Ἀ. Τιβέριου μέ τίτλο: «Ἀποκριές καί ἀρχαιότητα», εφημ. Τό Βῆμα, 25-2-2001. 10. Ἑλληνικαί ἑορταί καί ἔθιμα τῆς λαϊκῆς λατρείας, Β΄ Ἔκδοσις, Ἀθῆναι 1963, σ. 94-95. 11. Στήν τραγωδία «Βάκχες» τοῦ Εὐριπίδη ἔχουμε τό διαμελισμό τοῦ Πενθέα ἀπό τίς μαινάδες ἀκολούθους τοῦ θεοῦ Διονύσου. 12. Ἑλληνική Ἀνθολογία: Ἐπιγράμματα, Ἐπίγραμμα 339,5. 13. Δές, Βασιλείου Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική ἱστορία, Τρίτη ἔκδοσις, «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1970, σ. 18-21. 14. Ρωμ. 12,1. 15. Ἑξαήμερος, Ε΄, 20, Ε.Π.Ε., τ. 4, σ. 184. 16. Περί τῆς γενέσεως τοῦ ἀνθρώπου, Ε.Π.Ε.,

τ. 91, Θεσ/νίκη 1987, σ. 384. 17. Εἰς τήν πρός Ἑβραίους, 63. 18. Κεφ. 10,27-28. 19. Δές ἄρθρο τοῦ Λάμπρου Σκόντζου στό διαδίκτυο, μέ τίτλο: «Οἱ ρίζες τῶν καρναβαλικῶν ἀθλιοτήτων». 20. Μεγάλη Ἑλληνική Ἐγκυκλοπαίδεια, τόμ. ΣΤ΄, σ. 491. 21. Κεφ. 1, 26 κ.ἑ. 22. Λόγος εἰς τάς Καλένδας, 48, 955, 50 κ.ἑ. 23. Εἰς τήν πρός Κολασσαεῖς, 62, 387, 37. 24. Ἀποσπάσματα, 3, 6. Δές καί Ὠριγένη, Κατά Κέλσου, βιβλ. 4, 63. 15. 25. Εἰς τάς Πράξεις, 60, 213, 10. 26. Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Α΄, 50, 774, 20. 27. Ὁμιλία Α΄ εἰς τήν Γένεσιν, 53, 31, 31 κ.ἑ. 28. Β΄ 6, 15-16. 29. «Διό κατά μέν τήν οὐσίαν καί τόν λόγον τόν τό εἶναι λέγοντα μεσότης ἐστίν ἡ ἀρετή, κατά δέ τό ἄριστον καί τό εὖ ἀκρότης». Ἠθ. Νικομάχεια, 1107a. 30. Περί ὅρων, 28, 552, 3. 31. Ἐπιστολή εἰς Κάστορα, 28, 872, 50 κ.ἑ. 32. Εἰς Ἀνδριάντας, 49, 19, 47. 33. Ἐξηγήσεις εἰς τούς ψαλμούς, 55, 75, 42. 34. Εἰς τάς Καλένδας, 48, 954, 9 κ.ἑ.

39


Ἀθωνικά ἀφηγήματα Ἀντωνίου Ἐμμ. Στιβακτάκη, ἐκπαιδευτικοῦ-συγγραφέως Α΄ «Ἐν τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ» (Ψαλμ. 62).

Ε

κεῖνο τό βράδυ μείναμε σ᾽ ἕνα Ἡσυχαστήριο στά αἰθέρια ὕψη τῆς βαθυτέρας ἀθωνικῆς ἐρήμου καί γευθήκαμε τήν ἀβραμιαία φιλοξενία τοῦ Γέροντα καί τῶν ἄλλων Πατέρων αὐτῆς τῆς εὐλογημένης Ἀδελφότητας. Ἡ εὐλογία πού λάβαμε ἦταν μεγάλη!! Συζητήσαμε πολλή ὥρα μέ τόν λογιώτατο Γέροντα τοῦ Ἡσυχαστηρίου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀντιμετώπισε μέ ἀγάπη καί ἀπέραντη συγκατάβαση. Συμμετείχαμε μέ κατάνυξη στίς Ἀκολουθίες τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τοῦ Ἀποδείπνου, τό ὁποῖο κάναμε στόν περίβολο τοῦ Ἡσυχαστηρίου τῆς Ἀδελφότητας, ὑπό τό φῶς τῆς σελήνης καί τοῦ ἀστερόεντος οὐρανοῦ. Ἐντύπωση μᾶς προκάλεσε ἡ παρουσία τοῦ νεότερου μοναχοῦ τῆς Συνοδείας, ὁ ὁποῖος διάβασε μέ κατάνυξη τά ἐκκλησιαστικά κείμενα καί εἶπε ἀπό στήθους μέ ὑποδειγματικό καί κατανυκτικό τρόπο τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας. Ἐπίσης, συγκίνηση καί κατάνυξη μᾶς προκάλεσαν οἱ ἐδαφιαῖες μετάνοιες πού “ἔβαλαν” οἱ Πατέρες στόν Γέροντα καί μεταξύ τους, μετά τό τέλος τοῦ Ἀποδείπνου, ζητώντας ἀμοιβαία συγχώρηση. Μέ χαρά συμμετείχαμε καί στή λιτή τράπεζα τοῦ Ἡσυχαστηρίου στήν ὁποία γευθήκαμε λιτό, παραδοσιακό, “βυζαντινό”, ὑγιεινότατο φαγητό. Στή συνέχεια ἀποσυρθήκαμε νωρίς στό κελί μας νά ξεκουραστοῦμε καί νά μπορέσουμε νά εἴμαστε ἐξ ἀρχῆς παρόντες στήν πρωινή Ἀκολουθία. Ἡ νύκτα ἦταν ξάστερη, γλυκιά, ἐλαφρῶς δροσερή καί στήν ἀθωνική ἔρημο ἐπικρατοῦσε ἀπέραντη θεϊκή γαλήνη. Δέν ἀκουγόταν 40

παρά μόνο το συνεχές κελάρυσμα τοῦ νεροῦ, ὁ ἐπαναλαμβανόμενος κατά διαστήματα ἦχος ἀπό τό κουδούνι κάποιου ὑποζυγίου, πού δέν ἡσύχαζε ἀλλά ἀγρυπνοῦσε, οἱ χαρμολυπητικές λαλιές ἀπό τά νυχτοπούλια τῆς ἐρήμου, τό μονότονο τραγούδι τοῦ τριζονιοῦ καί τοῦ γρύλου, τό χαρακτηριστικό κόασμα τῶν βατράχων καί πότε πότε ὁ μακρινός ἀπόηχος κάποιου τσακαλιοῦ, πού βρισκόταν στό παρακείμενο δάσος. Κοιμήθηκα ἀρκετή ὥρα· ὕπνος ἥσυχος, γλυκύτατος, βαθύς πού ξεκούρασε τό σῶμα μου. Ξύπνησα πολλή ὥρα πρίν ἀρχίσει ἡ πρωινή Ἀκολουθία. Αἰσθανόμουν ἕνα ἐλπιδοφόρο συναίσθημα ψυχικῆς καί πνευματικῆς ἀνάτασης. Ἀνακάθισα στό κρεβάτι καί ἄρχισα αὐθόρμητα νά ψελίζω τόν 62ο ψαλμό στόν ὁποῖο ὁ ἱερός ψαλμωδός ξαγρυπνᾶ καί πολύ πρίν ξημερώσει στρέφει ὅλη τήν προσοχή του πρός τόν Θεό, πρός τόν Οὐρανό καί προσεύχεται. Ὅταν κατά τή νύκτα ἐπί τῆς στρωμνῆς μου Σέ θυμηθῶ, Θεέ μου, λέγει ὁ ψαλμωδός, ὁ ἐπερχόμενος ὕπνος δέ συντελεῖ εἰς τό νά Σέ λησμονήσω, ἀλλά πολύ πρωί καί πρό τῆς αὐγῆς ἐγειρόμενος στρέφω τό νοῦ μου πρός Σε καί μελετῶ μέ σκέψη βαθειά καί ἀπερίσπαστή τα πρός ἐμέ ἐλέη Σου καί τήν ἄπειρη τελειότητά Σου. Τίποτε δέν μέ κρατοῦσε πιά στή στρωμνή μου. Ὅλα μέ καλοῦσαν νά ἐξέλθω καί ὑπό τόν ξάστερο οὐρανό, ὑπό τό φῶς τῆς σελήνης νά προσευχηθῶ ἐκ βαθέων στόν Θεό. Βγῆκα στόν περίβολο τοῦ Ἡσυχαστηρίου σ᾽ αὐτή τήν οὐρανογείτονα γωνιά τῆς ἀθωνικῆς γῆς, σ᾽ αὐτό τό ἀμάλαγο καί ἀνέγγικτο ἀπό τόν τεχνικό πολιτισμό τοπίο, πού βρίσκεται τόσο κοντά στό “ἀρχαῖον κάλλος”! Γονάτισα μέ κατάνυξη. Ὕψωσα τά χέρια μου πρός τόν Οὐρανό, τό βλέμμα μου χάθηκε στήν ἀπειρία τοῦ σύμπαντος λές κι ἔψα-


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

χνε νά “συναντήσει” τόν Θεό!! Ἐκείνη τήν ὥρα αἰσθάνθηκα ὅτι ὅλα γύρω, ἔμψυχα καί ἄψυχα, προσεύχονταν καί καθένα μέ τόν δικό του τρόπο ὑμνοῦσαν τόν Δημιουργό. Τά βράχια, οἱ πέτρες, τά κράσπεδα, οἱ χαράδρες καί τά φαράγγια, τό νερό πού κελάρυζε ἀπό τήν πηγή, τά δένδρα καί τά φυτά πού θρόιζαν στό ἐλαφρύ φύσημα τοῦ ἀνέμου, ὁ πρωινός δροσερός ἄνεμος, μακριά ὁ παφλασμός τῶν κυμάτων τῆς θάλασσας, τά ἀστέρια, ἡ σελήνη, ἡ κορυφή τοῦ Ἄθωνα, τά νυχτοπούλια, ὅλα τά ἄλλα ζωντανά πλάσματα τοῦ Θεοῦ, οἱ μοναχοί πού ἔκαναν τόν κανόνα τους στά κελιά τους, ὅλα καί ὅλοι! Κι ἀνάμεσά τους μία ἀσήμαντη κουκίδα, ἕνα τίποτα στόν περίβολο τοῦ Ἡσυχαστηρίου πού τόν φιλοξενοῦσε, γονατισμένος, μέ ὑψωμένα τά χέρια στόν οὐρανό, προσπαθοῦσε νά συμμετάσχει κι αὐτός σ᾽ αὐτή τήν ἀπερίγραπτη πνευματική “συναυλία” δοξολογίας στόν Θεό. Δέν ξέρω πόση ὥρα ἔμεινα προσευχόμενος σ᾽ αὐτή τή θέση. Δέν ξέρω πόσο θερμή καί πόσο βαθειά ἦταν ἡ προσευχή μου. Δέν ξέρω ἄν ἦταν κάτι τό ἐπιφανειακό, τό ἁπλῶς συναισθηματικό, τό “ἐπιπόλαιον” ἤ ἄν εἶχε οὐσία, πνευματικό “ἀντίκρισμα”, πνευματική βαθύτητα καί ἄν ἔγινε δεκτή καί εὐάρεστη ἀπό τόν Θεό. Κάποια στιγμή ἄκουσα τό καμπανάκι, πού μᾶς καλοῦσε νά προσέλθουμε στόν κατανυκτικό ναό τοῦ Ἡσυχαστηρίου γιά τήν Ἀκολουθία. Προχώρησα πρός τό ναό καί ἡ προσευχή συνεχίστηκε ἐκεῖ μέ τήν παρουσία καί τή συμμετοχή τοῦ Γέροντα, τῶν ἄλλων Πατέρων καί τῶν τριῶν κοσμικῶν πού φιλοξενούμασταν ἐκείνη τή νύκτα στό Ἡσυχαστήριο. Ἦταν μιά Ἀκολουθία, ἕνας Ὄρθρος πού δέν εἶχα βιώσει ἔτσι ποτέ στή ζωή μου. Κάθ᾽ ὅλη τή διάρκειά του αἰσθανόμουν ἀνάλαφρος σάν πούπουλο, ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά μου ἦταν συνεχῶς στραμμένα στήν προσευχή καί στήν κατάνυξη. Καί ὅταν τελείωσε αὐτή ἡ συγκλονιστική προσευχή, αὐτή ἡ ἀνείπωτη καί ἀπερίγραπτη πνευματική ἐμπειρία, ψιθύρισα μέ ἐπίγνωση καί κατάνυξη: “Θεέ μου, Σέ παρακαλῶ, βοήθησε μέ νά ζητῶ πάντα μέ τόση δίψα καί μέ

τόσο πόθο νά αἰσθανθῶ καί νά ζήσω τήν ἀγάπη Σου, τή δόξα Σου καί τό ἀπερίγραπτο μεγαλεῖο Σου”!! Β´ Ὁ παροδικός, ὁ αἰώνιος καί ὁ “δροσερός”!! καύσωνας Τό πλοιάριο μᾶς ἀποβίβασε στόν ἀρσανά τῶν Καρουλίων ἐκείνη τή μέρα πού ὁ καύσωνας “πυρπολοῦσε”τήν πατρίδα μας, ἀκόμη καί τήν περιβαλλόμενη ἀπό θάλασσα χερσόνησο τοῦ Ἄθω. Μέ κόπο πολύ ἀνεβήκαμε τό ἑλικοειδές μονοπάτι καί φθάσαμε, καταϊδρωμένοι καί κατάκοποι σωματικά, ἀλλά γοητευμένοι πνευματικά, στήν εὐλογημένη καλύβη τῶν Ὁσίων Ἁγιορειτῶν Πατέρων τῆς φιλοθέου καί φιλόξενης Ἀδελφότητος τῶν Δανιηλαίων, ὅπου θά μέναμε ἐκείνη τή νύκτα. Ἀφοῦ ἔγιναν ὅλα τά προβλεπόμενα ἀπό τό τυπικό της ἀβραμιαίας ἁγιορείτικης φιλοξενίας, πήγαμε στήν ἁπλωταριά καί καθίσαμε γιά νά ξεκουραστοῦμε καί νά ἀκούσομε ἀπό τούς Δανιηλαίους Πατέρες “λόγον Θεοῦ” καί ἀφηγήσεις ἀπό τή ζωή τῆς ἐρήμου. Ἐκείνη τή στιγμή κατέβηκε στήν ἁπλωταριά ὁ μοναχός Στέφανος, πολύ γνωστός καί ἀγαπητός. Μέ ἀναγνώρισε καί ἦρθε πρός τό μέρος πού ἤμασταν. Ἀμέσως σηκωθήκαμε, βάλαμε μετάνοια καί πήραμε τήν εὐλογία του. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἡ γενειάδα του, πού μέσα σέ διάστημα ἕντεκα ἐτῶν εἶχε γίνει κάτασπρη. Ὁ π. Στέφανος κάθισε γιά λίγο κοντά μας καί πῆρε μέρος στή συζήτησή μας μέ εὐγένεια καί συγκατάβαση. Μιλήσαμε γιά τόν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη 41


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

πού τόσες φορές εἶχε φιλοξενήσει στό παρελθόν αὐτή ἡ ἁπλωταριά. Θυμηθήκαμε τόν Παπαδιαμάντη καί τό ἀνεπανάληπτο συγγραφικό ἔργο του, τό ὁποῖο δυστυχῶς σήμερα “τό ἀλλοιώνουν καί τό κάνουν νά χάνει τήν πρωτότυπη κι ἀσύγκριτη πνευματική ὀμορφιά τοῦ προσπαθώντας νά τό ἀποδώσουν στή δημοτική”! Κόντευε πιά νά σημάνει ὁ Ἑσπερινός, ὅταν εἶδα τόν σεβαστό Γέροντα Ἱερομόναχο Γρηγόριο, μέ τόν ὁποῖο διατηροῦσα τακτική ἀλληλογραφία καί πολλές φορές αὐτή ἡ ἐπικοινωνία μας εἶχε ἀναπαύσει τήν ψυχή μου. Ἦταν κατάλευκος, εἶχα ἕντεκα χρόνια νά τόν δῶ καί ἤμουν πολύ συγκινημένος. Σηκώθηκα ἀμέσως, πῆγα πρός τό μέρος του, ἔβαλα μετάνοια καί πῆρα τήν εὐχή καί τήν εὐλογία του. -Γέροντα, τοῦ εἶπα, ἐπιτέλους μετά ἀπό ἕντεκα χρόνια ἦρθα πάλι ταπεινός προσκυνητής στήν καλύβη σας. Κι αὐτός ὁ εὐλογημένος καύσωνας σήμερα ἦταν ἀνυπόφορος. Παρά λίγο νά μᾶς ἀφήσει στά μισά του δρόμου! -Αὐτός ὁ καύσωνας, Ἀντώνιέ μου, εἶπε ὁ Γέροντας, εἶναι παροδικός καί ἀντιμετωπίσιμος. Τόν ἄλλο, τόν αἰώνιο καύσωνα πρέπει νά ἔχουμε πάντα στό νοῦ μας κι αὐτόν πρέπει πάση θυσία νά ἀποφύγουμε. Ὁ Ἑσπερινός εἶχε σημάνει στό μεταξύ καί προχωρήσαμε ὅλοι πρός τό ναό τῆς καλύβης, πού εἶναι ἀφιερωμένος στούς Ὁσίους Ἁγιορεῖτες Πατέρες, τούς “ἐν τῷ Ἁγιωνύμω Ὄρει ἀσκήσει καί ἀθλήσει διαλάμψαντας”. Ὅλοι οἱ Πατέρες, ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλο, πῆραν τή θέση τούς μέσα στό ναό. Οἱ ξακουστοί ἱεροψάλτες π. Δανιήλ, π. Στέφανος, π. Ἀκάκιος, ὁ Γέροντας Γρηγόριος, οἱ νεότεροι πατέρες τῆς Ἀδελφότητος Νήφων, Νεῖλος, Νικόδημος, ὁ δόκιμος Γρηγόριος καί ὁ ἱερουργός π. Ἀθανάσιος, ὅλοι ἄξιοι συνεχιστές τῆς μεγάλης πνευματικῆς παραδόσεως τῆς καλύβης τῶν Ἁγίων Πατέρων. Τήν ἴδια ὥρα μπῆκε στό ναό καί ὁ Γέροντας τῆς καλύβης Ἱερομόναχος Μόδεστος, πού βρισκόταν σέ βαθύ γῆρας μέ τή ράχη κυρτωμένη, σχεδόν παράλληλη μέ τό ἔδαφος. Τό πρόσωπό του ὅμως ἦταν λαμπερό μέ μιά ἱλαρή “παιδική” ἐμφάνιση καί λάμ-

42

ψη. Τόν πλησιάσαμε μέ μεγάλο σεβασμό, βάλαμε μετάνοια καί ἀσπαστήκαμε τό ἁγιασμένο χέρι του. Σέ λίγο μέ πλησίασε ὁ π. Ἀθανάσιος καί μοῦ εἶπε νά φορέσω κάποιο πουκάμισο – φοροῦσα μιά μπλούζα μέ κοντό μανίκι, χωρίς γιακά – γιά νά διαβάσω τό ψαλτήρι. -Δυστυχῶς, Γέροντα, δέν ἔχω μαζί μου πουκάμισο, τοῦ εἶπα, μέ ἐμφανή στόν τόνο τῆς φωνῆς μου τά σημεῖα τῆς ἐνοχῆς καί τῆς ἀπογοήτευσης πού θά ἔχανα αὐτήν τήν εὐλογία. Κρατάω μόνο μιά μάλλινη μπλούζα γιά τήν κορυφή τοῦ Ἄθω. -Τρέξε νά τή φορέσεις κι ἔλα γρήγορα, μοῦ εἶπε ὁ Γέροντας Ἀθανάσιος. Ἴσως καί σέ λιγότερο χρόνο ἀπό τρία λεπτά πῆγα στό κελί, ἔβαλα τή μπλούζα καί ἐπέστρεψα στό ναό. Ὁ π. Ἀθανάσιος μέ κοίταξε καί χαμογέλασε μέ συγκατάβαση. Μετά ἀπό λίγο μέ πλησίασε. Βλέποντας τόν ἱδρώτα νά τρέχει σάν ποτάμι ἀπό τό μέτωπό μου καί τή μάλλινη μπλούζα νά “περισφίγγει” τό σῶμα μου, μοῦ εἶπε: -Ἐλπίζω τήν ἄλλη φορά πού θά ἔρθεις νά κρατᾶς καί κανένα πουκάμισο. Τώρα κᾶνε τόν κανόνα (ἐννοοῦσε τή δοκιμασία μέ τή μάλλινη μπλούζα σέ ὥρα ἀφόρητης ζέστης), καλό θά σοῦ κάμει. -Νά ᾽ναι εὐλογημένο, Γέροντα, ἀπάντησα καί μιά ἀνεξήγητη χαρά καί ἱκανοποίηση κυρίευσαν τήν ψυχή μου. Μετά ἀπό λίγο πλησίασα στό ἀναλόγιο καί ἄρχισα νά διαβάζω τό “ψαλτήρι”. Ἡ ζέστη ἦταν ἀφόρητη κι ἐγώ μέσα στό μάλλινο “περίβλημά” μου θά ἔπρεπε σίγουρα νά αἰσθάνομαι ὅπως “ὁ κάβουρας στά κάρβουνα”. Καί ὅμως!! Ἀπό τή στιγμή πού ἄρχισα τήν ἀνάγνωση ἕως τό τέλος – ἡ ἀνάγνωση κράτησε ἀρκετή ὥρα – ὁ καύσωνας πού ταλαιπωροῦσε τό σῶμα μου, μοῦ ἦταν ἐντελῶς ἀδιάφορος κι ἕνας ἄλλος “δροσερός”καύσωνας εἶχε κατακυριεύσει καί πυρπολοῦσε τήν ψυχή μου, ἀναλογιζόμενος ὅτι βρισκόμουν καί προσευχόμουν στήν καρδιά τῆς ἐρήμου τοῦ Ἄθω, σ᾽ ἕναν τόπο μετάνοιας, προσευχῆς, σκληρῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, ποτισμένο μέ ροές δακρύων καί αἵματα ὁσιομαρτυρικά.


Ὀρθόδοξος Γάμος - Σύμφωνο Συμβίωσης Ἀποστόλου Ν. Μπουρνέλη, Ἄρχοντος Διδασκάλου τοῦ Γένους, Καθηγητῆ Πατριαρχικῆς Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Κρήτης

Προλεγόμενα έ ἀφορμή τό πρόσφατο καταρτισθέν καί ψηφισθέν κατά τήν πλειοψηφία ἀπό τήν Ἑλληνική Βουλή Νομοσχέδιο πού νομοθετεῖ σύμφωνο συμβίωσης γιά ὁμόφυλα - ἑτερόφυλα ζευγάρια, χωρίς νά θέλομε νά πολιτικολογήσομε, θεωροῦμε ἀναγκαῖο νά ἐπιχειρήσομε μία προσέγγιση μεταξύ τοῦ ὑφιστάμενου ὀρθοδόξου γάμου καί τοῦ ψηφισθέντος συμφώνου συμβίωσης. Δέν ἀποβλέπομε στήν κατάκριση κανενός προσώπου, ἔστω καί ἐάν διαφωνοῦμε μέ τή συμπεριφορά του. Ἐξαρχῆς καταθέτομε ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅπου καί ἐάν ἀνήκουν, ὅποιες ἐπιλογές καί ἐάν κάνουν, δέν παύουν νά εἶναι δημιουργήματα τοῦ ἑνός πλάστου, ὁ ὁποῖος ἐπιζητεῖ ὅλα τά παιδιά του νά εἶναι μέσα στό σπίτι του, τήν Ἐκκλησία. Μέ χειραγωγούς τό ἁγιογραφικό κείμενο καί τούς θεοφόρους Πατέρες, θά βηματίσομε στό μονοπάτι τῆς πίστεώς μας μέ μοναδικό μας σκοπό τήν ἀνάδειξη τῆς σωτηριώδους ἀλήθειας Ὁ ἄνθρωπος αὐτεξούσιος καί ἐλεύθερος Τό μεγαλύτερο δῶρο τοῦ Δημιουργοῦ πρός τόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἐλευθερία πού ἐξαρχῆς τοῦ προσέφερε. Δέν ἐκβίασε τή θέλησή του, ἀλλά ἐπεσήμανε πατρικῶς τίς συνέπειες τῆς πτώσεώς του˙ «Καί ἔλαβεν Κύριος ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, ὅν ἔπλασεν, καί ἔθετο αὐτόν ἐν τῷ παραδείσῳ ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν. Καί ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεός τῷ Ἀδάμ λέγων. Ἀπό παντός ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φάγῃ, ἀπό δέ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ’αὐτοῦ˙ ᾗ δ’ ἄν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»1. Ὁ ἄνθρωπος μέ τήν παρακοή του ἐλύπησε τόν πλάστη του, παρά ταῦτα ὁ πλαστουργός, ἔστειλε τόν υἱόν του, γιά νά ἀναπλάσσει τή φθαρμένη φύση του. Ἡ ἐνανθρώπηση ἀποτελεῖ ἔκρηξη τῆς θείας

M

ἀγάπης, ἀμέτρητη φιλανθρωπία, ἀπροσδόκητη συγκατάβαση. Ὁ Χριστός γενόμενος ἄνθρωπος ἐπιβεβαιώνει μέ τό σταυρό καί τό θάνατό του τά σπλάχνα τῶν οἰκτιρμῶν πρός τόν ἐκπεσόντα ἄνθρωπον, σχίζει τό χειρόγραφον τῆς παρακοῆς καί ἐπαναφέρει τόν πεπτωκότα εἰς τό ἀρχαῖον κάλλος. Ταυτόχρονα μέ τό λόγο του βεβαιώνει τό αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ εὐαγγελική φράση «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι»2, ἀποτελεῖ μέχρι καί σήμερα ἔκφραση τοῦ δώρου τῆς ἐλευθερίας. Οἱ Πατέρες προσεγγίζοντας τό θέμα τοῦ αὐτεξουσίου ὑπογραμμίζουν ὅτι ὅλα ἐναπόκεινται στή θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Γιά παράδειγμα ὁ Διάδοχος Φωτικῆς λέγει: «Αὐτεξουσιότης ἐστί ψυχῆς λογικῆς θέλησις ἑτοίμως κινουμένη εἰς ὅπερ ἄν καί θέλοι»3. Ὁ Μάρκος ὁ Ἐρημίτης ὑποστηρίζει ὅτι ἡ τήρηση ἤ μή ἐφαρμογή τῶν θείων ἐντολῶν εἶναι δικαίωμα κάθε ἀνθρώπου˙ «Ἐντολάς ἐλευθερίας ἔθετο, ἐμμένειν δέ ἤ μή ἐμμένειν ταῖς ἐντολαῖς, τῷ αὐτεξουσίῳ ἡμῶν θελήματι παρεχώρησεν»4. Ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός συνδέει τό αὐτεξούσιον μέ τή θέληση τῆς ψυχῆς καί γράφει˙ «Αὐτεξουσιότης μέν ἐστι ψυχῆς λογικῆς θέλησις, ἀκωλύτως κινουμένη πρός ὅπερ ἄν βούλοιτο, εἴτε ἀρετήν εἴτε κακίαν, οὕτως ὑπό τοῦ Δημιουργοῦ γενομένης»5. Ἐπίσης ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ἑρμηνεύοντας σχετικό ἁγιογραφικό χωρίο εἰσηγεῖται: «Ὅτι αὐτεξούσιον καί οὐκ ἀναγκόν ἡ ἀρετή»6. Βέβαια τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη αὐτεξούσιος καί ὅτι τά πάντα εἶναι ἀδιακρίτως εἰς τήν διάθεσή του, δέν σημαίνει ὅτι ὅλα ἐπιτρέπονται καί κατ’ ἐπέκτασιν ἡ Ἐκκλησία θά πρέπει νά ἀναπροσαρμόσει τή διδασκαλία της. Κατά τόν Ἀπόστολο τῶν ἐθνῶν 43


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Παῦλο, «πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρειν»7. Ἔτσι, κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη καλεῖται νά ἐπιλέγει ὅσα τήν προάγουν σέ προσωπικό, οἰκογενειακό, κοινωνικό, πνευματικό ἐπίπεδο. Ἀκόμα ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τόν Ἀπόστολο Παῦλο εἶπε τή χαρακτηριστική φράση πού τά ἐμπεριέχει ὅλα: «Πάντων ἀπόλαυσον, μόνον ἁμαρτίας ἀπόστηθι»8. Δημιουργία Ἀνδρός καί Γυναικός Εἶναι πολύ σημαντικό τό γεγονός ὅτι κατά τή δημιουργία ἔχομε ἕνα ἄνδρα, τόν Ἀδάμ καί μία γυναίκα, τήν Εὔα, οὔτε δηλαδή μόνο ἄνδρες ἤ μόνο γυναῖκες. Ἡ φράση τῆς Γενέσεως «ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς»9 εἶναι ἀξιοσημείωτη, διότι ἐμπεριέχει τή βούληση τοῦ δημιουργοῦ ὄχι μόνο ὡς πρός τά δύο φῦλα, ἀλλά καί ὡς πρός τήν αὔξηση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Μάλιστα ἡ μετάφραση τοῦ ἑβραϊκοῦ κειμένου προσθέτει τό ἕν, δηλαδή ἔπλασε ὁ Θεός «ἕν ἄρσεν καί ἕν θῆλυ»10. Σχολιάζοντας τά χωρία οἱ Πατέρες ὁμιλοῦν γιά κοινά δικαιώματα καί ἐξουσίες τῶν πρωτοπλάστων ἐπί τῆς κτίσεως. Ἐπιπροσθέτως ἀξιομνημόνευτο στοιχεῖο εἶναι ἡ πλάση τῆς γυναικός. «Καί εἶπεν Κύριος ὁ Θεός˙ «Οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον˙ ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθόν κατ’ αὐτόν»11. Ἡ φράση «βοηθός κατ’ αὐτόν» σημαίνει νά δημιουργηθεῖ στόν Ἀδάμ βοηθός ὅμοιός του, ὑπονοώντας τήν γυναίκα. Ἡ φράση αὐτή ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα, γιατί πολλά ζῶα μποροῦσαν νά βοηθήσουν τόν πρωτόπλαστο, κανένα ὅμως ὅπως ἡ λογική, ἡ ὁμοούσια μέ αὐτόν γυναίκα12. Ἡ σειρά της, δέν μειώνει καθόλου τό πρόσωπο καί τό ρόλο της. Ἀντιθέτως θεωρεῖται τόσο ἀπαραίτητη ὅσο καί ὁ ἄνδρας. Αὐτό φαίνεται καί ἀπό τήν ὁμολογία τοῦ Ἀδάμ˙ «τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καί σάρξ ἐκ τῆς σαρκός μου»13. Μάλιστα ὁ Χρυσορρήμων Ἰωάννης ἑρμηνεύοντας τή λέξη «βοηθός» τοῦ παλαιοδιαθηκικοῦ κειμένου λέγει: «ὁ Θεός ἐξ ἀρχῆς οὐ τό πᾶν τοῖς ἀνδράσιν ἐπέτρεψεν, οὐδέ ἐν πᾶσιν αὐτῶν ἐκκρέμασθαι τά ἐν τῷ βίῳ πράγματα μόνον ἀφῆκεν˙ ἦ γάρ ἄν εὐκαταφρόνητος ἡ γυνή ἦν, μηδέν συντελοῦσα πρός τόν βίον ὑμῖν. Ὅπερ οὖν εἰδώς ὁ 44

Θεός ἀπένειμεν αὐτῇ μοῖραν οὐκ ἐλάττονα… δεικνύς ὅτι οὐχ ἧττον τοῦ ἀνδρός τῆς γυναικός τά τοῦ κόσμου δεῖται πράγματα»14. Ἐπίσης γιά νά καταδειχθεῖ ἡ ἑνότητα τῶν δύο (ἑτερόφυλων φύλων) ὁ συγγραφεύς τῆς Γενέσεως χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο «ᾠκοδόμησεν». Κατά τόν Ἰωάννη Χρυσόστομο, «δέν ἔκαμε ἄλλην πλάσιν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔλαβεν ἕνα μικρόν μέρος ἀπό τήν πλάσιν πού εἶχε ἤδη δημιουργηθεῖ, τοῦτο τό μέρος ἔκτισε καί ἐδημιούργησε τό τέλειο ὄν»15. Ἀκόμα καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σφυρηλατεῖ αὐτή τήν ἑνότητα λέγοντας: «οὔτε ἀνήρ χωρίς γυναικός, οὔτε γυνή χωρίς ἀνδρός ἐν Κυρίῳ»16. Στά προηγούμενα μποροῦμε νά προσθέσομε καί τήν ἰσοτιμία τῶν δύο προσώπων (ἀνδρός καί γυναικός) βάσει τῆς δημιουργίας, γεγονός πού συμβάλλει στήν ἀλληλοσυμπλήρωση καί ἀλληλοεξάρτηση. Ταυτοχρόνως καί οἱ δύο ἔχουν μία ἀναφορά, στόν δημιουργό, προκειμένου νά ἐπιτύχουν στήν ἀποστολή τους. Κατανοοῦμε δηλαδή ὅτι, ὄχι μόνο δέν γίνεται λόγος γιά ὁμόφυλα ζευγάρια, ἀλλά καί τά ἑτερόφυλα ὑφίστανται μόνο «ἐν Κυρίῳ». Ἕνωση ἀνδρός καί γυναικός – κατά φύσιν σχέση Σύμφωνα μέ τό ρωμαῖο νομοδιδάσκαλο Μοδεστίνο (3ος αἰών π.Χ.), νομικό σύμβουλο τοῦ αὐτοκράτορος Μάρκου Αὐρηλίου Σεβήρου, «γάμος ἐστίν ἀνδρός καί γυναικός συνάφεια, συγκλήρωσις τοῦ βίου διά παντός, θείου τε καί ἀνθρωπίνου δικαίου κοινωνία»17. Στόν ὁρισμό αὐτό γίνεται λόγος γιά ἄνδρα καί γυναίκα καί μάλιστα ἀπό ἕνα ἄνθρωπο μή χριστιανό, ὁ ὁποῖος ὑπογραμμίζει τήν κοινή ζωή πού ἀκολουθεῖ μέ τήν ἕνωση τῶν δύο, τή διάρκεια πού ἐκτείνεται καί τήν κοινωνία στοιχείων πίστεως καί δικαίου, πού καλοῦνται νά βιώσουν. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος βλέπει τή θεσμοθέτηση τοῦ γάμου στά θεόπνευστα λόγια τοῦ συγγραφέως τῆς Γενέσεως Μωϋσέως˙ «Ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθωπος τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα καί προσκολληθήσεται πρός τήν γυναῖκα αὐτοῦ, καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν»18. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός δηλαδή καθιερώνει εὐθύς ἐξ ἀρχῆς τήν ἕνωση τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας19. Ὁ Θε-


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

οδώρητος Κύρου ὑπογραμμίζει ὅτι νόμος20, πού θεσπίζεται ἀπό τό δημιουργό τήν πλάση τῆς γυναικός εἶναι ὁ γάμος. Ἐκτός ἀπό τά παραπάνω, ὁ γάμος, σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Ἰωάννη τό Χρυσόστομο, εἶναι τίμιος21 καθ’ ὅλα καί ποτέ ἀκάθαρτος˙ χαρακτηρίζεται ὡς τό λιμάνι τῆς σωφροσύνης22, γιά ὅσους βέβαια κάνουν σωστή χρήση. Κατά τόν θεοφιλή ‘Ιεράρχη δύο εἶναι οἱ κύριοι σκοποί γιά τούς ὁποίους θεσπίστηκε ὁ γάμος, ἡ σωφροσύνη καί ἡ παιδοποιία. Συγκρινόμενοι μεταξύ τους ὁ πρῶτος ὑπερτερεῖ τοῦ δευτέρου. «Δύο γάρ ταῦτα ἐστί, δι’ ἅπερ εἰσενήνηκται γάμος, ἵνα τε σωφρονῶμεν καί ἵνα πατέρες γινώμεθα, τῶν δέ δύο τούτων προηγουμένη ἡ τῆς σωφροσύνης ἐστί πρόφασις»23. Σέ ἄλλη ὁμιλία του ὁ ἐν Χριστῷ παιδαγωγός ἐξετάζει τό θέμα λέγοντας˙ «Ἐδόθη μέν οὖν καί παιδοποιΐας ἕνεκεν ὁ γάμος, πολλῷ δέ πλέον ὑπέρ τοῦ σβέσαι τήν τῆς φύσεως πύρωσιν»24. Μάλιστα στό ἐγκώμιό του πρός τό Μάξιμο ὑποστηρίζει, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔσπειρε στίς ψυχές τῶν δύο φύλων αὐτή τήν ἀμοιβαία ἕλξη. «Οὐκ ἔστι τοῦτο ἀνθρώπινον ἀλλ’ ὁ Θεός τούς ἔρωτας τούτους ἐγκατέσπειρε»25. Ἐπίσης σχολιάζοντας τή σαρκική σχέση πού ὑφίσταται μεταξύ τῶν συζύγων λέγει: «Ἐπί γάρ τῆς ἐλευθέρας γυναικός (τῆς νόμιμης συζύγου) ὁμοῦ καί ἡδονή καί ἀσφάλεια καί ἄνεσις καί τιμή καί κόσμος καί συνειδός ἀγαθόν»26. Ἀντίθετα κατακρίνει κάθε ἐξωσυζυγική σχέση, διότι προξενεῖ ὅπως ἰσχυρίζεται «βλάβη διηνεκῆ»27. Ἀπό τά προαναφερθέντα κατανοοῦμε ὅτι ἡ ἕνωση ἀνδρός καί γυναικός δέν ἀφορᾶ μόνο τό σῶμα, ἀλλά καί τό πνεῦμα καί δέν ὑφίστανται ἐκτός Ἐκκλησίας. Ἐάν ἡ ἐποχή μας διακρίνεται γιά τήν καθημερινή βία, τό στεῖρο ἀνταγωνισμό, τίς ποικίλες σκοπιμότητες, οἱ χριστιανοί σύζυγοι ἀποβλέπουν εἰς τό νά βιώνουν τή συμπόρευση, τόν ἀλληλοσεβασμό, τήν ἀμοιβαιότητα, βρίσκοντας ὁ ἕνας τόν ἑαυτό του στήν ἀνυπόκριτη ἀγάπη τοῦ ἄλλου28. Γιά νά δωσομε ἕνα χειροπιαστό παράδειγμα, καταθέτομε τά προσωπικά βιώματα τοῦ

Φώτη Κόντογλου, καρπό τῆς ἐν Χριστῷ συζυγίας του, ὡς πρόκληση καί πρόσκληση γιά τά ὁμόφυλα – ἑτερόφυλα ζευγάρια˙ «Βλογημένη γυναῖκα μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἄς εἶναι δοξασμένο τ’ ὄνομά του γιά ὅλα τά μυστήρια τῆς οἰκονομίας του. Τόν εὐχαριστῶ γιά ὅσα μοῦ ἔδωσε, καί πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα γιά τήν ἁπλή τή Μαρία, πού μοῦ τή δώρησε συντροφιά στή ζωή μου, ψυχή θεραπευτική, ἕνα δροσερό ποταμάκι πού γλυκομουρμουρίζει μέρα – νύχτα δίπλα σ’ ἕνα παλιόν καστρότοιχο… Ἡ ἐμορφιά δέν τήν περηφάνεψε, ἴσα – ἴσια ἡ ταπείνωση τήν πλήθυνε, κι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ τήν εὐωδίασε. Ἀνάμεσα στίς ἔμορφες ξεχώρισε, γιατί ἡ ἀκαταδεξιά δέν θάμπωσε τό κρούσταλλό της, κ’ ἡ πονηριά δέν λέρωσε τό σιντέφι τῆς ψυχῆς της. Κοντά μου κάθεται καί μέ συντροφεύει, ἥμερος ἄνθρωπος. Μαρία ἡ ἁπλή! Ἐκείνη πλέκει εἴτε ράβει, κ’ ἐγώ δουλεύω τήν ἁγιασμένη τέχνη μου καί φιλοτεχνῶ εἰκονίσματα πού τά προσκυνᾶ ὁ κόσμος. Τί χάρη μᾶς ἔδωσε ὁ Παντοδύναμος, πού τήν ἔχουνε λιγοστοί ἄνθρωποι, ‘‘ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῶν δούλων αὐτοῦ’’. Τό καλύβι μας εἶναι φτωχό στά μάτια τοῦ κόσμου, καί μολαταῦτα στ’ ἀληθινά εἶναι χρυσοπλοκώτατος πύργος κ’ ἡλιοστάλαχτος θρόνος, γιατί μέσα του σκήνωσε ἡ πίστη κ’ ἡ εὐλάβεια. Κ’ ἐμεῖς πού καθόμαστε μέσα, εἴμαστε οἱ πιό φτωχοί ἀπό τούς φτωχούς, πλήν μᾶς πλουτίζει μέ τά πλούτη του Ἐκεῖνος, πού εἶπε: ‘‘πλούσιοι ἐπτώχευσαν καί ἐπείνασαν, οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ’’»29. Ἄραγε τά προηγούμενα μποροῦν νά ὑλοποιηθοῦν ἀπό τά ὁμόφυλα – ἑτερόφυλα ζευγάρια πού θά προχωρήσουν στή σύναψη συμφώνου συμβίωσης ἤ θά μείνουν μόνο στή διεκδίκηση περιουσιακῶν, κληρονομικῶν, 45


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ἐργασιακῶν, συνταξιοδοτικῶν καί ἄλλων δικαιωμάτων; Ὅταν ἐλεύθερα ἐπιλέξουν μιά ἄλλη ὁδό, χωρίς κἄν νά γνωρίσουν τήν ἀλήθεια, μήπως στεροῦν τούς ἑαυτούς τους ἀπό τά δωρήματα τοῦ Χριστοῦ; Σαρκικές σχέσεις ὁμόφυλων ζευγαριῶν Τό θέμα δέν εἶναι τωρινό, ἀφοῦ ἔχομε ἀναφορές τόσο στό ἁγιογραφικό κείμενο, ὅσο καί στήν Πατερική Γραμματεία. Στή Γένεση30 γίνεται λόγος γιά τόν δίκαιο Λώτ, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη τήν ἐπίσκεψη δύο ἀγγέλων μέ τή μορφή ἀνδρῶν προκειμένου νά τόν καθοδηγήσουν. Οἱ ἄνθρωποι τῶν Σοδόμων ἀπαίτησαν ἀπό τό Λώτ νά τούς παραδώσει τούς δύο ἄνδρες. Ἀντ’ αὐτῶν ἐκεῖνος τούς πρότεινε τίς δύο θυγατέρες του, οἱ ὁποῖες δέν εἶχαν συνάψει γάμο μέ κανένα ἄνδρα. Ὅμως οἱ Σοδομίτες προσπάθησαν νά σπάσουν τή θύρα, γιά νά ὑλοποιήσουν τήν ἐπιθυμία τους. Τότε οἱ Ἄγγελοι ὁδήγησαν τόν Λώτ, τή γυναίκα του καί τίς δύο θυγατέρες του ἐκτός πόλεως, γιά νά μήν καταστραφοῦν μέ τούς συμπατριῶτες τους. Στήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή ἐπίσης γίνεται λόγος γιά σαρκικές σχέσεις ὁμοφύλων, οἱ ὁποῖες ἀσυζητητί εἶναι ἐκτός θείου θελήματος καί ὀφείλονται στή λατρεία τῆς κτίσεως ἀντί τοῦ Κτίστου˙ «Αἱ τε γάρ θήλειαι αὐτῶν μετήλλαξαν τήν φυσικήν χρῆσιν εἰς τήν παρά φύσιν, ὁμοίως δέ καί οἱ ἄρσενες ἀφέντες τήν φυσικήν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, 46

ἄρσενες ἐν ἄρσεσι τήν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι καί τήν ἀντιμισθίαν ἥν ἔδει τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες»31. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τά προαναφερθέντα χωρία θεωρεῖ ἀτιμωτικό πάθος τή σχέση μεταξύ ὁμοφύλων, ἀφενός μέν διότι ἀτιμάζει τή φυσική ἀπόλαυση καί ἀφετέρου, διότι προσβάλλει τήν ἴδια τή φύση˙ «Ὅλα βέβαια τά πάθη εἶναι ἀτιμωτικά, ἰδιαίτερα ὅμως ἡ μανία γιά τούς ἄνδρες. Γιατί πραγματικά στά ἁμαρτήματα ἡ ψυχή ὑποφέρει περισσότερο καί καταντροπιάζεται, ἀπ’ ὅ,τι τό σῶμα στίς ἀρρώστιες. Βλέπε ὅμως πῶς τούς στερεῖ καί ἐδῶ τή συγγνώμη, ὅπως ἀκριβῶς καί στά δόγματα, λέγοντας γιά τίς γυναῖκες, ‘‘Ἄλλαξαν τή φυσική σχέση’’. Γιατί δέν μπορεῖ νά πεῖ κανείς, λέγει, πώς ἔφθασαν σ’ αὐτό, ἐπειδή ἐμποδίστηκαν ἀπό τή φυσική συνουσία, οὔτε πώς κατάντησαν σ’ αὐτή τήν ἀλλόκοτη λύσσα, ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά ἐκπληρώσουν τήν ἐπιθυμία τους, γιατί ἡ ἀλλαγή εἶναι γνώρισμα αὐτῶν πού μποροῦν νά τήν κάνουν. Καί γιά τούς ἄνδρες πάλι τό ἴδιο δήλωσε διαφορετικά, λέγοντας˙ ‘‘Ἀφήνοντας τή φυσική χρήση τῆς γυναίκας’’. Καί ὅμοια μ’ ἐκεῖνες τούς στερεῖ καί αὐτούς κάθε δικαιολογία, κατηγορώντας αὐτούς, ὄχι μόνο ὅτι εἶχαν ἀπόλαυση καί, ἀφοῦ ἄφησαν αὐτή πού εἶχαν, ἦρθαν σ’ ἄλλη, ἀλλ’ ὅτι, ἀφοῦ ἀτίμασαν τή φυσική ἀπόλαυση, ἔτρεξαν στήν παρά φύση»32. Ὁ ἴδιος θεοφόρος ἀνήρ σχολιάζοντας ἀνάλογα ἤθη τῆς προχριστιανικῆς ἐποχῆς, τά ὁποῖα εἶχαν νομική κάλυψη, σέ καμία περίπτωση δέν τά ἀποδέχεται, ὑποστηρίζοντας τά ἑξῆς: «Ὅμως δέ λέμε πώς γι’ αὐτό εἶναι νόμιμο τό πράγμα, ἀλλά πώς καί αὐτοί πού δέχθηκαν τό νόμο αὐτό εἶναι δυστυχισμένοι καί ἄξιοι γιά πολλά δάκρυα. Γιατί ἐκεῖνα πού παθαίνουν οἱ πόρνες γυναῖκες, αὐτά παθαίνουν καί αὐτοί, ἤ καλύτερα χειρότερα ἀπό ἐκεῖνα. Γιατί σ’ αὐτές ἄν καί ἡ συνουσία εἶναι παράνομη, εἶναι ὅμως σύμφωνη μέ τή φύση, ἐνῶ αὐτή εἶναι καί παράνομη καί ἀντίθετη μέ τή φύση»33. Καί λίγο παρακάτω ἐπανέρχεται


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

στή σοβαρότητα τῆς πράξεως αὐτῆς καί σημειώνει: «Δέν ὑπάρχει λοιπόν, δέν ὑπάρχει πιό ἀνόητο καί πιό φοβερό πράγμα ἀπό τήν προσβολή αὐτή. Γιατί, ἄν ὁ Παῦλος, ὅταν μιλοῦσε γιά τήν πορνεία, ἔλεγε ὅτι «Κάθε ἁμάρτημα πού θά κάμει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἔξω ἀπό τό σῶμα του, ἐκεῖνος ὅμως πού πορνεύει, ἁμαρτάνει στό ἴδιο του τό σῶμα’’, τί θά μπορούσαμε νά ποῦμε γιά τή μανία αὐτή, πού εἶναι τόσο πολύ χειρότερη ἀπό τήν πορνεία, ὅσο δέν εἶναι δυνατό οὔτε νά τό ποῦμε; Γιατί δέ λέγω αὐτό μόνο, ὅτι δηλαδή ἔγινες γυναίκα, ἀλλ’ ὅτι ἔχασες καί τήν ἰδιότητα τοῦ ἄνδρα, καί οὔτε ἀπέκτησες αὐτήν τή φύση, οὔτε διατήρησες ἐκείνην πού εἶχες, ἀλλ’ ἔγινες κοινός προδότης κάθε φύσης, καί ἄξιος νά καταδιώκεσαι καί νά λιθοβολεῖσαι ἀπό ἄνδρες καί γυναῖκες, ἐπειδή ἀδίκησες καί τά δύο φύλα»34. Ἀπό τά παραπάνω γίνεται ἀντιληπτό ὅτι ἡ σαρκική σχέση μέ ὁμόφυλα ζευγάρια οὔτε φυσική εἶναι, οὔτε ἠθική, οὔτε προάγει τά δύο φῦλα, τήν κοινωνία, τό ἔθνος. Ναί μέν ὡς ἐπιλογή εἶναι σεβαστή, ὅμως δέν σημαίνει ὅτι εἶναι καί ὀρθή. Ἐξάλλου πολλές ἐπιλογές τοῦ ἀνθρώπου ἀποδεικνύονται ἐσφαλμένες, εἴτε ἀμέσως εἴτε ὕστερα ἀπό χρόνια. Σύγχρονη πραγματικότητα, ποιμαντική μέριμνα Ἐκκλησίας Παρά τίς διαφορετικές θέσεις πού ἐκφράζει ἡ Πατερική θεολογία, τά σύγχρονα δεδομένα εἶναι ἐντελῶς διαφορετικά. Τό σύμφωνο συμβίωσης ἀποτελεῖ πλέον νόμο τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους καί ἤδη κάποιοι ἑτοιμάζονται νά οἰκειοποιηθοῦν τά εὐεργετήματά του, κάνοντας χρήση τοῦ σχετικοῦ Προεδρικοῦ Διατάγματος. Εἴτε αὐτοί ἀνήκουν στά ὁμόφυλα ζευγάρια, εἴτε στά ἑτερόφυλα, θεωροῦν ὅτι ἕνα ὄνειρο ὑλοποιεῖται, ὅτι ἀποκτοῦν πλέον ἐργασιακά, συνταξιοδοτικά, κληρονομικά ἀλλά καί φορολογικά δικαιώματα35. Βέβαια τό ζήτημα αὐτό προκάλεσε διαίρεση τῆς κοινωνίας, τόσο στήν Ἑλλάδα, ὅσο καί στήν Ἀμερική, τήν Εὐρώπη καί τήν Ἀσία, κατά πόσον δηλαδή πρέπει ἡ κοινωνία νά ἀποδεχθεῖ τήν ὁμοφυλοφιλία. Τά ποσοστά ὑπέρ τοῦ «Ναί» φυσικά στίς ἄλλες χῶρες εἶναι κατά πολύ ὑψηλά σέ σχέση μέ τήν Ἑλλάδα36

καί μέ ἐξαίρεση τή Ρωσία, ὅπου τά ποσοστά τοῦ «Ὄχι» φθάνουν στό 74%. Μπροστά σ’ αὐτή τήν κατάσταση θεωροῦμε ὅτι ἡ ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας θά πρέπει νά στραφεῖ καί στά ὁμόφυλα – ἑτερόφυλα ζευγάρια πού θά θελήσουν νά ὑλοποιήσουν τό σύμφωνο συμβίωσης. Καταρχάς θεωροῦμε ὅτι πρέπει νά γίνει μελέτη σέ βάθος τοῦ θέματος καί ἐνημέρωση τῶν γονέων ὥστε, ὅταν ἔχομε ἰατρικά προβλήματα πού σχετίζονται ἤ πού μποροῦν νά ὁδηγήσουν τά παιδιά στήν ὁμοφυλοφιλία νά προλαμβάνονται κατά τό δυνατόν. Ἡ ἔγκαιρη ἐνημέρωση εἶναι δύναμη, ἡ ὀρθή γνώση εἶναι πρόληψη. Ἐν συνεχείᾳ ἀπαιτεῖται ἕνας εὐρύς διάλογος, εἰλικρινής καί ἔντιμος, μέ ἀντικείμενο τό σκοπό τῆς ζωῆς καί τά μέσα ἐπιδιώξεώς του. Μέ νηφαλιότητα καί ψυχραιμία θά ἀναδείξομε ὄχι μόνο τό «νῦν», ἀλλά καί τό «ἀεί», τήν ἀναζήτηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά νοηματοδοτήσει τήν ὕπαρξή μας. Μέ διάκριση καί ὑπομονή, μέ πνεῦμα ἀγάπης καί κατανόησης θά χειραγωγήσουμε ὅσους ἀποδεχθοῦν τήν πρόσκλησή μας. Ἀναμφισβήτητα δέν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση ἡ καθοδήγηση ἀνθρώπων πού δέν ἀποδέχονται βασικά θέματα πίστεως καί ζωῆς. Ὅμως ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀναφορά καί στά δύσκολα. Ἐπίσης ὅλοι ἐπιζητοῦμε τό θεῖο ἔλεος, ἀφοῦ κανείς δέν εἶναι καθαρός ἐνώπιον τοῦ ἀμώμου Ἰησοῦ. Μάλιστα ὁ συντάκτης τῶν εὐχῶν τοῦ ἱεροῦ εὐχελαίου ἀποτυπώνει τή ροπή τοῦ ἀνθρώπου πρός τό κακό καί ἐπικαλεῖται τή συγχώρηση τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ λέγοντας: «Μνήσθητι, ὅτι ἐπιμελῶς ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τά πονηρά ἐκ νεότητος αὐτοῦ, καί οὐδείς εὑρίσκεται ἀναμάρτητος ἐπί τῆς γῆς˙ σύ γάρ μόνος ἐκτός ἁμαρτίας ὑπάρχεις»37. Ἀκόμα ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ ὑπογραμμίζει τή θεία εὐσπλαγχνία λέγοντας: «οὐ βούλομαι τόν θάνατον τοῦ ἀσεβοῦς ὡς τό ἀποστρέψαι τόν ἀσεβῆ ἀπό τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ καί ζῆν αὐτόν»38. Τό αἴτημα τῆς συγχωρήσεως καταθέτει ἐκθύμως καί ὁ συντάκτης τῶν εὐχῶν τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς: «πρίν ἡμᾶς εἰς τήν γῆν ἀποστρέψαι, ἀξίωσον πρός σέ ἐπιστρέψαι καί πρόσχες ἡμῖν ἐν εὐμενείᾳ καί χάριτι. Ἐπιμέτρησον τάς ἀνο47


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

μίας ἡμῶν τοῖς οἰκτιρμοῖς σου˙ ἀντίθες τήν ἄβυσσον τῶν οἰκτιρμῶν σου τῷ πλήθει τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν…»39. Τόν πλοῦτον τῆς θείας ἀγάπης προβάλλει κατεξοχήν ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος, ἀποδιώχνοντας κάθε σκέψη πού σχετίζεται μέ τήν ἀπογοήτευση καί τήν ἀπελπισία: «Μή μοῦ λές, χάθηκα καί τί νά κάνω πλέον; Μή μοῦ λές, ἁμάρτησα καί τί θά κάμω; Ἔχεις ἰατρό ἀνώτερο ἀπό τήν ἀρρώστια, ἔχεις ἰατρό πού νικάει τή φύση τοῦ νοσήματος, ἔχεις ἰατρό πού μέ νεῦμα θεραπεύει, ἔχεις ἰατρό πού μέ τή θέλησή του διορθώνει, πού μπορεῖ καί θέλει νά σέ θεραπεύει. Χωρίς νά ὑπάρχεις σέ ἐδημιούργησε˙ τώρα πού ὑπάρχεις καί ἔγινες κακός πολύ περισσότερο θά μπορέσει νά σέ διορθώσει»40. Καί σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ ἔργου του ἐπανέρχεται λέγοντας τά ἑξῆς: «Ὅσες φορές κι ἄν πέσεις στήν ἀγορά, τόσες φορές σηκώνεσαι˙ ἔτσι κάθε φορά πού θ’ ἁμαρτήσεις, μετανόησε γιά τήν ἁμαρτία σου˙ μήν ἀπελπισθεῖς˙ ἄν ἁμαρτήσεις γιά δεύτερη φορά, μετανόησε γιά δεύτερη φορά καί μή ἀπό ραθυμία χάσεις τελείως τήν ἐλπίδα γιά τά ἀγαθά πού σοῦ ἐπιφυλάσσονται˙ κι ἄν ἀκόμα βρίσκεσαι σέ βαθιά γηρατειά κι ἁμαρτήσεις, ἔλα στήν ἐκκλησία καί μετανόησε˙ γιατί ἐδῶ εἶναι ἰατρεῖο καί ὄχι δικαστήριο, πού δέν ζητᾶ εὐθύνες ἁμαρτημάτων, ἀλλά παρέχει συγχώρηση ἁμαρτημάτων»41. Ἐπιλεγόμενα Ἡ Ἐκκλησία ὡς θεσμός θεῖος ξεπέρασε τά 2.000 χρόνια καί πορεύεται στήν τρίτη μετά Χριστόν χιλιετία. Γνώρισε διωγμούς, ἔζησε κατακόμβες, ἀνέδειξε μάρτυρες, ἐτίμησε ἥρωες, ἐβίωσε θαύματα, ὑπέμεινε μαρτύρια. Ὡς ἐκ τούτου ἔχει πλούσια παρακαταθήκη καί δύναται γιά μία ἀκόμα φορά νά ἀνταπεξέλθει 48

στίς δυσκολίες καί νά προσφέρει τή σωτήρια ἀλήθεια στά μέλη της, ἀναμένοντας τή δική τους συναίνεση καί κατάφαση. Πλήν τούτων δέν τήν τρομάζουν τά σύμφωνα συμβίωσης, διότι οὐδέποτε ἐπέβαλε τό πιστεύω της, καταργώντας τήν ἐλευθερία τῶν προσώπων. Μέ σεβασμό στίς ἀρχές της καλεῖ τό λαό νά κλείσει τά ὦτα του στίς σειρῆνες τῆς ἐποχῆς, πού θέλουν νά τόν ἀποκόψουν ἀπό τίς πνευματικές ρίζες του. Ὡς ἐπίλογο τῆς παρούσης ἀρθρογραφίας,παραθέτομε τήν ἄποψη τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Πέτρας καί Χερρονήσου κυροῦ Νεκταρίου. «Ἔχουμε χρέος ὡς Ἐκκλησία, νά καλλιεργήσομε τίς θεολογικές, πνευματικές, ψυχολογικές προϋποθέσεις ὑγιοῦς γάμου. Ἄν δέν ὑπάρξουν αὐτές οἱ προϋποθέσεις, θά ὁδηγούμαστε ὅλο καί περισσότερο στήν αὔξηση τῶν διαζυγίων, στίς πολλές ἐλεύθερες συμβιώσεις, στίς μονογονεϊκές οἰκογένειες, καί ἀκόμη χειρότερα στούς ὁμοφυλοφυλικούς γάμους, κατά τό παράδειγμα πολλῶν χωρῶν τῆς Εὐρώπης. Ἡ Ἐκκλησία μας διακονεῖ τή σωτηρία κάθε ἀνθρώπου, ἰδιαίτερα τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Εἶναι θεῖο νοσοκομεῖο πού θεραπεύει τούς κακῶς ἔχοντας. Ἡ Ἐκκλησία δέν ὑφίσταται γιά τούς ἁγίους, ἀλλά γιά ὅλους ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς. Δέν ἀφορίζει, δέν ἀπειλεῖ, δέν διώχνει κανένα, προσλαμβάνει τούς πάντες καί ἱερουργεῖ τό μυστήριο τῆς σωτηρίας τους»42. Ὑποσημειώσεις Γέν. Β΄, 15 – 17. 2 Μάρκ. Η΄, 34. Βλ. καί Λουκ. Θ΄, 13. Ματθ. ΙΖ΄, 24. 3 Διαδόχου Φωτικῆς, Κεφάλαια Γνωστικά 5, ΕΠΕ 9, 116. 4 Μάρκου Ἐρημίτου, Ἐρωτήσεις – Ἀποκρί1


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

σεις περί τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ΕΠΕ 13, 128. 5 Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Βαρλαάμ καί Ἰωάσαφ, ΕΠΕ 10, 190. 6 Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, PG 123, 321D. 7 Α΄ Κορ. Ι΄, 23. 8 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Κατά μεθυόντων καί εἰς τήν Ἀνάστασιν 1, PG 50, 443. 9 Γέν. Α΄, 27. 10 Χαστούπη Ἀ., Ἡ Ἁγία Γραφή, τόμ. Α΄, ἔκδ. Γιοβάνη, Ἀθήνα 1960, σ. 12. 11 Γέν. Β΄, 18. 12 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν Ὁμιλ. ΙΔ΄, 4 ΕΠΕ 2, 370. 13 Γέν. Β΄, 23. 14 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Α΄ Κορινθίους Ὁμιλ. ΛΔ΄, 4, PG 61, 291. Τοῦ αὐτοῦ Περί Μονανδρίας 4, PG 48, 615. Βλ. καί Μεγάλου Βασιλείου, Εἰς τήν μάρτυρα Ἰουλίτταν 2, PG 31, 241. Γαλανάκη Ε., Ἡ αἰώνια γυναίκα, Χανιά 1958, σ. 9. 15 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν Ὁμιλ. ΙΕ΄, 3 ΕΠΕ 2, 393. 16 Α΄ Κορ. ΙΑ΄, 11. 17 Μοδεστίνου Π., ὁρισμός γάμου, παρ. Ροδόπουλου Π., Μαθήματα Κανονικοῦ Δικαίου, ἔκδ. Ἀφοί Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1990, σ. 216. 18 Γέν. Β΄, 24. Πρβλ. Βάντσου Χ., Ἀποδέσμευση ἀπό τούς γονεῖς, βασική προϋπόθεση ἐπιτυχίας τοῦ γάμου, ΕΕΘΣΑΠΘ, Τόμ. ΚΣΤ΄, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 17. 19 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περί Παρθενίας 17, PG 48, 246. Πρβλ. καί Ζήση Θ., «Ἠ περί γάμου διδασκαλία τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου», στό Κληρονομία 1 (1969) 294. Τοῦ αὐτοῦ, «Ἄνθρωπος καί κόσμος ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ Θεοῦ, κατά τόν Ἰωάννου Χρυσόστομον», ΑΒ 9, Θεσσαλονίκη 1971, σ. 136. 20 Θοδωρήτου Κύρου, Εἰς Ἐφεσίους Ὁμιλ. Ε΄, PG 82, 548. Βλ. καί Προκοπίου Γαζαίου, Εἰς Γένεσιν Ἑρμηνεία PG 87, 177A. Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλυκον Β΄, 28 ΒΕΠΕΣ 5, 40. Μεθοδίου Ὀλύμπου, Συμπόσιον 11 ΒΕΠΕΣ, 18, 22. 21 Ἰωάννου Χρυστόμου, Περί παρθενίας 7, PG 48, 538. Τοῦ αὐτοῦ, Εἰς Ματθαῖον Ὁμιλ. ΝΑ΄, 5 PG 58, 516. Τοῦ αὐτοῦ, Εἰς Α΄ Θεσσαλονικεῖς Ὁμιλ. 5, 2, PG 62, 426. Τοῦ αὐτοῦ

,Εἰς Ἑβραίους Ὁμιλ. ΛΓ΄, 3, PG 63, 227 – 228. Εἰς Τῖτον Ὁμιλ. Ε΄, 2, PG 62, 690. 22 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περί παρθενίας 9, PG 48, 540. Πρβλ. καί Στάμου Π., Αἱ περί γάμου καί συζυγίας ὁμιλίαι τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἀθήνα 1963, σ. 9. 23 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ἐφεσίους Ὁμιλ. ΙΒ΄, 5, PG 62, 389. 24 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τό ‘‘Διά δε τάς πορνείας…’’ 3, PG 51, 213. Πρβλ. καί Βάντσου Χ., Ὁ Γάμος καί ἡ προετοιμασία αὐτοῦ ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου ποιμαντικῆς, ἔκδ. Μαυρίδη, Θεσσαλονίκη 1977, σσ. 98 – 99. 25 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἐγκώμιον εἰς Μάξιμον, PG 59, 230. 26 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τό «διά δε τάς πορνείας…» 5, PG 51, 216. 27 Αὐτόθι. 28 Μπουρνέλη Ἀ., «Γάμος καί μοναχισμός στόν Ἱερό Χρυσόστομο», Γρηγόριος Παλαμᾶς, 91 (2008) 6. 29 Κόντογλου Φ., Εὐλογημένο καταφύγιο, ἔκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1987, σ. 290 – 291. 30 Γέν. ΙΘ΄, 1 – 17. 31 Ρωμ. Α΄, 26 – 27. 32 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ρωμαίους, Ὁμιλ. Ε΄, ΕΠΕ 16Β, 407. Τοῦ αὐτοῦ, Εἰς Ρωμαίους, Ὁμιλ. Ι΄, ΕΠΕ 16Β, 639. Πρβλ. καί Θεοδωρήτου Κύρρου, Φιλόθεος Ἱστορία, ΕΠΕ 4, 33. 33 Αὐτόθι, σ. 415. 34 Αὐτόθι, σ. 417. 35 Βλ. «Σύμφωνο καί γιά ὁμόφυλα ζευγάρια», Ἐφημερίδα Καθημερινή, 27 Δεκεμβρίου 2015. 36 Περισσότερα βλ. Μανδηλάρη Κ., «Γιατί τό σύμφωνο συμβίωσης δίχασε τόσο πολύ;», iefimerida, 24 Δεκεμβρίου 2015. 37 Μικρόν Εὐχολόγιον, Τό ἱερόν εὐχέλαιον, ἔκδ. ΑΔΕΕ, Ἀθήνα 1984, σ. 174. 38 Ἰεζ. ΛΓ΄, 11. 39 Πεντηκοστάριον, Κυριακή Πεντηκοστῆς, ἔκδ. Φῶς, Ἀθῆναι 1974, σ. 227. 40 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τήν ἐπίλυσιν τῆς Χαναναίας, ΕΠΕ 33, 445. 41 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περί μετανοίας Ὁμιλ. Γ΄, ΕΠΕ 30, 155. 42 Μητροπολίτου Πέτρας καί Χερρονήσου Νεκταρίου, «Ἐλεύθερη συμβίωση ἤ γάμος;», Ἐφημερίδα Μεσόγειος, 4 Ἀπριλίου 2008, σ. 10.

49


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Νάντια Μαρία Ἔλ Σέιχ: «Τό Βυζάντιο ὅπως τό εἶδαν οἱ Ἄραβες» (Ἐπιμέλεια-Μετάφραση-Παραρτήματα: Νίκος Κελέρμενος Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις / Ἀντιπαραθέσεις 25, Ἀθήνα 2013) Λουκᾶ Δημ. Παπαδάκη

T

ί πραγματικά ἦταν τό Βυζάντιο; Πῶς νά τό ὑποθέσουμε καί νά εἴμαστε κάπως ἀκριβεῖς; Ὅπως τό προσέλαβε καί σέ κάποιο βαθμό τό διαμόρφωσε ἤ καί, κατά πολλούς, τό καθόρισε ἡ Ἀνατολική Ἐκκλησία; Ὅπως τό διδαχθήκαμε, ἐμεῖς οἱ παλαιότεροι, στά σχολικά ἐγχειρίδια, τά συνταγμένα στήν Παπαρηγοπούλειο γραμμή περί Ἑλληνικῆς συνέχειας, πού τροφοδότησε ἐπί γενεές τόν Μεγαλοϊδεατισμό μας; Ὅπως τό ἐλεεινολογοῦν σύγχρονοι πανεπιστημιακοί ἱστορικοί μας, ἀφοῦ γι’ αὐτούς ἀποτελεῖ ἔκφραση τοῦ χριστιανικοῦ σκοταδισμοῦ; Ὅπως τό βλέπουν (σωστότερα, δέν τό βλέπουν) ἐκεῖνοι, πού διατείνονται ὅτι ὅλα ἔχουν λεχθεῖ στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, βδελύσσονται δέ τόν Χριστιανισμό καί τό κράτος, μέ τό ὁποῖο ἰδίως συνδέθηκε, διότι ἐδίωξαν τάχα τό ἀρχαῖο πνεῦμα; Ὅπως τό ἀναθεμάτισε καί τό κατασυκοφαντοῦσε ὡς καί πρόσφατα ἡ Δυτική Ἐκκλησία; Ὅπως τό ἐπιθύμησαν καί ἐπιχειροῦσαν ἐπί χιλιετία νά τό καταλύσουν λαοί ἅρπαγες, πολιτισμένοι καί βάρβαροι, χριστιανοί κι ἀλλόθρησκοι, ἁλώνοντας τήν Κωνσταντίνου Πόλι, τό Κατώφλι τῆς Εὐτυχίας, ὅπως ἦταν τό ὀθωμανικό ὄνομά της; Ἤ μήπως ὅπως τό ἀναδεικνύουν τόν τελευταῖο αἰώνα οἱ Βυζαντινολόγοι, ἰδίως τοῦ Ἀγγλικανικοῦ κόσμου; Λέγει στήν τελευταία του συνέντευξη ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν: «…Οἱ Βυζαντινοί διατηροῦσαν πάντοτε -ἄν καί σέ ὁρισμένες περιστάσεις δέν τό πέτυχαν ἐξ ὁλοκλήρου- ἕνα πνευματικό ἐπίπεδο ὑψηλῆς στάθμης καί φρονῶ ὅτι αὐτό εἶναι μᾶλλον ἡ πεμπτουσία, τό πιό σημαντικό στοιχεῖο τους. Καί θά τόνιζα ὅτι εἶναι ἕνα εὐρύ καί ἐλεύθερο θρησκευτικό ἐπίπεδο…» [περιοδ. «Πεμπτουσία», τ. 4, Δεκέμβριος 2000 - Μάρτιος 2001]. Πράγματι. Πῶς νά καταλάβουμε τό Βυζάντιο, ἄν δέν διαβάσουμε Ρωμανό Μελωδό, Ἄννα 50

Κομνηνή, Πτωχοπρόδρομο. Ἄν δέν ἀνοίξουμε τήν Παλατινή Ἀνθολογία, πού περιλαμβάνει κάθε λογῆς ποιήματα σέ γλώσσα ἑλληνική, ἀπό τόν 8ο π.Χ. μέχρι τόν 8ο μ. Χ. αἰώνα, καί νά μνημονεύσουμε τόν κληρικό τῶν ἀνακτόρων τῆς Πόλης Κωνσταντίνο Κεφαλᾶ (9ος-10ος αἰ.), γιατί ἀγάπησε καί ἐρωτεύτηκε καί κράτησε ποιήματα σάν τοῦ Φιλοδήμου (1ος π. Χ. αἰ.): «Ψαλμός, καὶ λαλιὴ καὶ κωτίλον ὄμμα καὶ ᾠδή / Ξανθίππης, καί πῦρ ἄρτι καταρχόμενον, / ὤ ψυχή, φλέξει σε· τό δ’ ἐκ τίνος, ἤ πότε, καί πῶς, / οὐκ οἶδα· γνώση, δύσμορε, τυφομένη». Καί σέ μετάφραση Ἀνδρέα Λεντάκη: «Τό κιθάρισμα, κι ἡ φωνή, καί τό βλέμμα τό λάλο, κι ἡ ὠδή / τῆς Ξανθίππης, κι ἡ φωτιά πού ἄναψε μόλις / θά σέ κάψει ψυχή μου. Ἀπό τί, ἀπό πότε καί πῶς / δέν τό ξέρω. Καρδιά μου, δύσμοιρη, σάν καεῖς θά τό μάθεις» [Ἀνδρέα Λεντάκη, 500 ποιήματα ἀπό τήν Παλατινή Ἀνθολογία, δωρικός, 1988]. Καί ἄλλα πολλά ἱκανά νά ποιοῦν ἐρυθρές τίς παρειές εἴτε ἀπό συστολή εἴτε ἀπό διέγερση ἐρωτική. Διότι, βεβαίως, τό ἐλεύθερο καί ἄναρχο πνεῦμα, ὁ καημός τοῦ ἀνθρώπου διασώθηκε στόν Μεσαίωνα κι ἔφτασε ὥς τίς μέρες μας στά ἔρμα τά μοναστήρια. Ἔχοντας σήμερα καί σέ τοῦτον ἐδῶ τόν τόπο νά παλεύουμε μέ τούς χειρότερους σκοταδισμούς, τῆς ἡμιμάθειας καί τῆς ἀδιαφορίας, θαυμάζω πῶς γίνεται νά πάλλει ἀκόμη καί στιγμές - στιγμές νά κάνει χαλασμό στά σπλάχνα αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ λαοῦ ἡ λέξη Ρωμιοσύνη. Πῶς καί δέ ρωτιόμαστε, τί στήν εὐχή θέλει νά πεῖ αὐτός ὁ Ρίτσος: «Τή Ρωμιοσύνη μήν τήν κλαῖς, - ἐκεῖ πού πάει νά σκύψει / μέ τό σουγιά στό κόκκαλο, μέ τό λουρί στό σβέρκο, / Νάτη, πετιέται ἀποξαρχῆς κι ἀντριεύει καί θεριεύει / καί καμακώνει τό θεριό μέ τό καμάκι τοῦ ἥλιου». Ἀλλά ὑπάρχει καί μιά ἐπιπλέον παράμετρος,


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

πραγματιστική, πού ἀφορᾶ τήν ἄσκηση πολιτικῆς καί δή τῆς Ἐξωτερικῆς. Ἔγραφα στίς 14 Μαΐου 2012 στόν Καθηγητή Φιλοσοφίας Γιῶργο Οἰκονόμου, τόν καλό μου φίλο: «…Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἡ μελέτη τοῦ Βυζαντίου μᾶς εἶναι ἀναγκαία, διότι μᾶς προσφέρει ἰσχυρότατα ἐπιχειρήματα στήν ἄσκηση ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Τό ἀνάλογο βρίσκεται στήν ἀντίληψη τοῦ Νταβούτογλου, ἐκφρασμένη στό «Στρατηγικό βάθος», περί τῶν δικαιωμάτων τῆς Τουρκίας ἐπί τῶν ἐδαφῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ὡς ὑπήκοοι τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους ἔχουμε δικαιώματα, πού ἀπορρέουν ἀπό τή σχέση μας μέ τήν Ἀνατολική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Σέ ὅλες τίς διακρατικές συμφωνίες οἱ μέν Δυτικοί μᾶς ἀναγνωρίζουν ὡς Γραικούς, οἱ δέ Ὀθωμανοί ὡς Ρωμιούς, Ρωμαίους δηλαδή, ὑπηκόους τῆς πάλαι πότε κραταιῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ ἀπεμπόληση τῆς σχέσης μας αὐτῆς, ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια κάθε δικαιώματος πού ἀπορρέει ἀπό τή σχέση αὐτή. Τό Ρωμιός ἀποτελεῖ στοιχεῖο ταυτότητας τοῦ Νεοέλληνα. Ἐθλίβην πληροφορούμενος ὅτι οἱ Τοῦρκοι μᾶς ὀνομάζουν Γιουνάνηδες («Ἴωνες») καί λένε Ρωμιούς μόνο τους ἐλαχιστότατους πιά Ἕλληνες τῆς Πόλης καί τούς Κυπρίους, μάλιστα περιφρονητικά…». Ὅμως μέ τοῦτα χρειάζεται ἰδιαίτερη προσοχή. Δέν παρέλειψα νά τό ἐπισημάνω στήν ἐπιστολή αὐτή: «Βέβαια κατανοῶ ὅτι τά παραπάνω δέν ἔχουν καί μεγάλη σχέση μέ τήν ἀλήθεια, τήν ὁποία ἀναζητοῦμε ὡς φιλόσοφος ἐσύ, ὡς συγγραφέας ἐγώ. Ἀκόμη χειρότερα, κάτι τέτοια, ἀποκομμένα ἀπό τίς πανανθρώπινες ἀξίες, θρέφουν τόν ἐθνικισμό. Σοῦ ἔχω γράψει τήν ἀγάπη μου γιά τήν ἐλευθερία, γιά τό “Οὐθέν μεῖζον ἀνθρώποις Ἔλλησιν ἐλευθερίης” τῆς Πριήνης». Καί μιλώντας περί ἐλευθερίας καί μνήμης ἀγώνων, δέν εἶναι μόνο οἱ Δυτικοευρωπαῖοι πού θυμοῦνται καί γιορτάζουν τή μάχη τοῦ

Πουατιέ (732), μέ τήν ὁποία ἡ ἀραβική ἐπέκταση στήν εὐρωπαϊκή ἤπειρο ἀποσοβήθηκε καί περιορίστηκε στήν Ἰβηρική. Καί ἐμεῖς κάθε Μεγάλη Σαρακοστή θυμόμαστε πῶς κρατήσαμε τόν πολιτισμό μας, τόν Δυτικό πολιτισμό, σταματώντας τίς ὀρδές τῶν Ἀβάρων, τῶν Περσῶν, τῶν Σλάβων, τῶν Ἀράβων, τῶν Βουλγάρων, τῶν Σελτζούκων καί τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων. Καί ψάλλουμε κάθε Μεγάλη Σαρακοστή τό «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τά νικητήρια, / ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια / ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε· / ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τό κράτος ἀπροσμάχητον, / ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, / ἵνα κράζω σοι· / Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε». Ἕναν ἐπίσης ὕμνο ἐθνικό, ὅπως μοῦ τόν εἶχε πεῖ στά χρόνια τῆς ἐφηβείας μου ὁ ἀείμνηστος φιλόλογος Νικόλαος Οἰκονομάκης. Κι ὅποιος γνωρίζει τί ἦταν ὁ Διγενής Ἀκρίτης, μισός Ἕλληνας - μισός Ἄραψ, καταλαβαίνει ὅτι δέν εἶναι τό αἷμα πού σέ κάνει Ρωμιό, ἄνθρωπο δηλαδή πού ἡ ἀντίληψή του ἑδράζεται στόν ἑλληνικό λόγο καί τή χριστιανική ἀγάπη. **** Εἶναι λοιπόν μεγάλη εὐτυχία, πού ἔρχεται ἡ Ἀραβολόγος - Βυζαντινολόγος Νάντια Μαρία Ἔλ-Σέιχ, Καθηγήτρια στό Τμῆμα Ἱστορίας καί Ἀρχαιολογίας τοῦ Ἀμερικανικοῦ Πανεπιστημίου τῆς Βηρυτοῦ (A.U.B), νά μᾶς κάνει γνωστή τήν ὀπτική τῶν Ἀράβων γιά τό Βυζάντιο. Τό βιβλίο ἐκδόθηκε τό 2004 (Harvard University Press) μέ πρωτότυπο τίτλο “Byzantium viewed by Arabs”. Ἀπό τήν ἀρχή ἡ ἱστορικός ἐξηγεῖ ὅτι «γιά τούς Βυζαντινούς ἡ αὐτοκρατορία τους δέν 51


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ἦταν τίποτε ἄλλο παρά ἡ Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, ἡ ὁποία τελειοποιήθηκε μέσῳ τοῦ Χριστιανισμοῦ, καί δέν παραδέχονταν καμία διάκριση ἤ ἀσυνέχεια ἀπό τήν ἀρχαιότητα. Ἑπομένως τόν παγκόσμιο χαρακτήρα τῆς Αὐτοκρατορίας διακήρυξε ἡ πολιτική τους ἰδεολογία, πού θεμελιώθηκε πάνω στή ρωμαϊκή τους κληρονομιά καί παγιώθηκε ἀπό τήν οἰκουμενική χριστιανική ἰδεολογία». Καί ἐπισημαίνει ὅτι ἡ πολιτική αὐτή ἰδεολογία δέν ἦταν σταθερή, ἀλλά παρακολουθοῦσε τίς μεταβολές τῶν καιρῶν. Γιά παράδειγμα «κατά τήν διάρκεια τῆς Εἰκονομαχίας τό βυζαντινό ἰδεῶδες τόνιζε τήν ἐθνική ἀκεραιότητα, σέ σημεῖο πού νά ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἑλληνο-ρωμαϊκή παράδοση. Ἀπό τό μέσον τοῦ 10ου ἕως τό μέσον τοῦ 11ου αἰῶνος, καθώς ἡ Αὐτοκρατορία ἔφτανε στό ἀπόγειό της, οἱ Βυζαντινοί προσηλώθηκαν σέ ἕνα ἑλληνικό παρελθόν, ἔτσι ὥστε νά ἐπιβεβαιώσουν τήν πολιτιστική τους ἀνωτερότητα ἀπέναντι στόν ὑπόλοιπο κόσμο». Αὐτή ἡ εἰκόνα, πού φρόντιζε νά προβάλλει τό Βυζαντινό κράτος, ὅτι δηλαδή ἦταν ἡ συνέχεια τοῦ πολιτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Ρωμαίων, ἔγινε ἀποδεκτή καί ἀπό τούς Ἄραβες μουσουλμάνους. Ἔτσι ὁ ὅρος Ἄλ-Ρούμ, πού χρησιμοποιοῦνταν γιά τούς Ρωμαίους καί τούς Βυζαντινούς, περιστασιακά χρησιμοποιήθηκε καί σέ ἀναφορές στούς ἀρχαίους Ἕλληνες. Γνώριζαν, βεβαίως, οἱ πάντες, ὑποβάθμιζαν ὅμως τό γεγονός, ὅτι ἡ Ἀνατολική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία, ὅπως καί κάθε ἄλλη, δέν ἦταν ἐθνικά ὁμοιογενής. Στίς σελίδες τοῦ βιβλίου καταγράφεται ἡ ἀκράδαντη πεποίθηση τῶν Ἀράβων ὅτι τά πάντα κινοῦνται γύρω ἀπό τόν Θεό καί τή δόξα τοῦ ὀνόματός Του. Στήν πραγματικότητα 52

τοῦτο μᾶλλον δικαιολογεῖ παρά ἑρμηνεύει τίς πράξεις τους. Καί ἡ Ἱστορία τους, βέβαια, συντάσσεται μέ αὐτόν τόν γνώμονα. Γιά παράδειγμα ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος, σύγχρονος τοῦ Προφήτη, παρουσιάζεται ἀπό τούς Ἄραβες ὡς ἰδανικός κυβερνήτης, τοῦ ἀναγνωρίζουν δέ τήν ἀποστολή νά ὁμολογήσει τή νέα πίστη, νά ἀναγνωρίσει δηλαδή καί νά παραδεχθεῖ «τόν προφητικό χαρακτήρα τῆς ἀποστολῆς τοῦ Μωάμεθ καί τήν ὑπεροχή τῆς οὔμμα». Ἔτσι ὁ Ἡράκλειος ἐμφανίζεται νά λέει: «Μά τόν Θεό, ζῶ σέ μιά πόλη ὅπου τίποτα δέν εἶναι καλό». Ὑπάρχουν μάλιστα ἐπιστολές μεταξύ Ἡρακλείου καί Μωάμεθ, ἡ γνησιότητα τῶν ὁποίων εἶναι ἀμφίβολη, καί γιά τόν λόγο ὅτι, ὅταν ὑποτίθεται ὅτι γράφτηκαν, ὁ Προφήτης δέν εἶχε ἐπιβληθεῖ ἀκόμη οὔτε στήν Ἀραβική χερσόνησο. Ὁ Μωάμεθ καλεῖ τόν Καίσαρα νά γίνει Μουσουλμάνος γιά νά σωθεῖ, ἀλλιῶς θά πέσει κατάρα πάνω του. Καί ὁ Ἡράκλειος ἀπαντᾶ, ἀναγνωρίζοντας τον ὡς ἀπόστολο τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖο μάλιστα ἀνήγγειλε ὁ Ἰησοῦς. Καί ἐπιλέγει: «Ζήτησα ἀπό τούς Ρούμ νά πιστέψουν σέ σένα, ὅμως ἀρνήθηκαν. Ἄν ὑπάκουαν, θά ἦταν καλύτερα γι’ αὐτούς. Μακάρι νά ἤμουν μαζί σου, γιά νά σέ ὑπηρετῶ καί νά σοῦ νίβω τά πόδια». Τό χαλκεῖο εἶναι προφανές. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει καί ἡ ἀντίληψη τῶν Ἀράβων, πού ὑπηρετοῦσε τήν ἐπεκτατική τους πολιτική, ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι ἦταν ἀνώτεροι τῶν Ρωμαίων καί ἐπίσης ὅτι ἡ παρακμή τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης ὀφείλεται στόν ἐκχριστιανισμό τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας. Ἀντίληψη ἀβασάνιστη, πού δυστυχῶς εἶναι διαδεδομένη καί μεταξύ ἡμῶν. Πιό κάτω ὅμως διαβάζουμε τήν ἀναίρεση καί τήν ἀπο-


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

κατάσταση τῶν πραγμάτων: «Οἱ Ἄραβες συγγραφεῖς ἐκτιμοῦσαν τό γεγονός ὅτι οἱ Βυζαντινοί διέσωσαν τήν ἀρχαία γραμματεία, καί ἦσαν εὐγνώμονες πού ἐπέτρεψαν στούς Μουσουλμάνους νά τήν ἀντιγράψουν καί νά τή μεταφράσουν». Σημαντική γιά ἐμᾶς τούς Κρητικούς εἶναι ἡ ἀναφορά στόν Νικηφόρο Φωκᾶ, τόν ἀπελευθερωτή τοῦ νησιοῦ μας καί ἁγίου τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Εἶναι γεγονός ὅτι κατέσφαξε ὅλους τούς μουσουλμάνους, ἀκόμη καί τούς ἐξισλαμισμένους συμπατριῶτες μας, ἀνεξαρτήτως ἡλικίας, καί θεωρήθηκε καί ἦταν πράγματι τόσο φρικτό τό ἔγκλημα, ὥστε δέν τοῦ ὀργανώθηκε θρίαμβος στή Βασιλεύουσα. Ὅμως, ἄν δέν ἦταν αὐτός, ἡ Κρήτη θά ἦταν σήμερα τμῆμα τῆς Ἀραβίας. Στή βάση τῆς προτομῆς του στό Μεγάλο Κάστρο εἶναι χαραγμένα τοῦτα τά λόγια τοῦ Καζαντζάκη: «Νά χαίρεσαι καί σύ νά χαίρεται κι ἡ γῆς πού μέ τό σκέπος τοῦ Χριστοῦ λευτέρωσες ἀπό τῶν ἄπιστων Ἀγαρηνῶν τά χέρια». Φυσικά οἱ Ἄραβες τόν περιγράφουν μέ μελανά χρώματα: «ξεπέρασε κάθε ὅριο μέ τό θράσος καί τήν ἀδικία του». Ἡ συγγραφέας ἐπισημαίνει ὅτι «ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς ἦταν, ἴσως, ὁ μόνος αὐτοκράτορας πού προσπάθησε νά μετασχηματίσει τίς πολεμικές συγκρούσεις τῶν Βυζαντινῶν μέ τούς Ἄραβες σέ ἱερό πόλεμο». Εἶχε ὄντως ζητήσει νά τιμῶνται ὡς μάρτυρες οἱ στρατιῶτες, πού σκοτώνονταν στή μάχη ἀπό ἀλλόθρησκους, κάτι πού ὅμως ἡ Ἐκκλησία πρός τιμή της ἀπέρριψε. Τό βιβλίο συμπληρώνουν ἀναλυτική Βιβλιογραφία μέ δευτερογενεῖς πηγές, μέ πρωτογενεῖς ἀραβικές πηγές, μέ μεταφρασμένες πηγές, Γλωσσάρι ἀραβικῶν ὅρων καί λέξεων, Βιογραφία μουσουλμάνων συγγραφέων καί λογίων, Βιογραφία μουσουλμάνων ἡγετῶν, στρατιωτικῶν καί ἀξιωματούχων, Βιογραφία χριστιανῶν ἡγετῶν, ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν, ἀξιωματούχων, λογίων, συγγραφέων, Γεωγραφικά δεδομένα, Βασικές πληροφορίες γιά τό Ἰσλάμ, Στοιχεῖα γιά τίς χαλιφικές δυναστεῖες, ἀλλά καί τίς δυναστεῖες Μουσουλμάνων, Ἀράβων, Περσῶν, καί Εὑρετήριο. Ἀξίζει ὁ ἔπαινος στόν ἰατρό Νίκο Κελέρμενο, πού μετέφρασε, ἐπιμελήθηκε, πλούτισε μέ

τά παραπάνω παραρτήματα καί παρέδωσε αὐτό τό λίαν σημαντικό ἔργο στόν Ἕλληνα ἐπιστήμονα καί τόν φιλομαθή ἀναγνώστη, ἐπιπλέον δέ τό χάρισε στήν ἑλληνική γλώσσα. Ἡ συμβολή του στό νά καταπέσουν στερεότυπα, τά ὁποῖα ἄλλωστε ὑπηρετοῦν ἰδεολογικούς σκοπούς, ἀλλά καί στό νά παρουσιαστοῦν τῷ ὄντι ἐπιστημονικά ἐπιχειρήματα γιά τήν καλλιέργεια τῆς αὐτοσυνειδησία μας εἶναι τεράστια. Ἐδῶ νά μνημονεύσουμε καί ἄλλο ἕνα σπουδαῖο ἔργο γιά τό Βυζάντιο, τό ὁποῖο ἐπίσης μετέφρασε καί ἐπιμελήθηκε ὁ Νίκος Κελέρμενος. Πρόκειται γιά τό βιβλίο «Ἡ Γέννησις τοῦ Νοσοκομείου στήν Βυζαντινή Αὐτοκρατορία» τοῦ Timothy S. Miller (The John Hopkins University Press), πού ἐξέδωσε τό 1998 ἡ Ἱερά Μητρόπολις Θηβῶν καί Λεβαδείας. Σέ αὐτό καταδεικνύεται πόσο πρωτοποριακή ὑπῆρξε καί στούς τομεῖς τῆς ὑγείας καί τῆς περίθαλψης ἡ Βυζαντινή κοινωνία καί πόσο ἄδικη καί φτηνή ἦταν καί εἶναι ἡ ἐναντίον της πολεμική.

53


Παλαιοί καί νέοι ἡμεροδεῖκτες καί ἑορτές Ἀναστασίας Στεφ. Γοντικάκη, Φιλολόγου

T

ά μικρά ἡμερολόγια τοίχου μέ τά 365/6 φύλλα τῶν ἡμερῶν τοῦ χρόνου, πού ἔγραφαν μέ χοντρά νούμερα τήν ἡμερομηνία καί ἀπό κάτω μέ μικρά στοιχεῖα τίς ἑορτές τῶν Ἁγίων (στήν πίσω ὄψη μαντινάδες, γνωμικά ἤ συνταγές μαγειρικῆς) παλαιότερα δέν ἔλειπαν ἀπό κανένα ἑλληνικό σπίτι. Σήμερα εἶναι σπάνια, καθώς φαίνονται φτωχά καί εὐτελῆ, μπροστά στά πολυτελέστερα, μέ τό ἰλουστρασιόν χαρτί καί τήν καλλιτεχνική ἐκτύπωση, πού πληθωρικά κυκλοφοροῦν. Ἡμερολόγια μέ δώδεκα φύλλα, πού ἀριθμοῦν μόνο τίς ἡμέρες τῶν μηνῶν καί εἰκονογραφοῦνται μέ θέματα σχετικά μέ τό προϊόν ἤ τόν σκοπό πού ἐξυπηρετεῖ ἡ ἔκδοσή τους. Τό ἑορτολόγιο παραλείπεται καί ἡ ζωή, ἀνέορτη πλέον καί ξεκομμένη ἀπό τή μνήμη τῶν Ἁγίων, γίνεται «μακρά καί ἀπανδόχευτος ὁδός» (χωρίς πανδοχεῖο, χωρίς τόπο γιά νά ἀναπαυθεῖς), μέσα στήν ἐρημιά τῶν μεγάλων πόλεων καί τήν παγκόσμια κρίση. Ὁ πολιτισμός πού ἐξοβέλισε τίς ἑορτές ἀπό τή ζωή τῶν ἀνθρώπων ἔχει ἤδη ὑποστεῖ τίς συνέπειες μιᾶς τέτοιας ἀστοχίας. Διέλυσε, ἴσως, τόν ἰσχυρότερο ἱστό τῆς κοινότητας καί ἄφησε τόν ἄνθρωπο μόνο. Τώρα, κράτη καί διεθνεῖς ὀργανισμοί προσπαθοῦν νά καθιερώσουν (σωστότερα νά ἐπιβάλουν) νέες ἑορτές, «παγκόσμιες ἡμέρες», μέ περιεχόμενο κοινωνικό. Οἱ ὀνομαστικές ἑορτές ἔχουν ἀντικατασταθεῖ ἀπό τήν ἑορτή τῶν γενεθλίων. Καί ἐμεῖς, μαζί μέ ὅλον τόν κόσμο, ἑορτάζομε τήν ἡμέρα τῆς μητέρας, τῆς εἰρήνης, τοῦ παιδιοῦ, τῶν ζώων, τοῦ περιβάλλοντος. Ἡμέρες τῶν ναρκωτικῶν, τοῦ AIDS, τῆς βίας, τῶν γενοκτονιῶν, τοῦ μετανάστη, τῶν ἀτόμων μέ εἰδικές ἀνάγκες, τῆς κακοποίησης τῶν γυναικῶν καί γενικῶς πολλῶν πληγῶν καί πληγωμένων. Εἰδικοί φορεῖς, διεθνῆ κέντρα, ἑνώσεις ποι-

54

κίλων ἀποχρώσεων ὀργανώνουν συζητήσεις, πορεῖες, συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας καί ἄλλες παρόμοιου χαρακτήρα ἐκδηλώσεις, τίς ὁποῖες προβάλλουν σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο, μέ ὅσα μέσα μᾶς παρέχει ἡ σύγχρονη τεχνολογία. Μέ ἀδυσώπητες στατιστικές καί εἰκόνες ἄφατου πόνου, φρίκης ἤ ἀθλιότητας διεγείρουν συναισθήματα ὀργῆς, φόβου, ἐνοχῆς γιά τά ἑορταζόμενα, πού δέν ἔχουν βρεῖ ἀκόμη δικαίωση ἤ θεραπεία. Καί σ’ αὐτόν, ἐν τέλει, τόν κοινό φόβο καί τήν ἐνοχή ἐντοπίζεται ἡ παγκοσμιότητα μιᾶς τέτοιας δυσέορτης ἑορτῆς. Τήν εὐαισθητοποίηση τῆς κοινῆς γνώμης ἐπιδιώκει. Δέν κρίνεται ἡ πρόθεση (ἔστω καί ἄν συνδέεται μέ ἰδιοτέλειες) ἀλλά τό μεῖον. Ἡ συνισταμένη ὅλων τῶν ἐκδηλώσεων (πανηγυρικῶν, ἐνημερωτικῶν, κοινωνικῶν, πολιτικῶν κ.ἄ.) λειτουργεῖ φανερά ἤ ὑπόγεια ὡς “μύστης”, γιά τά συντελούμενα παράλογα καί ἀπάνθρωπα πού δέν ἔχουν τέλος, οὔτε φθάνουν στήν κάθαρση. Ποιά σχέση ἔχουν ὅλα αὐτά τά καινά καί κατ’ ἐπίφασιν παγκόσμια, μέ τή μορφή καί τό νόημα τῆς ὀρθόδοξης ἑλληνικῆς ἑορτῆς; Τά ἀστικά καί τά ἀγροτικά μας πανηγύρια στή μνήμη τῶν Ἁγίων, πού μέχρι σήμερα διατηροῦν πανάρχαιες συνήθειες λατρείας; Λειτουργία εὐχαριστιακή μέ ἀρτοπλασίες καί προσφορές, εὐλογία τῶν ἀπαρχῶν (ἡ προσφορά καί εὐλογία τῶν πρώτων καρπῶν) καί τῶν καρπῶν τῶν σπορίμων, λιτανεῖες, ἀγῶνες ἱππικούς κ.ἄ., καί ὕστερα κοινό τραπέζι, τραγούδι καί χορός στίς πλατεῖες καί τά σώπατα τῶν ἐκκλησιῶν, ὅπου ὅλοι, ἐξίσου, κοινωνοῦν τά θεῖα καί τά ἀνθρώπινα καί μοιράζονται τήν τέρψη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ὁ ὁμηρικός ὕμνος στόν Δήλιο Ἀπόλλωνα περιγράφει τήν ἑορτή τοῦ θεοῦ τῆς Δήλου καί ὁ νοῦς μας ξεστρατίζει στό γειτονικό πανηγύρι τῆς Εὐαγγελίστριας στήν Τῆνο. «ἀλλὰ σὺ Δήλῳ Φοῖβε μάλιστ᾿ ἐπιτέρπεαι


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ἦτορ, ἔνθα τοι ἑλκεχίτωνες Ἰάονες ἠγερέθονται αὐτοῖς σὺν παίδεσσι καὶ αἰδοίῃς ἀλόχοισιν. οἱ δέ σε πυγμαχίῃ τε καὶ ὀρχηθμῷ καὶ ἀοιδῇ μνησάμενοι τέρπουσιν ὅταν στήσωνται ἀγῶνα. φαίη κ᾿ ἀθανάτους καὶ ἀγήρως ἔμμεναι αἰεὶ ὃς τότ᾿ ἐπαντιάσει᾿ ὅτ᾿ Ἰάονες ἀθρόοι εἶεν. πάντων γάρ κεν ἴδοιτο χάριν, τέρψαιτο δὲ θυμὸν ἄνδρας τ᾿ εἰσορόων καλλιζώνους τε γυναῖκας νῆάς τ᾿ ὠκείας ἠδ᾿ αὐτῶν κτήματα πολλά. πρὸς δὲ τόδε μέγα θαῦμα, ὅου κλέος οὔποτ᾿ ὀλεῖται, κοῦραι Δηλιάδες Ἑκατηβελέταο θεράπεναι. ... μνησάμεναι ἀνδρῶν τε παλαιῶν ἠδὲ γυναικῶν ὕμνον ἀείδουσιν, θέλγουσι δὲ φῦλ᾿ ἀνθρώπων». «ἀλλά στή Δῆλο πιό πολύ, ὤ Φοῖβε, τέρπεις τήν καρδιά σου, ἐκεῖ πού οἱ μακροχίτωνες γιά χάρη σου Ἴωνες μαζεύονται μέ τά παιδιά καί τίς σεβάσμιες συζύγους τους. Κι αὐτοί μέ πυγμαχία καί μέ χορό καί μέ τραγούδι θά τέρπουν μνημονεύοντας ἐσένα, ὅταν θά στήνουν τόν ἀγώνα. Κι ἀκόμα ἐκεῖνο τό μεγάλο θαῦμα, πού ἡ δόξα του ποτέ δέν θά χαθεῖ, οἱ Δηλιάδες κόρες, οἱ ἱέρειες τοῦ Ἑκατηβελέτη... μνημονεύοντας ἀρχαίους ἄνδρες καί γυναῖκες ψάλλουν ὕμνο καί τέρπουν τά γένη τῶν ἀνθρώπων». (Ὁμηρικός Ὕμνος στό Θεό Ἀπόλλωνα, στίχ. 145-161). Τό πλῆθος τῶν καλοντυμένων ἀνθρώπων, πού μέ τίς εὐπρεπεῖς συζύγους τους καί τά παιδιά τους συρρέουν στή Δῆλο μέ τά πολλά ταχύπλοα καράβια, τά πλούτη, οἱ ἀγῶνες, σοῦ δίνουν τήν αἴσθηση τῆς ἀθανασίας καί τῆς

αἰώνιας νεότητας… δόξα καί μέγα θαῦμα τῆς πανηγύρεως, ὁ Ὕμνος, πού τά κορίτσια τῆς Δήλου ψάλλουν στόν Ἀπόλλωνα, μνημονεύοντας ἀρχαίους ἄνδρες καί γυναῖκες καί γεμίζουν εὐφροσύνη τά γένη τῶν ἀνθρώπων. Καί στήν Τῆνο: «Δεῦτε Τήνιοι πολῖται νά πανηγυρίσωμεν εὕρεσιν τῆς Παναγίας νά ὑμνήσωμεν». Εἴκοσι ἑπτά αἰῶνες συνδέουν τά δύο πανηγύρια, ὡστόσο, οἱ θρησκευτικές γιορτές στίς πόλεις, ἔχουν διολισθήσει περισσότερο πρός τόν κοινωνικό τύπο τῆς δυτικῆς γιορτῆς. Τό «φαίνεσθαι» καί τό life-style τῶν παραγόντων τῆς ἑορτῆς ὑποβαθμίζουν ἤ καί ἐκμηδενίζουν τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί τήν οὐσιαστική σχέση τοῦ πιστοῦ μέ τά θεῖα. «Οἱ ναρθηκοφόροι μέν πολλοί Βάκχοι δέ τε παῦροι» (Οἱ πανηγυριστές εἶναι πολλοί, ἄλλα οἱ βαθειά πιστεύοντες λίγοι) (Πλάτων, Φαίδων 69C). Καί ἐπειδή, καθώς φαίνεται, αὐτός ὁ τρόπος δέν ἱκανοποιεῖ τίς ἐσώτερες ἀνάγκες μας, ἐπιστρέψαμε στόν θησαυρό τῆς παράδοσης, τά ἀρχαῖα ἔθιμα1. Ἴσως σήμερα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά, γίνεται ἐπίκαιρη ἡ ρήση τοῦ Ἡρακλείτου (ἀπ. 2) «τοῦ λόγου δ᾽ ἐόντος ξυνοῦ ζώουσιν οἱ πολλοὶ ὡς ἱδίαν ἔχοντες φρόνησιν» [μετάφραση: ἐνῶ ἡ ἀλήθεια εἶναι κοινή (ὅμοια) γιά ὅλους, οἱ περισσότεροι ζοῦν σάν νά ἔχουν δική τους ἀντίληψη (ἄποψη) γι᾿ αὐτήν]. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἀπομακρύνονται ἀπό τό κοινό πνεῦμα, τήν κοινή ἀντίληψη τῆς ἀλήθειας, παύουν νά κοινωνοῦν, παύουν νά ζοῦν μέσα σέ κοινωνίες ἰδιωτεύουν2 ἀλαζονικά, ὑπηρετοῦν τήν ἀτομική τους ἄποψη, στάση

55


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

πού φέρνει τή ρήξη στίς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μέ τό θεῖον, καί καταλύει τήν οἰκειότητα μέ τούς Ἁγίους. Ἀπό αὐτήν τήν ἰδίαν φρόνησιν μᾶς ἀποτρέπει ὁ ξυνός-κοινός-λόγος τῆς ὀρθόδοξης ἑορτῆς, ὅπως τόν διαμόρφωσε τό θρησκευτικό βίωμα καί ἡ πνευματικότητα τοῦ λαοῦ μας, ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια. Ὁ περιηγητής Παυσανίας μαρτυρεῖ τήν εὐσέβεια τῶν Ἀθηναίων3 καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος βρῆκε ἕτοιμο τόν βωμό τοῦ Ἄγνωστου θεοῦ4, γιατί ἡ ἑλληνική θρησκευτική ἀντίληψη περιεῖχε ἤδη σπερματικά* (περιεῖχε τούς σπόρους), τόν χριστιανικό λόγο. Ἡ ἑλληνική φιλοσοφία ἄνοιξε τόν δρόμο καί ἐδόξασε τήν νέα πίστη5, ἔδωσε νέο περιεχόμενο στά λατρευτικά ἔθιμα καί τή γλώσσα τῶν Εὐαγγελίων, τήν κοινή ἑλληνική. Μαζί μέ αὐτά, ὁ ἑλληνικός κόσμος πλήρωσε, ἀπό τούς πρώτους ρωμαϊκούς διωγμούς ὥς τά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, μέ χιλιάδες μαρτύρων τήν πίστη του. Εἶναι οἱ ἅγιοι πού «ἐλιθάσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐπρίσθησαν ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι ὧν οὔκ ἄξιος ὁ κόσμος» ( Ἑβρ. 37). Εἶναι οἱ βοηθοί καί συλλήπτορες στίς δύσκολες ὧρες, οἱ ἰαματικοί στίς ἀσθένειες, οἱ σημάντορες τῶν μετεωρολογικῶν φαινομένων, πού κατηύθυναν καί προστατεύουν τούς ἐργάτες τῆς γῆς, τούς βοσκούς καί τά βοσκήματα, οἱ φέροντες τήν βροχή καί τήν εὐετηρία (καλοχρονιά)6. Σήμερα ἡ ἐπιστήμη καί ἡ τεχνολογία προσφέρει τίς λύσεις σ’ αὐτά τά ζητήματα. Ἡ Παναγία ἡ Μεσοσπορίτισσα, γιά τόν χρόνο σπορᾶς τῶν σιτηρῶν (21 Νοεμβρίου), ὁ Ἅγ. Γεώργιος ὁ μεθυστής (3 Νοεμβρίου) γιά τό ἄνοιγμα τοῦ καινούριου κρασιοῦ, ὁ Ἅγιος Νικόλαος (6 Δεκεμβρίου) γιά τά ταξίδια καί τήν προστασία τῶν ναυαγῶν, ὁ Ἅι-Γιάννης ὁ Κλήδονας ἤ τοῦ Λιοτροπιοῦ (ἡλιοστασίου) (24 Ἰουνίου) πάνω στό θερινό ἡλιοστάσιο, ἡ Ἁγία Μαρίνα (17 Ἰουλίου) «γιά νά μαράνει τίς παιδικές ἀρρώστιες», δέν μᾶς χρειάζονται πιά καί τούς σβήσαμε ἀπό τά ἡμερολόγια καί τή μνήμη μας. Ὅμως ἡ ταραχή καί ἡ ἔνταση τῶν φυσικῶν φαινομένων, ἡ χρονική μετακίνηση τῶν ἐποχῶν καί οἱ ἄλλες κλιματικές ἀλλαγές, οἱ μεγάλες καταστροφές, ὅλο καί συχνότερες τά

56

τελευταῖα χρόνια, ἐντείνουν τήν ἀγωνία μας γιά τό μέλλον τοῦ πλανήτη. Οἱ ἰσχυροί τῆς γῆς καί οἱ οἰκολόγοι συνεδριάζουν καί ἀποφασίζουν μέτρα προστασίας ἤ περιστολῆς, γιά τά ἀπρόβλεπτα «σημεῖα» τοῦ καιροῦ. Ἡ ἐπιστήμη ἔχει τόν λόγο της, ὡστόσο στούς ἡμεροδεῖκτες οἱ νέες διεθνεῖς ἑορτές, πληθαίνουν μαζί μέ τά προβλήματα καί καταγράφονται περισσότερο ὡς ἀπειλή ἤ καθῆκον. Ὄχι ὡς ἑορτή καί πανηγύρι, ἀλλά ὡς ἑνωμένη ἀντίσταση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἡ τρομοκρατία καί τά παρά-λόγον πού τή συνοδεύουν. Οἱ ἑορτές τῶν Ἁγίων μας ἔχουν νά κάνουν μέ τά ὑπέρ-Λόγον μέ τά ἱερά καί τό θαῦμα καί περαιτέρω μέ τόν πολιτισμό καί τήν αὐτοσυνειδησία μας. Ἡ ἀπουσία καί ἡ σταδιακή κατάργηση τῶν ἑορτῶν, ὅπως καί ἡ κατάργηση τῆς Κυριακῆς ἀργίας, ἀλλάζει τόν τρόπο μας, γιατί δέν συνδέεται μόνο μέ τίς εὐφρόσυνες στιγμές καί τίς ἐκδηλώσεις μιᾶς μακρόχρονης πνευματικῆς παράδοσης, πού μᾶς γοητεύουν, ὅταν συμβεῖ νά τίς συναντήσομε7, ἀλλά μέ τήν πίστη, τή γλώσσα καί τίς κοινωνικές δομές, πού ὡς βίωμα συνιστοῦν τό δαιμόνιον τῆς ψυχῆς, τό «ἀθανάτους καί ἀγήρως ἔμμεναι», τοῦ Ὁμηρικοῦ Ὕμνου. Δέν εἴμαστε ἀντίθετοι στίς «ἡμέρες» ἀλλά δέν εἶναι Ἑορτές. Σημειώσεις: 1. Ἡ ἐπιστροφή γιά νά ἔχει συνέχεια, πρέπει νά γίνεται μέ τόν δέοντα σεβασμό. Πολλές φορές γιά τουριστική κατανάλωση ἔχουμε ἔκπτωση στό Folklore (ἐπιφανειακή μίμηση). 2. Ἀπό τό ρῆμα ἰδιωτεύω τό οὐσιαστικό ἰδιώτης πέρασε στή Γαλλία ὡς ὅρος τῆς ψυχιατρικῆς idiot εἶναι ὁ ἠλίθιος, ὁ πνευματικά καθυστερημένος. 3. Παυσανίου «Ἑλλάδος Περιήγησις Ἀττικά» (Ι175-6) 4. Πράξεις τῶν Ἀποστόλων 17, 22-23. 5. Εὐαγγέλιον κατά Ἰωάννην 12, 20-23 «ἐλήθυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου». 6. Γεωργ. Μέγα, «Ἑλληνικές ἑορτές καί ἔθιμα τῆς λαϊκῆς λατρείας». 7. Στά πανηγύρια, ἤ περιγραφόμενες γλαφυρά στά κείμενα τοῦ Παπαδιαμάντη, τοῦ Κόντογλου κ.ἄ. * Ἐνδεικτικά: Πλάτωνος Νόμοι «ὁ δή θεός ἡμῖν πάντων χρημάτων μέτρον ἄν εἴη μάλιστα, καί κατά τόν ἴδιον λόγον, ὁ μέν σώφρων ἡμῶν, θεῷ φίλος, ὅμοιος γάρ, ὁ δέ μή σώφρων ἀνόμοιός τε καί διάφορος καί ἄδικος (716 c1-d3). Πλάτωνoς Φαῖδρος: «Tήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ κανείς νά φθάσει «ἐξιστάμενος τῶν ἀνθρωπίνων καί πρός τῷ θείῳ γιγνόμενος - φυγή δέ ὁμοίωσις τῷ θεῷ κατά τό δυνατόν» (z496). Ξενοφάνης: «Εἷς θεός μέγιστος», ἀπ.170.


ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ • Μέ τή δέουσα λαμπρότητα ἑορτάσθηκαν τά ἅγια Θεοφάνεια στό Φανάρι τήν Τετάρτη 6 Ἰανουαρίου. Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος προέστη τῆς Πατριαρχικῆς Θείας Λειτουργίας στόν Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγ. Ἁγιασμοῦ ἔγινε κατά τήν Πατριαρχική τάξη μετά τό τέλος τῆς Μ. Δοξολογίας τοῦ Ὄρθρου. Μετά τήν Ἀπόλυση σχηματίσχθηκε πομπή πρός στήν ἀκτή τοῦ Κερατίου Κόλπου, στήν προκυμαία τοῦ Φαναρίου, ὅπου ὁ Πατριάρχης τοῦ Γένους, περιστοιχούμενος ἀπό τούς συλλειτουργοῦντες ἁγίους Ἀρχιερεῖς, τέλεσε τόν Ἁγιασμό τῶν ὑδάτων καί τῆς τελετῆς καταδύσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στή θάλασσα τοῦ Κεράτιου. Συμμετεῖχε πλῆθος πιστῶν ἀπό τήν Πόλη καί πολλοί προσκυνητές ἀπό τήν Ἑλλάδα καί ἄλλες χῶρες, ἐνῶ παρέστησαν ὁ Ὑπουργός Ἐσωτερικῶν καί Διοικητικῆς Ἀνασυγκροτήσεως κ. Παναγιώτης Κουρουμπλῆς, ὁ ‘Υφυπουργός Ἐξωτερικῶν κ. Ἰωάννης Ἀμα-

νατίδης, ὁ πρεσβευτής τῆς Ἑλλάδος στήν Ἄγκυρα κ. Κυριακός Λουκάκης, ὁ Γενικός Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος στήν Πόλη κ. Εὐάγγελος Σέκερης, ἡ Πρόξενος κ. Δανάη Βασιλάκη, Ἄρχοντες, καί πλῆθος πιστῶν. • Κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, πραγματοποιήθηκε ἡ Σύναξη τῶν Προ-

καθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν στό Ὀρθόδοξο Κέντρο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό Σαμπεζύ τῆς Γενεύης ἀπό 21ης ἕως 28ης Ἰανουαρίου 2016. Παρέστησαν ἡ Α.Θ.Π. ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ.κ. Βαρθολομαῖος, ὁ Μακ. Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας κ.κ. Θεόδωρος, ὁ Μακ. Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

κ.κ. Θεόφιλος, ὁ Μακ. Πατριάρχης Μόσχας κ.κ. Κύριλλος, ὁ Μακ. Πατριάρχης Σερβίας κ.κ. Εἰρηναῖος, ὁ Μακ. Πατριάρχης Ρουμανίας κ.κ. Δανιήλ, ὁ Μακ. Πατριάρχης Βουλγαρίας κ.κ. Νεόφυτος, ὁ Μακ. Πατριάρχης Γεωργίας κ.κ. Ἠλίας, ὁ Μακ. Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομος, ὁ Μακ. Ἀρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου καί πάσης Ἀλβανίας κ.κ. Ἀναστάσιος καί ὁ Μακ. Ἀρχιεπίσκοπος Τσεχίας καί Σλοβακίας κ.κ. Ραστισλάβος, ἐνῶ ἐκωλύθησαν νά παραστοῦν ὁ Μακ. Πατριάρχης Ἀντιοχείας κ.κ. Ἰωάννης καί ὁ Μακ. Μητροπολίτης Βαρσοβίας καί πάσης Πολωνίας κ.κ. Σάββας, γιά λόγους ὑγείας, καί ὁ Μακ. Ἀρχιεπισκόπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμος, γιά προσωπικούς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐκπροσωπήθηκαν ἀπό ἐπίσημες ἀντιπροσωπεῖες τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν. Οἱ Προκαθήμενοι ἐπεβεβαίωσαν τήν ἀπόφασή τους νά συγκληθεῖ ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος στήν Ὀρθόδοξο Ἀκαδημία τῆς Κρήτης ἀπό 16 ἕως 27 Ἰουνίου 2016.

57


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

• Τήν 31 Ἰανουαρίου ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης δέχθηκε σέ ἀκρόαση τόν Σεβ. Ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης κ.κ. Εἰρηναῖο καί τούς Σεβ. Μητροπολίτες Γαλλίας κ. Ἐμμανουήλ, Σασίμων κ. Γεννάδιο καί Κισάμου καί Σελίνου κ. Ἀμφιλόχιο, τούς Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτες κ. Βαρθολομαῖο, Ἀρχιγραμματέα τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου, καί π. Πρόδρομο Ξενάκη, Ὑπογραμματέα τῆς Ἱ. Ἐπαρχιακῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, καί τόν Ἐλλογ. κ. Κωνσταντῖνο Ζορμπᾶ, Γεν. Διευθυντή τῆς Ὀρθοδόξου Ἀκαδημίας Κρήτης, μέ τούς ὁποίους συνεργάσθηκε γιά τήν ὀργάνωση τοῦ προγράμματος τῆς ἐπικείμενης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν Ο.Α.Κ.

• Τή Σμύρνη ἐπισκέφθηκε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀπό τό ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς 5 Φεβρουαρίου, ὁπότε ὑποδέχθηκε τήν Ἱερά Εἰκόνα τῆς Παναγίας Παραμυθίας ἀπό τό Ἅγιον Ὅρος καί στή συνέχεια προεξῆρχε κατά τόν πανηγυρικό Ἑσπερινό καί κήρυξε κατάλληλα στόν πανηγυρίζοντα Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Βουκόλου στήν περιοχή Μπασμάν. Τo Σάββατο 6 Φεβρουαρίου ὁ Παναγιώτατος προεξῆρχε τῆς Πατριαρχικῆς Θείας Λειτουργίας στόν πανηγυρίζοντα Ἱ. Ναό τοῦ Ἁγίου Βουκόλου, συλλειτουργούντων τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν Δράμας κ. Παύλου καί Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως κ. Βαρνάβα.Τό ἀπόγευμα χοροστάτησε στόν ὀρθόδοξο Ἑσπερινό τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν τῆς Σμύρνης ἐνῶ τό βράδυ παρέστη στό Μέγαρο Μουσικῆς τῆς Σμύρνης στή συναυλία ἀπό τή Χάρις Ἀλεξίου, πού διοργανώθηκε ἀπό τή νεοσύστατη Ὀρθόδοξη Κοινότητα Σμύρνης. Ὁ Πατριάρχης τοῦ Γένους συνεχάρη τήν καταξιωμένη καλλιτέχνιδα ἀπό σκηνῆς μέ

58

θερμούς καρδιακούς λόγους, τονίζοντας ὅτι χρειαζόμαστε τέτοιους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐνισχύουν τούς δεσμούς φιλίας καί συνεργασίας μεταξύ Τούρκων καί Ἑλλήνων, τήν προσκάλεσε μάλιστα στήν Κωνσταντινούπολη. Κατά τήν παραμονή του στή Σμύρνη ὁ Πατριάρχης μίλησε κατά τήν παρουσίαση τοῦ Βιβλίου τοῦ κ. Παρασκευᾶ Συριανόγλου «Μιά ἀγάπη δύο θεοί» στό Ἐμπορικό Ἐπιμελητήριο Σμύρνης, ἐπισκέφθηκε τόν Δήμαρχο Σμύρνης κ. Kocaoglu καί μίλησε κατά τήν ἔναρξη τοῦ Β΄ Ἁγιολογικοῦ Συνεδρίου καί κατά τήν Θεία Λειτουργία στό Ἱερό Ναό τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, ὅπου ἔδωσε τήν εὐλογία του στόν Σεβ. Μητροπολίτη Κορωνείας κ. Παντελεήμονα νά χοροστατήσει ἀντ’ Αὐτοῦ, καί στό τέλος τέλεσε τρισάγιο γιά ὅλους τούς κεκοιμημένους κληρικούς καί λαϊκούς τῆς Σμνύρνης. • Τήν Κυριακή 14 Φεβρουαρίου κατά τήν Πατριαρχική χοροστασία στόν πανηγυρίσαντα Ἱ. Ναό τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους στό γραφικό Βεβέκιον τοῦ Βοσπόρου, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος τέλεσε τή χειροθεσία τοῦ Μ. Ἱεροκήρυκα τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας Παναρέτου, πρός τόν ὁποῖο καί ἀπηύθυνε ἀπό διφθέρας πατρι-


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

κούς λόγους περί τῆς νέας του διακονίας. Κατά τήν χειροθεσία παρέστησαν οἱ Σεβ. Μητροπολίτες Δωδώνης κ. Χρυσόστομος, Ἴμβρου καί Τενέδου κ. Κύριλλος, Γαλλίας κ. Ἐμμανουήλ, Μυριοφύτου καί Περιστάσεως κ. Εἰρηναῖος, καί ὁ Ἐπίσκοπος Δορυλαίου κ. Νίκανδρος, ἀπό τήν Ἀρχιεπισκοπή τῆς Αὐστραλίας, ἐνῶ παρών ἦταν καί ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου κ. Εὐγένιος, στήν ἐπαρχία τοῦ ὁποίου ἀνήκει ἐκκλησιαστικῶς ὁ νεοχειροθετηθείς κληρικός τῶν Πατριαρχείων. • To Σάββατο 13 Φεβρουαρίου, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος δέχθηκε σέ ἀκρόαση τά μέλη τῆς Κεντρικῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Δικτύου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου γιά τήν Ποιμαντική Διακονία στόν Χῶρο τῆς Ὑγείας. Ὕστερα ἀπό πρόσκληση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἡ Ἐπιτροπή συναντήθηκε στήν Πόλη καί συνεδρίασε στήν αἴθουσα τοῦ Μικτοῦ Συμβουλίου τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στό Φανάρι ἀπό 10 ἕως 14 Φεβρουαρίου ὑπό τόν Συντονιστή τῆς Ἐπιτροπῆς Πρωτ. Σταῦρο Κοφινᾶ. Ἀποφασίσθηκαν: Ἡ ὀργάνωση κατά τόπους συναντήσεων μεταξύ κληρικῶν καί ἐπαγγελματιῶν ὑγείας (ἰατρούς, νοσηλευτές, κοινωνικούς λειτουργούς κ.ἄ.) μέ σκοπό τήν ἔκφραση ὑποστήριξης πρός τό ἔργο τους. Κατά τόπους συλλογή ἠλεκτρονικῶν διευθύνσεων ἐπαγγελματιῶν ὑγείας καί δημιουργία βάσης δεδομένων πρός καλύτερο συντονισμό ὅλων τῶν ἐμπλεκομένων. Ἡ σύγκληση τέταρτου Συνεδρίου κατά τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2017. Περαιτέρω συνεζητήθη ἐκτενῶς τό γενικό θέμα τοῦ Συνεδρίου καθώς καί οἱ ἐπιμέρους ἑνότητες καί κατόπιν μακρᾶς διαλογικῆς συζητήσεως διαφόρων ὑποβληθέντων προτάσεων ἡ Ἐπιτροπή κατέληξε τό γενικό θέμα τοῦ Συνεδρίου νά εἶναι «Ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» - ἀνακαλύπτοντας τήν ἐλπίδα στίς δυσχέρειες τῆς ζωῆς. • Η Α.Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης, παρέστη συμπροσευχόμενος ἀπό τοῦ Ἱ. Βήματος τοῦ Π. Πατριαρχικοῦ Ναοῦ κατά τήν Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, 21 Φεβρουαρίου, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἐδέσσης καί Πέλλης κ. Ἰωήλ. Μετά τήν ἀπόλυση ὁ Παναγιώτατος χειροθέτησε τόν Ἐλλογιμ. κ. Σταμάτιο-Νικόλαο Κίσσα, Πρόεδρο τοῦ ἐν Ἀθήναις Συλλόγου Μου-

σικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως, στό ὀφφίκιο τοῦ Ἄρχοντος Πρ ω τ ο μ α ΐ στορος τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μ. Ἐκκ λη σ ί α ς , καί ἀνταλλάχθηκαν οἱ εἰθισμένοι λόγοι. • Τήν Κυριακή 21 Φεβρουαρίου ὁ Πατριάρχης προέστη στόν Π. Πατριαρχικό Ναό στήν κηδεία τοῦ μακαριστοῦ Βασιλείου Θ. Σταυρίδου, Ἄρχοντος Διδασκάλου τοῦ Εὐαγγελίου καί Καθηγητοῦ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου στή Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης, τόν ὁποῖο ὁ μαθητής του Οἰκουμενικός Πατριάρχης περιέβαλλε πάντοτε μέ σεβασμό, εὐγνωμοσύνη, τιμή καί ἀγάπη, ὅπως καί ὅλους τους κατά καιρούς Διδασκάλους του. • Πραγματοποιήθηκε ἡ τακτική ἀνασυγκρότηση τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου, τήν ὁποία γιά τό ἑξάμηνο ἀπό 1 Μαρτίου ἕως 31 Αὐγούστου 2016, ὑπό τήν προεδρία τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἀποτελοῦν οἱ Σεβ. Μητροπολίτες Γέρων Περγάμου κ. Ἰωάννης, Ντένβερ κ. Ἡσαΐας, Ἀτλάντας κ. Ἀλέξιος, Πριγκηποννήσων κ. Ἰάκωβος, Προικοννήσου κ. Ἰωσήφ, Φιλαδελφείας κ. Μελίτων, Γαλλίας κ. Ἐμμανουήλ, Δαρδανελλίων κ. Νικήτας, Ντητρόϊτ κ. Νικόλαος, Ἁγίου Φραγκίσκου κ. Γεράσιμος, Σηλυβρίας κ. Μάξιμος καί Ἀδριανουπόλεως κ. Ἀμφιλόχιος. • Τό δίμηνο Ἰανουαρίου-Φεβρουαρίου τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τήν Α.Θ.Παναγιότητα, τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαῖο ἐπισκέφθηκαν πολλοί Σεβ. Ἀρχιερεῖς, Κληρικοί, Μοναχοί, ’Οφφικίαλοι τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, Πρέσβεις, Διπλωμάτες, Βουλευτές, Ἀκαδημαϊκοί καί ὅμιλοι προσκυνητῶν ἀπό τήν Ἑλλάδα καί ἀλλοῦ.

59


ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ Ο Σεβ. Μητροπολιτης ιεραπυτνησ και σητειασ κ. Ευγενιος:

• Τήν Παρασκευή 29 Ἰανουαρίου παρέστη συμπροσευχόμενος κατά τήν τελεσθεῖσα Θεία Λειτουργία στό Καθολικό της Ἱερᾶς Πατριαρχικῆς καί Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου καί Παναγίας Ἀκρωτηριανῆς Τοπλοῦ Σητείας, εὐχόμενος στόν ἄγοντα τά ὀνομαστήριά του Ἡγούμενο π. Φιλόθεο μακροημέρευση καί ἄνωθεν ἐνίσχυση στήν πολυδιάστατη διακονία του στήν Ἱερά καί ἱστορική Μονή Τοπλοῦ. • Τήν ἴδια ἡμέρα, μέ ἀφορμή καί τήν σχολική ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, προστατῶν τῆς Παιδείας, ἐπισκέφθηκε τό Γυμνάσιο Παλαικάστρου, ὅπου εὐλόγησε, ἔκοψε καί διένειμε τήν Ἁγιοβασιλόπιτα, μαζί μέ τούς σελιδοδεῖκτες μέ τήν εἰκόνα καί διδαχές τοῦ Ὁσίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου, πού πρόσφατα ἐξέδωσε ἡ Ἱερά Μητρόπολή μας γιά τούς μαθητές καί τίς μαθήτριες. Ἀκόμα, μίλησε κατάλληλα γιά τή ζωή καί τό ἔργο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων, διένειμε στά παιδιά τῆς Β΄ τάξης τά ἀντίτυπα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἔκδοση-προσφορά τοῦ Κοινωφελοῦς Ἐκκλησιαστικοῦ Ἱδρύματος «Παναγία Ἀκρωτηριανή», καί ἀκολούθως μετέβη στό γραφεῖο τοῦ Συλλόγου Διδασκόντων τοῦ σχολείου, ὅπου συνομίλησε μέ τούς Ἐκπαιδευτικούς, στούς ὁποίους ἐπέδωσε τό ἐγκόλπιο ἡμερολόγιο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως γιά τό ἔτος 2016. • Τό Σάββατο 30/1, ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, εὐλόγησε τούς ἄρτους καί στή συνέχεια τέλεσε τή Θεία Λειτουργία καί μίλησε ἐπίκαιρα γιά τούς τιμώμενους μεγάλους Πατέρες καί Οἰκουμενικούς Διδασκάλους στόν πανηγυρίζοντα Ἱερό Ναό τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν Πεύκων. • Τήν Κυριακή 31/1, ἐν μέσῳ πυκνοῦ ἐκκλησιάσματος, οροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια ἱερούργησε, κήρυξε ἐπίκαιρα τόν θεῖο λόγο καί τέλεσε τό τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο τῆς μακαριστῆς Μακαρίας Μοναχῆς στήν Ἱερά Μονή Παναγίας Ἑξακουστῆς Μαλλῶν Ἱεράπετρας. Ἀκολούθως μετέβη στό Ἀρχονταρίκι, ὅπου εὐλόγησε, ἔκοψε καί διένειμε τήν Ἁγιοβασιλόπιτα τῆς Μονῆς, παρουσία τῆς Ἀδελφότητας, συνεργατῶν καί φίλων τοῦ μοναστηριοῦ. • Τό ἑσπέρας τῆς ἴδιας ἡμέρας, περιστοιχούμενος ἀπό τόν Πανοσιολ. Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Μητρoπόλεως Ἀρχιμ. Κύριλλο Διαμαντάκη καί ἄλλους Κληρικούς, εὐλόγησε, ἔκοψε καί διένειμε τήν Ἁγιοβασιλό60


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

πιτα τοῦ Περιφερειακοῦ Τμήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ Ἱεράπετρας, πού πραγματοποιήθηκε στήν αἴθουσα συνεδριάσεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δήμου Ἱεράπετρας, εὐχόμενος στή διοίκηση, τά στελέχη καί ὅλα τα μέλη τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ καλή καί καρποφόρα χρονιά μέ ὑγεία καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ. • Τό ἀπόγευμα τῆς Δευτέρας 1 Φεβρουαρίου, περιστοιχούμενος ἀπό τόν τόν Ἱερό Κλῆρο τῆς περιοχῆς μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τοπλοῦ, χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς, εὐλόγησε τούς προσφερόμενους ἄρτους καί κήρυξε ἐπίκαιρα τόν θεῖο λόγο στό κατάμεστο ἀπό πιστούς πανηγυρίζον παρεκκλήσιο τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, κάτωθεν τοῦ Ἱεροῦ Ἐνοριακοῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ Θεοτόκου πόλεως Σητείας. • Τήν Τρίτη 2/2, ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, εὐλόγησε τούς ἄρτους καί στή συνέχεια ἱερούργησε καί μίλησε ἐπίκαιρα στό πολυπληθές ἐκκλησίασμα στόν πανηγυρίζοντα Ἱερό Ἐνοριακό Ναό Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου Ζάκρου Σητείας. • Τήν Τετάρτη 3/2 ἔλαβε μέρος στή συνοδική σύσκεψη πού ἔλαβε χώρα στό Ἡράκλειο ὑπό τήν προεδρία τοῦ Σεβ. Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Εἰρηναίου μέ κύριο θέμα συζήτησης τή μέλλουσα Πανορθόδοξο Σύνοδο, πού θά πραγματοποιηθεῖ τόν προσεχή Ἰούνιο στήν Ὀρθόδοξο Ἀκαδημία Κρήτης. • Τήν Πέμπτη 4/2 χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, εὐλόγησε τούς προσφερόμενους ἄρτους, χοροστάτησε κατά τήν τελεσθεῖσα Θεία Λειτουργία καί μίλησε ἐπίκαιρα στό πολυπληθές ἐκκλησίασμα στόν φερώνυμο Ἱερό Ναό ἐντός τῆς Προκεχωρημένης Ναυτικῆς Βάσης Κυριαμαδίου στό ἀκρωτήριο Κάβο Σίδερο, πού ἀποτελεῖ Μετόχι τῆς Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Ἀκρωτηριανῆς Τοπλοῦ. • Τήν Κυριακή 7/2 χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια ἱερούργησε, κήρυξε ἐπίκαιρα τόν θεῖο λόγο καί τέλεσε τό τρίμηνο μνημόσυνο τῆς μακαριστῆς Ἄννης Σαμπροβαλάκη στόν Ἱ. Ναό Ἁγίας Εἰρήνης Ἐνορίας Κουτσουρᾶ. Ο Σ.Ε.Γ.Α.Σ. βράβευσε τoν Σεβ. Μητροπολιτη Ιεραπυτνης και Σητειας κ . Ευγενιο

Τόν Σεβ. Μητροπολίτη Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιο βράβευσε ὁ Σύνδεσμος Ἑλληνικῶν Γυμναστικῶν καί Ἀθλητικῶν Σωματείων (Σ.Ε.Γ.Α.Σ.) γιά τήν ἔμπρακτη στήριξη τῆς ἀθλούμενης νεολαίας ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Ἱεραπύτνης καί Σητείας, ὅπως εἶναι ἡ διοργάνωση κάθε χρόνο τῶν Παγκρήτιων ἀγώνων στίβου «ΝΕΣΤΟΡΕΙΑ» στήν Ἱεράπετρα καί τοῦ «ΓΥΡΟΥ ΣΗΤΕΙΑΣ», πού ἐντάσσονται στό πλαίσιο τῶν πανελληνίων ἀγώνων δρόμου «Γύροι πόλεων». Ἡ ἐκδήλωση βραβεύσεων τῶν φορέων πού στηρίζουν τόν κλασσικό ἀθλητισμό στήν ἑλληνική περιφέρεια, τῶν ἀθλητῶν πού διακρίθηκαν στίς κορυφαῖες διοργανώσεις τῆς χρονιᾶς, προπονητῶν

61


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

καί διοικητικῶν παραγόντων-ἐκπροσώπων τῶν σωματείων, πραγματοποιήθηκε τήν Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου στήν κατάμεστη αἴθουσα «Μελίνα Μερκούρη» στό κλειστό Στάδιο Εἰρήνης καί Φιλίας (Σ.Ε.Φ.) μέ τήν παρουσία τοῦ ἁρμόδιου Ὑφυπουργοῦ Ἀθλητισμοῦ κ. Σταύρου Κοντονῆ, τοῦ Προέδρου τοῦ Δ.Σ. τοῦ Σ.Ε.Γ.Α.Σ. κ. Κων. Παναγόπουλου, τοῦ Γενικοῦ Γραμματέα καί πρώην Προέδρου κ. Βασ. Σεβαστῆ καί τῶν λοιπῶν στελεχῶν τοῦ Συνδέσμου. Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Εὐγένιος παρέλαβε αὐτοπροσώπως τό βραβεῖο κατά τή διάρκεια τῆς ἐκδήλωσης ἀπό τόν Α΄ Εἰδικό Γραμματέα τοῦ Σ.Ε.Γ.Α.Σ. κ. Ἀθανάσιο Βογιατζῆ. Ο Σεβ. Μητροπολιτης ιεραπυτνησ και σητειασ κ. Ευγενιος:

• Τό ἑσπέρας τῆς Τρίτης 9 Φεβρουαρίου, περιστοιχούμενος ἀπό πλειάδα Ἐφημερίων τῆς περιοχῆς, χοροστάτησε, εὐλόγησε τούς ἄρτους καί κήρυξε ἐπίκαιρα στήν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ της ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Χαραλάμπους τοῦ Θαυματουργοῦ στόν φερώνυμο Ἱερό Ἐνοριακό Ναό τῶν Ἀχλαδίων Σητείας, ὅπου, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τόν ἀπερχόμενο Ἐφημέριο τῆς Ἐνορίας καί συνταξιοῦχο Κληρικό, Αἰδεσιμώτατο Σταυροφόρο Σκευοφύλακα π. Ἐμμανουήλ Αὐγουστινάκη γιά τήν ἐπί 27 συναπτά ἔτη ἐφημεριακή του διακονία στήν Ἐνορία, παρουσίασε στούς ἐνορίτες τόν νέο Ἐφημέριο τῆς Ἐνορίας Ἀχλαδίων Αἰδεσιμώτατο π. Ἐμμανουήλ Μπελιμπασάκη. Μίλησαν, ἐπίσης, ὁ π. Ἐμμανουήλ Αὐγουστινάκης, ὁ νέος Ἐφημέριος τῆς Ἐνορίας π. Ἐμμ. Μπελιμπασάκης καί ὁ Πρόεδρος τῆς Τοπικῆς Κοινότητος Ἀχλαδίων κ. Κων/νος Ρεμπελάκης. •Τήν Τετάρτη 10/2 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, εὐλόγησε τούς προσφερόμενους ἄρτους καί στή συνέχεια τέλεσε τή Θεία Λειτουργία καί κήρυξε τόν θεῖο λόγο στόν κατάμεστο ἀπό πιστούς πανηγυρίζοντα Ἱερό Ναό Ἁγίου Χαραλάμπους Μαλλῶν Ἱεράπετρας. • Τό Σάββατο 20/2, περιστοιχούμενος ἀπό Κληρικούς, ἱερούργησε στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίου Τίτου πόλεως Ἡρακλείου, ὅπου κήρυξε τόν θεῖο λόγο καί τέλεσε τό ἐτήσιο μνημόσυνο τῆς μακαριστῆς Μελπομένης Περτσελάκη, μητρός τοῦ π. Παϊσίου Δερμιτζάκη. •Τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, 21/2, χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια ἱερούργησε, κήρυξε ἐπίκαιρα τόν θεῖο λόγο καί τέλεσε τό τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο ὑπέρ ἀναπαύσεως τοῦ μακαριστοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Γιανναδάκη στόν Ἱερό Ναό Εὐαγγελισμοῦ Θεοτόκου Γδοχίων Ἱεράπετρας. • Τή Δευτέρα Δευτέρα 22/2 στήν Αἴθουσα Συνεδρίων τοῦ «Κέντρου Πολιτιστικῆς καί Κοινωνικῆς Μέριμνας» 62


Περισσοτερες ειδήσεις καί φωτογραφίες στόν καθημερινά ενημερωμένο ιστοχωρο της ιερας Μητροπολεως: www.imis.gr τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας προέστη Ἱερατικῆς Συνάξεως ὅλων τῶν Ἐφημερίων, ἐνόψει τοῦ Τριωδίου καί τῆς περιόδου τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. • Τήν Κυριακή τοῦ Ἀσώτου, 28/2, ἱερούργησε στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Αἰκατερίνης πόλεως Σητείας, ὅπου κήρυξε τόν θεῖο λόγο καί τέλεσε τό τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο τοῦ μακαριστοῦ Ἐμμανουήλ Κουτσαντωνάκη, Φιλολόγου καί πρ. Λυκειάρχου, καθώς καί τό ἐννεαήμερο μνημόσυνο τοῦ ἀοιδίμου Ἱερέως Γεωργίου Χιωτάκη. • Τή Δευτέρα 29/2 δέχθηκε τόν νέο Ἀστυνομικό Διευθυντή Λασιθίου Ταξιάρχο κ. Ἐμμανουήλ Πετάση, στόν ὁποῖο εὐχήθηκε ἀπό καρδιᾶς κάθε ἐπιτυχία στά νέα του ὑψηλά καθήκοντα γιά τήν περαιτέρω ἐμπέδωση τοῦ αἰσθήματος ἀσφαλείας καί προστασίας τῶν πολιτῶν τοῦ Νομοῦ Λασιθίου. •Τήν Πέμπτη 3 Μαρτίου μετεῖχε στήν τακτική Συνεδρία τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, ἡ ὁποία, ἐκτός ἀπό τά τρέχοντα ὑπηρεσιακά θέματα, ἀσχολήθηκε μέ τό θέμα τῆς προετοιμασίας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θά συγκληθεῖ στήν Κρήτη, τόν προσεχή Ἰούνιο. • Τήν Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω, 6/3, χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια ἱερούργησε, κήρυξε ἐπίκαιρα τόν θεῖο λόγο καί τέλεσε τό ἐτήσιο μνημόσυνο τοῦ ἀοιδίμου Ἱερέως Γεωργίου Δρακάκη στόν Ἱερό Ναό Ζωοδόχου Πηγῆς Ἐπισκοπῆς Ἱεράπετρας, ὅπου συνεχάρη τόν Ἐφημέριο καί τό Ἐκκλησιαστικό Συμβούλιο τῆς Ἐνορίας Ἐπισκοπῆς γιά τόν ἐλαιοχρωματισμό καί τόν γενικότερο ἐξωραϊσμό τοῦ ἱεροῦ ναοῦ. κοινωνικο Φροντιστηριο της Ιερας Μητροπολεως Ιεραπυτνης και Σητειας Ξεκίνησαν τίς ἀρχές Ἰανουαρίου καί συνεχίζονται μέ μεγάλη ἐπιτυχία ἕως καί τή λήξη τοῦ τρέχοντος σχολικοῦ ἔτους τά μαθήματα ἐνισχυτικῆς διδασκαλίας στήν Ἱεράπετρα, στό πλαίσιο τοῦ Κοινωνικοῦ Φροντιστηρίου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας. Τά μαθήματα παραδίδονται καθημερινά, ἀπογευματινές ὧρες ἐκτός Σαββατοκύριακου, ἀπό εἰδικευμένες καθηγήτριες στίς σύγχρονες αἴθουσες διδασκαλίας τοῦ «Κέντρου Πολιτιστικῆς καί Κοινωνικῆς Μέριμνας» τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας, στήν Ἱεράπετρα. Τό Κοινωνικό Φροντιστήριο τῆς Ἱ. Μητροπόλεως παρέχει ἐντελῶς δωρεάν πρόσθετη διδακτική στήριξη σέ μαθητές Γυμνασίου καί Λυκείου καί ἀπευθύνεται σέ ὅλους ἀνεξαρτήτως τούς μαθητές τῆς εὐρύτερης περιοχῆς Ἱεράπετρας πού ἐπιθυμοῦν νά τύχουν ἐνισχυτικῆς διδασκαλίας.

63


ΠΛΗΡΩΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ

Ταχ. Γραφεῖο ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ Ἀριθμός Ἄδειας: 5 ΕΙΔΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ: 260004

ISSN 1109-3617

ΑΓΚΥΡΑ ΕΛΠΙΔΟΣ 90  
Advertisement