Page 1

ΔΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ

Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β΄ ΤΕΥΧΟΣ 79

ΜΑΡΤΙΟΣ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2014


Περιεχόμενα Μήνυμα Μήνυμα Συνάξεως τῶν Προκαθημένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, . Πατριαρχική Ἀπόδειξιςἐπί τῷ Ἁγίῳ Πάσχα, .................................................... Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος ἐπί τῷ Ἁγίῳ Πάσχα, ................................................ Ὁ Παπᾶς καί ὁ Παπαδιαμάντης, Ἀρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου .................................................................................. Πόσο, ἀληθινά, ὀρθόδοξοι χριστιανοί εἶμαστε; Πρωτ. Εὐαγγέλου Παχυγιαννάκη ....................................................................... Μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο, Ἰωάννου Μπουρμπουράκη ................................................................................... Ψυχολογία τοῦ βάθους. Ἀπὸ τὴν Κλίμακα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Γεωργίου Κρασανάκη............................................................................................ Ὁ θρίαμβος τοῦ Φωτός, Μαρίας Ζωγραφάκη-Σπυριδάκη ......................................................................... Βιβλιοκρισία: Μορφές Κρητῶν Ἀθωνιτῶν, Πρωτ. Εὐαγγέλου Παχυγιαννάκη ........................................................................

σελ. 3-5 6-8 9-11 12-18 19-25 26-27 28-40 41-43 44-46

Ἀπό τή ζωή τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ........................ 47-49 Ἀπό τή ζωή τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, .................................................................. 50-63

Ἄγκυρα Ἐλπίδος Διμηνιαῖο Ὀρθόδοξο Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας. Περιόδος Β΄, Τεῦχος 79, Μάρτιος-Ἀπρίλιος 2014. Ἰδιοκτήτης: Ἱερά Μητρόπολις Ἱεραπύτνης καί Σητείας. Ἐκδότης-Διευθυντής, Ὑπεύθυνος κατά νόμο: Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος. Ἠλεκτρονική στοιχειοθεσία: Σταῦρος Κακοδειπνάκης, Γραμματεύς Ἱ. Μητροπόλεως. Ἐπιμέλεια ὕλης, ἠλεκτρονική σελιδοποίηση, προετοιμασία ἐκτύπωσης: Ἀρχιμ. Κύριλλος Διαμαντάκης, Πρωτοσύγκελλος Ἱ. Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας. Διεύθυνση: Φιλοθέου Α΄ 8, 722 00 Ἱεράπετρα. Τηλέφωνο: 28420 22400/22786, FAX: 28420 89653 / Web Site: www.imis.gr / E-mail: imis@imis.gr Κωδικός Ταχυδρομείου: 6155. Ἐκτύπωση: Γραφικές Τέχνες «ΤΥΠΟΚΡΕΤΑ», Ἡράκλειο, τηλ. 2810380886. Τό περιοδικό ἀποστέλλεται δωρεάν. Προαιρετικές εἰσφορές καί ἐμβάσματα. Ἐξώφυλλο: Τό Χαῖρε τῶν Μυροφόρων· τοιχογραφία ἀπό τόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Ἄσαρης Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Φανερωμένης Ἱεράπετρας, 14ος αἰ.. Ὀπισθόφυλλο: Λεπτομέρεια ἀπό τήν ἴδια εἰκόνα. Τό περιοδικό ἐκδίδεται μέ τή χορηγία τοῦ Κοινωφελοῦς Ἐκκλησιαστικοῦ Ἱδρύματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας «ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΝΗ».


Μήνυμα Συνάξεως τῶν Προκαθημένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν (Φανάριον, 6 - 9 Μαρτίου 2014) Εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. ιά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, οἱ Προκαθήμενοι τῶν Ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, πρός τούς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς Ὀρθοδόξους πιστούς, τούς ἀνά τόν κόσμον ἀδελφούς χριστιανούς καί πρός πάντα ἄνθρωπον καλῆς θελήσεως, εὐλογίαν ἀπό Θεοῦ καί ἀσπασμόν ἀγάπης καί εἰρήνης. "Εὐχαριστοῦμεν τῷ Θεῷ πάντοτε περί πάντων ὑμῶν μνείαν ὑμῶν ποιούμενοι ἐπί τῶν προσευχῶν ἡμῶν, ἀδιαλείπτως μνημονεύοντες ὑμῶν τοῦ ἔργου τῆς πίστεως καί τοῦ κόπου τῆς ἀγάπης καί τῆς ὑπομονῆς τῆς ἐλπίδος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ καί πατρός ἡμῶν" (Α΄ Θεσ. α΄ 2-4). 1. Συνελθόντες διά τῆς χάριτος τοῦ Παναγάθου Θεοῦ, τῇ προσκλήσει τοῦ τῆς Κωνσταντίνου Πόλεως Ἀρχιεπισκόπου καί Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου ἐν Φαναρίῳ, μεταξύ 6ης καί 9ης Μαρτίου 2014, συνεσκέφθημεν ἐν ἀδελφικῇ ἀγάπῃ περί τῶν ἀπασχολούντων σήμερον τήν Ἁγιωτάτην ἡμῶν Ἐκκλησίαν ζητημάτων. Συλλειτουργοῦντες τῷ Κυρίῳ ἐν τῷ πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου κατά τήν εὔσημον καί μεγαλώνυμον ταύτην Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπευθύνομεν πρός ὑμᾶς λόγον ἀγάπης, εἰρήνης καί παρακλήσεως. Ἡ Μία, Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία ἐν τῷ κόσμῳ παροικοῦσα, βιώνει καί αὕτη τάς προκλήσεις τοῦ ἀνθρώπου ἑκάστης ἐποχῆς. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πιστή εἰς τήν Ἱεράν Παράδοσιν, εὑρίσκεται εἰς διαρκῆ διάλογον μετά τῆς ἑκάστοτε ἐποχῆς, συμπάσχει μετά τῶν ἀνθρώπων καί συμμερίζεται τήν ἀγωνίαν των. «Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄ 8-9). Οἱ πειρασμοί καί αἱ προκλήσεις τῆς ἱστορίας εἶναι ἰδιαιτέρως ἔντονοι εἰς τάς ἡμέρας μας καί οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί δέν δυνάμεθα νά εἴμεθα ἀμέτοχοι εἰς αὐτά ἤ ἀδιάφοροι ἀπέναντί των. Διά τόν λόγον αὐτόν συνήλθομεν ἐπί τό αὐτό διά νά ἐγκύψωμεν εἰς τούς πειρασμούς καί τά προβλήματα τά ὁποῖα ἀντιμετωπίζει σήμερον ἡ ἀνθρωπότης. «Ἔξωθεν μάχαι, ἔσωθεν φόβοι» (Β΄ Κορ. ζ΄ 6) οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ Ἀποστόλου ἰσχύουν καί σήμερον. 2. Ἀναλογιζόμενοι τήν ὀδύνην τῶν ἀνθρώπων ἀνά τόν κόσμον, ἐκφράζομεν τήν συμπάθειάν μας διά τό μαρτύριον καί τόν θαυμασμόν μας διά τήν μαρτυρίαν τῶν χριστιανῶν ἐν τῇ Μέσῃ Ἀνατολῇ, Ἀφρικῇ καί ἀλλαχοῦ τῆς γῆς. Φέρομεν εἰς τόν νοῦν μας τό διττόν αὐτῶν μαρτύριον: περί τῆς πίστεώς των ὡς καί περί τῆς διαφυλάξεως τῆς ἱστορικῆς των σχέσεως μετά ἀνθρώπων ἄλλων θρησκευτικῶν πεποιθήσεων. Καταγγέλλομεν τήν ἀναταραχήν καί τήν ἀστάθειαν αἱ ὁποῖαι ὠθοῦν τούς χριστιανούς νά ἐγκαταλείψουν τήν γῆν, ἔνθα ἐγεννήθη ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί ἔνθεν διεδόθη τό Εὐαγγέλιον εἰς τόν κόσμον ἅπαντα. Συμπάσχομεν μετά πάντων τῶν θυμάτων τῆς ἐν Συρίᾳ τραγῳδίας. Καταδικάζομεν πᾶσαν μορφήν τρομοκρατίας καί θρησκευτικῆς ὕβρεως. Ἡ ἀπαγωγή τῶν Μητροπολιτῶν Παύλου καί Ἰωάννου, ἄλλων κληρικῶν, ὡς καί τῶν μοναζουσῶν τῆς ἐν Μααλούλᾳ Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ἁγίας Θέκλης, ἀποτελεῖ χαίνουσαν πληγήν καί ζητοῦμεν τήν ἄμεσον ἀπελευθέρωσίν των.

Δ

3


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Ἀπευθύνομεν ἔκκλησιν εἰς πάντα ἐμπλεκόμενον πρός ἄμεσον κατάπαυσιν τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, ἀπελεύθερωσιν τῶν αἰχμαλώτων καί ἑδραίωσιν τῆς εἰρήνης ἐν τῇ περιοχῇ διά τοῦ διαλόγου. Οἱ ἐν Μέσῃ Ἀνατολῇ χριστιανοί ἀποτελοῦν τήν ζύμην τῆς εἰρήνης. Εἰρήνη διά πάντα ἄνθρωπον σημαίνει ἐπίσης εἰρήνη διά τούς χριστιανούς. Στηρίζομεν τό Πατριαρχεῖον Ἀντιοχείας εἰς τήν πνευματικήν καί ἀνθρωπιστικήν διακονίαν αὐτοῦ, ὡς ἐπίσης καί τάς προσπαθείας αὐτοῦ διά τήν παλινόρθωσιν τῆς περιοχῆς καί τήν παλιννόστησιν τῶν προσφύγων. 3. Ἐνθέρμως προσευχόμεθα ὑπέρ τῆς διεξαγωγῆς εἰρηνικῶν διαπραγματεύσεων καί τῆς ἐν προσευχῇ καταλλαγῆς πρός ἔξοδον ἐκ τῆς ἐν Οὐκρανίᾳ συνεχιζομένης κρίσεως. Καταδικάζομεν τάς ἀπειλάς βιαίας καταλήψεως Ἱερῶν Μονῶν καί Ναῶν καί προσευχόμεθα διά τήν ἐπιστροφήν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν σήμερον εὑρισκομένων ἐκτός τῆς κοινωνίας μετά τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας. 4. Ἡ παγκόσμιος οἰκονομική κρίσις ἀποτελεῖ θεμελιώδη ἀπειλήν διά τήν δικαιοσύνην καί τήν εἰρήνην εἰς τοπικόν καί παγκόσμιον ἐπίπεδον. Αἱ συνέπειαι αὐτῆς εἶναι ἐμφανεῖς εἰς ἅπαντα τά στρώματα τῆς κοινωνίας, ἔνθα ἀπουσιάζουν ἀξίαι ὡς ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ προσώπου, ἡ ἀδελφική ἀλληλεγγύη καί ἡ δικαιοσύνη. Τά αἴτια τῆς κρίσεως ταύτης δέν εἶναι ἀμιγῶς οἰκονομικά. Εἶναι καί πνευματικῆς καί ἠθικῆς φύσεως. Ἀντί τοῦ συσχηματισμοῦ πρός τά παγκόσμια εἴδωλα τῆς ἰσχύος, τῆς πλεονεξίας καί τῆς φιληδονίας, ἐξαίρομεν τήν ἀποστολήν μας νά μεταμορφώσωμεν τόν κόσμον, ἐφαρμόζοντες τάς ἀρχάς τῆς δικαιοσύνης, τῆς εἰρήνης καί τῆς ἀγάπης. Συνεπείᾳ τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί τῆς καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας, πολλοί ἄνθρωποι ὑποτιμοῦν τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἀδιαφοροῦντες νά διακρίνουν τό πρόσωπον τοῦ Θεοῦ εἰς τούς ἐλαχίστους τῶν ἀδελφῶν μας (πρβλ. Ματθ. κε΄, 40, 45), πολλοί δέ παραμένουν ἀδιάφοροι ἔναντι τῆς πτωχείας, τῆς ὀδύνης καί τῆς βίας, αἱ ὁποῖαι μαστίζουν τήν ἀνθρωπότητα. 5. Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νά ἀρθρώσῃ τόν προφητικόν της λόγον. Ἐκφράζομεν τήν εἰλικρινῆ ἡμῶν ἀνησυχίαν διά τάς τοπικάς καί παγκοσμίους τάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαξιώνουν καί διαβιβρώσκουν τάς ἀρχάς τῆς πίστεως, τήν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τόν θεσμόν τοῦ γάμου καί τό δῶρον τῆς δημιουργίας. Ὑπογραμμίζομεν τήν ἀναμφισβήτητον ἱερότητα τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ἀπό τῆς συλλήψεως μέχρι τοῦ φυσικοῦ θανάτου. Ἀναγνωρίζομεν τόν γάμον ὡς ἕνωσιν ἀνδρός καί γυναικός, ἡ ὁποία εἰκονίζει τήν ἕνωσιν τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του. Ἀποστολή ἡμῶν εἶναι ἡ διαφύλαξις τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος ὡς οἰκονόμων καί οὐχί ὡς κατόχων αὐτοῦ. Κατά τήν περίοδον ταύτην τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς προτρεπόμεθα τόν κλῆρον καί τόν λαόν ἡμῶν νά ἐπιδείξουν πνεῦμα μετανοίας, νά βιώσουν τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, τήν ταπείνωσιν καί τήν συγχωρητικότητα, καταθέτοντες εἰς τήν κοινωνίαν μαρτυρίαν περί τῶν πάντοτε ἐπικαίρων διδαγμάτων τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 6. Ἡ Σύναξις αὕτη τῶν Προκαθημένων συνιστᾷ δι᾿ ἡμᾶς μίαν εὐλογημένην εὐκαιρίαν, ἵνα ἐπαναβεβαιώσωμεν τήν ἑνότητα ἡμῶν διά τῆς κοινωνίας καί τῆς συνεργασίας. Ἐπιβεβαιοῦμεν τήν ἀφοσίωσιν ἡμῶν εἰς τήν ἔννοιαν τῆς συνοδικότητος, ἥτις τυγχάνει ὑψίστης σημασίας διά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνωτιζόμεθα τήν ρῆσιν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι "τό τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα, οὐ χωρισμοῦ ἀλλ᾿ ἑνώσεως καί συμφωνίας ὄνομα". Ἡ καρδία ἡμῶν στρέφεται πρός τήν ἀπό μακροῦ ἀναμενομένην Ἁγίαν καί Μεγάλην Σύνοδον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, διά νά μαρτυρήσωμεν τήν ἑνότητα αὐτῆς, ὡς καί τήν εὐθύνην καί τήν στοργήν της πρός τόν σύγχρονον κόσμον. Ἡ Σύναξις συνεφώνησεν ὅτι ἡ προπαρασκευαστική τῆς Συνόδου ἐργασία πρέπει νά ἐντατικοποιηθῇ. Εἰδική Διορθόδοξος Ἐπιτροπή θά ἀρχίσῃ τό ἔργον αὐτῆς ἀπό τοῦ Σεπτεμβρίου 2014 καί θά ὁλοκληρώσῃ αὐτό μέχρι τοῦ Ἁγίου Πάσχα τοῦ ἔτους 2015. Θά ἀκολουθήσῃ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις κατά τό πρῶτον ἥμισυ τοῦ ἔτους 2015. Ἅπασαι αἱ ἀπόφασεις, τόσον κατά τάς ἐργασίας τῆς Συνόδου, ὅσον καί κατά τά προπαρασκευαστικά στά4


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

δια αὐτῆς, θά λαμβάνωνται καθ᾿ ὁμοφωνίαν. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας θά συγκληθῇ ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐν ἔτει 2016, ἐκτός ἀπροόπτου. Ἡ Σύνοδος θά προεδρεύηται ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Οἱ ἀδελφοί Αὐτοῦ Προκαθήμενοι τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν θά κάθηνται ἐκ δεξιῶν καί ἐξ εὐωνύμων Αὐτοῦ. 7. Ἀναποσπάστως συνδεδεμένη πρός τήν ἑνότητα εἶναι ἡ ἱεραποστολή. Ἡ Ἐκκλησία δέν ζῇ διά τόν ἑαυτόν της, ἀλλά ὀφείλει νά μαρτυρῇ καί νά μοιράζηται τά δῶρα τοῦ Θεοῦ μετά τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν. Μετέχοντες τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί προσευχόμενοι ὑπέρ τῆς οἰκουμένης, καλούμεθα νά συνεχίσωμεν τήν λειτουργίαν μετά τήν Θείαν Λειτουργίαν καί νά μοιρασθῶμεν μεθ᾿ ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος τά δῶρα τῆς ἀληθείας καί τῆς ἀγάπης, συμφώνως πρός τήν τελευταίαν ἐντολήν καί διαβεβαίωσιν τοῦ Κυρίου: "Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη [...] καί ἰδού ἐγώ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι [...] ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος" (Ματθ. κη΄, 19-20). 8. Ζῶμεν ἐντός ἑνός κόσμου, ὅπου ἡ πολυπολιτισμικότης καί ὁ πλουραλισμός συνιστοῦν ἀναπόφευκτον πραγματικότητα καί συνεχῶς μεταβαλλομένην. Ἔχομεν ἐπίγνωσιν τοῦ γεγονότος ὅτι οὐδέν θέμα τῆς ἐποχῆς μας δύναται νά θεωρηθῇ ἤ ἐπιλυθῇ ἄνευ ἀναφορᾶς εἰς τό παγκόσμιον, καθώς καί ὅτι οἱαδήτις πόλωσις μεταξύ τοπικοῦ καί παγκοσμίου καταλήγει εἰς ἀλλοίωσιν τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος. Ὡς ἐκ τούτου, ἐνώπιον καί αὐτῶν εἰσέτι τῶν διαφωνιῶν, διαχωρισμῶν καί διαιρέσεων, εἴμεθα ἀποφασισμένοι νά διακηρύξωμεν τό μήνυμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὁ διάλογος τυγχάνει πάντοτε καλλίτερος τῆς συγκρούσεως. Ἡ ἀποχώρησις καί ἡ ἀπομόνωσις οὐδέποτε ἀποτελοῦν ἐπιλογήν. Ἐπαναβεβαιοῦμεν τήν ὑποχρέωσίν μας νά διαλεγώμεθα πρός τόν ἄλλον, μετά τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, μετά τῶν ἄλλων πολιτισμῶν, ὅπως καί μετά τῶν ἄλλων χριστιανῶν καί τῶν ἀνθρώπων ἄλλων θρησκευτικῶν πεποιθήσεων. 9. Παρά τάς ἀνωτέρω προκλήσεις, διακηρύσσομεν τό Εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ "ὅστις τοσοῦτον ἠγάπησε τόν κόσμον" ὥστε "ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν". Τοιουτοτρόπως, οἱ Ὀρθόδοξοι παραμένομεν πλήρεις ἐλπίδος. Παρά τάς δυσχερείας τολμῶμεν, ἐν τούτοις, νά ἔχωμεν τήν ἐλπίδα ἡμῶν εἰς τόν Θεόν Ὅστις ἐστί "ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ" (Ἀποκ. α΄, 8). Διό καί ἀναμιμνῃσκόμεθα ὅτι ὁ τελευταῖος λόγος -λόγος ἀγαλλιάσεως, ἀγάπης καί ζωῆς- ἀνήκει εἰς Αὐτόν, ᾯ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Ἐν Φαναρίῳ, τῇ 9ῃ Μαρτίου 2014 † Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος † Ὁ Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος † Ὁ Ἱεροσολύμων Θεόφιλος † Ὁ Μόσχας Κύριλλος † Ὁ Σερβίας Εἰρηναῖος † Ὁ Ρουμανίας Δανιήλ † Ὁ Βουλγαρίας Νεόφυτος † Ὁ Γεωργίας Ἠλίας † Ὁ Κύπρου Χρυσόστομος † Ὁ Ἀθηνῶν Ἱερώνυμος † Ὁ Βαρσοβίας Σάββας † Ὁ Τιράνων Ἀναστάσιος

5


Πατριαρχική Ἀπόδειξις ἐπί τῷ Ἁγίῳ Πάσχα ••• Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ ΕΛΕῼ ΘΕΟY ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ••• Χριστός Ἀνέστη!

Δ

«εῦτε», ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ, «λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτός» τοῦ Φαναρίου, τοῦ Ἱεροῦ Κέντρου τῶν Ὀρθοδόξων, καί δοξάσωμεν ὅλοι ὁμοῦ καί ἀπό κοινοῦ «Χριστόν τόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν». Ζοφερά ἦτο ἡ ψυχική κατάστασις τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου μετά τήν Σταύρωσιν Αὐτοῦ, διότι διά τῆς δι᾿ αὐτῆς θανατώσεως τοῦ Κυρίου διελύθησαν αἱ ἐλπίδες τῶν μαθητῶν Του περί ἐπικρατήσεως Αὐτοῦ καί αὐτῶν ὡς πολιτικῆς ἐξουσίας. Εἶχον ἐκλάβει τήν θριαμβευτικήν εἴσοδον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τά Ἱεροσόλυμα, μετά τήν ἀνάστασιν τοῦ Λαζάρο καί τήν θαυματουργικήν τροφοδοσίαν πέντε χιλιάδων ἀνδρῶν, πλέον γυναικῶν καί παιδίων, διά πέντε ἄρτων καί δύο ἰχθύων, ὡς προανάκρουσμα τῆς κατακτήσεως ὑπ᾿ αὐτῶν κοσμικῆς ἐξουσίας. Ἡ μήτηρ δύο ἐξ αὐτῶν ὑπέβαλε μάλιστα τό αἴτημα ὅπως οἱ υἱοί αὐτῆς καθήσουν εἷς ἐκ δεξιῶν καί εἷς ἐξ εὐωνύμων τοῦ Κυρίου, ὅταν Οὗτος ἀναλάβῃ τήν ἐξουσίαν. Ὅλα αὐτά διελύθησαν ὡς παιδικαί φαντασίαι λόγῳ τοῦ φοβεροῦ πλήγματος τῆς θανατικῆς ἐκτελέσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τήν πρωίαν, ὅμως, τῆς μιᾶς τῶν Σαββάτων αἱ Μυροφόροι εὗρον τόν τάφον κενόν καί ἤκουσαν παρά τοῦ Ἀγγέλου ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν. Μετ᾿ ὀλίγον δέ εἶδον Αὐτόν εἰς ἀλλοίαν κατάστασιν, μή ἐπιτρέπουσαν εἰς τάς Μυροφόρους νά Τόν ἀγγίξουν. Ἡ τοιαύτη ἀπροσδόκητος ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων προεκάλεσε τήν ἀπορίαν τῶν περί τόν Ἰησοῦν περί τῆς περαιτέρω ἐξελίξεως τῶν γεγονότων. Ἡ ἀπάντησις δέν ἐδόθη εἰς αὐτούς ἀμέσως. Εἰδοποιήθησαν νά ἀναμένουν μέ ὑπομονήν καί καρτερίαν μέχρις ὅτου ἐνδυθοῦν δύναμιν ἐξ ὕψους. Πειθαρχήσαντες δέ εἰς τήν ἐντολήν, ἀνέμενον μέχρι τῆς Πεντηκοστῆς, ὅτε τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἐπελθόν, ἀπεκάλυψεν εἰς αὐτούς, ἐν πληρότητι, τήν νέαν ἀποστολήν των. Αὕτη δέν συνίστατο εἰς τήν ἀπελευθέρωσιν ἑνός ἔθνους ἀπό τῆς ὑποδουλώσεως εἰς ἄλλο ἔθνος, ἀλλά εἰς τήν ἀπελευθέρωσιν τῆς ἀνθρωπότητος ὅλης ἀπό τῆς ὑποδουλώσεως εἰς τόν ἄρχοντα τοῦ κακοῦ καί εἰς τό κακόν ἐν γένει. Μία ἄλλη μεγάλη ἀποστολή διαφορετική ἀπό ἐκείνην τήν ὁποίαν ὠνειρεύοντο. 6


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Ἡ ἀσύλληπτος ἐντολή τῆς διαδόσεως τοῦ κηρύγματος τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τῆς δουλείας τοῦ θανάτου ἐξέπληξεν αὐτούς, ἀλλ᾿ ἀνελήφθη μετά ζήλου καί ἐκηρύχθη πανταχοῦ καί ἔσωσε καί σώζει πολλούς ἀπό τοῦ θανάτου. Ὑπάρχει ὁ πρωτότοκος τῶν νεκρῶν, ὁ ἀναστημένος Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος προσφέρει εἰς ὅλους τήν δυνατότητα τῆς ἀναστάσεως καί τῆς αἰωνίου ζωῆς, μιᾶς ζωῆς ἡ ὁποία δέν ὑπόκειται πλέον εἰς τήν φθοράν, διότι ἐν τῇ ἀναστάσει οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὡς οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἐν οὐρανῷ καί φέρουν σῶμα πνευματικόν ἀντί τοῦ σαρκικοῦ. Πρόγευσιν αὐτῆς τῆς μακαρίας ἀναστασίμου καταστάσεως βιοῦμεν ἀπό τώρα, ὅταν φέρωμεν τό σάρκινον ἔνδυμά μας εἰς τρόπον ὥστε νά μή γευώμεθα τήν οὐσίαν τοῦ θανάτου, δηλαδή τήν ἀπομάκρυνσιν ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά αἰσθανώμεθα ὅτι μετέβημεν ἀπό τοῦ φυσικοῦ θανάτου τοῦ σαρκίνου σώματος εἰς τήν ἀνωτέραν ζωήν τοῦ πνευματικοῦ τοιούτου διά τῆς μετ᾿ ἀγάπης γνώσεως τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία γνῶσις ἰσοδυναμεῖ πρός τήν αἰώνιον ζωήν. Δέν προσδοκῶμεν, λοιπόν, ἁπλῶς τήν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν ὡς ἕν γεγονός τοῦ ἀπωτάτου μέλλοντος ἀλλά μετέχομεν αὐτῆς ἀπό τοῦδε, ὥστε νά κραυγάζωμεν ἐνθουσιωδῶς μετά τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου: «Ποῦ σοῦ, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σοῦ, Ἅδη, τό νῖκος;». Συνανέστημεν μετά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ζῶμεν τά ἔσχατα ὡς παρόντα καί τά παρόντα ὡς ἔσχατα. Ἡ ἀνάστασις διαποτίζει τήν ὕπαρξιν ἡμῶν καί πληροῖ χαρᾶς αὐτήν. Ὡς ἐπλήσθη χαρᾶς τό στόμα τῶν μαθητῶν ἐν τῷ λέγειν ἀνέστη ὁ Κύριος. Συνεχίζομεν τό ἔργον τῶν Ἀποστόλων. Μεταδίδομεν εἰς τόν κόσμον τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως. Κηρύσσομεν ἐν ἐπιγνώσει, ὅτι ὁ θάνατος δέν πρέπει νά ἔχῃ θέσιν εἰς τήν ζωήν μας, οὐδεμίαν ὠφέλειαν προσφέρει εἰς τήν ἀνθρωπότητα. Οἱ ἐπιδιώκοντες νά βελτιώσουν τήν κοινωνικήν ζωήν διά τοῦ θανάτου συνανθρώπων τινῶν αὐτῶν, δέν προσφέρουν ἀγαθήν ὑπηρεσίαν εἰς τούς ἐπιζῶντας. Ὑπηρετοῦν τήν ἐπέκτασιν τοῦ θανάτου καί προετοιμάζουν τήν ὑπ᾿ αὐτοῦ καταβρόχθισιν ἑαυτῶν. Εἰς τάς ἡμέρας μας τά τύμπανα τοῦ θανάτου καί τοῦ σκότους ἠχοῦν μανιωδῶς. Μερικοί συνάνθρωποί μας πιστεύουν ὅτι ἡ ἐξόντωσις ἄλλων συνανθρώπων μας εἶναι πρᾶξις ἐπαινετή καί ὠφέλιμος, ἀλλά πλανῶνται οἰκτρῶς. Δυστυχῶς, ἡ ἐξουδένωσις καί καταπίεσις τῶν ἀσθενεστέρων ὑπό τῶν ἰσχυροτέρων ἐπικρατεῖ εἰς τήν κοσμικήν πυραμίδα τοῦ γίγνεσθαι. Συχνάκις ἐκπλήσσει ἡ σκληρότης καί ἔλλειψις εὐσπλαγχνίας τῶν κρατούντων τά ἡνία τοῦ κόσμου καί τῶν νομιζόντων ἐξουσιάζειν αὐτοῦ. Ὁ Χριστός, ὅμως, διά τοῦ σταυρικοῦ θανάτου Αὐτοῦ ἀντέστρεψε τήν κοσμικήν πυραμίδα καί εἰς τήν κορυφήν αὐτῆς ἐτοποθέτησε τόν Σταυρόν Του. Εἰς τήν κορυφήν εὑρίσκεται ὁ Ἴδιος, ἐπειδή Αὐτός ἔπαθε πλεῖον πάντων τῶν ἀνθρώπων. Δέν ὑπῆρξεν ἄνθρωπος εἰς τόν κόσμον ὁ ὁποῖος ὑπέφερεν ὅσα ὑπέφερεν ὁ Θεάνθρωπος Χριστός: «Σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ». Διά τοῦτο ὁ Θεός Πατήρ «ἐχαρίσατο Αὐτῷ ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων» (Φιλιπ. β΄ 8-11). Συχνάκις εἰς τήν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος βλέπομεν νά κυριαρχῇ τό σκότος τοῦ θανάτου, τό ἄδικον ἀντί τῆς δικαιοσύνης, τό μῖσος καί ὁ φθόνος ἀντί τῆς ἀγάπης, καί τούς ἀνθρώπους νά προτιμοῦν τό καταχθόνιον μῖσος ἀντί τοῦ φωτός τῆς Ἀναστάσεως. Παρά τήν φαινομενικήν τεχνολογικήν πρόοδον τῶν ἀνθρωπίνων κοινωνιῶν,παρά τάς διακηρύξεις περί τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί τῶν θρησκευτικῶν ἐλευθεριῶν, τό ἐθνοφυλετικόν καί θρησκευτικόν μῖσος διογκοῦνται παγκοσμίως καί προκαλοῦν ἐπικινδύνους ἐντάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιτείνουν τήν κυριαρχίαν τοῦ βασιλείου τοῦ θανάτου, τοῦ Ἅδου, τῶν καταχθονίων. Οἱ ἄνθρωποι ἀτυχῶς δέν ἠμποροῦν νά ἀνεχθοῦν τήν διαφορετικότητα εἰς τόν συνάνθρωπόν των. Δέν ἠμποροῦν νά δεχθοῦν τήν διαφορετικήν φυλετικήν καταγωγήν τοῦ ἀνθρώπου, 7


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

τάς διαφορετικάς ἀντιλήψεις καί πεποιθήσεις του, πολιτικάς, θρησκευτικάς, κοινωνικάς. Ἡ ἱστορία, ὅμως, ἔχει ἀποδείξει ὅτι ἀληθινή πρόοδος δέν δύναται νά ὑπάρξῃ χωρίς Θεόν. Οὐδεμία κοινωνία δύναται νά εἶναι ἀληθῶς προοδευτική καί εὐδαίμων, ἐάν δέν ὑπάρχῃ ἐλευθερία.Ἀλλά ἡ ἀληθινή ἐλευθερία ἀποκτᾶται μόνον μέ τήν παραμονήν πλησίον τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἱστορία τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος ἐπιβεβαιοῖ τραγικῶς αὐτήν τήν ἀλήθειαν. Ἡ ἀνθρωπότης ἐγνώρισε τήν ἐκ τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης πηγάσασαν φρίκην μέ τά ἑκατομμύρια θυμάτων τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καί τῶν ρατσιστικῶν διωγμῶν. Ταὐτοχρόνως ὅμως ἔζησε καί τήν φρίκην τῶν δυνάμεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, ὀνομάζουσαι ἑαυτάς προοδευτικάς, διέπραξαν ἐνὀνόματι τῆς ἐλευθερίας ἀναλόγου μεγέθους καί σκληρότητος ἐγκλήματα εἰς τήν Ἀνατολικήν Εὐρώπην. Οὕτω, λοιπόν, ὁ ὁλοκληρωτισμός δέν γνωρίζει πολιτικάς παρατάξεις, ὡς ἀπότοκος ἑνός ἀνθρωπισμοῦ ἄνευ Χριστοῦ, μέ φυσικήν ἀπόληξιν τόν ὄλεθρον καί τόν θάνατον. Πάντα ταῦτα βεβαιοῦν ὅτι πᾶσα προσπάθεια διά ἀληθινήν ἐλευθερίαν ἄνευ Θεοῦ εἶναι καταδικασμένη εἰς τραγῳδίαν. Εἰς τήν κυριαρχίαν αὐτήν τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, ἡ Ἐκκλησία ἀπαντᾷ μέ τήν χάριν καί τήν δύναμιν τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Αὐτός,ὁ Ὁποῖος ἀνέλαβεν εἰς Ἑαυτόν τάς ἀσθενείας καί τά παθήματα ἑκάστου ἀνθρώπου, παρέχει εἰς τόν κόσμον διά τῆς Ἀναστάσεώς Του καί τήν βεβαιότητα ὅτι «νενίκηται ὁ θάνατος». Ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή εἶναι δῶρον καί φῶς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖον «φαίνει πᾶσιν». Ἄς τιμήσωμεν ὅλοι τό δῶρον. Ἄς εὐχαριστήσωμεν οἱ πάντες τόν Δωρητήν, τόν «ὡς ἐν ἐσόπτρῳ διά σαρκός λάμψαντα τῷ κόσμῳ καί τό φῶς τῆς ἀναστάσεως τοῖς ἔθνεσι δείξαντα». Δεῦτε, λοιπόν, λάβωμεν φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτός τῆς Ζωῆς. Δεῦτε, ἀποδεχθῶμεν καί ὑποδεχθῶμεν τήν δωρεάν τῆς ἀναστάσεως καί ἀναφωνήσωμεν ἐκ καρδίας μεγαλοφώνως: Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος! Χαίρετε λαοί καί ἀγαλλιᾶσθε! Φανάριον, Ἅγιον Πάσχα 2014 † Ὁ Κωνσταντινουπόλεως ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ διάπυρος πρὸς Χριστὸν Ἀναστάντα εὐχέτης πάντων ὑμῶν

8


Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος ἐπί τῷ Ἁγίῳ Πάσχα

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ Τῼ ΙΕΡῼ ΚΛΗΡῼ ΚΑΙ Τῼ ΘΕΟΦΡΟΥΡΗΤῼ ΛΑῼ ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΙΕΡΑΠΥΤΝΗΣ ΚΑΙ ΣΗΤΕΙΑΣ, ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί, Χριστός Ἀνέστη! «Ἐπειδή γάρ δι᾽ ἀνθρώπου ὁ θάνατος, καί δι᾽ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν. Ὥσπερ γάρ ἐν τῷ Ἀδάμ πάντες ἀποθνήσκουσιν, οὕτω καί ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζωοποιηθήσονται» (Α΄ Κορ.15, 21-22). Μέ αὐτά τά λόγια ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς τονίζει τό πιό μεγάλο γεγονός τῆς πίστεώς μας, τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καί ἐπιμένει, ὅπως καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, γιατί ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά νικήσει τόν μεγαλύτερο ἐχθρό τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο καί τόν διάβολο. Καί ἔτσι ἔγινε ὁ νικητής τοῦ θανάτου, τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου, ἀφοῦ κατέλυσε τό βασίλειο τοῦ Ἅδου καί ἀνέστησε ἀκόμη καί τούς νεκρούς. Αὐτή εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, πού τόσο ἔχει ἀνάγκη ὁ κόσμος καί ὁ ἄνθρωπος σήμερα. Γιατί ὅ,τι ὑποσχέθηκε τό ἔπραξε. Ὄχι μόνο ἀναστήθηκε ὁ ἴδιος, ἀλλά συνήγειρε καί συνανέστησε τόν ἄνθρωπο, τήν ἀνθρώπινη φύση, πού προσέλαβε ὡς δική του δεύτερη φύση. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἄλλαξε τήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Μέ τή γέννηση Του εἰσῆλθε στήν ἱστορία τῆς φθορᾶς καί τοῦ κόσμου. Ντύθηκε τή φθαρτότητα καί τή θνητότητα καί κατέλυσε «τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τόν διάβολον» (Ἑβρ. 2, 14). Συγχρόνως κατέλυσε κάθε μανιακή ἐξουσιομανία καί μονοκρατορία μεσσιανισμοῦ. Μᾶς γνώρισε ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός καί κατά Χριστόν πλασμένος ἄνθρωπος, καί ποιά πρέπει νά εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή καί πολιτεία του. Ὁ θάνατος τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἡ μόνιμη ἀπειλή στά ἔργα, τίς ἐπιλογές καί τό πιστεύω του. Γι᾽ αὐτό μόνος του ἔβγαλε τό Θεό ἀπό τή ζωή του καί ἐγκατέστησε κέντρο τῆς ζωῆς καί τῶν ἐνδιαφερόντων του τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό, τόν ἐγωκεντρισμό του. Ἀρνήθηκε τόν αἰώνιο προορισμό καί τή μεταφυσική προοπτική του καί πίστεψε στά δικά του κατορθώματα, πού δέν παύουν, ὅσο καλά καί νά εἶναι, νά ἀποτελοῦν «ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων». Αὐτά, ὅσα σπουδαῖα καί ἀπαραίτητα καί ἄν ἦταν, δημιούργησαν στόν ἄνθρωπο τήν ἐπηρμένη διάνοια, τή φυσιούμενη γνώση, τήν αὐτονομημένη ζωή. Ὅλα αὐτά, ὅμως, δηλώνουν τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ ἀπό τή ζωή καί τούς στόχους του. Ἔτσι, οἰκοδομήθηκε 9


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

μιά κοινωνία αὐτοδύναμης κυριαρχίας τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου, πού ἐγκλωβίστηκε στόν ἑαυτό του καί τίς ἀνάγκες του, οἱ ὁποῖες δέν τελειώνουν ποτέ. Τό πανίσχυρο «κατεστημένο» τῆς ὕλης καί ἡ ἐξαρτημένη ζωή ἀπό μηχανές, ὑπολογιστές καί σίδερα κατέστησαν καί τήν καρδιά τοῦ συγχρονου ἀνθρώπου σιδερένια, ψυχρή καί ἀδιάφορη. Χάθηκε ἡ ψυχοσωματική ἰσορροπία καί ἑνότητα μέ τή μοναδική ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί τήν ἱερότητα τῆς ζωῆς του. Αὐτή ἡ αὐτονόμηση ἔφερε καί τά λεγόμενα «ξένα ἀφεντικά» καί τό παζάρεμα τῶν «τριάκοντα ἀργυρίων» τοῦ Ἰούδα νά θανατώνει καί πάλι κάθε ἐλπίδα ἀναστάσιμης καί καλύτερης ζωῆς. Ὁ ἐν Χριστῷ Ἀναστημένος ἄνθρωπος δέν μετριέται μέ τό κατά κεφαλήν του εἰσόδημα ἤ τήν οἰκονομοτεχνική του παραγωγή, οὔτε μέ τό κατά πόσον εἶναι πιστός στό κάθε λογῆς σύστημα. Ἔχει ἰσχυρή προσωπικότητα καί ἀξία, ἀντάξια τῆς θεϊκῆς καταγωγῆς του, γιατί πιστεύει καί βιώνει ὅτι «οὐκ ἐπ᾽ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ ἐν παντί ρήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ» (Ματθ. 4,4). Ὁ ὑγιής πνευματικά ἄνθρωπος πάντα μελετᾶ τή ζωή του, ἀγωνίζεται καί προσπαθεῖ νά γνωρίσει καί νά ζήσει ἀπό τώρα τήν αἰώνια προοπτική της. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στάθηκε στύλος καί παραμένει ἀρωγός σ᾽ ὅλες τίς δύσκολες ὧρες, μάρτυρας τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Πιστεύει στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, πού ἀφθαρτίζει καί καινοποιεῖ τά πάντα. Γι᾽ αὐτό δέν θά πάψει νά γιορτάζει κάθε χρόνο τό Πάσχα, νά χαίρεται καί νά βροντοφωνάζει τό νικητήριο παιάνα «Χριστός Ἀνέστη!». Ἀπολαύσατε, λοιπόν, τό συμπόσιο τοῦτο τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. «Ἀνέστη Χριστός καί ζωή πολιτεύεται»!. Ἡ ζωή συνεχίζεται, γιατί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀποβάλλει τώρα τή φθαρτότητα καί τή θνητότητα πού εἶχε ἐνδυθεῖ μέ τήν ἀνθρώπινη φύση Του. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ντύθηκε τό φθαρτό σῶμα, ἀλλά τό μετέπλασε σέ ἄφθαρτο, ἀναστημένο σῶμα. Μετέπλασε μέ τή θεότητά Του τό θνητό σέ ἀθάνατο, τό φθαρτό σέ ἄφθαρτο, τήν ἁμαρτία σέ συγχώρηση, τήν ἀδυναμία σέ δύναμη. Τί ἄλλο πλέον θέλει ὁ ἄνθρωπος; Ὁ Χριστός νικᾶ τόν θάνατο μέ τόν δικό Του θάνατο καί τό διάβολο μέ τή θεότητά Του καί χαρίζει τήν αἰώνια ζωή καί τότε καί τώρα καί πάντοτε στήν εἰκόνά Του, στό παιδί του, τόν ἄνθρωπο. Αὐτή ἡ ὑπέρβαση τοῦ Χριστοῦ, νά ἀποβάλλει τή φθαρτότητα ἀπό τόν ἑαυτό Του καί τό πλάσμα Του, ἐξασφάλισε τήν αἰώνια ζωή ὡς ἕνα συνεχές καί ἀδιάκοπο παρόν «νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας», γιατί «διὰ θανάτου τὸ θνητόν, διὰ ταφῆς τὸ φθαρτὸν μεταβάλλει» (Κανόνας Μεγάλου Σαββάτου, ε´ὠδή). Ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του «παράγει γάρ τά σύμπαντα καί καινοποιεῖ» (Κανόνας Μεγάλου Σαββάτου, δ´ὠδή). Αὐτή εἶναι ἡ πίστη τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καί Πατέρων ὅτι ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά μή πεθάνει ὁ ἄνθρωπος. Ἦλθε νά σώσει τά παιδιά τοῦ Ἀδάμ, ὅλους ἐμᾶς, μέ τή δική Του ἀνάσταση. Δι᾽ ἀνθρώπου ἔγινε ὁ θάνατος καί δι᾽ ἀνθρώπου πάλι ἡ ἀνάσταση ζώντων καί νεκρῶν. Ὁ Προφήτης Σολομών κηρύττει «Ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ τέρπεται ἐπ᾽ ἀπωλείᾳ ζώντων» (Σοφ. Σολ. Α,13), ἀλλά «πάντας θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. 2,4). Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, Ἡ πανανθρώπινη ἱστορία ἀπέδειξε ὅτι οἱ ἄνθρωποι «κατεδίκασαν» τόν Θεόν σέ θάνατο, ὁ Θεός ὅμως «κατεδίκασε» τόν ἄνθρωπο νά εἶναι ἀθάνατος. Πρίν τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος βίωνε τή ζωή ὡς πρώτη φύση καί κατάσταση καί τό θάνατο ὡς δεύτερη φύση του. Μετά τήν Ἀνάσταση ὁ Χριστός τοῦ χαρίζει τήν ἀληθινή ζωή, ἡ ὁποία τώρα ἔχει ὡς δεύτερη φύση τήν ἀθανασία. Ἡ Ἀνάσταση καθίσταται κάτι τό φυσικό στόν ἄνθρωπο, ἐνῶ ἀφύσικο θεωρεῖται ὁ θάνατος. Γιατί ὁ ἄνθρωπος πού πιστεύει στόν Ἀναστάντα Χριστό μπορεῖ νά ζήσει ἐν Χριστῷ, νά πάθει καί νά ἀναστηθεῖ μαζί Του σ᾽ ὁποιαδήποτε πνευ10


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ματική, οἰκονομική, κοινωνική κατάσταση καί ἄν βρίσκεται. Ἀφύσικο εἶναι νά μή ζεῖ μέ τόν Χριστό καί νά ζεῖ τή βασανιστική παρουσία τοῦ θανάτου σέ κάθε βῆμα τῆς ζωῆς του. Πόσο ἀπάνθρωπος, φρικιαστικός καί δαιμονιώδης καταντᾶ ὁ μεγαλοϊδεατισμός τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου ἀπό τήν εἰδωλοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν ἐπιλογῶν του. Πόσο ἔχει ἀνάγκη τήν ἀπελευθέρωση ἀπό τά δεσμά τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀπό τόν κόσμο τῆς κενῆς ἀπάτης, τῆς δολιότητος καί τῆς φθορᾶς. Ὁ ἀναστημένος Χριστός περιμένει ἀπό μᾶς νά ἀποβάλλουμε τή φθαρτότητα πού προκαλοῦν οἱ γεωπολιτικές ἀνακατατάξεις, τά ὑλιστικά ἰδεολογήματα καί οἱ σοφιστίες τῶν ἐπαγγελόμενων Μεσσιῶν. Περιμένει νά ἀποβάλλουμε τή θνητότητά μας, τήν κατάσταση δηλαδή ἐκείνη πού ζεῖ ὁ κάθε ἄνθρωπος χωρίς πίστη, χωρίς στόχους καί χωρίς προσωπική σχέση μέ τόν Ἀναστάντα Χριστό. Ὁ Θεός Πατέρας ἀγάπησε τή ζωή καί τήν χάρισε ὡς εὐλογία στόν ἄνθρωπο. Ἀγάπησε τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο ὡς αὐτοζωή καί ὡς αὐτοσκοπό, ὡς ἀνεξάρτητο δημιούργημα Του. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, ἔχασε τό Θεό, γιατί θέλει νά ζεῖ ὁ ἴδιος ὡς αὐτοζωή καί θεώρησε τόν κόσμο ὡς αὐτοσκοπό δικῆς του ἀπόλαυσης καί ἀμοιβῆς. Βιώνει τή ζωή του ὡς κόλαση καί θάνατο καί ὄχι ὡς Ἀνάσταση. Καί πράγματι, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δέν βιώνει μεγαλύτερη ἀπελπισία ἀπό τό νά ζεῖ τόν παραλογισμό τῆς ἐποχῆς, τίς μεσσιανικές ἐπιδιώξεις, τήν οὐτοπία τῶν ἀνακαινιστικῶν ἀλλαγῶν, τῶν κοινωνικοπολιτικῶν προγραμμάτων, τῶν ἐξασφαλισμένων τεχνολογικῶν ἐπιτευγμάτων καί τῶν ποικίλων ἐπαγγελιῶν, χωρίς προοπτική ἀθανασίας· ἀπό τό νά παραμένει ἐγκλωβισμένος στόν ἑαυτό του, στούς σχεδιασμούς καί στίς ἀγωνίες του, χωρίς νά θέλει νά ἀπελευθερωθεῖ. Ὅταν, ὅμως, ὅλα αὐτά θά ἀποδειχθοῦν κάποτε σκιές καί αἰνίγματα, εἴδωλα καί ἀπατηλές προσδοκίες στά βάθη τῆς ψυχῆς μας, καί θά ἀναβλέψουν καθαρά τά μάτια καί ὁ νοῦς μας, τότε ἔφτασε καί ἡ ὥρα τῆς δικῆς μας Ἀνάστασης. Τότε ὁ Ἀναστάς Κύριος εἰσέρχεται «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» στόν «ἔσω τῆς καρδίας ἄνθρωπον» καί τόν ἀνασταίνει, τόν ἁγιάζει καί τόν φωτίζει, ἀναδεικνύοντας τήν ἀξία καί τό μεγαλεῖο του. Αὐτό πατρικά εὔχομαι καί φέτος μέ ἀφορμή τή μεγάλη γιορτή τοῦ Πάσχα. Νά λάμψει καί πάλι σέ ὅλους μας τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ καί νά δώσει τήν Ἀνάσταση στούς πονεμένους καί πληγωμένους ἀδελφούς μας, στούς κατατρεγμένους καί ἀσθενεῖς ψυχικά καί κοινωνικά. Νά δοῦμε τόν Θεό ὅπως ὁ ἴδιος εἶναι, «ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι» (Ἰωάν. Α´3,2) καί ὄχι ὅπως ἐμεῖς θέλομε νά εἶναι. Γιατί μόνο ὁ Χριστός πού ἀνέστησε παγγενῆ τόν Ἀδάμ, ὡς ἐξουσιαστής ζώντων καί νεκρῶν, θά διώξει τό βαθύ σκοτάδι τῆς ἀπελπισίας καί τοῦ πόνου καί θά μᾶς ἀναστήσει ὁλοκληρωτικά. Τότε θά ζοῦμε καί τή δική μας Ἀνάσταση, ὅταν πίσω ἀπό κάθε δοκιμασία καί πόνο ἀνακαλύπτομε τό χέρι τοῦ Θεοῦ, τόν Ἴδιο τόν Θεό, πού κρύβεται καί μᾶς περιμένει. Τό τέλος τῆς βιολογικῆς ζωῆς μας γίνεται μέσα στήν Ἐκκλησία ἀρχή ἀναστάσιμης ζωῆς καί ἀτελεύτητης βιοτῆς. Γιατί πιστεύουμε ὅτι «Φιλότιμος γάρ ὁ Δεσπότης Χριστός δέχεται τόν ἔσχατον, καθάπερ καί τό πρῶτον.... καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει. Μηδείς φοβείτω θάνατον, ἠλευθέρωσεν γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος» (Κατηχητήριος Λόγος Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου). Ἀδελφοί, «Χριστός Ἀνέστη», «Ἀληθῶς Ἀνέστη» ὁ Κύριος! Ἅγιον Πάσχα 2014 † Ὁ Ἱεραπύτνης καί Σητείας ΕΥΓΕΝΙΟΣ Διάπυρος πρός τόν Ἀναστάντα Κύριον εὐχέτης πάντων ὑμῶν 11


Ὁ Παπᾶς καί ὁ Παπαδιαμάντης Ἀρχιμ. Δοσιθέου Κανέλλου, Ἡγουμένου Ἱ. Μονῆς Παναγίας Τατάρνης Εὐρυτανίας

ν πρώτοις* εὐχαριστῶ τόν Σεβασμιώτατον κύριόν μου κύριον Εὐγένιον διότι παρ’ ὅλους τούς καλούς καί δοκίμους πρεσβυτέρους, ἀνέθεσε στήν ἐλαχιστότητά μου νά ἐπικοινωνήσῃ μαζί σας. Ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν πρός ποίους ἀποτείνομαι αἰσθάνομαι ὡς στρουθίον πτυρόμενον. Τίς εἰμί ἐγώ; Ἕνεκα τούτου προλέγω ὅτι δέν ἔρχομαι «ἐν σοφίᾳ λόγου» (Α΄ Κορ. Α΄, 17) ἀλλ’ ὡς ἕνας ἐκ παλαιᾶς Ἑλλάδος καλογερόπαπας, πρός προσφιλεῖς Κρητικοπαπάδες. Ἄλλωστε σήμερα θά μιλήσει στήν ἀγάπη σας περισσότερον ὁ Παπαδιαμάντης, παρά ἐγώ. Τά ὅσα λέει, εἶναι διαχρονικά. Καί ξεκινῶ. Ὅλοι γνωρίζουμε, ἄλλος πολύ, ἄλλος λίγο, ποιός ἦταν ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος. Γεννήθηκε τό 1851. Κατά τήν βάπτισίν του ἐσχηματίσθη μέ τό ἔλαιον ὅπου ἔριψεν ὁ ἱερεύς εἰς τήν κολυμβήθραν ἕνας σταυρός. Ἔκπληκτος ὁ ἱερεύς ἀνεφώνησεν: «Αὐτό τό βρέφος θά γίνει μεγάλος ἄνθρωπος!». Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τόν Ἰανουάριο τοῦ 1911. Μεγάλωσε στήν πατρίδα του Σκιάθο μέσα στό πνεῦμα τῶν κολλυβάδων, πού τό 1794 διωγμένοι ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος ἦλθαν στό νησί, ἵδρυσαν τήν Μονή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ γιά νά ζήσουν τήν ἡσυχαστική καί πνευματική ζωή πού στερήθηκαν στόν Ἄθω. Ἦτο ἱερόπαις. Ἔζησε σέ μιάν μεταβατική ἐποχή, ὅπου πᾶν ἱερόν ἐχλευάζετο. Ὁ παγερός βορηᾶς «πού τ’ ἀρνάκια παγώνῃ» ἀπό τήν ἑσπερία φυσοῦσε ἀσυγκράτητος μέσα στά ὅρια τοῦ Ἑλλαδικοῦ κρατιδίου, ὅπου καί ἡ Σκιάθος. Εἶχε ἀρχίσει ὁ πνευματικός ἀποχρωματισμός τῶν Ἑλλήνων. Ἀκόμη καί στήν παιδική συντροφιά τοῦ μικροῦ Ἀλεξάνδρου. Τόν κορόϊδευαν: «-Ἐσύ εἶσαι μόνον γιά τυ-

Ε

φλοψώμια!». «Ὠνόμαζον οὕτω», ἐπεξηγεῖ εἰς τό διήγημά του «Τά δαιμόνια στό ῥέμμα», «ὠνόμαζον οὕτω τά πρόσφορα, τούς ἄρτους τούς προσφερομένους εἰς τούς ναούς· μέ ἐμίσουν διότι ἤμην παπαδοπαίδι!». Αὐτό τόν ἀκολούθησε σ’ ὅλη του τήν ζωή. Γι’ αὐτό καί δέν ἔπαυσε ποτέ νά ὁμολογῇ ὅτι εἶναι υἱός ἱερέως, δέν ἔπαυσε ποτέ νά ἐπαινῇ τά καλά τοῦ κλήρου, ἀλλά καί νά ἐλέγχῃ τά στραβά καί τά ἀνάποδα τοῦ ἱερατείου. Δυστυχῶς ὁ ἱερός κλῆρος περιεφρονήθη καί κατεσυκοφαντήθη πολύ πιό πρίν, ἀπό τούς «διαφωτιστάς», προεξάρχοντος τοῦ Κοραῆ. Κλασικά παραδείγματα: «Ὁ Παπατρέχας» καί ἡ «Ἑλληνική Νομαρχία» πού ἐξεδόθη τό 1806. Ἀναφέρω μόνον ἕνα κλασικό παράδειγμα κακότητος καί κακοβούλου ἐξευτελισμοῦ τοῦ ἱεροῦ κλήρου: Τό εὐαγγελικόν «ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με», ὁ ἀγράμματος δῆθεν παπᾶς τό ξεχώριζεν ὡς ἑξῆς: «ἐν τῷ ἐπανέρ» γύριζε φύλλο καί διάβαζε «χέσθαιμε». Ἐρεύνησα προσωπικῶς, πατέρες ἅγιοι, ὅλα τά παλαιά Εὐαγγέλια τῆς Μονῆς Τατάρνης ἀπ’ ἀρχῆς τυπογραφίας ἕως καί τῆς ἐποχῆς πού ἐγράφη αὐτή ἡ κοροϊδία ἐπὶ τούτῳ, καί δέν βρῆκα σέ καμμιά σελίδα τέτοια διαίρεσι αὐτῆς τῆς λέξεως... Ἀλλ’ ὁ σκοπός ἦταν νά ποτισθῇ τό Γένος μέ χολή, μῖσος καί ἀντιπαλότητα ἐναντίον τοῦ κλήρου, ὥστε νά γίνῃ εὔκολον ὑποχείριον ἀργότερον. Καί θριαμβολογεῖ ὁ Θεόκλητος Φαρμακίδης τό 1834, ἕνα χρόνο μετά τήν αὐτοανακήρυξι του Αὐτοκεφάλου: «Κανείς δέν μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ ὅτι ἀκόμη ἔτος ὅλον δέν παρῆλθε, καί ἡ βελτίωσις τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ κλήρου ἀνεφάνη». Καί πῶς «ἀνεφάνη»; Καταργῶντας τόν ἴδιο χρόνο 416 μοναστήρια γιά ἕνα καί μόνον δῆθεν σκοπό: νά γίνῃ τάχα ἕνα ἐκκλησιαστικό ταμεῖο γιά νά μισθοδοτοῦνται οἱ ἱερεῖς. Καί

* Ὁμιλία στό Ἱερατικό Συνέδριο τῶν Ἐφημερίων τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας, πού πραγματοποιήθηκε τήν Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014 στήν συνεδριακή αἴθουσα τοῦ Κέντρου Πολιτιστικῆς καί Κοινωνικῆς Μέριμνας τῆς Ἱ. Μητροπόλεως στήν Ἱεράπετρα.

12


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ὅμως ποτέ οὔτε φράγκο δέν ἔφθασε στίς τσέπες τῶν πτωχῶν ἱερέων. Διότι ἄλλοι ἦταν οἱ λόγοι τοῦ φοβεροῦ ἐκείνου διατάγματος. Καί τί ἀπέγιναν τά 146 διατηρούμενα; Τό λέγει ὁ Παπαδιαμάντης στόν «Καλόγηρό» του: «ἔπαρχοι καί ἔφοροι καί δήμαρχοι μέ ἐφορίνες, δημαρχίνες καί ἐπαρχίνες εἰσελαύνουν στά ἀρχονταρίκια καί γυρεύουν κότα-πίττα». Ἕνας ἀμερικανός ἐρευνητής ὁ Charles Frazee ἔχει γράψει ἕνα περισπούδαστο βιβλίο «Ἡ Ἑλληνική Ἐκκλησία ἀπό τό 1821 ἕως τό 1852» [(δηλαδή τήν ψήφισι τοῦ Νόμου ΣΑ΄ (201) στήν Βουλή πού ξεχώρισε τούς Ἕλληνες σέ αὐτόχθονας καί ἑτερόχθονας]. Ἀποδεικνύει ὅτι ἀπό τήν ἔναρξι τοῦ Ἀγῶνος σηματοδοτεῖται ἡ «Βαβυλώνιος αἰχμαλωσία» τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καί ἐπί λέξει καταλήγει: «Ὅταν τό 1833 καί τό 1852 ἐμφανίσθηκαν τά πραγματικά προβλήματα ἐπάνω στίς σχέσεις Ἐκκλησίας καί Πολιτείας, ὁ ἀριθμός αὐτῶν πού θά ἤθελαν νά ὑπερασπισθοῦν τά δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας ἀπεδείχθη ἐξαιρετικά μικρός». Καί μέσα σέ αὐτήν τήν πανεσπεροπαννυξία, μέσα σέ αὐτήν τήν ἐποχή πού ἡ Ἐκκλησία ἐσύρετο ὄπισθεν τῆς Πολιτείας, ὅπως τό πτῶμα τοῦ Ἕκτορος ὄπισθεν τοῦ ἅρματος τοῦ Ἀχιλλέως, βρέθηκε διά καλάμου καί μέλανος «ὑπερασπιστής» ὁ Παπαδιαμάντης. Κατεφέρθη λαύρως καί κατά τῶν πολιτικῶν ἀλλά καί κατά τοῦ Αὐτοκεφάλου. Γράφει ὡς ἄλλος προφήτης («Οἰωνός»): «Ἠμύνθησαν περί πάτρης οἱ ἄστοργοι πολιτικοί, οἱ ἐκ περιτροπῆς μητρυιοί τοῦ ταλαιπώρου ὠρφανισμένου Γένους, τοῦ «στειρεύοντος πρίν, καί ἠτεκνωμένου δεινῶς σήμερον»; Ἄμυνα περί πάτρης θά ἦτο ἡ εὐσυνείδητος λειτουργία τῶν θεσμῶν, ἡ ἐθνική ἀγωγή, ἡ χρηστή διοίκησις, ἡ καταπολέμησις τοῦ ξένου ὑλισμοῦ καί τοῦ πιθηκισμοῦ, τοῦ διαφθείραντος τό φρόνημα καί ἐκφυλίσαντος σήμερον τό ἔθνος καί ἡ πρόληψις τῆς χρεωκοπίας... Καί τί πταίει ἡ γλαῦξ, ἡ θρηνοῦσα ἐπί ἐρειπίων; Πταίουν οἱ πλάσαντες τά ἐρείπια. Καί τά ἐρείπια τά ἔπλασαν οἱ ἀνίκανοι κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος». Καί ἀλλοῦ («Βαρδιάνος στά Σπόρκα»): «Θά ἔλεγέ τις ὅτι ἡ χώρα αὕτη ἠλευθερώθη ἐπίτηδες, διά νά ἀποδειχθῇ, ὅτι δέν ἦτο ἱκανή πρός αὐτοδιοίκησιν». Καί πάλιν ὡς προφήτης: «Μή θρησκευτικά, πρός Θεοῦ! Τό Ἑλληνικόν ἔθνος δέν εἶναι Βυ-

ζαντινοί, ἐννοήσατε; Ἐπολιτίσθησαν, προώδευσαν καί αὐτοί. Συμβαδίζουν μέ τά ἄλλα ἔθνη. Ποίαν ποίησιν ἔχει τό νά γράψῃς ὅτι ὁ Χριστός «δέχεται τήν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ»; Καί ὅτι ὁ πτωχός ἱερεύς «προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως»; Καί νά περιγράψῃς τό ἐσωτερικόν τοῦ ναΐσκου μέ τάς νυσταλέας κανδήλας καί τάς ἀμαυράς μορφάς τῶν ἁγίων ὁλόγυρα; Δέν τά ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτά!». Ἀλλ’ ἀπαντᾶ: «Τό ἐπ’ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καί ἀναπνέω καί σωφρονῶ, δέν θά παύσω ποτέ νά ὑμνῶ μετά λατρείας τόν Χριστόν μου!» («Λαμπριάτικος Ψάλτης»). Βλέποντας ὅμως καί τά συμβαίνοντα εἰς τήν «Αὐτοκέφαλον» Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλᾶδος ἐφορμᾷ ἀκάθεκτος («Λόγοι ἐκκλησιαστικοί καί μελέται»): «Οὔτε ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, οὔτε ἐκ τῆς Συνόδου ἀναμένομεν γενναῖόν τι διά τήν Ἐκκλησίαν. Ἡ τελευταία μάλιστα ἀπεδείχθη ἀνίκανος ὅλως, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἱδρύθη ἐν Ἑλλάδι, νά διαπράξῃ ἀγαθόν τι ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας. Τοὐναντίον μάλιστα καί ἔβλαψεν ταύτην καιρίως παραγνωρίσασα ὅλως τόν ἀληθῆ αὐτῆς προορισμόν καί θεωρήσασα ἑαυτήν μέχρι τοῦδε ἁπλοῦν ἐργαστήριον δεσποτάδων» (εἶχαν προηγηθῆ τά Σιμωνιακά) «καί παπάδων, οὕς στρατολογοῦσα συνήθως ἐκ τῆς κοινωνικῆς ὑποστάθμης, ἄνευ ἐλέγχου παιδείας καί ἠθικῆς, ἐξαποστέλλει αὐτούς οὐχί ὡς ποιμένας, ἀλλ’ ὡς λύκους βαρεῖς, μή φειδομένους τοῦ ποιμνίου Κυρίου». Καί τό 1892, πενῆντα χρόνια δηλαδή μετά τήν χορήγησι τοῦ αὐτοκεφάλου, ἀφοῦ ἀπαριθμεῖ (στόν «Καλόγηρο») τά κακά τά προελθόντα ἐξ αὐτοῦ, διερωτᾶται: «Καί δέν εἶναι ἆρα καιρός νά σκεφθῇ ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ 13


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Ἐκκλησία ἄν δέν συμφέρῃ νά ἀποσύρῃ ἀπό τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀνηλίκου ἀδελφῆς αὐτῆς τό Αὐτοκέφαλον, τό ὁποῖον κατά συγκατάβασιν μόνον καί ὑπό ὅρους παρεχώρησεν αὐτῇ;». Τονίζω, πατέρες ἅγιοι, τά τοῦ Αὐτοκεφάλου διότι πολλοί Ἑλλαδικοί θέλουν σώνει καί καλά νά ὑπαχθῇ ἡ Κρήτη καί οἱ λεγόμενες Νέες χῶρες στήν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. «-Ἕνα κράτος», διατείνονται, «μιά Ἐκκλησία». Ἀλλ’ αὐτό εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ. Παίζουν μπιλιάρδο. Νά «χτυπήσουν» τήν Κρήτη καί τίς ἄλλες Βόρειες ἐπαρχίες, γιά νά «χτυπηθῇ» οὐσιαστικῶς τό Πατριαρχεῖο, νά πέσῃ μέσα στήν χοάνη, καί νά ἐξουθενωθῇ· γιά νά «λάμψουμε» ἐπιτέλους ἐμεῖς... Σάν γιός πτωχοῦ ἱερέως ὁ Παπαδιαμάντης λυπᾶται εἰλικρινῶς γιά τά ὅσα ἐπιτήδειοι προσάπτουν εἰς τούς ἱερεῖς καί ἀπολογεῖται ἐκ μέρους των («Ἐξοχική Λαμπρή»): «ὁ παπα-Κυριάκος ὡς οἱ πλεῖστοι τοῦ γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλήν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατά τά ἄλλα ἄμεμπτος. Τοῦτο ναί, ἀληθεύει· ἀλλ’ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς» (τῶν χωριῶν ἐννοεῖται) «πενόμενοι καί δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικήν ἔχοντες ἀνάγκην νά θρέψωσι τά τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται», ἀλλά βεβαίως δέν εἶναι. Θέλει οἱ ἱερεῖς νά εἶναι μέν φιλακόλουθοι ἀλλά καί κατά τό δυνατόν φιλάνθρωποι. Γι’ αὐτό καί βάζει στό στόμα τῆς παπαδιᾶς τοῦ παπᾶ-Γρηγόρη, ὁ ὁποῖος ἦτο φιλακόλουθος εἰς τό ἔπακρον, τά ἑξῆς («Ἄλλος τύπος»): «Τί σέ ὠφελοῦν παπᾶ μου τά διαβάσματα τά πολλά; Φιλαδελφία νά ἔχῃς! Χρήματα νά μήν προσκυνᾷς, καί δέν πειράζει ἄν εἰπῇς μία «δόξα» τοῦ Ψαλτηρίου ὀλιγώτερη, ἤ ἄν ἀφίσῃς λίγα τροπαριάκια ἀπό τήν Παρακλητική ἤ τό Μηναῖον». Ἤθελε, ὁ εὐλογημένος, τούς ἱερεῖς μπροστάρηδες, κατά τό εὐαγγελικόν «ὁ ποιμήν ἔμπροσθεν τῶν προβάτων πορεύεται» 14

(Ἰωάννου Ι΄, 4) καί ὄχι οὐραγούς. Γι’ αὐτό ὀλίγην ὑπόληψιν ἔχει πρός τίς ἱερατικές σχολές. Σχολιάζων τήν ἄπρεπη συμπεριφορά νεαροῦ τινός ῥασοφόρου Ῥιζαρίτου («Ἡ κάλτσα τῆς Νώενας») γράφει: «Ἀφοῦ δέν σοῦ ἀρέσει, κύριε, ἡ θρησκεία καί τό ἱερατικόν στάδιον, γιατί φορεῖς ῥάσα καί γιατί οἱ φιλόστοργοι γονεῖς σου σέ στέλνουν νά φοιτᾶς εἰς τήν Ῥιζάρειον;». Καί ἀλλοῦ («Ὄνειρο στό κῦμα»): «Ἀφοῦ», διηγεῖται ὁ ἥρως τοῦ διηγήματος, «πέρασα ἀπό δύο ἱερατικάς σχολάς, ἔγινα δικηγόρος. Ἦτο ἑπόμενον!».Ὅ,τι δηλαδή συμβαίνει καί τώρα συνέβαινε καί τότε... Διό καί διαμαρτύρεται («Μελέται καί ἄρθρα: Ἱερεῖς τῶν πόλεων καί ἱερεῖς τῶν χωρίων»): «Ἀπό τάς ἱερατικάς σχολάς καί ἀπό τήν Ῥιζάρειον ἐβγῆκαν ὀλίγιστοι καλοί ἱερεῖς, περισσότεροι ἴσως ὄχι πολύ καθώς πρέπει. Μή πλανᾶσθε. Τό ῥάσον δέν κάμνει τόν μοναχόν καί τό ἱεροδιδασκαλεῖον δέν κάμνει τόν ἱερέα. Πρέπει ὁ ἱερεύς νά ἔχῃ κλίσιν μέ γιῶτα καί προπάντων κλίσιν μέ ἦτα... Πρέπει νά ἔχῃ πῦρ μέσα του». «Γνωρίζω ἕναν ἱερέα εἰς τάς Ἀθήνας. Εἶναι ὁ ταπεινότερος τῶν ἱερέων καί ὁ ἁπλοϊκώτερος τῶν ἀνθρώπων. Εἰς κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο ἤ τρεῖς χιλιάδες ὀνόματα. Δι’ ἑαυτόν δέν κρατεῖ σχεδόν τίποτε... Κάμνει εἰς τήν ἀνάγνωσιν λάθη πολλάκις κωμικά. Κι ὅμως ἐξ ὅλων τῶν ἀκροατῶν του, ἐξ ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος, κανείς μας δέν γελᾶ. Εἶναι ἀξιαγάπητος. Εἶναι ἁπλοϊκός καί ἐνάρετος. Εἶναι ἄξιος τοῦ πρώτου τῶν μακαρισμῶν τοῦ Σωτῆρος». Καί ὅλα αὐτά τά ἀναφέρει ὁ Παπαδιαμάντης περιγράφοντας ἕνα μελλοντικόν ἅγιο. Τόν ἅγιο Νικόλαο τόν Πλανᾶ! Ἀντιτίθεται ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος εἰς τήν διάκρισιν τῶν ἐφημερίων κατά κατηγορίας («Ἱερεῖς τῶν πόλεων καί ἱερεῖς τῶν χωρίων»): «Μανθάνω περί τινος νομοσχεδίου, ὁρίζοντος περί μισθοδοσίας τῶν ἐφημερίων καί τό ὁποῖον διαιρεῖ τούς ἱερεῖς εἰς τρεῖς τάξεις α΄, β΄ καί γ΄ ἀπαράλλακτα ὅπως τούς γραμματοκομιστάς ἤ τούς κλητῆρας. Τό πράγμα μοῦ φαίνεται ἀνάρμοστον καί μάλιστα κακόδοξον. Πῶς νά διαιρεθοῦν οἱ ἱερεῖς εἰς τάξεις; Ἐκτός ἄν ἡ διάκρισις γίνῃ κατά τό μῆκος τῶν περιχειρίδων ἤ κατά τό χρῶμα τῶν ἐνδυμάτων», καί τό τελευταῖο αὐτό τό σχολιάζει εἰρωνικῶς, διότι ἀλλοῦ καυτηρίαζε τούς φοροῦντας πράσινα ἤ κόκκινα ζωστικά. «Τό χειρότερον εἶναι ὅτι τό


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

νομοσχέδιον αὐτό θά πλάσῃ διακρίσεις μεταξύ ἱερέων καί ἱερέων. Θά ὑποθάλψῃ ἀντιζηλίας, παραλόγους ἀξιώσεις καί ὑπεροψίαν. Ἐλπίζομεν ὅτι καί ἄν ψηφισθῇ, ὅπερ πιθανόν -διότι τόσα καί τόσα τερατώδη ψηφίζονται- ὅμως δέν θά ἐφαρμοσθῇ». Δυστυχῶς, κυρ-Ἀλέξανδρε ἐφηρμόσθη!.. Καταφέρεται σφοδρότατα κατά τῶν πολιτικῶν (αὐτόθι): «Ἄν ἐκήδοντο τοῦ κλήρου καί τῆς Ἐκκλησίας οἱ πολιτευταί, δέν θά ὑπέσχοντο καί τήν ἱερωσύνην ὡς ῥουσφέτι εἰς τάς ἐκλογάς καί δέν θά ἐπίεζαν τούς ἐπισκόπους νά χειροτονοῦσι φαύλους καί ἀγραμμάτους. Καί οἱ σεβασμιώτατοι ἐπίσκοποι, ἄν περισσότερον ἐπόνουν καί αὐτοί, δέν θά προέβαινον ποτέ εἰς χειροτονίας ἀναξίων, εἴτε ἀφ’ ἑαυτῶν, εἴτε ὑπείκοντες εἰς πιέσεις». «Νά παύσῃ ἡ συστηματική περιφρόνησις τῆς θρησκείας ἐκ μέρους πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐπιστημόνων, λογίων, δημοσιογράφων καί ἄλλων. Ἡ λεγομένη ἀνωτέρα τάξις νά συμμορφωθῇ μέ τά ἔθιμα τῆς χώρας, ἄν θέλῃ νά ἐγκλιματισθῇ ἐδῶ. Νά γίνῃ προστάτις τῶν πατρίων, καί ὄχι διώκτρια. Νά ἀσπασθῇ καί νά ἐγκολπωθῇ τάς ἐθνικάς παραδόσεις. Νά μή περιφρονῇ ἀναφανδόν ὅ,τι παλαιόν, ὅ,τι ἐγχώριον, ὅ,τι ἑλληνικόν. Νά καταπολεμηθῇ ὁ ξενισμός, ὁ πιθηκισμός, ὁ φραγκισμός. Νά μή νοθεύωνται τά θρησκευτικά καί οἰκογενειακά ἔθιμα. Νά καλλιεργηθῇ ἡ σεμνοπρεπής βυζαντινή παράδοσις εἰς τήν λατρείαν, εἰς τήν διακόμησιν τῶν ναῶν, τήν μουσικήν καί τήν ζωγραφικήν. Νά μή μιμώμεθα πότε τούς παπιστάς καί πότε τούς προτεστάντας. Νά μήν χάσκωμεν πρός τά ξένα. Νά στέργωμεν καί νά τιμῶμεν τά πάτρια. Εἶναι τῆς ἐσχάτης ἐθνικῆς ἀφιλοτιμίας νά ἔχωμεν κειμήλια καί νά μή φροντίζωμεν νά τά διατηρήσωμεν. Ἄς σταθμήσωσι καλῶς τήν εὐθύνην των, οἱ ἔχοντες τήν μεγίστην εὐθύνην. Ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, ἄς εὐχηθῶμεν μόνον οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας μας νά εἶναι ἄξιοι τοῦ εὐκλεοῦς παρελθόντος καί διά τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἐν Χριστῷ παιδείας ν’ ἀναδειχθῶσιν ἱκανοί, ὅπως διδάσκωσι τόν χριστώνυμον λαόν, καί διά τοῦ λόγου, ἀλλά πρό πάντων διά τοῦ παραδείγματος, τάς ὁδούς τοῦ Κυρίου». Ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος δέν θέλει νά ἀναμειγνύωνται οἱ ἱερεῖς εἰς τίς πολιτικές καί τίς δημοτικές ἐκλογές. Γράφει δηκτικῶς γιά κάποιες δημοτικές ἐκλογές στήν Σκιάθο («Τά δύο τέρατα»). Τά χρώματα τῶν ἀντιπάλων ἦσαν δύο.

Τό κόκκινο καί τό κίτρινο: «Ἕνα παπαδόσπιτο εἶχεν ἐμπετασθῇ μέ κοκκίνας σημαίας, ὡς νά μήν ἐδέχετο ὁ παπᾶς προσφοράς ἀπό τά δύο κόμματα, ἀλλά μόνον ἀπό τό ἕν. Ἕνας ἄλλος παπᾶς εἶχεν εἰπῇ τῆς παπαδιᾶς του, μή θέλων φανερά νά ἐκτεθῇ, ν’ ἁπλώσῃ ὅλα τά ὡραῖα κόκκινα κυλίμια, δῆθεν γιά νά ἀερισθοῦν, στά παράθυρα καί στό μπαλκόνι». Τότε οἱ ἐπίτροποι εἰς τούς ναούς εἶχαν ὑπερβολικήν ἐξουσίαν, ὅπως τώρα στήν Κωνσταντινούπολι καί τήν Ἀμερική. Διαμαρτύρεται καί γι’ αὐτό ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος: «Μόνοι οἱ ἐπίτροποι τῶν ναῶν ἐπιβάλλουσι θέλησιν, ἱερεῖς δέ καί ψάλται ἐκλείπουσι πρό αὐτῶν. Ποῦ ἠκούσθη τοῦτο, καί πῶς εἶναι δυνατόν οἱ ἐπίτροποι, λαϊκοί ἄνθρωποι, ἔργον ἔχοντες τό πωλεῖν κηρία καί περιφέρειν τούς δίσκους, πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀναμειγνύωνται εἰς καθαρῶς πνευματικά πράγματα; Καί ἄνθρωποι ἀμαθεῖς περί τά ἐκκλησιαστικά, ὡς εἶναι οἱ πλεῖστοι, ποῖον κῦρος καί ποίαν ἁρμοδιότητα ἔχουσι νά ἐπεμβαίνωσιν εἰς τά τοιαῦτα; Εἶδον πολλάκις ἐν Ἀθήναις ἐπιτρόπους ἐπιτάττοντας τῷ ἐφημερίῳ νά παραλίπῃ τήν Ἐκτενῆ μετά τό Εὐαγγέλιον ἐν τῇ Λειτουργίᾳ, καί νά ἐκφωνήσῃ εὐθύς «...ὅπως ὑπό τοῦ κράτους σου», εἶδον καί τινας ἀπαγορεύοντας τῷ ἐφημερίῳ νά ἐκφωνήσῃ λόγον ἐπ’ ἐκκλησίας. Προδήλως οἱ τοιοῦτοι ἐπίτροποι ἀντιποιοῦνται αὐτόχρημα ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας, καί καθ’ ὑπέρβασιν μάλιστα. Ἀλλά τίς θά εἴπῃ, ὅτι δέν πταίουσιν οἱ ἱερεῖς, δεχόμενοι οὕτως εὐκόλως τοιοῦτον ζυγόν; Ἵλεως γένοιτό μοι ὁ Κύριος, ἐν ταῖς ἁγίαις ταύταις ἡμέραις, ἀλλά δέν ἐπεμβαίνω εἰς τά τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τοῦ κλήρου. Τά τῆς ἐκτελέσεως ὅμως τῆς ἐξωτερικῆς λατρείας, δημόσιον ἔχοντα χαρακτῆρα, νομίζω ὅτι ὑπόκεινται 15


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

εἰς συζήτησιν. Περισσοτέρα τάξις, μεγαλυτέρα εὐπρέπ ε ια καί εὐκοσμία ἐπ’ ἐκκλησίας, δέν θά ἐζημίου αὐτούς οὔτε ὑλικῶς. Οἱ ποιμένες πρέπει νά κατέχωσι τήν τέχνην τοῦ προσελκύειν τό ποίμνιον. Ἐάν τολμήσῃ τις ν’ ἀποτείνῃ κατ’ ἰδίαν φιλικήν παρατήρησιν πρός τινα τῶν ἱερέων, θά ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ, ἄλλοτε ὅτι πταίουσιν οἱ ἐπίσκοποι, καί ἄλλοτε ὅτι πταίει ὁ λαός. Τίς πταίει; Βεβαίως πρῶτον οἱ ἐπίσκοποι, εἶτα οἱ ἱερεῖς καί τελευταῖος ὁ λαός. Ἄλλο τό ζήτημα ἄν ἡ πολιτεία ἐν Ἑλλάδι διέφθειρε καί ὑπεδούλωσε τήν Ἐκκλησίαν. Ἐάν ὅμως ὑπῆρχεν ὀλίγη καλή προαίρεσις, πολλά ἄτοπα ἠδύνατο νά διορθωθῶσιν. Παραπονεῖται ὁ κλῆρος κατά τοῦ λαοῦ, ὅτι δέν φοιτᾷ εἰς τάς ἐκκλησίας, καί ὁ λαός πάλιν παραπονεῖται κατά τοῦ κλήρου ὅτι δέν φυλάττει τά χρέη του. Ἀλλ’ οἱ ἱερεῖς, ἀφοῦ τοιοῦτον ἐξελέξαντο ἔργον, ἄς τελῶσι καλῶς τά νενομισμένα, καί ἄς μή συῤῥέῃ ὁ λαός. Διά τί εἶναι αὐτοί; Διά νά προσεύχωνται ὑπέρ τοῦ λαοῦ, εἴτε προσερχομένου εἰς τούς ναούς, εἴτε ἀπέχοντος. Ἄς πράττωσι τό καθῆκόν των, καί ἄν δέν σώσωσιν ὅλους, θά σώσωσιν δυό ἤ τρεῖς ἤ ἕναν μόνον, τόσον ἀρκεῖ. Ἄν δέν προσελκύσωσιν πολλούς, θά προσελκύσωσιν ὀλίγους. Ἀλλά μηχανικῶς, ἀπροσέκτως, ῥαθύμως, καί ὡς ἀγγαρίαν τινά ἐκτελοῦντες τά τυπικά χρέη των, ὁσημέραι ἀποξενοῦσι πλείονας ἀπό τῆς Ἐκκλησίας». «Οἱ ἐπίτροποι (τούς ὁποίους εἶχεν ὀνομάσει τις «φωτοσβέστας», διά τήν μανίαν τήν ὁποίαν ἔχουν νά σβύνωσι τά κηρία τῶν προσυνητῶν ἡμίκαυστα) οἱ ἐπίτροποι, ἀφοῦ ἔτρεχον καί προ16

σελιπάρουν τούς ἰσχύοντας ἵνα διορισθῶσιν εἰς τήν θέσιν ταύτην, ὡς νά ἐπρόκειτο περί βιοποριστικοῦ ἔργου, ἐνῷ οἱ πλεῖστοι τουλάχιστον τό ἀναδέχονται ἀπό κενοδοξίαν καί ματαιότητα, τινές δέ καί ἀπό ζῆλον εἰλικρινῆ, οἱ ἐπίτροποι ἐδέσποζον τῶν ἱερέων, τῶν ψαλτῶν καί τοῦ νεωκόρου. Οἱ ἐπίτροποι ἔβγαλαν ἐσχάτως τήν μόδαν νά τελῶνται δύο λειτουργίαι, ἀλά φράγκα, καί εἰς τάς μικροτέρας ἐκκλησίας τῶν Ἀθηνῶν, ὡς νά ἦσαν αἱ λειτουργίαι φουρνιές ἤ βαρκαδιές· οἴκτειρον, Κύριε! Οἱ ἐπίτροποι ἐβίασαν μέ τοῦτο τούς ἱερεῖς, μή περισσεύοντος χρόνου, νά πατῶσι τήν συνείδησίν των διακωμῳδοῦντες τά ἱερά, καί νά λειτουργῶσιν, ἄνευ Μεσονυκτικοῦ, ἄνευ Ὡρῶν, σχεδόν ἄνευ Ὄρθρου. Κατήντησαν δέ νά περιφρονήσωσι τό θεόπνευστον βιβλίον τοῦ ἱεροῦ Ψαλμῳδοῦ, κακοδοξία ἥτις, ἄν εἶχαν ὅλας τάς ἀρετάς, ἤρκει αὐτή μόνη νά τούς ἀπολέσῃ». Περιττεύει, πατέρες ἅγιοι, κάθε δικό μου σχόλιο ἐπ’ αὐτῶν. Ὁ καθένας ἄς βγάλει τά συμπεράσματά του... Ὁ Παπαδιαμάντης ὡς πιστός πού πέρασε τήν ζωήν του δίπλα στό ῥάσο γνωρίζει καί τά τρωτά σημεῖα συμπεριφορᾶς ἐφημερίου πρός ἐφημέριον («Ἐξοχική λαμπρή»): «Ὁ παπα-Κυριάκος ὑπεχρέωσε τόν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καί μεμψιμοιροῦντα, νά παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῷ» (ἐνῷ αὐτός θά λειτουργοῦσε κατά τήν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Πάσχα στήν ἐξοχή) «κατάσκοπος εἰς τό ἱερόν βῆμα, νά παραλάβῃ τό μερίδιον τῶν προσφορῶν καί συλλειτουργικῶν, καί μόνον μετά τήν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅταν θά ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν’ ἀνέλθῃ εἰς τά Καλύβια παρ’ αὐτῷ». Γνωρίζετε, πιστεύω, τά ἐπακολουθήσαντα. Ὁ μικρός ἔσπευσε ἀσθμαίνων νά πληροφορήσῃ τόν πατέρα του ὅτι ὁ παπα-Θοδωρῆς ἔβγαζε τά πρόσφορα ἀπό τό παραπόρτι τοῦ ἱεροῦ. Τί ἐπηκολούθησε; Ἀπεξεδύθη ὁ παπαΚυριάκος τά ἄμφια καί πῆρε τόν κατήφορο γιά νά «ἁρπαχθῇ» μέ τόν ἅρπαγα συνεφημέριο. Καί συνῆλθε ὅταν σέ κάποια πηγή σταμάτησε γιά νά πιῇ νερό. «Ἐγώ ἔχω νά λειτουργήσω καί θά πιῶ νερό;» σκέφθηκε. Κι ἔτσι μετανοιωμένος καί ἐλεγχόμενος ὑπό τῆς συνειδήσεώς του ἐπέστρεψε, λειτούργησε, ἀλλά δέν ἐκοινώνησε, γιά νά ἐξομολογηθῇ ἀργότερα τό μεγάλο του αὐτό ἁμάρτημα. Ἀπεκαλύφθη δέ, ὅτι δέν ἐπρόκειτο περί


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

κλοπῆς τῶν «δικαίων» του, ἀλλά περί σώφρονος πράξεως. Ἐξήγησεν ὁ παπα-Θοδωρῆς ὅτι τό ἐκ τῆς ἐνορίας μερίδιον τοῦ παπα-Κυριάκου, εὑρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, δηλαδή τοῦ παπα-Θοδωρῆ. «Ἔκρινε καλόν, εἶπε, νὰ μετακομίσῃ διά τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἁγ. βήματος οἴκαδε καί τά δύο μερίδια, διά νά μή βλέπουν τινές τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καί γλωσσαλγῶσιν ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλά εἰσοδήματα. Ὁ κόσμος ξιππάζεται, εἶπεν, ἅμα μᾶς ἰδῇ μιά καλή μέρα νά πάρουμε τίποτε λειτουργιές, καί δέν συλλογίζεται πόσες ἑβδομάδες καί μῆνες παρέρχονται ἄγονοι!». Εἶναι δέ καί ἐλεγκτικός διά παρατράγουδα μεταξύ ἐφημερίων. Γράφει («Ὁ καλόγηρος»): «Ἵσταντο καί οἱ τέσσαρες εἰς τόν χορόν, καί τό καθολικόν προσελάμβανε τότε σεβασμίαν ὄψιν λαύρας, ἵσταντο κι ἐκύτταζον ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν πρός τήν θύραν, μή τυχόν εἰσέλθῃ ἐνορίτισσά τις «νά πάρῃ εὐχήν», διότι ὁ ἐφημερεύων, ἄν ἐτύγχανε νά εἶναι αὐτός ἐνορίτης τῆς προσερχομένης, ἦτο ἱκανός νά διακόψῃ τόν ἑσπερινόν, διά νά προφθάσῃ νά τῆς δώσῃ αὐτός τήν εὐχήν, φοβούμενος μή τυχόν οἱ ἄλλοι τρεῖς τοῦ πάρουν τήν ἐνορίτισσαν. Καί μετά τόν ἑσπερινόν, ὅταν ἤρχιζαν νά λογομαχῶσι περί διανομῆς εἰσοδημάτων, καταγγέλοντες ἀλλήλους ὡς πλεονέκτας καί ἅρπαγας, τότε πλέον ὁ ναός δέν εἶχεν ὄψιν λαύρας, ἀλλά (ἥμαρτον, Κύριε!) χαύρας. Ἄλλο εἶδος χαύρας πάλιν ἦτο ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἀπετελεῖτο εἰς τήν κατ’ οἴκους τελετήν Εὐχελαίων, ὅτε οἱ τέσσαρες ἐμοιράζοντο τάς εὐχάς, τάς αἰτήσεις καί τά Εὐαγγέλια, καί ἔλεγαν καί ἀπήγγελαν ὅλοι συγχρόνως, ὡς νά ἐβιάζοντο νά διαπεραιώσωσι τόν ἀσθενῆ μίαν ὥραν ἀρχύτερα». Ὁ Παπαδιαμάντης ἦτο τέκνον γνήσιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐγνώριζε τάς τυπικάς διατάξεις ἐπακριβῶς καί γι’ αὐτό διεμαρτύρετο ὅταν κάποιοι ἀδαεῖς ἤ βιαστικοί τίς ἀθετοῦσαν. Γράφει («Μ. Τρίτη»): «Ἐν γένει τά τοῦ Τυπικοῦ δέν τηροῦνται αὐστηρῶς ἐν Ἀθήναις. Ὅστις δέ ἄλλως θεσπίζει, αὐθαιρέτως πράττει καί σφετερίζεται ξένα δικαιώματα, ἀνώτερον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἑαυτόν ποιῶν». Τιμᾷ ἰδιαίτατα τήν Θείαν Κοινωνίαν («Ἡ

τύχη ἀπ’ τήν Ἀμέρικα»): «Τέλος ἐξεκίνησεν ὁ Στάθης. Συνήντησε τόν ἱερέα ἀσκεπῆ, μέ τό ἅγιον Ποτήριον, κατερχόμενον ἀπό τόν οἰκίσκον τοῦ ἀσθενοῦς. Ὁ Στάθης ἔβγαλε τό καπέλλο του, ἐπροσκύνησε βαθέως καί τέλος ἀνῆλθεν εἰς τήν μικράν οἰκίαν». Ἐτίμα τό Πηδάλιον, «τό περιέχον», ὡς γράφει («Ἡ χήρα παπαδιά») «ὅλους τούς νόμους καί τούς κανόνας». Καί θέτει εἰς τό στόμα τῆς παπαδιᾶς τά ἑξῆς, ὅταν τῆς τό ἐζήτησε ἕνας ἐξάδερφός της νά τό διαβάσῃ γιά νά μάθῃ ἄν μπορεῖ χήρα παπαδιά (ἄλλη βεβαίως) νά ξαναπανδρευθεῖ. Λέγει λοιπόν: «-Ὁ παπᾶς μοῦ λέγει πώς δέν κάνει νά τό πιάνει κανείς πού νά μή εἶναι ἱερωμένος! -Μήν τό πιάνεις μέ τά χέρια γυμνά, ἀπαντᾶ ὁ ξάδελφος. Βάλε μία καθαρή πετσέτα»! Ἡ ἐκκλησία ἔχει δύο καί μόνον Ψυχοσάββατα, τό πρό τῶν Ἀπόκρεῳ καί τό πρό τῆς Πεντηκοστῆς. Αὐτό τό γνωρίζει ὁ Παπαδιαμάντης διό καί γράφει («Ἅγια καί πεθαμένα»): «Εἰς τάς μνῆμας ὅλων τῶν Ἁγίων προσφέρονται κόλλυβα τιμητικά, ἑορτάσιμα, ἐξαιρετικῶς δέ κατά τήν μνήμην ταύτην τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, εἰς ἀνάμνησιν τοῦ γενομένου θαύματος». Ἅρα ὄχι γιά «συγχώρεσι» καί «τρισάγια», διότι ἕως καί τῆς σήμερον πολλοί προβάλλουν (σκοπίμως) τό πρῶτον Σάββατον τῶν Ἁγίων Νηστειῶν ὡς Ψυχοσάββατον καί αὐτό. Γράφει ἐκτενῶς («Θεοφάνεια») πῶς πρέπει νά γίνεται τό βάπτισμα: «Οἱ παλαιοί πρακτικώτατοι καί μεμορφωμένοι ἱερεῖς, καίτοι 17


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ἀγρ ά μ μ ατο ι λεγόμενοι, εἴξευρον νά ἐκτελῶσι καν ον ικ ώτατα τάς τρεῖς καταδύσεις καί ἀναδύσεις, κ ρ ατο ῦ ν τ ε ς τόν βαπτιζόμενον ὄρθιον πρός ἀνατολάς βλέποντα, ἐφαρμόζοντες τήν δεξιάν ἐπί τῆς μασχάλης τοῦ βρέφους ἁβρῶς ἅμα καί ἀσφαλῶς, φράττοντες δέ διά τῆς ἀριστερᾶς τό στόμα αὐτοῦ. Ἐφρόντιζον περί τῆς θερμοκρασίας τοῦ ὕδατος καί ἑκάστη κατάδυσις ἐγίνετο ἀκαριαία, τό δέ διάλειμμα μεταξύ τῶν καταδύσεων ἐγίνετο ἀρκετόν, ὥστε ν’ ἀναπνεύσῃ τό βρέφος. Τοιούτῳ τρόπῳ οὐδείς βαπτιζόμενος ἔπαθε ποτέ τι ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ. Τό σημερινόν ὅμως σμῆνος τῶν ἱερέων, τούς ὁποίους ἡ διεφθαρμένη πολιτική ἐπιβάλλει πολλάκις ἀξέστους καί ἀκαλλιεργήτους εἰς τούς Σ. Σ. ἱεράρχας νά τούς χειροτονῶσιν, ἀφοῦ κακῶς ἐκτελεῖ, ἤ μᾶλλον κακῶς παραλείπει τοσούτους ἄλλους τύπους, ὀφείλει τοὐλάχιστον νά σεβασθῇ αὐτό τό θεμέλιον τῆς πίστεως ἡμῶν, τό ἅγιον βάπτισμα. Γράφομεν ταῦτα, διότι ἔχομεν λόγους νά πιστεύωμεν ὅτι πολλοί τῶν ἱερέων, χαριζόμενοι εἰς τήν τυφλήν καί μωράν πολλάκις φιλοστοργίαν ἀμαθῶν καί προληπτικῶν γονέων, οἵτινες νομίζουν, ὅτι κάτι θά πάθῃ τό χαϊδεμένον νεογνόν των ἐν τῇ ἱερᾷ κολυμβήθρᾳ, ἐκτελοῦσι σχεδόν ῥάντισμα, καί ὄχι βάπτισμα. Οἱ τῆς Δυτικῆς ἐκκλησίας εἶναι συγγνωστοί, διότι ἠγνόησαν τήν ἔννοιαν τοῦ ἑλληνικοῦ ῥήματος βαπτίζω baptizo, ὅτι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτῶ· οἱ Ἕλληνες ὅμως δέν πρέπει ποτέ νά τήν ἁγνοήσωσιν. Εἶναι καιρός νά φυλαχθῇ ὁ ἱερός οὖτος τύπος, διότι, ἄν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀμάθεια τοῦ κλήρου, καί πληθυνθῆ ἡ ἀθεΐα καί ἡ ἀσέβεια, μετά μίαν γε18

νεάν, ὅτε θά εἴμεθα μισοβαφτισμένοι ὅλοι, θά δεήσῃ νά διαταχθῇ γενικός ἀναβαπτισμός ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀῤῥένων καὶ θηλέων. Διότι πρέπει νά εἴμεθα συνεπεῖς». Ὡς ψάλτης καί δή ὡς ἐραστής τῆς «μουσικῆς τῶν ἀγγέλων» ὅπως λέγει, θά ἦτο δυνατόν νά ἀγνοῇ τά παπαδικά εὐτράπελα; Κατά τόν χειμερινό δύσκολο πλοῦν γιά τό Κάστρο ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων, καίτοι μούσκεμα ἀπό τά κύματα, ὁ παπα-Φραγκούλης πειράζει τόν ἡμιμαθῆ ψάλτη, τόν κυρ-Ἀλεξανδρῆ: «-Δέν μοῦ λές Ἀλεξανδρῆ, τί θά πῇ τώρα στήν καταβασία τῶν Χριστουγέννων «ὁ ἀνυψώσας τό κέρας ἡμῶν»; Ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἀνυψώσας; -Νά ὁ ἀνηψιός σας, ἀπάντησε ὁ ψάλτης, μή ἐννοῶν ἄλλως τήν λέξιν. -Καί τί θά πῇ «σκύλα Βαβυλών τῆς βασιλίδος Σιών»; ἐρωτᾶ πάλιν ὁ παπᾶς. -Νά, σκύλλα πού ὀνομάζεσαι Βαβυλών, νομίζων ὅτι περί σκύλλας πράγματι ἐπρόκειτο»... Ὅμως ἄς μείνουμε, Σεβασμιώτατε Δέσποτα καί ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἰς αὐτά τά ὀλίγα πού ἀνέφερα στήν ἀγάπη σας. Συγχωρήσατέ με ἄν σᾶς κούρασα. Ἐπιτρέψατέ μου νά ἀναφερθῶ στόν «Χριστό στό Κάστρο» καί ἄς τελειώσουμε μ’ αὐτό, χωρίς νά σημαίνῃ ὅτι ἐξαντλήσαμε τό θέμα. Ἐξάλλου οἱ ἀναφορές τοῦ Παπαδιαμάντη στόν «Παπᾶ» εἶναι δυσεξαρίθμητες. «Ἀλλ’ ὅτε ὁ ἱερεύς ἐξελθών ἔψαλλε τό «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός», τότε αἱ μορφαί τῶν Ἁγίων ἐφάνησαν ὡς νά ἐφαιδρύνθησαν εἰς τούς τοίχους. «Ἀκολουθήσωμεν λοιπόν, ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ», καί ὁ κυρ-Ἀλεξανδρῆς ἐνθουσιῶν ἔλαβε τήν ὑψηλήν καλάμην καί ἔσεισε τόν πολυέλαιον μέ τάς λαμπάδας ὅλας ἀνημμένας. «Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἀκαταπαύστως ἐκεῖ», κι ἐσείσθη ὁ ναός ὅλος ἀπό τήν βροντώδη φωνήν τοῦ παπα-Φραγκούλη μετά πάθους ψάλλοντος «Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες τῷ σήμερον ἐν σπηλαίῳ τεχθέντι», καί οἱ ἄγγελοι οἱ ζωγραφιστοί, οἱ περικυκλοῦντες τόν Παντοκράτορα ἄνω εἰς τόν θόλον, ἔτειναν τό οὖς, ἀναγνωρίσαντες οἰκεῖον αὐτοῖς τόν ὕμνον. Καί εἶτα ὁ ἱερεύς ἐπῆρε καιρόν, καί ἤρχισε νά προσφέρῃ τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως».


Πόσο, ἀληθινά, ὀρθόδοξοι χριστιανοί εἶμαστε; Πρωτ. Εὐαγγέλου Παχυγιαννάκη, Ἐφημερίου Ἱ. Κ. Ν. Ἁγίας Τριάδος Ἁγ. Νικολάου Λασιθίου

έ πολλή συστολή δέχτηκα τήν τιμητική πρόσκληση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Ευγενίου νά ὁμιλήσω στόν ἀποψινό πρῶτο Κατανυκτικό Ἑσπερινό τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, Κυριακή της Ὀρθοδοξίας. Γιατὶ αἰσθάνομαι τελείως ἀδόκιμος νά διαπραγματευτῶ ἕνα τόσο σημαντικό καί διαχρονικό θέμα, ὅπως εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας. Κάνω, λοιπόν, τόν σταυρό μου, ἐπικαλοῦμαι τήν εὐχή τοῦ Σεβασμιωτάτου, τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου καί τή δική σας ἀδελφική συγκατάβαση καί ἀγάπη, σεβαστοί Πατέρες καί ἀγαπητοί μου ἀδελφές καί ἀδελφοί, γιά νά καταθέσω στήν εὐμένειά σας μερικές σκέψεις, πού ἀθροίζονται στίς δύο καίριες λέξεις: ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ – ΟΡΘΟΠΡΑΞΙΑ, ἐπί τῷ τέλει, ὅπως, μέ αὐτογνωσία καί τιμιότητα διερωτηθοῦμε: πόσο, ἀληθινά, ὀρθόδοξοι χριστιανοί εἶμαστε; Κατ’ ἀρχήν στέκομαι μέ ἀρκετή περισυλλογή καί διατυπώνω τό βασικό αὐτό γενικό ἐρώτημα. Βεβαίως, θά ἀπαντήσει κανείς, μά γιατί ρωτᾶτε; Ὅλοι εἴμαστε βαφτισμένοι, ἐκτελοῦμε τὰ θρησκευτικά μας καθήκοντα, πηγαίνομε στήν ἐκκλησία, ἐπισκεπτόμαστε μοναστήρια, πολλοί ἀπό ᾽μᾶς ἔχομε καί πνευματικό, κοινωνοῦμε τακτικά, κάνομε κουμπαριές, στεφανώνομε ἀνδρόγυνα καί βαφτίζομε παιδιά. Καί ἄλλοι πάλι, ὅπως, λόγου χάριν ὁ ὁμιλῶν, ντυμένοι τό ράσο, ἴσως θεωρήσουν βέβηλο τό ἐρώτημα, ἀφοῦ μέ τήν ὅλη ἐμφάνισή μας μαρτυροῦμε τήν ὀρθόδοξη ταυτότητά μας. Μακάρι νά ἦταν ἔτσι, τόσο ἁπλή ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτό τό φαινομενικά ἁπλοϊκό ἐρώτημα. Ὅμως, ἀδελφοί μου, ὅλα αὐτά εἶναι ἐξωτερικά φαινόμενα, πού συνθέτουν τούς θρη-

Μ

σκευτικούς λατρευτικούς τύπους, τήν ἐξωτερική μορφή καί ὄχι τήν οὐσία τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματός μας. Κατ’ ἀρχήν ἡ Ὀρθοδοξία δέν ἐξαντλεῖται στά ὅρια τῶν θρησκευτικῶν τύπων τῆς θρησκείας. Ὁ ἄνθρωπος, ἀπό τότε πού αὐτονομήθηκε κι ἔκοψε τή σχέση του μέ τόν Θεό ἔχασε τόν προσανατολισμό του, γυρεύοντας ἔκτοτε ἀπεγνωσμένα νά ἐπανασυνδεθεῖ μαζί Του, νά γευθεῖ τῆς νοσταλγικῆς παρουσίας Του τὴ χαρά, νά νιώσει τό ζεστὸ χνῶτο τῆς ἀγάπης Του. Καί ὅλο αὐτό τό ψάξιμο γίνεται μέσα ἀπό τίς δαιδαλώδεις ἀναζητήσεις ὅλων τῶν Θρησκειῶν. Ἡ Θρησκεία ἀναζητᾶ, ἀκόμη καί μέσα ἀπό τίς πιό παχυλές τελετές τῆς εἰδωλολατρίας καί τῶν παγανιστικῶν καί δαιμονικῶν προσευχητικῶν ἀναγωγῶν του, νά ὑποπτευθεῖ, νά βρεῖ ἀποδείξεις ἤ ἔστω ἐνδείξεις, νά βεβαιωθεῖ κατά κάποιο τρόπο γιά τήν ὕπαρξη τοῦ θείου ὑπερτάτου ὄντος, ν᾽ ἀγγίσει νοησιαρχικά τόν ἄγνωστο, ἄσαρκο θεό! Ἀπεναντίας, ὁ Χριστιανισμός καί ἰδιαίτερα ἡ Ὀρθοδοξία, δέν ἀναζητᾶ, κι αὐτός εἶναι ἕνας σημαντικός λόγος νά βεβαιωθοῦμε γιά μιά ἀκόμη φορά, ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι Θρησκεία. Ὁ Χριστιανισμός εἶναι Ἀποκάλυψη. Εἶναι ἡ ἀπάντηση σέ ὅ, τι γιά τόν Θεό καί περί τοῦ Θεοῦ ζητοῦσαν καί ζητοῦν, νά δοῦν καί νά μάθουν μέσῳ τῶν Θρησκειῶν οἱ ἄνθρωποι. Ἀλλά ὁ Θεός τῶν Χριστιανῶν, ὁ Θεός μας, δέν εἶναι ἀπρόσωπος, μιά κάποια ἀφηρημένη ἰδέα, ἕνας πλήρης ἔστω φιλοσοφικός στοχασμός, ἀλλ’ εἶναι χειροπιαστός, ἀνθρώπινος «τόν ὁποῖον ἀκηκόαμεν, ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάψησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς», ὅπως ἑρμηνεύει στήν Α΄ Καθολ. ἐπιστολή του ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος

*Ὁμιλία τοῦ π. Εὐαγγέλου Παχυγιαννάκη κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ἀρχιερατικοῦ Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Α΄Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν (9.3.2014) στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Ἱεράπετρας.

19


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

(1.1). Αὐτό δέ τό γεγονός τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ ἑορτάζομε ἐμφαντικά κατά τή μεγάλη δεσποτική ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, ἀλλά καί σέ κάθε θεία Λειτουργία, ὅπου ἀνακυκλοῦται καὶ βιώνεται ὁλόκληρος ὁ κύκλος τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Πέρα ὅμως ἀπό αὐτό τό συγκεκριμένο καί ἀνεπανάληπτο γεγονός τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔχομε τή διαδοχική ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ μέσα στόν κόσμο ἐξ ἀρχῆς τῆς δημιουργίας του. Ἡ πρόοδος, πού προκαλεῖ ἡ Ἀποκάλυψη στήν Ἱστορία γιά τή σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητος, εἶναι μιά πρόοδος στή γνώση καί στήν πραγματοποίηση τοῦ νοήματος τῆς ὑπάρξεώς μας ἐν Θεῷ, ὡς ἄμεσης κοινωνίας μαζί Του ὡς προσώπου καί συγχρόνως μέ ὅλα τά πρόσωπα τῶν συνανθρώπων μας καί ὁλόκληρη τή συμπαντική δημιουργία. Σύμφωνα μέ αὐτά, ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ εἶναι ἔργο τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, πού κατά τό πρότυπό Του δημιουργήθηκε ὁ ἄνθρωπος, ἐφόσον καί ὁ Υἱός ἔχει τήν ἀναφορά Του στόν Πατέρα καί ἀπαντᾶ στήν κλήση Του: «ὁ Πατήρ ηὐδόκησεν ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο», ψάλλομε. Εἶναι ἔργο ὅμως καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκείνου δηλαδή τοῦ προσώπου, πού συνεχῶς μᾶς ἐνδυναμώνει ὅλο καί πιό πολύ στήν ἀγαπη20

τικὴ μας ἐλευθερία «καί οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Α΄ Κοριν.12.3). Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς προετοιμάζει γιά νά Τόν δεχθοῦμε. Ἔπειτα ἐνσαρκώνεται, σταυρώνεται καί ἀνασταίνεται καί μᾶς ἑλκύει πρός τήν αἰώνια ἕνωση μαζί Του, ἀποκαλύπτοντας ἔτσι τό νόημα τῆς ὑπάρξεώς μας. Ὁ Ἴδιος εἶναι Ἀλήθεια καί Φῶς καί Ζωή πού μᾶς φωτίζει, μᾶς ἑλκύει καί μᾶς σώζει. Ὁ Λόγος καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι «τά δύο χέρια τοῦ Πατρός», κι ἀνάμεσά Τους ὑπάρχει μιά συνεχής ἀμοιβαιότητα τῆς Ἀποκαλύψεως. Ποτέ ὁ Λόγος δέν στερεῖται τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ποτέ τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν στερεῖται τόν Λόγο καί πάντα τό καθένα Πρόσωπο ἔχει δική Του θέση στήν ἀποκαλυπτική ἐνέργεια, σύμφωνα μέ τή θέση Του στήν ἐσωτερική ζωή τῆς Ἁγίας Τριάδος. Γι’ αὐτό εἶναι πάντα μαζί, ὁμοούσια καί ὁμόθρονα καί ὁμόδοξα. Τρία Πρόσωπα μέσα στή Μία ἄκτιστη φύση καί οὐσία. Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ξεπερνᾶ τούς φυσικούς περιορισμούς καί προσφέρεται ὡς ἐμπειρία καί σχέση μέ τόν Χριστό, πού πραγματοποιεῖται ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί ἐντεῦθεν διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ στά μυστήρια τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Τό μυστήριο τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας Του, πού περιέχεται στό Εὐαγγέλιό Του, τό ὁποῖο δέν εἶναι ἁπλά ἕνας κώδικας διδασκαλίας ἤ ἕνα ἱερό βιβλίο, ἀλλά τό ἀποκαλυφθέν πρόσωπο τοῦ Θεοῦ: τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτό τό πρόσωπο εἰκονίζεται στήν ὀρθόδοξη Ἁγιογραφία, τό ὁποῖο περιγράφεται στή θεανδρική ὑπόστασή Του ὡς «Πατήρ ἅμα καί Υἱός». Ἡ ἀποδοχή τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, πού πραγματοποιεῖται μέ τήν πίστη, ἀνοίγει ἕνα εὐρύτατο χῶρο καί γιά τήν ἀνθρώπινη λογική, ἡ ὁποία εἶναι τό πολύτιμο ὄργανο γιά τήν ἐπεξεργασία καί παρουσίαση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως, πού βιώνονται στή λογική λατρεία τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ὄχι ὡς ἀνακάλυψη τῆς κτιστῆς λογικῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ’ ὡς Ἀποκάλυψη τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Οἱ περισσότεροι ὅμως τῶν πιστῶν ἀγνοοῦν αὐτό τό θεμέλιο τῆς πίστεώς μας κι ἐνθου-


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

σιάζονται ἀπό τά αἰσθητικά στοιχεῖα τῆς λατρείας τῆς Ἐκκλησίας καί γενικότερα τοῦ ἑλληνορθοδόξου πολιτισμοῦ, τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, τῆς ζωγραφικῆς καί ὅλων γενικά τῶν λειτουργικῶν τεχνῶν καί τῶν μυστηριακῶν τελετῶν, γιατί ὅλα αὐτά μιλοῦν στό εἶναι τους σάν μητρική γλώσσα. Συγκινοῦνται ἀπό τά σχήματα, τά χρώματα, τούς ήχους καί τίς εὐωδίες, καί ὅλον αὐτό τόν ἀνεξάντλητο αἰσθητικό πλοῦτο. Ὅμως ὅλα αὐτά δέν ἀποτελοῦν τήν οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, εἶναι τό περίβλημα, τό ένδυμα τοῦ σώματός της, ὁ φλοιός πού διαφυλάσσει τόν καρπό, τήν οὐσία. Καὶ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ αὐθεντικός τρόπος ζωῆς. Εἶναι τό ἦθος, πού διαμορφώνει τόν ὅλον ἄνθρωπο, τόν μπολιάζει μέ τό ἦθος τοῦ Χριστοῦ, τόν Χριστοποιεῖ, τόν ἁγιάζει, τόν θεώνει. Μέ τόν τρόπον αὐτό, τόν μυστηριακό καί μεταμορφωτικό, ἀναγεννᾶται ὁ ὅλος ἄνθρωπος, σῶμα, ψυχή, καρδιά, νοῦς, θέληση καί συναίσθημα, τά πάντα μετέχουν τῆς θείας ἀγάπης καί αὐτή τή μεταμορφωτική διαδικασία ἡ Ἐκκλησία καλεῖ κάθε ἄνθρωπο νά τή βιώσει. Ἔτσι, διά της ἐμπειρικῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ὡς ἀνταπόκριση στό κάλεσμα «Ἔρχου καί ἴδε» (Ἰωάν.1.46) τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ὀρθοδοξία μεταβάλλεται σέ Ὀρθοπραξία. Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς ἀληθινή εὐσέβεια, εἶναι πρώτιστα ἡ ἀγαπητική στάση μας ἀπέναντι στόν Θεό καί συγχρόνως στόν ἄνθρωπο. Ἀγάπη πρός τόν Θεό, ὅπως στήν περίπτωση τῆς «συγκύπτουσας» τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά ἰσοδύναμα καί ἀγάπη πρός τον συνάνθρωπο. Ἡ μιά ἀγάπη συνυπάρχει μέ τὴν ἄλλη καί δέν μπορεῖ νά ἀποχωρισθεῖ, ὅπως τόνισε καθαρά σέ ἄλλη περίπτωση ὁ Χριστὸς στόν νομικό. Ἐκεῖ, ἀπαντώντας στό ἐρώτημά του «ποιά εἶναι μεγαλύτερη ἐντολή;» θά πεῖ: «Ν’ ἀγαπᾶς Κύριο τόν Θεό σου μέ ὅλη τήν καρδιά σου, μέ ὅλη τήν ψυχή σου καί μέ ὅλο τό εἶναί σου. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη καί πιό μεγάλη ἐντολή» Καί δεύτερη, τό ἴδιο σπουδαία ἐντολή εἶναι: «Νά ἀγαπᾶς τόν πλησίον σου ὅπως τόν ἑαυτό σου. Σ’ αὐτές τίς δύο ἐντολές συνοψίζονται ὅλος ὁ νόμος καί οἱ προφῆτες» (Ματθ. 22. 36-40). Ἐπίσης καί μέ τήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη, ὑπέδειξεν ὅτι «πλησίον» εἶναι ὁ κάθε συνάνθρωπος, ἀκόμα καί ὁ ἐχθρός.

Αὐτή ἡ πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ γιά ὑπέρβαση τῆς ἀγάπης πρός τόν ἑαυτό μας ἀποτελεῖ τήν κορυφαία προσφορά πρός τήν ἀνθρωπότητα. Ὅταν μᾶς παρέδιδε τήν καινούργια ἐντολή τῆς ἀγάπης εἶπε: «Ἐντολήν καινήν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς ἐγώ ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καί ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰωάν. 13. 34-35). Ὅπως ἡ ἀγάπη εἶναι γνώρισμα τοῦ Θεοῦ ἔτσι καί ἡ ἀγάπη γίνεται τό γνώρισμα τῶν ἀνθρώπων. Χωρίς ἀγάπη δέν μπορεῖ νὰ λέγεσαι ἄνθρωπος. Καί ὄχι μόνο. Ἀλλά ἡ ἀγάπη ὁδηγεῖ καί στήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη «Ὁ μή ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τόν Θεόν ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ἰωάν. 4. 8). Μάλιστα δέ, ἡ ἀγάπη, πού εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, βρίσκει τήν τέλεια ἔκφρασή της ὅταν ἐπιστρέφει σάν δῶρο στόν Δωρητῆ Θεό, μέσω τοῦ συνανθρώπου μας. Δυστυχῶς, αὐτή τή μεγάλη ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, πού τήν εἶχε ἀγνοήσει ὁ ἀρχισυνάγωγος τοῦ Εὐαγγελίου, στὴν περίπτωση ποὺ ὁ Χριστὸς ἐθεράπευσε τὴν ἐπὶ δεκαοκτὼ ἔτη συγκύπτουσα γυναίκα (Λουκ. 13.11-14) δέν τήν ἔχομε συνειδητοποιήσει οὔτε κι ἐμεῖς, πού λεγόμαστε χριστιανοί ὀρθόδοξοι. Ὅπως ἐκεῖνος ἔτσι κι ἐμεῖς, εἴμαστε πολλές φορές ἐγκλωβισμένοι σέ προκαθορισμένους θρησκευτικούς τύπους, κι ἀδιαφοροῦμε γιά τήν οὐσία, πού εἶναι τό ἔλεος καί ἡ ἀγάπη. Αὐτόν τόν τύπο «εὐσέβειας» καθιέρωσε κατά καιρούς ὁ ἄνθρωπος τῆς θρησκείας μέ ἀποτέλεσμα τόν ἠθικό ξεπεσμό του. Γιατί, μέ τήν προσκόλληση στόν τύπο μετατρέπεται ἡ εὐσέβεια ἀπό θεοφιλῆ σέ θεομίσητη, ἐπειδή, ὅταν τήν ἀπογυμνώσει κανείς ἀπό τήν ἀγάπη, τήν ντύνει μέ τόν ψεύτικο μανδύα τῆς ὑποκρισίας καί τήν σταθεροποιεῖ μέ τό πάθος καί τήν ἐμπάθεια. Αὐτό τό εἶδος τῆς εὐσέβειας καταδίκασε ἀπερίφραστα ὁ Χριστός ὡς ἐπικίνδυνη συμπεριφορά, τόσο πρὸς ἐκείνον πού τήν τροφοδοτεῖ, ὅσο καί πρὸς ἐκείνους πού τήν δέχονται. Καί γι’ αὐτούς εἶπε τά τρομερά ἐκεῖνα λόγια: «Ἐσεῖς, πού λέτε πώς τάχα ἀγαπᾶτε τόν Θεό καί τόν λατρεύετε, μέ τήν ὑποκριτική συμπεριφορά σας, κλείνετε στούς 21


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ἀνθρώπους τόν δρόμο γιά τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Οὔτε ἐσεῖς μπαίνετε, οὔτε καί ἐπιτρέπετε σέ ὅσους θέλουν νά μποῦνε… Ἀλίμονό σας γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι, ὑποκριτές, γιατί μοιάζετε μέ τάφους ἀσβεστωμένους, πού ἐξωτερικά φαίνονται ὡραῖοι, ἐσωτερικά ὅμως εἶναι γεμᾶτοι κόκαλα νεκρῶν καί κάθε λογῆς ἀκαθαρσία. Το ἴδιο κι ἐσεῖς: ἐξωτερικά φαίνεστε εὐσεβεῖς καί καλοί καί ὅμως ἐσωτερικά εἶστε γεμᾶτοι ὑποκρισία καί ἀνομία» (Ματθ. 23. 14 καί 27-28). Ὅταν ἡ γνησία καί ἀνυπόκριτη εὐσέβεια ἐκφράζεται μέ λόγια καί ἔργα ἀγάπης, τότε μεγαλουργεῖ. Αντίθετα, ὅταν ἡ εὐσέβεια περιορίζεται στοὺς τύπους, τότε προκαλεῖ ἀνεπανόρθωτη ζημιά καί στούς ἴδιους, ἀλλά σέ ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, καί, συνεπῶς, αὐτό πόρρω ἀπέχει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι βίωμα ὀρθοδόξου χριστιανοῦ. Ἄλλωστε στό ὄνομα τῆς εὐσέβειας, μήν ξεχνᾶμε πώς ἔγιναν «ἱεροί πόλεμοι» καί φοβερές «Ἱερές Ἐξετάσεις», ἀπό τόν χριστιανισμό τῆς Δύσεως. Ἡ Ὀρθοδοξία, ἀντίθετα, διεφύλαξε τήν ἀληθινή εὐσέβεια. Κι ἀπέναντι στόν σκοτεινό Μεσαίωνα δημιούργησε τόν λαμπρό ὑπερχιλιόχρονο πολιτισμό τοῦ Βυζαντινοῦ μεγαλείου, ἐπειδή διατήρησε ἄρρηκτη τήν ἑνότητα τοῦ δόγματος μέ τό ἦθος, ἐμμένοντας ἄτεγκτα στήν ὀρθόδοξη πίστη, ἡ ὁποία καί ὑπαγόρευε τό ἦθος τῶν πιστῶν, δηλαδή τήν ὀρθοπραξία καί ἔτσι οἱ δύο αὐτές ἔννοιες στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἔγιναν καί εἶναι ταυτόσημοι. Ὅλοι οἱ μεγάλοι Πατέρες καί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας πολλά ἐμόχθησαν γιά τήν ὀρθή διατύπωση καί ἐφαρμογή τῶν δογμάτων. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γιά παράδειγμα καί οἱ Καππαδόκες Πατέρες ἀγωνίστηκαν γιά τή διατύπωση τοῦ Τριαδολογικοῦ δόγματος, ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής γιά τή διατύπωση τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος κ.π.ἄ., πού ἀγωνίσθηκαν ἕως θανάτου γιά τήν ὀρθότητα τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας. Στόν ἀγώνα αὐτό γνώρισαν διωγμούς, φυλακίσεις, μαρτύρια, ἐξορίες, ἐνῶ παράλληλα σήκωναν τόν βαρύ σταυρό τῆς λοιδωρίας καί τῆς ἀπαξίωσης τοῦ κόσμου. Ὅμως, μέ τή δύναμη τοῦ Σταυροῦ καί τήν μάχαιρα τοῦ Πνεύματος ἀντιμετώπισαν ὅλες τίς κατά καιρούς ἀναφυόμενες αἱρέσεις, πού 22

ἐφεύρισκε ὁ πατέρας τους, ὁ διάβολος, συνασπιζόμενος μέ τήν κοσμική ἐξουσία καί τίς παράνομες πολιτικές ἐπεμβάσεις στά ἐσωτερικά ζητήματα τῆς Ἐκκλησίας. Παρά ταῦτα, οἱ Πατέρες ἀντιμετώπισαν ὅλα αὐτά μέ τή γενναία καί ἀνένδοτη ἀντίστασή τους, ἡ ὁποία ἐκφράζεται συνοπτικά μέ τά λόγια τοῦ Ἁγίου Μάρκου Ἐφέσου τοῦ Εὐγενικοῦ: «…οὐ χωρεῖ συγκατάβασις εἰς τά τῆς ὀρθοδόξου πίστεως…» Γιατί, ὅμως, ἀγωνίσθηκαν οἱ Πατέρες καί Ὁμολογητές τῆς πίστεώς μας μέχρι θανάτου γιά τήν ἀκεραιότητα τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων, ἄν ἡ στάση τους αὐτή δέν ἔχει κανένα ἀντίκρυσμα στή πρακτική ζωή τῶν πιστῶν; Δέν θά ᾽ταν σωστότερο, σκέφτεται ὁ κοσμικός ἄνθρωπος, νά φανοῦν οἱ Πατέρες διαλλακτικοί ἀπέναντι στίς προκλήσεις τῶν αἱρετικῶν καί νά ἐπιδιώξουν μιά εἰρηνική μεταξύ τους συμβίωση, ἐξ ὀνόματος τῆς χριστιανικής ἀγάπης; Ἡ ἀπάντηση στά ἐρωτήματα αὐτά βρίσκεται στή στενή σχέση πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στήν πίστη καί στή ζωή. Δηλαδή στό δόγμα καί στό ἦθος. Τό δόγμα ἐκφράζει τήν Πίστη, πού εἶναι ἡ ὀρθή δόξα, ἡ ὀρθή διδασκαλία, καί τό Ἦθος εἶναι ἡ ὀρθή ζωή, τό ὀρθῶς πράττειν, τό πρακτικό μέρος τῆς πίστεως, ἡ ἐφαρμογή της στόν καθ’ ἡμέραν βίο. Ἔτσι ἡ Ὀρθοδοξία μεταφράζεται σέ Ὀρθοπραξία, εἰς τρόπον ὥστε οἱ δύο αὐτές ἔννοιες νά εἶναι ταυτόσημοι. Γι’ αὐτό οἱ Πατέρες εἶναι ἀνυποχώρητοι στή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Τά δόγματα δέν εἶναι ἀφηρημένες θεωρητικές σκέψεις, τίς ὁποῖες καλεῖται ὁ χριστιανός νά ἀποδεχθεῖ, ἀλλά ἡ ὀρθή γλωσσική διατύπωση πού ὁρίζει τόν ὀρθόδοξο τρόπο ζωῆς καί πού προσφέρει στόν κτιστό ἄνθρωπο τήν ἕνωσή του μέ τόν ἄκτιστο Θεό. Παρ’ ὅλην ὅμως τή στενή σχέση πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στή χριστιανική πίστη καί τή χριστιανική ζωή, ὁ κοσμικός ἄνθρωπος ἀκόμη κι ἄν εἶναι βαπτισμένος ὀρθόδοξος χριστιανός, ἀδυνατεῖ νά κατανοήσει τό πῶς ἡ δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ὁρίζει καίρια τό ἦθος τῶν πιστῶν. Καί τοῦτο ὀφείλεται στὴν ἄγνοια τῆς «ὀντολογικῆς ἤ ὑπαρκτικῆς διαστάσεως τῶν δογμάτων». Ἀποκαλυπτικός στό σημεῖο αὐτό εἶναι ὁ λόγος τοῦ Ἀββᾶ Ἀγάθωνος, πού ἀναφέρει τό


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Γεροντικό καί ἔχει σχέση μέ τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί μέ τή γνησιότητα τῆς ὀρθοδόξου πολιτείας τῶν πιστῶν. Γενική ἀρχή τοῦ βίου τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, στό πλαίσιο τῆς ὀρθοπραξίας, εἶναι ἡ ἄσκηση τῶν βασικῶν ἀρετῶν: τῆς αὐτογνωσίας, τῆς μετανοίας, τῆς νήψεως, τῆς ἀπαθείας, τῆς σιωπῆς, τῆς ὑψοποιοῦς ταπεινώσεως καί διακρίσεως. Στήν ἄσκηση ὅλων αὐτῶν τῶν ἀρετῶν τόν πρῶτο λόγο ἔχει ἡ καθαρή συνείδηση, ἡ ἀγαθή προαίρεση καί ἡ μέριμνα τῶν ἀσκουμένων σ’αὐτές δέν εἶναι ἡ ἔγνοια τί θα ποῦν οἱ ἄνθρωποι γι’ αὐτούς, ἀλλά τί θέλει ὁ Θεός ἀπό αὐτούς. Ἀκόμη καί οἱ συκοφαντίες τούς εἶναι ὠφέλιμες γιατί τούς ὁδηγοῦν στήν ταπείνωση καί τούς σταθεροποιοΰν στόν πνευματικό τους ἀγώνα. Ἡ καλύτερη ἄσκηση εἶναι ὁ κατά Θεόν βίος καί ἡ ἀκριβής τήρηση τῆς πίστεως καί τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ἡ ὀρθοπραξία. Στό σημεῖο αὐτό θά ἀναφέρομε τό γνωστό παράδειγμα ἀπό τόν βίο τοῦ Ἀββᾶ Ἀγάθωνος. Κάποτε, ἐπισκέφθηκαν τὸν Ἀββὰ Ἀγάθωνα μερικοί κοσμικοί γιά νά ἐπιβεβαιώσουν ἐξ ἰδίας πείρας τήν μεγάλη φήμη πού εἶχε, ὡς ἀσκητής. Γνώριζαν ὅτι ἦταν πολύ διακριτικός καί οἱ εκδηλώσεις του πάντα μετρημένες. Τόν ἐπισκέφτηκαν, λοιπόν, καί τοῦ εἶπαν: -Ἐσύ εἶσαι ὁ Ἀγάθων; Μᾶς εἶπαν γιά σένα ὅτι εἶσαι πόρνος καί ὑπερήφανος. -Ναί, ἔτσι εἶναι. Ἀπάντησε ἀτάραχος ὁ Ἀββάς. Τότε τόν ξαναρώτησαν: -Ἐσύ εἶσαι ὁ Ἀγάθων, ὁ φλύαρος καί καταλάλος; Καί ὁ Ἀββάς ἀπάντησε πάλι: -Ναί, ἐγώ εἶμαι. Τότε τόν ρώτησαν πάλι γιά τρίτη φορά: -Ἐσύ εἶσαι ὁ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός; Τότε ἐνοχλημένος, ἀπάντησε ἐκμανής, μὲ δυνατὴ φωνή: -Ὄχι, ὄχι, δέν εἶμαι αἱρετικός! Τότε οἱ επισκέπτες τόν παρεκάλεσαν: -Πές μας, Ἀββά, γιατί ὅλα ὅσα σοῦ εἴπαμε τά παραδέχτηκες ἐκτός ἀπό τό τελευταῖο, στό ὁποῖο δέν ἄντεξες; Καί τότε, ὁ διακριτικός Ἀββάς Ἀγάθων, τούς εἶπε: Τά πρῶτα, πού μοῦ εἴπατε, τά ἀποδέχομαι καί τά παίρνω ἐπάνω μου, γιατί εἶναι ὄφελος γιά τήν ψυχή μου. Ἀλλά τό νά μέ πεῖ κάποι-

ος αἱρετικό δέν τό δέχομαι, γιατί εἶναι χωρισμός ἀπό τόν Θεό καί έγώ δέν θέλω νά χωριστῶ ἀπό τόν Θεό. Βλέπομε, λοιπόν, ὅτι ὁ Ἀββάς ἐνδιαφερότανε πρῶτον, γιά τήν ὀρθή πίστη καί δεύτερον γιά τήν ὀρθὴ ἐφαρμογή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ στή ζωή του. Ἕτσι, δέν ἀνησυχοῦσε καθόλου γιά τίς κατηγορίες. Ἀδιαφοροῦσε ἄν θά μειωνόταν ἡ φήμη του στόν κόσμο. Γιατί δέν στόχευε στήν ἐκ τῶν ἀνθρώπων δόξα. Τόν ἐνδιέφερε τί ἤθελε ὁ Θεός ἀπό αὐτόν. Συνεπῶς, ἐλεύθερος ἀπό τίς κρίσεις, τίς συκοφαντίες καί τήν περιέργεια τῶν ἀνθρώπων, ἐβίωνε τήν Ὀρθοδοξία ὡς ὀρθοπραξία, μέ βαθύτερη ταπείνωση και ἐντονότερη ἄσκηση. Σεβασμιώτατε, σεβαστοί Πατέρες, ἀγαπητοί μου! Εἶναι προφανές ὅτι, ὅταν ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς πίστη καί δόγμα, ἐκφράζεται μέ ἀνυπόκριτη εὐσέβεια, καθαρή συνείδηση, μέ λόγια καί μέ ἔργα ἀγάπης, τότε μεταβάλλεται σέ όρθοπραξία καὶ μεγαλουργεῖ. Ἀντίθετα, ὅταν ἡ εὐσέβεια περιορίζεται στούς τύπους, τότε προκαλεῖ ἀνεπανόρθωτη ζημιά καί σ’ αὐτὸν πού τήν ἀσκεῖ, ἀλλά καί σέ ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, γιατί τότε ἐκπίπτει στὸ ἐπίπεδο τῆς θρησκευτικῆς ἀνεπάρκειας καί τῆς θεωρητικῆς νοησιαρχικῆς φλυαρίας. Κι εἶναι γνωστό πώς δύο εἶναι οἱ μάστιγες τῆς Ἐκκλησίας: ἡ θρησκειοποίηση καί ἡ ἐκκοσμίκευσή της. Τελειώνοντας, αὐτή τήν ὁπωσδήποτε ἐλλιπή ὁμιλία, πάνω στό καίριο καί βασικό κεφάλαιο τῆς πίστεώς μας περί Ὀρθοδοξίας καί 23


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Ὀρθοπραξίας, θά πρέπει νά συνειδητοποιήσομε ὅλοι μας, Κληρικοί καί Λαϊκοί, ὅτι τό σκάφος τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας ὁμοιάζει μέ μιά βάρκα, ἄλλωστε μεταξύ τῶν συμβόλων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἐκκλησία συμβολίζεται ὡς «νοητή ὁλκάς», ἡ ὁποία ὡς οὐριοδρομοῦσα πλέει μέσα στό πέλαγος τῆς κοσμικῆς ποντοπορείας μέ δύο κουπιά: τό δόγμα καί τό ἦθος, τήν πίστη καί τή ζωή, τήν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν Ὀρθοπραξία. Αὐτά καί τά δύο εἶναι ἀπαραίτητα γιά τή σωτηρία μας, ὅπως εἶναι ἀπαραίτητα στή βάρκα καί τά δύο κουπιά γιά νά μπορεῖ νά ταξιδέψει. Γιά νά σωθοῦμε, χρειάζεται νά ἔχομε καί ὀρθοδοξία καί ὀρθοπραξία.προκειμένου να διαπλεύσομε τό πέλαγος τοῦ παρόντος βίου καί νά φθάσομε στό εὔδιο λιμάνι τῆς σωτηρίας, τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τόν λόγο αὐτό στήν Ἁγία Γραφή τονίζονται καί τά δύο: «Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Ματθ. 9. 22) γράφει, ἀλλά καί «ἡ πίστις, ἐάν μή ἔργα ἔχη, νεκρά ἐστι καθ’ ἑαυτήν» κι ἀκόμη: «ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι» μᾶς διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος στὴν ἐπιστολή του (Ἰακ. 2. 17, 26). «Οὔτε πολιτείας ἀκρίβεια καθ’ ἑαυτήν μή διά τῆς εἰς Θεόν πίστεως πεφωτισμένη ὠφέλιμος, οὔτε ὀρθή ὁμολογία ἀγαθῶν ἔργων ἄμοιρος οὖσα παραστῆσαι ἡμᾶς δυνήσεται τῷ Κυρίῳ, ἀλλά δεῖ ἀμφότερα συνεῖναι, “ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος” (Β´ Τιμ. 3, 17) καί μή κατά τό ἐλλεῖπον χωλαίνει ἡμῶν ἡ ζωή. Πίστις γάρ ἔστιν ἡ σώζουσα ἡμᾶς, ὥς φησιν ὁ ἀπόστο24

λος, “δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη” (Γαλ. 5, 6)» (Μ. Βασίλειος Ε.Π.Ε. 3, 324. P.G. 32, 1040Α). Δηλαδή· Οὔτε ἡ προσεκτική ζωή καθ’ ἑαυτήν εἶναι ὠφέλιμη, ἄν δέν ἔχει φωτισθεῖ διά τῆς πίστεως στόν Θεό, οὔτε ἡ ὀρθή ὁμολογία θά μπορέσει νά μᾶς δικαιώσει μπροστά στό κριτήριο τοῦ Κυρίου, ἄν δέν συνοδεύεται ἀπό καλά έργα. Πρέπει νά συνυπάρχουν καί τά δύο, «γιά νά εἶναι ἄρτιος ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος» (Β΄ Τιμοθ. 3.17) καί νά μήν κουτσαίνει ἡ ζωή μας ὡς πρός τό μέρος πού λείπει. Ὅταν τά δύο αὐτά συνυπάρχουν τότε ἔχομε καὶ ἐλπίδα σωτηρίας. Καὶ πρέπει νὰ προσέξομε στὸ σημεῖο αὐτὸ, γιατί πιὸ πολὺ χωλαίνομε στὸ σκέλος τῆς ὀρθοπραξίας Λέει, σχετικά, ὁ Μ. Βασίλειος: «Τήν μέν πίστιν ὁμολογοῦμεν πάντες, οὐκέτι δέ πάντες κατά τάς ἐντολάς πολιτευόμεθα», δηλαδή: τήν μέν ὀρθή πίστη ὅλοι τήν ὁμολογοῦμε, ἀλλά δέν ζοῦμε ὅλοι σύμφωνα μέ τίς θεῖες ἐντολές (P.G. 30, 236B-C). Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σημειώνει: «Ἡ πίστη εἶναι μεγάλο πράγμα καί σωτήριο καί χωρίς αὐτή δέν εἶναι ποτέ δυνατόν νά σωθεῖ κανείς. Δέν φθάνει ὅμως μόνη της γιά νά πετύχει κανείς τή σωτηρία, χρειάζεται καί ὀρθός τρόπος ζωῆς. Δέν ἀρκεῖ ἡ πίστη ἄν δέν ὑπάρχει καί τρόπος ζωῆς, πού νά συμβαδίζει μέ τήν πίστη. Δὲν ὠφελεῖ σέ τίποτε ἡ ὀρθή πίστη, ὅταν ἡ ζωή εἶναι διεφθαρμένη» (Ε.Π.Ε. 24,372). Συνεπῶς, Ὀρθοδοξία σημαίνει Ὀρθοπραξία. Ὀρθή γνώση καί καθαρή ζωή, γι’ αὐτό ἡ Ὀρθοδοξία περισσότερο βιώνεται καί λιγότερο διδάσκεται. Στήν ἐποχή μας ζοῦμε τά ἐπίχειρα τῆς ἀδράνειας ἤ ἀκόμη καί τῆς διαστροφῆς τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους ἀπό τίς ἀλλεπάλληλες μετακενώσεις τῶν μισιοναρίων τῆς Δύσεως, ἀλλά καὶ τῶν συγχρόνων ἀλλοπρόσαλλων κελευσμάτων τῆς Νέας Ἐποχῆς, γι’αὐτὸ καὶ τρυγᾶμε τόν καρπό τῆς παραφροσύνης. Ὅσο ἐκκοσμικεύεται ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία, τόσο συμπαρασύρει καί τά ἀδύναμα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ἀτονεῖ τό χάρισμα τῆς πίστεως καὶ ἡ δωρεά τῆς ἀγάπης καί τῆς καρποφορίας σέ ἔργα ἀγαθά, ὁπότε ἡ Ὀρθοδοξία παραμένει γράμμα κενό καί ἡ Ὀρθοπραξία τῶν πολλῶν μεταβάλλεται σέ ἀπραξία ἄν ὄχι τίς περισσότερες φορές σέ πράξεις καί


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ἔργα ἀντίθετα πρός τή γνησιότητα καί καθαρότητα τοῦ ὀρθοδόξου ἦθους. Ἡ νύχτα ἔχει προχωρήσει πολύ. Εἶναι καιρός πλέον νά κοιτάξομε μέσα μας μὲ νηπτικὴ ματιὰ καί μέσα ἀπό τά θλιβερά ἀποκαΐδια τῆς ὀλιγοπιστίας καί τῆς ἀναπαυτικῆς καυχησιολογίας τῶν ψευδαισθήσεών μας νά ἀναπηδήσει τό φλογισμένο ἐρώτημα: Πόσο, ἀλήθεια, συνειδητά ὀρθόδοξοι χριστιανοί εἴμαστε; Ἔνα ἐρώτημα, ποὺ ἔχει ἤδη διατυπωθεῖ καταφατικὰ ἀπό τοὺς ἀποστολικοὺς αἰῶνες, μὲ τὸ στόμα τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου: «πρέπει, λοιπόν, νὰ μὴ λεγόμαστε Χριστιανοὶ ἀλλά νά εἴμαστε» (ΒΕΠΕΣ 2.269). Ὡς ὑπόθεση εἶναι ἕνα τίμιο ἐρώτημα καί σάν τίμιο πού εἶναι ἀπαιτεῖ καί τίμιες ἀπαντήσεις. Ἡ περίοδος πού διερχόμεθα τώρα, εἶναι περίοδος ἀσκήσεως, περισυλλογῆς καὶ νήψεως, γι’αυτό, ἄν εἶμεθα τίμιοι καί συνεπεῖς μέ τόν ἑαυτό μας καί τήν ἰδιότητά μας ὡς ὀρθόδοξοι χριστιανοί, καλούμεθα νά ἀπαντήσομε μέ εἰλικρίνεια. Σίγουρα, ἡ ἀπουσία ὀρθοπραξίας στὴ ζωή μας εἶναι ἀπόρροια τῆς ἀδυναμίας μας νὰ ζήσομε τήν ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας μέ ἔντονη μαρτυρική συνέπεια, τήν ὁποία ἐπισκιάζει τό νοθευμένο ἐπικάλυμμα τῆς ὑποτονικῆς πίστεώς μας. Ὁ φλογερός διδάχος καί Ἱερομάρτυρας τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Γένους μας Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἐπιτρέψατέ μου νά ἐπικαλεσθῶ τή χάρη του καὶ μὲ τὰ λόγια του νά κλείσει ἡ ἀποψινή μας ὁμιλία. Λέει, λοιπόν, ὁ ταπεινός Γέροντας καί ὑμνητής τοῦ «ποθούμενου» Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «Ὁ πανάγαθος καί πολυέλεος Θεός, ἀδελφοί μου, ἔχει πολλά καί διάφορα ὀνόματα. Λέγεται καί φῶς καί ζωή καί ἀνάστασις. Ὅμως τό κύριο ὄνομα τοῦ Θεοῦ μας εἶναι καί λέγεται ἀγάπη. Πρέπει κι ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, ἀνίσως καὶ θέλωμεν νά περάσωμεν καὶ ἐδῶ καλά καί νά πηγαίνωμεν καί εἰς τὸν Παράδεισον καί νά λέγωμεν τόν Θεόν Πατέρα, πρέπει νά ἔχωμεν δύο ἀγάπες: ἀγάπην εἰς τόν Θεόν καί εἰς τούς ἀδελφούς μας. Φυσικόν μας εἶναι νά ἔχωμεν αὐτές τίς δύο ἀγάπες. Παρά φύσιν εἶναι νά μήν τάς ἔχωμεν. Καί καθώς ἕνα χελιδόνι χρειάζεται δύο πτέρυγας διά νά πετᾶ εἰς τόν ἀέρα, ἔτσι κι ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, χρειαζόμαστε αὐτές τίς δύο ἀγάπες, διατί χωρίς αὐτές τὶς δύο ἀγάπες εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθῶμεν…

Χιλιάδες καλά νά κάμωμεν, ἀδελφοί μου, νηστεῖες, προσευχές, ἐλεημοσύνες καί τό αἷμα μας ἀκόμη νά χύσωμεν διά τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ μας, ἀνίσως καί δέν ἔχωμεν αὐτές τίς δύο ἀγάπες, ἀλλά ἔχωμεν μῖσος καί ἔχθραν εἰς τούς ἀδελφούς μας, ὅλα ἐκεῖνα τά καλά, ὅπου ἐκάμαμεν τοῦ διαβόλου εἶναι καὶ εἰς τήν κόλασιν πηγαίνομεν. Μά καλά, θέλετε εἰπεῖ, μετ’ ἐκείνη τήν λίγην ἔχθρα ὁπού ἔχομεν εἰς τούς ἀδελφούς μας, ἔχοντες τόσα καλά καμωμένα, εἰς τήν κόλασιν πηγαίνομεν; Ναί, ἀδελφοί μου, μετ’ ἐκεῖνο πηγαίνομεν, διατί, ἐκείνη ἡ ἔχθρα εἶναι φαρμάκι τοῦ διαβόλου. Καί καθώς βάνομεν μέσα εἰς ἑκατόν ὀκάδες ἀλεῦρι ὀλίγον προζύμι καί ἔχει τόσην δύμαμιν καί κουφίζει ὅσον ζυμάρι κι ἄν εἶναι, ἔτσι εἶναι καί ἡ ἔχθρα. Ὅλα ἐκεῖνα τά καλά ὁπού ἐκάμαμεν τά γυρίζει καί τά κάνει ὅλα φαρμάκι τοῦ διαβόλου» ( Διδαχή Α΄, κριτ. ἔκδ. Ἰω.Μενούνου, σελ. 121,23). Μέ αὐτά τά ἁπλᾶ λόγια προσδιορίζει τήν ἔννοια τῆς ὀρθοπραξίας ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὡς ἀπελευθέρωση ἀπό τις τυπικές διατάξεις τοῦ νόμου καὶ τήν ὁριοθετεῖ ὡς ἕναν γνήσιο καρδικό λόγο καί πράξη ἀγάπης πρὸς τὸν ἄνθρωπο, που διατηρεῖ καί διασώζει τόν ἄνθρωπο καὶ τά ἀνθρώπινα. Ὀρθοπραξία εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας, πού συντονίζεται μέ τήν πρακτική, τήν ἀδαπάνητη καί ἀκατηγόρητη ζωή τῶν Ἁγίων τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας. Πού ταπεινά ἑρμηνεύει τό ἀδαπάνητο καί ζωηφόρο μεγαλεῖο τοῦ Σαρκωθέντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Πού περιμένει ἀπό ἐμᾶς τήν ἀπάντηση στό ἐναγώνιο σιωπηλό κάλεσμά της, μέσα ἀπό τά σημεῖα τῶν καιρῶν, τήν ἐξαχρείωση τῶν ἠθῶν, τόν ἀνεμοστρόβηλο τῶν ἀτομικῶν διεκδικήσεων καί δικαιωμάτων καὶ τήν ἀπουσία αὐθεντικοῦ ὀρθόδοξου ἤθους περί μετανοίας, ταπεινώσεως, ἐγκρατείας καὶ διακρίσεως! Ἄς εὐχηθοῦμε οἱ ταπεινές σκέψεις ποὺ χάριτι Θεοῦ καί μέ πολύ δισταγμὸ καταθέσαμε στήν ἀγάπη σας, μέ τίς εὐχές τοῦ Σεβασμιωτάτου, νά μᾶς ὁδηγήσουν σέ αὐτογνωσία, ὥστε μέ κενωτική εἰλικρίνεια νά ἀπαντήσομε στό καυτό ἐρώτημα, πού μπορεῖ νά ταρακουνήσει θεμελιακά τις ράθυμες συνειδήσεις μας: Ἀλήθεια, πόσο πραγματικά χριστιανοί ὀρθόδοξοι εἴμαστε; 25


Μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο Ἰωάννου Μπουρμπουράκη, συνταξιούχου φιλολόγου καθηγητῆ

εγάλη Πέμπτη βράδυ. Ἡ τηλεόραση ἀναμεταδίδει τήν ἀκολουθία τῶν Παθῶν. Στή μεγάλη πόλη ὅλες οἱ μέρες εἶναι σχεδόν οἱ ἴδιες. Τίς διαφοροποιεῖ μιά ἑορτή, μιά ἀργία, ἡ ἡμέρα τῆς λαϊκῆς στή γειτονιά, ἡ ἡμέρα τῆς ἀγαπημένης σειρᾶς στήν τηλεόραση. Στή μικρή ὀθόνη συνεχίζεται ἡ ἀκολουθία. Τό πρῶτο, τό δεύτερο…, τό πέμπτο ἀπό τά δώδεκα εὐαγγέλια. Ὅμως ὁ χῶρος τοῦ καθιστικοῦ δέν ὑποβάλλει, ἡ ἀνθρώπινη ψυχή ἀλλοτριωμένη ἀπό τόν ἀστισμό, ψυχρή καί ἀδιάφορη δέν ἐγγίζει τό μαρτύριο τοῦ Θεανθρώπου, δέν ὑπάρχει ψυχική ἀνάταση καί κατάνυξη. Ἡ ἀκολουθία συνεχίζεται μέσα στό χρυσοποίκιλτο Μητροπολιτικό ναό. «Κύριε, ὁ τόν ληστήν συνοδοιπόρον λαβών…», «Χαῖρε ἡ ἀξιωθεῖσα γενέσθαι Μήτηρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ…». Καί ἀμέσως «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου…». Αὐτόματα ἡ ἐν ὑπνώσει ψυχή σκιρτᾶ, ὁ νοῦς φτερουγίζει καί πετᾶ μακριά, ξυπνοῦν οἱ μνῆμες. Ὁ ἡλικιωμένος τῆς ἀναπαυτικῆς πολυθρόνας γίνεται ἀμούστακο παιδί καί περνᾶ τό κατώφλι τῆς ἐκκλησίας τῶν παιδικῶν του χρόνων. Μέ εὐλάβεια προσκυνᾶ τήν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Προχωρεῖ, πηγαίνει καί στέκεται στήν παλιά, συνηθισμένη θέση του καί βλέπει τό τέμπλο τοῦ ναοῦ μέ τίς γνωστές του μεγάλες εἰκόνες, ἔργο τῶν Ἁγιορειτῶν ἀδελφῶν Ἰωασαφαίων. Βλέπει μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς τούς χωριανούς του στά στασίδια, στίς καρέκλες, ὄρθιους, στήν ἴδια θέση ὅπως τότε… Περιφέρει τό βλέμμα, ὥσπου ἡ ματιά του προσηλώθηκε στήν ἀριστερή πύλη τοῦ Ἱεροῦ. Ὁ Σταυρός, τό σύμβολο τοῦ μαρτυρίου τοῦ Κυρίου, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μαζί μέ τά ἑξαπτέρυγα καί τά φανάρια, πού κρατοῦσαν τά μικρά παιδιά, χάνονταν μέσα στό πλῆθος τῶν ἐκκλησιαζομένων καί πότε-πότε φαίνονταν ἡ κορυφή του.

Μ

26

Ἀκούγονταν τότε ὁ ψάλτης μέ τή βροντώδη χαρακτηριστική φωνή του κι ὁ παπα-Γιώργης πού ἐπαναλάμβανε μέ φωνή γλυκειά μετά πόνου ψυχῆς «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου...», «Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται…», «Προσκυνοῦμεν σου τά πάθη Χριστέ…». Τά παιδιά τότε ζούσαμε μέ τή φαντασία τό θεῖο δρᾶμα πού φάνταζε στό μικρό μας μυαλουδάκι μιά ἐπίκαιρη πραγματικότητα. Κάπου ἐκεῖ μέσα στήν ἐκκλησία, μπροστά σε ὅλους, ἴσως πίσω ἀπό τή μεγάλη κολώνα τῆς ἐκκλησίας, θά γινόταν ὁπωσδήποτε τό θεῖο δρᾶμα, ἡ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς κακούς Ὁβραίους. Τόσο καθαρά, τόσο ἔντονα ζούσαμε τίς στιγμές συνεπαρμένοι ἀπό ἕνα ἀδιόρατο συναίσθημα ἀπό μιά βαθειά πίστη ἤ φόβο, ἀπό μιά ἀνάταση ψυχῆς. Σέ λίγο ὅλο κατάνυξη ὁ ταπεινός λευίτης, ὁ παπα-Γιώργης, ἀναπαριστᾶ στή μέση της ἐκκλησίας τό ἔργο τῶν Ρωμαίων στρατιωτῶν, καρφώνει τό «σῶμα» τοῦ Χριστοῦ στόν ἴδιο Σταυρό, ὅπου σταυρώνεται ὁ Θεάνθρωπος κάθε χρόνο. Ὕστερα ἀτένισε ψηλά το γερμένο κεφάλι τοῦ Χριστοῦ κι ὁ πόνος τοῦ Θεοῦ τόν ἄγγιξε καί δέν τόν ἄντεξε. Χαμήλωσε τή ματιά του πού πέφτοντας στηλώθηκε καί πάλι στό καρφί τῶν ποδῶν Του. Στό τέλος ἔκλεισε τά μάτια, ἔκανε τό σταυρό του, φίλησε τό ἄψυχο σῶμα τοῦ Κυρίου, ἔκανε ἕνα βῆμα πίσω κι ἔφερε τά χέρια ἑνωμένα μπροστά στό στῆθος σέ θέση προσευχῆς. Μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο σταυροκοπιέται ἀπανωτά καί μένει ἀκίνητος γιά κάμποση ὥρα. Μιά ὁλοθέρμη προσευχή ἀπευθύνει στόν Κύριο καί Θεό, πού εἶναι καί δική μας προσευχή, ὅλων μας, μιά πανανθρώπινη διαχρονική προσευχή πού μαντεύουμε τά λόγια της… Χριστέ μου, τώρα πού πονᾶς, πού ξέρεις τί θά πεῖ πόνος, ἀλάφρωσε τόν πόνο τῶν δούλων σου, τόσων ἀνθρώπων ὅπου γῆς πού βρίσκονται σέ νοσοκομεῖα καί κλινικές ζητώντας ἕνα φίλτρο, μιά γιατρειά…


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Χριστέ μου, κατέβα στή γῆ σάν ἄνθρωπος καί πάλι καί ἐξασφάλισε γιά τά παιδιά πού πεινοῦνε λίγη τροφή καί λίγο χάδι. Κι ἄν Σέ σταυρώσουμε πάλι, πάλι συγχώρεσέ μας, τό ἴδιο νομίζω βαραίνει τό προπατορικό μας ἁμάρτημα μά καί ἡ ἀνοχή μας νά βλέπουμε ἀδιάφορα τό βλέμμα τοῦ τρομαγμένου καί πεινασμένου παιδιοῦ, πού στάζει τόσο πόνο ψυχῆς ἕτοιμο νά πετάξει σάν ἀγγελούδι κοντά Σου. Χριστέ μου, βοήθησε νά βροῦνε τό δρόμο πού ὁδηγεῖ στή λύτρωση καί στή σωτηρία τους οἱ τόσοι νέοι πού φορτωμένοι τήν ἀδιαφορία καί τήν καταφρόνεση τοῦ κόσμου ἀνεβαίνουν τό δρόμο τῆς δικῆς τους θυσίας σκυμμένοι ἀπό τό βάρος τῆς κοινωνικῆς κατακραυγῆς γιά τή μάστιγα τῆς ἐποχῆς μας, τά ναρκωτικά, πού κουβαλοῦν μαζί τους. Χριστέ μου, δυνάμωσε τά κουρασμένα κι ἀδύναμα μέλη τῶν ἀπόμαχων τῆς ζωῆς, τῶν γερόντων, κι ἀλάφρωσε καί γλύκανε τή μοναξιά τους. Φώτισε τόν κόσμο τῆς ἀπέραντης σιωπῆς πού βιώνουν κοντά σέ ἀλλόγλωσσες θεραπαινίδες, πού ἐμεῖς ἐπιβάλαμε ἀρνούμενοι τή δική μας στοργή. Διῶξε ἀπό αὐτούς τόν καθημερινό φόβο τῆς βίας, τῆς ληστείας, τοῦ θανάτου. Χριστέ μου, βοήθησε νά κρατηθοῦν στή ζωή οἱ ἄνεργοι, οἱ νεόπτωχοι, οἱ πένητες πού δημιούργησαν ὅλοι οἱ δικοί μας ἄπληστοι καί κακοί διαχειριστές τῆς ἐξουσίας καί οἱ δυνατοί τῆς Εὐρώπης, τώρα πού βρίσκονται χωρίς φάρμακα, χωρίς περίθαλψη, χωρίς ψωμί καί συμπόνοια μέ τή σκέψη στή φυγή ἤ τήν αὐτοκτονία. Χριστέ μου, κλεῖσε τίς πληγές τοῦ αἵματος πού χαίνουν χρόνια τώρα στή Μέση Ἀνατολή, στόν τόπο πού γεννήθηκες καί δίπλα στό δικό σου λόφο τοῦ Γολγοθᾶ σταυρώνει καθημερινά τους γείτονές του ὁ… περιούσιος λαός τοῦ Ἰσραήλ. Χριστέ μου, δῶσε τή δύναμη καί τήν ἐλπίδα καί στήριξε τούς ἄστεγους, τά ὀρφανά παιδιά κι ὅσους κτύπησαν οἱ ἄδικοι ἤ ἐμφύλιοι πόλεμοι καί πολλοί στοιβάζονται σέ ἄθλια στρατόπεδα συγκέντρωσης, θύματα τῶν μεγάλων τῆς γῆς καί τῶν συμφερόντων τους. Χριστέ μου, τιμώρησε τό ἁρπακτικό ἤ φονικό χέρι τοῦ δυνατοῦ, γιά νά μήν σκορπίζει

τόν πόνο στούς δυστυχεῖς κι ἀδύναμους, γιά νά πάψουν αὐτόματα τά παράλογα κτυπήματα μέ θύματα συνήθως ἀναίτιους κι ἀθώους. Χριστέ μου, σήμερα σέ μιά ἐποχή ἔκρηξης τῆς τ ε χ ν ο λ ογ ι κ ῆ ς προόδου στήν ὑπηρεσία τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι τῆς ἀνθρωπότητας, σήμερα πού παράγουμε ὑλικά ἀγαθά γιά νά κορεστοῦν οἱ ἐπιθυμίες ὅλων γενικά τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς καί νά περισσέψουν πολλά, ζητῶ τή χάρη σου, Χριστέ μου, καί τή βοήθειά σου γιά τούς τόσους φτωχούς της γῆς, τούς ἄστεγους καί τούς πεινασμένους, γιά τά ἄσαρκα παιδιά πού μᾶς ζητοῦν μέ μάτια τρομαγμένα λίγη ἐλπίδα ζωῆς, ἐνῶ ἐμεῖς γυρίζουμε ἀλλοῦ τα μάτια ἀπό ντροπή γιά τήν ἀνθρώπινη κοινωνική ἀδικία, ἀπό ἐνοχή γιά τήν προσωπική μας ἀδιαφορία, ἀπό φόβο γιά τήν ἀνθρώπινη μοῖρα. Χριστέ μου, δῶσε φρόνηση, γαλήνη, δουλειά καί ψωμί καί μάζεψε ἀπό τούς δρόμους τούς ὀργισμένους νέους. Βοήθα, Θεέ μου, τό ναυτικό πού ἀνησυχεῖ, τό στρατιώτη πού ἀγρυπνᾶ, τόν ξενητεμένο πού νοσταλγεῖ, τόν παραστρατημένο πού ἔχει χαθεῖ, τόν ἄρρωστο πού ἐλπίζει, τό φυλακισμένο πού περιμένει, τό πικραμένο ὀρφανό, τό μικρό ξενάκι πού περιπαίζουν. Βοήθα, Θεέ μου, ὅλο τόν κόσμο καί μένα τόν ταπεινό δοῦλο σου. Κι ὕστερα κάνοντας πάλι τό σταυρό του, ξαναφίλησε τό τρυπημένο πόδι τοῦ Κυρίου, ἐνῶ τό ἐκκλησίασμα παρακολουθοῦσε συμμετέχοντας… Ὁ ἀνήμπορος ἡλικιωμένος τῆς πολυθρόνας ἀνακουφισμένος σκούπισε ἕνα δάκρυ. Ποτέ ἄλλοτε ἡ προσευχή του δέν εἶχε τόση θέρμη, τόσο βάθος, τόση εἰλικρίνεια.

27


«Ψυχολογία τοῦ βάθους Ἀπὸ τὴν Κλίμακα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου

»

Γεωργίου Ἐ. Κρασανάκη Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Κρήτης

H

Ψυχολογία εἶναι ἀνθρωπιστικὴ ἐπιστήμη. Μελετᾶ τὸν ἄνθρωπο καὶ μάλιστα τὴν πνευματική του ζωή. Εἶναι ἡ ἐπιστήμη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς καὶ μάλιστα τῶν ὅσων συμβαίνουν σ’αὐτήν. Αὐτὰ ὅλα ἐκτείνονται σὲ τρία ἐπίπεδα: τὸ συνειδητό, τὸ ὑποσυνείδητο καὶ τὸ ἀσυνείδητο. Σ’αὐτὰ καταγράφεται κάθε μορφὴ ψυχικῆς ἐκδήλωσης καὶ συμπεριφορᾶς, καθὼς καὶ κάθε μορφὴ γνώσης ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὶς ψυχικές του δράσεις. Εὐνόητο εἶναι ὅτι ἡ μελέτη τῶν τριῶν αὐτῶν ἐπιπέδων συμπεριφορᾶς καὶ γνώσης εἶναι ἔργο δύσκολο. Ἡ δυσκολία ὅμως γίνεται μαγαλύτερη ὅσο προχωροῦμε ἀπὸ τὸ συνειδητὸ μέρος τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ ὑποσυνείδητο καὶ ἀπὸ αὐτὸ πρὸς τὸ ἀσυνείδητο.Τί κρύβει, ἀλήθεια, μέσα του καθένας ἀπὸ τοὺς τρεῑς αὐτοὺς ψυχικοὺς «θαλάμους»; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ θὰ ἀπαντήσουμε ἐν συντομίᾳ. Τὸ πρῶτο μέρος, τὸ συνειδητὸ ἤ, ἁπλούστερα, ἡ συνείδηση, περιλαμβάνει μιὰ συγκεκριμένη μορφὴ ἀνθρώπινης συμεριφορᾶς καὶ γνώσης, τὴν ὁποία βιώνει τὸ ἄτομο σὲ μιὰ δεδομένη χρονικὴ στιγμή. Εἶναι τὸ μέρος τῆς ἐλεύθερης ψυχικῆς ἐνέργειας ποὺ ἐξασφαλίζει εὐδιάκριτες μορφὲς προσαρμογῆς στὴ ζωή. Εἶναι μέρος ἐνεργὸ καὶ φωτεινὸ καὶ μάλιστα ἀντιτιθέμενο πρὸς τὶς δυσάρεστες ἐντάσεις τῶν ἑπομένων ἄλλων μερῶν. Εἶναι, τέλος, τὸ μέρος τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας ποὺ λειτουργεῖ ὡς συνειδητὸ ὄργανο τῆς ψυχικῆς ἄμυνας καὶ προσαρμογῆς. Εἶναι τὸ ἴδιο τὸ πρόσωπο, ποὺ κινεῖται σ’ ἕνα δρόμο μεταξὺ συνειδητῶν τάσεων καὶ πραγματικότητας. Τὸ δεύτερο μέρος, τὸ ὑποσυνείδητο ἤ προσυνείδητο, εἶναι ἡ ἕδρα τῶν διανοητικῶν λειτουργιῶν, ποὺ εἶναι πάντοτε παροῦσες στὴν

καθημερινὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ περιεχόμενό του εὔκολα μπορεῖ νὰ γίνει συνειδητὸ καὶ νὰ ἐπηρεάσει τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἕνας πνευματικὸς θησαυρὸς τὸν ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἀξιοποιήσει τὸ ἄτομο ὅταν καὶ ὅπως θέλει τὸ ἴδιο. Εἶναι τὸ δικό του πνευματικὸ «ὁπλοστάσιο». Πολὺ ὀρθὰ τὸ χαρακτήρισαν ὡς ἕνα ἐκτεταμένο πεδίο στὸ περιθώριο τοῦ συνειδητοῦ μέρους τῆς ψυχῆς. Τὸ τρίτο μέρος τῆς ψυχῆς εἶναι τὸ ἀσυνείδητο. Πρόκειται γιὰ ἕνα δυναμικὸ ὄργανο, τὸ ὁποῖο θεωρεῖται ὡς ἡ καρδιὰ κάθε ἀνθρώπινης ψυχῆς. Εἶναι ἡ μεγάλη δεξαμενὴ τῶν λησμονημένων καὶ ἀπωθημένων ψυχικῶν ἐνεργειῶν, ποὺ δὲν ἀπέβαλαν ποτὲ τὸ δυναμικό τους χαρακτήρα. Εἶναι οἱ ἰσχυρὲς ἐκεῖνες δυνάμεις ποὺ ἐπηρεάζουν σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου. Δυνάμεις ποὺ διαμορφώνουν καὶ κυβερνοῦν τὴν ἀνθρώπινη ζωή, χωρὶς νὰ ὑπακούουν στὶς ἐπιδράσεις τῆς πραγματικότητας, τῆς λογικῆς καὶ τῆς συνειδήσεως. Καὶ τὸ παράξενο εἶναι ὅτι αὐτὸ τὸ σκοτεινὸ δυναμικὸ βάθος τῆς ψυχῆς δύσκολα μποροῦμε νὰ τὸ ἐξερευνήσουμε καὶ νὰ τὸ γνωρίσουμε. Γιὰ τὴ δυσκολία αὐτὴ πρῶτος μίλησε ὁ φιλόσοφος Ἡράκλειτος (538-475 π.Χ.), ποὺ εἶπε τὰ ἑξῆς: «Ψυχῆς πείρατα ἰὼν οὐκ ἄν ἐξεύροιο, πᾶσαν ἐπιπορευόμενος ὁδόν· οὕτω βαθὺν λόγον ἔχει». Δηλαδὴ τὰ ἔσχατα ὅρια τῆς ψυχῆς δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς ὅποιο δρόμο καὶ ἄν ἀκολουθήσει. Κι αὐτό, γιατὶ ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς βρίσκεται σὲ μεγάλο βάθος. Αὐτὸν τὸν βαθὺν λόγο τῆς ψυχῆς, τὸ μεγάλο βάθος της, ἀναζητοῦν καὶ σήμερα οἱ ψυχολόγοι. Προέκυψε ἔτσι ἕνας ψυχολογικὸς κλάδος, ὁποῖος ἔστρεψε τὰ ἐρευνητικὰ ἐνδιαφέροντα πρὸς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς, ἀντίθετα πρὸς ἄλλους κλάδους οἱ ὁποῖοι μελετοῦν τὴν

*Ὁμιλία τοῦ κ. Γεωργίου Κρασανάκη κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ἀρχιερατικοῦ Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Δ΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν (30.3.2014) στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας.

28


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ὁρατὴ ἀνθρώπινη συμπεριφορὰ καὶ τὶς ἐκδηλώσεις της. Τὰ ἐρευνητικὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἐπιστημονικῆς αὐτῆς δραστηριότητας καθιέρωσαν τὸν ὅρο Ψυχολογία τοῦ Βάθους. Ὁ ψυχολογικὸς αὐτὸς κλάδος ἑνώνει τὶς κατευθύνσεις ἐκεῖνες ποὺ μελετοῦν τὸ βάθος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, τὰ ἀσυνείδητα φαινόμενα καὶ τὶς δυναμικές τους ἐπιρροὲς στὴ συνείδηση καὶ στὴ διαγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ μελέτη αὐτὴ ἐπιδιώκει τὴν ἀποκάλυψη τῶν φαινομένων ἐκείνων ποὺ συγκροτοῦν τὴ σκοτεινὴ καὶ συγχρόνως ἀρνητικὴ δυναμικὴ πλευρὰ τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Τὰ σχετικὰ ἐπιστημονικὰ εὑρήματα σκιαγραφοῦν τὴν ἀσυνείδητη πλευρὰ κάθε προσωπικότητας καὶ ἐνισχύουν τὴν προσπάθεια πληρέστερης γνώσης τοῦ σύνολου ἀνθρώπου, τὸν ὁποῖο ἡ ψυχολογία θέλει νὰ βοηθήσει. Ἄρα, οὐδεὶς μπορεῖ νὰ παραγνωρίσει καὶ νὰ ὑποτιμήσει τὸν ψυχολογικὸ αὐτὸ κλάδο. Εὐνόητο, λοιπόν, εἶναι ὅτι τὰ πορίσματα τῆς Ψυχολογίας τοῦ Βάθους μποροῦν νά φανοῦν χρήσιμα καὶ σὲ ἄλλες ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες, μάλιστα δὲ καὶ στὴ Θεολογία, τὴν κατ’ ἐξοχὴν πνευματικὴ ἐπιστήμη. Τὸ ἔργο τῆς προσφορᾶς καὶ συμβολῆς αὐτῆς ἀναγνωρίζεται καὶ ἀπὸ πολλοὺς σύγχρονους θεολόγους. Ἕνας μάλιστα ἀπὸ αὐτούς, ὁ ἀείμνηστος Καθηγητὴς Ἰωάννης Κορναράκης, ἔγραφε: «Τὸ ἔργο τῆς Ψυχολογίας τοῦ Βάθους ἀποβαίνει ἀφυπνιστικὸ καί, γιατὶ ὄχι κατανυκτικό, καὶ ἀποτελεῖ σήμερα ἕνα εἶδος ἀπηχήσεως τῶν πατερικῶν βιωμάτων τῆς κατανύξεως μέσα στὴ σύγχρονη τεχνολογική ἔρημο». (Πατερικὰ βιώματα τῆς ἐνδεκάτης ὥρας-Ἀπὸ τὴν Ψυχολογία τῆς κατανύξεως, Θεσσαλονίκη, Κυριακίδης, σελ. 16). Ἡ ὁμολογία καὶ παραδοχὴ αὐτὴ ἀφυπνίζει ἕνα ἔντονο ἐρευνητικὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖο στρέφεται στὴν ψυχολογικὴ ἀνάλυση, ἑρμηνεία καὶ ἀξιολόγηση ἀσκητικῶν βιωμάτων καὶ διδαχῶν μεγάλων πατέρων καὶ ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ἔργο καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν ὁποίων τοὺς καταξιώνει ὡς ἄριστους ψυχολόγους τοῦ Βάθους τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Στοὺς πνευματικοὺς αὐτοὺς πατέρες καὶ ψυχολόγους τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἀνήκει καὶ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, τὸ ἔργο τοῦ ὁποίου ἐπιλέγομε, γιὰ νὰ δείξουμε ὅτι ὄντως τοῦτο συνιστᾶ μιὰ Ψυχολογία τοῦ Βάθους, ὄχι βέβαια ἐπιστημονικὴ μὲ τὴν προαναφερθεῖσα ἑρμηνεία τοῦ ὅρου, ἀλλὰ μιὰ Ψυχολο-

γία τοῦ Β άθ ου ς ποὺ καταγράφει, ἀναλύ ε ι , ἑρμηνεύει καὶ ἀξιολογεῖ τὴν πατερικὴ σκέψη ποὺ συλλαμβάνει καὶ θεραπεύει τὸ ἀπύθμενο καὶ τραυματισμένο βάθος κάθε ἀνθρώπινης ψυχῆς. Ποιὸς ὅμως εἶναι ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος καὶ ποιὸ εἶναι τὸ ἔργο του; Στὴν ἐρώτηση αὐτὴ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀπαντήσουμε ἐντάσσοντας μέσα σὲ στενὰ πλαίσια ἕνα τεράστιο θέμα. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἤ, ἐπὶ τὸ ἀκριβέστερο, ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης ὁ καὶ τῆς Κλίμακος συγγραφέας, ἔζησε κατὰ τὸν 6ο μ.Χ. αἰώνα. Πολλὰ βιογραφικά του στοιχεῖα δὲν γνωρίζομε. Οἱ περὶ τοῦ βίου του πληροφορίες δὲν εἶναι σαφεῖς καὶ πλήρεις. Ἀκριβέστερο ἔτος γεννήσεώς του θεωρεῖται τὸ 525 καὶ τοῦ θανάτου του τὸ 600. Οἱ πιὸ ἀκριβολόγοι βιογράφοι τὸν θέλουν γόνο εὐπόρων γονέων, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἔδωσαν τὰ μέσα πλούσιας μόρφωσης, γεγονὸς ποὺ δικαιολογεῖ καὶ τὸν χαρακτηρισμό του ὡς σχολαστικός. Φαίνεται ὅτι πολὺ ἐνωρὶς ἐγκατέλειψε τὴν πατρικὴ ὑποστήριξη καὶ μόρφωση, καὶ ἀπὸ τὴν παραλιακὴ πόλη τῆς Παλαιστίνης στὴν ὁποία κατοικοῦσε πῆγε στὸ Σινᾶ, ὅπου ἐμόνασε ἔχων πνευματικὸ τὸν Γέροντα Μαρτύριο. Ἦταν τότε 16 ἐτῶν, δηλαδὴ ἔφηβος ἀκόμα. Στὸ συναξάριό του διαβάζομε : «Οὗτος ἕξ καὶ δέκα χρόνων ὑπάρχων, καὶ ἀγχίνους ὤν, προσενήνοχεν ἑαυτὸν τῷ Θεῷ θῦμα ἱερώτατον, ἐν τῷ Σιναίῳ ὄρει ἀνελθών». Μικρὸς στὴν ἡλικία, λοιπόν, καὶ ἔξυπνος ὁ Ἰωάννης προσφέρει τὸν ἑαυτόν του στὸν Θεό. Ὕστερα ἀπὸ τέσσερα χρόνια δοκιμασίας κείρεται μοναχὸς ἀπὸ τὸν

29


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Γέροντά του. Ὁ εἰκοσάχρονος αὐτὸς νέος καθοδηγεῖται ἀπὸ τὸν Γέροντά του ἐπὶ 19 συναπτὰ ἔτη, μυεῖται στὸν μοναχισμὸ καὶ προκόπτει στὴν ὑπακοὴ καὶ στὴν ταπείνωση. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἀββᾶ Μαρτυρίου, ἐγκαταλείπει τὸ Μοναστήρι καὶ «διακαῇ ἔρωτι καὶ πυρὶ θείας ἀγάπης πυρπολούμενος» ἀποσύρεται, «μόνος μόνῳ Θεῷ», σὲ ἀσκητικὸ ἐρημικὸ σπήλαιο, εὑρισκόμενο σὲ ἀπόσταση πέντε μιλίων (πλέον τῶν ὀκτὼ χιλιομέτρων) ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης. Τὴν ἐπὶ 40 ἔτη πορεία τῆς μοναχικῆς καὶ αὐστηρῆς ζωῆς του στὴν παλαίστρα αὐτὴν τῶν ἀρετῶν διακόπτει ἡ ἐπὶ ὀλίγα ἔτη (4 ἤ 5) ἀναβίβασή του στὸν ἡγουμενικὸ θρόνο τῆς Μονῆς τοῦ Σινᾶ, ὑποκύψας στὶς πιέσεις τῶν ἀδελφῶν αὐτῆς. Παραιτηθεὶς ἀπὸ τὸ ἀξίωμα αὐτό, ἐπανῆλθε στὴν ἐρημική του ἡσυχία, ὅπου καὶ «ἀνεπαύσατο ἐν Κυρίῳ» σὲ ἡλικία 75 ἐτῶν, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσε τὸ συγγραφικό του ἔργο, τὴν Κλίμακα, πρὸς ὠφέλεια ὄχι μόνο τῶν μοναχῶν ἀλλὰ καὶ τῶν λαϊκῶν πιστῶν ἀνθρώπων. Ἡ Κλίμακα, γνωστὴ καὶ ὡς «Πλάκες Πνευματικές», καθὼς καὶ ὡς «Λόγος Πνευματικὸς εἰς τριάκοντα κεφάλαια», εἶναι ἕνα βιβλίο, στὸ ὁποῖο περιγράφονται οἱ ἀρετὲς ποὺ ὀφείλει νὰ κατακτήσει κάθε πιστός, πρῶτον ὁ μοναχὸς καὶ ἔπειτα ὁ λαϊκός, καθ’ ὅλη τὴν ἐπίγεια ζωή του. Οἱ ἀρετὲς αὐτὲς εἶναι τριάντα καὶ βαίνουν κλιμακούμενες ἀπὸ τὶς εὐκολότερες πρὸς τὶς δυσκολότερες σὲ ἐφαρμογή, ἀπὸ τὰ κατώτερα σκαλοπάτια τῆς πνευματικῆς κλίμακας πρὸς τὰ ἀνώτερα, «ἐκ τῶν χθαμαλωτέρων ἐπὶ τὰ μετεωρότητα». Ὁ ἀριθμὸς τριάντα ἔχει χριστολογικὴ σημασία. Συμβολίζει τὸ τριακοστὸ ἔτος τῆς ἡλικίας τοῦ Χριστοῦ, τότε δηλαδὴ

30

ποὺ ἄρχισε τὸν δημόσιο βίο Του διδάσκοντας τὸν κόσμο νὰ τηρεῖ τὶς ἐντολές Του, προκόπτοντας στὴν ἀρετή. Παρομοίως, προσφέροντας τοὺς τριάντα λόγους του ὁ Ὅσιος Ἰωάννης προτρέπει τοὺς ἀναγνῶστες νὰ βιώνουν τὶς προβαλλόμενες ἰσάριθμες ἀρετὲς καὶ νὰ ἀνεβαίνουν τὸν ἀνηφορικὸ δρόμο τῆς πνευματικῆς τελειώσεως μέχρι τὴν τελευταία βαθμίδα τῆς ἀγάπης, γιὰ νὰ συναντήσουν τὸν Θεόν, στὸν ὁποῖο ὑπάρχει ἡ αἰτία κάθε καλοῦ, καὶ ὑπῆρχε καὶ θὰ ὑπάρχει εἰς τοὺς ἀπεράντους αἰῶνες. Γράφει: «Ἀναβαίνετε, ἀναβαίνετε, ἀδελφοί, ἀναβάσεις προθύμως ἐν καρδίᾳ διατιθέμενοι, τοῦ φάσκοντος ἀκούοντες· Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὄρος Κυρίου, καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· τοῦ καταρτίζοντος τοὺς πόδας ἡμῶν ὡσεὶ ἐλάφου, καὶ ἐπὶ ὑψηλὰ ἱστῶντος, τοῦ νικῆσαι ἐν τῇ ὠδῇ αὐτοῦ. Δράμετε, δυσωπῶ, μετ’ ἐκείνου τοῦ λέγοντος· Σπουδάσωμεν, ἕως οὗ καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ· ὅς τριακονταετὴς τῇ ὁρωμένῃ ἡλικίᾳ βαπτισθείς, τὸν τριακοστὸν βαθμὸν ἐν τῇ νοερᾷ κλίμακι ἐκληρώσατο· εἴπερ ἡ ἀγάπη ἐστὶν ὁ Θεός, ᾧ κράτος, ᾧ σθένος, ᾧ τὸ πάντων ἀγαθῶν αἴτιον ἔνεστι καὶ ἧν καὶ ἔσται εἰς ἀορίστους αἰῶνας. Ἀμήν». Ἡ παράθεση τοῦ χωρίου αὐτοῦ δείχνει ὅτι τὸ ἔργο εἶναι γραμμένο σὲ καθαρὴ καὶ ἁπλὴ ἀρχαιοελληνικὴ γλώσσα, τὴν ὁποία εὔκολα καταλαβαίνει καὶ ὁ μέσης μορφώσεως ἀναγνώστης. Ὁ γραπτὸς αὐτὸς λόγος εἶναι γλαφυρός, διαυγής, καλλιεπής, παραστατικὸς καὶ πολὺ δυναμικός. Λόγος εὔληπτος καὶ ἀμέσως ἀφομοιούμενος. Τὰ χρησιμοποιούμενα σχήματα λόγου, μάλιστα δὲ οἱ εἰκόνες καὶ οἱ παρομοιώσεις του, τὸν καθιστοῦν ἀπαράμιλλο ἔργο τέχνης, ἡ ἀξία τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι μόνο θεολογική, ἀλλὰ εἶναι καὶ λογοτεχνική. Πάνω ὅμως ἀπ’ ὅλες τὶς τεχνικὲς ἀρετὲς τοῦ κειμένου εὑρίσκεται ἡ θεοπνευστία του καὶ ἡ βαθύτητα τῶν ψυχολογικῶν γνώσεων ποὺ προσφέρει στὸν ἀναγνώστη ὁ συγγραφέας. Οἱ τριάντα λόγοι ἀναλύουν τριάντα ἀρετὲς ποὺ κλιμακώνονται ἀπὸ τὶς εὐκολότερες στὴν ἐφαρμογὴ πρὸς τὶς δυσκολότερες, ἀπὸ τὶς πρακτικότερες πρὸς τὶς θεωρητικότερες, ὅπως προείπαμε. Τὸ ὅλο κείμενο συνιστᾶ μιὰ Χριστιανικὴ Ψυχολογία τοῦ Βάθους, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ταυτόχρονα μιὰ ἀξιόλογη


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ψυχοθεραπευτικὴ μέθοδο καὶ ἀγωγή, ποὺ συμβάλλει στὴν ψυχικὴ κάθαρση, στὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὰ ψυχοφθόρα πάθη. Αὐτὰ ὅλα πιστοποιοῦν τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἦταν ἕνας ἄριστος αὐτοδίδακτος κλινικὸς ψυχολόγος καὶ ψυχοθεραπευτὴς μοναχός. Μοναδικά του ὅπλα ἦταν ἡ εὐφυΐα του καὶ ἡ καθαρότητα τοῦ βίου του. Οἱ τριάντα λόγοι ἀναφέρονται: 1) στὴν ἀποταγή, 2) στὴν ἀπροσπάθεια, 3) στὴν ξενιτεία, 4) στὴν ὑπακοή, 5) στὴ μετάνοια, 6) στὴ μνήμη θανάτου, 7) στὸ χαροποιὸ πένθος, 8) στὴν ἀοργησία, 9) στὴ μνησικακία, 10) στὴν καταλαλιά, 11) στὴν πολυλογία καὶ σιωπή, 12) στὸ ψεῦδος, 13) στὴν ἀκηδία, 14) στὴ γαστριμαργία, 15) στὴν ἁγνεία, 16) στὴ φιλαργυρία, 17) στὴν ἀναισθησία, 18) στὸν ὕπνο καὶ τὴν προσευχή, 19) στὴν ἀγρυπνία, 20) στὴ δειλία, 21) στὴν κενοδοξία, 22) στὴν ὑπερηφάνεια, 23) στὴ βλασφημία, 24) στὴν πραότητα, 25) στὴν ταπεινοφροσύνη, 26) στὴ διάκριση, 27) στὴν ἡσυχία, 28) στὴν προσευχή, 29) στὴν ἀπάθεια καὶ 30) στὴν ἀγάπη. Οἱ ἀναλυτὲς ἐντάσσουν τοὺς λόγους αὐτοὺς σὲ ὁμάδες ἀνάλογα μὲ τὸ σκοπὸ ποὺ ἐξυπηρετοῦν. Στὴν ἰσχυρότερη ὁμάδα ἐντάσσονται οἱ λόγοι ποὺ ἀναφέρονται στὰ σκληρὰ ἀνθρώπινα πάθη καὶ στὴν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν ποὺ τὰ θεραπεύουν. Μεγάλη βαρύτητα δίδεται ἐπίσης στὴ διάκριση καὶ στοὺς λόγους ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἡσυχία, τὴν προσευχή, τὴν ἀπάθεια καὶ τὴν ἀγάπη. Οἱ τριάκοντα λόγοι τῆς Κλίμακος τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου ἀποτελοῦν ἕναν κώδικα ψυχολογικῆς ἐμπειρίας, ὁ ὁποῖος ἀνοίγει δρόμους πνευματικῆς καθάρσεως, θεραπείας καὶ σωτηρίας. Ὅσα χρήσιμα καὶ ὠφέλιμα καταγράφει καὶ προσφέρει ἡ Κλίμακα ἀποτελοῦν διόδους πρὸς τὸ ἀσυνείδητο τοῦ κάθε πιστοῦ, τὸ ὁποῖο ἀφυπνίζουν, καθαρίζουν καὶ ἀναμορφώνουν. Οἱ συμβουλὲς καὶ προτροπὲς δὲν προστατεύουν μόνο τὴ συνείδηση ἀπὸ κάθε βλαβερὸ καὶ ἐπιζήμιο στοιχεῖο, ἀλλὰ ἀναμοχλεύουν τὸ ναρκωμένο ἀπὸ τὰ πάθη ἀσυνείδητο καὶ ἀπαλλάσσουν τὸ ἄτομο ἀπὸ ἐνοχὲς καὶ καταπιεσμένα βιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν παύουν νὰ διατηροῦν τὸ δυναμικὸ καὶ συγχρόνως ἐπιζήμιο χαρακτήρα τους. Ἡ ἀξία, ἑπομένως, τῶν λόγων τοῦ Ὁσίου Ἰωάννη εἶναι διπλή. Ἀφ’ ἑνὸς προστατευτικὴ καὶ ἀφ’ ἑτέρου θεραπευτική, λυτρωτική. Οἱ

προσφερόμενες πατρικὲς συμβουλές προστατεύουν τὸν πιστὸν ἀπὸ ἁμαρτωλὰ ὀλισθήματα, ἀλλὰ καὶ τὸν θεραπεύουν, ἀπαλλάσσοντάς τον ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ ἐνοχλητικοῦ καὶ καταπιεστικοῦ ἀσυνειδήτου. Ἄρα οἱ λόγοι αὐτοὶ τοῦ Ἁγίου Πατρὸς συνιστοῦν δυνάμεις προστασίας τῆς ψυχῆς ἀπὸ ἁμαρτωλὰ πάθη, ἀλλὰ καὶ ὄργανα θεραπείας της ἀπὸ ἁμαρτωλὰ βιώματα. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ Ψυχολογία τοῦ Βάθους δὲν ἀποκαλύπτει μόνο τὰ καταπιεσμένα καὶ ἀπωθημένα πάθη, ποὺ καταλαμβάνουν τὸ ἀσυνείδητο κάθε ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἐπιδιώκει καὶ τὴν ἀπόσυρσή τους ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ βάθος ὅπου ἑδράζονται, γιὰ νὰ τὰ θεραπεύσει καὶ νὰ τὰ φωτίσει μὲ τὸ καθαρὸ φῶς τῆς συνειδήσεως. Διπλό, λοιπόν, εἶναι τὸ ἐπιτελούμενον ἔργο: διαγνωστικὸ καὶ θεραπευτικό. Τὸ ἴδιο ἔργο ἀναλαμβάνει καὶ ἡ Χριστιανικὴ Ψυχολογία τοῦ Βάθους. Καὶ γιὰ νὰ μείνουμε στὸ παράδειγμα τῆς Κλίματος ποὺ μελετοῦμε, εὔκολα καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ συγγραφέας μᾶς προσφέρει ἕναν κώδικα ψυχολογικῶν καὶ μάλιστα πνευματικῶν κανόνων, ποὺ συνιστοῦν μεθόδους ἀναλύσεως καὶ θεραπείας ὅσων κρύβει τὸ ἀσυνείδητο βάθος τῆς προσωπικότητας κάθε ἀνθρώπου, ἐν προκειμένῳ δὲ τοῦ κάθε πιστοῦ. Πρέπει ὅμως νὰ τονίσουμε ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνο ἡ γνώση τοῦ θεραπευτικοῦ ὁδηγοῦ, ὅπως δὲν ἀρκεῖ ἡ ἰατρικὴ θεωρητικὴ γνώση γιὰ νὰ ἀσκήσει ἕνας ἰατρὸς χειρουργικὸ ἔργο ἀπαλλαγῆς τοῦ ἀσθενοῦς ἀπὸ τοὺς κακοήθεις ὄγκους ποὺ τὸν βασανίζουν. Ὅπως τὸ ἔργο τῆς σωματικῆς θεραπείας χρειάζεται ἔμπειρο ἐπιστήμονα ἰατρό, ἔτσι καὶ τὸ ἔργο τῆς πνευματικῆς θεραπείας χειάζεται ἔμπειρο πνευματικὸ Γέροντα. Αὐτὸ τὸ γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ Ὅσιος Ἰωάννης, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μένει μόνο στοὺς τριάντα προτρεπτικοὺς καὶ θεραπευτικοὺς λόγους τῆς Κλίμακος, στοὺς κανόνες τῆς πνευματικῆς θεραπείας, ἀλλὰ τοὺς συμπληρώνει μὲ «ἕτερον λόγον», ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν Ποιμένα, δηλαδὴ πρὸς «ἐκεῖνον ποὺ μπορεῖ νὰ ἀναζητήσει καὶ νὰ θεραπεύσει τὰ ἀπολωλότα πρόβατα, μὲ τὴν ἀκακία του, τὸν ζῆλον του καὶ τὴν προσευχή του» Ὥστε, ὁ πνευματικὸς αὐτὸς ἰατρὸς πρέπει νὰ διαθέτει τρία ἰσχυρὰ ὅπλα: τὴν ἀκακία, τὸν ζῆλον καὶ τὴν προσευχή. Αὐτὰ θὰ τὸν βοηθήσουν νὰ φθάσει μέχρι τὸ σκοτεινό, δυναμικὸ καὶ ἐνεργητικὸ βάθος τοῦ ἀσυνειδήτου, νὰ τὸ γνωρίσει

31


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

καὶ νὰ ἀνορθώσει τὶς ἄρρωστες ψ υχι κ ὲ ς δυνάμεις ποὺ τὸ συγκροτοῦν. Ἔτσι μόνο θὰ μπορέσει νὰ τὸ θεραπεύσει καὶ νὰ τὸ ἀνορθώσ ε ι . Εὐνόητο εἶναι ὅτι ὁ πνευματι κὸ ς αὐτὸς ἰατρὸς πρὲπει νὰ ἔχει ἀποκτήσει σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ἀνοσία, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται κανένα φάρμακο γιὰ τὴν ὑγεία του, ὅπως χαρακτηριστικὰ λέγει ὁ Ἅγιος Πατήρ : «Ἰατρὸς ἐστιν, ὁ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν κεκτημένος ἄνοσον, μηδεμιᾶς ἐμπλάστρου δεόμενος ἐπ’αὐτοῦ». Ἡ ἀναλυτικὴ παρουσίαση τοῦ περιεχομένου ὅλων τῶν λόγων θὰ ἦταν πολὺ χρήσιμη καὶ διδακτική, ἀλλὰ θὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ἐκτὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῆς μελέτης αὐτῆς. Γι’ αὐτὸ περιοριζόμαστε στὴν ἀναφορὰ ὁρισμένων στοιχείων, τὰ ὁποῖα κρίνομε σκόπιμο νὰ γνωρίζουν οἱ ἀναγνῶστες μας. Πρόκειται γιὰ ὁρισμένα ἀποσπάσματα εἰλημμένα ἀπὸ μιὰ καλὴ μετάφραση τῆς Κλίμακος στὴν ὁποία ἔχει προβεῖ ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου. (Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλῖμαξ. Εἰσαγωγή-Κείμενον-Μετάφρασις-Σχόλια-Πίνακες, ὑπὸ Ἀρχιμ. Ἰγνατίου, Ἱ.Μ.Παρακλήτου, Ὀρωπὸς 1989). Ὅσα ἀκολουθοῦν εἶναι κείμενα εἰλημμένα ἀπὸ τὴν προαναφερόμενη μετάφραση, μὲ μικρὰ μόνο παρέμβαση στὴ γλωσσική τους διατύπωση.Τὰ κείμενα αὐτὰ μπορεῖ νὰ φαίνονται ἄσχετα μεταξύ των, στὸ σύνολό τους ὅμως συνιστοῦν ἕναν κώδικα ἠθικῶν ἀρχῶν, ἡ τήρηση τῶν ὁποίων θεραπεύει τὸν πάσχοντα ψυχικὸ ὀργανισμὸ καὶ ἀνυψώνει τὴν ψυχὴ στὸν Θεό. Αὐτὰ ὅλα θὰ τὰ λέγαμε ἠθικὲς διδαχὲς καὶ στοιχεῖα τῆς Ψυχολογίας τοῦ Βάθους ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ

32

Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ συγγραφέως τῆς Κλίμακος. Χωρὶς τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ὅσα θεωρητικὰ προηγήθηκαν θὰ μποροῦσαν νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς κολεὸς χωρὶς ξίφος. Γράφει, λοιπόν, ὁ Ὅσιος Πατήρ: Μερικοὶ κοσμικοὶ ποὺ ζοῦσαν ἀμελῶς μὲ ρώτησαν : «Πῶς μποροῦμε ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε μὲ συζύγους καὶ εἴμαστε περικυκλωμένοι μὲ τόσες κοινωνικὲς ὑποχρεώσεις νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν μοναχικὴ ζωή»; Καὶ τοὺς ἀπάντησα: «Ὅσα καλὰ μπορεῖτε, νὰ τὰ κάνετε· κανένα νὰ μὴ περιγελάσετε, κανένα νὰ μὴ κλέψετε, σὲ κανένα νὰ μὴν εἰπῆτε ψέματα, κανένα νὰ μὴν περιφρονήσετε, κανένα νὰ μὴ μισήσετε. Νὰ μὴ παραλείπετε τὸν ἐκκλησιασμό, νὰ δείχνετε συμπόνια στοὺς φτωχούς, κανένα νὰ μὴ σκανδαλίσετε. Σὲ ξένο πράγμα καὶ σὲ ξένη γυναίκα νὰ μὴν πλησιάσετε. Ἀρκεσθῆτε στὴν ἰδική σας γυναίκα. Ἐάν ζῆτε ἔτσι, «οὐ μακρὰν ἐστε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν». Τὴ μεστὴ περιεχομένου αὐτὴ συμβουλὴ ἐξειδικεύει καὶ ἐξατομικεύει ὁ Ὅσιος Πατήρ μὲ πολλὲς προστακτικὲς ἐνεργητικῶν ρημάτων, ποὺ σημαίνουν προσταγές, ἐπιθυμίες καὶ εὐχὲς τοῦ Γέροντος. Τὸ ὕφος τοῦ λόγου γίνεται ἔτσι πολὺ ἔντονο, διδακτικὸ καὶ ἐκφραστικὸ μέσο τῆς ἀγωνίας τοῦ Ἁγίου Πατρὸς γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν. Γράφει: 1) Πρόσφερε μὲ προθυμία στὸν Χριστὸν τοὺς κόπους τῆς νεότητός σου καὶ θὰ ἀπολαύσεις στὸ γήρας σου πλοῦτον ἀπαθείας. Αὐτὰ ποὺ συναθροίζονται στὴν νεανικὴ ἡλικία τρέφουν καὶ παρηγοροῦν κατὰ τὸ γήρας ὅσους ἔχουν ἐξασθενήσει. Ἄς κοπιάσουμε μὲ ζῆλο, ὅσο εἴμαστε νέοι, ἄς τρέξουμε γρήγορα, διότι ἡ ὥρα τοῦ θανάτου εἶναι ἄγνωστη. Ἐργάζου μὲ ζῆλο στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ψυχῆς σου, χωρὶς νὰ τὸ δείχνεις καθόλου ἐξωτερικά· οὔτε μὲ τὸ ὕφος καὶ τὶς κινήσεις, οὔτε μὲ τὸ λόγο, οὔτε μὲ κάποια νύξη. Καὶ τοῦτο βεβαίως, ἐφ’ ὅσον ἔχεις παύσει νὰ ἐξουδενώνεις τὸν πλησίον σου. Σὲ ὅσα προξενοῦν στὸν ἑαυτόν μας ἀτιμία, νὰ σιωποῦμε, διότι ἡ ὥρα αὐτὴ εἶναι ὥρα πνευματικοῦ κέρδους. Ὅταν ὅμως οἱ κατηγορίες ἀναφέρονται καὶ σὲ ἄλλο πρόσωπο, νὰ ἀπολογούμεθα, γιὰ νὰ μὴ σαλευθεῖ ὁ δεσμὸς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰρήνης. Πίνε πρόθυμα τὸν ἐξευτελισμὸ ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο σὰν νὰ εἶναι «ὕδωρ ζωῆς». Θανάτωσε τὴν ἁμαρτία, καὶ τότε θὰ εἶναι περιττὰ τὰ δάκρυα τῆς ὀδύνης στοὺς ὀφθαλμούς σου. Ὅπου δὲν ὑπάρχει πληγή, δὲν χρειάζεται νυστέρι.


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἀγωνίζονται μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, καὶ καταλαβαίνουν τὴν ὠφέλειά της τὴν ὥρα τοῦ θανάτου των. 2) Γνώριζε ὅτι ἔχομε ἐχθροὺς ποὺ εἶναι πραγματικὰ πονηροί, σκληροί, δόλιοι, πανοῦργοι, δυνατοί, ἄυπνοι, ἀόρατοι, ἄυλοι. Στὰ χέρια τους κρατοῦν φωτιὰ καὶ θέλουν νὰ κάψουν τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ φλόγα τους. 3) Ἀπόφευγε σὰν μάστιγα τοὺς τόπους τῶν πτώσεων. Διότι ὅταν δὲν ὑπάρχει ἐμπρός μας ἕνα ὀπωρικό, δὲν ἐρεθίζεται καὶ τόσο ἡ ὄρεξή μας. Τὸ σύνθημα δηλαδὴ εἶναι «φεῦγε καὶ σώζου». Τὰ πράγματα ὅμως ἀντιμετωπίζονται διαφορετικά, ὅταν φθάσει κανεὶς σὲ μέτρα ἀπαθείας. 4) Τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἴδιον νὰ πέφτουν, ἀλλὰ καὶ νὰ σηκώνονται πάλι ὅταν πέσουν. Δὲν εἶναι δυνατὸν σ’ ἐμᾶς ποὺ ἐπέσαμε στὸν λάκκο τῶν ἀνομιῶν νὰ ἀνελκυσθοῦμε ἀπὸ ἐκεῖ, ἐάν δὲν καταδυθοῦμε στὴν ἄβυσο τῆς ταπεινώσεως τῶν μετανοούντων. Μὴ τρομάξεις ὅταν πέφτεις κάθε ἡμέρα, καὶ μὴ ἐγκαταλείψεις τὸν ἀγώνα. Ἀντιθέτως νὰ ἵστασαι ἀνδρείως καὶ ὁπωσδήποτε θὰ εὐλαβηθεῖ τὴν ὑπομονή σου ὁ φύλακας ἄγγελός σου. Ὅσο εἶναι ἀκόμη πρόσφατο καὶ ζεστὸ τὸ τραῦμα, τόσο καὶ εὐκολότερα θεραπεύεται. Ἐνῶ τὰ τραύματα ποὺ ἐχρόνισαν, σὰν παραμελημένα καὶ ἀποσκληρυμένα, δύσκολα θεραπεύονται· καὶ χρειάζονται γιὰ νὰ ἰατρευθοῦν πολὺ κόπο καὶ νυστέρι καὶ ξυράφι καὶ τὸ ἐδῶ πῦρ τῶν καυτηριασμῶν (δηλαδὴ τὸ πῦρ τῶν ἐδῶ θλίψεων, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸ μελλοντικὸ πῦρ τῆς κολάσεως). Πολλὰ ψυχικὰ τραύματα ποὺ ἐχρόνισαν εἶναι ἀνίατα. Στὸν Θεὸν ὅμως ὅλα εἶναι δυνατά. Τίποτε δὲν ὑπάρχει ἴσο ἤ ἀνώτερο ἀπὸ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ ὅποιος ἀπελπίζεται σφάζει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του. Κι ὅταν ἀκόμη πέσεις, μὴν ἐγκαταλείπεις τὸν στίβο, ἀφοῦ τότε ἰδιαιτέρως ἔχεις μεγαλύτερη ἀνάγκη ἀπὸ ἰατρό. Ξεγύμνωσε, ξεγύμνωσε τὸ τραῦμα σου στὸν ἰατρό. Μὴν ἐντραπεῖς, ἀλλὰ λέγε: Ἰδικό μου, πάτερ, εἶναι τὸ τραῦμα, ἰδική μου ἡ πληγή! Ἡ ἰδική μου ραθυμία τὸ προξένησε καὶ ὄχι κάτι ἄλλο. Κανεὶς ἄλλος δὲν εἶναι αἴτιος τῆς ἁμαρτίας μου, οὔτε ἄνθρωπος, οὔτε διάβολος, οὔτε σῶμα, οὔτε ἄλλο τίποτε, παρὰ μόνο ἡ ἀμέλειά μου. Τὴν ὥρα ποὺ ἐξομολογεῖσαι νὰ εἶσαι καὶ στὴν συμπεριφορὰ καὶ στὴν ὄψη καὶ στὸν λογισμὸ σκυφτὸς σὰν κατάδικος, καὶ ἄν μπορεῖς βρέχε μὲ δάκρυα τὰ πόδια τοῦ πνευματικοῦ

ἰατροῦ καὶ δικαστοῦ σὰν νὰ εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ψυχὴ ποὺ συνηθίζει νὰ ἐξομολογεῖται, ἡ σκέψη τῆς ἐξομολογήσεως τὴν συγκρατεῖ σὰν χαλινάρι καὶ δὲν τὴν ἀφήνει νὰ ἁμαρτήσει. Ὅποιος φανερώνει (στὸν Γέροντά του) τὸν ὄφι ποὺ κρύπτεται μέσα του, ἀποδεικνύει ὅτι ἔχει δυνατὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη (πρὸς αὐτόν). Ὅποιος ὅμως τὸν ἀποκρύπτει, αὐτὸς περιπλανᾶται ἀκόμη σὲ δύσβατα μέρη. Ὅταν ὁ ἰατρὸς προβάλει ἀδυναμία νὰ μᾶς θεραπεύσει, τότε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναζητήσουμε ἄλλον, διότι σπάνια θεραπεύεται κανεὶς χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ ἰατροῦ. Ἀπόδειξη ὅτι ἔσβησε τὸ χρέος τῶν ἁμαρτιῶν μας εἶναι τὸ νὰ θεωροῦμε πάντοτε χρεώστη τὸν ἑαυτόν μας. Εἶναι προτιμότερο νὰ ἁμαρτήσουμε στὸν Θεόν, παρὰ στὸν Γέροντά μας. Διότι ἐὰν παροργίσουμε τὸν Θεόν, ἔχει τὴν δύναμη ὁ διδάσκαλός μας νὰ μᾶς συμφιλιώσει μὲ αὐτόν. Ἐάν ὅμως ἐξοργίσουμε τὸν διδάσκαλό μας, δὲν ἔχουμε πλέον κανένα γιὰ νὰ μεσιτεύσει σ’ αὐτὸν πρὸς χάρη μας. Ἀξίζουν κάθε τιμωρία ἀπὸ τὸν Θεὸν οἱ ἄρρωστοι ποὺ ἐγνώρισαν τὴν ἱκανότητα τοῦ ἰατροῦ καὶ ὠφελήθηκαν ἀπὸ αὐτόν, καὶ ἔπειτα, πρὶν τελειώσει ἡ θεραπεία, τὸν ἐγκατέλειψαν καὶ ἐδιάλεξαν ἄλλον. 5) Πάθος εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἐμφωλεύει πολὺν καιρὸ ἐμπαθῶς μέσα στὴν ψυχή, καὶ τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὴν πολλὴν συνήθεια ἔχει κάνει τὴν ψυχὴ νὰ παραδίδεται μόνη της σ ’αὐτό. Τὸ πάθος ἤ τακτοποιεῖται μὲ τὴν ἀνάλογη μετάνοια ἤ τιμωρεῖται στὴ μέλλουσα κόλαση. Ὅταν ἡ συνείδηση παύσει νὰ μᾶς ἐλέγχει γιὰ ἁμαρτίες, ἄς προσέξουμε μήπως αὐτὸ δὲν ὀφείλεται στὴν καθαρότητα ἀλλὰ στὴν κόπωση καὶ ἄμβλυνση αὐτῆς τῆς συνειδήσεως, ἐξ αἰτίας πλήθους ἁμαρτιῶν. 6) Ποτὲ μὴν σεβασθεῖς αὐτὸν ποὺ σοῦ κατακρίνει τὸν πλησίον, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τοῦ

33


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

εἰπεῖς: «Στάσου ἀδελφέ. Ἐγὼ καθημερινὰ σφάλλω σὲ περισσότερα, καὶ πῶς μπορῶ νὰ κατακρίνω τὸν ἄλλον»; Ἔτσι θὰ ἔχεις δύο ὀφέλη· μὲ ἕνα φάρμακο θὰ θεραπεύσεις καὶ τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸν πλησίον. Ἀκόμα καὶ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του, ἄν ἴδεις κάποιον νὰ ἁμαρτάνει, μήτε τότε νὰ τὸν κατακρίνεις. Διότι ἡ ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄγνωστη στοὺς ἀνθρώπους. «Ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε». 7) Χαλίνωσε τὴν γλώσσα σου ποὺ ὁρμᾶ μὲ πάθος στὴν ἀντιλογία. Περιόρισε μὲ τὸ χαλινάρι τῆς ἁγνότητος τὴν ἁφὴ ποὺ πηδᾶ ἐμπρός σου ἀσυγκράτητη. Χαλίνωσε τοὺς ὀφθαλμούς σου ποὺ θέλουν κάθε στιγμὴ νὰ περιεργάζονται τὸ παράστημα καὶ τὸ κάλλος τῶν σωμάτων, μὲ τὴ σκέψη τοῦ θανάτου. Φίμωσε καὶ κλεῖσε στὴ μέριμνα τοῦ ἑαυτοῦ του τὸν περίεργο νοῦ καὶ ἐμπόδισέ τον ἀπὸ τὸ νὰ θέλει νὰ κατακρίνει ὡς ἀμελὴ τὸν ἀδελφό, καὶ δεῖχνε χωρὶς νὰ τὸ δείχνεις κάθε ἀγάπη καὶ συμπάθεια πρὸς τὸν πλησίον σου. 8) Γνώριζε ὅτι ὁ χορτασμὸς ἀπὸ φαγητὰ εἶναι πατήρ τῆς πορνείας· ἡ θλίψη δὲ τῆς κοιλίας εἶναι πρόξενος τῆς ἁγνότητος. Κυριάρχησε στὴν κοιλία σου πρὶν κυριαρχήσει αὐτὴ ἐπάνω σου, καὶ τότε θὰ ἀναγκασθεῖς νὰ νηστεύεις γεμάτος καταισχύνη. Ἄς περικόψουμε τὶς ἀπαιτήσεις τῆς κοιλίας μὲ τὴν σκέψη τοῦ αἰωνίου πυρός. Ὅταν θλίβεται ἡ κοιλία, ταπεινώνεται ἡ καρδία. Ὅταν ὅμως δέχεται περιποιήσεις, θεριεύουν καὶ ἀλαζονεύονται οἱ λογισμοί. Θλίβε τὴν κοιλία καὶ ὁπωσδήποτε θὰ κλείσεις καὶ τὸ στόμα· διότι ἡ γλώσσα ἰσχυροποιεῖται ἀπὸ τὰ πολλὰ φαγητά. Ὅταν σὲ νικήσει ἡ κοιλία, δάμαζέ την μὲ σωματικοὺς κόπους. Καὶ ἄν αὐτὸ σοῦ εἶναι ἀδύνατο διὰ λόγους ἀσθενείας, πάλαιψε ἐναντίον της μὲ τὴν ἀγρυπνία. Ἡ ζωηρὰ μνήμη τοῦ θανάτου ὀλιγοστεύει τὰ φαγητά. Καὶ ὅταν περικόπτονται μὲ ταπεινοσύνη τὰ φαγητά, κόπτονται μαζὶ καὶ τὰ πάθη. Ἔχε ὡς δοῦλο τὸ σῶμα σου. Ὡς φίλους τὶς ἅγιες ἀγγελικὲς δυνάμεις, οἱ ὁποῖες μποροῦν νὰ σὲ βοηθήσουν τὴν ὥρα τοῦ θανάτου σου, ἐφ’ ὅσον γίνουν φίλοι σου. 9) Εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνο ποὺ μὲ πολὺ κόπο

34

κατορθώσαμε, νὰ τὸ χάσουμε μέσα σὲ μιὰ στιγμή. Διότι «φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί», κοσμικὲς καὶ συγχρόνως ἄκοσμες. 10) Τὰ σημεῖα ποὺ θὰ σοῦ δείξουν ὅτι βαδίζεις τὴν στενὴ ὁδὸ εἶναι: Ἡ θλίψη τῆς κοιλίας, ἡ ὁλονύκτια στάση στὴν προσευχή, τὸ μετρημένο νερό, τὸ λιγοστὸ ψωμί, τὸ καθαρτικὸ ποτὸ τῆς ἀτιμίας (ἐξευτελισμοῦ), οἱ χλευασμοί, οἱ περιγέλωτες, οἱ ἐμπαιγμοί, ἡ ἐκκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, ἡ ὑπομονὴ στὶς συγκρούσεις μὲ τοὺς ἄλλους, τὸ νὰ μὴ γογγύζεις ὅταν σὲ περιφρονοῦν, νὰ βιάζεις τὸν ἑαυτό σου νὰ ὑπομένει τὶς ὕβρεις, νὰ ὑπομένεις γενναία ὅταν οἱ ἄλλοι σὲ ἀδικοῦν, νὰ μὴν ἀγανακτεῖς ὅταν καταλαλοῦν εἰς βάρος σου, νὰ μὴν ὀργίζεσαι ὅταν σὲ ἐξευτελίζουν, νὰ ταπεινώνεσαι ὅταν σὲ κατακρίνουν. Μακάριοι ὅσοι βαδίζουν τὴν προηγούμενη ὁδό, «ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». *** Ὁ Ἅγιος Πατήρ θεωρεῖ ἄκρως ἀναγκαῖο γιὰ τὴν ψυχικὴ ὑγεία καὶ θεραπεία τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν τὴν τήρηση ὁρισμένων ἠθικῶν ἀρχῶν καὶ τὴν ἀποφυγὴ ὁριμένων ἀδυναμιῶν, τὶς ὁποῖες ἑρμηνεύει μὲ σαφήνεια καὶ γλαφυρότητα. Ἀξίζει νὰ τὶς ἀναφέρουμε περιληπτικά. Γράφει: 1) Ὑπακοὴ σημαίνει ἐνταφιασμὸς τῆς ἰδικῆς μας θελήσεως καὶ ἀνάσταση τῆς ταπεινώσεως.Ὑπακοὴ σημαίνει νὰ ἀποθέσουμε τὴν ἰδική μας διάκριση στὴν πλούσια διάκριση τοῦ Γέροντος. Αὐτὸς ποὺ ἄλλοτε ὑπακούει καὶ ἄλλοτε παρακούει στὸν πνευματικό του Πατέρα ὁμοιάζει μὲ ἄνθρωπο ποὺ βάζει στοὺς ὀφθαλμούς του ἄλλοτε κολλύριο καὶ ἄλλοτε ἀσβέστη. (Ποῖον τὸ ὄφελος;). 2) Ἡ νηστεία εἶναι βία φύσεως καὶ περιτομὴ τῶν ἡδονῶν τοῦ φάρυγγος, ἐκτομὴ τῆς σαρκικῆς πυρώσεως, ἐκκοπὴ τῶν πονηρῶν λογισμῶν, ἀπελευθέρωση ἀπὸ μολυσμοὺς ὀνείρων, καθαρότης προσευχῆς, φωτισμὸς τῆς ψυχῆς, διαφύλαξη τοῦ νοῦ, διάλυση τῆς πυρώσεως, θύρα τῆς κατανύξεως, ταπεινὸς στεναγμός, χαρούμενη συντριβή, σταμάτημα τῆς πολυλογίας, ἀφορμὴ ἡσυχίας, φρουρὸς τῆς ὑπακοῆς, ἐλαφρότης τοῦ ὕπνου, ὑγεία τοῦ σώματος, πρόξενος τῆς ἀπαθείας, ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων, θύρα καὶ ἀπόλαυση τοῦ πα-


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ραδείσου. 3) Ἡ ἀγρυπνία εἶναι θραύση τῆς σαρκικῆς πυρώσεως, λύτρωση ἀπὸ τοὺς μολυσμοὺς τῶν ἐνυπνιασμῶν, δακρύβρεκτος ὀφθαλμός, ἁπαλὴ καρδία, προφύλαξη ἀπὸ τοὺς λογισμούς, χωνευτήριο τῶν φαγητῶν, δαμαστήριο τῶν παθῶν, κολαστήριο τῆς γλώσσας, φυγαδευτήριο τῶν αἰσχρῶν φαντασιῶν. Ὁ πολὺς ὕπνος εἶναι πρόξενος τῆς λήθης, ἐνῶ ἡ ἀγρυπνία καθαρίζει τὴ μνήμη. 4) Ὑπομονὴ σημαίνει κόπος καὶ ἀγώνας τῆς ψυχῆς ποὺ δὲν θραύεται καὶ δὲν σαλεύεται διόλου ἀπὸ εὔλογα ἤ ἄλογα κτυπήματα καὶ πλήγματα. Ὑπομονὴ σημαίνει ἀποφασιστικὴ ἀναμονὴ καθημερινῶν θλίψεων. Ὑπομονητικὸς σημαίνει ἀγωνιστὴς ποὺ δὲν πίπτει, καὶ ποὺ μὲ τὶς πτώσεις ἀκόμη (ποὺ ὑπέστη) δημιουργεῖ νίκη. Ὑπομονὴ σημαίνει ἐκκοπὴ τῶν (ἁμαρτωλῶν) προφάσεων καὶ προσοχὴ ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ σου. Ὁ ἐργάτης τῆς ἀρετῆς δὲν ἔχει ἀνάγκη τόσο ἀπὸ τροφὴ ὅσο ἀπὸ ὑπομονή. Διότι, ἐὰν τοῦ λείπει ἡ πρώτη, θὰ λάβει στέφανο. Ἄν ὅμως τοῦ λείπει ἡ δευτέρα, τὸν περιμένει ὄλεθρος. 5) Ἡ προσευχή, ὡς πρὸς τὴν ποιότητά της, εἶναι συνουσία καὶ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεόν, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειά της σύσταση καὶ διατήρηση τοῦ κόσμου, συμφιλίωση μὲ τὸν Θεόν. Ὅταν ξεκινᾶς νὰ σταθεῖς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ἄς εἶναι ὁ χιτὼν τῆς ψυχῆς σου ὑφασμένος ἐξ ὁλοκλήρου μὲ τὸ νῆμα ἤ μᾶλλον μὲ τὸ λῆμμα (τὴν ὕλη) τῆς ἀμνησικακίας. Εἰδεμὴ τίποτε δὲν πρόκειται νὰ ὠφεληθεῖς ἀπὸ τὴν προσευχή. Μὴ ζητεῖς νὰ λέγεις πολλά, γιὰ νὰ μὴ διασκορπισθεῖ ὁ νοῦς σου, ἀναζητώντας λόγια. Νὰ μὴ λέγεις, ὅτι ἄν καὶ προσευχήθηκες πολὺν καιρό, δὲν κατόρθωσες τίποτε, διότι κάτι σπουδαῖο κατόρθωσες. Τί ἀλήθεια ὑπάρχει ἀνώτερο ἀπὸ τὴν προσκόλληση στὸν Κύριο καὶ ἀπὸ τὴ συνεχὴ παραμονὴ σ’ αὐτὴ τὴν ἕνωση; Μὴν ἀρνῆσαι νὰ προσεύχεσαι γιὰ κάποια ψυχὴ (ποὺ σοῦ τὸ ἐζήτησε), ἔστω καὶ ἄν δὲν διαθέτεις καρποφόρο προσευχή. Διότι ἡ πίστη ἐκείνου ποὺ ἐζήτησε τὴν προσευχὴ ἔσωσε πολλὲς φορὲς κι ἐκεῖνον ποὺ προσευχήθηκε καὶ μάλιστα μὲ συντριβὴ καρδίας. Μὴν ὑπερηφανεύεσαι, ἐὰν προσεύχεσαι γιὰ ἄλλους καὶ εἰσακούεσαι, διότι ἡ πίστη αὐτῶν ἐνήργησε, ὥστε νὰ εἰσακουσθεῖ ἡ προσευχή σου. Εἶναι βαρὺ νὰ ἁρπάξεις τὸ ὕδωρ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ διψασμένου. Βαρύτερο ὅμως εἶναι νὰ διακόψεις μία

ψυχὴ ποὺ προσεύχεται μὲ κατάνυξη ἀπὸ τὴν πολυπόθητη αὐτὴ προσευχή της πρὶν τὴν τελειώσει. 6) Ἡ πίστη εἶναι τὸ πτερὸ τῆς προσευχῆς. Εἶναι ἡ ἀδίστακτη στάση τῆς ψυχῆς, ποὺ δὲν κλονίζεται ἀπὸ καμμία ἐναντιότητα. Μητέρα τῆς πίστεως εἶναι ὁ μόχθος καὶ ἡ εὐθεία καρδία. Αὐτὸς ποὺ ἔχει ὀρθὴ πίστη καὶ ὅμως διαπράττει ἁμαρτίες, ὁμοιάζει μὲ πρόσωπο ποὺ δὲν ἔχει ὀφθαλμούς. 7) Ἡ ἀπάθεια εἶναι ἐγκάρδιος οὐρανὸς τοῦ νοός. Ὁ ἀπαθὴς ἀφθαρτοποίησε τὴ σάρκα του, ἀνύψωσε τὸν νοῦν του ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὁρατὴ κτίση καὶ ὑπέταξε σ’αὐτὸν ὅλες τὶς αἰσθήσεις. Ἡ ἀπάθεια ἁγιάζει τὸν νοῦν καὶ τὸν ἁρπάζει ἀπὸ τὰ ὑλικά, ὥστε νὰ ζεῖ κανεὶς σὰν νὰ εὑρίσκεται στὸν οὐρανό. 8) Σὲ κάθε ἔργο χαίρεται ἡ κενοδοξία. Ὅταν π.χ. νηστεύω, κενοδοξῶ, ἀλλὰ καὶ ὅταν καταλύω γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ἡ ἀρετή μου, πάλι κενοδοξῶ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶμαι συνετός. Ὅταν φορῶ λαμπρὰ ροῦχα νικῶμαι ἀπ’αὐτήν, ἀλλὰ καὶ ὅταν τὰ ἀντικαταστήσω μὲ ταπεινὰ πάλι κενοδοξῶ. Ὅταν ὁμιλῶ νικῶμαι, ἀλλὰ καὶ ὅταν σιωπῶ πάλι νικῶμαι. Ὅπως καὶ ἄν τὴ ρίξεις αὐτὴ τὴν τρίβολο ἄκανθα, ἵσταται ὄρθιο τὸ κεντρί της. Κενόδοξος εἶναι κάθε ἐπιδεικτικὸς ἄνθρωπος. Τοῦ κενοδόξου ἡ νηστεία εἶναι χωρὶς μισθὸ καὶ ἡ προσευχὴ ἄκαιρη καὶ ἄστοχη. Διότι καὶ τὰ δύο τὰ κάνει γιὰ τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο. Εἶναι μεγάλο πράγμα τὸ νὰ ἀποδιώξεις ἀπὸ τὴν ψυχή σου τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν ἡ κενοδοξία αὐξηθεῖ, γεννᾶ τὴν ὑπερηφάνεια, ποὺ εἶναι ὁ ἀρχηγὸς καὶ ἡ τελείωση (ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος), ὅλων τῶν κακῶν. 9) Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἀπώλεια τοῦ πλούτου καὶ τῶν ἱδρώτων τῶν πνευματικῶν.Ὑπερηφάνεια σημαίνει ἐσχάτη πτωχεία μιᾶς ψυχῆς ποὺ παρουσιάζεται κατὰ φαντασίαν ὡς πλουσία, καὶ ποὺ νομίζει ὅτι ζεῖ στὸ φῶς, ἐνῶ εὑρίσκεται μέσα στὸ σκοτάδι. Ὑπερήφανος σημαίνει ρόδο σαπισμένο ἐσωτερικῶς, ποὺ ἐξωτερικῶς γυαλίζει τὸ χρῶμα του. Ὁ ὑπερήφανος γίνεται ὁ ἴδιος δαίμων καὶ ἐχθρὸς τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὅποιος ὑπερηφανεύεται γιὰ φυσικὰ χαρίσματα, δηλαδὴ ὀξύνοια, εὐκολία στὴ μάθηση, στὴν ἀνάγνωση καὶ στὴν προφορά, εὐφυΐα καὶ ἄλλα παρόμοια, αὐτὸς οὐδέποτε θὰ ἀποκτήσει τὰ ὑπερφυσικὰ ἀγαθά. Ἀπόφευγε νὰ ἐκθειάζεις καὶ νὰ φανερώνεις τὴν

35


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

εὐγενική σου καταγωγὴ καὶ τὴν κοσμική σου δόξα, γιὰ νὰ μὴ φανεῖς ἄλλος στὰ λόγια καὶ ἄλλος στὰ πράγματα. Ἐκεῖνος ποὺ στὶς συζητήσεις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπιβάλλει τὴ γνώμη του, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ὀρθή, ἄς γνωρίζει ὅτι νοσεῖ ἀπὸ τὴ νόσο τοῦ διαβόλου (δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια). 10) Ἡ πραότης εἶναι μία ἀμετακίνητη κατάσταση τοῦ νοῦ, ποὺ παραμένει ἡ ἴδια καὶ στὶς τιμὲς καὶ στὶς περιφρονήσεις. Ἡ πραότης εἶναι βράχος ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἀφρισμένη θάλασσα, ποὺ ἐντελῶς ἀκλόνητος διαλύει ὅλα τὰ κύματα, τὰ ὁποῖα τὸν κτυποῦν. Ἡ πραότης εἶναι τὸ στήριγμα τῆς ὑπομονῆς, ἡ θύρα ἤ καλύτερα ἡ μητέρα τῆς ἀγάπης, ἡ προϋπόθεση τῆς διακρίσεως, διότι ὅπως λέει ἡ Γραφή, «διδάξει Κύριος πραεῖς ὁδοὺς αὐτοῦ»· ἡ πρόξενος τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, τὸ θάρρος τῆς προσευχῆς, ἡ περιοχὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι ὁ Κύριος λέγει: «Ἐπί τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἤ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ἡσύχιον»; Ἡ πραεία ψυχὴ εἶναι θρόνος τῆς ἁπλότητος, ἐνῶ ὁ νοῦς τοῦ ὀργίλου δημιουργὸς τῆς πονηρίας. 11) Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἀνώνυμη χάρη τῆς ψυχῆς, ἀνέκφραστος πλοῦτος, ὀνομασία τοῦ Θεοῦ, δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ἐφ’ ὅσον Ἐκεῖνος λέγει: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ καὶ τῷ λογισμῷ καὶ τῷ φρονήματι, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν πολέμων καὶ κουφισμὸν λογισμῶν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν». Ὅποιος τὴν ἐνυμφεύθη εἶναι ἥπιος, προσηνής, εὐκατάνυκτος, εὐσπλαχνικὸς περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον. Εἶναι ἀκόμη γαλήνιος, χαρωπός, εὐκολοκυβέρνητος, ἄλυπος, ἄγρυπνος, ἄοκνος, καὶ-γιατί νὰ λέγω πολλά;ἀπαθής. Διαφυλάττει ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος συζεῖ μαζί της ἀπρόσβλητο ἀπὸ κάθε θανατηφόρο δηλητήριο. Γνώριζε, ὦ φίλε μου, ὅτι οἱ κοιλάδες εἶναι ἐκεῖνες ποὺ πληθαίνουν μέσα τους τὸ σιτάρι καὶ τὸν πνευματικὸ καρπό. Κοιλάδα δὲ σημαίνει ψυχὴ ταπεινωμένη ἀνάμεσα σὲ ὄρη, (δηλαδὴ ἀνάμεσα σὲ πνευματικὲς ἀρετές), ἡ ὁποία πάντοτε εἶναι χωρὶς ὑπερηφάνεια καὶ πάντοτε παραμένει ἀμετακίνητη. Καὶ μία μόνη ὑπάρχει ἀρετή, ἡ ταπείνωση, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὴν μιμηθοῦν οἱ δαίμονες. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι θεϊκὴ σκέπη ποὺ σκεπάζει τοὺς ὀφθαλμούς μας, γιὰ νὰ μὴ βλέπουμε τὰ κατορθώματά μας. Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πύλη τῆς οὐρανίου βασιλείας ποὺ εἰσάγει σ’ αὐτὴν ὅσους τὴν πλησιάζουν. Ἀγάπη καὶ ταπείνωση! Ἱερὸ ζεύγος! Ἡ μία ὑψώνει καὶ ἡ

36

ἄλλη συγκρατεῖ ὅσους ὑψώθηκαν καὶ δὲν τοὺς ἀφήνει ποτὲ νὰ πέσουν. Χωρὶς τὴν ταπείνωση κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθει στὸν νυμφώνα. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι οὐράνιος ἀνεμοστρόβιλος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀνεβάσει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἄβυσσο τῆς ἁμαρτίας στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ. 12) Ἡ διάκριση εἶναι λύχνος μέσα στὸ σκοτάδι, ἐπιστροφὴ τῶν πεπλανημένων, φωτισμὸς ὅσων ἔχουν μυωπία. Διακριτικὸς σημαίνει χορηγὸς τῆς ὑγείας, καταστροφεὺς τῆς ἀσθενείας. 13) Ὀργὴ σημαίνει νὰ διατηρεῖς συνεχῶς μέσα σου κάποιο μίσος, νὰ ἐνθυμῆσαι δηλαδὴ τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔγινε. Ὀργὴ σημαίνει νὰ ἐπιθυμεῖς νὰ ἐκδικηθεῖς αὐτὸν ποὺ σὲ παρόξυνε. Ὅποιος κατέπαυσε τὴν ὀργή, αὐτὸς ἐφόνευσε τὴ μνησικακία, διότι γιὰ νὰ γεννηθοῦν τέκνα πρέπει νὰ ζεῖ ὁ πατέρας. Ὅποιος ἐπέκτησε τὴν ἀγάπη ἔγινε ξένος τῆς ὀργῆς. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ διατηρεῖ τὴν ἔχθρα συσσωρεύει στὸν ἑαυτό του ἄσκοπα ἐνοχλητικὰ βάρη. 14) Θυμὸς σημαίνει εὐμετάβλητη καὶ εὐέξαπτη συμπεριφορὰ καὶ ἀσχημοσύνη τῆς ψυχῆς. Θυμώδης σημαίνει νὰ γίνεσαι θεληματικὰ ἐπιληπτικός, καὶ ἀπὸ ἀθέλητη κακὴ συνήθεια νὰ πέφτεις κάτω καὶ νὰ συντρίβεσαι ὁλοσχερῶς. Ὁ θυμὸς δείχνει ἄνθρωπο γεμάτο ἀπὸ ὑπερηφάνεια. Πάμπολα εἶναι τὰ τέκνα τοῦ θυμοῦ. Ὁ τρόπος θεραπείας τοῦ θυμοῦ πρέπει νὰ ἐπαφίεται περισσότερο στὴν ἐπιμέλεια καὶ στὴ φροντίδα τῶν ἰδίων τῶν ἀσθενῶν. 15) Ρίζα πάντων τῶν κακῶν καὶ εἶναι καὶ λέγεται ἡ φιλαργυρία. Διότι αὐτὴ εἶναι ποὺ δημιούργησε μίση καὶ κλοπὲς καὶ φθόνους καὶ χωρισμοὺς καὶ ἔχθρες καὶ ζάλες καὶ μνησικακίες καὶ φόνους. 16) Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός. Ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειά της, εἶναι μέθη τῆς ψυχῆς. Ὡς πρὸς τὶς ἰδιότητές της, εἶναι πηγὴ πίστεως, ἄβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως. Εἶναι ἡ ἀπόρριψη κάθε ἐχθρικῆς καὶ ἀντιθέτου σκέψεως, ἐφ’ ὅσον «ἡ ἀγάπη οὐ λογίζεται τὸ κακόν». Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Κύριον ἔχει προηγουμένως ἀγαπήσει τὸν ἀδελφό του. Τὸ δεύτερο εἶναι ἀπόδειξη τοῦ πρώτου. **** Καλὸ φίλο, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ μεγάλο ἐχθρό, θεωρεῖ ὁ Ὅσιος Πατήρ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα. Ὅσα γι’αὐτὸ γράφει δὲν συνιστοῦν μόνο ἠθικὲς προτροπές, ἀλλὰ καὶ μιὰ ἀξιόλογη ψυχολογικὴ καὶ ψυχοθεραπευτικὴ ἀνάλυση τῶν


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

σχέσεων τῆς ψυχῆς μὲ τὸ σῶμα, τὴν ὁποία ἀξίζει νὰ προσέξουμε. Γράφει: Ἁγνὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μὲ τὸν ἕνα ἔρωτα ἀπέκρουσε τὸν ἄλλο ἔρωτα, καὶ ἔσβησε τὸ ὑλικὸ μὲ τὸ ἄυλο πῦρ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μολυνθεῖ τὸ σῶμα μὲ μία ἁπλὴ ἐπαφή, διότι δὲν ὑπάρχει καμμία αἴσθηση πιὸ ἐπικίνδυνη ἀπὸ τὴν ἁφή. Πολύμορφος εἶναι ὁ ὄφις τοῦ σαρκικοῦ πολέμου. Ὅποιος ἐνίκησε τὸ σῶμα, αὐτὸς ἐνίκησε τὴ φύση. Αὐτὸς δὲ ποὺ ἐνίκησε τὴ φύση, ὁπωσδήποτε ἀνέβηκε σὲ ὑπερφυσικὴ κατάσταση. Ἡ σάρκα εἶναι ἕνας ἀχάριστος καὶ δόλιος φίλος, καὶ ὅσο τὴν περιποιεῖται κανείς, τόσο περισσότερο αὐτὴ βλάπτει. Ποιὸς ἐνίκησε τὸ σῶμα; Αὐτὸς ποὺ συνέτριψε τὴν καρδιά. Καὶ ποιὸς συνέτριψε τὴν καρδιά; Αὐτὸς ποὺ ἀρνήθηκε τὸν ἑαυτόν του. Γιατί πῶς νὰ συντριβεῖ ἐκεῖνος ποὺ ἀπέθανε ὡς πρὸς τὸ θέλημα τῆς σαρκός; Εἶδα ψυχὲς ποὺ ἔρρεπαν μὲ μανία στοὺς σαρκικοὺς ἔρωτες. Αὐτές, λοιπόν, ἀφοῦ ἔλαβαν ἀφορμὴ μετανοίας ἀπὸ τὴ γεύση τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἔρωτος, μετέστρεψαν αὐτὸν τὸν ἔρωτα σὲ ἔρωτα πρὸς τὸν Κύριον. Ἔτσι ξεπέρασαν ἀμέσως κάθε αἴσθημα φόβου καὶ ἐκεντρίσθηκαν στὴν ἄπληστη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ συγγραφέας τῆς Κλίμακας θέτει ἐν συνεχείᾳ τὸν ἑαυτό του ἐνώπιον ὁρισμένων ἀντινομιῶν, ποὺ ἀσφαλῶς ἀπασχολοῦν καὶ προβληματίζουν κάθε πνευματικὸ ἄνθρωπο, μάλιστα δὲ τὸν πιστό. Γράφει: Μὲ ποιὰ μέθοδο καὶ μὲ ποιὸ τρόπο νὰ δέσω αὐτὸν τὸν φίλο μου, δηλαδὴ τὴ σάρκα, καὶ νὰ τὸν δικάσω, ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους, δὲν γνωρίζω. Διότι, πρὶν τὸν δέσω, λύεται καί, πρὶν τὸν δικάσω, συμφιλιώνομαι μαζί του. Καὶ πρὶν τὸν τιμωρήσω, τὸν λυποῦμαι καὶ κάμπτομαι. Πῶς νὰ νικήσω αὐτὸν ποὺ ἐκ φύσεως ἀγαπῶ; Πῶς νὰ ἐλευθερωθῶ ἀπ’ αὐτόν, μὲ τὸν ὁποῖο εἶμαι συνδεδεμένος αἰωνίως; Πῶς νὰ καταργήσω ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἀναστηθεῖ μαζί μου; Πῶς νὰ μεταβάλω σὲ ἄφθαρτο ἐκεῖνο ποὺ ἔλαβε φθαρτὴ φύση; Τί λογικὸ ἐπιχείρημα νὰ τοῦ ἀντιτάξω, ἀφοῦ ἔχει μὲ τὸ μέρος του τὰ λογικὰ ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὴ φύση; Ἄν δέσω τὸν φίλο μου αὐτὸν μὲ τὴ νηστεία, μόλις κατακρίνω τὸν πλησίον μου, πάλι παραδίδομαι στὰ χέρια του. Ἄν σταματήσω τὴν κατάκριση καὶ τὸν νικήσω, ἀλλὰ ὑπερηφανευθῶ μέσα μου, πέφτω πάλι στὰ χέρια του. Εἶναι γιὰ μένα συνεργάτης καὶ ἐχθρός. Καὶ βοηθὸς καὶ ἀντίδι-

κος. Καὶ ὑποστηρικτὴς καὶ ἐπίβουλος. Ὅταν δέχεται περιποιήσεις πολεμεῖ, καὶ ὅταν συνθλίβεται ἀτονεῖ. Ὅταν τὸν ἀναπαύουμε ἀτακτεῖ, καὶ ὅταν πάλι τὸν ἀποστρεφόμεθα καὶ τὸν ταλαιπωροῦμε δὲν ἀντέχει. Ἄν τὸν λυπήσω, διατρέχω κίνδυνο. Ἄν τὸν πληγώσω, δὲν θὰ ἔχω μὲ ποιὸν νὰ ἀποκτήσω τὶς ἀρετές. Τὸν ἴδιο καὶ τὸν ἐναγκαλίζομαι καὶ τὸν ἀποστρέφομαι. Ποιὸ εἶναι τὸ μυστήριο ποὺ μὲ περιβάλλει; Πῶς ἐξηγεῖται ἡ μείξη ποὺ παρατηρεῖται σ’ ἐμένα; Πῶς στὸν ἑαυτό μου εἶμαι φίλος καὶ ἐχθρός; Λέγε μου, λέγε μου, ἐσὺ σύζυγέ μου, ἐσὺ φύση μου, γιατὶ δὲν χρειάζεται νὰ μάθω τὰ περὶ σοῦ ἀπὸ ἄλλον. Πῶς θὰ μείνω ἄτρωτος ἀπὸ ἐσένα; Πῶς θὰ κατορθώσω νὰ διαφύγω τὸν κίνδυνο τῆς φύσεως; Ἐπειδὴ ἔδωσα ὑπόσχεση στὸν Χριστὸ νὰ εἶμαι ἐχθρός σου, πῶς θὰ νικήσω τὴν τυραννική σου ἐξουσία; Πῶς; Διότι ἀπεφάσισα νὰ ἀσκῶ βία ἐπάνω σου. Καὶ ἡ σάρκα, ἀφοῦ κατὰ κάποιο τρόπο ἀποκρίθηκε πρὸς τὴν ψυχή, φάνηκε ὅτι ἔτσι περίπου εἶπε: Ἄν γνωρίσεις καλὰ τὴν ἰδική μου καὶ τὴν ἰδική σου μεγάλη ἀσθένεια, μοῦ ἔδεσες τὰ χέρια. Ἄν ταλαιπωρήσεις τὸν λαιμό, μοῦ ἔδεσες τὰ πόδια, ὥστε νὰ μὴν μπορῶ νὰ προχωρῶ. Ἄν συζευχθεῖς τὴν ὑπακοή, μὲ διεζεύχθης. Ἄν ἀποκτήσεις ταπείνωση, μὲ ἀποκεφάλισες. *** Ἀξίζει τώρα νὰ ἀναφέρουμε μερικὲς ἀπὸ τὶς συμβουλὲς ποὺ δίδει ὁ Ὅσιος Ἰωάννης στὸν Ποιμένα τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν. Πρόκειται γιὰ χρήσιμες ὑποδείξεις πρὸς τὸν πνευματικὸν ποὺ ἀναλαμβάνει τὸ ψυχολογικὸ ἔργο ὑποστηρίξεως καὶ θεραπείας, ἀλλὰ καὶ σωτηρίας, τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν. Γράφει, συμβουλεύει καὶ προστάζει ὁ Ἅγιος Πατήρ:

37


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

1) Ἐσὺ ποὺ ἐκπαιδεύεις αὐτοὺς ποὺ εὑρίσκονται κάτω, νὰ τοὺς παρέχεις διδασκαλίες ἀπὸ τὴν ἄνωθεν ἐξ ὕψους σοφία· καὶ μὲ τὶς αἰσθητὲς εἰκόνες καὶ μεθόδους γύμναζέ τους στὰ πνευματικά. Μὴν ξεχάσεις αὐτὸν ποὺ λέγει, ὅτι «οὐκ ἀπ’ ἀνθρώπων οὐδὲ δι’ ἀνθρώπων τὴν διδασκαλίαν παρέλαβον ἤ ἐδιδάχθην». Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ γήινες διδασκαλίες νὰ θεραπεύσουν ποτὲ αὐτοὺς ποὺ εἶναι πεσμένοι στὴ γῆ. Ἐκεῖνος ποὺ κατέχει λόγους ὠφελείας καὶ δὲν τοὺς μεταδίδει ἄφθονα, δὲν θὰ μείνει ἀτιμώρητος. Λύτρωσε ἄλλους σὺ ποὺ ἐλυτρώθηκες ἀπὸ τὸν Θεόν. Σὺ ποὺ ἐσώθηκες σῶσε αὐτοὺς ποὺ ὁδηγοῦνται στὸν θάνατο καὶ μὴ τσιγκουνευθεῖς νὰ ἐξαγοράσεις αὐτοὺς ποὺ φονεύονται ἀπὸ τοὺς δαίμονες. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἔπαθλο τοῦ Θεοῦ, ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἀνθρώπινη ἤ ἀγγελικὴ ἐργασία ἤ θεωρία. Μὴ προφασίζεσαι ἄγνοια. Γιατὶ ὅποιος δὲν ἐγνώριζε καὶ ἔπραξε ἄξια τιμωριῶν, θὰ τιμωρηθεῖ γιατὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ μάθει. Ὁ ἱκανὸς κυβερνήτης θὰ διασώσει τὸ πλοῖο, καὶ ὁ καλὸς ποιμὴν θὰ ζωογονήσει καὶ θὰ θεραπεύσει τὰ ἀρρωστημένα πρόβατα. Ὅταν τὰ πρόβατα ἀρχίζουν νὰ νυστάζουν ψυχικὰ ἀπὸ τὴ φλόγα τοῦ καύσωνος ἤ μᾶλλον τοῦ σώματος, τότε ὁ ποιμὴν ἄς ὑψώνει τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ καὶ ἄς ἀγρυπνεῖ μὲ ὑπερβολικὸ ἐνδιαφέρον γι’ αὐτά. Ὅταν πέσει στὸ ποίμνιο ὁ σκοτισμὸς καὶ

38

ἡ νύκτα τῶν παθῶν, στῆσε ἀκοίμητο τὸν «κύνα» (τὸν σκύλο) ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ στὴ νυκτερινὴ σκοπιά. Δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο νὰ θεωρήσεις ὡς κύνα τὸν νοῦ σου ποὺ φονεύει τὰ (νοητὰ) θηρία. 2) Ἀπόκτησε καὶ σὺ, ὦ θαυμάσιε, ἔμπλαστρα, ἰατρικὰ ὑγρά, ξυράφια, κολλύρια, σπόγγους, φλεβότομα, θερμοκαυτῆρες, ἀλοιφές, ὑπνωτικά, μαχαίρι, ἐπιδέσμους καὶ αὐτὸ ποὺ λέγεται «ἀναυσία», (δηλαδὴ τὸ νὰ μὴ σὲ πιάνει ναυτία καὶ ἀηδία ἀπὸ τὴν δυσωδία τῶν πληγῶν). Ἄν δὲν τὰ διαθέτουμε αὐτά, πῶς θὰ ἀσκήσουμε τὴν ἐπιστήμη μας; Δὲν ὑπάρχει τρόπος. Διότι ὄχι μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ ἔμπρακτη ἐπέμβαση (ὠφελοῦν) οἱ ἰατροὶ (τοὺς ἀσθενεῖς καὶ) παίρνουν τὴν ἀμοιβή τους. Κάνε τὸν ἁμαρτάνοντα νὰ πονέσει ὀλίγο καιρό, ὥστε νὰ μὴ μακροχρονίσει ἡ ἀσθένειά του ἤ ἐπέλθει ὁ θάνατος ἐξ αἰτίας τῆς καταραμένης σιωπῆς σου. Πολλοὶ ἀπὸ τὴ σιωπὴ τοῦ κυβερνήτου ἐνόμισαν ὅτι πλέουν καλά, μέχρις ὅτου προσέκρουσαν ἐπάνω σὲ βράχους. Πρόσεξε μὴ γίνεις λεπτολόγος ἐξεταστὴς καὶ τῶν πιὸ μικρῶν σφαλμάτων, διότι ἔτσι δὲν θὰ εἶσαι πλέον μιμητὴς τοῦ Θεοῦ. Νὰ νουθετεῖς τοὺς ὑποτακτικούς σου νὰ μὴν ἐξομολογοῦνται μὲ λεπτομερὴ περιγραφὴ τοῦ εἴδους των τὰ σαρκικὰ ἁμαρτήματα τῆς λαγνείας. Ὅλα ὅμως τὰ ὑπόλοιπα νὰ τὰ φέρουν στὴν σκέψη τους νύκτα καὶ ἡμέρα λεπτομερῶς. Γύμναζε τοὺς ὑποτακτικούς σου νὰ εἶναι μεταξύ τους τελείως εἰλικρινεῖς καὶ ἀκέραιοι. Ἀλλὰ πρὸς τοὺς δαίμονας νὰ εἶναι πολὺ προσεκτικοί. Οἱ ἀδύνατοι ἄς μὴ συντρώγουν μὲ αἱρετικούς, ὅπως ἔχει ὁρισθεῖ ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες. 3) Ὅταν ἐπιθεωρεῖς καὶ ἐξετάζεις τοὺς ἀνδρείους, νὰ τοὺς ἐξευτελίζεις χωρὶς λόγο ἐμπρὸς στοὺς ἀδυνάτους, ὥστε μὲ τὸ φάρμακο τοῦ ἑνὸς νὰ θεραπεύσεις τὸ τραῦμα τοῦ ἄλλου, καὶ νὰ παιδαγωγήσεις τοὺς παραλύτους νὰ γίνουν στερεοί. Πρόσεξε μήπως ἡ ὑπέρ τὸ δέον ταπείνωσή σου συσσωρεύσει κάρβουνα ἀναμμένα στὴν κεφαλὴ τῶν τέκνων σου. Ἐξέτασε μήπως ἰδεῖς δένδρα, τὰ ὁποῖα στὸν ἰδικό σου ἀγρὸ πιάνουν ἄδικα τὸν τόπο, ἐνῶ μποροῦν ἴσως νὰ καρποφορήσουν σὲ ἄλλο. Αὐτὰ μὴν ἀμελήσεις νὰ τὰ συμβουλεύσεις μὲ ἀγάπη νὰ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ τὸν ἰδικό σου ἀγρὸ καὶ νὰ μεταφυτευθοῦν ἀλλοῦ. 4) Ψυχὲς καὶ μάλιστα σώματα μολυσμένα καὶ ἀκάθαρτα, μὴ σταματήσεις ποτὲ νὰ σπογγί-


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ζεις (καὶ νὰ καθαρίζεις). Γιὰ νὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν Ἀγωνοθέτη ὄχι μόνο ἰδικούς σου στεφάνους, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ψυχῶν. 5) Τὴν ἀκεραία πίστη καὶ τὰ εὐσεβὴ δόγματα ἄς ἀφήσεις πρὶν ἀπ’ ὅλα κληρονομιὰ στὰ τέκνα σου, ὥστε ὄχι μόνο τὰ τέκνα σου, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐγγονούς σου νὰ ὁδηγήσεις στὸν Κύριο διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶναι μεγάλη ἐντροπὴ γιὰ τὸν Γέροντα νὰ προσεύχεται νὰ δοθεῖ στὸν ὑποτακτικό του κάτι ποὺ ὁ ἴδιος δὲν ἀπέκτησε ἀκόμη. Ὁ ἰατρὸς ὀφείλει νὰ ἀποβάλει τελείως τὰ πάθη ἀπὸ μέσα του. 6) Εἶδα ἰατροὺς ποὺ δὲν ἐφανέρωσαν ἀπὸ πρὶν στὸν ἄρρωστο τὰ αἴτια τῆς ἀσθενείας. Ἔτσι καὶ στοὺς ἀσθενεῖς καὶ στὸν ἑαυτό τους ἐπροξένησαν πολὺ κόπο καὶ συντριβή. Πουθενὰ δὲν φαίνεται ὁ Θεὸς νὰ ἐδημοσίευσε ἐξομολόγηση ποὺ ἄκουσε. Καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ μὴν ἀνακόψει καὶ δυσκολεύσει μὲ τὴν ἀποκάλυψη τοὺς ἐξομολογουμένους καὶ τοὺς κάνει νὰ πέσουν σὲ ἀνίατη ἀσθένεια. 7) Ὁ Γέροντας πρέπει νὰ ἐξετάζει κάθε περίπτωση καὶ ἀναλόγως νὰ προσφέρει τὸ κατάλληλο φάρμακο. Σ’ αὐτοὺς ποὺ βαρύνονται ἀπὸ μεγάλα ἁμαρτήματα καὶ εὔκολα ρέπουν πρὸς τὴν ἀπόγνωση, ἄς δίδεται τὸ δεύτερο φάρμακο. Ἐνῶ σ’ ἐκείνους ποὺ ρέπουν πρὸς τὸ ὑπερήφανο καὶ ἐγωιστικὸ φρόνημα εἶναι κατάλληλο τὸ πρῶτο. Πρὶν ἀπ’ ὅλα ἄς ἐρωτᾶται ὁ ἔνοχος -ἰδιαιτέρως ὅμως- τὶ εἴδους ἁμαρτίες διέπραξε. Στὴν κρίση τῶν ἐνόχων νὰ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψη καὶ οἱ τόποι (ὅπου ἔζησαν) καὶ ἡ ἀνατροφή τους καὶ οἱ συνήθειές τους. Διότι προέρχονται ἐξ αὐτῶν μεγάλες καὶ ποικίλες διαφορές. Πολλὲς φορὲς ὁ ἀσθενέστερος σωματικὰ εἶναι καὶ ταπεινότερος στὴν καρδιά. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τιμωρεῖται ἐλαφρότερα ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς δικαστές. 8) Ἄς παρατηρεῑ ὁ Γέροντας καὶ ἄς σημειώνει καλὰ ὅσους τοῦ ἀντιμιλοῦν καὶ ἀντιστέκονται, καὶ ἐπὶ παρουσίᾳ ὑψηλῶν προσώπων ἄς τοὺς ἐπιτιμᾶ μὲ βαρύτατες ἐπιπλήξεις καὶ τιμωρίες, ἔστω κι ἄν πικραίνονται πολὺ ἀπὸ τοὺς ἐξευτελισμοὺς αὐτούς. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐμπνέει φόβο καὶ στοὺς ἄλλους. Καὶ εἶναι βέβαια συμφερότερο μὲ τὴν τιμωρία τοῦ ἑνὸς νὰ σωφρονίζονται οἱ πολλοί. Τίποτε πιὸ ἄσχημο ἀπὸ Ποιμένα ποὺ ὀργίζεται. Δὲν εἶναι σωστὸ ὁ λέων νὰ βόσκει πρόβατα. Ἄσχημο θέαμα ἡ ἐλεποῦ ἀνάμεσα στὶς ὄρνιθες. Ἡ ἀλε-

πού φονεύει τὶς ὄρνιθες καὶ ὁ (λέων) Ποιμὴν τὶς λογικὲς ψυχές. 9) Ἐὰν ἔχουμε προορατικὸ χάρισμα, ἄς μὴν εἰποῦμε ἐμεῖς πρῶτοι τὰ σφάλματα στοὺς ἐνόχους, ἀλλὰ καλύτερα μὲ πλάγια λόγια ἄς τοὺς παρακινήσουμε νὰ τὰ ἐξομολογηθοῦν οἱ ἴδιοι. Διότι ἔτσι μὲ τὴν ἐξαγόρευση ποὺ θὰ μᾶς κάνουν, τοὺς παρέχετε πλούσια συγχώρηση. Καὶ μετὰ τὴν ἐξομολόγηση ἄς τοὺς προσφέρουμε τὴ δυνατότητα νὰ ἔχουν πρὸς ἐμᾶς περισότερο θάρρος καὶ σχέσεις ἀπ’ ὅ,τι προηγουμένως. Διότι ἔτσι προοδεύουν πολὺ στὴν ἐμπιστοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη ἀπέναντί μας. Ὀφείλομε ἀκόμη νὰ τοὺς παρέχουμε ὑπόδειγμα ἄκρας ταπεινώσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς ἐκπαιδεύσουμε νὰ αἰσθάνονται φόβο (καὶ σεβασμὸ) ἀπέναντί μας. Καὶ σὲ ὅλα πρέπει νὰ δείχνεις ὑπομονή, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περίπτωση τῆς ἀνυπακοῆς. 10) Συνεργάτη τῶν ἀσωμάτων καὶ νοερῶν δυνάμεων καθιστᾶ τὸν ἑαυτό του ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, μὲ τὴν καθαρότητα ποὺ τοῦ ἐδόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸν σπογγίζει τὴν ἀκαθαρσία τῶν ἄλλων (καὶ τὴν καθαρίζει) καὶ προσφέρει ἔτσι στὸν Θεὸν ἀπὸ «ἐπίμωμα» «ἄμωμα» δῶρα. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο δῶρο πιὸ εὐπρόσδεκτο ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅσο τὸ νὰ Τοῦ προσφέρουμε λογικὲς ψυχὲς διὰ τῆς μετανοίας. Ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν ἀξίζει ὅσο ἡ ψυχή. Διότι αὐτὸς (εἶναι φθαρτὸς καὶ) παρέρχεται, ἐνῶ ἡ ψυχὴ καὶ εἶναι καὶ παραμένει ἄφθαρτη. Ψυχὴ ποὺ μὲ τὴν καθαρότητα ἑνώθηκε μὲ τὸν Θεὸν, δὲν χρειάζεται ἄλλον διδασκαλικὸ λόγο, διότι ἡ μακαρία φέρει μέσα της τὸν αἰώνιο Λόγο ὡς μυσταγωγὸ καὶ ὁδηγὸ καὶ φωτιστή. *** Τὰ προαναφερθέντα μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν Κλίμακα τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν μικρὸ μόνο δεῖγμα ἀπὸ τὸ μεγάλο αὐτὸ θεολογικὸ σύγγραμμα, μᾶς ἐπιτρέπουν ὁρισμένες ἐποικοδομητικὲς συμπερασματικὲς διαπιστώσεις, τὶς ὁποῖες καὶ ἀναφέρουμε. Τὸ ὅλο σύγγραμμα συνιστᾶ μιὰ ἀξιόλογη Χριστιανικὴ Ψυχολογία τοῦ Βάθους, δηλαδὴ ἕνα σύνολο ψυχοθεραπευτικῶν κανόνων καὶ πρακτικῶν ποὺ βοηθοῦν τὸν κάθε πιστὸ νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του, νὰ τὸν προστατεύσει καὶ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη ποὺ μποροῦν νὰ ἀποδειχθοῦν ψυχθοφόρα.

39


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Ἀδίστακτα θὰ μπορούσαμε νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι ἡ Κλίμακα χάραξε ἕνα δρόμο προσπελάσεως τοῦ βάθους τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας, πρὶν ἀκόμα ἐμφανισθεῖ στὸν ἐπιστημονικὸ ὁρίζοντα ἡ σύγχρονη Ψυχολογία τοῦ Βάθους. Τὸ σύγγραμμα αὐτό, ἔργο ἑνὸς μὴ διπλωματούχου ψυχολόγου ἀλλὰ ἐρημίτη μοναχοῦ, θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθεῖ ἰσάξιο τῶν ὅσων ἡ σύγχρονη ψυχολογικὴ ἔρευνα μᾶς προσφέρει. Μπορεῖ ἡ ὁρολογία καὶ ἡ μέθοδος ποὺ προτείνει ὁ Ἅγιος Πατήρ νὰ μὴν ταυτίζονται μὲ ὅσα οἱ σύγχρονοι ψυχολόγοι τοῦ Βάθους μᾶς προτείνουν, τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως εἶναι τὸ ἴδιο, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ τὸ φωτισμὸ τοῦ σκοτεινοῦ ἀσυνειδήτου τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἀπαλλαγή του ἀπὸ τὶς καταπιεσμένες ἐπικίνδυνες τάσεις. Εἶμαι βέβαιος ὅτι, ἄν ἐγνώριζαν τὸ ἔργο αὐτὸ οἱ μεγάλοι σύγχρονοι ψυχολόγοι τοῦ Βάθους (Freud, Adler, Jung, Frankl κ.ἄ.), θὰ τὸ ἀξιολογοῦσαν θετικὰ καὶ μάλιστα θὰ εἶχαν πάρει πολλὰ στοιχεῖα ἀπ’ αὐτό, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπέβαιναν χρήσιμα στὸ δικό τους ψυχοθεραπευτικὸ ἔργο. Ἄλλωστε, ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὁ Αὐστριακὸς ψυχίατρος καὶ ψυχοθεραπευτὴς V. Frankl εἶπε : Σὲ μιὰ ἐποχὴ σὰν τὴ δική μας, ποὺ τὸ ὑπαρξιακὸ κενὸ εἶναι πολὺ διαδεδομένο, ποὺ ἀναρίθμητες ἀνθρώπινες ὑπάρξεις εὑρίσκονται στὸ σκοτάδι τῆς ἀπιστίας, τῆς ἀπελπισίας, τῆς ἀγωνίας, τῆς ἀνυπομονησίας καὶ τῆς ἀβεβαιότητας, οἱ πιστοὶ γιατροὶ ἔχουν πολλὰ νὰ προσφέρουν. Στὸ παρελθὸν ὅσοι ὑπέφεραν ἀπὸ τὸ συναίσθημα τοῦ ὑπαρξιακοῦ κενοῦ δὲν ζητοῦσαν ἀπὸ τὸν ψυχίατρο τὴ θεραπεία τους, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἱερέα. Σ’ αὐτὸν θὰ ἔπρεπε καὶ σήμερα νὰ ἀπευθύνονται. (Κρασανάκη Γ., Ψυχοπαιδαγωγικὰ προβλήματα τῆς ἐφηβικῆς ἡλικίας, Ἀθήνα, Σμυρνιωτάκης, 2013, σσ. 97-98). Μιὰ βασικὴ ἐρώτηση ποὺ τίθεται εἶναι ἡ ἑξῆς: Πῶς μπόρεσε ὁ Ὅσιος Ἰωάννης νὰ μᾶς παρουσιάσει αὐτὸ τὸ ψυχολογικὸ ἔργο, χωρὶς νὰ ἔχει τὴν εἰδικότητα τοῦ ψυχολόγου; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλὴ γιὰ ὅσους γνωρίζουν τὰ τοῦ βίου καὶ μάλιστα τῆς ἀσκήσεως τῶν μοναχῶν τῆς ἐρήμου. Μιὰ ζωὴ καθάρσεως καὶ φωτισμένη ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ ἔργο αὐτό. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης δὲν ἐκπόνησε τὸ προτεινόμενο ἔργο του ὕστερα ἀπὸ ἐπιστημονικὲς ἔρευνες μέσα σὲ ψυχολογικὰ ἐργαστήρια, ἀλλὰ τὸ συνέγραψε μέσα στὸ ἐρημικό του

40

ἀσκητήριο, ὕστερα μάλιστα ἀπὸ πολλοὺς κατανυκτικοὺς ἀγῶνες νηστείας καὶ προσευχῆς. Ἄρα τὴν Κλίμακα πρέπει νὰ τὴ θεωρήσουμε ὡς ἕνα ἔργο θεοπνευστίας καὶ ὁσιακῆς κατανύξεως, δηλαδὴ προϊὸν τῶν δυνάμεων ἐκείνων ποὺ δὲν ὑποστηρίζουν μόνο ψυχολογικὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ποὺ συντρίβουν καὶ θεραπεύουν τά ἅμαρτωλὰ πάθη του καὶ σώζουν τὴν ψυχή του. Οἱ προστακτικὲς ποὺ ἀπευθύνει ὁ Ὅσιος Ἰωάννης πρὸς τοὺς μοναχούς, πρὸς τοὺς ποιμένες, ἀλλὰ καὶ πρὸς κάθε πιστὸ χριστιανὸ (γνώριζε, ἀπόφευγε, ξεγύμνωνε, μὴν τρομάζεις, ἐργάζου, χαλίνωνε, θανάτωσε, φίμωσε, ὑπάκουε, ἔσω πράος καὶ ταπεινός, ἐξέταζε κλπ.) θὰ μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιηθοῦν καὶ ἀπὸ σύγχρονους ψυχολόγους τοῦ Βάθους στὸ ψυχοθεραπευτικό τους ἔργο. Φρονοῦμε ὅτι ἕνας σύγχρονος καλὸς ψυχολόγος τοῦ Βάθους, καὶ ταυτόχρονα πιστὸς χριστιανός, θὰ μποροῦσε νὰ συνδυάσει τὰ διδάγματα ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν Κλίμακα τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου μὲ τὰ πορίσματα τῶν ψυχολογικῶν ἐρευνῶν, ὁπότε ἡ ὑποστήριξη τοῦ πάσχοντος ἀτόμου θὰ ἦταν ἐπιτυχέστερη, γιατὶ θὰ ἦταν συγχρόνως καὶ σωτήρια. Ὁ πιστὸς ψυχολόγος μπορεῖ θὰ βοηθήσει τὸν πάσχοντα νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὶς ἐνοχές του, ἀλλὰ καὶ νὰ στραφεῖ πρὸς τὰ ἄνω, τὰ οὐράνια καὶ τὰ αἰώνια. Καὶ εἶναι βέβαιο ὅτι μιὰ τέτοια στροφὴ δὲν θὰ χρειάζεται πλέον καμμιὰ ἀνθρώπινη ψυχολογικὴ ὑποστήριξη, γιατὶ τὸ ἄτομο θὰ ζεῖ μέσα στὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν. Τὸ ὑψηλὸ αὐτὸ ἔργο ἐπιδιώκει ἡ Κλίμακα τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, ἡ ὁποία «ψυχὰς ἀνάγει γῆθεν». Καὶ, ὅπως ὀρθῶς παρατηρεῖ ἕνας μεγάλος σύγχρονος πατρολόγος καὶ πανεπιστημιακὸς διδάσκαλος, ἡ Κλίμακα, τὸ διαμάντι αὐτὸ τῆς ἐκκλησιατικῆς γραμματείας, προβάλλει τὴν ἀνοδικὴ πορεία τῆς ψυχῆς τοῦ Ἰωάννου διὰ τῆς κλίμακος τῶν ἀρετῶν, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν ἔκφραση τῆς προσωπικῆς του ζωῆς, ἐν Χριστῷ, ἀλλὰ καὶ διδάσκει τὸν πνευματικὸ ἀγώνα ποὺ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει κάθε ψυχὴ στὴν οὐράνια δόξα.(Κρικώνη Χρ., Πατερικὰ Μελετήματα, Τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2001, σελ.445). Κλείνοντας, εὔχομαι ὁ Ὅσιος Ἰωάννης νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἐφαρμόσουμε καὶ στὴ δική μας ἀνοδικὴ πνευματικὴ πορεία ὅσα ἡ Κλίμακα τῶν ἀρετῶν διδάσκει.


Ὁ θρίαμβος τοῦ φωτός Μαρίας Ζωγραφάκη-Σπυριδάκη, Ἐκπαιδευτικοῦ

έσα στήν πανδαισία τῆς ἀνοιξιάτικης φύσης, στήν καρδιά τῆς λαμπρότερης ἐποχῆς τοῦ ἔτους, τό ἐαρινό φῶς ἀναδεικνύεται ὁ μέγας καί ἀδιαμφισβήτητος κυρίαρχος καί θριαμβευτής. Ἡ ἐπίσημη ἔναρξη τῆς ἄνοιξης θεωρεῖται ἡμερολογιακά ἡ ἐαρινή ἰσημερία, πού τοποθετεῖται στίς 20-21 Μαρτίου1. Τότε ἡ μέρα ἔχει ἴση ἀκριβῶς διάρκεια μέ τή νύχτα καί ἀρχίζει ἡ ἡμέρα προοδευτικά νά ὑπερισχύει τῆς νύχτας. Ἐγκαθιδρύεται ἔτσι ἡ αὐτοκρατορία τοῦ φωτός πάνω στή γῆ: Ὁ ἥλιος καί τό φῶς ἐπιβάλλονται θριαμβικά καί κατανικοῦν τό σκότος καί τόν ζόφο τοῦ χειμώνα. Ὅπως τό φυσικό φῶς κατακλύζει τή φύση κατά τήν ἐποχή τῆς ἄνοιξης, ἔτσι καί ἀσυγκρίτως περισσότερο καταυγάζει καί λαμπρύνει τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας τό θεῖο φῶς τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο διαχέεται σέ ὅλον τόν ἐτήσιο λειτουργικό κύκλο, συμπυκνώνεται ὅμως στή μέγιστη, ἔνδοξη καί λαμπρή γιορτή τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου μας. Ἡ «βασιλίδα» ἑορτή, ἄρρηκτα δεμένη μέ τήν ἀνάσταση τῆς φύσης καί σοφά τοποθετημένη στό μέσον της ἄνοιξης, καθορίστηκε (ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Νίκαιας, τό 325 μ.Χ.) νά ἑορτάζεται τήν πρώτη Κυριακή μετά τήν πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Καί ἐνῶ ὁ φυσικός ἥλιος μέ τό κτιστό του φῶς φωτίζει ἄπλετα τήν πλάση, ἡ λαμπροφόρος ἑορτή τῆς ἐγέρσεως τοῦ Κυρίου κατακλύζει μέ τό θεῖο καί ἄκτιστο Φῶς της τήν οἰκουμένη καί τό σύμπαν ὁλάκερο: «Πεφώτισται τά σύμπαντα, τή ἀναστάσει σου Κύριε, καί ὁ Παράδεισος πάλιν ἠνέωκται...» (Στιχηρό Δευτέρας Πάσχα), ψάλλει ὁ ὑμνωδός. Καί: «Ἡ Ἀνάστασίς σου Χριστέ Σωτήρ ἅπασαν ἐφώτισε τήν οἰκουμένην…» (Στιχηρόν Ἀναστάσιμον). Ὡς κυρίαρχο καί συστατικό στοιχεῖο τῆς «κλητῆς καί ἁγίας ἡμέρας» προβάλει τό Φῶς, τά ἐπουράνια, τά ἐπίγεια κι ὅσα εἶναι κάτω ἀπό

M

τή γῆ, ὁλόκληρη ἡ ὑλική δημιουργία κυριεύεται καί πλημμυρίζει ἀπό τό «καινόν», τό λαμπρό, τό ὁλόλευκο φῶς τῆς ἀνάστασης πού ξεπήδησε μέσα ἀπό τόν τάφο τοῦ Σωτῆρος: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καί γῆ, καί τά καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τήν Ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται» (Τροπάριο Γ’ Ὠδῆς Κανόνος τῆς Ἀναστάσεως). Τό φῶς, πού εἶναι χαρά καί λαμπρότητα καί ζωή, κυοφορεῖται μυστικά μέσα στήν καρδιά τῆς σωτήριας νύχτας τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτή εἶναι ἡ νύχτα ἡ «φωταυγής» πού προαγγέλλει τήν ἔγερση τοῦ Κυρίου καί πού τό σκότος της θά τό ἐξαφανίσει τό ἄχρονο ἀναστάσιμο φῶς: «Ὡς ὄντως ἱερά καί πανέορτος, αὕτη ἡ σωτήριος, νύξ καί φωταυγής, τῆς λαμπροφόρου ἡμέρας, τῆς Ἐγέρσεως οὖσα προάγγελος, ἐν ᾗ τό ἄχρονον φῶς, ἐκ τάφου σωματικῶς πᾶσιν ἐπέλαμψεν» (Κανόνας τοῦ Ὄρθρου τοῦ Πάσχα). Ὡς ἄχρονον Φῶς νοεῖται τό φῶς τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε πρίν ἀπό τούς αἰῶνες, εἶναι ὁ ἄναρχος, αἰώνιος καί ἀτελεύτητος Θεός, πού μέ τό ἄκτιστο Φῶς του φωτίζει τά σύμπαντα. Στήν ἀναστάσιμη βραδιά, πού εἶναι «νύχτα γιομάτη θαύματα»2, χαρμόσυνα ἀντηχεῖ τό κάλεσμα: «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός καί δοξάσατε Χριστόν τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν». Οἱ ἱερεῖς θά μεταλαμπαδεύσουν στούς πιστούς το Ἅγιο Φῶς, τό ὁποῖο θαυματουργικῶς ἀνάβει μέσα ἀπό τόν Πανάγιο Τάφο τοῦ Κυρίου τό μεσημέρι τοῦ Μεγάλου Σαββάτου καί λαμβάνεται μόνο ἀπό τόν Ὀρθόδοξο Πατριάρχη τῶν Ἱεροσολύμων, ἐνῶ στή συνέχεια διανέμεται στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ὁ Χριστός, βεβαιώνει ὁ λειτουργός, εἶναι ὄντως τό «ἀνέσπερον φῶς», τό φῶς πού ποτέ δέν σκοτεινιάζει καί δέν δύει, τό φῶς τό ἀληθινόν3, τό ἱλαρόν4. Τό πνευματικό, ἄυλο φῶς πού χαρίζει τή λάμψη του σ’ αὐτούς πού παραδίνουν

41


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

τήν καρδιά τους στήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου καί ποτέ δέν παύει νά λάμπει μέσα στήν καθαρότητα καί τή διαύγεια τῆς ψυχῆς τοῦ πιστοῦ. «Τόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν καί φωτίσαντα πάντα δεῦτε προσκυνήσωμεν» (Ἀπόστιχον Κυριακῆς): ὁ ἱερός ὑμνωδός μᾶς προσκαλεῖ νά προσκυνήσουμε τόν ἀναστημένο Θεό, πού φώτισε μέ τό φῶς τῆς Ἀλήθειάς Του ὄχι μόνο τήν κτίση καί τούς ἀνθρώπους καί ὅλη τή δημιουργία, ἀλλά καί αὐτόν τόν Ἅδη ἀκόμα, τά κατώτατα τῆς γῆς. Ὁ ψαλμωδός μᾶς προτρέπει ταυτόχρονα νά καθαρίσουμε τίς αἰσθήσεις μας, νά προετοιμαστοῦμε ὥστε νά μπορέσουμε νά προσεγγίσουμε τό ἀναστάσιμο φῶς, καθότι αὐτό εἶναι ἀπρόσιτο: «Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις, καί ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτω φωτί τῆς ἀναστάσεως, Χριστόν ἑξαστράπτοντα…» (Κανών τοῦ Πάσχα Ὠδή α΄). Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός βεβαιώνει πώς, ὅσο περισσότερο προχωροῦμε πρός τήν κάθαρση, τόσο πιό πολύ Τό βλέπουμε (τό θεῖο Φῶς), ἀφοῦ ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς καί ἡ μετάνοια, ἡ ὑπέρβαση τῆς ἁμαρτίας, συντελοῦν στήν προσέγγιση τοῦ ἀναστάσιμου φωτός. Πανταχοῦ παρόν, φωτίζον καί ἀνακαινίζον, τό Φῶς τῆς Ἀνάστασης διαχέεται σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας καί τῆς Διακαινήσιμου Ἑβδομάδας. Τή Μεγάλη Πέμπτη το ἑσπέρας οἱ πιστοί καλοῦνται νά προσκυνήσουν τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος, ὡς Θεός μεγαλόπρεπος καί ἔνδοξος, περιβάλλεται ἀντί ἐνδύματος τό φῶς: «Ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον, γυμνός εἰς κρίσιν ἵστατο, καί ἐν σιαγόνι, ῥάπισμα ἐδέξατο, ὑπὸ χειρῶν ὧν ἔπλασεν, ὁ δέ παράνομος λαός, τῷ σταυρῷ προσήλωσε, τὸν Κύριον τῆς δόξης, τότε τό καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ ἐσχίσθη, ὁ ἥλιος ἐσκότασε, μή φέρων θεάσασθαι, Θεόν ὑβριζόμενον, ὃν τρέμει τά σύμπαντα. Αὐτόν προσκυνήσωμεν» (Ἀντίφωνον Ὄρθρου Μ. Πέμπτης) Ὁ Κύριος της κτίσης, ὁ Θεός τοῦ φωτός, δέχεται ράπισμα ἀπό τά χέρια πού ὁ ἴδιος ἔπλασε, καρφώνεται στόν σταυρό ἀπό τόν ἀσεβῆ λαό. Μπροστά στό ἀνοσιούργημα τοῦτο ἡ πλάση συγκλονίζεται, φρίττει, καί ὁ ἥλιος ἀκόμα σκοτίζεται, χάνει τό φῶς του, μή ἀνεχόμενος νά βλέπει τόν Δημιουργό του νά ὑβρίζεται! Δυό, μόλις ἡμέρες πρίν ἀπό τήν Ἔγερση τοῦ Κυρίου, τή Μεγάλη Παρασκευή, στούς θρηνητικούς ὕμνους τῶν ἐγκωμίων πού μέ συγκίνηση ψάλλονται σέ ὅλους τους ἱερούς να-

42

ούς, ἀκοῦμε τόν Ἰησοῦ νά ἀποκαλεῖται Φωσφόρος τῆς δικαιοσύνης: «Ἔδυς ὑπό γῆν, ὁ φωσφόρος τῆς δικαιοσύνης, καί νεκρούς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας, ἐκδιώξας ἅπαν, τό ἐν τῷ Ἅδῃ σκότος» (Κρύφτηκες κάτω ἀπό τή γῆ ὁ φωτεινός ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, καί σήκωσες σάν ἀπό ὕπνο τούς νεκρούς, ἐξαφανίζοντας τό σκοτάδι τοῦ Ἅδη). Πλεῖστες ἀναφορές ὑπάρχουν στήν ὑμνολογία, ὅπου ὁ Χριστός ἀποκαλεῖται ἥλιος: «Ὀρθρίσωμεν ὄρθρου βαθέος, καί ἀντί μύρου τόν ὕμνον προσοίσωμεν τῷ Δεσπότῃ·καί Χριστόν ὀψόμεθα, δικαιοσύνης ἥλιον, πᾶσι ζωήν ἀνατέλλοντα» (εἱρμός ε΄ ὠδῆς τοῦ ἀναστάσιμου κανόνος). Ὁ Δεσπότης τοῦ παντός εἶναι ὁ ἥλιος ὁ ἄδυτος, τό αἰώνιο καί ἀκατάλυτο φῶς, ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶναι ἡ πηγή τοῦ ἀληθινοῦ φωτός. Ὅλα στόν Χριστό εἶναι φῶς: φῶς ἡ διδασκαλία Του («φῶς τά προστάγματά σου ἐπί τῆς γῆς», διακήρυττε ὁ Ἡσαΐας -26,9), φῶς τά θαύματά Του, φῶς τά σωτήρια καί ἅγιά Του πάθη («Τά πάθη τά σεπτά ἡ παροῦσα ἡμέρα, ὡς φῶτα σωστικά, ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ», ἀκοῦμε στό 1ο κάθισμα τῆς Μεγάλης Δευτέρας), φωτοφόρος καί ἡ ἁγία Του Ἀνάσταση. Εἶναι ὁ φωτοδότης Θεός, τόν ὁποῖον ἡ θρηνωδοῦσα Μήτηρ Του, στήν Ἀκολουθία τοῦ Ἐπιτάφιου θρήνου, προσφωνοῦσε φῶς τοῦ κόσμου καί φῶς τῶν ὀφθαλμῶν της: «Οἶμοι φῶς τοῦ Κόσμου! οἶμοι φῶς τό ἐμόν! Ἰησοῦ μου ποθεινότατε ἔκραζεν, ἡ Παρθένος θρηνωδοῦσα γοερῶς». Ὅσον ἀφορᾶ στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο μας, δέν θά ἦταν δυνατόν, μέσα στή χαρά καί τή λαμπρότητα τοῦ ἀναστάσιμου φωτός νά μήν κατέχει καίρια καί τιμητική θέση στίς ἀκολουθίες τῶν ἡμερῶν αὐτῶν ἡ μήτηρ τῆς Ζωῆς: «Τήν Θεοτόκον καί Μητέρα τοῦ Φωτός ἐν ὕμνοις τιμῶντες μεγαλύνωμεν» (προΰμνιο τῆς Ὠδῆς τῆς Θεοτόκου). Εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι τό Φῶς, εἶναι ἡ «τό Φῶς ἀρρήτως γεννήσασα» (ἐκείνη πού γέννησε τό φῶς μέ τρόπο ἀνέκφραστο), ἡ «Φωτοδόχος λαμπάδα»5, πού δέχτηκε τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό μέσα της καί ἀνάβοντας τό ἄυλο φῶς, φωτίζει καί ὁδηγεῖ αὐτούς πού βρίσκονται στό σκότος. Τήν κατεξοχήν μαρτυρία περί τοῦ θείου Φωτός μᾶς τήν παραδίδει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, στό προοίμιο τοῦ θεόπνευστου Εὐαγγελίου του πού ἀναγιγνώσκεται τήν


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Κυριακή του Πάσχα στή Θεία Λειτουργία. Μέσα ἀπό αὐτό παρουσιάζονται μεγάλα μυστήρια τῆς Πίστεώς μας καί βεβαιώνεται ὅτι ὁ Θεός ὁ Τριαδικός εἶναι τό ἀληθινό Φῶς: «Ἐν ἀρχή ἦν ὁ Λόγος, καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρός τόν Θεόν…Ἐν αὐτῷ ζωή ἦν, καί ἡ ζωή ἦν τό φῶς τῶν ἀνθρώπων. Καί τό φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καί ἡ σκοτία αὐτό οὐ κατέλαβεν. Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρά Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης. Οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περί τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι᾿ αὐτοῦ, οὐκ ἦν ἐκεῖνος τό φῶς, ἀλλ᾿ ἵνα μαρτυρήσῃ περί τοῦ φωτός. Ἦν τό φῶς τό ἀληθινόν, ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον. Ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καί ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καί ὁ κόσμος αὐτόν οὐκ ἔγνω…» (Ἰωάν. 1: 1,2,4-10). Ὁ θεόπτης Εὐαγγελιστής διακηρύττει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τό τέλειο φῶς, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο. Τό φῶς εἶναι Ζωή καί ὁ Κύριος εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς. Ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Θεός εἶναι φῶς ἁγιότητας, σοφίας καί ἀγάπης, ἡ ἀπόλυτη πηγή τοῦ πνευματικοῦ φωτός πού διαλύει τά σκοτάδια τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πλάνης. Ὅμως, ἐκεῖνοι πού ἀγάπησαν τή σκοτία περισσότερο ἀπό τό φῶς Τόν ἀρνήθηκαν, Τόν ὁδήγησαν στόν θάνατο. Μά τό σκοτάδι τοῦ θανάτου δέν μπόρεσε νά κυριαρχήσει στό Φῶς, στήν πηγή τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας καί ὁ Κύριος ἀναστήθηκε. Ἡ Ἀνάστασή Του ἔγινε ὁ πρόδρομος τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως στήν ἀληθινή ζωή. Καί ἔκτοτε, ὁδηγεῖ τούς πιστούς ὅλων των αἰώνων ἀπό τόν θάνατο στή ζωή, ἀπό τό σκοτάδι στό αἰώνιο φῶς. Αὐτή τή θριαμβευτική ἐποχή τοῦ φωτός, δέν θά πρέπει νά ὑπάρχει κανένας πού νά παραμένει στό σκοτάδι! Ἄς προσλάβουμε ἐσωτερικά κι ἄς ἀκολουθήσουμε τό Φῶς πού δίνει Ζωή, πού ἀνακαινίζει καί φωτίζει τή διάνοια καί τήν καρδιά μας. Ἄς μεταφέρουμε κι ἄς μεταδώσουμε τό θεῖο Φῶς παντοῦ γύρω μας, ὅπως ἀνάβουμε μέ τό Ἅγιο Φῶς τίς λαμπάδες τῶν πλησίον μας, ἔτσι ὥστε νά θριαμβεύσει στόν περίγυρό μας καί στίς ζωές μας, νά φωτίσει καί νά σβήσει κάθε σκότος καί ζόφο ἀπό τόν κόσμο μας. ΠΗΓΕΣ (ἐνδεικτικά): http://www.amen.gr/article17804 http://aktines.blogspot.gr/2014/04/blog-

post_19.html http://www.pigizois.net/kiriakodromio/augoustinos/mitir_anesperou_fotos.htm http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=5 87566 http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/prayer s/service_epitaph_translation.htm http://www.xfd.gr http://www.imaik.gr 1

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Τό σημεῖο πού ὁ οὐράνιος ἰσημερινός τέμνει τήν ἐκλειπτική καί στό ὁποῖο βρίσκεται ὁ Ἥλιος στίς 20-21 Μαρτίου ὀνομάζεται ἐαρινό ἰσημερινό σημεῖο, καί ἀπό τήν ἡμέρα αὐτή ἀρχίζει ἡ ἄνοιξη. Στό φθινοπωρινό ἰσημερινό σημεῖο, ὁ Ἥλιος βρίσκεται στίς 22-23 Σεπτεμβρίου καί ἀπό τήν ἡμέρα αὐτή ἀρχίζει τό Φθινόπωρο. Καί στίς δύο αὐτές ἡμέρες, ἡ νύχτα εἶναι ἴση μέ τήν ἡμέρα, δηλαδή ἐπί 12 ὧρες ὁ Ἥλιος βρίσκεται πάνω ἀπό τόν ὁρίζοντα καί ἐπί 12 ὧρες βρίσκεται κάτω ἀπό τόν ὁρίζοντα, ἔχουμε δηλαδή ἴση-μέρα: ἰσημερία. (τοῦ Διευθυντῆ τοῦ Πλανηταρίου κ. Διονύση Π. Σιμόπουλου). 2 Διονύσιος Σολωμός, Οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι-Ποιήματα, Ἴκαρος 1948. 3 «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον…».. 4 «Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης ἀθανάτου Πατρός, οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, ὑμνοῦμεν Πατέρα, Υἱόν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, Θεόν...» (Ἀκολουθία Ἑσπερινοῦ-Ἐπιλύχνιος Εὐχαριστία). 5 «Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον, τὸ γὰρ ἄϋλον ἄπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγὴ τὸν νοῦν φωτίζουσα…» (Δ΄Στάση Χαιρετισμῶν).

43


Ἀντωνίου Ἐμμ. Στιβακτάκη Μορφές Κρητῶν Ἀθωνιτῶν Βιλιοπαρουσίαση Πρωτοπρεσβυτέρου Εὐαγγέλου Παχυγιαννάκη, Ἐφημερίου Ἱ. Κ. Ναοῦ Ἁγίας Τριάδος πόλεως Ἁγίου Νικολάου έ πολλή χαρά πήραμε καί κρατᾶμε στά χέρια μας, ὡς δῶρον πολύτιμο, τό νέο βιβλίο τοῦ σεβαστοῦ καί λογιώτατου διδασκάλου κατά κυριολεξίαν, κυρίου Ἀντωνίου Ἐμμ. Στιβακτάκη ΜΟΡΦΕΣ ΚΡΗΤΩΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ, ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας. Τό βιβλίο αὐτό ἀρθροίζεται στά προηγούμενα 39 ἀξιόλογα πονήματα τοῦ ἰδίου συγγραφέα, πού μέ ἱερόν πάθος διακονεῖ τήν Ἑλληνική Παιδεία καί τήν Ἐκκλησία. Στόν ἀνά χεῖρας Τόμον παρουσιάζονται 34 Ἁγιορεῖτες Πατέρες, Κρῆτες τήν καταγωγή, τοῦ 19ου καί 20οῦ αἰώνα, τῶν ὁποίων ἡ προσωπικότητα σκιαγραφεῖται μέ βιογραφικά καί ἁγιοπνευματικά στοιχεῖα καί διηγήσεις πάνυ ὠφέλιμες. Ὁ Τόμος, συγκείμενος ἀπό 424 σελίδες, καλαίσθητος, μεγάλου σχήματος, στολισμένος μέ προσωπογραφίες τῶν βιογραφημένων Γερόντων καί μέ εἰκόνες καί τοπία τοῦ Ἁγιώνυμου Ὄρους καί, τυπωμένος σέ φιλόξενο στήν ὅραση χαρτί chamois 100 gr., εἶναι εὔχρηστος καί εὐανάγνωστος. Ὁ περικαλλής Τόμος εἶναι ἀφιερωμένος «Στήν Αὐτοῦ Θειοτάτη Παγαγιότητα, τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Κύριο Κύριο ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ, δεξιό οἰακοστρόφο τῆς Μητρός Ἐκκλησίας καί πνευματικό Πατέρα καί ποδηγέτη τῶν Ἁγιορειτῶν Μοναχῶν, ἐπί τῇ συμπληρώσει εἰκοσαετοῦς εὐκλεοῦς Πατριαρχίας στό Πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως». Ὁ Παναγιώτατος στό εὐλογητικό Πατριαρχικό Γράμμα τῆς ἐκδόσεως, μέ τήν διακρίνουσα Αὐτόν ἱστορική γνώση καί ἀκριβολογία σημειώνει: «…ἀπό παντός τόπου κατοικουμένου ὑπὸ Ορθοδόξων προσήρχοντο εἰς τὸν Ἄθω, ἵνα βιώσωσιν ὅσα ἐν τῷ ἤτορι αὐτῶν ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμουν. Οὐκ ἦν ὅθεν δυνατὸν ἵνα ἡ μεγαλόνησος καὶ ἡμῖν πεφιλημένη Κρήτη ὑστερηθῆ τοῦ τοιούτου καλοῦ. Πληθύς Κρητῶν

M

44

ἀνά τοὺς αἰῶνας, ζήλῳ Θεοῦ κινούμενοι καὶ ἐν μέσῳ κινδύνων πολλῶν ἐκ θαλάσσης καὶ πειρατῶν, κατέφευγεν εἰς τοὺς ἀπορρῶγας βράχους τοῦ Ἄθω. Ἐκεῖ ὡς μοναχοί πλέον κατελάμβανον τῶν ἀρετῶν τὴν ἀκρόπολιν δι’ ἀσκήσεως. Τηροῦντες γὰρ τὸ κατ’ εἰκόνα ἀλώβητον, εἰς τὸ καθ’ ὁμοίωσιν ὡς δυνατὸν ἀνήρχοντο, γενόμενοι κανόνες ἀρετῆς ἀκριβέστατοι. Ἀλλά καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ ζῶντες συνέπασχον μετά τῆς λοιπῆς ἐσταυρωμένης καὶ πονεμένης Ρωμηοσύνης καὶ πολλάκις ἐξήρχοντο ἵνα ἀναπτερώσωσι τὸ φρόνημα τοῦ δουλεύοντος Γένους». Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κύριος Εὐγένιος στόν περιεκτικό Πρόλογό του ἀναφέρει ὅτι: «Ἡ παρούσα μελέτη εἶναι καρπός μιᾶς κοπιώδους καί πολυετοῦς προσπάθειας τοῦ συγγραφέα, ἡ ὁποία γίνεται ἀκόμη πιό σπουδαία καί σημαντική, γιατί ἀναφέρεται σέ βίους συγχρόνων καί γνωστῶν Πατέρων μέ Κρητική καταγωγή, πού ἀσκήτευσαν καί μεγαλούργησαν κατά Θεόν στό Περιβόλι τῆς Παναγίας μας». Εὐχαριστεῖ στή συνέχεια «τόν ἐξαίρετο συγγραφέα καί διδάσκαλο κ. Ἀντώνιο Στιβακτάκη γιά τήν πολύτιμη προσφορά του, τόν ἀγαπητό τυπογράφο καί ἐκδότη κ. Ἀθανάσιο Καγιᾶ καί τίς ἐκδόσεις “Μυγδονία” καί ὅλους ὅσοι συνέβαλαν στήν καλαίσθητη αὐτή ἔκδοση, τήν ὁποίαν θεωρ(εῖ)οῦμε κατόρθωμα καί εὐλογία Θεοῦ στή δύσκολη αὐτή ἱστορική συγκυρία (πού διερχόμεθα)…» Τέλος, ὁ Σεβασμιώτατος, μᾶς ἀποκαλύπτει τό ἐκκλησιολογικό καί υἱικό κίνητρο τῆς ἀφιερώσεως τοῦ Τόμου στόν Παναγιώτατον Οἰκουμενικόν μας Πατριάρχη. Σημειώνει, λοιπόν: «Ἀφιερώνεται στόν “ἔργοις, λόγοις καί πόνοις” ἐπί εἰκοσαετίαν θεοφιλῶς καί θεαρέστως πατριαρχοῦντα σεπτόν προκαθήμενον τῆς κατά Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόν Οἰκουμενικόν ἡμῶν Πατριάρχην κ.κ.Βαρθολομαῖον, ὡς ἐλάχιστο ἀντίδωρο ἀπείρου σεβασμοῦ, εὐγνωμοσύνης καί υἱικῆς ἀμεταθέτου ἀφοσιώσεως…»


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Στή συνέχεια, ὁ συγγραφέας, παραθέτει κατατοπιστική Εἰσαγωγή, μέ πλούσια Βιβλιογραφία, πού ἀποτελεῖται ἀπό τά ἑξῆς Κεφάλαια: ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (ἡ Κρήτη), ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ, Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ ΚΑΙ Η ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ, ΚΡΗΤΕΣ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΙ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ ΜΕΤΟΧΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ, ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ. Τά κείμενα, τοποθετημένα μέ μεθοδικότητα πραγματικοῦ διδασκάλου, παρέχουν στόν ἀναγνώστη τήν ἄνετη πρόσβαση στό κεντρικό μέρος τοῦ βιβλίου, πού εἶναι ἡ ἀνάγνωση καί ἐπικάρπωση τῶν ἐπιμέρους βιογραφημάτων τῶν σεβαστῶν Κρητῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων. Εἶναι δέ οἱ ἑξῆς: Θεοφάνης, Λαυριώτης, ὁ Κρής. Ὁ σημαντικότερος ἐκπρόσωπος τῆς λεγομένης Κρητικῆς Σχολῆς, μεγάλος καλλιτέχνης κι ἁγιογράφος. Ὁ μοναχός Θεοφάνης Στρελίτζας, ὁ λεγόμενος Μπαθᾶς, γεννήθηκε στόν Χάνδακα τῆς Κρήτης. Ἀγάπιος Λάνδος ὁ Μικραγιαννανίτης, ἐξ Ἡρακλείου. Μία ἀπό τίς σημαντικότερες μορφές λογίων τοῦ 17ου αἰώνα, προσέφερε ἀνεκτίμητες ὑπηρεσίες στήν Ὀρθοδοξία καί στό Γένος. Ἱλαρίων Ἁγιαννανίτης, ὁ Ὁσιομάρτυς, ἐξ Ἡρακλείου. «Προγυμνασθείς δι’ ἐγκρατείας καί νηστείας, ὁμολόγησε τόν Χριστόν, διό καί ποικίλως αἰκισθεῖς, τήν κεφαλήν ἀπετμήθη». Ἰωακείμ Ἁγιαννανίτης, ὁ Ἡσυχαστής. Ἐγεννήθη στό χωριό Καλλικράτης Σφακίων. Πρώην χαϊνης καί ληστής, ἐλθών εἰς ἑαυτόν κατόρθωσε νά “ἁρπάσει” τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Χερουβείμ Ἁγιαννανίτης, ἄριστος ἁγιογράφος, καλλιγράφος καί λόγιος, ὑπῆρξε διδάσκαλος στήν ἁγιογραφία τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ νέου. Κατήγετο ἀπό τή Γαλίφα Πεδιάδος. Βικέντιος Ἁγιαννανίτης, ἀσκητική φυσιογνωμία αὐστηρῆς τήρησης τῶν κανόνων τοῦ μοναχισμοῦ. Κατήγετο ἀπό τόν Κρουσώνα Ἡρακλείου. Γεννάδιος Διονυσιάτης, σπάνιο φαινόμενο μοναχικῆς καλλονῆς καί ὁρμαθός ποικιλωνύμων ἀρετῶν. Κατήγετο ἀπό τά Ἀκούμια Ἁγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Μάρκος Διονυσιάτης, ἄγαλμα ἀρετῆς καί ἀγωνιστῆς εἰς τό ἔπακρον. Γεννήθηκε στά Περβόλια τοῦ χωριοῦ Πανέθυμον Κισάμου Χανίων. Εὐδόκιμος Ξηροποταμηνός. Ἀπό τό Γεράνι Κυδωνίας. Εὐγενέστατος στούς τρόπους καί

μειλιχιώτατος. Πανάρετος Καυσοκαλυβίτης, Κρής, ἁγιογράφος ἄριστος, μοναχός ἀρχα ί ων χ ρ ό ν ω ν, ἐγκυκλοπαιδικώτατος, ἀκ ο ύ ρ α στος εἰς τό κηρύττειν τόν θεῖον Λό γ ο ν. Ἱερ ών υμος Ἁγιοπαυλίτης. Προορατικός καί διορατικός, γεννήθηκε στή γειτονιά Κουτσουνάρα τοῦ χωριοῦ Βλάτος Κισάμου Χανίων. Ἱερόθεος Ἁγιοπαυλίτης, γεννήθηκε στά Πεζά Ἡρακλείου. Διετέλεσε Πρωτοσύγκελλος Ἱ. Μητροπόλεως Κρήτης καί ἱεροκήρυκας, ὑπό τήν πνευματική καθοδήγηση τοῦ Μητροπολίτη Τίτου Ζωγραφίδη. Χερουβείμ Ἁγιοβασιλείτης. Πλήρης πίστεως, ταπεινοφροσύνης, πραότητος καί ἐλπίδος, σιωπηλός καί ἀμέριμνος. Κατήγετο ἀπό κάποιο χωριό τοῦ Ρεθύμνου. Ἀμβρόσιος Ξενοφωντινός. Ταπεινός, πράος, ἐλεήμων, βίωνε τό λιτό πνευματικό μεγαλεῖο του πολυάθλου Ἰώβ. Κατήγετο ἀπό τό χωριό Χριστός Ἱεραπέτρας. Νέστωρ Καρυώτης Διονυσιάτης, ἀπό τό χωριό Δαφνέδες Μυλοποτάμου. Διακριτικός πνευματικός καί καλός ἁγιογράφος. Βασίλειος Ξηροποταμηνός. Ἱερεύς, Προϊστάμενος, Ἐπίτροπος, Τυπικάρης, καλλιγράφος καί συγγραφέας. Γεννήθηκε στό χωριό Βουλισμένη Μεραμπέλλου. Εὐθύμιος Κουτλουμουσιανός-Ἐσταυρωμένος. Ἄριστος καί διακριτικός ἐξομολόγος, μνήμων, λόγιος, βιβλιόφιλος, ὁ ἐπιλεγόμενος μικρός Νικόδημος. Ἀπό τά Πηρουνιανά τῆς Ἁγίας Βαρβάρας Ἡρακλείου. Ἀβιμέλεχ Μικραγιαννανίτης, ἀπό τό χωριό Ἐμπρόσνερος Ἀποκορώνου Χανίων. Βαθειά

45


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

πνευματικός, σεμνός, πλημμυρισμένος θείας χάριτος. Νήφων Δανιηλίδης-Κατουνακιώτης, ζωγράφος. Ἕνα πεντάγλυκο γεμάτο καλοσύνη γεροντάκι, ἀπό τό Νεροκούρου Κυδωνίας. Δανιήλ Καυσοκαλυβίτης. Εὐλογημένη ψυχή, ἄριστος ξυλογλύπτης, γεννήθηκε στόν Συκολόγο Βιάννου. Μάξιμος Ξηροποταμηνός, ἀπό τόν Χριστό Ἱεραπέτρας. Ταπεινός, πράος, ἀλτρουιστής, μεγάλος πνευματικός καί σοφός διδάσκαλος. Μόδεστος Κωσταμονίτης, ἀπό τό χωριό Μανωλιόπουλο Κυδωνίας Χανίων. Ὁ μέ τό κομποσκοίνι στό χέρι καί τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» στό στόμα. Εὐσέβιος Ξηροποταμηνός, ἀπό τόν Χριστό Ἱεραπέτρας. Ἡ διακονία του μαρτυρεῖ ἄνδρα πού ἡ ψυχή τοῦ ἐφλέγετο ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον. Ἰωάννης Κουτλουμουσιανός, ἀπό τό Τυμπάκι Ἡρακλείου. Ἐνέπνεε σέβας καί εὐλάβεια. Νήφων Κωνσταμινίτης. Πράος, ἐγκρατής μέ τό χάρισμα τῆς διαρκοῦς κατανύξεως καί τῶν δακρύων. Γεννήθηκε στό χωριό Μαριοῦ Ἁγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Νικόδημος Κουτλουμουσιανός - Ἰβηρίτης, ἀπό τόν Κρουσώνα Ἡρακλείου. Ἁπλός, αὐστηρός, διαρκής προετοιμασία γιά τήν αἰωνιότητα. Δαμασκηνός Ἁγιοβασιλειάτης, ἀπό τό Καμινάκι Ὀροπεδίου Λασιθίου. Βιβλική μορφή τῆς ἁγιασμένης ἐρήμου, ὁλόλευκο πνευματικό κρίνο. Γρηγόριος Ξενοφωντινός, ἀπό τό χωριό Ἐμπρόσνερος Ἀποκορώνου Χανίων. Ἁπλός,

46

διορατικός, ἐγκρατής, ἀρχοντικός, ταπεινός. Σωφρόνιος Γρηγοριάτης, ἀπό τήν περιοχή Ἁγίας Τριάδος πόλεως Ἡρακλείου. Ἔδινε τήν ἐντύπωση μικροῦ παιδιοῦ, εὐγενικός καί πράος. Νικήτας Σταυρονικητιανός, φωτεινό πρόσωπο, λαμπρή ματιά μέ σοφία τοῦ πανεπιστημίου τῆς ἐρήμου, ἀπό τά Παλαιά Ρούματα Κισάμου Χανίων. Γεράσιμος Ξενοφωντινός, ἀπό τά Σελλιά Ἁγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Ἡρωικός μαχητής τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους. Εὐμένιος Ξηροποταμηνός, ἀπό τόν Ἅγιο Θωμᾶ Ἡρακλείου. Χαρακτηριστικά του ἡ ἱεροπρέπεια, ἡ σεμνότητα, ἡ ἐργατικότητα, ἡ βαθειά εὐσέβεια καί ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο. Δαμασκηνός Κουτλουμουσιανός ὁ κομποσκοινᾶς, ἀπό τήν Κρύα Βρύση Ἁγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Ἡ γνησιότητα τῶν τρόπων καί ἡ εἰλικρίνεια ζωγραφιζόταν στό πρόσωπό του. Ἐραστής τῆς ἀγρυπνίας καί τῆς προσευχῆς. Ματθαῖος Τιμιοσταυρίτης ἀόματος, ὁ Κρητικός. Πάντοτε ὄρθιος καί προσευχόμενος δυνατά, ἐκ βάθους ψυχῆς, ἀεί ζητῶν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τό νοερόν φῶς, διά τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Αὐτές οἱ ἡρωικές μορφές μᾶς συνοδεύουν καί μᾶς φιλοξενοῦν στούς εὐλογημένους τόπους τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους, στά ταπεινά ἀσκηταριά, στούς ἀπορρῶγες βράχους, στά ἐρημικά μονοπάτια τοῦ ἀόρατου ὅπου ἀσκήτευσαν καί πέρασαν τόν δόλιχο τούτης τῆς ζωῆς, πότισαν τούς βράχους μέ τά πύρινα δάκρυα τῶν προσευχῶν τους καί πρόσφεραν λιβανωτό ἄκαυστο τούς ἀλάλητους στεναγμούς τοῦ σύμπαντος κόσμου μέ θυμιατήριο τήν καρδιά τους. Μᾶς συνοδεύουν καί μᾶς φιλοξενοῦν μέσα ἀπό τίς σελίδες τοῦ βιβλίου τοῦ εὐλαβοῦς συγγραφέα, πού ζωντανεύει μέ τή χαρισματική πένα του κι ἰχνογραφεῖ μέ ἀπαράμιλλη πιδεξιοσύνη πρόσωπα καί πράγματα, καταστάσεις καί τοπία, συμπεριφορές ζηλευτῆς ὀμορφιᾶς γιά ἐμᾶς τούς ἐν τῷ κόσμῳ. Συνιστοῦμε ἐκθύμως τό βιβλίο καί θεωροῦμε ὡς ξεχωριστή εὐλογία τῆς Κυρίας Θεοτόκου καί κάνιστρο χάριτος μέ αὐτά τά εὔοσμα ἄνθη τῶν ἀρετῶν ἀπό τό ἀνθόσπαρτο περιβόλι Της, πού μᾶς προσφέρει τήν περίοδο αὐτή τοῦ Κατανυκτικοῦ Τριωδίου ἡ Ἱερά Μητρόπολη Ἱεραπύτνης καί Σητείας. Εἶναι ἕνα τερπνότατο καί ψυχωφελές ἀνάγνωσμα, ὁδηγητικό στίς ὑψηλές κορυφές τοῦ πνεύματος.


ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ •Tήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας ὁλοκληρώθηκαν οἱ ἐργασίες τῆς Συνάξεως τῶν Μακαριωτάτων Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία διεξήχθη στό Φανάρι ἀπό 6ης ἕως 9ης Μαρτίου ἐ.ἔ. σέ πολύ ἀδελφικό κλίμα. Στή Σύναξη, πού πραγματοποιήθηκε κατόπιν προσκλήσεως καί ὑπό τήν προεδρία τῆς Α.Θ.Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, συζητήθηκαν ζητήματα πού ἀφοροῦν στή ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στόν σύγχρονο κόσμο. Κατά τήν πανηγυρική Θεία Λειτουργία, προεξάρχοντος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου ἀναγνώσθηκε ἀπό τοῦ Πατριαρχικοῦ Ἄμβωνος τό Μήνυμα τῶν Προκαθημένων. Στή Σύναξη μετεῖχαν ὅλοι οἱ Μακαριώτατοι Προκαθήμενοι αὐτοπροσώπως, πλήν τοῦ ἀσθενοῦντος Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ἀντιοχείας κ.κ. Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπήθηκε ἀπό Ἀρχιερεῖς τῆς κατ᾿ αὐτόν Ἐκκλησίας.

•Ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης χοροστάτησε κατά τόν Ἑσπερινό τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου στόν πανηγυρίσαντα φερώνυμο Ἱερό Ναό τῆς Κοινότητος Προπόδων Ταταούλων, ὅπου μετά τήν ἀπόλυση τέλεσε Τρισάγιο ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ ἀειμνήστου Ἄρχοντος Πρωτοψάλτου τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μ. Ἐκκλησίας Κωνσταντίνου Πρίγγου γιά τήν συμπλήρωση 50

ἐτῶν ἀπό τήν ἐκδημία του. Ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς, Τρίτη 25η Μαρτίου, ὁ Πατριάρχης χοροστάτησε κατά τήν τελεσθεῖσα Θεία Λειτουργία στόν πανηγυρίσαντα ὁμώνυμο Ἱερό Ναό τῆς Κοινότητος Βαφεοχωρίου. •Ἡ Α. Θ. Παναγιότης ὁ Πατριάρχης τό πρωί τῆς Πέμπτης 10ης Ἀπριλίου κήρυξε μέ κατάλληλη ὁμιλία τήν ἔναρξη τῆς ἡμερίδας μέ θέμα: «Σπονδή στή μνήμη Γιώργου Σεφέρη: Τρεῖς μέρες στά μοναστήρια τῆς Καππαδοκίας» πού διοργανώθηκε στήν Πατριαρχική Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή ἀπό τή Διεύθυνση τῆς Δευτεροβάθμιας Ἐκπαιδεύσεως Νομοῦ Χαλκιδικῆς.

•Σέ πνεῦμα κατανύξεως καί ἱεροπρέπειας τελέσθηκαν στόν Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό Ἁγίου Γεωργίου οἱ ἱερές ἀκολουθίες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Ἑβδομάδος. Τό πρωί τῆς Μ. Παρασκευῆς 18ης Ἀπριλίου ἡ Α. Θ. Παναγιότης, ὁ Πατριάρχης, χοροστάτησε κατά τήν Ἱερά Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Ἀποκαθηλώσεως σέ συγχοροστασία μέ Ἀρχιερεῖς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Τό μεσημέρι τῆς Μ. Παρασκευῆς ὁ Πατριάρχης μετέβη στήν Ἱ. Μονή Ζωοδόχου Πηγῆς Βαλουκλῆ καί

47


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

ἀνέγνωσε Τρισάγιο πρό τοῦ τάφου τοῦ ἀοιδίμου προκατόχου του Πατριάρχου Δημητρίου, καί στή συνέχεια προσκύνησε στό Πατριαρχικό Κοιμητήριο Ἐγρηκαποῦ, ὅπου δεήθηκε ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν ἐκεῖ ἀναπαυομένων Ἱεραρχῶν καί λοιπῶν τέκνων τῆς Ἐκκλησίας.

•Μέ μεγαλοπρέπεια καί λαμπρότητα καί μέ τήν παρουσία πλήθους προσκυνητῶν ἑορτάσθηκε ἡ ἑορτή τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου στά Πατριαρχεῖα. Τό μεσονύκτιο τοῦ Μ. Σαββάτου 19ης Ἀπριλίου ὁ Πατριάρχης προέστη τῆς τελετῆς τῆς Ἀναστάσεως καί ἀπηύθυνε ἑόρτιο Μήνυμα πρός τούς πιστούς πού συνέρευσαν στόν αὐλόγυρο τῶν Πατριαρχείων. Στή συνέχεια τελέσθηκε ἡ πασχάλιος πανηγυρική Θ. Λειτουργία, προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου καί συλλειτουργούντων Σεβ. Μητροπολιτῶν τῆς Μητρός Ἐκκλησίας. Τήν Πατριαρχική Ἀπόδειξη ἐπί τῷ Πάσχα ἀνέγνωσε ἀπό τοῦ Ἱεροῦ Ἄμβωνος ὁ Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτης κ. Βαρθολομαῖος, Ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου.

Τό πρωί τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, 20ῆς Ἀπριλίου, τελέσθηκε σέ πανηγυρική ἀτμόσφαιρα ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Ἀγάπης, προεξάρχοντος τοῦ Πατριάρχου. Μετά τήν Εἴσοδο, τό Ἱερό Εὐαγγέλιο ἀναγνώσθηκε σέ δέκα γλῶσσες. Στό τέλος τῆς ἀκολουθίας ὁ Πατριάρχης, κατά τό ἐκκλησιαστικό ἔθος, διένειμε σέ ὅλους τούς πιστούς πασχαλινά αὐγά. •Μέσα στήν εὐφρόσυνη ἀτμόσφαιρα τῆς ἀναστάσιμης περιόδου πανηγύρισε τήν Τετάρτη 23η Ἀπριλίου ὁ Πάνσεπτος Πατριαρχικός Ναός τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, στό Φαράρι. Τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τελέσθηκε ὁ Μέγας πανηγυρικός Ἑσπερινός χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πριγκηποννήσων κ. Ἰακώβου. Τήν ἑπομένη τελέσθηκε Ἀρχιερατικό Συλλείτουργο, κατά τό ὁποῖο προεξῆρχε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πριγκηποννήσων κ. Ἰάκωβος καί ἔλαβαν μέρος οἱ Σεβ. Μητροπολίτες Προύσης κ. Ἐλπιδοφόρος καί Κυδωνιῶν κ. Ἀθηναγόρας. •Πενθήμερη ἐπίσκεψη στήν Ὁλλανδία ἀπό 23ης ἕως 27ης Ἀπριλίου πραγματοποίησε ἡ Α.Θ.Π., ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρ-

θολομαῖος, Ὁ Παναγιώτατος συναντήθηκε στή Χάγη μέ τόν Ἐξοχ. κ. Frans Timmermans, Ὑπουργό Ἐξωτερικῶν τῆς Ὁλλανδίας καί μέ τούς ἐκπροσώπους τοῦ Ἐθνικοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν καί παρεκάθησε στό ἐπίσημο γεῦμα πού παρέθεσαν πρός τιμήν του οἱ Πρέσβεις τῆς Τουρκίας καί τῆς Ἑλλάδος. Ἐπίσης ἔγινε δεκτός ἀπό τόν Βασιλέα τῆς Ὁλλανδίας κ. WillemAlexander στήν κατοικία του, ὅπου ἔγινε συζήτηση γιά θέματα πού ἀφοροῦν στή θέση τῶν Μειονοτήτων στήν Τουρκία, τήν προοπτική ὀργανώσεως οἰκολογικοῦ Συμποσίου στήν Ὁλλανδία κ.ἄ., εἶχε συνάντηση μέ τούς ἐκπροσώπους τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, τῶν Ἀνατολικῶν

48


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Ἐκκλησιῶν, τῶν Παλαιοκαθολικῶν καί τῶν Ἀγγλικανῶν στήν Ὁλλανδία, μέ τούς Παλαιοκαθολικούς Ἐπισκόπους Ὁλλανδίας καί Ἑλβετίας καί μέ τά μέλη τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τοῦ Διαλόγου μεταξύ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί Παλαιοκαθολικῶν, ἐνῶ ξεναγήθηκε στό πρότυπο ἀγρόκτημα τῆς περιοχῆς Bunschoten. Ἐπίσης παρακολούθησε ἡμερίδα μέ θέμα: «Our Daily Bread-Sustaining life and human dignity through food and agriculture», ὅπου μίλησε κατάλληλα ὁ Πατριάρχης καί ἀκολούθησε συζήτηση στρογγύλης τραπέζης. Μετά τήν ἡμερίδα, ὁ Παναγιώτατος καί οἱ σύνεδροι ξεναγήθησαν στούς χώρους παραγωγῆς ἀγελαδινοῦ γάλακτος γειτονικοῦ ἀγροκτήματος. Ἐπιπλέον ὁ Πατριάρχης μετέβη στήν Ἱερά Μονή τοῦ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου Asten, ὅπου χοροστάτησε κατά τόν τελεσθέντα Μ. Ἑσπερινό. Τέλος, τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ, 27η Ἀπριλίου, ὁ Πατριάρχης χοροστάτησε στόν Ἱ. Ναό Ἁγίου

Νικολάου Rotterdam, κατά τήν τελεσθεῖσα Θεία Λειτουργία, στήν ὁποία συμμετεῖχαν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Βελγίου κ. Ἀθηναγόρας, ὁ Θεοφιλ. Ἐπίσκοπος Εὐμενείας κ. Μάξιμος, οἱ Κληρικοί τῆς Ἱ. Μητροπόλεως, Πρέσβεις καί μέγα πλῆθος πιστῶν ἀπό τίς Ἐνορίες τοῦ Βελγίου, τῆς Ὁλλανδίας καί τοῦ Λουξεμβρούργου. Μίλησαν κατάλληλα ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Βελγίου καί ὁ Πατριάρχης τοῦ Γένους. •Τήν γενέτειρά του Ἴμβρο ἐπισκέπτηκε ἀπό τήν Δευτέρα 28η Ἀπριλίου ἕως καί τήν 1η Μαΐου ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος. Ὁ Πατριάρχης, ὁ ὁποίος συνοδευόταν ἀπό τόν Μητροπολίτη Νέας Ἰερσέης κ. Εὐάγγελο καί κληρικούς τοῦ Οἰκουμενικού Θρόνου, προσκύνησε, ἀμέσως μετά τήν θερμή ὑποδοχή του στόν κεντρικό λιμένα, στόν Ἱερό Μητροπολιτικό

Ναό τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στήν Πρωτεύουσα τῆς νήσου, Παναγία. Ἐπίσης ὁ Παναγιώτατος ἔγινε δεκτός ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη Ἴμβρου κ. Κύριλλο στήν ἕδρα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἴμβρου καί Τενέδου καί μετέβη στό χωριό του, τούς Ἁγίους Θεοδώρους, ὅπου εἶχε τήν εὐκαιρία νά περπατήσει στά γραφικά δρομάκια καί νά θαυμάσει τούς ὁλάνθιστους κήπους, πλημμυρισμένους μέ χρώματα καί ἀρώματα τῆς Ἰμβριώτικης ἄνοιξης. Ἀκόμη, ἐπισκέφθηκε τό Κοιμητήριο τοῦ χωριοῦ του, ὅπου βρίσκονται οἱ τάφοι τῶν προγόνων καί συγγενῶν τοῦ Πατριάρχη ἀλλά καί τῶν γονέων τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀμερικῆς Ἰακώβου Κουκούζη. Τέλος, κατά τήν διάρκεια τῆς τριημέρου παραμονῆς του στήν Ἴμβρο ὁ Πατριάρχης ἐπισκέφθηκε διάφορα χωριά καί ἐθιμοτυπικῶς τόν νέο Ἐπαρχο καί τόν νέο Δή-

μαρχο τῆς νήσου, τούς ὁποίους καί συνεχάρη γιά τήν ἀνάληψη τῶν καθηκόντων τους. Ἀκόμη, ἐπισκέφθηκε τό Δημοτικό Σχολεῖο τῆς Ἴμβρου, ὅπου εὐλόγησε διδάσκοντες καί διδασκομένους.

49


ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

οι Ομιλιεσ τησ Αγιασ και μεγαλησ τεσσαρακοστησ Α´ Κυριακη των Νηστειων Μέ τήν παρουσία ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίου Νικολάου, Ἐπισκόπου Μύρων, καί τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Χριστοφόρου ἀπό τήν Ἐνορία Παχείας Ἄμμου Ἱεράπετρας ξεκίνησαν τήν Κυριακή της Ὀρθοδοξίας, 9 Μαρτίου, στόν κατάμεστο ἀπό πιστούς Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἱεράπετρας οἱ καθιερωμένες ὁμιλίες τῆς περιόδου τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Προηγήθηκε ἡ ἀκολουθία τοῦ Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ, κατά τήν ὁποία χοροστάτησε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος καί παρέστη συμπροσευχόμενος ὁ Ἱερός Κλῆρος ἀλλά καί πλῆθος πιστῶν πού προσκύνησε τά χαριτόβρυτα ἅγια λείψανα. Ὁ Σεβ. κ. Εὐγένιος προλόγισε κατάλληλα τόν ὁμιλητή της βραδιᾶς Αἰδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου καί Ἐφημέριο τοῦ Ἱεροῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ Ἁγίας Τριάδος πόλεως Ἁγίου Νικολάου π. Εὐάγγελο Παχυγιαννάκη, ἐπισημαίνοντας τήν ἀνάγκη ἐπίγνωσης τοῦ ἑαυτοῦ μας καί συνεχοῦς αὐτοελέγχου τῶν προθέσεων καί τῶν ἐπιθυμίων μας. Ὁ ὁμιλητής, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τόν Σεβ. Μητροπολίτη κ. Εὐγένιο γιά τήν πρόσκληση, ἀνέπτυξε τό θέμα: «Πόσο, ἀληθινά, Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί εἴμαστε;» ὑπογραμμίζοντας ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι θρησκεία, ὑπερβατικός στοχασμός καί νοησιαρχική προσέγγιση τοῦ ἄγνωστου Θεοῦ, ἀλλά ἀποκάλυψη τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ, ἐμπειρική γνώση καί αὐθεντικός τρόπος ζωῆς, μπολιασμένος μέ ἦθος Χριστοῦ. Ομιλια του Αρχιμ. Δοσιθεου Κανελλου στη Σητεια Μέ τή συμμετοχή τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου τῆς περιοχῆς καί πολυάριθμου ἀκροατηρίου πραγματοποιήθηκε τό ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου 15 Μαρτίου στόν Ἱερό Ναό Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Σητείας ἐνδιαφέρουσα ὁμιλία μέ θέμα: «Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καί τό ἀφιλάνθρωπον τοῦ ἀνθρώπου» ἀπό τόν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμ. π. Δοσίθεο Κανέλλο, Ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης Εὐρυτανίας. Προηγήθηκε ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἑσπερινοῦ καί ἡ εἰσαγωγική ὁμιλία γιά τό θέμα ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιο. Ὁ ὁμιλητής μέ τή γλαφυρότητα καί τήν ἐνάργεια τοῦ λόγου του ἀναφέρθηκε τό μέγεθος τῆς θείας φιλανθρωπίας μέσα ἀπό τά κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας τονίζοντας ὅτι ὡς ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ὀφείλουμε εὐγνωμοσύνη στόν Πανάγαθο Θεό γιά τήν ἄφατη καί ἄπειρη φιλανθρωπία του, καί παρότι γνωρίζουμε ὅτι δέν μποροῦμε νά προσφέρουμε ἰσάξια «ὧν ἐποίησεν ἡμῖν» ὁ Θεός, μποροῦμε ὅμως νά προσφέρουμε τό ἐλάχιστον, πού εἶναι εὐγνωμοσύνη ἀπέραντη. 50


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Ὁ Σεβασμιώτατος κ. Εὐγένιος εὐχαρίστησε ἀπό καρδίας τόν ὁμιλητή γιά τόν ἐπιστηρικτικό καί γεμάτο ζωντάνια πατερικό λόγο του, κάνοντας ὅλο τό ἀκροατήριο κοινωνούς τῆς ἁγιοπνευματικῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Β´ Κυριακη των Νηστειων Πλῆθος πιστῶν συνέρευσε τό ἀπόγευμα τῆς Β΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, 16 Μαρτίου, στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας, ὅπου κατά τή διάρκεια τοῦ Ἀρχιερατικοῦ Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ τέθηκε πρός προσκύνηση τεμάχιο ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Ἐπισκόπου Πενταπόλεως τοῦ Θαυματουργοῦ. Μετά τήν ἀκολουθία τοῦ Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ, στήν ὁποία χοροστάτησε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος, ἀκολούθησε ἐπίκαιρη ὁμιλία τοῦ Πανοσιολ. Ἀρχιμ. π. Δοσίθεου Κανέλλου, Ἡγουμένου τῆς Ἱ. Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης Εὐρυτανίας. Ὁ Σεβασμιώτατος παρουσίασε τόν ὁμιλητή, σημειώνοντας ὅτι μέ τήν ὀξυτάτη γραφίδα του μεταλαμπαδεύει τό ἀειθαλές καί ἄσβεστο φῶς τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς μακραίωνης παραδόσεως τοῦ μαρτυρικοῦ Φαναρίου καί τοῦ Γένους μας. Ὁ π. Δοσίθεος μέ λόγο θεολογικό, ἀλλά ἁπλό καί ἰδιαίτερα γλαφυρό ἑρμήνευσε τό πρῶτο τμῆμα τοῦ ἰδιόμελου τροπαρίου «Χαλινούς ἀποπτύσας τούς πατρικούς, ἀστάτω φρενί,...», σημειώνοντας ὅτι χρειάζεται χαλινάρι στίς σκέψεις, στά λόγια καί στίς πράξεις τοῦ συνετοῦ χριστιανοῦ, πού πρέπει να πορεύεται μέσην καί βασιλικήν ὁδόν, γνωρίζοντας ὅτι στή ζωή χρειάζεται ὁ «αὐτοκράτωρ λογισμός», πηδάλιο, τιμόνι καί πυξίδα, καί ἀπαιτεῖται μεγάλη προσοχή στά μάτια καί σέ ὅλες τίς αἰσθήσεις. Ιερατικη Συναξη Μαρτιου Μέ τή συμμετοχή σύσσωμου τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας πραγματοποιήθηκε τή Δευτέρα 17 Μαρτίου στήν Αἴθουσα Συνεδρίων τοῦ νεόδμητου Κέντρου Πολιτιστικῆς καί Κοινωνικῆς Μέριμνας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως στήν Ἱεράπετρα ἡ καθιερωμένη κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς Ἱερατική Σύναξη. Μετά τήν προσευχή ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος καλωσόρισε τούς Ἡγουμένους τῶν Μονῶν καί τούς Ἐφημερίους τῶν Ἐνοριῶν τῆς Μητροπόλεως στήν πρώτη ἐπί τό αὐτό σύναξη στήν κατάλληλα ἐξοπλισμένη συνεδριακή αἴθουσα τοῦ νέου κτηρίου, τονίζοντας ὅτι ἀνεγέρθηκε καί ὁλοκληρώθηκε ἀποκλειστικά μέ δαπάνες τίς τοπικῆς Ἐκκλησίες καί τῶν Ἐνοριῶν μέ τή σωστή διαχείριση καί ἀξιοποίηση καί τοῦ τελευταίου «δίλεπτου» τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ τῆς Μητροπολιτικῆς περιφέρειας. Προλογίζοντας τό θέμα τῆς εἰσηγήσεως: «Ὁ Παπάς καί ὁ Παπαδιαμάντης» ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Εὐγένιος ὑπογράμμισε ὅτι ὁ Ἱερέας στά κείμενα τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς χάριτος, ὁ παραδοσιακός, ὁ ἁπλοϊκός καί ὁ ἐνάρετος παπάς πού ἐνέπνεε, στήριζε, δίδασκε καί θεράπευε τούς πιστούς. Αὐτός ὁ διαχρονικός

51


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

«παπάς τοῦ Παπαδιαμάντη» ὑπάρχει ἀκόμη στίς μέρες μας ἐδῶ στήν Ἀνατολική Κρήτη, ὅπου οἱ Ἱερεῖς χαρακτηρίζονται γιά τήν εὐσέβεια, τήν εὐλάβεια, τήν ἀφοσίωσή τους στήν Ἐκκλησία καί τόν Ἐπίσκοπό τους, καί γιά τήν ἀγάπη τους γιά τό ποίμνιό τους. Ὁ ὁμιλητής Πανοσιολ. Ἀρχιμ. π. Δοσίθεος Κανέλλος, Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης Εὐρυτανίας, ἀφοῦ ἀνέφερε χαρακτηριστικά ἀποσπάσματα ἀπό διάφορα κείμενα, κατέληξε ἐπισημαίνοντας ὅτι ὁ Ἱερέας στά κείμενα τοῦ Παπαδιαμάντη, πού ἦταν γνήσιο τέκνο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ πνεύματος καί τῆς χάριτος. Ἀκολούθησαν τά ἐρωτήματα τῶν Ἐφημερίων γιά θέματα ποιμαντικῆς, τελετουργικῆς φύσεως καί τυπικῆς διάταξης, στά ὁποῖα ἀπάντησαν κατάλληλα ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Εὐγένιος καί ὁ Γέροντας Δοσίθεος.

Ομιλια για την Ψυχοπαθολογια ΣΤΗΝ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑ Μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον παρακολούθησε τό πολυάριθμο κοινό τήν ἐκδήλωση μέ θέμα «Ἐκκλησία καί Ψυχοπαθολογία» πού διοργάνωσε ἡ Ἱερά Μητρόπολη Ἱεραπύτνης καί Σητείας σέ συνεργασία μέ τήν Κινητή Μονάδα Ψυχικῆς Ὑγείας Νομοῦ Λασιθίου τό ἀπόγευμα τῆς Τετάρτης 19 Μαρτίου στόν κατάμεστο ἀπό κόσμο Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας. Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος στήν εἰσαγωγική ὁμιλία του ὑπογράμμισε ὅτι ψυχική καί σωματική ὑγεία εἶναι ἀλληλένδετες, καθώς ὅταν «ἀσθενεῖ μου τό σῶμα, ἀσθενεῖ μου καί ἡ ψυχή» (Μεγαλυνάριο τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος). Ἡ «ἰδιότυπη καί λανθασμένη κοσμολογία καί ἀνθρωπολογία» πού ἐπικρατεῖ στίς μέρες μας δέν δίδουν ἀπαντήσεις στά ὑπαρξιακά προβλήματα τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου «τῆς στενῆς λογικῆς καί τῆς μηχανῆς». Ἡ κοινωνία τῶν ἀνθρώπων μετεξελίχθηκε σέ κοινωνία τῆς κατανάλωσης, στήν ὁποία ἐπικρατεῖ ἡ μαζοποίηση, ἡ ἀλλοτρίωση ἀπό τήν αἰσθησιακή ζωή καί ἡ ὑποδούλωση στίς ὑλικές ἀπολαύσεις. Ἀποτέλεσμα εἶναι ὁ εὐτελισμός τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καί ἡ ὕπαρξη σύγχρονων ψευδοπροφητῶν, ὀπαδῶν εἰδωλολατρικῶν ἀνατολίτικων θρησκειῶν, μυστικιστικῶν, ἀποκρυφιστικῶν καί ἄλλων παραψυχολογικῶν ὁμάδων πού ἐπιδιώκουν νά καλύψουν τό ὑπαρξιακό κενό τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Σεβασμιώτατος σημείωσε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο καί φροντιστήριο ψυχῶν, μέ ὁδοδεῖκτες τούς Ἁγίους, πού εἶναι οἱ θεραπευμένοι καί ἀναγεννημένοι ἄνθρωποι. Ὁ ἐπιστημονικά ὑπεύθυνος τῆς Κινητῆς Μονάδας Ψυχικῆς Ὑγείας Νομοῦ Λασιθίου, Ψυχίατρος κ. Ἐμμανουήλ Καναβάκης, στήν εἰσήγησή του ἀναφέρθηκε στή σχέση Ἐκκλησίας καί Ψυχοπαθολογίας καί τήν συλλογική ἀλλά καί τήν ἀτομική εὐθύνη στήν ἀρωγή τῶν ψυχικά ἀσθενῶν, ὑπογραμμίζοντας ὅτι ἡ ἁρμονική συνεργασία τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης καί τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά ἀποδώσει σημαντικά ἀποτελέσματα. Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Εὐγένιος εὐχαρίστησε τόν κ. Καναβάκη καί τούς ἐκλεκτούς συνεργάτες τοῦ στό Κέντρο Ψυχικῆς Ὑγείας Νομοῦ Λασιθίου, στούς ὁποίους πρόσφερε ὡς ἐνθύμιο τή νέα ἔκδοση «Μορφές Κρητῶν Ἀθωνιτῶν» καί τήν Καινή Διαθήκη πού ἔχει ἐκδώσει ἡ Ἱερά Μητρόπολη Ἱεραπύτνης καί Σητείας. 52


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Κυριακη της Σταυροπροσκυνησεως Στόν Ἱερό Ναό Τιμίου Σταυροῦ Ἱεράπετρας καί μέ τήν ἁγιαστική καί ἐνισχυτική παρουσία Τιμίου Σταυροῦ ἀπό τήν Ἱερά Μονή Καψᾶ πραγματοποιήθηκε ὁ Ἀρχιερατικός κατανυκτικός Ἑσπερινός καί ἡ ὁμιλία τῆς Κυριακῆς τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Μετά τήν ἀκολουθία τοῦ Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ, στήν ὁποία χοροστάτησε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος καί παρέστη συμπροσευχόμενος σύσσωμος ὁ Ἱερός Κλῆρος τῆς περιοχῆς, ὁ Σεβασμιώτατος παρουσίασε καί προλόγισε κατάλληλα τό θέμα τῆς ὁμιλίας: «Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ καί ὁ σταυρός τοῦ χριστιανοῦ», ὑπογραμμίζοντας ὅτι «ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ κορυφαῖο σύμβολο θυσίας καί ἁγιασμοῦ, τρόπαιο νίκης κατά τοῦ διαβόλου καί πανίσχυρο ὅπλο τοῦ πιστοῦ, γι’ αὐτό καί τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σταυρικό. Ὁ ὁμιλητής κ. Ἀπόστολος Μπουρνέλης, Καθηγητής τῆς Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀκαδημίας Ἡρακλείου, ἀναφέρθηκε στήν εὐαγγελική φράση «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι» (Μάρκ. 8,34), τονίζοντας ὅτι ἡ σταύρωση τοῦ χριστιανοῦ εἶναι συνεχής καί ἐπιτυγχάνεται μέ τή σύνδεση τοῦ χριστιανοῦ μέ τό σταυροφόρο Χριστό καί ὅτι «καλούμαστε ὅλοι νά στρατευθοῦμε αἴροντας ὁ καθένας τόν προσωπικό του σταυρό, μιμούμενοι τά φιλάγια πρότυπα τά ὁποία εὐκαίρως, ἀκαίρως προβάλει ἡ μήτηρ Ἐκκλησία». Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Εὐγένιος εὐχαρίστησε τόν κ. Μπουρνέλη γιά τήν Πατερικῶς κατοχυρωμένη ὁμιλία του περί τῆς θεολογίας τοῦ Σταυροῦ καί εὐχήθηκε νά μπορέσουμε ὅλοι μας νά διακρίνουμε ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας καί νά μή γογγύζουμε, ἀλλά «νά χαιρόμαστε τόν Σταυρό μας». Η εορτη του Ευαγγελισμου της Θεοτοκου στη σητεια Μέ ἐκκλησιαστική λαμπρότητα καί μεγάλη συμμετοχή Κλήρου καί λαοῦ πανηγύρισε τήν Τρίτη 25 Μαρτίου, ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ὁ φερώνυμος περικαλλής Ναός τῆς πόλης τῆς Σητείας. Τήν παραμονή τελέσθηκε ὁ Μέγας πανηγυρικός Ἑσπερινός της ἑορτῆς, κατά τόν ὁποῖο χοροστάστησε, εὐλόγησε τούς προσφερόμενους ἄρτους καί κήρυξε τόν θεῖο λόγο ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος καί ἔλαβε μέρος πλειάδα Κληρικῶν τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς Σητείας. Ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Εὐγένιος χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια τέλεσε τή θεία Λειτουργία τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου καί μίλησε στό πολυάριθμο ἐκκλησίασμα γιά τό θεολογικό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί τῆς πλήρους συγκαταθέσεως τῆς Θεοτόκου στό σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί γιά τήν ἀπελευθέρωση τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων ἀπό τόν πολύχρονο καί βαρύ τουρκικό ζυγό, μέ τή βοήθεια τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ τοῦ Γένους μας. 53


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Ο εορτασμος της εθνικης επετειουτης 25ης Μαρτιου 1821 Μέ λαμπρότητα καί ἐθνική ὑπερηφάνεια ἑορτάσθηκε στήν πόλη τῆς Σητείας ἡ ἐθνική ἑορτή τῆς 25ης Μαρτίου. Ἡ ἐπίσημη Δοξολογία γιά τήν ἐθνική παλιγγενεσία τοῦ 1821 τελέσθηκε στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Αἰκατερίνης, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγενίου. Στή Δοξολογία συμμετεῖχαν ὁ Πανοσιώτατος Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τοπλοῦ Ἀρχιμ. Φιλόθεος Σπανουδάκης καί ὁ Ἱερός Κλῆρος τοῦ τόπου καί παρέστησαν ὁ Δήμαρχος κ. Θεοδ. Πατεράκης καί οἱ Ἀντιδήμαρχοι τοῦ Δήμου Σητείας, οἱ Διοικητές τῆς Ναυτικῆς Βάσης Κυριαμαδίου, τοῦ 3ου Κ.Ε.Π., τοῦ Ἀστυν. Τμήματος, τοῦ Λιμεναρχείου, τῆς Πυροσβεστικῆς Ὑπηρεσίας, οἱ Διευθυντές τῶν Σχολείων καί τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσίων, ἐνῶ τιμές ἀπέδωσε ἡ διμοιρία τοῦ 3ου Κ.Ε.Π. Ζήρου καί ἡ Φιλαρμονική τοῦ Δήμου Σητείας. Ἀκολούθησε ἡ ἐπιμνημόσυνη δέηση στό Ἡρῶο, ἡ κατάθεση στεφάνων, ἡ τήρηση ἑνός λεπτοῦ σιγῆς, ἡ ἀνάκρουση τοῦ Ἐθνικοῦ Ὕμνου καί ἡ μαθητική παρέλαση, στήν ὁποία ἔλαβαν μέρος ἡ Δημοτική Φιλαρμονική, Σύλλογοι, Σωματεῖα, Ἐθελόντριες Νοσηλεύτριες τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, τά Σχολεῖα Πρωτοβάθμιας καί Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης, οἱ προσκοπικές ὁμάδες καί Ὁπλίτες τοῦ 3ου Κ.Ε.Π. Ζήρου. Ιερα Εξομολογηση Ἀπό τήν Τρίτη 1 ἕως καί τήν Πέμπτη 3 Ἀπριλίου στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας, ἀπό τήν Παρασκευή 4 ἕως καί τό Σάββατο 5/4 στόν Ἱερό Ναό Εὐαγγελισμοῦ Θεοτόκου πόλεως Σητείας καί τήν Κυριακή 6/4 στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Τριάδος Παλαικάστρου ἐξομολόγησε ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Τύχων, Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα Ἁγίου Ὄρους. Πολλοί πιστοί προσῆλθαν καί φέτος μέσα στήν κατανυκτική αὐτή περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς στό Ἱερό Μυστήριο τῆς Μετανοίας καί ζήτησαν τίς πνευματικές συμβουλές καί ὁδηγίες ἑνός ἔμπειρου ἁγιορείτη Πνευματικοῦ. Δ´ Κυριακη των Νηστειων Τό ἑσπέρας τῆς Δ΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν 30 Μαρτίου κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγενίου, τέθηκαν σέ προσκύνηση στόν κατάμεστο ἀπό πιστούς Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας τά τεμάχια τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου καί τῶν μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Παντελεήμονος τοῦ Ἰαματικοῦ καί Τρύφωνος, ἀπό τήν Ἐνορία Μαλλῶν Ἱεραπέτρας. Ὁ Σεβασμιώτατος, προλόγισε κατάλληλα τό θέμα τῆς ὁμιλίας «Ψυχολογία τοῦ Βάθους ἀπό τήν Κλίμακα τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου» καί ἀναφέρθηκε στή θεραπευτική ἀποστολή καί παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί στά στάδια τῆς κάθαρσης, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θέωσης, μέσα ἀπό τά ὁποῖα ἐπέρχεται ἡ πνευματική τελείωση. Ὁ ὁμιλητής τῆς βραδιᾶς, κ. Γεώργιος Κρασανάκης, ὁμότιμος Καθηγητής Ψυχολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Κρήτης, σημείωσε μέ ἀριστοτεχνικό τρόπο, ὅτι στήν Κλίμακα περιγράφονται οἱ ἀρετές πού ὀφείλει νά κατακτήσει κάθε πιστός στήν ἐπίγεια ζωή του, οἱ ὁποῖες κλιμακώνονται ἀπό τίς εὐκολότερες στήν ἐφαρμογή πρός τίς δυσκολοτέρες καί ἀπό τίς πρακτικότερες πρός τίς θεωρητικότερες. 54


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Ε΄ Κυριακη των Νηστειων Μέ ὁμιλία γιά τόν «Ὅσιο Πορφύριο, τόν προορατικό καί ἰαματικό Παιδαγωγό τῶν ἡμερῶν μας» ὁλοκληρώθηκε τήν Ε΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, 6 Ἀπριλίου, ὁ κύκλος τῶν ὁμιλιῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Ἱεράπετρας. Προηγήθηκε ἡ ἀκολουθία τοῦ τελευταίου Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς περιόδου τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγενίου. Κατά τή διάρκεια τῆς ἀκολουθίας τέθηκε σέ προσκύνηση καί εὐλογία τῶν πιστῶν ἡ Τιμία Κάρα τοῦ Ὁσίου Ἰωσήφ τοῦ Γεροντογιάννη, πού μετέφερε ἀπό τήν Ἱερά Μονή Καψᾶ ὁ Πανοσιώτατος Ἡγούμενος Ἀρχιμ. π. Μεθόδιος Περάκης. Στή συνέχεια ὁ Σεβασμιώτατος προλόγισε κατάλληλα τόν ὁμιλητή τῆς βραδιᾶς, τόν κ. Γεώργιο Κρουσταλάκη, ὁμότιμο Καθηγητή τῆς Παιδαγωγικῆς τῆς Φιλοσοφικῆς καί τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Ὁ ὁμιλητής σκιαγράφησε σέ ἁδρές γραμμές τή φωτεινή καί χαρισματική προσωπικότητα τοῦ ὁσίου Γέροντος Πορφύριου Μπαϊρακτάρη, τόν ὁποῖο χαρακτήρισε ἐπίγονο τῶν μεγάλων φιλοκαλικῶν Πατέρων, καθώς ὑπῆρξε διακριτικός πνευματικός Πατέρας τῆς ἀγάπης, τῆς ταπείνωσης καί τῆς ὑπακοῆς καί στήριξε ἰδιαιτέρως τούς ἀνθρώπους τῆς ὀδύνης καί τῶν δοκιμασιῶν. Ὁ Σεβ. κ. Εὐγένιος εὐχαρίστησε τόν κ. Κρουσταλλάκη γιά τή μετάδοση τῶν ζωντανῶν βιωμάτων του ὡς Πνευματικό τέκνο τοῦ «Γέροντος τῆς Ὁμόνοιας» πού γνώρισε τόν ἔσω, τόν «κρυπτό τῆς καρδίας ἄνθρωπο» (Α΄ Πετρ. 3,4), καί διακόνησε τόν δοκιμαζόμενο καί γεμάτο κατάθλιψη σύγχρονο ἄνθρωπο, δίνοντάς του κουράγιο καί παρηγοριά. Ιερατικη Συναξη Απριλιου Ἱερατικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας πραγματοποιήθηκε τή Δευτέρα 7 Ἀπριλίου στήν Αἴθουσα Συνεδρίων τοῦ Κέντρου Πολιτιστικῆς καί Κοινωνικῆς Μέριμνας τῆς Ἱ. Μητροπόλεως στήν Ἱεράπετρα μέ θέμα: «Ὁ Ὅσιος Πορφύριος, ὡς Πνευματικός Πατέρας καί Παιδαγωγός». Μετά τήν κοινή προσευχή ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος παρουσίασε στούς Ἐφημερίους το θέμα τῆς συνάξεως, ἀναφερόμενος στή μεγάλη προσφορά τοῦ σύγχρονου ἁγίου σέ ὅλους τούς πονεμένους καί κάθε λογής δοκιμασμένους συνανθρώπους του καί στήν ἀποστολή τοῦ Κληρικοῦ στόν σύγχρονο κόσμο. Ὁ εἰσηγητής τοῦ θέματος κ. Γεώργιος Κρουσταλάκης, ὁμ. Καθηγητής τῆς Παιδαγωγικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, παρουσίασε συνοπτικά τους κυριώτερους σταθμούς τῆς ζωῆς τοῦ Γέροντος Πορφυρίου καί ὑπογράμμισε ὅτι ἀνήκει στή χορεία τῶν μεγάλων Φιλοκαλικῶν Πατέρων, ἔχοντας ὡς ἡσυχαστικό καί ἀναχωρητικό πρότυπο τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Καλυβίτη. Παρόλο πού ἔζησε στό κέντρο τῆς πολύβοης Ἀθήνας ἀγάπησε τήν ἑκούσια πτωχεία καί ζοῦσε τόν ἐκστατικό θεῖο ἔρωτα, γι’ αὐτό καί ἐφάρμοσε τήν παιδαγωγική «του λεντίου» πού εἶναι παιδαγωγική «των γονάτων καί τῶν δακρύων», δηλαδή τῆς διακονίας καί τῆς θυσιαστικῆς προσφορᾶς. Ὁ Σεβ. κ. Εὐγένιος εὐχαρίστησε ἐγκάρδια τόν κ. Κρουσταλάκη γιά τή βιωματική παρουσίαση τοῦ Γέροντος Πορφυρίου, τονίζοντας ὅτι πρόσεχε τίς ταλαιπωρημένες ψυχές, ἄκουγε τούς μοναχικούς ἀνθρώπους, μοιραζόταν τόν ἀνθρώπινο πόνο καί παρατηροῦσε καί ἀνέλυε σέ βάθος τό κάθε ζήτημα πληροφορούμενος ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί στοιχειοθετοῦσε καί τεκμηρίωσε ὅ,τι ἔλεγε. 55


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Θυρανοίξια ιερόυ Ναου αγίου Γεωργίου Μύθων Ιεράπετρας Μέ τή δέουσα λαμπρότητα καί μέ τή συμμετοχή τῶν Ἐνοριτῶν τελέσθηκαν τό ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου 12 Ἀπριλίου τά Θυρανοίξια τοῦ ἀνακαινισμένου Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ἐνορίας Μύθων Ἱεράπετρας ἀπό τόν Σεβ. Μητροπολίτη Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιο. Μετά τόν Ἁγιασμό, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Εὐγένιος χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ καί εὐλόγησε τούς προσφερόμενους ἄρτους, στήν ὁποία συμμετεῖχαν οἱ Αἰδεσιμ. Ἐφημέριοι τῶν ὅμορων Ἐνοριῶν. Ὁ Σεβασμιώτατος στήν ἐμπνευσμένη ὁμιλία του πρός τό πυκνό ἐκκλησίασμα ἀναφέρθηκε στό ἀναστηλωτικό ἔργο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως τήν τελευταία εἰκοσαετία καί στόν ἀπαιτούμενο σεβασμό πρός τά ἐκκλησιαστικά μνημεῖα πού μᾶς κληροδότησαν οἱ εὐσεβεῖς πρόγονοί μας, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν τά σημεῖα ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων ἀλλά καί πόλο ἕλξης τῶν τουριστῶν πού ἐπισκέπτονται τόν τόπο μας. Ἀκόμα, συνεχάρη τόν Ἐφημέριο, τά μέλη τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου καί τούς μικρούς καί μεγάλους δωρητές πού ἀπό τό ὑστέρημά τους συνεισέφεραν γιά τήν κάλυψη τῶν δαπανῶν τῶν ἐργασιῶν συντήρησης καί ἀνακαίνισης τοῦ ναοῦ. Εκδηλωση της Σχολης Βυζαντινης Μουσικης «Άγιος Ἀνδρεας ο Κρητης» στη Σητεια Σέ κλίμα κατάνυξης τό βράδυ τοῦ Σαββάτου τοῦ Λαζάρου 12 Ἀπριλίου, ἀμέσως μετά τό πέρας τοῦ Ἑσπερινοῦ, πραγματοποιήθηκε στόν Ἱερό Ἐνοριακό Ναό Ἁγίου Γεωργίου ἡ ἐκδήλωση τῆς Σχολῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας «Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης». Ἡ ἐκδήλωση, στήν ὁποία παρέστησαν ὁ Ἱερός Κλῆρος καί πλῆθος κόσμου τῆς περιοχῆς, ἄνοιξε μέ τό καλωσόρισμα τοῦ ὑπευθύνου Καθηγητῆ τῆς Σχολῆς στή Σητεία καί Χοράρχη πρωτ. Νικολάου Ἀλεξάκη. Ἡ Χορωδία ἀποτελούμενη ἀπό τούς Ἱεροψάλτες τῆς περιοχῆς καί τούς μαθητές τῆς Σχολῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς Σητείας ἀπέδωσε ἐπιλεγμένους ὕμνους τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Ἑβδομάδας, ἐνῶ συμμετεῖχε καί ἡ Παιδική Χορωδία μέ τρεῖς σύντομους ὕμνους. Ἐπίσης διαβάστηκαν ἀποσπάσματα ἀπό τά κεφάλαια «Πνευματικές δοκιμασίες» καί «Κράτα τό νοῦ σου στόν Ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι» τοῦ Γέροντος Σωφρονίου τοῦ Ἔσσεξ. Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος συνεχάρη τά μέλη τῆς Χορωδίας γιά τήν ἀπόδοση τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας καί εὐχήθηκε ὅλοι νά βιώσουμε μέ καθαρές καρδιές τά θεῖα Πάθη γιά νά λάμψει καί πάλι σέ ὅλους μας τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ καί νά δώσει τήν Ἀνάσταση στούς πονεμένους, δοκιμασμένους, κατατρεγμένους καί πληγωμένους συνανθρώπους μας. Μαζί μέ τίς πατρικές εὐχές του διένειμε καί εὐχητήριες κάρτες γιά τόν Ἅγιον Πάσχα σέ ὅλα τα μέλη τῆς Χορωδίας τῆς Σχολῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς. 56


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

Ο Σεβ. Μητροπολιτης ιεραπυτνησ και σητειασ Κ. Ευγενιος: •Τήν Τρίτη 4/3 προέστη στήν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ μακαριστοῦ Ἰωάννου Βοσκάκη στόν Ἱ. Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας. •Τό ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς 7/3 χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τῆς Α΄ Στάσης τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί μίλησε ἐπίκαιρα στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί Ἄξιόν ’Εστι Ἱεράπετρας. •Ἀκολούθως χοροστάτησε στήν ἴδια ἀκολουθία στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Γεωργίου πόλεως Ἱεράπετρας, ὅπου καί μίλησε κατάλληλα στό ἐκκλησίασμα γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. •Τό Σάββατο 8/3, ἑορτή τοῦ διά κολλύβων θαύματος τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, περιστοιχούμενος ἀπό Ἐφημερίους τῆς πόλεως, χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί ἱερούργησε στόν πανηγυρίζοντα Ἱερό Νεκροταφειακό Ναό Ἁγίων Θεοδώρων, ὅπου κήρυξε τόν θεῖο λόγο καί τέλεσε τό μνημόσυνο τῶν μακαριστῶν Κωνσταντίνου Γιωργαλάκη, Ἀργυρῆς Βασαρμίδου, Θεοδώρας Φρονιμάκη καί Αἰκατερίνης Βολυράκη καθώς καί ὑπέρ πάντων τῶν κεκοιμημένων πού ἀναπαύονται στό Κοιμητήριο Ἱεράπετρας. •Τό ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου 8/3 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ, εὐλόγησε τούς προσφερόμενους ἄρτους καί μίλησε κατάλληλα στό πολυάριθμο ἐκκλησίασμα καί ἀπένειμε τό ὀφφίκιο τοῦ Σταυροφόρου Πρωτοπρεσβυτέρου στόν Αἰδεσιμώτατο Ἐφημέριο τῆς Ἐνορίας π. Ἰωάννη Βουγιουκλῆ, ὡς ἀναγνώριση τῆς τεσσαρακονταπενταετοῦς καί πλέον ἱερατικῆς διακονίας του καί τῆς συνολικῆς προσφορᾶς του στίς Ἐνορίες Φέρμων, Κουτσουναρίου καί Ἁγίου Ἰωάννου Ἱεράπετρας. •Τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας 9/3 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, προέστη στή λιτάνευση τῶν ἱερῶν εἰκόνων καί στή συνέχεια τέλεσε τή Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στόν Ἱερό Ἐνοριακό Ναό Παναγίας Ἐλεούσης Ἱεράπετρας. Στό τέλος ὁ Σεβ. ἀνέγνωσε τό ἀπόσπασμα ἀπό τό Συνοδικό τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ἀντί κηρύγματος τόν Κατηχητήριο Λόγο τῆς Α.Θ.Π., τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου γιά τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή καί ἀναφέρθηκε στήν πραγματοποιηθεῖσα Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν στό Φανάρι. •Tήν Τρίτη 11/3 προήδρευσε στή συνεδρία τοῦ Δ.Σ. τοῦ Κοινωφελοῦς Ἐκκλησιαστικοῦ Ἱδρύματος «Παναγία ἡ Ἀκρωτηριανή». •Tήν Παρασκευή 14/3 χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τῆς Β΄ Στάσης τῶν Χαιρετισμῶν καί μίλησε ἐπίκαιρα στό πολυάριθμο ἐκκλησίασμα στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας. •Τήν Β´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν (Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ) 16/3 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια τέλεσε τή Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Αἰκατερίνης Σητείας, ὅπου τέλεσε τό μνημόσυνο τῶν μακαριστῶν Μαρίας Ζερβάκη, Μαρίας Πετυχάκη, Γεωργίου Φραγκιαδάκη καί Θεοκλήτης Συντυχάκη, ἐνῶ τόν θεῖο λόγο κήρυξε ὁ Πανοσιολ. Ἀρχιμ. π. Δοσίθεος Κανέλλος, Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Τατάρνης Εὐρυτανίας. •Tήν Παρασκευή 21/3 χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τῆς Γ΄ Στάσης τῶν Χαιρετισμῶν καί μίλησε κατάλληλα στό πολυπληθές ἐκκλησίασμα στόν Ἱερό Ναό Παναγίας Ἐλεούσης Ἱεράπετρας, ἐνῶ ἀναγνώσθηκε, ὅπως καί σέ ὅλους τους Ἱερούς Ναούς καί τίς Μονές τῆς Μητροπολιτικῆς περιφερείας, τό ἀνακοινωθέν διαμαρτυρίας τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης σχετικά μέ τήν ἐπικείμενη καταστροφή χημικῶν ὑλικῶν στή θαλάσσια περιοχή τῆς Μεσογείου.

57


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

•Τό Σάββατο 22/3 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια ἱερούργησε στόν Ἱερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Ἀρκαλοχωρίου, ὅπου τέλεσε τό ἐτήσιο μνημόσυνο τῆς μακαριστῆς Σοφίας Πασχαλίδου. •Τό ἑσπέρας τῆς ἴδιας ἡμέρας χειροθέτησε σέ Ἐκκλησιάρχισα τήν κ. Μαρίνα Νικ. Γενειατάκη στό Καθολικό τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί Ἄξιόν ’Εστι Ἱεράπετρας. •Τήν Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως 23/3 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, στήν τελετή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, καί στή συνέχεια τέλεσε τή Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί κήρυξε τόν θεῖο λόγο στόν Ἱερό Ἐνοριακό Ναό Τιμίου Σταυροῦ Σφάκας Σητείας. •Τό ἑσπέρας τῆς Παρασκευής 28/3 χοροστάτησε κατά τή Δ´ Στάση τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί κήρυξε ἐπίκαιρα στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Λουκᾶ στό Νοσοκομεῖο Ἱεράπετρας, παρουσίᾳ τοῦ Ἀναπλ. Διοικητῆ κ. Γεωργίου Ματαλλιωτάκη καί προσωπικοῦ τοῦ Νοσοκομείου. •Στή συνέχεια χοροστάτησε κατά τήν ἴδια ἀκολουθία στόν Ἱερό Ἐνοριακό Ναό Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτήρος πόλεως Ἱεράπετρας, ὅπου καί μίλησε κατάλληλα στό πολύαριθμο ἐκκλησίασμα γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί τίς σωστικές πρεσβείες της. •Τό Σάββατο 29/3 παρέστη συμπροσευχόμενος κατά τήν τελεσθεῖσα Θεία Λειτουργία καί τέλεσε τό τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο τοῦ μακαριστοῦ Ἰωάννου π. Πέτρου Καλύβα στόν Ἱερό Ναό Ἁγίων Πάντων Ἀνατολῆς Ἱεράπετρας. •Τήν Δ΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν (Ὁσίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος) 30/3 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια τέλεσε τή Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, κήρυξε τόν θεῖο λόγο καί τέλεσε τό ἑτήσιο μνημόσυνο τῆς μακαριστῆς Πρεσβυτέρας Aἰκατερίνης Ἀσπραδάκη καί τό τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο τοῦ Γεωργίου Περάκη στόν Ἱερό Ναό Παναγίας Ἐλεούσης Ἱεράπετρας. •Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας προέστη στήν ἐξόδιο ἀκολουθία τῆς μακαριστῆς Αἰκατερίνης Δασκαλογιαννάκη στόν Ἱερό Ναό Ἁγίων Ἀναργύρων Μύρτου Ἱεράπετρας. •Τό ἑσπέρας τῆς Τετάρτης 2/4 χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κανόνος στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Εἰρήνης Ἐνορίας Κουτσουρᾶ, ὅπου στή συνέχεια τέλεσε τό Ἱερό Εὐχέλαιο καί μίλησε ἐπίκαιρα γιά τά ὑψηλά μηνύματα τοῦ ὑμνογραφικοῦ ἀριστουργήματος τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Ἱεροσολυμίτου, Ἀρχιεπισκόπου Κρήτης, ὑπογραμμίζοντας τήν τραγική κατάσταση τοῦ «μεγάλου τραύματος», τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσεως καί τήν ἀνάγκη ἐπιστροφῆς στόν Θεό. •Τήν Παρασκευή 4/4 χοροστάτησε καί κήρυξε τόν θεῖο

58


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

λόγο κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου στόν Ἱερό Ἐνοριακό Ναό Ἁγίου Γεωργίου πόλεως Σητείας, ὅπου ἔψαλε τίς δύο πρῶτες Στάσεις τῶν Χαιρετισμῶν στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἀκολούθως μετέβη στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Αἰκατερίνης Σητείας, ὅπου ἔψαλε τίς δύο τελευταῖες Στάσεις καί κήρυξε ἐπίκαιρα στό πολυάριθμο ἐκκλησίασμα. •Tήν Ε΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν (Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας) 6/4 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια τέλεσε τή Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί κήρυξε τόν θεῖο λόγο στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Τριάδος Καλοῦ Χωριοῦ Μερ/λου. •Τήν Τρίτη 8/4 μετεῖχε, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, στή συνεδρίαση τῆς Ἐπιτροπῆς Διαλόγου Ἐκκλησίας-Κράτους γιά τή μελέτη καί ἐπίλυση θεμάτων πού ἀπασχολοῦν τήν Ἐκκλησία. •Τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου 12/4 παρέστη συμπροσευχόμενος κατά τήν τελεσθεῖσα Θεία Λειτουργία καί μαζί μέ τόν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Μποντζουάνας τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας κ. Γεννάδιο τέλεσε τό μνημόσυνο Ἰωάννου Βοσκάκη, Κων/νου Λεμπιδάκη καί Πέτρου Φλουράκη στόν Ἱερό Ναό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας. •Τήν Κυριακή τῶν Βαΐων 13/4 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, κατά τή διάρκεια τοῦ ὁποίου εὐλόγησε τά βάϊα, καί στή συνέχεια τέλεσε τή Θεία Λειτουργία τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου καί κήρυξε τόν θεῖο λόγο στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Αἰκατερίνης Σητείας. •Τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων 13/4 χοροστάτησε κατά τίς Ἀκολουθίες τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τοῦ Νυμφίου στόν Ἱερό Ναό Ἁγίων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης πόλεως Σητείας καί εὐχήθηκε στούς πιστούς πού συμμετεῖχαν στήν ἀκολουθία καλή Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα. •Τό πρωί τῆς Μεγάλης Δευτέρας 14/4 χοροστάτησε κατά τήν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία στό Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγ. Φωτεινῆς πόλεως Ἱεράπετρας. •Τό ἑσπέρας τῆς Μεγάλης Δευτέρας 14/4 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου στόν Ἱερό Ναό Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος πόλεως Ἱεράπετρας. •Τό πρωί τῆς Μεγάλης Τρίτης 15/4 τέλεσε τήν Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία στό Ἱερό Ναό Τιμίου Σταυροῦ πόλεως Ἱεράπετρας. •Τό ἀπόγευμα τῆς Μεγάλης Τρίτης 15/4 τέλεσε τό Ἱερό Εὐχέλαιο στήν Ἱερά Μονή Ἁγίων Πάντων Ἁγιασμένου καί στή συνέχεια χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Ἱεράπετρας. •Τό πρωί τῆς Μεγάλης Τετάρτης 16/4 τέλεσε τήν τε-

59


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

λευταία Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία στόν Ἱερό Ναό Μιχαήλ Ἀρχαγγέλου Ἱεράπετρας. •Τό ἀπόγευμα τῆς Μεγάλης Τετάρτης 16/4 τέλεσε τό Ἱερό Εὐχέλαιο καί χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ἱεροῦ Νιπτῆρος στόν Ἱερό Ναό Παναγίας Ἐλεούσης Ἱεράπετρας. •Τή Μεγάλη Πέμπτη 17/4 τέλεσε τή Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στόν Ἱερό Ναό Εὐαγγελισμοῦ Θεοτόκου πόλεως Σητείας. •Τό ἀπόγευμα χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τῶν Παθῶν στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Ἱεράπετρας. •Τή Μεγάλη Παρασκευή 18/4 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τῶν Μεγάλων καί Βασιλικῶν Ὠρῶν καί στόν Ἑσπερινό της Ἀποκαθηλώσεως στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας. •Τό ἑσπέρας χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Ἱεράπετρας καί προεξῆρχε τῆς περιφορᾶς, κατά τήν ὁποία συναντήθηκαν στήν κεντρική πλατεία τοῦ Δημαρχείου οἱ Ἐπιτάφιοι τῶν ἕξι Ἐνοριῶν τῆς πόλεως καί ἀνεπέμφθη δέηση. Κατά τή διάρκεια τῆς ἡμέρας διῆλθε καί προσκύνησε τούς Ἐπιταφίους ὅλων τῶν Ἐνοριῶν τῆς πόλεως Ἱεράπετρας καί ὅμορων χωριῶν. •Τό Μεγάλο Σάββατο 19/4 τέλεσε τή Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας. •Τό βράδυ προέστη στήν τελετή τῆς Ἀναστάσεως καί στή συνέχεια τέλεσε τή Θεία Λειτουργία στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Ἱεράπετρας. •Τό μεσημέρι τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα 20/4 ἐπισκέπτηκε τό Νοσοκομεῖο τῆς πόλεως, ὅπου παρουσίᾳ καί τοῦ Ἀν Διοικητῆ τοῦ Νοσοκομείου κ. Γεωργίου Ματαλλιωτάκη, πέρασε ἀπό ὅλους τους θαλάμους νοσηλείας καί εὐχήθηκε καλή καί ταχεία ἀνάρρωση στούς ἀσθενεῖς, ἐνῶ ἀντάλλαξε εὐχές μέ τό ἐφημερεῦον ἰατρικό, νοσηλευτικό καί λοιπό προσωπικό. •Στή συνέχεια, ἐπισκέφθηκε τό Γηροκομεῖο τῆς πόλεως, ὅπου παρουσία τοῦ Εἰδικοῦ Γραμματέα τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δημοτικοῦ Γηροκομείου κ. Δημητρίου Ἀρώνη καί τοῦ προσωπικοῦ, ἀντάλλαξε τόν πασχάλιο χαιρετισμό «Χριστός Ἀνέστη-Ἀληθῶς Ἀνέστη», εὐχήθηκε στόν καθένα ξεχωριστά τα δέοντα καί τσούγκρισε κόκκινα αὐγά μέ τούς τριάντα περίπου ἡλικιωμένους τοῦ ἱδρύματος. •Τή Δευτέρα τῆς Διακαινησίμου 21/4 συμπαραστατούμενος ἀπό τούς ὅλους τους Ἐφημερίους της πόλεως, χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια ἱερούργησε καί κήρυξε κατάλληλα στόν Ἱερό Νεκροταφειακό Ναό Ἁγίων Θεοδώρων, ὅπου τέλεσε μνημόσυνο γιά ὅλους τους κεκοιμημένους πού ἀναπαύονται στό Κοιμητήριο τῆς πόλεως καί τέλεσε

60


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

μνημόσυνο στό εἰδικό κενοτάφιο τοῦ Δήμου γιά τούς εὐεργέτες τῆς πόλεως καί πρό τοῦ μνήματος τῶν μακαριστῶν Κληρικῶν πού ἀναπαύονται στό Κοιμητήριο τῆς πόλεως. •Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας, περιστοιχούμενος ἀπό Κληρικούς τῆς περιοχῆς, χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ καί μίλησε ἐπίκαιρα γιά τή λαμπροφόρο Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί τούς νεοφανεῖς ἁγίους τῆς Λέσβου στόν φερώνυμο Ἱερό Ναό τῶν Ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης πόλεως Ἱεράπετρας. •Τήν Τρίτη της Δικαινισήμου 22/4 χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια ἱερούργησε καί κήρυξε ἐπίκαιρα στόν πανηγυρίζοντα Ἱερό Ναό Ἁγίου Ραφαήλ Μυρσίνης Σητείας. •Τό μεσημέρι τῆς ἴδιας ἡμέρας προέστη στήν ἐξόδιο ἀκολουθία τῆς μακαριστῆς Δεσποίνης Βασιλάκη στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας. •Τήν Τετάρτη τῆς Δικαινισήμου 23/4, ἀμέσως μετά τό πέρας τῆς πανηγύρεως τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου, τέλεσε τό Ἁγιασμό τῶν Ἐγκαινίων στήν Ἔκθεση Βιβλίου τῆς Μορφωτικῆς Στέγης Ἱεράπετρας, πού πραγματοποιήθηκε, μέ ἀφορμή τή συμπλήρωση 60 χρόνων ζωῆς καί λειτουργίας τῆς Στέγης, στήν αἴθουσα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου «Μαρία Λιουδάκη», στό Πολιτιστικό Κέντρο Ἱεράπετρας. •Τήν Πέμπτη τῆς Διακαινησίμου 24/4 χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια ἱερούργησε καί κήρυξε τόν θεῖο λόγο στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καί Ἄξιόν Ἐστι Ἱεράπετρας. •Τό ἑσπέρας τῆς ἴδιας ἡμέρας, χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, εὐλόγησε τούς προσφερόμενους ἄρτους καί εὐχήθηκε χρόνια πολλά στό ἐκκλησίασμα στό Καθολικό της Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Φανερωμένης Ἱεράπετρας. •Τήν Παρασκευή τῆς Διακαινησίμου 25/4 χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια ἱερούργησε καί κήρυξε τόν θεῖο λόγο στόν πανηγυρίσαντα Ἱερό Ναό Ζωοδόχου Πηγῆς Ἐπισκοπῆς Ἱεράπετρας. •Tό ἑσπέρας τῆς ἴδιας ἡμέρας τέλεσε τό Μυστήριο τοῦ Γάμου τῶν Πάριδος Ἀλεξάκη καί Ἄννης π. Νικολάου Ἀλεξάκη στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Γεωργίου πόλεως Σητείας. •Τό Σάββατο τῆς Διακαινισίμου 26/4 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια ἱερούργησε καί μίλησε στό ἐκκλησίασμα γιά τό μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως στήν Ἱερά Μονή Παναγίας Ἐξακουστῆς Μαλλῶν Ἱεραπέτρας. •Τό ἑσπέρας χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ καί εὐλόγησε τούς προσφερό-

61


Ἄγκυρα Ἐλπίδος

μενους ἄρτους στήν Ἱερά Μονή Ἁγίων Πάντων Ἁγιασμένου Ἱεράπετρας. •Τήν Κυριακή τοῦ Ἀντίπασχα (τοῦ Θωμᾶ) 27/4 χοροστάτησε στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια τέλεσε τή Θεία Λειτουργία στήν πανηγυρίσασα Ἱερά Μονή Ἁγιασμένου Ἱεράπετρας λόγῳ τῆς ἐπετείου τῶν λαμπρῶν Ἐγκαινίων τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Πάντων πού τελέσθηκαν ἀπό τόν μακαριστό Ἐπίσκοπο Ἱεροσητείας Ἀμβρόσιο Σφακιανάκη τήν Κυριακή τοῦ Θωμά τοῦ ἔτους 1891. Ἀντί κηρύγματος ἀναγνώσθηκε ἀπό τόν Πανοσιολ. Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀρχιμ. Κύριλλο Διαμαντάκη, ἡ Πατριαρχική Ἀπόδειξη τῆς Α.Θ.Π. τοῦ Οἰκουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου «ἐπί τῷ Ἁγίῳ Πάσχα». •Τό πρωί τοῦ Σαββάτου 3/5 ὑποδέχθηκε, μίλησε κατάλληλα καί δένειμε εἰκόνες σέ ὅμιλο 45 προσκυνητῶν ἀπό τήν Ἐνορία τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου Μασταμπᾶ Ρεθύμνου μέ ἐπικεφαλῆς τόν Αἰδεσ. π. Γεώργιο Παττακό στόν Ἱερό Καθεδρικό Ναό Ἁγίας Φωτεινῆς Ἱεράπετρας. •Tό ἑσπέρας τέλεσε τό Μυστήριο τοῦ Γάμου τῶν Εὐτυχίου Ἰ. Βαλεοντῆ καί Δεσποίνης Σπ. Δρακάκη στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Ἀνδρέου Ἱεράπετρας. •Τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων 4/5 χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια ἱερούργησε, κήρυξε τόν θεῖο λόγο καί τέλεσε τό τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο τοῦ μακαριστοῦ πολιτικοῦ μηχανικοῦ Ἰωάννου Κανακάρη στόν Ἱερό Ναό Παναγίας Ἐλεούσης Ἱεράπετρας. •Τό ἑσπέρας τῆς ἴδιας ἡμέρας χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ καί εὐλόγησε τούς προσφερόμενους ἄρτους στόν πανηγυρίζοντα Ἱερό Ναό Ἁγίας Εἰρήνης Μακρυλιᾶς Ἱεράπετρας. •Τή Δευτέρα 5/5, περιστοιχούμενος ἀπό Ἐφημερίους ὄμορων Ἐνοριῶν, χοροστάτησε κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί στή συνέχεια ἱερούργησε καί κήρυξε τόν θεῖο λόγο στό πλῆθος τῶν πιστῶν πού κατέκλυσε τόν πανηγυρίζοντα Ἱερό Ναό Ἁγίας Εἰρήνης Κουτσουρᾶ. Ο Εσπερινος της Αγαπης σε Ιεραπετρα και Σητεια Μέ μεγαλοπρέπεια καί λαμπρότητα τελέσθηκε ὁ Ἑσπερινός της Ἀγάπης στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Γεωργίου Ἱεράπετρας τό πρωί καί στόν Ἱερό Ἐνοριακό Ναό Ἁγίου Γεωργίου τῆς πόλεως Σητείας τό ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς του Πάσχα 20 Ἀπριλίου, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγενίου. Κατά τήν παλαιά τάξη ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Εὐγένιος ἐνδύθηκε ἅπασα τήν Ἀρχιερατική στολή στό κέντρο τοῦ Ναοῦ κάτω ἀπό τόν πολυέλαιο, περιστοιχούμενος ἀπό τούς Κληρικούς τῶν πόλεων.

62


Περισσοτερες ειδήσεις καί φωτογραφίες στόν καθημερινά Ἄγκυρα Ἐλπίδος ενημερωμένο ιστοχωρο της ιερας Μητροπολεως: www.imis.gr Στήν Ἱεράπετρα, τό Ἱερό Εὐαγγέλιο ἀναγνώσθηκε σέ ἑπτά γλῶσσες καί στή Σητεία σέ τέσσερις γλῶσσες, ἐνῶ διαβάσθηκε ἡ Ποιμαντορική ἐγκύκλιος τοῦ Σέβ. Ποιμενάρχου κ. Εὐγενίου γιά τό Ἅγιο Πάσχα ἀπό τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμ. Κύριλλο Διαμαντάκη, Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, καί τόν Πανοσιώτατο Ἀρχιμ. Φιλόθεο Σπανουδάκη, Ἡγούμενο τῆς Ι. Μονῆς Τοπλοῦ ἀντίστοιχα. Στός τέλος τῆς ἀκολουθίας ὁ Σεβ. Ποιμενάρχης ἀντάλλαξε τόν ἀσπασμό τῆς Ἀγάπης μέ τόν Ἱερό Κλῆρο τῆς ἐπαρχίας καί τόν πασχάλιο χαιρετισμό «Χριστός Ἀνέστη-Ἀληθῶς Ἀνέστη» μέ τό ἐκκλησίασμα, στό ὁποῖο διένειμε κόκκινα αὐγά, σύμφωνα μέ τό ἐκκλησιαστικό ἔθος. Παρέστησαν οἱ Δήμαρχοι Ἱεράπετρας καί Σητείας κ. κ. Σ. Ἀναστασάκης καί Θεοδ. Πατεράκης ἀντίστοιχα, ἄλλοι ἐκπρόσωποι τῆς δημοτικῆς καί περιφερειακῆς Αὐτοδιοίκησης καί πλῆθος πιστῶν. Η πανηγυρη του Ιερου Μητροπολιτικου Ναου Αγιου Γεωργιου, πολιουχου και προστατου Ιεραπετρας Μέσα στήν εὐφροσύνη καί τή λαμπρότητα τῆς ἀναστάσιμης περιόδου καί μέ πάνδημη συμμετοχή πανηγύρισε τήν Τετάρτη 23 Ἀπριλίου ὁ παλαιός καί περικαλλής Ἱερός Μητροπολιτικός Ναός Ἁγίου Γεωργίου, πολιούχου καί προστάτου τῆς πόλεως τῆς Ἱεράπετρας. Τήν παραμονή τελέσθηκε ὁ Μέγας πανηγυρικός Ἑσπερινός τῆς ἑορτῆς, στόν ὁποῖο χοροστάτησε ὁ Σέβ. Μητροπολίτης Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγένιος καί ἔλαβαν μέρος οἱ Ἐφημέριοι τῆς πόλεως, καί ἀκολούθησαν οἱ Χαιρετισμοί τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου. Ἀνήμερα τῆς πανηγύρεως τελέσθηκε ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ἱεραπύτνης καί Σητείας κ. Εὐγενίου καί ἀκολούθησε ἡ Ἀρχιερατική Θεία Λειτουργία στόν κατάμεστο ἀπό πιστούς πανηγυρίζοντα Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό, στήν ὁποία ἔλαβε μέρος σύσσωμος ὁ Ἱερός Κλῆρος τῆς πόλεως. Τόν θεῖο λόγο κήρυξε ὁ Πανοσιολ. Ἀρχιμ. Κύριλλος Διαμαντάκης, Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱεραπύτνης καί Σητείας, ὁ ὁποῖος μέ λόγο πατερικό, ζωντανό καί ἁπλό ἀναφέρθηκε στό συναξάριο τοῦ ἑορταζομένου Ἁγίου, ἐπισημαίνοντας ὅτι μέ τό θαυμαστό μαρτύριό του καί τό γενναῖο φρόνημά του ἔγινε μιμητής τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου. Ἀκολούθησε ἡ λιτάνευση τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας καί τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου στούς κεντρικούς δρόμους τῆς Ἱεράπετρας, ὑπό τούς ἤχους τῆς Δημοτικῆς Φιλαρμονικῆς. Στήν πανήγυρη παρέστησαν ὁ Δήμαρχος Ἱεράπετρας κ. Σ. Ἀναστασάκης, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημ. Συμβουλίου καί πρ. Δήμαρχος κ. Ν. Χριστοφακάκης, οἱ Ἀντιδήμαρχοι καί μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἡ Ἀντιπεριφερειάρχης κ. Πελαγία Πετράκη καί Περιφερειακοί Σύμβουλοι Λασιθίου, οἱ Βουλευτές τοῦ Νομοῦ Λασιθίου κ. Ἰω. Πλακιωτάκης καί Κ. Δερμιτζάκης, ὁ Γενικός Γραμματέας τοῦ Ὑπουργείου Ἀνάπτυξης κ. Σεραφείμ Τσόκας, ὁ Εὐρωβουλευτής κ. Γ. Χατζημαρκάκης, ὁ νέος Ἀστυνομικός Διευθυντής Λασιθίου κ. Κωνσταντῖνος Περάκης, ὁ Λιμενάρχης Πλωτάρχης κ. Ἰωάννης Παπαδάκης, ὁ Διοικητής τοῦ Τμήματος Τροχαίας κ. Νεκτ. Φρονιμάκης, προϊστάμενοι Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν φορέων καί πλῆθος Ἱεραπετριτῶν.

63


ΠΛΗΡΩΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ

Ταχ. Γραφεῖο ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ Ἀριθμός Ἄδειας: 5

ISSN 1109-3617

ΑΓΚΥΡΑ ΕΛΠΙΔΟΣ 79  
Advertisement