Page 1


ο Γιάννης Μαρής γεννήθη κε το

1919 στη Σκόπελο. Ο πατέρας

του ήταν δι καστικός. Τα παιδικά του χρόνια -rα nέpαοΊ: στη Λαμία . Σπούδασε νομ ικά και στη διάρκεΙα της Κατοχψ; έγινε μέλος τοιι

ΕΑΜ και βγήκε στο βοuνό. ΙΙ Μετά την Απελευθέρωση, aσχοΆή ­ Θηιu:: επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία· εργάστηκε ως aρθρο­ γράφος, aρχισυντά κτης και κρ rη κός κινηματογράφου , στην εφη­

μερίδα «Μάχηιι . ΙΙ Το

1950, μετά ης αποκaλuψει ς της

εφημερίδας

για το στρατόπ εδο της Μαιφοvήσο ι.ι , δι κάστηκε και κλείστηκε στις

φυλακές των Βοίιρί\ωv στη Δραπετσώνα . Ι Ι Απ οφυλακίστηκε χάρη στην παρέμ βαση της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και του πολιτικού ηγέτη Αλέξανδρου Σβώλου . ΙΙ 1"ην εμφάνισή του ως συγγραφέας την έκανε το 1953 σrο περι οδικό «0Jκογένειαιι, στο οι1οiο δημοσί­ ευσε σε συνέχειες το ccΈγκλημα στο Κολωvάκιιι μ ε το πραγματικό του όνομα Γιάννης Τσιριμώκος. ΙΙ Η εnιτuχiα του μυθιστορήματος

nou εκδόθηκε

αργότερα από τις εκδόσεις «Ατλαντί()• (με το κόκ­

κινο εξώφυΛλο) τον ώθη σε να συνεχίσει το γράψιμο κα ι έτσι, σrο περιθώριο της δημοσιογραφικής του δουλει ά ς, κατάφερε να γρά ·

ψι;;ι γύ ρω σrα πενήντα αστυνομικά αφηγήματα , περίπου είκοσι σενάρια ταινιών και δίιο θεατρικά έργα. ΙΙ Δημιουργός ολόκληρης «σχολής~> συγγραφέων αστυνομι κών ιστοριών , ο Γιάννης Μαρής χρησιμοποιο ύσε την αστυνομική πλοκή ως πρόσχημα. Αυτό πραγματικά τον ενδιέφερε ήταν

11

nou

ατμόσφαιρα , το nεpι βάΜοv,

ο ι ανθρώπινες σχέσεις , δημιουργώντας ζωντανούς χαρακτήρες , αποτέλεσμα της συνεχούς παρατήρησης των nροσώrιων με τα ο ποiα ήρθε σε επαφή στη διάρκεια της nοί\uετούς δημοσιογρα­

φική ς του καριέρας. 11 Χαρα κτηριστι κός ανθρώπινος τύπος του Μαρή και βασι κός ήρωας στα περισσότερα βι βί\ία του, ο αστυνό­ μος Μπέκας. ΊΕvας κοντόχοντρος άντρας με ασήμαντη εμφάνιση και μουστάκι , θυμίζει συνοικιακό μπακάλη που έχει φορέσει το σκούρο κοστού μ ι τοu. Ι Ι Ο aστυνόμος δεν ανήκει στους τύπους της

νυχτερινής αθηναϊκής ζωής . Είναι ένας υποδειγματικός οι κογε· νειάρχης. Δεν έχει διαβάσει π οτέ ποίηση αλλά ιποv ΒiφvαΑη τον έχει ακουστά». Ο Μnέκας, όπως ο Μ αρής, πιστεύει όη ιιοιιδιωτικο ί αστυνομικοί είναι για τις ταινίες του κινηματογράφου και τα μuθι­ στορήμaτα>ι, επειδή, Ηχωρίς τοv μηχανισμό της αστυνομίας rι iσω σου είσαι άοπ Λος, αδύνα μος, γυμνός>>. 11 Ο Γι άννης Μαρής εργά­ στηκε στις εφημερ ίδες ιιΠροοδεuτικός Φιλελεύθεpος», «Ελεύ θε­

ρος Λόγος;>, <<Αθηνaϊκήιι κω κατέλη ξε στο συγκρότημα Μnότση {«Ακρόπολις;>, ΗΑπογευματινή>>, στην Αθήνα το 1979. 11

π εριοδ ικό ιcΠρώτοιι). Πέθανε


ΈyκλΎJμα στα παρασκήνια


illΟΘΕΣΕΙΣ τσr ΑΣΠΝΟΜΟΥ ΜΠΕΚΑ

& ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

[ο5] Έγκλ'Ι]μα στα παρασκήνια

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΗΣ

Έγκλημα στα παρασκ~νια

Ειδική έκδΟΟ'r] για την εφ'Ι]μερίδα

το ΒΗΜΑ Σχεδιασμός σειράς και εξωφύλλου:

ΓιάνV'Ι]ς Καρλόπουλος I ΤΟ ΒΗΜΑ ΣελιδοπΟL'Ι]Ο'I]:

Multimedia

Φωτογραφία εξωφύλλου:

_ ΦΩΤΟ ΟΠΊΙΚΑ Λ. (REX) Αρχείο ΔΟΛ

ΜΕΤΑΛΛΕΙΔΗΣ

Βιογραφικό Ο'l]μεLωμα ΓιάνV'Ι] Μαρή: ΦLλιππος Φιλίππου ΕκτύπωΟ'I] και βιβλιοδεσία:

GRAFICA VENETA

ISBN: 978-g6o-46g-158-6 © ΑΤΛΑΝΤΙΣ Λεοντίου

23 &

Μ. ΠΕΧΛΙΒΑΝΙΔΗΣ

Φρειδ. Σμιθ

37, 117 45

& ΣΙΑ ΑΒΕΕ

ΑΘΗΝΑ ΑΠ ήghts

reserved.

© 2οο8 για αυτή την έκδοΟ'r], Δ'Ι]μοσιογραφικός Οργανισμός ΛαμπράΚ'Ι] Α. Ε.

Η πνευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμία διατίιπωΟ'I] και χωρίς την ανάγΚ'Ι] ρήτρας, απαγορευτικής των προσβολών της. ΕπιΟ'I]μαίνεται, πά­

ντως, ότι κατά τον Ν.

2387/20 (όπως έχει τροποποι'Ι]θεί με τον Ν. 2121/93

και ισχύει σήμερα) και κατά τη Διεθνή ΣύμβαΟ'I] της ΒέρV'Ι]ς (που έχει κυ­

ρωθεί με τον Ν.

100/1975) απαγορεύεται 'I] αναδ'Ι]μοσίευΟ'I], 'I] αποθήκευ"1 αναπαραγωγή του παρό­

0'1] σε κάποιο σύστημα διάσωΟ'I]ς, και γενικά

ντος έργου, με οποιονδήποτε τρόπο ή μορφή, τμ'Ι]ματικά ή περιλ'Ι]πτικά

στο πρωτότυπο ή σε μετάφραΟ'I] ή άλλ'Ι] διασκευή, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

ΤΟ ΒΗΜΑ


t. Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

ο

άνθρωπος σταμάτησε για λίγο έξω από την είσο­ δο του μεγάλου θεάτρου. Τα φώτα άναβαν κι έσβηναν. Κόκκινο -πράσινο -κίτρινο. Τα αυτοκί­

νητα είχαν πιάσει κιόλας το μεγαλύτερο μέρος του ασφαλ­ τοστρωμένου δρόμου, γυαλιστεροί> ακόμα από την απο­ γευματινή βροχή. Όλα έδειχναν πως η πρεμιέρα θα είχε

επιτυχία. Ο άνθρωπος δίστασε για λίγο κι 6στερα προ­ χώρησε προς τη φωτισμένη είσοδο. Απότομα σταμάτησε μπρος στο μικρό αστυφύλακα, που ρόθμιζε την κίνηση έξω από το θέατρο. Κατέβασε τη ρεποόμπλικά του, έσκυ­ ψε το κεφάλι και παραμέρισε. Λίγο πιο πέρα από την κε­ ντρική πρόσοψη άρχιζε το αδιέξοδο με την είσοδο των καλλιτεχνών. Ο άνθρωπος χώθηκε βιαστικά. Κοίταξε γύ­

ρω του. Κανένας. Χτόπησε σιγά. Η πόρτα άνοιξε. Φάνη­ κε το παχύ, αγαθό πρόσωπο του θυρωροί>.

7


-Ο κύριος;

-

Δε γίνεται, του είπε. Δεν μπορεί να σε δεχτεί. Σήκω­

-Θα ήθελα να δω την κ. Ρόζα Βαργή.

σε τους ώμους σα να έλεγε: «Βλέπεις πως έκανα ό,τι μπο­

Ο χοντρός άνθρωπος κοίταξε τον επισκέπτη του. Ψη­

ρώ. Δεν γίνεται Τιποτε». Ο άλλος του έπιασε το χέρι ...

λός, καμπαρντίνα, πρόσωπο αξύριστο. Δεν του γέμισε το

Την ώρα που ετοιμαζόταν να κλείσει του πήρε το ακου­

μάτι.

στικό και μίλησε μόνος του.

-Την πρωταγωνίστρια; Αδύνατο. Ο άλλος επέμεινε.

-

-Είναι ανάγκη.

-Απόψε; ρώτησε η φωνή της Ρόζας Βαργή, από την άλ-

Ο άνθρωπος σήκωσε τους ώμους.

-

Λυπάμαι, μα είναι αδύνατο. Σε ένα τέταρτο αρχί­

λη άκρη του σύρματος. -Απόψε, είπε ο άγνωστος κι η φωνή του έγινε σκληρή. Η άλλη κάτι είπε ακόμα. Ο θυρωρός άκουγε τη βιαστι­

ζουμε.

Ετοιμάστηκε να κλείσει την πόρτα, αλλά ο άνθρωπος την εμπόδισε με το πόδι του.

-

Πρέπει να σε δω ...

Πρέπει. Είναι πολύ σοβαρό.

-Λυπάμαι. Δεν μπορώ.

κή, θυμωμένη φωνή της, χωρίς να ξεχωρίζει τι έλεγε. Στο τέλος ο άγνωστος του έδωσε το ακουστικό.

-

Με περιμένει, του είπε.

-Εντάξει. Όπως θ' ανέβεις αυτή τη σκάλα, το πέμπτο

Για μια ακόμα φορά δοκίμασε να κλείσει την πόρτα,

καμαρίνι αριστερά, του έδειξε.

αλλά για δεύτερη φορά ο άλλος τον σταμάτησε. Ο θυρω­

Ξανακάθισε στην καρέκλα του παρακολουθώντας τον

ρός μουρμούρισε θυμωμένος. Αυτός ο τύπος ήταν πολύ

ξένο που ανέβαινε δυο δυο τα σκαλιά. «Παράξενος τύ­

ζόρικος. Τον κοίταξε καλύτερα. Το πρόσωπό του ήταν

πος», σκέφτηκε. «Θα νόμιζες πως τον κυνηγούν». Τον

ωχρό. Τα μάτια του έμοιαζαν σα να είχαν πυρετό. Τα χέ­

έβλεπε για πρώτη φορά. «Σου έχουν κάτι σχέσεις κι αυ­

ρια του μακριά και λευκά, έτρεμαν όπως κρατούσε την

τές οι περίφημες πρωταγωνίστριες», ψιθύρισε και πήρε

πόρτα. Ο θυμός του χοντρού θυρωρού έπεσε. Παράξενος

την εφημερίδα του, που είχε αφήσει, για να συνεχίσει το

τύπος, σκέφτηκε.

-

εικονογραφημένο του ανάγνωσμα. Στο βάθος τα θέατρα

Άκουσε, κύριε, είπε. Σίγουρα δε θα ξέρεις από πρε­

μιέρες. Σε λίγο αρχίζουμε. Δεν είναι δυνατό να τη δεις.

-

Μα πρέπει, επέμεινε ο άλλος. Δεν μπορείς τουλάχι­

κι οι πρεμιέρες δεν τον ενδιέφεραν. Το ιδανικό του ήταν να αποκτήσει ένα περίπτερο σ' ένα από τα προάστια των Αθηνών.

στον να την ειδοποιήσεις; Ο άνθρωπος έβαλε το χέρι στην τσέπη του. Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα και το έδωσε στο θυρωρό.

-Τουλάχιστον, ειδοποίησέ την, παρακάλεσε. Ο ανθρωπάκος κοίταξε για λίγο διστακτικός το χέρι με το χαρτονόμισμα. Στο τέλος το πήρε και το τσέπωσε.

-

Αυτό γίνεται, του είπε. Πέρασε.

Τον έβαλε μέσα κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Πήρε ένα εσωτερικό τηλέφωνο κοιτάζοντας πάντοτε περίεργα τον άγνωστο. Από την άλλη άκρη του σύρματος έφτασε η φωνή της πρωταγωνίστριας. Ο θυρωρός γύρισε στον ξένο.

8

9


τρο ο αρχισυντάκτης τη «Πρωινής», Μακρής, τίποτα δεν ήταν ακόμα έτοιμο. Πίσω από την κλειστή αυλαία ακού­ γονταν τα σφυροκοπήματα των τεχνιτών και οι φωνές του σκηνογράφου. Ο Μακρής κοί-ταξε τη γεμάτη αίθουσα. Χα­ 2. Η ΚΛΕΙΣΤΗ ΠΟΡΤΑ

μογέλασε κι εκείνος. Όλη η κοσμική Αθήνα. Μέσα στα σκούρα κοστούμια των αντρών και τα καλοχτενισμένα

μαλλιά τους, αυτός αποτελούσε μια παραφωνία με το σπορ σκωτσέζικο σακάκι του, το ασυμμάζεuτο ψηλό του

σώμα και τα πλούσια γκρίζα μαλλιά του, πάντοτε αχτέ­ νιστα. Μασούσε την αιώνια πίπα του και τα έξυπνα μά­ τια του χαμογελούσαν πίσω από τα γυαλιά του με το χρυ­ σό σκελετό. Στο θεωρείο -τους είδε τον υπουργό των Εσωτερικών. Τον είχε διακρίνει κι εκείνος και τον χαιρέ­ τησε με μια φιλική κίνηση του χεριού. Ο Μακρής αν-τα­ πόδωσε το χαιρετισμό και χαμογέλασε. Ήταν γνωστό το ενδιαφέρον του για την όμορφη πρωταγωνίστρια. Από μια πλdίνή πόρτα πέρασε στο ευρύχωρο μπαρ του

θεάτρου. Εδώ ήταν που ήταν όλοι γνωστοί. Πηδώντας απ' την ψηλή του καρέκλα ο κοντόχοντρος Καψίδης έτρεξε πάνω του. Του έδωσε το χέρι του, πάντοτε κρύο και πά­

Μ

ια πρεμιέρα ενός μεγάλου θεάτρου μοιάζει με κοσμική συγκέν-τρωση. Οι περισσότεροι πηγαί­ νουν για να τους δουν οι άλλοι παρά για να δουν

ντοτε ιδρωμένο.

-Πιένες σήμερα, ε; του είπε. Ο Μακρής αποκρίθηκε μονοσύλλαβα. Δεν τον συμπα-

θούσε αυτό τον τύπο.

εκείνοι το έργο. Αυτή τη βραδιά η μεγάλη αίθουσα του «Κρατικού Θεάτρου» ήταν στις δόξες της. Κυρίες με λα­ μπερές τουαλέτες, κύριοι φρεσκοξυρισμένοι, μέσα στα σκούρα κουστούμια τους, άνθρωποι των γραμμάτων, κρι­ τικοί που κυκλοφορούσαν μεγαλοπρεπείς, βέβαιοι πως ήταν οι κυρίαρχοι της βραδιάς, κοσμικογράφοι των εφη­ μερίδων που ήρθαν να συγκεντρώσουν υλικό για το ρε­ πορτάζ τους. <<'Ολη η Αθήνα», όπως έλεγε χαμογελώντας ο Καψίδης, δικτάτορας του θεατρικού χρονικού, με την

ξε.

απογευματινή σελίδα του της Πέμπτης.

δε τη λεπτή σιλουέτα και το αδύνατο πρόσωπο του φίλου

Η παράσταση, κατά το πρόγραμμα, θα άρχιζε ακριβώς στις εννιάμισι. Στις εννιάμισι όμως όταν μπήκε στο θέα10

-Ναι.

-

Είναι κι όλο σχεδόν το διπλωματικό σώμα.

-Μπα;

Η φωνή του ήταν καθαρά ειρωνική. Ο άλλος το πρόσε-Δεν το είδες; ρώτησε δυσαρεστημένα. -Όχι.

Ναι, αυτός ο τύπος του ήταν ανυπόφορος. Βρήκε μια

αφορμή κι έφυγε από κοντά του. Στο βάθος του μπαρ εί­ του Δέλιου, καθηγητή της ιστορίας χωρίς θέση, και επικε­ φαλιδογράφου της εφημερίδας του. Πήγε προς το μέρος 11


του με τα μεγάλα βήματα των ασυμμάζεuτων ποδιών του.

-

Η «κορυφαία», όπως λέει κι ο φίλος σας ο Καρύδης,

είπε ο Μακρής και δεν έκρυβε την ειρωνεία του.

-Κι εσύ εδώ;

Του έσφιξε το χέρι με μια ειλικρινή εγκαρδιότητα. -Όπως βλέπεις. Το έργο είναι περίφημο. Μια μοντέρνα διασκευή ενός παλιού Σπανιόλικου δράματος. Το μο­ ντέρνο και το κλασσικό σε μια θαυμάσια σύνθεση.

Αλλά ο άλλος δεν το πρόσεξε. Ήταν μεθυσμένος με τον ίδιο του τον ενθουσιασμό.

-Ακριβώς. Η κορυφαία. Και πιστεύετε κάτι;Έχει τρακ. Το φαντάζεστε; Αυτή η θαυμάσια, η αμίμητη, έχει τρακ.

Ο Μακρής τον έκοψε χαμογελώντας. Αισθανόταν μια

Ο Μακρής είχε αρχίσει να βαριέται. Ο Δέλιος τον πα­

ιδιαίτερη συμπάθεια γι' αυτόν το σοφό αδύνατο φίλο του,

ρακολουθούσε χαμογελώντας με τα έξυπνα μικρά του

τον αφοσιωμένο στις μελέτες του και στην αγάπη της τέ­

μάτια. Ο δημοσιογράφος χασμουρήθηκε. -Όλοι οι μεγάλοι έχουν, είπε βαρετά. Κι η Σάρα Μπερ-

χνης.

-

Πόσοι απ' αυτούς, του είπε δείχνοντας με μια κίνηση

νάρ είχε τρακ στις πρεμιέρες της.

το πλήθος που γέμιζε το μπαρ, νομίζεις πως ενδιαφέρο­

Ο χοντρός άνθρωπος κινιόταν νευρικά.

νται στ' αλήθεια γι' αυτή τη σύνθεση του μοντέρνου -πώς

-Πρέπει να τη δω. Να την εμψυχώσω.

το είπες;- με το κλασσικό; Μήπως αυτός; Του έδειξε ένα χοντρό τύπο, μ' ένα παχύ ιδρωμένο πρό­ σωπο και γυαλιστερή φαλάκρα, που αγόρευε ανάμεσα σ'

ένα μικρό κύκλο. Ένα τεράστιο μαργαριτάρι έλαμπε πά­ νω στη γραβάτα του. Ο Δέλιος γέλασε.

-

Αυτός ενδιαφέρεται για τους καλλιτέχνες κι όχι για

την τέχνη. Την έχει πάντοτε;

-

Ναι. Αυτή ή τουλάχιστο ένα μέρος της. Είναι ο επί­

σημος εραστής της.

-

Θαυμάσια ιδέα.

Έφυγε από κοντά τους, τρέχοντας προς τα παρασκή­ νια. Ο Μακρής ανάπνευσε. Ο Δέλιος τον ρώτησε. -Είναι στ' αλήθεια τόσο ηλίθιος όσο φαίνεται; Ο Μα­ κρής απάντησε σοβαρά. -Όχι. Είναι ένας πονηρός τύπος. Τον θυμάμαι απ' την

υπόθεση των Μακεδονικών καπνών. Ξέρεις το σκάνδα­ λο, ε; -Ναι.

Ο άνθρωπος για τον οποίο μιλούσαν, ο Καρύδης της κα­ πνοβιομηχανίας «Καρύδης και Υιοί», πλούσιος επίσημος

Οι δυο φίλοι έμειναν κουβεντιάζοντας και καπνίζοντας κάμποση ώρα ακόμη. Ο Δέλιος είπε:

«φίλος» της πρωταγωνίστριας Ρόζας Βαργή, τους είδε.

-

Άφησε τη συντροφιά του και ήρθε προς το μέρος τους με

-Όπως σ' όλες τις πρεμιέρες. Άρχισα να βαριέμαι. Πά-

Αργούν πολύ σήμερα.

τεντωμένο το χέρι. Όλα έλαμπαν πάνω στο χοντρό του

με να φύγουμε; Εκείνη όμως τη στιγμή από την πόρτα

πρόσωπο.

που ένωνε το μπαρ με τα καμαρίνια, ακούστηκε μια τρο­

-

Χαλασμός κόσμου σήμερα, ε; Ο Μακρής απάντησε

-Ένα γιατρό! φώναξε, ένα γιατρό.

-Έτσι φαίνεται.

-

μαγμένη φωνή. Ύστερα το πρόσωπο μιας γυναίκας φά­ νηκε ωχρό κι αλαφιασμένο.

αδιάφορα. Και η Ρόζα είναι θαυμάσια. Έπρεπε να τη βλέπατε

Οι άνθρωποι από το μπαρ έτρεξαν προς τα καμαρίνια.

Άνοιξε τα χέρια του με μια πλούσια θεατρική κίνηση.

Φωνές ακούγονταν από παντού. Ένας έξαλλος υπάλλη­ λος του θεάτρου βγήκε από τα καμαρίνια τρέχοντας. Ο

-Είναι η μεγάλη μας ηθοποιός. Η ασυναγώνιστη, η μο­

Μακρής τον σταμάτησε κρατώντας τον από το μπράτσο.

στην πρόβα τζενεράλε. Όνειρο.

-Τι τρέχει; τον ρώτησε.

ναδική. 12

13


- Σκότωσαν την πρωταγωνίστρια! Σκότωσαν την πρω­ ταγωνίστρια. Ένα γιατρό!

Σχίζοντας με κόπο το πλ"Ιjθος, που συγκεντρωνόταν μπροστά στην πόρτα, ο δημοσιογράφος, ακολουθούμενος από το Δέλιο, ανέβηκε στα καμαρίνια. Εκεί η σύγχυση Υjταν ακόμη πιο μεγάλη. Οι ηθοποιοί με τα σπανιόλικα κοστούμια της παράστασης στριμώχνονταν μέσα στο στε­ νό διάδρομο, μπροστά στο καμαρίνι της πρωταγωνίστριας. Μιλούσαν όλοι μαζί. Μια γυναίκα είχε βγει απ' το καμα­ ρίνι της, ξεχνώντας να φορέσει τη ρόμπα της. Ο Καψίδης έτρεχε παντού, ενώ ο Καρύδης της «βιομηχανίας Καρύ­ δης και Υιοί» πνιγόταν μέσα στο πάχος και την αγωνία του.

-Πού είναι; ρώτησε ο Μακρ"Ιjς.

-

Γιατί δεν ανοίγετε; Είναι κλειδωμένη.

-Δεν έχει κανένας το κλειδί; Όπως ο τεχνίτης του θεάτρου, πριν από λίγο, ανέβηκε κι εκείνος στην καρέκλα. Απ' το γυάλινο φεγγίτη, εξέτα­ σε το μικρό καμαρίνι, όσο μπορούσε καλύτερα. Σε λίγο κατέβηκε. -Είναι αναίσθητη, είπε. Να ειδοποι"Ιjσουμε στο τμήμα.

-

Ειδοποίησαν.

Πήρε ύφος υπηρεσιακό. Ήθελε να δώσει θάρρος στον εαυτό του. Δεν ήξερε κι ο ίδιος τι έπρεπε να κάνει.

-Τότε να περιμένουμε. Ανοίξτε λίγο χώρο, κύριοι. Έσκυψε να κοιτάξει από την κλειδαριά. Δεν μπόρεσε. Το κλειδί ήταν στη θέση του.

Του έδειξαν την κλειστ"Ιj πόρτα στο καμαρίνι της.

-Ποια είναι; ρώτησε για να πει κάτι.

-Εκεί.

-

-Γιατί δεν την ανοίγουν;

Από το μπαρ φάV'ηκε ο υπάλληλος του θεάτρου, που

-

Είναι κλειδωμένη από μέσα.

Ένας από τους τεχνίτες του θεάτρου είχε ανέβει σε μια καρέκλα, μπροστά στην πόρτα. Από τον κλεισμένο γυά­

λινο φεγγίτη έβλεπε το εσωτερικό. Το πρόσωπό του Υjταν ωχρό.

-Είναι ακίνητη. Μοιάζει νεκρ"Ιj, γύρισε και είπε στους

άλλους, που τον παρακολουθούσαν με αγωνία. Την έχουν χτυπ"Ιjσει με μαχαίρι.

Π"Ιjδησε από την καρέκλα του, ενώ η μισόγυμνη γυναί­

Η Ρόζα Βαργή. Η πρωταγωνίστρια.

είχε τρέξει να ζητήσει γιατρό, μ' έναν ψηλό άντρα. Τον εί­ χε βρει.

-

Ανοίξτε, είπε ο γιατρός.

Είναι κλειδωμένη. Σπάστε την πόρτα. Η γυναίκα ίσως χρειάζεται βοή-

θεια.

Μια υστερική φωνή ακούστηκε. Ήταν πάλι η γυναίκα που είχε ξεχάσει να φορέσει τη ρόμπα της. -Να τη σπάσετε. Να τη σπάσετε. Μπορεί να είναι ακό­

κα φώναζε με μια στριγγλή φωνή. - Σπάσε την πόρτα.

στά στα μάτια μας.

Όπως σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις πανικού, όλοι φώ­ ναζαν χωρίς κανένας να κάνει τίποτα. Ο αστυφύλακας, ο

πόρτα; Ο Μακρής τον έπιασε απ' το μπράτσο. Ο αστυ­

επιφορτισμένος με την τάξη στο θέατρο, προχώρησε ανά­

φύλακας γύρισε και τον κοίταξε. Τον χαιρέτησε. Ο δη­

μεσα από τον κόσμο και στάθηκε έξω απ' την πόρτα. Ήταν νέος, σχεδόν παιδί. Τα είχε κι εκείνος χαμένα.

μοσιογράφος ήταν γνωστός.

-Τι είναι; ρώτησε.

Του είπαν γρ"Ιjγορα. Μέσα απ' τις φωνές των ανθρώπων, που μιλούσαν όλοι μαζί, προσπαθούσε να καταλάβει.

μη ζωντανή. Δε θα την αφήσουμε να πεθάνει έτσι μπρο­ Ο μικρός αστυφύλακας δίσταζε. Έπρεπε να σπάσει την

-Άνοιξε, παιδί μου. Μπορεί να είναι ακόμα ζωντανή.

Αλλά εκείνη τη στιγμή φάνηκαν οι αστυνομικοί που έρ­ χονταν. Μπροστά τους προχωρούσε ένας κοντός, γερο­

δεμένος άντρας με πολιτικά. Ο Μακρής χαμογέλασε. Ήξε-


ρε τον άνθρωπο. Ο αστυνομικός Μπέκας. Ο μικρός αστυ­

nιίνεργα του μακιγιάζ. Οι τοίχοι γεμάτοι με φωτογραφίες

φύλακας ανάπνευσε με ανακούφιιτη. Χαιρέτησε τον προ·ί­

της Βαργή στους ενδοξότερούς της ρόλους. Το μελαχρι­

στάμενό του.

ν(ι πρόσωπο ενός παλιού πρωθυπουργού πρόβαλλε τα

-Τι τρέχει;

αρειμάνια μουστάκια του μέσα από ένα κάδρο με ιδιό­

Του είπε με λίγα λόγια. Ο αστυνομικός τότε μόλις είδε το δημοσιογράφο. Τον χαιρέτησε με χειραψία. -Ήσουν εδώ;

χειρη αφιέρωιτη. Ο Μπέκας έκλεισε όλο το καμαρίνι με ένα βλέμμα του. Ο γιατρός τη στιγμή, που είχε γονατίσει

κοντά στην πεσμένη ηθοποιό μόλις μπήκαν, ιτηκώθηκε.

-Ναι.

-

Είναι νεκρή, είπε.

Έφτασε κοντά στην πόρτα. Την τράνταξε με το χέρι του. Έσκυψε στην κλειδαρότρυπα. Το κλειδί ήταν πάντα

μνο πλούσιο στήθος της, ωχρό σαν από μάρμαρο. Τα μα­

στη θέιτη του.

κριά κόκκινα νύχια της ήταν το μόνο πράγμα που έμενε

-Μπορεί να μπει κανένας απ' αλλού; ρώτησε. -Όχι.

Από το άνοιγμα της ρόμπας της φαινόταν το μισόγυ­

ζωντανό πάνω σ' αυτό το νεκρό σώμα.

-

Ξανακοίταξε την πόρτα. Ήταν κανονικά κλειδωμένη. Γύρισε στους αστυνομικούς που το συνόδευαν. -Σπάστε την! είπε ήρεμα.

Ένας από τους αστυφύλακες προχώρησε. Ήταν ένας γε­ ροδεμένος άντρας. Ακούμπησε τον ώμο του στην πόρτα. Ήταν λεπτή σανιδένια, συνηθισμένη πόρτα καμαρινιού. Σ' ένα δευτερόλεπτο είχε υποχωρήσει. Από το άνοιγμά της φάνηκε το εσωτερικό. Η νέα γυ­ ναίκα ήταν ξαπλωμένη στη μέιτη του μικρού δωματίου. Μια πλατειά κηλίδα φαινόταν στο στήθος της. Φορούσε ακόμα τη ρόμπα της και τα χτυπητά χρώματα του μακι­ γιάζ αποτελούσαν μια ανατριχιαστική αντίθειτη με το χλω­ μό, ακίνητο πρόσωπό της. Ο αστυνόμος μπήκε. Ο γιατρός τον ακολούθησε. Οι αστυφύλακες σταμάτησαν τον κόσμο. Ο Μακρής έμεινε κι εκείνος έξω, κοιτάζοντας πάνω από τους ώμους των άλλων. Ο Μπέκας τον είδε.

Σας παρακαλώ, γιατρέ, μην μετακινήσετε τίποτα

ώσπου να 'ρθει το συνεργείο. Από πόιτη ώρα νομίζετε πως είναι νεκρή; -Ένα τέταρτο ή και λιγότερο.

Ο Μπέκας του έδειξε με το βλέμμα ένα μαχαίρι που ήταν πεσμένο στο πάτωμα, λίγο πιο πέρα απ' τη νεκρή γυναίκα. Στη λεπίδα του είχε ακόμα αίμα.

-

Φυσικά χτυπήθηκε μ' αυτό.

-Ναι.

Ο γιατρός έκανε να σκύψει για να πάρει το ματωμένο αντικείμενο. Ο αστυνομικός το σταμάτησε με μια χειρο­ νομία. -Μη.

Ο άλλος κατάλαβε. Χαμογέλασε.

-

Με συγχωρείτε. Το ξέχασα.

-Λέτε να είναι αυτοκτονία; Αποκλείεται ...

-Έλα, του είπε.

-

Ο Μακρής μπήκε, κι η πόρτα έκλεισε πίσω από το δη­

Ο γιατρός τον κοίταξε διστακτικά. Δεν είχε να κάνει τί­

μοσιογράφο.

Ευχαριστώ.

ποτα άλλο.

Τα λουλούδια ευωδίαζαν ακόμα μέσα στα βάζα. Το κα­ μαρίνι ήταν γεμάτο μετάξι. Στην τουαλέτα με τον πλατύ τρίφυλλο καθρέπτη, ήταν αραδιασμένα τα μπουκάλια με τα αρώματα, τα μικρά δοχεία με τις κρέμες και τα άλλα

t6

-

Ευχαριστώ, ξανάπε ο Μπέκας χωρίς να τον κοιτά­

ξει. Ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Ο άλλος βγήκε.

Ο Μακρής έμενε ακίνητος σε μια γωνιά, χωρίς να μιλά. Ο Μπέκας φαινόταν σα να τον είχε ξεχάσει. Έβγαλε το


Το κοίταξε κάμποση ώρα κι ύστερα το άφησε σιγά, πά­

r:κείνος. Ο Μακρής είπε, χωρίς να το πιστεύει κι ο ίοιος. -Ίσως της πέταξε το μαχαίρι από το φεγγίτη της πόρ­

νω στο κρύσταλλο της τουαλέτας. Γύρισε ολόκληρο το μι­

τας.

μαντίλι του και έπιασε με προσοχiJ το πεσμένο μαχαίρι.

κρό καμαρίνι. Από καιρό σε καιρό έσκυβε, έπιανε ένα

( >αστυνομικός κοίταξε για ένα οεuτερόλεπτο πάνω από

πραγματάκι και τ' άφηνε αμέσως στη θέση του. Τα οια­ σταλμένα ακίνητα μάτια της πρωταγωνίστριας νόμιζες

την πόρτα και ζάρωσε τα μούτρα του. - Αυτά γίνονται μόνο στον κινηματογράφο και στα μυ­

πως τον παρακολουθούσαν. Το πρόσωπο του αστυνομι­

Οιστορήματα! Όχι. Εκείνος που τη χτύπησε βρισκόταν στο

κού γινόταν οιαρκώς και σκοτεινότερο. Έσκυψε κάτω από

ιίψος της.

την τουαλέτα και τράβηξε το πολύχρωμο σκέπασμά της. Χτύπησε με το χέρι του το σανίοι που χώριζε το καμαρί­

πιογράφο. Ο Μακρής του 'δειξε την άδεια πίπα που κρα­

νι της νεκρής από το οιπλανό του, κάτω από το έπιπλο.

Άφησε ένα κούφιο ήχο. Ο Μπέκας γονάτισε και κοίταξε καλύτερα. Το χώρισμα ήταν λεπτό, από σανίοια. Αλλά

τα σανίδια ήταν πάντοτε καρφωμένα. Σηκώθηκε. Προ­ χώρησε προς το παράθυρο. ο ορόμος έλαμπε γυαλιστε­ ρός κάτω από το φως των ηλεκτρικών, ύστερα από την απογευματινή βροχή. Ο αστυνομικός έμεινε όρθιος για

κάμποση ώρα, σκεφτικός και φανερά ουσαρεστημένος.

Άναψε ένα τσιγάρο κι έοωσε το κουτί του στο δημο­

τοι'>σε στο χέρι του. Δεν κάπνιζε παρά μόνο πίπα. Ο άλ­ λος τράβηξε μερικές ρουφηξιές δυνατά. Ήταν φανερό πως ήταν στενοχωρημένος. Στο τέλος του 'δειξε με το κεφάλι τη νεκρή. - Ωραία γυναίκα, είπε.

-Αυτή τη γνώμη έχει κι ο υπουργός, απάντησε ο Μακρής χαμογελώντας.

-

Άλλος μπελάς αυτός.

Πώς οιάβολο μπήκε; είπε. Το παράθυρο είναι κλει­

Ο Μακρής άναψε χαμογελώντας την πίπα του. Ο Μπέ­ κας ήξερε περισσότερα από όσα έδειχνε. Στο χοντρό του

στό από μέσα. Το πόμολο κανονικά γυρισμένο. Δεν υπήρ­

πρόσωπο έλαμπαν δυο μικρά μάτια γεμάτα πείσμα και

χε παρά μια μόνο είσοοος και έξοοος. Η πόρτα.

-Πώς μπήκε;

εξυπνάδα. Γύρισε πάλι το βλέμμα του στο καμαρίνι. Η λάμπα των οιακοσίων κηρίων φώτιζε μ' ένα φως σκληρό και διαυγές. Ο Μακρής αισθάνθηκε κάτι σα δυσφορία. 'Ο λα αυτά ξέφευγαν από το λογικό. Ένα έγκλημα μέσα σ' ένα δωμάτιο κλεισμένο από παντού κι ένας δολοφόνος που εξαφανίζεται μέσα από τους τοίχους. Ο Μπέκας κά­

Αλήθεια πως μπήκε;Ένας οολοφόνος οεν είναι καπνός

τι μουρμούριζε.

Απότομα γύρισε προς τον Μακρή.

-

Πήγε κοντά της και έσκυψε στην κλειοαριά. Το κλειδί

ήταν πάντα στη θέση του και το μικρό γλωσσίοι της κλει­ οαριάς

-

αν και είχε ξεχαρβαλωθεί από το σπρώξιμο

-

έδειχνε καθαρά πως η πόρτα είχε κλειοωθεί από μέσα.

για να μπει και να βγει από τις χαραμάοες. Ή πώς κλεί­

-Τι;

οωσε από μέσα την πόρτα, όταν έφυγε;

-

-Μπορεί ν' αυτοκτόνησε, είπε ο Μακρής.

-Όχι. Ο γιατρός το απόκλεισε. Άλλωστε δεν το πιστεύω

κι εγώ. Το τραύμα είναι πολύ βαθύ, για να το έκανε μό­ νη της.

-Τότε;

Ο Μπέκας σήκωσε τους ώμους. Αυτό ήθελε να ξέρει κι ι8

Βρομοδουλειά.

-Είσαι στενοχωρημένος;

- Ναι. Θα )cετε να γράψετε ωραία μυθιστορήματα στις εφημερίδες σας εσείς. Αλλά εμείς;

Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε.'Ενας αστυφύλακας πρό­ βαλε. Πίσω από την πλάτη του φάνηκαν τα πρόσωπα των ηθοποιών και των περίεργων που προσπαθούσαν να δουν.

19


-

Κύριε διοικητά, το συνεργείο, είπε.

Ναι.

Οι άνθρωποι της Γενικής Ασφάλειας γέμισαν το μικρό

Με μαχαίρι;

καμαρίνι. Ο Μακρής βγήκε.

·- Ί~τσι

Είδε το πλήθος των ανθρώπων του θεάτρου που συνω­ στίζονταν στο στενό διάδρομο. Συζητούσαν αναστατω­

Άρχισε να πίνει το κονιάκ του. Ο άλλος τον παρακο­ λιιοΗούσε σιωπηλός.

μένοι όλοι μαζί. Ο Καρύδης δεν μπορούσε να σταματή­ σει στη θέση του. Το γυαλιστερό φρεσκοξυρισμένο

φαίνεται.

Κάποτε θα την πάθαινε, είπε στο τέλος με ύφος φιλοσοφικό. Δε γλίτωνε.

πρόσωπο του είχε γεμίσει κόκκινες βούλες. Είχε κρεμα­

-

στεί στο μπράτσο του αρχιφύλακα και φώναζε:

-Ί Ι ταν καλό κουμάσι η μακαρίτισσα, Θεός σχωρέσ' την.

-Είναι απάνθρωπο. Μας κρατούν έξω. Εμένα δεν μπο­ ρούν ...

Γιατί, ρώτησε ο Μακρής ήσυχα.

-Δηλαδή;

Ο άνθρωπος του καφενείου χαμογέλασε. Το ύφος του

Ο άλλος προσπαθούσε να τον ησυχάσει. Ο βιομήχανος είδε το Μακρή και έτρεξε πάνω του. -Είναι αλήθεια; ρώτησε λαχανιασμένος.

!λεγε πως δε χρειαζόταν να μιλούν για πράγματα που εί­ ναι γνωστά.

-

Εσείς θα ξέρετε πω καλά από μένα, κ. Μακρή, του

-τι;

είπε. Την ξέρατε άλλωστε τόσα χρόνια. Ας τ' αφήσουμε.

-Είναι αλήθεια αυτό που είπε ο γιατρός; Είναι νεκρή;

Ακόμα ένα κονιάκ;

-Ναι.

-Όχι.

Το κόκκινο πρόσωπό του έγινε απότομα ωχρό. Τραύ­ λιζε.

Ξαναγύρισε στα καμαρίνια την ώρα που ο διευθυντής

-Μα πώς; Ποιος. Δεν είναι δυνατόν. Πριν από λίγο

του θεάτρου πληροφορούσε το κοινό πως «λόγω απρό­

ήμουν μαζί της.

Άφησε τα λεφτά στον πάγκο κι απομακρύνθηκε αργά.

βλεπτης αδιαθεσίας της πρωταγωνίστριας κ.λπ. κ.λπ. »,

Ο δημοσιογράφος σήκωσε τους ώμους.

η παράσταση ματαιωνόταν. Άκουσε το θόρυβο του κό­

-Λυπάμαι.

σμου από την πλατεία. Φυσικά κανένας δεν είχε πιστέ­

Θέλησε να προχωρήσει. Ο Καρύδης τον κρατούσε πά­

ψει τη δικαιολογία. Το νέο είχε κυκλοφορήσει με την τα­

ντοτε από το χέρι. Ρωτούσε ασυνάρτητα, τη μια φράση

χι)τητα που συνήθως κυκλοφορούν τα παρόμοια νέα. Οι

πάνω στην άλλη. Πώς; Με τι; Από πόση ώρα; Γιατί; - Τη χτύπησαν με μαχαίρι.

ήΟελαν να ανεβούν τα καμαρίνια. Σε μια στιγμή είδε τον

αστυνομικοί με δυσκολiα εμπόδιζαν τους περίεργους, που

-Ποιος;

ιιπουργό που έμπαινε στο γραφείο του διευθυντή, συνο­

Ο Μακρής άρχισε να εκνευρίζεται. Πέρασε από τους

δεοόμενος από ένα σύμβουλο.

άλλους που όλοι κάτι τον ρωτούσαν και βγήκε στο μπαρ.

ο άνθρωπος του καφενείου ήταν ο μόνος που έμενε στη θέση του.

Χαμογέλασε. Καινούργιος μπελάς για το δύστυχο αστυ­ νομικό.

Ο αεικίνητος κοντόχοντρος Καψίδης όρμησε πάνω του.

-Ένα κονιάκ, του είπε και άναψε τη σβησμένη του πίπα.

Ί Ι ταν σχεδόν ενθουσιασμένος. Θα είχε πλούσιο υλικό για

Ο άλλος του το 'φερε κι έσκυψε κοντά του.

το θεατρικό του ρεπορτάζ.

-Ώστε την κανόνισαν, ε; είπε και το ύφος του δεν έδει­ χνε καμιά λύπη.

-

Τι τρομερό, ε;

-Ναι. 20

21


-Και τι γυναίκα! Τι φλόγα! Τι ταμπεραμέντο!

ιίvιιιγμά της είδε το νέο άνθρωπο που στεκόταν όρθιος.

-Εσύ την ήξερες καιρό!

Ί'ο γνc:φισε. Ο Άρης Δημητριάοης, ένας νέος ηθοποιός. Τη

-Καιρό; από τότε που ήταν ακόμα στο ελαφρό. Μια

yι ινα[κα δεν την έβλεπε. Όπως καθόταν, είχε γυρισμένη

γόησσα, αγαπητέ μου, μια γόησσα.

Απότομα το πρόσωπο του ανθρωπάκου σοβάρεψε.

-

Τι λες πάλι για την κλεισμένη πόρτα;

ι ην πλάτη προς το μέρος του. Καθώς σταμάτησε να ανά­ ψrι την πίπα του, άκουσε τη φωνή της. Μια φωνή τρυφε­

ιιiι. σπασμένη από τα δάκρυα και την αγωνία.

-Δε λέω τίποτε.

11

-Πώς μπήκε;

-

Και;

Από τις χαραμάδες.

11

Ο άλλος γέλασε ψεύτικα.

-

'

Χαλκιά είπε πως ήσουν μαζί της.

Άσε τα αστεία. Εγώ νομίζω ...

· Φοβάμαι. Μην είσαι ανόητη.

Του ανάπτυξε μια νέα άποψη, επηρεασμένος από τα φτηνά αστυνομικά φυλλάδια. Ο Μακρής τον άκουγε βα­

π(πα είχε ανάψει, αλλά ο Μακρής έμενε ακίνητος, Η

rι )I ιφερή φωνή ξανάπε.

()

άλλος μετακινήθηκε απ' τη θέση του και πήγε κοντά

rης. 'Οπως στάθηκε, το μάτι του πήρε το Μακρή. Κάτι ψι­

ριεστημένα. -Ίσως.

Οι'φισε. Η γυναίκα άφησε μια μικρή τρομαγμένη φωνή. Ο

-Πώς αλλιώς;

ί'Ίημοσιογράφος απομακρύνθηκε.

Σήκωσε τους ώμους του. Αυτό ήταν δουλειά των αστυ­ νομικών και των ευφάνταστων συντακτών των εφημερί­ δων. Άφησε τον Καψίδη, που έτρεχε να μεταδώσει και

στους άλλους την άποψή του και πήγε στο τηλέφωνο. Τη­ λεφώνησε στην εφημερίδα του. Έδωσε μερικές οδηγίες στο βοηθό του. Σε λίγο θα πήγαινε κι εκείνος. Φυσικά η είδηση στην πρώτη σελίδα. Άφθονες φωτογραφίες και βιο­

γραφικά στοιχεία της πρωταγωνίστριας. Τον τίτλο θα τον κανόνιζε μόνος του, όταν γύριζε. Να μην αφήνουν όλη τη δουλειά στον αστυνομικό συντάκτη. Θα 'πρεπε να βοη­ θήσουν κι όσοι θα μπορούσαν να γράψουν σχετικά. Ο βοη­ θός το ρώτησε. -Εσείς θ' αργήσετε;

-Όχι. Σε μια ώρα το πολύ θα είμαι εκεί. Θα κατεβώ

κατευθείαν στο τυπογραφείο. -Εντάξει.

-

Και ψάξτε για φωτογραφίες. Καινούργιες και παλιές.

Άφησε το ακουστικό. Έξω από το καμαρίνι σταμάτη­ σε. Άκουσε μια γυναικεία τρυφερή φωνή, που κάτι έλε­ γε, γεμάτη αγωνία. Η πόρτα ήταν μισόκλειστη. Από το 22


11 γι ιναίκα σκούπισε τα μάτια της. <->α ήταν δέκα παρά είκοσι ή παρά τέταρτο. Ί'ι'ιτε που ακούσατε τη φωνή; 'Οχι. Λίγο αργότερα. Τη φωνή την άκουσα πιο πριν. Ί'ιι καμαρίνι μου είναι το τρίτο απ' το δικό της. Το δικό

3.

ΕΙΔΑ ΤΟ ΔΟΛΟΦΟΝΟ!

tης είναι το πρώτο, αλλά είναι ύστερα απ' τη γωνία που κ~νει ο διάδρομος. Η πόρτα της δεν φαίνεται απ' τη δι­ κfι μοο. Δει)τερο ποιο είναι; Ί'ηςΈλενας Παυλίδη. Στη γωνία ακριβώς.

··

Ωραία. Και πώς ακούσατε τη φωνή;

-Ί Ι μουν στο καμαρίνι μου. Ετοιμαζόμουν για την πα­ ιι~πταση. Άκουσα μια φωνή, τη φωνή της. Τέντωσα το rωτί μου, αλλά δεν άκουσα Τίποτα άλλο. Δεν ανησύχη­ πα. Ί Iξερα πως ήταν λιγάκι

-

πώς να σας πω

-

λιγάκι

rχπι'ιτομη όταν θύμωνε. Υπέθεσα πως κάποιος θα την εί­ χι:. εκνευρίQει και φώναξε.

Τα μάτια του αστυνομικού έλαμψαν για ένα δευτερό­ λΕπτο, είπε όμως ήσυχος.

-

Να την είχε εκνευρίσει ποιος; Ο άνθρωπος που μιλούσε μαζί της.

ο

αστυνόμος Μπέκας περίμενε να συνέλθει η βαμ­ νη προσπαθούσε να κρατήσει τα δάκρυά της, που

είχαν ξεβάψει το ρίμελ από τα γερασμένα της μάτια.

-

'Ωστε μιλούσε κάποιος μαζί της;

μένη γυναίκα που βρισκόταν μπροστά του. Εκεί­

Μα είναι τρομερό, έλεγε συνεχώς. Η καημένη η Ρό­

ζα. Η πιο χρυσή γυναίκα του θεάτρου μας.

Ναι. Στην πόρτα από το καμαρίνι της.

··

Ιlοιος;

Δεν είδα. Όπως σας είπα, για να πας στο καμαρίνι

rης απ' το δικό μου πρέπει να στρίψεις τη γωνία του δια­ ~~ιι{ιμοο.

Ήταν παλιά ηθοποιός η καρατερίστα του «Κρατικού

Ακούγατε όμως τη φωνή του.

Θεάτρου» Θάλεια Χαλκιά κι έβαζε πάντοτε λίγη θεα­

Λίγο. Μιλούσε σιγά.

τρική υπερβολή στις συγκινήσεις της. Αυτή τη φορά φαι­

I lοιος

νόταν όμως ειλικρινά συγκινημένη. Η Ρόζα ήταν φίλη της.

-Λοιπόν, ας συγκεφαλαιώσουμε, είπε ο Μπέκας. Εσείς ανακαλύψατε πρώτη το έγκλημα; -Ναι.

-Τι ώρα;

νομίζετε πως ήταν;

11 γοναίκα αναστέναξε. 'Ε φερε πάλι το μαντίλι στα μά­ rια της.

-

llοιος; ξανάπε ο Μπέκας ήρεμα αλλά αποφασιστι­

κ~.

·Ο

Άρης Δημητριάδης, είπε αυτή απότομα.

Ιlοιος είναι αυτός;


-Το πιο όμορφο αγόρι του θεάτρου μας. Καημένη Ρό­

Ιlολι'ι καλά. Ώστε σεις την ακούσατε που μιλούσε με

ι ιι Δημητριάδη κι ύστερα από λίγο ακούσατε τη φωνή

ζα!

Έφερε πάλι το μαντίλι στα μάτια της.

(fJς.

Ναι. Δηλαδή δεν είμαι σίγουρη. Όπως σας είπα δεν

-Της το Λεγα πως δεν ήταν σωστό. Μα έτσι ήταν εκεί­ νη. Έκανε πάντα το κέφι της. Ο Μπέκας ρώτησε ήσυχα:

tιιv ι(.,α. Άκουγα μια αντρική φωνή, που νομίζω ότι ήταν η ι'Ιική τοο. Ίσως πάλι να κάνω λάθος. Μιλούσαν σιγά.

-Τι ακριβώς δεν ήταν σωστό; Να μιλά μ' ένα συνάδελφό της;

-

Μ' αυτόν το συνάδελφό της.

-Γιατί;

Η Θάλεια Χαλκιά σήκωσε τους ώμους. Δεν ήταν κα­ λύτερα να τ' αφήσουν αυτά, τώρα που η δύστυχη Ρόζα ήταν νεκρή; Ο Μπέκας χαμογέλασε.

-

Καλύτερα είναι να μην τ' αφήσουμε. Γιατί ήταν κα­

κό να μιλά ειδικά μ' αυτόν;

- Γιατί ...

μ' αυτόν είχαν γίνει οι ιστορίες. Καταλαβαίνε­

τε

Κι ι)στερα;

11 γτιvαίκα άρχισε πάλι να κλαίει. Είχε τα δάκρυα πο­ λι'ι

r ι'ικολα. ί\κοιισα τη φωνή της και την πόρτα που έκλεινε.

Ο Μπέκας κοίταξε τη γυναίκα μέσα στα μάτια.

Λ κοι)σατε πρώτα τη φωνή της κι ύστερα την πόρτα ιtrιιι tκλεινε. Έτσι;

'Ι'α δάκρυα της Θάλεια Χαλκιά σταμάτησαν σαν από llrιι'ιμα.

Ναι. 'Ετσι. Γιατί έχει σημασία αυτό; Μπορεί να έχει.

Ο Μπέκας δεν καταλάβαινε, αλλά δεν μίλησε. Η άλλη

Τι'Jτε δεν είμαι βέβαιη. Καταλαβαίνετε, λίγα λεπτά

συνέχισε. Ο νεαρός ήταν πολύ όμορφος και της άρεσαν

ιφιv αρχίσει μια πρεμιέρα έχει καθένας το νου του στο

της μακαρίτισσας οι ωραίοι νεαροί. Είχε φλερτάρει μα­

ιιr'ιλο τοιι. Μπορεί να άκουσα την πόρτα κι ύστερα τη

ζί του. Τον πήρε και δυο φορές σπίτι της. Και τότε έγι­

φωνή. Δεν ξέρω. Δε θυμάμαι.

νε το επεισόδιο με τη Νέλλη. -Ποια Νέλλη;

-Την Καρζή. Δεν την έχετε δει Οφηλία στον Άμλετ; -Όχι. -Χάσατε.

-Κρίμα. Λοιπόν τι έγινε μ' αυτή τη Νέλλη;

-Μάλωσαν. Η Νέλλη της ζήτησε ν' αφήσει ήσυχο το νεαρό κι αυτή θύμωσε και τη χτύπησε. Η Νέλλη ζήλευε, αλλά δεν είχε δίκιο. Αυτά τα ερωτευμένα κορίτσια δεν

ξέρουν βλέπετε τι κάνουν. Είναι και αρραβωνιασμένη μ' αυτό το Δημητριάδη και καταλαβαίνετε ... Έγινε σού­ σουρο.

Ο Μπέκας ρώτησε:

-

Πότε έγινε αυτό;

-Χτες.

Ιlιιοσπαθήστε να θυμηθείτε. ι J αστονομικός μιλούσε ήρεμα, αλλά μέσα του είχε νευ­

ιιι~σει. Η άλλη προσπαθούσε να θυμηθεί.

Ι Ι ρώτα την πόρτα. Ή μάλλον πρώτα τη φωνή. Ή ... Χαμογέλασε με το ντροπαλό ύφος μαθήτριας, που ξέ­ χ_rχnε το μάθημά της. Ήταν γελοία. Με μπερδέψατε.

Ο Μπέκας αναστέναξε. Καλά λοιπόν, δεν μπορούσε νιχ ()τιμηθεί.

Ύ'στερα τρέξατε κοντά της; '( Jχι. Δεν ανησύχησα. Λίγο αργότερα χρειάστηκα ένα

κιιαγιόν. Πήγα στο καμαρίνι της να το ζητήσω. Η πόρ­ τα ήταν κλειστή. Χτύπησα. Κανένας δεν απάντησε. Δο­ κ(μιχσιχ να την ανοίξω. Ήταν κλειδωμένη από μέσα. Τη φc:ινιχξα με το όνομά της.


Άρχισε πάλι να κλαίει. -Δεν απάντησε. Τότε έμπηξα τις φωνές.'Ηρθε ηΈλε­ να Παυλίοη κι ύστερα οι άλλΟL, ο αστυφύλακας και σεις.

Τη βρήκαμε σκοτωμένη. Αυτήν που ήταν όλο ζωή! Είνω

-Λοιπόν; τον ρώτησε ο πρώτος. Είχε οουλέψει κι άλλες φορές με τον Μπέκα και του

είχε εμπιστοσύνη. -Ακόμη τίποτα. Τι λέει ο γιατρός γι' αυτοκτονία; Ο ιατροοικαστής ήταν σκυμμένος κάτω από την τουαλέτα

τρομερό.

Τα οάκρυα της Χαλκιά συνοοεύτηκαν τώρα από λυγ­ μούς. Ύπήρχε βέβωα αρκετό θέατρο, αλλά ήταν φανε­

ρό πως η γυναίκα αυτή υπόφερε. -Την αγαπούσατε; ρώτησε ο Μπέκας. -Πολύ. Ήταν ένα κομμάτι οιαμάνη. Πάντοτε εύθυμη,

της νεκρής, παραμερίζοντας το πολύχρωμο κουρτινάκι που τη σκέπαζε. Σήκωσε το κεφάλι του.

-

Αποκλείεται.

Εξήγησε γιατί. Αποτυπώματα;

μ' ένα καλό λόγο στο στόμα της, μ' ένα όμορφο οώρο στα

-

χέρια της. Και τώρα ...

Ο εισαγγελέας χαμογέλασε στον Μπέκα που έμοιαζε

-

Μια τελευταία ερώτηση, είπε ο αστυνόμος με χαμη­

Θα τα εξετάσουν.

με θυμωμένο γάτο.

λή φωνή. Εσείς θα ξέρετε. Ο βιομήχανος ήταν από πο­

-

λύ κωρό φίλος της;

-Μοιάζει με μυθιστόρημα. Είναι από κείνες που σι-

-Ο κ. Καρύοης;Ένα χρόνο.

-Και ... -ο Μπέκας κόμπιασε

Δύσκολη οουλειά, ε;

χαίνομαι.

- κω

στο μεταξύ είχε

κανέναν άλλον;

-

Λες για την πόρτα; ρώτησε τότε ο ανακριτής.

-Νω.

Η Χαλκιά κάτι θέλησε να πει, αλλά μετάνιωσε.

-

-Ήταν χαρούμενη, ανοιχτόκαροη, είπε, και την παρε-

-Εγώ.

ξηγούσαν.

-

-Ώστε σεις οεν ξέρετε άλλον;

Αυτό είναι το χειρότερο, είπε ο ανακριτής χαμογε-

λώντας. Αν την άκουγαν άλλοι, πριν να φτάσετε σεις, θα μπορούσαμε να ελπίσουμε πως είχε πάθει κάπΟLα λι­

-Όχι.

-

Εσύ την έσπασες;

ποθυμία κι ο οολοφόνος τη χτύπησε μέσα στον πανικό.

Ευχαριστώ.

Της άνΟLξε την πόρτα και βγήκε μαζί της. Στην αί­

Εκ των υστέρων.

θουσα υποοοχής περίμεναν συγκεντρωμένοι όλοι σχεΟόν

Ο Μπέκας σήκωσε ουσαρεστημένος τους ώμους.

οι ηθοποιοί. Τους είχε παρακαλέσει να μη φύγουν.

-Απίθανη εξήγηση. Ο άλλος χαμογέλασε.

Απ'το γραφείο του οιευθυντού ο Μπέκας κατέβηκε πά­ λι στο καμαρίνι της νεκρής. Το συνεργείο Σήμανσης έπαιρ­

νε ακόιiη φωτογραφίες. Ο ιατροοικαστής μετρούσε απο­ στάσεις, γωνίες, μελετούσε λεπτομέρειες. Το πτώμα είχε εξεταστεί λεπτομερώς και το είχαν πάρει απ' το μικρό κα­ μαρίνι που ευωοίαζε ακόμα. Δυο άντρες με πολιτικά στέ­

Σύμφωνοι. Απίθανη, αλλά οπωσοήποτε εξήγηση. Ενώ

τώρα; Πώς βγήκε αυτός ο άνθρωπος, αφού η πόρτα είναι κλειστή εσωτερικά; Ή πώς μπή­ κε;

Ο Μπέκας γύρισε στον ιατροοικαστή. -Θα μπορούσαν να της έχουν πετάξει το μαχαίρι; ρώ­ τησε χωρίς να το πιστεύει.

κονταν κοντά στο παράθυρο. Ο αστυνομικός τους χαιρέ­

-Από πού;

τησε με σεβασμό. Ήταν ο εισαγγελέας και ο ανακριτής.

Ο αστυνόμος έοειξε το μικρό φεγγίτη πάνω από την

28


πόρτα. Το γυάλινο φύλλο του δεν ήταν κλειδωμένο. -Από κει.

Ο ιατροδικαστής σκέφτηκε λίγο.

-

Όχι. Ο άνθρωπος που τη χτύπησε δεν ήταν ψηλά.

Στεκόταν απέναντί της. Στο ύψος της. Το χτύπημα εί­ ναι οριζόντιο. Απότομα ο ιατροδικαστής ρώτησε: -Τίνος είναι το διπλανό καμαρίνι;

-

ΜιαςΈλενας Παυλίδη. Πρωταγωνίστριας κι αυτής. Την εξέτασες;

-Όχι ακόμα. -Πήγες στο καμαρίνι της;

Οι τρεις άντρες μιλούσαν έτσι κάμποση ώρα. Ο Μπέ­ κας ζήτησε την άδεια.

-

Θέλω να πω δυο λόγια με τους άλλους. Θα παρα­

κολουθήσετε;

Ο εισαγγελέας ετοιμάστηκε να απαντήσει, αλλά εκεί­ νη τη στιγμή ένας αστυφύλακας φάνηκε.

-Κάποιος ζήτα να σας δει βιαστικά, είπε στον Μπέ­ κα.

-Ποιος;

-Ένας από τους υπαλλήλους του θεάτρου. Θαρρώ πως είναι θυρωρός.

-

Φέρ' τον.

Τα μάτια του Μπέκα τον κοίταξαν ερωτηματικά. -Γιατί;

-Θα μπορούσε να μπει κάποιος από κει εδώ μέσα ή

τουλάχιστον θα μπορούσε να βγει. Κάτω από την του­ αλέτα το ένα καμαρίνι χωρίζεται με το άλλο μ' ένα σα­ νιδένιο χώρισμα.

-

Ναι. Αλλά οι σανίδες είναι καρφωμένες, είπε πει­

σματωμένα ο Μπέκας.

-Είναι όμως καρφωμένες από μέσα. Από την πλευ­ ρά του άλλου καμαρινιού. Αυτό ο Μπέκας δεν το 'χε σκεφτεί. Ο ιατροδικαστής ήταν φίλος του. Τον πείραξε.

-

Δεν το σκέφτηκες, ε;

-Θέλεις να πεις πως η Παυλίδη αυτή μπορεί να είναι ο δολοφόνος;

Ο ανθρωπάκος μπήκε δειλά. Κοιτούσε τους ανθρώ­ πους με τα πολιτικά, σα να ήθελε να βρει ποιος ήταν ο καταλληλότερος, για να του πει τη μεγάλη είδηση. -Με ζήτησες; ρώτησε ο Μπέκας.

Ο ανθρωπάκος έγνεψε «ναι». Τον είχε ζητήσει, για να του πει κάτι σημαντικό για το έγκλημα. -τι;

-

Ξέρω ποιος είναι ο δολοφόνος.

Ήταν κάτι που δεν το περίμεναν. Κι οι τρεις κοιτά­ χτηκαν μεταξύ τους. Ο ανθρωπάκος μιλούσε σοβαρά;

Και ήταν άραγε στα καλά του; -Ποιος είσαι εσύ; ρώτησε ο Μπέκας με μια φωνή που προσπαθούσε να την κάνει ήρεμη.

Ο άλλος εξήγησε. Ήταν ο θυρωρός στην είσοδο των

Ο άλλος γέλασε.

καλλιτεχνών. Τον έλεγαν Παλάντζα κι είχε χρόνια ολό­

-Όχι. Θέλω να πω πως ο δολοφόνος θα μπορούσε να

κληρα στο θέατρο. Τον ήξεραν όλοι.

βγει από κει. -Και να ξανακαρφώσει τις σανίδες; Θα 'χε την ψυ­ χραιμία και τον καιρό;

-Απίθανο. Αλλά μέσα σ' αυτήν τη φανταστική ιστορία του κλειστού δωματίου είμαστε υποχρεωμένοι να κινού­

-Και λες πως ξέρεις ποιος τη σκότωσε; -Τον είδα.

Ο άνθρωπος ήταν κατηγορηματικός. Ο Μπέκας του έδωσε ένα τσιγάρο και του το άναψε ο ίδιος με τον ανα­ πτήρα του.

μαστε μέσα στα φανταστικά. Πάντως κοίταξα τα καρφιά.

-

Είναι παλιά και δεν φαίνονται να ξεκαρφώθηκαν τώρα.

-Δεν ξέρω.

Για λέγε. Ποιος ήταν;


Τους κορόιδευε; Ο εισαγγελέας με τον ανακριτή πα­

-Όχι. Δεν τον είδα.

ρακολουθούσαν σιωπηλοι. Ο ιατροδικαστής είχε αφήσει

-Ήσουν όλη την ώρα στη θέση του;

κι αυτός τις έρευνές του για ν' ακούσει. Μέσα στο μικρό

-Ναι.

καμαρίνι ήταν στενόχωρα. Τα αρώματα και οι καπνοί απ' τα τσιγάρα έκαναν την ατμόσφαιρα βαριά.

-

Δεν τον ξέρεις;

-Ώστε πρέπει να έφυγε απ' το καπνιστήριο ή απ την πλατεία. Ο ανθρωπάκος κόμπιασε για λίγο.

-Όχι. Δεν ήταν απ' το θέατρο. Τον είδα όταν ερχόταν.

-Για να πω την αλήθεια, μπορεί να έφυγε κι απ' την

Ήταν λίγα λεπτά πριν από τη στιγμή που θα άρχιζε 'Υ)

πόρτα μου. Είχα πεταχτεί για λίγο στο απέναντι καφε­

παράσταση ...

νείο να δω ένα φίλο μου. Περίμενε να το ρωτήσουν και τίποτε άλλο, αλλά κα­

Τους μίλησε για την επίσκεψη του άγνωστου με την καμπαρντίνα και το ωχρό πρόσωπο, που ζητούσε με επι­

νένας δε τον ρώτησε.

μονή να δει την πρωταγωνίστρια.

-

Φαινόταν ταραγμένος. Έλεγε πως είχε απόλυτη ανά-

γκη να τη δει. Νόμιζες πως τον κυνηγού- σαν.

-Και δεν τον είχες δει άλλη φορά; ρώτησε ο Μπέκας. -Όχι. Πρώτη φορά.

-Πες μου πώς ήταν, όσο μπορείς πιο λεπτομερώς. Ο άλλος είπε, ενώ ο Μπέκας κρατούσε σημειώσεις: -Αν τον ξανάβλεπες, θα το γνώριζες;

-

Σίγουρα. Το πρόσωπό του μου είχε κάνει εντύπω-

Σ' ευχαριστώ, είπε απότομα στον ανθρωπάκο. Θα

σε ξαναχρειαστούμε κατά πάσα πιθανότητα. -Όπως θέλετε. Ο άλλος βγήκε. Ο εισαγγελέας ρώτησε τον αστυνομικό: -Τι λες;

-Μπορεί να 'ναι αυτός.

Ο ιατροδικαστής που διασκέδαζε να πειράζει τον Μπέ-

ση.

-Και ήταν άγνωστος, ε;

-

Ο Μπέκας ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του.

-

Σε μένα. Στη Ρόζα ήταν γνωστός.

-Πώς το ξέρεις;

Τους είπε. Όταν τηλεφώνησε πως κάποιος τη ζητά, η πρωταγωνίστρια είχε αρνηθεί να τον δεχτει.'Υστερα αυ­

κα, είπε χαμογελαστά:

-

Βρήκες τον άνθρωπο, αλλά δε βρήκες πώς μπήκε.

Ο αστυνόμος τον κοίταξε δυσαρεστημένος. -Ίσως δεν μπήκε, είπε. Μου επιτρέπετε; Θα πάω να δω μερικούς απ' τους ηθοποιούς.

τός του άρπαξε το ακουστικό και μίλησε μόνος του. Της

Γύρισε στον εισαγγελέα.

είπε λίγες λέξεις κι εκείνη το δέχτηκε αμέσως. Η ίδια

-Θα παρακολουθήσετε;

του τηλεφώνησε να τον αφήσει να περάσει. -Θυμάσαι τι ακριβώς της είπε;

-Όχι. Θα είμαι στο γραφείο σου. Αν έχεις τίποτε, μου τηλεφωνείς.

-Ν άι. Ήμουν δίπλα του. «Πρέπει να σε δω». Εκείνη

Βγήκε από το αρωματισμένο καμαρίνι δύσθυμος. Στη γω­

φαίνεται πως ρώτησε αν μπορούσε να τη δει μια άλλη

νία σταμάτησε και κοίταξε. Από τη μια μεριά το καμαρίνι

φορά, γιατί αυτός είπε σκληρά: «Απόψε».

της νεκρής. Από την άλλη τηςΈλενας Παυλίδη. Κι ευθύς

-

τίποτε άλλο;

-Τίποτε.

-

Δεν ξέρεις πότε έφυγε;

αμέσως της Χάλκιά. Ποιος όμως να ήταν ο άγνωστος; Προχώρησε. Σε μια γωνιά είδε τον Καρύδη, ποu μι­

λούσε με τη Θάλεια Χαλκιά. Ο χοντρός βιομήχανος κά-

33


τι έλεγε ψιθυριστά στη γερασμένη καρατερίστα. Εκείνη

Η κακοκεφιά του δυνάμωσε. Είχε τώρα δυο πιθανούς

φαινόταν τρομαγμένη. Ο Μπέκας νόμισε πως τον είδε

ενόχους, που και οι δυο του ήταν άγνωστοι. Ο άνθρω­

να της βάζει κάτι στο χέρι, αλλά δεν ήταν βέβαιος. Προ­

πος που μιλούσε μαζί της, στην πόρτα της, θα μπορού­

χώρησε. Όπως στεκόταν, η γυναίκα είχε την πλάτη γυ­

σε να την είχε σκοτώσει. Ήταν αυτός ο Άρης Δημητριά­

ρισμένη προς το μέρος του. Ο Καρύδης τον είδε πρώ­

δης. Έτσι είπε η γυναίκα, αλλά δεν ήταν βέβαιη. Ο άλλος

τος. Σταμάτησε να μιλά. Του φάνηκε κιόλας πως έκανε

ήταν ο άνθρωπος του θυρωρού. Και πάλι όμως το ερώ­

ένα νεύμα στη Χαλκιά. Η γυναίκα γύρισε απότομα. Όταν

τημα έμεινε. Πώς έφυγαν μέσα απ' το κλειστό καμαρί­

τον είδε, φάνηκε σα να τα 'χασε. Πήγε κοντά τους. Η κα­

νι;

ρατερίστα στριφογύρισε το μαντίλι της αμήχανα. Είχε

Ο Άρης Δημητριάδης. Έπρεπε να τον δει. Καθώς κι

το ύφος ανθρώπου που τον έπιασαν σε μια κουβέντα,

αυτή τη ζηλιάρα φίλη του, τη Νέλλη Καρζή. Παράξενος

που δεν έπρεπε. Ο Καρύδης ρώτησε.

αυτός ο κόσμος του θεάτρου. Γεμάτος πάθη και ζήλιες. Βρωμο"ίστορία, σκέφτηκε.

-Είναι αλήθεια;

-

Το κέφι του Μπέκα ήταν άσχημο. Τα πειράγματα του

Έμεινε για λίγο ακίνητος, κοιτάζοντας τους τεχνίτες

ιατροδικαστή, το χαμόγελο του εισαγγελέα, το μυστή­

του θεάτρου που μετέφεραν τα αχρησψοποίητα σκηνι­

ριο της κλειδωμένης πόρτας, όλα αυτά που έμοιαζαν με

κά. Φαινόταν η πλατεία άδεια και σκοτεινή. Όλα μέσα

κινηματογραφική ταινία ... Είπε δύσθυμα.

στο θέατρο έπαιρναν ένα παράξενο χρώμα φανταστι­

-Τι;

κού. Κι η ιστορία όπου είχε μπερδευτεί ήταν φανταστι­

-Είναι αλήθεια πως βρήκατε το δολοφόνο; ρώτησε

κή.

Δυο τρεις αστυνομικοί συντάκτες τον είδαν κι ήρθαν

πάλι ο χοντρός άνθρωπος.

κοντά του.

-Όχι.

-Λοιπόν, νεώτερα;

-Αλλά μας είπαν ...

-

Ποιος σας είπε;

-τίποτε.

Ο θυρωρός. Πριν από λίγο ακριβώς μας έλεγε πως

-

Ο Διάκος, παλιός συντάκτης και φίλος του, τον ρώτη-

-Α!

Ο βιομήχανος ρώτησε ανήσυχος. -Δεν είπε αλήθεια;

-

σε:

-Τι λες για το κλειστό καμαρίνι;

Είδε κάποιον που θα μπορούσε να είναι ο δολοφό-

νος. Αν δεν σας είναι δύσκολο, μη φύγετε. Θα σας χρει­

-

Πως ήταν γερή η κλειδαριά.

Ο άλλος τον κοίταξε δυσαρεστημένος. -Μας κορο"ίδεύεις. Σήκωσε τους ώμους του.

αστώ.

-

Δεν έχετε κανέναν ύποπτο;

-Ακόμα.

είδε το δολοφόνο.

Στη διάθεσή σας.

-

Έφυγε από κοντά τους με το δυσάρεστο συναίσθημα

Αυτή η ιστορία μας κορο"ίδεύει όλους.

Ένας μικρός μαθητευόμενος συντάκτης του είπε:

πως κάτι του έκρυβαν. Όταν απομακρύνθηκε αρκετά δεν μπόρεσε να αποφύγει τον πειρασμό. Γύρισε. Τους είδε

-Δε θα μπορούσαν να τη σκοτώσουν από μακριά;

που τον κοιτούσαν ανήσυχοι. Βιάστηκαν να στρίψουν το πρόσωπό τους αλλού, μόλις είδαν το βλέμμα του.

-

34

-Βέβαια.

Με τι τρόπο; Με ακτίνες θανάτου.

35


Όταν ο άλλος κατάλαβε πως τον κορόιδευε, αυτός βρι­ σκόταν μακριά. Ο Διάκος, που τον ήξερε, είπε:

-

Δεν είναι στα κέφια του.

Δεν ήταν στα κέφια του. Στα είκοσι πέντε χρόνια που

Γύρισε στο δημοσιογράφο που στεκόταν όρθιος μπροστά στο παράθυρο.

-

Τψ ήξερες;

-Αρκετά.

υπηρετούσε στψ αστυνομία είχε αντιμετωπίσει κάμπο­

-

σες μπερδεμένες ιστορίες. Αυτή τον ενοχλούσε, χωρίς

-Ναι. Πολύ ωραία. Την ήξερα από τότε που έπαιζε

να ξέρει καλά γιατί. Ίσως το κλειστό δωμάτιο, το εν­

Ωραία γυναίκα.

στο ελαφρό. Τότε ήταν αρκετά εύκολη.

διαφέρον του υπουργού, η διασημότψα του θύματος.

Ο Μπέκας ρώησε, ενώ παρακολουθούσε πάντοτε τον

Για τα διάUΎJμα πρόσωπα το κοινό είναι ιδιαιτέρως ανυ­

καπνό του τσιγάρου του, που ανέβαινε προς την οροφή.

πόμονο. Και οι εφημερίδες γράφουν ό,τι θέλουν. Προ­

-

χώρφε στους στενούς διαδρόμους και παραμέρισε για

-Δύσκολη, όχι ακριβώς. Πολυτελής. Στην κατοχfι ήταν

Αργότερα έγινε δύσκολη;

να περάσουν δυο ηθοποιοί, που τον κοιτούσαν περίερ­

φιλενάδα του αρχηγού της Ιταλικής Κατασκοπείας. Αρ­

γα. Χάρηκε όταν είδε το Μακρή να μιλά με μια μικρή

γότερα αποδείχτηκε πως τα είχε ταυτόχρονα και με έναν

θεατρινούλα, που έκανε πάντοτε τψ υπηρέτρια. Τον εί­

Άγγλο πράκτορα. Αντί να πάει στο δικαστήριο, πήρε

δε κι εκείνος και ήρθε προς το μέρος του.

συγχαρητήριο γράμμα απ' τον Ουέιβελ. Οι Γερμανοί εί­

-Πώς πας;

χαν σκεφτεί να της κόψουν το ωραίο της κεφάλι για μια

-Άσχημα. Αυτόν τον Καρύδη τον ξέρεις;

στιγμή. Αντί γι' αυτό την πήρε ένας συνταγματάρχης των

-Αρκετά.

Ες-Ες στην κρεβατοκάμαρά του.

-Τι τύπος είναι;

-

Πολύ πλούσιος. Με μεγάλες γνωριμίες και αδυνα-

μίες στις γυναίκες του θεάτρου.

-

Φαίνεται κάπως κουτός.

Ο Μακρής γέλασε. Δεν ήταν καθόλου κουτός, τουλά­

Ο Μπέκας γρύλισε.

-

Σεμνή κυρία.

Ο δημοσιογράφος χαμογέλασε. Παρ' όλο το παχύ του πρόσωπο και το χοντρό του μουστάκι ο αστυνόμος έμοι­ αζε μ' ένα μικρό παιδί, που δεν του έδιναν το γλυκό του.

χιστον ση δουλειά του. Την «είχε φέρει» σε ανθρώπους

-Σε ενοχλεί αυτή η υπόθεση.

που τους θεωρούσαν ατσίδες σην αγορά.

-

Ναι. Αυτοί οι θεατρίνοι έχουν τα πάθη, τις ζήλιες,

-Έρχεσαι μαζί μου;

τις υπερβολές τους. Θα είναι δύσκολο να βρεις την άκρη.

Τον πήρε μαζί του στο γραφείο του διευθυντή, εκεί

Ύστερα ήταν διάUΎ]μη. Οι εφημερίδες σας θα κάνουν θό­

που έκανε τις πρόχειρες ανακρίσεις του. Κάθισε σε μια

ρυβο κι ο θόρυβος δε βοηθά ποτέ σ' αυτές τις δουλειές.

πολυθρόνα κι άναψε ένα τσιγάρο. Σκεφτικός παρακο­

Ακόμα είναι κι οι ενδιαφερόμενοι. Θα μπλέκονται διαρ­

λουθούσε τον καπνό, όπως ανέβαινε σκορπίζοντας προς

κώς στα πόδια μας και θα 'ναι αρκετά ισχυροί, ώστε να

την οροφή.

μην μπορούμε να τους στέλνουμε στη δουλειά τους.

Το γραφείο ήταν γεμάτο φωτογραφίες καλλιτεχνών. Μέσα από το μαύρο πλαίσιο χαμογελούσε μια ωραία γυναίκα με τεράστια βαμμένα μάτια.

-Για το μαχαίρι τι έμαθες;

-Ήταν δικό της. Επρόκειτο να το φορέσει με τη στολή του ρόλου της.

-Αυτή είναι;

-Ένα Δημητριάδη τον ξέρεις;

-Ναι.

-Ναι. Είναι νέος ηθοποιός με λαμπρό μέλλον.

37


-Σαν άνθρωπος;

-Όλοι λένε πως είναι περίφημο παιδί. Ο Μπέκας δε ρώτησε τίποτε άλλο. Έμεινε σιωπηλός, παίζοντας στα χέρια του το φτηνό τενεκεδένιο του ανα­ πτήρα. Ο δημοσιογράφος ρώτησε.

-Αλήθεια, πώς λες να μπήκε ο δολοφόνος;,

ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Ο αστυνόμος απάντησε, σα να το έλεγε για τον εαυτό του. -Άραγε μπήκε;

Ο Μακρής τον κοίταξε έκπληκτος. -Τι θες να πεις;

Ο Μπέκας τον κοίταξε έκπληκτος. -Τι θες να πεις;

Ο Μπέκας σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα.

-

Θα δούμε αργότερα, είπε.

Άνοιξε την πόρτα. Το πρόσωπο του αστυφύλακα φά­ νηκε περιμένοντας διαταγές.

-

Φώναξέ μου την κυρία Παυλίδη, είπε. Την κυρία Έλε­

να Παυλίδη. Ο Μακρής κοίταξε το ρολόι του. Είχε περάσει η ώρα. Θα τον περίμεναν στην εφημερίδα του.

-

Εγώ θα φύγω, είπε.

Την ώρα που έφευγε, είδε τον αστυφύλακα, που γύ­ ριζε, συνοδεύοντας μια ψηλή γυναίκα. Όμορφη, με μια

Σ

την πόρτα του θεάτρου στάθηκε για λίγο κι ανά­ πνευσε με δύναμη το δροσερό νυχτερινό αεράκι. Η απογευματινή βροχή είχε ξεπλύνει την ατμό­

παράξενη σκληρή ομορφιά όμως. Ο δημοσιογράφος τη

σφαιρα. Πήγε ως την Ομόνοια με τα πόδια. Απ' την οδό

γνώρισε. Ήταν η Έλενα Παυλίδη, η δεύτερη πρωταγω­

Αιόλου είδε τη φωτισμένη Ακρόπολη. Έμοιαζε μ' ένα λα­

νίστρια του "Κρατικού': Παραμέρισε για να περάσει κι

μπερό κόσμημα, κρεμασμένο από τον ουρανό. Η κίνηση

εκείνη τον χαιρέτησε με μια μικρή κίνηση του κεφαλιού.

είχε αραιώσει. Ήταν μια από τις ώρες που η Αθήνα του άρεσε πιο πολύ, ίσως γιατί αυτές τις ώρες τις είχε συνη­ θίσει. Σκέφτηκε τη γνωστή πρωταγωνίστρια, το κλεισμένο κα­

μαρίνι, τον άγνωστο επισκέπτη. Ο ίδιος ήταν ευχαριστη­ μένος. Δεν ήταν φίλος της Βαργή, για να τη λυπηθεί, κι

άλλωστε αυτό το έγκλημα ήταν μια ευκαιρία για τις εφη­ μερίδες, που είχαν χάσει κάμποσα φύλλα με την τελευ­ ταία αύξηση της τιμής. Ένα ταξί πέρασε σιγά δίπλα του,

39


σα να γλιστρούσε πάνω στο γυαλιστερό δρόμο. Το στα­ μάτησε. -Στην «Πρωινή», είπε.

Ο σοφέρ τον ήξερε. Γύρισε και του χαμογέλασε.

-

Εντάξει, κύριε Μακρή.

Δεν ήταν τα γραφεία της εφημερίδας του μακριά, αλ­ λά απόφευγε συνήθως το περπάτημα. Κάπνιζε πολύ και

«Το πλέον μυστηριώδες έyκλημα των τελευταίων ετών. Το θύμα ευρέθη νεκρό μέσα στο κλειδωμένο καμαρίνι του, απ' όπου ο δολοφόνος εξαφανίσθηκε κατά ανεξήγητο τρό­ πο. Η αστυνομία αναζητεί ένα ψηλό άτομο με γκρι ρε­ πούμπλικα και χακί καμπαρντίνα, το οποίο επισκέφθηκε την πρωταγωνίστρια λίγο πριν από το έyκλημα. Ποια η δο­ λοφονηθείσα».

λαχάνιαζε εύκολα. Στην πρόσοψη των γραφείων έλαμπε

ο φωτεινός Τίτλος της. «Η Πρωινή». Ανέβηκε αργά τη με­ γάλη μαρμάρινη σκάλα. Τα γραφεία ήταν σχεδόν άδεια. Οι τακτικοί συντάκτες είχαν τελειώσει τη δουλειά τους. Δεν έμεναν παρά μόνο οι aσυρματιστές, δυο

- τρεις

ρε­

Κάθισε στο γραφείο κι άναψε την πίπα του. Έσβηνε εύ­ κολα κι αυτό τον γλίτωνε από κάμποση νικοτίνη. Ο βοη­ Είναι τουλάχιστον τρεις στήλες, είπε. Δεν είναι πολλές.

Άρχισε να οιαβάζει τα κακογραμμένα δημοσιογραφικά

- ένας νεαρός με

πολύ μέλλον

-

στεκόταν όρθιος δίπλα του. Ο αστυνομικός συντάκτης τα είχε γράψει καλά. Διόρθωσε δυο τρία σημεία με το χο­ ντρό κόκκινο μολύβι του, τονίζοντας μια φράση πού και πού.

-

Φωτογραφίες;

Ο βοηθός τις είχε έτοιμες. Του τις έδειξε. Ήταν φω­ ρεπόρτερ ύστερα από το έγκλημα, φωτογραφίες από το ρόλο που οεν πρόφτασε να παίξει και πολλές παλιές, απ' το αρχείο της εφημερίδας. Ο Μακρής τις άπλωσε στο τραπέζι του. Διάλεγε μια μια και τις έδινε στο βοηθό του.

-Αυτή ... Αυτή ...

Σε μια σταμάτησε. Την πήρε και την κοίταξε καλύτε­ ρα.

Θα κάνω τους τίτλους μόνος μου, είπε.

Έμεινε για λίγο σκεπτικός μασουλώντας την πίπα του,

που είχε ξανασβήσει. Ύστερα έγραψε με τα χοντρά με­ γάλα γράμματά του. «ΊΌ ΜΥΣΤΉΡΙΟ ΊΌ Υ ΚΑ.ΕΙΣΊΌ Υ ΔΩΜΑ τJΟ Υ. Η ΠΡΩ­ ΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ ΊΌΥ «ΚΡΑτJΚΟΥΘΕΤΡΟΥ»ΡΟΖΑ ΒΑΡ­

ΓΗΔΟΑ.ΟΦΟΝΗΘΗΚΕΧΘΕΣΑ.ΙΓΑΑ.ΕΠΤΑΙΙrο ΤΗΣΙΙΑ­ ΡΑΣΤΑΣΗΣ.

-

τογραφίες της μέρας, που τις είχαν τραβήξει οι φωτο­

θός άπλωσε μπρος του μια στοίβα χειρόγραφα.

χαρτιά ενώ ο βοηθός του

- Εξάστηλο, είπε. Στην πρώτη σελίδα. Ο άλλος πήρε τα χειρόγραφα.

-Μάλιστα.

πόρτερ και ο βοηθός του, που τον περίμενε.

-

Άφησε το μολύβι του και ξαναδιάβασε τον Τίτλο. Έμει­ νε ικανοποιημένος.

Ο

ΔΟΑ.ΟΦΟΝΟΣ

ΜΕΧΡΙ

ΣτJΓΜΗΣ

ΠΑΡΑΜΈΝΕΙ ΑΓΝΩΣΊΌΣ».

Σταμάτησε για λίγο, υπογράμμισε τον κύριο τίτλο και ύστερα συνέχισε.

- Αυτή πού τη βρήκες; Ήταν μια παλιά φωτογραφία της Ρόζας Βαργή με μα­ γιό. Έδειχνε τη γυναίκα μισοξαπλωμένη σε κάποια πλαζ. Ακουμπούσε σ' έναν ξανθό άντρα με πουκάμισο και ανα­ σηκωμένα μανίκια, που την είχε αγκαλιασμένη. Στις γω­ νιές ήταν λίγο φαγωμένη. Τον ξαναρώτησε. -Πού τη βρήκες;

Ο άλλος την πήρε από τα χέρια και την κοίταξε. Δε θυ­ μόταν. Ήταν μαζί με τις άλλες. Ίσως την άφησε ο αστυ­ νομικός συντάκτης με τα χαρτιά του. Ν α τον ρωτούσαν. Ήταν ακόμα εδώ. -Ναι. Φώναξέ τον.


Το φώναξε. Ο άλλος ήρθε. Παρ' όλο το πάχος του, ήταν θορυβώοης και αεικίνητος. -Πού τη βρήκες;

-

Την πήρα από το σπίτι της. Πέρασα μια βόλτα ύστε-

ρα από το θέατρο. Η υπηρέτριά της οεν είχε μάθει ακό­

-Λέω για τη Βαργή, είπε αυτός. Εσείς την ξέρατε από καφό;

-Κάμποσα χρόνια. -Ώστε την ξέρατε κσλά.

-

Καλά; είπε. Για ποιον μπορούμε να 'μαστε βέβαιοι

πως τον ξέρουμε καλά;

μα.

Ο Μακρής χαμογέλασε.

-

Σου την έοωσε;

Ο άλλος γέλασε. Όχι ακριβώς. Την πήρα σε μια στιγμή που η υπηρέτρια οεν έβλεπε. -Ώστε την έκλεψες.

-

Την κορνίζα την άφησα, είπε ο άλλος χαμογελώντας.

Το πρόσωπο του Μακρή σοβάρεψε. Πήρε πάλι τη φω­ τογραφία και την κοίταξε. Το πρόσωπο του άντρα οε φαι­ νόταν καλά. Είχε σχεοόν γυρισμένη την πλάτη του στο φακό. Κι όμως κάτι θύμιζε στο Μακρή, κάτι που οεν μπο­

ρούσε να το προσοιορίσει. -Ο άντρας είναι γνωστός; ρώτησε το συντάκτη του. -Όχι.

Ξανακοίταξε τη φωτογραφία. Ναι, ασφαλώς κάποιον του θύμιζε. Αλλά ποιον;

-Θα τη βάλουμε; ρώτησε ο βοηθός του. -Όχι. Έχουμε αρκετές.

Την κοίταξε για μια ακόμη φορά, έβγαλε το πορτοφό­ λι του, την τοποθέτησε προσεκτικά μέσα και το ξανάβα­ λε στη θέση του. Οι άλλοι τον κοιτούσαν με κάποια πε­ ριέργεια. Ο Μακρής σηκώθηκε. -Θα πεταχτώ μια βόλτα στο τυπογραφείο, έρχεσαι; εί­ πε στο βοηθό του. Κατέβηκαν στον ήσυχο ορόμο. Η ψύχρα ήταν αισθητή, σλ­

λά η νύχτα ήτι:Χν ευχάριστη, aρωματισμένη από την μυρωοιά της βρεγμένης γης. Διέσχισαν σιγά την οΜ Πανεπιστημίου. Στο Μακρή ήταν ευχάριστο να περπατά αυτές τις ήσυ­

χες ώρες με τα χέρια στις τσέπες και την πίπα στο στό­ μα. Αυτή η ήρεμη νυχτερινή Αθήνα ήταν η Αθήνα του. Δεν

πρόσεξε τον άλλον που κάτι του έλεγε.

43


-Ναι.

Απαντούσε απότομα, με μονοσύλλαβα. Το ανέκφρα­

στο πρόσωπό της δεν έδειχνε τίποτε. -Ήταν κανένας άλλος εκεί όταν φτάσατε;

5.

ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Όχι. Μόνο η Χαλκιά. Αμέσως, όμως, μετά ήρθαν οι

άλλοι.

-Εσείς, πού βρισκόσασταν εκείνη την ώρα;

-Στο καμαρίνι μου. Είχα γυρίσει πριν από ένα λεπτό. -Και πριν;

-Είχα πεταχτεί ως το καμαρίνι του Λεκκού. Ήθελα να ζητήσω κάτι.

Κατάλαβε πως ο Λεκκός θα ήταν ένας απ' τους -rιθο­ ποιούς.

-

Όταν γυρίσατε, η πόρτα του θύματος ήταν κλειστή;

ρώτησε. -Ναι.

-Είδατε κανέναν εκεί κοντά; -Όχι.

Τα μονοσύλλαβά της είχαν αρχίσει να εκνευρίζουν τον Μπέκα. Την κοίταξε πάλι ερευνητικά. Το πρόσωπό της έμενε πάντοτε ανέκφραστο, αλλά μια μικρή φλόγα έπαι­

ο

αστυνόμ~ς Μπέκας γύρισε στο θόρυβο της πόρ­

ζε σε μια άκρη των πράσινων ματιών της. «Επικίνδυνη

τας που ανοιγε.

γυναίκα», σκέφτηκε.

-

Η κ. Έλενα Παυλίδη; είπε.

-Μάλιστα.

-Κανένα, λοιπόν;

-

Η γυναίκα ήταν ψηλή και όμορφη. Δυο πράσινα μάτια, που το μακιγιάζ έδειχνε ακόμη μεγαλύτερα, κυριαρχού­ σαν σ' ένα ωραίο, αλλά σκληρό πρόσωπο. Είχε μια πα­

ΓιαΤι λέτε «εκείνη την ώρα»; Είδατε κανέναν μαζί

της πιο πριν;

-

Ναι. Όταν έβγαινα απ' το καμαρίνι μου για να πάω

στου Λεκκού.

ράξενη ομορφιά. Οι μύες του προσώπου της, κάτω από

-Ποιον;

την ωχρή επιδερμίδα, φαίνονταν ακίνητοι και τεντωμένοι.

-Το φίλο της τον Καρύδη. Μιλούσαν στην πόρτα από

Της έδειξε μια πολυθρόνα κι η γυναίκα κάθισε σιωπηλή.

το καμαρίνι της. Μιλούσαν σιγά, αλλά αυτός φαινόταν

θυμωμένος. Έδιωξε απότομα τη Χαλκιά, που πήγε κάτι

Τα μάτια της ρωτούσαν. -Εσείς ακούσατε πρώτη τη Χαλκιά; ρώτησε ο αστυνο­

Ο Μπέκας φαινόταν πάντοτε ήρεμος, αλλά τα δάκτυλά

μικός.

του τυλίχτηκαν σφιχτότερα στον αναπτήρα του. Ώστε η Χαλ­

-Εγώ.

-

να του πει.

κιά ήταν μαζί τους. Είχε δει τον Καρύδη με τη φίλη του. Για

Και τρέξατε;

44

45


του το 'κρυψε; Γιατί δεν ανέφερε λέξrι για το βιομήχανο; -Το Δrιμητριάδη τον είδατε μαζί της;

Εκείνη τον κοίταξε έκπλrικτη. Φαινόταν ειλικρινής. -Απόψε; Όχι.

-

Μου είπαν πως μιλούσε με τη Βαργή, λίγο πριν από

το έγκλημα

-Όχι. Εκτός αν τrιν είδε την ώρα που έλειπα. -Ίσως. Λοιπόν, μιλούσε με τον κ. Καρύδrι.Ύστερα εκείνος έφυγε.

-Δεν ξέρω. Έφυγα πρώτη εγώ για το καμαρίνι του Λεκκού. -Α, ναι.

Έμεινε για λίγο σιωπrιλός. Η γυναίκα, πάντοτε ανέκ­ φραστrι, περίμενε τις ερωτήσεις του. Τrις είπε: -Ώστε ακούσατε τη φωνή της Χαλκιά και τρέξατε. Βρή­ κατε τφ πόρτα κλειστή. Χτυπήσατε; -Ναι. Δεν απάντησε, όμως κανένας. Υπέθεσα πως rι

Βαργή θα είχε λιποθυμήσει. Ο Μπέκας πρόσεξε αυτό το «Βαργή». Το φυσικότερο για μια συνάδελφο θα ήταν να την έλεγε «Ρόζα». Ρώτrι­ σε ήσυχα:

-

Τη συμπαθούσατε αυτήν τη Ρόζα Β αργή;

Το πρόσωπο τrις ηθοποιού έγινε ακόμα περισσότερο ανέκφραστο. Σαν μια κέρινrι μάσκα, απλωμένrι πάνω στα χαρακτηριστικά τrις. -Έχει σχέση με τrιν υπόθεση αυτό; ρώτησε ψυχρά. Ο Μπέκας χαμογέλασε. Όχι βέβαια. Δεν είχε σχέση με τrιν υπόθεση. Απλώς ρωτούσε.

Το καλοκάγαθο χαμόγελο είχε στερεοποιηθεί πάνω στο πρόσωπο του αστυνομικού.

-

Η κ. Χαλκιά, που ήταν προrιγουμένως εδώ, τrι συ­

μπαθούσε.

Η άλλrι σήκωσε τους ώμους της. Το ύφος της έλεγε κα­ θαρά: «Αυτή είναι μια ανόητη». Ο Μπέκας επέμεινε. Για­ τί θα ήταν παράξενο;

-

Γιατί έκανε ό,τι ακριβώς χρειαζόταν για να την αντι­

παθείς.

-

Δrιλαδή;

Το πρόσωπο της άλλrις πήρε για πρώτrι φορά έκφρα­ ση. Μια έκφρασrι γεμάτη μίσος. -Αναστάτωσε το θέατρο. Χρrισιμοποίφε μέσα εξω­ καλλιτεχνικά για να επιβλrιθεί. Έβαλε τους φίλους της να εκβιάζουν τη διοίκφη για να της δίνουν ρόλους. Συ­ κοφαντούσε όλους τους συναδέλφους ης. Ήταν κακή,

σκληρή, σατανική. Όσο ταλέντο τrις έλειπε, τόσrι ραδι­ ουργία χρrισιμοποίησε. Ήταν μια ...

-

Μια; ρώτησε ο Μπέκας παρατηρώντας αυτό το πα­

ράξενο πρόσωπο, που είχε πάρει ζωή από το μίσος.

Η άλλrι συνήλθε. Κατάλαβε πως είχε παρασυρθεί. Στα­ μάτησε.

-

Μια γυναίκα χωρίς δισταγμό, είπε σιγά. Φαινόταν τώ­

ρα μετανοημένrι για όσα είχε πει. Ο Μπέκας δεν μίλφε. Ήταν λιγάκι σαστισμένος απ'

αυτό το απροσΟόκψο πάθος, που είχε αποκαλυφθεί σε μια γυναίκα, που ως τότε φαινόταν τόσο ήρεμrι. Σκέ­ φτηκε: «Αυτή rι γυναίκα μπορεί να μισεί τρομερά». Τρο­

-Λοιπόν, τη συμπαθούσατε;

μερά; Ως το έγκλrιμα; Η Έλενα Παυλίδη είχε φορέσει πά­

Η απάντηση ήρθε απότομrι και κοφτή. -Όχι. ·

λι τφ ανέκφραστη μάσκα της.

Ο Μπέκας χαμογελούσε πάντοτε μ' ένα ήσυχο καλοκά-

Νέλλrι Καρζή, τι ξέρετε;

γαθο χαμόγελο.

-Μπορώ να ρωτήσω γιατί;

Η rιθοποιός έμεινε για λίγο σκεπτική κι ύστερα είπε απλά:

-

Παράξενο θα ήταν αν τrι συμπαθούσε κανένας.

-

Για το χτεσινό καβγά με την Καρζή, τη δεσποινίδα

Η άλλrι είπε περιφρονψικά:

-

Θέλφε να της πάρει τον αρραβωνιαστικό της. Μετα­

χειρίστηκε όλες τις πονrιριές μιας πρόστυχης γυναίκας για να το καταφέρει.

47


-Δηλαδή;

-

Σηκώθηκε και βημάτισε για λίγο συλλογισμένος μέσα

Πολλά. Ως και ότι θα διώξει την Καρζή απ' το θέα-

στο γραφείο. Το ωραίο πρόσωπο της Ρόζας Βαργή του χα­

τρο, έφτασε να του πει. Ότι θα κατέστρεφε και την ίδια

μογελούσε από το κάδρο της. Την κοίταξε. Όμορφη γυ­

του την καριέρα, αν την περιφρονούσε. Ήταν ικανή να το

ναίκα. Δε φαινόταν, όμως, και πολύ παστρικός τύπος, σκέ­

κάνει και είχε τη δύναμη να το κάνει.

φτηκε. Αύριο θα φρόντιζε να μάθει περισσότερα γι' αυτήν.

Ο Μπέκας κόμπιασε για λίγο.

Πήγε ως το παράθυρο και κοίταξε το φωτισμένο δρόμο.

-Ο άλλος ... υποχώρησε; ρώτησε στο τέλος.

Έμεινε κάμποση ώρα ακίνητος, παίζοντας με τα δάκτυλά

-

Ελπίζω όχι.

του στο τζάμι κάποιο σκοπό, που δεν τον πρόσεχε.

Πάλι η σιωπή, μια στενόχωρη σιωπή, απλώθηκε ανάμε­

Αυτός ο Άρης Δημητριάδης. Θα τον έβλεπε σε λίγο.

σά τους. Η ηθοποιός ήταν μετανοημένη γιατί είχε μιλήσει

Θαυμάσιο παιδί, έλεγαν όλοι. Και η πρωταγωνίστρια τον

περισσότερο απ' όσο ήθελε. Ο αστυνομικός ήθελε να τα­

εξεβίαζε για να υποκύψει στον έρωτά της. Ωραίος τρό­

κτοποιήσει τις σκέψεις του. Στο τέλος, ο Μπέκας ρώτη­

πος για να κερδίζει κανένας τον έρωτα. Βέβαια, θα μπο­

σε:

ρούσε να τη σκοτώσει κι αυτός. Λόγους θα είχε. Έφυγε

-Εσείς, κυρία μου, είστε η πρωταγωνίστρια;

απ' το παράθυρο νευριασμένος. Και ποιος δε θα μπο­

-Ήμουν.

ρούσε να την έχει σκοτώσει;

Ο αστυνομικός δε ρώτησε. Κατάλαβε. Ήταν η πρώτη ως τη στιγμή που η άλλη πήρε τη θέση της.

Η Έλενα Παυλίδη τη μισούσε και δεν έκρυβε το μίσος της. Φαινόταν επικίνδυνη γυναίκα, όπως όλοι οι άνθρω­

-τίποτε άλλο, είπε. Ευχαριστώ.

ποι με τα ψυχρά πάθη. Μπερδεμένη ιστορία. Δεν είχε

Η γυναίκα σηκώθηκε. Τον χαιρέτησε με μια κίνηση της

ακούσει παρά μόνο τρεις μάρτυρες και είχε τόσους πι­

κεφαλής και βγήκε από το δωμάτιο. Ο Μπέκας αναστέ­

θανούς υπόπτους. Τίποτα δεν ήταν βέβαιο εκτός από το

ναξε. Το κουβάρι μπερδευόταν περισσότερο κι αυτός δεν

ότι αυτή η ευλογημένη Ρόζα Βαργή είχε, φαίνεται, μια ιδι­

είχε βρει ακόμη καμιά του άκρη. Ίσως γιατί βρήκε ταυ­

αίτερη ικανότητα να προκαλεί το μίσος.

τόχρονα πολλές.

Έξαφνα σκέφτηκε τον Καρύδη. Φαινόταν κουτός, αλ­ λά ο Μακρής του είπε πως δεν ήταν. Θα μπορούσε να 'ναι

Έτριψε με το χέρι το μέτωπο. Ένας ελαφρύς πονοκέ­

κι αυτός, αν η Έλενα Παυλίδη είχε πει την αλήθεια. Όλοι

φαλος. Είχε καπνίσει πολύ. Εκείνο που τον νευρίαζε ήταν

θα μπορούσαν, σκέφτηκε. Πήγε ως την πόρτα και την

πως στην παράξενη αυτή υπόθεση όλοι μπορούσαν να εί­

άνοιξε.

ναι ένοχοι. Ακριβώς οι πολλοί ύποπτοι έκρυβαν τον έναν.

Άναψε ακόμα ένα τσιγάρο κι αμέσως το πέταξε. Φυ­

-

Τον κ. Δημητριάδη, είπε στον αστυφύλακα, που πε-

ρίμενε. Φώναξέ μου τον κ. Άρη Δημητριάδη.

σικά, πρώτος αυτός ο άγνωστος. Γιατί ήρθε να τη δει;

Ο αστυφύλακας έφυγε και σε λίγη ώρα ξαναφάνηκε

Ποιος ήταν;Ύστερα εκείνος ο νεαρός, ο Δημητριάδης. Μι­

-

λούσε μαζί της λίγο πριν απ' το έγκλημα. Έτσι είπε η Χαλ­

-Έφυγε;

κιά. Αλλά άραγε, έλεγε αλήθεια; Γιατί του είχε κρύψει ότι ο Καρύδης βρισκόταν μαζί με τη νεκρή, λίγο πριν απ' το έγκλημα; Τι είχαν αυτοί οι δυο, ο πλούσιος βιομήχα­ νος και η παλιά καρατερίστα, μεταξύ τους;

48

Δεν είναι εδώ, κύριε διοικητά, είπε.

Θα ήταν περίεργο. Είχε δώσει εντολή να μη φύγει κα­ νένας.

-

Κοίταξε, διέταξε τον αστυφύλακα που περίμενε. Ίσως

είναι στο καμαρίνι του.

49


Ο άλλος έφυγε κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Σε λί­ γα λεπτά γύρισε πάλι.

-

Δεν είναι, είπε.

Ο Μπέκας τον κοίταξε σκεφτικός. Ώστε ο νεαρός είχε φύγει. Γιατί;

Δεν είχε Τίποτα άλλο να του πει. Τον άφησε σκεφτικό. Ώστε και η Νέλλη Καρζή. Σα να το έκαναν επίτηδες, για να τον μπερδέψουν, όλος ο κόσμος είχε πάει απόψε να μιλήσει με τη Ρόζα. Πρώτος ο άγνωστος, ύστερα ο Δημη­ τριάδης, ο βιομήχανος και τώρα η μικρούλα αυτή ερω­

-Είπε αν θα γυρίσει;

τευμένη.

-Όχι.

- Τη δεσποινίδα Καρζή, είπε στον αστυφύλακα, που στεκόταν περιμένοντας νυσταγμένος κι εκείνος.

Ήταν περίεργο. Γιατί ο νεαρός είχε φύγει; Σήκωσε τους

ώμους του. Ας είναι. Θα έβλεπαν. «Φώναξέ μου το Λεκ­ κό», είπε.

Σε λίγο η μικρή ηθοποιός ήταν μπροστά του. Ήταν ωχρή και τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα.

ντήσεις ήταν όλες σχεδόν το ίδιο. Ετοιμαζόταν να τον αφή­

Δε φαινόταν περισσότερο από δεκαεννιά χρονών. Σ' ένα χλωμό πρόσωπο έλαμπαν δυο μεγάλα φωτεινά μάτια. Ο Μπέκας την κοίταξε. Είχε κάτι επάνω της αυτή η κοπέ­

σει να φύγει κι αυτός, όταν τον ρώτησε, σχεδόν μηχανικά,

λα που τον κέρδιζε.

Άκουγε το Λεκκό, που ήρθε αμέσως σχεδόν χωρίς προ­ σοχή. Οι ερωτήσεις ήταν πια τυποποιημένες κι οι απα­

χωρίς να περιμένει καμιά απάντηση.

- Καθίστε, είπε. Θα 'θελα να σας ρωτήσω ...

-Κατά τις εννιά και τέταρτο, στο καμαρίνι της Καρζή.

Εκείνη τεντώθηκε. Ήταν φανερό πως κατέβαλλε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια για να συγκρατηθεί.

Η νύστα έφυγε απότομα από τα μάτια του αστυνομι­

-Δε χρειάζεται, κύριε, είπε. Εγώ σκότωσα τη Ρό­

-

Εσείς πότε την είδατε για τελευταία φορά απόψε;

κού. Στο καμαρίνι της Καρζή; Είχε πάει, την ίδια νύχτα στο καμαρίνι της Νέλλης Καρζή; -Της αρραβωνιαστικιάς του Δημητριάδη; ρώτησε. -Ναι.

-

Μήπως ξέρετε τι ήθελε εκεί;

Ο άλλος σήκωσε τους ώμους. Όχι, δεν ήξερε, αλλά υπέ­ θετε. -Τι;

-

Τα συνηθισμένα. Να την πειράξει για τον αρραβω-

νιαστικό της ή να τη βρίσει. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά. Το ίδιο έγινε και χτες.

-

Και υποθέτετε πως θα yινε το ίδιο και σήμερα.

-Ναι. Είδα τη Νέλλη που έβγαινε κλαίγοντας ύστερα από λίγη ώρα, απ' το καμαρίνι της. Μου είπε η ίδια πως θα πήγαινε στο καμαρίνι της Ρόζας να ξεκαθαρίσει μια και καλή την κατάσταση. -Και πήγε;

-

Δεν πρόσεξα. Γύρισα στο καμαρίνι μου.

ζα Βαργή.


Ηθοποιό, διόρθωσε ο Μακρής.

-

Ο άλλος σήκωσε τους ώμους του. Το ίδιο έκανε.

-Έπιασαν το φονιά; ρώτησε. -Όχι.

6.

ΕΝΑΣ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΓΛΟΥ

-Γιατί;

Δεν τον ξέρουν.

-

-Α!

Ώστε δεν τον ήξεραν. Θα τον έβρισκαν, όμως, ε; Ασφαλώς.

-

Ασφαλώς, αλλά μέσα του ο δημοσιογράφος δεν ήταν

καθόλου βέβαιος γι' αυτό. Όλα τα σημερινά ήταν πολύ μπερδεμένα. Ο σοφέρ συνέχισε. Είχε όρεξη για κουβέ­ ντα.

-

Λένε κάτι τρίχες.

-Δηλαδή; -Πως την σκότωσαν μέσα σ' ένα κλειστό δωμάτιο, που

δεν μπορούσε να μπει ούτε να βγει κανένας. Ο κόσμος λέει ό,τι θέλει. Ακούς κλειστό ...

-

Είναι αλήθεια.

Ο άλλος γύρισε έκπληκτος. Το Μακρή τον ήξερε για σο­

Α

π' το τυπογραφείο ο Μακρής έφυγε σ' ένα τέταρ­ το. Όλα ήταν εντάξει. Σταμάτησε στο πεζοδρόμιο

της οδού Πανεπιστημίου κι ανάπνευσε. Ο ουρα­ νός είχε ξαστερώσει για καλά.

Άναψε την πίπα του και έμεινε όρθιος εκεί στο πεζο­ δρόμιο, χωρίς να αποφασίζει πού θα πήγαινε. Ένα ταξί σταμάτησε μπρος του.

- Πού πάμε, κύριε Μακρή; Οι περισσότεροι σοφέρ του κέντρου τον ήξεραν. Είχε αποφασίσει Πού θα πήγαινε. Στο «Ροζ- Ρουζ». Ο διευθυ­

βαρό άνθρωπο. Τι ήταν αυτό που του έλεγε. Τον δού­ λευε; -Αλήθεια;

Αλλά εκείνη τη στιγμή το αυτοκίνητο έφτασε έξω από το «Ροζ- Ρουζ». Ο Μακρής πλήρωσε και κατέβηκε. Απ' τη φωτισμένη βιτρίνα της εισόδου του χαμογελούσαν οι φωτογραφίες των μισόγυμνων χορευτριών. Ο πορτιέρης τον υποδέχτηκε με τη στολή του, που τον έκανε να μοιά­ ζει με ναύαρχο οπερέτας. Μπήκε. Στο κέντρο δεν ήταν εκείνη την προχωρημένη ώρα πολύς κόσμος. Ο Μακρής

ντής του καμπαρέ ήταν φίλος του και οπωσδήποτε κά­ ποιον θα έβρισκε εκεί. Άλλωστε ήταν απ'τα λίγα κέντρα που διανυκτέρευαν. Ο σοφέρ είχε όρεξη για κουβέντα.

τράβηξε προς το μπαρ. Στην πίστα μια μισόγυμνη χο­

Σκότωσαν μια χορεύτρια στο θέατρο απόψε, του εί­

στην άλλη άκρη του πάγκου κι ήρθε κοντά του. Του έδει­

-

πε, κοιτάζοντάς τον μέσα από το καθρεφτάκι.

ρεύτρια έκανε τους τελευταίους γύρους της μέσα σ' ένα

κύκλο από μοβ φως. Ο μπάρμαν άφησε έναν πελάτη του, ξε με το κεφάλι τη χορεύτρια.

53


Ο Μακρ~ς γύρισε και τον κοίταξε έκπληκτος. Ώστε εί-

Ωραίο πράγμα ...

-

Ο δημοσιογράφος έγνεψε «ναι».

- Μας ~ρθε χτες. Γαλλιδούλα. Εμφανίστηκε ~μερα για πρώτη φορά, μα δυστυχώς δεν είχε κόσμο. Ουίσκι; -Με σόδα.

χε άντρα; Κανένας δεν είχε μιλ~σει ποτέ γι' αυτόν. -Ήταν παντρεμένη; ρώτησε. -Ναι. Μόνο που ελάχιστοι το ξέρουν. -Γιατί;

-Παντρεύτηκε κρυφά μαζί του στην κατοχ~. Ύστερα,

-Πάγο;

-Λίγο ...

μετά την απελευθέρωση, είχε κάθε λόγο να κρύψει το γά­

Του έσπρωξε το ψηλό ποτ~ρι προς το μέρος του. Μέ­

μο της. Μια που άλλωστε εκείνος δεν υπ~ρχε πια.

σα στο κιτρινωπό ποτό γυάλιζε ο μικρός κύβος του πά­

-

γου. Ο μπάρμαν έσκυψε προς το μέρος του. Ήταν παλιός τύπος των καμπαρέ και των λεσχών κι ~ξερε το Μακρ~

-Ναι.

από χρόνια.

-Πέθανε; ρώτησε.

Είναι αλ~θεια αυτό που μάθαμε;

-

-Τι;

Ο άντρας της;

Ο Μακρ~ς άρχισε να πίνει το δεύτερο ουίσκι του. -Το σκότωσαν. -Ποιος;

Ο μπάρμαν ετοιμάστηκε να απαντησει, αλλά εκείνη την

-Για τη Ρόζα;

-Τη Βαρ~; Ναι. Τη σκότωσαν απόψε.

ώρα μια συντροφιά το φώναξε στην άλλη άκρη του μπαρ.

Η Νέλλη Καρζ~ στεκόταν αλύγιστη. Ήταν φανερό πως

-Ποιος;

- Αυτό θέλει να μάθει κι η αστυνομία.

κατέβαλλε μιαν υπεράνθρωπη προσπάθεια για να συ­

Σ' ένα τελευταίο λυγμό του σαξοφώνου η χορεύτρια σωριάστηκε στην πίστα. Τα φώτα άναψαν. Η μισόγυμνη γυναίκα σηκώθηκε κι έτρεξε προς τα καμαρίνια, μέσα στα χεφοκροτηματα των λίγων πελατών. Ο μπάρμαν εί­ χε μια λέσχη με την έγκριση των Γερμανών τον καιρό της κατοχής. Ήξερε τον κόσμο που νταραβεριζόταν με Γερ­

γκρατηθεί.

μανούς.

ένα πάνω στο άλλο. Το πρόσωπό της είχε την έκφραση

-Δε χρειάζεται, κύριε, είπε. Εγώ σκότωσα τη Ρόζα Βαρ-

~-

Ο Μπέκας ζάρωσε τα φρύδια του. Ήταν το μόνο που

δεν περίμενε. Κοίταξε τη νέα κοπέλα. Τα χείλη της έτρε­ μαν. Το βλέμμα του κατέβηκε στα χέρια της.Έσφιγγε το

-Την ~ξερες; ρώτησε. Ο άλλος χαμογέλασε.

ενός τρομαγμένου παιδιού που παρ' όλα αυτά, π~ρε την

-Καλά.

απόφα~ του. Ναι, ασφαλώς, κάτι είχε πάνω του αυτό το

Ο Μακρ~ς άδειασε το ποτ~ρι του. Το έσπρωξε προς το

νέο κορίτσι που σε κέρδιζε. 'Ισως τα μάτια της, που τα

μέρος του άλλου.

δάκρυα δεν κατάφερναν να κρύψουν την καθαρότητά

-Ακόμα ένα.

τους, ίσως κάτι το ίσιο και Τίμιο, που απέπνεε το σύνο­

Ο μπάρμάν το ξαναγέμισε. Περίμενε να το ρωτ~σει ο δημοσιογράφος, αλλά αυτός δεν το ρώτησε. Είπε μόνος Καλά. Έχω γλεντ~σει στο σπίτι της.

-Ήσασταν φίλοι;

-

-

Καθίστε, της είπε.

Εκείνη κάθισε. Ήταν φανερό πως θα προτιμούσε να στέ­

του.

-

λό του.

κεται όρθια. Έτσι, της ~ταν πιο εύκολο να μη λυγίσει. -Ώστε σεις τη σκοτώσατε; είπε ο Μπέκας ~ρεμα και η

Μ' εκείνη όχι. Με τον άντρα της.

54

φων~ του είχε γίνει σχεδόν τρυφερ~.

55


-Και μπορώ να μάθω γιατί;

χε βρίσει και χτες. Μου είπε πως θα με διώξει από το θέ­ ατρο. Πως είμαι μια πρόστυχη. Πως θα αναγκάσει τον

Υπήρχε κάτι σα φιλική ειρωνεία μέσα στον τόνο της

αρραβωνιαστικό μου να μ' αφήσει. Όταν έφυγα, πήρα την

-Ναι.

ερώτησης.

-

απόφασή μου. Πήγα στο καμαρίνι της. Ήταν μόνη. Στη

Τη μισούσα.

Ο Μπέκας χαμογέλασε. Πολλοί τη μισούσαν μέσα σ' αυ­ τό το θέατρο αλλά δεν την είχαν σκοτώσει. -Ώστε τη μισούσατε. Επειδή ήθελε να σας πάρει τον

αρραβωνιαστικό σας;

μαρίνι μου.

Ο Μπέκας τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά απ' το τσιγά-

-Και γι' αυτό. -Για τι άλλο;

-

ζώνη της είχε περασμένο το μαχαίρι, ένα αληθινό μαχαί­ ρι που της είχαν δώσει για το ρόλο της. Με κορόιδεψε. Δεν ήξερα τι έκανα. Άρπαξα το μαχαίρι και την χτύπη­ σα. 'Υστερα έφυγα. Δε με είδε κανένας. Γύρισα στο κα­

ρο του κι έβγαλε τον καπνό με δύναμη.

Γιατί με πρόσβαλε χίλιες φορές, γιατί ζητούσε να με

διώξει από το θέατρο, γιατί ήθελε να με καταστρέψει,

-Ώστε έτσι. -Ναι.

Τον κοίταξε πάλι ανήσυχη. Έμοιαζε σα να την κορόι-

γιατί ήταν κακιά. -Α! Η μικρή Καρζή τον κοίταξε μέσα από τα δάκρυά της.

Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε καθόλου ύφος του αστυνομι­

δευε. Με μια φιλική κορο'ίδία. -Κι η πόρτα; τη ρώτησε απότομα. -Ποια πόρτα;

κού, που ανέκρινε ένα δολοφόνο. Έμοιαζε περισσότερο

-Η πόρτα απ' το καμαρίνι της που βρέθηκε κλειδωμέ-

μ' ένα δάσκαλο, που μιλά σ' ένα μαθητή. Έσφιξε πιο πο­

νη; Ποιος την κλείδωσε; Εσείς; Εκείνη δίστασε για λίγο. Ήταν φανερό πως μετρούσε

λύ τα χέρια της, περιμένοντας τις άλλες ερωτήσεις του. Ο Μπέκας, όμως, δε ρώτησε. Έβγαλε με αργές κινήσεις ένα τσιγάρο απ' το κουτί του και το στριφογύρισε στα δά­ χτυλά του. Το σάλιωσε και κράτησε λίγη στιγμή τον ανα­

τα λόγια της. Θα νόμιζες πως ανησυχούσε μήπως δεν την πιστέψουν.

-Εσείς; ξαναρώτησε ο Μπέκας.

πτήρα του μετέωρο. Όλη την ώρα την κοιτούσε προσε­

-Όχι. Δεν ξέρω ... 'Ισως εκείνη.

κτικά. Εκείνη εκνευρισμένη σηκώθηκε.

-

-

Ώστε τη σκοτώσατε, είπε σιγά, σα να μιλούσε στον

εαυτό του. Άναψε τον αναπτήρα του, τον έφερε αργά στο τσιγά-

- Δεν ξέρω. Δεν πρόσεξα. Μόλις τη χτύπησα, έφυγα αναστατωμένη.

-Πώς; ρώτησε με δυνατή αυτή τη φορά φωνή.

Ο Μπέκας έκανε λίγα βήματα μέσα στο δωμάτιο σκε­

-Με μαχαίρι, είπε η μικρή.

πτικός. Απότομα σταμάτησε μπρος της.

Έμοιαζε σα να έλεγε ένα μάθημα, που το είχέ επανα­

λάβει πολλές φορές στον εαυτό της. Ο Μπέκας κούνησε το κεφάλι του.

Γιατί μου λέτε όλα αυτά τα ψέματα; είπε. Η Νέλλη Καρζή έγινε περισσότερο ωχρή. Τα χείλη της

-

έτρεμαν. Ο Μπέκας έσκυψε πάνω της ακουμπισμένος στη

-Ώστε με μαχαίρι. Πότε; Είχε έρθει στο καμαρίνι μου. Μ' έβρισε πάλι

Δεν είχε πεθάνει ακόμα.

-Την αφήσατε όρθια;

ρο του κι ύστερα τον έκλεισε απότομα.

-

Η σκοτωμένη;

ράχη της πολυθρόνας της.

- με

εί-

-Γιατί; ξαναρώτησε.

57


Η Νέλλη Καρζ~ κρατούσε με βία τα δάκρυά της. Ο Μπέ­ κας έσκυψε πιο πολύ.

-

-Ήταν φίλος σου; -Ναι.

Ποιον θέλετε να καλύψετε; είπε.

-

Και είπες πως πέθανε;

-Τον σκότωσαν.

Στην πίστα του «Ροζ- Ρουζ», μια Νοτιαμερικάνα τρα­

-Ποιος;

γουδούσε τους σκοπούς της μακριν~ς της πατρίδας. Ο

Ο άλλος σήκωσε τους ώμους του.

μπάρμαν εξακολουθούσε να περιποιείται τους καινούρ­

- Κανείς δεν ξέρει. Τα πράγματα ήταν τότε μπερδε­

γιους πελάτες του. Ο Μακρ~ς έπινε γουλιά- γουλιά το ου­

μένα. Άλλοι λεν πως τον σκότωσαν οι ίδιοι οι φίλοι του,

ίσκι του.

οι Γερμανοί. Άλλοι κάτι άνθρωποι των Άγγλων. Σταμάτησε και γέλασε μ' ένα μικρό κομμένο γέλιο.

Ώστε η Ρόζα Βαργή είχε παντρευτεί κρυφά στην κατο­ χή. Νόμιζε πως ~ξερε πολλά γι' αυτην- τις σχέσεις της με

-Είχε, βλέπεις, και μ' αυτούς λογαριασμούς.

τον αρχηγό της ιταλικ~ς αντικατασκοπίας, τις φιλίες της

-Δηλαδή;

τέ. Και φαίνεται πως δεν το ~ξερε και κανένας από τους

Είχε τελειώσει το δεύτερο ουίσκι του και έσπρωξε το άδειο ποτηρι του προς το μέρος του άλλου. Αυτός το γέ­

σημερινούς συναδέλφους της. Γύρισε πάλι προς την άλ­

μισε.

με τους Γερμανούς

- αλλά

αυτό δεν το είχε ακούσει πο­

λη άκρη του μπαρ, όπου ο φίλος του ο μπάρμαν σερβίρι­

- Σκοτειν~ ιστορία. Είχε «καρφώσει» έναν πράκτορα

ζε ουίσκι στους καινούργιους πελάτες του. Πρόσεξε το

τους. Οι Γερμανοί τον έπιασαν στο μαγαζί του και τον

επαγγελματικό του χαμόγελο, τα γκρίζα γυαλιστερά και

εκτέλεσαν την άλλη μέρα.

καλοχτενισμένα μαλλιά του, το μελαχρινό του πρόσωπο με τη γρυπή μύτη, που έμοιαζε σα να ~ταν σκαλισμένο

Ο Μακρ~ς πήρε το ποτηρι με το ουίσκι. Το κράτησε λί­ γα λεπτά στα χέρια του πριν ρωτησει.

σε γρανίτη. Γραφικός τόπος. Είχε περάσει από χίλιες δου­

-Είχε μαγαζί;

λειές και χίλιες καταστάσεις. Το ποινικό του μητρώο θα

- Μια λέσχη. Κρυφά, φυσικά, αλλά την ~ξεραν οι Γερ-

είχε λερωθεί σε κάμποσες χώρες. Οι σχέσεις του στην κα­

μανοί.

τοχή ~ταν αρκετά ύποπτες. Είχε περάσει και μια δίκη για

Απότομα ο δημοσιογράφος ρώτησε:

δοσιλογισμό τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης, μα τα

- Πώς τον έλεγαν; - Αγγέλογλου. Μάκη Αγγέλογλου, αλλά αυτό δεν ~ταν

κατάφερε να ξεγλιστρ~σει ανώδυνα. Βρώμικος τόπος, αλ­ λά χαριτωμένος. Ήξερε πολλά για πολλά πράγματα. Η Νοτιαμερικάνα συνέχιζε το τραγούδι της. Ο μπάρμαν γύρισε κοντά του. Είχε τελειώσει με τους καινούργιους. -Λοιπόν, τι λέγαμε; Ο Μακρ~ςτου έδωσε τα τσιγάρα του.

-

Για τον άντρα της ... Α, ναι. Σπουδαίο παιδί.

Ο δημοσιογράφος του έδωσε φωτιά. Άναψε ύστερα το

δικό του τσιγάρο κι έμεινε με το αναμμένο σπίρτο ανά­ μεσα στα δάχτυλά του.

το αληθινό όνομά του. Το είχε πάρει στην κατοχή.

-

Και το αληθινό;

Ο άλλος γέλασε πάλι.

-Μ' αυτόν το γνώρισα. Το αληθινό του δεν το ξέρω ούτε εγώ.

Ώστε Αγγέλογλου. Κάποτε είχε γνωρίσει αυτό το όνο­ μα στην κατοχή.

-Εσύ στην κατοχή τον πρωτογνώρισες;

-Ναι. Δούλεψα ένα καιρό στη λέσχη του. Δεν ~ταν από την Αθήνα. Τουλάχιστον εγώ δεν τον είχα ξαναδεί στην 59


Αθήνα. Εκείνος δε μιλούσε ποτέ για τον εαυτό του και

τα περασμένα του. Ήταν μυστήριος, αλλά καλό παιδί, Σκόρπιζε τα λεφτά με τα δυο του χέρια. Τα χειροκροτήματα τους διέκοψαν. Η Νοτιαμερικάνα

είχε τελειώσει και πήγε στο τραπέζι, που την περίμενε η

Του έδειχνε στην πίστα. Οι Γαλλιδούλες είχαν απαλ­ λαγεί κι από τα τελευταία τους ρούχα.

-Και δε μου λες ... άρχισε ο Μακρής. Απότομα ο άλ­ λος τον έκοψε.

- Σαν πολύ σ' ενδιαφέρει αυτός ο άνθρωπος, ρώτησε.

συντροφιά της. Ένα μικρό μπαλέτο με ξεστηθωμένες Γαλ­

Ι'ιατί;

λιδούλες είχε πάρει τώρα τη θέση της στην πίστα. Ο μπάρ­

Το πρόσωπό του είχε χάσει το προηγούμενο εύθυμο ι'ιφος του. Ο μπάρμαν ήταν τώρα επιφυλακτικός.

μαν έσκυψε με τους αγκώνες ακουμπισμένους πάνω στον πάγκο. Του έδειξε τις Γαλλίδες με το κεφάλι.

-

Πιτσουνάκια, είπε χαμογελώντας. Ο Μακρής γύρισε.

- Πρόκειται να γράψω κάτι για την κατοχή, είπε ο δημοσιογράφος.

-Ναι.

-

-Γιατί; ξαναρώτησε.

Δεν μπορώ να καταλάβω πώς τα καταφέρνουν και

διατηρούν το στήθος τους έτσι, συνέχισε ο άλλος. -Λένε πως κάνουν ενέσεις στους μυς.

-

Α!'Ετσι.

Έπαψαν. Ο τύπος πήρε το μπουκάλι με το ουίσκι στα χέρια.

-Τρίχες.

-Ακόμα ένα;

-Έτσι λένε.

-

Απαντούσε στον άλλο γιατί δεν ήθελε να δείξει το εν­

Το ήπιε και πλήρωσε.

Το τελευταίο.

διαφέρον του γι' αυτόν τον Αγγέλογλου. Οι άνθρωποι του

-Γεια σου.

τύπου του μπάρμαν κουμπώνονται συνήθως, όταν οι άλ­

-

λοι τους ρωτούν με επιμονή. Έμειναν έτσι κάμποση ώρα σιωπηλοί.

-Και πότε έγινε αυτό; ρώτησε στο τέλος ο δημοσιογράφος.

ρώτησε.

-

Θέλετε ταξί, κ. Μακρή;

-Όχι. Προτιμώ να περπατήσω λίγο. Έχωσε τα χέρια στις τσέπες του και βγήκε στον έρημο

-Ποιο;

-

Καληνύχτα.

Ο άλλος τον παρακολουθούσε με το βλέμμα, όπως έφευ­ γε. Στην πόρτα ο θυρωρός, που έμοιαζε με ναύαρχο, το

Πότε τον σκότωσαν;

Κανένας δεν ξέρει καλά. Έφυγε με κάτι άγνωστους

αθηνα'ίκό δρόμο. Ώστε ήταν παντρεμένη. Δεν το ήξερε κανένας από τους γνωστούς του. Τουλάχιστον κανένας δεν έτυχε να του μιλήσει ως σήμερα γι' αυτό. Και αυτός

από τη λέσχη. Τον πήραν με αυτοκίνητο. Το πρωί το βρή­

ο τύπος, ο άντρας της είχε σκοτωθεί. Αύριο θα προσπα­

καν σκοτωμένο στον Ιλισό. Φαίνεται πως οι άλλοι του εί­

θούσε να μάθει περισσότερα. Σήκωσε το κεφάλι του και

χαν τρομερό μίσος. Τον είχαν κάνει λιώμα απ τα χτυπή­

ανάπνευσε βαθιά. Ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια.

-Λίγες μέρες πριν απ' την απελευθέρωση.

-

Και πώς τον σκότωσαν;

ματα. Τρόμαξαν να τον γνωρίσουν. Ευτυχώς του βρήκαν τα χαρτιά του στην τσέπη του και κάμποσες λίρες.

Γέλασε με το μικρό αντιπαθητικό γέλιο του.

-

Οι λίρες, βλέπεις, ήταν το επισκεπτήριά του. Κοίτα­

ξε.

Τα δάκρυα, που τόση ώρα με βία κρατούσε η Νέλλη Καρζή, έτρεξαν επιτέλους. Το πρόσωπο του αστυνόμου ήταν κοντά στο δικό της. Αισθανόταν ακόμα και την ανα­ πνοή του.

βο

βι


- Ποιον θέλετε να σκεπάσετε; της είπε πάλι. - Κανένα, μουρμούρισε μέσα στους λυγμούς της. Εγώ τη σκότωσα.

απ' το κάθισμά της. Το θυμάμαι τώρα καλά. Τη χτύπησα τρεις φορές. -Ναι;

Το πρόσωπο του Μπέκα αγρίεψε. - Με νομίζεις, λοιπόν, τόσο βλάκα, κορίτσι μου, για να σε πιστέψω;

Το βλέμμα του Μπέκα ήταν γεμάτο συμπόνια. -Ναι.

-

Δεν είχε μείνει καθόλου αίμα στο πρόσωπό της. Από λεπτό σε λεπτό νόμιζες πως θα λιποθυμούσε. Ο αστυνο­ μικός μετάνιωσε για τον τρόπο του. Μέσα του η συμπά­ θεια γι, αυτό το λεπτό νέο πλάσμα μεγάλωνε οιαρκώς. Της μίλησε και η φωνή του τώρα είχε χάσει την προη­ γούμενη αυστηρότητά της.

- Ας μιλήσουμε ήσυχα, της είπε. Απομακρύνθηκε από πάνω της και γύρισε στο κάθισμά του. - Ας πούμε πως εσύ τη σκότωσες. Η κοπέλα ψιθύρισε με μια φωνή που μόλις ακουγόταν. -Ναι.

λύ;

Τα χείλη της κινήθηκαν, αλλά κανένας ήχος δε βγήκε. Ο Μπέκας μάντεψε, χωρίς ν' ακούσει, την ερώτηση. -Ποιον;

-Αυτόν που θέλεις να σώσεις με την ομολογία σου. Τον αρραβωνιαστικό σου. Τον Άρη Δημητριάδη. Αυτόν που σκότωσε τη Ρόζα Βαργή. Η απάντησή της ήταν ένας λυγμός. -Όχι.

-

- Ας το οεχτούμε. Πόσες φορές τη χτύπησες με το μα-

Κι όμως η πραγματικότητα είναι πως τη χτύπησαν

μόνο μια φορά, παιδί μου. Τον αγαπάς λοιπόν, τόσο πο­

Αυτός τη σκότωσε. Το ξέρουμε, παιδί μου. Δεν ήξε-

ρε τίποτα. Τώρα, από την ομολογία της είχε πειστεί. Για

χαίρι;

ποιον άλλο θα ήταν έτοιμο να θυσιαστεί αυτό το νέο κο­

Η Ν έλλη Καρζή σήκωσε τα μεγάλα της μάτια και τον κοίταξε σα χαμένη. Φαινόταν καθαρά πως ήταν κάτι που οεν το περίμενε. Τα μάτια του Μπέκα της χαμογελού­

ρίτσι αν όχι για κείνον; -Όχι, ξανάπε ξεψυχισμένα η Νέλλη Καρζή.

-

Τότε γιατί έφυγε;

Δεν μπόρεσε να απαντήσει. Τα δάκρυά της έτρεχαν πά­

σαν.

- Δύο, είπε στο τέλος τραυλίζοντας. Ο άλλος γέλασε. -Τα βλέπεις; Εκείνος, που πραγματικά την σκότωσε, τη χτύπησε τρεις φορές.

νω στο λεπτό χλωμό πρόσωπό της. -Πού βρίσκεται τώρα; τη ρώτησε πάλι ο αστυνομικός κι αυτή τη φορά η φωνή του ξανάγινε αυστηρή.

Η μικρή πήγε να μιλήσει, αλλά οι λέξεις μπερδεύτηκαν στο στόμα της. Έμοιαζε μ' ένα μικρό φοβισμένο παιδί, που θα 'θελε να βρίσκεται αυτή τη στιγμή κοντά στη μη­

φτηκε. Μέσα του πάλευαν τα αισθήματα. Ήταν ευχαρι­

τέρα του.

στημένος γιατί είχε βρει την άκρη στο μπερδεμένο κου­

-Τρεις; τραύλισε. Ναι, τρεις. Τώρα το θυμήθηκα.

- Κι όμως, την πρώτη φορά είπες πως τη χτύπησες μ'

-Δεν ξέρω. Ο Μπέκας σηκώθηκε. «Παιδιά, ανόητα παιδιά», σκέ­

βάρι. Χωρίς όμως κι ο ίδιος να ξέρει γιατί, κάτι οεν του

άρεσε στη λύση αυτή. Ίσως γιατί αυτό το κορίτσι, που

ένα μονάχα χτύπημα.

υπόφερε μπροστά του, ήταν πολύ νέο και φαινόταν πο­

Δε το Χε πει ποτέ αυτό. Ο Μπέκας έτσι το Λεγε. Έπαι­ ζε μαζί της, μα στο βάθος της καροιάς του τη λυπόταν. -Δεν είπα έτσι, ψιθύρισε αυτή χαμένη, έτοιμη να πέσει

λύ Τίμιο.

62

-Πηγαίνετε, της είπε. Θα μπορούσα να σας διώξω για­ τί θελήσατε να παραπλανήσετε την ανάκριση. Δε θα το


κάνω. Πηγαίνετε και κοιτάξτε να μην κάνετε κι άλλες

ανοησίες. Τη βοήθησε να σηκωθεί. Την πήγε μόνος -του ως την πόρτα. Και την έκλεισε σκεφτικός πίσω της. Την ίδια στιγμή άκουσε τον κρότο απ' το σώμα που έπεφτε. Άνοιξε βια­ στικά. Η Νέλλη Καρζή είχε λιποθυμήσει.

Ο αστυφύλακας έσκυβε πάνω από τη λιποθυμισμένη ηθοποιό. Δυο -τρεις συνάδελφοι -της Καρζή έ-τρεξαν κο­

ντά της. Ο Μπέκας έσκυψε κι εκείνος. Η μικρή φαινόταν σαν πεθαμένη.

-

Λίγη κολόνια, φώναξε κάποιος.

Ο αστυνομικός έφυγε δύσθυμος από κοντά της, την ώρα που η μικρή άνοιγε τα μάτια. Είπε στον αστυφύλακα: -Πες στους άλλους να φύγουν. Είναι ελεύθεροι. Κοί­ ταξε το ρολόι του. Τέσσερεις. Σε λίγο θα ξημέρωνε. Βγή­ κε συλλογισμένος στο δρόμο. Αυτή την ώρα θα 'θελε να

βρίσκεται κι εκείνος στο σπίτι του. Ένας μεθυσμένος πέ­ ρασε δίπλα του μονολογώντας. Ο Μπέκας παραμέρισε. Στην Ομόνοια μια από τις θλιβερές πεταλούδες της νύ­ χτας ήρθε κοντά του, μα αμέσως απομακρύνθηκε βιαστι­ κά.

-

Φαίνεται πως τον είχε γνωρίσει.

Χωρίς να -το καταλάβει έφτασε έξω απ τα γραφεία της αστυνομίας. Εκείνη την ώρα έφερναν δυο τύπους που εί­ χαν τσακωθεί. Μπήκε μέσα στο οωμάτιο του αξιωματι­ κού της υπηρεσίας. Ο άλλος σηκώθηκε. -Τίποτε νεώτερο, κ. Διοικητά; Ο Μπέκας απάντησε κουρασμένα. -Θαρρώ πως βρήκαμε το δολοφόνο.

Δεν φαινόταν ενθουσιασμένος. Ο άλλος το πρόσεξε. -Ποιος είναι;

-Ένας ηθοποιός. Άρη Δημητριάοη τον λένε. Έβγαλε από την τσέπη του ένα σημείωμα. -Αυτά είναι τα στοιχεία του. Προσπαθήστε να τον συλ­ λάβετε.

-Κρύβεται;

-Νομίζω πως θα θελήσει να κρυφτεί. Ανέβηκε στο γρα-

φείο του. Κι όλοι έλεγαν πως ήταν καλό παιοι «Παιδιά», σκέφτηκε πάλι, «ανόητα παιοιά». Στάθηκε λίγη ώρα στο παράθυρο, πριν συντάξει την αναφορά του. Η Αθήνα κοι­ μόταν. Κάπου, σε κάποιο σπίτι ή σε κάποιο ορόμο ένας νέος άνθρωπος θα προσπαθούσε να κρυφτεί, σαν κυνη­

γημένο αγρίμι. Γύρισε στο γραφείο του κι άρχισε να γρά­ φει.

Σε λίγο θα ξημέρωνε.


μαρά του, μια κουζινίτσα που έμοιαζε με ψεύτικη κι ένα μπάνιο. Μια γυναίκα ερχόταν το μεσημέρι που αυτός έλει­ πε, και το συγύριζε. Γδύθηκε και μπήκε κάτω από το κρύο ντους. Άκουσε τον καφέ που ξεχείλιζε στο ηλεκτρικό κα­

ΠΡΩΙΝΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ

μινέτο και έτρεξε γυμνός και βρεγμένος για να τον προ­ λάβει. Του συνέβαινε σχεδόν κάθε μέρα και σχεδόν κά­

Θε μέρα δεν τον πρόφταινε. Γύρισε στο μπάνιο του και τελείωσε τραγουδώντας, με απερίγραπτα φάλτσα, το

μπάνιο του. Βγήκε τυλιγμένος στο μπουρνούζι του. Άνοι­ ξε το ντουλάπι της κουζίνας και πήρε το βούτυρο και το ψωμί. Ετοίμασε μόνος τις φρυγανιές. Τον διασκέδαζε αυ­ τή η πρωινή τελετή που δεν την άλλαζε με τίποτα. Μα­ σουλούσε ακόμα τις φρυγανιές του όταν χτύπησε το τη­

λέφωνο. Το πήρε με μπουκωμένο το στόμα και το φλιτζάνι του καφέ στα χέρια του. -Εμπρός. Ήταν ο Δέλιος. -Πώς τόσο πρωινός; Ο άλλος, από την άλλη άκρη του σύρματος, γέλασε. Κό­ ντευε κιόλας μεσημέρι. -Είδες απογευματινό φύλλο; τον ρώτησε.

Μακρής, όπως το συνήθιζε, ξύπνησε αργά. Τα κλει­ σμένα παντζούρια είχαν κρατήσει τη μέρα έξω απ' το δωμάτιό του. Χουζούρεψε κάμποση ώρα στο κρεβάτι του κι ύστερα άναψε ένα τσιγάρο που κάπνιζε τη μέρα, πριν βάλει οτιδήποτε στο στόμα του. Αργότερα

ο

άρχιζε την πίπα.

Κοίταξε το ρολόι που βρισκόταν δίπλα του, στο κομο­ δίνο. Έντεκα. Σηκώθηκε κι άνοιξε το παράθυρο. Τη χτε­ σινή βροχή είχε διαδεχτεί ένας γλυκός φθινοπωριάτικος ήλιος. Ανέπνεε με ηδονή τον ευχάριστο αέρα, που έφτα­ νε ως το δωμάτιό του λαμπικαρισμένος από τα δέντρα του Μουσείου.'Υστερα, άπλυτος ακόμα, έβαλε το μπρίκι για τον καφέ πάνω στο ηλεκτρικό καμινέτο.

Έμενε μόνος του σ' αυτό το μικρό διαμερισματάκι, που το αποτελούσαν ένα ευρύχωρο χωλ, η μικρή κρεβατοκά-

66

Όχι. Φυσικά δεν είχε δει. Αυτά τα 'βλεπε στο γραφείο του. Γιατί;

-

Μόλις κυκλοφόρησαν, είπε η φωνή του Δέλιου. Βρή­

καν το δολοφόνο. -Ποιον;

Τότε μονάχα το θυμήθηκε. Είχε σχεδόν ξεχάσει τα χτε­

σινά.

-

Το δολοφόνο, είπε ο Δέλιος. Το δολοφόνο της Ρόζας

Βαργή. -Ποιος είναι;

-

Ο Δημητριάδης. Ο Άρης Δημητριάδης.

Το φλιτζάνι κόντεψε να πέσει από τα χέρια του Μακρή. -Ο φίλος της μικρής;

-

Ο αρραβωνιαστικός της.

-Και τον έπιασαν; -Όχι. Εξαφανίστηκε.


-Πού βρίσκεσαι τώρα; Ο Δέλιος βρισκόταν στου Ζαχαράτου, στο Σύνταγμα. -Σε λίγο θα 'μαι στο γραφείο μου.

-

Θα 'ρθω κι εγώ εκεί, ακούστηκε η φωνή του Δέλιου

από την άλλη άκρη του σύρματος.

Ο δημοσιογράφος άφησε το ακουστικό σκεπτικός. Ώστε ο Δημητριάδης. Τον ήξερε το νεαρό. Σπουδαίο ταλέντο και φαινόταν καλό παιδί. Άδειασε το φλιτζάνι του καφέ

και ντύθηκε βιαστικά, αφήνοντας τις φρυγανιές του. Στη στάση του τραμ πήρε μια απογευματινή εφημερίδα. Διά­

βασε τους μεγάλους Τίτλους στην πρώτη σελίδα. «ΑΝΑΚΑΑΥΦΘΗΟ ΔΟΑΟΦΟΝΟΣ -ΤΗΝ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ

RJZA ΒΑΡΓΗ ΦΟΝΕΥΣΕ Ο

ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΊΌ Υ «ΚΡΑ τΙΚΟΥ» ΑΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ -Ο ΔΟΑΟΦΟΝΟΣ ΔΙΑ ΦΕΥΓΕΙ ΜΕΧΡΙ ΣτΙΓΜΗΣ ΤΗ ΣΥΑΑΗΨΗ -Η ΣΥΑΑΗΨΗ ΊΌΥ ΘΑ ΔΙΑΑΕΥΚΑΝΕΙ ΚΑΙ ΊΌ ΜΥ­

ΣΤΉΡΙΟ ΊΌ Υ ΚΑΕΙΣΊΌ Υ ΔΩΜΑ τΙΟ Υ» Μπήκε στο τραμ και διάβασε τις λεπτομέρειες. Οι δι­ πλανοί του συζητούσαν για το «μυστηριώδες έγκλημα». Δίπλωσε την εφημερίδα του σκεπτικός. Οι διπλανοί του

μιλούσαν πάντοτε για το έγκλημα. Θυμήθηκε τη σκηνή στο καμαρίνι της Νέλλης Καρζή και τη γεμάτη αγωνία φωνή της μικρής, τότε που σταμάτησαν απότομα, μόλις τον είδαν. Ώστε ο νεαρός ήταν. Χωρίς να ξέρει γιατί, θα

Ναι, ήταν καλή η ιδέα. Δεν έπρεπε να το ξεχάσει. Θα του το έλεγε μόλις έφτανε στο γραφείο του.Ύστερα όπως συ­ νήθως του συνέβαινε, η σκέψη του πέταξε αλλού. Ο νεα­ ρός, λοιπόν, κρυβόταν. Για πόσο όμως θα μπορούσε να κρυφτεί;

Βυθισμένος στις σκέψεις του δεν πρόσεξε πως το τραμ

είχε φτάσει στη στάση του. Το κατάλαβε την ώρα που ξε­ κινούσε. Πήδησε, ενώ τον συνόδευε το θυμωμένο μουρ­

μούρισμα του οδ'fjγού. Ανέβ1Jκε με τα μεγάλα του βήμα­ τα στη σκάλα της εφημερίδας. Στο γραφείο του,

ξαπλωμένος στην πολυθρόνα, τον περίμενε ο Δέλιος. Ο δημοσιογράφος τον χαιρέτησε γεμίζοντας την πίπα τοu. -Λοιπόν, τελείωσε, είπε ρίχνοντας μια ματιά στις απο­

γευματινές εφημερίδες, που ο κλητήρας είχε βάλει στο γραφείο του. Βρήκαν το δολοφόνο. -Έτσι γράφουν, είπε ο άλλος ήσυχα.

Ο Μακρής κοίταξε το ήρεμο, αδύνατο πρόσωπο του φί­ λου του. Πίσω από τα χοντρά του γυαλιά χαμογελούσαν δυο μάτια όλο εξυπνάδα. Κάτι υπήρχε στον τόνο της φω­ νής του, ποu έλεγε περισσότερα απ' όσα τα λόγια του. -Τι θες να πεις;

Ο άλλος σήκωσε τους ώμοuς τοu. Πολλά είχε να πει. -Δηλαδή;

- 'Ισως δεν βρήκαν ακόμα αυτόν τον περίφημο δολο-

φόνο, είπε ήσυχα.

Ο Μακρής κοίταξε το φίλο του ερωτηματικά. Ήξερε πως ο Δέλιος μετρούσε τα λόγια του. Δεν ήταν απ' τους

φτηκε, το μυστήριο δεν είχε κρατήσει πολύ. Ύστερα το

ανθρώπους που έλεγαν εύκολα κάτι κι ακόμα περισσό­ τερο, δεν ήταν άνθρωπος ποu αστειεuόταν με σοβαρά

μυαλό του δημοσιογράφου γύρισε στη δουλειά του. Αυ­

πράγματα.

προτιμούσε να είναι κάποιος άλλος. Οπωσδήποτε, σκέ­

τή η ιστορία είχε έρθει στην ώρα της, τώρα που όλες οι εφημερίδες παρουσίαζαν μια κάμψη στην κυκλοφορία

τους. Δε θα ήταν άσχημο να αναθέσει στον Καπερνάρο, που ήταν άσσος σε κάτι τέτοια, να σκαρώσει ένα ανά­ γνωσμα με θέμα τη ζωή της Ρόζας Βαργή. Χαμογέλασε. Την είχε ζήσει με τα όλα της τη ζωή της η μακαρίτισσα.

68

- Ξέρεις τίποτα; - Ξέρω μόνο πως αυτό ο δύστυχος νεαρός δεν σκότωσε τη Ρόζα Βαργή.

Ο δημοσιογράφος τα 'χασε. Ο φίλος του καθόταν απέ­

ναντί του ήσυχος, με το αιώνιο ύφος του, το λίγο κουρα­ σμένο και λίγο ειρωνικό.

6g


-

Μα εσύ ο ίδιος, είπε στο τέλος, μας το τηλεφώνησες. Εγώ σου τηλεφώνησα τι λένε οι εφημερίδες. Οι εφημερίδες λένε ό,τι είπε η αστυνομία. Τότε η αστυνομία έκανε λάθος, είπε ήσυχα ο άλλος.

Είναι απλό.

Η Νέλλη Καρζή ξύπνησε σκοτωμένη, αν μπορούσε να ειπωθεί ύπνος αυτό το νυχτερινό μαρτύριο, που είχε πε­ ράσει στο κρεβάτι της. Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο της. Εφτά. Το είχε κοιτάξει άπειρες φορές αυτή τη νύ­ χτα, τη χειρότερη της ζωής της. Τα παντζούρια ήταν ακό­ μα κλειστά. Άναψε" το φως.

-Πώς είσαι; άκουσε τη φωνή της Νίνας δίπλα της. Η κοπέλα σηκώθηκε απ' το κρεβάτι της και ήρθε κοντά της. Ήταν ψηλή, με μαύρα μαλλιά κι ένα νόστιμο έξυπνο πρόσωπο. Κάθισε στο κρεβάτι της. Έμοιαζε λίγο μ' ένα όμορφο αγόρι. -Πώς είσαι; ξαναρώτησε.

ιια ακόμα πιο πολύ. Ο θάνατός της τα δημιούργησε όλα. Δεν πρόσεξε τrιν άλλη, που γύριζε με δυο φλιτζάνια στο χέρι.

Πιες. Θα σου κάνει καλό. Τη βοήθφε να μισοσηκωθεί και διόρθωσε στοργικά τα

-

μαξιλάρια στrιν πλάτrι της. Ύστερα πήγε στο παράθυρο και το άνοιξε. Το όμορφο αθψα'ίκό πρωινό μπήκε χα­ ρούμενο μέσα στο δωμάτιο. Γύρισε κοντά της, πήρε και

το δικό της καφέ και κάθισε δίπλα της.

-

Θέλεις τσιγάρο;

Τrις το έβαλε στο στόμα και το άναψε. Η Νέλλrι τα δε­ χόταν όλα μrιχανικά, σαν ένας άνθρωπος που δεν κατα­ λαβαίνει τι γίνεται γύρω του. Η Νίνα την κοίταξε με στορ­

γή. Ήταν φίλες από μικρές και πάντοτε αυτή, που ήταν

η πιο μεγάλη, τrιν προστάτευε. Μαζί είχαν ξεκινήσει από το Βόλο για σπουδές- rι Νέλλrι για τη Δραματική Σχολή, η Νίνα Ζαφεφιάδrι για το Πολυτεχνείο

-

μαζί είχαν νοι­

Δεν είχε διόλου κοιμηθεί κι εκείνη σχεδόν διόλου από την ώρα, που μέσα στη νύχτα δυο rιθοποιοί της έφεραν τη Νέλλη ωχρή, αλαφιασμένrι, περισσότερο πεθαμένrι παρά

κιάσει αuτό το διαμερισματάκι πίσω απ' τrιν πλατεία

ζωντανή.

φερά. Όλrι τη νύχτα μου μίλαγες, αλλά δεν μπόρεσα να

-

Πώς να είμαι;

Μισοσηκώθrικε στο κρεβάτι της. Δεν μπορούσε να κλάψει πια. Τα μάτια της έλαμπαν, σαν να είχε πυρετό.

-

Νομίζω πως θα τρελαθώ.

-Ησύχασε. Να σου ετοιμάσω κάτι;

-

Δε θέλω τίποτα.

Η άλλrι δεν άκουσε. Σηκώθηκε απ' το κρεβάτι κι έτσι, όπως ήταν με τις πυτζάμες, πέρασε στrι μικρή κουζινί­ τσα. Ακούστηκε το νερό που έτρεχε και τα σπίρτα που άναβαν.'Υστερα rι φωνή της. -Ένας διπλός καφές θα σου κάνει καλό. Η Νέλλrι δεν άκουσε. Γύριζε και ξαναγύριζε στο μυα­ λό της τα τρομερά γεγονότα της χτεσινής νύχτας. Θεέ μου, πόσο μπορούν ν' αλλάξουν όλα μέσα σε μια νύχτα.

Τrι Ρόζα δεν τrι λυπόταν. Πάντοτε τη μισούσε. Και τώ-

Αγάμων, μαζί ζούσαν, δουλεύοντας.

-

Και τώρα πες μου τα με μια σεφά, είπε 'fj Νίνα τρυ­

καταλάβω.

-Είναι χαμένος, είπε η Νέλλη με απόγνωση. Είναι χαμένος. Θα τον πιάσουν.

-

Αυτός τη σκότωσε;

-Ναι.

Η Νίνα τράβrιξε νευρικά το τσιγάρο της. Ήξερε όλες τις

ιστορίες με τη Βαργή και τη μισούσε κι εκείνrι από αγά­ πrι προς τη φίλrι της. -Ήσουν μπροστά; -Όχι.

-

Σου το είπε ο ίδιος;

Η φωνή της μικρής θεατρίνας ήταν ένας λυγμός. -Όχι.

-Τότε; -Το ξέρω.


Την έπιασαν τα νευρικά κλάματα, που την είχαν βα­

σανίσει όλη τη νύχτα. Η άλλη την αγκάλιασε.

-

-'Υστερα ήρθαν οι αστυνομικοί. Τον είχαν δει κι άλλοι μαζί της. Η Χαλκιά -ξέρεις αυτή η απαίσια, που κολά­ κευε πάντα τη Ρόζα

Ησύχασε. Πώς έγινε;

-Αυτή ήρθε και μ' έβρισε στο καμαρίνι μου, είπε. Ξέρεις τι έκανε για να μου πάρει τον Άρη. Το ξέρεις πως κατάφερε να τον τραβήξει δυο φορές στο σπίτι της. Μου

- το

είπε στον αστυνομικό. Ο Άρης

ήταν χαμένος.

Η Νίνα της χάιδεψε τα μαλλιά. Καλά όλα αυτά, ο ίδιος ο Δημητριάδης, τι είχε πει; Δε μίλησαν;

είπε πως θα με διώξει από το θέατρο, πως με κρατούν

-

μονάχα από λύπη, γιατί την παρακάλεσε ο Άρης. Μου

-Και τι σου είπε;

Μιλήσαμε για λίγο.

είπε κι άλλα. Μου είπε, πως ο αρραβωνιαστικός μου ήταν

- Φαινόταν τρομαγμένος. Με ρώτησε τι έκανα στο κα-

πριν λίγο μαζί της, στο καμαρίνι της. 'Υστερα έφυγε γε­

μαρίνι της. Ζητούσε λεπτομέρειες. Εκείνη τη στιγμή ένας

λώντας. Πήγα στο καμαρίνι της. Με κορόιδεψε και μ'

δημοσιογράφος φάνηκε στην πόρτα. Θαρρώ πως μας πα­

έβρισε πάλι. Για μια στιγμή σκέφτηκα να τη σκοτώσω.

ρακολουθούσε. Σταματήσαμε. Ύστερα ο Άρης χάθηκε.

Είδα το μαχαίρι περασμένο στη ζώνη της. Ήξερα πως

Έφυγε απ' το θέατρο. Τηλεφώνησα αργότερα στο σπίτι

ήταν επικίνδυνο. Μας το είχε δείξει ο σκηνοθέτης στις

του. Δεν είχε πάει.

πρόβες. Φοβήθηκα την τελευταία στιγμή κι έφυγα κλαί­

Η άλλη την αγκάλιασε. Έπρεπε να ησυχάσει. Χρειαζό­

γοντας. Ο Άρης με είδε, όπως έτρεχα να χωθώ στο κα­

ταν ψυχραιμία σ' αυτή την περίσταση. Η Νέλλη δεν την

μαρίνι μου.

άκουγε.

Μιλούσε λαχανιασμένα. Έσφιξε με απελπισία τα χέρια -Γιατί, Θεέ μου, να μην τον σταματήσω τότε;

-

-

Φοβάμαι ... δεν τον είδε κανένας ... Φοβάμαι πως ...

Δεν τόλμησε να το πει, αλλά η άλλη κατάλαβε. Φοβό­

της.

ταν πως θα είχε σκοτωθεί.

-Και πότε είπες πως εσύ τη σκότωσες; ρώτησε.

Δεν τον σταμάτησες;

-Όχι. Ήμουν ηλιθια θυμωμένη μαζί του, γιατί της είχε

-Αργότερα. Όταν μ' εξέτασε ο αστυνόμος. Δεν με πί-

μιλήσει πάλι. Το ήξερα πως δεν τη συμπαθούσε, αλλά το

στεψε. Κατάλαβε πως έλεγα ψέματα. Ήξερε κι εκείνος

ξερα επίσης -το ξερες κι εσύ

πως ο Άρης το 'κανε.

- πως του

άρεσε. Την πο­

θούσε. Κι αυτή έκανε ό,τι μπορούσε για να τον ερεθίσει πιο πολύ. Ζήλεψα κι ήμουν πεισματωμένη. Εγώ φταίω για όλα. Αν τον φώναζα ...

-

Δε τον φώναξες, όμως.

-Όχι. Του έκλεισα την πόρτα στα μούτρα του. Τον είδα που πήγαινε θυμωμένος προς το καμαρίνι της. Κι ύστε­

ρα από λίγο ακούστηκαν οι φωνές. Σταμάτησε κι έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της, σα να

μην ήθελε να ξαναδεί την τρομερή σκηνή.

-

Την είχαν βρει σκοτωμένη, είπε κι η φωνή της πνίγη­

κε μέσα στα δάκρυα. -'Υστερα;

Η Νίνα έμεινε για λίγο σκεφτική. Ήξερε; Αν ήξερε θα τον έπιανε απ' την αρχή και δε θα σπαταλούσε τον και­ ρό του να ανακρίνει τη Νέλλη. -Χρυσό μου, είπε και το γερό της μυαλό δούλευε, φο­ βάμαι πως έκανες πολλές ανοησίες. Δεν ήθελε να της πει καθαρά, για να μην την πικράνει,

αλλά ήταν φανερό. Εκείνη με τις ανόητες ομολογίες της τον επιβάρυνε πιο πολύ. -Πολλές ανοησίες, ξανάπε σκεφτική.

Αλλά η Νέλλη δεν την πρόσεχε.'Ηταν απασχολημένη με τις δικές της σκέψεις. Πού ήταν τώρα; Γιατί δεν ερχόταν

73


σ' εκείνη, που ήξερε πως ήταν πρόθυμη να τον βοηθήσει

σκεφτική. Έπρεπε να κάνουν κάτι. Κι αφού η φίλη της

και να πεθάνει ακόμα γι' αυτόν;

ήταν αδύνατο να κάνει ή να σκεφτεί οτιδήποτε, έπρεπε

-Γιατί δεν έρχεται σε μας; Η άλλη χαμογέλασε.

να ενεργήσει εκείνη. Προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις

-Είσαι κουτή. Εκείνοι που τον κυνηγούν, πρώτα απ'

της σε μια σειρά.

όλα στο σπίτι μας θα στήσουν καρτέρι. Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Όρθια πίσω απ' τις

Πραγματικά ο Άρης Δημητριάδης είχε σκοτώσει τη Ρό­ ζα Βαργή; Η Νέλλη φαινόταν βέβαιη, αλλά απ' όσα της

κουρτίνες εξέτασε προσεκτικά το δρόμο. Φαινόταν ήσυ­

είχε πει, αυτό δεν έβγαινε καθαρά. Τον ήξερε καλά εκεί­

χος, όπως κάθε μέρα.

νη τον Άρη Δημητριάδη. Μέσα σ' αυτό το ίδιο διαμερι­

-Έλα να δεις, της είπε. Η Νέλλη σηκώθηκε μηχανικά. Πήγε ως το παράθυρο και στάθηκε δίπλα στη φίλη της.

σματάκι είχαν περάσει πολλές φιλικές βραδιές με κου­ βεντούλα, πειράγματα, ιστορίες. Την έλεγε «κουνιάδα» του. Δεν ήταν άνθρωπος που θα μπορούσε να σκοτώσει,

-Κοίταξε.

και μάλιστα μια γυναίκα. Η Ρόζα Βαργή ήταν βέβαια

Δίπλα στο περίπτερο ένας αδιάφορος τύπος με πολιτι­

απαίσια. Η ίδια η Νίνα τη μισούσε. Ήξερε πως είχε προ­

κά διάβαζε την εφημερίδα του. Πιο κάτω ένας άλλος μι­

σπαθήσει να τραβήξει το όμορφο αγόρι στο κρεβάτι της.

λούσε μ' ένα πιτσιρίκο της γειτονιάς. Κάθε τόσο, όμως,

Ίσως και να το είχε καταφέρει. Ύστερα έκανε τη ζωή της

κι οι δυο έριχναν μια ματιά στην πόρτα του σπιτιού. -Τους βλέπεις; Αυτόν περιμένουν, είπε, αφήνοντας την

Νέλλης στο θέατρο μαρτυρική. Αλλά από κει ως το έγκλη­ μα είχε μεγάλη απόσταση.

-Άκουσε κάτι, Νέλλη. Προσπάθησε να συγκεντρώσεις

κουρτίνα να ξαναπέσει.

Η Νέλλη κοίταξε σα να μην καταλάβαινε Τίποτα. Ο πό­ νος της είχε θολώσει το μυαλό. -Μα δεν καταλαβαίνεις, χρυσή μου; Είναι αστυνομι­ κοί. Κατάλαβες; Αστυνομικοί. Ξέρουν τις σχέσεις μας με

το μυαλό σου. Γιατί νομίζεις πως ο Άρης τη σκότωσε; -Γιατί;

Συνηθισμένη να είναι βέβαιη γι' αυτό, δεν προσπαθού­ σε να το εξηγήσει.

τον Άρη κι ελπίζουν πως θα 'ρθει να σε δει. Έστησαν την

-Ναι, είπε η άλλη ήρεμα. Σε ρωτώ γιατί;

παγίδα τους έξω από το σπίτι σου ακριβώς για να τον

-

πιάσουν. Και θα τον πιάσουν, αν κάνει την κουταμάρα

Μα τον είδα που πήγαινε θυμωμένος στο καμαρίνι

της, ύστερα από τον καβγά που είχα μαζί της. Τον είδαν και άλλοι. Ύστερα από τη δική του επίσκεψη, τη βρήκαν

να 'ρθει.

-Θεέ μου, ψιθύρισε η Νέλλη.

Ήθελε να σκεφτεί κάτι για να βοηθήσει αυτόν τον άν­ θρωπο, που ήταν ολόκληρος ο κόσμος για κείνη, αλλά δεν

νεκρή.

-

Αυτό δεν λέει Τίποτα. Ο δολοφόνος μπορεί να πήγε

μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Το μυαλό της είχε σταμα­

λίγο ύστερα από τον Άρη. Κάτι σαν μια μικρή ελπίδα φάνηκε στα μάτια της Νέλ­

τήσει.

λης. Θεέ μου, αν μπορούσε να είναι αλήθεια.

Η Νίνα την αγκάλιασε στοργικά και τη γύρισε στο κρε­

βάτι της. Δεν έφερε καμιά αντίρρηση. Αυτές τις δέκα τε­

-Μα τότε γιατί έφυγε; ρώτησε κι η απογοήτευση γύ­ ρισε πάλι στην καρδιά της.

λευταίες ώρες ζούσε μέσα σ' ένα όνειρο. Ένα φρικτό

-

εφιαλτικό όνειρο.

-Έπαψαν. Έξω από το δρόμο ακούστηκαν οι εφημερι-

Η Νίνα την έβαλε στο κρεβάτι και κάθισε απέναντί της

74

Αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω κι εγώ.

δοπώλες που διαλαλούσαν τις πρωινές εφημερίδες. Η Νέλ-

75


λη σκέπασε τ' αυτιά με τα χέρια της. Ως το μικρό δωμά­

-Ναι. Ή μάλλον όχι. Εκείνη τη στιγμή είδαμε κάποιον

τιο έφταναν οι φωνές. «Το μυστηριώδες έγκλημα του

έξω από το καμαρίνι μας, που στεκόταν και άκουγε. Σου

«Κρατικού Θεάτρου».

το 'πα, νομίζω. Έναν δημοσιογράφο Μακρή. Ύστερα ευ­

-Γιατί έφυγε; ξανάπε απελπισμένη η Νέλλη, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της, παρά στη φίλη της. -Εσύ γιατί είπες στον αστυνόμο πως σκότωσες τη Βαργή;

-Γιατί; -Ναι, γιαΤι;

-Μα ... για να τον σώσω. Για να πάρω επάνω μου την

ευθύνη του φόνου. Για να γλιτώσει εκείνος. Τα μάτια της Νίνας Ζαφεφιάδη έλαμπαν.

Και γιατί δεν νομίζεις πως ο Άρης δεν μπορούσε να

κάνει το ίδιο; Η άλλη τραύλισε.

-

μαλώσαμε.

-

Η άλλη τα 'χασε. Τι ήθελε να πει; δεν καταλάβαινε.

-

θύς αμέσως ήρθε ο Λεκκός, ο ηθοποιός. Πάντως κάτι άρ­ χισα να του λέω. Δεν ξέρω αν τα είπα όλα. Του είπα πως

Τι θες να πεις;

Αυτό που λέω. Ίσως ο Άρης νόμισε πως εσύ τη σκό-

τωσες κι εξαφανίστηκε για να σε σώσει. Η Νέλλη δεν είχε τη δύναμη να απαντήσει. Όλα μπερ­

Σε ρώτησε αν την άφησες ζωντανή όταν έφυγες;

-Πού θες να καταλήξεις; ρώτησε σπαρακτικά. Τι νομίζεις; -Νομίζω πως ο Άρης πίστεψε πως, στην τελευταία επίσκεψή σου στο καμαρίνι της, εσύ σκότωσες τη Ρόζα. Η Νέλλη τινάχτηκε απ' το κρεβάτι της. -Το πιστεύεις;

-

Δεν μπορώ να είμαι βέβαιη, αλλά αυτό νομίζω.

Η Νέλλη την αγκάλιασε. Αν μπορούσε να ήταν αλήθεια! Πώς θα το μάθαιναν; Τι έπρεπε να κάνουν; Μιλούσε βιαστικά λαχανιασμένα, σφίγγοντας τη φίλη της νευρικά μέσα στα χέρια της.

-

Πρέπει πρώτα να ησυχάσεις, είπε η Νίνα και χαμο-

γέλασε. Κι ύστερα ...

δεύονταν μέσα της. Ένιωθε μια βαριά καταθλιπτική ομί­

-'Υστερα;

χλη να τυλίγει το μυαλό της.

-Ύστερα πρέπει να τον βρούμε.

Προσπάθησε να θυμηθείς, χρυσή μου, επέμεινε η Νί­

Πού θα μΠορούσαν να το βρουν; Τηλεφώνησαν πάλι στο

να Ζαφεφιάδη. Πότε μιλήσατε για πρώτη φορά, ύστερα

σπίτι του. Όχι, δεν είχε φανεί. Αν τον είχαν πιάσει; Φυ­

από το επεισόδιά σου με τη Β αργή; - Λίγο μετά την ανακάλυψη του εγκλήματος.

σικά θα μπορούσαν να τον είχαν πιάσει τα ξημερώματα.

-

-

Πώς ήταν εκείνος; Τρομαγμένος.

-Και τι σου είπε; Τι ακριβώς σου είπε; Προσπάθησε

Οι πρωινές εφημερίδες δεν έγραφαν, βέβαια, Τίποτα, αλ­ λά οι εφημερίδες το ήξεραν, τυπώνονταν τη νύχτα.

-

Α ν τον έπιαναν;

Τότε δε μένει παρά να βρούμε έναν καλό δικηγόρο,

να θυμηθείς τις φράσεις του. Με τη σειρά που στις είπε.

είπε η Νίνα ήσυχα. Μπορεί, όμως, να μην τον έπιασαν.

Όλες.

Πού θα μπορούσαμε, αν είναι ακόμα ελεύθερος, να τον

Η Νέλλη προσπάθησε να θυμηθεί. Το κεφάλι της πο­ νούσε. Όλα ήταν τόσο μπερδεμένα μέσα της.

-Δεν μπορώ. Φαινόταν τρομαγμένος. Με ρώτησε τι έγι­ νε στο καμαρίνι της Ρόζας Βαργή. Τι ακριβώς έγινε. -Και του. είπες;

βρούμε;

-Πού; Τα 'βαλαν κάτω. Να έφυγε από την Αθήνα;Ίσως αυτό. Έφευγε ένα νυχτερινό τραίνο για την Πελοπόννη­ σο κι ένα το πρωί για το βορρά. Αν είχε φύγει, δεν μπο­ ρούσαν να κάνουν τίποτα. Αν έμεινε, όμως, στην Αθήνα;

77


-

-Ποιους φίλους είχε; ρώτησε η Νίνα.

Φυσικά, όχι.

λαν κάτω. Οι ηθοποιοί του Εθνικού αποκλείονταν. Έμει­

Είδε την απογοήτευση στα μάτια της φίλης της. Επι­ θυμούσε τόσο πολύ να τον δει. Πέθαινε στην αγωνία μα­

ναν όλοι σχεδόν ως το πρωί στο θέατρο. Άρχισαν να με­

κριά του.

Τους περισσότερους τους ήξεραν και οι δυο. Τους έβα­

λετούν τους άλλους. Για μερικούς ήξεραν πού έμεναν για μερικούς όχι. Τους ανάφεραν όλους με τη σειρά, άλλους

Άσε με να 'ρθω, παρακάλεσε.

Α ν θέλεις. Μόνο να ξέρεις, πως δε θα κάνουμε μόνο

οι δυο μας την επίσκεψη.

η Νέλλη, άλλους η άλλη.

-

-

Στα σπίτια τους πρέπει να ψάξουμε, είπε στο τέλος

Της έδειξε με το κεφάλι το παράθυρο.

- Θα κουβαλήσουμε κι αυτούς που περιμένουν έξω.

η Νίνα.

Άρχισαν να ντύνονται βιαστικά. Η Ν έλλη ντυνόταν με

Μην είσαι κουτή.

ρούσε να κάνει, την είχε πιάσει μια τρελή βία. Έξαφνα,

Της εξήγησε. Οι αστυνομικοί, που παραμόνευαν, δεν ήταν ανόητοι. Μόλις την έβλεπαν να βγαίνει, θα την έπαιρ­

το θυμήθηκε.

ναν από πίσω. Κι έτσι θα τους παράδινε το φίλο της συ­

πυρετώδεις κινήσεις. Τώρα που νόμιζε πως κάτι μπο­

-

Είναι κι ένας άλλος, είπε. Δεν κάνουν σχεδόν καθό­

λου παρέα πια, αλλά το ξέρω πως αγαπιούνται πολύ. Μου έχει μιλήσει ο Άρης γι' αυτόν. Ήταν μαζί στο σχολείο

στημένο στα χέρια τους, αν ο Άρης βρισκόταν πραγματι­ κά εκεί. Αυτό ήθελε; -Έχεις δίκιο. Πήγαινε μόνη σου. Θα μείνω και θα πε­

μικροί.'Υστερα χώρισαν, τους χώρισε η ζωή. Εκείνος δεν

ριμένω.

τέλειωσε το σχολείο. Έγινε εργάτης μηχανουργός σ' ένα

Η Νίνα γέλασε. Το όμορφο αγορίστικο πρόσωπό της το είχε ζωηρέψει η πιθανότητα της δράσε- ως.

εργοστάσιο. Δε βλέπονταν πια παρά σπάνια. Έμειναν,

είχε αρρωστήσει σοβαρά, ο Άρης με

-Πώς φαίνεσαι πως δεν έχεις διαβάσει αστυνομικά μυ­ θιστορήματα. Θα βγεις κι εσύ μαζί μου. Παρακάτω θα

πήγε στο σπίτι του και τον είδαμε. Το έξυπνο μυαλό της

χωρίσουμε. Οι αστυνομικοί θα παρακολουθήσουν εσένα

Νίνας δούλεψε γρήγορα. Αν ήταν στ' αλήθεια έτσι φίλοι

κι έτσι θα βρω εγώ ήσυχη τον καιρό να πάω στο σπίτι αυ­ τού του Τέλη Γρηγορίου. Έτσι δεν τον είπες;

όμως, πάντοτε φίλοι. Θυμάμαι, μια μέρα που ο Τέλης Τέλη τον έλεγαν

-

-

και δε βλέπονταν παρά σπάνια, αυτός ήταν ο πιο κα­

τάλληλος για να τον κρύψει. Οι αστυνομικοί μπορεί να επιτηρούσαν τα σπίτια των γνωστών του. Αυτόν δε θα τον ήξεραν.

-Ναι.

- Εσύ γύρισε όπου θες. Προσπάθησε να τους ταλαιπωρήσεις. Σε μια δυο ώρες θα είμαι εδώ και τότε τα ξα­

-Πού μένει αυτός ο Τέλης; ρώτησε βιαστικά.

ναλέμε.

-Σ' ένα μικρό σπιτάκι, στο Παγκράτι. Στην οδό Παρ-

Και πάλι είχε δίκιο. Η Νέλλη το κατάλαβε. Φόρεσε τη ζακέτα της και βγήκαν. Στο δρόμο οι γείτονες την κοίτα­ ζαν περίεργοι. Είχαν διαβάσει για το έγκλημα του θεά­ τρου. Ο διπλανός γαλατάς θέλησε να τη ρωτήσει. Τον

μενίωνος, θαρρώ.

-

Και πώς το λένε; Τέλη Γρηγορίου.

-Εντάξει. Απ' εκεί θ' αρχίσουμε.

-

Στο σπίτι του θα πάμε;

-Θα πάω, διόρθωσε η Νίνα ήσυχα. Η άλλη τρόμαξε. -Δε θα 'ρθω εγώ;

απόφυγαν.

Ανηφόρισαν την οδό Λευκωσίας κι ανέβηκαν στην πλα­ τεία Αγάμων. Στη στάση του τραμ η Νίνα έβγαλε το κα­ θρεφτάκι της και πουντραρίστηκε. Είδε τους δυο ανθρώ-

79


πους που έρχονταν αοιάφοροι προς το μέρος τους. Χα­

Η Νέλλη είχε περιγράψει καλά το σπίτι. Μικρό λα"Cκό

μογέλασε. Οι φίλοι τις παρακολουθούσαν. Έδωσε το χέ­

σπίτι, μ' ένα κηπάκο γύρω. Αλλά στην οδό Παρμενίωνος

ρι της στη Νέλλη.

τα περισσότερα σπίτια ήταν ίδια. Ποιο απ' όλα αυτά ήταν

-

Λοιπόν, γεια σου.

του Τέλη Γρηγορίου; Η Νίνα θα προτιμούσε να μη ρωτή­ σει. Είχε φτάσει σ' αυτό το μικρό ορόμο του Παγκρατί­

Όπως τα είχαν συμφωνήσει, η Νέλλη Καρζή πέρασε στην

ου, αφού είχε βεβαιωθεί πως κανένας δεν την παρακο­

απέναντι μεριά του ορό μου. Το «τρόλiί» για τα Πατήσια

λουθούσε και χωρίς να κάνει τίποτα, που να τραβήξει την

έφτανε. Η Νέλλη ανέβηκε την ώρα που ο ένας από τους

προσοχή. Μα τώρα;Ήταν αδύνατο να βρει το σπίτι. Έπρε­

αστυνομικούς με τα πολιτικά έτρεχε πίσω της. Το πρό­

πε να ρωτήσει.

λαβε την τελευταία στιγμή ο άλλος. Δεν φαινόταν να την

Ένας μικρός έπαιζε με τους βώλους του στη μέση του

προσέχει. Η Νίνα κοίταξε γύρω της με το ύφος του αν­

ήσυχου δρόμου. Είχε σηκώσει το κεφάλι του, την κοίτα­

θρώπου, που δεν έχει συγκεκριμένη οουλειά και δεν ξέ­

ξε για ένα λεπτό κι ύστερα έσκυψε στο παιγνίδι του. Η

ρει πως να περάσει την ώρα του.

γυναίκα οεν είχε προκαλέσει το ενοιαφέρον του.

Το «τρόλiί» για την Ομόνοια πέρασε, αλλά εκείνη δεν ανέβηκε. Έμεινε ακίνητη στη θέση της, χαζεύοντας. Πα­

ρακολουθούσε με την άκρη των ματιών τον άνθρωπό της.

-

Ζητώ ένα σπίτι, του είπε.

Ο μικρός την κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Το μελαχρινό προσωπάκι του ήταν βρώμικο και χαριτωμένο.

Αυτός προχώρησε αδιάφορος προς το μέρος της, την προ­

-Ένας Γρηγορίου, είπε εκείνη βιαστικά.

σπέρασε

-Του Τέλη;

- σχεΟόν ακούμπησε πάνω της - και πέρασε στο

απέναντι πεζοδρόμιο. Έμειναν για κάμποση ώρα ο ένας

-Ναι, του Τέλη.

απέναντι στον άλλο, από τις δυο μεριές του δρόμου. Ο

-Εκεί.

αστυνομικός φαινόταν αδιάφορος. Δεν την κοίταξε ούτε μια φορά. Η Νίνα όμως ήταν βέβαιη πως την παρακο­ λουθούσε κι αυτός με τον τρόπο του, όπως κι εκείνη.

Στη στάση της άρχισε να μαζεύεται κάμποσος κόσμος.

Της έδειξε με το κεφάλι. Το σπίτι ήταν λίγα μέτρα πιο μακριά.

-

Ευχαριστώ.

Την ώρα που ξεκινούσε ο μικρός φώναξε πίσω της.

Ήταν οι άνθρωποι που πήγαιναν για τις δουλειές τους.

-Δε θα το βρεις, όμως. Έφυγε. Του χαμογέλασε.

Ένα άλλο «τρόλε"i» φάνηκε. Η Νίνα έμεινε ακίνητη, αδιά­

-

φορη κι έξαφνα, τη στιγμή που το «τρόλε"ί» ξεκίνησε και

Ο μικρός γύρισε στα παιχνίδια του και την ξέχασε. Ετοι­

οι πόρτες έκλειναν πήδησε.

Ο άλλος την έπαθε. Στην πρώτη στάση η Νίνα πήρε ένα ταξί.

-

Δεν πειράζει.

μαζόταν να χτυπήσει την πόρτα, όταν είοε τη γριά στη μέση της μικρής αυλής. Την κοιτούσε εξεταστικά. Είχε ένα όφος επιφυλάξεως.

Στο Σύνταγμα, είπε.

Κοίταξε πίσω της. Ο άνθρωπός της την είχε χάσει. Χώ­ θηκε όσο μπορούσε πιο βαθιά στο κάθισμα. Στο Σύνταγμα άφησε το ταξί και πήρε το τραμ. Ένα τραμ είναι πάντο­

-

Τι θέλετε; είπε με την πιο ήσυχη φωνή της.

-

Τον κ. Γρηγορίου. Τον κ. Τέλη Γρηγορίου. Δεν είναι εδώ.

Η γυναίκα είχε ένα ύφος εχθρικό κι αυτό την ευχαρί­

τε πιο σίγουρο από ένα αυτοκίνητο. Ο οδηγός δεν προ­

στησε τη Νίνα. Βρισκόταν στον καλό δρόμο. Η γριά φαι­

σέχει τους επιβάτες του.

νόταν πως κάτι ήθελε να κρύψει. 8ο


-Δεν είναι; Κι όμως, ήθελα να του πω κάτι σοβαρό. -Λείπει. Είναι στο εργοστάσιο. Πέστε σε μένα. Είμαι

-Άσε τη δεσποινίδα, κυρία Μαρία. Είναι φίλη μου. Γύρισε. Είδε το νεαρό ηθοποιό που στεκόταν στη μι­

σάνοιχτη πόρτα. Ήταν αξύριστος και το πρόσωπό του

η μητέρα του.

Η Νίνα κοίταξε γύρω της. Κανένας δε φαινόταν. Ο μι­ κρός πιο εκεί, έπαιζε αδιάφορος με τους βώλους του.

ωχρό. Τα μάτια του έδειχναν πως δεν είχε κοιμηθεί. -Έλα, της είπε.

Μπήκαν στο δωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα πίσω του.

-Μπορώ να μπω; ρώτησε. Όλη την ώρα έμενε έξω από την ξύλινη πόρτα της μι­

Έμειναν όρθιοι ο ένας απέναντι στον άλλο. Ήταν φανερό

κρής αυλής. Μιλούσαν πάνω από το χαμηλό τοίχο. Η γυ­

πως δυσκολεύονταν να αρχίσουν. Στο τέλος ο Άρης μί­

ναίκα σκούπισε τα χέρια της

λησε πρώτος.

- ήταν

βρεγμένα

-

και της

άνοιξε. Την κοίταξε ερευνητικά από πάνω ως κάτω. Ήταν φανερό πως βιαζόταν να τελειώσει αυτή η επίσκεψη.

- Ζητώ κάποιον, είπε η Νίνα σιγά.

-Κάθισε. Πώς με βρήκες;

Του είπε. Έμειναν πάλι για λίγο σιωπηλοί. -Η Νέλλη; ρώτησε στο τέλος.

-Την άφησα στο σπίτι- έλεγε ψέματα, μ' αυτό της φά-

-Ποιον;

- Κάποιον φίλο του γιου σας. Τη νύχτα πρέπει να ήρ-

νηκε πως θα του ήταν πιο ευχάριστο

- είναι ήσυχη

τώρα.

Απότομα το ρώτησε.

θε.

Το πρόσωπο της γυναίκας έγινε σκληρό. Κοίταξε πάλι τη Νίνα και τα μικρά της μάτια έλαμπαν εχθρικά στο ρυ­

-Γιατί έφυγες; Το ξέρω πως δεν τη σκότωσες εσύ. Δεν είναι αλήθεια;

Ο Άρης έβγαλε το κουτί του και της έδωσε ένα τσιγά­

τιδωμένο της πρόσωπο.

-Κανένας δεν ήρθε εδώ, είπε. Μένω μονάχη με το γιο

ρο. Έβαλε ένα άλλο στο στόμα του. Σήκωσε τους ώμους, σα να έλεγε: <Πι σημασία μπορεί να έχουν τώρα όλα αυ­

μου.

Μιλούσαν στη μέση της αυλής. Η Νίνα τώρα ήταν βέ­ βαιη. Η γυναίκα κάτι έκρυβε. Φαινόταν γυναίκα βασανι­ σμένη, αλλά αποφασιστική. Η κοπέλα πήρε το πιο γλυκό

τά;»

της ύφος.

τωσες εσύ. Το ξέρω. Μα ούτε η Νέλλη τη σκότωσε.

-Δε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε μέσα; Ήταν φανερό πως η άλλη δε θα δεχόταν. Η Νίνα πέρα­

Την ώρα που της έδινε τη φωτιά, η Νίνα ξέσπασε.

-Είστε κι οι δυο τρελοί. Τρελοί για δέσιμο. Δεν τη σκό­ Ο άλλος τινάχτηκε, αλλά δεν είπε Τίποτα. Κι η Νίνα συ­ νέχισε. Ήταν ανόητοι. Ο ένας πίστευε πως τη σκότωσε ο

σε γρήγορα την αυλή, χωρίς να περιμένει την απάντηση και μπήκε στο μικρό σπίτι. Η γυναίκα την ακολούθησε σκυθρωπή. Βρέθηκαν κι οι δυο σ' ένα χωλ, φτωχά επι­

άλλος. Αυτός έφυγε για να σώσει τη φίλη του κι εκείνη

πλωμένο.

ηθοποιού χάθηκε. Την έπιασε σφιχτά από το

- Ο άνθρωπος που ζητώ είναι φίλος μου, είπε. Τον θέ­ λω για το καλό του.

-Σου είπα, πως κανένας δεν είναι εδώ, επέμεινε η γυ­

ομολόγησε για να σώσει εκείνον. Το λίγο αίμα που είχε μείνει στο πρόσωπο του νέου χέρι.

-

Ομολόγησε; Ναι. Αλλά ο αστυνομικός δεν την πίστεψε. Μου την

έστειλε μέσα στη νύχτα στο σπίτι. Πόσο τρελοί ήσασταν

ναίκα. Είσαι τρελή;

Εκείνη τη στιγμή η πόρτα ενός διπλανού δωματίου άνοι­

κι οι δυο. Η αστυνομία τώρα σε κυνηγά για δολοφόνο,

ξε. Άκουσε τη φωνή του Άρη Δημητριάδη, πριν να τον δει.

ενώ ο πραγματικός δολοφόνος γελά με τις ανοησίες σας.

82


Η Νέλλη μου το είπε. Δεν τη σκότωσε. Τη σκότωσες εσύ;

-Δέλιο.

-Όχι.

-Και τι νομίζεις πως μπορεί να κάνει;

-Πώς έγινε;

-Θα C>ούμε.

Έγινε, όπως η Νίνα το είχε φανταστεί. Είί5ε τη Νέλλη που έφευγε αναστατωμένη από το καμαρίνι της Bαρylj. Πήγε κι εκείνος εκεί, για να C>ει τι έγινε, βρήκε το καμα­ ρίνι της πρωταγωνίστριας κλειστό, άκουσε σε λίγο τις φω­ νές και πίστεψε πως την είχε σκοτώσει η φίλη του. -Το φαντάστηκα. Και τώρα;

Πήγε κοντά του, σηκώθηκε στις μύτες των ποί5ιών της -ο Άρης ήταν πολύ ψηλός- και το φίλησε. -Τρελέ, είπε. Να C>ούμε πώς θα ξεμπλέξουμε. Πρόσεχε.

Έφυγε με το ανοιχτό ελεύθερο βήμα της. Στην πόρτα η γριά την κοίταζε ανήσυχη. Της χαμογέλασε. Ο μικρός

Ο άλλος σήκωσε τους ώμους του. Δεν ήξερε Τίποτα.

έπαιζε πάντοτε στο C>ρόμο. Ένας από τους βώλους του

Καταλάβαινε κι ο ίί5ιος πως είχε κάνει μια βλακεία. Ήταν

κύλησε ως τα πόί5ια της. Ο μικρός έτρεξε, τον πήρε και

ο πανικός της στιγμής. Πάντως, ήταν ευχαριστημένος που

την κοίταξε σα να την έβλεπε για πρώτη φορά. Την είχε ξεχάσει. Καλό κι αυτό.

C>εν ήταν η Νέλλη. -Σκέπτεσαι να συνεχίσεις να κρύβεσαι; Όχι. Δεν το σκεπτόταν. Κάποτε θα τον έβρισκαν και θα ήταν χειρότερα.

-

Θα παραδοθώ, είπε.

Θα ήταν το καλύτερο. Η ίδια C>εν είχε να του προτείνει

Πλησίαζε έντεκα, όταν ο Δέλιος έβαλε την τελευταία τελεία στο κομμάτι που έγραφε. Η ιστορική επιφυλλί()α του για την «Πρωινή» είχε τελειώσει. Συνήθιζε πάντοτε να αρχίζει το γράψιμο στις εφτά το πρωί.

τίποτα. Και το C>ικό της το μυαλό είχε σταματήσει. Με

Έβγαλε τα γυαλιά του και τα σκούπισε. Έτριψε με την

τις γνώσεις που παίρνεις από τις αστυνομικές ταινίες μπο­

ανάποδη του χεριού τα κουρασμένα του μάτια. Είχε όμορ­

ρείς να ξεγελάσεις, για μια φορά, έναν αστυνομικό, που

φα μάτια, μ' ένα παράξενο χρώμα, κάτι σα μοβ, που δεν

σε παρακολουθεί. Αλλά εί5ώ τα πράγματα ήταν σοβαρά.

τα υποπτευόταν κανείς. Τα χοντρά γυαλιά και οι πυκνές

-

Θα παραί5οθώ, ξανάπε ο ηθοποιός.

Η Νίνα σκεπτόταν. Κι έξαφνα κάτι ήρθε στο σκοτισμένο μυαλό της. -Μπορούν να σε κρατήσουν C>υο- τρεις μέρες; ρώτησε.

-Ναι.

-

μικρές ρυτίί5ες στην άκρη τους, τα έκρυβαν. Στο μέτωπο τα μαλλιά του είχαν αραιώσει αρκετά. Ήταν σαράντα πέ­ ντε χρονών, αλλά φαινόταν μεγαλύτερος.

Σηκώθηκε από το γραφείο του με τα γυαλιά στο χέρι. Πήγε ως το παράθυρο και το άνοιξε. Ένας ζεστός χα­ ρούμενος ήλιος είχε ί5ιαί5εχθεί τη χθεσινή βροχή. Ανά­

Τι έχεις στο νου σου;

πνευσε με Μναμη. Φόρεσε τα γυαλιά του και κοίταξε στο

Εγώ, τίποτα. Έχω έναν αί5ελφικό φίλο του πατέρα

χρυσογάλανο φόντο την Ακρόπολη. Την έβλεπε κάθε μέ­ ρα και κάθε μέρα η φωτεινή εικόνα του οινε μια και­

μου. Σπούδαζαν μαζί στη Γαλλία, στα νιάτα τους. Με βοήθησε πάντοτε. Είναι έξυπνος και καλός. Θα του ζη­ τήσω να μας βοηθήσει. -Τι είναι;

-Ένας σοφός που κάνει το C>ημοσιογράφο.

-Πώς τον λένε;

νούργια ευχαρίστηση. Κοιτούσε αφηρημένος στο δρόμο κι έξαφνα το βλέμμα του σταμάτησε στη νέα γυναίκα με το ελεύθερο, σχεδόν αντρικό βάδισμα. Μα βέβαια. Αυτή ήταν. Η Νίνα. Η νέα κοπέλα σήκωσε το κεφάλι της και τον είδε. Του χαμογέλασε με το πλατύ χαμόγελό της.


Για σένα έρχομαι, φώναξε. Ήταν κόρη ενός παλιοό αγαπητού του φίλου, μα του μι­

-

λούσε πάντοτε στον ενικό. «Είσαι δικός μου φίλος», του

έλεγε, «και δεν είσαι αρκετά γέρος να σε βλέπω σαν θείο».

-Έλα, της έγνεψε.

μέσα στο δωμάτιο.

-Πώς με θυμ~θηκες; τη ρώτησε καθώς προχώρησε κοντά της, για να της δώσει το χέρι.

βέβαια είχαν κάνει μεγάλη βλακεία.

-Έτσι είναι. Η Νίνα τον κοιτούσε με τα μεγάλα έξυπνα μάτια της.

Ήταν φανερό πως τα περίμενε όλα απ' αυτόν, γιατί δεν είχε να περιμένει Τίποτε από άλλον.

-

Μόνον εσύ μπορείς να μας βοηθήσεις.

-Έχω ένα φίλο. Ίσως μπορέσει εκείνος να κάνει κάτι. -Το Μακρή. Το δημοσιογράφο.

Της το 'πε λιγάκι πειραχτικά, μα αμέσως σταμάτησε. Είδε πως το ύφος της ήταν σοβαρό. -Συμβαίνει τίποτα;

-Τον ξέρω.

Τον είχε ακούσει. Ήξερε πως αυτός ~ταν ο καλύτερος φίλος του Δέλιου. Ναι, αυτός ήταν κατάλληλος. Έπρεπε να τον δει μόνο σύντομα.

-Πολλά.

-

-Σοβαρά;

- Πολύ σοβαρά. Έκλεισε το παράθυρο κι ήρθε κοντά της. -Έκανες καμιά ανοησία;

Εγώ όχι. Άλλοι. Έμαθες πως έγινε κάποιο έγκλημα

χθες στο «Κρατικό Θέατρο»;

Ζάρωσε τα μάτια του, συνήθεια που του είχε αφήσει η

μυωπία. Τι σχέση μπορούσε να 'χει το κοριτσόπουλο με το έγκλημα;

Σ~μερα κιόλας.

Κοίταξε το ρολόι του. Είχαν περάσει οι έντεκα. Ο Μα­ κρ~ς θα κοιμόταν ακόμα. -Πάμε.

Φίλησε τη μητέρα του, που τον συνόδεψε ως την πόρ­

τα και βγήκαν. Η μέρα ~ταν χαρά Θεού. Κατηφόρισαν τα δρομάκια της Πλάκας

- εκεί ~ταν το

σπίτι του

- προς

το

Σύνταγμα. Στην πλατεία χωρίστηκαν.

-Εγώ θα γυρίσω στη φίλη μου, είπε η Νίνα. Θα πεθαίνει από αγωνία. Πότε να σου τηλεφων~σω;

-Ήμουν εκεί, είπε. -Κατηγορούν ένα φίλο μου.

-

Του διηγήθηκε όσα ήξερε. Ο Δέλιος την άκουγε με προ­

-Ποιον;

Σε χρειάζομαι.

-Ναι;

-

-Πολλά. Οι φίλοι μου έκαναν βλακείες. Θανάσιμες βλα­ κείες. σοχή. Αν όλα αυτά ήταν έτσι, όπως του τα 'λεγε, τότε και

Ήξερε πως θα της άνοιγε η μητέρα του - μαζί ζούσαν όλα αυτά τα χρόνια, μητέρα και γιος, αγαπημένοι οι δυο τους και αχώριστοι - κι έτσι έμεινε στη θέση του, κοντά στο παράθυρο, ως τη στιγμ~ που το νέο κορίτσι μπ~κε

-

Κι αυτόν τον ήξερε. Εκείνο που δεν ~ξερε ~ταν το τι θα μπορούσε να κάνει αυτός.

-

Βιάζεσαι πολύ, της είπε και χαμογέλασε.

-Πότε;

Φίλο σου;

-Ναι. Τον aρραβωνιαστικό της καλύτερης φίλης μου, της Νέλλης Καρζ~. Αυτής, που μένουμε μαζί. Σου έχω μι­

Τηλεφώνησέ μου στη μία, στην «Πρωιν~», τριάντα δια­ κόσια ... -Ξέρω.

λήσει για κείνη.

Έγνεψε πως ~ξερε για ποια πρόκειται. Λοιπόν; - Τον ηθοποιό Άρη Δημητριάδη.

86

Τον άφησε κι έφυγε βιαστικ~. Ο Δέλιος την παρακο­ λούθησε χαμογελώντας. 'Υστερα το πρόσωπό του σοβά-

87


ρεψε. Ναι, ασφαλώς αυτός ο νεαρός είχε κάνει μια ανοη­

- Πέρασε πολύς καιρός από τότε που ήσουν νέος και

σία. Εκείνη τη στιγμή άκουσε τους εφημεριοοπώλες που

φώναζαν. Μόλις είχαν κυκλοφορήσει οι απογευματινές

ξέχασες τι μπορεί να κάνει κανένας σ' αυτή την ηλικία. Μήπως κι η μικρή οεν παραδέχτηκε πως εκείνη σκότωσε

εφημερίοες. «Ανακαλύφθηκε ο δολοφόνος!».

τη Β αργή για τον ίοιο λόγο; Για να σώσει τον άνθρωπο

«0

δολο­

φόνος διαφεύγει τη σύλληψη». Πήρε μια. Από την πρώτη σελίδα του χαμογελούσε το

όμορφο πρόσωπο του νέου ηθοποιού. Κάθισε στου Ζα­

που αγαπούσε;

-Ξέρεις τι λέω; είπε στο φίλο του. -Τι;

χαράτου και οιάβασε τις λεπτομέρειες. Οι εφημερίδες μι­

-Να πηγαίναμε μια βόλτα στο σπίτι αυτής της Βαργή.

λούσαν για τον ένοχο, σαν κάτι βέβαιο. Και, φυσικά, η

-Γιατί;

αστυνομία είχε την ίδια γνώμη. Ο ίδιος πίστευε στην αθω­

ότητα του νεαρού. Μετρούσε μέσα του όσα διάβασε κι

-Δεν ξέρω. Έτσι μου 'ρθε. Ίσως να μπορούσαμε να μαθαίναμε κάτι εκεί.

όσα του είχε πει η Νίνα. Κοίταξε το ρολόι του κι ύστερα

πήγε στην καμπίνα του τηλεφώνου. Πήρε τον αριθμό του Μακρή. Η εύθυμη φωνή του φίλου του τον υποοέχτηκε από την άλλη άκρη του σύρματος. Έδωσαν ραντεβού για το γραφείο του. Προτίμησε να μην του πει όσα ήξερε από το τηλέφωνο. Ανέβηκε αργά προς την Πανεπιστημίου. Ο Μακρής θα 'κανε οπωσοήπο­

τε κάμποση ώρα να φτάσει. Ανέβηκε σιγά τη μαρμάρινη σκάλα. Οι κλητήρες τον ήξεραν. Μπήκε στο γραφείο του δημοσιογράφου, ξαπλώθηκε σε μια πολυθρόνα και συνέ­ χισε να σκέπτεται την υπόθεση. Το οργανωμένο μυαλό του ταξινομούσε τα γεγονότα και τις ενδείξεις. Ναι, ήταν

βέβαιος. Από τις σκέψεις του τον έβγαλε ο Μακρής που έμπαινε στο γραφείο του.

Του είπε όλα όσα ήξερε. Ο Μακρής τον άκουγε με προσοχfι. Δε συμμεριζόταν τη βεβαιότητα του φίλου του. -Είναι πολύ μπερδεμένα όλα αυτά, είπε.

-

Δε λέω πως είναι απλά.

-Γιατί ο νεαρός έφυγε;

- Σου το 'πιΧ. Γιατί πίστευε πως η φίλη του ήταν η ένοχη. Στην ηλικία του μπορεί ακόμα κανένας, όταν είναι ερωτευμένος, να κάνει τέτοιες ανόητες χειρονομίες. Ο δημοσιογράφος μάσησε την πίπα του μουρμουρίζο­ ντας. Δεν μπορούσε να πιστέψει εύκολα κάτι τέτοιο. Ο Δέλιος χαμογέλασε.

88

8g


-Ο κύριος ετοιμάζεται για το τραπέζι, είπε. Αν μπορούσατε να περάσετε μια άλλη ... Η καρατερίστα κατάλαβε πως την έδιωχναν.

-

Είναι ανάγκη, είπε.

- ο κύριος δε οέχεται αυτήν την ώρα.

8.

Ο ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΚΑΡΑΤΕΡΙΣΤ Α

Η μικρή κρατούσε το πόμολο, έτοιμη να σπρώξει την πόρτα.

-

Πέστε του το όνομά μου και θα οεχτεί, επέμεινε η

ηθοποιός. Με λένε Χαλκιά. Θάλεια Χαλκιά. Η άλλη δίσταζε ακόμη.

-

Είναι ανάγκη.

Το ύφος της Χαλκιά την έπεισε. Ίσως θα ήθελε να τη δεχτεί ο κύριός της. Στο κάτω της γραφής οεν την εν­ διέφερε. Εκείνη θα Λεγε το όνομά της. Της έκανε τόπο να περάσει κι έκλεισε την πόρτα πίσω της.

-

Περιμένετε.

Η ηθοποιός έμεινε μόνη. Κοίταξε τον πλούτο που την τριγύριζε. Όλα ήταν πολυτελ1j μέσα σ' αυτό το διαμέ­ ρισμα, αλλά μ' ένα γούστο, που οεν το περίμενε από το βιομήχανο. <<Ισως τα παιοιά του», σκέφτηκε, «η γυναί­ κα του».

Σ

τη μία η ώρα το μεσημέρι, η Θάλεια Χαλκιά χτύ­

Από την πόρτα, η Χαλκιά άκουσε τη φωνή του βιο­

πησε το κουδούνι στο διαμέρισμα του βιομηχά­

μηχάνου, ύστερα τη φωνή μιας γυναίκας και άγνωστες

νου Καρύδη, στην οδό Πατριάρχου Ιωακείμ. Η

νεανικές φωνές. «Η οικογένεια», σκέφτηκε. Ήξερε τό­

υπηρέτρια, που της άνοιξε, κοίταξε με περιέργεια αυ­

σο καιρό τον Καρύδη, αλλά πρώτη φορά ερχόταν στο

τή τη γερασμένη ηθοποιό, που στεκόταν στην πόρτα

σπίτι του.

της. Τα οξυζεναρισμένα μαλλιά της καρατερίστας, κι

Από τότε που είχε σκοτωθεί η Ρόζα

-

είχαν περάσει

αυτό το ύφος του παλιού θεατρίνου που είχε την ξάφ­

τώρα δυο μήνες -τον είχε δει κάμποσες φορές. Πάντο­

νιασε.

τε όμως κάπου αλλού. Ποτέ στο σπίτι του. Κοίταξε πά­

-Τι θέλετε; είπε.

λι γύρω της. Τα θαυμάσια χαλιά, τους πίνακες στους

Τον κ. Καρύδη.

τοίχους, τα κομψοτεχνήματα. «Είναι πολύ πλούσιος»,

-

-Σας περιμένει; ρώτησε.

σκέφτηκε και το σκέφτηκε σχεδόν με κακία. Από τη σκέ­

-Όχι.

ψη της την έβγαλε η πόρτα που άνοιγε. Ο παχύς βιο­

Το ύφος της κοπέλας ήταν καθαρό. Έλεγε πως η ώρα

μήχανος φάνηκε. Το πρόσωπό του ήταν κόκκινο από

ήταν ακατάλληλη για μια επίσκεψη και μάλιστα επί­

θυμό. Έκλεισε την πόρτα με προσοχή πίσω του και ήρ­

σκεψη χωρίς ραντεβού.

θε άγριος προς το μέρος της. Της είπε σιγά.

go

gt


-

Γιατί ήρθες εδώ;

-Έπρεπε να σε δω, απάντησε εκείνη το ίδιο σιγά. -Γιατί δεν περίμενες να με δεις το βράδυ; Σου είπα πως δεν θα 'πρεπε να πατήσεις στο σπίτι μου. -Ήταν βιαστικό.

Χωρίς να το καταλάβει η γυναίκα δυνάμωνε τη φωνή της. Ο Καρύδης κοίταξε τρομαγμένος προς την τραπε­ ζαρία.

-Σιγά!

-

Τόσα θέλει, είπε. Πόσα απ' αυτά θα κρατήσεις εσύ;

Η άλλη σήκωσε τους ώμους της με ύφος διαμαρτυ­ ρίας. Την αδικούσε. Ήξερε πως εκείνη απλώς το διευ­ κόλυνε. Ο τρόπος όμως που τα "λεγε έδειχνε πως δεν την ενδιέφερε αν την πίστευε.

-Λοιπόν;

-

Θα σου τα δώσω, αλλά θα είναι τα τελευταία.

-Θα του το πω.

-Εσύ μ' αναγκάζεις.

Σχεδόν τον κορόιδευε. Περίμενε ήρεμη στη θέση της.

-Τι τρέχει;

-

-

Εκείνος ήρθε πάλι.

Ο Καρύδης έγινε απότομα ωχρός. -Τι θέλει;

Η Χαλκιά γέλασε. Μ' ένα μικρό κακό γέλιο.

-

τον με κακία στα μάτια.

-

Θα σου τα φέρω το απόγευμα, είπε ο Καρύδης. Στο

θέατρο.

Λεφτά.

-

Την περασμένη βδομάδα του έδωσες.

Γύρισε προς την πόρτα aντιπαθητικά αξιοπρεπής.

Η άλλη σήκωσε τους ώμους. Η περασμένη βδομάδα ήταν η περασμένη βδομάδα.

-

Φύγε τώρα, είπε ο βιομήχανος.

Η άλλη έτριψε το δείχτη στον αντίχειρα, κοιτάζοντάς

Θέλει κι άλλα. Αλλιώς ...

Θα περιμένω.

Ο Καρύδης έβγαλε το μαντίλι του και σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του. Άκουσε τη φωνή της κό­ ρης του, που φώναξε από την τραπεζαρία.

-Αλλιώς;

-

Κούνησε το κεφάλι της. Δεν ήξερε κι η ίδια. Πολλά

-Έρχομαι, είπε αναστενάζοντας.

Πού είσαι λοιπόν, πατέρα;

μπορούσαν να γίνουν.

-Λέει πως ...

Μιλούσε πολύ δυνατά. Ο Καρύδης της έσφιξε το χέρι κοιτάζοντας την πόρτα πίσω του. -Πάψε. -Λοιπόν; -Πόσα;

-

Εκατό λίρες.

Το μίσος γέμισε τα μάτια του βιομηχάνου. Το πρόσωπό του που συνήθως φαινόταν αγαθό

- έκφραση που την έχουν σχεδόν πάντοτε οι πολύ χοντροί άνθρωποι - ήταν γεμάτο κακία. Κοιτούσε τη γυναίκα που βρισκόταν μπροστά του και ήταν φανερό πως θα τη χτυπούσε με ευχαρίστηση, αν μπορούσε. Η Χαλκιά δέχτηκε με ηρεμία το βλέμμα του.

Μπροστά στην κλειστή πόρτα προσπάθησε να σχε­

διάσει ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του. Μ' αυτό το χα­ μόγελο την άνοιξε. Μέσα στο πλούσιο δωμάτιο μια ηλι­

κιωμένη γυναίκα καθόταν σε μια πολυθρόνα, ενώ ένα νέο όμορφο κορίτσι με παντελόνια διάβαζε μια εφημε­ ρίδα. Άφησε την εφημερίδα και σήκωσε το κεφάλι. Εί­ χε ένα πρόσωπο έξυπνο και λιγάκι αuθάδικο. Ο Καρύ­ δης μπήκε.

-

Ποιος ήταν;

-Μια γνωστή μου. Μου ζήτησε δουλειά για τον άντρα

της, είπε ο βιομήχανος.

·

Αναρωτιόταν τι θα γινόταν. Ένας εκβιασμός όταν

αρχίζει δε σταματά. Είχε μπλέξει άσχημα. Από τις σκέ-

93


ψεις του τον έβγαλε η εύθυμη φωνή της κόρης του.

-

Δε με προσέχεις. Τινάχτηκε. Είχε ξεχαστεί.

κε πριν από τα φρούτα και πέρασε στο γραφείο του. Τον καφέ του τον έφερε η ίδια η γυναίκα του. Τη δέ­

Ν α ι, χρυσή μου;

χτηκε έκπληκτος. Από καιρό, από χρόνια, τέτοιες οι­

Η εφημερίδα γράφει για τη φίλη σου.

κειότητες έλειπαν μεταξύ τους. Η γυναίκα του ήξερε

Η ηλικιωμένη γυναίκα σήκωσε το κεφάλι της και την

όλη την άλλη ζωή του, τις ερωμένες του, που το κόστι­

κοίταξε στενοχωρημένη. Αυτό το κορίτσι ήταν ανυπό­

ζαν πανάκριβα, τα ταξίδια του στην Ευρώπη με τις μαι­

φορο.

τρέσες του, την τελευταία ιστορία του με την πρωτα­

-

Μη λες βλακείες, Λίλιαν, της είπε.

Το νέο κορίτσι γέλασε. Είχε όλη τη χαριτωμένη αναί­ δεια των, πολυ~α.ίδεμένων δεκαεννιά χρόνων της.

-

γωνίστρια του «Κρατικού Θεάτρου». Όλα. Στην αρχή

είχε θυμώσει, παρακαλέσει, κλάψει. 'Υστερα τα δέχτη­ κε με μια εγκαρτέρηση ανακατωμένη με πίκρα και κρυ­ φό μίσος. Για χάρη των παιδιών. Άφησε τον ασημένιο

Γιατι, μαμα;

Γύρισε στον Καρύδη που την έβλεπε στενοχωρημέ­

δίσκο μπροστά του, πάνω στο βαρύ δρύινο γραφείο.

νος. Είχε καταλάβει για ποια θα του μιλούσε, αλλά δεν

-Συμβαίνει τίποτε; τον ρώτησε.

είχε τη δύναμη να τη σταματήσει. Αυτό το κορίτσι τον έκανε πάντοτε ό,τι ήθελε.

-Άρχισες να ενδιαφέρεσαι για μένα;

-Για τη Βαργή, συνέχισε η Λίλιαν. Πρόκειται να γί­ νει, γράφει, η δίκη του δολοφόνου της. Αλή- θεια, πό­ σος καιρός πέρασε από τότε που τη σκότωσαν;

-

Ο Καρύδης την κοίταξε με μια εχθρική ειρωνεία. Το ύφος της γυναίκας έγινε ακόμη πιο κλειστό.

-

Για σένα όχι, για τα παιδιά. Δε θέλω να μάθουν για

σένα ό,τι ξέρω εγώ.

Δυο μήνες, είπε ο Καρύδης στενοχωρημένος. Δεν

τρώμε;

Στην πόρτα της πολυκατοικίας της οδού Πατριάρχου

Δεν ήρθαν ακόμη τα παιδιά, είπε η γυναίκα του. Κι εκείνη τη στενοχωρούσε αυτή η κουβέντα.

-

Ιωακείμ η Θάλεια Χαλκιά έβγαλε το καθρεφτάκι της και

Η μικρή συνέχισε απτόητη.

όλους τους θυμούς του Καρύοη ήξερε πως ήταν παι­

-Αυτόν τον ομορφούλη τον γνώριζες;

χνιδάκι στο χέρι της. Τον κρατούσε καλά. Θα πλήρωνε πάντα και θα πλήρωνε όσα του ζητούσαν. Χαμογέλα­

-Ποιον;

-

διόρθωσε τα μαλλιά της. Ήταν ευχαριστημένη. Παρ'

Το δολοφόνο της. Αυτόν τον Άρη Δημητριάδη; Φαί-

σε. Είχε χρόνια που ονειρευόταν κάτι τέτοιο. Όλα αυ­

τά τα χρόνια που τα πέρασε παρακαλώντας για ένα ρό­

νεται ωραίο παιδί.

-Ναι, είπε δύσθυμα ο βιομήχανος.

λο, κολακεύοντας τη Ρόζα Βαργή, φορώντας τα παλιά

-Και λες να τον καταδικάσουν σε θάνατο;

της φουστάνια, μεταφέροντας τις παραγγελίες του βιο­

-

Πάψε πια, την έκοψε η μητέρα της. Ο Καρύοης εί-

μηχάνου στην ερωμένη του. Τώρα ήταν η ώρα της.

Έξαφνα το χαμόγελο έφυγε από το πρόσωπό της. Εί­

χε γίνει ωχρός.

Η μητέρα κοίταξε τον άντρα της μ' ένα βαθύ ερευ­

δε το νεαρό που στεκόταν αδιάφορος στο απέναντι πε­

νητικό βλέμμα. Εκείνος το είδε και γύρισε τα μάτια του αλλού. Σε λίγο ήρθαν και οι δυο γιοι του σπιτιού.

τη φορά που τον έβρισκε στα πόδια της αυτή τη

ζοδρόμιο. Δεν μπορούσε να είναι σύμπτωση. Ήταν η τρί­

Η οικογένεια κάθισε στο τραπέζι. Οι νεαροί φλυαρού­

βδομάδα. Τον κοίταξε καλύτερα. Εκείνος δεν έδειξε να

σαν εύθυμοι. Ο βιομήχανος έφαγε αμίλητος. Σηκώθη-

την προσέχει. Παρακολουθούσε μια όμορφη νέα κοπέ-

94

95


λα, που είχε περάσει από μπρος του κι είχε καρφώσει το βλέμμα του στις γάμπες της. Ήταν πολύ νέος, σχε­ δόν παιδί, είκοσι, το πολύ είκοσι δύο χρόνων. Είχε ένα όμορφο ευγενικό πρόσωπο. Ήταν αδύνατο_ να είναι αστυνομικός, ύστερα γιατί θα την παρακολουθούσε η αστυνομία;

-

Κατέβα στην οδό Ακαδημίας, είπε.

Από το πίσω παράθυρο κοίταζε το νεαρό. Έπαιρνε κι εκείνος ταξί. Ώστε τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά απ' όσο νόμιζε. Είδε το αμάξι που ερχόταν πίσω τους.

-

Στην οδό Πειραιώς, είπε, χωρίς να γυρίσει προς τον

οδηγό. Κοιτούσε πάντοτε πίσω της.

Δεν έπρεπε να κορο'ίδεύει τον εαυτό της. Αυτός ο νε­ αρούλης την παρακολουθούσε. Τον είχε δει να περιμέ­ νει έξω από το θέατρο, πριν τέσσερεις μέρες. Τότε τον είχε προσέξει, γιατί της είχε αρέσει. Είχε κολακευτεί κιόλας, όταν τον είδε να 'ρχεται πίσω της. Προχτές τον είδε πάλι στου «Άνταμς» δυο- τρία τραπέζια πέρα από το δικό της.

Στα Χαυτεία, ο αστυφύλακας της Τροχαίας σταμά­

τησε την κίνηση, ακριβώς τη στιγμή που το δικό της αμά­ ξι μόλις είχε περάσει. Ανέπνευσε. Η τύχη τη βοηθούσε. Ο άλλος ήταν υποχρεωμένος να μείνει ακίνητος τουλά­ χιστον για μερικά λεπτά.

-

Γρήγορα, είπε.

Έκαναν το γύρο της Ομόνοιας και μπήκαν στην οδό

Του χαμογέλασε, μα αυτός έδειξε πως δεν είδε το χα­ μόγελό της. Δεν ήταν άνθρωπος που είχε ζηλέψει τη γε­

Πειραιώς, χωρίς οι άλλοι να έχουν ξεκινήσει ακόμη. Στην οδό Μενάνδρου διέταξε το σοφέρ να στρίψει και να στα­

ρασμένη ομορφιά της. Είχε φύγει πριν απ' αυτή, αλλά

ματήσει. Πήδησε γρήγορα, αφήνοντάς του ένα εικοσά­

τον βρήκε να την περιμένει αργότερα στη γωνία της οδού Αμερικής. Και σήμερα έμπλεκε πάλι στα πόδια της. Ασφαλώς, την είχε παρακολουθήσει ως εδώ, χωρίς να

ρι, χωρίς να περιμένει τα ρέστα. Χώθηκε μέσα στις πα­

τον αντιληφθεί και την περίμενε όση ώρα έμεινε στου

Καρύδη. Προσπάθησε να θυμηθεί αν τον είχε δει άλλη φορά, πριν από τις τελευταίες συναντήσεις τους. Όχι. Της ήταν τελείως άγνωστος.

ρόδους πεζή. Κοίταζε κάθε τόσο πίσω της. Ο νεαρός είχε χαθεί. Στην οδό Σωκράτους πήρε ένα άλλο αυτοκίνητο. Χώ­ θηκε όσο πιο βαθιά μπορούσε στο κάθισμά του. -Να βγεις στη Λιοσίων, διέταξε το σοφέρ. Την νόμιζαν, σκέφτηκε, ανόητη, ε; Δεν ήταν καθόλου

Ξεκίνησε με τα πόδια. Του έριξε ένα τελευταίο βλέμ­

ανόητη. Έκανε την κουτή για να μπορέσει να ζήσει μέ­

μα. Έμενε πάντοτε στη θέση του αδιάφορος. Να περί­

σα σ' ένα κόσμο που δεν ανέχεται τις άσχημες, γερα­

μενε κάτι άλλο; Γύρισε πίσω της ακόμα δυο φορές. Την

σμένες θεατρίνες. Κοίταξε πίσω της. Κανένας. Τη νό­

πρώτη τον είδε πάντοτε στη θέση του. Τη δεύτερη είχε

μιζαν ανόητη, ενώ οι άλλοι ήταν οι ηλίθιοι. Η Ρόζα που

χαθεί.

γελούσε με τις «κουταμάρες» της και πίστευε πως η

Ανέπνευσε. Δεν παρακολουθούσε εκείνη, τουλάχιστον εκείνη την ώρα. Πέρασε στην πλατεία γρήγορα και πή­

η Θάλεια, περιφρονούσε και μισούσε την όμορφη ασή­

καρατερίστα τη θαύμαζε και την αγαπούσε. Ενώ αυτή,

γε προς τη στάση των ταξί. Και τότε πάγωσε. Είδε το

μαντη πρωταγωνίστρια που δεν ήξερε τίποτε άλλο από

νεαρό που στεκόταν στη γωνία της οδού Καρνεάδου.

το να κουνιέται μπροστά σε χοντρούς παραλήδες γερο­

Είχε πάρει μια πάροδο και ασφαλώς θα είχε τρέξει για

παραλυμένους, σαν τον Καρύδη. Ύστερα αυτός, ο Κα­

να φτάσει πριν απ' αυτή. Αισθάνθηκε το φόβο να τη γε­

ρύδης, που ξόδευε τα ηλίθια αστεία του σε βάρος της.

μίζει ολόκληρη. Ποιος ήταν; Τι ζητούσε από εκείνη; Μπήκε μέσα στο αμάξι χωρίς να δώσει διεύθυνση.

να τον εξυπηρετεί. Ύστερα ο άλλος, αυτός που θα την

g6

97

Νόμιζε πως αυτή η «ανόητη», Θάλεια, είχε γεννηθεί για


περίμενε γεμάτος αγωνία. ρα είχε έρθει η σειρά της.

T'YJ

νόμιζαν κουτ~. Και τώ­

Κοίταξε πάλι πίσω της. Τίποτε. Ο νεαρούλ'Υjς την εί­ χε χάσει. Αλλά ποιος ~ταν; Από το καθρεφτάκι του οδη­ γού είδε το πρόσωπό του, που την κοιτούσε ερωτημα­

τικά. Είχαν μπει από ώρα στ'Υjν οδό Λιοσίων.

-

Προς το τέρμα, είπε.

Στην πόρτα το() αρχισυντάκτη ο νεαρός κοντοστάθ'Υj­ κε. Άκουσε το Μακρ~ που μίλησε με κάποιον άλλον. Στο τέλος χτύπησε. Απάντησε το ανοιχτόκαρδο «εμπρός» του προ~σταμένου και ο νεαρός μπήκες. Ησύ­ χασε. Ο Μακρής μιλούσε με τον τακτικό σύντροφό του, το συνεργάτη της εφημερίδας Δέλιο. Όταν τον είδε χα­ μογέλασε.

Στο ~μα του αστυφύλακα της τροχαίας το μπλε αμά­

Καλώς τον. Γύρισε στο Δέλιο.

-Τον ξέρεις;

χτηκε από το μπρος κάθισμα. Ατυχία! Ατυχία! Είδε το

Ο Δέλιος κάτι έγνεψε, που μπορούσε να σήμαινε και «ναι» και «όχι», αλλά ο δημοσιογράφος χωρίς να πε­

άλλο αμάξι, που περνούσε στην Ομόνοια.

ριμένει συνέχισε.

ξι σταμάτησε απότομα. Ο νεαρός επιβάτης του αρπά­

-

Θα το χάσουμε, είπε.

-

Ο σοφέρ γύρισε και τον κοίταξε σηκώνοντας τους

Είναι ο Πολυχρονιάδης. Γιος του φίλου μου του κα­

θηγητή. Καλό παιδί και μαθητευόμενος συντάκτης με

ώμους. Δεν έφταιγε εκείνος αν η Αθ~να είχε γίνει Νέα

μέλλον. Είναι αυτός που ανέλαβε τη δουλειά που εί­

Υόρκη.

παμε.

-Δεν μπορεί να γίνει τίποτε; Από κανέναν άλλο δρό­ -τίποτε.

-Λοιπόν; Έγινε τίποτα σήμερα;

Κάποτε ο δρόμος άνοιξε. Πέρασαν την Ομόνοια. Ο σοφέρ γύρισε και τον κοίταξε. Πού ήθελε να πάνε;

Αλήθεια πού; Το αμάξι που κυν'Υjγούσε θα μπορούσε να πάρει την Γ' Σεπτεμβρίου, την οΟό Αγίου Κωνστα­ ντίνου, την Πειραιώς, την Αθηνάς, ή και τη Σταδίου ακό­ μα. Κοίταξε γύρω του χωρίς να ελπίζει. Είχε προσέξει τον αριθμό. Τίποτα. Θα ήταν ανοησία αν συνέχιζε. -Λοιπόν; τον ρώτησε το βλέμμα του οδηγού.

-

Ο Δέλιος χαμογέλασε στο νεαρό. Ο Μακρής γύρισε προς το μέρος του.

μο;

Τίποτε, απάντησε απογοητευμένος. Θα γυρίσουμε.

Πήγαινέ με στην «Πρωινή». Πανεπιστημίου. Ο αρχισυντάκτης του θα βρισκόταν ακόμα στο_ γρα­

φείο. Ανεβαίνοντας τις σκάλες της εφημερίδας ρώτησε τον κλητ~ρα.

-

Βγήκε από το σπίτι της στις δέκα, απάντησε ο μα-

θητευόμενος, πέρασε μια βόλτα από το «Κρατικό» στις έντεκα, π~γε στο «lντερνάσωναλ» και κάθισε με μερι­ κούς ηθοποιούς. -Ξέρεις ποιους;

-Ναι. Το Σταυρόπουλο τον κωμικό, και το Νικολα!δη τον ντιζέρ. Τα ονόματα δεν έλεγαν τίποτε. -Ύστερα;

-Κοντά στη μία έφυγε για να κάνει μια επίσκεψη. -Επίσκεψη;

-Ναι, είπε ο νεαρός. Σε μια πολυκατοικία της οδού

-Έφυγε ο κ. Μακρής;

Πατριάρχου Ιωακείμ αριθμός ... -Είπε τον αριθμό. Ο Μακρ~ς κοίταξε το Δέλιο στα

-Όχι ακόμα, είπε ο άλλος με το συγκαταβατικό ύφος

μάτια.

που παίρνουν οι παλιοί κλητήρες των εφημερίδων, όταν μιλούν σε πολύ νέους συντάκτες.

98

-Στο δεύτερο πάτωμα; ρώτησε ήσυχα αυτός. Ο νεα­ ρός τον κοίταξε με κάποια έκπληξη.

99


-

Ναι, στο δεύτερο πάτωμα, είπε.

Ο δημοσιογράφος κοίταξε το συντάκτη του με ύφος ευχαριστημένο. -Λοιπόν;

-Έμεινε κάπου δέκα λεπτά εκεί. 'Ύ'στερα βγήκε. Νομίζω πως κατάλαβε πως την περίμενα. Πήρε ένα αυτο­

κίνητο και ... Τους διηγήθηκε όλα όσα έγιναν. Το νεανικό του πρό­

σωπο έδειχνε τη στενοχώρια του γιατί την είχε χάσει. Ο Μακρής του χαμογέλασε.

-

Πάμε για φα·t; πρότεινε.

-Εγώ θα φάω στο σπίτι. Η μητέρα έχει ετοιμάσει ένα

ροσμπίφ. Έρχεσαι να φάμε μαζί; Συνήθως ο Μακρής το απέφευγε. Αυτή τη μέρα, όμως, είχε: τη διάθεση να συνεχίσει την κουβέντα τους. -Αν δεν με θιώξει η γριά σου, είπε.

Πολλές φορές τα πράγματα παίρνουν ένα θρόμο, που

δε: φανταζόμαστε. Όταν πριν από δυο μήνες, ο Δέλιος είχε: υποσχεθεί στη Νίνα πως θα τη βοηθούσε, δεν πε­

Είσαι πολύ εντάξει. Δε φταις εσύ. Να συνεχίσεις!

ρίμενε πως τόσο αυτός, όσο κι ο φίλος του ο Μακρής,

Όταν ο νεαρός έφυγε, ο δημοσιογράφος γύρισε: στο

θα έμπλε:καν έτσι σ' αυτήν την ιστορία. Στην αρχή, όπως τα είχαν συμφωνήσει, ο δημοσιο­ γράφος μίλησε στον αστυνόμο Μπέκα. Του είπε: για το

-

φίλο του. Είδε: το ύφος του. Είχαν συνεννοηθεί.

-Λοιπόν, πήγε: στο σπίτι του Καρύδη, είπε. Θα ήταν κάτι πολύ σοβαρό για να τολμήσει να πάει στο ίδιο το σπίτι του. Ήξεραν κι οι δυο τους πως ο βιομήχανος χώριζε τη ζωή του στα δύο. Πως αυτός ο παραλυμένος ήταν ένας αυστηρός τυπικός οικογενειάρχης και πως είχε: μια κό­ ρη που λάτρευε. Δεν μπέρδευε: ποτέ την γκαρσονιέρα με το σπίτι του. Κανένας από τον κύκλο του θεάτρου

δεν είχε περάσει το κατώφλι του. Για την οικογένειά του διατηρούσε ένα χωριστό κόσμο, από σοβαρούς συ­ ναδέλφους του, επιστήμονες με μέλλον κι ανθρώπους γενικά του αστικού κόσμου. Οι μποέμικοι φίλοι του του θεάτρου και της δημοσιογραφίας άρχιζαν έξω από το

νέο ηθοποιό και την τρέλα που είχε κάνει. Φυσικά, ο άλλος δε συμφώνησε:. Πίστευε στην ενοχή του Δημη­ τριάδη. Υποσχέθηκε: πάντως, πως θα βοηθούσε σε κά­ θε: ενέργεια, που θα μπορούσε να αποδείξει πως ήταν αθώος. Ο Μακρής του είπε: πως θα του τον παρέδιδε ο ίδιος. Δε ζητούσε παρά μια χάρη. Να του τον παραδώ­ σει την άλλη μέρα. Ο αστυνομικός έφερε τις αντιρρή­ σεις του, αλλά στο τέλος συμφώνησε. Το βράδυ συνα­ ντήθηκαν οι τέσσερεις, ο Δέλιος, η Νίνα, ο Δημητριάδης και η Νέλλη Καρζή στο Παγκράτι. Κάθισαν στο Άλσος. Ο Δέλιος με τη Νίνα σε χωριστό τραπέζι. Ο νεαρός ηθο­ ποιός με: τη φίλη του, μαζί. Από το τραπέζι τους άκου­ σαν τα κλάματα της μικρής και το Δημητριάδη, που προ­

σπίτι του.

μπήκε:, έφερε μερικά χειρόγραφα, μίλησε για μερικά ζη­

σπαθούσε: να την ησυχάσει. Έφυγαν αργά. Μ' ένα ταξί πήγαν στο σπίτι της Νέλλης. Ο Δέλιος άφησε το νεαρό

τήματα του υπουργείου Οικονομικών και βγήκε.

και τα δυο κορίτσια τα ξημερώματα. Στις θέκα θα περ­

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Ένας συντάκτης χτύπησε,

-Τι φαντάζεσαι πως μπορούσε να θέλει; Ο Δέλιος σήκωσε τους ώμους του. Δε: φανταζόταν τίποτε.

-Για τον άλλον έμαθες, τίποτε: νεώτερο; ρώτησε. -τίποτε. Ο Μακρής κοίταξε το ρολόι του. 100

νούσαν με το Μακρή να τον πάρουν.

Στις δέκα πέρασαν. Πήγαν μαζί ως την Ασφάλεια. Ο Μπέκας τους περίμενε. Το ύφος του νεαρού τον κέρδι­ σε και τον ίδιο. Θα ήθελε να ήταν αθώος. Η πρώτη εξέ­ ταση του Δημητριάδη κράτησε ώρες. Φαινόταν ειλικρι­ νής. Ο αστυνομικός θα ήθελε να τον πιστέψει, μα όλα 101


ήταν σε βάρος του. Οι σχέσεις του με τη Βαργή, η κα­

τάθεση της Χαλκιά, η αδικαιολόγητη εξαφάνισή του μέ­

ξη των

auo φίλων στην υπόθεση Βαργή άρχισε με μια

απλή κουβέντα του Μακρή. Ήταν τότε, που μετέφεραν

σα στη νύχτα. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο από

τον Άρη Δημητριάδη στις φυλακές Αβέρωφ. Η Νέλλη

εκείνο που έκανε. Τον κράτησε. Και το χειρότερο. Μέ­

ρώτησε με απόγνωση.

σα στα αποτυπώματα, που είχαν βρει στη λαβή του πε­

ρίφημου μαχαιριού, υπήρχαν και τα δικά του. Φυσικά, ο Άρης Δημητριάδης είχε τη δικαιολογία του. Μα ποιος ένοχος δεν έχει μια δικαιολογία;

-

Το μαχαίρι, είπε, το κράτησα στα χέρια μου.

-Γιατί;

-Ήταν περίεργο μαχαίρι. Αληθινό, από μια παλιά συλλογή. Η Ρόζα αστειεuόταν μ' αυτό. Μας το Όειχνε. Το πήρα κι εγώ για να το κοιτάξω. Το ίδιο όμως έκαναν και άλλω.

.

Αυτό ο Μπέκας το ήξερε. Πραγματικά, η Ρόζα έδει­ χνε το μαχαίρι, που ο σκηνοθέτης της είχε ανακαλύψει. Το είχαν κρατήσει και άλλοι στα χέρια τους. -Πότε;

-

Κι εκείνη τη μέρα και την προηγούμενη, στις πρό-

-Και τώρα;

Τώρα θα 'πρεπε να περιμένουν τη δίκη. Εκτός ...

-Εκτός;

- Εκτός αν μπορούσαμε να βρούμε εμείς τον πραγ-

ματικό δολοφόνο.

- Το είχε πει έτσι, χωρίς καμία σοβαρή πρόθεση. Τα

μάτια του νέου κοριτσιού έλαμψαν. -Θα μπορούσαμε;

Ο Μακρής χαμογέλασε. Βρισκόταν στο γραφείο του,

μια από τις νεκρές εκείνες ώρες, που η δουλειά της μέ­ ρας έχει τελειώσει και δεν έχει αρχίσει ακόμα η βραδι­ νή.

-Δεν είναι εύκολο, μα, πάντως, κάποιος τη σκότωσε. Κάποιος, που θα 'χει ένα λόγο. Ποιος θα μπορούσε να 'χει;

-Πολλοί δεν τη χώνευαν.

βες.

Φυσικά, τα πράγματα μπορούσαν να έχουν γίνει κι

έτσι κι αλλιώς. Ήταν υποχρεωμένος να το στείλει στοv ανακριτή και τον έστειλε. Όλα το βάραιναν. Ο εισαγ­

γελέας συμφώνησε με το δικαστικό. Τον παρέπεμψαν σε δίκη και τον προφυλάκισαν.

Ο Δέλιος πίστευε πως το ενδιαφέρον του θα σταμα­

- Δε σκοτώνει κανένας τους ανθρώπους που δε χω-

νεύει, είπε ήσυχα ο Δέλιος.

Το συζητούσαν έτσι, σαν ένα πρόβλημα

- Εσείς, ας πούμε, είπε ήσυχα ο δημοσιογράφος, θα είχατε ένα λόγο να τη σκοτώσετε. Ήθελε να σας κλέψει τον aρραβωνιαστικό σας. Δεν τη σκοτώσατε, όμως,

τούσε ως εκεί. Ακόμη περισσότερο ο Μακρής. Αλλά όλες

εσείς.

οι λεπτομέρειες των τραγικών αυτών ημερών τους πα­

-

ρέσυραν. Την πρώτη μέρα, αφού παρέδωσαν το νεαρό στους αστυνομικούς, ο Δέλιος γύρισε για να ησυχάσει

τη Νίνα. Γνωρίστηκε πιο καλά με τη Νέλλη Καρζή. Αρ­ γότερα πήγε μαζί της στο κρατητήριο να δουν τον Άρη.

Φυσικά.

-Ποιος άλλος θα 'χε τον ίδιο λόγο; Ας δούμε. Υπάρ-

χει κάποιος άλλος. Η γυναίκα του.

-Η γυναίκα τίνος; ρώτησε η μικρή έκπληκτη. -Η γυναίκα του Καρύδη, του εραστή της.

κρή. Χωρίς να το καταλάβουν, αυτή η υπόθεση έγινε

Ο Δέλιος άκουγε με το αιώνιο ήρεμο ύφος του. Η Νέλ­ λη ετοιμάστηκε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο δημοσιογρά­

μια υπόθεση όλων τους.

φος την έκοψε.

Μια μέρα πήγαν κι οι τρεις τους στο γραφείο του Μα­

Σιγά

- σιγά

μπλέκεται κανένας. Η ενεργότερη ανάμι102

-Το ξέρω πως δεν είναι ούτε αυτή. Μιλάω μόνο για


τα πιθανά αίτια εγκλήματος. Η γυναίκα του Καρύδη δε

συνάντησε ποτέ τη Βαργή και οεν είναι -την έχω γνω­

ρίσει - άνθρωπος για τέτοια πράγματα. Άλλωστε, δεν πάτησε καθόλου στο θέατρο. Την άφησε μονάχα σαν παράδειγμα. Υπάρχει ύστερα κι η Έλενα Παυλίδη. Ο Δέλιος σήκωσε το κεφάλι του, τον κοίταξε για μια στιγμ~ κι ύστερα ξαναπ~ρε το συνηθισμένο ύφος του. Δεν ήταν βέβαιος αν ο φίλος του μιλούσε σοβαρά. -Η Έλενα. Κι εκείνη μισούσε τη Ρόζα και είχε λόγους να τη σκοτώσει. Δεν είναι έτσι;

-Δεν ξέρω, είπε ανήσυχη η Νέλλη. -Τη ζήλευε;

-Όχι, ακριβώς. Η Ρόζα ζήλευε τηνΈλενα Παυλίδη. Η

Έλενα είχε ταλέντο, ενώ εκείνη δεν είχε. Όλοι το ήξε­ ραν, πως η Παυλίδη ~ταν η ηθοποιός.

- Κι όμως, η άλλη έγινε πρωταγωνίστρια. Γιατί είχε

φίλους με δύναμη, γιατί ήξερε να σκάβει το λάκκο των άλλων, γιατί ήταν μούτρο. Έτσι; -Ναι, αλλά ...

-Δε λέω πως είναι αυτή. Μιλώ μόνο για τους ανθρώπους που θα είχαν λόγους να τη σκοτώσουν. Η Παυ­

λίδη και λόγους είχε και μπορούσε. Δίπλα δεν ήταν το καμαρίνι της;

-Ναι.

-Ύστερα, το καμαρίνι της Ρόζας χωριζόταν, κάτω από την τουαλέτα, με το καμαρίνι της άλλης με λίγα παλιά σανίδια. Τα σανίδια βρέθηκαν βέβαια καρφωμένα. Ο δο­

λοφόνος θα μπορούσε να κάνει τη δουλειά του, να βγει απ' αυτήν την τρύπα και να ξανακαρφώσει τα σανίδια. Είχε όλο τον καιρό, μόνο αν ο οολοφόνος είναι η'Ελενα Παυλίδη. Έναν άλλο θα τον έβλεπε η ηθοποιός. 'Ετσι, άλ­ λωστε, εξηγείται και το μυστ~ριο της κλειστής πόρτας. Ο Δέλιος που άκουγε όλη την ώρα, ρώτησε ~συχα: -Το πιστεύεις αυτό;

-Όχι, είπε ο Μακρής. Δεν είναι η Έλενα. Χαμογέλασε πάλι.

-

Το κακό είναι, πρόσθεσε, πως πολλοί θα είχαν όρε­

ξη να σκοτώσουν αυτή τη γυναίκα και πολλοί μπορού­ σαν να το κάνουν εκείνο το βράδυ. Και φτάνουμε στον τελευταίο. Στον άγνωστο με την καμπαρντίνα. Ως τότε η συζήτηση 'ήταν περισσότερο ένα παιχνίδι. Μόλις ανάφερε τον άγνωστο, τα πρόσωπα σοβάρεψαν.

-

Εκεί θαρρώ πως βρίσκεται το κλειοί, είπε ο Δέλιος.

-Αν τον βρίσκαμε, ψιθύρισε η Νίνα.

Η σκέψη που γύριζε όλον αυτόν τον καφό στο μυαλό του Μακρή, ήρθε πάλι. Έψαχναν να βρουν τον άνθρω­ πο, που είχε λόγους να σκοτώσει τη Βαργή, μέσα στον κύκλο της σημερινής ζωής της. Γιατί ο άγνωστος δε θα ήταν κάποιος από την άλλη της ζωή; Ο κόσμος δεν ήξε­

ρε το γάμο της στην κατοχή. Ο άντρας είχε πεθάνει. Δε θα 'χε όμως φίλους, όμοιους με κείνον; Γύρισε στη Νέλ­ λη. -Η Θάλεια Χαλκιά ήταν από καιρό φίλη της; -Από πολύ καιρό. -Αυτή ίσως ξέρει. Θα πρέπει να τη δούμε. Έτσι άρχισε το μπλέξιμο. Κι ύστερα η υπόθεση τους παρέσυ­ ρε.

Τη Χαλκιά την είδε ο Μακρ~ς την άλλη μέρα στις πρό­ βες του Κρατικού. Πήγε νωρίς το απόγευμα. Οι πιο πολ­ λοί ηθοποιοί τον ήξεραν και τον χαιρέτησαν.

Ετοιμάζονταν για την «Άννα Κρίστι» του Ο' Νιλ Ο οημοσιογράφος κάθισε στην πλατεία. Στη θέση του Δη­ μητριάδη έπαιζε ένας άλλος νέος ηθοποιός, ενώ το ρό­

λο της πρωταγωνίστριας τον κρατούσε τώρα η Έλενα Παυλίδη. Ο Μακρής σκέφτηκε: Αν ήταν η οολοφόνος εί­ χε πετύχει το σκοπό της. Το πίστευε όμως με τα όλα τους πως δεν ήταν αυτή. Κάποτε η πρόβα σταμάτησε.

Ο δημοσιογράφος, αφού άλλαξε μερικές κουβέντες με το σκηνοθέτη και το διευθυντή, ανέβηκε στα παρασκή­ νια. Είδε τη γυναίκα που ζητούσε έξω απ' το καμαρίνι

της. Προχώρησε προς το μέρος της μ' ένα φιλικό χαμό105


γελο. Η γερασμένη ηθοπο~ός το 15έχτηκε με τ~ς υπερ­ βολές της 15~αχύσεως που συνήθ~ζε.

-

Θα 'θελα να μ~λήσουμε κάπου μόνο~ μας, της είπε

ύστερα από τ~ς πρώτες κουβέντες. -Μόνο~ μας; Δε φοβάσαι μήπως με εκθέσε~ς;Έκανε

τη χαρ~τωμένη κ~ ήταν γελοία. Τον πήρε στο καμαρίν~ της.

-

Λο~πόν; είπε αφού του έ15ωσε μ~α καρέκλα κα~ κά­

η Χαλκ~ά ήταν το τσιράκι της Βαργή, η έμπιστή της, η

γυναίκα που της τακτοποιούσε τις ερωτ~κές υποθέσεις της. κ~ αν ακόμα 15εν της τακτοποιούσε τον καιρό που ήταν παντρεμένη, 15εν μπορούσε. Κάποτε η ηθοποιός θα της είχε μιλήσει γι' αυτό το γάμο της. Δεν το ξέρεις;

-

-Δεν είχα ακούσει ποτέ τέτοιο πράγμα, είπε η κα-

ρατερίστα. Και 15εν το πιστεύω. Αν ήταν αλήθεια, εμέ­ να θα μου το 'λεγε.

θ~σε απέναντί του. -Θα 'θελα να μ~λήσουμε γ~α τη Ρόζα, είπε. Εσύ ήσουν πολύ φίλη της.

Εί15ε τα 15άκρυα ν' ανεβαίνουν στα μάτ~α της. «Αυτή η γυναίκα κλαίε~ πολύ εύκολα» σκέφτηκε. Η Θάλε~α έβγαλε το μαντίλ~ της. -Να~, είπε. Πολύ. Η μόνη φίλη της. Ήταν αξ~ολύπητα κωμική με τα 15άκρυα που έτρεχαν στο βαμμένο πρόσωπό της κα~ την αιών~α κουτή έκ­

φρασή της. Κα~ τότε ο Μακρής το αισθάνθηκε πρ~ν ακό­ μα να το σκεφτεί. Η γυναίκα αυτή ήθελε να φαίνεται κουτή. Πίσω από τα 15άκρυά της και το χαζό συγκινη­ μένο ύφος της υπήρχε μια ψυχρή επιφύλαξη. -Την ήξερες καιρό; ρώτησε. Η άλλη σκούπισε τα μά-

Είναι αλήθεια.

-

Απίστευτο.

Σταμάτησαν για λίγο. Ο 15ημοσιογράφος σηκώθηκε.

Ερχόταν με σκοπό να τη ρωτήσει πω πολλά αλλά τώ­ ρα είχε ανακαλύψε~ περισσότερα από όσα ήθελε. Δεν είχε υπολογίσε~ ποτέ τη Χαλκ~ά. Όπως κι ο~ άλλοι, τη

φανταζόταν σαν ένα πλάσμα ανόητο και ασήμαντο. Τώ­ ρα ήξερε πως τα πράγματα 15εν ήταν έτσι. Και επ~πλέ­ ον η καρατερίστα κάτι έκρυβε. Υπήρχε κάτ~. δεν ήξερε τ~, για το οποίο φοβόταν. Σηκώθηκε. Πρόσεξε πως η Χαλκιά εί15ε την κίνησή του με ανακούφιση.

·

-Λοιπόν, γεια σου.

-' Γε~α σου. Τα 'χω χαμένα μ' αυτό το γάμο που μου λες.

τια της.

-Αρκετό. -Από την Κατοχή;

Την κο~τούσε καλά προσπαθώντας να μη χάσει καμιά της κίνηση.

-Τη γνώρισα μετά την Κατοχή. Δεν ήξερε γιατί, αλλά αισθανόταν πως του έλεγε· ψέ­

Της έ15ωσε το χέρ~ και βγήκε. Στην πόρτα σταμάτησε απότομα. Αυτό που τη ρώτησε 15εν το 'χε ούτε ο ί15ιος σκεφτεί. 'Ετσι ήρθε, χωρίς κ~ ο ί15ιος να ξέρει γιατί. -Συνάντησες στης Ρόζαςτελευταία κάποιον Μάκη Αγγέλογλου; ρώτησε.

Είδε πως η Χαλκιά έγινε κατάχλομη. Τα μάτια της

τον κοίταξαν με φρίκη. Έτρεμε.

ματα.

-Ήξερες πως ήταν παντρεμένη; Πάλι το τίναγμα, το β~αστικό παίξιμο των βλεφάρων, η μικρή επιφυλακτ~κή λάμψη στο βάθος των ματιών. Κι ύστερα η κωμική έκπληξη.

-Παντρεμένη; ΑΜνατον! «Λες ψέματα» σκέφτηκε ο Μακρής. Ήταν γνωστό πως 106

-Ό ... χι ... , απάντησε ψιθυριστά.

-

Γεια σου, λοιπόν.

'Εφυγε ευχαριστημένος γ~ατί την τρόμαξε. Στην σκά­ λα το σκέφτηκε κι ο ί15ιος. Γιατί το είχε ρωτήσει αυτό; Ο Μάκης Αγγέλογλου, ο κρυφός άντρας της Βαργή εί­ χε σκοτωθεί στην Κατοχή. Έτσι του είπε ο μπάρμαν.


Γιατί της έκανε την ερώτηση και κυρίως, γιατί εκείνη

τρόμαξε τόσο πολύ;

τώρα τους έφερνε αυτό το καινούργιο. Η Χαλκιά πήγε στο σπίτι του Καρύδη. τι είχε με το βιομήχανο;

μπάρμαν ήταν πάντα στη θέση του. Την ώρα που εκεί­

Πηγαίνοντας να φάνε στο σπίτι του Δέλιου τα συζη­ τούσαν ακόμα. Τώρα όλη αυτή η ιστορία είχε γίνει σχε­

νος του σερβίριζε το ουίσκι του, τον ρώτησε.

δόν προσωπική τους υπόθεση.

Το ίδιο βράδυ πήγε στο «Ροζ

- Ρουζ)>.

Ο φίλος του ο

-Εκείνος ο τύπος ο Αyyέλογλουν ο άντρας της θεα­ τρίνας, δεν μου είπες πως σκοτώθηκε στην Κατοχή; -Ναι.

-Είσαι βέβαιος πως σκοτώθηκε; Ο άλλος τον κοίταξε έκπληκτος.

-

Τι θες να πεις;

-Αυτό που ρωτώ. Είσαι βέβαιος πως πέθανε; Ο άλλος γέλασε.

-Καλός είσαι κι εσύ. Αφού τον βρήκαν λιώμα στο ρέμα του Ιλισού. -Εσύ τον είδες νεκρό; -Τον είδαν φίλοι μου. Πού θες να καταλήξεις; Ήπιε το ποτό του. Ο άλλος τον κοίταζε με δυσπιστία. Αισθάνθηκε την ανάγκη να δικαιολογηθεί. -Είναι για κάτι που γράφω.

- Μου το 'πες κι άλλοτε. Φαινόταν πεφαγμένος. Ήταν από τους τύπους που δεν του άρεσαν τα ανακατώματα. Είχε και ο ίδιος να

κρύψει αρκετά. Ασφαλώς τώρα θα ήταν μετανιωμένος που του είχε μιλήσει για τον άντρα της ηθοποιού. Ο Μα­ κρής πλήρωσε. -Γεια σου.

-

Καληνύχτα, είπε ο άλλος ψυχρά.

Τον είχαν δει νεκρό οι φίλοι του, είπε ο μπάρμαν. Κι

έξαφνα η λέξη ήρθε στο νου του. «Λιώμα» είχε πει ο μπάρμαv του «Ροζ

-

Ρουζ>). Η υπόθεση αποκτούσε

απροσδόκητα ενδεχόμενα. Όταν τα είπε του Δέλιου, ο φίλος του συμφώνησε. Αποφάσισαν να παρακολουθήσουν τη Χαλκιά. Την

υπόθεση ο Μακρής την ανάθεσε στο νεαρό μαθητευό­ μενο συντάκτη, παιδί έξυπνο και με ενθουσιασμό. Και ιο8

1og


-Όχι. Θέλει να βρει ηθοποιούς. Είναι δημοσιογρά­ φος.

Ήταν απ' αυτοός τους μοντέρνους νεαροός, που γε­ μίζουν τα γραφεία των εφημερίδων, της είπε. Απ' αυ­

9· Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΣΚΛΗΡΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

τούς που ρωτοόν τους γνωστούς καλλιτέχνες τι ώρα κοι­ μούνται, τι μάρκα τσιγάρα καπνίζουν, τι θα 'θελαν να είναι αν δεν ήταν ό,τι είναι και γενικά κάνουν ρεπορ­

τάζ, που συνήθως δε δημοσιεύονται. Να, τώρα ήθελε την πρωταγωνίστρια.

-Την Έλενα; -Ναι. Σαχλάκιας, Θάλεια μου.

-

Όμορφο, όμως, παιδί. Ρίξ' του. Οι μικροί προτψούν τις γριές.

Την άφησε γελώντας. Η Θάληα έδειχνε πως είχε ενο­ χληθεί από το αστείο του. Μόλις όμως ο άλλος απομα­

κρύνθηκε το βλέμμα της έγινε σκληρό. Ο Λεκκός ήταν ο ανόητος κι όχι ο νεαρός. Αυτός κάτι άλλο ζητούσε στο θέατρο. Είοε από το βάθος τον Καρύοη που έφτανε. Έσπευσε να χωθεί στο καμαρίνι της.

Ο βιομήχανος μοίραζε χαιρετούρες οεξιά κι αριστε­

Σ

τις έξι το απόγευμα, η Θάλεια Χαλκιά είχε ακό­ μη μια δυσάρεστη έκπληξη. Είδε το νεαρό, που την είχε παρακολουθήσει το πρωί, στους διαδρό­

μους των παρασκηνίων. Αυτή τη φορά δεν προσπαθού­ σε να κρυφτεί. Προχωρούσε στο διάδρομο με κάποια

συστολή, αλλά χωρίς τίποτα το μυστηριώδες. Περνώ­ ντας από κοντά της τη μισοχαφέτησε. Τον είδε πως πλη­

σίαζε το Λεκκό και του μιλούσε. Η καρατερίστα πλη­ σίασε τον ηθοποιό. Του έδειξε με το κεφάλι το νεαρό, που απομακρυνόταν, και ρώτησε αδιάφορα. -Ποιος είναι;

Ο κωμικός την κοίταξε γελώντας. -Σ' αρέσει;

-Είναι ωραίο παιδί. Τι θέλει; να γίνει κι αυτός ηθοποιός;

ρά. Από τότε που είχε πεθάνει η Ρόζα οεν ερχόταν πια

καθημερινά στα παρασκήνια. Δεν παρέλειπε, όμως, να τους επισκέπτεται πού και πού. Έμενε πάντοτε «Ο πι­ στός φίλος της τέχνης και του θεάτρου». «Ψάχνει για

καινούργια» έλεγε γελώντας ο Λεκκός. Και μ' αυτόν το Λεκκό μιλούσε τωρα ο βιομήχανος. Τον ρωτούσε τι γι­

νόταν η Θάλεια. -Καλά. Πριν από λίγο ήταν εοώ. Μαζί μου. Γύρισε το βλέμμα του για να τη βρει.

-

Εοώ. Πριν από λίγα λεπτά. Θα πήγε φαίνεται στο

καμαρίνι της.

-

Ευχαριστω. Θα πάω να της πως μια «Καλησπέρα».

Ήταν φίλη της μακαρίτισσας η καημένη. Λοιπόν, πώς πάτε;

Δεν έδειχνε να βιάζεται να συναντήσει την καρατερί­ στα. Μίλησε για το καινούργιο έργο, για «το ουσανα-

110

111


πλήρωτο κενό που άφφε απώλεια της μεγάλ'Υjς πρω­ ταγωνίστριας», για τη θεατρική κρίση. Στο τέλος, τον

άφησε και τράβηξε με αργό βήμα προς το καμαρίνι της Χαλκιά. Εκείνη τον περίμενε. Μόλις ο Καρύδης μπήκε, έφυγε από το πρόσωπό του το ύφος του θεατρικού φί­ λου. Κοίταξε την καρατερίστα με μίσος. Αυτή δέχτηκε το βλέμμα του με την ηρεμία του ανθρώπου, που ξέρει πως στηρίζεται σε γερή βάση.

-Τα 'φερες; το ρώτησε χωρίς περιστροφές.

Ο Καρύδης έβγαλε ένα μικρό μασούρι τυλιγμένο σε

χαρτί και το πέταξε στο ντιβάνι της.

-Είναι σωστές εκατό; ρώτησε αυτή ήσυχα. -Αν θέλεις, μέτρα τις.

Η Θάλεια χαμογέλασε. Ήταν ανυπόφορη μ' αυτό το

γλυκερό, εφωνικό ύφος της. -Σου έχω εμπιστοσύνη.

Πήρε το μασούρι και το 'κρυψε στην τσάντα της.

- Θα του τις δώσω, είπε. - Είναι οι τελευταίες. - Θα του το πω. Δεν ξέρω μονάχα αν θα συμφωνήσει.

- Πες του πως όλα έχουν ένα όριο. Πως αν συνεχίσει ... Τα μάτια του έλαμπαν επικίνδυνα. Θα τρόμαζαν εκεί­ νοι που γνώριζαν το καλόκαρδο, γλεντζέδικο γέλιο του αν τον έβλεπαν έτσι.

-Είμαι δημοσιογράφος, ψέλλισε αυτός μ' ένα δειλό, ανόητο ύφος. Κάνω μια έρευνα. Πώς βγήκατε για πρώ­ τη φορά στη σκηνή. Έχω απαντήσεις απ' όλους του γνω­ στούς ηθοποιούς. Αν θέλατε κι εσείς ... Του βρόντησε την πόρτα στα μούτρα.

-Άι χάσου.

Ήταν δημοσιογράφος κι έκανε μια έρευνα. Φυσικά δεν το πίστεψε. Όλη την ώρα κρυφάκουγε έξω από την πόρτα. Αλλά ποιος ήταν; Τι ήθελε; Ποιος τον έβαλε; Όταν είδε την πόρτα να κλείνει στο πρόσωπό του ο νεαρός μαθητευόμενος της «Πρωινής» άφησε το ανόη­ το ύφος του. Χαμογέλασε. Ήταν ευχαριστημένος. Θα είχε κάτι σημαντικό να αναφέρει το βράδυ στον αρχι­ συντάκτη του. Μέσα στην ίδια μέρα ο Καρύδης είχε συ­ ναντηθεί δυο φορές με την καρατερίστα. Και ασφαλώς για κάτι σοβαρό. Το έδειχνε το θυμωμένο πρόσωπο του βιομηχάνου και ο τρόπος που τον υποοέχτηκαν κι οι δυο τους.

Δεν ήξερε τι ήταν αυτό το σοβαρό, αλλά ήξερε πως ο Καρύδης είχε δώσει στην καρατερίστα λεφτά. Είχε μπορέσει ν' ακούσει- η Θάλεια δεν έκανε λάθος, κρυ­ φάκουγε στην πόρτα -την εφωνική ερώτηση της ηθο­ ποιού: «Είναι σωστές εκατό;» και τη θυμωμένη απά­

ντηση του βιομηχάνου «αν θέλεις, μέτρα τες». Τα άλλα

-Αν συνεχίσει;

ειπώθηκαν σιγά. Δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τα λόγια

-Θα ...

- Θα τον καταγγείλεις στην αστυνομία; τον έκοψε η

Θάλεια εφωνικά.

Της γύρισε τ'Υjν πλάτη, άνοιξε απότομα την πόρτα και βγήκε έξαλλος στο διάδρομο. Καθώς έβγαινε από την

πόρτα έπεσε πάνω σ' ένα νεαρό. - Συγγνώμη, ψιθύρισε αυτός.

-

ταν έξω από την πόρτα συνεσταλμένος και αδέξιος.

Άι στο διάβολο.

Η Θάλεια τρόμαξε. Ο νεαρός ήταν ο «άνθρωπός» της. Σηκώθηκε και πήγε τρέμοντας κοντά του. Στεκό112

τους.

Γύρισε ακόμα κάμποση ώρα ανάμεσα στα καμαρί­ νια ώσπου κατάλαβε πως δεν μπορούσε να μείνει άλ­ λο. Θα τον έδιωχναν. Βγήκε από το «Κρατικό Θέα­ τρο» κι εγκαταστάθηκε σ' ένα καφενεδάκι απέναντι. Από τη θέση του θα μπορούσε να ελέγχει την είσοδο του θεάτρου και κυρίως, αυτό που τον ενδιέφερε, την έξοδο των ηθοποιών. Παράγγειλε έναν καφέ και πε­ ρίμενε. 113


Είχε από ώρα τελειώσει τον καφέ του και τίποτα δεν έγινε. Ο Καρύδης είχε φύγει αμέσως, ύστερα από την επίσκεψή του στο καμαρίνι της Χαλκιά. Κανένας δε φάνηκε. Άρχισαν να ανάβουν τα φώτα. Ο δρόμος πή­ ρε τη συνηθισμένη βραδινή του κίνηση. Το γκαρσόνι ήρ­ θε και μάζεψε τον καφέ. Σε λίγο στην πρόσοψη του θε­ άτρου έλαμψαν τα πολύχρωμα φώτα. Πράσινο, κόκκινο,

μπλε. Ετοιμάζονταν για την παράσταση. Κοίταξε το ρολόι του. Εννιά. Το μακρύ αδόνατο γκαρσόνι ήρθε δί­ πλα του. Είχε όρεξη για κουβέντα.

θέατρο. Τύχαιναν μερικοί μερακλήδες που ήθελαν να πιουν ένα καφεδάκι μετά την παράσταση. -Εσύ, πού δουλεύεις;

- Σ' εφημερίδα. - Α, δημοσιογράφος. Καλή δουλειά. Είχα μια φορά ένα φίλο δημοσιογράφο ...

Του διηγήθηκε μια ιστορία για ένα φίλο του δΎJμο­ σιογράφο, μια ιστορία αλατισμένΎJ με πονηρές λεπτο­

μέρειες και σκαμπρόζικα αστεία. Τον άκουγε με κέφι.

Ο άνθρωπος ήταν γουστόζικος. Το γκαρσόνι έφυγε και

-Η λεγάμενη.

ξανάρθε κάμποσες φορές. Η ώρα περνούσε. Θα πλη­ σίαζε τώρα να τελειώσει η παράσταση. Και τότε είδε τη Χαλκιά που έβγαινε με προφυλάξεις από την έξοδο

Κατάλαβε κι εκείνος και χαμογέλασε. Όχι, απάντη­

των ηθοποιών.

-Δεν ήρθε; ρώτησε χαμογελώντας πονηρά. -Ποιος;

σε, δεν ήταν αυτό. Περίμενε κάποιο φίλο του από το

θέατρο. Ο άλλος τον κοίταξε χωρίς να πιστεύει. -Θα τον περιμένεις ώσπου να τελειώσει; -Ναι.

-

Το θέατρο τελειώνει αργά. Δεν πεφάζει. Δεν έχω δουλειά.

-Και γιατί δεν πας να τον περιμένεις μέσα; -Βαριέμαι.

Γύρισε προς το εσωτερικό του καφενείου για να μην

τον γνωρίσει, αν τον έβλεπε. Η γερασμένΎJ ηθοποιός, όμως δεν τον πρόσεξε. Προχώρησε λίγα βήματα κι ύστε­ ρα στάθΎJκε μπροστά σ' ένα ταξί. Ο νεαρός πλήρωσε βιαστικά. Το γκαρσόνι είχε όρεξΎj για καινούργια συ­

ζήτηση, αλλά τον άφησε στη μέση της κουβέντα του. Κα­ τέβηκε στο δρόμο την ώρα που το αυτοκίνητο με τΎJν

μενε εδώ. Παράγγειλε ένα ούζο, έτσι για να πληρώσει

ΎJθοποιό ξεκινούσε. Πήρε κι εκείνος ένα άλλο. Αυτή την ώρα ευτυχώς η κίνηση ήταν περιορισμένη κι έτσι δε θα είχε τις ιστορίες του μεσημεριού. -Παρακολούθησε αυτό το αμάξι, είπε στο σοφέρ. Εκείνος χαμογέλασε. Είχε δει πως στο άλλο αυτοκί­ νψο μπήκε μια γυναίκα, χωρίς να προσέξει τι είδους

την καρέκλα που κρατούσε. Είχε αρχίσει τώρα να μα­

γυναίκα ήταν.

Ο άλλος απομακρύνθηκε σηκώνοντας τους ώμους του. Και φυσικά τέτοια χοντρά ψέματα δεν τα πίστευε. Αλ­

λού να τα πουλούσε ο νεαρός. Αν πήγαινε μέσα; Όχι. Δεν ήταν σωστό. Ίσως η Χαλκιά δεν είχε ρόλο ως το τέ­ λος και έφευγε πριν τελειώσει η παράσταση. Θα περί­

ζεύεται το κοινό του θεάτρου. Στο τέλος κι αυτή η κί­ νηση σταμάτησε. Η παράσταση είχε αρχίσει. Το γκαρ­ σόνι ήρθε πάλι δίπλα του. Αυτή τη φορά είχε κι ο ίδιος

-Πρόσεξε μΎJν το χάσεις, είπε ο νεαρός. Ο σοφέρ γύρισε και τον κοίταξε μ' ένα ύφος συνενο-

χής.

-

όρεξη για κουβέντα. -τι ώρα κλείνετε; τον ρώτησε; -Αργά. Του εξήγησε. Έμεναν αργά ώσπου να τελειώσει το 114

Εντάξει, κύριος.

Το γέλιο του φανέρωσε πως ήταν βέβαιος ότι πρό­ κειται για ερωτοδουλειά. Καλύτερα. Έτσι τα πράγμα­ τα γίνονταν πια απλά. Η παρακολούθηση έγινε χωρίς 115


κανένα απρόοπτο. Η Χαλκιά φαίνεται πως δεν πίστευε ότι θα την παρακολουθούσαν. Μπήκαν στην οδό Σεπο­ λίων κι έφτασαν κοντά στο τέρμα χωρίς τίποτα να συμ­ βεί. Το δυο αμάξια προχωρούσαν, στο σχετικά έρημο δρόμο, το ένα σε αρκετή απόσταση πίσω από το άλλο. Σε μια στιγμή ο μαθητευόμενος συντάκτης είδε το αμά­

ξι της Χαλκιά να λιγοστεύει την ταχύτητά του. Θα στα­ ματούσε.

-

σίασε. Η καρδιά πηδούσε μέσα στο στήθος του. Αν άνοιγε έξαφνα η πόρτα και τον έπιαναν να παρακο­

λουθεί; Κοίταξε πάλι γύρω του. Κανένας. Το τόλμησε.

Κοίταξε από το άνοιγμα που άφηναν τα δυο παραθυ­ ρόφυλλα. Το πρώτο που είδε ήταν η ηθο1tοιός. Μιλού­ σε σε κάποιον άλλο, που αυτός δεν τον έβλεπε. Προ­ σπάθησε ν' ακούσει, αλλά δεν μπόρεσε. Έξαφνα η

ηθοποιός άνοιξε την τσάντα της. Έβγαλε ένα μακρό πακετάκι.

Στάσου, είπε στο δικό του σοφέρ.

Πλήρωσε την ώρα που η Χαλκιά κατέβαινε και χανό­ ταν σ' ένα μικρό κάθετο δρόμο. Προχώρησε βιαστικά πίσω της. Τα δυο αμάξια έκαναν τη μανούβρα τους για να γυρίσουν στην Ομόνοια. Ο νεαρός χώθηκε στο δρο­

μάκο, αρκετά εγκαίρως, ώστε να δει την ηθοποιό πού έστριβε. Έτρεξε βιαστικά ως τη γωνία και σταμάτησε. Είδε την ηθοποιό που κοιτούσε πίσω της. Ευτυχώς, η σκιά του τοίχου τον έκρυβε. Η γειτονιά ήταν λαϊκή. Φτωχογειτονιά. Δρόμοι χωρίς άσφαλτο, μικρά χαμηλά σπιτάκια, στέγες από κεραμί­ δια κι ερημιά. Η Χαλκιά έμεινε για λίγο ακόμα στη μέ­

ση του δρόμου κι ύστερα αποφασιστικά τράβηξε για ένα από τα σπίτια. Φαίνεται πως την περίμεναν, γιατί η πόρτα άνοιξε κι έκλεισε γρήγορα πίσω απ' την ηθο­ ποιό, που μπήκε. Στο δευτερόλεπτο, που το φως του

σπιτιού έπεσε στο δρόμο, ο νεαρός νόμισε πως είδε τη

- Οι λίρες, σκέφτηκε ο νεαρός.

.

Πραγματικά ήταν λίρες. Είδε τη :Χαλκιά που άνοιγε

το πακετάκι. Το χρυσάφι έλαμ1tε κάτω από το φως των

λίγων κεριών. 'Ηταν ένα τραπέζι μπροστά της. Η ηθο­ ποιός άφησε τις λίρες σ' ένα σωρό και τις ανακάτεψε λίγο με το χέρι της. Την είδε που γελούσε. 'Ύ'στερα το χέρι της Χαλκιά τις μέτρησε, χωρίζοντάς τις σε δυο μι­ κρότερους σωρούς. - Μοιρασιά, σκέφτηκε.

Και τότε είδε τον άλλον. Πρώτα το χέρι του. Ένα χέ­ ρι αδύνατο, μα γερό, με μακριά νευρώδη δάκτυλα. Μπή­ κε μέσα στο τμήμα, που ο νεαρός μπορούσε να βλέπει, χούφτωσε τις λίρες και χάθηκε για λίγο. 'Ύ'στερα φάνη­ κε ολόκληρος ο άνθρωπος. Ήταν ψηλός μ' ένα αδύνατο σκληρό πρόσω1tο και αραιά ξανθά μαλλιά. Ούτε νέος, ούτε ηλικιωμένος. Ανάμεσα στα σαράντα και στα πε­

σιλουέτα ενός άντρα στην πόρτα. Αλλά δεν ήταν βέ­

νήντα. Κάτι έλεγε στην ηθοποιό κι εκείνη τον άκουγε

βαιος.

με προσοχή.

Κοίταξε γύρω του. Κανένας. Οι άνθρωποι κοιμόνταν νωρίς σ' αυτή τη γειτονιά. Ανατρίχιασε. Η νύχτα είχε προχωρήσει και τότε μόνο κατάλαβε πως κρύωνε. Προ­

χώρησε προσπαθώντας να κάνει όσο μπορούσε λιγό­ τερο θόρυβο. Έξω από το σπίτι, όπου είχε μπει η ηθο­ ποιός,

σταμάτησε.

Ήταν

μια

μικρή

χαμηλή

μονοκατοικία, όμοια μ' όλα σχεδόν τα σπίτια της γει­

τονιάς. Απ' το παράθυρο, παράθυρο χαμηλό με παλιά εξώφυλλα, ξέφευγε στο δρόμο λίγο φως. Ο νεαρός πληιι6

Αν μπορούσε να ακούσει ... Μα όχι. Ήταν αδύνατο. Οι άνθρωποι φαίνεται πως μιλούσαν σιγά και το τζάμι ήταν κλειστό. 'Εξαφνα το πρόσωπο του άντρα σκλήρυ­ νε ακόμα πιο πολύ. Τα μάτια γύρισαν ανήσυχα. Κάτι του έλεγε εκείνη την ώρα η Χαλκιά. Από τις κινήσεις των χειλιών του ο νεαρός δημοσιογράφος νόμισε πως τον άκουγε να ρωτά: -Από πότε;

Δεν ήταν βέβαιος, αλλά έτσι του φάνηκε. Η Χαλκιά


απαντούσε βιαστικά αραοιάζοντας τη μια λέξη πάνω

Το μεγάλο ρολόι στα γραφεία της «Πρωινής», έδει­

στην άλλη. Το πρόσωπο του άλλου έγινε περισσότερο σκοτεινό. Τώρα ο νεαρός ξεχώριζε καθαρά τις λέξεις

χνε ούο, όταν έφτασε. Οι περισσότεροι συντάκτες είχαν

που οεν άκουγε. ο άντρας ρωτούσε:

Ο Μακρής είχε φύγει κι αυτός.

-Είσαι βέβαιη;

φύγει κι ο κλητήρας χασμουριόταν στην καρέκλα του.

-

-Ναι.

Είπαν ακόμα μερικές φράσεις που οεν μπορούσε να ξεχωρίσει. Αλλά οεν είχε ανάγκη πια ν' ακούσει. 'Ηξε­ ρε τώρα για ποιο πράγμα μιλούσαν. Η Χαλκιά έλεγε στο φίλο της πως την παρακολουθούσαν. Μιλούσαν για κείνον. Απότομα, από το άνοιγμα που άφηναν τα ουο εξωτερικά παραθυρόφυλλα, είοε τον άνθρωπο να προ­ χωρεί κατά πάνω του. Τρόμαξε. Του φάνηκε τερά­ στιος. Νόμισε πως τον είχε οει. Αποτραβήχτηκε βια­ στικά, την ώρα που ο άλλος άπλωνε τα μακριά του

χέρια για ν' ανοίξει. Είχε ανοίξει κιόλας το τζάμι. Ευ­ τυχώς, ένα ψωραλέο οέντρο φύτρωνε κοντά στο πα­ ράθυρο. Ο νεαρός πρόλαβε να χωθεί πίσω του. 'Ετρε­ με. Είχε γίνει τώρα ένα με τον κορμό. Κρατούσε την αναπνοή του, αλλά η καροιά του χτυπούσε τόσο ου­

νατά, που νόμιζε πως θα τον προοώσει. Ο άντρας εί­ χε ανοίξει το παράθυρο και έσκυβε έξω. Τα μάτια του συνηθισμένα από το φως, οεν έβλεπαν καλά στο σκο­

τάοι. Κοίταξε πάνω και κάτω στο ορόμο. Ο νεαρός άκουσε τη φωνή της Χαλκιά: -Είναι κανένας;

Ξέρεις πού πήγε;

Ο κλητήρας οεν ήξερε και βαριόταν τις πολλές κου­

βέντες. Ο νεαρός πέρασε στην αίθουσα, όπου ο νυ­

σταγμένος τηλεφωνητής περίμενε καμιά εξαιρετική ανταπόκριση από την επαρχία. Από το οtπλανό δωμά­ τιο ακουγόταν ο ρυθμικός κρότος του μηχανήματος του «τελετάιπ». Δυο -τρεις ρεπόρτερ, που είχαν τελειώσει

τη οουλειά τους, χάζευαν πειράζοντας ο ένας τον άλλο. Είδαν το νεαρό και γύρισαν το κέφι τους πάνω του. -Τι κάνεις τέτοια ώρα έξω; Θα σε μαλώσει η μαμά σου.

Ήταν συνηθισμένος στα πειράγματα.

-

Τrις πήρα τψ άοεια, είπε. Υπάρχει καφές;

Υπήρχε. Τον ήπιε με αργές ρουφrιξιές, απολαμβάνοντας τη ζέστη του, ύστερα από το κρύο και την ορθο­ στασία στα Σεπόλια.

-Θέλω το Μακρή, είπε ανάβοντας ένα τσιγάρο. Ο γερο

- ρεπόρτερ

τον κοίταξε χαμογελώντας

ειρωνικά.

-Μήπως θα του πεις πως κrιρύχτηκε ο πόλεμος;

-

Ξέρεις πού είναι;

Ο άλλος ήταν ένα παλιό μαντρόσκυλο της δημοσιο­

Ο άντρας απάντησε:

γραφίας με αγαθή καρδιά. Συμπαθούσε αυτόν το μι­

-Όχι.

Κοίταξε ακόμα για λίγο κι ύστερα έκλεισε. Ο μικρός οημοσιογράφος ανάπνευσε. Δεν είχε πια το κουράγιο να παρακολουθήσει άλλο ... Έφυγε γρήγορα, σχεοόν τρέ­ χοντας. Ησύχασε μόνο όταν έφτασε στη φωτισμένη οοό Σεπολίων.

Στάθηκε στην άκρη του δρόμου και περίμενε. Ένα τα­

ξί φάνηκε. Το σταμάτησε.

- Στην οοό Πανεπιστημίου, είπε μπαίνοντας. 118

κρό συνάδελφο, παρ' όλο που τον πείραζε διαρκώς. Του

άρεσε η εξυπνάοα του και το ατέλειωτο κέφι για οου­ λειά.

-

Θαρρώ πως πήγε στην ταβέρνα του Μπάμπη, με το

φίλο του το σοφολογιότατο.

Εννοούσε το Δέλιο κι ο νεαρός το κατάλαβε. Ήπιε τις τελευταίες γουλιές του καφέ του και χαιρέτησε. -Γεια σας.

-Να πεις της μαμάς σου πως ήσουν μαζί μου, για να 119


μη σε μαλώσει, ακούστηκε η πειρακτική φωνή του άλ­

λου, την ώρα που ο νεαρός κατέβαινε τη σκάλα. -Θα της το πω.

Τα φώτα έλαμπαν πάντοτε στην οδό ΠανεπιστημCου,

αλλά ο δρόμος ήταν έρημος.

ιο. ΕΝΑΣ ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΥ ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΕ

Η

ταβέρνα του Μπάμπη πCσω από την πλατεία Βά­ θη, ήταν το κέντρο όποu έτρωγαν οι ηθοποιοί ύστε­ ρα από το θέατρο, οι οημοσιογράφοι όταν τέλει­

ωναν τη δουλειά τους κι οι κοσμικοι τύποι, που αγαπούσαν

το μποέμικο περιβάλλον. Ήταν από τα λίγα κέντρα της Αθήνας, που θα μπορούσαν να χουν κόσμο αυτή την ώρα. Όταν ο νεαρός έφτασε, ήταν γεμάτη. Έψαξε με το βλέμ­

μα για το Μακρή. Τον είδε στο βάθος, μαζC με το Δέλιο. Κοντά του καθόταν μια κομψοντυμένη γυναCκα με πρά­ σινα μάτια κι ο Κανάρης, ένας γνωστός θεατρικός κριτι­ κός. Ο Μακρής τον εCδε. Τον φώναξε κοντά του, κουνώ­ ντας το ασυμμάζευτο χέρι του.

-

Κάτσε.

Τον γνώρισε στους άλλους. Ο κ. Κανάρης; η κ. Έλενα Παυλίδη. Τώρα που είχε πλησιάσει ο νεαρός, γνώρισε την 120

121


όμορφη γυναίκα. Μα βέβαια. Ήταν η πρωταγωνίστρια του «Κρατικού». Οι άλλοι του χαμογέλασαν. Ήταν πολύ μικρός για τέτοιο κέντρο και για τέτοια ώρα. Ο Δέλιος τον κοιτούσε με τα έξυπνα μάτια του, που σπίθιζαν πί­ σω από τα μυωπικά γυαλιά του. -Εμάς έψαχνες; τον ρώτησε. -Ναι.

Έσκυψε κοντά του την ώρα που ο Μακρής τελείωνε μια κουβέντα του, για το σύγχρονο θέατρο, με τον κριτικό. -Τι έγινε; τον ρώτησε σιγά.

- Ο Καρύδης τη συνάντησε πάλι. Απόψε στο θέατρο.

Της έδωσε λεφτά. Λίρες.

Το πρόσωπο του Δέλιου δεν έδειξε Τίποτα. Το γόνατό του όμως ακούμπησε στο δικό του, κάτω απ' το τραπέζι. Κατάλαβε. Κι ο Μακρής άλλωστε, μιλώντας με τον κρι­ τικό, τον κοίταξε με σημασία. Δεν έπρεπε να μιλήσει. -Εσείς δεν ήσασταν το απόγευμα στο θέατρο; τον ρώ­ τησε η πρωταγωνίστρια.

- Μάλιστα, κυρία. -Τι είπατε στη Χαλκιά και την κάνατε έξω φρενών;

Φώναζε σα τρελ~ όταν φύγατε.

Τον ρωτούσε με το ύφος της κοσμικής αδιαφορίας, αλ­ λά τα μάτια της έλαμψαν για ένα δευτερόλεπτο. Ο Δέ­ λιος την κοίταξε πίσω από τα γυαλιά του. Το αιώνιο ερώ­

και μετά το θάνατο. Ο Δέλιος παρακολουθούσε μ' ενδια­ φέρον. Άκουσε το Μακρή που έλεγε:

-Το ξερες, Έλενα, πως η Ρόζα ήταν παντρεμένη; Ο κριτικός ρώτησε παραξενεμένος.

-Παντρεμένη; Πρώτη φορά τ' ακούω. Δεν του έδωσαν σημασία. Περίμεναν την απάντηση της

Παυλίδη.

-

Το ξερα, είπε εκείνη ξερά.

Ο κριτικός την κοίταξε έκπληκτος. Κι οι άλλοι δυο τα είχαν χάσει λιγάκι. Ο νεαρός δεν καταλάβαινε τίποτα. Και ... ήξερες τον άντρα της; ρώτησε πάλι ο Μακρής. Είχαν κρεμαστεί από τα χείλη της. -Ναι.

Ο Μακρής ανέπνευσε. Επιτέλους υ~ρχε κάποιος

-

εκτός από τον μπάρμαν του «Ροζ -Ρουζ», που δεν επρό­ κειτο να πει πια λέξη

-

- που

τον ήξερε.

Τον είχα δει δυο τρεις φορές, συνέχισε η Παυλίδη.

Ήταν ένα κάθαρμα. Ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να πουλήσει και τη μητέρα του. Χαρτοπαίκτης, σπιούνος των Γερμανών, εκβιαστής. Είχε αρχίσει την καριέρα του προ­

δίνοντας Εβραίους στους Γερμανούς. Πήρε το ποτήρι της και το άδειασε μονορούφι. Το κρα­

σί είχε τελειώσει στο τραπέζι. Αμίλητος ο Δέλιος έγνεψε

τημα, που πότε ζωντάνευε και πότε έσβηνε, ήρθε πάλι στο νου του. Τι σχέση είχε αυτή η γυναίκα με το φόνο της

ήξερε τι ακριβώς γινόταν γύρω του, αλλά καταλάβαινε

- Δεν πρόλαβα να της πω τίποτα. Με πέταξε έξω από

τήρι της ηθοποιού κι εκείνη το άδειασε. Και τότε ο μικρός

συναδέλφου της, που τη μισούσε; το καμαρίνι της.

-Είναι ανόητη, τελείως ανόητη, είπε ο Μακρής, που φυ­

σικά δεν το πίστευε.

-Πολύ λιγότερο απ' όσο θέλει να φαίνεται, απάντησε η Έλενα Παυλίδη κι η φωνή της ήταν σκληρή. Είναι ύπου­ λη, κακή, φθονερή. Όλες τις σπιουνιές της η Β αργή μ' αυ­ τήν τις έκανε. Ήταν η κατάλληλη φίλη της μακαρίτισσας. Είπε το «μακαρίτισσας» ειρωνικά. Το μίσος κρατούσε 122

και έφεραν άλλο. Ο μικρός κοιτούσε σαστισμένος. Δεν πως γινόταν κάτι σοβαρό. Ο Μακρής γέμισε πάλι το πο­ κατάλαβε. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν πιει πολύ, πριν έρθει εκείνος και δεν είχαν πιει τυχαία. Οι φίλοι του προσπα­ θοόσαν να μεθύσουν την ηθοποιό. Όσο για τον κριτικό,

εκείνος ήταν κιόλας ζαλισμένος, αλλά δεν έπαιζε κανένα ρόλο. Ήταν απλός κομπάρσος. Η Έλενα Παυλίδη δεν φαινόταν ζαλισμένη. 'Εμενε πά­ ντοτε στητή στην καρέκλα της. Τα όμορφα χαρακτηρι­

στικά της είχαν την ίδια ακινησία μάσκας, που είχαν πά123


ντοτε. Αλλά η φλόγα των ματιών της- μια ψυχρή φλόγα

- έδειχνε πως είχε πιει πολύ. Και τότε ο νεαρός κατάλα­ βε εκείνο που τον παραξένευε από την αρχή. Γtατ( οι φ(­ λοι του δεν είχαν σπεύσει να φύγουν από την ταβέρνα, για να μάθουν τα νέα που τους έφερνε.

-Ήταν ένα κάθαρμα, ξανάπε η Έλενα Παυλίοη. Οι άλλοι οε μίλησαν.

-Ένα κάθαρμα που της άξιζε. Παντρεύτηκε μαζί του στην Κατοχή. Τότε που οι άνθρωποι σαν αυτόν είχαν δύ­ ναμη.

Μιλούσε κάμποση ώρα για κείνον, χωρίς να τη οιακό­ ψουν. Έλεγε για τις παρέες του με την Γκεστάπο, για τις λίρες που ξόδευε, για τα περίφημα γλέντια που έκανε, όταν οι άλλοι πεινούσαν. Στο τέλος ο Μακρής είπε: - Μα τότε θαρρώ η Ρόζα δεν έπαιζε στο σοβαρό θέατρο.

- Ναι. Δεν έπαιζε. - Κι εσύ τη γνώριζες από τότε; Η άλλη γέλασε. Ένα γέλιο σκληρό, κακό. -Ήμαστε φίλες, είπε.

Τόνισε το «φίλες» με σαρκασμό. Ο Μακρής κοίταξε το

Δέλιο. Αυτός έμενε πάντοτε ήρεμος.

- Φ(λες. Είχαν πιάσει τον αδελφό μου οι Γερμανοί στη Θεσσαλονίκη. Έτρεξα σ' όποιον μπορούσα. Στο τέλος μου μίλησαν γι' αυτήν. Μου είπαν πως ε(χε τα μέσα. Την πλη­ σίασα. Την κολάκεψε φαίνεται η συντροφιά μου. Με γνώ­ ρισε σ' εκείνον. Ανάλαβε να φροντίσει.

- Και φρόντισε; - Πώς, είπε γελώντας, με το παράξενο σκληρό γέλιο της. Τον αδελφό μου τον σκότωσαν ύστερα από τρεις μή­ νες. Τόσο κράτησε η «φιλία» μας. Δεν την ξαναείδα ως τη στιγμή που ήρθε στο «Κρατικό». Καταλαβαίνετε πως τη σιχαινόμουν. 'Υστερα έγινε και πρωταγωνίστρια. Γέλασε.

- Πρωταγωνίστρια. Αυτή που δεν ήξερε παρά μόνο να κουνάει τα ... Βάλε μου λίγο κρασί.

Ο Μακρής της γέμισε πάλι το ποτήρι. Ο νεαρός ήταν ταραγμένος. Η Έλενα Παυλίδη τους κοίταξε έναν- έναν όλους. -Δεν το ξέρατε για τον αδελφό μου; ρώτησε. -Όχι. Απότομα η φωνή της έσπασε. Έγινε μαλακή και τρυ­ φερή.

-Ήταν ένα καλό παιδί είκοσι χρονών. Φιλούσε τη μη­ τέρα μου το βράδυ, πριν πάει για να κοιμηθεί. Τα δάκρυα φάνηκαν στα μάτια της. Για μια στιγμή το

ψυχρό της πρόσωπο πήρε μια ζεστή ανθρωπιά. Ύστερα πάλι έγινε σκληρό. -Όπως βλέπετε, τον γνώρισα αυτόν τον κύριο Αγγέλογλου, είπε. Γύρισε στον κριτικό. -Πάμε;

Εκείνος σηκώθηκε και της έριξε τη γούνα στην πλάτη. Η Έλενα Παυλίδη έδωσε το χέρι της στους άλλους. -Με συγχωρείτε, που σας χάλασα τη βραδιά. Την ώρα που ήταν έτοιμη να φύγει ο Μακρής

την κράτησε. -Ένα λεπτό, Έλενα. Πώς ήταν; -Ποιος;

-

Αυτός. Ο άντρας της.

-Ψηλός, ξανθός μ' ένα αδύνατο, σκληρό πρόσωπο. Καληνύχτα. Βγήκε από την ταβέρνα του Μπάμπη αλύγιστη και ίσια, χωρίς να δείχνει καθόλου πως ήταν μεθυσμένη. -Λοιπόν; ρώτησε ο Δέλιος το νεαρό. Τι έχεις να μας πεις;

-

Ξαναβρέθηκε με τον Καρύδη.

Τους διηγήθηκε όσα είχαν γίνει το απόγευμα κι όσα εί­ χε προλάβει ν' ακούσει. 'Υστερα μίλησε για τη νυχτερινή παρακολούθηση και το σπιτάκι εκεί στο τέρμα Σεπολίων.

Μίλησε για τις λ(ρες που μοιράστηκαν και για τον άντρα που είχε ανοίξει το παράθυρο. Τον άκουγαν με προσοχή. 125


-Πώς ήταν; ρώτησε ο Δέλιος. -Ψηλός ...

Κι έξαφνα σταμάτησε. Η σκέψη ήρθε απότομα. Ετοι­ μαζόταν να τον περιγράψει και τότε πρόσεξε πως ήταν έτοιμος να χρησιμοποιήσει τα λόγια που είχε ακούσει από την Παυλίδη, πριν από λίγα λεπτά. -Πώς ήταν; ξαναρώτησε ο Δέλιος. -Ψηλός, ξανθός, μ' ένα σκληρό πρόσωπο. Ακριβώς

όπως ... Τους εξήγησε. Δεν το 'χε σκεφτεί από πριν. Χωρίς να το θέλει, μεταχειρίστηκε για να περιγράψει τον άνθρωπό τους με τις ίδιες λέξεις που είχε μεταχειριστεί η ηθοποι­ ός για τον άντρα της Ρόζας Βαργή. Ψηλός, ξανθός, με σκληρό πρόσωπο ... Κοίταξε τους δυο άλλους. Έμειναν σιωπηλοί, αλλά από την έκφρασή τους κατάλαβε πως η ιδέα του τους είχε κά­ νει εντύπωση. Δεν τον κορόιδευαν. Τα μάτια του δημο­ σιογράφου ρωτούσαν το Δέλιο: «Λες;»

-Λες να είναι αυτός; ρώτησε ο Μακρής. Να είναι ο άντρας της;

-

σαστισμένος. Από το διπλανό τραπέζι άρχισαν να σιγο­

τραγουδούν. Ο Μακρής γέμισε πάλι το ποτήρι του.

-Δε λέω πως είναι σίγουρο. Απλώς λέω πως μπορεί να

μην πέθανε.

-Κι αυτός που βρήκαν;

Ο Μακρής γέλασε. Αυτός που βρήκαν! Μα φυσι~ά κά­

ποιος άλλος. ο θάνατος γύριζε ελεύθερος στους δρομου~.

Σκότωναν από πολλές μεριές τότε. Κάποιος φουκαρας

που του έλιωσαν το πρόσωπο και του έβαλαν στις τσέ­ πες του τα χαρτιά του Αγγέλογλου.

Ο Δέλιος χαμογέλασε. Ο ενθουσιασμός του φίλου του

τον διασκέδαζε. Μέσα του όμως είχε αρχίσει να το πι­ στεύει λίγο, ίσως γιατί ήθελε να το πιστέψει. -Όλα αυτά μπορούσαν να γtνουν, εtπε. Αλλά ό,τι μπο­

ρεί να γίνει δεν σημαίνει ότι έγινε κιόλας. Ωστόσο, καλό θα ήταν να δούμε αυτόν τον κύριο. Και κυρίως ~α μά­ θουμε τι ήταν αυτές οι λίρες που μοίραζαν και γιατι ο Κα­ ρύδης τις πλήρωσε. Πάμε;

'Ηταν κιόλας πολύ αργά. Πλήρωσαν και βγήκαν. Στο

Ο πεθαμένος;

-Ναι. Ο πεθαμένος που δεν πέθανε ίσως ποτέ. Θυμάσαι; Όταν τον βρήκαν σκοτωμένο, μας είπε ο μπάρμαν,

το πρόσωπό του ήταν λιώμα. -Και;

δρόμο ο Μακρής χτύπησε χιiίδευτικά την πλάτη του νεαρού.

- Τα κατάφερες θαυμάσια, του είπε. Θα σε πάμε στο

σπίτι σου.

-Μπορούσε θαυμάσια να μην είναι αυτός. Και βέβαια μπορούσε. Τον είχαν σκοτώσει -έτσι είπαν

-

σει με την πιθανότητα. Ο μικρός τους παρακολουθούσε

στο τέλος της Κατοχής. Λιγάκι δηλαδή πριν την απε­

'Εγνεψε σ' ένα από τα αυτοκίνητα που στέκονταν έξω

από την ταβέρνα του Μπάμπη.

-Δε θα πάμε εκεί; ρώτησε ο μικρός.

λευθέρωση. Κι ένας άνθρωπος, που είχε κάνει όσα είχε

-Πού;

κάνει αυτός ο Μάκης Αγγέλογλου, θα είχε κάθε συμφέ­

- Στο σπίτι του ξανθού.

ρον να τον πιστέψουν για νεκρό. Έτσι το ελεύθερο κρά­

-Αύριο.

τος δε θα ασχολιόταν μαζί του και θα γλίτωνε τη σίγου­ ρη τιμωρία που τον περίμενε.

από το σπtτι του νεαρού τον άφησαν.

-Τι λες;

-

Απόψε ήταν αργά. Δε θα μπορούσαν να κάνουν ;ίποτε. Αύριο θα έβρισκαν ένα πρόσχημα να το δουν. Εξω

Φοβάμαι πως βιαζόμαστε.

Αλλά ο Μακρής, ενθουσιώδης όπως πάντα, είχε μεθύ126

- Λοιπόν αύριο, είπε αυτός κλείνοντας την πόρτα του

αυτοκινήτου.

127


- Αύριο στις οχτώ το πρωί.

Ήταν πολύ πρωί για το Μακρή, είχε χρόνια να ξυπνή­ σει μια ~έ:οια ώρα, αλλά ~υτή τη φορά βιαζόταν. Βιαζό­

ταν π~λυ. Οπω~ το αυτοκινητο ξεκινούσε ο δημοσιογρά­ φος ειπε στο Δελιο:

- Καλό παιδί. Μιλ~ύσε γι,α το νεαρό αλλά ο Δέλιος δεν τον άκουγε. ο Μακ~ης χαταλαβε. Σκεπτόταν αυτόν το νεκρό που ίσως

11. ΤΟ ΠΟΥ ΑΙ ΠΕΤΑΞΕ

δεν ειχε πεθάνει.

π

ριν από τις οκτώ ήταν κι οι τρεις έτοιμοι. Πίνοντας τον καφέ τους κατέστρωσαν τα σχέδια. Θα μά­

ζευαν από τη γειτονιά ό,τι πληροφορίες μπορού­

σαν. Ο Μακρής θα προσπαθούσε να τον δει και να μιλή­ σει μαζί του. Τον Αγγέλογλου φυσικά δεν τον ήξερε κανένας κι έτσι οε θα μπορούσαν να τον γνωρίσουν, αν ήταν αυτός. Θα έπαφναν όμως μια ιδέα για το τι άν­ θρωπος ήταν ο άγνωστος. Αργότερα, αν τον έβρισκαν ύποπτο, θα προσπαθούσαν να πείσουν την Έλενα Παυλί­

δη να 'ρθει μαζί τους. Ίσως εκείνη τον γνώριζε.

-

Λοιπόν, ξεκινάμε;

-Ναι.

Ήπιαν τις τελευταίες γουλιές από τον καφέ και μπήκαν στο αυτοκίνητο, που τους περίμενε. Ο νεαρός κάθισε μπροστά για να κατατοπίζει το σοφέρ. 128

129


Πόσο αλλιώτικη φαίνεται μια γειτονιά, που την επι­ σκέφτηκες για πρώτη φορά νύχτα, όταν τη βλέπεις κάτω απ' το φως της μέρας. Ο νεαρός δυσκολεύτηκε σχεδόν να βρει την πάροδο που είχε πάρει το χτεσινό βράδυ η Χαλ­

κιά. Στο τέλος τη βρήκε. -Εδώ.

Σταμάτησαν το αυτοκίνητο και κατέβηκαν. Μπήκαν πε­ ζοί στο μικρό δρόμο. Ο συντάκτης τους έδειξε. - Πίσω απ' αυτή τη γωνία. Προχώρησαν. Βρώμικοι πιτσιρίκοι έπαιζαν στους δρό­

μους, γυναίκες μιλούσαν από τις πόρτες τους, ένας υπαί­

θριος μανάβης διαλαλούσε το εμπόρευμά του. Ο νεκρός

δρόμος της νύχτας είχε ζωντανέψει.

-Είσαι βέβαιος πως είναι εδώ; ρώτησε ο Μακρής.

Ήταν βέβαιος. Να το παράθυρο, να και το ψωραλέο δέ­ ντρο, που τον είχε κρύψει.

- Αυτή η πόρτα είναι.

Σταμάτησαν στη γωνία κι ο Μακρής προχώρησε. Οι πι­ τσιρίκοι άφησαν τα παιχνίδια τους και τον ακολούθησαν. Τους χαμογέλασε. Έφτασε έτσι έξω από το σπίτι. 'Ηταν κλειστό. Ο άνθρωπος φαίνεται δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Ο Μακρής στάθηκε για λίγο διστακτικός κι ύστερα πήρε

την απόφασή του. Χτύπησε την πόρτα. Θα έλεγε πως έκα­ νε λάθος και ζητούσε κάποιον άλλο. Το κόλπο δεν ήταν καθόλου πρωτότυπο, αλλά οπωσδήποτε 'ήταν το πιο πι­ στευτό. Περίμενε για λίγο, αλλά κανένας δεν άνοιξε. Ού­ τε καμιά κίνηση ακούστηκε από το εσωτερικό του σπιτι­ ού. Ξαναχτύπησε, δυνατότερα αυτ'ή τη φορά. τίποτα. Χτύπησε πάλι, αλλά και πάλι τίποτα. Πόρτα, παράθυρα, όλα εξακολουθούσαν να μένουν κλειστά. Αισθάνθηκε να τον τραβούν από το σακάκι. Γύρισε. Ένας μικροσκοπι­ κός κατεργάρης σήκωσε το κεφάλι του για να του μιλή­ σει.

-Έφυγε, είπε.

,Του χάιδεψε το κεφάλι. Ο πιτσιρίκος έδειξε προς την πορτ α.

-Αυτός έφυγε, ξανάπε. -Πότε;

-Έφυγε, επανέλαβε ο μικρός.

Άκουσε μια φωνή πίσω του. Μια γριά που άπλωνε τα ρούχα του μιλούσε.

-Τον κ. Γιώργο θέλετε; Ώστε τον έλεγαν Γιώργο. Υποκλίθηκε ευγενικά στη γυναίκα.

-

Μάλιστα. Τον κ. Γιώργο.

-Έφυγε, όπως σας είπε κι ο μικρός. -Κρίμα.

Της χαμογέλασε πάλι. Η γυναίκα τον κοιτούσε αδιάφορα.

-Τι ώρα γυρίζει συνήθως;

-Δε θα γυρίσει καθόλου. -Γιατί;

-Έφυγε από το σπίτι. Το άδειασε. Μου έδωσε μάλιστα εμένα και τα κλειδιά.

Τώρα που τα είχαν καταφέρει να βρουν μια άκρη την έχαναν μέσα από τα χέρια τοuς. Η γυναίκα συνέχισε.

-

Έφυγε σήμερα το πρωί, ξημερώματα. Κουβάλησε κι

όλα τα πράγματά του. Θαρρώ πως πάει για την Πάτρα. Έτσι μου είπε. Και φυσικά, σκέφτηκε ο Μακρής, της είπε ψέματα. Θα έφυγε γιατί η Χαλκιά θα του μίλησε για την παρακολού­

θηση του μικρού. Κι ένας που φεύγει για να κρυφτεί δεν αφ'ήνει πίσω του τη νέα του διεύθυνση.

-

Κρίμα που δεν τον πρόλαβα, είπε. Μου είχε πει πως

θα 'φευγε το μεσημέρι. Είχαμε κανονίσει να 'παφνα εγώ το σπίτι του.

Ήταν το πιο πρόχειρο ψέμα που του ήρθε στο στόμα, αλλά η γυναίκα τον κοίταξε με δυσπιστία. Η εμφάνιση του Μακρή και το ντύσιμό του δεν έδειχναν άνθρωπο που θα μπορούσε να νοικιάσει ένα τέτοιο φτωχόσπιτο. -Για σας το θέλετε το σπίτι; ρώτησε.

Ο δημοσιογράφος κατάλαβε. Όχι. Δεν ήθελε για κείνον


το σπίτι, είπε για ένα ανίψι του από την επαρχία, που ερ­

χόταν στην Αθήνα να σπουοάσει.

Η εξ'ήγηση έπεισε φαίνεται τη γυναίκα. Το ύφος της μα-

λάκωσε. Έτσι μάλιστα. Αυτό ήταν λογικό. -Αν θέλετε να το δείτε έχω εγώ το κλειδί. -Αν είχατε την καλοσύνη.

Του έδωσε το κλειδί. Τώρα μπορούσε να φωνάξει και

τους άλλους. Το πουλί είχε πετάξΕ::ι.

- Είμαι με κάτι φίλους μου, εξήγησε στη γυναίκα που

τον έβλεπε περίεργα να γνέφει στο Δέλιο. Οι άλλοι ήρθαν.

- Ο Γιώργος έφυγε, τους εξήγησε. -0 ... -Ο Γιώργος.

Κατάλαβαν. Με τη συνοδεία της γυναίκας μπήκαν στο

σπίτι.

Ήταν ένα φτωχόσπιτο με δυο χαμηλοτάβανα δωμάτια και μια μικρή κουζίνα με χωματένιο δάπεδο. Υπήρχε ακό­

μα ένα σιδερένιο κρεβάτι, ένα κοινό τραπέζι, ένα φτηνό

ημερολόγιο στον τοίχο και δυο τρεις καρέκλες. -Το σπίτι το νοικιάζετε με έπιπλα; ρώτησε ο Μακρ'ής.

-Όχι. Τα έπιπλα είναι του κ. Γιώργου, αλλά μπορεί να

τα χρησιμοποιήσει ο ανιψιός σας ώσπου να στείλει να τα πάρει, είπε η γυναίκα. -Σας είπε πως θα τα πάρει;

-Ναι. Έτσι, είπε, πως θα 'στελνε να τα πάρει αργότε-

ρα, από την Πάτρα.

-

Σας άφησε διεύθυνση για να του γράψετε; ρώτησε ο

Μακρής, αν και ήταν βέβαιος για την απάντηση. -Όχι. Έφυγαν, ενώ η γυναίκα κουνούσε το κεφάλι της. Ήταν τώρα βέβαιη πως αυτοί οι άνθρωποι την είχαν κορο'ίδέ­ ψει.

Μπήκαν σιωπηλοί στο αυτοκίνητο που τους περίμενε στην οδό Σεπολίων. Αν τουλάχιστον πρόφτανε να τον δει

η Έλενα Παυλίδη. Τώρα πια, όμως, αυτό γινόταν αδύ­ νατο.

-Θα παρακολουθήσουμε πάλι τη Χαλκιά; τόλμησε να πει ο νεαρός.

Ο Δέλιος του χαμογέλασε. Δεν ήταν εύκολο. Οι άνθρω­ ποι αυτοί θα έπαφναν τα μέτρα τους, τώρα που ήξεραν

πως κάποιος τους παρακολουθεί. Κι αν πραγματικά σ άγνωστος ήταν σ νεκρός που ζωντάνεψε θα φρόντιζε να εξαφανιστεί για κάμποσο καφό. Αλλά ήταν;

-

Η φυγή του το βεβαιώνει, είπε ο Μακρής δύσθυμα.

Ο Δέλιος δε συμφωνούσε. Αυτή η φυγή έδειχνε πως σ άνθρωπος είχε κάποια ύποπτη σχέση με τη Χαλκιά, αλ­

λά δε βεβαίωνε καθόλου πως ήταν κιόλας ο «νεκρός» Μά­ κης Αγγέλογλου.

-Αν μπορούσαμε να δείχναμε το πρόσωπό του σε κά­ ποιον που τον ήξερε, είπε ο Μακρής σκεφτικός. -Πώς;

Αλήθεια, πώς; Αν τουλάχιστον είχαν μια φωτογραφία του. Φωτογραφία του;

Βιαστικά, αναστατωμένος σ Μακρής έβγαλε το πορτο­

Ο Μακρής κοίταξε το Δέλιο. Οι δυο φίλοι συνεννοήθη­ καν. Ο άνθρωπος είχε φύγει βιαστικά. Τώρα ήταν βέβαι­

φόλι του με χέρια που έτρεμαν. Αλήθεια, πως δεν το 'χε

οι πως ο μικρός ήταν η αιτία. Γύρισαν όλο το σπίτι. Δεν

της Βαργή με το μαγιό και του ανθρώπου με το πουκά­

υπήρχε τίποτε που θα μπορούσε να τους βοηθήσει. Στο πάτωμα ήταν πεταμένο ένα μικρό κομμάτι από χαρτί. Ασφαλώς, το χαρτί που είχε ο Καρύδης τυλίξει τις λίρες. Κρατούσε ακόμα το σχήμα από το «ρολό» των λφών. Ο

Δέλιος έσκυψε με τρόπο να το μαζέψει.

σκεφτεί ως τότε; Βέβαια, η φωτογραφία. Η φωτογραφία μισο, που την αγκάλιαζε στην πλαζ. Η παλιά φωτογρα­

φία που του είχε φέρει μαζί με τις άλλες τότε ο συντά­ κτης του και την είχε φυλάξει στο πορτοφόλι του. Πώς δεν το είχε σκεφτεί;

Άδειασε τα χαρτιά που γέμιζαν το παλιό δερμάτινο πορ-

133


τοφόλι του στα γόνατα. Τα ξεχώρισε με δάχτυλα που

έτρεμαν. Στο τέλος βρήκε το λεπτό χαρτόνι με τις φα­

γωμένες άκρες.

-Τον άνθρωπο αυτό τον θιiμάσαι καλά; Ρώτησε με λα­ χανιασ:μένη φωνή το νεαρό.

- Ναι, είπε αυτός σαστισμένα. -Θα τον γνωρίσεις αν το δεις σε μια παλιά φωτογρα-

φία;

Κι ο ίδιος, ο πάντοτε ήρεμος Δέλιος, είχε επΎ]ρεαστε(.

-Λοιπόν, τώρα τι λες; τον ρώτησε ο Μακρής θριαμ­ βευτικά.

-Το σπίτι της Ρόζας τι έγινε; ρώτησε. Υπάρχει ακόμα;

-

Όχι. Κάποιοι συγγενείς της πήραν τα πράγματά της

κι έφυγαν. Το σπίτι το έκλεισαν. Νοικιάστηκε, θαρρώ.

-

Κι η υπηρέτριά της;

Ο Μακρής σήκωσε τους ώμους. Θα είχε φύγει ασφαλώς

-Πιστεύω.

- Τότε κοίταξε. Του έδωσε τη φωτογραφία, ενώ ο Δέλιος τον παρακο­ λουθούσε απορώντας. Τι ήταν πάλι αυτή η ιστορία με τη φωτογραφία;

- Λοιπόν; ρώτησε ο Μακρής ανυπόμονα. Ο νεαρός κρατούσε τη φωτογραφία και την κοίταζε. Την κράτησε στο ύψος των ματιών του, σε κάποια από­ σταση, την έφερε πάλι κοντά του, την ξανααπομάκρυνε.

- Λοιπόν; ρώτησε ακόμα μια φορά ο Μακρής. Κρεμό­

ταν από τα χείλΎJ του μικρού. -Είναι αυτός!

Ο Μακρής ανάπνευσε. Επιτέλους. Είχαν τώρα κάτι σί­ γουρο στα χέρια τους. Ήξεραν πως ο άνθρωπος της Χαλ­

κιά και η Ρόζα Βαργή είχαν κάποια σχέση. Αν δεν ήταν αυτός ο περίφημος άντρας της, ήταν κάποιος εραστής της. Ήταν μια πρώτη αρ'Χfι. Από τον ενθουσιασμό του τον έβγα­ λε η ήσυχη φωνή του Δέλιου. -Θα μας πεις, επιτέλους, τι γίνεται;

Ο Μακρής πήρε τη φωτογραφία από το νεαρό και του

την έδωσε.

- Κοίταξε. Η Ρόζα Βαργή και δίπλα της ένας άνθρω­ πος, που την αγκαλιάζει. Κι αυτός ο άνθρωπος, όπως μας

βεβαιώνει ο μικρός, είναι ο άνθρωπος που ψάχνουμε. Έπρεπε να το έχω σκεφτεί πω μπροστά. Τους διηγήθηκε την ιστορία της φωτογραφίας. Τα έλε­ γε όλα αυτά βιαστικά, ενθουσιασμένος με την ανακάλυ­ ψή του, θυμωμένος γιατί δεν .το είχε σκεφτεί νωρίτερα. 134

κι αυτή κι ύστερα ούτε λέξη ποια ήταν. Η Χαλκιά που την ήξερε, φυσικά, δε θα έλεγε τίποτε. Εκείνη την στιγμή το αυτοκίνητο σταμάτησε. Είχαν φτά­ σει χωρίς να το προσέξουν στα γραφεία της «Πρωινής». Ανέβηκαν κι οι τρεις τους συζΎ]τώντας. Τώρα δεν προχω­

ρούσαν πια στα σκοτεινά. Ήξεραν τι είχαν να κάνουν.

Πρώτα θα προσπαθούσαν να βρουν την υπηρέτρια της Βαργή. Αυτό θα το αναλάμβανε ο μικρός. Ο Μακρής πά­ λι θα έδειχνε τη φωτογραφία στον μπάρμαν του «Ροζ

-

Ρουζ». Ίσως ο άνθρωπος δεχόταν να μιλήσει. Και, τέλος,

θα προσπαθούσαν να βρουν ποια σχέση μπορούσε να Χει ο Καρύδης με τη Χαλκιά και γιατί την πλήρωνε.

Η δουλειά για το νεαρό δεν ήταν εύκολη. Το σπίτι της Ρόζας Βαργή είχε κλείσει, λίγο ύστερα από τη δολοφονί~ της. Απίθανσι συγγενείς είχαν ξεφυτρώσει, είχαν μοιραστει τα πράγματά της και η υπηρέτριά της είχε φύγει, χωρίς οι γείτονες να ξέρουν για πού. Το μόνο που κατάφερε να μά­ θει ο μικρός, ήταν πως την έλεγαν Εφήνη και είχε ένα γιο, που δούλευε σε ζαχαροπλαστείο, στο Παγκράτι. Δεν ήταν

πολύ, αλλά ήταν κάτι. Άρχισε να ψάχνει στη σειρά τα ζα­ χαροπλαστεία του Παγκρατίου. Καταλάβαινε πως γινόταν λίγο κωμικός με τον τρόπο που ρωτούσε

-

ένα γκαρσόνι

που έχει μια μητέρα Εφήνη, δεν είναι ερώτηση για να την κάνει κανένας, αλλά επέμενε. Άλλοι τον κορόιδεψαν, άλ­

λοι παρεξήγησαν τους σκοπούς του, ένας που έτυχε να χει μια αδελφή Ειρήνη, λίγο ακόμα και θα τον έδερνε. ΑΛλ_ά αυτός συνέχισε. Είχε σχεδόν τελειώσει τα ζαχαροπλαστεια

135


της περιοχής κι είχε φάει αρκετά γλυκά, χωρίς να καταφέ­ ρει τίποτα, όταν κάτι φάνηκε, την ώρα που ήταν έτοιμος να

τα παρατήσει. Κι αυτό σ' ένα ζαχαροπλαστείο, όχι πια του Παγκρατίου, αλλά εκεί στην αρχή της Καισαριανής.

-Μητέρα Ειρήνη; απάντησε στην ερώτηση του ο γερο

- ζαχαροπλάστης.

Δούλευε εδώ κάποιος

που είχε μια μητέρα υπηρέτρια, αλλά δεν ξέρω αν τη λένε Ειρήνη. Η ελπίδα ζωντάνεψε για λίγο μέσα στην καρδιά του νεαρού. -Και τώρα πού είναι; -Έφυγε.

Τρόμαξε. Τον έχανε τώρα που άρχιζε να βρίσκει κάτι. -Έφυγε;

-Ναι. Δεν είχαμε πολλή δουλειά εδώ και βρήκε μια θέση στην Ελευσίνα.

-

Πώς τον έλεγαν;

Του είπε. Τον έλεγαν Νίκο Βασιλόπουλο. Δεν ήξερε το

ζαχαροπλαστείο που δούλευε τώρα, αλλά τα ζαχαρο­ πλαστεία στην Ελευσίνα δεν είναι και πολλά. Αν ρωτού­

σε θα τον έβρισκε. Την ίδια μέρα έφυγε για την Ελευσίνα. Ήταν αυτός.

- Στην Αθήνα. Δουλεύει στην οδό Θήρας. Στο σπίτι του δικηγόρου του ...

-Του έδωσε τη διεύθυνση.

- Πες της πως είμαι καλά. - Θα της το πω. Χαιρέτησε το νέο γκαρσόνι με χειραψία και πήρε το λεωφορείο, που ευτυχώς δεν άργησε να φύγει. Στην οδό Θή­ ρας, λοιπόν. Την άλλη μέρα κιόλας ήταν εκεί. Δεν έκανε τον κόπο να χτυπήσει την πόρτα. Μια ηλικιωμένη γυναί­ κα βρισκόταν στην αυλή, που έμοιαζε με υπηρέτρια. Μό­ λις ο νεαρός πρόλαβε να τραβηχτεί και να κρυφτεί πίσω από τον τοίχο. Η γυναίκα δεν ήταν μόνη. Μιλούσε με κά­ ποιον άλλον. Κι αυτός ο άλλος ήταν η Θάλεια Χαλκιά! Στριμώχτηκε πω πολύ στον τοίχο του. Είδε την ηθοποιό που χαιρετούσε την υπηρέτρια. Κάτι της έλεγε κι εκείνη κουνούσε το κεφάλι σα να έλεγε: «Μείνετε ήσυχη». Διέ­ σχισε τώρα την αυλή για να βγει στο δρόμο. Η υπηρέτρια τη συνόδευε. Ο νεαρός τραβήχτηκε πιο πολύ. Ευτυχώς, δίπλα ήταν η ανοιχτή πόρτα μιας πολυκατοικίας. Χώθη­ κε μέσα. Κρυμμένος πίσω από την πόρτα είδε τη Θάλε,ια να περνά. Περίμενε ακόμα λίγο ώστε να απομακρυνθει η ηθοποιός.'Υστερα βγήκε.

-Είσαι ο Νίκος ο Βασιλόπουλος;

Και πάλι δε χρειάστηκε να χτυπήσει την πόρτα. Η γυ­ ναίκα ήταν ακόμα στον κήπο ποτίζοντας τα λουλούδια. Ο νεαρός στάθηκε έξω από τα κάγκελα. Συγκέντρωσε

-Εσύ τι είσαι;

όλη του την ψυχραιμία κι είπε:

Μόνο που δεν τον βρήκε σε ζαχαροπλαστείο. Αλλά γκαρ­

σόνι σε μια ταβέρνα. Τον ρώτησε:

Όχι, δεν ήταν αστυνομικός. Τον έστελναν από το θέα­

-Καλημέρα, κυρά Ειρήνη.

τρο, είπε. Χρειαζόταν για κάτι τη μητέρα του.

-

Μητέρα σου δεν είναι η κυρα

- Ειρήνη,

που δούλευε

στης Ρόζας της Β αργή;

Περίμενε τρέμοντας την απάντηση. Αν ο άλλος έλεγε όχι, έχανε κάθε ελπίδα να τη βρει.

-Μητέρα μου είναι. Ανάπνευσε. -Και τώρα πού βρίσκεται;

Ο άλλος δίστασε πριν απαντήσει. Το αθώο ύφος του νε­ αρού, όμως, τον ησύχασε. 1

37


Ο μπάρμαν τον κοιτούσε χαμογελώντας πονηρά. Κα­ ταλάβαινε πως γι' αυτόν είχε έρθει και πάλι. Ο δημοσιο­ γράφος χαμογέλασε κι εκείνος. -Εντάξει, είπε. Δε σε γελά κανένας εσένα. Λοιπόν, για 12. ΑΥΤΟΣ!

την αφεντιά σου ήρθα. -τι είναι πάλι;

Έσπρωξε ένα ουίσκι μπροστά του. Τον παρακολου­ θούσε όπως το 'πινε, τρίβοντας με μια κατάλευκη πετσέ­ τα το εσωτερικό ενός ποτηριού. Το σήκωσε, το έβαλε μπροστά στο μάτι του, κλείνοντας το άλλο κι ύστερα τ'

άφ-ησε στη θέση του ευχαριστημένος από τη λάμψη του. -Λοιπόν; Ο Μακρής άφησε το ποτήρι του στον πάγκο. -Για κείνη την έρευνά μου ήρθα πάλι. Ο άλλος τον κοί-

ταξε ειρωνικά.

.

-Για τον άντρα της Ρόζας; -Ναι.

-Α!

Ήταν φανερό πως δεν το πίστευε. Ο Μακρής άρχισε να εξηγεί.'Ηταν ένα συνταρακτικό ρεπορτάζ. Μόνο που δεν

τ

ο προηγούμενο βράδυ, ο Δέλιος είχε συνοδέψει το

Μακρή ως την πόρτα του «Ροζ - Ρουζ». Εκεί τον άφησε.

- Καλή επιτυχία, του είπε χαμογελώντας. Είχε όπως πάντοτε το ήσυχο, λιγάκι ειρωνικό ύφος του,

αλλά ο Μακρής, που τον ήξερε καλά, καταλάβαινε την

αγωνία του.

- Τηλεφώνησέ μου το πρωί. Μπήκε στο καμπαρέ την ώρα που η Γαλλίδα χορεύτρια πετούσε και το τελευταίο πέπλο της. Από δυο παρέες τον χαιρέτησαν. Γύρισε το χαιρετισμό, χωρίς να πάει κοντά τους. Ο χοντρός ιδιοκτήτης τον πλησίασε. 'Ηταν φίλος του. -Τραπέζι;

Όχι. Δεν περίμενε καμιά παρέα. 'Ετσι πέρασε για να πι­

ει κάτι. Θα το 'πινε στο πόδι, στο μπαρ.

είχε βρει καμιά φωτογραφία του και ρεπορτάζ χωρίς φω­ τογραφία δε γίνεται. -Λοιπόν;

Ο άλλος ήταν πάντοτε ειρωνικός. Ο Μακρής άρχισε να φουρκίζεται. Συγκρατήθηκε.

-Έχω μόνο μια φωτογραφία του ανακαλύψει, αλλά δεν είμαι βέβαιος πως είναι αυτός, είπε. Είχε βγάλει τη φωτογραφία από το πορτοφόλι του. Ο άλλος δεν άπλωσε το χέρι του για να την πάρει. -Αυτήν. Ο μπάρμαν τον κοιτούσε πάντοτε στα μάτια χωρίς ν' απλώνει το χέρι του. Απότομα είπε:

-

Δε μου λες, τι προσπαθείς να σκαρώσεις εσύ; Σου το 'πα. Μια δημοσιογραφική έρευνα.

- Μου το 'πες, αλλά δεν το πιστεύω.

-

Μην το πιστεύεις.

139


-Λοιπόν, είναι αυτός;

Πολύς κόσμος, αλλά λίγα λεφτά. Δεν πετούσαν πια οι γλε­ ντζέδες το χρήμα τους όπως πριν από τον πόλεμο ή τον

Ο άλλος την πήρε και την κοίταξε με ψεύτικη αδιαφο­

καιρό της Κατοχής.

Του έδωσε τη φωτογραφία.

ρία. Ο Μακρής είχε καρφώσει το βλέμμα του επάνω του.

Είδε ένα μικρό ασυναίσθητα κίνημα του ανθρώπου. -Είναι;

Ο μπάρμαν του έδωσε τη φωτογραφία πίσω. -Δεν ξέρω. -Δε θες να πεις;

-

Οι φωτογραφίες της στιγμής αλλάζουν τα πρόσωπα.

Μπορεί να είναι, μπορεί και να μην είναι.

Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του Μακρή. Αυτός ο άν­ θρωπος το παράκανε.

-

Κι αν σε ρωτούσε η αστυνομία; του είπε απότομα.

-Έχω πάντοτε αδύνατη μνήμη όταν με ρωτούν αστυνομικοί, είπε ο άλλος ειρωνικά. Ύστερα απότομα τα μάτια του σκλήρυναν. Κοίταξε το

δημοσιογράφο σκυθρωπός.

-

Σου το 'πα, πως δε μου αρέσουν τα μπλεξίματα. Την

υγεία μου τη χρωστώ στο ότι δε μιλάω πολύ. Η φλυαρία στη δουλειά μου είναι ανθυγιεινή. Ακόμα ένα ποτό; Όχι. Δεν ήθελε άλλο ποτό. Πλήρωσε και κούμπωσε το σακάκι του.

-

Καληνύχτα, κύριε αμίλητε, είπε θυμωμένα.

-Τα σέβη μου, απάντησε ο μπάρμαν του «Ροζ -Ρουζ».

Της κατοχής; Φυσικά, δεν είχε καμιά ελπίδα. Θα το ρω-

τούσε έτσι, στην τύχη. Από αντίδραση για την πεισμωμέ­ νη επιφύλαξη του μπάρμαν. Έδωσε τα τσιγάρα του στο γέρο θυρωρό. Αυτός πήρε ένα και το κράτησε διστακτι­

κά στα χέρια του. Δεν κάπνιζε την ώρα της υπηρεσίας. Δεν επιτρεπόταν. Ο Μακρής διάβασε τη σκέψη του. Του έδωσε φωτιά με τον αναπτήρα του.

- Κάπνισε. Τώρα δεν έρχεται κανένας. Ο άλλος το άναψε. Του ήταν ευχάριστο να μιλά μ' έναν καλό πελάτη σαν το δημοσιογράφο. Πελάτη της ευτυχι­

σμένης παλιάς εποχής. Τότε, που οι άνθρωποι που σύ­

χναζαν στα καμπαρέ ήταν αλλιώς. - Πάει, πέρασε αυτός ο καιρός, κύριε Μακρή μου.

- Γεράσαμε, Θόδωρε. 'Εμειναν έτσι για λίγο ο ένας δίπλα στον άλλο, κά•ω από τα πολύχρωμα φώτα. Η νύχ•α ήταν ψυχρή, αλλά όμορφη. Τρεις άνθρωποι, μια γυναίκα και δυο καβαλιέροι της, βγή­ καν από το κέντρο. Κρύβοντας το τσιγάρο στην παλάμη ο γερο - θυρωρός τους άνοιξε την πόρτα ενός ταξί, που πλησίασε. Γύρισε κοντά mo Μακρή κοιτάζοντας περι­ φρονητικά το μικρό πουρμπουάρ που του είχαν αφήσει. - Χάλασαν όλα απ' τον καιρό της Κατοχής. Και οι πε­

Κι αν θέλεις μια συμβουλή από ένα φίλο, μην μ πλέκεις κι

λάτες των καμπαρέ ακόμα, είπε φανερώνοντας το κρυμ­

εσύ σε ξένες δουλειές.

μένο τσιγάρο του.

Ο Μακρής γύρισε θυμωμένος.

-

Ευχαριστώ, θείε.

Βγήκε χωρίς να ξανακοιτάξει πίσω του.

Στην πόρτα του καμπαρέ, όπως πάντα, ο θυρωρός, που έμοιαζε με ναύαρχο επιθεωρήσεως, του χαμογέλασε φι­ λικά. Σταμάτησε για να μιλήσει μαζί του, έτσι για να καλ­ μάρουν λίγο τα νεύρα του.

-

Πολύς κόσμος απόψε, ε;

Ο γερο- θυρωρός σήκωσε απογοητευμένος τους ώμους.

Ήταν η ώρα για την ερώτηση.

-Είχες δουλέψει καθόλου στη «Φεμίνα» τότε, στην Κατοχή, Θόδωρε; , -Για λίγο καιρό. Την εποχή που έκλεισε η «Καμπανα». Όταν σκότωσαν το δύστυχο το Χοντρινό. -'Ενας Αγγέλογλου, ρώτησε ο Μακρής, και το ύφος τοu ήταν όσο γινόταν πιο αδιάφορο, το γνώρισες; Η καρδιά του χτυπούσε, αλλά δε χρειάστηκε να περι­ μένει καθόλου για την απάντηση.


Ναι. Το Μάκη.

τώρα όλα τα πράγματα ... Ο άντρας της Ρόζας Β αργή ήταν σίγουρα ο άγνωστος, που είχε επισκεφτεί την ηθοποιό στο θέατρο το βράδυ της δολοφονίας. Κάτι παραπάνω.'Ηταν

Πως, τον ~ξερα. Βρωμόμουτρο, εδώ που τα λέμε ο

ο δολοφόνος.

-Τον Μάκη;

Τράβηξε ~συχα το τσιγάρο του πριν απαντήσει.

-

μακαρίτης, Θεός σχωρέσ' τον.

-

Το θυμάσαι καλά;

Ο γέρος γέλασε. Αν το θυμόταν; Ε, διάβολε, δεν είχε γεράσει και τόσο. Το θυμόταν πολύ καλά. Και τώρα η πιο δύσκολη στιγμή. Ο οημοσιογράφος έβγαλε από την τσέπη του τη φωτογραφία.

-

Είναι αυτός;

Ο γερο

-

θυρωρός την πήρε στα χέρια του. Την κοίτα­

ξε λιγάκι κι ύστερα έβαλε το χέρι στην τσέπη της στολής

του για να βγάλει ένα ζευγάρι παλιά γυαλιά. Ήταν πολύ

Επιτέλους, κρατούσε τη λύση στα χέρια του. Ήξερε το δολοφόνο. Δεν έμενε, φυσικά, παρά να τον βρουν. Δεν ήταν εύκολο, αλλά τώρα τουλάχιστον δε βάδιζαν στο σκοτάδι.

Άργησε να κοιμηθεί, όταν έπεσε στο κρεβάτι. Και την άλλη μέρα ξύπνησε σχετικά νωρίς. Περίμενε το τηλεφώ­ νημα ή την επίσκεψη του Δέλιου. Ανυπομονοόσε να του

μεταδώσει τη συνταρακτική του ανακάλυψη. Ύστερα ήταν κι ο μικρός. Τι είχε κάνει;

αστείος με τη χρuσογάλανη στολή του και τα γεροντίστι­

Ο μικρός είχε πει με το φυσικότερο ύφος του.

κα φτηνά γυαλιά, με τον συρμάτινο σκελετό.

-Καλημέρα, κυρά Ειρήνη.

-Είναι αυτός; ξαναρώτησε προσπαθώντας να κάνει τη φωνή του αδιάφορη.

-

Και βέβαια. Αυτός είναι.

Η γυναίκα άφησε στη μέση το πότισμα μιας γλάστρας

χω γύρισε. Μισόκλεισε τα μυωπικά μάτια της για να τον

δει καλύτερα. Ποιος ήταν; Δεν τον γνώριζε.

-Και τώρα γεια σου.

- Καλημέρα, είπε. - Τι γίνεσαι; , Ήρθε κοντά τοu σκοuπίζοντας τα χέρια στην ποδια της. - Καλά. Ποιος είσαι του λόγοu σου; Ο νεαρός χαμογέλασε χαρούμενα - μέσα του θαύμαζε κι ο ίδιος τον εαυτό τοu για το θάρρος του - κι είπε: - Δε με θuμάσαι; Μιλούσαν από τις δuο μεριές των κάγκελων του κήπου. Η γυναίκα είχε ξεχάσει ή δε θέλησε να ανοίξει την πόρ-

Έφυγε, αφήνοντας του ένα γερό πουρμπουάρ. Όχι, δεν

τα.

-Είσαι βέβαιος;

Ο άλλος του έδωσε τη φωτογραφία πίσω, κι έβαλε με προσοχή τα γυαλιά του μέσα στην τενεκεδένια θήκη τους.

-

Βεβαιότατος.

-Ευχαριστώ. Λοιπόν, που λες, άλλος καιρός, άλλοι άνθρωποι σήμερα.

Συνέχισε για λίγο ακόμα να του μιλά για πράγματα αδιάφορα.

ήθελε αυτοκίνητο. Πήρε το δρόμο με τα πόδια. Ήθελε αέ­ ρα. Αισθανόταν το μέτωπο του φλογισμένο. Επιτέλους.

Είχαν τη λύση ή τουλάχιστον την αρχή της στα χέρια τους. Ο άντρας της Ρόζας ζούσε. Ο θάνατος του ήταν ψεύτικος.

-Όχι.

-Ερχόμουν στης μακαρίτισσας της παλιάς κuράς σου.

Της κυρίας Ρόζας. -Α!

Χαλκιά και τώρα ακόμη. Ήταν ο άνθρωπος που ζητού­

Η γυναίκα σήκωσε τους ώμους. Δεν το θυμόταν, αλλά στης μακαρίτισσας έμπαινε κόσμος και κοσμάκης. Και

σαν. Του ήρθε να φωνάξει από χαρά. Πώς φωτίζονταν

τώρα τι ήθελε;

Ο άντρας της Ρόζας ήταν στην Αθήνα. Συναντιόταν με τη

143


- Να σου πω μια καλημέρα και να σου φέρω και χαι­

ρετισμούς από το γιο σου.

Το αδιάφορο ύφος της ηλικιωμένης γυναίκας χάθηκε. Το γεμάτο ρυτίδες πρόσωπό της έλαμψε. Φάν'Υ)κε μεμιάς

σαν πιο νέα.

-Το Νίκο; Πού τον είδες;

-Ήμουν χτες στην Ελευσίνα. Εκείνος μου έaωσε τη οιεύθυνσή σου. Μου είπε πως έχει καλή aουλειά κι είναι

ευχαριστημένος.

-Να 'σαι καλά, παιοί μου. Έλα μέσα.

Του άνοιξε την πόρτα. Στάθηκαν εκεί στον κήπο του όμορφου σπιτιού και κουβέντιασαν για χίλια πράγματα. Για το γιο της, για τ'Υ) μακαρίτισσα, για το άοικο τέλος

της, για την ίδια την κυρά - Ειρήνη που ήταν μια χαρά τό­

τε στο σπίτι της Ρόζας, όχι υπηρέτρια αλλά νοικοκυρά. - Την έκλαψα, γιε μου την έκλαψα πολύ τη μακαρίτισ­ σα.

-Μόνον εσύ την αγαπούσες στ' αλήθεια, κυρά - Εφή­

νη, είπε. Εσύ κι η κυρία Θάλεια. -Η κ. Χαλκιά;

-Ναι. Οι άλλες τη ζήλευαν. Τη βλέπεις την κυρά -Θά-

λεια καμιά φορά;

-Στη χάση και στη φέξη. Έχω καιρό να τη δω, γιε μου. Το πρώτο ψέμα. Την είχε δει πριν από λίγα λεπτά κι όμως του το 'κρυψε. Η γυναίκα πάντως δε φαινόταν να

υποψιάζεται τίποτα. Του είπε με εγκαρδιότητα:

-Αν ήμασταν ακόμα στο σπίτι της μακαρίτισσας θα σου έψηνα καφεδάκι, παιδί μου τώρα. Αλλά εaώ ... -Καταλαβαίνω.

Κινήθηκε για να φύγει. Ώρα ήταν. Απότομα σα να το

σκέφτηκε μόλις τότε ρώτησε. -Τον άντρα της τον ξαναείδες;

Μέσα σ' ένα χιλιοστό του λεπτού το πρόσωπο της γυ­ ναίκας άλλαξε τελείως. Οι μικρές ρυτίδες πλήθυναν γύ­

ρω στα μάτια της που έγιναν κι εχθρικά.

-

Ποιον; είπε.

-

Τον άντρα της. Δεν καταλαβαίνω. Ο άντρας της πέθανε.

Τόνισε το τελευταίο σκληρά. Ο μικρός χαμογέλασε μέ­ σα του. Ώστε αυτό ήταν. Γι' αυτό είχε φτάσει πρωί πρωί η Χαλκιά. Φαντάστηκε ότι οι άνθρωποι που την παρακο­ λουθούσαν θα μπορούσαν να φτάσουν κι ως τη γριά υπη-

ρέτρια. Και πρόλαβε να την ε;δοποι~σει.

-

,

,

Λέω για έναν ψηλό, ξανθο που ερχονταν ποτε ποτε

στης μακαρίτισσας, είπε δήθεν ανέμελα. , , - Δεν είδα ποτέ κανένα τέτοιο, απάντησε σφιχτα η γρια. Μπορεί πραγματικά να μην τον είχε δει; αλλά το, ύφος της την πρόδινε. Ήταν ύφος επιφυλακτικο, εχθρικο σχε­ δόν. Όλη η προηγούμενη εγκαροιότητα είχε φύγει. Η Χαλ-

κιά την είχε ειδοποιήσει. Δεν υπήρχε αμφιβολία.

,

-Λοιπόν καλή σου μέρα, κυρά- Ειρήνη. Θες να πω τι­ ποτα στο γιο σου, αν ξαναπάω στην Ελευσίνα;

-Όχι.

Το «όχι» της ήταν σκληρό. Σχεδόν γελούσε ο νεαρ~ς όταν έφευγε. Η καημένη η γριά, θέλοντας να μην πει τι-

ποτα, του είχε πει πολλά με τον τρόπ~ της. , , Τώρα μπορούσε να πάει στο γραφειο του Μακρη. Ει­ χε κάτι σημαντικό να του αναφέρει. Η Χαλκιά ανησυχούσε για τον άνθρωπό της κι αυτόν τον άνθρωπο τον ήξερε η γριά. Ανέβηκε τέσσερα τέσσερα τα σκαλοπάτια της «Πρωι­ νής». Την ώρα που ετοιμαζόταν να χτυπήσει, άκουσε γυ­ ναικείες φωνές στο γραφείο του αρχισυντάκτη του. Στα­

μάτησε διστακτικός. -Ποιος είναι μέσα; ρώτησε τον γκρινιάρη κλητήρα. -Κάτι κοπέλες. Χτύπα. Χτύπησε κι αμέσως άκουσε το ανοιχτόκαρδο «εμπρός» του ΜακρΎ]. -Καλώς τον.

Ο δημοσιογράφος φαινόταν ευχαριστημένος. Ο Δέλι~ς έπαιζε με τον αναπτήρα του, όρθιος εμπρός στο παρα-

145


θυρο και ουο νέες γυναίκες κάθονταν στις πέτσινες πο­

λυθρόνες.

-Λοιπόν;

Κοίταξε τις γυναίκες οισταχτικός. Ήταν πολύ νέες, κο­

ρίτσια ακόμα. Τη μια την είχε ξαναοεί. Ήταν η ηθοποιός του «Κρατικού» Νέλλη Καρζή, η αρραβωνιαστικιά του

Δημητριάδη, που είχε συλληφθεί σα οολοφόνος. Αλλά την άλλη την έβλεπε για πρώτη φορά. Ψηλή, ξανθή μ' ένα ανοιχτόκαροο, φωτεινό πρόσωπο και κάτι επάνω της χα" ριτωμένα αγορίστικο.

- Τη βρήκες; ρώτησε ο Μακρής. -Ναι.

-Ψάρεψες τίποτα; -Αρκετά.

-Λίγα λεπτά πριν από μένα την είχε επισκεφτεί η Θά­ λεια Χαλκιά.

Πάλι η Χαλκιά; ο Δέλιος άφησε τη θέση στο παράθυρο κι ήρθε κοντά τους. -Πώς το ξέρεις;

-Την είδα. Διηγήθηκε όσα είχαν γίνει κι όσα είχε συζητήσει με τη γριά υπηρέτρια της Βαργή. Οι άλλοι τον άκουγαν με προ­ σοχή. Η έρευνα του νεαρού είχε αποοώσει περισσότερα απ' όσα περίμεναν. Και τώρα μπορούσαν να συγκεφα­

λαιώσουν ό,τι είχαν ανακαλόψει. Ο Μακρής πήρε ένα μο­ λύβι. -Λοιπόν ...

Λοιπόν ο άνθρωπος που συναντούσε η Χαλκιά ήταν ο

Δεν ήξερε αν μπορούσε να μιλήσει μπροστά στις κοπέ­

άνθρωπος της φωτογραφίας. Το είχε βεβαιώσει ο νεαρός.

- Μίλα ελεύθερα. Αλήθεια, δε σε γνωρίσαμε στα κορί­

γλου. Ο γερο -θυρωρός του «Ροζ- Ρουζ» οεν είχε αμφι­

λες. Ο Μακρής το κατάλαβε.

τσια. Η οεσποινίς Καρζή, η φίλη της οεσποινίοας Ζαφει­

ριάοη. Ξέρουν όλη την υπόθεση. Λοιπόν, η γυναίκα μίλη­ σε;

-Όχι. -Τότε;

- Χωρίς να μιλήσει, είπε πολλά. Φαίνεται ... -Πως αυτός ο Αγγέλογλου ζει, συμπλήρωσε ο Μακρής

γελώντας.

Ο μικρός τον κοίταξε έκπληκτος. 'Ηταν βέβαιος πως η ανακάλυψή του θα τους αναστάτωνε, θα τους έκανε να πέσουν από τις καρέκλες τους. Και τώρα ο Μακρής έοει­ χνε πως το ήξερε. Ήταν στ' αλήθεια αποκαροιωτικό. Ο οημοσιογράφος κατάλαβε τι αισθανόταν.

Σε πειράζω. Γιατί φαντάζεσαι πως ο Αγγέλογλου ζει; - Γιατί μόλις τη ρώτησα, αν τον είοε καμιά φορά τε­ λευταία στο σπίτι της Β αργή, η υπηρέτρια τρόμαξε. 'Υστε­ ρα θύμωσε. Ήταν έτοιμη να με βρίσει. 'Ηταν φανερό πως κάτι έκρυβε. Κι άλλωστε ... -Άλλωστε;

Ο άνθρωπος της φωτογραφίας ήταν ο Μάκης Αγγέλο­ βολίες.

Ώστε ο Αγγέλογλου, ο οήθεν νεκρός σύζυγος της Ρόζας Βαργή ζούσε. Συναντιόταν με τη Χαλκιά. Οι ουο τους έπαιρναν -για ένα λόγο που έπρεπε να τον ανακαλύψουν

- λεφτά

από τον Καρύδη. Η Χαλκιά είχε χάνει μια κατά­

θεση για το έγκλημα, αλλά όπως φαινόταν τώρα, είχε πολ­

λούς λόγους να πει ψέματα και να μπερδέψει τα πράγ­ ματα. ο βιομήχανος πάλι, κάτι ήξερε που οεν το είχε φανερώσει. Αυτά ήταν βέβαια. Υπήρχε τώρα και κάτι άλλο. Ο άγνωστος της νύχτας του

φόνου. Γι' αυτόν δεν μπορούσαν να είναι βέβαιοι ποιος ήταν, αλλά μπορούσαν να υποθέσουν πως ήταν ο ίδιος ο Αγγέλογλοu. Η περιγραφή που είχε οώσει ο θυρωρός του θεάτρου γι' αυτόν ανταποκρινόταν κάπως στα χαρακτη­ ριστικά του.

-Πιστεύεις πως τη σκότωσε ο άντρας της; ρώτησε ο Δέλιος.

-

Το πιο πιθανό.

-Γιατί;

147


-'Ισως γιατί η Ρόζα θέλησε να τον ξεφορτωθεί, ίσως για­ τί η Ρόζα τον απείλησε πως θα φανέρωνε ότι ζούσε.

-

Κι η Χαλκιά;

-Αυτή θα παρακολούθησε τη σκηνή του φόνου. Στο βάθος μισούσε την πρωταγωνίστρια. Βοήθησε τον Αγγέλο­ γλου- αν ο Αγγέλογλου είναι ο άγνωστος- να φόγει.'Ισως ήξεραν ακόμα πού είχε κρυμμένα η Ρόζα τα χρήματά της και τα μοιράστηκαν.

Ο Δέλιος επέμενε.

-

Κι ο Καρύδης;

Τι σχέση είχε ο βιομήχανος μ' αυτούς; Πάνω σε τι τον εκβίαζαν; -'Ισως, πάνω στις σχέσεις του με τη Ρόζα, ίσως γιατί εί­

χε παρακολουθήσει κι εκείνος τη σκηνή του φόνου και δεν

το είχε φανερώσει στους αστυνομικούς. 'Ισως για κάτι άλ­ λο, που η Χαλκιά ήξερε και ο Καρύδης δεν ήθελε να το

μάθουν στο σπίτι του. Αυτό θα το βρισκαν. Όλη την ώρα οι δυο κοπέλες παρακολουθούσαν με αγω­

- Εσύ θα συνεχίσεις να παρακολουθείς τη Χαλκιά, εί­ πε στο νεαρό. Κι εγώ ... - Η Χαλκιά τον ξέρει τώρα και θα φυλάγεται, διέκοψε ο Δέλιος με την ήσυχη φωνή του.

'Ηταν σωστό. Χρειάζονταν κάποιον, που η καρατερίστα

να μην τον ήξερε. -Ποιον;

Ο Δέλιος είδε το χαμόγελο στα μάτια της Νίνας. Κα-

τάλαβε. Την έκοψε πριν μιλήσει.

-Όχι εσύ. Δεν είναι δουλειές για μια κοπέλα αυτές. -Γιατί όχι;

Τα φωτεινά της μάτια χαμογελούσαν. Γιατί όχι; Μήπως θα τα κατάφερνε χειρότερα από οποιονδήποτε άλλον; - Γιατί όχι εγώ;

Σωστά, γιατί όχι; Λοιπόν, σύμφωνοι. Εκείνη. Της έδω­ σαν όλες τις πληροφορίες που έπρεπε- πού ήταν η Χαλ­ κιά, ποιες ήταν οι ώρες της, πού έμενε- κι ύστερα ο Μα­ κρής της έδειξε τη φωτογραφία του αγνώστου.

νία τη συζήτηση. Τα περισσότερα δεν τα καταλάβαιναν.

-Αυτός είναι. Θ' αρχίσεις από σήμερα.

Δεν είχαν παρακολουθήσει τις τελευταίες ενέργειες των

-Από τώρα.

φίλων. Δεν ήξεραν καν την υπόθεση του Μάκη Αγγέλο­ γλου. -Και τώρα; ρώτησε η Νίνα.

Τι θα γινόταν τώρα; Δεν θα τα έλεγαν όλα αυτά στην αστυνομία; Ο Άρης θα έμενε ακόμα στη φυλακή;

-

Πότε γίνεται η δίκη του; ρώτησε ο Μακρής. Σ' ένα μήνα.

Ως τότε ίσως έχουν τελειώσει όλα.

Όχι. Δεν θα έπρεπε να πουν ακόμα τίποτε στον Μπέ­ κα. Οι αστυνομικοί δεν αλλάζουν εύκολα μια γνώμη που

έχουν σχηματίσει. Καλύτερα θα ήταν να συγκεντρώσουν

- Και να φυλάγεσαι. - Μη φοβάστε για μένα. Μίλησαν ακόμα λίγο κι οι δυο κοπέλες έφυγαν. Οι τρεις φίλοι έμειναν μόνοι.

- Εγώ θα δω τον Καρύδη, είπε ο Μακρής. - Φαντάζεσαι πως θα δεχτεί να σου μιλήσει; - Φαντάζομαι. Πάμε για ένα ποτό; Βγήκαν στην οδό Πανεπιστημίου. Ο νεαρός βάδιζε δί­ πλα τους περήφανος για τη σπουδαία συντροφιά του κι ακόμα πω περήφανος, γιατί του φέρονταν σα να ήταν ίσος τους.

ακόμα μερικά στοιχεία. -Σαν τι;

Πού βρισκόταν αυτός ο Μάκης Αγγέλογλου, τι έκρυβε ο Καρύδης, τι είχαν συμφωνήσει αυτός και η Χαλκιά τη νύχτα του φόνου.

149


-

Προς τα πού πας; Στο σπίτι μου.

Δεν τον πείραζε να περπατήσουν λίγο μαζί; τοu είπε ο Μπέκας. Κι ο ίδιος προς τα κει πήγαινε.

13. ΟΙ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ ΤΟΥ ΜΑΚΡΗ

-Καθόλου.

Κατηφόρισαν. Η κίνηση στην Πανεπιστημίου ήταν ζω­

ηρή. Πριν λίγο είχαν κλείσει τα τελευταία γραφεία., -Ώστε πιστεύεις πάντοτε πως τον αδικήσαμε; ειπε ο αστυνομικός. -Ναι.

Φαινόταν λίγο στενοχωρημένος. Ο Μακρής τον κοίτα­ ξε με την άκρη του ματιού. Κι ο ίδιος ο Μπέκας δεν ήταν φαίνεται βέβαιος για την ενοχή του μικρού. -Εσύ είσαι βέβαιος πως είναι ένοχος; ρώτησε. -Όχι.

-Τότε;

Ο άλλος σήκωσε τους ώμους. -Εμείς δε οικάζουμε, είπε. Τα οικαστήρια θα κρίνουν. Προχώρησαν για λίγο σιωπηλοί. Έφτασαν τώρα στην Πατησίων και έστριψαν. Απότομα ο Μπέκας ρώτησε:

ο

Μακρής άφησε τους φίλους του μια ώρα αργότε­ ρα και ξεκίνησε για το σπίτι του, στο Μουσείο, με τα πόοια. Η αθηνα·r:κή λιακάοα ήταν ευχάριστη.

Εκεί, στο ύψος της Πανεπιστημίου, συνάντησε τον Μπέ-

κα. Φαινόταν σα να τον περίμενε.

Είχε κάμποσο καφό να δει τον αστυνομικό. Από τη μέ­ ρα που παρέδωσαν τον Άρη Δημητριάδη. Ο Μπέκας πρώ­

τος πήγε κοντά του.

- τι γίνεσαι;

Ήταν καλά. Ο αστυνόμος τον κοίταξε χαμογελώντας. - Μας πιστεύεις πάντοτε εμάς τους αστυνομικούς για

κακούργους; ρώτησε.

- Για μύωπες σας πιστεύω. - Μιλάς για το νεαρό ηθοποιό; -Γι' αυτόν μιλώ.

-Έχεις φάει; -Ναι.

-Τι θα έλεγες για ένα καφέ στη λιακάδα; Δεν ήταν από τους ανθρώπους, που έχαναν τον καφό

τους για να απολαύσουν τον ήλιο του μεσημεριού. Ήταν φανερό πως κάτι το βασάνιζε κι ήθελε να κουβεντιάσει μαζί του.

-Αν θες.

-

Στο Μουσείο αυτή την ώρα είναι ήσυχα. Θα 'σαι και

κοντά στο σπίτι σου, είπε ο άλλος. -Σύμφωνοι.

Δε μίλησαν άλλο ως τη στιγμή που κάθισαν στις ανα­ παυτικές πάνινες πολυθρόνες και το γκαρσόνι έφερε τους καφέδες. Καθένας περίμενε ν' αρχίσει πρώτος ο άλλος την κουβέντα. Στο τέλος ο Μπέκας είπε:

-

Κι εγώ πιστεύω πως ο νεαρός δε σκότωσε.


-Τότε γιατί τον κρατάς;

Ο αστυνομικός χαμογέλασε στενοχωρημένα. -Άλλο τι μ' αρέσει να πιστεύω εγώ κι άλλο τι λένε τα

στοιχεία. Όλα βαραίνουν το φίλο σου.

- Για να μου πεις αυτά με έφερες σήμερα ως εδώ; -Όχι. Για να σε ρωτήσω και κάτι ... -Τι πράγμα; είπε ο δημοσιογράφος ψυχρά.

-τι ξέρεις για κάποιον Μάκη Αyyέλογλου; ρώτησε ο αστυνομικός ήρεμα.

Αυτή τη φορά το φλιτζάνι κόντεψε να πέσει από τα χέ­

ρια του Μακρή. Γύρισε στον αστυνομικό. Του φάνηκε πως

ο φίλος του χαμογελούσε κάτω από τα μουστάκια του. Και τότε όλα έγιναν καθαρά. Ο αστυνομικός 'ήξερε πολύ

περισσότερα από όσα έδειχνε και έλεγε πολύ λιγότερα

από όσα θα μπορούσε να πει. Χαμογέλασε τώρα κι εκεί­

νος. Η ψυχρότητα, που είχε μπει ανάμεσα στους δυο φί­

λους, διαλύθηκε.

-Ώστε ο εν την παράτησες την υπόθεση; ρώτησε. - Ούτε για ένα λεπτό. Ο νεαρός ήταν φανερό πως οεν

μπορούσε να \ιαι ο δολοφόνος.

-Τότε γιατί τον κράτησες; Γιατί τον έστειλες στη φυ­

λακή;

Ο άλλος είπε ήσυχα:

- Πρώτα πρώτα δεν τον έστειλα στη φυλακή εγώ - ή του~άχιστον μόνον εγώ. Υπάρχει και ανακριτής, εισαγ­ γελεας, και τα ρέστα. Ύστερα, σου το 'πα. 'Ο λα τα στοι­ χεία αυτόν βάρυναν. Και τέλος, υπάρχει ακόμα ένας λό­ γος. Έπρεπε να ησυχάσουμε τον πραγματικό οολοφόνο. Κρατήσαμε το φίλο σου ακριβώς για να μπορέσουμε να

πιάσουμε τον άλλο.

- Τον ήξερες από την αρχή αυτόν τον άλλο; -'Οχι.

- Και τώρα τον ξέρεις; -Νομίζω.

-Είναι αυτός ο Αyyέλογλου;

- Αν ζει, αυτός πρέπει να 'ναι.

Ο Μακρής ανάπνεuσε. Τώρα που είχαν και την αστυνομία μαζί τους, τα πράγματα γίνονταν πολύ πιο εύκολα.

-

Ζει, είπε.

-Είσαι βέβαιος; -Είμαι.

-Γι' αυτό θέλησα να μιλήσω μαζί σου. Ποιος ήταν ο άνθρωπος που παρακολουθούσε τη Χαλκιά;

Ο Μακρής γέλασε. Ώστε κι αυτό το ξεραν στην αστυ­ νομία;

-Κάποιος οικός μου. Ένας συντάκτης μου. Έχω κι εγώ βλέπεις την αστυνομία μου. Κι απόψε μια οική μου κο­ πέλα θα είναι πίσω της. Ο Μπέκας είπε ήσυχα:

-

Δε θα τη βρει.

-Γιατί;

-

Η Χαλκιά έφυγε ξαφνικά για τη Λάρισα. Σίγουρα για

να συναντήσει τον άνθρωπό μας. Αν ο άνθρωπός μας εί­

ναι πραγματικά ο Αmέλογλου, που λες. -Είναι. -Έβγαλε τη φωτογραφία από την τσέπη του. -Τον έχω εοώ. Κι οι άνθρωποί μου, που είοαν το φίλο της Χαλκιά, το γνώρισαν. Είναι ο ίοιος άνθρωπος. Τότε μονάχα ο Μακρής σκέφτηκε πως όση ώρα μιλού­ σαν, ο Μπέκας οεν είχε αναφέρει το όνομα του Καρύοη.

Γιατί; Δεν ήξερε τίποτα για την επίσκεψη της Χαλκιά στο σπίτι του βιομηχάνου; Θέλησε να μιλήσει γι' αυτό, αλλά το μετάνιωσε. Ίσως καλύτερα θα ήταν να κρατούσαν κι αυτοί ένα χαρτί στα χέρια τους.

-

Πότε άρχισες να σκέπτεσαι πως ο άντρας της Ρόζας

είναι κι ο οολοφόνος της; ρώτησε τον αστυνομικό. -Όταν σκέφτηκα πως ο άντρας της μπορούσε να μην έχει πεθάνει.

-

Και πότε το σκέφτηκες;

'Οταν έμαθα πως η Χαλκιά συναντούσε έναν άνθρωπο, που τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν με τα χαρακτηρι­

στικά του Αyyέλογλου. Μόνο που το σκέφτηκα αργά.

153


Σταμάτησαν για λίγο. Στο τέλος ο Μακρής ρώτησε:

-Θα πας στη Λάρισα; -Ναι.

-Τον κ. Καρύδη.

-Σας περιμένει; ρώτησε ο άλλος. Είπε εύκολα το ψέμα του. Ναι, βέβαια, ο κ. Καρύδης

-Ωραία.

Κοίταξε το ρολόι του. Είχαν περάσει οι τέσσερεις. Κά-

λεσε το γκαρσόνι.

-Λοιπόν, θα συνεργαστούμε; -Αν θέλεις.

- Παραθέλω. Θα μου τηλεφωνήσεις όταν γυρίσεις;

-Ναι.

τον περίμενε. -Πες του πως είναι ο Μακρής. Ο δημοσιογράφος Μα­ κρής. Φυσικά ο βιομήχανος δεν τον περίμενε, αλλά θα τον δε­

χόταν. Ο άνθρωπος μπήκε στο μικρό ξύλινο περίπτερό του και τηλεφώνησε.

-

Από ένα τηλεφωνικό περίπτερο το απόγευμα ειδοποί­

ησε το γραφείο του. Θα αργούσε λίγο σήμερα. 'Οχι πολύ.

Μια μιάμιση ώρα. Σταμάτησε ένα ταξί και μπήκε με θαυ­

μάσια διάθεση.

- Στη Νέα Ιωνία, είπε. Θα πήγαινε στο εργοστάσιο του Καρύδη. Ο βιομήχανος

δούλευε πολύ κι αυτή την ώρα ασφαλώς θα τον έβρισκε

στο γραφείο του.'Ηταν ευχαριστημένος. Τα πράγματα πή­ γαιναν καλύτερα απ' ό,τι τα περίμενε. Η συμμαχία του

Μπέκα ήταν κάτι σημαντικό. Η ζωή δεν είναι μυθιστόρη­ μα κι όσο να το κάνεις η αστυνομία είναι αστυνομία. 'Εχει

τα μέσα της, τους ανθρώπους, την πείρα, την οργάνωσή της. Ο Καρύδης πάλι τι ρόλο έπαιζε σ' αυτήν την ιστορία;

Τι είχαν οι άλλοι στο χέρι τους και τον εκβίαζαν; Ας είναι. Απ' αυτή την επίσκεψη κάτι θα έβγαινε αν και ο Μακρής ήταν βέβαιος πως ο βιομήχανος θα έκανε ό,τι μποροuσε

για να μιλήσει λιγότερο. Πλφίαζαν τώρα στη Νέα Ιωνία.

Από το παράθυρο του αυτοκινήτου του ο δημοσιογρά­

φος είδε τη μεγάλη επιγραφή «Καρύδης και Σία». - Εκεί, είπε.

Το αυτοκίνητο έστριψε και σταμάτησε μπροστά στη με­ γάλη σιδερένια πόρτα. Ο Μακρής κατέβηκε. -Να περιμένει; Και βέβαια να περιμένει. Δε θα αρ­ γούσε πολύ. Είπε στο γέρο θυρωρό που καθόταν πίσω από τα κάγκελα:

Ο κ. Καρύδης σας περιμένει, του είπε. Στο βάθος η

πρώτη σκάλα. Του έδειξε. Σ' όλο το μήκος της αυλής απλώνονταν τα υπόστεγα του εργοστασίου, τεράστια και μονότονα σαν

μια στρατώνα. Στο βάθος, ένα μικρό δίπατο μοντέρνο κτί­ ριο. Τα γραφεία.

Προχώρησε ως εκεί με αργό και ήσυχο βήμα. Ήταν βέ­ βαιος πως από κάποιο παράθυρο ο βιομήχανος θα τον παρακολουθοuσε. Ασφαλώς θα ήταν ανήσυχος, αλλά θα έβαζε κάθε προσπάθεια για να φανεί αδιάφορος κι ευ­

γενικός, όταν ο δημοσιογράφος θα βρισκόταν μπροστά του.

Και έτσι έγινε. Ο Μακρής ανέβηκε τη σιδερένια σκάλα, μπήκε σ' ένα φωτεινό διάδρομο και δε χρειάστηκε να ρω­ τήσει. Σε μια ανοιχτή πόρτα στεκόταν ο Καρύδης εύθυ­

μος και εγκάρδιος, με το χέρι τεντωμένο προς το μέρος του. Είχε βγει και τον περίμενε. -Τι θαύμα! Πώς από οω, στις φτωχογειτονιέςμας;

Κρατώντας τον από το μπράτσο τον πέρασε στο γρα­

φείο. Τον κάθισε στην πολυθρόνα και στάθηκε όρθιος μπροστά του, πολύ φιλικός, κρύβοντας με επιτυχία την ανησυχία του. -Λοιπόν; Όσο κι αν κρυβόταν, η ανήσυχη ανυπομονησία φάνηκε σ' αυτό το «λοιπόν».

-Ήθελα να σε δω. -Ευχάριστο και κολακευτικό. ΓLα ποιο πράγμα;

1 54

155


-

Για την υπόθεση Βαρyή.

-Θα 'θελα να την ξεχάσω την ιστορία αυτή. Καημένη Ρόζα.

-Καταλαβαίνω πόσο είναι θλιβερό για σένα αυτό, επέ-

πέτσινη τσιγαροθήκη, στο γραφείο του, πήρε ένα τσιγά­ ρο. Την ώρα που το άναβε ρώτησε. -'Ωστε δεν ξέρουν ποιος τη σκότωσε; -Όχι.

-Το ξέρω.

Ο Καρύδης χαμογέλασε πάλι αλλά αυτή τη φορά το χαμόγελό του φαινόταν πιο ειλικρινές. -Και δε μου λες. Η αστυνομία τα ανακάλυψε όλα αυ-

Μια δυσάρεστη σιωπή απλώθηκε για λίγο ανάμεσά

τά;

μεινε ο Μακρής, αλλά ...

-

Ξέρεις πόσο πολύ την αγαπούσα.

ρασε στην πολυθρόνα του, πίσω από το βαρύ του γρα­

- Η αστυνομία δεν ξέρει ακόμη τίποτα. - Ποιος ξέρει;

φείο. Ευτυχώς εκείνη την ώρα ήρθε ο καφές. Κέρδισαν

-Εγώ.

τους. Ο Μακρής άναψε ένα τσιγάρο. Ο βιομήχανος πέ­

έτσι λίγο χρόνο. Ο καφετζής όμως έφυγε κι έπρεπε να ξαναρχίσουν.

-

Ξέρεις πως πρόκειται να δικάσουν εκείνον το νεαρό

Δημητριάδη, άρχισε ο δημοσιογράφος. Τρελός ίσως, είπε ο Μακρής ήσυχα, δολοφόνος όμως

-Πώς;

-Τι θες να πεις;

-Αυτό το παιδί δε σκότωσε τη Ρόζα. Πληρώνει για κάποιον άλλο.

Ο βιομήχανος έβγαλε το μαντίλι του και σκούπισε το παχύ πρόσωπό του. Για λίγο φάνηκε πως θα πνιγόταν. -Δε ... τη σκότωσε;

Μα τότε η αστυνομία, οι αποδείξεις, η σύλληψη; Και η αστυνομία κάνει κάποτε λάθος, είπε ο Μακρής.

Ο Καρύδης έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα απότο­ μα χαμογέλασε. Αυτός ο άνθρωπος, σκέφτηκε ο Μακρής,

ήξερε να επιβάλλεται στον εαυτό του. Μακάρι, είπε. Θα ήταν κρίμα. Ένας τόσο νέος άν­

θρωπος! Τόσο καλός ηθοποιός! Και ποιος τη σκότωσε τη δύστυχη Ρόζα;

μαν.

- Δεν καταλαβαίνω, ψιθύρισε. Ο Μακρής σηκώθηκε. -

Φυσικά.

-Γιατί πληρώνεις τον Μάκη Αγγέλογλου; Η μεταβολή ήταν τρομακτική. Ο Καρύδης έκανε να μι­

σοσηκωθεί κι έπεσε αμέσως πάλι στην πολυθρόνα του.

Το χοντρό του πρόσωπο έγινε κάτωχρο. Χοντρές σταγό­ νες ιδρώτα φάνηκαν στο μέτωπό του. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, ώσπου να μπορέσει να ψιθυρίσει. -Ποιον;

Ο Μακρής τον κοίταξε στα μάτια.

-

- Υπάρχει και εισπράττει λίρες, είπε αργά. Είδε το βιομήχανο που κιτρίνισε. Θέλησε να ανεβάσει το τσιγάρο στο στόμα του, αλλά τα δάκτυλά του έτρε-

-Θέλεις να μιλήσουμε ειλικρινά;

-Όχι.

-

-Βέβαιος, είπε. Ο Καρύδης γέλασε.

όχι.

-

άγνωστος δολοφόνος σου θυμίζει κακή ταινία κινηματο­

γράφου. Είσαι τουλάχιστον βέβαιος πως υπάρχει; Το ύφος του Μακρή έγινε ψυχρό.

-Ναι. Τι τρελός ...

-

- Φοβάμαι πως εσείς οι δημοσιογράφοι αγαπάτε πολύ τα μυθιστορήματα, φίλε μου. Τι είναι όλα αυτά; Αυτός ο

Αυτό θα 'θελα να 'ξερα, του είπε.

Ήταν σαν κάτι να ανακούφισε το βιομήχανο. Από μια

156

-Το Μάκη Αγγέλογλου, είπε ο Μακρής, τονίζοντας μια

μια τις συλλαβές. Το Μάκη Αγγέλογλου. Τον άντρα της Ρόζας.

157


Ο Καρύδης θέλησε να χαμογελάσει, αλλά δεν τα κατά­ φερε.

-

Είσαι τρελός, είπε. Δεν ξέρεις πως ο άντρας της Ρό­

ζας είναι νεκρός;

Ο Μακρής σχεδόν τον λυπήθηκε. Το θέαμα, που πα­ ρουσίαζε ο βιομήχανος ήταν αξιοΟάκρυτο.

-

Αυτό πιστεύει ο κόσμος, είπε. Αλλά εγώ το ξέρω πως

ι 4 . ΤΟ Τ ΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΟΥ ΜΠΕΚΑ

είναι ψέματα. Και το ξέρεις καλά κι εσύ.

-

Είσαι τρελός.

Ο Μακρής σήκωσε τους ώμους. Δεν ήθελε να φτάσουν

έτσι τα πράγματα αλλά αφού έφτασαν θα προχωρούσε.

-

Δεν είναι ανάγκη να κρύβεσαι. Ξέρω πως η Χαλκιά

και ο Αγγέλογλου σε εκβιάζουν. Ξέρω πως προχτές ακό­

μα μέτρησες στη Θάλεια εκατό λίρες, που του τις πήγε.

Ο Καρύδης έπεσε στην πολυθρόνα του. Δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Σκούπισε το πρόσωπό του με το μεγάλο λινό μαντίλι του. Σχεδόν ήταν έτοιμος να κλάψει. Δεν έδει­

Υ:Jε πια καμιά πρόθεση να αρνηθεί. -τι ζητάς από μένα; είπε στο τέλος. -Να μου πεις τι ξέρεις. Είμαστε φίλοι. Ξέρω πως έχεις

οικογένεια. Δε θέλω να ανακατέψω το όνομά σου σ' όλα αυτά. Ζητάω μονάχα να με βοηθήσεις. Με τι σ' εκβιάζουν; Τι ξέρουν;

Ο Καρύδης είχε νικηθεί. Πήρε το ποτήρι με το νερό από το γραφείο του και ήπιε μερικές γουλιές.

-

Θα σου τα πω όλα, είπε στο τέλος.

ο

Μπέκας πήγαινε για πρώτη φορά στη Λάρισα. Αλ­ λά, όπως τα είχαν συμφωνήσει, ο άνθρωπός του τον περίμενε στο σταθμό. Φορούσαν κι οι δυο τα

πολιτικά τους. Ο άλλος παλιός αρχιφύλακας, που ο Μπέ­

κας είχε συνεργαστεί μαζί του σε άπεφες υποθέσεις, τον κατατόπισε. Η γυναίκα είχε εγκατασταθεί σ' ένα ξενο­ δοχείο δευτέρας τάξεως, σ' ένα δρόμο πίσω απ' την πα­ λιά πλατεία του Ταχυδρομείου.

- Συνάντησε κανέναν; - 'Οχι. Βγήκε μονάχα για να φάει και γύρισε πάλι στο ξενοδοχείο της.

- Μπορούμε να πάμε.

'Εβρεχε στη Λάρισα με μια ψιλή ενοχλητική βροχή. Έξω από το σταθμό αραδιασμένα στη σεφά, περίμεναν τα πα­

λιά μόνιππα, που εκτελούσαν τη συγκοινωνία Σταθμού 159


προ·ίστάμενό του στο «Ολύμπιον». Ο ίδιος, που ήταν

λίγα χρόνια θα 'παφνε τη σύνταξή του. Χαμογέλασε. Του φάνηκε αστείο πως θα μπορούσε κάποτε να ζει χωρίς να βρίσκεται σε μια διαρκή αναστάτωση. Η πόρτα χτύπησε κι ο καμαριέρης του έφερε το ζεστό του. Το ήπιε με ηδο­ νή, γουλιά γουλιά. Ξάπλωσε στην πολυθρόνα κι άναψε το τσιγάρο του. Οι γιατροί του είχαν λιγοστέψει το κάπνι­ σμα για καλά κι έτσι κάθε τσιγάρο ήταν γι' αυτόν μια ιε-

άγνωστος, έμενε στο ξενοδοχείο της Χαλκιά.

ροτελεστία.

Πλατείας. Οι αμαξάδες κουκουλωμένοι με τ' αδιάβροχά τους περίμεναν. Μπήκαν σ' ένα αμάξι. Ήταν διασκεδα­ στικό και πρωτότυπο ν' ακούν το ρυθμικό χτύπημα από τα πέταλα των αλόγων στη βρεγμένη άσφαλτο. Η απόσταση ήταν μικρή. Γρήγορα έφτασαν στην πλα­ τεία. Ο αρχιφύλακας είχε κρατήσει ένα δωμάτιο για τον

-

Λοιπόν, όπως είπαμε.

Ο Μπέκας είχε δώσει στον άνθρωπό του το αριθμό του τηλεφώνου του. Ο άλλος θα γύριζε στο ξενοδοχείο του και θα του τηλεφωνούσε αν είχε τίποτα. Χωρίστηκαν. Από το παράθυρο του δωματίου του ο αστυνόμος είδε την τε­

τράγωνη πλατεία, έρημη κάτω από τη βροχή. Έμενε λίγη ώρα χαζεύοντας τις στάλες, που έτρεχαν στο τζάμι του. Ώστε ο Μακρής ήταν βέβαιος πως ο Αγγέλογλου ζού­

Ο Αγγέλογλου. Αν ζούσε αυτός ήταν ο δολοφόνος που έψαχναν. Αν ζούσε; Υπήρχε βέβαια και το πρόβλημα τr:ς κλειστής πόρτας. Πώς μπήκε ο δολοφόνος στο κλειδωμε­

νο καμαρίνι της πρωταγωνίστριας; Ή, αν ήταν μέσα κι έφυγε ποιος κλείδωσε απ' την εσωτερική πλευρά την πόρ­ τα; Αλλά αυτό δεν τον ανησυχούσε. Αν έβρισκαν το δο­

λοφόνο, θα έβρισκαν και τον τρόπο του. Άλλωστε ο Μπ,έ­ κας, από την αρχή, είχε μια υποψία που διαρκως

σε. Αν ήταν αλήθεια, ο άνθρωπος τα είχε καταφέρει κα­

μεγάλωνε. Ο δολοφόνος δεν είχε μπει στο καμαρίνι της

λά. Τους είχε ξεγελάσει, όλους τόσα χρόνια. Ήταν πε­

πρωταγωνίστριας.

ρίεργο, που, ενώ τον ήξεραν, δεν μπόρεσαν να το συναντήσουν ούτε μια φορά, έστω από τύχη. Έφερε στο νου του την τελευταία συνάντηση με το δοσίλογο, στην Κατοχή, λίγο πριν τον «σκοτώσουν». Ήταν πανίσχυρος τότε. Είχε φτάσει στο γραφείο του με έναν Γερμανό αξιω­

ματικό. Επρόκειτο για μια άδεια κάποιας λέσχης. Θρα­ σύς και ξετσίπωτος χτυπούσε τη γροθιά του πάνω στο τραπέζι του.

Η βροχή είχε σταματήσει τώρα. Ο Μπέκας κατέβηκε στο σαλόνι του ξενοδοχείου.

- Τηλεφώνησε κανένας για μένα; ρώτησε το χοντρό κα-

τσαρομάλλη υπάλληλο.

. Κάθισε στην πολυθρόνα. Απέναντί του κουνιόνταν ρυθ-

-Όχι.

μικά δυο καλοκαμωμένες γυναικείες γάμπες.

φενεία της πλατείας βγήκαν μερικοί άνθρωποι, που είχαν

Ο Μπέκας κοίταξε αυτή την ιδιοκτήτρια των ποδιών. Όμορφο πρόσωπο, πολύ βαμμένο και ξανθά μαλλιά. Ο

καταφύγει σ' αυτά, για να προφυλαχτούν. Ο Μπέκας πρό­

Μπέκας άνοιξε το πακέτο του.

Η βροχή τώρα είχε αρχίσει να αδυνατίζει. Από τα κα­

σεξε και τη μικρή μαρμάρινη προτομή. Χαμογέλασε. Σε κάθε επαρχία, απ' όσες είχε τύχει να πάει, κάποιος μαρ­

μαρωμένος σημαντικός συμπολίτης ξεροστάλιαζε στην πλατεία της. Χτύπησε το κουδούνι και παρήγγειλε ένα ζεστό. Μ' αυ­ τόν το βρωμόκαφο φαίνεται πως την είχε αρπάξει. Ο λαι­ μός του τον ενοχλούσε κι άλλωστε δεν ήταν πια νέος. Σε ιβο

-Τσιγάρο;

Η γυναίκα χαμογέλασε. Πήρε το τσιγάρο, έβγαλε την τσίχλα που μασούσε και την πέταξε στο τασάκι. - Ευχαριστώ.

Είχε πάντοτε το ένα πόδι πάνω στο άλλο και το κου-

νούσε βαριεστημένα. - Βρωμόκαφος, είπε. t61


-Έχετε πολύ καιρό εοώ; Η άλλη σήκωσε τους ώμους της με ύφος απογνώσεως. Είχε οιακρίνει τον Αθηναίο και είχε όρεξη για λίγη κουβέντα. -Είκοσι μέρες.

Ο Μπέκας κατάλαβε. -Με θίασο;

Η γυναίκα γέλασε.

-Αν θίασο λέτε το μπουλούκι μας, είπε. Είμαι με την

οπερέτα του Κουνούπη.

Ο Μπέκας ήξερε το όνομα. Αποτυχημένος ηθοποιός,

που γύριζε όλες τις επαρχίες χωρίς να φτάσει ποτέ στην

Αθήνα.

-Πρωταγωνίστρια; Η άλλη γέλασε. -Όχι οα. Στο κόρο.

Αυτή η γυναίκα, παρ' όλο το πρόστυχο ύφος, που ήθε­ λε να παίρνει είχε κάτι που του άρεσε. 'Ηταν πολύ καλά ντυμένη για να είναι μονάχα στο μπαλέτο ενός επαρχια­ κού μπουλουκιού. Χαμογέλασε. Σίγουρα, τα λούσα της οεν το 'κανε με το πενηντάρι του ημερομισθίου της. Άλλω­

στε έμενε στο ακριβότερο ξενοοοχείο της πόλης. -Μένουν και άλλοι του θιάσου σας εοώ; τη ρώτησε. - Μόνο ο θιασάρχης και η πρωταγωνίστρια. Αυτό ήταν. Παρ' όλα αυτά το κορίτσι ήταν συμπαθητι­

κό. Ίσως γιατί ο Μπέκας βρισκόταν μόνος σ' αυτή την υγρή πόλη, ίσως γιατί τον νευρίαζε η αναμονή, είχε την όρεξη να κουβεντιάσει μαζί της.

-Είχατε επιτυχία; ρώτησε.

Η γυναίκα γέλασε. Πέταξε το τσιγάρο της κι έβαλε μια άλλη τσίχλα στο στόμα της. Κοίταξε ουο εμπόρους, που

την έτρωγαν με τα μάτια, και είπε:

-Εξαρτάται από το τι εννοείτε «επιτυχία». Εγώ πά­

ντως, είχα.

Με μια της κίνηση η φούστα της έοειξε ακόμη κάτι πε­

ρισσότερο. Ο Μπέκας χαμογέλασε.

- Δεν έχω καμιά αμφιβολία γι' αυτό. -Εσείς ήρθατε σήμερα στο ξενοοοχείο μας; Του είπε.

-Ναι. Σήμερα.

-

Δημοσιογράφος;

Δεν το 'χε σκεφτεί. Γιατί οημοσωγράφος; Κι έξαφνα

κατάλαβε. Γι' αυτό η γυναίκα του μιλούσε με μια τέτοια οικειότητα. Απ' την αρχή τον τοποθέτησε σε μια άλλη κα­ τηγορία κι όχι σ' αυτό το είοος των «θαυμαστών» που της ήταν απαραίτητοι, αλλ' ασφαλώς αντιπαθούσε. Λοιπόν, έτσι. Δημοσιογράφος.

-

Ναι, της είπε. Σε ποια εφημερίοα;

Του ήρθε στο νου η εφημερίοα του Μακρή. -Στην ~<Πρωινή». Η γυναίκα αναστέναξε. -Τι γίνεται στην Αθήνα; Υπήρχε νοσταλγία στη φωνή της.

-Όπως συνήθως, της είπε. Λείπετε καιρό; -Έχω ένα χρόνο που γυρίζω στην επαρχία. Σηκώθηκε.

-

Ωρεβουάρ. Πάω για φα"t.

Βγήκε από το ξενοδοχείο, αφού έριξε ένα βλέμμα γε­ μάτο σημασία στους

ouo

εμπόρους. Εκείνοι μίλησαν λι­

γάκι χαμηλόφωνα μεταξύ τους και ο ένας σηκώθηκε και βγήκε πίσω της. -Το εξασφάλισε το τραπέζι της, σκέφθηκε ο Μπέκας. Κι εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο.

-

Είναι για σας, του είπε ο χοντρός.

Το πήρε. Τηλεφωνούσε ο αρχιφύλακας. Τίποτε το ιοι­ αίτερο. Η Χαλκιά ετοιμαζόταν για το εστιατόριο. Θα πή­

γαινε πίσω της. -Εντάξει. Άφησε το ακουστικό. Ο ήλιος είχε βγει τώρα στο λαρι-

σciίκό ουρανό. -Που τρώει κανένας καλά; ρώτησε τον υπάλληλο. -Εδώ κοντά. Βγήκε μαζί του ως την πόρτα για να του οείξει το εστια­ τόριο, στην άλλη γωνία.


Η υποχρεωτική αδράνεια άρχισε να τον κουράζει. Ως το βράδυ, ο άνθρωπός του του τηλεφώνησε τρεις φορές. Τίποτε το αξιόλογο. Παρακολουθούσε πάντοτε τη Χαλ­ κιά. Έφαγε στο εστιατόριο, έκανε μια βόλτα ως το Αλ­ καζάρ και γύρισε στο ξενοδοχείο της. Δε μίλησε και δε

συναντήθηκε με κανένα. Ήταν πάντοτε πίσω της. Την καινούργια του φίλΎJ την είοε ύστερα από το φα!, στο ξενοδοχείο πάλι. Είχε γυρίσει μαζί με τον έμπορο.

Του χαμογέλασε, καθώς περνούσε στο πλάι του ανθρώ­ που, με ύφος συνεννοήσεως. Ήταν σα να του έλεγε:

-

Καταλαβαίνεις, αλλά τι να κάνω;

Ο Μπέκας έμεινε μόνος του στο σαλόνι. Φαντάστηκε τη μικρή επάνω στο δωμάτιο, με τον άλλο. Πόσων χρονών

να ήταν; Είκοσι Ούο; Είκοσι πέντε;

Ο άνθρωπος του ξενοδοχείου του έφερε μια εφημερί­

«Είναι πράγματα που δεν είναι ανάγκη να τα λέμε. Κι απότομα ο Μπέκας το σκέφτηκε. Αυτή η γυναίκα μπ~ρεί να του χρειαστεί. Το σκέφτηκε την ώρα που το ρωτουσε. Τι γράφεις εδώ.

-

-Τα συνηθισμένα. Πώς σε λένε;

- Λιλή. Λιλή Γκρης. - Ωραίο όνομα. - Είναι κι άλλα χειρότερα. Το τηλέφωνο χτύπησε πάλι. Ο χοντρός του ξενοδοχεί­ ου του έδειξε το ακουστικό, χωρίς να μιλήσει. ΣηκώθΎJ­

κε. Ο αρχιφύλακας του έλεγε πως η Χαλκιά ετοψαζό:αν να βγει και θα πήγαινε πίσω της. Δεν ήξερε για που κι έτσι μπορεί να τον έχαναν για κάμποση ώρα.

-Ποιος σου τηλεφωνεί; το ρώτησε αοιάφορα η μικρή,

όταν γύρισε κοντά της.

δα. Αυτή τΎJν ώρα στην Αθ'ήνα θα διάβαζε τις απογευμα­

-Ένας συνάδελφος.

τινές. ΤΎJ μελέτησε όλη, ως το εικονογραφημένο ανάγνω­

-

σμα και τις μικρές αγγελίες. Στις πέντε η μικρ'ή απ' το κόρο κατέβηκε. Του χαμογέλασε φιλικά. Ίσως γιατί 'ήταν ο μόνος άνθρωπος που δεν είχε δείξει ότι επιθυμούσε να κοιμηθεί μαζί της. -Εδώ;

- Δεν είμαι δημοσιογράφος. Η άλλη τον κοίταξε δυσαρεστημένη. Ώστε κι αυτός :rις έλεγε ψέματα; Κι αυτός ζητούσε, από κείνη ό,τι κι οι αλλοι.

Ήρθε και κάθισε κοντά του.

-

Δημοσιογράφος;

Δεν ήξερε κι ο ίδιος γιατί της το είπε.

Τι γίνονται τα θέατρα στην Αθ'ήνα;

Της είπε. Ρουφούσε τα λόγια του. Τώρα που μιλούσε μαζί του είχε αφήσει το προκλητικό ύφος της και έδειχνε

-Και τι είσαι; τον ρώτησε πεισματωμένη, αρχιεπίσκο-

πος

Γtλασε κι αυτό έσπασε λίγο τον πάγο που είχε αρχίσει

να σχηματίζεται ανάμεσά τους.

α.υτό που στην πραγματικότητα ήταν. 'Ενα νέο και μονα­

- Αστυνομικός, της είπε. Εκείνη τον κοίταξε δύσπιστα.

χικό κορίτσι που νοσταλγούσε.

-Με οουλεύεις;

-

Γιατί δε γυρίζεις στην Αθήνα; τη ρώτησε απότομα.

Σήκωσε τους ώμους της.

-

Δεν είναι εύκολο. Πού φάγατε; Της είπε.

-Εγώ έφαγα στου "Ερμ'ή':

Ο Μπέκας της έδειξε με το κεφάλι τη σκάλα, που ανέ­ βαζε στο πάνω πάτωμα. -Μαζί του;

Η μικρ'ή γέλασε. Κούνφε το κεφάλι της σα να Λεγε:

t64

- Μιλώ σοβαρά. - Τρίχες. Δεν είσαι αστυνομικός. -Γιατί;

- Εσύ φαίνεσαι ... καλός.

Υπήρχε πολλή αφέλεια και πολλή πίκρα μέσ~ σ' αυτ~

τα λόγια. Ασφαλώς η νέα αυτή γυναίκα δεν θα χε καθο­ λου καλές αναμνήσεις από τους συναδέλφους,του. , -Είμαι καλός, της είπε. Αλλά Τι να το κανω; Ειμαι t65


αστυνομικός και σου ζητώ συγγνώμη, αν θες, για τη δου­ λειά μου.

-Όχι.

Γύρισε κοντά στην καινούργια του φίλη, που τον κοι-

-Ώστε το είπες αλήθεια;

τούσε περίεργη. Δεν το ρώτησε όμως τίποτε. Είπε μονά-

Είχε αρχίσει τώρα να το πιστεύει.

χα:

-Αλήθεια. Έχεις δουλειά αυτή την ώρα;

-

Ως την παράσταση, όχι. Πάμε μια βόλτα;

Συμπαθούσε αυτό το κορίτσι κι ύστερα σκέφτηκε πως η γυναίκα αυτή ήταν μια δικαιολογία για την παρουσία

του στη Λάρισα. Μαζί της μπορούσε να κινηθεί πιο ελεύ­ θερα.

Η άλλη σηκώθηκε. Ο Μπέκας γύρισε στο χοντρό. -Αν μου τηλεφωνήσουν, κράτησε την παραγγελία εσύ. Θα γυρίσω.

Ύστερα, συνοδεύοντας τη Λιλή, της είπε:

-

Θα μου πεις στο δρόμο τι σου χουν κάνει οι αστυνο­

μικοι Κω ποιος ξέρει. Μπορεί να το διορθώσουμε.

Η άλλη έριξε τη ζακέτα στην πλάτη της. Άραγε έλεγε αλήθεια πως ήταν αστυνομικός; Δεν το 'χε πιστέψει καλά ακόμα. Στο πεζοδρόμιο, όπως στάθηκε δίπλα του, όμορ­

φη και ορεκτική, τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της. -Δεν ξέρω αν είσαι στ' αλήθεια ότι μου λες αλλά μου φαίνεσαι εντάξει τύπος. -Είμαι.

Της έδειξε με το κεφάλι ένα από τα αμάξια που στάθ­ μευαν στην πλατεία. -Θέλεις να πάρουμε ένα απ' αυτά;

-

Α ν σου γουστάρει.

Γύρισαν σε μια ώρα. Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Ο χο­ ντρός του ξενοδοχείου ήταν πάντα στη θέση του, αλλά

αυτή τη φορά το σαλόνι ήταν γεμάτο. Είχε φτάσει το απο­ γευματινό τραίνο. Ο Μπέκας τον ρώτησε:

-

τιποτε για μένα; τιποτε!

Δεν τηλεφώνησε κανένας;

t66

-Θ' ανέβω να φρεσκαριστώ λίγο. Δε θ' αργ1jσω. 'Εμεινε μόνος. Τι να γινόταν ο άνθρωπός του;Έπρεπε να του είχε τηλεφωνήσει.'iστερα σκέφθηκε πως ίσως, πα­ ρακολουθώντας τη Χαλκιά, θα είχε βρεθεί σε μέρος χω­ ρίς τηλέφωνο. Κοίταξε γύρω του τους καινούργιους πε­

λάτες του ξενοδοχείου. Ευτυχώς κανένας γνωστός. Ξάπλωσε στην πολυθρόνα του μ' ένα τσιγάρο στο στόμα. Σε μισή ώρα η μικρή κατέβηκε. Τον ζήτησε με τα μά­ τια της και πήγε χαρούμενη κοντά του. Η ζωή δημιουρ­ γεί περίεργες καταστάσεις. Ο πενηντάρης αστυνομικός κι αυτή η μικρή πεταλούδα είχαν γίνει σχεδόν φίλοι. Κά­ θισε δίπλα του. Ο Μπέκας την πείραξε. -Δε θα ζηλέψει ο φίλος σου;

Εκείνη σήκωσε τους ώμους. Ο «φίλος» της δεν ήταν γι'

αυτήν παρά μια αγγαρεία.

- Δεν πάει να κουρεύεται. - Πότε θα τον ξαναδείς;

-Θα φάμε το βράδυ μαζL.'iστερα από το θέατρο.

- Τι ώρα έχεις παράσταση; - Στις εννιά. Έχουμε καφό. - Στις εννιά παρά τέταρτο η μικρή σηκώθηκε. Ήταν ώρα. Έριξε το παλτό στους ώμους της. -Δε θα 'ρθεις να μας δεις;

- Θα το ήθελα, μα πρέπει να περιμένω. - Τότε, γεια σου.

Βγ1jκε από το ξενοδοχείο, ενώ τα βλέμματα των αρσε­

νικών την ακολουθούσαν. Ήταν στ' αλήθεια όμορφη κο­

πέλα. Ο Μπέκας κοίταξε το τηλέφωνο. Εξακολουθούσε να μένει βουβό. Κι όμως, ο αρχιφύλακας θα 'πρεπε να )(ει τηλεφωνήσει. Σηκώθηκε εκνευρισμένος. Ήταν η ώρα για φα't, αλλά αυτός δεν είχε όρεξη. Σιγά σιγά το σαλόνι του ξενοδοχείου άδειασε. Οι περισσότεροι είχαν πάει για δείt67


πνο. Έξαφνα το τηλέφωνο χτύπησε. Ο Μπέκας τινάχτη­ κε. Ο χοντρός κούνησε το κεφάλι του. 'Οχι. Δεν ήταν γι'

αυτόν.

Πέρασε έτσι κάμποση ώρα. Κοίταξε το ρολόι του. Πλη­ σίαζε δέκα και ο άλλος δεν έλεγε να τηλεφωνήσει. 'Υστε­ ρα δέκα και μισή, έντεκα, εντεκάμισι. Το τηλέφωνο είχε χτυπήσει μερικές φορές, αλλά δεν ήταν γι' αυτόν. Του ήταν αδύνατο να περιμένει άλλο.

- Πού είναι το θέατρο που παίζει η κοπέλα; Ρώτησε το

χοντρό.

- Στο δρόμο οεξιά, τρία τετράγωνα πω κάτω. -Ευχαριστώ. Αν μου τηλεφωνήσει κανένας... Ο χοντρός

τον έκοψε.

Δεν την ήθελε παρά για λίγη ώρα. Αν μπορούσε να πε­ ταχτεί μαζί του, εοώ κοντά ... Σε κάποιο ξενοδοχείο. Θα

γύριζαν γρήγορα. -Είναι ανάγκη; -Απόλυτη.

-Τότε πάμε. Φόρεσε το παλτό της πάνω από το κουστούμι του μπα­ λέτου. Είπε κάτι σε μια από τις γυναίκες και τον πήρε

από το μπράτσο. Βγήκαν από την πίσω πόρτα. -Τι τρέχει;

-

Θέλω να πας εσύ κάπου, που δεν κάνει να φανώ εγώ,

της είπε.

-Ξέρω.

Βγήκε. Η τετράγωνη πλατεία της Λάρισας έλαμπε κά­

τω από το φως των ηλεκτρικών. Δε ουσκολεύτηκε να βρει το δρόμο. Στην είσοοο του θεάτρου φιγουράριζαν οι φω­ τογραφίες των μισόγυμνων ηθοποιών. Το ταμείο είχε κλεί­ σει κι ένας απ' τους ανθρώπους του θεάτρου μισοκοιμό­ ταν στην καρέκλα του. Έκανε να σηκωθεί μόλις είδε τον Μπέκα, αλλά αυτός τον σταμάτησε.

-Αστυνομικός. Από πού θα μπω στα παρασκήνια;

-Από κει.

Του έδειξε μια οιπλανή πόρτα. Το θέατρο φαίνεται ότι θα το χρησιμοποιούσαν συνήθως για κινηματογράφο, για­ τί τα παρασκήνια του ήταν πρωτόγονα. Διέκρινε τη μι­ κρή του φίλη ανάμεσα σ' ένα μπουλούκι μισόγυμνες γυ­

ναίκες. Τον είοε κι έτρεξε κοντά του. -Ήρθες;

-Τι να κάνω;

- Να ρωτήσεις αν γύρισε η κ. Χαλκιά. -Μόνο; -Ναι.

Γέλασε. Δεν ήταν και σπουοαία η οουλειά που της ανέ­ θεσε. Προχώρησαν βιαστικά. Λίγα μέτρα μακριά απ' το ξενοδοχείο της Χαλκιά ο Μπέκας σταμάτησε.

-

Εκεί είναι, της είπε ... Εγώ θα σε περιμένω εοώ. Στη

γωνία. Στάθηκε και την κοίταξε όπως έφευγε, ψηλή και ευκί­

νrιτη κάτω από το χοντρό καμrιλΟ παλτό της. Ασφαλώς άξιζε για κάτι καλύ-τερο απ' αυ-τό που έκανε γυρίζοντας

τις Ελλ'Υ}Vικές επαρχίες. TΎJV είοε που έμπαινε σ-τη φωτι­ σμένη πόρτα του ξενοδοχείου. Δεν πέρασαν δυο λεπτά και ξαναφάνrικε. Ο Μπέκας περίμενε ανυπόμονα να φτά­ σει κοντά -του.

-Ναι. Τελείωσες;

- 'Οχι. Θα βγω ακόμα μια φορά στο φινάλε. Είδε το

σκυθρωπό τοu πρόσωπο. - Συμβαίνει τίποτα; - Θέλω να με βοηθήσεις. -Τώρα;

-Λοιπόν; -τη ρώτφε.

-

Ο άνθρωπός σου είναι μέσα.

Η φωνή του ασ-τυνομικού έγινε βραχνή όπως ρωτούσε. -Τι·

Η άλλη τον κοίταξε έκπληκτη. Δεν ήταν και τίποτα τρο­

μερό το νέο που έφερνε. Απλώς αυτή ΎJ Χαλκιά βρισκό­

-Αν μπορείς.

ταν στο ξενοοοχείο της.

t68

t6g


-Κοιμάται.

-Ρώτησες, είπε ο Μπέκας και η φωνή του ήταν σχεδόν

λαχανιασμένη, Τι ώρα γύρισε; - Ναι. Πριν από δυο - δυόμισι ώρες.

Την άρπαξε από το μπράτσο. Την έσυρε σχεδόν προς το θέατρό της. Η κοπέλα τον ακολουθούσε σαστισμένη. -Μα τι έπαθες;

- Θα σου πω αύριο. Την άφησε στην πόρτα του θεάτρου κι έφυγε βιαστικά.

Εκείνη τον κοιτούσε χωρίς να καταλαβαίνει. Μόνο όταν

απομακρύνθηκε κάμποσα μέτρα το θυμήθηκε. Γύρισε και

της χαμογέλασε ψεύτικα. -Σ' ευχαριστώ.

Πήγε ως το ξενοδοχείο του σχεδόν τρέχοντας. Ο χοντρός

ήταν πάντοτε στη θέση του. - Τηλεφώνησε κανείς; τον ρώτησε. -Όχι.

Τι είχε γίνει ο άνθρωπός του; Γιατί δεν τηλεφωνούσε; Η Χαλκιά είχε γυρίσει στο ξενοδοχείο της. 'Ωστε ο αρχι­ φύλακας δεν ήταν απασχολημένος με την παρακολούθη­ σή της, για να μψ μπορέσει να τηλεφωνεί. Τότε; Σηκώ­ θηκε και πήγε στο τηλέφωνο. Πήρε τον κατάλογο και έψαξε για τον αριθμό του ξενοδοχείου της ηθοποιού. Το βρήκε γρήγορα. Οι αριθμοί σε μια επαρχία είναι λίγοι.

-Ο κ. Μάκης. -Ποιος;

-Ο κ. Μάκης. Ξέρει αυτή. -Περίμενε.

Ο Μπέκας άκουσε τον κρότο που έκανε το τηλέφωνο όπως το άφηνε ο άλλος. Δεν μπορούσε να κρατηθεί. Στο τέλος κάποιος στην άλλη άκρ-η του σύρματος σήκωσε το ακουστικό. Άκουσε μια γυναικεία φωνή, τη φωνή της Χαλ­ κιά, που ρωτούσε θυμωμένα:

-Γιατί μου τηλεφωνείς; Δεν είπαμε να μ-η μου τηλε­ φωνήσεις. Ο Μπέκας δεν απάντησε. Άκουσε την εκνευρισμένη φω­ νή της ηθοποιού.

-Εμπρός!

Άφησε το ακουστικό του αργά. Η Χαλκιά είχε προδο­ θεί. Είχε συναντήσει λοιπόν το Μάκη Αyγέλογλου. Αλλά ο άνθρωπός του; Ο άνθρωπός του τι απέγινε; Του ήταν αδύνατο να περιμένει άλλο. Αποφάσισε να πάει στην τοπική αστυνομία. Ως τότε είχε σκεφτεί να βγά­ λει την παρακολούθ-ηση της Χαλκιά μόνος του, χωρίς να

ανακατέψει τη χωροφυλακή. Τώρα έβλεπε πως είχε κά­ νει λάθος. -Πού είναι η υποδιοίκηση της χωροφυλακής; ρώτησε το χοντρό.

- Την κ. Χαλκιά, είπε. -Ποια; ρώτησε η νυσταγμένη φωνή του υπαλλήλου. - Μια κυρία με βαμμένα μαλλιά, που ήρθε προχθές. Γύ-

τι μπορούσε να τον εξυπηρετήσει;

Ο άλλος φαίνεται πως κατάλαβε. Απάντησε: Κοιμάται.

ρίς να αναφέρει τη Χαλκιά. Είχε χάσει την επαφή του μ'

ρισε στο ξενοδοχείο σας πριν δυόμισι ώρες. -Ξυπνήστε την. -Είναι ανάγκη; -Μεγάλη.

Ακολούθησε μια μικρή σιωπή. Στο τέλος ο άνθρωπος από την άλλη άκρη του σύρματος φαίνεται πως το απο­

φάσισε.

- Ποιος να της πω πως τη ζητά;

Στον αξιωματικό της υπηρεσίας

- ένα ενωμοτάρχη - δή­

λωσε την ιδιότητά του. Ο άλλος σηκώθηκε πρόθυμος. Σε Του είπε γενικά χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες και χω­ έναν απ' τους ανθρώπους του. Αν μάθαιναν τίποτε γι' αυ­

τόν να τον ειδοποιούσαν. Έφυγε κάπως ησυχασμένος. Κα­ θώς έμπαινε στο ξενοδοχείο του ο χοντρός του είπε χω­ ρίς να τον ρωτήσει; -Τίποτε. Δεν είχε όρεξη για ύπνο. Κάθισε στο σαλόνι ως την ώρα

που η Λιλή γύρισε με τον έμπορο απ' το εστιατόριο. Κοί-


ταξε το ρολόι του. Πλησίαζε Μο. Η θεατρινούλα άφησε τον καβαλιέρο της για λίγο κι ήρθε κοντά του. -Έγινε τίποτε κακό; τον ρώτησε. Της χάι~εψε το μά­ γουλο.

- Θα σου πω αύριο. , Την παρακολουθούσε

αφηρημένος όπως ανέβαινε μα­

~ι με το σύντρο~ό της στο πάνω πάτωμα. Τινάχτηκε όταν ακουσε το τηλεφωνο.

-

Είναι για σας, είπε ο χοντρός.

:Ηταν μια άγνωστη φωνή. Ο υπαξιωματικός της υπηρε­ σιας της χωροφυλακής. Του έλεγε πως μόλις πριν λίγο,

Μιλούσε με μονοσύλλαβα. Το πρόσωπό του έμενε σκλη­ ρό, γεμάτο μίσος για τους ανθρώπους που είχαν σκοτώ­ σει το συνά~ελφό του. Οι άλλοι ~εν τολμούσαν να του μι­

λήσουν. Κι απότομα το πρόσωπο του Μπέκα μαλάκωσε. -'Ηταν συνάδελφος, είπε στον υπαξιωματικό της χω­ ροφυλακής. Παλιός συνάδελφος. Είκοσι χρόνια ήμασταν μαζί. Είχε γυναίκα και ένα αγόρι. Δε θα το ξαναδεί. Κούνησε το κεφάλι του. Κι απότομα τα χαρακτηριστι-

κά του προσώπου του σκλήρυναν πάλι.

-

Πότε το βρήκαν; Πριν από ένα τέταρτο.

στα Ταμπάκικα, μια λdίκή συνοικία κοντά στο ποτάμι εί­

-Ποιος;

χαν β~ει το πτώμα ενός άντρα χωρίς στοιχεία ταυτότη­

Από τους περίεργους ένας ανθρωπάκος του λαού πρό-

τας ,πανω του. Ο άνθρωπος ήταν άγνωστος στη Λάρισα.

-Αυτός εκεί.

Αν ηθελε να περάσει από το τμήμα να πάνε μαζί να τον

βαλε.

~ουν ...

-Ναι. Γύριζα στο σπίτι μου. Στην αρχή νόμισα πως ήταν μεθυσμένος.'Υστερα κατάλαβα. Ειδοποίησα. 'Ενας από τους χωροφύλακες το βεβαίωσε. Ναι. Ο αν­ θρωπάκος τους είχε ειδοποιήσει. Ο Μπέκας του πρόσφε-

-Έρχομαι.

Σχεδόν έτρεχε ώσπου να φτάσει στην υποδιοίκησΎJ. Ο ~παξιωματικός τον περίμενε. Πήραν ένα αυτοκίνητο και εφτασαν ως τα Ταμπάκικα περνώντας ~ίπλα απ' το πο­ τάμι.

Ε,ίδε τ~υς χωροφύλα~ες και δυο τρεις περίεργους. Ένας μαυρος ογκος ~ιακρινοταν στη γη σκεπασμένος με μια

κουβέρτα. Ο Μπέκας την τράβηξε με χέρια που έτρεμαν. Οπισθοχώρησε. Πάνω στην υγρή ακόμα λάσπη κειτόταν

με :α μάτια ορθάνωχτα ο παλιός του συνά~ελφος, ο αρ­ χιφυλακας, νεκρός!

Σκέπασε πάλι το ακίνητο σώμα του νεκρού. Κάτω απ'

τ~ φως το~ φεγγαρ,ιού το πρόσωπό του ήταν σκληρό σα μασ~α., Μονο το ματι;χ του που έλαμπαν, με μια ψυχρή κακη, λαμψη, ~αι τα χειλη του, που είχαν γίνει άσπρα όπως τα δαγκωνε, εδειχναν πως υπήρχε ζωή σ' αυτό το ακίνη­ το πρόσωπο. -Είναι ο άνθρωπός σας; ρώτησε ο υπαξιωματικός που κατάλαβε. -Ναι.

-Εσύ το βρήκες; ρώτησε ο Μπέκας.

ρε -cσιγάρο.

-Μένεις εδώ κοντά;

- Ναι. Στην άλλη γωνία. Εκεί. -Του έδειξε με -co χέρι. Ο Μπέκας ρώτησε:

-Κανένας Αγγέλογλου. Μάκης Αγγέλογλου, μένει ε~ώ

γύρω;

-

Αγγέλογ λου;

-Ναι. Μάκης Αγγέλογλου. -Όχι.

Κανένας -cέτοως δεν έμενε στη γει-cονιά -cουςκι ούτε εί-

χε ακούσει ποτέ αυ-cό -co όνομα.

- Δεν ήρθε να μείνει κανένας ξένος από την Αθήνα εδώ,

-cον τελευταίο καιρό;

Ο ανθρωπάκος προσπάθησε να θυμηθεί. Όχι. Κανένας ξένος δεν ήρθε να μείνει στη γει-cονιά τους -cώρα τελευ­ ταία. Άλλωστε όλοι λίγο πολύ γνωρίζονται μεταξύ -cους. 173


Όλοι στη γειτονιά έμεναν από χρόνια. Ο αστυνομικός τον

κοίταξε απογοητεuμένος. Παρ' όλα αυτά επέμεινε: -Είσαι βέβαιος; -Βέβαιος. Αν θέλεις ρώτα και αυτόν, είπε γυρίζοντας

προς έναν άλλον από τους περίεργους. Γείτονας είναι κι

Σχεδόν έτρεμε ο Μπέκας. ~ννιά χρό~ια. ~ι άλλο~ είχε κατοικήσει σ' αυτή τη γειτονια πριν απ αυτον. ~εν ηξερε όμως πόσο καφό πριν απ' αυτόν. Ε;Έτσι δεν ηταν; -Μήπως ένα χρόνο πριν από σένα; -Δεν ξέρω.

είχαν δίκιο. Παρ' όλα αυτά, ο Μπέκας πεισματωμένος από

Ο δεύτερος από τους ανθρώπους ανακατεύτηκε στην κουβέντα τους. Οι χωροφύλακες παρακολουθούσαν σιω­ πηλοί, περίεργοι να δουν πού ήθελε να καταλήξει ο αστυ­ νομικός από την Αθήνα. , - Εγώ θυμάμαι, είπε. Ο Ιορδανίδης ήρθε στη γειτονια

το θάνατο του φίλου του, συνέχισε:

μας στην Κατοχή.

αυτός, χρόνια μένει εδώ. Ήρθε κανένας καινούργιος στη γειτονιά μας; -Όχι, βεβαίωσε κι ο άλλος. Κανένας. Ήταν φανερό πως οι άνθρωποι έλεγαν την αλήθεια κι

-Ένας ψηλός, ξανθός, αδύνατος μ' ένα γερό σώμα κι ένα σκληρό πρόσωπο;

Οι δυο ανθρωπάκοι κοιτάχτηκαν. Ο Μπέκας τους πα­

ρακολούθησε τρέμοντας. Οι χωροφύλακες δε μιλούσαν, αφήνοντας το συνάδελφό τους από την Αθήνα να τελει­ ώσει τις ερωτήσεις του. Ο ένας από τους ανθρώπους έξυ­ σε το κεφάλι του πάνω από την τραγιάσκα του. Κοίταξε

πάλι τον άλλο. -Λοιπόν; ρώτησε ο Μπέκας ανυπόμονα.

-

Ξέρουμε έναν τέτοιο που λες, αλλά αυτός είναι πα-

λιός. Μένει χρόνια εδώ.

-

Τα μάτια του Μπέκα έλαμψαν. , , , -Στο τέλος ή στην αρχή της Κατοχης; Ο ανθρωπος σκεφτηκε για λίγο.

- Στο τέλος, είπε.

Τώρα ο Μπέκας δεν μπορούσε να κρατηθεL.'Επρεπε να

το σκεφτεί πιο νωρίς. -Πού είναι το σπίτι του; ρώτησε. -Εδώ. Πίσω απ' αυτήν τη μάντρα.

Του έδειξε έναν τοίχο δυο - τρία σπίτια πιο πέρα από το σημείο όπου βρίσκονταν. Πλησίασαν.'Ενα χαμηλό σπι­ τάκι, όπως άλλωστε τα περισσότερα της γειτονιάς φαι­ νόταν στο βάθος μιας μάντρας.

Πώς τον λένε;

Ιορδανίδη. Κώστα Ιορδανίδη. Μα αυτός είναι Λαρι-

σινός. Κατοικεί εδώ πριν από μένα. Ήταν φανερό. Το πείσμα του κι ο πόνος για το σκοτω­ μένο φίλο του τον οδήγησε σε παραλογισμούς. Έξαφνα η ιδέα ήρθε στο μυαλό του αστυνομικού. Απίθανη ιδέα αλ­ λά όχι παράλογη.

-Η πόρτα του είναι πίσω, απ' τον άλλο δρόμο, εξήγη-

σε ο ανθρωπάκος. -Πάμε.

Πήγαν τρέχοντας. Το σπίτι ήταν σκοτεινό. Χτύπησαν.

Κανένας δεν απάντησε. Χτύπησαν πιο δυνατά. Τίποτα.

-Πρέπει να σπάσουμε την πόρτα, είπε στον υ;τονωμ~­

-Πολύ.

τάρχη ο Μπέκας. Εκείνος τον κοίταξε διστακτικος. Δε νομιζε πως έπρεπε. Δεν είχαν λόγους. , - Ο άνθρωπος αυτός σκότωσε, επέμεινε νευριασμενος

-Δηλαδή;

ο Μπέκας.

-Πόσο καφό μένεις εσύ εδώ; Ο άλλος κούνησε το κε-

φάλι του.

Ο άλλος σκέφτηκε. Μουρμούρισε κάτι. Μετρούσε κιό­ λας στα δάκτυλά του.

-

Ο υπαξιωματικός κούνησε το κεφάλι του. Το ύφος του

έλεγε καθαρά πως πίστευε ότι ο Μπέκας ,αναστατωμέ­

νος από το φόνο του φίλου του, παραφεροταν. Ο αστυ-

Εννιά χρόνια.

174

175


νομικός χαμογέλασε. Βέβαια ο άλλος είχε οίκιο. Κι αυ­

τός έτσι ,θα φε~όταν στη θέση του.

- Ακουστε, ειπε. Έβγαλε μια φωτογραφία του Αγγέλογλου από την τσέ­ πη του.

- Εοώ είναι ο άνθρωπος που κυνηγούμε για μια άλλη οολοφονία. Το λένε Αγγέλογλου και η αqτυνομία πίστευε πως είχε πεθάνει από χρόνια. Τώρα ανακαλύψαμε ότι ζει. Γύρισε στον ανθρωπάκο.

- Για έλα εοώ, φίλε. Το γείτονά σου τον Ιοροανίοη το

θυμάσαι καλά;

-Τι οουλειά έκανε ο Ιοροανίοης αυτός; Ρώτησε τον αν­ θρωπάκο, που τους είχε ακολουθήσει, ως το σπιτάκι. Ο

άλλος σήκωσε τους ώμους. Δεν ήξερε καλά, πάντως κά­ τι εμπόρια έκανε. Δουλειές του ποοαριού.

-

Ταξίοευε συχνά; Ναι. Πότε πήγαινε στα χωριά για παραγγελίες, πότε

στην Αθήνα για προμήθειες.

-

Ευχαριστώ.

Ήταν βέβαιος πως ήταν αυτός. Ο Μάκης Αγγέλογλοu,

Ο άλλος γέλασε.

- Αφού τον βλέπω κάθε μέρα. Ο Μπέκας τον τράβηξε κάτω από το φως τοu ηλεκτρι­ κού. Έβαλε τη φωτογραφία του Αγγέλογλου μπροστά στα

μάτιατοu.

-

μια τραπεζαρία, μια κρεβατοκάμαρα. Δεν υπήρχε τίπο­ τα.

φεύγοντας από την Αθήνα τότε, στο τέλος της Κατοχής, όταν άφησε να το νομίζουν πεθαμένο, δημιούργησε μια

οεύτερη ταυτότητα. Έξαφνα το βλέμμα του Μπέκα έλαμ­

ψε. Είχε οιακρίνει σ' ένα μικρό σανιοένιο τραπέζι ένα φτη­ νό τενεκεδένιο σταχτοδοχείο. Το πλησίασε βιαστικά. Δυο

Είναι αuτός;

ο άλλος δε οίστασε ούτε στιγμή. - Και βέβαια, αυτός είναι, είπε.

- Ευχαριστώ. Ο αστυνομικός έβαλε πάλι τη φωτογραφία στην τσέπη του. Γύρισε και κοίταξε χαμογελώντας άγρια τον αξιω­

αποτσίγαρα υπήρχαν ακόμα εκεί. Στην άκρη του ενός φαίνονταν καθαρά τα ίχνη από κοκκινάδι. Κάποια γυ­

ναίκα είχε καπνίσει μέσα σ' αυτό το οωμάτιο. Πήρε το αποτσίγαρο με το κοκκινάδι και το φύλαξε στο

κουτί των τσιγάρων του.

ματικό της υπηρεσίας.

Σε μια ώρα οι θλιβερές λεπτομέρειες είχαν τακτοποιη­

- Ο Ιοροανίοης, ο φιλήσυχος κάτοικος της πόλης σας κι ο Αγγέλογλου, ο οολοφόνος ποu κυνηγάμε στην Αθήνα,

ρει όλα τα στοιχεία. Σ' όλες τις υποοιοικήσεις και τοuς σταθ­

Ο άλλος δεν καταλάβαινε και με το οίκιο του. Ο Μπέ­

του οολοφόνου. Ο ιατροοικαστής είχε συντάξει την έκθεσή

είναι ο ίοιος άνθρωπος. Κατάλαβες; κας χαμογέλασε.

- Θα σου εξηγήσω. Αλλά τώρα πρέπει να μπούμε μέ­

σα σ' αυτό το σπίτι. Είναι το σπίτι του δολοφόνου.

Ο υπαξιωματικός συμφώνησε, χωρίς πολύ κέφι. 'Ολα

αυτά φαίνονταν πολύ μπεροεμένα.

Δε ουσκολεύτηκαν να παραβιάσουν την πόρτα. Το σπί­ τι οεν παρουσίαζε τίποτα το αξιόλογο. 'Ε να μικρό φτωχό σπίτι μπεκιάρη, που όμως έοειχνε μια μόνιμη εγκατά­ σταση. Ο Μπέκας γύρισε στα τρία του οωμάτια. 'Ενα χωλ, 176

θεL. Το συνεργείο Σημάνσεως της Χωροφυλακής είχε πά­ μούς της περιοχής είχαν τηλεφωνηθεί τα χαρακτηριστικά του και το πτώμα του δύστυχου αρχιφύλακα είχε τοποθε­ τηθεί στο νεκρικό θάλαμο του Δημοτικού Νοσοκομείου. Στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας ο Μπέκας κα­ τατόπιζε το συνάοελφό του αξιωματικό της Χωροφυλα­

κής, που τον είχαν ειδοποιήσει στο σπίτι του πάνω στην υπόθεση.

-

Αυτόν τον άνθρωπο κυνηγούσαμε ...

Του μίλησε για το Μάκη Αγγέλογλου, για τον τυχοοιώ­ κτη της Κατοχής που τον είχαν βρει σκοτωμένο.

177


-Όλοι ήμασταν βέβαιοι για το θάνατό του όταν τελευ­ ταία, εξ αφορμής του εγκλήματος του «Κρατικοό Θεά­

τρου»- ξέρεις γι' αυτό το έγκλημα;

Ο,άλλος είπε «ναι». Ήξερε ό,τι είχε <5ιαβάσει στις εφη­

μερι<5ες.

- Εξ αφορμής αυτοό του εγκλήματος, συνέχισε ο Μπέ­ ~ας, υποπτευθήκαμε πως ζει. Αυτός ο Αyyέλογλου ήταν αντρ~ς της η~οποιού που σκοτώθηκε. Από μια φωτο­ γρ~φια καταλα~αμε πως ο άνθρωπος, που πιστεύαμε νε­ κρο,, συνερyαζοταν με κάποια ηθοποιό Χαλκιά, για να εκβιασουν ~ναν εραστή του θόματος. Κάποιον Καρύ<5η ...

Του <5ιηγηθηκε τα περιστατικά με τον Καρύ<5η. Του μί­ λησε για, τη Χαλκιά και το ταξίδι της στη Λάρισα. Ο άλ­ λος τον α~ουγε με προσοχή. 'Ολη αυτή η ιστορία έμοιαζε

με μυθιστορημα.

-Απόψε, συνέχισε ο Μπέκας, ο αρχιφύλακας παρακο­ λου?ούσε αυτή τη γ~ναίκα. Μου τηλεφώνησε. Δεν τον ξα­ ναειδα ως ;'I στιyμη που το, βρήκαμε σκοτωμένο. Δεν ξέ­ ρω φυσικα τι εγινε, αλλα <5εν είναι δύσκολο να το

φανταστώ.

Δεν ήταν δύσκολο να το φανταστεί. Θα είδε τη yuναί­

~α, που πήyαινε ~το σπιτάκι, στα Ταμπάκικα. Θα την αφησε να φυγει κι υ;περα ή θα παρακολούθησε τον άντρα,

μανούς. Του πολτοποίησε το πρόσωπο, ώστε να γίνει

αγνώριστο κι ύστερα τον έντυσε με τα ρούχα του και έβα­

λε στις τσέπες του τα χαρτιά του. Εκείνη την εποχή δεν πολυπρόσεχε κανένας τέτοια μικροπράγματα. Το πρώτο μέρος του σχεδίου είχε πετύχει. Έμενε το <5εύ­ τερο. Πού να κρυφτεί. Κάθε άνθρωπος που κρύβεται κά­

ποτε κινδυνεύει να ανακαλυφτεί. Ο καλύτερος τρόπος ήταν να ζει φανερά, αλλά σαν ένας άλλος. Εκεί ο τυχοδιώκτης δούλεψε πολύ καλά. Δημιούργησε τη <5εύτερη ταυτότητά του σε μια εποχή, που δεν μπορούσαν να τον κυνηγήσουν.

Όταν ακόμα ήταν Κατοχή, εγκαταστάθηκε στη Λάρισα ως Ιορδανίδης. Τον καφό εκείνο που όλα ήταν ανακατεμένα ήταν εύκολο να γίνει αυτό. Η απελευθέρωση θα τον βρή­

κε Ιορδανίδη με ταυτότητα κανονική κ.τ.λ. Ο Μπέκας σταμάτησε.

-

Δεν είχε ταυτότητα; ρώτησε τον υπομοίραρχο.

-Είχε.

-

Φυσικά.

Δημιούργησε γνωριμίες, φίλους. Ήταν ένας άνθρωπος που τον ήξεραν πολλοί, ο κ. Ιορδανίδης. Τον άλλο, τον Αγγέλογλου τον είχαν όλοι- και η αστυνομία ακόμα- ξε­ χάσει. Δεν ασχολείται κανένας μ' ένα νεκρό. Με το εμπό­

ριό του είχε κάθε ευκαιρία να πηγαίνει, όταν ήθελε, στην

κι αυτός τον αντιληφθηκε και τον σκότωσε ή θέλησε να τον συλλάβει στο <5ρόμο ή το συνέλαβε στο σπίτι του και όπω~ τον πήγαινε, στην αστυνομία, ο άλλος βρήκε την ευ­

γιατί τον απειλούσε πως θα φανερώσει ότι ζούσε. Ίσως.

καr.ρια και τον χτυπησε στο σκοτεινό <5ρομάκι.

πτικός ο υπομοίραρχος.

-Αλλά αυτός ο Ιορδανίδης; ρώτησε ο αξιωματικός της

Χωροφυλακής.

?

Μπέκας χαμογέλασε. 'Ηταν πραγματικά σατανική η ιδε~ του Αyrέλογλου. Αφού είδε πως το τέλος της Κα­

τοχης πλησιαζε και πως θα πλήρωνε για όλα όσα είχε κά­

νει, σκέφτηκε να εξαφανιστεί.

Τι καλύτερος τρόπος για να μείνει ανενόχλητος, από το

να «πεθάνει»; Τότε ο θάνατος ήταν εύκολος. Ποιος ξέ­ ρει ποιον φουκαρά σκότωσε με τους φίλους του τους Γερ-

178

Αθήνα. Τι έκανε εκεί δεν ήξεραν. Ίσως σκότωσε τη Ρόζα,

-

Αυτά όλα όμως είναι υποθέσεις, παρατήρησε σκε­

Υποθέσεις που επιβεβαιώνονται. Η φωτογραφία του

μας βεβαίωσε ότι ο Αγγέλογλου ήταν ο άνθρωπος που ζητούσαμε στην Αθήνα. Απόψε, αυτοί οι γείτονές του, μας το είπαν καθαρά ότι ο Ιορδανίδης είναι ο άνθρωπος της φωτογραφίας. Άλλωστε ... -Άλλωστε; -Άλλωστε, είπε μ' ένα κακό χαμόγελο ο Μπέκας, έχουμε στα χέρια μας τον άνθρωπο που ξέρει και που θα μας

τα εξηγήσει όλα αυτά. 1 79


-Ποιον;

-Τη γυναίκα που συναντούσε ο Αγγέλογλου στην Αθήνα. Τη γυναίκα που παρακολουθούσε ο αρχιφύλακας πριν πεθάνει. Τη γυναίκα που κάπνισε αυτό το τσιγάρο -έβγα­ λε από το κουτί του το κοκκινισμένο αποτσίγαρο που εί­ χε φυλάξει -απόψε το απόγευμα με τον Ιορδανίδη. Τη Χαλκιά. Θέλεις να πάμε να τη δούμε;

-

Αυτή την ώρα;

Το πρόσωπο του Μπέκα ήταν όλο κακία.

-Δεύτερο δεξιά επάνω. Θέλετε να την ξυπνήσω; -Θα την ξυπνήσουμε μόνοι μας, είπε σκληρά ο Μπέκας.

Παραμέρισε τον έκπληκτο ανθρωπάκο και προχώρησε.

Ο αξιωματικός τον ακολούθησε. Δεν ενέκρινε τη συμπε­

ριφορά του συναδέλφου του από την πρωτεύουσα, αλλά δε μίλησε. Του είχε τύχει και εκείνου να σκοτωθεί από κακοποιούς ένα φίλος του και καταλάβαινε την ψυχολο­ γία του. Ο ανθρωπάκος τους κοιτούσε παραξενεμένος.

-Πάμε.

Στο τέλος, σήκωσε τους ώμους του. Αστυνομικοί ήταν, ας έκαναν ό,τι ήθελαν. Αυτοί είχαν τα γένια, αυτοί είχαν και

Δεν ξαναμίλησαν ως τη στιγμή που έφτασαν στη πόρ­

τα χτένια.

-

Είναι η καλύτερη.

τα του ξενοδοχείου της Χαλκιά. Ήταν ένα ξενοδοχείο, κάπου κοντά στη Δημοτική αγο­

ρά, που έμοιαζε περισσότερο με σπίτι. Ένα ευρύχωρο επαρχιακό σπίτι, με δυο πατώματα. Η πόρτα του ήταν κλειστή. Ο Μπέκας χτύπησε ανυπό­ μονα.

Ένας αχτένιστος τύπος φάνηκε πίσω από το τζάμι της πόρτας, γκρινιάρης. Ήταν φανερό πως τον είχαν σηκώσει

Δεν έχει δωμάτια, μουρμούρισε, χωρίς να ανοίξει και

χωρίς να περιμένει να τον ρωτήσουν. -Άνοιξε. Ο ανθρωπάκος ήταν έτοιμος να αρνηθεί όταν πίσω από τον Μπέκα είδε τον αξιωματικό της χωροφυλακής. Άνοι­ ξε, χωρίς πολλή προθυμία.

-

φανερά δυσαρεστημένος. Το παράκανε.

Η πόρτα υποχώρησε. Η Χαλκιά δεν είχε κλειδώσει. Ο Μπέκας μπήκε. Το δωμάτιο φωτίστηκε από το λίγο φως

που έμπαινε από το διάδρομο. Ακούστηκε η νυσταγμένη φωνή της γυναίκας, που ρωτούσε. -Τι είναι:

από τον ύπνο του.

-

'Εξω από το νούμερο 5 οι δυο άντρες σταμάτησαν. Ο αξιωματικός ήταν έτοιμος να χτυπήσει την πόρτα, όταν είδε πως ο Μπέκας γύριζε σιγά το πόμολο. Τον κοίταξε

'Ηταν φανερό πως δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Ο αστυνο-

μικός γύρισε το διακόπτη. Το δωμάτιο γέμισε φως. Φά­ νηκε η Χαλκιά που τιναζόταν τρομαγμένη στο κρεβάτι της. Τα μάτια της ήταν γεμάτα φόβο, αλλά ήταν φανερό πως όλα αυτά δεν είχαν ξεκαθαριστεί ακόμα στο μυαλό της. Βρισκόταν σ' εκείνη την παράξενη κατάσταση, ανά­

μεσα στον ύπνο και στο ξύπνημα. Δεν ήταν βέβαιη πως

Τι θέλετε; ρώτησε.

Ο Μπέκας δεν άφησε, όπως ήταν το κανονικό, το συ­ νάδελφό του να ρωτήσει. Ρώτησε ο ίδιος. -Σε ποιο δωμάτιο μένει η κ. Χαλκιά;

Ο άνθρωπος του ξενοδοχείου, χωρίς να απαντήσει, κοί­

δεν ονειρευόταν. - Τι θέλετε, μουρμούρισε.

Είδε τον αξιωματικό της Χωροφυλακής όρθιο στην πόρ­

τα κι αμέσως τον Μπέκα που προχώρησε κατά πάνω της.

ταξε τον υπομοίραρχο. Αυτός του έγνεψε «ναι». Μπο­

Ο ύπνος έφυγε από το κεφάλι της. Τράβηξε το σεντόνι

ρούσε να μιλήσει.

στο αδύνατο στήθος της.

-

Στο πέντε, είπε, αλλά τώρα κοιμάται.

-Τι θέλετε; ξανάπε τρομοκρατημένη, Τι τρόπος είναι

αυτός;

-Πού είναι το πέντε; ι8ο

t8t


Ήθελε να κάνει την αγανακτισμένη, αλλά ήταν φανερό πως ο φόβος την παρέλυε. Ο Μπέκας προχώρησε και κά­

-Ξέρεις καλά. Ο Αγγέλογλου. Ο άντρας της φίλης σου της Βαργή.

,

φωθεί από το θυμό. Ο υπομοίραρχος αποφάσισε επιτέ­

Η Θάλεια Χαλκιά γέλασε μ' ένα γέλιο σπασμωδικο, που έκανε φρικτό το γερασμένο της πρόσωπο.

λους να επέμβει. Η μέθοδος του συναδέλφου του δεν ήταν

- Ο Αγγέλογλου, το ξέρετε πως πέθανε από χρόνια.

θισε στο κρεβάτι της. Το πρόσωπό του είχε παραμορ­

του γούστου του.

-Τι θέλετε; ξαναρώτησε η Χαλκιά κι αυτή τη φορά απευθυνόταν στον Μπέκα. Τον γνώρισε και δοκίμασε να δώσει στο πρόσωπότης ένα χαμόγελο φιλικό. -Εσείς; είπε.

-

Πού είναι; μούγκρισε ο Μπέκας.

-Ποιος;

Άρπαξε το αδύνατο μπράτσο της και το 'σφιξε δυνατά,

άγρια. Η γυναίκα άφησε μια πονεμένη κραυγή.

-Το ξέρουμε πως ζει, είπε ο Μπέκας. Το ξέρουμε πως

μαζί πήρατε τα λεφτά του Καρύδη. Το ξέρουμε πως πή­ γες προχτές και τον βρήκες στα Σεπόλια.

'Οσο μιλούσε τόσο το πρόσωπο της ηθοποιού χλώμιαζε. -Δεν καταλαβαίνω, ψιθύρισε, χωρίς αυτοπεποίθηση

όμως.

- Θα καταλάβεις καλά. Βο-Ιjθησες κι εσύ να σκοτώσει

απόψε ο φίλος σου τον αρχιφύλακα;

Αυτή τη φορά η ηθοποιος τινάχτηκε. Ήταν έτοιμη να λι-

ποθυμήσει.

-Το ξέρεις ποιος. Πού βρίσκεται;

-Ποιον αρχιφύλακα; ψιθύρισε τρέμοντας.

Η γυναίκα τράβηξε απότομα το χέρι της. Μια σκληρή

-

λάμψη πέρασε από τα μάτια της. Είχε αρχίσει να συνέρ­ χεται. Ξανάβρισκε την ψυχραιμία της. -Δεν ξέρω ποιον λέτε και θα διαμαρτυρηθώ για τη στά­

Ξέρεις ποιον.

Το θυμωμένο ύφος του Μπέκα, ο αγροίκος τρόπος του, τα μάτια του, που έλαμπαν, την είχαν παραλύσει. Έτρε­ με.

ση σας. Δεν είναι τρόπος αυτός να μπαίνετε, μέσα στο

- Ορκίζομαι, δεν ξέρω Τίποτα.

δωμάτιο μιας γυναίκας ...

Φαινόταν πως έλεγε αλήθεια, τουλάχιστο για τον αρχι-

Θα έλεγε κι άλλα, αλλά ο Μπέκας την έκοψε μ' ένα άγριο σκληρό:

φύλακα. Ο Μπέκας της είπε: -Απόψε ο φίλος σου ο Αγγέλογλου σκότωσε τον αστυ­

-Σκάσε!·

νομικό μας, που σε παρακολουθούσε, έξω από το σπίτι

Ο υπομοίραρχος κοίταζε πάντοτε σιωπηλός. Αν δεν εί­

του, στα Ταμπάκικα. Ξέρεις ποιο σπίτι. Εκεί που ήσουν

χε μεσολαβήσει ο θάνατος του αστυνομικού, δε θα επέ­

το απόγευμα. Και, τον σκοτώσατε μαζί. Εσύ το~ παρέ­

τρεπε στον Μπέκα μια τέτοια συμπεριφορά. Επιτέλους

συρες. Ξέρεις τι θα πει να σκοτώσεις αστυνομικο; Θα το

δεν βρισκόταν στην περιφέρειά του.

πληρώσεις άσχημα. Βρώμα.

-Πού είναι ο Αγγέλογλου;

'Ηταν έξαλλος. Σήκωσε τη γροθιά του έτοιμος να χτυπή­ σει τη γυναίκα, που έκρυψε τρομαγμένη το πρόσωπό της. Ο υπομοίραρχος του 'πιασε το χέρι. Ο Μπέκας συνήλθε. -Με συγχωρείς, είπε σκουπίζοντας το ιδρωμένο μέτω-

-Ποιος;

πό τοu.

-

Πάψε, μούγκρισε πάλι ο Μπέκας. Αρκετά την έπαι-

ξες την κωμωδία. Τα ξέρουμε όλα.

-

Δεν ξέρω τι λέτε.

Ήταν φόβος αυτό που την έκανε να τιναχτεί ή έκπληξη; -Ποιος είπατε;

Άναψε ένα τσιγάρο, κοιτάζοντας πάντοτε με μίσος την ηθοποιό. Τράβηξε δυο βαθιές ρουφηξιές. 183


-Και τώρα πες μου, πώς τον σκοτώσατε; ρώτησε. - Δεν ~μουν εκεί, είπε rι γυναίκα ξεψυχισμένrι. -Είχες φύγει;

δύο φόνων, μrιν κρύβεις τίποτα. Ποιον είχε στη Θεσσα­ λονίκη;

Η Χαλκιά κάτι π~γε να πει. Ο Μπέκας της έσφιξε το

Τώρα δεν αρνιόταν πως είχε πάει. Ο τρόμος για το φό­ νο που της απέδιδαν την έκανε να μη σκέπτεται τίποτα

άλλο, παρά μόνο αυτό. Πώς να μ-ην την μπλέξουν σ' αυ­ τό το έγκλημα άδικα. Ο Μπέκας το κατάλαβε. 'Ελεγε αλή­ θεια. Δεν ~ξερε για το φόνο του αστυνομικού -Πότε έφυγες; τη ρώτησε. -Στις οχτώ.

-Τον άνθρωπό μας τον είδες;

- Δεν είδα κανέναν. -Τον Αγγέλογλου τον άφησες στο σπίτι του; Δεν είχε

πια τη διάθεση να αρνηθεί πως γνώριζε τον Αγγέλογλοu. -Ναι. Στο σπίτι του.

- Καλά. Τα άλλα θα μας τα πεις αργότερα. Τώρα πες

μου. Πού ~γε;

χέρι δυνατότερα.

-Όχι ψέματα. Είχε ένα φίλο. Δεν ξέρω αν θα πήγαινε εκεί.

-

-Ποιον;

-Ένα Μαυρίδrι, που είχε ένα εξοχικό καφενεδάκι, στο Μπαχτσέ τσιφλίκ. Ο Μπέκας την άφφε.'Εγνεψε στον υπομοίραρχο. Μπο­ ρούσαν να φύγουν. Βγήκαν από το ξενοδοχείο, σε λίγο, παίρνοντας μαζί τους τη Χαλκιά που είχε ντυθεί. Ο νυ­ σταγμένος υπάλληλος τους κοιτούσε έκπλrικτος.

Πλησίαζε να ξημερώσει. Μια λεπτή πάχνη ανέβαινε από τον Πηνειό και σκέπαζε την πόλη. Προχώρησαν πεζοί προς την υποδιοίκηση της χωροφυλακής. Η Χαλκιά, ανάμεσα στους δυο άντρες, έτρεμε από το φόβο της και τη πρωι­

-Δεν ξέρω.

- Πού μπορεί να βρίσκεται; - Δεν ξέρω. Στη Λάρισα ήρθα για πρώτη φορά. Εγώ

τον έβλεπα στην Αθ~να.

νή δροσιά. Κανένας δε μιλούσε. Τα φώτα στους δρόμους είχαν αρχίσει να σβήνουν. Σε δέκα λεπτά έφτασαν στο αστυνομικό κατάστημα κι ανέβηκαν κατευθείαν στο γρα­

φείο του αξιωματικού. Ο Μπέκας έδειξε στην rιθοποιό

-Γιατί ήρθες;

- Γιατί στην Αθήνα κατάλαβε πως κάποιος μας παρα-

κολουθούσε.

-Και τι είχατε σκοπό να κάνετε;

- Θα φεύγαμε για τη Θεσσαλονίκη. Τα έλεγε όλα αυτά και φαινόταν πως δεν έλεγε ψέματα.

-Πού θα πrιγαίνατε εκεί;

-Δεν ξέρω. Ο Αγγέλογλου θα τα κανόνιζε. -Δεν σου είχε πει ποτέ τίποτα; -τίποτα.

Ο Μπέκας τrις έσφιξε πάλι το χέρι. Το πρόσωπό του

ήταν πάντοτε άγριο.

-Πρόσεξε. Αν δε θες να την πληρώσεις σα συ-νένοχη t84

μια καρέκλα.

Κάθισε, της είπε.

-

Πήρε ο ίδιος μια άλλrι, τη γύρισε και κάθισε καβαλι­ κευτά επάνω της, ακουμπώντας το πrιγούνι του στη ρά­ χη της.

Και τώρα πες τα μας όλα. Ποιος σκότωσε τη Ρόζα

-

Βαρyή; -Δεν ξέρω.

Ο υπομοίραρχος παρακολουθούσε απ' το γραφείο του σιωπrιλός. Δεν ήξερε τις λεπτομέρειες της υπόθεσης και δεν ανακατευόταν. Ο θυμός του Μπέκα είχε περάσει. Η

κούραση είχε αντικαταστήσει ην προrιγούμενrι έξαψή του.

-

Είναι καλότερα για σένα να μιλήσεις ειλικρινά.

185


-Λέω αλήθεια, επέμενε η Χαλκιά μ' αΟύνατη φωνή. Δεν

ξέρω. Ό,τι ήξερα σας τα είπα τότε. Τη βραδιά του φό­ νου.

Η ηθοποιός θέλησε κάτι να πει. Ο Μπέκας την έκοψε. -Όχι παραμύθια εδώ. Το ξέρουμε πως σε πλήρωνε. Γιατί; Τι ήξερες; Με τι τον εκβιάζατε εσύ κι ο φίλος σου; Η Χαλκιά ανοιγόκλεισε τα μάτια της με αγωνία.'Υστε­ ρα σα να πήρε επιτέλους την απόφασή της, είπε: -Μπορώ να καπνίσω;

από την παράσταση, η μακαρίτισσα μου είπε πως ήταν κάποιος ξάδελφός της. Εγώ είχα δει μια φωτογραφία της

μαζί του και δεν το πίστεψα. Της το είπα κι αναγκάστη­ κε να μου τα ομολογήσει όλα.

-

Και τη οουλειά με τον Καρύοη πότε τη σκαρώσατε;

Η Χαλκιά τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά απ' το τσιγάρο της. ~Ήρθε και με βρήκε ο Αγγέλογλου λίγες μέρες ύστε-

Ο Μπέκας της έδωσε ο ίδιος τσιγάρο. Την ώρα που της το άναβε με τον αναπτήρα του, ρώτησε: -Λοιπόν;

ρα από το θάνατο της Ρόζας. -Ώστε έτσι; -Ναι.

Θα σας τα πω όλα.

Ο Μπέκας σηκώθηκε. Δε φαινόταν αν πίστευε στην ιστο-

Στο γραφείο του ο υπομοίραρχος κινήθηκε. Η ηθοποι­ ός γύρισε και τον κοίταξε. Ήταν σα να του ζητούσε βοή­ θεια αλλά εκείνος την κοίταξε σα να μην την έβλεπε. -Λοιπόν; ρώτησε ο Μπέκας ανάβοντας και το δικό του τσιγάρο. Με τι τον εκβιάζατε;

- Είχα κάτι γράμματα του στα χέρια μου, είπε η ηθο­ ποιός. Κάτι γράμματα που ο Καρύδης έστελνε στη Ρόζα και μιλούσε εκεί κοροίδεuτικά για τη γυναίκα του. Όταν πέθανε η Ρόζα, πήγα και τον είοα. Του είπα πως θα τα φανέρωνα στη γυναίκα του. Έτσι με πλήρωσε. Ο αστυνομικός την άκουγε χωρίς να δείχνει τίποτα. Η Χαλκιά τον κοίταζε στα μάτια. Την πίστευε; Το πρόσω­ πο του Μπέκα ήταν ανέκφραστο.

-Κι ο Αγγέλογλου; τη ρώτησε.'Ηξερε κι αυτός για τα γράμματα;

ρία της ηθοποιού ή όχι.

-

Το βράδυ του εγκλήματος ο εν ήταν στο θέατρο;

-Όχι.

-

Στην Αθήνα;

Δεν ξέρω. Ο ίοιος μου είπε πως ήταν στη Λάρισα.

Ο Μπέκας είχε έρθει τώρα κοντά της.

-

Αυτό είναι όλο;

-Αυτό. Έσκυψε πάνω της τόσο πολύ, ώστε η μύτη του ακού­ μπησε σχεδόν στο πρόσωπό της.

-

Κι έχεις τη γνώμη πως θα πιστέψουμε όλα αυτά τα

παραμύθια σου; τη ρώτησε ήσυχα. -Αλλά;

-Πάψε! Η φωνή του έγινε απότομα σκληρή.

-Ναι. Αυτός μ' έβαλε να κάνω τη δουλειά.

-

-Ναι. Κι εγώ για πεθαμένο τον πίστευα. Την πρώτη φορά που τον είδα στης Ρόζας, μια νύχτα που γυρίζαμε

- Και ο Καρύδης γιατί σε πλήρωνε;

-

-Το ήξερες πως τον νόμιζαν για πεθαμένο;

Εσύ πώς τον γνώρισες;

- Ερχόταν πότε - πότε κι έβλεπε τη Ρόζα. -Γιατί;

- Για να της παίρνει λεφτά. -Στο σπίτι της τον γνώρισες; -Ναι.

-Ο Αγγέλογλου ήταν το βράδυ εκείνο στην θήνα. Ο Αγγέλογλου ήρθε στο θέατρο. Ο Αγγέλογλου σκότωσε τη Βαργή. Κι εσύ, αν δεν το βοήθησες σ' αυτόν το φόνο οπωσ­ δήποτε τον είοες. Γιατί τον κρύβεις; Γιατί αγοράζει τη σιωπή σας ο Καρύδης;

Η Χαλκιά έκανε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να κρα­ τήσει την ψυχραιμία της.

ι86


Θα σε κάνουμε να μας την πεις. Έχουμε τον τρόπο να σε

-Πώς λες να yιναν τα πράγματα; τον ρώτησε η μικρή. Μασούσε την αιώνια τσίχλα της, αλλά το πολύ βαμμέ­ νο και παρ' όλα αυτά παιδικό πρόσωπό της ήταν σοβα­ ρό. Ο Μπέκας έπαιζε σκεφτικός με ένα μάτσο από κλει-

κάνουμε να μας την πεις.

διά.

-

Σας είπα ό,τι ήξερα, είπε.

Ο Μπέκας γέλασε μ' ένα μικρό κακό γέλιο.

-Μας είπες ψέματα. Αλλά την αλήθεια θα μας την πεις.

- Ο φίλος μου παρακολουθούσε τη Χαλκιά, όπ~ς μου

Ως το μεσημέρι της άλλης μέρας κανένα ίχνος του Αγ­

το τηλεφώνησε. Φαίνεται έμεινε έξω από το σπιτακι ως

γέλογλου δεν είχε βρεθεί. Η Χωροφυλακή έψαξε παντού.

τη στιγμή που έφυγε.'Υστερα ο αρχιφύλακας ή θα θέλη­

Τίποτα.'Ηταν σα να άνοιξε η γη και τον είχε καταπιεί. Ανέ­

σε να συλλάβει τον Αγγέλογλου ή θα προσπάθησε να τον

κριναν τη Χαλκιά συνεχώς. Η ηθοποιός είχε γίνει πτώμα.

παρακολουθήσει. Κι αυτός τον σκότωσε. Έτσι φαντάζο­

Κι όμως επέμενε σ' εκείνα που είχε πει από την αρχή.

μαι, αλλά μπορεί να μην έγιναν κι έτσι.

-

Είναι η αλήθεια, έλεγε.

Είδαν πως δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Αποφά­

-Αυτή, ρώτησε η μικρή, δεν ήταν στο φόνο;

-Δεν πρέπει να ήταν. Ελέγξαμε την ώρα που γύρισε

σισαν να τη στείλουν στην Αθήνα. Ο Μπέκας ετοιμαζό­

στο ξενοδοχείο της. Το έγκλημα, όπως διαπίστωσε ο ια­

ταν κι εκείνος να γυρίσει. Η μικρή θεατρίνα στο ξενοδο­

τροδικαστής, έγινε αργότερα.

χείο του, τον κοιτούσε χωρίς να του μιλά. Είχε διαβάσει

στην τοπική εφημερίδα για το έγκλημα της χθεσινής νύ­ χτας και καταλάβαινε τη λύπη του. Ο Μπέκας ήταν εκεί­ νος, που πρώτος πήγε κοντά της.

-

Πώς πάει ο φίλος σου; τη ρώτησε. Αυτή σήκωσε τους

ώμους. -Άσε το φίλο μου. Ξέρεις πως δεν μ' ενδιαφέρει. Ώστε όλα πήγαν άσχημα.

-

Πολύ άσχημα.

-Και τώρα;

Ο Μπέκας χαμογέλασε στενοχωρημένα. Θα γύριζε στην

Αθήνα.

-Εσύ·

Η μικ~ή έφτυσε την τσίχλα της αηδιασμένη.

-Τρίκαλα. Το τσίρκο μας θα ψυχαγωγήσει και την υπόλοιπη Θεσσαλία. Υπάρχουν κι εκεί πλούσιοι.

Γελούσε, αλλά φαινόταν στενοχωρημένη. Ο Μπέκας πή-

ρε το χέρι της.

Ήταν κακόκεφος. Είχε και κάποιες τύψεις για το θά­

νατο του παλιού συναδέλφου του. Ίσως δε θα 'πρεπε να τον αφήσει μόνο. -Η γυναίκα δε μίλησε; ρώτησε πάλι η μικρή. -Όχι. -Είσαι βέβαιος πως είναι ένοχη;

-Βέβαιος! ... Για τίποτα δεν μπορεί να είναι κανένας βέβαιος. Πάντως, ήταν συνεταίρος του Αγγέλογλου, γι'

- Είσαι καλό κορίτσι. Θέλω να με θεωρείς φίλο σου.

Ευχαριστώ για τη βοήθειά σου.

- Δε βαριέσαι. - 'Οταν γυρίσεις στην Αθήνα να 'ρθεις να με βρεις. - Φοβάμαι πως δε θα καταφέρω να γυρίσω ποτέ. Γεια σου.

'Εφυγε απότομα από κοντά του για να μη δει πως ήταν

δακρυσμένη. Ο Μπέκας έμεινε ακίνητος στη μέση του

αυτόν ήρθε στη Λάρισα, μαζί του ήταν λίγη ώρα πριν από

σαλονιού, παρακολουθώντας την, όπως απομακ~υνόταν

το έγκλημα.

με τα μεγάλα βήματά της, το ψηλό ευλύγιστο σωμα της

Στέκονταν όρθιοι στο σαλόνι του ξενοδοχείου και μι­ λούσαν.

t88

και το χαμηλό παλτό, ανάρριχτα στην πλάτη της. Ήταν καλό κορίτσι στ' αλήθεια. Γύρισε στο χοντρό. Είπε να t8g


του στείλουν το λογαριασμό. Ανέβηκε στο δωμάτιό του

λεπτός με δυνατό σώμα, ξανθά μαλλιά και σκληρό πρό­

για να ετοιμάσει τις βαλίτσες του. Την ώρα που δίπλω­

σωπο.

νε τις πυτζάμες του, χτύπησε η πόρτα. Ήταν ένας χω­ ροφύλακας.

Ο Μπέκας ανάπνευσε. Κρατούσαν τώρα κάτι στο χέρι

του.

-Ο κ. Υπομgίραρχος σας θέλει, είπε. Βρήκαμε κάτι σχε­ τικό μ' αυτόν τον Αyyέλογλου.

-

Είναι αυτός.

-Και τώρα;

- Θα πάω μόνος μου εκεί.

-Έρχομαι.

Πέταξε τις πυτζάμες του στο κρεβάτι και βγήκε βια­ στικά, πίσω από το χωροφύλακα, την ώρα που ο χοντρός ανέβαινε με το λογαριασμό.

Θυμήθηκε τα λόγια της Χαλκιά και το Μαυρίδη, στο

Μπαχτσέ Τσιφλίκ.

- Νομίζω πως ξέρω πού θα το βρω. Τι ώρα φεύγει το

τραίνο; Αυτό που η χωροφυλακή είχε ανακαλύψει δεν ήταν πο­

Η ταχεία περνούσε ύστερα από τα μεσάνυχτα.

λύ σίγουρο, αλλά ήταν κάτι. Τη νύχτα του εγκλήματος στο φυλάκιο του φόρου, στο δρόμο για τα Βορινά, ένας

άνθρωπος είχε ζητήσει από το σοφέρ ενός φορτηγού να τον πάρει μαζί του. Φορούσε καμπαρντίνα και δεν είχε αποσκευές. Ήταν ψηλός και μάλλον λεπτός. Ο εισπρά­ κτορας του φόρου, ο μόνος μάρτυρας της σκηνής, δεν εί­ χε προσέξει άλλα χαρακτηριστικά. Ένα μονάχα ήταν που μπορούσε να 'ναι σημαντικό σ' αυτή την ιστορία. Το αυ­

τοκίνητο πήγαινε στη Θεσσαλονίκη.

-

Να είναι αυτός;

Ήταν πιθανό να 'ναι αυτός. Από τη Χαλκιά είχαν μάθει

πως η Θεσσαλονίκη ήταν ένα μέρος όπου το ζευγάρι των εκβιαστών είχε σκοπό να πάει. Η Χωροφυλακή ζήτησε τα στοιχεία των φορτηγών που είχαν φύγει εκείνο το βράδυ για τα βορινά. Ήταν πολλά. Δυο απ' αυτά πραγματικά είχαν τέρμα του ταξιδιού τους τη Μακεδονική πρωτεύουσα. Ήταν αργά τώρα για να το προλάβουν. Τα αυτοκίνητα θα είχαν φτάσει. -Να τηλεφωνήσουμε, είπε ο Μπέκας. Τηλεφώνησαν και περίμεναν την απάντηση. Πέρασε μια ώρα εκνευριστικής αναμονής, αλλά η απά­ ντηση ήταν θετική. Η Χωροφυλακή της Θεσσαλονίκης εί­ χε βρει το αυτοκίνητο. Ναι. Ένας άνθρωπος είχε ταξιδέ­ ψει μ' αυτό. Ο σοφέρ ήξερε λεπτομέρειες. Ήταν ψηλός, 190

191


ήταν να κοιμόταν λίγο. Ίσως καλμάριζε τα νεύρα του.

Ήταν ολότελα άυπνος από την προηγουμένη νύχτα. Έγειρε το κεφάλι του στο μαλακό στ'ijριγμα του κανα­ πέ και έκλεισε τα μάτια του. Ο υποβλητικός θόρυβος των

15. ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ

τροχών, πάνω στις ράγες, και το ρυθμικό κούνημα του βαγονιού ήταν ό,τι χρειαζόταν για να τον νανουρίσει. Παρ' όλα αυτά ο ύπνος δεν ερχόταν. Αισθανόταν τα νεύ­ ρα του να χοροπηδούν κάτω από το δέρμα. Βιαζόταν να φτάσει. Τώρα που ήξερε πως ο Αyγέλογλου βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, ήταν βέβαιος πως θα τον έβρισκε. Σ' αυτό το εξοχικό καφενεδάκι του Μαυρίδη, στο Μπαχτσέ Τσιφλίκ. Βιαζόταν να το βρει. Στο υπηρεσιακό του εν­ διαφέρον για τη σύλληψη ενός εγκληματία, είχε προστε­

θεί το προσωπικό του μίσος για τον άνθρωπο, ποu είχε

σκοτώσει έναν καλό του φίλο. Ο θυμός φάνηκε πάλι στο πρόσωπό του. Χωρίς να το καταλάβει, άνοιξε τα μάτια. Το πρώτο που αντίκρισε ήταν το χοντρό χαμογελαστό πρόσωπο του άλλου. -Δε σας παίρνει ο ύπνος, ε; -Όχι.

ο

τόπος που καθόταν δίπλα του, στο διαμέρισμα του τραίνου, ήταν φλύαρος, αγαθός και πρόθυμος για κουβέντα. Έκανε την πρώτη κρούση του προσφέ­

ροντας ένα τσιγάρο στον Μπέκα.

- Πηγαίνετε στη Θεσσαλονίκη; Ο αστυνομικός δέχτηκε το τσιγάρο και προσπάθησε να σταματήσει την κουβέντα μ' ένα απότομο: -Ναι.

Αλλά ο άλλος aεν ήταν από τους ανθρώπους που απο­ γοητεύονται εύκολα. Το χοντρό πρόσωπό του και τα χα­ ρούμενα μάτια του έδειχναν πως Υjταν ευχαριστημένος από τον εαυτό του και τη ζωή. -Πηγαίνετε για πρώτη φορά;

Μετάνιωσε γιατί δέχτηκε το τσιγάρο και δεν υποκρί­ θηκε, από την αρχή, τον κοιμισμένο. Άλλωστε καλά θα

-Και όμως ...

Του ανέπτυξε με άφθονα λόγια ένα μοναδικό, όπως έλεγε, τρόπο για να κοιμάται κανένας όποτε ήθελε. Αυ­

τός, είπε, ε(χε τον ύπνο στην τσέπη του. Μια φορά ... Ο Μπέκας δεν άκουγε. Γύρισε στο παράθυρο και είδε τα σκοτεινά δέντρα, που έφευγαν βιαστικά, σα μια ται­ νία που ξετυλιγόταν αντίθετα και παράλληλα προς το τραίνο. Μερικά φώτα φάνηκαν στο βάθος και χάθηκαν. Άκου­ σε τη σεφ'ijνα που έσχιζε τη νυχτερινή ησυχία. Κοίταξε το

ρολόι του. Τρεις. -Γνωρίσατε τη Θεσσαλονίκη προπολεμικά; άκουσε τη φωνή του χοντρού. Δεν του απάντησε, αλλά εκείνος δεν έδειξε πως το πρό­

σεξε. Μιλούσε για -τη Θεσσαλονίκη, πριν από τον πόλε­ μο, την κίνηση της, τα όμορφα σπίτια της. Είχε έναν τό-

193


νο ενθουσιασμού η διήγησή του. Απότομα ο Μπέκας ρώ­ τησε:

-

Είστε Σαλονικιός;

-Τον ξέρετε εσείς; ρώτησε.

Αλλά ο Μπέκας δεν απάντησε. Ώστε κι αυτός δοσίλο­ γος. Τώρα ήταν βέβαιος πως εκεί θα βρισκε τον άνθρω­

-Ναι.

πο που ζητούσε. Έκλεισε τα μάτια του και δεν τα άνοι­

-Έχει κίνηση τώρα στο Μπαχτσέ Τσιφλίκ;

ξε παρά μόνο όταν το τραίνο έμπαινε στη Θεσσαλονίκη.

Ο άλλος τον κοίταξε έκπληκτος. Δεν περίμενε μια τέ-

Τα είχε καταφέρει και είχε κοιμηθεί στ' αλήθεια.

τοια ερώτηση.

-

Αυτό τον καιρό, όχι. Το καλοκαίρι, είπε. Εσείς έχετε πάει εκεί;

Ο άλλος γέλασε. Η ερώτηση ήταν αστεία. Ποιος Σαλο­ νικιός δεν πήγαινε στο Καραμπουρνάκι;

-

Είναι μαγεία.

Τον έπιασε τώρα ένα φυσιολατρικός ενθουσιασμός. Δει­

λινά, κολύμπι στη χρυσή θάλασσα, φρέσκα ψάρια κοντά στην αμμοuδιά. Σ' άλλη περίπτωση θα ήταν Μπέκα. -Έχει κέντρα εκεί; -Αρκετά.

Σηκώθηκε και τέντωσε τα χέρια του. Ο χοντρός συντα­ ξιδιώτης τον κοιτούσε χαμογελαστός.

-

Τον πήρατε για καλά, του είπε.

Ο Μπέκας του χαμογέλασε. Αισθανόταν και λίγες τύ­ ψεις για την απότομη συμπεριφορά του απέναντι στον

καλό αυτόν άνθρωπο.

-

Για καλά, είπε.

Πήρε τη δική του βαλίτσα από το δίχτυ. Γύρισε και χαι­

ρέτησε τον άλλο με χειραψία. -Θα μείνετε καιρό στη Θεσσαλονίκη; τον ρώτησε αυ­ τός.

-Ένα εξοχικό κάποιου Μαuρίδη το ξέρετε;

-

Ο άλλος στράβωσε τα χείλη του. Και βέβαια το ήξερε.

Παρ' όλο ότι ήταν πρωί ακόμα, στο σταθμό υπήρχε αρ­

Δεν ξέρω. Θα εξαρτηθεί από τις δουλειές.

-Τον ξέρετε και τον ίδιο;

κετή κίνηση. Ο Μπέκας βγήκε και προχώρησε προς το

-Πώς.

πρώτο αυτοκίνητο που βρήκε μπροστά του.

Ήταν φανερή η αντιπάθειά του για τον άνθρωπο αυτό. Ο Μπέκας ρώτησε.

-

Δεν φαίνεστε να τον συμπαθείτε.

-

Στο «Αστάρια», είπε.

Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που είχε πά­

ει στη Θεσσαλονίκη για τελευταία φορά. Από το τζάμι

-Είναι μούτρο.

του αυτοκινήτου έβλεπε τους δρόμους, που εκείνη την

-Δηλαδή;

ώρα ξυπνούσαν. Πήραν την Εγνατία κι ύστερα έστρι­

-Στην Κατοχή ήταν πρωτοπαλίκαρο κάποιου Νικο-

ψαν στην οδό Τσιμισκή. Τα καταστήματα δεν είχαν ανοί­

λα·tδη. Έτυχε ν' ακούσετε γι' αυτόν; Ο Μπέκας του είπε «ναι». Τον είχε ακουστά αυτόν τον περίφημο συνεργάτη των Γερμανών.

-

Τότε καταλαβαίνετε. Αυτός ο Μαυρίδης τη γλίτωσε

ξει ακόμη. Δεν είχε κανένα σχέδιο. Σκέφτηκε να περάσει πρώτα από τη χωροφυλακή. 'Ύστερα μετάνιωσε. Τις υποψίες του

για το Μαυρίοη δεν τις βάσιζε σε τίποτα συγκεκριμένο,

με λίγα χρόνια φυλακή.

εκτός από τα αόριστα λόγια της Χαλκιά. Αποφάσισε να

Έξαφνα ο χοντρός σταμάτησε. Κατάλαβε πως η αγά­ πη του για τη φλυαρία τον είχε παρασύρει. Ίσως δεν έκα­

ρίξει πρώτα μόνος του μια ματιά κι ύστερα θα απευθυ­ νόταν στους τοπικούς συναδέλφους τοu. Από τις σκέψεις

νε καλά που τα 'λεγε όλα αυτά. Δεν ήξερε τίποτα γι' αυ­

τοu τον έβγαλε η φωνή τοu σοφέρ.

τόν τον τυχαίο συνταξιδιώτη του. Γιατί ρωτούσε;

-

Εδώ θα κατεβείτε;

195


Βρισκόταν τώρα μπροστά στο ξενοδοχείο «Αστάρια».

μή κλονίστηκε. Τραβούσε το σωστό δρόμο; Θα βρισκε το

Ερχόταν κιόλας ως αυτόν η φρέσκια μυρουδιά της θά­ λασσας. Η παραλία ήταν ο πρώτος παράλληλος δρόμος.

δολοφόνο του σ' αυτό το ήσυχο, χαρούμενο εκδρομικό

-Εδώ, είπε.

πρωινό; Μπήκε και πήρε τη θέση στον πάγκο. Η συντροφιά των

Πλήρωσε και κατέβηκε. Κρατώντας τη βαλίτσα του στο χέρι μπήκε στο κεντρικό ξενοδοχείο. Παρ' όλο ότι δεν συ­ νέβαινε τίποτα έκτακτο, το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο. Του εξασφάλισαν ένα μικρό μοναχικό δωμάτιο στο τέταρτο πάτωμα. Γδύθηκε, πήρε ένα μπάνιο κι άρχισε να ξυρίζε­ ται. Φρεσκοξυρισμένος και μ' ένα καθαρό πουκάμισο, αι­ σθάνθηκε τώρα ξεκούραστος.

Κατέβηκε και κατηφόρισε προς την παραλία. Τα κα­ φενεία είχαν ανοίξει. Προχώρησε προς το Λευκό Πύργο, ξάπλωσε σε μια πολυθρόνα και ζήτησε έναν καφέ. Ένα ελαφρό κυματάκι έσκαζε στην προκυμαία κι η μυρουδιά από το αλμυρό νερό έφτανε ευχάριστα ως τα ρουθούνια

νεαρών κάθισε δίπλα του. Άκουγε τις εύθυμες ιστορίες τους, τα ξένοιαστα γέλια tους, τα πεφάγματά τους. Σε

λίγο η κοπελίτσα γύρισε προς το μέρος του. Σε ένα από­ τομο γέλιο της τον είχε χτυπήσει με τον αγκώνα της.

-

Με συγχωρείτε.

Της χαμογέλασε φιλικά. Η κοπελίτσα, ίσως γιατί τον

λυπήθηκε που ήταν μόνος μια τέτοια όμορφη μέρα του έπιασε την κουβέντα. Πήγαινε κι αυτός στο Μπαχτσέ Τσιφλίκ; Ήταν μόνος; Ξένος; Δυο νεαροί της συντρο­

φιάς της μπήκαν στη συζήτηση. Ήταν εύθυμα κι ανοι­

χτόκαρδα παιδιά. Στο τέλος της εκδρομής είχαν γίνει σχεδόν φίλοι. Όταν πήδησαν στην ακρογιαλιά, κι ετοι­ μάζονταν να χωριστούν ο ένας νεαρός, ένα συμπαθητι­

του.

-Από πού φεύγουν τα καράβια για το Καραμπουρνά­ κι; ρώτησε το ψηλό γκαρσόνι που του έφερε ένα ευω­ διαστό καφέ.

κό παι15ί με γυαλιά κι ανυπόταχτα ξανθά μαλλιά, έριξε την ι15έα. -Γιατί δε μένετε μαζί μας, αφού είστε μόνος;

-Για την Περαία;

Η ιδέα ήταν περίφημη. Μαζί μ' αυτήν την παρέα των

Για το Μπαχτσέ Τσιφλίκ. -Από κει.

-

παιδιών θα μπορούσε να κάνει καλύτερα τη δουλειά του. -Αν με θέλετε, είπε.

Του έδειξε απέναντι. Ένα μικρό βενζινόπλοιο, με πά­ γκους στο κατάστρωμα, λικνιζόταν στο νερό. τι ώρα φεύ­

νούργιο διασκεδαστικό στοιχείο γι' αυτούς η προσθήκη

γει;

στη συντροφιά τους του περασμένου αυτού χοντρού αν­

-

Τον ήθελαν και του το είπαν με φωνές. Ήταν ένα και­

Στις εφτάμισι.

θρωπάκου, με το παχύ μουστάκι, που έμοιαζε σαν έμπο­

Ευχαριστώ.

ρος που κάνει τις διακοπές του. Πήγε μαζί τους. Τα παι­

διά το γλεντούσαν. Τα λίγα κέντρα είχαν απλώσει μερικά

Λίγο πριν από τις εφτάμισι, σηκώθηκε. Στην προκυ­ μαία, μπρος από τη βενζίνα, είχαν κιόλας μαζευτεί οι πρώ­

τραπεζάκια κοντά στη θάλασσα. Οι νεαροί στρώθηκαν με

τοι επιβάτες. Δυο τρεις ψαράδες, ένα ηλικιωμένο ζευγά­ ρι και κάμποσοι νεαροί με τα κορίτσια τους. Οι νεαροί

κάθισε μαζί τους.

φορούσαν πουλόβερ και σορτς και τα κορίτσια παντελό­ νια. Μια εύθυμη εκδρομική συντροφιά. Όλα αυτά ήταν πολύ ειδυλλιακά, σκέφτηκε ο Μπέκας. Και για μια στιγ-

στη Θεσσαλονίκη για δουλειές. Δεν είχε καθορίσει τι δου­ λειές, αλλά ήταν βέβαιοι πως επρόκειτο για εμπόριο. Ο

ιg6

1 97

φωνές σε 15υο τραπέζια του πρώτου κέντρου. Ο Μπέκας Τους είχε πει πως ήταν από την Αθήνα και βρισκόταν

αστυνόμος κοίταξε με τρόπο γύρω του. Ποιο απ' όλα ήταν


το κέντρο του περίφημου αυτού Μαυρίδη; Οι νεαροί άρ­ χισαν να γδύνονται. Θα έκαναν ένα πρωινό μπάνιο.

πήγαμε.

Σε αρκετή απόσταση, πίσω από το μαγαζί, φαινόταν ένα μικρό σπίτι, ανάμεσα σε δέντρα. Το γκαρσόνι είδε το

-Κι εσείς;

-

-Ναι. Έχεις οίκω, είπε ο Μπέκας χαμογελώντας. Εκεί

Με τέτοιο καφό;

Παρ' όλη τη θαυμάσια μέρα η άνοιξη βρισκόταν στην αρχή της και χρειαζόταν ένα θαλασσινό μπάνιο. -Όπως θέλετε.

βλέμμα του.

-Ο Μαυρίδης μένει χειμώνα καλοκαίρι εδώ, είπε. Εκεί είναι το σπίτι του.

Τα παιδιά είχαν γδυθεί. Τα γυμνά τους σώματα έλα­

Οι πρώτοι από τους νεαρούς βγήκαν από τη θάλασσα.

μπαν κάτω από τον ήλιο. Σε λίγο είχαν απομακρυνθεί με

Ήρθαν χαρούμενοι και βρεγμένοι κοντά τους. Το γκαρ­

φωνές. Ο Μπέκας έμεινε μόνος. Κοίταξε γύρω του. Κα­

σόνι πήρε παραγγελία και απομακρύνθηκε.

μιά επιγραφή που να φανερώνει εκείνο που ζητούσε. Ένας ψηλός υπάλληλος του κέντρου ήρθε κοντά του.

Δεν ήταν δύσκολο για τον Μπέκα να παρασύρει μερικούς από τους καινούργιους του φίλους ως το μικρό σπιτάκι του Μαυρίδη. Αμέσως ύστερα από το φιit βρήκε ένα πρόσχη­ μα και το κατάφερε. Προχωρούσαν προς τα εκεί τέσσερεις. Δυο κοπέλες, ο Μαυρίδης κι ένας νεαρός. Το σπίτι φαινό­ ταν έρημο. Το εξασκημένο μάτι του Μπέκα όμως, μπόρε­ σε να διακρίνει μια σκιά, πίσω από τις γυρτές γρίλιες. Κά­ ποιος υπήρχε μέσα στο σπίτι. Μπορούσε, όμως, να είναι κι ο ίδιος ο Μαυρίδης. Έπρεπε να βεβαιωθεί και βεβαιώθηκε. Με τη συντροφιά του κατέβηκε ως το καφενείο του Μαυρίδη. Ο άνθρωπος ήταν εκεί. Ώστε κάποιος άλλος

Είχε, όπως φαινόταν, όρεξη για κουβέντα. Μίλησαν για την άνοιξη που ήρθε πρώιμα φέτος, για την κίνηση του

καλοκαφωύ, για την κρίση και για τους φόρους. -Δικό σου είναι το κατάστημα; ρώτησε στο τέλος ο Μπέκας.

Ο άλλος έκανε ένα μορφασμό. Αυτός ήταν μόνον υπάλληλος. Το μαγαζί ήταν άλλου.

-

Πώς τον λένε;

Το ψηλό γκαρσόνι του είπε το όνομα. Δεν ήταν αυτός. - Πριν από καφό που είχαμε έρθει, ένα βράδυ, είχαμε καθίσει στο κέντρο ενός ... Έκανε πως προσπαθούσε να βρει το όνομα. -Του ΙορΟάνογλου;

-Όχι. Ενός Παυλίδη ... Καρύδη ... Ζανίδη ...

-

Μαυρίδη μήπως; είπε το γκαρσόνι.

έμενε στο σπίτι του.

Γύρισαν στο τραπέζι τους. Ένα καινούργιο πλοιάριο της συγκοινωνίας είχε φτάσει από τη Θεσσαλονίκη. Ο Μπέ­ κας τράβηξε παράμερα έναν από τους νεαρούς. Του εί­ χε φανεί πω σοβαρός. - Πρέπει να σου μιλήσω, του είπε.

Έπρεπε να σηκωθεί. Ο Μπέκας συμμορφώθηκε και είδε το

Εκείνος παραξενεύτηκε από το καινούργιο του ύφος. -Δεν είμαι αυτό ποu νομίζετε, συνέχισε ο Μπέκας. Είμαι αστυνομικός, και βρίσκομαι εδώ για δουλειά. Περίμενε την εντύπωση που θα 'καναν τα λόγια του. Οι αστυνομικοί δεν είναι πάντοτε συμπαθείς και μάλι­ στα στους εύθυμους νεαρούς. Ο νεαρός, όμως, της συ­ ντροφιάς του φάνηκε να ενθουσιάζεται. Η αποκάλυψη έδινε ένα καινούργιο ενδιαφέρον στην εκδρομή τους. Ο

κέντρο, μακριά από τα άλλα. Ήταν μικρό και απεριποίητο.

Μπέκας το παρατήρησε με ανακούφιση.

-Ναι. Έτσι μου φαίνεται, Μαυρίδη. Ο άλλος έκλεισε το μάτι του. Ασφαλώς με κάποια γυ­ ναίκα θα είχε έρθει. Ο Μπέκας το δέχτηκε χαμογελώντας. -Ναι, με γυναίκα.

-Γι' αυτό. Όλο τέτοιους πελάτες έχει ο Μαυρίδης. Είναι εκεί πίσω το μαγαζί του. Του έδειξε. Δεν μπορούσε να το δει από τη θέση του.

198

199


-

Θέλω να με βοηθήσεις, είπε. Πολύ ευχαρίστως.

βηξε στην άκρη τον επικεφαλής των χωροφυλάκων, έναν

ψηλό νέο ενωμοτάρχη, με έξυπνο πρόσωπο. Του έδειξε

Ήταν φανερό πως ο νεαρός έπαφνε τον εαυτό του για ήρωα αστυνομικής ταινίας.

-Χρειάζεται να γυρίσεις αμέσως στη Θεσσαλονίκη.

Του εξ"ήγησε. Θα π"ήγαινε στη Θεσσαλονίκη και θα 'Οι­ νε στη Διοίκηση Χωροφυλακής ένα σημείωμά του. Θα γύ­ ριζε ο ίδιος με χωροφύλακες. Ο νεαρός το δέχτηκε ευχα­ ρίστως.

την ταυτότητά του και του εξήγησε. Έπρεπε να κινηθούν

γρήγορα. Ο άνθρωπος από το σπίτι θα είχε αντιληφθεί ασφαλώς την παρουσία τους. Μαζ( με τους χωροφύλακες "ήταν όλοι έξι. Σκορπίστη­

καν και προχώρησαν. Από τα εξοχικά κεντράκια είχαν προσέξει τώρα τις κιν"ήσεις τους και παρακολουθούσαν με περιέργεια και ανησυχία. Ο Μαυρίδης δοκίμασε να

-Για ποιον πρόκειται;

προχωρήσει προς το σπίτι του. Τον σταμάτησαν.

-Για έναν μεγάλο κακοίφγο. Τον κυνηγάμε από την Αθήνα.

-

Μείνε εκεί που είσαι εσύ.

Ο Μπέκας έσφιγyε μέσα στην τσέπη του το πιστόλι

-Μένει εδώ;

του. Το είχε πει και στους άλλους. Ο άνθρωπος, που

-Όχι. Έχω λόγους όμως να πιστεύω, πως "ήρθε εοώ. Πως αυτ"ή την ώρα βρίσκεται εοώ. Ο νεαρός χαμογέλασε. Έδειξε με το κεφάλι του το σπι-

τι και να τρέχει για να ξεφύγει. Αλλά πράγμα παράξε­

τάκι.

νο, κανένας οε φάνηκε. Είχαν κυκλώσει τώρα το σπίτι

κυνηγούσαν, "ήταν επικίνδυνος. Περίμενε πως θα τον

έβλεπε, από λεπτό σε λεπτό, να πηδά μέσα από το σπί­

-Εκεί;

από παντού. Ο Μπέκας έφτασε στην πόρτα και φώνα­

-Ίσως.

ξε.

Σε λίγα λεπτά ο νεαρός "ήταν έτοιμος. Το βαποράκι σαλ­ πάριζε. Μόλις πρόλαβε να πηδήσει, ενώ οι φίλοι του του

ντηση. Τράβηξε το πιστόλι του και μπήκε. Ο ενωμοτάρ­

φώναζαν:

χης τον ακολούθησε. Οι χωροφύλακες έμειναν έξω, επι­

-Πού πας;

-Όποιος είσαι μέσα βγες με τα χέρια ψηλά. Καμιά απά­

τηρώντας τα παράθυρα και την πίσω πόρτα.

- Θα γυρίσω, απάντησε κουνώντας τα χέρια του.

Ήταν ένα μικρό σπίτι με ελάχιστα έπιπλα. Και ήταν άδειο. Το γύρισαν όλο. Κανένας. Κι όμως, υπήρχε ακό­

Η συντροφιά οεν ήξερε τι είχε γίνει, αλλά καταλάβαι­ νε πως κάτι συνέβαινε. Ο Μπέκας έμοιαζε με σκυλί, που

μα στην ατμόσφαιρα η μυρουδιά από καπνό. Κάποιος

οσφραίνεται τον αέρα, έτοιμο να ορμήσει. Είχε αφήσει

Μπέκα πήρε κάτι σαν πατάρι. Ανέβηκε με το πιστόλι

την παρέα και στάθηκε σ' ένα σημείο, απ' όπου μπορού­ σε να ελέγχει κάθε κίνηση γύρω από το μικρό σπίτι του Μαυρ(οη. Δεν έγινε όμως τίποτε ως τη στιγμή που έφτα­

πάντα στο χέρι. Ένα μικρό άνοιγμα έβγαζε σε μια μι­

σαν οι αστυνομικοί.

λισμός.

Ο ήλιος πλησίαζε στη δύση του. Αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, η μικρή συντροφιά θα 'πρεπε να ετοιμάζεται για το γυρισμό. Κανένας όμως δεν κινήθηκε. Περίμεναν όλοι να γίνει εκείνο που δεν "ήξεραν τι ήταν. Ο Μπέκας τρά200

είχε καπνίσει εκεί μέσα πριν από λίγη ώρα. Το μάτι του

κρή πόρτα. Έσπρωξε το σκέπασμα με τους ώμους του και αμέσως τραβ"ήχτηκε. Είχε πέσει ο πρώτος πυροβο­ Ο ενωμοτάρχης είχε τραβήξει κι αυτός το πιστόλι του. Τώρα όλα είχαν γίνει φανερά. Ο άνθρωπός τοu κρυβόταν στη μικρή ταράτσα.

Βγήκαν τρέχοντας έξω. Οι χωροφύλακες, στον κρότο 201


του πυροβολισμού, είχαν τραβήξει κι εκείνοι τα πιστόλια τους κι είχαν οχυρωθεί γύρω απ' το σπίτι. Ο Μπέκας με τον ενωμοτάρχη έπιασαν τις θέσεις τους. Δε φαινόταν τίποτε. Ο άνθρωπος πάνω στη μικρή τα­

ράτσα θα είχε ξαπλώσει με την κοιλιά. Ένα μικρό περι­ τοίχισμα τον έκρυβε.

-

Η ιστορία είχε τελειώσει. Αλλά αύριο, μεθαύριο, κά­ ποια καινούργια ιστορία θα άρχιζε γι' αυτόν. Για μια ακό­

μη φορά

-

ίσως η λύπη του για το φίλο που έχασε

Έφταναν στην Αθήνα, όταν το αποφάσισε πως ήταν και­ ρός να ζητήσει τη σύνταξή του.

Αγγέλογλου, είσαι κυκλωμένος, φώναξε ο Μπέκας.

Τίποτε.

-

Παραδώσου, ξαναφώναξε.

Και τότε πίσω από το μικρό τοιχάκι της ταράτσας ακού­ στηκε η μανιασμένη βραχνή φωνή.

-

Στο διάολο.

Ταυτόχρονα αντήχησε ο ξερός κρότος μιας πιστολιάς. Κι ύστερα άλλης. Αυτή η ιστορία δεν κράτησε πολύ.'Ενας

από τους χωροφύλακες είχε ανέβει σ' ένα δέντρο. Την ώρα που ο κακοποιός έδειξε το πρόσωπό του, σε μια προ­ σπάθεια να σκοπεύσει, μια σφαίρα, καλά ζυγισμένη, τον βρήκε στο μέτωπο. Έπεσε χτυπώντας τον αέρα με τα χέ­ ρια του.

Ήταν αυτός. Ο άνθρωπος που πίστευαν τόσο καιρό νε­ κρό. Ο Μάκης Αγγέλογλου. Τα ξανθά του μαλλιά κολ­ λούσαν στο ματωμένο μέτωπο. Το χέρι του έσφιγγε ακό­ μη το πιστόλι. Και το πρόσωπό του ήταν πάντοτε σκληρό,

σαν σκαλισμένο σε μέταλλο. Κανόνισαν τις λεπτομέρειες. Ο Μπέκας χαιρέτησε τους καινούργιους αναστατωμένους φίλους του. Μαζί με τους χωροφύλακες γύρισε στη Θεσσαλονίκη. Δεν είχε πια κα­ μιά δουλειά στη μακεδονική πρωτεύουσα. Ο δολοφόνος της Ρόζας Βαργή και του αρχιφύλακα ήταν νεκρός. Το άλλο πρωί πήρε το αεροπλάνο για την Αθήνα. Τώ­

ρα η Χαλκιά, σκεφτόταν, θα ομολογούσε. Δεν υπήρχε πια ο άνθρωπος που προσπαθούσε να κρύψει. Έτσι θα μά­ θαιναν και το μυστήριο, που τόσο τους είχε απασχολήσει. Πώς βγήκε ο δολοφόνος από το κλειδωμένο καμαρίνι ή

πώς μπήκε, αφού η πόρτα ήταν κλειστή από μέσα. 202

- σκέ­

φτηκε πως είχε κουραστεί.

203


Ο βιομήχανος έπιασε με τα δυο χέρια το κεφάλι του. -Θα σου τα πω. Όλα σε λίγες μέρες. Οι εφημερίδες διέθεσαν τις πρώτες τους σελίδες για

το φόνο του Αγγέλογλου. Το μυστήριο είχε λυθεί. Ο δο­ λοφόνος είχε πληρώσει. Τώρα ο Άρης Δημητριάδης θα

t6.

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΗΤ ΑΝ ΑΛΛ ΟΣ

έβγαινε από τη φυλακή. Δεν ήταν πια παρά ζήτημα δια­ τυπώσεων.

Ο Μπέκας είχε διηγηθεί με λεπτομέρειες όλες τις πε­ ριπέτειες του ταξιδιού του. Η Χαλκιά στον ανακριτή, στην Αθήνα, είχε ομολογήσει. Ναι. Ο Αγγέλογλου είχε σκοτώσει τη Βαργή. Το μόνο όπου δεν μπόρεσε και δεν ήθελε να δώσει απάντηση ή-ταν το πώς. -Δεν ήμουν μπροστά, έλεγε και ξανάλεγε. Το μυστήριο του κλειστού δωματίου έμενε πάν-τοτε

μυστήριο. Για όλους τα πράγματα είχαν τακτοποιηθεί. Για όλους εκτός από το Μακρή. Θυμόταν -το ωχρό πρό­ σωπο του Καρύδη, τις χοντρές σταγόνες ιδρώτα σ-το μέ­ τωπό -του, το ύφος του όταν έλεγε: «Θα σου τα πω όλα». Και κυρίως θυμόταν τα λόγια του για τον Αγγέλογλου. «Δεν είναι αυτός ο δολοφόνος». Παρ' όλα αυ-τά δεν είχε μιλήσει στους φίλους του. Πε­

Θ

α σοu τα πω όλα, είχε πει ο Καρύδης στον Μα­

ρίμενε την εξομολόγηση -του Καρύδη. Κι ύστερα από πέ­

κρή. Φαινόταν εξουθενωμένος. Χοντρές σταγό­

ντε μέρες ο Καρύδης του τηλεφώνησε:

νες ιδρώτα έτρεχαν από το μέτωπό του. Με χέ­

ρια ποu έτρεμαν ζήτησε το ποτήρι με το νερό.

-

Θα σου τα πω όλα. Αλλά όχι τώρα. Σε λίγες μέρες.

Δε σου ζητώ παρά λίγες μέρες. Κι αυτά ποu θα μάθεις, θα 'ναι πράγματα που δε φαντάζεσαι.

-

Σε περιμένω στο σπίτι μου.

Ο Μακρής πήγε αμέσως. Τον βρήκε ωχρό, αλλά πιο ήσυχο αυτή -τη φορά. -Ήρθε η ώρα να μάθεις το τέλος της ιστορίας μας, του είπε. Μα πρώτα χρειάζεται να σου πω μερικά για την

Ο Μακρής θέλησε να επιμείνει.

αρχή. Πώς γνώρισα τη Ρόζα. Πώς την αγάπησα μ' ένα

-Σε παρακαλώ, είπε ο άλλος.

πάθος παράλογο, άρρωστο.

Είχε ένα τέτοιο ύφος συντριβής, που ο Μακρής δεν μπόρεσε να επιμείνει. Ρώτησε μόνο. -Είδες τον Αγγέλογλου, ποu σκότωσε τη Ρόζα; Ο άλ­ λος κούνησε κουρασμένα το χέρι του.

-

Δεν είναι αυτός ο δολοφόνος.

-Τι;

Μιλούσε χωρίς ο Μακρής να τον διακόψει. Από τα λό­ για του έβγαινε η βασανισμένη ιστορία ενός ανθρώπου,

που δεν ήταν πια νέος, και μιας γυναίκας, που έπαιζε μ' αυτόν, σα τη γάτα με το ποντίκι της.

-Μια μέρα μου ζήτησε να χωρίσω τη γυναίκα μου. Δεν το 'κανε γιατί με ήθελε. Δε μ' αγαπούσε και δε ζητούσε 205


μ' αυτόν τον τρόπο τα λεφτά μου. Τα είχε. Το 'κανε για να απολαύσει το θρίαμβό της επάνω σ' έναν άνθρωπο

μωρούσε χι εκείνος, μόνος, τον εαυτό του. Ας μην υπό­ φεραν τουλάχιστον η γυναίκα και τα παιδιά του. Οι αθώ­

που είχε γίνει κουρέλι.

οι.

Ο Μακρής δε μίλησε. Ήξερε πόσο ο Καρύδης πρόσε­

χε την οικογένειά του, πόσο λάτρευε την κόρη του και

τηλεφώνημα. Ο γνωστός βιομήχανος Καρύδης είχε αυ­

το γιο του.

-Αρνήθηκα. Και τότε με απείλησε. Θα πήγαινε η ίδια στη γυναίκα μου. Θα έκανε φασαρία. Θα ανάγκαζε τη γυναίκα μου να με χωρίσει εκείνη. Ήταν αποφασισμέ­ νη. Εκείνο το βράδυ της πρεμιέρας μου το 'πε. Θα πή­

γαινε το άλλο πρωί. Και τότε ... Σταμάτησε. Ο Μακρής τον κοίταξε έκπληκτος.

-

Εσύ; ... ρώτησε ψιθυριστά. Εγώ. Εγώ τη σκότωσα. Στεκόταν στην πόρτα από

το καμαρίνι της. Εγώ ήμουν όρθιος μπρος της, στο διά­ δρομο. Μου είπε γελώντας την απόφασή της. Ζαλίστη­ κα. Είδα το μαχαίρι στη μέση της. Τη χτύπησα. Τραβή­ χτηκε ματωμένη και έκλεισε την πόρτα στα μούτρα μου.

Άκουσα που έβαζε το σύρτη.'Υστερα φαίνεται πως έπε­ σε.

Ώστε αυτό ήταν. Το περίφημο μυστήριο του κλειστού δωματίου ήταν πολύ απλό. Παιδιάστικα απλό. Γύρισα, συνέχισε ο Καρύδης. Είδα τη Χαλκιά, που με

κοιτούσε. Τα είχε παρακολουθήσει όλα. Κι ύστερα, άρ­ χισε το μαρτύριο. Μαζί με το φίλο της τον Αγγέλογλου, μ' εξεβίαζαν. Απότομα ο Μακρής ρώτησε:

-Γιατί μου τα λες όλα αυτά;

-

-Μου το υπόσχεσαι; Του το υποσχέθηκε. Όταν γύρισε στην εφημερίδα του ο Μακρής, βρήκε το

Γιατί σε κάποιον έπρεπε να τα πω. Γιατί δεν αντέ-

χω πια σ' αυτό το μαρτύριο. Δεν μπορώ να βλέπω τα μάτια της κόρης μου. Γιατί αποφάσισα να τιμωρήσω μό­ νος τον εαυτό μου. Θα είναι απολύτρωση για μένα. Ένα μονάχα θέλω να σου πω. Εγώ θα πεθάνω. Αλλά εσύ ... Τον παρακάλεσε. Δεν έπρεπε να πει τίποτα. Να έμε­ ναν τουλάχιστον τα παιδιά του μ' ένα τίμιο όνομα. Ο Αγ­ γέλογλου ήταν ένας δολοφόνος χι είχε τιμωρηθεί. Θα τι206

τοκτονήσει στο γραφείο του. Οι λόγοι ήταν άγνωστοι.


ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΗ (Εκ<5όσεις Ατλαντίς) Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΤΖΩΝ ΑΥΛΑΚΙΩΤΗ ΤΟ ΜΥΣΊΙΚΟ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΥ ΒΡΑΧΟΥ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΊΙΜΟΘΕΟΥ ΚΩΝΣΤΑ

ΖΗΤΗΜΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ

ΥΠΟΨΙΕΣ ΑΥΤΟΠΤΗΣ ΜΑΡΊΥΣ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΦΟΡΟΥΣΕ ΣΜΟΚΙΝ ΣΚΛΗΡΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΚΒΙΑΣΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤ Α

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΑΥΡΙΟ ΚΑΙ ΠΑ ΠΑΝΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗ ΜΥΚΟΝΟ

ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ ΝΥΧΤΕΡΙΝΌ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ

ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗ ΜΥΚΟΝΟ ΜΩΡΟ ΜΟΥ ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΣ Χ ΣΚΟΤΕΙΝΌ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΤΕΤ ΑΡΤΟΣ ΥΠΟΠΤΟΣ ΚΟΥΑΡΤΕΤΟ ΧΩΡΙΣ ΊΙΤΛΟ ΖΗΤΗΜΑ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΑΠΑΓΩΓΉ

ΙΔΙΩΊΙΚΗ illOΘEΣH

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΠΥΘΙΑΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΑΓΚΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ

Η ΤΡΙΤΗ ΑΛΉΘΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΕΚΔΙΚΗΣΗ Τ ΑΞΙΔΙ ΧΩΡΙΣ ΓΥΡΙΣΜΟ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ Η ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΆΚΙ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΑ ΠΑΡΑΣΚΉΝΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

ΜΠΟΥΜΕΡΑΝΓΚ ΑΥΣΤΗΡΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΌ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Εγκλημα στα παρασκηνια  

Crime story in Athens, Greece