Issuu on Google+

ΚΛΑ∆ΟΣ ΕΚΠΑΙ∆ΕΥΤΙΚΩΝ BOΗΘΗΜΑΤΩΝ

ΒΑΣΙΚΟ

ΑΓΓΛΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΤΟΞΟΒΟΛΙΑΣ

ΑΘΗΝΑΙ 2009


ΒΑΣΙΚΟ

ΑΓΓΛΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ ΤΟΞΟΒΟΛΙΑΣ Προσφέρεται ως βοήθηµα στους Εφιπποτοξότες της Ελληνικής Οµάδος Έφιππης Τοξοβολίας “ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ ΚΑSSAI» προκειµένου να διευκολυνθούν στην µελέτη Αγγλικών (διεθνών) θεωρητικών κειµένων Τοξοβολίας.

Arms - (Άκρα) Τα δύο άκρα (βραχίονες) του Τόξου. Armguard – (Πηχεοφυλακτήρας) Ένα προστατευτικό για τις κρούσεις της χορδής στον πήχη. Arrow Case – (Φαρέτρα) Φορητή θήκη ή υποδοχή (σύγχρονο παρελκόµενο, τοποθετούµενο επί του Τόξου) για τα βέλη. ∆εν αρµόζει στα Παραδοσιακά Τόξα. Arrow Plate – (∆ιάδροµος βέλους) Ένα κεράτινο ή δερµάτινο προστατευτικό ένθεµα πάνω από το οποίο διέρχεται το βέλος ώστε να µη βλάπτεται το Τόξο. Arrowshaft – (Κορµός ή Σώµα βέλους) Το κεντρικό στέλεχος ενός βέλους που µπορεί να είναι από ξύλο, µέταλλο ή ανθρακόνηµα. Arrowsmith – (Κατασκευαστής µεταλλικών βελών) Εκείνος που κατασκευάζει, µεταλλικά βέλη. Artillery – (Εκηβόλα) Παλαιά ονοµασία του Τόξου και των βελών, προ της καθιερώσεως των πυροβόλων. Ascham – (Οπλοθήκη) Αν και η Ελληνική απόδοση είναι γενικόλογη, στην Τοξοβολία, ως τέτοια εννοείται µία προθήκη στην οποία φυλάσσονται τα Τόξα και τα βέλη.

Back – (Ράχη) Η εξωτερική, επίπεδη, πλευρά ενός Τόξου. Backed Bow – (Ενισχυµένο) Ένα Τόξο του οποίου η ράχη ενισχύθηκε µε δέρµα, ξύλο, ίνες ή και τένοντες. Backing – (Ενίσχυση ράχεως) Κάθε είδους ενίσχυση της ράχεως ενός Τόξου. Balloon Feather – (Καµπυλωτό πτερό) Κάθε πτερό µε καµπυλωτή ή παραβολική διαµόρφωση. Barb – (Άκανθα) Μία προβολή (µηχανική ή άλλη) επάνω σε µία κυνηγετική αιχµή η οποία δυσκολεύει την ανάσυρσή της από το θήραµα. Barrelled – (Βαρελόσχηµο βέλος) Ένα βέλος το οποίο έχει µεγαλύτερη διάµετρο στο µέσον του κορµού του και µικρότερη στα άκρα.


Bass or bast – (Ψαθόπλεκτος) Ο στόχος του οποίου η ράχη είναι κατασκευασµένη από στριφογυριστή ψάθα. Belly – (Κοιλιά) Η πλευρά ενός Τόξου η οποία είναι προς τον Τοξότη κατά την διάρκεια µιάς τοξεύσεως. Bend – (Κάµψη) Η κάµψη ενός Τόξου, κυρίως, κατά την διαδικασία της οπλίσεώς του ή της τοξεύσεως. Bobtailed Arrow – (Φαρδύπυγο βέλος) Ένα βέλος το οποίο εµφανίζει µεγαλύτερη διάµετρο κορµού στο άκρο προς το πυθµένιο. Bow Stave – (Αρχικό ξύλευµα) Το αρχικό ξύλο (κορµός ή ο,τιδήποτε άλλης µορφής ξύλο) από το οποίο κατασκευάσθηκε ένα Τόξο. Bowyer – (Τοξοποιός) Ο κατασκευαστής Τόξου, -ων. Brace – (Όπλιση) Η διαδικασία εγκαθιδρύσεως της χορδής σε ένα Τόξο. Bracer – (Πηχεοφυλακτήρας) Ακόµη µία εναλλακτική ονοµασία του «Armguard». Brash – (Εύθραυστο) Η απόδοση της µειωµένης αντοχής ενός ξύλου. Broadhead – (Ευρύαιχµο βέλος) Ένα βέλος µε φαρδειά αιχµή που προορίζεται, κυρίως, για κυνηγετική χρήση. Butt – (Υποδοχέας) Μία διαµόρφωση υποδοχής βελών πίσω από έναν στόχο (σωρευµένο χώµα ή δίχτυ) ώστε να µπορούν να περισυλλεγούν µετά την τόξευση.

Carriage Bow – (Ευµετάφορο Τόξο) Ένα Τόξο µε ειδική διαµόρφωση

που

επιτρέπει την εύκολη µεταφορά του. Cast – (Τόξευση) Η ικανότητα ενός Τόξου να εκσφενδονίζει βέλη. Chested Arrow – (Εµπροσθόφαρδο βέλος) Ένα βέλος του οποίου ο κορµός εµφανίζει µεγαλύτερη διάµετρο προς το άκρο της αιχµής και µικρότερη προς το άκρο του πυθµενίου. Chrysal-or Crisal – (Χρυσαλλίδα) Μία πυκνή «ταινία» ινών που διατρέχει τις «γραµµές» του ξύλου, συνήθως, στην κοιλιά ενός Τόξου. Clout – (Στόχος Εµπηκτικής Τοξοβολίας) Ένας ειδικός λευκός στόχος µε µαύρο κέντρο ο οποίος χρησιµοποιείται στην Εµπηκτική Τοξοβολία κατά την οποία ο Τοξότης τοξεύει από µεγάλες αποστάσεις προς ένα σηµείο παράλληλο µε την επιφάνεια του εδάφους και επί αυτής. Cock Feather – (Κοκκορόφτερο) Ένα από τα πτερά που αποτελούν το πτέρωµα, συνήθως, διαφορετικού χρώµατος, το οποίο τοποθετείται έτσι ώστε να διευθύνεται προς τα εξωτερικά του Τόξου και παράλληλα προς την επιφάνεια του εδάφους κατά την τόξευση


Crest – (Σήµανση βέλους) Η επισήµανση του βέλους προκειµένου στην οµαδική τόξευση να αναγνωρίζεται αµέσως από ποιόν Τοξότη προέρχεται. Crossbow – (Βαλλιστρίδα) Είδος µηχανικού Τόξου επάνω σε κοντάκι µε το κυρίως σώµα οριζόντιο ως προς την επιφάνεια του εδάφους. Crow Bill – (Κεράτινη αιχµή) Ένα είδος αιχµής βέλους από κέρατο που χρησιµοποιήθηκε στην Βόρεια Γαλλία.

Dead Shaft – (Νεκρό βέλος) Ένα βέλος µε «άνευρη συµπεριφορά», που δεν δείχνει «ζωή», που δεν σταθεροποιείται και που ίπταται «νωθρά» και ακανόνιστα. Down Wind – (Υπήνεµα) Όταν ο άνεµος φυσά από την πλάτη του Τοξότη. Draw – (Έλξη βέλους) Η σωστή έλξη σε επαρκές µήκος του βέλους πριν την άφεσή του. Drawing Fingers – (Έλκοντα δάχτυλα) Τα (τρία) δάχτυλα που χρησιµοποιεί ο Τοξότης για να έλξει την χορδή µε το βέλος. Drift – (Εκτροπή βέλους) Η εκτροπή ενός βέλους από την ευθεία πορεία του λόγω επιδράσεως πλαγίου ανέµου.

End – (Οµάδα βελών) Μία οµάδα βελών αποτελείται από έξι βέλη, βαλλόµενα αµέσως το ένα µετά το άλλο. Eye – (Θηλειά) Είναι τα κυκλικά µορφώµατα στα οποία καταλήγουν τα άκρα µιας χορδής που εγκαθίστανται στα άκρα των κεράτων του Τόξου που οπλίζεται.

Finger Tips – (∆ακτυλοφυλακτήρας) Εναλλακτικός όρος του Shooting Glove. Fistmele – (∆ιάκενο χορδής) Η απόσταση µεταξύ της λαβής και της χορδής ενός Τόξου. Αποτελεί παλαιό αγγλοσαξωνικό γραµµικό µέτρο και, κανονινκά , είναι περίπου επτά ίντσες. Fletch – (Πτέρωµα) Η οµάδα των φυσικών πτερών στη βάση του κορµού του βέλους. Fletcher – (Πτερωτής) Ο εγκαθιστών φυσικό πτέρωµα σε κορµό βέλους. Παλαιά ειδικότητα τεχνίτη. Flight Arrow – (Βέλος µακρού βεληνεκούς) Ειδικό βέλος, µακρύ, λεπτό και ελαφρύ προοριζόµενο για τόξευση σε µεγάλο βεληνεκές. Flight Shooting – (Τόξευση µακρού βεληνεκούς) ∆οκιµαστική τόξευση προκειµένου να εκτιµηθεί η απόσταση στην οποία µπορεί ένας συγκεκριµένος Τοξότης µε συγκεκριµένο Τόξο να τοξεύσει.


Flirt – (Εκτροπή βέλους) Η αιφνίδια µετάπτωση ενός βέλους έξω από την προσδοκώµενη ευθύγραµµη πτήση του. Follow the String – (∆ιαδοχική κάµψη του Τόξου κατά την χορδή) Η αλληλουχία των κάµψεων ενός Τόξου το οποίο ακολουθεί την έλξη της χορδής κατά το άνοιγµά της. Foot – (Γλυφή) Η απόληξη ενός κορµού βέλους που επιτρέπει την σταθερή εγκαθίδρυσή του στην χορδή, προκειµένου να τοξευθεί. Fret – (Χρυσαλλίδα) βλ. Chrysal-or Crisal

Grip – (Λαβή) Το τµήµα του κορµού ενός Τόξου στο οποίο τοποθετείται η τοξοφόρος χείρα του Τοξότη (βλ.: Handle).

Handle – (Λαβή) βλ. : Grip. Head – (Kεφαλή) Το άνω άκρο ενός βέλους στο οποίο βρίσκεται εγκαθιδρυµένη η αιχµή του. Hey! Hey! – (Έι!) Παλαιό ενθουσιώδες επιφώνηµα των αγγλοσαξόνων Τοξοτών, µε παραδοσιακό χαρακτήρα. High Braced – (Υπερδιάκενο) ∆ιάκενο (Fistmele) χορδής µεγαλύτερο των επτά ιντσών. Το διάκενο είναι προτιµότερο να είναι λίγο µεγαλύτερο από το να είναι µικρότερο των επτά ιντσών. Holding – (Συγκράτηση) Το ελάχιστο διάστηµα χρόνου κατά το οποίο διατηρούµε τεντωµένη την χορδή πριν την απελευθερώσουµε µαζύ µε το βέλος. Home – (Πλήρες άνοιγµα) Η πλήρης έλξη της χορδής ενός Τόξου πριν αφεθεί προς τόξευση του βέλους. Ένα βέλος είναι «home» όταν βρίσκεται εγκαθιδρυµένο στην χορδή η οποία είναι σε πλήρες άνοιγµα. Horns – (Κέρατα) Είναι τα άκρα του Τόξου τα οποία φέρουν τα σηµεία εγκαθιδρύσεως των θηλειών της χορδής για την όπλισή του. Συνήθως κατασκευάζονται από φυσικό κέρατο αγελάδος, ταύρου ή ελαφιού.

Jointed Bow – (Αρθρωτό Τόξο) Ένα Τόξο το οποίο, προκειµένου να µεταφέρεται εύκολα, αποτελείται από συναρµολογούµενα τµήµατα.

Kick – (Εκλάκτιση) Είναι η παραγωγή έντονου κραδασµού του Τόξου µετά από την τόξευση ενός βέλους, οφειλόµενη σε κακή συνάρµοση των σκελών του Τόξου.

Long Bow – (Μακρύ Τόξο) Κάθε Τόξο µήκους ίσου ή µεγαλύτερου των 5’6’’. Loose - (Άφεση) Η απελευθέρωση της χορδής από τις φάλαγγες των ελκόντων δαχτύλων κατά την τόξευση βέλους.


Νock – (Πυθµένιο) Το κάτω ανεξάρτητο τέχνηµα ενός βέλους το οποίο φέρει εγκοπή προς υποδοχή της χορδής για την τόξευση του βέλους. Nocks – (Χαραγές κεράτων) Οι αυλακώσεις στα κέρατα ενός Τόξο στις οποίες εγκαθιδρύονται οι θηλειές της χορδής Nocking Point – (Σηµείο εγκαθιδρύσεως βέλους) Καθορισµένο σηµείο επί της χορδής στο οποίο εγκαθιδρύεται το βέλος κατά τέτοιο τρόπο ώστε κατά την τόξευσή του, ο κορµός του, να σχηµατίζει ορθή γωνία µε τον νοητό κάθετο άξονα του Τόξου. Νοtch – (Εγκοπή) Η ακραία διαµόρφωση του κορµού ενός (ξύλινου) βέλους η οποία υποδέχεται την χορδή κατά την τόξευση. Ο ίδιος όρος χρησιµοποιείται και στην περίπτωση βελών µε ανεξάρτητο πυθµένιο.

Overbowed – ( Υπέρβαρο Τόξο) Ένα Τόξο πολύ βαρύτερο του ενδεδειγµένου, για συγκεκριµένο Τοξότη. Overshoot – (Υπερακόντιση) Η τόξευση επί σηµείου µακρύτερου του σηµείου σκοπεύσεως. Overstrung – (Υπερένταση χορδής) Η κατάσταση κατά την οποία η χορδή είναι βραχύτερη του ενδεδειγµένου µήκους για συγκεκριµένο Τόξο.

Pair – (Οµάδα παρελκοµένων) Αποτελεί ένα καθιερωµένο γλωσσικό παράδοξο στην αγγλοσαξωνική Τοξοβολία και, κυριολεκτικώς, σηµαίνει τρία πράγµατα (αντί δύο) είτε στην περίπτωση τριών βελών («a pair of arrows», ενώ είναι τρία), είτε στην περίπτωση του πτερώµατος (όπου τα τρία πτερά αποκαλούνται «a pair»). Petticoat – (Eξωτερικός κύκλος στόχου) Είναι ο ακραίος εξωτερικός κύκλος ενός στόχου Τοξοβολίας ο οποίος έχει λευκό χρώµα και δεν µετρά βαθµούς. Pile – (Αιχµή) Το άκρο της κεφαλής ενός βέλους το οποίο προορίζεται να πλήξει τον στόχο. Pinch (Xρυσαλλίδα) Βλ.: Chrysal-or Crisal Pin Hole - («Οφθαλµός» στόχου) Το απόλυτο κέντρο ενός στόχου Τοξοβολίας, η «καρδιά» του εσωτερικού κίτρινου κύκλου µε την µεγαλύτερη βαθµολογία. Point Blank- (Ευθεία τοξεύσεως) Η ευθεία της τροχιάς ενός βέλους το οποίο κατευθύνεται προς το σηµείο σκοπεύσεως

Quiver – (Φαρέτρα) Φορητή θήκη βελών κατασκευασµένη από διάφορα υλικά και φέρεται είτε στη µέση , είτε από τους ώµους του Τοξότη.

Release – (Άφεση) Η απελευθέρωση της χορδής µετά από το άνοιγµά της κατά την τόξευση του βέλους.


Round – («Γύρος») Ο αριθµός βολών επί δεδοµένων αποστάσεων («Αµερικανικός γύρος» και «Γύρος της Υόρκης») Rover – (Τοξότης ανοικτού πεδίου) Εκείνος που αρέσκεται να τοξεύει σε υπαίθρια πεδία, µέσα σε φυσικό περιβάλλον. Roving – (Τοξοβολία Υπαίθρου) Η Τοξοβολία σε φυσικό περιβάλλον όπου δεν υπάρχουν συγκεκριµένοι στόχοι αλλά ως «στόχοι» θεωρούνται διάφορα φυσικά σηµεία όπως φύλλα, κλαδιά κλπ. Run – (Μάδηµα) Όταν ένα ή περισσότερα από τα συνθέτοντα την χορδή νήµατα σπάνε και η χορδή χρειάζεται αντικατάσταση.

Sap Wood – (Περιβάλλουσες στοιβάδες) Οι στοιβάδες του κορµού ενός δένδρου που είναι ανοιχτόχρωµες, βρίσκονται ακριβώς κάτω από τον εξωτερικό φλοιό του και περιβάλλουν τις σκουρόχρωµες κεντρικές στοιβάδες που βρίσκονται βαθύτερα. Self Arrow – (Μονοκόµµατο βέλος) Ένα βέλος το οποίο δεν συντίθεται από επιµέρους τµήµατα, κατασκευασµένο από ένα αυτοτελές τµήµα ξύλου. Self Bow – (Μονοκόµµατο Τόξο) Ένα Τόξο κατασκευασµένο από ένα ενιαίο τεµάχιο ξύλου, χωρίς επιµέρους συνθέτοντα τµήµατα. Serving – (Ενισχυµένος) Ενισχυµένο σηµείο µε περιέλιξη νήµατος. Συναντάται στα κέρατα του Τόξου, στις θηλιές και στο µέσο της χορδής οπότε καλείται «Υπηρέτης». Shaft – (Κορµός ή στέλεχος βέλους) Το µακρύτερο, κυρίως, τµήµα ενός βέλους (χωρίς την αιχµή και το πυθµένιο) επάνω στο οποίο τοποθετείται το πτέρωµα. Κατασκευάζεται από ξύλο, µέταλλο ή ανθρακόνηµα. Καταχρηστικώς, µε τον ίδιον όρο εννοείται από τους αγγλοσάξωνες, συχνά και ολόκληρο το βέλος. Shaftment – (Περιοχή πτερώµατος) Συγκεκριµένο µήκος επί του κορµού (ή, στελέχους) ενός βέλους επί του οποίου τοποθετείται το πτέρωµα. Shooting Glove – (∆ακτυλοφυλακτήρας) Ένα προφυλακτικό «γάντι» που προστατεύει τις ακραίες φάλαγγες των δακτύλων της έλκουσας χείρας. Spine – (Σταθεροποίηση) Η ιδιότητα ενός βέλους να ευθυγραµµίζεται αφ’ εαυτού του µετά την εκτόξευσή του. Steele – (Κορµός ή Σώµα) Ο κορµός (σώµα) ενός βέλους.

Tackle – (Παρελκόµενα) Όλος ο εξοπλισµός ενός Τοξότη, ήτοι, το Τόξο, τα βέλη, ο πηχεοφυλακτήρας, ο χειροφυλακτήρας, ο δακτυλοφυλακτήρας, η φαρέτρα κλπ. Tiller – (∆οιάκι ) Ένας σταθερός «οδηγός» ο οποίος συγκρατεί το Τόξο και την χορδή προκειµένου να διαπιστωθεί η οµαλότητα της κάµψεως των δύο άκρων του


Τόξου καθ΄ όλη την διάρκεια της έλξεως της χορδής. Αποτελεί δοκιµαστικό όργανο µετρήσεων. Toxophilite - (Τοξόφιλος) Εκείνος που αγαπά την µελέτη και την πρακτική της Τοξοβολίας. Turn – (Συστροφή) Ένα Τόξο συστρέφεται όταν για τον οποιονδήποτε λόγο ο κορµός του στρέφεται περί τον κάθετο άξονά του είτε προς τα δεξιά, είτε προς τα αριστερά.

Underbowed - (Υπόβαρο Τόξο) Ένα Τόξο πολύ ελαφρύτερο του ενδεδειγµένου, για συγκεκριµένο Τοξότη. Upshot - (Αποτέλεσµα) Η τελική καταµέτρηση των αποτελεσµάτων.

Vane - (Πτερό) Ένα πλαστικό πτερό του πτερώµατος βέλους. Wand - (Ράβδος) Μία ράβδος η οποία προσδιορίζει αφετηρία τοξεύσεως.

Weight- (Βάρος) Το βάρος είτε ενός Τόξου (pounds) είτε ενός βέλους (grains). Whip Ended – (Μαστιγοειδές) Τόξο του οποίου τα «κέρατα» καταλήγουν σε πολύ λεπτά άκρα. Whipping – (Περιελίξεις) Ενισχυτικά περιτυλίγµατα των θηλειών και του µέσου της χορδής.

TEΛΟΣ


ENGLISH-GREEK ARCHERY DICTIONARY