Issuu on Google+

Α.Σ.Ε.Τ.Ε.Μ.-Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε. ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΩΝ & ΥΔΡΑΥΛΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ

ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΚΑΙ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΣΟΒΟΥ

ΟΝΟΜΑΤΑ ΦΟΙΤΗΤΡΙΩΝ

ΤΡΙΧΑ ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΤΣΟΚΑΝΗ ΕΛΙΣΑΒΕΤ

ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΔΡ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ……………………………………………………………….4 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ……………………………………………6 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ………………………………………………………..94 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ, ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥΣ. ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΕΡΟΥΣΑΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΟΡΕΙΝΟΥ ΟΓΚΟΥ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ……….124 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ………………………………………………………183 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΑΝΑΠΑΛΑΙΩΣΗ ΝΕΡΟΜΥΛΟΥ ΚΑΙ ΝΕΡΟΤΡΙΒΗΣ ΣΤΟ ΜΕΤΣΟΒΟ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΥΠΑΙΘΡΙΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΥΔΡΟΚΙΝΗΣΗΣ ΣΤΟ ΑΝΘΟΧΩΡΙ…………………………………………………………...191 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ………………………………………………………245 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΙΚΡΩΝ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΜΕΤΣΟΒΟΥ………………………………………………….261 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ………………………………………………………318 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ…………326 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ………………………………………………………349 ΕΠΙΛΟΓΟΣ…………………………………………………………….351 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ………………………………………………………352

1


2


Εισαγωγή Η παρούσα πτυχιακή εργασία με τίτλο «Μελέτη της Βιώσιμης Αναπτυξιακής Διαχείρισης των Φυσικών και Υδατικών Πόρων της Ορεινής Περιοχής του Μετσόβου» έχει σα στόχο την καταγραφή του κοινωνικού, πολιτισμικού και φυσικού δυναμικού της περιοχής του Μετσόβου, καθώς και

την κατάθεση προτάσεων για την αξιοποίηση

αυτού του δυναμικού. Οι προτάσεις αυτές συνιστούν την βιώσιμη και αειφορική ανάπτυξη της περιοχής, μια ανάγκη επιτακτική της εποχής μας με βάση και τις παγκόσμιες συνδιασκέψεις για το περιβάλλον που έχουν πραγματοποιηθεί κατά καιρούς (Ρίο 1992, Γιοχάνεσμπουργκ 2002, κ.ά.). Πιο συγκεκριμένα

στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται μια γενική

αναφορά στην Ήπειρο και την Πίνδο, όπου περιγράφονται με συντομία οι ορεινοί όγκοι, το ποτάμιο σύστημα και γενικά χαρακτηριστικά της ευρύτερης αυτής περιοχής. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά

στην

Επαρχία

Μετσόβου.

Εδώ

μια εκτενέστερη αναφέρονται

τα

χαρακτηριστικά αυτής της περιοχής (δημογραφικά, κοινωνικοοικονομικά, φυσικά κλπ.), οι παραδοσιακοί οικισμοί της, η αισθητική του χώρου και ο λαϊκός πολιτισμός, η ιστορία της περιοχής και η παράδοση. Τέλος γίνεται μια αναφορά στις βρύσες του Μετσόβου και τη σημασία τους για τις καθημερινές δραστηριότητες των χωριανών, καθώς και στα γεφύρια γενικά της Ηπείρου και της ευρύτερης περιοχής του Μετσόβου. Στο δεύτερο κεφάλαιο γίνεται καταγραφή των φυσικών και υδατικών πόρων της περιοχής (εδαφολογικές και μορφολογικές συνθήκες, επιφανειακά και υπόγεια νερά, χλωρίδα, πανίδα, ευαίσθητα οικοσυστήματα) και των ιδιαίτερων γενικά

χαρακτηριστικών του

περιβάλλοντος των ορεινών περιοχών. Επίσης γίνονται προτάσεις για την αξιοποίηση των πόρων αυτών και την βιώσιμη και αειφορική ανάπτυξη της περιοχής, καταλήγοντας σε κάποια συμπεράσματα. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται μια γενική αναφορά στη σημασία της αναπαλαίωσης και συντήρησης της παγκόσμιας φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς. Στη συνέχεια παρατίθεται η μελέτη της αναστήλωσης ενός παραδοσιακού

νερόμυλου

(νερόμυλος

Γκίνα)

στην περιοχή

του

Μετσόβου, καθώς και μια σύντομη αναφορά σε ένα άλλο συγκρότημα 3


(νερόμυλος-νεροτριβή-

μαντάνια)

στο

Παλαιοχώρι

του

Μικρού

Περιστερίου. Ακολουθεί η «Ιστορία» των νερόμυλων και τέλος περιγράφεται η υλοποίηση της πρότασης δημιουργίας ανοικτού μουσείου υδροκίνησης στο Ανθοχώρι Μετσόβου. Στο

τέταρτο

κεφάλαιο

γίνεται

μια

γενική

αναφορά

στα

υδροενεργειακά έργα και στα πλεονεκτήματα – μειονεκτήματα αυτών. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά και διάκριση των μεγάλων και μικρών υδροηλεκτρικών

έργων,

καθώς

και

περιγραφή

του

Υδατικού

Διαμερίσματος της Ηπείρου και των δυνατοτήτων αξιοποίησής του. Τέλος γίνεται περιγραφή μικρών υδροηλεκτρικών έργων

στο Δήμο

Μετσόβου (ΥΗΕ στη θέση Μπαμπά στο Ανθοχώρι, στη θέση Ρόνα στο Ανήλιο και στη θέση Γίνιετς στο Μέτσοβο). Για το ΥΗΕ στη θέση Γίνιετς παρατίθεται και η μελέτη αυτού. Τέλος στο πέμπτο κεφάλαιο περιγράφεται με συντομία το μεγάλο υδροηλεκτρικό έργο πηγών Αώου. Γίνεται επίσης αναφορά στα ΥΗΕ Βοβούσας και Μετσοβίτικου. Το κεφάλαιο τελειώνει με παράρτημα που ανασφέρει τα κύρια χαρακτηριστικά του ΥΗΕ πηγών Αώου.

4


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1o ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ

5


Σε αυτό το κεφάλαιο γίνεται μια γενική αναφορά στην Ήπειρο και την Πίνδο, όπου περιγράφοντα με συντομία οι ορεινοί όγκοι, το ποτάμιο σύστημα και γενικά χαρακτηριστικά της ευρύτερης αυτής περιοχής. Στη συνέχεια γίνεται μια εκτενέστερη αναφορά στην Επαρχία Μετσόβου. Εδώ αναφέρονται τα χαρακτηριστικά αυτής της περιοχής (δημογραφικά, κοινωνικοοικονομικά, φυσικά κλπ.), οι παραδοσιακοί οικισμοί της, η αισθητική του χώρου και ο λαϊκός πολιτισμός, η ιστορία της περιοχής και η παράδοση. Τέλος γίνεται μια αναφορά στις βρύσες του Μετσόβου και τη σημασία τους για τις καθημερινές δραστηριότητες των χωριανών, καθώς και στα γεφύρια γενικά της Ηπείρου και ειδικά μερικών από αυτά που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή του Μετσόβου.

6


1.

Γενικά

1.1

Ήπειρος - Πίνδος Στους

όρους

της

ιστορίας

της

Ηπείρου

«η

Ήπειρος»

σήμαινε διάφορα πράγματα σε διάφορους καιρούς. «Η Ήπειρος» της Οδύσσειας ήταν το μεγάλο σκιερό βασίλειο του άγριου Εχέτου. Στον

καιρό

του

Θεοπόμπου

η

Ήπειρος

ήταν

η

κατοικία

δεκατεσσάρων φυλών. Και κάτω από τις πολιτικές διανομές του Φιλίππου

Β΄ του

Τουρκικής

Μακεδόνος, της

αυτοκρατορίας

και

του

Ρωμαϊκής Αλή-πασά

αυτοκρατορίας, της τα

σύνορα

της

Hπείρου επεκτεινότανε ή συστελλότανε. Παρόμοια η εθνογραφία της Ηπείρου είχε μια διαποικιλλόμενη ιστορία. Κατά τη γνώμη των πολιτικών

και

των

λογίων

και

ίσως

κατά

την

ιστορική

πραγματικότητα έχει διακυμανθεί μεταξύ των πόλεων των Αχαιών και Δωριέων, Μακεδόνων και Ιλλυριών, Ελλήνων και Aλβανών. Στη σύγχρονη Ελλάδα η Ήπειρος είναι γνωστή σαν «η Ελβετία της Ελλάδας» γιατί με την εξαίρεση του Ολύμπου, οι ψηλότερες κορυφές βρίσκονται εδώ. Από τα 9.203 τετραγωνικά χιλιόμετρα της έκτασής της, τα 8.313 καλύπτονται από ψηλά βουνά. Εδώ άλλωστε βρίσκεται η σπουδαιότερη και ψηλότερη οροσειρά, η Πίνδος, που αποτελεί το φυσικό όριο της περιοχής με τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Η μυθική Πίνδος είναι η χώρα των Μουσών και των Νυμφών. Η Πίνδος είναι ένα σύμπλεγμα οροσειρών, άφθονων πηγών, πολλών

ποταμών

και

οροκοιλάδων. Στο

απέραντο

σύνολό

της

απεικονίζει τεράστιο σχήμα κύκλου ή σταυρού πενταγώνου, του οποίου οι πέντε γωνίες συμπίπτουν και συγκεντρώνονται στην οροσειρά, την καλούμενη Ευδοκία, Διάδημα της Αρτέμιδος, Λάκμωνα και Διώνη, τα οποία κοινώς ονομάζονται Δοκίμι, Ζυγός, Κατάρα και Δζύνα.

7


Τα όρια της Πίνδου έχουν ως εξής : Ανατολικά η Πίνδος φτάνει μέχρι τα βραχώδη Μετέωρα της Καλαμπάκας, δυτικά μέχρι το όρος Δρίσκο, υπερκείμενο της λίμνης των Ιωαννίνων, βόρεια μέχρι το όρος Βοΐου, κειμένου βορειότερα της κωμοπόλεως Σαμαρίνας και καταλήγει

νότια

στη

Αχελώου

ποταμού. Η

λεγόμενη

γέφυρα

Πινδαϊκή

αυτή

του

Κοράκου

περιφέρεια

επί

του

περιλαμβάνει

περίπου μια έκταση 10.000 Km2. Μερικοί από τους ορεινούς όγκους της οροσειράς είναι οι εξής : Ο Γράμμος με υψόμετρο 2.520 μ., ο Σμόλικας (2.637), η Τύμφη (2.497 μ.), η Τσούκα (1.672 μ.), το Περιστέρι (ή Λάκμος) (2.295 μ.), τα Τζουμέρκα

(2.469 μ.), όλα

μέρη

της

οροσειράς

της

Πίνδου,

συμπληρώνονται από τον Τόμαρο (1.816 μ.) νοτιοδυτικά από τα Γιάννενα, τα υψώματα του Σουλίου και της Παραμυθιάς (1.658 μ.), το Μιτσικέλι (1.810 μ.) και άλλα μικρότερα. Μια σύντομη περιγραφή της θέσης μερικών από τους παραπάνω ορεινούς όγκους και ξεκινώντας από την πόλη των Ιωαννίνων είναι η εξής : Απέναντι από την πόλη, στην αντίθετη όχθη της λίμνης, υψώνεται σαν ένας γκρίζος τοίχος το όρος Μιτσικέλι. Στους πρόποδες της πολύ απόκρημνης ΝΑ πλαγιάς του Μιτσικέλι εκτείνεται μια ευρεία ορθογώνια λεκάνη, όπου βρίσκονται τα Ζαγόρια. Δυο ασβεστολιθικά όρη φράζουν τη λεκάνη των Ζαγορίων, στα ΝΑ ο Λάκμων και στα ΒΔ η Τύμφη. Η επιφάνεια της Τύμφης, λευκή και πετρώδης, παρουσιάζει μια κλίση προς τη μεριά των Ζαγορίων και ταυτόχρονα ανεβαίνει ομαλά προς τα ΒΑ και κόβεται στον άξονα των Ζαγορίων από ένα μεγαλοπρεπές φαράγγι, λίγο καμπύλο και στενό, βάθους περίπου 1.000 μέτρων, το φαράγγι του Βίκου. Στα ανατολικά του Βίκου η επιφάνεια της Τύμφης ανεβαίνει βαθμιαία έως μια πρώτη κορυφή, την κορυφή Αστράκα, ύψους 2.436 μέτρων, που δεσπόζει στα ΒΑ μιας κατάπτωσης, από τη βάση της οποίας ξαναρχίζει η ίδια ομαλή πλαγιά έως την κύρια κορυφή, την κορυφή Γκαμήλα. Από την κορυφή αυτή η Τύμφη κατεβαίνει απότομα κατά 2.000 μέτρα προς την κοίτη του ποταμού Αώου, ο οποίος διασχίζει τη βόρεια γωνία της. Βόρεια της κορυφής Αστράκα και Δυτικά της Γκαμήλας βρίσκονται ορισμένες μικρές λίμνες, υπολείμματα παλαιών παγετώνων (Δρακόλιμνη, Ξερολούτσα κλπ.). Απέναντι από την Γκαμήλα 8


στη δεξιά όχθη του Αώου υψώνεται η υψηλότερη κορυφή της οροσειράς της Πίνδου και δεύτερη της Ελλάδας, η κορυφή του Σμόλ��κα. Από

τις

πέντε

γωνίες

του

Πινδαϊκού

αυτού

σταυρού

εξορμούν οι πέντε μεγάλοι Πινδαϊκοί ποταμοί, Αχελώος, Άραχθος, Αώος, Αλιάκμονας

και

Πηνειός. Άλλα

σημαντικά

ποτάμια

που

αναφέρονται είναι ο Καλαμάς (Θύαμις), ο Αχέροντας, ο Λούρος, ο Δρίνος στους πρώτους του σχηματισμούς. Μικρότερα ποτάμια, παχιά ρυάκια

και

χείμαρροι

που

αρτηρίες, βρίσκουμε κυρίως

ενισχύουν

τις

παραπάνω

υδάτινες

στο Ζαγόρι, όπως το Μετσοβίτικο, το

Ζαγορίσιο, τον Μπαγιώτικο, το Βάρδα, το Φραγκαδιώτικο και άλλα. Το ποτάμιο σύστημα της Ηπείρου για το μεγαλύτερο τμήμα αντλεί το άνω ρουν του είτε από την Πρασινολιθική οροσειρά είτε από τη γραμμή ενώσεως μεταξύ των ζωνών Ασβεστόλιθου και Φλύσχη (τέσσερις είναι οι σχηματισμοί που συναντώνται στην περιοχή της Ηπείρου : Πρασινόλιθος, Ασβεστόλιθος, Φλύσχης και Αλλούβιος), γιατί

στο δεύτερο σημείο τα υπόγεια ύδατα των Ασβεστολιθικών

οροσειρών συχνά

είναι

εξέρχονται

σε

εξαιρετικά

ισχυρές

πηγές

άφθονα. Τα

ή

ποτάμια

κεφαλόβρυσα, που διευθύνονται

στη

διαδρομή τους προς τη θάλασσα με Β.Β.Δ. προς Ν.Ν.Α. διεύθυνση των ορεινών σειρών. Ολόκληρο το ποτάμιο σύστημα της Βόρειας Ηπείρου είναι συγκεντρωμένο μέσα στον Αώο και διευθύνεται μέσα στην Αδριατική θάλασσα σ’ ένα σημείο στα βόρεια του κόλπου της Αυλώνας. Το ποτάμιο σύστημα της Νότιας Ηπείρου δείχνει τον ίδιο χαρακτήρα, με μόνη διαφορά ότι τα ποτάμια διευθύνονται σε μια προς τα νότια διεύθυνση. Ο Αώος καλούμενος και Αίας και Άνιος και Άλωρος και Αππιανός, πηγάζει από το Απολλώνιο Λακμόνιο οροπέδιο και τη βασιλική πόλη του Πύρρου ή Πυρριδόρου. Ο Αώος διασχίζει όλη την Ήπειρο και εκβάλλει

στο Αδριατικό πέλαγος, βορειότερα της

Αυλώνας και της αρχαίας Απολλωνίας.

9


Κατά την διαδρομή του ενισχύεται από τα νερά διαφόρων άλλων ποταμών. Από αυτούς από βόρεια αναφέρονται οι ποταμοί : 1.

Σαραντοπόταμος. Πηγάζει από τον Γράμμο και τον Βοΐο και είναι συλλέκτης πολλών άλλων ρευμάτων.

2.

Λεσκοβικιώτικος

3.

Τσαρεσώβας

4.

Λεγκαρίτσα

5.

Ντεσνίτσα

6.

Λεφτίντα.

Από νότια αναφέρονται : 1.

Βίκος

Βοϊδομάτης). Πηγάζει

από

τα

νότια

του

όρους

Βραδετού (Τύμφης) και από τη θέση των Ζαγορίων. 2.

Ζαγοριάς, παράλληλος με τον Αώο.

3.

Δρίνος (ο Δρίλων των αρχαίων).

Ο Αώος είναι γνωστός και με το όνομα Βογιούσα. Ο ποταμός Άραχθος ή κατά τον Στράβωνα Άρατθος πηγάζει από τα όρη της Τύμφης (Παπίγγου) και Παρωραίας από την πλούσια σε δάση Μύνδα και το Μέτσοβο δεχόμενος τη συμβολή και άλλων ρευμάτων (Ζαγορίτικος, Μετσοβίτικος κ.λ.π.) και διατρέχει τους δυτικούς ορεινούς όγκους της Πίνδου (Λάκμο, Αθαμανικά όρη, Μιτσικέλι) και τελικά εκβάλλει στον Αμβρακικό Κόλπο. Ο Αχελώος σαν ποτάμιος Θεός φέρει σώμα ταύρου και κεφάλι ανθρώπου. Από την αρχαία ακόμη εποχή, τα ποτάμια είχαν θεοποιηθεί μυστικισμού

από

το

λαό, ο

επεδίωκε

την

οποίος εύνοιά

με

διάφορες

τους. Ο

εκδηλώσεις

Βασιλιάς

ποταμός

Αχελώος ή αλλιώς Ίναχος πηγάζει από τη Ζηνώδη κορυφή του Χαλικιού διαρρέει τη δυτική Στερεά Ελλάδα και εκβάλλει στο Ιόνιο πέλαγος. Από την Ευδοκιμία και το Μαλακάσι προέρχεται ο Πηνειός, ο

οποίος

διαρρέει

κυκλικά

ολόκληρη

τη

Θεσσαλία

και

τελικά

εκβάλλει στο Αιγαίο πέλαγος.

10


Από την Τύμφη και την Μηλιά πηγάζει ο Αλιάκμονας, ο οποίος περνάει από την Κεντρική Μακεδονία και εκβάλλει

στο

Θερμαϊκό κόλπο. Η Αγία αυτή πεντάδα των ποταμών της Θεάς Πίνδου, διαχυνόμενη και διασκορπιζόμενη στα πέντε σημεία του ορίζοντα, αρδεύει και γονιμοποιεί ολόκληρη την υπό αυτή διαβρεχόμενη γη. Το κλίμα αποτελεί συχνότατα το κοινό επίπεδο αναφοράς βασικών φυσικών λειτουργιών της ζωής στον πλανήτη μας και επηρεάζει πολυσήμαντα μια σειρά από φυσικά διαθέσιμα, έτσι που να μπορεί να θεωρηθεί φυσικό διαθέσιμο μιας περιοχής. Σε συνάρτηση μάλιστα με την πρόγνωση καιρικών φαινομένων έχει άμεση σχέση σε γενικές γραμμές με τα υδατικά διαθέσιμα, τα ενεργειακά, τα οικολογικά (χλωρίδα, πανίδα, καλλιέργειες),

τα

εδαφικά

ακόμη

και

τα

ανθρώπινα

διαθέσιμα

(προγραμματισμός δραστηριοτήτων παραγωγής, κατασκευής, χρήσης, προγραμματισμός ταξιδιών κλπ). Στο κλίμα, λοιπόν, η Ήπειρος σχηματίζει μια μεταβατική ζώνη μεταξύ

Μεσογειακής

Ασβεστολιθικές

και

οροσειρές

Κεντρικής ο

χειμώνας

Ευρώπης. Στις είναι

δριμύς

κεντρικές με

έντονες

χιονοπτώσεις σχεδόν κάθε χρόνο και καλοκαίρι λιγότερο θερμό. Η βροχόπτωση είναι πολύ μεγαλύτερη στην Ήπειρο από οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας. Σαν αποτέλεσμα της υψηλής βροχοπτώσεως, η Ήπειρος έχει υποστεί περισσότερη διάβρωση από

την

υπόλοιπη

Ελλάδα

και

έχει

αναπτύξει

πολλά

χαρακτηριστικά της Καρστιανής ζώνης. Από τη στιγμή που η βροχή έρχεται από τα δυτικά η διάβρωση είναι πάρα πολύ έντονη στις δυτικές πλαγιές των οροσειρών, που τείνουν να είναι κρημνώδεις και απογυμνωμένες από χώμα. Ο ταξιδιώτης από τα Ιωάννινα προς τη Λάρισα αναρριχιέται πάνω στη διαβρωμένη δυτική όψη της Πρασινολιθικής

οροσειράς

για

να

φτάσει

την

κορυφή

του

περάσματος του Ζυγού και έπειτα βρίσκει απαλές πλαγιές στην ανατολική.

11


Η διανομή του δασότοπου στην Ήπειρο φέρει μια στενή σχέση προς τη διαφορά του κλίματος μεταξύ μεσογειακής

και

παραλιακής Ηπείρου. Η οξιά, για παράδειγμα, εκτείνεται κάτω στα Βαλκάνια γενικά μέχρι τα βουνά, που έχουν κράσπεδο τη βόρεια Θεσσαλία και μέχρι το πέρασμα του Ζυγού του όρους της Πίνδου. Άλλα

δέντρα

(κουκουναριά

της

Κεντρικής

δριμώδης),

Ευρώπης, η

Pinus

leucodermis

Pinus

silvestris

(κουκουναριά

λευκόδερμος) και Betula, επίσης βρίσκουν το νότιο όριό τους στο πέρασμα

του Ζυγού. Η μαύρη πεύκη (Pinus nigra), που είναι

Μεσογειακής καταγωγής, αλλά εκτείνεται δια μέσου των Βαλκανίων μέχρι τις Άλπεις, επιτυγχάνει την καλύτερη ανάπτυξή της και την ψηλότερη διανομή, όσον αφορά την Ελλάδα, μέσα στην περιοχή Ιωαννίνων, Καλαμπάκας και Γρεβενών. Γενικότερα το κλίμα και η βροχόπτωση της Ηπείρου είναι ευνοϊκά για δάσος και βοσκότοπο Ευρωπαϊκών και Μεσογειακών τύπων. Έτσι έχει έξοχη βοσκή, χόρτο και δασώδη, τα δεύτερα στο μεγαλύτερο μέρος δρυς χαμηλές, που είναι μια σπουδαία πηγή χειμερινής ζωοτροφής. Στο εσωτερικό η Ήπειρος είναι πλούσια σε πρόβατα, γίδια και βόδια. Λίγες αρκούδες αναφέρονται στη βόρεια Πίνδο.

1.2

Επαρχία Μετσόβου Η επαρχία Μετσόβου είναι μια από τις τέσσερις επαρχίες του

νομού Ιωαννίνων (Δωδώνης, Κονίτσης, Μετσόβου και Πωγωνίου). Είναι η επαρχία με τη μικρότερη έκταση (267,5 χιλ.στρ.) και τα λιγότερα δημοτικά διαμερίσματα. Περιλαμβάνει ένα δήμο, και τρία δημοτικά διαμερίσματα. Συγκεκριμένα το δήμο Μετσόβου και τα δημοτικά διαμερίσματα, του Ανηλίου, του Ανθοχωρίου και του Βοτονοσίου. (Πριν τον Καποδίστρια περιελάμβανε ένα δήμο, πέντε κοινότητες και έντεκα οικισμούς. Συγκεκριμένα τους οικισμούς Μέτσοβο, Ανήλιο, Ανθοχώρι, Βοτονόσι, Μηλιά, Χρυσοβίτσα, Αμπέλια, Ανάληψη, Μύλους, Ξηρικό και Σιωλάδες, οι οποίοι διοικητικά αποτελούν τις κοινότητες Ανηλίου, 12


Ανθοχωρίου, Βοτονοσίου, Μηλιάς και Χρυσοβίτσας και το δήμο Μετσόβου). Καταλαμβάνει το ανατολικό και εξαιρετικά ορεινό και δασώδες τμήμα του νομού.

1.2.1 Δημογραφικά χαρακτηριστικά Η

επαρχία

Μετσόβου

εμφανίζει

διαχρονικά

σταθερό

τον

πληθυσμό της, ο οποίος ανέρχεται σε 5.829 κατοίκους (ΕΣΥΕ, 1991). Το ποσοστό της επαρχίας που έχει ηλικία 0-14 έτη είναι σταθερά μεγαλύτερο από εκείνο του νομού και της χώρας, με μια μείωση περίπου 10 ποσοστιαίων μονάδων στην περίοδο 1961-1981. Οι επόμενες ηλικιακές ομάδες που αφορούν τις παραγωγικές ηλικίες 15-44 ετών και 45-64 ετών αποτελούν διαχρονικά σταθερό ποσοστό του πληθυσμού της επαρχίας, το οποίο κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα με τα αντίστοιχα

13


ποσοστά του νομού και της χώρας. Ταυτόχρονα, ο πληθυσμός ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών παρουσιάζει σημαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια.

1.2.2 Κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά Η οικονομία της επαρχίας είναι σχετικά προσανατολισμένη στον πρωτογενή τομέα, εκμεταλλευόμενη σχεδόν όλο το φάσμα των δυνατοτήτων που τις προσφέρει το πλούσιο φυσικό περιβάλλον της (κτηνοτροφία, δασοπονία). Το γεγονός αυτό, συνδυαζόμενο με την εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού σε ασχολίες του πρωτογενούς τομέα, την έλλειψη ισχυρού επενδυτικού ενδιαφέροντος από τον ιδιωτικό τομέα και τη χαμηλή έως ανύπαρκτη βιομηχανική υποδομή, είχε ως αποτέλεσμα τη μικρή σχετικά ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα και τη μικρή ανάπτυξη του δευτερογενούς.

1.2.3 Οικονομικά ενεργός πληθυσμός Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός της επαρχίας αποτελεί το 40,8% του συνόλου του πληθυσμού της. Από αυτό το 93% έχουν απασχόληση. Έτσι το ποσοστό ανεργίας είναι αρκετά χαμηλό (7%). Από τους ανέργους το 84,6% είναι νέοι, γεγονός που σημαίνει ότι η επαρχία δεν προσφέρει πολλές ευκαιρίες στους νέους για απασχόληση.

1.2.4 Διάρθρωση οικονομικά ενεργού πληθυσμού κατά τομέα οικονομικής δραστηριότητας Ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός της επαρχίας ισοκατανέμεται στους τρεις τομείς της οικονομικής και παραγωγικής δραστηριότητας. Έτσι ο πρωτογενής τομέας απασχολεί το 33,6%, ο δευτερογενής το 32,6% και ο τριτογενής το 33,8%. 14


Ειδικά

ο

δήμος

Μετσόβου

δεν

παρουσιάζει

τα

ίδια

χαρακτηριστικά με αυτά της επαρχίας, καθώς στον πρωτογενή τομέα απασχολεί μόλις το 7,6%, στο δευτερογενή τομέα το 39,4% και στον τριτογενή τομέα το 53,0%.

1.2.5 Απασχόληση Στο δήμο Μετσόβου, από τους απασχολούμενους

στο

δευτερογενή και τριτογενή τομέα, το 42,6% απασχολείται στη βιοτεχνία, το 40,6% στο εμπόριο και στον τουρισμό, το 4,7% στις τράπεζες και το 3,8% στις μεταφορές. Στις κοινότητες, το 53,9% απασχολείται στη βιοτεχνία, το 23,2% στον ηλεκτρισμό και στην ύδρευση και το 21,9% στο εμπόριο και στον τουρισμό.

1.2.6 Χρήσεις γης Η κατανομή της έκτασης της επαρχίας Μετσόβου στις βασικές κατηγορίες χρήσεων γης παρουσιάζει την παρακάτω εικόνα : τη μεγαλύτερη έκταση (48,3%) καταλαμβάνουν τα δάση, τα οποία έχουν ποσοστό κατά 15 περίπου μονάδες υψηλότερο από εκείνο του νομού. Είναι χαρακτηριστικό ότι αποτελούν τμήμα ενός από τους σημαντικότερους δρυμούς της χώρας και βασικό πλουτοπαραγωγικό πόρο της περιοχής. Οι βοσκότοποι καταλαμβάνουν, επίσης, μεγάλη έκταση (37,4%) και έχουν ποσοστό κατά 15 περίπου

μονάδες

χαμηλότερο από εκείνο του νομού. Εξαιτίας των εδαφικών και κλιματολογικών συνθηκών, μπορούν να χαρακτηριστούν ορεινοί και χαμηλής αποδοτικότητας, αποτελούν όμως ένα πολύ σημαντικό φυσικό πόρο για την οικονομία της περιοχής, εξαιτίας

της

κτηνοτροφικής

απασχόλησης

των

κατοίκων.

Οι

καλλιεργούμενες εκτάσεις καταλαμβάνουν ελάχιστη έκταση (5,0%) και έχουν ποσοστό κατά 50% χαμηλότερο από εκείνο του νομού. 15


Η έκταση της επιφάνειας του εδάφους που καταλαμβάνεται από νερά αυξήθηκε σημαντικά την τελευταία δεκαετία (από 0,8% σε 4,0%), εξαιτίας της κατασκευής των φραγμάτων της ΔΕΗ και αποτελεί τη μόνη αξιοσημείωτη μεταβολή η οποία παρατηρείται τα τελευταία είκοσι χρόνια. Οι οικισμοί και οι υπόλοιπες χρήσεις καταλαμβάνουν μικρό ποσοστό (7,8%) της έκτασης και βρίσκονται στα ίδια περίπου επίπεδα με τα αντίστοιχα του νομού.

1.2.7 Δομή του παραγωγικού συστήματος

1.

Πρωτογενής τομέας Ο πρωτογενής τομέας είναι ένας από του πλέον δυναμικούς

τομείς του παραγωγικού συστήματος της επαρχίας. Οι φυσικές συνθήκες έχουν συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωση της δομής του. Γεωργία : η επαρχία Μετσόβου δεν περιλαμβάνεται στις βασικές γεωργικές ζώνες του νομού. Η χρησιμοποιούμενη έκταση για γεωργικές καλλιέργειες καταλαμβάνει το 5% της συνολικής έκτασης της επαρχίας. Περιοριστικούς παράγοντες για την ανάπτυξη της γεωργίας αποτελούν οι κλιματολογικές συνθήκες (δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη δυναμικών κλάδων φυτικής παραγωγής), το έντονο ορεινό ανάγλυφο (περιορίζει τις δυνατότητες εντατικής ανάπτυξης και εκμηχάνισης) και οι ελλείψεις στον τομέα της άρδευσης, παρά το πλούσιο υδάτινο δυναμικό της περιοχής. Κτηνοτροφία : η επαρχία Μετσόβου αποτελεί μία από τις κύριες κτηνοτροφικές ζώνες του νομού. Η οικονομία της στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στην κτηνοτροφία, η οποία συμμετέχει κατά μεγάλο ποσοστό και στο ακαθάριστο γεωργικό προϊόν. Τα κύρια εκτρεφόμενα είδη είναι αιγοπρόβατα, βοοειδή, πουλερικά και χοίροι. Δασοπονία : η επαρχία Μετσόβου, όπως αναφέρθηκε και στις χρήσεις γης, καλύπτεται στο 50% περίπου της έκτασής της από δάση. Ο παραγόμενος όγκος ξύλου ανέρχεται σε 4,3 εκατ. m3 εμπορεύσιμου όγκου και 2,4 εκατ. m3 για πρίση. 16


Το σύνολο των δασών είναι σήμερα χαμηλής και μέσης παραγωγικότητας. Πρόκειται για δάση που κατά κύριο λόγο εξελίσσονται φυσικά και λιγότερο για δάση τα οποία αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης.

2.

Δευτερογενής τομέας Το δευτερογενή τομέα στην επαρχία Μετσόβου μονοπωλεί η

μεταποιητική

δραστηριότητα

γαλακτοκομικής

παραγωγής.

στον Η

τομέα

εξορυκτική

του

ξύλου

και

δραστηριότητα

της είναι

ανύπαρκτη, ενώ η ενεργειακή βιομηχανία αφορά το Υδροηλεκτρικό Έργο στη θέση Πολιτσιές στις πηγές του Αώου, καθώς και τα μικρά υδροηλεκτρικά έργα στο Μεγάλο Περιστέρι και στη θέση Μπαμπά στο Ανθοχώρι. Οι μονάδες μεταποίησης γαλακτοκομικών προϊόντων λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό σε οικογενειακή βάση, με εξαίρεση το τυροκομείο του Ιδρύματος Τοσίτσα, το οποίο επεξεργάζεται σημαντικό μέρος της παραγωγής γάλακτος της περιοχής και παράγει επώνυμα και εξαγώγιμα προϊόντα. Οι μονάδες μεταποίησης ξύλου συγκεντρώνονται κυρίως στον άξονα Μέτσοβο-Ανήλιο-Μηλιά.

3.

Τριτογενής τομέας Τουρισμός : ο τριτογενής τομέας στηρίζεται κυρίως στον

τουρισμό. Η επαρχία αποτελεί την πλέον τουριστική περιοχή του νομού. Η τουριστική ανάπτυξη της επαρχίας οφείλεται στην ύπαρξη φυσικών τοπίων ιδιαίτερου κάλλους, στα αξιόλογα οικοσυστήματα (όπως ο εθνικός δρυμός Πίνδου κ.α.), στους παραδοσιακούς οικισμούς, οι οποίοι διατηρούν τη χαρακτηριστική τους αρχιτεκτονική,

στο χιονοδρομικό

κέντρο Μετσόβου, το οποίο αποτελεί τον περισσότερο αξιοποιημένο σήμερα τουριστικό πόρο. 17


Εμπόριο – Υπηρεσίες

1.2.8 Φυσικά χαρακτηριστικά της περιοχής Βόρεια η επαρχία Μετσόβου συνορεύει με την επαρχία Γρεβενών του νομού Γρεβενών, ανατολικά και νοτιοανατολικά με την επαρχία Καλαμπάκας του νομού Τρικάλων και δυτικά και νοτιοδυτικά με την επαρχία Δωδώνης του νομού Ιωαννίνων. Κύρια συγκοινωνιακή αρτηρία της επαρχίας είναι η οδός Ιωαννίνων-Μετσόβου-Καλαμπάκας, η οποία εκμεταλλεύεται την κοιλάδα του Μετσοβίτικου και ανέρχεται στον Ζυγό (Κατάρα 1.705 μ.), που συνδέει την Ήπειρο με τη Θεσσαλία. Το βόρειο τμήμα της επαρχίας βρίσκεται στη Βόρεια Πίνδο, όπου και τα όρη Μαυροβούνι, Τόκα, Πλάκα, Ζυγός, ενώ το νότιο πάνω στη Νότιο Πίνδο, όπου τα όρη Λάκμος και Οξιά. To κεντρικό τμήμα της, όπου και το Μέτσοβο, αποτελεί σημείο διαχωρισμού της Βόρειας από τη Νότια Πίνδο. Ιδιαίτερη φυσιογνωμία

στο ανάγλυφο της περιοχής

προσδίδουν οι εξάρσεις του Μαυροβουνίου μέχρι την Κατάρα (1.746 μ.), με κατεύθυνση από βορειοδυτικά προς νοτιοανατολικά, της Σκάρας (1.534 μ.) – Στέφανο (1.517 μ.) – Πλάκα (1.579 μ.) – Καλιγωμένο Αλώνι (1.593 μ.) με ίδια διεύθυνση και της στενόμακρης λεκάνης των πηγών Αώου ανάμεσά τους, που διασχίζει διαγώνια το κέντρο της επαρχίας. Από τις ψηλότερες κορυφές βόρεια είναι τα Αυτιά Φλέγγα (2.157 μ.), τα Τρία Σύνορα (2.049 μ.) και το Λιβάδι (2.071 μ.) και νότια το Ψήλωμα (1.871 μ.), η Μεγάλη Σπανούρα (2.046 μ.) και η Οξιά (1.700 μ.). Άλλες κορυφές επίσης είναι οι παρακάτω : Αυγό (2.177 μ), Γκαμήλα (2.480 μ), Μιτσικέλι (1.810 μ), Περιστέρι (2.295 μ) και άλλα όπως Ζυγός, Καρακόλι, Κύρου, τα οποία

στο σύνολό τους

παρουσιάζουν ένα

θέαμα φαντασμαγορικό. Οι περιοχή

τύποι

του

γύρω

από

Ασβεστολιθικός

σχηματισμού το

που

Μέτσοβο

σχηματισμός, που

παρουσιάζονται

είναι

κυρίως

περιλαμβάνει

στην

τρεις. Ο

ποικίλα

είδη 18


ασβεστόλιθου. Αυτές οι οροσειρές είναι γενικά άγονες και δύσκολες στην προσπέλαση. Ο Πρασινολιθικός σχηματισμός είναι συνήθως ενδεδυμένος με δάση και βοσκοτόπια, υψώνεται και πέφτει με ήπιες περιφέρειες

και

βρίσκεται

μόνο

σε

μεγάλα

ύψη. Ο

Φλυσχικός

σχηματισμός, που περιλαμβάνει ποικιλίες από αμμόπετρα, λιπαντικό χώμα, άργιλο και συμπέτρωμα, είναι πλούσιος σε νερό και φέρει βοσκή. Η ζώνη του φλύσχη γενικά περιέχει μια ανώμαλη μάζα από χαμηλούς λόφους με απαλές περιφέρειες και από μικρές κοιλάδες με εύφορο χώμα και οργιαστικά αυξανόμενη βλάστηση. Όσο αφορά το κλίμα του Μετσόβου είναι μεσογειακό και ανήκει στην πολύομβρη κλιματική ζώνη της Δυτική Ελλάδας. Το συνολικό ετήσιο ύψος υετού (μέσος όρος της περιόδου 1950-1990), σύμφωνα με τα στοιχεία του σταθμού του ΥΠΕΧΩΔΕ, υπολογίστηκε σε 1.496 χλστ., ενώ ο συνολικός αριθμός ημερών βροχής και χιονιού κατ’ έτος σε 84 και 34 αντίστοιχα. Ο τύπος κλίματος που επικρατεί είναι ο ορεινός, ο οποίος άλλωστε παρατηρείται στους ορεινούς όγκους της Ηπείρου, που συνιστούν την οροσειρά της Πίνδου κατευθύνσεως από ΒΒΔ προς ΝΝΔ και εμφανίζει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία συνδέονται μετά του ύψους. Συγκεκριμένα : Α) οι συνθήκες υγρασίας είναι πολύ υψηλές, όπως προκύπτει από τις εδαφοκλιματικές συσχετίσεις για την περιοχή Μετσόβου. Β) ο χειμώνας είναι παρατεταμένος, τραχύς και πλούσιος σε βροχές και χιόνια, συχνά δε εμφανίζονται παγετοί. Γ) η θερινή άνομβρη περίοδος έχει περιορισμένη διάρκεια (δροσερό και σχετικά υγρό καλοκαίρι με θερμοκρασίες που κυμαίνονται από 25ο έως 30ο C). Δ) η νέφωση είναι πολύ υψηλή, η ηλιοφάνεια μικρή, οι καταιγίδες συχνές και ο αριθμός ημερών χαλαζιού ψηλός. Ε) ο επικρατούντες άνεμοι είναι βορειοδυτικοί κατά την άνοιξη και το καλοκαίρι και βορειοανατολικοί το χειμώνα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η δημιουργία της τεχνητής λίμνης του φράγματος της ΔΕΗ, έχει 19


διαφοροποιήσει όχι μόνο το ανάγλυφο, αλλά και την υδρολογία της περιοχής (αύξηση της σχετικής υγρασίας). Το υδρογραφικό δίκτυο της επαρχίας είναι πλούσιο. Πάνω από τον Αυχένα Παπαζήση, στις Πολιτσιές Μετσόβου (πλατύ οροπέδιο στα νότια της Μηλιάς, στο οποίο καταλήγει το Αυγό) έχει τις πηγές του ο Αώος. Οι παραπόταμοί του αποτελούν πηγή ζωής για την περιοχή. Ο Σαράτος, το Ποτόκι, ο Παπαναστάσης, το Πιτακό, το ρέμα των Πολιτσιών έχουν πια καλυφθεί σε ένα μεγάλο μέρος τους από τα νερά της τεχνητής λίμνης της ΔΕΗ. Κάτω από τον Αυχένα Παπαζήση έχει της πηγές του ο Μετσοβίτικος ποταμός που «χαϊδεύει» τα 5 από τα 6 χωριά της επαρχίας. Ο Μετσοβίτικος είναι παραπόταμος του Αράχθου ποταμού. Το οροπέδιο Πολιτσιές στα νότια διαλύεται

μέσα

σε

μια

οροσειρά, που διευθύνεται προς τα βόρεια και τα νότια με ψηλά σημεία στην Τσούκα Λούπου 1.801 μ. και Γκιου – ζελ- τεπέ 1.872 μ.. Έπειτα στρέφεται για μια σύντομη απόσταση προς τα ανατολικά με μια δυτική προς τα ανατολικά διεύθυνση, το Ζυγό. Στη δυτική πλευρά του Ζυγού πηγάζουν τα κεφαλόβρυσα του Ασπροποτάμου. Ο Ζυγός είναι το πέρασμα από τα Γιάννενα στην κοιλάδα του Πηνειού και τη Θεσσαλική πεδιάδα. Μεταξύ Γρεβενιτίο�� και Βοβούσας υπάρχουν κορυφές από 1.700 μ. και 1.800 μ., που σχηματίζουν την κοιλάδα ανάμεσα στα ποτάμια Άνω Αώο και Βοϊδομάτη και Ζαγορίτικο. Ο Αώος, ο Άραχθος και ο Ασπροπόταμος υψώνονται σε μικρή απόσταση από την οροσειρά του Ζυγού και ρέουν δια μέσου ζωνών

Φλύσχη

μέχρι

που

έρχονται

σε

επαφή

με

τις

Ασβεστολιθικές οροσειρές.

20


1.3

Μέτσοβο και γύρω χωριά Το Μέτσοβο βρίσκεται στα πρανή (υψόμ. 1.200 μ.) του όρους

Κιτίου της οροσειράς της Πίνδου. Είναι μια από τις πιο γραφικές και παραδοσιακές πόλεις της Ελλάδος και είναι μια άξια πρωτεύουσα του βλάχικου

πολιτισμού, που έχει

χορούς, κεντήματα

και

δικά

του

διακριτά

ενδυμασίες. Βρίσκεται στο

σχολεία,

μεταίχμιο

των

ορίων Ηπείρου, Θεσσαλίας και δυτικής Μακεδονίας. Το Μέτσοβο σε σχέση με τα Γιάννενα, βρίσκεται στα ΒΑ τους και απέχει 56 χιλιόμετρα. Είναι χτισμένο στην μεσημβρινή όχθη του Αράχθου, που η κορυφή της ονομάζεται Αλούνι βλαχιστί, απ’ τα υπάρχοντα αυτοφυή δέντρα λεπτοκαρυών. Απέναντι από το Μέτσοβο είναι χτισμένο το Ανήλιο. Στο δάσος της Ρόνας, κοντά στο Ανήλιο, υπάρχει ένα ρέμα που πάντα κρατάει αρκούδες και λέγεται : «Ούρσα ντι λα Φάλε» ή «Ούρσα ντι Βάλια Κάλντα». Το Μέτσοβο και το Ανήλιο μαζί με το Βοτονόσι, τη Χρυσοβίτσα και το Ανθοχώρι είναι χτισμένα κοντά μεταξύ τους, πάνω και κάτω από τον Μετσοβίτικο ποταμό (και κατά μήκος της εθνικής οδού Ιωαννίνων – Τρικάλων – Θεσσαλονίκης), στα νότια όρια της Επαρχίας. Η Μηλιά, όμως, είναι χτισμένη αρκετά μακρύτερα,

στο βορειοδυτικό άκρο της

επαρχίας.

21


Σε απόσταση 15 χιλιομέτρων από τον αυχένα της Κατάρας και μόλις 23 χλμ. από το Μέτσοβο βρίσκεται

το

χωριό

Μηλιά, η

Βλαχομηλιά Μετσόβου, το Αμέρου, όπως το αποκαλούν οι κάτοικοί του. Η Μηλιά είναι ένα χωριό από τα ψηλότερα σε υψόμετρο. Ένας κυριολεκτικά άθλιος δρόμος γεμάτος νεροφαγώματα και εδαφικές καθιζήσεις, οδηγεί σε ένα μικρό οροπέδιο, στα 1200μ. περίπου, όπου βρίσκεται χτισμένο το Αμέρου, στις νότιες κλιτύες της Τούρλας Μιλάνη (1535μ. από την οποία ρέουν οι πρώτες πηγές του Αλιάκμονα), προέκταση της πανέμορφης κορυφογραμμής Κακοπλεύρι (2160μ.), που αποτελεί ένα (το νοτιοανατολικό) από τα τέσσερα πανύψηλα βουνά που φράζουν γεωγραφικά τη ζεστή κοιλάδα (Βάλια Κάλντα). Τα υπόλοιπα τρία είναι το Αυγό (2167μ., στα βορειοδυτικά), η Φλέγγα (2.759μ., στα νοτιοδυτικά) και η Πυροστιά (1.967μ., στα βορειοανατολικά). Η Μηλιά αποτελούσε στην αρχαιότητα υπέρλαμπρο ναό του θεού Διόνυσου, στον οποίο συναθροίζονταν θεοί και θεές, μούσες, νύμφες και νηρηίδες και όπου μεθούσαν και εκστασιάζονταν

στο

όνομα του Βάκχου θεού. Το Βοτονόσι είναι το πρώτο χωριό που συναντάει κανείς πηγαίνοντας από το Μέτσοβο προς τα Γιάννενα. Το χωριό βρίσκεται στο 45ο χλμ. της εθνικής οδού Ιωαννίνων-Τρικάλων και αναπτύσσεται αμφιθεατρικά, κυρίως στη μια πλευρά του δρόμου. Στοιχεία μας πληροφορούν για το όνομα του χωριού και την ετυμολογία του, που είναι Βοτάνι για νόσο = Βοτανόσος, Βοτανός. Το Βοτονόσι, λοιπόν, αναφέρεται πολύ νωρίς στην ιστοριογραφία, άποψη η οποία υποστηρίζεται και από αρχαιολογικά ευρήματα. Επιβεβαιώνεται πάντως η ταυτόχρονη ύπαρξη και άλλων οικισμών στην ευρύτερη περιοχή του Μετσόβου. Πιθανόν το Βοτονόσι να συμπίπτει με μια από τις πόλεις Τράμπυα ή Κίτιον της χώρας των Τυμφαίων ή να συμπίπτει με την αρχαία Παρωραία, χώρα των Αιθίκων ή ακόμη να υπήρχε, άγνωστο ποια, αρχαία Περραιβική πόλη της

εποχής

των

αρχαίων βασιλιάδων της Ηπείρου, Μακεδονίας και του Πύρρου. Το Βοτονόσι ονομαζόταν παλαιότερα Λαχανόκαστρο. Κατά άλλους το Βοτονόσι ονομαζόταν Βίτιον.

22


Ο δρόμος από το Μέτσοβο προς το Βοτονόσι περνάει την κοιλάδα

του

άνω

Άραχθου. Ο

άνω

Άραχθος

τρέχει

μέσα

σε

φάραγγες και οι πλευρές του συντηρούν λίγα, αλλά χαμόδεντρα. Το Βοτονόσι έχει μια πιο προφυλαγμένη θέση από το Μέτσοβο και αντικρίζει νότια. Γι’ αυτό είναι πολύ θερμότερο και έχει λίγο χιόνι κατά το χειμώνα. Σε περιγραφή που κάνει ο Μ. Χουλιαράκης στην εγκυκλοπαίδεια Υδρία για το χωριό Βοτονόσι, αναφέρει ότι ‘‘αυτό έχει έκταση 13 τ.χλμ., μέσο σταθμικό υψομέτρου 820μ. και ο πληθυσμός της κοινότητας από 155 άτομα το 1920, έφτασε τα 321 το 1961 για να μειωθεί έκτοτε και να γίνει το 1980, 250. Το έδαφός της, ορεινό, καλύπτεται από μικρές εκτάσεις ζωοτροφών (7%), από βοσκότοπους (15%) και δασώδεις εκτάσεις (78%). Έχει ανεπτυγμένη κτηνοτροφία και το εμπόριο της ξυλείας (υλοτομία)’’. Αναφέρει ακόμη ο Χουλιαράκης ότι κοντά στο χωριό αυτό της Ηπείρου στην τοποθεσία που ονομάζεται ‘‘Καταφύ’’, βρέθηκαν ερείπια πελασγικών τειχών άγνωστης αρχαίας πόλης. Στην θέση ‘‘Τρία Χάνια’’, κοντά σ’ αυτό, βρισκόταν ή ρωμαϊκός σταθμός ή η μεσαιωνική πόλη Λαχανόκαστρο. ‘‘Προσαρτήθηκε το Βοτονόσι στην Ελλάδα το 1913, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου. Τότε υπαγόταν στην υποδιοίκηση Μετσόβου, γραφόταν Βουτονόσιον ή Βουτονάσι και είχε 173 κατοίκους. Το 1919 προσαρτήθηκε στο δήμο Μετσόβου και το 1929 αναγνωρίστηκε κοινότητα. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η ιστορία του σύγχρονου Μετσόβου ξεκινά από πολύ παλαιότερα, μιας και η καταγωγή και η προέλευση των κατοίκων του Βοτονοσίου και του Μετσόβου είναι κοινή, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και αν το συνδυάσουμε με τα κοινά ήθη και έθιμα, γλώσσα, επίθετα, συγγένειες, ονόματα περιοχών του Βοτονοσίου τα οποία προέρχονται από επίθετα Μετσοβιτών των προηγούμενων αιώνων και εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη και σήμερα κ.λ.π., που παραπέμπουν σε δεσμούς αιώνων. Μέχρι μια χρονική περίοδο, οι αναφορές των κατοίκων

της

περιοχής δεν τους διαχωρίζουν σε Μετσοβίτες και Βοτονοσιώτες, αλλά γίνονται αναφορές σε ‘‘μαχαλάδες’’ Μετσοβίτικους, καθώς επίσης

23


γίνονται αναφορές από τους Βοτονοσιώτες που φανερώνουν συνείδηση ταυτότητας με το Μέτσοβο και την ενότητα των δύο περιοχών. Από ένα χρονικό σημείο και μετά στο Μέτσοβο με την ευρύτερη έννοιά του, κυρίως λόγω του ελέγχου του στρατηγικού σημείου του περάσματος του Ζυγού αλλά και των προνομίων που αποσπά από τους Τούρκους, εγκαθίσταται και καινούργιος πληθυσμός, προερχόμενος από άλλες περιοχές της Τουρκοκρατούμενης και μη Ελλάδας, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί ραγδαία και να αρχίσει να παίζει πλέον σημαντικότατο ρόλο και ρυθμιστικό στην ευρύτερη περιοχή, δεδομένου και του ρόλου που επέχει ως πρωτεύουσας αυτής της ευρύτερης αυτόνομης περιφέρειας, η οποία αποτελεί μια ενιαία γεωγραφικά, πολιτισμικά και διοικητικά περιοχή και επομένως όταν αναφερόμαστε στο Μέτσοβο, να εννοούμε όλη την ευρύτερη αυτή περιφέρεια. Ένα ενδιαφέρον εύρημα έγινε το 1939 κοντά

στο χωριό

Βοτονόσι. Ένας αριθμός μπρούτζινων αγγείων, που τα μικρότερά τους ήταν τοποθετημένα μέσα στα μεγαλύτερα, είχε προφανώς ταφή κάποτε σα θησαυρός. Τα αγγεία χρονολογούνται από το πρώτο ήμισυ του έκτου αιώνα π.Χ. και ένα από τα πιο πρώιμα είχε επισκευαστεί στα αρχαία χρόνια. Τα αγγεία είναι σχεδόν από όλα τα

είδη – κύπελλα, σουρωτήρια, σκύφοι, νερόσταμνες, κανάτια,

τρίποδες, οινοχόε και αλάβαστρα – και κατεχότανε, προφανώς, από λαό, που δεν έκανε χρήση κεραμικών. Είναι σαφές, ότι τέτοιος λαός ήταν νομαδικός, σαν τους Βλάχους ποιμένες και είναι πιθανόν, ότι το Βοτονόσι είναι θέση της αρχαίας εγκαταστάσεως, που αντιστοιχεί με τη σύγχρονη πρωτεύουσα των Βλάχων, το

Μέτσοβο.

Στο

Βοτονόσι βρέθηκαν επίσης δυο άλλα αντικείμενα. Αυτά είναι μια καθρεπτολαβή με μια φτερωτή Σειρήνα, που χρονολογείτε

στο

τέλος του έκτου αιώνα, και ένα σουρωτήρι με ένα χερούλι σε κάθε άκρο, που είναι στο σχήμα κυκνοκεφαλής, ίσως επίσης του έκτου αιώνα. Το Βοτονόσι κατείχε μια στρατηγική τοποθεσία στον κύριο δρόμο, που διασχίζει την οροσειρά της Πίνδου στη βόρεια Ελλάδα και έπαιρνε μέρος Πελοποννησιακής

στο εμπόριο, που εισήγαγε μπρούτζινα αγγεία μαστοριάς. Τα

δυο

ξέχωρα

ευρήματα

στο

24


Βοτονόσι, υποδηλώνουν ότι κατοικούτανε αργά, στα μέσα του έκτου αιώνα. Αριστερά

από

το Βοτονόσι

στο

βάθος και στην νότια

πλευρά του Άνω Αράχθου βρίσκεται το Ανθοχώρι. Μετά

το

Βοτονόσι

ο

επισκέπτης

συναντά

το

χωριό

Χρυσοβίτσα. Μετά τη Χρυσοβίτσα τα χωριά στη δεξιά όχθη του ποταμού που στέκουν μεταξύ των αντερεισμάτων του Περιστερίου, είναι το Μικρό και το Μεγάλο Περιστέρι. Το βορειότερο όριο του «Πινδαϊκού κράτους», σχηματίζεται από το σύμπλεγμα των πολυάριθμων και μαγευτικών χωριών του περιώνυμου

Ζαγορίου. Τα

οροκοιλάδες, τη Ζαγορίσιου

μια

του

Αώου. Αυτά

χωριά

αυτά

Ζαγορίσιου διαβρέχονται

εξαπλώνονται Αράχθου

επίσης

και

από

σε

τρεις

δύο

του

αναρίθμητες

βρύσες και ρυάκια, τα οποία γεννιούνται από τον Ζαγορίσιο Άραχθο και τους δυο Ζαγορίσιους βραχίονες του Αώου, από τους οποίους ο ένας καλείται κοινώς Βοβούσα ενώ ο άλλος Βοϊδομάτης και από την ένωσή τους γεννιέται ο μεγάλος Αώος. Το

Ζαγόρι

είναι

έξοχη

λεκάνη

του

Φλύσχη

μεταξύ

της

οροσειράς του Μιτσικελλίου στα δυτικά και της κύριας οροσειράς της Πίνδου στ’ ανατολικά. Όπως αναφέρθηκε

παροχετεύεται από

έναν αριθμό χειμάρρων. Αυτοί ρέουν κυρίως μέσα που συνδέεται με τον Άραχθο στο

Βοϊδομάτη.

Οι

δυο

στο Διπόταμο,

στο Χάνι Μπαλντούμας και μέσα

μεγάλοι

ποταμοί, που

πηγάζουν

στον

κεντρικό κόμβο της Πίνδου, ο Άραχθος και ο Αώος, αποκόπτονται από τη φλυσχική λεκάνη από απομεμονωμένες κορυφογραμμές της οροσειράς της Πίνδου. Αφήνοντας τη ράχη του Δρίσκου και κατεβαίνοντας στο Χάνι Καμπέρ Αγά πάμε προς τη Μονή Βουτσάς. Το μοναστήρι είναι ένα κεντρικό σημείο του Ζαγορίου, που ένας αριθμός μονοπατιών από τα ψηλότερα χωριά συναντώνται και έπειτα κατέρχονται προς το Χάνι Καμπέρ Αγά.

25


Στις

πηγές

Μετσόβου, το

πιο

του

Αώου, που

μεγάλο

βλάχικο

πηγάζουν χωριό

βορειοδυτικά

είναι

η

του

Βοβούσα,

τοποθετημένη ανάμεσα σ’ ωραία δάση ελάτης και πεύκης.

1.4

Πολεοδομική διάρθρωση του οικισμού

Πολεοδομικός ιστός Μετσόβου

Παλιότερα το Μέτσοβο το αποτελούσαν οι συνοικίες Ανήλιο και Προσήλιο που χωρίζονται μεταξύ τους από το ποταμό του Αράχθου. Στο Προσήλιο στην τοποθεσία ΄ν Κάμπουρι - στα βλάχικα μικρός κάμπος – το μεγαλύτερο και ευρύτερο κέντρο της πόλης, 26


υψώνεται μια φυσική έξαρση πάνω απ’ το φαράγγι του Αράχθου. Είναι ο λόφος του Φλόκα, οχυρωμένο κάστρο στην εποχή της Τουρκοκρατίας, ίσως και κατά την Ρωμαϊκή περίοδο. Από το σημείο αυτό η θέα του Πινδαϊκού ορόκυκλου που στεφανώνει το Μέτσοβο είναι μεγαλοπρεπής. Η πολεοδομική διάρθρωση του οικισμού έχει μονοκεντρικό χαρακτήρα γύρω από την κεντρική πλατεία, που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.150 μ. και είναι το εμπορικό, θρησκευτικό και κοινωνικό κέντρο. Ο ιστός του χωριού ορίζεται από δύο κύριους δρόμους, κάθετους μεταξύ τους, με διευθύνσεις προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, καθώς και από δευτερεύοντες δρόμους, εσωτερικής εξυπηρέτησης, οι οποίοι αναπτύσσονται σύμφωνα με τη βατότητα του εδάφους συγκλίνοντας προς το κέντρο ή το κύριο δίκτυο. Η διάταξη των δρόμων χωρίζει τον οικισμό στο πάνω και στο κάτω Μέτσοβο, που το καθένα διαρθρώνεται σε συνοικίες (δύο επάνω, τέσσερις κάτω) με μία δύο εκκλησίες και περίπου 400 κατοίκους η καθεμιά. Στο πάνω Μέτσοβο η δόμηση είναι πολύ πιο πυκνή απ’ ό,τι στο κάτω και τα σπίτια σε επαφή είναι λιγοστά (σε σχέση με το σύνολο). Εντούτοις η απόσταση μεταξύ των κτιρίων παρουσιάζει ποικιλία. Η μορφολογία του εδάφους επηρεάζει τη θέση και την απόσταση μεταξύ τους. Τα σπίτια διατάσσονται ακτινωτά ακολουθώντας τις υψομετρικές καμπύλες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η καθ’ ύψος ανάπτυξη του οικισμού, η κλίση του εδάφους αυξάνεται προς Βορρά. Ο παραδοσιακός οικισμός του Μετσόβου είχε χτιστεί σύμφωνα με ορισμένες βασικές αρχές βιοκλιματικού σχεδιασμού που χαρακτηρίζουν πολλούς οικισμούς της περιοχής της Μεσογείου, όπου οι κλιματολογικές συνθήκες με τις συχνές εναλλαγές τους, σε συνδυασμό με τις κοινωνικές συνήθειες και τη χρήση των παραδοσιακών υλικών κατασκευής, οδήγησαν σε κοινές λύσεις με στόχο τη δημιουργία συνθηκών θερμικής άνεσης για τους κατοίκους. Είναι χαρακτηριστική η χρήση τόσο των φυσικών στοιχείων του τοπίου (προσανατολισμοί, κλίσεις, φυτεύσεις κλπ.) όσο και των αρχιτεκτονικών στοιχείων του οικισμού (μαντρότοιχοι, μονοπάτια, τοίχοι σπιτιών, ανοίγματα κ.κλπ.), που, σε συνδυασμό με τις κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους, δημιουργούν έναν πολύπλοκο 27


πολεοδομικό ιστό όπου οι χώροι ιεραρχούνται από τους πιο δημόσιους ως τους πιο ιδιωτικούς, εξασφαλίζοντας συγχρόνως τις καλύτερες δυνατές συνθήκες θερμικής και οπτικής άνεσης. Τα σπίτια του Μετσόβου και των γύρω χωριών, Ανηλίου, Βοτονοσίου, Μηλιάς, Κουτσούφλιανης λιθόκτιστα

και

και

πλακόστεγα, ιδιόρρυθμης

Μαλακασίου αρχιτεκτονικής

ήταν και

περικοσμούνταν από δέντρα και κήπους. Η εσωτερική επίπλωση των σπιτιών γινόταν και συνεχίζει να γίνεται σε μεγάλο βαθμό με εγχώρια είδη, και ολόκληρος ο εσωτερικός τους διάκοσμος ήταν εντελώς ιδιότυπος. Τυπολογικά,

στο παλιό, παραδοσιακό μετσοβίτικο σπίτι

συναντάμε τρεις βασικούς χώρους:το σαράι, τον οντά, το χωτζιαρέ.  Το σαράι (σοφάς) είναι ο χώρος εισόδου και επικοινωνίας με τους πιο κάτω ορόφους. Είναι προσανατολισμένο

στο Νότο, όπου στην

πλευρά αυτή προεξέχει σχηματίζοντας κεπέγκι. Στην προεξοχή αυτή, ο χώρος είναι τζαμωτός, με δάπεδο συνήθως υπερυψωμένο κατά 0,20,και φέρει μπάσι με υφαντά και μαξιλάρια.  Ο οντάς είναι ο χώρος χειμερινής διαμονής (ύπνου, φαγητού και μαγειρέματος), φέρει ελάχιστα ανοίγματα και τζάκι στη νότια πλευρά ανάμεσα σε παράθυρα.  Ο χωτζιαρές είναι ο καλοκαιρινός χώρος διαμονής και έχει τα περισσότερα

ανοίγματα.

Το

ταβάνι

του

φέρει

την

καλύτερη

διακόσμηση στο σπίτι. Βρίσκεται δεξιά της εισόδου βορειοανατολικά, κατά τις τρεις πλευρές φέρει μπάσι 0,60* 0,80 υπερυψωμένο. Δύο είναι οι τύποι σπιτιών που συναντάμε : - το τρίχωρο πλατυμέτωπο (λαϊκό) - το τετράχωρο (αρχοντικό) Τα κύρια υλικά δόμησης δεν είναι παρά τα φυσικά υλικά της περιοχής, η γκριζοπράσινη ή γκριζοκαφετιά πέτρα για τις τοιχοποιίες, οι γκριζοπράσινες σχιστολιθικές πλάκες για τις επικαλύψεις (στέγες) και δαπεδοστρώσεις και το ξύλο της οξιάς, του ρομπόλου και του πεύκου για τις ξυλοκατασκευές (πατώματα, σαχνίσια). Η χρήση των μετάλλων παλαιότερα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.

28


Οι πέτρινοι τοίχοι φέρουν επίχρισμα στους ορόφους, ενώ στο υπόγειο παραμένουν ανεπίχριστοι. Εξωτερικά είναι πάντα ανεπίχριστοι και γίνονται εμφανείς οι ξυλοδεσιές περίπου ανά 70 πόντους. Η στέγη είναι συνήθως τετράριχτη με κλίση περίπου 45 ο από ψευτοζευκτά από οξιά ή ρόμπολο και επικαλύπτεται με πλάκες. Το κεπέγκι είναι συνήθως ξύλινο και στηρίζεται σε ξύλινα δοκάρια τα οποία βγαίνουν μέσα από το πάτωμα του ορόφου. Δεν αποκλείεται όμως να είναι και χτισμένο από πέτρα. Όσο αφορά τη στήριξη, αυτή γίνεται πάντα με ξύλο, το οποίο είναι άλλοτε εμφανές και άλλοτε αφανές, αφού το σύστημα στήριξης έχει καλυφθεί με κονίαμα. Τα μπαλκόνια είναι ξύλινα και προεξέχουν από το βασικό όγκο γύρω στο 1 μ. Αποτελούνται από: - το πάτωμα σανίδωμα, - τα δοκάρια στήριξης πατώματος, τα οποία βγαίνουν μέσα από το κτίριο ως συνέχεια των εσωτερικών δοκαρίων, - το κάγκελο, το οποίο είναι ξύλινο, και, - το στέγαστρο, το οποίο μπορεί να έχει απλή ή διακοσμημένη μορφή και

είναι

συνήθως

ξύλινο,

αποτελώντας

πρόσθετο

στοιχείο

ανεξάρτητο από τη στέγη Τα δάπεδα είναι ξύλινα στους ορόφους και αποτελούνται από πλατιές σανίδες, ενώ στα υπόγεια και στις αυλές ήταν χωμάτινα ή πλακόστρωτα. Σύνηθες φαινόμενο είναι η τρύπα στο δάπεδο, που μας οδηγεί στους βοηθητικούς χώρους μέσω απότομης σκάλας. Οι οροφές είναι ξύλινες, απλές, με πλατιά σανίδα ή σκαλιστές και σύνθετες ανάλογα με τη χρήση του χώρου. Οι διακοσμημένες οροφές παίρνουν στο κέντρο ρόδακα, ο οποίος αρχικά είχε μορφή θόλου με φόντο γεμισμένο από σκαλιστά ή απλά πηχάκια σε διάφορους σχηματισμούς ή και με μπλε χρώμα, ενώ στις γωνίες τοποθετούνται διακοσμημένα τρίγωνα. Οι

χαρακτηριστικές

μετσοβίτικες

πόρτες

είναι

ξύλινες.

Οι

εσωτερικές είναι ταμπλαδωτές με ορθογώνιο πλαίσιο, ενώ παλαιότερα είχαν και τοξωτό. Οι εξωτερικές είναι καρφωτές, με πολύ πλατιές

29


σανίδες. Ενίοτε τις διακοσμούν σιδερένιες κατασκευές που δείχνουν τη σπουδαία ικανότητα και αισθητική των τεχνικών τους. Τα τζάκια είναι κατασκευασμένα από ξύλινο σκελετό επιχρισμένο και φέρουν μέσα στη φούσκα μικρό φεγγίτη, με τζάμι χωρισμένο σε σχήμα σταυρού. Όσο αφορά

τις συνθετικές αρχές του μετσοβίτικου σπιτιού,

μπορούμε να συμπεράνουμε ότι υπάρχει έντονη αντίθεση ανάμεσα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Έτσι το εξωτερικό διακρίνεται από έντονη απλότητα και λιτότητα που αγγίζει την αυστηρότητα. Δεν υπάρχει καμιά ιδιαίτερη μορφολογική προσπάθεια. Η μορφή τους εκφράζεται μόνο μέσα από τη λειτουργία και την ίδια την κατασκευή. Τα μόνα στοιχεία που εξαιρούνται είναι οι καμινάδες και η προεξοχή του σαραγιού στον όροφο, η οποία τελικά αποτελεί τη μόνη χαρακτηριστική ιδιοτυπία. Αντίθετα, εσωτερικά διακρίνουμε έναν ποικίλο διάκοσμο που οφείλεται στη διαφορετική λειτουργικά συμπεριφορά των χώρων. Τα καλντερίμια κατασκευάζονται από πέτρες, οι οποίες ενώνονται με τσιμεντοκονία. Η επιφάνεια που σχηματίζουν είναι αρκετά ανώμαλη, ώστε να εμποδίζει τα ζώα και τους ανθρώπους να γλιστρούν κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ανά διαστήματα παρεμβάλλεται μια ψηλότερη ζώνη με λεπτές πέτρες για το λόγο που προαναφέρθηκε. Στη μία ή και στις δύο άκρες σχηματίζονται λούκια για να κυλάει το νερό.

30


Σαράι σε τετράχωρο

Σαράι σε τρίχωρο

Χωτζιαρές σε τετράχωρο

Χωτζιαρές σε τρίχωρο

Οντάς σε τετράχωρο

Οντάς σε τρίχωρο

31


32


33


34


35


36


37


Παραδοσιακό σπίτι του Μετσόβου

38


39


Βρύσες συναντάμε συχνότατα στο Μέτσοβο, μοιρασμένες ανά γειτονιές. Συχνά μια βρύση κοντά στην εκκλησία της γειτονιάς αποτελεί τοπόσημο γι’ αυτή. Συνήθως είναι τρίκρουνες με νερό πόσιμο και χωριστά για τα ζώα και τις υπόλοιπες χρήσεις. Στη συνέχεια θα δούμε τη σημασία που έχουν και είχαν οι βρύσες στην καθημερινή ζωή των Μετσοβιτών. Το Μέτσοβο, στην ιστορική του πορεία και μέχρι το 1960, μπορούμε να πούμε πως οικιστικά αναπτύχθηκε διατηρώντας την ιστορική του μνήμη και παράδοση, αφομοιώνοντας φειδωλά ότι νέο συνταίριαζε σ’ αυτό. Αυτή η συμμετρία μεταξύ παράδοσης και ανάπτυξης μετά το ’60 άρχισε να χάνεται και αποτέλεσε μια από τις προσπάθειες του Ιδρύματος Βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα με τη βοήθεια του οποίου και κυρίως μετά την κατασκευή του χιονοδρομικού κέντρου το 1965 χτίστηκαν τα πρώτα νέα παραδοσιακά κτίρια ή χρηματοδοτήθηκαν άλλα (π.χ. για να έχουν σκεπές με πλάκες), αναστηλώθηκαν εκκλησίες και μοναστήρια, φτιάχτηκαν παραδοσιακές βρύσες και καλντερίμια. Το Μέτσοβο σήμερα περιλαμβάνεται στον πίνακα παραδοσιακών οικισμών του Π.Δ. 19-10/13-11-78 (ΦΕΚ 594 Δ) και υπάρχει ειδικός κανονισμός δόμησης, σύμφωνα με τον οποίο – σε γενικές γραμμές – από την πλευρά του δρόμου μπορεί να οικοδομηθεί ισόγειο, 1 ος όροφος με στέγη από κεραμίδια (η στέγη με πλάκες είναι προαιρετική, λόγω δαπανηρότητας, συντήρησης κλπ.) και από κάτω όσο βγει, όμως υπάρχουν και άλλοι τρόποι που εξαρτώνται από την κλίση του δρόμου κλπ. Το ισόγειο πρέπει να είναι με πέτρα και το επάνω μέρος μπορεί να είναι βαμμένο άσπρο. Συνοπτικά,

η

τοπική

παραδοσιακή

αρχιτεκτονική

και

οι

«οφιοειδείς» δρόμοι προσδίδουν ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα στον οικισμό, που όμως κινδυνεύει να χάσει το παραδοσιακό του χρώμα (λιγοστά είναι, για παράδειγμα, τα σπίτια που είναι σήμερα πλακοσκέπαστα). Όπως σε κάθε παραδοσιακό οικισμό λοιπόν , έτσι και

στο

Μέτσοβο ήταν αδύνατον να λείπει η νεότερη παρέμβαση σε παλιά παραδοσιακά κτίρια, και αυτό για εξοικονόμηση χώρου ή τη γενικότερη επέκταση του κυρίως όγκου. Οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν μπετονένια 40


μπαλκόνια και δωμάτια από τσιμεντόλιθους ή τούβλα. Πάντοτε τα πρόσθετα στοιχεία στηρίζονται στους πέτρινους τοίχους ή ακουμπούν στο έδαφος. Έτσι, εκτός από την αισθητική τους ασχήμια, είναι και επικίνδυνα. Τα νέα κτίρια θα μπορούσαμε να τα κατατάξουμε στις εξής κατηγορίες: - σε αυτά που προσπαθούν να μιμηθούν τα παλιά ως προς τη μορφή και τα υλικά δόμησης, - σε αυτά που μοιάζουν με αυθαίρετα και είναι κατασκευασμένα από ευτελή υλικά (τσιμεντόλιθοι, τούβλα, λαμαρίνες), - σε αυτά που θυμίζουν αθηναϊκές πολυκατοικίες, με σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα και γεμισμένα με τούβλα, ενώ τα κουφώματα προσπαθούν μάταια να πάρουν παραδοσιακή μορφή. Οι τελευταίες δύο κατηγορίες κτισμάτων, που ευτυχώς αποτελούν μειοψηφία,

αλλοιώνουν

σε

σημαντικό

βαθμό

τον

παραδοσιακό

μετσοβίτικο χαρακτήρα του οικισμού. Σήμερα το Μέτσοβο ως χωριό έχει χάσει το φυσικό, παλαιό του χαρακτήρα, όπως πολλοί άλλοι αντίστοιχοι παραδοσιακοί οικισμοί. Το τίμημα που έχει πληρώσει είναι μεγάλο και ας ελπίσουμε ότι το κακό θα σταματήσει εδώ.

41


42


43


44


«Σύγχρονη» αρχιτεκτονική στο Μέτσοβο

45


1.5

Ετυμολογία- Ιστορική εμφάνιση Το Μέτσοβο χτίστηκε στα ερείπια της Αρχαίας Παρωραίας,

χώρας των Αιθίκων ή της αρχαίας πόλεως Κίτιον, χώρας των Τυμφαίων με κυριότερες πόλεις την Τύμφη, Παρωραία, Τράμπυα και Κίτιον, δίχως

να

μπορούμε

επισημάνουμε

τις

θέσεις

με

τους

βεβαιότητα γιατί

και

λείπουν

τα

ακρίβεια

να

αρχαιολογικά

ευρήματα και ανασκαφικές εργασίες δεν έγιναν ποτέ. Κατά τον Εκαταίο, το όρος Λάκμος ήταν μια κορυφή στην οροσειρά της Πίνδου και από αυτό έρεαν τα ποτάμια Ίναχος και Αίας, που το πρώτο χυνότανε στον Αχελώο και το δεύτερο έρεε δυτικά προς την Απολλωνία. Οι πηγές του Αράχθου ή Αρόθου όπως λεγόταν παλαιότερα, προέρχονται κυρίως από την περιοχή Μετσόβου. Ο Στράβων, που αντλεί ένα εδάφιο από τον Εκαταίο, κάνει το βουνό Τύμφη και «την Παρωραία» γειτονικές στην περιοχή απ’ όπου ρέουν οι πηγές. Κατά τον Hammond, ταυτίζεται το βουνό Τύμφη με την οροσειρά της Τσούκας Λούπο και την Παρωραία με τη δυτική πλευρά αυτής της οροσειράς, που Εκαταίο, οι

εκτείνεται

Παρωραίοι

προς

ζούνε

το

βουνό

κατά

μήκος

Περιστέρι. Κατά της

πλευράς

τον της

οροσειράς της Πίνδου κοντά στο Μέτσοβο. Λόγω της προνομιακής γεωγραφικής του θέσης υπήρξε ανέκαθεν προπύργιο εθνικό ενάντια στις από βορρά και δύση επιδρομές, που

έκαναν

εναντίον

της

Ελλάδος

βάρβαροι

και

πολιτισμένοι λαοί δια μέσου των αιώνων. Στα Βλάχικα το Μέτσοβο λέγεται Αμίντζιου. Στα Ελληνικά εκτός από Μέτσοβο, το συναντάμε σποραδικά ως Μέσσοβον και στα παλιότερα γραπτά μνημεία Μέτζοβον. Πολλές είναι οι ετυμολογίες που δόθηκαν στη λέξη Μέτσοβο από

παλιούς

και

νεώτερους

γλωσσολόγους. Από

αυτές

επικρατέστερες είναι δυο. Η μία που θέλει το Μέτσοβο από τις σλαβικές λέξεις μετς και όβο, δηλαδή αρκουδοχώρι και η άλλη από το Μεσοβούνι, Μέσσοβο, Μέτσοβο.

46


Το Μέτσοβο μνημονεύεται για πρώτη φορά

το 1380 μ.Χ.

στο ανώνυμο χρονικό των Ιωαννίνων, όπου ο ιερομόναχος Ησαΐας αναφέρεται ως καθηγούμενος Μετσόβου. Το

Μέτσοβο

είναι

συγκοινωνιακός

κόμβος

μεγάλης

σπουδαιότητας, γι’ αυτό οι Ρωμαίοι, μετά την κατάληψη της Ηπείρου από τον Αιμίλιο Παύλο το 168 π.Χ. εγκατέστησαν στρατιωτική φρουρά

και

αποίκους, για

να

εξασφαλίσουν

των

έλεγχο

των

στρατηγικών αυτών διαβάσεων. Ανατολικά του Μετσόβου υψώνεται ο αυχένας του Ζυγού η αρχαιότερη και φυσική πύλη επικοινωνίας της Ηπείρου με τη Θεσσαλία, που αποτελούσε διακλάδωση της Εγνατίας οδού και ξεκλάδωνε απ’ την κύρια οδική αρτηρία στη θέση Τρία Χανιά, ακολουθώντας τη κοιλάδα που ξανοίγει ο μεγαλύτερος βραχίονας του Αράχθου, ο λεγόμενος Μετσοβίτικος ποταμός, δεχόμενος στην κοίτη του και άλλα ορμητικά ρυάκια. Στα βορινά και σε απόσταση 5 χιλιόμετρα από το Μέτσοβο υπάρχει

ένα

μαγευτικό

οροπέδιο

από

απέραντα

λιβάδια. Εδώ

συναντάμε τα τοπωνύμια Πολίτσια και Πολιτσιουάρε, που κατά τη γνώμη του συγγραφέως προέρχονται από τη λατινική λέξη Policia και σημαίνουν Διοίκηση και Υποδιοίκηση στρατιωτική εγκατεστημένη εκεί

για

τη

φρούρηση

του

στρατηγικότατου

αυτού

οροπεδίου,

καταμεσής του οποίου περνούσε η κύρια αρτηρία της Εγνατίας οδού από την Ήπειρο, Τρία Χάνια, Κάλε ντι λα Πλοάτσια, Τράπουν Σαράτου, Κάμπου Νιάτζιτου, Ουάρμπα Κάλε, Πούντε ντι Ρουτζέλου, Τζιάν Κουρταράν, Μακεδονία.

1.6

Προνόμια Το Μέτσοβο ευτύχησε σε όλο το διάστημα της μακραίωνης

ιστορικής

τους

πορείας

να

τύχει

ιδιαίτερων

προνομιακών

μεταχειρίσεων, οι οποίες συνέβαλαν στην επιβίωση και επιτάχυναν τους

ρυθμούς

της

πολυσχιδούς

αναπτύξεως

σε

χαλεπούς

και

δύσκολους καιρούς. 47


Αναφέρεται

ότι

το

1430

χορηγήθηκαν

προνόμια

στους

Μετσοβίτες από το σουλτάνο Μουράτ το Β΄ ως επιβράβευση της καλής συμπεριφοράς των Μετσοβιτών φυλάκων του Ζυγού, όταν αυτοί διευκόλυναν το πέρασμα των τουρκικών στρατευμάτων του Σινάν

Πασά, που

κατευθύνονταν

στα

Γιάννενα. Ο

Σουλτάνος

αναγνώρισε το δερβένι του Ζυγού ως το πρώτο αρματολίκι της Ηπείρου. Τα σπουδαιότερα όμως προνόμια δόθηκαν στο Μέτσοβο το έτος

1659

από

το

Σουλτάνο

Μεχμέτ

το

Δ΄. Κατά

τη

λαϊκή

παράδοση τα προνόμια αυτά αποδίδονται στον Κυριάκο Φλόκα. Με τα προνόμια αυτά το Μέτσοβο υπάγεται διοικητικά στο νομό

Ευβοίας, δικαστικά

στη Λιβαδειά

και

εκκλησιαστικά

στο

Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στο

Μέτσοβο

υπήρξαν

μεγαλοπρεπή

σχολεία,

πλούσιες

εκκλησίες, φιλανθρωπικά ιδρύματα και βιβλιοθήκη με 4.000 τόμους. Το Μέτσοβο έπαιξε λοιπόν, πρωταρχικό ρόλο στην παιδεία, ως αποτέλεσμα και της επιρροής που δεχόταν από τα ιδεολογικά ρεύματα της Δυτικής Ευρώπης διαμέσου των εμπόρων του και λειτουργούσαν σ’ αυτό, εκτός από το

περίφημο Ελληνοσχολείο, και άλλα σχολεία (νηπιαγωγεία,

δημοτικά, παρθεναγωγεία), ενώ δίδαξαν επιφανείς δάσκαλοι, όπως οι Παρθένιος Κατζιούλης, Νικόλαος Τζαρτζούλης, Τρύφων Βαρδάκας, Δημήτριος Βαρδάκας. Μετά την ίδρυση των σχολείων (2ο μισό του 17ου αιώνα) και τη

διάδοση

των

γραμμάτων

οι

ηθικές

και

πνευματικές

τους

δυνάμεις μαζί με τα αγνά τους φρονήματα, μορφοποιούνται και προσανατολίζονται

σταθερά

προς

το

αρχαίο

και

αιώνιο

Ελληνοχριστιανικό ιδεώδες.

1.7

Σχολή Μετσόβου Το Μέτσοβο το 1480 , 50 χρόνια

μετά την υποταγή του

στους Τούρκους πέτυχε, όπως και τα άλλα μεγάλα Βλαχοχώρια, να υπαχθεί υπό την δικαιοδοσία της Βαλιδέ Σουλτάνας . 48


Έτσι έτυχε μικρής ελευθερίας και

καλύτερης μεταχείρισης

από τους κατακτητές. Η κατάσταση αυτή ευνόησε την ανάπτυξη του εμπορίου. Με την αύξηση του

εμπορίου

οι εμπορευόμενοι

Μετσοβίτες ήρθαν σε επαφή με τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της εποχής , τα οποία ήταν και πνευματικά συνάμα, Γιάννενα καταρχάς, Κων /λη, Δυτική Ευρώπη αργότερα. Εκεί διαπίστωσαν αυτοί τα αγαθά του πολιτισμού και της παιδείας. Ίδρυσαν σχολείο το οποίο σκόρπισε φως στα βαθιά σκοτάδια της αμάθείας των χρόνων εκείνων, και το οποίο από το 1650 ήταν μια ολοκληρωμένη σχολή, δημοτικό και Σχολαρχείο, από τις αρχαιότερες της Ηπείρου. Το σχολείο αυτό όπως και όλα τα Ελληνικά σχολεία εκείνης της εποχής ήταν υπό την επίβλεψη της Εκκλησίας. Λειτουργούσε στα

παλιά

κελιά

που

ήταν γύρω

από

τ ην

Εκκλησία

της

Μητροπόλεως. Πρώτος ιδιώτης ενισχυτής της σχολής υπήρξε ο Στέργιος Στάνος, γόνος

παλαιάς

αρχοντικής οικογένειας

καθώς και οι μετέπειτα απόγονοι του

του

Μετσόβου,

μέχρι του επίσης Στεργίου

Στάνου. Επί 125 και πλέον έτη η σχολή του Μετσόβου διευθύνεται και

λειτουργεί

με

σχολάρχες

και διδασκάλους

Μετσοβίτες.

Την

εποχή αυτή η σχολή ήταν γνωστή ως μια από τις καλύτερες σχολές .

1.8

Σχολεία Μετσόβου Κατά

το ΄β ήμισυ του 19ου

λειτουργούσαν Δημοτικά

στο

Μέτσοβο

, Παρθεναγωγείο

αιώνα και τις αρχές του 20ου

πέντε

σχολεία. Νηπιαγωγείο , δύο

και Σχολαρχείο

με

δύο

Γυμνασιακές

τάξεις. Κατά ημιγυμνάσιο

το τρεις

1875

διδάσκουν

διδάσκαλοι

,ανά

στο

Ελληνικό

δύο

στα

σχολείο

και

δύο Δημοτικά. Στο

49


Παρθεναγωγείο η Διευθύντρια με μια Διδασκάλισσα. Οι Δάσκαλοι είχαν και υποδιδασκάλους για βοηθούς τους. Στο Ανήλιο λειτουργούσε και είχε 70 μαθητές.

Αυτό

σχολείο στα κελιά της Εκκλησίας

το σχολείο ιδρύθηκε από την εφορία

Μετσόβου η οποία προσπάθησε να ιδρύσει και στα άλλα χωριά της Εξαρχίας, αλλά λόγω οικονομικών δυσχερειών δεν το πέτυχε. Λειτούργησαν 9 σχολεία στην περιφέρεια του Μετσόβου. Στο Ελλ. Σχολείο φοιτούν 40 μαθητές , στο Παρθεναγωγείο 150 στα δυο Δημοτικά 350. Στο σύνολο φοιτούν 540. Σε όλα τα σχολεία της περιφέρειας Μετσόβου φοιτούν 600 μαθητές. Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε την προς τα γράμματα έφεση των Μετσοβιτών. Στα λίγα μαθηματάρια, τα οποία περισώζονται, αντικρίζουμε αρχαία

ελληνικά

κείμενα, αναλύσεις

και

ερμηνείες

κλασσικών

κειμένων και μύθων του Αισώπου, γνωμικά φιλοσόφων και Πατέρων της εκκλησίας και άλλα προϊόντα μαθητικής αυτενέργειας, που μας πείθουν για τη σοβαρότατη και ευσυνείδητη εργασία των αοιδίμων εκείνων

ανώνυμων

εργατών

της

παιδείας

στο

φυτώριο

του

Μετσόβου απ΄ όπου βλάστησαν οι μεγάλοι δάσκαλοι του Γένους Νικόλαος Τζαρτζούλης, Τρύφων και Δημ. Βαρδάκας, Αδάμ Τσαπέκος, Ιω. Στασάκος, Δοσίθεος επίσκοπος στη Δρυϊνούπολη (1810 – 1828), Κωνστάντιος ο αδελφός του δάσκαλος στο Αργυρόκαστρο από το 1789, Παρθένιος

Κατσιούλης, Νεόφυτος

Δούκας

και

εθνικοί

αγωνιστές, φιλικοί, ιεράρχες και μεγάλοι εθνικοί ευεργέτες στα χρόνια της γενικής αγραμματοσύνης του Γένους. Το 1854 όμως το Μέτσοβο υπέστη μεγάλη καταστροφή, τον περίφημο «χαλασμό του Γρίβα», και κατά τα επόμενα έτη δοκιμάστηκε από τις εσωτερικές διενέξεις των τοπικών φατριών,ενώ η νέα ανάπτυξή του οφείλεται κυρίως στους πολλούς ευεργέτες που ανέδειξε, όπως ο Μιχαήλ Τοσίτσας (Μέτσοβο,1787 – Αθήνα 1856), ο βαρόνος Μιχαήλ Τοσίτσας (1885-1950), τον οποίο έπεισε να αφήσει την τεράστια περιουσία του

στο Μέτσοβο ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο Νικόλαος

Στουρνάρης (Μέτσοβο 1806 – Χαλκίδα 1853), ο Γεώργιος Αβέρωφ 50


(Μέτσοβο 1818 – Αλεξάνδρεια 1899), Ελένη Μ. Τοσίτσα κ.ά., οι οποίοι δεν κληροδότησαν μόνο μεγάλα ποσά

στο Μέτσοβο, αλλά με τις

μεγάλες δωρεές τους κόσμησαν την πρωτεύουσα του τότε ελληνικού κράτους, την Αθήνα της οθωμανικής περιόδου, με ευαγή και κοινωφελή ιδρύματα, εκπαιδευτήρια και αξιόλογα αρχιτεκτονικά οικοδομήματα. Το Μέτσοβο απελευθερώθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1912, ενώ στη μετέπειτα μάχη του Δρίσκου σκοτώθηκε ο ποιητής Λ. Μαβίλης. Λίγο μετά την απελευθέρωσή του, το Μέτσοβο αρχίζει να παρακμάζει και οι λόγοι οφείλονται στην μετατόπιση του εμπορίου στις αγορές των Τρικάλων και των Ιωαννίνων και στην απώλεια των εισοδημάτων που προέρχονταν από τα κληροδοτήματα, τα οποία χάθηκαν λόγω του 1 ου Παγκοσμίου πολέμου. Στην κρίσιμη αυτή περίοδο εμφανίζεται το Ίδρυμα Βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα (1947), που συνέβαλε αποφασιστικά στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη του Μετσόβου και της γύρω περιοχής.

1.9

Πνευματικοί άντρες Μετσόβου Κατωτέρω αναφέρουμε τους γνωστούς επί την παιδεία.

Αρσένιος ιερέας από το Μέτσοβο. Αναστάσιος από το Μέτσοβο ή Αναστασάκος

(……-1816)

Βαρδάκας Δημήτριος (…..-1812) Αναστάσιος Γεωργίου Μετσοβίτης (….-1812) Δοσίθεος Αργυροκάστρου (……-1810) Ίπατρος Δημήτριος (1788-1821) Κωνσταντίνος από το Μέτσοβο (….-1810) Κατζούλης Παρθένιος (….-1717) Μυστάκης Σέργιος Στάνος Ιωάννης Στάνου Τριαντάφυλλος του Κύρκου. Ζώσιμος και Αναστάσιος Δ. Τζίμα. Νικόλαος Τζαρτζούλης (1708-1773) Τζαρτζούλη τέκνα 51


Τσίκας Κων/νος Τσαπέκος Αδάμ (….-1845) Τρύφων Ιερομόναχος (…-1786) Χατζηστεργίου Τριαντάφυλλος (….-1827) Χριστόφορος Βααρλαμίτης.

1.10

Ευεργέτες Μετσόβου Νέφος ευεργετών κάλυψε το Μέτσοβο κατά τον 18ον και

ιδίως τον 19ο αιώνα. Το 1707 ο Ιωάννης Στάνος διέθεσε τα αναγκαία χρήματα με τα οποία χτίστηκαν τα δύο γεφύρια επί του Αράχθου το ένα προς τα Τρίκαλα και το άλλο προς τα Γιάννενα, καθώς και τη βρύση του Στάνου. Το 1786 οι Δημήτριος και Κυριάκος Φλόκας έφεραν νερό τις Πολιτσιές και έχτισαν την κεντρική βρύση. Το

1797

ο

Ιωάννης

Κώνστας

κατέθεσε

10.080

αργυρά

φιοπίνια για το Ελληνικό σχολείο Μετσόβου. Το 1800 ο Δημ . Ζαμάνης ανέγειρε σχολείο. Το 1822 ο Δημήτριος Γκαδέλος άφησε στην διαθήκη του 50.000 ασιγγ. για τους φτωχούς μαθητές, 25000 ασιγγ. για τους φτωχούς . Το 1827 ο Πελτέκης άφησε 21.000 ασιγγ. στα σχολεία. Το 1839 ο Τέρωφ 5000 ασιγγ. Το 1842 ο Ξυδάς 25.000 ασιγγ. Το 1843 ο Χάτος 5.250 ασιγγ. Το 1849 ο Τζοπάνου κατέθεσε 200 φλωριά για κατασκευή σφαγείων. Το 1849

ο Φουρνίγκας 4.000 φλωριά καισαρικά για τη

μεταφορά και άλλων υδάτων καθώς και για την μεταφορά της βρύσης «Τσερνίτζη» και του νερόμυλου. Το 1852 ο Τσομμάγγας άφησε 35.000 ασιγγ. για ανέγερση Γεροντοκομείου .

¨Αφησε

επίσης

3.000 αργυρά

ρούβλια

υπέρ 52


εκκλησιών. Ομοίως 87.000 ασιγγ για γέροντες . 38.000 ασιγγ για φτωχούς. Το 1852 ο Νικόλαος Στουρνάρας διέθεσε 52.000 δρχ για την συντήρηση της σχολής του Μετσόβου. Το

1854

ο Τσαπέκος διέθεσε

5000 γρόσια

για

την

επισκευή του σχολείου και 6000 γρόσια για τους φτωχούς. Το 1855 ο Μιχαήλ Τοσίτσας επιχείρησε να χτίσει σχολεία και διέθεσε 2000 τάλιρα στους φτωχούς. Το 1858 ο Θεόδωρος Τούλης άφησε 2000 τάλιρα . Το 1861 ο Παναγιώτης Τσόκας επεξέτεινε το μικρό εκκλησάκι του προφήτη Ηλία και έχτισε υδρόμυλο στο ρέμα. Το ίδιο έτος ο Ιωάννης Κοντοπάσχος άφησε 56800 δρχ . Το

1864

η

Ελένη

Τοσίτσα

δώρισε

υπέρ

της

Αγίας

Παρασκευής και των φτωχών 5000 δρχ. Το 1865 ο

Στέργιος Μπότσαρης άφησε στην κοινότητα 7

αποθήκες σιταριού καθώς και 188000 δρχ. Το

1872

η

Ελένη

Φαρδή

διέθεσε

10000

δρχ

προς

υποστήριξη των σχολείων. Το 1875 διέθεσε 16000 δρχ

για τους φτωχούς μαθητές

καθώς και 1000 δρχ υπέρ των εκκλησιών Αγίας Παρασκευής, Αγίου Χαραλάμπου και Αγίου Δημητρίου. Το 1873 ο Σταμέρωφ δώρισε 57000 δρχ για τα σχολεία. Το 1878 ο Τούλης

κατέθεσε στην Εθνική τράπεζα 12000

δρχ, 300 ομόλογα εθνικών δανείων και 20 μετοχές της ΕΤΕ. Μέγας δωρητής του Μετσόβου και ευεργέτης του έτους ο Γεώργιος Αβέρωφ του οποίου οι δωρεές είναι ανεκτίμητες. Διέθεσε επί έτη πολλά 200 λύρες χρυσές το έτος για άπορα κορίτσια, 100 λύρες

για

μισθοδοσία

φαρμακείου, 40

γιατρού, 300

λύρες για

λύρες

υποτροφία

για

την

λειτουργία

σπουδαστού

στο

Πανεπιστήμιο, από το 1872 600 λύρες ετησίως για την λειτουργία σχολείων. Αργότερα

για την εκπλήρωση των ανωτέρων σκοπών

δώρισε 20.000 λύρες. Επίσης 20.000 λύρες για την ανέγερση εκκλησιών, σχολείων, νεκροταφείου, κωδωνοστασίου, Αβερώφειου κήπου. 53


1.11

Εκκλησίες – Μονές Μετσόβου Σπουδαία πολιτιστική κληρονομιά του Μετσόβου αποτελούν οι

εκκλησίες και οι μονές του, οι περισσότερες από τις οποίες ανακαινίσθηκαν κατά τον 19ο αιώνα, χάρη στις πλούσιες χορηγίες των ευεργετών, που ήδη αναφέρθηκαν. Η Αγία Παρασκευή είναι ο αξιολογότερος ναός του Μετσόβου,

στο προαύλιο του οποίου

βρίσκονται το μνημείο των πεσόντων, προτομές αγίων και στη συνεχόμενη με το προαύλιο του ναού, θέση «κουλτούκι», γίνεται σήμερα η γιορτή (της Αγίας Παρασκευής) ο γραφικός χορός των γυναικών του Μετσόβου, ντυμένων με τις χρυσοποίκιλτες και πολύχρωμες τοπικές φορεσιές. Αξιοπρόσεκτο είναι το καμπαναριό που βρίσκεται

στο

προαύλιο, ύψους 25 μ. (δαπάνη Γεωργίου Αβέρωφ), καθώς και τα ξυλόγλυπτα και τα αφιερώματα στο εσωτερικό του ναού. το θαυμάσιο τέμπλο της Αγ. Παρασκευής του Μετσόβου, το οποίο είναι ένα επίτευγμα της ηπειρωτικής ξυλογλυπτικής και αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα του ρυθμού του 19 αι. στην Ήπειρο. Το μήκος του τέμπλου της Αγ. Παρασκευής είναι 12,10μ. έχει φιλοτεχνηθεί από ξύλο καρυδιάς με την τεχνική του έξεργου αναγλύφου και εκτείνεται και στα δύο κλίτη του ναού. Εκείνο που εντυπωσιάζει κατεξοχήν τον θεατή του τέμπλου, είναι το πλήθος των γλυπτών αγιογραφικών σκηνών που κοσμούν τα θωράκια της βάσης και τους κεταμπέδες (τμήματα κάτω από τις Δεσποτικές εικόνες). Επιγραμματικά αναφέρουμε τις σκηνές των Πρωτοπλάστων (Αρχέγονη δικαιοσύνη, Προπατορικό αμάρτημα, Θειος έλεγχος, εκδίωξη από τον Παράδεισο), σκηνές από το μαρτύριο του Προδρόμου, Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Ο Χριστός ως Μ. Αρχιερεύς κλπ. Επίσης, ο διάκοσμος εμπλουτίζεται από πλούσιους βλαστούς που περιτυλίγουν τους κίονες, τις γοργόνες, τους δράκοντες και τους δικέφαλους αετούς, όλα δε αυτά συμπληρώνονται από φυτικό διάκοσμο. Το τέμπλο αποτελεί πράγματι ένα σπάνιο κομψοτέχνημα και ανήκει στο προχωρημένο α΄ μισό του 18 αι. Σε αυτό συνηγορούν και οι χρονολογίες των Δεσποτικών Εικόνων, έργα ρώσικης τέχνης της 4 δεκαετίας του ίδιου αιώνα. 54


Οι Ηπειρώτες ξυλογλύπτες αρχίζουν να καλλιεργούν την τέχνη τους το 18 Ρούμελη.

αιώνα, που θα την εξαπλώσουν αργότερα σ΄ όλη τη Καταφέρνουν

μέσα

στους

τελευταίους

αιώνες

της

Τουρκοκρατίας και κυρίως τον 18 αιώνα, να κάνουν την ξυλογλυπτική τον πιο ανεπτυγμένο τομέα της Ελληνικής χειροτεχνίας συνδεδεμένη με τη προσωπική καλλιτεχνική δημιουργία. Οι Ταλιαδόροι ξυλογλύπτες της εκκλησιαστικής τέχνης, ξεπερνούν την εποχή αυτή, τα όρια της παράδοσης. Από τις πρώτες δεκαετίες του 18 αιώνα εμφανίζονται τα κουφωτά ή στον αέρα σκαλιστά τέμπλα, από τα οποία αφαιρούνται τμήματα του φόντου και έτσι δημιουργούνται διαμπερή κενά ανάμεσα στις μορφές. Το έργο αποκτά χάρη, ενώ εμφανίζονται συχνότερα ανθρώπινες μορφές. Αργότερα το ξυλόγλυπτο γίνεται ακόμα πιο έντονο. Γύρω στα μέσα του αιώνα αυτού, γίνεται αισθητή η επίδραση του ευρωπαϊκού Μπαρόκ που στην

Ευρώπη

είναι

η

κύρια

καλλιτεχνική

έκφραση

της

Αντιμεταρρύθμισης. Με την ανατολή του 19 αιώνα το Ηπειρωτικό ξυλόγλυπτο τέμπλο, παρουσιάζει μια νέα κατάσταση που σχεδόν αιφνιδιάζει τον παρατηρητή πολύ δε περισσότερο ένα μελετητή. Επίσης σημαντικές είναι οι εκκλησίες του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται στο κέντρο του Αβερώφειου κήπου, του Αγίου Χαραλάμπου, του Αγίου Δημητρίου, των Αγίων Αποστόλων, που είναι τρίκλιτες βασιλικές. Η Αγία Τριάδα, που είναι μονόχωρη βασιλική – τη συναντούμε δεξιά μας μπαίνοντας στο Μέτσοβο -, ο Προφήτης Ηλίας, που βρίσκεται στη θέση Πολιτσιές, 5 χλμ. από το Μέτσοβο δεξιά του δρόμου για τα Τρίκαλα. Όπου βρίσκεται και το νεόκτιστο παραδοσιακό τουριστικό κέντρο του Δήμου Μετσόβου, καθώς και το μνημείο των Κρητών εθελοντών. Οι εκκλησίες αυτές, καθώς και των Αγίων Αναργύρων, Ταξιαρχών, Αγίων Πάντων, του Αγίου Αθανάσιου Γκρίζιου και του Αγίου Αθανασίου Μετσοβίτικου είναι μονόκλινες. Οι δύο τελευταίες βρίσκονται στις παρυφές του χωριού, στην αρχή των παλιών μονοπατιών προς Γιάννενα και Τρίκαλα, μέχρι τις οποίες συνόδευαν τους ξενητευόμενους οι φίλοι και οι οικείοι τους. Τρουλλαίοι ναοί δεν υπάρχουν στο Μέτσοβο και ελάχιστες από τις εκκλησίες είναι τοιχογραφημένες. Παλιότερα όλες 55


οι εκκλησίες, όπως άλλωστε και όλα τα σπίτια του χωριού ήταν πλακοσκέπαστες. Σήμερα έχουν απομείνει μόνο τέσσερις (Αγία Παρασκευή, Άγιος Γεώργιος, Αγία Τριάδα, Προφήτης Ηλίας). Όσον αφορά τα μοναστήρια του Μετσόβου αυτά βρίσκονται « στο βάθος του μεγάλου μετσοβίτικου φαραγγιού». Ο Άγιος Νικόλαος, «όχι ακριβώς στην ποταμιά του, λίγο παραπάνω». Το άλλο, η Παναγία, δίπλα σχεδόν στην ποταμιά «εκεί όπου διασταυρώνονται ο Μετσοβίτικος και το Ανηλιότικο ποτάμι». Είναι και τα δύο φρουριακού τύπου και δεν υπήρξαν ποτέ πολυάνθρωπα, είτε γιατί υπήρχαν δύο ακόμη μοναστήρια (Άγιος Γεώργιος και Αγία Παρασκευή, των οποίων σώζονται μόνο τα καθολικά), είτε λόγω των προνομίων που απολάμβανε το Μέτσοβο και δε χρειάστηκε να χρησιμοποιηθούν ως καταφύγια των καταδιοκόμενων χριστιανών, τουλάχιστον μέχρι το 1795 που καταργήθηκαν τα προνόμια αυτά. Και τα δύο μοναστήρια συγχωνεύτηκαν το 1933 με την μονή Κοίμησης της Θεοτόκου Βουτσάς Γρεβενετίου, ενώ σήμερα είναι εν ενεργεία μόνο η Παναγία. Η Μονή κοίμησης της Θεοτόκου έχει σπουδαία ιερά κειμήλια, σκεύη και ξυλόγλυπτο τέμπλο. Το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου υπήρξε πολύ πλούσιο και δείγμα της ακμής του αποτελεί η ξύλινη καρόντα του, το βαρέλι του κρασιού δηλαδή, που χωρούσε πάνω από 12.000 οκάδες, ενώ στο τμήμα της μονής, που διαρρυθμίστηκε σε παρεκκλήσι το 1800, υπάρχουν τοιχογραφίες που χρονολογούνται από το 1702 και ανακαλύφθηκαν από τον Ευάγγελο Αβέρωφ.

1.12

Παράδοση – Τρόποι παραγωγής Χαρακτηριστικές ενασχολήσεις των ορεινών πληθυσμών της

χώρας μας, από την περίοδο της Τουρκοκρατίας μέχρι τις μέρες μας, είναι αυτές που έχουν σχέση με την κτηνοτροφία και το μαλλί, όπως είναι η υφαντική, με το δάσος η υλοτομία και η ξυλογλυπτική, με τη γεωργία και τη σιδηρουργία. Η επαρχία του Μετσόβου, ως ορεινή που είναι, όχι μόνο δεν αποτέλεσε εξαίρεση, αλλά εκμεταλλευόμενη την ιδιαιτερότητα των προνομίων και της ιστορίας της, την περίοδο της Τουρκοκρατίας και 56


μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, απέκτησε τη δυνατότητα της τοπικής δημιουργίας τεχνικών, που συνδέονται άρρηκτα με τον ορεινό κόσμο της κτηνοτροφίας και αντανακλούν την ιδιαιτερότητα της κοινωνικής τους φυσιογνωμίας. Από το 1659 μέχρι το 1795 αναπτύχθηκε η αργυροχοϊκή όσο σε καμιά άλλη περιοχή, γιατί τα πολύτιμα υλικά ασήμι και χρυσάφι

μόνο

στο

Μέτσοβο

μπορούσαν

με

ασφάλεια

να

δουλευτούν. Οι Μετσοβίτες ασηματζήδες ήταν ξακουστοί και περιζήτητοι σ΄ όλη τη Βαλκανική. Τα χυτά , χτυπητά, χαραχτά και σμαλτωμένα ασημικά

και

χρούσκα

τους

είναι

θαυμαστά

για

τη

χάρη

του

σχήματος, το πλήθος και την ομορφιά των διακοσμητικών τους θεμάτων και την τελειότητα της τεχνικής. Οι ρίζες της ακμάζουσας σήμερα Γιαννιώτικης ασημουργίας, βρίσκονται στο Μέτσοβο, στους Καλλαρύτες και στο Συρράκο. Στο

Μέτσοβο

με

τους

ξακουστούς

ταλιαδόρους, η

ξυλογλυπτική ξέφυγε απ΄ τη χειροτεχνία και ανέβηκε

στο χώρο

της τέχνης. Την ξυλογλυπτική τέχνη (σε άμεση συνάρτηση με τα δάση), την έχουν αναδείξει οι Μετσοβίτες ταλιαδόροι στη θέση του τέμπλου τους στις εκκλησίες και τα μοναστήρια της περιοχής (όπως αναφέρθηκε ήδη παραπάνω), ενώ εκφράζουν συγχρόνως τη θρησκευτική παράδοση. Αλλά και καθαρά αντικείμενα χρήσης κοσμούνται με ξυλόγλυπτες παραστάσεις. Το ξύλο αποτελεί γενικότερα και δομικό υλικό στην κατασκευή των σπιτιών, αναδεικνύοντας έτσι την τέχνη του μαραγκού, ενώ οι βαρελάδες, που υπάρχουν σε ισχύ ακόμη και σήμερα, γεγονός που δεν είναι τυχαίο, συνδέονται παράλληλα και με την παραγωγή κρασιού (αμπελουργία). Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε ότι οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής

(επαρχίας)

απασχολούνται

/

δουλεύουν

με

επιτυχία,

παραδοσιακά το ξύλο που υπάρχει άφθονο, φτιάχνοντας έπιπλα, κουφώματα, βαρέλια, κυψέλες, σκαλιστά και είδη ποιμενικής γλυπτικής, καθώς και άλλα είδη λαϊκής τέχνης.

57


Στο Μέτσοβο κατασκευάστηκαν επίσης λιθανάγλυφα από λαϊκούς μάστορες με υλικά από την περιοχή. Τα λιθανάγλυφα διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: τα επιγραφικά και τα διακοσμητικάσυμβολικά. Τα επιγραφικά προσφέρουν στοιχεία για ευεργέτες όπως ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο Νικόλαος Πίχτος, η Μαρία Βλάχα, ο Στέργιος Μπότσιαρης, ο Κωνσταντίνος Φουρνίγκας, ο Φαρδής Ανδρέας, οι Δημήτριος και Κυριάκος Φλόκας κ.ά., οι οποίοι στις διαθήκες τους ανέφεραν ρητά τη διάθεση χρημάτων για την κατασκευή κρηνών στην ευρύτερη περιοχή. Στις κρήνες αυτές λαϊκοί μάστορες, όπως οι Στέφανος και Ιωάννης Παδιότης, Αλέξανδρος Κουτσαμάνης, Απόστολος και Νικόλαος Κουτσούκης και άλλοι από τις οικογένειες Αζέλη, Πανάγιου και Σταμούλη ανέπτυξαν την καλλιτεχνική τους φλέβα με προσωπικά λιθανάγλυφα, διακοσμώντας δημοσίους και ιδιωτικούς χώρους του Μετσόβου. Χαρακτηριστικά στοιχεία των διακοσμητικών λιθαναγλύφων είναι οι δικέφαλοι αετοί, οι λέοντες, οι απεικονίσεις αγίων κ.ά., τα οποία αποτελούν ντοκουμέντα λαϊκής γλυπτικής, αλλά και ταυτόχρονα σημαντικά στοιχεία για τους μελετητές της ιστορικής εξέλιξης του Μετσόβου. Το ίδιο και τα Μετσοβίτικα υφαντά ξέφυγαν από τη χειροτεχνία και ανέβηκαν στο χώρο της τέχνης, μοναδικά για τον πλούτο, την πυκνή σχηματοποίηση των μοτίβων, την ομορφιά και σταθερότητα των χρωμάτων και τις συνθετικές τους αρετές, που ελκύουν την προσοχή των Ευρωπαίων και είναι εξακριβωμένη «η σύστασις αποθήκης Βλάχικων προϊόντων από το 1719 υπό Γάλλων εις Μέτσοβον». Εστιάζοντας την προσοχή μας στην πρωτεύουσα της επαρχίας, το Μέτσοβο, βρίσκουμε την υφαντική δραστηριότητα, από οικοτεχνία μέχρι τον 17ο αιώνα να μετατρέπεται σε οικιακή βιοτεχνία, που υπάρχει και ανθεί μέχρι σήμερα (μέσω της διοχέτευσης του προϊόντος σε μακρινές αγορές) και αντανακλά, εκτός από την τεχνική του αργαλειού, τη σημασία του μάλλινου υφάσματος για τον ορεινό κόσμο. Από την άλλη πλευρά, τα μετσοβίτικα υφαντά με τη διακοσμημένη επιφάνεια (γεωμετρικός διάκοσμος και κανονικότητα των συνθέσεων) αποτέλεσαν και αποτελούν είδος μεγάλης ζήτησης, που 58


σκιαγράφησε την κοινωνική θέση των ανθρώπων και συνδέθηκε με την οικονομική ευχέρεια. Ακόμη τα υφαντά του εσωτερικού των αρχοντικών σπιτιών συναποτελούν δείγμα της κτηνοτροφικής παράδοσης. Μέσο για τη διακίνηση της προηγμένης τους βιοτεχνίας ήταν το

καρβαναριό

με

τους

ζωντανούς

και

δραστήριους

Βλάχους

καρβανάδες, που φτάνανε ως τη Λειψία και την Πόλη. Ακόμη θα πρέπει να πούμε ότι στην ευρύτερη περιοχή του Μετσόβου το 18ο αιώνα πρέπει να υπήρχε σημαντική παραγωγή κρασιού, που έφτανε τις 300.000 οκάδες το χρόνο, που όμως στη διάρκεια της ιστορίας ατόνησε. Σήμερα, βέβαια, υπάρχουν αρκετά αμπέλια, καθώς και τα 130 περίπου στρέμματα οργανωμένων αμπελώνων της εταιρίας Κατώγι οινοποιητική, με παραγωγή 100.000 φιάλες το χρόνο.

1.13

Κοινωφελή ιδρύματα και η σχέση τους με την ανάπτυξη Στο Μέτσοβο υπάρχουν αρκετά κοινωφελή ιδρύματα που

διαδραμάτισαν και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο για την ανάπτυξη της γύρω περιοχής. Το ίδρυμα, όμως, που κατά τη γνώμη μας, πρωτοστάτησε από τη δεκαετία του ’50 και μετά, σε μια εποχή δύσκολη, κατά την οποία η εσωτερική μετανάστευση προς τα αστικά κέντρα της χώρας μας αυξανόταν συνεχώς, συγκρατώντας κατά το δυνατόν τους κατοίκους στη γενέτειρα περιοχή τους, είναι το «Ίδρυμα Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα» υπό την καθοδήγηση του προέδρου του Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα (1910 – 1990) με τη βοήθεια του οποίου εξυπηρετήθηκαν σκοποί πνευματικοί και κοινωνικοί. Μεγάλη αγάπη για την γη των πατέρων του ήταν κρυμμένη στη ψυχή του μεγάλου ευεργέτη Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα. Ο Αβέρωφ πέτυχε να αναθερμάνει το επί επταετίας ενδιαφέρον του Βαρώνου για το σύλλογο και το Μέτσοβο αλλά και να πυρπολήσει την καρδιά

του ευεργέτη με τόση αγάπη προς την Ελλάδα,

Ήπειρο, Μέτσοβο ώστε να διαθέσει για το Μέτσοβο και την Ήπειρο 1.500.000 Δολάρια της περιουσίας του και αυτά εν ζωή. Έτσι 59


δημιουργήθηκε το Ίδρυμα Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα. Χορηγός ήταν ο μεγάλος ευεργέτης Τοσίτσας, εμπνευστής όμως και δημιουργός ο Αβέρωφ. Αναστηλώθηκε το παλιό αρχοντικό της οικογένειας Τοσίτσα και δημιουργήθηκε το λαογραφικό μουσείο Τοσίτσα, στο οποίο εκθέτονται αντικείμενα οικιακής τέχνης και ασημουργίας, παραδοσιακά υφαντά, ξυλόγλυπτα, χρυσοκέντητες στολές, συλλογές βυζαντινών εικόνων και νομισμάτων, όπλα, σαμάρια και αγροτικά σκεύη. Αναστηλώθηκε το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου (εκτός πολλών άλλων) και αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της περιοχής. Στο αρχοντικό Τοσίτσα δημιουργήθηκε ξενώνας για τη δωρεάν φιλοξενία επιστημόνων. Χτίστηκε το κεντρικό δημοτικό σχολείο στην πλατεία του χωριού και πάνω από 100 μονοθέσια σχολεία σε όλο το νομό. Το δε γυμνάσιο και λύκειο στεγάζεται στο κτίριο που έχει κτιστεί από τον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων, σε οικόπεδο που έχει παραχωρηθεί από το Αβερώφειο κληροδότημα, βρίσκεται μετά το πάρκο και τον Άγιο Γεώργιο και αποτελεί πραγματικό κόσμημα (παραδοσιακό με πέτρα και ξύλο). Χτίστηκε κτίριο που λειτούργησε από το 1958 ως ιατρικό κέντρο, με τη μόνιμη απασχόληση γενικού γιατρού και οδοντιάτρου και με τακτική επίσκεψη γιατρών όλων των ειδικοτήτων από τα Γιάννενα και με πλήρη εξοπλισμό, ο οποίος παραχωρήθηκε μαζί με ασθενοφόρο, στο Κέντρο Υγείας που λειτουργεί σήμερα. Σημαντικό ρόλο στη διατήρηση των τεχνών της υφαντικής και της ξυλογλυπτικής είχε το πρατήριο λαϊκής τέχνης που δημιουργήθηκε, δίνοντας παραγγελία στους ντόπιους τεχνίτες, υφάντριες και κεντητές, σε μια εποχή που δεν νοείτο (υπήρχαν μόνο παντοπωλεία κλπ.). Γεννήθηκε έτσι μια αγορά για τα προϊόντα των τεχνιτών αυτών, ενώ για ένα διάστημα εκπαίδευσε τεχνίτες και υφαντές και βοήθησε στην τουριστική ανάπτυξη.

Έκλεισε

πριν

από

μερικά

χρόνια,

όταν

πλέον

δημιουργήθηκαν τέτοια τουριστικά καταστήματα, μιας και ο σκοπός του δεν ήταν ανταγωνιστικός. Επίσης, τον ίδιο σημαντικό ρόλο, τόσο ως προς τη διατήρηση και τη δημιουργία τεχνών και επαγγελμάτων όσο και ως προς την οικονομική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής, έπαιξαν το τυροκομείο, το 60


βουστάσιο και το ξυλουργικό εργοστάσιο. Το τυροκομείο δημιούργησε νέους τύπους τυριών, πρόσφερε επιδοτημένες τιμές στο γάλα και εκπαίδευσε νέους τυροκόμους. Το βουστάσιο, σε άμεση συνάρτηση με το τυροκομείο, με ταύρους και αγελάδες που έφερε από την Ελβετία και με τη διασταύρωσή τους με τα ντόπια ζώα, βοήθησε στη βελτίωση της ποιότητας και την αύξηση της ποσότητας του γάλατος όλης της περιοχής. Το ξυλουργικό εργοστάσιο, επίσης, δημιουργήθηκε σε μια περίοδο όπου δεν υπήρχαν πολλά και με σύγχρονα μηχανήματα εργοστάσια, ή έστω μικρές ξυλουργικές βιοτεχνίες. Οι ντόπιοι ξυλουργοί και μάστορες πηγαίνουν τα ξύλα τους, έχοντας τη δυνατότητα να τα κόψουν σε οποιοδήποτε μέγεθος ή σχήμα χωρίς να είναι αναγκασμένοι να πάνε στα Τρίκαλα. Βοήθησε δηλαδή, εκτός των άλλων, στο να συγκροτηθεί ο κόσμος. Σήμερα, βέβαια, υπάρχουν ιδιωτικά ξυλουργεία με ανάλογα μηχανήματα. Δημιουργήθηκε το χιονοδρομικό κέντρο (το πρώτο στην Ελλάδα το 1965). Σήμερα, βέβαια, υπάρχει και αυτό που έχει φτιάξει ο δήμος λίγο παραπάνω και έχει καλύτερη δυνατότητα ως προς τη διατήρηση του χιονιού. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, έγιναν αναστηλώσεις εκκλησιών και μοναστηριών και σημαντικές προσπάθειες για να διατηρήσει το χωριό το παραδοσιακό του χρώμα, μέσα από το χτίσιμο παραδοσιακών κτιρίων, καλντεριμιών κλπ. Σημαντικότατο γεγονός, παρά το ότι δεν είναι τόσο εμφανές, αποτελεί η αναδάσωση της απέναντι πλευράς του χωριού από πεύκα και έλατα (στη βουνοπλαγιά, περισσότερα από 3.000.000 δέντρα) μιας και το Μέτσοβο, ιδιαίτερα στο κάτω μέρος του, είχε σοβαρά προβλήματα κατολισθήσεων και εκτεταμένες ζημιές στα τελευταία σπίτια. Χτίστηκαν ακόμη φράγματα στον Μετσοβίτικο και έγιναν αντιδιαβρωτικά έργα. Το 1988 δημιουργήθηκε το ίδρυμα Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα για να δεχθεί τη δωρεά της προσωπικής του συλλογής με έργα Ελλήνων καλλιτεχνών του 19ου και 20ου αιώνα, στο κτίριο της Πινακοθήκης Ε. Αβέρωφ στο Μέτσοβο και θεωρείται από τα σημαντικότερα μουσεία νεοελληνικής τέχνης στην Ελλάδα.

61


Το 1992 δημιουργήθηκε η παιδική βιβλιοθήκη στο Μέτσοβο και ακολούθησαν η παιδική χαρά, καθώς και το κοινοτικό ιατρείο στο Ανήλιο και τα γραφεία της κοινότητας με το ιατρείο στο Ανθοχώρι. Ένα νέο κοινωφελές ίδρυμα είναι το ίδρυμα Εγνατία Ηπείρου (1991), που έχει ως στόχο την έρευνα, την εκπαίδευση και την ανάπτυξη της

περιοχής.

περιβάλλοντος,

Αναπτύσσει πολιτισμού,

ειδικά

προγράμματα

οικονομίας,

ενέργειας

σε

θέματα

διασυνοριακής

συνεργασίας και τουρισμού και με τη χρήση της πληροφορικής έχει δυνατότητα πρόσβασης σε 1.600 ελληνικές και ξένες βάσεις δεδομένων και διοργανώνει συνέδρια στο σύγχρονο Συνεδριακό Κέντρο, που βρίσκεται στο κτίριο που ήταν πρώτα το ιατρικό κέντρο του ιδρύματος Τοσίτσα και κάτω από το ξενοδοχείο Διάσελο.

1.14

Μουσικές ομάδες της επαρχίας Μετσόβου Οι μεταναστευτικές κινήσεις προς την κεντρική και Β.Α. Ευρώπη,

στη Ρουμανία, τη Ρωσία, την Αίγυπτο και την Β. Αφρική συγκρότησαν το ανθρώπινο δυναμικό το οποίο εξελίχθηκε και αποτέλεσε αργότερα τους ευεργέτες που προώθησαν κοινωνικοοικονομικά και διαμόρφωσαν ουσιαστικά την ιεραρχία των αξιών στον τόπο. Το μοντέλο του κατακτητή ορθόδοξου Βαλκάνιου εμπορίου είναι εδώ σε ισχύ. Μετά την εποχή δημιουργίας του ελληνικού κράτους, η οικονομική σημασία του Μετσόβου αποδυναμώθηκε. Από την απελευθέρωση του 21 και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, η Ελλάδα διανύει τη φάση της προσπάθειας για την εκβιομηχάνιση της χώρας, μια προσπάθεια που παρά ταύτα είχε ως αποτέλεσμα και την ανάπτυξη της γεωργίας. Οι κάτοικοι της Πίνδου μεταναστεύουν στις πόλεις, είναι η αγροτική έξοδος του πληθυσμού, που διαρκεί το 2 ο μισό του 19ου αιώνα και στην αρχή του 20ου, αποδυναμώνοντας την ύπαιθρο, παράλληλα με τους

Βαλκανικούς

Πολέμους,

τον

Α΄

Παγκόσμιο

Πόλεμο,

την

Μικρασιατική περιπέτεια. Η Ήπειρος γίνεται άγονη περιφέρεια της Ελλάδας και τα Γιάννενα συρρικνώνονται στην οικονομική τους

62


αυτάρκεια. Το ίδιο και το Μέτσοβο από το οποίο, το 1917, μεγάλος αριθμός οικογενειών μετακινείται και εγκαθίσταται στη Θεσσαλία. Ποια είναι η κοινωνική πραγματικότητα του Μετσόβου, ποιες οι κοινωνικές

δομές

και

ποια

η

καθημερινότητα

ενός

ορεινού

κτηνοτροφικού κέντρου; Το Μέτσοβο παρουσιάζει τη μορφή του αρχοντικού χωριού. Η τοπική κοινωνία της κτηνοτροφίας είναι συγκροτημένη σε μεγάλες οικογένειες στον τύπο της διευρυμένης οικογένειας. Αποτελείται από τεχνίτες, του ξύλου, της πέτρας, του μαλλιού, της σιδηρουργίας και της μουσικής. Αξονικό στοιχείο για τις οικονομικοκοινωνικές ιδιαιτερότητες και διακυμάνσεις του ορεινού χώρου του Μετσόβου αποτέλεσε το πλαίσιο των Οθωμανικών θεσμών μέσα στο οποίο οργανώθηκε η παραγωγή. Μέσα από αυτόν τον τρόπο οργάνωσης οι μουσικές ομάδες, κατά τις κοινωνικές εκδηλώσεις, καταγράφουν την εθιμική ζωή της συνολικής κοινωνίας, τις κοινωνικές λειτουργίες των πλουσίων αλλά και των φτωχών, τη διαπλοκή των σχέσεων της πολιτιστικής εξέλιξης με την παράδοση,

οριοθετώντας

τη

διαδρομή

της

τοπικής

μουσικής

παράδοσης. Στον ορεινό χώρο του Μετσόβου συμβιώνουν ομάδες με διαφορετικές δραστηριότητες, οι αγροτικοί πληθυσμοί της υπαίθρου, οι έμποροι και οι διάφορες τεχνικές ομάδες, όπως η ομάδα των σιδηρουργών. Οι σιδεράδες του Μετσόβου ήταν και οι οργανοπαίχτες με μουσική παρουσία στο Μέτσοβο και στη γύρω περιοχή. Λόγω των μικρών οικονομικών τους απολαβών ασκούσαν συμπληρωματικά το επάγγελμα του οργανοπαίχτη. Η μουσική των οργάνων κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα του Μετσόβου. Οι ήχοι ξεπερνούσαν το κοινωνικό φράγμα, ενώνοντας τους ανθρώπους σε στιγμές ευφορίας. Τρόπο ζωής γι’ αυτήν την ομάδα αποτελούσαν και αποτελούν ως σήμερα σχεδόν οι μετακινήσεις τους στα γύρω χωριά, τη Μηλιά, το Γρεβενίτι, το Βοτονόσι, το Μαλακάσι και την Θεσσαλία.

63


Η αγάπη των κατοίκων του Μετσόβου για τη μουσική και το χορό είναι γνωστή. ‘‘Τι καλό που έχουν, κάθε γιορτή χορεύουν….’’ έλεγαν. Ο χορός είχε ενταχθεί στη ζωή τους και γινόταν σε δημόσιους χώρους. Η τοπική κοινωνία του Μετσόβου υπήρξε μια κοινωνία της παράδοσης, ακόμα και οι πλούσιοι της διασποράς διατηρούσαν τη παράδοση. Η τοπική κουλτούρα, στην καθημερινότητα των ανθρώπων στηρίχθηκε στον πλούτο, τη φτώχεια, το τοπίο, στην επαφή με άλλα κέντρα πολιτισμού. Πρόοδος και συντήρηση διέσωσαν μια μορφή πολιτισμού ως σήμερα. Ένα μέρος αυτής της πολιτισμικής παράδοσης είναι και η μουσική. Η τεχνολογική πρόοδος επέφερε αλλαγή στα πρότυπα των μουσικών τραγουδιών. Παρά τους νεωτερισμούς όμως και τα μικρόφωνα οι Μετσοβίτες αγαπούν την γνώριμη μουσική, αναπολούν το γλέντι και την ακμή της μουσικής και του χορού, κάτι που σήμερα αποδεικνύει το αντάμωμα των Βλάχων, το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, της Αγίας παρασκευής, καθώς και αυτά στις 17 Μαΐου και 15 Αυγούστου.

1.15

Το Κουτσοβλάχικο ιδίωμα Στο Μέτσοβο, πέρα της ελληνικής γλώσσας, η οποία γράφεται

και

μιλιέται

κατά

τρόπο

υποδειγματικό, χρησιμοποιείται

σε

περιβάλλον στενό, οικογενειακό, φιλικό, επαγγελματικό, ως προφορική μόνο γλώσσα, παράλληλα με την ελληνική, και η κουτσοβλάχικη, τα βλάχικα, ένα νεολατινικό ιδίωμα, γνωστότερο στους γλωσσολογικούς κύκλους με το νεολογισμό αρωμουνική, παράγωγο του Αρωμούνος (<Armanu, A προσθετικό + Romanus), με το οποίο αποκαλούνται οι Βλάχοι ή Κουτσόβλαχοι των ελληνικών χωρών. Οι Μετσοβίτες, όπως και οι κάτοικοι των άλλων βλαχοχωριών Ηπείρου, Θεσσαλίας, Μακεδονίας και της Διασποράς, κύριο γλωσσικό όργανο έχουν πάντοτε την ελληνική. Ακριβώς αυτή είναι και η αιτία της ατροφικής υποστάσεως της αρωμουνικής και της μη εξελίξεώς 64


της σε γλώσσα ανεξάρτητη, ούτε καν σε διάλεκτο. Απλούστατα είναι ιδίωμα, όπως

εξηγεί

στη

διδακτορική

διατριβή

του

ο

Αχιλ. Γ.

Λαζάρου. Η γέννηση της Αρουμάνικης χρονολογείται από την εμφάνιση των Ρωμαίων στην ελληνική χερσόνησο και κοιτίδα της είναι η πανάρχαια οδική αρτηρία, που συνέδεε Δύση – Ανατολή, η μετέπειτα Εγνατία οδός. Βλάχοι: αντίθετα προς ότι πήγαν να επιβάλλουν παλιότερα ξένα

συμφέροντα

και

πολιτικές

σκοπιμότητες, σήμερα

η

επιστημονική έρευνα έχει αποκαταστήσει την αλήθεια που είναι ευρύτερα αποδεκτή. Οι Έλληνες στην καταγωγή και στη συνείδηση Βλάχοι είναι δίγλωσσοι Έλληνες ποιμένες και κτηνοτρόφοι, που παράλληλα με τα Ελληνικά μιλούν μια λατινογενή διάλεκτο, τα Βλάχικα

ή

Ρουμάνους

Αρουμάνικα. Η

γλωσσική

τους

οφείλεται

ότι

τα

στο

τόσο

συγγένεια

Βλάχικα

με

όσο

τους

και

τα

Ρουμάνικα ανάγονται σε κοινή γλωσσική πηγή, την Ανατολική ή Βαλκανική Λατινική. Εκλατινισθέντες γλωσσικά Έλληνες οι Βλάχοι μίλησαν την Αρωμουνική, με έντονη την επίδραση και της αρχαίας Ελληνικής (στα Βλάχικα σώζονται λέξεις ελληνικές). Για την προέλευση του ονόματος Βλάχος πολλά γράφτηκαν και πολλά ειπώθηκαν, που κατατάσσονται σε δυο κατηγορίες: Α. Αυτοί

που

τη

θεωρούν

καθαρά

ελληνική

λέξη

δίχως

να

αποδεικνύουν την ετυμολογική της προέλευση και Β. Οι ιστορικοί και ερευνητές, που με επιστημονικά επιχειρήματα αποδεικνύουν πως η λέξη Βλάχος είναι Γερμανική και σημαίνει τον Λατινόφωνο. Με τη λέξη Welsch ή Walachen ονόμαζαν οι Γερμανοί τους λατινόφωνους Ιταλούς, Ελβετούς, Γάλλους και τους Βλάχους της Ρουμανίας, που για πολλούς αιώνες γειτόνευαν. Στην κάθοδό τους προς τη Ρουμανία οι Σλάβοι υποτάχθηκαν στους Γερμανούς και Γότθους της Τρανσυλβανίας όπου και ήρθαν σε επαφή με τους λατινόφωνες Βλάχους. Εκεί ακούγοντας τους Γερμανούς να τους ονομάζουν Welsch ή Walachen τους ονόμαζαν και αυτοί Βλάχοι 65


στη

γλώσσα

τους, δηλαδή

λατινόφωνους. Από

τους

Σλάβους

διαδόθηκε στη Βαλκανική ο όρος Βλάχος = λατινόφωνας. Στην ιστορία το όνομα Βλάχος εμφανίζεται για πρώτη φορά από τον Κεδρινό το 976 μ.Χ. και με το ίδιο όνομα αναφέρονται απ’ τους συγγραφείς σ’ ολόκληρο το μεσαίωνα και αργότερα οι Βλάχοι. Για τη γλώσσα τους συμφωνούν όλοι οι ιστορικοί, πως είναι λατινογενής δημοτική με πολλά δάνεια απ’ τους λαούς με τους οποίους ήρθαν σε επαφή. Κάνοντας μια εκτενέστερη αναφορά στην προέλευση του ονόματος των Βλάχων αναφέρουμε τα εξής : Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι Αρωμούνοι εμφανίζονται ως ο

πιο

άρτια

κτηνοτροφικοί

συγκροτημένος

πληθυσμός. Τσελιγκάτα, αυτόνομοι

συνεταιρισμοί, αρματολίκια, αγωγιάτες – ταξιδευτές,

βιοτέχνες, εμπνευσμένοι λαϊκοί τεχνίτες και έμποροι είναι ο κόσμος των Αρωμούνων εκείνης της εποχής. Οι Βλάχοι έχουν δώσει άντρες που στέκονται ήδη στο ύψος του συμβόλου. Η Μοσχόπολη, μια ολάκερη πόλη (80.000 ψυχές), δεν αριθμούσε ούτε έναν ανειδίκευτο εργάτη μέσα στους κόλπους της, πριν

να

καεί

και

καταστραφεί

ολοσχερώς

στα

μέσα

του

προπερασμένου αιώνα. Ο χρόνος και ο τόπος, όπου διαμορφώθηκε η νεορωμανική γλώσσα των Βλάχων και που συνδέεται άμεσα με την καταγωγή τους, απασχόλησε πολλούς ερευνητές των νεότερων χρόνων. Με βάση στοιχεία παλαιότερων ερευνητών και συγγραφέων προκύπτει ότι η στρατηγική θέση του βορειοδυτικού ελληνικού χώρου, η γειτνίασή του προς την ιταλική χερσόνησο, η ύπαρξη διαμέσου αυτού της σημαντικότερης οδικής αρτηρίας στην ανατολική επικράτεια της Ρώμης, της Εγνατίας οδού, καθώς και η μακραίωνη θητεία των κατοίκων του στη ρωμαϊκή διοίκηση έπρεπε να έχει σαν φυσικό ακόλουθο το γλωσσικό εκλατινισμό μεγάλης μερίδας του πληθυσμού του. «Νόμος αρχαίος ην πάντα μεν τα οπωσούν πραττόμενα παρά τοις επάρχοις, τάχα δε και ταις άλλαις των αρχών, τοις 66


Ιταλών εκφωνείσθαι ρήμασιν. ου παραβαθέντος, ως είρηται – ου γαρ ην

άλλως – τα

της

ελαττώσεως

προύβαινε¨ τα

Δε

περί

την

Ευρώπην πραττόμενα πάντα την αρχαιότητα διεφύλαξεν εξ ανάγκης διά το τους αυτής οικήτορας, καίπερ Έλληνας εκ του πλείονος όντας, τη

των

Ιταλών

φθέγγεσθαι

φωνή

και

μάλιστα

τους

δημοσιεύοντας». Το σημαντικότατο αυτό χωρίο εμφανίζει τη λατινική γλώσσα να υποχωρεί απέναντι στην ανερχόμενη στη διοίκηση ελληνική, ήδη κατά τον 6ο αιώνα, και να ανθίσταται στην τάση της εποχής μόνο στις ευρωπαϊκές επαρχίες του Βυζαντίου. Εδώ η διοίκηση στην επαφή της με τους υπηκόους τηρεί την αρχαία συνήθεια, δηλαδή χρησιμοποιεί τη λατινική γλώσσα. Αυτό καθιστά αναγκαίο το ότι οι κάτοικοι

της

χερσονήσου

του

Αίμου, αν

και

Έλληνες

οι

περισσότεροι στην καταγωγή, μιλούσαν γλώσσα ιταλική. Αυτό που προκύπτει από το χωρίο τούτο είναι ότι για πρώτη φορά έχουμε μια ιστορική μαρτυρία σύγχρονη και ξεκάθαρη για

το

γλωσσικό

εκλατινισμό

ενός

τμήματος

του

ηπειρωτικού

ελληνισμού στο δυτικό βαλκανικό χώρο. Κατά τον επόμενο αιώνα θα καθιερωθεί η ελληνική ως επίσημη

γλώσσα

του

Ανατολικού

Ρωμαϊκού

Κράτους

και

το

λατινογενές ιδίωμα θα περιορίζεται ολοένα και περισσότερο. Και η αρχαιολογική έρευνα μας προσφέρει και αυτή με τη σειρά της ορισμένα πειστήρια της πολιτιστικής σχέσης παρόντος με το παρελθόν. Έτσι ο N. Hammond σημειώνει πως οι γυναικείες μορφές

των

επιτύμβιων

στηλών

της

αρχαίας

Μακεδονίας

απεικονίζονται μ’ ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, ιδίως όσον αφορά τον τύπο ενδύματος των γυναικών που φορούσαν βαριά μάλλινα ρούχα και κάπες, όμοια με τις οποίες είναι η σημερινή βλάχικη κάπα, όπως διαπιστώνει και ο ίδιος. Σε άλλο σημείο ο Hammond γράφει για ένα είδος κυπέλλου που εισάγεται στη Μακεδονία κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα : «… το ανοιχτό κύπελλο με το επίπεδα προεκτεινόμενο χείλος και τις 2 ή 4 διατρήσεις διαμέσου του χείλους έγινε της μόδας. Και οι δύο αυτές μορφές κυπέλλου φαίνεται ότι αντιγράφουν ξύλινα κύπελλα, 67


τέτοια που ακόμη και σήμερα κατασκευάζονται από τους Βλάχους βοσκούς της Βορείου Ελλάδος». Η συμβολή της λαογραφίας πάλι δεν είναι ευκαταφρόνητη στη διαφώτιση του προβλήματός μας. Έτσι ο Tache Papahagi μελετά τη στολή, το χορό και το τραγούδι των Αρωμούνων και τα δεδομένα τον οδηγούν

στο συμπέρασμα ότι έχουμε ελληνικά

στοιχεία. Μερικά μάλιστα από αυτά, όπως η φουστανέλα, βρίσκει πως είναι περισσότερο δεμένα με τους Αρωμούνους απ’ ότι με τους άλλους Έλληνες. Τούτο συνάγεται και από το ότι πρώην βλαχόφωνοι πληθυσμοί και σήμερα εκσλαβισμένοι, οι Μίγιατς, στα βόρεια του Σκάρδου, διατηρούσαν μέχρι πρότινος τα δύο αυτά ελληνικής προέλευσης στοιχεία, ενώ δεν υπήρχε

στο περιβάλλον

τους ελληνικός πληθυσμός, για να ερμηνευτούν ως δάνεια. Όσο για τη φουστανέλα αξίζει να σημειωθεί πως οι γνησιότεροι από τους Αλβανούς, οι Γκέγκηδες, δεν τη φορούν, πράγμα που σημαίνει πως είναι ένδυμα του ελληνικού χώρου και ότι έχουμε ένα κατάλοιπο από

την

εποχή

του

ελληνορωμαϊκού

πολιτισμού. Άλλωστε, σ’

ελληνικά ιδιώματα η εθνική μας στολή, η φουστανέλα, λέγεται και βλάχικη. Και

άλλοι

ακόμα

χοροί, αρκετούς

από

τους

οποίους

περιγράφει ο Σ. Λιάκος, η ελληνοπρέπεια και η αρχαιότητα των οποίων μας εκπλήσσει, έχουν ντόπια πατρότητα. Όσο

για

το

λεξιλόγιο

της

αρωμουνικής

δεν

αποτελεί

υπερβολή να πούμε ότι βρίθει ελληνικών λέξεων. Η χρονολογική προέλευση των λέξεων αυτών, παρά τη δυσκολία που εμφανίζεται, λόγω απουσίας απώτερων κειμένων της αρωμουνικής, μπορούν να διακριθούν κατά προσέγγιση σε λέξεις που προέρχονται από τους ελληνορωμαϊκούς

χρόνους, το

Μεσαίωνα

και

τους

νεότερους

χρόνους. Οι λέξεις της πρώτης περιόδου, που η γλώσσα αυτή παρέλαβε από την ελληνική κατά την περίοδο του γίγνεσθαί της, πρέπει φυσικά να ήταν περισσότερες στον αριθμό απ’ ότι σήμερα. Η

ταυτόχρονη, όμως, συνύπαρξη

αντίστοιχες

της

νέας

ελληνικής

πολλών οδήγησε

τέτοιων στην

λέξεων

με

παράλληλη

68


φωνολογική τους εξέλιξη, έτσι που σήμερα να εμφανίζονται ως δάνεια από τη νέα ελληνική.

1.16

ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΚΡΗΝΩΝ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Οι γυναίκες σε κάθε γειτονιά περνούσαν ώρες της ημέρας

στις βρύσες για τις ανάγκες του νοικοκυριού τους. Κάθε Σάββατο γινόταν η «μπουγάδα» της εβδομάδας. Το καζάνι για το ζέσταμα του νερού στηνόταν δίπλα στη βρύση. Σ’ αυτό έβαφαν και τα νήματα για τον αργαλειό τους. Αλλά το μαλλί πριν γίνει νήμα είχε πλυθεί στην κουπάνα. Με

το

ζέσταμα

του

καιρού

κοντά

στην

εορτή

της

Πεντηκοστής άρχιζε το πλύσιμο των μάλλινων, που με αυτά ήταν ντυμένο το σπίτι καθ’ όλη τη διάρκεια του βαρύ χειμώνα. Πρωίπρωί για να πάρουν σειρά κινούσαν οι γυναίκες του μαχαλά, φορτωμένες με την τριχιά, την σκαφίδα με τις υφαντές κουβέρτες, τα χαλιά και άλλα. Τα έβρεχαν στην κουπάνα και τα κτυπούσαν με τον κόπανο για να καθαρίσουν. Στη βρύση έπλεναν επίσης τα χαλκωματένια και τα ξύλινα σκεύη

του

χαλκωματένια

σπιτιού. Το σκεύη

και

τρίψιμο άσπριζε

με τα

σαπόπετρα ξύλινα

γυάλιζε

(βαρέλια

τα

νερού,

βουτσέλες, σκαφίδες ψωμιού κ.α.) Ακόμη και τα λαχανικά πριν χρησιμοποιηθούν για να γίνουν οι νόστιμες πίτες -γνωστές οι πίτες του Μετσόβου- στη βρύση είχαν πλυθεί. Πηγή ζωής το νερό της βρύσης πότιζε τα ζώα και τους κήπους γύρω από τη βρύση, αλλά και τους ανθρώπους. Η κάθε νοικοκυρά με ξύλινα βαρελάκια φορτωμένα πάνω της με τριχιά μετέφερε στο σπίτι νερό για τις υπόλοιπες ανάγκες. Περνώντας έτσι οι γυναίκες αρκετές ώρες της ημέρας

στο

χώρο της βρύσης (τόπο συγκέντρωσης) ανέπτυσσαν κοινωνικότητα. Επικοινωνούσαν και είχαν τη δυνατότητα να σχολιάσουν και να «αναλύσουν» τα γεγονότα της μικρής τους κοινωνίας. 69


Στις

μέρες

μας

οι

βρύσες

καλύπτουν

κάποιες

από

τις

παραπάνω ανάγκες, αν και το νερό είναι πια τρεχούμενο μέσα στο σπίτι. Βλέπει κανείς ακόμη και σήμερα να πλένουν οι γυναίκες τα μαλλιά, τα χαλιά, τις μάλλινες κουβέρτες τους, αλλά και να ποτίζουν τους κήπους τους. Θεωρούνται

πλέ��ν

οι

κρήνες

παραδοσιακά

μνημεία

που

δροσίζουν όπως και παλαιότερα τους περαστικούς.

1.16.1 Υλικά και τέχνη των κρηνών - οικογένειες μαστόρων Αλλά ας δούμε πως αυτοί οι άξιοι τεχνίτες κατασκεύαζαν τις κρήνες. Φυσικά όλα τα υλικά ήταν από την περιοχή. Δύσκολες οι μεταφορές

τότε. Έτσι

προσπαθούσαν

οι

άνθρωποι

να

χρησιμοποιήσουν τις πρώτες ύλες που έβρισκαν τριγύρω τους, π.χ. το μαλλί από τα πρόβατα το μεταποιούσαν τελικά σε πλεκτά υφαντά χαλιά , κουβέρτες αλλά και υφάσματα για ένδυση. Τις πέτρες για την κατασκευή της βρύσης τις έβρισκαν στην περιοχή του Γκρίζου και τις έκοβαν με κοπίδι (δεν υπήρχε τότε δυναμίτης). Το συνδετικό υλικό ανάμεσα στις πέτρες το έφτιαχναν αναμειγνύοντας μαλλί τράγου , στάχτη και ασπράδι αυγού. Το ίδιο μείγμα χρησιμοποιήθηκε και για την κατασκευή του Κάστρου των Ιωαννίνων. Τα ξύλα στο δάσος ήταν άφθονα. Τους κορμούς τους χρησιμοποιούσαν σαν δοκάρια στη στέγη της κρήνης ή για να φτιάξουν την κουπάνα αφού πρώτα τους πελεκούσαν κατάλληλα. Στο

Μέτσοβο

οι

κρήνες

ήταν

στεγασμένες. Έτσι

διευκολύνονταν οι κάτοικοι κατά τη διάρκεια του χειμώνα στην χρησιμοποίηση τους . Η σκεπή ήταν στηριγμένη σε ξύλινα μαδέρια τα οποία ακουμπούσαν σε πέτρινες κολώνες και ήταν καλυμμένη με γκρίζες πλάκες. Στο εσωτερικό οι βρύσες ήταν ως εξής : στον πέτρινο τοίχο ήταν στερεωμένοι δύο μπρούτζινοι κρουνοί και ανάμεσά τους μια 70


πέτρινη σκαλιστή «τσούμα». Σε πολλές βρύσες υπήρχαν επιγραφές ενσωματωμένες στον πέτρινο τοίχο. Οι κουπάνες ήταν ξύλινες από κορμό

πεύκου

σχηματιστεί

η

ή

ρόμπολου

λεκάνη. Άνοιγαν

σκαμμένου δε

μια

εσωτερικά

τρύπα

στη

για

να

μέση

της

κουπάνας ώστε να μπορεί να απομακρύνεται το νερό. Αργότερα οι κουπάνες γίνονταν από τσιμέντο και βοτσαλάκι. Δεξιά

και

αριστερά από

την κουπάνα

υπήρχαν

πέτρινα

πεζούλια προς διευκόλυνση όλων των εργασιών που γίνονταν στη βρύση. Δηλ. Μπορούσαν να κοπανήσουν πάνω σ’ αυτά τα πλυμένα μάλλινα για να φύγει το νερό, ή το σιτάρι για να αποφλοιωθεί και να ακουμπήσουν τα σκεύη τους, τα χαλκωματένια και τα ξύλινα. Ίσως

κάποτε

ξαποστάσουν

για

στα

λίγο

πεζούλια οι γυναίκες

εύρισκαν και

να

την

ευκαιρία

ανταλλάξουν

να

καμιά

κουβέντα.

1.16.2 Ήθη – έθιμα και παραδόσεις Σημεία αναφοράς οι βρύσες στην καθημερινή ζωή

των

ανθρώπων του τόπου. Έτσι βλέπουμε την εμφάνισή τους στα ήθη και τα έθιμα. Συνηθίζεται

λοιπόν

οι

κτηνοτρόφοι

την

Παραμονή

της

Πρωτοχρονιάς να αλείφουν το τοίχωμα της βρύσης με βούτυρο ή μυζήθρα. Παλαιότερα

το

υλικό

με

το

οποίο

θα

αλειφόταν

το

τοίχωμα της βρύσης είχε να κάνει με την οικονομική κατάσταση του κάθε κτηνοτρόφου. Αυτό γινόταν με το σκοπό τα αγαθά τους από τη κτηνοτροφία να ρέουν με αφθονία όπως το νερό της βρύσης. Της πρόσωπο

Αναλήψεως τους

σε

οι

τρεις

κοπέλες

συνήθιζαν

διαφορετικές

βρύσες

να

πλένουν

για

να

το

μείνει

αναλλοίωτη η ομορφιά τους στο χρόνο. Την επόμενη μέρα του γάμου οι συγγενείς του γαμπρού οδηγούν τη νύφη να πάρει νερό από τη βρύση της γειτονιάς έχοντας κέρματα μέσα στην κανάτα. Η νύφη ρίχνει τα κέρματα στην 71


βρύση

σαν

κέρασμα

επειδή

από

δω

και

πέρα

θα

τη

χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες της οικογένειας της. Καλοπιάνοντας την μ’ αυτό τον τρόπο παίρνει νερό και φεύγει. Μέσα

από

τις

παραδόσεις

που

διασώζονται

γνωρίζουμε

ακόμη ότι τα τσοπανόπουλα έστηναν καρτέρι στη βρύση για να δουν τις όμορφες βλαχοπούλες που πήγαιναν εκεί για να πάρουν νερό. Ήταν ίσως ο μοναδικός τρόπος για να τις δουν αφού οι γυναίκες δεν συνήθιζαν να βγαίνουν από το σπίτι. Έπαιρναν οι λεβέντες τις στάμνες από τις όμορφες σαν τα κρύα νερά κοπέλες που συμπαθούσαν και τις έσπαγαν. Έτσι τους έστελναν το μήνυμα για τον έρωτα τους. Τόπος λοιπόν συνάντησης λοιπόν η

βρύση,

χώρος για

κοινωνικότητα, συζήτηση και σχόλια, ίσως από τις λίγες στιγμές ανάπαυσης στην καθημερινότητα των γυναικών.

1.16.3 Βρύσες που δεν υπάρχουν πια Ο Παναγιώτης

Τσούκας

έκτισε

υδρόμυλο

του

οποίου

τα

έσοδα αφιέρωσε υπέρ της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων . Έκτισε επίσης κρήνη στη θέση

«Βάλεα αλ Μασίκου» που δεν

υπάρχει πλέον. Άλλη μια

βρύση που δεν σώζεται πλέον είναι η Κρήνη

Αβδή – Πασά .

1.16.4 Ευεργέτες που ενδιαφέρθηκαν για την ύδρευση και τις κρήνες της περιοχής - διαθήκες  Διαθήκη του μεγάλου εθνικού ευεργέτη Γ. Αβέρωφ  Διαθήκη Νικολάου Πίχτου  Διαθήκη Μαρίας Βλάχα  Στέργιος Μπότσαρης

72


 Φουρνίγκας Κων/νος  Φαρδής Αντρέας  Δημήτριος και Κυργιάκος Φλόκα

1.16.5 Ένα μετσοβίτικο τραγούδι για τις βρύσες Πολλές βρύσες που περιγράψαμε και που βρίσκονται σόλες τις συνοικίες του Μετσόβου να φέρονται και σ’ ένα χαρακτηριστικό τραγούδι του χωριού. Σ’ αυτό , οι όμορφες κοπέλες του χωριού παρομοιάζονται με το κρύο νερό από τις διάφορες βρύσες. Στο γνωστό γραφικότατο κλειστό χορό που οι Μετσοβίτισες από τα παλιά χρόνια οργάνων , έλεγαν

χόρευαν τραγουδώντας χωρίς την συνοδεία

και

το

παρακάτω

ερωτικό

τραγούδι

στα

κουτσοβλάχικα. Νερό από τη Νίτσα κορίτσι παχουλό σαν χέλι Νερό κρύο από τη Σούη τι γελάστηκες για δυο φασόλια Νερό κρύο από τη Γκούρα στάσου να σε φιλήσω μια φορά στο στόμα Νερό κρύο από τη Μπρέσου κάτσε να σε φιλήσω γιατί άναψα! Κορίτσι από τη Φαντανιάλε τι γελάστηκες για δύο δαχτυλίδια!

Ακολουθεί επιστολή προς τον ευεργέτη Στέργιο Μπότσαρη από έναν Μετσοβίτη που τον ευχαριστεί για το χτίσιμο της βρύσης Κήσια. 73


74


75


1.16.6 Οι Βρύσες Η Βρύση Μαρία-Βλάχα : (πηγή πληροφοριών Τζαλονίκος Ιωάννης) Η κρήνη της Μαρίας Βλάχα πρωτοκατασκευάστηκε όπως γράφει και η επιγραφή στις 10 Μαρτίου 1900. Η δωρεά για την κατασκευή της έγινε από μια πλούσια γυναίκα τη Μαρία Βλάχα γι’ αυτό η βρύση πήρε το όνομά της. Η ίδια κάθε χρόνο προίκιζε τρεις-τέσσερις φτωχές κοπέλες και τις πάντρευε. Όπως και οι άλλες βρύσες έτσι και αυτή κατασκευάστηκε με τον παραδοσιακό τρόπο από πέτρα – ξύλο και πλάκα. Σε σχέση με παλιά το νερό είναι περισσότερο και προέρχεται από το υδραγωγείο του χωριού. Η βρύση χρησιμοποιούνταν για το πότισμα των ζώων, το πλύσιμο των ρούχων και των μετσοβίτικων υφαντών και για το πότισμα των κήπων, Μπρέσιου Η βρύση του Μπρέσιου πήρε το όνομά της από τον κατασκευαστή

της

τον

Μπρέσιου

που

ήταν

κτηνοτρόφος.

Κατασκευάστηκε πιθανόν την πρώτη δεκαετία του 18 ου αιώνα. Υπάρχει ένα βλάχικο τραγούδι σχετικά με την βρύση, το οποίο το τραγουδούσαν οι νεαρές γυναίκες όταν πήγαιναν να πλύνουν για να βγουν στα παράθυρα τα αγόρια να τις δουν και να βρουν έτσι το ταίρι τους. Ανακατασκευάστηκε, με πέτρες και τσιμέντο, πολύ πρόσφατα από το Δήμο, το 1994. Τότε τοποθετήθηκε και στέγη στη βρύση. Το τραγούδι για τη βρύση λέει : «Άπα αράτσε ντι λα Μπρέσιου στέι στη μπάσιου κα μα απρέσου» Μετάφραση «Κρύο νερό από του Μπρέσιου κάτσε να σε φιλήσω γιατί άναψα».

76


Κρήνη Παπαβασίλη Η κρήνη Παπαβασίλη βρίσκεται στη συνοικία του Αγίου Γεωργίου, στη διασταύρωση των δρόμων που οδηγούν στο οινοποιείο και στο ξενοδοχείο Βικτώρια. Το όνομά της το πήρε από τον παπα-Βασίλη Σεκαρά ο οποίος υπήρξε 45 χρόνια παπάς στο Μέτσοβο και είχε το κτήμα στο οποίο βρισκόταν η βρύση. Η πηγή της βρύσης είναι επιτόπια. Μια παράδοση σχετικά με τη βρύση είναι η παρακάτω : Ξαφνικά κάποια μέρα η πηγή στέρεψε. Τότε ο παπα-Βασίλης μαζί με τον Ιωάννη Παδιώτη προσπάθησαν να επαναφέρουν το νερό, ο πρώτος κάνοντας παράκληση και ο δεύτερος έβαζε το αυτί του στη γη να ακούσει αν έρχεται νερό απ’ την πηγή. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα και μετά από πολλές παρακλήσεις επανήλθε το νερό στη πηγή. Το νερό στην αρχή περνούσε κατά μήκος του δρόμου χωρίς όμως να υπάρχουν σωλήνες. Το έργο ολοκληρώθηκε επί δημαρχείας του Γεωργίου Ρόζου. Οι Μετσοβίτισες συνήθιζαν και συνηθίζουν να πλένουν τα βαπτιστικά ρουχαλάκια των μωρών στη συγκεκριμένη κρήνη. Την ημέρα της Αναλήψεως πήγαινε πολύς κόσμος πλενόταν και έπιναν νερό για καθαρισμό του σώματος και της ψυχής. Το νερό της βρύσης ήτανε ιαματικό και γιάτρευε δερματικές παθήσεις. Πριν από χρόνια ο Δήμος Μετσόβου κατέβασε με σωλήνες το νερό της πηγής μετά από άδεια της οικογένειας Σεκαρά και έδωσε την τελική μορφή της βρύσης. Κρήνη Στεργιάνου Η βρύση Στεργιάνου πήρε το όνομά της από την Στεργιάνου Ράσιου, σύζυγο του Αθανασίου Πέρτσαλη. Η πηγή της είναι στη βρύση Παπαβασίλη. Παλαιότερα η βρύση είχε ξύλινη κουπάνα, τσούμα πέτρινη και δύο μπρούτζινους κρουνούς τοποθετημένα στον πέτρινο τοίχο. Επίσης η βρύση ήτανε ξεσκέπαστη. Τα τελευταία χρόνια πήρε τη μορφή που

77


έχουν και οι υπόλοιπες κρήνες σήμερα. Το οικόπεδο στο οποίο χτίστηκε η βρύση ήτανε δωρεά του Βασίλη Πέρτσαλη. Η βρύση είναι κάτω απ’ το δρόμο ενώ πάνω ακούγεται ο θόρυβος από τα νερά που μαζεύονται στη δεξαμενή. Τα νερά της βρύσης χύνονται σε άλλο ρέμα αφού ποτίσουν τους κήπους. Το σημείο είναι γνωστό από την αρπαγή της βασιλαρχόντισας. Το νερό της θεωρείται ιαματικό (πέτρα νεφρού). Πάνω από τη βρύση ήταν ο δρόμος για τις Πολιτσιές και προμηθεύονταν το νερό απ’ τη συγκεκριμένη βρύση γιατί στη συνέχεια δεν υπήρχε άλλη. Οι κτηνοτρόφοι συνήθιζαν να πλένουν εκεί τα δοχεία απ’ τα τυριά (τουλούμια) γιατί ήταν έξω η βρύση απ’ την κατοικημένη περιοχή του Μετσόβου και δεν μύριζαν. Χτίστηκε γύρω στο 1871. Η φλέβα νερού απ’ την οποία πηγάζει η βρύση της Στεργιάνου θεωρείται ότι βρίσκεται στην τοποθεσία Κατίλου.

78


Βρύση Νίτσα Η βρύση Νίτσα βρίσκε��αι στην συνοικία Αγ. Αποστόλων. Είναι καλοκτισμένη όπως οι περισσότερες βρύσες του Μετσόβου, με πέτρα στις τρεις πλευρές και σκεπασμένη με πλάκες. Υπάρχει μια μεγάλη κουπάνα

και

δεξιά

και

αριστερά

υπάρχουν

πεζούλια,

όπου

ακουμπούσαν οι γυναίκες τα στρωσίδια που έπλεναν. Υπάρχει πλακόστρωση κάτω και ένα αυλάκι στη μέση για να χύνεται το νερό και να ποτίζονται οι κήποι. Στη Νίτσα υπήρχε μόνο το νερό της πηγής. Υπάρχει μια παράδοση σχετικά με την ονομασία «Νίτσα». Στα παλιά χρόνια στην «πάντια α γκίνιλι» (κάμπος των μελισσών) που βρίσκεται πάνω από το Μέτσοβο υπήρχε μια στρούγκα. Μια μέρα κουρεύοντας τα πρόβατα κοντά σε μια πηγή το μαλλί παρασυρμένο από βροχή βούλωσε την πηγή. Το νερό όμως βρήκε διέξοδο πιο κάτω στους Αγίους Αποστόλους μαζί με το μαλλί που στα βλάχικα λέγεται «Νίτσα». Γι’ αυτό και η βρύση ονομάστηκε έτσι. Βρύση Φαντανιάλε Η βρύση Φαντανιάλε βρίσκεται στην επάνω γειτονιά του Μετσόβου, 20 μέτρα περίπου νοτιοδυτικά του μουσείο. Χτίστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα. Επισκευάστηκε το 1873 με χρήματα του Αντώνη Φαρδή. Το όνομα της πηγής είναι παράγωγο της βλάχικης λέξης «φαντάνα» που σημαίνει βρύση και οφείλεται στον μεγάλο αριθμό πηγών που υπάρχουν στην περιοχή. Τα κυριότερα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή της ήταν η πέτρα και ο πηλός. Η πηγή περιλαμβάνει τρεις κάνουλες από τις οποίες η μία παρέχει πόσιμο νερό. Το νερό της κάνουλας που είναι πόσιμο έρχεται από την τοποθεσία Πολιτσιές της επαρχίας Μετσόβου ενώ το νερό των άλλων δύο είναι πηγαίο. Παλιότερα η αξία της βρύσης ήταν πολύ μεγάλη καθώς οι κάτοικοι της γύρω περιοχής έπιναν από το νερό της. Σήμερα ο υδρευτικός ρόλος της βρύσης έχει περιοριστεί σημαντικά. Το νερό της χρησιμοποιείται κυρίως για το πλύσιμο ρούχων, κουβερτών, χαλιών, φλοκάτων κλπ. Επιπλέον ευρεία είναι η χρήση της για την άρδευση των 79


κήπων της περιοχής. Μέχρι το 1995 η κατάσταση της βρύσης ήταν άσχημη καθώς κανένας δεν είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτήν. Το 1995 με πρωτοβουλία των τοπικών αρχών έγιναν κάποιες αναγκαίες επισκευές στη σκεπή της βρύσης με αποτέλεσμα αυτή να αποκτήσει καλύτερη όψη. Η βρύση Φαντανιάλε αποτελεί σήμερα ένα από τα στολίδια της επάνω γειτονιάς του Μετσόβου που κάνει περήφανους τους κατοίκους. Βρύση Σούι Νέα Η βρύση Σούι Νέα βρίσκεται στην επάνω γειτονιά του Μετσόβου, ανατολικά του λόφου της Αγίας Τριάδας. Η βρύση κατασκευάστηκε στα μέσα του 20ου αιώνα. Τα κύρια υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένη είναι ο πηλός και η πέτρα, όπως άλλωστε και όλες σχεδόν οι βρύσες του Μετσόβου. Το νερό της βρύσης φτάνει εδώ από το βουνό Μαυροβούνι μέσω ενός μεγάλου υδρευτικού δικτύου και είναι πόσιμο. Η βρύση αυτή παρουσιάζει μια ιδιομορφία σε σχέση με τις υπόλοιπες : το νερό δεν βγαίνει από κάνουλες αλλά ρέει άφθονο μέσα από μια τετράγωνη τρύπα. Παλιότερα το νερό της βρύσης χρησιμοποιούνταν και για την ύδρευση της περιοχής. Σήμερα χρησιμοποιείται βασικά για την πλύση ρούχων, σκεπασμάτων, σεντονιών, υφαντών κ.α. Επίσης ευρεία είναι η χρήση της για την άρδευση των κήπων της γύρω περιοχής. Δίπλα από την βρύση υπάρχει ένας λόφος με μικρά πεύκα καθώς και ένα υδραγωγείο. Αρκετοί είναι αυτοί που εκφράζουν την άποψη ότι ο λόφος θα πρέπει να αξιοποιηθεί και να δημιουργηθεί έτσι ένα πάρκο που θα ενσωματώνει τη βρύση και θα αποτελεί ένα χώρο αναψυχής τόσο για τους ντόπιους όσο και για τους ξένους επισκέπτες. Αυτή θα ήταν μια πολύ καλή κίνηση για την καλύτερη αξιοποίηση της πηγής. Βρύση Σούι Παλαιά Η βρύση Σούι Παλαιά βρίσκεται στην επάνω γειτονιά του Μετσόβου απέναντι από το ξενοδοχείο «Ακρόπολις» και ακριβώς κάτω από τον κεντρικό δρόμο. Κτίστηκε τον 19 ο αιώνα. Τα υλικά από τα οποία 80


είναι κατασκευασμένη είναι κυρίως ο πηλός και η πέτρα που αποτελούσαν τότε τις πρώτες ύλες για το κτίσιμο οποιουδήποτε οικοδομήματος. Η πηγή έχει τρεις κάνουλες. Η σκεπή της, η οποία επισκευάστηκε πρόσφατα (1995) είναι καλυμμένη με πέτρινες πλάκες και αναδεικνύει το όλο οικοδόμημα σε θαυμάσιο κομψοτέχνημα. Το νερό της βρύσης φτάνει εδώ μέσω ενός παλιού υδρευτικού δικτύου. Ωστόσο δεν είναι κατάλληλο προς πόση καθώς το δίκτυο μέσω του οποίου καταλήγει στη βρύση δεν πληρεί τους κανόνες υγιεινής. Παρόλα αυτά η βρύση χρησιμοποιείται ευρύτατα από τους κατοίκους για την πλύση των ρούχων, υφαντών, χαλιών κ.α. καθώς και για την άρδευση των κήπων της περιοχής. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η κρήνη τροφοδοτεί με νερό όλους σχεδόν τους κήπους της επάνω γειτονιάς και εξυπηρετεί μαζί με την κρήνη του Αγίου Γεωργίου τις αρδευτικές ανάγκες της περιοχής γύρω από το Μέτσοβο. Μάλιστα είναι πολύ συχνοί οι τσακωμοί των κατοίκων για το ποιος θα χρησιμοποιήσει πρώτος το νερό της βρύσης. Σήμερα, λοιπόν, η αξία της βρύσης «Σούι Παλαιά» είναι τεράστια για την γύρω περιοχή και όλα δείχνουν ότι ο ρόλος της θα είναι και στο μέλλον εξίσου σημαντικός.

81


Κρήνη Γκούρας Κάτω από την ανακαινισμένη εκκλησία των Αγίων Αναργύρων και το σημερινό Γυμνάσιο – Λύκειο Μετσόβου βρίσκεται η κομψή σκεπαστή βρύση της Γκούρας. Χτίστηκε με δαπάνη του Γεωργίου Αβέρωφ και στο οικόπεδο του ίδιου. Στην τωρινή βρύση υπάρχει με χρυσά γράμματα η εξής επιγραφή : «ΕΝ ΜΕΣΣΟΒΩ ΤΗ 10 ΜΑΙΟΥ 1872 ΔΑΠΑΝΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΚΥΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΒΕΡΩΦ». Εκεί συνήθιζαν να πλένουν τα μαλλιά, με τα οποία έφτιαχναν τα νήματα, μέσα σε καζάνι, οι γυναίκες των κτηνοτρόφων γιατί θα ήταν κοντά στους συζύγους τους που έπλεναν τα τουλούμια στη βρύση της Στεργιάνου.

82


Η

βρύση

του

Αγίου

Αθανασίου

(πηγή

πληροφοριών

Τριαντάφυλλος Κατσώρας) Για τη βρύση του Αγίου Αθανασίου δεν έχουμε συγκεκριμένες πληροφορίες για το πότε χτίστηκε απλά ξέρουμε ότι είναι πολύ παλιά. Δεν ήταν χτισμένη εκεί που είναι σήμερα αλλά βρισκότανε στην αρχή για το δρόμο του Ανηλίου. Γύρω

στο 1935 ο δήμαρχος του χωριού

Κουτσαμάνης Κυριάκος φρόντισε και έγινε διανομή των νερών στην περιοχή από την πηγή «Σόπουτου». Το καλοκαίρι η βρύση στέρευε. Τα νερά της ήταν ιαματικά και από εκεί πίνανε όσοι έπασχαν από φυματίωση και αυτοί που υπέφεραν από τα νεφρά, τη μέση τους και όσοι είχαν άσθμα. Υπάρχει και μια γνωστή ιστορία για τη βρύση, γύρω στο 1925 με 1930 ένα ζευγάρι ονειρεύτηκε τη νύχτα ότι δίπλα από τη βρύση υπήρχαν λίρες. Έτσι το επόμενο πρωί βγάλανε την πλάκα όπου υπήρχαν από κάτω οι λίρες και τις πήρανε. Βρύση Φουρνίγκα Η βρύση Φουρνίγκα ή αλλιώς «φαντάνα ντι κάμπουρι ντι ντίουπτρα» όπως τη λένε οι Μετσοβίτες, δηλαδή η βρύση της επάνω πλατείας είναι δίπλα

στο Δημαρχείο γι’ αυτό ονομάζεται βρύση του

Δημαρχείου. Χτίστηκε εν έτη 1858 επιτροπευόντων των κ. Γεωργίου Ιατροπούλου, Κυριάκου Κωστάκη, Μιχαήλ Λούκα και Αναστασίου Βαρετάση όπως μας πληροφορεί η εντοιχισμένη και με χρυσά γράμματα επιγραφή της που είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμά της. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε την προσφορά της Π.Ο. η οποία φρόντισε να καθαρίσει την σκαλιστή αυτή επιγραφή. Η επιγραφή είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Γράφει ότι αυτήν την κρήνη την έκαναν τα τέκνα του Μετσόβου τα οποία μπορούσαν να πεθάνουν υπέρ ταύτης της πατρίδας. Στη συνέχεια αναφέρονται τα ονόματα των δωρητών. Πρώτος ο Κώστας Φουρνίγκας, ο άριστος εκ των ανδρών και τα αγαθά τέκνα του Κώστα Πότσου, Αδαμάντιος και Ιωάννης. Από αυτούς μόνο ο Ιωάννης ζούσε εκείνη την εποχή. Ο Φερνίκας (από τον οποίο πήρε και το όνομα η βρύση) πέθανε 83


(κέχανε) στην Μόσχα και ο Αδαμάντιος Πότσος στην εύφορη χώρα των Δάκων (Ρουμανία) όπου είχαν παροικήσει για χάρη του εμπορίου.

Η βρύση του Φλόκα (πηγή πληροφοριών Δήμος Μετσόβου – Ζάμπος Κωνσταντίνος) Η κρήνη του Φλόκα κατασκευάστηκε το 1876 από τον Δημήτριο και τον Κυριάκο Φλόκα. Το νερό είναι πόσιμο και μεταφέρθηκε από τα δύο αδέλφια από τις θέσεις Πολιτσιουάρε και Πολιτσιές. Η βρύση είναι χτισμένη

με

τον

παραδοσιακό

τρόπο

και

τα

υλικά

που

χρησιμοποιήθηκαν για να κατασκευαστεί είναι πέτρα, ξύλο και πλάκα. Όπως

και

οι

άλλες

βρύσες

έτσι

και

η

βρύση

του

Φλόκα

χρησιμοποιούνταν για να πίνουν νερό οι κάτοικοι το καλοκαίρι και να δροσίζονται. Είναι χτισμένη κοντά στην πλατεία του χωριού και φέρει την επιγραφή : «Δέησις των δούλων του Θεού Δημητρίου και Κυριάκου Φλόκα 1786 Μαΐου 2». 84


Η βρύση του Κήσια (πηγή πληροφοριών Νάκος Αθανάσιος – Τζαλονίκος Ιωάννης) Η κρήνη του Κήσια πρωτοκατασκευάστηκε το 1861. Χτίστηκε από το Στέργιο Μπότσαρη ή Μποτσάρη όπου ήταν απόδημος και ζούσε στο μαχαλά της περιοχής. Είναι σκεπαστή βρύση χτισμένη όπως και οι άλλες από ξύλο, πέτρα, λάσπη και πλάκα. Το νερό της βρύσης είναι πόσιμο και προέρχεται από το υδραγωγείο που παλαιότερα ονομαζότανε «Λα Πάντα Μάρε» που σημαίνει μεγάλη πεδιάδα. Οι σωλήνες που μεταφέρουν το νερό είναι υπόγειοι. Παλαιότερα δεν υπήρχανε σωλήνες και το υδραγωγείο ήταν χτισμένο γύρω-γύρω με πέτρα και τσιμέντο. Η ποσότητα του νερού ήταν μεγαλύτερη. Το νερό διοχετεύονταν από τα αυλάκια για να ποτίζονται οι κήποι του μαχαλά. Οι Μετσοβίτισες γεμίζανε βαρέλια με νερό τα οποία φορτώνονταν στην πλάτη τους με τριχιές και τα

μετέφεραν

σπίτι

τους.

Η

βρύση

χρησιμοποιούνταν

για

να 85


καθαρίζονται τα κοπάνια από ψωμί τα οποία ήταν ορθογώνιες ξύλινες λεκάνες για το ζύμωμα. Επίσης καθαρίζανε και την πινακωτή όπου βάζανε το ψωμί για να φουσκώσει και την τάβλα. Εκεί καθαρίζανε και την πινακωτή όπου βάζανε το ψωμί γ��α να φουσκώσει και την τάβλα. Εκεί οι νοικοκυρές του μαχαλά πλένανε τα μετσοβίτικα υφαντά και στρωσίδια. Πριν από πολλά χρόνια γ βρύση καταστράφηκε από τους Γερμανούς αλλά ξαναχτίστηκε και πριν από λίγα

χρόνια έγινε και

δεύτερη ανακαίνιση με δαπάνη του Δήμου για την καλύτερη διαμόρφωσή της. Φαντάνα Μάρε Η Φαντάνα Μάρε κατασκευάστηκε το 1804 από τον Κτριάκο Καϊδη. Το νερό της προέρχεται από το ίδιο υδραγωγείο με τη βρύση της Νίτσας. Το νερό της βρύσης είναι βαρύ και οι κάτοικοι αποφεύγουν να το πιουν. Χρησιμοποιείται μόνο για το πότισμα των κήπων. Η βρύση ονομάστηκε έτσι επειδή εκεί πήγαιναν οι πλούσιοι, οι σπουδαίοι και έπλεναν. Αν πήγαινε κάποιος φτωχός να πλύνει, αποδοκιμάζονταν από τον κόσμο. Ανακατασκευάστηκε πρόσφατα από το Δήμο. Κρήνη Παφλεβάρου Στην ίδια συνοικία με τη βρύση Μπελάλη βρίσκεται και η βρύση Παφλεβάρου σκεπαστή με παλιά δάδινα μαδέρια και δύο κάνουλες. Η πηγή της είναι επιτόπια. Στην ίδια περιοχή υπήρχαν πολλές πηγές μαζί, πριν από 25 χρόνια περίπου είχαν σκορπίσει τα νερά. Σε ένα πήλινο κεντρικό αγωγό συγκέντρωσαν τις υπόγειες πηγές. Την επισκευή έκανε ο Σούλτης Γεώργιος. Το νερό της είναι πόσιμο, πολύ κρύο και η ποσότητά του δεν έχει μεταβληθεί. Παλιές φήμες ομολογούν ότι εκεί ξεψύχησε κάποιος μοναχός επ’ ονόματι Παπαφλεβάρης από το όνομα του οποίου η βρύση πήρε το όνομά της, κατά πάσα πιθανότητα. Δίπλα στη βρύση Παπαφλεβάρου βρίσκεται η βρύση Φαντανίτσια (μικρή βρύση) που χρησιμεύει για το πότισμα των ζώων. 86


Κουστοκάλι Κατασκευάστηκε το 13ο αιώνα από τον Κουτσοκάλι ο οποίος είχε ένα οικόπεδο εκεί και έδωσε χρήματα για την βρύση χωρίς να είναι ευεργέτης. Η βρύση λέγεται και «φαντάνα αλ Μούστου». Έπεσε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και ανακατασκευάστηκε αμέσως. Από τότε δεν είχε ανακατασκευαστεί επειδή τα ξύλα της «ταμπάνιας» ήταν από δαδί και ήταν πολύ γερά. Το νερό της προέρχεται από κοντινή πηγή, την ίδια πηγή με τη βρύση του Φίλου. Σήμερα η βρύση βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση γι’ αυτό σκέφτονται να την ανακατασκευάσουν. Είναι ίσως η πιο παλιά βρύση στο Μέτσοβο. Φίλου Η βρύση βρισκόταν

στο δρόμο για το μοναστήρι του Αγίου

Νικολάου και γι’ αυτό περνούσαν από εκεί πολλοί καλόγεροι. Κατασκευάστηκε από έναν από αυτούς, τον Παπαφίλο το 1710 και ανακατασκευάστηκε από τον Φίλιππα Παπάση. Η βρύση είναι γνωστή για το καλό, ελαφρύ νερό της και παλιά οι άνθρωποι πήγαιναν εκεί από μακρινές γειτονιές για να πάρουν νερό. Η βρύση είναι κατασκευασμένη από πέτρα, έχει ξύλινες κολώνες και η σκεπή της είναι από τσίγκο.

Κρήνη Αγίου Γεωργίου Η βρύση του Αγίου Γεωργίου πήρε τ’ όνομά της από την ομώνυμη εκκλησία που βρίσκεται στην περιοχή. Η βρύση υπήρχε από πολύ παλιά και το νερό της προερχόταν από πηγή αρχικά μικρή. Επίσης το νερό της ήταν και είναι πολύ κρύο. Ο πρώτος Μετσοβίτης που έκανε τη βρύση ήταν ο Ιωάννης Αλέξης ένας από τους αφανής ευεργέτες. Τη σημερινή της μορφή την πήρε με δωρεά του Γεωργίου Αβέρωφ. Χτισμένη από τις τρεις πλευρές και σκεπασμένη και αυτή με 87


πλάκα είχε τρεις μπρούτζινος κρουνούς (τώρα τη θέση του μεσαίου κρουνού έχει πάρει μια πέτρινη τσούμα) με άφθονο κρύο νερό. Πάνω στον τοίχο της βρύσης έχει σκαλισμένο ανάγλυφο το δικέφαλο αετό και γράφει : «ΔΑΠΑΝΗ ΤΩΝ ΕΛΕΩΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 10 1889 ΜΕΤΣΟΒΟΝ».

Κρήνη Στάνου Είναι μια από τις παλαιότερες βρύσες του Μετσόβου. Το 1707 αρχές του 18ου αιώνα ο Ιωάννης Στάνος διέθεσε χρήματα και χτίστηκε η βρύση στη γειτονιά του – συνοικία Ντράη – νοτιοανατολικά του Αγίου Γεωργίου. Η βρύση αυτή κατασκευάστηκε με δύο κάνουλες και είναι σκεπαστή με πλάκες. Παλαιότερα η βρύση ήταν σκεπαστή με πλάκα. Στηρίζονταν σε δύο κολώνες οι οποίες είχαν γύρω-γύρω τσίγκο. Η κουπάνα ήταν με ξύλο από ρόμπολο. 88


Το νερό ήταν πάντα άφθονο. Το νερό το καλοκαίρι ήταν κρύο και το χειμώνα ζεστό. Αυτό βοηθούσε τους κατοίκους να πλένουν τα υφαντά τους και το χειμώνα. Η πηγή είναι επιτόπια. Τσιρνίτζη Η βρύση Τσιρνίτζη κατασκευάστηκε το 1858 από τον ευεργέτη Φουρνίγκα και ανακατασκευάστηκε με δαπάνη του Επαμεινώνδα Ρουστοπάνη. Η βρύση ήταν το πέρασμα από τη γέφυρα του Καίσαρος προς το Μέτσοβο. Ονομάστηκε έτσι επειδή γύρω της υπήρχαν βατομουριές. Η βρύση σήμερα είναι κατασκευασμένη από πέτρα, ξύλο, τσίγκο και λάμες σιδερένιες. Οι κάτοικοι φοβούνταν να περάσουν κοντά από τη βρύση τα βράδια επειδή βρίσκεται κοντά σε ρέμα και πίστευαν ότι έβγαιναν κάποιες νεράιδες, οι οποίες έκαναν μάγια. Αυτή η αντίληψη υπάρχει μέχρι σήμερα και για άλλες βρύσες και ρέματα. Η βρύση του Πεξομάτη Η βρύση του Πεξομάτη πριν περίπου 6 χρόνια επισκευάστηκε με δαπάνη του Δήμου. Η βρύση Μπότα Η βρύση Μπότα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας απλούστατης βρύσης που βρίσκεται μακριά από την κεντρική πλατεία. Ονομάστηκε έτσι γιατί βρισκόταν δίπλα

στο αρχοντικό του Μπότα,

πλούσιου απόδημου Μετσοβίτη. Η βρύση του Μπότα είναι σκεπαστή με δύο κάνουλες, μία

με νερό πηγής και μία με νερό υδραγωγείου.

Χρησιμεύει κυρίως για το πότισμα των ζώων και των κήπων καθώς και για το πλύσιμο των ρούχων.

89


Κρήνη Μπελάλη (Στόγκου – Μπιρμπίτσου) Όσοι ταξίδευαν προς Θεσσαλία μέσω Ζυγού περνούσαν απ’ το δρόμο που βρισκόταν η βρύση Μπελάλη. Στην ίδια περιοχή βρισκόταν το τουρκικό τελωνείο και το «χάνι της Κυρά Σόφως». Έτσι ήταν επόμενο να σταματούν στη βρύση ταξιδιώτες για να πάρουν νερό οι ίδιοι για να ποτίσουν τα ζώα τους. Η βρύση ήταν και είναι μονόκρουνη. Το όνομα Μπιρμπίτσου το πήρε θέλοντας οι κάτοικοι της γύρω περιοχής να εκφράσουν πόσο μικρή ήταν. Άλλη μια εκδοχή για το όνομα αυτό είναι ότι παλαιότερα το σκάλισμά της έμοιαζε με μαλλί αρνιού. Στην περιοχή αυτή δεν υπήρχαν, ούτε και υπάρχουν σπίτια και γι’ αυτό απέφευγαν να περάσουν από εκεί γυναίκες γιατί σύμφωνα με την παράδοση έβγαιναν τη νύχτα και χόρευαν κοντά στη βρύση νεράιδες και ξωτικά. Αν έπρεπε να περάσουν υποχρεωτικά από αυτή την περιοχή έπρεπε να κρατούν κάποιο δαδί με φλόγα για να μην τις πειράξουν τα ξωτικά. Κρούτσε Η βρύση Κρούτσε ή Σταυρού κατασκευάστηκε το 1615 από την Κοινότητα Μετσόβου με δαπάνη ενός παπά, ο οποίος βρισκόταν στην Αμερική και έστελνε χρήματα στο Μέτσοβο. Ονομάστηκε έτσι επειδή βρισκόταν

στο σταυροδρόμι των αγωγιατών. Το νερό της βρύσης

προέρχεται από μακρινή πηγή και μεταφέρεται με σωλήνες. Αρχικά η κουπάνα ήταν ξύλινη, όμως αργότερα η βρύση ανακατασκευάστηκε με πέτρα και τσιμέντα. Σήμερα από τη βρύση λείπει το στέγαστρο. Κρήνη Ντράη Η βρύση του Ντράη χτίστηκε το 1855 και η συνοικία στην οποία βρίσκεται έχει το ίδιο όνομα. 90


Περισσότερες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη βρύση δεν έχουν διασωθεί.

1.16.7 Προτάσεις  Προτείνεται η επισκευή και συντήρηση κρηνών που Δε βρίσκονται σε καλή κατάσταση, καθώς και διαμόρφωση των χώρων γύρω από τα αισθητικά αυτά μνημεία του Μετσόβου.  Επισκευή όλων των «παλαιών εργοστασίων» που είχαν σαν κινητήρια δύναμη το νερό, πηγή ζωής στην περιοχή όπως νερόμυλους, μαντάνια κ.α.

ΓΕΦΥΡΙΑ

1.17

1.17.1 Αιτίες και αφορμές Η Ήπειρος αποτελεί ίσως το ορεινότερο τμήμα του ελληνικού εδάφους. Από τα 9.203 τετραγωνικά χιλιόμετρα της έκτασής της, τα 8.313 καλύπτονται από ψηλά βουνά (όπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενα σημεία). Όλα αυτά τα βουνά, σχηματίζουν μεταξύ τους πόλγες, μικρές δηλαδή

κοιλάδες

που

διασχίζει

ένα

πλήθος

ποταμών

και

μικρότερων χειμάρρων. Τα νερά πάντα τρέχουν άφθονα, γιατί η περιοχή είναι από τις βροχερότερες της χώρας, ενώ το χιόνι αποτελεί συνηθισμένη εικόνα

σχεδόν όλο το χρόνο. Επιταχτική

λοιπόν, από πολύ παλιά, η ανάγκη να υπερπηδηθούν αυτά τα υδάτινα εμπόδια που δυσκόλευαν την ελεύθερη διακίνηση των κατοίκων. Οι

Ηπειρώτες

άλλωστε, είχαν

πάντα

παράδοση

στις

ομαδικές μετακινήσεις. Από τις μικρές διαδρομές που επέβαλλε μια σημαντική κτηνοτροφία, μέχρι τα μεγάλα ταξίδια σ’ ολόκληρη την Ελλάδα

που

επιχειρούσαν

οργανωμένοι

σε

επαγγελματικές

συντεχνίες. Από εδώ ξεκινούσαν φορτωμένα, και πολλά από τα 91


περίφημα καραβάνια των Κυρατζήδων που είχαν για προορισμό τη Βιέννη, το Βουκουρέστι, ακόμη και τα βάθη της ανατολής.

1.17.2 Οι Μαστόροι Η ίδια η περιοχή αποτελούσε φυτώριο σπουδαίων μαστόρων με

δοκιμασμένες

τις

ικανότητές

τους. Οργανωμένοι

σε

μικρές

ομάδες, τα λεγόμενα μπουλούκια ή εσνάφια, όργωναν κυριολεκτικά ολόκληρη

τη

βαλκανική, χτίζοντας

αρχοντικά, όμορφες

βρύσες,

δεξαμενές, διαμορφώνοντας εκκλησίες, σηκώνοντας σεράγια, τζαμιά, πανύψηλα εξαγωνικά καμπαναριά. Επικεφαλής

της

ομάδας

βρισκόταν

ο

Πρωτομάστορας, ο

Κάλφας, που κατεύθυνε όλο το μπουλούκι.

Μια σπάνια φωτογραφία από τον προηγούμενο αιώνα. Μαστόροι, πάνω και κάτω από ένα γεφύρι, κοντά στο Μέτσοβο. Οι ίδιοι έχτισαν και το Αβερώφειο Υδραγωγείο εις Τζιάν λά Πούλιου. Οι ειδικευμένοι τεχνίτες στο στήσιμο γεφυριών καλούνταν Κιοπρουλήδες, από την τούρκικη λέξη Kopru (Κιοπρού) που σημαίνει ακριβώς γέφυρα.

92


1.17.3 Διαδικασία, πρώτη ύλη, μορφές Ο μάστορας που αναλάμβανε την κατασκευή του γεφυριού είχε σαν πρώτο μέλημα την εκλογή της θέσης που θα χτιζόταν αυτό. Γενικά αποφεύγονταν οι επίπεδες επιφάνειες γιατί η πολλή λάσπη δημιουργούσε προβλήματα στερέωσης. Το πιο πρόσφορο μέρος ήταν κάποιο στένωμα του ποταμού και μάλιστα με αρκετά βράχια. Τότε μπορούσαν με ένα και μόνο τόξο, μεγάλου βέβαια ανοίγματος, να ζεύξουν στέρεα το ποτάμι, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τις μεγάλες και πολυδάπανες κατασκευές. Βασική πρώτη ύλη ήταν πάντα ο σχιστόλιθος που αφθονεί στην περιοχή, ενώ τη συνδετική ύλη αποτελούσε μίγμα τριμμένου κεραμιδιού, σβησμένου ασβέστη, ελαφρόπετρας, χώματος, νερού και ξερών χορταριών (κουρασάνι). Σε αρκετές περιπτώσεις, δεν παρέλειπαν να ρίξουν μέσα, προκειμένου να αυξήσουν ακόμα περισσότερο την αποτελεσματικότητά του, και μαλλιά ζώων ή ασπράδια αυγών!… Αφού στήνονταν οι σκαλωσιές, το τσόκια

(σφυριά), τα

μυστριά

και

τα

λόγο

είχαν πλέον τα

γκοβάτια

με

τα

οποία

κουβαλούσαν τη λάσπη. Το χτίσιμο άρχιζε ταυτόχρονα και από τις δύο

μεριές, προχωρώντας

αργά

προς

την

κορυφή, όπου

η

πετυχημένη ένωση ολοκλήρωνε το τόξο. Η μια πέτρα, κατάλληλα διαμορφωμένη, ακουμπούσε πάνω και λίγο δίπλα από την άλλη, με τέτοιο τρόπο, ώστε το βάρος να τραβιέται προς τα άκρα, στις βάσεις

του

τόξου, εξασφαλίζοντας

έτσι, εντελώς

εμπειρικά, μια

πετυχημένη στατικότητα. Μπορούμε

να

διακρίνουμε

μια

αρκετά

μεγάλη

ποικιλία

μορφών στα γεφύρια, σημαντική και εδώ ένδειξη της αστείρευτης φαντασίας του λαϊκού τεχνίτη. Το βασικό στοιχείο που εξασφαλίζει την αλλαγή, είναι το τόξο, η καμάρα. Ο αριθμός τους, το μέγεθος και το σχήμα τους, προσδιορίζουν την ταυτότητα της ιδιαιτερότητας του καθενός. Τα μονότοξα (Κόνιτσας, Πλάκας, Βοβούσας, Κοκκόρου) έχουν επιβλητικότητα εξαιτίας του μεγάλου ανοίγματος της καμάρας τους,

93


τα

πολύτοξα

(Καλογερικό, Άρτας, Παπαστάθη, Κουρτ – Πασιά),

κερδίζουν σε γραφικότητα. Ο ανύποπτος σήμερα θεατής, παρατηρεί στα περισσότερα από τα σωζόμενα γεφύρια, μικρά ανοίγματα στο κύριο σώμα τους, που τελικά καταφέρνουν να ελαφρώνουν την όλη κατασκευή. Αυτές οι

ψευτοκαμάρες

όμως, ανεξάρτητα

από

το

όποιο

αισθητικό

αποτέλεσμα που μπορεί να προκάλεσαν, εξυπηρέτησαν βασικά μια ανάγκη. Λειτουργούσαν από

μέσα

τους

ανακουφιστικά, επιτρέποντας

μεγάλης

ποσότητας

νερού

τη

σε

διέλευση

περιπτώσεις

πλημμύρας, αφού τότε η στάθμη ανέβαινε επικίνδυνα μέχρι και την κορυφή της γέφυρας. Το οδόστρωμα είναι αρκετά στενό, περιοριζόμενο αρκετές φορές μόλις στα δύο μέτρα. Ακολουθεί μάλιστα καμπυλωτή γραμμή, μιμούμενο σ’ αυτό, τα ανεβοκατεβάσματα των από κάτω των τόξων, κάτι

που

στρωμένο

χαρακτηρίζει πάντα

με

ιδιαίτερα

τα

Ηπειρώτικα

καλντερίμι, για

να

γεφύρια. Είναι

διαμορφωθεί, όταν

το

ανέβασμα παραγίνει απότομο, σε πλατύσκαλα με ελαφριά κλίση. Τέλος, πριν παραδώσουν έτοιμο πια το γεφύρι, δεν παρέλειπαν τις περισσότερες φορές να ζωγραφίσουν σε μια μικρή κόγχη του, την εικόνα κάποιου αγίου.

1.17.4 Γεφύρια από το Ζαγόρι Στο Ανατολικό Ζαγόρι ή Βλαχοζάγορα, τα γεφύρια είναι και πολλά

και

ποικιλόμορφα, ίσως

τα

πιο

ενδιαφέροντα

μέσα

σε

ολόκληρη την Ήπειρο. Αρκετά δύσκολο εδώ να διακρίνεις ποιος συμμετέχει περισσότερο στο τελικό αποτέλεσμα, η ανθρώπινη τέχνη ή

το

επιβλητικό

πέτρινο

τοπίο

που

μπορεί

να

αφομοιώνει

πετυχημένα το χτίσμα προεκτείνοντας έτσι τον εαυτό του! Μερικά από τα γεφύρια της περιοχής είναι τα παρακάτω: Το γεφύρι του Καμπέραγα, στο Ζαγορίτικο ποτάμι κοντά στους

Μηλιωτάδες, αποφεύγοντας

την

απόδειξη

σε

ύψος

και

94


προωθώντας τούτο το «συγκράτημα» στα άκρα του, πέτυχε να διαμορφώσει μια παράξενη μορφή που δεν μοιάζει με καμιά άλλη.

Το γεφύρι της Τσίπιανης, μερικά χιλιόμετρα πιο πάνω από το προηγούμενο, αν και βιάζεται από την σε απόσταση αναπνοής σύγχρονη

γέφυρα, δεν

συμβιβάζεται, αλλά

απεναντίας

με

την

ιδιορρυθμία της αριστερής πτέρυγας και την οξυκόρυφη ανάτασή του, ξεφεύγει από την επανάληψη. Το έχτισε πάνω στον ποταμό Βάρδα, το 1875, ο Αναστάσης Πασπαλιάρης δαπανώντας, μαζί και με άλλους κατοίκους του Γρεβενίτι, 1040 τούρκικες λίρες. Τέλος

ψηλά

στην

Πίνδο, στη

Βοβούσα, ένα

από

τα

μεγαλύτερα βλαχοχώρια στα χρόνια του Αλή – Πασιά, βρίσκεται και το

ομόφωνο

γεφύρι

που

έχτισε

ο

Αλέξιος

Μίσιος

το

1748.

Μονότοξο αλλά εντυπωσιακό, ζεύγει άφοβα τον Αώο, ακόμα στις αρχές του, που ας σημειωθεί χωρίζει το χωριό σε δυο γειτονιές. Ανέκαθεν χρήσιμο στους κατοίκους, εξακολουθεί και σήμερα να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής τους. Ξύλινο περβάζι, καμωμένο με τέχνη περισσή, ασφαλίζει τους διαβάτες και το ομορφαίνει.

95


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

96


Μέτσοβο

Ένα μέρος του χωριού αμφιθεατρικά από την πλατεία

97


Η πλατεία του χωριού

98


Παλαιότερα το Μέτσοβο ονομαζόταν και Αρκουδοχώρι. Το γλυπτό αυτό βρίσκεται στην πλατεία, κάτω από το κάστρο.

99


Η θέα του Ζυγού πάνω από το κάστρο.

Οι κορυφές Περιστέρι και Καμήλα όπως φαίνονται από το κάστρο.

100


Το άγαλμα του Ευάγγελου Αβέρωφ – Τοσίτσα πάνω στο κάστρο.

Το άγαλμα του Μιχαήλ Τοσίτσα δίπλα από το Δημαρχείο.

101


Το Δημαρχείο.

Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στο κέντρο του χωριού.

102


Το Κολάκι, το σπίτι των Αβερωφαίων.

Είσοδος παραδοσιακού σπιτιού.

103


104


105


Καλντερίμια του χωριού.

106


Το Μουσείο.

107


Ξυλόγλυπτα φτιαγμένα από έναν παραδοσιακό τεχνίτη.

108


Παραδοσιακός αργαλειός.

Μάλλινα υφαντά, που ντύνουν τα σπίτια της περιοχής.

109


Υφαντό κατάλληλο για τα παραδοσιακά τζάκια των σπιτιών του Μετσόβου.

110


Ο Αβερώφειος κήπος στον Άγιο Γεώργιο.

Το οινοποιείο, ένα κτίριο παραδοσιακά χτισμένο με πέτρα και ξύλο.

111


Το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου έξω ...

… και μέσα.

112


Η είσοδος του μοναστηριού.

113


Η είσοδος της εκκλησίας, περιτριγυρισμένη από πολύ παλιές τοιχογραφίες.

114


Η πίσω πλευρά του μοναστηριού και πάνω από αυτό ξεπροβάλλει το χωριό.

Γυναίκες με την παραδοσιακή, καθημερινή ενδυμασία.

115


Το χωριό Ανήλιο.

Ένα μονότοξο γεφύρι κοντά στο Ανθοχώρι.

116


Άλλο ένα πέτρινο γεφύρι, λίγο πιο πέρα από το προηγούμενο, με περισσότερα από το πρώτο τόξα.

117


Το γεφύρι Καμπέρ – Αγά στο δρόμο προς τη Βοβούσα.

Άλλο ένα γεφύρι μονότοξο, στη συνέχεια του δρόμου, δίπλα από μια πιο σύγχρονη γέφυρα.

118


Ένα τρίτο μονότοξο γεφύρι στο δρόμο προς τη Βοβούσα, δείγμα όπως και τα προηγούμενα, της προσπάθειας του ανθρώπου να μετακινηθεί και να ξεπεράσει τα εμπόδια της φύσης.

119


Στο βάθος, μέσα από τους όμορφους χρωματισμούς της φύσης, προβάλλει η Βοβούσα.

Το γεφύρι της Βοβούσας πάνω από τον Αώο ποταμό.

120


Περπατώντας στο γεφύρι της Βοβούσας.

Το ιερό μιας πολύ παλιάς εκκλησίας της Παναγίας στη Βοβούσα. Το μόνο που απέμεινε ύστερα από προσπάθεια των κατοίκων να το περισώσουν.

121


Στον τοίχο και από τις δύο πλευρές του ιερού υπάρχουν οι εντοιχισμένες αυτές πλάκες.

Η πλάκα αυτή βρέθηκε στο ιερό.

122


Έξω από μια άλλη εκκλησία υπάρχουν αυτές οι μεγάλες ολοστρόγγυλες πέτρες, οι οποίες σύμφωνα με τα λεγόμενα βγήκαν από το ποτάμι. Φημολογείται ότι κάπου κοντά στο ποτάμι υπήρχε την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου «εργοστάσιο» που παρήγαγε τέτοιες πέτρες, που προφανώς τις χρησιμοποιούσαν στα κανόνια τους.

123


Κάποιοι «τυχεροί» κάτοικοι βρήκαν τέτοιες πέτρες και τις χρησιμοποίησαν για διακόσμηση στην είσοδο του σπιτιού τους.

124


Ο ποταμός Αώος στη Βοβούσα.

125


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2Ο ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥΣ ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΕΡΟΥΣΑΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΟΡΕΙΝΟΥ ΟΓΚΟΥ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

126


Στο δεύτερο κεφάλαιο γίνεται καταγραφή των φυσικών και υδατικών πόρων της περιοχής (εδαφολογικές και μορφολογικές συνθήκες, επιφανειακά και υπόγεια νερά, χλωρίδα, πανίδα, ευαίσθητα οικοσυστήματα της περιοχής) και των ιδιαίτερων γενικά χαρακτηριστικών του περιβάλλοντος των ορεινών περιοχών. Επίσης γίνονται προτάσεις για την αξιοποίηση των πόρων αυτών και την βιώσιμη και αειφορική ανάπτυξη της περιοχής, καταλήγοντας σε κάποια συμπεράσματα.

127


2.

Καταγραφή φυσικών και υδατικών πόρων

2.1

Φυσικοί πόροι περιφέρειας Ηπείρου Το μεγαλύτερο μέρος της περιφέρειας Ηπείρου καλύπτεται

(όπως έχουμε ήδη αναφέρει στην προηγούμενη ενότητα) από ορεινούς όγκους και δάση αξιοσημείωτου φυσικού κάλλους. Θα πρέπει να αναφερθεί η ύπαρξη φυσικών δρυμών με ποικιλία χλωρίδας και πανίδας. Στον ορεινό όγκο της Πίνδου διαβιεί η περίφημη ‘‘αρκούδα της Πίνδου’’ ζώο σπάνιο και υπό προστασία. Τα δάση της Ηπείρου με το πλούσιο δίκτυο ποταμών, παραποτάμων και φυσικών λιμνών και την ποικιλία των ειδών που εμπεριέχουν αποτελούν ένα από τα πιο παρθένα φυσικά σύνολα της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης.

2.2

Φυσικοί – υδάτινοι πόροι περιοχής Μετσόβου Η επαρχία Μετσόβου δεν αποτελεί παρά ένα τμήμα της

ευρύτερης περιφέρειας Ηπείρου. Είναι, λοιπόν (όπως ήδη έχουμε αναφέρει στην προηγούμενη ενότητα) μια περιοχή έντονα ορεινή, μια περιοχή που περιβάλλεται από βουνά με ιδιαίτερα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά και σημαντικό φυσικό κάλλος. Ειδικότερα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής είναι : Εδαφολογικές και μορφολογικές συνθήκες : Η επαρχία Μετσόβου, που βρίσκεται στον ορεινό όγκο της Πίνδου, χαρακτηρίζεται από ανάγλυφο με έντονες κλίσεις. Η βασική γεωλογική σύσταση των πετρωμάτων είναι φλύσχης, ασβεστόλιθοι και οφιόλιθοι. Βασικός, λοιπόν φυσικός πόρος της περιοχής είναι η πέτρα (ορυκτός πλούτος που χρησιμοποιείται ως υλικό δόμησης, επίστρωσης δρόμων ή στεγών κλπ.). Επιφανειακά νερά : Η Πίνδος κοντά στην περιοχή του Μετσόβου είναι η γενική υδροκριτική γραμμή της ελληνικής ηπειρωτικής γης. 128


Συγκεκριμένα στην περιοχή του Μετσόβου συναντώνται οι πέντε σημαντικότερες υδρολογικές λεκάνες της Ελλάδας: του Αράχθου, του Αχελώου, του Πηνειού, του Αλιάκμονα και του Αώου. Από εκεί ξεκινά ο Μετσοβίτικος, παραπόταμος του Αράχθου, ενώ σε μικρή απόσταση πηγάζουν ο Αχελώος, ο Αώος και παραπόταμοι του Πηνειού και Αλιάκμονα. Έτσι, μεταφορικά αλλά χωρίς υπερβολή, μπορούμε να πούμε ότι η περιοχή του Μετσόβου αποτελεί την υδρολογική καρδιά της Ελλάδας, απ’ όπου ξεκινούν οι σημαντικότερες υδρολογικές αρτηρίες της. Η

επιφανειακή,

λοιπόν,

απορροή

στην

περιοχή

πραγματοποιείται με εντονότατους ρυθμούς, διαμορφώνοντας έτσι το πλουσιότατο υδατικό δυναμικό της περιοχής. Σε αυτό συντελούν (α) το σημαντικό μέγεθος των κατακρημνισμάτων (βροχής και χιονιού) στην περιοχή, (β) οι αδιαπέρατοι γεωλογικοί σχηματισμοί, και (γ)το μεγάλο υψόμετρο της περιοχής, που έχει ως συνέπεια τη μειωμένη θερμοκρασία και εξατμοδιαπνοή. Μία άλλη συνέπεια του μεγάλου υψομέτρου είναι η σημαντική παρουσία χιονιού, που συντελεί στην ομαλοποίηση του ρυθμού απορροής κατά τη διάρκεια του έτους, επιμηκύνοντας την περίοδο της υψηλής υδροφορίας. Το επιφανειακό υδατικό δυναμικό των τριών λεκανών της δυτικής πλευράς (Αχελώος, Άραχθος, Αώος) φτάνει ή ξεπερνά τα 1000 mm, γεγονός που τις κατατάσσει στις πλουσιότερες παγκοσμίως λεκάνες από πλευράς υδατικού δυναμικού ανά μονάδα επιφάνειας. Το δυναμικό των ανατολικών λεκανών (Αλιάκμονα και Πηνειού) είναι επίσης σημαντικό, αλλά αρκετά χαμηλότερο (περί τα 650 mm και τα 400 mm, αντίστοιχα). Υπόγεια νερά : Από υδρογωολογική άποψη, η περιοχή του Μετσόβου παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Τα υπόγεια υδροφόρα που αναπτύσσονται

στους

συνήθως είναι

μικρού

γεωλογικούς

σχηματισμούς

βάθους. Αυτό

της

περιοχής

γιατί εδώ δεν απαντάμε

ανθρακικούς σχηματισμούς στους οποίους η καρστικοποίηση σε μεγάλα βάθη

δημιουργεί

και

ευνοϊκούς

παράγοντες

ανάπτυξης

βαθιών

καρστικών υδροφόρων.

129


Οι σχηματισμοί που κατά κύριο λόγο συμμετέχουν στη γεωλογική δομή της ευρύτερης περιοχής Μετσόβου (φλύσχης και οφιόλιθοι), γενικά θεωρούνται αδιαπέρατοι σχηματισμοί. Παρ’ όλα αυτά, οι τεκτονικές και οι κλιματολογικές συνθήκες που επικράτησαν στην περιοχή

συντέλεσαν

ανάπτυξης

στη

υδροφόρων.

Η

δημιουργία έντονη

ευνοϊκών

τεκτονική

προϋποθέσεων

καταπόνηση

των

πετρωμάτων του οφιολιθικού συμπλέγματος (κυρίως περιδοτίτες), σε συνδυασμό με την αποσάθρωση και τη διάβρωση, δημιούργησαν στα ανώτερα τμήματα ένα δευτερογενές πορώδες, που επιτρέπει την ανάπτυξη σημαντικών υδροφόρων οριζόντων. Οι υδροφόροι αυτοί εκδηλώνονται

υπό

μορφή

μικροπηγών

στις

περιοχές

Κατάρα,

Μαυροβούνι και Βάλια Κάλντα. Σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονται και πηγές μεγαλύτερης παροχής. Η

υδροπερατότητα των ανώτερων

ιζημάτων των περιδοτιτών διαπιστώθηκε σε γεωτρήσεις που έγιναν κατά την κατασκευή του φράγματος, αλλά κυρίως στη σήραγγα προσαγωγής όπου

παρατηρήθηκαν

σημαντικές

παροχές

νερού.

Παρόμοιες

υδρολιθολογικές συνθήκες (πορώδους ρωγμών) παρατηρούμε και στις ψαμμιτικές μάζες του φλύσχη στην περιοχή πηγών Αώου και Μετσόβου. Οι περισσότερες πηγές εντός του Μετσόβου τροφοδοτούνται από ψαμμιτικές μάζες. Σημαντική υδροφορία αναπτύσσεται και στα κορήματα που καλύπτουν μεγάλες περιοχές του φλύσχη στην περιοχή πηγών Αώου στα δυτικά πρανή του Μαυροβουνίου. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι αλλουβιακές αποθέσεις κατά μήκος του Αώου του ρέματος Ποτόκι και της περιοχής Πολιτσιές. Αυτό όμως που συμβάλλει καθοριστικά

στη

διαμόρφωση

συνθηκών

της

περιοχής

είναι

ο

παράγοντας κλίμα. Η περιοχή Μετσόβου χαρακτηρίζεται από το μεγάλο ύψος κατακρημνισμάτων. Σύμφωνα μα τα στοιχεία της ΕΜΥ, το μέσο ετήσιο ύψος βροχής είναι περίπου 1.200 mm. Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία για την τροφοδοσία των υπόγειων υδροφόρων είναι τα κατακρημνίσματα υπό στερεά μορφή, δηλαδή τα χιόνια. Η παραμονή στρώματος χιονιού στο έδαφος είναι πολύ ευνοϊκός παράγοντας, αφού εξασφαλίζει μια μόνιμη και σταθερή τροφοδοσία των υπόγειων υδροφόρων για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε αντίθεση, τα υγρά κατακρημνίσματα (βροχή) ευνοούν την επιφανειακή απορροή. 130


Από την παρακολούθηση της δίαιτας των κυριότερων ρεμάτων της περιοχής, φαίνεται ότι οι σχηματισμοί των επιμέρους λεκανών Αώου και Βάλια Κάλντα έχουν μια καλή ικανότητα ρύθμισης της απορροής. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε μια διατήρηση της παροχής και κατά τις πλέον ξηρές

περιόδους.

Σ’

αυτό

συμβάλλει,

εκτός

των

λιθολογικών

χαρακτηριστικών των σχηματισμών, η πλούσια βλάστηση και ο παχύς εδαφικός μανδύας που αναπτύσσεται στην περιοχή. Ένα πλήθος μικροπηγών στη Βάλια Κάλντα, στο Μαυροβούνι και στις Πολιτσιές είναι πηγές του εδαφικού μανδύα. Το υδρογεωλογικό καθεστώς της περιοχής μεταβλήθηκε από τη δημιουργία της τεχνητής λίμνης, η οποία σήμερα αποτελεί, εκτός των άλλων, ένα σημαντικό ταμιευτήρα νερού στον οποίο δεν αποκλείουμε να αναζητηθεί στο μέλλον η επίλυση του υδρευτικού προβλήματος

του

λεκανοπεδίου

Ιωαννίνων

ή

ακόμη

και

των

Ζαγοροχωριών. Από τη μέχρι σήμερα παρακολούθηση της παροχής των κυριότερων υδρορεμάτων περιοχής πηγών Αώου, προκύπτουν για την περίοδο 1988-1992 οι παρακάτω τιμές (μέση ετήσια παροχή) : Βάλια Κάλντα 0,477 m3/sec, Ποτόκι Ρέμα 0,725 m3/sec και Πιτακόρεμα 0,067 m3/sec. Η μέση ετήσια θερμοκρασία του νερού είναι αντίστοιχα 10,9 οC, 11.7oC και 8.5οC. Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία για την περιοχή είναι η ποιότητα των νερών. Πράγματι, από τις χημικές αναλύσεις που διαθέτουμε, τα νερά της περιοχής Βάλια Κάλντα και Μετσόβου είναι άριστης ποιότητας. Πρόκειται για νερά τα οποία μπορούν να χαρακτηριστούν ολιγομεταλλικά (δηλαδή νερά με μικρές συγκεντρώσεις διαλυμένων αλάτων). Τα νερά της Βάλια Κάλντα είναι νερά τα οποία προέρχονται κατά κύριο λόγο από υδροφόρους του οφιολιθικού συμπλέγματος. Είναι από τα πλέον πλούσια σε Mg νερά, αφού η περιεκτικότητα του Mg φτάνει το 43,4% της συνολικής ιοντικής συγκέντρωσης. Σε καμιά από τις μέχρι σήμερα δειγματοληψίες δεν προέκυψε ποιοτικό πρόβλημα στο νερό της Βάλια Κάλντα, αλλά ούτε και ουσιώδεις μεταβολές του χημισμού του. Η πλούσια (και μοναδική ίσως στην ελληνική επικράτεια) πανίδα και χλωρίδα είναι σαφέστατη απόδειξη της άριστης κατάστασης του υδάτινου δυναμικού αυτής της λεκάνης. 131


Στην περιοχή πηγών Αώου φαίνεται μια διαφοροποίηση του υδροχημικού καθεστώτος σε σχέση με τη Βάλια Κάλντα, δεδομένου ότι εδώ έχουμε συμμετοχή και νερών του φλύσχη των ψαμμιτών και των τεταρτογενών προσχώσεων. Και εδώ, όπως προκύπτει από τις χημικές αναλύσεις, στα κύρια υδρορέματα Πιτακόρεμα, Ποτόκι Πολιτσιών και Παπαναστάση, τα νερά είναι πολύ καλής ποιότητας. Μια σαφή διαφορά στο χημισμό παρουσιάζουν τα νερά που απορρέουν στον Άραχθο. Οι πηγές

αυτές

Φίλου

Αγίου

Δημητρίου,

Κουτσοκόλι,

Τσιρινίτσι,

Παπαβασίλη, Νίτσα τροφοδοτούνται κυρίως από ψαμμιτικές μάζες φλύσχη. Από υδρολιθολιγική άποψη, οι ψαμμίτες αυτοί χαρακτηρίζονται ως

υδροπερατοί

σχηματισμοί

πορώδους

ρωγμών

(δευτερογενές

πορώδες). Οι υδροφορείς αυτοί δεν προσφέρουν καλή ικανότητα αυτοκαθαρισμού των ρύπων. Αυτό οφείλεται στις μεγάλες ταχύτητες υπόγειας ροής, κατά συνέπεια και

στο μικρό χρόνο παραμονής του

νερού στον υδροφορέα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, στις περιοχές τροφοδοσίας των πηγών που προαναφέρθηκαν αναπτύσσεται οικιστική δραστηριότητα. Χλωρίδα : Η παρουσίαση της χλωρίδας της περιοχής γίνεται κατά κατηγορίες «χρήσεων γης», οι οποίες στη μελετώμενη περίπτωση είναι δάση, ορεινές και ημιορεινές θαμνοσκεπείς εκτάσεις και ορεινά και ημιορεινά λιβάδια. Τα δάση : Τη μεγαλύτερη έκταση (48,3%) καταλαμβάνουν τα δάση,

όπως

έχουμε

ήδη

αναφέρει.

Αποτελούνται

κυρίως

από

κωνοφόρα, δηλαδή μαύρο πεύκο,έλατο, λευκόδερμο πεύκο, τραχύ πεύκο και πλατύφυλλα (οξιά και δρυς). Οι

ορεινές

και

ημιορεινές

θαμνοσκεπείς

εκτάσεις

:

υψομετρικά, οι περιοχές απλώνονται μέχρι τη ζώνη του ελάτου και των ψυχρόβιων κωνοφόρων. Πρόκειται για περιοχές υποβαθμισμένων δασών, κυρίως δρυός και άλλων πλατύφυλλων. Η βλάστηση σήμερα συντίθεται κυρίως από θάμνους αείφυλλων πλατύφυλλων (πουρνάρι, φυλλίκι

κ.ά.)

και

φυλλοβόλων

πλατύφυλλων

(γούρο,

φράξο,

λεπτοκαρυά).

132


Τα ορεινά λιβάδια : Βρίσκονται στην αλπική και υποαλπική ζώνη, σε υψόμετρο 1.800 m (Τσούνης). Η συνήθης βλάστηση είναι ποώδη λιβαδικά φυτά και θάμνοι διαφόρων ειδών. Χρησιμοποιούνται για βοσκή, κυρίως τους θερινούς μήνες, χωρίς έλεγχο ή στοιχειώδη προγραμματισμό. Τα ημιορεινά λιβάδια : Βρίσκονται σε χαμηλότερα υψόμετρα και χρησιμοποιούνται για την παραγωγή χόρτου, μετά τη συλλογή του οποίου διατίθενται για βοσκή. Η βλάστηση αποτελείται από αγρωστώδη είδη και φρύγανα. Πανίδα : Η πανίδα της επαρχίας διακρίνεται στην άγρια, όπου περιλαμβάνονται και τα είδη ελεύθερης διαβίωσης, και στην ήμερη, όπου περιλαμβάνονται τα κτηνοτροφικά και τα οικόσιτα είδη. Άγρια πανίδα : Η περιοχή διαθέτει πλούσια και μεγάλης ποικιλίας άγρια πανίδα. Διαβιώνουν πολλά και σπάνια είδη, κάποια εκ των οποίων θεωρούνται προστατευόμενα, τόσο σε επίπεδο χώρας όσο και πανευρωπαϊκά. Τα θηλαστικά είναι η σημαντικότερη κατηγορία της πανίδας της περιοχής, με πολλά και σπάνια είδη, όπως είναι ο χρυσαετός, ο σταυραετός, ο πετρίτης, ο φιδαετός, το χρυσογέρακο, το όρνιο κ.ά. Ήμερη

πανίδα

:

Αποτελείται

κυρίως

από

αγελάδες,

αιγοπρόβατα, χοίρους αναπαραγωγής, κοτόπουλα, μέλισ��ες κ.ά. Ευαίσθητα οικοσυστήματα περιοχής : Χαράδρα Αώου : έχει συνολικό μήκος 60 km. Το τμήμα από το Βρυσοχώρι έως τη γέφυρα του λεκανοπεδίου της Κόνιτσας, μήκους 9 km, ανήκει στον εθνικό δρυμό. Η ειδική γεωγραφική θέση, η γεωμορφολογία, η απομόνωση, η κλιματική ποικιλία, η αφθονία των νερών του ποταμού και των πηγών, σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη μη

επέμβαση

του

ανθρώπου,

συντέλεσαν

στη

διατήρηση

του

οικοσυστήματος σε παρθένα φυσική κατάσταση, υπάρχει οικολογική ισορροπία, δηλαδή πλήρεις τροφικές αλυσίδες, και είναι ιδιαίτερα φανερή η ποικιλία και η πολυπλοκότητα τόσο της χλωρίδας όσο και της πανίδας. 133


Αποτελεί βιότοπο για τη διάσωση πολλών και σπάνιων άγριων ζώων και είναι έντονη η παρουσία πολλών σπάνιων ειδών χλωρίδας. Στις πηγές του λειτουργεί υδροηλεκτρικό φράγμα και στο αναπτυξιακό πρόγραμμα της ΔΕΗ προβλέπεται η κατασκευή νέων υδροηλεκτρικών φραγμάτων. Είναι επιβεβλημένο, πριν από την οριστικοποίηση της κατασκευής τους, να γίνουν οι ανάλογες οικολογικές μελέτες, ώστε να αποφευχθούν δυσμενείς επιπτώσεις των έργων

στο τοπίο και στα

οικοσυστήματα. Εθνικός Δρυμός Πίνδου : Στον εθνικό δρυμό Πίνδου (ΒάλιαΚάλντα) ο οποίος περιβάλλεται από τις οροσειρές του Αυγού, της Φλέγκας και της Σαλατούρας, Μηλιάς και Κρανιάς, δημιουργείται ένα ξεχωριστό περιβάλλον κοιλάδας. Αυτό βρίσκει την έκφρασή του στην εμφάνιση και κατανομή των διαφόρων οικοσυστημάτων. Βασικά κυριαρχούν τα οικοσυστήματα της μαύρης πεύκης με Brachypodium pinnatum, Calamogrostis varia και

Buxus sempervirens, επίσης

εμφανίζονται οικοσυστήματα οξιάς – ελάτης – πεύκης, οξιάς – λευκόδερμης πεύκης και λευκόδερμης πεύκης η οποία δημιουργεί τα δασοόρια της περιοχής. Οι συστάδες της μαύρης πεύκης εμφανίζονται σε οφιόλιθο και η οξυά με την ελάτη σε φλύσχη. Το ρόμπολο σχηματίζει συστάδες συνήθως σε υψόμετρο πάνω από 1.600 μ. Ένα

ιδιαίτερο

χαρακτηριστικό

της

Βάλια

Κάλντα

είναι

η

αναστροφή της βλάστησης και η εμφάνιση ψυχρόβιων κωνοφόρων όπως η δασική πεύκη και η λευκόδερμη πεύκη και της λιγότερο ψυχρόβιας οξιάς στη χαμηλότερη περιοχή δηλαδή κατά μήκος του ρεύματος

της

Βάλια

Κάλντα.

Ιδιαίτερο

οικολογικό

ενδιαφέρον

παρουσιάζει η εμφάνιση 32 ατόμων δασικής πεύκης τα οποία αποτελούν πιθανόν λείψανα της εποχής των παγετώνων. Επίσης ιδιαίτερη οικολογική σημασία αποκτά η μεικτή συστάδα που δημιουργείται αμέσως μετά τη συμβολή των ρευμάτων Σαλατούρας και Αρκούδας στη σύνθεση της οποίας μετέχουν η οξιά, ελάτη, μαύρη πεύκη, λευκόδερμη πεύκη και δασική πεύκη. Ο συνδυασμός αυτός είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος. Επίσης η εμφάνιση και ενδιαίτηση σημαντικού αριθμού 134


αρκούδας (30-40) προσδίδει μια εντελώς ιδιαίτερη οικολογική σημασία. Αλλά και το τοπίο της περιοχής με την κοιλάδα, τις κορυφές, τα ρέματα, την πολλαπλή πτύχωση του αναγλύφου και την ποικιλία και εναλλαγή των οικοσυστημάτων παρουσιάζει χαρακτηριστικά σπάνιου κάλλους. Πέρα από το τεράστιο οικολογικό ενδιαφέρον και μόνο για την ιδιαιτερότητα του τοπίου θα μπορούσε να ανακηρυχθεί η περιοχή ως εθνικός δρυμός. Τα οικοσυστήματα που υπάρχουν σήμερα στην περιοχή του δρυμού έχουν υποστεί επιδράσεις

με

στο παρελθόν σημαντικές ανθρώπινες

αποτέλεσμα

να

εμφανίζουν

σαφή

φαινόμενα

υποβάθμισης. Τα αίτια είναι η έντονη βόσκηση, η λαθροθηρία και η λαθρολιεία. Δραστηριότητες οι οποίες παρά τις απαγορεύσεις δυστυχώς ενασκούνται. Μια σημαντική πλήγωση έχει υποστεί το τοπίο και από την αλόγιστη διάνοιξη δρόμων κυρίως από την ΔΕΗ και τη Δασική Υπηρεσία. Περιοχή Μετσόβου : η περιοχή του Μετσόβου έχει τελευταία αξιοποιηθεί τουριστικά, αφενός λόγω του ιδιαίτερου χρώματος της πόλης του Μετσόβου και αφετέρου λόγω του χιονοδρομικού κέντρου. Ο τουρισμός όμως έχει αλλοιώσει κατά πολύ το χρώμα της και γι’ αυτό πρέπει να προστατευτεί.

2.3

‘‘Αειφόρος

ανάπτυξη’’,

‘‘ήπιες

επεμβάσεις’’,

‘‘βιώσιμες

στρατηγικές’’. Η αειφόρος ανάπτυξη, οι ήπιες επεμβάσεις και οι βιώσιμες στρατηγικές συνίστανται από τα παρακάτω : 1.

Η παραδοσιακή λειτουργία του ορεινού χώρου Ισορροπία

μεταξύ

των

τοπικών

κοινωνιών

και

της

περιβάλλουσας φύσης.

135


Παραδοσιακή τοπική οικονομία

(εξ ορισμού) προστατευόμενο

περιβάλλον

2.

Η κατάρρευση του ορεινού χώρου

Ανισορροπία μεταξύ των κοινωνιών και της φύσης

Δημογραφική κατάρρευση

Μεγάλα τεχνικά έργα (δρόμοι, φράγματα, χιονοδρομικά κέντρα), οι αποφάσεις για την κατασκευή των οποίων παίρνονται από κεντρικές εξουσίες, χωρίς άμεσο όφελος για τις τοπικές κοινωνίες. Καταστροφή της φύσης, κίνδυνος εξαφάνισης ειδών, κλπ.

Οικονομική ανάπτυξη (χωρίς όρια)

περιβάλλον και φύση σε

κίνδυνο

3.

Η απλή προστασία του ορεινού χώρου

Οικονομική ανάπτυξη

προστατευόμενο περιβάλλον

Συνειδητοποίηση του ρόλου της φύσης σαν πηγής προσόδων

Τοπικά και ξεκομμένα μεταξύ τους αναπτυξιακά προγράμματα

Συνύπαρξη 2 ανταγωνιστικών συστημάτων

Επιβράδυνση 2 ανταγωνιστικών συστημάτων

Επιβράδυνση της εκτέλεσης μεγάλων έργων, μέσω π.χ. του μηχανισμού

της

παραγωγής

μελετών

περιβαλλοντικών

επιπτώσεων (όπου αυτές δεν γίνονται για το θεαθήναι και μόνο…) 

Σεβασμός (ή προσπάθεια σεβασμού !) των Διεθνών Συνθηκών και Συμβάσεων για την προστασία της φύσης και των ήδη υπαρχόντων Εθνικών Δρυμών

Ανάθεση κάποιων ρόλων στην νομαρχιακή και την τοπική αυτοδιοίκηση, συνενώσεις κοινοτήτων με βάση διοικητικά κριτήρια

136


4.

Η διαχείριση του ορεινού χώρου

Οικονομική ανάπτυξη Αειφόρος ανάπτυξη 

προστατευόμενο περιβάλλον διαχείριση της φύσης

Εθνική και όχι αποσπασματική χωροταξική πολιτική για τον ορεινό χώρο

Τα κέντρα των αποφάσεων στις τοπικές κοινωνίες

Νέες προστατευόμενες περιοχές και Εθνικοί Δρυμοί, με δίκτυα αλληλοεπικοινωνίας σε εθνική κλίμακα

Ανάπτυξη ήπιων οικονομικών δραστηριοτήτων (οικο –τουρισμός, βιοκαλλιέργειες, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας)

Κίνητρα για την επιστροφή στα χωριά

Συνενώσεις κοινοτήτων με βάση γεωγραφικά, πολιτισμικά και οικολογικά κριτήρια και όχι διοικητικά όρια μιας κοινότητας ή ενός νομού (π.χ. νομός Πίνδου με έδρα το Μέτσοβο και όρια πέρα από το νομό Ιωαννίνων, ένα τμήμα του Ασπροποτάμου του ν. Τρικάλων και τα βλαχοχώρια του ν. Γρεβενών, π.χ δήμος Ολύμπου με έδρα το Λιτόχωρο και όρια, τα όρια των κοινοτήτων που περιβάλλουν το μυθικό βουνό, ακόμα και αυτών που ανήκουν στο νομό Λαρίσης κλπ.)

Καλλιέργεια μιας νέας ηθικής του σύγχρονου ανθρώπου, μέσα από την επαφή του με τη φύση (φυσιολατρία), ηθική που αποτιμάται με ανεκτίμητα οφέλη ανθρώπινων συμπεριφορών στις ζούγκλες των μεγάλων αστικών κέντρων

Διασυνοριακή και διακρατική πολιτική για την προστασία και την ήπια εκμετάλλευση των περιοχών των συνόρων (π.χ. Δρυμός Ροδόπης με κοινή ελληνοβουλγαρική συμφωνία)

137


2.4

‘‘Αειφόρος ανάπτυξη των ορεινών περιοχών’’ Είναι εγωκεντρικό να αποκαλούμε αυτόνομες αξίες όπως η γη, ο

αέρας, η πανίδα και η χλωρίδα με όρους που σημαίνουν εξάρτηση από τη δική μας ύπαρξη, υποταγή στις δικές μας προτεραιότητες. Το ‘‘περιβάλλον’’ δεν υπάρχει για μας. Υπάρχει. Δεν μας ανήκει. Ανήκει και στα παιδιά μας και στα παιδιά των παιδιών μας, και σε κάθε ζωή που εντάσσεται στο σύστημά του. Το περιβάλλον έχει τη δική του αυτόνομη, αδιαπραγμάτευτη αξία. Τα ορεινά οικοσυστήματα της χώρας μας περιέχουν δείγματα χλωρίδας, πανίδας, βλάστησης και γεωλογικών συνόλων που είναι μοναδικά σε παγκόσμιο επίπεδο. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, οι ορεσίβιοι κάτοικοι δημιούργησαν πολιτισμούς με ενδημικά στοιχεία απόλυτα συμβατά με τους φυσικούς πόρους των οικοτόπων που ανήκουν, τα ήθη και τα έθιμα, τα δομικά υλικά των τεχνοδομών, η οικοτεχνία, η μουσική παράδοση, οι διαιτολογικές συνθήκες, οι χρησιμοποιούμενοι

ενεργειακή

και

υδάτινοι

πόροι,

οι

δρόμοι

επικοινωνίας, αλλά κυρίως η εσωτερική λειτουργία και συμπεριφορά των κατοίκων της ορεινής Ελλάδας, αποτελούν εκφάνσεις ενός ενιαίου και ισορροπημένου οικοσυστήματος. Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ι. Νικολαϊδης (δια χειρός Α. Στάρα – Γαλερίδου 1997) καθοριστικός παράγοντας της μοίρας του ανθρώπου της Ορεινής Ηπείρου στάθηκε το περιβάλλον. ‘’Το κάλλος του λέπτυνε την ευαισθησία των κατοίκων ενώ το άγονο του εδάφους άνοιξε τους δρόμους της αποδημίας σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα’’. Με

την

έλευση

της

3ης

χιλιετίας

μ.Χ.

καλούμαστε

να

αναζητήσουμε εάν υπάρχουν ακόμα αναπτυξιακοί πόροι στις ορεινές περιοχές, όπως είναι και αυτή του Μετσόβου, που δεν έχουν αξιοποιηθεί,

να

τους

προσδιορίσουμε

και

να

προτείνουμε

ένα

διαχειριστικό πλαίσιο χρήσης τους.

138


Ήδη σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν εμφανιστεί νέες προσεγγίσεις στην ανάπτυξη των ορεινών περιοχών που ενισχύονται και από την ανάγκη προστασίας του φυσικού περιβάλλοντός τους και της ιδιαίτερης ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς τους. Το πολιτισμικό σύστημα, εξάλλου, μιας κοινότητας εμπεριέχει τα γενετικά και συνεκτικά στοιχεία, το νόημα και το σκοπό της ύπαρξης μιας συγκεκριμένης ομάδας (όπως για παράδειγμα το Μέτσοβο). Η εξαφάνισή του συνεπάγεται και την ιστορική εξαφάνιση της κοινότητας, ως υπόστασης με αυτά τα πολιτισμικά γνωρίσματα και με αδιάλειπτη αυτοσυνειδησία. Πλέον, παραμερίστηκε ο ορισμός της ανάπτυξης μόνο με έννοιες όπως αναβάθμιση, εξέλιξη, αλλαγή, μεγέθυνση κ.α. που αρ��ικά εκφράστηκαν κυρίως με καθαρά οικονομικούς όρους, η ανάπτυξη, δηλαδή, με το περιεχόμενο που παίρνει στα πλαίσια του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού και του αντίστοιχου οικονομικού συστήματος. Η ανάπτυξη αυτή φαίνεται ασυμβίβαστη με την παραδοσιακή κουλτούρα που αντιπροσωπεύει το περιεχόμενο της πολιτιστικής κληρονομιάς μιας ορεινής περιοχής. Και αυτό ισχύει τόσο στο επίπεδο της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση όσο και στο επίπεδο των ανθρώπινων σχέσεων, διυποκειμενικών, κοινωνικών, διακοινωνικών και διεθνών. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μια κουλτούρα επεκτατική και εκμεταλλευτική της φύσης, που δε σέβεται το φυσικό περιβάλλον αλλά το υποτάσσει στη σκοπιμότητα της παραγωγικής ανάπτυξης και του κέρδους. Από την άλλη μεριά, οι παραδοσιακές κουλτούρες βασίζονται στην αρχή της ισορροπίας και της αρμονίας του ανθρώπου και του πολιτισμού με τη φύση και τις ζωικές αξίες. Το πρότυπο του παραδοσιακού λαϊκού μας πολιτισμού είναι αμυντικό. Διακρίνεται από ένα βίωμα αυτάρκειας και μια τάση ενεργητικής αντίστασης απέναντι σε κάθε εξωτερικό παράγοντα που θα απειλούσε να απαλλοτριώσει τις αξίες που αυτοδίκαια κατέχει. Το πρόβλημα λοιπόν ανάγεται στο πως θα συνδυαστούν δύο κατ΄ αρχήν ασύμβατα συστήματα. Οι άριστες στρατηγικές βιώσιμης 139


ανάπτυξης θα πρέπει να αντιμετωπίζουν το δύσκολο ζήτημα του πώς να διατηρήσουν παραδοσιακές και συχνά μοναδικής πολιτιστικής σπουδαιότητας πρακτικές ενώ ταυτόχρονα να τις προάγουν

στο

επίπεδο του σύγχρονου κόσμου. Συχνά κουλτούρες των ορεινών περιοχών απειλούνται με εξαφάνιση λόγω του εκσυγχρονισμού. Έτσι έχει πλέον καταδειχτεί η αναγκαιότητα της ισόρροπης και ολοκληρωμένης

διαχρονικά

αξιοποίησης

των

φυσικών

και

κοινωνικοοικονομικών πόρων, που εκφράζεται με τον όρο «αειφόρος ανάπτυξη». Εξ άλλου η χώρα μας έλαβε μέρος στην Παγκόσμια Διάσκεψη για το Περιβάλλον στο Ρίο (1992) και προσυπέγραψε την AGENDA 21, δηλαδή ένα ‘‘Πρόγραμμα δράσης για τον 21ο Αιώνα’’ όπου επιλέγεται ως πρότυπο ανάπτυξης η Αειφόρος Ανάπτυξη. Πιο συγκεκριμένα με τον όρο αυτό εννοούμε εκείνη την ανάπτυξη κατά την οποία η διαχείριση όλων των πόρων γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτοί όχι μόνο να ικανοποιούν τις ανάγκες του παρόντος, αλλά και να είναι για μακρά χρονικά διαστήματα προσοδοφόροι και να διατηρούν τις ιδιότητές τους. Η αρχή της αειφόρου ανάπτυξης στο σχεδιασμό δημιουργεί ένα μοντέλο σχεδιασμού για τη διαχείριση του περιβάλλοντος και εκφράζει μια

κοινωνική

τεχνοκρατικής,

και που

πολιτική υπόσχεται

θεωρία, την

διάδοχο έξοδο

από

της τη

τρέχουσας σημερινή

περιβαλλοντική κρίση. Η αειφορία εκφράζεται και ως η μη σπατάλη των αποθεμάτων ενέργειας της φύσης, προτείνοντας τη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της αιολικής, της ηλιακής, της γεωθερμίας, της βιομάζας, των υδατοπτώσεων. Τίθεται λοιπόν σε εφαρμογή ο σχεδιασμός μιας αναπτυξιακής στρατηγικής εξειδικευμένης και προσαρμοσμένης στις ανάγκες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ορεινών περιοχών με ολοκληρωμένη και πολυτομεακή προσέγγιση.

140


141


2.5

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος των ορεινών περιοχών Τα βουνά είναι μια σημαντική πηγή νερού, ενέργειας και

βιολογικής ποικιλότητας. Επιπλέον, όπως είδαμε και σε προηγούμενο σημείο, είναι πηγή σημαντικών για την οικονομία πόρων, όπως ορυκτών, δασικών και αγροτικών, καθώς και τόποι αναψυχής. Ως ένα μείζον οικοσύστημα, που εκπροσωπεί τη σύνθετη και με ισχυρές εσωτερικές σχέσεις οικολογία του πλανήτη μας, το ορεινό περιβάλλον είναι σημαντικό για την επιβίωση του παγκόσμιου οικοσυστήματος. Τα ορεινά οικοσυστήματα εν τούτοις μεταβάλλονται γρήγορα. Υπόκεινται στην επιταχυνόμενη διάβρωση εδαφών,

στο

μεγάλο κατακερματισμό των γαιών και στη γρήγορη απώλεια της ποικιλότητας των ειδών και των ενδιαιτημάτων τους. Ταυτόχρονα τα βουνά εκτός από τα ιδιαίτερα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά τους έχουν και σημαντικό φυσικό κάλλος και αποτελούν κοιτίδες ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς. Η αναγνώριση της σημασίας των ορεινών περιοχών και οι νέες προσεγγίσεις στην ανάπτυξή τους περιγράφεται ρητά στο κεφάλαιο 13 της Διακήρυξης του Ρίο (Agenda 21) που φέρει το τίτλο ‘‘Διαχείριση των ευαίσθητων περιβαλλοντικά οικοσυστημάτων’’. Στο πλαίσιο του Σχεδιασμού της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που διατυπώνεται

στο κείμενο

‘‘Ευρώπη 2000 –

Προοπτικές ανάπτυξης του κοινοτικού εδάφους’’, αναφέρονται για πρώτη φορά οι ορεινές περιοχές ως ξεχωριστή κατηγορία και περιλαμβάνονται στην ενότητα, ‘‘ Ειδικοί τύποι περιοχών στη κοινότητα’’. Οι νέες αυτές προσεγγίσεις στην ανάπτυξη των ορεινών περιοχών, που ενισχύονται και από την αναγνώρισή τους ως τόπων ιστορικής και πολιτιστικής σημασίας, θέτουν σε εφαρμογή το σχεδιασμό μιας ολοκληρωμένης, πολυτομεακής και με σεβασμό στο περιβάλλον αναπτυξιακής πολιτικής και στρατηγικών, που να εξειδικεύονται στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητές τους.

142


Ένα σημαντικό πρώτο βήμα για τη διαμόρφωση πολιτικών σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο και την ιεράρχηση των δράσεων σε σχέση με τις προτεραιότητες, ώστε να αποδίδονται πραγματικά οφέλη στις ορεινές περιοχές είναι η γνώση και κατανόηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της «υπό ανάπτυξη» και της ευρύτερης περιοχής (φυσικά και ανθρώπινα διαθέσιμα, πολιτιστική κληρονομιά κ.α.), όσο και η διερεύνηση των αλληλεπιδράσεων και αλληλοσυσχετίσεων, και η διαμόρφωση τάσεων μεταβολών στο πέρασμα του χρόνου. Συνοπτικά ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ορεινών περιβαλλόντων μπορούν να αναφερθούν :

1.

Τα βιοφυσικά τους χαρακτηριστικά.

2.

Η έλλειψη ή ο χαμηλός βαθμός προσπελασιμότητας.

3.

Η μεγάλη ποικιλότητα σε κουλτούρες και ο υψηλός βαθμός συνέργειας μεταξύ των διάφορων πολιτιστικών ομάδων.

4.

Η μικρή κλίμακα των παραγωγικών και κοινωνικών συστημάτων.

5.

Η πολιτική και κοινωνική περιθωριοποίησή τους.

6.

Η υψηλή αισθητική (σκηνική) αξία και ο μαγνητισμός που ασκούν στους ανθρώπους.

2.6

Δυνατότητες αξιοποίησης των φυσικών πόρων της περιοχής Παρά τους φυσικούς πόρους που διαθέτει η περιφέρεια της

Ηπείρου εμφανίζεται ιδιαίτερα προβληματική ως προς το ανθρώπινο δυναμικό, με κύριες αιτίες τη γήρανση του πληθυσμού, την απουσία εναλλακτικών απασχολήσεων και την αναπόφευκτη μετανάστευση. Ένας διογκωμένος πρωτογενής τομέας χωρίς τεχνολογική υποστήριξη και ένας μικρού μεγέθους δευτερογενής χωρίς εξειδίκευση σε δυναμικούς κλάδους χαρακτηρίζουν την απομονωμένη οικονομικά και τεχνολογικά Ήπειρο. Στην απομόνωση των πολυδιάσπαρτων οικισμών της (91,6% του πληθυσμού ζει σε οικισμούς με λιγότερους από 1000 κατοίκους) συμβάλλει προφανώς και η γεωμορφολογία της περιοχής, η οποία και αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα ευχερούς ανάπτυξης δικτύων επικοινωνίας ή υπηρεσιών, όπως έχει ήδη καταγραφεί. 143


Η επαρχία Μετσόβου ανήκει μεν διοικητικά στην περιφέρεια Ηπείρου, αλλά δεν την χαρακτηρίζουν οι ίδιες ιδιαιτερότητες ανάπτυξης. Το ορεινό ανάγλυφο της περιοχής, σε συνδυασμό με την παραδοσιακή εξειδίκευση των κατοίκων της στη μεταποίηση γάλακτος και ξυλείας, στη βιοτεχνία ειδών λαϊκής τέχνης κ.α., η θετική πληθυσμιακή εξέλιξη καθώς και ότι εξακολουθεί να εμφανίζεται κρίσιμο χαρακτηριστικό στρατηγικής σημασίας, κομβικό σημείο για τα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών, διαμόρφωσαν ιδιαίτερο αναπτυξιακό πρότυπο της επαρχίας. Δεδομένης της έλλειψης υποδομών και της ανεπαρκούς σύνδεσης με την υπόλοιπη Ελλάδα, η επαρχία έμεινε έξω από τον κύριο άξονα ανάπτυξης της χώρας, διαμορφώνοντας όμως ένα αναπτυξιακό πρότυπο που υπαγορεύεται από τον ιδιαίτερο ορεινό χαρακτήρα της και τη γεωγραφική θέση της. Για να βελτιωθούν, λοιπόν, οι δείκτες που απεικονίζουν το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού της Ηπείρου και συνεπώς και της επαρχίας Μετσόβου και οι οποίοι υπολείπονται εκείνων της λοιπής χώρας (GRP 81,4 έναντι 100 για τη χώρα), είναι απαραίτητη η αειφόρος ανάπτυξη. Ανάπτυξη βέβαια δεν νοείται χωρίς κατανάλωση ενέργειας. Όμως η κρίσιμη σχέση μεταξύ ανάπτυξης και ενέργειας πρέπει πλέον να προσεγγίζεται με απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον και στη προφανή ανάγκη για μη κατασπατάληση των φυσικών/ενεργειακών πόρων. Έτσι ο

παραδοσιακός

ενεργειακός

σχεδιασμός,

που

βασίζεται

στη

διαθεσιμότητα και στη σκέψη ότι η ανάπτυξη και κατανάλωση ενέργειας είναι αναπόφευκτα ποσότητες ευθέως ανάλογες, δίνει ήδη την θέση του στο νόμο της ζήτησης: η κατανάλωση ενέργειας ρυθμίζεται από τις πραγματικές

δραστηριότητες

μέσα

στους

διάφορους

τομείς

της

παραγωγής. Ανάμεσα στις διάφορες μορφές ενέργειας, μόνο οι ανανεώσιμες είναι αυτές που ικανοποιούν τις παραπάνω απαιτήσεις, της διατήρησης καθαρού περιβάλλοντος και της οικονομίας ενεργειακών πόρων. Έτσι η προσοχή μας θα εστιαστεί

στο ανάλογο δυναμικό της περιοχής του

Μετσόβου, καθώς και σε τρόπους προσέγγισης του προβλήματος

144


ορθολογικής χρήσης του, προκειμένου να ικανοποιούνται τα σχετικά ενεργειακά φορτία. Η γνώση των διάφορων παραγόντων που επηρεάζουν την ενεργειακή

ζήτηση

είναι

δυνατή

μόνο

για

όσους

από

τους

ασχολούμενους με τον ενεργειακό σχεδιασμό βρίσκονται κοντά στα πραγματικά

‘’φορτία’’

ή

στους

καταναλωτές.

Έτσι

εκείνοι

που

διαμορφώνουν την ενεργειακή πολιτική- και που έχουν αντιληφθεί τη σημασία μιας ισόρροπης ενεργειακής στρατηγικής ως προϋπόθεσης για απρόσκοπτη οικονομική ανάπτυξη- τονίζουν πλέον την ανάγκη για αποτελεσματική ενεργειακή διαχείριση σε αποκεντρωμένο επίπεδο. Με αυτή την έννοια, ο περιφερειακός ενεργειακός σχεδιασμός έχει ήδη αποδείξει την αξία του ως επιχειρησιακή και στρατηγικής πολιτικής προσπάθεια για μια οικονομική αξιοποίηση των συνήθως ισχνών ενεργειακών πόρων μιας μη αναπτυγμένης περιοχής. Έχει γίνει σαφές εξάλλου ότι οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την παραγωγή ή την χρήση της ενέργειας μπορεί να έχουν δραματικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, η υποβάθμιση του οποίου έχει άμεσο αντίκτυπο στην ανάπτυξη της περιοχής. Έτσι ο υπεύθυνος για τη λήψη των σχετικών αποφάσεων πρέπει να μελετήσει την τριμερή σχέση –και πιθανές συνέργειες- ανάμεσα στην περιφερειακή ανάπτυξη, στα ενεργειακά συστήματα και στην ποιότητα του περιβάλλοντος. Θα μπορούσαμε δηλαδή να επαναδιατυπώσουμε το στόχο ως την αειφόρο περιφερειακή

ανάπτυξη

που

υλοποιείται

με

τοπικά

διαθέσιμες

ενεργειακές πηγές κάτω από κρίσιμες περιβαλλοντικές αναγκαιότητες. Το χαρακτηριστικό της αειφορίας αποτελεί προφανώς μια απόλυτη προϋπόθεση, καθότι εξασφαλίζει την ικανοποίηση των αναγκών ανάπτυξης της παρούσας γενιάς χωρίς να θυσιάζει τη δυνατότητα των μελλοντικών γενιών να ικανοποιούν τις δικές τους ανάγκες. Αυτό συνεπάγεται μια χρονική κλίμακα που καλύπτει πολλές γενιές. Και, το σπουδαιότερο, σε αυτή τη χρονική κλίμακα υπεισέρχονται και τα αντίστοιχα συμφέροντα γειτονικών περιφερειών, ανεξάρτητα από τον

παρόντα

βαθμό

ανάπτυξής

τους.

Οποιεσδήποτε

διαφορές

συμφερόντων προκύψουν μεταξύ περιφερειών θα πρέπει να αφορούν μόνο τον τρόπο επίτευξης της αειφορίας και όχι την κύρια σημασία της 145


ως υπέρτατου στόχου για κάθε άνθρωπο, κάθε περιφέρεια ή κάθε έθνος. Η αειφορία για τους λίγους απλώς δεν έχει νόημα. Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι η επιτυχής ζεύξη: Περιβαλλοντικοί (Ενεργειακή Πηγή)

(Ενεργειακό Φορτίο) Περιορισμοί

συνεπάγεται την ύπαρξη κατάλληλης υποδομής: -

Πληροφόρηση / ενημέρωση

-

Τεχνολογική βοήθεια

-

Οικονομοτεχνική υποστήριξη

-

Θεσμικό πλαίσιο Απαιτεί ακόμη βούληση και κοινωνική συναίνεση, μια και η

ορθολογική χρήση της ενέργειας ή η επιθυμητή αντικατάσταση των συμβατικών μορφών από ανανεώσιμες οδηγούν αναγκαστικά σε αλλαγή της καταναλωτικής συμπεριφοράς των πολιτών.

2.7

Ενεργειακές πηγές και φορτία στην περιοχή

2.7.1 Ηλιακά / κλιματολογικά στοιχεία Αν

ανατρέξει

κανείς

στις

σχετικές

εκδόσεις

της,

θα

συνειδητοποιήσει ότι η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία αφιέρωσε μόνο τρεις από τους ογδόντα έξι σταθμούς της για την περιφέρεια της Ηπείρου, λειτουργώντας πλήρεις μετεωρολογικούς σταθμούς στα Ιωάννινα, στην Άρτα και στην Κόνιτσα. Έτσι για το Μέτσοβο υπάρχουν μόνο οι μετρήσεις του Ινστιτούτου Δασικής Έρευνας, στις οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται ούτε μετρήσεις ηλιοφάνειας ούτε ακτινομετρικές. Τα υπάρχοντα δεδομένα δηλαδή καλύπτουν θερμοκρασία ατμόσφαιρας, υγρασία, βροχόπτωση και άνεμο. Μια επιλογή των βασικών ποσοτήτων οι οποίες ενδιαφέρουν τον ενεργειακό σχεδιασμό παρουσιάζεται στον πίνακα 2.1, τα πρωτογενή 146


στοιχεία του οποίου προέρχονται από βιβλιογραφία και από μελέτες του Ιδρύματος Εγνατία Ηπείρου, με εξαίρεση τις τιμές για την ηλιοφάνεια και την ηλιακή ακτινοβολία. Οι τελευταίες προσεγγίστηκαν από τις αντίστοιχες μετρήσεις των σταθμών Ιωαννίνων και Κόνιτσας, οι οποίες διορθώθηκαν με βάση τη νέφωση, το γεωγραφικό πλάτος και το υψόμετρο. Αν λάβουμε υπόψη ότι, ακόμη και με αξιόπιστες μετρήσεις ηλιοφάνειας, μόνο προσεγγιστικά μπορεί να υπολογιστεί η ακτινοβολία (π.χ. με γραμμικές σχέσεις τύπου Angstrom) ή –ακόμη χειρότερα- ότι οι ακτινομετρικές τιμές ατές καθαυτές (που αποτελούν και το ζητούμενο για τους υπολογισμούς εφαρμογής) είναι αξιόπιστες μόνο όταν τα σχετικά πυρανόμετρα ελέγχονται συχνά, τότε μπορούμε να δεχτούμε τις παραπάνω τιμές ως αντιπροσωπευτικές για το Μέτσοβο. (Η σχετική ακρίβεια υπολογίζεται ότι είναι καλύτερη του 5%.) Ο πίνακας 2.1 περιλαμβάνει και τις βαθμοημέρες θέρμανσης για το Μέτσοβο, ο υπολογισμός των οποίων έγινε με βάση τη θερμοκρασία των 18οC. Ας σημειωθεί εξάλλου ότι ο μέσος αριθμός ημερών ομίχλης που δίνεται στον πίνακα και που αποτελούσε πολύ χαμηλή τιμή – πιθανώς λόγω υψομέτρου και επικλινούς του εδάφους- φαίνεται να μην είναι πλέον αντιπροσωπευτικός. Η δημιουργία της λίμνης ΥΗΣ Αώου αύξησε τις ομίχλες (και ταυτόχρονα μείωσε το χιόνι), όπως παρατηρείται από κατοίκους και επισκέπτες της περιοχής. Στα σχήματα που ακολουθούν, παρουσιάζονται η μέση μηνιαία θερμοκρασία της ατμόσφαιρας (σχήμα 2.1), οι βαθμοημέρες θέρμανσης (σχήμα 2.2), η υπολογισμένη προσεγγιστικά ηλιακή ακτινοβολία (σχήμα 2.3), και η μέση ταχύτητα ανέμου (σχήμα 2.4). Στο πολύ ξηρό κλίμα του Μετσόβου, οι χειμερινές θερμοκρασίες συχνά κατεβαίνουν στους -15ο C ενώ οι θερινές δεν ξεπερνούν τους 25 ο C. Αυτό που παρουσιάζει το σχήμα 2.1 είναι ο μέσος όρος της θερμοκρασίας ατμόσφαιρας κατά τις ώρες 08:00, 14:00 και 20:00. Σε ό,τι αφορά τον άνεμο, είναι προφανές ότι δεν είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί μέσα ή γύρω από έναν παραδοσιακό οικισμό, και ιδιαίτερα όταν πρόκειται για το Μέτσοβο. Υπάρχει όμως στην ευρύτερη περιοχή αξιόλογο αιολικό δυναμικό για παραγωγή ηλεκτρισμού, και

147


συγκεκριμένα στον αυχένα της Κατάρας. Είναι βέβαια σαφές ότι χρειάζεται να πραγματοποιηθούν και εκεί κατάλληλες μετρήσεις.

Σχ 2.1 Μέση μηνιαία θερμοκρασίας ατμόσφαιρας

Σχ 2. 2 Βαθμοημέρες θέρμανσης

Σχ 2. 3 Υπολογισμέμη προσεγγισρικά ηλιακή ακτινοβολία.

148


Σχ 2. 4 Μέση ταχύτητα ανέμου.

Χάρτης 2.1 Κατανομή εδαφών επαρχίας Μετσόβου.

2.7.2 Υδατικό δυναμικό-δασικές εκτάσεις Οι υπόλοιπες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υδροηλεκτρικό δυναμικό και βιομάζα, είναι έντονα παρούσες στην περιοχή του Μετσόβου, πάλι όμως χωρίς να έχει ποσοτικοποιηθεί η δυνατότητα εκμετάλλευσής τους. Τα πολλά επιφανειακά νερά της Ηπείρου (χάρτης 2.1 – πίνακας 2.2), σε συνδυασμό με τη γεωμορφολογία της περιοχής, 149


υποδηλώνουν την ύπαρξη ενός σημαντικού υδρο-δυναμικού που προσφέρεται για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, κάτι για το οποίο όμως χρειάζονται συστηματικές μετρήσεις.

ΧΑΡΤΗΣ 1

150


ΠΙΝΑΚΑΣ 2.1 ΚΛΙΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΕΤΣΟΒΟΥ Παράμετρος

Ηλιοφάνεια* (h/mo)

Ηλιακή ακτινοβολία* (MJ/m2 mo)

Μέση ταχύτητα ανέμου (Β)

Μέση θερμοκρασία ατμόσφαιρας (oC)

Βαθμοημέρες θέρμανσης/18 ο C

Μέση νέφωση** (όγδοα)

Μέσος αριθμός *** ημερών ομίχλης

Ι Φ Μ Α Μ Ι Ι Α Σ Ο Ν Δ Έτος Περίοδος

95 100 140 180 245 260 280 273 226 165 112 90 2186 -

167 214 344 468 610 650 672 600 458 288 196 167 4810 -

2 2 2 2 2 2 1 2 2 1 2 2 19701982

1,2 2,5 4,5 8,5 13,7 17,4 20,3 19,9 16,1 11,2 7,3 3,2 10,5 19611980

521 434 418 285 134 18 59 211 321 459 2860 -

5,1 5,2 4,7 4,6 3,9 3,8 2,5 2,0 2,8 4,1 4,7 5,1 4,0 19611978

0,2 0 0,9 1,1 0 0 0 0 0,1 0 0,2 0,1 2,6 19611967

* Προσεγγιστικές τιμές από μετρήσεις Ιωαννίνων και Κόνιτσας με διορθώσεις για νέφωση, γεωγραφικό πλάτος και υψόμετρο. ** Νέφωση : 0-1,5/8= αίθριος καιρός, 6,5-8/8= νεφοσκεπής. *** Οι τιμές αυτές πιθανώς να είναι διαφορετικές λόγω κατασκευής ΥΗΣ Αώου Ο ΥΗΣ των πηγών Αώου, κατασκευασμένος το 1990 κοντά στο Μέτσοβο, αποτελεί το μοναδικό σε λειτουργία παρόμοιο σταθμό στην περιοχή. Είναι ισχύος 210MW και συνδυάζει την παραγωγή ισχύος (απόδοση

88%)

με

άρδευση

των

γύρω

περιοχών

και

με

ιχθυοπαραγωγή. Ο σταθμός είναι συνδεδεμένος στο εθνικό δίκτυο της ΔΕΗ, αλλά διαθέτει μια γραμμή 150ΚV προς Ιωάννινα και μια ευθεία γραμμή 20KV προς Μέτσοβο. Ένας δεύτερος ΥΗΣ ισχύος 35MW προβλέπεται για τον Μετσοβίτικο (το γειτονικό παραπόταμο του Αράχθου). Ενώ όμως είναι 151


έτοιμο το ηλεκτρικό μέρος, το υπόλοιπο έχει ‘’παγώσει’’ από τη ΔΕΗ. Παρόλο ότι είναι μέσα στα αιτήματα της περιοχής να προχωρήσει το έργο, τούτο φαίνεται μάλλον απίθανο, παρά τις σχετικές εξαγγελίες. Το υπό κατασκευή έργο βρίσκεται στα σύνορα των επαρχιών ΜετσόβουΔωδώνης. Σε ό,τι αφορά τη βιομάζα, οι πλούσιες δασικές εκτάσεις της περιοχής προσφέρουν ενεργειακά αξιοποιήσιμη πρώτη ύλη. Σύμφωνα με στοιχεία του δασαρχείου Μετσόβου πέρα από την παραγωγή συνήθους ξυλείας, τα τελευταία τρία χρόνια παρήχθησαν αρκετές χιλιάδες τόνοι καυσόξυλων και ξυλανθράκων (πίνακας 2.3).

ΠΙΝΑΚΑΣ 2.2 ΧΡΗΣΗ ΓΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΕΤΣΟΒΟΥ (1981) (χιλ. στρεμ.) Οικισμός

Συνολική επιφάνεια

Γεωργική γη

Βοσκότοποι

Δάση

Μέτσοβο Ανήλιο Ανθοχώρι Μηλιά Χρυσοβίτσα Αμπέλια Σύνολο

101,1 42,6 19,8 13,3 54,6 35,3 266,7

4,9 2,4 1,2 0,7 2,9 3,4 15,5

47,4 14,6 7,9 2,4 13,1 14,4 99,8

38,9 23,6 7,4 9,5 35,8 14 129,2

Επιφανειακά νερά 0,5 0,6 0,4 0,2 0 0,5 2,2

Κατοικ. Εκτάσεις 0,7 0,2 0,2 0,2 1,0 3,0 5,3

ΠΙΝΑΚΑΣ 2.3 ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΔΑΣΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΔΑΣΑΡΧΕΙΟ ΜΕΤΣΟΒΟΥ) Δασοπονικό είδος Καυσόξυλα Εμπορίου Ξυλάνθρακες Καυσόξυλα «ατελώς απολαμβανόμενα»

Ετήσια Παραγωγή (σε τόνους) 1992 1993 1994 2.844 2.773 4.337 945 4.000

Περαιτέρω ανάπτυξη δασικών ενεργειακών καλλιεργειών, π.χ. σε ημιορεινές εκτάσεις, θα μπορούσε να γίνει μόνο σε βάρος της κτηνοτροφίας – κάτι που όμως δεν είναι προς το συμφέρον ούτε της 152


περιοχής αλλά ούτε και της χώρας. (Όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί, η κτηνοτροφία, σε συνδυασμό με καλλιέργεια ειδικών ζωοτροφών στα πεδινά, θα μπορούσε να λύσει το οικονομικό πρόβλημα της χώρας.)

ΠΙΝΑΚΑΣ 2.8 ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΜΕΤΣΟΒΟΥ Αφίξεις επισκεπτών Διανυκτερεύσεις επισκεπτών

1988 20.110

1989 15.362

1990 17.697

1991 19.785

1992 17.472

1993 20.424

41.200

37.233

34.151

32.815

30.389

33.027

Πηγή : ΕΟΤ 2.8

Αξιοποίηση τ��ς ηλιακής ενέργειας στην περιοχή Το Μέτσοβο συμμετέχει επίσημα σε Κοινοτικό Δίκτυο (Network

of Excellence) που αποσκοπεί στην προώθηση των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας μέσα από την καταγραφεί και επιλογή των άριστων εφαρμογών. Στα πλαίσια του σχετικού ερευνητικού προγράμματος, την ευθύνη του οποίου –για την Ελλάδα- έχει το Ίδρυμα Εγνατία Ηπείρου, έγινε η αποτύπωση των ανάλογων εφαρμογών στο Μέτσοβο και στα Ιωάννινα. Ο κύριος όγκος αφορούσε οικιστικές εφαρμογές με παθητικά ηλιακά

στοιχεία

τα

οποία

ήταν

ανέκαθεν

γνωστά

στους

‘’παραδοσιακούς’’ κατασκευαστές (π.χ. εξωτερικοί τοίχοι με μεγάλη μάζα, προσανατολισμός κατάλληλος για ηλιασμό κ.λ.π.). Για την υπάρχουσα κατάσταση και τις προοπτικές της ‘’ηλιακής αρχιτεκτονικής’’ ή, όπως σήμερα επικράτησε να ονομάζεται, του ‘’βιοκλιματικού σχεδιασμού στο Μέτσοβο, στα πλαίσια της λειτουργίας του δικτύου έχει γίνει σχετική μελέτη. Σε ό,τι αφορά τα κλασικά ενεργητικά ηλιακά συστήματα, οι εφαρμογές της περιοχής περιορίζονται σε θέρμανση νερού χρήσης. Αξιόπιστα συστήματα κλειστού κυκλώματος με ‘’αντιπηκτικά’’ υγρά 153


μεταφοράς θερμότητας είναι εγκατεστημένα από ιδιώτες και λειτουργούν επί σειρά ετών (οκτώ έως δέκα) χωρίς προβλήματα. Ανάλογο σύστημα αλλά μεγαλύτερο από τα συνήθη οικιακά είναι εγκατεστημένο

στο

Κέντρο Υγείας του Μετσόβου. Το σύστημα αυτό έχει επιφάνεια συλλεκτών 10m2 και όγκο δεξαμενής 500lt. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι χρήστες

εμφανίζονται

ικανοποιημένοι

από

τη

λειτουργία

του

συστήματος. 2.9

Βιολογικοί πόροι και τεχνολογίες

για αειφόρο ανάπτυξη

στην περιοχή Μετσόβου Αρχικά γίνεται μια αξιολόγηση της υπάρχουσας κατάστασης αλλά και των δυνατοτήτων για ανάπτυξη των παραδοσιακών κλάδων της οικονομίας του Μετσόβου : γεωργία, κτηνοτροφία, ξυλεία. Στον τομέα της γεωργίας, οι δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης με τα ήδη υπάρχοντα είδη καλλιεργειών είναι περιορισμένες. Εξετάστηκε όμως η περίπτωση των αρωματικών φυτών λόγω των αιθέριων ελαίων που μπορούν να δώσουν. καλλιεργείται

Στο Μέτσοβο κανένα αρωματικό φυτό επίσημα δεν ή

συλλέγεται,

μπορούν

όμως

να

υπάρξουν

οι

προϋποθέσεις για να καλλιεργηθούν κάποια φυτά. Αυτά είναι η Φραγκάρια Βέσκα (Fragaria Vesca), η Άτροπα Μπελλαντόνα (Atropa Belladonna) και η Βαλεριάνα (Valeriana Officinalis). Το Μέτσοβο ως μια ορεινή περιοχή της χώρας μας, βασιζόμενη κυρίως στον κτηνοτροφικό τομέα, ο εκσυγχρονισμός των κλάδων της κτηνοτροφίας είναι απαραίτητος, αρκεί να πραγματοποιηθεί χωρίς επιβάρυνση των περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών της περιοχής. Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αύξηση της ποιότητας και της ποσότητας των ζωοκομικών προϊόντων μια και το Μέτσοβο εμφανίζει ενδιαφέρον αφού αποτελεί μια μικρή καταναλωτική αγορά παραδοσιακών προϊόντων (ντόπιο τυρί, γάλα, κρέας κλπ). Ωστόσο , η ανάπτυξη μονάδων τυποποίησης και προώθησης των προϊόντων θα πρέπει να γίνει βασιζόμενη σε τεχνικοοικονομικούς ελέγχους, γιατί υπάρχει κίνδυνος αρνητικής επίδρασης της ανάπτυξης αυτής για την περιοχή. Με τη μελισσοκομία ασχολούνται τόσο 154


επαγγελματίες

όσο

και

αγρότες

που

διατηρούν

μικρό

αριθμό

μελισσοσμηνών για να συμπληρώνουν το εισόδημά τους, καθώς και άτομα που απασχολούνται καθαρά ερασιτεχνικά. Οι αμπελοκαλλιέργεια τα τελευταία χρόνια κατέχει σημαντική θέση στον τομέα της φυτικής παραγωγής με τη διάδοση της ποικιλίας Cabernet Sauvignon από την οινοποιητική εταιρεία ‘’Κατώγι Α.Ε.’’ με έδρα το Μέτσοβο, η οποία παράγει ερυθρό κρασί αρίστης ποιότητας. Για τα επόμενα χρόνια προβλέπεται αύξηση της έκτασης των αμπελώνων κατά 35 στρέμματα, αφού πρώτα εκχερσωθούν – εκθαμνωθούν. Στον τομέα

της

ξυλείας,

ήδη

διαπιστώνεται

μια

ελλιπής

αξιοποίηση της δυναμικότητας των δασικών εκτάσεων (136.688 στρ.), η οποία αποδίδει μόλις 0,98 m3 ανά στρέμμα ετησίως. Η πληρέστερη αξιοποίηση είναι ζήτημα δασοκομικής μελέτης, δικτύου μεταφοράς, προσβάσεων στις αγορές ξύλου κλπ. Απαιτείται η συνεργασία μεταξύ των

επιχειρήσεων

σχετικά

με

την

προμήθεια

πρώτων

υλών,

συμβουλευτικών υπηρεσιών, δημιουργία κοινών κέντρων λιανικού εμπορίου καθώς και η εισαγωγή συστημάτων μηχανοργάνωσης και σύνδεσης με βάσεις δεδομένων για την ενημέρωση και την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων του κλάδου στις νέες τεχνολογίες. Επίσης πρέπει να τονιστεί πως η ποιότητα είναι το ‘’κλειδί’’ της αναπτυξιακής στρατηγικής στις επιχειρήσεις του Μετσόβου. Είναι απαραίτητο οι βιοτεχνίες του Μετσόβου, να υιοθετήσουν τις αρχές ‘’πακέτων’’ τυποποίησης τύπου ISO, προκειμένου να βελτιώσουν τις παραγωγικές

τους

διαδικασίες.

Τέλος,

αναγκαία

κρίνονται

τα

αντιπλημμυρικά έργα, η πυροπροστασία δασών, η μεθοδική και ελεγχόμενη χρήση του δάσους ως βοσκοτόπου, για την διατήρηση σε ισορροπία όλου του οικοσυστήματος της περιοχής. Ενδιαφέρον

επίσης

παρουσιάζει

η

αναζήτηση

νέων

βιοενεργειακών εφαρμογών, οι οποίες θα λαμβάνουν υπόψη τους την ιδιαιτερότητα

της

περιοχής

του

Μετσόβου

ως

προς

τις

πλουτοπαραγωγικές πηγές. Παράλληλα όμως δίνεται έμφαση και στην προστασία

του

περιβάλλοντος

(Εθνικός

Δρυμός

Πίνδου),

της

πολιτιστικής ταυτότητας της περιοχής, καθώς και στην ανάγκη για ευρύτερη ανάπτυξη της περιοχής μέσω στρατηγικών ενεργειακών 155


επιλογών. Εφαρμογές που μπορούν να εξεταστούν είναι : Τηλεθέρμανση ομάδας κτιρίων στο δήμο, κινητή μονάδα πυρόλυσης, καύση βιομάζας για οικιακές χρήσεις, αναερόβια ζύμωση κτηνοτροφικών αποβλήτων για παραγωγή βιοαερίου και παραγωγή αιθανόλης από τυρόγαλα. Από τις παραπάνω εφαρμογές, αυτέ που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την περιοχή Μετσόβου και αξίζει να μελετηθούν περαιτέρω, είναι

η

τηλεθέρμανση ομάδας κτιρίων, η κινητή μονάδα πυρόλυσης και η καύση βιομάζας για οικιακές χρήσεις. Οι εφαρμογές αυτές είναι μια σοβαρή πρόταση για την ενεργειακή, αλλά και την ευρύτερη ανάπτυξη της περιοχής, η οποία έχει το δυναμικό και θα πρέπει να το αξιοποιήσει. Για να εξεταστούν οι δυνατότητες διαχείρισης των υγρών αστικών αποβλήτων της περιοχής, αρχικά διερευνήθηκαν οι υπάρχουσες δραστηριότητες της επαρχίας Μετσόβου που προκαλούν ρύπανση. Επιπλέον, αναφορικά μα την εγκατάσταση συγκεκριμένης βιομηχανικής μονάδας στην περιοχή για την οικονομική ανάπτυξη της τελευταίας, εξετάστηκε η περίπτωση της χαρτοβιομηχανίας. Βέβαια για την αναβάθμιση της περιοχής, πρέπει να σχεδιαστεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανάπτυξης σε όλους τους τομείς, αφού μια αποσπασματική προσπάθεια θα ήταν καταδικασμένη αν όχι σε άμεση σε έμμεση κατάρρευση. Με τη σωστή οικολογική αντιμετώπιση της οικονομικοκοινωνικής ανάπτυξης,

περιορίζεται

η

αλόγιστη

σπατάλη

των

σπανίων

ή

αναλώσιμων πόρων, αυξάνεται η αποδοτικότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας

και

δημιουργούνται

οι

προϋποθέσεις

για

ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης με παράλληλη βελτίωση της ποιότητας της ζωής. Άλλωστε, στο κόστος της ρύπανσης, πέρα από εκείνο που εκφράζεται μέσω του μηχανισμού αγοράς, συνυπολογίζεται και το κοινωνικό κόστος. Γενικότερα, για την οικοανάπτυξη γίνονται συγκεκριμένες προτάσεις που απευθύνονται στην τοπική αυτοδιοίκηση, στους τοπικούς συλλόγους, στην κοινωνία της περιοχής αλλά και σε περιφερειακό επίπεδο σχεδιασμού της ανάπτυξης. Επίκεντρο του ολοκληρωμένου αυτού προγράμματος μπορεί να είναι η οικοτουριστική δραστηριότητα, αφού η περιοχή έχει θαυμάσιους φυσικούς πότους οι οποίοι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους παραμένουν αναξιοποίητοι. 156


Προτάσεις για την αειφόρο ανάπτυξη στην περιοχή του Μετσόβου είναι οι παρακάτω : 1.

Ορεινή γεωργία : Η περίπτωση των αρωματικών φυτών

2.

Ορεινή κτηνοτροφία – Σύγχρονες τάσεις

3.

Βιομηχανική ξυλεία και προϊόντα ξύλου

4.

Νέες βιοενεργειακές εφαρμογές

5.

Αξιοποίηση των υγρών αποβλήτων

6.

Παραγωγή χαρτοπολτού και χαρτιού

7.

Ίδρυση εμφιαλωτηρίου

8.

Εκμετάλλευση και αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου

9.

Αειφόρος Τουρισμός (οικοτουρισμός και οικοανάπτυξη).

2.9.1 Ορεινή γεωργία – η περίπτωση των αρωματικών φυτών Τα αρωματικά φυτά κατέχουν ιδιαίτερη θέση

στο χώρο του

φυτικού βασιλείου λόγω κυρίως των αιθέριων ελαίων που περιέχονται σε αυτά. Στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Ήπειρο, παρόλο που οι συνθήκες, εδαφικές και κλιματολογικές, είναι εξαιρετικές η καλλιέργειά τους δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί. Τυχόν ανάπτυξη αυτού του χώρου, θα έχει μεγάλα κοινωνικά

και

οικονομικά

οφέλη

λόγω

κυρίως

της

διεύρυνσης

παραγωγικής απασχόλησης σε εκτάσεις που σήμερα αδρανούν ή υποαπασχολούνται. Από τον άνθρωπο τα αρωματικά φυτά και τα αιθέρια έλαιά τους χρησιμοποιούνται κυρίως στην αρωματοποιία, στα καλλυντικά και στα τρόφιμα. Τα αρωματικά φυτά έχουν επίσης και μεγάλη θεραπευτική χρήση είτε ως ολόκληρη η δρόγα, είτε ως αιθέριο έλαιο, είτε ως κύριο συστατικό του ελαίου. Σήμερα τα αρωματικά φυτά έχουν αντικατασταθεί από συνθετικές χημικές ενώσεις ή ουσίες, λόγω κόστους. Υπάρχει όμως η τάση κάποιων πολιτών και οικολογικών οργανώσεων για επιστροφή σε προϊόντα αναπτυσσόμενα με παραδοσιακό τρόπο.

Στο Μέτσοβο κανένα

αρωματικό φυτό επίσημα δεν καλλιεργείται ή συλλέγεται. Παρόλα αυτά μπορούν να υπάρξουν οι προϋποθέσεις για να καλλιεργηθούν κάποια 157


φυτά.

Αυτά

είναι

η

Φραγκάρια

Βέσκα

(Fragaria Vesca), η Άτροπα Μπελλαντόνα (Atropa Belladona) και η Βαλεριάνα (Valeriana Officinalis).

2.9.2 Ορεινή κτηνοτροφία – Σύγχρονες τάσεις Η κτηνοτροφία – ζωική παραγωγή αποτελεί βασικό κλάδο της ελληνικής γεωργίας.

Στο νομό Ιωαννίνων υπάρχει σειρά δυσμενών

γνωρισμάτων που αποτελούν περιοριστικό παράγοντα στην ανάπτυξη δυναμικών κλάδων παραγωγής. Οι δυσμενείς αυτοί παράγοντες αναφέρονται στον μεσο – ευρωπαϊκό τύπο κλίματος της περιοχής, στο ορεινό ανάγλυφο του εδάφους, στη χαμηλή γονιμότητα των ορεινών κυρίως εδαφών, στον πολυτεμαχισμένο μικρής έκτασης γεωργικό κλήρο, στην αραίωση του πληθυσμού του νομού και στο χαμηλό ποσοστό των αρδευόμενων – αρδεύσιμων εδαφών. Τέλος εμπόδιο στην ανάπτυξη του κλάδου αποτελούν και κάποια οργανωτικά (έλλειψη στον τομέα έρευνα – εφαρμογή – εκπαίδευση) και θεσμικά (διαχείριση βοσκοτόπων – αυστηρές πολεοδομικές και υγειονομικές διατάξεις, δανειοδότηση). Στην περιοχή λειτουργούν 4 μεταποιητικές μονάδες και 3 τυροκομεία. (Λειτουργούν

5 τυροκομεία που καταγράφονται

στο

κατάστημα Ιωαννίνων, οι ιδιοκτήτες των οποίων είναι κάτοικοι Μετσόβου και 3 από αυτά χρηματοδοτούνται από το κατάστημα Μετσόβου). Το ένα τυροκομείο που λειτουργεί στην περιοχή, με φορέα νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, τυροκομεί 1200 τόνους αγελαδινού γάλακτος, 270 τόνους πρόβειου και 120 τόνους γίδινου και παράγει μόνο σκληρά τυριά άριστης ποιότητας (50-155 τον.) H χοιροτροφία σήμερα καλύπτει το 30% περίπου της κατανάλωσης κρέατος στη χώρα μας κι επομένως η μεγάλη αυτή ζήτηση έχει βοηθήσει την ανάπτυξη του κλάδου της χοιροτροφίας και στην Ήπειρο όπου είναι μια περιοχή κατά το πλείστον κτηνοτροφική. Η πτηνοτροφία έχει πολύ λίγα χρόνια που παρουσιάστηκε κι αναπτύχθηκε στη χώρα μας. Στην Ήπειρο υπάρχουν 27 πτηνοτροφεία συνολικού εμβαδού 18.000 τ. μ., γίνονται 3,5 εκτροφές κατά μέσο όρο το χρόνο και εκτρέφονται ανά εκτροφή 190.000 νεοσσοί πάχυνσης. Γενικά, 158


η τυποποίηση και προώθηση των ζωοκομικών προϊόντων στην περιοχή του Μετσόβου δεν έχει αναπτυχθεί. Η μελισσοκομία καλύπτει πλήρως τις εγχώριες ανάγκες, ενώ τα πλεονάσματα εξάγονται κυρίως προς χώρες της Ε.Ε. Η παραγωγή μελιού στην Ήπειρο αποτελεί το 3,7% του συνόλου της παραγωγής στην Ελλάδα. Η αμπελοκαλλιέργεια τα τελευταία χρόνια κατέχει σημαντική θέση στον τομέα της φυτικής παραγωγής. Στην περιοχή καλλιεργούνται περίπου 125 στρέμματα της ποικιλίας Cabernet Sauvignon και κάθε χρόνο νέες εκτάσεις φυτεύονται με αμπέλια της παραπάνω ποικιλίας. Αρχικά είχε προγραμματιστεί το οινοποιείο να φθάσει την τελική δυναμικότητα 100-110 τόνους, λόγω όμως της καλής τιμής και της μεγάλης ζήτησης η εταιρεία άρχισε την επέκταση και τον εκσυγχρονισμό του. Για τα επόμενα χρόνια προβλέπεται αύξηση της έκτασης των αμπελώνων

κατά

35

στρέμματα,

αφού

πρώτα

εκχερσωθούν-

εκθαμνωθούν. Με αυτά τα δεδομένα οι στόχοι που μπορούν να τεθούν για το κάθε κλάδο είναι: -Βοοτροφία -Αιγοπροβατοτροφία -Χοιροτροφία -Πτηνοτροφία -Μελισσοκομία -Παράγοντες που επηρεάζονται από τις κλιματολογικές συνθήκες ενός τόπου όπως ζωοτροφές, επενδύσεις για στέγαση των ζώων, σχετικός με το περιβάλλον εξοπλισμός, κατανάλωση ενέργειας για δημιουργία τεχνητού περιβάλλοντος. -Παράγοντες που επηρεάζονται από άλλες συνθήκες, εκτός των κλιματολογικών, όπως το κόστος κεφαλαίου, τη μη απόκτηση ζώου, εργατικά, απόδοση εργασίας, κόστος και ποιότητα εξοπλισμού – εγκαταστάσεων και οι έμμεσες επιδοτήσεις του κράτους προς τον κλάδο της

κτηνοτροφίας

(ζωοτέχνες,

κτηνίατροι,

χειριστές

προϊόντων,

πληροφορίες σχετικά με την αγορά, δρόμους, ψυγεία, εργοστάσια).

159


Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους παράγοντες αυτούς για την πραγματοποίηση των παραπάνω στόχων θα πρέπει να επιτευχθούν τα εξής: -Αύξηση του ζωικού πληθυσμού κατά κλάδο -Γενετική βελτίωση του ζωικού πληθυσμού -Πρόληψη και καταπολέμηση των ασθενειών των ζώων -Αύξηση

της

παραγωγικότητας

και

μείωση

του

κόστους

παραγωγής με την αύξηση των αποδόσεων -Δημιουργία των απαιτούμενων έργων υποδομής κυρίως για την αύξηση της παραγωγής ζωοτροφών -Ανάπτυξη της συλλογικής δράσης μέσα από συνεταιριστικές οργανώσεις -Βελτίωση της ποιότητας και τυποποίηση των προϊόντων -Ανάπτυξη της κτηνοτροφικής έρευνας -Εκπαίδευση παραγωγών σε τεχνικοοικονομικά θέματα -Διαφήμιση

των

εγχώριων

προϊόντων

και

προβολή

των

πλεονεκτημάτων τους έναντι των εισαγόμενων, με όλα τα μέσα προβολής. Ειδικά για την περιοχή του Μετσόβου ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στη σωστή εκμετάλλευση των βοσκοτόπων, στο καθορισμό των ζωνών βόσκησης και στη γενετική βελτίωση. Ακόμη πρέπει να βελτιωθούν οι συνθήκες εργασίας ώστε οι νέοι της περιοχής να παραμείνουν και να απασχοληθούν στον τόπο τους, να εκπαιδευτούν και να επιμορφωθούν οι κτηνοτρόφοι σε νέες μεθόδους και εφαρμογές (διατροφή, σταβλισμός, προληπτική κτηνιατρική). Τέλος πρέπει να γίνουν και βελτιώσεις στις κτιριακές εγκαταστάσεις. Συμπερασματικά λοιπόν, το Μέτσοβο αποτελεί μία ορεινή περιοχή της χώρας μας βασιζόμενη κυρίως στον κτηνοτροφικό τομέα με δυνατότητες

ανάπτυξης.

Ο

εκσυγχρονισμός

των

κλάδων

της

κτηνοτροφίας είναι απαραίτητος, αρκεί να πραγματοποιηθεί χωρίς επιβάρυνση των περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών της περιοχής. Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αύξηση της ποιότητας και της ποσότητας των ζωοκομικών προϊόντων μια και το Μέτσοβο εμφανίζει ενδιαφέρον αφού αποτελεί μία μικρή καταναλωτική 160


αγορά παραδοσιακών προϊόντων (ντόπιο τυρί, γάλα, κρέας κτλ.). Ωστόσο η ανάπτυξη μονάδων τυποποίησης και προώθησης των προϊόντων θα πρέπει να γίνει βασιζόμενη σε τεχνικοοικονομικούς ελέγχους, γιατί υπάρχει κίνδυνος αρνητικής επίδρασης της ανάπτυξης αυτής για την περιοχή.

2.9.3 Βιομηχανική ξυλεία και προϊόντα ξύλου Τα είδη ξύλου της περιοχής του Μετσόβου, είναι κυρίως η Μαύρη Πεύκη, η Ελάτη και η Οξιά, καθώς επίσης; και ένα είδος Πεύκης, γνωστό ως ρόμπολο που χρησιμοποιείται στη Ξυλογλυπτική.

Στο

Μέτσοβο, λειτουργούν μικρές και μεγάλες βιοτεχνίες που χρησιμοποιούν ως πρώτη ύλη ελληνικό αλλά και εισαγόμενο. Πρόκειται για βιοτεχνίες που παράγουν βαρέλια, κυψέλες, ξυλόγλυπτα είδη λαϊκής τέχνης, κουφώματα και πριστή ξυλεία για τις ανάγκες της περιοχής. Περαιτέρω ανάπτυξη της κατεργασίας ξύλου στην περιοχή είναι πιθανή με την κατασκευή μονάδας παραγωγής ξυλόφυλλων, αντικολλητών (κόντρα πλακέ), επικολλητών. Επίσης είναι δυνατή η παραγωγή μοριοπλακών και ινοπλακών. Το ξύλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πηγή ενέργειας. Εκτός από καυσόξυλα, ως πηγή ενέργειας στο Μέτσοβο μπορούν να χρησιμοποιηθούν

και

υπολείμματα

βιομηχανικής

βιοτεχνικής

κατεργασίας του ξύλου. Καύση των υπολειμμάτων αυτών μπορεί να γίνει για θέρμανση, ξήρανση, παραγωγή ατμού, ηλεκτρικής ενέργειας και για την κάλυψη άλλων αναγκών. Ακόμα ο φλοιός προσελκύει έντονο ενδιαφέρον για την αξιοποίησή του ως καύσιμο και για την παραγωγή άλλων προϊόντων. Η έντονη παρουσία Μαύρης Πεύκης και Ελάτης οδηγεί στην πρόταση αξιοποίησης των δέντρων αυτών για τα εκκρίματα ρητίνης. Η ρητινοσυλλογή μπορεί εύκολα να εισαχθεί στις ούτως ή άλλως δασικές δραστηριότητες του πληθυσμού του Μετσόβου. Τέλος, η προώθηση της λαϊκής τέχνης αναπόφευκτα είναι συνδεδεμένη με το φυσικό κάλλος της περιοχής. Θα πρέπει να διατηρηθεί η λαϊκή παράδοση και να ενισχυθεί σε συνδυασμό με την τόνωση της ζήτησης αντικειμένων από ξύλο. 161


Προτείνεται

η

στήριξη

οικονομικών

δραστηριοτήτων

με

φορολογικές ελαφρύνσεις, αποζημιώσεις, επιχορηγήσεις, ευνοϊκούς όρους

χρηματοδότησης

για

την

βελτίωση

του

μηχανολογικού

εξοπλισμού και την αγορά νέας τεχνολογίας κάνοντας έτσι τα προϊόντα τους

ποιοτικότερα,

οικονομικότερα

και

πιο

ανταγωνιστικά,

ενώ

περιοδικά, εφημερίδες (όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο), διαφημιστικά φυλλάδια,

τηλεόραση,

πληροφοριών 9σελίδα

ραδιόφωνο,

ηλεκτρονικά

μέσα

διάδοσης

στο internet) είναι αρκετά καλοί τρόποι

προώθησης των προϊόντων σε εγχώρια και ξένη αγορά.

2.9.4 Νέες βιοενεργειακές εφαρμογές Ενδιαφέρον

επίσης

παρουσιάζει

η

αναζήτηση

νέων

βιοενεργειακών εφαρμογών, οι οποίες θα λαμβάνουν υπόψη τους την ιδιαιτερότητα

της

περιοχής

του

Μετσόβου

ως

προς

τις

πλουτοπαραγωγικές πηγές. Παράλληλα όμως δίνεται έμφαση και στην προστασία

του

περιβάλλοντος

(Εθνικός

Δρυμός

Πίνδου),

της

πολιτιστικής ταυτότητας της περιοχής, καθώς και στην ανάγκη για ευρύτερη ανάπτυξη της περιοχής μέσω στρατηγικών ενεργειακών επιλογών. Εφαρμογές που μπορούν να εξεταστούν είναι : 1.

Τηλεθέρμανση ομάδας κτιρίων στο δήμο

2.

Κινητή μονάδα πυρόλυσης

3.

Καύση βιομάζας για οικιακές χρήσεις

3 . Αναερόβια ζύμωση κτηνοτροφικών αποβλήτων για παραγωγή βιοαερίου 4. Από

Παραγωγή αιθανόλης από τυρόγαλα. τις

παραπάνω

εφαρμογές,

αυτέ

που

παρουσιάζουν

ενδιαφέρον για την περιοχή Μετσόβου και αξίζει να μελετηθούν περαιτέρω, είναι

η τηλεθέρμανση ομάδας κτιρίων, η κινητή μονάδα

πυρόλυσης και η καύση βιομάζας για οικιακές χρήσεις. Οι εφαρμογές αυτές είναι μια σοβαρή πρόταση για την ενεργειακή, αλλά και την ευρύτερη ανάπτυξη της περιοχής, η οποία έχει το δυναμικό και θα πρέπει να το αξιοποιήσει. 162


2.9.5 Διαχείριση υγρών αστικών αποβλήτων Κύρια πηγή ρύπανσης αποτελούν τα κτηνοτροφικά απόβλητα αν και σημαντική συνεισφορά έχει και το τυροκομείο, ενώ ακολουθούν σε μικρότερο ποσοστό τα αστικά λύματα και τ�� σφαγεία. Στην περιοχή Μετσόβου δεν γίνονται σημαντικές καλλιέργειες και επομένως δε θεωρούμε ότι δημιουργείται ρύπανση από τη χρήση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων. Αξιοσημείωτος είναι ο διπλασιασμός της ρύπανσης με τυχόν διπλασιασμό της κτηνοτροφίας, δραστηριότητα που έχει τάση ανάπτυξης με βάση στατιστικά στοιχεία. Λόγω λοιπόν της υπάρχουσας ρύπανσης και της αναμενόμενης αύξησής της, και δεδομένου ότι τα διάφορα απόβλητα δεν επεξεργάζονται καθόλου πριν αποτεθούν στον τελικό αποδέκτη που είναι ο Μετσοβίτικος ποταμός, κρίθηκε σκόπιμη η δημιουργία μιας εγκατάστασης βιολογικού καθαρισμού. Η μονάδα περιλαμβάνει αρχικά την αερόβια επεξεργασία των αστικών λυμάτων, που αποτελείται από την πρωτογενή, δευτερογενή και τριτογενή επεξεργασία. Στη συνέχεια οι πρωτογενείς και δευτερογενείς λάσπες της αερόβιας επεξεργασίας, μαζί με το οργανικό μέρος των αστικών απορριμμάτων και των υγρών αποβλήτων της κτηνοτροφίας, των σφαγείων και του τυροκομείου οδηγούνται στον αναερόβιο χωνευτήρα, οπότε η αναερόβια επεξεργασία λαμβάνει χώρα. Οι αναερόβιες λάσπες που προκύπτουν αναμειγνύονται στη συνέχεια με ξυλώδη υλικά κατά τη διαδικασία της κομποστοποίησης για την παραγωγή κομπόστας. Η τοποθεσία της εγκατάστασης είναι κοντά

στο τμήμα του

ποταμού που βρίσκεται κάτω από τη γέφυρα της οδού προς Ανήλιο, επειδή εκεί μπορούν να ρίχνονται τα επεξεργασμένα απόβλητα, αφού με βάση τη νομοθεσία τα νερά αυτά επιτρέπεται να είναι δεύτερης ποιότητας. Η εγκατάσταση έχει κάποια αξιόλογα τελικά προϊόντα : 1.

Νερό ανακύκλωσης

2.

Ηλεκτρική ενέργεια

3.

Κομπόστες 163


Η εγκατάσταση αυτή δεν είχε μόνο το μικρότερο κόστος από άλλες πιθανές λύσεις, αλλά είναι και ο μοναδικός τρόπος που συνδυάζει την περιβαλλοντική προστασία της περιοχής με τη σύγχρονη παραγωγή ωφέλιμων προϊόντων. Συγχρόνως δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η λύση αυτή αποτελεί και μια υποδομή για ανάπτυξη της περιοχής. Η παραγωγή φθηνής κομπόστας δίνει ώθηση για περαιτέρω ανάπτυξη της γεωργίας αλλά και καθιστά δυνατή την συνύπαρξη της με την κτηνοτροφική ανάπτυξη. Η ίδια η μονάδα δίνει τη δυνατότητα απασχόλησης εργατικού προσωπικού. Η όλη επιδιωκόμενη ανάπτυξη μπορεί μακροπρόθεσμα να οδηγήσει σε αύξηση του πληθυσμού αλλά και ανάπτυξη του οικοτουρισμού με ότι πλεονέκτημα συνεπάγεται αυτή για την περιοχή. Η πλεονάζουσα ηλεκτρική ενέργεια από το βιομεθάνιο θα αποτελέσει μια ανεξάρτητη και φθηνή πηγή ενέργειας για την περιοχή. Επίσης η παραγόμενη θερμική ενέργεια καθιστά εφικτή την συντήρηση θερμοκηπίων, μια δραστηριότητα που δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στην περιοχή. Επίσης αξιοσημείωτο είναι τα πιθανά επίπεδα ανάπτυξης που προτείνονται σε ρεαλιστική βάση καθώς η αύξηση αποβλήτων που θα προκληθούν από αυτήν αντιμετωπίζονται πλήρως. Τέλος, πρέπει να γίνει κατανοητό πως τα ύψιστα κοινωνικά οφέλη που αποκομίζονται από τη μονάδα υπερκαλύπτουν την αδυναμία απόσβεσής της.

2.9.6 Παραγωγή χαρτοπολτού και χαρτιού Μια από τις προσπάθειες ανάπτυξης της περιοχής σχετίζεται και με την εγκατάσταση στην περιοχή κάποιας παραγωγικής μονάδας, που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους πλούσιους φυσικούς πόρους της. Με αυτό το σκεπτικό γίνεται πρόταση για εγκατάσταση και λειτουργία χαρτοβιομηχανίας στην επαρχία του Μετσόβου. Με βάση τα στοιχεία από την Ε.Σ.Υ.Ε. προκύπτει ότι το σύνολο της στρογγυλής ξυλείας των νομών Ιωαννίνων, Γρεβενών και Τρικάλων είναι συγκρίσιμο με αυτό του νομού Δράμας. αυτό ενισχύει την σκέψη για εφικτότητα εγκατάστασης χαρτοβιομηχανίας στην περιοχή (εφόσον κάτι 164


τέτοιο έχει ήδη γίνει στη Δράμα) και μάλιστα πιθανή περιοχή εγκατάστασης της μονάδας είναι η δυτική περιοχή της επαρχίας (στην ευρύτερη περιοχή της Χρυσοβίτσας). Η περιοχή αυτή χαρακτηρίζεται από μικρότερες κλίσεις, έχει μηδαμινή απόσταση από το κεντρικό οδικό δίκτυο και βρίσκεται σε σχετική απόσταση από τους οικισμούς της επαρχίας. Εξετάστηκαν τρία πιθανά σενάρια : Σενάριο 1ο : Παραγωγή χαρτιού tissue, Σενάριο 2ο : Παραγωγή δημοσιογραφικού χαρτιού και Σενάριο 3ο : Παραγωγή μηχανικού χαρτοπολτού. Αυτά επιλέχθηκαν με το σκεπτικό ότι το χαρτί tissue είναι δοκιμασμένο προϊόν στην ελληνική αγορά, το δημοσιογραφικό χαρτί έχει υψηλό ποσοστό εισαγωγών στην Ελλάδα και ο μηχανικός χαρτοπολτός έχει

επίσης

υψηλό

ποσοστό

εισαγωγών

και

απαιτεί

μικρής

πολυπλοκότητας εγκαταστάσεις. Η περίπτωση του μηχανικού χαρτοπολτού ικανοποιεί συμφέροντα και στόχους του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα (κέρδος και μείωση εισαγωγών αντιστοίχως), γεγονός που την κάνει και πιο δελεαστική.

2.9.7 Ίδρυση εμφιαλωτηρίου Στην ευρύτερη περιοχή του Μετσόβου φαίνεται ότι το υδάτινο δυναμικό της, υπόγειο και επιφανειακό, είναι πλούσιο αλλά και πολύ καλής ποιότητας. Η ορθολογική του διαχείριση θα πρέπει να αποτελέσει κυρίαρχη φροντίδα της Πολιτείας. Πιστεύουμε ότι τα πηγαία νερά της περιοχής μπορούν να αξιοποιηθούν για την ίδρυση εμφιαλωτηρίου. Μια τέτοια επιχείρηση σίγουρα θα συνέβαλε στην ανάπτυξη του τόπου. Από τα στοιχεία που μέχρι σήμερα διαθέτουμε, η απόληψη νερού για κάτι τέτοιο θα πρέπει να αναζητηθεί σε πηγές της λεκάνης απορροής της τεχνητής λίμνης. Σε καμιά περίπτωση δε θα πρέπει να γίνει απόληψη του νερού από τη λεκάνη απορροής του ρέματος Βάλια Κάλντα. Σ’ αυτή τη λεκάνη 165


η οποιαδήποτε επέμβαση στο υδάτινο δυναμικό θα πρέπει απαραίτητα να συνοδευτεί από τεκμηριωμένη περιβαλλοντική μελέτη από την οποία θα διασφαλίζεται η οικολογική ισορροπία του δρυμού.

2.9.8 Εκμετάλλευση και αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου Από τη μέχρι τώρα γεωλογική έρευνα που διενεργείται στην περιοχή για τον εντοπισμό χρωμιτικών κοιτασμάτων, δεν υπάρχουν προς το παρόν ιδιαίτερα αποτελέσματα. Η έρευνα περιστρέφεται κυρίως στο επωθημένο οφιολιθικό σύμπλεγμα εντός των σχηματισμών του οποίου φιλοξενούνται συνήθως αξιοποιήσιμα κοιτάσματα. Πέραν αυτών, στην

περιοχή

υπάρχει

μια

ανεξάντλητη

παρουσία

ψαμμιτικών

στρωμάτων που η λιθολογική του δομή τα καθιστά πρόσφορα για πολλές χρήσεις. Μπορούμε να αναφέρουμε τη χρήση τους για λαξευτούς λίθους, για διακόσμηση, για στέγες, για επίστρωση επιφανειών (πλατείες, πεζοδρόμια κλπ.), για τοιχοποιίες και αδρανή υλικά. Οι ψαμμίτες αυτοί, ανάλογα με τη χρήση τους, μπορούν να εντοπιστούν εντός του φλύσχη της Πίνδου και του φλύσχη της Ιονίου. Αποθέματα για εκμετάλλευση υπάρχουν ανεξάντλητα. Είναι όμως αναγκαίο να προηγηθεί προσεκτική μελέτη για υπόδειξη συγκεκριμένων θέσεων, για τον τρόπο εκμετάλλευσης και, φυσικά, για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος. Εκτός των εκμεταλλεύσεων που μπορούν να γίνουν στις ψαμμιτικές στρώσεις του φλύσχη, υπάρχουν εκτεταμένα πλευρικά κορήματα, στα βόρεια πρανή του όρους Λάκμος, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε έργα οδοποιίας και πιθανώς για σκυρόδεμα. Πιο συγκεκριμένα, τα πετρώματα της περιοχής Μετσόβου ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες : στα πυριγενή, στα ιζηματογενή και στα μεταμορφωσιγενή. Εξ αυτών, τα πλέον κατάλληλα για την παραγωγή σκληρών αδρανών υλικών για την κατασκευή αντιολισθηρών στρώσεων (είναι αυτά που συνδυάζουν υψηλό δείκτη στίλβωσης με χαμηλή φθορά σε απότριψη) είναι τα ακόλουθα :

166


 γάββροι, που συναντώνται στις περιοχές Μηλιάς, Μετσόβου, Γρεβενετίου και Μαλακασίου,  ανδεσίτες,

που

συναντώνται

στις

περιοχές

Δεματίου,

Χρυσοβίτσας, Βοτονοσίου, Ανθοχωρίου, Μετσόβου και Βοβούσας,  ψαμμίτες, που συναντώνται στις περιοχές Μικρό και Μεγάλο Περιστέρι. Από τις πιο πάνω αναφερόμενες πηγές, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη δημιουργία λατομείων και την άμεση εκμετάλλευση αυτών για την παραγωγή αδρανών υλικών παρουσιάζουν οι γάββροι του Γρεβενετίου και του Μαλακασίου. Σημειώνεται ιδιαίτερα ότι η ενεργοποίηση των πιο πάνω λατομείων, πέρα από την εξυπηρέτηση των αναγκών του εθνικού οδικού δικτύου της υπόψη περιοχής της Ηπείρου και του αυτοκινητόδρομου της Εγνατίας Οδού, θα εξυπηρετήσει και τις ανάγκες του ΟΣΕ στη συντήρηση και στην επέκταση του υφιστάμενου και του μελετώμενου σιδηροδρομικού δικτύου της Κεντρικής και Δυτικής Ελλάδας. Όσο αφορά τις υπόλοιπες πηγές, θα πρέπει να υπάρξει περαιτέρω έρευνα για την καταλληλότητα και την εκμεταλλευσιμότητα αυτών. Η χρήση λοιπόν των τοπικών σκληρών αδρανών για την κατασκευή αντιολισθηρών κατασκευών θα επιφέρει στην περιοχή σημαντικά οφέλη, τα οποία θα είναι :  κοινωνικά

οφέλη,

λόγω

της

μείωσης

των

τροχαίων

δυστυχημάτων,  οφέλη εθνικής οικονομίας, λόγω της μεγαλύτερης διάρκειας ζωής των κατασκευών αυτών, και  επιχειρηματικά οφέλη, που θα προκύψουν από τη δημιουργία μονάδων παραγωγής σκληρών αδρανών υλικών. Οι μονάδες αυτές θα καλύψουν αφενός μεν τις ανάγκες σε σκληρά αδρανή της περιοχής, που ανέρχονται σε 150.000 τόνους ετησίως, αφετέρου δε τις ανάγκες των γειτονικών περιοχών, που εκτιμώνται σε άλλους 150.000 τόνους ετησίως, με αποτέλεσμα να προκύψει μια οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή πάνω από 1 δις ετησίως.

167


Επιπροσθέτως δε, είναι δυνατόν να υπάρξει και εξαγωγική δραστηριότητα σε σκληρά αδρανή υλικά προς τη γειτονική Ιταλία, η οποία, σημειωτέον, στερείται παντελώς τέτοιων υλικών και προς το παρόν τα εισάγει σιδηροδρομικώς από την Αυστρία, με αυξημένο κόστος.

2.9.9 Οικοτουρ��σμός και οικοανάπτυξη. Σχεδόν ολόκληρος ο νομός Ιωαννίνων (και συνεπώς και η επαρχία Μετσόβου) – πλην ίσως ορισμένων αστικών – ημιαστικών περιοχών – συνιστά ορεινή και μειονεκτική περιοχή και από την άποψη αυτή η εφαρμογή ολοκληρωμένου προγράμματος ανάπτυξης εκτιμάται ότι θα οδηγούσε στην αναπτυξιακή διαδικασία που θα στόχευε βασικά στην ενεργοποίηση του ενδογενούς δυναμικού της περιοχής. Έτσι θα πρέπει

να

γίνουν

παρεμβάσεις

στην

υποδομή,

στις

αγροτικές

δραστηριότητες, στη μεταποίηση, στο περιβάλλον και στον τουρισμό (με έμφαση στον οικοτουρισμό – αγροτουρισμό). Από αρχαιοτάτων χρόνων έως σήμερα, η κτηνοτροφία και η υλοτομία/επεξεργασία ξύλου, αποτελούν βασικά πεδία οικονομικών δραστηριοτήτων των ορεινών περιοχών της χώρας μας και τέτοια πρέπει να παραμείνουν και να ενισχυθούν. Ο Τουρισμός προβάλλει ως ένα σχετικά νέο και ιδιαίτερα ελκυστικό οικονομικό/αναπτυξιακό σύνολο δραστηριοτήτων, που αφήνει πολλές υποσχέσεις για την αναβίωση των ορεινών κοινοτήτων της πατρίδας μας. Η τουριστική ανάπτυξη όμως, όπως και κάθε άλλη μορφή ανάπτυξης

καταναλώνει

πόρους.

Δεν

νοείται

λοιπόν

τουριστική

ανάπτυξη δίχως οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος. Ιδιαίτερα η μαζική αύξηση του τουρισμού από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, που σταδιακά καταστάλαξε στη μορφή τουρισμού που σήμερα ονομάζεται ‘‘Μαζικός Τουρισμός’’, έχει προκαλέσει καταστροφικά φαινόμενα τόσο

στο δομημένο και φυσικό περιβάλλον όσο και στις 168


πολιτισμικές αξίες των τοπικών κοινωνιών σε διάφορες τουριστικά αναπτυγμένες περιοχές. Ο υπερπληθυσμός, ο θόρυβος και τα κάθε λογής απορρίγματα και απόβλητα, η αποδόμηση και καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και πολλών οικοσυστημάτων και τέλος η αλλοίωση της πολιτισμικής κληρονομιάς, είναι μερικές από τις ορατές πια επιπτώσεις του μαζικού τουρισμού. Τα αρνητικά μηνύματα που συνοδεύουν τα εντυπωσιακά μεγέθη (δηλαδή

τους

αριθμούς

αφίξεων,

διανυκτερεύσεων)

σε

πολλές

τουριστικές περιοχές τόσο της Ελλάδας όσο και της Ισπανίας και Πορτογαλίας καταδείχνουν την ανάγκη για ανανέωση του τουριστικού προϊόντος και δημιουργία νέων μορφών τουρισμού. Ταυτόχρονα νέες απαιτήσεις σε νέες μορφές τουριστικού προϊόντος εμφανίζονται σε ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι εναλλακτικές μορφές τουρισμού (συνεδριακός, οικολογικός, ορεινός, θεραπευτικός κλπ) βρίσκουν μεγάλη ανταπόκριση

στο αστικοποιημένο κοινό των

αναπτυγμένων κοινωνιών. Σε αυτές τις ανάγκες έρχεται να απαντήσει ο

‘‘Αειφόρος

Τουρισμός’’. Σε πολλές περιοχές του κόσμου και της χώρας μας, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση έχουν οι ορεινές, υπάρχουν αναξιοποίητοι πόροι τουριστικού

ενδιαφέροντος,

που

μπορούν

να

αποτελέσουν

τα

ακατέργαστα υλικά πάνω στα οποία μπορεί να στηριχτεί η αειφόρος τουριστική ανάπτυξη και οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού. Χρειάζεται όμως προσεκτική αναγνώριση τόσο των κερδών όσο και του κόστους της τουριστικής ανάπτυξης σε αυτές τις ευαίσθητες και σχεδόν

στο σύνολό τους παρθένες και αναξιοποίητες περιοχές.

Πρωταρχικά απαιτείται η αναγνώριση και εκτίμηση των οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων ώστε η ανάπτυξη να εναρμονίζει τα διαφορετικά συμφέροντα που συχνά συγκρούονται στις υπό ανάπτυξη περιοχές. Ιδιαίτερα η γνώση των στοιχείων του περιβάλλοντος και εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατέχει σημαντική θέση, αφού στις παρθένες αυτές περιοχές το φυσικό και δομημένο περιβάλλον αποτελούν συνήθως τον κυρίαρχο και προβαλλόμενο τουριστικό πόρο 169


και άρα οποιαδήποτε μορφή αειφόρου τουριστικής ανάπτυξης οφείλει να διατηρεί και να προστατεύει αυτόν τον όρο. Άρα

η

εκτίμηση

των

επιπτώσεων

των

διαφόρων

δραστηριοτήτων 

στους ανθρώπους και την πολιτιστική κληρονομιά

στο παραδοσιακό δομημένο περιβάλλον

στην χλωρίδα

την πανίδα

το έδαφος

το νερό

τον αέρα

το τοπίο

και

ο,τιδήποτε

άλλο

μπορεί

να

αποτελεί

βασικό

πόρο

προσέλκυσης τουριστών προαπαιτείται. Ο τουρισμός και ιδιαίτερα οι νέες ήπιες μορφές του, έχουν αξιολογηθεί ως οι περισσότερα υποσχόμενες στρατηγικές βιώσιμης ανάπτυξης για τις ορεινές περιοχές. Στην περίπτωση αυτή, ο ρόλος του με την ευρεία έννοια δημόσιου τομέα, είναι σημαντικός από την άποψη της

δημιουργίας

υποδομών,

της

ενημέρωσης,

πληροφόρησης,

ευαισθητοποίησης και κινητοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού. Ο έλεγχος επίσης ορισμένων δραστηριοτήτων, όπως το κυνήγι αγρίων ειδών είναι προτιμότερο να παραμείνει στη δικαιοδοσία των κρατικών υπηρεσιών.

Χρειάζεται

προσεκτική

διαχείριση

προκειμένου

να

διατηρηθούν και να προβληθούν οι ιδιαίτερες αξίες αναψυχής στις ορεινές περιοχές και ταυτόχρονα να διασφαλίζονται κέρδη στο τοπικό επίπεδο. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για περιοχές με περιορισμένη έκταση και υψηλή τουριστική ζήτηση απαιτείται ολοκληρωμένη, συστηματική και οργανωμένη διαχείριση των αποβλήτων, συντήρηση των υποδομών και προστασία των ευαίσθητων οικοσυστημάτων. Όλα τα παραπάνω, βέβαια, πρέπει να γίνονται και με τη συνεργασία των τοπικών κοινωνιών και τη συμμετοχή τους σε όλα τα στάδια λήψης αποφάσεων. Οι τοπικές κοινωνίες πρέπει να εκφράσουν τις δικές τους απαιτήσεις και τη δική τους θέληση. Ταυτόχρονα όμως, 170


είναι αναγκαίο να συμμετέχουν και όλες οι κατηγορίες ειδικών και να χρησιμοποιείται η βοήθεια και ο συμβουλευτικός τους ρόλος. Γενικότερα για την οικοανάπτυξη της περιοχής προτείνονται : 

Μετατόπιση από ποσοτικούς σε ποιοτικούς στόχους, από βραχυπρόθεσμους

σε

μακροχρόνιους,

από

ατομικούς

σε

συλλογικούς 

Βελτίωση του νομικού πλαισίου, ενημέρωση κοινού

Χρηματοδότηση σωματείων για επιστημονική δραστηριότητα και ευαισθητοποίηση κοινού

Η

αναγκαιότητα

υποστήριξης

των

ορεινών,

μειονεκτικών

περιοχών, με ειδικά μέτρα, αποζημιώσεις κ.λ.π. 

Η προστασία ευαίσθητων περιβαλλοντικά περιοχών, για τις οποίες απαιτείται κάποια κοινή γραμμή μεταξύ της γεωργικής πρακτικής και της αντιμετώπισης του φυσικού περιβάλλοντος.

Η καθιέρωση ειδικών δασικών μέτρων, όπως αντιπυρικές ζώνες κλπ.

Η σύγχρονη απαίτηση για άνοδο του επιπέδου του γεωργικού πληθυσμού

σε

τεχνική

και

επαγγελματική

κατάρτιση

και

επιμόρφωση 

Χρησιμοποίηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας

Επίσης προτείνεται η εφαρμογή ενός οικοτουριστικού – αγροτουριστικού προγράμματος. Αναλυτικότερα προτείνονται : 

Δημιουργία φορέα υλοποίησης του προγράμματος

Σχεδιασμός ειδικών φυσιολατρικών διαδρομών, προσδιορισμός και ολοκλήρωση των διαδρομών

Μονοπάτια,

χαράξεις,

σημάνσεις,

χαρτογραφήσεις,

σηματοδοτήσεις, ενέργειες προβολής διαδρόμων 

Παρατηρητήρια, ορεινά καταφύγια

Σταθμοί

περίπτερα

ανάπαυσης

μονοπατιών,

ελαφρές

κατασκευές 

Οικολογικό πάρκο, οικολογική κατασκήνωση

Σχεδιασμός διαδρομών rafting, canoe, mountain bike κλπ. 171


Κατάρτιση συνοδών

Έργα ανάδειξης και προστασίας βιοτόπων και φαραγγιών

Επιμόρφωση του τοπικού πληθυσμού

Δημιουργία πολιτιστικών κέντρων

Παραπέρα ανάπτυξη συναφών δραστηριοτήτων με συνεργασία – υποστήριξη ΕΟΜΜΕΧ, ΕΛΚΕΠΑ, Υπ. Γεωργίας, έτσι ώστε να έχουμε δημιουργία συμπληρωματικών πόρων, ενίσχυση της τοπικής αγοράς, ποιοτική βελτίωση και προβολή προϊόντων, αποφυγή φθηνών και μη αυθεντικών αντικειμένων. Θα δούμε στη συνέχεια την εφαρμογή μερικών από τις

παραπάνω προτάσεις. Οι ορεινές περιοχές της Ελλάδας, όπως η Ήπειρος, διαθέτουν μια πολύ ωραία φύση, που δεν έχει ακόμη αλλοιωθεί σημαντικά. Τα κλιμακωτά

λιθόστρωτα

και

άλλα

μονοπάτια,

που

ακόμα

χρησιμοποιούνται από του βοσκούς και τους αγρότες, μπορούν να αξιοποιηθούν για την απόλαυση της φύσης με την ανάπτυξη τουριστικών προγραμμάτων για πεζοπόρους, ορειβάτες, οικολόγους κ.λ.π. Η διατήρηση των λιθόστρωτων μονοπατιών είναι εφικτή. Με βάση την ορεινή γεωγραφία της Νότιας Πίνδου [εννοούμε το ορεινό συγκρότημα που εκτείνεται νότια του Μετσόβου. Βόρεια όρια της νότιας Πίνδου είναι το Μετσοβίτικο ποτάμι, αυχένας της Κατάρας και το Μαλακασιώτικο ρέμα (άνω Πηνειός)] και ειδικότερα της περιοχής Μετσόβου, εξετάζεται η δυνατότητα δημιουργίας σχεδιασμού ενός δικτύου τοπικών μονοπατιών – διαδρομών διασυνδεδεμένο με το υπάρχον διεθνές – εθνικό δίκτυο της χώρας. Παράλληλα, διερευνάται η σημερινή κατάσταση του οικιστικού δικτύου της περιοχής μελέτης σε σχέση με την υφιστάμενη τουριστική υποδομή και ανάπτυξη. Το προτεινόμενο δίκτυο τοπικών διαδρομών ορίζεται τόσο με την δυνατότητα

υλοποίησής

του

με

σύγχρονες

τοπογραφικές

/

χαρτογραφικές μεθόδους όσο και με τη διασύνδεσή του με την τοπική ιστορία και τις τοποθεσίες ιδιαίτερου φυσικού κάλλους απ’ όπου θα διέρχεται.

172


Είναι σημαντικό για τους νέους Ο.Τ.Α. να εκτιμήσουν την καθιέρωση

και

λειτουργία

του

δικτύου

αυτού

μονοπατιών

ως

ανταγωνιστικού τουριστικού προϊόντος σε μια προοπτική για μια βιώσιμη τοπική ανάπτυξη σύμφωνα με τις νέες διοικητικές – χωροταξικές ρυθμίσεις.

2.10

Οι σημερινοί οικισμοί και η τουριστική ανάπτυξη Η δημογραφική γήρανση και η προϊούσα εγκατάλειψη των

ορεινών οικισμών, που έλαβε διαστάσεις πανδημίας κατά την κρίσιμη δεκαετία του 1960, ήταν ιδιαίτερα έντονα φαινόμενα και στη νότια Πίνδου, σε βαθμό όμως μικρότερο απ’ ότι στους οικι��μούς της βόρειας Πίνδου. Εκτός από το Μέτσοβο, δεν υπάρχει άλλος οικισμός με πληθυσμό μεγαλύτερο των 1000 κατοίκων, ενώ οι οικισμοί με πληθυσμό μεταξύ 500 – 1000 κατοίκων είναι ελάχιστοι.η κατάσταση αυτή είναι από σταθερή ως επιδεινούμενη για το χρονικό διάστημα των τελευταίων 30 ετών, με μικρές εξαιρέσεις. Η μοναδική, σχεδόν, ασχολία του ενεργού οικονομικά πληθυσμού, στους οικισμούς της νότιας Πίνδου πλην του Μετσόβου, ήταν η παραδοσιακή (κοπαδιάρικη) αιγοπροβατοτροφία, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, οπότε άρχισε η τουριστική διείσδυση σ’ αυτό, το άλλοτε απρόσιτο, τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Η ανάπτυξη του τουρισμού στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας είναι ένας οικονομικός παράγων, που μπορεί να βοηθήσει στην άμβλυνση

των

περιφερειακών

αντιθέσεων

σε

σχέση

με

την

απασχόληση, την εγκατάλειψη της υπαίθρου και την άνοδο του εισοδήματος. Αρχικά (1980 – 1990), αναπτύχθηκε ο περιηγητικός τουρισμός, αλλά κατά τη δεκαετία του 1990, άρχισε να αναπτύσσεται και ο οικολογικός λεγόμενος τουρισμός. Ο τουρισμός εξαρτάται από την υψηλή στάθμη του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και για να μπορεί να αποδίδει στα απώτερο μέλλον (αειφόρος ανάπτυξη), πρέπει να σέβεται και να συντηρεί το περιβάλλον, από το οποίο συντηρείται.

173


Μια από τις γεωγραφικές επιμέρους ενότητες της νότιας Πίνδου, με έντονη τουριστική ανάπτυξη κατά την τελευταία, ιδίως, δεκαετία είναι και ο οικισμός του Μετσόβου, ο οποίος ως ευρισκόμενος στην πλεονεκτική θέση του περάσματος από την Ήπειρο στη Θεσσαλία (ο δρόμος της Κατάρας ήταν ο μοναδικός διαθέσιμος ασφαλτόδρομος που διέσχιζε την Πίνδο, είχε όλες τις προϋποθέσεις για εκμετάλλευση των εξαιρετικών φυσικών καλλονών της περιοχής, με στόχο την προσέλκυση τουρισμού, επιπλέον του διερχόμενου. Η

τουριστική

συγκοινωνιών,

από

ανάπτυξη τις

ακολουθεί

οποίες

την

ανάπτυξη

των

πρωταρχικά

εξαρτάται

και,

δευτερευόντως, ενισχύεται από την ύπαρξη διαθέσιμων καταλυμάτων, κυρίως μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων, η ανέγερση των οποίων έρχεται τις περισσότερες φορές ως αποτέλεσμα της αύξησης της τουριστικής ζήτησης. Οι συγκοινωνιακά αποκομμένοι οικισμοί των δυτικών υπωρειών του Περιστερίου (Μεγάλο και Μικρό Περιστέρι, Κράψι, Βαθύπεδο κλπ.) δεν θα ήταν δυνατόν να αναπτυχθούν τουριστικά, εφ’ όσον δεν συνδέονται με ασφαλτοστρωμένο δρόμο με την αντίπερα του Αράχθου περιοχή και τον φυσικό τους πόλο, που είναι τα Ιωάννινα. Επίσης μια ευρεία γεωγραφική ενότητα, με άφθονες φυσικές καλλονές και μεγάλες δυνατότητες τουριστικής ανάπτυξης, η περιοχή της λεκάνης Ασπροποτάμου (άνω Αχελώου) απομονωμένη γεωγραφικά ανάμεσα στον δυτικό και τον ανατολικό κλάδο της νότιας Πίνδου και χωρίς

ικανοποιητικό

συγκοινωνιακό

δίκτυο,

παραμένει

ακόμα

υποβαθμισμένη. Ευνοϊκό παράγοντα για την τουριστική ανάπτυξη αποτελεί η γειτνίαση με τα αστικά κέντρα. Έτσι τα δυτικά κράσπεδα της νότιας Πίνδου (Πράμαντα, Μέτσοβο) είναι προσεγγίσιμα από τα Ιωάννινα. Το ανθρώπινο δυναμικό που κινείται για τουρισμό στη νότια Πίνδο, μπορεί να υπαχθεί στις εξής τέσσερις κατηγορίες : 1.

Τους διερχόμενους, οι οποίοι ‘’σταματούν για μια σύντομη ματιά’’ στο Μέτσοβο, περνώντας από το δρόμο Τρίκαλα – Ιωάννινα.

2.

Αυτούς που κάνουν περιηγητικό τουρισμό και επισκέπτονται οικισμούς, διεισδύοντας όλο και περισσότερο, με την πάροδο του χρόνου, σε περιοχές του εσωτερικού του ορεινού όγκου. Πολλοί 174


διαμένουν σε καταλύματα της περιοχής και κινούνται με Ι.Χ. αυτοκίνητο ή ομαδικά με λεωφορείο. 3.

Τους ‘’καταγόμενους’’, όπως λέγονται όσοι κατάγονται από τους ορεινούς οικισμούς και κατοικούν μόνιμα σε αστικά κέντρα ή στο εξωτερικό. Κυρίως κατά τη θερινή περίοδο διαμένουν για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα στους οικισμούς καταγωγής τους για παραθερισμό ή σύντομες διακοπές. Τέτοιοι ορεινοί οικισμοί είναι, συνήθως, στον ελληνικό χώρο, αυτοί που έχουν πλούσιο ιστορικό και πολιτιστικό παρελθόν κατά τη νεότερη περίοδο, καθώς και φυσικές καλλονές.

4.

Τους λεγόμενους ‘’οικοτουρίστες’’, οι οποίοι επισκέπτονται την περιοχή για ορειβασία, πεζοπορία, αναρρίχηση, πέρασμα των ποταμών με καγιάκ και άλλα πλωτά μέσα, ανεμοπορία κλπ. ή για επίσκεψη μνημείων, πάντοτε όμως με το στοιχείο της πεζοπορίας σε επιλεγμένες διαδρομές. Η τελευταία κατηγορία τουρισμού αυξάνεται συνεχώς κατά την πρόσφατη περίοδο.

2.11

Η ορεινή πεζοπορία και το υφιστάμενο δίκτυο διαδρομών στη νότια Πίνδο και στην περιοχή Μετσόβου. Στην Ελλάδα

ο

οικολογικός

τουρισμός ή

οικοτουρισμός

αναπτύσσεται κατά την τελευταία δεκαετία κυρίως ως μορφή του ορεινού τουρισμού, αρχικά ως εισαγόμενο είδος, με την έννοια της εισαγωγής από το εξωτερικό προτύπων και μεθόδων του οικοτουρισμού και προοδευτικά ως είδος για ευρύτερη κατανάλωση, από όλο και περισσότερες κατηγορίες ανθρώπων που κάνουν τουρισμό. Ο ορεινός τουρισμός θεωρείται ήδη από τους κατοίκους των ορεινών οικισμών της Πίνδου ως η μοναδική ελπίδα για επιβίωση των οικισμών στο μέλλον. Επειδή μάλιστα πρόκειται για οικισμούς οι οποίοι δεν έχουν δεχθεί μέχρι τώρα ογκώδη τουριστικά ρεύματα και επομένως διασώζουν σχετικά αλώβητο το οικολογικό αλλά και το δομημένο περιβάλλον, επιβάλλεται η όποια τουριστική ανάπτυξη να γίνει με τους όρους και τις προδιαγραφές που θέτουν οι κρατούσες σήμερα απόψεις για ‘’βιώσιμη’’ ή ‘’αειφόρο’’ 175


ανάπτυξη, δηλ. για μια ανάπτυξη, η οποία θα μπορεί να συνεχίζεται και στο μέλλον, λαμβάνοντας υπόψη αρχές όπως η οικολογική ισορροπία, η αποφυγή νέων περιφερειακών ανισοτήτων, η παράλληλη ανάπτυξη και άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων και η λελογισμένη χρήση των φυσικών πόρων. Η κύρια δράση του οικολογικού τουρισμού είναι το περπάτημα, από τη σύντομη πεζοπορία για μια επίσκεψη ενός μνημείου λ.χ., μέχρι την πολυήμερη πορεία για διάσχιση μιας γεωγραφικής ενότητας και από την ορειβασία μέχρι την περιπλάνηση μέσα στα όρια ενός παραδοσιακά δομημένου χώρου. Ήδη στην Ελλάδα αναπτύσσεται ταχύτατα το λεγόμενο διεθνώς trekking, δηλ. η πεζοπορία σε ειδικά επιλεγμένες διαδρομές που προσφέρουν αξιόλογο φυσικό περιβάλλον και επίσκεψη μνημείων. Αυτού του είδους η πεζοπορία απαιτεί προσδιορισμό στο έδαφος ειδικών διαδρόμων και βέβαια, συντήρηση των όποιων τεχνικών έργων (και κυρίως της σήμανσης των μονοπατιών) που τυχόν έχουν γίνει με σκοπό την πεζοπορία, ή απλώς την εξυπηρετούν. Τα μονοπάτια που υπάρχουν ήδη στην ορεινή Ελλάδα μπορούν να φέρουν τον άνθρωπο κοντά στη φύση. Τα κλιμακωτά λιθόστρωτα μονοπάτια φέρνουν σε επαφή τον επισκέπτη και με την ιστορία του τόπου. Παρ όλο που τα μονοπάτια χρησιμοποιούνται ακόμη από τους βοσκούς και

τους αγρότες τείνουν να

εγκαταλειφθούν και

να

εξαφανιστούν με τη μείωση του αγροτικού πληθυσμού και την εγκατάλειψη της υπαίθρου. Τα μονοπάτια αυτά των ορεινών περιοχών της ελληνικής υπαίθρου, που ήταν οι κύριοι οδοί επικοινωνίας μέχρι την είσοδο του αυτοκινήτου, είναι θαύματα τεχνικής και αισθητικής. Στην Ήπειρο συνδυάζονται και με εξαιρετικής τέχνης και τεχνικής γεφύρια και αποτελούν μαζί τους αναπόσπαστο σύνολο. Αν μάλιστα προσθέσει κανείς και το υπέροχο φυσικό περιβάλλον που τα περιβάλλει, τα μονοπάτια αυτά αποτελούν ένα θαυμάσιο άξονα γύρω από τον οποίο μπορεί να περιστραφεί η οργανωμένη ανάπτυξη μιας οικονομικά αποδοτικής, αλλά ήπιας μορφής τουρισμού, που να σέβεται το περιβάλλον και να έχει μέλλον. Η Ήπειρος διαθέτει ήδη τους εθνικούς δρυμούς του Βίκου – Αώου και της Βάλια Κάλντα, που θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα 176


ευρύτερο πρόγραμμα πεζοπορικού ή ορειβατικού τουρισμού, με οικολογική κατεύθυνση. Επίσης σε πολλές περιοχές του ελληνικού χώρου έχουν υλοποιηθεί προγράμματα χάραξης και σήμανσης μονοπατιών σε πεζοπορικές διαδρομές για τις ανάγκες του οικοτουρισμού όπως και στην περιοχή Μετσόβου (από το Δήμο Μετσόβου) ή υπάρχουν προτάσεις για τη διαμόρφωση οικολογικών μονοπατιών, με βάση τα υπάρχοντα μονοπάτια και με σκοπό την περιβαλλοντική εκπαίδευση και συγχρόνως την προστασία και διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος. Η ένταξη τμημάτων λιθόστρωτων μονοπατιών, όπου αυτά σώζονται σε αυτές τις διαδρομές θα δώσει και μια ιστορική διάσταση στην διαδρομή. Στη

γεωγραφική

αυτή

ενότητα

είναι

θεσμοθετημένα

και

υλοποιημένα σήμερα τα ακόλουθα μονοπάτια : 1.

Τμήμα του Διεθνούς Μονοπατιού Μεγάλων Διαδρομών Ε6 Το Ε6, προερχόμενο από την περιοχή Ιωαννίνων, περνάει το

Ζαγορίτικο και Μετσοβίτικο ποτάμι στην περιοχή Μπαλντούμα και με πορεία από δυτικά προς ανατολικά ανέρχεται στο βουνό Περιστέρι, περνάει από τη Μεγάλη Γότιστα, ανεβαίνει στην ψηλότερη κορυφή Τσιουκαρέλλα (υψ. 2295 μ.) και στρέφεται προς βορειοανατολικά. Κατεβαίνει προς το Ανθοχώρι, το οποίο αφήνει αριστερά του, για να περάσει από τη Μονή Ζωοδόχου Πηγής, από το μετσοβίτικο ποτάμι και να καταλήξει στο Μέτσοβο. Από το Μέτσοβο ανηφορίζει προς βορρά, περνάει από το διάσελο που οδηγεί προς τη Μηλιά και εισέρχεται από ανατολικά στην κοιλάδα της Βάλια Κάλντα, ανάμεσα στα βουνά Μαυροβούνι και Μηλιά. Φθάνοντας στο βάθος του Αρκουδορέματος χωρίζεται σε δύο κλάδους που προχωρούν περίπου παράλληλα, ο ένας δια μέσου της διαδρομής Περιβόλι – Βασιλίτσα και ο άλλος κατά μήκος του ποταμού Αώου, για να συναντηθούν και πάλι στη Σαμαρίνα.

177


2.

Το δίκτυο του Δήμου Μετσόβου Από το Δήμο Μετσόβου έχει υλοποιηθεί ένα δίκτυο τοπικών

διαδρομών προς το ορεινό συγκρότημα βόρεια του Μετσόβου, τον Εθνικό Δρυμό της Βάλια Κάλντα και την τεχνητή λίμνη πηγών Αώου. Τα μονοπάτια αυτά έχουν τις ονομασίες Ρ1, Ρ2 και Ρ3 και έχουν ως αρχή το Μέτσοβο, προορίζονται για όσους θέλουν να κάνουν ανάβαση στις κορυφές Μαυροβούνι, Φλέγκα και Αυτιά, που περικλείουν τη Βάλια Κάλντα από νότο και προσφέρουν στον πεζοπόρο και το θέαμα τις αλπικής (υψ. 1500 μ.) λίμνης Αώου.

2.12 Το προτεινόμενο δίκτυο διαδρομών στην περιοχή του Μετσόβου

1.

Διαδρομή Μέτσοβο – Κιάτρα Μπροάστρα Από το Μέτσοβο, μονοπάτι (ή δρόμος) οδηγεί στο χωριό Ανήλιο

και από εκεί ανεβαίνει στο ύψωμα Οξιές (υψ. 1646 μ.) και στην κορυφογραμμή του Ζυγού, με νοτιοανατολική κατεύθυνση. Η διαδρομή ακολουθεί την κορυφογραμμή των βουνών Μοράβα (υψ. 1890 μ.), Κοπάνες, Χιόλι, στο έδαφος της θεσσαλικής Πίνδου και οδηγεί στον αυχένα Κιάτρα Μπροάστρα, μεταξύ των ορεινών συγκροτημάτων της Μοράβας και της Τριγγιάς, ακριβώς επάνω στο ψηλότερο σημείο του επαρχιακού δρόμου Κρανιάς – Καστανιάς της επαρχίας Καλαμπάκας. Η διαδρομή απαιτεί χρόνο μιας μέρας, ενώ παραλλαγή της διαδρομής μπορεί να γίνει με κατάληξη τον οικισμό Στεφάνι, τον ψηλότερο της Θεσσαλίας (υψ. 1350 μ.). περιλαμβάνει διάσχιση του πυκνότερα δασωμένου τμήματος ολόκληρης της νότιας Πίνδου και την καλύτερη θέα, από την κορυφή Οξιές, της εδαφικής κοιλότητας του Μετσόβου. Σε κατάλληλο σημείο ανάμεσα στις κορυφές Δοκίμι (1972 μ.) και Μοράβα, στην κορυφογραμμή του Ζυγού, ενδείκνυται η ανέγερση ορειβατικού καταφυγίου, το οποίο θα είναι προσπελάσιμο από το Μέτσοβο από τα 178


χωριά Χαλίκι, Ανθούσα και Στεφάνι της Θεσσαλίας και από το ψηλότερο σημείο του αυχένα της Κατάρας, θέσεις από τις οποίες θα ισαπέχει με πορεία 4-8 ωρών (ανάλογα με την εποχή και την ταχύτητα ανάβασης του πεζοπόρου). Θα προσφέρεται ως αφετηρία εξόρμησης προς τέσσερα διαφορετικά βουνά που τέμνονται σταυροειδώς στην περιοχή (Ζυγός, Μοράβα, Κέδρος, Δοκίμι).

2.

Διαδρομή Μέτσοβο – Ανθοχώρι Μια μικρού μήκους και χωρίς μεγάλες υψομετρικές διαφορές

διαδρομή μπορεί να γίνει από το Μέτσοβο προς το χωριό Ανήλιο, τη Μονή Ζωοδόχου Πηγής (γνωστή ως Μοναστήρι Κόκκινης Πέτρας), με κατάληξη το Ανθοχώρι, διαδρομή που μπορεί να γίνει σε λιγότερο από μιας μέρας πορεία. Η διαδρομή συναντάει το μονοπάτι Ε6 στη Μ. Κόκκινης Πέτρας, ενώ στα αξιοθέατα που συναντά περιλαμβάνεται και το Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου Μετσόβου.

3.

Διαδρομή Μέτσοβο – Χρυσοβίτσα Η διαδρομή αυτή ελίσσεται στο χώρο της βόρειας Πίνδου και

ειδικότερα στη χαμηλή οροσειρά δυτικά του Μετσόβου. Ο αισθητικά και οικολογικά ενδιαφέρων χώρος της τεχνητής λίμνης πηγών Αώου και του ορεινού όγκου Φλέγκα – Μαυροβούνι καλύπτεται από την πορεία του Διεθνούς Μονοπατιού Ε6 και από το τοπικό δίκτυο του Δήμου Μετσόβου. Με την προτεινόμενη διαδρομή καλύπτεται η περιοχή δυτικά του Μετσόβου, η οποία χαρακτηρίζεται από το ιδιαίτερης αισθητικής αξίας δάσος Βακαρόσσα και από τη θέα προς τη λίμνη, την οποία προσφέρει η διαδρομή κατά μήκος της κορυφογραμμής πάνω από το χιονοδρομικό κέντρο του Μετσόβου. Η περιοχή της Χρυσοβίτσας προσφέρει αξιοθέατα όπως την εικόνα της Παναγίας στο ομώνυμο μοναστήρι, που κατά την παράδοση φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Η διαδρομή μπορεί να περιλαμβάνει διακλάδωση προς Γρεβενίτι ή Τρίστενο, στην περιοχή του ανατολικού Ζαγορίου.

179


2.12

Προϋποθέσεις και επιπτώσεις λειτουργίας του πλέγματος των διαδρομών στο τοπικό οικιστικό δίκτυο Οι υφιστάμενες και προτεινόμενες διαδρομές μπορούν να

αποτελέσουν επιπρόσθετο λόγο για προσέλκυση τουρισμού στην περιοχή του Μετσόβου. Προς το σκοπό αυτό θα πρέπει να γίνει με κατάλληλο τρόπο η σύνδεση της πορείας των διαδρομών με το ιστορικό παρελθόν της περιοχής μέσα από έντυπα για ενημέρωση των επισκεπτών, οι οποίοι, έτσι και αλλιώς, επισκέπτονται το Μέτσοβο, ακόμη και ως διερχόμενοι. Το πλέγμα διαδρομών βόρεια του Μετσόβου, λ.χ., μπορεί να συνδεθεί με την ιστορικότητα της περιοχής του οροπεδίου Πηγών Αώου : η ονομασία Πολιτσιές, η τοποθεσία Μπερατόρι (Ιμπερατόρι), η διαχρονικά σημασία του οδικού άξονα Μέτσοβο – Μηλιά από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, είναι στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την προβολή της τοπικής ιστορίας μέσω του οικοτουρισμού. Σε γενικές γραμμές το προτεινόμενο δίκτυο μονοπατιών εκτείνεται στον ορεινό χώρο νότια του Μετσόβου. Αυτό γίνεται επειδή η περιοχή προς βορρά του Μετσόβου (Πολιτσιές, Βάλια Κάλντα κλπ.)είναι ήδη αρκετά γνωστή, με πλήρες υφιστάμενο δίκτυο μονοπατιών, ενώ προβλέπεται και η άμεση σύνδεση με τον παρακείμενο νομό Γρεβενών, η οποία θα γίνει όταν ολοκληρωθούν τα έργα της Εγνατίας οδού. Αντίθετα, υστερεί η σύνδεση του Μετσόβου με τον ευρύ οικολογικό χώρο που εκτείνεται προς το νότο, τόσο προς την ηπειρωτική πλευρά (Συρράκο, Καλαρρύτες, Πράμαντα), όσο και με τη θεσσαλική (οικισμοί λεκάνης Άνω Αχελώου ή περιοχή Ασπροποτάμου, όπως συνηθίζεται να αποκαλείται). Στον χώρο αυτό έχουν ήδη διανοιγεί πολλοί δασικοί δρόμοι, πάνω σε διαδρομές ιστορικών μονοπατιών, όπως λ.χ. η διαδρομή Ανήλιο – Χαλίκι. Πρόκειται για διαδρομές οι οποίες θα μπορούσαν, επίσης να χρησιμοποιηθούν ως μονοπάτια ορεινών διαδρομών. Σ’ αυτό μπορεί να βοηθήσει η διάνοιξη δασικών δρόμων, η οποία διευκολύνει την προσπέλαση, αλλά τις περισσότερες φορές ο προγραμματισμός και η εκτέλεση παρόμοιων έργων προκαλεί φθορές 180


και στα σωζόμενα μονοπάτια, ιδίως όταν οι δρόμοι διέρχονται, ή τέμνουν, παλιούς λιθόστρωτους (‘’Σκάλες’’) όπως επίσης και σε πέτρινα γεφύρια. Οπωσδήποτε, οποιαδήποτε αναπτυξιακή μελέτη για την περιοχή του Μετσόβου, θα πρέπει να λάβει υπ’ όψη της, ότι πέρα από τον παραδοσιακό άξονα διακίνησης τουρισμού στην ευθεία Ιωάννινα – Τρίκαλα (περιηγητικός και διερχόμενος τουρισμός), αρχίζει σταδιακά να δημιουργείται και ένας άλλος άξονας τουριστικής ανάπτυξης, στην κάθετη με την προηγούμενη διεύθυνση, από βορρά προς νότο, προς τους ορεινούς όγκους της οροσειράς της Πίνδου (βόρειας και νότιας), με αφετηρία το Μέτσοβο. Πρόκειται για άξονα οικολογικού τουρισμού, ο οποίος, κυρίως με τις πεζοπορικές διαδρομές, θα φέρει σε επαφή το Μέτσοβο με τις προς βορρά και νότο γεωγραφικές ενότητες και μάλιστα σε

μια

διάσταση

αρκετά

διαφορετική,

από

την

μέχρι

τώρα

παρατηρούμενη από την επαφή και επικοινωνία με Ιωάννινα ή Καλαμπάκα – Τρίκαλα. Η παρούσα πρόταση, αποσκοπεί στη στροφή της τουριστικής ανάπτυξης του Μετσόβου προς νότο, προς τον ορεινό όγκο του Περιστερίου, ο οποίος κείται πλησιέστερα προς τον οικισμό του Μετσόβου από οποιοδήποτε άλλο παρακείμενο ορεινό συγκρότημα, ενώ ειδικά η κορυφή Τσιουκαρέλλα (χάρη στο σχήμα του περιστεριού που δείχνει να έχει όπως φαίνεται από το Μέτσοβο), αποτελεί και ιδεολογικό – ιστορικό σύμβολο για τους Μετσοβίτες. Η κοσμολογική – συμβολική έννοια των τεσσάρων αξόνων προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα του Μετσόβου, που αναφέρει ο Β. Χαρίσης, παίρνει και μια άλλη διάσταση, υλοποιημένη

επί

του

εδάφους

:

το

Μέτσοβο,

από

ιστορικός

συγκοινωνιακός κόμβος και αφετηρία των μεγάλων ποταμών που κατευθύνονται προς Ήπειρο, Αλβανία, Θεσσαλία και κεντρική Ελλάδα – Άραχθος, Αώος, Πηνειός, Αχελώος- μπορεί να μετατραπεί σε κόμβο διακίνησης των φυσιολατρών και γενικά του ορεινού τουρισμού από και προς όλες τις διευθύνσεις της οροσειράς της Πίνδου. Παράλληλα, θα πρέπει να υπομνησθεί η πανάρχαιη σχέση των Μετσοβιτών με τις ορεινές διαδρομές, στα πλαίσια των αποδημιών κατά την περίοδο της πνευματικής και οικονομικής ανάπτυξης (18ος – 19ος αι.), εποχή κατά την 181


οποία οι Μετσοβίτες διακρίθηκαν ιδιαίτερα ως έμποροι και αγωγιάτες. Η ιστορική χρήση των ορεινών μονοπατιών από τους κατοίκους της νότιας Πίνδου, θα πρέπει να θεωρηθεί ως στοιχείο πολιτισμικής ιδιαιτερότητας της περιοχής και είναι γνωστό ότι η πολιτισμική ιδιαιτερότητα αποτελεί, μαζί με το φυσικό περιβάλλον, τα δύο βασικά στοιχεία – προϋποθέσεις για την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής. Παράγοντες οι οποίοι θα συμβάλουν σημαντικά στην πρόσβαση των ενδιαφερόμενων προς το πλέγμα των προτεινόμενων ορεινών διαδρομών, είναι : α. Η ανέγερση καταφυγίων, τα οποία θα αποτελούν όχι μόνο πρόχειρα καταλύματα για τους πεζοπόρους και ορειβάτες, αλλά και πόλους έλξης ως σημεία αυτά καθαυτά, εξ αιτίας της θέσης τους πάνω σε κορυφογραμμές με απέραντο οπτικό ορίζοντα και σε διασταυρώσεις μονοπατιών. β. Η ολοκλήρωση του οδικού δικτύου στη λεκάνη Ασπροποτάμου και η διάνοιξη ενός δρόμου κατά μήκος των δυτικών κρασπέδων του Περιστερίου, κατά τη διεύθυνση Ανθοχώρι – Μεγάλο και Μικρό Περιστέρι –Μεγάλη και Μικρή Γότιστα – Κράψι – Βαθύπεδο – Παλαιοχώρι Συρράκου – Προσήλιο. Απαραίτητη

προϋπόθεση

για

την

ανάπτυξη

ενός

τέτοιου

τουριστικού προγράμματος για πεζοπόρους είναι η ύπαρξη κατάλληλων χαρτών και πληροφοριακού υλικού που θα υποδεικνύει στους πεζοπόρους οργανωμένες σηματοδοτημένες διαδρομές και θα τους βοηθά να οργανώσουν δικές τους.

2.13 Χαρτογραφικό υλικό από άλλες χώρες Σε

άλλες

χώρες

οδοιπορικοί

χάρτες

για

πεζοπόρους,

ποδηλάτες, σκιέρ κλπ., πολύ υψηλών προδιαγραφών, είναι διαδεδομένοι από πολλές δεκαετίες. Στους χάρτες αυτούς περιέχεται μεγάλος ��ριθμός πληροφοριών για τις δραστηριότητες που αφορούν την οργάνωση της διασκέδασης 182


του επισκέπτη, με έμφαση στην πεζοπορία αλλά και την ιππασία, την ποδηλασία, το ψάρεμα και μεγάλο αριθμό αθλητικών και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων που βοηθά στην απόλαυση του φυσικού περιβάλλοντος και την οργάνωση του χρόνου του επισκέπτη. Οι χάρτες αυτοί υποδεικνύουν συγκεκριμένες διαδρομές για την απόλαυση της πανίδας και της χλωρίδας της περιοχής, που συχνά είναι προστατευόμενη, για παράδειγμα μονοπάτια για ιππασία, ποδήλατα και πεζοπόρους, περιοχές περιορισμένης ή απαγορευμένης πρόσβασης, σημεία με θέα, μνημεία, σημεία με τουριστικές εγκαταστάσεις και διάφορες άλλες τουριστικές πληροφορίες. Παρέχουν στον πεζοπόρο κάθε μορφής πληροφορία που θα μπορούσε να του χρησιμέψει κατά την πορεία του.

2.13.1 Στοιχεία πορείας Τα κυριότερα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την οργάνωση μιας ασφαλούς και ευχάριστης πορείας για έναν πεζοπόρο είναι : 

Ποιότητα οδοστρώματος του μονοπατιού και κατηγορία. Μπορούν να

προστεθούν

υποδείξεις

για

την

καταλληλότητα

του

μονοπατιού ή του δρόμου για πεζοπορία ή τις δυσκολίες που παρουσιάζει. 

Χιλιομετρικές αποστάσεις διαδρομών. Από τη χιλιομετρική απόσταση και σε συνδυασμό με την κλίση και την ποιότητα του μονοπατιού ο πεζοπόρος μπορεί να εκτιμήσει ανάλογα με την ικανότητά του τη χρονική διάρκεια των διαδρομών.

 

Σημεία ανεύρεσης πόσιμου νερού. Καταφύγια και δυνατότητες που αυτά μπορούν να προσφέρουν στον επισκέπτη.

183


2.13.2 Τουριστικά – ιστορικά στοιχεία Εκτός από τις πληροφορίες για την πορεία και τις δυσκολίες που θα συναντήσει ο πεζοπόρος κατά τη διαδρομή, ο χάρτης πρέπει να περιέχει και στοιχεία σχετικά με το περιβάλλον. Τα στοιχεία αυτά είναι τριών κατηγοριών : 4.

Ιστορικά – τεχνικά στοιχεία σχετικά με την κατασκευή των μονοπατιών και την χρήση τους. Θρύλοι και ιστορικά στοιχεία που συνδέονται με τοποθεσίες και κτίσματα.

5.

Στοιχεία για το φυσικό κάλος της περιοχής (φωτογραφίες, επισήμανση ωραίων διαδρομών και σημείων με θέα).

6.

Στοιχεία

τουριστικών

πληροφοριών

(ξενοδοχεία,

ξενώνες,

τουριστικές υπηρεσίες, συγκοινωνίες κλπ.).

Συμπεράσματα Όλες οι προτεινόμενες δράσεις αποτελούν κατευθυντήριους άξονες πολιτικής, σχεδιασμού και εφαρμογής. Οι λεπτομέρειες θα πρέπει να καθορίζονται ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της περιοχής. Ωστόσο για την εξειδίκευση οποιωνδήποτε κατευθυντήριων αξόνων είναι απαραίτητη η πλήρης γνώση της οικολογίας της περιοχής του Μετσόβου, της κουλτούρας των κατοίκων και της φύσης των φυσικών, βιολογικών, πολιτιστικών και κοινωνικο-οικονομικών μεταβολών που τις επηρεάζουν. Στον Ελληνικό χώρο οι ορεινές ζώνες αποτελούν ένα σημαντικό εδαφικά

και

περιβαλλοντικά

κομμάτι.

Τα

έντονα

φαινόμενα

πληθυσμιακής συρρίκνωσης, ανεπάρκειας υποδομών και οικονομικής υποτονικότητας που τις χαρακτήριζαν, έχουν την τελευταία δεκαετία περιοριστεί και σε μερικές περιπτώσεις αντιστραφεί. Η εξέλιξη αυτή δείχνει

ακόμα

περισσότερο

την

ύπαρξη

περιθωρίων

άσκησης

ενεργητικής πολιτικής για τη διαφύλαξη, ανάδειξη και αξιοποίηση των αξιόλογων στοιχείων του περιβάλλοντός τους. 184


Η υποστήριξη της ανάπτυξης νέων, προσαρμοσμένων στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, δραστηριοτήτων,παράλληλα με την ενίσχυση

και

των

παραδοσιακών

δραστηριοτήτων,

πρέπει

να

αποτελέσουν τις βασικές πολιτικές σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Η κρατική ενίσχυση σε υποδομές, αναπτυξιακές και περιβαλλοντικές, σε ενημέρωση-ευαισθητοποίηση

και

εκπαίδευση-κατάρτιση

είναι

απαραίτητη. Και οι δύο προηγούμενες προοπτικές εντάσσονται στη λογική της βιώσιμης ανάπτυξης. Ωστόσο η οποιαδήποτε αναπτυξιακή πορεία της παραδοσιακής, ορεινής περιοχής του Μετσόβου για να μην αποτελέσει στοιχείο υποβάθμισης ή καταστροφής του πλούσιου και εύθραυστου περιβάλλοντός της χρειάζεται μηχανισμούς προστασίας και ρύθμισης

καθώς

και

συνολικό

ή

εξειδικευμένο

σχεδιασμό

και

ολοκληρωμένα προγράμματα δράσης.

185


186


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

187


Στις παρακάτω φωτογραφίες φαίνεται το πλούσιο υδατικό και φυσικό περιβάλλον της Επαρχίας Μετσόβου (Μέτσοβο, Βοβούσα, Ζαγόρι, Περιστέρι).

188


189


190


191


192


193


Εδώ φαίνονται οι εγκαταστάσεις του Βιολογικού Καθαρισμού Μετσόβου.

194


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3o ΑΝΑΠΑΛΑΙΩΣΗ ΝΕΡΟΜΥΛΟΥ ΚΑΙ ΝΕΡΟΤΡΙΒΗΣ ΣΤΟ ΜΕΤΣΟΒΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΥΠΑΙΘΡΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΥΔΡΟΚΙΝΗΣΗΣ ΣΤΟ ΑΝΘΟΧΩΡΙ

195


Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται μια γενική αναφορά στη σημασία της αναπαλαίωσης και συντήρησης της παγκόσμιας φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς. Στη συνέχεια παρατίθεται η μελέτη της αναστήλωσης ενός παραδοσιακού

νερόμυλου

(νερόμυλος

Γκίνα)

στην περιοχή

του

Μετσόβου, καθώς και μια σύντομη αναφορά σε ένα άλλο συγκρότημα (νερόμυλος-νεροτριβή-

μαντάνια)

στο

Παλαιοχώρι

του

Μικρού

Περιστερίου. Ακολουθεί η «Ιστορία» των νερόμυλων και τέλος περιγράφεται η υλοποίηση της πρότασης δημιουργίας ανοικτού μουσείου υδροκίνησης στο Ανθοχώρι Μετσόβου.

196


3.

Γενικά Η διαμόρφωση της Πίνδου που καθώς διασταυρώνεται με άλλες

οροσειρές,

σχηματίζει

μια

τεράστια

ποικιλία

υψιπέδων,

μικρών

κοιλάδων, λεκανοπεδίων, στενών πεδινών ή λοφωδών παραλιακών ζωνών, σε συνδυασμό και με την ιδιαίτερη ιστορική πορεία αυτού του τόπου, έχουν δημιουργήσει

στο σύνολο των περιοχών της Ορεινής

Ελλάδας, μοναδικά μνημεία της Φύσης και του Πολιτισμού, που αποτελούν Παγκόσμια Κληρονομιά της ανθρωπότητας. Βάση της σύμβασης, για την προστασία της παγκόσμιας φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς (UNESCO, 1972) ως φυσική κληρονομιά χαρακτηρίζονται τα -

Φυσικά

μνημεία

αποτελούμενα

από

φυσικούς

βιολογικούς

σχηματισμούς ή από ομάδες τέτοιων σχηματισμών παγκοσμίου αξίας από απόψεως αισθητικής ή επιστημονικής. -

Γεωλογικοί

και

Φυσιογραφικοί

σχηματισμοί

και

ακριβώς

καθορισμένες εκτάσεις που αποτελούν την κατοικία απειλούμενων ζωικών και φυτικών ειδών, παγκόσμιας αξίας από απόψεως επιστήμης ή ανάγκης διατήρησης. -

Φυσικά

τοπία

ή

ακριβώς

καθορισμένες

φυσικές

εκτάσεις

παγκόσμιας αξίας από άποψη επιστήμης, ανάγκης διατήρησης ή φυσικού κάλους. Ο Νόμος 1650/86 ρυθμίζει θέματα προστασία της φυσικής κληρονομιάς της χώρας μας την οποία διακρίνει σε περιοχές απόλυτης προστασία της φύσης, Εθνικούς Δρυμούς, προστατευόμενους φυσικούς σχηματισμούς, τοπία, στοιχεία του τόπου και περιοχές οικοανάπτυξης. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία αποτελούν κι τους κυριότερους πόρους για την αειφόρο ανάπτυξη αυτών των περιοχών (όπως είναι και το Μέτσοβο), ιδιαιτέρως δε εκεί όπου η γεωμορφολογία δεν επιτρέπει πλούσια και αποδοτική ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα. Η συντήρηση, ανάδειξη και προστασία τους αποτελούν την κύρια προϋπόθεση όχι μόνο για να παραμείνουν αυτοί οι πόροι αναλλοίωτοι και προσοδοφόροι αλλά και για τη διατήρηση της

197


συλλογικής μνήμης των τοπικών κοινωνιών και τη διαμόρφωση τέτοιων συμπεριφορών που να στηρίζουν την αειφορία. Είναι εμφανές ότι οι κυριότεροι πόροι, που μπορούν να συνδυάσουν τα παραπάνω στοιχεία αειφορικής ανάπτυξης των ορεινών περιοχών της πατρίδας μας είναι τα τεκμήρια της Φυσικής και Πολιτιστικής κληρονομιάς ενός τόπου και το ‘‘κύριο εργαλείο’’ για να διατηρούν τα αειφορικά χαρακτηριστικά τους, είναι η Συντήρηση της Φυσικής και Πολιτιστικής κληρονομιάς. Απόψεις, που τονίζουν τον αναπτυξιακό ρόλο της προστασίας της φύσης και επικρατούν τις τελευταίες δεκαετίες στον χώρο της οικολογικής σκέψης, έχουν σαν στόχο την άρση της αντιπαράθεσης μεταξύ ανάπτυξης και διατήρησης και εκφράζονται με τον όρο ‘‘οικοανάπτυξη’’. Σύμφωνα με αυτόν ο ‘‘άνθρωπος δεν πρέπει να εξορίζεται από τις περιοχές προς προστασία αλλά ο σχεδιασμός της ανάπτυξης να είναι τέτοιος που να εμπεριέχει την προστασία της φύσης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του τους βιολογικούς και οικολογικούς παράγοντες σε συνδυασμό με τις πολιτισμικές, πολιτικές και οικονομικές διαστάσεις και την κοινωνική τοπική πραγματικότητα’’ (Sachs 1980). Ίσως στη χώρα μας και ιδιαιτέρως στις ορεινές περιοχές όπου κυρίως ο δευτερογενής αλλά συχνά και ο πρωτογενής τομέας παραγωγής είναι περιορισμένοι η προστασία και η ανάδειξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς θα πρέπει να αποτελεί τον κύριο στρατηγικό αναπτυξιακό στόχο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το επιστημονικό / τεχνολογικό πεδίο της

Συντήρησης

της

Φυσικής

και

Πολιτιστικής

Κληρονομιάς,

αναδεικνύεται ως καθοριστικός παράγοντας υλοποίησης των παραπάνω στόχων. Είναι προφανής και άμεση η συμβολή του στην αύξηση των θέσεων απασχόλησης του ντόπιου πληθυσμού και στον καθορισμό της χωροθέτησης των επενδύσεων μιας περιοχής, καθώς επηρεάζει τη διαμόρφωση της εικόνας και την ελκυστικότητά της.

198


Έτσι : -

η συντήρηση έχει ως αντικειμενικό σκοπό να εξασφαλίσει τη διάσωση της πολιτισμικής κληρονομιάς, φροντίζοντας για την κατάλληλη προσαρμογή στις ανάγκες της κοινωνίας, μέσα από ένα σύνολο τεχνικών, νομοθετικών, οικονομικών, φορολογικών, πολιτιστικών μέτρων κ.ο.κ.

-

η αποκατάσταση, στη συνέχεια εννοείται ως το τεχνικό μέσο μεσολάβησης που διαφυλάσσει

ζωντανή

και

μεταδίδει εξ

ολοκλήρου στο μέλλον την πολιτιστική κληρονομιά. -

η συντήρηση και αποκατάσταση των μνημείων αποσκοπούν να τα διασώσουν τόσο σαν έργα τέχνης όσο και σαν ιστορι��ές μαρτυρίες.

-

η συντήρηση των μνημείων έχει σαν πρωταρχική απαίτηση τη συνεχή και μόνιμη φροντίδα για τη διατήρησή τους.

-

η

συντήρηση

των

μνημείων

ευνοείται

πάντοτε

από

την

καταλληλότητά τους να χρησιμοποιηθούν για κάποιο σκοπό ωφέλιμο στην κοινωνία. Μια τέτοια χρησιμοποίηση είναι βέβαια επιθυμητή, αλλά δεν πρέπει να αλλάζει τη διάρθρωση ή τη διακόσμηση των κτιρίων. Οι διαρρυθμίσεις που επιβάλλει η αλλαγή της λειτουργίας τους (από νέες χρήσεις), πρέπει να αντιμετωπίζονται και ενδεχομένως να επιτρέπονται μέσα σε αυτά τα όρια. -

η συντήρηση ενός μνημείου συνεπάγεται τη διατήρηση του άμεσου περιβάλλοντός του, στην κλίμακά του. Αν το παραδοσιακό πλαίσιο

δεν

έχει

εξαφανισθεί,

έχουμε

καθήκον

να

το

διατηρήσουμε, αλλά και ταυτόχρονα να αποκλείσουμε κάθε προσθήκη, κάθε κατεδάφιση και κάθε αλλαγή που θα μπορούσε να αλλάξει τις σχέσεις των όγκων και των χρωμάτων. -

το μνημείο είναι αναπόσπαστο από την ιστορική στιγμή που αντιπροσωπεύει και από τον χώρο όπου είναι τοποθετημένο. Επομένως η μετακίνησή του όλου ή τμήματος ενός μνημείου μπορεί να γίνει παραδεκτή μόνο αν επιβάλλεται από την ανάγκη

199


διάσωσής του, ή αν δικαιολογείται από λόγους μεγάλης εθνικής σημασίας. -

τα γλυπτικά, ζωγραφικά ή διακοσμητικά στοιχεία που είναι αναπόσπαστα

δεμένα

με

το

μνημείο,

δεν

μπορούν

να

διαχωριστούν παρά μόνο αν το μέτρο αυτό είναι η μοναδική διέξοδος για να εξασφαλιστεί η διάσωσή τους. Διατήρηση δεν σημαίνει μόνο να προφυλάξουμε από την ερείπωση ή να διατηρήσουμε σε ζωή και σε αξία ένα πολιτισμικό αγαθό. Κυρίως πρέπει να διατηρήσουμε τις αξίες του παρελθόντος, να τις αναδείξουμε και να τις προβάλλουμε, πράγμα το οποίο είναι δεμένο με τις έννοιες της μνήμης του ατόμου, της συλλογικής μνήμης, καθώς και της παράδοσης.

3.1

Μια

πρώτη

διαχειριστικών

αποτίμηση σχεδίων

της

της

μέχρι

Φυσικής

τώρα και

εμπειρίας

Πολιτιστικής

Κληρονομιάς της Ελληνικής Ορεινής Επικράτειας Από την έως τώρα εμπειρία αναπτυξιακών προσπαθειών ορισμένων

ορεινών

περιοχών

της

Ελλάδας,

μπορούμε

να

επικεντρώσουμε την προσοχή μας στα εξής στοιχεία : 1. διαδικασία

Υπάρχουν περιελάμβανε

περιοχές τη

στις

διατήρηση

οποίες και

η την

αναπτυξιακή ένταξη

του

περιβάλλοντος σ’ αυτήν, καθώς και την εμπλοκή της τοπικής οικονομίας και των χαρακτηριστικών του τόπου. Επί πλέον στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην χρήση της υπάρχουσας ή παραπλήσιας υποδομής. Όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι πολύ θετικά και κινούνται στην κατεύθυνση της αειφορίας, αλλά δεν αρκούν για να προστατεύσουν τις περιοχές αυτές από όλα τα φαινόμενα εντατικού τουρισμού. Είναι απαραίτητη η εκπαίδευση : α. Των τοπικών κοινωνιών για την ένταξή τους στην αειφόρο αναπτυξιακή προσπάθεια, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα ακόμη και τη δημιουργία νέων επαγγελμάτων. 200


β. Της ‘’Αγοράς’’, με περιβαλλοντικά κριτήρια, ώστε να ζητά αυτό το ‘’προϊόν’’. Ως παράδειγμα τέτοιων περιοχών μπορούν να αναφερθούν οι περιοχές του Παρνασσού, του Πηλίου, του Μετσόβου, του Ζαγορίου Ιωαννίνων. Υπάρχουν άλλες ορεινές περιοχές που αναπτύσσουν

2.

οικοτουριστικά προγράμματα αξιοποιώντας και προστατεύοντας κυρίως το Φυσικό Περιβάλλον (π.χ. Δαδιά, Περιοχή Λίμνης Ταυρωπού, Ορεινή Παρνασσίδα και Δωρίδα κ.ά.), ή φροντίζοντας για την ισορροπημένη προβολή και διατήρηση Φυσικού και Πολιτιστικού Περιβάλλοντος (π.χ. Ορεινή Κυνουρία, Δημητσάνα). Οι προσπάθειες αυτές είναι αρκετά πρόσφατες, ώστε να τύχουν αξιόπιστης αποτίμησης. Στις περισσότερες περιπτώσεις όμως, η Συντήρηση, Ανάδειξη και Προστασία

της

αντιμετωπίζεται

Φυσικής ως

Τμήμα

και

Πολιτιστικής

της

Κληρονομιάς,

Αναπτυξιακής

Διαδικασίας,

δεν με

αποτέλεσμα οι επενδύσεις σε αυτόν τον τομέα να μην αποτελούν προτεραιότητα τόσο για την Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση όσο και για τις τοπικές κοινωνίες. Φωτεινή εξαίρεση η περιοχή Μετσόβου όπου αναστηλώθηκε παραδοσιακός νερόμυλος (νερόμυλος Γκίνα) κοντά στο μοναστήρι της Παναγίας και βρίσκεται ήδη στα τελειώματα η κατασκευή ανοικτού μουσείου υδροκίνησης στο Ανθοχώρι Μετσόβου. Στις περισσότερες δε Ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις δράσεων προς

αυτήν

την

κατεύθυνση

οι

κάτοικοι

των

περιοχών

που

αναπτύσσονται αυτές οι δράσεις είναι απόντες από την υλοποίησή τους, στοιχείο που δεν συνάδει με την αειφορία. Η

ενημέρωση

/

εκπαίδευση

των

κατοίκων,

η

ενίσχυση

παραδοσιακών τεχνών, η δημιουργία νέων επαγγελμάτων, αλλά κυρίως η ενίσχυση της συλλογικής μνήμης των τοπικών κοινωνιών, αποτελούν ίσως το πρώτο βήμα για την αναστροφή του παραπάνω κλίματος.

201


3.2

Μ Ε Λ Ε Τ Η ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ

3.2.1 ΤΕΧΝΙΚΗ Α.

ΜΥΛΟΥ

ΓΚΙΝΑ

ΕΚΘΕΣΗ

Γενικά Πρόκειται για πέτρινο κτίσμα απλής λαϊκής αρχιτεκτονικής το

οποίο σε κάτοψη έχει σχήμα ορθογωνικό. Ο νερόμυλος βρίσκεται δίπλα ακριβώς στον Μετσοβίτικο ποταμό και είναι ιδιοκτησία του Δήμου Μετσόβου. Πριν λίγα χρόνια αποτελούσε την πηγή ζωής του Μετσόβου και της γύρω περιοχής, εκφράζει τον τρόπο επιβίωσης των κατοίκων, είναι δε από τους ελάχιστους νερόμυλους στο είδος του, που έχουν απομείνει. Γι’ αυτούς κυρίως τους λόγους χρειάστηκε να γίνει άμεση σωστική επέμβαση (καθώς κρίθηκε ότι η κατάστασή του ήταν από μέτρια έως κακή) αφού πρώτα χαρακτηρίστηκε ο νερόμυλος αυτό στη θέση Παναγιά του Δήμου Μετσόβου Ιωαννίνων ως ιστορικό, διατηρητέο μνημείο.

Β.

Προηγούμενη κατάσταση – Πρόταση αποκατάστασης Ο μύλος εγκαταλείφθηκε πριν από αρκετά χρόνια, με άμεση

συνέπεια :

1.

Να καταρρεύσει η στέγη γενικά (ζευκτά – πέτσωμα – επικάλυψη με σχιστόπλακα).

2.

Το σύστημα λειτουργίας του μύλου (δυο φτερωτές – δύο μυλόπετρες) υπήρχαν αλλά είχαν διαβρωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό, έτσι ώστε χρειάστηκε η επισκευή και η συντήρησή τους.

202


3.

Οι τοίχοι πέτρινοι, κτισμένοι ξηρολιθιά βρίσκονταν σε κακή κατάσταση και απαιτήθηκε άμεση επανακατασκευή τους (λόγω της κατάρρευσης του μεγαλύτερου μέρους της στέγης).

4.

Τα

υπάρχοντα

ξύλινα

ανοίγματα

(πόρτες

παράθυρα)

βρίσκονταν σε μέτρια κατάσταση.

5.

Το υπάρχον δάπεδο ήταν επικαλυμμένο με σχιστόπλακα σε κακή κατάσταση.

6.

Η ξύλινη χοάνη (κανάλι που μεταφέρει το νερό στη φτερωτή) χρειάστηκε επισκευή.

7.

Ο υδραύλακας (ο οποίος έχει πολύ μεγάλο μήκος) που μετέφερε το νερό από το ποτάμι στις φτερωτές είχε καταρρεύσει και χρειάστηκε ανακατασκευή.

8.

Ο περιβάλλον χώρος χρειάστηκε να διαμορφωθεί (πρόσβαση με πέτρινα σκαλιά, κατασκευή λιθόστρωτων και αργολιθοδομών) καθώς και να γίνει καθαρισμό από φυτικούς οργανισμούς.

203


3.2.2 ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Α/Α

1. 2.

3.

4.

5. 6.

ΕΝΔΕΙΞΗ ΕΡΓΑΣΙΩΝ

κατασκ. ξύλινου καναλιού κατασκ. ξύλινου κιβωτ. (τοποθ. μυλόπετρας) κατασκ. ξύλινου κιβωτ. (τοποθέτηση υλικού) κατασκευή υδραύλακα από Μετσοβίτικο ποταμό αργολιθοδομές δύο όψεων αργολιθοδομές μιας όψεως

Α/Τ

Κ.Α. ΑΝΑΘΕΩ.

ΕΙΔ. ΜΟΝΑΔ

ΠΟΣΟΤ.

ΤΙΜΗ ΜΟΝ.

ΔΑΠΑΝΗ

1

κατ αποκ. κατ αποκ.

2.000.000

κατ αποκ.

1.000.000

κατ αποκ.

2.000.000

1

1

ΑΤΟΕ 4307 ΑΤΟΕ 4306

1.000.000

μ3

54

29900

1.614.600

μ3

30

19000

570.000

ΑΘΡΟΙΣΜΑ Π.Γ.Ε. και Ο.Ε. 18% ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΑ ΣΥΝΟΛΟ Φ.Π.Α. 18% ΔΑΠΑΝΗ

13.184.600 2.373.228 1.391.325 16.949.153 3.050.847 20.000.000

204


3.2.3 ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Η παρούσα μελέτη αφορά την αναστήλωση ενός Νερόμυλου που βρίσκεται στη θέση ΄΄Γκίνα΄΄ στο Μέτσοβο στην κοίτη του Μετσοβίτικου ποταμού. Πρόκειται για οίκημα στο οποίο εκτός από τις μυλόπετρες χρησιμοποιείτο και σαν κατοικία του μυλωνά.

Περιγραφή εργασιών Πριν από κάθε άλλη εργασία έγινε ο επιμελημένος καθαρισμός του χώρου που περιβάλλει το οίκημα καθώς και των υλικών του παλιού οικοδομήματος. Έγινε η καθαίρεση όσων στοιχείων κρίθηκε ότι δεν είχαν ή δεν μπορούσαν να αποκτήσουν την απαιτούμενη στατική επάρκεια και αντοχή. Έγινε διαλογή

όλων των υλικών και ταξινόμησή τους και

επαναχρησιμοποιήθηκαν (πέτρες, αγκωνάρια) ενώ όλα τα υπόλοιπα φορτώθηκαν και απομακρύνθηκαν για απόρριψη σε χώρο που εξηύρε η ανάδοχος. Στη συνέχεια έγινε η επιμελημένη συντήρηση των τοιχοποιιών ή η επανακατασκευή του με την παλιά πέτρα. Εξυπακούεται ότι οι ειδικές πέτρες των κουφωμάτων (πρέκια, φορούσια, ποδιές, λαμπάδες κ.λ.π.) ξαναχρησιμοποιήθηκαν. Ακολούθως κατασκευάστηκε η ξύλινη στέγη, με κατάλληλη καθαρή ξυλεία, κατεργασμένη με χημικά εναντίον του σαρακιού και της υγρασίας και επικαλύφθηκε με σχιστόπλακα της περιοχής. Πρέπει να σημειώσουμε ότι κάτω από την μαυρόπλακα υπάρχει κυματοειδής λαμαρίνα για τη στεγάνωση της στέγης. Συγχρόνως κατασκευάστηκαν και τα ξύλινα κιβώτια για τις μυλόπετρες (δύο μυλόπετρες) και για τα υλικά.

205


Τέλος επανακατασκευάστηκε ο υδραύλακας σε όλο το μήκος του (είχε καταστραφεί στο μεγαλύτερο μήκος) ο οποίος προσάγει το νερό σε δύο αγωγούς. Παρακάτω γίνεται μια περιγραφή του συγκροτήματος αναψυχής που δημιουργήθηκε

στο Μέτσοβο μετά την αποκατάσταση και

επανάχρηση του παραδοσιακού

νερόμυλου του Γκίνα, αφού πρώτα

κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο συγκρότημα νερόμυλος-μεροτριβήμαντάνια στο Παλαιοχώρι της κοινότητας Μικρό Περιστέρι.

3.3

“Νερόμυλος – Νεροτριβή – Μαντάνια, στο Παλαιοχώρι της Κοινότητας Μικρό Περιστέρι, ιδιοκτησία της Εκκλησίας’’ Το συγκρότημα νερόμυλος – νεροτριβή – μαντάνια στο

Παλαιοχώρι της Κοινότητας Μικρό Περιστέρι χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο και ως έργο Τέχνης που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία. Πρόκειται

για

ισόγειο

πέτρινο

κτίσμα

απλής

λαϊκής

αρχιτεκτονικής, το οποίο σε κάτοψη έχει σχήμα ορθογωνικό. Κτίστηκε στη δεκαετία 1830 – 1840, βρίσκεται στον παλαιό οικισμό Παλαιοχώρι, είναι ιδιοκτησία της Εκκλησίας και συγκεκριμένα του Μοναστηρίου της Ιεράς Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ο μύλος εγκαταλείφθηκε πριν τριάντα περίπου χρόνια, με άμεση συνέπεια να καταρρεύσει η στέγη από σχιστόπλακα και να γίνει προσωρινή επικάλυψη με λαμαρίνα. Επίσης τμήματα τοιχοποιών κατέρρευσαν. Το σύστημα λειτουργίας του μύλου (φτερωτή, μυλόπετρα, χοάνη κ.λ.π.) υπήρχε αλλά είχε διαβρωθεί σε μεγάλο βαθμό. Δίπλα ακριβώς από το νερόμυλο υπάρχει ποτάμι, το οποίο συνδέονταν με πέτρινο γεφύρι, εξυπηρετούσε την επικοινωνία Μικρό – Μεγάλο Περιστέρι και καταστράφηκε από τις πλημμύρες. Σώζεται μόνο η βάση του γεφυριού. Σήμερα η σύνδεση γίνεται με απλή σιδερένια κατασκευή. 206


Συνέχεια του νερόμυλου υπάρχει νεροτριβή και μαντάνια τα οποία καταστράφηκαν, σώζονται όμως το αυλάκι από τη νεροτριβή και η θέση της. Στο συγκρότημα αυτό καταγράφεται, αφ’ ενός μεν η ντόπια λαϊκή αρχιτεκτονική, αφ’ ετέρου δε εκφράζεται ο τρόπος επιβίωσης των κατοίκων της εποχής εκείνης, διότι το συγκρότημα πριν λίγα χρόνια αποτελούσε την πηγή ζωής της γύρω περιοχής.

3.4

Συγκρότημα αναψυχής στο Μέτσοβο, με αφορμή την αποκατάσταση και επανάχρηση παραδοσιακού νερόμυλου Στη ρίζα της απότομης πλαγιάς όπου είναι σκαρφαλωμένη η

γραφική πολιτεία του Μετσόβου, σ’ ένα χώρο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, όπου η ανθρώπινη ενέργεια σε κάποια προηγούμενη χρονική στιγμή εκφράστηκε με διαμορφώσεις και κτίσματα που στέκουν μέσα στη φύση για να της κρατούν συντροφιά και μιλούν μαζί της σε μια διαλογική συζήτηση, βρισκόταν ένας εγκαταλελειμμένος νερόμυλος, ένας από τους πολλούς που συναντά κανείς διάσπαρτους σε όλη την ελληνική ύπαιθρο, στις όχθες των ποταμών, των οποίων τα ίχνη εξαφανίζονται όσο περνά ο καιρός. Ο νερόμυλος χρησιμοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά για την άλεση σιτηρών. Η κατασκευή του περιελάμβανε ένα ορθογωνικό σε κάτοψη κτίριο, το οποίο στέγαζε τους μηχανισμούς, όπου επικεντρώνεται και το ενδιαφέρον του : τον κινητικό με τη φτερωτή και τον αλεστικό με τις μυλόπετρες και τα λοιπά εξαρτήματά τους. Η παράλληλη δε κατασκευή έργων υποδομής συγκεντρώσεως, αποθηκεύσεως και διοχετεύσεως του νερού, ανέβαζε κατακόρυφα το κόστος κατασκευής και συντηρήσεως του όλου συστήματος. Η προσπάθεια επικεντρώθηκε στην ενίσχυση της χρήσεως του μύλου, πλαισιώνοντάς την με άλλες χρήσεις (όχι κατ’ ανάγκη δευτερεύουσες αλλά ισότιμες) και τη δημιουργία των αναγκαίων γι’ αυτές κατασκευών. Οι νέες χρήσεις και κατασκευές υπακούουν στη βασική

207


αρχή που ακολουθούσε και ο προϋπάρχων νερόμυλος, την ανάγκη, ενώ συγχρόνως : α) σέβεται το μέτρο που καθορίζει η φύση και το παλαιό κτίσμα που κυριολεκτικά χανόταν μέσα στο τοπίο και β) εξασφαλίζει ότι οι σύγχρονες κατασκευές δηλώνουν μεν σαφώς την παρουσία τους χωρίς να μιμούνται, ταυτοχρόνως όμως δένουν με τον υπάρχοντα χώρο (δομημένο και μη), χωρίς να προσβάλλουν ή να ανταγωνίζονται, αλλά συνυπάρχοντας αρμονικά με αυτόν. Βασικός κορμός της λύσης που επιλέχθηκε είναι μια πορεία που οδηγεί από το Μέτσοβο στο συγκρότημα και χωρίζει το δρόμο που ενώνει τα δύο μοναστήρια (της Παναγιάς και του Αγίου Νικολάου), καθιστώντας το ‘’Μύλο’’ συνεκτικό κρίκο αλλά και ευχάριστη ενδιάμεση στάση. Ο νερόμυλος αλλά και η περιοχή γύρω από αυτόν μετατρέπονται σε ένα χώρο αναψυχής. Το ίδιο το κτίσμα του μύλου, διατηρώντας σε λειτουργία τον έναν από τους δύο προϋπάρχοντες μηχανισμούς, φιλοξενεί ένα παραδοσιακό εργαστήρι παρασκευής ζυμαρικών το οποίο, πέρα από το διδακτικό χαρακτήρα του, μπορεί να προσφέρει στο Δήμο και οικονομικά οφέλη. Στο κάλεσμα της αντίπερα όχθης του ποταμού να περάσουμε απέναντι για να απολαύσουμε τα δικά της θέλγητρα, κατασκευάστηκε μια ξύλινη γέφυρα, που προσφέρει οπτικές παραστάσεις σπάνιας ομορφιάς (όπως τους μικρούς καταρράκτες του φράγματος του Μετσοβίτικου), καθιστώντας την και μόνη αυτή αιτία καταβάσεως από το Μέτσοβο ως το ‘’Μύλο’’, ενώ ταυτόχρονα κάνει το συγκρότημα σημείο συνδέσεως της πόλεως με την απέναντι πλαγιά και τον οικισμό της (Ανήλιο). Η βόλτα του περιπατητή μπορεί να συνεχιστεί μέσω του εξωκλησιού του Αγίου Αθανασίου και να ολοκληρωθεί με επίσκεψη στη μονή της Παναγίας, ιστορική μονή του 17ου αιώνα, με αξιόλογους καλλιτεχνικούς θησαυρούς και μεγάλο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον ως χαρακτηριστικής περιπτώσεως μοναστηριακής, ηπειρωτικής αρχιτεκτονικής, το οποίο μετά από ένα μακρύ διάστημα παρακμής και εγκαταλείψεως, η αγάπη και η υπομονή της ηγουμένης Θέκλας κατάφεραν να καταστήσουν και πάλι βιώσιμο και επισκέψιμο, προς όφελος των ευλαβών προσκυνητών. Στο συγκρότημα του μοναστηριού έχει ενταχθεί και το πλησίον αυτής ευρισκόμενο 208


νεροπρίονο, ένα ακόμη δείγμα της σοφίας με την οποία ο λαϊκός τεχνίτης χρησιμοποιούσε το υγρό στοιχείο για να καλύψει ανάγκες του καθημερινού του βίου. Για όσους δεν αρέσκονται σε μακρινούς περιπάτους, ο δημιουργούμενος κόμβος – στο ‘’Μύλο’’ – προσφέρει τη δυνατότητα επισκέψεως τόσο της μονής της Παναγίας όσο και αυτής του Αγίου Νικολάου μέσω σύντομων δρόμων, αμαξιτών και μη, ενώ για τους οδοιπόρους έχουν προβλεφτεί ευχάριστες στάσεις, τόσο για ανάπαυση όσο και για αναψυχή και απόλαυση της φυσικής καλλονής, σε διαμορφωμένα πλατώματα με υπέροχη θέα. Ας

περάσουμε

πραγματικά

σε

αξιοθαύμαστου

μια

σύντομη

περιγραφή

τεχνολογικού

αυτού

επιτεύγματος

του του

παρελθόντος, το νερόμυλο. Ζώντας σε μια εποχή ενεργειακής κρίσεως, όπου η εκμετάλλευση των ήπιων μορφών ενέργειας αναγκαστικά επανέρχεται στο προσκήνιο, μελέτη του εμπειρικού και αυθόρμητου τρόπου με τον οποίο οι πρόγονοί μας ήρθαν σε επαφή με τα φυσικά στοιχεία και ενέταξαν στην καθημερινή τους πρακτική, αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ο νερόμυλος, μια πολύ παλιά εφεύρεση που τοποθετείται χρονικά στα χρόνια της γέννησης του Χριστού, θεωρείται ένα πολύ σημαντικό βήμα στην εξέλιξη του πολιτισμού, καθώς ο άνθρωπος χρησιμοποιεί

για

πρώτη

φορά

συστηματικά

φυσική

δύναμη,

αντικαθιστώντας τα ζώα και κυρίως τους δούλους (αναφέρεται ότι ένας νερόμυλος παρήγαγε όσο 15 περίπου δούλοι). Στον ελληνικό χώρο λειτούργησαν και οι δύο τύποι νερόμυλού : ο ‘‘ρωμαϊκός’’ με την όρθια, εξωτερική φτερωτή (όπου η ροή του νερού ήταν μεγάλη) και κυρίως ο ‘‘ανατολικό’’ ή ‘‘ελληνικός’’ με τη μικρότερη, οριζόντια, φτερωτή (όπου η ποσότητα του νερού ήταν μικρή και γινόταν εκμετάλλευση πιέσεως από εκτόξευση ή υδατόπτωση). Ο αριθμός τους εικάζεται ότι ξεπερνούσε τις 20.000, συστηματική έρευνα ωστόσο και απογραφή τους δεν έχει γίνει και όσο περνά ο χρόνος τα ίχνη τους εξαφανίζονται. Οι νερόμυλοι χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον για την άλεση σιτηρών, χωρίς να αποκλείονται και άλλες χρήσεις αυτών. Έτσι στη 209


Δημητσάνα, όπου ιδρύθηκε υπαίθριο μουσείο υδροκίνησης, απαντάμε τους μπαρουτόμυλους, ενώ στη Σαμοθράκη τα λιοτρίβια με τις χαρακτηριστικές όρθιες φτερωτές. Οι θέσεις των μύλων σε σχέση με τους οικισμούς που εξυπηρετούσαν, ήταν μέσα σε αυτούς, στην άκρη ή κάτω από αυτούς, ανάλογα με το που βρισκόταν η ποταμιά. Η διάταξή τους ακολουθούσε αναγκαστικά την πορεία του νερού. Στους οριζόντιους νερόμυλους – όπως είναι ο νερόμυλος του Γκίνα- που λειτουργούσαν με λίγο νερό, ήταν άκρως απαραίτητη η παράλληλη κατασκευή έργων υποδομής συγκεντρώσεως, αποθηκεύσεως και διοχετεύσεως του νερού. Πρόκειται για υδατόπυργους, αγωγούς, αυλάκια, γέφυρες, κανάλια και λοιπές κατασκευές, κόστους συχνά μεγαλύτερου από το κόστος του ίδιου του μύλου. Η κατασκευή του κτίσματος του νερόμυλου ήταν απλή, σε αντίθεση με την πολυπλοκότητα και τη δυσκολία που παρουσίαζε η κατασκευή ενός ανεμόμυλου, εξ ου και η ευρύτερη διάδοση του πρώτου έναντι του δεύτερου. Συνήθως ήταν στενόμακρο σε κάτοψη, κτισμένο σύμφωνα με τις τοπικές, κατασκευαστικές συνήθειες και τα διατιθέμενα υλικά, με διαστάσεις που κυμαίνονταν, γεγονός που καθόριζε και το κόστος κατασκευής. Το ιδιαίτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει τη μορφολογία του κτιρίου είναι το παράθυρο που ανοίγεται πάντα ακριβώς απέναντι από τον αλεστικό μηχανισμό, κάτω από το οποίο σχεδόν στον ίδιο άξονα διαμορφώνεται τοξωτό άνοιγμα από όπου φεύγει το νερό, αφού έχει πρώτα θέσει σε κίνηση το μύλο. Το ενδιαφέρον του νερόμυλου επικεντρώνεται στο μηχανισμό του, ο οποίος, όπως είπαμε προηγουμένως, αποτελείται από τον κινητικό και τον αλεστικό. Η λειτουργία του στηρίζεται στη μετατροπή ενέργειας από τη μια μορφή σε άλλη μέσω κατάλληλων διατάξεών του που, κατά περίπτωση, διαφέρουν ελάχιστα μεταξύ τους. Στο παράδειγμά μας, το νερό οδειγούνταν στο μύλο μέσω ειδικού καναλιού με αφετηρία το ποτάμι, σε ικανή απόσταση της τάξεως των 100 μέτρων περίπου από αυτόν, σε στάθμη ψηλότερη τουλάχιστον κατά 6 μέτρα. Η ιδιαιτερότητα του συνίσταται στο ότι απαιτείτο να έχει πολύ ελαφρά κλίση ως προς τον ορίζοντα, ώστε φτάνοντας στο μύλο και 210


με δεδομένη τη φυσική κλίση του εδάφους, να έχει τη μέγιστη δυνατή απόσταση από τη φτερωτή, στο κάτω μέρος του κτιρίου. Για το λόγο αυτό, το πλησιέστερο στο κτίριο τμήμα του καναλιού είχε διαμορφωθεί με φαρδύ πέτρινο τοίχο, ο οποίος διατηρούσε αμείωτη την υψομετρική διαφορά. Στο τέλος του καναλιού, όπου σημειωτέ��ν είχε ληφθεί πρόνοια για υπερχειλίσει, προσαρμόζονταν δύο αγωγοί κατασκευασμένοι από κορμούς δέντρων, που ο μεν ένας στηριζόταν σε ειδική ξύλινη κατασκευή, ενώ ο δεύτερος εισχωρούσε μέσα στο έδαφος, με κλίση και οι δύο περίπου 55ο ως προς τον ορίζοντα. Καθώς το νερό κατευθυνόταν μέσω του αγωγού προς το κάτω μέρος του μύλου, λόγω της μεγάλης κλίσεως η δυναμική του ενέργεια μετατρεπόταν σε κινητική με αποτέλεσμα να εξέρχεται με ορμή από το στόμιο εκροής, το σιφόνι. Η υδάτινη δέσμη χτυπούσε έκκεντρα την φτερωτή, θέτοντάς την σε οριζόντια περιστροφή. Η κίνηση μεταφερόταν μέσω του ξύλινου κατακόρυφου άξονα, του αδραχτιού, στην επάνω μυλόπετρα με την οποία ήταν συνδεδεμένος. Ο καρπός τοποθετούνταν σε ξύλινο κάδο μορφής ανεστραμμένης κόλουρης πυραμίδας, απ’ ‘όπου μέσα από ένα μικρό στόμιο έπεφτε στο κενό μεταξύ της άνω – κινητής και της κάτω – σταθερής μυλόπετρας για να αλευροποιηθεί. Οι μυλόπετρες κατασκευάζονταν από λαξευμένους λίθους διαφορετικών πετρωμάτων κατάλληλα τοποθετημένους, έτσι ώστε να δίνουν το τελικό κυκλικό σχήμα, τους οποίους συγκρατούσε μεταλλική στεφάνη. Ξεφεύγοντας από τη στεγνή, τεχνοκρατική θεώρηση των πραγμάτων, μένουμε έκπληκτοι μπροστά στη μεγαλοφυΐα που κρύβει το δημιούργημα του ανώνυμου τεχνίτη, δοσμένο με τον πιο απλό και άμεσο τρόπο. Ο λαϊκός άνθρωπος έχοντας πειθαρχήσει τη θέλησή του, τη γνώση του και την ικανότητά του στα απολύτως αναγκαία, και έχοντας συνοψίσει μέσα του όλες τις χρείες της ζωής, έφτασε στο ουσιαστικό και στο κοινό, μαζί και στην πιο οικονομική και πιο σίγουρη μορφή, στον ιδανικό τύπο. Η ανώνυμη κατασκευή χαρακτηρίζεται από έλλειψη θεωρητικής ή αισθητικής προσποιήσεως, σεβασμό για το φυσικό περιβάλλον και συνεργασία με τα φυσικά στοιχεία. Η συνθετική διαδικασία της βασίζεται 211


σε πρότυπα – με κάθε πρότυπο να αποτελεί καρπό συνεργασίας πολλών ανθρώπων κατά τη διάρκεια πολλών γενεών – και στις παραλλαγές ή προσαρμογές τους στην τοποθεσία, το μικροκλίμα και τις ανάγκες των χρηστών. Αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι ο εμπειρικός κατασκευαστής το πλείστον είναι ο ίδιος ο χρήστης, συνεπώς η σχέση του με το αντικείμενο άμεση και προσωπική. Και είναι αυτή η παράμετρος της αυτοκατασκευής

που υπογραμμίζει τη σύνδεση του

παραγόμενου προϊόντος τούτης της διαδικασίας με την κουλτούρα της πλειοψηφίας, τη ζωή όπως πραγματικά βιώνεται, γι’ αυτό και οι ανώνυμες κατασκευές καθρεφτίζουν πιστότερα τις αξίες και την κοσμοθεωρία της κοινωνίας που τις δημιούργησε παρά τα έργα των επωνύμων ‘’ειδικών’’. Ακόμα κι αν φαντάζουν πρωτόγονοι οι τρόποι που ελέγχουν τις παραμέτρους της λειτουργίας και απλοϊκές στη σύλληψή τους οι λύσεις, ο μελετητής αυτών των κατασκευών διαπιστώνει τον ‘’ορθό λόγο’’ που αναβλύζει μέσα από τη σχεδίαση και εκτέλεσή τους, την κατασκευαστική εντέλεια και την μορφολογική τους σαφήνεια. Διαπιστώνει απλώς, άλλη μια φορά, τον αψεγάδιαστο τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η διαδικασία της κατασκευής, όταν σωστά κατευθύνεται προς την ικανοποίηση μιας ανάγκης πραγματικής και όταν ακόμη – και κυρίως – η σκέψη που υπάρχει πίσω από αυτήν τη διαδικασία είναι καθαρή, άμεση, όταν έχει ξεπεράσει – και ας μην τα γνώρισε – τα προβλήματα του σχεδιαστηρίου. Στο παρελθόν, κάθε γενιά κληρονομούσε από την προηγούμενη αυτά τα δημιουργήματα – φορείς μνήμης- και τα διαχειριζόταν με γνώμονα την υποκειμενική πάντα αξία τους. Η πεποίθηση ότι τα πολιτιστικά αγαθά και κατ’ επέκταση τα μνημεία, συμπεριλαμβανομένων τόσο των λαμπρών αρχιτεκτονημάτων όσο και των ταπεινών έργων της λαϊκής τέχνης και αρχιτεκτονικής, πρέπει να προστατεύονται και να διατηρούνται ανεξάρτητα από τη χρηστική τους αξία, δεν είναι πολύ παλιά. Οι κοινωνίες στις διάφορες ιστορικές περιόδους είχαν διαφορετική συμπεριφορά ως προς την αποθησαύριση και την προστασία των πολιτιστικών αξιών, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να διακρίνει, εκτός από τις περιόδους της αποβαρβαρώσεως, εποχές δημιουργικές και εποχές 212


συντηρητικές, διάκριση η οποία δεν περιορίζεται βέβαια στο θέμα της διατηρήσεως των μνημείων, αλλά αφορά την ευρύτερη θεώρηση της Τέχνης και της ίδιας της ζωής. Σήμερα, μετά από τρομερούς πολέμους οι οποίοι στιγμάτισαν τον προηγούμενο αιώνα και την ανυπολόγιστη καταστροφή που προξένησαν στο μνημειακό πλούτο όλης της ανθρωπότητας, βιώνοντας δε τις επιπτώσεις των συνθηκών που διαμορφώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες με την εμπορευματοποίηση της γης και την άρνηση της μνήμης, των συναισθημάτων και της ποιότητας ζωής μπροστά στις προοπτικές αξιοποιήσεως και επενδύσεως και ακόμη με φανερή την απειλή ενός επιφανειακού, ισοπεδωτικού και απάνθρωπου διεθνισμού που δημιουργεί την ανάγκη διατηρήσεως κάποιας εθνικής ταυτότητας, το θέμα της συντηρήσεως και αποκαταστάσεως των μνημείων, έχει γίνει πλέον συνείδηση όχι μόνο των επιστημόνων ή ακόμη των αστών, αλλά και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων. Η μετάθεση της αντιλήψεως για την αξία των μνημείων από το αισθητικώς διατηρητέο και ιστορικώς ανεπανάληπτο, στο κοινωνικώς χρήσιμο και το αναγκαίο ως αξίας περιβάλλοντος, υπήρξε ραγδαία. Πλέον η μεταχείριση των μνημείων γίνεται χωρίς δογματικές επιταγές. Γενικές αρχές εφαρμόζονται κατά περίπτωση, με στόχο τη διάσωση και την αξιοποίηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς προς χάριν του ανθρώπου. Γεγονός πάντως είναι ότι κάθε επέμβαση στα μνημεία είναι αμφιλεγόμενη, καθώς πάντοτε χάνεται κάτι από την ιστορική αξία τους. Ακόμα και στις πιο επιτυχημένες των περιπτώσεων διατυπώνονται αντιρρήσεις, που φτάνουν ενίοτε σε ακραίες θέσεις παραιτήσεως από κάθε προσπάθεια, με ολέθριες συνέπειες για τα ίδια τα μνημεία. Ως εκ τούτου, οι επεμβάσεις πρέπει να πραγματοποιούνται μετά από αντικειμενική συνεκτίμηση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων που τελικώς θα προκύψουν, θεωρώντας το αντικείμενο από τέσσερις διαφορετικές όψεις : την αρχαιολογική – ιστορική, την αισθητική, την πρακτική και την περιβαλλοντική. Απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε επέμβαση η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην κριτική σκέψη και την δημιουργική πράξη. 213


Η τάση να δοθεί κοινωνική διάσταση στα αρχιτεκτονικά μνημεία και να διατηρηθεί (ή να δημιουργηθεί εκ νέου) η χρηστική λειτουργία σ’ αυτά, συνεχώς αυξάνεται, καθώς οι χρήσεις συνεπάγονται και τη συνεχή φροντίδα που είναι απαραίτητη για τη συντήρηση και την διατήρηση ενός παλαιού κτίσματος. Ο νερόμυλος και τα λοιπά παραποτάμια εργαστήρια κάποτε έσφυζαν από ζωή, διατηρώντας πρωτεύουσα θέση στον καθημερινό βίο της προβιομηχανικής κοινωνίας του Μετσόβου. Με τα νέα δεδομένα που εισήγαγε η τεχνολογική εξέλιξη, η μειωμένη ζήτηση οδήγησε στο μαρασμό, την εγκατάλειψη και εν τέλει την ερείπωση. Ωστόσο, ο χειρισμός της αποκαταστάσεως με αλλαγή χρήσεως ενός κτιρίου χωρίς καμιά καλλιτεχνική αξία – όπως αυτό του νερόμυλου – προορισμένου να στεγάζει μια συγκεκριμένη λειτουργία, της οποίας όμως η ανάγκη δεν υφίσταται πλέον, είναι ένα σημείο ιδιαίτερου προβληματισμού. Εξ αιτίας των σημαντικών βλαβών που είχε υποστεί το κτίριο, οι επεμβάσεις αποκαταστάσεως περιελάμβαναν δραστικές λύσεις. Η επιλογή των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την υλοποίηση των κατασκευών, αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο για τη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Υπάρχει σαφής διάκριση των παλαιών από τις νέες κατασκευές, μέσα από τη διαφορετική τεχνολογία, το σχεδιασμό, αλλά και τα υλικά δομήσεως, στα πλαίσια μιας ήπιας επεμβάσεως, με κύριο μέλημα την οργανική συσχέτιση και την αρμονική συνύπαρξη της ανθρώπινης δημιουργίας με το τόσο ευαίσθητο, φυσικό περιβάλλον. Γιατί ‘’αυτό είναι το θαύμα… να μην μπορείς να ξεχωρίσεις ποιο είναι το έργο που έκανε ο άνθρωπος και ποιο είναι το έργο που έκανε η φύση. Το κάθε χτίσμα να φυτρώνει (και αυτό είναι αρχιτεκτονική) όπως ένα δέντρο ή ένα φυτό και να γίνεται ένα μαζί του’’. (Κωνσταντινίδης Άρης, Δοχεία ζωής) Με γνώμονα αυτό το σκεπτικό, τα υλικά που επιστρατεύτηκαν για να δώσουν σάρκα και οστά στο έργο αυτό είναι φυσικά υλικά, γεννημένα το πλείστον από την ηπειρωτική γη. Πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει το ξύλο, με τη ζεστή υφή του και την τόσο οικεία για την τοπική αρχιτεκτονική όψη του, επιλεγμένο ακόμη για την οικονομικότητά του, 214


αφού ως πρώτη ύλη διατίθεται σε αφθονία στην περιοχή και οι ντόπιοι είναι άριστοι γνώστες της κατεργασίας του, αλλά και για την ευελιξία στο χειρισμό του και τη δυνατότητα να δίνει ελαφρές κατασκευές που ανά πάσα στιγμή λύνονται και φεύγουν, αφήνοντας ελάχιστο ίχνος της παρουσίας τους, το λίθινο θεμέλιο, πάνω στο οποίο αφ’ ενός έρχονται να πατήσουν οι δοκοί του πατώματος και αφ’ ετέρου αποτελεί μέτρο προστατευτικό κατά της υγρασίας, κρατώντας την ξύλινη κατασκευή σε απόσταση από το έδαφος. Με το ξύλο αποδίδονται στο χώρο φορείς – πλαίσια, πατώματα, τοίχοι και στέγες με έντονες κλίσεις, επιβεβλημένες από τις συχνές χιονοπτώσεις του βαρύ και μεγάλου χειμώνα της Πίνδου. Για την επικάλυψη των στεγών επιλέχτηκαν φύλλα χαλκού, λόγω του ελάχιστου ιδίου βάρους του, της ελλείψεως ανάγκης συντήρησης και ακόμη του ιδιαίτερου, αισθητικού αποτελέσματος που παράγεται από την πατίνα με τη χαρακτηριστική, πρασινωπή απόχρωση που αποκτά η χάλκινη επιφάνεια, ειδικά όταν εκτίθεται σ’ ένα υγρό περιβάλλον όπως αυτό του παραποτάμιου δάσους. Το τελικό χρώμα και η υφή της συμβάλλουν ουσιαστικά

στο

δέσιμο

των

κτιρίων

με

το

κατάφυτο

τοπίο,

εκπληρώνοντας την επιθυμία συνθέσεως μιας βαθύτερης σχέσεως ομολογίας μεταξύ κτίσματος και φυσικού χώρου.

3.5

Πρόταση για τη δημιουργία ανοικτού μουσείου υδροκίνησης στο Ανθοχώρι Μετσόβου

3.5.1 Εισαγωγή. Στον ελλαδικό χώρο από τα νεολιθικά σχεδόν χρόνια μέχρι τις μέρες μας το διατροφικό και ενδυματολογικό καθεστώς δεν έχει υποστεί βασικές αλλαγές. Η βάση της διατροφής των ανθρώπων που αποτελείται από τα σιτηρά και κατ’ επέκταση τα παράγωγά τους όπως ψωμί καθώς και η παραγωγή και επεξεργασία φυσικών νημάτων, όπως το μαλλί ή το βαμβάκι, σχετίζονται άμεσα με τα συνολικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά κάθε εποχής. 215


Η ανάγκη για την εξοικονόμηση μυϊκής δύναμης (ανθρώπων ή ζώων) κατά το άλεσμα των δημητριακών και την κατεργασία των πρώτων υλών ένδυσης οδήγησε στην επινόηση μηχανών που να λειτουργούν με άλλες πηγές ενέργειας, όπως ο άνεμος ή το νερό. Η ανακάλυψη του υδρόμυλου στα ρωμαϊκά χρόνια σήμανε την αρχή ενός νέου τεχνολογικά σταδίου στην ιστορία της τεχνολογίας, σημαντικού για τον αγροτικού κόσμο, όπου μια ανεξάντλητη πηγή ενέργειας αποτελεί την κινητήρια δύναμη μηχανής που επεξεργάζεται προϊόντα της πρωτογενούς παραγωγής. Σήμερα με την εμφάνιση των πλέον εξελιγμένων μορφών ενέργειας

και

της

ευκολίας

μεταφοράς

τους

ακόμα

και

σε

απομακρυσμένα μέρη ο ρόλος του ανέμου και του ύδατος έχει πλήρως υποβαθμιστεί

παρά

τα

προφανή

πλεονεκτήματα

και

τα

λίγα

συγκροτήματα υδρόμυλων που διατηρούνται κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Ένα από αυτά είναι και ο νερόμυλος του Ανθοχωρίου.

3.5.2 Υδροκίνηση στην Ήπειρο Η ορεινή μορφολογία του εδάφους της Ηπείρου καθώς και οι άφθονες βροχοπτώσεις επιτρέπουν τη συχνή χρήση του νερού σαν κινητήρια δύναμη. Σε κατάλληλα σημεία, όχθες ποταμών ή χειμάρρων και κυρίως κοντά στις πηγές τους χτίστηκαν συγκροτήματα υδρόμυλων για

να

εκμεταλλευτούν

την

υδατόπτωση.

Οι

υδρόμυλοι

αυτοί

περιλαμβάνουν όχι μόνο αλευρόμυλους, αλλά και εργαστήρια όπου το νερό κινούσε μαντάνια και νεροτριβές (ντριστέλες), για την κατεργασία των μάλλινων ρούχων των ορεινών περιοχών. Σε οποιαδήποτε περίπτωση η επιλογή της θέσης γίνεται πάντα σε συνδυασμό με την παρουσία

μεγάλου

ρέματος

(κατά

προτίμηση

συμβολής

δύο

ανεξάρτητων ρεμάτων), το οποίο προσφέρει εκτός από το νερό και τις κλίσεις ώστε να εξασφαλιστεί η κατάλληλη υψομετρική διαφορά για την κατασκευή και λειτουργία του υδρόμυλου.

216


Στην Ήπειρο απαντά μόνο ο οριζόντιος υδρόμυλος, σε αντίθεση με άλλες περιοχές (π.χ. Έδεσσα, ΄Αγιον ΄Ορος) που απαντάται μαζί με κατακόρυφους ή και ανεμόμυλους. ΄Εχουν καταγραφεί πάνω από 100 υδρόμυλοι σε διάφορα στάδια διατήρησης. Συχνά στα υδροκίνητα συγκροτήματα της Ηπείρου συνυπάρχουν αλευρόμυλοι με μαντάνια και νεροτριβές, όπως στην περίπτωση του Ανθοχωρίου. Η νεροτριβή αποσκοπεί στην εκμετάλλευση της υδατόπτωσης για την επεξεργασία ή τον καθαρισμό των μάλλινων κουβερτών

(φλοκάτες) με τη συνεχή

περιστροφή τους σε στροβιλιζόμενη ποσότητα νερού μέσα σε κατάλληλα διαμορφωμένους κάδους (ντριστέλες). Το μαντάνι είναι πρωτόγονη μηχανή κατεργασίας χοντρών μάλλινων υφασμάτων με το συνεχές τους κτύπημα από τέσσερις ξύλινες σφύρες που κινούνται με τη βοήθεια της υδατόπτωσης. Είναι γνωστή στην Δυτική Ευρώπη τουλάχιστον από τον 11ο αιώνα. Στην κοιλάδα του Μετσοβίτικου ποταμού μέχρι την Μπαλντούμα, στη θέση που χύνεται στον ΄Αραχθο , μαρτυρούνται τουλάχιστον 10 υδρόμυλοι. Τα συγκροτήματα αυτά παρά τον εντυπωσιακό τους αριθμό, πουθενά δεν εξελίχθηκαν σε πραγματικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις και παρέμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας τους μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, των οποίων η παραγωγή εξυπηρετούσε στενές μόνο τοπικές ανάγκες σε διατροφή και ένδυση.

3.5.3 Περιγραφή. Το Υδροκίνητο συγκρότημα του Ανθοχωρίου. Το Ανθοχώρι, παλαιότερο όνομα Ντρβέντιστα, ανήκει στην 8 η εδαφική περιφέρεια Ιωαννίνων και βρίσκεται 15 χλμ. μακριά από το Μέτσοβο. Ακολούθησε την ιστορική μοίρα του Μετσόβου, στην δικαιοδοσία του οποίου άνηκε, το μόνο ελληνόφωνο, μαζί με τα άλλα πέντε βλαχόφωνα χωριά: Ανήλιο, Βοτονόσι, Μαλακάσι, Κουτσούφλιανη, Μηλιά. ΄Ετσι υπαγόταν στην Βαλιδέ-σουλτάν (μητέρα του Σουλτάνου) μέχρι το 1648, οπότε καταργούνται τα προνόμια που είχαν αποκτήσει τα χωριά αυτά από την εποχή της Οθωμανικής κατάκτησης. Από το 1659 217


όμως η περιοχή ανακτά τα προνόμια της και την αυτοδιοίκηση , τα οποία διατηρήθηκαν μέχρι το 1795, οπότε καταργήθηκαν από τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Την περίοδο αυτή η περιοχή του Μετσόβου γνωρίζει άνευ προηγουμένου οικονομική ανάπτυξη, που διαρκεί τουλάχιστον μέχρι το 1854, χρονολογία

της εκστρατείας του Αβδή Πασά. Την

περίοδο αυτή ο πληθυσμός αυξάνεται κατακόρυφα και ασφαλώς αυξάνουν και οι ανάγκες διατροφής και ένδυσης. Προφανώς δε ο μεγαλύτερος αριθμός των υδρόμυλων κατασκευάστηκε την περίοδο αυτή. Ο υδρόμυλος του Ανθοχωρίου περιλαμβάνει όλη την ομάδα των μηχανών που απαντούν στην περιοχή της Ηπείρου, δηλαδή νεροτριβή, αλευρόμυλο και μαντάνι. Δεν είναι γνωστό από επιγραφές ή άλλες πηγές η χρονολογία κατασκευής του, αλλά θα πρέπει να χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 18ου - αρχές 19ου αιώνα, περίοδο της μεγαλύτερης οικονομικής άνθησης της περιοχής. Η τοποθεσία που είναι κτισμένο το χωριό, στο μέσον της πλαγιάς, βρίθει κυριολεκτικά πηγών πλούσιων σε νερό ακόμα και το καλοκαίρι. Σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιοτέρων κατοίκων του Μετσόβου ¨όταν άνοιγε η κούρα (πηγή) του Ανθοχωρίου ακουγόταν μέχρι το Μέτσοβο¨. Ο πλούτος αυτός σε νερό καταλήγει σε μια πλαγιά με κλίση προς τα βόρεια στα όρια του οικισμού όπου βρίσκεται το υδροκίνητο συγκρότημα του Ανθοχωρίου. Η περιοχή είναι εξαίρετου φυσικού κάλλους, όπως άλλωστε όλα τα μέρη με τέτοιο υδρολογικό πλούτο. Στο ανώτερο σημείο προς τα δυτικά βρίσκεται η εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων κάτω από τα θεμέλια της οποίας διέρχεται ο ένας από τους δύο κλάδους της πηγής που χρησιμοποιεί ο υδρόμυλος. Το νερό διέρχεται διαμέσου θολωτής σήραγγας με κατεύθυνση προς ΒΑ και σχηματίζει χείμαρρο που ορίζει την περιοχή επέμβασης από τα δυτικά. Στα ανατολικά της πλαγιάς υπάρχει το δεύτερο σκέλος του ίδιου χειμάρρου, με περισσότερο νερό και γραφικότερη μορφή, με καταρράκτες και μικρές λίμνες. Στο ανώτερο σημείο της περιοχής μελέτης το νερό περνά κάτω από κτιστό τοξωτό γεφυράκι, μικρογραφία των μονότοξων γεφυριών από τα οποία είναι γεμάτη η ΄Ηπειρος. 218


α) Νεροτριβή. Αμέσως βόρεια της εκκλησίας συναντούμε την πρώτη μηχανή, την νεροτριβή ή ντριστέλα. Η νεροτριβή του Ανθοχωρίου είναι το μόνο από τα τρία μέρη που εξετάζουμε το οποίο λειτουργεί ακόμα. Επειδή απαιτεί μεγάλη ποσότητα νερού, μεγαλύτερη από το μύλο και σε συνεχή ροή είναι κατασκευασμένη πιο κοντά στην πηγή. Αποτελείται κατ’ αρχήν από το βασικό αυλάκι μεταφοράς του νερού από τον δυτικό χείμαρρο. Το αυλάκι αυτό ακολουθεί ως ένα σημείο τις υψομετρικές καμπύλες του εδάφους και μετά αλλάζει κατεύθυνση, κάθετα προς αυτές, με αποτέλεσμα να παίρνει ύψος και να δημιουργείται μεγάλη

υψομετρική

διαφορά.

Η

βάση

του

αυλακιού

είναι

κατασκευασμένη από ημιπελεκητές πέτρες, το άνω του μέρος όμως έχει αντικατασταθεί με οπλισμένο

σκυρόδεμα. Στην απόληξη του κτιστού

αυλακιού το νερό παραλαμβάνει ξύλινος λοξός αγωγός (βαγένι) με μήκος 6μ. και το μεταφέρει με μεγάλη ορμή πλέον στο κάτω μέρος, όπου χύνεται ελεύθερα στην ντριστέλα. Στο σημείο εκροής βρίσκεται μεταλλικό στόμιο με το οποίο επιτυγχάνεται η αύξηση της ταχύτητας του νερού. Στο

κάτω μέρος σχηματίζεται ένα ευρύ πλάτωμα

στο μέσον

περίπου του οποίου βρίσκεται η νεροτριβή. Η επιφάνειά του ήταν κεκαλυμμένη με ακανόνιστες σχιστόπλακες, όχι και πολύ καλής συναρμογής. Το μεγαλύτερο μέρος του πλατώματος καταλαμβάνει σιδερένιος σκελετός για το άπλωμα των βρεγμένων ρούχων. Η νεροτριβή αυτή καθ εαυτή βρίσκεται σε ένα χαμηλό βάθρο από το ίδιο υλικό. Αποτελείται από ένα ξύλινο κάδο σε σχήμα κόλουρου κώνου, ανεστραμμένου, στον οποίο χύνεται με μεγάλη πίεση το νερό και στροβιλίζεται πριν φύγει από το άνοιγμα προς τα βόρεια. Τα τοιχώματά της αποτελούνται από σανίδες από ξύλο πλατανιού, τοποθετημένες σφικτά η μια δίπλα στην άλλη με τον ίδιο τρόπο που κατασκευάζονται τα βαρέλια. Ένα μικρό αυλάκι μεταφέρει το νερό που ξεχειλίζει πάλι στον δυτικό χείμαρρο. Πάνω από την νεροτριβή στερεώνονται σταυρωτά δοκαράκια για να πατάει ο ντριστελιάρης και να μπορεί να ανακατεύει τα ρούχα μέσα στην ντριστέλα. Η μεγάλη ταχύτητα του νερού και το στροβίλισμά του καθαρίζουν με φυσικό τρόπο τα ρούχα και τα κάνουν να αποκτούν χνούδι και να 219


γυαλίζουν χωρίς τη χρήση άλλων χημικών μέσων. Ανάλογα με την ποιότητα του υφάσματος διαφέρει και ο χρόνος παραμονής του στη ντριστέλα. Οι βελέντζες απαιτούν 18-48 ώρες, ενώ οι κάπες μόνο 8-12, επειδή το γίδινο μαλλί ‘’απολάει’’

πιο γρήγορα. Η εργασία της

παρακολούθησης και αλλαγής των ρούχων γίνεται συνήθως είτε από επαγγελματία ντριστελιάρη

ή από τους ιδιοκτήτες των ρούχων που

νοικιάζουν την νεροτριβή με την ώρα. β) Αλευρόμυλος. Από τον βασικό χείμαρρο στα δυτικά μικρό μυλαύλακο μεταφέρει ποσότητα νερού παράλληλα με τις υψομετρικές καμπύλες για τη λειτουργία του αλευρόμυλου, που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από την ντριστέλα.

Στο σημείο πάνω από τον

μύλο αλλάζει κατεύθυνση και κινείται καθέτως πάνω σε κατασκευή κτισμένη από ημιπελεκητές πέτρες. Η κατασκευή αυτή έχει βαθμιδωτή απόληξη πάνω από το καθ εαυτό κτίριο του υδρόμυλου. Στο εσωτερικό της υπάρχει κεκλιμένη η κρέμαση, ο επικλινής αγωγός μεταφοράς νερού. Πριν μπει το νερό στο μύλο περνάει από ξύλινο φράχτη, τη σκάλα, που εμποδίζει αντικείμενα που τυχόν παρέσυρε το νερό να πέσουν στον αγωγό. Στη βάση της κρέμασης βρίσκεται το καθ’ εαυτό κτίριο του μύλου. Πρόκειται για ένα επίμηκες κτίριο καλυμμένο με ενιαία τετράκλινη ξύλινη στέγη που καλύπτεται με σχιστόπλακα. Αποτελείται από δύο χώρους, έναν ημιυπαίθριο στα δυτικά και τον κυρίως χώρου του μύλου. Κάτω από τον χώρο αυτό διέρχεται θολωτός κτιστός αγωγός. Εδώ βρίσκεται η οριζόντια φτερωτή που κινεί το μύλο. Διακρίνεται στον νότιο τοίχο η απόληξη της παροχής του νερού, το φυσούνι. Το κτίριο είναι εξ’ ολοκλήρου κατασκευασμένο από πέτρα της περιοχής. Οι σχιστόπλακες που την καλύπτουν προέρχονται από νταμάρια της περιοχής και είναι μικρές, μεγάλου πάχους και όχι ιδιαίτερα καλής ποιότητας. Η όλη κατασκευή είναι απλή και λειτουργική χωρίς ιδιαίτερα μορφολογικά στοιχεία. Στον νότιο τοίχο του αριστερού χώρου ακουμπά ο μηχανισμός του μύλου. Δεν διαφέρει από τους άλλους μύλους σε άλλα μέρη της Ηπείρου. Το νερό έμπαινε με πίεση από την κρέμαση

στο υπόγειο 220


κανάλι και περιέστρεφε την οριζόντια φτερωτή. Το κανάλι αυτό είναι κτιστό, κατασκευασμένο από ορθογωνισμένες πλάκες σε όλο του το μήκος. Η φτερωτή αποτελείται από τις κουτάλες (ακτίνες), στερεωμένες σε έναν κεντρικό κατακόρυφο άξονα, το αδράχτι, που ακουμπάει με το λεπτότερο κάτω άκρο του (κυπρί ή κεντρί) σε μια ξύλινη δοκό, τη μπάμπω. Ο αριθμός των κουταλιών της φτερωτής ποικίλει ανάλογα με την πίεση και την ποσότητα του νερού. Από τα δύο άκρα της μπάμπως εξέχουν δύο ξύλινοι μοχλοί που φτάνουν μέχρι το πάτωμα του μύλου. Ο ένας μοχλός λέγεται σταματήρα και χρησιμεύει για το σταμάτημα του μύλου. Ο άλλος μοχλός λέγεται σηκωτήρα και χρησιμεύει για το ανασήκωμα της μυλόπετρας προκειμένου να την χαράξει κάθε τόσο ο μυλωνάς, οπότε γίνεται λεία από την τριβή. Μόνο το άκρο του αδραχτιού εξέχει από το πάτωμα του μύλου και διαπερνά την μυλόπετρα που είναι στηριγμένη σε πέτρινο υπόβαθρο. Η μυλόπετρα αποτελείται από δύο μέρη. Την κατώπετρα που είναι σταθερή και την πανώπετρα που γυρίζει και αλέθει τον καρπό. Το αδράχτι από το άνω άκρο του καταλήγει σε ένα μεταλλικό στοιχείο τη χελιδόνα, τα άκρα της οποίας ενσωματώνονται στην πάνω μυλόπετρα. Γύρω από τη μυλόπετρα υπάρχει ξύλινο φράγμα, ντουλάπι, για να μην σκορπίζεται το αλεύρι. Όταν γυρίζει ο μύλος το αλεύρι πέφτει

στο

κάσωμα και από εκεί μαζεύεται στον αλευρόσακκο. Λίγο ψηλότερα από τις μυλόπετρες βρίσκεται το κοφίνι σε σχήμα κόλουρης ανεστραμμένης πυραμίδας, που καταλήγει

στο καρίκι από

όπου πέφτει ο καρπός στην καρδιά της μυλόπετρας. Με τη βοήθεια μάλιστα των βαρδαριών, δύο μικρών ξύλων που ακουμπούν στη μυλόπετρα, ρυθμίζεται η ποσότητα του καρπού που πέφτει στον μύλο. Το νερό πέφτοντας με ορμή στις κουτάλες της φτερωτής που βρίσκεται στο υπόγειο του μύλου δίνει κίνηση μέσω αδραχτιού στην άνω μυλόπετρα.

Ο

μηχανισμός

του

μύλου

βρίσκεται

σήμερα

σε

προχωρημένη κατάσταση αποσύνθεσης. Σώζονται τα βασικά του μέρη, οι μυλόπετρες και τα ξύλινα τμήματα, αλλά έχουν αποσυναρμολογηθεί και εν πολλοίς σαπίσει.

221


γ) Μαντάνι. Στο χαμηλότερο σημείο της πλαγιάς βρίσκεται το τελευταίο κτίσμα του συγκροτήματος που στεγάζει τα μαντάνια. Μέρος της ποσότητας του νερού που δεν περνάει από τον μύλο οδηγείται στο αυλάκι των μαντανιών. Κτιστή λίθινη κατασκευή στο τελευταίο τμήμα δημιουργεί μεγάλη υψομετρική διαφορά για να αποκτήσει το νερό την απαιτούμενη

πίεση

για

την

κίνηση

των

μαντανιών.

Από

εκεί

παραλάμβανε το νερό ξύλινος αγωγός, το βαγένι, και το μετέφερε στη φτερωτή της μηχανής. Σήμερα είναι κατεστραμμένο σε μεγάλο βαθμό, αλλά από έρευνα σε παρόμοια συγκροτήματα της περιοχής είναι δυνατό να ανασυντεθεί. Η μηχανή είναι πρωτόγονη κατασκευή, ξύλινη, χωρίς κανένα μεταλλικό στοιχείο, εκτός από τα στεφάνια που συγκρατούν τον άξονα. Τα μέρη της συναρμολογούνται θηλυκωτά ή σφηνώνονται, αλλά δεν καρφώνονται. Αποτελείται από ένα βασικό σκελετό, τον αργαλειό, από τον οποίο κρέμονται ελεύθερα τέσσερις ξύλινες σφύρες, τα κοπάνια. Κατακόρυφη

φτερωτή

κινούμενη

περιστρέφει

οριζόντιο

άξονα,

προσαρτημένο απάνω της, ο οποίος φέρει τέσσερις προεξοχές, τα πατάρια του άξονα. Κατά την περιστροφή τα πατάρια χτυπούν τις αντίστοιχες προεξοχές των κοπανιών (παταριές των κοπανιών), απομακρύνοντάς τα από τη θέση ισορροπίας. Κατόπιν τα ελευθερώνουν και τα κοπάνια επιστρέφουν στη θέση τους κτυπώντας με δύναμη το ύφασμα

που

βρίσκεται

περιορισμένο

στην

εσοχή

κατάλληλα

διαμορφωμένου κορμού δέντρου, την κορίτα. Τα ρούχα τοποθετούνταν στην κορίτα καλά βρεγμένα και βρέχονταν κάθε τόσο κατά τη διάρκεια της κατεργασίας. Έτσι το ύφασμα σφίγγει, ‘’δένει’’, σκληραίνει και γυαλίζει. Το ύφασμα χτυπιέται ανάλογα με την ύφανση και τον προορισμό του από 8-12 ώρες για τα γίδινα έως 48 ώρες για τα δίμ ’ τα. Το μαντανιασμένο ύφασμα απλώνονταν μετά το τέλος της κατεργασίας σε ειδικά ξύλα για να στεγνώσει και να πάρει τη φόρμα του. Το ενεργό άκρο κάθε σφύρας έφερε παλαιότερα ραβδώσεις για την καλύτερη επεξεργασία του σκληρού υφάσματος. Για την κατασκευή του προτιμώνται σκληρά ξύλα για τα τμήματα που καταπονούνται περισσότερο (κοπάνια, άξονας φτερωτής) και μαλακά για τα υπόλοιπα, κατά προτίμηση δρυς ή πεύκο. Τα τμήματα που φθείρονται γρηγορότερα και χρειάζονται αντικατάσταση είναι εκείνα που δεν βρίσκονται σε μια 222


σταθερή κατάσταση υγρασίας, αλλά άλλοτε βρέχονται και άλλοτε ξηραίνονται. Το μαντάνι για να λειτουργεί σωστά χρειάζεται σταθερή πίεση νερού. Το κτίριο που στεγάζει το μαντάνι είναι ένα απλό ορθογώνιο μονόχωρο κτίσμα, από λιθοδομή, κατασκευασμένη με λίθους της περιοχής και άφθονο κονίαμα. Σήμερα έχει πλήρως καταρρεύσει. Σώζονται ελάχιστα υπολείμματα από τους τέσσερις τοίχους. Προφανώς έφερε τετράκλινη ξύλινη στέγη, καλυμμένη με σχιστόπλακα, από την οποία δεν σώζεται τίποτα. Σε μικρή απόσταση από την άκρη του κτίσματος περνάει ο ανατολικός χείμαρρος, ορίζοντας κατά κάποιον τρόπο την περιοχή του υδρόμυλου. Το μονοπάτι που διατρέχει όλη την πλαγιά καταλήγει στο σημείο αυτό σε ένα κτιστό πέτρινο , μονότοξο γεφυράκι. ΄Όλη η περιοχή επέμβασης διατρέχεται από αυλάκια διευθέτησης του νερού, μονοπάτια και απλά πέτρινα ή ξύλινα γεφυράκια, μικρότερης σημασίας από τα δύο βασικά, που όμως δίνουν μια ζωντάνια και μια γραφικότητα στο χώρο του υδρόμυλου. Το συγκρότημα δεν διαθέτει κατοικία για τον μυλωνά, αλλά φαίνεται ότι η γειτνίαση με το χωριό κάλυπτε την ανάγκη για την συνεχή παρουσία ενός ανθρώπου που χειριζόταν το μύλο.

3.5.4 Προτάσεις. Με την πρόταση επιδιώχθηκε η ανάπτυξη της περιοχής με την αξιοποίηση των ειδικών της αξιών, αρχιτεκτονικών και περιβαλλοντικών για τη δημιουργία ενός νέου χώρου πολιτισμού και απόλαυσης. Οι υπάρχουσες

κατασκευές

σηματοδοτούν

την

κατασκευαστική

και

αισθητική εμπειρία της εποχής τους στα ορεινά χωριά της Ηπείρου. Η προτεινόμενη αποκατάσταση και επαναλειτουργία τους συντελεί στην προσπάθεια διατήρησης τόσο της παράδοσης γενικά όσο και της παραδοσιακής

τεχνολογίας

ειδικότερα.

Ο

κύριος

άξονας

επαναδραστηριοποίησης των παραπάνω αποτελεί το φυσικό και αεικίνητο στοιχείο του νερού. Η πορεία του χαρακτηρίζει δυναμικά τη φυσιογνωμία του τόπου, θέτει σε λειτουργία τις υπάρχουσες κατασκευές. 223


Φύση και τεχνική συνυπάρχουν και αλληλοπροσδιορίζονται. Στην ανάδειξη του δίπολου αυτού συντελεί η δημιουργία του Ανοικτού Μουσείου Υδροκίνησης. Προτάθηκε η αποκατάσταση των κτιρίων και της λειτουργίας του συγκροτήματος και δημιουργία ¨Ανοικτού μουσείου Υδροκίνησης¨. Έτσι σταδιακά δημιουργείται ένας ιστορικός περίπατος ο οποίος αποτελεί τον άξονα που θα επαναδραστηριοποιεί ένα σημαντικό φυσικό και αεικίνητο στοιχείο το νερό που σήμερα είναι υποβαθμισμένο. Ο επισκέπτης θα μπορεί να ενημερώνεται στα θέματα της παραδοσιακής τεχνολογίας, παράλληλα με την αναψυχή που

θα του προσφέρει το φυσικό

περιβάλλον και κατάλληλα διαμορφωμένες πορείες και στάσεις. Το μουσείο αυτό θα δέχεται επισκέπτες με οργανωμένες ομάδες που θα προέρχονται από το Μέτσοβο και θα εξυπηρετεί τους παρακάτω στόχους:

1.

Δημιουργία συνθηκών για τη διάσωση της παραδοσιακής τεχνολογίας της περιοχής.

2.

Τόνωση της φθίνουσας οικονομίας και δημογραφίας του Ανθοχωρίου.

3.

Δημιουργία πόλου έλξης επισκεπτών από το Μέτσοβο. Οι επισκέπτες θα προσέρχονται οργανωμένα και θα παρατείνουν για μια ακόμη μέρα την παραμονής τους στο Μέτσοβο με σημαντικά οφέλη για τα τουριστικά καταλύματά του.

4.

Δημιουργία ενός οικολογικού πάρκου, κέντρου εξορμήσεων για τη γνωριμία με τη χλωρίδα της περιοχής, με δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης του οικολογικού τουρισμού.

Λαμβάνουν χώρα τα παρακάτω στάδια εργασιών: α) Λεπτομερής αποτύπωση όλων των κτιρίων της περιοχής και

224


της π��ρείας του νερού. Ανίχνευση και αναπαράσταση των κτιρίων και των εξοπλισμών τους στην αρχική τους μορφή. β) Συντήρηση και αποκατάσταση των κτιρίων. γ) Επαναφορά σε λειτουργία των υδροκινούμενων μηχανισμών. δ) Διευθέτηση της πορείας του νερού με την κατασκευή συμπληρωματικών κατασκευών. ε) Λειτουργική σύνδεση των κτιρίων και των κτισμάτων και δημιουργία ενός περιπάτου αναψυχής. στ) Μουσειογραφική διευθέτηση του χώρου για τη δημιουργία του ¨Ανοικτού μουσείου Υδροκίνησης¨. ζ) Κατασκευή συμπληρωματικών χώρων ή εγκαταστάσεων για τη λειτουργία του μουσείου. η) Δενδροφύτευση – οργάνωση του χαμηλού πρασίνου. Απαραίτητες ενέργειες για την ολοκλήρωση της προσπάθειας, οι οποίες όμως

δεν αναλήφθηκαν από την παρούσα πρόταση είναι οι

παρακάτω: Α. Συντήρηση του δικτύου μονοπατιών που συνέδεε τον νερόμυλο του Ανθοχωρίου με τα άλλα χωριά της περιοχής. Β. Έρευνα και εντοπισμός άλλων υδροκίνητων εγκαταστάσεων της περιοχής. Οι εργασίες αυτές δεν έπρεπε να πέσουν στην παγίδα ενός απλού τουριστικού ¨εξωραϊσμού¨ αλλά να κρατήσουν το ύφος και τη λειτουργία του χώρου, καθώς και του φυσικού περιβάλλοντος. Για τον 225


λόγο αυτό ήταν σημαντική η

επιλογή των κατάλληλων υλικών και

μεθόδων κατασκευής ώστε να αναδεικνύονται οι παραδοσιακές κατασκευές, ενώ οι νέες προσθήκες

είναι ήπιες και

σέβονται το

περιβάλλον. Τα έργα είναι δυνατόν να χρηματοδοτηθούν από το πρόγραμμα ΕΠΠΕΡ και θα εκτελεστούν από τον Δήμο Μετσόβου που προΐσταται της 8ης Εδαφικής Περιφέρειας Ιωαννίνων. Σημαντικό για τη λειτουργία του μουσείου ήταν η εύρεση του φορέα που θα αναλάβει τη λειτουργία του μετά την αποπεράτωση των εργασιών. Για τον λόγο αυτό έγιναν συνεννοήσεις με το Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα της ΕΤΒΑ , το οποίο έχει ήδη κατασκευάσει αντίστοιχα έργα στη Δημητσάνα και τη Σαμαρίνα και μπορεί να εξασφαλίσει την συνέχιση της λειτουργίας του μουσείου.

3.5.5 Φυσικοί Δείκτες: α. Επισκευή δύο κτιρίων 130 τ.μ. β. Κατασκευή – επισκευή καναλιών, στερνών, αγωγών για τη διευθέτηση του νερού. γ. Κατασκευή πορείας επισκεπτών. δ. Κατασκευή κτιρίων βοηθητικών του μουσείου (κατάλυμα φύλακα, αποθήκη, WC , αίθουσα πολλαπλών χρήσεων) 100 – 150 τμ. ε. Διευθέτηση πρασίνου.

226


3.5.3 Οικονομικοί Δείκτες: Το κόστος των παραπάνω έργων ανέρχεται σε 80 – 100.000.000 δρχ. και είναι δυνατόν να κατασκευαστούν σε δύο χρόνια από την έγκριση της μελέτης.

4.

Ειδική συγγραφή υποχρεώσεων Στα πλαίσια της υλοποίησης του νερόμυλου έπρεπε να

εφαρμοστεί η παρακάτω ειδική συγγραφή υποχρεώσεων, η οποία περιλαμβάνει ονομαστικά τα παρακάτω άρθρα : Άρθρο 1ο : Αντικείμενο και αρχικό συμβατικό χρηματικό αντικείμενο της εργολαβίας Άρθρο 2ο : Τεχνικές προδιαγραφές Άρθρο 3ο : Τρόπος εκτέλεσης εργασιών Άρθρο 4ο : Προθεσμίες Άρθρο 5ο : Χρονοδιάγραμμα κατασκευής έργου Άρθρο 6ο : Υπέρβαση προθεσμιών – Ποινικές ρήτρες Άρθρο 7ο : Αρτιότητα κατασκευών – Χρησιμοποιούμενα είδη και υλικά Άρθρο 8ο : Σύμβαση κατασκευής του έργου –Εγγυήσεις καλής εκτέλεσης Άρθρο 9ο : Κανονισμός τιμών μονάδος νέων εργασιών Άρθρο 10ο : Απολογιστικές εργασίες Άρθρο 11ο : Αναθεώρηση τιμών Άρθρο 12ο : Τρόπος επιμέτρησης εργασιών Άρθρο 13ο : Προκαταβολή Άρθρο 14ο : Εργασίες εκτελούμενες από την Υπηρεσία ή από άλλους αναδόχους. Άρθρο 15ο : Κατασκευαστικά σχέδια – Λήψη φωτογραφιών 227


Άρθρο 16ο : Ημερολόγιο έργου – Λοιπές υποχρεώσεις – Αφανείς εργασίες. Άρθρο 17ο : Γενικά έξοδα, όφελος κ.λ.π. Εργολαβικά ποσοστά – Επιβαρύνσεις. Άρθρο 18ο : Πιστοποιήσεις – Επιμετρήσεις – Εντολές πληρωμής Άρθρο 19ο : Ικριώματα Άρθρο 20ο : Κονιάματα Άρθρο 21ο : Συνθήκες έργου Άρθρο 22ο : Γενικοί όροι. Αντιπροσώπευση και προσωπικό αναδόχου – Άδειες – Μέτρα ασφαλείας κ.λ.π. Άρθρο 23ο : Ισχύουσες διατάξεις για την εκτέλεση του έργου Γενικά η εκτέλεση του έργου διέπεται από τις διατάξεις του Π.Δ. 99/92 ¨Μελέτη και εκτέλεση αρχαιολογικών εν γένει έργων¨, του Ν.1418/84. ¨Περί Δημοσίων Έργων και ρύθμισης συναφών θεμάτων¨ και των εκτελεστικών του Π.Δ. 609/85 ¨Περί κατασκευής Δημοσίων Έργων¨ και Π.Δ. 263/87, καθώς και από τη Νομοθεσία προστασίας μνημείων, όπως αυτές συμπληρώνονται με τους όρους της Διακήρυξης Δημοπρασίας και της παρούσας Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων. Ειδικά, για θέματα που δεν καλύπτονται από τους όρους αυτούς, όπως θέματα ασφάλισης προσωπικού, σήμανσης κατά το στάδιο εκτέλεσης των εργασιών, μετατόπισης των εγκαταστάσεων επιχειρήσεων και οργανισμών

κοινής

ωφέλειας,

καθαρισμού

του

εργοταξίου,

των

κατασκευών και των εγκαταστάσεων, κ.λπ., ισχύει η Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων.

5.

ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Α.

Εισαγωγή. Υδροκίνηση στην Ήπειρο. Η ορεινή μορφολογία του εδάφους

της Ηπείρου καθώς και οι άφθονες βροχοπτώσεις επιτρέπουν τη συχνή χρήση του νερού σαν κινητήρια δύναμη. Σε κατάλληλα σημεία, όχθες 228


ποταμών ή χειμάρρων και κυρίως κοντά στις πηγές τους χτίστηκαν συγκροτήματα υδρόμυλων για να εκμεταλλευτούν την υδατόπτωση. Οι υδρόμυλοι αυτοί περιλαμβάνουν όχι μόνο αλευρόμυλους, αλλά και εργαστήρια όπου το νερό κινούσε μαντάνια και νεροτριβές (ντριστέλες), για την κατεργασία των μάλλινων ρούχων των ορεινών περιοχών. Σε οποιαδήποτε περίπτωση η επιλογή της θέσης γίνεται πάντα σε συνδυασμό με την παρουσία μεγάλου ρέματος (κατά προτίμηση συμβολής δύο ανεξάρτητων ρεμάτων), το οποίο προσφέρει εκτός από το νερό και τις κλίσεις ώστε να εξασφαλιστεί η κατάλληλη υψομετρική διαφορά για την κατασκευή και λειτουργία του υδρόμυλου. Ο υδρόμυλος του Ανθοχωρίου περιλαμβάνει όλη την ομάδα των μηχανών που απαντούν στην περιοχή της Ηπείρου, δηλαδή νεροτριβή, αλευρόμυλο και μαντάνι. Δεν είναι γνωστό από περιγραφές ή άλλες πηγές η χρονολογία κατασκευής του, αλλά θα πρέπει να χρονολογείται δεύτερο μισό του 18

ου

– αρχές 19

ου

στο

αιώνα, περίοδο της μεγαλύτερης

οικονομικής άνθησης της περιοχής. α) Νεροτριβή. Αμέσως βόρεια της εκκλησίας συναντούμε την πρώτη μηχανή, την νεροτριβή ή ντριστέλα. Η νεροτριβή του Ανθοχωρίου είναι το μόνο από τα τρία μέρη που εξετάζουμε το οποίο λειτουργεί ακόμα. Επειδή απαιτεί μεγάλη ποσότητα νερού, μεγαλύτερη από το μύλο και σε συνεχή ροή είναι κατασκευασμένη πιο κοντά στην πηγή. Αποτελείται κατ’ αρχήν από το βασικό αυλάκι μεταφοράς του νερού παραλαμβάνει ξύλινος λοξός αγωγός (βαγένι) με μήκος 6μ. και το μεταφέρει με μεγάλη ορμή πλέον στο κάτω μέρος, όπου χύνεται ελεύθερα στην ντριστέλα. Η μεγάλη ταχύτητα του νερού και το στροβίλισμά του καθαρίζουν με φυσικό τρόπο τα ρούχα και τα κάνουν να αποκτούν χνούδι και να γυαλίζουν χωρίς τη χρήση άλλων χημικών μέσων. β) Αλευρόμυλος. Από τον βασικό χείμαρρο στα δυτικά μικρό μυλαύλακο μεταφέρει ποσότητα νερού παράλληλα με τις υψομετρικές καμπύλες για τη λειτουργία του αλευρόμυλου, που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από την ντριστέλα. Στη βάση του βρίσκεται το καθ’ 229


εαυτό κτίριο του μύλου. Πρόκειται για ένα επίμηκες κτίριο καλυμμένο με ενιαία τετράκλινη ξύλινη στέγη που καλύπτεται με σχιστόπλακα. Κάτω από τον χώρο αυτό διέρχεται θολωτός κτιστός αγωγός. Εδώ βρίσκεται η οριζόντια φτερωτή που κινεί το μύλο. Το κτίριο είναι εξ’ ολοκλήρου κατασκευασμένο από πέτρα της περιοχής. Οι σχιστόπλακες που την καλύπτουν προέρχονται από νταμάρια της περιοχής και είναι μικρές, μεγάλου πάχους και όχι ιδιαίτερα καλής ποιότητας. Η όλη κατασκευή είναι απλή και λειτουργική χωρίς ιδιαίτερα μορφολογικά στοιχεία. γ) Μαντάνι. Στο χαμηλότερο σημείο της πλαγιάς βρίσκεται το τελευταίο κτίσμα του συγκροτήματος που στεγάζει τα μαντάνια. Κτιστή λίθινη κατασκευή στο τελευταίο τμήμα δημιουργεί μεγάλη υψομετρική διαφορά για να αποκτήσει το νερό την απαιτούμενη πίεση για την κίνηση των μαντανιών. Από εκεί παραλάμβανε το νερό ξύλινος αγωγός και το μετέφερε στην φτερωτή της μηχανής. Σήμερα είναι κατεστραμμένη σε μεγάλο βαθμό, αλλά από έρευνα σε παρόμοια συγκροτήματα της περιοχής είναι δυνατόν να ανασυντεθεί. Η μηχανή είναι πρωτόγονη κατασκευή, ξύλινη, χωρίς κανένα μεταλλικό στοιχείο, εκτός από τα στεφάνια που συγκρατούν τον άξονα. Τα μέρη της συναρμολογούνται θηλυκωτά ή σφηνώνονται, αλλά δεν καρφώνονται. Αποτελείται από ένα βασικό σκελετό, από τον οποίο κρέμονται ελεύθερα τέσσερις ξύλινες σφύρες. Κατακόρυφη φτερωτή κινούμενη περιστρέφει οριζόντιο άξονα, προσαρτημένο απάνω της, ο οποίος φέρει τέσσερις προεξοχές των κοπανιών (παταριές των κοπανιών), απομακρύνοντάς τα από τη θέση ισορροπίας. Κατόπιν τα ελευθερώνουν και τα κοπάνια επιστρέφουν στη θέση τους κτυπώντας με δύναμη το ύφασμα που βρίσκεται περιορισμένο στην εσοχή κατάλληλα διαμορφωμένου κορμού δένδρου, την κορίτα. Το κτίριο που στεγάζει τα μαντάνια σήμερα έχει πλήρως καταρρεύσει. Σώζονται ελάχιστα υπολείμματα από τους τέσσερις τοίχους. Προφανώς έφερε τετράκλινη ξύλινη στέγη, καλυμμένη με σχιστόπλακα, από την οποία δεν σώζεται τίποτα.

230


Β.

Σημερινή κατάσταση του χώρου. Το υδροκίνητο συγκρότημα του Ανθοχωρίου βρίσκεται σήμερα

μερικώς σε λειτουργία, ενώ η εγκατάλειψη του χώρου και οι εσπευσμένες ή ατυχείς επεμβάσεις έχουν δημιουργήσει μια δυσάρεστη εικόνα. Μόνο η ντριστέλα λειτουργεί σήμερα, αλλά και αυτή βρίσκεται σε κακή κατάσταση, ενώ ούτε ο υδρόμυλος ούτε το μαντάνι βρίσκονται σε καλή κατάσταση.

Γ.

Προτάσεις. Προτάσεις. Προτάθηκε η αποκατάσταση των κτιρίων και της

λειτουργίας του συγκροτήματος και δημιουργία ¨Ανοικτού μουσείου υδροκίνησης¨. Το μουσείο αυτό θα δέχεται επισκέπτες με οργανωμένες ομάδες που θα προέρχονται από το Μέτσοβο. Λαμβάνουν χώρα τα παρακάτω στάδια εργασιών:

1.

Συντήρηση και αποκατάσταση των κτισμάτων. α. Ντριστέλα. Η αποκατάσταση της λειτουργίας του μηχανισμού

είναι η μοναδική επέμβαση που απαιτήθηκε, αφού ο χώρος έχει ήδη πλακοστρωθεί. Η αποκατάσταση αυτή έγινε σύμφωνα με τα σχέδια. Αντικαταστάθηκε ο αγωγός με ξύλινο από δούγες και όχι κορμό δέντρου καθώς και ο κάδος που πλένονται τα υφάσματα. Παράλληλα δημιουργήθηκε ένας γειτονικός χώρος, λιθόστρωτος, όπου στερεώθηκαν οι απλώστρες για το στέγνωμα των υφασμάτων. Μηχανισμός

ντριστέλας.

Αντικαταστάθηκε

το

βαγένι

με

καινούριο από δούγες και όχι κορμό δέντρου για μεγαλύτερη προστασία από διαρροές.

231


β. Αλευρόμυλος. Το κτίριο ήταν γενικά σε σχετικά καλή κατάσταση. Ωστόσο ορισμένες εργασίες για την εξασφάλισή του και την αισθητική

του

αποκατάσταση

ήταν

απαραίτητες.

Συγκεκριμένα

προτάθηκε: Στέγη. Έγινε

ανάσυρση της σχιστόπλακας της στέγης και

τοποθέτηση νέας μεγαλύτερης και καλλίτερης ποιότητας. Διαστρώθηκε και ασφαλτόπανο τύπου Εσχαντιέν με ψηφίδα για την καλύτερη πρόσφυση της σχιστόπλακας και ενίσχυση με ελαστομερές. Η σχιστόπλακα τοποθετήθηκε

είναι τουλάχιστον 40 Χ 40 εκ., μικρού πάχους και ημικολυμβητή

σε ασβεστοσιμεντοκονία με τριπλή

επικάλυψη. Ορισμένες από τις υπάρχουσες επαναχρησιμοποιήθηκαν μετά από κατάλληλη διαλογή. Τοίχοι. Καθαίρεση των αρμολογημάτων και των σαθρών επιχρισμάτων και η αντικατάστασή τους με νέα υγιή. Η εργασία αυτή εκτελέστηκε και από τις δύο πλευρές των τοίχων. Το αρμολόγημα είναι σε βάθος 1 – 2 εκ. από την επιφάνεια της πέτρας και οπωσδήποτε καθαρίζεται καλά πριν στεγνώσει ώστε να μην λερώνει την εξωτερική επιφάνεια. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στον καθαρισμό των επιφανειών των λίθων του θόλου από κάτω. Εδώ το αρμολόγημα συνοδεύτηκε από αντικατάσταση ελλείποντος ή αποσαθρωμένου λίθου. Στο εσωτερικό του μύλου οι τοίχοι καλύφθηκαν με επίχρισμα πατητό σε τρεις στρώσεις για την καλύτερη προστασία από την υγρασία. Ακόμα προτάθηκε η επικάλυψη με επένδυση από λίθους μικρού πάχους των κιόνων από μπετόν που παραμορφώνουν την βόρεια όψη του κτιρίου. Δάπεδα. Το δάπεδο στο εσωτερικό του μύλου διαστρώθηκε με μεγάλες πλάκες σε υπόστρωμα από ελαφρά οπλισμένο με πλέγμα σκυρόδεμα. Στον ημιυπαίθριο χώρο όμως διαστρώθηκε δάπεδο από μεγάλους λίθους σε καλά πατημένο χώμα ώστε να δημιουργηθεί μικρή στάση για τους επισκέπτες.

232


Κουφώματα. Αντικαταστάθηκαν

τα κουφώματα με καινούρια

όμοια με τα παλιά, σε απλό σχέδιο. Μηχανισμός υδρόμυλου. Κατασκευάστηκε νέος μύλος σύμφωνα με τα σχέδια. γ. Μαντάνι. Το κτίριο που στέγαζε τα μαντάνια όπως είδαμε είχε πλήρως καταρρεύσει και έγινε ανακατασκευή του σχεδόν εξ’ αρχής. Προτάθηκαν οι παρακάτω εργασίες: Τοίχοι. Έγινε εμφανιστεί

υγιής

συγκεντρώθηκαν

καθαίρεση των σαθρών τοιχοποιιών έως ότου λιθοδομή.

και

πέτρες

καθαρίσθηκαν

επαναχρησιμοποιηθούν. καθαιρέθηκαν

Οι

Από

από

τους

από τα

την

καθαίρεση

κονιάματα

εναπομείναντες

για

να

τοίχους

τα αρμολογήματα σε βάθος όσο φθάνει το εργαλείο.

Κατόπιν εκτελέστηκε αρμολόγημα με ισχυρή ασβεστοσιμεντοκονία σύμφωνα με τις προδιαγραφές σε βάθος όσο το δυνατόν περισσότερο έως 3 – 5 εκ. από την επιφάνεια της πέτρας για την δομική ενίσχυση της παλαιάς λιθοδομής. Κατασκευάστηκαν

νέες λιθοδομές πάνω στις παλιές διπλής

όψεως, πάχους 50 εκ., με ασβεστοσιμεντοκονία, από το υλικό από τις κατεδαφισμένες τοιχοποιίες, αφού καθαρίστηκαν

προσεκτικά από τα

παλιά κονιάματα ή με αντίστοιχες πέτρες λατομείου ημιπελεκητές. Κατόπιν

η

παλαιά

και

η

νέα

λιθοδομή

αρμολογήθηκαν

με

ασβεστοσιμεντοκονία μέχρι το βάθος 1 – 2 εκ. από την επιφάνεια της πέτρας. Το χρώμα του αρμολογήματος καθορίστηκε μετά από επί τόπου δοκιμές. Στο άνω μέρος κατασκευάστηκε σενάζ οπλισμένο σκυρόδεμα για την παραλαβή των οριζοντίων ωθήσεων της στέγης. Στέγη. Θα ανακατασκευαστεί η στέγη με καινούρια λευκή ξυλεία. Η μορφή της στέγης θα είναι τετρακλινής. Πάνω στο σκελετό θα διαστρωθεί πέτσωμα από ξυλεία λευκή πάχους 3 εκ. και ασφαλτόπανο τύπου Εσχαντιέν με ψηφίδα και ενισχυμένο με ελαστομερές για την 233


αύξηση

των

αντοχών.

Πάνω

του

θα

διαστρωθεί

σχιστόπλακα

ημικολυμβητή σε ασβεστοσιμεντοκονία σύμφωνα με τις προδιαγραφές. Κουφώματα. Τοποθετήθηκαν νέα κουφώματα όμοια με αυτά του αλευρόμυλου από λευκή ξυλεία. Δάπεδα. Διαστρώθηκε

πέτρινο δάπεδο από ακανόνιστες

σχιστόπλακες πάνω σε υπόστρωμα από ελαφρά οπλισμένο με πλέγμα σκυρόδεμα. Κάτω από το υπόστρωμα αυτό υπάρχει στρώμα με αδιαβάθμιστο αδρανές για προστασία από την ανερχόμενη υγρασία. Μηχανισμός μαντανιών. Ανακατασκευάστηκε

ο μηχανισμός

σύμφωνα με τα σχέδια. Επίσης κατασκευάστηκε ο αγωγός του νερού από ξύλινες δούγες και όχι από μονοκόμματο κορμό.

2.

Περιβάλλον χώρος Αναλυτικά προτάθηκαν τα παρακάτω: Διευθέτηση

της

πορείας

του

νερού.

Διατηρούνται

και

αναδεικνύονται οι βασικές πορείες του νερού που ήδη υφίστανται. Αυτά καθαρίζονται ώστε να μην εμποδίζεται η ροή τους και ξεχειλίζουν, εκβαθύνονται και οριοθετούνται με κτιστούς αναληματικούς τοίχους, ή απλή ενίσχυση των χωμάτινων παρειών με μεγάλους λίθους. Για την καλύτερη και ομαλότερη τροφοδοσία του υδρόμυλου και των μαντανιών δημιουργούνται δύο δεξαμενές πριν από την έναρξη της κρέμασής τους. Η υπερχείλισή τους

αδειάζει πολύ βολικά στο γειτονικό ανατολικό

χείμαρρο. Ο πυθμένας των δεξαμενών αυτών που δεν έχουν μεγάλο βάθος, 30 – 40 εκ., στρώθηκε με οπλισμένο σκυρόδεμα, με τα κατάλληλα στεγανωτικά πρόσμικτα. Προστέθηκε μια κρήνη σταθερής ροής στο ανώτερο σημείο. Έχει μορφή που συνηθίζεται στην περιοχή δηλαδή

αποτελείται από έναν

κτιστό τοίχο στο βάθος από όπου υπάρχει η παροχή του νερού από 234


γούρνες πέτρινες στερεωμένες στον τοίχο. Πάνω στον τοίχο και σε δύο κίονες ξύλινους στηρίζεται η μονοκλινής ξύλινη στέγη η οποία καλύφθηκε με σχιστόπλακα. Το νερό που φεύγει από την κρήνη διοχετεύεται από μικρό αυλάκι. Η κοίτη του αυλακιού, όπου υπάρχουν μεγάλες κλίσεις και το νερό αποκτά μεγάλη ταχύτητα, σχηματίζει ελλειψοειδούς τομής καμπύλα εξάρματα (βλ. σχέδια λεπτομερειών) που εξασφαλίζουν την ομαλή ροή χωρίς να βρέχεται το λιθόστρωτο. Οργάνωση της πορείας επισκεπτών. Η βασική πορεία διάβασης μέσα από τον χώρο που αχνοφαινόταν ανάμεσα στα χορταριασμένα λιθόστρωτα διατηρείται και αναβαθμίζεται. Δημιουργείται ένα ¨σκληρό¨ και οριοθετημένο λιθόστρωτο με μεγάλες πέτρες στερεωμένες σε υπόστρωμα από άμμο και χώμα για να μη λιμνάζουν τα νερά. Στα σημεία που υπάρχει μεγαλύτερη κλίση

τοποθετούνται

εγκάρσιες σειρές από λίθους σφηνωμένους στο χώμα κατακόρυφα για τον εγκιβωτισμό του λιθόστρωτου. Πλακόστρωτο διαστρώνεται στο τμήμα του μονοπατιού που έχει ήδη σκεπαστεί με σκυρόδεμα. Δευτερεύουσες πορείες. Πέραν της βασικής πορείας που οριοθετήσαμε παραπάνω υπάρχουν και άλλες εναλλακτικές διαδρομές που ποικίλουν

την κίνηση μέσα στο χώρο και χρησιμεύουν για την

λειτουργική σύνδεση των κτιρίων και των κτισμάτων και την δημιουργία ενός περιπάτου αναψυχής. Αυτές έχουν πιο ¨μαλακό¨ δάπεδο με αραιούς ή καθόλου λίθους και εγκάρσια μόνο τοποθετημένες σειρές για τον εγκιβωτισμό των χωμάτων. Γεφύρια. Στην περιοχή αυτή υπάρχουν ήδη δύο μικρά πέτρινα τοξωτά γεφύρια, ένα στο ανώτερο και ένα στο κατώτερο σημείο, σε πολύ καλή κατάσταση. Απαιτούνται μόνο μικρές επισκευές όπως τοπική αντικατάσταση των αρμολογημάτων, καθαρισμός της παρασιτικής βλάστησης

κ.λπ.

Για

τις

ανάγκες

της

νέας

διαμόρφωσης

κατασκευάζονται δύο νέα πέτρινα γεφύρια που συνηθίζονται στην περιοχή αυτή της Ηπείρου. Είναι απλές ξύλινες κατασκευές με δύο

235


οριζόντια δοκάρια πάνω στα οποία διαστρώνονται σανίδια. Πάνω στην ξυλοκατασκευή αυτή διαστρώνονται μεγάλες πέτρινες πλάκες. Στάσεις. Κατά την πορεία τους μέσα στον χώρο οι επισκέπτες έχουν την ευκαιρία να συναντήσουν σημεία ανάπαυσης ή απλής στάσης για να θαυμάσει κανείς τη θέα. Σε όλα αυτά τα σημεία υπάρχουν κτιστοί ή ξύλινοι πάγκοι και ορισμένες φορές χαμηλά τραπέζια (βλ. σχέδια λεπτομερειών). Υπαίθριο θέατρο – χώρος συγκεντρώσεως. Στο φυσικό πλάτωμα που σχηματίζεται πίσω από το κτίριο των μαντανιών διαμορφώνεται

ένα

υπαίθριο

θέατρο.

Πρόκειται

για

ένα

απλό

πλακοστρωμένο δάπεδο, αντιμέτωπα στο οποίο κατασκευάζονται δύο σειρές κτιστών πάγκων όπου θα κάθονται οι θεατές. Συγκρότημα

Μουσείου

Αναψυκτηρίου.

Προτείνεται

η

κατασκευή μικρού μουσείου – εκθετηρίου. Το κτίριο θα κατασκευαστεί με τοίχους από αργολιθοδομή πάχους 50 εκ. με κονίαμα από τσιμέντο. Τα μορφολογικά του στοιχεία, όπως π.χ. πόρτες και παράθυρα είναι παρόμοια με αυτά που υπάρχουν στο Μέτσοβο και το Ανθοχώρι. Το διαχωριστικό πάτωμα των δύο ορόφων θα είναι πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα που θα στηρίζεται απευθείας στους τοίχους του κτιρίου. Στον άνω όροφο θα υπάρχει περιμετρικό σενάζ από οπλισμένο σκυρόδεμα πάνω στο οποίο θα στηρίζεται η ξύλινη τετρακλινής στέγη καλυμμένη με σχιστόπλακα. Ομοίως ξύλινη στέγη με σχιστόπλακα θα έχει και το κάτω μέρος του ορόφου που προεξέχει έξω από τον ανώτερο. Ξύλινα κουφώματα σε απλό σχέδιο θα κλείνουν τα ανοίγματα του κτιρίου.

3.6.6

ΤΙΜΟΛΟΓΙΟ ΜΕΛΕΤΗΣ

Η ανάλυση τιμών έγινε για το Α΄ τρίμηνο του 98΄. Α. ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ

236


ΑΡΘΡΟ 1 ΑΤΟΕ Ν. 2225 ΚΑΘΑΙΡΕΣΗ ΛΙΘΟΔΟΜΗΣ Τιμή για ένα κυβικό μέτρο (1.0 μ3) καθαίρεσης λιθοδομής και καθαρισμένων λίθων του όγκου μετρούμενου προ της καθαιρέσεως: Αριθμητικώς: 12.800 δρχ. Ολογράφως: δώδεκα χιλιάδες οκτακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 2 ΚΑΘΑΙΡΕΣΗ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑΤΩΝ

ΑΤΟΕ Ν. 2253

Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) επιφάνειας τοίχου που καθαρίστηκε: Αριθμητικώς: 1.300 δρχ. Ολογράφως: χίλιες τριακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 3 ΑΤΟΕ Ν. 2253 ΚΑΘΑΙΡΕΣΗ ΑΡΜΟΛΟΓΗΜΑΤΩΝ – ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΩΝ ΓΙΑ ΑΡΜΟΛΟΓΗΜΑ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) πλήρους καθαρισμένης επιφάνειας: Αριθμητικώς: 2.500 δρχ. Ολογράφως: δυο χιλιάδες πεντακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 4 ΑΠΟΞΗΛΩΣΗ ΚΟΥΦΩΜΑΤΩΝ

ΑΤΟΕ Ν. 2280

Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) αποξηλωμένου κουφώματος. Αριθμητικώς: 2.000 δρχ. Ολογράφως: δύο χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 5 ΑΤΟΕ Ν.2112 ΓΕΝΙΚΗ ΕΚΣΚΑΦΗ ΗΜΙΒΡΑΧΩΔΟΥΣ ΕΔΑΦΟΥΣ Τιμή για την εκσκαφή ενός κυβικού μέτρου (1 μ3) ορύγματος: Αριθμητικώς: 1.500 δρχ. Ολογράφως: χίλιες πεντακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 6 ΑΝΤΙΣΤΗΡΙΞΕΙΣ ΠΡΑΝΩΝ

ΑΤΟΕ Ν.2313

Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) αντιστηριζόμενης επιφάνειας: Αριθμητικώς: 2.700 δρχ. 237


Ολογράφως: δύο χιλιάδες επτακόσιες δραχμές.

ΑΡΘΡΟ 7 ΠΛΗΡΩΣΗ ΚΕΝΩΝ ΕΚΣΚΑΦΗΣ

ΑΤΟΕ Ν.2164

Τιμή για ένα κυβικό μέτρο (1 μ3) όγκου ορύγματος που πληρώθηκε: Αριθμητικώς: 3.600 δρχ. Ολογράφως: τρεις χιλιάδες εξακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 8 ΑΤΟΕ Ν. 1101 ΦΟΡΤΟΕΚΦΟΡΤΩΣΗ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ Τιμή για έναν τόνο (1t) φορτοεκφορτωθέντος υλικού: Αριθμητικώς: 3.600 δρχ. Ολογράφως: τρεις χιλιάδες εξακόσιες δραχμές.

ΑΡΘΡΟ 9 ΑΤΟΕ Ν. 2175 ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ Τιμή για ένα κυβικό μέτρο (1 μ3) ορύγματος: Αριθμητικώς: 3.600 δρχ. Ολογράφως: τρεις χιλιάδες εξακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 10 ΑΤΟΕ Ν. 1138 ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΜΙΚΡΗΣ ΤΑΧΥΤΗΤΑΣ Τιμή για την μεταφορά ενός τόνου (1t) επί ενός χιλιομέτρου (1 km): Αριθμητικώς: 44 δρχ. Ολογράφως: σαράντα τέσσερις δραχμές. ΑΡΘΡΟ 11 ΑΤΟΕ Ν. 3816 ΞΥΛΟΤΥΠΟΙ ΣΥΝΗΘΩΝ ΧΥΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) ανεπτυγμένης επιφάνειας: Αριθμητικώς: 4.000 δρχ. Ολογράφως: τέσσερις χιλιάδες δραχμές.

ΑΡΘΡΟ 12 ΑΤΟΕ Ν. 3811 ΞΥΛΟΤΥΠΟΙ ΜΙΚΡΩΝ ΧΥΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) ανεπτυγμένης επιφάνειας: 238


Αριθμητικώς: 4.200 δρχ. Ολογράφως: τέσσερις χιλιάδες διακόσιες δραχμές.

ΑΡΘΡΟ 13 ΑΤΟΕ Ν. 3831 ΞΥΛΟΤΥΠΟΙ ΜΙΚΡΩΝ ΑΨΙΔΩΝ ΚΑΙ ΘΟΛΩΝ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) ανεπτυγμένης επιφάνειας: Αριθμητικώς: 17.500 δρχ. Ολογράφως: δέκα επτά χιλιάδες πεντακόσιες δραχμές. Β.

ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΑ

ΑΡΘΡΟ 14 ΑΤΟΕ Ν. 5206 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΣΚΕΛΕΤΟΥ ΣΤΕΓΗΣ ΑΠΟ ΠΕΛΕΚΗΤΗ ΞΥΛΕΙΑ Τιμή για ένα κυβικό μέτρο (1 μ3) τοποθετημένης ξυλείας σε τελειωμένη εργασία σκελετού της στέγης ή εξώστη: Αριθμητικώς: 214.000 δρχ. Ολογράφως: διακόσιες δέκα τέσσερις χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 15 ΑΤΟΕ Ν. 5284 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΠΕΤΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΕΓΗΣ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) τελειωμένου σανιδώματος: Αριθμητικώς: 2.600 δρχ. Ολογράφως: δύο χιλιάδες εξακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 16 ΑΤΟΕ Ν.5304 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΞΥΛΙΝΟΥ ΔΑΠΕΔΟΥ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) τελειωμένου πατώματος: Αριθμητικώς: 4.200 δρχ. Ολογράφως: τέσσερις χιλιάδες διακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 17 ΑΤΟΕ Ν. 5296 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΞΥΛΙΝΩΝ ΨΕΥΔΟΡΟΦΩΝ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) τελειωμένης επιφάνειας ψευδοροφής: Αριθμητικώς: 4.200 δρχ. Ολογράφως: τέσσερις χιλιάδες διακόσιες δραχμές.

239


ΑΡΘΡΟ 18 ΞΥΛΙΝΑ ΚΙΓΚΛΙΔΩΜΑΤΑ

ΑΤΟΕ Ν. 5522

Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) τελειωμένου κιγκλιδώματος: Αριθμητικώς: 10.000 δρχ. Ολογράφως: δέκα χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 19 ΑΤΟΕ Ν. 5609 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗΣ ΡΑΦΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΜΑΡΙΩΝ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) τοποθετημένου ερμαρίου: Αριθμητικώς: 13.000 δρχ. Ολογράφως: δέκα τρεις χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 20 ΑΤΟΕ Ν. 5423 ΞΥΛΙΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΑΝΟΙΓΟΜΕΝΑ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) επιφάνειας τοποθετημένου παραθύρου σε κατάσταση λειτουργίας: Αριθμητικώς: 29.000 δρχ. Ολογράφως: είκοσι εννέα χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 21 ΘΥΡΕΣ ΠΡΕΣΣΑΡΙΣΤΕΣ

ΑΤΟΕ Ν. 5450

Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) επιφάνειας τοποθετημένης θύρας σε κατάσταση λειτουργίας: Αριθμητικώς: 39.000 δρχ. Ολογράφως: τριάντα εννέα χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 22 ΘΥΡΕΣ ΚΑΡΦΩΤΕΣ

ΑΤΟΕ Ν. 5458

Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) επιφάνειας τοποθετημένης θύρας σε κατάσταση λειτουργίας: Αριθμητικώς: 32.000 δρχ. Ολογράφως: τριάντα δύο χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 23 ΑΤΟΕ Ν. 5268 ΞΥΛΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΜΑΝΤΑΝΙΑ Τιμή για ένα τεμάχιο κατ’ αποκοπήν: Αριθμητικώς: 1.800.000 δρχ. Ολογράφως: ένα εκατομμύριο οκτακόσιες χιλιάδες δραχμές. 240


ΑΡΘΡΟ 24 ΑΤΟΕ Ν. 5269 ΞΥΛΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΝΕΡΟΤΡΙΒΗΣ Τιμή για ένα τεμάχιο κατ’ αποκοπή: Αριθμητικώς: 750.000 δρχ. Ολογράφως: επτακόσιες πενήντα χιλιάδες δραχμές.

ΑΡΘΡΟ 25 ΑΤΟΕ Ν. 5270 ΞΥΛΟΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΛΕΥΡΟΜΥΛΟΥ Τιμή για ένα τεμάχιο κατ’ αποκοπή: Αριθμητικώς: 1.800.000 δρχ. Ολογράφως: ένα εκατομμύριο οκτακόσιες χιλιάδες δραχμές. Γ.

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ

ΑΡΘΡΟ 26 ΑΤΟΕ Ν. 4202 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΛΙΘΟΔΟΜΗΣ ΔΙΠΛΗΣ ΟΨΕΩΣ Τιμή για ένα κυβικό μέτρο (1 μ3) ολοκληρωμένης λιθοδομής: Αριθμητικώς: 27.000 δρχ. Ολογράφως: είκοσι επτά χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 27 ΑΤΟΕ Ν. 4208 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΛΙΘΟΔΟΜΩΝ ΜΙΑΣ ΟΨΕΩΣ Τιμή για ένα κυβικό μέτρο (1 μ3) ολοκληρωμένης λιθοδομής μιας όψεως: Αριθμητικώς: 23.000 δρχ. Ολογράφως: είκοσι τρεις χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 28 ΑΤΟΕ Ν. 4209 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΛΙΘΟΔΟΜΩΝ ΘΟΛΩΝ Τιμή για ένα κυβικό μέτρο (1 μ3) ολοκληρωμένης λιθοδομής : Αριθμητικώς: 30.000 δρχ. Ολογράφως: τριάντα χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 29

ΑΤΟΕ Ν. 4509 241


ΜΟΡΦΩΣΗ ΟΨΕΩΝ ΛΙΘΟΔΟΜΗΣ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) ολοκληρωμένης λιθοδομής : Αριθμητικώς: 6.800 δρχ. Ολογράφως: έξι χιλιάδες οκτακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 30 ΑΤΟΕ Ν. 4227 ΜΟΡΦΩΣΗ ΑΚΜΩΝ ΛΙΘΟΔΟΜΗΣ Τιμή για ένα μέτρο μήκους (1 μ.μ) ολοκληρωμένης ακμής λιθοδομής : Αριθμητικώς: 6.200 δρχ. Ολογράφως: έξι χιλιάδες διακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 31 ΑΤΟΕ Ν. 4210 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΤΙΣΤΩΝ ΠΑΓΚΩΝ Τιμή για ένα τρέχον μέτρο (1 μ.μ) κτιστού πάγκου : Αριθμητικώς: 21.000 δρχ. Ολογράφως: είκοσι μία χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 32 ΠΟΔΙΕΣ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ

ΑΤΟΕ Ν. 7535

Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) ποδιάς ή σκαλοπατιού: Αριθμητικώς: 17.000 δρχ. Ολογράφως: δέκα επτά χιλιάδες δραχμές.

ΑΡΘΡΟ 33 ΑΤΟΕ Ν. 4626 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΠΛΙΝΘΟΔΟΜΩΝ ΠΑΧΟΥΣ ½ ΠΛΙΝΘΟΥ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) πραγματικής επιφάνειας : Αριθμητικώς: 4.100 δρχ. Ολογράφως: τέσσερις χιλιάδες εκατό δραχμές. ΑΡΘΡΟ 34 ΑΤΟΕ Ν. 7105 ΑΡΜΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΣΕ ΒΑΘΟΣ ΛΙΘΟΔΟΜΩΝ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) αρμολογημένης επιφάνειας : Αριθμητικώς: 4.300 δρχ. Ολογράφως: τέσσερις χιλιάδες τριακόσιες δραχμές.

σε βάθος

242


ΑΡΘΡΟ 35 ΑΤΟΕ Ν. 7106 ΑΡΜΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΛΙΘΟΔΟΜΗΣ Η ΠΛΑΚΟΣΤΡΩΣΕΩΝ (ΤΕΛΙΚΟ) Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) αρμολογημένης επιφάνειας : Αριθμητικώς: 3.500 δρχ. Ολογράφως: τρεις χιλιάδες πεντακόσιες δραχμές. Δ.

ΕΠΙΚΑΛΥΨΕΙΣ - ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 36 ΑΤΟΕ Ν. 7224 ΔΙΑΣΤΡΩΣΗ ΑΣΦΑΛΤΟΠΑΝΟΥ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) καλυπτόμενης επιφάνειας : Αριθμητικώς: 5.300 δρχ. Ολογράφως: πέντε χιλιάδες τριακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 37 ΑΤΟΕ Ν. 7318 ΕΠΙΚΑΛΥΨΗ ΣΤΕΓΗΣ ΜΕ ΣΧΙΣΤΟΠΛΑΚΑ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) διαστρωμένης επιφάνειας : Αριθμητικώς: 16.000 δρχ. Ολογράφως: δέκα έξι χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 38 ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΥΑΛΟΒΑΜΒΑΚΑ

ΑΤΟΕ Ν. 7943 ΘΕΡΜΟΜΟΝΩΤΙΚΟΥ ΠΑΠΛΩΜΑΤΟΣ

ΑΠΟ

Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) στέγης : Αριθμητικώς: 1.800 δρχ. Ολογράφως: χίλιες οκτακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 39 ΑΤΟΕ Ν. 7329 ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΜΕ ΠΛΑΚΙΔΙΑ ΠΟΡΣΕΛΑΝΗΣ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) τελειωμένης επιφάνειας : Αριθμητικώς: 1.800 δρχ. Ολογράφως: χίλιες οκτακόσιες δραχμές.

ΑΡΘΡΟ 40 ΑΤΟΕ Ν. 7125 ΝΕΑ ΕΠΙΧΡΙΣΜΑΤΑ ΠΑΤΗΤΑ (ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΣΤΡΩΣΕΙΣ) Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) επιχρισμένης επιφάνειας : 243


Αριθμητικώς: 5.000 δρχ. Ολογράφως: πέντε χιλιάδες δραχμές

ΑΡΘΡΟ 41 ΑΤΟΕ Ν. 7757 ΒΕΡΝΙΚΟΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ ΞΥΛΙΝΩΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΩΝ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) τελειωμένης επιφάνειας : Αριθμητικώς: 2.000 δρχ. Ολογράφως: δύο χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 42 ΑΤΟΕ Ν. 7751 ΕΠΑΛΕΙΨΗ ΞΥΛΕΙΑΣ ΜΕ ΕΝΤΟΜΟΚΤΟΝΟ – ΜΥΚΗΤΙΟΚΤΟΝΟ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) επιφάνειας ξύλου που δέχθηκε ψεκασμό και επάλειψη με μυκητιοκτόνο σε δύο στρώσεις : Αριθμητικώς: 2.000 δρχ. Ολογράφως: δύο χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 43 ΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ ΜΕ ΠΛΑΣΤΙΚΟ

ΑΤΟΕ Ν.7751

Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) χρωματισμένης επιφάνειας : Αριθμητικώς: 4.000 δρχ. Ολογράφως: τέσσερις χιλιάδες δραχμές.

Ε.

ΔΑΠΕΔΑ

ΑΡΘΡΟ 44 ΑΤΟΕ Ν.7318 ΔΙΑΣΤΡΩΣΗ ΔΑΠΕΔΟΥ ΑΠΟ ΣΧΙΣΤΟΠΛΑΚΕΣ Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) τελειωμένης επιφάνειας : Αριθμητικώς: 11.500 δρχ. Ολογράφως: έντεκα χιλιάδες πεντακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 45 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΛΟΥΚΙΟΥ

ΑΤΟΕ Ν.3209

Τιμή για την κατασκευή 1 μ.μ λουκίου: Αριθμητικώς: 13.000 δρχ. Ολογράφως: δέκα τρεις χιλιάδες δραχμές.

244


ΑΡΘΡΟ 46 ΑΤΟΕ Ν. 7587 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΛΙΘΟΣΤΡΩΤΟΥ ΤΥΠΟΥ Α. Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) τελειωμένης επιφάνειας : Αριθμητικώς: 12.000 δρχ. Ολογράφως: δώδεκα χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 47 ΑΤΟΕ Ν.7588 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΛΙΘΟΣΤΡΩΤΟΥ ΤΥΠΟΥ Β Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) τελειωμένης επιφάνειας : Αριθμητικώς: 10.000 δρχ. Ολογράφως: δέκα χιλιάδες δραχμές. ΣΤ.

ΚΟΝΙΟΔΕΜΑΤΑ

ΑΡΘΡΟ 48 ΑΤΟΕ Ν. 3209 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΟΠΛΟΥ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ Τιμή για ένα κυβικό μέτρο (1 μ3) εγκατεστημένου σκυροδέματος : Αριθμητικώς: 22.000 δρχ. Ολογράφως: είκοσι δύο χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 49 ΑΤΟΕ Ν.3214 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΠΛΙΣΜΕΝΟΥ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ Τιμή για ένα κυβικό μέτρο (1 μ3) σκυροδέματος : Αριθμητικώς: 34.000 δρχ. Ολογράφως: τριάντα τέσσερις χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 50 ΑΤΟΕ Ν. 3224 ΣΕΝΑΖ ΑΠΟ ΟΠΛΙΣΜΕΝΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ Τιμή για ένα τρέχον μέτρο (1.0 μ) κατασκευασμένου : Αριθμητικώς: 4.100 δρχ. Ολογράφως: τέσσερις χιλιάδες εκατό δραχμές Ε.

ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΑ

ΑΡΘΡΟ 51 ΑΤΟΕ Ν.3872 ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΙ ΟΠΛΙΣΜΟΙ ΔΙΑ ΔΟΜΙΚΟΥ ΠΛΕΓΜΑΤΟΣ 245


Τιμή για ένα κιλό (1 kg) εγκατεστημένου πλέγματος: Αριθμητικώς: 290 δρχ. Ολογράφως: διακόσιες ενενήντα δραχμές. ΑΡΘΡΟ 52 ΑΤΟΕ Ν. 3873 ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΙ ΟΠΛΙΣΜΟΙ ST III Τιμή για ένα κιλό (1 kg) εγκατεστημένου οπλισμού: Αριθμητικώς: 280 δρχ. Ολογράφως: διακόσιες ογδόντα δραχμές. ΑΡΘΡΟ 53 ΣΙΔΕΡΙΕΣ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ

ΑΤΟΕ Ν.6419

Τιμή για ένα τετραγωνικό μέτρο (1 μ2) τοποθετημένης σιδεριάς : Αριθμητικώς: 39.000 δρχ. Ολογράφως: τριάντα εννέα χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 54 ΣΙΔΗΡΑ ΜΑΝΤΑΛΑ ΠΟΡΤΑΣ

ΑΤΟΕ Ν. 1477

Τιμή για ένα τεμάχιο (1 τεμ) μπρούτζινης λαβής πόρτας: Αριθμητικώς: 6.800 δρχ. Ολογράφως: έξι χιλιάδες οκτακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 55 ΣΠΑΝΟΛΕΤΕΣ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ

ΑΤΟΕ Ν. 1478

Τιμή για ένα τεμάχιο (1 τεμ) μπρούτζινης λαβής σπανολέτας παραθύρου: Αριθμητικώς: 5.800 δρχ. Ολογράφως: πέντε χιλιάδες οκτακόσιες δραχμές.

ΕΙΔΗ ΥΓΙΕΙΝΗΣ – ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ

ΑΡΘΡΟ 56 Ειδικό ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΛΕΚΑΝΗΣ ΑΠΟΧΩΡΗΤΗΡΙΟΥ Τιμή για ένα τεμάχιο (1 τεμ) τοποθετημένο: 246


Αριθμητικώς: 19.000 δρχ. Ολογράφως: δέκα εννέα χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 57 ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΝΙΠΤΗΡΑ

Ειδικό

Τιμή για ένα τεμάχιο (1 τεμ) πλήρως τοποθετημένο: Αριθμητικώς: 17.000 δρχ. Ολογράφως: δέκα επτά χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 58 Ειδικό ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΑΝΑΜΙΚΤΗΡΑ ΘΕΡΜΟΥ – ΨΥΧΡΟΥ ΥΔΑΤΟΣ Τιμή για ένα τεμάχιο (1 τεμ) πλήρως τοποθετημένο: Αριθμητικώς: 6.500 δρχ. Ολογράφως: έξι χιλιάδες πεντακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 59 ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΕΤΑΖΙΕΡΑΣ

Ειδικό

Τιμή για ένα τεμάχιο (1 τεμ) πλήρως τοποθετημένο: Αριθμητικώς: 6.500 δρχ. Ολογράφως: έξι χιλιάδες πεντακόσιες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 60 Ειδικό ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΧΑΡΤΟΘΗΚΗΣ – ΣΑΠΟΥΝΟΘΗΚΗΣ Τιμή για ένα τεμάχιο (1 τεμ) πλήρως τοποθετημένο: Αριθμητικώς: 5.000 δρχ. Ολογράφως: πέντε χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 61 Ειδικό ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΑΓΚΙΣΤΡΟΥ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ Τιμή για ένα τεμάχιο (1 τεμ) πλήρως τοποθετημένο: Αριθμητικώς: 4.000 δρχ. Ολογράφως: τέσσερις χιλιάδες δραχμές. ΑΡΘΡΟ 62 ΥΔΡΑΥΛΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Ειδικό

Τιμή κατ’ αποκοπή για την υδραυλική εγκατάσταση: Αριθμητικώς: 600.000 δρχ. Ολογράφως: εξακόσιες χιλιάδες δραχμές. 247


ΑΡΘΡΟ 63 Ειδικό ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ Τιμή κατ’ αποκοπή για την υδραυλική εγκατάσταση: Αριθμητικώς: 2.000.000 δρχ. Ολογράφως: δύο εκατομμύρια δραχμές.

248


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

249


Μετσοβίτικος ποταμός στη θέση Παναγία στο Μέτσοβο. Πέτρινο, νεόχτιστο γεφύρι που οδηγεί προς το Ανήλιο.

250


Νεροτριβή, λίγο πιο πέρα από το μοναστήρι της Παναγίας, στον Μετσοβίτικο.

Το μοναστήρι της Παναγίας, δίπλα από το ποτάμι.

251


Σ’ αυτό το σημείο ένα μέρος του ποταμού εκτρέπεται και οδηγείται προς το μαντάνι και το νερόμυλο του Γκίνα, λίγο πιο πέρα από το μοναστήρι.

Καταράκτης λόγω του φράγματος που είχε κατασκευαστεί μαζί με πολλά άλλα για τη συγκράτηση του εδάφους και την αποφυγή της διάβρωσης, που «μάστιζε» την περιοχή.

252


Όταν είναι σηκωμένη η θύρα που φαίνεται εδώ, το νερό επιστρέφει στο ποτάμι και δε φτάνει στο νερόμυλο.

253


Το νερό έχει φτάσει ήδη κοντά στο νερόμυλο και το μαντάνι.

254


Ο αγωγός που οδηγεί το νερό στο νερόμυλο.

Το μαντάνι.

255


Η φτερωτή που με την ορμή του νερού που έρχεται από τον αγωγό κινεί το μαντάνι.

256


Όψη του μαντανιού.

Όψη του κτιρίου που στεγάζει το νερόμυλο. Επίσης φαίνεται ένας παλιός τροχός από το νερόμυλο πριν την αναπαλαίωση.

257


Ο νερόμυλος, πρόσφατα κατασκευασμένος σύμφωνα με τους παλιούς κατεστραμμένους.

Μια στρογγυλή πέτρα όμοια με αυτές της Βοβούσας.

258


Παλιά νεροτριβή εγκαταλελειμμένη και κατεστραμμένη στη Βοβούσα.

Εδώ φαίνεται ο ξύλινος αγωγός που έφερνε το νερό στη χοάνη της νεροτριβής.

259


Ανθοχώρι. Πολλά ρυάκια κυλάνε στο χωριό, όπως και αυτό κάτω από την εκκλησία του Αϊ Γιώργη.

Εδώ φαίνεται ένα μέρος των κατασκευών για τη δημιουργία του Μουσείου Υδροκίνησης στο Ανθοχώρι.

260


Ομοίως και εδώ.

Το νερό οδηγείται στο μικρό αυτό «κανάλι» …

261


… μέσα από τον αγωγό, με ξύλο επενδυμένο…

… για να πέσει στη χοάνη της νεροτριβής που βρίσκεται από κάτω.

262


Η φτερωτή του αναπαλαιωμένου μαντανιού …

… που βρίσκεται μέσα σε ένα πέτρινο κτίριο του Μουσείου.

263


Ο αναπαλαιωμένος νερόμυλος μέσα σε ένα άλλο πέτρινο κτίριο.

Η πέτρα του μύλου, όπου αλέθεται το αλεύρι.

264


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4Ο ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΙΚΡΩΝ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΜΕΤΣΟΒΟΥ

265


Στο

τέταρτο

κεφάλαιο

γίνεται

μια

γενική

αναφορά

στα

υδροενεργειακά έργα και στα πλεονεκτήματα – μειονεκτήματα αυτών. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά και διάκριση των μεγάλων και μικρών υδροηλεκτρικών

έργων,

καθώς

και

περιγραφή

του

Υδατικού

Διαμερίσματος της Ηπείρου και των δυνατοτήτων αξιοποίησής του. Τέλος γίνεται περιγραφή μικρών υδροηλεκτρικών έργων

στο Δήμο

Μετσόβου (ΥΗΕ στη θέση Μπαμπά στο Ανθοχώρι, στη θέση Ρόνα στο Ανήλιο και στη θέση Γίνιετς στο Μέτσοβο). Για το ΥΗΕ στη θέση Γίνιετς παρατίθεται και η μελέτη αυτού.

266


4.

Εισαγωγή Υπάρχει ένα τμήμα, μια φάση του υδρολογικού κύκλου που ήταν

πάντα ζωτικής σημασίας για τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Ορίζεται ως ‘‘Τεχνική Υδρολογία’’ (Engineering Hydrology) και περιλαμβάνει την κίνηση του νερού και τις συνέπειες (πλημμύρες, διαβρώσεις κλπ.) από τη στιγμή που φτάνει

στο έδαφος και τη χλωρίδα με μορφή

ατμοσφαιρικού κατακρημνίσματος (βροχής, χιονιού κλπ.) μέχρις ότου καταλήξει με επιφανειακή ή υπόγεια απορροή στους μεγάλους φυσικούς ή

τεχνητούς

ταμιευτήρες

(θάλασσα,

λίμνες,

υπόγεια

υδροφόρα

στρώματα). Οι ευεργετικές ή καταστρεπτικές συνέπειες της κρίσιμης αυτής φάσης του υδρολογικού κύκλου ανάγκασαν τον άνθρωπο να της αφιερώσει, από τα βάθη της ιστορίας μέχρι σήμερα, το δεύτερο σε σπουδαιότητα μέρος της δημιουργικής του δουλειάς. Πράγματι αν πρώτη φροντίδα ήταν η κατοχύρωση μιας σίγουρης στέγης, δεύτερη και εξίσου απαραίτητη ήταν η εξασφάλιση του πόσιμου ή και του αρδευτικού νερού, σε συνδυασμό με την προστασία από τις πλημμύρες και την παραγωγή ενέργειας. Τρία είναι τα διαδοχικά βήματα της προσέγγισης προς την τεχνικά αξιόπιστη και οικονομικά εφικτή αλλά και βέλτιστη εξασφάλιση του απαραίτητου για τις ανθρώπινες δραστηριότητες νερού : εκτίμηση της χωρο – χρονικής του διαθεσιμότητας, σχεδιασμός και εκτέλεση των έργων αξιοποίησής του και τέλος διαχείριση του όλου συστήματος των υδατικών πόρων.

4.1

Τα υδροενεργειακά έργα Η συνεχής κυκλική, όχι μόνο ποσοτική αλλά και ενεργειακή

ανανέωση των υδατικών αποθεμάτων χρησιμοποιήθηκε από τα βάθη της προϊστορίας και για την παραγωγή πολύτιμου έργου, τόσο μεταφορικού όσο και καθαρά υδραυλικού, μέσω της δυναμικής ενέργειας 267


των πάσης φύσεων υδατορευμάτων : οι υδάτινες μεταφορές και οι πρώτες υδραυλικές μηχανές λειτούργησαν στην εγγύς Ανατολή για τις μετακινήσεις και τη μεταφορά μεγάλων φορτίων, την άντληση νερού και την άλεση, εδώ και 4.000 χρόνια ενώ οι αρχαίοι μας πρόγονοι όχι μόνο χρησιμοποίησαν αλλά και θεοποίησαν τα ποτάμια και τις πηγές νερού. Μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, η ανθρωπότητα ήταν γεμάτη από όμορφους υδρόμυλους και σημαντικό τμήμα των επικοινωνιών και μεταφορών της χρησιμοποιούσε την εσωτερική ναυσιπλοΐα. Η εντατική εκμετάλλευση των στερεών και υγρών καυσίμων ανέστειλαν, δυστυχώς αυτές τις δραστηριότητες και είναι ευτύχημα ότι οι πετρελαϊκές κρίσεις αλλά και περιβαλλοντικοί λόγοι δίνουν ελπίδες για ουσιαστική ανάκαμψη με τις αρχές του 21ου αιώνα. Η βιομηχανική παραγωγή, μεταφορά και διανομή της ευγενούς (θεϊκής κατά τους προγόνους μας) ηλεκτρικής ενέργειας κατέκτησε μέσα στον

20ο

αιώνα

σχεδόν

όλες

τις

ανθρώπινες

ανάγκες

και

δραστηριότητες. Αποτέλεσμα αυτής της κατάκτησης είναι και η κατασκευή μεγάλης κλίμακας υδροηλεκτρικών έργων. Στην Ευρώπη τουλάχιστον, οι δύο-τρεις δεκαετίες μετά τον ΄Β παγκόσμιο πόλεμο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως η χρυσή περίοδος των μεγάλων ΥΗΕ επειδή η έντονη αξιοποίηση του διαθέσιμου υδραυλικού δυναμικού έγινε με μονάδες μεγάλης ισχύος, μερικών εκατοντάδων MW η κάθε μία. Σε σύγκριση με τα μεγάλα ΥΗΕ, τα παλαιάς τεχνολογίας μικρά ΥΗΕ που ήδη υπήρχαν αποδείχθηκαν αντιοικονομικά

(χαμηλός

βαθμός

απόδοσης

και

υψηλό

κόστος

παραγόμενης KWh) και σταδιακά εγκαταλείφθηκαν. Από τη δεκαετία του 1980 περίπου παρατηρείται διεθνώς ένα έντονο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των μικρών ΥΗΕ που εκδηλώνεται είτε με την αξιοποίηση νέων

μικρών

υδατοπτώσεων

είτε

με

την

επανασχεδίαση

και

επανεξοπλισμό των μικρών ΥΗΕ που είχαν απομείνει ή εγκαταλειφθεί. Το διεθνές ενδιαφέρον για τα μικρά ΥΗΕ αντικατοπτρίζεται από την ανάπτυξη

σημαντικού

αριθμού

κατασκευαστριών

εταιρειών,

τις

περισσότερες φορές θυγατρικές των εταιρειών που κατασκευάζουν εξοπλισμό για τα μεγάλα ΥΗΕ, που ειδικεύονται στην κατασκευή 268


τυποποιημένου ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού για τα νέας γενιάς μικρά ΥΗΕ. Στη χώρα μας όλα τα υδροηλεκτρικά έργα, με μόνη εξαίρεση το μικρό υδροηλεκτρικό του Γλαύκου κοντά στην Πάτρα, έγιναν μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και με αργούς ρυθμούς. Μόνο το ένα τέταρτο του οικονομικά εκμεταλλεύσιμου υδροδυναμικού της χώρας χρησιμοποιείται σήμερα ή βρίσκεται υπό αξιοποίηση. Διαθέτουμε επομένως τεράστια ανεκμετάλλευτα αποθέματα εγχώριων, καθαρών και ανανεώσιμων υδατικών ενεργειακών πηγών, για την αξιοποίηση των οποίων

υπάρχει

και

η

απαιτούμενη

εγχώρια

τεχνογνωσία

και

κατασκευαστική υποδομή. Τα υδροηλεκτρικά με τη μεγάλη ευελιξία που διαθέτουν στις αυξομειώσεις του φορτίου είναι τα πλέον κατάλληλα για την άμεση και αποτελεσματική κάλυψη των αιχμών. Επί πλέον η χρήση γενικώς των στερεών ή υγρών καυσίμων είναι κατεξοχήν ρυπογόνος (ιπτάμενη τέφρα, αιθάλη, καυσαέρια), με αποτέλεσμα την όξινη βροχή, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, αναπνευστικά προβλήματα κλπ. Αντίθετα, η υδραυλική ενέργεια είναι κατεξοχήν μη ρυπογόνος, ανανεώσιμη

στο διηνεκές και πολλαπλούς ωφελιμότητας (άρδευση,

ύδρευση, αναχαίτιση πλημμύρων κλπ.). αυτά τα πλεονεκτήματα καθιστούν την ανάγκη αξιοποίησής της στο έπακρον. Κάθε έργο υπολογίζεται για μια ορισμένη διάρκεια ζωής με συνέπεια να καθορίζεται ανάλογα και ο χρόνος απόσβεσης της αξίας του. Για τα υδροηλεκτρικά έργα, κυρίως για τα έργα πολιτικού μηχανικού, φράγματα, σήραγγες, αγωγοί, ακόμη και τα κτιριακά που είναι συνήθως υπόγεια, η διάρκεια ζωής είναι πολύ μεγάλη, υπερβαίνοντας κατά πολύ και τα 100 ακόμα χρόνια. Με αυτές τις προϋποθέσεις ο χρόνος απόσβεσης μπορεί να υπολογισθεί κατά πολύ μεγαλύτερος, με συνέπεια τη σημαντική μείωση του αρχικού κόστους. Στη συνέχεια γίνεται μια πιο εκτενέστερη καταγραφή των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των ΥΗΕ.

269


α) Πλεονεκτήματα των υδροηλεκτρικών έργων 

Οι υδατοπτώσεις είναι ανανεώσιμη πηγή ενέργειας και έτσι δεν αντιμετωπίζουν

ορατό

κίνδυνο

εξαντλήσεώς

τους,

όπως

αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο αυτό για τα συμβατικά καύσιμα. 

Τα ΥΗΕ δεν έχουν απόβλητα ‘η κατάλοιπα, δεν μολύνουν το περιβάλλον και (ουσιαστικά) δεν αυξάνουν τη θερμοκρασία του νερού των ποταμών.

Η κατασκευή τους συνδυάζεται συχνά και με άλλες διευθετήσεις όπως άρδευση, ύδρευση, ρύθμιση πλημμύρας, αλιεία, αναψυχή κλπ.

Το

κόστος

της

παραγόμενης

ηλεκτρικής

ενέργειας

δεν

παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις και αντιστοιχεί ουσιαστικά στις αποσβέσεις του έργου. Το λειτουργικό κόστος των ΥΗΕ (το κόστος συντήρησης και προσωπικού) είναι μικρό. 

Οι υδροστρόβιλοι είναι στιβαρές και αξιόπιστες μηχανές που απαιτούν μικρή συντήρηση και επίβλεψη (ο προληπτικός έλεγχος γίνεται μετά από 5000 ώρες λειτουργίας περίπου) και για το λόγο αυτό το προσωπικό των ΥΗΕ είναι πολύ μικρό σε σύγκριση με την εγκατεστημένη ισχύ (περίπου 25 άτομα για ΥΗΕ συνολικής ισχύος 300 MW) ή ένας τεχνίτης για την επίβλεψη ενός μικρού ΥΗΕ.

Για τις ανάγκες κατασκευής του ΥΗΕ κατασκευάζονται έργα υποδομής (δρόμοι, γέφυρες) που βοηθούν στην αξιοποίηση απομακρυσμένων περιοχών.

Η διάρκεια ζωής των ΥΗΕ είναι μεγάλη, της τάξεως των 50 ετών για τα μεγάλα και 20-30 ετών για τα μικρά. Η διάρκεια ζωής τους μπορεί

να

γίνει

μεγαλύτερη

με

ανανέωση

του

ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού. 

Το πλέον σημαντικό και αναντικατάστατο πλεονέκτημα των υδροηλεκτρικών έργων είναι η δυνατότητα πολύ γρήγορης παραλαβής και απόρριψης φορτίου έτσι ώστε να γίνεται δυνατή η παρακολούθηση της μεταβολής της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας και η κάλυψη των αιχμών ζήτησης του διασυνδεδεμένου δικτύου. 270


Το ρόλο αυτό αναλαμβάνουν τα μεγάλης ισχύος υδροηλεκτρικά έργα αποθήκευσης, δηλ. αυτών των οποίων το φράγμα δημιουργεί δεξαμενή (ταμιευτήρα) μεγάλης χωρητικότητας. Η δυνατότητα κάλυψης των αιχμών ισχύος του δικτύου είναι πολύ σημαντική από τεχνικής και οικονομικής άποψης επειδή η αξία της KWh αιχμής είναι πολλαπλάσια της αξίας της KWh βάσεως. Σ’ αυτό ακριβώς το πλεονέκτημα των ΥΗΕ βασίζεται η κατασκευή αναστρέψιμων μονάδων οι οποίες κατά τη διάρκεια της χαμηλής ζήτησης (νύχτα) λειτουργούν αντλώντας νερό από τον κάτω ταμιευτήρα προς τον άνω δηλ. αποταμιεύοντας ενέργεια την οποία είναι έτοιμα να αποδώσουν κατά τις ώρες αιχμής. Το χαρακτηριστικό όμως αυτό το έχουν μόνο τα μεγάλης ισχύος ΥΗΕ. β) Μειονεκτήματα των υδροηλεκτρικών έργων 

Έχουν μεγάλη διάρκεια κατασκευής (της τάξεως των 5-10 ετών για μεγάλο ΥΗΕ και 1-2 χρόνια για μικρό ΥΗΕ) ενώ επίσης μεγάλη είναι η διάρκεια των μελετών και συλλογής – επεξεργασίας υδρολογικών και γεωλογικών κλπ. Στοιχείων, τα οποία πρέπει να είναι τόσο πιο πλήρη και αξιόπιστα όσο μεγαλύτερο είναι το έργο.

Η ετήσια παραγωγή ενέργειας υφίσταται διακυμάνσεις που σχετίζονται

με

την

ποσότητα

των

ατμοσφαιρικών

κατακρημνισμάτων (βροχοπτώσεων και χιονοπτώσεων). 

Έχουν πολύ υψηλό κόστος (της τάξεως των 2000-4000 ευρώ/KW) και γι’ αυτό απαιτούν τη διάθεση πολύ μεγάλων κεφαλαίων.

Η κατασκευή τους προϋποθέτει

την ύπαρξη

κατάλληλων

υδατοπτώσεων και μεγάλων παροχών. Για το λόγο αυτό η θέση τους είναι πολλές φορές πολύ μακριά από την κατανάλωση με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται σημαντικά το κόστος κατασκευής τους από το κόστος των έργων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

271


4.2

Διάκριση μεταξύ μικρών και μεγάλων ΥΗΕ Θα πρέπει αρχικά να διευκρινιστεί ότι από πλευράς αρχής

λειτουργίας, τόσο στη μετατροπή της υδραυλικής ενέργειας σε μηχανική και στη μετατροπή της τελευταίας σε ηλεκτρική, ένα μικρό ΥΗΕ δεν διαφέρει από ένα μεγάλο. Επίσης δεν διαφέρουν ως προς το πλήθος και το είδος των επί μέρους έργων-τμημάτων από τα οποία απαρτίζεται ένα ΥΗΕ. Ο χαρακτηρισμός ενός Υδροηλεκτρικού Έργου (ΥΗΕ) ως «μικρού» δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην εγκατεστημένη ισχύ ή στις διαστάσεις των μονάδων αλλά σε ένα σύνολο χαρακτηριστικών, πολλά από τα οποία δεν είναι μετρήσιμα, δηλ. οι διαφορές μεταξύ μικρών και μεγάλων ΥΗΕ δεν είναι μόνο ποσοτικές αλλά κυρίως ποιοτικές. Στα μεγάλα ΥΗΕ ο χαρακτηρισμός τους ως «μεγάλων» παραλείπεται ως εννοούμενος. Ως μικρό χαρακτηρίζεται ένα Υδροηλεκτρικό Έργο (ΥΗΕ) όταν η ονομαστική ισχύς του είναι μικρότερη των 10 MW, χωρίς η τιμή αυτή να αποτελεί ένα γενικά αποδεκτό όριο. Σημειώνεται ότι σε ορισμένες χώρες το όριο διάκρισης μεταξύ μεγάλων και μικρών ΥΗΕ ορίζεται στα 5 MW. Μια βασική διαφοροποίηση μεταξύ μικρών και μεγάλων ΥΗΕ έγκειται στην επιλογή και εγκατάσταση τυποποιημένου ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού στην περίπτωση των μικρών ΥΗΕ. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η τυποποίηση του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού για τον εξοπλισμό μικρών ΥΗΕ φτάνει συνήθως μέχρι την ισχύ των 10 MW (αν και ορισμένες εταιρείες προσφέρουν τυποποιημένους υδροστροβίλους ον. ισχύος μέχρι 15 MW), φαίνεται ότι η τιμή αυτή αποτελεί το πλέον αποδεκτό όριο διάκρισης μεταξύ μικρών και μεγάλων ΥΗΕ, όπως άλλωστε δέχονται όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το όριο διάκρισης μεταξύ μικρών και μεγάλων ΥΗΕ έχει σημασία και από πλευράς διαδικασιών και αδειοδοτήσεων καθώς για τα μικρά ΥΗΕ προβλέπονται διαδικασίες απλούστερες ενώ σε ορισμένες χώρες, όπως στην Ελλάδα, ένα μεγάλο ΥΗΕ δεν μπορεί να κατασκευαστεί παρά μόνο από τη ΔΕΗ. 272


Στη διεθνή βιβλιογραφία υπάρχουν και άλλες διακρίσεις : ως micro χαρακτηρίζεται ένα ΥΗΕ όταν η ονομαστική ισχύς του είναι μικρότερη των 100 KW, ως mini όταν η ονομαστική ισχύς του είναι μικρότερη από 1 MW και ως μικρό (small στα αγγλικά, petit στα γαλλικά) όταν η ονομαστική ισχύς του είναι μεταξύ του 1 MW και 10 MW. Τα όρια αυτά μεταξύ micro, mini και μικρής δεν είναι απόλυτα και υπάρχουν αποκλίσεις σε διάφορες χώρες καθόσον σχετίζονται κυρίως με τις διαδικασίες αδειοδότησης και τις προδιαγραφές σύνδεσης με το διασυνδεδεμένο ηλεκτρικό δίκτυο. Ο κύριος ρόλος των μεγάλων ΥΗΕ είναι η κάλυψη των αιχμών ισχύος των διασυνδεδεμένων ηλεκτρικών δικτύων. Αντίθετα ένα μικρό ΥΗΕ, λόγω ακριβώς του μεγέθους του, δεν έχει δυνατότητα ανακούφισης των αιχμών ισχύος και για το λόγο αυτό το σκεπτικό διαστασιολόγησής του θα πρέπει

να είναι η οικονομική

βιωσιμότητα της επένδυσης. Μεγάλος ταμιευτήρας αντιστοιχεί και σε μεγάλο φράγμα και άρα το κόστος (κόστος κατασκευής φράγματος και κόστος της γης η επιφάνεια της οποίας θα κατακλυσθεί) και για το λόγο αυτό στα μικρά ΥΗΕ ο ανάντη ταμιευτήρας περιορίζεται σε μια δεξαμενή που εξυπηρετεί τις ανάγκες της υδροληψίας και μόνο. Η διαμόρφωση αυτή αντιστοιχεί σε μικρότερες παρεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον και άρα μικρότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Άρα βασική διαφορά μεταξύ μεγάλων και μικρών ΥΗΕ είναι ο κατά το δυνατό περιορισμός των έργων πολιτικού μηχανικού στην περίπτωση των μικρών και η οποία συσχετίζεται άμεσα με τον τρόπο εκμετάλλευσης του έργου. Τα έργα πολιτικού μηχανικού σε ένα μικρό ΥΗΕ απλοποιούνται με αποτέλεσμα να μειώνεται το ποσοστό του κόστους των έργων πολιτικού μηχανικού σε ένα μικρό ΥΗΕ κυρίως χάρη στην απουσία μεγάλου φράγματος και ταμιευτήρα. Ακόμη μεγαλύτερη μείωση του

κόστους

επιτυγχάνεται

όταν

τα

έργα

πολιτικού

μηχανικού

κατασκευάζονται από τοπικό εργολάβο και γίνει εκτεταμένη χρήση υλικών της περιοχής. Μια ακόμη σημαντική διαφορά μεταξύ μεγάλων και μικρών ΥΗΕ είναι

η

έκταση

των

μελετών

(υδρολογικών,

γεωλογικών

και 273


τοπογραφικών αποτυπώσεων) που απαιτούνται για την κατάρτιση των μελετών (αναγνωριστικής μελέτης, προμελέτης και μελέτης εφαρμογής). Λόγω της σημασίας των μεγάλων ΥΗΕ οι μελέτες αυτές είναι διεξοδικές ενώ τα υδρολογικά στοιχεία (φυσικές εισροές) θα πρέπει να είναι αξιόπιστα (να προέρχονται από μετρήσεις) και να εκτείνονται σε μεγάλο χρονικό βάθος (20 ετών τουλάχιστον). Στα μικρά ΥΗΕ δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα και οι διαθέσιμες υδρολογικές μετρήσεις στην εξεταζόμενη θέση είναι συνήθως πολύ περιορισμένες. Συμπερασματικά κατά τη μελέτη ενός μικ��ού ΥΗΕ πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι «εφαρμόζεται κάτι που κρίνεται απαραίτητο» ενώ αντίθετα σε ένα μεγάλο ΥΗΕ επιδιώκεται και υιοθετείται το καλύτερο δυνατόν.

4.2.1 Μεγάλα Υδροηλεκτρικά Έργα Η

αξιοποίηση

του

υδροδυναμικού

μιας

χώρας

αποτελεί

οπωσδήποτε ένα εθνικό στόχο δεδομένου ότι πρόκειται για μια ανανεώσιμη πηγή ενέργειας, με σημαντικά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με

τις

άλλες

ανανεώσιμες

μορφές

ενέργειας,

όπως

οι

μικρές

περιβαλλοντικές επιπτώσεις, η μεγάλη ειδική ισχύς (ισχύς ανά βάρος του εξοπλισμού) και η δυνατότητα συνδυασμού με άλλες χρήσεις του νερού. Την αξιοποίηση των μεγάλης ισχύος υδατοπτώσεων αναλαμβάνουν οι εταιρείες παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, όπως η ΔΕΗ, για δύο κυρίως λόγους : τα μεγάλα ΥΗΕ είναι απαραίτητα σε ένα μεγάλο δίκτυο επειδή είναι τα μόνα που μπορούν να καλύψουν αποτελεσματικά τις αιχμές ζήτησης του δικτύου και επειδή το κόστος κατασκευής τους είναι πολύ υψηλό. Τα μεγάλα, λοιπόν, υδροηλεκτρικά έργα είναι πολλαπλής χρήσης αλλά και πολλαπλής οικονομικής ωφέλειας : Οι υδροταμιευτήρες τους αναβαθμίζουν το περιβάλλον και διαφυλάσσουν τους πολύτιμους υδρευτικούς πόρους των αυξημένων χειμερινών πόρων για να τους διαθέσουν σε αρδεύσεις και υδρεύσεις κατά την κρίσιμη θερινή και όχι μόνο περίοδο. Αν το κόστος των απαιτούμενων επενδύσεων κατανεμηθεί σε όλες τις χρήσεις του νερού, όπως άλλωστε 274


γίνεται διεθνώς και πληρώσουν και οι άλλοι χρήστες το μερίδιό τους τα υδροηλεκτρικά έργα, όχι μόνο γίνονται οικονομικώς δελεαστικά, αλλά θα λύσουν οριστικά και το οξύ πρόβλημα της λειψυδρίας σε όλη την Ελληνική Επικράτεια. Παρόλα αυτά υπάρχει και η αντίθετη άποψη για τα μεγάλα υδροηλεκτρικά. Πιο συγκεκριμένα, όπως έχει επισημάνει το παγκόσμιο οικολογικό

κίνημα,

τα

μεγάλα

έργα,

που

αποσκοπούν

στην

υπερεκμετάλλευση των νερών των ποταμών, οδηγούν συνήθως σε μεγαλύτερη έλλειψη νερού και επιτείνουν το πρόβλημα. Το νερό, ως επίδικο αγαθό, βρίσκεται τα τελευταία χρόνια όλο και συχνότερα

στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Είναι κοινός τόπος η

έκφραση ‘’ο επόμενος μεγάλος πόλεμος θα γίνει για το νέρο’’, που φανερώνει τον αδυσώπητο πολλές φορές ανταγωνισμό για τον έλεγχο και την εκμετάλλευση του υδάτινου δυναμικού για μια σειρά από χρήσεις – για άρδευση, ύδρευση, παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και πολλές άλλες. Ο ανταγωνισμός αυτός δεν περιορίζεται στο διακρατικό επίπεδο αλλά παρατηρείται και στο εσωτερικό των κρατών, μεταξύ περιοχών ή ακόμη και γειτονικών κοινοτήτων. Όποια κοινωνική ομάδα καταφέρνει να ελέγξει τους υδάτινους πόρους αποκτά αμέσως σημαντικά συγκριτικά οικονομικά και πολιτικά πλεονεκτήματα. Οι μεγάλες όμως τεχνικές δυνατότητες της εποχής μας, σε συνδυασμό με την εντατική χρήση του νερού, έχουν τροποποιήσει ριζικά τα δεδομένα του προβλήματος. Μια από τις βασικές διαστάσεις της κυρίαρχης αναπτυξιακής ιδεολογίας είναι η δέσμευση των υδάτινων πόρων των ποταμών δια της κατασκευής φραγμάτων ή άλλων τεχνικών έργων. Η ιδεολογία αυτή συμπυκνώνεται στην αντίληψη ότι τα ποτάμια δεν πρέπει να χύνονται ‘’αναξιοποίητα’’ στη θάλασσα, σε μια αντίληψη δηλαδή ανορθολογικότητας της φύσης, την οποία οι κοινωνίες δικαιούνται να διορθώσουν με βάση τις δικές τους ανάγκες και συσχετισμούς δύναμης. Η υδροηλεκτρική ενέργεια, διπλά μειονεκτική σε σύγκριση αφενός μεν με το φυσικό αέριο με κριτήριο το οικονομικό κόστος, αφετέρου δε με τις ανανεώσιμες πηγές (ηλιακή, αιολική, βιομάζα κ.λπ.) με κριτήριο την περιβαλλοντική επιβάρυνση, δεν βρίσκεται στις μέρες 275


μας

στο απυρόβλητο. Αντίθετα, ο μύθος της έχει αρχίσει να

αμφισβητείται σοβαρά και να αναδεικνύονται οι αρνητικές πλευρές των φραγμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα από την απόφαση του συνεδρίου της Κουριτίμπα: ‘’Τα μεγάλα φράγματα δεν κατορθώνουν να αποδώσουν όσα οφέλη υπόσχονται και συνήθως ξεπερνούν κατά πολύ το αρχικά προϋπολογιζόμενο κόστος. Χαρακτηρίζονται από χαμηλή οικονομική και τεχνική απόδοση και παρέχουν πρόσφορο έδαφος στη διαφθορά.

Συνήθως

σχεδιάζονται

και

χτίζονται

σε

ατμόσφαιρα

μυστικότητας και καταστολής, η οποία χρησιμοποιείται για να φιμώσει τους αντιτιθέμενους. Οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας ή οι φιλικές προς το περιβάλλον μέθοδοι διαχείρισης της γης και του νερού σπάνια απασχολούν τους συμβούλους κατασκευής των φραγμάτων, του κράτους και των κατασκευαστικών εταιριών’’.

4.2.2 Μικρά Υδροηλεκτρικά Έργα Έτσι έχει έρθει

στο προσκήνιο η συμβολή και των μικρών

υδροηλεκτρικών έργων. Σε εθνικό επίπεδο η κατασκευή και λειτουργία πολλών μικρών ΥΗΕ είναι σημαντική επειδή, λόγω του μεγάλου πλήθους των αξιοποιήσιμων θέσεων σε σχέση με τις αντίστοιχες για μεγάλα ΥΗΕ, η ετήσια παραγωγή ενέργειας μπορεί να είναι αξιόλογη (στην Ελλάδα τα μικρά υδροηλεκτρικά μπορούν να αξιοποιήσουν ένα 20% επί πλέον του εκμεταλλεύσιμου υδροδυναμικού από μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα). Πρόκειται επομένως για άλλο ένα σημαντικό καθαρό και ανεκμετάλλευτο εγχώριο ενεργειακό δυναμικό, με το οποίο, εκτός των άλλων αναβαθμίζεται το περιβάλλον χωρίς διαταραχές στα οικοσυστήματα λόγω της βολικής ανθρώπινης μικροκλίμακας των απαιτούμενων τεχνικών έργων. Για το λόγο αυτό άλλωστε όλες σχεδόν οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτουν ήδη από πολλά χρόνια σημαντικό πλήθος μικρών ΥΗΕ. Άλλοι παράγοντες ευνοϊκοί για την κατασκευή ενός μικρού ΥΗΕ είναι ότι μπορεί πιο εύκολα να συνδυασθεί με άλλες διευθετήσεις, π.χ. 276


ύδρευση, άρδευση, οπότε θα ήταν δυνατόν να αξιοποιηθούν υπάρχοντα μικρά αρδευτικά φράγματα. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η χώρα μας παρουσιάζει σημαντική υστέρηση στον τομέα των Μικρών Υδροηλεκτρικών Έργων και ότι παρακολουθεί τις διεθνείς τάσεις με μεγάλη χρονική διαφορά φάσης. Η υστέρηση αυτή κρίνεται εντελώς αδικαιολόγητη ιδίως αν ληφθούν υπόψη τα σημαντικά υδροενεργειακά προσόντα της Ελλάδας και ο αναλογών συντελεστής ειδικής απορροής ανά κάτοικο, ο οποίος είναι ο καλύτερος των υπόλοιπων Μεσογειακών χωρών – μελών του Ο.Ο.Σ.Α. (τέως Γιουγκοσλαβία, Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία, Τουρκία). Αξίζει να αναφερθεί ότι σχεδόν σε όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα της Χώρας υπάρχουν διάσπαρτες μικρές υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις μη διασυνδεδεμένες στο εθνικό δίκτυο που τροφοδοτούν με ηλεκτρική ενέργεια οικίες, εστιατόρια ή μικρές βιοτεχνικές μονάδες. Εκατοντάδες μπορούσαν

να

σύγχρονα

εγκατασταθούν

μικρά σε

υδροηλεκτρικά πολλά

μικρά

έργα και

θα

μεγάλα

υδατορρεύματα όλων των γεωγραφικών διαμερισμάτων της χώρας, και να συμβάλλουν τα μέγιστα στην βελτίωση του ελληνικού ενεργειακού ισοζυγίου, στην ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας, σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, ακολουθώντας τα πιλοτικά βήματα των Μικρών Υδροηλεκτρικών Έργων που υλοποιήθηκαν από το Κ.Α.Π.Ε. (Νομός Σερρών, Νομός Πέλλας).

4.3

Υδατικό Διαμέρισμα της Ηπείρου – αξιοποίηση του Η χώρα μας είναι διηρημένη σε 14 υδατικά διαμερίσματα (1. Δ.

Πελοπόννησος, 2. Β. Πελοπόννησος, 3. Α. Πελοπόννησος, 4. Δ. Στ. Ελλάδα, 5. Ήπειρος, 6. Αττική, 7. Α. Στ. Ελλάδα, 8. Θεσσαλία, 9. Δ. Μακεδονία, 10. Κ. Μακεδονία, 11. Α. Μακεδονία, 12. Θράκη, 13. Κρήτη, 14. Νήσοι Αιγαίου), κατά τρόπο εντελώς ανεξάρτητο από τη γεωγραφική και διοικητική διαίρεση, αλλά με βάση καθαρά υδρολογικά και υδρογεωλογικά κριτήρια. 277


Οι διάφορες εκτιμήσεις αποδεικνύουν την αισθητή υπεροχή της Ηπείρου έναντι των άλλων διαμερισμάτων της Χώρας από πλευράς αδέσμευτου υδροδυναμικού. Το Υδατικό Διαμέρισμα της Ηπείρου (συνολικής έκτασης 9967 km2), στη βορειοδυτική Ελλάδα, περιλαμβάνει την Περιφέρεια Ηπείρου και μικρά τμήματα των νομών Καστοριάς, Γρεβενών και Αιτωλοακαρνανίας καθώς και τα νησιά Κέρκυρα, Παξούς, Αντίπαξους κ.λ.π. Το Υδατικό Διαμέρισμα της Ηπείρου χαρακτηρίζεται ως ορεινό με υψόμετρα πάνω από 1000μ για το 25% της έκτασής του ενώ μόνο το 15% χαρακτηρίζεται σαν πεδινό. Το Υδατικό Διαμέρισμα δέχεται κατά μέσο όρο 15.599 εκατ. m3 νερού το χρόνο από κατακρημνίσματα, δηλαδή το 14% του συνολικού όγκου κατακρημνισμάτων που δέχεται η χώρα. Tο σύνολο της μέσης ετήσιας απορροής του διαμερίσματος υπολογίζεται σε 8.895 εκατ. m3 και 57% του συνολικού όγκου των κατακρημνισμάτων. Το Υδατικό Διαμέρισμα χωρίζεται γεωμορφολoγικά σε οκτώ μεγάλες υδρολογικές λεκάνες, δύο από τις οποίες είναι : Αώος ποταμός (Αώος, Σαραντάπορος, Βοϊδομάτης) με έκταση 2.089 km2 και ο Άραχθος ποταμός με έκταση 2.009 km2. Σύμφωνα με τις μελέτες του Κ.Α.Π.Ε., το τεχνικό οικονομικά εκμεταλλεύσιμο μικροϋδροηλεκτρικό δυναμικό της Χώρας ανέρχεται σε 6.000 GWh περίπου (με αντίστοιχη τιμή της προς εγκατάσταση ισχύος περίπου 800 MW), με έντονη συγκέντρωση στη Βόρεια Ελλάδα, στην Ήπειρο, την Οροσειρά της Πίνδου αλλά και σε αρκετές άλλες ορεινές περιοχές σε όλα τα υδατικά διαμερίσματα της Χώρας. Συγκεκριμένα στην Ήπειρο αντιστοιχεί περίπου το 38% του συνολικού θεωρητικού Υδροδυναμικού της Χώρας. Η τεχνικό-οικονομικά εφικτή για εγκατάσταση και εκμετάλλευση μικροϋδροηλεκτρική ισχύς της Βορείου Ελλάδας ειναι 476 MW. Πολυάριθμες θέσεις για εγκατάσταση Μικρών Υδροηλεκτρικών συνολικής ισχύος 1,38 MW περιμένουν για αξιοποίηση στα βουνά της Ηπείρου.

278


Στο υδατικό διαμέρισμα της Ηπείρου υπάρχει σε λειτουργία το Υδροηλεκτρικό έργο των Πηγών Αώου (εγκαταστημένη ισχύς 210 MW, ετήσια παραγωγή ενέργειας 210 GWh), καθώς και μερικά μικρά υδροηλεκτρικά (όπως αυτά στην περιοχή Μετσόβου : ΥΗΕ στο Μεγάλο Περιστέρι, Μπαμπά στο Ανθοχώρι). Κάποια επί πλέον υδροηλεκτρικά έργα θα τεθούν σε λειτουργία όπως : Άραχθος ποταμός : Μετσοβίτικο (εγκατ. ισχύς 25 MW, ετήσια παραγωγή ενέργειας 63 GWh). Αώος ποταμός : Βοβούσα (εγκατ. ισχύς 33 MW, ετήσια παραγωγή ενέργειας 85 GWh). Η αξιοποίηση, λοιπόν, του υδάτινου δυναμικού της Ηπείρου κατά τρόπο που να επιτυγχάνεται η πολλαπλή χρήση του νερού, σε συνδυασμό με την ορθολογική εκμετάλλευση του δασικού της πλούτου και τη διατήρηση και προβολή της φυσικής ομορφιάς της, αποτελούν προϋποθέσεις για μια καλοσχεδιασμένη ήπια ανάπτυξη, ώστε να εμποδιστεί η ερήμωση της υπαίθρου της. Όλα τα ποτάμια της Ηπείρου έχουν τις πηγές τους στην οροσειρά της Πίνδου. Από την μέχρι σήμερα έρευνα διαπιστώθηκε ότι στην Ήπειρο μπορούν να κατασκευαστούν 18 περίπου μεγάλου και μεσαίου μεγέθους υδροηλεκτρικά έργα (ΥΗΕ) καθώς και πάνω από 50 μικρά ΥΗΕ, τα οποία θα μπορούσαν να παράγουν κάθε χρόνο περί 5.000 GWh. Η ενέργεια αυτή αντιστοιχεί

στο 25% του τεχνικά

εκμεταλλεύσιμου υδάτινου δυναμικού της χώρας μας και

στο 15%

περίπου της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται ετησίως στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Το

ενδιαφέρον,

που

παρουσιάζει

η

Ήπειρος

για

την

υδροηλεκτρική εκμετάλλευση των νερών της οφείλεται στις μεγάλες βροχοπτώσεις της Πίνδου και

στο εξαιρετικά ευνοϊκό ανάγλυφο της

περιοχής, που δίνει τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του νερού με μεγάλα ύψη υδατοπτώσεων. Ακόμα το αδιαπέρατο έδαφος της οροσειράς της Πίνδου επιτρέπει την κατασκευή τεχνητών λιμνών για την αποθήκευση νερού από τις 279


χειμερινές παροχές των ποταμών. Έτσι η ηλεκτρική ενέργεια παράγεται στην αιχμή της ζήτησης για κατανάλωση και τα νερά χρησιμοποιούνται την ξηρά περίοδο του έτους για ανάγκες άρδευσης, ύδρευσης, εμπλουτισμού

λιμνών,

αθλητικές

εκδηλώσεις,

ιχθυοκαλλιέργειες,

τουρισμό κλπ. Επειδή δε η έλλειψη νερού παγκοσμίως γίνεται διαρκώς εντονότερη, το κυρίαρχο κριτήριο για την απόφαση κατασκευής ενός ΥΗΕ δεν είναι μόνο η δυνατότητα παραγωγής φθηνής ενέργειας χωρίς ρύπανση, αλλά η ορθή οικολογικά παρέμβαση στη φύση για τη διαφύλαξη του φυσικού πλούτου και την περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας. Οι θέσεις, η ισχύς σε MW και η μέση απόδοση σε GWh των μεγάλων και μεσαίου μεγέθους ΥΗΕ της Ηπείρου, με ισχύ μεγαλύτερη των 10 MW, κατά ποταμό είναι : Άραχθος : Μετσοβίτικος (24 MW / 58 GWh). Αώος : Πηγές Αώου (220 / 180), ΥΗΕ Βοβούσας (150 / 400)

4.4

Περιγραφή μικρών υδροηλεκτρικών έργων στην περιοχή Μετσόβου Στη συνέχεια θα περιγράψουμε την άποψη του Ε.Φ. Σουμάχερ

για τη σημασία κατασκευής μικρών υδροηλεκτρικών έργων έναντι των μεγάλων (Small is beautiful) υδροηλεκτρικά

έργα

της

και θα περιγράψουμε τα μικρά

περιοχής

Μετσόβου

που

έχουν

ήδη

μέσα

στην

κατασκευαστεί (Γίνιετς, Μπαμπά). Σύμφωνα,

λοιπόν,

με

τον

Ε.Φ.

Σουμάχερ,

προσπάθεια για εξάπλωση των επιστημονικών και τεχνικών του δυνάμεων, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει οικοδομήσει ένα σύστημα παραγωγής που καταστρέφει τη φύση και ένα είδος κοινωνίας που συνθλίβει τον άνθρωπο. Η «λογική της παραγωγής» δεν είναι λογική της ζωής, ούτε λογική της κοινωνίας. Αποτελεί ένα μικρό τμήμα και των δυο. Οι καταστρεπτικές δυνάμεις που αφέθηκαν ελεύθερες δεν μπορούν να 280


τεθούν υπό έλεγχο, παρά μόνο αν τεθεί υπό έλεγχο η ίδια η «λογική της παραγωγής», έτσι ώστε τελικά οι δυνάμεις αυτές να παραμένουν ανεξέλεγκτες. Η κατανάλωση, λοιπόν, των πλουτοπαραγωγικών πηγών πρέπει να οδηγηθούν σε μια μόνιμη ισορροπία. Η αξία της ιδέας της απεριόριστης οικονομικής ανάπτυξης, χρειάζεται να ελεγχθεί σοβαρά ως προς δύο πράγματα τουλάχιστον : το διαθέσιμο των βασικών πλουτοπαραγωγικών πόρων και την ικανότητα του περιβάλλοντος να ανταπεξέλθει

στο βαθμό επηρεασμού που

δέχεται. Γιατί όπως πολύ σωστά επισημαίνει και ο Γκάντι «η Γη έχει αρκετά για να ικανοποιήσει του κάθε ανθρώπου την ανάγκη, μα όχι και του καθενός την πλεονεξία». Επιστημονικές ή τεχνολογικές «λύσεις» που δηλητηριάζουν το περιβάλλον ή υποβαθμίζουν τη δομή της κοινωνίας και τον ίδιο τον άνθρωπο είναι ανώφελες, όσο λαμπρές και αν φαντάζουν σαν συλλήψεις ή όσο ελκυστικές και αν είναι επιφανειακά. Όλο και μεγαλύτερες

μηχανές,

που

συνεπάγονται

όλο

και

μεγαλύτερη

συγκέντρωση οικονομικής δύναμης και ασκούν όλο και ωμότερη βία στο περιβάλλον, δεν αντιπροσωπεύουν καμία πρόοδο, είναι μια άρνηση της γνώσης. Η γνώση απαιτεί έναν προσανατολισμό καινούργιο της επιστήμης και της τεχνολογίας προς το οργανικό, το ευγενικό, το όχι βίαιο, το κομψό και το όμορφο. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μεθόδους και εξοπλισμό που να είναι: 

Φτηνός αρκετά ώστε να είναι προσιτός

Κατάλληλος για μικρής κλίμακας εφαρμογή και

Συμβατός με την ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία. Από τα τρία αυτά χαρακτηριστικά γεννιέται η μη βία και μια σχέση

ανθρώπου προς τη φύση, που εγγυάται τη διάρκεια (αειφορία). Και ένα από τα τρία να παραμεληθεί, τα πράγματα θα πάνε στραβά. Από μικρής κλίμακας έργα, οσοδήποτε πολλά, το φυσικό περιβάλλον κινδυνεύει λιγότερο πάντα παρά από έργα μεγάλης κλίμακας, γιατί απλούστατα η επίδραση του καθενός από τα πρώτα ξεχωριστά είναι περιορισμένη σε σχέση με τις ανανεωτικές δυνάμεις της φύσης. Είναι γνωστικό το μικρό, έστω και μόνο λόγω του «μικρού» και αποσπασματικού της ανθρώπινης σοφίας, που στηρίζεται πολύ 281


περισσότερο στον πειραματισμό παρά στη νόηση. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος μόνιμα προέρχεται από την ανελέητη εφαρμογή, σε κλίμακα τεράστια, πλημμελών γνώσεων. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις αρχές του Σουμάχερ το μικρό υδροηλεκτρικό είναι όμορφο, ευγενικό, κομψό και όχι βίαιο προς τη φύση. Τη χειρίζεται με προσοχή αφού «η φύση δεν είναι ωφελιμιστική, είναι γεμάτη από επινοητικότητα, απορία και θαυμασμό, χαρά, εκπλήξεις και χιούμορ». Επομένως, τα μικρά υδροηλεκτρικά έργα εκμεταλλεύονται τους υδατικούς πόρους της φύσης με τέτοιο τρόπο ώστε να συντελούν στην αειφόρο ανάπτυξη, ζητούμενο της σημερινής πλέον εποχής, όπως εξάλλου έχει φανεί σε προηγούμενα σημεία της εργασίας αυτής.

Στην πλούσια σε υδατικούς πόρους περιοχή Μετσόβου ήδη έχουν εγκατασταθεί και τεθεί σε λειτουργία δύο μικρά υδροηλεκτρικά, το υδροηλεκτρικό στη θέση Μπαμπά στο Ανθοχώρι και ένα ακόμη στο Μεγάλο Περιστέρι, ενώ άλλο ένα είχε εγκριθεί να κατασκευαστεί στη θέση Ρόνα Ανηλίου, αλλά ύστερα από αντιδράσεις των κατοίκων της περιοχής δεν πραγματοποιήθηκε. Επίσης θα αρχίσει σύντομα να κατασκευάζεται και το υδροηλεκτρικό στη θέση Γίνιετς στον Μετσοβίτικο ποταμό.

4.4.1 ΥΗΕ στη θέση ‘‘Μπαμπά’’ στο Ανθοχώρι Για την κατασκευή του μικρού υδροηλεκτρικού σταθμού στη θέση «Μπαμπά»

στο Ανθοχώρι έγινε έγκριση της επέμβασης σε Δημόσια

δασική έκταση συνολικού εμβαδού 5,230 στρεμμάτων από τα οποία : (Α) έκταση 4,224 στρεμ. με στοιχεία Α – Β – Γ – Δ – Α που θα καταλαμβάνει η έκταση του οικοπέδου και (Β) έκταση 1,006 τ.μ. με στοιχεία 1,2,3,4 που θα καταλαμβάνει η υδρομάστευση και ο αγωγός μεταφοράς και εμφανίζονται στο από Σεπτέμβριος του 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του κ. Κ. Κρικώνη, πολιτικού μηχανικού.

282


Εξ αιτίας αυτής της επέμβασης δεν προκλήθηκαν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.

Διαστάσεις όλου του συστήματος

Intake: drop intake with desander H=2.5 m, B= 2.5 m, L=16 m. Βαλβίδα : μεταλλικός αγωγός Υψομ. διαφορά : 122 m Ονομαστική παροχή : 900 lt/s Ηλεκτρική παραγωγή : 894 kW Τουρμπίνα : WKV Turgo (900lt/sec – 60lt/sec) Impulse Tusbine single jet (που πετάει το νερό), hydraulically activated jet deflector (εκτροπέας), opening by hydraulics, closing by dead weight Ταχύτητα : 600 rpm (στρ/min) Γεννήτρια : Hitzinger, 1100 KVA, 400 V, 50 Hz. Inlet valve: Butterfly (Πεταλούδα) valve, manually operated (χειροκίνητη λειτουργία), DN 600 PN16, with dismantling joint (με απογυμνωμένο αρμό). Ηλεκτρικοί πίνακες : WKV, designed for fully automatic, operation parallel to (σχεδιασμένο για εξολοκλήρου αυτόματη λειτουργία παράλληλη με) the utility grid (με γέφυρα) Πίνακες μεσαίας τάξης : Air insulated medium voltage switchgear felten and Guilleaume ( Απομονωτής μεσαίας τάσης με ταχύτητες ) Μετασχηματιστής : βυθισμένος σε λάδι, 1250 KVA, 20/0.4 kV, με συστήματα γείωσης φορτίων.

283


284


285


286


4.4.5 ΥΗΕ στη θέση Ρόνα του Διαμερίσματος Ανηλίου Μετσόβου. Το 1999 χορηγήθηκε στην ‘’ΛΑΚΜΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Α.Ε.’’ , ως ανεξάρτητο παραγωγό, ενιαία άδεια χρήσης νερού – εκτέλεσης έργου αξιοποίησης υδατικών πόρων και εγκατάστασης μικρού υδροηλεκτρικού σταθμού ισχύος 800 kW στη θέση Ρόνα του Διαμερίσματος Ανηλίου του Δήμου Μετσόβου του Νομού Ιωαννίνων. Η ανωτέρω αναφερόμενη ισχύς θα παραγόταν με χρήση στροβίλου PELTON ονομαστικής ισχύος 842 kW και θα μετατρεπόταν σε ηλεκτρική μέσω σύγχρονης τριφασικής γεννήτριας, ονομαστικής ισχύος 800 kW, ονομαστικής τάσης 380 V και συχνότητας 50 Hz. Ο σταθμός θα λειτουργούσε σε παράλληλη σύνδεση με το δίκτυο της ΔΕΗ. Το έργο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε όμως, λόγω αντίδρασης των κατοίκων του Ανηλίου. Σύμφωνα με τα λεγόμενά τους συνέβησαν τα εξής : Το 1997 το Δημοτικό Συμβούλιο Ανηλίου συζήτησε το θέμα της κατασκευής του ΥΗΕ, χωρίς όμως να ενημερωθούν γι’ αυτό οι κάτοικοι του χωριού. Με τον Καποδίστρια και τη συνένωση των δήμων από 1 Ιανουαρίου θα αναλάμβανε πλέον το Δημοτικό Συμβούλιο Μετσόβου. Πριν όμως από τις εκλογές, στις 14 Δεκεμβρίου, το Δημοτικό Συμβούλιο Ανηλίου έκανε σύμβαση με τη Λάκμος Ενεργειακή για την κατασκευή του έργου με όρους όχι και τόσο θετικούς και αποδοτικούς για το χωριό, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα των κατοίκων, οι οποίοι πλέον είχαν μάθει για το ΥΗΕ. Έτσι ξεσηκώθηκαν, γιατί δεν ήθελαν να διαταραχθεί το ποτάμι και το γύρω φυσικό περιβάλλον, στο οποίο είχαν μάθει να ζουν. Παρόλα αυτά το έργο εγκρίθηκε από την Περιφέρεια Ιωαννίνων (μέχρι και 1000 kW οι άδειες δίνονται από τις αντίστοιχες Περιφέρειες, ενώ πάνω από 1000 kW τις άδειες τις δίνει η ΡΑΕ). Μετά την έγκριση της άδειας και αφού πλέον είχε γίνει η συνένωση των δήμων, ο Δήμος Μετσόβου λόγω της αντίδρασης των κατοίκων και των όχι και τόσο θετικών όρων για το χωριό προσέβαλε την άδεια. 287


Η εταιρία έβαλε νέους όρους, αλλά παρόλα αυτά οι κάτοικοι ήταν ανένδοτοι και έφτασαν στα δικαστήρια, όπου και κέρδισαν την πρώτη δίκη. Οι κινητοποιήσεις τους συνεχίζονται ακόμα.

4.4.6

Γίνιετς ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΑΔΕΙΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Όνομα Κατόχου Βασικός Μέτοχος Έδρα

ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΜΕΤΣΟΒΟΥ Αναπτυξιακή δημοτική επιχείρηση Δημαρχιακό κατάστημα Αβέρωφ 2 Μέτσοβο

Πρόσωπο επικοινωνίας

Καχριμάνης Αλέξανδρος

Τεχνολογία (πρωτογενής μορφή)

Μικρά Υδροηλεκτρικά

Ισχύς

2,25 MW

Προβλεπόμενη παραγωγή Ενέργειας

5.700.000 kWh

Θέση

ΓΙΝΙΕΤΣ (ΑΜΠΕΛΙΑ) ΠΟΤ. ΜΕΤΣΟΒΙΤΙΚΟΥ (Σύμφωνα με τις συγκεκριμένες γεωγραφικές συντεταγμένες της υποβληθείσας αίτησης ΡΑΕ)

Δήμος ή Κοινότητα

Δ. ΜΕΤΣΟΒΟΥ

Νομός

ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Ημερομηνία Έναρξης Ισχύος

1 Οκτωβρίου 2001

Ημερομηνία Λήξης Ισχύος

30 Σεπτεμβρίου 2026

Δεν διαπιστώθηκε περιβαλλοντικό πρόβλημα που θα αποτελούσε μέγιστο εμπόδιο για την πραγματοποίηση του έργου.

Η Ενεργειακή αποδοτικότητα του έργου είναι επαρκής με εκτιμούμενο βαθμό ενεργειακής αξιοποίησης : 80 %

288


1.

Εισαγωγή Μέσω της παρούσας προμελέτης εξετάζεται

η δυνατότητα

αξιοποίησης του υδατικού δυναμικού του Μετσοβίτικου ποταμού στη θέση <<Γίνιετς>> του Δήμου Μετσόβου Ν. Ιωαννίνων, για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας η οποία θα διατίθεται στο δίκτυο της ΔΕΗ, με τη βοήθεια ενός Μικρού Υδροηλεκτρικού ΄Έργου. Η σύνταξη της μελέτης έγινε σύμφωνα με την παρ. 1 , αρ. 4 ΥΑ/Δ6/Φ1/οικ.12160/30-7-99/ΥΠΑΝ, και αφορά στην Α΄ φάση της διαδικασίας έκδοσης άδειας εγκατάστασης μικρού υδροηλεκτρικού έργου, την προκαταρκτική δηλαδή εξέταση του αιτήματος εγκατάστασης σταθμού ηλεκτροπαραγωγής.

Γενική περιγραφή έργου

2.

Το υπό μελέτη υδροηλεκτρικό έργο, έχει κατασκευαστεί επί της κοίτης του Μετσοβίτικου ποταμού , στη θέση <<Γίνιετς>>, 2,5 χιλιόμετρα περίπου νότια του Μετσόβου, στο Ν. Ιωαννίνων, μέσω του οποίου γίνεται

αξιοποίηση

του

υπάρχοντος

υδατικού

δυναμικού

του

Μετσοβίτικου ποταμού. Η υδροληψία του έργου τοποθετείται σε υψόμετρο 920 m , 100 m περίπου ανάντη της γέφυρας της επαρχιακής οδού που

συνδέει τα δημοτικά διαμερίσματα του Μετσόβου και του

Ανηλίου. Το προτεινόμενο Μικρό Υδροηλεκτρικό ΄Έργο <<Γίνιετς>>, έχει εγκατεστημένη ισχύ στροβίλων ίση με 1890 kW. Η μέγιστη αποδιδόμενη στο δίκτυο

ηλεκτρική ισχύς είναι ίση με 1780 kWe. Το έργο έχει

σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε , λαμβανομένης υπόψη της συνεχούς αποδέσμευσης οικολογικής παροχής (σύμφωνα με τους όρους της σχετικής υπουργικής απόφασης), να αξιοποιεί για την παραγωγή ενέργειας ποσοστό ίσο με 87,4% του συνολικού διαθέσιμου προς 289


αξιοποίηση μέσου ετήσιου όγκου απορροής της λεκάνης στη θέση της υδροληψίας. Το υπό μελέτη μικρό υδροηλεκτρικό έργο συγκροτείται από τα εξής επιμέρους τμήματα: ▪

Υπερπηδητό

φράγμα

βαρύτητα

σκυρόδεμα, με μέγιστο υψόμετρο

της

στέψης

υδροληψίας

από

φράγματος ίσο με

922,85 m. Η υδροληψία είναι «Ορεινού Τύπου» με εσχάρες , όπου κατά

τη διέλευση της ροής πάνω

μέρος ή και

το

από

τις

εσχάρες συγκρατείται

σύνολο της παροχής. Τα

επιμέρους έργα της

υδροληψίας είναι τα εξής: ◦ Η υδροληψία ή ο υπερχειλιστής σχαρών, για την συγκράτηση της παροχής λειτουργίας του έργου. ◦ Η διώρυγα μεταφοράς του νερού στη δεξαμενή φόρτισης του αγωγού πίεσης με θυρόφραγμα

στην έξοδο η

οποία χρησιμοποιείται και ως δεξαμενή καθίζησης των παρασυρόμενων υλικών, τα οποία αποβάλλονται με το άνοιγμα του θυροφράγματος. ◦ Η δεξαμενή φόρτισης του αγωγού πίεσης, ορθογωνικής διατομής. ◦ Διώρυγα καθαρισμού φερτών από τη δεξαμενή καθίζησης. ▪ Αγωγό πίεσής από την δεξαμενή φόρτισης έως τον σταθμό παραγωγής. ▪ Σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για την εγκατάσταση του Η.Μ εξοπλισμού. ▪ Διώρυγα φυγής του νερού από την έξοδο των στροβίλων έως τη φυσική κοίτη του ρέματος. 290


2.1

Τεχνική περιγραφή έργων Αναλυτικά τα προς κατασκευή έργα περιλαμβάνουν: Α) Το φράγμα της υδροληψίας , με υψόμετρο στέψης ίσο με

+922.85 m. 100 m περίπου ανάντη της γέφυρας της επαρχιακής οδού που συνδέει τα δημοτικά διαμερίσματα του Μετσόβου και του Ανηλίου. Κοντά στο σημείο της υδροληψίας βρίσκεται και το έργο Βιολογικού Καθαρισμού του Μετσόβου, τα επεξεργασμένα λύματα του οποίου χύνονται στο

Μετσοβίτικο Π. σε σημείο ακριβώς ανάντη της

υδροληψίας. Το φράγμα είναι τύπου «ορεινής υδροληψίας» με σύλληψη του νερού από τη στέψη, μέσω εσχάρας και αύλακος υδροσυλλογής ενσωματωμένης στο φράγμα, ελεγχόμενης με χειροκίνητο μεταλλικό θυρόφραγμα. Το φράγμα συνδυάζεται με ενιαίο έργο με διώρυγα μεταφοράς , εξαμμωτή και φρεάτιο εισόδου (δεξαμενή φόρτισης) από όπου ξεκινά ο αγωγός πίεσης. Ο

εξαμμωτής

περιλαμβάνει

διάταξη

υπερχειλίσεως

και

καθαρισμού μέσω θυροφράγματος στην έξοδο, που και οι δυο καταλήγουν στην λεκάνη καταστροφής ενέργειας του φράγματος. Οι εσχάρες αποτελούνται από χαλύβδινα ελάσματα προτύπων διατομών που

ενώνονται μεταξύ τους και είναι

σκυρόδεμα , τα δε θυροφράγματα

αγκυρωμένες

στο

είναι χαλύβδινα ολισθαίνοντα

εφοδιασμένα με χειροκίνητο μηχανισμό. Ο καθαρισμός των σχαρών γίνεται με τον αυτόματο καθαριστή που έχει εγκατασταθεί. Το νερό από τον εξαμμωτή

οδηγείται με υπερχείλιση στην

δεξαμενή φόρτισης απ’ όπου μέσω του αγωγού προσαγωγής οδηγείται στους στροβίλους του ΥΗΣ.

291


Οι πλαϊνοί τοίχοι του εξαμμωτή καθώς και τα τοιχία προστασίας των πρανών

είναι σε υψόμετρο μεγαλύτερο από την αναμενόμενη

στάθμη πλημμύρας και έτσι κατά

τις πλημμύρες όλη η επιπλέον

ποσότητα νερού διέρχεται από το φράγμα. Το ακριβές υψόμετρο των τοιχίων καθώς και της λεκάνης αποτόνωσης κατάντη του φράγματος καθορίστηκαν κατά την Β΄ Φάση υπολογισμός των πλημμυρικών

κατά την οποία έγινε και ο

παροχών. Στην παρούσα φάση το

ύψος των τοιχίων ελήφθη κατά 1.60 m πάνω από την στέψη του φράγματος. Στη θέση του φράγματος έγινε καθαρισμός της κοίτης από σαθρά υλικά και δημιουργήθηκε η υποδομή θεμελίωσης. Επίσης,

έγινε

ενσωμάτωση

στο

φράγμα

της

υδροληψίας

κατάλληλου έργου διόδου ψαριών στο δεξί αντέρεισμα του φράγματος (κατά το ρου του ποταμού) μέσω του

οποίου επίσης

γίνεται και η

επιστροφή της απαραίτητης παροχής συντήρησης στην κοίτη του ποταμού (30% της θερινής παροχής). Σε αντίθετη περίπτωση η επιστροφή

της

οικολογικής

παροχής

θα

γινόταν

μέσω

του

θυροφράγματος. Στο φράγμα έχει εγκατασταθεί ηλεκτρονικό σταθμήμετρο για την αυτόματη λειτουργία των μονάδων που δίνει σήμα στο σύστημα ελέγχου του ΥΗΣ. Η σύνδεση του σταθμήμετρου με θωρακισμένο

καλώδιο

που

οδεύει

κατά

τον ΥΗΣ έχει γίνει με μήκος

του

αγωγού

προσαγωγής. Β) Τον αγωγό πίεσης, συνολικού μήκους 2.340 m.

που

συγκεντρώνει το νερό από την υδροληψία του έργου και το μεταφέρει μέχρι τον ΥΗΣ σε υψόμετρο +828.00 m. Η διάμετρος του αγωγού , η οποία αποτέλεσε αντικείμενο βελτιστοποίησης , είναι μεταβαλλόμενη σε διαφορετικά τμήματά του. Από τα αποτελέσματα της μεθόδου βελτιστοποίησης προέκυψε η 292


επιλογή σωλήνα διαμέτρου Φ1200, πάχους τοιχώματος 7 mm, για τα πρώτα 1500 m. μήκους του αγωγού και Φ1100, πάχους τοιχώματος 8.1 mm. , για τα υπόλοιπα 790 m. μήκους. Ο αγωγός προσαγωγής και για τις δυο επιλεχθείσες διαμέτρους, αποτελείται από χαλυβδοσωλήνες, ελικοειδούς ραφής, συνολικού μήκους 2.340 m. , με εσωτερική και εξωτερική αντιδιαβρωτική προστασία. Η τοποθέτηση του αγωγού είναι σε όρυγμα με απλή επίχωση με επικάλυψη τουλάχιστον 1,0 m. Επίσης, έχει γίνει αγκύρωση του αγωγού, σε ειδικά σώματα από σκυρόδεμα, κατά διαστήματα των 30 m. περίπου και σε σημεία αλλαγής διεύθυνσης. Γ) Το σταθμό παραγωγής του Υδροηλεκτρικού ΄Εργου, διαστάσεων 13.5 m.*18.6 m. *6.5 m. περίπου, στον οποίο στεγάζονται δύο υδροστρόβιλοι Francis, οριζοντίου άξονα, και οι αντίστοιχες σύγχρονες

γεννήτριες

των

στροβίλων

και

ο

υπόλοιπος

ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός του έργου. Ο σταθμός παραγωγής θα κατασκευαστεί στην αριστερή πλευρά του Μετσοβίτικου ποταμού (κατά ροή), ακριβώς ανάντη της σμίξης του με το Ρ. Ρόνα Ανηλίου, σε υψόμετρο +828.00 m. , 2.5 km. περίπου κατάντη της υδροληψίας. Η πρόσβαση στο κτίριο του σταθμού και στην υδροληψία πραγματοποιείται μέσω των υφιστάμενων δασικών δρόμων. Παράλληλα έγινε διάνοιξη οδού προσπέλασης μήκους 1.5 χιλιομέτρου περίπου για την τοποθέτηση του αγωγού πίεσης, καθώς στο τελευταίο περίπου χιλιόμετρο, ο αγωγός οδεύει επί της υπάρχουσας δασικής οδού. Το κτίριο του ΥΗΣ είναι μονώροφο και είναι κατασκευασμένο βασικά από σκυρόδεμα. Η σκεπή του

αποτελείται από δίρριχτη

κεκλιμένη πλάκα η οποία επικαλύπτεται με κεραμίδια σύμφωνα με την 293


τοπική παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Το κτίριο του ΥΗΣ έχει παράθυρα ανοιγόμενα, εφοδιασμένα με περσίδες για τον αερισμό του. Σε ειδική διαμόρφωση του δαπέδου του κτιρίου εδράσθηκαν οι στρόβιλοι, ενώ ο υπόλοιπος εξοπλισμός, πάνω στο δάπεδο. Για την στερέωση του εξοπλισμού χρησιμοποιήθηκαν αγκύρια και σκυρόδεμα δευτέρου σταδίου. Η είσοδος στον ΥΗΣ γίνεται μέσω μεταλλικής συρόμενης πόρτας πλάτους 3.6 μ. , απ’ όπου πέρασε ο εξοπλισμός που εγκαταστάθηκε εντός του κτιρίου. Οι Μ/Σ τοποθετήθηκαν υπαιθρίως παράπλευρα του κτιρίου του ΥΗΣ σε ιδιαίτερο χώρο που είναι περιφραγμένος για λόγους ασφαλείας. Κάτω από τον χώρο του Μ/Σ

υπάρχει σκάμα με σκύρα όπου

συλλέγονται τα έλαια του Μετασχηματιστή . Στον ΥΗΣ

υπάρχει

ιδιαίτερος χώρος για τους πίνακες Μ.Τ , τους πίνακες αυτοματισμού τροφοδοσίας και ελέγχου, την αποθήκη, το γραφείο και τουαλέτα. Η επικάλυψη

του

δαπέδου

είναι

βιομηχανικού

τύπου.

Το

μόνιμο

προσωπικό του ΥΗΣ αποτελείται από ένα έως δύο άτομα. Δ) Τις Διώρυγες φυγής των στροβίλων, οι οποίες συγκλίνουν σε μια, η οποία και οδηγεί το νερό ξανά στη φυσική κοίτη του ρέματος.

3.

Υδρολογικά και γεωλογικά στοιχεία

3.1

Υδρολογική Ανάλυση –Καμπύλη Διάρκειας Ημερήσιων Παροχών Η καμπύλη διάρκειας των ημερήσιων παροχών κατασκευάστηκε

ύστερα από τον προσδιορισμό των μέσων ημερησίων παροχών του ποταμού Μετσοβίτικου στη θέση της προτεινόμενης υδροληψίας. Η εκτίμηση των απορροών της λεκάνης απορροής του Μετσοβίτικου Π. 294


στη θέση της υδροληψίας έγινε από την όμορη λεκάνη του Μετσοβίτικου ποταμού ανάντη του υδρομετρικού σταθμού του Μεγάλου Περιστερίου, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη στο Παράρτημα Ι Υδρολογική Μελέτη που εκπονήθηκε. Η

(οικολογική)

παροχή

διατήρησης

του

οικοσυστήματος

υπολογίζεται από τη μέση θερινή παροχή (Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος) η οποία είναι ίση με: Qθερ =(0.39+0.34+0.37)/3 m3 /s =0.366 m3 /s. Κατά συνέπεια η ελάχιστη παροχή που πρέπει να παραμένει στο υδατόρευμα είναι ίση με : QOIK =0.30*0.366 m3 /sec=0.110 m3 /s. Η

καμπύλη

διάρκειας

των

ημερήσιων

παροχών

παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 1.

295


4.

Επιλογή τύπου & μεγέθους στροβίλων Γενικά

4.1

Για την βελτιστοποίηση του πλήθους και του μεγέθους των στροβίλων

του

Μικρού

Υδροηλεκτρικού

΄Εργου

«Γίνιετς»,

χρησιμοποιείται συγκεκριμένη μεθοδολογία μέσω της οποίας γίνεται διαστασιολόγηση του έργου βάση των ακόλουθων κριτηρίων: το βαθμό εκμετάλλευσης του υδατικού δυναμικού (ο οποίος

1.

δεν πρέπει να είναι μικρότερος του 75% του διαθέσιμου προς ενεργειακή αξιοποίηση)

όπως

υπαγορεύεται

από

τις

ισχύουσες

διατάξεις,

λαμβάνοντας υπόψη την συνεχή αποδέσμευση από την υδροληψία της ελάχιστης παροχής διατήρησης του οικοσυστήματος (=0.110 m3 /s). την μεγιστοποίηση της παραγόμενης ενέργειας, από την

2. διάταξη

που

έχει επιλεχθεί λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς

που προκύπτουν από την ελάχιστη παροχή λειτουργίας του έργου. ΄Όπως θα φανεί στη συνέχεια , στο Μικρό Υδροηλεκτρικό ΄Εργο «Γίνιετς» έχει προβλεφθεί η εγκατάσταση δύο ανόμοιων υδροστροβίλων Francis, οριζοντίου άξονα, με ελάχιστη παροχή λειτουργίας ίση με το 35% της μέγιστης παροχής του μικρότερου στροβίλου. Αυτό σημαίνει ότι για διαθέσιμη προς ενεργειακή αξιοποίηση παροχής (μετά την αφαίρεση δηλαδή της οικολογικής παροχής) μικρότερης του 35% της μέγιστης παροχής του μικρού στροβίλου, το έργο δεν θα λειτουργεί.

4.2

Υπολογισμός απωλειών σωλήνωσης προσαγωγής Στους υπολογισμούς ελήφθησαν υπόψη τα εξής:

Μήκος πρώτου (1) τμήματος αγωγού προσαγωγής= 1550 m.

Μήκος δεύτερου (2) τμήματος αγωγού προσαγωγής= 790 m. 296


Διερεύνηση αγωγών διαμέτρου (διάμετρος (1) / (2) τμήμα σε mm) 1300 / 1200, 1200 / 1100, 1100 / 1000.

Στοιχεία κόστους αγωγού (αγορά, αντιδιαβρωτική προστασία, συγκόλληση, κλπ).