Issuu on Google+

Κύρ ρου Ποιήµατα

Έξις

Εκδόσ σεις Gyro

Λάρ ρισα, ΜΑΙΟΣ 2012

1


Εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα Είναι η πρώτη απόπειρα αυτοέκδοσης μιας ποιητικής συλλογής, τα ποιήματα της οποίας γράφηκαν τον τελευταίο χρόνο και είναι ήδη δημοσιευμένα στο διαδίκτυο. Η γραφή ποιημάτων για μένα είναι από τα καλύτερα αγχολυτικά φάρμακα που κυκλοφορούν και είναι εντελώς δωρεάν. Το μόνο που χρειάζεται είναι λίγη έμπνευση και τις αισθήσεις στο κόκκινο. Όσον αφορά το λεγόμενο copy right, είναι αυτονόητο ότι τα ποιήματα αυτά διατίθενται ελεύθερα, αλλά όχι για εμπορικούς σκοπούς. Όποιος επιθυμεί να τα χρησιμοποιήσει για οποιονδήποτε λόγο, καλό θα ήταν να αναφέρει την πηγή τους και τον συγγραφέα τους. Πριν από οποιαδήποτε αναδημοσίευση, ο κάθε ενδιαφερόμενος ας μου στείλει ένα απλό μήνυμα (blogcommonsense@yahoo.com ). Κύρος.


ΕΞΙΣ

Κουρελής και ζητιάνος Ένας κλοσάρ. Σέρνεις τα λίγα υπάρχοντά σου δεν θα βρεις πουθενά όµως αυτό που ψάχνεις Γιατί δεν ξέρεις πια τι ψάχνεις.

Κρύβεσαι σε κόχες και παγκάκια απάνεµα. Ο άνεµος ταξιδεύει τη ζέχνα σου σε κάθε γωνιά της πόλης, τα βήµατά σου βαραίνουν, αργά και επώδυνα και συ αναπολείς την παλιά σου ζωή, µε το πεταµένο αποτσίγαρο στο στόµα σβηστό από τη βροχή.

Όσο κι άν παλέψεις, όσο κι αν αντέξεις να ζεις πια µια έξις, βρώµικη και αστεία συνάµα, χωρίς δικαίωµα να παίξεις ούτε στα όνειρά σου. Ακόµα και αυτά είναι βρώµικα.

3


Αγκοµαχάς σε έρηµα σοκάκια µακριά από περίεργα και αδιάκριτα βλέµατα από περαστικούς διαβάτες που, έτσι και αλλιώς δεν δίνουν σηµασία Προσπερνούν. Έτσι δεν έκανες και σύ, µε το γκρίζο σου κοστούµι και τα µαύρα σου γιαλιά; Παλιά;

Ψάχνεις ένα µέρος για να κοιµηθείς για απόψε. Αύριο βλέπουµε. Αύριο ίσως και να µην προλάβεις. Πείνα, απόγνωση και κάτουρο. Εξαθλίωση και σµίκρυνση. ∆εν σκέφτεσαι καν. Η σκέψη σου άστεγη και αυτή.

Τα λιγοστά σου αντικείµενα: το καλό σου γκρίζο κοστούµι που θέλει πια καθαρτήριο, ένα πρε παπιέ για µαξιλάρι 4


και δυο µπουκάλια ουίσκι για το κρύο που έρχεται. Για κουβέρτα µια κυριακάτικη εφηµερίδα, από αυτές τις χοντρές µε τα δώρα.

∆εν φταίει κανείς παρά µόνο εσύ που άφησες τη ζωή να σου φύγει, που άφησες εκείνη να σου φύγει, που δεν αυτοκτόνησες όταν µπορούσες, τότε που είχες το θάρρος, τη δύναµη και όλα τα άλλα στη ζωή. Τότε που είχες τα πάντα και κείνη που σ' αγαπούσε.

Άπληστε.

5


Η ΤΣΑΤΣΑ

Η τσατσά κλείνει το πορνείο. Μαζεύει τα τασάκια και τα προφυλακτικά και φιλά τις πουτάνες για καληµέρα, στο στόµα φυσικά γλυκά και απαλά πιάνοντάς λίγο τα οπίσθιά τους. Μέχρι το βράδυ πάλι. Κλείνει και κλειδώνει την πόρτα Μόνη πια η τσατσά, τρώει τον πατσά για πρωινό και βραδυνό µαζί. Μετρά τις εισπράξεις της νύχτας. Πόσοι ήρθαν, πόσοι γάµησαν πόσοι δεν, µόνο για κουβέντα, πόσοι πλήρωσαν και ποιά έξτρα ζήτησαν, όλα είναι γραµµένα στο µπλοκάκι της. Φαίνεται χαρούµενη. Ο κόσµος συνεχίζει να πηδά επί πληρωµή Ελεύθεροι και µη, άντρες έρχονται εδώ να βγάλουν το άχτι τους. 6


Οι µεν από την αγαµία και οι δε από την µονογαµία.

7


Πορεία: 160 µοίρες Φεύγω, εκεί όπου θα είµαι ασφαλής και ευτυχισµένος Μακριά από ανίδεους, άρπαγες ψυχών και συνειδήσεων Μακριά από επικίνδυνους κόλακες και ρουφιάνους αλήτες ∆ήθεν σωτήρες και προφήτες της ρηµαγµένης χώρας µου Φεύγω, σίγουρος για την απόφασή µου ∆ιάφανες σκέψεις µε οδηγούν, λυτρωτικές και αισιόδοξες Σε βήµατα προγόνων µου. Εσείς… Τι θα απογίνετε µονάχοι, µες την άβυσσο που µας ρίχνουν; Πού θα κουρνιάσει αυτή η χώρα επιτέλους; Πατρίδα µου θα’ ναι η Γη, όχι η Ελλάδα. Σας αγαπώ µα δεν θα γυρίσω ποτέ πίσω. Προτιµώ να πεθάνω µακριά σας παρά κοντά σας. Πιοτό πικρό και µαύρο γεύτηκα στη χώρα µας. Η ψυχή µου µέθυσε στην αρχή, µα το φαρµάκι του µού έµεινε στα χείλη Με ξελογιάσατε µε υποσχέσεις και δώρα δανεικά, µα ως εδώ. Το µέλλον µου εγώ θα ορίσω Εσείς µείνετε εδώ, σε µια πατρίδα ψεύτικη και φτιασιδωµένη Με υλικά ληγµένα. Καµαρώστε την, καθώς θα πέφτει Περήφανη δήθεν µα στην ουσία ξεπεσµένη και αναξιοπρεπής Ξενιτιά µου αγαπηµένη Πόσο γλυκιά µου φαίνεσαι τώρα. Γυρνώ νέα σελίδα, λευκή και λαµπερή. Φεύγω, για τα καλά. Αντίο.

8


ΜΗΤΕΡΑ Τι θα κάνω αν φύγεις µια µέρα, αν κοπεί η ρίζα που µε συνδέει µε τη γη απότοµα και σύριζα; Με γέννησες και µε µεγάλωσες µε αγάπη Σε µάλωνα πολλάκις και συ µε συγχωρούσες άλλες τόσες Πόσο µ΄αγαπάς. Πολλές φορές σ’ αδίκησα και φώναξα Και συ γελούσες καλόκαρδα Με απέραντη υποµονή και αγάπη Παιδιά είναι έλεγες, έτσι κάνουν πάντα Θα µεγαλώσουν και θα καταλάβουν Νοµίζω ότι κατάλαβα τι εννοούσες Σαν θα φύγεις, όπως όλοι µας άλλωστε, εγώ θα χάσω τη γη µου, το στήριγµά µου Μεγάλωσα µάνα, µα ξέροντας πως υπάρχεις, νιώθω πάντα ασφαλής και γαλήνιος. Προσεύχεσαι στο Θεό για µένα, χωρίς να σε βλέπω και να ακούω Μα εγώ το ξέρω και αυτό µου φτάνει. Ποτέ δε σου είπα σ’ αγαπώ Φταίει αυτή η ηλίθια αντρική περηφάνεια Που δεν µ’ αφήνει να κλάψω και να δακρύσω µπροστά σου, που δεν σ’ αφήνω να µε αγκαλιάσεις πια όπως έκανες παλιά. Συγχώρα µε, µα, όταν θα πάς εκεί πάνω 9


συνέχισε τις προσευχές σου Τις χρειάζοµαι Σε χρειάζοµαι.

10


Ληγµένο κρουασάν Πεινάω σαν το λύκο. Βρήκα αυτόµατο πωλητή. Έχω το κέρµα. ∆εν θέλω ρέστα. Μόνο το κρουασάν. Το κρουασάν µε κοιτούσε φοβισµένα. Ρίχνω το κέρµα. Μου φάνηκε σαν να υγράνθηκε λίγο, λες και δάκρυσε. Ιδέα µου θα είναι. Πατάω τον κωδικό του. Η δαγκάνα ανοίγει αργά αργά. Το κρουασάν δεν πέφτει και σκαλώνει, µε κοιτά και γελά µε ανακούφιση. Αγγίζω το τζάµι και το κοιτώ. ∆ίνω µια κλωτσιά στο γαµοµηχάνηµα. Μα όχι. Κοκκαλωµένο στέκει και χάσκει. Το χαµένο. Με κοιτά ακόµα µε φόβο κι ας είναι ληγµένο.

11


Η Α ογραφή Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε. Θέλουν να µε δουν / να βγω απ΄την αφάνεια / στην επιφάνεια. Ήρθε η ώρα του απογραφέα / ανυποµονούν να γίνω γνωστός / άλλος ένας αριθµός. ∆εν υπάρχω για αυτούς / τους φοβάµαι / και τους λυπάµαι Με ξέρουν µόνο οι κρύπτες των ονείρων µου µόνο οι κρυψώνες του µυαλού µου µόνο Εσύ και γω ξέρουµε πως υπάρχω / όµως.... Θα µου χτυπήσουν την πόρτα / δήθεν για απογραφή πληθυσµού / λένε…. θέλουν να τα µάθουν όλα / να µε απογράψουν / λένε….. Όµως είναι όλα ψέµατα, θέλουν την ψυχή µου / και το µυαλό µου / θέλουν να µάθουν τα πάντα. Όχι δεν θα ανοίξω την πόρτα σε αυτούς / τους φοβάµαι / τους λυπάµαι. Ας περιµένουν δέκα χρόνια ακόµη. Θέλω να το σκεφτώ καλά / πριν ανοίξω σε εκείνους. Φύγετε / και ελάτε δέκα χρόνια µετά / αν όχι µια ζωή µετά. Και αν δε µε βρείτε εδώ / θα έχω µάλλον πεθάνει.

12


Η Μαρία η Σοσσώ Καπνοί, τσιγάρα, φασαρία είναι όλη σου η ζωή Μαρία. Στα µπαρ, πίσω από τους πάγκους, στα ρεφρέν, ξενύχτια και µατιές που καιν’. Αντλείς τη δύναµη απ’ το παιδί σου που αµέριµνο κοιµάται στο τσαρδί σου, ενώ εσύ δουλεύεις µες τη νύχτα την κακιά, το νυχτοκάµατο να βγει του θανατά, µήπως µπαλώσεις τη ζωή µε το κορµί σου να µεγαλώσει λίγο ακόµα το παιδί σου. Ελπίζεις µόνο µη ξυπνήσει µέσα στη νύχτα και ρωτήσει πού είσαι µαµά µου και διψάω γιατί δεν έρχεσαι που σε ζητάω. Ματιές κοφτές από θαµώνες στα φουσκωµένα στήθια σου. Σηµεία ηδονής, λιγωµένες νύχτες σε κοιτώνες πίσω από τον πάγκο σου παλεύουν να’ ρθουν, κοντά σου και να τα θωπεύουν και όλο ξεθαρρεύουν. Όταν ενδώσεις στο κάλεσµά τους και παραλάβεις τα πουρµπουάρ τους θα κλαίς κρυφά που έπεσες κάτω πιο χαµηλά και από τον πάτο. Και σαν θα φύγει η νύχτα και σχολάσεις µονάχη πάλι θα πλαγιάσεις, όσο προλάβεις. Γιατί σε λίγο θα ξυπνήσει το παιδί Φτιάξε του γάλα και ψωµί Να΄ναι γερό για το σχολείο.

13


Μην κλαις τις νύχτες σου Μαρία Είναι µια άλλη ιστορία. ∆ώσε τους µόνο το κορµί σου να µεγαλώσεις το παιδί σου. Ζήσε τη µέρα σου καλά γιατί το βράδυ είναι σιµά.

14


Ο ανυ οψίαστος ταξιδιώτης Ελληνικό καλοκαίρι, µε το φως του Αιγαίου σου που δυνατό τυφλώνει τα διψασµένα µάτια του ταξιδιώτη. Και να λοιπόν, που επιτέλους αποβιβάζει τα αποµεινάρια του από τον περασµένο χειµώνα στην προβλήτα του νησιού, που πάντα ονειρεύονταν να δει από κοντά. Και να λοιπόν, που έφτασε στο νησί των ανέµων, µε τα όµορφα σπιτάκια, που βλέπουν θάλασσα όπως και πολλά άλλα, αθέατα στους πολλούς. Μια βόλτα στο νησί, µια ξενάγηση, µια γεύση από καλοκαίρι ελληνικό. Φευ! Το µάτι του διψασµένου ταξιδιώτη συναντά πρώτα τους κάπελες και ρουµς του λετ, µε τα κακόγουστα ταµπελάκια πάνω από τα ψάθινα καπέλα τους και δύο άγνωστες λέξεις: «τιµολόγιο» και «ευχαριστώ», που κυνηγούνε τις Ζωρζέτ του κόσµου τούτου, καθώς τις τάζουν ουρανό και θάλασσα, σεξ και ηδονή, ξενύχτια και έρωτες και ψεύτικες παράτες. Ταβερνιάρηδες µε τα κραχτήρια τους µπροστά, να πείσουν τον αναποφάσιστο ταξιδιώτη να φάει το προκάτ φαγητό τους, που ζέχνει µπαγιάτικο. Αηδία και αποστροφή. Καµάκια αίσχιστου είδους µε βελτιωµένα τα αγγλικά τους. Λίγο καλύτερα από πέρυσι όταν καταλάβαινες καλύτερα έναν σκωτσέζο χωρικό παρά δαύτους. Οµπρελάδες ηλιοκαµένοι εµπορεύονται τον θεό ίσκιο. 15


Μοιάζουν όλοι µεταξύ τους, το paste της κακογουστιάς πάνω στην άµµο. Το µόνο που θα ακούσεις να λένε: οκτώ ευρώ η ώρα µανδάµ και δεν δίνω ρέστα. Σουβενιρτζήδες κακόµοιροι που περνούν µπροστά σου, µια ιδιότυπη πασαρέλα όλων των φυλών, δυστυχίας και παραεµπορίου, χαζεύουν στα όρια του αιδοίου. Μαυριδεροί µπρατσαράδες µε κούφιους µύες και κεφάλια, µε φάτσες χιµπατζήδων και ηλίθια βλέµµατα αγελάδων, γυρεύουν εφήµερα αγγίγµατα σε σιλικόνες, που εξατµίζονται το επόµενο πρωί. Καφέµποροι της συµφοράς, µε νεροµπλούκια ροφήµατα µε καλαµάκια όµοια µε τα µόριά τους. Έξυπνοι εµποράκοι που ρουφούνε τον ανυποψίαστο ταξιδιώτη. Στο δρόµο, στην παραλία, στο ταβερνείο, στο πορνείο του κρυµµένου σπιτιού, εκεί πίσω από το µπαρ, που συχνάζουνε οι γελαστοί και πρόστυχοι χόµο. Η ζωή εδώ ξεκινά τη νύχτα και ο ύπνος είναι απών. Εδώ κατοικεί µόνο η εφήµερη ηδονή και οι αυταπάτες. Του κόσµου όλου οι απάτες. Μια βόλτα πήγαινε στην παραλία ανυποψίαστε ταξιδιώτη να ξεπλύνεις τη βρωµιά της προηγούµενης νύχτας. Μα εκεί ακόµη χειρότερα. Αναδοµηµένες πενηντάρες µε τάνγκα στον εγκέφαλο (δεν υπάρχει κάτι εκεί να καλύψουν εξάλλου) και πρόσθετα καλούδια στα στήθια και οπίσθιά τους, µε πόρτες ανοικτές πιο κάτω, διαµπερείς χώροι παντού στο σώµα τους για να φιλοξενήσουν για µισή ώρα το πολύ, µόνο τους «ωραίους». 16


Οι υπόλοιποι δεν το αξίζουν. Γαµηµένα ξέκωλα.

17


Ο σκύλος στο αρτέρι (σκυλίσια ζωή) Ο σκύλος στο παρτέρι. Γύρω γύρω κοιτά. ∆εν βλέπει κανέναν, µήτε άνθρωπο, µήτε σκύλο. Ανακάθισε στα πίσω πόδια του και αφόδευσε στο πάρκο, πάνω στο δροσερό χορτάρι. Αφού τέλειωσε στα γρήγορα προχώρησε ένα βήµα µπρος και έσπρωξε χώµα και γρασίδι µε τα πίσω πόδια του πάνω στα αποµεινάρια του στοµάχου. Λιωµένα κόκαλα και ψαχνά. Μικρές βόµβες κρυµµένες κάτω από το ακούρευτο γρασίδι. Έπρεπε να τελειώσει γρήγορα. ∆εν κοίταξε πίσω του. Τσάτρα πάτρα η δουλειά. Μα ο σκύλος µας καµαρωτός και χαρωπός βγήκε από το παρτέρι πριν τον πάρει του κηπουρού το µάτι. Πιο κάτω βρήκε ένα κόκαλο. Το άρπαξε και το δάγκωσε. Συνέχισε την αλητεία του γελώντας, στην σκυλίσια του ζωή.

18


∆ελτίο λαστικό Αλλάζω την ταυτότητα, αλλάζω και αριθµό. Είµαι µία οντότητα χωρίς προορισµό. Θέλω µονάχα αυτό. ∆ελτίο πλαστικό. Κοιτάζω τη φωτό µου Ασπρόµαυρη, θολή Μοιάζει µε την ψυχή µου κουράστηκε και αυτή. Μαζί µου όµως κρατώ ∆ελτίο πλαστικό. ∆εν έχω διαβατήριο µα θα’ βρω προορισµό. Σε χώρες της ενώσεως µόνο µπορώ να µπω. Απλά θα δείξω αυτό. ∆ελτίο πλαστικό. Η ύπαρξή µου ολόκληρη στηρίζεται σε αυτή. Να µην τη χάσω για θα χαθώ Θυµάµαι όµως τον αριθµό. ∆ελτίο πλαστικό. ∆ελτίο πλαστικό, δελτίο δανεικό παντού σε κουβαλάω, πολύτιµο αγαθό δελτίο πλαστικό, δελτίο µου µικρό ταµπέλα στη ζωή µου, µου βάζεις εν λευκώ.

19


Ο Έρως και ο ∆αίµων Ο Έρως και ο ∆αίµων, της κολάσεως ο ευδαίµων τα πίνανε µαζί, ένα βράδυ στο σκοτάδι σε µπαράκι απόµερο και ήσυχο, µακριά από βλέµµατα περίεργα. Κανείς δεν τους κατάλαβε, ποιοί ήταν. Ο Έρως δίπλωσε τα φτερά του κάτω από το πανωφόρι του. Ο ∆αίµων έκρυψε τα µαύρα του µάτια µε άλλα µπλε. Σαν δυο καλοί φίλοι. Έπαιζε µαύρη µουσική. Ο Έρως δίνει τον έρωτα στους ανθρώπους. Ο ∆αίµων τους χωρίζει, Στην ανάγκη παίρνει µαζί του τους ανθρώπους στα κελάρια της κόλασης. Μόνο έτσι διαλύει πραγµατικά τον έρωτα. Με πόνο και θάνατο µαζί. Αυτό το παιχνίδι παίζεται αιώνες τώρα από αυτούς τους δύο. Και εµείς δεν έχουµε ακόµα καταλάβει την αλήθεια. Αέναο αλισβερίσι αισθηµάτων. Ο ένας δίνει, ο άλλος παίρνει. Σαν παλιά φιλαράκια τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους. Εύχονται στην υγεία των ανθρώπων. Των παιχνιδιών τους. Άστους να πιστεύουν στον έρωτα άστους να αγαπάνε, είπε ο Έρως. Συµφώνησε και ο ∆αίµων. Και εκεί που χαίρονται µαζί εγώ θα παίρνω έναν, είπε. Ο πόνος είναι µεγαλύτερος έτσι. Γελούσαν δυνατά 20


και πίνανε ποτά, που βγάζανε φωτιά. Κάποιος τους κρυφάκουσε. Πανικό ένιωσε και τρέµουλο τρέχοντας βγήκε από το µπαρ. Έδωσε το µήνυµα στους ανθρώπους: σταµατήστε τον έρωτα σταµατήστε την αγάπη, είναι όλα µια πλάνη. του Έρωτος και του ∆αίµονα της κόλασης. ∆εν έχει νόηµα κανένα να πιστεύουµε σε αυτόν. Μα κανείς δεν τον άκουσε, τον περάσανε για τρελό, ποιος θα πίστευε τέτοια πράγµατα; Έκτοτε ο Έρωτας ζει και βασιλεύει στις αδύνατες καρδιές. Και ο ∆αίµων κυριεύει απροστάτευτες ψυχές.

21


Με κουβά και µε ινέλο Σε δρόµους περπατώ και πεζοδρόµια, στις µασχάλες µου κρατώ το µήνυµα σε ιλουστρασιόν καρτέλα, µεγάλη ώστε να τη βλέπουν από µακριά οι οδηγοί, να σηκώνουν το κεφάλι οι πεζοί, έτσι ανοίγει πιο εύκολα το στόµα τους. Σε κολόνες φωτεινές, ή σε τοίχους µε ρωγµές και σε στύλους φαναριών µε βρίσκεις. Πότε µέρα, πότε νύχτα, µε πινέλο και κουβά, µε υγρόκολλα γερή. Έρχεται ο τραγουδιστής, έρχεται και ο θεατρίνος µε το µπουλούκι του. Να τη, έρχεται και η Βάνα, µε τα στήθια της τα πλάνα. Μόνο δύο παραστάσεις αν δε δεις, εσύ θα χάσεις. ∆έκα εύρα το ποτό. ∆ιαφήµιση. Αρπαχτή. Επαρχιώτες. Επιστροφή στην Αθήνα. Μέτρηµα. ∆ιάσηµοι και επώνυµοι κρύβονται στη µασχάλη µου, ώσπου όρθιοι πάνω στους τοίχους, µαγικά αναρτηθούν. Στέκοµαι και καµαρώνω, σαν το έργο µου τελειώνω. 22


Ποτέ δεν πάω να τους δω. ∆εν µπλέκω δουλειά και διασκέδαση. Εάν θες να µε γνωρίσεις, έλα µαζί µου ένα βράδυ, µε κουβά και µε πινέλο. Πάµε σβάρνα στα στενά, Μεσ’ την κάθε γειτονιά, επί τροχάδη. Έλα απόψε να µε βρεις. Είµαι ο αφισοκολλητής.

23


Ο Εµ οράκος

Ο εµποράκος. Το µαγαζάκι στη γωνιά. Εδώδιµα, αποικιακά. Στενή είσοδος, πλατύ χαµόγελο. Βερεσέδια, επί πιστώσει. Μια ζωή µικρή σαν γρόσι. Πελατεία γειτονιάς. Να και η κυρά Μαρία, να κι ο µπαρµπα Γιάννης. Όλοι θέλουν από κάτι. Όλη µέρα ο εµποράκος όρθιος καµαρωτός, χαρωπός µε τους πελάτες. Όµως µέσα του λυπάται. Φεύγει η ζωή του µέσα απ’ τα χέρια του µέσα στο µικρό του µαγαζάκι. Ήλιο δε βλέπει πια συχνά. Τα ταξίδια που’ θελε τα µακρινά, ξεχνάει. Και πονάει. Ο φτωχός ο εµποράκος 24


µε το µαγαζάκι στη γωνιά µαραζώνει κάθε µέρα µε εδώδιµα και αποικιακά.

25


Α υ ογραφή Κάθε µέρα υπογράφω πάνω στο άψυχο χαρτί, καµαρώνω και το λέω Β βάζω υπογραφή. Μόλις πήρα προαγωγή, έχω αναβαθµιστεί, πήρα πένα ακριβή, Α βάζω υπογραφή. Ευθύνη πιο µεγάλη, το χέρι µου βαρύ και µε χάρη υπογράφω, έχω Α υπογραφή.

26


27


Έξις Εκδόσ σεις Gyro

Λάρ ρισα, ΜΑΙΟΣ 2012

28


ΕΞΙΣ