Page 1

Γυμνάσιο & Δημοτικό Σχολείο Σταυρακίου Ιωαννίνων

Ένας Χιώτης υμνεί την Ήπειρο Ο Ηπειρομάχος Λεωνής Μιλτ. Καλβοκορέσης και η «Περί Ηπείρου» διάλεξή του

«...με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα ελευθερίας της Ηπείρου» ___________________________________ Γιάννινα, Φεβρουάριος 2014


2


Τυπογραφείο: Αφοί Καμηνά – Ιωάννινα Αραβαντινού 12, Ιωάννινα τηλ. 26510 26880-27554 Εκδότης: Γυμνάσιο Σταυρακίου http://gym-stavr.ioa.sch.gr Συνεκδότης: Δημοτικό Σχολείο Σταυρακίου http://blogs.sch.gr/1dimstrv Συγγραφέας: Λεωνής Μιλτ. Καλβοκορέσης Επιμέλεια κειμένων και σχολιασμός: Λεωνίδας Πυργάρης, φιλόλογος e-mail: alliloneneka@gmail.com Επιμέλεια έκδοσης και εικονογράφηση εξώφυλλων: Σταματούλα Λογοθέτη, φιλόλογος, Δ/ντρια Γυμνασίου Σταυρακίου Βασίλειος Ράπτης, δάσκαλος, Δ/ντής Δημοτικού Σχολείου Σταυρακίου Χριστόφορος Πουλίζος, δάσκαλος Δημοτικού Σχολείου Σταυρακίου http://21february1913.blogspot.gr

3


Ένας Χιώτης υμνεί την Ήπειρο Ο Ηπειρομάχος Λεωνής Μιλτ. Καλβοκορέσης και η «Περί Ηπείρου» διάλεξή του

Λεωνής Μιλτ. Καλβοκορέσης (1881-1962) Χίος ευπατρίδης και μέγας ευεργέτης

4


5


Στους εθελοντές Μπιζανομάχους, που πολέμησαν για να γεννηθούμε εμείς ελεύθεροι…

6


ΠΡΟΛΟΓΟΣ Της νικηφόρας έκβασης των Βαλκανικών Πολέμων (19121913) προηγήθηκε μια σημαντική ιστορική ημέρα για τη Βουλή των Ελλήνων και τη χώρα γενικότερα. Η 1η Οκτωβρίου 1912 καταγράφεται από ιστορικούς ως ιστορική ημέρα για την πατρίδα μας. Χαρακτηρίζεται ιστορική και μέγιστης εθνικής σημασίας, γιατί τη μέρα εκείνη, στη Βουλή των Ελλήνων, συνέβη κάτι το μοναδικό για το εθνικό κοινοβούλιο της χώρας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ύστερα από πυρετώδεις πολεμικές προπαρασκευές, με βαθειά επίγνωση των ευθυνών και θυσιών, χωρίς άκαιρους θορύβους, δήλωνε στη Βουλή με σαφήνεια, πεποίθηση και αδιάσειστη πίστη τον επί θύρας εθνικό αγώνα, συμπληρώνοντας εν κατακλείδι τα εξής, όπως αυτά καταγράφονται στα Πρακτικά της Βουλής της 11ης Οκτωβρίου 1912: «…πλην της δυνάμεως ταύτης της στρατιωτικής υπό της οποίας στηρίζεται κατά πρώτον η Ελλάς και το Ελληνικόν Έθνος, κατά την κρίσιμον ταύτην περίοδον του εθνικού βίου, είναι εν πρόσθετον στοιχείον δυνάμεως δια την διέπουσαν σήμερον τα πράγματα κυβέρνησιν… και η δύναμις αυτή είναι η ενότητα του λαού, είναι η εθνική ενότητα». Αυτή, η ενότητα, φαίνεται από το γεγονός ότι τα τρία κόμματα της αντιπολίτευσης, δια των αρχηγών των, δήλωναν ότι αίρουν πλέον κάθε αντιπολιτευτική εργασία και εν λευκώ «… κατετίθετο εις χείρας της κυβερνήσεως η διαχείρισις των εθνικών ζητημάτων…». Σε μια ευτυχή στιγμή για την ιστορία το ομόθυμο και ομόψυχο της Βουλής των Ελλήνων τελεί σε απόλυτη αρμονία με το όνειρο της ελευθερίας και της εθνικής ολοκλήρωσης. Σε τέτοιες ώριμες-μεγάλες εθνικές στιγμές είναι που καλλιεργούνται και εκφράζονται δυνατά εθνικά συναισθήματα, κυρίως αυτό του εθελοντισμού. Σε αυτές τις στιγμές είναι που συναντάμε και τον Ηπειρομάχο εθελοντή από τη Χίο, το Λεωνή Μιλτ. Καλβοκορέση. Δεν είναι λίγες οι ηρωικές μορφές που αγωνίστηκαν εθελοντικά για την απελευθέρωση της πόλης μας και για μας τους Ηπειρώτες αποτελεί τιμή κι ευγνωμοσύνη να τις 7


ανακαλύπτουμε συνεχώς. Αποτελεί τιμή κι ευγνωμοσύνη προς τον ευπατρίδη από τη Χίο, Λεωνή Καλβοκορέση, ο οποίος, μεγαλωμένος στην Αγγλία, συμμετείχε εθελοντικά - μάλιστα τραυματίστηκε κιόλας στις στρατιωτικές επιχειρήσεις απελευθέρωσης των Ιωαννίνων με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εθνική ολοκλήρωση. Η παρούσα, όμως, έκδοση, με κεντρικό πρόσωπο τον Καλβοκορέση, δε θα έπαιρνε σάρκα και οστά, αν ο εξαίρετος συνάδελφος, φιλόλογος από τη Χίο, ο Λεωνίδας Πυργάρης, δε μας έστελνε την επιμεληθείσα από τον ίδιο αυτοβιογραφία και ομιλία που εκφώνησε ο Καλβοκορέσης το 1914 στη Χίο, στα πλαίσια εκδήλωσης για την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου 1913. Για το Λεωνίδα Πυργάρη, φιλόλογο σήμερα στο 2ο Γενικό Λύκειο Χίου, οι ευχαριστίες μας δεν αποδίδονται με λόγια. Μας εγχειρίστηκε ένα σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο για την πόλη των Ιωαννίνων και την Ήπειρο, άγνωστο εν πολλοίς στο Ηπειρωτικό κοινό. Έχουμε χρέος να του το ανταποδώσουμε εμπράκτως… Σε μια ευτυχή, λοιπόν, συγκυρία με τον εορτασμό 100 χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων το Γυμνάσιο, μαζί με το Δημοτικό Σχολείο Σταυρακίου και ειδικότερα με τον ακούραστο συνάδελφο δάσκαλο, το Χριστόφορο Πουλίζο, αφιερώνουν την παρούσα έκδοση σε όλους εκείνους που με σημαία τον εθελοντισμό αγωνίστηκαν για την πατρίδα, αλλά και στη νέα γενιά του τόπου μας, για να γνωρίσει το χθες και να γίνει σοφότερη στο σήμερα και το αύριο της χώρας μας. Σταυράκι, Φεβρουάριος 2014 Σταματούλα Γ. Λογοθέτη Φιλόλογος, Δ/ντρια Γυμνασίου Σταυρακίου

8


ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η 21η Φεβρ. 1914, η πρώτη επέτειος απελευθέρωσης τών Ιωαννίνων, εορτάσθηκε στη Χίο ως Εθνική εορτή: Ο Νομάρχης Χίου Δημήτριος Μαλασπίνας είχε εκδώσει σχετική Νομαρχιακή εγκύκλιο (515/13 Φεβρ. 1914)1 με την οποία έδινε εντολή στους Δημάρχους και Προέδρους τών Δημογεροντιών τής νήσου να τελέσουν δοξολογίες στις 21 Φεβρ. 1914. Επίσης, κατ’ αίτηση τού ίδιου Νομάρχη είχαν αποσταλεί από το Υπουργείο Στρατιωτικών δέκα χιλιάδες μικρές σημαίες,2 με σκοπό την προώθηση τής πώλησής τους στις 21 Φεβρ. 1914. Το έργο τής πώλησης τών σημαιών είχαν αναλάβει ευγενείς κυρίες τής Χίου, οι δε εισπράξεις που θα προέκυπταν από την πώλησή τους θα διετίθεντο υπέρ τών οικογενειών τών πεσόντων. Τελικά, συνελέγη το ποσόν τών 9.192,30 δραχμών από την πόλη τής Χίου, έναντι τού αντιστοίχου τών 3.296,50 δραχμών τής Λέσβου. 3 Επίσης ο Δήμος Μαστιχοχωρίων με έδρα την Καλαμωτή συγκέντρωσε το ποσόν τών 3.805 δραχμών υπέρ των οικογενειών τών πεσόντων.4 Aκόμη ο Δήμος Βολισσού και τα χωριά τής ΝΑ και ΝΔ Χίου συγκέντρωσαν το ποσόν τών 4.465 δραχμών.5 Ομοίως το χωριό Βασιλεώνοικο συγκέντρωσε το ποσόν τών 200 δρχ. υπέρ του Ηπειρωτικού αγώνα.6 Τα παραπάνω ποσά, καθώς και χορηγίες σε είδη ένδυσης και υπόδησης, εστάλησαν στην «Ηπειρωτική Επιτροπή

1

Εφημ. «ΝΕΑ ΧΙΟΣ», 13 Φεβρ. 1914.

Εφημ. «ΝΕΑ ΧΙΟΣ», 18 Φεβρ. 1914: «Πας Χίος δίδων τον οβολόν του δια την μικράν σημαίαν ήτις συμβολίζει μίαν δόξαν, ένα θρίαμβον τού νεωτέρου Ελληνισμού, την γιγαντομαχίαν και άλωσιν τού απορθήτου νομιζομένου Μπιζανίου, διπλήν θα αισθάνεται την χαράν, χαράν τής γλυκείας αναμνήσεως τού υπερλάμπρου πολεμικού μας ανδραγαθήματος και την χαράν τής γλυκείας ανακουφίσεως ότι έρχεται αρωγός εις τας απορφανισθείσας οικογενείας εκείνων οίτινες προσέφερον εις τον βωμόν τής πατρίδος το τίμιον αίμα των, πεσόντες ενδόξως υπέρ του μεγαλείου και της δόξης τής Ελλάδος μας, δίδοντες την ελευθερίαν εις χιλιάδας κατατυραννουμένους αδελφούς μας». 2

Εφημ. «ΝΕΑ ΧΙΟΣ», 27 Φεβρ. 1914. Εφημ. «ΝΕΑ ΧΙΟΣ», 3 Μαρτ. 1914. 5 Εφημ. «ΝΕΑ ΧΙΟΣ», 6 Μαρτ. 1914. 6 Εφημ. «ΝΕΑ ΧΙΟΣ», 28 Απρ. 1914. 3 4

9


Δεσποινίδων»7 (Καψάλη 4-Αθήναι), αποτελούμενη από τις Ελένη Π. Δαγκλή, Σοφία Φ. Πάλλη, Λίνα Σ. Λάμπρου, Νινή Α. Αραβαντινού, Αικατερίνη Π. Κουτσαλέξη, Ασπασία Α. Βότσαρη, Χρηστίνα Π. Δαγκλή και Νέλλη Β. Μελά. Η ανωτέρω Επιτροπή, η «Επιτροπή Ηπειρωτίδων Κυριών» (με Πρόεδρο τη Μαρία Τυπάλδου-Φορέστη, και Γραμματέα τον Σ. Α. Βορνάκη), μαζί με τον «Όμιλο τών Δεσποινίδων Ιωαννίνων» είχαν αναλάβει τη συγκέντρωση οικονομικής και υλικής βοήθειας προς ανακούφιση τών θυμάτων τού Ηπειρωτικού πολέμου. Επίσης από περιφορά δίσκου στις Εκκλησίες τής Χίου κατά τη Μ. Εβδομάδα τού 1914 εισπράχθηκε το ποσόν τών 2.400 δρχ., το οποίο εστάλη ως έμβασμα προς τον Πρόεδρο τής Επαναστατικής Κυβερνήσεως Ηπείρου Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο. 8 Ανάλογη δραστηριοποίηση οικονομικής στήριξης τών Ηπειρωτών προσφύγων παρατηρήθηκε τότε και σε άλλες περιοχές τής Ελλάδας.9 Στις 5 Μαΐου 1914, η τοπική Εφημερίδα «ΝΕΑ ΧΙΟΣ» απηύθυνε έκκληση για ζωηρότερη οικονομική συνδρομή προς τους Ηπειρώτες πρόσφυγες, την οποία έκκληση κυρίως εξέπεμπε προς τους ευκατάστατους Χίους.10 7 8

Ό.π. Εφημ. «ΝΕΑ ΧΙΟΣ», 14 Απρ. 1914.

Στην Εφημ. «ΝΕΑ ΧΙΟΣ» (1ης Μαϊου 1914), σε ανακοίνωση τής «Επιτροπής Ηπειρωτίδων Κυριών» φαίνονται διάφορα ποσά δοθέντα προς ενίσχυση τού Ηπειρωτικού αγώνα : «…Η Α. Μεγαλειότης η Βασίλισσα δρχ. 30.000. Η Ιερά Σύνοδος 774,90. Η κόμισσα Ρανκούρ 3.000. Η Ένωσις τών Ελληνίδων Κυριών 2.000. Η Επιτροπή τών Ηπειρωτικών Κυριών Λαρίσσης 1.400. Ο Δήμος Καλαμών 4.000. Το Εμπορικόν Επιμελητήριον Πειραιώς 5.000. Ο κ. Μύλερ, Άγγλος δημοσιογράφος, 100. Εκ δίσκου Εκκλησιών Ιωαννίνων 345,65. Ο κ. Στεφάνου δρχ. 2.000. Ο κ. Κωνστ. Στεμένου Υιός 100 δρχ. Ο κ. Λάμπρος Στεφάνου 50 δρχ. Η Χριστοδούλη Στεφάνου 50 δρχ. Η κ. Τάτη 20 δρχ. Η κ. Οικονόμου 5 δρχ. Η κ. Οικονόμου εξ εισφορών 144,40 δρχ. Ο κ. Μίμης Παπάς 500 δρχ. Μετά θερμών ευχαριστιών 9

Η Πρόεδρος: Μ. Α. Τυπάλδου-Φορέστη Βορνάκης».

Ο Γενικός Γραμματεύς: Αλ.

«…Ποία Ελληνική ψυχή, ποία συνείδησις χριστιανική δύναται να μένη απαθής προ των στερήσεων, των κακουχιών, της γύμνιας, της πείνης, της δυστυχίας, η οποία σήμερον μαστίζει τάς οικογενείας, τας συζύγους, τα τέκνα, τους γονείς, των υπέρ Πίστεως και 10

10


Επιστέγασμα τής έμπρακτης αρωγής τών Χίων προς τους Ηπειρώτες υπήρξε και η εορτή που υλοποιήθηκε προς ανάδειξη και οικονομική στήριξη τού Ηπειρωτικού ζητήματος. Έτσι, στην αίθουσα τελετών τού παλαιφάτου Γυμνασίου Χίου, 11 στις 13 Απριλίου 1914, διοργανώθηκε εορτή υπέρ των Ηπειρωτών, η οποία έτυχε ένθερμης και γενικής υποστήριξης. Την εορτή (διάλεξη, απαγγελίες ποιημάτων για την Ήπειρο, διενέργεια λαχειοφόρου) διοργάνωσε η «Φιλόπτωχος Αδελφότης τών Κυριών Χίου»12. Τα έσοδα που προέκυψαν από εκείνη τη διοργάνωση, 1.675 δρχ., εμβάσθηκαν πάλι στο Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο.13

Πατρίδος αγωνιζομένων αδελφών μας Ηπειρωτών; Ρίγη φρίκης εμποιούσι αι εκείθεν κραυγαί τής οδύνης και αισθήματα οίκτου διατρέχουσι την ψυχήν τού Έλληνος τού κατ’ εξοχήν ενθουσιώδους εις έργα γενναία και ευγενή, αναγιγνώσκοντος εις τας εφημερίδας την δυστυχίαν τών θυμάτων τών Ιταλοαυστριακών ραδιουργιών, ενώ ανάλγητοι αληθώς πρό των στερήσεων και των συμφορών αυτών πολλοί ίστανται μάρτυρες και θεαταί απαθείς… . Έλεος δια τους Ηπειρώτας! Έλεος δια τας οικογενείας τών ηρωικών προμάχων τής Ελληνικής μας Ηπείρου! Έχομεν οι πάντες καθήκον, έχομεν υποχρέωσιν ιεράν εκ των υστερημάτων, εξ ενόντων να έλθωμεν αρωγοί και να συνδράμωμεν αυτούς. Επιβάλλεται να μοιρασθώμεν τον επιούσιον άρτον μετ’ αυτών δια να ανακουφίσωμεν την δυστυχίαν των, να γλυκάνωμεν τον πόνον των, να τους παρηγορήσωμεν, να τους ενθαρρύνωμεν! Ο αγών των είνε αγών ιδικός μας. Ο θρίαμβός των είνε ιδικός μας θρίαμβος. Είνε αγών και θρίαμβος τής Ελληνικής ιδέας και του Ελληνικού πολιτισμού κατά των εχθρών μας, κατά των στραγγαλιστών τών δικαίων μας. Ολόκληρος η Ελλάς και σύμπας ο Ελληνισμός συνέτρεξε και συντρέχει τον τίμιον αγώνα τών Ηπειρωτών. …ενώ ημείς δυστυχώς ηρκέσθημεν εις τα ολίγα μόνον εκ των δίσκων τής εισφοράς και του οβολού τών πτωχών, μετά ευτελούς εράνου τού πλουσίου μας!! Και όμως οι πλούσιοί μας, οι ταλαντούχοι μας έμειναν και μένουν απαθείς. Εθησαύρισαν και θησαυρίζουν μόνον δια να ικανοποιήσουν το πάθος τής φιλαργυρίας των και να εντρυφώσι εις τα αγαθά των, ενώ ολίγον απωτέρω αυτών αποθνήσκουν εις την δυστυχίαν άλλοι αδελφοί των, θύματα μιάς των περιστάσεων ιδιοτροπίας. …ανοίγομεν στήλην εισφορών εν τη εφημερίδι μας, αναμένοντες την εισφοράν τών πλουσίων μας, υπέρ των ατυχών προσφύγων Ηπειρωτών»: Eφημ. «ΝΕΑ ΧΙΟΣ», 5 Μαϊου 1914. Πρόκειται για την περιώνυμη «Σχολή τής Χίου», ιδρυθείσα το 1792, εφάμιλλη πολλών Σχολών τής εποχής εκείνης (Ιωαννίνων, Πάτμου, Κυδωνιών κ. ά). 11

12

Εφημ. «ΝΕΑ ΧΙΟΣ», 6 Απρ. 1914.

13

Εφημ. «ΝΕΑ ΧΙΟΣ», 21 Απρ. 1914.

11


Κατά την εορτή εκείνη, πραγματοποίησε επίκαιρη και περιεκτική διάλεξη ο εμβριθής Χίος ευπατρίδης Λεωνής Μιλτ. Καλβοκορέσης.14 Ο Λεωνής Καλβοκορέσης έλαβε μέρος15 στις πολεμικές επιχειρήσεις απελευθέρωσης τής Ηπείρου το 1912-13, όπως φαίνεται από τη διάλεξή του «Περί Ηπείρου» που ακολουθεί. Αλλά, όπως προκύπτει και από το «Ημερολόγιο - Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13»16 τού Φιλίππου Στεφ. Δραγούμη, υπηρέτησε στο 1ο Πεζικό Σύνταγμα και πληγώθηκε σοβαρά στην κοιλιακή χώρα κατά την επίθεση τής Μανωλιάσσας. Επίσης ο αδελφός του, Δήμος Μιλτ. Καλβοκορέσης, εμφανίζεται στις 10 Ιανουαρίου 1913 17 να υπηρετεί στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Πρέβεζας, περιποιούμενος τραυματίες τού Ηπειρωτικού πολέμου. . Χίος, Μάρτιος 2013 Λεωνίδας Πυργάρης, φιλόλογος

Ο Λεωνής Μιλτ. Καλβοκορέσης (1881-1962) υπήρξε γόνος αριστοκρατικής Βυζαντινής οικογένειας, η οποία κατέφυγε στη Χίο μετά την άλωση τής Πόλης το 1453. Διακεκριμένος νομικός διετέλεσε βουλευτής (1915-20) και δήμαρχος Χίου επί 16 συνεχή έτη (1928-44). Λόγω τής πολύπλευρης κοινωνικής, πολιτικής και φιλανθρωπικής δράσης του, αναδείχθηκε μέγας ευεργέτης τής Χίου. 14

Ο Λ. Καλβοκορέσης το 1912 είναι 32 ετών. Κατά πάσα πιθανότητα η συμμετοχή του στον Ηπειρωτικό πόλεμο υπήρξε εθελοντική. Τούτο τεκμαίρεται και από την ηλικία του (υπόχρεοι στράτευσης ήταν οι γεννηθέντες τών ετών 1890 κ.ε.) αλλά και από το γεγονός ότι διέμενε προ του πολέμου οικογενειακώς στην Αγγλία. 15

«Ημερολόγιο - Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13», Φιλίππου Στεφ. Δραγούμη, σελ. 208, Δωδώνη 2006. 16

Ο Φίλιππος Δραγούμης σημειώνει στο παραπάνω «Ημερολόγιο»: «Στην Πρέβεζα αντάμωσα…και άλλον συμμαθητή μου, το Δήμο, τον Καλβοκορέση (Χιώτη), που δεν υπηρετεί στο στρατό αλλά βοηθεί στην περιποίηση τών πληγωμένων. Ο αδελφός του, ο Λεωνής, που υπηρετούσε στο Α΄ Πεζικό, πληγώθηκε στην επίθεση τής Μανωλιάσσας αρκετά σοβαρά στην κοιλιά, μα ευτυχώς σώθηκε. Χαίρω που ανταμώνω συμμαθητές μου που συμπαθούσα και που εργάζονται κατά τη δύναμή του ο καθένας για τον ίδιο σκοπό». 17

12


13


ΠΕΡΙ ΗΠΕΙΡΟΥ18 (Διάλεξις19 Λεωνή Μιλτ. Καλβοκορέση)

Κύριε Νομάρχα, Κυρίαι και κύριοι. Αξιότιμος ομήγυρις, Δεν θα ελάμβανον τον λόγον, διότι ούτε ιστορικός είμαι ούτε κέκτημαι το χάρισμα τού λόγου, αν μη ήλπιζον εις την επιεική κρίσιν τού ακροατηρίου, ομολογών άλλως τε ότι είνε η πρώτη φορά καθ’ ην δημοσία ομιλώ. Την δ’ επιεική υμών κρίσιν εξαιτούμαι βασιζόμενος εις αυτόν τούτον τον λόγον όστις μάς συνήθροισεν ενταύθα 20, την αρωγήν δηλονότι ην αιτείται η Ελληνική καρδία, βαρυαλγούσα επί τω αδικήματι όπερ γίγνεται εις άπαντα τον Ελληνισμόν, ιδίως εις τους Ηπειρώτας.21 Η διάλεξη τού Λ. Καλβοκορέση δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα «ΝΕΑ ΧΙΟΣ» τού 1914, σε συνέχειες (από 17 Απρ. έως 24 Απρ. 1914). 18

Προβήκαμε σε επεμβάσεις στη στίξη, παραγραφοποίηση, και εν μέρει ορθογραφία τού κειμένου, όπου το κρίναμε επιβεβλημένο. Καμία επέμβαση επί του περιεχομένου. 19

20

Η διάλεξη δόθηκε στις 13 Απρ. 1914.

Η Συνδιάσκεψη τών Πρεσβευτών τού Λονδίνου είχε αφήσει σε εκκρεμότητα το ζήτημα τών νησιών τού Ανατ. Αιγαίου και της Βορείου Ηπείρου, διότι πρόβαλλε αντιρρήσεις η Τουρκία συνεπικουρούμενη από την Ιταλία και Αυστρία. Τέλος, οι Δυνάμεις, αποσιωπώντας το ζήτημα τών Δωδεκανήσων, κατακύρωσαν στην Ελλάδα τα νησιά τού Ανατολικού Αιγαίου, υπό τον όρο να εκκενώσει η Ελλάδα τη Βόρειο Ήπειρο, αρχίζοντας την εκκένωση την 1 η Μαρτίου 1914 και περατώνοντάς την στις 18 Μαρτίου. Η έναρξη τής εκκένωσης πραγματοποιήθηκε με την παράδοση στην Αλβανία τής Κορυτσάς και της Κολωνίας. Όμως η ολοκλήρωση τής εκκένωσης τών ελληνικών περιοχών ναυάγησε, λόγω της άρνησης τών Ηπειρωτών να εγκαταλείψουν τις προγονικές εστίες τους. Η Ελληνική Κυβέρνηση ευρισκόμενη μπροστά σε μια τέτοια έκρυθμη κατάσταση, που ανέτρεπε όχι μόνο τις αποφάσεις τών Δυνάμεων αλλά και τις υποχρεώσεις που είχε η ίδια αναλάβει, σταμάτησε την εκκένωση, με σκοπό να προλάβει τις αιματηρές συρράξεις μεταξύ Αλβανικών ορδών και Ηπειρωτών, οι οποίοι, στηριζόμενοι στο δόγμα τής εθνικής αυτοδιάθεσης και στους μακρούς αγώνες τους, επιδίωξαν την ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Επειδή όμως οι Βορειοηπειρώτες, δια του Πρωτοκόλλου τής Φλωρεντίας, παραδίδονταν στην Αλβανία, επιδίωξαν την αυτοδιοίκηση, ανακηρύσσοντας στο Αργυρόκαστρο και στις λοιπές επαρχίες την Αυτονομία. 21

14


Σκοπός τής παρούσης διαλέξεως είνε να θέσω ενώπιόν σας τα περί της χώρας, την ιστορίαν και τα περί της ανωμαλωτάτης καταστάσεως ήτις εγεννήθη εν χώρα Ελληνική εκ της συμφεροντολογίας και αδιαφορίας τών κρατών τής Ευρώπης. Θα σας είπω δηλαδή ολίγα περί Ηπείρου. Η Ήπειρος είνε η χώρα η κειμένη προς δυσμάς τής Θεσσαλίας και Μακεδονίας, χωριζομένη απ’ αυτών δια της οροσειράς τής Πίνδου.

Οι Βορειοηπειρώτες δεν ήταν διατεθειμένοι να υποταχθούν στους Αλβανούς, αλλά αγωνίσθηκαν για την πλήρη αυτονόμησή τους. Σχηματίσθηκε Κυβέρνηση στο Αργυρόκαστρο, το Φεβρουάριο του 1914, υπό τον Γ. Χρηστάκη Ζωγράφο ως Πρόεδρο και υπουργούς τον Αλέξανδρο Κ. Καραπάνο, το Μητροπολίτη Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα, το Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο, και τον Αντισυνταγματάρχη Δούλη. Την αρχηγία τής Χειμάρας ανέλαβε ο Σπηρομήλιος, ενώ την αρχηγία τής Κορυτσάς ο Συνταγματάρχης Τσόντος. Οι Βορειοπειρώτες αντιστάθηκαν σκληρά στην κατάληψη τής πατρίδας τους από τους Αλβανούς. Οι Αλβανοί συγκέντρωσαν δυνάμεις διοικούμενες από Τούρκους αξιωματικούς και επιτέθηκαν κατά των Ηπειρωτών στη συμβολή τών ποταμών Δρίνου και Αώου, κοντά στο Τεπελένι, όπου και τους νίκησαν. Νίκησαν ξανά τους Ηπειρώτες κοντά στη Μονή Τσέπου, δίπλα στο Αργυρόκαστρο. Όμως οι επιτιθέμενοι Αλβανοί απειλήθηκαν από Χειμαριώτες και Έλληνες τής Πρεμετής, οι οποίοι προήλασαν μέχρι το Βεράτι. Οι Αλβανοί τού Βερατίου πανικοβλημένοι ζήτησαν καταφύγιο στο Δυρράχιο. Τέλος, νικήθηκαν οι Αλβανοί στην Κολωνία. Μπροστά σ’ αυτά τα δεδομένα, η Διεθνής Επιτροπή τηλεγράφησε στον Γ. Ζωγράφο να παύσει την προέλασή του και να μεταβεί στην Κέρκυρα προς διαπραγματεύσεις. Έτσι, μεταβαίνουν στην Κέρκυρα αφενός ο Γ. Χρηστάκης Ζωγράφος και Αλέξ. Καραπάνος και αφετέρου η Διεθνής Επιτροπή. Η Προσωρινή Κυβέρνηση τών Βορειοηπειρωτών, δεχόμενη πιέσεις από τις Μ. Δυνάμεις (Αυστρία και Ιταλία) αλλά και από την ίδια την Ελληνική Κυβέρνηση – η οποία συναντούσε δυσκολίες από την πλευρά τής Τουρκίας ως προς την προσάρτηση τών νησιών τού Αιγαίου – συμβιβάστηκε: απαίτησε τουλάχιστον εγγυήσεις για την ασφάλεια τών Βορειοηπειρωτών και για την εθνική και θρησκευτική τους ελευθερία. Συνομολογήθηκε στις 17 Μαίου 1914 το Πρωτόκολλο τής Κέρκυρας, σύμφωνα με το οποίο: α) Προβλέπεται η ειδική οργάνωση των επαρχιών Αργυροκάστρου και Κορυτσάς, β)Η πρόσληψη τών Βορειοηπειρωτών ως υπαλλήλων θα είναι αναλογική τής θρησκευτικής τους ποσόστωσης, γ)Ομοίως η συγκρότηση εγχώριας Χωροφυλακής θα γίνεται σύμφωνα με την προηγούμενη θρησκευτική αναλογία, δ)Αναγνωρίζονται οι Ορθόδοξες Κοινότητες, ε)Εξασφαλίζεται η διδασκαλία τής Ελληνικής στα Ορθόδοξα Σχολεία, στ)Εξασφαλίζεται η ισότιμη χρήση τής Ελληνικής προς την Αλβανική ενώπιον κρατικών Αρχών και δικαστηρίων, ζ)Χορηγείται αμνηστία. Στα πλαίσια, συνεπώς, τής στήριξης τού Βορειοηπειρωτικού αγώνα, το Μάρτιο και Απρίλιο τού 1914, διενεργείται ο έρανος στη Χίο υπέρ των Ηπειρωτών, και πραγματοποιείται η διάλεξη «Περί Ηπείρου».

15


Κατά τα νότια συνορεύει προς την Αιτωλοακαρνανίαν και μέρος βρέχεται υπό του Αμβρακικού κόλπου. Τα δυτικά της όρια αποτελεί το Ιόνιον πέλαγος. Τα δε βόρεια τής Ηπείρου συνορεύουν με την Ιλλυρίαν ή την σημερινήν Αλβανίαν. Το ζήτημα γεννάται: έως πού εκτείνεται η Ήπειρος προς βορράν. Και παραδεχόμεθα ως βόρειον όριον τής Ελληνικής Ηπείρου ουχί βεβαίως εσωτερικόν αλλά διπλωματικόν τοιούτον τον ποταμόν Αώον. Η Ήπειρος υπήρξε και είνε χώρα Ελληνικωτάτη. Αι φυλαί αίτινες την κατώκουν, οι Θεσπρωτοί, Χάονες, Κασσωπαίοι, Μολοσσοί, Αθαμάνες, φέρονται υπό των συγγραφέων ως Έλληνες έχοντες την αυτήν γλώσσαν και την αυτήν θρησκείαν με τους λοιπούς ομοφύλους μας. Ο Αριστοτέλης μάλιστα αναφέρει ότι η περί την Δωδώνην χώρα (παρά την Μανωλιάσσαν πλησίον τών Ιωαννίνων) έφερε προ πάσης άλλης το όνομα Ελλάς. Αλλ’ η θετικωτέρα και σπουδαιοτέρα απόδειξις τής Ελληνικότητος τής χώρας είνε το μαντείον τής Δωδώνης, το αρχαιότερον μαντείον τής Ελλάδος. Όσοι επεσκέφθησαν το Αρχαιολογικόν Μουσείον τών Αθηνών θ’ απεθαύμασαν την υπό του κ. Καραπάνου δωρηθείσαν πλουσίαν συλλογήν, κυρίως χαλκίνων αντικειμένων, ευρημάτων τής Δωδώνης. Σπουδαιότατον τεκμήριον τής σημερινής Ελληνικότητος τής χώρας είνε τόσον η μορφή τών κατοίκων- και δη περί το Αργυρόκαστρον ως μαρτυρεί ο Βύρων,- όσον και η δημώδης της ποίησις, τα λυπητερά της μυρολόγια, καθαρώς ελληνικής ψυχής γνήσια προϊόντα, τον θαυμασμόν προκαλούντα τών ασχοληθέντων περί ταύτα. Το μαντείον τής Δωδώνης ετιμάτο τα μέγιστα παρά τοις προγόνοις ημών, διότι εδώ ο ίδιος ο Ζευς εχρησμοδότει και απεκαλύπτετο η βούλησίς του, είτε δια ψιθύρου τών ιερών δρυών είτε δια του ήχου ον απέπνεε μετάλλινον αγγείον, το οποίον εκτύπα μαστίγιον κρεμάμενον από της χειρός αγάλματος όταν το εφύσα ο άνεμος. Ένεκα της ολίγης επιμιξίας, ήν είχον οι Ηπειρώται μετά των νοτιώτερον Ελλήνων, δεν συνεπροώδευσαν εις τον πολιτισμόν, δι’ ο, έστιν ότε, ονομάζονται βάρβαροι υπό των συγγραφέων. Μετ’ ολίγον οι ηγεμόνες ήρχισαν να επωφελώνται του Ελληνικού πολιτισμού και 16


να αναφαίνεται καθαρώς ο τοιούτος πολιτισμός. Κατά τον μέσον αιώνα και την νεωτέραν εποχήν, διετέλεσεν η Ήπειρος εκ των κυριωτέρων εστιών τού Ελληνισμού. Η χώρα είνε ορεινή. «Ο Θεός», λέγουν οι Ηπειρώται, «έρριψεν εκεί πέτρες που του επερίσσεψαν όταν έκτισεν τον κόσμον». Κυριώτεραι πεδιάδες είνε η των Ιωαννίνων και Αργυροκάστρου. Αι σπουδαιότεραι πόλεις τής σημερινής Ηπείρου είνε η πρωτεύουσα, τα Ιωάννινα, η Πρέβεζα, η Φιλιππιάς, το Αργυρόκαστρον, η Κόνιτσα, ο Αυλών, το Μέτσοβον, το Δέλβινον, οι Άγ. Σαράντα, η Χειμάρα, Μαργαρίτι, Κονίσπολις, Πάργα, Σούλι, Ζαγοροχώρια, Κορυτσά, Ερσέκα, Λιασκοβίκι, περί ων ο λόγος εν τοις καθ’ έκαστον. Η γη δεν είνε γόνιμος επί του όλου. Τούτο δ’ ίσως είνε εκ των σοβαρωτέρων αιτιών τού εκπατρισμού τών Ηπειρωτών. Ούτοι ουδέποτε λησμονούσι ότι είνε Έλληνες. Και οι δια πλούτον διακριθέντες εθεώρησαν ως εκ των πρωτίστων αυτών καθηκόντων να περικοσμήσωσι την τε γενέτειραν εις την πρωτεύουσαν δια μεγάλων δωρεών. Υπάρχουσι χωρία ολόκληρα τής σημερινής Ηπείρου ων αι κοινότητες έχουσι σπουδαία εισοδήματα εκ δωρεών τών εν τη αλλοδαπή πλουτισάντων τέκνων των. Αι Αθήναι έχουν να μας επιδείξουν δωρεάς Ηπειρωτών, το Μετσόβειον Πολυτεχνείον, την Ακαδημίαν τού Σίνα, το Στάδιον, την Σχολήν τών Ευελπίδων, το Εφηβείον τού Αβέρωφ, το Βαρβάκειον, το Ζάππειον, το Αρσάκειον. Και ίσως εμμέσως είδομεν και ημείς οι Χίοι την εθνικήν μας αποκατάστασιν δια του δια χρημάτων εν μέρει τού Αβέρωφ 22 αγορασθέντος ομωνύμου αυτώ θωρηκτού. Η Ήπειρος είνε μία των ολίγων Ελληνικών χωρών αίτινες και επί ιστορικών ακόμη χρόνων διετήρησαν την βασιλείαν. Οι Μολοσσοί βασιλείς ανήγον την δυναστείαν των εις το πολυθρύλητον τών Αιακιδών γένος και τον Αχιλλέα, διέσωσαν δ’ επί μακρόν τον χαρακτήρα τής ηρωικής βασιλείας. Εις Πασσαρώνα, χωρίον τής Ο Καλβοκορέσης ως καλλιεργημένος Χίος αναγνωρίζει ότι χρεωστεί, σε μεγάλο βαθμό, την τοπική του ελευθερία στο πολεμικό σκάφος που απελευθέρωσε το νησί του στις 11 Νοεμβρίου 1912, το ναυπηγημένο από το Μετσοβίτη Γεώργιο Αβέρωφ! Ως εκ τούτου ως ευεργετημένος φιλοτιμείται, και ανταποδίδει την ευεργεσία στον ευεργέτη (ιδιαίτερη πατρίδα τού Γ. Αβέρωφ), λαμβάνοντας ενεργό μέρος στον Ηπειρωτικό πόλεμο! Δηλαδή ισχύει το σχήμα «ευεργεσία-αντευεργεσία», «προσφοράανταπόδοση». 22

17


Μολοσσίδος, οι βασιλείς ούτοι ωρκίζοντο εις τον Δία ότι θα άρξωσι κατά τους νόμους. Οι δε Μολοσσοί ωρκίζοντο να διαφυλάξωσι την βασιλείαν κατά τους νόμους. Δεν θα απασχολήσω υμάς με σειράν όλην βασιλέων οίτινες ολίγον κατ’ ολίγον επεξέτειναν την αρχήν των εφ’ όλης τής Ηπείρου, και περί ων ξηροτάτη θα ήτο η αφήγησις ένεκα της ελλείψεως ειδήσεων ενδιαφερουσών και γεγονότων σημασίας. Άλλως τε δυνάμεθα να είπωμεν ότι ένεκα της σπάνεως τών ειδήσεων η ιστορία τής Ηπείρου είνε δυσερεύνητος και σκοτεινή. Πρόσωπον εξέχον μάς παρουσιάζει η Ηπειρωτική ιστορία τον Πύρρον, τον υιόν τού βασιλέως Αιακίδου. Μυθικά σχεδόν είνε τα περί της διασώσεώς του, καθ’ ήν εποχήν ο πατήρ του είχεν αποβληθή της βασιλείας. Ο Πύρρος είχεν καταφύγη εις τον Γλαυκίαν, τον βασιλέα τών Ιλλυριών, ούτος δε ο Γλαυκίας εβοήθησε τον Πύρρον να εγκατασταθή εις την βασιλείαν ότε οι Ηπειρώται εθανάτωσαν τον άγριον αδελφόν του Αλκίταν, βασιλεύοντα. Αποβληθείς της βασιλείας και ο Πύρρος, ανέκτησε ταύτην τω 296 π.Χ. δια βοηθείας τού βασιλέως τής Αιγύπτου Πτολεμαίου όστις είχεν εκτιμήση τον άνδρα καθ’ ον χρόνον διετέλει όμηρος παρ’ αυτώ. Ο Πύρρος υπήρξεν ο τολμηρότερος, ο ερασμιώτερος, ο ευτυχέστερος, ο αγαθότερος τών πρωταγωνιστών τής εποχής εκείνης. Είχε την τέχνην τού δελεάζειν τους ανθρώπους και απέκτησε φίλους ισχυρούς και χρηστούς. Εχειρίζετο τον λόγον θαυμασίως, είχε παιδευθή εις τα ελληνικά γράμματα, και εκόσμησε την πρωτεύουσάν του Αμβρακίαν δια λαμπρών έργων τέχνης. Ο Πύρρος ηύρυνε τα όρια τού κράτους του, αλλ’ αντί να προσπαθήση να άρξη τής Ελλάδος επεδίωξε τύχας παραβόλους και πλάνητα βίον, εις ον η κακή του τύχη τον είχεν ίσως συνειθίση κατά την παιδικήν του ηλικίαν. Μεγαλεπήβουλος ων παρεσύρθη εις την επί την Ιταλίαν περιώνυμον εκστρατείαν του, εν η εξήντλησε τας δυνάμεις του μη δυνηθείς τούτου ένεκα να αναλάβη την ηγεμονίαν τής Ελλάδος. Εις Ιταλίαν διεπεραιώθη τω 280 π.Χ. προσκληθείς υπό των Ταραντίνων οίτινες κατεπιέζοντο υπό των Ρωμαίων. Ηγείτο 20 χιλ. στρατού και 20 ελεφάντων. Και ενίκησε μεν επί δύο συνεχή έτη τους Ρωμαίους, αλλά τόσην φθοράν έπαθεν ώστε ανεφώνησεν «Αν έτι μίαν μάχην Ρωμαίους νικήσωμεν, απολούμεθα παντελώς». Εκ 18


της Ιταλίας διεπεραιώθη εις Σικελίαν προς βοήθειαν τών Συρακουσίων. Εκεί διέμεινεν επί τριετίαν, επιστρέψας δ’ εις Ιταλίαν και ηττηθείς επανέκαμψεν εις Ήπειρον. Υπουργός23 και φίλος τού Πύρρου υπήρξεν ο Θεσσαλός Κινέας, ανήρ συνετός και μετριοπαθής και του οποίου η ρητορική τέχνη ανεμίμνησκε τον Δημοσθένην. Παραθέτω ενταύθα την μεταξύ Κινέα και ηγεμόνος συνομιλίαν επί τη προταθείση εις Ιταλίαν εκστρατείαν, ην δεν ενέκρινεν ο Κινέας: -«Οι Ρωμαίοι», είπεν αυτώ, «ω Πύρρε, λέγονται πολεμισταί αγαθοί και πολλών εθνών άρχουσι. Αλλ’ έστω ότι τη θεία συνάρσει 24 θέλομεν νικήσει, τι θα πράξωμεν μετά την νίκην;» -«Καταβαλόντες άπαξ τους Ρωμαίους, θέλομεν έχει ευθύς άπασαν την Ιταλίαν, ης τον πλούτον και την δύναμιν υπέρ πάντα άλλον δεν επιτρέπεται εις σε, ω Κινέα, να αγνοής!». Σιωπήσας δ’ ο Κινέας επί τι ηρώτησε. -«Ιταλίαν δε λαβόντες τι ποιήσωμεν ω βασιλεύ;». -«Εγγύς είνε η Σικελία, ήτις διατελεί εν αναρχία» -«Ορθά λέγεις», απήντησεν ο υπουργός, «αλλ’ άρα γε η κατάκτησις τής Σικελίας θα είνε το πέρας τής εκστρατείας;». -«Εάν δώση ο Θεός και κατορθώσωμεν ταύτα, θα μεταχειρισθώμεν τούς αγώνας τούτους ως προοίμιον μεγάλων έργων. Διότι πώς να μη γίνωμεν κύριοι τής Λιβύης και Καρχηδόνος; Και αφ’ ού καθυποτάξωμεν ταύτας τας χώρας, δεν δύνασαι να αρνηθής ότι ουδείς τών σημερινών πολεμίων μας θα δυνηθή να μας αντισταθή». -«Βεβαίως όχι», απήντησεν ο Κινέας, «διότι είνε φανερόν ότι θα ηγεμονεύσωμεν και της Ελλάδος και της Μακεδονίας. Αλλ’ όταν καθυποτάξωμεν όλον τον κόσμον, τότε τι θα κάμνωμεν;». -«Τότε», είπεν ο Πύρρος, «θέλομεν αναπαυθή ευφραινόμενοι δια καθημερινών πότων και συνομιλιών». Ο δε Κινέας, αφ’ ου έφερε τον Πύρρον εις το συμπέρασμα τούτο το οποίον ήθελε, ηρώτησε: 23

Θεράπων, υπηρέτης, χρήσιμος, βοηθητικός.

«Σύναρσις»: συμβοήθεια, συμπαράσταση. (Από το ρ. «συναίρω»=σηκώνω κάτι μαζί με άλλον). 24

19


-«Αλλά τι μας εμποδίζει και τώρα να διασκεδάζωμεν και ευφραινώμεθα, έχοντες ταύτα εις την διάθεσίν μας άνευ των κινδύνων, κόπων και θυσιών εις ας θα υποβληθώμεν;». Ο Πλούταρχος δεν αναφέρει τι απήντησεν ο Πύρρος. Αλλ’ ηδύνατο ευκόλως να απαντήση ότι άνευ κόπων και κινδύνων ουδέν μέγα είνε κατορθωτόν. Ο Πύρρος όμως δεν ανεμέτρησε τας δυνάμεις του επιδιώξας το ανέφικτον δι’ αυτόν, αντί της δυνατής ηγεμονίας τής Ελλάδος. Κατά τους μετέπειτα χρόνους, η Ήπειρος ως και η λοιπή Ελλάς έπεσεν υπό τον ζυγόν τών Ρωμαίων. Η παρά το Άκτιον θάλασσα υπήρξε το πεδίον τής ναυμαχίας μεταξύ Οκταβίου και Αντωνίου τω 31 μ.Χ., καθ’ ην ο τελευταίος, ηττηθείς μετά της συμμάχου και ερωμένης του βασιλίσσης Κλεοπάτρας, κατέφυγεν εις Αίγυπτον. Εις ανάμνησιν τής νίκης ταύτης ο Οκτάβιος έκτισε την Νικόπολιν παρά την σημερινήν Πρέβεζαν, ώρισε δε αγώνας, τα «Άκτια», κατά 5ετίαν τελουμένους. Επί Βυζαντινών η Ήπειρος απετέλει μέρος τού θέματος (του νομού δηλαδή) Νικοπόλεως με την πόλιν ταύτην ως πρωτεύουσαν. Η Ήπειρος υπέστη τας επιδρομάς τών Αράβων, Σλαύων, Γότθων, Βουλγάρων, αλλ’ ουδέν διάφορον τής τύχης τής άλλης Ελλάδος παρουσιάζει η τύχη αυτής. Η αρχή τής αναμίξεως τών Φράγκων εις τα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας εγένετο φυσικώς δι’ αποβάσεως εις την προς την Ιταλίαν γειτνιάζουσαν Ήπειρον τω 1081 μ.Χ., δια της αποβάσεως τού Νορμανδού Ροβέρτου Γισκάρδου. Κατά τους χρόνους τούτους αναφαίνονται οι άγνωστον πόθεν ορμηθέντες Αλβανοί – αλβανικής πιθανώς καταγωγής – και λαμβάνουσι πολιτικήν ύπαρξιν υπό τον ηγεμόνα των Δημήτριον. Κατά την υπό των Φράγκων διανομήν τού Βυζαντινού Κράτους η Ήπειρος έλαχεν εις τον κλήρον τών Ενετών. Αλλ’ η σειρά τών γεγονότων έφερεν ώστε ν’ αποτελέση μέρος τού υπό τον Μιχαήλ Αγγέλου περί το 1210 μ.Χ. σχηματισθέντος Δεσποτάτου τής Ελλάδος. Το Δεσποτάτον25 τούτο πρωτεύουσαν είχε την Άρταν, και φρούρια το Βεράτι, τα Ιωάννινα και την Βόνιτσαν, εξετείνετο δε από Το Δεσποτάτο τής Ηπείρου ιδρύθηκε από το Μιχαήλ Άγγελο Κομνηνό, με πρωτεύουσα αρχικά την Άρτα και αργότερα τα Ιωάννινα. 25

20


Δυρραχίου μέχρι Κορινθιακού. Σκοπόν είχεν ο Μιχαήλ την καταπολέμησιν τών ξένων. Αλλά με τους Ενετούς συνωμολόγησε σύμβασιν δι’ ης πληρώνων μεν 42 λίτρ. χρυσού ετύγχανε της αναγνωρίσεως τού Δεσποτάτου υπ’ αυτών. Οι διάδοχοι τού Μιχαήλ περιήλθον εις πόλεμον προς τους Βυζαντινούς και στρατός τού αυτοκράτορος Ανδρονίκου επολιόρκησε τα Ιωάννινα. Ο Δεσπότης Νικηφόρος στενοχωρηθείς υπό των Βυζαντινών προέβη εις παραχωρήσεις προς τους Φράγκους ίνα τύχη τής βοηθείας αυτών. Δια τοιούτων δε εδαφικών παραχωρήσεων βαθμηδόν περιήλθεν ολόκληρος η Ήπειρος εις Φραγκικάς χείρας, και δη εις τας του Φιλίππου τού Ταραντίνου τω 1314 μ.Χ. Οικογενειακαί έριδες τών Φράγκων προεκάλεσαν νέαν ανάμιξιν τών Βυζαντινών, οίτινες καταλαβόντες την Αυλώνα, την Άρταν και τα Ιωάννινα προεχείρησαν Δεσπότην τον Ιωάννην, επωνομασθέντα Άγγελον Κομνηνόν (1323-1335 μ.Χ.). Από της εποχής ταύτης, δια του εν έτει 1319 εκδοθέντος Χρυσοβούλλου, η Εκκλησία τών Ιωαννίνων ανηγορεύθη Μητρόπολις και απεδόθησαν αυτή τα υπό των δυναστών δημευθέντα κτήματά της. Εκ του σωζωμένου τούτου εγγράφου εξάγεται ότι τα Ιωάννινα ήσαν ήδη τότε πλουσία και πολυάνθρωπος πόλις. Κατά τους πολυταράχους τούτους χρόνους φαίνεται λαβούσα χώραν και η μετανάστευσις τών Αλβανών εις την Ελλάδα. Αλλά το έτος 1358 μάς παρουσιάζει νέα γεγονότα. Ο Αλβανός Κάρολος Τόπιας κατατροπώσας Νικηφόρον τον Β΄, τελευταίον απόγονον τών δυναστών τής Ηπείρου, κατέλυσε την Ηγεμονίαν. Έκτοτε διάφοροι Αλβανικοί οίκοι26 επεκράτησαν τής χώρας τής μεταξύ Δυρραχίου και Ναυπάκτου. Της δε Ηπείρου ειδικώς δύο οίκοι ηγεμόνευσαν: ο του Γκίνη Μπούα,27 επικαλουμένου Σπάτα, με έδραν το Από το έτος 1360 αρχίζει η νεότερη ιστορία τής Αλβανίας, δια της ίδρυσης αλβανικών κρατιδίων. Τμήμα τής άνω Αλβανίας κυβέρνησε η εγχώρια δυναστεία τών Βαλσίων (1366-1421). Η δυναστεία τών Δουκαγίνων κυβέρνησε το Αλέσιο και την περιοχή μέχρι το Ιπέκ. Το Δυρράχιο με την Κρόια, δηλαδή το «Βασίλειο τής Αλβανίας», περιήλθε αρχικά στον Κάρολο Τόπια (1359-1392) και κατόπιν στον Καστριώτη. Τέλος, το νότιο μέρος τής Αλβανίας, που περιελάμβανε το Βεράτιο, διοικήθηκε από τη δυναστεία τών Μουζακίων (1368-1476). 26

Ο Γκίνη Μπούα ή Σπάτας υπήρξε αρχηγός αλβανικού βασιλικού οίκου, περί το 1350. Βρισκόταν πάντοτε σε εμπόλεμη κατάσταση με τον Δεσπότη τής Ηπείρου Θωμά 27

21


Αγγελόκαστρον, και ο του Πέτρου Λιόσα, 28 εν Άρτη και Ρωγού. Οι δύο ούτοι ηγεμόνες ανεγνώριζον την επικυριαρχίαν τού εν Θεσσαλία ηγεμόνος Συμεών Ουρός, αδελφού τού μεγίστου τών Σέρβων βασιλέως Στεφάνου Δουσάν.29 Ο Συμεών επέτρεψε την ηγεμονίαν τών Ιωαννίνων εις Θωμάν Παυλιβόλοβιτζ, εξ ου νέοι πόλεμοι καταλήξαντες υπέρ τούτου. Αλλ’ έκτοτε αρχίζουσιν οι Οθωμανοί αναμιγνυόμενοι εις τα της Ηπείρου κατά πρόσκλησιν διαφόρων δυναστών, και εν έτει 1385 έχομεν επιδρομήν αυτών μέχρις Άρτης. Κατ’ εκείνους τους χρόνους μεγίστη αναρχία επεκράτησε εις τα της Ηπείρου, ήτις αλληλοδιαδόχως εις διαφόρους Λατίνους Ηγεμόνας περιήλθε. Τω 1430 μ.Χ. πολιορκηθείσα υπό του Σινάν Μπέη εσυνθηκολόγησεν η πόλις τών Ιωαννίνων. Ο Σινάν Μπέης υπεσχέθη εις τον Μητροπολίτην και τους λοιπούς προύχοντας την διατήρησιν

Πρελούμποβιτς. Επιχείρησε να καταλάβει τα Ιωάννινα, αλλά απέτυχε. Ωστόσο κυριάρχησε σε σημαντικά τμήματα τής Ηπείρου, της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας, καθιστώντας ως έδρα του την Άρτα. Το 1378 κατέλαβε τη Ναύπακτο, την οποία ως τότε κατείχαν οι Ανδεγαυηνοί. Με το Δεσπότη τής Ηπείρου Ισαού συνήψε ειρήνη, παντρεύοντας τη θυγατέρα του Ειρήνη μαζί του. Ο Πέτρος Λιόσα υπήρξε Αλβανός φύλαρχος τού 14 ου αι. Ανήκε σε βασιλικό οίκο αντίπαλο τού Γκίνη Μπούα. Το 1365 κατείχε την Άρτα και τους Ραγούς, κατά παραχώρηση τού Δεσπότη τής Μεγαλοβλαχίας Συμεών Ούρεση. Το 1368 σε συνεργασία με τους ομοφύλους του Μαζαρακαίους και Μαλακασαίους πολιόρκησε επί χρόνια τα Ιωάννινα. Σταμάτησε την πολιορκία τών Ιωαννίνων όταν ο γιός του Ιωάννης νυμφεύθηκε την Ειρήνη, θυγατέρα τού Θωμά Πρελούμποβιτς, κυρίου τότε τών Ιωαννίνων. Ο Λιόσα πέθανε το 1374 στην Άρτα εξαιτίας λοιμού, ο δε γιος του Ιωάννης έχασε αργότερα την Άρτα, την οποία κατέλαβε ο Ιωάννης Σπάτας. Η Ειρήνη, η σύζυγος τού Ιωάννου Λιόσα, πέθανε το 1375 και αυτή λόγω λοιμού. 28

«Ο Στέφανος Ούρεσις ο Δ΄ ή Δουσάν (1331-1355) υπήρξε βασιλιάς και αυτοκράτορας τών Σέρβων. Μεγάλη στρατιωτική φυσιογνωμία και εξαίρετος νομοθέτης. Μέσω επιγαμίας, αποκατάστησε τη σερβική κυριαρχία επί της Βουλγαρίας. Κατέλαβε τη Δ. Μακεδονία, αλλά ανέβαλε την επίθεση κατά της Κων/πολης επειδή δέχθηκε επίθεση τών Ούγγρων. Αργότερα, επωφελούμενος τής διαμάχης τού Ιωάννου ΣΤ΄ και Ιωάννου Ε΄ έγινε κύριος τής Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου. Σχεδίαζε να κυριαρχήσει στη Βαλκανική και το 1346 στέφθηκε στα Σκόπια Τσάρος Ρωμαίων, Σέρβων, Βουλγάρων και Αλβανών. Δημιούργησε το Σερβικό Πατριαρχείο με έδρα το Ιπέκ. Το 1355 κατέλαβε την Αδριανούπολη και όλη τη Θράκη, σκοπεύοντας να γίνει κύριος τής Κων/πολης». [Σαράντου Καργάκου, «Γενική Ιστορία, σελ. 276, Gutenberg, 1972»]. 29

22


τών αρχαίων προνομίων30 απαιτήσας έναντι τούτων την πληρωμήν χαρατσίου και πιστήν υποταγήν τω Σουλτάνω. Έκτοτε η πόλις υπήρξεν Οθωμανική κτήσις. Και μετά όμως την υπό του Μωάμεθ υποταγήν τής Ηπείρου, χώραι αυτής απήλαυσαν προνομίων. Ούτω λ.χ. η περιοχή τής Χειμάρας. Αύτη αρχικώς συνέκειτο εκ 31 χωρίων, εκτεινομένη μέχρις Αυλώνος. Τα πλείστα όμως των χωρίων τούτων εξισλαμίσθησαν 31 περί το 1750, και απέμειναν μόνον 7 χριστιανικά μέχρι της σήμερον διατηρήσαντα την ακραιφνή ελληνικότητα αυτών. Εν τούτοις υφίστανται συγγένειαι μεταξύ τών καθολικών τών ελληνικών και οθωμανικών χωρίων. Αφορμήν εις την εξισλάμισιν κατά παράδοσίν τινα έδωκε ο φανατισμός και η αμάθεια τού Επισκόπου Δελβίνου, όστις δεν επέτρεψε εις τους ένεκα σιτοδείας λιμώττοντας κατοίκους την κατάλυσιν τυρού και γάλακτος κατά την νηστείαν τών Αγίων Αποστόλων. Τα προνόμια ταύτα των Χειμαριωτών ήσαν: 1) ασυδοσία,32 2) εκδίκασις των υποθέσεών των υπό της δημογεροντίας,33 3) η συντήρησις ιδίου αντιπροσώπου εν Κων/πόλει, Το 1430 πολιορκήθηκαν τα Ιωάννινα από το Σινάν πασά. Του παραδόθηκαν στις 10 Οκτ. 1431. Πριν την κατάληψη τής πόλης, είχε υποσχεθεί εγγράφως στους Ιωαννίτες ότι σε περίπτωση που θα του παραδοθούν, «ο δεσπότης(=αρχιερέας) να έχη την κρίσιν την ρωμαϊκήν και όλα του τα εκκλησιαστικά δικαιώματα, οι άρχοντες όσοι έχουσι τιμάρια πάλιν να τα έχωσι τα γονικά τους, τα υποστατικά τους και τα πράγματά τους όλα να τα έχωσι χωρίς τινός λόγου και άλλα ό,τι ζητείτε να σας τα δώσωμεν». 30

Την κατάληψη ελληνικών περιοχών από τους Τούρκους συνόδευαν σφαγές, εξανδραποδισμοί Χριστιανών και εξισλαμισμός, είτε εκούσιος είτε βίαιος. Οι εκουσίως υποτασσόμενοι Χριστιανοί συνήθως διατηρούσαν το δικαίωμα στη ζωή και στη θρησκεία. Κίνητρο τών εκούσιων εξισλαμισμών ήταν κυρίως οικονομικοί λόγοι: οι ασπαζόμενοι το Μωαμεθανισμό διατηρούσαν τις ιδιωτικές τους περιουσίες. Ωστόσο οι εκουσίως εξισλαμισθέντες Έλληνες υπήρξαν κατά πολύ λιγότεροι τών Αλβανών και των Σλάβων τής Βαλκανικής, οι οποίοι για να κρατήσουν τις περιουσίες τους αλλαξοπίστησαν. Και στην Κρήτη, επί παραδείγματι, τούρκεψαν όχι Έλληνες αλλά Φράγκοι, από τους εγκατεστημένους στο νησί. Το ίδιο συνέβη και στην Εύβοια. Γενικά ο σχεδιασμός τών Τούρκων να μεταστρέψουν τούς Έλληνες Χριστιανούς σε Μωαμεθανούς απέτυχε. Τα μεγάλα λαϊκά στρώματα έμειναν πιστά στην ελληνική γλώσσα, στα παραδοσιακά ήθη και στη χριστιανική πίστη. 31

32

Φορολογική απαλλαγή.

Οι δημογέροντες, επί Τουρκοκρατίας, ήταν αιρετοί άρχοντες ελληνικών κοινοτήτων, στους οποίους ανέθετε η τουρκική διοίκηση διοικητικά και αστυνομικά καθήκοντα, ανάμεσα στα οποία και η κατανομή και είσπραξη τών φόρων. Οι χριστιανικές 33

23


4) οι Χειμαριώται επεσκέπτοντο τας επαρχίας Αυλώνος, Δελβίνου και Αργυροκάστρου ένοπλοι, 5) εστρατεύοντο υπό τους ιδίους των αρχηγούς, και 6) δεν επλήρωνον τελωνειακά τέλη εις τους λιμένας Αυλώνος και Δυρραχίου. Την σήμερον, οι Χειμαριώται υπό την αρχηγίαν τού Σπηρομήλιου πρώτοι ανεπέτασαν την σημαίαν τής ελευθερίας και αποτελούν μέρος τής Αυτονόμου Ηπείρου. Προνομίων απελάμβανον και τα Ζαγοροχώρια.34 κοινότητες τών χρόνων τής Τουρκοκρατίας είχαν την αναγνώριση και πολλές φορές την προστασία τών κατακτητών. Το κοινοτικό σύστημα υπήρξε η μόνη εκδήλωση «πολιτικού βίου» τών υποδούλων. Η σύσταση και οργάνωση αυτών τών κοινοτήτων δεν ήταν σε όλες τις κατακτημένες περιοχές ομοιόμορφη. Αλλού οι προεστοί τών κοινοτήτων επιβάλλονται και διορίζονται από τους Τούρκους, αλλού πάλι εκλέγονται άμεσα ή έμμεσα από τα μέλη τής κοινότητας. Αλλά και ομοσπονδίες κοινοτήτων αναπτύσσονται, όπως συμβαίνει με τη δημοκρατική συμπολιτεία τού Σουλίου τών μέσων του 17 ου αι., με τις συμπολιτείες τών Ζαγοροχωρίων και Βλαχοχωρίων τής Ηπείρου, του Πηλίου, των Μαδεμοχωρίων τής Χαλκιδικής. Ζαγόρια ή Ζαγοροχώρια καλούνται τα 46 χωριά τα διεσπαρμένα στην περιοχή Ζαγόρι τού Νομού Ιωαννίνων. Αυτά είναι: τα Άνω και Κάτω Ραβένια, το Μεσοβούνι, το Μαυροβούνι, το Αλιζότ-Τσιφλίκι, η Αρτσίστα, ο Άγιος Μηνάς, το Πάπιγκο, το Βιτσικό, το Τσερβάρι, η Άνω και Κάτω Σουδενά, το Μονοδένδρι, η Άνω και Κάτω Βίτσα, το Σιουπουτσέλι, η Δοβρά, το Μπούλτσι, η Τσουτίλα, η Μανανσή, η Καλωτά, η Καμνιά, οι Λιγκιάδες, το Καβαλλάριο, το Στολοβό, οι Νεγάδες, οι Φραγκάδες, το Λιασκοβέτι, η Δόλιανη, το Ντρεστένικο, το Γρεβενίτι, η Βωβούσα, η Λάϊτσα, το Παλαιοχώρι Λάϊτσας, το Ντομπρίνοβο, η Λεσνίτσα, το Τσερνέσι, η Μακρυνού, το Φλαμπράριο, το Δραγάϊ, το Σκαμνέλιο, το Τσεπέλοβο, το Βραδέκο, το Καπέσσοβο, το Κουκούλιο και η Μπάγια. Το Ζαγόρι υπήρξε επί Τουρκοκρατίας επαρχία τής Ηπείρου. Έλαβε το όνομά του από σλαβικά φύλα που εισήλθαν στην εν λόγω περιοχή περί το 600 μ.Χ. Το Ζαγόρι βρίσκεται βορείως τών Ιωαννίνων, περί τα όρη Μιτσικέλι (Τόμαρος) και Ζαγοριακό. Η περιοχή τού Ζαγορίου είναι πετρώδης και άγονη. Παρήγε ελάχιστα σιτηρά στο δυτικό τμήμα της, επίσης ελάχιστο κρασί στο ανατολικό μέρος της. Γι’ αυτό και εξωθούσε τούς κατοίκους της σε εκπατρισμό. Όταν κυριάρχησαν οι Τούρκοι στην Ήπειρο, το Ζαγόρι κατόπιν συμφωνίας τών Ζαγορίων με τον Μουράτ τον Β΄ διατήρησε την αυτονομία του. Κατέβαλλε μόνο κάποιους φόρους και απέστελλε κατ’ έτος μερικούς άνδρες, τους «Βοϊνίκιδες», προς επιμέλεια τών αλόγων τού αυτοκρατορικού στρατού. Το Ζαγόρι συνιστούσε ένα είδος ομοσπονδίας, της οποίας ο γενικός διοικητής – που εκλεγόταν από τους προεστούς τών χωριών – διέμενε στα Ιωάννινα. Το Ζαγόρι, από διοικητική και εκκλησιαστική άποψη, υπαγόταν στη Μητρόπολη Ιωαννίνων. Όμως τα προνόμια αυτά τών Ζαγορίων καταργήθηκαν, το 1845 εν μέρει και το 1860 ολοσχερώς. Το Ζαγόρι απελευθερώθηκε μαζί με την υπόλοιπη Ήπειρο κατά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τού Φεβρουαρίου 1913. [Περί Ζαγορίου βλ. «Ζαγοριακά», Ιωάννου Λαμπρίδου, Αθήναι, 1870] 34

24


Ο εν Ιωαννίνοις εδρεύων Βεκίλης35 Ζαγορίσιος εδίκαζε πάσας τας υποθέσεις τελεσιδίκως, απαγορευομένης τής εις τα οθωμανικά δικαστήρια προσφυγής. Ετέρα προνομιούχος χώρα ήτο το Τετραχώρι, 36 ήτοι το γνωστόν Σούλι με τα τρία γειτονικά του χωριά. Επί βράχων υψηλών και αγρίων εν μέσω ορέων, όπου δια δυσβάτων ατραπών ανέρχεταί τις, έζων αυτόνομοι οι Σουλιώται με δημοκρατικόν πολίτευμα. Φόρον επλήρωναν κατ’ αρχάς εις τον Σουλτάνον, αλλά βραδύτερον τον κατήργησαν. Ως σας είπον τα Ιωάννινα έγιναν τουρκικά. «Επέσανε τα Γιάννενα, σιγά να κοιμηθούνε, εσβήσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια. Η μάννα σφίγγει το παιδί βαθειά στην αγκαλιά της γιατ’ είν’ οι χρόνοι δύστυχοι και τρέμει μην το χάση. Τραγούδι δεν ακούεται, ψυχή δεν ανασαίνει. Ο ύπνος είνε θάνατος και μνήμα το κρεββάτι, κι η χώρα κοιμητήριο κι η νύχτα ρημοκλήσι».

35

Η λ. αραβοτουρκική. Σημαίνει «πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος, επίτροπος».

«Οι Σουλιώτες υπήρξαν γέννημα τού πόθου για ελευθερία. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν Χριστιανοί αλβανικής καταγωγής, από τη φυλή τών Τσάμηδων. Από τον 17 ο αιώνα, προσπαθώντας να αποφύγουν την τουρκική καταδίωξη, εγκαταστάθηκαν στα απρόσιτα Κασσιόπια όρη, υπεράνω τού Αχέροντα ποταμού, σε απόσταση 10 ωρών από τα Ιωάννινα. Στο χώρο εγκατάστασής τους αναμείχθηκαν με Έλληνες και εξελληνίσθηκαν. Πρώτος οικιστικός πυρήνας τών Σουλιωτών υπήρξαν τα χωριά Σούλι, Κιάφα, Σαμονίβα και Αβαρίκο (Τετραχώρι). Αργότερα διευρύνθηκαν και δημιούργησαν άλλα 7 χωριά (Επταχώρι), και έθεσαν υπό τον έλεγχό τους περισσότερα από 60 χωριά. Στην αρχή ήταν κτηνοτρόφοι αλλά βαθμηδόν μεταβλήθηκαν σε πολεμιστές. ‘Όλη τους η γύμνασις παιδιόθεν’, γράφει ο Περραιβός, ‘είναι εις τα άρματα. Με αυτά τρώγουν, με αυτά κοιμούνται και με αυτά ξυπνούν’. Τυπικά ήταν υποτελείς στο Σουλτάνο και πλήρωναν μικρό φόρο. Ουσιαστικά ζούσαν αυτόνομοι, κατανεμημένοι σε πατριές, τις καλούμενες φάρες, από τις οποίες ισχυρότερες ήταν αυτές των Μποτσαραίων, των Τζαβελαίων, των Ζερβαίων. Όλες οι φάρες αποτελούσαν ένα είδος ομοσπονδίας. Ύστερα από σύγκληση Συνέλευσης, καθοριζόταν ο πολεμικός αρχηγός όλων τών Σουλιωτών. Με Συνέλευση επίσης λαμβάνονταν όλες οι σημαντικές αποφάσεις. Ο μεγαλύτερος εχθρός τών Σουλιωτών ήταν ο ξακουστός Αλή Πασάς τών Ιωαννίνων». [Σαράντου Καργάκου «Γενική Ιστορία, σελ. 398-399, Gutenberg, 1972»]. 36

25


Ο εθνικός μας ποιητής Βαλαωρίτης μ’ αυτούς τους στίχους αρχίζει την «Κυρά Φροσύνη» και μ’ αυτάς τας γραμμάς περιγράφει τόσον ζωντανά όλον τον τρόμον όστις εβασίλευε εις τους ταραγμένους αυτούς χρόνους εις τον ελληνικόν πληθυσμόν τών Ιωαννίνων. Υπέρ παν άλλο μέρος ίσως του Ελληνισμού, μετά την Κων/πολιν, τα Ιωάννινα είχον εισέλθη εις την καρδίαν του έθνους μας. «Στα Γιάννενα θα πάμε να πολεμήσομε, και ή θα σκοτωθούμε ή θα νικήσομε» λέγει η δημοτική μούσα. Εις την πόλιν ταύτην μεταφέρεται ήδη και συγκεντρούται ούτως ειπείν η ιστορία τής Ηπείρου. Και εις την γραφικήν ταύτην πόλιν θα παρακαλέσω το ακροατήριόν μου να μ’ ακολουθήση, και ανατρέχοντες περί τα 100 έως 120 έτη φθάσωμεν ομού εις την γνωστήν εκείνην εποχήν, καθ’ ην τύραννος τών Ιωαννίνων ήτο ο περίφημος Αλή πασάς. Η πόλις τών χρόνων εκείνων διαφέρει βεβαίως της σημερινής, διότι τώρα το φρούριον δεν χωρίζεται από της πόλεως. Τα Ιωάννινα κείνται εν τω μέσω κοιλάδος εχούσης μήκος 20 μιλίων από Β. προς Ν. επί της ομωνύμου λίμνης. Από του ύψους τής Μανωλιάσσας πρώτην φοράν είδον με συγκίνησιν την γραφικήν ταύτην πόλιν, την οποίαν όλοι ελαχταρούσαμεν37 να ίδωμεν ελευθέραν. Περαιτέρω εφαίνετο η ιστορική λίμνη. Προς τα Β.Δ. υψηλά όρη, παραφυάδες τού Πίνδου, κατέρχονται μέχρι τών υδάτων τής λίμνης, ήτις καλύπτεται κατά πολύ υπό καλαμώνων. Προς το έναντι μέρος είνε ο κατάφυτος κάμπος και αι ωραίαι εξοχαί τών Ιωαννίνων. Πλήθος λέμβων διατρέχουσι την λίμνην, και εν τω μέσω αυτής η γνωστή νησίς με το τριγύρω τείχος και τας μονάς, ένθα εφονεύθη ο Αλή πασάς. Και ενθυμούμαι ότι εις την βοήν τής μάχης 38, ατενίζων

Γνώρισμα τών Ελλήνων τής εποχής τών Βαλκανικών Πολέμων (1912-13) υπήρξε ο αγνός και άδολος πατριωτισμός, και η υγιής εθνική συνείδηση. Μ’ εκείνη την ψυχολογική και ηθική ανάταση μπόρεσαν να αποτινάξουν το ζυγό τής δουλείας τών σκλαβωμένων στους Τούρκους περιοχών! 37

26


τα Γιάννενα και την λίμνην, δύο πράγματα μού ήλθον εις τον νουν, ο Αλή πασάς και η Φροσύνη.39 «Ακούσατε τι γίνηκε στα Γιάννενα στη λίμνη, που πνίξανε τις δεκαφτά με την Κυρά Φροσύνη! Αχ Φροσύνη παινεμένη, τι κακό ’παθες καϋμένη!» «Χίλια καντάρια ζάχαρι θα ρίψω μες στην λίμνη, για να γλυκάνη το νερό να πιή η Κυρά Φροσύνη! Αχ Φροσύνη πέρδικά μου, τι κακό ’παθες Κυρά μου!» «Φύσα βορειά, πικρέ βορειά, για ν’ αγριέψ’ η λίμνη, να βγάλη τις αρχόντισσες και την Κυρά Φροσύνη». Η πόλις καταλαμβάνει χερσόννησον απέναντι τής νησίδος, εκτεινομένη δεξιά και αριστερά ταύτης ως και επί των εις το βάθος λοφίσκων, ους επιστέφει σήμερον το στρατιωτικόν νοσοκομείον. Θα ήτο μεγάλη μου παράλειψις να μη σας ομιλήσω περί της πεδιάδος τών Ιωαννίνων, ήτις υπήρξεν το θέατρον γεγονότων πολεμικών άτινα αποτελούσι μίαν των ωραιοτέρων σελίδων τής ιστορίας τού τελευταίου μας νικηφόρου πολέμου. Η κοιλάς όλη κλείεται προς βορράν υπό του γυμνού Δρίσκου, επί του οποίου ελίσσεται η προς το Μέτσοβον οδός. Όστις σταθή εις τον Δρίσκον, έχει ενώπιόν του μεγαλοπρεπές και μαγευτικόν θέαμα.

Κινητήριος δύναμη τού πολεμιστή είναι η ίδια η Ιστορία: κατά τη στιγμή που μάχεται, το ίδιο το Ηπειρωτικό τοπίο – με του οποίου το ιστορικό παρελθόν είναι ταυτισμένος! – τού χορηγεί την απαιτούμενη εσωτερική ενέργεια και ορμή. 38

Φροσύνη ή Κυρά Φροσύνη. Σύζυγος τού Γιαννιώτη ευπατρίδη Δημητρίου Βασιλείου και ανιψιά τού Γαβριήλ Γκάγκα, Μητροπολίτη Λαρίσης αρχικά και Ιωαννίνων αργότερα. Ήταν εξαιρετικής ωραιότητας γυναίκα. Υπήρξε ερωμένη τού Μουχτάρ πασά, γιου τού Αλή πασά. Ο Αλής, επωφελούμενος τής απουσίας τού γιού του Μουχτάρ και του συζύγου τής Φροσύνης, την αιχμαλώτισε τη νύχτα τής 10 ης Ιανουαρίου 1801. Μετά από δυό μέρες, η Φροσύνη μαζί με άλλες 16 Χριστιανές γυναίκες κατά διαταγή τού Αλή οδηγήθηκαν στον πνιγμό, στα νερά τής λίμνης τών Ιωαννίνων. Η ιστορία τής Κυρά Φροσύνης ενέπνευσε τη δημοτική ποίηση καθώς και τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. 39

27


Εις τους πόδας του εξαπλούται ονειρωδώς η γεγαληνικυία 40 λίμνη τών Ιωαννίνων με την πόλιν και γύρω γύρω τας πρασίνους εξοχάς και ευρείαν πεδιάδα. Εις τα δεξιά του, εμπρός, λόφοι εκτεινόμενοι με διεύθυνσιν προς νότον. Είνε οι ωχυρομένοι λόφοι τής Σαδοβίτσας και Αγ. Νικολάου. Ολίγον οπίσω των η Τσούκα, η καταληφθείσα δι’ αιφνιδιασμού υπό του γνωστού υμίν 1 ου πεζ. Συντάγματος. Εις το βάθος όπισθεν ο υψηλός χιονοσκεπής Ολύτσικας υψώνει την υπερήφανον κορυφήν του. Εις την προέκτασιν τού Αγ. Νικόλα η Μανωλιάσσα. 41 Τώρα προς τ’ αριστερά του βλέπει τις την Γαστρίτσα και προς το ίδιον μέρος μακρύτερα τας κορυφάς τής Αετορράχης. Εις το βάθος, εντελώς κατέναντι τού θεατού, κλείουν τον ορίζοντα τα υψηλά βουνά τών Πεστών, η πρώτη γραμμή τής αμύνης τών Ιωαννίνων. Μία λευκή ταινία επάνω εις την καταπράσινη πεδιάδα εξέρχεται από τα Πεστά και ελισσομένη εις τον Κάμπον πλησιάζει προς την πόλιν. Είνε ο γνωστός δρόμος Πρεβέζης - Ιωαννίνων. Αριστερά τού δρόμου τούτου και παραλλήλως μ’ αυτόν υψούται μία μακρά λοφοσειρά. Δεν είνε ανάγκη να ονομάσω τον λόφον αυτόν με τας πολλάς του οχυρώσεις. Τον γνωρίζετε όλοι! Η εθνική αγωνία ενός ολοκλήρου χειμώνος! Οι παλμοί τής καρδίας τόσων Ελλήνων και αι σκέψεις εστρέφοντο πέρυσι περί το ποσάκις επαναλαμβανόμενον όνομά του. Είνε το τρομερόν Μπιζάνι,42 το κλειδί τής τόσον υπό της 40

«γαληνιάω-ώ»=είμαι γαλήνιος, ήρεμος.

Παρόλο που ο ομιλητής Καλβοκορέσης, ένα χρόνο πριν, είχε δεχθεί σοβαρό τραύμα στην κοιλιακή χώρα κατά τη μάχη τής Μανωλιάσσας, ούτε καν το αναφέρει στο ακροατήριο, προφανώς για λόγους σεμνότητας και συστολής! 41

Στη γιγαντομαχία τού Μπιζανίου έλαβαν μέρος και πολλοί Χιώτες, είτε εθελοντές είτε υπόχρεοι στρατεύσεως. Θυσιάστηκαν, εξ όσων γνωρίζουμε, στις επιχειρήσεις εκείνου τού οχυρού ο Ιπποκράτης Λιβανίδης από τη Βολισσό τής Χίου, ο Νικόλαος Παλαιούδης από τον Βροντάδο τής Χίου, και ο Νικόλαος Απέσος από την πόλη τής Χίου. Επίσης ο στρατιώτης που κατά την κατάληψη τού Μπιζανίου πρώτος υπέστειλε την τουρκική ημισέληνο, - την οποία και κράτησε, ύστερα από άδεια τής Στρατιωτικής Διοίκησης, ως προσωπικό ενθύμιο, και η οποία σήμερα αποτελεί έκθεμα στο «Μουσείο Ζυγομαλά» στον Αυλώνα Αττικής - ο Ανδρέας Ζυγομαλάς τού Αντωνίου Ζυγομαλά και της Λουκίας Μπαλάνου, ήταν Χιωτογιαννιώτης: ο Αντώνιος Ζυγομαλάς καταγόταν από ιστορική Χιώτικη οικογένεια (Ο πατέρας του Ανδρέας Ζυγομαλάς, γεννημένος το 1801 ή 1803 στη Χίο, σπούδασε Ιατρική στην Πάδοβα και στο Παρίσι με υποτροφία τού Κοραή και του Καποδίστρια. Αγωνίστηκε στην 42

28


φύσεως ωχυρωμένης πόλεως τών Ιωαννίνων. Και αφού σας έδωσα μίαν ιδέαν τής τοπογραφίας, επανέρχομαι εις τον Αλή πασά, 43 δεσπότην τής πόλεως ταύτης. Ο άνθρωπος ούτος, Αλβανός την καταγωγήν, ήτο εξ εκείνων εις ους η φύσις επεδαψίλευσεν 44 αφειδώς αφθόνους κακίας και ελάχιστα προσόντα. Δραστήριος, έξυπνος, ραδιούργος, άγριος, πονηρός, δόλιος, αιμοβόρος, εκδικητικός, παρουσιάζεται ημίν κράμα περιεργότατον ανθρωπίνου χαρακτήρος. Κατήγετο ο Αλή πασάς εκ του χωρίου Τεπελένι, όπερ κατά τινα παράδοσιν ήτο κατηραμένο χωριό. Του είχε καταρασθή Μουσουλμάνος μοναχός, όπως ο αριθμός των οικογενειών μηδέποτε υπερβή τας 39. Ο πατήρ τού Αλή πασά, Βελή βέης, κατόπιν τυχοδιωκτικού βίου κατώρθωσε να γίνη πρώτος Αγάς τού Τεπελενίου, και ενυμφεύθη την οξύνουν και φιλόδοξον Χάκμαν, ήτις χηρεύσασα τα πάντα εμηχανεύθη ίνα εξασφαλίση την εξουσίαν εις τον υιόν της, μη φεισθείσα ουδέ της ζωής τών

Επανάσταση τής Χίου το 1822, στο Μεσολόγγι, στο Ναύπλιο, στην Τρίπολη και στην Αθήνα.) και νυμφεύθηκε τη Γιαννιώτισσα Λουκία Μπαλάνου. «Ο Αλή Πασάς (1744-1822) ήταν Αλβανός από το Τεπελένι, ταπεινής καταγωγής. Ληστής στα πρώτα του βήματα, ευφυέστατος και ραδιούργος κατόρθωσε δια πλαστογραφήσεως τής διαταγής τού Σουλτάνου να γίνει κύριος τών Ιωαννίνων. Φιλόδοξος στο έπακρο, ήθελε να δημιουργήσει εκτεταμένο κράτος, ανεξάρτητο από το κράτος τού Σουλτάνου. Γι’ αυτό εκδήλωνε υποκριτική φιλία προς όλους. Για να υλοποιήσει τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του, μεταχειρίσθηκε και πολλούς Έλληνες. Το στρατό του, αποτελούμενο από Αλβανούς και Έλληνες, οργάνωσε κατά το γαλλικό πρότυπο. Αρκετοί οπλαρχηγοί τής Επανάστασης κοντά του διδάχτηκαν την τέχνη τού πολέμου (Οδυσσέας Ανδρούτσος, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Αθανάσιος Διάκος). Δια της βίας, πανουργίας και διπλωματικής ευστροφίας επεξέτεινε την κυριαρχία του σε όλη την Ήπειρο, Ν. Αλβανία, Μακεδονία, Α. Ελλάδα και Πελοπόννησο. Παρά τη σκληρότητά του, επί των ημερών του τα Ιωάννινα άκμασαν σε οικονομικό και πνευματικό επίπεδο, και αποτέλεσαν το μεγαλύτερο αστικό κέντρο τής προεπαναστατικής Ελλάδας. Κατά τις παραμονές τής Ελληνικής Επανάστασης, ο Αλής επαναστάτησε κατά του Σουλτάνου, ηττήθηκε και αποκεφαλίστηκε. Η αποστασία του ωφέλησε ποικίλως τον Ελληνισμό: Επισπεύθηκε η έκρηξη τής Επανάστασης, και μεγάλες Τουρκικές δυνάμεις χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του. Έτσι δόθηκε η δυνατότητα στους υπόδουλους Έλληνες να εξεγερθούν». [Σαράντου Καργάκου «Γενική Ιστορία, σελ. 399, Gutenberg, 1972»] 43

«επεδαψίλευσεν»: χορήγησε κατά πλουσιοπάροχο τρόπο. Ο ορθός τύπος «επεδαψιλεύσατο». 44

29


ανδραδέλφων. Ο ίδιος ο Αλής βραδύτερον διηγείτο προς τον πρόξενον45 τής Γαλλίας κ. Πουκεβίλ: «Ότε απέθανεν ο πατήρ μου, μοι αφήκεν μόνον μίαν τρύπαν και ολίγα στρέμματα γης. Η φαντασία μου αναρριπιζομένη υπό των συμβουλών τής γυναικός ήτις μοι έδωκε δις την ζωήν, διότι με έκαμεν και άνθρωπον και Βεζύρην, μοι απεκάλυψεν το μυστήριον τού προορισμού μου. Έκτοτε δεν εθεώρησα το Τεπελένι ή ως το γενέθλιον έδαφος εκ του οποίου ορμήσας ώφειλον να επιπέσω κατά της λείας, ην κατεσπάρασσον εν τη διανοία μου. Δεν ωνειρευόμην άλλο ή δύναμιν, θησαυρούς, παλάτια και όσα επραγματοποίησεν ο χρόνος και όσα ακόμη υπόσχεται, διότι το σημείον όπου έφθασα δεν είνε ακόμη το τέρμα τών ελπίδων μου». Αλλ’ οι εχθροί τού Αλή ήσαν ισχυροί, και ο Αλής διήγε βίον πλάνητα, οτέ μεν αγροφύλακος ή φύλακος τής τάξεως οτέ δε ληστάρχου. Όπως εδραιώση σταθερώς την αρχήν του, μετεχειρίσθη σατανικόν όντως τέχνασμα, όπερ παραλαμβάνω από την προς τον Πουκεβίλ αφήγησίν του: «Έπρεπε να εξοντώσω τους εχθρούς μου, ενοχοποιών όμως συγχρόνως αυτούς. Συνείθιζα επανερχόμενος εκ του κυνηγίου να κοιμώμαι υπό σκιάν δένδρου. Επρότεινα εις τους αντιπάλους μου δια τινός τών πιστών μου να με δολοφονήσωσι. Έδωκα το σχέδιον τής συνωμοσίας και απήλθον καλύψας δια του μανδύου μου αίγά τινα, ην φιμώσας προσέδεσα εις το δένδρον. Επανέκαμψα εις το σεράι, εν ω οι δολοφόνοι μου πυροβολήσαντες την αίγα και νομίσαντες ότι μ’ εφόνευσαν επέστρεψαν εις Τεπελένι φωνάζοντες ‘Η γενεά τού Βελή βέη δεν υπάρχει πλέον! Απηλλάγημεν εκείνου!’. Οι αντίπαλοί μου εμέθυσαν, και προ της ανατολής τού ηλίου τούς είχον εξοντώση. Το Τεπελένι ήτο ιδικόν μου!».

Την αυλή τού Αλή πολλοί Ευρωπαίοι επισκέφθηκαν: ο Άγγλος συνταγματάρχης Ληκ παρέμεινε δίπλα στον Αλή ως στρατιωτικός σύμβουλος και πολιτικός πράκτορας τής Αγγλίας. Ο Πουκεβίλ επίσης ήταν γενικός Πρόξενος τής Γαλλίας στα Ιωάννινα. Ακόμα φιλοξενήθηκε από τον Αλή ο έκπτωτος βασιλιάς τής Σουηδίας Γουσταύος Αδόλφος. 45

30


Επιδείξας πλαστόν ιραδέ46 και δωροδοκήσας τον μέγα Βεζύρη, ανέλαβε το Πασαλήκι47 τών Ιωαννίνων. Έκτοτε διενοήθη να επεκτείνη το κράτος του, και δεν υπήρξεν δόλος ή φόνος ον να μη μετεχειρίσθη προς επίτευξιν τού σκοπού του. Από του 1790 αρχίζουν οι κατά των Σουλιωτών48 αγώνες του, του ορεσιβίου και γενναίου τούτου λαού, ου έκαστος ανήρ ήτο πολεμιστής και εκάστη γυνή εγνώριζε να χειρίζηται το όπλον. Η τόλμη και ανδρεία των είνε 46

Σουλτανικό διάταγμα (τουρκ. irade).

Η τουρκική αυτοκρατορία είναι δομημένη ως εξής: Ο απόλυτος μονάρχης-Σουλτάνος, ο οποίος στηρίζεται στον απολύτως αφοσιωμένο του Στρατό. Ο πρωθυπουργόςΒεζύρης και οι υπουργοί του-Εφέντες (Διβάνιο)=Υπουργικό συμβούλιο. Σουλτάνος και Διβάνιο συνιστούν την Υψηλή Πύλη. Η Αυτοκρατορία διαιρείται σε πασαλίκια, δηλαδή γενικές διοικήσεις υπό την εξουσία τών Πασάδων. Τα πασαλίκια πάλι υποδιαιρούνται σε επαρχίες-βιλαέτια υπό τη διοίκηση τών μπέηδων. Και οι πόλεις διοικούνται από τους αγάδες. Τα πασαλίκια τής ελλαδικής επικράτειας ήταν επτά. 47

«Ο Αλής αφού υπόταξε όλους όσοι πρόβαλλαν αντίσταση στην εξουσία του, στράφηκε κατά τών αγέρωχων Σουλιωτών οι οποίοι μέσα στην ίδια του την επικράτεια ήταν κράτος εν κράτει. Εναντίον τους διενήργησε τρεις εκστρατείες: Πρώτη εκστρατεία (1791): Ο ηρωισμός τών Σουλιωτών και το απρόσιτο τού εδάφους έσωσαν το Σούλι. Οι Αλβανοί τού Αλή διασκορπίσθηκαν και αποδεκατίστηκαν. Δεύτερη εκστρατεία (1792): Ο Αλής μεταχειρίζεται δόλο. Προφασιζόμενος εκστρατεία κατά τού Αργυροκάστρου, ζητεί τη βοήθεια τών Σουλιωτών, οι οποίοι αποστέλλουν στο πλευρό τού Αλή τούς Λάμπρο και Φώτο Τζαβέλλα συνεπικουρούμενους από 70 παλληκάρια. Ο Αλής τούς συλλαμβάνει όλους. Ο Λάμπρος Τζαβέλλας κατορθώνει να διαφύγει υποσχόμενος παράδοση τού Σουλίου. Όταν όμως επέστρεψε στο Σούλι, οργάνωσε με τη βοήθεια τού Γεωργίου Μπότσαρη την αντίσταση, μέσω της οποίας αποκρούσθηκε η επίθεση τών Αλβανών τού Αλή. Τρίτη εκστρατεία (1800-1803): Ο Αλής απασχολημένος επί μακρόν με την πολιορκία τής Πρέβεζας, δεν ενοχλεί επί οκτώ χρόνια τούς Σουλιώτες. Όμως το 1800, αφού ολοκλήρωσε την πολεμική του προετοιμασία, τους επιτίθεται με 10.000 άνδρες. Απέκλεισε όλα τα περάσματα που οδηγούσαν στο Σούλι και έσφιξε με στενή πολιορκία την περιοχή, η οποία δοκιμάστηκε σκληρά από την έλλειψη τροφίμων. Οι Σουλιώτες με αρχηγό το Φώτο Τζαβέλλα αντιστάθηκαν σθεναρά επί τριετία. Οι Αλβανοί τελικά μπόρεσαν να καταλάβουν το Σούλι με προδοσία. Οι Σουλιώτες ζήτησαν τελικό καταφύγιο στην οχυρωμένη θέση Κούγκι. Ο Βελής, ο γιός τού Αλή, πρότεινε στους Σουλιώτες συνθηκολόγηση με τον όρο να αποχωρήσουν από το Σούλι. Έτσι οι Σουλιώτες χωρίστηκαν σε τρία τμήματα και αποχώρησαν. Όμως κατά την αποχώρησή τους, ο Αλής εκμεταλλευόμενος την ανατίναξη τού Κουγκίου από το μοναχό Σαμουήλ, επιτέθηκε αιφνιδιαστικά κατά τών Σουλιωτών. Το ένα σώμα υπό την αρχηγία τού Φώτου Τζαβέλλα πέρασε στην Πάργα, και από εκεί στην Κέρκυρα. Το άλλο σώμα υπό την αρχηγία τού Κουτσονίκα αποκλείσθηκε στο Ζάλογγο (χορός τού Ζαλόγγου). Τέλος, το τρίτο σώμα υπό τον Κίτσο Μπότσαρη αποδεκατίστηκε στη Μονή Σέλτσου. Τα υπολείμματα τών 48

31


τόσον γνωσταί ώστε περιττεύει η διεξοδικώτερον ανάλυσις αυτών. Εξ όλας εκστρατείας είχον κατά καιρούς επιχειρήση κατ’ αυτών οι Τούρκοι. Και μόλις δια της πείνης ηναγκάσθη να κύψη τον αυχένα ο υπερήφανος, παλλικαρίσιος λαός ούτος τών ορέων. Με συνθήκην έντιμον εξεκένωσαν το Σούλι των, καί τινές των κατοίκων ετράπησαν προς την Πάργαν, τινές δε προς το Ζάλογγον, δια να ίδωσι τον Αλή κατά την συνήθειάν του καταπατούντα τα συμφωνηθέντα. Δεν δύναμαι να παραλείψω ποία ρίγη συγκινήσεως ησθάνθην,49 όταν βαίνων προς τα Ιωάννινα μού έδειξαν τον βουνόν τού Ζαλόγγου!50 Εφαντάσθην εν όλη τη αγρία μεγαλοπρεπεία τας γενναίας εκείνας 117 γυναίκας αίτινες εχόρευον τον χορόν τού θανάτου, Σουλιωτών διέφυγαν στα Επτάνησα, όπου και παρέμειναν μέχρι το 1820, όταν ύστερα από πρόσκληση του Αλή Πασά ξαναγύρισαν στην Ήπειρο για να λάβουν μέρος στον αγώνα κατά τών Τούρκων. Η εποποιία τού Σουλίου υπήρξε το προανάκρουσμα τής ένδοξης Ελληνικής Επανάστασης, κατά τη διάρκεια τής οποίας από τις χιλιάδες Σουλιωτών πολεμιστών διασώθηκαν μόνο 200!». [Σαράντου Καργάκου «Γενική Ιστορία, σελ. 399-400, Gutenberg, 1972»] Ο πολεμιστής Καλβοκορέσης «εμπνέεται» από το Ηπειρωτικό τοπίο. Το περιβάλλον τού Ζαλόγγου επηρεάζει καταλυτικά το ψυχοσυναισθηματικό του σύμπαν: αισθάνεται να τον διαπερνούν οι επιστρώσεις τής Ιστορίας, οπότε η εσωτερική του ορμή γιγαντώνεται!! 49

Βουνό τής Ηπείρου, βορείως τής Καμαρίνας. Εκτείνεται από νότο προς βορά και ενώνεται με τα όρη τού Σουλίου. Ανατολικώς τού Ζαλόγγου ρέει ο ποταμός Λούρος. Επί του Ζαλόγγου υπάρχει βράχος κυλινδρικής μορφής, καλούμενος «Στεφάνι», ο οποίος απαθανατίστηκε εξαιτίας τού ηρωϊσμού τών Σουλιωτισσών: όταν οι Σουλιώτες το 1803, κατόπιν συνθηκολόγησης με τον Αλή πασά, εγκατέλειπαν το Σούλι για να μεταβούν στην Πάργα, και χωρίστηκαν σε τρία τμήματα λόγω δυσπιστίας προς τον Αλή, - ώστε αυτόνομα το κάθε τμήμα να πορευθεί προς την Πάργα – το δεύτερο τμήμα υπό την αρχηγία τού Κουτσονίκα, διερχόμενο από την περιοχή τού Ζαλόγγου, υπέστη καταδίωξη από Τουρκαλβανούς στρατιώτες τού Αλή πασά και πολιορκήθηκε από εκείνους πάνω στον απάτητο βράχο. Το τμήμα τού Κουτσονίκα, μαχόμενο επί αρκετές μέρες, εξάντλησε τις τροφές και τα πολεμοφόδια. Τότε οι Σουλιώτισσες εκσφενδόνησαν στην άβυσσο τού Αχέροντα ποταμού τα μικρά παιδιά τους. Στη συνέχεια, πιασμένες χέρι χέρι ρίχτηκαν και οι ίδιες στην αγκαλιά τού Χάρου! Επί της κορυφής τού Ζαλόγγου βρίσκεται η Μονή Ζαλόγγου. 50

32


πίπτουσα εκάστη με την σειράν της από τον απότομον εκείνον βράχον δια να μη πέση εις χείρας τών Τούρκων! Ο Αλής δια τους ατομικούς σκοπούς του ήλθεν εις συνεννοήσεις με τους Γάλλους, τους Ρώσσους και με την Φιλικήν Εταιρίαν. Ο Αλής επανεστάτησε, τέλος, φανερά κατά του Σουλτάνου και επυρπόλησε δια στρατηγικούς λόγους τα Ιωάννινα, αλλ’ η βοήθεια ην προσέφερε δια του αντιπερισπασμού μικράς και βραχείας υπήρξε διαρκείας, διότι ο Αλή πασάς εφονεύθη κατ’ Ιανουάριον 1822 επί της νησίδος τής Λίμνης. Και όμως επί της αρχής τού αιμοδιψούς αυτού τυράννου τα γράμματα έλαμψαν51 εις Ιωάννινα. Ποιά τις μεγαλοπρέπεια ετηρείτο εν τη αυλή και κίνησις πολιτισμού, διότι ο Αλή πασάς ήθελε να φαίνεται ηγεμών προστατεύων τα γράμματα και φιλοπρόοδος! Κατά την εθνικήν ημών Αποκατάστασιν 52 η Ήπειρος δεν περιελήφθη εις το ελεύθερον Βασίλειον, και εξηκολούθησε στένουσα υπό τον βαρύν ζυγόν τής Τουρκικής δουλείας. Η συνθήκη τού Βερολίνου τω 187853 ανεζωπύρωσε τας ελπίδας τών αδελφών μας, διότι δια προσθέτου πρωτοκόλλου Ο Αλής, αν και άξεστος και απαίδευτος ο ίδιος, υποστήριξε τα γράμματα και τα σχολεία στα Ιωάννινα. Για τη μόρφωση τών εγγόνων του μετακάλεσε δασκάλους από το Μεσολόγγι, τους Καλογερά και Καψάλη. Στα Ιωάννινα, από το 1600 έως το 1821, λειτούργησαν οκτώ Σχολές. Σ’ αυτή την πόλη, περί το 1520, δρα ο διδάσκαλος Μανασσής Πλέσσας. Περί το 1550, υφίσταται η Σχολή τών Φιλανθρωπηνών, στη Μονή Σπανού. Από τα μέσα του 17 ου αι. μέχρι το 1820, τα Σχολεία τού Επιφανείου, του Γκούμα, του Ζώη Καπλάνη γίνονται τα επίσημα πνευματικά κέντρα τού Γένους. Ο Νεόφυτος Δούκας, εξαίροντας το έργο αυτών τών Σχολών, παρατηρούσε «εκ των σχολείων τών Ιωαννίνων εξερρύησαν ρύακες ικανοί να ποτίσωσι τήν διψώσαν Ελλάδα» και «κατά τον 18ον αι. όσοι εχρημάτισαν Έλληνες συγγραφείς υπήρξαν ή Ιωαννίται ή μαθηταί τής των Ιωαννίνων Σχολής». Σχολές επίσης είχαν από το 1600 η Άρτα, το Μέτσοβο, το Ζαγόρι. Στις Σχολές εκείνες διδάσκονταν οι Αρχαίοι Έλληνες Συγγραφείς, η Ιστορία τών προγόνων, η Θεολογία, η Φιλοσοφία, η Ρητορική, αλλά και οι Φυσικές Επιστήμες. Τα σχολεία εκείνα δεν απέβλεπαν μονάχα στο φωτισμό τού μυαλού τών σκλαβωμένων Ελλήνων, αλλά προ πάντων αναζωπύρωναν το φρόνημά τους και προετοίμαζαν επιδέξια τον πόθο τής εθνικής αποκατάστασης. Καλλιεργούσαν την εθνική συνείδηση τού Γένους, την κύρια προϋπόθεση τού ξεσηκωμού! [Σχετικά με το βίο και τα έργα τού Αλή πασά, βλ. «Χρονογραφία τής Ηπείρου», Παν. Αραβαντινού. – «Ιστορία τού Αλή πασά», Σ. Π. Αραβαντινού – «Βίος τού Αλή πασά», Λ. Κουτσονίκα]. 51

52

Τον πόλεμο τής Εθνεγερσίας τού 1821.

33


ωρίζετο ότι θα επήρχετο διαρρύθμισις τών συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας, παραχωρουμένης προς την πρώτην τής προς νότον τού Θυάμιδος(Καλαμά) χώρας. Αλλά κατ’ εκείνην την εποχήν δεν ήμεθα αρκετά ισχυροί να διεκδικήσωμεν τα δίκαιά μας. Επήλθε δε και μεταβολή υποφρυγική54 εν Αγγλία, δυσμενής ημίν, ώστε ηναγκάσθημεν να αρκεσθώμεν να λάβωμεν την Θεσσαλίαν και μικρόν τμήμα τής Ηπείρου, τον νομόν Άρτης εις τα 1881. Ευτυχώς επήλθεν ο νικηφόρος πόλεμός μας με την Τουρκίαν!55 Το 1878, με τη Συνθήκη τού Βερολίνου, παραχωρήθηκαν τα Ιωάννινα καθώς και η προς νότον τού Θυάμιδος περιοχή στην Ελλάδα. Ωστόσο αυτή η συμφωνία ουδέποτε υλοποιήθηκε. Μόνο μετά την 21 η Φεβρ. 1913 τα Ιωάννινα ενσωματώνονται στον εθνικό κορμό. 53

«κατάστασις υποφρυγική»: κλίμα βαρύ και δυσμενές για τα ελληνικά συμφέροντα. Ο όρος «υποφρυγικός ήχος» προέρχεται από το χώρο τής Μουσικής και δηλώνει το βαρύ ήχο. 54

Ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος (1912-13): «Μια πτυχή τού λεγόμενου Ανατολικού ζητήματος υπήρξαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Ασφαλώς βαθύτερη αιτία αυτών τών πολέμων υπήρξε η επιθυμία τών βαλκανικών λαών να απελευθερώσουν όσα εδάφη τους κατείχαν οι Τούρκοι. Την αφορμή έναρξης τού πολέμου έδωσε η απόπειρα τών Νεοτούρκων να εξισλαμίσουν βίαια όλους τούς υποδούλους των. Βαλκανική συμμαχία – Δυνάμεις εμπολέμων: Προς αντιμετώπιση τής έκρυθμης κατάστασης, τα βαλκανικά κράτη συγκρότησαν συμμαχία. Εκμεταλλευόμενα την εμπλοκή τής Τουρκίας σε πόλεμο με την Ιταλία, κήρυξαν εναντίον της τον πόλεμο υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Στις 25 Σεπτ. κηρύττει πρώτος κατά τής Τουρκίας τον πόλεμο ο Νικήτας τού Μαυροβουνίου. Ακολουθούν οι διακοινώσεις Σερβίας και Βουλγαρίας προς την Πύλη, στις οποίες η Τουρκία απαντά με πόλεμο (3 Οκτωβρίου). Στις 5 Οκτ. εισέρχεται στον πόλεμο και η Ελλάδα. Οι αντίπαλοι διέθεταν τις εξής δυνάμεις: Τουρκία: 340.000 πεζούς, 6.000 ιππείς, 1.500 πυροβόλα Βουλγαρία:300.000 πεζούς, 5.000 ιππείς Σερβία: 200.000 πεζούς, 3.000 ιππείς Μαυροβούνιο: 35.000 πεζούς Ελλάδα: 90.000 πεζούς, 1.000 ιππείς. Η Ελλάδα διέθετε επιπλέον και αξιόλογη ναυτική δύναμη, πρόσφατα ενισχυμένη με το θωρηκτό Αβέρωφ. Αρχιστράτηγος τών ελληνικών δυνάμεων τοποθετήθηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος και επιτελάρχης ο Δαγκλής. 55

Α΄ Φάση Πολέμου: Ο ελληνικός στρατός διαιρεμένος σε 8 μεραρχίες δρα σε δυό μέτωπα, στο Μέτωπο τής Ηπείρου με μια μεραρχία υπό τη διοίκηση τού Σαπουντζάκη, και στο Μέτωπο τής Μακεδονίας υπό την ηγεσία τού Κωνσταντίνου. Στις 6 Οκτ. καταλαμβάνει την Ελασσόνα. Μετά διήμερο αγώνα (8-9 Οκτ.) εκτοπίζει τούς Τούρκους από τα στενά τού Σαρανταπόρου. Από εκεί στέλνεται μια μεραρχία και καταλαμβάνει τα Σέρβια, την Κοζάνη, τα Γρεβενά. Όμως αναχαιτίζεται κοντά στο Αμύνταιο. Ο όγκος τού ελληνικού στρατού έχει αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη τής Θεσσαλονίκης. Γι’ αυτό και κυριεύει διαδοχικά την Κατερίνη, Βέροια, Νάουσα, Έδεσσα. Και μετά διήμερο

34


Τα Ιωάννινα μετά μακράν πολιορκίαν έπεσαν. Ο στρατός μας επροχώρησεν μέχρι Τεπελενίου. Όλη σχεδόν η Ελληνική Ήπειρος κατελήφθη υφ’ ημών. Δια διπλωματικούς λόγους όμως δεν εθέσαμεν χείρα επί της Αυλώνος. Οι Ελληνικοί πληθυσμοί ενεθουσίων επί τη εκπληρώσει τών προαιωνίων πόθων των. Επήλθεν όμως η Συνδιάσκεψις τού Λονδίνου. Οι πρεσβευταί τών 6 Μεγάλων Δυνάμεων παραπειθόμενοι υπό της Αυστρίας και Ιταλίας σκληρό αγώνα στα Γιαννιτσά (19-20 Οκτ.), προελαύνει μέχρι τη Θεσσαλονίκη η οποία παραδίδεται στον Κωνσταντίνο αμαχητί από τον Τούρκο διοικητή της. Ο ελλην. στρατός εισέρχεται στη Θεσσαλονίκη στις 26 Οκτωβρίου, ημέρα εορτασμού τού πολιούχου αγίου τής πόλης. Ο βασιλιάς Γεώργιος εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη. Όμως δολοφονείται στις 5 Μαρτίου 1913. Μετά τους Έλληνες φτάνει στη Θεσσαλονίκη και μια βουλγαρική μεραρχία, αλλά επειδή βρέθηκε προ τετελεσμένου γεγονότος ζήτησε απλώς να στρατωνισθεί εντός τής πόλης. Εν τω μεταξύ στο Μέτωπο τής Ηπείρου, ο Σαπουντζάκης καταλαμβάνει την Πρέβεζα, τα Πέντε Πηγάδια, το Μέτσοβο, και βαδίζει κατά τών Ιωαννίνων. Καθηλώνεται όμως μπροστά στα οχυρά τού Μπιζανίου, που είχαν κατασκευασθεί από Γερμανούς αξιωματικούς. Παράλληλα με τις κατά ξηράν επιχειρήσεις, διεξάγεται και ο κατά θάλασσαν αγώνας αποκλειστικά από τους Έλληνες. Το πρώτο ναυτικό κατόρθωμα έλαβε χώρα στο λιμάνι τής Θεσσαλονίκης. Ο τολμηρός πλοίαρχος Βότσης εισχώρησε με το σκάφος του στο λιμάνι τής Θεσσαλονίκης και καταβύθισε το τουρκικό θωρηκτό Φετίχ Μπουλέν. Τούτο υπήρξε το πρώτο ναυτικό κατόρθωμα, και είχε πολύ ευεργετικές συνέπειες επί του ηθικού τών μαχομένων Ελλήνων. Ο ελλην. στόλος υπό την ηγεσία τού ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη καταλαμβάνει τη Χίο, Λέσβο, Θάσο, Ίμβρο, Τένεδο. Παρακωλύει επίσης τις κινήσεις τού τουρκικού στόλου και τη μεταφορά στρατού στα διάφορα μέτωπα. Στη συνέχεια συντρίβει τον υπέρτερο τουρκικό στόλο σε δυό ναυμαχίες. Η πρώτη, η ναυμαχία τής Έλλης, διεξήχθη στις 3 Δεκ. 1912. Η τόλμη τού Κουντουριώτη και τα εύστοχα πυρά τού Αβέρωφ έδωσαν τη νίκη στους Έλληνες και υποχρέωσαν τούς Τούρκους να κλειστούν στα Στενά. Η δεύτερη ναυμαχία, γνωστή ως ναυμαχία τής Λήμνου, διεξήχθη στις 5 Ιαν. 1913. Οι Τούρκοι, φοβούμενοι τον Αβέρωφ, έστειλαν προς παραπλάνηση τού Αβέρωφ το θωρηκτό Χαμιδιέ με κυβερνήτη τον τολμηρό πλοίαρχο Ρεούφ. Ο Ρεούφ, ευνοημένος από τις συνθήκες κακοκαιρίας και θαλασσοταραχής, διέφυγε την προσοχή του ελλ. στόλου, και καταβυθίζει στο λιμάνι τής Σύρου το υπερωκεάνιο Μακεδονία, βοηθητικό τότε πλοίο τού στόλου. Στην Αθήνα επικρατεί σύγχυση. Αλλ’ ευτυχώς ο Κουντουριώτης παρέμεινε στο Μούδρο και το στρατήγημα τών Τούρκων απέτυχε. Κατά ευνοϊκή σύμπτωση, ο Ρεούφ εξέλαβε κάποιο άλλο πλοίο ως τον Αβέρωφ, έστειλε σήμα στην Κων/πολη ότι καταδιώκεται από αυτό, και στη συνέχεια κατέφυγε στα λιμάνια τής Μ. Ανατολής, όπου και παρέμεινε ως το τέλος τού πολέμου. Οι Τούρκοι βέβαιοι για τη διάσπαση τού ελλην. στόλου βγήκαν προς ναυμαχία στις 5 Ιανουαρίου, αλλά υπέστησαν αιφνιδιασμό από την απροσδόκητη παρουσία τού θρυλικού ελληνικού καταδρομικού. Η ναυμαχία υπήρξε σύντομη αλλά πεισματώδης. Τα ελληνικά πυρά προξένησαν μεγάλες ζημιές στα εχθρικά πλοία, τα οποία οριστικά κλείστηκαν στα Στενά…. Β΄Φάση Πολέμου: Οι Μ. Δυνάμεις αισθανόμενες διακύβευση τών συμφερόντων τους στη Βαλκανική, θέλησαν να περισώσουν την Τουρκία από την ολοσχερή κατάρρευση.

35


απεφήναντο ότι πρέπει να ιδρυθή μία ηγεμονία, η Αλβανία. Και ως να μη ήρκει τούτο, η σκληρά διπλωματία μη λαμβάνουσα υπ’ όψει τας θυσίας56 τας οποίας υπέστη το Ελληνικόν Έθνος χάριν τών αδελφών του, εις ουδέν θεωρούσα το αίμα μας όπερ εχύθη και τους κινδύνους ους διετρέξαμεν, δι’ ολίγων γραμμών ας χαράσσει επί του χάρτου – βεβαίως η γλώσσα μου είνε ήκιστα διπλωματική, αλλά λέγω ό,τι αισθάνομαι ως Έλλην57, και ό,τι αισθάνομαι και σας λέγω δεν είνε μονοπώλιόν μου αλλά γνωρίζω ότι το αισθάνεσθε και σεις – Προς τούτο υπογράφηκε ανακωχή στις 20 Νοεμβρίου στη Τσατάλτζα μεταξύ τών εμπολέμων, πλην της Ελλάδας, και στις 3 Δεκ. 1912 συνήλθαν στο Λονδίνο οι πρέσβεις τών Δυνάμεων υπό την προεδρία τού Άγγλου υπουργού τών Εξωτερικών Εδουάρδου Γκρέυ. Η νέα επανάσταση τών Νεοτούρκων υπό τον Εμβέρ ανέτρεψε την κατάσταση. Οι Νεότουρκοι απέρριψαν τη σύναψη ειρήνης. Έτσι, στις 21 Ιαν. 1913 οι πολεμικές επιχειρήσεις ξανάρχισαν. Στο Μέτωπο τής Ηπείρου, τη διεύθυνση τού πολέμου αναλαμβάνει αυτοπροσώπως ο Κωνσταντίνος. Οι Έλληνες, παρά το δριμύ ψύχος και τη θαυμάσια οχύρωση τού Μπιζανίου, μπόρεσαν να το καταλάβουν. Και στις 21 Φεβρ. 1913 εισέρχονται θριαμβευτές στα Ιωάννινα. Στη συνέχεια προελαύνουν μέχρι το Αργυρόκαστρο, τη Χειμάρα, την Πρεμετή, και γίνονται κύριοι της Β. Ηπείρου μέχρι τον Αυλώνα. Παράλληλα, οι Σέρβοι καταλαμβάνουν το Δυρράχιο, οι Μαυροβούνιοι τη Σκόδρα, και οι Βούλγαροι την Αδριανούπολη. Όταν πια υπέκυψαν και τα τελευταία ερείσματα τών Τούρκων στη Βαλκανική, υποχρεώθηκαν αυτοί να συνάψουν ανακωχή στην Καλλίπολη. Και στις 17 Μαϊου υπογράφουν ειρήνη στο Λονδίνο. Δια της Συνθήκης τού Λονδίνου (17 Μαϊου 1913): α)η Τουρκία παραχωρεί όλες τις βαλκανικές της κτήσεις στους εμπολέμους, εκτός από μικρό τμήμα τής Θράκης, β)η Αλβανία ανακηρύσσεται ανεξάρτητο κράτος, σε βάρος τής Σερβίας, του Μαυροβουνίου, και κυρίως τής Ελλάδας, και γ)τα νησιά τού Αιγαίου (πλην Ίμβρου και Τενέδου) μαζί με την Κρήτη θα διανέμονταν στους νικητές συμμάχους. Περί της τύχης τών νησιών τού Αιγαίου θα αποφάσιζαν οριστικά οι Μ. Δυνάμεις. Το ίδιο θα ίσχυε και για την τύχη τού Αγίου Όρους». [Σαράντου Καργάκου, «Γενική Ιστορία, σελ. 459-462, Gutenberg, 1972»] Οι απώλειες τού ελληνικού στρατού στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο υπήρξαν: α) Μέτωπο Μακεδονίας (νεκροί 760, τραυματίες 3.670, σύνολο 4.530) β) Μέτωπο Ηπείρου (νεκροί 1.610, τραυματίες 5,620, σύνολο 7.230). Προσθέτουμε και τους 600 παγόπληκτους τών βουνών τής Ηπείρου και τους 200 αγνοούμενους! Οι αντίστοιχες απώλειες τού Β΄ Βαλκανικού Πολέμου ήταν: νεκροί 5.850, τραυματίες 23.850. Από το σύνολο τών τραυματιών τών δυό Πολέμων (33.150), οι 1.560 απεβίωσαν υποκύπτοντας στα τραύματά τους και ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό νεκρών και των δυό Πολέμων σε 9.800! [Πηγή: ΓΕΣ/ΔΙΣ «Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-13», Αθήνα, 1987]. 56

36


η ψυχρά διπλωματία επαναλαμβάνω χαράσσει τα όρια τής Αλβανίας με τρόπον ώστε μας αφαιρεί μέρη κατακτηθέντα με το αίμα μας, μέρη κατοικούμενα υπό 150 χιλ. Ελλήνων! Και μένει ούτω εις την Αλβανίαν το Αργυρόκαστρον, όθεν κατάγεται εις Ζάππας, εις Βαρβάκης! Και μας αφαιρείται η Κορυτσά, η ελληνικωτάτη, με τας 30 χιλ. κατοίκων! Πόλις ελληνικωτάτη, με ελληνικόν Γυμνάσιον, με κατοίκους υπερηφάνους δια τον εθνισμόν των, και εν τη αλλοδαπή όπου διαπρέπουσι δια του εμπορίου. Και προς τι να σας απαριθμήσω πλήθος άλλων μερών άτινα διεκήρυξαν επανειλημμένως, βροντοφώνως, «είμεθα Έλληνες!». Τα μέρη ταύτα, κύριοι, μάς αφαιρούνται! Αι χώραι αύται παραδίδονται ολοκαύτωμα εθνικόν εις την Αλβανίαν!. Μία κυρία Χία, ην βλέπω μεταξύ υμών, μού έλεγε πρό τινος «Κάθε ευτυχία είνε παροδική! Η μόνη διαρκής είνε να αισθανώμεθα την Χίον ελληνικήν!». Τεθήτε παρακαλώ εις την θέσιν 150 χιλ. Ελλήνων, των ούτω υπό της Ευρώπης διατεθειμένων, και φαντασθήτε προς στιγμήν ότι η νήσος μας επανέρχεται εις τον Τουρκικόν ζυγόν! Αλλ’ ο Αλβανικός ζυγός είνε πολύ βαρύτερος. Η Αλβανία είνε κράτος ασύντακτον. Οι Αλβανοί ως σύνολον είνε κατωτέρου πολιτισμού άτομα, εκδικητικοί, άπιστοι. 58 Και εις αυτούς Εκπλήσσει θετικότατα τον αναγνώστη η υπέρβαση τού τοπικισμού, από την οποία εμφορείται ο Λ. Καλβοκορέσης, χάριν τής εθνικής ολοκλήρωσης και του κοινού αγώνα: ο νεαρός πολεμιστής από την ανατολική εσχατιά τής Ελλάδας (Χίο) γίνεται η σαρκωμένη συνείδηση τής εθνικής ενότητας με τη δυτική εσχατιά τής Χώρας (Ήπειρο). Δηλαδή η εθνική ενότητα πλαστουργείται αρχικά σε επίπεδο ατομικής συνείδησης από τον πολεμιστή Καλβοκορέση, και κατόπιν διαχέεται στο κοινωνικό σώμα από τον ομιλητή Καλβοκορέση. Η γρηγορούσα και φωτισμένη ατομική συνείδηση καθίσταται πρώτα ο φορέας τής εθνικής ενότητας, και έπειτα ο κοινωνός αυτής τής συνείδησης στους άλλους! Αντίθετα, στο σημερινό μας κόσμο, όπου ισχύει έντονα η παγκοσμιοποιημένη συνείδηση και η συνακόλουθη υποχώρηση τής τοπικής εθνικής αυτοσυνειδησίας, είναι αρκετά δύσκολο να ενεργοποιηθούν αυτού τού είδους τα εθνικά ανακλαστικά! 57

Οι σχετλιαστικοί χαρακτηρισμοί που αποδίδονται στους Αλβανούς πρέπει να ιδωθούν μέσα στο ιστορικό πλαίσιο τής εποχής εκείνης: ύστερα από τον αιματηρό ένοπλο αγώνα τών Ελλήνων (Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο) κατά τών Τούρκων, είναι αυτονόητη και αναμενόμενη η γέννηση μιας ισχυρής συλλογικής εθνικής συνείδησης. Οπότε σε μια τέτοια περίπτωση οι «άλλοι» – στην προκειμένη περίπτωση οι Αλβανοί – γίνονται το αναμενόμενο «αντίπαλον δέος», εφόσον περιέρχονται σ’ αυτούς απελευθερωμένα πρώην τουρκοκρατούμενα ελληνικά εδάφη εξαιτίας τής επιθυμίας τών Μ. Δυνάμεων τής εποχής, της Αυστρίας και της Ιταλίας. Δηλαδή, σε περιόδους 58

37


τους ανθρώπους παραδίδονται αδελφοί απολαύσαντες την ελευθερίαν των!! Ο ίδιος ειμπορώ να σας είπω ό,τι είδα με τα μάτια μου! Πόσην ώραν επήρε τους Αλβανούς να καύσουν ενώπιόν μας 6 ή 7 Ελληνικά χωρία. Και ήκουσα τας φωνάς και είδα τούς κατοίκους να φεύγουν έξαλλοι, οι περισσότεροι με μόνον ό,τι εφορούσαν! Και είδα έπειτα την δυστυχίαν των εις την Κέρκυραν και εσυλλογίσθην ότι οι πάπποι ημών59 τών Χίων κατά την καταστροφήν τού ’21 τα ίδια θα υπέστησαν. Οι περισσότεροι τα έχωμεν ακούση από εκείνους που έπαθαν τότε. Γνωρίζομεν τι ήτο εκείνη η εποχή, και συνεπώς ειμπορούμεν να κρίνωμεν τι θα πάθουν οι Ηπειρώται!! 60 Και οι Ηπειρώται, γνωρίζοντες την Αλβανικήν μπέσσαν και μη θέλοντες να αποσπασθώσιν από τας αγκάλας τής μεγάλης πατρίδος, απεφάσισαν ν’ αντιστούν. Κ’ επειδή η μητέρα Ελλάς, περιστοιχιζομένη υπό πολλών περισπασμών και πιεζομένη έξωθεν με σπαραγμένη την καρδιά της δεν ειμπορούσε να βοηθήση τα παιδιά της, απεφάσισαν αυτά να αγωνισθούν μόνα των και ανεκήρυξαν την Αυτόνομον Ήπειρον. Ζητούν την διατήρησιν τής γλώσσης των, ζητούν να έχουν σχολεία Ελληνικά, ζητούν τον σεβασμόν τής θρησκείας και μικράν αυτοδιοίκησιν. Ζητούν δηλαδή εκείνα τα οποία διετήρησαν τον Ελληνισμόν δια μέσου τών αιώνων. Και οι Αλβανοί τ’ αρνούνται, και αι Δυνάμεις κωφεύουν! Και οι αγωνιζόμενοι υπέρ βωμών και εστιών Ηπειρώται επικαλούνται την αρωγήν μας διά ν’ αγωνισθούν υπέρ των δικαίων των, την δε κραυγήν ταύτην του πόνου, αντηχούσαν βαθειά και συνταράσσουσαν πολεμικών αγώνων που στοχεύουν στην εθνική αποκατάσταση, το σχήμα «εμείςαυτοί» κατά τρόπο αναμενόμενο αναφύεται. Βλέπε το διήγημα τού Λεωνή Μ. Καλβοκορέση «Η Ιστορία τού παππού». Σ’ αυτό, που δημοσιεύθηκε το 1914, ο συγγραφέας καταγράφει τις συνθήκες αιχμαλωσίας από τους Τούρκους τού παππού του Λεωνή Ι. Καλβοκορέση, όπως τού τις διηγήθηκε ο ίδιος ο παππούς του σε βαθύ γήρας! Η καταγραφή τής εμπειρίας τού αιχμάλωτου παππού Λεωνή Ι. Καλβοκορέση (1814-5/1903) έγινε από τον εγγονό Λ. Μ. Καλβοκορέση το 1902. 59

Δυστυχώς η «προφητεία» τού Λ. Καλβοκορέση επαληθεύτηκε στα χρόνια που επακολούθησαν: ο Βορειοηπειρωτικός Ελληνισμός στέναξε υπό το καθεστώς Εμβέρ Χότζα! 60

38


πάσαν ελληνικήν ψυχήν, σας διαβιβάζω. Και παρακαλώ θερμώς το ακροατήριον διά την προθυμίαν μεθ’ ης αντεπεκρίθη και την φοράν ταύτην εις την φωνήν τής ανάγκης τών Ηπειρωτών αδελφών μας. 1) Είνε μία των πολλών εθνικών αναγκών υπέρ ων πολλάκις εζητήθη και θα ζητηθή η συνδρομή υμών. Οι Χίοι πάντοτε εδείχθησαν γενναίοι εις τας εθνικάς μας ανάγκας, ως μοι ωμολόγει πρό τινος ο Ναύαρχός μας.61 Και οφείλομεν την συνδρομήν μας ταύτην διά να διατηρηθή η φυλή μας δια της εθνικής μας αλληλεγγύης, διότι η Ελλάς προώρισται να ζήση και θα ζήση!! 2) Πρόκειται να βοηθήσωμεν τους αγωνιζομένους και ν’ ανακουφίσωμεν τας οικογενείας των.

Προφανώς ακροατής τής διάλεξης τού Λεωνή Καλβοκορέση ήταν και ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, διοικητής τής Ναυτικής Μοίρας που απελευθέρωσε το Νοέμβριο του 1912 τα νησιά τού Ανατολικού Αιγαίου. 61

39


«Σκοπός τής παρούσης διαλέξεως είνε να θέσω ενώπιόν σας τα περί της χώρας, την ιστορίαν και τα περί της ανωμαλωτάτης καταστάσεως ήτις εγεννήθη εν χώρα Ελληνική εκ της συμφεροντολογίας και αδιαφορίας τών κρατών τής Ευρώπης. Θα σας είπω δηλαδή ολίγα περί Ηπείρου». Λεωνής Μιλτ. Καλβοκορέσης Χίος, Απρίλιος 1914

ISBN: 978-960-93-5778-4

40

«Ένας Χιώτης υμνεί την Ήπειρο»  

Ο Ηπειρομάχος Λεωνής Μιλτ. Καλβοκορέσης και η «Περί Ηπείρου» διάλεξή του. Μια έκδοση του Γυμνασίου & του Δημοτικού Σχολείου Σταυρακίου Ιωανν...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you