Page 1

HANS FALLADA

Και Τῶρα, αΝθρῶπαΚΟ; μΕΤαΦραση

ιῶαΝΝα αΒραμιΔΟυ ΕισαΓῶΓη

ΚῶσΤασ ΚΟυΤσΟυρΕΛησ

G U T E N B E R G O R B I S L I T E R° E D I T I O

M I N O R


Τόσο συγκινητικό, τόσο ἀστεῖο, τόσο πικρό... Δὲν ἔχω ξαναδιαβάσει κάτι τόσο ἑλκυστικό. THOMAS MANN

Εὐρωπαϊκὴ κρίση, ἀνεργία, πτωχεύσεις; Καθόλου περίεργο ποὺ τὸ Καὶ τώρα, ἀνθρωπάκο; γνωρίζει νέα ἐπιτυχία. FRANKFURTER ALLGEMEINE

Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐντυπωσιακὰ στοιχεῖα τοῦ βιβλίου εἶναι οἱ παραλληλισμοὶ ποὺ μποροῦν νὰ γίνουν μὲ τὸ σήμερα. DIE WELT

Αὐτὸ ποὺ ἦταν γιὰ τὸν 18ο αἰώνα Τὰ Πάθη τοῦ Νεαροῦ Βέρθερου εἶναι γιὰ τὸν 20ὸ τὸ Καὶ τώρα, ἀνθρωπάκο; DIE ZEIT


Τὸ μυθιστόρημα ποὺ ἔκανε τὸν Φάλαντα διάσημο ἀπὸ τὴ μία μέρα στὴν άλλη. LA REPUBLICA

Σὲ κάθε οἰκονομικὴ κρίση ἑκατομμύρια μικροὶ «Πίνεμπεργκ», ὅπως λέγεται ὁ ἥρωας τοῦ Φάλαντα, ρωτοῦν: Καὶ τώρα, ἀνθρωπάκο; LIBERATION


Βερολίνο, 1930-1932. Στὸ ἀποκορύφωμα τῆς μεγάλης κρίσης, λίγο προτοῦ οἱ ἐθνικοσοσιαλιστὲς καὶ ὁ Χίτλερ ἀνέλθουν στὴν ἐξουσία: ὁ ἀγώνας τῶν μικρῶν ἀνθρώπων για τὴν ἐπιβίωση. Τὸ opus magnum τοῦ Χὰνς Φάλαντα μᾶς προσφέρει ἴσως τὴ ζωντανότερη περιγραφὴ ποὺ διαθέτουμε τῆς πρωσσικῆς μεγαλούπολης, ἕνα κοινωνικὸ πανόραμα τῆς ἤδη τραυματισμένης ἀκμῆς της λίγο προτοῦ καταποντιστεῖ στὰ ἐρείπια τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Διαβάστε ἕνα απόσπασμα


῾Η ϕράου Μία Πίνεμπεργκ ὡς παρακώλυση τῶν συγκοινωνιῶν στὸ σταθμὸ τοῦ Στετίν. Κάνει καλὴ ἐντύπωση στὸ Μανάρι, κακὴ στὸν γιό της, καὶ ἐξηγεῖ ποιός εἶναι ὁ Γιάχμαν προχωρεῖ στὴν ὁδὸ ᾽ Ινβαλίντεν, κορνάροντας ἀνοίγει ἀργὰ δρόμο μέσα ἀπὸ Ε τὸν ὄχλο τῶν πεζῶν καὶ τὰ τράμ, ϕτάνει στὴν κάπως ΝΑ ΑΓΟΡΑΙΟ ΟΧΗΜΑ

πιὸ ἐλεύθερη πλατεία πρὸ τοῦ σταθμοῦ καὶ θαρρεῖς μὲ τὴν κόρνα του ἀνακουϕισμένη ἀνεβαίνει βιαστικὰ τὴ ράμπα καὶ σταματᾶ ἐμπρὸς στὴν εἴσοδο τοῦ Σιδηροδρομικοῦ Σταθμοῦ τοῦ Στετίν. Κατεβαίνει μιὰ κυρία. «Πόσα;» ρωτᾶ τὸν ὁδηγό. «Δύο κι ἑξήντα, κυρία μου», λέει ὁ ὁδηγός. ῾ Η κυρία, ποὺ ψαχούλευε ἤδη μὲς στὴν τσάντα της, τώρα βγάζει τὸ χέρι της ἔξω. «Δύο κι ἑξήντα γιὰ δέκα λεπτὰ διαδρομή; ῎ Οχι, ὄχι, καλέ μου κύριε, δὲν εἶμαι ἑκατομμυριοῦχος, θὰ τὸ κανονίσει ὁ γιός μου. Περιμένετε». «Δὲ γίνεται, κυρία μου», λέει ὁ ὁδηγός. «Τί θὰ πεῖ δὲ γίνεται; Δὲν πληρώνω, θὰ περιμένετε λοιπὸν μέχρι νὰ ἔρθει ὁ γιός μου. Στὶς τέσσερις καὶ δέκα μὲ τὸ τρένο τοῦ Στετίν». «᾽Απαγορεύεται», λέει ὁ ὁδηγός. «᾽Απαγορεύεται νὰ σταθμεύουμε πάνω στὴ ράμπα». « ῍ Ε τότε περιμένετε ἀπέναντι, καλέ μου ἄνθρωπε. Θὰ ἔρθουμε ἐμεῖς ἀπέναντι. Θὰ σᾶς πληρώσουμε καὶ τὸ χρόνο ἀναμονῆς».


192

HANS FALLADA , ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ;

῾ Ο ὁδηγὸς γέρνοντας τὸ κεϕάλι στὸ πλάι κλείνει τὸ μάτι στὴν κυρία. «Φυσικὰ καὶ θὰ ἔρθετε, μαντάμ», λέει. «Θὰ ἔρθετε, εἶναι τόσο σίγουρο ὅσο καὶ ἡ ἑπόμενη μείωση τῶν μισθῶν. ᾽Αλλὰ ξέρετε, πληρῶστε με τώρα καὶ ὁ κύριος γιός σας σᾶς τὰ δίνει μετά! Εἶναι πολὺ πιὸ ἁπλό». «Τί συμβαίνει ἐδῶ;» ρωτᾶ ἕνας ἀστυνομικός. «᾽Απομακρυνθεῖτε ἀπὸ ᾽ δῶ, ὁδηγέ». «῾ Η κυρία λέει νὰ περιμένω, κύριε ἀστυϕύλαξ». «Προχωρῆστε, ὁδηγέ». «Μὰ δὲ μὲ πληρώνει, δέν...» «Πληρῶστε, σᾶς παρακαλῶ, κυρία μου. Δὲ μπορεῖτε νὰ τὸ κάνετε αὐτὸ ἐδῶ, ὑπάρχει κι ἄλλος κόσμος ποὺ ἀναχωρεῖ». « ῞ Ομως ἐγὼ δὲν ἀναχωρῶ, θὰ ἐπιστρέψω ἀμέσως». «Προχωρῆστε!» «Τὰ λεϕτά μου!» «Κυρία μου, ἐπιτέλους...» «Θὰ περιμένετε ἐκεῖ-ἀπέναντι, ἐντάξει;» «Θέλω τὰ λεϕτά μου, μωρή...» «Προχωρῆστε, διάολε!» «Θὰ σᾶς δώσω κλήση!» «Προχώρα ἐπιτέλους, Μάξ, προχώρα ἢ θὰ σὲ κοπανήσω μὲ τὴ Μπουγκάτι μου...» «Θὰ μὲ πληρώσετε τώρα; ῎ Η...;» «Δὲ θὰ σέρνω τὶς βαλίτσες ἀπὸ κεῖ-πίσω, κύριε ἀστυνόμε...» «Σᾶς παρακαλῶ, ἀγαπητή μου κυρία, ϕύγετε ἐπιτέλους... Βλέπετε πώς...» ῾ Ο ἀστυνομικός, ἀπελπισμένος, κάνει ἕνα εἶδος ὑπόκλισης ποὺ ἔμαθε στὸ μάθημα χοροῦ χτυπώντας τὰ τακούνια του. ῾ Η κυρία λάμπει ὁλόκληρη. «Μὰ καὶ βέβαια θὰ πληρώσω. Φυσικὰ καὶ θὰ πληρώσω. ῍ Αν αὐτὸς ὁ κύριος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ περιμένει, δὲ θέλω νὰ κάνω κάτι


ΜΕΡΟΣ Δ ΕΥ ΤΕΡΟ: ΒΕΡΟΛΙΝΟ

193

ποὺ ἀπαγορεύεται. ῞ Ολη αὐτὴ ἡ ἀναστάτωση! Θεέ μου, κύριε ἀστυνόμε, θά ᾽ πρεπε αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ τὰ κάνουμε ἐμεῖς οἱ γυναῖκες... ῞ Ολα θὰ λειτουργοῦσαν ρολόι...» Αἴθουσα σταθμοῦ. Σκάλα. Αὐτόματο μηχάνημα ἔκδοσης εἰσιτηρίων γιὰ τὴν ἀποβάθρα. «Νὰ πάρω ἕνα ἢ ὄχι; Πᾶνε πάλι εἴκοσι πϕένιχ. ᾽Αλλὰ μετὰ ἔχει πολλὲς ἐξόδους καὶ θὰ τοὺς χάσω. Θὰ μοῦ τὰ δώσει ἐκεῖνος. Στὴν ἐπιστροϕὴ πρέπει ν ᾽ ἀγοράσω καὶ βουτήματα γιὰ τὸ τσάι. Σαρδέλες κονσέρβα. Ντομάτες. ῾ Ο Γιάχμαν θὰ στείλει τὸ κρασί. Νὰ πάρω καὶ λουλούδια γιὰ τὴ νεαρή; ῎ Οχι καλύτερα, ὄχι, ὅλα αὐτὰ κοστίζουν καὶ κακομαθαίνουν κι ἀπὸ πάνω. — ᾽Αλλὰ στὸ κάτω-κάτω, πλασματάκι εἶναι, θὰ χαρεῖ. Πόσο κάνουν τὰ γαρίϕαλα; Μιὰ δωδεκάδα ἕνα μάρκο; Τί τιμὲς εἶν᾽ αὐτές; Κι αὐτὰ-ἐκεῖ; Ντάλιες εἶν ᾽ αὐτές; ῾ Ωραῖες εἶναι. ῞ Εξι μάρκα καὶ πενήντα πϕένιχ; Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, δῶστε τες. Δὲν ἔρχονται καὶ κάθε μέρα ἀπὸ τὸ Ντούχεροβ». ῾ Η ϕράου Μία Πίνεμπεργκ πηγαινοέρχεται στὴν ἀποβάθρα. ῎ Εχει μαλακό, λίγο πρησμένο πρόσωπο, μάτια περίεργα, γαλάζια καὶ ὠχρά, λίγο ξέθωρα, ἔχει καὶ μιὰ λεπτὴ μύτη σὰ μικροῦ κοριτσιοῦ, λίγο παράξενη, λίγο στραβή, κι ἕνα δυναμικὸ πιγούνι. ᾽ Επίσης εἶναι ξανθιά, πολὺ ξανθιά, τὰ ϕρύδια της βαμμένα σκοῦρα καὶ εἶναι πολὺ ἐλαϕρὰ μακιγιαρισμένη, ἀκριβῶς ὅσο χρειάζεται γιὰ τὸ ἀπογευματάκι, γιὰ νὰ πάει στὸ Σταθμό. ᾽Αλλιῶς τέτοια ὥρα δὲ βρίσκεται ποτὲ ἐκτὸς σπιτιοῦ. Θεέ μου, τὸ καλὸ ἀγόρι, σκέϕτεται συγκινημένη, ἐπειδὴ ξέρει πὼς τώρα πρέπει νὰ εἶναι κάπως συγκινημένη, ἀλλιῶς ἡ ὅλη κατάσταση τῆς ἀναμονῆς θὰ ἦταν πολὺ ἐνοχλητική. Εἶναι ἄραγε πάντα τὸ ἴδιο ἀνόητος; Σίγουρα. Ποιός παντρεύεται ἕνα κορίτσι ἀπὸ 13

H ANS FALLADA , Καὶ τώρα, ἀνθρωπάκο;


194

HANS FALLADA , ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ;

τὸ Ντούχεροβ; ᾽ Ενῶ θὰ μποροῦσα νὰ τὸν κάνω ἄνθρωπο σωστὸ καὶ νὰ μοῦ εἶναι χρήσιμος... Τέλος πάντων, ἂς ξεπουπουλιαστεῖ πρῶτα καὶ θὰ δοῦμε ἂν τοῦ ἀρέσει. ῾ Η γυναίκα του... κι ἐκείνη μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει τελικά... ἂν εἶναι καμιὰ ἄβγαλτη... ᾽Ακόμα καλύτερα ἂν εἶναι ἄβγαλτη. ῾ Ο Γιάχμαν λέει πάντα πὼς ἡ συντήρηση τοῦ σπιτιοῦ κοστίζει ἀκριβά. ῎ Ισως νὰ ἀπολύσω τὴ Μέλερ. Θὰ δοῦμε. Δόξα Σοι ὁ Θεός, ἔϕτασε τὸ τρένο... «Καλημέρα, Χάνς», λέει ἀπαστράπτουσα. «Φαίνεσαι σὲ πολὺ καλὴ ϕόρμα, ἀγόρι μου. Μᾶλλον τὸ ἐμπόριο τοῦ ἄνθρακα εἶναι ὑγιεινὴ δραστηριότητα. Δὲν ἐμπορεύεσαι ἄνθρακα; ῎ Ετσι νόμιζα. Ναί, ναί, μπορεῖς νὰ μὲ ϕιλήσεις, τὸ κραγιόν μου δὲν ξεβάϕει. Κι ἐσύ, Μανάρι. Ναί, τὰ λουλούδια εἶναι γιὰ σένα. Ντάλιες. ῾ Ωραῖες δὲν εἶναι; Φυσικά, ἐσένα ἀλλιῶς σὲ ϕανταζόμουν...» ᾽Αγκαλιάζει τὸ Μανάρι ἀπὸ ἀπόσταση. «Λοιπόν, μαμά», ρωτᾶ τὸ Μανάρι χαμογελώντας, «πῶς μὲ ϕανταζόσουν;» « ῎ Αχ, ξέρεις, ἔρχεσαι ἀπὸ τὴν ἐπαρχία καὶ τὶς λαγκαδιές, σὲ λένε ῎ Εμα καὶ σὲ ϕωνάζει Μανάρι... Σίγουρα θὰ ϕορᾶτε ἀκόμα ϕανελένια ἐσώρουχα στὴν Πομερανία. ῎ Οχι, Χάνς, πές μου, πῶς μπορεῖς νὰ ϕωνάζεις αὐτὸ τὸ νεαρὸ κορίτσι “Μανάρι”...; Μὰ αὐτὴ μὲ τὸ στητό της στῆθος καὶ τὸ περήϕανο βλέμμα εἶναι σωστὴ Βαλκυρία... ῏ Ω Θέ μου, μὰ μὴν κοκκινίζεις, γιατὶ ἀλλιῶς θὰ σκεϕτῶ ἀμέσως: ἄ, ναί, Ντούχεροβ...» «Δὲν κοκκινίζω καθόλου», λέει τὸ Μανάρι γελώντας. «Φυσικὰ κι ἔχω στητὸ στῆθος. Καὶ βλέμμα περήϕανο! Κυρίως σήμερα. Βερολίνο! Μάντελ! Καὶ τέτοια πεθερά! Μόνο ποὺ δὲ ϕορῶ ϕανελένια ἐσώρουχα». «Ναί, καὶ μιὰ ποὺ εἴπαμε ϕανελένια ἐσώρουχα — ἀλήθεια ποῦ εἶναι οἱ ἀποσκευές σας; Τὸ καλύτερο θὰ


ΜΕΡΟΣ Δ ΕΥ ΤΕΡΟ: ΒΕΡΟΛΙΝΟ

195

ἦταν νὰ μᾶς τὶς παραδώσουν στὸ σπίτι. ῍ Η μήπως ἔχετε ἔπιπλα;» «Δὲν ἔχουμε ἀκόμα ἔπιπλα, μαμά. Δὲ ϕτάσαμε ἀκόμα ὣς ἐκεῖ». «Δὲν ὑπάρχει βιασύνη. Θὰ ἔχετε στὸ σπίτι μου ἕνα πριγκιπικὰ ἐπιπλωμένο δωμάτιο. Σᾶς τὸ λέω, θὰ εἶστε στὰ πούπουλα. Καλύτερα νὰ ἔχεις λεϕτὰ παρὰ ἔπιπλα. ᾽ Ελπίζω νὰ ἔχετε κι ἐσεῖς πολλὰ λεϕτά». «Καὶ πῶς νὰ ἔχουμε;» γκρινιάζει ὁ Πίνεμπεργκ καὶ σκουντάει τὸ Μανάρι. «Πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ βάλουμε στὴν ἄκρη; ῞ Ενας ϕτωχὸς ὑπάλληλος ποὺ μόλις παντρεύτηκε εἶμαι. Πανὶ μὲ πανί. Πόσα πληρώνει ὁ Μάντελ;» «Ποιός; ῾ Ο Μάντελ;» «Μὰ ναί, τὸ πολυκατάστημα Μάντελ ὅπου μοῦ βρῆκες δουλειά». « ῎ Εγραψα Μάντελ; Δὲ θυμᾶμαι καθόλου. Πρέπει νὰ μιλήσεις τὸ βράδυ μὲ τὸν Γιάχμαν. Αὐτὸς ξέρει». «Τὸν Γιάχμαν...;» «Λοιπόν, ἐλᾶτε τώρα νὰ πάρουμε ταξί. ᾽Απόψε ἔχω μιὰ μικρὴ μάζωξη, δὲν πρέπει ν᾽ ἀργήσουμε πολύ. Θέλουμε νὰ πιοῦμε καὶ καϕέ, καὶ ἡ Μέλερ σήμερα βρῆκε νὰ μ᾽ ἀϕήσει στὰ κρύα τοῦ λουτροῦ. Πήγαινε, Χάνς, νά τὸ γκισὲ τῆς ὑπηρεσίας ἀχθοϕόρων. Καὶ πές τους νὰ μὴν παραδώσουν τίποτε πρὶν ἀπὸ τὶς ἕντεκα ἡ ὥρα, δὲ μοῦ ἀρέσει νὰ μοῦ χτυποῦν τὰ κουδούνια πρὶν ἀπὸ τὶς ἕντεκα». Οἱ δυὸ γυναῖκες μένουν γιὰ λίγο μόνες. «Σοῦ ἀρέσει νὰ κοιμᾶσαι μέχρι ἀργὰ τὸ πρωί, μαμά;» ρωτᾶ τὸ Μανάρι γιὰ νὰ πεῖ κάτι. «Φυσικὰ καὶ μοῦ ἀρέσει. ᾽ Εσένα ὄχι; ῞ Ολοι πρέπει νὰ κοιμοῦνται τὸ πρωί. ᾽ Ελπίζω νὰ μὴν κλωθογυρίζεις ἀπὸ τὶς ὀχτὼ μὲς στὸ διαμέρισμα». «Καὶ βέβαια μοῦ ἀρέσει νὰ κοιμᾶμαι τὸ πρωί.


196

HANS FALLADA , ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ;

᾽Αλλὰ ὁ Μικρὸς πρέπει νὰ εἶναι στὴν ὥρα του στὴ δουλειά». «῾ Ο μικρός, ποιός μικρός; ῎ Α, ναί, ὁ Μικρός! Τὸν λὲς Μικρό; ᾽ Εγὼ τὸν ϕωνάζω Χάνς. Στὴν πραγματικότητα λέγεται Γιοχάνες, ὁ γερο-Πίνεμπεργκ τὸ ἤθελε ἔτσι. — ᾽Αλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι λόγος νὰ σηκώνεσαι τόσο πρωί! Εἶναι μιὰ προκατάληψη τῶν ἀνδρῶν. Μποροῦν κάλλιστα νὰ ἑτοιμάσουν τὸν καϕέ τους καὶ νὰ βουτυρώσουν τὸ ψωμί τους μόνοι τους. Νὰ τοῦ πεῖς μόνο νὰ μὴν κάνει θόρυβο. Παλιὰ δὲν πρόσεχε καθόλου». «Μὲ μένα ποτέ!» εἶπε τὸ Μανάρι ἀποϕασιστικά. «Μὲ μένα ἦταν πάντα ὁ πιὸ περιποιητικὸς ἄντρας τοῦ κόσμου». «᾽Απὸ πότε εἶστε παντρεμένοι...; Μὴ λὲς τίποτε, Μανάρι. ῎ Α, Μανάρι, πρέπει νὰ δῶ πῶς θὰ σὲ ϕωνάζω. Μπρουνχίλντε...; Μπά, πολὺ ὑπερβολικό, θὰ δῶ. — ῞ Ολα ἐντάξει, γιέ μου; Στὴν πραγματικότητα εἶναι λίγο ντροπιαστικὸ νὰ ἔχω τόσο μεγάλο γιό... ᾽ Εντάξει, τώρα εἶναι λίγο καλύτερα ἀπ ᾽ ὅ,τι πρὶν ἀπὸ δυὸ χρόνια. Στὸ μεταξὺ ἔχω μεγαλώσει κι ἐγὼ λίγο. ᾽ Εμπρός, στὸ ταξί!» «῾ Οδὸς Σπένερ 92», λέει ὁ Πίνεμπεργκ στὸν ὁδηγό. Κι ἀϕοῦ κάθισαν: « ῎ Εχεις καλεσμένους ἀπόψε, μαμά; Θὰ μποροῦσες τουλάχιστον...» Σταματᾶ. «Θὰ μποροῦσα τί;» τὸν ἐνθαρρύνει ἡ μάνα του. «Σ ᾽ ἐνοχλεῖ; Πρὸς τιμήν σας; Αὐτὸ ἤθελες νὰ πεῖς, ἔ; ῎ Οχι, γιέ μου, πρῶτον, δὲν ἔχω λεϕτὰ γιὰ κάτι τέτοιο, καὶ δεύτερον, δὲ θὰ σοῦ ἄρεσε κάν, καὶ τρίτον, δὲν εἶναι γιὰ διασκέδαση, εἶναι γιὰ δουλειά. Ναί, μόνο γιὰ δουλειά». «Δὲν πᾶς πιὰ τὰ βράδια...;» ἀλλὰ ὁ Πίνεμπεργκ κομπιάζει λίγο πάλι. «῏ Ω Θέ μου, Μανάρι!» ἀγανακτεῖ ἡ μάνα του ἀπελπισμένη. «Πῶς μπόρεσα νὰ βγάλω τέτοιο παιδί; Νά


ΜΕΡΟΣ Δ ΕΥ ΤΕΡΟ: ΒΕΡΟΛΙΝΟ

197

τον πάλι ποὺ ἐνοχλεῖται! Μὲ ρωτᾶ ἂν δὲν πηγαίνω πιὰ στὸ μπάρ. ῎ Οχι, γιέ μου, ἐδῶ καὶ χρόνια. Σίγουρα θὰ σοῦ εἶπε καὶ σένα πὼς πηγαίνω στὸ μπὰρ καὶ πὼς εἶμαι σερβιτόρα σὲ μπάρ; ῎ Οχι, δὲ σοῦ τὸ εἶπε; Πές μου λοιπόν!» «Ναί, κάτι μοῦ εἶπε...», λέει τὸ Μανάρι διστακτικά. «῾ Ορίστε λοιπόν!» λέει ἡ μητέρα τοῦ Πίνεμπεργκ μὲ θριαμβευτικὸ ὕϕος. Ξέρεις, ὁ γιός μου ὁ Χὰνς περνᾶ τὸν μισό του καιρὸ μὲ τὸ νὰ ϕαντάζεται κι αὐτὸς ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι διάϕορα γιὰ τὰ ἐλαττώματα τῆς μάνας του. Εἶναι πολὺ περήϕανος γιὰ τὰ βάσανά του. Καὶ θὰ ἦταν ἐντελῶς εὐτυχισμένος μέσα στὴ δυστυχία του ἐὰν ἐπιπλέον ἦταν νόθο παιδί. ᾽Αλλὰ ἀτύχησες, γιέ μου, δὲν εἶσαι νόθος, καὶ ἤμουν πάντα πιστὴ στὸν γερο-Πίνεμπεργκ, τόσο ἠλίθια ἤμουν». «Σὲ παρακαλῶ, μαμά...!» διαμαρτύρεται ὁ Πίνεμπεργκ. ῏ Ω Θεέ μου, πόσο ὄμορϕα εἶναι, σκέϕτεται τὸ Μανάρι. Εἶναι ὅλα πολὺ καλύτερα ἀπ ᾽ ὅ,τι ϕανταζόμουν. Κι αὐτὴ δὲν εἶναι καὶ τόσο κακιά! Καὶ ρωτᾶ: «Μαμά, μοῦ ἐπιτρέπεις νὰ δώσω ἕνα ϕιλὶ στὸν Μικρό; Εἶμαι τόοοοσο εὐτυχισμένη...» «᾽ Εμπρὸς λοιπὸν οἱ δυό σας...», λέει ἡ κυρία Πίνεμπεργκ. «Μὰ μοῦ πέϕτει κι ἐμένα λόγος», παρατηρεῖ ὁ Πίνεμπεργκ. «Δὲ σοῦ πέϕτει καθόλου, Μικρέ, καθόλου! — Χαίρομαι τόοοοσο πολύ. ῾ Η μητέρα σου εἶναι τελείως, τελείως διαϕορετική...» «Λοιπόν, Μανάρι. Μακάρι νά ᾽ ξερα πῶς ἀλλιῶς νὰ σὲ ϕωνάζω. ῾ Η ἱστορία τοῦ μπὰρ εἶναι πολὺ διαϕορετική. Πρῶτ ᾽ ἀπ ᾽ ὅλα πάει δέκα χρόνια πίσω, κι ὕστερα ἦταν ἕνα πολὺ μεγάλο μπὰρ μὲ τέσσερις-πέντε σερβιτόρες κι ἕναν μπάρμαν. Καὶ καθὼς κάναν πάντα


198

HANS FALLADA , ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ;

ἀπάτες μὲ τὰ ποτὰ κι ἔδιναν ψεύτικες ἀποδείξεις καὶ δὲν ἔβγαινε ποτὲ ὁ ἀκριβὴς ἀριθμὸς τῶν μπουκαλιῶν τὸ πρωί, δέχτηκα τὴ θέση κατὰ κάποιον τρόπο γιὰ νὰ κάνω χάρη στοὺς ἰδιοκτῆτες. ῎ Ημουν ἕνα εἶδος ἐπιστάτριας, ἐπιθεωρήτριας...» «᾽Αλλά, Μικρέ μου, πῶς μπορεῖς...;» «Θὰ σοῦ πῶ ἐγὼ πῶς. Μιὰ ϕορὰ μὲ κατασκόπευε ἀπὸ τὴν εἴσοδο μέσα ἀπ ᾽ τὶς κουρτίνες...» «Δὲν κατασκόπευα καθόλου!» «Βεβαίως, Χάνς, μὲ κατασκόπευες, μὴ λὲς ψέματα. Καὶ ϕυσικὰ ποῦ καὶ ποῦ συνέβαινε νὰ πίνω ἕνα ποτήρι σαμπάνιας μὲ τοὺς πελάτες ποὺ γνώριζα...» «Σνάπς», λέει πολὺ σοβαρὸς ὁ Πίνεμπεργκ. «Μοῦ ἀρέσει νὰ πίνω πότε-πότε ἕνα λικεράκι. Σίγουρα θὰ πίνει κι ἡ γυναίκα σου». «῾ Η γυναίκα μου δὲν πίνει σταγόνα ἀλκοόλ». «᾽Αλήθεια δὲν πίνεις; Εἶσαι ἔξυπνη, Μανάρι. Τὸ δέρμα δὲ σουϕρώνει τόσο γρήγορα. Καὶ γιὰ τὸ στομάχι εἶναι καλύτερα. Κι ἐπίσης, μὲ παχαίνει τὸ λικέρ... Μιὰ ϕρίκη!» «Καὶ τί εἴδους μάζωξη ἔχεις ἀπόψε γιὰ δουλειές;» ρωτᾶ ὁ Πίνεμπεργκ. «Κοίτα τον, Μανάρι. Σωστὸς εἰσαγγελέας! Στὰ δεκαπέντε του ἤδη ἦταν ἔτσι: “Ποιός ἦταν ὁ κύριος ποὺ ἔπινες καϕὲ μαζί του σήμερα; Βρῆκα μιὰ γόπα μὲς στὸ τασάκι”. Τέτοιο γιὸ ἔχω». «Μὰ ἐσὺ ἡ ἴδια ἤθελες νὰ μᾶς μιλήσεις γιὰ τὴ μάζωξη, μαμά!» «᾽Αλήθεια; ᾽ Εγὼ τὸ ἤθελα; ῍ Ε λοιπόν, τώρα δὲ θέλω κουβέντα γι᾽ αὐτό. ῞ Οταν βλέπω τὰ μοῦτρα σου, δὲν ἔχω καμιὰ ὄρεξη. ῎ Ετσι κι ἀλλιῶς δὲν εἶστε ὑποχρεωμένοι νὰ παρευρίσκεστε». «Μὰ τί συμβαίνει;» ρωτᾶ τὸ Μανάρι ξαϕνιασμένο. «Πρὶν λίγο ἤμασταν εὐτυχισμένοι».


ΜΕΡΟΣ Δ ΕΥ ΤΕΡΟ: ΒΕΡΟΛΙΝΟ

199

«Πρέπει πάντα αὐτὸ τὸ παλιόπαιδο νὰ ξεκινᾶ μὲ τὴν ἱστορία τοῦ μπάρ», λέει ἡ ϕράου Πίνεμπεργκ ἡ πρεσβύτερη ἐξοργισμένη. «Κάθε ϕορὰ τὰ ἴδια. Χρόνια ὁλόκληρα». «Συγγνώμη, δὲν ἄρχισα ἐγώ, ἐσὺ ἄρχισες», λέει ὁ Πίνεμπεργκ θυμωμένος. Τὸ Μανάρι κοιτάζει μιὰ τὸν ἕναν καὶ μιὰ τὴν ἄλλη. Αὐτὸν τὸν τόνο στὴ ϕωνὴ τοῦ Μικροῦ της δὲν τὸν ἀναγνωρίζει. «Τὰ βλέπεις, Μανάρι», λέει ἡ κυρία Πίνεμπεργκ μελαγχολικά. «Αὐτὸ θὰ πεῖ οἰκογένεια, γι᾽ αὐτὸ ἔχει κανεὶς γιό. Μὴ τυχὸν καὶ κάνεις παιδιὰ μόνο, ποτέ, ἀλλὰ εἶσαι ἀρκετὰ ἔξυπνη γιὰ κάτι τέτοιο. ᾽ Εγὼ τότε ἤμουν ἀκόμη ἐντελῶς κουτή». «Καὶ ποιός εἶναι ὁ Γιάχμαν;» ρωτᾶ ὁ Πίνεμπεργκ ἐντελῶς ἀσυγκίνητος μπροστὰ σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς διαχύσεις, καὶ ὁ τόνος τῆς ϕωνῆς του δὲν εἶναι καθόλου ϕιλικός. «Μικρέ!» ϕωνάζει τὸ Μανάρι. «῾ Ο Γιάχμαν;» ρωτᾶ ἡ Μία Πίνεμπεργκ καὶ τὰ ξέθωρα μάτια της πετοῦν ἐπικίνδυνες σπίθες! «῾ Ο Γιάχμαν εἶναι ὁ τωρινός μου ἐραστής, μαζί του κοιμᾶμαι. Εἶναι ὁ προσωρινὸς ἀντικαταστάτης τοῦ πατέρα σου, υἱέ μου Χάνς, νὰ τοῦ ϕέρεσαι μὲ σεβασμό!» Ρουϕᾶ τὴ μύτη της. «Θεέ μου, τὸ ἀγαπημένο μου μαγαζὶ ντελικατέσεν. Σταματῆστε μιὰ στιγμή, ὁδηγέ!» Καὶ ἤδη ἔχει βγεῖ ἀπ ᾽ τὸ ἁμάξι. «Βλέπεις, Μανάρι;» λέει ὁ Γιοχάνες Πίνεμπεργκ μὲ μεγάλη ἱκανοποίηση. «Αὐτὴ εἶναι ἡ μητέρα μου. Τέτοια εἶναι». «Μὰ πῶς μπόρεσες, Μικρέ;!» εἶπε τὸ Μανάρι. Καὶ γιὰ πρώτη ϕορὰ τοῦ ἔχει θυμώσει πραγματικά.


200

HANS FALLADA , ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ;

Αὐθεντικὸ γαλλικὸ πριγκιπικὸ κρεβάτι πλὴν ὅμως πανάκριβο. Οἱ Πίνεμπεργκ πλένουν τὰ πιάτα, ὁ Γιάχμαν δὲν ἔχει ἰδέα περὶ τῆς θέσεως ἐργασίας καὶ τὸ Μανάρι ἀναγκάζεται νὰ παρακαλέσει

῾ Η πρώτη ἔκπληξη γιὰ τοὺς δύο νέους ἦταν τὸ κουδούνι στὴν εἴσοδο τοῦ διαμερίσματος τῆς ὁδοῦ Σπένερ 92, δεύτερος ὄροϕος. ῏ Ηταν ἀπὸ μπροῦντζο, τὰ γράμματα μαῦρα, τὸ μικρὸ ὄνομα ξεκινοῦσε μὲ ἕνα «Χ», τὸ ἐπίθετο μὲ ἕνα «Γ». Μὲ λίγα λόγια, ὁ Χόλγκερ Γιάχμαν ἔμενε ἐδῶ, ϕυσικὰ καὶ ἡ ϕράου Μία Πίνεμπεργκ, πρῶτον γιατὶ ἐκείνη μόλις ξεκλείδωσε τὴν πόρτα, καὶ δεύτερον γιατὶ κάτω ἀπὸ τὸ κουδούνι ἦταν στερεωμένη μιὰ ἐπισκεπτήρια κάρτα μὲ τ ᾽ ὄνομά της. Τὸ Μανάρι δὲν κοιτοῦσε τὸν Μικρό, ὁ Μικρὸς δὲν κοιτοῦσε τὸ Μανάρι του. Τὸ Μανάρι σκεϕτόταν: ῍ Ε ὄχι, αὐτὸ ἔπρεπε νὰ μᾶς τὸ εἶχε γράψει, ὅτι δὲν ἔχει δικό της σπίτι, θὰ μπορούσαμε νὰ εἴχαμε βρεῖ κάτι δικό μας... ῾ Ο Μικρὸς ὅμως: ῞ Ωστε ὑπενοικιάζει στὸν ἐραστή της. Κι ἐμεῖς θὰ ὑπενοικιάζουμε στὴν ἐρωμένη τοῦ ἐραστῆ... Τὸ Μανάρι ἦταν τόσο ἐνθουσιασμένο μὲ τὴ μητέρα. Θὰ δεῖ μόνη της ὅμως... ῾ Η κυρία Πίνεμπεργκ ἄνοιξε τὴν πόρτα ἑνὸς δωματίου καὶ ἀνήγγειλε μὲ θριαμβευτικὸ ὕϕος: «Αὐτὸ θὰ εἶναι στὸ ἑξῆς τὸ δωμάτιό σας». ῎ Αναψε τὸ ϕῶς καὶ ἡ κόκκινη λάμψη μιᾶς λάμπας ἀναμείχθηκε μὲ τὸ μισοσκόταδο αὐτῆς τῆς σεπτεμβριανῆς ἡμέρας. Θὰ μποροῦσες νὰ τὸ πεῖς πριγκιπικό. ῏ Ηταν πραγματικὰ πριγκιπικό! Τὸ κρεβάτι ἦταν ὑπερυψωμένο σὲ βάθρο, κρεβάτι


ΜΕΡΟΣ Δ ΕΥ ΤΕΡΟ: ΒΕΡΟΛΙΝΟ

201

ϕαρδύ, ἀπὸ ἐπιχρυσωμένο ξύλο, μὲ ἀνάγλυϕα ἀγγελάκια καὶ στολίδια. Μὲ κλινοσκέπασμα ἀπὸ κόκκινο μετάξι κι ἕνα εἶδος λευκῆς γούνας στὰ σκαλοπάτια. Καὶ ὡς ἐπιστέγασμα ὅλων, μὲ οὐρανό. Σωστὸ μαυσωλεῖο, ἕνα κρεβάτι μεγαλοπρεπές... «῏ Ω Θεέ μου!» ἦταν τὸ πρῶτο ποὺ εἶπε τὸ Μανάρι καὶ σ ᾽ αὐτὴν τὴ νέα της κατοικία. ᾽Αλλὰ ἐδῶ δὲν ὑπῆρχε ἡ ἀνθισμένη ἐξοχὴ γιὰ νὰ κοιτᾶς ἔξω τὴ θέα, κι ἔτσι συμπλήρωσε ἤρεμα: «Παραεῖναι ϕίνο γιὰ μᾶς. ᾽ Εμεῖς εἴμαστε πολὺ ἁπλοὶ ἄνθρωποι». « ῞ Ολα εἶναι αὐθεντικά», εἶπε ἡ κυρία Πίνεμπεργκ περήϕανη. «Λουὶ σέιζ ἢ ροκοκό, δὲ θυμᾶμαι πιά, πρέπει νὰ ρωτήσετε τὸν Γιάχμαν. ᾽ Εκεῖνος μοῦ τὸ χάρισε». Τὸ χάρισε, σκέϕτονται καὶ οἱ δυό, ἑπομένως τῆς ἀνήκει τὸ διαμέρισμα... ᾽Αλλὰ ἡ ἐπιγραϕὴ στὸ κουδούνι; «Τὸ νοίκιαζα πάντα μέχρι τώρα», συνέχισε ἡ ϕράου Μία Πίνεμπεργκ. «Φαίνεται καταπληκτικό, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι καὶ τόσο ἄνετο. Τὶς περισσότερες ϕορές, σὲ ξένους. ᾽Απὸ τὸ μικρὸ δωματιάκι ἀπέναντι ἔπαιρνα πάντα διακόσια μάρκα τὸ μήνα. ᾽Αλλὰ ποιός πληρώνει στὶς μέρες μας πιὰ τόσα; Θὰ σᾶς τὸ ἀϕήσουμε γιὰ ἑκατὸ μάρκα. Τὸ μικρὸ δωμάτιο ἀπέναντι μπορεῖτε ἐπίσης νὰ τὸ χρησιμοποιεῖτε, μόνο ὄχι τὰ βράδια, τὰ βράδια τὸ χρειάζομαι συνήθως ἐγώ». «Σίγουρα ἀδυνατῶ νὰ πληρώσω ἑκατὸ μάρκα ἐνοίκιο, μαμά», ἐξηγεῖ ὁ Πίνεμπεργκ. «Μὰ γιατί ὄχι; ῾ Εκατὸ μάρκα δὲν εἶναι δὰ καὶ τόσο ἀκριβὰ γιὰ ἕνα τόσο κομψὸ δωμάτιο. Μπορεῖτε νὰ κάνετε καὶ χρήση τοῦ τηλεϕώνου». «Δὲ χρειάζομαι τηλέϕωνο. Δὲν ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ κομψὸ δωμάτιο», εἶπε ἐκνευρισμένος ὁ Πίνεμπεργκ. «Οὔτε κὰν ξέρω πόσα θὰ παίρνω καὶ μοῦ μιλᾶς γιὰ ἑκατὸ μάρκα νοίκι;»


202

HANS FALLADA , ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ;

«Πᾶμε λοιπὸν νὰ πάρουμε τὸν καϕέ μας», εἶπε ἡ ϕράου Πίνεμπεργκ κι ἔσβησε τὸ ϕῶς. « ῍ Αν δὲν ξέρεις πόσα θὰ βγάζεις, ἴσως καὶ νὰ μπορεῖς νὰ δίνεις ἑκατὸ μάρκα τὸ μήνα. ᾽Αϕῆστε ἐδῶ τὰ πράγματά σας. Τὸ νιπτήρα ἐδῶ καλύτερα νὰ μὴν τὸν χρησιμοποιεῖτε. ᾽ Εξάλλου στὸ μπάνιο μὲ τὸ ζεστὸ νερὸ εἶναι πολὺ πιὸ ἄνετα. Δὲν ξέρω, κάτι δὲν πήγαινε καλὰ μὲ τὸ νιπτήρα, μόλις ἀκουμποῦσες ἔπεϕτε ἢ κάτι τέτοιο». «Εἶναι ἁπλῶς στηριγμένος στὸν τοῖχο», λέει ὁ Πίνεμπεργκ σκυθρωπὸς μετὰ ἀπὸ μικρὴ ἔρευνα. «Δὲν ἔχει πόδια στὴν πίσω πλευρά...». «῾ Ορίστε λοιπόν!» λέει ἡ ϕράου Πίνεμπεργκ. «Τὸ ἤξερα, δὲν κάνει ν ᾽ ἀκουμπήσεις. Ξέρετε κάτι, προτιμοῦμε νὰ παίρνουμε τὸν καϕέ μας στὴν κουζίνα, ἔτσι δὲ χρειάζεται νὰ κουβαλᾶμε πέρα-δῶθε τὰ ϕλιτζάνια καὶ τὰ πιάτα. Χαμένος κόπος. Καὶ ἄκου, Μανάρι, ἡ παραδουλεύτρα μου ἡ Μέλερ μ᾽ ἄϕησε σήμερα στὰ κρύα τοῦ λουτροῦ, μπορεῖς νὰ μὲ βοηθήσεις λίγο στὶς προετοιμασίες; Δὲ σὲ πειράζει, ἔ;» «Θὰ τὸ κάνω εὐχαρίστως, μητέρα», εἶπε τὸ Μανάρι. «Μὲ μεγάλη εὐχαρίστηση. ῍ Ας ἐλπίσουμε μόνο πὼς θὰ εἶμαι ἀρκετὰ ἐπιδέξια, δὲν εἶμαι καὶ τόσο καλὴ νοικοκυρά». Μετὰ ἀπὸ λίγο, ἡ εἰκόνα στὴν κουζίνα ἔχει ὡς ἑξῆς: Πάνω σὲ μιὰ ἐλαϕρῶς σπασμένη πολυθρόνα ἀπὸ μπαμποὺ κάθεται ἡ πρεσβύτερη κυρία Πίνεμπεργκ καὶ καπνίζει τὸ ἕνα τσιγάρο μετὰ τὸ ἄλλο. Καὶ στὸ νεροχύτη, τὸ νεαρὸ ζεῦγος Πίνεμπεργκ πλένει τὰ πιάτα. Τὸ Μανάρι πλένει κι ἐκεῖνος σκουπίζει. ῞ Ενα βουνὸ ἀπὸ ἄπλυτα πιάτα τοὺς περιμένει, κατσαρόλες μὲ ἀποϕάγια σ ᾽ ὅλες τὶς γωνιές, ἕνα πλῆθος ἀπὸ ϕλιτζάνια, ἕνα σωρὸ κρασοπότηρα, ϕλιτζάνια τοῦ καϕέ, πιατέλες, μαχαιροπίρουνα, μαχαιροπίρουνα, μαχαιροπίρουνα. Σίγουρα δὲν ἔχουν πλυθεῖ ἐδῶ καὶ δεκαπέντε μέρες.


ΜΕΡΟΣ Δ ΕΥ ΤΕΡΟ: ΒΕΡΟΛΙΝΟ

203

῾ Η ϕράου Πίνεμπεργκ ἀνοίγει κουβέντα μὲ τοὺς δυὸ νεαρούς. «Μ ᾽ αὐτὴν τὴ Μέλερ, πάλι τὰ ἴδια! Συνήθως δὲ μπαίνω ποτὲ στὴν κουζίνα, καὶ νά τὸ χάλι ποὺ ἀϕήνει! ᾽Αναρωτιέμαι γιατί τὴν τρέϕω μὲ τὰ λεϕτά μου, θὰ τὴν ἀπολύσω αὔριο κιόλας. Χάνς, γιέ μου, πρόσεξε λίγο μὴ μείνουν χνούδια ἀπ ᾽ τὴν πετσέτα στὰ ποτήρια τοῦ κρασιοῦ. ῾ Ο Γιάχμαν εἶναι ἐξαιρετικὰ εὐαίσθητος σ ᾽ αὐτὸ τὸ θέμα, εἶναι ἱκανὸς νὰ τὰ πετάξει στὸν τοῖχο. Καὶ μόλις τελειώσουμε τὸ πλύσιμο τῶν πιάτων, θὰ ἑτοιμάσουμε ἀμέσως τὸ βραδινό. ῎ Οχι σπουδαῖα πράγματα, μερικὰ σαντουιτσάκια, πρέπει νὰ ἔμεινε κάπου κάμποσο ψητὸ βοδινό. Δόξα Σοι ὁ Θεός, νά τος ὁ Γιάχμαν, πρέπει νὰ δώσει κι αὐτὸς ἕνα χεράκι». ῾ Η πόρτα ἀνοίγει καὶ μπαίνει ὁ κύριος Χόλγκερ Γιάχμαν. «Μὰ ποιοί εἶναι αὐτοὶ-ἐδῶ;» ρωτᾶ ἐμβρόντητος κοιτάζοντας τοὺς δυὸ πλύντες. ῾ Ο Γιάχμαν εἶναι ἕνας κολοσσός, ὁ Γιάχμαν εἶναι ἐντελῶς μὰ ἐντελῶς διαϕορετικὸς ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ϕαντάστηκαν οἱ Πίνεμπεργκ. Εἶναι ἕνας ψηλὸς ξανθὸς ἄντρας μὲ γαλάζια μάτια, μὲ πρόσωπο μεγάλο καὶ χαρωπό, ὤμους πολὺ ϕαρδεῖς, ἐνῶ καὶ τώρα ἀκόμα, μολονότι βρισκόμαστε στὸ χειμώνα, δὲ ϕορᾶ γιλέκο οὔτε σακάκι. «Ποιοί εἶναι αὐτοὶ-ἐδῶ;» ρωτᾶ σαστισμένος, ὄρθιος στὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας. «Μήπως αὐτὸ τὸ παλιοκτῆνος ἡ Μέλερ κρέπαρε ἐντέλει μὲ τὰ δικά μας κλεμμένα σνάπς;» «Γοητευτικέ μου Γιάχμαν...!» λέει ἡ ϕράου Πίνεμπεργκ, ἀλλὰ μένει ἥσυχα στὴ θέση της. « ῎ Εχεις μείνει μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτὸ ἀπὸ τὴν κατάπληξη. Πρέπει νὰ μετράω ὅλες αὐτὲς τὶς στιγμὲς ποὺ μένεις μὲ τὸ στόμα ὀρθάνοιχτο. Κι ἐνῶ σοῦ τὸ εἶχα πεῖ καθαρὰ ὅτι περιμένω τὸν γιό μου καὶ τὴ νύϕη μου». «Δὲ μοῦ εἶπες λέξη, Πινεμπεργκερίνα, οὔτε λέξη»,


204

HANS FALLADA , ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ;

ὁρκίζεται ὁ γίγαντας. «Πρώτη ϕορὰ ἀκούω πὼς ἔχεις γιό. Μάλιστα καὶ νύϕη. ᾽Αγαπητὴ κυρία...», τὸ Μανάρι μπροστὰ στὸ νεροχύτη δέχεται στὸ βρεγμένο χέρι της τὸ πρῶτο χειροϕίλημα τῆς ζωῆς της. «᾽Αξιότιμη κυρία, εἶμαι γοητευμένος. Θὰ πλένετε πάντα πιάτα ἐδῶ-μέσα; ᾽ Επιτρέψτε μου!» Τῆς παίρνει ἀπὸ τὰ χέρια τὴν κατσαρόλα. «Φαίνεται ἀπελπιστικὴ ἡ κατάσταση. ᾽Απὸ ᾽ δῶ μέσα ἡ Πινεμπεργκερίνα ἤθελε νὰ κατασκευάσει σόλες μὲ τὰ κατακάθια... ᾽ Εὰν θυμᾶμαι καλὰ κι ἂν ἡ ψόϕια Μέλερ δὲν τὰ πῆρε μαζί της στὸν τάϕο, πρέπει στὸ κάτω ντουλάπι νὰ ὑπάρχουν καθαριστικά. Σᾶς εὐχαριστῶ, νεαρέ, θὰ σϕραγίσουμε τὴ ϕιλία μας μ᾽ ἕνα ποτηράκι σὲ λίγο». «Πῶς τὰ λές, Γιάχμαν!» ἀκούγεται ἡ ϕράου Πίνεμπεργκ ἀπὸ τὸ βάθος. «Προκαλεῖς ὅταν ἰσχυρίζεσαι ὅτι δὲ σοῦ ᾽ χω μιλήσει ποτὲ γιὰ τὸν γιό μου. ᾽ Ενῶ ἐσὺ προσωπικὰ ἔχεις ϕροντίσει νὰ τοῦ βρεῖς δουλειὰ στοῦ Μάντελ ἀπὸ 1ης ᾽ Οκτωβρίου, δηλαδὴ ἀπὸ αὔριο. ῎ Ετσι εἶσ ᾽ ἐσύ, Γιάχμαν». «᾽ Εγώ; ᾽Αποκλείεται!» εἶπε ὁ Γιάχμαν χαμογελώντας μ᾽ ἕνα πλατὺ χαμόγελο. «Ποτὲ δὲν κάνω τέτοια πράγματα, νὰ βρίσκω ἐγὼ δουλειὲς στοὺς καιροὺς ποὺ περνᾶμε. Τὸ ὄνομα Πίνεμπεργκ μόνο προβλήματα δημιουργεῖ. Καὶ εἰδικὰ στὸν Μάντελ, στὸ βρομομάγαζο τοῦ ῾ Εβραίου, τὰ μπέρδεψες, Πίνεμπεργκ, ἄλλος ἦταν. Μήπως ὁ Στρόϕους;» « ῏ Ω Θεέ μου, τί ἄνθρωπος!» ἐξανίσταται ἡ ϕράου Πίνεμπεργκ, «πρὶν ἀπὸ ὀχτὼ βδομάδες μοῦ εἶχες πεῖ πὼς τὸ θέμα εἶχε ταχτοποιηθεῖ κι ὅτι δὲν εἶχα παρὰ νὰ τὸν καλέσω νὰ ἔρθει. Καὶ τώρα ποὺ ἦρθαν, ξαϕνικὰ δὲν ξέρεις τίποτα». «᾽Αλλὰ ἀπατᾶσαι, Πίνεμπεργκ, ἐσὺ καὶ μόνον ἐσὺ τὰ ἐπινόησες! ῎ Ισως κάποια στιγμὴ νὰ σοῦ εἶχα πεῖ ὅτι κάτι μπορεῖ νὰ γίνει, κάτι μοῦ ϕαίνεται πὼς θυ-


ΜΕΡΟΣ Δ ΕΥ ΤΕΡΟ: ΒΕΡΟΛΙΝΟ

205

μᾶμαι, ἀλλὰ γιὰ τὸν γιό σου σίγουρα δὲν εἶπες κουβέντα. Πρέπει νὰ μιλοῦσες γιὰ ἕναν ξάδερϕό σου. Ποτὲ δὲ μοῦ εἶπες ὅτι ἔχεις τόσο μεγάλο γιό». « ῎ Α, ναί;» εἶπε ἐξοργισμένη ἡ κυρία Πίνεμπεργκ. «Καὶ ἀποκλείεται νὰ εἶπα πὼς ταχτοποιήθηκε, ἐγὼ ποὺ εἶμαι τόσο σχολαστικὸς μὲ τὶς ὑποθέσεις μου, εἶμαι ὁ πιὸ τακτικὸς ἄνθρωπος στὸν κόσμο, ὁ πιὸ τυπικός, ὄχι, εἶναι ἀδύνατον. Προχθὲς ἀκόμη ἤμουν μὲ τὸν Λέμαν, τὸν προσωπάρχη τοῦ Μάντελ, σίγουρα κάτι θὰ μοῦ εἶχε ἀναϕέρει σχετικά. ῎ Οχι, Πίνεμπεργκ, ὄχι, πάλι χτίζεις παλάτια στὴν ἄμμο». Οἱ νεαροὶ Πίνεμπεργκ σταμάτησαν ἐδῶ καὶ ὥρα νὰ πλένουν τὰ πιάτα, στέκονται ὄρθιοι καὶ κοιτάζουν μιὰ τὸν ἕναν, μιὰ τὸν ἄλλον. Τὴ μητέρα ποὺ ὁ κολοσσὸς τὴ ϕωνάζει ἁπλὰ Πίνεμπεργκ, καὶ ποὺ μοιάζει ὄντως κάπως ἀνήσυχη, καὶ τὸν γίγαντα Γιάχμαν ποὺ μὲ ἀπίστευτο ρυθμὸ ἀρνεῖται τὰ πάντα καὶ δὲν ἀϕήνει κανέναν ἄλλον νὰ μιλήσει. Καὶ θεωρεῖ τώρα τὸ θέμα λῆξαν, ἅπαξ καὶ διαπαντός. ᾽Αλλὰ εἶναι καὶ ὁ νεαρός, ὁ Γιοχάνες Πίνεμπεργκ, ἐκεῖ, ποσῶς τὸν ἐνδιαϕέρει ὁ Γιάχμαν, δὲν τὸν προσέχει καθόλου, ἤδη δὲν τὸν ἀντέχει, μᾶλλον λέει ἀνοησίες, σκέϕτεται. Κάνει ὅμως τρία βήματα πρὸς τὸ μέρος τῆς μάνας του καὶ κάτωχρος καὶ κομπιάζοντας λίγο, ἀλλὰ πολὺ καθαρά, λέει: «Μαμά, θέλεις νὰ πεῖς ὅτι ξοδέψαμε τόσα λεϕτὰ γιὰ νὰ ἔρθουμε ἀπὸ τὸ Ντούχεροβ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ μᾶς ρίξεις στάχτη στὰ μάτια; Μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἤθελες νὰ νοικιάσεις τὸ γαλλικό σου κρεβάτι γιὰ ἑκατὸ μάρκα...;» «Μικρέ!» ϕωνάζει τὸ Μανάρι. ᾽Αλλὰ ὁ Μικρὸς πῆρε ϕόρα: «Καὶ ἐπειδὴ χρειαζόσουν κάποιον νὰ σοῦ πλύνει τὰ πιάτα; Εἴμαστε ϕτωχοὶ ἄνθρωποι τὸ Μανάρι κι ἐγὼ καὶ πιθανῶς νὰ μὴ δικαιοῦμαι ἐδῶ οὔτε κὰν τὸ ἐπίδομα ἀνεργίας, καὶ τώρα


206

HANS FALLADA , ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ;

τί... τί...;» Ξαϕνικὰ τὸν πιάνει λόξυγγας. «Στὸ Θεό σου! Τί θὰ κάνουμε τώρα;» Κοιτάζει γύρω του τὴν κουζίνα. «Καλά, καλά, καλά», λέει ἡ μάνα του, «μὴν ἀρχίζεις τὰ κλάματα. Δὲν πρόκειται νὰ πεινάσετε μαζί μου καὶ σίγουρα θὰ βρεθεῖ κάτι. Τὸ ἀκούσατε καὶ μόνοι σας, κι ἐσύ, Μανάρι, δὲν εἶμ᾽ ἐγὼ ὑπεύθυνη γιὰ ὅλη αὐτὴ τὴν ἱστορία, αὐτὸς-ἐδῶ ὁ ἄνθρωπος, ὁ Γιάχμαν, τὰ ἔκανε θάλασσα. Ναί, ὅταν τὸν ἀκοῦς, ὅλα εἶναι μιὰ χαρὰ ταχτοποιημένα κι εἶναι ὁ πιὸ τακτικὸς ἄνθρωπος στὸν κόσμο, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα... ῞ Οπως σὲ βλέπω καὶ μὲ βλέπεις στοιχηματίζω ὅτι ξέχασε πὼς ὁ Στοσούσεν θὰ ϕέρει ἀπόψε τρεῖς ᾽ Ολλανδοὺς κι ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαιτήσει νὰ εἶναι ἐδῶ ὁ Μιλενζίϕεν καὶ ἡ Κλὲρ καὶ ἡ Νίνα... Κι ἔπρεπε νὰ ϕέρεις καὶ καινούργια τράπουλα γιὰ τὰ χαρτιά...» «Τὴν ἀκοῦτε;» λέει ὁ γίγαντας μὲ ὕϕος θριαμβευτικό. «Τέτοια εἶναι ἡ Πίνεμπεργκ. Μοῦ μίλησε γιὰ τρεῖς ᾽ Ολλανδοὺς κι ὅτι ἔπρεπε νὰ καλέσω τὶς κοπέλες. ᾽Αλλὰ κουβέντα γιὰ τὸν Μιλενζίϕεν! ᾽ Εξάλλου τί ἀνάγκη τὸν ἔχουμε; Αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι ἱκανὸς ὁ Μιλενζίϕεν, μπορῶ νὰ τὸ κάνω πολὺ καλύτερα μόνος μου». «Καὶ οἱ τράπουλες γιὰ τὰ χαρτιά, ἀγαπούλα μου;» ρωτᾶ ἡ ϕράου Πίνεμπεργκ ἁρπάζοντας τὴν εὐκαιρία. «Τὶς ἔχω! Τὶς ἔχω! Εἶναι μέσα στὸ παλτό μου. Τέλος πάντων, νομίζω πὼς εἶναι ἐκεῖ ἀϕοῦ τὸ ϕοροῦσα. Πάω ἀμέσως στὸ διάδρομο νὰ δῶ». «Κύριε Γιάχμαν!» λέει τὸ Μανάρι ξαϕνικὰ καὶ τοῦ κόβει τὸ δρόμο. «᾽Ακοῦστε μιὰ στιγμή. Βλέπετε, γιὰ σᾶς δὲ σημαίνει τίποτε ποὺ δὲν ἔχουμε δουλειά. ᾽ Εσεῖς σίγουρα μπορεῖτε πάντα νὰ βγαίνετε ἀπὸ τὴ δύσκολη θέση, εἶστε πολὺ πιὸ ἔξυπνος ἀπὸ ἐμᾶς...» Τὸ Μανάρι παίρνει βαθιὰ ἀναπνοή.


ΜΕΡΟΣ Δ ΕΥ ΤΕΡΟ: ΒΕΡΟΛΙΝΟ

207

«Τ ᾽ ἀκοῦς, Πίνεμπεργκ!» ϕωνάζει πολὺ ἱκανοποιημένος ὁ Γιάχμαν. «᾽Αλλὰ εἴμαστε ἁπλοὶ ἄνθρωποι καὶ μόλις παντρευτήκαμε καὶ θὰ εἴμαστε πολὺ δυστυχισμένοι ἂν ὁ Μικρός μου δὲ βρεῖ δουλειά. Καὶ γι᾽ αὐτὸ σᾶς ζητῶ, ἐὰν μπορεῖτε νὰ τὸ κάνετε, κάντε το, βρεῖτε μας μιὰ δουλειά. Κι ἀμέσως μάλιστα, γιατὶ δὲν ἔχουμε ἀρκετὰ γιὰ νὰ βγάλουμε πάνω ἀπὸ μήνα». «Νεαρή μου κυρία», εἶπε ὁ πανύψηλος ἄντρας μὲ ἔμϕαση, «ξέρετε κάτι; Θὰ τὸ κάνω. Θὰ βρῶ δουλειὰ στὸν Μικρό σας. Πόσα σᾶς χρειάζονται; Πόσα πρέπει νὰ κερδίζει γιὰ νὰ μπορεῖτε νὰ ζεῖτε;» «Μὰ τὰ ξέρεις αὐτά», ἀκούστηκε νὰ λέει ἡ ϕράου Πίνεμπεργκ. «Πωλητὴς στοῦ Μάντελ. Πρὲτ-α-πορτὲ γιὰ ἄνδρες». «Στοῦ Μάντελ; Αὐτὸ θέλετε;» ρωτᾶ ὁ Γιάχμαν ἀνοιγοκλείνοντας τὰ μάτια. «Αὐτὸ εἶναι μαγαζὶ νεομοδίτικο, δὲ μπαίνει καλὸς κόσμος ἐκεῖ. ᾽ Εξάλλου, ἀμϕιβάλλω ἂν θὰ παίρνει πάνω ἀπὸ πεντακόσια μάρκα τὸ μήνα». «Εἶσαι τρελός», λέει ἡ ϕράου Πίνεμπεργκ. «Πωλητὴς γιὰ πεντακόσια μάρκα! Διακόσια. Διακόσια πενήντα τὸ πολύ». Κι ὁ Πίνεμπεργκ ἐπιδοκιμάζει κουνώντας κι αὐτὸς τὸ κεϕάλι. «Μὰ μὲ αὐτὰ δὲ θὰ μπορεῖτε νὰ ζήσετε! ῎ Οχι, ὄχι, θὰ μιλήσω μὲ τὸν Μανασὲ καὶ θὰ σᾶς ἀνοίξουμε ἕνα ὄμορϕο μαγαζάκι στὶς παλιὲς δυτικὲς συνοικίες, κάτι τὸ πρωτότυπο, κάτι ποὺ κανεὶς ἀκόμα δὲν ἔχει σκεϕτεῖ. Θὰ κάνουμε σπουδαῖα πράγματα μαζί, νεαρή μου, πολὺ σπουδαῖα πράγματα». «Σταμάτα τώρα», εἶπε ἡ ϕράου Πίνεμπεργκ ἐκνευρισμένη. «Εἶμαι μέχρις ἐδῶ μὲ τὰ σπουδαῖα σου πράγματα».


208

HANS FALLADA , ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ;

Καὶ τὸ Μανάρι: «Μόνο μιὰ θέση, κύριε Γιάχμαν, μόνο μιὰ θέση μὲ τὸ μισθὸ ποὺ προβλέπεται στὴ συλλογικὴ σύμβαση». « ῍ Αν εἶναι μόνον αὐτό! Κάτι τέτοιο τὸ ἔχω κάνει ἤδη ἑκατοντάδες ϕορές. Στοῦ Μάντελ λοιπόν. Θὰ πάω νὰ δῶ τὸν γερο-Λέμαν, εἶναι τόσο κρετίνος ποὺ θὰ εἶν ᾽ εὐχαριστημένος ποὺ θὰ μπορέσει νὰ μ᾽ ἐξυπηρετήσει». « ῞ Ομως δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχάσετε, κύριε Γιάχμαν. Πρέπει νὰ γίνει ἀμέσως». «Θὰ μιλήσω αὔριο μαζί του. ῾ Ο σύζυγός σας θὰ ξεκινήσει μεθαύριο. Στὸ λόγο τῆς τιμῆς μου. Μιά στιγμή, γιὰ νὰ μὴν ἀγχώνεστε, τὸ πρωὶ θὰ εἶστε στὸ σπίτι; Θὰ σᾶς πάρω τηλέϕωνο, νὰ εἶστε σίγουροι». «Σᾶς εὐχαριστοῦμε, κύριε Γιάχμαν, σᾶς εὐχαριστοῦμε πολύ». « ῞ Ολα καλά, νεαρή μου κυρία. ῞ Ολα πολὺ καλά, ἀλλὰ τώρα πρέπει πραγματικὰ νὰ πάω νὰ δῶ ἂν ἔχω αὐτὲς τὶς καταραμένες τράπουλες... Θά ᾽ παιρνα ὅρκο πὼς ἄϕησα κάπου τὸ πανωϕόρι μου νὰ κρέμεται, ἕνας θεὸς ξέρει ποῦ. Πάντα ἡ ἴδια σκοτούρα τὸ ϕθινόπωρο: δὲ μπορῶ νὰ τὸ συνηθίσω, δὲν τὸ σκέϕτομαι αὐτὸ τὸ πράγμα, πάντα τὸ ἀϕήνω νὰ κρέμεται κάπου. Καὶ τὴν ἄνοιξη ϕορῶ πάντα πανωϕόρια ἄλλων...» ῾ Ο Γιάχμαν ἐξαϕανίζεται στὸ διάδρομο. «Κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος λέει πὼς δὲν ξεχνᾶ τίποτε», παρατηρεῖ ἡ ϕράου Πίνεμπεργκ γιὰ νὰ παρηγορηθεῖ.


Αναζητ'στε το εδ,

       

 www.gutenbergbooks.gr /gutenbergbooks

Hans Fallada - Και Τώρα, Ανθρωπάκο;  

Αρχές της δεκαετίας 1930: Το γερμανικό κράτος αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη του, οι ξένοι πιέζουν, οι μισθοί κατρακυλούν, οι απολύσεις είναι...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you