Page 1


Θεόϕιλος Βέικος

ΟΙ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΙ

GutenberG

᾽Α θήνα 2016


Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

1. ᾽Απὸ τὸν μύθο στὸ λόγο

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ὡς ἐκδήλωση τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ αὐτονόητη. ᾽Αντίθετα, αὐτὴ ἀπαιτοῦσε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ ἀπαιτεῖ πάντοτε ἐξήγηση τῆς γέννησής της, τῆς ἀνάπτυξης καὶ τῆς ὅλης σταδιοδρομίας της διαμέσου τῆς ἱστορίας. ῾ Η ϕιλοσοϕία, ὅπως παρουσιάζεται στὴν ἱστορία τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, δὲν ἦρθε στὸν κόσμο σὰν ἕνα ξαϕνικὸ ξέσπασμα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, σὰν μιὰ ἐπαναστατικὴ καινοτομία, ριζοσπαστικὴ καὶ ξαϕνικὴ ἀλλαγή, παρὰ σὰν ἀποτέλεσμα μιᾶς βαθμιαίας ἀνάπτυξης ποὺ ἄρχισε ἀπὸ παλιά. Εἶναι σὰν νὰ προηγήθηκε μιὰ περίοδος κύησης καὶ κάποτε γεννήθηκε ἡ ϕιλοσοϕία σὰν ἕνας καινούργιος ζωντανὸς ὀργανισμὸς γεμάτος δίψα γιὰ ζωὴ καὶ ἀνάπτυξη. ᾽Απὸ ποιές ἀρχὲς λοιπὸν ξεπήγασε ἡ ϕιλοσοϕία στὴν ῾ Ελλάδα; Ποιά εἶναι ἡ καταγωγὴ τοῦ ϕιλοσοϕικοῦ πνεύματος στὴν παράδοση τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ; Εἶναι ὁ μύθος καὶ ἡ θρησκεία ἀπ ᾽ ὅπου ἀναδύεται βαθμιαῖα ὁ ϕωτεινὸς λόγος, εἶναι ἡ λαμπρότητα, ἡ εὐκινησία καὶ ἡ πλαστικότητα τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος στὰ εὐρύτερα πλαίσια τῆς ὅλης προηγμένης οἰκονομικῆς καὶ πολιτιστικῆς ἀνάπτυξης, ποὺ ἐξηγοῦν τὸ ζωηρὸ θεωρητικὸ ἐνδιαϕέρον τῶν ἀρχαίων ῾ Ελλήνων γιὰ τὸν κόσμο, ἢ τὸ πρακτικὸ καὶ ὀρθολογιστικὸ πνεῦμα, ἡ τάση γιὰ ὀργανωμένη καὶ συστηματικὴ γνώση; Εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ῞ Ελληνες δὲν ἀπέβλεπαν ἁπλὰ


16

Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

καὶ μόνο σὲ πρακτικοὺς σκοπούς, ὅπως π.χ. οἱ Βαβυλώνιοι, ἀλλὰ ἐπιζητοῦσαν γνώση ὀρθολογικὰ καὶ συστηματικὰ ὀργανωμένη, πράγμα ποὺ ἐξηγεῖ γιατί στὴν ῾ Ελλάδα καλλιεργήθηκε βαθμιαῖα ἐπιστημονικὴ γνώση καὶ δὲν συσσωρεύτηκε (ὅπως π.χ. στοὺς Βαβυλώνιους καὶ στοὺς Αἰγύπτιους) ἀσυστηματοποίητη τεχνικὴ καὶ πρακτικὴ γνώση (κυρίως μαθηματικὴ καὶ ἀστρονομική). ῎ Ετσι στὴν ῾ Ελλάδα ἡ ἀνάπτυξη τῆς ϕιλοσοϕίας συνυϕάνθηκε μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐπιστήμης, γιατὶ ἀκριβῶς ὑπῆρξε μεγάλο ἐνδιαϕέρον γιὰ ὅσο γίνεται θεμελιωμένη, ἀκριβολογικὰ καὶ συστηματικὰ ὀργανωμένη γνώση. ᾽Αλλὰ ἡ πρώιμη ϕιλοσοϕικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ σκέψη εἶναι διάχυτη ἀπὸ πολλὰ μυθικὰ στοιχεῖα. Αὐτὸ εἶναι βέβαια εὔλογο. Οἱ πρῶτοι-πρῶτοι ῞ Ελληνες στοχαστὲς ἦταν πολὺ κοντύτερα ἀπὸ ἄλλους (π.χ. τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν ᾽Αριστοτέλη) στὴ μυθική, μαγικὴ καὶ θρησκευτικὴ σκέψη, κι ἐπειδὴ αὐτοὶ ἦταν οἱ πρωτοπόροι, εἶναι ϕυσικὸ οἱ πρῶτες ϕιλοσοϕικὲς δοκιμές, ποὺ αὐτοὶ ἐπιχείρησαν, νὰ περάσουν μέσα ἀπὸ τὴν ἀχλὴ τοῦ μύθου. ᾽Αλλὰ καὶ ὁ Πλάτωνας παρουσιάζει σὲ μεγάλο βαθμὸ μυθικὴ καὶ θρησκευτικὴ σκέψη. ῾ Ο ἴδιος μάλιστα ὁ ᾽Αριστοτέλης πρόβαλε ὁρισμένες ἀπόψεις ποὺ ϕαντάζουν ὁλότελα μυθικές, ὅπως π.χ. ὅτι τὰ οὐράνια σώματα εἶναι ζωντανὰ πλάσματα, ὅτι ὁ ἀριθμὸς 3 ἔχει προτεραιότητα κ.λπ. ῞ Οταν λοιπὸν λέμε πὼς τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν μύθο στὸ λόγο, ἢ ἀπὸ τὴ θρησκεία στὴ ϕιλοσοϕία, ἀποτελεῖ τὴ ληξιαρχικὴ πράξη γέννησης τῆς ἑλληνικῆς καὶ εὐρωπαϊκῆς ϕιλοσοϕίας, ἐννοοῦμε κανονικὰ ἕνα βαθμιαῖο πέρασμα. Εἶναι λάθος νὰ ϕανταζόμαστε τὴ ϕιλοσοϕία νὰ ἀναδύεται ξαϕνικὰ σὰν ἕνας ϕωτεινὸς κόσμος τοῦ λόγου μέσα ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ ζοϕεροῦ μύθου. Δὲν εἶναι δυνατὸ κανένα πέρασμα ἀπὸ τὸν καθαρὸ μύθο στὸν καθαρὸ λόγο. ᾽Απὸ τὸν Παρμενίδη, τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν ᾽Αριστοτέλη ὣς τὸν Λὸκ καὶ τὸν Βιτγκενστάιν, ὁ μύθος ἐξακολουθεῖ νὰ λειτουργεῖ μέσα στὴν ὀρθολογικὴ σκέψη. Μαζὶ λοιπὸν μὲ τὸ παρατηρημένο ἱστορικὸ γεγονὸς ὅτι στὶς ἀπαρ-


Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

17

χὲς τοῦ ϕιλοσοϕικοῦ στοχασμοῦ μύθος καὶ λόγος, θρησκεία καὶ ϕιλοσοϕία εἶναι συνδεδεμένα, πρέπει νὰ λαμβάνουμε ὑπόψη πὼς καὶ σὲ προχωρημένα ἀκόμη στάδια ἀνάπτυξης τῆς ϕιλοσοϕικῆς σκέψης ὁ σύνδεσμος αὐτὸς ποτὲ δὲν λύνεται ὁλότελα. Τὸ σταθερὸ χαρακτηριστικὸ τῆς ϕιλοσοϕικῆς πορείας εἶναι μία συνεχῶς ἀνοιχτὴ διαδικασία μετασχηματισμοῦ τῶν μύθων καὶ μυθικῶν στοιχείων σὲ τάξεις ἐννοιῶν καὶ σὲ ὀρθολογικὰ σχήματα ἑρμηνείας τοῦ κόσμου. Τὸ ζήτημα πῶς καὶ σὲ ποιό μέτρο ἡ γένεση καὶ ἀνάπτυξη τῆς ϕιλοσοϕίας παριστάνει μία πορεία ὀρθολογικοποίησης, κι ἑπομένως ἀπομυθοποίησης τῆς εἰκόνας τοῦ κόσμου, μιὰ καὶ αὐτὸ συνεπάγεται πορεία κατὰ τὴν ὁποία ἐξουδετερώνονται ὁρισμένες καθοδηγητικὲς μυθικὲς εἰκόνες κατανόησης τοῦ κόσμου, θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπιστεῖ μὲ ἀϕετηρία τὸν μύθο. ῞ Οπως λέει ὁ Ernst Cassirer,1 ὁ μύθος «ἀρχίζει μὲ τὴ θεώρηση τῆς σκόπιμης ἐνέργειας – γιατὶ ὅλες οἱ δυνάμεις τῆς ϕύσης δὲν εἶναι παρὰ δαιμονικὲς ἢ θεϊκὲς βουλητικὲς ἐκδηλώσεις». Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐργάζονται, νιώθουν νὰ βρίσκονται μέσα σ ᾽ ἕναν κόσμο ἀπὸ ὄντα ποὺ δροῦν καὶ ποὺ μὲ ὁρισμένα μέτρα εἶναι συνέταιροι τῆς βούλησης καὶ τῆς πράξης τους. ῾ Ο κόσμος παριστάνεται ἔτσι σὰν ἕνα παιχνίδι κοινωνικῶν ρόλων, σὰν ἕνα πλέγμα ἀπὸ κοινωνικόμορϕες συνάϕειες δράσης. ῾ Ο περιβάλλων κόσμος εἶναι «συμπαίκτης τοῦ ἀνθρώπου».2 Τὰ «κοινωνικόμορϕα» μοντέλα παράστασης τοῦ κόσμου, σύμϕωνα μὲ τὰ ὁποῖα ὅλα τὰ πράγματα παριστάνονται νὰ συμμετέχουν μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους σ ᾽ ἕνα παιχνίδι κοινωνικῶν ρόλων καὶ ὁ κόσμος νὰ λειτουργεῖ σύμϕωνα μ᾽ ἕνα κοινωνικὸ σχῆμα (οἰκογένεια, ϕυλή, οἶκος, πολιτεία), δὲν εἶναι τὰ μόνα ποὺ λειτουργοῦν στὴ μυθικὴ σκέψη. Κοντὰ σ ᾽ αὐτὰ 1. Philosophie der symbolischen Formen II. Das mythische Denken, 3η ἔκδ., Darmstadt 1969, 64. 2. G. Kraft, Der Urmensch als Schöpfer, Berlin 1942, 84.


18

Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

λειτουργοῦν «τεχνόμορϕα» μοντέλα (τέχνη μὲ τὴν ἑλληνικὴ σημασία, ὡς ἑτοιμότητα γιὰ τέχνη μὲ μορϕὲς καὶ εἰκόνες ποὺ ξεπηδοῦν ἀπὸ τὴ δημιουργικότητα τοῦ χεριοῦ), σύμϕωνα μὲ τὰ ὁποῖα ὁ κόσμος παριστάνεται σὰν ἕνα ἔργο ὑπεράνθρωπης τέχνης, καὶ ἀκόμα «βιόμορϕα» μοντέλα, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ κόσμος παριστάνεται σὰν ζωντανὸς ὀργανισμός.3 Βέβαια, ἡ σχέση μύθου καὶ ὀρθολογικῆς σκέψης δὲν εἶναι ἀντίθεση πλάνης καὶ ἀλήθειας, ὅπως διδάσκει ὁ θετικισμός. Μὲ τὰ λόγια τοῦ Descombes,4 «ὁ μύθος δὲν εἶναι ἕνα τραύλισμα τῆς ἐπιστήμης, ὅπως διατείνεται ἡ θεωρία τοῦ συνεχοῦς τῆς ἱστορίας τῶν ἐπιστημῶν. [...] ῾ Ο μύθος βρίσκεται στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἐπιστήμης». ῾ Ο Descombes προτείνει μιὰν ἀναθεώρηση τῆς ἔννοιας τοῦ λόγου. «Δὲν εἶναι ἀλήθεια», παρατηρεῖ, «πὼς στὴν ἀρχαία ῾ Ελλάδα, μὲ μιὰ νικηϕόρα “ἐπιστημολογικὴ τομή”, ὁ λόγος θριάμβευσε ἐπὶ τοῦ μύθου (ὅπως καὶ ἡ κοινὴ λογικὴ θριαμβεύει ἐπὶ τοῦ παραληρήματος)». Δὲν εἶναι λοιπὸν μόνο τὸ πρακτικὸ καὶ ὀρθολογιστικὸ πνεῦμα ποὺ συνετέλεσε στὴ γένεση καὶ ἀνάπτυξη ϕιλοσοϕικοῦ στοχασμοῦ στὴν ῾ Ελλάδα οὔτε ἡ τάση γιὰ ἑνότητα, σύνθεση καὶ ὀργάνωση τῆς γνώσης ποὺ κάνει τὴν ἐπιστήμη, παρὰ καὶ ἡ μυθικὴ σκέψη ποὺ ἐκϕράζεται μὲ εἰκονική, παραστατική, μεταϕορικὴ καὶ ἀναλογικὴ γλώσσα.5 Πρόκειται γιὰ ποιητὲς καὶ στοχαστὲς ποὺ ὁ ᾽Αριστοτέλης τοὺς ὀνόμασε «θεολόγους», ἀνθρώπους δηλαδὴ ποὺ βρίσκουμε σὲ μιὰ προεπιστημονικὴ καὶ προϕιλοσοϕικὴ σκέψη καὶ ποὺ ἔτειναν κατὰ 3. Πβ. E. Topitsch, Mythos Philosophie Politik, Freiburg 1969, 24 κ.ἑ., 79. ῞ Ενα πλούσιο ὑλικὸ ἀπὸ κείμενα προσωκρατικῶν στοχαστῶν τὰ ὁποῖα δείχνουν πῶς αὐτοὶ παρίσταναν τὸν κόσμο σὰν πολιτεία, σὰν ζωντανὸ ὀργανισμὸ καὶ σὰν ἔργο τέχνης, παρουσιάζει καὶ ἑρμηνεύει ὁ G.E.R. Lloyd, Polarity and Analogy, Cambridge 1966, 210 κ.ἑ. 4. V. Descombes, τὸ ῎ιδιο καὶ τὸ ῎Αλλο, μτϕρ. Λ. Κασίμη, ᾽Αθήνα 1984, 117. 5. ῎ Αλλωστε καὶ μέσα στὸν μύθο θὰ μποροῦσε νὰ καταδειχθεῖ πὼς ὑπάρχει, μὲ κάποια μορϕή, ἐπιστημονικὴ γνώση.


Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

19

κάποιον τρόπο νὰ προαναγγέλλουν κάποια ὀρθολογικὴ θεώρηση τοῦ κόσμου. Εἶναι ὁ ῞ Ομηρος καὶ ὁ ῾ Ησίοδος, παλιὲς ὀρϕικὲς κοσμογονίες, ὁ ᾽ Επιμενίδης, ὁ ᾽Ακουσίλαος, ὁ Φερεκύδης κ.ἄ.

2. Μυθικὲς κοσμογονίες ῎ Ηδη πρὶν ἀπὸ τὸν ᾽Αριστοτέλη6 ἐπικρατοῦσε σὲ πλατωνικοὺς κύκλους ἡ ἄποψη ὅτι οἱ πρῶτοι ϕιλόσοϕοι ἔχουν μιὰ συγγένεια μὲ τοὺς παλιότερους ποιητές, τὸν ῞ Ομηρο καὶ τὸν ῾ Ησίοδο.7 Παρατηρήθηκε ἰδιαίτερα ὅτι σὲ ὁμηρικοὺς στίχους ἀνευρίσκονται προανακρούσματα τῆς ὑποτιθέμενης ἄποψης τοῦ Θαλῆ ὅτι πηγὴ ὅλων τῶν πραγμάτων εἶναι τὸ νερό. Πραγματικά, στὴν ᾽ιλιάδα λέγεται «ἐν μύθου σχήματι», κατὰ τὴν ἀριστοτελικὴ ἔκϕραση:8 Ξ 200 εἶμι γὰρ ὀψομένη πολυφόρβου πείρατα γαίης, ᾽Ωκεανόν τε, θεῶν γένεσιν, καὶ μητέρα Τηθύν [...] Ξ 244 ἄλλον μέν κεν ἔγωγε θεῶν αἰειγενετάων ῥεῖα κατευνήσαιμι, καὶ ἂν ποταμοῖο ῥέεθρα ᾽Ωκεανοῦ, ὅς περ γένεσις πάντεσσι τέτυκται

῾ Η πίστη αὐτή, ὅτι δηλαδὴ ὁ ᾽ Ωκεανὸς εἶναι ἡ πρωταρχικὴ πηγὴ τῶν θεῶν καὶ ὅλων τῶν πραγμάτων, ἐκϕράζει ποιητικὰ τὴ βασικὴ ἀρχὴ μιᾶς κοσμογονίας καὶ μαζὶ τὴν κοσμολογικὴ ἀρχὴ τῆς καθολικῆς ροῆς.9 ῾ Ο ῾ Ησίοδος δὲν ἐκϕράζει ἁπλὰ τὴν ἀλήθεια του μὲ μυθικοὺς τρόπους, ἀλλὰ ἐκϕράζεται μυθικὰ μὲ συγκροτημένα 6. Μτϕ Α 3, 983b27. 7. Πβ. Θεαίτ., 181b, καὶ τὰ χωρία ποὺ σημειώνει ὁ W.D. Ross, Aristotle’s Metaphysics, Oxford 1970, Ι 130. 8. Μτϕ Λ 8, 1074b1. 9. Πβ. Θεαίτ., 152e.


20

Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

προβλήματα καὶ προσπαθεῖ νὰ κερδίσει δικές του, προσωπικὲς λύσεις. ῎ Ηδη μέσα στὸν ἴδιο τὸν μύθο διαγράϕεται ἡ πορεία γιὰ ἀπομυθοποίηση τῆς σκέψης, πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ βέβαια χαρακτηριστικὸ τῆς πρώτης ϕιλοσοϕίας καὶ ἐπιστήμης. Στὴν ἀρχὴ τῆς Θεογονίας, οἱ Μοῦσες λένε στὸν ποιητὴ πὼς ξέρουν νὰ διηγοῦνται «ψεύδεα πολλὰ ἐτύμοισιν ὁμοῖα»10 καὶ πὼς ξέρουν ὡστόσο, ὅταν θέλουν, νὰ λένε ἐπίσης τὴν ἀλήθεια.11 ῾ Ο ῾ Ησίοδος προβαίνει σὲ μιὰν ἀνακατασκευὴ τῶν μύθων εἰσάγοντας νέα στοιχεῖα καὶ νέους συνδυασμοὺς μεταξύ τους, ὥστε νὰ πεῖ τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴ γένεση τῶν θεῶν καὶ μαζὶ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο καὶ τὴ διάταξή του. ᾽ Εδῶ ἡ γένεση προϋποτίθεται σὰν μιὰ βιολογικὴ ἀνάπτυξη, κι αὐτὸ ἰσχύει ὄχι μόνο γιὰ τοὺς θεούς, ποὺ σχηματίζουν μιὰ κανονικὴ γενεαλογία, ἀλλὰ γιὰ ὅλο τὸ κοσμικὸ γίγνεσθαι. Βέβαια, καθαρὰ ϕυσικὲς δυνάμεις, ὅπως οὐρανὸς καὶ γῆ, δὲν εἶναι ἐδῶ ἀκόμα ἀντιληπτὲς παρὰ σὰν προσωπικὲς θεϊκὲς ὀντότητες. ᾽ Επιπλέον, ὁ Οὐρανὸς καὶ ἡ Γῆ θεωροῦνται σίγουρα ἀπὸ τὸν ῾ Ησίοδο σὰν τὰ δύο βασικὰ στοιχειακὰ σύνολα τοῦ ὁρατοῦ κόσμου, ἀλλὰ δὲν ἀποτελοῦν τὶς πρωταρχικὲς πηγὲς τοῦ κόσμου. Προηγεῖται μία καὶ μόνη πρώτιστη ἀρχή, μιὰ μάζα ἄμορϕη, ἄμετρη, χωρὶς ἐσωτερικὴ διάρθρωση, ἕνας ἀδιακόσμητος χῶρος ἢ ἄβυσσος ἀνάμεσα στὴ Γῆ καὶ στὸν Οὐρανό: τὸ Χάος. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου. ῞ Οτι ὅμως τὸ Χάος δὲν ὑπῆρχε προαιώνια ἀλλὰ γεννήθηκε κι αὐτὸ κάποτε ἀποτελώντας τὴν πρώτη ϕάση τῆς κοσμογονικῆς λειτουργίας, προκύπτει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ἡσιόδειο κείμενο: Θεογ., 116 ῏Η τοι μὲν πρώτιστα Χάος γένετ᾽ αὐτὰρ ἔπειτα [...] (Γῆ, Τάρταρος, Ἔρως).

Δὲν λέγεται ὅτι στὴν ἀρχὴ ἦταν τὸ Χάος ἀλλ᾽ ὅτι στὴν ἀρχὴ ἔγινε τὸ Χάος, μετὰ ἡ Γῆ κ.λπ. ῾ Ο ῾ Ησίοδος λοιπὸν ἐνδιαϕε10. Πβ. Ξενοϕ., Β 35: «ἐοικότα τοῖς ἐτύμοισι». 11. Θεογ., 27.


Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

21

ρόταν νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τί ἔγινε πρῶτα καὶ ὄχι τί ἦταν πρωταρχικά.12 Δὲν ὑπάρχει ἐδῶ θέση γιὰ τὸ ἐρώτημα ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχει μιὰ ἀρχὴ τοῦ γίγνεσθαι, ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἀγέννητη. ῾ Ο ῾ Ησίοδος ἀϕήνει ἕνα τέτοιο ἐρώτημα ἀναπάντητο13 ὄχι γιατὶ τὸ παρέκαμψε, ἀλλὰ γιατὶ δὲν εἶχαν σχηματιστεῖ τὰ κατάλληλα πλαίσια σκέψης γιὰ νὰ τεθεῖ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα. Στὶς παλιὲς κοσμογονίες δὲν ὑπάρχει πρίν: ὁ κόσμος ἦταν προαιώνια, εἶναι καὶ θὰ εἶναι. Τὸ ἐρώτημα λοιπὸν τί ἦταν πρὶν ἀπὸ τὸ Χάος δὲν ἔχει ἐδῶ κανένα νόημα, καὶ δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ ἔχει ὁπωσδήποτε ἐξετάσει ὁ ῾ Ησίοδος αὐτὸ τὸ ἐρώτημα. ᾽Ανάλογα καὶ στὴ Γένεση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης14 δὲν δικαιολογεῖται νὰ ρωτήσει κανεὶς τί ὑπῆρχε πρὶν ἀπ ᾽ αὐτὸ ποὺ ὁ Δημιουργὸς κατασκεύασε πρῶτο, γιατὶ ἡ ἐρώτηση τί ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὸ πρῶτο συμβὰν δὲν ἔχει νόημα. Στὸν ῾ Ησίοδο βέβαια, καθὼς καὶ σὲ ὅλες τὶς ἑλληνικὲς κοσμογονίες, δὲν νοεῖται μιὰ προαιώνια προσωπικὴ θεϊκὴ βούληση ποὺ «ἐν ἀρχῇ ἐποίησε [...]», ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ γίνεται πρῶτα καὶ ὅ,τι ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται καθ ᾽ ὅλη τὴν κοσμογονικὴ πορεία γίνεται αὐτοδύναμα. Πρώτιστα λοιπὸν ἔγινε τὸ Χάος. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, τὸ «πρώτιστα» δηλώνει ὄχι μόνο τὸν χρόνο ποὺ προηγεῖτο τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ τὸ πρῶτο-πρῶτο μέλος ἀνάμεσα σὲ πρῶτα μέλη μιᾶς σειρᾶς κοσμογονικῶν παραγόντων ποὺ ὁδήγησαν στὴ διαμόρϕωση τοῦ κόσμου. Μετὰ τὸ πρώτιστο αὐτὸ γεγονὸς ἀκολουθοῦν ἄλλα, σύμϕωνα μὲ μιὰ ὁρισμένη σειρά: Θεογ., 123 ἐκ Χάεος δ᾽ Ἔρεβός τε μέλαινά τε Νὺξ ἐγένοντο· Νυκτὸς δ᾽ αὖτ᾽ Αἰθήρ τε καὶ Ἡμέρη ἐξεγένοντο, 12. ῾ Ο Gigon, Ursprung, 23, ἂν καὶ ἐπιχειρεῖ μιὰ διεξοδικὴ καὶ προσεκτικὴ γενικὰ ἀνάλυση τῆς σκέψης τοῦ ῾ Ησίοδου, ὡστόσο σκέϕτεται σ ᾽ αὐτὸ τὸ σημεῖο ὡσὰν στὸ κείμενο νὰ ὑπῆρχε «ἦν». 13. Πβ. Jaeger, 23. 14. Γέν. Α, 1, «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ».


22

Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

οὓς τέκε κυσαμένη ᾽Ερέβει φιλότητι μιγεῖσα. Γαῖα δέ τοι πρῶτον μὲν ἐγείνατο ἴσον ἑαυτῇ Οὐρανὸν ἀστερόενθ᾽, ἵνα μιν περὶ πάντα καλύπτοι, ὄφρ᾽ εἴη μακάρεσσι θεοῖς ἕδος ἀσφαλὲς αἰεί.

( ᾽Ακολουθεῖ ἡ γένεση τῶν ᾽ Ορέων, τοῦ Πόντου, τοῦ ᾽ Ωκεανοῦ, τῶν Τιτάνων).

Οἱ τρεῖς πρωταρχικοὶ κοσμογονικοὶ παράγοντες εἶναι τὸ Χάος, ἡ Γῆ καὶ ὁ ῎ Ερως. Τὸ πρώτιστο, τὸ Χάος, εἶναι ἡ ὑποδοχὴ κάθε γένεσης καὶ ἡ Γῆ τὸ στερεὸ θεμέλιο, τὸ ἀδιάσπαστο βάθρο ὅλων τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ζωντανῶν ὄντων. ῾ Ο ῎ Ερως εἶναι κάτι ἄλλο: εἶναι ἡ δύναμη ποὺ κάνει τὰ πράγματα νὰ βρίσκονται ἀδιάκοπα πάνω στὸ δρόμο τῆς γένεσής τους. Δὲν πρόκειται βέβαια μόνο γιὰ τὸν κοσμογονικὸ ῎ Ερωτα. ῾ Ο ῎ Ερως ἐδῶ εἶναι βασικὸς παράγοντας τόσο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ὅσο καὶ τῆς ζωῆς τοῦ εὐρύτερου κοσμικοῦ συνόλου.15 Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν νοεῖται στὴν πρώιμη ἑλληνικὴ σκέψη σὰν ἕνα ἀποσπασμένο μέρος τοῦ σύμπαντος, ἀλλὰ σὰν ἕνα λειτουργικὸ καὶ ἀναπόσπαστο μέλος τοῦ ὅλου κοσμικοῦ ὀργανισμοῦ. ῞ Οπως ἀναϕέρεται σὲ ἄλλον στίχο τῆς Θεογονίας,16 τὸ Χάος εἶναι συγκεκριμένα τὸ μεσοδιάστημα τοῦ χώρου (τόπος)17 ποὺ χάσκει ἀνάμεσα στὸν Οὐρανὸ καὶ στὴ Γῆ. Γι᾽ αὐτὸ λοιπὸν ἡ Νύχτα καὶ ἡ Μέρα παρουσιάζονται στοὺς παραπάνω στίχους νὰ γεννιῶνται ἀπὸ τὸ Χάος.18 Γιατὶ ἀνάμεσα στὸν Οὐρανὸ καὶ στὴ Γῆ ἁπλώνεται ὁ ἄμορϕος καὶ ἀδιαϕοροποίητος χῶρος, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ὑπόστρωμα τῶν συνεχῶν ἀμοιβαίων μετασχηματισμῶν ἀπὸ τὴ Νύχτα στὴ Μέρα. ῾ Ο χῶρος αὐτὸς εἶναι κάτι τὸ ἀπροσδιόριστο, χωρὶς ἐσωτερικὴ διάρ-

15. Πβ. Gigon, Ursprung, 26. 16. Θεογ., 700. 17. ῾ Η ἄποψη πὼς τὸ ἡσιόδειο Χάος εἶναι χῶρος εἶχε διατυπωθεῖ κιόλας ἀπὸ τὸν ᾽Αριστοτέλη, ϕυσ. Δ 1, 208b28. 18. Θεογ., 123-124.


Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

23

θρωση, ἕνας ἀχανὴς χῶρος ποὺ δὲν ἐπιδέχεται ποιοτικοὺς προσδιορισμούς. Μὲ μιὰν ἁπλὴ ἔκϕραση, ὁ ῾ Ησίοδος θὰ πρέπει νὰ ϕανταζόταν τὸ Χάος του σὰν μιὰ χαίνουσα ἄβυσσο χωρὶς ὁρατὰ ὅρια καὶ μαζὶ σὰν ποιοτικὰ ἀπροσδιόριστο. Στὴ Θεογονία δὲν συναντᾶμε ἄλλη ἔννοια πιὸ ἀϕηρημένη ἀπ ᾽ αὐτήν.19 Τὸ Χάος εἶναι ἕνα δυναμικὸ μηδὲν ἀπὸ τὸ ὁποῖο γεννιῶνται τὰ πάντα. Αὐτὸ δὲν σημαίνει βέβαια ὅτι πρόκειται ἐδῶ γιὰ «δημιουργία» ἐκ τοῦ μηδενός – μιὰ τέτοια ἰδέα εἶναι ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν ἑλληνικὴ κοσμογονία.20 Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, τὸ Χάος μπορεῖ νὰ ὁριστεῖ σὰν μηδὲν μόνο μὲ τὸ νόημα ὅτι αὐτὸ εἶναι κενὸ ἀπὸ ποιότητες καὶ ἀπροσδιόριστο. Μ ᾽ αὐτὸ μόνο τὸ νόημα προαναγγέλλει τὸ ἄπειρο τοῦ ᾽Αναξίμανδρου. Τὸ Χάος, σὰν τὸ πιὸ ἄμορϕο καὶ ἀπροσδιόριστο, γεννᾶ κάτι πιὸ συγκεκριμένο ἢ πιὸ λίγο ἄμορϕο: τὴ Νύκτα. ῾ Η Νὺξ 19. ῾ Ο Gigon, Ursprung, 29-30, παρατηρεῖ ἔξυπνα ὅτι τὸ Χάος εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολὺ λίγα πράγματα στὴ Θεογονία ποὺ γραμματικὰ εἶναι ἕνα οὐδέτερο. Τὰ διαϕοροποιημένα ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ γεννιῶνται πρῶτα ἀπ ᾽ αὐτό. Τὸ ἑπόμενο μεγάλο βῆμα γίνεται ἀπὸ τὸν ᾽Αναξίμανδρο, ὅπου τὸ ἄπειρο δὲν εἶναι ἁπλὰ οὐδέτερο ἀλλὰ καὶ ἀρνητικό. 20. ᾽Ακόμα καὶ ὁ δημιουργὸς τοῦ Πλάτωνα δὲν ἐνεργεῖ παρὰ ἐπάνω σὲ μιὰ προϋπάρχουσα ὕλη (τίμ., 28a κ.ἑ.), τὸ ἀρχέγονο δηλαδὴ χάος, τὸν προαιώνιο χῶρο, ποὺ προηγεῖται ἀκριβῶς τῆς γένεσης τοῦ κόσμου, δικαιολογώντας ἔτσι τὴν πίστη ὅτι ὁ κόσμος δὲν δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸ μηδέν. ᾽ Ενῶ στὶς πρῶτες κοσμογονίες αὐτὸ εἶναι αὐτονόητο, ἡ περίπτωση τοῦ Πλάτωνα ἔχει ἰδιαίτερη σημασία, γιατὶ αὐτὸς ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ δυσάρεστο συμπέρασμα τοῦ Παρμενίδη ὅτι ἀπὸ τὸ μηδὲν δὲν γεννιέται παρὰ μηδέν. Τὸ παρμενίδειο ὅμως αὐτὸ ἀξίωμα δὲν δεσμεύει, ὅπως θὰ περίμενε ἴσως κανείς, τὴν παραπέρα πορεία τῆς ἑλληνικῆς κοσμολογίας. Καὶ τὸ τελευταῖο μεγάλο κοσμολογικὸ ἐπίτευγμα τῆς προσωκρατικῆς ϕιλοσοϕίας, ἡ ἀτομικὴ θεωρία, ἀποτελοῦσε μιὰ διάψευση τῆς ἄποψης τοῦ Παρμενίδη. Μετὰ τὶς τελευταῖες μεγάλες προσπάθειες (τοῦ ᾽ Εμπεδοκλῆ, τοῦ ᾽Αναξαγόρα, τῶν ἀτομικῶν) νὰ ὑπερνικηθεῖ ἡ κριτικὴ τοῦ Παρμενίδη καὶ νὰ ἐξουδετερωθεῖ ἡ ἀνασταλτικὴ ἐπίδρασή της στὴν περιοχὴ τῆς ϕυσικῆς ἔρευνας, πρῶτος ὁ Πλάτωνας ἐκτιμᾶ οὐσιαστικὰ καὶ ἔμπρακτα τὸν διορθωτικὸ ρόλο τῆς παρμενίδειας ἀνάσχεσης.


24

Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

γεννᾶ μὲ τὴ σειρά της τὴν Ἡμέραν. Γιὰ πρώτη ϕορὰ παρουσιάζεται ἐδῶ ἕνα κοσμολογικὸ ζευγάρι ἀντιθέτων, ποὺ ἐναλλάσσονται συνεχῶς μὲ τὸ γύρισμα τοῦ χρονικοῦ κύκλου. Καθὼς θὰ δοῦμε, ὁ Παρμενίδης θεμελιώνει ἀργότερα ὅλη τὴν κοσμολογία του πάνω στὸ κοσμολογικὸ αὐτὸ ζευγάρι: φάος ἢ ἡμέρα-νύξ. Στὸν ῾ Ησίοδο ἔχουμε ἐπιπλέον τὰ ἀντίθετα ῎ Ερεβος-Αἰθήρ, στὰ ὁποῖα ἀντιστοιχοῦν τὰ ἀντίθετα Νὺξ-῾ Ημέρα. Τὸ ῎ Ερεβος εἶναι κάτω ἀπὸ τὴ Γῆ καὶ ἀϕήνει νὰ πηγάζει ἀπ ᾽ αὐτὴν τὸ σκοτάδι. ῾ Ο Αἰθέρας εἶναι κάτω ἀπὸ τὸ οὐράνιο στερέωμα καὶ ἀϕήνει νὰ ξεπροβάλλει τὸ ϕῶς. ῾ Η κατασκευὴ τοῦ κόσμου συνεχίζεται μὲ τὴ γέννηση τοῦ ἔναστρου Οὐρανοῦ ἀπὸ τὴ Γῆ, ἴσου μ᾽ αὐτήν, ὥστε νὰ τὴν καλύπτει ὁλόκληρη, καὶ μὲ τὴ γέννηση τῶν ᾽ Ορέων καὶ τῆς Θάλασσας ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ Γῆ.21 ῾ Η ἰσότητα Οὐρανοῦ καὶ Γῆς δικαιολογεῖται βέβαια ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ποιητὴ μὲ ἀναϕορὰ στὴν ἔννοια τοῦ χώρου: ἡ Γῆ γεννᾶ τὸν Οὐρανὸ ἴσο μὲ τὸν ἑαυτό της γιὰ νὰ τὸν ἔχει σὰν προστατευτικὸ κάλυμμα πάνω σ ᾽ ὅλη τὴν ἔκτασή της. ῎ Ισως θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ ἀλλ᾽ ὄχι ἀδικαιολόγητο νὰ ποῦμε πὼς ἔχουμε ἐδῶ κάποια ἔννοια ἰσορροπίας θεμελιακῶν στοιχειακῶν μαζῶν τοῦ ὁρατοῦ κόσμου. ῾ Η ϕιλοσοϕικὴ σημασία τῆς ἡσιόδειας κοσμογονίας ἔγκειται βασικὰ στὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ πρώτη ϕορὰ συλλαμβάνεται μιὰ πρωταρχικὴ πηγὴ καὶ ἀπ ᾽ αὐτὴν διαμορϕώνεται ὁ κόσμος σὰν σύνολο, χωρὶς κενὰ καὶ χάσματα.22 Μέσα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν μύθο ἀρχίζει κιόλας νὰ διαγράϕεται ἡ τάση γιὰ ἀπομυθοποίηση τοῦ κόσμου. Τὸ μοτίβο μάλιστα μιᾶς πρωταρχικῆς γεννητικῆς ἀρχῆς ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζουν καὶ μὲ τὴν ὁποία συγγενεύουν τὰ πάντα θὰ ἀποβεῖ καθοδηγητικὸ στὴν πορεία τῆς 21. Στὴ συνέχεια σχηματίζονται τρία γενεαλογικὰ δέντρα: τῆς Νύχτας, τοῦ ζεύγους Οὐρανὸς-Γῆ καὶ τῆς Θάλασσας. 22. Μιὰ εἰκόνα τοῦ Χάους ὡς χαίνουσα ἄβυσσος ὑπάρχει καὶ σὲ προγενέστερες ἀνατολικὲς κοσμογονίες, ἀλλ᾽ αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει τὴ θέση ὅτι ἡ εἰκόνα τοῦ Χάους πλάστηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ῾ Ησίοδο.


Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

25

ἑλληνικῆς κοσμολογίας. ῎ Ετσι διασϕαλίζεται ἡ ἑνότητα τοῦ κόσμου: τὰ πάντα συλλαμβάνονται σὰν ἕνα διακοσμημένο καὶ τακτοποιημένο σύνολο, μέσα στὸ ὁποῖο ὅλα συνδέονται μὲ ὅλα (κόσμος). Μιὰν ἀνάλογη πρὸς τὸ ἡσιόδειο Χάος πρωταρχικὴ παράσταση παρουσιάζεται ἀργότερα στὴν «ὀρϕικὴ» λεγόμενη κοσμογονία, ἐκείνη δηλαδὴ ποὺ ἀποδίνεται στὸν ᾽ Ορϕέα μὲ ποικίλες μορϕές. Σὲ μιὰ μορϕὴ αὐτῆς τῆς κοσμογονίας τοποθετεῖται στὴν πηγὴ ὅλων τῶν πραγμάτων ἡ Νύξ, ἡ τροφὸς τῶν θεῶν 23 καὶ ἡ ὑποδοχὴ τῶν πάντων.24 ῞ Οπως στὸν ῾ Ησίοδο τὸ Χάος, ἡ Γῆ καὶ ὁ Οὐρανὸς εἶναι (μαζὶ μὲ τὸν ῎ Ερωτα) τὰ πρωταρχικὰ γεγονότα μὲ πρώτιστο γεγονὸς τὸ Χάος, ἀνάλογα κι ἐδῶ παρουσιάζονται τρεῖς πρωταρχικὲς παραστάσεις, Νύξ, Γῆ καὶ Οὐρανός, καὶ πρώτη-πρώτη ἀνάμεσά τους ἡ Νύξ, ποὺ ἀναλογεῖ στὸ ἡσιόδειο Χάος: εἶναι αὐτὴ ἡ πιὸ ἀϕανής, ἡ πιὸ ἄμορϕη καὶ ἀπροσδιόριστη ποιοτικὰ παράσταση γιὰ νὰ δικαιολογεῖται ἀκριβῶς σὰν πρωταρχικὴ πηγὴ ὅλου τοῦ συγκεκριμένου καὶ διαϕοροποιημένου κόσμου. Μιὰ ἄλλη πρωταρχικὴ πηγὴ προβάλλεται μὲ τὸ ὄνομα «Χρόνος» καὶ ἀποτελεῖ τὴ βάση σὲ ποικίλα ὀρϕικὰ κοσμογονικὰ σχήματα.25 Πρόκειται γιὰ σχήματα ποὺ δὲν ἀποδίνουν βέβαια μορϕὲς τῆς ἀρχαιότερης ὀρϕικῆς θεογονίας καὶ κοσμογονίας, ἀλλ᾽ ὁπωσδήποτε ἀντανακλοῦν, ἔστω καὶ θαμπὰ ἢ συγκεχυμένα, ἕνα μυθικὸ κλίμα σκέψης προεπιστημονικό. Κοντὰ στὶς ἀνώνυμες κοσμογονίες ποὺ ἀποδίνονται στὸν ᾽ Ορϕέα παρουσιάζονται καὶ ἐπώνυμα κοσμογονικὰ σχήματα, ὅπως τοῦ ᾽ Επιμενίδη ἀπὸ τὴν Κρήτη, τοῦ ᾽Ακουσιλάου ἀπὸ τὸ ῎ Αργος, καὶ κυρίως τοῦ Φερεκύδη ἀπὸ τὴ Σύρο. 23. Kern, fr. 106. Πβ. ῞ Ομ., Ξ 258. 24. Kern, fr. 109. – Γιὰ τὴ Νύκτα σὲ ποικίλες ἀρχαῖες κοσμογονίες, βλ. Kirk - Raven, 19 κ.ἑ. 25. VS, 1 Β 12, Β 13.


26

Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

῾ Ο ᾽ Επιμενίδης (7ος/ 6ος αἰ.) συλλαμβάνει μιὰ δυάδα πρωταρχικῶν πηγῶν: ᾽Αὴρ καὶ Νύξ. ᾽Απ ᾽ αὐτὲς γεννιέται ὁ Τάρταρος, ὁ χῶρος δηλαδὴ τοῦ κόσμου ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ σκοτάδι καὶ χαοτικὴ ὕλη. Μὲ τὴ σειρὰ γεννιῶνται δύο Τιτάνες, οἱ ὁποῖοι ἀϕήνουν νὰ γεννηθεῖ ἕνα ᾠόν, κι αὐτὸ δίνει τὴν παραπέρα συνέχεια στὴ γενεαλογικὴ σειρά.26 Λίγο ἀργότερα τοποθετοῦνται οἱ Γενεαλογίες τοῦ ᾽Ακουσιλάου, ποὺ δίνει μιὰ πιὸ ἁπλὴ παράσταση τῆς ἡσιόδειας κοσμογονίας.27 Σύμϕωνα μὲ τὸ δικό του κοσμογονικὸ σχῆμα, τὸ Χάος γεννᾶ τὸν ῎ Ερεβο καὶ τὴ Νύχτα. ῾ Ο ῎ Ερεβος εἶναι ἡ ἀρσενικὴ καὶ ἡ Νὺξ ἡ θηλυκὴ ἀρχή. ᾽Απὸ τὴν ἕνωσή τους γεννιέται ὁ Αἰθήρ, ὁ ῎ Ερως καὶ ἡ Μῆτις, δηλαδὴ τὸ ϕῶς, ἡ γενεσιουργικὴ ἑνότητα καὶ ἡ δύναμη τῆς σκέψης. Κοντὰ στὸν ῾ Ησίοδο καὶ στὶς ἀρχαιότερες ὀρϕικὲς κοσμογονίες βρίσκεται ἡ διδασκαλία τοῦ Φερεκύδη. Σὰν πηγὴ ἀπέναντι στὸ μυθικὸ ζευγάρι Οὐρανὸς-Γῆ ὁρίζεται ὁ Χρόνος.28 ῾ Ο Χρόνος πρέπει νὰ σημαίνει ἐδῶ τὸ κοινὸ ὑπόστρωμα τῶν μεταλλαγῶν τῆς μέρας καὶ τῆς νύχτας. Πρόκειται λοιπὸν γιὰ μιὰ παράσταση ποὺ μᾶς προσεγγίζει στὸ ἡσιόδειο Χάος.29 Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, ὁ Φερεκύδης θέτει δίπλα στὸ Χρόνο καὶ δύο ἄλλα ὀνόματα, ἔτσι ποὺ νὰ σχηματίζεται μιὰ πρωταρχικὴ 26. VS, 3 Β 5. 27. VS, 9 Β 1. 28. VS, 7 Β 1. ῾ Ο Fränkel, 19, ὑποθέτει ὅτι Χρόνος στὸ κείμενο τοῦ Φερεκύδη εἶναι μεταγενέστερη παραλλαγὴ τοῦ Κρόνος. ῾ Ο Kahn, 171, 1,

τοῦ παρατηρεῖ ὅτι ὁ Φερεκύδης «θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει γράψει καὶ τοὺς δύο τύπους (ὅπως Γῆ καὶ Χθονίη) ἀλλὰ σὲ τέτοια ζητήματα ὁ Διογένης Λαέρτιος εἶναι μιὰ καλύτερη πηγὴ ἀπὸ τὸν “ ῾ Ερμεία” (VS, 7 Α 9). ᾽Ακόμα κι ἂν ὁ Φερεκύδης εἶχε γράψει “ Κρόνος”, αὐτὸς προϕανῶς τὸν ἐννοοῦσε νὰ γίνεται καταληπτὸς ἀλληγορικὰ ἀπὸ ”ἐκείνους ποὺ ξέρουν”». ᾽ λ. ΙΙ 17, «Χρόνος ὁ πάντων πατήρ»· 70, «παρὰ Κρόνου τύρΠβ. Πινδ., Ο σιν»· 77, «πόσις ὁ πάντων Ῥέας. [...]». 29. Πβ. Gigon, Ursprung, 30, καὶ Jaeger, 83. ῾ Ο Jaeger ὑποθέτει ὅτι ὁ Φερεκύδης προβαίνει σὲ μιὰ διόρθωση τῆς ἄποψης τοῦ ῾ Ησίοδου γιὰ τὸ Χάος.


Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

27

τριαδικὴ πηγή: Ζεὺς-Χρόνος-Χθονίη. ῾ Ο Ζεὺς ἀπεικονίζει τὴν ὕψιστη γενεσιουργικὴ δύναμη, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς (Ζάς, ΖὴςΖήν). Χρόνος εἶναι ὁ πρωταρχικὸς παράγοντας κάθε μεταβολῆς καὶ Χθονίη ἡ πρωταρχικὴ ὕλη. ῾ Η ἀρχὴ τῆς ζωῆς ζευγαρώνεται μὲ τὴν πρωταρχικὴ ὕλη, κι αὐτὸ τὸ ζευγάρωμα ὁ Φερεκύδης τὸ περιγράϕει μὲ μιὰ πολὺ γραϕικὴ εἰκόνα: ὁ Ζὰς καὶ ἡ Χθονίη τελοῦν τοὺς γάμους τους καὶ ὁ γαμπρὸς ϕιλοτεχνεῖ καὶ δωρίζει στὴ νύϕη τὸ φᾶρος, ἕνα πέπλο μεγάλο καὶ ὡραῖο, πάνω στὸ ὁποῖο ζωγραϕίζει τὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα καθὼς ἐπίσης τὶς πηγὲς τοῦ ᾽ Ωκεανοῦ κ.λπ.30

3. Προετοιμασία τοῦ λόγου ῞ Ολες αὐτὲς οἱ μυθικὲς κοσμογονικὲς συλλήψεις ἔχουν προϕανῶς ἀλλοιωθεῖ, μιὰ καὶ παραδίνονται ἀπὸ πολὺ μεταγενέστερους, κυρίως νεοπλατωνικούς, συγγραϕεῖς. Φαίνεται μάλιστα ὅτι ἀποτελοῦν ὑποκατάστατα τῆς ἡσιόδειας κοσμογονίας. ῾ Η κοσμογονία τοῦ ῾ Ησίοδου ϕαίνεται ὅτι λειτούργησε ποικιλότροπα ὡς πρότυπο γιὰ τὶς μεταγενέστερες μυθικὲς κοσμογονίες, ἂν καὶ διακρίνονται σ ᾽ αὐτὲς καὶ νέες παραστάσεις ποὺ δὲν ἐξηγοῦνται ἁπλὰ σὰν ἀναπτύγματα ἀπὸ τὴν ἡσιόδεια κοσμογονία, ὅπως λ.χ. οἱ παραστάσεις ᾽Αήρ, ᾠὸν μὲ βιολογικὴ λειτουργία, Χρόνος.31 ῾ Η ἐπιρροὴ ὅμως τοῦ ῾ Ησίοδου ἐκτείνεται λειτουργικὰ ὣς τὴν πρώιμη ἑλληνικὴ κοσμολογία.32 Γενικά, τέτοιες προσπάθειες ἐξήγησης τοῦ κόσμου, ὁσοδήποτε ἀϕελεῖς καὶ ἁπλοϊκὲς κι ἂν ϕαίνονται σήμερα, σημειώνουν ὡστόσο τὰ ἀναγκαῖα καὶ πολύτιμα βήματα, ποὺ 30. VS, 7 Β 1 καὶ 2, col. 1. 31. Πβ. Hölscher, 68-69. 32. ᾽Αξιόλογη προσπάθεια νὰ σταθμιστεῖ ἡ θέση τοῦ ῾ Ησίοδου στὴ

γένεση τῆς ἑλληνικῆς ϕιλοσοϕίας εἶναι τοῦ H. Diller, Hesiod und die Anfänge der griechischen Philosophie: Antike und Abendland II, Hamburg 1946, 140-151.


28

Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

χωρὶς αὐτὰ δὲν θὰ ἦταν εὔκολο νὰ δημιουργηθοῦν εἰκόνες τοῦ κόσμου σὰν ἐκεῖνες τοῦ ᾽Αναξίμανδρου, τοῦ ῾ Ηράκλειτου, τοῦ Παρμενίδη, τοῦ ᾽Αναξαγόρα, τοῦ Δημόκριτου. Τὰ μυθικὰ αὐτὰ σχήματα, ποὺ θέλουν νὰ δείξουν πῶς ξεκίνησε καὶ πῶς λειτουργεῖ ὁ κόσμος, ἀϕήνουν νὰ διαϕαίνονται βιόμορϕα καὶ κοινωνικόμορϕα κυρίως μοντέλα σκέψης: ὁ κόσμος παριστάνεται μὲ τὶς ἀναλογίες ζωντανοῦ ὀργανισμοῦ ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ μιὰ γενετικὴ ἀρχὴ ἢ ἀπὸ ἕνα ζευγάρι γεννητόρων καθὼς καὶ μὲ τὶς ἀναλογίες μιᾶς πολιτείας ἢ ϕυλῆς ποὺ κυβερνᾶται μ᾽ ἕναν ὁρισμένο τρόπο, συνήθως ἀπὸ ἕναν θεϊκὸ μονάρχη. ῾ Ο Δίας π.χ. εἶναι ἕνας μονάρχης ἢ δικτάτορας ποὺ συχνὰ καταστρατηγεῖ τὴν τάξη τοῦ κόσμου κατὰ τὴ βουλή του. Τὰ ὁμηρικὰ ἔπη, προϊὸν τῆς ᾽ Ιωνίας, τῆς πρώτης κοιτίδας τοῦ ϕιλοσοϕικοῦ στοχασμοῦ, προβάλλουν τὸ κύρος μιᾶς ἀριστοκρατικῆς τάξης πραγμάτων. ῞ Ενα ἀριστοκρατικὸ ἰδανικὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ κυριαρχεῖ ἐδῶ στὴν ὀργάνωση τῶν πραγμάτων. Οἱ θεοὶ εἶναι πολὺ ἀνθρώπινοι καὶ στὴν πραγματικότητα λίγο ἐνδιαϕέρονται γιὰ τὴ διακυβέρνηση τοῦ κόσμου. ῾ Απλὰ ϕαίνονται νὰ κατάκτησαν τὸν κόσμο καὶ ὕστερα νὰ ζοῦν πολυτελῶς καὶ νὰ γλεντοκοποῦν σὲ βάρος τῶν ὑπηκόων τους. ᾽ Ενῶ ὁ ῾ Ησίοδος εἶχε διακηρύξει τὴν καθησυχαστικὴ ἰδέα πὼς ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ κόσμου, ὁ Δίας, ἀντιπροσωπεύει τὴν ὕψιστη δικαιοσύνη, ὁ ἴδιος αὐτὸς βασιλιὰς τοῦ κόσμου καθὼς καὶ τὰ ὄργανά του εἶχαν τὴ δύναμη νὰ καταστρατηγοῦν τὴ ϕυσικὴ τάξη καὶ νὰ διαπράττουν αὐθαιρεσίες. ῞ Οπως μᾶς λέει ὁ ᾽Αρχίλοχος,33 ὁ Δίας δὲν εἶχε κανέναν ἐνδοιασμὸ νὰ ἐπεμβαίνει πραξικοπηματικὰ στὴν τάξη τοῦ κόσμου καὶ νὰ κάνει, π.χ., ὥστε μέρα-μεσημέρι νὰ κρυϕτεῖ ὁ ἥλιος καὶ νὰ γίνει νύχτα. Καὶ στὸν ῞ Ομηρο παρουσιάζονται περιπτώσεις ποὺ θεότητες ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστέλλουν κάποια στιγμὴ τὴ ϕυσικὴ τάξη σύμϕωνα μὲ τὴ βουλή τους (ἡ ῞ Ηρα π.χ. κά33. Fr. 74.


Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

29

νει τὸν ἥλιο νὰ δύει νωρίτερα, ἢ ἡ ᾽Αθηνᾶ παρατείνει αὐθαίρετα τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας).34 ᾽ Ενάντια σ ᾽ αὐτὸ τὸ μυθικὸ βασίλειο τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τοῦ τρόμου ποὺ ἐνέδρευε πίσω ἀπὸ τὴ ϕαινομενικὴ κανονικότητα καὶ τάξη τοῦ κόσμου, οἱ πρῶτοι στοχαστὲς ἀντέταξαν λογικὲς ἐξηγήσεις τοῦ κόσμου.

4. ᾽Αρχὴ τοῦ ϕιλοσοϕικοῦ στοχασμοῦ ᾽Αρχίζοντας κανεὶς νὰ σπουδάζει ϕιλοσοϕία, εἶναι καλὸ νὰ ξεκινᾶ ἀπὸ τὶς ἀρχικὲς πηγές της. ᾽ Ερωτήματα ποὺ ἀναϕέρονται στὴν πρώτη ἀρχὴ καὶ ἀνάπτυξη τοῦ ϕιλοσοϕικοῦ στοχασμοῦ ἔχουν ἕνα θεμελιακὸ νόημα: Πῶς ἐξηγεῖται νὰ μπαίνουν στὴν ῾ Ελλάδα τοῦ 6ου καὶ 5ου αἰώνα τὰ πρῶτα θεμέλια τοῦ ϕιλοσοϕικοῦ καὶ ἐπιστημονικοῦ στοχασμοῦ; Γιατί τὰ ἀποτελέσματα τῆς πρώτης αὐτῆς ϕιλοσοϕικῆς δραστηριότητας, ποὺ ὀνομάζουμε γενικὰ «προσωκρατικὸ στοχασμό», ὑπῆρξαν τόσο παρωθητικὰ καὶ γόνιμα γιὰ παραπέρα ϕιλοσοϕικὴ δημιουργία; Ποιά εἶναι ἡ σημασία τῆς προσωκρατικῆς σκέψης γιὰ μᾶς σήμερα; Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ῞ Ελληνες πρῶτοι θεμελίωσαν τὴ ϕιλοσοϕία καὶ τὴν ἐπιστήμη, δηλαδὴ τὴν ὀρθολογικὴ ἐξήγηση τοῦ κόσμου, εἶναι σίγουρα γεγονὸς μοναδικῆς σημασίας, τὸ πιὸ ξεχωριστό, ἀποϕασιστικὸ καὶ ἐκπληκτικὸ γεγονὸς στὴν ἱστορία τῆς εὐρωπαϊκῆς σκέψης. ῾ Η περιγραϕή, λοιπόν, καὶ ἐξήγηση τῆς διαδικασίας μὲ τὴν ὁποία γεννήθηκε καὶ ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσεται ὀρθολογικὴ σκέψη στὴν ῾ Ελλάδα καὶ στὸν κόσμο εἶναι μιὰ δουλειὰ ξεχωριστὰ σημαντικὴ γιὰ τὴ ϕιλοσοϕία. Μ ᾽ αὐτὴν δὲν συμπληρώνει ἁπλὰ κανεὶς τὴ ϕιλοσοϕική του παιδεία παρὰ τὴν ἀρχίζει. Γιατὶ θέλοντας νὰ δώσουμε μιὰ περιγραϕὴ τοῦ προσωκρατικοῦ πνεύματος, εἶναι σὰν νὰ θέ34. Βλ. παρακάτω, σ. 87.


30

Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

λουμε νὰ περιγράψουμε τὰ ἀρχικὰ στάδια διαμόρϕωσης τοῦ δικοῦ μας σημερινοῦ ϕιλοσοϕικοῦ πνεύματος. ᾽Αρχὴ τῆς ϕιλοσοϕίας δὲν σημαίνει ἁπλῶς τὴν ἔναρξη, τὴ γενετικὴ ἀρχὴ τῆς ϕιλοσοϕίας, ἀλλὰ καὶ τὴν πηγὴ35 ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλεῖ καὶ τρέϕεται ἡ ϕιλοσοϕία στὴ μεταγενέστερη πορεία ἀνάπτυξής της. Στὴν περίπτωση ἀκριβῶς τῆς προσωκρατικῆς σκέψης πρόκειται γιὰ ἀρχὴ τῆς ϕιλοσοϕίας καὶ μὲ τὶς δύο αὐτὲς σημασίες: ἡ προσωκρατικὴ προβληματικὴ εἶναι ἀρχὴ καὶ μήτρα, πηγὴ καὶ τροϕὸς τοῦ ϕιλοσοϕικοῦ καὶ ἐπιστημονικοῦ πνεύματος στὴν παραπέρα ἀνάπτυξή του. Τὸ ἐρώτημα ὅμως γιὰ τὴν καταγωγὴ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ϕιλοσοϕικοῦ καὶ ἐπιστημονικοῦ πνεύματος εἶναι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἀκόμα τοῦ ᾽Αριστοτέλη ἀπαιτητικὸ καὶ ἐπίμαχο: ἀπὸ ποιές ἀρχὲς ξεπήγασε ἡ ϕιλοσοϕία στὴν ῾ Ελλάδα καὶ πῶς ἐξηγεῖται ἡ γένεσή της; Εἶναι ὁ μύθος καὶ ἡ θρησκεία ἢ τὸ ὀρθολογιστικὸ καὶ πρακτικὸ πνεῦμα αὐτὸ ποὺ προκάλεσε τὴν ἐμϕάνιση τῆς ϕιλοσοϕικῆς σκέψης μέσα στὸν ἑλληνικὸ χῶρο ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰώνα; Στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ δόθηκαν ποικίλες ἐξηγήσεις, ποὺ ὅμως δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ θεμελιωθοῦν πάνω σὲ ἱκανοποιητικὰ ἱστορικὰ τεκμήρια ἀλλὰ πάνω σὲ πληροϕορίες μόνο μετασωκρατικῶν συγγραϕέων ποὺ εἶχαν λόγους νὰ προβάλλουν τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη ἄποψη. ῾ Ο ϕιλοσοϕικὸς στοχασμὸς δὲν εἶναι τὸ εἶδος ἐκεῖνο τῆς σκέψης ποὺ προκόβει παντοῦ καὶ πάντοτε. ῍ Αν κοιτάξουμε πίσω στὸν κόσμο καὶ ζητήσουμε νὰ μάθουμε σὲ ποιές χῶρες καὶ ἐποχὲς πέτυχε ἡ ϕιλοσοϕία ἕναν ὑψηλὸ βαθμὸ ἀνάπτυξης, καλλιεργήθηκε καὶ ἔδωσε γόνιμους καρπούς, θὰ βροῦμε πὼς μόνο στὴν ἀρχαία ῾ Ελλάδα καὶ στὴ νεότερη Εὐρώπη συνέβη αὐτό. Μεγάλοι πολιτισμοί, ὅπως εἶναι ὁ αἰγυπτιακός, ὁ κινεζικός, ὁ ἰνδικός, ὁ ἀσσυριακός, παρήγαγαν σπουδαῖα ἔργα στὴν περιοχὴ τῆς θρησκείας καὶ τῆς τέχνης, ὄχι ὅμως ϕιλοσοϕία συστηματικῆς δομῆς. ῾ Η ἰνδικὴ σκέψη, ποὺ συχνὰ μνη35. Πβ. K. Jaspers, Einführung in die Philosophie, München 1958, 134.


Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

31

μονεύεται σὰν ἰδιαίτερα ἀξιόλογη στὴν ἀρχαία ϕιλοσοϕία, ἔχει μᾶλλον θρησκευτικὸ χαρακτήρα. Αὐτὴ ὀϕείλεται βασικὰ σὲ καθημερινὲς πρακτικὲς ἀνάγκες καὶ κυρίως στὸν πόθο τῶν ἀνθρώπων νὰ λυτρωθοῦν ἀπὸ τὰ κακὰ καὶ τὶς δυστυχίες τῆς ζωῆς. ᾽ Εκϕράζεται μὲ παραστατική, μεταϕορικὴ καὶ συμβολικὴ γλώσσα καὶ ὄχι μὲ λογικὰ ἐπιχειρήματα. ῎ Ετσι μοιάζει πιὸ πολὺ σὰν ϕιλοσοϕικὴ ποίηση ἢ ποιητικὸς στοχασμός, μυθικὴ καὶ θρησκευτικὴ σκέψη. Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς ὀϕείλει πολλὰ σὲ ἐπιδράσεις ἀπὸ ἀνατολικοὺς πολιτισμούς, ὅπως ἀπὸ τὸν αἰγυπτιακὸ πολιτισμό, ἰδιαίτερα στὴν περιοχὴ τῶν μαθηματικῶν καὶ τῆς ἀστρονομίας. ᾽Αλλὰ ἡ ἑλληνικὴ ϕιλοσοϕία δὲν ἦρθε ἀπὸ τὴν ᾽Ανατολή. Πολλὲς ὁμοιότητες μποροῦν νὰ βρεθοῦν, καὶ πραγματικὰ ἔχουν παρατηρηθεῖ ὁμοιότητες καὶ ἀναλογίες ἀνάμεσα στὴν ἑλληνικὴ ϕιλοσοϕία ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ στὶς ϕιλοσοϕίες τῆς ᾽Ανατολῆς ἀπὸ τὴν ἄλλη. ᾽Αλλὰ ἡ θεωρία πὼς ἡ ϕιλοσοϕία στὴν ῾ Ελλάδα ἦρθε ἀπὸ τὴν ᾽Ανατολή, λ.χ. ἀπὸ τὴν ᾽ Ινδία, βασίστηκε στὴν ὑποτιθέμενη ὁμοιότητα ἀνάμεσα σὲ ὁρισμένες ἑλληνικὲς καὶ σὲ ὁρισμένες ἀνατολικὲς ἰδέες.36 Τὸ δόγμα τῆς μετενσάρκωσης, π.χ., ποὺ βρίσκουμε στοὺς πυθαγόρειους, στὸν ᾽ Εμπεδοκλῆ καὶ στὸν Πλάτωνα, παρουσιάζεται σὰν δόγμα τυπικὰ ἰνδικό. Δὲν ὑπάρχει γενικὰ θέμα νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἀπὸ ποῦ «εἰσήχθη» στὴν ῾ Ελλάδα ἡ ϕιλοσοϕία, ὅπως δὲν ρωτᾶμε ἀπὸ ποῦ εἰσήχθη ἡ θρησκεία ἢ ἡ τέχνη. ῾ Η ἑλληνικὴ ϕιλοσοϕία διαμορϕώθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στὴν ῾ Ελλάδα. Μὲ τὰ ἐλάχιστα ἔστω τεκμήρια λόγου ποὺ ἔχουμε, παρακολουθοῦμε καὶ προσπαθοῦμε νὰ παραστήσουμε τὶς ἀπαρχὲς τῆς ἑλληνικῆς ϕιλοσοϕίας. Οἱ πρῶτες σκέψεις, ἄλλωστε, εἶναι τόσο ἄγουρες καὶ ἀσχημάτιστες, ποὺ εἶναι ἀνόητο νὰ ὑποθέσουμε πὼς οἱ 36. Βλ. Teichmüller, Neue Studien zur Geschichte der Begriffe, Ι καὶ ΙΙ (Gotha 1876 καὶ 1878). A. Faure, L’Egypte et les Présocratiques, Paris 1923. P. Masson-Oursel, La philosophie en Orient, Paris 1941.


32

Ε ΙΣ Α ΓΩ ΓΗ

῞ Ελληνες δὲν μποροῦσαν τότε νὰ κάνουν αὐτὲς τὶς ἁπλὲς σκέψεις μόνοι τους.37 ῾ Η ἔλλειψη ἱκανοποιητικῆς ἱστορικῆς μαρτυρίας γιὰ τὴ διερεύνηση τοῦ προβλήματος ποὺ ἀϕορᾶ τὴ γενετικὴ ἀρχὴ τῆς ϕιλοσοϕίας στὴν ῾ Ελλάδα τονίζεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπάρχει παρὰ ἐλάχιστη γνήσια μαρτυρία γιὰ τὸν Θαλῆ ὡς τὸν πρῶτο ϕιλόσοϕο. ᾽Απ ᾽ ὅ,τι μᾶς λέει ὁ ᾽Αριστοτέλης γι᾽ αὐτόν, γίνεται ϕανερὸ πὼς ὁ πραγματικὸς Θαλῆς ἦταν ἄγνωστος στὰ κλασικὰ χρόνια. ῾ Ο ἴδιος ὁ ᾽Αριστοτέλης δὲν γνώριζε τὸν Θαλῆ παρὰ ἀπὸ τὴν προϕορικὴ παράδοση, καὶ ὁ Πλάτωνας δὲν τὸν ἤξερε παρὰ ὡς ἕναν ἀπὸ τοὺς ἑπτὰ σοϕούς. Γενικά, ὁ Θαλῆς εἶχε γίνει ἕνα θρυλικὸ πρόσωπο γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο κυκλοϕοροῦσαν διάϕορα ἀνέκδοτα καὶ ὑποθέσεις, ποὺ ἀπέβλεπαν νὰ ἐξηγήσουν τὴν ἀρχὴ τῆς ϕιλοσοϕίας ἀπὸ ἐπιδράσεις τὶς ὁποῖες δέχτηκε ὁ Θαλῆς εἴτε ἀπὸ τὸ αἰγυπτιακὸ ἱερατεῖο εἴτε ἀπὸ τὴν ἐπικὴ μυθικὴ παράδοση.38 ῾ Η ἀβεβαιότητα καὶ ἡ πενιχρότητα τῶν πηγῶν ἰσχύει, ἂν καὶ σὲ διαϕορετικὸ κατὰ περίπτωση βαθμό, καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους προσωκρατικοὺς στοχαστές. ῎ Ετσι ἡ προσέγγιση τῶν ἱστορικῶν ἀρχῶν τῆς ἑλληνικῆς καὶ γενικὰ τῆς εὐρωπαϊκῆς ϕιλοσοϕίας προσκρούει πάνω στὸ ὀξὺ καὶ δυσερεύνητο πρόβλημα τῶν πηγῶν.

37. W.T. Stace, A Critical History of Philosophy, London 1965 (γιὰ πρώτη ϕορὰ ἐκδόθηκε τὸ 1920), 17-18. 38. Τὴν ἔλλειψη ἱκανοποιητικῆς ἱστορικῆς μαρτυρίας γιὰ τὸν Θαλῆ τονίζει ὁ H.F. Cherniss, The Characteristics and Effects of Presocratic Philosophy: Studies in Presocratic Philosophy, ἔκδ. D.J. Furley καὶ R.E. Allen, London 1970, 2 κ.ἑ. Πβ. ὅμως W.K.C. Guthrie, A History of Greek Philosophy, Cambridge 1962, Ι 45 κ.ἑ., ποὺ προσπαθεῖ νὰ δικαιολογήσει τὸν παραδοσιακὸ ἰσχυρισμὸ πὼς ὁ Θαλῆς πρέπει νὰ θεωρεῖται ὁ πρῶτος ῞ Ελληνας ϕιλόσοϕος.

Θεόφιλος Βέικος - Οι Προσωκρατικοί  
Θεόφιλος Βέικος - Οι Προσωκρατικοί  

Το βιβλίο αυτό περιγράφει πώς οι Έλληνες πρώτοι θεμελίωσαν τη φιλοσοφία και την επιστήμη, δηλαδή την ορθολογική εξήγηση του κόσμου, το πιο ξ...