Issuu on Google+


Χ. ΤΖΕ ΜΣ

EL PAÍS


FRACTALART


X , σχεδὸν στὸ τέλος τοῦ Η τρίτου μήνα τῆς προσωρινῆς διαμονῆς μου στὸ Κάμπερλαντ. Τὸ πρωί, ὅταν κατέβηκα στὴν τραπεΤΑΝ ΗΜΕΡΑ

ΠΕΜΠΤΗ

ζαρία τὴ συνηθισμένη ὥρα, ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ, γιὰ πρώτη ϕορὰ ἀπὸ τότε ποὺ τὴν ἤξερα, ἀπουσίαζε ἀπὸ τὴ συνηθισμένη θέση της στὸ τραπέζι. Ἡ δεσποινὶς Φέρλι ἦταν ἔξω στὸν κῆπο. Μὲ χαιρέτησε μὲ μιὰ ὑπόκλιση, ἀλλὰ δὲ μπῆκε στὸ δωμάτιο. Οὔτε μιὰ λέξη δὲν εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὰ χείλη μου ἢ ἀπὸ τὰ δικά της ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ταράξει κάποιον ἀπὸ τοὺς δυό μας, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἀνομολόγητη αἴσθηση ἀμηχανίας μᾶς ἔκανε ν’ ἀποϕεύγουμε νὰ συναντηθοῦμε μόνοι. Περίμενε ἔξω στὸν κῆπο· κι ἐγὼ περίμενα στὴν τραπεζαρία μέχρι νὰ ἔλθει ἡ κυρία Βέσεϊ ἢ ἡ δεσποι νὶς Χάλκομπ. Πόσο βιαστικὰ θὰ εἶχα πάει κοντά της! Πόσο πρόθυμα θὰ ἀνταλλάσσαμε χειραψία καὶ θὰ εἴχαμε πιάσει τὴ συνηθισμένη μας κουβέντα μόλις πρὶν ἀπὸ ἕνα δεκαπενθήμερο! Σὲ μερικὰ λεπτὰ μπῆκε ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ. Εἶ χε ἕνα σκεϕτικὸ ὕϕος καὶ ζήτησε συγγνώμη γιὰ τὴν καθυστέρησή της – μᾶλλον ἀϕηρημένα. — Καθυστέρησα, εἶπε, λόγω μιᾶς συζήτησης ποὺ εἶχα μὲ τὸν κύριο Φέρλι γιὰ ἕνα οἰκογενειακὸ θέμα. Ἡ δεσποινὶς Φέρλι μπῆκε ἀπὸ τὸν κῆπο κι ἀνταλλάξαμε τὸν συνηθισμένο πρωινὸ χαιρετισμό μας. Τὸ


96

WILKIE COLLINS, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ

χέρι της μοῦ ϕάνηκε πιὸ κρύο ἀπὸ ποτέ. Δὲ μὲ κοίταξε· καὶ ἦταν πολὺ χλομή. ᾽Ακόμη καὶ ἡ κυρία Βέσεϊ τὸ πρόσεξε ὅταν μπῆκε στὸ δωμάτιο μετὰ ἀπὸ ἕνα λεπτό. — Ὑποθέτω πὼς εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἀνέμου, εἶπε ἡ ἡλικιωμένη κυρία. Ἔρχεται ὁ χειμώνας – ἄχ, γλυκιά μου, σύντομα ἔρχεται ὁ χειμώνας! Στὴν καρδιά της καὶ τὴ δική μου εἶχε ἔρθει κιόλας. Τὸ πρόγευμά μας, ποὺ ἄλλες ϕορὲς ἦταν γεμάτο ἀπὸ εὐχάριστες συζητήσεις γιὰ τὰ σχέδια τῆς ἡμέρας, ἦταν σύντομο καὶ σιωπηλό. Ἡ δεσποινὶς Φέρλι ἔδειχνε νὰ αἰσθάνεται τὴν κατάθλιψη τῶν μακρῶν παύσεων στὴ συζήτηση καὶ κοίταζε ἱκετευτικὰ τὴν ἀδελϕή της ζητώντας της νὰ τὶς καλύψει. Ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ, ὕστερα ἀπὸ μιὰ-δυὸ διστακτικὲς ἀπόπειρες, τελικὰ μίλησε. — Εἶδα τὸν θεῖο σου τὸ πρωί, Λόρα, εἶπε. Νομίζει ὅτι τὸ μὸβ δωμάτιο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ ἑτοιμάσουμε. Κι ἐπιβεβαιώνει αὐτὸ ποὺ σοῦ εἶπα: γιὰ τὴ Δευτέρα πρόκειται, ὄχι γιὰ τὴν Τρίτη. Ἐνῶ λέγονταν αὐτὲς οἱ λέξεις, ἡ δεσποινὶς Φέρλι εἶχε καρϕωμένα τὰ μάτια της στὸ τραπέζι μπροστά της. Τὰ δάχτυλά της ἔπαιζαν νευρικὰ μὲ τὰ ψίχουλα ποὺ ἦταν σκορπισμένα στὸ τραπεζομάντηλο. Ἡ χλομάδα ποὺ ἁπλωνόταν στὰ μάγουλά της πέρασε καὶ στὰ χείλη της, ποὺ ἔτρεμαν ϕανερά. Δὲν ἤμουν ὁ μόνος ποὺ τὸ πρόσεξε. Τὸ εἶδε καὶ ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ κι ἀμέσως ἔκανε τὴν ἀρχὴ καὶ σηκώθηκε ἀπ’ τὸ τραπέζι. Ἡ κυρία Βέσεϊ καὶ ἡ δεσποινὶς Φέρλι βγῆκαν ἀπὸ τὸ δωμάτιο μαζί. Τὰ εὐγενικά, μελαγχολικὰ γαλανὰ μάτια της μὲ κοίταξαν γιὰ μιὰ στιγμὴ μὲ τὴ θλίψη ἑνὸς ἐπικείμενου ἀποχαιρετισμοῦ. Αἰσθάνθηκα μιὰ σουβλιὰ στὴν καρδιά μου – μοῦ ἔλεγε ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴ


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ] X

97

χάσω σύντομα καὶ νὰ τὴν ἀγαπῶ στὸ ἑξῆς ἀκόμη περισσότερο κι ἀπεγνωσμένα. Στράϕηκα πρὸς τὸν κῆπο ὅταν ἡ πόρτα ἔκλεισε πίσω της. Ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ, μὲ τὸ καπέλο της στὸ χέρι καὶ τὸ σάλι της ριγμένο στὸ μπράτσο της, στεκόταν δίπλα στὴ μεγάλη μπαλκονόπορτα ποὺ ὁδηγοῦσε στὸν κῆπο· μὲ κοίταζε ἐπίμονα. — Ἔχετε λίγο ἐλεύθερο χρόνο νὰ μοῦ διαθέσετε; ρώτησε. — Φυσικά, δεσποινὶς Χάλκομπ. Πάντα ἔχω χρόνο γιὰ σᾶς. — Θέλω νὰ σᾶς πῶ δυὸ λόγια ἰδιαιτέρως, κύριε Χαρτράιτ. Πάρτε τὸ καπέλο σας κι ἐλᾶτε ἔξω στὸν κῆπο. Ἐκεῖ δὲ θὰ μᾶς ἐνοχλήσει κανεὶς αὐτὴν τὴν ὥρα. Καθὼς βγαίναμε στὸν κῆπο, ἕνας νεαρὸς βοηθὸς τοῦ κηπουροῦ μᾶς προσπέρασε πηγαίνοντας πρὸς τὸ σπίτι μ’ ἕνα γράμμα στὸ χέρι. Ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ τὸν σταμάτησε. — Γιὰ μένα εἶναι τὸ γράμμα; ρώτησε. — Ὄχι, δεσποινίς. Μοῦ εἶπαν ὅτι εἶναι γιὰ τὴ δεσποινίδα Φέρλι, ἀπάντησε ὁ μικρός. Ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ τὸ πῆρε στὰ χέρια της καὶ κοίταξε τὴ διεύθυνση. «Περίεργος γραϕικὸς χαρακτήρας. Ποιός μπορεῖ νὰ γράϕει στὴ Λόρα;» μονολόγησε. — Ποῦ τὸ βρῆκες; συνέχισε ἀπευθυνόμενη στὸν κηπουρό. — Μοῦ τὸ ἔδωσε μιὰ γυναίκα, εἶπε ὁ μικρός. — Τί γυναίκα; — Μιὰ γυναίκα κάποιας ἡλικίας. — Τὴν ἤξερες; — Δὲ μπορῶ νὰ πάρω τὴν εὐθύνη νὰ πῶ ὁτιδήποτε. — ᾽Απὸ ποῦ ἔϕυγε; —Α ᾽ πὸ κείνη τὴν πύλη, εἶπε ὁ βοηθὸς τοῦ κηπουροῦ δείχνοντας ἀποϕασιστικὰ πρὸς τὸν Νότο καὶ κα-


98

WILKIE COLLINS, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ

λύπτοντας μὲ τὴν κίνηση τοῦ χεριοῦ του ὅλο ἐκεῖνο τὸ κομμάτι τῆς ᾽Αγγλίας. — Περίεργο, εἶπε ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ. Ὑποθέτω ὅτι κάποια βοήθεια θὰ ζητάει. Ὁρίστε, πρόσθεσε ἐπιστρέϕοντας τὸ γράμμα στὸν νεαρό. Πήγαινέ το στὸ σπίτι καὶ δῶσ’ το σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες. Καὶ τώρα, κύριε Χαρτράιτ, ἂν δὲν ἔχετε ἀντίρρηση, ἂς κάνουμε μιὰ βόλτα. Μὲ ὁδήγησε πρὸς τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ κήπου ἀπὸ τὸ ἴδιο μονοπάτι στὸ ὁποῖο εἴχαμε βαδίσει τὴν ἑπόμενη μέρα τῆς ἄϕιξής μου στὸ Λίμεριτζ. Στὸ μικρὸ καλοκαιρινὸ περίπτερο ὅπου εἴχαμε ἰδωθεῖ γιὰ πρώτη ϕορὰ ἡ Λόρα Φέρλι κι ἐγὼ κοντοστάθηκε κι ἔσπασε τὴ σιωπὴ τὴν ὁποία ἐπίμονα εἶχε διατηρήσει ὅσην ὥρα βαδίζαμε μαζί. — Αὐτὸ ποὺ ἔχω νὰ σᾶς πῶ, μπορῶ νὰ τὸ πῶ ἐδῶ. Μὲ αὐτὲς τὶς λέξεις μπῆκε στὸ θερινὸ περίπτερο, κάθισε σὲ μία ἀπὸ τὶς καρέκλες γύρω ἀπὸ τὸ στρογγυλὸ τραπέζι καὶ μοῦ ἔγνεψε νὰ καθίσω στὴν ἄλλη. ᾽Απὸ τὴ στιγμὴ ποὺ μοῦ εἶχε μιλήσει στὴν τραπεζα ρία, ὑποψιαζόμουν τί θὰ μοῦ ἔλεγε· τώρα αἰσθανόμουν βέβαιος. —Α ᾽ γαπητὲ κύριε Χαρτράιτ, εἶπε, θ’ ἀρχίσω κάνοντάς σας μιὰ εἰλικρινὴ ὁμολογία. Θὰ σᾶς πῶ –χωρὶς περιστροϕές, τὶς ὁποῖες ἀπεχθάνομαι, ἢ ϕιλοϕρονήσεις, τὶς ὁποῖες εἰλικρινὰ σιχαίνομαι– ὅτι στὴ διάρκεια τῆς διαμονῆς σας μαζί μας ἔχω ϕτάσει στὸ σημεῖο νὰ αἰσθάνομαι ἔντονα ϕιλικὰ αἰσθήματα γιὰ σᾶς. Αἰσθάνθηκα ἐκτίμηση γιὰ τὸ πρόσωπό σας ὅταν μοῦ μιλήσατε γιὰ πρώτη ϕορὰ γιὰ τὴ συμπεριϕορά σας ἔναντι ἐκείνης τῆς δυστυχισμένης γυναίκας τὴν ὁποία γνωρίσατε ὑπὸ τόσο ἐντυπωσιακὲς συνθῆκες. Ὁ τρόπος ποὺ διαχειριστήκατε τὴν ὑπόθεση ἴσως νὰ μὴν ἦταν ϕρόνιμος, ἀλλὰ ἔδειχνε τὸ χαρακτήρα, τὴν εὐαισθη-


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ] X

99

σία καὶ τὴν εὐσπλαχνία ἑνὸς ἄντρα ποὺ εἶναι «κύριος» μὲ ὅλη τὴ σημασία τῆς λέξης. Μὲ προδιέθεσε στὸ νὰ ἀναμένω καλὰ πράγματα ἀπὸ σᾶς· καὶ δὲν ἀπογοητεύσατε τὶς προσδοκίες μου. Ἔκανε μιὰ παύση, ἀλλὰ ταυτόχρονα σήκωσε τὸ χέρι της σὲ ἔνδειξη ὅτι δὲν περίμενε καμιὰν ἀπάντηση ἐκ μέρους μου. ῞Οταν ἔμπαινα στὸ θερινὸ περίπτερο, δὲ σκεϕτόμουν καθόλου τὴ γυναίκα μὲ τὰ ἄσπρα. Α ᾽ λλὰ τώρα τὰ λόγια τῆς δεσποινίδος Χάλκομπ εἶχαν ἐπαναϕέρει στὸ μυαλό μου τὴν ἀνάμνηση τῆς περιπέτειάς μου. Παρέμεινε ἐκεῖ σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς συζήτησης – παρέμεινε καὶ ὄχι χωρὶς ἀποτέλεσμα. — Σὰν ϕίλη σας, συνέχισε, θὰ σᾶς πῶ ἀμέσως μὲ τὴν ἁπλή, εὐθεία, εἰλικρινὴ γλώσσα μου ὅτι ἔχω ἀνακαλύψει τὸ μυστικό σας – χωρὶς βοήθεια ἢ νύξη ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Κύριε Χαρτράιτ, ἐπιτρέψατε ἀπερίσκεπτα στὸν ἑαυτό σας νὰ διαμορϕώσει ἕνα αἴσθημα –ἕνα σοβαρὸ καὶ εἰλικρινὲς αἴσθημα, ϕοβᾶμαι– γιὰ τὴ Λόρα. Δὲ σᾶς ὑποβάλλω στὴ δοκιμασία νὰ τὸ ὁμολογήσετε, ἐπειδὴ βλέπω –τὸ γνωρίζω πολὺ καλά– ὅτι εἶστε πολὺ ἔντιμος γιὰ νὰ τὸ ἀρνηθεῖτε. Οὔτε κὰν σᾶς κατηγορῶ – σᾶς λυπᾶμαι ποὺ ἀϕήσατε στὴν καρδιά σας νὰ ἀνθίσει ἕνα αἴσθημα χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἐλπίδα. Δὲν ἐπιχειρήσατε νὰ ἐξασϕαλίσετε κάποιο δόλϊο πλεονέκτημα· δὲ μιλήσατε κρυϕὰ στὴν ἀδελϕή μου. Εἶστε ἔνοχος ἀδυναμίας καὶ ἔλλειψης ἐνδιαϕέροντος γιὰ τὰ πραγματικὰ συμϕέροντά σας – τίποτε χειρότερο. Ἂν εἴχατε ἐνεργήσει λιγότερο εὐγενικὰ καὶ χωρὶς τὴν ἀπαιτούμενη ἀξιοπρέπεια, θὰ σᾶς εἶχα πεῖ νὰ ϕύγετε ἀπὸ τὸ σπίτι χωρὶς τὴν παραμικρὴ προειδοποίηση. Ἔτσι ποὺ εἶναι τὰ πράγματα, κατηγορῶ τὴν ἀτυχία τῆς ἡλικίας σας καὶ τῆς θέσης σας – δὲν κατηγορῶ ἐσᾶς. Δῶστε τὸ χέρι σας. Σᾶς ἔχω πονέσει. Θὰ σᾶς πονέσω περισσότερο, ἀλλὰ


100

WILKIE COLLINS, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ

δὲ γίνεται διαϕορετικά. Δῶστε πρῶτα τὸ χέρι σας στὴ ϕίλη σας Μάριαν Χάλκομπ. Ἡ εὐγένεια τῶν λόγων της –ἡ θερμή, ὑψηλόϕρων, εἰλικρινὴς κατανόηση ποὺ τόσο μεγαλόψυχα ἐκ μέρους της μοῦ προσϕέρθηκε, ποὺ μὲ τόση λεπτότητα καὶ γενναιόδωρη ἀμεσότητα μίλησε ἀπευθείας στὴν καρδιά μου, τὴν τιμή μου καὶ τὸ θάρρος μου– μὲ συγκίνησε. Προσπάθησα νὰ τὴν κοιτάξω ὅταν ἔπιασε τὸ χέρι μου, ἀλλὰ τὰ μάτια μου ἦταν θολά. Προσπάθησα νὰ τὴν εὐχαριστήσω, ἀλλὰ ἡ ϕωνή μου μὲ πρόδωσε. —Α ᾽ κοῦστε με, εἶπε, ἀποϕεύγοντας διακριτικὰ νὰ δείξει ὅτι εἶχε προσέξει τὴν ταραχή μου. Α ᾽ κοῦστε με κι ἂς τελειώσουμε μιὰ ὥρ’ ἀρχύτερα μὲ τὸ θέμα αὐτό. Εἶναι πραγματικὴ ἀνακούϕιση γιὰ μένα τὸ ὅτι δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένη νὰ μπῶ στὸ θέμα –τὸ σκληρὸ θέμα, ὅπως ἐγὼ τὸ βλέπω– τῶν κοινωνικῶν ἀνισοτήτων. Περιστάσεις ποὺ θὰ ὑποβάλουν ἐσᾶς σὲ μιὰ γρήγορη δοκιμασία, ἀπαλλάσσουν ἐμένα ἀπὸ τὴν ἄχαρη ὑποχρέωση, κάνοντας μειωτικὲς ἀναϕορὲς σὲ θέματα κοινωνικῆς θέσης καὶ τάξης, νὰ πληγώσω ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἔζησε ϕιλικὰ μαζί μου κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη. Πρέπει νὰ ϕύγετε ἀπὸ τὸ Λίμεριτζ Χάουζ, κύριε Χαρτράιτ, πρὶν γίνει μεγαλύτερο κακό. Εἶναι καθῆκον μου νὰ σᾶς τὸ πῶ· καὶ θὰ ἦταν ἐπίσης κα θῆκον μου νὰ τὸ πῶ ἀκόμη κι ἂν ἤσαστε ἐκπρόσωπος τῆς ἀρχαιότερης καὶ πλουσιότερης οἰκογένειας στὴν Α ᾽ γγλία. Πρέπει νὰ ϕύγετε, ὄχι ἐπειδὴ εἶστε δά σκαλος τῆς ζωγραϕικῆς——— Σώπασε γιὰ μιὰ στιγμή. Μὲ κοίταξε κατάματα καί, σκύβοντας πάνω ἀπὸ τὸ τραπέζι, ἅπλωσε τὸ χέρι της ἀποϕασιστικὰ στὸ μπράτσο μου. — Ὄχι ἐπειδὴ εἶστε δάσκαλος τῆς ζωγραϕικῆς, ἐπανέλαβε, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ Λόρα Φέρλι εἶναι ἀρραβωνιασμένη καὶ πρόκειται νὰ παντρευτεῖ.


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ] X

101

Οἱ τελευταῖες λέξεις καρϕώθηκαν σὰν μαχαιριὲς στὴν καρδιά μου. Τὸ μπράτσο μου ἔπαψε νὰ αἰσθάνεται τὸ χέρι ποὺ τὸ κρατοῦσε. Δὲν κινήθηκα οὔτε καὶ μίλησα. Ἡ δυνατὴ ϕθινοπωρινὴ αὔρα ποὺ σκόρπιζε τὰ νεκρὰ ϕύλλα στὰ πόδια μας μοῦ ϕάνηκε ξαϕνικὰ τόσο παγερή, λὲς καὶ οἱ τρελὲς ἐλπίδες μου ἦταν κι αὐτὲς νεκρὰ ϕύλλα ποὺ παρασύρονταν ἀπ’ τὸν ἀέρα. ᾽Ελπίδες!... Λογοδοσμένη ἢ ὄχι, ἦταν ἐξίσου μακριά μου. Θὰ τὸ εἶχαν θυμηθεῖ ἄλλοι στὴ θέση μου; Ὄχι, ἂν τὴν εἶχαν ἀγαπήσει ὅσο ἐγώ. Ξανάνιωσα τὸ χέρι τῆς δεσποινίδος Χάλκομπ νὰ σϕίγγει τὸ μπράτσο μου. Σήκωσα τὸ κεϕάλι καὶ τὴν κοίταξα. Τὰ μεγάλα μαῦρα μάτια της ἦταν καρϕωμένα πάνω μου παρακολουθώντας τὸ χλόμιασμα τοῦ προσώπου μου, τὸ ὁποῖο ἐγὼ ἔνιωθα κι ἐκείνη ἔβλεπε. — Ξεπεράστε το, εἶπε. Ἐδῶ ποὺ τὴν πρωτοείδατε, ἐδῶ ξεπεράστε το. Μὴ δειλιάζετε σὰν γυναίκα. Ξεριζῶστε το· ποδοπατῆστε το σὰν ἄντρας. Ἡ συγκρατημένη ὁρμὴ μὲ τὴν ὁποία μιλοῦσε, ἡ δύναμη ποὺ ἡ βούλησή της –συγκεντρωμένη στὸ βλέμμα ποὺ εἶχε καρϕωμένο πάνω μου καὶ στὸ σϕίξιμο τοῦ μπράτσου μου, τὸ ὁποῖο δὲν εἶχε χαλαρώσει–, μετέδιδε σὲ μένα, μοῦ ἔδιναν κουράγιο. Μείναμε καὶ οἱ δυὸ γιὰ ἕνα λεπτὸ ἀμίλητοι. Εἶχε δικαιώσει τὴ γεν ναιόδωρη πίστη στὸν ἀνδρισμό μου – εἶχα, ἐξωτερι κὰ τουλάχιστον, ἐπανακτήσει τὴν αὐτοκυριαρχία μου. — Ξαναβρήκατε τὸν ἑαυτό σας; — ᾽Αρκετά, δεσποινὶς Χάλκομπ, γιὰ νὰ ζητήσω συγγνώμη καὶ ἀπὸ σᾶς καὶ ἀπὸ ἐκείνη. Α ᾽ ρκετὰ ὥστε ν’ ἀκολουθήσω τὴ συμβουλή σας καὶ νὰ ἀποδείξω μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν εὐγνωμοσύνη μου – ἂν μπορῶ νὰ τὴν ἀποδείξω σὲ κάποιον. — Τὴν ἔχετε ἀποδείξει ἤδη, ἀπάντησε, μ’ αὐτὰ ποὺ εἴπατε. Τελείωσε τὸ κρυϕτὸ ἀνάμεσά μας, κύριε


102

WILKIE COLLINS, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ

Χαρτράιτ. Δὲ μπορῶ νὰ κρύψω ἀπὸ σᾶς αὐτὸ ποὺ ἡ ἀδελϕή μου ἔδειξε ἄθελά της σὲ μένα. Πρέπει νὰ ϕύγετε – γιὰ τὸ καλό της, ὅπως καὶ γιὰ τὸ δικό σας. ῾Η παρουσία σας ἐδῶ, ἡ ἀναγκαία οἰκειότητά σας ἀπέναντί μας, ὅσο ἀθῶες κι ἂν ὑπῆρξαν ἀπ’ ὅλες τὶς ἄλλες ἀπόψεις –ὁ Θεὸς τὸ ξέρει–, τὴν ἔχουν ἀποσταθεροποιήσει καὶ τῆς ἔχουν ϕέρει δυστυχία. Ἐγώ, ποὺ τὴν ἀγαπῶ περισσότερο ἀπ’ τὴ ζωή μου, ἐγώ, ποὺ ἔχω μάθει νὰ πιστεύω σ’ ἐκεῖνον τὸν ἁγνό, εὐγενικό, ἀθῶο χαρακτήρα ὅπως πιστεύω στὴ θρησκεία μου, γνωρίζω πολὺ καλὰ τὴν κρυϕὴ δυστυχία τῶν τύψεων ποὺ τὴν ἔχουν ταλανίσει ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ πρώτη σκιὰ ἑνὸς αἰσθήματος ἀπιστίας πρὸς τὸν ἀρραβώνα της μπῆκε, χωρὶς νὰ τὸ θέλει, στὴν καρδιά της. Δὲν ἰσχυρίζομαι –θὰ ἦταν περιττὸ νὰ ἐπιχειρήσω νὰ τὸ πῶ μετὰ ἀπ’ ὅσα συνέβησαν– ὅτι ὁ ἀρραβώνας αὐτὸς εἶχε ποτὲ κυρίαρχη θέση στὰ αἰσθήματά της. Εἶναι μιὰ ὑποχρέωση τιμῆς, ὄχι ἀγάπης· τὴν ἐπικύρωσε ὁ πατέρας της στὸ νεκροκρέβατό του πρὶν ἀπὸ δύο χρόνια – ἐκείνη ποτὲ δὲν τὴν καλοδέχτηκε, οὔτε καὶ κοίταξε ὅμως νὰ τὴν ἀποϕύγει· ἀρκέστηκε νὰ τὴν τηρήσει. Μέχρι ποὺ ἤρθατε ἐσεῖς, ἦταν στὴ θέση ἑκατοντάδων ἄλλων γυναικῶν ποὺ παντρεύονται ἄντρες χωρὶς νὰ αἰσθάνονται καμιὰ ἰδιαίτερη ἕλξη καί –παρόλο ποὺ τοὺς ἀπορρίπτουν– μαθαίνουν νὰ τοὺς ἀγαποῦν –ὅταν δὲν μαθαίνουν νὰ τοὺς μισοῦν!– μετὰ τὸ γάμο. Ἐλπίζω, περισσότερο ἀπ’ ὅσο μποροῦν νὰ ἐκϕράσουν οἱ λέξεις –καὶ θὰ πρέπει νὰ ἔχετε τὴν αὐτοθυσία καὶ τὸ θάρρος νὰ τὸ ἐλπίζετε κι ἐσεῖς–, πὼς οἱ νέες σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα ποὺ τάραξαν τὴν παλιὰ ἠρεμία της δὲν ἔχουν ριζώσει πολὺ βαθιὰ ὥστε νὰ μὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ξεριζωθοῦν. Ἂν εἶχα λιγότερη ἐμπιστοσύνη στὴν ἀξιοπρέπεια, στὸ θάρρος καὶ στὴ λογική σας, δὲ θὰ βασιζόμουν σ’ αὐτά, ὅπως


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ] X

103

κάνω τώρα, ἀλλὰ ἐλπίζω ἡ ἀπουσία σας νὰ βοηθήσει τὶς προσπάθειές μου· καὶ ὁ χρόνος νὰ βοηθήσει καὶ τοὺς τρεῖς μας. Εἶναι σημαντικὸ νὰ ξέρω ὅτι ἡ ἀρχικὴ ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπό σας δὲν ἦταν ἀδικαιολόγητη. Εἶναι σημαντικὸ νὰ ξέρω ὅτι δὲ θὰ ϕανεῖτε λιγότερο ἔντιμος, λιγότερο γενναῖος, λιγότερο διακριτικὸς πρὸς τὴ μαθήτρια ἀπ’ ὅσο ϕανήκατε πρὸς τὴν ἄγνωστη καὶ κυνηγημένη γυναίκα τῆς ὁποίας ἡ ἔκκληση πρὸς τὸ πρόσωπό σας γιὰ βοήθεια δὲν ἔγινε μάταια. — Καὶ πάλι ἡ τυχαία ἀναϕορὰ στὴ γυναίκα μὲ τὰ ἄσπρα! Δὲν ὑπάρχει πιθανότητα νὰ μιλήσετε γιὰ τὴ δεσποινίδα Φέρλι κι ἐμένα χωρὶς νὰ ἀναϕερθεῖ ἡ Α ῎ ννα Κάθερικ καὶ νὰ μπεῖ ἀνάμεσά μας σὰν ἕνα μοιραῖο ἀτύχημα ποὺ ἦταν ἀδύνατον ν’ ἀποϕύγω; Πεῖτε μου ποιά δικαιολογία μπορῶ νὰ χρησιμοποιήσω στὸν κύριο Φέρλι γιὰ νὰ σπάσω τὴ δέσμευσή μου, εἶπα. Πεῖτε μου πότε νὰ ϕύγω ἀπ’ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ γίνει δεκτὴ ἡ δικαιολογία μου. Ὑπόσχομαι ἀνεπιϕύλακτη ὑπακοὴ σ’ ἐσᾶς καὶ στὴ συμβουλή σας. — Ὁ χρόνος εἶναι ἀπὸ κάθε ἄποψη σημαντικός, ἀπάντησε. Μὲ ἀκούσατε τὸ πρωὶ νὰ ἀναϕέρω ὅτι πρέπει νὰ ἑτοιμαστεῖ τὸ μὸβ δωμάτιο. Ὁ ἐπισκέπτης ποὺ περιμένουμε τὴ Δευτέρα——— Δὲν ἄντεχα νὰ τὴν ἀκούσω νὰ γίνεται σαϕέστερη. Γνωρίζοντας τὰ ὅσα γνώριζα τώρα, ἡ ἀνάμνηση τοῦ ὕϕους καὶ τῆς στάσης τῆς δεσποινίδος Φέρλι στὸ πρόγευμα μοῦ εἶχε δώσει νὰ καταλάβω ὅτι ὁ ἀναμενόμενος ἐπισκέπτης στὸ Λίμεριτζ Χάουζ ἦταν ὁ μελλοντικός της σύζυγος. Προσπάθησα νὰ τὸ ξεπεράσω, ἀλλὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ξύπνησε μέσα μου κάτι ἰσχυρότερο ἀπὸ τὴ θέλησή μου καὶ διέκοψα τὴ δεσποινίδα Χάλκομπ. — Ἐπιτρέψτε μου νὰ ϕύγω σήμερα, εἶπα μὲ πί κρα. ῞Οσο συντομότερα, τόσο καλύτερα.


104

WILKIE COLLINS, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ

— Ὄχι! Ὄχι σήμερα! ἀπάντησε. Ὁ μοναδικὸς λόγος τὸν ὁποῖο μπορεῖτε νὰ ἐπικαλεστεῖτε στὸν κύριο Φέρλι γιὰ τὴν ἀποχώρησή σας πρὶν ἀπὸ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν ὑποχρεώσεών σας πρέπει νὰ εἶναι κάποια ἀπρόβλεπτη ὑποχρέωση ποὺ σᾶς ἀναγκάζει νὰ ζητήσετε τὴν ἄδειά του νὰ ἐπιστρέψετε ἀμέσως στὸ Λονδίνο. Πρέπει νὰ περιμένετε μέχρι αὔριο, γιὰ νὰ τοῦ τὸ πεῖτε τὴν ὥρα ποὺ ἔρχεται τὸ ταχυδρομεῖο, γιατὶ τότε θὰ συνδέσει τὴν ξαϕνικὴ ἀλλαγὴ στὰ σχέδιά σας μὲ τὴν ἄϕιξη ἑνὸς γράμματος ἀπὸ τὸ Λονδίνο. Εἶναι ἐλεεινὸ καὶ ἀηδιαστικὸ νὰ καταϕεύγουμε σὲ ψεύδη, ἀκόμη καὶ στὰ πιὸ ἀκίνδυνα, ἀλλὰ γνωρίζω τὸν κύριο Φέρλι – ἂν προκαλέσετε τὶς ὑποψίες του ὅτι τὸν ἐξαπατᾶτε, θὰ ἀρνηθεῖ νὰ σᾶς ἀπαλλάξει. Μιλῆστε του τὴν Παρασκευὴ τὸ πρωί· ἀσχοληθεῖτε μετὰ μὲ τὸ ἔργο σας –λόγω τῶν ὑποχρεώσεών σας ἔναντι τοῦ ἐργοδότη σας–, ὥστε ν’ ἀϕήσετε τὴν ἀνολοκλήρωτη ἐργασία σας στὴ μικρότερη δυνατὴ σύγχυση, καὶ ἀναχωρῆστε τὸ Σάββατο. Θὰ εἶναι τότε ἡ καλύτερη ὥρα, κύριε Χαρτράιτ, καὶ γιὰ σᾶς καὶ γιὰ ὅλους μας. Πρὶν προλάβω νὰ τὴ διαβεβαιώσω ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι σίγουρη πὼς θὰ ἐνεργήσω σύμϕωνα μὲ τὶς ἐπιθυμίες της, ξαϕνιαστήκαμε ἀπὸ βήματα ποὺ ἀκούστηκαν ἀπὸ τὴ μεριὰ τῶν θάμνων. Κάποιος ἐρχόταν ἀπὸ τὸ σπίτι νὰ μᾶς βρεῖ. Αἰσθάνθηκα τὸ αἷμα ν’ ἀνεβαίνει στὰ μάγουλά μου καὶ μετὰ νὰ ξαναϕεύγει. Θὰ μποροῦσε τὸ τρίτο πρόσωπο ποὺ ἐρχόταν πρὸς τὸ μέ ρος μας –σὲ μιὰ τέτοια στιγμὴ καὶ κάτω ἀπ’ αὐτὲς τὶς ἰδιάζουσες συνθῆκες– νὰ εἶναι ἡ δεσποινὶς Φέρλι; Ἦταν μιὰ ἀνακούϕιση –τόσο θλιβερά, τόσο ἀπελπισμένα εἶχε ἤδη ἀλλάξει ἡ στάση μου ἀπέναντί της–, ἦταν μιὰ ἀπέραντη ἀνακούϕιση γιὰ μένα ὅταν τὸ ἄτομο ποὺ εἶχε τραβήξει τὴν προσοχή μας ἐμϕανίστηκε στὴν εἴσοδο τοῦ θερινοῦ περιπτέρου κι ἀπο-


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ] X

105

δείχτηκε ὅτι ἦταν ἡ καμαριέρα τῆς δεσποινίδος Φέρλι. — Θὰ μποροῦσα νὰ σᾶς μιλήσω μιὰ στιγμή, δεσποινίς; εἶπε ἡ κοπέλα μ’ ἕναν κάπως ταραγμένο, ἀνήσυχο τρόπο. Ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ κατέβηκε ἀπὸ τὰ σκαλιὰ πρὸς τοὺς θάμνους καὶ μαζὶ μὲ τὴν καμαριέρα προχώρησαν λίγο πιὸ πέρα. Ἔχοντας μείνει μόνος μου, ἡ σκέψη μου στράϕηκε –μὲ μιὰν αἴσθηση ἀπόλυτης δυστυχίας, τὴν ὁποία δὲ βρίσκω τὶς λέξεις νὰ περιγράψω– στὴν ἐπικείμενη ἐπιστροϕή μου στὴ μοναξιὰ καὶ τὴν ἀπελπισία τοῦ μοναχικοῦ λονδρέζικου σπιτιοῦ μου. Ἡ σκέψη τῆς γλυκιᾶς ἡλικιωμένης μητέρας μου καὶ τῆς ἀδελϕῆς μου, ποὺ εἶχε χαρεῖ τόσο ἀθῶα γιὰ τὶς προοπτικές μου στὸ Κάμπερλαντ –σκέψη ποὺ μὲ ἐνοχὴ συνειδητοποιοῦσα γιὰ πρώτη ϕορὰ ὅτι εἶχα ἀπωθήσει ὅλον αὐτὸν τὸν καιρό–, ἐπανερχόταν, μὲ τὴν τρυϕερὴ μελαγχολικὴ νοσταλγία παλιῶν, ξεχασμένων ϕίλων. Ἡ μητέρα μου καὶ ἡ ἀδελϕή μου τί θὰ αἰσθάνονταν ὅταν θὰ ἐπέστρεϕα κοντά τους ἔχοντας σπάσει τὴ συμϕωνία μου κι ὁμολογώντας τους τὸ θλιβερὸ μυστικό μου; – αὐτὲς ποὺ μὲ εἶχαν κατευοδώσει μὲ τόσες ἐλπίδες ἐκείνη τὴν τελευταία εὐτυχισμένη μέρα στὸ σπίτι τους στὸ Χάμπστεντ! Ἡ ῎Αννα Κάθερικ πάλι! ᾽Ακόμη καὶ ἡ ἀνάμνηση τῆς ἀποχαιρετιστήριας βραδιᾶς μὲ τὴ μητέρα μου καὶ τὴν ἀδελϕή μου δὲ μποροῦσε νὰ ἐπανέλθει τώρα στὴ σκέψη μου χωρὶς νὰ συνδυάζεται μ’ ἐκείνη τὴν ἄλλη ἀνάμνηση τῆς ἐπιστροϕῆς μου στὸ Λονδίνο ὑπὸ τὸ ϕεγγαρόϕως. Τί σήμαινε αὐτό; Θὰ συναντιόμασταν καὶ πάλι ἐγὼ καὶ ἡ γυναίκα ἐκείνη; Ἦταν πιθανό. Γνώριζε ὅτι ζοῦσα στὸ Λονδίνο; Ναί. Τῆς τὸ εἶχα πεῖ ἢ πρὶν ἢ μετὰ ἀπὸ ἐ��είνη τὴν παράξενη ἐρώτησή της – μὲ εἶχε ρωτήσει τόσο δύσπιστα ἂν γνώ-


106

WILKIE COLLINS, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ

ριζα πολλοὺς μὲ τὸν τίτλο τοῦ βαρονέτου· ἢ πρὶν ἢ μετά – τὸ μυαλό μου δὲν ἦταν ἤρεμο τότε καὶ ἡ εἰκόνα ποὺ εἶχα δὲν ἦταν σαϕής. Μερικὰ λεπτὰ πέρασαν πρὶν διώξει ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ τὴν καμαριέρα, ὁπότε ἐπέστρεψε κοντά μου. Τώρα ϕαινόταν κι ἐκείνη ταραγμένη καὶ ἀνήσυχη. — Κανονίσαμε τί πρέπει νὰ γίνει, κύριε Χαρτράιτ, εἶπε. Ἔχουμε συνεννοηθεῖ, σὰν ϕίλοι ποὺ εἴμαστε, καὶ μποροῦμε νὰ γυρίσουμε στὸ σπίτι. Γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, ἀνησυχῶ γιὰ τὴ Λόρα. Ἔστειλε καὶ μὲ εἰδοποίησε ὅτι θέλει νὰ μὲ δεῖ ἀμέσως – ἡ καμαριέρα της λέει ὅτι ἡ κυρία της εἶναι προϕανῶς πολὺ ταραγμένη ἀπὸ ἕνα γράμμα ποὺ ἔλαβε σήμερα τὸ πρωί. Τὸ ἴδιο γράμμα, ἀναμϕισβήτητα, ποὺ ἔϕτασε, ὅπως γνωρίζουμε, στὸ σπίτι πρὶν ἔρθουμε ἐδῶ. Κατευθυνθήκαμε βιαστικὰ πρὸς τὸ σπίτι ἀπὸ τὸ μονοπάτι ἀνάμεσα στοὺς θάμνους. Παρόλο ποὺ ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ εἶχε ὁλοκληρώσει ὅλα ὅσα θεωροῦσε ἀναγκαῖο νὰ πεῖ, ἐγὼ δὲν εἶχα τελειώσει μὲ ὅλα ὅσα ἤθελα νὰ πῶ ἀπὸ τὴ δική μου πλευρά. ᾽Απὸ τὴ στιγμὴ ποὺ εἶχα ἀνακαλύψει ὅτι ὁ ἀναμενόμενος ἐπισκέπτης στὸ Λίμεριτζ ἦταν ὁ μελλοντικὸς σύζυγος τῆς δεσποινίδος Φέρλι, εἶχα αἰσθανθεῖ μιὰ πικρὴ περιέργεια, μιὰ βαθιά, πιεστικὴ ζήλια – ἐπιθυμοῦσα νὰ μάθω ποιός ἦταν. Ἦταν πιθανὸ νὰ μὴ μοῦ προσϕερόταν μελλοντικὰ ἡ εὐκαιρία νὰ θέσω εὔλογα τὴν ἐρώτηση. Ἔτσι, διακινδύνευσα νὰ τὴν ὑποβάλω ἐνῶ ἐπιστρέϕαμε στὸ σπίτι. — ᾽Απὸ τὴ στιγμὴ ποὺ εἴχατε τὴν καλοσύνη νὰ μοῦ πεῖτε ὅτι δείξαμε ἀπόλυτη κατανόηση ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλο, δεσποινὶς Χάλκομπ, εἶπα, τώρα ποὺ εἶστε σίγουρη γιὰ τὴν εὐγνωμοσύνη μου πρὸς τὴν ἀνοχή σας καὶ τὴν ὑπακοή μου στὶς ἐπιθυμίες σας, μπορῶ νὰ τολμήσω νὰ ρωτήσω ποιός – (κόμπιασα·


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ] X

107

εἶχα ὑποχρεωθεῖ νὰ σκέϕτομαι τὴν ὕπαρξή του, ἀλλὰ ἦταν ἀκόμη σκληρότερο νὰ μιλήσω γι’ αὐτὸν ὡς μελλοντικὸ σύζυγο) – ποιός εἶναι ὁ κύριος μὲ τὸν ὁποῖο εἶναι ἀρραβωνιασμένη ἡ δεσποινὶς Φέρλι; Ἡ σκέψη της ἦταν προϕανῶς ἀπασχολημένη μὲ τὸ μήνυμα ποὺ εἶχε λάβει ἀπὸ τὴν ἀδελϕή της. Α ᾽ πάντησε βιαστικὰ κι ἀϕηρημένα: — Ἕνας κύριος μὲ μεγάλη περιουσία στὸ Χαμπσάιρ. Χαμπσάιρ! Ἡ γενέτειρα τῆς Α ῎ ννας Κάθερικ. Πάλι καὶ πάλι ἡ γυναίκα μὲ τὰ ἄσπρα. Φάνταζε ὡς κάτι ἀναπόϕευκτο. — Καὶ τ’ ὄνομά του; ἔκανα τὴν ἐρώτηση ὅσο πιὸ ἤρεμα καὶ ἀδιάϕορα μποροῦσα. — Σὲρ Πέρσιβαλ Γκλάιντ. Σέρ... σὲρ Πέρσιβαλ! Ἡ ἐρώτηση τῆς Α ῎ ννας Κάθερικ –ἐκείνη ἡ δύσπιστη ἐρώτηση σχετικὰ μὲ τοὺς ἄντρες μὲ τὸν τίτλο τοῦ βαρονέτου ποὺ ἴσως γνώρι ζα– δὲν εἶχε διαγραϕεῖ ἀπὸ τὸ μυαλό μου, καὶ τώρα ἐπανερχόταν ἐξ ἀϕορμῆς τῆς ἀπάντησης τῆς δεσποινίδος Χάλκομπ. Κοντοστάθηκα κάπως ἀπότομα καὶ τὴν κοίταξα. — Σὲρ Πέρσιβαλ Γκλάιντ, ἐπανέλαβε νομίζοντας ὅτι δὲν εἶχα ἀκούσει τὴν προηγούμενη ἀπάντησή της. — Ἱππότης ἢ βαρονέτος; ρώτησα μὲ μιὰν ἀγωνία ποὺ δὲ μποροῦσα νὰ κρύψω πιά. Σώπασε γιὰ μιὰ στιγμὴ καὶ μετὰ ἀπάντησε, μᾶλλον ψυχρά: — Βαρονέτος ϕυσικά!

10

WILKIE COLLINS, ῾Η Γυναίκα μὲ τὰ Α ῎ σπρα


XI παραπάνω δὲν εἰπώθηκε ἀπὸ καμία Ο πλευρὰ καθὼς γυρίζαμε στὸ σπίτι. Ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ πῆγε ἀμέσως στὸ δωμάτιο τῆς ἀδελϕῆς ΥΤΕ ΛΕΞΗ

της κι ἐγὼ ἀποσύρθηκα στὸ στούντιό μου γιὰ νὰ βάλω σὲ τάξη τοὺς πίνακες τοῦ κυρίου Φέρλι ποὺ δὲν εἶχα προλάβει ν’ ἀποκαταστήσω καὶ νὰ κορνιζάρω πρὶν τοὺς ἐγκαταλείψω στὴ ϕροντίδα ἄλλων χεριῶν. Σκέψεις ποὺ μέχρι τότε εἶχα καταπνίξει, σκέψεις ποὺ ἔκαναν ἀκόμη πιὸ ἀνυπόϕορη τὴ θέση μου, μὲ κυρίευαν τώρα ποὺ ἤμουν μόνος. Ἦταν ἀρραβωνιασμένη! Καὶ ὁ μελλοντικὸς σύζυγός της ἦταν ὁ σὲρ Πέρσιβαλ Γκλάιντ. Βαρονέτος καὶ ἰδιοκτήτης μεγάλης ἀκίνητης περιουσίας στὸ Χαμπσάιρ. Ὑπῆρχαν ἑκατοντάδες βαρονέτοι στὴν ᾽Αγγλία καὶ δεκάδες κτηματίες στὸ Χαμπσάιρ. Κρίνοντας μὲ βάση τοὺς γενικὰ ἀποδεκτοὺς κανόνες τῆς λογικῆς, δὲν εἶχα τὴν παραμικρὴ ἔνδειξη –ὣς τώρα– ὥστε νὰ συνδέσω τὸν σὲρ Πέρσιβαλ Γκλάιντ μὲ τὴ διστακτικὴ ἐρώτηση ποὺ μοῦ εἶχε γίνει ἀπὸ τὴ γυναίκα μὲ τὰ ἄσπρα. Κι ὅμως, τὸν συνέδεα μαζί της. Μήπως ἐπειδὴ εἶχε συσχετιστεῖ τώρα στὸ μυαλό μου μὲ τὴ δεσποινίδα Φέρλι, καὶ ἡ δεσποινὶς Φέρλι εἶχε συσχετιστεῖ, μὲ τὴ σειρά της, μὲ τὴν Α ῎ ννα Κάθερικ ἀπὸ τὴ βραδιὰ ποὺ εἶχα ἀνακαλύψει τὴ δυσοίωνη ὁμοιότητα


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ] XI

109

ἀνάμεσά τους; Μὲ εἶχαν ταράξει τόσο πολὺ τὰ πρωινὰ γεγονότα ὥστε νὰ βρίσκομαι ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τῆς ὅποιας ψευδαίσθησης ἁπλὲς συγκυρίες καὶ συνηθισμένες συμπτώσεις μποροῦσαν νὰ προκαλέσουν; Εἶναι ἀδύνατον νὰ κρίνω. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦσα νὰ αἰσθανθῶ ἦταν πὼς ὅσα εἶχαν διαμειϕθεῖ ἀνάμεσα στὴ δεσποινίδα Χάλκομπ καὶ σὲ μένα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπιστροϕῆς μας ἀπὸ τὸ θερινὸ περίπτερο μὲ εἶχαν ἐπηρεάσει πολὺ περίεργα. Τὸ προμήνυμα κάποιου ἀπρόβλεπτου κινδύνου, ποὺ καραδοκοῦσε κρυμμένος ἀπ’ ὅλους μας στὸ σκοτάδι τοῦ μέλλοντος, ἦταν πολὺ ἔντονο μέσα μου. Ἡ ἀμϕιβολία μήπως καὶ ἤμουν ἤδη συνδεδεμένος μὲ μιὰν ἁλυσίδα γεγονότων τὴν ὁποία ἀκόμη καὶ ἡ ϕυγή μου ἀπὸ τὸ Κάμπερλαντ θὰ ἦταν ἀνίσχυση νὰ σπάσει –ἡ ἀμϕιβολία ἂν αὐτὸ ποὺ ὅλοι βλέπαμε ὡς τέλος ἦταν πράγματι καὶ τὸ τέλος–, βάραινε ὅλο καὶ ἐϕιαλτικότερα στὸ μυαλό μου. Ἔτσι ὀδυνηρὴ ποὺ ἦταν, ἡ αἴσθηση τοῦ πόνου ποὺ προκαλοῦσε τὸ τέλος τῆς σύντομης, ἀπερίσκεπτης ἀγάπης μου ἔμοιαζε νὰ ἀμβλύνεται καὶ νὰ ἀπονεκρώνεται ἀπὸ τὴν ἀκόμη ἰσχυρότερη αἴσθηση ὅτι κάτι ἀόριστο ἀναμενόταν, κάτι ἀθέατα ἀπειλητικό, ποὺ ὁ Χρόνος διατηροῦσε πάνω ἀπὸ τὰ κεϕάλια μας. Εἶχα ἀσχοληθεῖ μὲ τοὺς πίνακες περίπου μισὴ ὥρα, ὅταν ἀκούστηκε ἕνα χτύπημα στὴν πόρτα. Στὴν ἀπάντησή μου ἄνοιξε καὶ ἔκπληκτος εἶδα τὴ δεσποινίδα Χάλκομπ νὰ μπαίνει στὸ δωμάτιο. Τὸ ὕϕος της ἦταν μᾶλλον θυμωμένο κι ἔμοιαζε ἀγχωμένη. Τράβηξε μιὰ καρέκλα πρὶν κὰν προλάβω νὰ τῆς μιλήσω καὶ κάθισε κοντά μου. — Κύριε Χαρτράιτ, εἶπε, ἤλπιζα ὅτι ὅλα τὰ ὀδυνηρὰ θέματα συζήτησης εἶχαν ἐξαντληθεῖ, γιὰ σήμε ρα τουλάχιστον. Α ᾽ λλὰ ἀποδείχτηκε ὅτι δὲν εἶναι ἔτσι. ῾Υπάρχει μιὰ ἄθλια κακοήθεια σὲ ἐξέλιξη – ϕαίνεται


110

WILKIE COLLINS, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ

πὼς κάποιοι ἐπιδιώκουν νὰ τρομάξουν τὴν ἀδελϕή μου καὶ νὰ διαλύσουν τὸν ἐπικείμενο γάμο της. Μὲ εἴδατε νὰ στέλνω τὸν βοηθὸ τοῦ κηπουροῦ στὸ σπίτι μ’ ἕνα γράμμα ποὺ ἀπευθυνόταν στὴ δεσποινίδα Φέρλι; — Φυσικά. — Τὸ γράμμα εἶναι ἀνώνυμο – μιὰ χυδαία ἀπόπειρα νὰ τραυματιστεῖ ἡ ἀκεραιότητα τοῦ σὲρ Πέρσιβαλ Γκλάιντ στὴν ἐκτίμηση τῆς ἀδελϕῆς μου. Τὴν ἄγχωσε καὶ τὴν πανικόβαλε τόσο πολύ, ποὺ μὲ δυσκολία κατάϕερα νὰ τὴν ἠρεμήσω ἀρκετὰ ὥστε νὰ μοῦ ἐπιτρέψει νὰ ϕύγω ἀπὸ τὸ δωμάτιό της καὶ νὰ ἔρθω ἐδῶ. Ξέρω ὅτι εἶναι ἕνα οἰκογενειακὸ θέμα γιὰ τὸ ὁποῖο δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ σᾶς συμβουλευτῶ καὶ τὸ ὁποῖο ἴσως νὰ σᾶς εἶναι ἀδιάϕορο——— — Σᾶς παρακαλῶ, δεσποινὶς Χάλκομπ, αἰσθάνομαι τὸ ἰσχυρότερο δυνατὸ ἐνδιαϕέρον γιὰ ὁτιδήποτε ἐπηρεάζει τὴν εὐτυχία τῆς δεσποινίδος Φέρλι ἢ τὴ δική σας. — Χαίρομαι ποὺ σᾶς ἀκούω νὰ τὸ λέτε. Εἶστε τὸ μοναδικὸ πρόσωπο στὸ σπίτι, ἢ ἔξω ἀπ’ αὐτό, ποὺ μπορεῖ νὰ μὲ συμβουλεύσει. Ὁ κύριος Φέρλι, στὴν κατάσταση ποὺ εἶναι ἡ ὑγεία του καὶ μὲ τὸν τρόμο ποὺ ἀντιμετωπίζει ὅλων τῶν εἰδῶν τὶς δυσκολίες καὶ τὰ μυστήρια, δὲν ὑπολογίζεται. Ὁ ἱερέας εἶναι ἕνας ἀγαθὸς ἄτολμος ἄντρας ποὺ δὲ γνωρίζει τὸ παραμι κρὸ ἔξω ἀπὸ τὸν στενὸ κύκλο τῶν καθηκόντων του· καὶ οἱ γείτονές μας ἀποτελοῦν ἀσήμαντες γνωριμίες, τοὺς ὁποίους δὲ μπορεῖς νὰ ἐνοχλήσεις σὲ δύσκολες κι ἐπικίνδυνες ὧρες. Αὐτὸ ποὺ θέλω νὰ ξέρω εἶναι τὸ ἑξῆς: πρέπει νὰ λάβω ἐκεῖνα τὰ μέτρα ποὺ μπορῶ γιὰ νὰ ἀνακαλύψω τὸ ἄτομο ποὺ ἔγραψε τὸ γράμμα; ἢ πρέπει νὰ περιμένω καὶ νὰ ἀπευθυνθῶ αὔριο στὸν νομικὸ σύμβουλο τοῦ κυρίου Φέρλι; Κατὰ τὴ γνώμη σας, εἶναι θέμα ποὺ θὰ κριθεῖ ἀπὸ τὸ ἂν θὰ κερδίσω


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ] XI

111

ἢ θὰ χάσω μιὰ μέρα; Πεῖτε μου ποιά εἶναι ἡ γνώμη σας, κύριε Χαρτράιτ. Ἂν ἡ ἀνάγκη δὲ μὲ εἶχε ἤδη ὑποχρεώσει νὰ σᾶς ἐκδηλώσω τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη μου κάτω ἀπὸ ἐξαιρετικὰ λεπτὲς συνθῆκες, ἀκόμη καὶ ἡ ἀπελπιστικὴ θέση στὴν ὁποία βρίσκομαι δὲ θὰ δικαιολογοῦσε αὐτὸ ποὺ κάνω. Α ᾽ λλὰ εἶμαι σίγουρη πὼς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάνω λάθος ὕστερα ἀπ’ ὅλα ὅσα ἔχουν διαμειϕθεῖ μεταξύ μας – παραβλέπω ὅτι εἶστε ἕνας ϕίλος τριῶν μόνο μηνῶν. Μοῦ ἔδωσε τὸ γράμμα. ῎Αρχιζε ἀπότομα, χωρὶς πρόλογο ἢ κάτι ἄλλο, ὡς ἑξῆς: Πιστεύετε στὰ ὄνειρα; Ἐλπίζω γιὰ τὸ καλό σας νὰ πιστεύετε. Δεῖτε τί λένε οἱ Γραϕὲς γιὰ τὰ ὄνειρα καὶ τὴν ἐπαλήθευσή τους· καὶ δεχτεῖτε τὴν προειδοποίηση ποὺ σᾶς στέλνω πρὶν εἶναι πολὺ ἀργά. Χθὲς βράδυ σᾶς ὀνειρεύτηκα, δεσποινὶς Φέρλι. ᾽Ονειρεύτηκα ὅτι στεκόμουν μπροστὰ στὸ ῾Ιερὸ μιᾶς ἐκκλησίας· στεκόμουν στὴ μία πλευρὰ τῆς ῾Αγίας Τράπεζας καὶ ὁ ἱερέας, μὲ τὰ ἄμϕια καὶ τὸ προσευχητάρι του, στὴν ἄλλη. Μετὰ ἀπὸ λίγο κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ μέρος μας, διασχίζοντας τὸν κεντρικὸ διάδρομο τῆς ἐκκλησίας, ἕνας ἄντρας καὶ μιὰ γυναίκα ποὺ ἔρχονταν νὰ παντρευτοῦν. Ἡ γυναίκα ἤσαστε ἐσεῖς. Δείχνατε τόσο ὄμορϕη καὶ ἀθώα μέσα στὸ ὄμορϕο λευκὸ μεταξωτὸ ϕόρεμα καὶ τὸ μακρὺ λευ κὸ δαντελωτὸ βέλο σας, ποὺ ἡ καρδιά μου πονοῦσε γιὰ σᾶς ��αὶ στὰ μάτια μου ἀνέβηκαν δάκρυα. Ἦταν δάκρυα οἴκτου, νεαρὴ κυρία, ποὺ ὁ Θεὸς τὰ εὐλογεῖ· κι ἀντὶ νὰ πέσουν ἀπὸ τὰ μάτια μου σὰν τὰ συνηθι σμένα δάκρυα ποὺ χύνουμε ὅλοι μας, μεταβλήθηκαν σὲ δύο ϕωτεινὲς ἀκτίνες οἱ ὁποῖες πλησίασαν τὸν ἄντρα ποὺ στεκόταν δίπλα σας μέχρι ποὺ ἄγγιξαν τὸ στῆθος του. Οἱ δύο ἀκτίνες διέγραψαν καμπύλες, σὰν οὐράνια τόξα, ἀνάμεσα σὲ μένα κι αὐτόν. Ἡ ματιά μου τὶς ἀκολούθησε· καὶ εἶδα βαθιὰ μέσα στὴν καρδιά του.


112

WILKIE COLLINS, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ

Ἡ ἐξωτερικὴ ἐμϕάνιση τοῦ ἄντρα ποὺ παντρευόσασταν δὲν παρουσίαζε τίποτε τὸ ἰδιαίτερο. Δὲν ἦταν οὔτε ψηλὸς οὔτε κοντός – περίπου μέτριος. ῞Ενας λεπτός, εὐκίνητος, εὐδιάθετος ἄντρας – γύρω στὰ σαρανταπέντε. Εἶχε ἕνα χλομὸ πρόσωπο καὶ ἦταν ϕαλακρὸς πάνω ἀπὸ τὸ μέτωπο, ἀλλὰ εἶχε μαῦρα μαλλιὰ στὸ ὑπόλοιπο κεϕάλι του. Ἡ γενειάδα του ἦταν ξυρισμένη στὸ πιγούνι του, ἀλλὰ εἶχε ἀϕεθεῖ νὰ μεγαλώσει, πλούσια καὶ καστανή, στὰ μάγουλα καὶ πάνω ἀπὸ τὰ χείλη του. Τὰ μάτια του ἦταν ἐπίσης καστανὰ καὶ πολὺ ϕωτεινά· ἡ μύτη του ἴσια, κομψὴ καὶ λεπτή, ποὺ θὰ ἄρεσε σὲ γυναίκα. Τὰ χέρια του τὸ ἴδιο. Βασανιζόταν κατὰ διαστήματα ἀπὸ ἕναν ξερὸ κοϕτὸ βήχα· ὅταν σήκωσε τὸ λευκὸ δεξὶ χέρι του στὸ στόμα του, ϕάνηκε ἡ κόκκινη οὐλὴ ἑνὸς παλιοῦ τραύματος στὸ πίσω μέρος του. ᾽Ονειρεύτηκα τὸν σωστὸ ἄντρα; Ἐσεῖς ξέρετε καλύτερα, δεσποινὶς Φέρλι· κι ἐσεῖς μπορεῖτε νὰ πεῖτε ἂν ξεγελάστηκα ἢ ὄχι. Διαβάστε ὅμως τί εἶδα κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιϕάνεια. Σᾶς ἱκετεύω, διαβάστε κι ἐπωϕεληθεῖτε. Ἡ ματιά μου ἀκολούθησε τὶς δύο ϕωτεινὲς ἀκτίνες καὶ εἶδα βαθιὰ μέσα στὴν καρδιά του. Ἦταν μαύρη σὰν τὴ νύχτα· πάνω της ἦταν γραμμένα, μὲ τὰ κόκκινα πυρωμένα γράμματα ποὺ εἶναι ὁ γρα ϕικὸς χαρακτήρας τοῦ ἐκπεσόντος ἀγγέλου, τὰ ἑξῆς λόγια: «Χωρὶς οἶκτο καὶ χωρὶς συμπόνια ἔχει σπείρει μὲ δυστυχία τοὺς δρόμους τῶν ἄλλων καὶ θὰ ζήσει νὰ σπείρει μὲ δυστυχία τὸ δρόμο τῆς γυναίκας ποὺ εἶναι δίπλα του». Αὐτὸ διάβασα. Καὶ μετὰ οἱ ϕωτεινὲς ἀκτίνες μετακινήθηκαν κι ἔδειξαν πάνω ἀπὸ τὸν ὦμο του· κι ἐκεῖ, πίσω του, στεκόταν ἕνας δαίμονας ποὺ σάρκαζε. Καὶ οἱ ϕωτεινὲς ἀκτίνες μετακινήθηκαν καὶ πάλι, κι ἔδειξαν πάνω ἀπὸ τὸν ὦμο σας· κι ἐκεῖ, πίσω σας, στεκόταν ἕνας δακρυσμένος ἄγγελος. Καὶ οἱ ϕωτεινὲς ἀκτίνες μετακινήθηκαν γιὰ τρίτη ϕορά, κι ἔδειξαν τὸ σημεῖο ἀνάμεσα σ’ ἐσᾶς


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ] XI

113

καὶ τὸν ἄντρα. Χώρισαν καὶ ἁπλώθηκαν, ἀπομακρύνοντάς σας τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλο. Καὶ ὁ ἱερέας ἔψαχνε γιὰ τὴ γαμήλια λειτουργία μάταια – εἶχε σβηστεῖ ἀπὸ τὸ βιβλίο κι ἀπελπισμένος τὸ ἔκλεισε. Κι ἐγὼ ξύπνησα μὲ τὰ μάτια μου γεμάτα δάκρυα καὶ τὴν καρδιά μου νὰ χτυπάει δυνατά – γιατὶ ἐγὼ πιστεύω στὰ ὄνειρα. Πιστέψτε κι ἐσεῖς, δεσποινὶς Φέρλι. Σᾶς ἱκετεύω, γιὰ τὸ καλό σας, πιστέψτε ὅπως ἐγώ. Ὁ Ἰωσὴϕ καὶ ὁ Δανιήλ, καὶ ἄλλοι στὶς Γραϕές, πίστευαν στὰ ὄνειρα. Ἐρευνῆστε τὴν προηγούμενη ζωὴ τοῦ ἄντρα μὲ τὴν οὐλὴ στὸ χέρι πρὶν πεῖτε τὶς λέξεις ποὺ θὰ σᾶς κάνουν δυστυχισμένη γυναίκα του. Δὲ σᾶς προειδοποιῶ γιὰ τὸ δικό μου συμϕέρον ἀλλὰ γιὰ τὸ δικό σας. Ἐνδιαϕέρομαι γιὰ τὴν εὐτυχία σας καὶ δὲ θὰ πάψω νὰ ἐνδιαϕέρομαι ὅσο θ’ ἀναπνέω. Ὡς κόρη τῆς μητέρας σας, ἔχετε μιὰ τρυϕερὴ θέση στὴν καρδιά μου – γιατὶ ἡ μητέρα σας ἦταν ἡ πρώτη, ἡ καλύτερη καὶ ἡ μοναδική μου ϕίλη.

᾽Εδῶ τὸ ἀσυνήθιστο γράμμα τελείωνε, χωρὶς ὑπογραϕή. Ὁ γραϕικὸς χαρακτήρας δὲ ϕώτιζε τὸ πρόβλημα τοῦ ποιός ἦταν ὁ συντάκτης τῆς ἐπιστολῆς. Τὰ γράμματα ἀμυδρὰ καὶ παραμορϕωμένα ἀπὸ κάποιες μουντζοῦρες· κατὰ τ’ ἄλλα, δὲν ὑπῆρχε τίποτε ξεχωριστό. — Δὲν εἶναι γράμμα ἀγράμματου προσώπου, εἶ πε ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ, καὶ ταυτόχρονα εἶναι ὑπερβολικὰ ἀσυνάρτητο γιὰ νὰ εἶναι γράμμα κάποιου μορϕωμένου ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἀνώτερη κοινωνικὴ τάξη. Ἡ ἀναϕορὰ στὸ νυϕικὸ καὶ τὸ βέλο, καὶ διά ϕορες ἄλλες ἀσήμαντες ἐκϕράσεις, εἶναι ποὺ δείχνουν ὅτι εἶναι προϊὸν κάποιας γυναίκας. Τί νομίζετε ἐσεῖς, κύριε Χαρτράιτ; — Τὴν ἴδια γνώμη ἔχω κι ἐγώ. Μοῦ ϕαίνεται


114

WILKIE COLLINS, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ

ὅτι ὄχι μόνο εἶναι γράμμα γυναίκας, ἀλλὰ καὶ γυναίκας τῆς ὁποίας τὸ μυαλὸ πρέπει νὰ εἶναι——— — Διαταραγμένο; Αὐτὸ θέλετε νὰ πεῖτε; ρώτησε ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ. Καὶ σὲ μένα αὐτὴ τὴν ἐντύπωση ἔδωσε. Δὲν ἀπάντησα. Ἐνῶ μιλοῦσα, τὰ μάτια μου σταμάτησαν στὴν τελευταία πρόταση τοῦ γράμματος: «Ὡς κόρη τῆς μητέρας σας, ἔχετε μιὰ τρυϕερὴ θέση στὴν καρδιά μου – γιατὶ ἡ μητέρα σας ἦταν ἡ πρώτη, ἡ καλύτερη καὶ ἡ μοναδική μου ϕίλη». Οἱ λέξεις αὐτὲς καὶ ἡ ἀμϕιβολία ποὺ μόλις εἶχα ἐκϕράσει γιὰ τὴν πνευματικὴ ὑγεία τοῦ συντάκτη τοῦ γράμματος, λειτουργώντας μαζὶ στὸ μυαλό μου, γεννοῦσαν μιὰ σκέψη τὴν ὁποία ϕοβόμουν νὰ ἐκϕράσω ἀπροκάλυπτα ἢ ἀκόμη καὶ νὰ ἐνθαρρύνω μυστικά. ῎Αρχιζα ν’ ἀμϕιβάλλω ἂν οἱ λειτουργίες μου δὲν κινδύνευαν νὰ χάσουν τὴν ἰσορροπία τους. Ἔμοιαζε σχεδὸν σὰν μονομανία τὸ νὰ ἀνατρέχω, ἐξ ἀϕορμῆς τυχαίων συμβάντων –γιὰ ὁτιδήποτε ἀναπάντεχο εἶχε εἰπωθεῖ, ἐπὶ παραδείγματι–, πάντα στὴν ἴδια κρυϕὴ πηγὴ καὶ στὴν ἴδια ἀπειλητικὴ ἐπιρροή. Α ᾽ ποϕάσισα αὐτὴν τὴ ϕορά, μὲ βάση τὴ λογική μου, νὰ μὴν ὁδηγηθῶ σὲ καμία ἐκτίμηση ποὺ δὲ θὰ βασιζόταν σὲ γεγονότα, καὶ νὰ στρέψω ἀποϕασιστικὰ τὰ νῶτα μου σὲ ὁτιδήποτε μοῦ προκαλοῦσε τὸν πειρασμὸ τῆς εἰκασίας. — Ἂν ἔχουμε κάποια πιθανότητα νὰ ἐντοπίσουμε τὸ ἄτομο ποὺ τὸ ἔχει γράψει, εἶπα ἐπιστρέϕοντας τὸ γράμμα στὴ δεσποινίδα Χάλκομπ, δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι κακὸ νὰ ἐκμεταλλευτοῦμε τὴν εὐκαιρία τὴ στιγμὴ ποὺ μᾶς προσϕέρεται. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ξαναμιλήσουμε μὲ τὸν κηπουρὸ σχετικὰ μὲ τὴν ἡλικιωμένη γυναίκα ποὺ τοῦ ἔδωσε τὸ γράμμα καὶ μετὰ νὰ συνεχίσουμε τὴν ἔρευνά μας στὸ χωριό. Α ᾽ λλὰ πρῶτα ἐπιτρέψτε μου μιὰ ἐρώτηση. ᾽Αναϕέρατε μόλις πρὶν


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ] XI

115

τὴν ἐναλλακτικὴ ἐπιλογὴ νὰ συμβουλευτεῖτε αὔριο τὸν νομικὸ σύμβουλο τοῦ κυρίου Φέρλι. Ὑπάρχει πιθανότητα νὰ ἐπικοινωνήσετε μαζί του νωρίτερα; Γιατί ὄχι σήμερα; — Μπορῶ νὰ σᾶς ἐξηγήσω, ἀπάντησε ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ, ὑπεισερχόμενη σὲ συγκεκριμένες λεπτομέρειες ποὺ συνδέονται μὲ τὰ διαδικαστικὰ γιὰ τὸ γάμο τῆς ἀδελϕῆς μου, τὰ ὁποῖα δὲ θεώρησα ἀναγκαῖο ἢ ἐπιθυμητὸ νὰ σᾶς ἀναϕέρω τὸ πρωί. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους τῆς ἐπίσκεψης τοῦ σὲρ Πέρσιβαλ Γκλάιντ τὴ Δευτέρα εἶναι γιὰ νὰ κανονίσει τὴν ἡμερομηνία τοῦ γάμου του, ποὺ μέχρι τώρα ἐκκρεμεῖ. Θέλει νὰ γίνει ὁ γάμος ὁπωσδήποτε πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ χρόνου. — Γνωρίζει αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία του καὶ ἡ δεσποινὶς Φέρλι; ρώτησα ἀνυπόμονα. — Οὔτε ποὺ τὸ ὑποψιάζεται· καὶ μετὰ ἀπ’ ὅσα ἔγιναν, δὲ θὰ πάρω τὴν εὐθύνη νὰ τὴν ἐνημερώσω. ῾Ο σὲρ Πέρσιβαλ ἔχει ἀναϕέρει ἁπλῶς τὶς ἀπόψεις του στὸν κύριο Φέρλι, ποὺ ὁ ἴδιος μοῦ ἔχει πεῖ ὅτι εἶναι ἕτοιμος κι ἀδημονεῖ, ὡς κηδεμόνας τῆς Λόρας, νὰ τὶς ἱκανοποιήσει. Ἔχει γράψει στὸ Λονδίνο στὸν οἰκογενειακὸ δικηγόρο, τὸν κύριο Γκίλμορ. Ὁ κύριος Γκίλμορ συμβαίνει νὰ λείπει στὴ Γλασκόβη γιὰ δουλειές, ἀλλὰ πρότεινε νὰ κάνει μιὰ στάση στὸ Λίμεριτζ Χάουζ ἐπιστρέϕοντας στὴν πόλη. Θὰ ἔλθει αὔριο καὶ θὰ μείνει μαζί μας μερικὲς μέρες, ἔτσι ὥστε νὰ δώσει τὸ χρόνο στὸν σὲρ Πέρσιβαλ νὰ ὑποστηρίξει τὸ αἴτημά του. Ἂν τὰ καταϕέρει, τότε ὁ κύριος Γκίλμορ θὰ ἐπιστρέψει στὸ Λονδίνο παίρνοντας μαζί του τὶς ὁδηγίες γιὰ τὴ ρύθμιση τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων τοῦ γάμου τῆς ἀδελϕῆς μου. Καταλαβαίνετε τώρα, κύριε Χαρτράιτ, γιατί λέω νὰ περιμένω γιὰ νὰ πάρω νομικὲς συμβουλὲς μέχρι αὔριο; Ὁ κύριος Γκίλμορ εἶναι


116

WILKIE COLLINS, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ

παλιὸς καὶ δοκιμασμένος ϕίλος δύο γενεῶν Φέρλι. Μποροῦμε νὰ τὸν ἐμπιστευόμαστε ὅσο κανέναν ἄλλο. Τὰ οἰκονομικὰ θέματα τοῦ γάμου! Ἡ ἁπλὴ ἀναϕορὰ καὶ μόνο αὐτῶν τῶν λέξεων μοῦ προκάλεσε μιὰ ἀπελπισία ποὺ ἦταν δηλητήριο γιὰ τὰ αἰσθήματά μου. ῎Αρχισα νὰ σκέϕτομαι –εἶναι δύσκολο νὰ τὸ ὁμολογήσω, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ κρύψω τίποτε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος αὐτῆς τῆς ϕοβερῆς ἱστορίας ποὺ τώρα εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποκαλύψω–, μὲ ἕνα τόσο σιχαμερὸ ξέσπασμα ἐλπίδας, τὶς ἀόριστες κατηγορίες ἐναντίον τοῦ σὲρ Πέρσιβαλ Γκλάιντ τὶς ὁποῖες ὑπαινισσόταν τὸ ἀνώνυμο γράμμα. Κι ἂν οἱ ϕοβερὲς ἐκεῖνες κατηγορίες εἶχαν κάποια βάση ἀλήθειας; Κι ἂν ἡ ἀλήθεια αὐτὴ μποροῦσε νὰ ἀποδειχθεῖ πρὶν εἰπωθοῦν οἱ μοιραῖες λέξεις τῆς συναίνεσης καὶ συνταχθεῖ τὸ γαμήλιο συμβόλαιο; Ἔχω προσπαθήσει ἔκτοτε νὰ ὑποβάλω στὸν ἑαυτό μου τὴ σκέψη ὅτι τὸ συναίσθημα ποὺ μὲ ἐνθάρρυνε τότε ὀϕειλόταν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὸ ἁγνὸ ἐνδιαϕέρον μου γιὰ τὰ συμϕέροντα τῆς δεσποινίδος Φέρλι. ᾽Αλλὰ ποτὲ δὲν κατάϕερα νὰ ἐξαπατήσω τὸν ἑαυτό μου καὶ νὰ τὸ πιστέψει· καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιχειρήσω τώρα νὰ ἐξαπατήσω ἄλλους. Τὸ συναίσθημα ὀϕειλόταν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο σ’ ἕνα ἐκδικητικό, ἀγιάτρευτο μίσος γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τὴν παντρευτεῖ. — Ἂν εἶναι νὰ ἀνακαλύψουμε ὁτιδήποτε, εἶπα μιλώντας ὑπὸ τὴ νέα συνθήκη ποὺ μὲ κατηύθυνε τώρα, καλύτερα νὰ μὴν ἀϕήσουμε νὰ περάσει ἔστω κι ἕνα λεπτὸ μένοντας ἄπραγοι. Τὸ μόνο ποὺ μπορῶ νὰ εἰσηγηθῶ καὶ πάλι εἶναι νὰ ρωτήσουμε γιὰ δεύτερη ϕορὰ τὸν κηπουρὸ κι ἀμέσως μετὰ νὰ συνεχίσουμε τὴν ἔρευνα στὸ χ��ριό. — Νομίζω ὅτι μπορῶ νὰ σᾶς βοηθήσω καὶ στὶς δύο περιπτώσεις, εἶπε ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ ἐνῶ ση-


[ΚΕΦΑΛΑΙΟ] XI

117

κωνόταν. Πᾶμε ἀμέσως, κύριε Χαρτράιτ. Ἂς κάνουμε μαζὶ ὅ,τι καλύτερο μποροῦμε. Κρατοῦσα τὴν πόρτα κι ἑτοιμαζόμουν νὰ τῆς ἀνοίξω γιὰ νὰ περάσει – ἀλλὰ σταμάτησα ξαϕνικὰ γιὰ νὰ τῆς κάνω μία σημαντικὴ ἐρώτηση προτοῦ ξεκινήσουμε. — Μία ἀπὸ τὶς παραγράϕους τῆς ἀνώνυμης ἐπιστολῆς, εἶπα, περιέχει μερικὲς προτάσεις ἀκριβοῦς προσωπικῆς περιγραϕῆς. Τὸ ὄνομα τοῦ σὲρ Πέρσιβαλ Γκλάιντ δὲν ἀναϕέρεται, τὸ ξέρω – ἀλλὰ τοῦ μοιάζει καθόλου ἡ περιγραϕή; — ᾽Απόλυτα· ἀκόμη καὶ ἡ ἀναϕορὰ τῆς ἡλικίας του – σαρανταπέντε ἐτῶν. Σαρανταπέντε! Ἐκείνη δὲν ἦταν οὔτε εἰκοσιενός! ῎Αντρες τῆς ἡλικίας του παντρεύονταν καθημερινὰ γυναῖκες τῆς ἡλικίας της· καὶ οἱ γάμοι αὐτοὶ ἦταν συχνὰ οἱ εὐτυχέστεροι. Τὸ ἤξερα αὐτό. Κι ὅμως, ὅταν ἔκανα τὴ σύγκριση τῆς ἡλικίας του μὲ τὴ δική της, ἐνισχυόταν τὸ τυϕλὸ μίσος μου γιὰ κεῖνον. —Α ᾽ πόλυτα, συνέχισε ἡ δεσποινὶς Χάλκομπ· ἀκόμη καὶ ἡ οὐλὴ στὸ δεξί του χέρι, ποὺ εἶναι ἡ οὐλὴ ἑνὸς τραύματος τὸ ὁποῖο τοῦ προκλήθηκε πρὶν ἀπὸ χρόνια ὅταν ταξίδευε στὴν Ἰταλία. Δὲν ὑπάρχει καμία ἀμϕιβολία ὅτι κάθε ἰδιαιτερότητα τῆς προσωπικῆς του ἐμϕάνισης εἶναι λεπτομερῶς γνωστὴ στὸν ἐπιστολογράϕο. —Α ᾽ κόμη κι ἕνας βήχας ποὺ τὸν ταλαιπωρεῖ ἀνα ϕέρεται, ἂν θυμᾶμαι καλά. — Ναί. Καὶ ἀναϕέρεται σωστά. Εἶναι κάτι ποὺ δὲν τὸ ἀντιμετωπίζει σοβαρά – ἂν καὶ μερικὲς ϕορὲς κάνει τοὺς ϕίλους του ν’ ἀνησυχοῦν γι’ αὐτόν. — Νὰ ὑποθέσω ὅτι δὲν ἔχουν ἀκουστεῖ ποτὲ ψίθυροι ἐναντίον τοῦ χαρακτήρα του; — Κύριε Χαρτράιτ! Ἐλπίζω νὰ μὴν εἶστε τόσο ἄδικος ὥστε νὰ ἐπιτρέψετε σ’ αὐτὸ τὸ ἀχρεῖο γράμ μα νὰ σᾶς ἐπηρεάσει.


118

WILKIE COLLINS, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΣΠΡΑ

Αἰσθάνθηκα τὸ αἷμα ν’ ἀνεβαίνει στὰ μάγουλά μου, γιατὶ ἤξερα ὅτι μὲ εἶχε ἐπηρεάσει. — Ἐλπίζω πὼς ὄχι, ἀπάντησα σαστισμένος. Ἴσως δὲν εἶχα κὰν τὸ δικαίωμα νὰ ρωτήσω. — Δὲ λυπᾶμαι ποὺ ρωτήσατε, εἶπε, γιατὶ ἡ ἐρώτησή σας μοῦ ἐπιτρέπει νὰ ὑπερασπιστῶ τὴ ϕήμη τοῦ σὲρ Πέρσιβαλ. Οὔτε ἕνας ψίθυρος, κύριε Χαρτράιτ, σὲ βάρος του δὲν ἔχει ϕτάσει σὲ μένα ἢ στὴν οἰκογένειά μου. Ἔχει μετάσχει –ἐπιτυχῶς– σὲ δύο δύσκολες ἐκλογικὲς ἀναμετρήσεις κι ἔχει βγεῖ ἀλώβητος ἀπὸ τὴ δοκιμασία. Ἕνας ἄντρας ποὺ μπορεῖ νὰ τὸ κάνει αὐτὸ στὴν Α ᾽ γγλία, εἶναι ἕνας ἄντρας ποὺ ὁ χαρακτήρας του εἶναι δοκιμασμένος. Τῆς ἄνοιξα τὴν πόρτα ἀθόρυβα καὶ τὴν ἀκολούθησα ἔξω. Δὲν μὲ εἶχε πείσει. Α ᾽ κόμη κι ἂν εἶχε κατέβει ὁ ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ τὴν ἐπιβεβαιώσει, ἀκόμη κι ἂν εἶχε ἀνοίξει τὰ κατάστιχά του μπροστὰ στὰ θνητὰ μάτια μου, ἀκόμη κι αὐτὸς ὁ ἄγγελος δὲ θὰ μὲ εἶχε πείσει. Βρήκαμε τὸν κηπουρὸ στὴ δουλειά του, ὡς συνήθως. Καμία ἐρώτηση δὲ μπόρεσε ν’ ἀποσπάσει ἔστω καὶ μία σημαντικὴ ἀπάντηση ἀπὸ τὴν ἀδιαπέραστη βλακεία τοῦ νεαροῦ βοηθοῦ. Ἡ γυναίκα ποὺ τοῦ εἶχε δώσει τὸ γράμμα ἦταν μία ἡλικιωμένη γυναίκα· δὲν τοῦ εἶχε πεῖ λέξη· καὶ εἶχε ϕύγει βιαστικὰ πρὸς τὰ νότια. Αὐτὸ ἦταν τὸ μόνο ποὺ μποροῦσε νὰ μᾶς πεῖ ὁ νεαρός. Τὸ χωριὸ βρισκόταν νότια τοῦ σπιτιοῦ. Ἔτσι, τὸ χωριὸ ἦταν ὁ ἑπόμενος σταθμός μας.


Διαβάστε τη συνέχεια http://www.dardanosnet.gr/book_details.php?id=2244

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

GUTENBERG www.gutenbergbooks.gr • facebook.com /gutenbergbooks


Διάλειμμα Λογοτεχνίας - Γυναίκα με τα Άσπρα του W. Collins