Page 1

ΣΠΥΡΟΣ ΔΗΜ.ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Α Ν Τ Ι Σ Τ ΡΑ Τ Η Γ Ο Σ Α Σ Τ Υ Ν ΟΜ Ι Α Σ Ε . Α .

ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΜΙΑ ΤΑΡΑΧΩΔΗΣ ΚΑΙ ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1940 - 1950

Αθήνα 2014


<1>


<2>


<3>


<4>

ΣΠΥΡΟΣ ΔΗΜ. ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Α Ν ΤΙ Σ Τ Ρ ΑΤ ΗΓ Ο Σ Α Σ Τ ΥΝ Ο Μ Ι ΑΣ Ε . Α .

ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΜΙΑ ΤΑΡΑΧΩΔΗΣ ΚΑΙ ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1940-1950

ΛΑΜΙΑ 2013


<5>

Κάθε γνήσιο αντίτυπο φέρει την υπογραφή του Συγγραφέα

Α Π ΑΓ Ο ΡΕ ΥΕ Τ ΑΙ

Η ΑΝ Α Τ ΥΠ Ω Σ Η ΤΟ Υ

Σ ΥΝ Ο Λ Ο Υ

Η Μ Ε ΡΟ ΥΣ ΤΟ Υ Π Α Ρ Ο Ν ΤΟ Σ ΒΙ ΒΛ Ι Ο Υ ,

ΑΝ Ε Υ Α Δ Ε Ι ΑΣ Τ Ο Υ Σ ΥΓ Γ Ρ Α ΦΕ Α .


<6>

Α ΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ , στους φυσικούς μου γονείς που με έφεραν σ’ αυτή τη ζωή, Δημήτριο Ιερέα και Βασιλική Πρεσβυτέρα Παπαναγιώτου, που μου εμφύσησαν και με ενσάρκωσαν με τις αιώνιες, ακατάλυτες και αξεθώριαστες ελληνοχριστιανικές αρχές και αξίες και με κατέστησαν χρηστό έλληνα Πολίτη, καταξιωμένο Αντιστράτηγο της Αστυνομίας, φλογερό Πατριώτη και αταλάντευτο Ορθόδοξο Χριστιανό. Ευλαβές μνημόσυνο αιώνιο, ευμνήμονος τέκνου.


<7>

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ


<8>

ΠΡΟΛΟΓΟΣ Αφορμή και ερέθισμα συγχρόνως, για την καταγραφή αυτού του πονήματος μου, με τίτλο: ’’ Οδύσσεια Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου. Μία ταραχώδης και εφιαλτική δεκαετία 1940-1950’’, δεν στάθηκαν μόνο οι πρόσφατες συνεχείς επιτακτικές παροτρύνσεις και οχλήσεις των αδελφών μου Γιάννη και Παναγιώτη, αλλά και των ένδεκα εν γένει ανιψιών μου, που ήθελαν να μάθουν αγόρια και κορίτσια, όσα περισσότερα αυθεντικά και μη γεγονότα μπορούσαν, για το χαρισματικό και καλοκάγαθο, αλλά εν δυνάμει φιλόσοφο και στοργικό πατέρα μας και παππού τους και ταυτόχρονα σημάδεψαν τη ζωή, το έργο και τη δυναστεία του εν γένει, αλλά και ιστορικά επέβαλαν ασκαρδαμυκτί τη διατήρηση έστω της ζώσας γραπτής πλέον φωνής του αείμνηστου πατέρα και γενάρχη μας. Και όπως λέγει ο θυμόσοφος λαό μας: ’’Κάθε γέρος που πεθαίνει στο χωριό είναι και μια βιβλιοθήκη που καίγεται’’ και όταν αυτός ο γέροντας, ήταν ένας πολύ μεγάλος ογκόλιθος γνώσης και μία ακένωτη και αστείρευτη πηγή σοφίας, αλλά και μία σώφρονα και ευθύφρονη, καθώς επίσης και μία χαρισματική και βεβαίως ταλαντούχος προσωπικότητα που άκουγε στο εύηχο, αλλά και τρισευλογημένο όνομα Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, τότε αντιλαμβάνεται κανένας, γιατί πρέπει να διατηρηθούν πάση θυσία, όσα δηλαδή περισσότερα πράγματα μπορούμε να αντλήσουμε, να συγκεντρώσουμε, να καταγράψουμε, να παρουσιάσουμε, να φωτογραφήσουμε και να αναφέρουμε για εκείνο από εκείνον και αυτό πράττω ευτυχώς και εγώ σήμερα, με την Βοήθεια του Τριαδικού Άγιου Σωτήρα Θεού μας και τις προσευχές, μεσιτείες και ευλογίας εκείνου και ας είναι δοξασμένο το όνομα του Θεού μας και μακάριο και αιώνιο το όνομα του σεβαστού πατέρα και ποιμενάρχη μας. Έγινε η δύσκολη αυτή καταγραφή, με αδιάπτωτο το ενδιαφέρον, με μεγάλη προσοχή και με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, αλλά και με βεβαία και σταθερά την πεποίθηση ότι αναζητώντας, μελετώντας και καταγράφοντας την βιωματική ιστορία του πατέρα μου στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο 1940-1950, ταυτόχρονα μελετώ και καταγράφω και την ιστορία της ιδιαίτερης, αλλά και της ευρύτερης περιοχής πατρίδας μου, στην οποία έζησε αυτός στην ως άνω περίοδο και έτσι μπορώ να ικανοποιήσω την έντονη εσωτερική μου ανάγκη να ενταχθώ σε μια συνέχεια του χρόνου, που έχοντας βαθιές, στερεές και ισχυρές τις ρίζες της στο εγγύτερο και άμεσο παρελθόν, μπορεί να εγγυηθεί τούτο το μέλλον και όπως λέγει ο Θείος Υμνωδός και Προφητάνακτας Δαβίδ: ’’Ου δώσω ύπνον τοις οφθαλμοίς μου και τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν και ανάπαυσιν τοις κροτάφοις μου’’ (Ωδή Αναβαθμών, Ψαλμός 131-4), εάν δεν καταγίνω και δεν τα καταγράψω όλα αυτά. Φρονώ όμως, πώς μέσα από τη ανάγνωση κειμένων για τη συμβολή, τη συμμετοχή ανθρώπων στους εν γένει πολέμους και την Εθνική Αντίσταση, τη ζωή τους στη Κατοχή και τον Συμμοριτοπόλεμο και την ανάμιξη τους με τον ένα η τον άλλο τρόπο στην πολιτική και


<9>

σε όλα μαζί αυτά, θα διαπιστώσουμε πως γράφουν ιστορία ανώνυμοι άνθρωποι και πως η ιστορία των ανωνύμων αγωνιστών γίνεται επώνυμη. Και γίνεται επώνυμη η ιστορία, όχι μόνο γιατί η ιστορική γραφίδα φέρνει στο φώς της δημοσιότητας τις πράξεις αυτών των ανθρώπων, αλλά γιατί αυτοί σφράγισαν με την εν γένει δράση τους, τις εξελίξεις της εποχής τους και δημιούργησαν την όντως ισχυρή σήμερα όσον ποτέ άλλοτε, Προεδρευόμενη Ελλαδική Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Η καταγραφή της ταραχώδους και εφιαλτικής εκείνης δεκαετίας του 1940-1950 του σεβαστού γέροντα πατέρα και Ποιμενάρχη μας Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, είναι απόρροια του επαίσχυντου συμμοριτοπόλεμου, (Βλέπετε : Την από 24 Φεβρουαρίου 1999 πολυσέλιδη απαντητική επιστολή στην Εφημερίδα ’’Κυριακάτικη Αυγή’’, του Πρώην Προέδρου της Προεδρευόμενης Ελληνικής Δημοκρατίας και διαπρεπούς Ανωτάτου Δικαστικού Λειτουργού, Διεθνούς ακτινοβολίας κ. Χρήστου Σαρτζετάκη, ο οποίος με αδιάσειστα νομικά και πρακτικά επιχειρήματα και με πάρα πολλή προσοχή, απίστευτη σαφήνεια, αρκετή γλαφυρότητα και απαράμιλλη αντικειμενικότητα, ορθοτομεί την έννοια του συμμοριτοπόλεμου και την αντιδιαστέλλει αυτή με αυτήν του εμφυλίου πολέμου, που θέλουν πολλοί δυστυχώς ανεγκέφαλοι συμπολίτες μας και μη να την ταυτίσουν και γράφει: ’’ Αφού λοιπόν, οι στασιασταί του ΚΚΕ, είχαν συμφωνήσει και ενωθεί για την διάπραξη των παραπάνω κακουργημάτων της εσχάτης προδοσίας και της προδοσίας της χώρας, χωρίς καμιά αμφιβολία ήσαν, σύμφωνα με το νόμο, συμμορίτες. Και ως όργανα αποκλειστικώς του ΚΚΕ κομμμουνιστοσυμμορίτες, κατά τον χαρακτηρισμό, που όλοι, επίσημος Ελλάς, κόμματα και ελληνικός λαός, κοινώς εχρησιμοποιούσαν τότε’’. Ο συμμοριτοπόλεμος δυστυχώς, καλοί μου αναγνώστες, προκάλεσε τόσες σκληρές και απάνθρωπες δοκιμασίες, αλλά και άλλες τόσες δυστυχώς ανυπολόγιστες θυσίες επέφερε στο Έθνος μας, αποδεκατίζοντας κατ αρχήν τη χρυσή νεολαία μας, ότι δηλαδή πολυτιμότερο είχε η Ελλάδα μας για την προαγωγή των γραμμάτων, των τεχνών και όλων των λοιπών επιστημών, δημιουργώντας κατ αυτόν τον ανήθικο και αισχρό τρόπο, αστείρευτες στρατιές-κομβόϊα προσφύγων, σωρεύοντας προοδευτικά τεράστιες υλικές ζημίες, προξενώντας δυσίατες στο διηνεκές διαπροσωπικές διενέξεις, αναστέλλοντας έτσι τις δημιουργικές δυνάμεις της όμορφης φυλής μας και εμποδίζοντας την πρόοδο, την προκοπή και την ευημερία του. Ο συμμοριτοπόλεμος έφερε πάρα πολλές και μεγάλες καταστροφές, πλείστες όσες αναστατώσεις και εκατόμβες θυσιών, επηρέασε την σκέψη, την κουλτούρα, την τύχη και τον τρόπο ζωής των συνανθρώπων μας και προκάλεσε ασύλληπτες υλικές και ηθικές ζημίες. Χρειάζεται μεγάλη τόλμη και αρκετό θάρρος, για να αναδιφήσει κανείς χωρίς προκατάληψη και με περισσή ειλικρίνεια τα ιστορικά γεγονότα του πρόσφατου σχετικά παρελθόντος, όπως αυτά του συμμοριτοπόλεμου, που συντάραξαν κυριολεκτικά την πατρίδα μας, την όμορφη Ελλάδα και που μέχρι σήμερα εξακολουθούν να αποτελούν κυρίαρχα θέματα, στις μεταξύ μας συζητήσεις. Η αναζήτηση και η σύνθεση των σημαντικότερων γεγονότων και των πρωταγωνιστών των, κατά την ταραχώδη και εφιαλτική εκείνη δεκαετία του 1940-1950, κατά τη γνώμη του


< 10 >

γράφοντος το παρόν πόνημα, υπήρξε μία δύσκολη και επίπονη διαδικασία, που κράτησε πάρα πολύ χρόνο. Η αναδίφηση εν γένει γραπτών στοιχείων, δημοσιεύματα εφημερίδων, χειρόγραφα, αρχεία, στατικοί πίνακες, μητρώα, αφηγήσεις και περιγραφές, προσωπικές απόψεις, αποφάσεις και πλήθος βιβλιογραφικών παραπομπών, η συνομιλία με αυτόπτες η αυτήκοους μάρτυρες και η απομαγνητοφώνηση των συνομιλιών, οι μακρόσυρτες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και η αλληλογραφία με τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, η εύρεση κάποιων φωτογραφιών των πρωταγωνιστών και ιδιαίτερα του χαρισματικού και ταλαντούχου και σεβαστού γέροντα πατέρα μου Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου και η σκιαγράφηση της προσωπικότητας και πάρα πολλών άλλων Παλαιοχωριτών συγχωριανών μου , ήταν πράγματι ένα ονειρώδης, συναρπαστικό ταξίδι. Απαιτήθηκαν πράγματι, ατέλειωτες ώρες στο κυνήγι των λεπτομερειών, των διασταυρώσεων και διορθώσεων, για την ορθότητα των γραφόμενων, που πολλές φορές κατέληγαν σε ένα μεγάλο αδιέξοδο. Και έπειτα ακολούθησε μία ακόμη, δυσκολότερη φάση, η σύνθεση και η συγγραφή, που έγινε με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να προκύψει ένα κείμενο με συνεχόμενη ροή του λόγου, για την διευκόλυνση του αναγνώστη. Παρ όλες όμως αυτές τις δυσκολίες, μία ακαταμάχητη έλξη οδηγούσε τον γράφοντα, όλο και πιο βαθειά στα γεγονότα, στις πηγές και τις ρίζες τους. Η μία λεπτομέρεια έφερνε την άλλη και η έρευνα γινόταν όλο και πιο πολύπλοκη και λίαν ενδιαφέρουσα, αλλά και συναρπαστική. Πρόσωπα και καταστάσεις από το παρελθόν, ξαναζωντάνεψαν μέσα από τα κείμενα, τις περιγραφές και τις προφορικές αφηγήσεις και με τη βοήθεια της φαντασίας, έγιναν οι συνοδοιπόροι της αναδρομής στο παρελθόν. Αναδιφώντας όμως το παρελθόν, ανακαλύψαμε και αρνητικές πλευρές για πρόσωπα και καταστάσεις που μας δυσαρέστησαν και μας έκαναν να μην αισθανόμαστε και τόσο υπερήφανοι, το γεγονός όμως αυτό το αντιμετωπίσαμε με μεγάλη και περίσσεια μεγαλοψυχία και μεγαλοθυμία. Πολύτιμοι όμως συμπαραστάτες σ αυτή την μεγάλη προσπάθεια μου στάθηκαν πάρα πολλοί, στους οποίους ό γράφων απευθύνει από αυτή τη θέση θερμές και ειλικρινείς ευχαριστίες και τους εύχεται ότι το καλύτερο. Αυτοί ήταν απλοί συμπολίτες μου Παλαιοχωρίτες, Πουγκακιώτες και Λευκαδίτες που κατέθεσαν με πολλή προθυμία και αφτιασίδωτα όσα άκουσαν, πληροφορήθηκαν η είδαν για τα απλά, τα καθημερινά και το περισσότερο σημαντικά γεγονότα την ανωτέρω περίοδο 1940-1950 και σε όσους άλλους μου πρόσφεραν, έστω και μία μικρή ιστορία-αφήγηση για τον καλοκάγαθο και σεβαστό γέροντα πατέρα μου, Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, αλλά και μία έστω ακόμη γνήσια όμως φωτογραφία, στην οποία εκείνος απεικονίζεται, την περίοδο αυτή η σε βιβλίο κάποιου συγγραφέα αναφέρεται το όνομα του. Κοιτάζοντας λοιπόν κατάματα την ιστορία μας, χωρίς ωραιοποιήσεις και διαστρεβλώσεις, ίσως αναθεωρήσουμε αυτό που μέχρι σήμερα θεωρούσαμε ιδανικό.


< 11 >

Γιατί η ιστορία συνήθως ταυτίζεται με μία νοσταλγική ανάμνηση του παρελθόντος που χρησιμοποιείται ενίοτε επιλεκτικά για να τονώσουμε το φρόνημα μας στο παρόν. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας απογοητεύσει, αλλά να μας οδηγήσει στην αυτογνωσία. Η ιστορία δεν είναι ούτε μύθος ούτε παραμύθι για να μας παρηγορεί. Οπωσδήποτε όμως η συγγραφή της επηρεάζεται από τα αισθήματα του γράφοντος και της κοινωνίας. Ο γράφων την ιστορία του τόπου του και των πρωταγωνιστών της δεν την αποτυπώνει απλά, αλλά την πλάθει μέσα από τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται το παρελθόν της και τη σχέση της μαζί του. Κάτω απ αυτή την οπτική γωνία, η γραπτή ιστορία είναι υποκειμενική και καθόλου στατική. Δηλαδή όταν γράφεται για πρώτη φορά δεν μονοπωλεί την απόλυτη αλήθεια, αλλά μπορεί να ξαναγραφεί στο μέλλον αν ήθελε προκύψουν νέα στοιχεία η αν τα ίδια γεγονότα ιδωθούν από διαφορετική σκοπιά. Με βάση τις ανωτέρω καταγεγραμμένες αρχές και σκέψεις, προβαίνω σήμερον στη συγγραφή του πονήματος μου:’’ Οδύσσεια Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου. Μια ταραχώδη και εφιαλτική δεκαετία 1940-1950.’’


< 12 >

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Π ΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ στην αυλή του σπιτιού μας στο Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας


< 13 >


< 14 >

ΕΙΣΑΓΩΓΗ Αποφάσισα να καταγράψω αυτή τη στιγμή, μία από τις σημαντικότερες και δραματικότερες περιόδους της ζωής του σεβαστού γέροντα πατέρα μου Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, νόμιμου και κατά γενική-πάνδημη ομολογία καταξιωμένου Εφημέριου του Ιερού Ναού του Προφήτη Ηλία Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας, καθόσον από τις εννέα συναπτές δεκαετίες της επίγειας ζωής του, αυτή είναι κατά την γνώμη μου, η πιο σημαντική και ουσιαστική για την εν γένει πορεία αυτού, αλλά και της πολυμελούς οικογενείας του και την όντας στη συνέχεια ραγδαίας ανοδικής οικογενειακής δυναστείας του. Αφού κατ αυτήν την δεκαετία, τα περισσότερα επιζώντα σήμερα μέλη της οικογενείας του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, θα άνοιγαν λόγω ηλικίας κατά το κοινός λεγόμενο, τις φτερούγες τους για νέους ατομικούς και οικογενειακούς ορίζοντες στη ζωή τους. Αλλά επίσης και για έναν ακόμη επί πλέον λόγο, για να την ενθυμούνται οι παλαιότεροι και να την μαθαίνουν και να την διδάσκονται οι νεώτεροι. Γιατί μέσα από αυτή έρχονται άμεσα στο φώς της δημοσιότητας οι αξεθώριαστες και ακατάλυτες εσώψυχες δυνάμεις που κοσμούσαν και διέκριναν, έναν πραγματικά ασίγαστο και ηρωικό βιοπαλαιστή της ζωής, αλλά μεγάλο πατριώτη και καταξιωμένο ιερουργό του Υψίστου τον Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου που περίτρανα και χωρίς ενδοιασμούς τον αναδεικνύουν και συνάμα τον αναγορεύουν ουσιαστικό ήρωα και σταθερό στυλοβάτη και σημαιοφόρο της έντιμης ζωής και ταυτόχρονα προκαλούν μεγάλο θαυμασμό και παράδειγμα προς μίμηση. Η περίοδος αυτή αναφέρεται στην κρίσιμη και τραγική εκείνη χρονική περίοδο των ετών 1940-1950, όταν:’’ Τα πάντα τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά ’’ κατά τον εθνικό μας ποιητή Διονύση Σολωμό, από τον αδικαιολόγητο και αψυχολόγητο κατά την άποψη μου, αλλά και των περισσοτέρων φρονώ εχεφρόνων και αντικειμενικών συμπολιτών μας, καταστρεπτικό συμμοριτοπόλεμο και κατ άλλους εμφύλιο πόλεμο, μεταξύ δυστυχώς ανεγκέφαλων και ανόητων ελλήνων αδελφών μας, οι οποίοι παρασύρθηκαν ακρίτως από ξένα κέντρα εξουσίας και από την δική τους ανεξέλεγκτη αβελτηρία και άπληστη μωροφιλοδοξία. Γιατί εδώ σε αυτή τη χώρα την όμορφη Ελλάδα μας, όπου ο άνθρωπος γαλουχήθηκε και διδάχθηκε να ζει μόνο ελεύθερος, να δρα και να συμπεριφέρεται δημοκρατικά, να αγωνίζεται και να πεθαίνει για την ακεραιότητα της Πατρίδας του, να σέβεται και να διαφυλάττει τα ιερά και τα όσια της φυλής του, καθώς επίσης, να υπερασπίζεται και να διεκδικεί τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματά του, εδώ άφρονες συμπολίτες μας ξέχασαν τη θεία καταγωγή τους και παρακινούμενοι εθελοτυφλούντες από ξένα κέντρα εξουσίας και ελαυνόμενοι από την κομματική εξάρτηση και προσήλωσή των, αλλά και μεθυσμένοι από τις οσμές του αίματος και του γλυκού ποτού της εξουσίας, επεχείρησαν την τραγική εκείνη περίοδο 1940-1950 να καταλύσουν κάθε συντεταγμένη αρχή και εξουσία και να


< 15 >

καταπατήσουν, κάθε έννοια ελευθερίας και δημοκρατίας, παρασύροντας στο διάβα τους, ιστορία αιώνων και παραδόσεις χιλιετιών, χρησιμοποιώντας τις πλέον απάνθρωπες μεθόδους, που όμοιες τους δεν έζησε ποτέ η πολιτισμένη ανθρωπότητα. Και όλα αυτά, μπροστά σ ένα απίθανο κράμα, νέων ιδεών βλακώδους αφροσύνης και σοσιαλιστικής δολιότητας, δεν δίστασαν λοιπόν να κατακρεουργήσουν αντιφρονούντες συγγενείς και αδελφούς τους, αθώους και αδύναμους βιοπαλαιστές, φτωχούς και ανήμπορους εργατοϋπάλληλους, αγνούς και άδολους φύλακες της τάξης και της ασφάλειας της χώρας, αλλά και των συνόρων, πονεμένους και εξουθενωμένους αγρότες, βασανισμένους και απισχνασμένους γεωργούς, καλοκάγαθους και καλοπροαίρετους κληρικούς, καθώς και ταλαιπωρημένους και ανεμοδαρμένους ποιμένες κλπ. απλά και μονό, γιατί δεν συμφωνούσαν με τις μισαλλόδοξες ιδέες και τα σχέδια των, γιατί τους θεωρούσαν σαν απόλυτους εκφραστές του μισητού κεφαλαίου και της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο, γράφοντας έτσι την πιο μελανή σελίδα αδελφοκτόνου σύγκρουσης της Ελληνικής Ιστορίας. Πρέπει και οφείλουμε, να κοιτάζουμε κατά πρόσωπο την αλήθεια και την ιστορία, γιατί αυτό είναι παράγων σωτηρίας. ’’Αν τα παραληλυθότα μνημονεύης, άμεινον περί των άλλων βουλεύσει” διακηρύσσει από τα βάθη των αιώνων, ο μεγάλος αθηναίος ρήτορας και ηθικοπλάστης της αθηναϊκής πολιτείας Ισοκράτης. Οφείλουμε να κοιτάζουμε, κατά πρόσωπο το ιστορικό μας παρελθόν και τους πρωταγωνιστές του, γιατί η λησμονιά του ιστορικού παρελθόντος, ισοδυναμεί με αλλοίωση της εθνικής μας φυσιογνωμίας, διάβρωση της εθνικής ψυχής, αποκοπή από την παράδοση, θόλωση του ιστορικού όμματος, μόλυνση της ελληνικής συνείδησης, ίσχναση των αξιών εν γένει, πολιτική ανασφάλεια, κοινωνική αποθηρίωση, πνευματική αλλοτρίωση, έλλειψη σεβασμού προς τον άνθρωπο, δηλαδή με μία λέξη η λήθη της Ιστορίας σημαίνει να γίνουμε δήμιοι των εαυτών μας, ενώ η συγχώρηση επιβάλλεται από την χριστιανική μας πίστη και παρασχέθηκε και αποτελεί αρετή και γνώρισμα των Χριστιανών Ορθοδόξων. To κοίταγμα κατά πρόσωπο του ιστορικού παρελθόντος, απολακτίζει την απερισκεψία και την ηθικοπολιτική ανευθυνότητα και οδηγεί το Έθνος στη σύμπνοια, την σύννοια, την ομοψυχία και την ενότητα και γενικά οι αληθινοί άνθρωποι της προόδου κατά τον Ρενάν, είναι εκείνοι που τρέφουν ένα βαθύ σεβασμό, προς το παρελθόν. Ειδικότερα εμείς οι Έλληνες, δεν πρέπει να τυλίγουμε στη λήθη, αλλά να ανακαλούμε διαρκώς στη μνήμη, το πολυαίωνο και πολυδύναμο ιστορικό μας παρελθόν, είτε για να αναλάβουμε το μεγαλείο του είτε για να αποφύγουμε τη φρίκη του, ιχνεύοντας πάθη και λάθη, αντλώντας καθοριστικά για την εθνική πολιτική και ηθική μας συμπεριφορά διδάγματα, χτίζοντας μια γρηγορούσα και την πληρότητα εγγίζουσα συνείδηση και εκείνης και της τωρινής εποχής, δημιουργώντας υψηλή και κοφτερή επίγνωση για το παρόν, διανοίγοντας καινούργιες προοπτικές για το μέλλον και συναισθανόμενοι τέλος το μεγάλο ιστορικό βάρος, οφείλουμε να βρούμε τα μέτρα, με τα οποία θα ζυγίζουμε, το νόημα όσων συμβαίνουν στους καιρούς μας, συμβάντα και συμβαίνοντα ιδιαζόντως σημαντικά, ή μήπως, έχει έλθει το πλήρωμα του χρόνου, να δοκιμασθεί για μια ακόμη φορά, στο χωνευτήρι της ιστορίας, η


< 16 >

ηθική αντοχή και η πνευματική του Ελληνισμού δύναμη του, απέναντι στην ανιστόρητα θρασύτητα, σύγχρονων βαρβάρων ; Η ομοψυχία μας είναι το όπλο μας, η ενότητα του λαού μας η ασπίδα, το ήθος της ελευθερίας το δόρυ και η λάμψη της λόγχης του στρατού μας, η εγγύηση της ακεραιότητας μας, ενώ η αυτοθυσία και η αυταπάρνηση των αστυνομικών μας, η εμπέδωση της γαλήνης και της ησυχίας. Το οδοιπορικό λοιπόν ζωής, της ταραχώδους δεκαετίας του 1940-1950 του καλοκάγαθου σεβαστού πατέρα μου Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου με συγκλόνισε και με συντάραξε και με προβλημάτισε πολύ, στο να καταγίνω όσο το δυνατόν γρηγορότερα με την συγγραφή όλων εκείνων των ιστοριών-διηγήσεων που αφορούσαν την ανωτέρω περίοδο και που έζησε, έλεγε και διηγούταν εκείνος, με το πλατύ χαμόγελο και τον καταπληκτικό, άμεσο, ανεπιτήδευτο, παραστατικό και πειστικό λόγο του και τα οποία εν πολλοίς είχαν καταγραφεί στο δικό μου μυαλό και μάλιστα από ένα αυτόπτη ανήλικο μάρτυρα, όπως ήμουνα εγώ την περίοδο εκείνη, ως ένα αιώνιο μνημόσυνο στον ακούραστο ποιμενάρχη μας, ο οποίος τόσο χαριτωμένα και πειστικά διηγούταν στους συνομιλητές του, ώστε αυτά να αποτελούν σήμερα για εκείνους θέσφατα και να μην χαθούν στο ανήλιο παρελθόν. Και αυτό επιχειρώ σήμερα με τις ισχνές δυνάμεις μου με το παρόν πόνημα: ’’Οδύσσεια Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου. Μία ταραχώδης και εφιαλτικής δεκαετίας 19401950’’ ως φυσικό τέκνον του, χωρίς να επιδιώκω συγγραφικές δάφνες, οι οποίες ανήκουν σε άλλους .


< 17 >

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

ΠΟΥΓΚΑΚΙΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ 15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1953 Καθήμενοι:

Ο Π ΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ

ΚΑΙ Η

Π ΡΕΣΒΥΤΕΡΑ

ΤΟΥ

Β ΑΣΙΛΙΚΗ .

Π ΑΝΑΓΙΩΤΑ , Λ ΕΩΝΙΔΑΣ , Σ ΠΥΡΟΣ , Π ΑΝΑΓΙΩΤΗΣ , Ι ΩΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Α ΡΕΤΗ .

Όρθιοι: εξ αριστερών τα τέκνα του:


< 18 >

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1.-

Αφιέρωση του Βιβλίου

2.-

Πρόλογος του Βιβλίου

3.-

Εισαγωγή του Βιβλίου

14

4.-

Περιεχόμενα του Βιβλίου

18

6 8

Μία ξεχωριστή και περιπετειώδης Οδύσσεια ζωής σε μια ταραγμένη και 20 εφιαλτική δεκαετία του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου 1940-1950 Το ιστορικό Όχι των Ελλήνων και το θαύμα του 1940. Η ταυτότητα του 22 6.Έθνους μας Η πρώτη εμφάνιση των Ιταλό-Γερμανών κατακτητών στο χωριό του 26 7.Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας Μία απρόσμενη εφιαλτική εμφάνιση- παρουσία του Άρη Βελουχιώτη στο 38 8.χωριό του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου το Παλαιοχώρι. Ο εκπατρισμός από το χωριό του το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού του 44 9.Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου και η εγκατάσταση του στη Λευκάδα Η πρώτη ένοπλη σύρραξη στη Λευκάδα Φθιώτιδας μεταξύ των ένοπλων 54 10.ανταρτών και των εθνικών δυνάμεων της χώρας Η ειλικρίνεια του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου και η σωφροσύνη του 60 11.Φρουράρχου Μελαχροινάκη. 64 12.- Η ψυχραιμία της μάνας παπαδιάς και η σωτηρία των παιδιών της 5.-

Η φυγή του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου από τη Λευκάδα στον Πύργο Φθιώτιδας και ο εν συνεχεία Γολγοθάς της Μακρακώμης. Η φυγή του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου από την Μακρακώμη και ο νέος 14.Γολγοθάς της Λαμίας Δημόσια θερμή έκφραση ευχαριστιών του Παπαδημήτρη προς τον 15.Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Φθιώτιδας Αμβρόσιο Νικολαΐδη Η απαρασάλευτη πίστη του Παπαδημήτρη στο Πηδάλιο και το αυθόρμητο 16.δώρο καλυμμαύχι του Δεσπότη Γραπτοί εγκωμιαστικοί λόγοι για τον Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου από το 17.Σπύρο Αθανασίου Τσεκούρα Η παλιννόστηση του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου στο χωριό του το 18.Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας από τη Λαμία. 13.-

70 78 84 88 92 94

19.- Επίλογος.

100

20.- Βιογραφιό Σημείωμα Συγγραφέα

102


< 19 >

21.- Έργα του Συγγραφέα

104

22.- Εργασίες του Συγγραφέα που δημοσιεύτηκαν

106

23.- Ιεροί Χώροι που διακόνησε ο Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου

110

24.- Ιερός Ναός Προφήτη Ηλία Παλαιοχωρίου

112

25.- Ιερός Ναός Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Παλαιοχωρίου

114

26.- Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής Παλαιοχωρίου

116

27.- Το Δημοτικό Σχολείο Παλαιοχωρίου

118

28.- Το Κοινοτικό Γραφείο Παλαιοχωρίου

120

29.- Ιερός Ναός Κοίμησης της Θεοτόκου Πουγκακίων

122

30.- Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Πουγκακίων

124

31.- Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου Νεοχωρίου Πουγκακίων

126

32.- Ιερός Ναός Γενεσίου της Θεοτόκου( Ρούστιανη)

128

33.-

Βιβλιοκριτική του βιβλίου Παρακαταθήκη Ιστοριών του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου. Αμβούργο 2012.

130


< 20 >

ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΤΑΡΑΧΩΔΗ ΚΑΙ ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ ΔΕΚΑΤΙΑ 1940-1950


< 21 >

ΟΙ ΣΕΒΑΣΤΟΙ ΜΟΥ ΓΟΝΕΙΣ

Δ ΗΜΗΤΡΙΟΣ Ι ΕΡΕΑΣ ΣΤΗΝ

ΚΑΙ

Β ΑΣΙΛΙΚΗ Π ΡΕΣΒΥΤΕΡΑ Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

ΑΥΛ Η Τ Ο Υ Σ ΠΙ ΤΙ Ο Υ Μ ΑΣ Σ ΤΟ

Π ΑΛ ΑΙ Ο Χ Ω ΡΙ Φ Θ Ι Ω ΤΙ Δ ΑΣ


< 22 >

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΟΧΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ 1940 Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΜΑΣ

Θεωρώ αναγκαίο, σκόπιμο και επιβεβλημένο πριν ξεκινήσω το οδοιπορικό της πραγματικής όντας Οδύσσειας του σεβαστού φυσικού μου πατέρα Παπαδημήτρη Παν. Παπαναγιώτου, στην ταραχώδη και εφιαλτική δεκαετία 1940-1950, να αναφερθώ συνοπτικά στην ιστορική σημασία του ΟΧΙ του 1940, με την οποία και αρχίζει και ο Γολγοθάς του υπομονετικού και καλοσυνάτου, αλλά χαρισματικού και ταλαντούχου αυτού Ιερωμένου και είναι ο προπομπός δυστυχώς και η αρχή ωδίνων όλων των επερχόμενων κατοχικών και ψυχροπολεμικών δεινών και καταστρεπτικών καταστάσεων στη χώρα μας, ξεκινώντας με την εθνική ποιητική φράση του Κωστή Παλαμά, λέγοντας: ’’Αυτό κρατάει ανάλαφρο μεσ’ στην ανεμοζάλη, το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι. Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανέναν, μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα’’. Αν ξεφυλλίσουμε λοιπόν, με την πρέπουσα και επιβαλλόμενη προσοχή και επιμέλεια, ύστερα και από τους ανωτέρω ποιητικούς λόγους, του Εθνικού μας Ποιητή, τις σελίδες της Ελληνικής Ιστορίας, όχι της περασμένης και δυστυχώς ξεχασμένης, αλλά της πρόσφατης και δοξασμένης, για να παρακολουθήσουμε με τη σειρά τα γεγονότα, μιας τρομερής πάλης ανθρώπων, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά μία συνεχής θυσία αίματος, στο μεγάλο βωμό της Πατρίδας και της Ελευθερίας, θα διαπιστώσουμε ότι: Μέσα στο αδιάκοπο κύλισμα του χρόνου, η Ιστορία στάθηκε εκστατική και έγραψε με τρεμάμενο χέρι, σε μια χρυσή σελίδα της, 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940. Μας χωρίζουν σχεδόν, τρεις γενιές από την ημέρα του ΟΧΙ. Την ιστορική εκείνη νύχτα, όπου ο Ιταλός Πρέσβης στην Ελλάδα Εμμανουέλε Γκράτσι, κτύπαγε το κουδούνι της θύρας της οικίας του Έλληνα Πρωθυπουργού Ιωάννου Μεταξά στη Κηφισιά Αττικής και τον ξύπναγε, για να του παραδώσει το ιταμό τελεσίγραφο, του αφέντη του Μουσολίνι, κανένας δεν φαντάζονταν, τι θα συνέβαινε στη συνάντηση εκείνη και πως αυτή, θα γραφόταν, με χρυσά γράμματα, στις σελίδες της Ιστορίας μας. Τι όμως έλεγε, αυτό το τελεσίγραφο, στην περίτεχνη διπλωματική του διατύπωση. Ούτε λίγο, ούτε πολύ! " Παραδώστε μας την Ελλάδα" και η απάντηση του Κυβερνήτη μας, ήταν χωρίς περιστροφές και ενδοιασμούς, το θρυλικό και αθάνατο ΟΧΙ. Μίλησε με το στόμα του τότε, ολόκληρος ο Ελληνικός λαός, που πήρε τη λέξη αυτή και της έδωσε το πραγματικό, ηρωικό περιεχόμενο και την κατέστησε πεπρωμένο του.


< 23 >

Μίλησε εκείνη την ώρα, ολόκληρη η Ιστορία μας. Ο Λεωνίδας από τις Θερμοπύλες, ο Παλαιολόγος από τη Βασιλεύουσα, ο Κολοκοτρώνης από τον Μοριά, ο Διάκος απ την Αλαμάνα, ο Καραϊσκάκης από την Αράχοβα, ο Κανάρης από τα Ψαρά, ο Μιαούλης από την Ύδρα, οι Σουλιώτισσες από το Ζάλογγο, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι από το Μεσολόγγι, ο Δασκαλογιάννης και ο Γιαμπουδάκης από την Κρήτη " Όχι δεν θα περάσετε" Και ο πόλεμος άρχισε. Αλλά ας δούμε, στο σημείο αυτό, τι ήταν άραγες, το Ελληνικό ΟΧΙ του 1940. Άθλος μοναδικός; Απροσδόκητο πολεμικό κατόρθωμα; Νίκη περιφανής; Θρίαμβος της αδούλωτης ελληνικής ψυχής; Έπος ιστορικό με συνέπειες παγκοσμίου σημασίας; Αλήθεια τι ήταν το `40; Τι ήταν αυτό, που έκπληκτοι παρακολουθούσαν από την 28η Οκτωβρίου του 1940 και μετά οι λαοί της γης, οι οποίοι έντρομοι γονάτιζαν και προσκυνούσαν τις αήττητες μέχρι τότε δυνάμεις του Άξονα; Ένας μικρός λαός, όρθωνε το ανάστημά του, μπροστά σε μια χώρα 45 εκατομμυρίων κατοίκων. Ένας μικρός και άοπλος σχεδόν στρατός, αντιστέκονταν και νικούσε και έτρεπε σε άτακτο φυγή, έναν πάνοπλο στρατό, που διέθετε εκατομμύρια λόγχες, τέλειο και σύγχρονο τότε εξοπλισμό, ισχυρότατο ναυτικό και πλήρη κάλυψη από αέρα. Οι Έλληνες φαντάροι, σκαρφάλωναν ακούραστοι στη μεγαλοπρεπή Πίνδο, στα χιονισμένα βορειοηπειρωτικά βουνά και πατούσαν τη μία μετά την άλλη τις κορυφές της δόξης, για να διδάξουν από εκεί ψηλά τα μαθήματα της γενναιότητας και της ελευθερίας, στους ταπεινωμένους από τις δυνάμεις του φασισμού και του ναζισμού λαούς της γης και να δώσουν την ελπίδα της νίκης σ’ όλο τον κόσμο. Μάλιστα! Το `40 ήταν και άθλος και κατόρθωμα και νίκη και θρίαμβος και έπος μοναδικό! Η νεώτερη δόξα της φυλής μας! Δεν ήταν όμως μόνον αυτό. Το ’40 ήταν πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα θαύμα. Θαύμα λαμπρό και υπέροχο. Θαύμα που δεν μπορεί να το ερμηνεύσει η λογική ή να το εργασθεί μόνη της η ανθρώπινη δύναμη και γενναιοψυχία. Τα θαύματα τα εργάζεται η δύναμη του Θεού και το ’40 ήταν θαύμα Θεού. Την απλή αυτή και μεγάλη αλήθεια, την ομολογούσαν με ακράδαντη πεποίθηση, οι ίδιοι οι ηρωικοί αγωνιστές του μετώπου: " Ούτε μίαν φοράν μας ενίκησαν οι Ιταλοί! Έγκειται τούτο μόνον εις την ανδρείαν μας; Είναι τούτο απλή σύμπτωσις; Τίποτε από αυτά. Έχομεν ακράδαντον πεποίθησιν ότι μας βοήθησε ο Θεός! ". "Μας βοήθησε η πληγωμένη Παναγία μας", ήταν ένας λόγος που είχε λεχθεί τότε μύριες φορές και αποτελούσε την βαθύτερη πίστη όλου του λαού, που αγωνίζονταν με τα όπλα και την προσευχή στο μέτωπο και στα μετόπισθεν, ενωμένος σε μια αδούλωτη και αλύγιστη ψυχή, κάτω από τις ευλογίες της Εκκλησίας και του σεπτού και ηρωικού Προκαθημένου, του από Τραπεζούντα Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, κυρού Χρύσανθου.


< 24 >

Όταν οι Ιταλοί τορπίλισαν, άνανδρα το εύδρομο " Έλλη " μέσα στο λιμάνι της Τήνου, στις 15 Αυγούστου του 1940, την ημέρα της λαμπρής εορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου και ενώ ήταν έτοιμο το άγημα των ναυτών να αποβιβασθεί και να συνοδεύσει την θαυματουργό εικόνα της Παναγίας στη λιτανεία, συνήθη μία ιερά και θεία συμμαχία. Ο Παντοδύναμος Θεός αναλάμβανε να υπερασπισθεί το Έθνος μας, στο δίκαιο αγώνα του. Η Παναγία Μητέρα του, θα γινόταν άλλη μια φορά η Υπέρμαχος Στρατηγός, που θα οδηγούσε στη νίκη τη μικρή μας Πατρίδα. Πόσες ιερές παρακλήσεις, πόσες δακρύβρεχτες προσευχές από μητέρες και αδελφές εκείνων που έδιναν τη μάχη με το κρύο, με το χιόνι, με τον πάνοπλο και υπερόπτη εχθρό πάνω στα ηπειρωτικά βουνά! Πόσες ιερές εκκλήσεις, πόσες δεήσεις των ιδίων των αγωνιστών, πόσες θαυμάσιες διασώσεις!! Και πόσες φορές είδαν την Παναγιά επάνω στις πρώτες γραμμές του μετώπου να τους οδηγεί στις λεωφόρους της νίκης και της δόξης της αληθινής! " Εις τας ψυχάς μας" ομολογούσαν, "εμφωλεύει ακράδαντος η πεποίθησις ότι ο ιερόσυλος εχθρός συντρίβεται και θα συντριβεί τελικώς, χάρις εις την βοήθειαν της Μεγαλόχαρης, περισσότερον παρά εις την ιδικήν μας ορμητικότητα και αυτοθυσίαν ". Αλλά δεν ήταν μόνον ο απλούς προσευχόμενος λαός και ο αγωνιζόμενος στρατός που επικαλούνταν την δύναμη του Θεού και την συμμαχία της Παναγίας, την προστασία της και την θεία της σκέπη στον ιερό και άνισο αγώνα. Ήσαν και οι άρχοντες του λαού, οι ταγοί του Έθνους και όλοι, ως από συμφώνου, στήριξαν την θεία βοήθεια, τον δίκαιο αγώνα. " Ο Θεός σώζει την Ελλάδα " είπε ο Πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, πριν υπογράψει τα διατάγματα της Γενικής Επιστράτευσης. " Με πίστιν εις τον Θεόν και εις τα πεπρωμένα της φυλής " καλούσε με το Βασιλικό Διάταγμα του Γεωργίου Β΄, το Έθνος σύσσωμο να αγωνισθεί. Και ο Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος στη Διαταγή του Πολέμου διατράνωνε την πεποίθησή του για την νίκη, όταν με τους εξής λόγους καλούσε τους Έλληνες Αξιωματικούς και Οπλίτες να φανούν ήρωες: " Μη αμφιβάλλετε ότι τελικώς θα επικρατήσωμεν με την βοήθειαν και την ευλογίαν του Θεού και τας ευχάς του Έθνους ". Δεν ήσαν αυτά μόνον, οι λόγοι του ενθουσιασμού της αρχής. Ήσαν και κατόπιν οι λόγοι της ευγνωμοσύνης, καθώς οι νίκες διαδέχονταν η μία την άλλη και η δόξα έπλεκε στεφάνια χρυσά για τους ηρωικούς αγωνιστές, που θάμπωναν τον κόσμο με τα μεγαλουργήματά τους. Και τότε την θεία Πρόνοια επικαλούνταν οι ταγοί του Έθνους και καλούσαν τον λαό: " Να ευχαριστήσωμεν τον Ύψιστον με όλη μας την ψυχή, γιατί μας εδιάλεξεν υπερασπιστάς των πολυτιμοτέρων αγαθών που έχει η ανθρωπότητα και μας ύψωσεν από την ταπεινότητά μας εις το σκεύος εκλογής " (Πρωθυπουργικό διάγγελμα της 1ης Ιανουαρίου 1941).


< 25 >

Άρχοντες και λαός, μιλούσαν τότε με πίστη βαθειά, για την θεία Πρόνοια, για την βοήθεια του Υψίστου Θεού, για την Σκέπη της Παναγίας, για την δύναμη της πίστης του Χριστού. Σ’ αυτόν στήριζαν τις ελπίδες τους, σ’ αυτήν απέδιδαν την νίκη. Αυτή ήταν η γλώσσα μας τότε, αυτή η πίστη μας, η Χριστιανική ταυτότητα του Έθνους μας. Η επέτειος του ηρωικού έπους του ’40, δεν είναι μόνον για να θυμόμαστε τους αγώνες των πατέρων μας και να υπερηφανευόμαστε για τις θυσίες, τις νίκες και την δόξα τους. Είναι για να διορθώνουμε την πορεία μας στο σήμερα. Να ξαναβρίσκουμε την γλώσσα μας, την πίστη μας, την ταυτότητά μας. Να ξαναγυρίσουμε στις ρίζες και στις άγιες παραδόσεις μας. Να παραμένουμε Έλληνες και Χριστιανοί. Σε πείσμα όλων εκείνων των ξενοκίνητων κέντρων που ζητούν επίμονα να μας αφελληνίσουν και αποχριστιανίσουν. Να μας ρίξουν χωρίς πίστη, χωρίς θρησκεία, χωρίς ιδανικά στον καιάδα του σύγχρονου υλισμού και αμοραλισμού, για να μας αφανίσουν τελικώς. Πρέπει έγκαιρα να το καταλάβουμε όλοι μας. Ο λαός και πρώτοι οι άρχοντες. Είθε ο Πανάγαθος Τριαδικός Θεός και η Υπέρμαχος Στρατηγός μας, να σκέπει και να διαφυλάττει το Έθνος μας και τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας της Χώρας μας. Συνεχίζοντας λοιπόν το οδοιπορικό της πραγματικής Οδύσσειας του γέροντα ποιμενάρχη μας Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, εκεί που το αφήσαμε, μετά την ανωτέρω αναγκαία, σκόπιμη και επιβεβλημένη κατά τη γνώμη μας εμβόλιμη γραπτή παρέμβαση μας, για την σημασία του Ιστορικού ΟΧΙ του 1940, στην όμορφη πατρίδα μας, ήλθαν τα πρώτα δύσκολα χρόνια, πείνας και μεγάλου κατατρεγμού και η Ελλάδα μας βρισκόταν πλέον υπό τριπλή κατοχή Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων και στο σημείο αυτό ταιριάζουν απόλυτα οι στίχοι του Εθνικού μας ποιητή Διονύση Σολωμού: ’’ Τα ‘σκιάζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά’’.


< 26 >

Η ΠΡΩΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΩΝ ΙΤΑΛΟΓEΡΜΑΝΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ ΣΤΟ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΥ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ Κάτω από τις ανωτέρω συνθήκες που προαναφέρθηκαν, δεν ήταν δυνατόν να εξαιρεθεί από την εμφάνιση Ιταλό Γερμανικών κατοχικών στρατιωτικών δυνάμεων και το ορεινό, όμορφο και ειδυλλιακό χωριό του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας και οι πρώτοι λοιπόν κατοχικοί στρατιώτες ήταν Ιταλοί. Μετά λοιπόν την κατάρρευση του ελληνοαλβανικού μας μετώπου και των οχυρών του Ρούπελ ’’Γραμμή Μεταξά’’ στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και την αναγκαστική παράδοση της πατρίδας μας την 28η Απριλίου 1942, στους ναζιστοφασίστες, αυτοί οι εθνικιστές κατακτητές Ιταλοί και Γερμανοί έκαναν την πρώτη εμφάνιση τους όπως ήταν φυσικό επόμενο και στο χωριό του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας, το Φθινόπωρο του 1943. Οι Ιταλοί στρατιώτες οφείλω να το ομολογήσω, συμπεριφέρθηκαν στην πρώτη και τελευταία εμφάνιση αυτών άψογα στο χωριό μας και οι ολιγοστοί ενήλικοι κάτοικοι του χωριού μας επίσης επέδειξαν ανάλογη ανθρώπινη συμπεριφορά, δίδοντας τους φρούτα, εδώδιμα και ότι άλλο εκείνοι τους ζητήσανε και αμέσως φύγανε ήσυχα, χωρίς κανένα παρατράγουδο. Στο σημείο αυτό οφείλω να καταστήσω επίσης σαφές, ότι από τις αρχές του Φθινοπώρου του 1943 οι Ιταλοί κατακτητές συνθηκολόγησαν με τους συμμάχους μας και έπεσαν πλέον στη δυσμένεια των μέχρι τότε φίλων και συνοδοιπόρων Γερμανών και έτσι δεν τους είχαν σε πολλή εκτίμηση και τους κρατούσαν σε καραντίνα μπορεί να πει κανείς. Μάλιστα όπως αναφέρουν-μαρτυρούν οι γεροντότεροι του χωριού μας και ενθυμούμεθα εμείς οι νεώτεροι, στα υψώματα της παλιό Καζάρμας στο Ζαχαράκη Τυμφρηστού Φθιώτιδας, το Φθινόπωρο του έτους 1943, μετά από μία συμπλοκή ενόπλων Ελλήνων ανταρτών και Γερμανό-Ιταλών κατακτητών, οι Ιταλοί αυτοδιαλύθηκαν και διασκορπιστήκαν και έξη από αυτούς αυτομόλησαν. Οι πέντε από τους ανωτέρω Ιταλούς, μέσα από πολλές περιπέτειες και πάρα πολλά βάσανα ήλθανε κατατρεγμένοι και εξουθενωμένοι και βρήκαν καταφύγιο και εγκατασταθήκανε προσωρινά στα ερειπωμένα τότε κελιά του Ιερού Ναού του Προφήτη Ηλία στο χωριό μας, ενώ ο έκτος Ιταλός που ήταν και γιατρός, παρέμεινε στον Οικισμό Κέδρα Πουγκακίων Φθιώτιδας. Οι καλοί και φιλόξενοι χωριανοί μας διαπνεόμενοι από τα αξεθώριαστα και αναλλοίωτα αλτρουιστικά χριστιανικά αισθήματα της εξέχουσας ελληνικής φυλής μας, στους εγκατασταθέντες στα κελιά του Μοναστηριού του Προφήτη Ηλία Ιταλούς, τους συμπεριφέρθηκαν πάρα πολύ ανθρώπινα και άψογα, συντηρώντας τους μάλιστα και


< 27 >

πηγαίνοντας αγόγγυστα σε αυτούς εκ περιτροπής η κάθε παλαιοχωρίτικη οικογένεια φαγητό, για τη στοιχειώδη πλέον επιβίωση τους.

Από αριστερά: Βασίλειος Πιλάτος (Βιολί), Κωνσταντίνος Γεωρ. Παπαναγιώτου - Παπακώστας (Κλαρίνο), Δημήτριος Χρ. Δημητρακόπουλος, Δημήτριος Κων. Μπούρας (κάγιας), Ηλίας Ευαγ. Αλεξίου - (Παπαηλίας), Παναγιώτης Παν. Παπαγεωργίου, Αθανασίου Βασ. Αθανάσιος, Γεώργιος Χρ. Πιλάτος, Παναγιώτης Βασ. Μπούρας, Δημήτριος Αναγνωστόπουλος (Γαρδίκι Ομιλαίων), Νικόλαος Γεωρ. Παπαναγιώτου. Όρθιοι: Δημήτριος Ανδρ. Πιλάτος, Αλέξανδρος Γεωργ. Παπαναγιώτου, Νικόλαος Αθαν. Τσεκούρας, Μιλτιάδης Δημ. Αλεξίου, Αριστείδης Πασχάλη Ντινόπουλος και Καθήμενοι κατά γης: Οι δύο Ιταλοί.

(Φωτο: Κων.Ν.Παπαναγιώτου).

Σε κάποια δε στιγμή ασμένως οι αυτομολήσαντες Ιταλοί, δεχθήκανε και ορθώς πράξανε και προσελήφθηκαν ως εργάτες στα κτήματα τους από τους καλούς συγχωριανούς μου Νίκο Ευαγγέλου Μανίκα, Γεώργιο Ευαγγέλου Παπαναγιώτου, Γεώργιο Βασιλείου Παπαναγιώτου, Νικόλαο Νικολάου Παπαναγιώτου και Κωνσταντίνο Σπύρου Πιλάτου, για ένα περίπου χρόνο, μέχρις έως ότου αναχωρήσανε τελικά για την πατρίδα τους την γείτονα Ιταλία, μαζί με τους αποχωρήσαντες επίσης Γερμανούς. Οι παραπάνω Ιταλοί στο πέρασμα τους από το χωριό μας, λόγω των ειδικών τεχνικών γνώσεων που κατείχαν, ασχοληθήκαν αποτελεσματικά και με την επισκευή και ανοικοδόμηση στη θέση Μπόρσια του χωριού μου, του βακούφικου νερόμυλου του Προφήτη Ηλία, κοντά στον άλλο επίσης νερόμυλο του Δημήτρη του Στάμου, που και οι δύο κινούντανλειτουργούσαν με το πλούσιο νερό του υδραύλακα του Κούτσουρου, που ερχότανε και έρχεται ακόμη και σήμερα, από τις κρύες και γάργαρες πηγές των Πουγκακιώτικων βουνών.


< 28 >

Οι παραπάνω Ιταλοί, τόσο πολύ έμειναν ευχαριστημένοι από την εν γένει συμπεριφορά των συγχωριανών μου, όπως καταφαίνεται και στην ως άνω φωτογραφία, εις τρόπον ώστε, όπου κι αν βρισκόταν αυτοί και όπου κι αν καθόταν στο χωριό μου, ευχαριστούσαν τα αφεντικά τους και τους λοιπούς συγχωριανούς μου, για την απρόσμενη, ευγενική και καλοσυνάτη συμπεριφορά που τους επεδείκνυαν, καθ όλη τη διάρκεια της παραμονής των στο χωριό μας. Στη συνέχεια πέραν των ανωτέρω καλών Ιταλών κάνανε εμφανίσεις στο χωριό απατεώνες, πλιατσικολόγοι, αλήτες, μαυραγορίτες και εγκληματικά εν γένει στοιχεία και δήλωναν ψευδώς Ιταλοί υπήκοοι και κάνανε δυστυχώς όπου περνούσαν όργια. Συγκέντρωναν τον κόσμο στα σχολειά, τις εκκλησιές και τα κοινοτικά γραφεία και τους βασάνισαν αφάνταστα κτυπώντας τους αλύπητα μέχρι και θανάτου και τους προπηλάκιζαν σκαιότατα και τους ζητούσαν ως δήθεν αντιφρονούντες προς την κρατούσα κατάσταση, όπλα και διάφορα τρόφιμα, για να φαίνονται αρεστοί και καλοί στα αλλοδαπά αφεντικά τους και να πλουτίζουν εκείνοι και να εκτονώνουν κατ αυτόν τον τρόπο, τα άγρια ένστικτα και τα απωθημένα τους. Τέτοια στοιχεία είχαν όλα δυστυχώς τα χωριά της περιοχής μου και ασφαλώς και το χωριό του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας και δικό μου χωριό, για το οποίο ευτυχώς η συμπεριφορά τους μπορεί να πει κανείς, ήταν κάπως πιό διακριτική και προστατευτική για τους συγχωριανούς μου. Το χωριό μου ήταν ένα συνεχές κέντρο διερχομένων ενόπλων αντάρτικων δυνάμεων υπό τον Άρη Βελουχιώτη και μη, αφού το διπλανό χωριό τα Πουγκάκια Φθιώτιδας ήταν το χωριό καταγωγής της μάνας του, αλλά και του πατέρα του Ναπολέοντα Ζέρβα και ήταν σημείο αντιλεγόμενο, για τις αντιμαχόμενες εγχώριες ένοπλες δυνάμεις και τους ξένους κατακτητές, που αφορμή ζητούσαν για να καταστρέψουν τα υπάρχοντα τους και κάθε ζωντανό οργανισμό που υπήρχε πάνω στη γη και να εξαφανίσουν τους ανθρώπους από τον τόπο τους. Η πρώτη όμως επίσημη πλέον, εμφάνιση των Γερμανών κατακτητών στο χωριό μας, έγινε μεσούντος του Φθινόπωρου του 1943. Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο αναγκαίο και επιβεβλημένο να καταγράψω εμβόλιμα, εκείνο που αναφέρει ο πρώτος τοπικός ιστορικός και λαογράφος του χωριού μας Γιάννης Δημ. Παπαναγιώτου στο Βιβλίο του ο Αι-Λιάς του Παλαιοχωριού ’’ Χθες και σήμερα ’’ Αθήνα 1978, στη σελίδα 182 παρ.4 αυτού, ότι το Φθινόπωρο του προηγούμενου έτους 1942, οι γερμανικές ορδές κατοχής, εκφοβίζοντας ποικιλοτρόπως, τους κατοίκους της υπαίθρου της πατρίδας μας, εκτόξευαν αδιακρίτως πολλές φορές οβίδες κανονιών, προς πάσα κατοικημένη περιοχή. Έτσι λοιπόν, μια τέτοια οβίδα κανονιού, εκτοξεύτηκε και από τα απέναντι του χωριού μου υψώματα των Αγίων Θεοδώρων του Γαρδικίου Ομιλαίων και σφηνώθηκε στην δεξιά πλευρά του Ιερού Βήματος της Εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και δημιούργησε μεγάλη φθορά στον Ιερό Ναό. Η οπή της οβίδας στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, παρέμεινε απείραχτη όπως δημιουργήθηκε, ως δείγμα της ναζιστικής κατοχής και θηριωδίας των


< 29 >

Γερανών κατακτητών μέχρι τον Απρίλιο του 1969, οπότε κατεδαφίσθηκε ο εν λόγω Ιερός Ναός και αναγέρθηκε ο σημερινός περικαλλής, προεξάρχοντος προς τούτο του μακαριστού πατέρα μου Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου και των δύο καταξιωμένων κατά γενική παραδοχή και ομολογία εκπαιδευτικών αδελφών μου Γιάννη Διδασκάλου και Λεωνίδα Καθηγητού Μαθηματικών. Η παρουσία των ως άνω συγγενικών μου προσώπων, στην κατεδάφιση και στην εν συνεχεία ανέγερση του Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Παλαιοχωρίου, ήταν καταλυτική, επαινετική, ανεπανάληπτη, τολμηρή και εν πολλοίς πρωτόγνωρη, για τους χαλεπούς καιρούς μας. Οι εχέφρονες και καταξιωμένοι αυτοί άνθρωποι του πνεύματος και της προσφοράς ανέλαβαν στους έντιμους ώμους τους, όλο το βάρος του δύσκολου πραγματικά εγχειρήματος των, το οποίο έφεραν αισίως σε πέρας, παρά τις καθημερινές μπορεί να πει κανείς αντιξοότητες και τις συνεχείς συγχωριανές προβαλλόμενες δυσκολίες και μάλιστα με πάρα πολλές περγαμηνές. Βλέπετε τις σελίδες 182-187 κλπ. του προαναφερομένου βιβλίου του Γιάννη Δημ. Παπαναγιώτου, το οποίο εκθύμως καλοί μου αναγνώστες το συνιστούμε να το προμηθευθείτε, να το διαβάσετε-μελετήσετε και στη συνέχεια αυτό να κοσμεί τις υπάρχουσες βιβλιοθήκες σας και ιδιαίτερα των Παλαιοχωριτών συγχωριανών μου, για να αμβλυνθούν κάποιες σκέψεις και να επιβεβαιωθεί για μια ακόμη φορά η ευαγγελική ρήση: ’’ Γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς (Ιωαν: Η-32) ’’. Ειρήσθω δε εν πάροδο ότι, κατά την άνοιξη του 1947, χρησιμοποιήθηκε ο Ιερός Ναός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του χωριού μου, από ομάδες του ΕΛΑΣ ως αποθήκη όπλων και πυρομαχικών και αυτό ήταν πάγια τακτική των ανταρτών στα ορεινά χωριά της χώρας, των οποίων οι Εκκλησίες είχαν ξύλινη εσωτερική επένδυση και ή εικόνα του Παντοκράτορα στο μέσον της Εκκλησίας, ήταν φορητή-κινητή και έτσι μπορούσαν να την μετακινούν και να αποκρύπτουν την νύχτα μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού στην οροφή, χωρίς να γίνεται αυτό αντιληπτό από το εκάστοτε εκκλησίασμα. Αυτό λοιπόν συνέβη και στο χωριό μου και διαπιστώθηκε αργότερα, όταν ένας Λόχος των εθνικών δυνάμεων της χώρας, έφθασε στο χωριό μου και ζήτησε ό επικεφαλής Λοχαγός του, από τον πατέρα μου Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, Εφημέριο του χωριού, να του υποδείξει που έχει κρυμμένο τον οπλισμό των ανταρτών, στο σπίτι του. Εκείνος αγνοώντας πραγματικά και απορημένος στο αδόκητο ερώτημα του, του απαντά τι πράγματα είναι αυτά κύριε Λοχαγέ που μου λέτε, δεν γνωρίζω τίποτε από αυτά και όπως ήταν φυσικό επόμενο αναστατώθηκε και φοβήθηκε πάρα πολύ ο πατέρας μου. Βλέποντας ο εν λόγω Λοχαγός, την δικαιολογημένη φυσική αντίδραση του ΓέρονταΠαπαδημήτρη, του επαναλαμβάνει έντονα το ερώτημα του και του λέγει διευκρινιστικά, ότι δεν εννοώ το φυσικό σου σπίτι παππούλη μου, αλλά το εκκλησιαστικό-τις εκκλησίες σου και πάλι ή αντίδραση του Γέροντα- Παπαδημήτρη ήταν εξ ίσου αρνητική, όπως και η πρώτη. Εκείνη ακριβώς την στιγμή επεμβαίνει στην συζήτηση, ένας από τους συνοδεύοντας το Λοχαγό στρατιώτες του, αναφέρει διακριτικά στον Λοχαγό του, ότι πράγματι δεν πρέπει να


< 30 >

γνωρίζει τίποτε ο συγκεκριμένος παππάς για τον οπλισμό, αλλά ένας συγχωριανός του κτηνοτρόφος, ονόματι Σπύρος Τσεκούρας. Με τον Σπύρο τον Τσεκούρα, όπως είπε και διαπιστώθηκε αργότερα-στην πορεία, αυτός ήταν πρώην γνώριμος του, ως υπηρετούντες τότε αμφότεροι, στις ένοπλες αντάρτικες δυνάμεις του Άρη Βελουχιώτη. Έτσι λοιπόν προέκυψε, ότι κάποιο σκοτεινό και βροχερό βράδυ, οι ένοπλες δυνάμεις του Άρη Βελουχιώτη, διερχόμενες από το Παλαιοχώρι, τοποθέτησαν επί παρουσία και των ανωτέρω προαναφερομένων ανταρτών, αρκετό πολεμικό οπλισμό, στην οροφή του Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του χωριού μου, για μελλοντική προφανώς χρήση τους, που πληρούσε ασφαλώς όπως προείπαμε, τις πιο παραπάνω προδιαγραφές. Αμέσως κλήθηκε-ειδοποιήθηκε ο Σπύρος ο Τσεκούρας, να παρουσιασθεί στον Λοχαγό, όπως και έγινε. Και στη συνέχεια, στρατιώτες του εθνικού στρατού, υπό την επίβλεψη και την καθοδήγηση του Λοχαγού, απέσυραν αμέσως τον άθικτο από ανθρώπινο χέρι, κρυμμένο αντάρτικο πολεμικό οπλισμό, επί παρουσία πάντα και των προαναφερομένων προσώπων, από τον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του χωριού μου, χωρίς καμία περαιτέρω δυσμενή εξέλιξη για το χωριό και το συγκεκριμένο συγχωριανό μου, ασφαλώς τη πιεστική και ευγενή παρακλήσει και των καλών λόγων του προς τον Λοχαγό του Εθνικού Στρατού, του σεβάσμιου Γέροντα πατέρα μου Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, που έγιναν αποδεκτοί. Επανερχόμενος λοιπόν, μετά την ως άνω σκόπιμη, εμβόλιμη καταγραφή, αναφέρω όπως μου γνώρισαν οι τοπικοί ιστορικοί της περιόδου εκείνης, ότι σε κάποια χρονική στιγμή του Φθινοπώρου του 1943, ξεκίνησαν από την πόλη της Λαμίας, μεγάλες εκκαθαριστικές στρατιωτικές γερμανικές φάλαγγες για τη Δυτική Φθιώτιδα και την Ευρυτανία και όταν αυτές φτάσανε στη Κωμόπολη της Μακρακώμης χωριστήκανε στα δύο και η μία ακολούθησε το Δρόμο που οδηγεί προς τις Ράχες Τυμφρηστού και το Καρπενήσι και η άλλη που οδηγεί δια μέσου της Κωμόπολης της Σπερχειάδας και τα χωριά Κλωνί, Παλαιοβράχα, Φτέρη, Καμπιά, Λευκάδα και Κανάλια προς το Γαρδίκι Ομιλαίων, για τα δυσπρόσιτα τελευταία χωριά της Δυτικής Φθιώτιδας, που ήταν το δικό μου και τα Πουγκάκια. Όταν οι Γερμανοί κατακτητές πλέον, κάνανε την εμφάνιση τους στην ανηφορική επικλινή περιοχή των Πηγαδουλίων του Γαρδικίου Ομιλαίων, οι άνδρες και τα γυναικόπαιδα του χωριού μου, καθώς και η οκταμελής οικογένεια του πατέρα μου Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, όπως ήταν φυσικό επόμενο, με τα απολύτως απαραίτητα υπάρχοντα τους, αποκρύψαντες όπως-όπως τα τυχόν λοιπά υπάρχοντα τους στα προσωρινά καταφύγια και άλλους θύλακες που επινόησαν και εγκατέλειψαν στη συνέχεια το χωριό και φύγανε προς τις γειτονικές δασώδεις περιοχές του, όπως του Νίσβαρι, του Κεφαλαριού, της Οψημόβρυσης και του Διακοπιού, για να κρυφτούν από την στρατιωτική Γερμανική λαίλαπα και στο χωριό μείνανε δυστυχώς ανήμπορες να ακολουθήσουν γερόντισσες και γέροντες, αφημένοι απόλυτα στο έλεος του Θεού. Πράγματι οι Γερμανοί πέρασαν από το χωριό μου, χωρίς να σταματήσουν η να προβούν σε λεηλασίες και εκτελέσεις και κατευθύνθηκαν κατ ευθεία για τα Πουγκάκια Φθιώτιδας, που ήταν το μέγα ορμητήριο των δύο Αρχηγών των Ελληνικών αντιστασιακών δυνάμεων του Άρη Βελουχιώτη και του Ναπολέοντα Ζέρβα, κάτω μάλιστα από καταρρακτώδη βροχή.


< 31 >

Όταν όμως οι Γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις φθάσανε στον Οικισμό των Κέδρων των Πουγκακίων και στο ύψος των σπιτιών του Παπαδόπουλου (Κούκνα), απέναντι δηλαδή ακριβώς από το χωριό Πουγκάκια, υπήρχε και υπάρχει και σήμερα ένα ρέμα και μεγάλος γκρεμός (σάρα) με πολλές τότε αλλά και σήμερα κατολισθήσεις, τότε οι υπεύθυνοι Γερμανοί Αξιωματικοί ανέκοψαν την προέλαση των δυνάμεων τους και σταμάτησαν στο σημείο εκείνο και δεν προχώρησαν προς τα Πουγκάκια, άγνωστο μέχρι σήμερα για ποιο λόγο, όχι ασφαλώς βέβαια λόγω κατολισθήσεων, αλλά φρονώ ούτε και λόγω φόβου εγκλωβισμού των στα απρόσιτα ρουμάνια των Πουγκακίων; Προφανώς η θεία επέμβαση, κατά το πρόγραμμα της Θείας Οικονομίας και η χάρη της Παναγίας της Πουγκακιώτισσας, που είναι προστάτης και βοηθός του χωριού αλλά και όλων μας, Δοξασμένο το όνομα της, ενήργησε ως ενήργησε ανασταλτικά και δεν υπάρχει κατά την γνώμη μου, άλλη τουλάχιστον λογική και επιστητή εξήγηση. Φρονώ πως δεν ήθελε η Παναγία μας, να μολύνουν οι Γερμανικές ορδές τον τόπο της, αλλά και για να επιβεβαιωθεί για μια ακόμη φορά και το ασφαλές καταφύγιο της ονομασίας του χωριού (Απαγκάκια και κατά παράφραση Πουγκάκια) και στη συνέχεια επέστρεψαν στο Παλαιοχώρι το χωριό μου, όπου παρέμειναν σε αυτό επί δύο κρύα ημερόνυχτα υπό συνεχή καταρρακτώδη βροχή. Οι Γερμανοί δυστυχώς κατά τις εξόδους τους στην Ελληνική ύπαιθρο συνοδεύονταν όχι βέβαια και πάντοτε, από μεταμφιεσμένους δυστυχώς έλληνες καταδότες, για να επιτυγχάνουν τους άθλιους σκοπούς τους. Τελικά οι ως άνω γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις, επέστρεψαν από τα Κέδρα Πουγκακίων και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Μπόρσιας, δηλαδή στο επάνω μέρος του χωριού μου και στρατοπέδευσαν στα εκεί ευρισκόμενα Τσεκρέϊκα σπίτια και το Δημοτικό Σχολείο του χωριού μου, όπου έστησαν πρόχειρα ένα σχετικό φυλάκιο προστασίας, αλλά και την αναγκαία επιμελητεία τους, χωρίς να προβούν σε λεηλασίες και καταστροφές και θανάτους. Η μόνη βεβαίως παράνομη πράξη και ενέργεια των ήταν η συλλογή-κλοπή, εδωδίμων και ορνίθων από τα εγκαταλελειμμένα σπίτια και καταφύγια αλλά και τα κοτέτσια των σπιτιών των συγχωριανών μου, τις οποίες στη συνέχεια έβραζαν στα επιταχθέντα και μη καζάνια και έπιναν το ζωμό τους και τις έτρωγαν οι γερμανοί στρατιώτες και μερικές φορές περιπαικτικά έδιναν και στις δύσμοιρες συγχωριανές γερόντισσες, που δεν φύγανε στο δάσος γιατί δεν μπορούσαν, να φάνε καμιά φτερούγα. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο, αναγκαίο και επιβεβλημένο να αναφέρω και ένα χαριτωμένο κατά γνώμη μου περιστατικό με την πολυμήχανη μάνα μου, η οποία όταν εγκατέλειψε το χωριό μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια της, για να κρυφτούν όπως οι λοιποί συγχωριανοί, έχοντας αυτή ένα δοχείο τυρί για την οικογένεια της, το έβαλε μέσα στο καταφύγιο που είχε φτιάξει ο πατέρας μου, στο σημείο της σημερινής κουζίνας του σπιτιού, για να μην το δουν και το πάρουν οι Γερμανοί στρατιώτες και επί πλέον όταν ακόμη το ανακαλύψουν να το εγκαταλείψουν από τη μυρουδιά του, τοποθετώντας στο επάνω μέρος του δοχείου τρεις στρώσεις με λαχανόφυλλα και αμπελόφυλλα και βάζοντας επάνω σκληρό τουρσί από κομποδώρια που μύριζαν και το έκλεισε ερμητικά.


< 32 >

Πράγματι μετά την επάνοδο, από την προσωρινή φυγή στις δασώδεις εκτάσεις του χωριού και την επιστροφή στις εστίες των οι συγχωριανοί μου, αναζήτησαν ο καθένας στα σπίτια τους, τις τυχόν απώλειες που είχε από τις Γερμανικές κατοχικές δυνάμεις, σε είδος και ζωντανά. Έτσι λοιπόν και η μάνα μου διαπίστωσε ότι οι Γερμανοί στρατιώτες βρήκαν το το τυρί στο καταφύγιο, το οποίο είχε εκείνη εγκαταλείψει, το ανοίξανε αλλά απαίσιας προφανώς μυρωδιάς που αναδυότανε από το τουρσί δεν το πειράξανε ούτε προχωρήσανε πιο κάτω να δουν αν υπήρχε κάτι άλλο και καμιά άλλη ζημιά κάνει στο σπιτικό μου.

δοχείο με λόγω της καθόλου, δεν είχαν

Και έτσι με το έξυπνο αυτό τέχνασα η πολυμήχανη και πανέξυπνη μάνα μου, έσωσε το τυρί της χρονιάς για την οικογένεια της και ευχαριστούσε και δοξολογούσε τον Θεό. Πάντα τα ανωτέρω περί Ιταλογερμανικών ορδών και παρελάσεων στις κωμοπόλεις και στα χωριά της Δυτικής Φθιώτιδας και κατά συνέπεια και στο δικό μου χωριό και στις δύο επισκέψεις των, ήτοι το 1943 και το 1944, διαλαμβάνονται απέριττα και χωρίς φτιασιδώματα και περικοκλάδες στις σελίδες (92-108) του πονήματος του Σπύρου Αθανασίου Τσεκούρα: Σκέψεις και Αναμνήσεις, Λαμία 2010, όπου αναφέρει χαρακτηριστική περίπτωση με κάποιο κάτοικο της περιοχής, που φορούσε στολή γερμανού στρατιώτη και γνώριζε πρόσωπα και πράγματα στην περιοχή, κατά την ως άνω άφιξη των γερμανικών δυνάμεων στο χωριό μου. Αυτός ρώτησε αινιγματικά προφανώς, την μαυροφορούσα την περίοδο εκείνη Μαριώ σύζυγο Νικολάου Μανίκα, γιατί φορά μαύρα για να εισπράξει την απάντηση ότι πέθανε ο άνδρας της και εκείνος αφελέστατα βέβαια, προδόθηκε και ασφαλώς ξευτελίσθηκε λέγοντας της γελώντας, ότι δεν πέθανε ο άνδρας της όπως λέγει αλλά ζει και ότι αυτός που πέθανε, είναι ο πατέρας της ο γερό- Βασίλης ο Καλτσάς από την Λευκάδα και έτσι ήταν πράγματι. Στο σημείο όμως αυτό, θέλω να σταθώ για λίγο, σε ένα σοβαρό περιστατικό που συνέβηκε στο γειτονικό χωριό μου τα Πουγκάκια, όπου ήταν η Γενική Επιμελητεία των ανταρτών του ΕΛΑΣ και ο μεγάλος εξοπλισμός αυτών, αλλά επίσης ήταν και το χωριό της μητέρας του Άρη Βελουχιώτη και επί πλέον είχε σχετική εδαφική διαδικαστική εμπλοκή και το χωριό μου, αφού στο Δημοτικό Σχολείου αυτού, έμελλε να παιχθεί η διάσωση των Πουγκακίων, από τις γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής. Μετά λοιπόν, την αδόκητη όπως προείπα, επιστροφή των γερμανικών στρατιωτικών κατοχικών δυνάμεων από τον Οικισμό Κέδρα Πουγκακίων στο Παλαιοχώρι, οι κάτοικοι των Πουγκακίων, έχοντας μπροστά τους το μεγάλο κίνδυνο ενός ολοκαυτώματος του όμορφου χωριού τους, παρόμοιο εκείνου του Διστόμου Βοιωτίας, συνήρθαν σε πάνδημη συγκέντρωση απελπισίας στην πλατεία του χωριού μπροστά στον Ιερό Ναό της Παναγίας και αποφάσισαν ομόφωνα να πάει μια εκλεγμένη επιτροπή τους από δέκα ευυπόληπτα άτομα και να συναντήσει στο γειτονικό Παλαιοχώρι, τον Επικεφαλή Αξιωματικό των κατοχικών γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων και θερμά να τον παρακαλέσει να μην καταστρέψει το χωριό και τους κατοίκους του, γιατί δεν έκαναν κανένα κακό, σε κάποιο γερμανό στρατιώτη, η άλλο τι επιλήψιμο και επίμεμπτο. Πράγματι η εκλεγείσα Επιτροπή, αποτελούταν από τους επικεφαλείς της χρονικής εκείνης στιγμής, της Εκκλησιάς(Παππάς), της Κοινότητας (Πρόεδρος), του Σχολείου (Δάσκαλος) και


< 33 >

άλλους επτά εγνωσμένης ακεραιότητας, ήθους και κύρους Πουγκακιώτες και αμέσως χωρίς χρονοτριβή και καθυστερήσεις ξεκίνησαν προς μία αμφίβολη αλλά όχι και αδύνατη, συνάντηση με τον Επικεφαλή Γερμανό Αξιωματικό των κατοχικών γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων στο Δημοτικό Σχολείο του Παλαιοχωρίου, ξεπερνώντας τους τυχόν ενδοιασμούς και αγνοώντας-παραγνωρίζοντας προφανώς τις όποιες εσωτερικές ενστάσεις και το βασικόουσιαστικό δίλημμα, εάν θα γυρίσουν πίσω ζωντανοί, στις οικογένειες τους. Για να μην θεωρηθούν όμως ως ύποπτοι, κατά την διάρκεια της πορείας των προς το Παλαιοχώρι, ο καθένας τους κρατούσε από μια μεγάλη ελατίσια κλάρα στην οποία είχε προσδέσει μια άσπρη-λευκή μαντήλα, έμβλημα και σημείο ανακωχής, όπως γίνεται στις μάχες και τους πολέμους και σε κάποια χρονική στιγμή, μέσα στο αβέβαιο, βροχερό και κρύο εκείνο φθινοπωρινό πρωινό, φθάσανε οι δέκα κατάκοποι και εξουθενωμένοι σωματικά και ψυχικά Πουγκακιώτες στο Δημοτικό Σχολειό του Παλαιοχωρίου, όπου βρισκόταν η Διοίκηση των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων κατοχής και ό Επικεφαλής αυτών Αξιωματικός, τους δέχθηκε παγερά και συζήτησε μπορεί να πει κανείς αρκετά μαζί τους. Χρέη όμως, αμφίδρομου διερμηνέα κατά την συζήτηση, με τον τότε κατοχικό Γερμανό Συνταγματάρχη, έκαμε το εκλεκτό μέλος της Επιτροπής ανακωχής ο Ηρακλής Ηλιόπουλος, που γνώριζε αμερικάνικα-αγγλικά. Ευτυχώς όμως, που ο Γερμανός Συνταγματάρχης, γνώριζε και μιλούσε πάρα πολύ καλά τα αμερικάνικα, αφού σπούδασε μηχανικός στην Αμερική και ήταν ως εκ των υστέρων μάλιστα διαπιστώθηκε και ομολογήθηκε, όχι βέβαια γερμανικής καταγωγής, αλλά αυστριακής και μάλλον αντιχιτλερικός. Από την διεξαχθείσα συζήτηση, δεν προέκυψε τίποτε το δεσμευτικό για τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής, ειμή μόνο ή ασφαλής επιστροφή στο χωριό της επιτροπής και η παρασκευή εκ μέρους του χωριού της φαγητού, για πεντακόσιους περίπου γερμανούς στρατιώτες, όπου θα μετέβαιναν το απόγευμα της ιδίας ημέρας και οι ίδιοι γερμανοί στρατιώτες στα Πουγκάκια. Αμέσως η επιτροπή επέστρεψε στα Πουγκάκια, με άδεια βέβαια χέρια, χωρίς καμιά βέβαια δέσμευση και με βαριά καρδιά, παρασκεύασε γρήγορα το αιτούμενο φαγητό των γερμανών κατακτητών και διαλογάτο με σύνεση και φρόνηση, τι θα κάνει με τον αντάρτικο υπάρχοντα οπλισμό και εφόδια στο χωριό της, αφού τα πάντα ελέγχονταν από τους γερμανούς κατακτητές, τόσο από αέρα με τα γνωστά στούκας αεροπλάνα τους, όσον και από την ξηρά με ειδικά κιάλια νύχτας, παρατηρητήρια, περιπόλους κλπ. και οποιαδήποτε κίνηση της Επιτροπής, ήταν καταδικασμένη εκ των προτέρων και από χέρι μπορεί να πει κανείς, σε αποτυχία και αυτοκαταστροφή του χωριού της. Έτσι λοιπόν, εχόντων των πραγμάτων, το απόγευμα της ημέρας εκείνης, όλως αδόκητα και αιφνίδια και για άγνωστο μέχρι στιγμής λόγο και αιτία, αναχώρησαν από το Παλαιοχώρι το χωριό μου οι προσωρινά διαμένουσες Γερμανικές στρατιωτικές κατοχικές δυνάμεις, και Δια μέσου πάλι του Γαρδικίου Ομιλαίων από όπου ήρθανε, φύγανε υπό καταρρακτώδη βροχή, εσπευσμένα μάλιστα για τη κωμόπολη της Σπερχειάδας Φθιώτιδας και από εκεί για τη Λαμία και έτσι απαλλάχτηκαν τόσο τα Πουγκάκια, από τη δέσμευση που είχαν αυτά για την ετοιμασία φαγητού και τυχόν άλλων εχθρικών δράσεων των κατακτητών, αλλά και το


< 34 >

Παλαιοχώρι το χωριό μου, στο οποίο είχαν αυτοί στρατοπεδεύσει και έτσι λοιπόν, μετά το αίσιο και ευτυχές αυτό σημαντικό ασφαλώς γεγονός: Οι μεν Πουγκακιώτες, έμπλεοι μεγάλης χαράς και πλήρους βεβαίως ανακούφισης, το γιόρτασαν όπως επιβάλλονταν για εκείνη τη χρονική στιγμή, με καμπανοκρουσίες, αναφιλητά, δάκρυα, και πολλές αδελφικές αγκαλιές και συγχαρητήρια στους δέκα, που έβαλαν το κεφάλι τους στο ντορβά, για την σωτηρία όλων τους, αλλά και με θερμές προσευχές προς την Μεγαλόχαρη, την Πουγκακιώτισσα Παναγιά τους. Οι δε Παλαιοχωρίτες, μόλις πληροφορήθηκαν την αναχώρηση των Γερμανών κατακτητών από το χωριό τους για τη Σπερχειάδα, επανέκαμψαν-επέστεψαν από την προσωρινή ταλαιπωρία και φυγή στο γειτονικό δάσος τους και πάλι στα σπίτια τους, όπως και η δική μου οικογένεια δηλαδή του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου και όλοι οι κάτοικοι δοξολογούσαν και ευχαριστούσαν τον Θεό, την Υπεραγία μας Θεοτόκο και όλους τους Αγίους για την αποφυγή χειροτέρων συνεπειών, που είχαν δυστυχώς άλλα χωριά της πατρίδας μας, σε ανάλογες περιπτώσεις, όπως ήταν αυτές του Δίστομου Βοιωτίας, κ.α. Οι Γερμανοί κατά την αποχώρηση των από το χωριό μου είχαν πάρει, αναίτια ως ομήρους τους αδελφούς Αθανάσιο και Ευάγγελο Κων. Μπούρα (Κάγια), εκ των οποίων ο μεν Ευάγγελος, εκμεταλλευόμενος την εν γένει σύγχυση που επικρατούσε στο πέρασμα των Γερμανικών δυνάμεων για το Γαρδίκι Ομιλάιων, μέσω του κατεβασμένου χείμαρρου του Καλόγηρου στις πλαγιές του Νορίτικου και των Σουλέϊκων, απέδρασε μέσω της υπάρχουσας νησίδας του χειμάρρου, ό δε Θανάσης ο αδελφός του, μετά από πολλές περιπλανήσεις επανέκαμψε και πάλι στο χωριό του, τη βοηθεία αντάρτικων ομάδων, όπως έλεγε ο ίδιος από την Θεσσαλονίκη, όπου μεταφέρθηκε. Το ως άνω αναφερόμενο γεγονός, της επίσκεψης της δεκαμελούς σωστικής επιτροπής των Πουγκακίων, στο Γερμανό κατοχικό Συνταγματάρχη στο Παλαιοχώρι, το πληροφορήθηκε όπως ήταν φυσικό επόμενο αμέσως ο Άρης Βελουχιώτης και πάρα πολύ τον εξερέθισε και τον εξέθεσε στην ηγεσία του κόμματος του, γιατί τα Πουγκάκια ήταν το χωριό γέννησης της μητέρας του. Παραχρήμα λοιπόν και υπακούοντας τυφλά ο Άρης Βελουχιώτης, στις παράλογες, ολέθριες και καταστροφικές για τον ίδιον εντολές του Κόμματος του, έδωσε εντολή και συνελήφθησαν τα δέκα αυτά άτομα που απάρτισαν την σωστική επιτροπή και δέσμια με τριχιές δίκη ζώων, οδηγηθήκαν από τα Πουγκάκια ως πρόβατα επί βέβαια σφαγή και παραπέμφθηκαν σε στημένο έκτακτο ανταρτοδικείο στο Γαρδίκι Ομιλαίων και καταδικάστηκαν άπαντα σε θάνατο ’’ Επί εσχάτη προδοσία ’’ γιατί δήθεν παρέδωσαν γη και ύδωρ στο Γερμανό κατακτητή. Η δίκη όμως αυτή, κατά τους εχέφρονες και ειδήμονες ανθρώπους, ήταν δίκη σκοπιμότητας και πώς άλλως μπορεί να την χαρακτηρίσει κανείς και έγινε ασφαλώς για να εμποδιστεί κατά την ταπεινή μου άποψη, κάθε βούληση και πρωτοβουλία των ανθρώπων και να εμπεδωθεί και παγιωθεί στη χώρας μας ένα διεφθαρμένο κομμουνιστικό καθεστώς και μια άλλη τάξη πραγμάτων, από την υπάρχουσα συνταγματική καθεστηκυία τάξη. Σ αυτή τη δίκη, δεν υπήρξαν και δεν τηρήθηκαν έστω και οι στοιχειώδεις δικονομικοί κανόνες και η ισότητα των δικαστικών όπλων, όπως υπερασπιστές αλλά και νομικοί συμπαραστάτες των κατηγορουμένων, αλλά μόνο εγκάθετοι φανατισμένοι κατήγοροι των


< 35 >

δήθεν αθώων κατηγορουμένων, με μια δικαστική απόφαση προειλημμένη, καθαρογραμμένη και στο χέρι και άμεσα εκτελεστή. Ό Άρης σε εκείνη τη χωροχρονική στιγμή, προφανώς κατατρυχόμενος από ερινύες για το ολέθριο σφάλμα του να καταδικάσει αθώους συντοπίτες και συγγενείς του σε θάνατο, κάνει ίσως την πρώτη κομματική απειθαρχία του και δίδει στη δικαστική απόφαση, τριετή αναστολή εκτέλεσης, ύστερα από την αφόρητη πίεση ολόκληρου του χωριού των Πουγκακίων, που παρευρέθηκε στο αναρτοδικείο του Γαρδικίου Ομιλαίων που αξίωνε και τη δική του καταδίκη και εκτέλεση μαζί με τους δέκα καταδικασμένους συγχωριανούς του, αλλά και την βαθειά πειστική, γενναία και αφόρητη πίεση και ισχυρή επιχειρηματολογία, που εξάσκησε επάνω του και ο θεράπων-σωτήρας ιατρός του από την συνεχή αιμόπτυση Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, που καταδικασμένος επίσης ήταν και ο αδελφός του Ηρακλής Ηλιόπουλος. Την ως άνω φιάσκο δίκη και τον εξευτελισμό των μελών της Επιτροπής, οι Πουγκακιώτες ποτέ δεν την συγχώρησαν, στον συντοπίτη και συγγενή τους Αρχικαπετάνιο Άρη Βελουχιώτη, παρά τα χρόνια που πέρασαν από τότε και οι πρωταγωνιστές αυτής της θλιβερής ιστορίας, δεν βρίσκονται πια στη ζωή, εν τούτοις εξακολουθεί να υπάρχει απύθμενο μίσος, μεταξύ των κατοίκων των Πουγκακίων και του Άρη Βελουχιώτη και ίσως αυτό να οφείλεται στο γεγονός, ότι δεν έχουν ακόμη εξαγνισθεί , τα ανομήματα του Άρη. Τα προαναφερθέντα ανομήματα του Άρη Βελουχιώτη πολύ γλαφυρά και αντικειμενικά περιγράφονται στις σελίδες (70-75) του πρόσφατα εκδοθέντος πονήματος του επιτυχημένου συντοπίτη επιχειρηματία Δημοσθένη Γεωργίου Καλτσά: Πουγκάκια, το χωριό μου, Λαμία, Αύγουστος 2003. Το άσπονδο όμως μίσος και τον άκρατο φθόνο των Πουγκακιωτών, για τον Άρη Βελουχιώτη, τα επιβεβαίωσα και εγώ προσωπικώς, από μία υπηρεσιακή ενέργεια μου, την οποία έκαμα το έτος 1991 όταν ήμουν-υπηρετούσα στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, ως αρμόδιος καθ ύλη Στρατηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, για την τοποθέτηση του ανδριάντα του Άρη Βελουχιώτη, στην πλατεία Λαού στη Λαμία. Τότε με δική μου πρωτοβουλία, που βεβαίως τελούσε υπό την έγκριση των πολιτικών υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και λόγω των επικρατουσών εντάσεων, προστριβών και επεισοδίων στη Λαμία από τους επιθυμούντες και μη την τοποθέτηση του χάλκινου ανδριάντα του Άρη Βελουχιώτη στην πλατειά Λαού στην πρωτεύουσα της Ρούμελης τη Λαμία, απευθύνθηκα ως συντοπίτης, στον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας Πουγκακίων της περιόδου εκείνης και του γνωστοποίησα τις ακόλουθες σκέψεις μου και: Του είπα διακριτικά, ότι του δίδεται σήμερα η ευκαιρία, να ζητήσει εκείνος την τοποθέτηση του ανδριάντα του Άρη στο χωριό του, για πολλούς και ποικίλους λόγους πχ. συγγενείας, καταγωγής, ιστορικούς, πολιτιστικούς και τουριστικούς και εκείνος με μια φωνή μου απαντά ασκαρδαμυκτί ότι αυτό δεν είναι δυνατόν, γιατί ο Άρης είναι απόβλητος για το χωριό τους,


< 36 >

με αυτά που έκανε στους συγχωριανούς του το 1943 και δεν έχει ακόμη εξαγνισθεί και η συζήτηση μας δυστυχώς σταμάτησε εκεί, με την γνωστή συνέχεια της, δηλαδή της τοποθέτησης τελικά του ανδριάντα του Άρη Βελουχιώτη, στην Πλατεία Λαού στη Λαμία, όπως απεικονίζεται στη διπλανή φωτογραφία. Μετά την ανωτέρω απαραίτητη φρονώ εμβόλιμη παρένθεση, συνεχίζοντας εμείς σχολαστικά την καταγραφή των κατοχικών εκείνων γεγονότων στην εδαφική περιοχή μας, διαπιστώνουμε δυστυχώς, ότι την απόμακρη αυτή περιοχή μας, οι Γερμανοί κατακτητές δεν την εγκατέλειψαν όπως πολλοί φαντάζονταν, αλλά την επισκέφθηκαν και πάλι για δεύτερη φορά, το θερμό καλοκαίρι του έτους 1944 και έκαναν και νέες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, σπέρνοντας από όπου περνούσαν τη φρίκη, τον πόνο, τον όλεθρο, την καταστροφή, την λεηλασία και τον θάνατο καίγοντας ότι έβρισκαν μπροστά τους και μάλιστα εν πολλοίς αναίτια και σε ελάχιστες περιπτώσεις μπορεί να πει κανείς για αντεκδικήσεις και αντίποινα και εξανδραπόδιζαν τους έλληνες πατριώτες, όπου αυτούς τους συναντούσαν, μπροστά τους. Και στην δεύτερη λοιπόν αυτή επιδρομή των Γερμανών στα χωριά μας και πάλι τα διπλανά μας Πουγκάκια στάθηκαν πάρα πολύ τυχερά, αφού η εκκαθαριστική γερμανική στρατιωτική φάλαγγα της Ράχης Τυμφρηστού-Καρπενησίου, σταμάτησε την φορά αυτή, απέναντι στον επικλινή οικισμό των Βλάχικων και δεν μπήκαν μέσα στο χωριό των Πουγκάκιων, για άγνωστο μέχρι σήμερα λόγο και αιτία. Προφανώς, για δεύτερη φορά ή Χάρης της Υπεραγίας Θεοτόκου έκαμε και πάλι το θαύμα της προστατεύοντας τους πιστούς της που είναι προστάτης και βοηθός του χωριού αλλά και όλων μας, Δοξασμένο και πάλι το όνομα της και δεν υπάρχει φρονώ άλλη εξήγηση, από αυτή που ήθελε η Μεγαλόχαρης Παναγιά των Πουγκακίων, να μην μολύνουν με τίποτε τον τόπο της, οι Γερμανικές ορδές και να επιβεβαιωθεί για μια ακόμη φορά και το ασφαλές καταφύγιο της ονομασίας του χωριού. Στη συνέχεια η Γερμανική φάλαγγα, επέστρεψε στις Ράχες Τυμφρηστού, όπου το ισχυρό και απόλυτο ορμητήριο και παρατηρητήριο της, για τις εκκαθαριστικές εξορμήσεις της στην Κεντρική Ρούμελη και κατευθύνθηκε για το δύσμοιρο το Καρπενήσι. Στην περιοχή του Καρπενησίου έγιναν πολλές μάχες με εκατέρωθεν απώλειες και τα αντίποινα των Γερμανικών δυνάμεων κατοχής ήταν επώδυνα και καταστροφικά σε ανθρώπινες ζωές, πυρπολισμοί οικιών και γεννημάτων και ότι άλλο φαντασθεί το μυαλό μας.


< 37 >


< 38 >

Μ ΙΑ ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ ΕΜΦΑΝΙΣ Η - ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΤΟΥ

Ά ΡΗ Β ΕΛΟΥΧΙΩΤΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Π ΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΤΟ Π ΑΛΑΙΟΧΩΡΙ .

Η Κυριακή της 8ης Νοεμβρίου του έτους 1942, ήταν μια ηλιόλουστη φθινοπωρινή ημέρα και απείχε μόλις δώδεκα μόνο ημέρες από την μεγάλη δεύτερη ιστορική και αποφασιστική συνάντηση στο Γαρδίκι Ομιλαίων (20-11-1942), μετά από εκείνη της Βίνιανης Ευρυτανίας (13/14-11-1942), των μεγάλων Αρχηγών-Ηγετών των αντιστασιακών οργανώσεων του ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος) του Ναπολέοντα Ζέρβα και του ΕΛΑΣ (Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός) του Άρη Βελουχιώτη.

Η συνάντηση αυτή επετεύχθη, μετά την πραγματικά εργώδη, αλλά και διπλωματική μεσολάβηση του ελληνομαθούς Άγγλου σαμποτέρ Ταγματάρχη Κρίς Γουντχάουζ, της αγγλικής αποστολής, αλλά και του επίσης Άγγλου Συνταγματάρχη Έντυ Μάιερς, για το από κοινού άκρως επικίνδυνο εγχείρημα των παραπάνω αντιστασιακών αρχηγών, της ανατίναξης της Γέφυρας του Γοργοποτάμου κοντά στη Λαμία, το βράδυ της 25ης προς την 26η Νοεμβρίου 1942. Έτσι λοιπόν, με την επιτυχή ανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοποτάμου, θα ανακόπτονταν ο απαραίτητος ανεφοδιασμός του Γερμανού Στρατηγού Έρβιν Γιόχαν ‘Οιγκεν Ρόμ(μ)ελ αποκαλουμένου και ’’Αλεπού της Ερήμου’’ που βρισκόταν στα εδάφη της Βόρειας Αφρικής,


< 39 >

εν όψει και της μεγάλης και δύσκολης αναμέτρησης του στο Ελ Αλαμέιν με τις συμμαχικές στρατιωτικές δυνάμεις υπό την Ηγεσία και Διοίκηση του Άγγλου Στρατάρχη Μπέρναντ Λο Μοντγκόμερυ, αναπτερώνοντας κατ αυτόν τον τρόπο και το πεσμένο ηθικό των ελλήνων, γιατί όπως γράφτηκε από ειδικούς αντικειμενικούς ιστορικούς και αναλυτές των γεγονότων της περιόδου εκείνης, αλλά και όπως προκύπτει και από το τηρούμενο προσωπικό ημερολόγιο του ίδιου του Άγγλου σαμποτέρ Ταγματάρχη Κρίς Γουντχάουζ. ’’ Ο Γοργοπόταμος χωρίς τον Ζέρβα δεν θα γινότανε και χωρίς τον Άρη δεν θα επιτύγχανε ’’. Την προαναφερθείσα λοιπόν Κυριακή, ο σεβαστός γέροντας εφημέριος μας Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, όπως πάντα ιερούργησε στον Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής, της κατακόμβης εκείνης Εκκλησιάς του χωριού μας στο Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας και τίποτε το δυσοίωνο δεν προμηνυόταν γα την ημέρα εκείνη και όλοι οι συγχωριανοί μας μικροί και μεγάλοι τρέξανε να πάνε στο κάλεσμα της γλυκιάς καμπάνας της Εκκλησίας των, για να προσευχηθούν υπέρ υγείας και προκοπής των ζώντων και ανάπαυσης των τεθνεώτων συγγενών των και να ευχαριστήσουν τον Τριαδικό Άγιο Σωτήρα Θεό μας που τους αξίωσε να είναι όρθιοι και την ημέρα εκείνη και ασχολούνταν με ειρηνικά παραγωγικά έργα. Η σύναξη στην Εκκλησία την Κυριακή εκείνη ήταν μεγάλη και η θρησκευτική κατάνυξη των συγχωριανών μας η πρέπουσα, η επιβαλλόμενη και η απορρέουσα από την ιερότητα του χώρου και του χρόνου. Καθώς προχωρούσε λοιπόν ομαλά και ευλαβικά, η θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και βρισκόταν αυτή στο σημείο εκείνο μετά την ανάγνωση και την ερμηνεία του Ιερού Ευαγγελίου της Κυριακής εκείνης, από τον χρυσορήμονα ερμηνευτή των αγίων γραφών Ιερέα τους. Την στιγμή εκείνη ακριβώς, σύμφωνα με την τάξη της Εκκλησιαστικής Λειτουργίας εξέρχεται από του Ιερού Θυσιαστήριου στην Ωραία Πύλη ο χαριτόβρυτος Ιερέας μας Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου και ζητά συγχώρηση από το ευλαβές και ευσεβές πλήρωμα της Εκκλησιάς του λέγοντας: ’’ Τοις μισούσι και αγαπώσιν ημάς, ο Θεός συγχώρησον ’’. και εκείνο ανταπέδωσε την συγχώρηση του. Εκείνη ακριβώς την στιγμή εισέρχεται απρόσμενα βέβαια μέσα στην μικρή εκκλησιά της Αγίας Παρασκευής, ένας Λόχος άτακτων Ανταρτών (ΕΑΜ & ΕΛΑΣ) με επικεφαλή του τον Αρχικαπετάνιο Άρη Βελουχιώτη (Αθανάσιο Κλάρα) αρματωμένοι από τη κορυφή μέχρι τα νύχια των με διάφορα όπλα και φυσεκλίκια και καταλαμβάνουν όλα τα κενά του Ναού και τα στασίδια της Εκκλησίας, ενώ όπως αντιλαμβάνεται κανείς, το ευσεβές εκείνο πλήρωμα της Εκκλησιάς καταλαμβάνεται, από δικαιολογημένο φόβο και τρόμο και πολλά και διάφορα στο μυαλό του φαντάζεται και ευελπιστεί να εξέλθει από εκείνη τη δύσκολη θέση, όσο το δυνατόν με ολιγότερες απώλειες. Τότε ο Ιερέας μας Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, συνεχίζοντας το τυπικόν της θείας Λειτουργίας του, κατευθύνεται στην Ιερά Προσκομιδή-Πρόθεση του Ναού του, για να


< 40 >

επιτελέσει την μεγάλη έξοδο-είσοδο των προσκομισθέντων και αγιασμένων τιμίων δώρων των ευλαβών συγχωριανών μας και να τα τοποθετήσει στη συνέχεια πάνω στην Αγία Τράπεζα, όπου θα παρασκευάζει την Θεία Κοινωνία και στο μέσον του Ιερού Ναού, όπως ακριβώς προβλέπεται από το λατρευτικό τυπικόν της Εκκλησίας και συνήθιζε αυτός, θα σταματήσει και θα μνημονεύσει με τον πρέποντα θερμό και επιβαλλόμενο πράο λόγο του, υπέρ υγείας, σωτηρίας και αφέσεως των αμαρτιών των ζώντων και βεβαίως αιώνιας και μακάριας ανάπαυσης για τους τεθνεώντας συγχωριανούς και μη, αρχίζοντας την μνημόνευση του αυστηρά ιεραρχικά, από τους πολιτειακούς άρχοντες της χώρας, που ήταν για εκείνη τη εποχή η Βασιλική Οικογένεια. Συνεχίζοντας λοιπόν, την Θεία Λειτουργία του ο σεβαστός Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, πράγματι εξέρχεται της Θείας και Ιεράς προσκομιδής-πρόθεσης του, με τα προσκομισθέντα και καθαγιασθέντα τίμια δώρα και ιστάμενος στο μέσον του καθολικού του Ιερού Ναού της Αγίας Παρασκευής, σύμφωνα όπως είπαμε με την τυπική και ουσιαστική διάταξη της εκκλησίας μας, αρχίζει να μνημονεύει ολόκληρη τη Βασιλική Οικογένεια κλπ. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή της μνημόνευσης της Βασιλικής Οικογενείας, ένα ποδοβολητό των ανταρτών ακούσθηκε και τα βλέμματα όλων στράφηκαν προς το σκληρό Αρχηγό τους Καπετάνιο Άρη Βελουχιώτη, για τυχόν κάποια βίαια επέμβαση στο πρόσωπο του Παπαδημήτρη, χωρίς ευτυχώς περαιτέρω συνέχεια στο ως άνω γεγονός. Από την παραπάνω στιγμή, ο πράος και ταπεινός τη στολή και βιβλικός τη μορφή Παπαδημήτρης μας, σκέπτεται εφιαλτικά πλέον το μαρτύριο στο οποίο θα υποβληθεί και τι θάνατο θα παραδώσει, από τους άτακτους του Άρη, συνεχίζοντας όμως κανονικά και χωρίς να καταφαίνεται η αγωνία του στο εκκλησίασμα και τους αντάρτες, την Θεία Λειτουργία του, επιστρέφοντας με τα τίμια δώρα στο Ιερό Βήμα της Αγίας Τραπέζας, για την αναίμακτο θυσία του Θεανθρώπου. Το ευλαβές εκκλησίασμα είναι επίσης, βαριά προβληματισμένο και κατηφές και με μεγάλη και έκδηλη αγωνία να αναμένει από στιγμή σε στιγμή, τι πρόκειται να συμβεί και τι θα κάνουν οι αντάρτες και ο Αρχηγός τους, στο σεβαστό γέροντα παππά τους, αλλά και σε αυτούς και ιδιαίτερα στους ενήλικες και τις γυναίκες που δύνανται να στρατευθούν άκοντες και να πλαισιώσουν τις τάξεις των και τι άλλο θα θελαν παράνομα να διατάξουν εν ονόματι δήθεν της εθνικής αντίστασης, που μονοπωλούσε την επικαιρότητα την εποχή εκείνη. Όσο όμως περνούσε ο χρόνος και η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου πλησίασε στο τέλος της, τόσο τα πόδια όλων και ιδιαίτερα του σεβαστού γέροντα Ποιμενάρχη μας, γινόταν και πιο βαρεία και ασήκωτα και οι σκέψεις όλων των εκκλησιαζόμενων μηδενός εξαιρουμένου πλην των πολύ μικρών παιδιών, που δεν καταλάβαιναν τις τραγικές εκείνες στιγμές που ζούσαν, στριφογύριζαν σε πολύ επώδυνες και μακάβριες καταστάσεις, για τους εαυτούς και τους συγγενείς των και μέσα των παρακαλούσαν τον Τριαδικό Άγιο Σωτήρα Θεό, την Υπέρμαχο Στρατηγό Παναγία μας και την Αγία τους Παρασκευή, να τους βγάλουν από το αδιέξοδο που άθελα τους μπήκαν. Σε κάποια λοιπόν στιγμή, βλέπουν στο βήμα της Ωραίας Πύλης, τον πάρα πολύ σεβαστό τους γέροντα Εφημέριο και Ποιμενάρχη τους Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου να κάνει απόλυση της Θείας Λειτουργίας με το: ’’Δι ευχών των αγίων πατέρων ημών…’’ και


< 41 >

ταυτόχρονα να ερωτά καλοσυνάτα τον Καπετάν Άρη εάν επιθυμεί να μιλήσει στο Εκκλησίασμα και εκείνος του απαντά βλοσυρά και σκιώδη ναι! Και αμέσως χωρίς χρονοτριβή, αρχίζει να ομιλεί στεντόρεια τη φωνή, χειρονομώντας προς το αποσβολωμένο βεβαίως Εκκλησίασμα του Ναού και απευθύνει προς αυτό, βαρύγδουπες φράσεις και εμπρηστικά συνθήματα, κατά της νόμιμης Ελληνικής Κυβέρνησης και των Εθνικών Δυνάμεων της χώρας. Μίλησε περίπου 45 λεπτά της ώρας και ανέπτυξε εκεί το πρόγραμμα του και εξέφρασε τις απόψεις και σκέψεις του, τις οποίες ήθελε να επιβάλλει δια της βίας και ζήτησε από το εκκλησίασμα να ενταχτεί αμέσως στις μονάδες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και να πλαισιώσει άκριτα αυτές, αφήνοντας κατά μέρος, τυχόν ενδοιασμούς και αντιρρήσεις, για το καλό των ιδίων και της πατρίδας, όπως εκείνος έλεγε και διατεινόταν μάλιστα ότι πάρα πολύ συχνά θα επισκέπτονταν το χωριό μας, όπως πράγματι συνέβηκε κατ επανάληψη. Στο σημείο αυτό, ενδεικτικά αναφέρω, μία σύντομη και κρίσιμη επίσκεψη από τις πολλές του Άρη Βελουχιώτη στο χωριό μας, μέσα σε ένα μήνα, από την ανωτέρω πρώτη, που αναφερόμαστε. Έτσι λοιπόν, μετά την επιτυχή ανατίναξη, της ιστορικής Γέφυρας του Γοργοποτάμου από τις δυνάμεις του Άρη Βελουχιώτη, του Ναπολέοντα Ζέρβα και των άγγλων σαμποτέρ, ο Άρης επέστρεψε μόνος με το άτακτο ασκέρι του, δια μέσου των χιονισμένων ρουμανιών και φαραγγιών των χιονισμένων βουνών της Γκιώνας και των Βαρδουσίων, κατευθυνόμενος προς τα χωριά της Ευρυτανίας και έφθασε τελικά στο Γαρδίκι Ομιλαίων, μετά από πάρα πολλές κακουχίες και ταλαιπωρίες και συνεχείς οχλήσεις και αδιάκοπες επιδρομές, από τις εχθρικές δυνάμεις της διπλής κατοχής, όπου αρρώστησε βαριά σε κάποια χωροστιγμή, από ακατάσχετη αιμορραγία συνοδευομένη από υψηλό πυρετό. Συνεπεία του γεγονότος αυτού και για λόγους ασφαλείας άλλα και υγείας αναγκάστηκε να φύγει, με μερικούς συντρόφους του από το Γαρδίκι Ομιλαίων, για θεραπεία στο χωριό μας, όπως αναφέρει στην σελίδα 201 στο βιβλίο του: ’’Ο αδελφός μου ό Άρης’’ ό αδελφός του Μπάμπης Δημ. Κλάρας, γνωστός Δημοσιογράφος από τα παραπολιτικά της ημερήσιας Εφημερίδας Βραδινή, από τις εκδόσεις Δωρικός-Αθήνα 1984 Β.Έκδοση και φιλοξενήθηκε κρυφά βεβαίως για ανάρρωση επί δύο ημέρες, στο σπίτι των αδελφών Νικολάου και Ηλία Μανίκα, με θεράποντα γιατρό τον Κωνσταντίνο Ηλιόπουλο από τα Πουγκάκια. Τα ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρονται και σαφώς καταγράφονται επίσης και στις σελίδες 99 και 100 του νέου πονήματος, του Σπύρου Αθανασίου Τσεκούρα, του συγχωριανού μας:’’Σκέψεις και Αναμνήσεις’’. Λαμία, 2010, ένα περίπου δεκαήμερο προ των εορτών των Χριστουγέννων του έτους εκείνου, αλλά και προ της μεγάλης και ιστορικής μάχης του Μικρού Χωριού της Ευρυτανίας την 18η Δεκεμβρίου 1942. Μετά την ανωτέρω σκόπιμη εμβόλιμη αναφορά, για τις επισκέψεις του Άρη Βελουχιώτη στο χωριό, επανέρχομαι στην συνέχεια του πρώτου επίσημου λόγου του Άρη Βελουχιώτη στο χωριό μας, εκεί που τον άφησα και συνεχίζω. Όταν λοιπόν, ο Άρης Βελουχιώτης τέλειωσε το λόγο του, στον Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής, άφησε τελείως απρόσμενα ελεύθερο το εκκλησίασμα, το οποίο όπως ήταν φυσικό επόμενο ανέπνευσε-ανακουφίστηκε, αφού τίποτε επαχθές δεν διέταξε σε βάρος του


< 42 >

και απευθυνόμενος προς τον γέροντα Ιερέα Παπαδημήτρη, του λέγει ότι με σένα παππά, θα τα πούμε στο τέλος της λειτουργίας, όταν τελειώσεις και καταλύσεις το Δισκοπότηρο. Εκείνη τη στιγμή όπως ήταν φυσικό επόμενο, κοπήκανε τελείως τα πόδια του Παπαδημήτρη και εφιαλτικές στιγμές περνούν από το μυαλό του, ενώ το ευλαβές εκκλησίασμα του, άρχισε να παίρνει το αντίδωρο του από σταθερά και όχι από τα τρεμάμενα, όπως θα περίμεναν πολλοί συγχωριανοί χέρια του σεβαστού τους παππά και έφυγε γρήγοραγρήγορα για τα σπίτια του, εγκαταλείποντας τον, στο έλεος του Θεού και του Άρη, ενώ ό άτακτος λόχος των ανταρτών με τον Αρχηγό τους, βγήκε έξω από το καθολικό της εκκλησίας στο προαύλιο της Αγίας Παρασκευής και έκανε εκεί ένα τσιγάρο και το έριξε στο κουβεντολόι. Ο Άρης με το ασκέρι του, μετά τα ανωτέρω διατρέξαντα περίμεναν-ανέμειναν στωικά στον προαύλιο χώρο της Εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής, κάτω από τις αιωνόβιες βελανιδιές της τον Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, οπότε σε κάποια στιγμή, μετά την απαραίτητη κατάλυση της Θείας Κοινωνίας του Δισκοπότηρου, ξεμύτισε από την πόρτα του καθολικού της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής και η τραγική φιγούρα του γέροντα παππά, ο οποίος με σταθερή φωνή, παρρησία και σταθερό χέρι, χαιρετά δια χειραψίας τον Άρη και τον καλωσορίζει για την παρουσία του στο χωριό, ο οποίος όπως προείπαμε τον περίμενε κάτω από την κεντρική αιωνόβια βελανιδιά της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής, κρατώντας το τσιγάρο του, ενώ είχε δώσει εντολή εκείνη την στιγμή, να φύγει αμέσως ο λόχος των άτακτων του και να πάει στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού και να τον περιμένει εκεί. Αμέσως ό Άρης ανταπέδωσε τον χαιρετισμό του Παπαδημήτρη και του λέγει σε τόνο και ύφος αυστηρό, ότι σήμερα δεν τα πήγες και τόσο πολύ καλά στην Εκκλησιά σου και ο γέροντας Παπαδημήτρης του απαντά άμεσα και πειστικά και του λέγει, σε τι καπετάν Άρη μου; σε τι Θανάση παιδί μου; και εκείνος έντονα και πιο αυστηρά τον επιτιμά και του λέγει χειρονομώντας, κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις Παπαδημήτρη, αφού στα άγια μνημόνευσες ζωντανούς και πεθαμένους και ο γέροντας ποιμενάρχης μας του ανταπαντά, εγώ καπετάν Άρη μου έκανα ότι γράφουν τα χαρτιά και τα βιβλία της εκκλησίας μας και τίποτε άλλο περισσότερο, έξαλλου σεις μας λέτε να μην απομακρυνόμαστε από τα ήθη, έθιμα και την Εκκλησιά μας και να σεβόμαστε τους θεσμούς μας. Αφού όμως αυτό, δεν πρέπει να το κάνω, δεν θα το ξανά επαναλάβω και σε ευχαριστώ πολύ για την παρατήρηση και την προφύλαξη σου και θα σου είμαι ευγνώμων σε όλη τη ζωή μου. Εκείνη ακριβώς λοιπόν τη στιγμή, επικράτησαν καθώς αποδεικνύεται και φαίνεται στην τρικυμιώδη ψυχή του Άρη, θεία προφανώς επεμβάσει, λογικές και σώφρονες σκέψεις, υγιείς θέσεις και ανθρώπινες αξίες και ο αδίστακτος και σκληρός μέχρι εκείνη τη στιγμή Άρης Βελουχιώτης, μεταβάλλεται αστραπιαία σε χριστιανικό όν και κτυπά διακριτικά με το αριστερό χέρι του, αλλά πολύ καλοσυνάτα τον γέροντα Παπαδημήτρη στην πλάτη του και του λέγει:


< 43 >

Άκουσε με, με μεγάλη προσοχή Παπαδημήτρη, να μην επαναλάβεις αυτό που έκαμες σήμερα στην εκκλησιά σου παρουσία μου, γιατί την άλλη φορά δεν θα είναι ο Άρης παρών και εκείνος που θα είναι παρών και το ακούσει θα σου πάρει το κεφάλι σαν τ’ Αι Γιάννη του Πρόδρομου. Του λέγει επίσης, να ενισχύσει τον ένοπλο αγώνα του, με το κύρος που έχει και διαθέτει και με όλες εν γένει τις δυνάμεις του, σαν συντοπίτης και συγχωριανός του που είναι, αφού είναι Πουγκακιώτης κατά το ήμισυ και εκείνος και τα Πουγκάκια είναι η γενέτειρα του γενεαλογικού δένδρου της μάνας του και επί πλέον ότι ο αγώνας του αυτός είναι αγώνας όλου του ελληνικού λαού μας (Εθνική Αντίσταση) και αμέσως τον χαιρέτισε διακριτικά και έφυγε για το Δημοτικό Σχολείο του χωριού, για να συναντήσει εκεί το άτακτο ασκέρι του. Τότε, ο ευφυέστατος και διπλωματικός, αλλά σεβαστός και χαρισματικός γέροντας ποιμενάρχης μας Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, ευχαρίστησε όπως ήταν φυσικό επόμενο τον Αρχικαπετάνιο Άρη Βελουχιώτη, για την εξαιρετική απέναντι του συμπεριφορά και του ευχήθηκε τα καλύτερα. Μετά τα ανωτέρω γεγονότα και την καλή έκβαση των, ο πράος και ταπεινός ποιμενάρχης μας κάθισε για λίγο μόνος του κάτω από την αιωνόβιο βελανιδιά της εκκλησιάς της Αγίας Παρασκευής και αφού πρώτα έκαμε τρείς φορές τον Σταυρό του, ευχαρίστησε θερμά και ειλικρινά τον Τριαδικό Άγιο Σωτήρα Θεό, την Υπέρμαχο Στρατηγό Παναγία μας, την Αγία Παρασκευή, τον Προφήτη Ηλία, τον Αι Γιάννη τον Πρόδρομο και όλους τους λοιπούς Αγίους της Εκκλησίας μας, για την σωτηρία του και την ανέφελη εν γένει παραμονή του Αρχικαπετάνιου του ΕΛΑΣ Άρη Βελουχιώτη στο χωριό, χωρίς κανένα μα απολύτως κανένα παρατράγουδο, πράγμα ασύνηθες για ανάλογες παρόμοιες περιπτώσεις. Στη συνέχεια πήρε μερικές βαθιές ανάσες για να ανακουφιστεί και έβγαλε από την τσέπη του την ταμπακέρα-σακούλα του με το καπνό του και το αναπτήρα του και έστριψε αμέσως ένα τσιγάρο και το απόλαυσε δεόντως και αναφώνησε μέσα του, αυτό που καθημερινά έλεγε στους ενορίτες του και μη, σαν εκείνο το: ’’Κύριε ελέησον’’ που έλεγε πάντοτε και λέγει ο σωστός Ορθόδοξος Μοναχός, ότι: ’’Αρνί που βλέπει ο Θεός, ό λύκος δεν το τρώει ’’ και πράγματι όπως αποδείχθηκε έμπρακτα και ζωντανά με τα ανωτέρω αδόκητα και αιφνίδια γεγονότα, αλληγορικά βεβαίως, το αρνί ποτέ δεν το τρώει κανένας λύκος, όταν το προστατεύει ο Θεός. Την ανωτέρω ιστορία ο σεβαστός γέροντας ποιμενάρχης μας, συχνά πυκνά την επαναλάμβανε στις κατ’ ιδία του συζητήσεις μέχρι του θανάτου του και εγώ σαν φυσικό του τέκνο, την άκουσα και την άκουγα αυτή την ιστορία του φυσικού μου πατέρα σε διάφορες ηλικίες μου καρμπόν, πάρα πολλές φορές, με μεγάλη προσοχή και ενδιαφέρον. Από την ανωτέρω όμως πραγματική ιστορία, μπορούμε όλοι μας και πρέπει να εξάγουμε πάρα πολλά διδακτικά συμπεράσματα και να τα περάσουμε αυτά προς πολλούς αποδέκτες και τελικά να μας γίνουν αυτά μαθήματα και σταθερά βιώματα για το μέλλον


< 44 >

Ο ΕΚΠΑΤΡΙΣΜΟΣ ΑΠ Ο ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟ Υ ΤΟ Π ΑΛΑΙΟΧΩΡΙ Τ ΥΜΦΡΗΣΤΟΥ Φ ΘΙΩΤΙΔΑΣ ΤΟΥ Π ΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΑΙ Η ΕΓ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗ Λ ΕΥΚΑΔΑ Φ ΘΙΩΤΙΔΑΣ . Όλα μα όλα τα χρόνια της τριπλής κατοχής της πατρίδας μας εκ μέρους των Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων και μέχρι της 12ης Οκτωβρίου του 1944, ήσαν πάρα πολύ δύσκολα και επικίνδυνα για τους κατοίκους της, αλλά και αυτά επίσης τα εγκληματικά χρόνια του εμφυλίου σπαραγμού που επακολούθησαν και συνεχίσθηκαν μέχρι την 29η Αυγούστου 1949, μεταξύ των άτακτων συμμοριτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του Εθνικού Στρατού, ήσαν επίσης εξόχως οδυνηρά, αποτρόπαια και απάνθρωπα, προσβάλλοντα τον ελληνικό πολιτισμό μας και απαξιώνοντας την ανθρώπινη ζωή, η οποία θεωρούταν δυστυχώς, ως το ευτελέστερο αγαθό στο κόσμο. Όπου λοιπόν και αν στρέψει κανείς τα μάτια του, τα αυτιά του και τα διαβήματα του αιμογές, πόνο και εγκλήματα βλέπει, ακούει και συναντά και τίποτε μα τίποτε άλλο. Παντού υπάρχουν μαυροφορούσες γυναίκες, χαλάσματα και καταστροφές οικιών, εμπορικών καταστημάτων, επιχειρήσεων, βιομηχανιών, εργοστασίων και βρίθουν οι νεκροί, οι τραυματίες και οι ακρωτηριασμένοι στα δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτικά ιδρύματα κλπ. των οποίων ουκ εστί αριθμός και η εθνική μας οικονομία κατρακυλά ασταμάτητα και κανείς δεν γνωρίζει που θα οδηγήσει αυτή η επικίνδυνη και η ανεξέλεγκτη εν πολλοίς κατάσταση. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο, αναγκαίο και επιβεβλημένο να αναφερθώ σε μια μόνο ιδιαίτερη και χαρακτηριστική περίπτωση εμπλοκής των δυνάμεων της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής και των άτακτων συμμοριών των ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που έλαβε χώρα στην εγγύς περιοχή του χωριού μας, αλλά και τις λοιπές συνεχείς δοκιμασίες που υφίστατο καθημερινά ή περιοχή και ο τόπος μας γενικότερα από παρόμοιες περιπτώσεις, για να αιτιολογήσω-δικαιολογήσω σθεναρά την μετά από λίγο χρόνο εγκατάλειψη-εκπατρισμό του χωριού μας άρον-άρον σε ασφαλέστερα προσβάσιμα από τις εθνικές στρατιωτικές δυνάμεις της χώρας πεδινά χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις και συγκεκριμένα: Την 6η Δεκεμβρίου και ώρα 07.00 του 1946, ημέρα του Αγίου Νικολάου, απόσπασμα της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής από ογδόντα (80) άνδρες της, συνεπλάκη στις παρίες του υψώματος των Αγίων Θεοδώρων και του δασώδους Γαύρου εγγύς του Ίναχου (Βίστριζα) χειμάρρου του Σπερχειού ποταμού μεταξύ Γαρδικίου Ομιλαίων και Κυριακοχωρίου Φθιώτιδας με 200μελη ένοπλη συμμορία ανταρτών των ρουμελιωτών καπεταναίων Μπελή και Παπαϊωάννου. Η μάχη ήταν σφοδρότατη και οι εχθροπραξίες διήρκησαν επί πέντε (5) ώρες και οι εκατέρωθεν απώλειες ήσαν μεγάλες. Τραυματίσθηκαν έξη (6) Οπλίτες της Χωροφυλακής και αγνοείται η τύχη του Ανθυπομοιράρχου Ψαρουδάκη και είκοσι τεσσάρων (24) Οπλιτών, ενώ οι απώλειες των ανταρτών δεν εξακριβώθηκαν και δεν καταχωρήθηκαν φυσικά στα


< 45 >

αρχεία του Κράτους. ( Σελίδα 150: Δράσις της Χωροφυλακής κατά την περίοδο 1941-1950Αθήναι 1662). Κατά την ως άνω ένοπλη εμπλοκή της Χωροφυλακής και των ανταρτών συμμετείχε και ο καλός μου θείος και αδελφός της μητέρας μου Χωροφύλακας Δημήτρης Σπύρου Ξενοκώστας, ο οποίος μετά την ανωτέρω εμπλοκή και την καταγραφή των απωλειών και προκειμένου να προστατευθεί και να σωθεί, αναχώρησε μέσα από την ανεμοζάλη της μάχης και των κακών καιρικών χειμωνιάτικων παγερών συνθηκών για το χωριό καταγωγής του τα Πουγκάκια, περνώνοντας κατ’ ανάγκη πρώτα από το χωριό μας, ο οποίος κατάκοπος και εξαντλημένος από την αιματηρή μάχη, μας αφηγήθηκε τα διατρέξαντα, αφού προηγουμένως έλαβε χώρα το εξής χαριτωμένο περιστατικό μεταξύ αυτού και της ηρωίδας και αδελφής του μάνας μου. Όταν ο θείος μου λοιπόν, μέσα στη βροχή και την ανεμοζάλη και με όσες προφυλάξεις μπορούσε να λάβει εκείνη την χωροχρονική στιγμή, για να μην πέσει πάνω σε φυλάκια και περάσματα ανταρτών έφθασε επί τέλους στο χωριό μου και το σπίτι μου. Η ώρα ήταν περασμένα μεσάνυχτα της 7ης Δεκεμβρίου και εκείνος ήταν όχι μόνον μουσκεμένος μέχρι το κόκκαλο, αλλά και παγωμένος από το δριμύ κρύο, που επικρατούσε στην περιοχή την συγκεκριμένη χρονική στιγμή και ζητούσε απέλπιδα καταφύγιο και βοήθεια για να μην πεθάνει, αφού γλύτωσε τελικά από την φοβερή μάχη. Η οικογένεια μου, όπως ήταν φυσικό επόμενο, την εν λόγω χωροχρονική στιγμή, ήταν βυθισμένη σε βαθύ ύπνο, οπότε σε κάποια στιγμή ακούγοντας η μάνα μου ότι κάποιος χτυπά δυνατά την πόρτα του σπιτιού μας και πατά φακό στα παράθυρα του σπιτιού, φοβήθηκε ασφαλώς πάρα πολύ, γιατί πίστευε ακράδαντα ότι την στιγμή εκείνη, ήλθαν αντάρτες για να πάρουν τον πατέρα μου και τα μεγαλύτερα αδέλφια μου, πράγμα σύνηθες την περίοδο εκείνη, οπότε εξαναγκάζεται μέσα στην ξαφνική συγκυρία αυτών των πραγμάτων και να μην μας αναστατώσει μέσα στα μεσάνυχτα, πηγαίνει προς την πόρτα του σπιτιού και προσπαθεί με όση ψυχραιμία μπορούσε να διαθέτει την στιγμή εκείνη, να δει ποίος είναι ο άγνωστός επισκέπτης, που χτυπά την πόρτα της τέτοια ώρα και πατά και φακό στα παράθυρα και να του εμποδίσει προφανώς την είσοδο του, στο σπίτι μας. Ο μέχρι εκείνη λοιπόν τη στιγμή άγνωστος επισκέπτης, φωνάζει δυνατά και επιτακτικά και λέγει άνοιξε παπαδιά μου, είμαι ο Μήτσος ο αδελφός σου ο Χωροφύλακας και εκείνη στο άκουσμα των λόγων αυτών και στην προσπάθεια εκείνου να διαγνώσει με τον υπηρεσιακό φακό του καμιά σκιά της, του απαντά ότι δεν έχει κανένα αδελφό Μήτσο και μάλιστα χωροφύλακα, φοβούμενη μήπως πρόκειται για προβοκάτσια, αλλά στην επιμονή εκείνου και τι πράγματα είναι αυτά που λες παπαδιά μου, αυτή φωνάζει μέσα στην σύγχυση και την παραζάλη της ’’το πιστόλι Παναγιώτη παιδί μου’’, για να τον φοβερίσει δήθεν και να διαπιστώσει τις τυχόν αντιδράσεις του και εκείνος καλοσυνάτα της απαντά και της λέγει άνοιξε παπαδιά μου και μην φοβάσαι καθόλου και εκεί η ως άνω χαριτωμένη ιστορία έλαβε τέλος, αφού έγινε ή σχετική αναγνώριση-επιβεβαίωση.


< 46 >

Ανοίγοντας λοιπόν την πόρτα του σπιτιού η μάνα μου και μπαίνοντας στο σπίτι μας ο μπάρμπας Μήτσος ανακουφίστηκε όπως ήταν φυσικό επόμενο όλη η οικογένεια μου με το αίσιο τέλος του εν λόγω ξαφνικού περιστατικού. Ύστερα λοιπόν από τις σχετικές αναγκαίες φιλοφρονήσεις και τα αδελφικά αγκαλιάσματα και τα συγγνώμη εκ μέρους της μάνας μου, το άλλαγμα στη συνέχεια των βρεγμένων ρούχων του μπάρμπα μου, αλλά και το πρόχειρο φαγητό που του έκαμε και του προσέφερε εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή και ώρα, ακολούθησε μεταξύ μας ένα διάλλειμα χαλάρωσης. Μετά τα ανωτέρω διατρέξαντα συμβάντα, όπως ήταν φυσικό επόμενο, σήμανε εγερτήριο και στην υπόλοιπη οικογένεια μου και ο μπάρμπας μου ο Μήτσος παρά την μεγάλη κούραση και την αφάνταστη ταλαιπωρία του, που πέρασε την προηγουμένη ημέρα, στα κακοτράχαλα και απάτητα λημέρια των ανταρτών στο Γαύρο και τη φοβερή αιματηρή συμπλοκή που επακολούθησε, με αρκετές εκατέρωθεν απώλειες, μας διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια τα καθέκαστα της μάχης. Απολαμβάνοντας λοιπόν ο μπάρμπα Μήτσος, αφενός μεν τη ζεστασιά του τζακιού του σπιτιού και τη δική μας θαλπωρή και ιδιαίτερα της μάνας μου και αφετέρου δε στεγνώνοντας παράλληλα και τη μουσκεμένη στρατιωτική στολή του, απαντούσε συνεχώς και πάρα πολύ πειστικά στα εύλογα προκύπτοντα και υποβαλλόμενα ερωτήματα του πατέρα και της μάνας μου και τους έλεγε διεκτραγωδώντας- επιχειρηματολογώντας την αναγκαιότητα της εγκατάλειψης το συντομότερο δυνατόν του χωριού μας, ενώ εμείς τα παιδιά και ανίψια του παρακολουθούσαμε την ιστορική και φοβερή εκείνη συζήτηση άφωνα και έντρομα, ακούγοντας τα της φονικής μάχης κλπ. Στη συνέχεια κοιμηθήκαμε για λίγο όπως-όπως όλοι στρωματσάδα στο σπίτι, γιατί εν τω μεταξύ είχε ξημερώσει και χωρίς να το καταλάβουμε είχε πέρασε η ώρα με την συζήτηση. Το πρωί της ημέρας εκείνης ό μπάρμπας μου ο Μήτσος, έπρεπε να φύγει όσο το δυνατόν νωρίτερα, για την γενέτειρα του τα Πουγκάκια Φθιώτιδας, καθόσον οι κίνδυνοι ήσαν πολλοί και ανά πάσα στιγμή ελλόχευαν για την ζωή και την σωματική του ακεραιότητα. Έτσι λοιπόν αφού μας χαιρέτισε και μας ευχαρίστησε για την φιλοξενία μας, έφυγε για να πάει να δει τους γονείς και τα αδέλφια του, οι οποίοι όπως ήταν φυσικό επόμενο ανησυχούσαν για τη ζωή και την αρτιμέλεια του, μετά και την προαναφερθείσα μάχη και να επιστρέψει αμέσως στην υπηρεσία του στη Λαμία, για να μην κηρυχτεί λιποτάκτης. Την ταραχώδη και εφιαλτική εκείνη περίοδο, καθημερινά παριστάμεθα αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες διαφόρων εγκλημάτων που διαπράττονταν σε βάρος αθώων ελλήνων πολιτών και από τις δύο εμπόλεμες πλευρές για ανυπόστατες και συκοφαντικές καταγγελίες εκατέρωθεν, η άλλως πως για ψύλλου πήδημα υποθέσεις ήσσονος σημασίας, που σε άλλες εποχές δημοκρατικής ασφαλώς νομιμότητας, ειρήνης και ησυχίας, ουδόλως θα απασχολούσαν τους αρμόδιους φορείς και τα όργανα τους και ως κουτσομπολιά και ασήμαντες παρωνυχίδες θα λαμβάνονταν υπόψη. Προφανώς λοιπόν, την απάνθρωπη και εγκληματική εκείνη περίοδο του επάρατου και ανεξήγητου εν πολλοίς συμμοριτοπόλεμου, κατά την άποψη όλων μα όλων των υγιώς σκεφτόμενων και εχεφρόνων ανθρώπων: ’’το κρέας το ανθρώπινο ήταν το φθηνότερο της εποχής’’ όπως έλεγε δυστυχώς μετά κομπασμού, ένας από τους πολλούς αιμοχαρείς


< 47 >

Καπεταναίους του ΕΛΑΣ Νίκος Παπανικολάου (Παπανικολής) και επικεφαλής της εκτέλεσης των τριακοσίων ανδρών του Συνταγματάρχη Δημήτρη Ψαρρού στο χωριό Κλίμα ΔωρίδαςΦωκίδας, γράφοντας επί λέξει για την εκτέλεση εκείνη: ’’ Έσταζε αίμα η καρδιά μου όταν έδωσα την εντολή εκτέλεσης και από τότε δεν ξεχνώ τα τριακόσια παλικάρια, που σαν στάχυα σταριού έπεσαν κάτω’’ και Όπως αυτό πιστά καταγράφεται και ευκρινώς αποτυπώνεται στο πόνημα του συγγραφέα Δημοσθένη Γεωργίου Καλτσά: Πουγκάκια, το χωριό μου. Λαμία Αύγουστος 2003( σελ.73 παρ.5) Έτσι λοιπόν, μία από τις πολλές και ανάλογες περιπτώσεις παράνομης βίας, καταπάτησης συνταγματικών και δικονομικών κανόνων και αρχών, παραβίασης των ατομικών εν γένει ελευθεριών και ανθρωπίνων επίσης δικαιωμάτων και εξευτελισμού πανάρχαιων ηθικών αξιών και θέσφατων, των οποίων τον απόλυτο σεβασμό τήρησαν και οι εχθροί ακόμη των εμπολέμων, είναι και η εγκληματική και γκανγκστερική σύλληψη εν ώρα θείας ιερουργίας και λατρείας σε Ιερό Ναό και η αστραπιαία απαγωγή και η εν στυγνό εν συνεχεία αναπολόγητη δυστυχώς δολοφονία του συγχωριανού μου, του Ανδρέα Βασιλείου Μπούρα, από τους άτακτους και αιμοβόρους άνδρες του ΕΛΑΣ, που εμφύσησε μέγα φόβο και έντονο τρόμο στους συγχωριανούς μου και διερωτόντουσαν όπου συναντιόντουσαν μεταξύ των τι πρέπει να κάνουν να απαλλαγούν από παρόμοιες απάνθρωπες πράξεις και ενέργειες και πως και πότε έπρεπε πλέον να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, γενόμενοι δυστυχώς μετανάστες, μέσα στην ίδια τους την πατρίδα. Η άγρια και εν ψυχρό δυστυχώς δολοφονία του συγχωριανού μου Ανδρέα Βασιλείου Μπούρα, έχει εν συντομία ως εξής: Ο Ανδρέας Βασιλείου Μπούρας, την 9η Μαρτίου του1947 όπως και άλλοι συγχωριανοί βρισκόταν στον Ιερό Ναό της Αγίας Παρασκευής στο χωριό μας, για να εκπληρώσει και εκείνος μαζί τους κατά τα ειωθότα τα θρησκευτικά του καθήκοντα, λόγω της μεγάλης εορτής των εν Σεβάστεια της Μικράς Ασίας μαρτυρησάντων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων και τίποτε το δυσοίωνο δεν προοιωνιζόταν, για την ημέρα εκείνη τουλάχιστον. Έτσι λοιπόν, σε κάποια χωροχρονική στιγμή της θείας λειτουργίας, όρμησαν συνωμοτικά και ακροποδητί, παραβιάζοντες κάθε έννοια δικαίου και ηθικής, τέσσερες ένοπλοι αντάρτες του ΕΛΑΣ και συνέλαβαν-άρπαξαν βιαίως τον εκκλησιαζόμενο Ανδρέα Βασιλείου Μπούρα, τον οποίο απήγαγαν και εξαφάνισαν στην κυριολεξία, εν ριπή οφθαλμού, χωρίς εκείνος να μπορέσει να αντιδράσει η να πει έστω και μια κουβέντα και εξαφανίστηκαν ακαριαίως προς άγνωστη κατεύθυνση, χωρίς το γεγονός αυτό να το πάρει καλά-καλά είδηση και το προσευχόμενο εκκλησίασμα, το οποίο απλώς αναστατώθηκε. Τότε αυθόρμητα, ο εκκλησιαζόμενος κατά τον χρόνο εκείνον Γραμματέας της Κοινότητας, Κωνσταντίνος Ευαγγέλου Αλεξίου, εισέρχεται στο Ιερό του Ναού και ενημερώνει σχετικά για την απαγωγή του συγχωριανού Ανδρέα Βασιλείου Μπούρα, τον Ιεροργούντα Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου και τον παρακαλεί πολύ να συντομεύσει το υπόλοιπο της θείας λειτουργίας, προκειμένου μαζί και με άλλους συγχωριανούς να αναζητήσουν τον παράνομα απαχθέντα συγχωριανό τους Ανδρέα Βασιλείου Μπούρα και να ενεργήσουν ανάλογα για την απελευθέρωση του, πράγμα και το οποίον έγινε.


< 48 >

Έτσι λοιπόν, μετά το τέλος της θείας λειτουργίας και μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας και με συνοπτική διαδικασία, αναχωρήσανε για το Γαρδίκι Ομιλαίων, που ήταν και ο πιθανότερος τόπος μεταφοράς του απαχθέντος και η συνεχώς εναλλασσόμενη Διοίκηση των ανταρτών και των εκκαθαριστικών δυνάμεων του Στρατού, αλλά εις μάτην η προσπάθεια τους αυτή ουδόλως καρποφόρησε και τα ίχνη του συγχωριανού τους χάθηκαν-εξαφανίσθηκαν λες και άνοιξε η γη και το τον κατάπιε και ουδείς περί αυτού γνώριζε και κανένα στόμα δεν άνοιγε να πει κάτι το συγκεκριμένο. Μετά λοιπόν, την άκαρπη αυτή γενική προσπάθεια ανεύρεσης του βιαίως απαχθέντος συγχωριανού τους, επανέκαμψαν οι συγχωριανοί μας άπρακτοι στο χωριό μας και αμέσως στρέψανε τις έρευνες τους και προς τα γειτονικά επίσης Πουγκάκια, αλλά και τις δασώδεις εκτάσεις του χωριού και σε άλλα πιθανά σημεία κράτησης-φύλαξης του, αλλά και εκεί δυστυχώς οι γενικευμένες αναζητήσεις απέβησαν αναποτελεσματικές. Οι ημέρες περνούσαν και η αγωνία συνεχώς κορυφωνόταν, έως ότου σαν από μηχανής Θεός μετά δεκαήμερο περίπου, ήλθε δυστυχώς η θλιβερή είδηση ότι ο Ανδρέας Βασιλείου Μπούρας, εκτελέστηκε αμέσως το βράδυ της ίδιας ημέρας της απαγωγής του από τους αιμοσταγείς και ανεκδιήγητους απαγωγείς του και ενταφιάστηκε πολύ πρόχειρα μέσα στο Νεκροταφείο του Γαρδικίου Ομιλαίων και ακριβώς πίσω από τον Ναΐσκο του Αγίου Παντελεήμονα και δεν είναι καλά ενταφιασμένος και προεξέχουν τα πόδια του. Την ανωτέρω αυθεντική και καθοριστική πληροφόρηση την έλαβε μέσα από τις Ποινικές Φυλακές Λαμίας, από κάποιο αντάρτη ποινικό κρατούμενο των Φυλακών, ο υπηρετών τότε στην Εξωτερική Φρούρηση των Φυλακών Λαμίας, πολύ καλός συγχωριανός, εξαίρετος άνθρωπος και καλοκάγαθος εξάδελφος, Χωροφύλακας Δημήτριος Ανδρέου Πιλάτος, με τον οποίο είχε πάρα πολύ καλές σχέσεις και απόλυτη εμπιστοσύνη ο υπόδικος κρατούμενος και πίστευε ακράδαντα ότι δεν θα τον εκθέσει ο φίλος του όπως και έγινε και η οποία επαληθεύθηκε στο ακέραιο. Οι στιγμές βέβαια της ανεύρεσης και του ουσιαστικού ενταφιασμού ήταν τραγικές και ανέκφραστες μπορεί να πει κανείς, γιατί και οι τοίχοι την περίοδο εκείνη αλλά και πάντοτε είχαν και έχουν αυτιά και μάλιστα μεγάλα. Γιατί, ολίγες μόνον ημέρες προ της απαγωγής του δολοφονηθέντος συγχωριανού, προηγήθηκε κατά την περιρρέουσα και τότε αλλά και σήμερα ακόμη υπάρχουσα ατμόσφαιρα στο χωριό μας, αφηγήσεις από τον απαχθέντα στα μαγαζιά του χωριού, χωρίς καμιά προφύλαξη, σχετικά με τις βίαιες δράσεις των εθνικών δυνάμεων στο Ελ Αλαμέιν και αλλαχού στη Βόρειο Αφρική, αλλά και στη Καισαριανή και την ευρύτερη εδαφική περιοχή των Αθηνών, όπου αυτός υπηρέτησε ως στρατιώτης και οι οποίες δυστυχώς διηγήσεις του, άγνωστο πως και υπό ποίου; μεταφέρθηκαν δεόντως και αρμοδίως και αξιολογήθηκαν δυστυχώς αισχρώς, απανθρώπως και αναπολογήτως. Αλλά και προ της απαγωγής, προηγήθηκαν κάποια γεγονότα στο χωριό μας μας, τα οποία επηρέασαν καθοριστικά την υπάρχουσα βαριά ατμόσφαιρα του, όπως η μεταφορά και η απόκρυψη εγγύς της γειτονιάς του δολοφονημένου συγχωριανού μας, τριών οπλοπολυβόλων και η αόρατη παρακολούθηση ανάληψης των εκ μέρους των ανταρτών, τα οποία μετέφερε έμφορτη νύχτα, από το Γαρδίκι Ομιλαίων η δύσμοιρη Φωτεινή Δημητρίου Σπανού και τα εναπέθεσε σε συγκεκριμένη θέση, με την τραχεία, βίαια και απάνθρωπη


< 49 >

τυχοδιωκτική επέμβαση σκληροτράχηλου μαυροσκούφη, επαπειλώντας αυτή ότι, για τυχόν αποκάλυψη των όπλων, θα θανατωθεί αμέσως.

την

Αλλά επίσης και η ακούσια απαγωγή από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ από το Γαρδίκι Ομιλαίων του συγχωριανού μας Γεωργίου Κωνσταντίνου Τσιόκα το 1947 ,όπου εργαζόταν στις εργασίες του Ραχούτη και ο οποίος σε κάποια δυστυχώς μάχη με τις εθνικές ένοπλες δυνάμεις, άφησε τα κουρασμένα και βασανισμένα κόκκαλα του το 1948, στα ρουμάνια και τα φαράγγια της Γραμμένης Οξιάς και της Σαράνταινας. Όπως επίσης και ο ξυλοδαρμός του καταπληκτικού Διδασκάλου μας Αριστάρχου Βαρλάμη (1936-1945) από το Παλιόκαστρο το 1945, ο οποίος πάσχιζε να τηρεί ισορροπίες στο χωριό μεταξύ των αντιθέτων πλευρών και ήταν θετικός παράγων καταπράυνσης και κατευνασμού των παθών, άριστος και καλός συνεργάτης, αλλά και επιστήθιος φίλος του πατέρα μου, όπως ό ίδιος διηγούταν το 1972 στην Αθήνα στον μετεκπαιδευόμενο την περίοδο εκείνη Καθηγητή αδελφό μου τον Λεωνίδα, δυστυχώς από έναν ανεγκέφαλο, εμπαθή και ανεκδιήγητο μαυροσκούφη, παλιό και άξεστο ανθρώπινης συμπεριφοράς μαθητή του, βγάζοντας προφανώς εκείνος, με την συγκεκριμένη πράξη του, τα τυχόν απωθημένα του. Εξ αιτίας λοιπόν αυτού του γεγονότος, αναγκάστηκε ο καλός Δάσκαλος μάλιστα να φύγει νύχτα από το χωριό μας, μη ανεχόμενος την απρόκλητη και αδικαιολόγητη προσβολή που υπέστη για την Λαμία, εγκαταλείποντας οριστικά το χωρίο μας, λέγοντας του με ειλικρίνεια και βουρκωμένος στον αδελφό μου, ότι δεν κρατάει καμιά κακία σε κανέναν και ότι μετά την φυγή του από το χωριό μας, βοήθησε ποικιλότροπα αρκετούς από τους συγχωριανούς μας, από την θέση που κατείχε στη κρατική μηχανή και δεν ήθελε να προβεί στην αποκάλυψη του ονόματος του χειροδικήσαντος μετά βιαιότητας μαθητή του, του οποίου δεν κρατάει επίσης κακία και ας τον συγχωρέσει ο Θεός. Όλα τα ανωτέρω καθιστούσανε την εν γένει κατάσταση στο χωριό μας αλλά και στην γύρω εδαφική περιοχή λίαν επικίνδυνη και εκρηκτική και όλοι μας εναποθέταμε τις ελπίδες μας στον Θεό. Μετά λοιπόν την εμβόλιμη ανωτέρω ιστορία και συνεχίζοντας τις τραγικές συνθήκες διαβίωσης οι κάτοικοι των ορεινών χωριών κατά την ως αν χρονική περίοδο, όπως ήταν φυσικό επόμενο, εγκατέλειπαν όπως-όπως μπορούσαν τις πατρογονικές εστίες των για άλλους ασφαλείς τόπους, χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις. Μέχρι λοιπόν, το Σεπτέμβριο του 1947, όπως αναφέρει ο συγγραφέας Βασίλειος Κ. Κανέλλος στο πόνημα του: Ο Γουλινάς και τα χωριά του. Σπερχειάδα 2006 (σελ.86-87), δυνάμεις του Εθνικού Στρατού και αντάρτικες δυνάμεις αλληλοδιαδέχονταν η μία την άλλη στην ευρύτερη περιοχή και η Σπερχειάδα θεωρούνταν ’’νεκρή ζώνη’’. Από την πλευρά των ανταρτών, ολόκληρη περιοχή ανήκε στη ζώνη ευθύνης της 2ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού, με Διοικητή τον Υποστράτηγο Διαμαντή (Γιάννη Αλεξάνδρου). Τη Σπερχειάδα και την ευρύτερη περιοχή της υπεράσπιζαν, εκτός από δυνάμεις του Κυβερνητικού Στρατού, δυνάμεις Χωροφυλακής, ΜΑΥ (Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου) και το ΑΜΑΚ (Ανεξάρτητο Μεταβατικό Απόσπασμα Κρανιά).


< 50 >

Το ΑΜΑΚ (Ανεξάρτητο Μεταβατικό Απόσπασμα) το αποτελούσαν έφεδροι αξιωματικοί και πρώην αντάρτες και το συγκρότησε ο Αντισυνταγματάρχης του Εθνικού Στρατού Αριστείδης Κρανιάς. Από το φθινόπωρο όμως του 1946 μέχρι το Μάιο του 1947, στην ορεινή εδαφική περιοχή της Σπερχειάδας σημειώθηκαν δυστυχώς αρκετές μάχες και συμπλοκές με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Το κλίμα της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, το τροφοδοτούσαν οι συχνές εμφανίσεις παρακρατικών ομάδων, οι οποίες με την ανοχή και τα στραβά μάτια του επισήμου κράτους, επιδίδονταν σε βίαιες και τρομοκρατικές πράξεις, πολλές φορές σε βάρος αθώων πολιτών. Έτσι λοιπόν και η οικογένεια μου, όπως και οι περισσότερες συγχωριανές μου παλαιοχωρίτικες, οικογένειες, αλλά και των λοιπών ορεινών χωριών της Δυτικής Φθιώτιδας, εγκατέλειψαν άρον-άρον τέλη Σεπτεμβρίου αρχές Οκτώβριου του έτους 1947, με εντολήδιαταγή της Επίσημης Ελληνικής Κυβέρνησης τις πατρογονικές εστίες των, όπως ήταν φυσικό επόμενο, σε ατέλειωτα καραβάνια (κομβόϊα) ξεριζωμού στρατιωτικών φορτηγών αυτοκινήτων και μη και εγκαταστάθηκαν προσωρινά και πρόχειρα κακήν κακώς βέβαια σε πεδινές κωμοπόλεις και κεφαλοχώρια για το φόβο δυστυχώς των αδελφών μας ανταρτών, όπως στη Λευκάδα, τη Σπερχειάδα, τη Μακρακώμη, την Στυλίδα, τη Λαμία και αλλαχού. Έτσι λοιπόν η δική μου πολυμελής οικογένεια-οκταμελής, εγκαταστάθηκε μαζί με άλλες συγχωριανές οικογένειες από το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας, με τα απολύτως μα απολύτως απαραίτητα υπάρχοντα της, στο πιο πλησιέστερο με το χωριό μας μέρος, που δεν ήταν κάποιο άλλο από την πεδινή-καμπίσια Λευκάδα Φθιώτιδας, η οποία ήταν οπωσδήποτε περισσότερο ασφαλής από τα ορεινά χωριά και αρκετά προσβάσιμη από πολλές πλευρές στον Εθνικό Στρατό μας. Συγκεκριμένα η οικογένεια μου εγκαταστάθηκε και διέμεινε μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 1948 στο διώροφο σπίτι του Νίκου του Δημόπουλου μαζί με την πολυμελή επίσης οικογένεια του συγχωριανού μας του Κωνσταντίνου Ευαγγέλου Αλεξίου, Γραμματέα της Κοινότητας μας και προσπαθούσε-πάσχιζε να βρει και να βιώσει τον κατάλληλο ρυθμό, της νέας δυστυχώς αναγκαστικής πραγματικής ζωής και καθημερινότητας και να αντέξει αυτή στα δύσκολα επερχόμενα. Ασχολούταν όμως η οικογένεια μου, όπως και οι λοιπές οικογένειες των αναγκαστικά μετακινηθέντων ορεινών κατοίκων της περιοχής μας, για λόγους ασφαλείας μέσα στην ίδια των την πατρίδα, μόνο περιστασιακά και με ψίχουλα αμοιβές και σε είδος μάλιστα, με διάφορες γεωργοκτηνοτροφικές και αγροτικές εργασίες και ενασχολήσεις των Λευκαδιτών κατοίκων. Οι γηγενείς Λευκαδίτες ευχαρίστα και αγόγγυστα προσέφεραν ότι μπορούσαν στους ξεσπιτωμένους συνανθρώπους τους των γύρω χωριών και εν πολλοίς συγγενείς των, γιατί αντικειμενικά δυστυχώς δεν μπορούσαν τίποτε άλλο περισσότερο να κάνουν και η οικογένεια μου άλλα και κάθε άλλη εκπατρισμένη ελληνική οικογένεια, αναπολούσε όπως ήταν φυσικό επόμενο με νοσταλγία το χωριό της και το γρήγορο και αίσιο τέλος αυτής της ανεπάντεχης αδελφικής ελληνικής τραγωδίας, της νεωτέρας Ελλάδας.


< 51 >

Η Λευκάδα Φθιώτιδας κατά τον ανεξήγητο εν πολλοίς και καταστρεπτικό σε ανθρώπινες ζωές και υλικές ζημίες συμμοριτοπόλεμο (εμφύλιο), δέχθηκε μπορεί να πει κανείς σε πρώτη φάση, όλο το βάρος των εκπατρισθέντων κατοίκων από τα χωριά της Δυτικής Φθιώτιδας Γαρδικί Ομιλαίων, Παλαιοχώρι, Πουγκάκια, Πίτσι, Άνω και Κάτω Κανάλια. Στη συνέχεια η Λευκάδα και μάλιστα μέχρι του τέλους τους έτους 1947 αρχές του 1948 αποσυμφορήθηκε αρκετά και ξανάσανε μπορώ να πω από τον παραπάνω πραγματικό ανθρώπινο φόρτο, για το λόγο ότι πάρα πολλές οικογένειες εκπατρισμένων συνανθρώπων μας, φύγανε ενωρίς εκόντες-άκοντες για τις κωμοπόλεις της Σπερχειάδας, Μακρακώμης και Στυλίδας, αλλά και την πρωτεύουσα τη Λαμία, όπου υπήρχαν γνωστοί και συγγενείς τους και τους φιλοξένησαν για αρκετά, διαφορετικά χρονικά διαστήματα, για να επανακάμψουν μετά από λίγα χρόνια τον Απρίλιο του 1950 και πάλι στα ευλογημένα και αποδεκατισμένα πλέον χωριά τους. Η Λευκάδα την περίοδο εκείνη, στην οποία αναφερόμαστε, για την ουσιαστική και πραγματική ασφάλεια της, το Γενικό Επιτελείο Στρατού της διέθεσε δύο Λόχους στρατιωτών του Εθνικού μας Στρατού με τον ανάλογο οπλισμό και αριθμό αξιωματικών, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί ό ένας στο ύψωμα της Παλιό Λευκάδας και ο άλλος στο ύψος τους σημερινού γηπέδου του χωριού και κατόπτευαν και απέκρουαν όταν χρειαζόταν τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις των άτακτων συμμοριτών του Καπετάν Διαμαντή, αλλά και τα κατάλοιπα του Άρη Βελουχιώτη, αφού αυτός τερμάτισε τελικά την ζωή του, όπως την τερμάτισε στις 16 Ιουνίου 1945 στη Μεσούντα Άρτας, κάτω από αλληλοσυγκρουόμενες και μη απόλυτα ιστορικά εξακριβωμένες συνθήκες, καθώς και των άλλων καπεταναίων της Ρούμελης και την προστάτευαν, καθώς και τους στοιβαγμένους σε μικρά δωμάτια κολχόζ κατ’ ανάγκη ετερόκλητους κατοίκους της και παρεμπόδιζαν έτσι την ανθρωποφάγο εγκληματική και καταστροφική προέλαση τους. Την τραγική εκείνη περίοδο στη Λευκάδα, προσωρινός Εφημέριος της ήταν ο Εφημέριος του Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, λόγω δυστυχώς φυγής των άλλων ιερέων-εφημερίων από τα εκπατρισμένα χωριά σ’ αυτή για την Λαμία και σε άλλες πόλεις και κωμοπόλεις του Νομού Φθιώτιδας και όχι μόνον, μηδέ εξαιρουμένου και αυτού του τακτικού Εφημερίου της Παπακώστα Κούκιου από τον φόβο βεβαίως των ανταρτών. Έτσι λοιπόν, τις λειτουργικές, θρησκευτικές και λοιπές εκκλησιαστικές ανάγκες των ετερόκλητων πλέον κατοίκων της Λευκάδας εκτελούσε κατόπιν αυστηρής επισκοπικής εντολής του οικείου Μητροπολίτη Φθιώτιδας κ.κ. Αμβροσίου, ο εκ Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας ορμώμενος Εφημέριος Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου και μάλιστα στο κατεστραμμένο καθολικό του Ιερού Ναού του Αγίου Νικολάου του θαυματουργού, την χάρη και την βοήθεια του οποίου επικαλούμεθα συνεχώς και αδιαλείπτως. Ό Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, ευτυχώς για την περίοδο εκείνη, ήταν η μοναδική, πράγματι η μοναδική ειλικρινής φωνή παρηγοριάς, ελπίδας και αισιοδοξίας στο ομιχλώδες και ζοφερό περιβάλλον που ζούσαν οι άνθρωποι της μεγάλης πλέον ετερόκλητης Λευκάδας, με τα προσεγμένα, ισόρροπα και ενθαρρυντικά κυριακάτικα και γιορτινά κηρύγματα του και τις καθημερινές τακτικές συζητήσεις του με όλους ανεξαιρέτως τους κατατρεγμένους και προβληματισμένους κατοίκους της.


< 52 >

Το ήθος που τον διέκρινε, το πράο και μειλίχιο του χαρακτήρα του που τον ξεχώριζε, η ευρυμάθεια και η διορατικότητα που τον διακατείχε, η έμπρακτη αγάπη του Χριστού μας που τον στόλιζε, τον κατέγραφε ως πραγματικά άξιο Ιερουργό του Υψίστου. Η αμεσότητα και η πειστικότητα των λόγων και των έργων του, που τον διέκριναν στην πορεία της ζωή του, ήταν μία αναμφισβήτητη πραγματικότητα, μιας εγνωσμένης θρησκευτικής προσωπικότητας, μακράν και πέραν πολιτικών εναγκαλισμών και μισαλλοδοξίας. Ο καιρός όμως, όπως ήταν φυσικό επόμενο, περνούσε μέσα από δύσκολες καταστάσεις και δυσεπίλυτα μεγάλα προβλήματα, χωρίς να φαίνονται στον ορίζοντα απτά σημεία γρήγορης επανάκαμψης των εκπατρισθέντων στα εγκαταλελειμμένα χωριά των. Η ανεργία κτυπούσε καθημερινά, όλο και πιο βαθύτερο και εντονότερο το κόκκινο, η επιβίωση έφτασε στα όρια της, η φτώχια και η εξαθλίωση των κατοίκων της Λευκάδας ήταν μια καθημερινή αδυσώπητη πραγματικότητα, η αγραμματοσύνη των νεαρών μαθητών και μαθητριών βρίσκονταν στην απογείωση της, αφού και το Διθέσιο Δημοτικό Σχολείο της Λευκάδας ναι μεν δεν έκλεισε ουσιαστικά, αλλά υπολειτουργούσε πλέον, ελλείψει δυστυχώς, αφενός μεν του αναγκαίου αριθμού Διδασκάλων και αφετέρου δε των απαραιτήτων διδακτικών αιθουσών και αυτό από λόγους ασφαλείας και υπέρ πληθώρας μαθητών και μαθητριών και από τον φόβο ασφαλώς και πάλι των ανταρτών. Οι Χριστουγεννιάτικες γιορτές που επακολούθησαν το 1947 στη Λευκάδα, ήταν βουτηγμένες μέσα στη μιζέρια, την ανέχεια και τη φτώχεια και βρήκαν τους ανθρώπους και κατοίκους της σε απελπιστική κατάσταση και έντονη απογοήτευση και ο καινούργιος χρόνος 1948 που έμπαινε σε λίγες ημέρες, ήταν επίσης ζοφερός και δυσοίωνος και τίποτε καλό δεν προμήνυε, αλλά νέους κόπους, αιμογές, πόνους, αίμα και καταστροφές παντού. Οι ετερόκλητοι κάτοικοι της Λευκάδας, μετά δυσκολίας άνοιγαν το στόμα τους για το φόβο των Ιουδαίων, γιατί δεν ήξεραν τι θα τους ξημερώσει και τι τέξεται η επιούσα και βράζανε κατά το κοινώς λεγόμενο στο ζουμί τους και καταπίνανε αγογγύστως, στωικά και με υπομονή τις πίκρες και τα βάσανα τους που τους βρήκαν και που χτυπούσαν καθημερινά την πόρτα του σπιτιού τους και τους ίδιους και τα μέλη των οικογενειών τους και αποτελούσαν δυστυχώς σε καθημερινή βάση, τραγικές φιγούρες στους δρόμους και τα σοκάκια της, χωρίς μέλλον και αύριο.


< 53 >


< 54 >

Η

ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΠΛΗ ΣΥΡΡΑΞΗ ΣΤΗ

Λ ΕΥΚΑΔΑ Φ ΘΙΩΤΙΔΑΣ

ΜΕΤΑΞΥ

ΤΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΜΑΣ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ .

Η μια ημέρα δέχονταν την άλλη, χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο, μέχρις ότου φθάσαμε στα μεσάνυχτα της 26ης προς 27η Ιανουαρίου του 1948 και ξημέρωνε πλέον η μεγάλη γιορτή του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και ο σεβαστός πλέον ποιμενάρχης της, της δεινά δοκιμαζομένης θρυλικής πλέον Λευκάδας Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, ετοιμαζόταν να λειτουργήσει και να αναπέμψει δεήσεις στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου, στον Πανάγαθο Τριαδικό Άγιο Σωτήρα Θεό μας, όπως καθημερινά έπραττε, να βγούμε από αυτή την δύσκολη κατάσταση στην οποία βρισκόταν η χώρα μας, στην μεγάλη αυτή γιορτή της Χριστιανοσύνης, του Μεγάλου και Χρυσορήμονα αυτού Ιεράρχη της Ορθοδοξίας. Έτσι λοιπόν, κατά της δώδεκα η ώρα το βράδυ και ενώ η Λευκάδα κοιμότανε ήσυχη τον ύπνο του δικαίου, όπως λέγει και ο λαός μας, χωρίς τίποτε το δυσοίωνο να προμηνύεται, ξαφνικά ακούσθηκαν πατήματα ορδών άτακτων ανταρτών του Καπετάν Διαμαντή κ.α. και έκαμαν ορατή την εμφάνιση των σ’ αυτή. Προσπάθησαν με την δύναμη των όπλων και τους εκβιαστικούς και εκφοβιστικούς αλαλαγμούς και τη δυσώδη χυδαιολογία τους, να καταλάβουν-καταλύσουν τις δυνάμεις των δύο λόχων στρατιωτών του Εθνικού Στρατού μας, που την φύλαγαν και την προστάτευαν και να την λαφυραγωγήσουν στη συνέχεια δεόντως και να πάρουν όσους ομήρους θέλανε εκβιάζοντας και εξαφανίζοντας τους άκακους αυτούς και ανυπεράσπιστους συνανθρώπους μας ποικιλοτρόπως, κατά το προσφιλές άθλημα τους. Επακολούθησε όπως ήταν φυσικό επόμενο, ένας άγριος πόλεμος-μάχη των όπλων και των λόγων και οι αστροφεγγές της λάμψης των όπλων, των φυσιγγίων και των σφαιρών εκατέρωθεν, έκοβαν την αναπνοή των ανθρώπων της Λευκάδας, που δεν γνώριζαν πώς να προφυλαχτούν και από πού; Έτσι λοιπόν, το πάρα πολύ παγωμένο και ομιχλώδες πρωινό της 27ης Ιανουαρίου του 1948 που προέκυψε από την μάχη, βρήκε τη Λευκάδα με ολιγότερους ανθρώπους, ελάχιστους τραυματίες και την φρίκη και την αγωνία των συγγενών των ομήρων έντονα ζωγραφισμένη στα σκελετωμένα πρόσωπα τους, αφού οι αντάρτες του Καπετάν Διαμαντή και των άλλων καπεταναίων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, πήραν αρκετούς ομήρους και φύγανε, άλλοι μεν δια μέσου του ποταμιού του Ρουστιανίτη και των Καναλιών και των Πηγαδουλίων για το Γαρδίκι Ομιλάιων, όπου ήταν το ορμητήριο και κρησφύγετο τους και οι άλλοι δε από την πλευρά του πυκνοδασώδους Γαύρου και του υψώματος των Αγίων Θεοδώρων.


< 55 >

Μεταξύ λοιπόν, των πάρα πολλών ομήρων, που πήραν οι αντάρτες και τους οδήγησαν εκόντες-άκοντες στο Γαρδίκι Ομιλάιων για τους δικούς τους δυστυχώς ανεξερεύνητους λόγους και σκοπούς, τους οποίους μπορεί κανείς να φαντασθεί, ήταν: Εκ μέρους λοιπόν, της Κοινότητας Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας, ο Γραμματέας αυτής και συγχωριανός μας Κωνσταντίνος Ευαγγέλου Αλεξίου, η σύζυγος του Αικατερίνη και ο μικρότερος γιός τους Ανδρέας, καθώς και άλλοι συνάνθρωποι μας, όπως και ο ταπεινός στη στολή και βιβλικός στη μορφή, ο πράος και μειλίχιος, αλλά χαρισματικός και ταλαντούχος, προσωρινός εφημέριος πλέον της Κοινότητας Λευκάδας και φυσικός μου πατέρας Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου. Τα υπόλοιπα ενήλικα παιδιά του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου (Αρετή και Παναγιώτα, καθόσον ο Παναγιώτης είχε φύγει για τη Λαμία για εργασία και διέμεινε στο θείο μου τον Δημήτρη τον Ξενοκώστα, αδελφό της μητέρας μου) και του Κωνσταντίνου Αλεξίου (Μαρία, Ευαγγελία και Δημήτρης), που διέμεναν στο σπίτι του Νίκου του Δημόπουλου, καθώς και ο μπατζανάκης του Νικόλαος Παπαναγιώτου (Νικάκης) απέφυγαν την ομηρεία, χάρις στην έγκαιρη φύλαξη τους στο πάνω όροφο του σπιτιού που ήταν γεμάτος ξηραμένο τριφύλλι και δεν κινούσε εύκολα την περιέργεια των ανταρτών, ότι ήταν δυνατόν να κρύπτονται εκεί άνθρωποι, αφού το τριφύλλι έφθανε μέχρι την βεράντα-μπαλκόνι του διώροφου σπιτιού, αποκλείοντας τέτοιες σκέψεις. Εκεί λοιπόν στοιβαχτήκαν τα παραπάνω παιδιά και ο Νικάκης το ένα σχεδόν πάνω στο άλλο χωρίς να μπορούν να πάρουν αναπνοή και με τον κίνδυνο να προδοθούν λόγω του πνιγμού των από τη ζέστη και τις αναθυμιάσεις που εκπέμπει το τριφύλλι, με άγνωστες συνέπειες για όλους τους εμπλεκόμενους και μη και ’’ εσταί η δευτέρα γενεά χειρίστη της πρώτης ’’ όπως λέγει το Ευαγγέλιο. Σε κάποια δε στιγμή και ενώ ο πατέρας μου και ο Κωνσταντίνος Αλεξίου με την σύζυγο του Αικατερίνη και τον γιο του Αντρέα τους πήρανε οι αντάρτες, κάποιος αντάρτης ανάβει το φακό του και πετά το φώς του επάνω στα δεμάτια τριφυλλιού που ήταν στοιβαγμένα και κρυμμένα τα κορίτσια των δύο προαναφερομένων οικογενειών κλπ. και τότε η χαρισματική και ψύχραιμη μάνα μου με όσες δυνάμεις της εναπέμειναν φωνάζει δυνατά μη καπετάνιο μου κάνεις τέτοιο κακό και ανάβεις το φακό, γιατί θα γίνουμε στόχος του Λόχου των στρατιωτών, ό οποίος θα μας στοχοποιήσει και θα μας ανατινάξει με κανένα όλμο και πράγματι εκείνος θεία πρόνοια προφανώς, υπάκουσε στην παράκληση αυτή της μάνας μου και έτσι δεν έγιναν αντιληπτά τα κορίτσια και οι υπόλοιποι κρυμμένοι στα δεμάτια τριφυλλιού και σωθήκανε όλοι τους χάρης στην ψυχραιμία της ηρωίδας μάνας μου και φύγανε οι αντάρτες βιαστικά, προς άγνωστη κατεύθυνση. Στο σημείο αυτό οφείλω να πω και να το καταγράψω αυτό, κάμνοντας μία εμβόλιμη παρέμβαση, ότι η μάνα μου Βασιλική Παπαναγιώτου Πρεσβυτέρα, υπήρξε αναμφισβήτητα μια ηρωίδα μάνα, καθ όλη την διάρκεια της προαναφερθείσας στρατιωτικής μάχης και των εχθροπραξιών των ανταρτικών και εθνικών στρατιωτικών δυνάμεων, αλλά και της βίαιης αρπαγής και ομηρείας του σεβαστού και πολυαγαπημένου πατέρα μου Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, για πολλούς και διαφόρους λόγους. Στάθηκε αυτή η χαριτόβρυτη και γλυκιά μου μάνα, στο πλευρό της υπόλοιπης οικογενείας της, με παρρησία και απίστευτο θάρρος, όρθια, αταλάντευτη και με μεγάλη αξιοπρέπεια,


< 56 >

κάμνοντας τη καρδιά της πέτρα, αλλά και συνεχείς ενδόμυχες απλές και θερμές προσευχές στο Θεό, την Παναγία και όλους τους Αγίους μας, για την άμεση και καλή απελευθέρωση από τη κατάσταση της ομηρείας του άνδρα της και του παππά πατέρα μας. Προσπάθησε αυτή η πραγματική Ρουμελιώτισσα ως άλλη Σουλιώτισσα και το επέτυχε, με κάθε τρόπο να στηρίξει ηθικά και ψυχολογικά την πολυμελή οικογένεια της και ιδιαίτερα εμένα που ήμουνα μόλις οκτώ ετών και είχα μεγάλη αδυναμία στον παππά πατέρα μου, ως ο μικρότερος των οκτώ παιδιών της οικογενείας και κακομαθημένος σαν στερνοπούλι παιδί τους, λέγοντας παρηγορητικά λόγια, αγκαλιάζοντας και φιλώντας με, όπως: Μη κλαις Σπύρο παιδί μου, θα έλθει γρήγορα ο πατέρας σου, πάει για λίγες ημέρες μαζί με άλλους συγχωριανούς στο χωριό μας και θα μας φέρει πράγματα και θα ξαναγυρίσει γρήγορα κοντά μας, ενώ μέσα της άλλα πίστευε και έβλεπαν τα μάτια και η καρδιά της, ενώ προσπαθούσε να μην τα φανερώσει αυτά σε μας και ήταν δικαιολογημένα αυστηρή και ψύχραιμη σε όλη την οικογένεια της, αφού σε αυτή έπεφτε πλέον ο διπλός ρόλος του πατέρα και της μάνας. Καθώς όμως περνούσαν οι ημέρες και κανένα νέο-χαμπέρι δεν έπαιρνε η μάνα μας για τον πατέρα μας, από καμιά απολύτως πηγή πληροφόρηση, αφού αυτό για την εποχή κείνη και τα μέσα που υπήρχαν ήταν απολύτως αδύνατο, τόσο η αγωνία και η στενοχώρια όλων των μελών της οικογενείας μας, ανέβαζε και διέπλαθε τις κακές σκέψεις στα μυαλά μας, για την τύχη του καλοκάγαθου και σεβαστού πατέρα μας, αλλά και των άλλων αθώων συγχωριανών μας. Σε κάποια όμως στιγμή και εάν ενθυμούμαι καλά, την επομένη ημέρα των Τριών Ιεραρχών, η την πρώτη Φεβρουαρίου του Αγίου Τρύφωνα, ή μάνα μου έλαβε την πληροφόρηση από τον επανακάμψασα από το χωριό Αικατερίνη Κωνσταντίνου Αλεξίου μαζί με τον Ευάγγελο Ξενοκώστα και τον Βασίλειο Αθανασίου (Λουρίδα), ήτοι δηλαδή τρείςτέσσερες ημέρες μετά την ομηρεία του πατέρα μας, ότι αυτός είναι πολύ καλά στην υγεία του και ότι οι αντάρτες του συμπεριφέρθηκαν καλά στο Γαρδίκι Ομιλαίων όπου πήγε, μαζί με τους άλλους ομήρους από την Λευκάδα, καθώς και σε όλους γενικώς. Έτσι λοιπόν ηρεμήσαμε όλοι μας επιφανειακά, αλλά μέσα στη ψυχή μας στριφογύριζαν τώρα όλο και περισσότερες άσχημες και ανησυχητικές σκέψεις για την ζωή του πατέρα μας, γιατί μέσα μας κρυβότανε το γιατί εκείνος δεν ήλθε μαζί τους όπως μαζί έφυγαν αρπαγέντες από τους αντάρτες και κατά πόσο ήσαν ειλικρινείς οι διαβεβαιώσεις της συγχωριανής μας για τις οποίες βεβαίως δεν αμφιβάλλαμε ούτε κατά κεραία κατ’ αρχήν, αφού επρόκειτο περί σοβαρής και ευυπόληπτης συγχωριανής η ήσαν αυτές με άλλα λόγια απλά ανθρώπινα ενθαρρυντικές, κάμνοντας κουράγιο στην οικογένεια μας. Οι ανησυχητικές σκέψεις της μάνας μας αλλά και όλων μας επιτάθηκαν περισσότερο, όταν το μεσημέρι της 2ας Φεβρουαρίου ημέρα της Υπαπαντής του Σωτήρα μέσα σε μία ανέλπιστη καταιγίδα, κατέφθασαν κατακουρασμένοι και βρεγμένοι μέχρι τα κόκκαλα και ο σύζυγος της προαναφερθείσας συγχωριανής μας Κωνσταντίνος Ευαγγέλου Αλεξίου και ο γιός του Ανδρέας, οι οποίοι μαζί απήχθηκαν με τον πατέρα μου και οι οποίοι μας πληροφόρησαν ότι ό πατέρας μας είχε πάει στα Παγκάκια να λειτουργήσει για την Υπαπαντή του Σωτήρα και ότι τον άφησαν πολύ καλά χωρίς καμιά άλλη περισσότερο θετική πληροφορία να δύνανται να μας παράσχουν.


< 57 >

Ας σημειωθεί ότι η οικογένεια του Κωνσταντίνου Αλεξίου, αμέσως μετά τις ανωτέρω ταλαιπωρίες που υπέστη, αναχώρησε κατά τις 8-10 Φεβρουαρίου 1948 για την Λαμία, όπου εγκαταστάθηκε προσωρινά και μέχρι της παλιννόστησης της τον Απρίλιο του 1950 στο χωριό μας, στην περιοχή του Αγίου Λουκά Λαμίας μαζί με την οικογένεια του Νίκου Παπαναγιώτου (Νικάκη). Μετά την πάρα πάνω ενημέρωση μας από τον Κωνσταντίνο Αλεξίου Γραμματέα της Κοινότητας και το γιό του Ανδρέα, χωρίς να το θέλουμε όλοι μας, τόσο στο βασανισμένο και ταλαιπωρημένο μυαλό της μάνας μου όσο και στα δικά μας μυαλά των παιδιών της, άρχισαν να περνούν και εν πολλοίς δικαιολογημένα πάρα πολύ άσχημες σκέψεις, ότι δήθεν δεν μας λένε την αλήθεια οι συγχωριανοί μας, για τον πατέρα μας. Και ότι το πιθανότερο ενδεχόμενο ήταν, να είχαν σκοτώσει τον πατέρα μου οι αντάρτες, η να μην είχε μπορέσει εκείνος ερχόμενος προς τη Λευκάδα, να περάσει το κατεβασμένο από θολά ορμητικά νερά ρέμα των Καναλιών και πνίγηκε λόγω της μεγάλης κακοκαιρίας που επικρατούσε την ημέρα εκείνη και το κλάμα και η στενοχώρια όλων μας πήγαινε σύννεφο και οι σιωπηλές προσευχές μας για τη σωτηρία και την ανώδυνη επιστροφή του πατέρα μας, ήσαν πραγματικά αδιάκοπες. Συνεχίζοντας λοιπόν τη διήγηση μου, από το σημείο εκείνο της ανωτέρω εμβόλιμης παρέμβασης μου, σας γνωρίζω καλοί μου αναγνώστες, ότι οι καπεταναίοι των ανταρτών όταν φθάσανε στο Γαρδίκι Ομλιαίων, όπου μεταφερθήκαν και οι απαχθέντες-όμηροι από την πολεμική επέμβαση των στη Λευκάδα συνάνθρωποι τους σε συγκέντρωση, κατ αρχήν στο σπίτι του Γκέκα του Χαράλαμπου και στη συνέχεια στην πλατεία του Σταυρού. Εκεί στην πλατεία του Σταυρού ξεχώρισαν τους δυνάμενους να φέρουν όπλα και αυτούς μεν τους ενέταξαν αμέσως στο ένοπλο δυναμικό τους, στους δε λοιπούς τους μίλησε κάποιος αντάρτης Καπετάνιος για το δίκαιο αγώνα που κάνουν και τους ηθικούς σκοπούς της επανάστασης των και τους άφησαν προσωρινά ελεύθερους να πάνε στα σπίτια και στα χωριά τους για να τα δουν, αφού πρώτα τους κατέγραψαν, και τους είπαν να ξανά επιστρέψουν και πάλι στο Γαρδίκι σε τακτή ημέρα και ώρα, με άγνωστο και αβέβαιο το μέλλον των και τους επέστησε την προσοχή των για τυχόν απόδραση των και της συνέπειες της, που θα είναι οπωσδήποτε θάνατος. Ο σεβαστός πατέρας μου, όπως ήταν φυσικό επόμενο έφυγε μαζί με τους άλλους συγχωριανούς του και πήγαν στο χωριό τους το Παλαιοχώρι να δουν σε ποια κατάσταση βρίσκονται τα σπίτια, αλλά και το σχολείο και οι εκκλησίες τους, ύστερα από τα πολλά χιόνια που πέσανε το τελευταίο τρίμηνο. Πράγματι, όταν ο καλοσυνάτος πατέρας μου, έφθασε στο σπίτι μας είδε αυτό όπως ήταν φυσικό επόμενο εγκαταλελειμμένο και χορταριασμένο και τα φύλλα των γύρω δένδρων να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της αυλής, χωρίς καμιά κεραμοσκεπή να έχει χαλάσει η άλλη ζημιά να υπάρχει και μία ψυχοπλάκωση και μεγάλος προβληματισμός τον έπιασε. Προς μεγάλη του όμως έκπληξη, είδε μπροστά στο πλατύσκαλο της εξώπορτας του σπιτιού μας ξαπλωμένο και εν αποσυνθέσει το πτώμα της μικρής σκυλίτσας που είχαμε και η οποία μετά τρεις ημέρες από την εγκατάσταση μας στην Λευκάδα τον προηγούμενο χρόνο, αυτή εξαφανίστηκε μυστηριωδώς και μάταια εμείς την αναζητούσαμε.


< 58 >

Βλέπετε, ότι η σκυλίτσα πιστή επέστρεψε στο σπιτάκι της στο Παλαιοχώρι, 15 χιλιόμετρα μακριά για να πεθάνει-ψοφήσει εκεί νηστική και ταλαιπωρημένη και όχι στη Λευκάδα, αλλά όχι όμως και ξεχασμένη, γιατί πάντα την αναζητούσαμε, αφού ήταν ένα πολύ έξυπνο, καλό, χρήσιμο και υπάκουο τετράποδο, επιβεβαιώνοντας τη φράση: ’’Πίστη κυνός μέχρι τελευταίας αναπνοής, ενώ πίστη γυναικός μέχρι πρώτης ευκαιρίας’’; ’’ την οποία αναπτύξαμε αυτοτελώς και διεξοδικώς στο βιβλίο μας:

„Α Ν Θ Ο Λ Ο Γ Ι Ο Δ Ι Δ ΑΚ ΤΙ Κ Ω Ν

ΛΟΓΩΝ

Π Α Π ΑΔ ΗΜ ΗΤ Ρ Η Π Α Π ΑΝ ΑΓ Ι Ω ΤΟ Υ “

Στη συνέχεια ο σεβαστός Ποιμενάρχης μας, επισκέφτηκε τις τρείς Εκκλησίες του χωριού, την Αγία Παρασκευή, τον Προφήτη Ηλία και τον Αι Γιάννη τον Πρόδρομο, αλλά και το Δημοτικό Σχολείο και άναψε από ένα κερί και τις ήλεγξε ένα έχουν πάθει και αυτές καμιά ζημιά από τις φουρτούνες του χειμώνα και την αναγκαστική δυστυχώς εγκατάλειψη τους και αφού δεν διαπίστωσε κάτι τέτοιο έκανε και πάλι το Σταυρό του και παρακάλεσε ξανά και θερμά τον Πανάγαθο Τριαδικό Άγιο Σωτήρα Θεό μας να είναι η σύντομη ή εγκατάλειψη τους και να είναι γρήγορη και ανώδυνη η επιστροφή των κακήν κακώς εκπατρισθέντων συγχωριανών μας και λοιπών επίσης ανθρώπων, στις πατρογονικές εστίες των. Μετά τις ανωτέρω ηθικά επιβαλλόμενες και πραγματοποιηθείσες επισκέψεις του στους προαναφερόμενους εκκλησιαστικούς και μη χώρους, ξανά επέστρεψε στο σπίτι μας, αντικρίζοντας και συναντώντας κατά την διαδρομή του ανά πάσα στιγμή και σπιθαμή την αναγκαστική ερήμωση του χωριού, εκεί που άλλοτε έσφυζε η ζωή, το γέλιο και το χωρατό και από παντού άκουγες φωνές ανθρώπων, ζώων και πτηνών και έβλεπες τους καπνοδόχους των σπιτιών να βγάζουν καπνούς ζεστασιάς. Στο σπίτι μας, που επέστρεψε στη συνέχεια ο πατέρας μου, ασχολήθηκε με κάποιες μικροδουλειές για τα νερά στο κεφαλάρι του σπιτιού κλπ. και μετά αναγκαστικά δείπνησε δυστυχώς νηστικός και ταλαιπωρημένος στο παγωμένο σπιτικό του, με πάρα πολλές σκέψεις και προβληματισμούς, για το μέλλον της πατρίδας και των κατοίκων της, αλλά και του ιδίου και της οικογενείας του. Την επόμενη ημέρα των Τριών Ιεραρχών πήγε στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και ξεπλήρωσε τα λειτουργικά του καθήκοντα, αλλά δεν λειτούργησε γιατί δεν είχε πρόσφορο, άλλωστε ποιος να φτιάσει πρόσφορο-λειτουργία, αφού όλοι τους οι συγχωριανοί ήταν εκπατρισμένοι στις πόλεις και τις κωμοπόλεις. Το διπλανό όμως χωριό τα Πουγκάκια Φθιώτιδας και γενέτειρα του πληροφορήθηκε το ανωτέρω γεγονός και την άφιξη του Παπαδημήτρη στο Παλαιοχώρι και τον καλέσανε με κάποιο Πουγκακιώτη, αφού πάρα πολλοί Πουγκακιώτες δεν εκπατρισθήκανε-φύγανε τον Οκτώβριο του 1947 για τις πόλεις και τις κωμοπόλεις και παρέμειναν στο χωριό, να πάει να τους λειτουργήσει του Αγίου Τρύφωνα και την επόμενη της Υπαπαντής του Σωτήρα. Πράγματι ο σεβαστός γέροντας Παπαδημήτρης, αποδέχθηκε ευχάριστα την πρόσκληση τους, αφού αυτή ήταν μέσα και στην χορηγηθείσα άδεια από τους καπεταναίους των ανταρτών του Γαρδικίου και πήγε και τους λειτούργησε τις δύο προαναφερθείσες μεγάλες γιορτές του Αγίου Τρύφωνα και της Υπαπαντής του Σωτήρα και ο Ιερός Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου ήταν γεμάτος από Πουγκακιώτες συγχωριανούς του, προς δόξα του Τριαδικού Άγιου Σωτήρα Θεού μας.


< 59 >

Μετά την Θεία Λειτουργία της Υπαπαντής του Σωτήρα την 2α Φεβρουαρίου του 1948, ο καλοπροαίρετος και σεβαστός γέροντας Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, προσκλήθηκε από τον Υπεύθυνο Φρούραρχο και Αρχηγό της Αυτοάμυνας των ανταρτών της περιοχής εκείνης Θεοφάνη Μελαχροινάκη να γευματίσει στο σπίτι του, πράγμα που έγινε. Κατά την διάρκεια του γεύματος και ενώ η ώρα ήταν γύρω στις μία το απόγευμα και ο καιρός λυσσομανούσε και πάρα πολύ κρύο έκανε, ήλθαν στο σπίτι του Φρουράρχου κάποια γυναίκα άλλα και ένας άντρας και του ζήτησαν να τους δώσει άδεια να πάνε στη Λευκάδα να πάρουν τις οικογένειες τους και να ξανά επιστρέψουν κατά τα λεγόμενα τους στο χωριό τους. Όταν έφυγαν οι παραπάνω επισκέπτες του Φρουράρχου και αφού αυτός τους χορήγησε τις αιτούμενες άδειες χωρίς καμιά αντίρρηση, αλλά μόνο με την παρατήρηση να προσέξουν πολύ για την οπωσδήποτε επιστροφή των, τότε πέρασε σαν αστραπή στο μυαλό του άκακου και απονήρευτου γέρο Παπαδημήτρη η σκέψη να ζητήσει και εκείνος μια τέτοια άδεια. Πράγματι λέγει στον Υπεύθυνο Αρχηγό της Αυτοάμυνας , εάν μπορεί και δεν τον φέρνει σε δύσκολη θέση, να πάρει εκείνος μια τέτοια άδεια, να πάει στη Λευκάδα και να πάρει την οικογένεια του και να επανέλθει στο Παλαιοχώρι την ενορία του και εκείνος σιωπώντας και με περίσσεια σωφροσύνη, χωρίς καμιά απάντηση του χορηγεί την αιτούμενη άδεια.


< 60 >

Η

Π ΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΑΙ Η ΣΩΦΡΟΣΥΝΗ ΤΗΣ Α ΥΤΟΑΜΥΝΑΣ ΤΩΝ Π ΟΥΓΚΑΚΙΩΝ Φ ΡΟΥΡΑΡΧΟΥ Μ ΕΛΑΧΡΟΙΝΑΚΗ Θ ΕΟΦΑΝΗ .

ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΟΥ

Α ΡΧΗΓΟΥ

Παίρνοντας λοιπόν, την εν λόγω άδεια ο πραγματικά αγνός και άδολος Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, αφού ευχαρίστησε τον Φρούραρχο για το πλούσιο γεύμα του και την χορηγηθείσα άδεια τον χαιρέτισε θερμά δια χειραψίας και του ευχήθηκε πατρικά και ανθρώπινα τα καλύτερα για εκείνον και την οικογένεια του και έστριψε να φύγει για την Λευκάδα. Στο σημείο αυτό οφείλω να σημειώσω και να καταστήσω σαφές στο αναγνωστικό μου κοινό, ότι ο Θεοφάνης Μελαχροινάκης ήταν ομογενής από την Τασκένδη της τότε Σοβιετικής Ένωσης και παλιννόστησε κατά το έτος 1942-1943 στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε κατ αρχήν για δουλειά στην περιοχή της Στυλίδας Λαμίας, στη συνέχεια στα Πουγκάκια Φθιώτιδας και τελικά νυμφεύθηκε και δημιούργησε τη δική του οικογένεια και διέμενε πλέον οριστικά μέχρι το τέλος της ζωής του στη Μακρακώμη Φθιώτιδας ένεκα της καταγωγής της συζύγου του και κατά γενική παραδοχή και ομολογία των πάντων, ήταν καλός άνθρωπος. Μάλιστα κατά την κρίσιμη εκείνη περίοδο του διορισμού του από τον Άρη τον Βελουχιώτη και το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ως Αρχηγού της Αυτοάμυνας της περιοχής εκείνης, όπου έθαλλε η βία και η άκρατη παρανομία, αλλά και ο ετσιθελισμός και οι βιαιοπραγίες, καθώς και οι εκτελέσεις αθώων ανθρώπων, ακόμη νηπίων και γυναικών δίκη προβάτων, με συνοπτικές και μη διαδικασίες των εκατέρωθεν αντιμαχομένων δυνάμεων, πάρα πολλά θετικά και σωστικά προσέφερε στους Πουγκακιώτες και μη και αντίστροφα, περίπτωση Γιώργου Ξενοκώστα (1947) από το ανταρτοδικείο και αντίθετα του στρατοδικείου Λαμίας (1948) για εκείνον. Και ενώ ο Παπαδημήτρης δεν έχει εξέλθει ακόμη της οικίας του Φρουράρχου με την άδεια στο χέρι του, ξανά επιστρέφει μέσα στο δωμάτιο του και λέγει με σεμνότητα, αμεσότητα και πειστικότητα στον Υπεύθυνο Αρχηγό της Αυτοάμυνας. Εγώ καλό μου παιδί Φάνη, είμαι Ορθόδοξος παππάς, δηλαδή πραγματικός Ιερουργός του Υψίστου, δεν μπορώ να σου πω ψέματα, γιατί δεν είπα ποτέ ψέματα στη ζωή μου και: ’’ Χείλη ιερέως εξ άλλου ου ψεύδονται ’’ και σου λέγω τώρα καλέ μου άνθρωπε, γείτονα και συγχωριανέ με πάσα ειλικρίνεια και καθαρότητα και να μου το συγχωρέσεις αυτό, ότι εγώ δεν πρόκειται να ξανά επιστρέψω πίσω. Ο Αρχηγός της Αυτοάμυνας ακούγοντας τα ανωτέρω λόγια, έμενε άφωνος από την αδόκητη ερώτηση του γέροντα Παπαδημήτρη, έστω και εάν ενδόμυχα το πίστευε αυτό και γέλασε πραγματικά με την καρδιά του και το μόνο που του είπε και του ευχήθηκε


< 61 >

ήταν: να πάς στο καλό Παπαδημήτρη μου και τίποτε άλλο, επιβεβαιώνοντας έτσι άθελα του για μια ακόμη φορά την καθημερινή φράση του γέροντα: ’’ Αρνί που βλέπει ο Θεός, ο λύκος δεν το τρώει ’’. Τότε ο γέροντας Παπαδημήτρης φεύγει από το σπίτι του Φρουράρχου και κατευθύνεται στο δρόμο της επιστροφής, αφού πέρασε και πάλι από τον Ιερούς Ναούς του Αγίου Νικολάου και της Κοίμησης της Υπεραγίας Θεοτόκου, για να ευχαριστήσει για μια ακόμη φορά τον Τριαδικό Άγιο Σωτήρα Θεός μας, για την ανεπάντεχη άδεια που του χορηγήθηκε και με βήματα γρήγορα λόγω του περασμένου της ώρας, πήρε το δρόμο της επιστροφής για την Λευκάδα. Καθ όλη τη διαδρομή της επιστροφής του από τα παγωμένα και χιονισμένα Πουγκάκια στην ομιχλώδη Λευκάδα, γιατί είχε σταματήσει η καταρρακτώδη πρωινή βροχή, ο γέροντας Παπαδημήτρης δεν συνάντησε στο δρόμο του κανένα φυλάκιο του στρατού η των ανταρτών ή κάποιο άλλο εμπόδιο που θα του δημιουργούσε πρόβλημα στον προορισμό της επιστροφής του. Στο άκακο όμως και αγνό μυαλό του γέροντα Παπαδημήτρη στροβίλιζε συνεχώς και δεν ήθελε να φύγει από αυτό το παρακινδυνευμένο της τελευταίας ενεργείας του προς τον Φρούραρχο, αλλά και το ειλικρινές πιστεύω του. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο, αναγκαίο και επιβεβλημένο να αναφέρω ότι ο σεβαστός γέροντας Ποιμενάρχης μας ενήργησε στην συγκεκριμένη περίπτωση, όχι με το χέρι στην καρδιά, αλλά με την απολυτότητα που ανήκει στο Θεό και όχι στους ανθρώπους, παραγνωρίζοντας εν προκειμένω τα πάντα, όπως παιδιά και οικογένεια, αρκεί να μην παρά κλείνει εκείνος της αληθείας, αγνοώντας έτσι ότι στη ζωή μας κάπου-κάπου πρέπει να λέμε και κανένα ψέμα, προκειμένου να σώσουμε ανθρώπινες ζωές η άλλα εξ ίσου ισοδύναμα αγαθά, τα λεγόμενα δηλαδή: ’’ Κατά συνθήκη ψεύδη’’. Μετά λοιπόν έντονη πεζοπορία τεσσάρων περίπου ωρών, άνευ διακοπής ούτε και για ένα τσιγάρο, κατέφθασε κατάκοπος και καταϊδρωμένος από τα Πουγκάκια στον πέρα μαχαλά-συνοικία της Λευκάδας των Σπανέϊκων μέσω Καναλιών ο καταπονημένος και κουρασμένος, άλλα με ηθικό ακμαίο σεβαστός γέροντας πατέρας μου. Εγώ την ώρα της άφιξης του πατέρα μου στη Λευκάδα, βρισκόμουνα στον πέρα μαχαλά της δηλαδή τα Σπανέϊκα όπως κάθε μέρα πήγαινα, γιατί με την παιδική αφέλεια και σκέψη πίστευα ακράδαντα ότι σε κάποια στιγμή θα επιστρέψει ξανά στη Λευκάδα ο πατέρας μου από εκείνο το μέρος που έφυγε τον πήραν οι αντάρτες και να που οι παιδικές μου σκέψεις επιβεβαιώθηκαν πλήρως. Όταν εγώ ξαφνικά αντίκρισα τον πατέρα μου τρέχω αμέσως και πέφτω με δάκρυα χαράς στην αγκαλιά του και εκείνος με αγκάλιασε σφιχτά και με φιλούσε για πολλή ώρα και σε κάποια στιγμή με αφήνει και μου λέγει τρέξε τώρα Σπύρο παιδί μου και πήγαινε γρήγορα στη μάνα σου και να της πεις ότι ήλθα και είμαι καλά και να μην ανησυχεί, γιατί εγώ στη συνέχεια από εδώ, δεν θα πάω σπίτι, αλλά κατευθείαν στον Άγιο Νικόλαο στην Εκκλησία, αφενός μεν για εσπερινό, αφετέρου δε να τον ευχαριστήσω ειλικρινά, εγκάρδια και θερμά για τη σωτηρία μου και θα αργήσω λιγάκι.


< 62 >

Αμέσως εγώ τρεχάλα πάω στη μάνα μου και της αναγγέλλω το γεγονός της άφιξης του πατέρα μου και τι μου είπε εκείνος κατά την συνάντηση μας και έτσι ανακουφίστηκε και εκείνη και η υπόλοιπη οικογένεια μας όπως ήταν φυσικό επόμενο και η χαρά όλων μας ήταν απερίγραπτη. Από τον πέρα όμως μαχαλά των Σπανέϊκων της Λευκάδας, δηλαδή από το σπίτι του Κώστα του Τσιγκόλη και μέχρι τον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου, όποιος άνδρας η γυναίκα συναντούσε τον γέροντα Παπαδημήτρη έτρεχε να του σφίξει θερμά το χέρι και να τον χαιρετίσει και να τον καλωσορίσει και εκείνος ευγενικά και καλοσυνάτα ανταπέδιδε τις πατρικές του ευλογίες, ευχές και ευχαριστίες του. Όταν δε έφθασε στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου ο σεβαστός ποιμενάρχης μας, χτύπησε έμπλεος χαράς και αγαλλίασης την καμπάνα του Ναού του για τον καθιερωμένο εσπερινό και ταυτόχρονα με την πράξη του αυτή, έδιδε το μήνυμα της επιστροφής-άφιξης του. Μετά τον εσπερινό για την επομένη-αυριανή μεγάλη εορτή του Αγίου Συμεώνος του Θεοδόχου, ο πατέρας μου και εγώ κατευθυνθήκαμε κατευθείαν για το σπίτι μας στην οικία Νίκου Δημόπουλου, γιατί εγώ είχα επιστρέψει εν τω μεταξύ από την μάνα μου, που την ενημέρωσα για την άφιξη του πατέρα μου και είχα πάει τρεχάλα στην εκκλησιά για να τον βοηθήσω στο θυμιατό και στην ανάγνωση του Ψαλτηρίου κλπ. του εσπερινού. Οι στιγμές της άφιξης του πατέρα μου στο σπίτι μας, ήταν πάρα πολύ συναισθηματικές, συγκινητικές και ανθρώπινες και όλοι μας και ιδιαίτερα η μάνα μου σταυροκοπιότανε συνεχώς και ευχαριστούσε ειλικρινά και θερμά το Θεό, την Παναγία και όλους τους Αγίους, για την αίσια επιστροφή του. Όλοι μας μικροί μεγάλοι θέλαμε να μάθουμε και να ακούσουμε από τα χείλη του πατέρα μας, πως πέρασε αυτές τις επτά εφιαλτικές ημέρες, που έλειπε από κοντά μας, τι δυσκολίες συνάντησε κατά την διάρκεια αυτών και ποιά ήταν η εν γένει αντιμετώπιση του από τους αντάρτες και συγχωριανούς. Μετά λοιπόν από αρκετή ώρα, που ο γέροντας και σεβαστός μου πατέρας, μας ενημέρωνε για τα καθέκαστα, ή μάνα μου με τις αδελφές μου έστρωσαν το τραπέζι του φαγητού και καθίσαμε όλοι γύρω του, να φάμε μια γλυκιά επί τέλους χαψιά ψωμιού και ότι άλλο πρόχειρο είχε φτιάξει η γερόντισσα παπαδιά και μάνα μου, ευχαριστώντας και πάλι το Θεό, την Παναγία και όλους τους Αγίους για την απελευθέρωση του και την επιστροφή του κοντά μας. Στη συνέχεια μετά το φαγητό μας, πέσαμε όλοι για ύπνο στα κρεβάτια μας και το πάτωμα, για να ξεκουραστεί και λίγο ο ταλαιπωρημένος πατέρας μου, αλλά και όλοι εμείς που όλες εκείνες τις ημέρες ήμασταν σχεδόν άγρυπνοι, κουρασμένοι ψυχικά και ηθικά και αμήχανοι εν πολλοίς για τις αίσιες τελικά εξελίξεις. Η επομένη ημέρα βρίσκει τον πάτερα μου και όλη την οικογένεια μου προβληματισμένη, δηλαδή τι πρέπει να πράξει αυτή για το συμφέρον και το καλό της, εάν δηλαδή πρέπει να φύγει από τη Λευκάδα και που πρέπει να πάει και τι εν πάση περιπτώσει πρέπει να κάνει, για να μην έχει παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον με άγνωστα και προφανώς δυσμενή πλέον αποτελέσματα.


< 63 >

Οι συζητήσεις έδιναν και έπαιρναν μεταξύ ιδίως των μεγάλων μελών της οικογενείας μου χωρίς άμεσο αποτέλεσμα και ιδιαίτερα μεταξύ της μάνας και του πατέρα μου, γιατί οι παράμετροι που έθετε ό καθένας τους, ήταν εκ διαμέτρου αντίθετοι, με τις θέσεις και προτάσεις του άλλου, αλλά και οι δύο ήταν σωστές και οι δύο είχαν δίκαιο, αφού εξαρτιόταν από ποια οπτική γωνία έβλεπε κανείς το θέμα που μας απασχολούσε, δηλαδή της άμεσης μετακίνησης μας για Σπερχειάδα, Μακρακώμη και Λαμία και τις υπάρχουσες οικονομικές και μη δυνατότητες που είχαμε σαν οικογένεια, για την άμεση λύση του προβλήματος μας. Εδώ τελείωσε μία πραγματικά θορυβώδης ιστορία με αίσιο τέλος, αλλά με ονοματεπώνυμο και διευθύνσεις του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου χάρης στην ειλικρίνεια του χαρισματικού και σεβαστού γέροντα ποιμενάρχη μας και τη σωφροσύνη και τη γενναιότητα του Φρουράρχου, αλλά με πολλά ηθικά και κοινωνικά διδάγματα και με πάρα πολλούς αποδέκτες.


< 64 >

Η

Β ΑΣΙΛΙΚΗΣ Δ ΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΩΝ ΠΑ ΙΔΙΩΝ ΤΗΣ .

ΨΥΧΡΑΙΜΙΑ ΤΗΣ ΜΑ ΝΑΣ ΜΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΣ

Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ

Μετά το αίσιο τέλος της ομηρείας του πατέρα μου από τους άτακτους του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ το βράδυ της 26ης προς την 27η Ιανουαρίου του έτους 1948 στη Λευκάδα Φθιώτιδας και της ομαλής και ακίνδυνης στη συνέχεια επιστροφής του από τα Πουγκάκια Φθιώτιδας, αρχές Φεβρουαρίου του ιδίου έτους και πάλι στη Λευκάδα, κατόπιν βεβαίως αδείας του οικείου Αρχηγού της Αυτοάμυνας της περιοχής Πουγκακίων, άρχισε για την οικογένεια μου ένας μεγάλος αγώνας και Γολγοθάς στο τι πρέπει να πράξει αυτή πρωτίστως για την ασφάλεια της, για να μην πέσει ξανά θύμα χειροτέρας ομηρείας και δευτερευόντως με το τι θα γίνει με τη μόρφωση και την προκοπή εν γένει των πολλών (παιδιών) μελών της και ποια πορεία τελικά θα πάρουν αυτά στη ζωή τους. Καθημερινοί ομηρικοί καβγάδες μπορεί να πει κανείς γινόταν μεταξύ του πατέρα και της μάνας μου και έντονες εκατέρωθεν οικογενειακές συζητήσεις και διαξιφισμοί αναπτύσσονταν, πάντοτε όμως λέγω με πάσα ειλικρίνεια και πλήρη αντικειμενικότητα μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης ευπρέπειας και της επιβαλλόμενης κοσμιότητας, αλλά και του φιλόξενου πρωτοκόλλου και αυτή ήταν η μόνιμη και διαρκής επωδός της άνοιξης και του καλοκαιριού εκείνου του έτους του 1948. Η επιχειρηματολογία των γονέων μου ήταν σοβαρή και εποικοδομητική καίτοι εκ διαμέτρου αντίθετη, με ουσιαστικούς προβληματισμούς και με πολλά εμπόδια λόγω δυστυχώς κυρίως οικονομικών και μη δυσχερειών, χωρίς όμως τέλος και τελειωμό και χωρίς καμιά οριστική λήψη απόφασης και το γαϊτανάκι αυτό πολύ καλά κρατούσε για εβδομάδες και μήνες και η αγωνία όλων μας συνεχώς κορυφωνόταν και η αδρεναλίνη μας επίσης ανέβαινε και εκείνη κατακόρυφα. Ας σημειωθεί και οφείλω αυτό να το καταγράψω, ότι στις 5 η αρχές εν πάση περιπτώσει Μαΐου του έτους 1948 στη Λευκάδα, έλαβε χώρα ένα ανεπάντεχο και τραγικό συμβάν, τραυματίσθηκε θανάσιμα το πρωινό εκείνο από αδέσποτη η εξωστραγκισθείσα προφανώς βολίδα-σφαίρα τυφεκίου, προερχόμενη από συμβατό πολεμικό όπλο της περιόδου εκείνης, μια έφηβη και χαριτωμένη κοπέλα η Μαρία Νίκου Σελεβίστα, που βρισκότανε τη μοιραία εκείνη στιγμή στην πλατεία του χωριού της και στον οικισμό των Χατζαίων. Βρισκότανε εκεί, η άτυχη κοπέλα για κάποια προφανώς δουλειά της, η διερχόταν όλως τυχαία, πηγαίνοντας στο σπίτι της και την οποία στη συνέχεια οι ειδοποιηθέντες γονείς της, αλλόφρονες και αναστατωμένοι την μετέφεραν αιμορραγούσα και εσπευσμένα, πάνω σε κάποιο πρόχειρο φορείο και στο άλογο τους, δια μέσου του προσφορότερου δρομολογίου


< 65 >

που ήταν για την κρίσιμη εκείνη στιγμή, αυτό του Πύργου, που συντόμευε το δρομολόγιο μέσω Σπερχειάδας. Εκεί δηλαδή στον Πύργο, διέρχονταν πολλά αυτοκίνητα πάσης φύσης και με το σκεπτικό της ανθρώπινης ευαισθησίας και εξυπηρέτησης, ότι κάποιος από όλους τους διερχόμενους οδηγούς θα φιλοτιμηθεί και θα παραλάβει την άτυχη κοπέλα και θα την μεταφέρει, για την τυχόν παροχή πρώτων βοηθειών σε Ιατρό της Μακρακώμης. Ο Ιατρός δυστυχώς της Μακρακώμης που μεταφέρθηκε η άτυχη κοπέλα, απλά περιορίστηκε στη διαπίστωση του θανάτου της και την εν συνέχεια σύνταξη έκδοσης έκθεσης νεκροψίας και νεκροτομής. Η άτυχη κοπέλα, ο Θεός να την αναπαύσει, ενταφιάστηκε δυστυχώς, για λόγους προφανείς ασφαλείας και του τεταμένου την περίοδο εκείνη πολιτικού κλίματος στο εκεί Κοιμητήριο της Μακρακώμης και όχι στη γενέτειρα της τη Λευκάδας, όπως εγκύρως πληροφορηθήκαμε πολύ μεταγενέστερα. Περιπτώσεις όμως πυροβολισμών άνευ όμως τραγικών αποτελεσμάτων όπως το προαναφερθέν, είχαμε πολύ συχνά πυκνά την περίοδο εκείνη, από τις αντιμαχόμενες ένοπλες δυνάμεις Ανταρτών και Εθνικού Στρατού, που πηγαινορχόντουσαν, πότε ή μία και πότε η άλλη, πάνω κάτω στον Οδικό Άξονα (Λαμία-Μακρακώμη-Αϊ Γιώργης-Καρπενήσι) και πυροβολούσαν στον αέρα, στο γάμο του καραγκιόζη κατά το κοινώς λεγόμενο. Αδιαφορώντας για τις απερίσκεπτες εκείνες ενέργειες τους και τις απρόβλεπτες συνέπειες τους, προς τα απέναντι χωριά της Δυτικής Φθιώτιδας όχθης του Σπερχειού ποταμού όπως ήταν η Λευκάδα και όλα αυτά, για εκφοβισμό των κατοίκων της, κάνοντας με αυτόν τον τρόπο, γνωστή την στην περιοχή, ως μία ένδειξη ισχύος των.

επίσης τυχόν και της δυτικής δήθεν δηλαδή παρουσία τους

Το ανωτέρω τραγικό γεγονός το ενθυμούμαι τόσο πολύ καλά, λες και συνέβηκε τώρα, αυτή δηλαδή την στιγμή, που καταγράφω αυτές τις αράδες, καθόσον στο περιστατικό αυτό ήμουνα αυτόπτης μάρτυρας, αφού βρισκόμουνα και εγώ εκείνη την στιγμή στην πλατεία του χωριού, παίζοντας με άλλους συνομήλικους μου, οι οποίοι όλοι μας μετά το γεγονός εξαφανιστήκαμε από προσώπου γης, κατά το κοινώς λεγόμενο, από το φόβο και τον τρόμο μας. Το γεγονός αυτό θορύβησε και συντάραξε όλους τους κατοίκους της Λευκάδας γηγενείς και ετερόκλητους και θεωρούσαν πλέον τη Λευκάδα όλοι τους ως μη παρέχουσα εχέγγυα ασφαλούς διαμονής και διαβίωσης και επεδίωκαν με οποιοδήποτε τρόπο μπορούσαν να την εγκαταλείψουν πάση θυσία, παρασύροντας σ αυτό και τους πλέον αισιόδοξους και ανθιστάμενους κατοίκους της. Οπότε Θεού θέλοντας και καιρού επιτρέποντος κατά το κοινώς λεγόμενο, φθάσαμε αισίως στα μέσα του Καλοκαιριού του έτους 1948 και να; μεγαλύτερο και πάρα πολύ επικίνδυνο νέο κακό ενέσκηψε για δεύτερη δυστυχώς φορά στην ανταρτόπληκτη Λευκάδα, μέσα στο έτος αυτό. Έτσι λοιπόν, ενωρίς το απόβραδο της 5ης Ιουλίου 1948 σαν αστραπή-κεραυνός διαδόθηκε στους κατοίκους της Λευκάδας η είδηση, ότι γύρω στα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας, θα κάνανε νέα επιδρομή οι αντάρτες του καπετάν Διαμαντή (Γιάννη Αλεξάνδρου)


< 66 >

και του Καπετάν Γαζή για να απαγάγουν ξανά όσες περισσότερες προσωπικότητες του χωριού μπορούσαν για να τις εκβιάζουν ποικιλοτρόπως, καθώς και νεαρά παιδιά αγόρια και κορίτσια για να τα στρατολογήσουν και να τα εντάξουν στη συνέχεια στις δικές τους πολεμικές αντάρτικες δυνάμεις. Το ανωτέρω άσχημο μαντάτο, όπως κάθε κακό, διαδόθηκε σαν αστραπή όπως είπαμε στο χωριό και όλες οι οικογένειες ανεξαιρέτως μπορεί να πει κανείς, πλην των ευμενώς προσκειμένων στους αντάρτες, προσπάθησαν με τον έναν η τον άλλον τρόπο και με όσα προφυλακτικά μέσα διέθεταν να απομακρύνουν και να φυγαδεύσουν από τα σπίτια των, τα ενήλικα παιδιά τους αγόρια και κορίτσια, στον Ρουστιανίτη ξεριά και τον θερισμένο κάμπο και στις τυχόν υπάρχουσες εκεί κρυψώνες τους. Εκείνοι δε αμπαρωθήκανε κατά το κοινός λεγόμενο στα σπίτια τους, με την αδρεναλίνη των να ανεβαίνει στα ύψη και η αγωνιά τους να κορυφώνεται και να αναμένουν λοιπόν με κομμένη πλέον την ανάσα τους από στιγμή σε στιγμή το ένοπλο και φεγγοβόλο κροτάλισμα των βολίδων των διαφόρων συμβατών όπλων μεταξύ των εμπολέμων δυνάμεων των Ανταρτών του Καπετάν Διαμαντή (Γιάννη Αλεξάνδρου) και των άλλων ρουμελιωτών καπεταναίων του ΕΛΑΣ και του Εθνικού Στρατού μας, που προστάτευε μόνιμα τη Λευκάδα, από τέτοιες επιδρομές. Από την οικογένεια μου την αποφράδα εκείνη ημέρα απουσίαζε μόνο ο μεγαλύτερος αδελφός μου ο Παναγιώτης, ο οποίος λίγες μόνο ημέρες μετά την άφιξη και την εγκατάσταση της οικογενείας, μετά των οικόσιτων ζώων μας στη Λευκάδα το Φθινόπωρο του 1947, εκείνος έφυγε και πήγε κατευθείαν στη Λαμία κοντά στον καλό μου θείο και δεύτερο μπορώ να πω χωρίς κανένα ενδοιασμό πατέρα μου για στις σπουδές μου, το Μήτσο τον Ξενοκώστα, Χωροφύλακα και αδελφό της μάνας μου. Ο θείος μου με τις γνωριμίες και με τις επαφές του, που είχε στον επαγγελματικό και κοινωνικό περίγυρο της Λαμίας, λόγω επαγγέλματος και προσωπικότητας, έβαλε τον Παναγιώτη τον αδελφό μου κατ αρχήν να εργάζεται, σε κάποια εμπορικά καταστήματα και στη συνέχεια στην ποτοποιία του Στεφόπουλου, για να βγάζει το μεροκάματο του, εργασίες τις οποίες δεν ήταν συμβατές με τα προσόντα και το φιλόδοξο και υψιπετή χαρακτήρα και τα όνειρα του αδελφού μου και συνεχώς διαμαρτυρόταν στο θείο μου. Ταυτόχρονα όμως, για να του εξασφαλίσει μόνιμη δουλειά, λόγω της κρίσιμης κατάστασης που διερχόταν η χώρα μας, του έχει κάνει-υποβάλλει και τα χαρτιάδικαιολογητικά του στη Διοίκηση Χωροφυλακής Λαμίας, να καταταγεί πριν ακόμη τον πάρουν στρατιώτη-φαντάρο στις Ένοπλες Δυνάμεις, στο ένδοξο Σώμα της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, πράγμα το οποίο και επέτυχε και έτσι τον κατέταξε τελικά, στην ιστορική Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή την 4η Σεπτεμβρίου το έτος 1948. Η δε υπόλοιπη οικογένεια μου, καθώς αναφέρθηκε παραπάνω, ήταν παρούσα στην αποφράδα ημέρα. Δηλαδή ήσαν παρόντες, ο πατέρας και η μάνα μου οι δύο μου αδελφές η Αρετή και Παναγιώτα και τα αδέλφια μου ό Γιάννης και ό Λεωνίδας, τα οποία εκείνα ήταν άρρωστα από τύφο και ήσαν ξαπλωμένα στα κρεβάτια τους και πάρα πολύ έντονα παραμελούσαν από τον υψηλό πυρετό που είχαν και τα βασάνιζε και δεν γνώριζαν απολύτως τίποτε από αυτά που συνέβαιναν γύρω τους, καθώς και εγώ ό οποίος είχα έναν έντονο συνεχή και ιδιόμορφο βήχα


< 67 >

το λεγόμενο καρκαλέτσι και συνεχώς πνιγόμουνα και έκανα σαν μικρό κοκοράκι όταν έβηχα και βρισκόμουνα διαρκώς πνιγμένος, τρομαγμένος και φοβισμένος με τρεμάμενα χέρια, πόδια και σώμα συνεχώς δίπλα από το πραγματικά ευλογημένο φουστάνι της μάνας μου και δεν την άφηνα καθόλου ήσυχη, παρά τις συνεχείς εκείνης καθησυχαστικές παραινέσεις και προτροπές της. Προ λοιπόν της επικείμενης και επί θύραις ευρισκόμενης ανωτέρω απειλής, κομάντοδιαχείριση στη συγκεκριμένη περίπτωση έκαμε και ορθώς έκαμε η ηρωίδα και τολμηρή μάνα μου η οποία με φωνές-προτροπές εξανάγκασε τον πατέρα μου ο οποίος δεν ήθελε να φύγει από κοντά μας και να την αφήσει μόνη της να πάει να κρυφτεί και εκείνος όπως έπραξαν τόσοι άλλοι συγχωριανοί μας στις κρυψώνες, τις πατουλιές, τα λαγκάδια και τα ρέματα του θερισμένου πλέον κάμπου της Λευκάδας, ό οποίος τελικά ενέδωσε και ο πατέρας μου και υποχώρησε πλέον προ των ορθών και αμείλικτων ερωτημάτων της πρεσβυτέρας του και μάνας μου. Στη συνέχεια η χαρισματική μάνα μου, με σπάνια ψυχραιμία και τολμηρή αποφασιστικότητα, αφού ο χρόνος δεν της το επέτρεπε για διαλόγους και συζητήσεις, αλλά έπρεπε αμέσως να λάβει όσο το δυνατόν γρηγορότερα χωρίς απώλεια χρόνου σύντομες δραστικές και καταλυτικές αποφάσεις, έκρυψε όπως μπορούσε πρόχειρα, τις δύο αδελφές μου την Αρετή και την Παναγιώτα, μέσα σε κάποια δεμάτια ξηραμένου τριφυλλιού, που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στην εξωτερική βεράντα του πάνω ορόφου του σπιτιού του Νίκου του Δημόπουλου. Οι ανωτέρω σωστικές ενέργειες του επινοηθέντος κρυψίματος των ανωτέρω κοριτσιών Αρετής και Παναγιώτας, από την ψύχραιμη, ευρηματική και ηρωίδα μάνα μου, μέσα στα δεμάτια του ξηραμένου τριφυλλιού, δεν διήρκησαν πολύ χρόνο και ήταν η μόνη πρόσφορη και προσιτή λύση που μπορούσε να δώσει εκείνη με την όποια εμπειρία της την παραπάνω στιγμή και με ανεβασμένη πλέον την πίεση και την αγωνία της στο κατακόρυφο, αγνοώντας προφανώς και αψηφώντας βέβαια εκείνη τον κίνδυνο που διέτρεχαν τα κορίτσια από τις αναθυμιάσεις και τις αποπνικτικές μυρωδιές του τριφυλλιού. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή του τέλους του ανωτέρω εγχειρήματος-κρυψίματος των δύο κοριτσιών στα δεμάτια του τριφυλλιού, μπήκανε αρματωμένοι σαν να ήταν πραγματικοί αστακοί μέσα στο χωριό της Λευκάδας, αλαλάζοντας, βωμολοχώντας και αισχρολογώντας με ασυνήθεις σκληρές και ακατανόμαστες λέξεις και φράσεις οι αντάρτες του Διαμαντή, προκειμένου να καταβάλουν και να πτοήσουν τους αντιπάλους τους στρατιώτες του Εθνικού Στρατού και τα άμαχα γυναικόπαιδα όσα παρέμειναν στο χωριό και δεν μπόρεσαν να φύγουν και κάπου να κρυφτούν στις κρυψώνες της Λευκάδας. Οι αντάρτες του Διαμαντή (Γιάννη Αλεξάνδρου) και των άλλων καπεταναίων, χωρίς καμιά καθυστέρηση άρχισαν αμέσως να αναζητούν επισταμένα από γειτονιά σε γειτονιά, από σπίτι σε σπίτι, από καλύβα σε καλύβα και από στάλο σε στάλο ζώων, συγκεκριμένα πρόσωπα, όπως τον Ιερέα πατέρα μου και τα παιδιά του, αλλά και άλλους νέους ανθρώπους αγόρια κορίτσια της ετερόκλητης πλέον Λευκάδας, για να τα στρατολογήσουν και να εμπλουτίσουν έτσι, όσο το δυνατόν καλύτερα το ένοπλο, ενεργό και βοηθητικό δυναμικό τους. Σε κάποια στιγμή μια γερή κλωτσιά ακούγεται στην εξώπορτα του σπιτιού μας και η πόρτα άνοιξε και όρμησαν μέσα στο σπίτι τρείς ένοπλοι αντάρτες φωνάζοντας και απειλώντας


< 68 >

την ανήμπορη μάνα μου λέγοντας της που είναι ο παππάς σου παπαδιά και τα παιδιά σου και εκείνη ατάραχη και με μεγάλη τόλμη, θάρρος και ψυχραιμία σαν να μην συμβαίνει τίποτε τους απαντά κοφτά και σταθερά, δεν ξέρω παλικάρια μου που είναι εσείς τους πήρατε όλους και δεν ξέρω που βρίσκονται οι άνθρωποι μου. Και εκείνος την ξανά ερωτά και της λέγει με μεγάλο μίσος και έντονη φωνή, παπαδιά πες μας την αλήθεια, γιατί θα βάλουμε φωτιά να κόψουμε το σπίτι σου και εκείνη με ατάραχο μυαλό και με μεγάλη σύνεση και ανεπανάληπτη ψυχραιμία του απαντά σεμνά και όχι φοβισμένα. Καπετάνιο μου σου λέγω την πάσα αλήθεια, δεν γνωρίζω που έχετε πάει τον παππά μου και τα μεγαλύτερα παιδιά μου που πήρατε λίγο πριν, ενώ τα άλλα τρία όπως βλέπετε είναι εδώ άρρωστα και παραμελούν από τον υψηλό πυρετό όπως βλέπετε και ακούτε, γιατί έχουν τα δύο τύφο και ο μικρότερος καρκαλέτσι και πνίγεται συνεχώς και κλαίει για τον πατέρα του και τα αδέλφια του και κρέμεται από το φουστάνι μου, τι άλλο θέλετε να σας πω καπετάνιο μου, καλό μου παλικάρι. Εκείνη τη στιγμή ο σκληρός αντάρτης καπετάνιος επαναλαμβάνει με στεντόρεια τη φωνή του και πάλι θα βάλω φωτιά και θα σε κάψω μέσα στο σπίτι με τα υπόλοιπα παιδιά σου παπαδιά, λέγε μου λοιπόν και μην χρονοτριβείς γιατί έχω και άλλες δουλειές να κάνω; που είναι ο παππάς και τα μεγάλα σου παιδιά αγόρια και κορίτσια; και εκείνη με έντονη πλέον τη φωνή της, σαν να μην συμβαίνει τίποτα, του απαντά ατάραχα και ψύχραιμα και γιατί δεν το κάνεις αυτό καπετάνιο μου; αφού δεν πιστεύεις αυτά που σου λέω και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, άκρα του τάφου σιωπή επικράτησε και πλήρης αμηχανία σε όλους και σε λίγο χωρίς κανένα άλλο διάλογο η άλλη ενέργεια, αναχώρησαν βιαστικοί οι τρομοκράτες αντάρτες προς άγνωστο κατεύθυνση και έτσι σώθηκε η οικογένεια μου από την ψυχραιμία και την σταθερότητα των απαντήσεων της ηρωίδας μάνα μου. Τα παραπάνω γεγονότα μεταξύ της θαρραλέας, αποφασιστικής και ψύχραιμης μάνας μου και των ανταρτών, πέραν από εμένα που τα άκουγα και κοβόταν η φωνή και η αναπνοή μου και δεν μπορούσα ούτε να κλάψω από το φόβο μου, τα άκουγαν χαρτί και καλαμάρι και οι αδελφές μου Αρετή και Παναγιώτα, που ήσαν βαθειά κριμένες μέσα στα δεμάτια του τριφυλλιού και μετά δυσκολίας ανέπνεαν από τις αναθυμιάσεις του, απορούσαν πράγματι για το θάρρος και την ψυχραιμία της μάνας μας και ταυτόχρονα φοβόταν για τον δραματικό διάλογο που εκείνη έκανε με τον καπετάνιο των ανταρτών, γιατί εάν κάτι στράβωνε και δεν πήγαινε καλά και ο καπετάνιος εκτελούσε την εντολή του βάζοντας φωτιά στο σπίτι μας θα μας έκαιγε όλους μας ζωντανούς σαν τα ποντίκια, δημιουργώντας έτσι ένα ολοκαύτωμα αυτοθυσίας. Εδώ έχει απόλυτη εφαρμογή η επωδός του πατέρα μου που έλεγε: βλέπει ο Θεός, ο λύκος δεν το τρώει ’’

’’Αρνί που


< 69 >

ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΧΙΛΙΟΤΡΑΓΟΥΔΙΣΜΕΝΗΣ ΣΑΡΑΝΤΙΝΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ ΟΜΙΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ


< 70 >

Η

ΦΥΓΗ ΤΟΥ

Π ΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΣΤΟΝ

ΑΠΟ ΤΗ

Λ ΕΥΚΑΔΑ

Π ΥΡΓΟ (Π ΤΕΛΕΑ ) Φ ΘΙΩΤΙΔΑΣ

ΚΑΙ Ο ΕΝ ΣΥ ΝΕΧΕΙΑ Ο

Γ ΟΛΓΟΘΑΣ

ΤΗΣ

Μ ΑΚΡΑΚΩΜΗΣ .

Στα μέσα περίπου του καλοκαιριού του έτους 1948, ο σεβαστός και ακαταπόνητος γέροντας πατέρας μου ένα καλοκαιριάτικο πρωινό του Αυγούστου κατέβηκε πεζοπορώντας, γιατί δεν υπήρχαν χρήματα για εισιτήρια, όσο και εάν αυτό φαντάζει εξωπραγματικό εν τούτοις είναι απόλυτο αληθές και ειλικρινές για τη σημερινή εποχής της κρίσης που ζούμε, για την κωμόπολη της Μακρακώμης, για ανεύρεση κατοικίας δια μέσου των αρμοδίων Υπηρεσιών Πρόνοιας του δοκιμαζομένου τότε Κράτους και του πράγματι καλλίφωνου Αρχιερατικού Επιτρόπου Μακρακώμης Παπαθεμιστοκλή Βλάχου και των άλλων Ιερέων της πόλης, αλλά εις μάτην απέβησαν όλες οι εν λόγω προσπάθειες του. Απογοητευμένος ο πατέρας μου για μια ακόμη φορά, γιατί το σενάριο αυτό το γνώριζε πολύ καλά, αφού το είχε ξαναζήσει και άλλη φορά με τους αρμόδιους φορείς της Σπερχειάδας, χωρίς ανταπόκριση με το επιχείρημα της δήθεν πολυμελούς του οικογενείας, επέστρεψε στη Λευκάδα με εντελώς άδεια όπως λέμε χέρια, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Αμέσως ξεκίνησε νέα προσπάθεια, γιατί ερχόταν ο Φθινόπωρος και θα αρχίζανε-ανοίγανε και τα Σχολεία και έπρεπε και εμείς να πάμε στο Σχολείο να μάθουμε γράμματα, αφού χάσαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή στο Παλαιοχώρι και τη Λευκάδα δύο ολόκληρα χρόνια, η οποία τελικά αυτή η προσπάθεια του ευοδώθηκε. Έτσι λοιπόν μετά από πολλές αναβολές και παλινδρομήσεις η οικογένεια μου αναχώρησε τελικά, ένα αυγουστιάτικο πρωινό από τη Λευκάδα, με πρώτο Σταθμό τον Πύργο (Πτελέα) Φθιώτιδας μαζί με το γαϊδουράκι της και με τα τελείως απαραίτητα είδη οικοσκευής της και τον αδελφό μου τον Γιάννη αδύναμο, να μεταφέρεται με φορείο ξυλοκρέβατο στους ώμους του σεβαστού γέροντα πατέρα μου και του θείου μου του Νίκου Παπαναγιώτου αδελφού του πατέρα μου, λόγω της μη πλήρους ανάρρωσης του από τον παράτυφο από τον οποίο υπέφερε εδώ και αρκετό καιρό. Εγκατασταθήκαμε προσωρινά στο σπίτι του φιλόξενου και καλοκάγαθου Παπαθανάση Μεργιά του χωριού του Πύργου για κάμποσες ημέρες, μέχρις ότου ανάνηψε τελείως και ό αδελφός μου ο Γιάννης και στη συνέχεια αναχωρήσαμε για τη Μακρακώμη, με κάποιο φόρτο επιβατικό στρατιωτικό αυτοκίνητο (ρέο), το οποίο διέθεσε για το σκοπό αυτό, η Στρατιωτική Διοίκηση της περιοχής. Από τον Πύργο όμως, φύγανε κατευθείαν για τη Λαμία, με τη συγκοινωνία της τότε γραμμής, οι δύο αδελφές μου Αρετή και Παναγιώτα, και πήγαν και εγκαταστάθηκαν και διέμειναν προσωρινά στην οικία του Διδασκάλου Σανιδά απέναντι από το Ταχυδρομείο της Λαμίας επί της οδού Βύρωνος και Χατζοπούλου, όπου ήταν ό υπεραιωνόβιος πλάτανος και


< 71 >

στο διαμέρισμα όπου διέμεινε η επίσης ανταρτόπληκτη και καλή μου θεία η Μαρία η Δανιήλ (Σηψογιάννενα), αδελφή της μάνας μου. Και η μεν πρώτη μου αδελφή η Αρετή, ασχολήθηκε για τα προς το ζην, στα βαμβάκια και τους ορυζώνες των αφεντικών του Κάμπου της Λαμίας, η δε δεύτερη μου αδελφή η Παναγιώτα στην συνέχιση της εκμάθηση της μοδιστρικής τέχνης, που άρχισε πριν περίπου δύο χρόνια στα Πουγκάκια Φθιώτιδας και στη συγγενή από τη μάνα μας, αλλά και καλή μοδίστρα Παναγιώτα Καραχάλιου, μαζί με την συγχωριανή μας τη Φανή Βασιλείου Πιλάτου, στο μεγάλο μέχρι σήμερα Κατάστημα Ραπτομηχανών Λαμίας του Καρυδάκου. Τελικά η υπόλοιπη οικογένεια μου, εγκαταστάθηκε με την βοήθεια του Θεού στη Μακρακώμη Φθιώτιδας, μετά από μία διαδρομή μιας περίπου ώρας, κακήν κακώς σε μια ημισφαιρική μεταλλική παράγκα κολχόζ, η οποία ουδόλως δυστυχώς πληρούσε έστω και τις ελάχιστες στοιχειώδεις προδιαγραφές για ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια, αλλά για μια ζωώδη φοβερή κατάσταση, η οποία δεν περιγράφεται με λόγια η οτιδήποτε άλλο και μάλιστα με τη συνδρομή δυστυχώς των υπηρεσιών της Πρόνοιας Μακρακώμης του Νομού Φθιώτιδας. Άλλωστε; τι άλλο μπορούσε να κάνει ο ακούραστος και ακαταπόνητος, αλλά υπομονετικός, αγόγγυστος, χαρισματικός και ταλαντούχος γέροντας πατέρας μου την στιγμή εκείνη; Εκεί λοιπόν στη κολχόζ μεταλλική παράγκα- όπως χαρακτηριστικά δείχνει και η απέναντι φωτογραφία (καταυλισμός ανταρτόπληκτων), που βρισκότανε κοντά στα τελευταία σπίτια και μέσα στα ακαλλιέργητα αγροκτήματα της Μακρακώμης, διαμείναμε όπως-όπως και από την αρχή του Σχολικού έτους 1948-1949, δηλαδή από τέλη Σεπτεμβρίου και φυσικά βέβαια προ της επίσημης έναρξης των μαθημάτων. Στην εν λόγω ημισφαιρική κολχόζ τσίγκινη παράγκα, διέμειναν συνολικά δυστυχώς τριάντα οικονομικά ανήμπορες, ταλαιπωρημένες, δυστυχισμένες και στοιβαγμένες ανταρτόπληκτες πολύτεκνες οικογένειες, από τα διάφορα χωριά της Δυτικής Φθιώτιδας, δηλαδή δεκαπέντε οικογένειες ανά πτέρυγα αυτής δεξιά και αριστερά στο ημισφαίριο της και με κοινόχρηστο έναν ελάχιστο εσωτερικό διάδρομο και χωρίς ηλεκτρικό φώς, αλλά με κοινές λάμπες και μαγκάλια για θέρμανση. Τα δε τυχόν υπάρχοντα απαραίτητα υποζύγια των συνοικούντων στην παράγκα μικρά υπομονετικά (γαϊδουράκια) και άλλα οικόσιτα, τα είχαμε σχεδόν μόνιμα και σε καθημερινή βάση δεμένα με πολλή ελάχιστη τροφή στους σε αγρανάπαυση βρισκόμενους αγρούς και κήπους της Μακρακώμης και μετά δυσκολίας κρατούταν στη ζωή και ψευτοζούσαν, κλαίγοντας και αυτά με το δικό τους τρόπο κατά το κοινώς λεγόμενο τη μοίρα τους, όπως και τα αφεντικά τους. Μάλιστα μπορεί να πει κανείς χωρίς δισταγμό και χωρίς καμιά διάθεση υπερβολής ή κακόπιστης και δηκτικής κριτικής της κρατικής φιλοξενίας της εποχής εκείνης, η κάθε μία πολύτεκνη οικογένεια ήταν στοιβαγμένη πάνω στην άλλη πολύτεκνη οικογένεια με


< 72 >

διαχωριστικό ένα κρεμασμένο σεντόνι η άλλο παρόμοιο η ομοειδές αντικείμενο, που προσδιόριζε το χώρο που είχε η κάθε οικογένεια για διαμονή-διαβίωση. Και ακούστε καλοί μου αναγνώστες και κρατηθείτε στις θέσεις σας για να μην πέσετε και τραυματισθείτε, για τις σωματικές τους ανάγκες οι πολυμελείς αυτές δύσμοιρες οικογένειες είχαν στη διάθεση τους δύο και μόνο δύο κοινόχρηστες δυστυχώς υπαίθριες μικρές πρόχειρες, ασκέπαστες και εκτιθέμενες στις εκάστοτε καιρικές συνθήκες τουαλέτεςαφοδευτήρια, ανεξαρτήτου φύλλου και ηλικίας, όπως μικρά παιδιά, άνδρες και γυναίκες, με άμεσο κίνδυνο μετάδοσης, λόγω ελλιπούς υγιεινής και καθαριότητας αυτών, πάρα πολλών μολυσματικών, μεταδοτικών και μη ασθενειών. Ή κοινή διαβίωση στη κολχόζ παράγκα στη Μακρακώμη Φθιώτιδας, είχε πέρα από τις ανωτέρω αναφερθείσες δυσμενείς καταστάσεις και άλλες δυσκολίες και άλλους προβληματισμούς και πάρα πολλά επίσης βάσανα, όπως αυτές για ύπνο, φώς, θέρμανση, ύδρευση, εξαερισμό, μαγείρεμα, φαγητό, πλύσιμο, μελέτη-διάβασμα, εργασία και πραγματική επικοινωνία μεταξύ των μελών των διαφόρων ετερόκλητων οικογενειών λόγω παιδείας, μόρφωσης και ιδιοσυγκρασίας. Και όλα αυτά προς αποφυγή προστριβών και διενέξεων δια ασήμαντα αλλά και σημαντικά πράγματα, τα οποία συχνά πυκνά και αραιά καλούμασταν από κοινού να αντιμετωπίσουμε με σύνεση, πραότητα, ευγένεια και πάνω από όλα με περίσσεια στα αλήθεια ανθρωπιά, λόγω των επικρατουσών εκρηκτικών τότε κοινωνικών καταστάσεων, ένεκα του αδελφοκτόνου πολέμου. Ενθυμούμαι πολύ καλά ότι διαμέναμε στην πρώτη θέση της αριστερής πλευράς της κολχόζ ημισφαιρικής παράγκας και απέναντι μας ακριβώς η οικογένεια του μπάρμπα Κώστα Ευαγγέλου Πιλάτου (Πιλατοκότσιου) από τα Πουγκάκια και δεχόμεθα όλες τις εισόδουςεξόδους και τις παράξενες δυστυχώς πολλές φορές συμπεριφορές των λοιπών συνοικούντων μελών και συμπατριωτών μας, ενώ εμείς εφαρμόζαμε κατά γράμμα την αρχέγονη προτροπή το : ’’ Ανάγκα και οι Θεοί πείθονται ’’. Δηλαδή εμείς ανεχόμασταν δυστυχώς πάντοτε όλες τις παραξενιές και τις άσχημες συμπεριφορές τους με καλοσύνη, πραότητα, ευγένεια και περίσσεια ανθρωπιά, τη διδακτική και ευγενική βεβαίως προτροπή του πατέρα και της μάνας μας, των καταξιωμένων αυτών κατά γενική ομολογία ανθρώπων. Χωρίς βέβαια καμιά διάθεση διαμαρτυρίας, γιατί οι συνθήκες για εξηγήσεις και περισσότερες διευκρινίσεις για τυχόν άξεστες και εν πολλοίς ανεπίτρεπτες συμπεριφορές των συνανθρώπων μας αυτών, καθόλου δεν μας το επέτρεπαν και οι εγκληματικές δυστυχώς ενέργειες αυτών, καιροφυλακτούσαν ανά πάσα στιγμή, με άγνωστες και απρόβλεπτες συνέπειες για όλους μας και οι τόποι και οι χρόνοι δεν ήσαν κατάλληλοι για τέτοιες πράξεις και ενέργειες. Από τις πρώτες ημέρες της εγκατάστασης μας στη Μακρακώμη Φθιώτιδας, ό σεβαστός γέροντας πατέρας μου και η υπόλοιπη οικογένεια μου περνούσαμε έναν μεγαλύτερο και δυσκολότερο Γολγοθά από αυτόν της Λευκάδας χωρίς τελειωμό και προοπτική. Ο καλοσυνάτος και χαριτόβρυτος πατέρας μου, συνεπικουρούμενος θετικά και αγόγγυστα και μάλιστα απνευστί μπορεί να πει κανείς από την ηρωίδα μάνα μου και τα υπάκουα εν


< 73 >

γένει παιδιά του, ως άλλος πιστός Κυρηναίος του Ευαγγελίου, ασχολήθηκε αμέσως με την εγγραφή τη δική μου και του μακαριστού σήμερα πλέον αδελφού μου Λεωνίδα στο Δημοτικό Σχολείο της περιοχής διαβίωσης μας, αφού μεταξύ του χωριού μας, της Λευκάδας και της Μακρακώμης, εμείς απωλέσαμε δυστυχώς δύο χρόνια σπουδών-φοίτησης στο Δημοτικό Σχολείο, ελλείψει πάντοτε Διδασκάλου. Εγώ όμως δυστυχώς στο Β! Δημοτικό Σχολειό της Μακρακώμης, που πήγαινα από τις πρώτες ημέρες της φοίτησης μου προέκυψε ένα μεγάλο πρόβλημα και το πρόβλημα αυτό ήταν της παρακολούθησης των μαθημάτων. Δεν γνώριζα δυστυχώς να διαβάσω-συλλαβίζω στη Δεύτερη τάξη που ήμουνα, αφού στην Πρώτη τάξη που πήγα στο χωριό μας το Παλαιοχώρι το Σχολικό έτος 1945-1946, ο τότε και σήμερα μακαριστός πλέον Διδάσκαλος μου Σπύρος Παπαδημητρίου ο Θεός να τον αναπαύσει μας μάθαινε στο Σχολείο το μάθημα απέξω, χωρίς αυτό που λέγαμε να το βρίσκουμε στο βιβλίο. Έτσι λοιπόν εγώ, μετά δυσκολίας μπορούσα να παρακολουθήσω και να συμπορευθώ με τους άλλους κανονικούς συμμαθητές μου στο νέο Σχολείο μου και φυσικό επόμενο ήταν να κλαίω και να στενοχωριέμαι πάρα πολύ, γιατί ήμουνα πάρα πολύ φιλομαθής και φιλότιμος και όχι τεμπέλης και αδιάφορος μαθητής. Ας σημειωθεί ότι την παραπάνω σκηνή της αποστήθους απαγγελίας του Αναγνωστικού Βιβλίου της πρώτης τάξης του Δημοτικού Σχολείου, την ενθυμούμαι τόσο πολύ καλά και είναι ανεξίτηλα καταγεγραμμένη στο μυαλό μου, με το εξής κατωτέρω χαρακτηριστικό γεγονός: Ήταν ενθυμούμαι πολύ καλά, η εορτή της Αγίας Παρασκευής τους έτους 1947, δηλαδή ένα χρόνο και ένα μήνα από το κλείσιμο του Δημοτικού Σχολείου μας το 1946. Τότε ήλθε στο σπιτικό μας, μετά το τέλος της θείας λειτουργίας στην πανηγυρίζουσα την ημέρα εκείνη, Εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στο χωριό μας, ο πρώην Δάσκαλος μου Σπύρος Παπαδημητρίου, μαζί με τον σεβαστό γέροντα πατέρα μου για να γευματίσει. Εγώ εκείνη τη χρονική στιγμή, ήμουνα ανεβασμένος σαν μικρή μαϊμού, πάνω σε ένα δένδρο τη βαρδακιά μας, που είχαμε μπροστά ακριβώς στην αυλή του σπίτι μας και η οποία το στόλιζε και το δρόσισε και έτρωγα, αλλά και μάζευα συγχρόνως, ωραία μεγάλα φρέσκα βαρδάκια και για τους υπόλοιπους της οικογένειας μου. Τότε ο σεβαστός και καλός μου Δάσκαλος, μου λέγει τι κάνεις εκεί Σπύρο παιδί μου και εγώ του απάντησα με τον πρέποντα και επιβαλλόμενο σεβασμό μου, ότι τρώγω και μαζεύω ωραία, δροσερά βαρδάκια και όλη αυτή βεβαίως η συζήτηση, επί παρουσία του πατέρα και της υπόλοιπης οικογενείας μου. Στη συνέχεια ο Δάσκαλος μου, μου λέγει να του πω αυτά που μου έμαθε εκείνος πέρυσι στο Σχολείο, για να διαπιστώσει προφανώς εάν τα ενθυμούμαι η τα ξέχασα, δηλαδή με άλλα λόγια να του πω απέξω όλο το αναγνωστικό της πρώτης τάξης του Δημοτικού Σχολείου. Εγώ χωρίς καμιά χρονοτριβή και καθυστέρηση και για να τον ικανοποιήσω πλήρως τον Δάσκαλο μου, άρχισα σαν ποίημα να του απαγγέλλω απέξω όλο μα όλο το αναγνωστικό της πρώτης τάξης και όλη μάλιστα την αριθμητική προπαίδεια και απέσπασα δικαίως τα ειλικρινή και θερμά συγχαρητήρια του, καθώς και όλων των μελών της οικογενείας μου.


< 74 >

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, μετά την αναγκαία βέβαια, σκόπιμη, ενδεδειγμένη και επιβαλλόμενη εμβόλιμη ως άνω προσθήκη, ήταν να πάει ο αγόγγυστος και αεικίνητος πατέρας μου, μια ημέρα στο Σχολείο και να βρει τη Δασκάλα μου την Κυρία Ελευθερία και να την ενημερώσει και να της εξηγήσει την όλη κατάσταση μου και να την θερμοπαρακαλέσει πολύ να μου δείξει κάποια ανοχή και μια ιδιαίτερη λόγω της κατάστασης μου συμπαθητική συμπεριφορά. Και εκείνη ως πράγματι μεγάλη Παιδαγωγός που ήταν και έχουσα χρυσή καρδιά και άριστη χριστιανική πίστη για ανθρώπινη προσφορά, επέδειξε περίσσεια ευαισθησία και ανάλογη κατανόηση, στο αίτημα του σεβαστού γέροντα πατέρα μου. Έτσι λοιπόν από την ημέρα εκείνη η συμπεριφορά της Δασκάλας μου της Κυρίας Ελευθερίας, άλλαξε άρδην. Με έβαλε σε άλλο ειδικό πρόγραμμα εκμάθησης και παρακολούθησης των μαθημάτων και εγώ με τη φοβερή υπομονή και την επίμονη θέληση μου, αλλά και τη βοήθεια των άλλων αδελφών μου και του πατέρα μου, κατόρθωσα μέσα σε λιγότερο από 20 ημέρες να ενταχθώ κανονικά-πλήρως στο κανονικό πρόγραμμα διδασκαλίας των λοιπών συμμαθητών του Σχολείου μου. Μάλιστα αρίστευσα στο Σχολείο μου, για να συνεχιστεί αυτό το σερί της πρωτιάς και στην μετέπειτα εν γένει σταδιοδρομία μου μέχρι σήμερα. Οι πάρα πολύ καλοί συμμαθητές μου της δευτέρας τάξης του Δημοτικού Σχολείου Μακρακώμης, με είχανε ως πρότυπο επιμελούς, άριστου, καλού και φιλότιμου συμμαθητή τους, αφού μάλιστα σε κάποια στιγμή, απέσπασα και τα ειλικρινή και θερμά συγχαρητήρια ενώπιον όλων των συμμαθητών μου, στο Δημοτικό Σχολείο μας, της αείμνηστης πλέον Δασκάλας μου, ο Θεός να την αναπαύσει και να την τοποθετήσει στους χλοερούς κήπους του Παραδείσου και να την εντάξει και να την συναριθμήσει μετά των Δικαίων και των Αγίων. Ο καιρός όμως περνούσε και οι ημέρες η μια διαδεχόταν την άλλη και οι εβδομάδες το ίδιο, καθώς και οι μήνες, χωρίς η οικογένεια μου αλλά και τόσες άλλες οικογένειες να μπορούν να βγουν από τη μιζέρια και η δυστυχία τους καλά κρατούσε. Οι συνεχείς δε εχθροπραξίες των ενόπλων ανταρτικών ομάδων των Καπεταναίων Διαμαντή (Γιάννη Αλεξάνδρου) και Γαζή και του Εθνικού μας Στρατού ήταν καθημερινή μπορεί να πει κανείς επωδός, με εκατέρωθεν απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και υλικές ζημίες αλλά και ψυχικές και πνευματικές διαταραχές και ό συνεχής φόβος όλων μας ήταν ζωγραφισμένος στα πρόσωπα κατά τις εν γένει συζητήσεις και λοιπές συμπεριφορές μας. Ενδεικτικά αναφέρω στο σημείο αυτό, μία από τις πάρα-πάρα πολλές εχθροπραξίες που έγιναν τον καιρό εκείνο και αφορούσε την γενέτειρα μου το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας και ήταν η πυρπόληση (κάψιμο) των έξη ακραίων σπιτιών της αλεξέϊκης γειτονιάς μου την άνοιξη του 1948 και το ευτύχημα σταμάτησε μέχρις εκεί και δεν θρηνήσαμε και άλλες σπιτικές υλικές απώλειες του χωριού, ήτοι του Νίκου Γεωργίου Μπούρα, Γιώργου Σπύρου Αλεξίου (Σπορίτη), Νίκου Γεωργίου Αλεξίου, Θανάση Κωνσταντίνου Αλεξίου (Πουρνάρα), Βαγγέλη Κωνσταντίνου Αλεξίου και Παναγιώτη Δημητρίου Παπαγεωργίου (Μητρέσα), από τις εθνικές δυνάμεις της χώρας.


< 75 >

Και τούτο, λόγω μιας πρόχειρης και εσφαλμένης εκτίμησης συγκυριών και γεγονότων, του επιπόλαιου καθώς διεκτραγωδείται δυστυχώς, επικεφαλής της εκκαθαριστικής εθνικής στρατιωτικής δύναμης του Ταγματάρχη του Στρατού Καραφωτιά από τη Ήπειρο, συνεργάτη του Ρουμελιώτη Ταγματάρχη του Στρατού Αριστείδη Κρανιά συνεπεία ανεύρεσης στο εγκαταλελειμμένο πλέον χωριό μου και στο πατρικό του σπίτι στην αλεξέϊκη γειτονιά του Νίκου Ευαγγέλου Αλεξίου, που ήταν από χρόνια παντρεμένος στο όμορφο χωριό της Σαράνταινας το Κρίκελο Ευρυτανίας και πως βρέθηκε εκείνος εκεί δηλαδή στο Παλαιοχώρι την γενέτειρα του και τι γύρευε με άλλα λόγια αυτός εκεί, την συγκεκριμένη χωροχρονική στιγμή και της ελλιπούς έως της ανεπαρκούς αιτιολόγησης-δικαιολόγησης της εκεί παρουσία εκείνου. Συνεχίζοντας λοιπόν την εν Μακρακώμη Φθιώτιδας εν γένει διαβίωση μου, ενθυμούμαι πολύ καλά και χαρακτηριστικά, κάποια συννεφιασμένη και κρύα ημέρα του πρώτου δεκαημέρου του Νοέμβρη του 1948 το απόγευμα, γυρνώντας από το Σχολείο μου για να πάω στην κολχόζ παράγκα-σπίτι μου, πέρασα όλως τυχαία και ανέμελα στην υπό διαμόρφωση τότε μάλιστα πλατεία της Μακρακώμης Φθιώτιδας, που βρισκόταν κοντά στο Σχολείο μου, με τα όμορφα, μεγάλα και αιωνόβια πλατάνια της, όπου με τα πεσμένα την χρονική εκείνη στιγμή, σε ποικιλία χρωμάτων φύλλα τους σταχτί και κεραμιδί, δημιουργούσαν ένα όμορφο πολυποίκιλο χαλί και την κάλυπταν σχεδόν ολόκληρη και της έδιδαν το νέο χρώμα του επερχόμενου χειμώνα του έτους εκείνου. Εκεί είδα έκπληκτος, ότι ήταν αρκετός κόσμος μαζεμένος-συγκεντρωμένος και παρακολουθούσε φοβισμένα και εκστατικά και με κομμένη την αναπνοή του, αλλά και με άλλα ανάμεικτα οπωσδήποτε συναισθήματα και με πάρα πολλές αντικρουόμενες σκέψεις και προβληματισμούς, ένα τραγικό και απάνθρωπο δυστυχώς θέαμα. Στην παραπάνω λοιπόν πλατεία, είδα και εγώ έντρομος βεβαίως, τρείς εάν ενθυμούμαι καλώς αντάρτες σε άθλια και αποκρουστική εν γένει εμφάνιση προκαλούσα μεγάλη ανατρίχιαση, γεμάτους αίματα και σχισμένα ρούχα, σακατεμένους με σπασμένα χέρια, πόδια, κεφάλια και άλλα μέλη του ανθρωπίνου σώματος των, παραμορφωμένους με άλλα λόγια και σκοτωμένους βεβαίως από ένοπλη συμπλοκή, που δυστυχώς έγινε τις αμέσως προηγούμενες ημέρες, μεταξύ των αντιμαχομένων δυνάμεων των ανταρτών του Καπετάν Διαμαντή (Γιάννη Αλεξάνδρου) και των άλλων επίσης Ρουμελιωτών καπεταναίων και του Εθνικού μας Στρατού, στην ευρύτερη περιοχή της Μακρακώμης-Σπερχειάδας και στην εύφορη κοιλάδα του Σπερχειού ποταμού. Η σε κοινή θέα των πάντων, των ανωτέρω ανατριχιαστικών εκθεμάτων, έγινε προφανώς κατά την γνώμη μου αψυχολόγητα, αφενός μεν για εκφοβισμό και συμμόρφωση και αφετέρου δε προς ενίσχυση δυστυχώς του μίσους και της αντεκδίκησης των θεατών συνάνθρωπων μας, ενέργειες απαράδεκτες και καταστρεπτικές εκατέρωθεν στις αντιμαχόμενες παρατάξεις.


< 76 >

Η τραγική ως άνω, απάνθρωπη, ανατριχιαστική και αντιχριστιανική σκηνή, μου καταγράφηκε ανεξίτηλα στη ψυχή και το μυαλό μου και με ακολουθεί μπορώ να πω διαρκώς ως εφιάλτης, δηλαδή με ακολουθεί κατά βήμα σε όλη μου τη ζωή, ως μια φοβερή, καταστρεπτική και αποτρόπαια πράξη, που μόνο θλίψη, οργή, αγανάκτηση και προβληματισμό μου δημιουργεί. Οπωσδήποτε όμως η παραπάνω σκηνή, με προτρέπει ασμένως για σοβαρές σκέψεις και αποφάσεις για καλύτερες εν γένει ημέρες στη ζωή μου, κατά τις διάφορες ατομικές και μη δράσεις μου και οπωσδήποτε μακράν πολέμων και αιματοχυσιών και μάλιστα αδελφοκτόνουεμφυλίου, όπως ήταν αυτός ο ακατανόητος και αδικαιολόγητος εν πολλοίς καταστρεπτικός πόλεμος του 1944/29 Αυγούστου 1949, που μόνο θύματα, αίμα και υλικές ζημίες προσέφερε. Εύχομαι η όμορφη Ελλάδα μας να μην ξαναβρεθεί στη δύνη αυτή του αδελφοκτόνου παραλογισμού. Επανερχόμενος λοιπόν, μετά την παραπάνω δικαιολογημένη φρονώ αναφορά μου για το τι τέλος πάντων είδαν και βλέπανε τα μάτια και ακούγανε τα αυτιά μας καθημερινά και τι εν πάση περιπτώσει επικρατούσε εκείνη την περίοδο και ποιές δυστυχώς ήταν οι εν γένει συνθήκες διαβίωσης στα κολχόζ της δύσμοιρης Μακρακώμης Φθιώτιδας των συνανθρώπων μας και την πατρίδα μας γενικότερα εμβόλιμη προσθήκη μου, καλοί μου αναγνώστες, κοπήκαν τα πόδια μου για να φτάσω από την πλατεία στην παράγκα-κολχόζ και στην οικογένεια μου και γενικά ήμουνα έντρομος και διακατεχόμουνα από ανύπαρκτους εφιάλτες που δήθεν με κυνηγούσαν. Βλέποντας με εκείνη τη στιγμή, ό σεβαστός και στοργικός γέροντας πατέρας μου, σε ποια άσχημη ψυχολογική κατάσταση βρισκόμουνα, μου λέγει τι συμβαίνει Σπύρο παιδί μου και είσαι τόσο πολύ θορυβημένος; χαϊδεύοντας ταυτόχρονα το κουρεμένο κεφάλι μου πατρικά, καλοσυνάτα και ανθρώπινα και κοιτάζοντας με, με κάποια δικαιολογημένη απορία, γιατί είμαι τόσο πολύ έντρομος; Και εγώ με μεσόλογα και φοβισμένα, γιατί δεν είχα συνέλθει ακόμη από το προηγούμενο σοκ που είχα πάθει από την θέα των σκοτωμένων ανταρτών στην πλατεία, του απάντησα ειλικρινά και με κάθε λεπτομέρεια τι ακριβώς είδα και άκουσα στην πλατεία και πως αντιμετώπισα το απάνθρωπο και τραγικό εκείνο θέαμα, ενώ αυτός εξακολουθούσε να μου χαϊδεύει με το ευλογημένο χέρι του το κεφάλι μου. Με την ανωτέρω ανθρώπινη και συμπαθητική συμπεριφορά του ο σεβαστός γέροντας πατέρας μου, με ενθάρρυνε ουσιαστικά και ηθικά. Επίσης δε με πάρα πολλή αγάπη, αρκετή καλοσύνη και περίσσεια στοργή, αυτός ο χαρισματικός και πολύ ανθρώπινος και στοργικός πατέρας μου, άρχισε να μου εξηγεί άμεσα, πειστικά και λεπτομερειακά για τον αδελφοκτόνο-εμφύλιο πόλεμο που ενέσκηψε δυστυχώς την επάρατη εκείνη περίοδο στην πατρίδα μας και τα ανατριχιαστικά δυσμενή αποτελέσματα του και τα οποία δεν είχαν δυστυχώς τελειωμό. Παράλληλα δε μου έλεγε, πως πρέπει πάντοτε στη ζωή μας να προσέχουμε πάρα πολύ στις εκάστοτε πολιτικές και μη επιλογές μας και να μην φοβάμαι καθόλου.


< 77 >

Να συνεχίζω δε με αμείωτη την έφεση μου για γράμματα και να είμαι πάντα αριστούχος μαθητής, σπουδαστής και φοιτητής, καλός και επιτυχημένος μελλοντικός επαγγελματίας, πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός και πάνω και πέρα απ όλα συγχωρητικός άνθρωπος, γιατί όλα αυτά σε κάποια στιγμή θα σταματήσουν και θα περάσουν και θα ξεχαστούν, ενισχύοντας με έτσι με τον τρόπο αυτό και με τις χρυσές αυτές και άλλες υποθήκες του, ουσιαστικά και ηθικά, αλλά και με τη γνωστή καθημερινή επωδό το: ’’ Αρνί πού βλέπει ο Θεός ό λύκος δεν το τρώει ’’. Συνεχίζοντας την αφήγηση μου, η προβληματική παραμονή μας στις κολχόζ μεταλλικές παράγκες της Μακρακώμης συνεχίστηκε όπως-όπως μέχρι και τα τέλη Ιανουαρίου του 1949, αφού εν τω μεταξύ είχε λάβει χώρα κατά το δεύτερο δεκαήμερο του Ιανουαρίου νέα εμπόλεμη σύρραξη στην περιοχή της Μακρακώμης και τα υψώματα της, μεταξύ των ανταρτικών δυνάμεων των συνασπισμένων δυνάμεων των Διαμαντή και Γαζή και του Εθνικού μας Στρατού, από την άλλη πλευρά, με εκατέρωθεν απώλειες και όλα αυτά βέβαια προ της φοβερής και μεγάλης Μάχης του Καρπενησίου(19-21/01/1949) η οποία κατέληξε υπέρ των αντάρτικων συνεργαζόμενων δυνάμεων του Καπετάν Γιώτη (ΧαρίλαοςΦλωράκης) και του Καπετάν Διαμαντή (Γιάννης Αλεξάνδρου) με σοβαρές εκατέρωθεν επίσης απώλειες. Έτσι λοιπόν ο συνεχής φόβος της ανασφάλειας στις ανταρτόπληκτες και μη άλλες οικογένειες της εμπόλεμης περιοχής μας Σπερχειάδα-Μακρακώμη-Καρπενήσι, χτύπησε πλέον κόκκινο, που λέμε. Ο σεβαστός γέροντας πατέρας μου, ύστερα από τα ανωτέρω γεγονότα, αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων πλέον να μεταβεί στη Λαμία και να ζητήσει βοήθεια και αρωγή από τις Υπηρεσίες Πρόνοιας και τον οικείο Μητροπολίτη Αμβρόσιο η οποία και του παρασχέθηκε, με όσες δυνατότητες υπήρχαν στην Πρόνοια την κρίσιμη εκείνη εποχή. Ήτοι του δόθηκε μια μεγάλη όντως στρατιωτική σκηνή, την οποία μας επέτρεψαν οι αρμόδιοι της Πρόνοιας να την εγκαταστήσουμε στην περιοχή της Δυτικής Λαμίας Ανθούπολη (Αραπόρεμμα), απέναντι ακριβώς από την απόληξη της οδού Έσλιν, όπου ήταν επίσης προσωρινά εγκατεστημένες και πάρα πολλές άλλες ανταρτόπληκτες οικογένειες, σε πρόχειρες με χωμάτινες πλίθες παράγκες και καλύβες και έτσι εκεί συγκεντρώθηκε επί τέλους, όλη η οικογένεια μας . Πράγματι επιστρέφοντας ό αγωνιστής και αγόγγυστος πατέρας μου από τη Λαμία στην Μακρακώμη, μας ανήγγελλε τα ανωτέρω καθέκαστα και άρχισε πλέον η αντίστροφη μέτρηση της αναχώρησης μας για τη Λαμία. Στις σκέψεις όλων των μελών της οικογενείας μου μηδενός εξαιρουμένου και ιδιαίτερα των γονιών μου, στριφογύριζε ό νέος βαρύς και δυσβάστακτος Γολγοθάς τον οποίο όλοι καλούμεθα να υποστούμε αγογγύστως, για να μπορέσουμε να περισώσουμε ότι πολυτιμότερο είχαμε και μας είχε απομείνει, αυτή δηλαδή η ίδια η ζωή μας.


< 78 >

Η Φ ΥΓΗ ΤΗΣ

ΤΟΥ

Π ΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Μ ΑΚΡΑΚΩΜΗΣ Φ ΘΙΩΤΙΔΑΣ

ΚΑΙ Ο ΝΕΟΣ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΩΜΟΠΟΛΗ

Γ ΟΛΓΟΘΑΣ

ΤΗΣ

Λ ΑΜΙΑΣ .

Ο σεβαστός γέροντας πατέρας μου γρήγορα-γρήγορα ταχτοποίησε και τις τελευταίες εκκρεμότητες και λεπτομέρειες της αναχώρησης μας και αφού κατ αρχήν ευχαρίστησε θερμά τους αρμόδιους της Μακρακώμης, έστω και για την υποτυπώδη παρασχεθείσα φιλοξενία τους και αφού πήρε τα σχετικά χαρτιά-δικαιολογητικά μεταγραφής του αδελφού μου Λεωνίδα και τα δικά μου, από το Δημοτικό Σχολείο που φοιτούσαμε, ευχαρίστησε επίσης θερμότατα και τους οικείους διδασκάλους μας, για το ενδιαφέρον και την ανθρωπιά τους, που μας επέδειξαν καθ όλον το χρονικό διάστημα που διαμέναμε στη Μακρακώμη. Η μετάβαση μας στην Λαμία πραγματοποιήθηκε με ένα φόρτο επιβατικό στρατιωτικό αυτοκίνητο, που διέθεσε η εκεί Στρατιωτική Διοίκηση της Μακρακώμης και τελικά μετά από δύο περίπου ώρες η οικογένεια μου εγκαταστάθηκε σε μια μεγάλη στρατιωτική σκηνή όπως προανέφερα, την οποία μας παρεχώρησαν οι υπηρεσίες Πρόνοιας της Λαμίας, στην ανταρτόπληκτη περιοχή Αραπόρεμμα (Ανθούπολη). Στην άνω σκηνή διαμέναμε τελικά οκτώ άτομα ήτοι ο πατέρα μου, η μάνα μου, οι δύο οι αδελφές μου Αρετή και Παναγιώτα, οι οποίες έφυγαν από την καλή μου θεία τη Μαρία την Δανιήλ όπου διέμεναν από το 1948, τα δύο μου αδέλφια Γιάννης και Λεωνίδας, εγώ και η εξαδέλφη μου η Αγλαΐα Νικολάου Παπαναγιώτου και το επίσης ταλαιπωρημένο και υπομονετικό με μας γαϊδουράκι μας. Κατ αρχήν ο πατέρας μου ενέγραψε από την πρώτη στιγμή εμένα και τον αδελφό μου το Λεωνίδα στο 3ο Δημοτικό Σχολείο του Σχολικού Συγκροτήματος του Λαχανά, όπου υπαγόταν η περιοχή που διαμέναμε και συστεγαζόταν τότε και η Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας, για τη συνέχιση των μαθημάτων του Σχολικού έτους 1948-1949, που αρχίσαμε στη Μακρακώμη, εγώ μεν στη Δευτέρα τάξη και ο Λεωνίδας μου στην Έκτη τάξη. Από την άφιξη μας στη Λαμία ό ακούραστος και αεικίνητος πατέρας μου προσπάθησε να εντάξει όλη την οικογένεια του σε εργατικές δράσεις και ενασχολήσεις για τα προς το ζην. Έτσι λοιπόν, οι δύο αδελφές μου Αρετή και Παναγιώτα συνέχισαν να εργάζονται από το πρωί μέχρι το βράδυ στους ορυζώνες του Ριζάκου και τα βαμβάκια, μαζί με την ως άνω εξαδέλφη μου.


< 79 >

Η μάνα μου ασχολούταν με την μαγειρική και στην συλλογή καυσόξυλων που έβγαζεξερίζωνε στις πλαγιές και τα υψώματα του Προφήτη Ηλία και τα μετέφερε με το υπομονετικό γαϊδουράκι της στη σκηνή μας, για θέρμανση και μαγείρεμα. Ο Γιάννης ο αδελφός μου ασχολιόταν πλέον ως μαθητευόμενος ράπτης στο εμποροραφείο του Γιάννη του Παπανάγνου από το Γαρδίκι Ομιλαίων, με άριστες έως απίθανες επιδόσεις από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης του στο εργαστήρι του Ραφείου και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από το αφεντικό του για την επιδεικνυόμενη υπομονή, επιμέλεια και προσοχή του, αλλά και για την μεγάλη όντας αντίληψη του, στην εκμάθηση της ραπτοκοπικής τέχνης, σχεδιάζοντας και κόπτοντας ο ίδιος ένα δικό του παντελόνι, μέσα μάλιστα στο πρώτο τρίμηνο της μαθητείας του και με τα σοβαρά λεγόμενα του αφεντικού του, τον προόριζε για αντικαταστάτη του, στη μεγάλη πελατεία της Λαμίας, όπου ήταν και ο πρώτος εμποροράφτης της ελίτ της πόλης. Ενώ εγώ και ο αδελφός μου ο Λεωνίδας ασχολούμεθα αποκλειστικά με τα μαθήματα στο Σχολείο μας και κάνοντας μικρό θελήματα, των σεβαστών και ακούραστων γονέων μας. Ο δε σεβαστός και χαρισματικός πατέρας μου, πήγε από τις πρώτες κιόλας ημέρες της άφιξης μας στη Λαμία, στο Σεβασμιότατο Μητροπολίτη του Αμβρόσιο Νικολαΐδη και τον παρεκάλεσε να τον εντάξει σε κάποιο Ιερό Ναό για τις θρησκευτικές και λειτουργικές του ανάγκες και εκείνος με αγάπη και καλοσύνη του είπε-επέτρεψε (του έδωσε την αδεία του), να ιερουργεί μαζί με τους δύο άλλους ιερείς τον Παπακώστα Παπακωνσταντίνου από τη Στάγια και τον Παπαγιώργη τον Καραντζίκο από το Κυριακοχώρι στον Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου στα Καλύβια Λαμίας, όπου ήταν και το σχετικό Κοιμητήριο-Νεκροταφείο της περιοχής. Έτσι κάπως διαμορφώθηκε το status gyo της οικογενείας μου κατά την κρίσιμη εκείνη ανταρτόπληκτη περίοδο και όλα κυλούσαν πολύ φτωχικά αλλά σχετικά ήρεμα. Όταν δε έφτασαν οι εξετάσεις του καλοκαιριού εγώ προβιβάσθηκα-αρίστευσα από τη Δευτέρα τάξη που ήμουνα για την Τρίτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου και ο αδελφός μου ο Λεωνίδας απεφοίτησε ευδόκιμα του Δημοτικού Σχολείου του. Εκείνος, έδωσε αμέσως εισαγωγικές εξετάσεις στο Β΄8τάξιο Γυμνάσιο αρρένων Λαμίας, όπου και επέτυχε-αριστεύσας και τα γεγονότα αυτά, ήταν τα μοναδικά ελπιδοφόρα στην οικογένεια μου. Το καλοκαίρι εκείνο όμως του έτους 1949, ήλθε με την πρώτη του κανονική άδεια να μας δει όλους στη Λαμία από την Κορινθία (Σταθμός Χωροφυλακής Αγίων Θεοδώρων) όπου υπηρετούσε και ο αδελφός μου ο Παναγιώτης, του οποίου η παρουσία και η συμβολή στην μετέπειτα πορεία των σπουδών μας, με το φιλόδοξο χαρακτήρα και το ανήσυχο πνεύμα του και το μπόλιασμα-κέντρωμα του με τις σοβαρές και υγιείς αρχές της Ελληνικής Χωροφυλακής, υπήρξε καταλυτική. Επέμεινε εκείνος, με μια σειρά επιχειρημάτων στον πατέρα μου, να δώσει εξετάσεις στο Γυμνάσιο και ο αδελφός μου ό Γιάννης, όπως έδωσε το καλοκαίρι και ο Λεωνίδας ό άλλος ό αδελφός μου, γιατί πίστευε ακράδαντα και ορθώς βεβαίως ότι η παιδεία δηλαδή τα γράμματα θα ήταν εκείνα, που θα μας έβγαζαν από τη μιζέρια και θα οδηγούσαν την οικογένεια μου σε δρόμους ανόδου και προκοπής.


< 80 >

Την περίοδο εκείνη μάλιστα, ο Γιάννης ο αδελφός μου, εργαζόταν ως μαθητευόμενος με καταπληκτικές για το χρόνο μαθητείας και την ηλικία του και τα κρατούντα στη ραπτική επιδόσεις του, στο καλύτερο εμποροραφείο της Λαμίας, που ήταν ένα γεγονός αναμφισβήτητο και πανθομολογούμενο στη κοινωνία της Λαμίας του Γιάννη του Παπανάγνου, αλλά και την ουσιαστική εκ του υστερήματος (χαρτζιλίκι) συνεισφορά εκείνου στην οικογένεια μου και τους έπεισε αμφοτέρους. Έτσι ο αδελφός μου ο Γιάννης, εκείνο το καλοκαίρι έκαμε κάποιο φρεσκάρισμα (Φροντιστήριο) στις ήδη από το 1945 αποκτηθείσες γνώσεις του με το Δάσκαλο το Σκαλιστήρα, ενώ παράλληλα εργαζόταν άοκνα, φιλότιμα και σκληρά για να μάθει όσο το δυνατόν γρηγορότερα την ραπτοκοπτική τέχνη στο εμποροραφείο του Γιάννη του Παπανάγνου και το Φθινόπωρο του 1949 τελικά έδωσε εξετάσεις και εκείνος και επέτυχε στο Β΄ Αρρένων Γυμνάσιο Λαμίας, όπου το καλοκαίρι του ιδίου έτους, είχε επιτύχει και ό αδελφός μου ο Λεωνίδας και έτσι κα τα δύο μου αδέλφια θα φοιτούσαν πλέον στην ίδια τάξη και στο ίδιο Γυμνάσιο. Εδώ οφείλω να πω με πάσα ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα ότι το αφεντικό του Γιάννη του αδελφού μου, ο εκ Γαρδικίου Ομιλαίων ορμώμενος Γιάννης Παπανάγνου στενοχωρήθηκε πάρα πολύ για τι του έφυγε ο Γιάννης μου, από το Εμποροραφείο του, αλλά τελικά συνηγόρησε, αφού θα πήγαινε στο Γυμνάσιο για να μάθει-σπουδάσει γράμματα και επιστήμες και εκεί ακριβώς επάνω εκμυστηρεύτηκε και την πρόθεση του στον ακούραστο γέροντα πατέρα μου αλλά και τον Γιάννη τον αδελφό μου, ότι τον προόριζε για αντικαταστάτη του στο κατάστημα του, λόγω του ήθους και της ακεραιότητας του χαρακτήρα του και της ταχείας εκμάθησης της δουλειάς, αλλά και των πολλών άλλων ποικίλων χαρισμάτων και προσόντων του. Έτσι λοιπόν, το Φθινόπωρο του έτους 1949, βρίσκει την οικογένεια μου να δρομολογεί, κάποιες μελλοντικές εξελίξεις σε κάποια από τα νεώτερα μέλη της και να ανοίγει ο ορίζοντας της προόδου, της ασφάλειας και της καταξίωσης των στην ελληνική κοινωνία, την οποία από πολλά μετερίζια στη συνέχεια την διοίκησαν εύορκα και ευδόκιμα. Η ζωή του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου και της οικογενείας του στην στρατιωτική σκηνή του Αραπορέμματος Λαμίας, το φθινόπωρο και το χειμώνα του 1949, αλλά και την άνοιξη του 1950, κυλούσε πολύ φτωχικά αλλά ήρεμα: Ο χαλύβδινος και ακούραστος, αλλά χαρισματικός και ταλαντούχος πατέρας μου ασχολούνταν σχεδόν καθημερινά με τα ιερατικά του καθήκοντα στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Καλυβιών Λαμίας και κάποιες ελεύθερες ώρες του, τις περνούσε στο επί της οδού Βύρωνος αριθ.32 απέναντι από το Ταχυδρομείο Λαμίας εργαστήρι ωρολογοποιίας του συγχωριανού και φίλου του Βαγγέλη Δημ. Πιλάτο (Λέρα), όπου ήταν και τη σημείο συνάντησης και αναφοράς όλων εν γένει των συγχωριανών Παλαιοχωριτών, Πουγκακιωτών, Στυλιδιωτών, αλλά και της διασποράς αυτών, καθώς επίσης και όλων των γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών των Παλαιοημερολογιτών, καθόσον ο σεβαστός και με το τον ένα πάντοτε φακό εργασίας συνεχώς στο μάτι του, σημείο κατατεθέν για όλους τους επισκέπτες του, ο γέρο μπάρμπα Βαγγέλης ο Λέρας, ήταν φανατικός Παλαιοημερολογίτης.


< 81 >

Εκεί λοιπόν στο εργαστήρι ωρολογοποιίας του Βαγγέλη του Λέρα, το οποίον μετατρεπόταν σχεδόν καθημερινά, αλλά ουσιαστικά σε ένα δίκην μικρό Κοινοβούλιο (Βουλή), οι διάφοροι συγχωριανοί μας αντάλλασαν κόσμια και αξιοπρεπώς ετερόκλητες σκέψεις και απόψεις επί της εν γένει εθνικής, πολιτικής και θρησκευτικής κατάστασης της χώρας και σχολίαζαν ποικιλότροπα και καυστικά την επικαιρότητα και διεκτραγωδούσαν τα συμβαίνοντα και τα μελλούμενα να επισυμβούν, με τις συνθήκες εκείνες, που επικρατούσαν την εκάστοτε χρονική στιγμή. Η υπομονετική όμως και χαλύβδινη, αλλά ευφυής και πραγματικά ηρωίδα μάνα μου, ασχολούνταν επί καθημερινής σχεδόν βάσης, με το τι φαγητό θα βάλει και εάν αυτό υπήρχε στη κατσαρόλα της, γιατί πολλές φορές δεν υπήρχε και να το σερβίρει στη συνέχεια στο ανύπαρκτο πλέον τραπέζι της, αλλά στον πρόχειρο και επί σκηνής ταβλά της, μαγειρεύοντας όμως καταπληκτικά το οποιοδήποτε έστω φτωχικό φαγητό, για την πολυμελή οικογένεια της, βοηθούμενη περιστασιακά και από τις δύο αδελφές μου Αρετή και Παναγιώτα, μετά τις εργασίες τους στα ρύζια και τα βαμβάκια του κάμπου της Λαμίας. Τακτικά δε μα τακτικά, εκείνη η χαριτόβρυτη και καλοσυνάτη μάνα, για να μην πω καθημερινά, με το αγόγγυστο και υπομονετικό της γαϊδουράκι και με μια αξίνα στους ροζιασμένους από τη δουλειά ώμους της, πήγαινε στις πλαγιές και τα υψώματα του Προφήτη Ηλία Λαμίας και έβγαζε ρίζες και πουρνάρια, από τούς εκεί υπάρχοντας θάμνους, τις οποίες μετάφερε στη συνέχεια στη σκηνή μας, φορτώνοντας αυτές στο άκακο γαϊδουράκι της. Αλλά και εκείνη επίσης, επέστρεφε κυριολεκτικά ζαλικωμένη στους κουρασμένους αλλά ανθεκτικούς ώμους της, με ότι άλλο σχετικό απαραίτητο για το σπιτικό της, για να μπορεί να ψήνει με αυτές το φαγητό μας και να ζεσταίνει εσωτερικά τη σκηνή μας και να έχουμε έτσι κάποια ζεστασιά ο Θεός να την κάνει και να βλέπομαι το βράδυ. Στο σημείο αυτό θέλω να αναφερθώ σε ένα προσωπικό περιστατικό, που συνέβη την περίοδο εκείνη σε μένα. Εγώ ως γνωστόν, ήμουνα ο μικρότερος της οικογένειας και ο χαϊδεμένος όλων γονιών και αδελφών και κανένας μα κανένας δεν μου χάλαγε το χατίρι, χωρίς και εγώ να εκμεταλλεύομαι την αγάπη και τη στοργή τους. Έτσι λοιπόν ένα απόγευμα-βραδάκι μιας ημέρας του Μάρτη του έτους 1950, έπαιζα με τους συνομήλικους μου της γειτονίας κρυφτούλι στην απόληξη της οδού Πατρόκλου, που ήταν κάποιο φυλάκιο, εκατό περίπου μέτρα πιο πάνω από τη σκηνή μας. Και ενώ εγώ έτρεχα πολύ βιαστικά να προλάβω να φτύσω πρώτος το στύλο, που είχαμε ορίσει ως σημείο αναφοράς και φύλαγε κάποιο άλλο παιδάκι, σκοντάφτω ξαφνικά και πέφτω με πολύ δύναμη, επάνω σε κάτι πολύ αγκυλωτά συρματοπλέγματα, που εμπόδιζαν την προσέγγιση ανθρώπων στο πολυβολείο-φυλάκιο και σχίσθηκε το δεξί γόνατο μου, που φέρει μέχρι σήμερα τα αποτυπώματα του, για να μου ενθυμίζει πλέον τις δύσκολες εκείνες ημέρες της νεανικής μου ζωής, αλλά και όλης της οικογένειας μου. Εγώ περισσότερο από φόβο, παρά από τον πόνο, άρχισα να κλαίω και έτρεξα γρήγοραγρήγορα στην αγκαλιά της μάνας μου, ενώ το αίμα έτρεχε και πηδούσε σαν πίδακας από το γόνατο μου.


< 82 >

Η καλοσυνάτη μάνα μου αλαφιασμένη προ του αδόκητου αυτού και ξαφνικού συμβάντος, δεν με μαλώνει καθόλου, αλλά προσπαθεί όπως-όπως να σταματήσει την αιμορραγία βάζοντας επάνω στο τραύμα μου χώμα και το επιδένει με κάποια πανιά που βρήκε εκείνη τη στιγμή πρόχειρα-πρόχειρα, γιατί αντισηπτικά και άλλα φάρμακα ούτε κατά φαντασία δεν υπήρχαν την εποχή εκείνη, αλλά με πρακτικούς τρόπους και εμπειρικές συνταγές, προσπαθούσαν οι άνθρωποι να αντιμετωπίσουν τα προκύπτοντα συμβάντα και αμέσως σαν να μην συμβαίνει τίποτε, με αγκαλιάζει και με φιλά και μου λέγει στοργικά, γιατί δεν προσέχεις Σπύρο παιδί μου και έπεσες και χτύπησες. Εγώ με αναφιλητά έτρεμα ακόμη από το φόβο μου και δεν άφηνα την μάνα μου να φύγει, κρατώντας την από το φόρεμα της.


< 83 >


< 84 >

Δ ΗΜΟΣΙΑ ΘΕΡΜΗ ΕΚΦΡΑΣΗ ΕΥΧΑΡΙΣ ΤΙΩΝ ΤΟΥ ΧΑΡΙΤΟΒΡΥΤ ΟΥ Π ΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ Σ ΕΒΑΣΜΙΟΤΑΤΟ Μ ΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ Φ ΘΙΩΤΙΔΑΣ Κ . Κ . Α ΜΒΡΟΣΙΟ Ν ΙΚΟΛΑΪΔΗ . Στα μέσα λοιπόν του Απριλίου του 1950, ο αείμνηστος και σεβαστός γέροντας ποιμενάρχης μας Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, που ζούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή με την πολύτεκνη οικογένεια του, ως προείπαμε κατατρεγμένος ως σκηνίτης και πρόσφυγας, μέσα στην ίδια του την πατρίδα, στην συνοικία Αραπόρρεμμα (Ανθούπολη) της Λαμίας, ακριβώς απέναντι από την απόληξη της οδού Έσλιν, συνεπεία του επάρατου συμμοριτοπόλεμου, αποφάσισε μετά την συντριβή του κόκκινου ολοκληρωτισμού και της εντολής της Ελληνικής Πολιτείας για παλιννόστηση στα ερειπωμένα χωριά μας, να επισκεφθεί τον Προϊστάμενο του Μητροπολίτη Φθιώτιδας κ.κ. Αμβρόσιο Νικολαΐδη, συνειδητά και χωρίς καμία παρότρυνση, αλλά υπακούοντας μόνο στους ευγενικούς, κοινωνικούς και ηθικούς νόμους της συνείδησης του, για να τον ευχαριστήσει, για όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή εκείνος έπραξε γι αυτόν. Δεν είχαν βεβαίως παρέρθει ακόμη, επτά μήνες από το τέλος αυτού του καταστρεπτικού και ολέθριου για την πατρίδα μας και τους κατοίκους της εμφύλιου σπαραγμού. Το τέλος αυτού του επαίσχυντου και τραγικού πολέμου επετεύχθη με την θριαμβευτική νίκη των Εθνικών Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας μας τον Αύγουστο του 1949, στις κορυφογραμμές του Γράμμου και του Βίτσι και την συντριβή του Ερυθρού εγχώριου Ολοκληρωτισμού, που μόνο ανθρώπινα και υλικά ερείπια και συντρίμμια εγκατέλειψε και δημιούργησε μίση και πάθη. Και στο σημείο αυτό ακριβώς καλούταν η αιμορραγούσα πλέον Ελλάδα, να ανατάξει και να ανορθώσει τις εναπομείνασες δυνάμεις της, να επουλώσει τις αδελφοκτόνες πληγές της και να ασχοληθεί πλέον με έργα ανασυγκρότησης και ανοικοδόμησης της και να χαλυβδώσει και να σφυρηλατήσει σε γερά πλέον θεμέλια την δεινά δοκιμασθείσα κοινοβουλευτική δημοκρατία της και να ασχοληθεί του λοιπού, με έργα ειρήνης, προόδου και ανάπτυξης. Οπωσδήποτε όμως, μακριά και αφοριστικά πλέον από τις ολέθριες και καταστρεπτικές πολιτικές και μη, έριδες και φιλονικίες των κατοίκων της και αποφυγή πάση θυσία προσωπικών και πολιτικών αντεγκλήσεων και αντεκδικήσεων, για να δυνηθεί να επιτευχθεί όσον το δυνατόν γρηγορότερα ο ασφαλής και ακίνδυνος επαναπατρισμός των κατοίκων της υπαίθρου, από τις πόλεις στις οποίες στηβάγδηκαν στην κυριολεξία ως αμνοερίφια, στις τσίγκινες παράγκες κολχόζ και σε στρατιωτικές σκηνές, χωρίς εργασία και τα προς το ζην απαραίτητα και να επανέλθουν οι κάτοικοι πλέον ειρηνικά και ασφαλείς στις πατρογονικές πλέον εστίες των στα χωριά και τις ορεινές κωμοπόλεις, τις οποίες εγκατέλειψαν άρον- άρον και παρά την θέληση των. Σε αυτή την συγκεκριμένη χωροχρονική στιγμή ο μακαριστός Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, κλήθηκε από την ιστορία της στιγμής εκείνη, να αναλάβει τις ευθύνες του


< 85 >

απέναντι του εαυτού του, της ενορίας του και της πολυμελούς οικογένειας του, αποφασίζοντας ως γενάρχης, περί της τύχης ενός εκάστου και όλων μαζί των μελών της οικογενείας του, δηλαδή εάν θα επιστρέψει ξανά στο χωριό ο ίδιος και η οικογένεια του ή θα τραβήξει το δρόμο της μόνιμης προσφυγιάς και ο Θεός βοηθός. Προ αυτής της προκλητικής ιστορικής στιγμής, ο εχέφρων εκείνος ποιμενάρχης μας, σταθμίζοντας όλους εκείνους τους παράγοντες θετικούς και αρνητικούς της συγκεκριμένης εκείνης χρονικής στιγμής, που διαμόρφωναν το σκηνικό της επιστροφής η μη στο χωριό του, αποφάσισε με νηφαλιότητα και πίστη στο_ Θεό, την επιστροφή στο χωριό του, με ότι αυτό συνεπάγεται για τον ίδιο και την οικογένεια του. Έτσι λοιπόν κάποια ημέρα του Απρίλη του 1950, πήρε την μεγάλη απόφαση, να επισκεφθεί τον τότε Μητροπολίτη Φθιώτιδας μακαριστό πλέον Αμβρόσιο Νικολαΐδη οξυδερκή και αυστηρό αλλά δίκαιο και καλοσυνάτο Δεσπότη. Και τούτο αφενός μεν να τον ευχαριστήσει για την στήριξη που του παρέσχε καθ όλο το χρονικό διάστημα, πού παρέμεινε στην Λαμία, ως πρόσφυγας σκηνίτης Ιερέας και του επέτρεψε να ιερουργεί στο Νεκροταφείο του Αγίου Αθανασίου Καλυβιών Λαμίας, μαζί με δύο άλλους πρόσφυγες επίσης ιερείς της περιοχής της δεινά δοκιμαζόμενης ορεινής Δυτικής Φθιώτιδας (Παπακώστα Παπακωνσταντίνου από τη Στάγια και Παπαγιώργη Καραντζίκο από το Κυριακοχώρι) και αφετέρου να του ζητήσει την άδεια να επιστρέψει-επανακάμψει ως νόμιμος Εφημέριος, στην ενορία του στον Προφήτη Ηλία στο Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας, για την οποία ομόθυμα εξελέγη και χειροτονήθηκε στη συνέχεια Ιερέας, στον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων, στο όμορφο προάστιο Άγιοι Ανάργυροι Αττικής, στις 4 Αυγούστου το έτος 1930, από τον μακαριστό πλέον Μητροπολίτη Φθιώτιδας Ιάκωβο Παπαϊωάννου (1914-1932) και προκάτοχο του Αμβροσίου Νικολαΐδη, που απεικονίζεται στην ως άνω φωτογραφία. Φθάνοντας λοιπόν, στο επί της οδού Σκληβανιώτου αριθ. 5 Μητροπολιτικό Μέγαρο Λαμίας και μετά από τις απαραίτητες εκκλησιαστικές και κοινωνικές φιλοφρονήσεις με τον τότε Πρωτοσύγκελο της Μητρόπολης Φθιώτιδας, του ζητά φιλοφρόνως να τον παρουσιάσει στον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη κ.κ. Αμβρόσιο, για κάποιο προσωπικό θέμα και εκείνος χωρίς χρονοτριβή και αντίρρηση, τον ανήγγελλε στον Δεσπότη και τον εισήγαγε αμέσως στο Γραφείο του.34-1958) Ο Δεσπότης παρά τον αυστηρό χαρακτήρα που τον διέκρινε γενικώς και πέραν από κάθε εκκλησιαστικό πρωτόκολλο και τυπικότητα, έχοντας πλήρη και ασφαλή γνώση όχι μόνον της προσωπικότητας του επισκέπτη του Ιερέα στο Γραφείο του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, αλλά και της όλης του οικογενειακής του κατάστασης, καθώς και τον δυσμενέστατο τρόπο διαβίωσης του, μετά της λοιπής οικογενείας του, λόγω των δυσμενών συνθηκών που επικρατούσαν ένεκα του συμμοριτοπόλεμου, αλλά και τα πάρα πολύ καλά,


< 86 >

φλογερά, πύρινα, θεολογικά, πατριωτικά και κοινωνικά κηρύγματα, πού έκανε ασταμάτητα γιορτή καθημερινή, ο βιβλικός στη μορφή και ταπεινός στην στολή Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου στον Άγιο Αθανάσιο Καλυβιών Λαμίας. Εκείνη ακριβώς την στιγμή ο Δεσπότης, παραβιάζει το πρωτόκολλο της εκκλησιαστικής εθιμοτυπίας, σηκώθηκε αμέσως από την καρέκλα του και εξήλθε από το τραπέζι του Γραφείου του και αντήλλαξε χριστιανικό εναγκαλισμό με τον επισκέπτη του σεβάσμιο και φτωχικό ιερέα του, αιφνιδιάζοντας στην κυριολεξία τον μακαριστό και αείμνηστο γέροντα Παπαδημήτρη, για την υποδοχή αυτή από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη του κ.κ. Αμβρόσιο (1934-1958) αλλά και από το λεκτικό καλωσόρισμα του, λέγοντας του ποιος καλός άνεμος-δρόμος σε έφερε εδώ κοντά μου Παπαδημήτρη; Ο ανωτέρω τρόπος υποδοχής του Δεσπότη, έλυσε περισσότερο την χρυσορήμονα γλώσσα του Παπαδημήτρη και αμέσως εκείνος με την σεμνότητα και την πραότητα του χαρακτήρα του που τον κοσμούσαν, αλλά και με την γλυκύτητα και αμεσότητα της εκφοράς του λόγου του που τον στόλιζαν, ανέφερε στον Σεβασμιότατο Ποιμενάρχη του, ότι προσήλθε στο Γραφείο του αφενός μεν να τον ευχαριστήσει για την στήριξη που του παρείχε όλο τον προηγούμενο καιρό από την αναγκαστική εγκατάλειψη της ενορίας του και την εγκατάσταση του άρον-άρον λόγωτου πολέμου και σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης στην Λαμία, επιτρέποντας του να ιερουργεί και να ασκεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα στον Άγιο Αθανάσιο Καλυβιών Λαμίας και αφετέρου δε να του επιτρέψει να επανέλθει πλέον στην Ενορία του στο χωριό του Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας, καθόσον εξέλειπαν πλέον οι κίνδυνοι από τον αδελφοκτόνο πόλεμο.


< 87 >


< 88 >

Η

ΑΠΑΡΑΣΑΛΕΥΤΗ ΠΙΣΤΗ Σ ΤΟΥΣ Ι ΕΡΟΥΣ

Κ ΑΝΟΝΕΣ (Π ΗΔΑΛΙΟ ) ΤΟΥ Π ΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΘΟΡΜΗΤΟ ΔΩΡΟ Κ ΑΛΥΜΜΑΥΧΙ Σ ΑΥΤΟΝ , ΤΟΥ Δ ΕΣΠ ΟΤΗ Κ . Κ . Α ΜΒΡΟΣΙΟΥ Ν ΙΚΟΛΑΪΔΗ . Ο Σεβασμιότατος κ.κ. Αμβρόσιος εκπλήσσεται για αυτά που άκουγε από τον σεμνό και ηθικοπλάστη κληρικό του και του λέγει ορθά κοφτά: Παπαδημήτρη μου μήπως πρέπει να επανεξετάσεις την θέση σου για επιστροφή στο χωριό σου, γιατί έχεις μικρά και πολλά παιδιά και έχουν και αυτά δικαίωμα στην πρόοδο και την εξέλιξη στην ζωή και εάν δεν θέλεις να παραμείνεις στην Ενορία του Αγίου Αθανασίου πες μου να σε μετακινήσω σε κάποια άλλη πιο πλούσια Ενορία της πόλης Λαμίας, μηδέ εξαιρουμένης και αυτής ακόμη, του Μητροπολιτικού Ναού της Ευαγγελιστρίας. Και τότε, όλως απρόσμενα και αδόκητα για τον Δεσπότη, ακούγεται από τον σεμνό, χαρισματικό και ταλαντούχο Παπαδημήτρη, η φράση και ο συλλογισμός του: Σεβασμιότατε, με όλον τον επιβαλλόμενο και πρέποντα σεβασμό, πού τρέφω προς το Πρόσωπο σας και την Αρχιεροσύνη σας, θέλω πρωτίστως να σας ευχαριστήσω θερμά για τα καλά σας λόγια και δευτερευόντως θα μου επιτρέψετε να αναφέρω αυτό πού λέγει το αλάθητο Πηδάλιο της Εκκλησίας μας και Σεις σαν καταξιωμένος και εμβριθής Ποιμενάρχης μας το γνωρίζετε καλύτερα από κάθε άλλον: ’’Ο,τι εγώ ο Παπαδημήτρης, δεν γίνομαι μοιχός της Ενορίας μου, αφού χειροτονήθηκα Εφημέριος του Ιερού Ναού του Προφήτη Ηλία Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας και εξέλειπαν πλέον οι λόγοι του αδελφοκτόνου πολέμου, που επέβαλαν την αναγκαστική και παρά την θέληση μου εγκατάλειψη της ’’. Στο ανωτέρω μη αναμενόμενο άκουσμα του συλλογισμού του Παπαδημήτρη, ο Δεσπότης αντιδρά λίγο περίεργα και αυστηρά λέγοντας του, ότι το Πηδάλιο Παπαδημήτρη το κρίνει ο Δεσπότης σου αυτή την στιγμή κατ’ οικονομία Θεού και προς το συμφέρον τόσον το δικό σου, όσον και της οικογενείας σου και ως εκ τούτου: ’’Δεν έχεις το δικαίωμα Παπαδημήτρη μου, να εμποδίσεις την πρόοδο και την εξέλιξη των παιδιών της οικογενείας σου πηγαίνοντας στο χωριό σου, γιατί στο χωριό τα


< 89 >

παιδιά σου, θα στερηθούν την αναγκαία και απαραίτητη παιδεία και μόρφωση και θα αυτοκαταστραφούν’’. Στη συνέχεια ο χαρισματικός Παπαδημήτρης με τον επιβαλλόμενο και πρέποντα και πάλι σεβασμό προς τον Δεσπότη του, του αναφέρει με σεμνότητα αλλά και πειστικότητα, αυτό που εκείνος έλεγε πάντα στην επίγεια ζωή του, όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν: ’’Σεβασμιότατε, έχει ο Θεός για όλους μας και αρνί πού βλέπει ο Θεός ό λύκος δεν το τρώει ’’ και σας θερμοπαρακαλώ πάρα πολύ, να μου επιτρέψετε να ξαναγυρίσω πίσω στην Ενορία μου στον Προφήτη Ηλία στο Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας και σας περιμένουμε με μεγάλη χαρά να μας επισκεφθείτε στην μνήμη του η όποτε άλλοτε Σεις κρίνετε αναγκαίο, σκόπιμο και επιβεβλημένο. Βλέποντας την εμμονή του Παπαδημήτρη ο Δεσπότης και μη μπορώντας να τον μεταπείσει και να τον μετακινήσει από τις θέσεις του Κανονικού Εκκλησιαστικού Δικαίου (Πηδαλίου), ενδίδει στις παρακλήσεις του και του λέγει να πάς στο καλό Παπαδημήτρη και εύχομαι να μην το μετανιώσεις και αν πάλι με χρειασθείς κάποτε ή μετανιώσεις έλα ξανά στο Γραφείο μου να το ξανά συζητήσουμε το θέμα σου, ενώ ενδόμυχα ένοιωθε βαθύτατα ικανοποιημένος, γιατί είχε στην Ιερά Μητρόπολη του, τέτοιους υψηλού ήθους και κύρους Κληρικούς, αφοσιωμένους ψυχή τε και σώματι στο Θεό και το Έργο του, αδιαφορούντες για τα επίγεια και υλικά αγαθά. Ο διπλωματικός όμως αλλά και ταλαντούχος Παπαδημήτρης, βλέποντας τις κινήσειςαντιδράσεις του Δεσπότη του και αντιλαμβανόμενος ότι κάπου με την απαρασάλευτη και αμετακίνητη στάση του στους Θείους- Αποστολικούς και Πατερικούς Κανόνες της Εκκλησίας μας (Πηδάλιο), στενοχώρησε άθελα του τον Ποιμενάρχη του, αφού εκείνος για το καλό του ίδιου και της οικογενείας του φρόντιζε, κάνει μια κίνηση πραγματικά ματ και ξανά ευχαριστεί τον Δεσπότη του για όσα εκείνος έπραξε για αυτόν κατά την διάρκεια του πολέμου, αλλά και για την εποικοδομητική συζήτηση που είχανε και του ζητά με βαθύτατο σεβασμό ταπεινά την συγγνώμη του, γιατί δεν μπορεί να πράξει άλλως και να ενδώσει, λόγω αρχών στις προτροπές και συστάσεις του. Ο Δεσπότης τελείως αυθόρμητα και χωρίς καμιά άλλη απάντηση η κίνηση-αντίδραση, βλέποντας το φθαρμένο καλυμμαύχι του Παπαδημήτρη παίρνει αμέσως ένα καινούργιο δικό του, που είχε στο Γραφείο του και το βάζει στο κεφάλι του, λέγοντας του καλορίζικο, και του ξανά λέγει: ’’Παπαδημήτρη μου, να πάς στο καλό και ο Θεός τον οποίο τόσο πιστά υπηρετείς, να είναι πάντα μαζί σου και αν χρειαστείς κάτι να μου ξανά έλθεις πάλι στο Γραφείο μου ’’. Ο αοίδιμος Παπαδημήτρης μας, περιχαρής για την άψογη και όλως χριστιανική και ανθρώπινη συμπεριφορά του Δεσπότη του απέναντι του, αλλά και για το γεγονός ότι θα επέστρεφε στο χωριό του και τους ενορίτες του, ξανά ευχαριστεί τον Δεσπότη του και αναχωρεί έμπλεος χαράς και αγαλλίασης, μετά βέβαια από τους προβλεπόμενους χριστιανικούς αμφιπαρείους κατασπασμούς του με τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη του Αμβρόσιο.


< 90 >

Το χάρισμα-δώρο όμως καλυμμαύχι του Δεσπότη, στόλιζε επί σειρά ετών την λευκή κεφαλή του Παπαδημήτρη μέχρι που εφθάρη και εκείνο και πήραν την θέση του άλλα καλυμμαύχια δώρα των παιδιών και των εγγονών του, αλλά πάντα αυτό, ήταν ένα σημείο ευφρόσυνης αναφοράς των λοιπών κληρικών της περιοχής κατά τα τοπικά πανηγύρια . Τα ανωτέρω διατρέξαντα, ηθελημένα και σύντομα μάλιστα, κοινολογήθηκαν από την πλευρά του Δεσπότη στους κύκλους των Κληρικών της Λαμίας και διαδόθηκαν αστραπιαίως και ο Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου γίνεται πλέον σημείο ευμενούς αναφοράς τους, για το ήθος, την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, την εμβρίθεια και την αρίστη θεολογική κατάρτιση του. Όσο όμως περνούσε ό καιρός, ο γέροντας Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου επιβεβαιωνόταν όλο και περισσότερο, για όλα αυτά πού είχε πει στον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη του κ.κ. Αμβρόσιο: ’’ Ό,τι έχει ο Θεός για όλους και αρνί που βλέπει ο Θεός ο λύκος δεν τρώει’’. Γιατί η οικογενειακή δυναστεία του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, με την βοήθεια του Θεού, τις ευχές αμφοτέρων των γονέων της και με τις δικές του προσπάθειες και ενέργειες ένα έκαστο των μελών της, ανελίχτηκε και προσέφερε πολλά στην Ελληνική κοινωνία μας, στελεχώνοντας και διοικώντας την Δημόσια και Ιδιωτική Διοίκηση της χώρας μας, με καταξιωμένους και καλούς Επιστήμονες Διδασκάλους-Επιθεωρητές, Καθηγητές-Σχολικούς Συμβούλους, αλλά και με άριστους επίσης και διακεκριμένους Αξιωματικούς-Αντιστράτηγους, καθώς και με εξαίρετες συζύγους και μητέρες, με τέκνα επιστήμονες σε όλους τους τομείς της κοινωνίας μας. Τον μακαριστό πλέον Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, αξίζει όχι μόνον να τον θαυμάζομε και να τον ταξιθετούμε ευφρόσυνα στο μυαλό μας, αλλά και να τον βάνουμε βαθειά μέσα στην καρδιά μας, γιατί πολλά έχουμε να κερδίσουμε και να ωφεληθούμε από το ήθος, την υποδειγματική επίγεια ζωή του, αλλά και την εν γένει προσωπικότητα του.


< 91 >

ΛΑΜΙΑ, ΜΑΙΟΣ 1958 ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΣΕΒΑΣΜΙΟΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ Κ.Κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ


< 92 >

Γ ΡΑΠΤΟΙ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙ ΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ Π ΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ , ΑΠΟ ΤΟ Σ ΠΥΡΟ Α ΘΑΝΑΣΙΟΥ Τ ΣΕΚΟΥΡΑ Να τι γράφει, για τη μεγάλη και σπάνια αυτή Εκκλησιαστική και Θρησκευτική προσωπικότητα του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, ό έχων τούτη τη στιγμή τα πρωτεία των πρεσβείων στο όμορφο και ευλογημένο χωριό μου το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας και ήδη άγει σήμερα, που γράφονται αυτές εδώ οι απλές γραμμές, εν πλήρη σωματική και πνευματική υγεία και ευεξία το 95ο έτος της ηλικίας του (1918) και ακούειονομάζεται Σπύρος Αθανασίου Τσεκούρας. Ο σεμνός και καλοσυνάτος αυτός σήμερα γέροντας, αλλά ευφυέστατος και εγκρατής της σύγχρονης ιστορίας του χωριού μας και ταυτόχρονα περισπούδαστος κτηνοτρόφος των ηθών και εθίμων του χωριού μας και των χαρακτήρων των συγχωριανών του, σκιαγραφεί αντικειμενικά εν προκειμένω, τον αείμνηστο πατέρα μου Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, φρονώ ότι παραβίασε συνειδητά την Ευαγγελική ρήση, του: ’’Ουδείς Προφήτης δεκτός εν τη πατρίδι αυτού’’ (Λουκ:Δ-24), για να μη επιβεβαιώσει τον κανόνα. Αυτός, με απλά, μεστά και απέριττα λόγια, αποπνέοντα βαθύτατο σεβασμό, μεγάλη εκτίμηση και απέραντη αγάπη, πλήρη βέβαια αντικειμενικότητα, άκρατη αμεροληψία και χωρίς καμιά υστεροβουλία και με περίσσιο θάρρος και λεβεντιά εκφράζει τα εσώψυχα του για τον παππά του χωριού του τον Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, γράφοντας αυτολεξεί τα εξής, στο άρτι εκδοθέν-κυκλοφορήσαν βιβλίο του: ’’ Σκέψεις και Αναμνήσεις’’ Σπυρίδωνος Αθανασίου Τσεκούρα ’’Λαμία-2010’’ στις σελίδες 34 και 35 αυτού: ’’… .Την ώρα της Σταύρωσης μέσα σε μια απέραντα κατανυκτική ατμόσφαιρα και με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσαν το ’’ Σήμερον κρεμάται επί ξύλου’’ το οποίο έψαλλε ο πάπαΜήτσος. Ήταν τόσο διαπεραστική η ψαλμωδία αυτού του γνήσιου και λαμπρού κληρικού, που όλοι οι εκκλησιαζόμενοι, παρά την κούραση της σκληρής δουλειάς, ένιωθαν την ψυχή τους να ανεβαίνει προς το Θεό και έτσι σιωπηλοί και σταυροκοπούμενοι ανακάλυπταν το βαθύτερο εαυτό τους. Πρέπει όλοι να θυμόμαστε αυτόν τον εξαίρετο λειτουργό του Θεού, παπά-Μήτσο Παπαναγιώτου. Ήταν προικισμένος με υψηλό θρησκευτικό ήθος, διακριτική ζωή αγάπης και αφοσίωσης στο θείο λειτούργημα του. Ακοίμητος φρουρός των οσίων και ιερών της Ορθοδοξίας, με αδιάκοπη κοινωνική προσφορά στη μικρή κοινωνία του χωριού μας. Γενικά, ήταν προικισμένος με πλούσια συναισθήματα, ειλικρινή ευαισθησία και κατά γενική ομολογία ήταν κληρικός με έξωθεν καλή μαρτυρία. Οι πιο πάνω γραμμές ας αποτελέσουν την ανθοδέσμη ευγνωμοσύνης προς τον μακαριστό παπά-Μήτσο’’.


< 93 >

Και εγώ με τη σειρά μου τώρα, έκθυμα συνιστώ ανεπιφύλακτα την απόκτηση βεβαίως και την μελέτη του ως άνω βιβλίου του Μπάρμπα Σπύρου του Τσεκούρα, σε όλους εν γένει τους πολίτες και ιδιαίτερα στους συγχωριανούς μου Παλαιοχωρίτες και λέγω ότι δεν πρέπει αυτό, να λείψει από καμιά Παλαιοχωρίτικη Βιβλιοθήκη. Ταυτόχρονα όμως, τον ευχαριστώ θερμά και ειλικρινά του σφίγγω το χέρι, ένα χέρι που ξέρει να γράφει αλήθειες και να ομιλεί αντικειμενικά, ανεπηρέαστα, ανεπιτήδευτα και με τα εσώψυχα του γράφοντα και του εύχομαι ότι το καλύτερο για εκείνον και την καταξιωμένη κατά γενική ομολογία, κοινωνικά και επαγγελματικά οικογένεια του. Να τον έχει λοιπόν καλά, ο Τριαδικός Άγιος Σωτήρας Θεός μας, για να μπορεί να ορθοτομεί με απλά σταράτα λόγια, τον λόγο της αλήθειας, όπως έπραξε και με το ως άνω ανεπιτήδευτο πόνημα του.


< 94 >

Η

ΠΑΛΙΝΝΟΣΤΗΣΗ ΤΟΥ

ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΥ ΤΟ

Π ΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Π ΑΛΑΙΟΧΩΡΙ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟ ΛΗ ΤΗΣ

Λ ΑΜΙΑ .

Οι δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης στη Λαμία και η ανυπαρξία οικονομικών πόρων, σε ολόκληρη την περίοδο της τριετίας 1947-1950, αυξάνονταν συνεχώς και μάλιστα κατά γεωμετρική πρόοδο και μπορεί να πει κανείς ότι ο νόστος και η νοσταλγία επιστροφής της οικογένειας του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, στην γενέθλια γη το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας, ως άλλος Οδυσσέας στην Ιθάκη του, γινότανε καθημερινή ευχή και προσδοκία. Έτσι λοιπόν, έφθασε η πολυπόθητη ημέρα της παλιννόστησης της, μαζί με τις άλλες οικογένειες των συγχωριανών μας και η οποία δεν ήταν καμιά άλλη ημέρα, από την 25η Απριλίου του1950. Την ημέρα αυτή ο πατέρας και η μάνα μου και η μεγαλύτερη η αδελφή μου η Αρετή επιβιβάστηκαν με τα απολύτως απαραίτητα πράγματα, μαζί με άλλους συγχωριανούς και με το γαϊδουράκι τους σε ένα φορτηγό στρατιωτικό αυτοκίνητο για το χωριό μας, ενώ η υπόλοιπη οικογενείας μας δηλαδή εγώ, η αδελφή μου η Παναγιώτα και τα αδέλφια μου ο Λεωνίδας και ο Γιάννης, καθώς η πρώτη μου εξαδέλφη η Αγλαΐα Νικολάου Παπαναγιώτου από τα Πουγκάκια μείναμε στη Λαμία για να τελειώσουμε εμείς τα αγόρια την φοίτηση μας στα σχολεία στα οποία πηγαίναμε, εγώ στο 3ο Δημοτικό Σχολείο του Σχολικού Συγκροτήματος του Λαχανά και ο Λεωνίδας και ο Γιάννης στο πέτρινο Δεύτερο Γυμνάσιο επί της οδού Υψηλάντη και τα κορίτσια εργαζόντουσαν και μας φρόντιζαν, μαγειρεύοντας μας κλπ. Η επιστροφή των γονέων μου στο χωριό μας ήταν γεμάτη από ανάμεικτα συναισθήματα χαράς, ευχαρίστησης και ευγνωμοσύνης, αλλά και λύπης, στενοχώριας και μεγάλου προβληματισμού. Καλούταν οι γονείς μου αλλά και οι λοιποί συγχωριανοί να ξεκινήσουν από το μηδέν μια καινούργια ζωή και να αφήσουν πίσω τους πικρές αναμνήσεις και θλιβερά γεγονότα, καθώς σκληρά αντίποινα, αδηφάγα μίση και ανυπέρβλητες κακίες για να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους αυτοί και οι οικογένειες τους και να στεριώσουν το αύριο και το μέλλον των. Με την βοήθεια λοιπόν του Τριαδικού Άγιου Θεού μας, της Υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των προστατών Αγίων των (Προφήτης Ηλίας, Αι-Γιάννης και Αγία Παρασκευή) άρχισαν σιγά-σιγά να μπαίνουν στην καινούργια επίσης σκληρή ζωή και προσπαθούσαν να αντλήσουν δυνάμεις μόνο μέσα από τα εσώψυχα τους και από τις προηγούμενες αποκτηθείσες σκληρές εμπειρίες, αποφεύγοντας τα ίδια λάθη και χτίζοντας με κόπο και μεράκι το αύριο και το μέλλον των ιδίων και των παιδιών των, αλλά και της πατρίδας των


< 95 >

γενικότερα, γιατί αυτό επίτασσε το καθήκον και το χρέος των, αλλά και η αληθινή ιστορία χιλιετιών. Ξεκίνησαν με τις μικροεπισκευές στα φτωχικά και ερειπωμένα σπίτια των και τις πεσμένες από τα πολλά χιόνια καλύβες τους, για να εξασφαλίσουν πλέον την ακίνδυνη διαμονή των, αλλά και αυτών των ολιγοστών οικόσιτων και να προχωρήσουν στη συνέχεια με τον καθαρισμό των αυλών και των κήπων των και το φύτεμα των πρώτων ειδών διατροφής σε αυτούς π.χ. καλαμπόκι, πατάτες, ντομάτες, κρεμμύδια, αγγουράκια, φασόλια κλπ. Παράλληλα όμως με τις προσωπικές ανάγκες ενός εκάστου αλλά και των ιδίων των οικογενειών των, έκδηλο και ζωντανό ήταν και το ενδιαφέρον για το Δημοτικό Σχολείο και τους τρείς τότε Ιερούς Ναούς του χωριού, για να επισκευασθούν και αυτοί με προσωπική πλέον εργασία των εμπειροτεχνών συγχωριανών, πρωτοστατούντος βέβαια στις εργασίες αυτές του γέροντα ποιμενάρχη τους Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου και να νιώθουν και εκεί ασφαλείς και ακίνδυνοι οι κάτοικοι κατά τα λειτουργικά τους καθήκοντα και τα μικρά παιδιά των κατά την διάρκεια των μαθημάτων των, αφού και αυτά υπέστησαν όπως τα σπίτια κλπ. από την έλλειψη φροντίδας κατά τα πέτρινα προσφυγικά χρόνια του εκπατρισμού και του εθνικού διχασμού αρκετές σημαντικές βλάβες στις κεραμοσκεπές τους και στους αρμούς τους, από την υγρασία που εισέδυσε στους τοίχους τους κλπ. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο, αναγκαίο και επιβεβλημένο να αναφερθώ δι’ ελαχίστων γραμμών στο ρόλο της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας και των εκπροσώπων της όπως ήταν ο Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου κατά τους σκοτεινούς εκείνους χρόνους του συμμοριτοπόλεμου και της τριπλής κατοχής (Φασισμός, Ναζισμός και Κομμουνισμός ) στη χώρα μας. Υπήρξε αληθινά η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία, την οποία διακονούσε πάντοτε εφημερεύοντας εν παντί τόπω και χρόνω ψυχή τε και σώματι ο Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, ένα πραγματικά εθνικό θησαυροφυλάκιο και ένα ιερό εργαστήριο μέσα στο οποίο ζωογονούνταν και αναθερμαίνονταν τα εθνικά ιδανικά και τελετουργούνταν καθημερινά το μυστήριο της Εθνικής Αντίστασης: ’’Από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός ’’ (Ψαλ: ΡΚΘ 129-4), όπως λέγει ο Υμνωδός, εκεί θερμές προσευχές και μυστικοί εθνικοί πόθοι συμπλέκονταν, θρησκευτικές εξάρσεις και πατριωτισμοί συμπορεύονταν, Σταυρός και Ανάστασης, ελευθερία και θυσία αδελφώνονταν, πατρίδα και πίστης, Εκκλησιά και Έθνος ταυτίζονταν. Ο σεβαστός γέροντας ποιμενάρχης μας Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου όλα μα όλα τα χρόνια της επίγειας ζωής του και ειδικότερα την χαλεπή εκείνη περίοδο 1940-1950 δεν έκαμε τίποτε άλλο που να φυλάσσει Θερμοπύλες, να διδάσκει Ορθοδοξία και να ενισχύει με τα θερμογόνα κηρύγματα του και τις καθημερινές συζητήσεις του όρθιο και ζωντανό το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Ελλαδικής Εκκλησίας, αψηφώντας και αδιαφορώντας για την δική του ζωή και της οικογενείας του, αλλά για την ζωή του ποιμνίου του και αυτό το αποδείκνυε καθημερινά με τις εν γένει πράξεις και ενέργειες του, κρατώντας άσβεστη την πίστη του στο Θεό και την Ελευθερία της Πατρίδας. Εδώ τελείωσε η ταραχώδης και εφιαλτική δεκαετία (1940-1950) του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, καθόσον η επόμενη δεκαετία (1950-1960) που επακολούθησε ήταν μεν


< 96 >

σκληρή, δύσκολη και φτωχή, αλλά ήταν δε η δεκαετία κατά την οποία μεταβλήθηκαν πάρα πολλά πράγματα στην πατρίδα μας και την οικογένεια του. Πρώτον επικράτησαν συνθήκες σταθερότητας και ανάπτυξης της χώρας, εμπεδώθηκε σιγά-σιγά η δημόσια τάξη και ασφάλεια, εξασφαλίσθηκε η εθνική κυριαρχία και θωρακίσθηκαν τα σύνορα και η εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας μας, έπαυσε η προσφυγιά μέσα στην ίδια σου την χώρα και ο εμφύλιος σπαραγμός αλλά και οι αδικαιολόγητες εχθροπραξίες, οι συνέλληνες ασχολούνταν πλέον με ειρηνικά έργα και έργα προόδου και ανάπτυξης, αλλά και από παντού έπνεε άνεμος αισιοδοξίας και γαλήνης. Δεύτερον μεταβλήθηκε το καθεστώς των μισθολογικών συνθηκών του ιδίου, έπαυσε πλέον η εις είδος παροχή δημητριακών προϊόντων των ενοριτών του για τις παρεχόμενες θρησκευτικές κλπ. υπηρεσίες του και μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις και η μη καταβολή έστω και αυτών των ελαχίστων, καθόσον αναλήφθηκε αυτή πλέον από το Κράτος, όπως των λοιπών δημοσίων υπαλλήλων και Τρίτον άνοιξαν δειλά-δειλά αλλά σταθερά και ανοδικά, οι φτερούγες των μελών της οικογενείας του για πρόοδο και προκοπή λόγω ηλικίας, με την βοήθεια του Θεού και με την δική τους θέληση αλλά και με το πείσμα που τα κατείχε για ευγενείς διακρίσεις στη κοινωνία, αφού κατ’ αυτήν τελείωσαν τις εγκύκλιες σπουδές των και τα τρία μικρότερα από τα άρρενα παιδία του και προχώρησαν αυτά ασταμάτητα σε Πανεπιστημιακές Σχολές και σε άλλες επαγγελματικά ισότιμες και εν πάση περιπτώσει μπήκε το νερό στο αυλάκι όπως λέγει ο θυμόσοφος λαός μας, ήτοι: Ο Παναγιώτης, μετά την κατάταξη του στο Σώμα της Ελληνικής Βασιλικής χωροφυλακής, τον Σεπτέμβριο του 1948 και ύστερα από επιτυχείς εξετάσεις σε αυτό, εξελίχθηκε με γρήγορους και καταπληκτούς ρυθμούς και έγινε ΑξιωματικόςΜοίραρχος αυτού και δημιούργησε με την εξαιρετική σύζυγο του Γεωργία Κωνσταντίνου Τσιανίκα μία αρίστη εκ τεσσάρων καταξιωμένων τέκνων οικογένεια, όπως:


< 97 >

1.-Την Βασιλική (Βίλλυ), Αρχιπυροσβέστρια του Πυροσβεστικού Σώματος, σύζυγος του Δικηγόρου στον Άρειο Πάγο και Νομικό Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας Νίκο Καλαμπαλίκη και τέκνα τον Γιώργο Καλαμπαλίκη Υπαστυνόμο Α. και τη Μαρία Καλαμπαλίκη Καθηγήτρια Αγγλικών. 2.-Τον Δημήτρη, Ταξίαρχο σήμερα της Ελληνικής Αστυνομίας, σύζυγος της Διοικητικού υπαλλήλου του Δήμου Αλίμου Αττικής της Κυριακής (Κίκκας) Σούσουλα και τέκνα την Γεωργία (Γωγώ) Παπαναγιώτου, Νοσηλεύτρια των ΤΕΙ Λαμίας και την Μαρία Παπαναγιώτου, Φοιτήτρια του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. 3.-Τον Κωνσταντίνο, Υπαστυνόμο Α. της Ελληνικής Αστυνομίας, σύζυγος της Νοσηλεύτριας του Νοσοκομείου Αγρινίου Αικατερίνης Τριανταφύλλου, και τέκνο τους την Γεωργία (Γωγώ) Παπαναγιώτου, μαθήτρια Δημοτικού Σχολείου και 4.-Την Σταυρούλα (Ρέα), ιδιωτικό υπάλληλο, σύζυγος του Εμποροτεχνίτη Υδραυλικού Γιάννη Κουβέλη και τέκνο την μικρή Ευφροσύνη (Σάρρα) Κουβέλη. Ο Γιάννης, εισήχθη στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας και εξελίχθηκε και ανήλθε κατόπιν επιτυχών εξετάσεων στον καταλυτικό βαθμό του Επιθεωρητή Δημοτικής Εκπαίδευσης και μετά την κατάργηση του θεσμού αυτού σε Ειδικό Πάρεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και Επιμορφωτή Εκπαιδευτικών, σε Πρόεδρο της Κοινότητας του χωριού μας, αλλά και Πρόεδρο του Ομίλου Λογοτεχνών και Συγγραφέων Νομού Φθιώτιδας και πρωτοστατεί σε θεοφιλή, κοινωφελή, αλλά και συγγραφικά έργα και δράσεις και δημιούργησε με την εξαιρετική σύζυγο του Νικολέτα Σεραφείμ Κοντογιάννη μία καταξιωμένη εκ τεσσάρων τέκνων οικογένεια όπως: 1.-Την Βασιλική (Μπέττυ), Βρεφοκόμο των ΤΕΙ Αθηνών και Διευθύντρια του Παιδικού Σταθμού του Δήμου Πεντέλης, σύζυγος του Διονύση Δημάκου Υπαλλήλου της Ανεξάρτητης Αρχής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, Πτυχιούχου της Σχολής ΣΕΛΕΤΕ και της μικρής κόρης των Νικολέτας (Νίκης), μαθητρίας του Δημοτικού Σχολείου. 2.-Την Αικατερίνη (Κατερίνα), Γραφίστρια-Ελεύθερο και καταξιωμένο στο χώρο της Γραφιστικής Τέχνης επιχειρηματία, με πάρα πολλά ελληνικά και διεθνή βραβεία και διακρίσεις στην επιστήμη της. 3.-Την Δήμητρα (Μιμίκα), Πολιτικό Μηχανικό-Υπάλληλο του Υπουργείου Εσωτερικών, σύζυγος του Γιώργου Παργανά, επίσης πολιτικού μηχανικού και αυτού υπαλλήλου του Υπουργείου Εσωτερικών και 4.-Τον Δημήτρη, Καθηγητή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στο ΕΠΑΛ Φηρών Σαντορίνης, Τεχνολόγο Μηχανολόγο Μηχανικό της ΣΕΛΕΤΕ και επί μία τριετία αποσπασμένος στη πάλαι ποτέ αποκαλούμενη Μικρό Πολυτεχνείο Σιβιτανίδειο Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων στη Καλλιθέα Αθηνών.


< 98 >

Ο Λεωνίδας, εισήχθη κατόπιν εξετάσεων στο Μαθηματικό Τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και έγινε Καθηγητής Μαθηματικών και εξελίχτηκε στον καταληκτικό βαθμό της Μέσης Εκπαίδευσης του Σχολικού Συμβούλου των Μαθηματικών και άριστου Επιμορφωτή Εκπαιδευτικών. Ο πρόωρος όμως θάνατος του πάνω στο μεσουράνημα του, στέρησε την Ελληνική Παιδεία από έναν πραγματικό Διδάσκαλο-Καθηγητή και την μαθητιώσα νεολαία από τον ουσιαστικό Πρίγκιπα της, όπως τον αποκαλούσαν οι εκάστοτε μαθητές και οι μαθήτριες του, αλλά και την τοπική κοινωνία από έναν πρακτικό Καλλιτέχνη, Ζωγράφο και Γλύπτη ως έχοντα έμφυτο το τάλαντο της καλλιτεχνίας εκ κληρονομίας πατρός, καθώς επίσης και από έναν πολύ μεγάλο εκφραστή της έμπρακτης εφαρμοσμένης αγάπης του Χριστού μας. Ο Σπύρος (ο γράφων και το παρόν πόνημα), κατατάχτηκε στο Σώμα της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής την 19η Νοεμβρίου του 1959 και στη συνέχεια κατόπιν συνεχών επιτυχών εξετάσεων εισήχθη στη Σχολή Αξιωματικών αυτού το 1965 και εξελίχθηκε σε αυτό και στο νεοσύστατο Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας στο οποίο μετατάχθηκε στη συνέχεια κατά το έτος 1984, φθάνοντας μέχρι και του καταληκτικού βαθμού του Αντιστράτηγου το 1992. Είναι παράλληλα Πτυχιούχος του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και πάρα πολλών άλλων πανεπιστημιακών, στρατιωτικών και αστυνομικών και μη εν γένει σεμιναρίων και ο από μηχανής βέβαια αρωγός και βοηθός όλων των μελών της δυναστείας του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου και στα απλά αλλά και στα δύσκολα αναφυόμενα εκάστοτε προβλήματα. Η Αρετή όνομα και πράμα, ήταν πράγματι το λουλούδι όλων των αρετών και στο πρόσωπο της συνυπήρχαν όλες οι θείες δωρεές-αρετές, με πρώτη και καλύτερη αυτή της υπομονής και της συγκατάβασης, (Την υπομονή Ιώβ ακούσατε και το τέλος Κυρίου είδατε) κατά τον Θείο Υμνωδό, παντρεύτηκε και δημιούργησε με τον άοκνο και δραστήριο και με τα δημόσιακοινοτικά-εκκλησιαστικά αλλά και μη πράγματα συνεχώς ασχολούμενο, καταξιωμένο ορθόδοξο χριστιανό σύζυγο της Γεώργιο Παναγιώτη Μπούρα, μία εξαιρετική χριστιανική οικογένεια με τρία παιδιά, κοινωνικά και επαγγελματικά σήμερα αποκαταστημένα, όπως. 1.-Τον Παναγιώτη, Πτυχιούχο Μηχανολόγο-Ηλεκτρολόγο των TEI Ηρακλείου Κρήτης, Software Ingenieur ελεύθερο επιχειρηματία στην αλλοδαπή-Γερμανία, σύζυγος της Μαργαρίτας Tiedemann Ορκωτού Λογιστή του Αμβούργου της Γερμανίας και τέκνα τις αριστούχες μαθήτριες του Γερμανικού Λυκείου του Αμβούργου την Αρετή και την Ελένη.


< 99 >

2.-Την Αικατερίνη, Απόφοιτο Γυμνασίου και καταξιωμένη οικοκυρά και αφιερωμένη στην έμπρακτη αγάπη του Χριστού μας. 3.-Την Βασιλική (Βάσω), Ελεύθερο Επιχειρηματία Υγρών Καυσίμων, σύζυγος Στυλιανού Πρέντζα επίσης Ελεύθερο Επιχειρηματία Υγρών Καυσίμων και Οδηγό και Ιδιοκτήτη Λεωφορείου και Βυτίου Υγρών Καυσίμων και τέκνα την Ευαγγελία (Γκέλυ) Φοιτήτρια της Αγγλικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τον Σεραφείμ (Σήφη) Υποψήφιο Φοιτητή της Πληροφορικής και την μικρή Γεωργία, μαθήτρια του Δημοτικού Σχολείου. Η Παναγιώτα, άφησε έντονο το πέρασμα της σε έργα αγάπης και φιλανθρωπίας και ιδιαίτερα στο φιλόπτωχο Ταμείο της Εκκλησιάς του Αγίου Νικολάου Καλλιθέας Αττικής, αλλά και σε μία πληθώρα από έμπρακτες χριστιανικές πράξεις και ενέργειες στο χωριό της, αλλά και αλλαχού και βοηθούσε όσο μπορούσε, αναξιοπαθούντες συνανθρώπους μας, καίτοι η ίδια άτομο με ειδικές ανάγκες. Παντρεύτηκε και ασχολήθηκε όπου και αν βρέθηκε μαζί με τον αθόρυβο πράο, θεοσεβή και εργατικό σύζυγο της Κωνσταντίνο Δημητρίου Ζαχαρόπουλο στην εφαρμοσμένη αγάπη του Χριστού μας σε όλα τα επίπεδα και προς όλες τις κατευθύνσεις. Με τα ανωτέρω λοιπόν γραφθέντα, επιβεβαιώνεται φρονώ πλήρως ή επωδός του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, προς τον Ποιμενάρχη του Μακαριστό πλέον Μητροπολίτη Φθιώτιδας κ.κ. Αμβρόσιο Νικολαΐδη στο Μητροπολιτικό Μέγαρο της Λαμίας τον Απρίλιο του 1950 :’’ Έχει ο Θεός Σεβασμιότατε και αρνί που βλέπει ο Θεός ο λύκος δεν το τρώει ’’, όταν του ζήτησε να τον αποδεσμεύσει από την Λαμία για να επιστρέψει στο χωριό του το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας και εκείνος είχε δικαιολογημένες ισχυρές και βάσιμες αντιρρήσεις για την επανάκαμψη του στο χωριό. Στο σημείο αυτό τελείωσε η καταγραφή ενός ιστορικού οδοιπορικού μιας πραγματικής Οδύσσειας του χαρισματικού αλλά και ταλαντούχου γέροντα Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου και της πολυμελούς οικογενείας του, κατά την ταραχώδη και εφιαλτική δεκαετία 1940-1950. Βεβαίως εγώ δεν διεκδικώ συγγραφικές και λογοτεχνικές δάφνες, γιατί αυτές ανήκουν σε άλλους, αλλά με το πόνημα μου αυτό, ανέσυρα με υπομονή και επιμονή από το χρονοντούλαπο της ιστορίας και το ανήλιο παρελθόν στο ήλιο παρόν και για το διηνεκές μέλλον όσα ελεγμένα στοιχεία, μαρτυρίες και γεγονότα μπορούσα να καταγράψω και να δουν το φώς του ηλίου και της σκληρής δημοσιότητας, για την ταραχώδη και εφιαλτική εκείνη εποχή (1940-1950), με όσες πράγματι ψυχικές, πνευματικές και σωματικές δυνάμεις και μέσα διέθετα


< 100 >

Ε

ΠΙΛΟΓΟ Σ

Έγραψα, με κάθε συντομία, το οδοιπορικό της πραγματικής Οδύσσειας του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου και της οικογενείας του κατά την εφιαλτική και ταραχώδη εκείνη περίοδο της δεκαετίας του 1940-1950, κατά την οποία η κατάσταση στην πατρίδα μας ήταν πάρα πολύ ανησυχητική, πολύ απελπιστική και απαισιόδοξη και οι υλικές και οι ηθικές ζημίες ασύλληπτες, οι πολεμικές απώλειες αρκετά μεγάλες και η ροή του αίματος συνεχής και το χειρότερο μάλιστα όλων, το μέλλον φαινόταν σκοτεινό. Η εξαγωγή λοιπόν συμπερασμάτων, είναι πάρα πολύ δύσκολη και τούτο επαφίεται ακριβώς, στην εχέφρονα κρίση των αναγνωστών μας. Εμείς όμως χωρίς καμιά καθυστέρηση, οφείλουμε και πρέπει να ανέβουμε στους ώμους των γεννητόρων και των προγόνων μας και να δούμε πολύ καθαρά το μέλλον μας, γιατί δυστυχώς σήμερα στην εποχή που ζούμε του άκρατου ευδαιμονισμού προσβληθήκαμε από αντιπάτριδο, αντιχριστιανικό και αντιοικογενειακό εμφανή ιό και κάνουμε μάλιστα ότι δει για να χάσουμε την ελληνοχριστιανική ταυτότητα και την προσωπικότητα μας και σαν άτομα και σαν λαός και σαν φυλή. Ένας λαός όμως, όταν θυμάται και δεν λησμονά καθόλου έχει ασφαλώς την δυνατότητα να συγκρίνει, έχει την ευχέρεια να μην επαναλαμβάνει το κακό και άσχημο παρελθόν του, αποκτά τη δύναμη να χαλιναγωγεί τα πάθη του, διδάσκεται από αυτά και αναδεικνύει τις αρετές του, γιατί η λήθη σκοτώνει (έθανεν σιγαθέν=πέθανε γιατί αποσιωπήθηκε) όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Ελπίζω όμως με τα στοιχεία που παρατίθενται στο παρόν πόνημα μου και με όσα άλλα αντλήσουν οι μελλοντικοί ιστορικοί μελετητές και ερευνητές να γράψουν περισσότερο αντικειμενικά και με κάθε άλλη λεπτομέρεια, την ιστορία της πέτρινης εκείνης εποχής αλλά και των πρωταγωνιστών της και να μην μας αξιώσει ο Θεός μας να ζήσουμε παρόμοιες καταστάσεις, ούτε και στα όνειρα μας. Στο σημείο αυτό και από τη θέση αυτή, οφείλω να ευχαριστήσω κατ’ αρχήν τον Τριαδικό, Άγιο, Σωτήρα Θεό μας, που με αξίωσε και με έδωσε πνευματική και σωματική δύναμη, υγεία και κουράγιο για να καταγράψω το παρόν πόνημα μου και να το φέρω σε πέρας, αλλά και όσους άλλους με βοήθησαν με καθοιονδήποτε τρόπο στο παραπάνω πραγματικά δύσκολο εγχείρημα μου και ιδιαίτερα: Τον αδελφό μου Γιάννη Δημ. Παπαναγιώτου, Λαογράφο και πρώτο τοπικό ιστορικό της ιδιαίτερης πατρίδας μας το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας και των πρωταγωνιστών του, Πρώην Επιθεωρητή Δημοτικής Εκπαίδευσης, Ειδικό Πάρεδρο του Παιδαγωγικού


< 101 >

Ινστιτούτου, Επίκουρο Καθηγητή και Επιμορφωτή και επί μίαν δεκαπενταετία επιτυχημένο και καταξιωμένο Πρόεδρο του Ομίλου Λογοτεχνών και Συγγραφέων του Νομού Φθιώτιδας, Τέως Πρόεδρο της Κοινότητας Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας και με πάρα πολλά θεοφιλή, κοινωφελή και συγγραφικά έργα στο ενεργητικό του, ο οποίος με βοήθησε ποικιλότροπα στην σύλληψη και επεξεργασία του πονήματος μου και Τη νύφη μου Νίκη συζ. Ιωάν. Παπαναγιώτου, όπως και τα δύο ανίψια μου Δημήτρη Ιωάν. Παπαναγιώτου και Παναγιώτη Γεωρ. Μπούρα, καθώς κα την εγγονή και βαφτιστήρα μου Αρετή Παν. Μπούρα, για την εξειδικευμένη συμπαράσταση τους.


< 102 >

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Ο Σπύρος Παπαναγιώτου, γεννήθηκε στο Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας στις 5 Οκτωβρίου 1939, από ευσεβείς και ενάρετους γονείς τους μακαριστούς πλέον Δημήτριο Ιερέα και Βασιλική Πρεσβυτέρα Παπαναγιώτου και είναι το τελευταίο παιδί της 8 μελούς οικογένεια του. Έμαθε τα πρώτα γράμματα μεταξύ του χωριού του, της Μακρακώμης και της Λαμίας και αποφοίτησε ευδόκιμα από το 8τάξιο Πρακτικό Λύκειο της Λαμίας. Κατατάχτηκε στις 19 Νοεμβρίου το 1959 στο Σώμα της Ελληνικής Χωροφυλακής και μετατάχθηκε στη συνέχεια το έτος 1984 στο νεοσύστατο Σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας και εξελίχθηκε σε αυτά μέχρι τον καταληκτικό βαθμό του Αντιστράτηγου Αστυνομίας, αποστρατευόμενος στις 3 Μαρτίου 1992 και προάχθηκε σε όλους ανεξαιρέτους τους βαθμούς κατ’ εκλογή, λαμβάνοντας τον τίτλο του Επίτιμου Διευθυντή της Διεύθυνσης Χειρισμού Κρίσεων του Αρχείου Ελληνικής Αστυνομίας. Είναι αριστούχος της Σχολής Μετεκπαίδευσης Μοιράρχων (1981). Είναι αριστούχος της Σχολής Γενικής Μόρφωσης Στρατού Ξηράς, νυν Ψυχολογικών Επιχειρήσεων ( 1978). Είναι αριστούχος της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου Στρατού Ξηράς ( 1979). Αποφοίτησε αριστεύοντας σε όλα ανεξαιρέτως τα υπηρεσιακά Σεμινάρια Τροχαίας, Εθνικής και Δημοσίας Ασφαλείας, Αλλοδαπών, Πολιτικής Σχεδίασης και Άμυνας, Ψυχολογικού Πολέμου, Τήρησης της Δημόσιας Τάξης, Απαγωγής Επισήμων και λοιπών Προσώπων, Τρομοκρατίας, Ναρκωτικών κλπ. Είναι Απόφοιτος του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1976). Είναι απόφοιτος του Σεμιναρίου του Διοικητικού Δικαίου, του Πάντειου Πανεπιστήμιου (Πρώην Πάντειος Σχολή), που τελούσε υπό την αιγίδα του Πρώην Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, Μιχαήλ Στασινόπουλου (1979-1980). Διατέλεσε επί μία εικοσαετία Τακτικός Καθηγητής σε όλες ανεξαιρέτως τις βαθμίδες των Επαγγελματικών Σχολών (Παραγωγικές-Μετεκπαίδευσης κλπ.) της Ελληνικής Χωροφυλακής


< 103 >

και Ελληνικής Αστυνομίας στο Ρέθυμνο, στις Αχαρνές, την Νέα Φιλαδέλφεια, το Μαρούσι Αττικής και την Αθήνα και δίδαξε επιτυχώς όλα τα μαθήματα αυτών. Έχει εξαίρετη-αρίστη μάχιμη και επιτελική πείρα και υπηρέτησε αλλά και διοίκησε μεγάλες νευραλγικές αστυνομικές υπηρεσίες με επιτυχία και καταξίωση, όπως τους Αστυνομικούς Σταθμούς Κροκυλείου Δωρίδας Φωκίδας και Ωρεών Ιστιαίας Ευβοίας, τα Τμήματα Τροχαίας Προαστίων Πρωτευούσης Αιγάλεω, Γλυφάδας, Κηφισιάς, Ελευσίνας και Ηράκλειου Κρήτης, τα Αστυνομικά Τμήματα Ιλίου (Ν. Λιοσίων) Αττικής και Αιδηψού Ευβοίας, Υπασπιστής Τροχαίας Προαστίων Πρωτευούσης, Διαχειριστής Υλικού και Χρηματικού Αστυνομικών Μονάδων Πολιτικών Κρατουμένων Παρθενίου Λέρου, Προϊστάμενος Χονδρικού και Λιανικού Εμπορίου της Υποδιεύθυνσης Αγορανομίας Προαστίων Πρωτευούσης, Διοικητής Λόχων Δοκίμων Χωροφυλάκων στο Ρέθυμνο και στην Αθήνα, Προσωπάρχης της Διεύθυνσης Αστυνομίας Προαστίων Πρωτευούσης, της Διεύθυνσης Αστυνομίας Αθηνών και της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής επί μία συναπτή δεκαετία, Αναπληρωτής Αττικάρχης, Διευθυντής Αγορανομίας Αττικής, Φρούραρχος της Βουλής των Ελλήνων και Διευθυντής Διεύθυνσης Κρίσεων Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και απέσπασε κατ’ επανάληψη τους επαίνους και τα συγχαρητήρια των αρμοδίων Πολιτειακών, Πολιτικών και Υπηρεσιακών παραγόντων. Είναι κάτοχος της Αγγλικής γλώσσας. Έχει έντονη καταξιωμένη κατά γενική ομολογία υγιή συνδικαλιστική και πολιτιστική παρουσία και ήταν επί μία συναπτή 12ετία Α’ Αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αξιωματικών Σωμάτων Ασφαλείας (Π.Ο.Α.Α.Σ.Α) και επί μία οκταετία Αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Αποστράτων Αστυνομικών της Πόλης των Αθηνών. Είναι επί μια συνεχή οκταετία Αντιπρόεδρος του μεγαλυτέρου και υπέρ αιωνόβιου στην Αθήνα και στον Πειραιά Συνδέσμου των Φθιωτών. Είναι μέλος επί μία δεκαετία του Ομίλου Λογοτεχνών και Συγγραφέων Νομού Φθιώτιδας. Έχει αξιόλογη συγγραφική δράση, ενώ πολλές εργασίες του έχουν δημοσιευθεί στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Έχει κάνει πολλές ομιλίες και διαλέξεις και έχει εκφωνήσει αρκετούς Πανηγυρικούς λόγους κλπ, συμμετέχοντας ενεργά στη ζωή του Κέντρου και της Περιφέρειας της πατρίδας μας.


< 104 >

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ  Εγχειρίδιο σημειώσεων μαθημάτων Ποινικού Κώδικα. Ρέθυμνο 1975  Εγχειρίδιο σημειώσεων μαθημάτων Ποινικής Δικονομίας. Ρέθυμνο 1976  Εγχειρίδιο σημειώσεων μαθημάτων Πρακτικής Αστυνομίας. Ρέθυμνο 1976  Εγχειρίδιο σημειώσεων μαθημάτων Αστικού Κώδικα. Ρέθυμνο 1977  Εγχειρίδιο σημειώσεων μαθημάτων Ηθικών Διδασκαλιών. Ρέθυμνο 1977  Εγχειρίδιο σημειώσεων μαθημάτων Τροχαίας. Ρέθυμνο 1977  Εγχειρίδιο σημειώσεων μαθημάτων Αγορανομίας. Αθήνα 1980  Εγχειρίδιο σημειώσεων μαθημάτων Οργάνωσης-Διοίκησης και Ηγεσίας  Εγχειρίδιο σημειώσεων μαθημάτων Ενόρκων Διοικητικών Εξετάσεων (Ε.Δ.Ε) και Ανακριτικών Συμβουλίων Ελληνικής Αστυνομίας. Αθήνα 1986  Δεκεμβριανά,1944.Η κρίσιμη Μάχη των Αθηνών (Δύο Ομιλίες για τον αιματηρό Δεκέμβρη του ’44).Αθήνα 2010  Παρακαταθήκη Ιστοριών Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου. Αμβούργο 2012  Πρακαταθήκη Λεγομένων Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου. Αμβούργο 2013  Οδύσσεια Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου. Μια ταραχώδης και εφιαλτική δεκαετία του (1940-1950).Αθήνα 2013


< 105 >

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΒΡΥΣΟΥΛΑ ΤΩΝ ΚΕΔΡΩΝ ΠΟΥΓΚΑΚΙΩΝ

ΞΕΚΟΥΡΑΖΕΤΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΖΟΠΟΡΕΙΑ ΣΤΗ ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ ΤΟΥ ΤΑ ΠΟΥΓΚΑΚΙΑ


< 106 >

Ε ΡΓΑΣΙΕΣ

ΤΟΥ

Σ ΥΓΓΡΑΦΕΑ

ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕ ΥΘΗΚΑΝ

1.

Μισθολόγιο-Συνταξιολόγιο των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. Χθες, Σήμερα και Αύριο: ( Έκτακτο Συνέδριο της Π.Ο.Α.Α.Σ.Α στη Κατερίνη Πιερίας- Ιούνιος 2000). (Τεύχος 58/2000 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας).

2.

Επιμνημόσυνη Ομιλία κατά την 56η Επέτειο της Μάχης του Μακρυγιάννη. ’’Ο εορτασμός και το βαθύτερο νόημα της θυσίας των ηρωικών νεκρών της Μάχης του Συντάγματος Χωροφυλακής Μακρυγιάννη και των άλλων Φρουρών της πόλης των Αθηνών, κατά το Δεκέμβριο του1944’’. (Τεύχος 59/2000 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας και φύλλο Δεκεμβρίου 2000 της Εφημερίδας της Εθνικής Ηχούς του Στρατού)).

3. Η Δόξα της Αγάπης. (Τεύχος 61/2001 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας και Τόμος 23-24 του Φθιωτικού Λόγου).

4. Το Μισθολόγιο-Συνταξιολόγιο των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, μετά το Νόμο 2838/2000(Α-179): (Ημερίδα των Συνδέσμων Γλυφάδας και Ηλιούπολης Αττικής-Νοέμβριος 2000). (Τεύχος 62/2001 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας).

5. Η Παναγιά μας! Το Πάσχα του Καλοκαιριού. (Τεύχος 63/2001 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας).

6. Χριστούγεννα 2001.’’Τι Σοι προσενέγκωμεν Χριστέ’’; (Τεύχος 65/2001 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας και Φύλλο Δεκεμβρίου 2001 της Εφημερίδας Εθνικής Ήχους του Στρατού)).

7. Οι τρείς Σταυροί του Γολγοθά και ο δικός μας Σταυρός: ’’Μεγάλη Παρασκευή του 2002’’. (Τεύχος 67/2002 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας).


< 107 > 8. Η Παναγία μας! (Τεύχος 69/2002 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας).

9. Το θαύμα του 1940 και η προσφορά της Ελλάδας στο Κόσμο. (Τεύχος 70/2002 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας και Τόμος 25-26 του Φθιωτικού Λόγου).

10. Παναγία μου! Η Μητέρα του Θεού και Μητέρα της Ζωής. (Τεύχος 75/2003 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας).

11. Το ’’ ΟΧΙ ’’ των Ελλήνων και το θαύμα του Ι940: ’’ Η ταυτότητα του Έθνους μας ’’. (Τεύχος 76/2003 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας και Τόμος 19 του Φθιωτικού Λόγου).

12. Βιβλιοπαρουσίαση-Βιβλιοκριτική του Βιβλίου: ’’ Γιατί γιορτάζεται η επέτειος του Μακρυγιάννη’’ του Ταξιάρχου Χωροφυλακής ε.α. Κουτρουμπή Νικολάου. (Τεύχος 76/2003 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας).

13. Βιβλιοπαρουσίαση-Βιβλιοκριτική του Βιβλίου: ’’ Η αγάπη που άνθισε στης κατοχής τα χρόνια ’’ του Υποστρατήγου Αστυνομίας ε.α. Αθανασίου Θεόφιλου. (Τεύχος 79/2004 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Χωροφυλακής & Ελληνικής Αστυνομίας).

14. Το Ελληνικό ’’ ΟΧΙ ’’ και η διαχρονικότητα του! Ο απόηχος της 65ης Επετείου. (Τεύχος 88/2005 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας και Τόμος 21-22 του Φθιωτικού Λόγου).

15. Βιβλιοπαρουσίαση-Βιβλιοκριτική του Βιβλίου: ’’ Απάνθισμα Αριστοτελικών Διδαγμάτων ’’ Υποστρατήγου Αστυνομίας ε.α. του Κορμπίλα Θεοδώρου. (Τεύχος 91/2006 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας)

16. Το μεγάλο πνευματικό στόλισμα της Ορθοδοξίας μας. ’’ Η θαυματουργός εικόνα, Άξιον Εστί’’. (Τεύχος 93/2006 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).

17. Χριστός γεννάται δοξάσατε! (Τεύχος 95/2006 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).

18. Η επουράνιος τιμή και δόξα της Υπεραγίας Θεοτόκου. (Τεύχος 99/2007 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).


< 108 > 19. Εξήντα επτά χρονιά μετά. Οι Διεθνείς συνέπειες και Μνήμες στην Ελληνική Εποποιία του 19401941. (Τεύχος 100/2007 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).

20. Στη μνήμη της Μεγάλης μας Μάνας. (Τεύχος 105/2008 Εφημερίδας, Φωνή των

21. Διάφορα οικονομικά προβλήματα που απασχολούν τα εν ενεργεία και αποστρατεία στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας. (Τεύχος 105/2008 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).

22. Το σημείο του Σταυρού. Δύναμη και Σημασία. (Τεύχος 106/2008 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).

23. Βηθλεέμ ώρα Μηδέν.). (Τεύχος 107/2008 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).

24. Ελπιδοφόρος Υπαπαντή. Πτώση και Ανάσταση. (Τεύχος 108/2009 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).

25. Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Το Πάσχα του Καλοκαιριού. (Τεύχος 111/2009 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).

26. Επιτάφια λόγια: ’’ Μακρυγιάννη. Δεκέμβριος 1944-2009. Δεν θα περάσουν ’’. (Τεύχος 113/2009 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).

27. Χριστούγεννα. Η Μητρόπολη των Εορτών. (Τεύχος 113/2009 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).

28. 25η Μαρτίου 1821.Ευαγγελισμός-Παλιγεννεσία. (Τεύχος 121/2011 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).

29. Ομιλία για την προσωπικότητα του Προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αποστράτων Αξιωματικών Σωμάτων Ασφαλείας Νίκου Κουτρουμπή. (Τεύχος 122/2011 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας

30. Οι τρείς Σταυροί του Γολγοθά και ο δικός μας Σταυρός: ’’ Μεγάλη Παρασκευή 2012’’. (Τεύχος 127/2009 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας & 296/2012 Φύλλο της Εφημερίδας, Παρατηρητής της Φθιώτιδας και Τόμος 27-28 του Φθιωτικού Λόγου).


< 109 >

31. Ομιλία για τις περικοπές στους μισθούς και τις συντάξεις των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείς στην οικονομική κρίση.(13ο Τακτικό Συνέδριο της Π.Ο. Α .Α. Σ.Α. στο Αμφιθέατρο της Γ.Α.Δ.Α). (Τεύχος 130/2012 Εφημερίδας, Φωνή των Αποστράτων Σωμάτων Ασφαλείας).

32. Βιβλιοπαρουσίαση-Βιβλιοκριτική του Βιβλίου: ’’Αθανάσιος Διάκος. Γέννημα και θρέμμα της Αρτοτίνας-Δωρίδας’’ του Υποστρατήγου Αστυνομίας ε.α. Φλετούρη Ιωάννου. (Τεύχος 88/2007 Εφημερίδας, Δωρική Αδελφότης).

33. Βιβλιοπαρουσίαση-Βιβλιοκριτική του Βιβλίου: ’’ Βιώματα και Αναμνήσεις ’’ του Κόκκαλη Γεωργίου, Ανωτέρου Αξιωματικού Ελληνικής Αστυνομίας ε.α. και Πτυχιούχου Επόπτη Δημόσιας Υγείας. (Μάρτιος 2012). (Υπ’ αριθ. 297/2012 Φύλλο της Εφημερίδας, Παρατηρητής της Φθιώτιδας).

34. Ομιλία για την Ισαπόστολο Αγία Ειρήνη. Προστατίτιδα και Πολιούχο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας των Αποστράτων Αξιωματικών των Σωμάτων Ασφαλείας. (Μάιος 2003).

35. Βιβλιοπαρουσίαση-Βιβλιοκριτική του Βιβλίου:’’ Εικόνες και Βιώματα’’ του Υποστρατήγου Αστυνομίας ε.α. Αθανασίου Θεόφιλου. (Απρίλιος 2005).

36. Τιμή και δόξα στους ήρωες νεκρούς του Συντάγματος Χωροφυλακής Μακρυγιάννη, που έπεσαν το Δεκέμβρη του 1944. (Δεκέμβριος 2005).

37. Βιβλιοπαρουσίαση-Βιβλιοκριτική του Βιβλίου:’’ Υποθήκες ενός Μεγάλου Ηγέτη’’ του Υποστράτηγου Αστυνομίας ε.α. Ρούμπα Ιωάννου. (Μάρτιος 2007).

38. Βιβλιοπαρουσίαση-Βιβλιοκριτική του Βιβλίου: ’’ Του Έθνους η συνέχεια ποτέ δεν διεκόπη. Εμμέτρως, της Ελλάδος μας πορεία, στους αιώνες’’ του Αντιστράτηγου (ΠΖ) ε.α. Χούσιου Ευσεβίου. (Φεβρουάριος 2010).

39. Βιβλιοπαρουσίαση-Βιβλιοκριτική του Βιβλίου:’’ Αθανάσιος Διάκος. Τα στοιχεία που βεβαιώνουν την καταγωγή’’, του Υποστρατήγου Αστυνομίας ε.α . Φλετούρη Ιωάννου .( Απρίλιος-Μεγάλη Παρασκευή 2010).


< 110 >

Ι Ε Ρ Ο Ι Χ Ω Ρ Ο Ι ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΔΙΑΚΟΝΗΣΕ ΜΕ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΗ Ο ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ.


< 111 >

Ο ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΙΕΡΟΥΡΓΩΝ ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ

ΠΑ Λ ΑΙ ΟΧ ΩΡ Ι 2 6 Ο ΚΤ Ω ΒΡ ΙΟΥ 1 97 6


< 112 >

Ι ΕΡΟΣ Ν ΑΟΣ Π ΡΟΦΗΤΗ Η ΛΙΑ Π ΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ (Π Ρ ΩΗ Ν Ι Ε ΡΑ Μ ΟΝΗ Π ΡΟΦ Η Τ Η Η Λ Ι Α ).

Η ιστορία του Ιερού Ναού του Προφήτη Ηλία του Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας σε βάθος χρόνου, περιγράφεται λεπτομερώς και εξονυχιστικώς κάτω από τον καμβά των εγγράφων των Γενικών Αρχείων του Κράτους, αλλά και με έγκυρες έγγραφες και μη μαρτυρίες και τοπικές αποδείξεις και στοιχεία, από τον πρώτο τοπικό ιστορικό και λαογράφο του χωριού μας και φυσικά του Ναού κ. Γιάννη Δημ. Παπαναγιώτου Ειδικό Πάρεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και καταξιωμένο Πρόεδρο των Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων του Νομού Φθιώτιδας στο εμπεριστατωμένο από 232 σελίδες πόνημα του: Ο Αι Λιάς του Παλαιοχωριού ’’ Χθες και Σήμερα ’’ Αθήνα 1978, το οποίο δεν πρέπει να λείψει από καμιά Βιβλιοθήκη.


< 113 >

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ 20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1960

Στο μέσον της ανωτέρω φωτογραφίας Ο Μητροπολίτης Φθιώτιδας κ. Δαμασκηνός Παπαχρήστου(1960-1996) Δεξιά του: Ο Πανοσιότατος Ηγούμενος της Μονής Αγάθωνος Πατέρας Γερμανός Δημάκος, ο Αιδεσιμώτατος Εφημέριος Γαρδικίου Παπαγιώργης Κουμπαράκης και ο Καθηγητής Μαθηματικών Λεωνίδας Παπαναγιώτου. Αριστερά του: Ο Αιδεσιμότατος Εφημέριος Παλαιοχωρίου και Πουγκακίων Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, ο Αιδεσιμότατος Εφημέριος Καναλίων Παπασταύρος Αντωνίου, ο Αστυνόμος Γαρδικίου και ο Αναγνώστης και μετέπειτα Αιδεσιμότατος Αγίας Μαρίνας Πειραιά Παπανικόλας Αντωνίου.


< 114 >

Ι ΕΡΟΣ Ν ΑΟΣ Α ΓΙΟΥ Ι ΩΑΝΝΟΥ

ΤΟΥ

Π ΡΟΔΡΟΜΟΥ Π ΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ .

Η ιστορία του Ιερού Ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας σε βάθος χρόνου, περιγράφεται λεπτομερώς και εξονυχιστικώς κάτω από τον καμβά των εγγράφων των Γενικών Αρχείων του Κράτους και από έγκυρες έγγραφες και μη μαρτυρίες και τοπικές αποδείξεις και στοιχεία, από τον πρώτο τοπικό ιστορικό και λαογράφο του χωριού μας και φυσικά του Ναού κ. Γιάννη Δημ. Παπαναγιώτου Ειδικό Πάρεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και καταξιωμένο Πρόεδρο των Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων του Νομού Φθιώτιδας, στο εμπεριστατωμένο από 232 σελίδες πόνημα του και ιδιαίτερα στις σελίδες 172-177 αυτού. Ο Αι Λιάς του Παλαιοχωριού ’’ Χθες και Σήμερα ’’ Αθήνα 1978


< 115 >

ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙ 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1972 Ι ΕΡΟΣ Ν ΑΟΣ

ΤΟΥ

Α ΓΙΟΥ Ι ΩΑΝΝΟΥ

Ο Π Α Π ΑΔ Η Μ Η Τ Ρ Η Σ Π Α Π ΑΝ ΑΓ Ι Ω ΤΟ Υ

ΤΟΥ

Π ΡΟΔΡΟΜΟΥ

Μ Ε ΤΟ ΥΣ ΤΕ Σ Σ Ε ΡΕ Σ Γ Ι Ο ΥΣ Τ Ο Υ

Γ Ι ΑΝ Ν Η , Π ΑΝ ΑΓ Ι Ω ΤΗ , Σ Π Υ ΡΟ

Κ ΑΙ

ΛΕΩΝΙΔΑ


< 116 >

Ι ΕΡΟΣ Ν ΑΟΣ Α ΓΙΑΣ Π ΑΡΑΣΚΕΥΗΣ Π ΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ .

Η ιστορία του Ιερού Ναού της Αγίας Παρασκευής του Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας σε βάθος χρόνου, περιγράφεται λεπτομερώς και εξονυχιστικώς κάτω από τον καμβά των εγγράφων των Γενικών Αρχείων του Κράτους και από έγκυρες έγγραφες και μη μαρτυρίες και τοπικές αποδείξεις και στοιχεία, από τον πρώτο τοπικό ιστορικό και λαογράφο του χωριού μας και φυσικά του Ναού κ. Γιάννη Δημ. Παπαναγιώτου Ειδικό Πάρεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και καταξιωμένο Πρόεδρο των Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων του Νομού Φθιώτιδας στο εμπεριστατωμένο από 232 σελίδες πόνημα του και ιδιαίτερα στις σελίδες 175-181 αυτού. Ο Αι Λιάς του Παλαιοχωριού ’’ Χθες και Σήμερα ’’ Αθήνα 1978.


< 117 >

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ 25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1976

Ο ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Π Α Ρ Α Μ Ο Ν Η Τ Η Σ Ε Ο Ρ Τ Η Σ Τ Ο Υ 25-10-1976 Κ Α Λ Ε Ι Τ Ο Υ Σ Σ Υ Γ ΧΩ Ρ Ι Α Ν Ο Υ Σ Τ Ο Υ ΣΤΗΝ

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ .


< 118 >

Δ ΗΜΟΤΙΚΟ Σ ΧΟΛΕΙΟ Π ΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ .

Η Ιστορία του Δημοτικού Σχολείου του Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας στο βάθος του πανδαμάτορα χρόνου, περιγράφεται λεπτομερώς και εξονυχιστικώς κάτω από τον καμβά των εγγράφων και των έγκυρων μαρτυριών και τοπικών αποδείξεων και στοιχείων, από τον πρώτο τοπικό ιστορικό και λαογράφο του χωριού μας και φυσικά του Σχολείου του, αφού υπήρξε Διδάσκαλος επί μία συναπτή δεκαετία, κ. Γιάννη Δημ. Παπαναγιώτου Ειδικό Πάρεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και καταξιωμένο Πρόεδρο των Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων του Νομού Φθιώτιδας στο εμπεριστατωμένο από 232 σελίδες πόνημα του και ιδιαίτερα στις σελίδες 188-190 αυτού.

Ο Αι Λιάς του Παλαιοχωριού ’’ Χθες και Σήμερα ’’ Αθήνα 1978.


< 119 >

Δ ΗΜΟΤΙΚΟ Σ ΧΟΛΕΙΟ Π ΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ Τ ΥΜΦΡΗΣΤΟΥ Φ ΘΙΩΤΙΔΑΣ Σ ΧΟΛΙΚΟ Ε ΤΟΣ 1952 – 53

Φ Ω ΤΟ Γ Ρ Α ΦΙ Α

Μ ΑΘ Η Τ Ω Ν , Ε Μ Π ΡΟ Σ Θ Ε Ν Τ ΗΣ

Ο Π Ο Υ ΤΟ

Κ ΑΘ Ο Λ Ι Κ Ο

Π ΑΛ ΑΙ ΑΣ Ε Κ Κ Λ ΗΣ Ι ΑΣ

ΤΟ Υ

Α Ϊ -Γ Ι ΑΝ Ν Η ,

Τ Η Σ Χ ΡΗΣ Ι Μ Ο Π Ο Ι ΗΘ Η Κ Ε Κ Α Τ Α ΤΟ Π Α ΡΕ Λ Θ Ο Ν

Κ ΑΙ Ω Σ ΑΙ Θ Ο ΥΣ Α

Δ ΗΜ Ο ΤΙ Κ Ο Υ Σ Χ Ο Λ Ε Ι Ο Υ

Ελένη Νικ. Τσεκούρα, Βασιλική Νικ. Παπαναγιώτου, Αθηνά Νικ. Πιλάτου, Αγλαϊα Αθ. Μπούρα, Αθανασία Γεωρ. Θέου, Μαρία Δημ. Δημητρακοπούλου, Βασιλική Ευαγ. Μαστρογιάννη, Ευάγγελος Κων. Ρένιος, Βασίλειος Αθ. Αθανασίου, Ευάγγελος Ηλ. Ρένιος, Βασίλειος Δημ. Μπούρας, Αιμίλιος Παν. Παπαστάμος, Ειρήνη Ευαγ. Μαστρογιάννη, Βασίλειος Κων. Παπαγιάννης, Όλγα Κων. Παπαγιάννη, Αρετή Νικ. Μανίκα, Φώτιος Κων. Τσιγκόλης, Ελένη Αθ. Μπούρα, Ειρήνη Δημ. Αλεξίου, Αθανάσιος Νικ.Τσεκούρας, Νικόλαος Παν. Τσεκούρας, Δημήτριος Κων. Ρένιος, Γεώργιος Αναστ. Αλεξίου, Ιωάννης Νικ. Τσιόκας, Αθανάσιος Παν. Τσεκούρας, Χρήστος Δημ. Δημητρακόπουλος, Δημήτριος Ευαγ. Παπαγεωργίου, Κωνσταντίνος Γεωρ. Μπούρας, Κωνσταντίνος Παν. Παπαστάμος, Δημήτριος Νικ. Παπαναγιώτου, Ιωάννης Γεωρ. Αλεξίου, Σπύρος Δημ. Παπαναγιώτου, Παναγιώτης Βασ. Πιλάτος, Ανδρέας Νικ. Δανιήλ, Ευάγγελος Γεωρ. Αλεξίου, Ηλίας Παν. Τσεκούρας, Αθανάσιος Δημ. Θέος και ο Δάσκαλος Σταύρος Χατζής.


< 120 >

Κ ΟΙΝΟΤΙΚΟ Γ ΡΑΦΕΙΟ Π ΑΛΑΙΟΧΩΡΙΟΥ .

Η ιστορία του Κοινοτικού Γραφείου του Παλαιοχωρίου Τυμφρηστού Φθιώτιδας στο βάθος του χρόνου, περιγράφεται λεπτομερώς και εξονυχιστικώς κάτω από τον καμβά εγγράφων και έγκυρων εμμάρτυρων καταθέσεων και στοιχείων, από τον πρώτο τοπικό ιστορικό και λαογράφο του χωριού μας και φυσικά και του Κοινοτικού Γραφείου, αφού υπήρξε Πρόεδρος της Κοινότητας Παλαιοχωρίου κ. Γιάννη Δημ. Παπαναγιώτου Ειδικό Πάρεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και καταξιωμένο Πρόεδρο των Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων του Νομού Φθιώτιδας στο εμπεριστατωμένο από 232 σελίδες πόνημα του και ιδιαίτερα στις σελίδες 158-160 αυτού. Ο Αι Λιάς του Παλαιοχωριού ’’ Χθες και Σήμερα ’’ Αθήνα 1978


< 121 >

Ο ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Π Ρ Ο Σ Ε ΡΧ Ε Τ ΑΙ

ΤΟ Ε Σ Π Ε Ρ Α Σ Π Ρ Ο Τ ΗΣ Ο Ν Ο Μ Α Σ ΤΙ Κ ΗΣ ΤΟ Υ Ε Ο Ρ ΤΗΣ

Σ ΤΟ Ν Ι Ε ΡΟ

Ν ΑΟ Α Γ Ι ΑΣ Π Α Ρ ΑΣ Κ Ε Υ ΗΣ Π ΑΛ ΑΙ Ο Χ Ω Ρ Ι Ο Υ

ΓΙΑ

(25-10-1976)

Ε Σ ΠΕ ΡΙ Ν Ο .


< 122 >

Ι ΕΡΟΣ Ν ΑΟΣ Κ ΟΙΜΗΣΗΣ

ΤΗΣ

Θ ΕΟΤΟΚΟΥ Π ΟΥΓΚΑΚΙΩΝ .

Είναι ό Ναός τον οποίο ο Γέρο-Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, διακόνησε παιδιόθεν ως Νεωκόρος, στη συνέχεια ως Αναγνώστης και τελευταία ως Ιερέας και Εφημέριος αυτού.


< 123 >

ΠΟΥΓΚΑΚΙΑ:23 Α ΥΓΟΥΣΤΟΥ 1979. Ε ΟΡΤΗ

ΤΗΣ

Π ΑΝΑΓΙΑΣ

ΤΗΣ

Π ΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑΣ

Το τελευταίο προσκύνημα προ της κοίμησης του, γεμάτο από αναμνήσεις και στοχασμούς ,του Γέρο-Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου στον Ιερό Ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου στα Πουγκάκια την γενέτειρα του.


< 124 >

Ι ΕΡΟΣ Ν ΑΟΣ Α ΓΙΟΥ Ν ΙΚΟΛΑΟΥ Π ΟΥΓΚΑΚΙΩΝ .

Είναι ένας από τους γείτονας Ιερούς Ναούς της γενέτειρας του, τον οποίο ο Γέρο-Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, διακόνησε παιδιόθεν ως Νεωκόρος, στη συνέχεια ως Αναγνώστης και τελευταία ως Ιερέας και Εφημέριος αυτού.


< 125 >

Ο Π ΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗΣ Π ΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Ανήμερα της εορτής του (26-10-1976) μοιράζει αντίδωρο στους πιστούς ενορίτες του από την Ωραία Πύλη του Ιερού Ναού της Αγίας Παρασκευής και τους αντεύχεται για τις θερμές ευχές τους.


< 126 >

Ι ΕΡΟΣ Ν ΑΟΣ Α ΓΙΟΥ Γ ΕΩΡΓΙΟΥ Ν ΕΟΧΩΡΙΟΥ Π ΟΥΓΚΑΚΙΩΝ Φ ΘΙΩΤΙΔΑΣ

Εδώ κάθε χρόνο στην εορτή της Ζωοδόχου Πηγής ο Γέρο-Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου εκφωνούσε το φλογερό και πύρινο κήρυγμα στο εκκλησίασμα του και ανέλυε με την αμεσότητα και την μεστότητα του λόγου που είχε, τη ζωή και τη δράση του Αγίου Γεωργίου, μη ξεχνώντας να αναφέρει βέβαια και το θαύμα του Αγίου, με το αχνιστό σφουγγάτο του μικρού μαθητού.


< 127 >

ΝΕΟΧΩΡΙ ΠΟΥΓΚΑΚΙΩΝ ΜΑΙΟΣ 1965: Ε ΟΡΤΗ

ΤΗΣ

Ζ ΩΟΔΟΧΟΥ Π ΗΓΗΣ

Ο Γέρο-Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου, Εφημέριος Παλαιοχωρίου, ο Τάκης ο Καρακώστας μετέπειτα εφημέριος Πουγκακίων και ό τότε προσωρινός Εφημέριος Πουγκακίων Παπαχρήστος Κουτλής στην Εορτή Της Ζωοδόχου Πηγής.


< 128 >

Ι ΕΡΟΣ Ν ΑΟΣ

ΤΟΥ ΣΤΗ

Γ ΕΝΕΘΛΙΟΥ

ΤΗΣ

Υ ΠΕΡΑΓΙΑΣ Η ΜΩΝ Θ ΕΟΤΟΚΟΥ

Ρ ΟΥ ΣΤΙΑΝΗ Κ ΑΝΑΛΙΩΝ Φ ΘΙΩΤΙΔΑΣ

Η ιστορία του Ιερού Ναού του Γενεθλίου της Υπεραγίας Ημών Θεοτόκου των Καναλιών Φθιώτιδας (Μοναστήρι της Ρούστιανης) σε βάθος χρόνου, περιγράφεται λεπτομερώς και εξονυχιστικώς κάτω από τον καμβά των εγγράφων των Γενικών Αρχείων του Κράτους, αλλά και με έγκυρες έγγραφες και μη μαρτυρίες και τοπικές αποδείξεις και στοιχεία, από τον πρώτο τοπικό ιστορικό και λαογράφο της περιοχής μας και φυσικά του Ναού κ. Γιάννη Δημ. Παπαναγιώτου Ειδικό Πάρεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και καταξιωμένο Πρόεδρο των Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων του Νομού Φθιώτιδας στο εμπεριστατωμένο από 232 σελίδες πόνημα του και στις σελίδες 129-135 αυτού: Ο Αι Λιάς του Παλαιοχωριού ’’ Χθες και Σήμερα ’’ Αθήνα 1978


< 129 >

ΚΑΝΑΛΙΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ 8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1934

ΕΞ

Α ΡΙ Σ ΤΕ ΡΩ Ν Π ΡΟ Σ Τ Α Δ Ε Ξ Ι Α

 +Παπανικόλας Καλτσάς Εφημέριος Πουγκακίων,  +Παπακώστας Τσεκούρας Εφημέριος Καναλίων,  +Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου Εφημέριος Παλαιοχωρίου  +Παπαδημήτρης Παπαχαραλάμπους Εφημέριος Λευκάδας


< 130 >

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ ΓΡΑΦΕΙ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΠΟΥΡΑΣ

Κυκλοφόρησε πρόσφατα ένα διδακτικό λαογραφικό πόνημα με τίτλο ’’Ανθολόγιο Διδακτικών Λόγων Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου’’ το οποίο διάβασα με αγάπη, προσοχή και ενδιαφέρον και χάρηκα το λόγο του και γοητεύτηκα από την πέννα του και τα κείμενα του, που μου αποκάλυψαν όμορφους κόσμους και εντυπωσιάστηκα από τις ενδόμυχες αγάπες του, που ξεχειλίζουν χαρά και λυτρώνουν και είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον και εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο και μας ταξιδεύει σε μία άλλη δύσκολη μεν, φυσική δε εποχή. Συγγραφέας του είναι ό ακούραστος μελετητής, ένθερμος ρουμελιώτης και ρηξικέλευθος δημιουργός Αντιστράτηγος ε.α. της Ελληνικής Αστυνομίας Σπύρος Δημ. Παπαναγιώτου διακεκριμένος αξιωματικός με πολυσχιδή και πολύ επίπεδη δράση και ζηλευτή επαγγελματική σταδιοδρομία. Ο Συγγραφές του οδοιπόρησε στην όμορφη ειδυλλιακή γενέθλια γη του, το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας και με κέντρο αναφορά του τον χαρισματικό και ταλαντούχο Εφημέριο και Ποιμενάρχη μας και φυσικό του πατέρα Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου, συγγράφει τον ογκώδη τόμο του βιβλίου μέσα σε 222 σελίδες, του οποίου με θαυμαστή ενάργεια και έξοχη νοηματική σαφήνεια παραθέτει πολυτιμότατα στοιχεία που συνάπτονται με το ιστορικό παρελθόν του χωριού μας με τα ήθη και τα έθιμα του και τους πρωταγωνιστές του, που για πολλά χρόνια βρισκόταν στο ανήλεο χρονοντούλαπο. Είναι ένα βιβλίο πολύ όμορφο, άκρως εντυπωσιακό, εξαιρετικά διαφωτιστικό και λογοτεχνικά άψογο, περικοσμημένο με τις απαραίτητες φωτογραφίες που προσθέτουν στο κείμενο καλαισθητική εμφάνιση. Η συγγραφή του έργου είναι υπαγορευόμενη από μία ορθολογιστική αντίληψη πατριωτικού και οικογενειακού χρέους του Συγγραφέα προς τον σεβαστό πατέρα του, ο οποίος πρωτοστάτησε στην δημιουργία αξιών και ιδανικών διαχρονικής ισχύος στο χωριό του. Ο συγγραφέας περιγράφει, εκ μνήμης, τις προσωπικές του αναμνήσεις όπως τις είχε ακούσει και ζήση ο ίδιος, βάζοντας στην θέση του αφηγητή και πρωταγωνιστή:…τον χαρισματικό και ταλαντούχο Εφημέριο και Ποιμενάρχη Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου. Πρωτότυπη ιδέα να περιγράψει κάποιος την ζωή στο χωριό, όπως την θυμάται από όταν ήταν μικρός. Έχει πάρει τις ιστορίες που έλεγε ο Εφημέριος και Ποιμενάρχης πατέρας του Παπαδημήτρης Παπαναγιώτου και τις έχει μετατρέψει σε βιβλίο.


< 131 >

Προσπάθησε και επέτυχε ο Συγγραφές, να συνδέσει ευδόκιμα με τις χαριτωμένες ιστορίες το ένδοξο παρελθόν της γενέθλιας γης του το Παλαιοχώρι Τυμφρηστού Φθιώτιδας με το σήμερα. Μοιάζει το βιβλίο αυτό, σαν μια μικρή εναλλασσόμενη ιστοριούλα, που δεν είναι καθόλου μα καθόλου βαρετή, όπως ακριβώς, μας την έλεγαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας. Γι αυτό λοιπόν το λόγο, θα το διάβαζε και ένα παιδί με μεγάλη ευχαρίστηση και φυσικά χωρίς να δυσκολευτεί καθόλου. Επειδή όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την εποχή που περιγράφει το βιβλίο, θα γίνεται όλο και πιο πολύτιμο αυτό. Πολύτιμο, διότι μας φέρνει σε επαφή με το παρελθόν μας, ένα σκληρό και κουραστικό αλλά ωραίο παρελθόν. Οι νοσταλγικοί άνθρωποι, θα θελήσουν να το ξαναδιαβάσουν κάποια στιγμή, αλλά ακόμα και να μην το διαβάσετε εσείς οι ίδιοι, καλό θα ήταν να το δώσετε να το διαβάσουν τα παιδιά σας. Ο συγγραφέας δεν διστάζει να ασχοληθεί με όλους τους τομείς και δραστηριότητες όπως το φαγητό, παλιά επαγγέλματα που εξέλειπαν, τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν στο χωριό, καθώς την θρησκευτική, κοινωνική και οικονομική ζωή στο χωριό. Παράγει όμως επιστημονικό έργο, αφού καταγράφει και διασώζει πάρα πολλές και πάνω από όλα λαογραφικές γνώσεις. Αυτός που θα διαβάσει το βιβλίο, θα αποκομίσει πολλές και ενδιαφέρουσες γνώσεις για τα παλιά τα χρόνια στο χωριό. Ένα από τα στοιχεία που μου άρεσαν στο βιβλίο ’’ Παρακαταθήκη Ιστοριών του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου ’’ είναι ότι μαθαίνουμε πόσο διαφορετική, αλλά και πόσο δύσκολη ήταν η ζωή στην χώρα μας, μέχρι και πριν από μερικές δεκαετίες και πόσο ουσιαστικός και διδακτικός ήταν ο τρόπος διαπαιδαγώγησης των παιδιών την εποχή εκείνη. Μίας διαπαιδαγώγησης, που παρήγαγε ανθρώπους με ντροπή και φιλότιμο, ακριβώς το αντίθετο δηλαδή από ότι γίνεται σήμερα στην εποχή μας. Το βασικό μήνυμα του βιβλίου αυτού είναι, ότι η ζωή παλιά ήταν απείρως δυσκολότερη και σκληρότερη μέχρι και τα μέσα του περασμένου αιώνα. Το βιβλίο είναι ένα θαυμάσιο πνευματικό ανθολόγιο και αποτελεί ως έκδοση αξιέπαινη φροντίδα και ήταν κρίμα να μένουν σκόρπια τόσα λαογραφικά και θρησκευτικά ντουκομέντα. Όμως από μερικές πλευρές τότε τα πράγματα ήταν καλύτερα, καθώς ο άνθρωπος είχε επαφή με την φύση, είχε λιγότερα αλλά ποιοτικότερα πράγματα και πολύ καλύτερες ανθρώπινες σχέσεις. Άρα θα έλεγα ότι το βαθύτερο μήνυμα είναι ότι παλιότερα οι άνθρωποι ήταν περισσότερο ευτυχισμένοι.


< 132 >

Στην προσπάθεια του αυτή ο Συγγραφέας ενήργησε περισσότερο με τη ψυχή, το αίσθημα και το συναίσθημα συνεπικουρούμενος από το πνεύμα του και τον υψηλό στοχασμό και κατάφερε να μετουσιώσει το περιεχόμενο του βιβλίου του σε γνώση και συνείδηση των αναγνωστών του. Εγκάρδια τον συγχαίρουμε, ευχόμενοι αείφωτη και αείροη την πνευματική του προσφορά.


< 133 >

Ο Α ΝΔΡΙΑΝΤΑΣ ΤΟΥ Α ΘΑΝΑΣΙΟΥ Δ ΙΑΚΟΥ ΣΤΗΝ ΟΜΩΝΥΜΗ Π ΛΑΤΕΙΑ ΤΗΣ Λ ΑΜΙΑΣ


< 134 >


< 135 >

Οδύσσεια του Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου  

Αφορμή και ερέθισμα συγχρόνως, για την καταγραφή αυτού του πονήματος μου, με τίτλο: ’’ Οδύσσεια Παπαδημήτρη Παπαναγιώτου. Μία ταραχώδης και...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you