Page 1


© Ορφέας Εμιρζάς

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 11.7 eωΣ 24.7.2013 EΙΚΑΣΤΙΚΑ Βασίλης Κολτούκης – Μουσικοί του δρόμου Πειραιώς 260, Διάδρομος – 1 Ιουνίου - 17 Ιουλίου, 19:00 - 23:00 Γεωργία Σπυροπούλου, Ηχογεωγραφία Πειραιώς 260, Μικρή Αποθήκη 1 Ιουνίου - 17 Ιουλίου, 19:00 - 20:45 Μανώλης Χάρος - ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ Κοινότητες στη φυλακή, παράθυρο στην κοινωνία Πειραιώς 260, Αποθήκη – 1 Ιουνίου - 17 Ιουλίου, 19:00 - 20:45 Μάρω Μιχαλακάκου & Κέντελ Γκίαρς Σε αμφίδρομη σχέση / Heart of Darkness Πειραιώς 260, Κτίριο Α – 3 Ιουνίου - 17 Ιουλίου, 19:00 - 20:45

ΜΟΥΣΙΚη Encardia Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου 19-20 Ιουλίου, 21:30 Συναυλία με την Ηρώ & τον Χαβιέρ Ντι Σιριάκο, Querer Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου – 12-13 Ιουλίου, 21:30 Le Cercle de l’Harmonie - Ζερεμί Ρορέρ – Έργα Μότσαρτ Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» 23 Ιουλίου, 21:00

ΘΕΑΤΡΟ Θεατρικός Οργανισμός Ακροπόλ - Διονύσης Σαββόπουλος Πλούτος Αριστοφάνη Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – 12-13 Ιουλίου, 21:00 Αφιέρωμα στον Λευτέρη Βογιατζή - Η νέα ΣΚΗΝΗ Χάρολντ Πίντερ, Θερμοκήπιο Η νέα ΣΚΗΝΗ - Θέατρο Οδού Κυκλάδων – 22-26 Ιουλίου, 21:00 Μαριλίτα Λαμπροπούλου, Λάθος κίνηση Πειραιώς 260, Κτίριο Ε – 16-17 Ιουλίου, 21:00 Βίκυ Γεωργιάδου, Φραντς Κάφκα, Το κτίσμα Πειραιώς 260, Κτίριο Ε – 11-12 Ιουλίου, 21:00 Theseum Ensemble - Μιχαήλ Μαρμαρινός Insenso / Όπερα Δημήτρη Δημητριάδη Πειραιώς 260, Κτίριο Δ – 12-15 Ιουλίου, 19:30 Θέατρο Σημείο - Νίκος Διαμαντής, Μουσείο ανθρώπινης συμπεριφοράς Μουσείο Μπενάκη 12-14 Ιουλίου, Παρασκευή-Σάββατο 18:00-21:00, Κυριακή 12:00-15:00 ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας & Αγρινίου, Ελένη Ευριπίδη Ωδείο Ηρώδου Αττικού – 15-16 Ιουλίου, 21:00 Ρόμπερτ Ουίλσον – Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ – Ουίλεμ Νταφόε The Old Woman Δανιήλ Χαρμς Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών – 18-21 Ιουλίου Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, Σαμία Μενάνδρου Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – 19-20 Ιουλίου, 21:00

ΧΟΡΟΣ Δημήτρης Παπαϊωάννου, Πρώτη Ύλη Πειραιώς 260, Κτίριο Α Β’ Κύκλος: 27 Ιουνίου -14 Ιουλίου (εκτός Δε, Τρ, Τε) 21:00 Compañía Antonio Ruz, Ojo Πειραιώς 260, Κτίριο Η – 14-15 Ιουλίου, 21:00 2 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

ΜΙΑ ΤΣΟΓΛΑΝΟΠΑΡΕΑ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΚΡΙΤΙΚΗ...

Τ

ο 1977, ένας δίσκος της πιο ποπ περίπτωσης στην ελληνική δισκογραφία, οι Αχαρνής ή Ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια, άλλαξε ό,τι πιστεύαμε ώς τότε ότι ήταν ένας δίσκος μουσικής – αλλά και ό,τι πιστεύαμε ότι ήταν ο Αριστοφάνης. Με αφορμή μια παραγγελία του Θεάτρου Τέχνης, που δεν μετουσιώθηκε τελικά σε συνεργασία, ο Σαββόπουλος κρατώντας τον ιστό του αριστοφανικού έργου, γράφει μια μουσική κωμωδία, με θέμα της έναν καταφερτζή που ξεφτιλίζει όχι τον πόλεμο αλλά τα πολιτικά κίνητρα, τη ρητορική που οδηγεί σ’ αυτόν. Εντέλει, τον λαϊκισμό. Ο δίσκος έγινε τότε αφορμή και για πολλούς δημιουργικούς καβγάδες. Άγριες ιδεολογικές συγκρούσεις για τα δεδομένα της εποχής. Μεταξύ άλλων, ενόχλησε η αποστροφή του Σαββόπουλου στην Παράβαση που έκανε λόγο για «μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική». Ακόμα αναζητείται η ταυτότητα της τσογλανοπαρέας αυτής και οι μεταμορφώσεις της στο πέρασμα του χρόνου. Στο μεταξύ, χάρη στον Σαββόπουλο, ανακαλύψαμε τον πιο ποπ Νεοέλληνα Αριστοφάνη. Μια κανονική μεταγραφή του στο σήμερα. Λαϊκός αλλά όχι λαϊκιστής, σύνθετος και όχι μονοδιάστατος, αθυρόστομος αλλά όχι μόνο. Ένας Αριστοφάνης που δεν συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται σε Δελφινάριο ή στη φτηνή ελληνική τηλεόραση, που δεν μιλάει σαν πολιτικός ρήτορας σε ελληνικό τοκ σόου, που δεν επιστρατεύει τη φτηνή συγκίνηση, δεν κάνει υπονοούμενα, δεν λέει συνωμοσιολογικά παραμύθια, δε θέλει να συνθλίψει αυτόν με τον οποίο διαφωνεί αλλά να συζητήσει μαζί του τη διαφωνία του. Ένας τύπος που απεχθάνεται τη διαφθορά και τους διεφθαρμένους, αλλά δεν κάνει την απέχθεια του ηθικολογία. Ένας Αριστοφάνης κριτικός και στοχαστικός, ένας αμφισβητίας που δεν

μπορεί να είναι αφοριστικός επειδή δεν τα ξέρει όλα αλλά είναι σκληρός με ό,τι μπορεί να καταλάβει, ένας εχθρός του λαϊκισμού και της ρητορικής του μίσους. Ένας αυστηρός και τρυφερός ποιητής της καθημερινότητάς του και, αναλόγως, της δικής μας καθημερινότητας – των αξιών μας, των κοινοτοπιών πάνω στις οποίες γλιστράμε, της λυτρωτικής ποίησης και της ελπίδας ότι «μπλα μπλα μπλα δημοκρατία», τελεία και παύλα: να το αλλάξουμε. Ο Σαββόπουλος (που δοκιμάζει ξανά, φέτος, με Αριστοφάνη, αυτή τη φορά με τον Πλούτο) ήταν από τους λίγους καλλιτέχνες που, νέος, τόλμησε να τα βάλει με την ιεραρχία της τέχνης του. Δεν περίμενε την επετηρίδα, όρμησε και άλλαξε τα δεδομένα. Χρειάστηκε βεβαίως κάποιους ανθρώπους να τον στηρίξουν κι ένα ευρύτερο ρεύμα μέσα στο οποίο θα μπορούσε να κινηθεί, διεκδικώντας το νέο γούστο. Τηρουμένων των αναλογιών, αυτό το πλαίσιο, που δίνει φωνή σε νεότερες δυνάμεις, έτοιμες να διεμβολίσουν την ιεραρχία, να την ξεπεράσουν επιβάλλοντας το καινούργιο, υπάρχει καταστατικά στο Φεστιβάλ Αθηνών. Από τη Μαρία Πρωτόπαπα μέχρι τη Λένα Κιτσοπούλου και τη Λένια Ζαφειροπούλου, από τη Βίκυ Γεωργιάδου μέχρι τη Μαριλίτα Λαμπροπούλου, από τον Σίμο Κακάλα μέχρι τον Νίκο Καραθάνο (η Γκόλφω του οποίου στην Επίδαυρο, απ’ όπου και η εικόνα της κορυφής, είναι από τα πολυαναμενόμενα πειρά(γ)ματα του καλοκαιριού), κι άλλους, κι άλλους, μια νεότερη γενιά έχει ήδη εισβάλει ζωηρά και διεκδικεί να σηματοδοτήσει τη νέα εποχή που, αγχώδης, ταραγμένη, φτωχή, άρα επινοητική, είναι κιόλας εδώ. Είναι μια νεότερη γενιά με δημιουργικές προτάσεις, όχι απλώς μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική. s Ηλίας Κανέλλης

EDITORIAL


H εικόνα του εξωφύλλου: O Ουίλεμ Νταφόε και ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ από τον Αλέκο Παπαδάτο

[

Xατζηχρhστου 23 & Mακρυγιaννη 11742 / aΘhNa / T. 210 9282900

ΣΕΛ. 26 ΣΕΛ. 22 4

ΔΙΟΝΥΣηΣ ΣΑββΟΠΟΥΛΟΣ Ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΘΥΜΑΡΑΚΙΑ

6

ΡΟΜΠΕΡΤ ΟΥΙΛΣΟΝ, ΜΙΧΑηΛ ΜΠΑΡΙΣΝΙΚΟΦ, ΟΥΙΛΕΜ ΝΤΑΦΟΕ Η ΖωΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΑΤΡΟ, ΜωΡΟ ΜΟΥ...

10

ΜΑΝΩΛηΣ ΧΑΡΟΣ

Συνεργάζονται: Τηλέμαχος Αναγνώστου Εξώφυλλο: Αλέκος Παπαδάτος Φωτογράφοι: Bίκυ Γεωργοπούλου, Bασίλης Mαθιουδάκης Yπεύθυνος σύμφωνα με το νόμο: Γιώργος Λούκος Σχεδιασμός: Z-axis Δημιουργικό: Aνδρέας Pεμούντης Eκτύπωση: IPIΣ A.E.

Πρόεδρος: Γιώργος Λούκος Aντιπρόεδρος: Ήρα Ράλλη-Βαλσαμάκη Mέλη: Ηλίας Μπουντανιώτης, Σοφία Στάικου Μαρία Χ. Χατζηνάσιου, Πολυχρόνης Πολυχρονόπουλος Ελευθέριος Κουλιεράκης

ΛΕΥΤΕΡηΣ βΟγΙΑΤΖηΣ ΚΑΝ’ ΤΟ ΟΠωΣ Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ

18

ΜΙΧΑηΛ ΜΑΡΜΑΡΙΝΟΣ ΟΤΑΝ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΞ...

22

MEΓAΛΟI XOPHΓOI

ηΡΩ ΕΙΜΑΙ ΦΙΛΟΔΟΞΗ, ΟΧΙ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΗ

25

γΕΩΡγΙΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕΝΟΡΧΗΣΤΡωΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡωΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ

26

]

Διευθυντής Σύνταξης: Hλίας Kανέλλης Eπιμέλεια ύλης: Μαίρη Κιτροέφ Σύνταξη: Έλια Aποστολοπούλου, Kατερίνα Kόμητα, Αργυρώ Λύτρα, Nίκη Oρφανού, Μαρίλια Παπαθανασίου, Μυρτώ Πολυμίλη

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜβΟΥΛΙΟ

ΖΕΡΕΜΙ ΡΟΡΕΡ – LE CERCLE DE L’HARmONIE MOSARTEUS

13

ISSN: 1791-1729

eΛΛΗΝΙΚΟ ΦΕΣΤΙβΑΛ A.e.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΤΑ ΑΠΟΚΑΪΔΙΑ

12

H eΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ eΛΛΗΝΙΚΟΥ ΦΕΣΤΙβAΛ Eιδική έκδοση για το πρόγραμμα του 2013 Nο 35 (3/2013) [11/7/2013]

ΑΝΤΟΝΙΟ ΡΟΥΘ Ο ΗΧΟΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ

29

XOPHΓOI EΠIKOINΩNIAΣ

ΠΕΜη ΖΟΥΝη – ΑΝΤΩΝηΣ ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΑΔΕΙΑΝΟ

ΣΕΛ. 34 32 34

ΜΑΡΙΛΙΤΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ «ΚΙ ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ h ΠΑΡΤΙΔΑ...»

ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΟΡγΑΝΙΣΜΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΤΗ

38

βΙΚΥ γΕΩΡγΙΑΔΟΥ – ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΙΜΑΝη ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΟΥ ΚΑΦΚΑ

40

ΝΙΚΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤηΣ ΦΤΙΑΞΤΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

42

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΤΟΣ – ENCARDIA ΑΠΟψΕ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΖΟΥΜΕ

44

ΜΑΡΩ ΜΙΧΑΛΑΚΑΚΟΥ & ΚΕΝΤΕΛ γΚΙΑΡΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΚΟ

45

βΑΣΙΛηΣ ΚΟΛΤΟΥΚηΣ ΠωΣ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΕΙΤΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

46

JUICY LIU

ME THN YΠOΣTHPIΞH

ΣΤΟΝ ΥΠEΡΟΧΟ ΚOΣΜΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟy ΦΕΣΤΙΒAΛ

ΣΕΛ. 29 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Για να αγοράσετε τα εισιτήριά σας τηλεφωνικά χρησιμοποιώντας την πιστωτική κάρτα σας, καλείτε στο 210-32 72 000 Δευτέρα έως Κυριακή, 09:00 με 21:00 [11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 3


Διονύσης Σαββόπουλος

Ο ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΘΥΜΑΡΑΚΙΑ «Αγάπησα αυτό το έργο για την ειρωνεία του αλλά και για τη μελαγχολία του. Επιχειρώ ορισμένες επικαιροποιήσεις, αλλά με το σταγονόμετρο. Όχι σαν τους δημοφιλείς καλαμπουρτζήδες μας, που λένε ό,τι τους κατέβει για να βγάλουν εύκολο γέλιο...» Η στοχαστική φωνή της νεοελληνικής συνείδησης επιμένει παρεμβατικά. Όπως πάντα. Από την Κατερίνα Κόμητα


Info

Π

λούτος δεν είναι το χρήμα. Πλούτος είναι η δημιουργική ιδιοσυγκρασία, η δυνατότητα να αλλάζεις, να διεκδικείς καινούργιες φόρμες, νέα εκφραστικά μέσα. Πλούτος είναι η εμπλοκή του Διονύση Σαββόπουλου στην αριστοφανική κωμωδία. Στο παρελθόν, έχει συνδεθεί με δύο γνωστές θεατρικές παραστάσεις έργων του Αριστοφάνη: την πρώτη, όταν του ζητήθηκε από τον Κάρολο Κουν του Θεάτρου Τέχνης να γράψει μουσική για τους Αχαρνής. Η μουσική εκείνη, στην ουσία, απέδωσε ολόκληρο το αριστοφανικό έργο. Κι όταν η συνεργασία ακυρώθηκε, ο Σαββόπουλος μετέφερε το έργο ως παράσταση σε μπουάτ της Πλάκας το 1976 ενώ, την επόμενη χρονιά, κυκλοφόρησε ο δίσκος: Αχαρνής ή Ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια – με τον ίδιο σε όλους τους ρόλους, και τον αξέχαστο Νίκο Παπάζογλου να τραγουδά την παράβαση. Ο Σαββόπουλος ξαναασχολήθηκε με τον Αριστοφάνη το 1985, γράφοντας μουσική για τον Πλούτο, παράσταση του Εθνικού Θεάτρου που απέδωσε με πολλά στοιχεία της commedia dell’arte ο Λούκα Ρονκόνι – στο ρόλο του Χρεμύλου ήταν ο Σταύρος Παράβας. Το προηγούμενο διάστημα, ο Σαββόπουλος δούλευε συστηματικά με το υλικό του Πλούτου, που σε διάφορες μορφές έχει παρουσιάσει στο κοινό, ποτέ όμως στην ολοκληρωμένη μορφή που θα δούμε φέτος στην Επίδαυρο. Και, επίσης, ποτέ με τόσους σπουδαίους ηθοποιούς υπό την μπαγκέτα του: τον Νίκο Κουρή, τον Χρήστο Λούλη, την Αμαλία Μουτούση, τον Μάκη Παπαδημητρίου – και, βέβαια, τον ίδιο τον Σαββόπουλο. Τα τι και τα πώς της παραστασης αυτής, ας τα ακούσουμε από τον ίδιο, όπως μας τα εκμυστηρεύεται σε μια σύντομη συζήτηση μαζί του. Αβάντι μαέστρο!

ΘEATPO

Θεατρικός Οργανισμός Ακροπόλ Διονύσης Σαββόπουλος Πλούτος Αριστοφάνη

Το καλοκαίρι του 1985, στον Πλούτο που ανέβασε το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Λούκα Ρονκόνι στην Επίδαυρο είχατε γράψει τη μουσική. Μετά από 28 χρόνια επιστρέφετε στο αρχαίο θέατρο, έχοντας ξαναγράψει τη μουσική, έχοντας μεταφράσει το έργο, σε ρόλο ηθοποιού, αλλά και σκηνοθέτη. Αυτό το ανέβασμα μοιάζει με προσωπικό στοίχημα. Μπορεί, αλλά δεν το βλέπω έτσι. Όταν καταπιάνομαι με κάτι που αγαπώ, δεν με νοιάζει και τόσο αν θα χάσω ή θα κερδίσω. Ή μάλλον με νοιάζει, αλλά πάνω απ’ όλα το σημαντικό είναι ότι κάπως έζησα μ’ αυτό. Αγάπησα αυτό το έργο, το 1985, για την ειρωνεία του, αλλά και για τη μελαγχολία του. Δεν έχει φινάλε, δεν έχει παράβαση, ο χορός είναι φτωχός. Ο Πλούτος μοιάζει να προαναγγέλλει το τέλος της αττικής κωμωδίας, αλλά και το τέλος της δόξας των Αθηνών, που πράγματι επήλθε μετά από μερικά χρόνια. Ο Τ.Σ. Έλιοτ έλεγε ότι ο Πλούτος είναι λανθάνουσα τραγωδία. Μπορεί να το πει κανείς αυτό για τον Πλούτο. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι εκλύει ένα απίστευτο και γελαστό φως. Ποια είναι τα συναισθήματα που κυριαρχούν λίγες μέρες πριν το ανέβασμα; Πριν το ανέβασμα είναι κόλαση! Ό,τι πάει να πάρει μορφή και συνεχώς δεν παίρνει, αυτό είναι η κόλαση. Κόλαση είναι η αμορφία. Ποια είναι η «σαββοπουλική» εκδοχή του Πλούτου; Σε ποια εποχή τοποθετήσατε το έργο; Κάνατε αλλαγές στο αρχικό κείμενο; Η δική μου εκδοχή θέλω να ανήκει στη μεγάλη παράδοση του Κουν, του Αλέξη Σολομού, του Ευαγγελάτου, του Τσαρούχη, του Χατζιδάκι, της Ραλλούς Μά-

νου κ.ά. Μπορεί αυτή η παράδοση να τυποποιήθηκε και να εξαντλήθηκε πια στη δεκαετία του ’80, αλλά μέσα μου είναι πάντα σπουδαία. Από τότε που ήμουν μαθητής γυμνασίου μαγεύτηκα απ’ αυτήν. Είμαι βέβαιος ότι αυτή η παράδοση μπορεί να ζωντανέψει με τη βοήθεια καινούργιας τεχνικής και καινούργιων αισθητικών πληροφοριών με τα οποία πλουτίσαμε συν τω χρόνω. Στην παράστασή μας, η εποχή δεν είναι ξεκάθαρη. Και πάντως μην περιμένετε να δείτε χλαμύδες. Επιχειρώ ορισμένες επικαιροποιήσεις, αλλά με το σταγονόμετρο. Όχι σαν τους δημοφιλείς καλαμπουρτζήδες μας, που λένε ό,τι τους κατέβει για να βγάλουν εύκολο γέλιο. Βέβαια, υπάρχουν σημεία που σου χρειάζεται ειδικός φιλόλογος για να σου εξηγήσει σε τι αναφέρεται η κωμωδία. Εκεί, πρέπει να σκεφτείς πώς θα το λέγαμε σήμερα. Τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε στο όλο εγχείρημα; Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η απειρία μου και η άγνοιά μου. Δουλεύω με το ένστικτο, αλλά αυτό δεν είναι καινούργιο σε μένα. Γράφω χωρίς να ξέρω μουσική και τραγουδώ χωρίς να έχω φωνή. Ό,τι έφτιαξα στη ζωή μου δεν το κατάφερα μ’ αυτά που ξέρω, αλλά μ’ αυτά που δεν ξέρω. Ας φανταστούμε ότι τη βραδιά της παράστασης ο Αριστοφάνης κάθεται κάπου ανάμεσα στους θεατές και παρακολουθεί. Πώς πιστεύετε ότι θα σχολιάσει την παράσταση στο τέλος; Μ’ άλλα λόγια, είχατε στο μυαλό σας την κριτική του ποιητή όσο εσείς εργαζόσαστε για το νέο ανέβασμα; Όταν παλεύεις να φτιάξεις κάτι που βγαίνει από μέσα σου, να το δώσεις αληθινά και ζωντανά, δεν μπορείς να σκεφτείς καμία κριτική. Σου φτάνει η κριτική των συ-

Ο Αριστοφάνης διακωμωδεί την κακή διανομή του πλούτου, παρουσιάζοντάς τον ως τυφλό που πηγαίνει στους κακούς. Όταν όμως ο θεός Πλούτος ξαναβρίσκει το φως του, αποκαθιστά την αδικία μοιράζοντας πλούτη στους αγαθούς και κάνοντας τους κακούς φτωχούς. Στον αντίποδα η Πενία, θεά της λιτότητας και της αυτάρκειας, προσπαθεί να πείσει ότι το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία. Παίζουν: Νίκος Κουρής, Χρήστος Λούλης, Αμαλία Μουτούση, Μάκης Παπαδημητρίου, Διονύσης Σαββόπουλος Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου 12-13 Ιουλίου, 21:00 Εισιτήρια: 45€ (VIP), 35€ (Ζώνη Α), 25€ (Ζώνη Β), 15€ (Ζώνη Β φοιτητικό), 10€ (Άνω διάζωμα), 5€ (Άνω διάζωμα φοιτητικό, ανέργων, ΑΜΕΑ)

νεργατών σου και –κυρίως– ο κριτικός μέσα σου. Δεν αρκούν αυτά; Πού χρόνος να σκεφτείς και τον Γεωργουσόπουλο; Ακόμη και τον ίδιο τον Αριστοφάνη. Πάντως, μετέφρασα τους 1.200 στίχους του αντιμετωπίζοντάς τον σαν μεγάλο ποιητή κι όχι σαν λαϊκιστή και κακό επιθεωρησιογράφο, όπως είναι της μόδας τελευταία. Τουλάχιστον αυτό θα το εκτιμούσε, ελπίζω. Τι είναι αυτό που δεν ξέρει ο κόσμος για τον Διονύση Σαββόπουλο; Ότι μ’ αυτές τις πρόβες απ’ το Μάρτη έχασα μέχρι τώρα 7 κιλά! s

ΣΕ γΙΟΡΤΙΝΟ ΑγΩΝΙΣΜΑ... Καρικατούρα (απέναντι) του Διονύση Σαββόπουλου από την αφίσα για τον αριστοφανικό Πλούτο, που κάνει πρεμιέρα στην Επίδαυρο. Ο καλλιτέχνης αναζητεί σ’ ένα έργο που σηματοδοτεί ένα τέλος εποχής το «απίστευτο, γελαστό φως που εκείνο κρύβει».

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 5


Ρόμπερτ Ουίλσον - Ουίλεμ Νταφόε - Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ

Η ΖωΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΑΤΡΟ ΜωΡΟ ΜΟΥ... Η ζωή δεν είναι κόμικς, μωρό μου – ήταν ο τίτλος μιας κλασικής περιπέτειας του δίδυμου Μουνιόζ-Σαμπαγιό. Ο Ουίλσον υιοθετεί την καρτούν αισθητική και, με τη συνεισφορά δυο θρύλων του θεάματος, του Ουίλεμ Νταφόε και του Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, προσγειώνει απότομα το κοινό στη χώρα των παραισθήσεων. Κάτω από την οπτική τελειότητα της οποίας παραμονεύει πάντα ένας εφιάλτης. Θα μας τρομάξει; Από τη Νίκη Ορφανού

ΔΥΟ ΚΑΡΙΚΑΤΟΥΡΕΣ, ΔΥΟ ΑΣΤΕΡΕΣ...

© Lucie Jansch

Άσπρο, μαύρο, κόκκινο. Ο Ουίλεμ Νταφόε (αριστερά) και ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ είναι ο Α και ο Β, οι δύο ήρωες που αλληλοκυνηγιούνται στην παράσταση Η γρια γυναίκα του Μπομπ Ουίλσον. Όταν ο Νταφόε πήρε στα χέρια του το κείμενο, τηλεφώνησε στον σκηνοθέτη του να τον ρωτήσει για ποιον ρόλο τον προόριζε. Εκείνος του απάντησε ότι δεν είχε ιδέα. Έτσι, έμαθε και τους δύο ρόλους. Όσο για τον Μίσα Μπαρίσνικοφ, έχει να το λέει ότι ρίχνει περισσότερο τρέξιμο τώρα, απ’ όσο είχε ρίξει όταν χόρευε.


Σ

σε μια αυλή, ο Συγγραφέας συναντά τυχαία μια γριά γυναίκα που κρατά ένα ρολόι στα χέρια της. Σταματά και τη ρωτά την ώρα, κι αυτή του δείχνει το ρολόι. «Μα δεν έχει δείχτες», παρατηρεί ο Συγγραφέας. Το κοιτάζει τότε κι εκείνη, και απαντά: «Είναι τρεις παρά τέταρτο». Ο Συγγραφέας συνεχίζει το δρόμο του, αλλά από κείνη τη στιγμή η κακομούτσουνη γριά στοιχειώνει την ύπαρξή του: κλείνει τα μάτια του να κοιμηθεί κι εκείνη χώνεται κάτω από τα κλειστά του βλέφαρα και του χαλάει τον ύπνο· ανοίγει την πόρτα του και να την, πάντα εκεί, να τον περιμέ-

νει· τον βασανίζει, τον εξευτελίζει και, το χειρότερο, ούτε νεκρή δεν τον αφήνει ήσυχο! «Δεν μ’ αρέσουν τα παιδιά, ούτε οι γέροι, ούτε οι γριές, ούτε κι οι δήθεν αξιοσέβαστοι μεσήλικες – κάποιος πρέπει επιτέλους να κάνει κάτι με δαύτους!», συνήθιζε να λέει ο Δανιήλ Χαρμς. Συγγραφέας του παραλόγου («γιατί το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι οι ανοησίες!»), ποιητής, παραμυθάς και εκκεντρικός στοχαστής, έγραψε τη νουβέλα Η γριά γυναίκα το 1939. Στη Ρωσία της εποχής του, ήταν κυρίως γνωστός για τις παιδικές ιστορίες του, ενώ τα υπόλοιπα κείμενά του, σύντομα διηγήματα στην πλειοψηφία τους, βγήκαν

από την αφάνεια στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ο ίδιος πέθανε το 1942 σε ψυχιατρική κλινική, έχοντας υποφέρει από το σοβιετικό καθεστώς. Τον εφιάλτη του ήρωα της Γριάς γυναίκας μετουσιώνει θεατρικά ο «μάγος των εικόνων» Ρόμπερτ Ουίλσον. Μια σειρά από 12 βινιέτες, βασισμένες στη θεατρική διασκευή του Ντάριλ Πίνκνι, συνθέτουν τον σκοτεινό λαβύρινθο της φαντασίας του Χαρμς. Επί σκηνής, δύο αλλόκοτα πλάσματα, ο Α και ο Β: με τα κατάλευκα πρόσωπα και τις κατακόκκινες γλώσσες τους, τα πεταχτά τους τσουλούφια σε σχήμα βίδας και τα ασπρόμαυρα κοστούμια τους, προσπαθούν αγωνιωδώς να δραπετεύσουν από την

παραίσθηση του ονείρου. Ο κόσμος τους είναι μια σειρά ταμπλό βιβάν υψηλής αισθητικής, που ο Ουίλσον σμιλεύει χρησιμοποιώντας το φως, τη φόρμα, την κίνηση. Και η παραμικρή γκριμάτσα, και η πιο ανεπαίσθητη κίνηση των δύο κλόουν, που φέρουν μια υποψία των φιγούρων του Περιμένοντας τον Γκοντό του Μπέκετ, είναι απόλυτα χορογραφημένη και σε τέλεια αρμονία με τις αψεγάδιαστες εικόνες που θυμίζουν σχεδόν art installations. Και αυτή η οπτική τελειότητα και η ελαφρότητα ενός κόσμου στον οποίο δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα τίποτα είναι που αναδεικνύει μαγικά το δράμα αυτών των συμπαθητικών και θεότρελων ηρώων.

Ρόμπερτ Ουίλσον

ΣΤΑΡ ΤωΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦωΣΕωΝ

Κ

© © Hsu Ping

ανείς από το άμεσο περιβάλλον του, σε μια μικρή πόλη στην πολιτεία του Τέξας, δεν φανταζόταν ότι ο Ρόμπερτ Ουίλσον, που βασανιζόταν μέχρι την εφηβεία του από ένα έντονο τραύλισμα, θα γινόταν κάποτε διεθνής σταρ. Κι όμως, ο νεαρός Ουίλσον, που σπούδασε μάνατζμεντ, αρχιτεκτονική και ζωγραφική πριν τα παρατήσει όλα για το θέατρο, είχε ένα εκπληκτικό ταλέντο να οραματίζεται καινούργια πράγματα, και ιδιαίτερα εικόνες. Από το 1968 που ίδρυσε την ομάδα του The Byrd Hoffman School of Byrds, με στόχο να δοκιμάσει πειραματικές προσεγγίσεις στο θέατρο, συνέθεσε μοναδικές δημιουργίες, όπως το Einstein on the Beach, για το οποίο συνεργάστηκε με τον συνθέτη Φίλιπ Γκλας, που πολύ γρήγορα τον έφεραν στην κορυφή του μεταμοντέρνου θεάτρου. Ο Ουίλσον γράφει, σκηνοθετεί και σκηνογραφεί. Οι δουλειές του για πολλές δεκαετίες αμφισβήτησαν καθιερωμένες τάσεις και αντιλήψεις για τον θεατρικό χώρο, την περφόρμανς, τη σχέση με το κοινό, την ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών στο θέατρο. Το θέατρο του Ρόμπερτ Ουίλσον είναι θέατρο της μεταμόρφωσης. Το βάρος δεν βρίσκεται στην πλοκή και στη δράση, όπως στο δραματικό θέατρο, αλλά στα οπτικά και ηχητικά τοπία, στις αρχιτεκτονικές δομές, στις αρχετυπικές εικόνες. Συχνά, οι σκηνοθεσίες του προκαλούσαν αμηχανία στους κριτικούς, που έψαχναν για μεγάλα νοήματα πίσω από τις εικόνες του και δεν τα έβρισκαν. «Δεν καταλαβαίνω γιατί κοιτάνε μ’ αυτό το σοβαρό ύφος, γιατί προσπαθούν τόσο σκληρά να καταλάβουν», δήλωσε κάποτε χαρακτηριστικά ο Ουίλσον για την παράστασή του Death, Destruction, and Detroit. «Γιατί προσπαθούν να καταλάβουν; Ούτε κι εγώ καταλαβαίνω. Ναι, έγραψα το κείμενο, αλλά δεν θυμάμαι τι έγραψα».


Ουίλεμ Νταφόε

ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΣΚΛΗΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ

Σ

τον Ουίλεμ Νταφόε άρεσαν πάντα οι δύσκολες αποστολές. Ίσως γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να βεβαιωθείς ότι υπάρχεις, φαίνεται να πιστεύει ο ίδιος. Όταν ήταν μικρός, κλείστηκε επίτηδες για δύο ολόκληρες μέρες σε μια ντουλάπα. Δεν τον αναζήτησε κανείς. «Είχα μεγάλη οικογένεια», εξηγεί ο ίδιος. «Οι γονείς μας δούλευαν συνέχεια. Είχα πέντε αδελφές κι έναν αδελφό. Κατάλαβα τελικά ότι δεν έδιναν δεκάρα για τα όσα σκάρωνα». Αν και απέφευγε έκτοτε τις ντουλάπες, οι επιλογές του Ουίλεμ Νταφόε στον κινηματογράφο υπήρξαν αρκετά προκλητικές. Αρκεί να θυμηθούμε τον Τελευταίο πειρασμό του Σκορσέζε ή τον Αντίχριστο του Λαρς Φον Τρίερ, ή τον... Σπάιντερμαν. Ή την πρώτη του ταινία, πορνογραφικού περιεχομένου, για την οποία ανταμείφθηκε με αποβολή από το σχολείο. Και φυσικά στο θέατρο, ως μέλος των Wooster Group για 26 χρόνια, έκανε, πολύ απλά, τα πάντα. Τα τελευταία χρόνια, αυτό που φαίνεται να συναρπάζει τον διάσημο ηθοποιό πιο πολύ απ’ όλα είναι η συνεργασία του με τον Ρόμπερτ Ουίλσον, τον οποίο θαύμαζε από μακριά για περισσότερο από 35 χρόνια, μέχρι να βρεθούν μαζί στο στούντιο για πρόβες σχετικές με τη Ζωή και το θάνατο της Μαρίνα Αμπράμοβιτς, μια πολύ ξεχωριστή δουλειά, βασισμένη στην κορυφαία δημιουργό της performance art. Ο Ουίλεμ Νταφόε ήλπισε ότι αυτό θα είναι μόνο η αρχή, και πανηγύρισε όταν έλαβε το κείμενο για την παράσταση The Old Woman. Μόνο που, όταν το διάβασε, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε γριά γυναίκα στο έργο, αλλά μόνο δύο φιγούρες, ο Α και ο Β. Τηλεφώνησε λοιπόν στον Ουίλσον να τον ρωτήσει αν ο ρόλος του ήταν ο Α ή ο Β. Ο σκηνοθέτης απάντησε ότι δεν είχε ιδέα. Κι έτσι ο Νταφόε έμαθε και τους δύο ρόλους. «Το να δουλεύεις με τον Μπομπ είναι σκληρή δουλειά, αλλά σε ανταμείβει», λέει ο ίδιος. « Το πιάτο σου είναι γεμάτο, όχι με ιδέες, όχι με αναλύσεις ή ψυχολογικές προσεγγίσεις και τα τοιαύτα, αλλά με ασκήσεις που πρέπει να εκτελέσεις. Κι έτσι, ως ηθοποιός, ερμηνεύεις με πολύ αγνό τρόπο. Είναι σαν το ένστικτο του ζώου. Νιώθω πολύ πιο ελεύθερος και ικανός για μεγάλες ανακαλύψεις όταν η προσοχή μου στρέφεται αποκλειστικά στη δράση και στην ισορροπία, στον ήχο, στο φως, στη μουσική. Αυτό κάνει ο Ουίλσον».


Ρόμπερτ Ουίλσον, Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, Oυίλεμ Νταφόε The Old Woman Δανιήλ Χαρμς Στη νουβέλα Η γρια γυναίκα, ο Χαρμς καταγράφει την παράλογη περιπέτεια ενός συγγραφέα, ο οποίος μια μέρα ανακαλύπτει πως, εντελώς ανεξήγητα, στο διαμέρισμά του κείτεται το πτώμα μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Ο ήρωας του διηγήματος αρχίζει να ψάχνει τρόπους να ξεφορτωθεί το κουφάρι για να βρει την ησυχία του. Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών 18-21 Ιουλίου Εισιτήρια: 30€ (VIP), 25€ (Ζώνη Α), 20€ (Ζώνες Β & Γ), 15€ (φοιτητικό), 5€ (ανέργων, ΑΜΕΑ)

Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΜΙΣΑ

Ο

ίδιος νόμισε κάποτε πως ο μύθος του νεαρού Ρώσου χορευτή του American Ballet Theater της Νέας Υόρκης, ο οποίος αποστάτησε από τα μπαλέτα Κίροφ και το κομμουνιστικό καθεστώς για να κόψει την ανάσα την Δύσης με την τεχνική του –που αψηφούσε τους νόμους της βαρύτητας– και τις δραματικές του ερμηνείες, θα κρατούσε για πάντα. «Μεγάλο λάθος», λέει ο ίδιος. «Οι περισσότεροι με ξέρουν ως τον Ρώσο εραστή της Κάρι από το Sex and the City. Πολλοί με φωνάζουν μάλιστα στο δρόμο με το όνομα του ρόλου, πιστεύουν ότι είναι το πραγματικό μου!» Ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ χόρεψε στη διάρκεια της καριέρας του σε περισσότερα από 100 έργα του κλασικού ρεπερτορίου αλλά και του σύγχρονου χορού. Ίδρυσε, το 1989, τη δική του ομάδα σύγχρονου χορού, γνωστή ως The White Oak Dance Project, που λειτούργησε για δώδεκα χρόνια και υπήρξε για τον ίδιο μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής του. Από το 2005, είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Baryshnikov Arts Center της Νέας Υόρκης, που φέρνει κάθε λογής καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο να πειραματιστούν και να συνδημιουργήσουν. Ο πειραματισμός τον ενδιέφερε πάντα, κι αυτό τον έκανε να τολμήσει και δύσκολους ρόλους θεατρικούς, ιδιαίτερα από τη στιγμή που αποφάσισε ν’ αφήσει το χορό – και, όπως ομολογεί, σπανίως πια πηγαίνει να δει κλασικό χορό, προτιμά πιο τρελά πράγματα. Αυτή η διάθεση για πειραματισμό και τρέλα είναι που τον οδήγησε στα χέρια του Ρόμπερτ Ουίλσον. Μόνο που, όπως δήλωσε σε συνέντευξή του στο BBC, ο ρόλος του στο The Old Woman είναι ο πιο δύσκολος και ο πιο απαιτητικός ρόλος της καριέρας του. «Με τον Μπομπ, κάθε μέρα είναι μια περιπέτεια. Σου ζητάει να κάνεις πράγματα που δεν είχες ποτέ φανταστεί. Τραγουδάω επί σκηνής, κι αυτό δεν το έχω ξανακάνει. Με ανάγκασε επίσης να χορογραφήσω, κάτι που πάντα αρνιόμουν να κάνω στα σοβαρά. Δεν είμαι χορογράφος, αλλά πού ν’ ακούσει ο Ουίλσον! Πρώτα κάναμε το έργο στ’ αγγλικά, και μετά μου ζήτησε να αλλάζω από τα αγγλικά στα ρώσικα, από φράση σε φράση... Ο Μπομπ κραδαίνει το μαστίγιο κι εγώ κι ο Ουίλεμ τρέχουμε. Τέτοια κούραση δεν την έχω νιώσει ούτε όταν έπρεπε να χορεύω όλη μέρα. Με ενθουσιάζει και ταυτοχρόνως με αγανακτεί. Για να καταλάβετε, το μακιγιάζ παίρνει μια ολόκληρη ώρα. Μια ολόκληρη ώρα από τη ζωή μου! Κι εγώ γερνάω κάτω από την πούδρα...»


ΖΩη ΜΕΤΑ ΤηΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦη Έργο των κρατούμενων-μελών του ΚΕΘΕΑ φυλακών Κορυδαλλού. Με υλικά το κάρβουνο που χρησιμοποιούμε για το σχέδιο στη ζωγραφική και κιμωλίες. Οι αισιόδοξες εικόνες που δημιουργήθηκαν, υπό την εποπτεία του Μανώλη Χάρου, κρύβουν την επιθυμία για μια δεύτερη ευκαιρία.

Info Μανώλης Χάρος - ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ Κοινότητες στη φυλακή, παράθυρο στην κοινωνία Το Σεπτέμβριο του 2012, οι εγκαταστάσεις της Θεραπευτικής Κοινότητας KEΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού καταστράφηκαν από πυρκαγιά και τα μέλη της ομάδας δημιούργησαν τα έργα τους πάνω στους καμένους τοίχους, σε μια προσπάθεια να κρατήσουν ζωντανό το χώρο τους και να εξωραΐσουν το περιβάλλον της φυλακής. Τα επιτοίχια έργα φωτογράφισε και επεξεργάστηκε ο εικαστικός Μανώλης Χάρος. Πειραιώς 260, Αποθήκη 1 Ιουνίου - 17 Ιουλίου, 19:00 - 20:45 Δωρεάν είσοδος


Π

ώς διαχειρίζεσαι την καταστροφή; Πώς αντιδράς όταν, την ώρα που παλεύεις με το δαίμονά σου, σου καίγεται το σπίτι; Τον Σεπτέμβριο της περασμένης χρονιάς, οι εγκαταστάσεις της Θεραπευτικής Κοινότητας «ΚΕΘΕΑ εν δράσει» στις φυλακές Κορυδαλλού καταστράφηκαν από πυρκαγιά. Τα μέλη της Κοινότητας, με την καθοδήγηση του εικαστικού Μανώλη Χάρου, κατάφεραν να δουν τι υπήρχε ή τι θα μπορούσε να υπάρξει πίσω από το προφανές, πίσω από το στείρο πραγματικό. Και κάπως έτσι, μετέτρεψαν τα αποκαΐδια σε έργα τέχνης αποδεικνύοντας ότι, τελικά, μόνο η κακή διαχείριση της καταστροφής είναι καταστροφή. Ο Μανώλης Χάρος, που ανέλαβε την ευθύνη της «μεταφοράς» των έργων για τις ανάγκες της έκθεσης (η οποία, μετά το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, μεταφέρθηκε στην Πειραιώς 260), μίλησε για την εμπειρία.

Πώς προέκυψε η ιδέα του να παρέμβουν οι κρατούμενοι-μέλη της θεραπευτικής κοινότητας ΚΕΘΕΑ στους καμένους τοίχους των φυλακών; Ο τότε υπεύθυνος της κοινότητας του «ΚΕΘΕΑ εν δράσει», η οποία λειτουργεί στο χώρο των φυλακών, με είχε καλέσει αρχικά για να βοηθήσω τα μέλη να φτιάξουν ένα ζωγραφικό πανό. Με το που μπήκαμε όμως στο χώρο της καμένης κοινότητας, πολλοί άρχισαν να παρατηρούν στους τοίχους όλα αυτά που είχε δημιουργήσει η φωτιά. Στη συνέχεια, αυτά ήταν η τρομερή πρώτη ύλη για τις εικόνες μας. Προσωπικώς, τους ενθάρρυνα να «δουν» όσα υπήρχαν στους τοίχους προτρέποντάς τους σε αυτού του τύπου τη δημιουργία. Πολύ γρήγορα μπήκαν όλοι στο παιχνίδι –γιατί ήταν λίγο σαν παιχνίδι, αφού δεν υπήρχε καμία πρόθεση μαθήματος, ούτε από καθέδρας διάθεση– οπότε δημιουργήθηκε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και δημιουργίας.

Πώς ακριβώς δουλέψατε; Τι τεχνικές χρησιμοποιήσατε; Ζήτησα να χρησιμοποιηθούν δύο υλικά: το κάρβουνο που χρησιμοποιούμε για το σχέδιο στη ζωγραφική και κιμωλίες. Με το κάρβουνο ήθελα να μείνω κοντά στο δραματικό γεγονός της καταστροφής, ενώ με την κιμωλία ήθελα να αναφερθώ στην «καινούργια αρχή» του παιδιού που πάει για πρώτη φορά σχολείο. Άλλωστε, αυτή είναι και η ιστορία του καθενός από τα μέλη της κοινότητας: η καινούργια αρχή στη ζωή που έρχεται με την απόφαση να αλλάξει, να βγει από τον κόσμο της χρήσης και της εξάρτησης, κι όλα αυτά μέσα στο τραγικό περιβάλλον της φυλακής – γιατί και η φυλάκιση από μόνη της είναι και αυτή μια τεράστια καταστροφή. Όσοι μπήκαν στο παιχνίδι, λειτούργησαν ατομικά ή ως ομάδα; Απολύτως ως κοινότητα από την αρχή μέχρι το τέλος. Μάλιστα, όταν τους έδειξα τα έργα που θα περιλάμβανε η πρώτη έκθεση στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, και παρότι ο καθένας αναγνώριζε εκείνα που είχε ολοκληρώσει ή αρχίσει, αποφάσισαν ομόφωνα ότι τα έργα ήταν κοινά, καθώς γεννήθηκαν χάρη στην ενέργεια και τη διάθεση της ομάδας. Αφήστε που στην πραγματικότητα πάρα πολλά από τα έργα έγιναν από πολλούς μαζί. Οι δημιουργοί, λοιπόν, απολύτως συνειδητά, αποφάσισαν η πατρότητα των έργων να ανήκει στην ομάδα. Τι σημαίνει συλλογική εικαστική εργασία στο χώρο της φυλακής; Η φυλακή είναι άγριο πράγμα. Και η ιστορία αυτών των ανθρώπων που επιλέγουν να αλλάξουν τις ζωές τους μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, το τόσο αρνητικό, είναι πολύ παραπάνω από αξιοθαύμαστη. Να επιλέγουν να φύγουν από τις ουσίες και τη χρήση μέσα σ’ ένα χώρο που με κάθε τρόπο τους σπρώχνει προς τα εκεί... Είναι παράλογο η προσπάθεια απεξάρτησης να γίνεται σε χώρο φυλακής· γιατί στη λογική της φυλακής ταιριάζει η χρήση και η

εξάρτηση. Και φανταστείτε, μέσα σ’ αυτές όλες τις τεράστιες δυσκολίες, να σου καίγεται «το σπίτι». Βρέθηκαν λοιπόν άστεγοι στη φυλακή... Πόσο χειρότερο μπορεί να γίνει; Είναι καλός καμβάς η καταστροφή; Η καταστροφή είναι χάλια· είναι πόνος, είναι απόγνωση. Η τέχνη, όμως, η δημιουργία είναι το μόνο φάρμακο για να βγεις από εκεί. Αυτό είναι το γεγονός που με εκκωφαντικό τρόπο λένε αυτά τα έργα. Πως την ύστατη στιγμή, στο «μη παρέκει», υπάρχει μια αυτόματη αντίδραση, σαν την ανάσα του παραλίγο πνιγμένου που βγαίνει μ’ ένα βήχα· κι αυτή είναι η διάθεση για ζωή που φαίνεται στα έργα. Γι’ αυτό διάλεξα να εκθέσω μαζί τους το έργο μου από το μύθο του Αισώπου, «Ο γέρος και ο θάνατος». Γιατί κι αυτός αναφέρεται σ’ αυτή την αυτόματη αντίδραση για ζωή: πως την ύστατη στιγμή της απόλυτης κούρασης σπιθίζει η διάθεση για ζωή. Τέχνη μέσα στη φυλακή και τέχνη έξω από τη φυλακή. Η στέρηση της ελευθερίας πώς ακριβώς λειτουργεί στη δημιουργία; Η τέχνη είναι η απόλυτη έκφραση ελευθερίας. Νομίζω πως τα έργα δείχνουν από μόνα τους τι συμβαίνει: δεν εμπεριέχουν την «εικονογραφία» της φυλακής, όλες αυτές τις εικόνες που κάνουν συνήθως οι άνθρωποι πίσω από τα κάγκελα. Αντιθέτως, μεταφέρουν την αλήθεια της δημιουργίας τους, λένε αλήθεια, κι αυτό δεν μπαίνει πίσω από κάγκελα. Από τα ξυλόγλυπτα των παλιών φυλακισμένων ώς τις επιτοίχιες δημιουργίες που βλέπουμε φέτος. Κι αν θέλει κανείς να το τραβήξει πιο πολύ, από τις γάτες που δημιουργεί ένα μέλος της κοινότητας στον τοίχο της φυλακής ώς τους βίσονες που ζωγράφισε ο προϊστορικός άνθρωπος στα τοιχώματα του σπηλαίου της Αλταμίρα. Τι τα ενώνει όλα αυτά και τι τα χωρίζει; Τα ξυλόγλυπτα είναι οι ώρες, ο χρόνος· εί-

ναι το εργόχειρο, αυτό που περιμένουμε από έναν φυλακισμένο. Μια γάτα όμως ή μια μάγισσα είναι κάτι που μας αιφνιδιάζει με την αμεσότητα και την απλότητά του. Και ταυτόχρονα είναι κάτι συγκινητικό, γιατί είναι τόσο άμεσα αληθινό, όσο ο βίσονας στην Αλταμίρα. Γιατί βγαίνει από το ίδιο κομμάτι της ανθρώπινης σκέψης. Δεν έχει πρόθεση «καλής» τέχνης· δεν προτίθεται η καλλιτεχνική ταυτότητα ούτε του δημιουργού ούτε του έργου. Εκ των υστέρων, βλέπουμε πως είναι τέχνη, και ο δημιουργός γίνεται καλλιτέχνης εκ του αποτελέσματος. Αυτές λοιπόν οι εικόνες, από πλευράς πρόθεσης, βρίσκονται πέρα από την τέχνη της ζωγραφικής… Βεβαίως. Πάντα όμως έτσι δεν γίνεται; Ποιος νοιάζεται για την πρόθεση του ζωγράφου; Ποτέ αυτή δεν υπήρξε αρκετή για να αναχθεί κάτι σε έργο τέχνης. Ίσα ίσα που, πολλές φορές, η πομπώδης πρόθεση προδίδει το έργο με τον χειρότερο τρόπο. Στον αντίποδα, το μεράκι έχει ξεγεννήσει αριστουργήματα, όπως τα jam sessions της τζαζ. Πάντως, θεώρησα πως τα έργα που εκθέτουμε αξίζουν να τα δουν πολλά μάτια· η συγκίνηση και το ενδιαφέρον του κοινού τα έκαναν έργα τέχνης δικαιώνοντάς με. Πώς λειτουργούν τα έργα έξω από το περιβάλλον της δημιουργίας τους; Είχατε «απώλειες» στους εκθεσιακούς χώρους όπου παρουσιάστηκαν; Γι’ αυτό συνυπογράφω την έκθεση. Γιατί, ως εικαστικός, ανέλαβα την ευθύνη της μεταφοράς των έργων αλλά και του συναισθήματος τόσο στην έκθεση, όσο και στο βιβλίο που σχεδίασα και το οποίο τυπώθηκε στο τυπογραφείο του ΚΕΘΕΑ. Έπρεπε να μηδενίσω τις απώλειες ή μάλλον, κυριολεκτώντας, να δημιουργήσω για το μάτι του θεατή στο Φεστιβάλ το συναίσθημα που είχα εγώ μέσα στην καμένη κοινότητα. Και ξαναλέω: μέσα στον καμένο χώρο της κοινότητας, ως καλλιτέχνης λειτούργησα και καλλιτέχνης παραμένω. Ούτε δάσκαλος ούτε θεραπευτής... s

Μανώλης Χάρος

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΣΤΑ ΑΠΟΚΑΪΔΙΑ Μια νύχτα του περασμένου Σεπτεμβρίου, καταστράφηκαν από πυρκαγιά οι εγκαταστάσεις της Θεραπευτικής Κοινότητας «ΚΕΘΕΑ εν δράσει», που λειτουργούσαν στις φυλακές Κορυδαλλού. Αλλά τα αποκαΐδια λειτούργησαν ως κίνητρα δημιουργίας για πρόσωπα που πασχίζουν με κόπο να κερδίσουν μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή. Από την Κατερίνα Κόμητα

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 11


© Yannick Coupannec

Info Le Cercle de l’Harmonie Ζερεμί Ρορέρ Έργα Μότσαρτ Ο Ζερεμί Ρορέρ, ο σημαντικότερος ίσως ερμηνευτής έργων του Μότσαρτ, διευθύνει το συγκρότημα Κύκλος της Αρμονίας στην Εισαγωγή στον Ντον Τζοβάννι, στη Συμφωνία αρ. 41 και στο Πέμπτο κοντσέρτο για βιολί του Μότσαρτ. Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» 23 Ιουλίου, 21:00 Εισιτήρια: 30€ (VIP), 20€ (Ζώνη Α), 15€ (Ζώνη Β), 10€ (Ζώνη Γ), 5€ (ανέργων, ΑΜΕΑ)

Ζερεμί Ρορέρ - Le Cercle de l’Harmonie

MOSARTeUS Το 2008 οι Γάλλοι κριτικοί τον ανέδειξαν ως ανακάλυψη της χρονιάς και έκτοτε επιβεβαιώνει τον τίτλο του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Καλλιτέχνης με πνευματική διαύγεια και απόλυτη καθαρότητα για το μουσικό του όραμα, έχει στο ενεργητικό του εντυπωσιακές παραστάσεις οπερετικού και συμφωνικού ρεπερτορίου. Από την Έλια Αποστολοπούλου

T

ον γνωρίσαμε το 2009 όταν, ως ανερχόμενος αστέρας της κλασικής μουσικής, ήρθε στο Μέγαρο Μουσικής να διευθύνει τον Κύκλο της Αρμονίας, το συγκρότημα που ίδρυσε ο ίδιος με τον βιολονίστα Ζιλιέν Σοβέν για να παρουσιάσουν έργα του Μότσαρτ. Τον Απρίλιο του 2011, διηύθυνε με εξαιρετικό τρόπο την όπερα Έτσι κάνουν όλες του Μότσαρτ στο Μέγαρο Μουσικής, ενώ τον Ιούλιο επέστρεψε στο Φεστιβάλ Αθηνών με την όπερα Ιδομενέας, βασιλιάς της Κρήτης του Μότσαρτ σε συναυλιακή μορφή, έχοντας ήδη κερδίσει το ενδιαφέρον των κριτικών και το θαυμασμό του κοινού με το μουσικό σύνολό του. Έχει διευθύνει σημαντικές ορχήστρες, όπως την Όπερα της Βαστίλλης και της Λυών, και παρόλο που έχει διακριθεί με το βραβείο «Γκαμπριέλ Ντυσυρζέ», που δίνεται σε εξαιρετικούς νέους ερμηνευτές του Μότσαρτ, δεν επαναπαύεται. Έχει αποδείξει ότι μπορεί να χειρίζεται με δεξιοτεχνία και έργα του Κουρτ Βάιλ, ενώ δηλώνει θαυμαστής της δουλειάς του Στιβ Ράιχ. Στη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει το 2011 στη Χαρά Σακελλάρη για την εφ, δήλωνε: «Πάντα με ελκύει το να επανέρχομαι στα αριστουργήματα του Μότσαρτ. Ως ορχήστρα, δεν σταματάμε ποτέ να πειραματιζόμαστε και ν’ αναζητούμε νέους τρόπους για να παρουσιάσουμε τα κλασικά έργα αυτής της εποχής, είτε αυτά είναι λυρικά είτε συμφωνικά». Φέτος, παρουσιάζει με τον Κύκλο της Αρμονίας εμβληματικά έργα του Μότσαρτ: την ορχηστρική εισαγωγή της όπερας Nτον Τζοβάννι, KV 527, το Κοντσέρτο αρ. 5 για βιολί και ορχήστρα σε λα μείζονα, KV 219 και τη Συμφωνία σε ντο μείζονα αρ. 41, «του Διός», KV 551.


Λευτέρης βογιατζής–Θερμοκήπιο

ΚΑΝ’ ΤΟ ΟΠωΣ Ο

ΛΕΥΤΕΡΗΣ Πεθαίνοντας, ο Λευτέρης Βογιατζής δεν πρόλαβε να βάλει τις τελευταίες πινελιές στο Θερμοκήπιο του Χάρολντ Πίντερ, που ετοίμαζε για το Φεστιβάλ Αθηνών. Την ευθύνη για την τελική παρουσίασή του είχαν οι ηθοποιοί του. Ο Γιώργος Γάλλος, ο Δημήτρης Ήμελλος, ο Γιάννης Νταλιάνης και η Μαρία Σκουλά μιλούν περί της μεθόδου του ανεβάσματος, περιγράφοντας παράλληλα τη σχέση που ανέπτυξαν με τον σπουδαίο Έλληνα θεατράνθρωπο. Από την Αργυρώ Λύτρα

Τ

ο Θερμοκήπιο του Χάρολντ Πίντερ. Ένα έργο συνδεδεμένο από τη συγγραφή του με την περιπέτεια, μένοντας θαμμένο στο συρτάρι του δημιουργού του για περισσότερο από δύο δεκαετίες. Το Θερμοκήπιο του Λευτέρη Βογιατζή. Μια παράσταση πολύπαθη, που έμελλε να αποτελέσει το κύκνειο άσμα του σκηνοθέτη της, γράφοντας μια μοναδική σελίδα στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Με ευαισθησία, τρυφερότητα και δέος απέναντι στον δάσκαλό τους, οι ηθοποιοί που είχε σκηνοθετήσει ο Λευτέρης Βογιατζής για να ανεβάσουν την παράσταση τον περασμένο Απρίλιο αναλαμβάνουν την ευθύνη να εκπληρώσουν τη θεατρική του διαθήκη. Το Θερμοκήπιο, ύστερα από μια σειρά αναβολών εξαιτίας εξωγενών παραγόντων, είχε ανέβει για πρώτη φορά την άνοιξη του 2011 για δύο μόνο μήνες και με την προοπτική να επαναληφθεί σύντομα. Η περιπέτεια της υγείας του ήταν που επέβαλε αυτή τη φορά τη μετάθεση των σχεδίων του σκηνοθέτη μέχρι να γίνει τελικά εφικτός, με νέα διανομή, ο προγραμματισμός της πρεμιέρας: 15 Απριλίου 2013. Λίγες μέρες πριν, θα έμπαινε στο νοσοκομείο. Ο ίδιος δεν θα είχε την ευκαιρία να δει το Θερμοκήπιο να ανεβαίνει ξανά στη σκηνή. Είχε εντούτοις μεριμνήσει, ώστε το κοινό να έχει διαφορετική τύχη. Λίγο καιρό πριν, είχε υποδείξει τον αντικαταστάτη του στο ρόλο που υποδυόταν ο ίδιος... Νέα πρεμιέρα για το Θερμοκήπιο του Λευτέρη Βογιατζή η 22η Ιουλίου 2013. Με τον ίδιο απόντα; Δεν είναι βέβαιο... Τέσσερις από τους ηθοποιούς της παράστασης, συνεργάτες και μαθητές του Λευτέρη Βογιατζή, μιλούν για όλα όσα δεν μπορούν να αναιρέσουν την παρουσία του από την παράσταση...

ΘEATPO

Info Αφιέρωμα στον Λευτέρη Βογιατζή Η νέα ΣΚΗΝΗ Χάρολντ Πίντερ, Θερμοκήπιο Οι τρόφιμοι ενός ιδρύματος συμβιώνουν υπό τη διεύθυνση ενός παρανοϊκού. Η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχο όταν ο ένας δολοφονείται, ενώ μία άλλη τρόφιμος μένει έγκυος μετά από βιασμό. Μια μαύρη πολιτική φάρσα πάνω στην τρέλα, την παράνοια, την ασυδοσία και τις ίντριγκες που αναπτύσσονται και ευοδώνονται μέσα στους κρατικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς. Παίζουν: Γιώργος Γάλλος, Δημήτρης Ήμελλος, Βασίλης Κουκαλάνι, Γιάννης Κότσιφας, Γιάννης Νταλιάνης, Αργύρης Πανταζάρας, Μαρία Σκουλά, Χάρης Φραγκούλης Η νέα ΣΚΗΝΗ Θέατρο Οδού Κυκλάδων 22-26 Ιουλίου, 21:00 Εισιτήρια: 20€ (κανονικό), 15€ (μειωμένο), 10€ (φοιτητικό, 65+), 5€ (ανέργων, ΑΜΕΑ)


© Βίκυ Γεωργοπούλου

ΔηΜηΤΡηΣ ηΜΕΛΛΟΣ

ΟΠωΣ ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΕΙ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ...

Ανέλαβε την ευθύνη να φέρει σε πέρας την παράσταση. Δεν είναι σκηνοθέτης, αλλά νιώθει υποχρεωμένος να μην προδοθεί η σκηνοθετική ανάγνωση του Λευτέρη Βογιατζή. Ποια είναι η υπόθεση του έργου και ποιος είναι ο Γκιμπς, ο χαρακτήρας που υποδύεστε; Είμαστε σ’ ένα ίδρυμα και βλέπουμε το ανώτερο προσωπικό του. Πρώτος τη τάξει είναι ο Ρουτ, δεύτερος ο Γκιμπς. Μια «ασθενής» γεννάει ένα μωρό κι ένας άλλος φονεύεται. Τα βλέμματα πέφτουν στην κορυφή της πυραμίδας, στον Ρουτ και κατ’ επέκταση στον Γκιμπς, γιατί είναι και οι μόνοι, μαζί με τη Μις Κατς, που επισκέπτονται τους «ασθενείς». Μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου, ο καθένας προσπαθεί να φυλάξει τα νώτα του για να βγάλει την ουρά του απ’ έξω και να εκμεταλλευθεί τα νέα δεδομένα προς όφελός του. Το σκάνδαλο δίνει την ευκαιρία ν’ αλλάξουν οι θερμοκρασίες μέσα στο «θερμοκήπιο», που υπό κανονικές συνθήκες πρέπει να είναι σταθερές. Βγαίνουν τα απωθημένα αυτής της συμβίωσης, μέχρι να εξεγερθούν οι «ασθενείς» και το κατώτερο προσωπικό, με κατάληξη να φονευθούν σχεδόν όλοι και να έχουμε αλλαγή φρουράς. Το έργο είναι μια μελέτη πάνω στο στρουθοκαμηλισμό των ανθρώπων, στην εξουσιομανία τους και στη διαφθορά, όσο διεκδικούν το βόλεμα και την «καρέκλα». Η παράσταση ξανανεβαίνει, μολονότι ο Λευτέρης Βογιατζής δεν είναι πια

μαζί μας. Τι σημαίνει αυτό για σας; Η παράσταση αυτή ήταν για τον Λευτέρη Βογιατζή μια περιπέτεια – με τελευταία την περιπέτεια της υγείας του. Ο λόγος που την ανεβάζουμε είναι για να πραγματοποιηθεί η τελευταία του επιθυμία. Είναι κατά κάποιον τρόπο ένα μοιραίο έργο για κείνον. Ο Λευτέρης έχει μια προσωπική λατρεία στον Πίντερ, είχαν γνωριστεί και προσωπικά. Αυτό που τον ερέθισε στο Θερμοκήπιο είναι το υποκριτικό παιχνίδι ανάμεσα στους ρόλους, ότι στην πραγματικότητα είναι ένα έργο ίντριγκας. Τον ερέθισε όλο αυτό που γίνεται «από κάτω». Η παράσταση γίνεται και για έναν ακόμη σκοπό, πιο πρακτικό. Ο Λευτέρης είχε ένα χαρακτηριστικό, γνωστό σε όλο το ελληνικό θέατρο: μπορεί να έκανε επτά κι οχτώ μήνες πρόβα, αλλά τον ηθοποιό τον πλήρωνε από την πρώτη μέρα. Ήταν απόλυτα συνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις απέναντι στους συνεργάτες του και οι παραστάσεις πάντα έβγαζαν το κόστος τους. Το Θερμοκήπιο ήταν η μόνη παράσταση που δεν κατάφερε να καλύψει τα έξοδά της λόγω του ότι παίχτηκε μόνο δυο μήνες. Αυτό τον είχε καταβάλει, τον έθλιβε και τον απασχολούσε. Γι’ αυτό νιώθουμε σχεδόν υποχρεωμένοι να το κάνουμε: γιατί τον έτρωγε το σαράκι ότι ο ηθοποιός είναι απλήρωτος.

14 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

Πώς σας επέλεξε ο Λευτέρης Βογιατζής για το ρόλο; Συνεργαζόμαστε πολλά χρόνια. Το 1999 ήμασταν μαζί στους Πέρσες του Αισχύλου και από το 2006, με την Αντιγόνη του Σοφοκλή, γίναμε πια μόνιμοι συνεργάτες. Ο Λευτέρης βλέπει τους ανθρώπους και τι πάει στον καθένα. Μου είχε πει για το Θερμοκήπιο ότι έχει ένα έργο με ρόλους που πάνε και στους δυο μας. Είχε στο μυαλό του συνεργάτες και έργα, δούλευε αμφίδρομα. Με τους ανθρώπους σκέφτεται. Έχετε αναλάβει έναν πιο καθοδηγητικό ρόλο στην παράσταση. Πώς «διαβάσατε» τη σκηνοθεσία, απόντος πλέον του σκηνοθέτη; Ήμουν από την αρχή στην παράσταση, ξέρω λοιπόν τη λογική του Λευτέρη στις πρόβες και πώς γεννήθηκε το έργο. Αλλά δεν είμαι σκηνοθέτης. Έτσι κι αλλιώς, η σκηνοθεσία είναι η ίδια, του Λευτέρη, απλώς προσπαθούμε να την ξαναδιαβάσουμε χωρίς αυτόν. Η παράσταση αυτή είναι μια ευκαιρία για όλους μας να καταλάβουμε ίσως περισσότερο τι ζήταγε ο Λευτέρης από μας. Είναι όπως όταν φεύγει ένα παιδί από το σπίτι του και αναγκαστικά τα μόνα του εφόδια είναι ό,τι έχει πάρει από τους γονείς του. Προσπαθεί να τους ακούει από από-

σταση πια, και μερικές φορές τους καταλαβαίνει καλύτερα όταν δεν είναι εκείνοι μπροστά. Καταλαβαίνεις πια ό,τι μέσα στο περιβάλλον της οικογένειας δεν είχες την ωριμότητα να τα καταλάβεις. Το πολιτικό περιεχόμενο του έργου αποκτά νέα φόρτιση λόγω της κρίσης και των επιπτώσεών της; Νομίζω ότι έχει κάτι πολύ ελληνικό το έργο. Είναι όπως όταν έρχεται μια καταστροφή – πλησιάζει, φωνάζει, προειδοποιεί και κανείς δεν κάνει τίποτα. Αναλωνόμαστε μεταξύ μας, ρίχνοντας ο ένας την ευθύνη στον άλλο, ενώ η καταστροφή πλησιάζει χωρίς να ρωτάει ποιος ευθύνεται. Με δυο λόγια, αντανακλά απολύτως την ελληνική πραγματικότητα, όπου όλοι μιλάνε και κανείς δεν πράττει. Το «ξένο» στοιχείο του έργου είναι το απίστευτο χιούμορ του. Γιατί στην Ελλάδα υπάρχει πολύ καλαμπούρι και πολύς χαβαλές, αλλά πολύ λίγο χιούμορ. Γι’ αυτό, λέτε, επέλεξε το έργο ο Βογιατζής; Νομίζω ναι. Κάποια στιγμή, τον ρώτησα αν βλέπει φως σ’ αυτό το έργο που είναι τόσο σκοτεινό. Χαμογέλασε και μου λέει: «Ναι, το μόνο φως είναι το χιούμορ». s

ΘΕΑΤΡΟ


© Βίκυ Γεωργοπούλου

γΙΩΡγΟΣ γΑΛΛΟΣ

ΑΛΛΑΞΑΜΕ ΡΟΛΟΥΣ Μια μέρα, ο Λευτέρης Βογιατζής του ζήτησε να αλλάξουν ρόλους. Και τώρα, που εκείνος λείπει, προσπαθεί να μην προδώσει το πνεύμα της προσέγγισής του, χωρίς παράλληλα να φανεί ούτε στιγμή ότι τον μιμείται...

Ποιος είναι ο Ρουτ, ο χαρακτήρας που υποδύεστε; Είναι ο επικεφαλής του ιδρύματος. Το έργο ξεκινάει μ’ ένα σκάνδαλο που τον εκθέτει ανεπανόρθωτα και παρακολουθούμε την προσπάθειά του να διατηρήσει τη θέση του, να κρατήσει την τάξη στο ίδρυμα, να αποτινάξει από πάνω του τις ευθύνες και να βρει ένα εξιλαστήριο θύμα που θα χρεωθεί τη ζημιά. Όλα αυτά, ο Πίντερ τα παντρεύει με υποδόριο χιούμορ, οι χαρακτήρες αυτοσαρκάζονται, υπονομεύουν ο ένας τον άλλον, αλλά και τον εαυτό τους. Έχει διαφορές ο δικός σας Ρουτ από εκείνον του Λευτέρη Βογιατζή; Αν τους παραλληλίσω με μουσικά κομμάτια, έχουν κοινή παρτιτούρα, την ίδια ενορχήστρωση, αλλά εκτελούνται από διαφορετικό μουσικό. Αρχικά, ο Λευτέρης Βογιατζής σάς είχε αναθέσει το ρόλο του Λομπ και στη συνέχεια σας επέλεξε για να αντικαταστήσετε τον ίδιο ως Ρουτ. Πώς έκανε αυτή την επιλογή; Μια μέρα, μας ζήτησε να κάνουμε ένα «πέρασμα» του έργου με εμένα στο ρόλο του. Όταν τελείωσε, ανακάλυψα ότι ήθελε να βεβαιωθεί για την από-

ΘΕΑΤΡΟ

φασή του ν’ ανταλλάξουμε ρόλους όταν η παράσταση θα παιζόταν το καλοκαίρι στο Φεστιβάλ ή όποτε ξαναγινόταν. Μου είπε ότι μου ταιριάζει ο Ρουτ κι ότι μου πάνε πολύ τα γυαλιά της μυωπίας μου. Κάποιες μέρες μετά, ρωτήθηκα αν δέχομαι την αντικατάσταση, ώστε να δοθεί μια απάντηση στο Φεστιβάλ. Τότε συνειδητοποίησα τη σοβαρότητα της απόφασής του. Στο μεταξύ, εκτός των άλλων, είχα μοιραστεί μαζί του και την αγωνία μου για την ηλικία του ρόλου και μου απάντησε ότι η παράνοια και η διαστροφή στον άνθρωπο δεν έχουν ηλικία… Πώς βιώνετε αυτή την αλλαγή των ρόλων στο ίδιο έργο, στην ίδια παράσταση; Έχετε κρατήσει κάποιες από τις κατευθύνσεις του σκηνοθέτη για τον πρώτο σας ρόλο; Κι αν ναι, τις «αξιοποιήσατε» για τον τωρινό; Η αλλαγή των ρόλων, μόνο καλό μου έχει κάνει. Μακάρι στις πρόβες των παραστάσεων που ανεβάζουμε να μας δινόταν η ευκαιρία να ερμηνεύσουμε όλους τους ρόλους του έργου, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο δικός μας. Εξάλλου, ο ρόλος μας υπάρχει στο κείμενο των άλλων και στις σχέσεις μας μαζί τους. Σε μια πρόβα του Αμφι-

τρύωνα, όπου ξεχνούσα τα λόγια μου σε μια σκηνή με την Αλκμήνη, ο Λευτέρης μού είχε πει ότι πρώτα έπρεπε να είχα μάθει τα λόγια της και μετά τα δικά μου. Πώς νιώθετε γι’ αυτήν την επιλογή του Λευτέρη Βογιατζή να αντικαταστήσετε τον ίδιο στο έργο; Είναι ένα πολύτιμο δώρο. Πρέπει, όμως, να ξεπεράσω όλα τα βάρη που το συνοδεύουν, ψυχικά και καλλιτεχνικά, ώστε να βρω τη χαρά να δεχτώ αυτό το δώρο και να το ανταποδώσω. Πώς «διαβάζετε» τον Ρουτ απουσία του σκηνοθέτη, δεδομένου ότι είστε ο μόνος για τον οποίο δεν είχε δώσει κατευθύνσεις αφού τον υποδυόταν ο ίδιος; Στο κείμενο του Λευτέρη είναι σημειωμένη η κάθε του κίνηση, όλες οι εναλλαγές των χρόνων του, καθεμιάς ανάσας του, όπως και πάρα πολλές σκέψεις για τις σχέσεις του με τους άλλους χαρακτήρες. Υπάρχει και βίντεο της παράστασης που συνειδητά δεν έχω δει ακόμα. Κι αυτό γιατί, με βάση μόνο το γραπτό υλικό, είναι πιο εύκολο ν’ αποφύγω τη μίμηση. Εξάλλου, αυτό που καλούμαι να κάνω είναι, μέσα στην αυ-

στηρότατη «παρτιτούρα» που υπάρχει, να βρω την προσωπική μου ελευθερία. Την επιμέλεια όλης αυτής της προσπάθειας έχει ο Δημήτρης Ήμελλος. Τι σημαίνει για σας γενικότερα η συμμετοχή σας στη συγκεκριμένη παράσταση και η όλη πραγμάτωση αυτού του εγχειρήματος; Κρατάω τα λόγια που είπε ένας από τους συντελεστές της παράστασης όταν συναντηθήκαμε να συζητήσουμε την πρόταση που μας έγινε από το Φεστιβάλ: «Η παράσταση αυτή να είναι μια “γιορτή” αφιερωμένη στον Λευτέρη». Είχατε συνεργαστεί και στο παρελθόν με τον Λευτέρη Βογιατζή. Υπάρχουν πράγματα που σας δίδαξε για την τέχνη σας τα οποία θεωρείτε ανεκτίμητα; Ο Λευτέρης δεν αγαπούσε τις θεωρίες. Ακόμη κι αυτά που γνώριζε, τα επαναπροσδιόριζε δουλεύοντας. Μ’ αυτή τη λογική, αισθάνομαι ότι ακόμα και τώρα διδάσκομαι. Δεν είναι μόνο ο πλούτος του υλικού που έχω στα χέρια μου και που αφορούν στο ρόλο, αλλά με αφορμή τον Ρουτ μού δόθηκε η ευκαιρία ν’ ανακαλύψω την ευφυή σύνθεση της σκηνοθεσίας του έργου. s

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 15


© Βασίλης Μαθιουδάκης

γΙΑΝΝηΣ ΝΤΑΛΙΑΝηΣ

Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΜΕΤΡΟΥΣΕ ΜΕ χΙΛΙΟΣΤΑ Δεν ανεβάζουμε μια παράσταση μνήμης, είναι αποκλειστικά η σκηνοθεσία του Λευτέρη Βογιατζή, δηλώνει ένας τακτικός συνεργάτης του, που ο ίδιος τον θεωρεί δάσκαλό του, τον άνθρωπο που τον διαμόρφωσε θεατρικά.

Ποιος είναι ο Λομπ, ο χαρακτήρας που υποδύεστε; Είναι ο ανώτατος στην ιεραρχία μεταξύ των χαρακτήρων του έργου, ανώτερος κι απ’ τον Ρουτ, τον επικεφαλής του ιδρύματος. Είναι εκπρόσωπος του υπουργείου, δεν ανήκει στο προσωπικό του ιδρύματος και, όπως φαίνεται, κινεί κάποια πράγματα έξω από αυτό. Αποκαλύπτεται έτσι ότι υπάρχει κι ένας εξωιδρυματικός μηχανισμός διαφθοράς. Αυτό που διαφαίνεται από τη σκηνή του, από κάποιες διορθωτικές κινήσεις, κάποια τρικ που κάνει ο ίδιος, είναι ότι, όπως κάθε μηχανισμός εξουσίας, μπορεί και δεν αναλαμβάνει την ευθύνη – απαλλάσσεται αυτής. Το έχουμε δει και στην Ελλάδα αυτό κατ’ επανάληψη. Όταν συμβαίνει κάτι σοβαρό, δεν βλέπουμε να παραιτείται ο αρμόδιος υπουργός. «Πέφτουν» κάποια κεφάλια, αλλά το σύστημα και ο μηχανισμός διατηρείται. Κάποιοι τη βγάζουν λάδι. Για τον Λομπ δίνονται και τα λιγότερα στοιχεία, γιατί έχει μόνο μια μικρή σκηνή στο φινάλε, η οποία ωστόσο φωτίζει ξαφνικά όλα τα πράγματα και όλο το προηγούμενο έργο. Πώς επιλεγήκατε από τον Λευτέρη Βογιατζή για το ρόλο αυτό; Είχαμε διαρκή σχέση συνεργασίας. Ασχέ-

τως του αν εγώ δούλευα και σε άλλα θέατρα, συζητούσαμε μελλοντικά σχέδια. Είχαμε αναπτύξει μια κοινή γλώσσα, συνεννοούμασταν εύκολα, με λίγα λόγια. Κάποια στοιχεία που υπήρχαν στο ρόλο του Λομπ, ενός ανθρώπου που δεν αποκαλύπτει πολλά από τα χαρτιά του, που βγάζει ένα στίγμα ανώτερης τάξης, ο Λευτέρης θεωρούσε ότι μπορούσα να τα αναδείξω. Ποιες κατευθύνσεις σάς είχε δώσει για το ρόλο; Οι οδηγίες που έδινε ήταν πρακτικές. Εννοείται ότι ο Λευτέρης είχε πολύ μεγάλο θεωρητικό υπόβαθρο, αλλά αυτό που ήθελε ήταν ο ρόλος να αναδεικνύεται μέσα από την προσωπική κατάθεση του κάθε ηθοποιού. Είχε ουσιαστικά μεγάλη εμπιστοσύνη σ’ αυτό που μπορούσε να προσφέρει ο ψυχισμός του ηθοποιού, και γι’ αυτό επέμενε πολλές φορές σε εξωτερικές λεπτομέρειες που μπορούσαν να του επιτρέψουν να αναδείξει αυτό που είχε. Αυτό κάποιες φορές φαινόταν καταπιεστικό, ουσιαστικά όμως μ’ αυτόν τον τρόπο ήθελε να απελευθερώσει τον ηθοποιό. Το βασικό του ζητούμενο ήταν η ακρίβεια, να μην είναι δηλαδή τυχαία και γενικά τα πράγματα ως προς την ενσάρκωση του ρόλου. Η ευ-

16 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

αισθησία του Λευτέρη ήταν η ακρίβεια. Αυτό θεωρούσε ευαισθησία, όπως όταν ένα όργανο το θεωρούμε ευαίσθητο όταν μπορεί να καταγράψει και τις πιο λεπτές διαφοροποιήσεις. Ας πούμε ότι εκεί που κάποιοι μετρούν με εκατοστά, ο Λευτέρης μετρούσε με χιλιοστά. Είχατε συνεργαστεί μαζί του και σε άλλες παραστάσεις. Τι σας έμαθε με την προσέγγισή του; Με τον Λευτέρη έχω μακρόχρονη συνεργασία, τον ξέρω από το 1978, ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος στο πρώτο έτος της δραματικής σχολής, στο Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο. Από αυτόν πήρα ουσιαστικά τα πρώτα μου μαθήματα. Νομίζω με έχει καθορίσει ως ηθοποιό, έχει καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζω τη δουλειά μου. Από τότε είχαμε μια ιδιαίτερη σχέση, με είχε εκτιμήσει και με είχε ενθαρρύνει πολύ ως μαθητή. Μου έλεγε πολλά από τα μελλοντικά του σχέδια, κάποια από τα οποία πρόλαβε να τα πραγματοποιήσει. Συνεργαστήκαμε στο θέατρο πολλές φορές. Με κάλεσε στον Μισάνθρωπο του Μολιέρου, στη Νύχτα της κουκουβάγιας του Γιώργου Διαλεγμένου, στις Σχέσεις του κυρίου Πίτερς του Μίλερ –που σκηνοθετούσε η Νικαίτη Κοντούρη και ο

ίδιος έπαιζε–, στον Τόκο του Δημητριάδη, κι ύστερα σ’ αυτό το έργο, που έμελλε να είναι το τελευταίο. Τι σημαίνει για σας το ότι ανεβαίνει ξανά η παράσταση; Δεν ξέρω ακόμα πώς θα νιώσω τελικά εγώ. Το ότι βγαίνει είναι το ελάχιστο που μπορούσαμε να κάνουμε αυτή τη στιγμή για μια παράσταση την οποία πάλευε μέχρι τέλους ν’ ανεβάσει ξανά. Πώς είναι η σκηνή χωρίς εκείνον; Ο Λομπ, που υποδύομαι, δεν έχει στο έργο σκηνές με τον Ρουτ, που υποδυόταν εκείνος. Σε κάθε περίπτωση, η παρουσία του Λευτέρη ήταν καθοριστική, αλλά έτσι κι αλλιώς υπάρχει συνέχεια στο έργο του. Ο Γιώργος Γάλλος, που παίζει τον Ρουτ, είναι εξαιρετικός ηθοποιός και δίνει τη δική του ερμηνεία. Η παράσταση έχει τη δική της ζωή, είναι πλασμένη από το πνεύμα του Λευτέρη, καθορισμένη από τη σκηνοθεσία του. Από κει και πέρα, είναι καθαρά προσωπικό το τι συνειρμούς κάνει κανείς ως ηθοποιός ή ως θεατής. Το Θερμοκήπιο είναι ωστόσο μια επανάληψη της σκηνοθεσίας του Λευτέρη, που είναι ακόμη ζεστή γιατί δεν έχει μεσολαβήσει χρόνος. Δεν είναι μια παράσταση μνήμης. s

ΘEATPO


© Βίκυ Γεωργοπούλου

ΜΑΡΙΑ ΣΚΟΥΛΑ

ΕΠΡΕΠΕ ΜΟΝΟ ΝΑ ΤΟΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΘω Ο δάσκαλος είναι κάποιος που σε κερδίζει με τα αισθήματα, που σου μιλά στην καρδιά. Κι αντί για εξηγήσεις και μπλα μπλα, ο καλός δάσκαλος είναι εκείνος που σε ωθεί στη θεατρική πράξη. Μια καλή μαθήτρια μιλά με θαυμαστικά.

Ποια είναι η Μις Κατς, την οποία υποδύεστε; Είναι η μοναδική γυναίκα που ανήκει στο ανώτερο προσωπικό του ιδρύματος, μπλεγμένη μέσα σ’ αυτό το κλειστό σύστημα. Είναι ερωμένη του Ρουτ, του πρώτου στην ιεραρχία, αλλά το κρατούν «μυστικό». Όμως όλοι το ξέρουν, έστω κι αν κανείς δεν μιλάει. Στο έργο αυτό, όλα συγκαλύπτονται. Όλοι προσποιούνται ότι δεν γνωρίζουν κάποια πράγματα που όλοι στην πραγματικότητα τα γνωρίζουν. Η Μις Κατς αντλεί τη δύναμή της από το γεγονός ότι είναι η μοναδική γυναίκα. Είναι ερωμένη του πρώτου στην ιεραρχία και είναι έτοιμη σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή, που ο καθένας ψάχνει να βρει έναν τρόπο να κρατηθεί από κάπου ώστε να σώσει το τομάρι του, να παραμείνει στη θέση της αλλάζοντας ακόμη και εραστή αν χρειαστεί. Είναι επίσης μια γυναίκα που έχει υιοθετήσει πολλά ανδρικά στοιχεία στην προσωπικότητά της για να μπορέσει να υπάρξει μέσα σ’ αυτόν τον ανδρικό κόσμο. Συμμετέχει ισοδύναμα σ’ αυτό το κλειστό σύστημα, χρησιμοποιώντας και τα ανδρικά και τα γυναικεία της στοιχεία. Εσείς πότε μπήκατε στην παράσταση; Πώς σας επέλεξε ο Λευτέρης Βογια-

ΘEATPO

τζής για το ρόλο; Άρχισα τον περασμένο Φεβρουάριο. Μου τηλεφώνησε και με ρώτησε αν μπορώ να κάνω το ρόλο, κι εγώ δέχτηκα με πολύ μεγάλη χαρά. Είχα συνεργαστεί μαζί του πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά είχαν περάσει περίπου 15 χρόνια από τότε. Στη συνεργασία μας πάντως δεν φάνηκε ότι είχε μεσολαβήσει τόσος χρόνος. Η συνθήκη στην οποία ξεκίνησα εγώ ήταν πολύ ειδική, γιατί η παράσταση υπήρχε από πριν. Μπορεί οι ηθοποιοί να είναι στην πλειονότητά τους καινούργιοι, αλλά η παράσταση ήδη υπήρχε. Ο Λευτέρης ήξερε πολύ καλά το ρόλο μου. Αυτό που είχα εγώ να κάνω ήταν απλώς να τον εμπιστευτώ. Αυτό μου άρεσε πολύ. Ήταν πολύ γοητευτική εμπειρία να έχω παρακολουθήσει την παράσταση και μετά να έχω την ευκαιρία να δω πώς φτιάχτηκε.

ζεται να πεις. Όλα αυτά είναι δικές μου σκέψεις. Το βασικό χαρακτηριστικό του Λευτέρη ήταν ότι δεν ήθελε να εξηγούμε, δεν ήθελε να μιλάμε πολύ γι’ αυτό, ήθελε απλώς να ανακαλύπτουμε το ρόλο μας παίζοντάς τον. Παλιότερα, όταν τον ρωτούσα «γιατί» σε σχέση με κάτι, μου έλεγε «δεν υπάρχει γιατί»... Του έλεγα «μα να μη σκεφτώ;», κι εκείνος μου έλεγε «άσε να σκεφτώ εγώ». Αυτό ήταν απελευθέρωση. Αυτή τη φορά ήταν πολύ όμορφα κοντά του, γιατί όταν ήμουν μικρή ίσως δεν τον καταλάβαινα... Αυτό που ζητούσε δεν μπορούσε να μπει σε λέξεις, γι’ αυτό δεν εξηγούσε. Διόρθωνε μόνο πρακτικά σημεία, όπως ο τονισμός, η στάση του σώματος, οι ανάσες. Την ώρα της πρόβας δεν υπήρχε θεωρία. Τις υπόλοιπες ώρες κάναμε κουβέντες πολλές. Κουβέντες που βοηθούσαν πολύ...

Ποια ήταν η σκηνοθετική του προσέγγιση; Νομίζω ότι αυτό που ζητούσε ήταν να εκφέρεις το κείμενο μ’ έναν απόλυτο τρόπο, μ’ έναν τρόπο που να σε απελευθερώνει εκείνη τη στιγμή, έτσι ώστε να χρησιμοποιείς την ελάχιστη εκφραστικότητά σου, να λες μόνο όσα χρειά-

Ήταν δάσκαλος για σας ο Λευτέρης Βογιατζής; Εγώ δεν πίστευα στην έννοια του δασκάλου. Πρώτη φορά κατάλαβα τώρα τι σημαίνει δάσκαλος. Αυτή τη φορά που τον συνάντησα και τον είδα πώς κινούνταν στο θέατρο, πώς έκανε πρόβα, πώς δούλευε μέχρι την τελευταία

στιγμή –όχι το ότι δούλευε, αλλά το πώς δούλευε– ένιωσα με την καρδιά μου ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν πραγματικός δάσκαλος. Γιατί ο δάσκαλος τελικά δεν είναι μια έννοια που την αντιλαμβάνεσαι με τη λογική, αλλά με την καρδιά. Μπορεί να έχει φύγει, αλλά την πνοή του την έχει αφήσει πίσω... Κι αυτό δεν είναι κάτι που λέω μόνο εγώ – το λένε ακόμη και οι άνθρωποι που δεν τον ήξεραν προσωπικά, αλλά αγαπούσαν το θέατρό του. Έχει κάποιον ειδικό συμβολισμό για σας αυτή η παράσταση; Το γεγονός καθεαυτό ότι ανεβαίνει αυτή η παράσταση είναι, νομίζω, η απάντηση. Σίγουρα δεν είναι το ίδιο, γιατί λείπει η φυσική παρουσία του Λευτέρη. Αυτός ο άνθρωπος όμως μέσα μας υπάρχει. Ήταν και παραμένει πηγή έμπνευσης. Το θέατρό του συνεχίζει να υπάρχει. Εμείς, με αγάπη, φροντίδα και σεβασμό συνεχίζουμε την παράσταση. Το θέατρο είναι η κατεξοχήν τέχνη που έχει μέσα της το τέλος, το θάνατο. Μοιάζει όμως έτσι λίγο σαν να νικάς και το τέλος... Ο άνθρωπος φεύγει, το θέατρο όμως είναι εδώ. Κι εμείς θα προσπαθήσουμε όσο μπορούμε γι’ αυτό... στο μέτρο της ανθρώπινης αδυναμίας μας. s

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 17


© Άρης Καμαρωτός

Info ΤΡΕΞΕ ΛΙβΙΑ, ΤΡΕΞΕ...

© Άρης Καμαρωτός

Δύο από τις 21 γυναίκες που παίζουν στο Insenso. Όλες υποδύονται την ίδια γυναίκα, τη μοιραία Λίβια Σερπιέρι, που βασανίζεται ταυτόχρονα από τον έρωτα και από την προδοσία.

Theseum Ensemble Μιχαήλ Μαρμαρινός Insenso / Όπερα Δημήτρη Δημητριάδη Η ιστορία της Ιταλίδας κόμισσας Λίβια Σερπιέρι και του Αυστριακού αξιωματικού εραστή της ξεκινά σαν ταξική και εθνική παρασπονδία, αλλά ολοκληρώνεται σπαραχτικά με ερωτική προδοσία και θάνατο. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός επαναλαμβάνει την περσινή του επιτυχία με μια χορωδία από αξιόλογες ηθοποιούς. Παίζουν: Sandra Garuglieri, Μαρία Ναυπλιώτου, Ηλέκτρα Νικολούζου, Εύη Σαουλίδου, Έλενα Τοπαλίδου, Ιωάννα Ασημακοπούλου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Χριστίνα Αυγερίδη, Μαριλού Βόμβολου, Χαρά-Μάτα Γιαννάτου, Βιργινία Κατσούνα, Κατερίνα Κυβετού, Ρεγγίνα Μανδηλάρη, Δάφνη Μανούσου, Ελένη Πετάση, Όλγα Σπυράκη, Μαρία Σταύρακα, Δώρα Στυλιανέση, Αναστασία Χατζάρα Πειραιώς 260, Κτίριο Δ 12-15 Ιουλίου, 19:30 Εισιτήρια: 25€ (κανονικό), 20€ (μειωμένο), 15€ (φοιτητικό, 65+), 5€ (ανέργων, ΑΜΕΑ)


Μιχαήλ Μαρμαρινός

ΟΤΑΝ ΣΥΜβΕΙ ΣΤΑ ΠΕΡΙΞ... To Insenso του Δημήτρη Δημητριάδη έδωσε, πέρυσι, στον Μιχαήλ Μαρμαρινό την ευκαιρία για μια από τις πιο προκλητικές παραστάσεις της χρονιάς. Μια παράσταση που δεν έμεινε στα όρια του θεατρικού χώρου αλλά «χύθηκε» στις γύρω περιοχές της Πειραιώς 260. Αναζητήστε, λοιπόν, ακόμα μια χρονιά, 21 γυναίκες με εντυπωσιακά φορέματα, να περιπλανιούνται, υποφέροντας από τον έρωτα για τον ωραίο Αυστριακό υπαξιωματικό Μάλερ, ο οποίος πάντως είχε προδοθεί. Από τη Μυρτώ Πολυμίλη

O

Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Ο σκηνοθέτης που ανέδειξε το Πεθαίνω σα χώρα σε μια από τις πιο φημισμένες παραστάσεις των τελευταίων χρόνων επιστρέφει φέτος, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, με το Insenso του Δημήτρη Δημητριάδη. Μια «όπερα λόγου», που γοητεύει με τις εικόνες της και μας παρασύρει σ’ έναν κόσμο τόσο μακρινό και κοντινό συνάμα, αποκαλύπτοντάς μας μια νέα πτυχή της πόλης, αλλά και του έρωτα.

Επιστρέφετε στο Φεστιβάλ Αθηνών με το Insenso. Γιατί και πώς; Το Insesnso είχε μια έντονη παρουσία – σύντομη και εκρηκτική– στο περσινό Φεστιβάλ. Η παράσταση αυτή όμως έχει μια ιδιαιτερότητα: είναι τόσο ακραία site specific, που δε μπορεί να συμβεί παρά μόνο στον συγκεκριμένο τόπο και παρά μόνο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Τώρα, το γεγονός ότι αυτό επαναλαμβάνεται, εμένα μου δημιουργεί ένα άγχος φυσικά, καθώς και μια συναρπαστική ταραχή... Είμαστε πάλι λοιπόν στον ίδιο χώρο, προσπαθώντας να επισημάνουμε στους Αθηναίους κάτι που ίσως να μην έχουν δει και είναι δίπλα τους. Μια πτυχή, μια ουλή στο αστικό τοπίο, η οποία νομίζω ότι είναι λίγο παραπάνω από μια ουλή στη γη. Είναι μια χαρακιά στη μνήμη ίσως, ή στη συγκίνηση. Αυτό με τραβάει τόσο πολύ στον τόπο αυτό. Ένας τόπος μνήμης; Κατά τη γνώμη μου, κάθε παράσταση είναι μια ουλή στη μνήμη. Ο τόπος συνηγορεί εδώ για το Insenso. Ο θεατής στο πρώτο μέρος επισκέπτεται ένα τοπίο

ΘEATPO

που μοιάζει να μην ανήκει στην Αθήνα που καθημερινά διαχειρίζεται. Κι όμως, είναι εκεί, ακριβώς δίπλα μας. Ένα από τα πράγματα που μ’ αρέσει μερικές φορές στη τέχνη είναι ότι δεν κάνει τίποτ’ άλλο από το να μας αποκαλύπτει πράγματα που είναι ακριβώς δίπλα μας, αλλά που εμείς –για όποιον λόγο– είμαστε στραβοί και δεν βλέπουμε. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα; Είχατε στο μυαλό σας το συγκεκριμένο τοπίο πριν συλληφθεί η ιδέα της παράστασης; Επειδή γυρίζω την Αθήνα με τη μοτοσικλέτα συχνά, είχε τύχει να πέσω πάνω σ’ αυτό το χώρο. (Η Πειραιώς είναι για μένα ένας από τους ελάχιστους μυθικούς δρόμους της Αθήνας, γιατί έχει στρωματώσεις πολλών ηλικιών της πόλης.) Όταν τον είχα πρωτοδεί, είχα απευθείας την ιδέα να κάνω κάτι συγκεκριμένο εκεί. Δεν θα σας πω όμως τι, γιατί μπορεί να επανέλθω. Αργότερα, όταν συναντήθηκα με το Insenso ως κείμενο, τα δύο τοπία έδεσαν σαν σ’ ένα βολταϊκό τόξο. Έτσι, άρχισε μια πραγματικά πολύ μεγάλη περιπέτεια: να συμβεί αυτή η παράσταση, πράγμα καθόλου απλό. Και πραγματικά, θα ήθελα να δώσω κατ’ έναν τρόπο τα εύσημα στο Φεστιβάλ Αθηνών και στο τεχνικό του κομμάτι, που δεν πανικοβλήθηκε απέναντι σ’ αυτή την ιδέα – μια καθ’ όλα φυσική πρώτη αντίδραση. Μέχρι την πρώτη μέρα, μέχρι τη στιγμή που είδα το κοινό να έρχεται, οργανωμένα όπως έρχεται με τους οδηγούς του για να επισκεφθεί το τοπίο, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι έχει γίνει η παράσταση. Ήταν τόσο δύσκολο το τεχνικό κομμάτι; Ήταν πάρα πολλά πράγματα. Δεν είναι κάτι που φαντάζεται κανείς εύκολα. Το

Insenso είναι –όπως λέμε στη σύγχρονη τέχνη– μια περφόρμανς. Είναι όμως μια περφόρμανς του όλου συστήματος, του Φεστιβάλ. Και του τοπίου, και του τόπου βέβαια. Επιπλέον, επειδή η παράσταση τελείωσε με πολύ υψηλά στάνταρντ, έπρεπε να επιτευχθεί όχι ακριβώς το ίδιο, αλλά να καταφέρει ν’ αναδείξει ένα κομμάτι που μπορεί πέρσι να μην αναδείχθηκε γιατί υπήρχε όλη η ορμή και η πρώτη έκρηξη της επαφής μ’ αυτό το θέμα. Απ’ αυτήν την πλευρά, είμαι ιδιαίτερα ταραγμένος και ψύχραιμος ταυτόχρονα –χωρίς να ξέρω τι σημαίνει αυτό–, αναζητώντας μια πολύ λεπτή ισορροπία. Θα καταλάβω αν [η παράσταση/το πείραμα] πέτυχε ή όχι όταν θα δω ξανά το κείμενο να περπατάει προς τον τόπο, προς τους δύο τόπους, γιατί είναι δύο οι τόποι: το έξω και το μέσα. Τι κρατήσατε και τι αφήσατε από την περσινή παράσταση; Όσο πιο ακριβής στην προηγούμενη εμπειρία και δομή προσπαθείς να είσαι –κι αυτό προσπαθώ να είμαι– τόσο παρεισφρέουν κάποιες καινούργιες και αναπάντεχες λεπτομέρειες που δίνουν στην παράσταση έναν ειδικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχει ακριβώς επανάληψη στα πράγματα – ακόμη κι αν προσπαθεί κάποιος να τα επαναλάβει ακριβώς ίδια. Από πέρσι μέχρι τώρα, έχουν παρεμβληθεί μερικά δισεκατομμύρια στιγμών εμπειρίας όλων μας που με κάποιο τρόπο παρεμβαίνουν. Έχετε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον Δημητριάδη και τα κείμενά του. Είναι αυτό κάτι που σας ώθησε στο Insenso; Είμαι περήφανος που υπάρχει στα ελληνικά γράμματα ο Δημητριάδης, μια μορφή αναχωρητική. Όταν ανοίγει το

στόμα του, είναι σαν ν’ ανοίγει η ψυχή του λογοτεχνικά. Για να μιλήσουν τη γλώσσα του Δημητριάδη οι ηθοποιοί, οι οποίοι υποτίθεται έχουν μια καλή σχέση με το λόγο, πρέπει να κάνουν εξειδικευμενο σεμινάριο ελληνικής γλώσσας. Αυτό είναι κάτι που με συναρπάζει κι αυτή είναι μια κρυφή αιτία της λογοτεχνίας: να επαναφέρει στα βάθη της, στο εύρος της και στον πλούτο της την ελληνική γλώσσα. Γιατί όσο η γλώσσα συναντάει τον πλούτο της, τόσο τον συναντάει και η σκέψη μας. Είτε λοιπόν ο Δημητριάδης μιλάει για τη χώρα που πεθαίνει είτε για τη Λίβια Σερπιέρι, αποκαθιστά τη βαθιά εμπειρία της γλώσσας. Και για τον ηθοποιό και για το θεατή. Στο Insenso πάλι, η ιστορία είναι στη μέση, πράγμα που μ’ αρέσει γιατί οι μεγάλοι λογοτέχνες πάντα βασίζονται πάνω στην ιστορία, είτε τη λογοτεχνική είτε την πραγματολογική. Η σκλαβωμένη τότε Ιταλία από τους Αυστριακούς, η ιταλική αντίσταση, αλλά και η μεγαλοαστική τάξη της Ιταλίας αποτελούν τα ζωγραφισμένα βουνά σ’ αυτήν την περίπτωση. Ο Ιταλοπολωνός Καμίλο Μπόιτο, γράφει το βιβλίο Senso –που σημαίνει «αίσθημα», μια καταπληκτική λέξη– κι ο Βισκόντι το κάνει ταινία. Πάνω σ’ αυτό βασίστηκε το κείμενο του Δημητριάδη. Τη στιγμή που τελειώνει η ταινία του Βισκόντι και πέφτουν οι τίτλοι, αρχίζει το Insenso. Θεωρείτε ότι είναι ένα έργο που μας αγγίζει; Ξέρετε κανέναν που να μην τον αγγίζει ο έρωτας και η απελπισία του; Είναι όμως ένας έρωτας που σε φτάνει στο σημείο της προδοσίας της ίδιας σου της πατρίδας. Ένας έρωτας που σε καταστρέφει απόλυτα.

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 19


© Βασίλης Μαθιουδάκης

ΔηΜΟΣΙΟΣ ΥΠΑΛΛηΛΟΣ Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, ένα απομεσήμερο Ιουλίου στο Θησείο. Αισθάνεται, λέει, δημόσιος υπάλληλος, με την καλή έννοια: βρίσκεται στην υπηρεσία του κοινού.

Νομίζω ότι ο έρωτας εξορισμού σε καταστρέφει απόλυτα. Σε μικρά κομματάκια. Ο Δημητριάδης είχε πει ότι, ειδικά στο κείμενό του, «ηττάται η πατρίδα από τον έρωτα. Πρέπει να καταργηθούν τα σύνορα και ν’ αποκτήσουμε μια μοναδική πατρίδα που ούτε γεωγραφικά υπάρχει, ούτε είναι ενός εσωτερικού συναισθηματισμού, που να είναι μόνο ο έρωτας». Συμφωνείτε; Μιλάει για τον ου τόπο. Δεν θέλω να επαναλάβω ότι η τέχνη είναι ο πρώτος ου τόπος. Ο έρωτας; Tι θα ήταν άλλωστε; Πάντως δεν έχει σημασία αν συμφωνώ ή όχι μ’ αυτό. Με νοιάζει η διαδρομή – η οποία είναι βέβαια σαρκοβόρα και αφήνει θύματα. Αυτή η πάλη προς το απόλυτο – γιατί μόνο το απόλυτο καταγράφει ο Δημητριάδης. Μια πάλη που αφήνει ίχνη, είτε αυτά λέγονται ιστορικά είτε λέγονται καλλιτεχνικά είτε λέγονται ράκη ζωής, τα οποία τα συναντάμε και που δεν είναι τίποτ’ άλλο πέρα από την τροχιά της ιστορίας των ανθρώπων, τείνοντας πάντα προς μια απόλυτη τοποθεσία την οποία διατυπώνει ο Δημητριάδης μ’ αυτόν τον τρόπο. Οι 21 γυναίκες λοιπόν που συμμετέχουν στην παράσταση, όλες τους μια πτυχή της Λίβια Σερπιέρι, αντικατοπτρίζουν αυτά τα θύματα του έρωτα στα μάτια σας; Είναι λίγο παραπάνω εκλογικευμένο αυτό, θα έλεγα. Δεν είναι αυτή η πρόθεση. Πρόκειται για έναν έρωτα κι ένα πολύπτυχο στιγμών –στιγμών απελπισίας, ευτυχίας, και απόλυτου– που είναι

αδύνατον να αποδοθεί από ένα άτομο, παρά μόνο από ένα χορικό. Κι επειδή νομίζω ότι μόνο στις συνθήκες του χορού πραγματικά συλλαμβάνεται το συλλογικό και το εξατομικευμένο βάθος, μου ήταν αδιανόητο ένα μόνο πρόσωπο σ’ αυτό το κείμενο. Μου φαίνεται, θα έλεγα, βλάσφημα θεατρικό. Πώς ήταν να σκηνοθετείτε 21 γυναίκες; Ήταν πιο συγκινητικό απ’ ό,τι θα περίμενα, και κατά έναν τρόπο πιο ενδιαφέρον, πιο συναρπαστικό. Ξέρετε, για κάποιους καθαρά κοινωνιολογικούς παράγοντες της ελληνικής κοινωνίας, οι γυναίκες τυχαίνει μερικές φορές να έχουν πολύ μεγαλύτερη συγκέντρωση και αφοσίωση σ’ αυτό που κάνουν. Με πολλές από τις ηθοποιούς έχουμε συνεργαστεί στο παρελθόν. Υπήρχαν όμως κάποια άλλα άτομα που δεν τα γνώριζα. Ήταν μια συναρπαστική εμπειρία, και θα έλεγα ότι αισθάνομαι μια αδιατύπωτη ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το σύνολο των ανθρώπων. Έτυχε να είμαι τυχερός απέναντι σ’ αυτήν την εμπειρία προσωπικά. Ελπίζω κι εκείνες να μοιράζονται τα ίδια συναισθήματα. Θυμηθείτε παρακαλώ ότι απλώς, τώρα, τυχαίνει και μιλάω εγώ γι’ αυτήν την παράσταση, εκπροσωπώντας όλους μου τους συνεργάτες – οι οποίοι είναι πολλοί. Κι ελπίζω να τους εκπροσωπώ δικαίως αυτή τη στιγμή, γιατί αυτό πραγματικά είναι ένα παράδειγμα ομαδικής συνεργασίας. Ίσως και γι’ αυτό η προσωπική μου συγκίνηση απέναντι σ’ αυτή τη δουλειά είναι ισχυρή, γιατί έχει να κάνει με το «αλλήλους».

20 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

Κατά κοινή ομολογία κριτικών και θεατών, στο περσινό Insenso οι όμορφες εικόνες περισσεύουν. Κάποιοι άλλοι όμως μίλησαν για ένα κείμενο –αυτό του Δημητριάδη– γεμάτο κλισέ περί έρωτος. Νομίζω ότι είναι τουλάχιστον άδικο. Κατ’ αρχήν, ο ίδιος ο έρωτας είναι κλισέ. Μόνο που όταν τον βιώνεις δεν είναι κλισέ για σένα. Μπορεί να είμαι κι εγώ μπανάλ, γιατί εγώ δεν διείδα κάτι τέτοιο. Άλλωστε, αυτές οι πολύ όμορφες εικόνες όπως λέτε δεν προέκυψαν από το πουθενά, αλλά απ’ αυτό το κείμενο, σε απόλυτο εσωτερικό διάλογο μαζί του. Πρόθεση ήταν μόνο η κραυγή της όμορφης εικόνας, πίσω απ’ αυτήν. Πώς επιλέγετε τα έργα που ανεβάζετε; Όταν με ρωτάνε «με τι ασχολείσαι;» μου είναι δύσκολο να απαντήσω. Δεν καταλαβαίνω εύκολα όρους, όπως σκηνοθέτης. Η αλήθεια είναι ότι αισθάνομαι δημόσιος υπάλληλος κατά έναν τρόπο, με την καλή έννοια του όρου. Είμαι στην υπηρεσία του κοινού. ψάχνω τη θέση μου μέσα σ’ αυτό. Και ο τρόπος που την ψάχνω είναι με όρους κυρίως θεατρικούς. Δεν μ’ ενδιαφέρει όμως ν’ ανεβάζω απλώς έργα. Μ’ ενδιαφέρει ν’ ανακαλύπτω μια άλλη πτυχή της πραγματικότητας μέσα απ’ αυτό. Δεν ψάχνω μια θεματολογία. Συνήθως, πέφτω πάνω σε πράγματα ή πέφτουν αυτά πάνω μου και μου επιτρέπουν να μιλήσω γι’ αυτό που με απασχολεί διαρκώς, κάτι το οποίο δεν μπορώ να διατυπώσω. Μέσα από τις παραστάσεις

που ανεβάζω, γίνεται μια απόπειρα διατύπωσης. Πόσο έχει πληγεί το θέατρο, αλλά και οι θεατές από την κρίση; Κατ’ αρχήν, είναι αισιόδοξο το γεγονός ότι τον κόσμο τον απασχολεί η τέχνη, παρότι η ίδια η επίσημη πολιτική δεν ξέρει ούτε πού πατάει ούτε πού βρίσκεται στο ζήτημα αυτό. Απλώς, ΒΑΘΙΑ δεν την απασχολεί! Η πρώτη τρομακτική – και θα έλεγα βερμπαλιστική– εχθρότητα και αφαίρεση είναι ότι οι πολιτικοί μας διακηρύσσουν αριστερά και δεξιά ότι ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία της χώρας. Γι’ αυτούς όμως –και αυτό είναι ολέθριο– το τοπίο τους δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά οι λέξεις. Και είναι θλιβερό να βλέπει κανείς ότι μια ζωή παιδεύονται και εκπαιδεύονται στη διαχείριση των λέξεων, και όχι στη διαχείριση της πραγματικότητας. Βεβαίως υπάρχουν κάποια άνθρωποι, ανεξαρτήτως πολιτικού χώρου, που εμφανίζονται ως διάττοντες αστέρες και τους οποίους έχω σε ιδιαίτερη εκτίμηση. Μόνον αυτοί. Και είναι λυπητερά λίγοι. Δεν θα ήθελα να μιλήσω τόσο πολύ για την κρίση, που φυσικά έχει πλήξει όλες τις τέχνες. Ελπίζω όμως ότι η τέχνη και το θέατρο θα συνεχίσει να βρίσκει τον εαυτό της και ν’ ανήκει σ’ αυτό που λέμε μαχόμενο κομμάτι της κοινωνικής εκκλησίας. Όπως θεωρώ ότι το ζητούμενο είναι η διαχείριση αυτής της κρίσης να γίνει με όρους ουσίας, αξιοπρέπειας, σεμνότητας και ευγένειας – μιας λέξης που η τόσο συχνή της έλλειψη με πειράζει. s

ΘEATPO


ηρώ

“ΟχΙ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΗ

ΕΙΜΑΙ ΦΙΛΟΔΟΞΗ,

Εμφανίζεται στη Μικρή Επίδαυρο με τον Χαβιέρ Ντι Σιριάκο, έναν από τους ανερχόμενους νέους τραγουδιστές του τάνγκο. Ξεκινώντας μια συζήτηση μαζί της, πάντως, από τα βήματα αυτού του ερωτικού χορού (ένα μπρος, δύο πίσω), μπορεί απροσδόκητα να καταλήξει στους προσωπικούς της (μας) δαίμονες και σε οδηγίες για να τους ξορκίσουμε. Από την Κατερίνα Κόμητα Φωτογραφία: Βίκυ Γεωργοπούλου


Info Συναυλία με την Ηρώ & τον Χαβιέρ Ντι Σιριάκο Querer Η μουσική συνάντηση της Ηρώς με τον Αργεντίνο έχει απ’ όλα: τάνγκο, αλλά και μουσική από την Ισπανία και το Πράσινο Ακρωτήρι μέχρι και το Παρίσι. Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου 12-13 Ιουλίου, 21:30 Εισιτήρια: 25€ (Ζώνη Α), 20€ (Ζώνη Β), 10€ (φοιτητικό, 65+), 5€ (ανέργων, ΑΜΕΑ)


ΜΕ ΤΟΝ ΧΑβΙΕΡ ΝΤΙ ΣΙΡΙΑΚΟ Ο τραγουδιστής που εμφανίζεται μαζί με την Ηρώ συμμετέχει στους Sexteto Milonguero, ενός από τα πιο γνωστά συγκροτήματα τάνγκο. Το πρόγραμμα που θα παρουσιάσουν από κοινού, στη Μικρή Επίδαυρο, περιλαμβάνει τραγούδια που πρωτακούστηκαν στα λιμάνια της Αργεντινής και της Ισπανίας μέχρι και επιτυχίες που καθιερώθηκαν στα παρισινά σαλόνια.

M

έσα σ’ αυτή την διαδρομή που έχω κάνει –που δεν είναι πια μικρή, είναι πάνω από είκοσι χρόνια–, αυτό που πάντα με απασχολούσε ήταν η προσωπική μου αλήθεια. Δεν ήθελα ποτέ να επικοινωνήσω κάτι που δεν είναι αληθινό· δεν ήθελα ποτέ να δημιουργήσω κάτι απλά και μόνο για να ενταχθώ σ’ ένα σύστημα που θα με έφερνε ψηλά. Δεν κυνήγησα ποτέ τη δόξα, ούτε τα χρήματα. Είμαι φιλόδοξη, αλλά όχι ματαιόδοξη· θέλω να πω, δεν θα τα ισοπέδωνα όλα προκειμένου να φτάσω κάπου... Λόγια της Ηρώς, που πια βρίσκεται στην τελική ευθεία για τις δύο εμφανίσεις της στη Μικρή Επίδαυρο με τον Χαβιέρ Ντι Σιριάκο, από μια συνέντευξη που ξεκίνησε από το τάνγκο για να φτάσει στους προσωπικούς μας δαίμονες. Η τέχνη είναι πάντα η αφορμή για μια ενδιαφέρουσα συνάντηση.

Τι θα ακούσουμε στη Μικρή Επίδαυρο; Θα είναι ένα όμορφο ταξίδι στο χώρο και το χρόνο του τάνγκο. Θα ξεκινήσουμε από τα λιμάνια της Αργεντινής και θα ταξιδέψουμε στην Ισπανία και στο Πράσινο Ακρωτήρι, για να φτάσουμε μέχρι το Παρίσι, αφού το τάνγκο, παρότι ξεκίνησε από τα σοκάκια και τις κακόφημες συνοικίες, έφτασε τελικά μέχρι τα μεγάλα σαλόνια κι αγαπήθηκε σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Χαβιέρ Ντι Σιριάκο; Το τάνγκο έχει δεχθεί πάρα πολλές προσμίξεις και πάρα πολλές μεταλλάξεις μέσα στο χρόνο. Γι’ αυτό και ήθελα να συνεργαστώ μ’ έναν τραγουδιστή νέο, που να είναι όμως ταυτόχρονα κι ένας αυθεντικός ερμηνευτής του είδους. Και ο Χαβιέρ είναι αυτός ο συνδυασμός: είναι ο τραγουδιστής ενός από τα πιο γνωστά συγκροτήματα του τάνγκο, του Sexteto Milonguero, και παράλληλα διαθέτει όλο το ταμπεραμέντο και την υπερβολή του Λατινοαμερικάνου... Πότε ξεκίνησε η σχέση σας με το τάνγκο;

Πέρυσι έκανα κάποιες παραστάσεις προσανατολισμένες στο τάνγκο με τους Nuevo Siete Ensemble, το σχήμα που θα μας συνοδέψει στη Μικρή Επίδαυρο. Μ’ αυτή την αφορμή, άρχισα να ψάχνω το είδος, να το μελετάω και να μαθαίνω τη γλώσσα. Είστε από τις τραγουδίστριες που γράφουν μουσική. Σπάνιο φαινόμενο, γιατί δεν είναι πολλές γυναίκες που ασχολούνται με τη σύνθεση. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό; Ένας πρώτος, προφανής λόγος είναι ότι η ίδια η κοινωνία υπήρξε περιοριστική για τις γυναίκες δημιουργούς. Σε παλιότερες εποχές, οι γυναίκες είχαν σαφώς μικρότερο κύκλο επαφών, κι έτσι εκ των πραγμάτων δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν το έργο τους. Υπάρχει όμως για μένα και μια δεύτερη εξήγηση: η γυναίκα είναι δημιουργός από τη φύση της, καθώς έχει την ικανότητα να γίνεται μητέρα και με τον τρόπο αυτό να αναπαράγει τον εαυτό της. Αυτό από μόνο του είναι η μέγιστη μορφή δημιουργίας. Προφανώς, λοιπόν, δεν έχει την ίδια ανάγκη μ’ έναν άντρα ν’ αφήσει ένα δυνατό στίγμα ύπαρξης μέσα από την τέχνη. Ξέρω ότι ακούγεται λίγο μεταφυσικό όλο αυτό, αλλά πραγματικά πιστεύω ότι για μια γυναίκα, συνήθως, αυτό το στίγμα δεν είναι απαραίτητο, γι’ αυτό και παρατηρούμε λιγότερες γυναίκες δημιουργούς. Τι είναι αυτό που κάνει έναν καλλιτέχνη να ξεχωρίζει; Αν μιλάμε για το σήμερα, λυπάμαι, αλλά το μόνο που ξεχωρίζει έναν καλλιτέχνη από έναν άλλον είναι το πόσο καλά κάνει τις δημόσιες σχέσεις του. Και δεν αρνούμαι ότι αυτό είναι ένα απαραίτητο κομμάτι της δουλειάς μας που όλοι οφείλουμε να το κάνουμε. Το πρόβλημα, όμως, προκύπτει όταν αναλώνεσαι σ’ αυτό και αλλοιώνεσαι απ’ αυτό. Θέτετε καλλιτεχνικούς στόχους; Δεν έχω στήσει κανένα σχέδιο· μου αρέσει να εξελίσσομαι και ν’ αλλάζω. Στον καλλιτέχνη, εξάλλου, απαγορεύεται η ταμπέλα, γιατί η ταμπέλα είναι ο εχθρός της

24 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

εξέλιξης. Ακούω τα πάντα και είμαι ανοιχτή στα ερεθίσματα που δέχομαι. Δεν μ’ ενδιαφέρει αν το καινούργιο που θα κάνω είναι κόντρα σε κάτι που έκανα πριν ή τελείως διαφορετικό από αυτό που είχα φανταστεί για μένα. Τι σχέση έχετε με τις δισκογραφικές εταιρείες; Έχω εγκαταλείψει την προσπάθεια επικοινωνίας μαζί τους εδώ και αρκετά χρόνια. Πιστεύω ότι επιτελούν ένα έργο που έχει να κάνει καθαρά με τη βιομηχανοποίηση, την εμπορικότητα και, εντέλει, την πώληση. Αντιμετωπίζουν τη μουσική σαν ένα προϊόν και τον καλλιτέχνη σαν έναν κωδικό· και κυριολεκτώ, αφού με κωδικό εμφανιζόμαστε πια στα αρχεία των πολυεθνικών εταιρειών κι όχι με το όνομά μας. Πριν από είκοσι χρόνια, υπήρχε μια διάθεση έρευνας στις δισκογραφικές· υπήρχαν παραγωγοί, άνθρωποι που ανακάλυπταν νέους καλλιτέχνες και τους πρότειναν δρόμους. Σήμερα, οι εταιρείες απλώς εκτελούν χρέη εργοστασίου και δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα άλλο. Η αδυναμία τους, εξάλλου, φάνηκε από το γεγονός ότι λιγοστεύουν όσο περνάει ο καιρός, ενώ όσες υπάρχουν ακόμα έχουν μείνει με το ένα δέκατο των υπαλλήλων τους. Δείτε πόσοι καλλιτέχνες έχουν εξαφανιστεί μέσα σ’ αυτά τα χρόνια και σκεφτείτε πόσοι δεν εμφανίστηκαν ποτέ... Οι δισκογραφικές έχουν ένα τεράστιο μερίδιο της ευθύνης για όλα αυτά, και το πληρώνουν και οι ίδιες τώρα. Το ραδιόφωνο και οι παραγωγοί του τι ρόλο έχουν παίξει στην εξέλιξη των μουσικών πραγμάτων στην Ελλάδα; Θα μιλήσω για τη σπάνια περίπτωση που ένας σταθμός δεν παίζει play list και υπάρχει ένας άνθρωπος πίσω από τις επιλογές. Όσοι παραγωγοί νομίζουν ότι επιτελούν πολιτισμικό έργο πλανώνται πλάνη οικτρά. Γιατί δεν μπορείς να επιτελείς πολιτισμικό έργο αναπαράγοντας δημιουργίες 30 και 40 ετών. Μπορεί να ακουστεί ακραίο, αλλά δεν μπορεί να βρισκόμαστε ακόμα στο Μάνο Χατζιδάκι και στο Μίκη Θεοδωράκη, και μιλάω για δυο ανθρώπους που θαυμάζω

απεριόριστα. Η μουσική πρέπει να προχωρήσει και οι παραγωγοί πρέπει να προσπαθήσουν να ανακαλύψουν νέους δημιουργούς· γιατί υπάρχουν πάρα πολλοί νέοι άνθρωποι που προσπαθούν να κάνουν καινούργια πράγματα. Οι άνθρωποι του ραδιοφώνου οφείλουν να ρισκάρουν. Δεν μπορείς να έχεις το μυαλό σου συνεχώς στον κίνδυνο ότι κάποιος μπορεί να αλλάξει σταθμό επειδή έπαιξες κάτι άγνωστο. Η επανάληψη και το αναμάσημα δεν οδηγούν πουθενά, παρά μόνο στα ίδια λάθη. Υπάρχουν τραγούδια σας που δεν σας αρέσουν πια; Πολλά. Κι αν για μια στιγμή με ενθουσιάσουν και μπουν σ’ ένα δίσκο, μακροπρόθεσμα ξέρω πολύ καλά τι έχει μείνει. Τα τραγούδια που εγώ θεωρώ ότι είναι τα καλύτερα που έχω γράψει, δεν είναι απαραίτητα εκείνα που έχουν γίνει γνωστά στον κόσμο. Έχετε εντοπίσει τους «δαίμονές» σας; Οι δαίμονες αλλάζουν, γιατί η ίδια η ζωή αλλάζει. Κι εκεί ακριβώς έγκειται και η εξέλιξη, ότι αλλάζουν δηλαδή οι δαίμονες που σε απασχολούν. Πώς ακριβώς απαλλάσσεται κανείς από τους δαίμονές του; Κάποιες φορές σε βαριούνται από μόνοι τους και φεύγουν... Άλλες φορές ξαφνικά ανακαλύπτουμε ότι αυτό που θεωρούσαμε δαίμονας ήταν απλώς μια μύγα. Ούτως ή άλλως, οι περισσότεροι δαίμονες είναι μύγες που εμείς δημιουργήσαμε χωρίς λόγο και τις κάναμε τεράστιες. Γιατί πραγματικά έχουμε μεγάλη ικανότητα σ’ αυτό εμείς οι άνθρωποι, να δημιουργούμε δηλαδή από μόνοι μας μεγάλα θέματα που ουσιαστικά δεν υφίστανται. Έχω καταλήξει πάντως ότι, για να διώξουμε ένα δαίμονα, πρέπει να κάνουμε πάρα πολύ δουλειά· ψυχική διεργασία πολύ σοβαρή. Ακόμα και για να πεις μέσα σου το πολύ απλό: «άντε μωρέ σε βαρέθηκα και σένα· τελείωσε, δεν θα ασχοληθώ άλλο μαζί σου...», πρέπει να την έχεις κάνει αυτή τη διεργασία. Αλλιώς, είναι σίγουρο ότι αυτή η μύγα θα σε κυνηγάει για πάντα και θα μεγαλώνει. s

mΟΥΣΙΚη


γεωργία Σπυροπούλου

ΕΝΟΡχΗΣΤΡωΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΗχΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ χΡωΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ Η θάλασσα. Οι αντανακλάσεις του νερού ένα ηλιόλουστο, καλοκαιρινό μεσημέρι. Ήχοι από διάφορα μέρη. Η ενορχήστρωση όλων αυτών των υλικών. Μια παρτιτούρα των ήχων και των χρωμάτων της Μεσογείου... Από τον Τηλέμαχο Αναγνώστου

H

εικόνα έλκει το βλέμμα. Μια θάλασσα κινείται συνεχώς, στην επιφάνειά της καθρεφτίζεται ο μεσογειακός ήλιος του μεσημεριού. Η θάλασσα αλλάζει συνεχώς χρώμα, φωτεινότητα και πυκνότητα. Στο τέλος, θα μεταμορφωθεί σ’ έναν αστερισμό από φώτα – για να ξαναρχίσει πάλι, ατέρμων, η ίδια κίνηση. Ταυτόχρονα, εκπέμπονται οργανωμένοι ήχοι, ένα ολόκληρο ηχητικό τοπίο, που περιγράφεται σαν ένα αρχιπέλαγος «ηχητικών νησιών». Αυτή είναι η βίντεο-ηχητική εγκατάσταση της Γεωργίας Σπυροπούλου, που εκτίθεται από την 1η Ιουνίου και θα εκτίθεται ως τις 17 Ιουλίου στην Πειραιώς 260. Η ίδια περιγράφει ως εξής το έργο της: «Αν μπορούσε κανείς να εκτοξευθεί έξω από τη γη, και μπορούσε να πετάξει στο διάστημα, κι αν ο ήχος μεταδιδόταν τόσο μακριά, ή αν το αυτί είχε τις ιδιότητες μιας υπερ-μηχανής, θα άκουγε κανείς έναν συνολικό ήχο, το ηχητικό αποτύπωμα της γης – ένα θόρυβο που θα αποτελούνταν απ’ όλους τους γήινους ήχους,

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

ανθρώπινους, ζωικούς, μηχανικούς, φυσικούς. Κι αν μπορούσε το αυτί να ζουμάρει σε μια περιοχή, θα άκουγε το ηχητικό αποτύπωμα αυτής της περιοχής. Κι αν μπορούσε να ζουμάρει κι άλλο, θα μπορούσε να ακούσει οικογένειες ήχων ή και ήχους μεμονωμένους. Αυτή είναι η Ηχογεωγραφία: μια πτήση, ένα ταξίδι, ένα φανταστικό ζουμ στη Μεσόγειο, τις χώρες της και τους ήχους τους». Η Ηχογεωγραφία είναι, κατά συνέπεια, μια εγκατάσταση βίντεο και ήχου με θέμα τη θάλασσα. Ένας φανταστικός ηχητικός «αστερισμός», ένας «χορός» από φωνές, ηχητικά σήματα, ήχους φυσικούς και μηχανικούς, που όλοι προέρχονται από τις χώρες που «ακουμπούν» στη Μεσόγειο – το κέντρο του θαυμασμού ενός Μπροντέλ. Οι μικρομεταμορφώσεις της εικόνας και η ανασύνθεση του ηχητικού τοπίου δημιουργείται σε πραγματικό χρόνο επ’ άπειρον μέσω υπολογιστή – δεν υπάρχει καθορισμένη διάρκεια, αρχή ή τέλος. Η πλοήγηση μεταξύ των «νησιών», και η κίνηση του ήχου στο χώρο, παραπέμπουν στην έννοια του ταξιδιού, της συνάντησης και της ανταλλαγής, εξηγεί η

Σπυροπούλου. Το ταξίδι αυτό γίνεται με τη βοήθεια ενός «χάρτη πλοήγησης», ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, δηλαδή, ειδικά σχεδιασμένου για τη συγκεκριμένη εγκατάσταση. Η Ηχογεωγραφία είναι έργο συμμετοχικό, όπου το ηχητικό υλικό μπορεί να εμπλουτίζεται για πάντα. Οι ήχοι συλλέγονται από «δωρητές» στις χώρες τους ή από αρχεία και, βεβαίως, ενορχηστρώνονται και οργανώνονται από την καλλιτέχνιδα. Η καλλιτεχνική ταυτότητα της Γεωργίας Σπυροπούλου συγκερνά τη μουσική τεχνολογία και διάφορες εφαρμογές του οπτικοακουστικού. Συνθέτει έργα ακουστικά, ηλεκτροακουστικά αλλά και μεικτά, προσπαθώντας να φέρνει σε δημιουργικό διάλογο παραδοσιακά ιδιώματα και φόρμες της πρωτοπορίας. Όπως η ίδια έχει δηλώσει, «η έρευνα και η χρήση νέων τεχνικών, οργανικών και φωνητικών» στα έργα της βρίσκει επιρροές στη μουσική του 20ού αιώνα, στην προφορική παράδοση, αλλά και στις τεχνικές της αβανγκάρντ (avant-rock, free improvisation, performance art, turntablism). s

Info Γεωργία Σπυροπούλου Ηχογεωγραφία Ένα ηχητικό και οπτικό τοπίο με θέμα τη θάλασσα. Ένα κλειστό κέλυφος, οι τοίχοι του οποίου είναι προβολές βίντεο μιας θάλασσας που λαμπυρίζει, αλλάζει χρώμα, πυκνότητα και υπόσταση, ενώ ο ήχος αναπτύσσεται σαν μια διαρκής κίνηση, μια ακουστική περιπλάνηση στο χώρο. Πειραιώς 260, Μικρή Αποθήκη 1 Ιουνίου - 17 Ιουλίου, 19:00 - 20:45 Δωρεάν είσοδος

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 25


Info Compañía Antonio Ruz Ojo

Πειραιώς 260, Κτίριο Η 14-15 Ιουλίου, 21:00 Εισιτήρια: 20€ (κανονικό), 15€ (μειωμένο), 10€ (φοιτητικό, 65+), 5€ (ανέργων, ΑΜΕΑ)

ΜΕ ΤΟ βΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΡΧΕΣ Η βάση της δουλειάς του Αντόνιο Ρουθ είναι το φλαμένκο. Ωστόσο, εδώ είναι κάτι περισσότερο από όμορφος χορός. Και η φωνή του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, που ακούγεται να διαβάζει αποσπάσματα από την Τυφλότητα, ένα από τα πιο γνωστά δοκίμιά του, συμβάλλει στη μετατροπή της παράστασης σ’ ένα χορό αυτογνωσίας.

Όλα βρίσκονται σε δημιουργική σχέση μεταξύ τους, από το φλαμένκο μεχρι τον σύγχρονο χορό

Ο χορογράφος Αντόνιο Ρουθ εξετάζει το βλέμμα ως τρόπο έκφρασης και πηγή κίνησης. Οι έξι χορευτές χάνονται και επανέρχονται στη σκηνή δημιουργώντας ρευστά σύνολα ή εκρηκτικά σόλο. Το φλαμένκο με τους ρυθμικούς χτύπους χεριών-ποδιών, τον κοφτό βηματισμό και το τραγούδι αποκαλύπτει πτυχές της πολυπολιτισμικής ταυτότητας του χορογράφου και χορευτή.


Αντόνιο Ρουθ

Ο ΗχΟΣ ΤΟΥ

ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ

«Η τυφλότητα με έμαθε να σκέφτομαι περισσότερο, να αισθάνομαι περισσότερο, να θυμάμαι περισσότερο, να διαβάζω και να γράφω πιο πολύ», είχε δηλώσει ο σπουδαίος Αργεντινός συγγραφέας στον οποίο «ο Θεός έδωσε ταυτόχρονα τα βιβλία και τη νύχτα», ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Η όραση και η τύφλωση βρίσκονται στην καρδιά του Οjo [όχο], με το οποίο μας συστήνεται ο Ισπανός χορογράφος Αντόνιο Ρουθ. Ojo, δηλαδή μάτι. «Αυτό, το μάτι, είναι το σύμπαν μας», λέει ο δημιουργός. Από τη Νίκη Ορφανού

© Ainara Nieves

Μ

ε καταγωγή από την Κόρδοβα και σπουδές στο κλασικό μπαλέτο και στο φλαμένκο, ο Αντόνιο Ρουθ είδε το πέρασμα στη σύγχρονη χορογραφία ως μια φυσική εξέλιξη. Συνεργάστηκε ως χορευτής με μεγάλα μπαλέτα, όπως αυτά της Γενεύης και της Λυών, και εμπνεύστηκε από τη δουλειά σύγχρονων χορογράφων. Εργάζεται από το 2007 ως ανεξάρτητος χορογράφος και χορευτής. Οι δημιουργίες του συχνά εμπεριέχουν στοιχεία του παραδοσιακού ισπανικού χορού. Λέγεται ότι το φλαμένκο είναι ένας «όμορφος» χορός. Ο ίδιος, όμως, θέλει να βλέπει πίσω απ’ αυτό. «Δεν μ’ απασχολεί τόσο η ομορφιά», εξηγεί στη συνέντευξη που μας παραχώρησε. «Μερικές φορές βέβαια προτιμώ την ομορφιά από την ασχήμια. Το μάτι θέλει να έχει απέναντί του το όμορφο, την ποίηση. Αλλά οι κανόνες της ομορφιάς αλλάζουν μέσα στην ιστορία και στις διαφορετικές κουλτούρες. Κάτι που είναι όμορφο σήμερα είναι άσχημο αύριο. Αυτό μ’ έχει απασχολήσει πολύ στη δουλειά μου. Έπειτα και το κοινό πολλές φορές δεν είναι έτοιμο να δεχτεί αυτό που βλέπει. Τι υπάρχει λοιπόν πίσω από το μάτι;»

Εξηγήστε μας τον τίτλο και το κόνσεπτ της παράστασης. Μελετώντας την ιστορία της τέχνης, ανακαλύπτει κανείς ότι η αναπαράσταση του ματιού και, μεταφορικά, της όρασης έχει υπάρξει ένα σταθερό σημείο αναφοράς για πολλές καλλιτεχνικές δημιουργίες αλλά και κινήματα. Για παράδειγμα, στο σουρεαλισμό, το μάτι ήταν αυτό που φανέρωνε την επιθυμία, το φόβο, τις μύχιες σκέψεις του καλλιτέχνη. Τι υπάρχει πίσω από τα μάτια, πίσω από το βλέμμα; Τι μπορεί να μας αποκαλυφθεί; Ένα μυστήριο; Ή η αντίληψή μας για την ίδια την πραγματικότητά μας; Το Ojo κινείται γύρω από αυτά τα ερωτήματα, και εξετάζει το βλέμμα ως τρόπο έκφρασης και πηγή κίνησης. Γιατί το τι βλέπουμε δεν έχει να κάνει μόνο μ’ αυτό που υπάρχει γύρω μας, αλλά και αυτό που υπάρχει μέσα μας. Ποια ήταν η έμπνευση γι’ αυτό το κομμάτι; Υπάρχει ένα μικρό χωριό στη νότια Ισπανία όπου, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι γυναίκες κάλυπταν εντελώς το σώμα και το πρόσωπο τους με μαύρες ενδυμασίες, αφήνοντας εκτεθειμένο μόνο το αριστερό τους μάτι. Αυτό το στοιχείο, αυτό το αινιγματικό μάτι που κοιτάει με ένταση τον κόσμο,

ήταν το σημείο εκκίνησης για το Ojo. Τύφλωση, σκοτάδι, σκιά. Ονειρικές εικόνες που βρίσκουμε στις ταινίες, στη λογοτεχνία, στις εικαστικές τέχνες. Όλα αυτά αποτέλεσαν το υλικό μου. Τι είναι το πραγματικό; Πιστεύετε ότι η φαντασία είναι μέρος του πραγματικού; Μ’ εξιτάρει πολύ αυτή η ερώτηση! Για μένα, το πραγματικό ή αληθινό είναι το τι βιώνουμε καθημερινά, το πώς μεταφράζουμε τα συναισθήματα και τις ιδέες μας. Η φαντασία είναι το εργαλείο μας γι’ αυτό, ένα πολύ ισχυρό εργαλείο που μπορεί να μας βοηθήσει στο ν’ αντιλαμβανόμαστε το πραγματικό με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Στο Ojo βλέπουμε 6 χορευτές επί σκηνής. Είναι «χαρακτήρες»; Υπάρχει συγκεκριμένο αφηγηματικό νήμα στο έργο; Θα έλεγα πως όχι. ‘Eχουμε όλοι το δικό μας «μονοπάτι» μέσα στο κομμάτι, το οποίο ακολουθούμε και αναπτύσσουμε, αλλά δεν υπάρχει αφηγηματική γραμμή. Αυτό που ενοποιεί με κάποιο τρόπο τις φιγούρες είναι η συγκεκριμένη ατμόσφαιρα που δημιουργεί το φως ή η έλλειψή του. Το φως και η σκιά, ή το απόλυτο σκοτάδι συνθέτουν τον κόσμο, και

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 27


© Pedro Arnay © Ainara Nieves

ΜΙΑ ΔηΜΙΟΥΡγΙΚη ΣΥΝΕΡγΑΣΙΑ Ο Ραφαέλ Εστέβεθ και ο Βαλεριάνο Πάνιος είναι δυο σπουδαίοι χορευτές και χορογράφοι του φλαμένκο, που έχουν αφήσει τη σφραγίδα τους στο Ojo.

το μάτι ανταποκρίνεται, κι ακολουθεί η κίνηση. Στο Ojo χρησιμοποιείτε ένα ηχητικό τοπίο που περιλαμβάνει και κείμενο του Μπόρχες, έτσι δεν είναι; Ξεκινήσαμε με τον συνθέτη, τον Artomatico, από το μηδέν, ψάχνοντας πολλές και διαφορετικές μελωδίες και συχνότητες, ψάχνοντας τον ήχο εκείνο που θα βοηθούσε να εκφράσω τις ιδέες μου με τον καλύτερο τρόπο. Την ίδια ακριβώς διαδικασία ακολουθήσαμε και με τον σχεδιασμό φώτων. Έτσι, το φως, ο ήχος και η κίνηση αναπτύχθηκαν

μαζί, σε όλα τα στάδια, κανένα δεν υπηρετεί το άλλο, αλλά όλα μαζί συνθέτουν αυτό που είναι η παράσταση. Η φωνή που ακούμε είναι από μια ηχογράφηση του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, που διαβάζει το δοκίμιό του με τίτλο «Τυφλότητα». Όλη η αναζήτησή μας είχε σαν οδηγό ένα ερώτημα: Τι ήχο έχει άραγε το σκοτάδι; Συχνά στη δουλειά σας υπάρχουν στοιχεία φλαμένκο. Άλλωστε ξεκινήσατε την καριέρα σας ως χορευτής φλαμένκο και κλασικού μπαλέτου. Θα βρούμε φλαμένκο και στο Ojo;

28 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

Το φλαμένκο είναι μέρος του προσωπικού μου σύμπαντος και της ιδιοσυγκρασίας μου ως καλλιτέχνη. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κόρδοβα, κι εκεί ξεκίνησα να σπουδάζω μπαλέτο και φλαμένκο. Αν και έφυγα στα δεκάξι μου, αυτά που με απασχολούσαν τότε εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της δημιουργίας μου. Από το 2007 συνεργάζομαι με δυο σπουδαίους χορογράφους και χορευτές του φλαμένκο, τον Ραφαέλ Εστέβεθ και τον Βαλεριάνο Πάνιος. Στο Ojo, εκτός από την εκπληκτική τους χορευτική δεινότητα, προσέφεραν πολλά και στη δια-

δικασία σύνθεσης του κομματιού. Ναι, θα βρείτε φλαμένκο αλλά ίσως όχι όπως το ξέρετε, ως τον παραδοσιακό ισπανικό χορό. Στο κομμάτι αυτό, οι πινελιές φλαμένκο σχετίζονται κυρίως με τον ήχο, το θόρυβο, το ρυθμό. Και στη διαδικασία των προβών, οι χορευτές του φλαμένκο ενσωματώθηκαν με την υπόλοιπη ομάδα δουλεύοντας πάνω στις ίδιες ασκήσεις και αυτοσχεδιασμούς, κι έτσι το αποτέλεσμα είναι ένα μείγμα, όπου τίποτα δεν στέκεται ανεξάρτητο, αλλά όλα βρίσκονται σε δημιουργική σχέση μεταξύ τους, το φλαμένκο με τον σύγχρονο χορό. s

ΧΟΡΟΣ


Πέμη Ζούνη – Αντώνης Καφετζόπουλος

ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΑΔΕΙΑΝΟ Η Ελένη, του Ομήρου ήταν η πέτρα του σκανδάλου. Η Ελένη του Ευριπίδη (και του Σεφέρη) είναι σύμβολο ματαιότητας. Δυο ηθοποιοί με μακρά ιστορία επωμίζονται νέους ρόλους. Ελένη και Μενέλαος αναμετρώνται και, με τη συμβολή του Βασίλη Νικολαΐδη, υπονομεύουν τις έννοιες του υψηλού. Sic transit... Από την Αργυρώ Λύτρα Φωτογραφίες (από τις πρόβες της παράστασης): Γ. Βαγγελάκης - Ν. Σαριδάκης

Βρισκόμαστε στην Αίγυπτο. Εκεί όπου η θάλασσα θα ξεβράσει ναυαγό τον Μενέλαο κατά την επιστροφή του από την Τροία. Εκεί όπου ζούσε η Ελένη, όσο μαινόταν για χάρη της ο Τρωικός Πόλεμος. Κι εκείνη που φέρνει μαζί του ο Μενέλαος, έπαθλο του πολέμου του; Μια νεφέλη, ένα είδωλο που φτιάξαν οι θεοί. Ένα είδωλο για χάρη του οποίου σφάζονταν Έλληνες και Τρώες δέκα χρόνια... Ύμνος στη ματαιότητα του πολέμου, η Ελένη του Ευριπίδη συνεχίζει την επανάσταση απέναντι στο μύθο που ξεκίνησε ο λυρικός ποιητής Στησίχορος, παρουσιάζοντας στην Παλινωδία του τη δική του εκδοχή για την ιστορία της γυναίκας-«αιτίας» του πιο ξακουστού πολέμου της αρχαιότητας. Η τέλεια αποκαθήλωση της ιδέας περί δίκαιου πολέμου πραγματώνεται από τον Ευριπίδη μέσα από ένα έργο «μεικτό», το είδος εκείνο που θεμελίωσε ο τραγικός ποιητής κάνοντας να χωρέσει στην ίδια παράσταση η τραγικότητα και η φαιδρότητα, το σοβαρό και το γελοίο. Την ευριπίδεια τραγικωμωδία θα γνωρίσει φέτος η σκηνή μέσα από τη σύμπραξη πραγματικών δυνάμεων. Η συμπαραγωγή των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου και Καλαμάτας, υπό τη σκηνοθετική ματιά του καλλιτεχνικού διευθυντή του πρώτου, Βασίλη Νικολαΐδη, ενώνει για πρώτη φορά στη σκηνή δύο ηθοποιούς, η αυτόνομη πορεία των οποίων έχει πολλά να πει στο κοινό. Στο ρόλο της Ελένης, η Πέμη Ζούνη· στο ρόλο του Μενέλαου, ο Αντώνης Καφετζόπουλος.

EkEINOΣ kI EkEINH Η ΠέμηΖούνη, Ελένη, και ο Αντώνης Καφετζόπουλος, Μενέλαος, σκηνοθετημένοι από τον Βασίλη Νικολαΐδη.


ΟΙ ΡΟΛΟΙ Ο Αντώνης Καφετζόπουλος/ Μενέλαος, ερμηνεύει έναν μονοδιάστατο άνθρωπο. Η Πέμη Ζούνη/Ελένη (απέναντι) ενσαρκώνει ένα πρόσωπο με ισχυρό ένστικτο επιβίωσης.

Παίζει τον Μενέλαο, έναν μιλιταριστή που δεν λεπτολογεί τα δεδομένα, ένα πρόσωπο στο οποίο αποδίδει παροιμιώδη βραδύνοια. Δεν ταυτίζεται μαζί του, τον ερμηνεύει – διεκδικώντας από το κοινό την ταύτιση με τον ορθολογισμό και όσα επιτάσσει η λογική.

ΑΝΤωΝΗΣ ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ

Α

πό την Αστροφεγγιά και Το μινόρε της αυγής, τα σίριαλ της ασπρόμαυρης τηλεόρασης που γνώρισαν τον Αντώνη Καφετζόπουλο στο ευρύ κοινό, έως σήμερα, έχουν περάσει δεκαετίες. Τα χρόνια αυτά, υπήρξε σταρ του κινηματογράφου – με αξέχαστους ρόλους σε ταινίες όπως Παραγγελιά του Παύλου Τάσιου, Ρεβάνς του Νίκου Βεργίτση, αλλά και σε νεότερες ταινίες, στην Ακαδημία Πλάτωνος και στον Άδικο κόσμο του Φίλιππου Τσίτου. Στο μεταξύ, έχει κάνει πολλή τηλεόραση, αρκετό θέατρο, ενώ δεν αδιαφόρησε για τα κοινά και την πολιτική. Η εμπλοκή του στο αρχαίο δράμα, στο ρόλο του Μενέλαου, είναι ακόμα μια εμπειρία.

Από την Ελένη του Ευριπίδη σ’ εκείνη του Σεφέρη, ο στίχος «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη» έχει τεράστια διακειμενική απήχηση. Tο νόημα του στίχου αντανακλά, άραγε, και στις ιδιωτικές σχέσεις ή έχει να κάνει μόνο με τον δημόσιο βίο; Ασφαλώς αφορά όλα όσα αναφέρετε, αλλά δεν παύει να είναι ένα πολύ συγκεκριμένο κείμενο του Σεφέρη που γράφτηκε με θέμα την Κύπρο και το αιώνιο πρόβλημά της. Δεν μ’ ενθουσιάζουν οι γενικεύσεις και η ευκολία με την οποία σημαντικά κείμενα καταλήγουν να χρησιμεύουν ως κοινοτοπίες και κλισέ, αλλά πρέπει να σημειώσω ότι ο Σεφέρης έγραψε ό,τι έγραψε «διαβάζοντας» την Ελένη του Ευριπίδη. Στην Ελένη, ο Μενέλαος ανακαλύπτει

ότι ο πόλεμος στον οποίο παρέσυρε τους Αχαιούς επί 10 χρόνια διεκδικώντας πίσω τη σύζυγό του στηριζόταν σε μια πλάνη. Πώς βιώνει αυτή την αποκάλυψη; Τι συμβολίζει για κείνον η Ελένη; Ο Μενέλαος δεν είναι καθόλου ο άνθρωπος που βλέπει συμβολισμούς. Η μιλιταριστική παιδεία και η φύση του τον αφήνουν αδιάφορο απέναντι σε τέτοιες λεπτομέρειες. Αμέσως σκέφτεται ποιους να σκοτώσει για να πάρει πίσω το έπαθλο, την αληθινή Ελένη. Ποιος είναι ο δικός σας Μενέλαος: ο γενναίος βασιλιάς της Σπάρτης που έδωσε έναν τιτάνιο αγώνα για την αποκατάσταση της προσβεβλημένης του τιμής ή ένα φαιδρό πρόσωπο που εξαπατήθηκε σ’ ένα μάταιο πόλεμο; Η όποια, ανατριχιαστική κατά βάθος, φαιδρότης του Μενέλαου προέρχεται από την παροιμιώδη βραδύνοιά του. Στην εκδοχή του Ευριπίδη, η Ελένη καταστρώνει όλα τα σχέδια, κάνει τις λογικές σκέψεις και καθοδηγεί την απόδραση. Ο Μενέλαος, επικίνδυνος και πονηρός σαν φίδι, αρκείται στους σκοτωμούς. Η Ελένη του Ευριπίδη ανήκει στο λεγόμενο «μεικτό είδος», την τραγικωμωδία. Ποια στοιχεία του έργου θεμελιώνουν αυτόν το χαρακτηρισμό; Έχω σεβασμό σε βαθμό δέους για οτιδήποτε μας έρχεται από τόσο μακριά στο χρόνο. Παρ’ όλα αυτά, θέλω να θυμάμαι ότι τα κείμενα έφτασαν στα χέρια μας από δρόμους επικίνδυνους. Πολλές αντιγραφές εγγυώνται σχεδόν αλλοιώσεις και παραλείψεις. Δεν ξέρουμε τι

30 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

σκεφτόταν ο συγγραφέας. Σωστά ο Σεφέρης και άλλοι –και κυρίως εδώ ο Δημητριάδης, που έκανε μια θαυμάσια μετάφραση–, διάβασαν ότι το τραγικό στο έργο αυτό αφορά το θάνατο, τη δυστυχία και την καταστροφή που φέρνουν στους πολλούς και τους αφανείς οι αποφάσεις, οι πράξεις και οι παραλείψεις των ισχυρών. Μάλιστα, σε μια κορυφαία στιγμή για το αρχαίο δράμα, ο Ευριπίδης βάζει τον Αγγελιαφόρο Α΄, έναν δούλο του Μενέλαου, να επιτίθεται σφοδρά στις μαντείες και τις ανόητες προκαταλήψεις, υπερασπιζόμενος θερμά τον ορθό λόγο. Η απεικόνιση ενός προσώπου που παραδίδεται από το μύθο ως ήρωας, παρουσιάζεται από τον Ευριπίδη ως πρόσωπο μάλλον κατώτερο των περιστάσεων. Παραμένει ο Μενέλαος του Ευριπίδη τραγικό πρόσωπο; Ναι, αλλά υπό το φως της κενότητάς του. Συχνότατα, στην κινηματογραφική και θεατρική σας καριέρα, έχετε υποδυθεί κωμικούς χαρακτήρες στους οποίους υπάρχουν υποδόρια τραγικά στοιχεία ή το αντίστροφο. Θα λέγατε ότι νιώθετε κάποια ιδιαίτερη έλξη για τέτοιους ρόλους; Τι σημαίνει για σας προσωπικά ο Μενέλαος; Σας βεβαιώνω ότι δεν διάλεξα μ’ αυτό το κριτήριο τους ρόλους. Συχνότερα, αυτό που προέκυπτε σαν αποτέλεσμα, εκ των υστέρων, έπαιρνε και το αντίθετο από το προφανές νόημα. Η αλήθεια είναι ότι βρίσκω πως η ζωή η ίδια και η ανθρώπινη φύση είναι εξαιρετικά αντιφατικές και διφορούμενες.

Info ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας & Αγρινίου Ελένη Ευριπίδη Η πραγματική Ελένη δεν ήρθε ποτέ στην Τροία, αλλά το είδωλό της. Την άρπαξε ο Ερμής και την έκρυψε στην Αίγυπτο για να την προστατεύσει. Ο βασιλιάς της Αιγύπτου Θεοκλύμενος θέλει να νυμφευθεί την Ελένη, αλλά όταν παρουσιάζεται ναυαγός ο Μενέλαος, στήνουν ένα δόλιο σχέδιο και καταφέρνουν να διαφύγουν κρυφά. Σκηνοθεσία: Βασίλης Νικολαΐδης. Παίζουν: Πέμη Ζούνη, Αντώνης Καφετζόπουλος, Νίκος Αρβανίτης, Αντώνης Καρυστινός, Νίκη Παλληκαράκη, Γιάννης Κοτσαρίνης, Γιώργος Τσαπόγας, Ευγενία Μαραγκού, Εύα Κάρτσακλα Ωδείο Ηρώδου Αττικού 15-16 Ιουλίου, 21:00 Εισιτήρια: 30€ (Κάτω διάζωμα), 25€ (Άνω διάζωμα), 15€ (φοιτητικό), 5€ (ανέργων, ΑΜΕΑ)

Υπάρχει γενικότερα κάποιος τόπος στο θέατρο και στη ζωή όπου το τραγικό και το κωμικό στοιχείο ταυτίζονται; Μα η καθημερινότητα! Εκεί είναι το λαμπρό πεδίο όπου οι άνθρωποι, εξαιρετικά εγωιστές στη φύση, αδύναμοι όμως ατομικά, βολοδέρνουν μέσα στις κοινωνίες που κατασκεύασαν για να επιβιώσουν σ’ αυτόν τον σκληρό και δύσκολο κόσμο που μας περιβάλλει. s

ΘEATPO


Υποδύεται την Ελένη με τη «φρικτή» ομορφιά – όπου, κατά τη γνώμη της, σημαίνει την εκτός του μέτρου. Διεκδικεί την αφοσίωση στην τέχνη και τον βαθύτατα πολιτικό ρόλο του θεάτρου και, κατ’ αναλογία, του ηθοποιού. Πώς προσέγγισε την τραγική ηρωίδα που ενσαρκώνει;

ΠΕΜΗ ΖΟΥΝΗ

ΟΔΗΓΟΣ ΜΟΥ, Η ΑΦΟΣΙωΣΗ

Ο

ταν, το 1985, με το ρόλο της στην ταινία του Σταύρου Τσιώλη Μια τόσο μακρινή απουσία, η Πέμη Ζούνη κέρδιζε το βραβείο α’ γυναικείου ρόλου στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ήδη πορευόταν στο δρόμο της επιτυχίας. Ήδη, δηλαδή, ήταν σταρ του θεάτρου. Ιδιαίτερα επιτυχημένη και στην τηλεόραση, βρέθηκε στο απόγειο της επιτυχίας στη σειρά Κλείσε τα μάτια του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Η θεατρική της πορεία της επεφύλαξε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε έργα όπως Λεωφορείον ο πόθος, Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ ή Όπερα της πεντάρας, ενώ έχει αξιοσημείωτες εμφανίσεις και σε ανεβάσματα αρχαίας τραγωδίας. Ενεπλάκη, και αυτή, στην πολιτική, εξελέγη μάλιστα στη Βουλή με το ΠΑΣΟΚ – κι ίσως γι’ αυτό, συνομιλώντας για την Ελένη, την οποία ενσαρκώνει, εμμένει στα πολιτικά χαρακτηριστικά του ευριπίδειου κειμένου.

Ποια είναι η τραγικότητα της θρυλικής γυναίκας για χάρη της οποίας έγινε ο δεκαετής πόλεμος στην Τροία; Ο Στησίχορος πρώτος και ο Ευριπίδης κατόπιν φαίνεται πως αποφασίζουν να αποκαταστήσουν το όνομα της Ελένης. Στην πραγματικότητα, εμβαθύνουν στην κοσμοθεωρία και την ηθική της εποχής τους. Ο Ευριπίδης ιδιαίτερα, με την ανθρωποκεντρική του ματιά, αντιμετωπίζει αυτήν τη μυθικής ομορφιάς γυναίκα περίπου ως φυσικό φαινόμενο, που ερήμην της προκαλεί τις μεγαλύτερες καταστροφές, ενώ η ίδια παραμένει

ΘEATPO

πεισματικά πιστή. Αυτό το «ερήμην» εμπνέει και τον Σεφέρη: «Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια, φώναζε. Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι. Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία». Εξάλλου, ο Ευριπίδης καταγγέλλει την ανοησία των ανθρώπων να ρίχνονται σε πολέμους και να αφανίζονται έτσι κι αλλιώς, πόσο μάλλον όταν αυτό γίνεται πάντα για ένα «πουκάμισο αδειανό». Στην πάροδο, η Ελένη, αφηγούμενη την ιστορία της, καταριέται την ομορφιά της ως αιτία του χαλασμού στην Τροία. Τι εννοεί; Η Ελένη είναι η ανάγνωση του ωραίου. Η ομορφιά, όμως, όταν ξεπεράσει το «ωραίο» και γίνει «υπέροχο», αποκτά επικινδυνότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι στον Όμηρο δεν υπάρχει περιγραφή των χαρακτηριστικών της Ελένης (πώς θα μπορούσε άλλωστε; θα περιόριζε αυτομάτως τη δύναμή της). Αλλά ο βασιλιάς της Τροίας Πρίαμος, ο οποίος έχει χάσει ήδη πολλά παιδιά εξαιτίας της, λέει: «Χαλάλι όσα έπαθαν οι Φρύγες και οι Έλληνες... Φρικτά μοιάζεις στην όψη με τις αθάνατες θεές!» Αυτό το «φρικτά» σχολιάζει ακριβώς το «εκτός μέτρου». Οτιδήποτε εκτός μέτρου ταράσσει την αρμονία, την οποία εμείς οι Έλληνες διδάξαμε. Η Ελένη πληρώνει τα λύτρα της στην υπέρμετρη εύνοια της τύχης. Πιστεύω ότι οτιδήποτε εκτός μέτρου φλερτάρει με τον κίνδυνο. Η δική μου Ελένη χαρακτηρίζεται από ισχυρό ένστικτο επιβίωσης – σωματικής και ηθικής. Μέσα στα τραγικά και τα κωμικά της στοιχεία, σ’ αυτό συνάντησα το πανανθρώπινο κύτταρό της.

Στο «μεικτό είδος» του Ευριπίδη, όπου κατατάσσεται η Ελένη, τα τραγικά πρόσωπα μπορεί να αποδίδουν και κωμικές καταστάσεις. Συγκεντρώνει τέτοια χαρακτηριστικά το πρόσωπο της Ελένης; Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη δυσκολία αυτού του έργου. Το αμφίβιο της γραφής του Ευριπίδη. Το πέρασμα από το τραγικό στο κωμικό και πάλι στο τραγικό. Ο ρόλος της Ελένης, ακριβώς επειδή είναι η ραχοκοκαλιά της ιστορίας, υπηρετεί και τα δύο, ακροβατώντας επικίνδυνα. Αλλά αυτά τα σταυρόλεξα δεν είναι που προκαλούν τους καλλιτέχνες;... Το έργο όχι μόνο νομιμοποιείται ως τραγικωμωδία, αλλά ορίζει το είδος, εκτός των άλλων, επειδή έχει αίσιον τέλος – happy end. Τι συμβολίζει η Ελένη (είδωλο και πραγματική) για τον Μενέλαο και τι συμβολίζει ο Μενέλαος για την Ελένη; Η Ελένη είναι καταδικασμένη να κατακτιέται από τον πιο ισχυρό άντρα. Έτσι λοιπόν, για τον Μενέλαο, η Ελένη συνιστά την απόδειξη της ισχύος του. Για κείνη, στο συγκεκριμένο έργο, ο Μενέλαος είναι η επιστροφή στην πατρίδα. Για ένα ικανό διάστημα, παραμείνατε εκτός θεάτρου λόγω της εμπλοκής σας στην πολιτική. Όταν επιστρέψατε στη σκηνή, δηλώσατε σε συνέντευξή σας ότι, μετά την πολιτική, στο θέατρο δεν είστε πια η ίδια. Δηλαδή; Ποτέ δεν είμαστε ίδιοι μετά από μεγάλα γεγονότα και σημαντικές αλλαγές στη ζωή μας. Τα δυόμισι χρόνια στη Βουλή, ιδιαίτερα σ’ αυτή τη συγκυρία, ήταν εμπειρία μετωπικής σύγκρουσης. Χρή-

σιμη φυσικά εκ των υστέρων, αφού πληρώθηκε πολλαπλώς. Ίσως το αρχαίο δράμα είναι άλλη μια μεγάλη αναμέτρηση... Σίγουρα με περισσότερη ασφάλεια και πιο πολύ οξυγόνο. Το γεγονός ότι είστε προβεβλημένο δημόσιο πρόσωπο, και λόγω της ενασχόλησής σας με την πολιτική, εκτιμάτε ότι επηρεάζει τις προσλαμβάνουσες του κοινού, ιδιαίτερα δε σ’ ένα έργο με πολιτικό περιεχόμενο, όπως η Ελένη; Μ’ άλλα λόγια, υπάρχει κάποια πρόσθετη διαμεσολάβηση στο πώς φτάνει η Ελένη της Πέμης Ζούνη στο κοινό; Σας απασχόλησε αυτή η παράμετρος και, αν ναι, πώς το χειρίζεστε υποκριτικά; Ίσως να επηρεάζει τις προσλαμβάνουσες του κοινού, ίσως όχι, δεν μπορώ να ξέρω, αλλά δεν μπαίνω σ’ αυτόν τον δρόμο, γιατί δεν υπάρχει πυξίδα. Τριάντα χρόνια τώρα είμαι εκτεθειμένη στην κρίση του κοινού. Με κάθε επιλογή μου. Θα συνεχίσω με τον μόνο οδηγό που γνωρίζω. Την αφοσίωση. Το αρχαίο δράμα ήταν κατά την εποχή της ακμής του βαθύτατα πολιτικός θεσμός. Εξακολουθεί το θέατρο εν γένει να έχει πολιτική λειτουργία στις μέρες μας; Εσείς προσωπικά βλέπετε στο θέατρο, πέραν των άλλων, κι ένα πεδίο άσκησης πολιτικής; Η τέχνη είναι βαθύτατα πολιτική πράξη. Είτε αποχαυνώνοντας, είτε διεγείροντας συνειδήσεις. Θέλουμε-δε θέλουμε. Κι έχει μεγαλύτερη δύναμη διείσδυσης από την επίσημα οργανωμένη και ασκούμενη πολιτική. Αλλά αυτό δεν είναι ποτέ σε πρώτο πλάνο στο μυαλό του καλλιτέχνη. s

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 31


ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ Η Μαριλίτα Λαμπροπούλου. Ο Γιάννης Νταλιάνης (απέναντι) ζωντανεύει τον κεντρικό ήρωα της Σκακιστικής νουβέλας του Τσβάιχ, ένα πρόσωπο που μαθαίνει να ισορροπεί στην τρέλα, να επιβιώνει σε συνθήκες κοινωνικής βίας και να παραμένει διαρκώς ένας αμφισβητίας.

Info Μαριλίτα Λαμπροπούλου Λάθος κίνηση (διασκευή της Σκακιστικής νουβέλας του Τσβάιχ) Σ’ ένα πλοίο προς την Αργεντινή ο δρ. Μπ. αντιμετωπίζει σε μια παρτίδα σκακιού τον Μίρκο Τσέντοβιτς, τον σκοτεινό παγκόσμιο πρωταθλητή. Ο δρ. Μπ. υπέστη από τους ναζί μια ιδιαίτερη φυλάκιση σ’ ένα εντελώς άδειο δωμάτιο ξενοδοχείου, χωρίς τίποτα να μπορεί ν’ απασχολήσει ή να διασκεδάσει το μυαλό του, μέχρι που ανακάλυψε ένα εγχειρίδιο με παρτίδες σκακιού που άρχισε ν’ αποστηθίζει και να ξαναπαίζει από μνήμης. Έχοντας εξαντλήσει τις πηγές του βιβλίου, το μυαλό του τον οδήγησε σε παρτίδες με αντίπαλο τον εαυτό του, κι έτσι άρχισε να υποβάλλεται σε μια σχιζοφρενική διάλυση που επρόκειτο να αποβεί μοιραία. Παίζει ο Γιάννης Νταλιάνης. Πειραιώς 260, Κτίριο Ε 16-17 Ιουλίου, 21:00 Εισιτήρια: 15€ (κανονικό), 10€ (μειωμένο), 5€ (φοιτητικό, 65+, ανέργων, ΑΜΕΑ) 32 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

ΘEATPO


Μαριλίτα Λαμπροπούλου

«ΚΙ ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΕχΕΙ ΤΕΛΟΣ H ΠΑΡΤΙΔΑ...»* Αν και περισσότερο γνωστή μέσα από τις τηλεοπτικές της παρουσίες, η Μαριλίτα Λαμπροπούλου, έχει στο ενεργητικό της ρόλους δίπλα στον Μιχαήλ Μαρμαρινό και στον Γιάννη Χουβαρδά και θεατρικές σκηνοθεσίες για το Θέατρο Αμόρε και την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Φέτος σκηνοθετεί τη Λάθος κίνηση, διασκευή της διάσημης Σκακιστικής νουβέλας του Στέφαν Τσβάιχ, για το Φεστιβάλ Αθηνών. Από την Έλια Αποστολοπούλου Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης

A

ν και πέρασαν μόλις 20 μέρες απ’ όταν γέννησε τη δεύτερη κόρη της, δεν δίστασε να την πάρει μαζί της και να επιστρέψει στις πρόβες. Αναλαμβάνοντας το ρόλο της σκηνοθέτριας αυτή τη φορά, καθοδηγεί τον Γιάννη Νταλιάνη στη Λάθος κίνηση, μια μεταφορά της Σκακιστικής νουβέλας του Στέφαν Τσβάιχ, που εκδόθηκε το 1943, ένα χρόνο μετά το θάνατο του συγγραφέα που αυτοκτόνησε με τη γυναίκα του, θεωρώντας την καταστροφή της Ευρώπης τη δεκαετία του 1940 ως καταβαράθρωση του έργου του. Κείμενο συμβολικό, με φιλοσοφικές προεκτάσεις, αποτελεί μία από τις πιο διαβασμένες νουβέλες του 20ού αιώνα. Η σκηνοθέτρια, ευγενής και πρόθυμη – παρά το δύσκολο πρόγραμμά της– μοιράστηκε μαζί μας τις σκέψεις της για την παράσταση.

Για την πρώτη σας συμμετοχή στο Φεστιβάλ Αθηνών ως σκηνοθέτρια, επιλέξατε τη μεταφορά της Σκακιστικής νουβέλας του Στέφαν Τσβάιχ σε Λάθος κίνηση. Τι σας οδήγησε σ’ αυτήν την επιλογή; Υπάρχουν κάποια κλασικά κείμενα με τα οποία έχω μια σχέση διαρκείας. Έρχεται κάποια στιγμή που αναδύονται και με απασχολούν περισσότερο. Κάτι τέτοιο συνέβη τώρα με τη Σκακιστική νουβέλα. Δεν θεωρώ απαραίτητο να εξιχνιάζω τους λόγους που με έλκει μια ιδέα ή ένα κείμενο, ωστόσο πολλοί αποκαλύπτονται από μόνοι τους, στην πορεία της δουλειάς. Φυσικά, υπάρχουν πολλά νήματα που συνδέουν την εποχή που επηρέασε τη συγγραφή του έργου με τη δική μας εποχή, αλλά είναι κάτι βαθύτερο, κάτι στην ίδια τη δομή του, κάτι στην άγνωστη έκβαση, κάτι στην ελπίδα που δεν ευοδώνεται, κάτι στα λιτά μέσα με τα οποία ο συγγραφέας παράγει πλούτο που με κινητοποίησε να το μοιραστώ με άλλους. Η Σκακιστική νουβέλα είναι ένα κείμενο που έχει τη δυναμική και αξίζει να βιωθεί σαν μια

ΘEATPO

κοινή, θεατρική εμπειρία. Και βέβαια το Φεστιβάλ Αθηνών είναι μια ιδανική περίπτωση για την παρουσίαση νέων πραγμάτων, τόσο λόγω της υποστήριξης που παρέχει, όσο και λόγω της σύστασης του κοινού που συγκεντρώνει. Η αλλαγή του τίτλου σε Λάθος κίνηση έχει να κάνει με την οπτική αυτής της παράστασης. Τρεις λάθος κινήσεις είναι υπεύθυνες για το ξετύλιγμα της ιστορίας. Σκακιστικές ή μη, αναδεύουν τα κίνητρα των προσώπων του έργου και γεννούν πράξεις. Τελικά, ποιος είναι σε θέση να τις κρίνει; Τι ακριβώς θα δούμε σε σχέση με το πρωτότυπο κείμενο; Έχει γίνει κάποια επεξεργασία; Θα δούμε μια δουλεμένη εκδοχή, που σμιλεύτηκε καθημερινά στην πρόβα. Η παράσταση αναπτύσσεται σε τρεις πράξεις. Στον κεντρικό –τραγικό– ήρωα έχει κρατηθεί σε μεγάλο βαθμό το ύφος –και η διατύπωση– του λόγου του Τσβάιχ. Στο α’ μέρος, στον αφηγητή –μοναδικό μάρτυρα της ιστορίας του κεντρικού ήρωα– ο λόγος έχει διαφοροποιηθεί αρκετά από το πρωτότυπο για να τονίσουμε την υπόσταση και την αναζήτηση αυτού του προσώπου, αλλά και για να δοθεί έμφαση στη δράση – σε βάρος της αμιγούς αφήγησης. Στην τελευταία πράξη –πράξη της τελικής αναμέτρησης–, έχει διαμορφωθεί ένα φλέγον θεατρικό «εδώ και τώρα», που απέχει ακόμα περισσότερο από τη δομή της αφήγησης του πρωτότυπου. Στο πλοίο, όπου διαδραματίζεται το έργο, αρκετοί Ευρωπαίοι επιβάτες καταφεύγουν στην Αργεντινή για να ξεφύγουν από τη βία του ναζισμού. Τι αντιστοιχίες βλέπετε με το σήμερα; Υπάρχει πολύ υλικό για συνειρμούς αντιστοιχιών, αν και δεν ήταν σκοπός η επικαιροποίηση. Οι συσχετισμοί δεν είναι μονοσήμαντοι. Προτιμώ να το αφήνω ανοικτό για να το προσλάβει ο κάθε θεατής με τον δικό του τρόπο. Πρόκειται για ένα έργο με κεντρικά θέματα την τρέλα, την βαναυσότητα

και τελικά την ικανότητα του ανθρώπινου μυαλού να επιβιώνει. Γιατί σας γοητεύουν αυτά τα θέματα; Με γοητεύει κυρίως ο τρόπος που χειρίζεται αυτά τα θέματα ο συγγραφέας. Στην τρέλα ψάχνει τη λογική της. Στη βαναυσότητα τη ραφιναρισμένη, υπόγεια εκδοχή της. Στην ικανότητα επιβίωσης την αμφισβήτησή της. Ο πνευματικός εγκλεισμός του ήρωα τον οδηγεί ουσιαστικά στην τρέλα. Είναι αυτή η μόνη διέξοδος; Σ’ αυτήν ακριβώς την ερώτηση προσπαθεί να απαντήσει και ο ήρωας, στο πλοίο προς την ελευθερία. ωθεί τη μνήμη του να περπατήσει ξανά πάνω στα ίδια μονοπάτια, πίσω στο κελί της απομόνωσής του, με τη βοήθεια όμως πια της παρουσίας ενός αφηγητή-φίλου, για να καταλάβει τι του συνέβη και αν μπορούσε να υπάρξει –αν μπορεί ακόμα να υπάρξει– άλλη διέξοδος. Ο Γιάννης Νταλιάνης επιχειρεί μια «δραστική πολυεπίπεδη αφήγηση» διαβάζουμε στην περιγραφή της παράστασης. Δηλαδή; Είναι και αφηγητής, αλλά υποδύεται και τους δύο ρόλους της παράστασης. Η αφήγηση είναι δραστική, γιατί τα πρόσωπα του έργου προσανατολίζονται σ’

αυτό που διεκδικούν, κάτι διακυβεύεται γι’ αυτά κατά τη διάρκεια του έργου. Δεν ακούμε σαν παραμύθι την ιστορία, αλλά συναντάμε ανθρώπους που ζητούν και πασχίζουν. Ακόμα κι όταν σχολιάζουν, δρουν. Αφηγούνται κιόλας, αλλά χρησιμοποιούν την αφήγηση σαν όχημα για να πετύχουν αυτό που ζητούν. Πολυεπίπεδη, γιατί ο ηθοποιός προσεγγίζει με άλλο τρόπο το κάθε πρόσωπο, αναζητά διαφορετικούς βαθμούς ταύτισης και απόστασης από τους ρόλους –τους δύο βασικούς και άλλους–, δεν τον απασχολούν τα κίνητρα όλων στον ίδιο βαθμό. Πώς λειτούργησε η συνεργασία σας με τον Γιάννη Νταλιάνη; Ο Γιάννης είναι ένας ηθοποιός που συνδυάζει εγκεφαλικότητα και σωματικό ένστικτο, συνδυασμός καίριος για τη συγκεκριμένη δουλειά. Συνδέθηκε από την αρχή πολύ με το κείμενο και υπήρξαν στιγμές που λειτουργήσαμε σαν μία οντότητα στη συνεργασία. Η επικοινωνία μας ήταν γρήγορη και σε κοινή αισθητική γραμμή. Μου πρόσφερε πολλά στην πρόβα και ελπίζω να τα αξιοποίησα επαρκώς. Φυσικά, όλα αυτά μένει να δικαιωθούν από το αποτέλεσμα. s * Ο τελευταίος στίχος από το ποίημα Το σκάκι του Μανόλη Αναγνωστάκη

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 33


Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου

ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΤΗ Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από τότε που ανέβηκε για πρώτη φορά στην Επίδαυρο, εν μέσω δυνατών χειροκροτημάτων, η Σαμία του Μενάνδρου από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Φέτος, επιστρέφουν στον ίδιο τόπο σχεδόν όλοι οι παλιοί συντελεστές της παράστασης για ν’ αναβιώσουν μια κωμωδία παρεξηγήσεων. Κι ανάμεσά τους, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, σε ένα θεατρικό ρόλο, τον ίδιο που είχε υποδυθεί και 20 χρόνια πριν. Τι έχει μεσολαβήσει; Είκοσι χρόνια καριέρα – και μια οικονομική, αλλά και κοινωνική κρίση... Από τη Μυρτώ Πολυμίλη

ΕΥΗΣ ΓΑβΡΙΗΛΙΔΗΣ

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΟΠΛΑ, Ο βΑΡβΕΡΗΣ ΚΙ Ο ΑΛΚΙΝΟΟΣ

Δ

υο πρόσωπα έχουν σηματοδοτήσει με τη δραστηριότητά τους το θέατρο στην Κύπρο. Η μία, η ηθοποιός Δέσποινα Μπεμπεδέλη. Ο άλλος, ο σκηνοθέτης Εύης Γαβριηλίδης, που φέτος επικαιροποιεί ένα παλιότερο ανέβασμα της Σαμίας του Μενάνδρου στην Επίδαυρο. Μαθητής στη δραματική σχολή του Κουν και με σπουδές σκηνοθεσίας στην Αγγλία και στην Αμερική, ο Γαβριηλίδης μετέφερε στην Κύπρο το πνεύμα και την ατμόσφαιρα του υπόγειου της Στοάς του Ορφέα, στο θεατράκι του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, δημιουργώντας το φυτώριο της σύγχρονης θεατρικής ζωής στο νησί. Διευθυντής για πολλά χρόνια του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου (ΘΟΚ), παραμένει δρων πρόσωπο και μετά την αποχώρησή του, το 1989, συνεχίζοντας να σκηνοθετεί, να διδάσκει, να παρεμβαίνει... Με το πνεύμα αυτό, της δημιουργικής παρέμβασης, συναντά ξανά τους παλιούς του συνεργάτες, επιδιώκοντας να ξανασυναντήσει το μεγάλο κοινό της Επιδαύρου με δυο μυστικά όπλα: την κομψή, παιγνιώδη μετάφραση της Σαμίας από τον Γιάννη Βαρβέρη, και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, σταρ σήμερα σε Ελλάδα και Κύπρο, ο οποίος πριν από είκοσι χρόνια έκανε τα πρώτα του δειλά καλλιτεχνικά βήματα. Στις επόμενες σελίδες, εκτός από τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, καταθέτουν την εμπειρία τους τρεις ακόμα ηθοποιοί που επαναλαμβάνουν σήμερα τον παλιό τους ρόλο: ο Κώστας Δημητρίου, ο Σπύρος Σταυρινίδης και ο Σταύρος Λούρας. Η μέθοδος και τα σχέδια του Εύη Γαβριηλίδη κατατίθενται στη σύντομη συνέντευξη που ακολουθεί:

Ποια είναι η σχέση σας με τη Σαμία του Μενάνδρου; Γνωρίζω την ύπαρξη του κειμένου της Σαμίας του Μενάνδρου απ’ όταν ανακαλύφθηκε ο πάπυρος και μεταφράστηκε. Όταν το κείμενο έφτασε σε μένα –πρώτα παίχτηκε στην ελληνική εκπομπή του ραδιοφώνου του BBC– αισθάνθηκα αμέσως μια

34 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

έλξη για το έργο. Ήμουν τότε υπεύθυνος των ψυχαγωγικών προγραμμάτων –και του θεάτρου– στο ΡΙΚ, κι έτσι σκέφτηκα να το ανεβάσουμε στη μαυρόασπρη τότε τηλεόραση. Πράγμα που έγινε, και με επιτυχία. Μέσα μου, όμως, με κυνηγούσε η επιθυμία της επανάληψης της παράστασης, αλλά πια μ’ έναν άλλο τρόπο. Φανταζόμουνα την Αθήνα της εποχής του Μενάνδρου, μια πόλη σχετικά μικρή σε έκταση, με τους κατοίκους της να γνωρίζονται μεταξύ τους και τα κουτσομπολιά να θρέφουν τους αργόσχολους. Τέτοιοι είναι οι ήρωες των κωμωδιών της εποχής εκείνης που με παρέπεμπε στην Αθήνα του 1920. Εποχή όπου η καθημερινή γλώσσα ήτανε στην καθαρεύουσα. Θέλησα να μεταφραστεί το έργο στην καθαρεύουσα για να δώσει περισσότερο τη μυρωδιά των αρχόντων και δούλων της εποχής εκείνης στις καθημερινές τους συνδιαλέξεις. Προσέτρεξα στον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη. Ενθουσιάστηκε. Ανέλαβε δε και τη συγγραφή των τραγουδιών του χορού (δεν υπήρχαν στο πρωτότυπο). Σε κάθε ημιχόριο πρόσθεσε τραγούδια σκαμπρόζικα, στην καθαρεύουσα πάντα. Κι έτσι γράφτηκαν στίχοι όπως «τίνος είναι το παιδίον, μόνος γνώστης το αιδοίον». Το 1993, ανεβάσαμε τη Σαμία στην Κύπρο και στη συνέχεια στην Επίδαυρο με επιτυχία. Όταν φέτος τελείωσε το κτίσμα του Εθνικού μας θεάτρου, επελέγη η Σαμία για να το εγκαινιάσει. Ανέλαβα με χαρά την επανάληψη της παράστασης, καλώντας όλους τους ηθοποιούς που είχαν παίξει τότε. Μερικοί πολύ αγαπημένοι συντελεστές έχουν ήδη φύγει και η αντικατάστασή τους μας πόνεσε πολύ. Η Σαμία, πέρα από τα κωμικά της στοιχεία, είναι ένα έργο γύρω από την ψευδαίσθηση της διανοητικής –και όχι μόνο– υπεροχής; Τα θέματα των κωμωδιών του Μενάνδρου και των συγγραφέων της εποχής του απασχολούσαν προβλήματα και καταστάσεις της καθημερινής τότε ζωής της Αθήνας. Νόθα παιδιά, διαζύγια, ερωτικές παράνομες συναντήσεις. Τέτοιου είδους χαριτωμενιές. Κατά τη γνώμη μου, παρόλο που το έργο έχει αφέντες και υπηρέτες και τους γνωστούς κωμικούς καυγάδες μεταξύ τους, το είδος αυτό δεν θα μπορούσε να ονομαστεί πολιτικό θέατρο. Εδώ ο υπηρέτης Παρμένων γίνεται σχεδόν φίλος με τον γιο, ο οποίος ερωτεύθηκε την κόρη του γείτονα Νικηράτου, αφήνοντάς την έγκυο χωρίς να έχει προϋπάρξει γάμος. Αυτό το είδος θεάτρου σήμερα θα το έλεγα χαριτωμένη φάρσα. s

ΘΕΑΤΡΟ


ΣΑΝ ΣΤηΝ ΑΘηΝΑ ΤΟΥ 1920 Ο χορός της Σαμίας, στη νέα παράσταση του ΘΟΚ. Ο σκηνοθέτης Εύης Γαβριηλίδης τοποθετεί τη δράση σ’ έναν περίγυρο που θυμίζει την Αθήνα του μεσοπολέμου, «με τους κατοίκους της να γνωρίζονται μεταξύ τους και τα κουτσομπολιά να θρέφουν τους αργόσχολους».

Info Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου Σαμία Μενάνδρου Ένα εξώγαμο παιδί δημιουργεί μια σειρά παρεξηγήσεων ανάμεσα σε δύο οικογένειες. Ο νεαρός Μοσχίων καθιστά έγκυο μια γειτονοπούλα και ο πατέρας του, Δημέας, πιστεύει ότι το νόθο αυτό παιδί ανήκει στο γιο του και στη σύντροφό του, Σαμία. Υπηρέτες και αφεντάδες, δούλοι και αριστοκράτες βρίσκονται μπλεγμένοι σ΄ένα κουβάρι παρεξηγήσεων που δεν μπορούν να ξεμπλέξουν. Σκηνοθεσία: Εύης Γαβριηλίδης. Παίζουν: Αλκίνοος Ιωαννίδης, Στέλα Φυρογένη, Κώστας Δημητρίου, Σπύρος Σταυρινίδης, Δημήτρης Αντωνίου, Σταύρος Λούρας, Προκόπης Αγαθοκλέους, Θέα Χριστοδουλίδου, Νιόβη Χαραλάμπους, Άννα Γιαγκιώζη. Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου 19-20 Ιουλίου, 21:00 Εισιτήρια: 45€ (VIP), 35€ (Ζώνη Α), 25€ (Ζώνη Β), 15€ (Ζώνη Β φοιτητικό), 10€ (Άνω διάζωμα), 5€ (Άνω διάζωμα φοιτητικό, ανέργων, ΑΜΕΑ)


ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΣηΜΕΡΑ Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης και ο Κώστας Δημητρίου υποδύθηκαν τους ρόλους του Δημέα και του Μοσχίωνα πριν από είκοσι χρόνια. Τους ίδιους ρόλους επαναλαμβάνουν και σήμερα (απέναντι).

ΚωΣΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δημέας

ΑΛΚΙΝΟΟΣ ΙωΑΝΝΙΔΗΣ - Μοσχίων

Συστήστε μας τον Δημέα. Έχει αλλάξει ο τρόπος που προσεγγίζετε τον συγκεκριμένο χαρακτήρα; Ο Δημέας είναι ένας φυσιολογικός πατέρας-πατριάρχης της εποχής του, τον οποίο συναντούμε και σήμερα. Είναι παντός καιρού: αφέντης, αριστοκράτης που θέλει να γνωρίζει και να ελέγχει τα πάντα. Λειτουργεί αφ’ υψηλού, αλλά πάντα στο πλαίσιο της κωμωδίας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εμπειρίες που απέκτησα μου έδωσαν την δυνατότητα να δω τον Δημέα πιο ώριμα, με περισσότερο έλεγχο, αλλά και να υπηρετήσω σωστά την εποχή. Ο τρόπος προσέγγισης παραμένει ο ίδιος. Με τον ίδιο ενθουσιασμό, αλλά και με σεβασμό στη μουσικότητα του λόγου – της καθαρεύουσας που μας δίδαξε ο Γιάννης Βαρβέρης. Πάντα, φυσικά, μέσα από την πειθαρχία που προσδίδει η δωρική σκηνοθεσία του Γαβριηλίδη, με λεπτομέρεια στην κίνηση και στο καθετί.

Πριν από 20 χρόνια, ερμηνεύσατε στην Επίδαυρο τον 18χρονο Μοσχίωνα, όντας τότε 23 χρόνων. Αργότερα δηλώσατε ότι «δεν αισθάνομαι ηθοποιός, ούτε έχω διάθεση να γίνω». Πώς και γιατί λοιπόν αποφασίσατε να μπείτε ξανά στην ίδια περιπέτεια; Αγαπώ το θέατρο από παιδί. Ποτέ όμως δεν αισθάνθηκα ηθοποιός. Στη σχολή του Εθνικού πήγα για να προετοιμαστώ για τη σκηνοθεσία κινηματογράφου, που ήταν ο στόχος μου πριν πραγματοποιηθεί το όνειρο της μουσικής. Όσο έπαιξα θέατρο, αυτό το λίγο, δεν το έκανα ως ηθοποιός, αλλά σαν παιδί που καβαλά ένα σκουπόξυλο και πάει στο φεγγάρι. Με την αφέλεια, το θράσος και την ελευθερία μιας παρατεταμένης εφηβείας. Έτσι μπήκα αρχικά και στην περιπέτεια της «πρώτης» Σαμίας. Χωρίς να υποψιάζομαι πως μου επιφυλάσσει μια από τις σημαντικότερες εμπειρίες της ζωής μου. Επιστρέφω σήμερα στον ίδιο ρόλο, στον ίδιο θίασο, ανάμεσα στους ίδιους αγαπημένους ανθρώπους. Στον ίδιο ιερό χώρο, σ’ αυτό το σπίτι όλης της ανθρωπότητας που, φοιτητής, τρύπωνα σε ώρες άσχετες για να κοιμηθώ κάτω από τα δέντρα, να διαβάσω τις πέτρες, να θυμηθώ από πού ερχόμαστε. Και βρίσκω τη Σαμία ολοζώντανη, ολοκαίνουργια, ολόδροση. Να φέρνει χαρά, επίπεδο, αισθητική, γέλιο και φως, σε μια εποχή σκοτεινή, λυπημένη και αντιαισθητική. Να νικά το χρόνο και τον καιρό.

Βγαίνει πιο δύσκολα το γέλιο ή το χειροκρότημα 20 χρόνια μετά; Στις παραστάσεις που κάναμε τώρα στην Κύπρο, διαπιστώσαμε ότι το κοινό αντιδρούσε γενναιόδωρα, πιο χαλαρά απ’ ό,τι παλαιότερα. Αισθανόσουν ότι απολάμβανε την κάθε στιγμή. Μετά το τέλος της παράστασης, μας ευχαριστούσαν επίμονα και με χαμόγελο. Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι και στην Ελλάδα η παράσταση θα προσφέρει ανακούφιση λόγω της καλαισθησίας, της σαφήνειας και της ευαισθησίας της. Πιστεύω ότι με την ωριμότητα, το σεβασμό, αλλά και τη σοβαρότητα που προσεγγίσαμε ξανά την παράσταση –θέλοντας να είναι αντάξια αυτής του 1993– καταφέραμε να είναι ακόμη καλύτερη. Θέλαμε όλοι να υπερβούμε τους εαυτούς μας. Ειδικά στους χαλεπούς αυτούς καιρούς, η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Μέσα από την προσπάθεια αυτή, δείχνουμε ότι ο πολιτισμός είναι μια απάντηση. Οφείλουμε να παραμείνουμε ζωντανοί και δημιουργικοί. s

Εσείς ποια χαρακτηριστικά του Μοσχίωνα αναδεικνύετε στην παράσταση; Πόσο δύσκολο ήταν να υποδυθείτε έναν τέτοιο χαρακτήρα; Ο Μοσχίων είναι ένα αριστοκρατικά καλομαθημένο, ανώριμο, ευγενικό αγοράκι με αρχές και καλές προθέσεις. Όλα αυτά δεν τον εμποδίζουν ν’ αφήσει έγκυο τη γειτονοπούλα. Το έργο, από μια άποψη, είναι η τελετή ενηλικίωσης του Μοσχίωνα, που περνά από την παρόρμηση στον έρωτα, από το ψέμα στο θάρρος, από το ρόλο του παιδιού στο ρόλο του εραστή, του πατέρα και του συζύγου, από την υπεκφυγή στην, αναγκαστική έστω, ανάληψη ευθυνών. Τα νήματα αυτής της ενηλικίωσης τα κινεί μια υπέροχα ερωτική και έξυπνη εταίρα, η ερωμένη του πατέρα του, η Χρυσίδα από τη Σάμο. Θέλοντας και μη, ο Μοσχίων ακολουθεί τους αιώνιους νόμους του έρωτα, περνώντας στην ενήλικη ζωή. Τον αγαπώ, τον συμπονώ και δεν δυσκολεύομαι να ταυτιστώ μαζί του. Η ερμηνεία κινείται μεταξύ ευαισθησίας και καρικατούρας, ανδρισμού και παιδικότητας, ειλικρίνειας και γελοιότητας. Δεν απέχω σαν άνθρωπος από αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν μου είναι ξένα. Εύκολα τα αναγνωρίζω μέσα μου. Νιώθω να ξέρω τον Μοσχίωνα από πολύ παλιά… s

36 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

ΘEATPO


ΣΠΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗΣ Παρμένων Πώς προσεγγίσατε το ρόλο του Παρμένοντα ; Απολαμβάνω το ρόλο του δούλου Παρμένοντα όπως κι όταν τον πρωτοσυνάντησα πριν από είκοσι χρόνια. Οι δούλοι την εποχή εκείνη, για να επιβιώσουν, είχαν ως μόνο καταφύγιο την πονηριά τους και φυσικά γνώριζαν όλα τα κουτσομπολιά. Ο Μένανδρος χρησιμοποίησε πολύ έξυπνα το ρόλο του Παρμένοντα για να βοηθήσει να ξετυλιχθεί το νήμα της υπόθεσης. Η πρόταση του ΘΟΚ για αναβίωση της Σαμίας ήταν απ’ όλους εμάς τους ηθοποιούς ευπρόσδεκτη. Από την πρώτη στιγμή, πίστεψα ότι η φετινή παράσταση θα είναι πολύ καλύτερη, βλέποντας όλους τους παλιούς συντελεστές πόσο ώριμοι και σπουδαίοι ηθοποιοί είναι. Τούτο και έγινε. Η Σαμία μπορεί να μη μας θυμίζει ως έργο την πολιτική κατάσταση, την κοινωνική όμως; Ο Μένανδρος δεν επιδίωξε να θίξει πολιτικές ή κοινωνικές καταστάσεις, αλλά να κάνει μια καλή κωμωδία, κι αυτό έκανε. Πρωταγωνιστής της παράστασης είναι η σπουδαία μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη, που πραγματικά γοητεύει τα αυτιά των θεατών, όπως γοήτευσε και τους ηθοποιούς στην πρώτη εκείνη ανάγνωση του 1993. Αυτή η γοητευτική σχέση με το λόγο δεν έχει σταματήσει να υπάρχει. s

ΘEATPO

ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΟΥΡΑΣ - Μάγειρος Η παρουσία του Μάγειρου στη Σαμία παίζει καταλυτικό ρόλο στο έργο, καθώς προσδίδει ίσως πιο έντονα απ’ όλους το κωμικό στοιχείο. Πώς ερμηνεύσατε το ρόλο αυτό, τότε και τώρα; Κωμικά στοιχεία έχουν όλοι οι ρόλοι στη Σαμία. Κωμωδία, και μάλιστα ζηλευτή, έχει ο ίδιος ο λόγος που ακούγεται, όπως και οι στίχοι που έγραψε στα χορικά ο λατρευτός και αξέχαστος Γιάννης Βαρβέρης. Ο δικός μου ρόλος στηρίχθηκε σε μια καλλιτεχνική ευφορία που ζούσαμε όλοι μας τότε στον ΘΟΚ. Διευθυντής και σκηνοθέτης ο Εύης Γαβριηλίδης, θεατράνθρωπος που προχώρησε το θέατρο της Κύπρου, και οι ηθοποιοί που ήταν και είναι αγαπημένοι και καταξιωμένοι από τον κόσμο. Μια ευλογημένη περίοδος, όπου έβλεπες μάστορες του χώρου να μοιράζονται τη χαρά του θεάτρου. Μέσα από τέτοιες προϋποθέσεις και μ’ ένα ρόλο «του αέρα», όπως τον Μάγειρο που υποδύομαι, δεν ήταν δύσκολο να βρω κάποιες στιγμές πολύ κωμικές. Πιστεύω ότι ακούμπησα και τότε όπως και τώρα την τρέλα του, την ευαίσθητη ψυχή του, τις έντονες αντιδράσεις του, αλλά και τη λεπτότητά του. Πώς νιώθετε που η τόσο επιτυχημένη Σαμία επιστρέφει μετά από 20 χρόνια στην Επίδαυρο; Με την αναβίωση της, ιστορικής πια, Σαμίας σ’ έναν τόσο μαγευτικό και ενεργειακό χώρο όπως είναι το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και μη γνωρίζοντας αν θα ξαναβρεθώ στο θέατρο με τους ανθρώπους αυτούς, νιώθω την ανάγκη να γευτώ την κάθε στιγμή. Χρωστάω πολλά ευχαριστώ σ’ αυτήν την παραγωγή, γιατί είχα την ευκαιρία να γνωρίσω αξιόλογους συνεργάτες και να ξαναβρεθώ μαζί τους στην Επίδαυρο μετά από τόσα χρόνια. Χρωστάω πολλά σ’ αυτήν την παραγωγή για το χειροκρότημα που μας χάρισε ο κόσμος. Πιστεύω ότι η παράσταση θα αρέσει και φέτος, όπως άρεσε και πριν από είκοσι χρόνια – μπορεί και περισσότερο, γιατί ωριμάσαμε ακόμη πιο πολύ σαν εργάτες της σκηνής. s

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 37


Info Βίκυ Γεωργιάδου Φραντς Κάφκα, Το κτίσμα Ένα μυστηριώδες πλάσμα, ανάμεσα σε ζώο και άνθρωπο, ζει απομονωμένο σε ένα τέλεια κατασκευασμένο υπόγειο κτίσμα που έφτιαξε μόνο του, προκειμένου να προστατευτεί από τον πραγματικό κόσμο. Ώσπου εισβάλλει ο φόβος κι η αμφιβολία και η φωλιά μετατρέπεται σε παγίδα. Ερμηνεύει η Μαρία Καλλιμάνη. Πειραιώς 260, Κτίριο Ε 11-12 Ιουλίου, 21:00 Εισιτήρια: 15€ (κανονικό), 10€ (μειωμένο), 5€ (φοιτητικό, 65+, ανέργων, ΑΜΕΑ)

ΣΤηΝ ΚΑΦΚΙΚη ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ Η Μαρία Καλλιμάνη (πάνω) και η Βίκυ Γεωργιάδου, σκηνοθέτρια του Κτίσματος, έργου που ο Φραντς Κάφκα έγραψε το 1924.


βίκυ γεωργιάδου – Μαρία Καλλιμάνη

ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ

ΛΑβΥΡΙΝΘΟ ΤΟΥ ΚΑΦΚΑ

Η Βίκυ Γεωργιάδου σκηνοθετεί το Κτίσμα του Φραντς Κάφκα. Την ερμηνεία αναλαμβάνει η Μαρία Καλλιμάνη, ενώ από κοινού υπογράφουν τη δραματουργική επεξεργασία. Από την Έλια Αποστολοπούλου Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης

Τ

ο Κτίσμα είναι ένα από τα τελευταία διηγήματα του Φραντς Κάφκα. Ο τίτλος δίνεται από τον Μαξ Μπροντ, φίλο του Κάφκα, που ανέλαβε και την έκδοση του διηγήματος. Ένα μυστηριώδες ον έχει κατασκευάσει ένα λαγούμι στα έγκατα της γης προκειμένου να προφυλαχθεί από τον εχθρό. Η υπόγεια αυτή κατασκευή με τις στοές και τους διαδρόμους έχει άπειρες διακλαδώσεις και του δημιουργεί στιγμιαία το ανακουφιστικό αίσθημα της ασφάλειας. Αμέσως μετά, όμως, ένας απροσδιόριστος, αλλά ανατριχιαστικά απειλητικός, ήχος τον προειδοποιεί ότι ο εχθρός τον έχει εντοπίσει. Τότε αρχίζει η τραγωδία του, καθώς προσπαθεί απελπισμένα να τελειοποιήσει το κτίσμα και συνειδητοποιεί τη ματαιότητα του εγχειρήματος.

Επιλέξατε να ανεβάσετε ένα από τα τελευταία και λιγότερο γνωστά έργα του Φραντς Κάφκα. Τι σας οδήγησε σ’ αυτήν την επιλογή; Βίκυ Γεωργιάδου: Είναι ένα σπουδαίο κείμενο και για μένα ανήκει σ’ αυτά τα 23 κείμενα που κρατάμε ο καθένας γιατί ξέρουμε πως όταν τα διαβάσαμε νιώσαμε να μετακινείται το μυαλό μας. Επίσης, αυτό το αίτημα της ασφάλειας που το διαπερνάει είναι τρομακτικά συνδεδεμένο με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Είναι ανθρώπινο να θέλεις να αισθάνεσαι ασφαλής, αλλά μπορεί να γίνουν τερατώδεις οι επιλογές στις οποίες καταλήγεις για να το επιτύχεις. Κι αυτό είναι τρομακτικό και δυστυχώς υπαρκτό. Μαρία Καλλιμάνη: Το Κτίσμα, γραμμένο από τον Κάφκα το 1924, παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο και συναρπαστικό. Λαμπρό δείγμα της καφκικής γραφής, όπως και τα περισσότερα έργα του μένει ατελείωτο, μάλλον για να δώσει ο καθένας το δικό του τέλος. Το μοναχικό πλάσμα του Κτίσματος, απομονωμένο από

ΘΕΑΤΡΟ

τον κόσμο, ζει στο σπίτι που έφτιαξε κάτω από τη γη, ένα ολόκληρο σύστημα από διαδρόμους και πλατείες, με σκοπό να προστατευτεί από τους εχθρούς, «γιατί ο κόσμος είναι πολύπλοκος και ποτέ δεν λείπουν οι δυσάρεστες εκπλήξεις». Άκρως ζωώδες αλλά και ανθρώπινο χαρακτηριστικό να ορίζεις το χώρο σου και να τον περιφρουρείς. Στις σημερινές δύσκολες συνθήκες, αυτό οδηγεί ίσως σε μεγαλύτερη περιχαράκωση και καθιστά εντονότερο το φόβο και τον πανικό που βιώνει ο κάτοικος του κτίσματος στο ενδεχόμενο του κινδύνου που πλησιάζει. Ο μοναχικός ήρωας του Κάφκα υποχρεώνεται να αντιμετωπίσει τη μοίρα του. Πώς αντιμετωπίζονται παρόμοιες προκλήσεις σήμερα; Β.Γ.: Δεν νομίζω ότι υπάρχει η έννοια της μοίρας ως κάτι αναπόφευκτου. Το πλάσμα του Κάφκα έρχεται πρακτικά αντιμέτωπο με τις συνέπειες των επιλογών του. Προσπαθεί να επιτύχει την ασφάλεια και να κατακτήσει τον έλεγχο, ζει για χρόνια μέσα στην αίσθηση του κατακτημένου στόχου και, όταν οι ήχοι που εισβάλλουν του αποδεικνύουν ότι το ζητούμενο δεν έχει κατακτηθεί, γίνεται σπασμωδικό και εν δυνάμει βίαιο. Αυτό ακριβώς γίνεται και σήμερα. Και το πρόβλημα αυτό προκύπτει όταν στους σχεδιασμούς μας δεν προϋποθέτουμε τον άλλον στην κλίμακα που πρέπει. Ζούμε μέσα σε κοινωνίες και δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να το αγνοούμε. Γι’ αυτό και στην πλειοψηφία μας είμαστε εντελώς ανισόρροποι στη σχέση μας ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό. Αυτή είναι η πρόκληση για μένα: να βρούμε τη σχέση μας με το συλλογικό, χωρίς αυτό να είναι μόδα ή σωσίβιο, αλλά πολιτική αναγκαιότητα της ύπαρξης. Μ.Κ.: Πρόκειται για ένα κατεξοχήν υπαρξιακό κείμενο· οι λαβυρινθώδεις σκέψεις και οι εσωτερικές διαδρομές του

ήρωα είναι γνώριμες στον καθένα μας. Η ανθρώπινη φύση μας χαρακτηρίζεται από την αγωνία της γέννησης, του θανάτου, του έρωτα, της ζωής. Η σημερινή κρίση αξιών είναι μια ευκαιρία να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που αυτοπροσδιοριζόμαστε και ζούμε. Ποιος είναι ο ρόλος της μοναξιάς στο έργο; Β.Γ.: Τη μοναξιά στο κείμενο αυτό νομίζω τη συνειδητοποιείς κυρίως μέσα από το μέγεθος του χώρου. Η έκταση και η περιπλοκότητα του κτίσματος αποδεικνύουν πόσο μόνο έχει ζήσει αυτό το πλάσμα. Δεν νομίζω ότι ήταν συνειδητή επιλογή του η μοναξιά. Έφτασε σ’ αυτήν για να κατακτήσει την ασφάλεια και την ηρεμία. Κι αυτό είναι ένα ψέμα. Η μοναξιά αυτού του πλάσματος ακρωτηρίασε την αντίληψή του. Γι’ αυτό και όταν οι ήχοι καταργούν τη μοναξιά, τόσο το κτίσμα όσο και το πλάσμα του Κάφκα σπαρταράνε μέσα στην αβεβαιότητα. Μ.Κ.: Ο ήρωας ζει στο κτίσμα του εντελώς απομονωμένος, κι αυτό είναι μια συνειδητή επιλογή. Δεν είναι προορισμένος για την ελεύθερη ζωή. «Και τι να πει κανείς για την εμπιστοσύνη;» αναρωτιέται. Η μοναξιά είναι απόλυτα κυρίαρχη στο έργο, αν και πιστεύω πως το πλάσμα του κτίσματος, όπως όλοι μας, επιθυμεί βαθιά τη συνεύρεση.

ερώτημα –και ως προς την σκηνοθετική προσέγγιση– το πώς μιλιέται η σκέψη. Πώς οι λέξεις, οι επαναλήψεις, τα μικρά μόρια παράγουν ρυθμούς και πώς μέσα από τους ρυθμούς παράγεται μέρος των νοημάτων. Μιλάμε για να καταλάβουμε τι έχουμε σκεφτεί. Πολλές φορές, ακούμε τι έχουμε πει και τότε καταλαβαίνουμε τι αλήθεια έχουμε σκεφτεί. Κι αυτό είναι σημαντικό να γίνει σ’ αυτό το πρόσωπο του Κάφκα. Αλλιώς, η συμπαγής σκέψη του Κάφκα ενέχει τον κίνδυνο να σε οδηγήσει στο να ανακεφαλαιώνεις. Το πρόσωπο του Κάφκα δεν είναι πάνω από τη μεταβλητότητα της ύπαρξης. Δεν ξέρει, νομίζει ότι ξέρει. Μιλάει, και ξαφνικά συνειδητοποιεί. Αυτές οι στιγμές της συνειδητοποίησης είναι που ανοίγουν τους χώρους της ύπαρξης και της αντίληψης πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι πραγματικοί χώροι του κτίσματος που έχει κατασκευαστεί. Μ.Κ.: Είχα τη χαρά να πρωτοδιαβάσω το Κτίσμα στην υπέροχη μετάφραση της Αλεξάνδρας Ρασιδάκη. Για το θεατρικό ανέβασμα θεωρήσαμε αναγκαίο να γίνει μια νέα μετάφραση, το οποίο και ανέλαβε η Βίκυ Γεωργιάδου. Δουλεύοντας στη συνέχεια μαζί, είχα τη δυνατότητα να δοκιμάζω πράγματα στη ροή του κειμένου, πώς πάνε στη γλώσσα, κι αυτό οδήγησε σε μια πιο ομαλή και δημιουργική κατανόηση και προσέγγιση του κειμένου για μένα.

Δεν ακολουθήσατε τη μετάφραση της Αλεξάνδρας Ρασιδάκη, αλλά κάνατε μια καινούργια. Τι νέο κομίζει αυτή; Β.Γ.: Η μετάφραση της Ρασιδάκη είναι εξαιρετική. Μια ακριβής, πλήρης και ολοκληρωτική μετάφραση, η οποία όμως εκ των πραγμάτων έγινε για να διαβαστεί. Δεν θα μπορούσα λοιπόν να αλλάξω την αναπνοή μιας τέτοιας μετάφρασης. Η νέα μετάφραση και η δραματουργική επεξεργασία έγιναν με γνώμονα την προφορικότητα, με βασικό

Πώς λειτούργησε η συνεργασία σας; Β.Γ.: Πολύ συμπληρωματικά. Νομίζω μπήκαμε στο κείμενο από εντελώς διαφορετικές εισόδους για να συναντηθούμε σε πολλούς και διαφορετικούς χώρους του κτίσματος, δεχόμενες και οι δύο ότι ο Κάφκα ξέρει πολύ καλά πώς να παίζει με το μυαλό σου. Μ.Κ.: Με την Βίκυ συνεργαζόμαστε για τρίτη φορά. Ήταν κοινή μας επιθυμία να ξαναδουλέψουμε μαζί, και νομίζω ότι η συνεργασία μας λειτούργησε πολύ συμπληρωματικά. s

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 39


ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ Υπάρχει απάντηση στην κρίση, λέει ο Νίκος Διαμαντής, και είναι στο χέρι καθεμιάς και καθενός μας να τη δώσουμε: να αλλάξουμε τις καταναλωτικές συνήθειές μας και να ορίσουμε με πολύ διαφορετικό τρόπο τις ανάγκες μας.

Νίκος Διαμαντής

ΦΤΙΑΞΤΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ Το θεατρικό θέαμα που κρύβεται στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς μπορεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες σας. Επιλέγετε εσείς τα επεισόδιά του και τους ηθοποιούς, που κρύβονται καλά στους διαδρόμους και στις αίθουσες του κτιρίου. Μέχρι και θεωρητικοί υπάρχουν, αν επείγεστε να ακούσετε την κριτική τους και να τους θέσετε ερωτήματα. Από τη Μυρτώ Πολυμίλη

O

Νίκος Διαμαντής, στη δύσκολη σημερινή συγκυρία, διεκδικεί μια νέα πραγματικότητα, γεμάτη αντιθέσεις και αμφισημίες. Το Μουσείο Ανθρώπινης Συμπεριφοράς που επινοεί –ένα φανταστικό μουσείο, τοποθετημένο στο Μουσείο Μπενάκη, με ζωντανά εκθέματα/ηθοποιούς– έρχεται για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στο Φεστιβάλ Αθη-

νών επιδιώκοντας να δώσει στο κοινό «μια γροθιά στο στομάχι», άλλες φορές να «φέρει σε δύσκολη θέση» τους επισκέπτες κι άλλες να τους φέρει ενώπιον της ευθύνης τους στις επιλογές της ζωής τους. Ένα ιδιότυπο θέαμα που θέτει ερωτήματα τα οποία δεν επιδέχονται εύκολες απαντήσεις. Τι είναι το Μουσείο Ανθρώπινης Συμπεριφοράς;

40 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

Δεν θα ήθελα να περιγράψω και να αναλύσω κάτι τέτοιο, καθώς η όλη ιδέα του μουσείου στηρίχτηκε πάνω στην έκπληξη που θα προκαλέσει η πρώτη επαφή του θεατή με την πραγματικότητα που έχουμε επινοήσει. Τo Μουσείο Ανθρώπινης Συμπεριφοράς κινείται παράλληλα με το υπόλοιπο καθεστώς ενός μουσείου. Ταυτόχρονα, συνομιλεί με την «κατεστημένη» αυτή κιβωτό τέχνης. Αυτή η συνομιλία γίνεται σε επίπεδο χώ-

ρου, αλλά και σε επίπεδο ιδεών, καθώς αποζητούμε το απροσδόκητο, την έκπληξη, μια καινούργια στάση θέασης των πραγμάτων – πιο ενεργητική. Μέσα από το Μουσείο Ανθρώπινης Συμπεριφοράς, αναζητούμε επίσης αυτό που ονομάζουμε ζωή. Επινοήσαμε πραγματικότητες, συλλέξαμε στοιχεία –κάποια ημιτονιακά, κάποια λοξά, κάποια περισσότερο φανερά και κάποια λιγότερο φανερά–, και επανε-

ΘEATPO


Info Θέατρο Σημείο - Νίκος Διαμαντής Μουσείο ανθρώπινης συμπεριφοράς Ο Νίκος Διαμαντής προτείνει μια νέα εκδοχή της θεατρικής εγκατάστασής του. Ο θεατής παίρνει ένα χάρτη, στον οποίο είναι τρισδιάστατα τοποθετημένα τα σημεία όπου λαμβάνουν χώρα όλα τα συμβάντα, έχει διαδρομές τις οποίες μπορεί να ακολουθήσει, έχει ανθρώπους που μπορούν να τον βοηθήσουν να φτάσει εκεί που θέλει και ξεναγήσεις από έναν ειδικό ξεναγό. Παίζουν: Ελενα Αρβανίτη, Πέτρος Βερβερής, Αντώνης Γαλέος, Γρηγόρης Γαϊτανάρος, Σταύρος Γιαννακόπουλος, Ελένη Ζαραφίδου, Ιωάννα Μακρή, Έλενα Μετζέλου, Τατιάνα Μύρκου, Νίκος Παντελίδης, Χρυσάνθη Παπαγεωργίου, Αυγουστίνος Ρεμούνδος, Σοφία Μελισσουργού, Κωσταντίνα Σιδέρη, Χρήστος Σκούρτας, Κλειώ Σοφιανοπούλου, Χρυσοβαλάντης Φράγκος, Στέλιος Χατζηαδαμίδης. Συμμετέχουν: Θόδωρος Γεωργίου, Γιάννης Μακριδάκης, Σάββας Μιχαήλ, Νίκος Ξυδάκης. Μουσείο Μπενάκη 12-14 Ιουλίου, Παρασκευή-Σάββατο 18:00-21:00, Κυριακή 12:00-15:00 Δωρεάν είσοδος

φηύραμε στοιχεία της πραγματικότητας, τα οποία με τη βοήθεια της επανάληψης τα φέρνουμε σε σύγκρουση με τη θέαση. Όλα τα θέματα που πραγματεύεται το Μουσείο είναι λοξά και αμφίσημα. Όλα τα θέματα ξεκινάνε από το ημιτόνιο –από το έλασσον– και προσπαθούν με την επανάληψη να δημιουργήσουν ένα μείζον αποτέλεσμα. Η επανάληψη των θεατρικών, των ηχητικών στοιχείων συγκρούεται με τη θέαση του θεατή και δημιουργεί

ΘEATPO

άλλες συνθήκες χρόνου, άλλες συνθήκες έντασης, άλλες συνθήκες συναισθημάτων. Αυτό είναι το ζητούμενο. Γι’ αυτό το λόγο έχουμε και ζωντανά εκθέματα. Αυτό διαφοροποιεί το Μουσείο Ανθρώπινης Συμπεριφοράς από οποιαδήποτε άλλη εγκατάσταση. Οι ηθοποιοί λειτουργούν ως περφόρμερ πλέον και, με την επανάληψη των πραγμάτων, διαφοροποιούν τους ίδιους τους εαυτούς τους, άρα και τη θέαση των θεατών και την επαφή με τους θεα-

τές. Έτσι, δημιουργείται σ’ αυτό το χώρο ένα πολυπρισματικό ασυνείδητο, η φόδρα της ψυχής. Τι είναι η φόδρα της ψυχής άλλωστε; Το ασυνείδητό μας είναι.

μας αφήνει ολοένα και περισσότερο μετέωρους, να αναζητάμε απαντήσεις στα ίδια ερωτήματα. Θεωρώ ότι έχει ήδη χαθεί πολύτιμος χρόνος.

Όταν μιλάτε για επανάληψη, τι ακριβώς εννοείτε; Μιλάω για μια λούπα που παίρνει διαφορετικές διαστάσεις και αποκτά άλλες δυναμικές, ανάλογα με το έκθεμα. Μόνο κάποια στοιχεία της δομής επαναλαμβάνονται. Η επανάληψη διαφοροποιείται ανάλογα με τον αριθμό, αλλά και τη στάση των θεατών. Στην πραγματικότητα, κάθε έκθεμα προσπαθεί να υφαρπάξει από τον θεατή τα στοιχεία της ευαισθησίας του και να τα βγάλει στην επιφάνεια μ’ έναν ταχύτατο τρόπο. Η λούπα λοιπόν αυτή διαφοροποιεί τις εντάσεις, το συναισθηματισμό, τα ηχοχρώματα, και δημιουργεί μια ομίχλη. Μέσα σ’ αυτήν την ομίχλη ζητάμε να χαθεί ο θεατής.

Είναι όμως σχεδόν δεδομένο ότι κάποια απ’ αυτά τα ερωτήματα θα ταλανίζουν το ανθρώπινο είδος για αιώνες. Ένας ενεργός άνθρωπος με κριτική στάση ψάχνει απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα. Αλλά η πορεία μας στη ζωή δεν είναι να βρίσκουμε απαντήσεις. Η πορεία είναι το ταξίδι, κι αυτό που έχει σημασία σ’ αυτό το ταξίδι είναι να μπορούμε να αναγνωρίζουμε το πολύτιμο, να επιλέγουμε τα ερωτήματα που στοχεύουμε να απαντήσουμε στη ζωή μας και να ταξιδεύουμε προς αυτά. Αυτή είναι η πορεία. Αυτό λοιπόν βλέπουμε ότι τίθεται μετ’ επιτάσεως συνέχεια και, ειδικά σε μια τέτοια εποχή, να μας αφήνουν ακόμη πιο μετέωρους.

Έχετε μιλήσει για «ένα παλλόμενο μουσείο όπου ο καθένας μπορεί να χαρτογραφήσει με τον δικό του τρόπο και να κινητοποιηθεί χαράζοντας προσωπικές διαδρομές». Πώς συμμετέχει το κοινό; Ο θεατής έχει τη δυνατότητα να πάρει ένα χάρτη και, γνωρίζοντας πλέον πού είναι το κάθε έκθεμα, αλλά και ανάλογα με το βαθμό ενδιαφέροντος που κάθε έκθεμα θα του προκαλέσει, να αποφασίσει τι θα δει. Δε χρειάζεται να χαρτογραφήσει όλο το χώρο. Μπορεί να επιλέξει και το χρόνο που θα καθίσει στον κάθε χώρο, αλλά και τη διαδρομή που θα ακολουθήσει. Ο θεατής δεν βλέπει μια συμβατική παράσταση, αλλά μπαίνει μέσα σε μια εγκατάσταση, σε μια πλατφόρμα, και σ’ αυτήν αντιδρά, καθώς δεν υπάρχει μια ερμηνεία γι’ αυτά τα οποία θα δει. Είναι φτιαγμένα έτσι ώστε να επιδέχονται πολλές διαφορετικές ερμηνείες. Στόχος μας είναι, λοιπόν, να δημιουργήσουμε έναν ενεργό θεατή, που θα χτίσει τις προσωπικές του απόψεις, θα διαφωνήσει ενεργά, θα κινητοποιηθεί. Το Μουσείο Ανθρώπινης Συμπεριφοράς έχει μια εντελώς διαφορετική λειτουργία από μια παράσταση ή ένα άλλο συμβατικό έργο τέχνης. Θέλετε λοιπόν να θέσετε κάποια ερωτήματα στους θεατές. Ακριβώς. Απαντήσεις δεν υπάρχουν. Ακόμη και θέματα όπως η πολιτική, τα προσεγγίζουμε μέσω επιλεγμένων δημοσίων προσώπων (Σάββας Μιχαήλ, Νίκος Ξυδάκης, Γιάννης Μακριδάκης, Θόδωρος Γεωργίου), τα οποία έχουν τη δυνατότητα με το προσωπικό τους παράδειγμα, την υγιή σκέψη και στάση ζωής τους να συνομιλήσουν με τον κόσμο και να τον ενεργοποιήσουν. Ένας χρόνος έχει περάσει από το πρώτο Μουσείο Ανθρώπινης Συμπεριφοράς και βλέπω παντού γύρω μου μια επίταση να τίθεται χωρίς απαντήσεις, να

Δεν είναι όμως λογικό σε μια τέτοια εποχή, που το βιοποριστικό κομμάτι προέχει για πολλούς ανθρώπους, ν’ αφήνουμε πίσω μας αυτά τα οντολογικά, αν θέλετε, ερωτήματα; Το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι το βιοποριστικό. Λυπάμαι, αλλά ο περισσότερος κόσμος νομίζει ότι είναι. Εξαρτάται πάντα βέβαια από το τι εννοούμε με τη λέξη βιοπορισμός. Αν βιοπορισμός σημαίνει κατανάλωση, τότε σίγουρα δεν είναι το βασικό μας πρόβλημα. Το κύριο πρόβλημα αυτή τη στιγμή είναι ότι δεν έχουμε επιλογές ερωτημάτων. Μπορούμε να ζήσουμε με πραγματική οικονομία, επιλέγοντας πολύ λιγότερα απ’ αυτά που πιστεύουμε ότι έχουμε ανάγκη. Το πρόβλημά μας είναι ότι απλώς πρέπει να κάνουμε επιλογές. Πρέπει να ιεραρχήσουμε μέσα μας με πολύ διαφορετικό τρόπο αυτό που ονομάζουμε ανάγκη. Το Μουσείο Ανθρώπινης Συμπεριφοράς: φέτος vs πέρσι. Αυτό που διαφοροποιεί το φετινό μουσείο από το περσινό είναι η στιγμή που βρισκόμαστε, οι στιγμές της κρίσης που ζούμε. Όσο η κρίση βαθαίνει, τόσο περισσότερο αναγκαζόμαστε να γίνουμε πιο ευθείς, πιο σκληροί στις επιλογές μας. Τα φετινά κείμενα είναι πιο σκληρά, πιο ουσιαστικά και πιο μονόχορδα. Κοιτάνε τον θεατή στα μάτια. Αποφύγαμε κάποια περσινά θεατρικά κόλπα, κάποιες δομές, που στο χώρο της τέχνης χρησιμοποιούμε τόσο συχνά, όπως η αλληγορία ή η παραβολή, καθώς αποζητούμε πλέον την κατά πρόσωπο σχέση με τον ενεργό θεατή. Τα «εκθέματα», κοιτώντας αμφίσημα τον θεατή στα μάτια, έχουν τη δυνατότητα να αντλήσουν από την ψυχή του. Λοξά και ταυτόχρονα ευθύβολα. Λοξά στον τρόπο που διαπραγματεύονται τα θέματα, αλλά ευθύβολα στον τρόπο με τον οποίο αγγίζουν τον άνθρωπο και μέσα από την ψυχή του. Δεν έχει καμία σχέση το περσινό μουσείο με το φετινό μουσείο. Είναι ένα προχώρημα, ένα άλλο βήμα. s

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 41


Τ

ο μουσικό συγκρότημα των Encardia, που έγινε γνωστό παίζοντας κυρίως μουσική των χωρών της Μεσογείου με προτίμηση στους ήχους της Κάτω Ιταλίας, μετρά σχεδόν δέκα χρόνια ζωή, έχοντας γεννηθεί τον Δεκέμβριο του 2003. Φέτος, οι αγαπητοί στο ελληνικό κοινό Encardia παρουσιάζουν, στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ, μια διαφορετική παράσταση στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Ο εκ των ιδρυτών του συγκροτήματος, Κώστας Κωνσταντάτος, εξηγεί τι καινούργιο φέρνουν αυτή τη φορά οι Encardia.

Τι διαφορετικό θα έχει η παράσταση που παρουσιάζετε στις 19 και 20 Ιουλίου; Η παράσταση θα συνδυάζεται και με μια βίντεο προβολή, το λεγόμενο mapping, ένα είδος ηλεκτρονικής σκηνογραφίας. Συνεργαζόμαστε με μια εξαιρετική χορεύτρια που δουλεύει στη Θεσσαλονίκη, την Ιωάννα Μήτσικα, καθώς και με τον φωτιστή και mapping designer Στάθη Μήτσιο, με τους οποίους είχαμε συνεργαστεί και στην παράσταση που είχαμε παρουσιάσει στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης τον περασμένο Μάρτιο. Εκεί είχαμε χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά βίντεο προβολές. Σκεφτήκαμε να εφαρμόσουμε την ίδια ιδέα και στη παράσταση του Μικρού Θεάτρου της Επιδαύρου, διότι ο χώρος είναι πολύ όμορφος. Κάθε τραγούδι που παρουσιάζουμε θα συνδυάζεται με μια προβολή που θα γίνεται στους φυσικούς χώρους και όχι σε οθόνη – είτε στην ορχήστρα, είτε σε βράχους, είτε στα δέντρα. Και φυσικά θα συμμετέχουν ως χορεύτριες τόσο η Μήτσικα, όσο και οι χορεύτριες του συγκροτήματός μας. Η παράσταση θα έχει στοιχεία αυτοσχεδιασμού; Όλη η δομή του προγράμματος θα βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό. Θα υπάρχει ωστόσο ατόφιος ο χαρακτήρας των συναυλιών μας, με την έντονη συμμετοχή του κόσμου. Η παράσταση θα είναι κυρίως μουσική, με λίγα κείμενα που σχετίζονται με ιστορίες των τραγουδιών και με παραδόσεις του χώρου, όπως το τσίμπημα της αράχνης. Οι Encardia δίνουν συχνά συναυλίες –μετράτε πάνω από 600 στο ενεργητικό σας στη Ελλάδα και στο εξωτερικό– και με επιτυχία. Δεδομένης και της δύσκολης, λόγω κρίσης, περιόδου που διανύουμε, διακρίνετε κάποια αλλαγή στη στάση του κοινού; Η ανταπόκριση του κοινού είναι αυξημένη. Βλέπουμε τον κόσμο που έχει μεγάλη ανάγκη να συμμετέχει στις παραστάσεις μας, να μη μένει αμέτοχος, κι αυτό είναι ένα στοιχείο που εμείς το ενισχύουμε πολύ. Γι’ αυτό και στην παράσταση στη Μικρή Επίδαυρο το πρόγραμμα περιλαμβάνει δύο τμήματα που προϋποθέτουν τη συμμετοχή του κόσμου. Η μεγαλύτερη χαρά για μας είναι ότι πολλές φορές, στο τέλος των συναυλιών μας, έρχονται πολλοί άνθρωποι και μας λένε ότι χάρη στη μουσική μας ξεχνούν για μερικές ώρες, ή ακόμη και μέρες, όλα αυτά που τους απασχολούν. Βλέπουμε τα πρόσωπα των ανθρώπων που φωτίζονται. Νιώθουμε ότι έχουμε μια προσωπική σχέση με το κοινό, γι’ αυτό και τελειώνουμε πάντα τις συναυλίες μας προσπαθώντας να γίνουμε ένα με το κοινό. Να σημειώσουμε βέβαια ότι στις συναυλίες που έχουν πολύ χαμηλό εισιτήριο ή σ’ αυτές που η είσοδος είναι δωρεάν, ο κόσμος συρρέει ακόμη περισσότερος. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τους όλοι οι καλλιτέχνες – να έχουν στις παραστάσεις τους όσο μπορούν πιο χαμηλό εισιτήριο. Ποιο θα είναι το ρεπερτόριο της παράστασης; Θα είναι τραγούδια από την Κάτω Ιταλία, τα οποία έχουμε διασκευάσει, αλλά και δικά μας τραγούδια με μουσική και στίχους ελληνικούς, που έχουμε γράψει εμείς, εμπνευσμένα απ’ αυτόν τον ήχο. Μερικά απ’ αυτά παρουσιάζονται για πρώτη φορά. s

Info Encardia Η ελληνική μουσική κολεκτίβα της world μουσικής ξεκινάει το μουσικό ταξίδι της από την Κάτω Ιταλία για να παντρέψει παραδόσεις με κοινά στοιχεία, αλλά και διαφορές. Χορεύουν, παίζουν μουσική και τραγουδούν επί σκηνής και φέρνουν τον κόσμο άνω κάτω. Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου 19-20 Ιουλίου, 21:30 Εισιτήρια: 25€ (κανονικό), 20€ (μειωμένο), 15€ (φοιτητικό, 65+), 5€ (ανέργων, ΑΜΕΑ)


Κώστας Κωνσταντάτος – Encardia

ΑΠΟΨΕ ΑΥΤΟΣχΕΔΙΑΖΟΥΜΕ Χωρίς το κοινό, το γλέντι δεν αρχίζει. Με τραγούδια από την Κάτω Ιταλία και με δικές τους συνθέσεις, οι Encardia καλούν στη Μικρή Επίδαυρο τους φίλους τους για να δώσουν τον τόνο στη γιορτή. Από τη Μαρίλια Παπαθανασίου Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης

ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ Τα μέλη των Encardia. Ο Δημήτρης Τσεκούρας (κόντρα μπάσο), ο Κώστας Κωνσταντάτος (κρουστά, βιολί, μαντολίνο, τραγούδι), ο Μιχάλης Κονταξάκης (κιθάρα, τραγούδι), ο Βαγγέλης Παπαγεωργίου (ακορντεόν, φυσαρμόνικα, τραγούδι) και η Ναταλία Κωτσάνη (τραγούδι, κιθάρα, κρουστά)


Κέντελ Γκίαρς, Akropolis Now

Μάρω Μιχαλακάκου, Red Carpet

Μάρω Μιχαλακάκου – Κέντελ γκίαρς

ΕΙΚΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΚΟ «Η φρίκη! Η φρίκη!» Τα τελευταία λόγια του Κουρτζ στην Καρδιά του σκότους, την κλασική νουβέλα του Τζόζεφ Κόνραντ, μαρτυρούν την υπαρξιακή αγωνία του. Δυο εγκαταστάσεις από τη συλλογή του Οργανισμού Πολιτισμού και Ανάπτυξης Δ. Δασκαλόπουλου, που παρουσιάζονται στην Πειραιώς 260, έργα των εικαστικών Μάρως Μιχαλακάκου και Κέντελ Γκίαρς, μεταφέρουν τα μηνύματα του Κόνραντ στους σημερινούς ζοφερούς καιρούς...

Info Μάρω Μιχαλακάκου & Κέντελ Γκίαρς Σε αμφίδρομη σχέση / Heart of Darkness Η εγκατάσταση Red Carpet (2011) της Μάρως Μιχαλάκου παρουσιάζεται μαζί με την εγκατάσταση Akropolis Now (2004) του Κέντελ Γκίαρς. Ο τίτλος της έκθεσης αναφέρεται στο βιβλίο heart of Darkness του Τζόζεφ Κόνραντ. Ξεναγήσεις με τη Μάρω Μιχαλακάκου: Πέμπτη 20 Ιουνίου, 27 Ιουνίου και 4 Ιουλίου / 19:30-20:30 Ομιλία του Κέντελ Γκίαρς για το έργο του, πρώτη φορά στην Ελλάδα: Τετάρτη 19 Ιουνίου / 19:00 Πειραιώς 260, Κτίριο Α 3 Ιουνίου - 17 Ιουλίου, 19:00 - 20:45 Δωρεάν είσοδος

Από τον Τηλέμαχο Αναγνώστου

Ε

να μπορντό βελούδο, με εμφανή στην επιφάνειά του τα αποτυπώματα των γαμψών νυχιών ενός φανταστικού αρπακτικού, απλώνεται σε πολλά μέτρα δημιουργώντας μια σχέση έντασης στο χώρο. Ένα χειρουργικό νυστέρι, που χρησιμοποιείται σαν πινέλο, συμβάλλει στην αφαίρεση του πέλους του βελούδου για να αναδείξει τα αποτυπώματα του αρπακτικού. Το φάσμα της αντιστροφής ρόλων που ενυπάρχει στη σχέση θύτη και θύματος, θηρευτή και θηράματος, γοητεύει, τρομάζει και προκαλεί. Η εγκατάσταση έχει άμεση σχέση με την εξουσία, την κυριαρχική επιβολή, τη διαλεκτική

της ζωής, αναπόσπαστο τμήμα της οποίας είναι η έννοια του θανάτου. Ο διεισδυτικός παρατηρητής της σύνθεσης γίνεται μάρτυρας της αγωνίας και της μανίας ενός ζωντανού όντος, που παλεύει για τη ζωή του. Κάπως έτσι δομείται το Red Carpet, το Κόκκινο χαλί, η εγκατάσταση της Μάρως Μιχαλακάκου, μιας εικαστικού με σπουδές στη Γερμανία και στη Γαλλία και με σημαντική διεθνή παρουσία, που συστηματικά εστιάζει στο σκοτάδι εντός μας. Στις αρχέγονες ανθρώπινες φοβίες, στην πάλη με τον καταπιεσμένο εαυτό μας. Η εγκατάσταση Akropolis Now, εξάλλου, του Κέντελ Γκίαρς (Kendell Geers), που επίσης εκτίθεται στην Πειραιώς 260,

44 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

αποτελείται από συρματόπλεγμα και μεταλλικά στοιχεία που συνθέτουν ένα αγκαθωτό πλέγμα. O Γκίαρς έγινε ευρύτερα γνωστός μετά τη συμμετοχή του στη σημαντική έκθεση Documenta 11, του 2002. Κοινωνικά και πολιτικά δραστήριος, δεν πιστεύει στην ουδετερότητα της τέχνης. Το έργο που εκτίθεται στην Αθήνα, σύμφωνα με τον Γκίαρς, παραπέμπει στην καταγωγή του δυτικού πολιτισμού, αν και πολλές από τις χώρες που ομνύουν σ’ αυτόν ανέχθηκαν ή και ενίσχυσαν το καθεστώς του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, την πατρίδα του. Ο τίτλος του έργου, επίσης, παραπέμπει στον τίτλο της ταινίας του Φράνσις Φορντ Κόπολα, Αποκάλυψη

τώρα, που στηρίζεται στο βιβλίο του Τζόζεφ Κόνραντ, Στην καρδιά του σκότους – ενός κειμένου δημοσιευμένου το 1902 που, επίσης, αναφέρεται σ’ ένα ταξίδι στα βάθη του ποταμού Κόνγκο, σε μια συντονισμένη αποικιοκρατική επιχείρηση με στόχο την αναζήτηση και την εκμετάλλευση ελεφαντοστού, ενός κειμένου για την άγρια φύση, όχι της ζούγκλας αλλά της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Και τα δύο έργα ανήκουν στον Οργανισμό Πολιτισμού και Ανάπτυξης Δ. Δασκαλόπουλου, που συμβάλλει στην εικαστική ταυτότητα του Φεστιβάλ Αθηνών, εμπλουτίζοντας το πρόγραμμά του από το 2010. s

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ


Info Βασίλης Κολτούκης Μουσικοί του δρόμου Μουσικοί σε πανηγύρια και στις γωνιές των δρόμων, ερασιτέχνες και επαγγελματίες από τα Βαλκάνια ώς την Αφρική αποτυπώνονται στο φακό του Βασίλη Κολτούκη. Πειραιώς 260, Διάδρομος 1 Ιουνίου - 17 Ιουλίου, 19:00 - 23:00 Δωρεάν είσοδος

Π

βασίλης Κολτούκης

ΠωΣ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΕΙΤΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ Επιμέλεια: Τηλέμαχος Αναγνώστου

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ Δυο ενδεικτικές φωτογραφίες του Βασίλη Κολτούκη (πάνω): στην κορυφή, πλανόδιος μουσικός με ακορντεόν στη Θεσσαλονίκη, αριστερά υπαίθριοι μουσικοί σε πόλη της Ινδίας.

ΦΩΤΟγΡΑΦΙΑ

ολίτης του κόσμου, ο Βασίλης Κολτούκης αποφάσισε να γίνει φωτογράφος ενόσω σπούδαζε φωτογραφία στο Παρίσι. Με επιρροές από τον Γάλλο Edouard Boubat αλλά, όπως ο ίδιος λέει, κι από τον Έλληνα Κωνσταντίνο Μάνο, αφιέρωσε τη ζωή του στη φωτογραφία. Πλάνης αναζητητής εικόνων, πάντα ασπρόμαυρων, αναζητεί συνεχώς αυτό που ο ίδιος προσδιορίζει ως «ποιητική στιγμή μέσα στην αγριότητα των καιρών».

Ένα από τα αγαπημένα θέματά του είναι οι μουσικοί του δρόμου. Στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη, σ’ όλο τον κόσμο... Στις διαδρομές του, συνάντησε πολλούς μουσικούς – ερασιτέχνες, μοναχικούς βιρτουόζους, σε μπάντες. Είτε με μουσικά όργανα αυτοσχέδια και υποτυπώδη είτε με παρτιτούρες και αναλόγια. Σε πανηγύρια και υπαίθριες αγορές, σε πλατείες, γέφυρες, παγκάκια. Από τα χάλκινα των Βαλκανίων μέχρι τα κρουστά της Αφρικής και από τους χωματόδρομους της Ανατολής μέχρι τα πλακόστρωτα της Δύσης, τα ασπρόμαυρα καρέ καταγράφουν το ατέρμονο ταξίδι της μουσικής στο χώρο και στο χρόνο. Μερικές από τις φωτογραφίες αυτές εκτίθενται, και θα εκτίθενται για μερικές μέρες ακόμα, στην Πειραιώς 260. Είναι μοναδικές στιγμές που απαθανατίζουν την καλλιτεχνική δημιουργία. Το πάθος, την ιδιαιτερότητα της κάθε φορά έκφρασης, τα αισθήματα που κινητοποιεί. Ο Βασίλης Κολτούκης έχει ανακαλύψει τον τρόπο με τον οποίο εικονογραφείται η μουσική – και καλεί τους ακροατές όλων των μουσικών ιδιωμάτων να ανακαλύψουν τους ήχους που τους ταιριάζουν στις εικόνες του.

[11 ΙουΛιου 2013] #35 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY 45


JUICY LIU

Στον υπέροχο κόσμο του Eλληνικού Φεστιβάλ

Ο Τόμας Όστερμαϊερ δικαίωσε και με το παραπάνω όσα κολακευτικά τον συνοδεύουν, με την παρουσίαση του ιψενικού Εχθρού του λαού στην Πειραιώς 260. Όχι μόνο για την απλή και ουσιαστική σκηνοθεσία ενός κειμένου που επέτρεπε την έκθεση των γεγονότων και την κλιμάκωσή τους με ανάλαφρο τρόπο αλλά, κυρίως, εξαιτίας της έμπνευσής του να δώσει τη δυνατότητα στους θεατές να σχολιάσουν ένα ακραίο, σχεδόν συνωμοσιολογικό κείμενο, που εκφώνησε ο γιατρός Στόκμαν, ο «επαναστάτης» που έσπασε τα μούτρα του μπροστά στη συνθετότητα της ζωής και στα αντικρουόμενα συμφέροντα που θόλωναν την αρχική ηθική επιλογή του: να καταγγείλει ένα σκάνδαλο διαφθοράς με επιπτώσεις στη δημόσια υγεία.

Το θέατρο του Όστερμαϊερ δεν είναι διδακτικό ούτε κάνει κηρύγματα. Γι’ αυτό είχε ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο τσίμπησαν οι θεατές σε μια παράβαση, ένα εμβόλιμο κείμενο γραμμένο επίτηδες για να προκαλέσει είτε ισχυρές ταυτίσεις είτε ισχυρή απέχθεια προς τα μηνύματά του. Ευτυχώς, οι πιο ενδιαφέρουσες τοποθετήσεις του κοινού έδωσαν έμφαση στον ελληνικό εξαιρετισμό, στον ιδιότυπο ελληνικό τρόπο να βλέπουν διάφοροι τα πράγματα, έναν τρόπο που δεν αλλάζει ούτε η λυτρωτική πνευματικότητα του θεάτρου. Πιο κορυφαία από τις κορυφαίες τοποθετήσεις, φυσικά, που με έκαναν να ανατριχιάσω κάτω από το μεταξωτό hermès πουκάμισο πολυτελείας που φορούσα, ήταν βεβαίως του ηθοποιού Στέφανου Ληναίου, ο οποίος επαίνεσε, φυσικά, τον καλό τρόπο ανεβάσματος του Ίψεν: τον τρόπο τον ελληνικό, τον δικό Του.

η ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ Η στιγμή του ντιμπέιτ με το κοινό, στον Εχθρό του λαού του Ίψεν, κατά τον Τόμας Όστερμαϊερ.

Και κάτι προσωπικό. Αν και όταν άρχισε η παράσταση, αισθάνθηκα να φουντώνει ένα (ερωτικό;) πάθος για τον ηθοποιό με τους γκρίζους κροτάφους που έκανε τον δήμαρχο, αν και μετά τις μπογιές που έριξαν στον γιατρό Στόκμαν προσπαθούσα να απομακρύνω μια σταγόνα κίτρινο που είχε λερώσει την αριστερή εσπαντρίγια μου, όταν άρχισε να απαντάει στο κοινό ο ηθοποιός με την κοιλίτσα, ο ερωτικός προσανατολισμός μου άλλαξε. Τελικά, στον άνδρα, η κοιλίτσα δεν είναι μόνο κιμπαριλίκι. Είναι και ένδειξη πνευματικότητας, ευστροφίας, βαθύτερης παιδείας (όχι όλες οι κοιλίτσες, βρε κουτά, και σίγουρα όχι οι ελληνικές κοιλίτσες, της μπίρας, του κοψιδιού και της ραστώνης).

Κόκκινος Κιμούλης, περιβεβλημένος δηλαδή κόκκινη χλαμύδα, στην πρεμιέρα της φετινής Επιδαύρου, στο ρόλο της Μήδειας, μπροστά στον «Κόκκινο Πάνο», σύμφωνα με τη δημοσιογραφική προσφώνηση του νέου υπουργού Πολιτισμού, Πάνου Παναγιωτόπουλου, που παρακολούθησε την παράσταση. Και την άλλη μέρα, με το κόκκινο Αλέξη Τσίπρα, με τον οποίο υπήρξε και φωτογραφία. Συμφωνία στο κόκκινο.

46 ΦEΣTIBAΛ AΘHNΩN & EΠIΔAYPOY #35 [11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013]

Μια ευχάριστη έκπληξη περίμενε τα πιστά μπαροκόσκυλα της Αθήνας στις 28 και στις 30 Ιουνίου στο Μέγαρο. Και δεν εννοώ απλώς το εξαιρετικό ανέβασμα του Αλέξανδρου του Χαίντελ από τη θρυλική Λουσίντα Τσάιλντς σε υπέροχα αρ ντεκό σκηνικά και κοστούμια του Πάρι Μέξη, αλλά το γεγονός ότι πίσω από τη φιγούρα του μαέστρου Γιώργου Πέτρου διέκρινα τον τσεμπαλίστα Μάρκελλο Χρυσικόπουλο και μερικά ακόμα μέλη του συγκροτήματος παλαιάς μουσικής Latinitas Nostra, το οποίο είχα παρακολουθήσει μαγεμένη στην Πειραιώς 260 στο Ένας Άγγλος ταξιδευτής στο Λεβάντε. Μετά απ’ αυτές τις δύο αξέχαστες μπαρόκ βραδιές, ό,τι βλαχομπαρόκ εκπλήξεις κι αν μου επιφυλάσσει το φετινό καλοκαίρι, θα τις αντέξω.

Σ’ ένα ασφυχτικά γεμάτο και πολύχρωμο Ηρώδειο, το βράδυ της 1ης Ιουλίου, η Νταϊάνα Κρολ χάρισε στο κοινό μια μαγική βραδιά γεμάτη τζαζ, αναμνήσεις, αλλά και πολύ μπλα μπλα, αφού η Καναδή πιανίστα και τραγουδίστρια της τζαζ δεν σταμάτησε να μιλάει ανάμεσα στα τραγούδια. Κάποιες φορές αμήχανα, άλλες ορμητικά, μας είπε για τα παιδιά της, για τον σύζυγό της Έλβις Κοστέλο και πόσο εκπληκτικός πατέρας είναι (του χρωστάει πολλά, όχι τόσο στην οικογενειακή ζωή, αλλά κυρίως στη μουσική της ταυτότητα, αυτό όμως είναι άλλη συζήτηση), αλλά και για τη Νανά Μούσχουρη (η οποία βρισκόταν στο θέατρο) και πόσο την θαυμάζουν όλοι στην πατρίδα της, αλλά και στο πατρικό της σπίτι. Πέρα από την αισθαντική φωνή της Κρολ, πάντως, τις εντυπώσεις κέρδισαν ακόμα ο κιθαρίστας της Αράμ Μπαγιακιάν, που ξεσήκωσε (όσο μπορούσε) το ελληνικό κοινό, αλλά και ο Στιούαρτ Ντάνκαν ο οποίος, πέρα από τη μαεστρία του στο βιολί, απέδειξε την πολυπραγμοσύνη του εναλλάσσοντας τουλάχιστον 3-4 όργανα κατά τη διάρκεια της βραδιάς. Όχι ότι η Κρολ υστερούσε σε τίποτα από τους μουσικούς της – κάποια στιγμή, τραγουδούσε παίζοντας με το ένα χέρι στο πιάνο μπροστά της και το άλλο στα keyboards πίσω της.

ΣΧΟΛΙΑ


Ef 35  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you