Page 1

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Στοιχεία εισαγωγής στην Μικροοικονομική Θεωρία ΜΙΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ  ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ  ΚΑΜΠΥΛΗ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΣΤΟΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ  ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ  Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ – Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ  Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ  ΜΟΡΦΕΣ ΑΓΟΡΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

1


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

2


Στοιχεία Εισαγωγής στην Μικροοικονομική Θεωρία

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

3


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Στοιχεία Εισαγωγής στην Μικροοικονομική Θεωρία

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

4


ΣΕΙΡΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ / / FINANCIALS & ACCOUNTING Τομέας Λογιστικής Επιστήμης Διεύθυνση Σειράς: Γεώργιος Α. Καραγιάννης Τίτλος Βιβλίου ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ Συγγραφέας ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ Σύνολο Σελίδων: 122 Σχήμα: 21 Χ 29,7 (Α4) © COPYRIGHT 2012, ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ CONCEPT – DESIGNER © 2012 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2012 Γενική Επιμέλεια – Τυπογραφικές Διορθώσεις – Ηλεκτρονική Σελιδοποίηση – Σχεδιασμός Εξωφύλλου Γεώργιος Α. Καραγιάννης Εικόνες: Microsoft Εκτύπωση: Κεντρική Διάθεση: Γεώργιος Α. Καραγιάννης

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

5


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

6


Πίνακας Περιεχομένων Κεφάλαιο 1ο ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ .............................................. 11 1.1 ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ .............................................................................. 13 1.2 ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ....................................................................................... 13 1.3 ΑΓΑΘΑ ..................................................................................................................... 14 1.4 ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Ή ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΕΤΑΣΧΥΜΑΤΙΣΜΟΥ ......................... 14 1.5 ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ............................................................................... 14 1.6 ΣΤΕΝΟΤΗΤΑ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ .......................................................... 15 1.7 ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ .................................................................. 15 1.8 ΤΡΟΠΟΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ...................... 15 1.9 ΚΑΤΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ........................................................................... 16 1.10 ΧΡΗΜΑ .................................................................................................................. 16 1.11 ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΥΚΛΩΜΑ ..................................................................................... 17 1.12 ΔΥΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ - ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ........................................................................................................... 18 Κεφάλαιο 2ο ΚΑΜΠΥΛΗ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΣΤΟΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ .................................................................................................................... 19 2.1 ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ Κ.Π.Δ. ......................................................................... 21 2.2 ΣΗΜΕΙΑ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ Κ.Π.Δ. ............................................................................... 22 2.3 ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ ....................... 23 2.4 ΚΟΣΤΟΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ Ή ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΚΟΣΤΟΣ ................................................. 25 2.5 Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΥΞΑΝΟΜΕΝΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ ..................................... 29 2.6 ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΚΟΣΤΟΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ..................................................................................................................... 29 Κεφάλαιο 3ο ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ ............................................................. 31 3.1 ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ................................................................................................. 33 3.2 Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΗΤΗΣΗΣ....................................................................................... 34 3.3 ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΖΗΤΗΣΗΣ ......................................... 35 3.4 ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΖΗΤΗΣΗ – ΖΗΤΟΥΜΕΝΗ ΠΟΣΟΤΗΤΑ .................................... 36 3.5 Η ΑΓΟΡΑΙΑ Ή ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΚΑΜΠΥΛΗ ΖΗΤΗΣΗΣ ................................................... 37 3.6 ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΖΗΤΗΣΗΣ..................................................................................... 39 3.7 ΕΙΔΗ ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΖΗΤΗΣΗΣ ......................................................................... 42 ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

7


3.8 ΠΟΙΟ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΗ ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΖΗΤΗΣΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΤΙΜΗ ............................................................................................. 45 3.9 ΔΑΠΑΝΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ .............................................................................. 46 3.10 ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΓΑΘΩΝ ΜΕ ΕΛΑΣΤΙΚΗ – ΑΝΕΛΑΣΤΙΚΗ – ΜΟΝΑΔΙΑΙΑ ΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΔΑΠΑΝΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ .......................................................... 47 3.11 ΣΤΑΥΡΟΕΙΔΗΣ ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ .......................................................................... 52 3.12 ΑΣΚΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ......................................................................................... 54 3.13 ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΗ ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΥ ................................................................... 55 3.14 ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΖΗΤΗΣΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ.................................................................................................... 55 3.15 ΑΣΚΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ......................................................................................... 56 Κεφάλαιο 4ο Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ – Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ .......................... 59 4.1 ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ............................................................................................ 60 4.2 Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ................................................................................. 61 4.3 ΚΟΣΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ............................................................................................ 65 4.4 Η ΚΑΜΠΥΛΗ ΚΟΣΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΒΡΑΧΥΧΡΟΝΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ .................................... 66 4.5 ΜΕΣΟ ΚΑΙ ΟΡΙΑΚΟ ΚΟΣΤΟΣ .................................................................................. 67 4.6 Η ΑΓΟΡΑΙΑ Ή ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΚΑΜΠΥΛΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ............................................. 68 4.7 ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ ......................................................................................... 69 4.8 ΆΣΚΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ........................................................................................... 70 4.9 ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ............................................................................... 70 4.10 ΑΣΚΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ......................................................................................... 71 4.11 ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΕΙΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ......................................................... 71 4.12 ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΤΟΥ AP – MP – TP ................................................... 72 Κεφάλαιο 5ο Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ ................................................................................ 73 5.1 ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ ...................................................................... 74 5.2 ΕΛΛΕΙΜΜΑ – ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ .................................................................................... 75 5.3 ΑΛΓΕΒΡΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΕΥΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ . 77 5.4 ΑΣΚΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ........................................................................................... 77 5.5 ΚΡΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ................................................................... 81 ΕΠΙΒΟΛΗ ΑΝΩΤΑΤΩΝ – ΚΑΤΩΤΑΤΩΝ ΤΙΜΩΝ ............................................................ 81 Κεφάλαιο 6ο ΜΟΡΦΕΣ ΑΓΟΡΑΣ ........................................................................................................ 83 6.1 ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΙΣ ΜΟΡΦΕΣ ΑΓΟΡΑΣ ........................................................................ 84 ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

8


6.2 ΕΙΔΗ ΜΟΡΦΩΝ ΑΓΟΡΑΣ ........................................................................................ 85 6.3 ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ ΠΛΗΡΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ............................................................ 86 6.4 ΓΡΑΦΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΚΑΜΠΥΛΩΝ FC, VC, TC, AFC, AVC, ATC, MC (ΣΤΑΘΕΡΟΥ, ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΥ, ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ ΣΤΑΘΕΡΟΥ, ΜΕΣΟΥ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΥ, ΜΕΣΟΥ ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΟΡΙΑΚΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ) ................. 89 6.5 ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΚΕΡΔΟΥΣ ........................................................... 94 6.6 ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΜΕΓΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΕΡΔΩΝ – ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Ι ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ........................................................................................................................ 94 6.7 ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟΛΙΚΩΝ ΕΣΔΟΩΝ TR ...................... 97 6.8 ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΜΕΓΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΕΡΔΩΝ – ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΙΙ ΟΡΙΑΚΑ ΜΕΓΕΘΗ ........................................................................................................................ 99 6.9 Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΟΤΑΝ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΟΙ ΤΙΜΕΣ ...... 102 6.10 ΜΟΝΩΠΟΛΙΟ (ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ) ..................................................................... 107 6.11ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟΥ (ΕΝΝΟΟΥΜΕ ΓΙΑ ΠΙΟ ΛΟΓΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑ) .............................................................................................................. 107 6.12 ΔΕΜΕΝΕΣ ΠΩΛΗΣΕΙΣ ......................................................................................... 107 6.13 ΚΡΑΤΙΚΑ ΜΟΝΩΠΟΛΙΑ ....................................................................................... 107 6.14 ΜΟΝΩΠΟΛΙΑΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ................................................................... 108 6.15 ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΟΛΙΓΟΠΩΛΙΟΥ ..................................................................... 108 6.16 ΜΟΡΦΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ – ΚΑΡΤΕΛ ..................................................................... 108 6.16 ΜΟΡΦΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ – ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ «ΚΥΡΙΩΝ» ............................................ 108 Παράρτημα.................................................................................................................. 109 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΩΣΤΟΥ – ΛΑΘΟΥΣ............................................................................... 109

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

9


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

10


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1Ο ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

11


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

12


1.1 ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

✓ Νοικοκυριό:

Λαμβάνει κάποιες αποφάσεις σχετικά με τις καθημερινές δραστηριότητες (πλύσιμο πιάτων, ποιος θα μαγειρέψει).

✓ Οικονομία: Λαμβάνουμε κάποιες αποφάσεις για την κατανομή των μέσω παραγωγής. Κατανομή των ανταλλαγμάτων ή των πόρων. Κατανομή ανταλλαγμάτων – πόρων: Σπάνιοι πόροι.

Οικονομική: Είναι η μελέτη του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία διαχειρίζεται τους σπανίζοντες πλουτοπαραγωγικούς πόρους της. 1.2 ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ

Ανάγκη: Είναι το «δυσάρεστο» αίσθημα μιας έλλειψης η οποία συνοδεύεται από την προσπάθεια ικανοποίησης της (χρησιμότητα = ευχαρίστηση). Χρησιμότητα ενός αγαθού για τον καταναλωτή είναι η ικανοποίηση η οποία την απολαμβάνει, σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο από την κατανάλωση του αγαθού αυτού.

✓ Κατηγορίες αναγκών: Φυσιολογικές ή βιολογικές (επιβίωσης)

Κοινωνικές

Άλλες

✓ Ιδιότητες αναγκών: Αύξηση ή πολλαπλασιασμός των αναγκών

Εξέλιξη

Παράγοντες, δημιουργία νέων αναγκών

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Προσωρινός κορεσμός Οριστικός

13


Τεχνολογία

Μίμηση

Συνήθεια

Διαφήμιση

κορεσμός (ικανοποιείτε για μεγάλο χρονικό διάστημα)

1.3 ΑΓΑΘΑ

✓ Αγαθά: Είναι τα μέσα όπου ικανοποιούνται οι ανάγκες των ανθρώπων. Ελεύθερα

Οικονομικά

Τα ελεύθερα αγαθά μετασχηματίζονται σε οικονομικά μέσα από την παραγωγική διαδικασία. 1.4 ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Ή ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΕΤΑΣΧΥΜΑΤΙΣΜΟΥ

Παραγωγική διαδικασία ή διαδικασία μετασχηματισμού: Είναι η διαδικασία μετατροπής διάφορων παραγωγικών συντελεστών σε αγαθά χρήσιμα για τον άνθρωπο. Χαρακτηριστικά παραγωγικής διαδικασίας. 1. Αποτελεί μια ευσυνείδητη προσπάθεια για την επίτευξη κάποιου τελικού σκοπού. 2. Απαιτεί την πάροδο χρόνου. 3. Πρόκειται για μια τεχνολογική σχέση ανάμεσα στις ποσότητες των συντελεστών της παραγωγής και στην ποσότητα του παραγόμενου προϊόντος, και εκφράζεται από τις συναρτήσεις παραγωγής: Q = f(K,L) , Q = f(K, L, N) , Q = A K α Lα – 1 . Όπου: Κ = Κεφάλαιο, L = Εργασία και Ν = Φύση. 1.5 ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Παραγωγικοί συντελεστές: Είναι οι απαραίτητοι παράγοντες που χρησιμοποιούμε για την παραγωγή προϊόντος. Παραγωγικοί συντελεστές 1. Έδαφος ή φύση ή γη (Ν) nature: Όλα τα στοιχεία του περιβάλλοντος που χρησιμοποιούμε για την παραγωγή αγαθών. 2. Εργασία (L) labour: Είναι η ανθρώπινη προσπάθεια που καταβάλουμε για την παραγωγή αγαθών, σωματική ή πνευματική (από συνείδηση). ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

14


3. Κεφάλαιο (K) kapital (capital): Είναι όλα τα διαρκή αγαθά τα οποία έχουν παραχθεί για την δημιουργία άλλων αγαθών, και χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία άλλων αγαθών. - πάγιο υλικό κεφάλαιο - «κυκλοφορούν» κεφάλαιο Μπαίνουν για ένα μικρό χρονικό διάστημα στην επιχείρηση. Ανθρώπινο κεφάλαιο: Είναι το σύνολο των γνώσεων, των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων που αποκτάει ο άνθρωπος από την μόρφωση την εμπειρία και την εκπαίδευση. (Συμβαδίζουν ανάλογα με την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας). Επιχειρηματικότητα: Είναι η ικανότητα μερικών ατόμων να συνδυάζουν τους παραγωγικούς συντελεστές (εργασία, έδαφος και κεφάλαιο) για να παράγουν κάποιο προϊόν, να προβλέπουν σε κέδροι και να αναλαμβάνουν κινδύνους. 1.6 ΣΤΕΝΟΤΗΤΑ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

✓ Στενότητα συντελεστών παραγωγής: 1. Ο συντελεστής έδαφος βρίσκεται σε στενότητα και οι πόροι του περιβάλλοντος. 2. Ο συντελεστής εργασία βρίσκεται σε στενότητα, δεν έχουμε άπειρο πληθυσμό εργαζομένων. 3. Ο συντελεστής κεφάλαιο βρίσκεται σε στενότητα διότι, διότι το κεφάλαιο είναι συνδυασμός της εργασίας και του εδάφους. 1.7 ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

✓ Το κύριο οικονομικό πρόβλημα: Οι ανάγκες των ανθρώπων δεν ικανοποιούνται λόγω της έλλειψης των αγαθών. Αίτια: Στενότητα παραγωγικών συντελεστών. Συνέπειες: Επιλογή αναγκών που θα κλιθούμε να ικανοποιήσουμε και να κατανείμουμε τους παραγωγικούς συντελεστές στην ιεράρχηση των αναγκών. Δεν μπορεί να λυθεί το κύριο οικονομικό πρόβλημα γιατί εξαντλούνται οι συντελεστές παραγωγής. Η ρύπανση του περιβάλλοντος έχει αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγή. 1.8 ΤΡΟΠΟΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

✓ Τρόποι αντιμετώπισης του οικονομικού προβλήματος. 1. Να αυξηθούν οι συντελεστές της παραγωγής κυρίως το κεφάλαιο. 2. Να απασχολούνται πλήρως όλοι οι παραγωγικοί συντελεστές σε κάθε χρονικοί περίοδο: ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

15


 Εργασία (L): όσιοι επιθυμούν και μπορούν να εργαστούν ώστε να μειωθεί η ανεργία.  Κεφάλαιο (K): Πλήρης χρήση του κεφαλαίου.  Φύση (Ν): Συναναστροφή σε άλλες πηγές ενέργειας. 3. Να απασχολήσουμε αποδοτικά τους συντελεστές παραγωγή. Να μην γίνεται αντιοικονομική χρήση (σπατάλη) των πόρων παραγωγής.

1.9 ΚΑΤΑΜΕΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

✓ Καταμερισμός της εργασίας: Είναι το φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο κάθε άτομο ενώ καταναλώνει πλήθος από αγαθά συμμετέχει στην παραγωγή ενός ή λίγο μόνο από αυτών. Πλεονεκτήματα: 1. Αυξάνει την παραγωγικότητα. (π.χ. έχουμε δυο εργάτες Α και Β, ο Α παράγει σε 1 ώρα 10 αγαθά και ο Β παράγει σε 1 ώρα 50 αγαθά. Ο Β παρουσιάζει μεγαλύτερη παραγωγικότητα). 2. Το κάθε άτομο το οποίο απασχολείται σε μια συγκεκριμένη εργασία μπορεί να απασχολείται εκεί που είναι πιο αποδοτικός. 3. Κάθε άτομο εξειδικεύεται σε μια συγκεκριμένη εργασία και αναπτύσσει τις ικανότητές του. 4. Δεν υπάρχει σπατάλη χρόνου από την μια εργασία στην άλλη. Μειονεκτήματα: 1. Η εργασία μπορεί να καταντήσει μια μονότονη αναγκαστική ρουτίνα, και ότι μπορεί να μην υπάρχει πραγματική εξειδίκευση στα άτομα (εργαζόμενους). 2. Με την διαδικασία ανταλλαγής αγαθών (δηλαδή δεν υπάρχει κοινό μέσω ανταλλαγής). 1.10 ΧΡΗΜΑ

✓Χρήμα: Είναι οτιδήποτε γίνεται δεκτό ως μέσω ανταλλαγής αγαθών.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

16


1.11 ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΥΚΛΩΜΑ Αγαθά

Αγαθά Αγορά Αγαθών

Επιχειρήσει ς

Χρήμα Χρήμα

Νοικοκυριά

Χρήμα

Αγορά Παραγωγικών Συντελεστών

Παραγωγικοί Συντελεστές Παραγωγικοί Συντελεστές

Το συγκεκριμένο οικονομικό κύκλωμα απεικονίζει μια απλή οικονομία. 1. 2. 3. 4.

Τέσσερα προβλήματα καλείτε να επιλύσει το οικονομικό κύκλωμα: Τι θα παραχθεί (το μίγμα των αγαθών και υπηρεσιών που θα παραχθεί και σε τι ποσότητες). Πως θα παραχθούν αυτά τα αγαθά. Πως θα διανεμηθεί το προϊόν. Τωρινές και μελλοντικές ανάγκες. Να αποφασίσει πως θα κατανέμει του πόρους για τις τωρινές και μελλοντικές ανάγκες.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

17


1.12 ΔΥΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ - ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ Μεικτή οικονομία

Σοσιαλισμός

-Υπάρχει η έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας

- Όλα ανήκουν στο κράτος

- Εκτός το ότι λειτουργούν οι μηχανισμοί της ελεύθερης αγοράς υπάρχει και κρατική παρέμβαση

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

18


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2Ο ΚΑΜΠΥΛΗ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΣΤΟΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

19


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

20


2.1 ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ Κ.Π.Δ.

Υποθέσεις επάνω στην Κ.Π.Δ. (καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων):

 Έχουμε οικονομία στην οποία υπάρχουν δεδομένοι συντελεστές παραγωγής.  Έχουμε δεδομένη τεχνολογία.  Έχουμε πλήρη και αποδοτική απασχόληση των συντελεστών παραγωγής.

Ο παρακάτω πίνακας μας δείχνει τις παραγωγικές δυνατότητες μιας οικονομίας. Συνδυασμοί

Παραγωγή Ψωμί 100 80 60 40 20 0

Α1 Β2 Γ 3 Δ4 Ε5 Ζ6

Τανκς 0 40 70 90 100 105

Καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων ή καμπύλη μετασχηματισμού. Μας δείχνει πως μετασχηματίζεται το ένα αγαθό στο άλλο.

Α B

80

100

Ψωμί

Για να παράγουμε π.χ. 40 τανκς πρέπει να θυσιάσουμε 20 μονάδες ψωμί.

60

Γ

40

Δ

20

Ε Ζ

0

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

20

40

60

80

100

120

τανκς

21


Ανάμεσα στο Α και Β υπάρχουν άπειροι συνδυασμοί και αντίστοιχα αυτό συμβαίνει και στους άλλους συνδυασμούς όπως ΒΓ, ΓΔ, ΔΕ, ΕΖ.

2.2 ΣΗΜΕΙΑ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΥ Κ.Π.Δ.

Κάθε σημείο πάνω στην Κ.Π.Δ. (εφικτός και κοινωνικά αποδεκτός συνδυασμός) μας δείχνει τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα του ενός αγαθού που μπορεί να παράγει η οικονομία για δεδομένες ποσότητες του άλλου αγαθού.

Κάθε σημείο εντός της Κ.Π.Δ. είναι εφικτός συνδυασμός αλλά κοινωνικά ανεπιθύμητος, επειδή είτε γίνεται σπατάλη παραγωγικών πόρων, είτε κάποιοι παραγωγικοί συντελεστές είναι αναπασχόλητοι, είτε γιατί η χρησιμοποίηση των συντελεστών γίνεται με μη-αποδοτικό τρόπο.

Κάθε σημείο δεξιότερα (εκτός) της Κ.Π.Δ. είναι μεν επιθυμητός συνδυασμός αλλά ανέφικτος, λόγω τεχνολογίας και περιορισμένης ποσότητας παραγωγικών συντελεστών.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

22


2.3 ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ

Βελτιώνεται η τεχνολογία παράγωγης και για τα δυο αγαθά τότε η Κ.Π.Δ. θα μετατοπιστεί προς τα δεξιά (και στις δυο πλευρές). Ψ

T

Αν υποθέσουμε ότι βελτιώνεται η τεχνολογία στην παραγωγή τανκς θα μετατοπιστεί προς τα δεξιά (μόνο από την πλευρά του τανκς). Ψ

T Αν βελτιωθεί η τεχνολογία στην παραγωγή του ψωμιού η Κ.Π.Δ. θα μετατοπιστεί από την πλευρά του ψωμιού.

Ψ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

23

T


Ένας παράγοντας που επηρεάζει την θέση της Κ.Π.Δ. όταν αυξηθεί η ποσότητα παραγωγής η Κ.Π.Δ. θα μετατοπιστεί προς τα δεξιά, και το αντίστροφο όταν έχουμε μείωση των συντελεστών της παραγωγής. Ψ

T

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

24


2.4 ΚΟΣΤΟΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ Ή ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΚΟΣΤΟΣ

✓Κόστος ευκαιρίας ενός αγαθού Χ είναι το σύνολο της ποσότητας του άλλου αγαθού που πρέπει να θυσιάσουμε για να αποκτήσουμε μια επιπλέον μονάδα από το Χ. Κ.Ε.τανκς  Συνήθως  .. 

πόσες μονάδες ψωμιού θυσιάζω ό ά  ά

 μεταβολή ποσότητας του άλλου αγαθού που θυσιάζω προς 

την ποσότητα του Χ που παράγω επιπλέον. Συνδυασμοί Α1 Β2 Γ 3 Δ4 Ε5 Ζ6

Παραγωγή Ψωμί 100 80 60 40 20 0

Τανκς 0 40 70 90 100 105

80  100 20  ..     0,5 μονάδες ψωμιού. 40  0 40

Για να παράγουμε μια επιπλέον μονάδα του αγαθού Τ θυσιάζω 0,5 μονάδες του αγαθού Ψ.  .. 

60  80 20    0,66 μονάδες ψωμιού. 70  40 30

Για να παράγουμε μια επιπλέον μονάδα του αγαθού Τ θυσιάζω 0,66 μονάδες του αγαθού Ψ.  .. 

40  60 20    1 μονάδες ψωμιού. 90  70 20

Για να παράγουμε μια επιπλέον μονάδα του αγαθού Τ θυσιάζω 1 μονάδα του αγαθού Ψ.  .. 

20  40 20    2 μονάδες ψωμιού. 100  90 10

Για να παράγουμε μια επιπλέον μονάδα του αγαθού Τ θυσιάζω 2 μονάδες του αγαθού Ψ.  .. 

0  20 20    4 μονάδες ψωμιού. 105  100 5

Για να παράγουμε μια επιπλέον μονάδα του αγαθού Τ θυσιάζω 4 μονάδες του αγαθού Ψ.  ..  ύ 

100  105 5    0,25 μονάδες τανκς. 20  0 20

Για να παράγουμε μια επιπλέον μονάδα του αγαθού Ψ θυσιάζω 0,25 μονάδες του αγαθού Τ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

25


 ..  ύ 

90  100 10    0,5 μονάδες τανκς. 40  20 20

Για να παράγουμε μια επιπλέον μονάδα του αγαθού Ψ θυσιάζω 0,5 μονάδες του αγαθού Τ.  ..  ύ 

70  90 20    1 μονάδες τανκς. 60  40 20

Για να παράγουμε μια επιπλέον μονάδα του αγαθού Ψ θυσιάζω 1 μονάδα του αγαθού Τ.  ..  ύ 

40  70 30    1,5 μονάδες τανκς. 80  60 20

Για να παράγουμε μια επιπλέον μονάδα του αγαθού Ψ θυσιάζω 1,5 μονάδες του αγαθού Τ.  ..  ύ 

0  40 40    2 μονάδες τανκς. 100  80 20

Για να παράγουμε μια επιπλέον μονάδα του αγαθού Ψ θυσιάζω 1,5 μονάδες του αγαθού Τ. Συνδυασμοί

Παραγωγή Ψωμί

Τανκς

Α1

100

0

Β2

80

Γ 3 Δ4 Ε5 Ζ6

60 40 20 0

Κόστος ευκαιρίας Τανκς

Ψωμί

0,5

2

0,66

1,5

1

1

2

0,5

4

0,25

40 70 90 100 105

Το κόστος ευκαιρίας βαίνει αυξανόμενο.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

26


Κ.Ε. τανκς

0,5

0,66

1

2

4

Κ.Ε.

0

40

70

90

100

105

τανκς

Καμπύλη του κόστους ευκαιρίας του τανκς (θετική κλήση – αύξων κόστος ευκαιρίας)

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

27


Κ.Ε. ψωμί

0,25 0,5

1

1,5

2

Κ.Ε.

0

20

40

60

80

100

ψωμί

Καμπύλη του κόστους ευκαιρίας του ψωμί (θετική κλήση – αύξων κόστος ευκαιρίας)

Και για τα δύο αγαθά θα παρουσιάζουν το ίδιο κόστος ευκαιρίας (αύξων – φθίνων – σταθερό).

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

28


2.5 Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΥΞΑΝΟΜΕΝΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ

✓Νόμος του αυξανόμενου κόστους Καθώς αυξάνεται η παραγωγή του αγαθού αυξάνεται το κόστος κάθε επιπρόσθετης μονάδας η αιτία είναι ότι όλοι οι παραγωγικοί συντελεστές δεν είναι εξίσου κατάλληλοι για την παραγωγή των διαφόρων αγαθών. 2.6 ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΚΟΣΤΟΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ Περίπτωση Ι Ψ

Χ

Αυξανόμενο κόστος ευκαιρίας: Η καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων είναι κοίλη προς την αρχή των αξόνων, παρουσιάζει αρνητική κλήση. Η οικονομική της σημαία είναι ότι δεν είναι κατάλληλοι οι παραγωγικοί συντελεστές για την παραγωγή των δυο αγαθών. Περίπτωση II Ψ

Σταθερό κόστος ευκαιρίας:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Χ

29


Η καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων είναι ευθεία, έχει αρνητική κλήση. Η οικονομική της σημαία είναι ότι οι παραγωγικοί συντελεστές είναι εξίσου κατάλληλοι για την παραγωγή των δυο αγαθών. Περίπτωση IIΙ Ψ

Χ Φθίνων κόστος ευκαιρίας: Η καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων είναι κυρτή προς την αρχή των αξόνων, έχει αρνητική κλήση. Η οικονομική της σημασία είναι ότι δεν είμαστε ορθολογικοί ως προς την χρήση των παραγωγικών συντελεστών.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

30


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3Ο ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

31


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

32


3.1 ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ

Στόχος του καταναλωτή: Να μεγιστοποίηση την χρησιμότητα του και επίσης έχει ανάγκες και προτιμήσεις. Ο καταναλωτής προσπαθεί να επιλέξει και να αγοράσει τα αγαθά επειδή έχει περιορισμένο εισόδημα αντιμετωπίζει και έναν δεύτερο περιορισμό την τιμή. Ανάλογα με την τιμή και το εισόδημα θα προσδιοριστούν αντίστοιχα και οι ποσότητες.

Εισόδημα του καταναλωτή: Είναι το σύνολο των χρηματικών μονάδων που διαθέτει.

Τιμή του αγαθού: Είναι ο αριθμός των χρηματικών μονάδων που είναι απαραίτητες για την απόκτηση μιας μονάδας του αγαθού αυτού. Συμπεριφορά καταναλωτή: Εισόδημα 100 ευρώ / μήνα. Περίπτωση Ι: 1€ αγοράζει 100 ποσότητες από ένα συγκεκριμένο αγαθό. Αν αυξηθεί η τιμή σε Περίπτωση ΙΙ: 2€ αγοράζει 50 ποσότητες από ένα συγκεκριμένο αγαθό. Στην περίπτωση Ι παρατηρούμε ότι η τιμή του συγκεκριμένου αγαθού είναι 1€ και στην περίπτωση ΙΙ η τιμή του αγαθού αυξάνεται σε 2€ έτσι προκαλείτε διαφορά ανάμεσα στις ζητούμενες ποσότητες που ο καταναλωτής επιλέγει για τις αντίστοιχες μεταβολές της τιμή του. Δηλαδή στην περίπτωση Ι έχουμε P  (μείωση ή πτώση της τιμής του αγαθού) και Q (αύξηση της ζητούμενης ποσότητας του αγαθού). Στην περίπτωση ΙΙ έχουμε P (αύξηση της τιμής του αγαθού) σε σύγκριση με την πρώτη περίπτωση και Q (μείωση της ζητούμενης ποσότητας του αγαθού). Στο διάστημα αυτό ισχύει ότι το εισόδημα  είναι σταθερό και οι προτιμήσεις του καταναλωτή είναι αντίστοιχα σταθερές δηλαδή ή . Αν υποθέσουμε ότι η τιμή του αγαθού μειώνεται σε 0,50€ τότε θα έχουμε P  και Q (μείωση της τιμής και αύξηση της ζητούμενης ποσότητας).

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

33


3.2 Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΗΤΗΣΗΣ Νόμος της ζήτησης Όταν αυξάνεται η τιμή ενός αγαθού προκαλεί μείωση της ζητούμενης ποσότητας, και αντίστροφα όταν μειώνεται η τιμή ενός αγαθού προκαλεί αύξηση της ζητούμενης ποσότητας (ceteris paribus). Όταν μεταβάλλεται η τιμή κινούμαστε επάνω στην ίδια καμπύλη ζήτησης και λέμε ότι μεταβάλλεται η ζητούμενη ποσότητα και όχι η ζήτηση. P D

D

Q

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

34


3.3 ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΖΗΤΗΣΗΣ Τιμή σε χρηματικές μονάδες

Ζητούμενη ποσότητα όταν το εισόδημα είναι Υ = 1000 ευρώ

Ζητούμενη ποσότητα όταν το εισόδημα είναι Υ = 1000 ευρώ

10

22

27

13

16

24

16

12

22

20

9

20

24

7

18

30

4

16

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα σχηματίζουμε την καμπύλη ζήτησης

13

16

20

24

30

P

10

D

0

4

7 9

12

16 18 20 22 24 27

Q

- το εισόδημα και οι προτιμήσεις των καταναλωτών είναι σταθερές. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

35


- Οι τιμές και οι προτιμήσεις των καταναλωτών είναι σταθερές. 3.4 ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΖΗΤΗΣΗ – ΖΗΤΟΥΜΕΝΗ ΠΟΣΟΤΗΤΑ

Όταν το εισόδημα και οι προτιμήσεις των καταναλωτών είναι σταθερές και μεταβάλλεται η τιμή τότε έχουμε μετακίνηση επάνω στην καμπύλη ζήτησης, έχουμε μεταβολή στην ζητούμενη ποσότητα. Αν έχουμε σταθερή την τιμή τότε έχουμε μεταβολή στην ζήτηση, μετατοπίζεται ολόκληρη η καμπύλη ζήτησης και έχουμε μεταβολή στην ζήτηση. Μετατόπιση της καμπύλης ζήτησης (παράγοντες εισόδημα – προτιμήσεις) Με το εισόδημα: Όταν έχουμε αύξηση του εισοδήματος των καταναλωτών τότε έχουμε αύξηση της ζήτησης. Όταν έχουμε μείωση του εισοδήματος των καταναλωτών τότε έχουμε μείωση της ζήτησης. Με τις προτιμήσεις: Αν αυξάνονται οι προτιμήσεις των καταναλωτών αυξάνεται η ζήτηση. Αν μειώνονται οι προτιμήσεις των καταναλωτών μειώνεται η ζήτηση.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

36


3.5 Η ΑΓΟΡΑΙΑ Ή ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΚΑΜΠΥΛΗ ΖΗΤΗΣΗΣ

✓Ας υποθέσουμε ότι έχουμε δυο καταναλωτές Α και Β: Καταναλωτής Α

8

P

4

D

0

15

40

Q

40

Q

Καταναλωτής Β

8

P

4

D

0 ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

37


Με βάση τα παραπάνω διαγράμματα σχηματίζεται ο παρακάτω πίνακας: Τιμή

Ζητούμενη Ποσότητα (Α)

Ζητούμενη Ποσότητα (Β)

Ζητούμενη Ποσότητα (Α + Β)

4

40

40

80

8

15

0

15

Διάγραμμα ζητούμενης ποσότητας (Α + Β)

8

P

4

D

0

15

40

Q

Προκειμένου να προσδιορίσουμε την αγοραία καμπύλη ζήτησης για ένα αγαθό αθροίζουμε σε κάθε τιμή τις αντίστοιχες ζητούμενες ποσότητες από το αγαθό στην αγορά. Αυτό γίνεται κυρίως στα ιδιωτικά αγαθά ρούχα, αυτοκίνητο, κ.τλ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

38


Έστω ότι έχουμε έναν καταναλωτή όπου το εισόδημα του είναι Υ = 100 ευρώ και αγοράζει 50 καφέδες με την τιμή του κάθε καφέ στα 2 ευρώ. Αν μειωθεί η τιμή του καφέ σε 1 ευρώ θα αυξηθεί η ζητούμενη ποσότητα και θα διαθέσει 50 ευρώ, συνεπώς αυξάνεται η αγοραστική του δύναμη. Ας υποθέσουμε ότι αυξάνεται η τιμή του καφέ τότε θα μειωθεί η ζητούμενη ποσότητα του καφέ και συνεπώς θα μειωθεί και η ζητούμενη ποσότητα της ζάχαρης (με βάση την προτίμηση του καταναλωτή). Συμπεραίνουμε ότι ο καφές και η ζάχαρη είναι συμπληρωματικά αγαθά. Δηλαδή αυξάνεται η τιμή της μπύρας και μειώνεται η ζητούμενη ποσότητα της μπύρας (συμπληρωματικά αγαθά). Όταν αυξάνεται η τιμή του κρασιού θα αυξηθεί και η ζητούμενη ποσότητα του κρασιού (υποκατάστατα αγαθά). Υποκατάστατα είναι δύο ή περισσότερα αγαθά όταν το ένα μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί του άλλου για την ικανοποίηση μιας ανάγκης. Συμπληρωματικά είναι δύο ή περισσότερα αγαθά όταν η κατανάλωση του ενός απαιτεί και την κατανάλωση του άλλου για να ικανοποιηθεί μια ανάγκη. Υποκατάστατα – Συμπληρωματικά αγαθά: Όταν μεταβάλλεται η τιμή ενός αγαθού μεταβάλλεται η ζήτηση του υποκατάστατου που είναι προς την ίδια κατεύθυνση της μεταβολής της τιμής, και του συμπληρωματικού που είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση της μεταβολής της τιμής. 3.6 ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΖΗΤΗΣΗΣ Όταν η τιμή του πετρελαίου είναι 123,25 $ (δολάρια το βαρέλι) στην Ελλάδα θα καταναλωθούν 1.238.529 βαρέλια. Όταν η τιμή γίνει 147,19 $ (δολάρια το βαρέλι) στην Ελλάδα θα καταναλωθούν 1.118.229 βαρέλια. Αυξάνεται η τιμή και μειώνεται η ζητούμενη ποσότητα. Με βάση το παράδειγμα αν η τιμή αυξήθηκε κατά 25% και η ζητούμενη ποσότητα μειώθηκε κατά – 5%. Χρησιμοποιούμε την ελαστικότητα ζήτησης για να εκφράσουμε καλύτερη οικονομική ανάλυση των αντίστοιχων στοιχείων.

Ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή: Ο λόγος της ποσοστιαίας μεταβολής της ζητούμενης ποσότητας προς την ποσοστιαία μεταβολή της τιμής. D 

% ή   ύ ό για να ξέρουμε πια θα είναι η % ή  ή  ή

αντίδραση των καταναλωτών στις αυξομειώσεις της τιμής.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

39


Q2 – Q1

Q Σε αλγεβρικούς όρους: Q ή Q   P P Q P

P1

Ρ2 – Ρ1 Q1

Ρ1

P

Ρ2

ΔΡ

D

ΔQ 0

Q1

Q2

Q

Η ελαστικότητα θα είναι QD διαφορετική από το Α  Β και από το Β  Α. Δηλαδή  DAB  E DBA . Παράδειγμα Έστω ότι η τιμή της ζάχαρης είναι 24 ευρώ, η ζητούμενη ποσότητα 7 κιλά ενώ όταν η τιμή μειώνεται στα 20 ευρώ η ζητούμενη ποσότητα αυξάνετε στα 9 κιλά. Να υπολογίσετε την ελαστικότητα ζήτησης της ζάχαρης ως προς την τιμή της. Ρ1 = 24 ευρώ QD1 = 7 κιλά Ρ2 = 20 ευρώ QD2 = 9 κιλά  D12 

Q  Q1 P1 Q P 9  7 24 2 24   2       1,71 Αφού μειώθηκε η τιμή P Q P2  P1 Q1 20  24 7  4 7

αυξήθηκε η ζητούμενη ποσότητα.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

40


Ο δε αριθμός δείχνει πόσες φορές πιο μεγάλη ή πιο μικρή είναι η ποσοστιαία μεταβολή της τιμής που προκλήθηκε από την ποσοστιαία μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας. Αν μειωθεί κατά η τιμή κατά 1% η ζητούμενη ποσότητα θα αυξηθεί κατά 1,71%. (Κατά 1% επειδή κάναμε αναγωγή στην μονάδα    D21 

 1,71% Q% )  1% P%

Q  Q2 P2 Q P 7  9 20  2 20  40   1        1,12 P Q P1  P2 Q2 24  20 9 4 9 36

Όταν η τιμή αυξάνεται κατά 1% η ζητούμενη ποσότητα μειώνεται κατά 1,12%.

Τοξοειδής ελαστικότητα: Είναι αυτή που υπολογίζει την ελαστικότητα

του τόξου, θα βρίσκεται ανάμεσα στην ελαστικότητα του Α  Β και του Β  Α.  

P1  P2 Q 2   . P Q1  Q2 2

 12

P1  P2 Q  Q1 P1  P2 Q 9  7 24  20 2 44 88 2    2        1,37 P Q1  Q2 P2  P1 Q1  Q2 20  24 7  9  4 16 64 2

Άρα  1,12   1,37   1,71 .

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

41


3.7 ΕΙΔΗ ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΖΗΤΗΣΗΣ

Ελαστική ζήτηση  D  1 και αυτό σημαίνει ότι μια αύξηση της τιμής κατά 1% θα οδηγήσει σε μια μείωση της ζητούμενης ποσότητας κατά περισσότερο από 1%. P

0

Q

Έχουν αγαθά τα οποία δεν είναι απαραίτητα για την διαβίωση μας τέτοια είναι τα «Αγαθά πολυτελείας».

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

42


Ανελαστική ζήτηση  D  1 . Μία αύξηση της τιμής ατά 1% θα οδηγήσει σε μια μείωσης της ζητούμενης ποσότητας κατά λιγότερο από 1%. P

0

Q

Είναι σχεδόν κάθετη.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

43


Μοναδιαία ελαστικότητα  D  1 . Μια αύξηση της τιμής κατά 1% θα οδηγήσει σε μείωση της ζητούμενης ποσότητας κατά 1%. P

Ισοσκελής υπερβολή

D

0

Q

Πλήρως ελαστική ζήτηση. Η ελαστικότητα ζήτησης ισούται με

,

δηλαδή  D   . P

0

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Q

44


Μηδενική μεταβολή της τιμής, αγοράζεται οποιαδήποτε διαθέσιμη ποσότητα.

Πλήρως ανελαστική ζήτηση  D  0 . P

0

Q

Είναι τελείως κάθετη στον οριζόντιο άξονα. Μια οποιαδήποτε αυξομείωση της τιμής δεν μεταβάλλεται η ζητούμενη ποσότητα. 3.8 ΠΟΙΟ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΗ ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΖΗΤΗΣΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΤΙΜΗ Ποιο παράγοντες επηρεάζουν τη ελαστικότητα ζήτησης ως προς την ως προς την τιμή: 1. Η ένταση της προτίμησης για το αγαθό. Όσο μεγαλύτερη είναι η επιθυμία για ένα αγαθό τόσο μικρότερη θα είναι η ελαστικότητα (αυτό συμβαίνει κυρίως στην ανελαστική ζήτηση). 2. Με την ύπαρξη υποκατάστατων αγαθών, τα αγαθά που έχουν στενά υποκατάστατα έχουν μεγάλη ελαστικότητα ζήτηση ως προς την τιμή ένα αγαθό που μπορώ να το υποκαταστήσω με κάποιο άλλο. 3. Το χρηματικό ποσό που δαπανά ο καταναλωτής στο αγαθό σε σχέση με το εισόδημα του. Όσο πιο μικρή είναι η αναλογία της δαπάνης πάνω σε ένα αγαθό στο εισόδημα του καταναλωτή τόσο μικρότερη είναι η ελαστικότητα ζήτησης του αγαθού.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

45


3.9 ΔΑΠΑΝΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ Ας υποθέσουμε ότι η τιμή του καφέ είναι P1 = 5€/kg και η ζητούμενη ποσότητα Q1 = 20kg πόσα χρήματα θα δαπανήσουν οι καταναλωτές για την αγορά του καφέ; Είναι Τ.Ε. (total expenditure) = P1 x Q1 = 5 x 20 = 100€ θα δαπανήσουν οι καταναλωτές. Διαγραμματικά αυτό φαίνεται ως εξής:

7

P

5

D

0

12

20

Q

Διάγραμμα καμπύλης ζήτησης του καφέ. Ας υποθέσουμε ότι η τιμή P του καφέ αυξάνεται σε P2 = 7 μονάδες και μειώνεται η ζητούμενη ποσότητα σε Q2 = 12 μονάδες. Για την συνολική δαπάνη θα έχουμε Τ.Ε.2 = 7 x 12 = 84.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

46


3.10 ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΓΑΘΩΝ ΜΕ ΕΛΑΣΤΙΚΗ – ΑΝΕΛΑΣΤΙΚΗ – ΜΟΝΑΔΙΑΙΑ ΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΔΑΠΑΝΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ  Αγαθό με | μορφή

|

(ανελαστική ζήτηση) η καμπύλη ζήτησης έχει την

P

0

Q

Η τιμή του πετρελαίου αυξάνεται από P1 = 30€/βαρέλι σε P2 = 40€/βαρέλι , και η ζητούμενη ποσότητα από Q1 = 100 μονάδες σε Q2 = 90 μονάδες. Για την συνολική δαπάνη θα έχουμε Τ.Ε.1 = P1 x Q1 = 30 x 100 = 3.000 και Τ.Ε.2 = P2 x Q2 = 40 x 90 = 3.600

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

47


Διαγραμματικά

40

P

30

D

0

90

100

Q

Παρατηρούμε ότι η συνολική δαπάνη T.E. αυξάνεται. Όταν η τιμή αυξάνεται και η ζητούμενη ποσότητα μειώνεται με ελαστικότητα | | (ανελαστική ζήτηση) τότε αυξάνεται η και συνολική δαπάνη Τ.Ε.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

48


 Αγαθό με | μορφή

|

(ελαστική ζήτηση) η καμπύλη ζήτησης έχει την

P

0

Q

Έστω ότι η τιμή του αυτοκινήτου μειώνεται από Ρ1 = 200.000 μονάδες σε Ρ2 = 180.000 μονάδες, και η ζητούμενη ποσότητα από Q1 = 100 τεμάχια αυξάνεται σε Q2 = 130 τεμάχια. Για την συνολική δαπάνη θα έχουμε Τ.Ε.1 = Ρ1 x Q1 = 200.000 x 100 = 20.000.000 και Τ.Ε.2 = Ρ2 x Q2 = 180.000 x 130 = 23.400.000. Παρατηρούμε ότι η συνολική δαπάνη Τ.Ε. αυξήθηκε. Όταν έχουμε ένα αγαθό με | | ελαστική ζήτηση , μειώνεται η τιμή και αυξάνεται η ζητούμενη ποσότητα συνεπώς θα αυξάνεται και η συνολική δαπάνη Τ.Ε.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

49


Διαγραμματικά

200.000

P

140.00

D

0

 Αγαθό με | την μορφή

|

100

130

Q

(μοναδιαία ελαστικότητα) η καμπύλη ζήτησης έχει

P

Ισοσκελής υπερβολή

D

0

Q

Ας υποθέσουμε ότι η τιμή Ρ ενός αγαθού μειώνεται από Ρ1 = 40€ σε Ρ2 = 20€ και η ζητούμενη ποσότητα Q αυξήθηκε από Q1 = 100 μονάδες σε Q2 = 200 μονάδες. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

50


Για την συνολική δαπάνη Τ.Ε. θα έχουμε: Τ.Ε.1 = Ρ1 x Q1 = 40 x 100 = 4000 και Τ .Ε.2 = Ρ2 x Q2 = 20 x 200 = 4000. Παρατηρούμε ότι η συνολική δαπάνη Τ.Ε. των καταναλωτών παραμένει σταθερή (ίδια) ανεξαρτήτως που μειώθηκε η τιμή. Η μείωση της τιμής υποδουλώνει σταθερή συνολική δαπάνη Τ.Ε.. Διαγραμματικά

40

P

20

D

0

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

100

200

Q

51


3.11 ΣΤΑΥΡΟΕΙΔΗΣ ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ Σταυροειδής ελαστικότητα: Χρησιμοποιούμε την σταυροειδή ελαστικότητα όταν θέλουμε να συσχετίσουμε την τιμή ενός αγαθού με τις ζητούμενες ποσότητες ενός άλλου αγαθού. Συσχετίζουμε δυο διαφορετικά αγαθά μεταξύ τους και δυο διαφορετικά στοιχεία από τα δυο αγαθά. Καφές PK QK 10 80 6 95 2 120

Ζάχαρη PZ QZ 8 50 8 55 8 70

Κακάο PKK QKK 12 75 12 70 12 65

Θα υποθέσουμε ότι η τιμή της ζάχαρης και του κακάο είναι σταθερή. Μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας των αγαθών αυτών με σταθερή τιμή διότι μεταβάλλεται η τιμή ενός άλλου αγαθού. Η ζητούμενη ποσότητα του κακάο μειώνεται. Σταυροειδή ελαστικότητα: είναι ο λόγος της ποσοστιαίας μεταβολής της ζητούμενης ποσότητας ενός αγαθού (ενός αγαθού Χ), προς την ποσοστιαία μεταβολή της τιμής ενός άλλου αγαθού (αγαθού Υ). μεταβολή ζητούμενη ποσότητας αγαθού Χ Εσταυροειδή μεταβολή της τιμής ενός αγαθού Υ Δ

Αλγεβρικά

Δ

Δ ΔΡΥ

Πόσο % θα αυξηθεί η ζητούμενη ποσότητα QD της ζάχαρης αν μειωθεί κατά 5% η τιμή του καφέ. (συσχετίζονται τα δυο αγαθά). Ας υποθέσουμε ότι η τιμή P του καφέ μειώνεται από PK1 = 10 μονάδες σε PK2 = 6 μονάδες, και η ζητούμενη ποσότητα QD της ζάχαρης αυξάνεται από QDZ1 = 50 μονάδες σε QDZ2 = 55 μονάδες. Για την σταυροειδή ελαστικότητα έχουμε: Δεδομένα: PK1 = 10 QDZ1 = 50

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

PK2 = 6 QDZ2 = 55

52


Αν μειωθεί η τιμή του καφέ κατά 1% τότε η ζητούμενη ποσότητα τη ζάχαρης θα αυξηθεί κατά 0,25%. Το (-) δηλώνει την αρνητική σχέση μεταξύ της τιμής PK και της ζητούμενης ποσότητας QDZ. Ας υποθέσουμε ότι η τιμή του καφέ ΡΚ μειώνεται από ΡΚ1 = 10 μονάδες σε ΡΚ2 = 6 μονάδες, και η ζητούμενη ποσότητα QDKK1 = 75 μονάδες σε QDKK2 = 70 μονάδες. Δεδομένα: ΡΚ1 = 10 QDKK1 = 75

ΡΚ2 = 6 QDKK2 = 70

Αν μειωθεί η τιμή του καφέ κατά 1% και η ζητούμενη ποσότητα του κακάο θα μειωθεί κατά 0,16%. Περιπτώσεις σταυροειδής ελαστικότητας:  Περίπτωση Ι όταν η Ε σταυροειδή < 0 τότε τα αγαθά είναι συμπληρωματικά.  Περίπτωση ΙΙ όταν η Ε σταυροειδή > 0 τότε τα αγαθά είναι μεταξύ τους υποκατάστατα ή ανταγωνιστικά.  Περίπτωση ΙΙΙ όταν η Ε σταυροειδή = 0 άρα τα αγαθά αυτά είναι μεταξύ τους ανεξάρτητα.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

53


3.12 ΑΣΚΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Στον παρακάτω πίνακα δίνονται οι ποσότητες σε κιλά τεσσάρων αγαθών που καταναλώνονται μηνιαίως από ένα νοικοκυριό πριν και μετά την αύξηση της τιμής του αγαθού Χ από 100€ σε 150€ ενώ οι άλλοι παράγοντες παραμένουν σταθεροί. Αγαθά Χ Ψ Ζ Τ

Ποσότητα πριν την αύξηση της τιμής του αγαθού Χ 55 40 35 60

Ποσότητα μετά την αύξηση της τιμής του αγαθού Χ. 40 50 35 42

α) Βρείτε τη σταυροειδή ελαστικότητα ζήτησης ανάμεσα στα αγαθά Ψ και Χ, Ζ και Χ, Τ και Χ. β) Τι είναι μεταξύ τους τα αγαθά Ψ και Χ, Ζ και Χ, Τ και Χ; Οι τιμές των αγαθών Ψ, Ζ, και Τα δεν αλλάζουν αλλάζει η τιμή του Χ ενώ αλλάζουν οι ζητούμενες ποσότητες. Περίπτωση Ι ΡX1 = 100

ΡX2 = 150

QΨ1 = 40

QΨ2 = 50

Περίπτωση ΙΙ ΡX1 = 100

ΡX2 = 150

QΖ1 = 35

QΖ2 = 35

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

54


Περίπτωση ΙΙΙ ΡX1 = 100

ΡX2 = 150

QΤ1 = 60

QΤ2 = 42

3.13 ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΗ ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΥ

Η ελαστικότητα ζήτησης ως προς το εισόδημα, είναι ο βαθμός αντίδρασης των καταναλωτών στις μεταβολές του εισοδήματός τους, ceteris paribus και ορίζεται ως ο λόγος της ποσοστιαίας μεταβολής της ζητούμενης ποσότητας προς τον λόγο της ποσοστιαίας μεταβολής του εισοδήματος.

Αλγεβρικά

ή

.

Όπου ΔQ = Q2 – Q1 και ΔΥ = Υ2 – Υ1. Όπου Υ και Q οι αρχικές τιμές. 3.14 ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΖΗΤΗΣΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ

Τα αγαθά σύμφωνα με την εισοδηματική τους ελαστικότητα διακρίνονται σε:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

55


Αιτιολόγηση στις ασκήσεις: Όταν αυξάνεται το εισόδημα κατά μία ποσοστιαία μονάδα τότε η ζητούμενη ποσότητα θα αυξηθεί κατά μεγαλύτερο ποσοστό. 3.15 ΑΣΚΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Στον παρακάτω πίνακα δίνονται οι ποσότητες σε κιλά πέντε αγαθών που καταναλώνονται μηνιαίως από ένα νοικοκυριό σε δύο διαφορετικά επίπεδα εισοδήματος. Μηνιαίο QA QB QΓ QΔ QE εισόδημα 100.000 40 30 50 25 30 150.000 70 48 65 25 18 α) Υπολογίστε την εισοδηματική ελαστικότητα για καθένα από τα πέντε αγαθά που καταναλώνει το νοικοκυριό. β) Σύμφωνα με την τιμή της εισοδηματικής ελαστικότητας, τι είδος αγαθού είναι για το νοικοκυριό το καθένα από τα αγαθά που αυτό καταναλώνει; Αγαθό Α Συνδυασμοί Α Τ

Υ 100.000 150.000

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Q 40 70 56


Κανονικό αγαθό – Αγαθό πολυτελείας Αν αυξηθεί το εισόδημα κατά μια ποσοστιαία μονάδα 1% θα αυξηθεί η ζητούμενη ποσότητα κατά 1,5%. Αγαθό Β Συνδυασμοί Α Τ

Υ 100.000 150.000

Q 30 48

Κανονικό αγαθό – Αγαθό πολυτελείας Αν αυξηθεί το εισόδημα κατά μια ποσοστιαία μονάδα 1% θα αυξηθεί η ζητούμενη ποσότητα κατά 1,2%. Αγαθό Γ Συνδυασμοί Α Τ

Υ 100.000 150.000

Q 50 65

Κανονικό αγαθό – Πρώτης ανάγκης Αν αυξηθεί το εισόδημα κατά μια ποσοστιαία μονάδα 1% θα αυξηθεί η ζητούμενη ποσότητα κατά 0,6%. Αγαθό Δ Συνδυασμοί Α Τ

Υ 100.000 150.000

Q 25 25

Ουδέτερο Αγαθό ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

57


Αν αυξηθεί το εισόδημα κατά μια ποσοστιαία μονάδα 1% δεν θα επέλθει καμία μεταβολή στην ζητούμενη ποσότητα. Αγαθό Ε Συνδυασμοί Α Τ

Υ 100.000 150.000

Q 30 18

Κατώτερο Αγαθό Αν αυξηθεί το εισόδημα κατά μια ποσοστιαία μονάδα 1% θα μειωθεί η ζητούμενη ποσότητα κατά -0,8%.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

58


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4Ο Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ – Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

59


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

60


4.1 ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σκοπός κάθε επιχείρησης είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους. Η μεγιστοποίηση του κέρδους προκύπτει αν το οριακό κόστος αυξανόμενο είναι ίσο με την τιμή του προϊόντος. Κέρδος είναι η τιμή του προϊόντος – κόστος της παραγωγής. Αν υποθέσουμε ότι το κόστος της παραγωγής είναι σταθερό για να αυξηθεί το κέρδος η τιμή πρέπει να είναι αυξημένη ταυτόχρονα και αυτή. Όσο πιο ακριβό είναι ένα αντικείμενο τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος. 4.2 Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ

Νόμος προσφοράς Όταν αυξάνεται η τιμή, αυξάνεται και η προσφερόμενη ποσότητα, και αντίστροφα, όταν μειώνεται η τιμή, μειώνεται και η προσφερόμενη ποσότητα. Πίνακας τιμών και ποσοτήτων στην αγορά σιταριού: Συνδυασμοί

Τιμή σε € / Kg

Α

4

Προσφερόμενη ποσότητα σε τόνους 100

Β

6

130

Γ

8

150

Δ

10

160

Ε

12

168

Ζ

14

173

Η

16

175

Η τιμή του αγαθού αυξάνεται σταδιακά.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

61


4 6 8 10 12 14 16

P

0

S

S

100

130 150 160 168 173 175

QS

Καμπύλη προσφοράς  Η καμπύλη προσφοράς έχει θετική κλίση λόγω του νόμου της προσφοράς.  Η καμπύλη προσφοράς δείχνει τις ποσότητες ενός αγαθού που μια επιχείρηση είναι διατεθειμένη να παράγει και να προσφέρει σε κάθε τιμή του αγαθού.

Ο επιχειρηματίας έχει ένα «δύσκολο» ρόλο από μια πλευρά. Αγοράζει πρώτες ύλες ή παραγωγικούς συντελεστές από την αγορά παραγωγικών συντελεστών και μέσω της παραγωγικής διαδικασίας μετατρέπονται οι παραγωγική συντελεστές σε αγαθά και τα πουλάει στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών.  Ο παράγοντας της παραγωγικής διαδικασίας και συγκεκριμένα οι δαπάνες από την πώληση υπηρεσιών στην αγορά αγαθών.  Ο αντικειμενικός σκοπός του επιχειρηματία θα διαμορφωθεί μέσα από τις δαπάνες και τα έσοδα.  Ο αντικειμενικός σκοπός του:  Κέρδους (μεγιστοποίησης τους κέρδους), αν θέλει να μεγιστοποίηση το κέρδος πρέπει να υπολογίσει την διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στα έσοδα και στις υπηρεσίες που προσφέρει.  Ελαχιστοποίηση της ζημίας, δηλαδή να υπολογίσει τις δαπάνες και τα έσοδα. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

62


Δύο επιχειρηματικές περίοδοι υπάρχουν σχετικά με τις αποφάσεις που θα πάρει ο επιχειρηματίας σχετικά με το τι θα παράγει και πόσο θα πουλήσει κ.τλ.. Ο χρονικός ορίζοντας της επιχείρησης διακρίνεται στην βραχυχρόνια περίοδο παραγωγής και στην μακροχρόνια περίοδο παραγωγής. Στη βραχυχρόνια περίοδο δύο ερωτήματα πρέπει να απαντήσει ο επιχειρηματίας, τι θα κάνει το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και επίσης τι θα κάνει σε μια μελλοντική επιχειρηματική περίοδο μακροχρόνια.  Βραχυχρόνια περίοδος παραγωγής είναι το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο η επιχείρηση δεν μπορεί να μεταβάλλει την ποσότητα ορισμένων από τους συντελεστές που χρησιμοποιεί.  Μακροχρόνια περίοδος παραγωγής είναι το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο η επιχείρηση μπορεί να αυξομειώσει τις ποσότητες όλων των παραγωγικών συντελεστών που χρησιμοποιεί στην παραγωγική της διαδικασίας. Η διάκριση μεταξύ της βραχυχρόνιας και της μακροχρόνιας περιόδου γίνεται με βάση την δυνατότητα προσαρμοστικότητας των συντελεστών που χρησιμοποιεί κάθε επιχείρηση, και αυτό εξαρτάτε κυρίως από το αντικείμενο και το μέγεθος της επιχείρησης. Η έννοιες της βραχυχρόνιας και της μακροχρόνιας περιόδου δεν αντιστοιχίζονται σε κάποια συγκεκριμένη ημερολογιακή περίοδο.

Η συνάρτηση παραγωγής εκφράζει την σχέση που συνδέει την μέγιστη ποσότητα προϊόντος που μπορεί να παραχθεί σε ορισμένο χρόνο με συγκεκριμένες ποσότητες συντελεστώ. Γενική μορφή: Q = f(x1, x2, …. xk) Όπου: Q είναι η ποσότητα παραγόμενου προϊόντος. f συγκεκριμένη συνάρτηση παραγωγής. Xi με i = 1, 2, 3, … κ είναι η ποσότητα του χρησιμοποιούμενου παραγωγικού συντελεστή. Είναι μια συνάρτηση που μας δείχνει πως συνδυάζονται οι εισροές. Q = f(N, L) .

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

63


Ποσότητες Συντελεστών παραγωγής: Ν

L

TP

AP

MP

10

0

0

-

-

10

1

10

10

10

10

2

26

13

16

10

3

45

15

19

10

4

62

15,5

17

10

5

74

14,8

12

10

6

78

13

4

10

7

78

11,1

0

10

8

72

9

-6

 Το συντελεστής φύση (Ν) τον διατηρούμε.  Ο συντελεστής εργασία (L) μπορούμε να τον μεταβάλλουμε. Καθώς μεταβάλλεται ο μεταβλητός συντελεστής αυξάνεται και το συνολικό προϊόν, μετά από ένα ορισμένο σημείο μειώνεται λόγω του νόμου της φθίνουσας ή μη ανάλογης απόδοσης. Το ΤΡ (συνολικό προϊόν) ο συντελεστής φύση (Ν) και ο συντελεστής εργασία (L), εκφράζουν την συνάρτηση παραγωγής δείχνουν δηλαδή τους συνδυασμούς των εισροών και του τελικού προϊόντος. ΤΡ ή Q Συνολικό Προϊόν (total product) ΑΡ Μέσο προϊόν (average product) MΡ Οριακό προϊόν (marginal product) Υπολογισμός ΑΡ και ΜΡ:

Συνολικό προϊόν ΤΡ ή Q : Είναι η ποσότητα του προϊόντος που παράγεται όταν οι ποσότητες όλων των άλλων συντελεστών παραμένουν σταθερές και μεταβάλλεται μόνο η ποσότητα του συντελεστή που μας ενδιαφέρει. Μέσο προϊόν ΑΡ: Είναι ο λόγος του συνολικού προϊόντος προς τις μονάδες του μεταβλητού συντελεστή. Μας δείχνει το μέσο προϊόν ανά εργάτη, το μέσο όρο δηλαδή παραγωγής του κάθε εργάτη. Οριακό προϊόν ΜΡ: Ενός συντελεστή είναι η μεταβολή που επέρχεται στο συνολικό προϊόν όταν μεταβάλλεται ο μεταβλητός συντελεστής κατά μια μονάδα. Με άλλα λόγια το οριακό προϊόν δείχνει τον ρυθμό μεταβολής του συνολικού προϊόντος. Είναι η επίδραση που προκαλεί ο τελευταίος εργάτης στην συνολική παραγωγή ή μας δείχνει την μεταβολή που επέρχεται στο συνολικό προϊόν. Ο 8ος εργάτης συμβάλει στην παραγωγή αρνητικά. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

64


4.3 ΚΟΣΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Κόστος παραγωγής είναι οι χρηματικές μονάδες που καταβάλει μια επιχείρηση για την απόκτηση και την χρησιμοποίηση παραγωγικών συντελεστών. Το ύψος της δαπάνης αυτής εξαρτάτε από την ποσότητα και τις τιμές των παραγωγικών συντελεστών. Στη βραχυχρόνια περίοδο, το κόστος παραγωγής διακρίνεται σε σταθερό (FC, fixed cost) και μεταβλητό κόστος (VC, variable cost). Το άθροισμα σταθερού και μεταβλητού κόστους είναι το συνολικό κόστος (TC, total cost). Ισχύει δηλαδή η σχέση TC = FC + VC.  Σταθερό κόστος (FC) είναι το κόστος που δεν μεταβάλλετε καθώς μεταβάλλετε η ποσότητα του παραγόμενου προϊόντος και αφορά τις δαπάνες που καταβάλλονται για τους σταθερούς συντελεστές, για παράδειγμα ενοίκια κτηρίων, ασφάλιστρα εγκαταστάσεων, κτλ.  Μεταβλητό κόστος (VC) είναι οι δαπάνες που καταβάλλονται για τους μεταβλητούς συντελεστές δηλαδή για αυτούς των οποίων η ποσότητα μεταβάλλεται καθώς μεταβάλλεται η ποσότητα του παραγόμενου προϊόντος, για παράδειγμα πρώτες ύλες, ημερομίσθια, κτλ.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

65


4.4 Η ΚΑΜΠΥΛΗ ΚΟΣΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΒΡΑΧΥΧΡΟΝΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ

Καμπύλη κόστους στην βραχυχρόνια περίοδο

C

TC Αύξων Ρυθμός VC Φθίνων Ρυθμός

FC

FC

0

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Q

Q1

66


4.5 ΜΕΣΟ ΚΑΙ ΟΡΙΑΚΟ ΚΟΣΤΟΣ

έ

ό ό

ό ό

έ

ό ό ό

ό ό

έ

ό

Οριακό κόστος

ή

ή ό ό

ό ό ό ό

ή

ή

ό ή

ή

ή

ύ ό ή ή ό Μεταβολή συνολικού κόστος ή Μεταβολή του προϊόντος

(

)

Δ(Τ ) Δ

Mέσο συνολικό κόστος = Μέσο σταθερό κόστος + Μέσο μεταβλητό κόστος ATC = AFC + AVC

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

67


4.6 Η ΑΓΟΡΑΙΑ Ή ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΚΑΜΠΥΛΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ

Προκειμένου να προσδιορίσουμε την αγοραία καμπύλη ζήτησης για ένα αγαθό αθροίζουμε σε κάθε τιμή τις αντίστοιχες ζητούμενες ποσότητες από το αγαθό στην αγορά. Αυτό γίνεται κυρίως στα ιδιωτικά αγαθά ρούχα, αυτοκίνητο, κ.τλ.

Ας υποθέσουμε ότι έχουμε δυο επιχειρήσεις Α και Β: Επιχείρηση Α Ρ SA 20

10 SA

100

200

Q

Επιχείρηση B Ρ SΒ 20

10 SΒ

100

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

250

Q

68


Επιχείρηση A + B (αγοραία) Ρ SA + Β 20

10 SA+ Β

300

450

Q

Η αγοραία καμπύλη προσφοράς μας δείχνει την συνολική προσφερόμενη ποσότητα απ’ όλες τις επιχειρήσεις, σε κάθε επίπεδο τιμής. 4.7 ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ

Αποδόσεις κλίμακας

Οι αποδόσεις κλίμακας ισχύουν στην μακροχρόνια περίοδο παραγωγής, ο παράγοντας μακροχρόνια περίοδος αναφέρεται ότι όλοι οι συντελεστές είναι μεταβλητοί. Πόσο θα αυξηθεί η παραγωγή αν αυξηθεί η ποσότητα των παραγωγικών συντελεστών. Δηλαδή αν έχουμε: 2L

4K

100Q

4L

8K

;

Θα προκαλέσει μια αύξηση στους συντελεστές παραγωγής αλλά αυτή η αύξηση θα είναι ισόποση σε όλους τους συντελεστές παραγωγής.  Αύξουσες αποδόσεις κλίμακας: Όταν αυξάνονται οι παραγωγικοί συντελεστές κατά 1% αυτό θα οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγής κατά περισσότερο από 1%. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

69


 Σταθερή αποδόσεις κλίμακας: Μια αύξηση στους συντελεστές παραγωγής κατά 1% θα αυξηθεί η παραγωγή κατά 1% επίσης.  Φθίνουσες αποδόσεις κλίμακας: Μια αύξηση των συντελεστών παραγωγής κατά 1% αυτό θα οδηγήσει σε μια αύξηση του προϊόντος κατά λιγότερο από 1%. 4.8 ΆΣΚΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ L

K

Q

CL

CK

AC = CL + CK / 2

1

4

2

200

4.000

1.000

25

2

8

4

500

8.000

2.000

20

3

12

6

750

12.000

3.000

20

4

18

9

1.000

18.000

4.500

22.5

 Όταν το ΑC μειώνεται έχουμε αύξουσες αποδόσεις κλίμακας.  Σταθερές αποδόσεις έχομε όταν το ΑC παραμένει σταθερό.  Φθίνουσες αποδόσεις κλίμακας έχουμε όταν το ΑC αυξάνεται κατά λιγότερο. 4.9 ΕΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ

Ελαστικότητα προσφοράς

Η ελαστικότητα προσφοράς ορίζεται ως ο λόγος της ποσοστιαίας μεταβολής της προσφερόμενης ποσότητας προς τον λόγο της ποσοστιαίας μεταβολής της τιμής. Δηλαδή

ή

ό ή

ό ή

Ελαστικότητα προσφοράς ΕS (S = supply). Μας δείχνει πόσο θα μεταβληθεί η προσφερόμενη ποσότητα αν μεταβληθεί η τιμή. Η καμπύλη προσφοράς έχει πάντα θετική κλίση λόγω του νόμου της προσφοράς.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

70


4.10 ΑΣΚΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Έστω ότι όταν η τιμή ενός αγαθού είναι 6 ν.μ. η προσφερόμενη ποσότητα είναι 130 μονάδες και όταν η τιμή αυξάνεται στις 8 ν.μ. η προσφερόμενη ποσότητα αυξάνεται στις 150 μονάδες. Να υπολογιστεί η ελαστικότητα προσφοράς. Ε

Δ ΔΡ

ανελαστική προσφορά

Όταν αυξάνεται η τιμή κατά 1% η προσφερόμενη ποσότητα θα αυξηθεί κατά 0,46%. 4.11 ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΕΙΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ Οι προσδιοριστικοί παράγοντες της προσφοράς είναι οι εξής:  Τιμές των παραγωγικών συντελεστών: Αύξηση των τιμών των παραγωγικών συντελεστών σημαίνει αύξηση του κόστους παραγωγής μετατόπιση της οριακού κόστους προς τα πάνω και της καμπύλης προσφοράς προς τα αριστερά, που σημαίνει μείωση της προσφοράς. Μείωση των τιμών των παραγωγικών συντελεστών σημαίνει μείωση του κόστους παραγωγής μετατόπιση της οριακού κόστους προς τα κάτω και της καμπύλης προσφοράς προς τα δεξιά, που σημαίνει αύξηση της προσφοράς.  Τεχνολογία παραγωγής: Η βελτίωση της τεχνολογίας μετατοπίζει την καμπύλη προσφοράς προς τα δεξιά που σημαίνει αύξηση της προσφοράς. Η χειροτέρευση της τεχνολογίας μετατοπίζει την καμπύλη προσφοράς προς τα αριστερά που σημαίνει μείωση της προσφοράς.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

71


4.12 ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΤΟΥ AP – MP – TP

80

ΑΡ – ΜΡ – ΤΡ

10

20

30

40

50

60

70

TP

AP

1

2

3

4

5

-6

0

6

7

8

L MP

(I)

(II)

(III)

Στάδιο παραγωγής (Ι): Το στάδιο που αλλάζει η κλίση της ΤΡ στην αρχή αυξάνεται και μετά από ένα ορισμένο σημείο μειώνεται. Στάδιο παραγωγής (ΙΙ): Η ΜΡ τέμνει την καμπύλη του ΑΡ στο υψηλότερο σημείο «τέμνει την καμπύλη στο άριστο σημείο» Στάδιο παραγωγής (ΙΙΙ): Στο στάδιο αυτό η καμπύλη του ΜΡ είναι αρνητική.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

72


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5Ο Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

73


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

74


5.1 ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ Τιμή ισορροπίας (P*) είναι η τιμή στην οποία η ζητούμενη ποσότητα (QD) είναι ίση με την προσφερόμενη ποσότητα (QS). Η ποσότητα που αντιστοιχεί στην τιμή ισορροπία λέγεται ποσότητα ισορροπίας (Q*). 5.2 ΕΛΛΕΙΜΜΑ – ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ Πότε σε ένα αγαθό παρουσιάζεται έλλειμμα και πότε πλεόνασμα;  Για κάθε τιμή μεγαλύτερη της τιμής ισορροπίας (Ρ*) και η προσφερόμενη ποσότητα μεγαλύτερη από την ζητούμενη ποσότητα παρουσιάζεται πλεόνασμα (πλεονάζουσα προσφορά), η τιμή του οποίου δίνεται από την σχέση QS - QD = ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ. Δηλαδή όταν Ρ > Ρ* και QS > QD τότε QS - QD = ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ.  Για κάθε τιμή μικρότερη της τιμής ισορροπίας (Ρ*) και η προσφερόμενη ποσότητα μικρότερη από την ζητούμενη ποσότητα παρουσιάζεται έλλειμμα (πλεονάζουσα ζήτηση), η τιμή του οποίου δίνεται από την σχέση QD - QS = ΕΛΛΕΙΜΜΑ. Δηλαδή όταν Ρ < Ρ* και QS < QD τότε QD QS = ΕΛΛΕΙΜΑ. Δίνεται ο παρακάτω πίνακας, να βρεθεί το έλλειμμα ή πλεόνασμα σε κάθε τιμή καθώς και το σημείο ισορροπίας. Τιμή Ρ 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10

Ζητούμενη Ποσότητα QD 85 75 68 60 53 45 37 32 28 25

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Προσφερόμενη Ποσότητα QS 15 20 26 34 39 45 50 55 59 63

Έλλειμμα

Πλεόνασμα

70 55 42 26 14 0 -

0 13 23 31 38

75


10

Ρ

Διαγραμματικά το έλλειμμα και το πλεόνασμα φαίνονται ως εξής:

D

7

8

9

S

2

3

4

5

6

E

D

1

S

0

10

20

30

40

50

60

70

80

90

Q

Όταν η τιμή αυξάνεται το έλλειμμα στην αγορά περιορίζεται. Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι υποστηρίζουνε ότι αν αφήσουμε την αγορά, από μόνη της θα ισορροπήσει. Παρατηρούμε ότι στο σημείο ισορροπίας το έλλειμμα και το πλεόνασμα έχουν μηδενιστεί. Όταν υπάρχει έλλειμμα στην αγορά ενός αγαθού υπάρχει τάση για αύξηση της τιμής. Ενώ όταν υπάρχει πλεόνασμα στην αγορά ενός αγαθού υπάρχει τάση να μειωθεί η τιμή μέχρι να φτάσουμε στο σημείο ισορροπίας. Οι δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης λειτουργούν αντίρροπα. Στην περίπτωση που σε ένα αγαθό παρουσιάζεται πλεόνασμα (Ρ > Ρ*), οι παραγωγοί για να αποφύγουν την συσσώρευση των αποθεμάτων, μειώνουν την τιμή. Όταν σε ένα αγαθό μειώνεται η τιμή λόγω του νόμου της ζήτησης οι καταναλωτές αυξάνουν την ζητούμενη ποσότητα και οι παραγωγοί λόγο του νόμου της προσφοράς μειώνουν την προσφερόμενη ποσότητα. Παρατηρούμε ότι το πλεόνασμα συνεχώς μειώνεται. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

76


Στην περίπτωση που σε ένα αγαθό παρουσιάζεται έλλειμμα (Ρ < Ρ*), οι καταναλωτές σε αυτήν την τιμή δεν βρίσκουν να αγοράσουν το προϊόν, συνεπώς σπεύδουν να το αγοράσουν σε μεγαλύτερη τιμή. Όταν οι καταναλωτές σπεύδουν να αγοράσου το προϊόν σε μεγαλύτερη τιμή λόγο του νόμου της ζήτησης μειώνουν την ζητούμενη ποσότητα και οι παραγωγή αυξάνουν την προσφερόμενη ποσότητα λόγο του νόμου της προσφοράς. Συνεπώς παρατηρούμε ότι το έλλειμμα συνεχώς μειώνεται. 5.3 ΑΛΓΕΒΡΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΕΥΡΕΣΗΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ Για να βρούμε αλγεβρικά την τιμή και ποσότητα ισορροπίας ενός αγαθού έχουμε δύο μεθόδους υπολογισμού. Αν μας δίνουν τις συναρτήσεις της ζήτησης και της προσφοράς σε γραμμική μορφή, εξισορροπούμε τις δυο αυτές συναρτήσεις και βρίσκουμε την τιμή και την ποσότητα ισορροπίας, δηλαδή QS = QD. Αν η συνάρτηση ζήτησης δεν είναι γραμμική αλλά ισοσκελής υπερβολής δηλαδή είναι της μορφής . Για να βρούμε την τιμή και την ποσότητα ισορροπίας εξισορροπούμε την συνάρτηση της ισοσκελούς υπερβολής με την συνάρτηση της προσφοράς και έχουμε QS = QD  + δP = . Επειδή προκύπτει εξίσωση δευτέρου βαθμού με την μέθοδο της διακρίνουσας απορρίπτουμε την αρνητική τιμή (διότι η τιμή στην αγορά ενός αγαθού δεν μπορεί να είναι αρνητική). 5.4 ΑΣΚΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Έστω ότι η συνάρτηση ζήτησης και προσφοράς στην αγορά ενός αγαθού είναι QD = 45 – 5P και QS = 15 + 10P αντίστοιχα. Τα πρόσημα στις δυο αυτές συναρτήσεις δηλώνουν: Στην συνάρτηση ζήτησης δηλώνει την αρνητική σχέση που υπάρχει μεταξύ της τιμής και της ζητούμενης ποσότητας (λόγω του νόμου της ζήτησης). Και στην συνάρτηση προσφοράς δηλώνει την θετική σχέση που υπάρχει μεταξύ της τιμής και της προσφερόμενης ποσότητας (λόγω του νόμου της προσφοράς). 1. Να βρεθεί η τιμή και η ποσότητα ισορροπίας. 2. Να γίνει η διαγραμματική απεικόνιση των καμπυλών της ζήτησης και προσφοράς του αγαθού αυτού. 3. Τι συμβαίνει όταν η τιμή διαμορφώνεται στις 4 νομισματικές μονάδες; 4. Τι συμβαίνει όταν η τιμή διαμορφώνεται στις 1 νομισματικές μονάδες; Για τον προσδιορισμός της τιμή και της ποσότητας ισορροπίας εξισώνουνε τις δύο αυτές συναρτήσεις έχουμε: QS = QD  15 + 10P = 45 – 5P  15 – 45 = - 10Ρ – 5Ρ  - 30 = - 15Ρ  Ρ = 30/15  Ρ = 2. Άρα η τιμή ισορροπίας είναι Ρ* = 2. Για να βρούμε την ποσότητα ισορροπίας αντικαθιστούμε την τιμή ισορροπίας σε μία από τις δυο αυτές συναρτήσεις (της ζήτησης και της προσφοράς) δηλαδή QS = 15 + 10P  QS = 15 + 10.2  QS = 15 + 20  QS = 35. Άρα η ποσότητα ισορροπίας είναι Q* = 30. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

77


Η διαγραμματική απεικόνιση ενός αγαθού γίνεται ως εξής: βάζουμε δυο τιμές στην συνάρτηση που μας δίνουνε δηλαδή για Ρ = 0 και Q = 0 και βρίσκουμε δυο αντίστοιχες τιμές και κάνουμε στην συνέχεια την διαγραμματική απεικόνιση. Για την συνάρτηση ζήτησης έχουμε QD = 45 – 5P. Για Ρ = 0  QD = 45 Για QD = 0  0 = 45 – 5Ρ  - 45 = - 5Ρ  Ρ = 9 Για την συνάρτηση προσφοράς έχουμε QS = 15 + 10P Για Ρ = 0  QS = 15 Για QS = 0  0 = 15 + 10P  - 15 = 10P  P = - 1,5

D

5

6

7

8

9

Ρ

Άρα διαγραμματική απεικόνιση των καμπυλών της ζήτησης και προσφοράς του αγαθού αυτού είναι ως εξής:

1

2

3

4

S

D

S 10

15

20

25

30

35

40

45

Q

-1,5

0

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

78


Όταν η τιμή διαμορφώνεται στις 4 νομισματικές μονάδες έχουμε: Για την συνάρτηση ζήτησης QD = 45 – 5P  QD = 45 – 5 . 4  QD = 45 – 20  QD = 25 Για την συνάρτηση προσφοράς έχουμε QS = 15 + 10P  QS = 15 + 10 . 4  QS = 15 + 40  QS = 55 Επειδή QS > QD θα παρουσιαστεί πλεόνασμα, η τιμή του οποίου είναι QS - QD = ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ  55 – 25 = ΠΛΕΝΟΝΑΣΜΑ  ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ = 30.

D

5

6

7

8

9

Ρ

Διαγραμματικά

πλεόνασμα

1

2

3

4

S

D

S 10

15

20

25

30

35

40

45

50

55

Q

-1,5

0

Όταν η τιμή διαμορφώνεται στις 1 νομισματικές μονάδες έχουμε: Για την συνάρτηση ζήτησης QD = 45 – 5P  QD = 45 – 5 . 1  QD = 45 – 5  QD = 40 ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

79


Για την συνάρτηση προσφοράς έχουμε QS = 15 + 10P  QS = 15 + 10 . 1  QS = 15 + 10  QS = 25 Επειδή QS < QD θα παρουσιαστεί έλλειμμα, η τιμή του οποίου είναι QD - QS = ΕΛΛΕΙΜΜΑ  40 – 25 = ΕΛΛΕΙΜΜΑ  ΕΛΛΕΙΜΜΑ = 15

D

5

6

7

8

9

Ρ

Διαγραμματικά

πλεόνασμα

2

3

4

S

1

έλλειμμα

D

S 10

15

20

25

30

35

40

45

50

55

Q

-1,5

0

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

80


5.5 ΚΡΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΠΙΒΟΛΗ ΑΝΩΤΑΤΩΝ – ΚΑΤΩΤΑΤΩΝ ΤΙΜΩΝ Επιβολή Ανώτατων τιμών (διατίμηση)  Μέσω προστασία των καταναλωτών.  Εμφάνιση ελλείμματος από την επιβολή ανώτατων τιμών.  Κίνδυνος δημιουργίας μαύρης αγοράς από την εμφάνιση ελλειμμάτων.  Οι παραγωγοί πωλούν σε τιμή μεγαλύτερης της νόμιμης δηλαδή της ανώτατης, το επιπλέον της νόμιμης τιμής αυτής ονομάζεται καπέλο. Η τιμή του οποίου δίνεται από την σχέση Ρ2 – ΡΑ = «ΚΑΠΕΛΛΟ»

Ρ S D

P*

PA

καπέλο

P2

E

S D

έλλειμμα

QS

Q *

QD

Q

διάγραμμα επιβολής ανώτατης τιμής σε ένα αγαθό

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

81


Επιβολή κατώτατων τιμών (τιμή παρέμβασης ή ασφάλειας)  Μέσω προστασίας του εισοδήματος των παραγωγών.  Εμφάνιση πλεονάσματος από την επιβολή κατώτατων τιμών.  Το δημιουργημένο πλεόνασμα θα το πάρει το κράτος στην κατώτατη αυτή τιμή και θα το διαθέσει ή για αγορές στο εξωτερικό ή θα το διαθέσει στην αγορά όταν υπάρχει μείωση της παραγωγής.

Ρ D

P*

πλεόνασμα

S

E

S D

Q QS * διάγραμμα επιβολής κατώτατης τιμής σε ένα αγαθό QD

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Q

82


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6Ο ΜΟΡΦΕΣ ΑΓΟΡΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

83


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

84


6.1 ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΙΣ ΜΟΡΦΕΣ ΑΓΟΡΑΣ Στα πλαίσια της Μικροοικονομικής Θεωρίας θα εξετάσουμε τέσσερις μορφές αγοράς. Οι μορφές αγοράς έχουν να κάνουν με τον τρόπο που είναι οργανωμένη μια αγορά. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν: 1. Στην αγορά πορτοκαλιών έχουμε πολλούς παραγωγούς και πολλούς καταναλωτές αντίστοιχα. 2. Στην αγορά ηλεκτρικού ρεύματος υπάρχει ένας μόνο παραγωγός όπως και σε άλλες χώρες. 3. Να υπάρχει μόνο ένας αγοραστής. Για διάφορα αγαθά οι αγορές των αγαθών αυτών μπορεί να έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. 6.2 ΕΙΔΗ ΜΟΡΦΩΝ ΑΓΟΡΑΣ Μία μορφή αγοράς αποτελεί ο πλήρης ανταγωνισμός ή τέλειος ανταγωνισμός. Το σύστημα αυτό λειτουργεί ως σύστημα των τιμών ή σύστημα της ελεύθερης αγοράς. Το συγκεκριμένο σύστημα χαρακτηρίζεται ως ένα υποθετικό σύστημα και δεν μπορεί να υλοποιηθεί στην πράξη. Τα επιμέρους χαρακτηριστικά του τέλειου ανταγωνισμού είναι τα εξής: 1. Ο αριθμός των παραγωγών. Στην αγορά μπορεί να έχουμε έναν μεγάλο αριθμό παραγωγών. 2. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του πλήρη ανταγωνισμού είναι ότι το προϊόν είναι ομοιογενές. Τα προϊόντα δεν είναι όμοια αλλά ομογενή. Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτές θεωρούν κάποια προϊόντα όμοια. Ομοιογενείς είναι το προϊόν όπου οι καταναλωτές το θεωρούν όμοιο. 3. Η ελεύθερη είσοδος και έξοδος των επιχειρήσεων. Η απόφαση δηλαδή του επιχειρηματία να ξεκινήσει ή να διακόψει την παραγωγή ενός προϊόντος με αποτέλεσμα να εισέρθει ή να φυγή από την αγορά. Στον τέλειο ανταγωνισμό είναι ελεύθερη η είσοδος στην παραγωγή . Ενδεικτικές μορφές αγοράς που εξετάζει η μικροοικονομία είναι οι εξής: 1. Μονοπώλιο. Στο μονοπώλιο έχουμε έναν πωλητή ή μια επιχείρηση. 2. Ολιγοπώλιο. Στο ολιγοπώλιο έχουμε έναν περιορισμένο αριθμό πωλητών ή επιχειρήσεων. 3. Μονοπωλιακός ανταγωνισμός.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

85


6.3 ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ ΠΛΗΡΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ Η μεταβλητή του πλήρους ανταγωνισμού είναι τα συνολικά έσοδα ή η συνολική πρόσοδος χαρακτηριστικά Τ.Ε. (total revenue). Ο υπολογισμός των συνολικών εσόδων δίνεται από τον παρακάτω τύπο: Τ.R. (total revenue) = P . Q Όπου Τ.Ε. (total revenue) είναι τα συνολικά έσοδα ή η συνολική πρόσοδος, Ρ η τιμή και Q η ποσότητα. Στο τέλειο ανταγωνισμό η τιμή (Ρ) είναι δεδομένη. Άρα ισχύει η σχέση Τ.R. = ̅ Άρα ρόλο παίζει η ποσότητα που πουλάμε στην αγορά. Επομένως η ποσότητα αποτελεί έναν κύριο προσδιοριστικό παράγοντα των συνολικών εσόδων. Μία άλλη μεταβλητή είναι η μέση πρόσοδος και συμβολίζεται ΑR (average revenue). Ο υπολογισμός της μέσης πρόσοδος δίνεται από τον παρακάτω τύπο: Τα έσοδα που θα έχουμε από όλες τις πωλήσεις δια την ποσότητα που θα πουλήσουμε στην αγορά. Η ΑR ισούται με την τιμή του αγαθού. ̅ . Άρα και η μέση πρόσοδος ισούται με την τιμή η Είναι οποία είναι σταθερή. Τέλος μια άλλη μεταβλητή είναι η οριακή πρόσοδος MR (marginal revenue) και υπολογίζεται ως εξής: ( ) Η MR ισούται με την τιμή. Έχουμε

(

)

(

)

̅

Άρα η οριακή πρόσοδος ισούται με την τιμή η οποία είναι σταθερή. Άρα με βάση τα παραπάνω ισχύει ότι: AR = MR = ̅

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

86


Να συμπληρωθεί ο παρακάτω πίνακας και να γίνουν τα διαγράμματα των καμπυλών TR, AR και MR. Ποσότητα Q

Τιμή Ρ

0 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10

8

Συνολικά έσοδα TR

Μέση πρόσοδος AR

Οριακή πρόσοδος MR

Η τιμή (Ρ) είναι ίδια στις διάφορες τιμές των ποσοτήτων που δίνονται λόγω ( ) της σχέσης AR = MR = ̅ . Από τους τύπους Τ.Ε. = ̅ , , υπολογίζουμε τα συνολικά έσοδα, την μέση πρόσοδο και την οριακή πρόσοδο που είναι ίση με την τιμή (Ρ) με βάση την παραπάνω απόδειξη και έχουμε: Ποσότητα Q

Τιμή Ρ

0 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10

8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 8

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Συνολικά έσοδα TR 0 8 16 24 32 40 48 56 64 72 80

Μέση πρόσοδος AR

Οριακή πρόσοδος MR

-

-

8 8 8 8 8 8 8 8 8 8

8 8 8 8 8 8 8 8 8 8 87


90

R

10

20

30

40

50

60

70

80

ΤR

0

AR = MR = 𝜬. 1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

Q

Το TR αυξάνεται καθώς αυξάνεται η ποσότητα Q. Η καμπύλη της μέσης προσόδου και της οριακής προσόδου είναι παράλληλη προς τον άξονα των ποσοτήτων.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

88


6.4 ΓΡΑΦΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΩΝ ΚΑΜΠΥΛΩΝ FC, VC, TC, AFC, AVC, ATC, MC (ΣΤΑΘΕΡΟΥ, ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΥ, ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ ΣΤΑΘΕΡΟΥ, ΜΕΣΟΥ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΥ, ΜΕΣΟΥ ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΟΡΙΑΚΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ) Δίνεται ο παρακάτω πίνακας, να συμπληρωθούν τα κενά του και να παρασταθούν γραφικά οι καμπύλες του FC, VC, TC, AFC, AVC, ATC, MC (σταθερού, μεταβλητού, συνολικού κόστους και του μέσου σταθερού, μέσου μεταβλητού, μέσου συνολικού και οριακού κόστους αντίστοιχα).

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

89


Ποσότητα Q

Σταθερό κόστος FC

Μεταβλητό κόστος VC

Συνολικό κόστος TC

Μέσο σταθερό κόστος AFC

Μέσο μεταβλητό κόστος AVC

Μέσο συνολικό κόστος ATC

0

5

-

5

-

-

-

1

5

9

14

5

9

14

2

5

17

22

2,5

8,5

11

3

5

23

28

1,66

7,66

9,43

4

5

28

33

1,25

7

8,25

5

5

30

35

1

6

7

6

5

35

40

0,83

5,83

6,66

7

5

43

48

0,71

6,14

6,85

8

5

55

60

0,62

6,87

7,49

9

5

69

74

0,55

7,66

8,21

10

5

85

90

0,5

8,5

9

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

90

Οριακό κόστος MC 9

6

2

8

14

16


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

91


C

90

TC

10

20

30

40

50

60

70

80

VC

FC 0

1

2

3

4

5

6

7

8

9

Q

10

Γραφική απεικόνιση καμπυλών FC, VC, TC.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

92


0

3

4

5

Γραφική απεικόνιση καμπυλών ATC, MC, Γραφική απεικόνιση καμπυλών MC, AVC, AFC, ATC. AVC, AFC

0,1 0,2 0,3 0,4 0,5 0,6 0,7 0,8 0,9 1 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 1,9 2 6

7

8

9

14 16

C ΜC

ATC

AVC

AFC

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

1

2

3

93

4

5

6

7

8

9

10

Q


6.5 ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΚΕΡΔΟΥΣ Η συνάρτηση κέρδους δίνεται από την παρακάτω σχέση: Π = TR – TC Όπου Π είναι το κέρδος, TR τα συνολικά έσοδα και TC το συνολικό κόστος. 1ος τρόπος μεγιστοποίησης κερδών: Για να μεγιστοποιήσουμε τα κέρδη θα πρέπει να μεγιστοποιήσουμε τα συνολικά έσοδα και το συνολικό κόστος. 2ος τρόπος μεγιστοποίησης κερδών: Αυτός ο δεύτερος τρόπος περιλαμβάνει δυο ακόμη τρόπους:  Τα συνολικά μεγέθη.  Τα οριακά μεγέθη. 6.6 ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΜΕΓΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΕΡΔΩΝ – ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Ι ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΜΕΓΕΘΗ Συνολικά μεγέθη: Για να μεγιστοποιήσουμε τα κέρδη θα πρέπει να μεγιστοποιήσουμε τα συνολικά έσοδα και το συνολικό κόστος. R TC TR

Ζημίες

Κέρδος

C Παρατηρούμε δύο κοινά σημεία μεταξύ των καμπυλών TC και TR. Ανάμεσα σε αυτά τα σημεία τα σημεία όπου έχουμε ότι TC = TR λέγονται «νεκρά σημεία»

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

94


Περιπτώσεις καμπυλών TC και TR: Η επιχείρηση έχει ζημίες.

TC > TR

Η επιχείρηση έχει κέρδος.

TR > TC

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

95


Για να βρούμε την μέγιστη ποσότητα παραγωγής όπου θα μας μεγιστοποιήσει και τα κέρδη, θα φέρουμε κάθετα ευθύγραμμα τμήματα από την καμπύλη των συνολικών εσόδων προς τα κάτω συγκεκριμένα: R TC TR

Ζημίες Κέρδος

7 μονάδες παραγωγής

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

C

96


6.7 ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟΛΙΚΩΝ ΕΣΔΟΩΝ TR Η καμπύλη των συνολικών εσόδων TR μπορεί να μετατοπίζεται προς τα επάνω ή προς τα κάτω. Οι προϋποθέσεις για την μετατόπιση της καμπύλης είναι:  Όταν αυξάνεται η τιμή η καμπύλη των συνολικών εσόδων μετατοπίζεται προς τα πάνω.  Όταν μειώνεται η τιμή η καμπύλη των συνολικών εσόδων μετατοπίζεται προς τα κάτω. Ας υποθέσουμε ότι η τιμή Ρ πέφτει τότε η καμπύλη των συνολικών εσόδων θα μετατοπιστεί προς τα κάτω. Αυτή η μεταβολή φαίνεται γραφικά στο παρακάτω διάγραμμα. R TC TR TR΄ Ζημίες

Κέρδος

C Με αποτέλεσμα λόγω της παραπάνω μεταβολής να μην έχουμε κέρδη.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

97


Για να έχουμε κέρδη θα μετατοπίσουμε την καμπύλη του συνολικού κόστους TC προς τα κάτω. R TC TR TR΄ Ζημίες

TC΄ Κέρδος

C

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

98


6.8 ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΜΕΓΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΕΡΔΩΝ – ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΙΙ ΟΡΙΑΚΑ ΜΕΓΕΘΗ Ο προσδιορισμός της μεγιστοποίησης των κερδών με βάση την δεύτερη περίπτωση των οριακών μεγεθών είναι η σχέση που δηλώνει το άριστο σημείο παραγωγής. Στο παρακάτω διάγραμμα παρουσιάζονται οι καμπύλες του οριακού κόστους MC, του μέσου συνολικού κόστους ATC και της μέσης και οριακής προσόδου AR και MR αντίστοιχα. C, R

MC ATC AR = MR = 𝜬.

Q Σε αυτήν την περίπτωση η σχέση που συνδέει το άριστο σημείο παραγωγής είναι MR = MC δηλαδή η οριακή πρόσοδος MR ισούται με το οριακό κόστος. Σε αυτά τα σημεία θα έχουμε το άριστο επίπεδο παραγωγής (από την θετική της πλευρά). Σύμφωνα με το διάγραμμα έχουμε:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

99


C, R

MC ATC AR = MR = 𝜬.

Άριστο σημείο παραγωγής έχουμε MC = MR

Q Άριστο σημείο παραγωγής έχουμε MC = MR

Ας υποθέσουμε ότι η επιχείρηση παράγει 7 μονάδες προϊόντος με βάση το διάγραμμα θα έχουμε: C, R

MC

ATC AR = MR = 𝜬.

Κέρδη

Κόστος TC ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

7

Q

100


Στο σημείο όπου οι καμπύλες του οριακού κόστους MC και του μέσου συνολικού κόστους τέμνονται στο σημείο τομής τους υπάρχει διαχωρισμός κόστους και κέρδους.

Σημείο διαχωρισμού κόστους και κέρδους

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

101


6.9 Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΟΤΑΝ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΟΙ ΤΙΜΕΣ Περίπτωση Ι: Άριστο σημείο P, C MC

ATC AVC

A1

P1

B1

Γ

Q1

MR1 Δείχνει το μέσο συνολικό κόστος δηλαδή το κόστος μιας μονάδας

Q

Ο

Με βάση το παραπάνω διάγραμμα τα άριστα σημεία παραγωγής είναι: max Π = TR – TC και MR = MC Το MR μας δηλώνει την τιμή της τελευταίας μονάδας που πουλάει (οριακή πρόσοδος) στον πλήρη ανταγωνισμό στην τιμή Ρ. Ανάλυση στοιχείων διαγράμματος:  OQ1: Η ποσότητα που θα πρέπει να παράγει η επιχείρηση για να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της.  ΟP1: Η τιμή που θα πρέπει να πουλήσει το προϊόν της η επιχείρηση στην αγορά.  Το εμβαδό ΟΓ Χ Β1 Q1 μας δείχνει το συνολικό κόστος  Το Β1 Q1 είναι κόστος ανά μονάδα προϊόντος.  Ο «τζίρος» της επιχείρησης είναι το εμβαδό Ο Ρ1 Χ Α1 Q1.  Το εμβαδό Γ P1 Χ Α1 Β είναι το κέρδος της επιχείρησης.  Καθώς μετακινούμαστε από το Α1 στο Β1 μας δείχνει το κέρδος ανά μονάδα.  Κόστος ανά μονάδα προϊόντος ΟΓ.  Κέρδος ανά μονάδα προϊόντος ΓΡ1.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

102


Περίπτωση ΙΙ: Ας υποθέσουμε ότι μια επιχείρηση θέλει να μπει στον κλάδο και πέφτει η τιμή του προϊόντος, αυτό θα φανεί σε μια πτώση της οριακής προσόδου MR. Με βάση το παραπάνω διάγραμμα θα έχουμε: P, C MC ATC AVC

A1

P1 A2 P2

B1

MR1 MR2

B2

Ο

Q2

Q1

Q

Το Α2 είναι το σημείο όπου ισορροπεί η επιχείρηση. Ανάλυση διαγράμματος:  Τα έσοδα της επιχείρησης Ο Ρ2 Χ Ο Q2.  Συνολικό κόστος Ο Ρ2 ΟQ2.  Για να βρούμε το συνολικό κόστος βρίσκουμε που τέμνεται η γραμμή του συνολικού κόστους ATC. Με βάση τα παραπάνω το συνολικό κόστος ATC συμπίπτει με τα έσοδα. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε ούτε κέρδη ούτε ζημίες.  Το συνολικό κόστος το χωρίζουμε σε δυο κομμάτια: Στο σημείο Q2 B2 είναι το σημείο όπου έχουμε το μεταβλητό κόστος VC ανά μονάδα προϊόντος. Το Α2 Β2 έχουμε το σταθερό κόστος FC.  Το σημείο Β2 είναι το μέσο μεταβλητό κόστος AVC. Φέρνοντας κάθετη γραμμή στον κάθετο άξονα χωρίζει το σταθερό κόστος FC από το μεταβλητό κόστος VC.  To OP2 X A2Q2 είναι το συνολικό κόστος.  Το B2 Q2 X OQ2 είναι το συνολικό μεταβλητό κόστος VC.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

103


Απλή απεικόνιση κόστους – κέρδους – εσόδων. Κάνοντας μια απλή απεικόνιση των παραπάνω διαγραμμάτων χωρίζοντας σε κομμάτια έχουμε:

Κέρδος

Έσοδα

Κόστος

Περίπτωση ΙΙΙ: P, C

ATC MC AVC

A2

P2

FC

ΤC

Ε

MR2

B2

VC Ο

Q2

Q

Ανάλυση στοιχείων διαγράμματος:  Άριστο σημείο Α2.  Η παραγωγή θα είναι ΟQ1.  Η τιμή θα είναι ΟΡ2.  Τα έσοδα ΟΡ2 Α2 Χ ΟQ2.  Συνολικά έξοδα ΟΡ2 Α2 X ΟQ2. ή κόστος.  Κόστος: Συνολικό μεταβλητό κόστος ΟΕ Χ Β2 Q2, συνολικό σταθερό κόστος Ε Ρ2 Χ Ρ2 Β2.  Το τμήμα ΟΕ δηλώνει το μεταβλητό κόστος VC ανά μονάδα προϊόντος.  To τμήμα Ε Ρ2 δηλώνει το σταθερό κόστος FC ανά μονάδα προϊόντος.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

104


Περίπτωση ΙV:

P, C

ATC MC AVC

Β3

Ω

Α3

Ρ3

Ο

Q3

MR3

Q

Ανάλυση στοιχείων διαγράμματος:  Συνολικά έσοδα Ο Ρ3 Χ Α3 Q3.  Συνολικό κόστος Ο Ω Χ Β3 Q3.  Τα έξοδα είναι πιο πολλά άρα έχουμε ζημία Ρ3 Ω Χ Α3 Β3.  Συνολικό μεταβλητό κόστος VC OP3 X A3 Q3.  Τα έσοδα είναι ίσο με το μεταβλητό κόστος. Με αυτά που εισπράττουμε καλύπτουμε το συνολικό κόστος.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

105


Συγκεντρωτικές περιπτώσεις:  Να μένει κέρδος.  Να μην έχει κέρδος αλλά παραμένει στον κλάδο.  Θα περιορίσει το κόστος για να παραμείνει βραχυπρόθεσμα.  Επειδή η επιχείρηση μπορεί και καλύπτει το μεταβλητό κόστος VC άρα θα παραμείνει στον κλάδο βραχυπρόθεσμα και θα προσπαθήσει να μειώσει το κόστος της.  Αν η τιμή πέσει ακόμη πιο πολύ τότε η επιχείρηση δεν θα καλύψει το μεταβλητό κόστος VC άρα φεύγει από τον κλάδο.  Όταν δεν καλύπτει μέρος του μεταβλητού κόστους VC τότε φεύγει από τον κλάδο.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

106


6.10 ΜΟΝΩΠΟΛΙΟ (ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ) Τα χαρακτηριστικά του μονοπωλίου είναι τα εξής: 1. Υπάρχει μια μόνο επιχείρηση. 2. Υπάρχει έλλειψη στενών υποκατάστατων του προϊόντος. Στον μονοπωλιακό ανταγωνισμό υπάρχει μια μόνο επιχείρηση και το προϊόν που παράγει δεν μπορεί να υποκατασταθεί με άλλα αγαθά π.χ. ΔΕΗ. 6.11ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟΥ (ΕΝΝΟΟΥΜΕ ΓΙΑ ΠΙΟ ΛΟΓΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑ) Οι Συνθήκες ύπαρξης μονοπωλίου (εννοούμε για πιο λόγο υπάρχουν μονοπώλια) είναι οι εξής: 1. Η κατοχή πρώτης ύλης. Όταν η παραγωγή ενός προϊόντος απαιτεί την χρήση α΄ ύλης που έχει στην κατοχή του ένα άτομο ή μια επιχείρηση. 2. Η αποκλειστική κατοχή της τεχνολογίας. Η εφεύρεση κάποιας τεχνολογίας και η νομική της προστασία με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Όμως και άλλοι ερευνητές αναπτύσσουν ανάλογη τεχνολογία και το μονοπώλιο γίνεται ολιγοπώλιο. 3. Το μέγεθος της αγοράς σε σχέση με τεχνολογία παραγωγής. Συνήθως για να επιτευχθεί χαμηλό μέσο κόστος θα πρέπει ο όγκος παραγωγής να είναι μεγάλος καθώς τα σταθερά έξοδα λόγο κεφαλαιουχικού εξοπλισμού είναι μεγάλα, αν η αγορά είναι μικρή εκ των πραγμάτων δεν θα μπορέσουν να λειτουργήσουν πολλές επιχειρήσεις και αναγκαστικά δημιουργείτε μονοπώλιο. 4. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων και η συγκέντρωση του κεφαλαίου. Ο ανταγωνισμός που αναπτύσσεται μεταξύ επιχειρήσεων οδήγησε σε εξαφάνιση τον λιγότερο αποδοτικών επιχειρήσεων και συγκέντρωση του κεφαλαίου σε λίγες ή μια επιχειρήσεις. 6.12 ΔΕΜΕΝΕΣ ΠΩΛΗΣΕΙΣ Μπορεί μια επιχείρηση να έχει το μονοπώλιο σε ένα προϊόν αλλά να παράγει και άλλα προϊόντα στα οποία να αντιμετωπίζει ανταγωνισμό. Θα μπορούσε να εκμεταλλευτή την μονοπωλιακή της θέση δένοντας τις πωλήσεις και των άλλων προϊόντων στο μονοπωλιακό της προϊόν με τρόπο εκβιαστικό. 6.13 ΚΡΑΤΙΚΑ ΜΟΝΩΠΟΛΙΑ Στα κρατικά μονοπώλια η τιμολογιακή της πολιτική της επιχείρησης ελέγχεται από το κράτος, έτσι οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους. Στην Ελλάδα η τιμολογιακή πολιτική εξαρτάτε από την φύση του προϊόντος και τον αντικειμενικό σκοπό της επιχείρησης.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

107


6.14 ΜΟΝΩΠΟΛΙΑΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ Τα χαρακτηριστικά του μονοπωλιακού ανταγωνισμού είναι τα εξής: 1. Υπάρχουν τόσες πολλές επιχειρήσεις που κάθε επιχείρηση μπορεί να παίρνει αποφάσεις χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τις πιθανές αντιδράσεις των άλλων επιχειρήσεων (δεν υπάρχει αλληλεξάρτηση). Η δημιουργία συμφωνιών είναι δαπανηρή ή αδύνατη, αυτό είναι στοιχείο του ανταγωνισμού. 2. Υπάρχει διαφορά του προϊόντος σημαντική (στην ποιότητα) ή ασήμαντη (φίρμα συσκευασία). Η επιχείρηση μπορεί να αυξήσει την τιμή του προϊόντος χωρίς να χάση πελατεία, αυτό αποτελεί στοιχείο του μονοπωλίου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν: κομμωτήρια, συνεργία αυτοκινήτων, κ.λπ.. 6.15 ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΟΛΙΓΟΠΩΛΙΟΥ Τα χαρακτηριστικά του ολιγοπωλίου είναι τα εξής: 1. Υπάρχει αλληλεξάρτηση της κάθε επιχείρησης από τις άλλες επιχειρήσεις. Κάθε επιχείρηση πρώτα κάνει κάποια ενέργεια λαμβάνοντας υπόψη τις αντιδράσεις των επιχειρήσεων. 2. Υπάρχουν λίγες επιχειρήσεις στον κλάδο τόσες ώστε να μην μπορεί να ενεργήσει χωρίς να προκαλέσει την αντίδραση των άλλων. 3. Το προϊόν είναι ομοιογενές ή διαφοροποιημένο. Η διαφοροποίηση μπορεί να είναι ουσιαστική (συστατικά κατασκευής) ή ασήμαντη (συσκευασία). Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν: η αγορά μπύρας, τα αναψυκτικά, τα τσιγάρα, απορρυπαντικών, κ.λπ.. 6.16 ΜΟΡΦΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ – ΚΑΡΤΕΛ Είναι νόμιμες επίσημες συμφωνίες που καθορίζουν την τιμή του προϊόντος, μπορεί να γίνει «μοιρασιά» του προϊόντος σε νησιά, πόλεις, κ.λπ.. Η επιχείρηση γίνεται μονοπώλιο της περιοχής. 6.16 ΜΟΡΦΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ – ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ «ΚΥΡΙΩΝ» Είναι ανεπίσημες – παράνομες άγραφες συμφωνίες σχετικά με τον περιορισμό του ανταγωνισμού μεταξύ τους.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

108


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΩΣΤΟΥ – ΛΑΘΟΥΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

109


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

110


1.

Η μικροοικονομική ασχολείται με την συμπεριφορά και τα προβλήματα των επιμέρους οικονομικών μονάδων.

2.

Ένας από τους σπουδαιότερους προσδιοριστικούς παράγοντες της ελαστικότητας προσφοράς είναι ο αριθμός των επιχειρήσεων (αφορά την αγοραία καμπύλη προσφοράς).

3.

Ο νόμος της ζήτησης ισχύει και για τα κατώτερα αγαθά.

4.

Ο νόμος της φθίνουσας ή μη ανάλογης απόδοσης, ισχύει μόνο στη βραχυχρόνια περίοδο, διότι απαιτεί έναν τουλάχιστον σταθερό συντελεστή.

5.

Με σταθερή την ζήτηση, όταν αυξάνεται η προσφορά, μειώνεται η τιμή ισορροπίας ενώ η ποσότητα ισορροπίας αυξάνεται.

6.

Ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την οικονομική ζωή των ανθρώπων είναι η αβεβαιότητα που υπάρχει σχετικά με τα αποτελέσματα των ενεργειών τους.

7.

Στην ελαστικότητα ζήτησης ίση με μονάδα, η συνολική δαπάνη είναι ανεξάρτητη από τις μεταβολές της τιμής.

8.

Κόστος ευκαιρίας υπάρχει τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση.

9.

Η αύξηση της ποσότητας ενός ή περισσότερων παραγωγικών συντελεστών μετατοπίζει την καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων (Κ.Π.Δ.) προς τα δεξιά.

10.

Όταν αυξάνεται η τιμή του υποκατάστατου αγαθού μειώνεται η ζήτηση.

11.

Η αγοραία καμπύλη προσφοράς δείχνει τις ποσότητες του αγαθού που μια επιχείρηση είναι διατεθειμένη να παράγει και να προσφέρει σε κάθε τιμή του αγαθού.

12.

Όταν οι παραγωγοί πωλούν σε τιμή μεγαλύτερης της νόμιμης, δηλαδή της ανώτατης το επιπλέον της νόμιμης τιμής (ανώτατης) ποσό μπορεί να φτάσει τη διαφορά PA – P2 και λέγεται «καπέλο».

13.

Συνήθως το κόστος ευκαιρίας είναι αυξανόμενο αυτό οφείλεται διότι οι παραγωγικοί συντελεστές είναι εξίσου κατάλληλοι για την παραγωγή όλων των αγαθών.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

111


14.

Σκοπός του κράτους με την επιβολή ανώτατων τιμών είναι η προστασία των καταναλωτών από την υπερβολική άνοδο των τιμών.

15.

Ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την οικονομική ζωή των ανθρώπων είναι η αβεβαιότητα που υπάρχει σχετικά με τα αποτελέσματα των ενεργειών τους.

16.

Στην ελαστικότητα ζήτησης ίση με μονάδα, η συνολική δαπάνη είναι ανεξάρτητη από τις μεταβολές της τιμής.

17.

Το άθροισμα των τιμών του οριακού προϊόντος σε κάθε επίπεδο απασχόλησης του μεταβλητού συντελεστή, δίνει το συνολικό προϊόν.

18.

Οικονομική είναι η μελέτη του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία χειρίζεται τους σπανίζοντες πλουτοπαραγωγικούς της πόρους.

19.

Τα οικονομικά αγαθά μετατρέπονται παραγωγικής διαδικασίας.

20.

Τα οικονομικά αγαθά με βάση την διάρκεια χρησιμοποίησης τους διακρίνονται στα διαρκή και μη – διαρκή ή καταναλωτά.

21.

Ο κορεσμός μιας ανάγκης διακρίνεται στον προσωρινό και τον οριστικό κορεσμό.

22.

Το χρηματιστήριο δεν αποτελεί σύμφωνα με την μικροοικονομική αγορά.

23.

Ο συντελεστής κεφάλαιο βρίσκεται σε στενότητα γιατί αποτελεί συνδυασμό του συντελεστή εργασίας και του συντελεστή φύση.

24.

Η επιχειρηματικότητα στην μικροοικονομική αποτελεί λόγω για πολλούς οικονομολόγους ως τέταρτο παραγωγικό συντελεστή.

25.

Η καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων λέγεται αλλιώς και καμπύλη μετασχηματισμού.

26.

Κάθε σημείο εντός της Κ.Π.Δ. είναι μεν επιθυμητός συνδυασμός αλλά ανέφικτος, λόγω τεχνολογίας και περιορισμένης ποσότητας παραγωγικών συντελεστών.

27.

Μια χειροτέρευση της τεχνολογίας μετατοπίζει την Κ.Π.Δ. προς τα δεξιά.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

σε

ελεύθερα

μέσω

112

της


28.

Κόστος ευκαιρίας ενός αγαθού Υ είναι το σύνολο της ποσότητας του άλλου αγαθού που θα πρέπει να θυσιάσουμε για να αποκτήσουμε μια επιπλέον μονάδα από το αγαθό Χ.

29.

Το κόστος ευκαιρίας είναι συνήθως αυξανόμενο.

30.

Όταν η Κ.Π.Δ. είναι κυρτή προς την αρχή των αξόνων τότε το κόστος ευκαιρίας είναι αυξανόμενο.

31.

Σύμφωνα με τον Adam Smith ένα από τα πλεονεκτήματα του καταμερισμού των έργων ή της εργασίας είναι ότι δεν υπάρχει σπατάλη χρόνου από την μια εργασία στην άλλη.

32.

Το χρήμα σύμφωνα με τον Keynes αποτελεί παραγωγικό συντελεστή.

33.

Στο οικονομικό κύκλωμα σε κάθε ροή μεταξύ επιχειρήσεων και νοικοκυριών υπάρχει και μια αντίθετη ροή παραγωγικών συντελεστών.

34.

Ένα από τα επιμέρους προβλήματα που καλείτε να επιλύσει ένα οικονομικό κύκλωμα είναι να αποφασίσει πως θα κατανέμει τους πόρους παραγωγής για τις τωρινές και τις μελλοντικές ανάγκες.

35.

Σύμφωνα με τον σοσιαλισμό υπάρχει η έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας.

36.

Μια αιτία του οικονομικού προβλήματος αποτελεί ότι υπάρχει έλλειψη ρευστότητας.

37.

Η πλήρη απασχόληση των συντελεστών της παραγωγής σε κάθε χρονική περίοδο αποτελεί τρόπο αντιμετώπισης του οικονομικού προβλήματος.

38.

Τιμή ενός αγαθού σύμφωνα με την μικροοικονομική θεωρία είναι το σύνολο των χρηματικών μονάδων που διαθέτει ο καταναλωτής.

39.

Ο βασικός στόχος του καταναλωτή αποτελεί η μεγιστοποίηση των αναγκών του.

40.

Ο νόμος της ζήτηση έχει επίδραση τόσο στο εισόδημα όσο και στα υποκατάστατα αγαθά.

41.

Ο νόμος της ζήτησης εκφράζεται με μια καμπύλη ζήτησης η οποία έχει θετική κλίση λόγω του νόμου της ζήτησης.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

113


42.

Σύμφωνα με την γραμμική συνάρτηση της καμπύλης ζήτησης QD = α + β.Ρ. Το πρόσημο στην σχέση αυτή δηλώνει την θετική σχέση που υπάρχει μεταξύ της τιμής και της ζητούμενης ποσότητας.

43.

Η πλήρης συνάρτηση της ζήτησης περιλαμβάνει προσδιοριστικούς παράγοντες της ζήτησης.

44.

Μια μεταβολή στην τιμή προκαλεί την μετατόπιση της καμπύλης ζήτησης προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά ανάλογα με το μέγεθος της μεταβολής.

45.

Οι προτιμήσεις των καταναλωτών προσδιοριστικό παράγοντα της ζήτησης.

46.

Κάθε διαφορετικό εισόδημα αντιστοιχεί σε διαφορετική καμπύλη ζήτησης.

47.

Η ζήτηση αυξάνεται όταν μειώνεται η τιμή του συμπληρωματικού αγαθού.

48.

Όταν αλλάζει κάποιος άλλος προσδιοριστικός παράγοντας εκτός της τιμής π.χ. το εισόδημα (ceteris paribus) τότε μεταβάλλεται η ζήτηση.

49.

Όταν ένα αγαθό είναι κανονικό τότε μια αύξηση του εισοδήματος προκαλεί μια αύξηση της ζήτησης.

50.

Ο τύπος της ελαστικότητας ζήτησης ως προς την τιμή μας δίνει ως αποτέλεσμα έναν αρνητικό αριθμό που δείχνει την αρνητική σχέση μεταξύ της τιμής και της ζητούμενης ποσότητας.

51.

Όταν ένα αγαθό είναι κατώτερο τότε μια μείωση του εισοδήματος προκαλεί μια αύξηση της ζήτησης.

52.

Όταν μειωθεί η τιμή ενός αγαθού από 24 σε 20 ευρώ και η ζητούμενη ποσότητα αυξηθεί από 7 σε 9 κιλά και η ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή είναι ΕD = - 1,71. Αυτό σημαίνει ότι αν μειωθεί η τιμή του αγαθού κατά 1% η ζητούμενη ποσότητα του θα αυξηθεί κατά 1,71%.

53.

Όταν η ελαστικότητα της ζήτησης ως προς την τιμή είναι μεγαλύτερη της μονάδας, τότε αυτό σημαίνει ότι μια αύξηση της τιμής κατά 1% θα οδηγήσει σε μιας μείωση της ζητούμενης ποσότητας κατά λιγότερο από 1%.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

αποτελούν

όλους

έναν

τους

κύριο

114


54.

Όταν η ζήτηση ενός αγαθού είναι μοναδιαία τότε μια αύξηση της τιμής του αγαθού κατά 1% θα οδηγήσει σε μια μείωση της ζητούμενης ποσότητας κατά 1%.

55.

Όταν η ζήτηση ενός αγαθού είναι τελείως ανελαστική τότε μια οποιαδήποτε αυξομείωση της τιμής δεν μεταβάλλει την ζητούμενη ποσότητα.

56.

Ένας παράγοντας που επηρεάζει την ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή είναι η ένταση της προτίμησης για το αγαθό.

57.

Το χρηματικό ποσό που δαπανά ο καταναλωτής στο αγαθό σε σχέση με το εισόδημά του είναι ένας παράγοντας που επηρεάζει την ελαστικότητα ζήτησης ως προς την τιμή.

58.

Όταν η τιμή αυξάνεται και η ζητούμενη ποσότητα μειώνεται με ελαστικότητα μικρότερης της μονάδας τότε αυξάνεται η συνολική δαπάνη Τ.Ε. (total expenditure).

59.

Η μείωση της τιμής υποδουλώνει σταθερή συνολική δαπάνη Τ.Ε., στην ελαστικότητα ζήτησης ως προς την μονάδα.

60.

Η σταυροειδή ελαστικότητα είναι ο λόγος της ποσοστιαίας μεταβολής της ζητούμενης ποσότητας ενός αγαθού (ενός αγαθού Χ), προς την ποσοστιαία μεταβολή της τιμής ενός άλλου αγαθού (αγαθού Υ).

61.

Όταν η σταυροειδής ελαστικότητα είναι μικρότερη από το μηδέν τότε τα αγαθά αυτά μεταξύ τους είναι υποκατάστατα ή ανταγωνιστικά.

62.

Η εισοδηματική ελαστικότητα δείχνει την αντίδραση των καταναλωτών στην μεταβολή του εισοδήματός τους.

63.

Όταν η εισοδηματική ελαστικότητα ενός αγαθού είναι 0 < ΕΥ < 1 τότε το αγαθό αυτό είναι είδος πρώτης ανάγκης.

64.

Όταν το εισόδημα αυξάνεται από 100.000 σε 150.000 ευρώ και η ζητούμενη ποσότητα αυξάνεται από 40 σε 70 μονάδες με εισοδηματική ελαστικότητα ΕΥ = 1,5 , τότε το αγαθό αυτό είναι ουδέτερο.

65.

Αν αυξηθεί το εισόδημα κατά μια ποσοστιαία μονάδα θα αυξηθεί και η ζητούμενη ποσότητα κατά ένα ποσοστό Χ ανάλογα με το μέγεθος της εισοδηματικής ελαστικότητας.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

115


66.

Η τεχνολογική σχέση ανάμεσα στις ποσότητες των συντελεστών παραγωγής και στην ποσότητα του παραγόμενου προϊόντος αποτελεί χαρακτηριστικό της παραγωγικής διαδικασίας.

67.

Δυο επιχειρηματικές περίοδοι υπάρχουν σχετικά με τις αποφάσεις που θα πάρει ο επιχειρηματίας.

68.

Η συνάρτηση παραγωγής εκφράζει την ελάχιστη ποσότητα προϊόντος που μπορεί να παραχθεί με συγκεκριμένες ποσότητες παραγωγικών συντελεστών.

69.

Το μέσο προϊόν είναι ο ρυθμός μεταβολής του οριακού προϊόντος.

70.

Η επίδραση που προκαλεί ο τελευταίος εργάτης στην συνολική παραγωγή μας δείχνει την μεταβολή που επέρχεται στο συνολικό προϊόν.

71.

Καθώς μεταβάλλεται ο μεταβλητός συντελεστής αυξάνεται και το συνολικό προϊόν μετά από ένα ορισμένο μειώνεται λόγω του νόμου της φθίνουσας ή μη ανάλογης απόδοσης.

72.

Ο νόμος της φθίνουσας ή μη ανάλογης απόδοσης ισχύει και στην μακροχρόνια περίοδο παραγωγής.

73.

Το στάδιο όπου καμπύλη του οριακού προϊόντος είναι αρνητική είναι και το τελευταίο στάδιο της καμπύλης του ΜΡ.

74.

Όταν η καμπύλη του συνολικού προϊόντος ανέρχεται με φθίνοντα ρυθμό, η καμπύλη του οριακού προϊόντος κατέρχεται.

75.

Στην βραχυχρόνια περίοδο το κόστος παραγωγής αποτελείτε από το σταθερό κόστος F.C. (fixed cost) και το μεταβλητό κόστος V.C. (variable cost).

76.

Το μεταβλητό κόστος V.C. (variable cost) είναι το κόστος που δεν μεταβάλλεται καθώς μεταβάλλεται η ποσότητα του παραγόμενου προϊόντος και αφορά τις δαπάνες που καταβάλλονται για τους μεταβλητούς συντελεστές.

77.

Η καμπύλη του μεταβλητού κόστους V.C. (variable cost) ξεκινάει από το ύψος του σταθερού κόστους F.C. (fixed cost) αρχικά με φθίνοντα ρυθμό και μετά με αύξοντα ρυθμό λόγω του νόμου της φθίνουσας ή μη ανάλογης απόδοσης.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

116


78.

Το μέσο συνολικό κόστος αποτελείτε από το άθροισμα του μέσου σταθερού και του μέσου μεταβλητού κόστους αντίστοιχα.

79.

Η καμπύλη του μέσου σταθερού κόστους μειώνεται όσο αυξάνεται η παραγωγή γιατί η ίδια δαπάνη κατανέμεται σε όλο και περισσότερες μονάδες προϊόντος.

80.

Όσο το μέσο προϊόν μειώνεται, το μέσο μεταβλητό κόστος μειώνεται.

81.

Οι αποδόσεις κλίμακας ισχύουν στην βραχυχρόνια περίοδο παραγωγής.

82.

Στις σταθερές αποδόσεις κλίμακας το μέσο κόστος παραμένει σταθερό.

83.

Φθίνουσες αποδόσεις κλίμακας έχουμε όταν μια αύξηση κατά 1% στους συντελεστές παραγωγής, θα οδηγήσει σε μια μείωση του προϊόντος κατά περισσότερο από 1%.

84.

Όσο πιο υψηλή είναι η τιμή ενός προϊόντος τόσο μεγαλύτερο είναι και το κέρδος της επιχείρησης.

85.

Ο νόμος της προσφοράς δηλώνει ότι όσο αυξάνεται η τιμή αυξάνεται και η προσφερόμενη ποσότητα, ενώ όσο μειώνεται η τιμή μειώνεται και η προσφερόμενη ποσότητα.

86.

Η καμπύλη προσφοράς έχει αρνητική κλίση λόγω προσφοράς.

87.

Η αγοραία καμπύλη προσφοράς προκύπτει από το οριζόντιο άθροισμα των ζητουμένων ποσοτήτων από ένα αγαθό σε κάθε επίπεδο τιμής του αγαθού στην αγορά.

88.

Η εξαγωγή του πίνακα προσφοράς προκύπτει από την συνθήκη που δηλώνει ότι η τιμή είναι ίση με το ανερχόμενο τμήμα του οριακού κόστους.

89.

Όταν η τιμή είναι μικρότερη από το μέσο μεταβλητό κόστος τότε συμφέρει την επιχείρηση να συνεχίσει την παραγωγή της.

90.

Οι καιρικές συνθήκες αποτελούν έναν κύριο προσδιοριστικό παράγοντα της προσφοράς.

91.

Όταν η ελαστικότητα προσφοράς είναι ελαστική τότε οι παραγωγοί έχουν συμφέρον να καταστρέψουν τμήμα της παραγωγής τους προκειμένου να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

του νόμου της

117


92.

Η ελαστικότητα προσφοράς μας δείχνει πόσο θα μεταβληθεί η προσφερόμενη ποσότητα αν μεταβληθεί η τιμή.

93.

Όταν η τιμή ισορροπίας Ρ* είναι μικρότερη από την τιμή Ρ τότε στην αγορά του αγαθού παρουσιάζεται πλεόνασμα η τιμή του οποίου βρίσκεται από την σχέση QS – QD = πλεόνασμα.

94.

Όταν η τιμή αυξάνεται το έλλειμμα στην αγορά περιορίζεται.

95.

Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι υποστηρίζουνε ότι αν αφήσουμε την αγορά από μόνη της θα ισορροπήσει.

96.

Όταν σε ένα αγαθό παρουσιάζεται έλλειμμα τότε οι παραγωγοί για να αποφύγουν την συσσώρευση των αποθεμάτων μειώνουν την τιμή συνεπώς μειώνεται λόγω του νόμου της προσφοράς η προσφερόμενη ποσότητα.

97.

Με σταθερή την ζήτηση όταν αυξάνεται η προσφορά μειώνεται η ποσότητα ισορροπίας και αυξάνεται η τιμή ισορροπίας.

98.

Όταν αυξάνεται η ζήτηση και η προσφορά, τότε μειώνεται η ποσότητα ισορροπίας.

99.

Όταν στην αγορά ενός αγαθού το υπουργείο εμπορείου με αγορανομική διάταξη επιβάλλει ανώτατη τιμή πώλησης τότε στην αγορά του αγαθού εμφανίζεται «μαύρη αγορά».

100.

Η επιβολή κατώτατων τιμών είναι ένα είδος παρέμβασης ή ασφάλειας στην αγορά ενός αγαθού, με σκοπό της προστασία του εισοδήματος των παραγωγών.

101.

Οι μορφές αγορά έχουν να κάνουν με τον τρόπο που είναι οργανωμένη μια αγορά.

102.

Ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός αποτελεί ένα είδος μορφής αγοράς.

103.

Ο τέλειος η πλήρης ανταγωνισμός δεν μπορεί να υλοποιηθεί στην πράξη.

104.

Η ελεύθερη είσοδος και έξοδος των επιχειρήσεων αποτελεί ένα χαρακτηριστικό του μονοπωλιακού ανταγωνισμού.

105.

Στον πλήρη ανταγωνισμό η μέση πρόσοδος και η οριακή πρόσοδος είναι ίση με την τιμή.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

118


106.

Στην συνολική πρόσοδο η ποσότητα παίζει έναν κύριο προσδιοριστικό παράγοντα των συνολικών εσόδων και όχι η τιμή.

107.

Η καμπύλη της μέσης προσόδου και της οριακής προσόδου είναι παράλληλη προς τον άξονα των ποσοτήτων.

108.

Τα σημεία όπου το συνολικό κόστος συμπίπτει με τα συνολικά έσοδα λέγονται «νεκρά σημεία».

109.

Όταν η τιμή του συνολικού κόστους είναι μεγαλύτερη από την τιμή των συνολικών εσόδων τότε επιχείρηση παρουσιάζει ζημία.

110.

Όσο αυξάνεται η τιμή μειώνεται η καμπύλη των συνολικών εσόδων.

111.

Το άριστο σημείο παραγωγής προκύπτει όταν το οριακό κόστος είναι ίσο με την οριακή πρόσοδο.

112.

Όταν η επιχείρηση καλύπτει μέρος του μεταβλητού κόστους τότε μένει στον κλάδο.

113.

Η έλλειψη στενών υποκατάστατων του προϊόντος αποτελεί ένα χαρακτηριστικό του μονοπωλίου.

114.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων και η συγκέντρωση του κεφαλαίου αποτελεί μια συνθήκη ύπαρξης του μονοπωλίου.

115.

Στα κρατικά μονοπώλια η τιμολογιακή πολιτική ελέγχεται από την κάθε επιχείρηση ξεχωριστά.

116.

Στις δεμένες πωλήσεις η επιχείρηση αντιμετωπίζει ανταγωνισμό στα προϊόντα που παράγει σε σχέση με το μονοπωλιακό της προϊόν.

117.

Τα καρτέλ αποτελούν νόμιμες – επίσημες συμφωνίες που καθορίζουν την τιμή ενός προϊόντος.

118.

Οι συμφωνίες κυρίων αποτελούν ανεπίσημες – άγραφες συμφωνίες.

119.

Ένα από τα επιμέρους χαρακτηριστικά του ανταγωνισμού είναι η διαφοροποίηση του προϊόντος.

120.

Η αλληλεξάρτηση της κάθε επιχείρησης από τις άλλες επιχειρήσεις αποτελεί ένα χαρακτηριστικό του μονοπωλίου.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

μονοπωλιακού

119


121.

Το ολιγοπώλιο δεν λαμβάνει υπόψη τις αντιδράσεις των άλλων επιχειρήσεων.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

120


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

121


ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

122

ΜΙΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ  

ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ & ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Advertisement