Issuu on Google+

λαϊκή μας παράδοση και όχι στις ξενόφερτες επιρροές. Ο Σεφέρης, Ελύτης, Γκάτσος, Σικελιανός, Τσαρούχης λειτούργησαν ως μέντορες τους. Ο Μάνος Χατζιδάκις συνδυάζει στοιχεία από πέντε διαφορετικές πολιτισμικές ταυτότητες: α) την αστικο-λαϊκή μουσική της Κωνσταντινούπολης, β) τη βαλκανική λαϊκή μουσική,γ) την ελληνική λαϊκή και παραδοσιακή μουσική, δ) το βυζαντινό μέλος και ε) την ελληνική αστική σύγχρονη ποίηση. Ο μακαριστός καθηγητής Ν. Ματσούκας σχολιάζοντας το τραγούδι «Η μπαλάντα του Ούρι», σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική του Μάνου Χατζιδάκη, επισημαίνει την επιρροή της Ορθόδοξης πνευματικότητας στις σύγχρονες καλλιτεχνικές δημιουργίες αναφέροντας τα εξής: «Η μπαλλάντα του Ούρι, σε στίχους Νίκου Γκάτσου και μουσική του Μάνου Χατζιδάκη, πέρα από την απαράμιλλη αισθητική δόνηση που προσφέρει στον καθένα, αποτελεί μια ποιητική και μουσική δημιουργία με συνταρακτικές μεταφυσικές προεκτάσεις. Προσωπικά – και αυτό αποτελεί αυστηρά προσωπική μου κρίση – μόνο στα περιώνυμα ιδιόμελα του Ιωάννη του Δαμασκηνού βρήκα μια τέτοια τραγική αλήθεια». Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε ότι και οι μουσικές ρίζες του ρεμπέτικου τραγουδιού ανάγονται στη βυζαντινή μουσική και στο δημοτικό τραγούδι του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας και των νησιών του Αιγαίου. Μάλιστα ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει για την επιρροή της βυζαντινής μουσικής: «Πάνω σ’ αυτούς τους ρυθμούς χτίζεται το ρεμπέτικο τραγούδι, του οποίου παρατηρώντας τη μελωδική γραμμή διακρίνομε καθαρά την επίδραση ή καλύτερα την προέκταση του βυζαντινού μέλους. Όχι μόνο εξετάζοντας τις κλίμακες που από το ένστιχτο των λαϊκών μουσικών διατηρούνται αναλλοίωτες, μα ακόμη παρατηρώντας τις πτώσεις, τα διαστήματα και τον τρόπο εκτέλεσης. Όλα φανερώνουν την πηγή, που δεν είναι άλλη από την αυστηρή και απέρριτη εκκλησιαστική υμνωδία». Ένα άλλο πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης είναι η ζωγραφική και αυτό το οποίο είναι αναγνωρισμένο από όλους είναι ότι πολλοί διακεκριμένοι Έλληνες ζωγράφοι αναζήτησαν στο Βυζάντιο πρότυπα για να τα «μπολιάσουν» με το πνεύμα και τις τεχνικές των νεότερων κινημάτων. Αυτό ήταν άλλωστε και το περιεχόμενο της έκθεσης με τίτλο “Ιστορώντας την υπέρβαση – Από την παράδοση του Βυζαντίου στη νεώτερη τέχνη” που οργάνωσε για

το 2013 το Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, στην Άνδρο. Η βυζαντινή τέχνη, σε όλες της τις εκφάνσεις, είναι δεδομένο ότι επηρέασε τη νεώτερη και τη σύγχρονη εικονογραφική ιστοριογραφία με πλείστα εικονιστικά και τεχνοτροπικά στοιχεία, με τον τρόπο που και η εκκλησιαστική ποίηση και υµνολογία τροφοδότησε τη νεώτερη λογοτεχνική έκφραση και η ψαλτική βυζαντινή µουσική τα νεώτερα µουσικά ακούσµατα, ιδιαίτερα της Ανατολής. Οι έντονες χρωµατικές κλίµακες, οι γραµµικές εκτελέσεις και τα γεωµετρικά µοτίβα, η µετωπική διάταξη των µορφών, η απουσία τρίτης διάστασης, η σχηµατοποιηµένη γεωµετρίζουσα πτυχολογία, οι στερεοµετρικοί όγκοι και η κατανοµή τους στον χώρο είναι χαρακτηριστικά της βυζαντινής αγιογραφίας που ως προδροµικά ζωγραφικά στοιχεία ευθέως παραπέµπουν σε θεµελιακές αρχές νεώτερων και σύγχρονων εικαστικών ρευµάτων, όπως του Υπερρεαλισμού. Είναι στοιχεία τα οποία επινοήθηκαν για να επιτευχθεί η καθαρά αισθητική πληρότητα της εικόνας και να ιστορηθεί το ζητούµενο που είναι η αγιοπνευµατική θεώρηση των εικόνων του κόσµου, όπως το εκφράζει η Ορθόδοξη εικονογραφία. Πρώτος απ’ όλους, ο δάσκαλος του Εγγονόπουλου και του Τσαρούχη, ο Φώτης Κόντογλου ενσωμάτωσε στο πρόσωπό του το ήθος τού αυθεντικού Ρωμιού και το μετάγγισε με την ζωγραφική του τέχνη του στην αποπροσανατολισμένη ελλαδική πραγματικότητα τού μεσοπολέμου. Μπόλιασε την αγριελιά τού νεοελληνικού κράτους με την καλιέλαιον τής Ορθόδοξης ρωμιοσύνης της καθ’ ημάς Ανατολής. «Η βυζαντινή τέχνη είναι η πιο κοντινή σε μας μορφή της ελληνικής τέχνης», είχε πει ο Νίκος Εγγονόπουλος. Ο Φώτης Κόντογλου μύησε τον Νίκο Εγγονόπουλο στην υπερβατικότητα της βυζαντινής τέχνης, δηλαδή της δυνατότητας να ξεπερνά τις συμβατικότητες της φυσικής πραγματικότητας, που ήταν και το ζητούμενο του υπερρεαλισμού. Έτσι ο Εγγονόπουλος έλυσε το πρόβλημα του υπερρεαλισμού μέσω της Βυζαντινής Τέχνης! Αναφέρει  ο Εγγονόπουλος για τον Κόντογλου τα εξής: «Ήταν   ένας  μεγάλος  Δάσκαλος. Δάσκαλος  του Ελληνισμού  και  δάσκαλος  της  Βυζαντινής  ζωγραφικής. Η Βυζαντινή  ζωγραφική  σε τελευταία  ανάλυση  είναι η  Ελληνική  ζωγραφική» και  προσθέτει  για τον  εαυτό  του τα εξής: «Δεν συνέχισα, βέβαια, για  πολύ  την  εκκλησιαστική ζωγραφική...

όμως  τα  βυζαντινά στοιχεία  είναι  εμφανέστατα σε  όλη  μου τη  δουλειά». Η τεχνική  του  είναι βυζαντινή  επί  το  πλείστον. Συνδυάζει τη γραμμική  προοπτική  με  την  προοπτική  της  βυζαντινής  ζωγραφικής. Η  ζωγραφική του  είναι  ανθρωποκεντρική  και έντονα  ελληνοκεντρική. Τα  θέματα  του  τα αντλεί  από  τους τρείς ένδοξους  σταθμούς  της  Ελλάδας: α) το Βυζάντιο, β) την ελληνική Επανάσταση  του  1821  και  γ)   την ελληνική  μυθολογία. Ο Εγγονόπουλος λάτρευε το ελληνικό φως και «η ελληνική, η βυζαντινή ζωγραφιά αναπνέει αδέσµευτη και αποπνέει ανεµελιά και λεβεντιά... Είναι σαν την Ορθοδοξία που µετέχει στο πνεύµα του Πλάτωνα», επεσήμανε χαρακτηριστικά. Επίσης, και στο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη, στις αλληγορικές και θρησκευτικές συνθέσεις του, συγχωνεύονται επιδράσεις από την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τα νεότερα ρεύματα. Από όλα τα παραπάνω που αναφέραμε γίνεται κατανοητό, λοιπόν, γιατί ο μακαριστός ιστορικός Στήβεν Ράνσιμαν κάλεσε τους Έλληνες να κρατήσουν την Ορθόδοξη ταυτότητά τους για να έχουν μέλλον και πολιτισμική παρουσία και στον 21ο αιώνα, διότι σε τελική ανάλυση αλλοτρίωση από την Ορθόδοξη παράδοση σημαίνει αλλοτρίωση από τα έργα της νεοελληνικής διανόησης, εκρίζωση από την ψυχή του λαού του Καβάφη, του Χατζιδάκι, του Ελύτη και του Παπαδιαμάντη. Η προσπάθεια εκρίζωσης της Ορθόδοξης παράδοσης ισοδυναμεί με προσπάθεια εκρίζωσης του δημοτικού αλλά και του ρεμπέτικου τραγουδιού, τη διαγραφή της μουσικής του Μ. Θεοδωράκη. Αλλοτρίωση από τη παράδοσή μας σημαίνει να πετάξεις στον κάλαθο των αχρήστων τους πίνακες του Τσαρούχη και του Εγγονόπουλου. Όλοι αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι μελέτησαν τα κείμενα της παράδοσης μας. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ο ποιητής από την Θεσσαλονίκη Ντίνος Χριστιανόπουλος, απέδωσε στην νεοελληνική ύμνους του Ιωάννου Δαμασκηνού.

Παύλειος Λόγος 

11 


Παύλειος Λόγος τεύχος 112