Issuu on Google+

γημα του Παπαδιαμάντη «Ο Αλιβάνιστος» όπου η Μολώτα θεωρούσα τον εαυτό της υπαίτιο για την αποκοπή του μπαρμπα-Κόλια από την Εκκλησία και την κοινωνία του χωριού προσφεύγει και εξομολογείται το αμάρτημά της στην φίλη της Αφέντρα και ο Παπαδιαμάντης συνεχίζει αναφέροντας τα εξής: «Η Αφέντρα ενόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας. – Ε, καλά, είπε· να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάστασι. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθής, να το πης του παπά, και θα σ’ αφήση να μεταλάβης. Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν τής Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν. Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζύ με τας άλλας γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε το “Σώμα Χριστού μεταλάβετε”». Είναι φανερό λοιπόν ότι το Ορθόδοξο πνευματικό ήθος διατρέχει το έργο πολλών νεοελλήνων. Ο Τσαρούχης έλεγε: «είμαι χριστιανός και γι’ αυτό είμαι ανθρωπιστής» και ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε: «Ο Τσαρούχης είναι χριστιανός, όχι γιατί πηγαίνει στην εκκλησία, αλλά γιατί ξέρει να στέκεται μέσα σ’ αυτήν, με την άνεση ενός παπά και με την αγιότητα ενός μικρού παιδιού». Eίναι γνωστή η βαθιά έλξη που ασκούσε στον Τσαρούχη (19101989) το Άγιον Όρος, όπου – αν και άρρωστος σοβαρά – έφτανε ως απλός προσκυνητής τις παραμονές της Μεγάλης Εβδομάδας για να παρακολουθήσει τις ολονύχτιες ακολουθίες. Το μοναστικό τυπικό τον ενθουσίαζε. Οι αργόσυρτες βυζαντινές μελωδίες τον γοήτευαν. Τα τελευταία χρόνια όταν επισκεπτόταν το Άγιο Όρος έμενε στο Ι. Κουτλουμουσιανό Κελί  Αγίου Νικολάου Χαλκιά του Γέροντα Ιερόθεου. Ο Προηγούμενος Βασίλειος Ιβηρίτης αναφέρει για τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη τα εξής: «Ο Τσαρούχης δεν ήταν ένας απλός καλλιτέχνης ή στοχαστής. Τέτοιους έχουμε πολλούς. Ήταν πνευματικός άνθρωπος, με την αληθινή σημασία του όρου. Και σε μια απλή του φράση περιέκλεισε και απεκάλυψε όλο το πνευματικό του μεγαλείο και τη

10 

Παύλειος Λόγος

δύναμη. ¨Όταν τον ρώτησα», συνεχίζει ο Γέροντας Βασίλειος, «αν ευτύχησε στη ζωή του, είπε: “Τώρα, με τα γεράματα και τη αρρώστια, νοιώθω ευτυχισμένος, γιατί βρήκα αυτό που ζητούσα. Όταν ήμουν νέος, ήμουν δυστυχής, γιατί έψαχνα όλα αυτά, και δεν τα εύρισκα”. Αυτό είναι το επαναστατικό και γαλήνιο του Τσαρούχη, που πήρε από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Για να απαντήσει έτσι», συνεχίζει ο Γέροντας Βασίλειος ερμηνεύοντας την φράση του Τσαρούχη, «σημαίνει ότι είχε δύναμη που ανατρέπει την καθεστηκυία τάξη της φθοράς και φέρνει τα πάνω κάτω. Συνήθως λέγεται ότι “το παν είναι η υγεία”. Επίσης, ότι “το γήρας ουκ έρχεται μόνον”, αλλά συνοδεύεται με πολλά δεινά, που οδηγούν στον θάνατο. Αυτό ουσιαστικά είναι υποδούλωση στη μοίρα και ηττοπάθεια. Αλλά ούτε για την Εκκλησία ούτε για τον Τσαρούχη είναι έτσι τα πράγματα. Η υγεία είναι σημαντικό αγαθό, αλλά δεν είναι το παν. Και το γήρας ουκ έρχεται μόνον, αλλά φέρνει μαζί του –γι’ αυτούς που ζητούν τα τίμια- την ευτυχία που δεν περιγράφεται». Πέρα από τις παραπάνω επισημάνσεις, ο Ορθόδοξος πολιτισμός μας, έτσι όπως ενυλώνεται στην καλλιτεχνική δημιουργία διαπνέει και την ελληνική καλλιτεχνική έκφραση. Το δημοτικό τραγούδι είναι ενδεικτικό της ζύμωσης του ελληνικού λαού, με την εκκλησιαστική παράδοσή του, αλλά και της καθολικότητας της συνείδησής του, αφού διασώζει σ’ αυτήν αβίαστα τη μνήμη όλης της ιστορίας του, προχριστιανικής και χριστιανικής. Ο Χρόνης Αηδονίδης υποστηρίζει πως η ελληνική μας μουσική μοιάζει με ένα δέντρο που έχει δυο μεγάλα κλαδιά: το ένα είναι η δημοτική μας λαϊκή μουσική και το άλλο η βυζαντινή ή αλλως πως, τα δύο αυτά είδη της μουσικής μας παράδοσης μοιάζουν με δίδυμες αδελφές, που έχουν σίγουρα πολλές ομοιότητες. Δεν είναι τυχαίο που στα λίγο παλαιότερα χρόνια, την εποχή που η ζωή στο χωριό ήταν το βασικό κοινωνικό μοντέλο, τα γλέντια και τα πανηγύρια γίνονταν στο προαύλιο της Εκκλησίας, αμέσως μόλις ολοκληρωνόταν κάποια σχετική Ακολουθία (λ.χ. γάμου ή βάπτισης) ή η Θεία Λειτουργία. Ομοιότητες που μπορούμε να επισημάνουμε μεταξύ δημοτικού τραγουδιού και βυζαντινής μουσικής είναι όσον αφορά τον τρόπο γραφής που είναι η παρασημαντική η οποία βασίζεται στην αρχαία μουσική σημειογραφία. Στη Βυζαντινή Μουσική ακολουθείται, με κάποιες παραλλαγές, για κάποια μέλη, η λεγόμενη Πυθα-

γορική Οκτάχορδος, την οποία, όπως φανερώνει και το όνομά της, εφηύρε ο αρχαίος φιλόσοφος, μαθηματικός και μουσικός Πυθαγόρας. Οι 8 ήχοι της Βυζαντινής Μουσικής (τους οποίους, με κάποιες παραλλαγές ανάλογα με την περιοχή, ακολουθούν και τα δημοτικά τραγούδια) συστηματοποιήθηκαν, κατά βάση από τον Αγ. Ιωάννη το Δαμασκηνό, μετά από αναμόρφωση των αρχαίων ήχων. Το βυζαντινό μέλος δεν επηρέασε μόνο το δημοτικό τραγούδι αλλά και τη νεότερη καλλιτεχνική δημιουργία. Στην ιστοσελίδα του Εθνικού Ωδείου διαβάζουμε τα εξής: «Η Βυζαντινή Εκκλησιαστική Μουσική έλκει την καταγωγή της από την αρχαία ελληνική μουσική. Αναμφίβολα η Βυζαντινή Εκκλησιαστική μουσική που επιβιώνει μέχρι σήμερα σε όλες τις εκκλησίες του γένους επηρέασε τόσο την Δημοτική παράδοση όσο και το Ρεμπέτικο και Λαϊκό μας τραγούδι. Μεγάλοι επίσης συνθέτες όπως οι: Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Μαρκόπουλος, Ξαρχάκος κ.α. παραδέχονται ότι έχουν επηρεαστεί από την Βυζαντινή Μουσική». Πράγματι το 1968, ο Μίκης Θεοδωράκης μάθαινε βυζαντινή μουσική, όπως ο ίδιος είπε σε ομιλία του στη Ζάτουνα Αρκαδίας, το 2006: “…εδώ στον ίδιο χώρο, στον Ναό της Παναγίας, πριν 38 χρόνια μαθήτευσα την Βυζαντινή μουσική με Δάσκαλο τον Ιερομόναχο πατέρα Θεοδόση”, ανέφερε. «Το Βυζάντιο, ο Σολωμός, ο Καβάφης, είναι πραγματική αφιέρωση στο μεγαλύτερο επίτευγμα του ελληνικού κόσμου», γράφει ο Θεοδωράκης στην ανατομία της μουσικής. Ο ίδιος ο συνθέτης εξηγεί τις επιρροές της Βυζαντινής Μουσικής στο τρίτο μέρος της «Κατάστασης Πολιορκίας», που περιέχει τη μελωδία του «Η ζωή εν τάφω». Είναι οι κλίμακες της βυζαντινής δημοτικής λαϊκής μουσικής που φτιάχνουν τις μελωδίες του Θεοδωράκη, οι σύνθετοι ρυθμοί της ελληνικής δημοτικής μουσικής, η τετραχορδική μέθοδος σύνθεσης, η δυτικοευρωπαϊκή τεχνική σύνθεση και η αρχαία και σύγχρονη ποίηση. Σε κάθε μία απ’ τις τέσσερις δημιουργικές του περιόδους ο Θεοδωράκης συνθέτει μείζονα συμφωνικά έργα, μέσα στα οποία χρησιμοποιεί τις ελληνικές παραδόσεις αντλώντας από τη βυζαντινή, την δημοτική και την αστική μουσική. Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις ηγήθηκαν της επανάστασης του ελληνικού τραγουδιού, μέσα από την οποία θα αναγεννιόταν καθαρή η ελληνική μουσική, έχοντας πια τις ρίζες της στη βυζαντινή, δημοτική και


Παύλειος Λόγος τεύχος 112