Issuu on Google+

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ – ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ Παρακολουθώντας τη σχετική δημόσια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί από διάφορες πλευρές και εξετάζοντας από την σκοπιά της αρχαιολογικής δεοντολογίας αλλά και της διεθνούς πρακτικής τις προτεινόμενες λύσεις για τις αρχαιότητες του σταθμού Βενιζέλου οι καθηγητές αρχαιολογίας του ΑΠΘ που μετέχουμε στην επιτροπή θέλουμε να επισημάνουμε τα εξής: 1. Παρόλη την ομοφωνία που τείνει να επικρατήσει στη δημόσια συζήτηση, είμαστε δυστυχώς υποχρεωμένοι να υπενθυμίσουμε ότι τα κατάλοιπα του παρελθόντος, όπως και οι φάσεις ενός κτιρίου, δεν είναι δυνατό να αξιολογηθούν ούτε να καταταχθούν σε «σημαντικά» και «ασήμαντα». Όλα τα ίχνη του παρελθόντος επιβάλλουν ανάλογες υποχρεώσεις διατήρησης, διαφορετικά η «κατασκευή» του παρελθόντος με βάση τις προτεραιότητες, τις επιθυμίες ή και τις πολιτικές σκοπιμότητες του παρόντος είναι ένας σοβαρός κίνδυνος που δεν επιτρέπεται να τον υποτιμούμε. Από την άποψη αυτή οι αρχαιότητες που έχουν ήδη αφαιρεθεί, όπως και αυτές που θα αφαιρεθούν στη συνέχεια αποτελούν σοβαρή απώλεια, ενώ η διατήρηση μιας φάσης από τις πολλές της πόλης,στο βαθμό που είναι επιλεκτική,δεν αποτελεί με καμιά έννοια νίκη, αλλά τη μικρότερηδυνατή, κάτω από τις διαμορφωμένες περιστάσεις, υποχώρηση. 2. Η επιλεκτική διατήρηση μιας φάσης με κριτήρια μνημειακότητας εκτός του ότι επιστρέφει την αρχαιολογία σε παρωχημένες αντιλήψεις μοναδικότητας, παραβλέπει την κύρια και κεντρική κατά τη γνώμη μας διάσταση του ευρήματος του σταθμού Βενιζέλου που δεν είναι άλλη παρά η ίδια η μακρά διαχρονία της πόλης, το γεγονός ότι κάτω από τη σημερινή επιφάνεια βρίσκονται σε διαδοχικά συνεχή στρώματα όλες οι προηγούμενες φάσεις της, δηλαδή με απλά λόγια, η βαθιά στρωματογραφία που φτάνει τα 10 μέτρα. Αυτή η στρωματογραφία με τις διακριτές της υλοποιήσεις σε φάσεις δρόμων, κτηρίων κλπ, θα είχεκεφαλαιώδη σημασία να εκτεθεί στο κοινό που θα χρησιμοποιήσει το δημόσιο αυτό μέσο μεταφοράς. Η κατάβαση στον σταθμό θα ισοδυναμούσε συνειρμικά με την κατάβαση σε όλο το παρελθόν της πόλης, από την πυρκαγιά του 1917 έως την ίδρυσή της στους ελληνιστικούς χρόνους. Οι δυνατότητες ουσιαστικής μουσειολογικής επεξεργασίας αυτού του εκθέματος, που δεν προσφέρεταιπουθενά αλλού στην πόλη με τόση ενάργεια, είναι προφανείς και μεγάλες. 3. Αυτή η στρωματογραφία όμως είναι ακριβώς εκείνη που χάνεται, καθώς επιλεκτικά αποσπάται μία μόνο φάση που εκτίθεται εκτός των πλαισίων της διαχρονίας της. Με τον τρόπο αυτό, η διδακτική και συμβολική σημασία των αρχαιοτήτων για την πόλη της Θεσσαλονίκης συσκοτίζεται, ενώ αν δεν γίνουν οι κατάλληλες αρχιτεκτονικές και μουσειολογικές παρεμβάσεις, είναι πιθανό ότι το επανακατασκευασμένοανασκαφικό εύρημα, τοποθετημένο έξω από το διαχρονικό του συγκείμενο, κινδυνεύει με γρήγορη αδρανοποίηση ή και απώλεια του νοήματός του, και λόγω των εντελώς ιδιαίτερων συνθηκών χρήσης, συντήρησης του χώρου και ψυχολογίας των χρηστών που επικρατούν σε έναν μαζικό υπόγειο σταθμό.


4. Η σύγκλιση προς τη λύση της διατήρησης μιας μοναδικής φάσης από την μακρά διαχρονία της πόλης, που σημειωτέον έχει εφαρμοστεί και στον σταθμό Αγίας Σοφίας, έχει επιβληθεί σε μεγάλο βαθμό από την μεγάλη διάσταση που προσδόθηκε στην αξία ενός συγκεκριμένου ευρήματος, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αποκλειστεί ότι οι βαθύτερες επιχώσεις δεν θα αποκαλύψουν εξίσου σημαντικές ή και σημαντικότερες ακόμη αρχαιότητες. Το παράδοξο αυτό θέτει ένα σοβαρό ζήτημα διαχείρισης του έργου,όπου οι αστοχίες όλων των πλευρών, υπήρξαν καθοριστικές από την αρχή. Όπως προκύπτει, δεν φαίνεται νααντιμετωπίστηκε σοβαρά η πιθανότητα συνύπαρξης του σταθμού με τη συνολική διαχρονία της πόλης. Χωρίς να μπούμε σε τεχνικές αρχαιολογικές λεπτομέρειες, είναι προφανές ότι η προοπτική της συνύπαρξης θα οδηγούσε σεέναν διαφορετικό σχεδιασμό και σε μια εντελώς διαφορετική ανασκαφική τακτικήαπό εκείνην πουοι υπεύθυνοι αποφάσισαν και η οποία δε διαφέρει ουσιαστικά από τις σωστικές ανασκαφές που γίνονται σε ιδιωτικά οικοδομικά έργα στα οικόπεδα της πόλης. Στην περίπτωση όμως του δημόσιου μετρό της Θεσσαλονίκης, η τακτική αυτή δεν ήταν η ενδεδειγμένη, και η συνύπαρξη αρχαιοτήτων και σταθμού θα έπρεπε να είναι εξαρχής ο κεντρικός στρατηγικός στόχος των ανασκαφικών επιλογών. Το παράδειγμα της CryptaBalbiστη Ρώμη δείχνει πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί η ανασκαφική έρευνα σε ανάλογες συνθήκες, διαμορφώνοντας όψεις της διαχρονίας που αλληλοσηματοδοτούνται, πολλαπλασιάζοντας θετικά το αποτέλεσμα. Και φυσικά δεν συζητούμε εδώ το μεγάλο θέμα της συνολικής διαχείρισης του έργου σε σχέση με τους πολίτες και τους περίοικους, θέμα για το οποίοδεν λήφθηκε καμιά απολύτως μέριμνα, σε πλήρη αντίθεση με ό,τι διεθνώς επιβάλλεται. Αν μπορεί να βγει κάποιο θετικό δίδαγμα από αυτήν την περιπέτεια είναι ότι τέτοιας κλίμακας και σημασίας έργα δεν μπορεί να γίνονται χωρίς συνεχή και ανοιχτό διάλογο. Σε τέτοια θέματα αποκλειστικές αυθεντίες δεν υπάρχουν. 5. Όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα τα πράγματα η αποτυχία της αρχαιολογικής διαχείρισης δεν φαίνεται να αφήνει πολλές δυνατότητες επανασχεδιασμού του ανασκαφικού έργου, που δεν βρίσκεται άλλωστε στα καθήκοντα της επιτροπής εργασίας του ΑΠΘ. Κατά συνέπεια η λύση που μπορεί τώρα να δοθεί δεν μπορεί παρά να είναι συμβιβαστική.Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι δεν πρέπει υποχρεωτικά να είναι και η καλύτερη δυνατή, ούτε ότι δε χρειάζεται να εξαντληθείκάθε περιθώριο βελτίωσής της. Η ύστατη χρονική στιγμή και οι ειδικές περιοριστικές συνθήκες κάτω από τις οποίες καλούμαστε εκ των υστέρων να συνεισφέρουμε στη διαχείριση των ευρημάτων της στάσης Βενιζέλου θέτουν, μαζί με τις ανελαστικές παραμέτρους του έργου, το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί η αντιμετώπιση των αρχαιοτήτων. 6. Η γνώμη μας είναι ότι οι αρχιτέκτονες,οι μουσειολόγοι και οι μηχανικοί,με τις παρούσες, ασφυκτικές πλέον, συνθήκεςεξέτασαν με ευαισθησία τις παραμένουσες δυνατότητες προβολής των αρχαιοτήτων. Θεωρούμε απαραίτητονα αναδειχθεί και να γίνει έντονα αισθητό στους χρήστες του σταθμού το στοιχείο της διαχρονίας και της συνεχούς βαθιάς αρχαιολογικής στρωματογραφίας.Η «κατάβαση» στη διαχρονία της


πόλης πιστεύουμε ότι θα πολλαπλασιάσει το νόημα των όποιων εκτιθέμενων αρχαιοτήτων, προσθέτοντας στην κίνηση προς το βάθος του σταθμού το στοιχείο της βιωματικής εμπειρίας και θα αποκαταστήσει κατά το δυνατό, το σοβαρό μειονέκτημα της επιλεκτικής απομόνωσης και της προβολής μιας μόνο στιγμής της μακριάς ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Με βάση αυτές τις προδιαγραφές ένας διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός θα έδινε τη βέλτιστη λύση του προβλήματος. Καθηγητής Κώστας Κωτσάκης Καθηγητής Αρης Μέντζος Αναπληρώτρια καθηγήτρια Ναταλία Πούλου


Ομάδα αρχαιολόγων ΑΠΘ