__MAIN_TEXT__
feature-image

Page 1

Xωρίς


Κάθε «γνήσιο» αντίτυπο φέρει τη στοργή και τη θλίψη της συγγραφέα.


Μιράντα Παπαδοπούλου

Xωρίς

ΕΚΔόΣΕΙς ΠΟΤέΞΑΝά


Χωρiς  I


Αν το καλοσκεφτείτε, δεν είμαστε παρά θραύσματα της πιο μοναχικής έκρηξης στην ιστορία του σύμπαντος κόσμου, εξήγησε η αστροφυσικός στον ποιητή.


Στη Ρε και στη Σι, τις χορδές που λείπουν…


ΝΕΥΡΟΑΝΑΤΟΜΙΑ

Οι χιλιάδες λεπτομέρειές σου, που δε θα μάθω, είναι επώδυνες ακίδες σ’ εκείνη την περιοχή του εγκεφάλου μου που θα σ’ αγαπούσε, αν είχες μείνει.


ΜΙΑ ΚΑΙ OΜΟΟΥΣΙΟΣ

Λένε πως είναι δυο λογιών · μια του μυαλού μια του κορμιού. Μα εγώ νομίζω πως η καύλα είναι μία. Μία και ομοούσιος. Η καθ’ ολοκληρίαν.


(.)

Ήρθα κοντά σου χωρίς φόβο. Όπως δε φοβούνται τα ελάφια τη νύχτα, στο δάσος.


ΟΤΑΝ ΚΟΙΜΑΣΑΙ

Πριν κοιμηθείς εναποτίθεμαι στα χέρια σου. Ήσυχα επαφίεμαι στη σοφία του σώματός σου. Πειθήνια θέτω την ηδονή μου στην υπηρεσία σου. Μα μόλις αποκοιμηθείς οι ρόλοι αλλάζουν. Τώρα, η εξουσία υπηρετεί την ηδονή. Μπορώ να σε κοιτάω ανήμπορο κι ανυποψίαστο σαν κοιμισμένο ζώο χωρίς να κόβεται η ανάσα μου. Σκέφτομαι τότε και σου δίνω τις πιο σπουδαίες απαντήσεις μου · και σε νικώ, ανηλεώς. Όλη τη μέρα περιμένω νά ’ρθει εκείνη η ώρα. Να μου ανήκεις επιτέλους. Να μη σε διεκδικούν οι φίλοι, οι συνάδελφοι, άλλες γυναίκες, οι Άλλοι γενικώς. Να ’σαι δικός μου. Να ανασαίνεις, επειδή το λέω εγώ. Και να γυρνάς πλευρό, όταν εγώ τ’ αποφασίζω.


Όταν κοιμάσαι μπορώ και σε λατρεύω ανενόχλητη. Να σε λατρεύω πάει να πει, όχι να σ’ αγαπώ στον υπερθετικό, μα όπως αγαπά κανείς το θεό του · να σε πιστεύω. Και να μην πρέπει να υποστώ μετά κήρυγμα περί αθεΐας.


HUNG OVER

Υπό την επήρειά σου μεταξύ άλλων.


ΟΜΩΣ ΕΓΩ Σ’ ΑΓΑΠΩ

Καθόμαστε να φάμε στην ταβέρνα κι εσύ το ψωμί το βουτάς στη θλίψη. Τις Κυριακές τ’ άλλα ζευγάρια περπατάνε στο Θησείο χέρι χέρι κι εσύ, κοιτάς με πόθο τις γραμμές του ηλεκτρικού. Στις διακοπές πάντα διαβάζεις · τα πιο ακατάλληλα βιβλία, λέω εγώ. Τη θάλασσα μονάχα την κοιτάς. Πάλι καλά που ο ήλιος δύει κάθε μέρα κι έτσι, με παίρνεις αγκαλιά. Ήθελα να ’ξερα ποιος είν’ αυτός, που όταν ξυπνάς κάθε πρωί, σου ψιθυρίζει πώς θα ’ναι σήμερα η μέρα. Γιατί ν’ ακούς αυτόν και όχι εμένα.


ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ

Κάποτε με τα μάτια σου μετρούσες περιφέρεια στήθους. Κατέβαζες αργά τα βλέφαρα κι εκεί ανάμεσα, έχυνες ένα δάκρυ. Είχες φιλήσει όλα μου τα δάχτυλα από το ένα ως το δέκα αμέτρητες φορές. Και με τη γλώσσα σου άλλες τόσες είχες υπολογίσει την απόσταση ανάμεσα στα δάχτυλα απ’ τα πόδια μου. Μια μέρα μου ανακοίνωσες πως από την κορφή ως τα νύχια μου είχες απαριθμήσει δεκαεννέα σπίλους κι ένα λευκό σημάδι σαν τη Νίσυρο πάνω απ’ το ιερό οστούν. Ένα λακκάκι στο πηγούνι που ισοπεδωνόταν όταν θύμωνα και δυο λακκάκια στις παρειές που εμφανίζονταν άμα τη εμφανίσει σου. Και μόλις έμαθες αριθμητική πάνω στο σώμα μου, άλλαξες ενδιαφέροντα και γνωστικά πεδία. Στο τέλος μόνο πήρες ξανά τα μέτρα μου όχι σαν μαθηματικός, μα σαν τεχνίτης. Καλώς λοιπόν. Εσύ να με στριμώξεις στο κουτί που μου ετοίμασες. Να δούμε τώρα εγώ αν θα χωρέσω.


(.)

Σε κρατάω με τα νύχια μου κι εσύ ματώνεις και γλιστράς.


SURVIVOR

Σου απαγορεύω να μου υπαγορεύσεις οδηγίες επιβίωσης μετά το ναυάγιο που αποφάσισες. Είναι καιρός που περιφέρεις αποκρουστικά το βλέμμα του επιζήσαντα. Αυτού που θα εγκαταλείψει έγκαιρα το πλοίο. Αυτό το βλέμμα το ξεδιάντροπο σε κάνει αγνώριστο, καλέ μου. Άλλον. Σε σκέφτομαι ιδρωμένο, πανικόβλητο, ασθμαίνοντα να πηδάς για να σωθείς κι αισθάνομαι ναυτία. Και να σκεφτεί κανείς, ότι μετά εσύ θα είσαι ο ζωντανός της υπόθεσης. Αναρωτιέμαι μέχρι πού θα φτάσεις. Αν θα με σπρώξεις, αν θα με πατήσεις κιόλας για να βεβαιωθείς πως δε θα μείνεις πίσω. Μήπως σκοπεύεις άραγε και να με λυπηθείς που έμεινα να βουλιάξω κρατώντας τα τσιγάρα σου ψηλά. Σου εύχομαι να ζήσεις καλέ μου. Και να θυμάσαι τον πανικό του ποντικού κάθε φορά που βρέχεσαι.


ΥΠΟΤΡΟΠΗ

Από καιρό είχα καταργήσει τα ελληνικά ακούσματα. Λίγο ο φόβος μιας μπανάλ ενηλικίωσης λίγο η φυσική σου απουσία ν’ αντιδιαστέλλεται με τόσους σκονισμένους δίσκους και τελικά τους χάρισα. Έναν προς έναν, χωρίς στοργή ή έστω αμφιβολία. Μ’ ευχαριστούσε η θέα των κενών ραφιών. Σα να υπονοούσε μετακόμιση ή τέλος πάντων, σα να επρόκειτο για μια χωρητικότητα καθ’ όλα αναγκαία. Στ’ αλήθεια, πίστευα πως είχα απαλλαγεί. Μέχρι που ξύπνησα ένα πρωί, με μια φράση να επαναλαμβάνεται μονότονα. «Κάτι τρέχει». Πήρα τηλέφωνο την Αλεξία. Χρειάζομαι επειγόντως Μούτση, είπα. Δε θα τη βγάλω καθαρή.


Ο ΚΥΝΙΚΟΣ

Ωραία τα λες. Ευχαριστιέται η ομήγυρη και τα κορίτσια αναστενάζουν. Όμως εγώ σε ήξερα από πριν. Πριν παραμορφωθεί η δεξιά γωνία των χειλιών σου — των υπέροχων, από την ειρωνεία και το σαρκασμό. Και μέσα σ’ όλα, κήρυξες εκστρατεία απεμπόλησης των πιο ωραίων σου αδυναμιών. Κυρίως των πιο κρίσιμων, των ανατρεπτικών Σου. Μεταμορφώνεσαι σιγά σιγά στο «Μέγα Κυνικό». Αυτά είναι σήμερα τα λόγια σου. Να σου θυμίσω τι έλεγες τότε : «Ο κυνισμός δεν είναι παρά των επιτυχημένων μία κομψή ομολογία αποτυχίας». Και τότε ευχαριστιόταν η ομήγυρη. Και αναστέναζα εγώ.


ΤΕΛΕΟΛΟΓΙΑ

Εσύ, ένα ουράνιο σώμα αταξινόμητο με σύσταση ρευστή κι αστείρευτους κρατήρες χρωμάτων νεογιλών. Εσύ, ένα συμπαντικό ανεξήγητο σωστό το πέρας των επιστημών, σε σταθερή τροχιά στεγαστικού δανείου και παιδιών. Θεέ μου, πόσο σκληρός είναι ο κόσμος σου.


ΧΑΪΚΟΥ

Όσο κι αν σε κοιτάζω βλέπω το ίδιο πάντα. Πως είσαι όμορφος σα γιαπωνέζικο τραγούδι. Τώρα βέβαια, το τι λεν οι στίχοι είναι άλλο ζήτημα.


ΦΥΣΙΚΗ

Αναρωτιέμαι πότε θα σταματήσεις επιτέλους να τρέχεις γύρω γύρω. Κουράστηκα να σε παρατηρώ μία ζωή να κυνηγάς τους έρωτές σου. Εδώ και τώρα, στα μάτια κοίταξέ με, κι ορκίσου ότι δεν είμαι εγώ η κεντρομόλος.


ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Κι όσο εσύ θα φλυαρείς για δίκαιη αναδιανομή του πλούτου, εγώ θα κάνω απεργία πείνας. Για δίκαιη αναδιανομή της τρυφερότητάς σου.


(.)

Θα με καταστρέψεις, μου είπες. Στο χέρι σου είναι, σου είπα.


PATTERN

Παρακολουθώ την ορχιδέα μου να μαραίνεται, τους λογαριασμούς να λήγουν μυρίζοντας προχωρημένη αποσύνθεση, τα σκουπίδια να συσσωρεύονται σε σακούλες Βερόπουλου στο μπαλκόνι. Κι όμως, όταν σε συναντώ, φοράω κόκκινο κραγιόν και σου χαμογελώ με κάποιο νόημα. Είναι ή δεν είναι άτιμο ;


ΠΑΡΑΔΟΧΗ

Σε κάνω να ξεχνιέσαι και να χαμογελάς. Καμιά φορά, ορκίζεσαι ότι σε κάνω ευτυχισμένο. Όμως θλιμμένος είσαι πάντα από μόνος σου. Και μεταξύ μας, εγώ δεν έχω τότε καμία σημασία.


ΧΑΜΗΛΗ ΠΤΗΣΗ

Να επιστρέψουμε στις θέσεις μας. Να προσδεθούμε. Να προσγειωθούμε με ασφάλεια. Να φτάσουμε. Να εγκατασταθούμε. Κι αυτό εσύ το λες ταξίδι.


ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΝΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ

Μεταξύ συντρόφων αλληλεγγύη. Μεταξύ εραστών συνενοχή. Με κατά μέλη αφαίρεση, το πρόσημο αρνητικό.


(.)

Τα ποιήματα πρέπει να ’ναι μικρά · για να χωρούν στις τσέπες.


ΕΛΥΤΗΣ στη Σόνια Ο’Χάρα

Είναι φορές που σκέφτομαι πως όποιος πρόλαβε να πει «έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη» πρόλαβε. Δε λέγονται τη σήμερον αυτά τα λόγια. Κι άλλες φορές ανακαλώ και λέω πως ίσως πρέπει να βρεθεί απλά, κάποιος να ξαναπεί «έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη».


ΠΕΡΙ ΤΥΨΕΩΝ

Οι τύψεις είναι η κόλαση του αθώου. Για τον κολασμένο δεν είναι παρά σαν τ’ αδέσποτα σκυλιά που σε παίρνουν στο κατόπι τις νύχτες. Σε πάνε μέχρι την εξώπορτα κι ύστερα φεύγουν. Κι όσο για τον ακόλαστο, γι’ αυτόν οι τύψεις είν’ τα προσανάμματα.


ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ

— Μαμά, τι είναι η κόλαση ; — Είναι, παιδί μου, ένας τόπος όπου αναπαύονται επιτέλους οι άνθρωποι που κουράστηκαν και βασανίστηκαν πολύ. — Και ο παράδεισος, μαμά ; — Είναι νωρίς ακόμα, αγάπη μου, πολύ νωρίς ακόμα για να μάθεις.


ΗΤΤΑ

Δώσε μου έναν καλό λόγο να πεθάνω, έλεγε κάποτε. Δώσε μου έναν καλό λόγο να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι, λέει τώρα.


ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ Θα πεθάνω έχοντας αξιωθεί να ψηλαφίσω το μεγάλο μυστήριο της μοναξιάς. Δε θ’ αναρωτηθώ αν άξιζα τέτοια διάκριση. Ότι μου δόθηκε μου είναι αρκετό. Και θα μου επιτρέψω μια μόνη έπαρση. Ότι του παραδόθηκα σχεδόν αμαχητί. Πριν, όμως, θα ζήσω ! ( χειροκροτήματα και ιαχές )


ΕΥΤΥΧΙΑ

Κάποια απογεύματα θέλεις να γίνεις σαν αυτούς · θέλεις κι εσύ να είσαι ευτυχισμένος. Όμως η ευτυχία είναι σαν τους τυφώνες που σαρώνουν κάποτε τις τροπικές ακτές. Σαν τους βομβαρδισμούς σχολείων στις εμπόλεμες ζώνες. Είναι πολύ μακριά για να σε αφορά όταν δεν είσαι εκεί.


ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ

Το ’κανες πάλι το θαύμα σου. Συν θεώ. Μεταξύ άλλων, προξένησες τραύματα θλαστικά, συντριπτικά κατάγματα και έναν θάνατο εκκρεμή. Είχες την ατυχία, αυτή η εποποιία λύσσας να βιντεοσκοπηθεί. Και τότε μόνο απολογήθηκες πως εκτελούσες το καθήκον. Αυτό που εγώ ονομάζω μείγμα βλακείας και ευπείθειας εκρηκτικό. Λοιπόν σ’ ενημερώνω ότι εκτός από τα θύματά σου εκκρεμούν κι οι πέτρες.


ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ στους guydeborians

Τρέχω για να προφτάσω το κέντρο βάρους μου. Τη στιγμή που θα σταματήσω θα πέσω · σα να μην ήξερα ποτέ να στέκομαι. Ξέρω, δε θα ησυχάσω ποτέ αν πάψει ο θόρυβος. Η μελωδία της επανάληψης. Η μελωδία της επανάληψης. Αναγκαστικά κοιμάμαι. Ο ύπνος είναι μια ανεξέλεγκτη εμπειρία. Όταν κοιμάμαι, δεν έχω ιδέα τι είμαι ικανός να κάνω. Ευτυχώς, ξυπνάω κάθε πρωί. Κατά καιρούς με απασχολούν ζητήματα όπως η ευτυχία, η επιτυχία, η νεότητα. Έχω φίλους, γνωστούς και πολλούς αγνώστους που συναντώ προληπτικά για να μην ξεχαστώ. Είμαι αυτός που έγινα. Είμαι η καλύτερη επινόησή μου.


ΠΡΟΔΟΣΙΑ στην Ελένη

Χρόνια και χρόνια, έκρυβε και κρυβόταν έκρυβε και κρυβόταν. Καινούρια μυστικά επικάθονταν, κάποια παλιά ενοχή θα προκαλούσε νέα κατολίσθηση κι εκείνη κατακρημνιζόταν όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο ανεπίστρεπτα, στη σημειακή ρωγμή που αναπαριστούσε το κέντρο της. Τόσο πολλά χρόνια έκρυβε και κρυβόταν. Κουράστηκε για να αποκτήσει την ψυχραιμία του κωφάλαλου, την υπομονή του ηφαιστείου. Δε θα φανερωνόταν ποτέ. Και μία μέρα βγήκε να κάνει έναν περίπατο. Και τα πρόδωσε όλα το περπάτημά της.


ΑΣΕΒΕΣ ΕΡΩΤΗΜΑ

Ευσεβής πόθος. Ή όπως λέμε εντός εκτός κι ενάντια συγκρατημένα αισιόδοξος ολίγον έγκυος ευρωσκεπτικιστής χριστιανός ορθόδοξος. Μα γίνονται αυτά τα πράγματα ;


ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ*

Πρέπει να φτιάξουμε τη Νέα Διεθνή Γραμματική. Ένα άρθρο για τη γυναίκα, τον άντρα, το παιδί, το σύννεφο, το δέντρο, το λιοντάρι. Να επινοήσουμε νέους συνδέσμους, ισχυρότερους μεταξύ μας. Να παραβλέψουμε όπου χρειάζεται τους αντιθετικούς. Και στις αντωνυμίες να υπάρξει καταμερισμός απόλαυσης κι ευθύνης · να δοθεί έμφαση στο εμείς. Το τρίτο πληθυντικό πρόσωπο να υποστεί τη δικαιοσύνη των υπολοίπων. Να αναδείξουμε, επίσης, τη δυναμική των μετοχών · τη διαχρονική τους διάσταση · για παράδειγμα, ο εξεγερμένος. Τα ουσιαστικά να απαλλαγούν από κάθε μεταπρατική αξία, ορισμένα να καταργηθούν. Τα επίθετα να τεθούν στην υπηρεσία της ποίησης ανάμεσά μας. Να ξεκαθαρίσουμε τις προθέσεις μας. Να δούμε τι μέρος του λόγου είναι ο καθένας. Τέλος, τα ρήματα και τα επιρρήματα να γράφονται με κόκκινο. Οι πράξεις να ξεπηδούν ανάμεσα απ’ τις λέξεις.


* Απ’ όλα τα κείμενα που είχα να διαλέξω γι’ αυτήν εδώ την έκδοση, μ’ αυτό ταλαιπωρήθηκα πιο πολύ. Το διάβασα και το ξαναδιάβασα πολλές φορές. Δεν ήταν αυτές οι λέξεις που έψαχνα. Άλλες λέξεις έψαχνα. Ούτε καν λέξεις. Μια μέρα, καθώς το ξαναδιάβαζα, κοίταξα απογοητευμένη ανάμεσα στις παλάμες μου. Κοιτούσα μια τα χέρια μου μια το κείμενο. Τότε το θυμήθηκα  : «the mediator between head and hands must be the heart». Επιτέλους κατάλαβα. Την καρδιά έψαχνα. Κι ακόμα την ψάχνω. Το συμπεριέλαβα, λοιπόν, χάριν της εξομολόγησης.


ΧΩΡΙΣ  ΙΙ


Αν το καλοσκεφτείτε, γιατί γράφονται τα ποιήματα ; Άλλα για να προδώσουν, άλλα για να προδοθούν, ψιθύρισε ο ποιητής στον ερωτευμένο.


Όλα τα πρωινά του κόσμου είναι χωρίς επιστροφή.


… ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΑΡΗ διάβασέ με απ’ την αρχή […] Ωχρά Σπειροχαίτη

Θέλω να διαβάσεις ξανά όλα μου τα ποιήματα. Προσεχτικά, αυτή τη φορά. Που πάει να πει, προσπάθησε ει δυνατόν, να προσπεράσεις τυχόν εκφραστικές αδυναμίες, ενοχλητικά επίθετα, κοινοτοπίες, στη στίξη κάποιες στιγμές αμηχανίας και προπαντός, αυτή την εμμονή στη θεματολογία που τόσο σ’ ενοχλούσε. Κι ύστερα το μόνο που θέλω είναι να κλάψεις πικρά. Για μένα, όχι για χάρη μου πια. Αυτή τη φορά, την προτελευταία, μόνο για μένα.


Υ.Γ

Γιατί, μεταξύ μας, όλες οι τελευταίες χάρες είναι προτελευταίες, μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Και το αντίστροφο.


Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ

Ονόματα σαν τοπωνύμια συντριβών. Ιούδας, Πήλιος Γούσης, Εφιάλτης · με μία λέξη, ονόματα όλα προδοτών. Γνωστή και αμετάκλητη η ετυμηγορία. Κι ενώ, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα πώς στάθηκαν η αφορμή να εκπτυχθεί η Ιστορία, να δημιουργηθούν ορδές λαμπρών ηρώων και οσίων μαρτύρων, καθώς αυτοί απομένουν μόνοι — μια θλιβερή αντιτυπία —  ανησυχίες ιστορικού, έτσι κι αλλιώς, δεν είχα · κι ούτε πολύ με απασχόλησαν οι λόγοι και τα κίνητρά τους, η ταραγμένη ψυχοσύνθεση, τα ένοχα μυστικά τους, το κατά πόσον ήταν πράγματι πράξη συνειδητή για τον καθένα η προδοσία, αν υπολόγιζαν την επερχόμενη καταστροφή κι αν είχαν υποστεί οι ίδιοι κάποια αδικία · ερωτηματικά ψυχαναλυτικής αρχής δεν είχα εν προκειμένω. Η σκέψη που βασάνιζε αδιάκοπα το νου μου ήταν πώς να ’ταν άραγε οι λιγοστές στιγμές εκείνες από την προδοσία αμέσως πριν κι από την προδοσία μετά · αμέσως !


Κάτι σαν του μυαλού, μια ακόμα ασφαλής ιδιοτροπία, μια υποθετική αναμέτρηση με την προδοτική αμφιθυμία. Μα παραήταν λογική η αναπαράστασή μου και, το χειρότερο όλων, φριχτά αλλοιωμένη, από αιώνων εύκολη χολή κι αποδιοπομπαία χλεύη. «Αδύνατον να ήταν εύκολο, αδύνατον να ’ταν απλό», συνέχεια σκεφτόμουν. Και ομολογώ ότι συχνά με προβλημάτισε η ενσυναίσθησή μου, η μετριοπαθής αποστροφή, εντέλει, η συγκατάβασή μου. Σαν προοικονομία δυσοίωνη, σαν προετοιμασία ενίοτε μου φαινόταν. Ωστόσο, μου διέφευγε αυτό που αναζητούσα, από την Πράξη, δηλαδή, η καθαρή Ουσία. .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  . Η αίσθηση του σώματος · το μούδιασμα στα δάχτυλα, ο κόμπος στο λαιμό, οι ξέφρενοι σφυγμοί, ο ιδρώτας, η ναυτία. Η διάθλαση του αισθήματος · σαν αναγκαστική ντροπή, σα λάθος λύτρωση, σαν αποτρόπαιη χαρά, σαν περιττή πικρία. Και δε χρειάστηκε, παρά να σε γνωρίσω — όλα βοήθησαν, το στόμα σου, τα μάτια, η φωνή κι ένα φιλί — ώστε ν’ αποδεχτώ την επονείδιστη κληρονομιά, με σπάνια προθυμία και να απολαμβάνω τώρα, μεταξύ διασήμων προδοτών, σκληρή ανωνυμία.


ΕΙΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΙΝ

Ψάχνουν, σου λέει, οι άνθρωποι εναγωνίως την αλήθεια. Τι κρίμα που του περιούσιού μας είδους η τραγική πλειοψηφία — και μεταξύ αυτών και κάποιοι λεπτεπίλεπτοι ακόμα — κατασκευάζονται φριχτά χοντροκομμένοι. Κι έτσι, και την αλήθεια χοντροκομμένη την αναζητούν. Τσαλαβουτούν μ’ αρπαχτικές χερούκλες ανυπόμονες, αδιάκριτες, χυδαίες, ανάμεσα σε σώματα, νοήματα κι αισθήματα — κατά προτίμηση, σε ξένα τιμαλφή — με παραμορφωμένα τ’ ακροδάχτυλα από τα τόσα αγγίγματα που έμειναν αδιάβαστα (ίσως να πρέπει πράγματι να ’ναι κανείς τυφλός για να αγγίζει ό,τι δε βλέπει) και ασχημονώντας ταυτοχρόνως, εναντίον αλήθειας και αφής, αναζητούν την Αποκάλυψη που θα χωρέσει στην παλάμη τους (σημειωτέον δε, ότι το μέγεθος της χούφτας είναι περίπου ίδιο μ’ εκείνο της καρδιάς). Στο μεταξύ, μια σκόνη μικροσκοπική, ανεπαίσθητη, αθόρυβα επαλείφει τις ράγες των δακτύλων μας και αποκαθιστά το αρχικό μας αποτύπωμα. Και είν’ αλήθεια ότι μετά πεθαίνουμε.


ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΣΙΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Απαυδισμένος από μια άχαρη δουλειά μ’ απάνθρωπο ωράριο και μέτρια ανταμοιβή, από μια σύζυγο ψυχρή και δυο παιδιά αδιάφορα και μάλλον μαλθακά, «έτσι τα είχαν αναθρέψει, από κοινού, κόρη και πεθερά», την ώρα που έτρωγε βουβά, το μεσημεριανό του φαγητό — κατ’ εντολή γιατρού, ανάλατο κι αυτό — κι έκανε ζέστη τρομερή, Ιούλιο μήνα μέσα στην Κυψέλη κι απ’ την οδό Ανάφης ακουγόταν ένα κομπρεσέρ, η ώρα τρεις το μεσημέρι και μία μύγα επίμονη πάνω απ’ το πιάτο του πήγαινε κι ερχόταν, ένιωσε μια παρόρμηση άκρως μεθυστική. Να τα βροντήξει όλα και να πάει να μείνει μόνος στο χωριό ! Ν’ αρχίσει πάλι απ’ την αρχή ! Το ανακοίνωσε ευθύς στο απρόθυμο κοινό, με λάμπον όμμα και όψη νικητή. Κι όλοι μαζί — σύζυγος, παιδιά και πεθερά — τον παρακάλεσαν απλά, να στέλνει κάθε μήνα τα λεφτά.


ΖΗΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ

Υπέκυψε μόνη, την τρίτη πρωινή, έπειτα από σοβαρό οικιακό ατύχημα. Από έναν λάθος χειρισμό, έχασε τον έλεγχο του τηλεκοντρόλ που διαλύθηκε με πάταγο στο πάτωμα. Η ίδια εξέπνευσε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. Χωρίς καμία προσπάθεια.


ΠΡΑΞΗ ΤΑΔΕ ΣΚΗΝΗ ΤΑΔΕ

Θα ντυθεί ούτε κραυγαλέα ούτε αδιάφορα. Θα ντυθεί όμορφα και θα βγει. Θα χαμογελάσει αλλεπάλληλα. Θα στυλώσει τα μάτια στο συνομιλητή και θα γνέψει με συγκινητική κατανόηση. Θα ανανεώσει ένα ραντεβού. Θα ανταποδώσει μια φιλοφρόνηση. Σύντομα, θα προφασιστεί πρωινό ξύπνημα ή τον επικείμενο θάνατο αγαπημένου φυτού και θα αποχωρήσει, στον απόηχο ενός αστείου της τελευταίας στιγμής. Καθώς πλησιάζει στο σπίτι, θα επιταχύνει το βήμα ασυναίσθητα, με ρυθμό τρεις ειλικρινείς μεταμέλειες ανά παρελθόν. Θα πετάξει βιαστικά τα κλειδιά και το πανωφόρι της. Θα ανάψει στα γρήγορα ένα τσιγάρο και θα κλείσει τα μάτια, με ανανεωμένη ανακούφιση. Επιτέλους μόνη, θα μπορέσει να θαυμάσει ξανά — με ενοχή διακριτικά ηδονίζουσα — την ανομολόγητη εποποιία της, το μυστικό της αριστούργημα. Τη μονάκριβη, χαμένη ζωή.


ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Εκείνος που ξυπνάει το πρωί και λέει «σήμερα θέλω να πεθάνω !» δεν είν’ στ’ αλήθεια αυτοκτονικός. Ακόμα αυτός συνομιλεί με τη ζωή. Ο άλλος είναι, που όταν ξυπνάει «πόσο δε θέλω να πεθάνω !» πνιχτά μονολογεί. Αυτός, ο δυστυχής, το θάνατο παρακαλεί. Έτσι τουλάχιστον διατείνεται ο Β., πολλάκις αποπειραθείς. Εύλογα, βέβαια, η αξιοπιστία του αμφισβητείται. Και δυστυχώς, όσοι γνωρίζαν κάτι παραπάνω υπήρξαν όλοι τους μοιραία συνεπείς.


XII

Μ’ αρέσει η δωδέκατη ώρα, έτσι όπως στέκεται όρθια κι αγέρωχη. Πολλοί θα πρόσθεταν, μοναχική. Εγώ, πάλι, τη βρίσκω διπλά ανακουφιστική, μετά από τόση ομόκεντρη επαναλαμβανόμενη ασυνεννοησία. Γιατί, μπορεί οι δείκτες να ’χουν ξανασυναντηθεί, αλλά όχι με τέτοια επισημότητα, ποτέ με τρόπο τόσο κάθετο, ολοκληρωτικό. Και πιο πολύ την αγαπώ γι’ αυτό · γιατί κανείς δεν ξέρει αν είναι τέλος ή αρχή. Κι αν ήταν στο δικό μου χέρι, όλα του κόσμου τα ρολόγια, στις 12 ακριβώς θα σταματούσαν.


Είναι φορές που δεν αντέχω άλλη μια μέρα. Κι όμως. Μαζί σου θα ’θελα να δω μία σεκόγια να γερνάει.


ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΑ

Να ’μαι κοντά σου. Τόσο, που όταν αλλάζω σταυροπόδι, συχνά να σ’ ακουμπώ. Ή για το λίγο, που τις νύχτες ο κόσμος ησυχάζει, ν’ ακούω την ανάσα σου ή ένα μικρό αναστεναγμό. Τόσο κοντά, που αν άξαφνα φυσούσε ένας αέρας, ένα κομμάτι ύφασμα — μια άκρη απ’ το φουστάνι μου, ένα λυτό φουλάρι — θα άγγιζε το δέρμα σου. Το πείσμον όριό σου. Έτσι να ’μαι κοντά σου, τόσο κοντά και να διαβάζω εν ηρεμία τους συγγραφείς που αγαπώ. Καθώς το σκέφτομαι, δεν ξέρω αν είναι ανθρωπίνως δυνατό, ν’ αντέξει κάποιος τόση ευτυχία.


ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΗ ΠΕΙΝΑ Σας είδαμε κι εσάς που ερωτεύεστε με το πάγκρεας. Αιμόφιλος Ινφλουέντζας

Μου λέγαν όλοι «πάει, τελείωσε ! Μα δεν το βλέπεις ; Δε σε θέλει». Κι εγώ τους απαντούσα «τι λέτε, άνθρωποι ανίδεοι ! Αυτός απλώς δε με χορταίνει». Δεν τους κρατώ, ασφαλώς, καμιά κακία. Για όλα φταίει η λογική τους, η φύσει κορεσμένη. Όμως εγώ δεν την αλλάζω αυτήν την πείνα που όλες τις αισθήσεις μου ευφραίνει. Σας λέω, δεν την αλλάζω, μ’ όλα τα δείπνα υπό το φως των αστεριών κι όλες τις μελωδίες παρατρεχάμενων βιολιών.


A LA FOLIE

Ό,τι κι αν λεν τα εγχειρίδια της Ψυχιατρικής, ένα είναι σίγουρο. Δεν περιγράφεται η τρέλα. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορεί επαρκώς να περιγράψει. Ας πούμε, λέμε «τον ερωτεύτηκε τρελά». Είναι μια έκφραση κι αυτή, ενδεχομένως κάπως τετριμμένη, πλην όμως με παγκόσμια, διαπολιτισμική ισχύ. Γιατί, παντού στον κόσμο οι ερωτευμένοι διαγιγνώσκονται παράφοροι, διαταραγμένοι κι ενίοτε επικίνδυνοι και αυτοκτονικοί. Μιλώ, ασφαλώς, γι’ αυτούς τους εκλεκτούς που αξιώθηκαν μια τύχη υψηλή — να αγαπούν, χωρίς απαραιτήτως ν’ αγαπιούνται. Γιατί μονάχα τότε είναι που μπορούν, χωρίς μικροπρεπή προσκόμματα και δίχως της επιτυχίας τη δαμόκλειο επιταγή, να φτάσουν το αίσθημά τους σε ύψη δυσθεώρητα, για κείνο που αντιτάσσει η πάντοτε προσβλέπουσα και σώφρων Λογική. Άλλοι το λένε αποτέλεσμα, άλλοι ανταπόκριση, άλλοι κατάληξη ευτυχή. Κι ίσως να μοιάζει με πορεία παράδοξα μοναχική. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνούμε, ότι στον κόσμο των τρελών κι ερωτευμένων ισχύει μια καινούρια, ολότελα άγνωστη ηθική. Εξάλλου, αυτό δε λεν πως είναι η τρέλα ;


Όταν η συμπαγής ουσία, που συγκρατούσε τα Γνωστά σε στέρεη δομή, έχει οριστικώς αποδιοργανωθεί. Η βιβλιογραφία έχει να επιδείξει πληθώρα κλινικών εικόνων κι ερωτικών ιστοριών. Ωστόσο, εκείνο που έχει σημασία είναι η εμπειρία η αυστηρά προσωπική. Πράγματι, «κάποιοι στο τέλος οδηγήθηκαν στα άσυλα, και άλλοι έφτασαν ως την καταστροφή» και κάποιοι ενέπνευσαν Τολστόι, Μάρκες και Ναμπόκοφ κερδίζοντας αθανασία, αν μη τι άλλο, λογοτεχνική. Όμως, εγώ δε θα ξεχάσω μία φίλη, εκείνη, που «τον ερωτεύτηκε τρελά», όπως προείπα στην αρχή, όταν σε παραλήρημα σωστό μου εξιστορούσε πως προσπαθούσε επιμόνως να τον φανταστεί να κάνει πράγματα συνηθισμένα, ταπεινά — σαν όλους τους ανθρώπους, δηλαδή. «Κομμάτι δύσκολο για τους σημερινούς θεούς», μονολογούσε ντροπαλά. Και τότε, της ερχόταν η μορφή του σε κάποιο σούπερ μάρκετ — ανέμελη κι απλή — να αγοράζει γάλατα κι απορρυπαντικά · και την κατέκλυζε αυτομάτως συγκίνηση ιερή. Σκεφτόταν, μάλιστα, το δέος της υπαλλήλου, που θα περίμενε το Σάββατο — μέρα γιορτής του καταναλωτή — για να τον αντικρίσει ακόμα μια φορά πίσω από την ταμειακή της μηχανή. Πόσο τη ζήλευε τρελά !


FUNNY GAME

Έχει κι ο Έρωτας τις ιδιοτροπίες του, αν μη τι άλλο. Όλοι, όμως, λένε ας είναι · θα ξέρει αυτός. Κι απ’ όλες η πιο έμμονη είναι να καταγίνεται διαρκώς με το παιχνίδι που λιγότερο κατέχει · το γαλλικό μπιλιάρδο. Τι νιάτα δροσερά τι πλούσια μακριά μαλλιά και τι μυαλά τετράγωνα χάθηκαν στα στοιχήματα για να ’χει Αυτός να παίζει. Κι όλα, γι’ αυτή τη σπάνια φορά που πετυχαίνει τη μπάλα τη σωστή (που αλίμονο, κι ο Νόμος των Πιθανοτήτων το προβλέπει). Όλοι πανηγυρίζουν τότε ευτυχείς απ’ την τυχαία νίκη μεθυσμένοι. Και συνεχίζουν τα στοιχήματα αυτοί και συνεχίζει ακάθεκτος Αυτός ο σαδιστής. ( Ύπουλο, αλήθεια, το πράσινο το χρώμα )


ΒΥΘΟΣ Ο ωκεανός της δυνατότητας είναι πολύ μεγαλύτερος από τη συνήθη μας ξηρά της πραγματικότητας.

Ernst Bloch

— Το υγρό στοιχείο που νομίσαμε πως μας ένωνε αποδείχτηκε πολύ πτητικό. Επομένως, αποκλείεται να ’ταν θάλασσα. Αφενός, θα ’χε αντέξει πολύ περισσότερο, θα ’χε πιο πολλές τρικυμίες, περισσότερο αλάτι, αφετέρου, τώρα θα ψάχναμε τι απόμεινε στον αποξηραμένο βυθό, όχι στο βρώμικο πάτο. — Μη γελιέσαι καθόλου. Οι βυθοί να δεις τι σκουπίδια που έχουν. Τα αρχαία εκτίθενται όλα σε μουσεία κι ιδιωτικές συλλογές (δε βουτούσαν οι δύτες για τα ωραία κοράλλια). Τα παράξενα πλάσματα που αντέχουν στα μεγάλα τα βάθη, ευτυχώς προσαρμόζονται σ’ άλλα, ακόμα βαθύτερα · κι αν στη θέση τους άνανδρα, ανθεκτικά βαθυσκάφη ψαρεύουν ναυάγια μεγάλα, όλη η αλήθεια στο φως ποτέ δε θα φτάσει. Γιατί υπάρχουν κι άλλα ναυάγια, πιο ανθρώπινα, πιο μεγάλα. Κι αυτά δεν τσακίζονται σε νερά προσπελάσιμα · πάνε πάντα και βρίσκουν χαράδρα.


ΑΦΙΕΡΩΣΗ

Νομίζετε, παλιές μου αγάπες, ότι για σας τα γράφω τα ποιήματα. Πολύ θα το ’θελα κι εγώ. Έλα όμως, που τα γράφω για ένα Τέρας που ’χει τα ωραία σας κεφάλια στον αειθαλή του το λαιμό.

(Και μεταξύ μας, ούτε ποιήματα τα λες. Κάτι σαν εσωτερική απομαγνητοφώνηση, μ’ ένα στυλό που θα ’θελε πολύ να ’ναι διαρκείας)


ΣΚΛΗΡΟ ΜΕΛΟ

Αυτή είχε τώρα μια έκφραση αγάπης τελεσίδικη. Το μόνο που απέμενε ήταν ν’ ανοίξει το στόμα της αργά και με απερισκεψία νεροποντής σε υπαίθριο γαμήλιο πανηγύρι, σ’ αγαπώ να πει. Και το είπε. Αυτός, ανήμπορος ν’ αποσοβήσει την καταστροφή, στενοχωρήθηκε ειλικρινώς για μια απώλεια τόσο ανοικονόμητη που, καθώς πίστευε, αναίτια είχε συμβεί. Επακολούθησε μία ελάχιστη, άσφυγμη σιωπή… Κι ύστερα αυτός, με μία κίνηση απλή, θα έλεγες την πιο απλή σε όλη την ανθρώπινη Ιστορία, έτριψε με τις χούφτες του λίγη σκουριά απ’ τα βλέφαρα, την άφησε να στέκεται εκεί κι εξακολούθησε το βίο του. Όπως και πριν.


ΕΝΑ ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ

Ετοιμάζομαι για ύπνο. Σε λίγο, θα καταπιώ το βραδινό μου εναιώρημα, αυτό που με την παρρησία θεράποντος φρόντισες να μου χορηγήσεις και γι’ άλλη μια φορά, σ’ ευχαριστώ. Δικής σου έμπνευσης παρηγορία με γεύση πικροκέρασο — σπάνια ποικιλία — όποια δεν έφαγε κεράσια από το στόμα σου δεν ξέρει. Και να ’σαι σίγουρος πως θα τηρήσω ευλαβικά το τελετουργικό της προετοιμασίας (πρώτα ανακινούμε καλά αυτά που μας πονούν, ύστερα κλείνουμε τη μύτη, να μη μας έρθουν δάκρυα μαζί με τις αγαπημένες γεύσεις). Αλλά και στη δοσολογία κι εκεί τυφλά θα σε υπακούσω κι ας φαίνεται απάνθρωπη, μπορεί και τοξική για τόσο λίγη εναπομείνασα ανθεκτική ελπίδα. Φαίνεται είπα, πού να ξέρω, ασφαλώς και δε ζήτησα δεύτερη γνώμη. Σίγουρα, όμως, τέτοια οδυνηρή ποσότητα θα έκανε ακόμα και ελέφαντα, αμέσως να ξεχάσει άλλες επώδυνες εστίες, τρέχοντα ασθματικά ζητήματα επιβίωσης, ακόμα ακόμα κι αυτό το ισόβιο άγχος για την ανεύρεση της τελευταίας κατοικίας που μοιραζόμαστε κάποια θηλαστικά. .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .  .


Έχω ξαπλώσει τώρα απ’ την πλευρά σου. Είμαι πανέτοιμη, απόδειξη ότι χαμογελώ. Και θα το πιω έτσι όπως μου ’δειξες — «δε σ’ αγαπώ» μπαμ και κάτω. Μη συνταγογραφούμενος, βλέπεις, ο αιφνιδιασμός και δυστυχώς, δεν πέθανα επιτόπου. Τώρα, εφ’ όρου ζωής, πρέπει να πίνω το απόσταγμά του. Είπα ζωής… Θα φταιν οι παρενέργειες.


ΕΡΩΤΙΚΟ

Είσαι ο ένας, ο εκλεκτός της καρδιάς μου. Ο στοργικός απαγωγέας της σκέψης μου, o γενναιόδωρος προαγωγός των επιθυμιών μου. Ο συγκλονιστικός εραστής της κομμώτριας — περιστασιακά και δικός μου. Είσαι η κολόνα της ετοιμόρροπης θλίψης μου, το ήμερο ένστικτο της αξιοπρέπειάς μου. Κάτω απ’ τα πόδια μου είσαι ένα δίχτυ ασφαλείας που χαίνει, τόσο πολύτιμο, το απαραίτητο υπναγωγό φάρμακό μου. Είσαι το παντοδύναμο αφεντικό, ο αλάνθαστος, αυστηρός δάσκαλός μου. Είσαι ο συνήγορος υπεράσπισης των αθώων θυμάτων μου, ο γελαστός καθρέφτης των μεγαλύτερων διασυρμών μου. Είσαι ο τρυφερός δεσμοφύλακας που μου προσφέρει χωρίς αναπτήρα τσιγάρο, ο προσωπικός μου βασανιστής — δίκαιος, το δίχως άλλο. Είσαι ο γλυκός Πατερούλης κι εγώ μια αχάριστη αντιφρονούσα. Είσαι ο μεγάθυμος Καίσαρας κι εγώ ένας φριχτός χριστιανός μονομάχος. Είσαι ο ελεήμων-θεός-τιμωρός, δοξασμένο σου τ’ όνομα και μεγάλη η χάρη σου. Είσαι το άλας της γης στις πληγές μου. Είσαι εσύ. Ω, σ’ αγαπώ ! Σ’ αγαπώ !


PICA Θα περάσουν αποπάνω μας όλοι οι τροχοί στο τέλος τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν. Νίκος Καρούζος

Η αδικία έχει τη γεύση του ασβέστη. Η θλίψη, του ξύλου του χλωρού. Η οργή έχει τη γεύση σάπιου φύλλου. Και η εκδίκηση, του βρόχινου νερού.


ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Ν’ αφήνεις ένα τέλος ανοιχτό. Να εγκαταλείπεις την επούλωση στη φυσική της ιστορία. Και ας πυορροεί η ελπίδα. Όχι, καθόλου δεν το βρίσκω υπαναχώρηση αμέλεια ή δειλία. Να το δεχτώ πως ίσως συνιστά απερισκεψία ή παραβατικότητα, για τους νομοταγείς νεκρούς που περιμένουν τη σειρά τους. Εγώ διαγιγνώσκω πράξη ευσυνειδησίας καθ’ όλα συνεπή με τη ζωή, με τον μοναδικό εν δικαίω εργοδότη. Μια αυθάδη δήλωση πως τέλος τέλος δεν υπάρχει. Το μάθαμε, το καταλάβαμε πως όλοι μία μέρα θα πεθάνουμε. Όλοι και ο καθείς ξεχωριστά. Θα μας αποσυνθέσουν μικροοργανισμοί, αυτοί οι πανταχού παρόντες και παντός καιρού διαμεσολαβητές ανυπαρξίας.


Όλοι και ο καθείς ξεχωριστά. Όμως, εγώ κι εσύ εμείς και οι φίλοι μας εμείς και οι σύντροφοί μας εμείς και τα παιδιά μας, αυτός ο μεταξύ μας άυλος χώρος όπου υλοποιήθηκε θνητά στα μέτρα μας η αγάπη, δεν υπακούμε σε καμιά οργανική κι ανόργανη ισορροπία. Και ζώντας και πεθαίνοντας θα είμαστε, είτε το θέλουν είτε όχι, το ες αεί ανοιχτό τέλος της ιστορίας.


DD/ MM/ YYYY

Έλα να πούμε σ’ αγαπώ. Έλα να πούμε για πάντα. Έλα να κουβεντιάσουμε για τα ομορφότερα παιδιά που θα γεννηθούν. Για το αγόρι που θα ’χει την τρυφερότητα των χεριών σου και το κορίτσι, που όταν μεγαλώσει, θα του αρέσουν τ’ αγόρια ή τα κορίτσια, που θα ’χουν στα χέρια τους την τρυφερότητά σου. Έλα να πούμε για όλα εκείνα τα ταξίδια που θα θελήσουμε και για μερικά που θα κάνουμε. Για τη σκηνή που θα μας περιμένει κάθε καλοκαίρι, στην παραλία που θα παραχαράξουμε με τ’ όνομά μας. Έλα να πούμε για τα πολλά σπίτια που θ’ αλλάξουμε. Για τους φίλους μας που θα παντρεύονται, θα χωρίζουν, θα μεγαλώνουν και θα φεύγουν. Έλα να πούμε ότι εμείς δε θα γεράσουμε. Ποτέ μαζί.


Περιεχόμενα

χωρiς  i Nευροανατομία Μία και oμοούσιος (.) Όταν κοιμάσαι Hung over Όμως εγώ σ’ αγαπώ Αριθμητική (.) Survivor Υποτροπή Ο κυνικός Τελεολογία Χαϊκού Φυσική Μέχρι το τέλος (.) Pattern Παραδοχή Χαμηλή Πτήση Οι πράξεις κάνουν τη διαφορά (.) Ελύτης Περί τύψεων Παιδαγωγική Ήττα Πανηγυρικός μονόλογος ενός μοναχικού ενώπιον φανταστικού πλήθους

7 8 9 10 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31 32 33


Ευτυχία Περιστατικό Επανάληψη Προδοσία Ασεβές ερώτημα Νέα γραμματική *

34 35 36 37 38 39

ΧΩΡΙΣ  ΙΙ … Τελευταία  χάρη Υ.Γ Η άλλη πλευρά Εις αναζήτησιν Χρονικό μιας οικόσιτης επανάστασης Ζην επικινδύνως Πράξη τάδε σκηνή τάδε Μαρτυρία XII … Τόσο κοντά Αμετανόητη πείνα Α la folie Funny game Βυθός Αφιέρωση Σκληρό μελό Ένα κάθε βράδυ Ερωτικό Pica Το τέλος της ιστορίας DD/ MM/ YYYY

44 45 46 48 49 50 51 52 53 54 55 56 57 59 60 61 62 63 65 66 67 69


Το «Χωρίς» είναι μια έκδοση ελεύθερη πνευματικών δικαιωμάτων και η αναπαραγωγή του —εν όλω ή εν μέρει— είναι καλοδεχούμενη, αρκεί να γίνει με καλή προαίρεση και σεβασμό. Τουναντίον, καθόλου καλοδεχούμενη δεν θα ήταν οποιαδήποτε απόπειρα εμπορικής εκμετάλλευσής του. Για σχόλια, παρατηρήσεις, επικοινωνία: ekdoseis_pote3ana@hotmail.com

Profile for George Tsamatis

Μιράντα Παπαδοπούλου "Χωρίς"  

Μιράντα Παπαδοπούλου "Χωρίς"  

Advertisement

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded

Recommendations could not be loaded