Page 1


Το Βιβλίο Του Κϊλου Μζροσ Δεφτερο

Γιϊργοσ Μικάλεφ ιςτορίεσ, ποίθςθ & λζξεισ που δεν κα ςασ κάνουν καλφτερουσ ανκρϊπουσ…


Το Βιβλίο Του Κϊλου II Ρρϊτθ ζκδοςθ: Κζρκυρα,Μάρτθσ2012 από τισ εκδόςεισ ΤΟ ΚΟΛΟ Ρ΢ΟΣΟΧΗ: Πποιοσ προςπακιςει να χρθςιμοποιιςει το παρϊν παραμφκι ι μζροσ αυτοφ για χρθματικό όφελοσ, κα τον γαμιςουμε όλοι μαηί (και είμαςτε πολλοί…) Εξϊφυλλο κλπ: Γιϊργοσ Μικάλεφ ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΤΟ ΚΟΛΟ” http://kolobooks.wordpress.com/ tokolo1984@hotmail.com


Ανϊνυμοσ, Σάπιοσ & Μικάλεφ 3ςε1 Κάτι ςαν τθ χλωρίνθ… ι ςαν το… πατιρ Λόσ & Holy Spirit…


Ο Γιϊργοσ Μικάλεφ είναι ζνασ νεαρόσ Κερκυραίοσ που ηει και εργάηεται ςτο νθςί. Θ ζντονθ ανάγκθ για δθμιουργία τον οδιγθςε να αςχολθκεί με τθν τζχνθ ςτισ διάφορεσ μορφζσ τθσ. Αςχολικθκε ςοβαρά για ενάμιςι χρόνο με τθν δθμιουργία καμζνων ταινιϊν μικροφ μικουσ, δθμιουργϊντασ τθν “Family Films Corfu” το 2006 μαηί με ζναν παιδικό του φίλο. Συμμετείχαν ςτο 2ο Zero Artistic Movement (Nosotros) 2010. Μετά για δφο χρόνια αςχολικθκε ςοβαρά με το γράψιμο και τουσ ζγραψε όλουσ ςτα αρχίδια του. Ζτςι γεννικθκαν οι διαδικτυακζσ “Εκδόςεισ Τo Κόλο” το ζτοσ 2007. Μζςα από αυτζσ εκφράςτθκαν διαφορετικοί άνκρωποι αλλά και ο ίδιοσ. Τα τελευταία χρόνια αφοςιϊκθκε ςτθ ηωγραφικι που από μικρό παιδί αγαποφςε, λερϊνοντασ τότε άφκονα μπλοκ με μολφβια, μαρκαδόρουσ και νερομπογιζσ. Τα ζργα του πολλζσ φορζσ ζχουν μζςα τουσ μακάβριεσ και αλλοπρόςαλλεσ εικόνεσ, αλλά πίςω από αυτζσ κρφβονται ιςτορίεσ που νοςταλγοφν τθν χαμζνθ παιδικι ακωότθτα και τθν αλθκινι αγάπθ. Υπεφκυνθ για τισ καλλιτεχνικζσ του ανθςυχίεσ ιταν μια «αρρϊςτια» ανίατθ που τον ςυντροφεφει από μικρό παιδί… «θ νόςοσ τθσ ποίθςθσ». Ζχουν γράψει για τθν δουλειά του μεταξφ άλλων, ο Ραναγιϊτθσ Μαυρόπουλοσ (ηωγράφοσ/ςυγγραφζασ) και ο Χριςτοσ Ηάχοσ (ηωγράφοσ/ποιθτισ). Από το 2010 είναι μζλοσ τθσ Εικαςτικισ Κερκυραϊκισ Ζνωςθσ.

Ο υποφαινόμενοσ


Σε Ευχαριςτϊ


Ο Θάνατοσ Ήρκε Από Τα Ξζνα Άλλθ μια Κυριακι με βρίςκει να κάκομαι ςτο γραφείο μου και να χαηεφω ςτον υπολογιςτι με τισ ϊρεσ. Ο Χειμϊνασ δεν είναι για ζξω και ειδικά όταν ζχεισ το τηάκι να καίει όλθ μζρα. Είχαμε ξενυχτιςει το Σαββατόβραδο ςτο ςτζκι, πίνοντασ μπφρεσ με τον Επαμεινϊνδα. Ο ςυγχωρεμζνοσ πια Επαμεινϊνδασ, ιταν ζνασ περίεργοσ τφποσ ανκρϊπου. Δεν τον ζβλεπεσ ςυχνά ζξω και κανείσ ςτθ γειτονιά δεν ιξερε τι δουλειά κάνει. Για κάποιο λόγο που μόνο εκείνοσ ιξερε, με ςυμπακοφςε και μια φορά το μινα πθγαίναμε καμιά βόλτα για μπυροποςία. Εκείνθ τθ μζρα θ γυναίκα μου απουςίαηε για ζνα διιμερο ςεμινάριο και εγϊ ιμουν μόνοσ και ελεφκεροσ να πιω χωρίσ γκρίνια. Πχι που δεν είχε δίκιο να γκρινιάηει για τθν υγεία μου, αλλά και εγϊ είχα ανάγκθ το παυςίπονο μου. Μόνο που μεςθμζριαςε και είμαι ακόμα χϊμα. Μια λιγοφρα με οδιγθςε ςτο ψυγείο και με ανάγκαςε να φάω τθν τελευταία ςοκολάτα τθσ Μαρίασ. Σκεφτόμουνα μια φράςθ που ζλεγε ςυνεχϊσ χκεσ ο Επαμεινϊνδασ μετά το πζμπτο υποβρφχιο… είναι τζρατα που πηδάνε, μασ γαμάνε και πάνε. Από το περαςμζνο βράδυ προςπακοφςα να τθν ερμθνεφςω… όχι τόςο τθ φράςθ, αλλά τον περίεργο φίλο μου. Θ προςπάκεια μου να τον ψυχολογιςω πάντα αποδεικνυόταν άκαρπθ. Ριτςιρικάσ διάβαηα πολφ τα ςυνωμοςιολογικά. Ε λοιπόν, αυτόσ ο τφποσ είναι ςαν να βγικε μζςα απ’ τισ ςελίδεσ αυτϊν των βιβλίων. Ζριξα δυο ξφλα ςτο τηάκι και ζγειρα ςτον καναπζ. Θ ςοκολάτα ιταν με κομματάκια αμυγδάλου. Τθν απόλαυςα μαηί με ζνα ωραίο γλυκό καπουτςίνο. Από αυτόν δεν είχαμε ςτο χωριό μου. Οφτε τουαλζτα δεν είχαμε ςτο χωριό μου. Καιρόσ να τα απολαφςω λοιπόν. Καναπζσ, ςοκολάτα, καπουτςίνο και αραλίκι.


Με τθν τθλεόραςθ κλειςτι ζχω διαπιςτϊςει πωσ το μυαλό μου λειτουργεί περιςςότερο. Μπορεί να ςκζφτεται περίπλοκα κζματα. Εκείνθ τθν ϊρα ςκεφτόμουν πϊσ να παρακολουκιςω τον Επαμεινϊνδα και να μάκω τι ςκαρϊνει εκεί μζςα… Οι ςυςκευζσ παρακολοφκθςθσ ιταν αρκετά φτθνζσ και διακζςιμεσ με παραγγελία απ’ το διαδίκτυο. Φανταηόμουν τον εαυτό μου με ακουςτικά να κοιτάω πολλζσ μικρζσ οκόνεσ και να ανακαλφπτω άκρωσ απόρρθτα κρατικά μυςτικά. Σε άλλθ εκδοχι ανακάλυπτα πωσ ο γείτονασ ιταν ζνασ κατά ςυρροι δολοφόνοσ και τον χάηευα τθν ϊρα που ακρωτθρίαηε κάποιο από τα κφματα του και ςυγκεκριμζνα τθν κυρά-Κοφλα τθ παςοκτηοφ… το τελευταίο ςενάριο που ζπλαςε θ καλπάηουςα φανταςία μου εκείνο το μεςθμζρι, ιταν πωσ ο Επαμεινϊνδασ ντυμζνοσ ουρακοτάγκοσ, πθδοφςε τθν Μαρία μου. Εκεί ςταμάτθςα τα ςενάρια. Θ φανταςία καμιά φορά ςου δθμιουργεί εικόνεσ άςχθμεσ και εμετικζσ. Για αυτό και άνοιξα τθν τθλεόραςθ. Άλλαηα κανάλια αναποφάςιςτα για κάνα πεντάλεπτο. Τελικά κατζλθξα να βλζπω τον Ντάνιελ Σαν ντυμζνο ντουηιζρα να τρζχει για να γλιτϊςει το ξφλο. Αλλά τισ ζφαγε… Ο καφζσ ςε ςυνδυαςμό με ςοκολάτα και το άςτατο ςτομάχι μου, είχε αρχίςει να επιδράει. Θχθρζσ εκκενϊςεισ αερίων άρχιςαν να μολφνουν τθν ατμόςφαιρα. Διιρκθςαν μζχρι τισ διαφθμίςεισ όπου τα δεςμά μου χαλάρωςαν και ελεφκεροσ πια μποροφςαν να περάςω το τθλεοπτικό μου διάλλειμα, ςτθν τουαλζτα που τόςο πολφ ονειρευόμουν ςτα παιδικά μου χρόνια. Ράντα ζνιωκα θλίκιοσ όταν προςπακοφςα να λφςω κάποιο ςταυρόλεξο. Θ Μαρία πάντα φρόντιηε να υπάρχει κάποιο ςταυρόλεξο ςτο μπάνιο. Μςωσ για να με κάνει να νοιϊκω θλίκιοσ. Αυτι θ ςκζψθ άρχιςε να με απαςχολεί κακϊσ κακόμουν αναπαυτικά ςτο κάκιςμα τθσ τουαλζτασ. Θ πόρτα


τθσ τουαλζτασ ιταν ανοιχτι. Το ςυνικιηα όταν ιμουνα ολομόναχοσ. Θ τθλεόραςθ ςτο ςαλόνι ιταν ακριβϊσ απζναντι από το μπάνιο. Είχα διαλζξει επίτθδεσ αυτι τθ κζςθ για να μθν χάνω τα αγαπθμζνα μου προγράμματα για κανζναν λόγο. Ιμουν τραγικόσ… το ξζρω… Οι ιρεμεσ ςκζψεισ μου διεκόπθςαν από ζναν δυνατό κρότο. Θ αλικεια είναι ότι τρόμαξα αρκετά και τινάχτθκα απότομα. Κανείσ εδϊ δεν κυνθγά. Τι ςτον Άι Σπυρίδωνα ακοφςτθκε? Ρρζπει να ιταν από πολφ κοντά και ιμουν ςίγουροσ πωσ ιταν πυροβολιςμόσ. Θ γειτονιά μασ ιταν κάπωσ απόμερθ και ζξω από τθν πόλθ αλλά κανείσ δεν βαροφςε ντουφεκιζσ μεςθμεριάτικα. Οι επόμενεσ ςκθνζσ ξετυλίχτθκαν αρκετά γριγορα μιασ και ο τρόμοσ δεν δίνει περικϊρια για πολλζσ ςκζψεισ. Ζνασ κόρυβοσ από γυαλιά να ςπάηουν ακοφςτθκε απ’ το ςαλόνι και ζνα πελϊριο “πράγμα” ζκανε ζνα γριγορο αναγνωριςτικό πζραςμα μπροςτά από τθν ανοιγμζνθ πόρτα. Εγϊ ςθκϊκθκα αυτόματα και ζκλειςα απότομα τθν πόρτα του μπάνιου χωρίσ δεφτερθ ςκζψθ. Διπλοκλείδωςα ξαφνιάηοντασ το πελϊριο πλάςμα που άρχιςε να χτυπάει με τρομακτικι δφναμθ τθν πόρτα, λεσ και τθν κλωτςοφςαν πζντε άντρεσ. Το ζνςτικτο τθσ κακαριότθτασ νίκθςε το ζνςτικτο τθσ επιβίωςθσ και με ανάγκαςε να ςκουπιςτϊ χάνοντασ ζνα πολφτιμο λεπτό από τα τελευταία ίςωσ τθσ ηωισ μου. Τα χτυπιματα καταλάγιαςαν και ςταμάτθςαν. Κοίταξα απ’ τθν κλειδαρότρυπα και αντίκριςα ζνα γκρίηο τζρασ που ξεπερνοφςε τα δφο μζτρα να περιφζρεται ςτο ςαλόνι μου. Θ τθλεόραςθ μου το ενόχλθςε και ςτθριηόμενο ςτθν χοντρι ποντικίςια ουρά του, ςικωςε το ςϊμα του και με τα τεράςτια πόδια του τθν κλϊτςθςε με δφναμθ ςωριάηοντασ τθσ κάτω. Μετά γφριςε προσ τθν πόρτα που μασ χϊριηε και άρχιςε να


πλθςιάηει με ζναν αργό αθδιαςτικό τρόπο. Εκείνθ τθν ϊρα παρά τθν ταραχι μου κατάλαβα τι ιταν αυτό το τζρασ… Ιταν ζνα καγκουρό από τθν κόλαςθ. Κακϊσ πλθςίαηε ο τρόμοσ ζγινε ακόμα μεγαλφτεροσ. Στον μάρςιπο του δεν υπιρχε κανζνα γλυκό μωρό καγκουρό παρά ζνα ανκρϊπινο κεφάλι. Ιταν το ακρωτθριαςμζνο κεφάλι του Επαμεινϊνδα! Ο Χριςτόσ και θ Ραναγία ψικφριςα και μίςοσ άρχιςε να μολφνει τθ ψυχι μου με εκδικθτικι μανία. Οι κλωτςιζσ ζδιναν και ζπαιρναν και θ πόρτα δεν κα άντεχε για πολφ. Ρροςπακοφςα να ςκεφτϊ πωσ κα μποροφςα να αντιμετωπίςω αυτόν τον δίμετρο δαίμονα και οι επιλογζσ μου ιταν ελάχιςτεσ εκεί μζςα. Ιλπιηα μόνο να είχα ξεχάςει τον κερμοςίφωνα ανοιχτό από χκεσ το βράδυ. Θ πόρτα με ζνα τελευταίο χτφπθμα του δολοφονικοφ καγκουρό υποχϊρθςε. Εγϊ μζςα ςτθ μπανιζρα ςκυμμζνοσ με το τθλζφωνο του ντουσ ςτο χζρι να βγάηει καυτό νερό. Το τζρασ μπικε χυδαία και αναίςχυντα ςτο μπάνιο μου πατϊντασ χωρίσ κανζναν ςεβαςμό πάνω ςτθν διαλυμζνθ πόρτα. Μόλισ το διψαςμζνο για αίμα βλζμμα του ςυνάντθςε το πραγματικά χεςμζνο δικό μου, ζβγαλε μια ανίερθ κραυγι ευχαρίςτθςθσ. Δεν περίμενα πολφ… ζβαλα τθν πίεςθ του καυτοφ νεροφ ςτο τζρμα και το εκτόξευςα ηεματίηοντασ το κεφάλι του κθρίου. Εκείνο ςοκαριςμζνο και με τα μάτια του κλειςτά από τον πόνο, ζπεςε πίςω ςτθ μπανιζρα. Βρικα ευκαιρία και ζτρεξα ςτο ςαλόνι. Το μυαλό μου άρχιςε να δουλεφει ςαν τρελό… πιγα ςτθν κουηίνα. Πταν το αιμοβόρο κτινοσ βγικε από το μπάνιο, εγϊ είχα εφοδιαςτεί με ζνα αντικολλθτικό τθγάνι και ζνα μεγάλο κοφτερό μαχαίρι. Εκείνο όρμιςε με δυο ςάλτα κατά πάνω μου και τότε βρικα τθν ευκαιρία να του ρίξω μια τθγανιά ςτο δόξα πατρί και να το μαχαιρϊςω επιφανειακά ςτο ςτικοσ. Εκείνο ςτθριηόμενο ςτθν ουρά του πιρε κζςθ για να με κλωτςιςει.


Πμωσ εγϊ τθν απζφυγα πζφτοντασ ςτο πλάι και βρικα τθν ευκαιρία να του μαχαιρϊςω τθν ουρά και τθν πλάτθ. Μου ανταπζδωςε τα χτυπιματα ρίχνοντασ μου μια ςτα μοφτρα με τθν ουρά του αφοπλίηοντασ με και με ςϊριαςε κάτω. Επιχείρθςε τότε αμζςωσ να πθδιξει επάνω μου αλλά ευτυχϊσ κφλιςα προσ το τηάκι και το απζφυγα ξανά. Κακϊσ ςθκωνόμουν άρπαξα το ςίδερο από το τηάκι για όπλο. Το κθρίο πιδθξε καταπάνω μου με ςκοπό να με πετάξει ςτθ φωτιά, αλλά αποφεφγοντασ το κατζλθξε να ηεματίςει το πόδι του ςτο τηάκι και να πζςει κάτω ςφαδάηοντασ. Χωρίσ να χάςω τθν ευκαιρία ςικωςα το ςίδερο και άρχιςα να χτυπϊ τον δαίμονα ςτο κεφάλι με μανία… ςφντομα ζχαςε τισ αιςκιςεισ του… Δζκα λεπτά αργότερα τα χζρια μου είχαν πιαςτεί και ςταμάτθςα να χτυπάω το διαλυμζνο κρανίο, αφινοντασ το ματωμζνο ςίδερο ςτο πάτωμα. Το κεφάλι του καγκουρό είχε γίνει μια μάηα από κρζασ, ςαν τισ μπριηόλεσ που μου χτυποφςε θ γιαγιά μου θ Χρυςάνκθ. Το κεφάλι του Επαμεινϊνδα είχε πζςει κατά τθ διάρκεια τθσ μάχθσ ςτον καναπζ μου. Το ςκζπαςα με μια κουβερτοφλα. Ζριξα μια ερευνθτικι, ψφχραιμθ ματιά ςτο νεκρό φονιά. Μζςα ςτον μάρςιπο υπιρχε κάτι ακόμα. Σίγουρα δεν ιταν ανκρϊπινο μζλοσ. Είχε τετραγωνιςμζνο ςχιμα. Ζβαλα το χζρι μου μζςα ςε αυτι τθν αθδία και ζβγαλα από μζςα ζνα μεγάλο βιβλίο βουτθγμζνο ςτα αίματα. Το ακοφμπθςα ςτο τραπεηάκι και το άνοιξα. Ιταν χειρόγραφο και ζβαηα ςτοίχθμα πωσ το ζγραψε ο Επαμεινϊνδασ. Τα όςα διάβαςα εκεί μζςα ιταν ςυνταρακτικά. Στισ ςελίδεσ αυτοφ του βιβλίο ο αδικοχαμζνοσ φίλοσ, ζγραφε για τθν μεγάλθ ςυνωμοςία των καγκουρό… Το ξζρω πωσ κα ςασ φανεί γελοίο. Το ίδιο φάνθκε και ςε μζνα όταν διάβαςα ότι τα καγκουρό ςφμφωνα με ζναν αρχαίο κρφλο, αν γευτοφν το αίμα και τθ ςάρκα των απογόνων του Αλεξάνδρου, κα


κυριαρχιςουν ςτον κόςμο… Θ αλικεια είναι ότι και εγϊ γζλαςα όταν το άκουςα. Λίγα λεπτά αργότερα όμωσ, όταν αντίκριςα ζξω από παράκυρο μου εκατοντάδεσ καγκουρό να τριγυρνοφν ςτθ γειτονιά, το χαμόγελο μου πάγωςε… Ζνασ πανικόσ άνευ προθγουμζνου επικρατοφςε ςτουσ δρόμουσ ζξω. Τα καγκουρό-φονιάδεσ ιταν αμζτρθτα και παντοφ. Σκότωναν και βίαηαν όποιον βριςκόταν ςτο πζραςμα τουσ. Ειςζβαλαν ςε ςπίτια ςπάηοντασ πόρτεσ και παράκυρα. Πςοι επιχείρθςαν να φφγουν βρικαν τον κάνατο μζςα ςτα αυτοκίνθτα τουσ… βλζπεται αυτά τα τζρατα όλο το βράδυ είχαν ρουφιξει τθ βενηίνθ από όλα τα αυτοκίνθτα τθσ γειτονιάσ. Ιταν πραγματικά πανοφργα αλλά εγϊ ιμουν ακόμα πιο πανοφργοσ από αυτά τα φριχτά τζρατα… Τθν ϊρα που τα χτυπιματα ςτθν εξϊπορτα μου ζδιναν και ζπαιρναν, εγϊ με το κοφτερό μαχαίρι είχα είδθ γδάρει το τομάρι του καγκουρό που είχα ςκοτϊςει και το είχα φορζςει. Το κζαμα ιταν αιςχρό και γελοίο ταυτόχρονα. Δεν ξζρω τι ςκεφτόμουνα όταν το ζπραττα, αλλά μετά από τόςο κόπο δεν κα ζκανα πίςω. Φόρεςα το δζρμα του ηϊου ςαν μακάβρια αποκριάτικθ ςτολι. Το δζρμα απ’ τθν ουρά και τα πίςω πόδια ςερνόταν ςτο πάτωμα, ενϊ το κατεςτραμμζνο κεφάλι ιταν πεςμζνο πάνω απ’ το δικό μου ςαν τα κεφάλια του λφκου που είχαν οι μάγοι αν κυμάμαι καλά ςε κάποιο ζργο... Βγικα ζξω από το παράκυρο με τθ ματωμζνθ κρεάτινθ ςτολι μου. Απορϊ γιατί μου χτυπάγανε τθν πόρτα και δεν μπαίνανε απ’ το ςπαςμζνο παράκυρο. Αλλά δεν ζκατςα να το ςκεφτϊ και προςποιοφμενοσ το καγκουρό άρχιςα να πθδάω ςζρνοντασ πίςω τθν ουρά και τα πόδια του κφματοσ μου. Κανζνα καγκουρό δεν αντιλιφτθκε τθν απάτθ μου. Τότε κατάλαβα ότι αυτά τζρατα κα πρζπει να τα ζβλεπαν όλα αςπρόμαυρα… Ρερνοφςα δίπλα τουσ τθν ϊρα που ςοδόμιηαν τουσ γείτονεσ μου και ςφάγιαηαν τα παιδιά τουσ. Ιξερα πωσ δεν μποροφςα


να βοθκιςω και ότι ζπρεπε να ςϊςω το τομάρι μου για να προειδοποιιςω τθν ανκρωπότθτα. Μετά από μια ϊρα αιματοβαμμζνθσ περιπλάνθςθσ κατάφερα να φτάςω ςε ζναν λόφο αςφαλι χωρίσ αιμοβόρα πλάςματα τριγφρω. Από κει πάνω ζβλεπα και το ςπίτι μου ακόμα… ςτο βάκοσ. Στο δρόμο μου δεν ςυνάντθςα άνκρωπο ηωντανό. Μόνο ακρωτθριαςμζνα μζλθ μιςοφαγωμζνα και βιαςμζνα. Ιρκε ςτο μυαλό μου θ γυναίκα μου. Το αεροδρόμιο ςκζφτθκα πρζπει να ιταν κλειςτό. Κάποιοσ πρζπει να ειδοποίθςε τθν αςτυνομία, τον ςτρατό, τθν κυβζρνθςθ ι όποιον ςτο διάολο μποροφςε να βοθκιςει. Στεκόμουν ςτον ζρθμο λόφο, μζςα ςτο ηεςτό τομάρι του κτινουσ και ςκεφτόμουν τι να ζκανα, όταν ακοφςτθκε ο κόρυβοσ από ζνα αεροπλάνο που πλθςίαηε ςτο αεροδρόμιο. Ράγωςα… τι κα γινόταν αν θ Μαρία ιταν ςε αυτό το αεροπλάνο και με το που άνοιγαν τθν πόρτα τθν καταςπάραηαν τα τζρατα μαηί με όλουσ τουσ επιβάτεσ? Και αν τα καγκουρό είχαν κυριαρχιςει ςε όλεσ τισ πόλεισ? Και αν ιμουν ο τελευταίοσ επιηϊν αυτοφ του πολζμου? Και αν τελικά προςποιοφταν ότι τα ζβλεπαν όλα αςπρόμαυρα? Θ απόφαςθ που πείρα κακϊσ το αεροπλάνο προςγειϊκθκε και αποβιβαηόταν μια ςτρατιά από πθδθχτά τζρατα, ιταν μονόδρομοσ. Τυλίχτθκα με τθ ςτολι μου και αποφάςιςα να ςυνεχίςω να είμαι καγκουρό μζχρι να ζρκει ο ςτρατόσ των ανκρϊπων… αλλά δεν φάνθκε ποτζ... Οραματιηόμουν τον εαυτό μου ωσ τον τελευταίο άνκρωπο ςτθ Γθ. Ζναν πολεμιςτι που ςφαγιάηει τισ ορδζσ των τεράτων. Στο φωσ κα ιμουν απλά ζνα καγκουρό που κα πθδοφςε όλθ μζρα και τθ νφχτα κα ζπαιρνα τθν εκδίκθςθ μου ςτο όνομα τθσ ανκρωπότθτασ… Μιπωσ όμωσ όλα αυτά να ιταν λάκοσ. Μιπωσ ζπρεπε να αφιςω τα δφςμοιρα ηϊα να κυριαρχιςουν ανενόχλθτα όπωσ εμείσ τόςα χρόνια τθ Γθ. Μςωσ αυτά να τα


πιγαιναν καλφτερα… Μςωσ να ζπρεπε να τουσ δϊςω μια ευκαιρία… Τθν ςκζψθ μου τθν διζκοψε απότομα ζνα ςκοφντθμα ςτον ϊμο που αντί να με παγϊςει ζκανε τθν καρδιά μου να χτυπάει ςαν τρελι… θ Μαρία με ζβριςε γιατί ζφαγα τθν τελευταία τθσ ςοκολάτα. Εγϊ ςτον καναπζ κουλουριαςμζνοσ και αγουροξυπνθμζνοσ τθν κοίταξα ςιωπθλά. Ωραία αντιμετϊπιςθ ςτθν τελευταία ελπίδα τθσ ανκρωπότθτασ…

Θ τελευταία ελπίδα


Η Δαιμονικι Δυςκοιλιότθτα Ο Σπφροσ κλειδϊνει τθν εξϊπορτα. Λδρωμζνοσ φορϊντασ ζνα ανοιχτό πουκάμιςο και ζνα παλιό κοτλζ παντελόνι, ανεβαίνει τισ ςάπιεσ ξφλινεσ ςκάλεσ του ςπιτιοφ του. Κάκε ςκαλί ζτριηε και μαηί του ζτρεμαν και τα ςωκικά του ταλαίπωρου άντρα. Φτάνει ςτο μικρό ςαλόνι του πάνω ορόφου με τα κόκκινα καλφμματα. Ρλθςιάηει ςτο παράκυρο και χαηεφει πίςω απ’ το τηάμι ζξω ςτο πεντοφάναρο. Μόλισ είχε αρχίςει να νυχτϊνει και θ πλατεία είχε αρκετό κόςμο αν και ζκανε ψωλόκρυο. Το βλζμμα του Σπφρου ταξίδευε από μια παρζα κοριτςιϊν, ςε ζνα θλικιωμζνο ηευγάρι, μετά ςε μια γυναίκα που περίμενε ςτθ ςτάςθ, ςε ζναν αδζςποτο ςκφλο και τζλοσ ςτθν πόρτα τθσ κρεβατοκάμαρασ που κοιμόταν θ αγαπθμζνθ του. Τα μάτια του δάκρυςαν από τον πόνο και λφγθςε κρατϊντασ ςφιχτά τθν πρθςμζνθ κοιλιά του. Οι ςκζψεισ του ιταν ςε χαϊδθ κατάςταςθ. Στάκθκε μπροςτά απ’ το παράκυρο και κοιτοφςε επίμονα τθν πόρτα για κάμποςα λεπτά ενϊ ο ιδρϊτασ πότιηε το μζτωπο του. Τα πάντα ςε ςφγχυςθ… τόςο ςτο κεφάλι, όςο και ςτο ςτομάχι του. Σκοφπιςε με το μανίκι του τον ιδρϊτα και πιγε ςτο μπάνιο. Κατζβαςε το παντελόνι του και κάκιςε ςτθ λεκάνθ. Κοίταξε τον εαυτό του ςτο μεγάλο κακρζφτθ απζναντι. Ιταν γφρω ςτα τριανταπζντε αλλά θ δυςκοιλιότθτα που τον ταλαιπωροφςε τα τελευταία χρόνια, είχε επθρεάςει άςχθμα το μυαλό του και τον ζκανε να δείχνει μεγαλφτεροσ. Το γυμνό του ςτικοσ ιταν γεμάτο ςταυρωτζσ ουλζσ… κάποιεσ δεν είχαν επουλωκεί ακόμα. Τισ άγγιξε με το χζρι του κακϊσ κοιτοφςε το είδωλο απζναντι του που δεν του κφμιηε πλζον τίποτα από τον εαυτό του. Είχε παρατιςει τθ δουλειά του ςτθν τθλεόραςθ πριν ζνα μινα και τον εαυτό του πριν αρκετό καιρό… Ιταν κακιςμζνοσ για αρκετι ϊρα και οι προςπάκειεσ του ιταν ςκλθρζσ και άκαρπεσ. Το κεφάλι του ιταν κατακόκκινο και κόντευε να ςπάςει από το ςφίξιμο. Αποφάςιςε να τα


παρατιςει και αυτι τθ φορά και να ςθκωκεί άπραγοσ. Μόνο μικρζσ ελπιδοφόρεσ εκκενϊςεισ αερίων… αλλά και αυτζσ των πρόδωςαν. Ωσ πότε όμωσ, ςκζφτθκε… ωσ πότε…

Από τότε που άρχιςε να βλζπει περίεργεσ εικόνεσ μζςα ςτο κεφάλι του όλα άλλαξαν. Δεν ιξερε τι να πιςτζψει και τι να ςκεφτεί… ςάπια κορμιά παςαλειμμζνα με ςκατά, και ιταν όλοι γνωςτοί και φίλοι και οφρλιαηαν μζςα ςτο άντερο του αρρωςτθμζνα. Επικεφαλισ αυτισ τθσ εμετικισ χορωδίασ ιταν ο ίδιοσ ο Διάβολοσ και τον ζβλεπε πολλζσ φορζσ ξεκάκαρα να κάνει ζρωτα με τθ ςφντροφο του. Τον κεωροφςε υπεφκυνο για όλθ αυτι τθν ιςτορία. Και αυτόν… και αυτιν… Μεσ τθν απελπιςία τθσ κατάςταςθσ του ιταν ςίγουροσ πωσ ο Διάβολοσ ςε ςυνεργαςία με τθν Ρερςεφόνθ, τον ταλαιπωροφςαν και ικελαν να πετρϊςουν το άντερο του και να πεκάνει. Δεν ανικω εδϊ ψικφριςε τι ςτο διάολο κάνω εγϊ εδϊ? Είμαι ζνασ άχρθςτοσ δίχωσ Χριςτοφ ελπίδα. Οι καμπινζδεσ είναι μζροσ για αυτοφσ που χζηουν… και όχι για μζνα τον άχρθςτο… Ρρζπει να πλθρϊςει. Να μθ γλιτϊςει, να μθν γλιτϊςει… να μθ γλιτϊςει… ζνασ εκκωφαντικόσ ιχοσ βίαςε τα τφμπανα του και ζςφιξε τα μάτια του μζχρι να κολϊςει θ φανταςία του… παρουςιάςτθκε μπροςτά του ο Διάολοσ… δεν ιταν ςτο μπάνιο πια…. Ιταν μζςα ςτο ζντερο του. Ο τραγοπόδαροσ άρχιςε να μεγαλϊνει μζχρι που ζγινε γίγαντασ μπροςτά του. Ζπιαςε με το διαβολόχερο το άντερο και το κρατοφςε ςφιχτά και το ζςτριβε. Ο Σπφροσ λφγιςε από τον πόνο και γονάτιςε ςφαδάηοντασ. Ο Σατανάσ τον χλεφαςε και το άφθςε ελεφκερο για να βάλει τϊρα το χζρι ςτα ενδότερα του κϊλου μιασ γυναίκασ. Ιταν θ Ρερςεφόνθ τυλιγμζνθ ςε ζναν μανδφα από δζρματα μικρϊν παιδιϊν. Ζπιαςε το καυλωμζνο όργανο του Κθρίου και εκείνο μεταμορφϊκθκε ςε ζναν μεγάλο μαφρο γάτο. Θ Ρερςεφόνθ τότε πζταξε τον ανίερο μανδφα τθσ και φανζρωςε ζνα κορμί παςαλειμμζνο με ακακαρςίεσ. Ο ςατανικόσ γάτοσ άρχιςε να γλφφει το κορμί τθσ ςπικαμι προσ


ςπικαμι και όταν χόρταςε με τισ βρωμιζσ μπικε μζςα τθσ και άρχιςε να τθν πθδάει με αιλουροειδι μανία. Πλα κόλωςαν… ζναν βουθτό ςτα αυτιά του ανκρϊπου και μετά κενό. Μια απζραντθ θςυχία τον ζκανε να επιςτρζψει ςτθν πραγματικότθτα. Άργθςε να ςυνζλκει… Γφριςε ςτο ςαλονάκι. Ζκατςε αναπαυτικά ςτον καναπζ, προςπάκθςε να θρεμίςει το ταραγμζνο του μυαλό, να το βάλει ςε μία τάξθ. Ο αντίχριςτοσ… ζρχεται, ο αντίχριςτοσ ζρχεται, ο αντίχριςτοσ ζρχεται γαμϊ το Χριςτό μου… και αυτι είναι μαηί του… πθδιζται μαηί του… γαμιζται μαηί του… ςθκϊκθκε απότομα όρκιοσ. Κανείσ δεν πρζπει να δει αυτά που κα γίνουν. Κανείσ δεν κα γλιτϊςει… κανείσ δεν κα γλιτϊςει. Σκατά παντοφ… ςτο πάτωμα, ςτον αζρα, ςτα πνευμόνια ςασ. Τον κυρίευςε ο πανικόσ και το μυαλό του άρχιςε να κολϊνει ξανά… Τϊρα μεταφζρκθκε ςτο κζντρο τθσ πόλθσ. Ιταν κάποια εκνικι γιορτι… τα πεηοδρόμια ιταν γεμάτα ανκρϊπουσ με κεφάλια χωρίσ χαρακτθριςτικά… όλα αρρωςτθμζνα κολά… ςτο βάκοσ του δρόμου ακουγόταν θ μπάντα… τθν επόμενθ ςτιγμι ι μπάντα ιταν μπροςτά ςτα μάτια του. Μαυροντυμζνεσ ορδζσ ανκρϊπων που φυςοφςαν ζντερα και ιχοι αιςχροί βγαίνανε μζςα από κομμζνουσ κϊλουσ ανκρϊπων και ηϊων… Και από πίςω ερχόταν τα ςχολεία. Ζνα μάτςο κρζατα, κολλθμζνα να ςζρνονται ςτο δρόμο ςαν ζνα κατακρεουργθμζνο απζραντο ςϊμα. Οι ςθμαιοφόροι τουσ κρατοφςαν ακρωτθριαςμζνα χζρια τυλιγμζνα με χεςμζνα κωλόχαρτα… αυτό είναι το μζλλον… ψικφριηαν όλα τα κρζατα χορωδιακά… αυτό είναι το μζλλον… αυτό είναι το μζλλον… αυτό είναι το λαμπρό ςασ μζλλον… Το πλάνο άλλαξε απότομα… ιταν ξεκάκαρο και τα ςκθνικά πρόδιδαν πωσ τϊρα βριςκόταν μζςα ςτο κεφάλι του Σπφρου. Ιταν όλο κοφφιο και φωσ ζμπαινε από τισ τρφπεσ των ματιϊν και των αυτιϊν του… το ςτόμα ιταν ραμμζνο με ςυρματόςκοινο. Από τα δφο αυτιά μπικαν δφο μορφζσ… από


τθ μία ιταν ο τραγοπόδαροσ και από τθν άλλθ θ Ρερςεφόνθ που ζμοιαηε με τθν πιο αρρωςτθμζνθ εκδοχι τθσ Κεάσ Κάλι… Δζκα χζρια ζβγαιναν από το κορμί τθσ και κάκε χζρι κρατοφςε ζνα κομμάτι από ανκρϊπινο ζντερο… τα μάτια τθσ ιταν βγαλμζνα και αιμορραγοφςαν… τα μαλλιά τθσ αποτελοφταν από φίδια που δαγκωνόταν λυςςαςμζνα μεταξφ τουσ… το μόνο ροφχο που φοροφςε ιταν ζνα φουςτάνι φτιαγμζνο από βοϊδόπουτςεσ. Ο Διάολοσ τθν πλθςίαςε και εκείνθ του παρζδωςε τα ζντερα. Τότε με μανία αυτόσ άρχιςε να τα καταβροχκίηει και ο Σπφροσ ζνιωςε το ςτομάχι του να ςουβλίηεται από κάκε λογισ ξυράφια. Ο πόνοσ ςταμάτθςε όταν ο Διάολοσ πζταξε τα υπολείμματα μακριά του και ζπιαςε τθν Ρερςεφόνθ από τον λαιμό… θ γυναίκα εξαφανίςτθκε και μαηί και τα ςκθνικά. Μόνο ο Σπφροσ ζμεινε πεςμζνοσ ςτο πάτωμα και ο Σατανάσ που τον ςικωςε απ’ το χζρι και του ζδειξε τθν πόρτα… Μπικε κλοτςϊντασ με δφναμθ τθν πόρτα. «Δε κα γλιτϊςεισ φόνιςςα. Με ακοφσ? Δεν κα γλιτϊςεισ από τα χζρια μου… Μπορεί να ςκότωςεσ τον ΢ακταβίτηα αλλά εμζνα δεν κα με ςκοτϊςεισ» άρχιηε να φωνάηει ςτθν κοπζλα που ξφπνθςε ζντρομθ για να αντικρίςει τον ςαλεμζνο ςφντροφο τθσ να ζχει ξεπεράςει τα όρια τθσ παράνοιασ. Ρριν προλάβει να μιλιςει, ο Σπφροσ ςαν δαιμονιςμζνοσ βρζκθκε από πάνω τθσ με τα χζρια του να ζχουν γίνει κθλιά ςτο λαιμό τθσ. «Κα πεκάνεισ ςκφλα» παραλθροφςε «κα ςε ςτείλω να βρεισ τον γαμιά ςου τον Σίβα…» Εκείνθ πάλευε να ξεφφγει ενϊ εκείνοσ ζςφιγγε το λαιμό τθσ και τθν κοιτοφςε ςτα μάτια «πουτάνα με ποφλθςεσ για τα ςκατά του Σατανά…» Κακϊσ εκείνθ ξεψυχοφςε ο Σπφροσ τθν φίλθςε τρυφερά ςτα χείλθ και ςτα δακρυςμζνα μάτια τθσ λζγοντασ τθσ «δϊςε μου πίςω το άντερο μου Σάκτι Ραρβάτι». Ξάπλωςε για λίγο δίπλα τθσ και χάιδευε τα ολόξανκα μαλλιά τθσ ψικυρίηοντασ τθσ ςτο αυτί: «Είδεσ τι με ανάγκαςεσ να κάνω ανακεματιςμζνθ Καλαράτρι?» Σθκϊκθκε... Το μυαλό του ιταν ςε τζλεια ςφγχυςθ, αλλά το άντερο του άρχιςε να αποκτά ξανά


ςυνείδθςθ. Το ζνιωςε να ελευκερϊνετε… Ζνοιωςε τθν φφςθ να τον καλεί. Ριγε ςτθν τουαλζτα και απελευκζρωςε όλθ τθ βρωμιά του κόςμου. Ζνασ ολόκλθροσ πολιτιςμόσ βριςκόταν πλθμυριςμζνοσ ςτθ λεκάνθ. Τα πάντα ιταν εφπλαςτα και όλα ζδειχναν να βουλιάηουν όπωσ και το κεφάλι του Σπφρου βοφλιαηε ςε άλλα επίπεδα ςυνείδθςθσ χωρίσ γυριςμό. Βγικε απ’ τθν πόρτα χωρίσ καν να ςκουπίςει τον κϊλο του. Δεν νοιαηόταν πια. Ο Κεόσ τον είχε προδϊςει και ο Διάβολοσ εξουςίαηε το μυαλό του. Κοίταξε το παράκυρο απζναντι από τθν ςπαςμζνθ πόρτα τθσ κρεβατοκάμαρασ. Ο Διάολοσ ιταν εκεί και ερωτοτροποφςε χυδαία με τθν Κεά Κάλι πατϊντασ πάνω ςτον Σίβα που κοιμόταν… «Άντε γαμθκείτε» φϊναξε και ζτρεξε ρίχνοντασ μια αεροκλωτςιά ςτισ μορφζσ που εξαφανίςτθκαν. Ρζραςε μζςα από το παράκυρο και κατζλθξε ςε ζνα απζραντο λιβάδι. Τότε θ Ρερςεφόνθ με τθν αρρωςτθμζνθ εμφάνιςθ τθσ Κάλι, τον άρπαξε και τον ςικωςε ψθλά ςαν να ιταν ςκατά. Με το χζρι που κρατοφςε το ςπακί, αφαίρεςε με ζνα πζραςμα, μια για πάντα το κεφάλι από το ςϊμα και ο Σπφροσ ξεψφχθςε ςτα χζρια τθσ… Εκείνθ πζταξε το κουφάρι του και καρφίτςωςε ςαν τρόπαιο το κεφάλι του πάνω ςε μια από τισ βοϊδόπουτςεσ τθσ φοφςτασ τθσ… Μαηεφτθκε αρκετόσ κόςμοσ που κοιτοφςε ςοκαριςμζνοσ από απόςταςθ το άψυχο χεςμζνο ςϊμα του Σπφρου να αναπαφεται ςτθν άςφαλτο δίπλα ςε ςπαςμζνα γυαλιά. Το κεφάλι φριχτά παραμορφωμζνο από το χτφπθμα, αιμορραγοφςε άςχθμα. Κανείσ δεν μποροφςε να τον αναγνωρίςει κι ασ ζβγαινε κάκε μζρα ςτθν τθλεόραςθ και ασ ζλεγε τόςα χρόνια το δελτίο των 9. Το νυχτερινό δελτίο του τοπικοφ καναλιοφ αναφζρκθκε ςτον άδικο χαμό ενόσ καλοφ ςυναδζλφου ενϊ τθν επόμενθ μζρα υπιρξε αναλυτικό ρεπορτάη για τθν «αποτρόπαια δολοφονία 28χρονησ από τον αιμοδιψή-ψυχάκια, ςφντροφο τησ, κακϊσ και ανταπόκριςθ ςτα μεγάλα κανάλια τθσ Ακινασ.»


Το Γράμμα Ενόσ Αυτόχειρα… Πλθ μου τθ ηωι κατάφερε να τθ ςτοιχειϊςει ζνα καταραμζνο χζρι… ζνα χζρι που λεσ και ιρκε από τθν κόλαςθ, μου ςτζρθςε ότι πολυτιμότερο είχα και με άφθςε να αιμορραγϊ μζχρι που και θ τελευταία ςταγόνα τθσ ψυχισ μου ζγινε τροφι για άςεμνα ςχόλια και παπαρολογίεσ… Σασ γράφω για να μάκετε όλοι εςείσ που με δολοφονείτε κακθμερινά τα τελευταία χρόνια, τι ακριβϊσ ςυνζβθ εκείνθ τθ μαφρθ Ραραςκευι… Εκείνθ τθ μζρα θ ηζςτθ ιταν αφόρθτθ. Το ραδιόφωνο, ξεχαςμζνο ςτθν κουηίνα, ζπαιηε κάτι παλιζσ επιτυχίεσ του 80, με μικρά διαλλείματα ανάμεςα ςτα τραγοφδια, για να μου υπενκυμίηει ο παρουςιαςτισ τισ υψθλζσ κερμοκραςίεσ. Φανταηόμουν αυτόν τον παπάρα να βρίςκεται ςτο studio αραχτόσ και γαμάτοσ με τον κλιματιςμό του…. τον καριόλθ… και εμζνα να μου βγαίνει θ παναγία απ’ το πρωί… Τα ςιχαίνομαι τα μεςθμζρια του καλοκαιριοφ. Μου προκαλοφν κατάκλιψθ. Ειδικά όταν δεν βρίςκομαι ςε μια παραλία με φίλουσ, να χαηεφουμε κάνα ςφιχτό κωλαράκι. Υπιρξε μια εποχι, εκείνα τα ξεχαςμζνα χρόνια, που ςυνζβαινε το αντίκετο. Σιχαινόμουν τισ παραλίεσ γιατί είχα βαρεκεί να βλζπω αψεγάδιαςτουσ, νεανικοφσ κϊλουσ να περιφζρονται, λεσ και είχαμε κανζναν γαμθμζνο διαγωνιςμό κωλο-ομορφιάσ. Μου τθν ζδινε ςτα νεφρα αυτι θ επίδειξθ οπίςκιασ δφναμθσ. Θ μζρα μου κφλιςε βαρετά, όπωσ βαρετά περνοφςαν και οι τελευταίοι τζςςερισ μινεσ… το πρωί να ςερβίρω καφζδεσ από τισ 6 θ ϊρα και το μεςθμζρι να με βρίςκει μόνο ςε τζςςερισ τοίχουσ που βράηουν. Λείπανε και όλοι. Ο ζνασ ςτον Ζβρο, θ άλλθ ςτθν Ράτρα, ο άλλοσ ςτον Άγιο Σπυρίδωνα… Το να πιγαινα για μπάνιο μόνοσ, ιταν μια διαδικαςία που κα ‘κελα να αποφφγω. Θ κακθμερινι ρουτίνα με είχε κάνει να χάςω το νόθμα ςε πολλζσ δραςτθριότθτεσ που μου προςζφεραν


κάποτε μια ουςιϊδθ ευχαρίςτθςθ. Θ μαλακία και οι πίτεσ με γφρο, ιταν οι μόνεσ που ποτζ δεν ζχαναν τθν ουςία τουσ. Θ ϊρα είχε πάει πζντε και είχα κλείςει δφο ϊρεσ μπροςτά ςτθν οκόνθ του υπολογιςτι να καίω τον εγκζφαλο μου με παιδικά, διαδικτυακά παιχνίδια. Ο παλιόσ πιςτόσ ανεμιςτιρασ, αν και αρκετά κορυβϊδθσ, ζςπαγε λίγο τθν ηεςτι ατμόςφαιρα. Αυτό που με απαςχόλθςε εκείνθ τθ μζρα ιταν ζνα παιχνίδι με τρία προβατάκια που ζπρεπε να τα πάρεισ απ’ τθν μια μεριά τθσ πίςτασ ςτθν άλλθ. Ιταν αρκετά ευχάριςτο και με απζτρεπε από πολφπλοκεσ, ψυχοφκόρεσ ςκζψεισ για κάμποςθ ϊρα. Πταν το τερμάτιςα, είχε είδθ ςτερζψει το δεφτερο φλιτηάνι καφζ και τα τοξικά αζρια προειδοποιοφςαν τον οργανιςμό μου και με καλοφςαν να επιςκεφκϊ επειγόντωσ τθν τουαλζτα. Το χειρότερο μζροσ το καλοκαίρι είναι ο καμπινζσ. Και ειδικά ο δικόσ μου, που τον χτυποφςε ο ιλιοσ όλο το μεςθμζρι. Το κακυςτζρθςα όςο ιταν δυνατό, αλλά δεν μου απζμενε πια χρόνοσ. Ζπρεπε να ελευκερϊςω αυτιν τθν κτθνωδία άμεςα. Αλλά για κακι μου τφχθ ξεγελάςτθκα… εκείνθ τθ μζρα δεν ιταν τόςο εφκολα τα πράγματα όςο νόμιςα. Καμιά φορά θ μοίρα παίηει φπουλα παιχνίδια με το παχφ ζντερο… Είχε είδθ περάςει ζνα τζταρτο και εγϊ ζδινα άνιςθ μάχθ με τον ανίερο εχκρό που αρνιοφνταν να παραδοκεί ι να οπιςκοχωριςει. Ο ιδρϊτασ και οι βλαςτιμιεσ είχαν ποτίςει το πεδίο τθσ μάχθσ. Ρζντε λεπτά αργότερα ο εχκρόσ παραδόκθκε και αφζκθκε να πζςει θττθμζνοσ ςτθ κίτρινθ κάλαςςα τθσ λικθσ. Εγϊ εξουκενωμζνοσ ακοφμπθςα τθν πλάτθ μου ςτο καηανάκι να ξαποςτάςω. Τότε ςυνζβθ κάτι τόςο φριχτό που ο νουσ μου προςπακεί από τότε να ξεχάςει, αλλά θ χαρακωμζνθ ψυχι μου δεν τον αφινει. Ζνασ κόρυβοσ ακοφςτθκε.. κάτι ςαν πλατςοφριςμα από το εςωτερικό τθσ λεκάνθσ… Τι ςτο διάολο ςυλλογιςτικά…


ηωντάνεψε το ςκατό? Τότε άνοιξα τα πόδια και αντίκριςα ζνα ον ςατανικό να προςπακεί να βγει ςτθν επιφάνια παλεφοντασ με τα ςκατά! Σε ελάχιςτα, βαςανιςτικά κλάςματα δευτερολζπτου όλα ζγιναν ακόμα πιο ξεκάκαρα. Ζνα κολαςμζνο παραμορφωμζνο χζρι ξεπετάχτθκε από τθ λεκάνθ και πριν προλάβω να πεταχτϊ ςτον αζρα, είχε είδθ γραπϊςει τα αρχίδια μου με τα ςαπιςμζνα του δάχτυλα. Τα ουρλιαχτά μου ξεςικωςαν όλθ τθ γειτονιά ςτο πόδι. Ζνοιωκα τα αρχίδια να ξεριηϊνονται ςτθν κυριολεξία και όταν επιτζλουσ ελευκερϊκθκα απ’ το χζρι του Σατανά, ζπεςα με δφναμθ ςτα πλακάκια και χτφπθςα το κεφάλι μου. Αυτό ιταν αρκετό για να χάςω τισ αιςκιςεισ μου και το μαρτφριο μου να καταλαγιάςει. Οι γείτονεσ τρομοκρατθμζνοι από τα ουρλιαχτά μου, ζςπαςαν τθν πόρτα και όταν ζφταςαν ςτο μπάνιο αντίκριςαν το ςϊμα μου βουτθγμζνο ςτα αίματα με ζνα πρόςωπο παραμορφωμζνο από τον τρόμο. Εκεί που κάποτε ιταν τα παπάρια μου, το μόνο που υπιρχε ιταν μια πλθγι που αιμορραγοφςε πραγματικά άςχθμα. Ακολοφκθςαν δφο χρόνια εγκλειςμοφ ςε ψυχιατρικι κλινικι. Τθν αλικεια δεν τθν ξεςτόμιςα ποτζ ςε άνκρωπο. Κανείσ δεν κα με πίςτευε. Οι γιατροί είπαν πωσ ζπαςχα από κάποια μορφι εμμονισ με τθν φιλοςοφία του Robert Irwin… Ζναν τρελάρα που προςπακοφςε να ακρωτθριάςει τον ποφτςο του γιατί τον εμπόδιηε να ανυψϊςει το πνεφμα του ςε άλλα επίπεδα. Εγϊ αν και δεν επεχείρθςα ποτζ να ακρωτθριάςω κάποιο μζλοσ μου, λόγο παλαιάσ εναςχόλθςθσ μου με τα απόκρυφα, όλοι ςυμπζραναν πωσ ζκοψα τα αρχίδια μου και τα πζταξα ςτθ λεκάνθ. Μόνο που το καηανάκι δεν τραβιχτθκε ποτζ και τα ςκατά κολυμποφςαν. Οφτε βρζκθκε ποτζ το αντικείμενο με το οποίο τα ζκοψα και το να τα ξεριηϊςω με τα ίδια μου τα χζρια ιταν πράξθ αδφνατθ.


Τϊρα πια, πζντε χρόνια μετά τθν τραγικι εκείνθ μζρα, όλοι με φοβοφνται και με κεωροφν τρελό. Κανείσ απ’ τουσ φίλουσ μου δεν με ξαναπλθςίαςε, εκτόσ από δυο τρεισ που με επιςκζφκθκαν δυο τρεισ φορζσ ςτο ψυχιατρείο. Αλλά με τα φάρμακα που μου ζδιναν ομολογϊ πωσ ακόμα και εγϊ ο ίδιοσ κα με κεωροφςα κεότρελο και τελειωμζνο. Θ ηωι μου πια ζφταςε ςε ζνα αδιζξοδο. Από εκείνθ τθ μζρα αυτό το χζρι, που μου ςτζρθςε ζνα μεγάλο μζροσ του ανδριςμοφ μου, με ςτοιχειϊνει κακθμερινά. Το μόνο που μζνει είναι να δϊςω ζνα τραγικό επίλογο ςε αυτό το δράμα που ονομάηεται ηωι. Το γράμμα αυτό και τα πραγματικά γεγονότα που εξιςτορεί, ελπίηω να γίνουν πιςτευτά ζςτω και από ζναν άνκρωπο. Αν πάλι κανείσ δεν πιςτζψει τθν ιςτορία μου κεωρείςτε με απλά ζναν τρελό χωρίσ αρχίδια, ςε ζναν κόςμο γεμάτο αρχίδια…

ο δολοφονθμζνοσ αυτόχειρασ


Νεκρι Αγάπθ Θ ςυντροφιά ςου Τισ παγωμζνεσ νφχτεσ δίχωσ κζρμανςθ Ραγωμζνθ και ςκλθρι Σαν το άγγιγμα γυναίκασ νεκρισ Μα εγϊ ςε αγάπθςα πολφ Ππωσ αγάπθςα και εκείνθ


Θερινόσ Ζρωσ Εκείνεσ τισ δφςκολεσ κερινζσ μζρεσ Οι αναμνιςεισ… οι ςτιγμζσ μασ Ρόςο ιδρϊτα ζχυνα… Και εςφ πόςα υγρά ζχανεσ… Για να παραςφρεισ τα πάντα ςε καλάμουσ ςκοτεινοφσ Ζτςι χάκθκαν και οι δθμιουργίεσ μου Σε ζνα ςκοτεινό κάλαμο… Εκεί όπου τα αριςτουργιματα καταλιγουν Για να ταξιδζψουν μετά ςε μζρθ ακόμα πιο ςκοτεινά Εκεί οποφ το φωσ δεν ζχει χϊρο. Ραρά μόνο τθ μζρα που ζνα ςπίρτο ακοφςτθκε Και θ φλόγα τιμϊρθςε εκείνον που δεν ςεβάςτθκε το ςκοτάδι


Οι Οπζσ Τθσ Τζχνθσ Μυριάδεσ όμορφεσ υπάρξεισ ςε ηζςταναν Τα αιςκθςιακά βογγθτά τουσ, ευχάριςτθ ανάμνθςθ Μα εςφ καφμαηεσ ϊρεσ και μζρεσ και χρόνια… Αναλϊςιμα ζργα τζχνθσ να βγαίνουν απ’ τισ κεϊκζσ τουσ οπζσ


Ετοφτθ Η Αγάπθ Ω υπζροχθ λεκάνθ, Γεφςεισ από κάκε γωνιά του πλανιτθ Πλεσ καταλιγουν ςτα ςωκικά ςου Και θ απόλαυςθ τθσ γεφςθσ ξζνθ για ςζνα Ππωσ ξζνθ είναι για μζνα ετοφτθ θ αγάπθ Ρόςο μάταια τα πιάτα τα γκουρμζ Ρόςο μάταια τα χαβιάρια και το γάλα τθσ γαϊδοφρασ Τι τραγικό και απαράλλακτο το τζλοσ όλων τουσ Κανείσ να μθν κζλει να το υμνιςει Μονάχα να το κρθνιςει Ππωσ τόςα χρόνια κρθνϊ ετοφτθ τθν αγάπθ


Λοφκθροσ Ιταν θ νφχτα που ζδινε τθ μεγάλθ μάχθ Σε μια τουαλζτα δίχωσ Κεοφ ελπίδα Λεσ και ο Διάβολοσ κρατοφςε ςφιχτά Και ζπαιηε με τισ χορδζσ του ανκρϊπου Σαν να πετρϊςαν εκεί μζςα τα πάντα Διαβολικό ξόρκι τίποτα να μθν κινθκεί Και ο ιδρϊτασ του πιςτοφ να τρζχει Και απ’ τισ κατάρεσ του, να τρζμει ο ναόσ Του Λοφκθρου τα βαςανιςμζνα ςωκικά Εκεί εδιάλεξε ο τραγοπόδαροσ να χτίςει ζνα παλάτι Από πζτρεσ ακακαρςίασ και αίμα Ανίερο και βλάςφθμο ςαν τθν άκλια μορφι του Ρροςευχζσ και κατάρεσ φοβερζσ Φωνζσ και κλάματα ικεςίασ Τρεισ ςταγόνεσ βρωμεροφ αίματοσ Και μαφρο μελάνι να λερϊνει τον τοίχο Θ πάλθ του ανκρϊπου με το κτινοσ Δεν τελείωςε εκείνο το τρομερό βράδυ Μα το επόμενο πρωί με τθ βοικεια αγακϊν ςαπιςμζνων Ο άνκρωποσ ενίκθςε το κθρίο με ιχουσ κριαμβευτικοφσ


Η λεκάνθ του τζλματοσ Κα ικελα να ιμουν ςαν εςζνα Μια λεκάνθ ςε μπαρ τελειωμζνων Να ξερνάνε μζςα μου τα όνειρα τουσ Οι απόκλθροι τθσ ηωισ Να ξερνάνε μζςα μου όςοι τουσ ξζραςε θ ηωι Να με αγκαλιάηουν τα χζρια όςων αγάπθςαν Με μάτια κακαρά, που δίχωσ ντροπι Απλόχερα προςφζρουν τα κουραςμζνα δάκρυα τουσ Πλοι αυτοί που αρνοφνται όςα κρυφά ελπίηουν


Η επιτυχθμζνθ λεκάνθ Σε ζνα του ποφτςου μαγαηί είμαι λεκάνθ Εκεί όπου οι επιμελϊσ ατθμζλθτοι χωράνε Ρου ζνα ηευγάρι γυμναςμζνων όρχεων τθν είςοδο υπεραςπίηονται με τισ τρίχεσ τουσ Ολονυχτίσ ςτο μαρτφριο των άψυχων ψαλμϊν Μζςα ςε τζςςερισ ζξυπνουσ τοίχουσ φυλακισ Τοίχοι που ςχεδιάςτθκαν από ειδικοφσ Ρου εςπουδάςανε εισ τθ ξζνθ Ερεκίηομαι με τα ξερατά ανορεξικϊν αιδοίων Χορταίνω με ακακαρςίεσ ανοφςιων τροφϊν Μεκϊ με οινοπνευματϊδθ οφρα και βενηίνθ Για να ξενερϊςω το πρωί με φτθνι χλωρίνθ


Φιλοςοφικι Λεκάνθ Στθν αγκαλιά ςου φιλοςοφϊ τθν ηωι Τθν Αγάπθ, τθν Φπαρξθ και τθν Ματαιότθτα Από τότε που ςταμάτθςα να επιςκζπτομαι τθν άγρια φφςθ Από τότε που ζπαψα να ανθςυχϊ για τα φίδια Εςφ μου ζδειξεσ τον δρόμο τθσ Αγάπθσ Εςφ και τον δρόμο τθσ αμαρτίασ Με ιχουσ ανακοφφιςθσ με παρθγόρθςεσ Μεσ τα ςοφά νερά ςου, τα λόγια μου απόρριπτεσ


Ατρογάδα Γαλεμζνα γρακζμιςτα τα γλαρά ςου μάκανα Συ μελζςια καλοφςςα μυριςζνια Τα χαροντά ςου χάριςτα Τα ςαλάτια μου φιλθςτζνια Ω Ατρογάδα γθρουμζνα Ω Ατρογάδα νοςτολοφςα Κοπροφόνιςςα κραμεντζνια Ακόλουςα τα χταςτάρια ςου Υποβόλουντα τα χορτόριςτα Επιβάντουσ χεροςτόλιςτθ Ω Ατρογάδα γθρουμζνα Ω Ατρογάδα νοςτολοφςα


Ηρωίδα Ρόςο αδιαμαρτφρθτα δζχεςαι τισ βρωμιζσ του κόςμου όλου Σε δθμόςιουσ χϊρουσ και ςε ςχολικά κελιά Σε πολυτελισ κατοικίεσ και ςε βρϊμικεσ ψθςταριζσ Εςφ μονάχα εςφ, τα εξαφανίηεισ όλα Από ανκρϊπουσ ςε πολλά μικρά κομμάτια Μζχρι ουςίεσ κανάςιμεσ και ίχνθ παρακμισ Τα μυςτικά του κόςμου όλου φυλαγμζνα Στα απόκρυφα ςωκικά ςου Εςφ με τισ ακλόνθτεσ αξίεσ ςου Ρου ποτζ δεν πρόδωςεσ κανζναν και τίποτα


Μουραλίνβα Ρραγμζτι τριγμενάρακρθ Ρρατομζλα του κορταβζλου μπζο Τριςτ’ άριγμα ω περικίτοτθ Ρω ραγματόντασ τον ηαχίρθ του γραμπζλο Συ Μουραλίνβα μεραλκόντασ Συ Μουραλίνβα προςτθγόντασ Το πλυκίτιο πουτςίρι, μουνίηοντασ Βογγιτάκον τθσ βαρεμζςθσ πλινίντα Ματαίοντασ τισ μερολιμζνετεσ Του Μαουρινοφ ςεργιάλοντοσ Κωλζντουσ ςφουγιηζντουσ γιοφηοντασ παραγαλαηομζνα ςαπιόνια


Fusat Lesti Oi foistar louberto paresto Lakament es la beff Guimoni fusa kotre Toumento trare Koi kent arem olous Lest jarem et lamante soile Garmen koi es gateaur Meater thus areb Lesti


Ρορςελάνθ Μπικε τρεκλίηοντασ ςτο ςπίτι με τισ ριγζ κουρτίνεσ Ζχοντασ μόνο εςζνα ςτο ηαλιςμζνο τθσ μυαλό Ρόςο πολφ τθσ ζλειψεσ τισ μεκυςμζνεσ ϊρεσ… Τισ ϊρεσ που ξερνοφςε όνειρα ςε ξζνθ Γθ Σε αγκάλιαςε, όπωσ αγκάλιαςε κάποτε και μζνα Ζτρεμε και κρθνοφςε τισ ςτιγμζσ που τθσ ζκλεψαν Άδειαςε μζςα ςου τα άρρωςτα ςωκικά τθσ Και ιταν υπζροχθ, αγνι και αμόλυντθ Ζγειρε ςτο πλάι ςου ςαν μωρό Σκεπάςτθκε με τθν αγαπθμζνθ τθσ πετςζτα Και κοιμικθκε ςτθν αγκαλιά ςου για δφο χρόνια… Τον τρίτο χρόνο τθν ξφπνθςε το τθλεφϊνθμα μου…


Occulto De La Dei Lunatiquae Fassi terra nosbolaes De klivani orhidium Vesse aeriondum mors Unes coproni relisante Una gateau mortane Dacris splitare Onum Doues elarisanto luna Occulto de deicidem Glen malaperdum rissento


Μια Λεκάνθ Στα Μπουηοφκια Άδικα ςε ςπάςανε και εςζνα Μαηί με τόνουσ πιάτων Άνκρωποι που ςτα μάτια ςου Τον πόνο το δικό τουσ βρικαν


Μικρό Νθςί Αχ και να ιξερεσ πόςο μου ζλειψεσ Εκείνο το κερινό μεςθμζρι ςτθ κάλαςςα Τότε που μζςα ςτο ςκιςμζνο το βουνό ζψαχνα υποκατάςτατο ςου μα το μόνο που βρικα ιταν δυο μάτια τα μάτια μιασ οχιάσ να με κοιτάηουν και εγϊ κοντά τουσ, ζτοιμοσ να τα φιλιςω και τθν άλλθ ςτιγμι να κατρακυλϊ ςτθν κατθφόρα


Μουςικι Ανκρϊπινθ Οι μουςικζσ των ανκρϊπων, οι ρυπαρζσ Σε μάγεψαν και ςε μζκυςαν Μα εςφ αντί να τισ αφορίςεισ Μεγάφωνο το κορμί ςου μεταμόρφωςεσ Δυνατά να ακουςτοφν για να τουσ ρεηιλζψεισ


Ροικιλία Ευοςμιϊν Κοφφιεσ, πθχτζσ και λιπαρζσ Τηοφφιεσ και παραπονιάρικεσ Ακόρυβεσ, φπουλεσ, δολοφονικζσ Ηουμερζσ και αγχωμζνεσ Με ςκατό φίλτραριςμζνεσ Πλεσ υπζροχεσ, όλεσ


Το βράδυ είδα ξανά τον ίδιο φριχτό εφιάλτθ… Είμαι ξαπλωμζνοσ ςε ζνα υγρό και κρφο πεηοδρόμιο. Ανοίγω τα μάτια μου. Πλα φαίνονται κολά και οι μορφζσ τουσ παίηουν ςαν ο κόςμοσ να ‘ναι ζνα ψζμα, κτίρια, ουρανόσ, κϊλωνεσ τθσ ΔΕΘ. Λεσ και όλα είναι ζνα ψζμα να χορεφουν χορό πζνκιμο. Είναι βράδυ και ψιχαλίηει. Κάνει και λίγο κρφο. Ρονάω τόςο πολφ που γελάω. Κάνω να ςθκωκϊ και νομίηω πωσ ξεριηϊνομαι από το ςϊμα μου. Αιωροφμαι… αλλά το ζδαφοσ με τραβάει πίςω και ζνασ πόνοσ διαπερνάει τθν ςπονδυλικι ςτιλθ. Ζνασ πόνοσ που καρρείσ πωσ κα με ρθμάηει για πάντα. Νοιϊκω τα χζρια μου να ζχουν αλλάξει μορφι. Τα φζρνω κοντά ςτο πρόςωπο μου. Είναι κόκκινα και τα δφο και το αριςτερό πρθςμζνο και παραμορφωμζνο. Καρρείσ και απζκτθςα μια καινοφρια κλείδωςθ. Ρριηεται και μοιάηει με κεφάλι από μωρό. Τα ακουμπάω ςτο παντελόνι μου και τα αφινω να αιμορραγοφν πάνω του. Φωνάηω βοικεια αλλά δεν ζχω δφναμθ οφτε για αυτό. Και τότε δειλά-δειλά βλζπω μια μορφι να πλθςιάηει και μετά οι μορφζσ με κυκλϊνουν. Με ρωτάνε πράγματα χωρίσ νόθμα και ουςία. Μια κοπζλα ιταν ανάμεςα τουσ… δεν μποροφςα να τθ δω… εκείνθ δεν μπορεί να με ξεχάςει…

Ξφπνθςα απότομα

*μζροσ ιςτορίασ που δεν ολοκλιρωςα ακόμα


*Ποίημα του πατζρα μου…


Ένα αυτοκίνητο πζραςε και ζκανε το παιδί μοφςκεμα. Το παιδί τζντωςε το χζρι του και ζβγαλε μια φωνή γεμάτη παράπονο… Το παιδί άλλοι το λζνε μογγολάκι, άλλοι καθυςτερεμζνο και άλλοι το λζνε με το όνομα του… ζχει όνομα… ναι…

Ο “ανθρωπόμορφοσ κφριοσ” που οδηγοφςε ζχει και αυτόσ όνομα…

Σε ψάχνουμε…


http://kolobooks.wordpress.com/


Ζχω γράψει… Η καταγραφι τθσ μθ-ηωισ (2007) Βιβλίο με ποιιματα και κείμενα του Γιϊργου Ανϊνυμου. Θ πρϊτθ κυκλοφορία των εκδόςεων. Το Βιβλίο Του Κϊλου (2008) Ροιιματα και 2 ιςτορίεσ τρόμου του Γιϊργου Ανϊνυμου. Ρεριζχει και τθν ιςτορία «Οκάξα» τθσ Ελζνθσ. Τα 101 Ρρόβατα του Κωλομπαρά (2008) Το χριςτουγεννιάτικο παραμφκι του Γιϊργου Σάπιου. Ζνα πρόβατο διαφορετικό από τα άλλα, ζνασ φονικόσ κωλομπαράσ κτθνοβάτθσ & το καφμα των Χριςτουγζννων. Δράκοσ: θ μανία του λυκανκρϊπου (2009) Ζνα ςάπιο παραμφκι και μια ιςτορία ενόσ περικωριοποιθμζνου ατόμου με τάςθσ επιδειξίασ που ξφπνθςε ο λφκοσ μζςα του. Ζνασ λφκοσ διαφορετικόσ από τουσ άλλουσ… ζνασ πολφ ανϊμαλοσ λφκοσ… Μάνα, μπορϊ να πάω ζξω και να ςκοτϊςω ςιμερα? (2009) Μια punk ιςτορία αρρϊςτιασ, αγάπθσ & μίςουσ με βία, sex, ανκρϊπινα τζρατα πλθκτρολογθμζνθ από το ςάπιο χζρι του Γιϊργου Σάπιου. Το τζλοσ κα ςασ αφιςει με ανοιχτό το ςτόμα…


KOLOPOLIC (2009) Κακι ποιθτικι ςυλλογι του Γιϊργου Σάπιου. Images by George & Helen (2010) Ζνα άλμπουμ τθσ Ελζνθσ και του Γιϊργου με φωτογραφίεσ από γκραφίτι ςε τοίχουσ, από τθ φφςθ, από ηϊα, από μνθμεία και άλλα διάφορα. Είναι το πρϊτο τθσ ςειράσ, κα ακολουκιςουν και άλλα κάποια ςτιγμι, κάποτε... Το χωριό των ηωντανϊν νεκρϊν (2010) Ραραμφκι του Γιϊργου Σάπιου με ηόμπι, κουμουνιςτζσ, μπάτςουσ, αναρχικοφσ, ηϊα και άλλα ωραία που μπλζκουν τθ ηωι ενόσ καλλιτζχνθ. Πτι πιο ϊριμο ωσ τϊρα

Το Ρρϊτο μασ Βιβλίο (2011) Γραμμζνο από τουσ μακθτζσ τθσ πρϊτθσ τάξθσ των ςχολικϊν κελιϊν. Διαβάςτε τα ποιιματα τουσ και τισ περιπζτεισ τουσ τα οποία μπικαν ςε αυτό το βιβλίο με αφορμι μια ςχολικι εργαςία! Ππωσ καταλαβαίνετε αυτι είναι θ υπόκεςθ του ςάπιου ψευτο-βιβλίου. Θ ιδζα ιρκε από ζνα ανθψάκι που ιρκε να το βοθκιςω να γράψει μια περιπζτεια για μια εργαςία του. Μετά ζκατςα και ζγραψα μερικζσ άρρωςτεσ και μερικζσ μακάβριεσ ιςτορίεσ. Τθν επόμενθ μζρα τελείωςα γραπτά και εικαςτικά και ςασ το παρουςιάηω.


Κυκλοφοροφν από τισ εκδόςεισ ΤΟ ΚΟΛΟ A Fairy Tale - Ελενθ (2008) Ζνα παραμφκι τθσ Ελζνθσ γραμμζνο ςτα Αγγλικά. Μια ιςτορία για μια παρζα τεςςάρων παιδιϊν που ιρκαν αντιμζτωποι με τθν κατάρα μιασ νεράιδασ. Ο Μαλακασ Τθσ Ραρεασ Ελενθ (2009) Ραραμφκι τθσ Ελζνθσ για ζναν δφςμοιρο που το πιάςανε μαλάκα. Κα ςυνεχίςει άραγε να είναι το κφμα και κα κάνει πραγματικότθτα τα όνειρα του ι κα παραμείνει για πάντα ο μαλάκασ τθσ παρζασ…? Μπουρδολογίεσ ενόσ Σάτυρου Μοιχάλθσ Μοίχοσ (2009) Ο τίτλοσ πιςτεφω πωσ τα λζει όλα. Ρεριζχει εμπειρίεσ, ερωτικζσ ιςτορίεσ, ποιιματα και προβλθματιςμοφσ ενόσ ςφγχρονου ςάτυρου. Του Μοιχάλθ Μοίχου!! Η Εξομολόγθςθ Του Δεςπότθ Ανοςιοτάτθ (2010) Είναι θ ιςτορία μιασ αμαρτωλισ που προςπακεί να ςϊςει τθν ψυχι τθσ και καταφεφγει ςε ζναν δεςπότθ να ξομολογθκεί. Πμωσ θ εξομολόγθςθ κα εξελιχκεί ςε μια απρόςμενθ κατάςταςθ…


Το Βιβλίο Του Κώλου 2 Γιώργος Μικάλεφ  

ποιήματα και πεζά, καφρίλα και έρωτας από τον Γιώργο Μικάλεφ και της εκδόσεις Το Κόλο

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you