Page 1


τεύχος αρ.5 Φεβρουάριος 2018 Μία έκδοση της Φωτογραφικής Ομάδας ΦοΖ

Φωτο-ιστορίες των: Άρη Μιχαλόπουλου Γιώργου Λαθύρη Έλενας Αποστολίδου Βασίλη Δ. Γόνη Γιώργου Γαβριήλ Χρήστου Μαρκαντώνη Σχεδιασμός εξωφύλλου: Άρης Μιχαλόπουλος Επιμέλεια τεύχους: Βασίλης Δ. Γόνης

https://www.facebook.com/foz.photography.team/


Άρης Μιχαλόπουλος


Γιώργος Λαθύρης


"Παλιό ξενοδοχείο"

Οι μοναξιές ακροβατούν· δυο άνθρωποι γυρεύουν αθανασία. Είναι άγρια σκυλιά κι αναμετρούν με βλέμματα κι οσμές την προοπτική του ζευγαρώματος.

Ο άντρας έρχεται σαν έρωτας

Φόβος στοιχειώνει το σμίξιμό τους, η αγάπη, βρέφος ακόμα, ξεσκίζεται στα βράχια του. Δε συναντιούνται παρά για μια στιγμή, έπειτα κατασπαράζονται.

Ο άντρας φεύγει σα θάνατος

Έλενα Αποστολίδου


Τι περίεργο, να θυμάσαι τα πράγματα που τώρα δεν έχουν καμία σημασία. Ή μάλλον να θυμάσαι τις καταστάσεις και τις εντυπώσεις που είχες τότε, ακόμη και εάν τώρα πιά βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά. Και να νιώθεις το τότε βάρος τους, ακόμη και εάν σήμερα δεν έχουν την ίδια βαρύτητα. Μιλώ μήπως με γρίφους; Τι προσπαθώ να πω, ακριβώς; Από το σύντομο κείμενο, "Η ανάμνηση μίας ανάμνησης" , που δεν γράφτηκε ποτέ.

Βασίλης Δ. Γόνης


ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ Η σκευωρία σε ψηλά απρόσωπα κτήρια Ο στρατός στους άδειους δρόμους Η αίσθηση ότι δεν είσαι ποτέ μόνος Ο νέος, μετα-μοντέρνος ορισμός της ελευθερίας. Τα όνειρα για διαφυγή.

Γιώργος Γαβριήλ


Χρήστος Μαρκαντώνης


Αντί Επιλόγου

Τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την έλευση της ψηφιακής φωτογραφίας, ο φωτογράφος δείχνει να έχει χάσει την έμπνευσή του, λόγω του όλο και μεγαλύτερου αριθμού φωτογραφιών που βγαίνουν και κατακλύζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γενικότερα το διαδίκτυο και τον κόσμο μας. Νιώθει παγιδευμένος, γιατί οι φωτογραφίες εξαντλούν γοργά τόσο τα θέματα, όσο και τους τρόπους που βλέπουμε τον κόσμο. Με άλλα λόγια θεωρεί ότι δεν υπάρχουν καινούργια πράγματα ή καινούργιοι τρόποι για να τα αποτυπώσεις. Αυτό γίνεται γιατί οι ζυμώσεις που άρχισαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στον χώρο της τέχνης και είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε ο δυτικός κόσμος, οδήγησαν τους καλλιτέχνες στην διερεύνηση και χρήση όλων των εκφραστικών μέσων που ήταν διαθέσιμα, με σκοπό να τα ενσωματώσουν στην φωτογραφία τους και να τα διαθέσουν ως έργα τέχνης στο κοινό τους. Ο θεατής, πιθανότατα, αναγνώριζε την ποιότητα όσο και την πρωτοπορία, αλλά οι σχετικά αργοί ρυθμοί εξέλιξης της ίδιας της φωτογραφικής τεχνολογίας και τεχνικής, επέτρεπε μεγάλα διαστήματα μεταξύ των εξελίξεων, στα οποία προλάβαιναν να αναπτυχθούν επαρκώς και κυρίως στο αισθητικό επίπεδο, τα στοιχεία που σήμερα θεωρούμε ότι χαρακτηρίζουν ολόκληρες εποχές. Ασχέτως εάν αυτό γινόταν συνειδητά ή ασυνείδητα από τους καλλιτέχνες, οι ρυθμοί που ακολουθούσαν ήταν ανθρώπινοι και επέτρεπαν την ενσωμάτωση της νέας οπτικής γλώσσας τόσο στην συλλογική συνείδηση όσο και στο συλλογικό υποσυνείδητο. Η νέα φωτογραφία προσπάθησε να ενσωματώσει στον κορμό της στοιχεία από είδη φωτογραφίας που μέχρι πρότινος τα αγνοούσε γιατί τα θεωρούσε παρακατιανά ή πολύ στενά συνδεδεμένα με την καταγραφή όπως π.χ. την αναμνηστική φωτογραφία και την αρχιτεκτονική φωτογραφία. Αυτό όμως, ακριβώς επειδή έγινε σε μία εποχή που η ίδια η φύση της τέχνης και της φωτογραφίας ειδικότερα επαναπροσδιοριζόταν σε σχέση με την ψηφιακή τεχνολογία που έκανε εύκολη την λήψη και την διασπορά των φωτογραφιών, οδήγησε σε μία κρίση του μέσου. Οι φωτογράφοι οι οποίοι ζούσαν από και για την φωτογραφία, προσπάθησαν να βρούν τρόπους να εξηγήσουν, αρχικά στον εαυτό τους αυτές τις ενσωματώσεις και την αισθητική που προέκυπτε και που πιθανότατα τους ενοχλούσε και να την επεξηγήσουν ακολούθως και στους θεατές τους. Ο τρόπος λοιπόν της ενσωμάτωσης ήταν η χρήση μία γλώσσας που προσπαθούσε να εξηγήσει ή να νοηματοδοτήσει τις εικόνες. Η αστοχία αυτής της πράξης ήταν διπλή. Αφενός επειδή οι εικόνες όντως ήταν κενές από αισθητικά στοιχεία, άρα παρέμεναν ουσιαστικά απλές, καταγραφικές φωτογραφίες και αφετέρου γιατί προσπαθούν να δημιουργήσουν νόημα και αξία μέσα από μία νέα φωτογραφική μετα-γλώσσα, από την οποία το ποιό αδύνατο μέρος ήταν το ίδιο το οπτικό-εικονιστικό μέρος. Εάν στην λογοτεχνία, η ποίηση αποτελεί μία μετα-γλώσσα, γιατί η μετα-γλώσσα της φωτογραφίας, να μην είναι μία μετα-εικόνα λιτή αλλά απεικονιστική; Αφετέρου, γιατί πρέπει ο καλλιτέχνης να καταφεύγει στην χρήση της γλώσσας, που μάλιστα δεν ξέρει να την χειρίζεται σωστά ή είναι ξύλινη, με την λανθασμένη εντύπωση ότι χρησιμοποιεί μία μεταγλώσσα, ενώ στην ουσία απλώς την βιάζει, χωρίς μάλιστα να πετυχαίνει τον αρχικό του σκοπό; Εκτός και εάν ο σκοπός του είναι να στρέψει την προσοχή του θεατή από το φωτογραφικό έργο στο κείμενο με το οποίο την επεξηγεί. Μάλιστα η διακήρυξη της σύγχρονης τέχνης που προσπαθεί να πείσει ότι ένα έργο είναι τέχνη μόνο και μόνο επειδή ο καλλιτέχνης το επέλεξε σαν τέτοιο, έχει οδηγήσει στην επιλογή κακών φωτογραφιών καταγραφής (κουνημένες, εκτός εστίασης, κακοκαδραρισμένες, κοκ) προσπαθώντας να πείσει ότι όλα αυτά τα στοιχεία είναι αποδείξεις καλλιτεχνικότητας. Βεβαίως όλοι οι τρόποι είναι αποδεκτοί, αρκεί να βοηθούν στο τελικό


αποτέλεσμα. Το γεγονός όμως, ότι υπάρχει σε αυτούς τους κύκλους μία σαφής περιφρόνηση προς τους φωτογράφους που ακολουθούν παλαιότερα φωτογραφικά μονοπάτια, που τους θεωρούν παρωχημένους, κάνει τον όποιο διάλογο αδύνατο, γιατί ακριβώς αρχίζει σε λάθος βάση. Ο φωτογράφος ανέκαθεν, δεν φωτογράφιζε για κάποιο κοινό, αλλά για τον εαυτό του. Οι φωτογραφίες του ήταν και είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του και υπό μία ευρεία έννοια, ένα προσωπικό οπτικό ημερολόγιο. Ένας αναδευτήρας της μνήμης. Βεβαίως, η φωτογράφιση π.χ. του φαγητού που έχει πλημμυρίσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ένα μέρος ενός τέτοιου οπτικού ημερολογίου, αλλά μάλλον απέχει πολύ από το να θεωρηθεί καλλιτεχνική φωτογραφία. Κάποιος πιθανόν να αναρωτηθεί “τι είναι λοιπόν καλλιτεχνική φωτογραφία”; Το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί, παρά με γενικούς όρους, που δεν είναι της παρούσης. Συνοπτικά θα έλεγα, ότι μία φωτογραφία που μπορεί να συγκινεί, να συναρπάζει, να γεννά συναισθήματα και σκέψεις ή να κάνει και άλλους ανθρώπους να ταυτίζονται με αυτήν, σα να ήταν μία δική τους λήψη από προσωπική τους στιγμή, έχει τα βασικά στοιχεία ώστε να τη θεωρήσουμε ως τέτοια. Και μέσα σε όλες αυτές τις πρόχειρες και γενικές σκέψεις, κάπου ξέχασα το βασικότερο ίσως όλων. Ότι δεν έχει σημασία να ονοματίζουμε κάτι καλλιτεχνικό ή τέχνη, επειδή μας ικανοποιεί, ή επειδή μας το επιβάλλουν. Είναι ένας τίτλος, που δεν αλλάζει την φύση ενός έργου. Το έργο δεν τον έχει ανάγκη. Ο δημιουργός πιθανότατα να τον έχει, ειδικά εάν βιοπορίζεται από αυτό, μιάς και προσθέτει αξία στο έργο. Σημασία έχει μόνον η ίδια η δημιουργική διαδικασία. Όμως σε τελική ανάλυση, η διαφορά μεταξύ των τέλειων φωτογραφιών τοπίου που μπορούν να επιτευχθούν με έναν ακριβό εξοπλισμό, ένα καλό κάδρο και αρκετό χρόνο ώστε να βρεθεί το κατάλληλο σημείο και η σωστή ώρα, και της μετα-εικόνας που επιχειρούν να κάνουν οι νέοι επίδοξοι καλλιτέχνες φωτογράφοι δεν είναι στο εάν το ένα είναι καταγραφή και το άλλο τέχνη, αλλά εάν κάποιο από τα δύο πείθει για αυτό που διατείνεται ότι είναι. Οι πιό πάνω σκέψεις καταγράφηκαν πριν από 8 μήνες, μετά από την επαφή μου με το έργο ενός νέου φωτογράφου. Την ίδια εποχή, ήρθε η σειρά μου να επιμεληθώ το επόμενο τεύχος του περιοδικού της ΦοΖ. Παρόλες τις αμφιβολίες και αντιρρήσεις, τόσο για το εάν θα πρέπει να υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο θέμα, όσο και για το ίδιο το θέμα, επέμεινα σε αυτό για ένα και μόνο λόγο: επειδή ελάχιστοι από την ομάδα είχαν ασχοληθεί με αυτό. Επειδή οι καινούργιες προκλήσεις είναι ένας από τους τρόπους για να ξαναδούμε τα πράγματα, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις μας έξω από τα θέματα που συνήθως φωτογραφίζουμε. Και το να επιχειρήσουμε να λειτουργήσουμε μέσα στο διαφορετικό πλαίσιο, που συνήθως απαιτεί η δημιουργία μίας φωτο-ιστορίας, ήταν πραγματική πρόκληση. Παρόλη την όποια καθυστέρηση, θεωρώ ότι το πείραμα πέτυχε. Τα αποτελέσματα θα τα κρίνει βεβαίως ο θεατής, αλλά πιστεύω ότι όσοι το δούλεψαν, ασχέτως εάν οι ιστορίες τους ολοκληρώθηκαν και δημοσιεύτηκαν τελικά, κέρδισαν πάρα πολλά από την ίδια την διαδικασία. Άλλοι το είδαν σαν παιχνίδι και άλλοι σαν πρόκληση. Όπως και να έχει, παρότι το πείραμα πέτυχε, οι δοκιμές συνεχίζονται. Βασίλης Δ. Γόνης Ιανουάριος 2018


Fozine 05  
Fozine 05  
Advertisement