Page 1


Tango Η ένταση της επιθυμίας, ο ίλιγγος των αισθήσεων, η έκσταση του έρωτα, σε μια σύγχρονη, συναρπαστική σειρά -για σας που έχετε βαρεθεί τις ανούσιες ιστορίες αγάπης. Το πάθος στη ζωή σας

Μάγος έρωτας Τη φιλούσε αχόρταγα, ατέλειωτα, πότε άγρια και πότε τρυφερά, με τα χέρια του να ψάχνουν καυτά το κορμί της, καθώς την έφερνε να γείρει μαλακά στο χορτάρι. Δεν του αντιστάθηκε ούτε για μια στιγμή. Το αίμα βούιζε στους κροτάφους της, και της ερχόταν λιποθυμιά απ' την ένταση της απόλαυσης που της χάριζαν αυτά τα υπέροχα, παθιασμένα χείλια. Ο Νικ Μ πάρκλεϊ ήταν μόνο ο επιστάτης στα κτήματα του πατέρα της, αλλά ήταν επίσης κι ο πιο εντυπωσιακός άντρας που είχε δει ποτέ. της. Ωστόσο, η Ρομέν Κάλθορπ, που ο αρραβωνιαστικός της την είχε εγκαταλείψει για να παντρευτεί την αδερφή της, δεν είχε την παραμικρή διάθεση να ξαναμπλέξει μ’ έναν άντρα, και μάλιστα μ’ έναν άντρα σαν τον επιστάτη τους. Η φυσική του γοητεία την τρόμαζε και την απωθούσε, κι ο τρόπος που επιβαλλόταν αυτός στον πατέρα της, την έκανε ν’ αγανακτεί. Και ποτέ δεν κατάλαβε, πώς και γιατί βρέθηκε μια μέρα στο


κρεβάτι αυτού του άντρα, που φοβόταν και αντιπαθούσε εξίσου. Αυτό όμως ήταν κάτι χωρίς σημασία, που απλά δεν έπρεπε να επαναληφθεί για κανένα λόγο. Κι όταν βρέθηκε στο πόδι του πατέρα της, η απόφαση ήρθε απλά: ο μόνος τρόπος για να ξεφορτωθεί τον Νικ Μ πάρκλεϊ, ήταν να τον απολύσει όσο πιο σύντομα γινόταν. Πριν όμως τον απολύσει, ανακάλυψε με φρίκη ότι αυτός ο σατανικός άνθρωπος την κρατούσε στο χέρι, κι ότι ήταν αναγκασμένη, όχι μόνο να συνεχίσει να τον υφίσταται, αλλά να τον παντρευτεί κιόλας. Ο Νικ Μ πάρκλεϊ κρατούσε όλους τους άσους, κι εκείνη ήταν υποχρεωμένη να υποκύψει στους εκβιασμούς του...

Μάγος έρωτας Μαξίν Καρλάιλ Μ ΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΒΕΛΙΝ ΓΕΡΑΡΔΟΥ COSM OBOOKS ΑΘΗΝΑ Μ ΑΓΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ: LOVE CONQUERS ALL COPYRIGHT: M AXINE CARLISLE 1992 COPYRIGHT ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ COSM OBOOKS ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ 5 176 72 ΚΑΛΛΙΘΕΑ Τηλ.: 95.84.594 - 95.92.914 -95.83.913 Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή αναδημοσίευση των βιβλίων με το σήμα “COSM OBOOKS LTD” ή μέρους αυτών χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Πηγαίνοντας για το νοσοκομείο, η Ρομέν προσπέρασε το μικρότερο δρόμο που οδηγούσε προς το πατρικό της σπίτι. Δεν έκοψε όμως ταχύτητα, ούτε καν για να ρίξει μια ματιά, παρ’ όλο που οπωσδήποτε, μια στάση, ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι κι ένα ντους στα γρήγορα, θα τη στήλωναν μετά το σχετικά μακρύ ταξίδι της απ’ την Οξφόρδη. Και δεν ήταν μόνο επειδή βιαζόταν να βρεθεί στο πλευρό του πατέρα της. Στην πραγματικότητα, έτρεμε τη στιγμή που θα έπρεπε να ξαναβρεθεί στο πατρικό της. Κι ωστόσο, το λάτρευε αυτό το σπίτι. Το μεγάλο, παλιό αρχοντικό με τους περιποιημένους κήπους, το καταπράσινο πάρκο και τα ατέλειωτα λιβάδια που το περιτριγύριζαν, της είχε λείψει περισσότερο απ’ όσο ήθελε να παραδεχτεί. Κι ίσως, της ψιθύρισε


μια ενοχλητική φωνή στα βάθη του μυαλού της, ίσως να μη σου έλειψε μόνο το σπίτι και η γη σου... Πήγαιναν τώρα τέσσερις μήνες απ’ την τελευταία φορά που είχε έρθει, για το Σαββατοκύριακο. Αλλά και εκατόν τέσσερις να περνούσαν, πάλι η θύμηση εκείνης της τελευταίας της επίσκεψης, θα έφερνε το αίμα να βάψει καυτό τα μάγουλά της. Ταραγμένη, κούνησε το κεφάλι σαν για ν’ αποδιώξει τις σκέψεις της, την αίσθηση αμηχανίας που την πλημμύριζε, την ξαφνική οργή ενάντια στον εαυτό της. Προχώρησε ίσια μπροστά, κρατώντας σφιχτά το τιμόνι, προσπαθώντας ν’ αποφύγει κάθε άλλη σκέψη πέρα απ’ το ότι ο πατέρας της, που έμοιαζε πάντα άφθαρτος απ’ το χρόνο, τώρα χαροπάλευε στην εντατική μονάδα ενός νοσοκομείου. Στο νοσοκομείο την περίμενε η θεία Μ πετίνα. Η αδερφή του πατέρα της είχε μετακομίσει στο σπίτι τους πριν δυόμιση χρόνια, όταν είχε σκοτωθεί η μητριά της. Ήταν χήρα, και καθώς ο μοναδικός της γιος ζούσε στον Καναδά κι ένιωθε κι εκείνη μόνη, μετά το θάνατο της νύφης της, είχε επιστρέφει πρόθυμα στο πατρικό της, για να φροντίζει το σπιτικό του Τζορτζ Κάλθορπ, και τον ίδιο τον αδερφό της, που τον υπεραγαπούσε. Τώρα, βλέποντας την αγαπημένη της ανιψιά, χαμογέλασε αδύναμα. Η Ρομέν την έσφιξε σιωπηλή στην αγκαλιά της. «Χαίρομαι που τα κατάφερες να έρθεις αμέσως», της είπε με κάτι


σαν ανακούφιση στη φωνή η θεία Μ πετίνα. «Αμφέβαλλες;» ρώτησε πνιχτά η Ρομέν. «Πώς είναι; Πάει καθόλου καλύτερα; Μ πορώ να τον δω;» «Ναι, αλλά δε θα σε γνωρίσει. Είναι συνέχεια σε κώμα. Δε συνήλθε καθόλου από χτες το βράδυ. Οι γιατροί δε μας δίνουν ελπίδες». «Δεν μπορώ να το πιστέψω», έκανε άχρωμα η Ρομέν. «Έδειχνε πάντα τόσο γερός, τόσο υγιής...» Η Μ πετίνα σκούπισε διακριτικά τα υγρά της μάτια. «Έδειχνε υγιής, αλλά δεν ήταν. Από τότε που σκοτώθηκε η Κάθριν, είχε αρχίσει να καταρρέει. Δεν μπόρεσε ποτέ να το ξεπερά-σει. Δεν πρόσεχε καθόλου, έτρωγε πάρα πολύ - είδες πώς είχε παχύνει... Τον τελευταίο καιρό δεν ήταν καθόλου καλά, κι ας προσπαθούσε να στο κρύβει. Είχε ταχυπαλμίες, ζαλάδες, η πίεση δεν έπεφτε με τίποτα. Τον έτρωγε συνέχεια το σαράκι. Έκανε πως δε συνέβαινε τίποτα, αλλά ξέρω πως στο βάθος ανησυχούσε κι εκείνος. Χτες το βράδυ που έπαθε την προσβολή, σχεδόν δεν ξαφνιάστηκα. Κάπου το περίμενα όλον αυτόν τον καιρό. Το περίμενε κι εκείνος, νομίζω». «Δεν μπορούσα να φανταστώ πως ήταν τόσο σοβαρή η κατάστασή του», είπε η Ρομέν. «Νόμιζα πως με τα φάρμακα που έπαιρνε... Αν μου το είχατε αναφέρει έγκαιρα...» Αν το είχα υποψιαστεί, δε Θα έκανα τέσσερις μήνες να έρθω σπίτι...


«Δεν ήθελε να το συζητάει. Δε δεχόταν να μιλήσει με κανόναν γι’ αυτό το θέμα, ούτε μ’ εμένα. Μ ε απόπαιρνε όταν του έλεγα να προσέχει. Παρίστανε το παλικαράκι, ίσως επειδή στο βάθος φοβόταν τόσο πολύ κι ο ίδιος. Δεν έκανε όμως τίποτα, σαν να αρνιόταν να δεχτεί ότι ήταν άρρωστος. Μ ε το ζόρι έπαιρνε τα φάρμακα. Ο γιατρός του είχε πει να χάσει είκοσι κιλά, αλλά αντί να κάνει δίαιτα, έτρωγε ακόμα περισσότερο. Από φόβο και ανασφάλεια, φαντάζομαι. Χτες το βράδυ, φαινόταν καλά - είχε φάει πολύ, είχε πιει και μισό μπουκάλι κρασί. Και ξαφνικά κατέρρευσε. Έχασε τις αισθήσεις του - κι αυτό ήταν όλο». «Κι οι γιατροί - τι λένε οι γιατροί;» «Δεν του δίνουν ελπίδες, Ρομέν. Κάναμε όλες τις εξετάσεις - ο κύριος Μ πάρκλεϊτα φρόντισε όλα, δόξα τω Θεώ, γιατί εγώ τα είχα χαμένα». Φάνηκε να μην προσέχει καν το μορφασμό που αλλοίωσε στιγμιαία τα χαρακτηριστικά της ανιψιάς της. «Τον ανέλαβε αμέσως ο καθηγητής Χάμφρεϊ - είναι κορυφή στον τομέα του. Δεν του δίνουν ούτε λίγες μέρες ακόμα». «Μ α δεν είναι ούτε πενηνταοχτώ χρόνων», διαμαρτυρήθη-κε η Ρομέν. «Πώς είναι δυνατόν να φύγει τόσο νέος;» Της ήταν αδύνατο να το χωνέψει, κι οι τύψεις που τον είχε αφήσει μόνο όλους αυτούς τους τελευταίους μήνες, την έκαναν να νιώθει ακόμα χειρότερα. Όταν μπήκε στο δωμάτιο όπου είχαν τον Τζορτζ Κάλθορπ, κάθισε


δίπλα στο κρεβάτι, κι έμεινε για πολλή ώρα ακίνητη να τον κοιτάζει. Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν αργά, γίνονταν λεπτά κι έσβηναν ανεπαίσθητα στη σιωπή του δωματίου. Αυτό είναι, λοιπόν, σκεφτόταν η Ρομέν. Πεθαίνει. Ίσως να μη μου ξαναδοθεί καν η ευκαιρία να καθίσω δίπλα του, σ’ ένα βουβό δωμάτιο νοσοκομείου, στο κατώφλι του θανάτου. Ο πόνος που της έσφιξε την καρδιά σ’ αυτή τη σκέψη, ξάφνιασε ακόμα και την ίδια. Χρόνια τώρα προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως δεν ένιωθε τίποτε ιδιαίτερο για τον πατέρα της. Κι όμως τον αγαπούσα, σκέφτηκε τώρα. Πάντα τον αγαπούσα, πάντα είχα την ανάγκη του. Γιατί δεν μπορέσαμε ποτέ να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλον; Ο Τζορτζ Κάλθορπ ήταν πάντα του δύσκολος άνθρωπος -καλός, βασικά, αλλά δύστροπος, ισχυρογνώμων και πεισματάρης. Κοντραριζόταν συνέχεια με την κόρη του, αλλά ίσως να έφταιγε κι εκείνη σ’ αυτό. Αν ήταν πιο διαλλακτική, αν πήγαινε περισσότερο με τα νερά του... Κι εκείνος, όμως, δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα τρυφερός μαζί της. Ίσως να μην την είχε αγαπήσει ποτέ αρκετά, όπως δεν είχε αγαπήσει ούτε τη μητέρα της. Από υπολογισμό την είχε πάρει - η μια περιουσία είχε παντρευτεί την άλλη, σ’ ένα γάμο που βόλευε περισσότερο τους παππούδες της Ρομέν, παρά τους ίδιους


τους γονείς της. Δεν είχε κρατήσει άλλωστε και πολύ. Η Ρομέν δεν ήταν ούτε τριάμιση χρόνων όταν είχε χάσει τη μητέρα πις. Σαν πατέρας, ο Τζορτζ δεν ήταν αδιάφορος, αλλά το ενδιαφέρον του κινιόταν στα δικά του πλαίσια: γι’ αυτόν, η Ρομέν θα έπρεπε να είχε γεννηθεί αγόρι. Εφόσον όμως δυστυχώς ήταν κορίτσι, και οι γυναίκες κατά τη γνώμη του ήταν διακο-σμητικά αντικείμενα, που μπορούσαν μόνο να διαπρέψουν σαν σύζυγοι, μητέρες και καλές νοικοκυρές, ο μοναδικός της προορισμός έπρεπε να είναι ένας καλός και κατάλληλος γάμος. Στο σπίτι έπρεπε να μπει όσο το δυνατόν νωρίτερα ένας γαμπρός, που θα αναλάμβανε μετά απ' αυτόν να κουμαντάρει την περιουσία του, που δε θα μπορούσε βέβαια ποτέ να την κουμαν-τάρει μια γυναίκα μόνη. Αυτός ο γαμπρός θα έπρεπε να είναι κατά προτίμηση κάποιος απ’ τους γείτονες γαιοκτήμονες, για να μπορέσουν έτσι να ενώσουν, με τον ευτυχέστερο δυνατό τρόπο, τα χτήματά τους, και για να είναι εξασφαλισμένος πως μετά το θάνατό του, η περιουσία που ανήκε επί αιώνες τώρα στους Κάλθορπ, τα χτήματα, οι φάρμες, το παλιό αρχοντικό, δε θα πουλιόνταν για ένα κομμάτι ψωμί σε διάφορους άσχετους. Δυστυχώς, ήταν ο πρώτος από μια μεγάλη σειρά Κάλθορπ, που δεν είχε αποκτήσει αγόρι. Το θέμα κατά τη γνώμη του ήταν εξαιρετικά επείγον, και πριν ακόμα τελειώσει καλά-καλά η Ρομέν το σχολείο,


είχε αρχίσει να της διαλέγει υποψήφιους, και να κανονίζει με τη φαντασία του γάμους και πανηγύρια. Ο πρώτος υποψήφιος, θυμόταν η Ρομέν, την περνούσε δεκαπέντε χρόνια, κι η ίδια δε θα τον έπαιρνε, ακόμα κι αν ήταν ο τελευταίος άντρας στη γη. Ο πατέρας της είχε φτάσει στο σημείο, σε άμεση και προσωπική του συνεννόηση με το “γαμπρό', να πάει στο δικηγόρο του και να ταχτοποιήσει ως την τελευταία λεπτομέρεια τα δούναι και λαβείν του επικείμενου γάμου. Ο άνθρωπος ζούσε πάντα στον κόσμο του, πενήντα χρόνια πίσω. Κι ούτε είχε ακούσει ποτέ για τη χειραφέτηση της γυναίκας. Όταν η Ρομέν του δήλωσε κοφτά, πως δεν την ενδιέφερε ούτε τόσο δα ένας προκαθορισμένος γάμος, κι ότι η ίδια ήθελε να σπουδάσει και να κάνει καριέρα, ο Τζορτζ κόντεψε να πάθει αποπληξία. Άστραφτε και βρόνταγε επί μέρες, όσο έσπαγε το κεφάλι του για να βρει τρόπους να την εμποδίσει. Δεν περνούσαν όμως και πολλά απ’ το χέρι του, ούτε καν ο οικονομικός εκβιασμός. Η Ρομέν ήταν εξαιρετική μαθήτρια, μπορούσε να σπουδάσει με υποτροφία. Επιπλέον, είχε τα προσωπικά της χρήματα, απ’ την περιουσία της μητέρας της. Ανίσχυρος, ο Τζορτζ την άφησε τελικά να κάνει το κέφι της, 7 αλλά ουσιαστικά δεν της το συγχώρησε ποτέ. Τώρα, μετά απ’ όλα αυτά τα χρόνια, η Ρομέν άρχιζε να τον


δικαιολογεί. Έτρεμε πάντα ο πατέρας της στη σκέψη ότι η πατρογονική τους περιουσία, θα έπεφτε στα χέρια κάποιου άσχετου γαμπρού, που δε θα είχε καμιά διάθεση να το παίξει γαιοκτήμονας, και που θα έσπευδε να τη ρευστοποιήσει και να τη φάει με την ησυχία του. Η ίδια η Ρομέν, πεισματωμένη, δεν τον είχε καθησυχάσει ποτέ αρκετά πάνω σ’ αυτό το σημείο. Στα χρόνια που ακολούθησαν, κι όσο αυτή σπούδαζε (ο κλάδος που είχε διαλέξει ήταν η διοίκηση επιχειρήσεων) ο Τζορτζ δεν είχε πάψει να την πιέζει να τα παρατήσει, και να γυρίσει σπίτι να παντρευτεί. Συνέχισε να της βρίσκει γαμπρούς, να κανονίζει συμφέροντες γάμους, να τρώγεται με τα ρούχα του, και να γίνεται ανυπόφορα πιεστικός, ακόμα κι όταν η Ρομέν άρχισε να δουλεύει και να κάνει καριέρα. Δεν μπορούσε να το χωνέψει με τίποτα. Οι σχέσεις τους ήταν συνέχεια τεταμένες. Ο Τζορτζ δε σταματούσε να γκρινιάζει, κι η Ρομέν να του πηγαίνει κόντρα. Την ενοχλούσε φοβερά το ότι ο πατέρας της την αντιμετώπιζε σαν ον χωρίς δικαιώματα επιλογής, μόνο και μόνο επειδή ήταν γυναίκα, και την πλήγωνε που αντί να είναι περήφανος για κείνην, απέρριπτε και λοιδωρούσε τις επιτυχίες της. Η σκέψη να παντρευτεί κάποιον απ’ τους υποψήφιους που της διάλεγε, την έκανε ν’ ανατριχιάζει. Τους απέρριπτε όλους αναφανδόν, τόσο πεισματωμένη, που ήξερε πως κι αν ακόμα ο πατέρας της της έφερνε τον ιδανικό άντρα των ονείρων της στο πιάτο, εκείνη πάλι θα έλεγε όχι, χωρίς να ρίξει στον


πρίγκιπα του παραμυθιού ούτε ένα βλέμμα. Μ ’ αυτά και μ’ αυτά, θα ήταν έτσι κι αλλιώς δύσκολο να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον. Αλλά το πραγματικό αγκάθι στις σχέσεις τους όλ’ αυτά τα χρόνια, δεν ήταν τόσο η αυταρχική στάση του Τζορτζ και οι παλαιολιθικές του ιδέες. Ήταν η παρουσία της Λίλιαν στη ζωή τους. Η Ρομέν ήταν πέντε χρόνων όταν ο πατέρας της, μετά από ενάμιση χρόνο αξιοπρεπούς χηρείας, αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί. Η Κάθριν Μ πέικερ ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα στα τριάντα, χήρα κι αυτή, μ’ ένα κοριτσάκι τεσσάρων χρόνων. Κι ο Τζορτζ είχε ερωτευτεί τόσο τρελά τη δεύτερη γυναίκα του, που καλοδέχτηκε την κόρη της σαν δική του, και ποτέ δεν έδειξε να την ξεχωρίζει απ’ τη Ρομέν - ή μάλλον, πάντα προσπαθούσε να κρύψει την αδυναμία του για τη μικρή Λίλιαν. Την είχε υιοθετήσει κι επίσημα - φυσικά, η Κάθριν τον τραβούσε απ’ τη μύτη. Θα είχε τουλάχιστον την απαίτηση, να έχει κι η κόρη της δικαίωμα στο όνομα του Τζορτζ Κάλθορπ. Η Ρομέν ήταν πολύ μικρή για ν’ αντιλαμβάνεται τα παιχνίδια συμφέροντος που μπορεί να έπαιζαν οι μεγάλοι. Ήταν καλόβολο παιδί, και δεν αντέδρασε στην παρουσία της "καινούριας μαμάς" στο σπίτι. Η Κάθριν δεν ήταν κακιά, αλλά δεν είχε και κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προγονή της. Η Ρομέν, που δεν περίμενε ιδιαίτερο ενδιαφέρον απ’ τη μητριά της, ανακάλυψε πως


με το να είναι απλά ευγενική μαζί της, μπορούσε να συντηρήσει μια λογική ηρεμία στο σπίτι. Τη Λίλιαν όμως την αγαπούσε, και ήταν πανευτυχής που θα είχε και μια "καινούρια αδερφούλα" για συντροφιά. Η μικρή Μ πέικερ ήταν πραγματικά αξιαγάπητη. Είχε πάρει απ’ τη μητέρα της - τα ίδια μαύρα μαλλιά, τα ίδια κατάμαυρα, λαμπερά μάτια. Όσο μεγάλωνε, τόσο πιο όμορφη γινόταν. Στα δεκάξι της έμοιαζε με εξωτική ορχιδέα. Η ομορφιά της είχε ανθίσει ολοκληρωτικά, και μαζί κι όλη της η χάρη, η θηλυκότητά της, κι ο μαγνητισμός που εξέπεμπε. Όταν η Ρομέν δεν ήταν παρά ένα όμορφο, δροσερό κορίτσι, η Λίλιαν ήταν ήδη μια εξεζητημένη καλλονή. Ποτέ της δεν είχε πρόβλημα να γοητεύσει τους άλλους. Μ πορούσε να γίνει απίστευτα γαλίφα, γλυκιά και τρυφερή, και να πετύχει οτιδήποτε μ’ ένα χαμόγελο κι ένα βλέμμα. Υποκρινόταν τέλεια, κι ακόμα κι η Ρομέν, που ήταν πολύ πιο κοντά της απ’ τους άλλους, άργησε πολύ να συνειδητοποιήσει ότι η "αδερφή" της δεν ήταν το αγγελούδι που πίστευαν όλοι. Κάτω απ’ τη γλύκα της, κρυβόταν ολόκληρη άβυσσος κακίας, ζήλειας και φθόνου, κι ο πιο άμεσος αποδέκτης αυτών των συναισθημάτων, ήταν φυσικά η Ρομέν. Όταν εκείνη ήταν πρόθυμη να καλύψει ό,τι στραβό έκανε η αδερφή της, η Λίλιαν δε δίσταζε ποτέ να την καρφώνει με το αγγελικό της ύφος, ούτε να της ρίχνει την ευθύνη, σε περιπτώσεις που έφταιγε εκείνη κι όχι η Ρομέν.


Πώς τα κατάφερνε πάντα να βγαίνει λάδι, σκέφτηκε τώρα η Ρομέν. Χρειαζόταν πραγματικό ταλέντο για να μπορείς να ξεγελάς έτσι όλο τον κόσμο. Εκείνη ήταν πάντα το εξιλαστήριο θύμα, η Λίλιαν πάντα υπεράνω υποψίας. Ούτε μπορούσε να υπολογίσει πόσες φορές είχε τιμωρηθεί εκείνη αντί για την "αδερφή" της, και πόσες φορές είχε δει το ύφος της αποδοκιμασίας στο πρόσωπο του πατέρα της, όταν θα έπρεπε να το είχε δει η Λίλιαν. Αλλά φυσικά, η Λίλιαν ήταν η χαϊδεμένη όλων. Τραβούσε τον Τζορτζ Κάλθορπ απ’ τη μύτη, όπως τον τραβούσε άλλωστε κι η μητέρα της. Κολάκευε με αξιοθαύμαστη επιτηδειότητα το θετό της πατέρα, πήγαινε πρόθυμα με τα νερά του, του έδειχνε τον πιο υποκριτικό σεβασμό, κυριολεκτικά τον έγλειφε με τον πιο εμετικό τρόπο. Και πάντα τα κατάφερνε να τον δηλητηριάζει ενάντια στη Ρομέν, που έτσι κι αλλιώς δε θα καταδεχόταν ποτέ να κατέβει στο επίπεδό της, και να χρησιμοποιήσει τις ίδιες μεθόδους για να τα πηγαίνει καλά με τον πατέρα της. Ο Τζορτζ Κάλθορπ καμάρωνε για τη θετή του κόρη, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα είχε ενδεχόμενα καμαρώσει ποτέ για τη δική του. Η Λίλιαν ήταν πρότυπο κόρης, δεν μπορούσε να κάνει ποτέ τίποτα στραβό. Ήταν το καμάρι του, κι η χαρά των ματιών του. Αυτό ωστόσο, δεν εμπόδιζε τη Λίλιαν να ζηλεύει αρρωστη-μένα τη Ρομέν. Το τι είχε βρει βέβαια να της ζηλέψει, ήταν άλλο θέμα, που η Ρομέν ακόμα δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Η Λίλιαν τα είχε


όλα - μια μητέρα που τη λάτρευε, ένα θετό πατέρα που την αγαπούσε τουλάχιστον όσο και την ίδια του την κόρη, και μια εμφάνιση που κυριολεκτικά θάμπωνε. Τ’ αγόρια έλιωναν για χάρη της, δεν έβλεπαν καν τη Ρομέν όταν βρισκόταν κι η Λίλιαν ένα γύρω. Στην εξωτική ομορφιά της “αδερφής” της, η Ρομέν θεωρούσε ότι δεν είχε ν’ αντιτάξει παρά ένα όμορφο, υγιές πρόσωπο με πλούσια καστανά μαλλιά, πράσινα μάτια, καθαρές γραμμές και ρόδινα μάγουλα. Κατά τα άλλα, ήταν πολύ ψηλή και, όπως πίστευε, ολότελα άχαρη δίπλα στη λεπτεπίλεπτη Λίλιαν. Μ έχρι τα δεκαεφτά της, το σώμα της ήταν σχεδόν αγορίστικο, όταν η Λίλιαν απ’ τα δεκατέσσερα κιόλας, είχε αποκτήσει τις όμορφες καμπύλες και τις τέλειες αναλογίες της. Μ ε το ένα κι εθδομηνταοχτώ της και τα ατέλειωτα, λιγνά της πόδια, η Ρομέν ένιωθε κάπως σαν φοράδα. Όταν άρχισε να στρογγυλεύει κι εκείνη, θεώρησε ότι απείχε ακόμα πολύ απ’ το τέλειο πρότυπο της Λίλιαν. Ήταν μάλλον γυμνασμένη παρά θηλυκιά, και μόνο το στήθος της ήταν λίγο μεγαλύτερο απ’ της Λίλιαν, πράγμα που για την ίδια, ήταν κι αυτό μειονέκτημα. Κι η Λίλιαν, φυσικά, δεν άφηνε ευκαιρία να μην κάνει κάποιο κακόβουλο σχόλιο για την εμφάνιση της “αδερφής” της. Ακόμα και μπροστά σε τρίτους. Η Ρομέν θυμόταν όλες τις μπηχτές που της πέταγε, όπως θυμόταν και την κρίση που είχε πιάσει μια φορά τη Λίλιαν, και της είχε καταστρέψει το πιο αγαπημένο


της φουστάνι - λύσσαγε κυριολεκτικά όταν υποψιαζόταν ότι η Ρομέν μπορεί να πήγαινε κάπου εξίσου καλοντυμένη μ’ εκείνην. Όταν ήταν εκεί κι η “αδερφή” της, η Λίλιαν έκανε συνειδητή επίδειξη γοητείας στ’ αγόρια. Όλα τα εφηβικά φλερτ της Ρομέν, τέλειωναν κατά κάποιο τρόπο σ’ ένα βωμό λατρείας για τη Λί-λίαν. Κι όχι μόνο τα εφηβικά, αυτό να λέγεται. Όσο ήταν η Λίλιαν ένα γύρω, η Ρομέν δεν είχε ποτέ καμιά τύχη. Κι ωστόσο, αντί να ζηλεύει εκείνη τη Λίλιαν, τη ζήλευε η "αδερφή" της. Της είχε κάνει κόλαση όλα τα χρόνια που είχαν ζήσει μαζί οι δυο τους. Ακόμα και το γεγονός ότι εκείνη ήταν εξαιρετική μαθήτρια, ενώ η Λίλιαν ήταν σκέτο τούβλο, κατάφερνε η "αδερφή" της να το γυρίζει σε βάρος της. Σπασίκλα την έλεγε στους φίλους τους, και με την ανοησία της ηλικίας τους, γελούσαν όλοι σε βάρος της Ρομέν, και της έκαναν κακόγουστες φάρσες. Ούτε που θυμόταν η Ρομέν πόσες φορές είχε κλάψει, επειδή κάποιο αγόρι που την ενδιέφερε, είχε προτιμήσει τελικά την αδερφή της, και άργησε πολύ να αντιληφθεί ότι η Λίλιαν το έκανε επίτηδες. Έφτανε ο πιο ασήμαντος να δείξει ενδιαφέρον για τη Ρομέν, για να ξυπνήσει αμέσως και το ενδιαφέρον της Λίλιαν για το άτομό του. Κατά τα άλλα, ήταν ματαιόδοξη, κενόδοξη, ρηχή και υστερικά φιλοχρήματη. Πέρα απ’ τα λούσα, τ’ αγόρια και τις διασκεδάσεις,


δεν είχε κανένα ενδιαφέρον και κανένα στόχο στη ζωή της. Ήξερε πάντα, όπως το ήξεραν όλοι, πως όσο κι αν της είχε αδυναμία ο Τζορτζ, κι ό,τι κι αν της άφηνε μετά το θάνατό του, ο μεγάλος όγκος της περιουσίας του, και προπαντός τα πατρο-γονικά κτήματα και το μεγάλο σπίτι των Κάλθορπ, θα πήγαιναν στη Ρομέν. Η ίδια θα έπαιρνε ρευστό, μετοχές ίσως, τίποτα χρεώγραφα, κοσμήματα, τέτοια πράγματα. Γι’ αυτό, το μόνο που την ενδιέφερε, ήταν να κάνει έναν πλούσιο γάμο. Συνέχισε να γυρνάει άσκοπα κι όταν η Ρομέν είχε φύγει για το πανεπιστήμιο, παριστάνοντας πότε την κοσμική δεσποινίδα, και πότε το φωτομοντέλο, τρώγοντας το πλούσιο χαρτζιλίκι που της έδινε ο Τζορτζ, κι αλλάζοντας τους φίλους σαν τα πουκάμισα. Είχε πάψει να είναι παρθένα απ’ τα δεκατέσσερα - θα είχε πάψει και από πιο νωρίς, αν της είχε δοθεί η ευκαιρία, κι αν ο Τζορτζ δεν ήταν τόσο αυστηρός. Διατυμπάνιζε με κάθε ευκαιρία πως θα γινόταν σταρ του σινεμά, και πηγαινοερχόταν στο Λονδίνο για να προωθήσει την "καριέρα" της. «Παιδιαρίσματα», έλεγε με επιείκια ο Τζορτζ, που ενώ δεν είχε συγχωρήσει ποτέ τη Ρομέν για τις επιλογές της, συγχωρούσε με αξιοθαύμαστη προθυμία τη Λίλιαν για όλες τις δικές της. «Δεν πρόκειται ούτε σταρ να γίνει, ούτε τίποτα. Είναι μικρή ακόμα, αλλά έχει μυαλό στο κεφάλι της. Θα παντρευτεί στην ώρα της, και θα κάνει τον καλύτερο γάμο. Δεν είναι βλάκας, ξέρει πού είναι το συμφέρον της. Δεν πρόκειται να χαραμίσει τα νιάτα και την ομορφιά της σε άσχετα πράγματα».


Της τα συγχωρούσε όλα - αλλά ίσως απ’ την πλευρά του να είχε και κάποιο δίκιο σ’ αυτό. Στο κάτω-κάτω, η Λίλιαν ήταν μόνο κατ’ όνομα Κάλθορπ. Δεν είχε καμιά υποχρέωση απέναντι σ’ εκείνον ή στην περιουσία του. Την υποχρέωση όλη την είχε η Ρομέν, που είχε προτιμήσει να γράψει τις επιθυμίες του στα παλιά της παπούτσια. Αλλά η Ρομέν ένιωθε πια ότι λίγο την αφορούσαν όλ’ αυτά. Τώρα σπούδαζε, συντηρούσε άνετα τον εαυτό της, και μακριά απ’ τους Κάλθορπ και τη Λίλιαν, είχε αποκτήσει αυτοπεποίθηση και αυτάρκεια. Στις αραιές πια συναντήσεις της με την "αδερφή” της, της δινόταν πάντα η ευκαιρία να διαπιστώσει ότι η Λίλιαν δεν είχε αλλάξει, ούτε τρόπο ζωής, ούτε αισθήματα απέναντι της. Όσο για τον πατέρα της, που όταν ερχόταν να τον δει ήταν όλο γκρίνια και κατεβασμένα μούτρα, γινόταν όλος γλύκα και χαμόγελα όταν η Λίλιαν διέκοπτε τη ντόλτσε βίτα της για να έρθει σπίτι - πράγμα που συνέθαινε βέβαια σταθερά μόλις ξέμενε από ρευστό. Μ ε τη συνηγορία της μητέρας της, τραβούσε ένα σωρό λεφτά απ’ το θετό της πατέρα. Ύστερα, ακριβώς πριν δυόμιση χρόνια, η Κάθριν είχε σκοτωθεί σ’ ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, κι ο Τζορτζ είχε καταρρεύσει. Όλα αυτά τα χρόνια, δεν είχε πάψει να λατρεύει την όμορφη, δυναμική του γυναίκα. Σαν μητριά, η Κάθριν μπορεί να ήταν ανεπαρκής, αλλά σαν σύζυγος τα είχε καταφέρει φαίνεται πολύ


καλύτερα. Η Ρομέν δεν ήξερε αν είχε πάρει τον Τζορτζ από έρωτα, είχαν ζήσει όμως πολύ αρμονικά οι δυο τους. Η Κάθριν ήταν φιλοχρήματη όσο κι η κόρη της, κι ίσως το ίδιο ματαιόδοξη. Η ζωή με τον Τζορτζ Κάλθορπ, σίγουρα της είχε προσφέρει πολύ περισσότερα απ’ όσα ο σύντομος γάμος της με τον εντελώς άγνωστο Γουίλιαμ Μ πέικερ. Κοντά στον Τζορτζ της είχε δοθεί η ευκαιρία να ζήσει τη μεγάλη ζωή, με όσα κοσμήματα και λούσα τραβούσε η ψυχή της, με ταξίδια, πάρτι, ακριβά αυτοκίνητα, μ’ ένα υπέροχο αρχοντικό στη διάθεσή της, και μ’ έναν άντρα που την κοιτούσε στα μάτια, προλαβαίνοντας κάθετης επιθυμία. Αλλά του είχε φερθεί κι εκείνη καλά, του είχε δείξει αφοσίωση, κι ο γάμος τους θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί πετυχημένος. Ο πρόωρος χαμός της ήταν φοβερό πλήγμα για τον Τζορτζ. Μ ετά το θάνατό της, φάνηκε να στρέφεται ακόμα περισσότερο στη Λίλιαν, ίσως επειδή εμφανισιακά του θύμιζε την αγαπημένη του γυναίκα, ή ίσως επειδή τους ένωνε ο ίδιος πόνος. Έδειχνε να μη ζωντανεύει, παρά μόνο όταν ερχόταν η Λίλιαν στο σπίτι. Είχε γίνει απαιτητικός, γκρίνιαζε συνέχεια ότι η "μικρή” δεν έμενε αρκετά μαζί του, κι ότι θα μπορούσε να ρυθμίσει καλύτερα τις “υποχρεώσεις” της, για να έχει καιρό και για κείνον. «Στενός κορσές μου έχει γίνει ο γέρος», είπε μια φορά η Λί-λιαν στη Ρομέν, σε μια απ’ τις σπάνιες συναντήσεις τους στο Λονδίνο. «Που να πάρει, θά Όελε αν ήταν δυνατόν να με κλείσει σ’ εκείνο


το μαυσωλείο, παρέα με τη θεία Μ πετίνα, που τρέχει συνέχεια πίσω του μ’ ένα φάρμακο στο κάθε χέρι. Γιατί δεν πηγαίνεις κι εσύ λίγο πιο συχνά να τον βλέπεις; Αν του έκανες περισσότερη παρέα, δε θα μού ’σπαγε εμένα τα νεύρα!» Κι η Ρομέν, με την ίδια βαθιά, αγιάτρευτη πίκρα ν’ αναδεύεται μέσα της, συλλογίστηκε πως ο Τζορτζ δε θα τα κατάφερνε ποτέ να δει κάτω απ’ την επιφάνεια, κι ότι πάντα θα προτιμούσε αυτή τη μικρή, όμορφη οχιά, απ’ την ίδια του την κόρη. Αλλά είχε κάνει κι εκείνη λάθη. Πληγωμένη, και πολύ περήφανη για να του το δείξει, είχε αφήσει την πικρία της να δημιουργήσει ένα τείχος ανάμεσά τους. Δεν είχε σταθεί ποτέ πραγματικά κοντά του, ούτε όταν είχε σκοτωθεί η Κάθριν. Δεν του είχε δείξει ποτέ αρκετή κατανόηση ή ανοχή. Και τώρα εκείνος πέθαινε, κι ήταν πια πολύ αργά για να γεφυρώσουν το χάσμα. Η θεία Μ πετίνα περίμενε υπομονετικά έξω απ’ το δωμάτιο, κι όταν βγήκε η Ρομέν, την αγκάλιασε βουβή, κι έμειναν για λίγο έτσι αμίλητες, η μια στην αγκαλιά της άλλης. «Θά Όελα να τον είχα δει μια φορά πριν απ’ αυτό», είπε τελικά η Ρομέν. «Αν το είχα προβλέψει, θα είχα βρει μια ευκαιρία να συζητήσουμε...» «Σ’αγαπούσε», είπε η θεία της. «Μ πορεί να μην ήταν ικανός να το δείξει, αλλά σ’ αγαπούσε. Συζητούσα πολύ μαζί του τον τελευταίο καιρό. Μ ου άνοιγε την καρδιά του... Ίσως μάντευε πως δε θα


ζούσε για πολύ ακόμα. Μ ιλούσαμε όσο ποτέ άλλοτε. Και ξέρω ότι σ’ αγαπούσε. Νοιαζόταν για σένα, τον έτρωγε η ανησυχία. Είχε αλλάξει ιδέες, Ρομέν, πίστεψέ με». «Μ πορεί», είπε κουρασμένα η Ρομέν. «Εμένα όμως δε μου το έδειχνε». «Δεν τον είχες δει τώρα τελευταία. Είχες τέσσερις μήνες να φανείς στο σπίτι. Του έλειπες πολύ, ξέρεις». « Όχι πάντως όσο θα του έλειπε η Λίλιαν», έκανε πικρά η Ρομέν. «Κι εκείνη είχε να τη δει πάνω από ενάμιση χρόνο!» «Είχε αρχίσει να βλέπει πολύ διαφορετικά τα πράγματα τώρα τελευταία. Είχε αντιληφθεί πολλά...» Η Ρομέν ανασήκωσε τους ώμους. «Τι σημασία έχει τώρα πια; Για χρόνια και χρόνια μας χώριζε η Λίλιαν, θεία Μ πετίνα. Κι αν όντως είχε αλλάξει στάση τώρα τελευταία, εγώ δεν πρόλαβα να επωφεληθώ. Όλα αυτά τα χρόνια τον είχε η Λίλιαν, αλλά τώρα που φεύγει, τον χάνω μόνο εγώ. Εκείνη αμφιβάλλω αν θα χύσει ένα δάκρυ, έστω για τους τύπους». Πρόσεξε το ζεματισμένο ύφος της θείας της, και τη ρώτησε μαλακά: «Τι τρέχει;» «Της έστειλα ένα τηλεγράφημα», είπε δυστυχισμένα η Μ πετίνα. «Το ξέρω ότι θα έπρεπε να σε είχα ρωτήσει πρώτα, αλλά σκέφτηκα...»


«Δεν πειράζει», είπε η Ρομέν, προσπαθώντας ν’ αγνοήσει το βούλιαγμα που ένιωθε στο στομάχι. «Φαντάζομαι δε γινόταν να το αποφύγουμε. Τυπικά είναι κόρη του. Δε θα γινόταν να μην την ειδοποιήσουμε». Το στομάχι της σφιγγόταν οδυνηρά στην προοπτική να ξανασυναντήσει τη Λίλιαν, έστω και για λίγο, στην κηδεία, αλλά στ’ αλήθεια, δε γινόταν να το αποφύγουν. Είχε να δει την “αδερφή” της πάνω από είκοσι μήνες, και θά ’θελε, αν ήταν δυνατόν, να μην την ξαναδεί ποτέ. Κρύος ιδρώτας την έλουζε στη σκέψη ότι μπορεί να ’ρχόταν η Λίλιαν στο σπίτι, κι ακόμα περισσότερο στη σκέψη ότι πιθανότατα δε θα ’ρχόταν μόνη. Α, στ’ αλήθεια, δε θ’ άντεχε να ξανασυναντήσει τον Κέβιν Μ πίσοπ. Το ζεύγος Μ πίσοπ. Δεν τους είχε άλλωστε δει ποτέ μαζί. Δεν είχε πάει στο γάμο τους - φυσικά. Θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πάει στην τελετή που είχε ενώσει την “αδερφή” της, με τον άντρα που πριν λίγο καιρό επρόκειτο να παντρευτεί η ίδια. Η Ρομέν είχε γνωρίσει τον Κέβιν Μ πίσοπ πριν τρία χρόνια, σ’ ένα πάρτι. Δούλευε τότε με άριστες προοπτικές σε μια μικρή, αλλά ανερχόμενη εταιρία. Είχε πολύ καλό μισθό, ένα όμορφο διαμέρισμα στο Χάμπστεντ, και προπαντός την ησυχία και την ανεξαρτησία της. Ήταν εικοσιτεσσάρων χρόνων, όμορφη και ελκυστική, γεμάτη αισιοδοξία και χαρά της ζωής. Ο Κέβιν ήταν ένας νεαρός διπλωμάτης, φίλος φίλων της, και θα μπορούσε να


υλοποιείτο όνειρο κάθε γυναίκας. Ήταν ένας εξαιρετικά ωραίος νεαρός, κομψός και πνευματώδης, εξεζητημένος μόνο όσο χρειαζόταν για να γίνεται ακόμα πιο γοητευτικός, κι επιπλέον από καλή και πλούσια οικογένεια. Η Ρομέν τον είχε ερωτευτεί με την πρώτη σχεδόν ματιά, και το περίεργο, κατά τη γνώμη της, ήταν που το ίδιο γρήγορα την είχε ερωτευτεί κι εκείνος. Στο παρελθόν της υπήρχαν μέχρι τότε μερικές ασήμαντες σχέσεις, που είχαν λήξει χωρίς να της αφήσουν κανένα τραύμα. Ο Κέ-βιν ήταν ο πρώτος μεγάλος έρωτας της ζωής της, κι έτσι όπως πήγαιναν τα πράγματα, θα έμενε προφανώς κι ο τελευταίος. Τον είχε αγαπήσει με παράφορη εγκατάλειψη, κι είχε μοιραστεί μαζί του ένα χρόνο μεθυστικής ευτυχίας. Ταίριαζαν σε όλα, είχαν τα ίδια γούστα και τις ίδιες απόψεις, και το σεξ μαζί του ήταν μια εξαίσια εμπειρία, παρ’ όλο που η Ρομέν δεν είχε ούτε κατά προσέγγιση την πλούσια πείρα της “αδερφής” της σ’ αυτόν τον τομέα, ώστε να μπορεί να κάνει βάσιμες συγκρίσεις. Ο Κέθιν δούλευε στο Φόρεϊν Όφις, περιμένοντας να τον στείλουν σαν ακόλουθο σε κάποια πρεσβεία. Λίγο μετά τη γνωριμία τους, μετακόμισε σχεδόν μόνιμα στο διαμέρισμα της Ρομέν, που δεν είχε συζήσει ποτέ πριν με άντρα, και που έβρισκε την κοινή τους ζωή ονειρική. Ύστερα, καθώς πλησίαζε ο διορισμός του στο εξωτερικό, κι η


Ρομέν είχε αρχίσει να βλέπει εφιάλτες, τη ζήτησε σε γάμο. Της έκανε την πρότασή του με αφοπλιστική επισημότητα, κι η κοπέλα έπεσε κλαίγοντας και γελώντας μαζί στην αγκαλιά του, και του είπε ανεπιφύλακτα το ναι. Ήταν τρελά ευτυχισμένη. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, κι ο Κέβιν της πρότεινε να τα περάσουν στο σπίτι της. Ήθελε να γνωρίσει τον πεθερό του, και να του ζητήσει μ’ όλους τους τύπους το χέρι της κόρης του. Ήταν κάπως της παλιάς σχολής σ’ αυτά τα θέματα ο Κέβιν. Η Ρομέν θα προτιμούσε να πήγαιναν αμέσως να παντρευτούν οι δυο τους, χωρίς καλεσμένους, στην εκκλησία ή στο ληξιαρχείο, αλλά ο Κέβιν, και προπαντός η οικογένειά του, ήθελαν ανοιχτό γάμο. Έπρεπε λοιπόν να γίνουν όλα με τους τύπους, και οπωσδήποτε, δε θά ’ταν δυνατόν να παντρευτούν χωρίς να το ξέρει ο πατέρας της. Η Ρομέν φοβόταν την αντίδραση του Τζορτζ όταν θα μάθαινε ότι η κόρη του θα παντρευόταν έναν διπλωμάτη, ότι θα έφευγε μακριά απ’ το σπίτι, κι ότι θα περνούσε μεγάλο μέρος της ζωής της στο εξωτερικό. Φυσικά, δε θα μπορούσε να την εμποδίσει να πάρει όποιον ήθελε, αλλά θα μπορούσε να κατεβάσει τα μούτρα, ν’ αρχίσει να πετάει τα καρφιά του, και να δυσαρεστήσει ή ν’ αποξενώσει τον Κέβιν. Δέχτηκε όμως να πάνε, αν και με βαριά καρδιά, πράγμα που παραξένεψε τον Κέβιν, που ήταν γεμάτος καλή θέληση απέναντι


στον άγνωστο ακόμα πεθερό του. Κι έτσι, είχαν πάει εκείνα τα Χριστούγεννα, πριν σχεδόν δύο χρόνια, στο πατρικό της σπίτι. Κι εκεί, φυσικά, είχε κανονίσει να περάσει τα Χριστούγεννά της κι η Λίλιαν. Ήταν ένας σωστός εφιάλτης, σκεφτόταν τώρα η Ρομέν, ένας εφιάλτης που τον είχε ξαναζήσει στο παρελθόν, αλλά ποτέ έτσι, γιατί ποτέ ως τότε δεν είχε ερωτευτεί κανέναν όσο τον Κέβιν. Ποτέ πριν δεν είχε ξανανιώσει τόση απελπισία και τόση οδύνη. Ήταν αβάσταχτο να βλέπει τον άντρα που αγαπούσε μ’ όλη της την ψυχή, τον άντρα που επρόκειτο να παντρευτεί, να ξεγλιστράει σαν νερό απ’ τα δάχτυλά της, και να γίνεται, με κάθε λεπτό που περνούσε, όλο και περισσότερο θύμα της Λίλιαν Κάλθορπ. Κι εκείνη η βρόμα το έκανε επίτηδες. Η Ρομέν θα μπορούσε και να την είχε συγχωρήσει, αν πίστευε ότι η Λίλιαν το έκανε από σφοδρό και κεραυνοβόλο έρωτα για τον Κέβιν. Αρκούσε όμως να δει το βλέμμα του θριάμβου στα μάτια της “αδερφής" της, για να πεισθεί ότι ο έρωτας δεν είχε καμιά θέση σ’ αυτήν την υπόθεση. Η Λίλιαν το έκανε απλά και μόνο για να της πάρει τον άντρα. Ο Κέβιν έκανε ίσως κάποιες μάταιες προσπάθειες να της αντισταθεί, όταν όμως η Λίλιαν έβαζε μπροστά τα μεγάλα μέσα, γινόταν εντελώς ακαταμάχητη. Η Ρομέν ήταν βέβαιη πως, εκείνες τις λίγες μέρες στο πατρικό της,


η Λίλιαν είχε κοιμηθεί με τον Κέβιν. Σίγουρα της είχε δοθεί η ευκαιρία, και σίγουρα δεν την είχε αφήσει να πάει χαμένη. Η Ρομέν δεν υπολογιζόταν πια καθόλου, κι άλλωστε η υπερηφάνεια της δεν της επέτρεπε να κάθεται να παρακολουθεί παθητικά τις ερωτοτροπίες του αρραβωνιαστικού της με την “αδερφή" της. Προτιμούσε να παίρνει το άλογό της, και να καλπάζει με τις ώρες στα λιβάδια. Μ έσα σε ελάχιστες μέρες, είχε αποξενωθεί ολότελα απ’ τον Κέβιν. Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ τίποτε ανάμεσά τους. Και τελικά, δεν την είχε ζητήσει καν απ’ τον πατέρα της. Πολύ περήφανη για να τού επιβάλει κάτι τέτοιο, η Ρομέν του είχε πει ατάραχη: «Ας μην του κάνουμε νύξη, Κέβιν. Το βλέπεις κι εσύ, δεν έχει συνέλθει ακόμα απ’ το θάνατο της γυναίκας του. Θα είναι κακόγουστο να του μιλήσουμε για γάμους και πανηγύρια, όσο αυτός πενθεί ακόμα. Ας τ’ αφήσουμε γι’ αργότερα - τι λες κι εσύ;» Κι ο Κέβιν, που έκανε φιλότιμες προσπάθειες να δείξει ότι δε συνέβαινε τίποτα, κι ότι όλα πήγαιναν ακόμα μια χαρά μεταξύ τους, συμφώνησε με σχεδόν προσβλητική προθυμία. Ο Τζορτζ, πάλι, έκανε ότι δεν είχε καταλάβει τίποτε. Η Ρομέν δεν του είχε πει κάτι συγκεκριμένο, αλλά ήταν φως-φα-νάρι γιατί είχε φέρει, για πρώτη φορά, έναν άντρα στο σπίτι. Επί μέρες έκανε πως δεν έβλεπε το παιχνίδι που παιζόταν στο σπίτι του, κι έμοιαζε να δέχεται αδιάφορα το φλερτ της Λίλιαν με το


νεαρό Μ πίσοπ. Για την ακρίβεια, στιγμές-στιγμές έδειχνε να το ενθαρρύνει κιόλας. Χωρίς αμφιβολία, τον ίδιο τον βόλευε να μην παντρευτεί η Ρομέν τον Κέβιν Μ πίσοπ. Τα αισθήματα κι οι επιλογές της κόρης του δε μέτραγαν, μόνο το γεγονός ότι ένας γάμος με τον Μ πίσοπ θα σήμαινε ό,τι εκείνος φοβόταν περισσότερο στη ζωή του: η Ρομέν θα απομακρυνόταν οριστικά απ’την περιουσία της, και στο τέλος πιθανότατα θα τη ρευστοποιούσε, γιατί έτσι κι αλλιώς θα της ήταν άχρηστη στο Ιράκ, ή στη Μ αλαισία, ή όπου αλλού θα έστελναν τον άντρα της. Η παρέμβαση της Λίλιαν τον βόλευε και με το παραπάνω. Η Ρομέν κι ο Κέβιν γύρισαν μαζί στο Λονδίνο, σε μια εφιαλτική ατμόσφαιρα σιωπής και αμηχανίας. Προσπαθούσαν κι οι δυο να υποκριθούν ότι δεν είχαν τίποτε να πουν, και κανένα πρόβλημα να λύσουν. Και το χειρότερο ήταν πως μοιράζονταν ακόμα το ίδιο σπίτι. Φτάνοντας εκεί, η Ρομέν περίμενε πως ο Κέβιν θα της μιλούσε. Το μόνο όμως που της είπε, πνίγοντας ένα δήθεν χασμουρητό, ήταν, «είμαι πολύ κουρασμένος, πάω για ύπνο». Είχαν κοιμηθεί για τελευταία φορά στο ίδιο κρεβάτι, ο καθένας γυρισμένος απ’ την άλλη, χωρίς ν’ αγγίζονται και χωρίς να μιλάνε. Την επομένη, ο Κέβιν της τηλεφώνησε για να της δηλώσει ότι τον


βόλευε περισσότερο να μείνει εκείνο το βράδυ στο διαμέρισμά του, κι από κείνη τη στιγμή η Ρομέν δεν τον ξαναείδε, ούτε καν τη μέρα που πήγε εκείνος στο σπίτι της, για να μαζέψει τα πράγματά του σαν κλέφτης. Αν όμως ο Κέβιν δεν είχε βρει το θάρρος να την αντιμετωπίσει, η “αδερφή” της το είχε βρει, και με το παραπάνω, μάλιστα. Δεν είχε περάσει ούτε μια βδομάδα απ’ τη μέρα που είχε φύγει απ’ το σπίτι ο Κέβιν, όταν χτύπησε το κουδούνι της, και στην πόρτα εμφανίστηκε η Λίλιαν. «Μ πορώ να μπω;» έκανε προκλητικά. Μ ια τυφλή οργή κυρίευσε εκείνη τη στιγμή τη Ρομέν. Της ήρθε να ορμήσει να ξεσκίσει το πανέμορφο, θρασύ πρόσωπο με τα νύχια της. Κρατήθηκε όμως, όχι επειδή δεν έπρεπε να το κάνει, αλλά επειδή δεν ήθελε για κανένα λόγο ν’ αφήσει τη Λίλιαν να μαντέψει πόσο την είχε πληγώσει. Της έκανε τόπο να περάσει, κι εκείνη προχώρησε στο καθιστικό, λικνίζοντας απαλά τους τέλειους γοφούς της. «Πρέπει να σου μιλήσω», δήλωσε μελιστάλαχτα. «Στο κάτω-κάτω, είσαι αδερφή μου». «Σχεδόν», παρατήρησε μέσ’ απ’ τα σφιγμένα της δόντια η Ρο-μέν. «Και για ποιο πράγμα θά ’θελες να μου μιλήσεις;»


Η Λίλιαν κάθισε στον καναπέ, σταυρώνοντας με χάρη τις όμορφες γάμπες της. Τα μισόκλειστα βλέφαρά της δεν μπορούσαν να κρύψουν τη λάμψη του θριάμβου στα μάτια της. Και μαζί με τη λάμψη του θριάμβου, εκείνο το ανυπόφορο βλέμμα του υποκριτικού οίκτου. «_έρω ότι αυτό που θα σου πω θα σε πληγώσει», είπε με απατηλή δισταχτικότητα. «Θα σε πληγώσει πάρα πολύ, αλλά δε γίνεται να το αποφύγω». «Και πώς το ξέρεις ότι θα με πληγώσει;» ρώτησε ξερά η Ρομέν, απορώντας κι η ίδια πού έβρισκε όλη αυτή τη δύναμη και την ψυχραιμία. Μ έσα της σπάραζε, αλλά θα προτιμούσε να πε-θάνει στην πυρά, παρά να το δείξει στη Λίλιαν. Η Λίλιαν ανασήκωσε ανέμελα τους ώμους. «Επειδή ο Κέβιν μου μίλησε για σας τους δυο. Ξέρω ότι περίμενες πολλά απ’ αυτή τη σχέση. Όμως χρυσή μου, τα αισθήματα δεν ορίζονται, το ξέρεις. Λυπάμαι που συνέβη, αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς. Εγώ κι ο Κέβιν αγαπιόμαστε». Αν της ξέσκιζαν τα σπλάχνα μ’ ένα μαχαίρι, θα πονούσε σίγουρα λιγότερο, σκέφτηκε η Ρομέν. Τα κατάφερε όμως να πει με ηρεμία: «Αλήθεια; Αξίζετε ο ένας τον άλλον, χωρίς αμφιβολία». «Ξέρω πόσο σε πληγώνω μ’ αυτά που σου λέω», συνέχισε απτόητη η Λίλιαν, «αλλά δεν έχει νόημα να κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλό μας. Θεώρησα ότι έπρεπε να έρθω να ξεκαθαρίσουμε τα


πράγματα, για να μη συνεχίσεις να ζεις με αυταπάτες και μάταιες ελπίδες. Στο κάτω-κάτω, καλύτερα που συνέβη τώρα, έτσι δεν είναι; Θα μπορούσε να είχε συμβεί μετά από έναν ενδεχόμενο γάμο σας. Τότε θα ήταν ακόμα χειρότερα για σένα». Η Ρομέν σηκώθηκε σαν αυτόματο από κει που καθόταν. Η αντοχή της είχε φτάσει πια στα όριά της. Όλη της η άμυνα κα-τέρρευσε, η φωνή βγήκε αγνώριστη απ’ το στόμα της. «Βγες έξω», της πέταξε σφυριχτά. «Φύγε απ’ το σπίτι μου. Έξω!» Κάτω απ’ το πυρετικό βλέμμα της αδερφής της, η Λίλιαν σηκώθηκε με χάρη, πήρε την τσάντα της, και τράβηξε λικνιστικά για την πόρτα. Εκεί στάθηκε, στράφηκε να κοιτάξει τη Ρομέν, και μ’ ένα χαμόγελο ολοκληρωτικού θριάμβου, είπε μελιστάλαχτα: «Εγώ κι ο Κέβιν θα παντρευτούμε σύντομα. Θα σου στείλουμε πρόσκληση για το γάμο». Κι ύστερα είχε βγει απ’ το διαμέρισμα, κλείνοντας μαλακά πίσω της την εξώπορτα. Ήταν όλα ένας εφιάλτης απ’ όπου δε θα μπορούσε ποτέ να ξυπνήσει. Στιγμές-στιγμές, ευχόταν στ’ αλήθεια να πεθάνει. Ποτέ πριν στη ζωή της δεν είχε νιώσει τόσο πόνο. Ήταν κυριολεκτικά αφόρητο. Οι δυο τους παντρεύτηκαν στις αρχές του Φλεβάρη, με τις ευλογίες προφανώς και του πατέρα της. Η Λίλιαν μάλιστα, όπως


της το είχε υποσχεθεί, είχε το θράσος να της στείλει και πρόσκληση. Η Ρομέν, φυσικά, δεν πήγε στο γάμο. Ας σκέφτονταν ό,τι ήθελαν, δεν την ένοιαζε πια. Ας τη φαντάζονταν να κλαίει, να χτυπιέται, να λιώνει απ’ την απελπισία. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Δεν μπορούσε ν’ αντέξει αυτό το χτύπημα. Δε θα τα κατά-φερνε να επιβιώσει. Δεν μπορούσε πια ούτε να φάει, ούτε να κοιμηθεί, ούτε να ζήσει, ούτε να δουλέψει. Δεν άντεχε αυτό το σπίτι όπου είχε ζήσει τόση ευτυχία με τον Κέβιν. Δεν άντεχε καν αυτή την πόλη, όπου όλα της τον θύμιζαν, κι όπου κυκλοφορούσε ακόμα το ζεύγος Μ πίσοπ. Δε θα το άντεχε να τους συναντήσει τυχαία κάπου. Δε θα το άντεχε να συναντήσει κάποιον απ’ την παλιά τους παρέα, που θα την κοίταζε με οίκτο. Η Βίβιαν κι ο Γκάρι Λίντσεϊ, ένα φιλικό ζευγάρι, είχαν μαντέψει προφανώς τι περνούσε, κι όταν της πρότειναν ν’ ανα-λάβει τη διεύθυνση του σικ εστιατορίου που διατηρούσαν στην Οξφόρδη, η Ρομέν δεν κάθισε να το σκεφτεί ούτε μισό λεπτό. Δεν ήξερε τη δουλειά, αλλά θα τη μάθαινε χωρίς δυσκολία. Τα παράτησε όλα, και μετακόμισε στην Οξφόρδη. Είχε κάνει μήνες να ξαναπάει στο πατρικό της. Δεν μπορούσε να βρει τη δύναμη να ξαναζήσει με τη φαντασία της τις σκηνές που είχαν εκτυλιχτεί τα Χριστούγεννα ανάμεσα στους τοίχους του.


Επιπλέον, δεν ήξερε αν θα τα κατάφερνε ποτέ να συγχωρήσει τον πατέρα της για την ανεκτική του στάση απέναντι στη Λίλιαν και τον Κέβιν, και για την αδιαφορία που είχε δείξει για τη δική της απελπισία. Κι επιπλέον, φοβόταν πως αν πήγαινε εκεί, μπορεί να τύχαι-νε να συμπέσει με τη Λίλιαν και τον Κέβιν. Τρέλα της ερχόταν σ’ αυτή τη σκέψη. Φοβόταν τις ίδιες της τις αντιδράσεις αν ποτέ τους έβλεπε μπροστά της. Στο μεταξύ όμως, έμαθε ότι το ζεύγος Μ πίσοπ είχε φύγει για κάποια αραβική χώρα, κι απ’ την άλλη, στα συχνά τηλεφωνήματα που της έκανε ο πατέρας της, έδειχνε ξαφνικά τόσο διαφορετικός, κι έδειχνε να την έχει τόσο ανάγκη, που η Ρομέν αφέθηκε σιγάσιγά να υποκύψει, κι ένα καλοκαιρινό Σαββατοκύριακο, πήρε το αυτοκίνητό της, και τράβηξε για το σπίτι. Ο πρώτος πόνος είχε πια αμθλυνθεί, αλλά μέσα της κάτι είχε αλλάξει οριστικά. Δεν ήταν πια εκείνη η Ρομέν που είχε έρθει, πριν μόλις λίγους μήνες, να γνωρίσει στον πατέρα της τον αρραβωνιαστικό της, αλλά μια γυναίκα που είχε πληγωθεί ανεπανόρθωτα, που ζούσε πια μια άχαρη, μοναχική ζωή, κι ήταν άποφάσισμένη να μην την αλλάξει από κει και πέρα. Θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να ξανασυνδεθεί με άντρα. Οι έρωτες και οι ωραίες αρλούμπες, είχαν τελειώσει για κείνην. Ο γάμος δεν υπήρχε πια στις προοπτικές της.


Ένιωθε ουδέτερη, αποκομμένη απ’ τη ζωή κι απ’ τον κόσμο. Δεν είχε παρέες στην Οξφόρδη, κι ούτε είχε επιδιώξει ν’ αποκτήσει. Έκανε τη δουλειά της μ’ ευσυνειδησία αλλά χωρίς κέφι, και απέρριπτε ξερά τις λιγοστές προσκλήσεις που είχε από άντρες, όταν το ίδιο της το ύφος δεν ήταν αρκετό για να τους αποθαρρύνει. Για κανένα λόγο δεν έπρεπε να επιτρέψει στον εαυτό της να ξαναπεράσει όσα είχε περάσει με τον Κέβιν. Την επόμενη φορά δε θα τα κατάφερνε να το αντέξει. Στο σπίτι, βρήκε τον πατέρα της αλλαγμένο, όχι ριζικά, βέβαια, αλλά αρκετά ώστε να μπορούν να συνυπάρξουν οι δυο τους χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Ήταν πιο διαλλακτικός, κι έδειχνε κάπως πιο πρόθυμος να δει και τη δική της άποψη. Ίσως όμως να είχε γίνει πιο διαλλακτική και η ίδια. Τα λεγόμενά του δεν την εκνεύριζαν όσο στο παρελθόν. Τον άφηνε απλά να λέει, κι εκείνος πάλι προσπαθούσε να μην την εκνευρίζει ανώφελα. Δεν της ανέφερε καθόλου τη Λίλιαν ή τον Κέβιν, κι η Ρομέν έμεινε με την εντύπωση πως, για μια φορά, ο πατέρας της επέδειχνε μια εντελώς ασυνήθιστη ευαισθησία απέναντι της. Για πρώτη φορά, άλλωστε, απέφυγε να θίξει το θέμα που τον έκαιγε τη μελλοντική της “αποκατάσταση” μ’ έναν άντρα της δικής του αρεσκείας. Κι η παρουσία της θείας της στο σπίτι, βοηθούσε να μειωθούν οι τριβές. Το παράλλο Σαββατοκύριακο, η Ρομέν ξαναπήγε, κι από τότε πήγαινε ταχτικά, σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο, παρ’ όλο που με


τον καιρό ο πατέρας της ξεθάρρεψε, και άρχισε πάλι να αναφέρει, έμμεσα πάντως, γάμους και “αποκαταστάσεις”. Δεν της ξανάφερε πάντως κανέναν υποψήφιο στο σπίτι. Η Ρομέν του το ξέκοβε κάθε φορά με τον πιο ωμό και αποφασιστικό τρόπο. Δεν ήθελε να τον πληγώσει ή να τον απογοητεύσει, μόνο να του δώσει να καταλάβει, οριστικά και για πάντα, πως στη ζωή της δεν υπήρχε πια θέση για κανέναν άντρα. Στιγμές-στιγμές, της φαινόταν ότι τους σιχαινόταν όλους, και τους μισούσε όσο μισούσε και τον Κέβιν. Ποτέ δε θα τον συγχωρούσε γι’ αυτό που της είχε κάνει. Κι ούτε ποτέ θα συγχωρούσε τη Λίλιαν, που της είχε πάρει με την ίδια ευκολία, και τον πατέρα, και τον μοναδικό άντρα που είχε αγαπήσει, όχι επειδή τον είχε αγαπήσει κι εκείνη, αλλά μόνο για να της τον πάρει, κι επειδή, ενδεχομένως, τον είχε βρει αρκετά πλούσιο για τις δικές της προδιαγραφές. Ήταν Οκτώβριος πια τώρα, και στους είκοσι μήνες που είχαν περάσει απ’ το γάμο της Λίλιαν, η ζωή της είχε μπει σ’ ένα καλούπι που ένιωθε ότι της ταίριαζε απόλυτα. Την ηρεμία της ρουτίνας της, την έσπαγαν μόνο οι ταχτικές της επισκέψεις στο σπίτι, όπου μπορούσε να περνάει ατέλειωτες ώρες πάνω σ’ ένα άλογο, και τις υπόλοιπες να αντιδικεί με τον πατέρα της - περισσότερο από συνήθεια, πάντως, παρά από εριστική διάθεση - και να συζητάει με τη θεία της για τα περιορισμένα θέματα που μπορούσαν να ενδιαφέρουν και τις δυο


τους. Αργότερα, θα άφηνε ίσως το εστιατόριο, και θα ξαναγύριζε στο Λονδίνο να δουλέψει σε κάποιο πιο απαιτητικό πόστο, αλλά για την ώρα ήταν ευχαριστημένη να ζει στην Οξφόρδη, μακριά απ’ την πίεση της μεγαλούπολης. Ήταν μια ήρεμη ζωή, χωρίς εξάρσεις, χωρίς περιττά χτυποκάρδια κι αγωνίες, χωρίς κινδύνους. Και θα είχε προσαρμοστεί απόλυτα στις συνθήκες της, αν κάπου στο μπακγκράουντ δεν πλανιόταν απειλητική, η επίμονη παρουσία του Νικ Μ πάρκλεϊ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 «Είσαι κατακίτρινη», είπε η θεία Μ πετίνα. «Πήγαινε στο σπίτι να ξεκουραστείς λίγο, και θα μείνω εγώ εδώ». «Θα μείνω να σου κάνω παρέα», είπε η Ρομέν. Ένιωθε πραγματικά χάλια, δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου, δεν είχε φάει καλά, και το ταξίδι απ’ την Οξφόρδη ήταν πολύ κουραστικό. Θα έδινε οτιδήποτε για να κάνει ένα μπάνιο και να ξεκουραστεί για δυο ώρες, αλλά κατά κάποιον τρόπο, φοβόταν να γυρίσει μόνη της στο σπίτι. «Δε θέλω την παρέα σου, αν είναι να μείνεις και να καταρρεύσεις», είπε αυστηρά η θεία Μ πετίνα. «Πήγαινε τώρα σπίτι, η κυρία Γκρέιντζερ σε περιμένει. Θα σου έχει ετοιμάσει


και κάτι να φας». Φοβάμαι να πάω μόνη μου σπίτι, θά ’θελε να της πει η Ρομέν, αλλά φυσικά δεν το είπε. Θα ήταν γελοίο. Είχε τέσσερις μήνες να πατήσει στο πατρικό της, κι ακόμα και τώρα, για μια στιγμή είχε σκεφτεί να πάει να περάσει τη νύχτα στο ξενοδοχείο. Ήταν ανοησία της, βέβαια, γιατί αργά ή γρήγορα, θα έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι. Στο κάτω κάτω, ήταν δικό της τώρα. Θεέ μου, σκέφτηκε, ο πατέρας μου θα πεθάνει, κι όλα θ’ αλλάξουν... Θα έπρεπε να εγκατασταθεί εκεί. Δεν είχε άλλη επιλογή. Θα έπρεπε ν’ αφήσει τη δουλειά και το σπίτι της στην Οξφόρδη, και να έρθει να αναλάβει το σπίτι και την περιουσία που δε θα ήταν πια του πατέρα της, αλλά δικά της. Πάντα φυσικά το ήξερε πως κάποτε θα γινόταν κι αυτό. Αλλά ήταν ακόμα τόσο νέος ο πατέρας της! Ποτέ δεν το περίμε-νε να συμβεί πριν από είκοσι, ή και τριάντα ακόμα χρόνια. Δε θα της ήταν δύσκολο ν’ αφήσει το εστιατόριο. Η Βίβιαν κι ο Γκάρι, που το κράταγαν άλλωστε τα Σαββατοκύριακα, ήταν απόλυτα ικανοί να το κρατήσουν και μέχρι να βρουν τον αντικαταστάτη της. Κι όσο για το διαμερισματάκι που κρατούσε στην Οξφόρδη, ποτέ δεν το είχε νιώσει σαν σπίτι της.


Ήταν μόνο ένα προσωρινό λιμάνι, όπου είχε καταφύγει για να κλείσει τις πληγές της. Θά ’παίρνε τα προσωπικά της είδη, και θα το άφηνε έτσι όπως το είχε νοικιάσει, επιπλωμένο και τακτικό, κι απρόσωπο. Το δύσκολο ήταν ότι θα έπρεπε, μετά από τέσσερις μήνες απουσίας, να επιστρέψει στο σπίτι, κι αυτή τη φορά για να μείνει. Δεν ήξερε αν θα έβρισκε το απαιτούμενο κουράγιο, και για μια στιγμή, της ήρθε η τρελή ιδέα να κάνει αυτό που πάντα έτρεμε ο πατέρας της: να τα πουλήσει όλα και να φύγει. Ο καθαρός αέρας της εξοχής την αναζωογόνησε, κι όταν άφησε το δημόσιο δρόμο και πήρε το στενότερο δρόμο που οδηγούσε προς το σπίτι, ένιωθε κάπως καλύτερα. Πιο πάνω, έστριψε και πήρε τον ιδιωτικό δρόμο που διέσχιζε τα λιβάδια των Κάλθορπ. Σταμάτησε για ν’ ανοίξει και να κλείσει ένα φράχτη, προσπέρασε μερικά απ’ τα σπίτια των αγροτών που δούλευαν στα χτήματά τους, και χώθηκε κάτω απ’ την αψίδα της βαθύσκιωτης αλέας που οδηγούσε προς το σπίτι. Όλη την ώρα, προετοιμαζόταν ψυχικά γι’ αυτό που ήξερε πως θ’ αντιμετώπιζε φτάνοντας εκεί πέρα. Αλλά παρ’ όλο που οδηγούσε μάλλον αφηρημένα, με το μυαλό να τρέχει πυρετικά απ’ το ένα θέμα στο άλλο, δε δυσκολεύτηκε καθόλου να διακρίνει τον καβαλάρη που ερχόταν προς το μέρος της, κάθετα στο δρόμο, με σκοπό να τον διασχίσει και να περάσει απ’ την άλλη πλευρά. Ατέλειωτα χρόνια συνήθειας, την είχαν μάθει να έχει τα μάτια της δεκατέσσερα σ’


αυτόν το δρόμο. Τα χείλια της σφίχτηκαν αυτόματα καθώς υπολόγιζε βιαστικά αν θα προλάβαινε να προσπεράσει, κι έτσι ν’ αποφύγει να χαιρετίσει τον καβαλάρη, χωρίς να φανεί ιδιαίτερα αγενής. Αλλά ο άντρας ίππευε τον Ταρέκ, και το υπέροχο άτι κάλπαζε σαν άνεμος προς το δρόμο. Δε θα προλάβαινε να περάσει χωρίς να κινδυνεύσει εκείνη ή το άλογο. Πάτησε απαλά το φρένο, κι άφησε το αυτοκίνητο να σταματήσει αργά-αργά, ελπίζοντας πως θα πετύχαινε την κατάλληλη απόσταση ασφαλείας - όχι απ’ το άλογο, αλλά από τον αναβάτη του. Σ’ εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα, που υπολόγιζε την απόσταση με το μάτι, θα της ήταν αδύνατο, όσο κι αν το ήθελε, να μην προσέξει γι’ άλλη μια φορά την ομορφιά του συμπλέγματος που δημιουργούσαν οι δυο τους - το υπέροχο ζώο κι ο μεγαλόπρεπος άντρας, που το ίππευε σαν να είχε γεννηθεί πάνω στη σέλα ενός καθαρόαιμου. Η ομορφιά όμως της εικόνας που αντίκριζαν τα μάτια της, δεν της πρόσφερε καμία ευχαρίστηση* αντίθετα, της προκάλεσε μια σχεδόν σωματική δυσφορία. Έκλεισε τα μάτια, αποφασισμένη να τ’ ανοίξει μόνο όταν το άλογο κι ο καβαλάρης του θα είχαν πια απομακρυνθεί απ’το δρόμο. Αντί όμως ν’ απομακρυνθεί, ο άντρας κράτησε το ζώο, κι ήρθε τριποδίζοντας προς το μέρος της. Η Ρομέν άνοιξε τα μάτια, τόσο, όσο ήταν απαραίτητο για να βλέπει τα πόδια του αλόγου. Ο Ταρέκ σταμάτησε δίπλα στο αυτοκίνητο, και φάνηκε μάλιστα να την


αναγνωρίζει. Ο άντρας έγειρε προς το κλειστό παράθυρο, κι η Ρομέν συνειδητοποίησε πως βρισκόταν στην πολύ δυσάρεστη θέση, να πρέπει ν’ ανοίξει το τζάμι για να τον χαιρετίσει. Θα μπορούσε να το αποφύγει αν επρόκειτο για κάποιον ξένο. Στην περίπτωση όμως του Νικ Μ πάρκλεϊ, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, και στο τέλοςτέλος, αυτό ήταν κάτι που θα συνέβαινε αναπόφευκτα κάποια στιγμή εκείνη την ημέρα. Έτσι όπως εξελίσσονταν τα πράγματα, άλλωστε, πολύ σύντομα ο κύριος Μ πάρ-κλεϊ θα ήταν δικός της υπάλληλος, και θα ήταν υποχρεωμένη να του μιλάει συχνά-πυκνά, όσο κι αν θα έδινε οτιδήποτε για να μπορεί να το αποφύγει. Κατέβασε το τζάμι, σπρώχνοντας πίσω τη μουσούδα του Τα-ρέκ, που προσπαθούσε να χώσει το κεφάλι του μέσ’ απ’ το παράθυρο. «Ήσυχα, ήσυχα, γλυκέ μου», του είπε χαϊδευτικά. Αρνήθηκε να σηκώσει τα μάτια στον Μ πάρκλεϊ, ευχαριστημένη που μπορούσε να προσποιηθεί ότι την απασχολούσαν αποκλειστικά τα καμώματα του αλόγου. Ένιωθε το στομάχι της να σφίγγεται, την καρδιά της να βροντοχτυπάει. Παραλυτικά κύματα αμηχανίας φούσκωναν, το ένα μετά το άλλο, μέσα της. Είχαν μεσολαβήσει τέσσερις μήνες απ’ την τελευταία φορά που είχαν διασταυρωθεί οι δρόμοι τους. Το διάστημα θα έπρεπε να είναι αρκετό για να την κάνει να νιώθει τώρα κάπως πιο άνετα μαζί του.


Αλλά, απ’ ό,τι φαινόταν, δεν ήταν. Κι εκείνος δεν έλεγε απολύτως τίποτα. Είχε μείνει απλά ακίνητος, και την κοιτούσε. Η αμηχανία της μεγάλωνε με κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε, και τελικά, μόνο και μόνο για να σπάσει αυτήν την αφόρητη σιωπή, μίλησε πρώτη. «Καλημέρα, κύριε Μ πάρκλεϊ» είπε ξερά, τονίζοντας ανεπαίσθητα το “κύριε Μ πόρ-κλεϊ”, κι ελπίζοντας πως εκείνος θα έπιανε την έμφαση. «Καλημέρα». Η έλλειψη του ευγενικού “μις Κάλθορπ”, έλεγε περισσότερα από χιλιάδες υπονοούμενα. «Έρχεστε απ’ το νοσοκομείο, φαντάζομαι». «Ναι», είπε σφιγμένα η Ρομέν. «Λυπήθηκα για τον πατέρα σας. Ήταν ολότελα απρόσμενο, κι έχουν αναστατωθεί όλοι εδώ πέρα». «Καταλαβαίνω». Έφερε πάλι τα χέρια της στο τιμόνι και τά ’σφίξε δυνατά, για να μη δει εκείνος πόσο έτρεμαν. «Αυτή τη φορά θα μείνετε, ελπίζω». «Έτσι λέω». Παρά τις μεγάλες της αποφάσεις, έκανε το λάθος να σηκώσει τα μάτια στο πρόσωπό του. Και μόλις τα σήκωσε, η ανάσα της κόπηκε γι’ άλλη μια φορά, καθώς το βλέμμα της μπλέχτηκε αξεχώριστα με το βαθύ γκρίζο των ματιών του.


Είχε ορκιστεί στον εαυτό της να είναι ψυχρή σαν παγοκο-λόνα απέναντι στον Νικ Μ πάρκλεϊ - ή και σε κάθε άλλον άντρα, έτσι κι αλλιώς. Αλλά κάτω απ’ το βλέμμα του, το ίδιο παλιό, γνωστό προδοτικό ρίγος, διέτρεξε ανελέητα τη ραχοκο-καλιά της. Για λίγα δευτερόλεπτα, ξεχάστηκε να τον κοιτάζει σαν αποχαυνωμένη. Είναι ο πιο ελκυστικός άντρας που έχω δει ποτέ, σκέφτηκε σε μια κρίση αντικειμενικότητας. Ωραίος ίσως όχι -όχι με την κλασική έννοια του όρου, όχι όπως ήταν ωραίος ο Κέβιν. Απλά και μόνο... συγκλονιστικός, που να τον πάρει ο διάβολος, κι ο Κέβιν μπροστά του θα έμοιαζε με ασήμαντο, ανώριμο και γλυκανάλατο αγοράκι. Ποτέ πριν δεν είχε γνωρίσει, κάποιον με την παρουσία και το μαγνητισμό του Νικ Μ πάρκλεϊ. Απόστρεψε τρέμοντας το βλέμμα, κι είπε πνιχτά: «Συγχωρήστε με, είμαι πολύ κουρασμένη. Αν δε θέλετε τίποτ’ άλλο...» Το πρόσωπό του έμεινε ολότελα απαθές. «Θα σας δω αργότερα, τότε. Όταν θα έχετε ξεκουραστεί. Καλωσήρθατε στο σπίτι...» Και μ’ έναν τέλεια υπολογισμένο δισταγμό, πρόσθε-σε: «...μις Κάλθορπ». Χωρίς άλλη κουβέντα, έστρεψε απλά το άλογο, πέρασε πίσω απ’ τ’ αυτοκίνητο, και χάθηκε πάλι καλπάζοντας πέρ’ απ’ τα δέντρα. Η Ρομέν ανέβασε το τζάμι του παραθύρου, έβαλε μπρος, και τράβηξε αργά για το σπίτι. Ένιωθε να παγώνει, το στομάχι της


σφιγγόταν οδυνηρά. Όλα θ’ αλλάξουν, είχε σκεφτεί πριν λίγο, και δεν είχε καν υπολογίσει πως η χειρότερη αλλαγή θα ήταν αυτή: θα έπρεπε από δω και πέρα να ανέχεται αδιαμαρτύρητα τον Νικ Μ πάρκλεϊ. Δε θα μπορούσε να τον αποφεύγει, με ή χωρίς προσχήματα, όπως έκανε μέχρι τότε. Όταν ο Νικ Μ πάρκλεϊ θα ήθελε να της μιλήσει, εκείνη θα έπρεπε να το δέχεται, είτε της άρεσε, είτε όχι. Θα της ήταν αδύνατο ν’ αρνηθεί να συζητήσει με τον άνθρωπο που, εδώ και ενάμιση χρόνο, ήταν το δεξί χέρι του πατέρα της. Ο Νικ Μ πάρκλεϊ, ήταν κάτι παραπάνω από επιστάτης - και για την ώρα, είχε απόλυτα το πάνω χέρι. Θα μπορούσε να ζητάει να τη βλέπει κάθε πέντε λεπτά, αν του έκανε κέφι. Θα μπορούσε να της επιβάλλει την παρουσία του με τα πιο γελοία προσχήματα, κι αυτή η προοπτική, όσο απίθανη κι αν φαινόταν, ήταν αρκετή για να της φέρνει ταχυπαλμίες. Αλλά από το να πουλήσει το σπίτι και την ιδιοκτησία της για να τον αποφύγει, μπορούσε να κάνει κάτι πολύ απλούστερο. Ίσως όχι αμέσως τώρα - η ίδια στην αρχή θα ήταν ανίκανη να τα βγάλει πέρα χωρίς τη βοήθειά του. Σύντομα όμως, πολύ σύντομα, θα καταρτιζόταν απόλυτα. Δεν ήταν άσχετη, είχε κάνει ειδικές σπουδές σ’ αυτόν τον τομέα. Μ πορούσε μια χαρά να διευθύνει μόνη της οποιαδήποτε επιχείρηση. Όσο περνούσε απ’ το χέρι της, ο Νικ Μ πάρκλεϊ δε θα έμενε στο


κτήμα, ούτε μια ώρα παραπάνω απ’ όσο θα ήταν απολύτως απαραίτητο. «Τηλεφώνησε η μις Λίλιαν», της είπε αργότερα η κυρία Γκρέιντζερ, η οικονόμος τους, ενημερώνοντάς την για όσα είχαν γίνει εκείνη την ταραγμένη μέρα. Το προσωπικό - και ήταν αρκετοί άνθρωποι, όχι μόνο στο σπίτι, αλλά και έξω απ’ αυτό - ήταν ανάστατοι. Εξίσου ανάστατοι θα ήταν και οι άνθρωποι που δούλευαν στους στάβλους, και οι αγρότες που δούλευαν στα χτήματά τους. Απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, η ζωή τους μπορεί ν’ ανατρεπόταν οριστικά. Θα βρίσκονταν ίσως όλοι στο δρόμο, χωρίς σπίτι και χωρίς δουλειά. Η περιουσία των Κάλθορπ δεν ήταν δεσμευμένη, όπως τα τσιφλίκια που ανήκαν σε κάποιον τίτλο, και μετά το θάνατο του ιδιοκτήτη τους δεν μπορούσαν να περάσουν παρά μόνο στον κοντινότερο άρρενα κληρονόμο. Στην περίπτωση των Κάλθορπ, η Ρομέν θα μπορούσε να πουλήσει σε κάθε στιγμή τα ακίνητά της - και σε οποιονδήποτε. Στη θέση του παλιού αρχοντικού, των κήπων, των λιβαδιών και των πλούσιων κτημάτων, θα μπορούσαν να χτιστούν ξενοδοχεία, εργοστάσια, ή καμιά καινούρια αστική περιοχή. Δεν ήξεραν ποιες ήταν ο» προθέσεις της κόρης του αφεντικού. Ήταν πολύ πιθανό να θέλει να ρευστοποιήσει την περιουσία της. Στο κάτω-κάτω, ως τότε δεν είχε δείξει κανένα ιδιαίτερο


ενδιαφέρον για τις υποθέσεις της. Η Ρομέν έσπευσε να καθησυχάσει την κυρία Γκρέιντζερ, αφήνοντάς την να εννοήσει πως τίποτα δε θ’ άλλαζε στο μέλλον. Τώρα ένιωθε πιο δεμένη με τη γη της παρά ποτέ, και λυπόταν που δεν μπορούσε πια να το πει αυτό στον πατέρα της. Ποτέ και για κανένα λόγο δε θα δεχόταν ν’ αποχωριστεί το σπίτι της και τα απαλά, κυματιστά λιβάδια γύρω του. Ήταν δικά της, και θα γίνονταν από κει και πέρα μοναδικός σκοπός της ζωής της. Δεν ήξερε ακόμα τι θα γινόταν μετά από κείνην. Ήταν η τελευταία απ’ αυτή τη σειρά των Κάλθορπ, αλλά οπωσδήποτε θα έβρισκε κάμποσους άλλους Κάλθορπ, από άλλους κλάδους της οικογένειας, ικανούς να την κληρονομήσουν. Αυτή που σίγουρα δε θα την κληρονομούσε σε καμία περίπτωση, θα ήταν η Λίλιαν ή τα παιδιά της. «Τηλεφώνησε κι η μις Λίλιαν», της έλεγε τώρα η κυρία Γκρέιντζερ, κι ο τόνος της ήταν ξερός, ίσα-ίσα στα όρια της ευπρέπειας. Κανείς απ’ το προσωπικό δεν είχε χωνέψει ποτέ τη Λίλιαν. «Είπε πως της είναι πολύ δύσκολο να τηλεφωνάει από κει κάτω, και άφησε ένα τηλέφωνο για περίπτωση ανάγκης». Η Ρομέν προσπάθησε να μείνει ατάραχη. «Τίποτ’ άλλο;» «Λυπήθηκε λέει πολύ για τον πατέρα σας. Θέλει να την ειδοποιήσουμε αν συμβεί... οτιδήποτε».


«Ναι», είπε άχρωμα η Ρομέν. Φυσικά, δεν μπορούσε να το αποφύγει, κι αν συνέβαινε οτιδήποτε, θα έβαζε τη θεία Μ πετί-να να της τηλεφωνήσει, αλλά ήδη παρακαλούσε από μέσα της, να μη θεωρούσε η Λίλιαν ότι άξιζε να χαλάσει την ησυχία της για να παραστεί στην κηδεία. Αργότερα, γύρισε απ’ το νοσοκομείο κι η θεία Μ πετίνα. Η κατάσταση δεν είχε αλλάξει, της είπε, ούτε προς το καλύτερο, ούτε προς το χειρότερο. Η Ρομέν σκέφτηκε με παράλογη ελπίδα, πως αυτή η στασιμότητα, ίσως να άφηνε κάποια περιθώρια για αισιοδοξία. «Κι εσύ, χρυσό μου; Νιώθεις καθόλου καλύτερα τώρα;» «Έφαγα κάτι και συνήλθα λίγο». «Πώς σου φαίνεται που ξαναβρίσκεσαι στο σπίτι;» Η Ρομέν κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο, τη στιγμή ακριβώς που δε θα έπρεπε να κοιτάξει, και είδε τη μεγαλόπρεπη σι-λουέτα του Νικ Μ πάρκλεϊ που διέσχιζε την πίσω αυλή προς το σπίτι. Άθελά της, σφίχτηκε ολόκληρη, και το πρόσωπό της σκοτείνιασε. «Χαίρομαι που είμαι εδώ», απάντησε μηχανικά στη θεία της. «Νομίζω πως έρχεται ο κύριος Μ πάρκλεϊ», είπε μετά. «Δεν ξέρω τι θέλει». «Θα θέλει να σου μιλήσει, φαντάζομαι. Πάντα ερχόταν αυτή την ώρα να συζητήσει με τον πατέρα σου. Για όλα του μιλούσε ο καημένος ο Τζορτζ. Τα είχε αφήσει όλα στα χέρια του. Δεν ξέρω τι


θα κάναμε χωρίς τον κύριο Μ πάρκλεϊ αυτόν τον τελευταίο καιρό. Είναι πολύ ικανός άνθρωπος, στ’ αλήθεια». «Χωρίς αμφιβολία», είπε η Ρομέν. «Ικανός και επιτήδειος». Η θεία της την κοίταξε παραξενεμένη. «Στιγμές-στιγμές, έχω την εντύπωση πως δεν τον εγκρίνεις. Ίσως δεν έχεις αν-τιληφθεί πόσο πολύτιμη είναι η βοήθειά του. Πρέπει να με πιστέψεις, Ρομέν, τον τελευταίο καιρό ο πατέρας σου είχε παραιτηθεί απ’ όλα. Αν δεν ήταν ο κύριος Μ πάρκλεϊ, θα είχαν διαλύσει τα πάντα εδώ πέρα». «-έρω», είπε η Ρομέν. «Δε χρειάζεται να με πείσεις». Ήξερε καλά τι συνέβαινε εκεί αυτό το τελευταίο διάστημα. Μ ετά το γάμο της Λίλιαν, ο Τζορτζ είχε γνωρίσει τον Νικ Μ πάκλεϊ, κι έτσι μόνος και δυστυχισμένος που ένιωθε χωρίς την αγαπημένη του γυναίκα, και μακριά κι απ’ τις δυο του κόρες, είχε πέσει κυριολεκτικά θύμα της καπατσοσύνης και της γοητείας του νεότερου άντρα. Διατηρούσε πάντα άλογα ο πατέρας της, αλλά μόνο για προσωπική τους χρήση. Ο Μ πάρκλεϊ τον είχε πείσει να επεκτείνουν τις εγκαταστάσεις των στάβλων, και να οργανώσουν ένα ιπποτροφείο καθαρόαιμων. Ήξερε βέβαια το αντικείμενό του, εξαιρετικά καλά, μάλιστα. Η Ρομέν τον είχε δει να δουλεύει με τ’ άλογα, και δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί ότι, σαν μάνατζερ ιπποτροφείου, ο Νικ Μ πάρκλεϊ δύσκολα θα έβρισκε αντίπαλο. Ήταν πολύ δυνατός στα οργανωτικά θέματα. Είχε στήσει τη δουλειά σε χρόνο ρεκόρ, είχε


βρει τα άλογα που ήθελε, είχε προσλάβει το κατάλληλο προσωπικό, κι η επιχείρηση είχε μπει μπροστά χωρίς καθυστέρηση, και χωρίς σημαντικά προβλήματα. Ήξερε τ’ άλογα σαν την παλάμη του, διέθετε κοφτερό μυαλό και γερή κρίση, και απέφευγε όλα τα λάθη κι όλες τις παγίδες. Είχε κάνειτον Τζορτζ Κάλθορπ να τρώει κυριολεκτικά απ' τη χούφτα του. Αυτά όλα είχαν αρχίσει τον περασμένο Μ άιο, πράγμα που σήμαινε ότι δεν είχε χρειαστεί παρά ενάμισης χρόνος στον κύριο Μ πάρκλεϊ, για να γίνει ο άνθρωπος που πάνω του βασιζόταν ο Τζορτζ Κάλθορπ για όλα. Του είχε παραχωρήσει αρμοδιότητες που δεν είχαν καμιά σχέση με τ’ άλογα, κι όταν αποσύρθηκε ο παλιός τους επιστάτης, αντί να πάρει τη θέση του ο βοηθός του, την είχε πάρει ο Νικ Μ πάρκλεϊ. Λίγο-λίγο, ο Τζορτζ Κάλθορπ μετέφερε όλο και περισσότερες ευθύνες στον Μ πάρκλεϊ, που τώρα πια διεύθυνε ουσιαστικά τα πάντα εκεί πέρα, και συχνά μάλιστα εν λευκώ. Δεν υπήρχε πια κανείς, εκτός ίσως απ’ την κυρία Γκρέιντζερ, που να μην είναι στις άμεσες διαταγές του. Τραβούσε τον πατέρα της κυριολεκτικά απ’ τη μύτη, όπως κάποτε τον τραβούσε η Κάθριν, κι αργότερα η Λίλιαν. Αυτό ήταν προφανώς κάτι που το είχε ανάγκη ο Τζορτζ για να ζήσει. Ο συνήθως καχύποπτος και προσεχτικός πατέρας της, είχε τώρα τυφλή και-ακλόνητη εμπιστοσύνη στον Νικ Μ πάρκλεϊ. Του


ανέθετε τα πάντα, τον συμβουλευόταν για τα πάντα, κι ούτε καν έλεγχε τι έκανε. Η Ρομέν είχε ανακαλύψει, προς μεγάλη της έκπληξη, ότι ο πάντα δύστροπος και ισχυρογνώμων Τζορτζ, δε διαφωνούσε ποτέ με τον Μ πάρκλεϊ, όχι επειδή συ-νέβαινε να έχουν τις ίδιες απόψεις, αλλά επειδή ο πατέρας της συντασσόταν πάντα με τη γνώμη του επιστάτη του, και χωρίς αντίρρηση, μάλιστα. Κι ήταν βέβαιη πως μια πιο συστηματική έρευνα στις υποθέσεις του πατέρα της, θα αποκάλυπτε πια σημεία και τέρατα. Σίγουρα, ο ανεξέλεγκτος κύριος Μ πάρκλεϊ, θα είχε απλώσει το χέρι του πολύ πιο πέρα από κει που του επιτρεπόταν. Αλλά από δω και μπρος θα είχε να κάνει μαζί της, όχι με τον κουρασμένο, παραιτημένο πατέρα της. Κι η πρώτη της δουλειά θα ήταν να ψάξει εξονυχιστικά την υπόθεση του ιπποτροφείου. Από τώρα μπορούσε να φανταστεί τι μορφή θα είχαν πάρει οι ατασθαλίες σ’ αυτή την επιχείρηση, που με τόση απο-κοτιά είχε βάλει μπροστά ο πατέρας της. «Κι είναι τόσο ευχάριστος και συμπαθητικός», συνέχισε με θέρμη η θεία Μ πετίνα. Ήταν φανερό ότι είχε πέσει κι εκείνη ολοκληρωτικά θύμα της γοητείας του Μ πάρκλεϊ. «Κύριος σε όλα του, και τόσο ωραίος άντρας, εδώ που τα λέμε. Χαίρεσαι να τον βλέπεις!» Η Ρομέν ήταν έτοιμη να της απαντήσει τσουχτερά, αλλά εκείνη τη


στιγμή χτύπησε η πόρτα, και στο άνοιγμά της στάθηκε ο Νικ Μ πάρκλεϊ αυτοπροσώπως. Είπε ένα ευγενικό «καλησπέρα», και δεν παρέλειψε να στείλει ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο προς τη μεριά της θείας της. Η καρδιά της Ρομέν κλότσησε στο στήθος της, το στόμα της στέγνωσε ολότελα. Σηκώθηκε βιαστικά, για να κρύψει την ταραχή και την αμηχανία της, κι είπε ψυχρά: «Ας πάμε στο γραφείο, κύριε Μ πάρκλεϊ. Θα μπορέσουμε να μιλήσουμε με την ησυχία μας». Μ ’ ένα νεύμα του κεφαλιού, ο άντρας χαιρέτισε τη θεία της, και την ακολούθησε αμίλητος μέχρι το γραφείο. Η καρδιά της χτυπούσε να σπάσει. Άναψε το φως, πέρασε στο δωμάτιο, και τον περίμενε να μπει κι εκείνος. Ο άντρας έκλεισε πίσω του μαλακά την πόρτα. Κι ήταν πάλι, για πρώτη φορά μετά από τέσσερις μήνες, μόνη με τον Νικ Μ πάρκλεϊ. Φοβόταν αυτή τη συνάντηση, απ’ τη στιγμή που της είχε τηλεφωνήσει η θεία Μ πετίνα, για να της πει ότι ο πατέρας της είχε πάθει συμφόρηση. Ήξερε πως θα αναγκαζόταν, αργά ή γρήγορα, να τον αντιμετωπίσει, και πως θα έπρεπε να τα βγάλει πέρα με όση αξιοπρέπεια μπορούσε να διατηρήσει σ’ αυτές τις συνθήκες. Προχώρησε αμίλητη μέχρι το γραφείο του πατέρα της, και κάθισε στην άνετη δερμάτινη πολυθρόνα. Της ήταν ακόμα αδύνατο ν’


αντιγυρίσει το γκρίζο βλέμμα του Νικ Μ πάρκλεϊ, και προσποιήθηκε ότι κοιτούσε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο που ήταν αφημένο στη λεία επιφάνεια του γραφείου. Μ ε την άκρη του ματιού όμως, έβλεπε ότι εκείνος στεκόταν ακόμα στην πόρτα, νωχελικά γερμένος στο σκούρο ξύλο της, και την κοιτούσε. Η καρδιά της σφυροκοπούσε σαν τρομαγμένο πουλί στο στήθος της. Ξεροκατάπιε μια-δυο φορές, πριν καταφέρει να βγάλει φωνή απ’ το στόμα της. «Θέλατε να μου μιλήσετε, κύριε Μ πάρκλεϊ;» Επιτέλους σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε. Τα έχασε ολότελα βλέποντας την έκφρασή του. Δεν της απάντησε. Μ αζεύοντας όλη της τη θέληση, του είπε ψυχρά: «Ο χρόνος μου είναι περιορισμένος, κύριε Μ πάρκλεϊ. Αν θέλετε να είστε λίγο σύντομος...» Τα μάτια του πετούσαν φλόγες, που η ίδια δεν ήξερε αν ήταν από οργή ή τίποτ’ άλλο. Ο άντρας ξεκόλλησε επιτέλους απ’ την πόρτα, και την πλησίασε αργά, σχεδόν επικίνδυνα. «Ω, δε θα σας απασχολήσω περισσότερο απ’ όσο επιβάλλεται, μις Κάλθορπ. Συγχωρήστε μου μια στιγμιαία... αμηχανία, ας πούμε. Οφειλόταν στις ασυνήθιστες συνθήκες». Ο σαρκασμός στη φωνή του τη ζεμάτισε. Καθώς αυτός ερχόταν να σταθεί μπροστά στο γραφείο, η Ρομέν είχε γι’ άλλη μια φορά την ευκαιρία ν’ αποτιμήσει τις λεπτομέρειες


που συνέθεταν τη συναρπαστική του εμφάνιση. Ήταν πανύψηλος πιο ψηλός απ’ τον Κέβιν - και το σώμα του θα μπορούσε άνετα να το είχε ονειρευτεί κάθε γλύπτης της αρχαιότητας. Το πρόσωπό του, με τα ψηλά ζυγωματικά και το τετράγωνο σαγόνι, απόπνεε μια τέτοια ατσάλινη δύναμη, που σε καθήλωνε απ’ την πρώτη ματιά. Και τα σκοτεινά, οργισμένα γκρίζα του μάτια, έκαναν καταπληκτική αντίθεση με τα πυκνά μαύρα μαλλιά που στεφάνωναν το περήφανο κεφάλι του. Μ όνο τα χείλια του έδιναν μια πινελιά αισθησιασμού σ’ αυτό το απόλυτα αρρενωπό, σκληρό, σχεδόν γρανίτινο πρόσωπο. Τώρα ήταν αφύσικα σφιγμένα, αλλά ακόμα κι έτσι, υπόσχονταν θαρρείς ατέλειωτες θάλασσες ηδονής με το άγγιγμά τους. Ήταν υπέροχος απ’ άκρη σ’ άκρη - κι ήταν επίσης ο μοναδικός λόγος που την είχε απομακρύνει αυτούς τους τέσσερις μήνες απ’ το σπίτι. Στην απόλυτη σιωπή, το τικ-τακ του ρολογιού αντηχούσε σαν καμπάνα. Η Ρομέν συνήλθε απ’ τη νάρκη της, κούνησε το κεφάλι, κι είπε λίγο βραχνά: «Πείτε μου τι συμβαίνει;» Ο άντρας φάνηκε να χαλαρώνει λίγο. Μ ισοκάθισε στην άκρη του γραφείου, άφησε μπροστά της ένα πάκο χαρτιά, κι είπε ουδέτερα: «Αύριο έχουμε μια αγοραπωλησία στο ιπποτροφείο. Ο πατέρας σας με είχε εξουσιοδοτήσει να τη χειριστώ, αλλά όπως πάντα, θα έδινε


αυτός το τελικό οκέι. Τώρα που... δεν είναι εδώ, θα πρέπει να ασχοληθείτε εσείς, μις Κάλθορπ. Αν έχετε καμιά απορία, μπορώ να σας ενημερώσω λεπτομερώς». Τον κοίταξε με στενεμένα μάτια. «Ο πατέρας μου σας... εξουσιοδοτούσε συχνά για τέτοιου είδους συναλλαγές, κύριε Μ πάρκλεϊ;» Της απάντησε παγερά: «Σχεδόν σε κάθε περίπτωση, μις Κάλθορπ». Η Ρομέν έσπρωξε πίσω τα χαρτιά που είχε μπροστά της. «Πολύ φοβάμαι ότι δε γνωρίζω καθόλου το θέμα. Δεν μπορώ ν’ αποφασίσω έτσι, και θα μου πάρει χρόνο να ενημερωθώ. Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να το αναβάλουμε». «Θα προτιμούσα όχι», είπε σφιγμένα ο άντρας. «Συνήθως είμαστε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας». «Οι περιστάσεις είναι ιδιάζουσες, κύριε Μ πάρκλεϊ. Και δεν πρόκειται να δώσω το οκέι, σε κάτι που δεν μπορώ να ελέγξω εξονυχιστικά». «Είμαι εδώ για να σας ενημερώσω». «Όχι», του πέταξε ξερά, κι ύστερα, καταλαβαίνοντας ότι η στάση της θα μπορούσε να εκληφθεί απ’ τον Μ πάρκλεϊ σαν επίσημη κήρυξη πολέμου, κι ότι καθόλου δεν τη συνέφερε σ’ αυτή τη φάση ν’ αρχίσει τις αψιμαχίες με το μοναδικό άνθρωπο που ήξερε όσα


δεν ήξερε εκείνη, πρόσθεσε πιο μαλακά: «Όχι απόψε, σας παρακαλώ. Είμαι κατάκοπη και πολύ... αναστατωμένη μ’ όλα αυτά. Αν δε σας πειράζει τώρα, κύριε Μ πάρ-κλεϊ...» Σηκώθηκε από κει που καθόταν, συνειδητοποιώντας έντρομη ότι τα πόδια της δεν τη βαστούσαν. Το γκρίζο βλέμμα που την κάρφωνε τόση ώρα, έκανε τα σωθικά της να τρεμου-λιάζουν ασταμάτητα μέσα της. Πάλεψε απεγνωσμένα με τον εαυτό της, για να τον πείσει να τραβήξει ήσυχα-ήσυχα για την πόρτα και να ξεφύγει. Είχε κάνει κιόλας δυο βήματα, όταν τη σταμάτησε η φωνή του. «Μ η φεύγεις, Ρομέν», είπε βραχνά ο άντρας. Δεν είχε κινηθεί από κει που βρισκόταν, μισοκαθισμένος στην άκρη του γραφείου, κι όταν εκείνη στράφηκε να τον κοιτάξει, είδε πως το πρόσωπό του έμοιαζε παράδοξα σφιγμένο. Στο άκουσμα του ονόματος της απ’ τα χείλια του, το αίμα όλο της είχε ανέβει στο κεφάλι. Ο Νικ Μ πάρκλεϊ, λοιπόν, χρειαζόταν κάτι πολύ περισσότερο απ’ το παγερό της ύφος για να καταλάβει. Κι επειδή οπωσδήποτε δεν ήταν τόσο χοντροκέφαλος, ώστε να μην πιάνει έστω και το πιο ασήμαντο υπονοούμενο, η μόνη εξήγηση για το θράσος του, ήταν ότι είχε αποφασίσει ν’ αγνοήσει όλα τα σήματα που του έστελνε. Για μια στιγμή δεν ήξερε τι να του πει, αλλά ξαναβρήκε σχεδόν αμέσως την ψυχραιμία της, κι είπε δηκτικά: «Επιθυμείτε τίποτ’ άλλο, κύριε Μ πάρκλεϊ;» Τόνισε με νόημα το "κύριε Μ πάρκλεϊ,


παρ’ όλο που ήξερε πως θα ήταν ανώφελο. Ήταν, όντως. Τίποτε δε θα τον πτοούσε, πέρα από μια γερή προσβολή. Ξεκόλλησε απ’ το γραφείο και την πλησίασε αργά. «Γιατί χάθηκες όλους αυτούς τους μήνες;» Μ ε τα μάγουλα συνέχεια φλογισμένα, η Ρομέν του είπε ξερά: «Αυτό δε νομίζω ότι μπορεί να σας αφορά, κύριε Μ πάρκλεϊ». Την κοίταζε τώρα απ’ το ύψος του, μ’ εκείνη την εκνευριστι-κή αυτοπεποίθηση του άντρα που ξέρει ότι μπορεί να γίνει ακαταμάχητος, χωρίς να χαμογελάει, αλλά ούτε και θυμωμένος. Το μόνο που έβλεπε στο βλέμμα και τη στάση του η Ρομέν, ήταν κάτι που θα την τάραζε σε κάθε περίπτωση πολύ περισσότερο απ’ την οργή του. Μ ια φοβερή ταραχή την κατέλαβε, αγανάκτηση γι αυτόν, ντροπή για τον εαυτό της, ένας τρελός θυμός που του είχε επιτρέψει να τη φέρει πάλι σε μειονεκτική θέση, και μαζί, όλα εκείνα τα προδοτικά ρίγη που της έφερνε πάντα η παρουσία του τόσο κοντά της. Το κορμί της μηρμύγκιαζε, ξαφνικά ζωντανεμένο. Ήταν μια γυναίκα εικοσιεφτά χρόνων, αλλά εκείνος, απ’ όσο ήξερε, πλησίαζε στα τριανταεφτά. Ήταν πολύ μεγάλος, πολύ εξεζητημένος, και πολύ έμπειρος σ’ αυτό το παιχνίδι, για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα μαζί του, αν αυτός αποφάσιζε να παίξει με τους δικούς του όρους.


Κι εκείνη ήταν τόσο πληγωμένη, και τόσο ευάλωτη... Είχε κάθε λόγο να τον φοβάται. Πριν προλάβει να συγκροτήσει τα λόγια της, αυτά βγήκαν σαν από μόνα τους: «Μ η με πλησιάζεις!» Το πρόσωπό του πέτρωσε. Τη ρώτησε αργόσυρτα: «Ποιο είναι το πρόβλημα;» Η Ρομέν οπισθοχώρησε ως την πόρτα. «Μ ην τολμήσεις να μ’ αγγίξεις!» «Δεν πρόκειται να σ’ αγγίξω». Η φωνή του ήταν παγερή όσο και το βλέμμα του, και ξαφνικά η Ρομέν βεβαιώθηκε ότι όντως δεν είχε σκοπό να την αγγίξει. Αγανάκτησε με τον εαυτό της για τον αδικαιολόγητο πανικό που την είχε κάνει απλώς να φανεί γελοία. Και μέσα στην αγανάκτησή της, αντέδρασε ο-λότελα σπασμωδικά. Δεν ήθελε να του πει κάτι τέτοιο, δε θα διάλεγε ποτέ άλλοτε να του μιλήσει έτσι. Δεν ήταν κακιά ή σνομπ, αλλά εκείνη τη στιγμή, αντιμέτωπη με τη δική της αδυναμία, και με την εξοντωτική δύναμη του άντρα απέναντι της, έχασε κάθε έλεγχο. «Θα με υποχρεώσετε», είπε κοντανασαίνοντας, «αν από δω και πέρα μάθετε να περιορίζεστε στα καθήκοντα του επιστάτη, κύριε Μ πάρκλεϊ. Δεν ξέρω τι αρμοδιότητες σας είχε δώσει ο πατέρας μου, αλλά εγώ σίγουρα δε χρειάζομαι άλλου είδους υπηρεσίες απ’ τους υπαλλήλους μου, ακόμα κι όταν τους πληρώνω με τα εξωφρενικά ποσά που πληρώνω εσάς!»


Και μ’ αυτά τα λόγια, έσπευσε ν’ ανοίξει την πόρτα και να βγει απ’ το δωμάτιο, αφήνοντάς τον να την κοιτάζει κυριολεκτικά παγωμένος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Πήγε να κλειστεί σαν κυνηγημένη στο δωμάτιό της, όπου είχε όλον τον καιρό να μετανιώσει πικρά για τα άσκεφτα, προσβλητικά λόγια που του είχε πετάξει. Ο Νικ Μ πάρκλεϊ δεν ήταν κανένας σαχλονεαρός για να τον αποπαίρνει έτσι απ’ όσο ήξερε, ήταν ένας εξαιρετικά περήφανος άντρας, που δεν είχε δώσει ποτέ σε κανέναν το δικαίωμα να του μιλάει με οτιδήποτε, εκτός απ’ τον πιο απόλυτο σεβασμό. Η κυρία Γκρέιντζερ, για παράδειγμα, που δε φοβόταν ούτε τον Τζορτζ Κάλθορπ, ένιωθε κυριολεκτικά δέος μπροστά στον επιστάτη του. Ο ίδιος ο Τζορτζ, που για ίσους τού αναγνώριζε μόνο τους τιτλούχους από βαρώνο και πάνω, τον αντιμετώπιζε όχι απλά σαν ίσο του, αλλά σαν εκλεκτό και τιμη-μένο του φίλο. Τώρα, αυτή του είχε μιλήσει σαν να επρόκειτο για κανένα υποδεέστερο είδος ανθρώπου, κανένα φτηνό καμάκι ή, ακόμα χειρότερα, κανέναν επαγγελματία νταβατζή. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε προσβάλει έτσι άνθρωπο, όποιο κι αν ήταν το επάγγελμα ή η τάξη του. Η ίδια μπορεί να ανήκε σε παλιά, αρχοντική οικογένεια, και να είχε πατέρα μεγαλογαιοκτήμονα, αλλά σεβόταν


την ανθρώπινη προσωπικότητα, ανεξάρτητα απ’ οτιδήποτε άλλο. Πώς είχε επιτρέψει στο θυμό και στο φόβο της να την παρασύρουν έτσι; Ήξερε ότι ο Νικ Μ πάρκλεϊ δε θα είχε δυσκολευτεί να ερμηνεύσει τα λόγια της με τον τρόπο ακριβώς που τα είχε εννοήσει κι εκείνη. «Εγώ είμαι το αφεντικό, κι εσύ δεν είσαι παρά ο επιστάτης των χτημάτων μου. Μ πορεί να είχες τον πατέρα μου του χεριού σου, αλλά εγώ δεν πιάνομαι κορόιδο. Επιπλέον, δε χρειάζομαι νταβατζή μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Τα πράγματα άλλαξαν απ’ την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε, κύριε Μ πάρκλεϊ... Τώρα εγώ διατάζω, κι εσύ ακούς με σεβασμό». Όχι, δεν είχε κανένα ελαφρυντικό, ούτε καν τον τυφλό πανικό που την είχε καταλάβει. Ούτε η Λίλιαν δε θα τολμούσε ποτέ να μιλήσει έτσι σε κάποιον θεωρητικά κατώτερό της. Και τώρα ο Μ πάρκλεϊ θα έφευγε. Θα την έφτυνε, σίγουρα, και θα έφευγε. Δεν ήταν από κείνους που σηκώνουν τέτοιες προσβολές. Κι όταν θα έφευγε, θα άφηνε πίσω του το χάος. Ποτέ της δε θα τα κατάφερνε να τα βγάλει πέρα χωρίς αυτόν. Δεν είχε ασχοληθεί ποτέ σε βάθος με τις υποθέσεις του πατέρα της, δε θα ήξερε ούτε από πού ν’ αρχίσει. Και το ιπποτροφείο, φυσικά, θα διαλυόταν. Ό Τζίμι Ντάνιελς, ο πρώτος βοηθός του Νικ, ήταν ακόμα σχεδόν εκπαιδευόμενος. Δε θα μπορούσε σ’ αυτή τη φάση ν’ αντικαταστήσει τον υπερταλαντούχο και έμπειρο διευθυντή του όχι, ούτε σ’ αυτή τη φάση, ούτε σε καμιά άλλη. Ο Νικ ήταν στη δουλειά του μοναδικός.


Αλλά στο βάθος, ακόμα πιο οδυνηρή κι ανυπόφορη ήταν η σκέψη πως εκείνος θα έφευγε, και δεν θα τον ξανάβλεπε ποτέ της. Επί ώρες στριφογύριζε στο κρεβάτι εκείνο το βράδυ, πασχίζοντας να αποκοιμηθεί. Αλλά οι ταραγμένες της σκέψεις συνέχισαν να διώχνουν τον ύπνο μακριά της, επίμονες, βασανιστικές, κι ολότελα μάταιες. Είχε πρωτοσυναντήσει τον Νικ Μ πάρκλεϊ στο “Ακουάριουμ”, το ρεστοράν του Γκάρι και της Βίβιαν. Ήταν πριν ενάμιση περίπου χρόνο, τον Απρίλη, δύο μήνες μόνο μετά το γάμο της Λίλιαν και του Κέβιν, και οπωσδήποτε, το τελευταίο πράγμα που θα πρόσεχε εκείνες τις θλιβερές μέρες η Ρομέν, θα ήταν ένας εντυπωσιακός άντρας. Για την ακρίβεια, της ερχόταν αναγούλα κάθε φορά που το βλέμμα της έπεφτε σε κάποιον ελκυστικό πελάτη. Η δουλειά της την υποχρέωνε να έρχεται σ’ επαφή μαζί τους, και κάθε φορά, έπρεπε να κάνει προσπάθειες για να είναι ευγενική και εύχαρις, με τους αρσενικούς που ξεπερνούσαν το πλαίσιο του απλά νόστιμου. Εκείνο το βράδυ που ο Νικ Μ πάρκλεϊ μπήκε στο μαγαζί, η διάθεσή της δεν ήταν καθόλου καλύτερη. Βγαίνοντας από το πίσω μέρος του μαγαζιού, είχε δει τον μετρ να οδηγεί έναν μελαχρινό άντρα και την παρέα του σ’ ένα τραπέζι. Η Ρομέν βέβαια δεν είχε ιδέα ποιος ήταν αυτός ο μεγαλόπρεπος άντρας που είχε τιμήσει το μαγαζί τους με την παρουσία του, κι ούτε θυμόταν να είχαν κράτηση για κείνο το τραπέζι, ώστε να


διαπιστώσει την ταυτότητά του. Το μόνο που ήξερε ήταν πως, για μια φορά, το βλέμμα της έμοιαζε ανίσχυρο να φύγει πάνω από έναν άντρα. Στράφηκε απ’ την άλλη, μόνο όταν συνειδητοποίησε πως δύο εξαιρετικά όμορφα κι εξαιρετικά διαπεραστικά μάτια, είχαν καρφωθεί πάνω της και την περιεργάζονταν μ’ όλη τους την άνεση. Ένιωσε να φουντώνει, και για να ξεπεράσει την αμηχανία της, έσπευσε να χωθεί στην κουζίνα. Χωρίς αμφιβολία, ο άγνωστος ήταν ασυνήθιστα εντυπωσιακός. Εκείνη όμως δεν τον είχε χαζέψει σαν άντρα, μόνο σαν ξεχωριστό δείγμα ενός είδους, που η ίδια δε θά ’θελε πια να το πλησιάσει ούτε στα πέντε μέτρα. Αργότερα όμως, σε μια απ’ τις καθιερωμένες της επισκέψεις στην κατάμεστη αίθουσα - ο Γκάρι κι η Βίβιαν είχαν σαν αρχή του μαγαζιού την προσωπική επαφή με τους καλούς πελάτες ανακάλυψε πως ένα βλέμμα δεν ήταν αρκετό, όσον αφορούσε τον Νικ Μ πάρκλεϊ. Το όμορφο, μελαχρινό κεφάλι, τραβούσε σαν μαγνήτης τα μάτια της. Ήταν πραγματικά μεγαλόπρεπος, έπρεπε να το παραδεχτεί. Είχε μια τόσο έντονη παρουσία, που οι άλλοι στο τραπέζι του, έμοιαζαν να κρέμονται απ’ τα χείλια του. Οι κινήσεις του ήταν πολύ ήρεμες, πρόσεξε, σχεδόν νωχε-λικές. Συζητούσε χαμηλόφωνα, χαμογελώντας πού και πού μ’ ένα χαμόγελο που κάθε γυναίκα, εκτός απ’ αυτήν, βέβαια,


θα χαρακτήριζε “εκθαμβωτικό”. Η όμορφη ξανθιά που καθόταν στα δεξιά του, τον κοιτούσε σαν μαγεμένη. Καθώς η Ρομέν πλησίαζε τους εκλεκτούς πελάτες για ν’ ανταλλάξει λίγα λόγια με τον καθένα, παρατήρησε πως οι κοπέλες στην παρέα του άγνωστου άντρα, δεν ήταν οι μόνες στην αίθουσα που εντυπωσιάζονταν απ’ την παρουσία του. Χωρίς εκείνος να κάνει τίποτα για να το πετύχει, τραβούσε κι ένα σωρό άλλα, καλυμμένα ή απροκάλυπτα, βλέμματα προς το μέρος του. Η Ρομέν απέφυγε συνειδητά να πλησιάσει προς το τραπέζι του, ή να κοιτάξει προς τα κει. Παρ’ όλ’ αυτά, μέχρι που έφυγε πάλι απ’ την αίθουσα, είχε συνέχεια τη δυσάρεστη εντύπωση, ότι της έκαιγε τη ράχη ένα διαπεραστικό γκρίζο βλέμμα. Δυο μέρες αργότερα, εκείνος ξανάρθε, αυτή τη φορά με μια άλλη παρέα. Και πάλι η Ρομέν απέφυγε να του μιλήσει, χωρίς όμως να αποφύγει να συναντήσει κι εκείνο το καυτό βλέμμα, που της έφερνε τόση δυσφορία. Την τρίτη φορά που ξαναήρθε στο μαγαζί τους ο μελαχρινός άγνωστος, η Ρομέν δε βγήκε καθόλου στην αίθουσα. Ύστερα, για λίγες μέρες τον έχασαν, κι η Ρομέν πίστεψε πως εκείνος δε θα ξαναρχόταν ποτέ. Ίσως δεν του άρεσε πια η κουζίνα του “Ακουάριουμ”, ή ίσως είχε ενοχληθεί που τον σνομπάριζε έτσι η διεύθυνση.


Μ πορεί να είχε διώξει με τη στάση της έναν καλό πελάτη, σκεφτόταν μετανιωμένη. Ακόμα δεν ήξερε ποιος ήταν, αλλά είχε μείνει με την εντύπωση πως θα επρόκειτο για κάποιον πολύ αξιόλογο άνθρωπο. Το ακριβό, ολοφάνερα σινιέ ντύσιμό του, η κοσμοπολίτικη άνεσή του, ο τρόπος που επιβαλλόταν αβίαστα στις παρέες του, και οι γυναίκες που έφερνε μαζί του, έδειχναν πως δεν ήταν κάποιος απ’ το σωρό. Λίγες μέρες αργότερα, ο άγνωστος έκανε και πάλι την εμφάνισή του, κι αυτή τη φορά, η Ρομέν ρώτησε τον μετρ. «Πρόκειται για κάποιον Μ πάρκλεϊ», της είπε εκείνος. «Γνωστός;» «Δεν μπορώ να ξέρω. Έχω την εντύπωση πως είναι περαστικός απ’ τα μέρη μας». «Μ ου φάνηκε πως κάπου τον είχα ξαναδεί. Κι η παρέα του;» Η συγκεκριμένη παρέα εκείνο το βράδυ, ήταν μια εντυπωσιακή κοκκινομάλλα. «Δεν τη γνωρίζω, μις Κάλθορπ». «Καλά, δεν έχει σημασία. Έλεγα μήπως είναι κάποιος επώνυμος, και χρειάζεται ειδική μεταχείρηση». «Τους περιποιόμαστε άριστα, έτσι κι αλλιώς, μις Κάλθορπ. Ο


κύριος Μ πάρκλεϊ δίνει εξαιρετικά φιλοδωρήματα», πρόσθεσε ο μετρ μ’ ένα χαμόγελο. Έτσι θα ήταν, προφανώς, αν έκρινε απ’ τον τρόπο που σκοτώνονταν οι σερβιτόροι να εξυπηρετήσουν τον κύριο Μ πάρκλεϊ. Δεν της έφευγε απ’ το μυαλό ότι έπρεπε να είναι κάποιος σπουδαίος. Όλη του η πόζα αυτό έδειχνε. Διέθετε αυτοπεποίθηση, σιγουριά στο φέρσιμο, και συγχρόνως μια υποψία αλαζονείας στον τρόπο που κοιτούσε, που περπατούσε, που ύψωνε το κεφάλι. Εκείνο το βράδυ αποφάσισε να του μιλήσει. Πλησίασε στο τραπέζι του, και με το πιο τυπικά επαγγελματικό της χαμόγελο στα χείλη, τους χαιρέτισε, και ρώτησε αν είχαν ικανοποιηθεί απ’ την εξυπηρέτηση, κι αν θα ήθελαν να δοκιμάσουν και κάτι άλλο. Το βλέμμα του πραγματικά έκαιγε, σκέφτηκε σε μια στιγμή. Γιατί την κοιτούσε έτσι, πανάθεμά τον; Της φαινόταν πως απ’ τα μάτια του ξεχυνόταν ένα ποτάμι λάβα και την έλουζε. «Είναι όλα περίφημα», είπε αργόσυρτα ο Μ πάρκλεϊ. Στράφηκε στη συνοδό του: «Θα ήθελες και κάτι άλλο, Φίλις;» «Όχι, γλυκέ μου». «Πολύ όμορφο το μαγαζί σας», δήλωσε ο Μ πάρκλεϊ, καρφώνοντας πάλι τα μάτια του πάνω της. «Ήθελα από μέρες να


συγχαρώ τη διεύθυνση για... τη ζεστή ατμόσφαιρα», κατέληξε με κάτι σαν περιπαιχτική λάμψη στα μάτια. «Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια», είπε η Ρομέν, και με τα μάγουλα φλογισμένα, έσπευσε να κάνει άταχτη υποχώρηση. Αν αυτός ο άντρας μπορούσε με μόνο ένα βλέμμα, να φέρνει τέτοια αναστάτωση σε μια ολότελα αδιάφορη και αρνητική γυναίκα, δεν ήθελε ούτε να φανταστεί τι θα πάθαινε η φτώχιά Φίλις, όταν αυτός θα την ξεμονάχιαζε. Ο Νικ Μ πάρκλεϊ ξανάρθε την επομένη, κι αυτή τη φορά ήταν μόνος. Ο μετρ τον υποδέχτηκε όλο χαμόγελα, οι σερβιτόροι τσακίστηκαν πάλι να τον περιποιηθούν, και κανείς δεν έδειξε να δυσανασχετεί αρκετά αργότερα, όταν πλησίαζε η ώρα να κλείσουν, και στην αίθουσα δεν είχε μείνει παρά μόνο ένα ζευγάρι, και ο κύριος Μ πάρκλεϊ. Για χάρη του, σκέφτηκε ενοχλημένη η Ρομέν, θα κάθονταν όλοι ευχαρίστως να δουλέψουν υπερωρίες. 0 κύριος Μ πάρκλεϊ αποτέλειωσε ήρεμα το μπράντι του, και ζήτησε τον μετρ. Σε μισό λεπτό, ο μετρ πήγε να βρει τη Ρομέν. «Ο κύριος Μ πάρκλεϊ θέλει να σας μιλήσει, μις Κάλθορπ». Η Ρομέν έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα. «Εμένα; Γιατί;»


«Δε μου είπε». Θα ήταν χοντρή αγένεια να τον αγνοήσει. Μ άζεψε το κουράγιο της, και πλησίασε στο τραπέζι του, ενώ όλα της τα ένστικτα της φώναζαν να γυρίσει αμέσως και να φύγει απ’ την άλλη. Στάθηκε ψυχρή κιαυτοσυγκρατημένη απέναντι του. «Κύριε Μ πάρκλεϊ;» «Α, μις Κάλθορπ - καθίστε, παρακαλώ». Έσπρωξε ένα κάθισμα προς το μέρος της. Θα ήθελε να του πει ότι δε συνήθιζε να κάθεται με τους πελάτες, αλλά προτίμησε να του πει ευγενικά: «Λυπάμαι, αλλά έχω πάρα πολλή δουλειά. Κλείνουμε σε λίγο, και - » «Δε θα σας απασχολήσω πολύ». «Τότε δε χρειάζεται να καθίσω», του αντιγύρισε σφιγμένα. «Μ όνο για δύο λεπτά», ξαφνικά, έκανε την εμφάνισή του το εκθαμβωτικό χαμόγελο, κι η Ρομέν βρέθηκε να κάθεται δίπλα του, πριν καταλάβει καν τι έκανε. «Σας ακούω», έκανε αμήχανα. Της είπε ήρεμα, σαν να μιλούσε για τον καιρό: «Θα ήθελα να βγαίναμε μαζί κάποιο βράδυ». Έμεινε να τον κοιτάζει σαν ηλίθια, μην τολμώντας να πιστέψει στ’ αφτιά της. Την κοίταζε κι εκείνος, αλλά η έκφρασή του ήταν


εντελώς αξεδιάλυτη. «Δεν κατάλαβα», είπε τελικά η Ρομέν, παίρνοντας βαθιά ανάσα. Ποτέ της δεν είχε διανοηθεί ότι θα της έκανε προτάσεις κάποιος πελάτης. Τι διάβολο, για κονσοματρίς την είχε πάρει; Ο Μ πάρκλεϊ ανασήκωσε τους ώμους. «Είναι απλό. Θα ήθελα να γνωριστούμε καλύτερα». «Γι-γιατί;» έκανε σαν χαζή η Ρομέν, κι εκείνος χαμογέλασε. «Επειδή μ’ αρέσουν οι ψηλές γυναίκες», είπε διασκεδάζοντας. «Αλλά θα μπορούσα να βρω κι άλλους λόγους». Η Ρομέν σηκώθηκε όρθια, μπουρινιασμένη. «Θέλετε τίποτ’ άλλο, κύριε Μ πάρκλεϊ;» «Ναι. Το τηλέφωνό σας». Τον κοίταζε με σφιγμένα χείλια, άλαλη απ’ το θράσος του. Ούτε για μια στιγμή δεν της πέρασε απ’ το μυαλό, ότι η προσέγγισή του μπορεί να ήταν κάτι το ολότελα φυσιολογικό. Το μόνο που καταλάβαινε, ήταν πως ένας εξαιρετικά επίφοβος άντρας, επιχειρούσε να εισχωρήσει στη ζώνη άμυνάς της. Η εμπειρία της με τον Κέβιν ήταν ακόμα πολύ νωπή, το τραύμα της βαθύ κι αγιάτρευτο, το πλήγμα στον εγωισμό και την αυτοπεποίθησή της αξεπέραστο. Η πρόταση του Μ πάρκλεϊ της φαινόταν θανάσιμη προσβολή.


Προσπάθησε να μιλήσει ήρεμα, αλλά δεν ήταν σίγουρη αν τα κατάφερε τελικά. «Κύριε Μ πάρκλεϊ», είπε, «δε θά ’θελα να αποξενώσω έναν καλό πελάτη, αλλά θα σας πω κάτι που θα παρακαλούσα να το πάρετε στα σοβαρά: δεν είμαι διατεθειμένη να βγω μαζί σας, ούτε θα είμαι ποτέ στο μέλλον. Απέχετε πάρα πολύ απ’ τον τύπο του άντρα που θα μου κινούσε ίσως το ενδιαφέρον, κι αν εγώ είμαι ο λόγος που προτιμάτε το μαγαζί μας, πολύ λυπάμαι, αλλά θα πρέπει μάλλον ν’ αλλάξετε στέκι». Πριν του δώσει την ευκαιρία να της απαντήσει, του γύρισε την πλάτη, και πήγε να οχυρωθεί στο γραφείο της. Από κείνη τη μέρα, δεν ξαναείδαν τον κύριο Μ πάρκλεϊ στο “Ακουάριουμ”. Αυτά είχαν γίνει τον Απρίλη. Και τον Αύγουστο, όταν επιτέλους πείστηκε να ξαναγυρίσει, για πρώτη φορά μετά το γάμο της Λίλιαν, στο πατρικό της, είχε την πιο καταλυτική έκπληξη της ζωής της: ο κύριος Μ πάρκλεϊ, ο εκλεκτός πελάτης του “Ακουάριουμ”, δεν ήταν άλλος απ’ τον εκπαιδευτή αλόγων, που είχε βάλει ο πατέρας της επικεφαλής στο καινούριο του ιπποτροφείο! Αν δεν είχε προηγηθεί εκείνο το δυσάρεστο επεισόδιο μεταξύ τους, η ανακάλυψη μπορεί και να τη διασκέδαζε. Όχι βέβαια πως απαγορευόταν σ’ έναν εκπαιδευτή αλόγων να επισκέπτεται φίνα και ακριβά εστιατόρια, αλλά ήταν πραγματικά κωμικό, μετά από


όλες τις εικασίες που είχαν γίνει στο μαγαζί, όσον αφορούσε την ιδιότητά του. Ο μετρ και οι σερβιτόροι πίστευαν ακράδαντα ότι επρόκειτο για κάποιον μεγαλοεπιχει-ρηματία, κανέναν τραπεζίτη πιθανότατα, κι όσο για την ίδια, δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ήταν άνθρωπος πολύ υψηλών εισοδημάτων. Όχι βέβαια πως ήταν χαμηλός ο μισθός που του έδινε ο πατέρας της. Υπερβολικά υψηλός ήταν, μάλιστα, αλλά οπωσδήποτε δε δικαιολογούσε το ντύσιμό του, τους λογαριασμούς που πλήρωνε στο “Ακουάριουμ”, και τα πριγκιπικά φιλοδωρήματα. Βλέποντάς τον, είχε μείνει μ’ ανοιχτό το στόμα. Α, αν το είχε υποψιαστεί, ούτε που θα ξαναπάταγε το πόδι της στο σπίτι. Δε θα άφηνε να τη συγκινήσουν ούτε τόσο δα τα παρακάλια του πατέρα της. Αλλά δεν το ήξερε, ούτε καν την ώρα που πήγαινε να πάρει το άλογό της από το στάβλο. Ο πατέρας της της είχε μιλήσει για το ιπποτροφείο, και για τον καταπληκτικό μάνατζερ που το είχε αναλάβει, κι η θέρμη του είχε εντυπωσιάσει τη Ρομέν. Όλο «ο Νικ» κι «ο Νικ», ήταν, και της είχε πει ότι «ο Νικ άξιζε κάθε πένα που του έδινε», κι ότι «ο Νικ ήταν καταπληκτική περίπτωση», και άλλα τέτοια. Ούτε Μ πάρκλεϊ της είχε πει, ούτε τίποτ’ άλλο ενδεικτικό. Κι έτσι, όταν πήγε στους στάβλους και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά στον κύριο Μ πάρκλεϊ, που σήμερα φορούσε μόνο παντελόνι


ιππασίας, κι ένα καρό πουκάμισο που οπωσδήποτε δεν ήταν σινιέ, έμεινε σαν στήλη άλατος και τον κοίταζε, ανίκανη να καταλάβει, και νιώθοντας ολότελα παγιδευμένη. Ο κύριος Μ πάρκλεϊ κατέβηκε με μόνο μια ανάλαφρη κίνηση απ’ το άλογο που ίππευε, και της είπε απαλά: «Καλημέρα, μις Κά_λθορπ». ζαναβρίσκοντας τη λαλιά της, η Ρομέν ρώτησε πνιγμένα: «Τι κάνεις εδώ εσύ;» «Είχα βγάλει τη Νουρ να ξεμουδιάσει, και τώρα τη φέρνω πίσω», της εξήγησε πρόθυμα ο Μ πάρκλεϊ. «Τη Νουρ», επανέλαβε σαν αυτόματο η Ρομέν, και τα μάτια της έπεσαν στην υπέροχη, κατάλευκη φοράδα. Μ πορούσε να εκτιμήσει ένα καλό άλογο, κι αυτό εδώ ήταν σωστή καλλονή. Ο Μ πάρκλεϊ χάιδεψε το μουσούδι του αλόγου. «Δεν είναι όμορφη;» έκανε ρεμβαστικά. «Δεν - δεν καταλαβαίνω», είπε χαζά η Ρομέν, κι ύστερα ρώτησε απότομα: «Πώς είναι το μικρό σου όνομα;» «Νικ», της απάντησε ατάραχος, και το συναρπαστικό χαμόγελο έλαμψε πάλι εκτυφλωτικό στο πρόσωπό του. Ο Νικ Μ πάρκλεϊ ήταν μια πραγματικότητα, που είχε εισχωρήσει


πια για τα καλά στη ζωή της. Η Ρομέν δυσκολεύτηκε πολύ να το χωνέψει, κι όταν το χώνεψε, αποφάσισε πως η μοναδική άμυνα απέναντι στη θρασύτητά του, ήταν, αναπόφευκτα, η άτακτη υποχώρηση. Έπρεπε να πάψει να το σκέφτεται, και να κοιτάξει να τον αποφεύγει όσο περισσότερο γινόταν. Σύντομα όμως ανακάλυψε πως καμιά μέθοδος αποφυγής δεν ήταν αποτελεσματική στην περίπτωση του Νικ Μ πάρκλεϊ. Κατά κάποιον τρόπο, τον έβρισκε συνέχεια μπροστά της. Στους στάβλους, επειδή φυσικά εκεί δούλευε εκείνος, στα λιβάδια επειδή, φυσικά, εκεί κάλπαζε καβάλα στα υπέροχα καθαρόαιμά του, και στο σπίτι επειδή, απλά, ο Τζορτζ Κάλθορπ φαινόταν να μην μπορεί να κάνει χωρίς αυτόν στο πλευρό του. Ο Νικ έμενε μόνος σ’ ένα διαμέρισμα που είχαν χτίσει πίσω απ’ τους παλιούς στάβλους, αλλά περνούσε περισσότερες ώρες στο σπίτι τους, παρά στο δικό του. Ο Τζορτζ τον ήθελε συνέχεια εκεί, για να “συνεργαστούν”, να συζητήσουν, να πάρουν ένα ποτό, ή να μοιραστούν τα πλούσια γεύματά του. Για τις υπόλοιπες μέρες της βδομάδας δεν ήξερε η Ρομέν, αλλά τα Σαββατοκύριακα, τουλάχιστον, εννιά φορές στις δέκα, απέναντι της στο τραπέζι καθόταν ο Νικ Μ πάρκλεϊ, και την ατένιζε μ’ εκείνα τ’ ανυπόφορα γκρίζα του μάτια. Ήταν καλός συνδαιτημόνας. Οι τρόποι του ήταν άψογοι, ήταν έξυπνος κι ενημερωμένος, και μιλούσε με μια εντυπωσιακή άνεση


λόγου. Ο Τζορτζ κι η θεία Μ πετίνα, όπως κάποτε οι παρέες του στο “Ακουάριουμ”, έμοιαζαν να κρέμονται απ’ τα χείλια του. Μ όνο η Ρομέν έμενε πεισματικά αμέτοχη στις συζητήσεις τους, αποφασισμένη να μην του αφήσει το παραμικρό περιθώριο να την προσεγγίσει, έστω και σε μια απλή συζήτηση γύρω απ’ το τραπέζι. Σ’ έναν άνθρωπο με το θράσος του Μ πάρκλεϊ. θα έφτανε μια τόση δα παραχώρησή της για να πάρει αέρα. Η αλήθεια πάντως ήταν πως της φερόταν κι εκείνος τυπικά, και πέρα από μια πρόσκλησή του να την ξεναγήσει στους στάβλους, που η Ρομέν βέβαια απέρριψε μ’ ένα ευγενικό πρόσχημα, δεν της είχε κάνει καμιά άλλη πρόταση. Ούτε να “βγούνε μαζί κανένα βράδυ”, ούτε “να γνωριστούν καλύτερα”. Για το δεύτερο, βέβαια, δεν υπήρχε λόγος να κάνει ιδιαίτερες προσπάθειες. Γνωρίζονταν ήδη καλύτερα, θέλοντας και μη. Κι όσο γνωρίζονταν καλύτερα, τόσο πιο αποφασισμένη ένιωθε η Ρομέν να τον κρατήσει σε απόσταση. Ο Νικ Μ πάρκλεϊ ήταν ακριβώς το είδος του άντρα, που θα την απωθούσε ακόμα κι αν ενδιαφερόταν η ίδια για τους άντρες. Τα πάντα πάνω του την ενοχλούσαν, ίσως γιατί κάτι μέσα της της έλεγε ότι ήταν επικίνδυνα για την ψυχική της ηρεμία. Την απωθούσε η εντυπωσιακή του εμφάνιση, όσο την απωθούσε κι αυτή η φοβερή σιγουριά που διέθετε, και που για την ίδια, άγγιζε τα όρια του θράσους. Την απωθούσε πολύ περισσότερο εκείνη η υποψία αλαζονείας που έκρυβαν ακόμα οι τρόποι του, παρ’ όλο που είχαν περάσει οριστικά οι μέρες του “Ακουάριουμ”, και τώρα


πια δεν μπορούσε να της το παίζει “εκλεκτός πελάτης”. Την ενοχλούσε ιδιαίτερα να σκέφτεται, πως ο κύριος Μ πάρ-κλεϊ είχε προσπαθήσει να της πλασάρει μια ταυτότητα που δεν ήταν δική του. Ο πλούσιος, άνετος πελάτης με τα πριγκιπικά φιλοδωρήματα... Η Ρομέν σιχαινόταν κάθε είδους προσποίηση. Και την απωθούσε τρομερά η σκέψη ότι ο Νικ Μ πάρ-κλεϊ, έξω απ’ τη δουλειά του, επιχειρούσε συνειδητά ν’ αφήσει πλαστές εντυπώσεις. Δεν του φαινόταν, αλλά θα πρέπει σίγουρα να είχε πάθει κάποιο σοκ, μαθαίνοντας ποια ήταν η κόρη του νέου εργοδότη του. Η Ρομέν θυμόταν με κακιά ικανοποίηση πώς της είχε κάνει εκείνος την πρότασή του, μέσα στην αίθουσα του “Ακουάριουμ”. Σαν να ήταν τουλάχιστον κάποιος βασιλικός δούκας. Η ίδια άνεση, η ίδια υπεροψία, η ίδια αυτοπεποίθηση... Και μετά - ένα εκπαιδευτής αλόγων! Α, θα έκαναν τρελά γέλια τη Δευτέρα, όταν θα γύριζε στο εστιατόριο, και θα έλεγε σε όλους ποιος ακριβώς ήταν ο “εκλεκτός” κύριος Μ πάρκλεϊ. Όταν όμως επέστρεψε στο “Ακουάριουμ”, δεν είπε τίποτε απολύτως γι’ αυτόν. Αποφασισμένη να μην ξανασχοληθεί με το θέμα Μ πάρκλεϊ, προσπάθησε συνειδητά να μην το σκέφτεται, ούτε καν σαν αστείο. Ήταν κάτι εντελώς χωρίς σημασία, λίγο ενοχλητικό, ίσως, αλλά ανώδυνο. Στο κάτω-κάτω, δεν την


υποχρέωνε κανείς να τον υφίσταται. Είχε πάει μια φορά στο σπίτι της και, επιφανειακά έστω, είχε δοθεί τέλος στην πάρε-ξήγηση με τον πατέρα της. Δεν είχε κανένα λόγο να ξαναπάει τώρα κοντά. Μ ετά από μήνες, ίσως, για κανένα Σαββατοκύριακο πάλι... Κι ως τότε, μπορεί κι ο Μ πάρκλεϊ να είχε φύγει. Το επόμενο Σαββατοκύριακο δεν πήγε, παρ' όλο που ο Τζορτζ της τηλεφώνησε και την πίεσε να τους επισκεφτεί. Το μεθεπόμενο, όμως, είπε στον εαυτό της πως τώρα που τα είχε ξαναβρεί κάπως με τον πατέρα της, ήταν γελοίο να την κρα-τάει μακριά απ’ το σπίτι της η εντελώς ασήμαντη παρουσία του Νικ Μ πάρκλεϊ. Δε σήμαινε τίποτε γι’ αυτήν, δεν είχε καν τη δύναμη να την ενοχλήσει. Είχε δώσει πάρα πολλή σημασία σ’ ένα θέμα ανάξιο λόγου. Ήταν αποφασισμένη να τον αγνοήσει ολοκληρωτικά, και θύμωσε πάρα πολύ με τον εαυτό της όταν ανακάλυψε πως, κάθε φορά που η πανύψηλη σιλουέτα του Νικ Μ πάρκλεϊ εμφανιζόταν στο οπτικό της πεδίο, και κάθε φορά που κάπου αντηχούσε η βαθιά, αντρίκια φωνή του, η ανάσα της κοβόταν, κι η καρδιά της χοροπηδούσε στο στήθος της. Από κει και πέρα, το πήρε συνήθεια να περνάει όλα τα Σαββατοκύριακα στο πατρικό της, πράγμα που έδειχνε να ικανοποιεί ιδιαίτερα τον πατέρα της. Έκανε χωρίς αμφιβολία προσπάθειες να της είναι αρεστός. Δεν της ανέφερε λέξη για τη Λί-λιαν, παρ’ όλο που σίγουρα θα έπαιρνε ταχτικά νέα της, και πέρα από κάποιες αόριστες νύξεις, απέφευγε να συζητάει


για παντρολογήματα. Δεν καλούσε πια πιθανούς υποψήφιους σε γεύμα, αλλά έτσι κι αλλιώς; μετά το θάνατο της Κάθριν, η κοινωνική του ζωή είχε περιοριστεί σχεδόν στο μηδέν. Δεν έβγαινε πια σχεδόν καθόλου, δεν έκανε επισκέψεις, και μόνο αραιά και πού ερχόταν να τους επισκεφτεί κανένας παλιός του φίλος, ή καμιά γνωστή της θείας της. Όλα θα ήταν τέλεια, αν δεν μπλεκόταν συνέχεια στα πόδια της ο Νικ Μ πάρκλεϊ, κι αν η παρουσία του δεν της προκαλούσε όλες αυτές τις ενοχλητικές αντιδράσεις. Η εγγύτητά του της έφερνε μια αναστάτωση που δεν μπορούσε να την αναλύσει, και μια ακατανόητη αμηχανία. Κι ήταν εκνευριστικό να ξέρει πως, παρ’ όλ’ αυτά, το βλέμμα της έψαχνε συνέχεια για την ψηλή του σιλουέτα, όταν αυτός δε συνέβαινε να είναι κάπου μπροστά της. Συνέχισε να τον σνομπάρει συστηματικά, αποφεύγοντάς τον, ή αγνοώντας τον όταν δεν μπορούσε να τον αποφύγει, ανίκανη να καταλάβει γιατί δεν μπορούσε τέλος πάντων να πάψει ν’ ασχολείται μαζί του, και να πάψει να εκνευρίζεται απ’ την παρουσία του. Κι ούτε για μια φορά δεν κάθισε ν’ αναρωτηθεί γιατί, αφού όλα αυτά της ήταν τόσο δυσάρεστα, δε σκεφτόταν καν ν’ αραιώσει λίγο τις επισκέψεις της στο σπίτι. Άρχισε ν’ αναρωτιέται, την ημέρα που έπεσε απ’ το άλογο. Ήταν ένα ανόητο ατύχημα, που απλά δε θα έπρεπε να είχε συμθεί. Είχε πάει στο σπίτι για τα Χριστούγεννα, ακριβώς ένα χρόνο μετά


από εκείνα τα θλιβερά τελευταία Χριστούγεννα με τον Κέβιν. Δεν είχε σκοπό να πάει, είχε μάλιστα προετοιμάσει γι’ αυτό τον πατέρα της, λέγοντάς του ψέματα πως θα τα περνούσε με φίλους. Σκεφτόταν ότι θα της ήταν αδύνατο να ξαναζήσει με τη φαντασία της, εκείνες τις στιγμές του ανυπόφορου πόνου. Την τελευταία στιγμή όμως άλλαξε ξαφνικά γνώμη, πήρε το αυτοκίνητό της, και τράβηξε για το σπίτι. Δεν είχε ιδέα τι την είχε σπρώξει να το κάνει, ούτε γιατί ένιωσε τόσο περίεργα όταν έφτασε εκεί, κι ο πατέρας της την πληροφόρησε ότι ο «Νικ είχε πάρει άδεια», γιατί φυσικά, «θα ήθελε κι αυτός να περάσει τις γιορτές με την οικογένειά του». Η Ρομέν δε ρώτησε πότε θα επέστρεφε ο κύριος Μ πάρκλεϊ, γιατί στο κάτω-κάτω λίγο την ένοιαζε εκείνην, και είπε στον εαυτό της πως το σπίτι χωρίς την παρουσία του, ήταν πραγματικά μια καλόδεχτη αλλαγή. Αρνήθηκε πεισματικά να δεχτεί ότι οι ώρες, με μόνη τη βαρετή παρέα του πατέρα της, δεν περνούσαν με τίποτα, κι ότι γενικά, απ’ όλ’ αυτά έλειπε κάτι το εξαιρετικά ζωτικό. Προσπάθησε ν’ απασχολήσει τις σκέψεις της μόνο με τον Κέβιν, τον Κέβιν και τη Λίλιαν και το κακό που της είχαν κάνει, αλλά είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος, κι ένας χρόνος είναι μεγάλο διάστημα, ακόμα κι όταν είσαι αποφασισμένος να μη σταματήσεις να πονάς. Έκλαψε λίγο στη θύμησή τους, ορκίστηκε πως θα τους μισούσε


μέχρι να πεθάνει, προσπάθησε να ξαναζήσει την ένταση του πόνου της, και ανανέωσε όλες τις αποφάσεις που είχε πάρει σ’ εκείνες τις στιγμές της ασήκωτης δυστυχίας. Ποτέ πια δε θα άφηνε τον εαυτό της να γίνει θύμα κάποιου άντρα. Και μετά, ο νους της πήγε πάλι στον Νικ Μ πάρκλεϊ, επίμονα κι εκνευριστικά, και εντελώς αναπόφευκτα. Την τρίτη μέρα των Χριστουγέννων, πήγε πρωί-πρωί στο στάβλο να πάρει τη φοράδα της. Μ όνο ο Τζίμι Ντάνιελς ήταν εκεί, κι ένα απ’ τα παιδιά που καθάριζαν τα παχνιά. Η Ρομέν πήρε τη φοράδα της, κι έφυγε καλπάζοντας για τα λιβάδια. Ήταν εξαιρετική καβαλάρισσα, και ίππευε από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Δεν είχε κανένα λόγο να πέσει εκείνη τη μέρα απ’ το άλογο. Ήταν μόνο μια αρνητική συγκυρία, μια στιγμιαία αφηρημάδα της, γιατί δεν μπορούσε να είναι το γεγονός πως, καθώς κάλπαζε ανέμελη, στο βάθος του λιβαδιού είχε εμφανιστεί ο μεγαλόπρεπος καβαλάρης, υπέροχος πάνω στη μαύρη του φοράδα. Η ουσία ήταν πως ξαφνικά η Ρομέν βρέθηκε να πετάει προς το έδαφος, και το τράνταγμα ήταν τόσο δυνατό, που της φάνηκε ότι θα λιποθυμούσε. Ευτυχώς, το χορτάρι ήταν πολύ παχύ, και την προστάτευσε κάπως. Άνοιξε τα μάτια, παραζαλισμένη, εξετάζοντας νοερά το σώμα της για κάποιο πιθανό πόνο κατάγματος. Απ’ όσο όμως μπορούσε να συμπεράνει μέσα στη ζαλάδα της, την είχε γλιτώσει μάλλον φτηνά.


Άκουγε τον καλπασμό του άλλου αλόγου να πλησιάζει όλο και πιο κοντά, και προσπάθησε να σηκωθεί και να σταθεί έγκαιρα στα πόδια της. Ήταν ακόμα στις προσπάθειες, όταν η μαύρη φοράδα σταμάτησε πιο πέρα, κι ο καβαλάρης πήδηξε εντυπωσιακά απ’ τη ράχη του ζώου, κι ήρθε να γονατίσει δίπλα της. Πριν καλά-καλά καταλάβει η Ρομέν τι συνέβαινε, βρέθηκε στην αγκαλιά του, με τα μπράτσα του να την ανασηκώνουν απαλά, και τη ζεστασιά του κορμιού του να τυλίγει το παγωμένο της σώμα. Σήκωσε τα μάτια, και τ’ άφησε να μπλεχτούν ανεμπόδιστα με τα γκρίζα μάτια του Νικ Μ πάρκλεϊ. Τη ρώτησε βραχνά: «Είσαι εντάξει; Άσε με να δω... Πονάς πουθενά; Το κεφάλι - εντάξει;» Έκανε ό,τι θα έκανε και κάθε άλλος στη θέση του. Την έψαξε απαλά, και φάνηκε ν’ ανακουφίζεται ειλικρινά, διαπιστώνοντας πως δεν έβρισκε ούτε ένα τόσο δα καρούμπαλο. Την κοίταξε στα μάτια, και χαμογέλασε. «Εντάξει, ήσουνα τυχερή αυτή τη φορά». «Ε - μάλλον», έκανε αδύναμα η Ρομέν. Το στήθος της ανεβοκατέβαζε πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο θα έπρεπε. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, κι ένιωθε να ζαλίζεται, αλλά δεν ήταν απ’ το σοκ του πεσίματος. Εκείνη τη στιγμή, με το βλέμμα της χαμένο στο δικό του, και με τα μπράτσα του ακόμα γύρω της, ήξερε πολύ καλά τι της συνέβαινε, και δεν την ένοιαζε και καθόλου. Τα ρουθούνια της γέμιζαν απ’ τη μεθυστική μυρωδιά του κορμιού του, τα


μπράτσα του γύρω της έμοιαζαν ατσάλινα. Τα χείλια της μισάνοιγαν σαν από μόνα τους κάτω απ’ το καυτερό του βλέμμα. «Ρομέν», είπε πνιχτά ο άντρας, και το όνομά της, για πρώτη φορά ειπωμένο απ’ τα χείλια του, ήταν σαν μεθυστικά ηδονικό χάδι. «Αχ, Ρομέν», ξανάπε ο Νικ, και σκύβοντας, σφράγισε με τα χείλια του τα δικά της. Δε θά ’ξερε μετά να πει πόσο κράτησε το φιλί τους. Έχασε τον κόσμο τη στιγμή που την άγγιζαν τα χείλια του, το στόμα της άνοιξε λαίμαργα για το δικό του. Ρούφηξε τη γλώσσα του σ’ ένα παραλήρημα ανάγκης, και του παραδόθηκε ολότελα. Τη φιλούσε αχόρταγα, ατέλειωτα, πότε άγρια και πότε τρυφερά, με τα χέρια του να ψάχνουν καυτά το κορμί της, καθώς την έφερνε να γείρει μαλακά στο χορτάρι. Δεν του αντιστάθη-κε ούτε για μια στιγμή. Το αίμα βούιζε στους κροτάφους της, και της ερχόταν λιποθυμιά απ’ την ένταση της απόλαυσης που της χάριζαν αυτά τα υπέροχα, παθιασμένα χείλια. Το σώμα της όλο άναβε σαν να είχε πάρει φωτιά. Βρέθηκε από κάτω, με τα μπράτσα της γύρω απ’ τη μέση του, και με τα πόδια της ν’ ανοίγουν από μόνα τους κάτω απ’ το γλυκά βασανιστικό βάρος του κορμιού του. Άκουγε την ανάσα του να βγαίνει σαν λαχάνιασμα, και χαμηλά στην κοιλιά της, ένιωθε τη σκληρή πίεση ενός μεγάλου, δυνατού φαλλού, που κόλλαγε και τριβόταν ηδονικά πάνω στη σάρκα της.


Η Ρομέν δεν ξαναβρήκε τα λογικά της, παρά μόνο όταν συνειδητοποίησε ότι εκείνος προσπαθούσε να της ανεβάσει το πουλόθερ. Θεέ μου, σκέφτηκε πανικόβλητη, ο Νικ Μ πάρκλεϊ προσπαθεί να μου κάνει έρωτα, κι είναι αρκετά τρελός για να το κάνει μέρα-μεσημέρι, καταμεσίς στο λιβάδι! Δε φαινόταν βέβαια ψυχή ένα γύρω, κι ήταν απίθανο να εμφανιστεί κανείς, εκείνη την ώρα, σ’ εκείνο το απομακρυσμένο σημείο, αλλά η σκέψη ήταν αρκετή για να διώξει τη θολούρα απ’ το μυαλό της, και για να επιτρέψει στη λογική της να επιβληθεί, έστω και αργά. Το σώμα της, μέχρι την τελευταία του ίνα, ούρλιαζε από επιθυμία για τον σκληρό φαλλό που προσπαθούσε να το κατακτήσει, αλλά το μυαλό της της φώναζε, εξίσου υστερικά, πως αυτό δεν έπρεπε να γίνει, όχι μετά τον Κέβιν, και προπαντός όχι μ’ αυτόν τον θανάσιμα επικίνδυνο άντρα, που είχε ολόκληρο χαρέμι από ξανθιές και κοκκινομάλλες, που μπορούσε κιόλας να ασκεί τέτοια επίδραση πάνω της, και που δε θα δίσταζε σε καμιά περίπτωση να της ραγίσει την καρδιά. Πάλεψε να του ξεφύγει, κι εκείνος κατάλαβε σχεδόν αμέσως, κι έκανε πίσω. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε βραχνά. «Π- πώς τολμάς», τραύλισε ξέπνοη η Ρομέν, στρώνοντας πυρετικά τα αναστατωμένα της ρούχα. «Πώς τολμάς να μ’ αγγίζεις;» Ο άντρας βαριανάσαινε ακόμα, αλλά η φωνή του ακούστηκε


συγκρατημένη. «Είχα την εντύπωση πως το ήθελες κι εσύ εξίσου». Σ’ αυτό είχε απόλυτα δίκιο, κι επειδή είχε δίκιο, η Ρομέν εξαγριώθηκε. «Πολύ γόνιμη φαντασία έχετε, κύριε Μ πάρκλεϊ!» Τα μάτια της πετούσαν φλόγες, καθώς προσπαθούσε να σηκωθεί και να σταθεί στα πόδια της. «Χωρίς αμφιβολία, σας βοηθάει να βρίσκετε άλλοθι για τις πράξεις σας, κι απ’ ό,τι βλέπω, δεν αφήνετε ευκαιρία να πάει χαμένη!» «Η ευκαιρία ήταν και για τους δυο μας, Ρομέν», της είπε ήρεμα. «Μ ις Κάλθορπ, για σας, κύριε Μ πάρκλεϊ», του πέταξε φουρτουνιασμένη. «Δε θυμάμαι να σας επέτρεψα να με αποκαλείται αλλιώς! Κι ούτε θυμάμαι να έπεσα εγώ επάνω σας με την πρώτη φορά που σας είδα ξαπλωμένο κάπου!» Ήταν ευχαριστημένη που αυτός καθόταν ακόμα στο γρασίδι, και που για μια φορά μπορούσε να του μιλάει, κοιτάζοντάς τον αυτή από πάνω. Του γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε γοργά, ψάχνοντας για το άλογό της. Το παλιόζωο, σκέφτηκε αγανακτισμένη, τώρα βρήκε κι αυτό την ώρα να το σκάσει. Και τελικά, αν δεν το φώναζε ο Νικ, θα είχε γυρίσει στο σπίτι με τα πόδια. Έκανε ένα μήνα να ξαναπάει στο πατρικό της. Ήταν έξαλλη, με τον Νικ Μ πάρκλεϊ για το θράσος του, με τον εαυτό της για την αδυναμία του, και με τον πατέρα της που τον είχε φέρει στο σπίτι.


Στην αρχή, μάλιστα, είχε σκεφτεί να του το πει. Ήθελε να δει πώς θ’ αντιδρούσε ο Τζορτζ, μαθαίνοντας για τα καμώματα του ευνοούμενού του. Κεραμίδα θα του ’ρχόταν, με τις παλιομοδίτικες, σκουριασμένες ιδέες που είχε, όταν θα μάθαινε πως ο άψογος, πάντα υπεράνω κάθε υποψίας και πολύτιμος Νικ του, είχε επιχειρήσει να βάλει χέρι στην ίδια του την κόρη. Τελικά όμως δεν είπε τίποτα, όχι για να μη συγχύσει τον Τζορτζ, ή να μην ξεμπροστιάσει τον Μ πάρκλεϊ, αλλά επειδή απλά δεν μπορούσε να το πει. Και λύσσαξε διαπιστώνοντας πως ο Μ πάρκλεϊ συνέχιζε να κυκλοφορεί απόλυτα χαλαρωμένος και άνετος, με την ίδια τερατώδη σιγουριά του, σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό. Δεν έδειχνε να του περνάει καν απ’ το μυαλό, η σκέψη πως μπορεί η Ρομέν να πήγαινε να παραπονεθεί στον πατέρα της. Εκτός αν του πέρναγε, και δεν έδινε δεκάρα. Μ πορεί να πίστευε ότι είχε πια τον Τζορτζ του χεριού του, κι ότι θα μπορούσε να κάνει τα πάντα χωρίς συνέπειες. Αηδιασμένη, η Ρομέν άντεξε τέσσερα ολόκληρα Σαββατοκύριακα μακριά απ’ το σπίτι. Το πέμπτο όμως ξαναπήγε, κι ήταν πάλι όλα όπως πρώτα. Ο Τζορτζ έδειξε ανακουφισμένος που την είδε, η θεία Μ πετίνα καταχάρηκε, κι ο Νικ Μ πάρκλεϊ συνέχισε να κυκλοφορεί με το κεφάλι ψηλά, ταράζοντάς την απαράδεκτα με την παρουσία του. Κάθε που τον έβλεπε, ο σφυγμός της επιταχυνόταν, έχανε το


ρυθμό της ανάσας της, έχανε και τα λόγια της κάπου-κά-που. Το πρόσωπό του μαγνήτιζε το βλέμμα της, σε σημείο που είχε καταντήσει πια αγωνία να προσπαθεί να μην τον κοιτάζει. Εκείνες οι σύντομες στιγμές του πάθους στο λιβάδι, είχαν αφήσει μια ολοζώντανη, βασανιστική θύμηση μέσα της. Ντρεπόταν να το ομολογήσει, αλλά δεν είχε απολαύσει ποτέ τίποτα, όσο εκείνα τα φιλιά στο χορτάρι. Δεν ήταν όμως λόγος αυτός για να νιώθει τώρα τόση αμηχανία. Στο κάτω-κάτω, ήταν μια γυναίκα εικοσιέξι χρόνων, που μετά από ένα διάστημα ερωτικής πληρότητας, είχε καταντήσει να είναι σεξουαλικά στερημένη. Ήταν ολότελα φυσιολογικό ν' αντιδράσει έτσι, στην αγκαλιά ενός άντρα σαν τον Νικ Μ πάρκλεϊ. Ήταν τόσο, τόσο αρρενωπός, που να τον έπαιρνε. Και τόσο σέξι, μ’ αυτές τις άνετες, ρευστές του κινήσεις, με τον τρόπο που ίππευε, με τον τρόπο που ανέβαινε και κατέβαινε απ’ τ’ άλογο, με τον τρόπο που μιλούσε και με τον τρόπο που κοίταζε. Η προσωποποίηση του αισθησιασμού. Ήταν στ’ αλήθεια πάρα πολύ επικίνδυνος άντρας ο Νικ Μ πάρκλεϊ. Αλλά όσον αφορούσε την ίδια, μπορούσε να πάει να βρει αλλού τα θύματά του. Εκείνη είχε μάθει πια καλά το μάθημά της, κι αν ποτέ τρελαινόταν κι αποφάσιζε να βρει το διάδοχο του Κέθιν, αυτός οπωσδήποτε δε θα έμοιαζε καθόλου, ούτε στον πρώην αρραβωνιαστικό της, ούτε, πολύ λιγότερο, στον Νικ Μ πάρκλεϊ.


Στους μήνες που ακολούθησαν, τον απέφευγε τόσο συστηματικά, και τον σνομπάριζε τόσο σταθερά όταν δεν μπορούσε να τον αποφύγει, που ο πατέρας της άρχισε να δυσανασχετεί. «Όχι, δεν έχω τίποτα ενάντια στον κύριο Μ πάρκλεϊ», τον βεβαίωσε η Ρομέν, που ήξερε ότι δε θα ήταν καθόλου φρόνιμο να μιλήσει αρνητικά στον πατέρα της για τον προσφιλή του επιστάτη. Ο Νικ είχε τέτοια επίδραση πάνω του, που με τα πρώτα της λόγια, ο Τζορτζ θα μουλάρωνε, όπως πάντα, και θ’ αντιδρούσε με τον εντελώς αντίθετο τρόπο απ’ ό,τι θά ’θελε η Ρομέν. «Δε σε βλέπω ζεστή μαζί του», γκρίνιαξε ο Τζορτζ. «Τι θέλεις να κάνω; Να του στέλνω φιλάκια;» «Να είσαι πιο ευπροσήγορη!» «Δεν είναι φίλος μου. Δεν έχω τίποτε το κοινό μαζί του, χώρια που με περνάει και δέκα χρόνια!» «Τι σχέση έχει αυτό;» «Δεν έχουμε κοινά ενδιαφέροντα. Δε θα μας αρέσει καν η ίδια μουσική». «Πώς το ξέρεις; Δοκίμασες ποτέ;» «Αν το πρόβλημά σου, μπαμπά, είναι ν’ ακούω μουσική μαζί με τον κύριο Μ πάρκλεϊ...»


«Μ η με ειρωνεύεσαι. Εσείς η νέα γενιά δεν έχετε πια τον παραμικρό σεβασμό. Ο Νικ δεν είναι κανένας λιμοκοντόρος» (αυτό ήταν σαφές καρφί για τον Κέβιν, βέβαια) «είναι υπέροχος άνθρωπος, κι ο μόνος που μπορώ να βασιστώ απόλυτα επάνω του. Του έχω τυφλή εμπιστοσύνη». «Μ άλιστα», είπε συγκρατημένα η Ρομέν. «Και λοιπόν;» «Δεν έχει λοιπόν. Στο λέω για να το ξέρεις». Λες και χρειαζόταν να της το πει. Δεν έβλεπε κι από μόνη της ότι ο Νικ τον είχε κάνει υποχείριό του! Ουσιαστικά εκείνος διεύθυνε πια τα πάντα εκεί πέρα. Η Ρομέν άκουγε κάποιες συζητήσεις τους, και γινόταν κάθε φορά έξαλλη, διαπιστώνοντας ότι ο πατέρας της δεν έφερνε καν μια τόση δα αντίρρηση, στις προτάσεις και τα σχέδια του Νικ Μ πάρκλεϊ. Αν αυτά τα σχέδια του τα είχε υποδείξει η ίδια, ήξερε ποια θα ήταν η αντίδρασή του. «Δεν ξέρεις εσύ», θα της έλεγε. «Εσύ είσαι γυναίκα». Ο πολύτιμος Νικ του, βέβαια, είχε το αναντίρρητο προσόν να είναι άντρας - α, όσο γι’ αυτό, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Αν όμως είχε βάλει τον Τζορτζ στο τσεπάκι του, εκείνη θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να γίνει υποχείριό του. Και δεν είχε καμιά σημρσία, αν κάποια ασήμαντη πτυχή του εαυτού της ανταποκρινόταν τόσο εκνευριστικά, στα ατέλειωτα ηδονικά μηνύματα που της έστελναν τα γκρίζα του μάτια. Την επόμενη φορά που τη φίλησε ο Νικ Μ πάρκλεϊ, βρίσκονταν


μόνοι οι δυο τους στους στάβλους. Τα Χριστούγεννα ήταν πια πολύ πίσω, κι όλον αυτόν τον καιρό, εκείνος δεν είχε επιχειρήσει το παραμικρό. Η Ρομέν θα ήθελε να νιώθει μόνο ανακούφιση γι’ αυτό, κι εκνευριζόταν παράλογα που ανακάλυπτε ότι ένιωθε επίσης και μια εντελώς ακατανόητη ενόχληση. Ο κύριος Μ πάρκλεϊ, προφανώς, είχε θεωρήσει ότι δεν τον έλκυε αρκετά, ώστε να το διακινδυνεύσει για δεύτερη φορά. Αυτό βέβαια ήταν ευτύχημα από πολλές απόψεις, αλλά ήταν και λίγο προσβλητικό για την ίδια. Θά ’θελε να είχε τη δύναμη να τον ταράζει λίγο περισσότερο με την παρουσία της. Μ όνο και μόνο για να τον δει μια φορά να χάνει αυτή την τερατώδη αυτοπεποίθησή του. Όταν κατέβηκε εκείνο το πρωί στο στάβλο για να πάρει τ’ άλογό της, δεν είχε την παραμικρή ιδέα ότι θα τον έβρισκε εκεί. Εκείνη την ώρα ασχολιόταν με άλλες του υποχρεώσεις, και μόνο αργότερα ερχόταν να επιθεωρήσει και τους στάβλους, και ν’ ασχοληθεί με τ’ άλογά του. Ο στάβλος που άφηνε το άλογό της ήταν ήδη καθαρός και τακτοποιημένος, και δεν είδε κανέναν εκεί γύρω. Αλλά δεν είχε προλάβει καν να σελώσει το ζώο, όταν μια μακριά σκιά έπεσε απ' τη μεριά της πόρτας. Κι όταν στράφηκε να δει ποιος ήταν, το βλέμμα της συνάντησε την πανύψηλη φιγούρα του Νικ Μ πάρκλεϊ,


που διαγραφόταν σκοτεινή κόντρα στο φως του πρωινού. Η καρδιά της κλότσησε στο στήθος της, και τη διαπέρασε ένα ασυγκράτητο, προδοτικό ρίγος. Έκανε αυτόματα ένα βήμα πίσω, σαν να την απειλούσε κάποιος άμεσος κίνδυνος. Ο Νικ έκανε επίσης ένα βήμα, αλλά μπροστά. Καθώς το πρόσωπό του έπαψε να κρύβει τον ήλιο, φάνηκαν όλες οι γραμμές της κούρασης πάνω του. Ήταν χλομός και κομμένος, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να είναι συγκλονιστικός όπως πάντα. Φαίνεται χάλια, σκέφτηκε η Ρομέν αναστατωμένη. Θεέ μου, σίγουρα είναι άρρωστος! Δεν πρόλαβε καν να ξαφνιαστεί απ’ την αγωνία που της προκαλούσε αυτή η σκέψη. Χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, είπε αυθόρμητα: «Τι έχεις, Νικ; Δεν αισθάνεσαι καλά;» Δε συνειδητοποίησε καν ότι τον είχε αποκαλέ-σει με τ’ όνομά του. Την κοίταζε σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά. Τα μάτια του είχαν ένα παράξενο, απόμακρο βλέμμα, σχεδόν όνειρό-πόλο. Συνέχισε να πλησιάζει αργά προς το μέρος της, με τα μάτια σταθερά καρφωμένα στα δικά της. «Είμαι εντάξει», της αποκρίθηκε αργόσυρτα. «Πέρασα μια άσχημη νύχτα, αυτό είν’ όλο». «Γι-γιατί;» τραύλισε η Ρομέν. Δεν είχε να πάει πιο πίσω, αλλά και να είχε, αμφέβαλλε αν θα την υπάκουγαν τα πόδια της. «Ξεγέννησα μια φοράδα», της είπε μ’ ένα κουρασμένο, κοφτό


γελάκι. «Ήταν μια πολύ άσχημη γέννα - λίγο ακόμα και θα τη χάναμε, και αυτήν, και το πουλάρι. Κι έλειπε και ο κτηνίατρος». «Σώθηκε;» ρώτησε αδύναμα η Ρομέν. «Τα καταφέραμε. Θα σου δείξω μετά το πουλάρι, αν ενδιαφέρεσαι». «Ναι, θά ’θελα να το δω». Η καρδιά της χτυπούσε να σπάσει, κι αυτός ήταν τώρα τόσο κοντά της, που ένιωθε κιόλας το άρωμα του κορμιού του στα ρουθούνια της. Μ ύριζε άλογο και Νικ Μ πάρκλεϊ, κι ήταν απλά και μόνο μεθυστικό. «Φαίνεσαι χάλια», ξανάπε τρέμοντας. «Ναι; Θα συνέλθω όταν κοιμηθώ μια-δυο ώρες». Σταμάτησε μπροστά της, τόσο κοντά, που σχεδόν την άγγιζε. «Π-πώς τα προλαβαίνεις όλα;» είπε η Ρομέν, έτσι, για να πει κάτι. Το βλέμμα του την καθήλωνε. Της έδινε την εντύπωση ότι την απόκοθε οριστικά απ’ την πραγματικότητα κι απ’ τον υπόλοιπο κόσμο. Το χέρι του άγγιξε, τρυφερά κι ολότελα απρόσμενα, το μάγουλό της. Τη ρώτησε απαλά: «Στ' αλήθεια, σε νοιάζει πώς τα προλαβαίνω;» Ο χρόνος σταμάτησε να κυλάει. Το κεφάλι της γύριζε σαν να ήταν μεθυσμένη. «Στ’ αλήθεια με νοιάζει», ψιθύρισε αχνά, γέρνοντας


παραζαλισμένη στο ξύλινο χώρισμα πίσω της. «Γιατί;» «Δεν ξέρω...» «Για δες», μουρμούρισε ο άντρας, και μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό, την τράβηξε να κουρνιάσει στην αγκαλιά του. Το κεφάλι της έγειρε μ’ εγκατάλειψη στο στέρνο του, τα μπράτσα της ανέβηκαν και σφίχτηκαν γύρω απ’ τη φαρδιά του πλάτη, κι απόμεινε απόλυτα παραδομένη στην αγκαλιά του. Όταν της ανασήκωσε το σαγόνι για να την κοιτάξει, τα μάτια της ήταν γεμάτα παράλογα δάκρυα. Της είπε πνιχτά, «μην κλαις», και πήρε τα χείλια της στα δικά του, σ’ ένα τρυφερό φιλί όλο γλύκα. Ύστερα, σιγά-σιγά, το στόμα του έγινε πάλι απαιτητικό κι αχόρταγο, η γλώσσα του αναζήτησε βαθιά τη δική της, και βρέθηκαν να στροβιλίζονται σε μια δίνη ασυγκράτητου πάθους. Όταν επιτέλους ξεχώρισαν τα χείλια τους, έμεινε να την κοιτάζει κατάματα, βαριανασαίνοντας, με το ατσάλινο σώμα του σκληρό και καυτό κόντρα στο δικό της. Του αντιγύρισε το βλέμμα σαν χαμένη, κι εκείνος τη ρώτησε σιγανά: «Πόσον καιρό πρέπει να περιμένω;» Δεν μπόρεσε να του απαντήσει. Μ ’ ένα πνιχτό λυγμό, ξέφυ-γε σπασμωδικά απ’ την αγκαλιά του, κι έφυγε τρέχοντας για το σπίτι.


Αλλά δεν είχε κάνει ούτε λίγα μέτρα, όταν τα πόδια της σταμάτησαν οριστικά να την κουβαλάνε, αποφασισμένα να μην κάνουν ούτε βήμα παραπάνω. Απλά και μόνο, ήταν αδύνατο να φύγει μακριά του. «Πόσον καιρό πρέπει να περιμένω;» την είχε ρωτήσει, σπάζοντας όλες της τις αντιστάσεις με τη δική του ανάγκη. Στράφηκε σαν αυτόματο και γύρισε στο στάβλο. Τον έψαξε παντού με το βλέμμα, αλλά εκείνος δεν ήταν πουθενά. Φυσικά, θα είχε πάει να κάνει ένα μπάνιο και να κοιμηθεί. Η Ρομέν έκατσε στον πάγκο δίπλα στην πόρτα, κι έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της. Τι μου συμβαίνει, αναρωτήθηκε τρέμοντας. Τι μου έχει κάνει ο Νικ Μ πάρκλεϊ, και τον θέλω τόσο; Τα λεπτά περνούσαν, αλλά αντί να περνάει μαζί τους και η έξαψή της, φαινόταν αντίθετα να φουντώνει όλο και περισσότερο. Δεν είναι δυνατόν, είπε στον εαυτό της. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο. Δεν μπορείς να πέσεις έτσι στην παγίδα του! Θυμήσου τον Κέβιν... Αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τον Κέβιν εκείνη την ώρα, δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτ’ άλλο, μόνο τον Νικ Μ πάρκλεϊ και το πόσο τον είχε ανάγκη. Βρέθηκε πίσω απ’ το στάβλο, να τρέμει μπροστά στην πόρτα του. Έστριψε το πόμολο, κι η πόρτα άνοιξε αμέσως - φυσικά, κανείς


δεν είχε λόγο να κλειδώνεται στην ιδιοκτησία των Κάλθορπ. Κι ακόμα και τη στιγμή που έμπαινε στο δροσερό καθιστικό, προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πως αυτό που έκανε ήταν μια τρέλα, πως δεν έπρεπε για κανένα λόγο να μπλέξει με τον τύπο του άντρα που αντιπροσώπευε ο Νικ Μ πάρ-κλεϊ - πως δεν έπρεπε να ξαναμπλέξει με κανέναν άντρα... «Νικ;» έκανε πνιγμένα. Άκούσε τα ανάλαφρα βήματά του, κι έκανε ένα αβέβαιο βήμα προς το μέρος τους. Ο Νικ στάθηκε στην πόρτα του καθιστικού, κοιτάζοντάς την σαν να μην πίστευε στα μάτια του. Είχε μόλις βγει απ’ το μπάνιο. Δε φορούσε παρά μια πετσέτα γύρω απ’ τη μέση, και τα μαλλιά του ήταν υγρά. Το γυμνό του στέρνο ήταν ένα όνειρο από σκληρούς μυώνες και πυκνό τρίχωμα, στα σημεία ακριβώς που έπρεπε, και το ίδιο ονειρεμένα ήταν και τα μακριά, υπέροχα πόδια του. Στη θέα του μισόγυ-μνου κορμιού του, κάτι τρεμούλιασε βαθιά μέσα της, κι ένα πανίσχυρο κύμα επιθυμίας έπνξε και τις τελευταίες της αναστολές. «Ρομέν», είπε ο άντρας, κι έμοιαζε ακόμα να μην πιστεύει σ’ αυτό που έβλεπε. «Ω, Νικ», ψιθύρισε η Ρομέν, και το επόμενο δευτερόλεπτο εκείνος είχε διασχίσει κιόλας με δυο δρασκελιές το δωμάτιο, και την έπαιρνε στην αγκαλιά του. «Α, Ρομέν», είπε μ’ ένα βαθύ στεναγμό, και τη φίλησε σάν νά ’θελε να ρουφήξει όλη τη ζωή από μέσα της.


Βρέθηκαν στην κρεβατοκάμαρά του, γυμνοί κι οι δυο πάνω στο κρεβάτι. Της κρατούσε με τις παλάμες του ακίνητο το κεφάλι, και τα χείλια του τρυγούσαν τα δικά της, συνθλίβοντάς τα σχεδόν με το πάθος τους, σπρώχνοντάς τα ν’ ανοίξουν για να πάρουν ανάμεσά τους τη γλώσσα του, ρουφώντας αχόρταγα τους χυμούς τους. Το σκληρό του σώμα έσφυζε απ’ την επιθυμία έτσι που κόλλαγε στο δικό της, και πάνω στο μηρό της αισθανόταν καυτή τη σάρκα του φαλλού του. Παραλυτικά κύματα επιθυμίας σάρωναν το κορμί της, κι ένιωθε να λιώνει σαν κερί στη φλόγα του πάθους τους. Ποτέ δε θέλησα τόσο πολύ άλλον άντρα, σκέφτηκε σε μια ξεκάθαρη στιγμή αυτογνωσίας, και μια μικρή σπίθα πανικού ήρθε και μπλέχτηκε με την απόλαυσή της. Της άφησε τα χείλια και τη ρώτησε πνιχτά: «Το θέλεις στ’ αλήθεια;» «Ναι, Νικ». Αν το ήθελε; Το ήθελε με μια ένταση που δεν την είχε γνωρίσει ποτέ πριν, ούτε καν με τον Κέβιν. «Ω, ναι...» «Μ η φύγεις πάλι», της ψιθύρισε πνιχτά, τρέμοντας σύγκορμος καθώς έσκυβε να γεμίσει το σώμα της με φιλιά. Για μια φορά, έμοιαζε να έχει χάσει τη σιγουριά του. Την κρατούσε σαν πολύτιμο αντικείμενο στα χέρια του, και το χάδι της γλώσσας του ήταν απαλό, σχεδόν δισταχτικό. Ύστερα, με τα πνιχτά βογγητά της στ’ αφτιά του, άφησε να τον παρασύρει ολότελα η επιθυμία. Μ πήκε μέσα της μ’ ένα βαθύ βογγητό, κι εκείνη τον δέχτηκε με μια κραυγή ηδονής, σφίγγοντας γύρω του τα πόδια της. «Μ ωρό μου»,


ψιθύρισε ο άντρας. «Όμορφο μωρό μου... Ω, Θεέ μου, το ήθελα τόσο, τόσον καιρό...» «Νικ, Νικ...» Τα χέρια της χάιδευαν τους σκληρούς μυώνες της πλάτης του, όσο το κορμί της προσαρμοζόταν στην εισβολή του δικού του. Καυτός μέσα στα σπλάχνα της, ο μεγάλος φαλλός πήρε αβίαστα το ρυθμό του, στέλνοντας αβάσταχτα κύματα ηδονής ν’ αντηχήσουν στο παραζαλισμένο μυαλό της. «Ω, ναι, ναι, Νικ, έτσι... Ω, σε θέλω τόσο...» Δεν είχε φανταστεί καν πως θα ήταν έτσι. Δεν είχε ποτέ βυθιστεί σε τέτοια θάλασσα απόλαυσης, ποτέ δεν είχε νιώσει να δίνεται έτσι σ’ έναν άντρα. Γαντζώθηκε από πάνω του σαν να εξαρτιόταν απ’ αυτό η ζωή της, κι ανταποκρίθηκε με τις δικές της κινήσεις στο σφυ-ροκόπημα του αντρισμού του. «Ω, Θεέ μου, σε θέλω τόσο...» «Κι εγώ, Ρομέν... Όσο δεν μπορείς να φανταστείς, μωρό μου...» Τα μάτια του σαν να ξεγύμνωναν την ψυχή της, όσο το υπέροχο, ακούραστο σώμα του την έφερνε όλο και πιο κοντά στον οργασμό. Και της φάνηκε πως στα βάθη τους έβλεπε πράγματα που δεν είχε δει ποτέ πριν στα μάτια ενός άντρα. Τι μου συμβαίνει, Θεέ μου, αναρωτήθηκε γι’ άλλη μια φορά, έντρομη. Πώς είναι δυνατόν να νιώθω έτσι - μαζί του; Ήταν τέλειο. Δεν υπήρχε ούτε μια εμπειρία στο παρελθόν της, που να μπορούσε να συγκριθεί με το πάθος εκείνου του σμιξίματος, με τη δύναμη του κορμιού του, με τις συσπάσεις της ηδονής στο όμορφο, σκληρό, κομμένο πρόσωπό του. Βαθιά μέσα της, τα


σπλάχνα της σπαρτάρησαν, κλείνοντας σπασμωδικά γύρω απ’ τον τεράστιο φαλλό του. Την άφησε να τελειώσει, παρακολουθώντας αχόρταγα τις αντιδράσεις της με τα γκρίζα του μάτια, που θόλωναν κιόλας στο κατώφλι της κορύφωσης. Την ακολούθησε με μόνο ένα λεπτό καθυστέρηση. Και καθώς οι σπασμοί διέτρεχαν το σώμα του, έσκυψε και τη φίλησε άγρια στο στόμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Ήταν Ιούνιος τότε, και δεν είχε ξαναδεί τον Νικ Μ πάρκλεϊ, παρά μόνο εκείνη τη μελαγχολική μέρα του Οκτώβρη, που ο πατέρας της πέθαινε, κι η ίδια είχε έρθει να αναλάβει. Αν περνούσε απ’ το χέρι της, θα διάλεγε να μην τον ξαναδεί ποτέ. Είχε συνέλθει τότε απ’ την ερωτική της παραφορά, κι είχε συνειδητοποιήσει με έναν τρόμο που πλησίαζε στον πανικό, ότι είχε έρθει στο σημείο ακριβώς που επιζητούσε τόσον καιρό να τη φέρει ο Νικ Μ πάρκλεϊ. Δεν είχε κουραστεί άλλωστε ιδιαίτερα για να τη ρίξει του είχαν αρκέσει ένα φιλί, ένα βλέμμα λαχτάρας, λίγες νοσταλγικές λέξεις. Είχε ντυθεί σπασμωδικά, κι είχε φύγει τρέχοντος απ’ το σπίτι του,


αγνοώντας ολότελα το βουβό κάλεσμα στα μάτια του, κι εκείνος δεν είχε επιχειρήσει να την κρατήσει. Δεν της είχε πει ούτε μια λέξη, την κοίταζε μόνο με την πιο αξεδιάλυτη έκφρασή του. Ίσως να μην τον ενδιέφερε πια αρκετά για να μπει στον κόπο να τη μεταπείθει. Ή ίσως κιόλας να είχε αντιληφθεί έγκαιρα πως η Ρομέν ήταν στα πρόθυρα της υστερίας, και να μην ήθελε να αντιμετωπίσει τέτοιες δυσάρεστες καταστάσεις. Η Ρομέν είχε βρει μια δικαιολογία, και είχε φύγει το ίδιο απόγευμα. Δε γινόταν να μείνει ούτε λεπτό παραπάνω στο ίδιο σπίτι με τον Νικ Μ πάρκλεϊ. Δεν είχε τα περιθώρια να το διακινδυνεύσει. Ό,τι φοβόταν περισσότερο, της είχε συμβεί, ή τουλάχιστον, είχε αρχίσε να της συμβαίνει. Είχε ήδη εξευτελιστεί παραπάνω απ’ όσο άντεχε. Γελοία είχε γίνει, στην κυριολεξία, μετά από όλη αυτή την αγέρωχη στάση που κρατούσε ένα χρόνο τώρα με τον Νικ Μ πάρκλεϊ. Ποτέ της δεν ήταν εύκολη, κι αυτό που είχε κάνει σήμερα, ήταν κάτι εντελώς έξω απ’ το χαρακτήρα και τις αρχές της. Κι όμως, αυτός ο άντρας την είχε φέρει ως το κρεβάτι του με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια. Τι θρίαμβος γι’ αυτόν, μετά από εκείνη την παγερή άρνησή της στο “Ακουάριουμ” ή μετά τα τσουχτερά της λόγια, την πρώτη φορά στο λιβάδι... Ναι, μεθυσμένος από θρίαμβο θα πρέπει να ήταν τώρα πια ο Νικ Μ πάρκλεϊ. Αλλά ακόμα χειρότερο κι απ’ αυτό, ήταν τα δικά της αισθήματα


απέναντι του, αυτή η τρομαχτική ανάγκη που ξύπναγε μέσα της, και που έπρεπε να την πνίξει με κάθε θυσία. Δε θά μπορούσε να επιβιώσει από ένα ακόμα επεισόδιο Κέβιν, κι ο Νικ ήταν άπειρα πιο επικίνδυνος απ’ τον πρώην αρραβωνιαστικό της. Είχε όλα τα φόντα κι όλες τις προδιαγραφές για να την καταστρέφει. Δε θα ξαναπάταγε στο σπίτι, όσο αυτός ήταν ακόμα εκεί. Ας έλεγε ό,τι ήθελε ο πατέρας της, δε θα την έπειθε. Θα έμενε μακριά του μέχρι να το ξεπεράσει οριστικά, και θα παρακα-λούσε μόνο να μην έχει κι άλλες συνέπειες εκείνο το επεισόδιο. Δε θα το άντεχε να έχει μείνει και έγκυος από πάνω. Αλλά δεν ήταν έγκυος, και τελικά, καθώς τα Σαββατοκύριακα περνούσαν το ένα μετά το άλλο μακριά του, πίστεψε ότι το είχε ξεπεράσει. Απ’ όλη εκείνη την ιστορία, δεν είχε μείνει παρά μόνο ντροπή και αμηχανία, τίποτ’ άλλο. Τώρα δεν ήταν πια και τόσο σίγουρη γι’ αυτό. Δεν είχε όμως σημασία. Αυτή τη φορά ήταν απόλυτα αποφασισμένη να κρατήσει τις σχέσεις τους, αποκλειστικά και μόνο στα πλαίσια εργοδότη-εργαζόμενου. Και μετά, θα κοίταζε να ξεφορτωθεί τον Νικ Μ πάρκλεϊ με την πρώτη ευκαιρία - εκτός βέβαια αν αυτός είχε ήδη αποφασίσει να φύγει από μόνος του. Το πρωί, όμως, καθώς κατέβαινε για να πάρει το αυτοκίνητό της και να πάει στο νοσοκομείο, είδε από μακριά τον Νικ Μ πάρκλεϊ μ’ ένα απ’ τ’ άλογά του.


Αν είχε αποφασίσει να φύγει, σκέφτηκε με παράλογη ανακούφιση, δε θα ήταν τώρα εδώ να δουλεύει. Ένιωσε ξαλα-φρωμένη, κι αυτό την εκνεύρισε. Θα ήθελε να πιστέψει πως η ανακούφισή της οφειλόταν μόνο στο γεγονός ότι η αναχώρηση του Μ πάρκλεϊ θα της έκοβε τα χέρια, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό, και το ήξερε. Γυρίζοντας αργότερα απ’ το νοσοκομείο, όπου τίποτα δεν είχε αλλάξει στο μεταξύ, κλείστηκε στο γραφείο του πατέρα της, και θάλθηκε να μελετάει τα χαρτιά του. Ήταν χωμένη στο χαρτομάνι ως το λαιμό, όταν εμφανίστηκε στο γραφείο ο Νικ Μ πάρκλεϊ. Η Ρομέν σήκωσε τα κουρασμένα της μάτια πάνω του, κι η καρδιά της έχασε αναπόφευκτα ένα χτύπο. Ήταν χλομός, πρόσεξε, σαν να μην είχε κοιμηθεί καλά τη νύχτα. Η έκφρασή του ήταν ολότελα ουδέτερη, ούτε θυμωμένη ούτε παγερή, ούτε τίποτα. Της είπε τυπικά: «Έχω εδώ κάτι λογαριασμούς που πρέπει να ελέγξετε». «Θα τους κοιτάξω αργότερα, αν δεν επείγουν», είπε αδύναμα η Ρομέν. Φοβόταν ακόμα πως αυτός θα της ανακοίνωνε ότι θα έφευγε, γΓαυτό μάζεψε όλο της το κουράγιο, κι είπε τυπικά: «Φοβάμαι ότι εχτές το βράδυ παραφέρθηκα, κύριε Μ πάρ-κλεϊ. Η κατάσταση του πατέρα μου με έχει αναστατώσει. Σας ζητώ συγνώμη». Ο άντρας ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Δεν έχει πια


σημασία. Θα σας αφήσω τους λογαριασμούς να τους δείτε όταν ευκαιρήσετε». Στρεφόταν κιόλας για την πόρτα, όταν τον σταμάτησε η φωνή της. «Μ ια στιγμή, κύριε Μ πάρκλεϊ. Αν δε βιάζεστε πολύ, θα ήθελα να σας απασχολήσω για λίγο». Το πρόσωπό του έμεινε ολότελα απαθές. «Είμαι στη διάθεσή σας, μις Κάλθορπ». Του είπε ξεροκαταπίνοντας, ξαφνικά παράλογα ενοχλημένη απ’ την τυπικότητά του: «Εδώ βλέπω πως ένα υπερβολικά μεγάλο μέρος της ιδιοκτησίας μας είναι υποθηκευμένο. Ο πατέρας μου δε μου είχε κάνει ποτέ νύξη για κάτι τέτοιο. Δεν είχα ιδέα». Δεν είχε, φυσικά. Πάντα πίστευε πως όλα πήγαιναν ρολόι, πως τα κτήματα απέδιδαν ικανοποιητικά, πως υπήρχε αρκετό ρευστό για να καλύπτει οποιεσδήποτε ανάγκες ή πιθανές επενδύσεις. Ποτέ δεν είχε υποπτευθεί κάποια οικονομική στενότητα. Και τώρα ανακάλυπτε πως ο πατέρας της είχε αναγκαστεί να καταφύγει στο δανεισμό, και μάλιστα σε δυσανάλογα μεγάλη έκταση. Κι έτσι όπως φαινόταν τώρα το πράγμα, η εξυπηρέτηση αυτών των χρεών, θα ήταν από δυσβάσταχτη έως ανέφικτη. Κι ο λόγος γΓαυτόν το δανεισμό, ήταν βέβαια το ιπποτροφείο. Το στήσιμό του είχε απορροφήσει εξωφρενικά κατά τη γνώμη της κεφάλαια, και το ίδιο εξωφρενικά της φαίνονταν τα έξοδα λειτουργίας του. Είχε μείνει μ’ ανοιχτό το στόμα βλέ-ποντάς τα.


Ήταν όλα απόλυτα δικαιολογημένα στα βιβλία, και δε φαινόταν πουθενά ίχνος κακοδιαχείρησης ή σπατάλης. Αλλά δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, μπορεί να της κόστιζαν κάτι άπειρα πιο πολύτιμο, και εντελώς αναντικατάστατο σ’ αυτές τις συνθήκες: τη γη της. Κι ο Τζορτζ δεν την είχε αφήσει ποτέ να εννοήσει ότι ήταν καταχρεωμένος. Πώς τά ’χε καταφέρει ο συνετός, προνοητικός και καθόλου παράτολμος πατέρας της, να μπλέξει σε τέτοιες καταστάσεις; Του είχε μπει ξαφνικά η ιδέα να επενδύσει στ’ άλογα, και την είχε βάλει σ’ εφαρμογή χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, χωρίς καν να έχει το ρευστό για μια τέτοια επιχείρηση. Κι επειδή βέβαια για κανένα λόγο δε θα πούλαγε ποτέ γη, κι ούτε τις μετοχές του που προορίζονταν για τη Λίλιαν, είχε προτιμήσει να δανειστεί σχεδόν όλο το κεφάλαιο που χρειαζόταν. Μ ε κάτι σαν σοκ, η Ρομέν είχε ανακαλύψει πως, στην πολύ πιθανή περίπτωση που δε θα μπορούσε ν’ ανταπεξέλθει σ’ αυτό το χρέος, ένα πολύ μεγάλο μέρος της γης της θα περνούσε στα χέρια του γείτονά τους, του Λόρδου Ντέιτον. Κρύος ιδρώτας την έλουζε σ’ αυτήν την προοπτική. Της ήταν αδύνατο να πιστέψει πως είχε κάνει κάτι τόσο ηλίθιο ο πατέρας της. Δε θα μπορούσε καν να το έχει σκεφτεί από μόνος του. Κάποιος άλλος του είχε βάλει την ιδέα, κι η Ρομέν είχε μια πολύ


βάσιμη υποψία για το ποιος ήταν αυτός. Σήκωσε τα μάτια και είπε στεγνά: «Πώς αποφάσισε ο πατέρας μου να δανειστεί σε τέτοια έκταση, κύριε Μ πάρκλεϊ; Πώς θεώρησε ότι άξιζε να υποθηκεύσει τη γη του για το ιπποτροφείο;» Τα μάτια του στένεψαν ανεπαίσθητα. Ήταν πολύ έξυπνος για να μην πιάσει αμέσως τη σκέψη της. Της είπε ξερά: «Κάποια στιγμή ο πατέρας σας ανακάλυψε πως τα κτήματα δεν απέδιδαν πια όσο άλλοτε, κι ότι θα έπρεπε να στραφεί σε άλλες επενδύσεις». «Μ α δεν είχαμε ποτέ πρόβλημα με τα κτήματα!» «Μ πορεί να μην είχατε στο παρελθόν. Τα τελευταία χρόνια όμως δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Ορισμένα απαραίτητα βελτιωτικά έργα δεν είχαν γίνει, κι αυτό επί χρόνια. Και η γη ακόμα χρειάζεται κάποιες επενδύσεις για ν’ αποδώσει, μις Κάλ-θορπ». Μ ια υποψία ειρωνείας χρωμάτισε τη φωνή του σ’ αυτά τα λόγια. «Θέλετε να πιστέψω ότι ο πατέρας μου είχε παραμελήσει την περιουσία του;» έκανε ψυχρά η Ρομέν. «Όχι βέβαια. Μ πορώ να σας βεβαιώσω ότι τον έκαιγε αυτό το θέμα. Αλλά δεν είχε ποτέ αρκετό ρευστό για να κάνει ό,τι έπρεπε». «Αυτό μου φαίνεται λίγο παρατραβηγμένο», παρατήρησε ειρωνικά


η Ρομέν. «Είχε... οικογενειακά βάρη», είπε με τακτ ο Μ πάρκλεϊ, κι η Ρομέν θυμήθηκε τη μεγάλη ζωή, και τα λούσα της μητριάς της και της Λίλιαν. Φυσικά... Ο Τζορτζ δεν τους χάλαγε ποτέ χατίρι. Οτιδήποτε ήθελαν, μπορούσαν και να το αποκτήσουν. Ο Θεός μόνο ήξερε τι λεφτά του τραβούσαν όλα αυτά τα χρόνια. «Ο πατέρας σας δεν ήθελε να πουλήσει γη», συνέχισε ουδέτερα ο Μ πάρκλεϊ. «Και φοβόταν να πάρει δάνειο, γιατί δεν ήταν σίγουρος αν θα τα κατάφερνε ν’ ανταπεξέλθει. Έτσι το άφηνε και το άφηνε, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι τα κτήματα κόντευαν να καταντήσουν παθητικά». «Και τότε», είπε σφιγμένα η Ρομέν, «έκανε μ’ ελαφριά καρδιά αυτό που φοβόταν να κάνει τόσον καιρό, και το έκανε μάλιστα σε τεράστια έκταση. Πήρε ένα εξοντωτικό δάνειο, για να στήσει ένα ιπποτροφείο! Μ ου είναι δύσκολο να το πιστέψω, όπως και να το κάνετε». «Ένα επιτυχημένο ιπποτροφείο μπορεί να γίνει πολύ αποδοτικό», είπε ξερά ο Μ πάρκλεϊ. «Και αν ελέγξατε τα βιβλία, μις Κάλθορπ, θα προσέξατε χωρίς αμφιβολία, ότι το ιπποτροφείο σας καλύπτει ήδη όλα τα έξοδά του, για να μην πω ότι αφήνει και κέρδος!» Του είπε ψυχρά, προσπαθώντας να του αντιγυρίσει ατάραχη το βλέμμα: «Δε νομίζω ότι αυτό το κέρδος είναι τόσο σημαντικό, που να δικαιολογεί την επένδυση που έγινε, ή να μου εγγυάται εμένα


ότι δε θα χάσω τη γη μου!» «Είναι πολύ νωρίς ακόμα, μις Κάλθορπ. Τα περισσότερα άλογα είναι μικρά πουλάρια. Θα περάσει ένα διάστημα μέχρι να είναι έτοιμα για την αγορά». Κι εσύ, φυσικά, θα μου είσαι απαραίτητος μέχρι τότε, σκέ-φτηκε με ξαφνική κακία η Ρομέν. «Και μετά, κύριε Μ πάρκλεϊ; Μ πορείτε να μου εγγυηθείτε εσείς ότι μετά απ' αυτό το διάστημα, η επιχείρηση θ’ αξίζει τον κόπο, ή θα με βοηθήσει να καλύψω τα χρέη μου;» Έλπιζε να ήταν αρκετά καυστικός ο τόνος της φωνής της. Το βλέμμα του πήρε μια σαφή περιφρονητική λάμψη. «Πρόκειται για εκλεκτά καθαρόαιμα, μις Κάλθορπ, άριστα εκπαιδευμένα. Φανταζόμουνα ότι θα είχατε μια ιδέα για το πού κυμαίνεται συνήθως η τιμή τους». «Θα με υποχρεώνατε αν μου το λέγατε εσείς, κύριε Μ πάρ-κλεϊ». «Στη χειρότερη περίπτωση, εικοσιπέντε χιλιάδες δολάρια: Στην καλύτερη, πάνω από εκατό». Τον κοίταξε τώρα σκεφτική, υπολογίζοντας στα γρήγορα. «Είναι σίγουρο αυτό;» ρώτησε τελικά. Τα μάτια του πέταξαν φλόγες. «Δεν καταλαβαίνω προς τι η αμφιβολία. Αν δε σας αρκεί η δική μου διαβεβαίωση, μπορείτε να


καλέσετε έναν εκτιμητή της επιλογής σας». «Αν είγαι όντως έτσι τα πράγματα», είπε ειρωνικά η Ρομέν, αγνοώντας τα φουρτουνιασμένα του μάτια και τα σφιγμένα του χείλια, «ο καθένας θα έστηνε κι από ένα ιπποτροφείο, δε νομίζετε, κύριε Μ πάρκλεϊ;» «Σίγουρα, μις Κάλθορπ. Αν είχε τα κεφάλαια, κι αν ήταν τόσο απλό όσο φαντάζεστε εσείς τώρα. Να σας πληροφορήσω, αν δε σας πειράζει, ότι ένα ιπποτροφείο είναι εξαιρετικά λεπτή επιχείρηση, κι είναι πολύ εύκολο ν’ αρχίσει κανείς να χάνει και φοράδες, και πουλάρια, κι ακόμα πιο εύκολο να κάνει λάθη στην επιλογή τους. Χρειάζονται πολύ ειδικευμένοι και πολύ αφοσιωμένοι άνθρωποι γι’ αυτή τη δουλειά, και δε νομίζω ότι κυκλοφορούν πολλοί τέτοιοι στην αγορά εργασίας!» Αν αυτό ήταν προειδοποίηση, σκέφτηκε η Ρομέν, σίγουρα είχε βρει το στόχο. Σ’ αυτή τη φάση, δε θα τολμούσε ποτέ ν’ αντικαταστήσει τον Μ πάρκλεϊ με κάποιον άλλον, που πιθανότατα θα ήταν πολύ λιγότερο κατάλληλος, και να διακινδυνεύσει έτσι τη μοναδική της ελπίδα να ξελασπώσει στο μέλλον. Κρατάει όλους τους άσους στο χέρι, σκέφτηκε φουρκισμένη. Το ξέρει ότι τον έχω ανάγκη, και δε δίνει δεκάρα για τα υπόλοιπα. «Όπως και νά ’χει», έκανε συγκρατημένα, «εδώ έχουμε ένα ιπποτροφείο που δεν έχει αρχίσει ακόμα να αποδίδει, κι ένα χρέος που κρέμεται σαν δαμόκλεια σπάθη πάνω απ’ το κεφάλι μου. Μ ου


είναι αδιανόητο ότι μπόρεσε ο πατέρας μου έστω να σκεφτεί να χρεωθεί σε τέτοια έκταση!» «Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, μις Κάλθορπ. Οι μόνες του επιλογές ήταν, ή να πουλήσει γη, ή να επενδύσει. Ακόμα κι εσείς, θα παραδεχτείτε ότι η επένδυση είναι προτιμότερη απ’ το ξεπούλημα!» «Χωρίς αμφιβολία, κύριε Μ πάρκλεϊ», του αντιγύρισε σαρκαστικά. «Δεν έχω βέβαια τις δικές σας εξειδικευμένες γνώσεις σ’ αυτό το θέμα, αλλά τολμώ να παρατηρήσω ότι θα μπορούσε ίσως να είχε στραφεί σε κάποια επένδυση με μικρότερο κόστος!» «Μ ια επένδυση με μικρότερο κόστος, μις Κάλθορπ, δε θα σας άφηνε εκατό χιλιάδες δολάρια το κομμάτι». «Αναμφίβολα. Και μιας και έχετε μια απάντηση για όλα, θα ήθελα να μου εξηγήσετε και τι θα γίνει, στην περίπτωση που για κάποιο λόγο βρεθούμε σε αδυναμία να εξυπηρετήσουμε τα χρέη μας. Γιατί αυτό που καταλαβαίνω εγώ, είναι ότι η ιδιοκτησία του Λόρδου Ντέιτον θα βρεθεί να επεκτείνεται μέχρι τον κήπο του σπιτιού μου!» ξαφνικά την έπνιξε η λύσσα. Έμεινε να τον κοιτάζει άγρια, βαριανασαίνοντας. Την κοιτούσε κι εκείνος φουρτουνιασμένος, αλλά της απάντησε ήρεμα: «Δε νομίζω ότι ο πατέρας σας ανησυχούσε ιδιαίτερα γι’ αυτό το δάνειο, μις Κάλθορπ».


Η Ρομέν έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα. «Τι εννοείτε - δεν ανησυχούσε;» «Απ’ όσο ξέρω, το θεωρούσε... φιλικό δάνειο». «Φιλικό», επανέλαβε χαζά η Ρομέν. Ή ηλίθιος ήταν ο άνθρωπος, ή τη θεωρούσε εκείνην ηλίθια. «Α, μάλιστα, φιλικό... Εδώ όμως, κύριε Μ πάρκλεϊ, βλέπω μια καθόλα έγκυρη υποθήκη. Βλέπω επίσης να αναφέρονται και τόκοι, εκτός αν κάνω λάθος, κι αυτό είναι διακοσμητική προσθήκη!» «Νόμιμοι τόκοι, μις Κάλθορπ, και επιπλέον - » «Χωρίς αμφιβολία», τον έκοψε ξερά. «Ποτέ δε φαντάστηκα ότι ο Λόρδος Ντέιτον θα το έριχνε στην τοκογλυφία. Αυτό όμως δε σημαίνει πως θα μας χαρίσει χωρίς αντίρρηση τα λεφτά του!» Τον ήξερε το γείτονά τους, ήταν ένας στριμμένος παλιόγερος, δύοτροπος και μίζερος, που δε θα χαριζόταν στην ίδια του τη μάνα. Ήταν φίλοι με τον πατέρα της, έτσι όπως είναι φίλοι όλοι οι γείτονες που δε σκοτώνονται για κάποιο αμφισβητούμενο κομμάτι γης. Δε θα μπορούσε όμως να πει ότι ήταν και κολλητοί οι δυο τους. Θά ’ταν δύσκολο να είναι, με το χαρακτήρα που είχαν. Κι απ’ όσο ήξερε η Ρομέν, ο Λόρδος Ντέιτον, που κολυμπούσε κυριολεκτικά στο χρήμα, είχε εκφράσει και στο παρελθόν την επιθυμία ν’ αγοράσει κομμάτια γης απ’ το γείτονά του. Τώρα, έτσι όπως είχαν τα πράγματα, η επιθυμία του θα


εκπληρωνόταν, και μπορεί κιόλας να προλάβαινε να το χαρεί πριν πάει στον τάφο. «Αν με αφήνατε να ολοκληρώσω, μις Κάλθορπ», είπε μελιστάλαχτα ο Μ πάρκλεϊ, «θα σας έλεγα ότι, απ’ όσο ξέρω, το δάνειο αυτό είναι κάπως... ιδιάζον. Δε θά ’ξέρα να σας πω λεπτομέρειες, αλλά ο πατέρας σας είχε κάποια συμφωνία κυρίων με το Λόρδο Ντέιτον. Πέρα απ’ το τι γράφουν τα χαρτιά, οι δυο τους είχαν συμφωνήσει σε μια περίοδο χάριτος. Για δύο τουλάχιστον χρόνια. Αν ψάξετε καλύτερα, θα δείτε ότι δεν έχει γίνει καμία πληρωμή στο Λόρδο Ντέιτον μέχρι τώρα». Η Ρομέν έμεινε να τον κοιτάζει άναυδη. «Η εξοχότητά του», συνέχισε το ίδιο μελιστάλαχτα ο Μ πάρ-κλεϊ, «είχε διαβεβαιώσει τον πατέρα σας ότι δε θα ασκούσε καμιά πίεση σ’ αυτό το θέμα, κι ότι δε θα του έκανε κατάσχεση σε καμιά περίπτωση - τουλάχιστον για τα τρία πρώτα χρόνια». «Δεν το βλέπω γραμμένο πουθενά αυτό», είπε η Ρομέν, όταν κατάφερε να κλείσει το στόμα της. «Ο πατέρας σας ήταν πολύ περήφανος άνθρωπος. Δεν ήθελε να φαίνονται χαριστικές ρυθμίσεις στα χαρτιά, εφόσον μάλιστα του αρκούσε απόλυτα ο λόγος του Λόρδου Ντέιτον. Του είχε προφανώς εμπιστοσύνη», κατέληξε με αμυδρή ειρωνεία. Η Ρομέν τον κοίταξε σκεφτική. Αν ο Μ πάρκλεϊ είχε δίκιο, κι ο


πατέρας της είχε μια συμφωνία κυρίων με τον Ντέιτον, ήταν φυσικό να μην ανησυχεί άμεσα. Ο γέρο-λόρδος μπορεί να ήταν κέρατο ξεγάνωτο, αλλά ήταν σίγουρα άνθρωπος που κρατούσε το λόγο του. Γι’ αυτό ίσως κι ο Τζορτζ είχε προτιμήσει να δανειστεί από κείνον, κι όχι απ’ την τράπεζα ή απ’ οποιον-δήποτε άλλον. Έλπιζε προφανώς ότι το ιπποτροφείο θα απέδιδε πολύ πριν λήξει η περίοδος χάριτος του δανείου, και θα του επέτρεπε να βγάλει τα χρέη του χωρίς πρόβλημα. Τελικά, η μόνη της ελπίδα ήταν όντως αυτό το καταραμένο ιπποτροφείο. Κι ο Νικ Μ πάρκλεϊ. Δεν έπρεπε για κανένα λόγο να διακινδυνεύσει να τον χάσει σ’ αυτή τη φάση. Δεν έπρεπε να τον κοντράρει. Δεν ήθελε να τον κοντράρει. Η αφύσικη χλομάδα στο πρόσωπό του, της έσφιγγε την καρδιά, όπως της έσφιγγαν την καρδιά η ψυχρότητά του, η ειρωνεία στο βλέμμα του κι η υποψία περιφρόνησης στη φωνή του, ακόμα κι ο τρόπος που στεκόταν τόση ώρα όρθιος μπροστά της. Την έπνιγε μια τρελή παρόρμηση ν’ απλώσει το χέρι και να του χαϊδέψει τα χείλια. Κατάφερε να συμμαζέψει λίγο τις σκέψεις της, κι είπε προσεχτικά: «Εντάξει, ίσως να έχετε δίκιο. Δεν είναι απίθανο να ήθελε ο Λόρδος Ντέιτον να διευκολύνει τον πατέρα μου, αν και εγώ δεν μπορώ να τον φανταστώ να το παίζει εξυπηρετικός γείτονας.


Οπωσδήποτε είναι άνθρωπος με λόγο, αλλά είναι επίσης στα ογδονταπέντε. Μ πορεί να μας αφήσειχρόνους από στιγμή σε στιγμή, και καθώς δεν έχει παιδιά, όρα ποιος θα τον διαδεχτεί. Τι θα γίνει αν ο νέος λόρδος δεν έχει την ανεκτικότητα του παλιού;» ξαφνικά, ο Μ πάρκλεϊ φάνηκε να χάνει την υπομονή του. «Κατανοώ απόλυτα την αγωνία σας, μις Κάλθορπ, αλλά θα μου επιτρέψετε να πω ότι δεν είμαι αρμόδιος να σας διαφωτίσω πάνω σ’ αυτό το σημείο. Φαντάζομαι, ο πατέρας σας θα είχε προβλέψει κι αυτήν την εξέλιξη. Κι απ’ όσο ξέρω», κατέληξε καυστικά, «είθισται ο κάθε νέος λόρδος, να τιμά τις υποχρεώσεις που είχε αναλάθει ο προηγούμενος. Τώρα, αν δεν έχετε άλλες απορίες...» Τα μάγουλά της φλογίστηκαν. Τον ρώτησε τσουχτερά: «Βιάζεστε τόσο πολύ, κύριε Μ πάρκλεϊ;» «Έτσι φαίνεται, μις Κάλθορπ», της απάντησε ειρωνικά. «Ωραία», είπε ζεματισμένη η Ρομέν. «Μ πορείτε να πηγαίνετε. Δε σας θέλω άλλο». «Καλοσύνη σας, μις Κάλθορπ», της πέταξε πάνω απ’ τον ώμο του, καθώς έβγαινε κι έκλεινε πίσω του την πόρτα, αφή-νοντάς την να τον κοιτάζει σαν χαμένη.


Ο Νικ Μ πάρκλεϊ είχε καταπιεί την προσβολή κι είχε μείνει, αλλά η Ρομέν ήξερε πως δε θα την άφηνε ποτέ πια να ξεχάσει τα άσκεφτα λόγια που του είχε πετάξει χτες το βράδυ. Αλαζο-νικέ μπάσταρδε, σκέφτηκε με ξαφνική λύσσα, και θα είχε μείνει να το σκέφτεται για πολλή ώρα, αν εκείνη τη στιγμή δεν της τηλεφωνούσε απ' το νοσοκομείο η θεία Μ πετίνα. Όσο εκείνη διαπληκτιζόταν με τον Νικ Μ πάρκλεϊ, ο πατέρας της είχε ξεψυχίσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 «Αυτό δε γίνεται». Η φωνή της, υστερική σχεδόν, ακούστηκε σαν ξένη στ’ αφτιά της. Το κεφάλι της ακόμα βούιζε απ’ το σοκ, το στήθος της ανεβοκατέβαινε κοφτά, πονώντας σχεδόν με κάθε ανάσα που έμπαινε στα πνευμόνια της. «Δε γίνεται, α, όχι, δε γίνεται!» Ήταν αδύνατο να το χωνέψει. Το πανιασμένο της πρόσωπο στράφηκε προς τον Τζόναθαν Ντιν, το δικηγόρο του πατέρα της, κι ήταν ολότελα αλαφιασμένο. «Θα προσβάλω τη διαθήκη. Αυτός ο όρος είναι εντελώς αστήριχτος. Παρανοϊκός. Δεν υπάρχει δικαστής που δε θα με δικαίωνε!» «Ηρέμησε λίγο, Ρομέν, κι ας το συζητήσουμε». «Δεν μπορώ να ηρεμήσω. Δεν είναι δυνατόν να σκέφτηκε έτσι ο μπαμπάς! Χριστέ μου, πρέπει νά ’χε χάσει ολότελα τα λογικά του! Αυτή η διαθήκη δεν μπορεί να σταθεί λεπτό. Θέλω να κινήσεις τη


διαδικασία, Τζόναθαν. Αμέσως τώρα!» «Ηρέμησε», τη συμβούλεψε ο δικηγόρος. «Για όλα υπάρχει μια λύσή». «Δεν πρόκειται να το κάνω. Ποτέ, ποτέ όσο ζω! Ο πατέρας μου πρέπει να είχε τρελαθεί, δεν εξηγείται αλλιώς! Έπρεπε να το είχες καταλάβει, Τζόναθαν, ότι δεν ήταν στα καλά του!» Σηκώθηκε, και βάλθηκε να βηματίζει σαν παγιδευμένο θηρίο στο μισοσκότεινο δωμάτιο. Δε νιώθω καλά, σκέφτηκε σε μια στιγμή. Θα πάθω τίποτα... Έκατσε πάλι απέναντι απ’ το δικηγόρο, μπλέκοντας και ξεμπλέκοντας νευρικά τα δάχτυλά της. Ήταν αδύνατο να το χωνέψει. Να της κάνει κάτι τέτοιο ο πατέρας της... Δε θα τον συγχωρούσε ποτέ όσο ζούσε. Η φωνή του Τζόναθαν καθώς διάβαζε τη διαθήκη, αντηχούσε ακόμα στ’ αφτιά της. Είχε τιναχτεί έντρομη σε μια στιγμή, κι είχε ξεφωνίσει υστερικά, «ω, όχι!» Δεν μπορούσε να το πιστέψει, όπως δεν μπορούσε να το πιστέψει ούτε και τώρα, που είχε περάσει κάμποση ώρα απ’ την ανάγνωση της διαθήκης, και βρισκόταν μόνη με τον Τζόναθαν, κλεισμένη στο γραφείο, προσπαθώντας μάταια να συνέλθει μ’ ένα διπλό ουίσκι. Δεν είχε ακούσει τίποτε το αφύσικο ως ένα ορισμένο σημείο. Ήταν όλα προβλεπτά και αναμενόμενα. Ήξερε μια ζωή τι θα άφηνε ο πατέρας της στους Γκρέιντζερ ή στη θεία Μ πε-τίνα. Ήξερε επίσης


τι θα άφηνε στη «θετή του κόρη Λίλιαν Μ έρι Μ πίσοπ»: μετρητά όχι πολλά, πάντως - τις μετοχές που δεν είχε θελήσει να θυσιάσει για το ιπποτροφείο, ορισμένα χρεώγραφα, τα κοσμήματα της Κάθριν. Και όλα τα υπόλοιπα, στην «αγαπημένη μου κόρη Ρομέν Άντρια Κάλθορπ». Όλα, όπως τα ήξερε πάντα: το σπίτι και τα χτήματα, οι φάρμες και το ιπποτροφείο, τα κοσμήματα της γιαγιάς της, μετρητά που δε θα αρκούσαν ούτε για να καλύ-ψουν τους φόρους κληρονομιάς, ορισμένα χρεώγραφα. Όλα εκεί, καταγραμμένα ένα προς ένα, για την αποφυγή και της παραμικρής παρανόησης. Ακόμα και τα κοσμήματα της γιαγιάς της, τα είχε περιγράφει με ακρίβεια. Και ήταν όλα δικά της - δικά της υπό έναν και μοναδικό όρο. Την έπιαναν σχεδόν σπασμοί που το σκεφτόταν. «... υπό τον απαράβατο όρο ότι Θα παντρευτεί το στενό μου φίλο και συνεργάτη, Νίκολας Ρόλαντ Μ πάρκλεϊ, εντός ενός μηνός από την ανάγνωση της παρούσης διαθήκης». Είχε μάλιστα δώσει και τις δέουσες εξηγήσεις. «Γνωρίζον-τας τα αμοιβαία αισθήματα που τρέφουν ο ένας για τον άλλον, και την επιθυμία τους να ενώσουν τάχιστα τη ζωή τους, και για να αποφευχθεί κλονισμός του δεσμού από μία αναβολή λόγω πένθους, αλλά και δεδομένης της πολύτιμης και αναντικατάστατης ηθικής και υλικής βοήθειας που μου προσέφερε


μέχρι τώρα, και που προτίθεται να προσφέρει και στην κόρη και κληρονόμο μου ο Νίκολας Ρόλαντ Μ πάρκλεϊ, ορίζω ρητώς ότι...» Και στην περίπτωση που δε θα συμμορφωνόταν με τα ανωτέρω, εκείνη θα περιοριζόταν μόνο στο ένα τρίτο της περιουσίας της, και τα υπόλοιπα δύο τρίτα θα πήγαιναν - πού αλλού; - στη Λίλιαν. Τα είχε σκεφτεί όλα ο Τζορτζ. Ήξερε πως θα την έπιανε αμόκ στη σκέψη ότι κυρά κι αφέντρα στην περιουσία της θα έμπαινε η Λίλιαν, θριαμβεύτρια και ακλόνητη στα δύο τρίτα της, ελεύθερη να πουλήσει οτιδήποτε έπεφτε στην κατοχή της -γιατί βέβαια θα τα πουλούσε αμέσως η Λίλιαν, τουλάχιστον όσα δεν ήταν υποθηκευμένα - και μετά να ξεκοκαλίσει τα λεφτά με την ησυχία της. Κάτι θα πάθαινε, στα σίγουρα. Το μυαλό της, ανίκανο να το χωνέψει, κυριολεκτικά κλοτσούσε στο κεφάλι της. Αναγούλα της ερχόταν, και μόνο στη σκέψη ότι ο πατέρας της είχε καθίσει και την είχε φανταστεί να μοιράζεται τη ζωή της με τον Νίκολας Ρόλαντ Μ πάρκλεϊ. Η διαθήκη ήταν πρόσφατη, την είχε συντάξει μόλις ένα μήνα πριν πεθάνει. Υποψιαζόταν πως δε θα ζούσε για πολύ ακόμα, κι είχε σπεύσει να εξασφαλίσει ότι αυτό που επεδίωκε τόσα χρόνια, θα συνέβαινε τουλάχιστον μετά το θάνατό του: η Ρομέν θα παντρευόταν έναν «καλό, άξιο άντρα», που θα μπορούσε να «φροντίζει κι εκείνην και την περιουσία της». Και σαν πιο


κατάλληλο γι’ αυτή τη δουλειά, είχε θεωρήσει τον Νικ Μ πάρκλεϊ! Κι εκείνος - εκείνος ο αισχρός παλιάνθρωπος, ο σατανικός αριβίστας... Σίγουρα δική του ήταν η ιδέα. Αυτός θα του την είχε υποβάλει σιγά-σιγά, με σατανική επιτηδειότητα, όπως του υπέβαλλε και όλες τις υπόλοιπες. Ο Τζορτζ γινόταν πηλός στα δάχτυλά του. Θα είχε μείνει με την εντύπωση πως το είχε σκεφτεί από μόνος του. «Δεν πρόκειται να τον παντρευτώ», ξανάπε κοντανασαίνον-τας. «Θα προσβάλω τη διαθήκη, και θα κερδίσω την υπόθεση». «Κι αν δεν την κερδίσεις;» ρώτησε μαλακά ο δικηγόρος. «Δε γίνεται να μην την κερδίσω. Δεν μπορεί κανείς να με υποχρεώσει να πάρω κάποιον που σιχαίνομαι! Είναι δικαίωμά μου να αρνηθώ να - » «Είναι σαφώς δικαίωμά σου, όπως ήταν επίσης αναφαίρετο δικαίωμα του πατέρα σου ν’ αφήσει την περιουσία του όπου και όπως ήθελε. Δική του ήταν, στο κάτω-κάτω. Θα μπορούσε και να σε είχε αποκλείσει εντελώς». «Άλλο το να με αποκλείσει, και άλλο να μου βάζει τέτοιους παλαβούς όρους. Δεν υπάρχει δικαστήριο που δε θα με δικαίωνε!» «Μ ην είσαι τόσο σίγουρη γι’ αυτό».


Τον κοίταξε αγριεμένη. «Τώρα μιλάς σοβαρά;» «Οι δικαστές συντάσσονται κατά παράδοση με τις τελευταίες θελήσεις του αποθανόντα, εκτός βέβαια στις σπάνιες περιπτώσεις που θα ήταν ανήθικες ή εγκληματικές. Νά ’ξερες πόσες περιουσίες έχουν καταλήξει σε σκύλους και καναρίνια, σε βάρος των νόμιμων κληρονόμων!» «Μ α είχε τρελαθεί! Είχε χάσει τα λογικά του! Δεν είχα ποτέ μου σχέσεις με τον Μ πάρκλεϊ!» Τα μάγουλά της φούντωσαν σ’ αυτά τα λόγια. «Δεν είχαμε ποτέ μας "αμοιβαία αισθήματα", εκτός αν εννοούσε αμοιβαία αισθήματα αντιπάθειας! Ήταν εντελώς τρελός, σου λέω!» «Πώς θα το αποδείξεις;» «Θα φέρω μάρτυρες, θα - » Εκεί κόπηκε, γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί ούτε έναν άνθρωπο, που θα ήταν πρόθυμος να ψευδομαρτυρήσει ότι ο πατέρας της είχε χάσει τα λογικά του. «Εσύ, Τζόναθαν - δεν μπορεί να μην κατάλαβες ότι δεν ήξερε τι έλεγε!» «Εμένα μου φάνηκε να τα έχει τετρακόσια». «Θα αποδείξω ότι δεν είχα "αμοιβαία αισθήματα" με τον Νικ Μ πάρκλεϊ!»


«Δεν αποδεικνύεταιποτέ επαρκώς κάτι τέτοιο. Εξάλλου, εκείνος θα μπορούσε να ισχυριστεί το αντίθετο». «Εκείνος έχει άμεσο συμφέρον να το ισχυριστεί!» «Γιατί; Ο ίδιος δεν κληρονομεί το παραμικρό». «Θα με παντρευτεί όμως!» «Αυτό δεν του δίνει απαραίτητα δικαιώματα στην περιουσία σου. Και εν πάσει περιπτώσει, τίποτε απ’ αυτά δεν αλλάζει το γεγονός, ότι ο πατέρας σου επιθυμούσε να κληρονομήσεις εσύ υπό αυτόν τον όρον, ή εσύ και η Λίλιαν σε κάθε άλλη περίπτωση. Το γεγονός ότι δε σε αποκλείει, είναι όπως καταλαβαίνεις υπέρ της διαθήκης». Η Ρομέν σηκώθηκε και θάλθηκε να πηγαινοέρχεται νευρικά στο δωμάτιο. «Δε γίνεται, Τζόναθαν, Δεν τον θέλω. Δεν θα τον πάρω ποτέ. Θα τα πω αυτά στο δικαστήριο, και θα δικαιωθώ, είμαι σίγουρη». Βλέποντας όμως το ύφος του δικηγόρου, ρώτησε δυστυχισμένα: «Τι πιθανότητες έχω να κερδίσω;» «Τόσο λίγες, που εγώ προσωπικά θα σε συμβούλευα να δοκιμάσεις τον άλλο δρόμο». Τον κοίταξε με ελπίδα. «Δε σε συμφέρει να ξεκινήσεις δικαστικούς αγώνες, Ρομέν. Σ’ αυτό το διάστημα, θα μπορούσε να κάνει φτερά κι ο Μ πάρ-κλεϊ,


όπως καταλαβαίνεις. Στο κάτω-κάτω, δεδομένων των αρνητικών σου αισθημάτων απέναντι του, δε θα έχει να κερδίσει και τίποτα σπουδαίο απ’ αυτήν την ιστορία, έτσι δεν είναι;» «Δική του ήταν η ιδέα», είπε με σφιγμένα χείλια η Ρομέν. «Όλο και κάτι θα σκοπεύει να βγάλει απ’ αυτό!». «Αν δε σκοπεύει όμως, εσύ το διακινδυνεύεις;» Την άφησε να το χωνέψει, ύστερα πρόσθεσε σχεδόν αδιάφορα: «Η διαθήκη δεν αναφέρει τίποτα για διαζύγιο». Η Ρομέν ανακάθισε στην πολυθρόνα της. «Για ξαναπές το αυτό». «Η συμβουλή μου είναι να τον παντρευτείς, και μετά να τον χωρίσεις με την ησυχία σου. Παντρέψου τον, και την επομένη κιόλας, πήγαινε κατάθεσε αγωγή διαζυγίου. Η διαθήκη δεν προβλέπει τίποτε γι’ αυτό. Χώρια που υπάρχει πάντα και η ακύρωση». Η Ρομέν πήρε βαθιά ανάσα. «Γίνεται αυτό;» «Φυσικά. Αν δεν κοιμηθείς μαζί του, και έχεις μάρτυρες να το αποδείξεις. Θα είναι σαν να μην τον παντρεύτηκες ποτέ». Τον κοίταζε τώρα καχύποπτα. «Έχω την εντύπωση ότι προσπαθείς κι εσύ να μου επιβάλεις τις επιθυμίες του πατέρα μου. Μ πορείς να μου εγγυηθείς ότι δε θα μπλέξω άσχημα με τις λύσεις που


προτείνεις;» «Μ η γίνεσαι παιδί, Ρομέν. Δεν είμαι πια δικηγόρος του πατέρα σου, αλλά δικός σου. Παντρέψου τον, και την επομένη κιόλας, στο υπόσχομαι, θα βάλω μπροστά αγωγή για το διαζύγιο. Εφόσον συνεχίζεις να το θέλεις, φυσικά». «Γιατί, αμφιβάλλεις;» «Διατυπώνω απλώς μια θεμιτή επιφύλαξη. Άκου με κι εμένα, παιδί μου, και κοίτα ν’ αποφύγεις τις δυσάρεστες περιπέτειες σ’ αυτή τη φάση. Σαν δικηγόρος σού, σε συμβουλεύω να παντρευτείς άμεσα τον Νικ Μ πάρκλεϊ». Και μετά πρόσθεσε, αργά και με νόημα: «Κάν’ το τώρα, όσο η Λίλιαν δεν έχει γυρίσει ακόμα στο σπίτι». Το πρόσωπό της έχασε όλο του το χρώμα. Το υπονοούμενο του Τζόναθαν Ντιν ήταν ξεκάθαρο. Είχαν ειδοποιήσει φυσικά τη Λίλιαν για το θάνατο του θετού της πατέρα, και παρ’ όλο που είχε ισχυριστεί ότι της ήταν αδύνατο να παραστεί στην κηδεία, είχε αφήσει να εννοηθεί πως πιθανότατα θα ερχόταν με πρώτη ευκαιρία, σύντομα μάλιστα. Ήθελε άλλωστε να παραλάβει τις μετοχές της, πράγμα που οπωσδήποτε τη συγκινούσε πολύ περισσότερο απ’ την κηδεία του ανθρώπου, που την είχε μεγαλώσει σαν πραγματική του κόρη. Σαν δικαιούχος, η Λίλιαν θα είχε κάθε ευχέρεια να ενημερωθεί για τους όρους της διαθήκης του Τζορτζ Κάλθορπ. Και δε θα δίσταζε


βέβαια καθόλου ν’ αρπάξει απ’ τα μαλλιά την ευκαιρία που της δινόταν. Ο Τζόναθαν, που ήταν στενός οικογενειακός φίλος, ήξερε πολύ καλά πως, προκειμένου να πάρει μέρος έστω απ’ αυτά που ανήκαν στη Ρομέν, η Λίλιαν δε θα είχε κανέναν ενδοιασμό να ριχτεί στο μέλλοντα σύζυγο, κι ούτε καμιά δυσκολία να της τον πάρει. Ήταν βέβαια παντρεμένη με κάποιον άλλον, αλλά μπροστά στην προοπτική να κληρονομήσει την περιουσία των Κάλ-θορπ, και μάλιστα σε βάρος της Ρομέν, δε θα το είχε σε τίποτα να χωρίσει ακόμα και τον άντρα της. Δε θα έβρισκε καμιά δυσκολία να πείσει τον Νικ, ότι μαζί της θα είχε όλα όσα δε θα είχε ποτέ με την ολότελα αρνητική Ρομέν - χρήμα, καλοπέραση, εξασφάλιση, τη διαχείρηση της περιουσίας της, και φυσικά, άφθονο σεξ. Θα του έλεγε ψέματα κοιτάζοντάς τον με το πιο αθώο και ειλικρινές της βλέμμα, θα του έδινε απατηλές υποσχέσεις με την πιο γλυκιά της φωνή, θα προσποιόταν όπως κάποτε με τον Κέβιν, και τις νύχτες θα πήγαινε να τον βρει στο μοναχικό του κρεβάτι, για να τον καταντήσει σκλάβο της σάρκας της, όπως τόσους άλλους. Κι ο Νικ δε θα είχε τότε κανένα λόγο να παντρευτεί τη Ρομέν, που δεν του πρόσφερε ουσιαστικά καμία εγγύηση ότι θα ευοδώνονταν τα σχέδιά του. Μ ε τη Λίλιαν, το μερίδιο βέβαια της περιουσίας θα μειωνόταν, αλλά τουλάχιστον θα ήταν εξασφαλισμένο, ή έτσι θα


πίστευε εκείνος. Θα ήταν στ’ αλήθεια πολύ εύκολο να περάσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας των Κάλθορπ, στα χέρια μιας κάποιας Λίλιαν Μ έρι Μ πέικερ. Αλλά ακόμα κι αυτό, πονούσε λιγότερο απ’ τη σκέψη του Νικ με τη Λίλιαν σ’ ένα κρεβάτι. Δυο ώρες αργότερα, απέναντι της στο γραφείο καθόταν ο Νικ Μ πάρκλεϊ. Της είχε πάρει δυο ώρες για να μπορέσει να ηρεμήσει λίγο, ίσα για να μην τρέμουν τα χέρια της, και για να μπορεί να μιλήσει με κάποια αυτοκυριαρχία. Αλλά το πρόσωπό της ήταν ακόμα πανιασμένο, και στη θέση που θα έπρεπε να είναι το στομάχι της, υπήρχε τώρα μόνο ένα κενό. Ο άντρας καθόταν νωχελικά απέναντι της, και την κοιτούσε σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Ούτε το βλέφαρό του δεν είχε κουνήσει, ακούγοντάς την να του αναφέρει ξερά τον όρο στη διαθήκη του πατέρα της. Αλλά βέβαια, σκέφτηκε λυσσώντας η Ρομέν, ο κύριος Μ πάρκλεϊ τον γνώριζε ήδη από πρώτο χέρι. Δεν περίμενε να τον ακούσει απ’ το στόμα της. Ο Τζορτζ θα το είχε οπωσδήποτε συζητήσει μαζί του πριν συντάξει τη διαθήκη του, για να είναι απόλυτα σίγουρος και για τις δικές του προθέσεις. Δε θα διακινδύνευε ποτέ να πει ο Νικ


το όχι, και μετά να κληρονομήσει η Λίλιαν κι ο “λιμοκοντόρος” της. Απ’ αυτή την άποψη τουλάχιστον, μπορούσε να ηρεμήσει. Ο Νικ δε θα της έφερνε δυσκολίες. «Αυτό είν’ όλο», είπε η Ρομέν. «Μ ην τον αγριέψεις», της είχε πει πριν φύγει ο Τζόναθαν. «Μ ίλα του ευγενικά, τυπικά, σαν καλή επιχειρηματίας. Δε σε συμφέρει να τον αποξενώσεις, πριν πάτε μαζί στην εκκλησία». «Μ άλιστα», είπε ουδέτερα ο Μ πάρκλεϊ. «Λοιπόν;» «Λοιπόν;» Δυσκολευόταν να μιλήσει. Η στάση του την πάγωνε, και την έπνιγε η αγανάκτηση, η οργή, κι η ανημποριά της. Κι αν τελικά αρνηθεί; αναρωτήθηκε με ξαφνικό τρόμο. Τι θα πρέπει να κάνω τότε; Να πέσω στα πόδια του να τον παρα-καλέσω; Αλλά όχι, δε γινόταν ν’ αρνηθεί. Δική του κομπίνα ήταν, στημένη απ’ άκρη σ’ άκρη. Στην αρχή είχε επιχειρήσει να την κατακτήσει με πιο ορθόδοξους τρόπους. Κι όταν είδε πως η γοητεία του ήταν ανίσχυρη στην περίπτωσή της, είχε καταφύγει σε έμμεσες μεθόδους. Ήταν αποφασισμένος από επιστάτης να γίνει αφεντικό, και τώρα που είχε φτάσει η ώρα του θριάμβου του και είχε όλους τους άσους στο χέρι, έκανε απλά επίδειξη δύναμης. Η κατάληξη ήταν εξασφαλισμένη, άρα μπορούσε να παίξει λίγο μαζί της, πριν της


κάνει τη χάρη να υποκύψει. Πνίγοντας όπως-όπως την οργή και την ταπείνωσή της, του είπε σφιγμένα: «Φαντάζομαι πως... πως δε θα έχετε αντίρρηση να εκπληρώσουμε τους όρους της διαθήκης». Τα φρύδια του ανασηκώθηκαν. «Να το εκλάβω αυτό σαν πρόταση γάμου, μις Κάλθορπ;» Του είπε, κόκκινη σαν πατζάρι: «Ξέρετε πως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Αν δεν έχετε κι εσείς αντίρρηση, και μάλλον δεν έχετε - » «Πώς το ξέρετε;» της αντιγύρισε μελιστάλαχτα. Έμεινε να τον κοιτάζει, άλαλη απ’ την αγανάκτηση. Όταν ξαναβρήκε τη φωνή της, είπε τρέμοντας: «Φαντάστηκα πως θα ήσασταν σύμφωνος και εσείς με τα σχέδια του πατέρα μου». «Δε γνώριζα τα σχέδια του πατέρα σας, μις Κάλθορπ», της αντιγύρισε ήρεμα. «Μ ε βρήκαν κι εμένα εξίσου απροετοίμαστο μ’ εσάς». «Λέτε ψέματα», του πέταξε μέσ’ απ’ τα σφιγμένα της χείλια. «Δεν έχω κανένα λόγο να σας πω ψέματα. Αν ήξερα τι σχέδιαζε ο πατέρας σας, θα τον είχα αποτρέψει έγκαιρα, νά ’σα-στε σίγουρη. Δε μ’ αρέσει περισσότερο απ’ όσο αρέσει σ’ εσάς, μις Κάλθορπ, να μου υπαγορεύουν οι τρίτοι τι θα κάνω».


Τα λόγια του φυσικά δεν την έπεισαν, αλλά επειδή ο Τζόναθαν είχε δίκιο, και δεν έπρεπε να τον αγριέψει, τα κατάφερε να κρατήσει όπως-όπως την ψυχραιμία της. «Δηλαδή αρνείστε να... να με βοηθήσετε;» Το μυαλό της δούλευε πυρετικά, εξετάζοντας αυτή την καινούρια εκδοχή. Μ ια ενδεχόμενη άρνηση του Νικ, θα της έδινε ίσως τα όπλα για να σπάσει τη διαθήκη... «Δεν είπα ακόμα τέτοιο πράγμα, μις Κάλθορπ. Αλλά ναι, θα μπορούσα και να αρνηθώ, ξέρετε». Τον κοίταξε κατάχλομη. «Τότε θα έχω κάθε λόγο να προσβάλω τη διαθήκη - και να κερδίσω την υπόθεση!» «Ναι, αν έρθω κι εγώ να βεβαιώσω πως είναι δική μου η ευθύνη». «Αλλά θα μπορούσατε και να μην έρθετε, αυτό δεν εννοείτε;» Μ ια τυφλή οργή την κατέλαβε, στη διαπίστωση ότι ο Νικ Μ πάρκλεϊ είχε αποφασίσει προφανώς να την εκβιάσει, για να βγάλει όσο το δυνατόν περισσότερα απ’ αυτή την υπόθεση, κι ότι η ίδια ήταν εντελώς ανίσχυρη στα χέρια του. Α, γιατί της το είχε κάνει αυτό ο πατέρας της; Πώς είχε πέσει έτσι θύμα αυτού του σατανικού ανθρώπου; «Τι θέλετε για να με βοηθήσετε;» ρώτησε τελικά, κι η φωνή της ίσα που ακούστηκε. Μ ια λάμψη πέρασε απ’ τα μάτια του. «Εσείς τι προσφέρετε, μις Κάλθορπ;»


Του είπε σφιγμένα: «Την τιμή σας θα την ορίσετε μόνος σας, κύριε Μ πάρκλεϊ». «Την τιμή μου για να έρθω στο δικαστήριο και να δηλώσω ότι δε σας θέλω - ή για να σας παντρευτώ, μις Κάλθορπ;» «Έχει διαφορά;» τον ρώτησε σαρκαστικά. «Ναι. Το να σας παντρευτώ θα σας κοστίσει λιγότερο». «Πόσο;» τον ρώτησε με κόπο, κι ευχήθηκε να μπορούσε να τον χαστουκίσει μ’ όλη της τη δύναμη. «Πόσο;» Η ελαφράδα στη φωνή του την έκανε ν’ ανατριχιάσει. «Αυτά τα πράγματα δεν αποτιμώνται συνήθως με νούμερα, μις Κάλθορπ. Αν όμως εσείς επιμένετε στο πόσο, πείτε μου, στ’ αλήθεια, πόσο με εκτιμάτε;» Το βλέμμα της πέρασε καυστικό από πάνω του, σαν να υπολόγιζε όντως την αξία του. Του είπε γλυκά: «Έναν επιβήτορα και τρεις φοράδες, ίσως;» Της χαμογέλασε ευχάριστα. «Δε θά ’λεγα πως πέσατε κοντά, μις Κάλθορπ». «Και δυο πουλάρια. Της δικής σας επιλογής». «Μ μμ...» Φαινόταν να το σκέφτεται, αλλά η Ρομέν δεν ξεγελάστηκε. Ο Νικ Μ πάρκλεϊ ήταν ψυχρός εκβιαστής. Δεν ήταν


διατεθειμένος να πάρει λιγότερα απ’ όσα θα μπορούσε να της αποσπάσει. Και στην περίπτωσή της, θα μπορούσε να της πάρει τα πάντα, μέχρι το ελάχιστο που θα της επέτρεπε να πιστέψει, ότι άξιζε τον κόπο να του παραχωρήσει τα υπόλοιπα. Ίσα κάτι λίγο παραπάνω από το ένα τρίτο που θα της έμενε στην άλλη περίπτωση, και με μοναδικό πλεονέκτημα την αποφυγή να συγκληρονομήσει με τη Λίλιαν. Θά ’θελα νά ’ταν από μια μεριά ο μπαμπάς να τον έβλεπε, σκέφτηκε, και να μετάνιωνε πικρά για την αποκοτιά του. Έτσι όπως εξελίσσονταν τα πράγματα, το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας των Κάλθορπ, δε θα πήγαινε ούτε στη Ρομέν Άντρια Κάλθορπ, ούτε στη Λίλιαν Μ έρι Μ πίσοπ. Θα κατέληγε στα επιτήδεια χέρια του Νίκολας Ρόλαντ Μ πάρκλεϊ. Τώρα, ο Νίκολας Ρόλαντ Μ πάρκλεϊ την κοιτούσε διαπεραστικά, προσπαθώντας προφανώς να υπολογίσει ως πού θα μπορούσε να την πιέσει. Η Ρομέν κράτησε και την ανάσα της, περιμένοντάς τον να μιλήσει. «Ας το δούμε κι από μια άλλη πλευρά», είπε ήρεμα ο Μ πάρ-κλεϊ. «Απ’ όσο καταλαβαίνω, αυτός ο γάμος δε σας αρέσει περισσότερο απ’ όσο αρέσει σ’ εμένα. Αλήθεια, τι σκοπεύετε να κάνετε την επόμενη μέρα;» Τον κοίταζε αμίλητη, δαγκώνοντας το κάτω της χείλος. Δεν τόλμησε να πει λέξη.


«Σκοπεύετε προφανώς να υποβάλετε αγωγή διαζυγίου», είπε αργόσυρτα ο Μ πάρκλεϊ. «Λογικό, με τις παρούσες συνθήκες. Αυτό όμως δεν εξασφαλίζει εμένα. Και δε νομίζω ότι ένας επιβήτορας, τρεις φοράδες και δύο πουλάρια, θα ήταν αρκετή αποζημίωση για την αποπομπή μου - και για την επακόλουθη απώλεια της δουλειάς μου, φυσικά». Η Ρομέν συνέχισε να τον κοιτάζει παγωμένη. «Θα σας κάνω λοιπόν κι εγώ την πρότασή μου, μις Κάλθορπ. Θα υπογράψουμε ένα προγαμιαίο συμβόλαιο που θα προβλέπει ότι, σε περίπτωση που ο γάμος μας κρατήσει λιγότερο από τρία χρόνια, το ιπποτροφείο θα περιέλθει αυτόματα στην κατοχή μου». Τα γόνατά της κόπηκαν. Το ήξερε, το περίμενε τόση ώρα, αλλά ήταν φοβερό να τ’ ακούει απ’ το στόμα του. Όχι, όχι το ιπποτροφείο, σκέφτηκε έντρομη. Αν μου πάρει το ιπποτροφείο, θα χάσω τα πάντα. Δε θα είχε από κει και πέρα καμιά ελπίδα να βγάλει την υποθήκη. Κι αν έχανε και τη γη της, τα έσοδά της θα μειώνονταν τόσο δραστικά, που δε θα μπορούσε πια ούτε τους φόρους να πληρώνει, ούτε το σπίτι να συντηρήσει. Αναπόφευκτα, θα έπρεπε να το πουλήσει κι αυτό, μαζί με τα υπόλοιπα κτήματά της, Δεν είχε καμιά διέξοδο πέρα απ’ τους όρους του Μ πάρκλεϊ. «Και... μετά τα τρία χρόνια;» κατάφερε να ψελλίσει αδύναμα.


0 Μ πάρκλεϊ σηκώθηκε με άνεση από κει που καθόταν. Στάθηκε μπροστά στο γραφείο, πανύψηλος κι επιβλητικός, τόσο σίγουρος για τον εαυτό του, που η σιγουριά του τη χτύπησε σαν γροθιά στο στομάχι. «Μ ετά τα τρία χρόνια, μις Κάλθορπ», της αποκρίθηκε αργόσυρτα, «μετά τα τρία χρόνια, δε θα χρειάζομαι πια το ιπποτροφείο». «Τότε - τι;» τραύλισε η Ρομέν, ανίκανη να καταλάβει πια οτιδήποτε. Της είπε ευχάριστα: «Τίποτα. Θα φύγω χωρίς να πάρω τίποτα ούτε καν ένα ασθενικό πουλάρι. Θα είναι πάλι όλα δικά σας, όπως ήταν πάντα». «Μ α - μα γιατί;» έκανε η Ρομέν σαν χαμένη. «Τι θα κερδίζατε εσείς από κάτι τέτοιο;» Τι σκοπεύει να κάνει σ’ αυτά τα τρία χρόνια, αναρωτιόταν πυρετικά. Τι σκοτεινά σχέδια εξυφαίνει πίσω απ’ την πλάτη μου; Ή μήπως νομίζει πως θα τον αφήσω ν’ αλωνίζει ανεξέλεγκτος; «Αυτό δε σας αφορά, μις Κάλθορπ». «Δε με αφορά, κύριε Μ πάρκλεϊ;» «Ούτε στο ελάχιστο, πιστέψτε με. Λοιπόν, τι λέτε για την πρότασή μου; Θα πρέπει να παραδεχτείτε ότι είναι λογική, και συμφέρει εσάς περισσότερο απ’ όσο συμφέρει εμένα».


Ναι, η πρότασή του φαινόταν να τη συμφέρει, αλλά η Ρομέν δεν ξεγελιόταν. Δεν ήταν ηλίθιος ο Μ πάρκλεϊ, κάτι της ετοίμαζε, που το δικό της το μυαλό δεν μπορούσε να συλλάβει. Τρία χρόνια! Πώς θα τον άντεχε επί τρία ολόκληρα χρόνια; Και τι θα συνέβαινε σ’ αυτά τα τρία χρόνια, που θα του επέτρεπε να φύγει χωρίς να πάρει φαινομενικά τίποτα μαζί του; Αν δεχόταν τους όρους του, θα τον είχε συνέχεια υπό επιτήρηση. Θα πρόσεχε το κάθε του βήμα, θα προσπαθούσε να προλάβει τα σχέδιά του. Θα ζητούσε τη βοήθεια του Τζόνα-θαν Ντιν, θα είχε δικούς της λογιστές, θα έβαζε ανθρώπους να επιτηρούν και να ελέγχουν τα πάντα, τα βιβλία, τα συμβόλαια, τα δεδομένα στους κομπιούτερς... Σηκώθηκε κι αυτή, και στάθηκε πίσω απ’ το γραφείο. «Δέχομαι τους όρους σας», είπε σφιγμένα. «Δε νομίζω ότι τους κατανοήσατε επαρκώς, μις Κάλθορπ», είπε μελιστάλαχτα ο Μ πάρκλεϊ. «Τους κατανόησα όσο ακριβώς χρειάζεται, κύριε Μ πάρ-κλεϊ», του πέταξε σφυριχτά, πνιγμένη απ’ τη σιχασιά και την αγανάκτηση. «Αν σας χωρίσω πριν κλείσουν τα τρία χρόνια, θα χάσω το ιπποτροφείο. Αν με χω...» Η φωνή της έσβησε στα μι-σά, κι έμεινε να τον κοιτάζει μαρμαρωμένη. «Σωστά», είπε με το πιο γλυκό του χαμόγελο ο Μ πάρκλεϊ. «Βλέπω ότι το πιάσατε αμέσως, μις Κάλθορπ. Είναι φρόνιμο να


κατοχυρωθώ για την περίπτωση που θα με πετάξετε εσείς σαν στιμμένη λεμονόκουπα, αλλά τι θα γίνει αν με αναγκάσετε να ζητήσω εγώ το διαζύγιο;» «Τι - τι θα γίνει;» «Ο γάμος θα τελειώσει πάλι πριν κλείσουν τα τρία χρόνια». Τον κοίταζε παγωμένη, ξέροντας πως δεν της έμενε πια καμιά πιθανότητα να κρατήσει το ιπποτροφείο, ό,τι κι αν έκανε εκείνη, και σ’ όσους εκβιασμούς του κι αν υπέκυπτε. Θα ήταν τόσο απλό για τον Νικ Μ πάρκλεϊ. Δε θα χρειαζόταν καν να τη σπρώξει εκείνη στο διαζύγιο. Θα μπορούσε, έτσι απλά, να το ζητήσει ο ίδιος. «Κανένας άντρας», είπε ήρεμα ο Μ πάρκλεϊ, «δεν παντρεύεται για να γίνει δυστυχισμένος. Κι εγώ τουλάχιστον, δεν είμαι διατεθειμένος να σας αφήσω να μου κάνετε τη ζωή κόλαση, για να κρατήσετε εσείς την περιουσία σας. Αν δε με ικανοποιείτε σαν σύζυγος, μις Κάλθορπ, χωρίς αμφιβολία θα σας χωρίσω». «Να... σας ικανοποιώ σαν σύζυγος;» «Φυσικά. Τρία χρόνια θα μου είναι αδύνατο να ζω μαζί σας σαν εργένης. Θα απαιτώ όλα μου ία συζυγικά δικαιώματα, όπως καταλαβαίνετε. Αλλά εφόσον η συμπεριφορά σας παραμένει... ας πούμε, συζυγική, δε θα έχετε κανένα πρόβλημα από μένα».


Η Ρομέν αφέθηκε να πέσει πάλι αργά στο κάθισμα πίσω της. Της φάνηκε ότι θα έχανε τις αισθήσεις της. Είναι τρελός, σκέφτηκε. Δεν είναι δυνατόν, μετά απ’ όλα αυτά, να θέλει να με πηδάει κι από πάνω! Η φωνή της έφτασε στ’ αφτιά της σαν να ’ρχόταν από πολύ μακριά. «Και ποιος μου εγγυάται πως, κι αν ακόμα σας κάνω όλα τα κέφια, δε θα έχω πρόβλημα;» έκανε πνιχτά. «Ποιος μου εγγυάται ότι δε θα ζητήσετε και πάλι διαζύγιο, κύριε Μ πάρκλεϊ;» «Εγώ», της είπε ήρεμα. «Δε φτάνει;» Αν τα βλέμματα σκότωναν, το δικό της θα τον είχε αφήσει στον τόπο. «Λοιπόν;» έκανε ευχάριστα ο Μ πάρκλεϊ. «Να βάλουμε μπροστά τη διαδικασία; Δεν έχουμε πολύ χρόνο μπροστά μας, ξέρετε». Το κεφάλι της βούιζε, κι έσφιξε τα δόντια για να μη λιποθυμήσει. Η παγίδα είχε κλείσει γύρω της, κι ήταν τώρα στο απόλυτο έλεος του Νικ Μ πάρκλεϊ, πιόνι στα χέρια του, όχι από δική της θέληση, αλλά από το καπρίτσιο κάποιου άλλου. Τα είχε χάσει όλα, το ήξερε, και το μόνο θετικό στην όλη υπόθεση, ήταν πως δε θα τα κέρδιζε τουλάχιστον η Λίλιαν Μ πίσοπ. Ο Νικ Μ πάρκλεϊ κρατούσε τώρα όλα τα σκοινάκια. Δεν υπήρχε καμιά διέξοδος για κείνην.


«Εντάξει», είπε πνιχτά. «Δεν έχω αντίρρηση. Ας βάλουμε μπροστά τη διαδικασία». Παντρεύτηκαν δέκα μέρες αργότερα - το μίνιμουμ του χρόνου που τους είχε χρειαστεί για να βγουν οι άδειες και να τακτοποιηθούν οι εκκρεμότητες. Αν μάλιστα περνούσε απ’ το χέρι της Ρομέν, θα είχαν παντρευτεί ακόμα νωρίτερα. Τώρα που το είχε πάρει πια απόφαση, βιαζόταν να ξεμπερδεύει, όχι βέβαια από λαχτάρα να γίνει “κυρία Μ πάρκλεϊ”, αλλά από φόβο για καμιά άκαιρη εμφάνιση της Λίλιαν. Σε τελευταία ανάλυση, προτιμούσε να της τα φάει όλα ο Μ πάρκλεϊ, παρά η “αδερφή” της. Πήγε στην Οξφόρδη, έδωσε την παραίτησή της στους Λίν-τσεϊ, που έμειναν άναυδοι ακούγοντας ότι παντρευόταν, μάζεψε τα πράγματά της, και ξενοίκιασε το διαμέρισμα. Στο μεταξύ, ο Τζόναθαν είχε ετοιμάσει το περίφημο προγαμιαίο συμβόλαιο, που θα έδινε στον Νικ Μ πάρκλεϊ απόλυτη εξουσία πάνω της, και πάνω στην περιουσία της. Όσο κι αν προσπαθούσε να το πάρει απόφαση, την έπιανε αμόκ σ’ αυτή τη σκέψη. Κι ήταν έξαλλη με το δικηγόρο της, που δεν έδειχνε να βρίσκει τίποτε το εξοργιστικό σ’ όλα αυτά. «Είναι φυσικό να θέλει να κατοχυρωθεί ο άνθρωπος», της είχε δηλώσει με απάθεια. «Στο κάτω-κάτω, κανείς δεν παντρεύεται για να χωρίσει, κι εσύ, δυστυχώς, του έδειξες πολύ καθαρά τις προθέσεις σου».


«Έτσι κι αλλιώς», είπε δηκτικά η Ρομέν, «θα χωρίσουμε στα τρία χρόνια - εκτός αν στο μεταξύ έχει σκοπό να με δολοφονήσει για να με κληρονομήσει!» Όσο τραβηγμένο κι αν ήταν αυτό, ήταν σίγουρα κάτι που θα μπορούσε άνετα να περάσει απ’ το διεστραμμένο μυαλό του Νικ Μ πάρκλεϊ. «Διαβάζεις πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα», είπε αυστηρά ο δικηγόρος, που δεν είχε και μεγάλη επίδοση στο χιούμορ. «Αν πέθαινες από αμφισβητούμενα αίτια, αυτός θα ήταν ο βασικός ύποπτος. Ο Μ πάρκλεϊ δεν είναι ηλίθιος. Σαν τα μάτια του θα σε προσέχει, θα το δεις». «Τότε γιατί επέμεινε στα τρία χρόνια;» «Ελπίζει προφανώς ότι θα σας δοθεί ο χρόνος να δημιουργήσετε κάτι βιώσιμο. Και να σου πω και κάτι; Δε θα ήταν κακή ιδέα. Είναι πολύ αξιόλογος άνθρωπος». Ο Τζόναθαν είχε πέσει επίσης θύμα της γοητείας του Μ πάρ-κλεϊ, όπως είχε πέσει και η θεία Μ πετίνα, που κανείς βέβαια δεν την είχε πληροφορήσει για τη συμφωνία της ανιψιός της με τον Νικ, και που πίστευε ακράδαντα ότι η Ρομέν και ο γοητευτικός επιστάτης είχαν τόσο καιρό σχέσεις κάτω απ’ τη μύτη της, χωρίς εκείνη να υποψιαστεί το παραμικρό. Της φαίνονταν όλα αυτά εξαιρετικά ρομαντικά, και κολυμπούσε σε πελάγη ευτυχίας. Η Ρομέν δε θεώρησε πρέπον να τη βγάλει απ’ την πλάνη της, παρ’ όλο που της ήταν ανυπόφορο να την ακούει ν’


αποκαλεί ξαφνικά τον κύριο Μ πάρκλεϊ, “Νικ”, “αγόρι μου”, “χρυσό μου”, και άλλα τέτοια εμετικά. «Έκανες την καλύτερη εκλογή», είπε σε κάποια φάση στην ανιψιά της. «Ο Νικ μπορεί να μην είναι παρά ο επιστάτης» (ήταν κι εκείνη λίγο σνομπ, σαν τον αδερφό της), «αλλά κι εγώ στη θέση σου θα τον έπαιρνα τρέχοντας. Υπέροχος άντρας, απ’ άκρη σ’ άκρη. Σε κάνει να ονειρεύεσαι. Και πανέξυπνος! Τα καταφέρνει εξίσου καλά σε όλα. Α, είχε δίκιο ο καημένος ο πατέρας σου που αγωνιούσε για σας τους δυο. Δε θα μπορούσες να βρεις καλύτερον». Η Ρομέν την άφησε στις ψευδαισθήσεις της. Η τελετή εκτυλίχθηκε ήσυχα, στο ληξιαρχείο, με μάρτυρες τον Τζόναθαν Ντιν και τη θεία Μ πετίνα. Δεν είχαν άλλους καλεσμένους, κι όλη την ώρα ο ληξίαρχος τους κοίταζε, ή τουλάχιστον έτσι φάνηκε στη Ρομέν, με απροκάλυπτη περιέργεια. Ο Νικ της είχε αγοράσει και δαχτυλίδι. Τίποτε ακριβό, μόνο μια απλή χρυσή βέρα, που η Ρομέν την έβγαλε επιδεικτικά απ’ το δάχτυλό της αμέσως μετά το γάμο, μέσα στο αυτοκίνητο που τους πήγαινε, αμίλητους και ξένους, για το σπίτι. Στη διάρκεια της τελετής, είχε προσπαθήσει να φερθεί φυσιολογικά, για να μη δώσει δικαιώματα στο ληξίαρχο. Είχε καταφέρει να δείξει ήρεμη, ενώ λύσσαγε από μέσα της. Η μόνη της σκέψη εκείνες τις στιγμές, δεν ήταν καν ότι γινόταν σύζυγος ενός ανθρώπου που σιχαινόταν και φοβόταν εξίσου, αλλά ότι μ’ αυτόν τον απλό, τυπικό γάμο, έχανε


έτσι απλά, όλα όσα πίστευε πάντα ότι θα της ανήκαν κάποια μέρα. Δεν είχε αυταπάτες για το τι θα συνέβαινε από κει και πέρα. Ο Νικ θα της έδινε κάποιο περιθώριο - έναν, δυο μήνες, το πολύ, κι αυτό για τα μάτια του κόσμου. Μ ετά θα εφεύρισκε ή θα σκηνοθετούσε κάποιον φανταστικό “κλονισμό του γάμου”, και θα υπέβαλε αγωγή διαζυγίου. Το μυαλό του δούλευε τόσο σατανικά, κι είχε τέτοια πειθώ, που δε θα δυσκολευόταν καθόλου να βρει μάρτυρες να στηρίξουν την αγωγή του. Ακόμα κι η ίδια της η θεία, δε θα δίσταζε ίσως να πάει να καταθέσει υπέρ αυτού στο δικαστήριο. Και στο μεταξύ, κι αυτό ήταν το πιο απαράδεκτο απ’ όλα, θα είχε δικαιώματα συζύγου επάνω της. Θα απαιτούσε να κοιμούνται μαζί, κι εκείνη δε θα τολμούσε να αρνηθεί, γιατί η άρνησή της θα του έδινε αυτόματα την καλύτερη αιτιολογία για το διαζύγιο. Η σκέψη ότι θα έπρεπε να κάνει και έρωτα μαζί του κάθε βράδυ, χωνόταν σαν πυρωμένο καρφί στο μυαλό της. Στο σπίτι, τους είχαν ετοιμάσει φυσικά το μεγάλο διπλό δωμάτιο. Η Ρομέν καθυστέρησε όσο μπορούσε την αναπόφευκτη κατάληξη της μέρας του γάμου της, αλλά έφτασε κάποτε κι η στιγμή που δε γινόταν να το καθυστερήσει άλλο. Ανέβηκε και κλείστηκε τρέμοντας στο υπνοδωμάτιο, ξέροντας πως εκείνος ο αισχρός εκβιαστής και προικοθήρας που της είχε επιβάλει ο πατέρας της, και που τώρα ήταν ακόμα χωμένος στο γραφείο και πέρναγε


νούμερα στον κομπιούτερ, θα ερχόταν όπου νά ’ταν να απαιτήσει τα δικαιώματά του. Όλος της ο εαυτός εξεγειρόταν σ’ αυτή τη σκέψη, κι αν είχε υπνωτικά χάπια στο σπίτι, θα έπαιρνε μονοκοπανιάς διπλή δόση, για να τη βρει εκείνος όταν θα ’ρχόταν, ξερή απ’ τον ύπνο. Έβαλε το νυχτικό της, και το κούμπωσε ως ψηλά στο λαιμό. Είχε πάει την προηγουμένη κι είχε αγοράσει ό,τι πιο σεμνό, αντιελκυστικό και γεροντίστικο υπήρχε στην αγορά. Ύστερα ξάπλωσε, και κουκουλώθηκε μέχρι την κορφή του κεφαλιού με τα σκεπάσματα. Δε θα το αντέξω, σκεφτόταν τρέμοντας, αλλά ακόμα και μέσα στην αναγούλα που της έφερνε η σκέψη του, ένιωθε ότι στο βάθος, εντελώς ανεξάρτητη απ’ τις δικές της επιταγές, μια μικρή σπίθα διέγερσης αναδευόταν ανυπόταχτα, κι αρ-νιόταν να σβήσει. Όλο της το μίσος κι όλη της η απέχθεια για τον Μ πάρκλεϊ, δεν μπορούσαν να σβήσουν απ’ το μυαλό της την ανάμνηση εκείνης της εμπειρίας που είχε ζήσει κάποτε στην αγκαλιά του. Αλλά φυσικά, θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να τον αφήσει να το μαντέψει. Θα υπέκυπτε παθητικά στις ορέξεις του, επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, χωρίς να συμμετέχει, χωρίς να του δείξει καν την απέχθειά της, για να μη δώσει ούτε αυτή την ελάχιστη ικανοποίηση στο σαδισμό του. Και μετά θα του γύριζε την πλάτη, και θα έκανε ότι είχε αποκοιμηθεί.


Περίμενε μ’ αυτές τις σκέψεις πολλή ώρα, κι όσο κυλούσαν τα λεπτά κι εκείνος δεν ερχόταν, τόσο μεγάλωνε η ταραχή, ο φόβος, κι η παράλογη διέγερση που φούντωνε στα σωθικά της. Όταν τελικά άνοιξε η πόρτα και στο δωμάτιο μπήκε ο Νικ Μ πάρκλεϊ, η καρδιά της πήγε να σπάσει. Έμεινε ακίνητη κάτω απ’ τα σκεπάσματα, κρατώντας την ανάσα της, και προσπαθώντας να συγκροτήσει την τρεμούλα του κορμιού της. Άκουγε μαλακούς θορύβους στο δωμάτιο, όσο εκείνος προφανώς γδυνόταν και ετοιμαζόταν για την αναπόφευκτη κατάληξη της πρώτης μέρας του γάμου τους. Ύστερα άκουσε νερό να τρέχει στο συνεχόμενο μπάνιο, και έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο “γαμπρός” έκανε κι ένα ντουσάκι για να φρεσκαριστεί. Όταν εκείνος ξαναγύρισε στο δωμάτιο κι έκατσε στην άκρη του κρεβατιού απ’ τη μεριά του, η Ρομέν ένιωσε ότι η αντοχή της έφτανε γοργά στα όριά της. Αν μ’ αγγίξει, θα ξεφωνίσω, σκέφτηκε δαγκώνοντας άγρια το κάτω της χείλος. Δε θα το αντέξω. Ο Νικ Μ πάρκλεϊ όμως δεν την άγγιξε εκείνο το βράδυ. Ξάπλωσε απλά δίπλα της στο φαρδύ κρεβάτι, χώθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα, έσβησε το φως στο κομοδίνο, και καθώς η ένταση γινόταν ολότελα ανυπόφορη, είπε ήρεμα, απευθυνόμενος σαφώς στον άμορφο όγκο δίπλα του: «Καληνύχτα, Ρομέν - ή μήπως προτιμάς να σε αποκαλώ κυρία Μ πάρκλεϊ από δω και πέρα;»


Αντί να τον αγνοήσει εντελώς, η Ρομέν ρώτησε πνιχτά κάτω απ’ τις κουβέρτες: «Γι- γιατί;» «Επειδή ξέρω πως δε σ’ αρέσει το Ρομέν», της είπε καυστικά, «και δε νομίζω ότι μπορώ πια να σε αποκαλώ μις Κάλθορπ. Εσύ αποφασίζεις». «Λέγε με όπως θέλεις», του είπε στεγνά, και τραβήχτηκε σπασμωδικά πιο πέρα, τόσο, που λίγο ακόμα και θα κυλούσε έξω απ’ το κρεβάτι. Ο Νικ δεν την άγγιξε εκείνη τη νύχτα, κι ούτε καμιά απ’ τις επόμενες. Συνέχισαν να κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι, ο καθένας απ’ τη μεριά του, χωρίς ν’ ανταλλάσσουν ποτέ τίποτε πέρα από ένα τυπικό «καληνύχτα», κι η Ρομέν, που κάθε βράδυ πήγαινε για ύπνο με την αγωνία μήπως είχε έρθει επιτέλους η στιγμή ν’ ασκήσει εκείνος τα δικαιώματά του, σύντομα ανακάλυψε πως αυτή η κατάσταση, αντί να την ανακουφίζει, εξελισσόταν σε πραγματικό εφιάλτη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Γερμένη νωχελικά στον ξύλινο φράχτη, η Ρομέν παρακολουθούσε τον Νικ, που είχε βγάλει ένα νεαρό άλογο απ’ το στάβλο, και ασχολιόταν να το εκπαιδεύσει. Τα μάτια της ακολουθούσαν σαν υπνωτισμένα την κάθε του κίνηση, θαυμάζοντας και πάλι άθελά της την καταπληκτική του κορμοστασιά, τη χάρη και την ομορφιά


του κορμιού του, τον τρόπο που αφο-σιωνόταν σ’ αυτό που έκανε. Ήταν υπέροχος καβαλάρης, χάρμα οφθαλμών πραγματικά, κι όσο κι αν την εκνεύριζαν αυτές οι συγκεκριμένες της αντιδράσεις απέναντι του, ήταν εντελώς ανίκανη να πάψει να θαυμάζει, τουλάχιστον τα οφθαλμοφανή του προσόντα. Όταν τέλειωσε, ο άντρας ήρθε αργά προς το μέρος της, στηρίχτηκε με τους αγκώνες στο φράχτη, κι είπε απαλά: «Είναι υπέροχος, δεν είναι;» «Ναι», συμφώνησε η Ρομέν. Παρολίγο να προσθέσει: «όσο κι εσύ». «Σ’ αρέσει ν’ ασχολείσαι μαζί τους, δεν είν’ έτσι;» Της χαμογέλασε αβίαστα. «Φυσικά. Είναι αυτονόητο». «Εννοώ... εννοώ ότι δεν το κάνεις απλά επειδή είναι η δουλειά σου. Εννοώ ότι σ’ αρέσει». Την κοίταζε διασκεδάζοντας. «Ακόμα δεν έπιασα τη διαφορά». Του είπε δισταχτικά, αποστρέφοντας το βλέμμα: «Ίσως δε θά ’πρεπε να το αναφέρω, αλλά... Πώς κατέληξες να κάνεις αυτή τη δουλειά; Δεν άρχισες απ’ αυτό, έτσι δεν είναι;» Τα μάτια του την κάρφωναν χωρίς καμιά ευθυμία τώρα. «Ποιος στο είπε;» «Η θεία Μ πετίνα. Της το είχε πει ο μπαμπάς, με κάθε μυστικότητα,


εννοείται, αλλά εκείνη νόμιζε ότι θα το ήξερα κι εγώ». Η θεία της, που μετά το γάμο είχε αποφασίσει να επιστρέφει, προσωρινά τουλάχιστον, στο δικό της σπίτι, και ν’ αφήσει τους νεόνυμφους να χαρούν την “ευτυχία” τους, είχε έρθει σήμερα να την επισκεφτεί, και πάνω στην κουβέντα, της το είχε πετάξει μ’ όλη της την αφέλεια. Η Ρομέν είχε καταφέρει να μη δείξει έκπληξη, αλλά από εκείνη τη στιγμή την έτρωγε η περιέργεια, τόσο, που είχε βρει το θάρρος να το αναφέρει και στον ίδιο τον Νικ. Τον ρώτησε αργόσυρτα, με πραγματικό ενδιαφέρον: «Τι σχέση έχουν οι οικονομικές επιστήμες με τα άλογα;» Ο άντρας ανασήκωσε τους ώμους. «Καμία απολύτως. Σ’ ενοχλεί αυτό;» «Όχι», του είπε αργά, αποστρέφοντας γι’ άλλη μια φορά τα μάτια απ’ το βλέμμα του. «Απλά, με προβληματίζει. Γιατί να προτιμάει ένας οικονομολόγος ν’ ασχολείται με τα άλογα;» Και γιατί δε μου το είπες απ’ την αρχή, πρόσθεσε νοερά, κι ύστερα σκέφτηκε πως εκείνος δεν είχε κανένα λόγο να της το πει. Η σχέση τους δεν άφηνε περιθώρια για εκμυστηρεύσεις. Ήταν κιόλας τρεις μήνες παντρεμένοι, και δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτόν, πέρα από τα απολύτως στοιχειώδη. Δεν τον είχε ρωτήσει ποτέ, ήταν αλήθεια. Σπάνια άλλωστε αντάλλασσαν λίγες κουβέντες πέρα απ’ τα θέματα της δουλειάς. Δεν τους δινόταν καν


η ευκαιρία γι’ αυτό, αφού σπάνια έμεναν για λίγο μόνοι οι δυο τους. Μ όνο στα γεύματα, και αυτό όχι πάντα, και ποτέ το πρωί - ο Νικ σηκωνόταν πολύ νωρίτερα από κείνη, και μέχρι να κατέβει αυτή για το μπρέκφαστ, εκείνος ήταν κιόλας κάπου στα χτήματα, για τις δουλειές της ημέρας. Δεν είχε πάψει να δουλεύει με τον ίδιο ρυθμό που δούλευε πριν απ’ το γάμο τους. Η Ρομέν είχε αρχίσει να τον αντικαθιστά σε ορισμένα απ’ τα καθήκοντά του, αλλά και πάλι, οι ευθύνες που του αναλογούσαν, ήταν πάρα πολλές για έναν μόνο άνθρωπο. Ο βοηθός του προηγούμενου επιστάτη, είχε φύγει από καιρό, ενοχλημένος που ο εκπαιδευτής των αλόγων είχε πάρει την επίζηλη θέση που εδικαιούτο εκείνος, και έκτοτε δεν είχε αντικατασταθεί - για λόγους οικονομίας, προφανώς. Η Ρομέν είχε αντιληφθεί πολύ σύντομα πως ο Νικ ξεθεωνόταν στη δουλειά, και πως ακόμα και στο ιπποτροφείο, όπου ο Τζίμι Ντάνιελς θα έπρεπε πια να είναι σε θέση να τον αντικαταστήσει σε μεγάλη έκταση, η παρουσία του Νικ ήταν απόλυτα αναγκαία. Όταν όμως του πρότεινε, με το συνηθισμένο, στεγνό της ύφος, να πάρουν βοηθό, εκείνος της είπε αδιάφορα: «Δε συμφέρει να φορτωθούμε άλλον ένα μισθό σ’ αυτή τη φάση. Όταν ορθοποδήσουμε λίγο, βλέπουμε». «Μ α θα πεθάνεις από εξάντληση», διαμαρτυρήθηκε η Ρομέν, κι εκείνος της έριξε ένα βλέμμα πάνω απ’ τον ώμο του, και απαξίωσε εντελώς να της απαντήσει.


Κι ήταν αλήθεια πως για την ώρα τα έβγαζαν πέρα με δυσκολία. Οι φόροι κληρονομιάς την είχαν ξετινάξει εντελώς - ακόμα απορούσε πώς τα είχε καταφέρει να ανταπεξέλθει, χωρίς να πουλήσει κάποιο κομμάτι γης. Όλο το ρευστό που διέθετε, είχε πάει στο δημόσιο ταμείο, και πλήρωνε ακόμα δόσεις. Στ’ αλήθεια, δεν ήξερε τι θα έκανε χωρίς τον Νικ. Δε θα τα έβγαζε ποτέ πέρα μόνη της. Σ’ αυτό τουλάχιστον, είχε δικαιωθεί ο πατέρας της. Τον παρακολουθούσε βέβαια άγρυπνα, σίγουρη ότι αργά ή γρήγορα, εκείνος θα έβαζε σε εφαρμογή το οποιοδήποτε σατανικό σχέδιο είχε συλλάβει σε βάρος της. Για την ώρα, όμως, έπρεπε να παραδεχτεί, έστω και με βαριά καρδιά, ότι χωρίς τον Νικ, θα είχαν διαλυθεί τα πάντα από καιρό τώρα, κι ότι ο “σύζυγός” της παρέμενε η μοναδική της εγγύηση για το μέλλον. Ο τρόπος δουλειάς του ήταν αξιοθαύμαστος. Ποτέ της δεν είχε φανταστεί ότι θα ήταν τόσο οργανωτικός, ή ότι διέθετε τόσο γερό οικονομικό μυαλό. Επιπλέον, η γοητεία και η πειθώ που ασκούσε στους άλλους, γίνονταν πανίσχυρα όπλα στα χέρια του. Προς μεγάλη της αγανάκτηση, η Ρομέν ανακάλυψε ότι με δυσκολία μπορούσε να συντηρήσει την καχυποψία της για κείνον. Τα κυρίαρχα αισθήματα που της γεννούσε τώρα τελευταία, ήταν μια αίσθηση σιγουριάς και γαλήνης, τόσο έντονη, που την τρόμαζε. Αυτό δεν ήθελε κι εκείνος; αναρωτιόταν. Να την παραπλανήσει, να την κάνει να χαλαρώσει την επαγρύπνησή της, να τον


εμπιστευτεί όπως τον εμπιστευόταν κι ο μακαρίτης ο Τζορτζ:.. και μετά να βάλει μπροστά τα σκοτεινά του σχέδια, ανενόχλητος. Για την ώρα όμως, το μόνο ύποπτο που είχε κάνει ο Νικ Μ πάρκλεϊ, ήταν ότι είχε πάψει να παίρνει το μισθό του. Όταν το ανακάλυψε η Ρομέν, τον φώναξε στο γραφείο και του είπε ξερά: «Δεν πληρωθήκατε αυτό το μήνα, κύριε Μ πάρκλεϊ;» Κι εκείνος της απάντησε, το ίδιο ξερά: «Όχι βέβαια, κυρία Μ πάρκλεϊ. Δεν είμαι πια υπάλληλός σας». Τα μάγουλά της αναψοκοκκίνησαν, όπως άλλωστε έκαναν συστηματικά κάθε φορά που έπρεπε να τον αντιμετωπίσει. «Κύριε Μ πάρκλεϊ - » «Ας αφήσουμε αυτά τα γελοία κύριε Μ πάρκλεϊ και κυρία Μ πάρκλεϊ», της .είχε πει απότομα. «Είμαι ο άντρας σου, και το όνομά μου είναι Νικ». «Ο άντρας μου!» έκανε φουντωμένη η Ρομέν. «Μ όνο κατ’ όνομα είσαι ο άντρας μου, κι αυτό το ξέρουμε πολύ καλά κι οι δυο μας!» Ήταν στις αρχές του γάμου τους, κι ακόμα δεν μπορούσε να το χωνέψει. «Και λοιπόν;» «Δεν έχει και λοιπόν. Απαιτώ να συνεχίσεις να παίρνεις το μισθό σου!»


«Λυπάμαι, αλλά δεν πρόκειται». «Μ α δεν μπορείς να γυρίζεις άφραγκος!» «Δε γυρίζω άφραγκος. Τίποτ’ άλλο;» Φυσικά δε θα γύριζε άφραγκος. Είχε πάρει κάμποσους εξωφρενικούς μισθούς απ’ τον ίδιο τον Τζορτζ, και όλον αυτό τον καιρό, τα έξοδα διαβίωσής του ήταν ελάχιστα, αφού μάλιστα είχαν κοπεί τα “Ακουάριουμ” και τα συναφή. Θα είχε γερό κομπόδεμα στην μπάντα. Αναμετρήθηκαν με το βλέμμα, κι όπως κάθε φορά, η Ρομέν κατέβασε πρώτη τα μάτια. «Γιατί δε θέλεις τα λεφτά σου;» ρώτησε αδύναμα. «Γιατί είθισται οι σύζυγοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην οικογένεια αφιλοκερδώς», της πέταξε καυστικά. «Και δε βλέπω γιατί πρέπει να είμαι εγώ η εξαίρεση». «Κι αν χρειαστείς λεφτά;» «Θα πάρω μόνος μου απ’ το ταμείο», της αποκρίθηκε ειρωνικά. «Απ’ το δικό μου ταμείο;» έκανε βράζοντας η Ρομέν. «Όχι βέβαια. Μ όνο απ’ το δικό μας». Και χωρίς άλλη λέξη, της γύρισε την πλάτη κι έφυγε, αφήνοντάς τη να βράζει στο ζουμί της.


Δεν πήρε όμως ούτε μια φορά λεφτά απ’ το ταμείο. Συνέχισε να δουλεύει με τον πυρετικό ρυθμό του, σταθερά αποφασισμένος, κατά τα φαινόμενα, να ανορθώσει τα οικονομικά των Κάλθορπ τώρα, αναπόφευκτα, και του ίδιου. Και το βράδυ, συνέχιζε να πηγαίνει εξοντωμένος για ύπνο, να λέει «καληνύχτα», να γυρίζει απ’ την άλλη, και ν’ αποκοι-μιέται αμέσως. Κι ίσως βέβαια η κούραση της ημέρας να ήταν αρκετή δικαιολογία για την έλλειψη κάθε σεξουαλικού ενδιαφέροντος απ’ την πλευρά του, αλλά η Ρομέν θα δυσκολευόταν να πιστέψει ότι έφταιγε μόνο αυτό. Το πιθανότερο ήταν, ότι ο Νικ απλά δεν την έβρισκε αρκετά ελκυστική, για να χάσει τον ύπνο του σε περιπτύξεις αμφίβολης απόλαυσης. Και απορούσε γιατί αυτός είχε μπει στον κόπο να της κάνει όλες εκείνες τις ξεχασμένες υποδείξεις περί “συζυγικής συμπεριφοράς”, και “συζυγικών δικαιωμάτων”, τη στιγμή που ήταν φανερό πως του ήταν ολότελα άχρηστη απ’ αυτή την άποψη. Άλλωστε, σίγουρα δε ζούσε σαν εργένης. Δεν ήταν ο τύπος του, κι ούτε θα του έλειπαν οι ευκαιρίες. Δυο-τρεις φορές τη βδομάδα έφευγε απ’ το σπίτι, καμιά φορά πρωί, καμιά φορά βράδυ, χωρίς να το θεωρήσει απαραίτητο να της δώσει λογαριασμό για το πού πήγαινε. Η Ρομέν δεν τον ρώτησε ποτέ, όχι μόνο επειδή δεν την ενδιέφερε ούτε τόσο δα, αλλά κι επειδή ήξερε πολύ καλά τι έκανε


εκείνος στις εξόδους του. Μ αζί, φυσικά, δεν είχαν βγει ποτέ. Ούτε που θα τους περνούσε απ’ το μυαλό να εμφανιστούν σαν ζευγάρι, κι ευτυχώς που το πρόσφατο πένθος της ήταν ένα εξαιρετικό πρόσχημα για να αποφεύγει τις προσκλήσεις από γείτονες και φίλους* ή τις αντίστοιχες προσκλήσεις στο σπίτι της. Όσοι ήξεραν ότι είχε παντρευτεί, σίγουρα θ’ αναρωτιόνταν συνέχεια ποιος ήταν αυτός ο σύζυγος-φάντασμα, που δεν τον είχε δει ακόμα κανείς. Η ζωή τους είχε μπει σ’ ένα καλούπι, που για την ώρα δεν της επεφύλασσε καμία έκπληξη, ούτε ευχάριστη, ούτε δυσάρεστη. Θα μπορούσε και να είχε ξεχάσει ότι ήταν παντρεμένη μαζί του, αν δεν ήταν εκείνο το βασανιστικό διπλό κρεβάτι, με το αδιάφορο ξένο σώμα στην άλλη του άκρη. Μ ια νύχτα ξύπνησε στα μισά, κι ανακάλυψε πως ο "άντρας” της, είχε ξεφύγει στον ύπνο του απ’ τα νοητά όρια που είχαν χαράξει οι δυο τους πάνω στο στρώμα, κι είχε βρεθεί να κοιμάται στη μεριά της. Το σώμα του ακουμπούσε καυτό στο δικό της, το πρόσωπό του είχε χωθεί στα μαλλιά της, κι η ανάσα του, βαριά και ήρεμη, της ζέσταινε τον αυχένα. Κοιμόταν βαθιά, κι ήταν φανερό πως αυτή η μικρή παρασπονδία, είχε γίνει ολότελα αθέλητα. Αν τον ξύπναγε, εκείνος θα τραβιόταν αυτόματα από κοντά της. Αλλά ούτε που της πέρασε απ’ το μυαλό να τον ξυπνήσει. Έμεινε ακίνητη στα σκοτεινά, με το βαρύ του σώμα κόντρα στο δικό της,


βαστώντας την ανάσα της, τρέμοντας, αναστατωμένη μέχρι τα μύχια του εαυτού της. Το σώμα της έπαιρνε φωτιά εκεί που το άγγιζε το δικό του, η καρδιά της παραφρονούσε, και την έπνιγε μια αφόρητη ανάγκη να στραφεί, να τον πάρει στην αγκαλιά της, και να γεμίσει το όμορφο, σκληρό του πρόσωπο με φιλιά. Έμεινε έτσι, με το κορμί να πονάει απ’ την επιθυμία, μέχρι που εκείνος σάλεψε, γύρισε απ’ την άλλη, και συνέχισε ανενόχλητος τον ύπνο του. Πέρα απ’ το οξύ οικονομικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε σ’ εκείνη τη φάση, την έτρωγε και το άγχος του δανείου που είχε συνάψει ο πατέρας της. Λίγο μετά το γάμο της, πήγε να επισκεφτεί τον Λόρδο Ντέιτον, όχι μόνο για εθιμοτυπικούς λόγους, μιας και είχε πλέον αναλάβει εκείνη στη θέση του πατέρα της, και οι τύποι της επέβαλλαν να επισκεφτεί τον άρχοντα της περιοχής, αλλά και για να συζητήσει μαζί του για το θέμα που την έκαιγε. Έλπιζε πως ο λόρδος θα επιβεβαίωνε όσα της είχε πει ο Νικ, και αργότερα επίσης ο Τζόναθαν. Είχε χρόνια να δει τον Λόρδο Ντέιτον, και κλονίστηκε όταν τον είδε, γερασμένο πια και καταβεβλημένο. Αυτό όμως που της έκανε φοβερή εντύπωση, ήταν η δική του εγκαρδιότητα. Δεν είχε ποτέ στενές σχέσεις μαζί του, αραιά και πού μόνο συναντιόντουσαν στο παρελθόν, και μόνο σε τοπικές εκδηλώ-• σεις. Πάντα έδειχνε να τη συμπαθεί, βέβαια (συμπαθούσε όλα τα θηλυκά εξίσου) αλλά αυτή τη φορά ήταν όλο γλύκες.


Της έδωσε τα θερμότερα συλληπητήριά του για τον πατέρα της, της εκδήλωσε τη βαθύτατη θλίψη του, που μια κρίση ρευματισμών τον είχε εμποδίσει να παραστεί στην κηδεία του «αγαπητού του Τζορτζ», και είπε γενικά τα καλύτερα λόγια για το μακαρίτη, για την άψογη πολιτεία του, την ανεκτίμητη συνεισφορά του στις υποθέσεις της κομητείας, και τη βαθιά φιλία που τους ένωνε όλα αυτά τα χρόνια (πράγμα που βέβαια υπήρχε μόνο στην εξημμένη του φαντασία). «Είσαι πάρα πολύ όμορφη, αγαπητή μου», της είπε μετά, μ’ ένα πονηρό γελάκι. «Ωραία, ψηλή και ευθυτενής. Είσαι από τις λίγες γυναίκες που χαίρεται κανείς να βλέπει, χι χι χι. Έμαθα ότι παντρεύτηκες». «Ήταν επιθυμία του πατέρα», είπε συγκρατημένα η Ρομέν. «Δεν ήθελε να περιμένουμε». «Ωραία, πολύ ωραία», δήλωσε ο λόρδος. «Πένθη και αηδίες γελοιότητες! Δεν μπορείς να παρεμποδίζεις τα νιάτα, διότι τα νιάτα δεν συγκρατώνται, καλό μου παιδί. Και αυτός ο άντρας σου είναι χαριτωμένος νέος, χι χι χι. Πώς σου φαίνεται ο έγγαμος βίος, χρυσή μου;» «Είναι όπως ακριβώς τον φανταζόμουν», είπε επιφυλακτικά η Ρομέν. Η συμπεριφορά του λόρδου την ξάφνιαζε, και την ανησυχούσε εξίσου. Τα έχει χαμένα, σκέφτηκε με την καρδιά να σφίγγεται στο στήθος της. Μ ιλούσε αδιάκοπα και


κακάριζε συνέχεια, μ’ εκείνο το χαζό κακάρισμα των γέρων. «Κι εκείνος; Τι λέει εκείνος; Είν’ ευχαριστημένος;» «Φαντάζομαι ναι». «Λογικόν, άκρως λογικόν», επικρότησε ο λόρδος. «Μ ε τέτοια όμορφη γυναίκα, αγαπητή μου, κανείς δε θα είχε λόγο να είναι δυσαρεστημένος. Μ εταξύ μας, αν ήμουν δέκα χρόνια νεότερος, θα σε έπαιρνα και εγώ ευχαρίστως». Και χαχάνισε πάλι σαν να τον γαργαλούσαν. Θά ’χουμε άσχημα ξεμπερδέματα μ’ αυτόν, σκάφτηκε ανατριχιάζοντας η Ρομέν. Βάζω στοίχημα ότι δε θυμάται καν τι συμφώνησε με τον πατέρα μου. Άκου, δέκα χρόνια νεότερος! Και προσπάθησε να φανταστεί τον εαυτό της στο πλευρό του εβδομηνταπεντάρη Ντέιτον, πράγμα που κόντεψε να της φέρει ακατάσχετη κρίση υστερικού γέλιου. «Και ο άντρας σου όμως είναι φίνο παλικάρι. Του άξιζε μια γυναίκα σαν εσένα, χι χι χι. Πάντα ήσουνα χάρμα οφθαλμών, χρυσή μου. Ωραία, ψηλή και ευθυτενής. Σωστή Βαλκυρία. Όχι σαν εκείνο το μπασμένο την αδερφή σου. Εδώ μου καθόταν πάντα αυτό το κορίτσι, χι χι χι. Καλά που βρήκε εκείνον το βλάκα και την πήρε, γιατί κανένας σοβαρός άνθρωπος δε θα την έπαιρνε ποτέ. Αν είχα γιο, θα του απαγόρευα και να της μιλάει, χι χι χι. Είχε το χειρότερο όνομα εδώ γύρω. Εσύ όμως,


αγαπητή μου Ρομέν - α, εσένα θα σ’ έπαιρνα κι εγώ τρέχοντας. Ωραία και ευθυτενής σαν Βαλκυρία, χι χι χι». Τι διάβολο, να με φλερτάρει προσπαθεί, αναρωτήθηκε η Ρομέν, ανίκανη έστω και να σκεφτεί να υπερασπιστεί τη Λίλιαν. «Τυχερός αυτός ο Μ πάρκλεϊ», κατέληξε κακαρίζοντας πάλι ο γέρος. «Πες του να έρθει καμιά μέρα να με δει - θέλω να τον ρωτήσω κάτι για τ’ άλογά μου. Α, θα τού ’δινα τα διπλά για να τον πάρω στη δούλεψή μου, αλλά ποιος θ’ άφηνε μια τόσο όμορφη γυναικούλα, για νά ’ρθει να δουλέψει για έναν παλιόγερο σαν εμένα; Ευθυτενής, ναι, ευθυτενής. Σε θυμάμαι αγαπητή μου πώς κάλπαζες με το άλογο. Σαν Βαλκυρία». Η Ρομέν τρόμαξε να φέρει τη συζήτηση στο δάνειο, κι εκεί, προς μεγάλη της έκπληξη και ανακούφιση, ο Ντέιτον θάλθηκε με θέρμη να τη βεβαιώσει, πως η συμφωνία που είχε με τον πατέρα της ίσχυε διπλά για κείνην, και πως δεν είχε κανένα λόγο να το σκέφτεται, ή να ασχολείται με αυτό το “ασήμαντον θέμα”, διότι σε τελευταία ανάλυση, γι’ αυτό ήταν οι φίλοι και οι γείτονες, και εν πάσει περιπτώσει, αν είχε οποιαδήποτε ανάγκη από κει και πέρα, θα έβρισκε στο πρόσωπό του τον φυσικό αντικαταστάτη του ‘‘αγαπητού Τζορτζ”, κλπ. κλπ. Η Ρομέν σηκώθηκε να φύγει, παραζαλισμένη, κι ο γέρο-λόρ-δος σηκώθηκε κι αυτός στηριγμένος στο μπαστούνι του, για να την κατευοδώσει. «Ευθυτενής, ναι ευθυτενής», κακάρισε,


χοροπηδώντας πίσω της σαν κουτσή ακρίδα. «Τα νέα κορίτσια δεν είναι πλέον ευθυτενή, δυστυχώς, και βάφονται σαν μασκαράδες. Να έρθεις να με ξαναδείς αγαπητή μου. Μ ου αρέσει να συζητάω με μια ωραία γυναίκα. Και στείλε μου εκείνο τον άντρα σου, θέλω να συζητήσουμε για τ’ άλογα. Άξιο παλικάρι, ναι, πολύ άξιο, χιχιχι. Θα τον έπαιρνα ευχαρίστως οτη δούλεψή μου». Αν δεν ήταν τόσο εγκάρδιος ο τόνος του, η Ρομέν θα πίστευε ότι όλα αυτά ήταν υποτιμητικά υπονοούμενα για τον αταίριαστο γάμο που είχε κάνει - οι κοπέλες της τάξης της δεν παντρεύονταν συχνά κοινούς επιστάτες. Αλλά στα μάτια του λόρδου δεν έβλεπε παρά μόνο επιδοκιμασία, κι ούτε το παραμικρό ίχνος σνομπισμού. Αν μάλιστα δεν έδειχνε και τόσο σαλταρισμένος, οι διαβεβαιώσεις του θα την είχαν ανακουφίσει απέραντα. Γυρίζοντας με τ’ άλογο στο σπίτι, έπεσε πάνω στον Νικ, που γύριζε κι εκείνος στους στάβλους. «Ο Λόρδος Ντέιτον σε παρα-καλεί να πας από κει», του είπε ουδέτερα, κρύβοντας όπως-ό-πως την ταραχή που της προκαλούσε αναπόφευκτα η παρουσία του. «Θέλει λέει να σε ρωτήσει κάτι για τ’ άλογά του». Της έριξε ένα ανεξιχνίαστο βλέμμα. «Συζητήσατε για το δάνειο;» «Ναι», είπε η Ρομέν, που ένιωθε όλο και πιο μπερδεμένη. «Δεν μπορώ να καταλάβω... Πρέπει στ’ αλήθεια να έχει ραμολίρει, δεν εξηγείται αλλιώς. Δεν ήταν έτσι άλλοτε. Στριμμένο άντερο ήταν πάντα του, τι στο καλό έπαθε τώρα; Μ ε διαβεβαίωνε με τις ώρες


πως ό,τι ίσχυε για τον πατέρα μου, ισχύει και για μένα στο διπλάσιο. Δεν υπάρχει κανένας λόγος ν’ ανησυχώ γι’ αυτό το ασήμαντο θέμα, είπε, κι ό,τι χρειαστώ, να πάω σ’ αυτόν, σαν να ήταν ο ίδιος μου ο πατέρας. Λίγο ακόμα να είχα μείνει εκεί, θα μου έλεγε ότι παραιτείται απ’ τους τόκους, κι ότι μου χαρίζει και το κεφάλαιο!» «Θα του άρεσες, του γέρο-Καζανόβα», είπε ο Νικ, και γέλασε λίγο. «Προσπαθούσε να σε φλερτάρει». «Μ α είναι ογδονταπέντε χρόνων, κι εγώ είμαι παντρεμένη!» «Αλήθεια;» έκανε ανέμελα ο Νικ. «Δε φανταζόμουνα ότι το είχες προσέξει». «Ποιο απ’ τα δύο;» ρώτησε προκλητικά η Ρομέν, με τα μάγουλα πάλι αναψοκοκκινισμένα. «Την ηλικία του, φυσικά», της πέταξε σαρκαστικά, κι απομακρύνθηκε χωρίς άλλη κουβέντα. Τρεις μήνες γάμου, της είχαν αποδείξει πως ήταν πολύ δύσκολο να συντηρήσει την απέχθειά της για τον Νικ. Ο καιρός περνούσε, και καθώς δε συνέβαινε τίποτα απ’ όσα είχε φοβηθεί, η ένταση αμβλύνόταν, κι η σχέση τους έμπαινε σε ένα κα-λούπι,που δεν άφηνε περιθώρια για αντιδικίες και συγκρούσεις. Της ήταν πια αδύνατο να νιώθει απέχθεια για τον άντρα που κάθε


βράδυ κοιμόταν ήσυχα δίπλα της στο κρεβάτι. Δεν μπορούσες να περνάς ώρες ακούγοντας μια απαλή ανάσα στο διπλανό μαξιλάρι, νιώθοντας τη ζέστα ενός άλλου σώματος να αγγίζει το δικό σου, και να μην αισθανθείς μια αρχή οικειότητας γΓαυτό το ανθρώπινο ον που συντρόφευε τον ύπνο σου. Ειδικά όταν επρόκειτο για έναν άντρα με το μαγνητισμό του Νικ Μ πάρκλεϊ. Κάθε λίγο και λιγάκι, η Ρομέν έπιανε τα βήματά της να την πηγαίνουν προς το μέρος όπου υπολόγιζε πως θα βρισκόταν κι ο άντρας της. Έπιανε καμιά φορά τον εαυτό της να τον χαζεύει με κάτι που έμοιαζε επικίνδυνα πολύ με λαχτάρα. Τις νύχτες έμενε συχνά ξάγρυπνη, ελπίζοντας πως κάπου στον ύπνο του εκείνος θα πέρναγε αθέλητα στο ζωτικό της χώρο, και θα ’ρχόταν να γείρει κόντρα στο δικό της σώμα. Χωρίς να το συνειδητοποιεί, και χωρίς να το επιδιώκει, η σχέση τους είχε αρχίσει να χρωματίζεται όχι πια από ανοχή, αλλά από μια απρόσμενη φιλικότητα. Τώρα, γερμένη ακόμα στο φράχτη, μ’ εκείνον απ’ την άλλη πλευρά να την κοιτάζει σοβαρά, σχεδόν ρεμβαστικά στα μάτια, αναρωτήθηκε ποιος νά ταν στ’ αλήθεια αυτός ο άντρας που είχε παντρευτεί παρά τη θέλησή της, από πού ερχόταν, πώς είχε ζήσει ως τότε, ποιες ήταν οι απόψεις, τα γούστα, οι αδυναμίες του. Δεν ήξερε στ’ αλήθεια τίποτε γι’ αυτόν. Και μόλις πριν από λίγο


είχε μάθει ότι δεν ήταν ένας απλός εκπαιδευτής αλόγων. «Γιατί προτίμησες ν’ ασχοληθείς με τ’ άλογα;» ρώτησε σιγανά, ταραγμένη όπως κάθε φορά που εκείνος την κοιτούσε μ’ αυτό το επίμονο βλέμμα. «Επειδή μ’ αρέσουν τα άλογα», της αποκρίθηκε αβίαστα. «Πού έμαθες όλ’ αυτά τα πράγματα;» «Μ εγάλωσα σε μια φάρμα με άλογα. Είχαν έναν απ’ τους καλύτερους μάνατζερ του κόσμου, κι εγώ φυσικά, είχα γίνει η σκιά του. Πάντα μου άρεσε αυτή η δουλειά. Η ζωή στην ύπαιθρο, οι ανοιχτοί χώροι, τα άλογα... Σου δίνουν μια αίσθηση ελευθερίας όλ’ αυτά, που δεν την έχεις σ’ ένα γραφείο. Στο βάθος», πρόσ-θεσε χαμογελώντας, «πάντα είχα ψυχή γαιοκτήμονα». Η Ρομέν έσφιξε τα χείλια. «Σπούδασες όμως οικονομικές επιστήμες», παρατήρησε στεγνά. «Έπρεπε κάτι να σπουδάσω». «Γιατί όμως οικονομικά;» «Έτυχε». Η Ρομέν πήρε βαθιά ανάσα. «Έχεις οικογένεια, Νικ;» «Όλοι έχουμε, λίγο-πολύ».


«Γονείς; Αδέρφια;» «Ναι». Δε φαινόταν ιδιαίτερα πρόθυμος να τη διαφωτίσει, αλλά η Ρομέν επέμεινε πεισματικά. «Τους βλέπεις καθόλου;» «Σπάνια τον τελευταίο καιρό. Διατηρούμε επαφή, πάντως». «Δεν τους κάλεσες στο γάμο». Για μια στιγμή, το βλέμμα του της φάνηκε ότι έκαιγε μέχρι τα βάθη της ψυχής της. «Όχι, δεν τους κάλεσα σ’ αυτόν το γάμο. Ελπίζω να τους καλέσω στον επόμενο». «Στον επόμενο», επανέλαβε ανόητα η Ρομέν. «Ποιον επόμενο;» Αυτός γέλασε. «Ελπίζω, μετά το διαζύγιό μας, να μην έχεις αντίρρηση να ξαναφτιάξω τη ζωή μου; Θα είμαι σαράντα χρόνων τότε, κορίτσι μου. Ίσα που θα προλάβω να δημιουργήσω κάτι αξιόλογο». «Εγώ θα είμαι τριάντα», είπε άχρωμα η Ρομέν. Περιμένει πώς και πώς να χωρίσουμε για να ξαναπαντρευτεί, σκεφτόταν σαν χαμένη. Μ α τότε γιατί μου ζήτησε τρία χρόνια; Θεέ μου, είναι αδύνατο να καταλάβω τι σχεδιάζει αυτός ο άνθρωπος. Αλλά το μυαλό της δεν ήταν στα σατανικά σχέδια του άντρα της, ήταν στη μελλοντική διάδοχό της. Σίγουρα την έχει κιόλας βρει,


σκέφτηκε, κι η σκέψη την έκανε να λυσσάξει. Σίγουρα μαζί της βγαίνει όταν εξαφανίζεται απ’ το σπίτι... «Τα τριάντα είναι μια πολύ καλή ηλικία για να ξαναρχίσεις», έκανε ανέμελα ο άντρας. Τον ρώτησε αχνά: «Γιατί μου ζήτησες τρία χρόνια, Νικ; Τι είχες στο μυαλό σου;» Το βλέμμα του πλανήθηκε αφηρημένα στο καταπράσινο λιβάδι πίσω της. «Θα σου πω κάποτε άλλοτε. Όταν θα έχει τελειώσει αυτή η ιστορία». «Γιατί όχι τώρα;» «Κι αν στο έλεγα, δε θα καταλάβαινες». «Πού το ξέρεις, αν δε μου το πεις;» «Δεν υπάρχει περίπτωση». «Τρία χρόνια είναι μεγάλο διάστημα», επέμεινε η Ρομέν, ανίκανη να καταλάβει γιατί επέμενε, ανίκανη να καταλάβει γιατί η καρδιά της έμοιαζε ξαφνικά να λιώνει στο στήθος της, γιατί μισάνοιγαν τα χείλια της και κόβονταν τα γόνατά της. Ίσως επειδή το πρόσωπό του ήταν τόσο κοντά στο δικό της, και τα κορμιά τους δεν τα χώριζε παρά μόνο το ξύλο ενός φράχτη.


«Είναι;» ρώτησε σιγανά ο Νικ. «Νομίζω ναι...» «Εξαρτάται πώς το βλέπεις». «Εσύ πώς το βλέπεις, Νικ;» «Είναι... αρκετό», της είπε μ’ ένα αχνό χαμόγελο, κι απρόσμενα, οι παλάμες του στάθηκαν στα μάγουλά της, κρατώντας της το κεφάλι ακίνητο κάτω απ’ το βλέμμα του. Αργά; βασανιστικά, τα χείλια του πλησίαζαν τα δικά της. Δεν απείχαν παρά μόνο λίγα εκατοστά, όταν ξαφνικά η Ρομέν συνειδητοποίησε πως έπεφτε πάλι στην παγίδα του Νικ Μ πάρκλεϊ, αυτή τη φορά με τα χείλια μισάνοιχτα και με κομμένη την ανάσα. Τραβήχτηκε απότομα πίσω, κι έμεινε να τον κοιτάζει ξέπνοη. Τα χείλια της έτρεμαν, κι ένιωθε τα μάτια της να τσούζουν επικίνδυνα. Στράφηκε απότομα, κι έφυγε παραπατώντας για το σπίτι. Εκείνο το βράδυ, κουκουλώθηκε πάλι ως τα μαλλιά με τα σκεπάσματα, κι όταν ο Νικ της είπε την καθιερωμένη καληνύχτα, προτίμησε να προσποιηθεί ότι δεν είχε ακούσει. Λίγο αργότερα όμως, εκείνος ρώτησε σιγανά: «Κοιμάσαι;» Δεν είχε διάθεση να του απαντήσει. Και ποτέ δεν κατάλαβε γιατί, κάτω απ’ το αμυντικό της κάλυμμα, του είπε πνιχτά: «Όχι. Ούτε


εσύ;» «Όχι βέβαια», είπε εκείνος, με κάτι σαν κοφτό γέλιο. «Γιατί;» ρώτησεη Ρομέν, κιη καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Ο άντρας στέναξε. «Υπέθετα ότι θα μάντευες το γιατί». Τα όμορφα πράσινα μάτια της ξεπρόβαλαν δισταχτικά κάτω απ’ τα σκεπάσματα, και συνάντησαν τα δικά του. Γερμένος στο πλευρό, ο Νικ ακουμπούσε στον αγκώνα του και την κοιτούσε. Τα βλέφαρά της ανοιγόκλεισαν, σαν να τη θάμπωνε η εικόνα του. Το πρόσωπό του ήταν αγέλαστο, τα χαρακτηριστικά του έμοιαζαν τραβηγμένα. Της είπε βραχνά: «Είσαι πανέμορφη...» «Εγώ;» έκανε ξεροκαταπίνοντας η Ρομέν. «Θα αστειεύεσαι βέβαια!» «Δεν αστειεύομαι καθόλου». Δυσκολευόταν να μιλήσει, ή έτσι της φαινόταν; «Υπέροχο πρόσωπο, θείο σώμα... Στο είπα κι άλλοτε», κατέληξε μ’ένα βραχνό γέλιο. «Μ ’ αρέσουν οι ψηλές γυναίκες. Μ ε χρυσοκάστανα μαλλιά και πράσινα μάτια». «Όχι», είπε τρέμοντας η Ρομέν. «Κανείς ποτέ δε θα μ’ έλεγε όμορφη εμένα. Μ όνο κάποιος σαν το Λόρδο Ντέιτον, φαντάζομαι, που θα είχε κιόλας το ένα πόδι στον τάφο, και θα είχε ξεχάσει πότε είδε για τελευταία φορά γυναίκα».


«Τι ανόητη που είσαι», την αποπήρε τρυφερά, κι απροειδοποίητα, έσυρε το δάχτυλό του πάνω στο μάγουλό της. «Σαν φρεσκοκομμένο ροδάκινο», μουρμούρισε ο Νικ, και το δάχτυλο γλίστρησε πάνω απ’ τα χείλια της, περνώντας ανάμεσά τους, κι αγγίζοντας ανάλαφρα την άκρη της γλώσσας της στο πέρασμά του. Ένα τόσο πανίσχυρο ρίγος πόθου τη διαπέρασε εκείνη τη στιγμή, που η ανάσα της κόπηκε, και το πρόσωπό της συσπά-στηκε προδοτικά. Το αισθησιακό δάχτυλο στάθηκε πάλι ανάμεσα στα χείλια της, και πριν καλοκαταλάβει τι έκανε, η Ρομέν το δάγκωσε απαλά. «Ρομέν», ψιθύρισε πνιχτά ο άντρας, και σκύβοντας από πάνω της, της ρούφηξε αχόρταγα τα χείλια. Η Ρομέν έχασε τον κόσμο. Για λίγο εγκαταλείφθηκε χωρίς καμιά αντίσταση σε μια δίνη αισθήσεων, βογγώντας σπασμωδικά καθώς αυτός συνέχιζε να τη φιλάει με πρωτόγονο πάθος, τραβώντας την σφιχτά στην αγκαλιά του, και κάνοντας το κορμί της να παίρνει φωτιά με κάθε του άγγιγμα. Αλλά σε μια στιγμή ένιωσε στο χέρι της τη γυμνή, καυτή σάρκα του φαλλού του, κι αυτή η επαφή την ξανάφερε αυτόματα στην πραγματικότητα. Έπνιξε την απελπισμένη της λαχτάρα να σφίξει τα δάχτυλά της γύρω απ’ αυτό το σκληρό κομμάτι σάρκα, που έσφυζε και παλλόταν απ’ την επιθυμία, κι άρχισε να παλεύει σαν αγριόγατα για να του ξεφύγει. Αγκομα-χώντας απ’ την αγωνία και


τον τυφλό πανικό που την είχε κυριεύσει μέσα σε δευτερόλεπτα, κατάφερε να τραβηχτεί στην άκρη του κρεβατιού, να πηδήξει στο πάτωμα, και να σταθεί, τρέμοντας σπασμωδικά μέσα στο σεμνό νυχτικό της, μπροστά στον άντρα που την κοιτούσε βαριανασαίνοντας. Ξαναβρήκε αρκετά τη μιλιά της για να πει σπασμένα: «Αυτή ήταν η πρώτη σου προσπάθεια για να δικαιολογήσεις ένα διαζύγιο;» Της αποκρίθηκε βραχνά: «Μ η λες βλακείες». «Τ- τώρα θα ισχυριστείς ότι δεν εκτελώ τα σ- συζυγικά μου καθήκοντα», έκανε μ’ ένα λυγμό η Ρομέν. «Δε θα ισχυριστώ τίποτε τέτοιο», της είπε κουρασμένα. «Το ξέρεις. Τ ο ήξερες από πάντα. Αν ήθελα να το ισχυριστώ, θα το ισχυριζόμουν απ’ την πρώτη μέρα». «Δε με ήθελες την πρώτη μέρα!» «Ποιος το είπε αυτό;» «Δεν είμαι ηλίθια», του είπε τρέμοντας. «Τρεις μήνες τώρα κοιμάσαι δίπλα μου, και δεν επιχείρησες το παραμικρό!» «Μ η μου πεις ότι σε θλίβει αυτό!» «Όχι βέβαια», είπε ψυχρά η Ρομέν. «Απλά αναρωτιέμαι τι σ’ έπιασε απόψε».


«Δε μ’ έπιασε τίποτα. Το ήθελα και το ήθελες, και - » «Μ η μιλάς εξονόματός μου», του πέταξε σκληρά. «Το τι θέλεις εσύ είναι δικό σου θέμα, αλλά δεν προεξοφλεί αυτόματα και τις δικές μου επιθυμίες!» «Εντάξει», της είπε κουρασμένα. «Έλα ξάπλωσε τώρα, κι ας το ξεχάσουμε». «Δεν ξαναξαπλώνω δίπλα σου», του πέταξε έξαλλη, αγανακτισμένη που αυτός φαινόταν να υποχωρεί, χωρίς να δώσει ούτε μια τόση δα μάχη. «Δεν έχω σκοπό να ξαναρχίσω. Ποτέ δε χρειάστηκε να πάρω κάτι τέτοιο με το ζόρι, και θά ’ταν γελοίο ν’ αρχίσω στα τριαν-ταεφτά μου». «Δεν αμφιβάλλω καθόλου», είπε σαρκαστικά η Ρομέν, πνιγμένη από κάτι που έμοιαζε επικίνδυνα πολύ με ζήλεια. «Η προσφορά φαντάζομαι θα υπερκάλυπτε πάντα τη ζήτηση!» Της είπε ξερά: «Άφησέ με, Ρομέν. Έχω πονοκέφαλο». Γύρισε απ’ την άλλη, τράβηξε από πάνω του την κουβέρτα, και δεν της ξαναμίλησε. Η Ρομέν έμεινε όρθια δίπλα στο κρεβάτι για κάμποσα λεπτά ακόμα, ύστερα, βλέποντας ότι το μόνο που θα πετύχαινε, θα ήταν να ξεπαγιάσει, το πήρε απόφαση, και ξάπλωσε πάλι απ’ τη μεριά


της. Έμεινε για πολλή ώρα σιωπηλή, ακόμα βαριανασαί-νοντας απ’ την ταραχή, αλλά μετά δεν άντεξε, και ρώτησε σιγανά: «Γιατί μου ζήτησες τρία χρόνια, Νικ; Σε παρακαλώ, πες μου». Χωρίς να γυρίσει προς το μέρος της, της είπε ψυχρά: «Για το ιπποτροφείο και τ’ άλογα. Δε θα είναι απόλυτα έτοιμα πριν κλείσουν τα τρία χρόνια». «Αυτό είν’ όλο;» τον ρώτησε απογοητευμένη, μην ξέροντας κι η ίδια τι περίμενε ν’ ακούσει. «Αυτό». «Κι εσύ τι συμφέρον θα έχεις απ’ αυτό;» «Κανένα». «Τότε γιατί δεν παίρνεις τουλάχιστον το μισθό σου;» Περίμενε υπομονετικά, αλλά δεν πήρε καμιά απάντηση, και τελικά πείσθηκε ότι εκείνος ήταν τόσο αναίσθητος, που τά ’χε καταφέρει ν’ αποκοιμηθεί στα μισά της κουβέντας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Είχαν περάσει τα Χριστούγεννα στο σπίτι, πολύ ήσυχα, με μόνη παρέα τη θεία Μ πετίνα. Κι επειδή η θεία της πίστευε ακόμα ότι οι δυο τους είχαν παντρευτεί από “αμοιβαίο αίσθημα”, έκαναν


προσπάθειες να δείξουν ότι ήταν ένα φυσιολογικό ζευγάρι όπως όλα τ’ άλλα. Μ όνο όταν πέρασαν τα Χριστούγεννα, κι η θεία Μ πετίνα ξαναγύρισε στο σπίτι της, συνειδητοποίησε η Ρομέν πως δεν είχε σκεφτεί ούτε για μια φορά τη Λίλιαν και τον Κέβιν, και τις σκηνές που είχαν ξετυλιχτεί κάτω απ’ τα μάτια της, δυο χρόνια πίσω. Ξαφνιάστηκε γι’ αυτό, αλλά δεν έδωσε περισσότερη σημασία. Πέρασε ο Γενάρης, μπήκε ο Φλεβάρης, και μαζί του η επέτειος του γάμου της Λίλιαν. Η Ρομέν, πνιγμένη στη δουλειά, ούτε που το θυμήθηκε καθόλου. Τώρα που δεν υπήρχε πια περίπτωση να περάσει η περιουσία της στα χέρια της Λίλιαν, είχε μια τάση να ξεχνάει ολότελα τους Μ πίσοπ. Άλλωστε, είχε τόσα άλλα προβλήματα, που δεν υπήρχε χώρος και για τα προβλήματα του παρελθόντος. Το οικονομικό της πρόβλημα ήταν ακόμα οξύ, παρ’ όλο που τα πράγματα βελτιώνονταν σταθερά - χάρη στον Νικ, βέβαια. Όσο κι αν ήταν προκατειλημμένη εναντίον του, αυτό δεν μπορούσε να μην το παραδεχτεί. Κι είχε επιπλέον το μόνιμο πρόβλημα που λεγόταν Νικ Μ πάρκλεϊ, κι όλα τα επιμέρους προβλήματα που της δημιουργούσε. Μ ια μέρα, στο τέλος του Φλεβάρη, καθώς πήγαινε να πάρει το άλογό της απ’ το στάβλο, έπεσε αναπόφευκτα πάνω στον Νικ, που έβγαζε εκείνη την ώρα τον Ταρέκ για να τον τρέξει λίγο.


Μ ε το παντελόνι της ιππασίας και το δερμάτινο μπουφάν που φορούσε, φάνταζε όμορφος σαν αρχαίος θεός. Μ ’ αυτόν τον άντρα, σκέφτηκε απρόσμενα η Ρομέν, μ’ αυτόν τον άντρα έκανα έρωτα μια φορά, και τώρα που είναι δικός μου, είμαστε σαν ξένοι. Ο Νικ σταμάτησε, συγκροτώντας χωρίς ιδιαίτερο κόπο το ανυπόμονο άλογο. «Είσαι για μια βόλτα;» της φώναξε ανέμελα. Η πρότασή του την κατέλαβε εξ απροόπτου. Κι αντί να αρ-νηθεί, όπως θα έκανε σε κάθε άλλη περίπτωση, είπε «εντάξει», κι έτρεξε να φέρει το άλογό της. Κάλπασαν για αρκετή ώρα στα λιβάδια, ύστερα ο Νικ κράτησε το ζώο του, κι η Ρομέν ήρθε και σταμάτησε δίπλα του. «Χαίρεται κανείς να σε βλέπει να ιππεύεις», είπε απαλά ο άντρας. Η Ρομέν χαμογέλασε άθελά της. Δεν είχε ιδέα πόσο όμορφη ήταν με τα ξαναμμένα της μάγουλα, τα μαλλιά της που είχαν ξεφύγει κι ανέμιζαν ατίθασα γύρω απ’ το πρόσωπό της, και με τα πράσινα μάτια της, που τώρα δα έλαμπαν σαν σμαράγδια. Δεν είχε ιδέα πόσο μάγευε το χαμόγελό της, κι αν της το έλεγε κανείς, θα νόμιζε ότι την κορριδευε. «Κι εσύ δεν τα καταφέρνεις άσχημα», του είπε πειραχτικά. «Κάνω ό,τι μπορώ», τη βεβαίωσε ο Νικ, διασκεδάζοντας. «Τι λες, να ξεμουδιάσουμε λίγο;»


-επέζεψαν, και προχώρησαν πλάι-πλάι μέχρι ένα μεγάλο δέντρο. Έκανε πολύ κρύο, αλλά ήταν ντυμένοι ανάλογα, με χοντρά ρούχα και μπότες. Ο Νικ έκατσε στη ρίζα του δέντρου, κι έγειρε πίσω μ’ απόλαυση. «Έλα κάθισε», της είπε χαμογελώντας. «Σήμερα δεν είναι η μέρα που δαγκώνω». Η Ρομέν γέλασε. Δυο πειράγματα, ένα γέλιο, ένα αστείο, είχαν αρκέσει για ν’ αλλάξουν σε δευτερόλεπτα την ατμόσφαιρα μεταξύ τους. Κάθε ένταση χάθηκε στη στιγμή, καιχωρίς δισταγμό, κάθισε δίπλα του, κι εκείνος άπλωσε το μπράτσο και το πέρασε χαλαρά γύρω απ’ τους ώμους της. Η πρώτη της άμεση σκέψη, ήταν να τραβηχτεί πιο πέρα, κι η δεύτερη, να μείνει εκεί ακριβώς που βρισκόταν, και ν’ αφεθεί να γείρει κόντρα στο ψηλό, ατσάλινο κορμί του. Το άγγιγμά του ήταν σαν επαφή με γυμνό ηλεκτροφόρο καλώδιο, αλλά και κάτι παραπάνω - μια ασύγκριτη θαλπωρή, μια γλύκα που όμοια της δεν είχε νιώσει ποτέ πριν, με κανέναν. Μ ια αίσθηση δύναμης και προστασίας, που τη ζάλιζε. Της είπε αργά: «Όταν τελειώσουμε μ’ αυτό το μέρος, θα έχει γίνει σωστός παράδεισος. Είναι τόσα πολλά αυτά που πρέπει να κάνουμε». Να κάνουμε... Ο πληθυντικός είχε ξαφνικά μια ανείπωτη γλύκα. Σύνελθε, είπε η Ρομέν στον εαυτό της. Τώρα πια μπορείς ν’ αναγνωρίσεις όλες τις παγίδες που σου στήνει... Στράφηκε και τον


κοίταξε ανέκφραστα. «Όταν βλέπω αυτά τα λιβάδια, κάτι παθαίνω», είπε ο Νικ ονειροπόλα. «Στο είπα», πρόσθεσε μετά περιπαικτικά, «πως στο βάθος είχα πάντα ψυχή γαιοκτήμονα. Το μόνο που μου έλειπε, ήταν οι ανάλογες γαίες», Μ όνο ο Νικ Μ πάρκλεϊ θα μπορούσε να ομολογήσει με τόσο θράσος, και μ’ αυτόν τον ανάλαφρο, παιχνιδιάρικο τόνο, ότι ήταν ένας στυγνός προικοθήρας. Κι εκείνη, αντί να νιώθει αηδία και περιφρόνηση, ένιωθε μόνο τη ζεστασιά του μπράτσου του στους ώμους της. «Τώρα μπορείς να πεις ότι τις απόκτησες», του είπε σφιγμένα. «Θεωρητικά, τουλάχιστον». Τον άκουσε να γελάει μαλακά. Της ήταν αδύνατο να καταλάβει πού οφειλόταν η σημερινή του διάθεση. Απ’ όσο ήξερε, δεν είχαν πουλήσει κανένα άλογο εκείνη την ημέρα, ούτε είχε γίνει τίποτε άλλο εξίσου ευχάριστο. «Ναι», είπε ο Νικ. «Και α-πόκτησα κι εσένα». «Δυστυχώς, δε θα μπορούσε να έχει γίνει διαφορετικά», του αντιγύρισε καυστικά, αλλά και πάλι, δεν έκανε καμιά κίνηση για να ξεφύγει απ’ το μπράτσο του. «Εγώ ήμουνα, ας πούμε, το αναγκαίο κακό στη συναλλαγή. Ο κατιμάς». Ήταν τρελή να κάθεται να συζητάει άνετα και φιλικά μαζί του γι’ αυτά τα πράγματα, αλλά δεν


μπορούσε και να σταματήσει. «Το αναγκαίο κακό», επανέλαβε αυτός αργόσυρτα. «Όχι, εγώ δε θα το έλεγα έτσι. Θα έλεγα πως ήσουνα το εντελώς απαραίτητο και ουσιώδες». «ζεκίνησες από τις γαίες, όμως», έκανε σκληρά η Ρομέν. «Το πιο σημαντικό δεν έρχεται πάντα πρώτο, μωρό μου. Αυτό θα έπρεπε να το ξέρεις». Στράφηκε να τον κοιτάξει, και το βλέμμα του της έκοψε την ανάσα. Τι προσπαθεί να μου κάνει, αναρωτήθηκε η Ρομέν σαν χαμένη. Να με φλερτάρει; Να με πείσει για τα αγνά του αισθήματα; Είχε αλλάξει τακτική λοιπόν ο κύριος Μ πάρκλεϊ. Τώρα θα δοκίμαζε και μια άλλη προσέγγιση. Ναι, ενδιαφερόμουνα για την περιουσία σου... Και μετά ανακάλυψα πως ήσουνα πιο σημαντική απ’ οτιδήποτε άλλο. Το κόλπο ήταν φτηνό, αλλά στα χέρια του θα μπορούσε να γίνει εξαιρετικά αποτελεσματικό. Ο Νικ Μ πάρκλεϊ δεν παιζόταν σε κανένα απ’ τα παιχνίδια που διάλεγε να παίξει. Και για την ώρα, με το κορμί του ν’ αγγίζει το δικό της, και με το μπράτσο του γύρω απ’ τους ώμους της, κρατούσε κάμποσους άσους στο χέρι.


Τον ρώτησε σιγανά: «Στ’ αλήθεια, Νικ, δεν ήξερες τι σχεδία-ζε ο πατέρας μου;» «Δεν είχα ιδέα». Δεν τον πίστεψε. «Σε συνέφερε όμως απόλυτα». «Δεν το αρνούμαι». Έτσι. Έτσι απλά. Δεν.είχε κανένα πρόβλημα να τα παραδεχτεί όλα. Θα έπρεπε να είχε φύγει ήδη τρέχοντας. Αλλά το μπράτσο του στους ώμους της έμοιαζε με βαριά, ατσάλινη αλυσίδα, που την κρατούσε δεμένη κοντά του. Την κρατούσε ωστόσο χαλαρά, σ’ ένα αγκάλιασμα που δεν πρόδινε ίχνος επιθυμίας, και για μια φορά, δεν έδειχνε καμιά διάθεση να επωφεληθεί απ’ την ευκαιρία. Είχε αλλάξει τακτική, σίγουρα. Από δω και πέρα θα την πήγαινε με το μαλακό, αποφασισμένος να μη διακινδυνεύσει άλλη μια ήττα στο σεξουαλικό πεδίο. Ίσως τελικά να μην είχε κανένα άλλο σχέδιο πέρα απ’ αυτό που είχε συμπεράνει ο Τζόναθαν: προφανώς έλπιζε, σ’ αυτά τα τρία χρόνια, να την πείσει ότι ο γάμος τους μπορούσε να κρατήσει για πάντα. Δεν είχε σκοπό να φύγει στα τρία χρόνια. Τώρα που είχε αποκτήσει τις γαίες του, θα έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του για να τΙς κρατήσει. Θα έπρεπε να εξεγείρεται ολόκληρη, κι αντί γι' αυτό, καθόταν


ακόμα γερμένη σαν παράλυτη στην αγκαλιά του, ανασαί-νοντας το εξαίσια αντρίκιο άρωμα του κορμιού του, αγνοώντας όλα της τα ένστικτα, που την προειδοποιούσαν να κρατηθεί μακριά του. Σε λίγο θα έκλειναν δύο χρόνια απ’ την πρώτη φορά που τον είχε δει να μπαίνει, περήφανος σαν βασιλιάς, στο “Ακουά-ριουμ”. Σ’ αυτά τα δύο χρόνια, εκείνη είχε κερδίσει μερικές μάχες, αλλά τώρα κινδύνευε να χάσει οριστικά τον πόλεμο. Η παγίδα έκλεινε πάλι γύρω της, κι αυτή τη φορά, ήθελε να μείνει μέσα. Στράφηκε να τον κοιτάξει, κι εκείνος της χαμογέλασε, αβία-στα και τρυφερά, και της χάιδεψε ανάλαφρα την άκρη της μύτης. «Τι όμορφο μωρό που είσαι», είπε γλυκά, και του ξέφυγε ένας αθέλητος στεναγμός. Έπαιζε μαζί της σαν τη γάτα με το ποντίκι, κι εκείνη δεν μπορούσε ν’ αντιδράσει. Ήταν τόσο τρελή γι’ αυτόν, που δεν της είχε μείνει πια σχεδόν καμιά άμυνα απέναντι του. «Μ ωρό;» έκανε πνιχτά η Ρομέν. «Ναι. Το μωρό μου». Η καρδιά της σπαρτάρησε. Για μια στιγμή ήταν σίγουρη πως ο Νικ θα τη φιλούσε, εκείνος όμως σηκώθηκε με μόνο μια ρευστή κίνηση, σπάζοντας τη μαγεία καθώς την τραβούσε να σηκωθεί κι εκείνη. «Αν αρχίσω τώρα να σας φλερτάρω, κυρία Μ πάρκλεϊ», της είπε λίγο βραχνά, «δε θα γυρίσουμε ποτέ στη δουλειά μας. Το


καταλαβαίνετε αυτό, υποθέτω». «Ναι», είπε η Ρομέν, παραζαλισμένη. Στάθηκε όρθιος μπροστά της, και τα χέρια του ανέβηκαν στους ώμους της. Η καρδιά της παλάβωσε, το σώμα της ξεσηκώθηκε ορμητικά. Αυτή η επιθυμία πραγματικά πονάει, σκέ-φτηκε κονιανασαίνοντας. Πίστεψε πως τώρα θα τη φιλούσε, αλλά και πάλι δεν τη φίλησε. Την κοίταξε για λίγο βαθιά στα μάτια, ύστερα είπε σιγανά: «Έχουμε πολλά να συζητήσουμε οι δυο μας... Κάποτε πρέπει ν’ αρχίσουμε να τα λέμε, δε νομίζεις;» «Θα προτιμούσα όχι», είπε σφιγμένα η Ρομέν. Δεν ήθελε κι άλλα ψέματα, δεν ήθελε ψεύτικες εξηγήσεις και δικαιολογίες. Δεν ήθελε να τον δει να γίνεται φτηνός για να πετύχει το σκοπό του, να της μιλάει για αισθήματα που δεν υπήρχαν, να της πλασάρει άλλη μια απ’ τις πλαστές του ταυτότητες. Στο βάθος, φοβόταν πως αυτή τη φορά μπορεί και να τον άφηνε να την πείσει. «Θα συζητήσουμε όμως», της αντιγύρισε ήρεμα. «Φτάσαμε στο οριακό σημείο, μωρό μου. Και νομίζω πως τώρα πια, θέλεις κι εσύ να βρούμε την άκρη». «Όχι», του είπε πνιχτά. «Δε μ’ ενδιαφέρει αυτό το θέμα, Νικ, καθόλου δε μ’ ενδιαφέρει! Δεν έχουμε τίποτα να συζητήσουμε οι δυο μας».


«Και βέβαια έχουμε. Είμαστε παντρεμένοι, Ρομέν, ζούμε μαζί, δουλεύουμε μαζί, κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι. Αρχίσαμε πολύ στραβά, και κάποτε πρέπει να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Δε γίνεται να κρατήσει επάπειρον αυτή η κατάσταση. Αν θέλεις όλη την αλήθεια, δεν ξέρω για πόσο θα μπορέσω να την αντέξω ακόμα». Κύματα πανικού αναδεύτηκαν μέσα της. «Αυτό... αυτό είναι προειδοποίηση για διαζύγιο;» Ο άντρας γέλασε κουρασμένα. «Μ ην ανησυχείς, δεν πρόκειται να χάσεις το ιπποτροφείο σου. Το διαζύγιο δεν είναι για την ώρα στα σχέδιά μου. Το μόνο που ζητώ, είναι λίγη καλή θέληση από μέρους σου. Λίγη ανοχή, έστω. Ίσα για ν’ ακούσεις ανεπηρέαστη και τη δική μου πλευρά. Αν γίνεται να φτιάξουμε κάτι εμείς οι δυο, Ρομέν, θα είναι κρίμα να μην το παλέψουμε. Κι αν πάψεις να είσαι ολότελα αρνητική, νομίζω ότι θα τα καταφέρουμε». «Δε νομίζω, Νικ», του είπε άχρωμα. «Δε νομίζω πως υπάρχει τίποτα να διασώσουμε... Άδικα θα κάναμε τον κόπο. Μ ετά απ’ όλ’ αυτά, δεν μπορείς να περιμένεις να - » «Άσε να το συζητήσουμε πρώτα», την έκοψε απαλά. «Χωρίς πείσματα και προκαταλήψεις, εντάξει;» Κι ύστερα πρόσθεσε με κόπο: «Πρέπει να με βοηθήσεις κι εσύ λίγο, μωρό μου..» «Ω, Νικ», έκανε η Ρομέν σαν μεθυσμένη, καθώς αυτός την έπαιρνε βίαια στην αγκαλιά του. Τα χείλια της άνοιξαν κι


ενώθηκαν άγρια με τα δικά του, για μισό μόνο λεπτό ασύγκριτης έκστασης. Πριν προλάβει καλά-καλά να το απολαύσει, ο Νικ την άφησε απότομα, κι έκανε ένα βήμα πίσω. «Θα τα πούμε όλ’ αυτά - το βράδυ», της είπε σιγανά, και πήγε να καβαλήσει το άλογό του. Η Ρομέν τον ακολούθησε παραζαλισμένη, σαν να είχε πιει αφριστή σαμπάνια. Άφησε το άλογό της στο στάβλο, και τράβηξε αργά για το σπίτι. Πραγματικά, το κεφάλι της γύριζε, κι ένιωθε σαν να μην πατούσε πια στη γη. Έλειπε όλη μέρα απ’ το σπίτι, και τώρα βιαζόταν να πάει να κάνει ένα μπάνιο, να φάει κάτι, και μετά να περιμένει να έρθει ο Νικ. Ήξερε τι θα της έλεγε και πώς θα εξελισσόταν η κουβέντα, αλλά δεν την ένοιαζε πια καθόλου. Ήταν έτοιμη να τον αφήσει να την πείσει, όσο ανυπόστατα κι αν ήταν αυτά που είχε σχεδιάσει να της πει. Είμαι τρελή γι’ αυτόν, ξανασκέφτηκε παθητικά. Δεν έχω αυταπάτες, ούτε ψευδαισθήσεις, Ξέρω καλά το ποιόν του, και τον θέλω έτσι όπως είναι. Αν θέλει να μείνει μαζί μου, θα το δεχτώ, κι ας το κάνει αυτός μόνο από συμφέρον. Δεν μπορώ έτσι κι αλλιώς να ζήσω μακριά του. Οι σκέψεις της δεν την ξάφνιασαν καθόλου. Όλ’ αυτά ήταν πράγματα που τα ήξερε από καιρό, και αρνιόταν να τα παραδεχτεί. Ήταν τρελή για τον Νικ Μ πάρκλεϊ, ίσως κι από εκείνη την πρώτη βραδιά στο “Ακουάριουμ”. Είχαν περάσει σχεδόν δυο χρόνια από


τότε, της είχε κάνει σημεία και τέρατα στα μεταξύ, τον είχε παλέψει μ’ όλες της τις δυνάμεις, και δεν είχε καταφέρει να το ξεπεράσει ούτε για ένα λεπτό. Αλλά τουλάχιστον, τώρα τον είχε, και ήταν στο χέρι της να τον κρατήσει για πάντα - έστω και μόνο επειδή εκείνος λαχταρούσε πάντα να ήταν γαιοκτήμονας. Έτσι απόλυτα που τον είχε ανάγκη, εκείνης της αρκούσε μόνο να μη φύγει. Είχε σκοτεινιάσει πια, κι από μακριά είδε πως υπήρχε φως στο σαλόνι. Σκέφτηκε πως θα ήταν η θεία Μ πετίνα, που είχε έρθει πάλι να μείνει μαζί τους το Σαββατοκύριακο, αλλά φτάνοντας κοντά στο σπίτι, είδε πως απ’ έξω ήταν σταματημένη μια μεγάλη Μ ερσεντές. Δεν ήξερε κανέναν γείτονα που να έχει τέτοιο αμάξι, κι αναρωτήθηκε ποιος να είχε έρθει. Μ πήκε βιαστικά στο σπίτι, έβγαλε το άνορακ που φορούσε και το άφησε στο χολ, κι ύστερα προχώρησε βιαστικά για το σαλόνι. Ακούσε τη φωνή της θείας της από μέσα, και μπήκε χαμογελώντας, έτοιμη να καλωσορίσει τον επισκέπτη. Το χαμόγελο πάγωσε αυτόματα στα χείλια της. Στον καναπέ, αντίκρυ στη θεία Μ πετίνα, κομψή σαν να είχε βγει από φιγουρίνι μόδας, και εκτυφλωτική σαν εξώφυλλο του “Βογκ”, καθόταν μ’ ολη της την άνεση η Λίλιαν Μ πίσοπ, κι έπινε με ντελικάτη απόλαυση το ποτό της.


«Γλυκιά μου», είπε η Λίλιαν, και σηκώθηκε όλο χάρη από κει που καθόταν. Καθώς η Ρομέν είχε μείνει και την κοίταζε παγωμένη, την πλησίασε σαν να μη συνέβαινε τίποτα, την αγκάλιασε χαλαρά απ’ τους ώμους, και τη φίλησε με τον ψεύτικο τρόπο που συνήθιζαν οι κοσμικές κυρίες, αγγίζοντας μόλις με το μάγουλό της το μάγουλο της Ρομέν. Όταν είχε ολοκληρώσει την επιχείρηση και με το άλλο μάγουλο, έκανε ένα βήμα πίσω, και είπε χαμογελώντας όλο γλύκα: «Για να σε δω - είσαι υπέροχη! Η εξοχή σου ταιριάζει απόλυτα, χρυσή μου. Σου πάει το ρουστίκ στιλάκι». Η πρώτη παρόρμηση της Ρομέν, ήταν να την αρπάξει απ’ τα μαλλιά, και να την πετάξει με τις κλοτσιές έξω απ’ το σπίτι της. Η δεύτερη, σαφώς πιο λογική, ήταν να παραμείνει όσο γινόταν πιο ήρεμη, και να μην αφήσει για κανένα λόγο τη Λίλιαν να υποψιαστεί πόσο την αναστάτωνε η άφιξή της. Όπως και πριν δυο χρόνια, σκέφτηκε πως θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να δώσει στη Λίλιαν την ικανοποίηση, ότι οι πληγές που της είχε ανοίξει ήταν ακόμα νωπές. Προπαντός, δεν έπρεπε να την αφήσει να μαντέψει τον αλόγιστο φόβο που την είχε πλημμυρίσει στη θέα της. Η θεία Μ πετίνα, που τα μάτια της ικέτευαν τη Ρομέν να δείξει αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία, έσπευσε να μπει στη μέση. «Η Λίλιαν ήρθε πριν μια ώρα», είπε με επίπλαστο κέφι. «Έστειλα να σε ειδοποιήσουν, αλλά δεν ήσουν πουθενά. Θα - θα μείνει δυοτρεις μέρες, έτσι δεν είναι, Λίλιαν; Ήρθε - ήρθε με τον άντρα


της», κατέληξε αδύναμα, κι ήταν φανερό ότι την είχε πιάσει τρεμούλα, απ’ την ταραχή και το φόβο της για το τι θα επακολουθούσε. «Γλυκιά μου, δε θα το πιστέψεις», είπε η Λίλιαν καθώς επέστρεφε με άνεση στον καναπέ της. Δεν έδειχνε να έχει προσέξει καν ότι τόση ώρα η Ρομέν δεν είχε πει λέξη. «Ο Κέθιν έπεσε θύμα τρομοκρατικής επίθεσης», της ανακοίνωσε με δραματική έμφαση. «Ευτυχώς, δεν έπαθε τίποτε το ανεπανόρθωτο, μόνο που κάνει τώρα σαν μωρό - θέλει να τον νταντεύουν όλη μέρα. Του έδωσαν αναρρωτική άδεια, και φυσικά, ήρθαμε αμέσως πίσω. Μ ένουμε με τους γονείς του για την ώρα, δυστυχώς δεν μπορέσαμε να βρούμε ακόμα κάτι κατάλληλο για τέσσερις-πέντε μήνες. Όλα τα ωραία επιπλωμένα διαμερίσματα, τα έχουν πιάσει Άραβες, αν είναι δυνατόν! Μ έρες τώρα ψάχνουμε, και στο μεταξύ, μιας κι αυτός νιώθει κάπως καλύτερα, είπαμε να έρθουμε να σας δούμε. Γλυκιά μου, ήταν φοβερό να χάσουμε τον μπαμπά! Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω. Λυπήθηκα τόσο, στ’ αλήθεια!» Τόση ώρα, η Ρομέν έψαχνε πυρετικά για κάτι να πει. Είχε δυο χρόνια να δει την “αδερφή” της, και το τελευταίο πράγμα που της είχε πει, ήταν εκείνο το υστερικό «έξω!». Για μια φορά, δεν είχε ιδέα ποιος τρόπος θα ήταν πιο αποτελεσματικός για να την αντιμετωπίσει. Το μυαλό της ήταν σκοτισμένο, κι η σκέψη που κυριαρχούσε πάνω απ’ τις άλλες, ήταν ένα απελπισμένο, όχι, όχι τώρα που είχα αρχίσει να βρίσκω κάποια άκρη με τον άντρα μου...


Περισσότερο απ’ την προοπτική να ανεχτεί έστω για δυο-τρεις μέρες τη Λίλιαν, περισσότερο κι απ’ την προοπτική να ξανασυναντήσει τον Κέβιν, την έκανε να τρέμει η σκέψη της αναπόφευκτης συνάντησης του Νικ με την “αδερφή” της. Τα πόδια της λύγιζαν καθώς προχωρούσε για να καθίσει δίπλα στη θεία Μ πετίνα. «Ήταν στ’ αλήθεια φοβερό πλήγμα», συνέχισε υποκριτικά η Λίλιαν. «Ήθελα τόσο να έρθω στην κηδεία, αλλά ξέρεις τώρα πόσο μπλεγμένη ήμουνα!» «Φαντάζομαι», είπε ξερά η Ρομέν, ξαναβρίσκοντας επιτέλους τη μιλιά της. «Τώρα δα μου έλεγε η θεία Μ πετίνα ότι παντρεύτηκες τον επιστάτη. Γλυκιά μου, δεν είχα ιδέα. Αν το ήξερα έγκαιρα, θα σας είχα στείλει το δώρο μου, αλλά ποτέ δεν είναι αργά, υποθέτω. Χάρηκα τόσο που το άκουσα, χρυσό μου! Έκανες την πιο σοφή κίνηση. Ήταν τόσο απρόσμενη η απώλεια του μπαμπά, που φαντάζομαι θα τα βρήκες σκούρα να τα βγάλεις πέρα μόνη σου. Στ’ αλήθεια, δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι για σένα!» Ότι χαιρόταν, αυτό ήταν αναμφίβολο. Ακόμα και μέσα στη σύγχυσή της, η Ρομέν μπορούσε να διαβάσει πεντακάθαρα τις σκέψεις της Λίλιαν - μια ζωή άλλωστε τις διάβαζε πεντακάθαρα. Στο μυαλό της, η “αδερφή” της είχε μια ολοκληρωμένη εικόνα αυτού του επιστάτη, τόσο έντονη, που την αντι-καθρέφτιζαν


σχεδόν τα μάτια της. Έμοιαζε βέβαια στον προηγούμενο - κάπως νεότερος ίσως, όχι όμως και τόσο πολύ. Εκεί γύρω στα σαρανταπέντε με πενήντα, κοντόχοντρος, κοκκινοτρίχης και λίγο άξεστος, με τα τρανταχτά του γέλια και τα σκαμπρόζικα καλαμπούρια του. Ό,τι έπρεπε δηλαδή για τη Ρομέν. Και επιπλέον, επιστάτης. Η θριαμβευτική λάμψη στα μάτια της, δε θα μπορούσε να εκληφθεί για τίποτε άλλο. Ούτε καν για υποκριτικό οίκτο. Πνίγοντας τη λύσσα της, η Ρομέν κατάφερε να πει ευγενικά: «Καλοσύνη σου». «Η θεία Μ πετίνα μου έλεγε ότι όλα έγιναν με τις ευλογίες του μπαμπά», συνέχισε απτόητη η Λίλιαν. «Τον καημένο... Θα είχε στ’ αλήθεια καταπέσει πολύ στα τελευταία του. Παλιά, ούτε που θα δεχόταν ν’ ακούσει κάτι τέτοιο». Στράφηκε πάλι στη θεία της. «Πώς αλλάζουν οι άνθρωποι, στ’ αλήθεια! Μ ου φαίνεται αδύνατο να πιστέψω ότι ο μπαμπάς είχε αποκτήσει τόσο δημοκρατικές ιδέες!» Η Μ πετίνα, που φοβόταν πολύ χειρότερα από έναν απλό καβγά, έσπευσε πάλι να μπει διαλλακτικά στη μέση. «Ο κύριος Μ πάρκλεϊ είναι εξαιρετική περίπτωση, Λίλιαν. Ο πατέρας σου του είχε τεράστια εκτίμηση. Τον αντιμετώπιζε σαν στενό του φίλο, κι ακόμα περισσότερο. Τον ήθελε τόσο για γαμπρό του, που έβαλε όρο στη διαθήκη του, να μην αναβληθεί ο γάμος λόγω πένθους.


Είναι στ’ αλήθεια πολύ αξιόλογος άνθρωπος ο Νικ». «Ω, δεν αμφιβάλλω», έκανε μελιστάλαχτα η Λίλιαν. «Θα πρέπει να είναι, για να τον διαλέξει η Ρομέν». Χαμογέλασε στην αδερφή της, απτόητη απ’ το ύφος της. «Και να σου πω και κάτι άλλο - δε βρίσκεις κάθε μέρα έναν καλό επιστάτη, έτσι δεν είναι; Καλύτερα να είσαι σίγουρη ότι δε θα σου φύγει». Έδειχνε να το γλεντάει, αλλά η Ρομέν δεν ξεγελάστηκε. Η Λίλιαν θα είχε ενημερωθεί οπωσδήποτε για τους όρους της διαθήκης του Τζορτζ. Θα πρέπει να είχε σκάσει απ’ το κακό της, για την ευκαιρία που είχε χάσει, να πάρει στα χέρια της το μεγαλύτερο μέρος της κληρονομιάς. Και το μόνο που την παρηγορούσε, ήταν η σκέψη ότι η Ρομέν, ανίκανη προφανώς να κάνει κάποιον καλύτερο γάμο, είχε ξεπέσει σ’ έναν κοντόχοντρο, μεσόκοπο επιστάτη. Αναρωτιέμαι τι θα πει όταν δει τον Νικ, σκέφτηκε η Ρομέν μέσα στη ζαλάδα της, αλλά της ήταν αδύνατο να χαρεί έστω και τόσο δα σ’ αυτή τη σκέψη. Η πικρή της πείρα με τη Λίλιαν, της είχε δημιουργήσει αξεπέραστα απωθημένα, και το παρελθόν ξεπηδούσε γι’ άλλη μια φορά ολοζώντανο, κουβαλώντας μαζί του ατέλειωτες πληγές. Μ πορεί να γελούσε τώρα από μέσα της η “αδερφή” της, και να το έπαιζε σνομπ απέναντι στους επιστάτες, αλλά θα της κοβόταν κάθε διάθεση για γέλια όταν θα έβλεπε τον Νικ Μ πάρκλεϊ. ζέροντας τι επίδραση είχε ο Νικ στις γυναίκες, η Ρομέν μπορούσε κιόλας να φανταστεί τι επίδραση θα είχε και στην αχόρταγη Λίλιαν.


Πόσο μάλλον που, δίπλα στον Κέβιν Μ πίσοπ, ο Νικ θα έμοιαζε πάντα με καθαρόαιμο άλογο, δίπλα σ’ ένα καχεκτικό μουλάρι. Δεν υπήρχε καμιά σύγκριση ανάμεσα στον συναρπαστικό άντρα που είχε παντρευτεί, και στον όμορφο, αλλά ολότε-λα νερόβραστο πρώην αρραβωνιαστικό της. Κι αν αυτό μπορούσε να το δει η ίδια, με όλη της την προκατάληψη απέναντι στον Νικ, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μην το δει η Λίλιαν, που οπωσδήποτε, δεν έσκαγε από αγάπη για τον άντρα της. Ο τρόπος που είχε μιλήσει γι’ αυτόν πριν λίγο, κι ο τρόπος που είχε αλλάξει αμέσως θέμα, απαξιώνοντας ν’ ασχοληθεί περισσότερο με τις κακοτυχίες του συζύγου της, δεν άφηνε περιθώρια για αμφιβολίες. Και οπωσδήποτε, η παρουσία του Κέβιν, δε θα την εμπόδιζε να ριχτεί στον άντρα της αδερφής της. Θα του ριχνόταν ακόμα κι αν ο Νικ ήταν ένας κοκκινοτρίχης, κοντόχοντρος πενηντάρης. Δεν υπήρχε άντρας που να μην του ρίχνεται, λίγο ή πολύ, η Λίλιαν, και οι άντρες που της άρεσαν περισσότερο, ήταν όσοι έδειχναν ενδιαφέρον για την “αδερφή” της. Κι ο Νικ... Ο Θεός μόνο ήξερε πόσον καιρό είχε να πάει με γυναίκα. Η τελευταία φορά που είχε φύγει απ’ το σπίτι, ήταν πριν ένα μήνα. Κι ένας μήνας παραήταν πολύς, για έναν τύπο με τις προδιαγραφές του Νικ Μ πάρκλεϊ. Δε θα είχε κανένα λόγο να μην ανταποκριθεί στη Λίλιαν. Δεν είχε κανένα λόγο να παραμείνει πιστός σε μια γυναίκα που δεν ήταν σύζυγός του, παρά μόνο κατ’ όνομα. Η Λίλιαν θα τον ξετρέλαινε


κυριολεκτικά, κι η Ρομέν δε θα μπορούσε να κάνει το παραμικρό για να αποτρέψει την αναπόφευκτη κατάληξη. Ούτε καν να τον απειλήσει με διαζύγιο. Αργά ή γρήγορα, ο “άντρας” της κι η πανέμορφη “αδερφή” της, θα κατέληγαν στο κρεβάτι, είτε ήταν κι ο Κέβιν εκεί, είτε όχι. Η σκέψη τής ήταν τόσο αφόρητα οδυνηρή, που δεν ήθελε ούτε να φανταστεί πώς θα ένιωθε όταν, αναπόφευκτα, θα γινόταν πραγματικότητα. «Είναι στ’ αλήθεια τόσο ρομαντικά όλα αυτά», έλεγε με το αγγελικό της ύφος η Λίλιαν. «Ειλικρινά, δεν ξέρεις πόσο χά-ρηκα! Ένιωθα πάντα τύψεις γι’ αυτό που είχε συμβεί με τον Κέβιν», κατέληξε χαμηλώνοντας υποκριτικά τα μάτια. Το θράσος της ήταν πραγματικά ασύλληπτο. Δεν έφτανε που είχε τολμήσει να έρθει ως εκεί, και μάλιστα μαζί με τον άντρα της, αλλά τολμούσε τώρα να αναφέρεται και στα όσα είχαν προηγηθεί. Γι' άλλη μια φορά, η Ρομέν ένιωσε την πα-ρόρμηση να την πετάξει έξω, τραβώντας την απ’ τα μαλλιά, αλλά εκείνη τη στιγμή μπήκε στο δωμάτιο ο ίδιος ο Κέβιν Μ πί-σοπ, που ως τότε προφανώς ξεκουραζόταν στο δωμάτιο που θα τους είχαν παραχωρήσει. Συχνά στο παρελθόν, η Ρομέν αναρωτιόταν πώς θα ένιωθε αν τον ξανασυναντούσε. Και κάθε φορά, ήταν σίγουρη πως θα ένιωθε αφόρητο πόνο. Ακόμα και πριν λίγα λεπτά, ακούγον-τας πως ήταν


κι εκείνος στο σπίτι, είχε νιώσει την καρδιά της να σφίγγεται οδυνηρά. Και ξαφνικά, ανακάλυπτε πως δεν ένιωθε τίποτα, απολύτως τίποτα, πέρα από μια κάποια περιφρόνηση γι’ αυτόν τον ωραίο, κενόδοξο και ρηχό βλάκα, που φορούσε γαλλικά πουκάμισα και ιταλικά παπούτσια, που ανάλωνε τη ζωή του σε κοσμικές εκδηλώσεις, και που είχε σπεύσει σαν ηλίθιος να παντρευτεί τη Λίλιαν. Τελικά, είχε δίκιο ο Λόρδος Ντέιτον. Τώρα, μετά από δυο χρόνια γάμου, ο Κέβιν Μ πίσοπ φώναζε μ’ όλη του τη στάση και μ’ όλη του την εμφάνιση, πως ήταν αυτό που ήταν: ένας βλάκας, χιλιοκερατωμένος σύζυγος. Δε χρειαζόταν καν να δει κανείς πώς του μιλούσε ή πώς τον αγνοούσε η Λίλιαν, για να καταλάβει. Τα μονοσύλλαβα έπεφταν βροχή προς τη μεριά του συζύγου της, κι ό,τι δεν ήταν κοφτό «ναι», ή «όχι», ή «καλά», θα ήταν οπωσδήποτε κοφτή διαταγή. Τα μάτια της περνούσαν από πάνω του με τη μεγαλύτερη δυνατή αδιαφορία, διανθισμένη πού και πού με αναμφισβήτητη ενόχληση. Κι εκείνος είχε ένα τόσο κακομοίρικο ύφος, που άθελά της, η Ρομέν ένιωσε να τον λυπάται. Απ’ τον τρόπο που αντιμετώπιζε τη γυναίκα του, ήταν φανερό ότι η Λίλιαν τον είχε ντρεσάρει ανάλογα. Ο κύριος Μ πίσοπ έδειχνε ανίκανος να φέρει την παραμικρή αντίρρηση στην κυρία του. Σαν να τη


φοβάται, σκέφτηκε η Ρομέν, αλλά δεν ένιωσε καμιά ευχαρίστηση σ’ αυτή τη διαπίστωση. Δεν μπορούσε καν να νιώσει μια σπίθα θριάμβου, στη σκέψη ότι τώρα πια, ο Κέβιν θα είχε μετανιώσει πικρά που την είχε αφήσει για την αδερφή της. Ο Κέβιν Μ πίσοπ της ήταν πια τόσο ολότελα αδιάφορος, που απορούσε κι η ίδια γιατί κάποτε είχε χύσει τόσα δάκρυα για χάρη του. Ακόμα κι αν δεν είχε συμβεί ποτέ τίποτα μεταξύ τους, και της τον είχαν φέρει τώρα δα στο πιάτο, δε θα είχε νιώσει το παραμικρό ενδιαφέρον γι’ αυτόν τον άντρα. Τι του είχα βρει, Θεέ μου, αναρωτιόταν με κατάπληξη, κοιτάζοντάς τον. Κι αναρωτήθηκε επίσης πώς τα είχε καταφέρει, τότε στο “Ακουάριουμ”, ν’ απορρίψει την πρόταση του Νικ, να μην ενδιαφερθεί καν για τον Νικ, επειδή απλά την είχε εγκαταλείψει αυτός ο άνοστος “λιμοκοντόρος", όπως θα έλεγε κι ο μακαρίτης ο πατέρας της. Αν όμως η ίδια ένιωθε εντελώς αδιάφορη, πολύ σύντομα ανακάλυψε με κατάπληξη, πως τα βλέμματα που της έριχνε ο Κέβιν, πρόδιναν δυσανάλογο ενδιαφέρον. Στην αρχή την είχε χαιρετίσει τόσο σφιγμένα κι αμήχανα, που η Ρομέν είχε ξαναβρεί αυτόματα όλη τη δική της άνεση. Ήταν φανερό πως ο ίδιος ο Κέβιν, δε θα έβρισκε ποτέ το θάρρος να την αντιμετωπίσει, κι ότι σ’ αυτή τη δυσάρεστη επίσκεψη, τον είχε παρασύρει η γυναίκα του. Αλλά μετά από ένα ποτό, τα μάτια του άρχισαν να σηκώνονται πότε-πότε προς το πρόσωπο της Ρομέν, κι όσο περνούσε η ώρα, τόσο πιο εκφραστικό γινόταν το βλέμμα του. Άρχισε να


ξεθαρρεύει λίγο, και να της απευθύνει κάπου-κάπου το λόγο, κάτω απ’ τα σκληρά, λοξά βλέμματα που του έριχνε η γυναίκα του. Η Ρομέν ανέβηκε σε λίγο να κάνει ένα μπάνιο, ν’ αλλάξει για το δείπνο, και προπαντός να βρει το χρόνο να προσαρμοστεί στις εξελίξεις. Ο Νικ θ’ αργούσε ακόμα, και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της, ότι ίσως και να μην επερχόταν η καταστροφή που περίμενε. Στο κάτω-κάτω, την είχε αφήσει πρωτύτερα να εννοήσει ότι τον ενδιέφερε μια μο-νιμότερη σχέση... Μ πορεί να ήταν εξασφαλισμένος για τρία χρόνια, αλλά απ’ ό,τι φαινόταν, δεν του αρκούσαν πια. Και δε θα ήθελε να διακινδυνεύσει τις πιθανότητάς του για το μέλλον, αποξενώνοντας σ’ αυτή τη φάση τη “σύζυγό” του. Εκτός βέβαια αν τελικά αποφάσιζε ότι η εκθαμβωτική Λί-λιαν, άξιζε να θυσιάσει τις “γαίες”, και να κρατήσει μόνο το ιπποτροφείο... Αυτή η σκέψη χωνόταν σαν πυρωμένο καρφί στο μυαλό της, κι ήξερε με απόλυτη σιγουριά, πως αυτό που θα πονούσε αν ο Νικ της ζητούσε το διαζύγιο, δε θα ήταν οπωσδήποτε η απώλεια του ιπποτροφείου. Δεν έδινε δεκάρα για το ιπποτροφείο, δεν έδινε δεκάρα για το σπίτι ή τα χτήματά της. Ο Νικ της είχε πει, «αυτό το μέρος θα γίνει σωστός παράδεισος», αλλά εκείνη ήξερε τώρα πια, πως κανένα μέρος δε θα ήταν ποτέ παράδεισος χωρίς εκείνον.


Σε μια ενστικτώδικη προσπάθεια να μπορέσει να σταθεί αξιοπρεπώς δίπλα στη Λίλιαν, ντύθηκε και μακιγιαρίστηκε όσο γινόταν καλύτερα, απορρίπτοντας τα παντελόνια που φορούσε συνήθως, και διαλέγοντας ένα πολύ όμορφο κοκτέιλ φόρεμα, που τόνιζε κολακευτικά τις γραμμές της. Όταν τέλειωσε, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, εκτιμώντας ψυχρά την εικόνα της. Τα πλούσια χρυσοκάστανα μαλλιά της, πλαισίωναν ένα πρόσωπο που μπορεί να μην ήταν “υπέροχο”, όπως το είχε χαρακτηρίσει ο Νικ, αλλά που ήταν σίγουρα ελκυστικό, φρέσκο και καθαρό, και πολύ νεότερο απ’ τα εικοσιεφτά της χρόνια. Τα μάτια της, τονισμένα με απαλή πράσινη σκιά, έλάμπαν σαν πολύτιμα πετράδια. Τα όμορφα, σαρκώδη της χείλια ήταν τόσο ρόδινα από φυσικού τους, που έστω και μια υποψία κραγιόν, θα τα βάραινε κακόγουστα. Το δέρμα της ήταν πάντα σαν βελούδο, και τα λεπτά της μάγουλα δημιουργούσαν ευχάριστες σκιές κάτω απ’ το φως. Ήταν όντως ψηλή και ευθυτενής, όπως είχε πει ο Ντέιτον, και το γυμνασμένο της σώμα, το όμορφο στήθος της και οι καλοφτιαγμένες της γάμπες, θα μπορούσαν ν’ αρέσουν γενικά σε κάθε περίπτωση. Δεν ήταν ολότελα για πέταμα - αλλά δε θα μπορούσε ποτέ, ό,τι κι αν έκανε κι όπως κι αν ντυνόταν, να συναγωνιστεί τη Λίλιαν, και μάλιστα στα μάτια του Νικ Μ πάρκλεϊ, που ερχόταν κάποτε στο “Ακουάριουμ” μ’ εκείνες τις καλλονές στο πλευρό του.


Δεν είχε ίχνος αυτοπεποίθησης μέσα της. Όλα εκείνα τα χρόνια στη σκιά της Λίλιαν, είχαν αφήσει βαριά τη σφραγίδα τους στον ψυχισμό της. Τώρα ένιωθε απλά γελοία με τις μάταιες προσπάθειές της να γίνει πιο όμορφη, και για μια στιγμή σκέφτηκε ν’ αλλάξει, να βάλει ένα απλό παντελόνι και τα μο-κασίνια της, και να ξεβαφτεί. Ήταν όμως πολύ αργά πια, κι ήθελε να είναι εκεί όταν θα επέστρεφε ο Νικ. Κατεβαίνοντας απ’ το δωμάτιό της, έπεσε πάνω στον Κέβιν που ανέβαινε για το δικό του. Σταμάτησε από τυπική ευγένεια, και ρώτησε αν είχε βολευτεί, κι αν ένιωθε καλύτερα τώρα. «Είχα ένα δυσάρεστο ατύχημα», είπε αμήχανα ο Κέβιν. «Θα σου είπε η Λίλιαν... Κάποιος επιχείρησε να σκοτώσει τον πρέσβη, και την άρπαξα κατά λάθος εγώ». Γέλασε λίγο, κι έσπρωξε πίσω τα ξανθά τσουλούφια που του έπεφταν στο μέτωπο, σε μια κίνηση που κάποτε λάτρευε η Ρομέν, και την έβρισκε αφοπλιστική και ακαταμάχητη. Δεν την πρόσεξε καν τώρα. «Φαίνεσαι μια χαρά πάντως», του είπε τυπικά. «Δεν είμαι εντελώς καλά, αλλά όταν ξεκουραστώ λίγο καιρό, θα συνέλθω». Κι ύστερα είπε δισταχτικά: «Ρομέν... δεν ήταν δική μου πρωτοβουλία αυτή η επίσκεψη». «Το φαντάστηκα», του αποκρίθηκε ψύχραιμα.


«Δε θα διάλεγα ποτέ να... να μας φέρω όλους σε τόσο δύσκολη θέση...». «Δεν υπάρχει τέτοιο θέμα, Κέβιν». «Δεν είχα ιδέα ότι παντρεύτηκες». «Δεν το ανακοινώσαμε πουθενά. Ο πατέρας μου είχε πεθά-νει μόλις πριν δέκα μέρες, δεν μπορούσαμε να κάνουμε ανοιχτό γάμο». Δεν ένιωθε πια την παραμικρή αμηχανία. Βιαζόταν μόνο να κατέθει πριν έρθει ο Νικ, και θα είχε δώσει τέλος στη συζήτηση, αν δεν την κρατούσε εκείνο το βλέμμα του δαρμέ-νου σκύλου στα μάτια του. «Ρομέν...», άρχισε ο Κέβιν. ζεροκατάπιε, ύστερα είπε σιγανά: «Φέρθηκα σαν γαϊδούρι σ’ εκείνη την περίπτωση. Θα έπρεπε να σου_είχα μιλήσει εγώ ο ίδιος... Κατά κάποιον τρόπο δεν - » «Ξέχασέ το, Κέβιν», τον έκοψε ήρεμα. «Δεν αξίζει τον κόπο να το συζητάμε. Ήταν καλύτερα έτσι και για τους δυο μας». «Α, Ρομέν», έκανε μελαγχολικά ο Κέβιν. Κι ύστερα πρόσθε-σε με ένα πάθος που την ξάφνιασε: «Αν ήξερες πόσες φορές μετάνιωσα για τη στάση μου! Δεν ήθελα να σε πληγώσω. Συ-χώρεσέ με». «Δεν έχω τίποτα να σου συγχωρήσω». Το έλεγε, και το πίστευε πια ακράδαντα. «Κι ούτε με πλήγωσες τόσο πολύ όσο φαντάζεσαι». Αυτό δεν ήταν απόλυτη αλήθεια. Την είχε πληγώσει πάρα πολύ,


αλλά τώρα που δεν είχε μείνει ούτε ο απόηχος του πόνου, μπορούσε να δει εκείνη την περίοδο ψυχρά, σαν να μην είχε συμβεί ποτέ. «Δε μου ήταν ευχάριστο, αλλά το ξεπέρασα εύκολα». «Το ξεπέρασες;» τη ρώτησε πνιχτά ο Κέβιν. Τον κοίταξε κατάπληκτη. Τι στο διάβολο περίμενε - ότι θα την έβρισκε να έχει μαραζώσει για χάρη του; Και τι είδους κακόγουστες ερωτήσεις ήταν αυτές, στο κάτω-κάτω; «Φυσικά το ξεπέρασα», του είπε στεγνά. «Τι περίμενες;» «Δεν ξέρω», είπε ο Κέβιν, και ξεροκατάπιε πάλι. Η πρώτη αμηχανία όμως περνούσε, κι είχε αρχίσει να νιώθει πιο άνετα, και να ξαναβρίσκει την αυτοπεποίθησή του. «Θα το πιστέψεις αν σου πω ότι εγώ δεν το ξεπέρασα ακόμα;» «Εσύ;» έκανε εμβρόντητη η Ρομέν, και σκέφτηκε πως το θράσος του συναγωνιζόταν εκείνο της γυναίκας του. «Δε σε ξέχασα ποτέ, Ρομέν... Πίστεψέ με, όλα ήταν ένα μεγάλο λάθος. Δεν έπρεπε να το είχα κάνει. Δεν ξέρω πώς συνέβη... Ήμουν σαν μαγεμένος. Σαν νά χα χάσει το μυαλό μου». «Και συνήλθες φαντάζομαι δυσανάλογα γρήγορα», είπε ξερά η Ρομέν. «Μ πορείς να το πεις κι έτσι».


«Αυτό είναι πια δικό σου πρόβλημα, Κέβιν. Εμένα δε με αφορά στο παραμικρό». Υπήρχε όμως τόση νοσταλγία στα μάτια του, που δε θα ήταν γυναίκα αν, παρά την απόλυτη αδιαφορία της γι’ αυτόν, δεν ένιωθε εκείνη τη στιγμή μια αμυδρή αίσθηση θριάμβου. Όχι τόσο για τις αντιδράσεις του Κέβιν, όσο επειδή, για μια φορά, ένας άντρας έδειχνε να την προτιμάει απ’ τη Λίλιαν. «Λυπάμαι αν δεν ευτύχησες, Κέβιν», πρόσ-θεσε πιο μαλακά. «Δε θα μπορούσα ποτέ να ευτυχήσω χωρίς εσένα», της είπε με θλίψη. «Θα έπρεπε να το ήξερα τότε... Δε σε ξέχασα ποτέ σ’ αυτά τα χρόνια». «Δεν έχει νόημα να το συζητάμε τώρα», είπε αδιάφορα η Ρομέν. Η αίσθηση θριάμβου δεν είχε ζήσει για πολύ. Την έπνιγε η αγωνία για τις πιθανές αντιδράσεις του Νικ απέναντι στη Λίλιαν, και δεν είχε στ’ αλήθεια καμιά διάθεση ν’ ακούει καθυστερημένες δηλώσεις μετάνοιας απ’ τον Κέβιν. «Κι εσύ παντρεύτηκες», επέμεινε ο Κέβιν. «Φυσικά». «Είσαι ευτυχισμένη;» Και μετά, με τη γελοία έπαρση ενός ανόητου γόη των σαλονιών, ρώτησε όλος αυταρέσκεια: «Είναι στ’ αλήθεια καλύτερος από μένα;» «Δε θα μπορούσα να σου πω», έκανε μελιστάλαχτα η Ρομέν. «Γιατί δεν περιμένεις να κρίνεις μόνος σου;» Εξοργισμένη απ’ το


θράσος του να πιστεύει ότι, ακόμα και μετά το γάμο της, εκείνη θα έκανε συγκρίσεις προς όφελος του, του γύρισε την πλάτη, και κατέβηκε να βρει τους άλλούς. Η Λίλιαν ακόμα συζητούσε ακάθεκτη με τη θεία Μ πετίνα, κι η θεία Μ πετίνα έκανε ακόμα φιλότιμες προσπάθειες να δείξει κεφάτη. Η Ρομέν δεν είχε καμιά διάθεση να κάνει οποιαδήποτε προσπάθεια, έτσι έκατσε αμίλητη κοντά στη θεία της, και περίμενε με την καρδιά βαριά απ’ την αγωνία. Γιατί έπρεπε να έρθει τώρα, Θεέ μου, αναρωτιόταν συνέχεια, με το αφτί στραμμένο στην πόρτα. «Γλυκιά μου, πολύ όμορφο το φουστανάκι σου», έκανε μελιστάλαχτα η Λίλιαν. «Πολύ ταιριαστό με το περιβάλλον. Εγώ είμαι υπερβολικά ντυμένη, δε βρίσκεις;» Έριξε μια βιαστική ματιά στο πανάκριβο σύνολό της, και μετά άλλη μια ματιά αναμφισβήτητου οίκτου στο φόρεμα της Ρομέν. «Θ’ αργήσει ο άντρας σου, αγάπη μου;» «Δε νομίζω». «Θα πνίγεται φαντάζομαι στη δουλειά. Η θεία Μ πετίνα μου έλεγε ότι εκπαιδεύει και τα άλογα. Είναι τόσο ενδιαφέροντα όλ’ αυτά!» «Δεν εκπαιδεύει απλά τα άλογα», τη διόρθωσε στεγνά η Ρομέν. «Διευθύνει το ιπποτροφείο». «Μ α φυσικά, γλυκιά μου. Σαν σύζυγός σου, δε θα ήταν δυνατόν


να μην το διευθύνει». Κάθε της λέξη ήταν κι ένα υποτιμητικό υπονοούμενο, σκέφτηκε λυσσώντας η Ρομέν, κι ένιωσε άρρωστη στην προοπτική να την υποστεί κι άλλες δυο-τρεις μέρες. Ειλικρινά, δεν ήξερε αν θα την άντεχε έστω μισή ώρα ακόμα. Η θεία Μ πετίνα έσπευσε πάλι να μπει στη μέση. «Ο Νικ διεύθυνε τα πάντα εδώ πέρα, πολύ πριν συνδεθεί με τη Ρομέν. Ο καημένος ο Τζορτζτα είχε αφήσει όλα στα χέρια του». «Ω, είναι όλα τόσο ρομαντικά», έκανε γλυκά η Λίλιαν, αλλά δεν πρόφτασε καν να ολοκληρώσει τη φράση της. Στην πόρτα του δωματίου, πανύψηλος κι αγέρωχος, είχε σταθεί ο Νικ Μ πάρκλεϊ. Η Ρομέν είδε την έκφραση στο πρόσωπο της “αδερφής” της, το βλέμμα του ολοκληρωτικού ενδιαφέροντος στα μάτια της, εκείνη την πεινασμένη λάμψη που είχε δει και στα μάτια άλλων γυναικών στο “Ακουάριουμ”, κι η καρδιά της βούλιαξε στο στήθος της. Η Λίλιαν στράφηκε αυτόματα στη θεία Μ πετίνα, σαν να απορούσε γιατί δεν της είχε πει ότι είχαν κι άλλον καλεσμένο. Δεν είχε καταλάβει ακόμα, ήταν ολοφάνερο. Η εικόνα του κοντόχοντρου πενηντάρη, ήταν βαθιά ριζωμένη στο μυαλό της. «Νικ, αγόρι μου», είπε η Μ πετίνα, καθώς εκείνος προχωρούσε αργά προς το μέρος τους. «Έλα να γνωρίσεις την αδερφή της Ρομέν. Μ όλις έφτασε με τον άντρα της». Ένιωθε πάντα στο βάθος τόσο δέος για τον Νικ, που γι’ άλλη μια φορά μπερδεύτηκε, κι έκανε ανάποδα τις συστάσεις. «Η Λίλιαν Μ πίσοπ, Νικ - η άλλη


κόρη του Τζορτζ. Κι από δω ο Νικ Μ πάρ-κλεϊ, Λίλιαν - ο άντρας της Ρομέν. Θα πιεις κάτι, Νικ, ή προτιμάς να σερβίρουν το δείπνο;» Η Ρομέν δεν άκουσε την απάντησή του. Κοιτούσε κατάματα τη Λίλιαν, που για μια στιγμή είχε μείνει μ’ ανοιχτό το στόμα, σαν να είχε ξεχάσει πώς παίρνουν ανάσα. Κι αμέσως μετά, τη θέση της κατάπληξης στο πρόσωπό της, είχε πάρει μια αναμφισβήτητη λάμψη φθόνου και λαχτάρας. Δε στράφηκε να κοιτάξει τον Νικ. Δε χρειαζόταν άλλωστε να τον κοιτάξει, για να βεβαιωθεί πως τα μάτια του θα περιεργάζονταν τη Λίλιαν μ’ εκείνο το βλέμμα που δε θα μπορούσε ν’ αγνοήσει καμιά γυναίκα - το ίδιο ερωτικό κάλεσμα που έστελνε και στην ίδια, όταν ακόμα δεν είχε παντρευτεί τα χτήματά της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Αργότερα, η Ρομέν θα θυμόταν εκείνη τη βδομάδα - γιατί τελικά, η Λίλιαν δεν είχε μείνει μόνο δυο-τρεις μέρες - σαν πραγματικό εφιάλτη. Και μόνη η παρουσία της Λίλιαν, με τα φαρμακερά καρφιά που της πετούσε ασταμάτητα, θα έφτανε για να την κάνει ανυπόφορη. Αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα, μπροστά στον εφιάλτη να τη βλέπει να χαριεντίζεται συνέχεια με τον Νικ, είτε ήταν κι η Ρομέν μπροστά, είτε όχι.


Αυτό δεν ήταν απλό φλερτ, ήταν το αγριότερο καμάκι που είχε παρακολουθήσει ποτέ στη ζωή της. Όπου κι αν βρισκόταν, κι ό,τι κι αν έκανε ο Νικ, εκεί κάπου θα εμφανιζόταν κι η Λίλιαν, με τους γελοίους κοσμικούς της τρόπους, με τα σκέρτσα και τα νάζια της, με τα προκλητικά της χαμόγελα και τα μοντελάκια που είχε φέρει μαζί της, με τα καυτά της βλέμματα, και το χείμαρο από εβένινα μαλλιά που άστραφταν στιλπνά σαν μετάξι. Έτρεχε συνέχεια από πίσω του, χωρίς να ντρέπεται καθόλου, χωρίς να υπολογίζει ούτε τόσο δα τη Ρομέν, τη θεία τους, ή και τον ίδιο της τον άντρα. Εκείνη, που πάντα σιχαινόταν τα άλογα, κυκλοφορούσε τώρα συνέχεια στους στάβλους, αδιαφορώντας αν θα λέρωνε τα πανάκριβα ρούχα της, ή αν θα κόλλαγε στο αρωματισμένο της δέρμα η μυρωδιά των αλόγων. Ήταν αξιολύπητη πάνω στο άλογο, παρά τις αλλοτινές προσπάθειες του Τζορτζ να την κάνει καλή καβαλάρισσα. Ούτε αυτό όμως έδειχνε να την πτοεί. Είχε μάλιστα το θράσος να δηλώσει στη Ρομέν: «Τώρα με τον Νικ, θα βελτιωθώ στην ιππασία, γλυκιά μου!» Αν με τον Νικ της δινόταν η ευκαιρία να βελτιωθεί σε κάτι, οπωσδήποτε αυτό δε θα ήταν η ιππασία. Κι εκείνος την ενθάρρυνε. Σίγουρα την ενθάρρυνε, αλλιώς θα μπορούσε να της το είχε ξεκόψει απ’ την πρώτη μέρα. Οπωσδήποτε, δεν ήταν Κέβιν, για να του επιβάλλει η Λίλιαν τις επιλογές της. Αν τις δεχόταν, ήταν επειδή το ήθελε κι εκείνος.


Ήταν βέβαια πολύ προσεχτικός, και σ’ έναν τρίτο, η συμπεριφορά του ίσως να φαινόταν άψογη. Δεν ήταν βλάκας ο Νικ Μ πάρκλεϊ. Δεν ήταν διατεθειμένος να χάσει τις “γαίες” που είχε αποκτήσει τόσο απρόσμενα. Ό,τι κι αν έκανε, θα φρόντιζε να μην υποπέσει άμεσα στην αντίληψη της νόμιμης συζύγου. Κι ούτε ήταν κανένας ανώριμος νεαρούλης, όπως ήταν ο Κέβιν πριν δυο χρόνια. Ήταν εξεζετημένος, κυνικός και μπλα-ζέ όσο δεν έπαιρνε άλλο. Αν μη τι άλλο, ήξερε πως δε χρειαζόταν να σαλιαρίζει δημοσίως, για να ρίξει μια γυναίκα. Η απόμακρη στάση του, τα αξεδιάλυτα βλέμματα, το ανέκφραστο πρόσωπό του, θα έφταναν για να τρελάνουν την ενδιαφερό-μενη. Κι αυτή ήταν η σωστή ταχτική, αν έκρινε η Ρομέν απ’ την αντίδραση της Λίλιαν. Αν δεν επρόκειτο για τον δικό της άντρα, θα διασκέδαζε ολόψυχα εκείνες τις μέρες, βλέποντας την ερωτοχτυπημένη Λίλιαν να κάνει ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της, για να τραβήξει την προσοχή ενός άντρα. Κανείς πια δεν την έβλεπε στο σπίτι, εκτός αν ήταν κι ο Νικ εκεί. Όλες τις υπόλοιπες ώρες, βρισκόταν εκεί που ήταν κι αυτός, ή έψαχνε να τον βρει. Είχε εγκαταλείψει τον ακόμα αδύναμο άντρα της στα χέρια της κυρίας Γκρέιντζερ και της θείας της, και έτρεχε με τη γλώσσα έξω πίσω απ’ τα παντελόνια του Νικ Μ πάρκλεϊ. Η Ρομέν, αντίθετα, όπως κι εκείνα τα οδυνηρά Χριστούγεννα πριν δυο χρόνια, τους απέφευγε συστηματικά. Όταν θα τύχαινε να τους


δει από μακριά, άλλαζε δρόμο, όχι μόνο επειδή της ήταν ανυπόφορη η θέα τους, αλλά κι επειδή θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να τους αφήσει να μαντέψουν την αγωνία που της ξέσκιζε την καρδιά. Το βράδυ, μετά το φαΐ, προφασιζόταν ότι έπεφτε απ’ τη νύστα, κι ανέβαινε μόνη στο δωμάτιό της, αφήνοντας τον Νικ στις προκλήσεις, τις γλύκες και τα γελάκια της Λίλιαν. Λεπτό-λεπτό, ξαναζούσε σ’ όλη τους τη φρίκη, τις ίδιες σκηνές που είχαν εκτυλιχθεί εκείνα τα Χριστούγεννα, πριν δυο χρόνια. Δεν είχε σημασία αν ο Νικ ήταν πιο προσεχτικός, και πιο σκληρό καρύδι απ’ τον Κέβιν. Το αποτέλεσμα θά ’ταν έτσι κι αλλιώς το ίδιο: εκείνος κι η Λίλιαν θα κατέληγαν μαζί σ’ ένα κρεβάτι. Και δεν ήταν σπουδαία παρηγοριά, η σκέψη ότι η Λίλιαν, ουσιαστικά, δεν της έπαιρνε τίποτα δικό της. Δεν είχε καμιά σχέση που ο Νικ ήταν άντρας της μόνο κατ’ όνομα, ούτε το πώς την είχε παντρευτεί και γιατί. Της είχε όντως συμβεί το χειρότερο: είχε αφήσει τον εαυτό της να ερωτευτεί τρελά κι αγιάτρευτα, τον τελευταίο άντρα που θα έπρεπε να είχε ερωτευτεί, και τώρα πλήρωνε το λάθος της με μια οδύνη, που δε θα μπορούσε ούτε να την έχει φανταστεί τις μέρες μετά τον Κέβιν. Κι όσο γι’ αυτόν τον ηλίθιο, αντί να μαζεύει τη γυναίκα του, είχε βαλθεί να κυνηγάει από πίσω εκείνην. Σαν να μην της έ-φτάνε η αγωνία της, έπρεπε να ανέχεται και τις γλυκερές προσεγγίσεις του άλλου κερατωμένου συζύγου. Όπως δεν άφηνε λεπτό η Λίλιαν σε


ησυχία τον Νικ, έτσι κι ο Κέβιν έδειχνε αποφασισμένος να μην αφήσει λεπτό σε ησυχία την πρώην αρραβωνιαστικιά του. Πέρα απ’ το να τον βρίσει, η Ρομέν δεν έβλεπε κανέναν άλλο τρόπο να τον απομακρύνει από κοντά της. Και το βρίσιμο ακόμα, αμφέβαλλε αν θα είχε αποτέλεσμα. Το πιεστικό του φλερτ την ενοχλούσε αφόρητα, αλλά απ’ τη μια τον λυπόταν, κι απ’ την άλλη, ένιωθε πως ανταπόδινε εν μέρει τα ίσα στη Λίλιαν, κυκλοφορώντας μόνιμα με τον δικό της άντρα. Δεν ήταν το ίδιο βέβαια, γιατί ήταν ολοφάνερο πως η "αδερφή” της δεν έδινε δεκάρα για τον Κέβιν, όταν εκείνη έλιωνε για τον Νικ. Αλλά ήταν κι αυτό μια υποψία ικανοποίησης, μέσα στη μαυρίλα που είχε πέσει στη ζωή της. Δεν ήξερε γιατί ο Κέβιν έδειχνε τόσο αποφασισμένος ξαφνικά να την κάνει να ενδιαφερθεί πάλι γι’ αυτόν. Μ πορεί να ήταν απλά επειδή ήθελε κι εκείνος ν’ ανταποδώσει τα ίσα στη γυναίκα του. Αλλά κάτι επάνω του, κάτι στα βλέμματα και στον τόνο της φωνής του, την έπειθαν ότι η Λίλιαν δεν είχε πια τη δυνατότητα να πληγώσει τον άντρα της, ή να τον κάνει να ζηλέψει. Αν την κυνηγούσε ο Κέβιν, ήταν επειδή στ’ αλήθεια ενδιαφερόταν να την κατακτήσει. Η ίδια, βέβαια, δεν έδινε δεκάρα για τις προθέσεις ή τα αι-σθήματά του. Αυτό που την έκαιγε κι έκανε τις μέρες της να μοιάζουν με εφιάλτη, ήταν πως, τη στιγμή ακριβώς που είχε φανταστεί πως εκείνη κι ο Νικ πλησίαζαν ο ένας τον άλλον, είχαν αποξενωθεί


πάλι ολοκληρωτικά και τελεσίδικα. Δεν είχαν καν συζητήσει για το γάμο τους, όπως της το είχε υποσχεθεί ο Νικ. Κανείς απ’ τους δυο τους δεν είχε πια διάθεση για συζητήσεις, απ’ ό,τι φαινόταν. Όλη εκείνη η αόριστη φιλικότητα, εκείνη η άνεση κι η οικειότητα που είχαν αρχίσει να χαρακτηρίζουν τις σχέσεις τους, είχαν εξαφανιστεί σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Ήταν πάλι δυο ξένοι, ψυχροί, και στο βάθος μάλιστα εχθρικοί, που μοιράζονταν απλώς μια δουλειά, ένα σπίτι, κι ένα κρεβάτι. Εκείνο το πρώτο βράδυ, είχε ανέβει στο δωμάτιό της αμέσως μετά το γεύμα, νιώθοντας ότι αν έμενε ακόμα για ένα λεπτό στο ίδιο δωμάτιο με τον Νικ και τη Λίλιαν, θαπάθαινε υστερική κρίση. Αρκετά είχε υποστεί τα βλέμματα που αντάλλαζαν οι δυο τους. Δεν είχε άλλα αποθέματα αντοχής απόψε. Έπεσε σωστό ράκος στο κρεβάτι, και προσπάθησε πείσμα-τικά να κοιμηθεί. Ο Νικ αργούσε ν’ ανέβει, κι εκείνη ήξερε πολύ καλά τι τον κρατούσε απ’ τον πολύτιμο ύπνο του. Πάλευε απελπισμένα με τα δάκρυά της, όταν άνοιξε η πόρτα κι ο άντρας της μπήκε στο δωμάτιο. Πλησίασε στο κρεβάτι κι άναψε το πορτατίφ. «Ρομέν;» έκανε σιγανά. Η Ρομέν δε σάλεψε. Ο Νικ ήρθε απ’ τη μεριά της, κι έμεινε όρθιος δίπλα στο κρεβάτι. «Κοιμάσαι;» «Όχι», του είπε πνιχτά.


«Τότε γιατί δε μιλάς;» «Δε θέλω να μιλήσω» Έσκυψε από πάνω της, τραβώντας λίγο τα σκεπάσματα για να δει το πρόσωπό της. Κι εκείνα τα ηλίθια δάκρυα που κρατούσε με τόσο κόπο η Ρομέν, βρήκαν ακριβώς τη στιγμή να ξεχειλίσουν και να κυλήσουν στα μάγουλά της. «Κλαις», έκανε βραχνά ο Νικ, και στη φωνή του υπήρχε κάτι σαν ξάφνιασμα. Δεν του απάντησε, έχωσε μόνο πιο βαθιά το πρόσωπό της στο μαξιλάρι, ελπίζοντας πως αυτός θα την άφηνε, και θα πήγαινε να ξαπλώσει απ’ τη μεριά του. Αντί γι’ αυτό, ο Νικ κάθισε δίπλα της, κι είπε ήρεμα: «Μ ετά από όλον αυτόν τον καιρό, φανταζόμουν πως θα το είχες ξεπεράσει». «Ποιο πράγμα;» έκανε πνιχτά η Ρομέν. «Τον Κέβιν Μ πίσοπ». Τι διάβολο της έλεγε τώρα; Ποιον Κέβιν Μ πίσοπ - τι ήξερε αυτός για τον Κέβιν Μ πίσοπ; «Πώς σου ήρθε αυτό;» έκανε σπασμένα. «Ω, ξέρω μέσες-άκρες τι συνέβη. Μ ου είχε μιλήσει ο πατέρας σου». Άνοιξε τα μουσκεμένα της μάτια, και τον κοίταξε. Το πρόσωπό


του, όμορφο πάντα να σου κόβει την ανάσα, ήταν σφιγμένο, σκοτεινό, σχεδόν απαγορευτικό. Τον ένιωσε ξαφνικά πιο μακριά της παρά ποτέ, σαν να μην είχαν περάσει ούτε μια νύχτα μαζί σ’ εκείνο το αφιλόξενο κρεβάτι, σαν να μην είχαν ανταλλάξει ποτέ μια κουβέντα. Ο Νικ Μ πάρκλεϊήταν ένας ξένος με ψυχρό, απόμακρο βλέμμα. «Ο πατέρας μου; Τι σου είπε ο πατέρας μου;» «Πως είχες ερωτευτεί έναν άχρηστο τζιτζιφιόγκο, και πως εκείνη η αδίσταχτη η αδερφή σου είχε φροντίσει να σε απαλλάξει απ’ αυτόν. Σου μεταφέρω τα ίδια του τα λόγια», κατέληξε άχρωμα. «Είπε... τέτοιο πράγμα;» ψέλλισε η Ρομέν, μην ξέροντας αν έπρεπε να εξοργιστεί για την αδιακρισία του πατέρα της, ή να ικανοποιηθεί που είχε χαρακτηρίσει τη Λίλιαν "αδίσταχτη”. «Ναι. Και μου είπε πόσο βαριά το είχες πάρει». «Δεν το είχα πάρει βαριά», έκανε με κόπο η Ρομέν. Αυτό δα της έλειπε, να τη λυπάται αναδρομικά ο Νικ Μ πάρκλεϊ! «Τότε, γιατί κλαις ακόμα για χάρη του;» «Δε σε αφορά τι κάνω εγώ», του είπε πνιχτά, τρέμοντας μήπως εκείνος μάντευε ότι δεν έκλαιγε για τον Κέβιν Μ πίσοπ, αλλά εξαιτίας του. «Δε σε αφορά ούτε τόσο δα, Νικ Μ πάρκλεϊ!»


«Δε με αφορά;» Η φωνή του ήταν εντελώς ουδέτερη. «Όχι βέβαια! Δεν σου δίνει τέτοιου είδους δικαιώματα πάνω μου, ένα χαρτί του ληξιαρχείου και μια βέρα!» «Είμαι όμως άντρας σου, Ρομέν. Σ’ αρέσει δε σ’ αρέσει. Αυτό μου δίνει,κάποια δικαιώματα, όπως και να το κάνουμε». Όλο το αίμα τής ανέβηκε στο κεφάλι. Της το έπαιζε και σύζυγος τώρα, ο Νικ Μ πάρκλεϊ! Είχε ξεχάσει με τι αισχρό εκβιασμό την είχε παντρευτεί. Είχε ξεχάσει πώς σαλιάριζε τόση ώρα με τη Λίλιαν. Είχε ξεχάσει τις "γαίες” του και τα ιπποτροφεία, κι ερχόταν τώρα να ζητήσει δικαιώματα, όχι στο κρεβάτι της, αλλά κατευθείαν στην ψυχή της, που να τον έπαιρνε ο διάβολος! Του είπε στεγνά: «Δεν είσαι άντρας μου, Νικ, ούτε θα γίνεις ποτέ. Δε σε θέλω για άντρα μου, κι αυτό υπερκαλύπτει οποιαδήποτε υπογραφή μου σε κάποια ληξιαρχική πράξη. Μ ου πήρες τρία χρόνια απ’ τη ζωή μου, αλλά μην ελπίζεις ότι θα πάρεις τίποτε άλλο. Και τώρα, με συγχωρείς, αλλά νυστάζω». Δεν πήρε καμιά απάντηση, κι όταν άνοιξε τα μάτια να τον κοιτάξει, τρόμαξε βλέποντάς τον. Το πρόσωπό του έμοιαζε ξαφνικά παγωμένο, τα χείλια του είχαν γίνει μια στενή ίσια γραμμή, τα μάτια του πετούσαν φλόγες. Έμεινε λίγο να την κοιτάζει αμίλητος, κάνοντας την καρδιά της να λιώνει στο στήθος της, και το μυαλό της να του φωνάζει απελπισμένα, όχι, όχι Νικ, δεν είναι αλήθεια, είσαι ο άντρας μου, ακόμα και χωρίς να είσαι, και Θα είσαι για


πάντα... Τα χείλια της όμως δεν είπαν τίποτα, και τελικά, εκείνος σηκώθηκε χωρίς κουβέντα, πήγε απ’ τη μεριά του, γδύθηκε, και ξάπλωσε όσο πιο μακριά της γινόταν στο κρεβάτι. Δε συζήτησαν εκείνο το βράδυ, κι ούτε κανένα απ’ τα επόμενα. Δεν είχε άλλωστε τίποτε πια να της πει ο Νικ Μ πάρκλεϊ. Τό ’ξερε κι αυτός ότι θα έσπαγε τα μούτρα του αν επιχειρούσε σ’ αυτή τη φάση να της αναλύσει πώς και γιατί την είχε παντρευτεί, και πώς είχαν φουντώσει όλα τα αγνά του αισθήματα μετά το γάμο, ή και πριν απ’ αυτόν, και τι ονειρεμένα θα περνούσαν οι δυο τους στις "γαίες” τους από κει και πέρα. Κι επειδή ήξερε ότι θα έσπαγε τα μούτρα του, είχε διαλέξει να το παίζει βαρύς κι ασήκωτος στις ελάχιστες επαφές τους. Όταν τύχαινε να είναι και άλλοι μπροστά, υποκρινόταν άψογα τον καλό σύζυγο, αλλά όταν ήταν οι δυο τους μόνοι, το βλέμμα του γινόταν παγερό και σκληρό σαν ατσάλι. Ολότελα διαφορετικό, βέβαια, απ’ τα βλέμματα που θα έριχνε στη Λίλιαν όταν βρίσκονταν μόνοι οι δυο τους. Μ έσα σ’ όλα αυτά, τα γεμάτα λαχτάρα βλέμματα που έριχνε ο Κέβιν στην ίδια, ήταν, όπως και να το έκανες, μια ικανοποίηση. Κι ίσως αυτός να ήταν ο μοναδικός λόγος που εκείνο το απόγευμα, μια βδομάδα ακριβώς μετά την άφιξη της Λίλιαν, η Ρομέν βρέθηκε να φιλιέται στο δωμάτιό της, με τον άντρα της αδερφής της.


Μ ετά, δε θά ’ξερε ούτε η ίδια να πει πώς και γιατί είχε συμβεί. Το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσε, ήταν να ενδώσει στον Κέβιν, που συνέχιζε να της είναι παγερά αδιάφορος. Ο μόνος άνθρωπος που θα ήθελε να φιληθεί μαζί του, ήταν ο Νικ Μ πάρκλεϊ, που εκείνη την ώρα βρισκόταν προφανώς στους στάβλους, βολικά απομονωμένος με τη Λίλιαν. Κι ούτε ήταν απαραίτητο να βρίσκονται οι δυο τους στους στάβλους. Ακριβώς από πίσω, ήταν το παλιό του διαμέρισμα, που εκείνος το χρησιμοποιούσε ακόμα, για να ξεκουράζεται πού και πού, να φτιάχνει κανέναν καφέ, ή να κάνει ένα ντους και ν’ αλλάζει. Κι απ’ ό,τι είχε διαπιστώσει και η ίδια, το διαμέρισμα διέθετε ένα απόλυτα κατάλληλο κρεβάτι. Η Ρομέν είχε κλειστεί στο γραφείο εκείνο το απόγευμα, κι όταν πια κουράστηκε να προσπαθεί να συγκεντρωθεί στους λογαριασμούς, αποφάσισε ν’ ανέβει να κάνει ένα μπάνιο και ν’ αλλάξει. Ούτε ο Νικ ούτε η Λίλιαν φαίνονταν πουθενά, κι η θεία Μ πετίνα θα έβλεπε προφανώς τηλεόραση στο καθιστικό. Όσο για τον Κέβιν, είχε χάσει τα ίχνη του εδώ και πολλή ώρα. Ήταν ακόμα πολύ εξασθενημένος, και θα είχε πάει προφανώς να ξεκουραστεί λιγάκι. Καθώς όμως πήγαινε να μπει στο δωμάτιό της, εκείνος βγήκε απ’ το δικό του και τη φώναξε. «Τέλειωσες κι όλας;» «Μ ’ έπιασε νύστα», είπε η Ρομέν, με το χέρι ακόμα στο πόμολο. «Θα κάνω ένα μπάνιο μήπως ξυπνήσω λίγο». Άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. Για μεγάλη της έκπληξη, την ακολούθησε κι ο Κέβιν. «Συγνώμη», άρχισε η Ρομέν, «αλλά -»


«Κλείσε την πόρτα», της είπε βραχνά εκείνος. Τον κοίταζε ηλίθια, χωρίς να καταλαβαίνει, κι αυτός έσπρωξε την πόρτα να κλείσει. «Πρέπει να μιλήσουμε», είπε σφιγμένα. «Για τι πράγμα;» έκανε ψυχρά η Ρομέν. «Για μας τους δυο, Ρομέν. Δεν έχουμε πολλά άλλα περιθώρια. Θα πρέπει να γυρίσουμε πίσω στο Λονδίνο όπου νά ’ναι. Και δε γίνεται να τ’ αφήσω αυτό γι' αργότερα». Του είπε ξερά: «Δεν έχουμε τίποτε να συζητήσουμε, Κέβιν, και προπαντός όχι στο δωμάτιό μου. Άφησέ με σε παρακαλώ τώρα». «Δε θα φύγω αν δεν το ξεκαθαρίσουμε». «Ποιο πράγμα;» «Τις σχέσεις μας, αγάπη μου». «Τις σχέσεις μας;» έκανε ειρωνικά η Ρομέν. «Μ α δεν έχουμε καμιά σχέση οι δυο μας, Κέβιν. Τις διακόψαμε πριν δυο χρόνια, αν δεν κάνω λάθος!» «Ήταν σφάλμα μου. Το χειρότερο σφάλμα της ζωής μου. Δεν έπαψα στιγμή να σ’ αγαπώ - τώρα σε θέλω ακόμη περισσότερο. Το ξέρεις, Ρομέν, στο έχω δείξει μ’ όλους τους τρόπους. Μ η με απορρίπτεις συνέχεια, αγάπη μου - με σκοτώνεις!»


Του είπε μαλακά, επειδή δεν της έκανε καρδιά να τον βρίσει: « Εγώ όμως δε σ’ αγαπώ πια, Κέβιν, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι σ’ αγαπούσα τότε. Κι επιπλέον, συμβαίνει να είμαι πια παντρεμένη με άλλον. Αν ο δικός σου γάμος δε σημαίνει τίποτε για σένα, ο δικός μου - » Την άρπαξε απ’ τους ώμους. «Για ποιους γόμους μου μιλάς; Δε βλέπεις τι γίνεται τόσες μέρες εδώ πέρα; Κανείς απ’ τους δυο τους δε μας υπολογίζει, αγάπη μου. Γιατί θα πρέπει να τους υπολογίσουμε εμείς;» «Άφησέ με, Κέβιν», είπε πνιχτά η Ρομέν, και ξαφνικά, άρχισε να κλαίει. Στα λόγια του, κάτι κατέρρευσε μέσα της. Το ήξερε κι εκείνη ότι ο Νικ δεν την υπολόγιζε ούτε τόσο δα, αλλά ήταν εντελώς διαφορετικό ν’ ακούει αυτή τη διαπίστωση κι από κάποιον τρίτο. Είχε περάσει μια εφιαλτική βδομάδα αγωνίας, και τώρα απλά δεν άντεχε άλλο. Έκανε δυο βήματα, κι έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της, παλεύοντας απεγνωσμένα να συγκροτήσει τα δάκρυά της, με το μυαλό να τρέχει πυρετικά στον Νικ, τη Λίλιαν, το στενό κρεβάτι όπου είχε περάσει κι εκείνη κάποτε μια ώρα στην αγκαλιά του. Ο Κέβιν είχε καθίσει δίπλα της, την είχε τυλίξει με το μπράτσο του, και της φιλούσε τα μαλλιά. «Αγάπη μου, αχ, αγάπη μου, δεν το βλέπεις; Ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι οι δυο μας... Θυμάσαι, Ρομέν; Το διαμέρισμά μας, το κρεβάτι μας...»


«Άφησέ με, Κέβιν...» «Σε έκανα δυστυχισμένη, αγάπη μου... Άφησέ με να επανορθώσω. Η Λίλιαν δεν αξίζει δεκάρα μπροστά σου. Θα τη χωρίσω, Ρομέν, στ’ ορκίζομαι. Δεν την αντέχω άλλο, έτσι κι αλλιώς. Θέλω εσένα». Την είχε κλείσει τώρα στην αγκαλιά του, και της γέμιζε το πρόσωπο με φιλιά. «Και μη μου πεις για τον άντρα σου, γιατί δεν αξίζει ούτε μια σκέψη... Μ ωρό μου, ξέρεις πού είναι τώρα;» «Σταμάτα, Κέβιν, σταμάτα...» Ήταν αδύνατο να εμποδίσει το χείμαρο από δάκρυα που την έπνιγαν, κι ήταν αδύνατο να ξεφύγει απ’ την αγκαλιά του, όχι επειδή της άρεσε που τη φιλούσε πάνω στο κρεβάτι της, αλλά επειδή απλά ένιωθε εξοντωμένη. Την έσφιγγε τώρα στα μπράτσα του, αναζητώντας τα χείλια της. «Είμαι τρελός για σένα, Ρομέν... Πάντα ήμουνα. Σε θέλω δική μου. Θα παντρευτούμε, αγάπη μου, και θα...» Εκεί πάνω, το στόμα του βρήκε το στόχο, και βάλθηκε να τη φιλάει με πεινασμένο πάθος στα χείλια. «Άφη - » έκανε να πει η Ρομέν, κι εκείνος την ξαναφίλησε, ρίχνοντάς την συγχρόνως ανάσκελα στο κρεβάτι. Το σώμα του σκέπασε το δικό της, πριν εκείνη προλάβει ν’ αντιδράσει, κι όταν επιτέλους αντέδρασε, σπρώχνοντάς τον πίσω για να μπορέσει ν’ ανασηκωθεί, ήταν πια αργά. Στην πόρτα που είχε μόλις ανοίξει, στεκόταν, παγερός κι αμίλητος, ο Νικ Μ πάρκλεϊ.


Η Ρομέν άνοιξε το στόμα για να πει κάτι, προσπαθώντας συγχρόνως ν’ απαλλαχτεί απ’ το μπράτσο του Κέβιν, που εντελώς ανύποπτος, έτσι όπως βρισκόταν με την πλάτη στην πόρτα, προσπαθούσε ακόμα να τη ρίξει ανάσκελα. Πριν όμως προλάβει ν’ αρθρώσει λέξη, ο άντρας της είχε στραφεί κι είχε φύγει, το ίδιο αθόρυβα όπως είχε έρθει. Σπρώχνοντας μ’ όλη της τη δύναμη τον Κέβιν, έκανε να τιναχτεί επάνω και να ορμήσει πίσω απ’ τον Νικ. Κι εκείνος ο ηλίθιος δεν την άφηνε, που να τον έπαιρνε. Είχε γαντζωθεί επάνω της, και της έλεγε ηλιθιότητες. «Άφησέ με, για το Θεό», έκανε σχεδόν υστερικά η Ρομέν, κι όταν επιτέλους κατάφερε ν’ απαλλαχτεί απ’ τις περιπτύξεις του επίδοξου εραστή της, όρμησε σαν τρελή στην πόρτα. Έψαξε σ’ όλο το σπίτι, αλλά ο Νικ δεν ήταν πουθενά. Χωρίς να ξέρει καν γιατί τον έψαχνε, ούτε γιατί ήταν τόση ανάγκη να εξηγήσει οτιδήποτε, σ’ έναν άντρα που δεν ήταν άντρας της, και που πιθανότατα δεν έδινε δεκάρα αν εκείνη το έκανε με τον Κέβιν, ή και με δέκα χιλιάδες άντρες ακόμα, βγήκε απ’ το σπίτι και βάλθηκε να τον γυρεύει ένα γύρω. Αλλά ο Νικ δεν ήταν πουθενά, και σε μια στιγμή της ήρθε σκοτοδίνη απ’ την αγωνία. Έγειρε σ’ ένα φράχτη, και πήρε μερικές βαθιές ανάσες. Τι είχε δει ο Νικ ανοίγοντας την πόρτα, αναρωτήθηκε πυρετικά. Τι ακριβώς της έκανε εκείνη τη στιγμή ο Κέβιν; Γιατί, που να τον έπαιρνε, είχε γυρίσει εκείνη


την ώρα στο σπίτι; Ποτέ δεν ερχόταν τόσο νωρίς. Ίσως είχε έρθει να πάρει κάτι απ’ το γραφείο - ίσως είχε ανέβει στο δωμάτιό τους για να τη ρωτήσει πού θα έβρισκε κανένα χαρτί που χρειαζόταν. Τι σημασία είχε το γιατί, εξάλλου. Είχε έρθει, και την είχε βρει στο κρεβάτι, να φιλιέται με τον Κέβιν Μ πίσοπ. Κι εκείνη, χωρίς να ξέρει καν το γιατί, έπρεπε να τον βρει και να του εξηγήσει. Έτρεξε προς τους στάβλους με κομμένη την ανάσα. Κοίταξε παντού, αλλά πέρα από τον Τζίμι Ντάνιελς και δυο σταβλίτες, δεν είδε κανέναν. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει απ’ την αγωνία. Αδιαφορώντας για την εντύπωση που θα έδινε, πλησίασε αποφασιστικά τον Ντάνιελς. Η φωνή της έτρεμε όταν ρώτησε: «Είδες καθόλου τον Νικ, Τζίμι;» «Ναι, πριν λίγο πέρασε», είπε εκείνος. «Νομίζω πήγε από πίσω. Συμβαίνει τίποτα, κυρία Μ πάρκλεϊ;» Δε στάθηκε καν να του απαντήσει. Όρμησε πίσω απ’ τους στάβλους, άνοιξε ξέπνοη την πόρτα του διαμερίσματος, και μπήκε μέσα. Η καρδιά της χτυπούσε να σπάσει καθώς διέσχιζε το καθιστικό για την κρεβατοκάμαρα, παίρνοντας βαθιές, επίπονες ανάσες, και προσπαθώντας πυρετικά ν’αποφασίσει τι θα του έλεγε. Μ πήκε στο μισοσκότεινο δωμάτιο, κι εκεί έμεινε σαν μαρμαρωμένη. Δεν ήταν η μόνη που είχε πάει να βρει τον Νικ εκείνο το βράδυ.


Στο κρεβάτι, ξαπλωμένη στο πλευρό, τον περίμενε και η Λίλιαν Μ πίσοπ. Τα μαύρα της μαλλιά έπεφταν σαν κουρτίνα στο πρόσωπό της, αλλά ακούγοντας τα βήματα πίσω της, ανασήκωσε το κεφάλι και στράφηκε προς το μέρος της πόρτας. Σαν αυτόματο, η Ρομέν άναψε το φως. Και με το που το άναψε, συνειδητοποίησε με κάτι σαν σοκ, ότι η Λίλιαν ήταν πνιγμένη στο κλάμα. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Πού είναι ο Νικ;» ρώτησε ξερά. «Δεν - δεν ξέρω...» «Ήταν εδώ», είπε η Ρομέν μέσ’ απ’ τα σφιγμένα της δόντια. Γιατί έκλαιγε η Λίλιαν; Κοφτά αναφιλητά της ξέσκιζαν το στήθος, το πρόσωπό της ήταν μουσκεμένο στα δάκρυα, το ίδιο και τα μαλλιά που έπεφταν τόση ώρα πάνω του. Και στο μάγουλό της, φαινόταν ολοκάθαρα το αποτύπωμα που είχε αφήσει ένα πολύ γερό χαστούκι. Η Ρομέν έμεινε να την κοιτάζει σαν χαμένη, ανίκανη να καταλάβει, κι ύστερα ρώτησε πνιχτά: «Ο Νικ στο έκανε αυτό;» «Ναι», έκανε σφυριχτά η Λίλιαν. «Τι θέλεις τώρα; Φύγε, που να σε πάρει, φύγε!»


«Πού είναι ο Νικ, Λίλιαν; Τι συνέβη; Γιατί σε χτύπησε;» «Δεν ξέρω», έκανε υστερικά η Λίλιαν. «Παράτα με ήσυχη -φύγε, που να σε πάρει, κι άφησέ με!» «Πού είναι ο Νικ;» «Δεν ξέρω. Δεν ξέρω, στο είπα! Έφυγε. Μ ’ άφησε κι έφυγε!» Τσίριζε υστερικά όλη την ώρα, αλλά η Ρομέν, που την είχε δει και παλιά σε τέτοιες κρίσεις, δεν πτοήθηκε ιδιαίτερα. Πάντα πάθαινε υστερία η Λίλιαν, όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως τα είχε υπολογίσει η ίδια. «Γιατί σε χτύπησε;» «Που να σε πάρει, παράτα με ήσυχη! Μ ’ άφησε, στο είπα! Δε με ήθελε, δε με ήθελε - ικανοποιήθηκες τώρα;» Είχε χάσει προφανώς κάθε έλεγχο, για να φτάσει να παραδεχτεί ότι ένας άντρας δεν την ήθελε. «Ήρθα να τον βρω», συνέχισε κλαί-γοντας υστερικά, «και... και με χτύπησε. Και μετά έ- έφυγε!» «Ο Νικ; Δε θα χτυπούσε ποτέ κανέναν!» «Μ ου εί- μου είπε πως... Μ ε είπε τσούλα», έκανε η Λίλιαν, πνιγμένη στ’ αναφιλητά. «Μ - μου είπε να τσ- τσακιστώ να φύγω, και... και μ- με χτύπησε!» «Κάτι πρέπει να του έκανες για να φτάσει να σε χτυπήσει. Τι


συνέβη, Λίλιαν; Κι αν δε μου πεις εσύ, θα το μάθω έτσι κι αλλιώς από κείνον». «Πήγαινε στο διάβολο. Άντε να βρεις τον αντρούλη σου να τα πείτε! Πηγαίνετε όλοι στο διάβολο!» Είχε χώσει το πρόσωπό της στο μαξιλάρι, κι έκλαιγε σπαραχτικά. «Δε με ήθελε, το καταλαβαίνεις; Νόμιζα πως με ήθελε... Τόσες μέρες νόμιζα πως με ήθελε. Και μετά - του είπα... Ω, φύγε, που να σε πάρει!» Η Ρομέν την άφησε λίγο να ξεθυμάνει, κι ύστερα είπε ήρεμα: «Ήρθες να του ριχτείς εν ψυχρώ. Ήξερες πως κάθε τέτοια ώρα τέλειωνε τη δουλειά, κι ερχόταν να κάνει ένα ντους και ν’ αλλάξει. Και τον περίμενες στο κρεβάτι. Τον κυνηγάς ξεδιάντροπα απ’ την πρώτη μέρα, Λίλιαν, κι όχι μόνο επειδή είναι αυτός που είναι. Θα τον κυνηγούσες εξίσου σε κάθε περίπτωση, μόνο και μόνο επειδή θα ήταν δικός μου άντρας, έτσι δεν είναι; Πάντα έκανες σαν μανιακή για τους δικούς μου άντρες, Λίλιαν. Πάντα αναρωτιόμουν γιατί με μισούσες τόσο. Γιατί, αλήθεια;» «Όλοι ήθελαν εσένα», βόγγηξε η Λίλιαν. «Όλοι προτιμούσαν εσένα, που να σε πάρει! Μ ε ρωτάς γιατί - λες και δεν ξέρεις!» «Δε θά ’σαι με τα καλά σου», έκανε κατάπληκτη η Ρομέν. «Ποιος προτιμούσε εμένα; Τ’ αγόρια έκαναν τούμπες για χάρη σου!» «Επειδή τους άνοιγα τα πόδια», έκανε άγρια η Λίλιαν μέσ’ απ’ τους


λυγμούς της. «Εσύ ήσουνα δύσκολη, ενώ εγώ τους έκανα όλα τα κέφια. Αν δεν τους τα έκανα, κανείς δε θα γύριζε να κοιτάξει εμένα όσο θά ’σουνα κι εσύ εκεί. Και μετά με παρατούσαν... Ακόμα κι ο Κέβιν, εσένα ή- ήθελε στην πραγματικότητα - εσένα θέλει ακόμα! Ούτε δυο μήνες δεν κράτησε ο έρωτάς του... Κανείς ποτέ δε με θέλησε στ’ αλήθεια εμένα, ούτε καν οι γονείς μου!» «Είσαι τρελή», έκανε η Ρομέν, νιώθοντας άθελά της συμπόνια για την υστερική γυναίκα, που έκλαιγε ακόμα σπαραχτικά στο κρεβάτι. «Και βέβαια σ’ αγαπούσαν οι γονείς σου. Εδώ, ακόμα κι ο ίδιος μου ο πατέρας, εσένα προτιμούσε. Σ’ αγαπούσε περισσότερο από μένα, που ήμουνα στο κάτω-κάτω κόρη του!» Η Λίλιαν ανασηκώθηκε, και το βλέμμα της τρόμαξε ξαφνικά τη Ρομέν. «Ηλίθια», της πέταξε σφυριχτά η αδερφή της. «Είσαι τόσο ηλίθια, που να πάρει! Ήμουνα κι εγώ κόρη του όσο ήσουνα κι εσύ - δεν μπορούσες να καταλάβεις αυτό το απλό πράγμα; Ήμουνα κι εγώ κόρη του Τζορτζ Κάλθορπ, αλλά όλα θα τα έπαιρνες εσύ, επειδή τη δική σου τη μάνα την είχε παντρευτεί όταν την γκάστρωσε!» Κατάχλομη, η Ρομέν έκανε ένα βήμα πίσω. Δεν μπορούσε να είναι αλήθεια, όχι, σίγουρα ψέματα της έλεγε η Λίλιαν. «Δεν είναι δυνατόν», έκανε μισοπνιγμένη. «Κι εσύ πού το ξέρεις;» «Κρυφάκουγα τις συζητήσεις τους», έκανε σαρκαστικά η Λίλιαν. «Ήμουνα κόρη του Τζορτζ Κάλθορπ, αλλά επειδή ήμουνα


μπάσταρδο, δε θα μπορούσα ποτέ να έχω τίποτα δικό του! Ευχαριστήθηκες τώρα;» «Μ α - ο Μ πέικερ;» «Δεν υπήρξε Μ πέικερ», τσίριξε η Λίλιαν. «Μ ην είσαι τόσο ηλίθια, για το Θεό! Ποτέ δεν υπήρξε Μ πέικερ. Μ πέικερ ήταν το πατρικό της μάνας μου - έλεγαν κι οι δυο τους ψέματα για τον κόσμο. Δεν υπήρχε Μ πέικερ - ο μόνος που την πήδαγε ήταν ο πατέρας μας, κι εγώ ήμουνα το μπάσταρδό του, το καταλαβαίνεις τώρα; Όσο ο πατέρας σου ήταν παντρεμένος με τη μάνα σου, πηδούσε τη δική μου! Και γι’ αυτό εγώ δεν μπορούσα να έχω τίποτα - ακόμα και τ’ όνομά του το πήρα από σπόντα! Φύγε, φύγε επιτέλους - άσε με ήσυχη...» Χτυπούσε υστερικά με τις γροθιές της το μαξιλάρι, καθώς η Ρομέν οπισθοχωρούσε παραπατώντας ως την πόρτα. Όταν βγήκε απ’ το διαμέρισμα, ένιωσε πως τα πόδια της δεν την κρατούσαν άλλο. Έγειρε ξέπνοη στον τοίχο, προσπαθώντας να ξεπεράσει τη ζαλάδα που της θόλωνε το μυαλό. Δεν είναι δυνατόν, σκεφτόταν πυρετικά. Ψέματα πρέπει να είναι. Δεν μπορεί να είναι ετεροθαλής αδερφή μου η Λίλιαν! Αλλά το μυαλό τιης δεν μπορούσε να μείνει στις αποκαλύψεις της αδερφής της. Έπρεπε να βρει τον Νικ και να του μιλήσει. Έπρεπε, αν μη τι άλλο, να μάθει γιατί είχε χτυπήσει τη Λίλιαν. Όρθωσε το κορμί της, ξεκόλλησε απ’ τον τοίχο, και με την καρδιά


να σφυροκοπάει στο στήθος της, όρμησε πάλι τρέχοντος για το σπίτι. Φτάνοντας εκεί, ανακάλυψε πως ο Νικ δεν ήταν πουθενά στο κάτω πάτωμα. Ανέβηκε δυο-δυο τα σκαλιά ως τον πάνω όροφο, κι άνοιξε διάπλατα την πόρτα του δωματίου της. Ο Νικ της έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα πάνω απ’ τον ώμο του, και συνέχισε να βγάζει τα ρούχα του απ’ την ντουλάπα. Τρέμοντας σπασμωδικά, η Ρομέν έκλεισε πίσω της την πόρτα, έγειρε πάνω στο ξύλο, και ρώτησε ξέπνοη: «Τι κάνεις εκεί;» «Μ αζεύω τα πράγματά μου», της αποκρίθηκε ψυχρά. «Γιατί;» «Μ ετακομίζω στους στάβλους». Το μυαλό της σταμάτησε. Δεν έβρισκε τίποτα να του πει, και τελικά είπε το πιο άσχετο πράγμα απ’ όλα: «Αυτό - αυτό σημαίνει διαζύγιο;» «Μ πορεί», της πέταξε αδιάφορα. «Δεν αποφάσισα ακόμα». Της ήρθε σκοτοδίνη. «Μ α αυτό είναι γελοίο», διαμαρτυρή-θηκε αδύναμα. «Νικ, δεν είναι αυτό που φαντάστηκες... Πρέπει να σου εξηγήσω!» «Δε σου ζήτησα εξηγήσεις. Δε θέλω εξηγήσεις».


«Νικ, για το Θεό, δώσε μου μια ευκαιρία!» «Γιατί;» της πέταξε παγερά. «Το ξέρουμε κι οι δυο ότι δεν είμαι άντρας σου. Ποτέ δεν ήμουνα, και ποτέ δε θα είμαι. Δε με αφορά το τι κάνεις, και δε δικαιούμαι να απαιτώ εξηγήσεις. Επομένως, η συζήτηση περιττεύει». «Στρέφεις τα πάντα εναντίον μου», έκανε τρέμοντας η Ρομέν. «Κι αν είπα μιαν άσκεφτη κουβέντα...» «Δεν είπες μιαν άσκεφτη κουβέντα. Είπες αυτό ακριβώς που πίστευες». «Γιατί, εσύ δεν το πιστεύεις;» του πέταξε, εξοργισμένη απ’ την αδιαλλαξία του. Αυτό που συνέβαινε ήταν εντελώς εξωφρενικό. Εκείνη έτρεχε σαν τρελή να δώσει εξηγήσεις σε έναν άντρα που δεν του έπεφτε λόγος, στο κάτω-κάτω, για κάτι που δεν είχε καν συμβεί. Κι εκείνος, αν ήταν δυνατόν, το έπαιζε θιγμένος σύζυγος, και την απειλούσε με διαζύγιο και ολοκληρωτική καταστροφή! «Φυσικά το πιστεύω», της αποκρίθηκε με απάθεια. «Γι' αυτό θεωρώ ότι περιττεύει η συζήτηση». Το μυαλό της θόλωσε. Είχαν συμβεί τόσα πολλά, δεν της είχε δοθεί ο χρόνος ούτε να τα αφομοιώσει, ούτε να τα ταξινομήσει. Και το μόνο που μπορούσε να βγάλει απ’ τη στάση του Νικ, ήταν πως είχε αρπάξει την ευκαιρία να της πάρει το ιπποτροφείο, κα-ταδικάζοντάς την έτσι σε οικονομική κατάρρευση.


«Αφού λοιπόν το πιστεύεις», είπε μέσ’ απ' τα σφιγμένα της δόντια, «δεν έχεις κανένα λόγο να συγχύζεσαι που μ’ έπιασες με κάποιον άλλον!» Δεν της απάντησε, πράγμα που την έκανε να τα δει όλα κόκκινα. «Στο κάτω-κάτω», του πέταξε σαρκαστικά, «εκείνος έχει ακόμα κάποια δικαιώματα επάνω μου. Εκείνον τουλάχιστον τον αγαπούσα, και θα τον έπαιρνα με τη θέλησή μου!» Ο Νικ στράφηκε απότομα προς το μέρος της, και το πρόσωπό του ήταν κάτωχρο. Της είπε κοφτά: «Μ ην πεις κουβέντα παραπάνω!» «Γιατί; Έθιξα τις ευαισθησίες σου;» τον ρώτησε μελιστάλαχτα. «Συχώρα με, αλλά δεν είχα καταλάβει ότι με έπαιρνες με τη θέλησή μου. Νόμιζα πως με πήρες με κάποιο συγκεκριμένο προγαμιαίο συμβόλαιο!» «Σκάσε», της πέταξε άγρια, αρπάζοντάς την απ’ τους ώμους. Τα δάχτυλά του μπήχτηκαν στη σάρκα της. «Δεν έχεις ιδέα τι λες δεν ξέρεις καν για τι πράγμα μιλάς! Το καταλαβαίνεις αυτό; Δεν έχεις ιδέα!» «Έχεις εσύ, κύριε Μ πάρκλεϊ; Εσύ; Τολμάς να μιλάς εσύ, όταν... όταν...» Την τράνταξε άγρια απ’ τους ώμους.« Όταν τι, Ρομέν; Όταν κάθομαι και σε ανέχομαι τόσον καιρό αδιαμαρτύρητα; Όταν καταπίνω χωρίς κουβέντα κάθε προσβολή και απόρριψη;


Όταν δουλεύω σαν σκλάβος για χάρη σου, κι όταν έχω περάσει εκατόν τριάντα μαρτυρικές νύχτες στο κρεβάτι σου; Αυτό θέλεις να πεις;» «Είσαι - είσαι εντελώς τρελός», έκανε μισοπνιγμένη η Ρομέν, κι αυτός την ξανατράνταξε. «Δυο χρόνια», της πέταξε σφυριχτά, «δυο χρόνια τρέχω από πίσω σου, που να σε πάρει. Κι έφτασε νά ’ρθει αυτός ο ηλίθιος κομψευόμενος για μια βδομάδα, για να πέσεις μαζί του στο κρεβάτι!» «Τολμάς - τολμάς να μιλάς εσύ, μετά από όσα έχεις κάνει;» «Που να σε πάρει - πού ξέρεις εσύ τι έχω κάνει;» «Είσαι ένας ελεεινός εκβιαστής!» «Είμαι ένας αξιοθρήνητος ηλίθιος», της πέταξε άγρια, τραντάζοντάς την πάλι. «Πρώτα επειδή σε παντρεύτηκα, και μετά επειδή δε σε βίασα απ’ την πρώτη νύχτα!» «Μ ε π- παντρεύτηκες μόνο για να μου πάρεις το ιπποτροφείο!» «Σκάσε! Τ’ άκουσες; Σκάσε!» «Κι αν επιχειρούσες να με βιάσεις, θα το μετάνιωνες πολύ πικρά!» «Αλήθεια;»


«Θα - θα σε σκότωνα», έκανε κοντανασαίνοντας η Ρομέν. «Δε θα προλάβαινες να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι!» Την κοιτούσε τρέμοντας σύγκορμος τώρα, με τα μάτια να πετάνε φωτιές, και τα δάχτυλα να μπήγονται αλύπητα στους ώμους της. «Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να με βιάσεις», του πέταξε σφυριχτά η Ρομέν. «Το ήξερες ότι δε σε ήθελα. Το ήξερες ότι μου ήσουν αποκρουστικός, γι’ αυτό δεν τόλμησες ποτέ να μ’ αγγίξεις. Δεν μπορούσες να το διακινδυνεύσεις, κύριε Μ πάρκλεϊ! Δεν είχες κανένα σκοπό να φύγεις στα τρία χρόνια, έτσι δεν είναι; Μ ε πήγαινες με το μαλακό, για να μη σε διώξω όταν θα τέλειωνε η προθεσμία!» Το πρόσωπό του είχε γίνει αγνώριστο. «Σταμάτα όσο είναι καιρός», της είπε πνιγμένα. «Γιατί, τι θα μου κάνεις;» του πέταξε προκλητικά. «Το χειρότερο που μπορείς να κάνεις, είναι να μου πάρεις το ιπποτροφείο. Αλλά αυτό θα το πάθω έτσι κι αλλιώς, κύριε Μ πάρ-κλεϊ! Λοιπόν, δε με νοιάζει. Αν είναι ν’ απαλλαχτώ από σένα, θα ζήσω και χωρίς αυτό. Πάρ’ το και χαλάλι σου. Και κατέβασε τα χέρια σου από πάνω μου αμέσως τώρα!» Το χέρι του στάθηκε στο άνοιγμα του ντεκολτέ της. Μ ε μια απότομη κίνηση, έσκισε τη μπλούζα της από πάνω μέχρι κάτω. Η Ρομέν δεν πρόλαβε ούτε να πάρει ανάσα. Της βούλωσε το στόμα με την παλάμη του, τη σήκωσε με το άλλο χέρι, και


την πέταξε σαν άδειο σακί στο κρεβάτι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Στην αρχή δεν κατάλαβε τι συνέβαινε. Το μυαλό της ήταν αδύνατο να συλλάβει μια τέτοια εκδοχή. Ποτέ κανείς δεν είχε αποπειραθεί να της κάνει αυτό που της έκανε τώρα ο νόμιμος σύζυγός της, και το μυαλό της σταμάτησε απ’ την κατάπληξη, και μετά απ’ το σοκ. Δεν μπορούσε να φωνάξει - το χέρι του της σφράγιζε εξαιρετικά αποτελεσματικά το στόμα - αλλά και να μπορούσε, πολύ αμφέβαλλε αν θα το αποφάσιζε. Προτιμούσε να κάτσει σαν κότα να τη βιάσουν, παρά να εξευτελιστεί και στους υπόλοιπους ενοίκους του σπιτιού της. Μ πορούσε ωστόσο να προσπαθήσει να τού ξεφύγει, και πάλεψε απεγνωσμένα κάτω απ’ το βάρος του. Αλλά το κορμί του, έτσι που γυμναζόταν αυτός όλη μέρα, ήταν κυριολεκτικά ατσάλινο, κι ολότελα ακλόνητο από πάνω της. Δεν της είχε τύ-χει ποτέ πριν να παλέψει μ’ έναν άντρα, και μάλιστα μ’ έναν άντρα που την περνούσε δώδεκα πόντους στο ύψος, και που είχε τις πλάτες του Μ πάρκλεϊ. Τώρα που της τύχαινε, άρχιζε να καταλαβαίνει γιατί έλεγαν τους άντρες ‘‘το ισχυρό φύλο". Ήταν αδύνατο να τον ξεκολλήσει από πάνω της. Ήταν αδύνατο να τον εμποδίσει να τη γδύσει βίαια, ξεσκίζοντας τα ρούχα της, σπάζοντας φερμουάρ, και τινάζοντας πέρα κουμπιά στη διαδικασία.


Το σώμα της ήταν σαν φτερό χωρίς βάρος και αντίσταση στα χέρια του. Προσπάθησε να τον δαγκώσει και να τον κλοτσήσει, αλλά ήταν μάταιος κόπος. Όπως και σε οτιδήποτε άλλο αναλάμβανε να κάνει, ο Νικ Μ πάρκλεϊ φαίνεται τα κατάφερνε εξίσου καλά και στους βιασμούς - εκτός πια αν ήταν εξπέρ σ’ αυτό το άθλημα. Οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν, κι η έκφρασή του της έκόβε τα πόδια. Πρώτη φορά έβλεπε άνθρωπο τόσο έξαλλο απ’ την οργή. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα μπορούσε να θυμώσει τόσο ένας τύπος σαν τον Νικ. Φαινόταν πάντα τόσο συγκρατημένος, κι όμως να που μπορούσε να γίνει πρωτόγονα βίαιος. Στο κάτω-κάτω, τι ήξερε για κείνον; Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε, να έχει κάνει οτιδήποτε. Πριν λίγο είχε χαστουκίσει τη Λίλιαν - αν ήταν δυνατόν! - και τώρα επιχειρούσε να βιάσει την ίδια του τη γυναίκα. Ήταν ικανός για κάθε είδους βιαιότητα, χωρίς αμφιβολία. Ένας παραλυτικός φόβος την κυρίευσε, τα μέλη της βάρυναν, και το κεφάλι της έπεσε πίσω, σαν να είχε σπάσει ο λαιμός της. Το χέρι του ελευθέρωσε το στόμα της, αλλά πριν προλάβει καν να πάρει βαθιά ανάσα - ίσως για να ξεφωνίσει - τη θέση της παλάμης του πήραν τα καυτά, βίαια, πεινασμένα του χείλια. Προσπάθησε να τα αποφύγει, και ανακάλυψε με φρίκη πως το στόμα της αρνιόταν να υπακούσει. Άνοιγε κιόλας σαν από μόνο του, για να ρουφήξει τη γλώσσα που το κατακτούσε αλύπητα. «Ά- άφησέ με αμέσως», κατάφερε να τραυλίσει σε μια στιγμή που το φιλί του χαλάρωσε στιγμιαία, κι εκείνος της είπε σφυριχτά, «σκάσε, επιτέλους», και συνέχισε να τη φιλάει, σαν νά ’θελε να ρουφήξει όλη τη ζωή από


μέσα της. Η Ρομέν θά ’θελε να είχε τη δύναμη να τον δαγκώσει άγρια, αλλά δεν την είχε. Το στόμα της παραδινόταν με δική του βούληση στο στόμα του, κι οι αδύναμες προσπάθειές της να τον σπρώξει πέρα, κατέληξαν να γίνουν χάδι στα μπράτσα του. Κάτι μέσα της τρεμούλιαζε κι ανταποκρινόταν στη θιαιότητά του, κι εκείνος το είχε καταλάβει, είχε μαντέψει την αθέλητη παράδοσή της, κι άρχιζε τώρα να χαλαρώνει. Στο πρόσωπό του, η έκφραση της οργής έδινε τώρα τη θέση της σε συσπάσεις ηδονής, καθώς το καυτό του σώμα σκέπαζε κατακτητικά το δικό της. Η Ρομέν δεν είχε ιδέα πότε είχε προλάβει να βγάλει το παντελόνι του, αλλά αυτό που ακουμπούσε τώρα χαμηλά στην κοιλιά της, ήταν γυμνή, παλλόμενη σάρκα. Οι μυώνες του ριγούσαν και τρεμούλιαζαν καθώς το σώμα του συστρεφόταν πάνω στο δικό της, αποζητώντας μια όλο και πιο έντονη επαφή. Τα χείλια του άφησαν το στόμα της, γλίστρησαν στο λαιμό της, κι από κει βρήκαν και κόλλησαν πάνω στη ρόγα της. «Άφησέ με, Νικ - άφησέ με αμέσως», του πέταξε σφυριχτά, προσπαθώντας να ξεφύγει απ’ το ηδονικό του παιχνίδι. «Φύγε από πάνω μου!» «Σκάσε», της ξανάπε βαριανασαίνοντας. «Στάθηκα ηλίθιος, ηλίθιος... Έπρεπε να στο είχα κάνει απ’ την πρώτη μέρα. Ίσως έτσι να έπαυες να σκέφτεσαι τον Μ πίσοπ!» Πανικόβλητη απ’ τη διαπίστωση πως δεν υπήρχε τρόπος ν’ αναγκάσει το κορμί της να τον απορρίψει, του πέταξε


βραχνά: «Δεν είσαι ικανός να με κάνεις να τον ξεχάσω, κύριε Μ πάρ-κλεϊ - όσες φορές κι αν με βιάσεις!» «Πανάθεμά σε», της είπε βίαια, και με μια μόνο κίνηση, της άνοιξε τα πόδια και χώθηκε βαθιά μέσα της. Η Ρομέν ξεφώνισε - όχι απ’ τον πόνο, αλλά απ’ την αφόρητη ηδονή εκείνης της βίαιης παραβίασης. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της, δάκρυα οργής για τη θλιβερή της αδυναμία, και μαζί δάκρυα απόλαυσης κι απελπισμένης ανάγκης. Το κορμί της ζωντάνεψε μέσα σε δευτερόλεπτα, τα σπλάχνα της συσπά-στηκαν βίαια γύρω απ’ την αντρίκια του δύναμη. Τα χέρια του χούφτιασαν τους μαστούς της, και γι’ άλλη μια φορά, τα καυτά του χείλια σφράγισαν τα δικά της, κόθοντάς της ολότελα την ανάσα. Η λεκάνη της θάλθηκε ν’ ανασηκώνεται προς το μέρος του, καθώς ο σκληρός του φαλλός έμπαινε μ’ ορμή στα βάθη του κορμιού της. Γι’ άλλη μια φορά προσπάθησε να του ξεφύγει, ή έστω, να δείξει ότι ήθελε να του ξεφύγει. Την έπνιξαν οι λυγμοί. Το απολάμβανε, το απολάμβανε μ’ όλη της την ψυχή, το ήξερε, και μισούσε το σώμα της γι’ αυτό. Μ ια ζωή το αποζητούσε αυτό, όχι μόνο δυο χρόνια. Δυο χρόνια; Ήταν αστείο και να το σκέφτεται. Τώρα της φαινόταν πως είχε γεννηθεί με την ανάγκη του Νικ Μ πάρκλεϊ μέσα της. Άκουγε τα σπασμένα του θογγη-τά, καθώς τα χείλια του κατέβαιναν απ’ το πρόσωπό της στο στήθος της, κι από κει πάλι στα πρησμένα της χείλια, και μαζί λέξεις ασύνδετες, βραχνές κραυγές πάθους, και τους ήχους του κορμιού του καθώς έσμιγε,


όλο και πιο γρήγορα κι όλο και πιο βαθιά, με το δικό της. «Το ήθελα τόσον καιρό... Ήμουνα τρελός από ανάγκη... Το ήξερες, το ήξερες και δε σ’ ένοιαζε καθόλου... Ποτέ δε με θέλησες, έτσι δεν είναι; Τώρα το θέλεις, όμως... Τώρα το θέλεις, αγάπη μου». Έσφιξε πεισματικά τα χείλια, προσπαθώντας ακόμα να οχυρωθεί πίσω από κάποια επίφαση παθητικότητας. Πώς είναι δυνατόν να τον θέλω τόσο, που να το απολαμβάνω ακόμα κι έτσι; αναρωτήθηκε έντρομη. Πώς είναι δυνατόν να τον έχω αγαπήσει τόσο; Ρίγη ηδονής διέτρεχαν το κορμί της, καθώς αυτός την ανασήκωνε απ’ τους γλουτούς και την έφερνε να κολλήσει βίαια πάνω του. Έκλεισε τα μουσκεμένα της μάτια, για να μη βλέπει το όμορφο, αγαπημένο πρόσωπο από πάνω της. Το στόμα της άνοιξε σε μια πνιχτή κραυγή, καθώς ο οργασμός ανέβαινε σαν παλιρροϊκό κύμα μέσα της. Δευτερόλεπτα πριν απ’ την ηδονή, αισθάνθηκε το σώμα του να πετρώνει, και μετά να σπαρταράει μέσα στο δικό της. Τον άκουσε να βογγάει και να λέει κάτι, και παραδόθηκε ασυγκράτητη στο ξέσπασμα της ηδονής, με το κεφάλι να πηγαινοέρχεται σπασμωδικά, και την ανάσα της κοφτή και σπασμένη. Άκουσε τον εαυτό της να κραυγάζει πνιχτά, καθώς οι μυώνες της παγίδευαν το σκληρό του μέλος ανάμεσά τους, πίνοντας αχόρταγα τους χυμούς του. Η ένταση της ηδονής της έφερε σκοτοδίνη. Βαθιά αναφιλητά την έπνιξαν, και προσπάθησε να ξεφύγει από κάτω του, σπρώχνοντάς τον αδύναμα πίσω. Θεέ μου, τι θα κάνω, αναρωτήθηκε πυρετικά μέσα στον πανικό της. Δεν υπάρχει τρόπος


να το ξεπεράσω... Τον ένιωσε να τραβιέται στο πλάι, κι έγειρε κι εκείνη στο πλευρό. Κουλουριάστηκε σε μια ενστικτώδικη κίνηση να κρύψει τη γύμνια της, και θάλθηκε να κλαίει μ’ αναφιλητά, όχι επειδή την είχε βιάσει ο Νικ Μ πάρ-κλεϊ, αλλά επειδή οι δυο τους δεν είχαν ποτέ τους τίποτα στο παρελθόν, και δε θα είχαν ούτε στο μέλλον. Της το είχε πει κι από μόνος του. Είχαν αρχίσει τόσο στραβά, που δεν υπήρχε κανένας τρόπος να φτιάξουν τα πράγματα μεταξύ τους. Δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτόν, αλλά τώρα το ήξερε, δε θα μπορούσε να ζήσει ούτε μαζί του. Τον είχε ερωτευτεί παθιασμένα, και τώρα τον χρειαζόταν με μια ανάγκη που την πανικόβαλλε με την έντασή της, αλλά ακόμα κι έτσι, ήξερε πως δε θα πίστευε ποτέ, ό,τι κι αν γινόταν, κι ό,τι κι αν έκανε ή έλεγε ο Νικ, πως την έβρισκε πιο ελκυστική απ’ τις “γαίες” της. Ο στοιχειώδης αυτοσεβασμός, της επέβαλλε να απορρίψει αυτήν την αρρωστημένη κατάσταση, και προπαντός, προπαντός, να μην τον αφήσει να μαντέψει τι της είχε κάνει. Αν τον άφηνε να το μαντέψει, ο Νικ θα το εκμεταλλευόταν με την ίδια μαεστρία που έκανε κι οτιδήποτε άλλο. Δε θα υπήρχε πια καμιά ελπίδα για κείνην. Δε θα έχανε μόνο το ιπποτροφείο και τα χτήματά της, θα έχανε τα πάντα. Θα της τα έπαιρνε αδίσταχτα ο Νικ Μ πάρκλεϊ, τα αισθήματά της, την ψυχή της, τον εαυτό της ολόκληρο, και μετά θα έφευγε θριαμβευτής, για καινούριες κατακτήσεις. Δεν μπορούσε να το διακινδυνεύσει. Ήταν χίλιες φορές


προτιμότερο να του δώσει τώρα το ιπποτροφείο του, και να τον βγάλει απ’ τη ζωή της. Όταν κόπασε το κλάμα της κι ανασηκώθηκε, παραζαλισμένη, εκείνος ήταν ακόμα ξαπλωμένος δίπλα της, μπρούμυτα, με το κεφάλι κρυμμένο στο μπράτσο του. Το εξαίσιο σώμα του έμοιαζε με αρχαίο άγαλμα γκρεμισμένο απ’ το βάθρο του, κι η καρδιά της παραφρόνησε βλέποντάς το. Όλη του η στάση απόπνεε μια τέτοια αίσθηση εγκατάλειψης και παραίτησης, που κόντεψε να ξεχάσει όλες τις μεγάλες της αποφάσεις, και με το ζόρι κρατήθηκε να μη γείρει από πάνω του να τον πνίξει στα φιλιά. Χωρίς ν’ ανασηκώσειτο κεφάλι, της είπε σπασμένα: «Ό,τι κι αν πεις, θα έχεις δίκιο. Φέρθηκα σαν κτήνος. Λυπάμαι». Ο λαιμός της σφιγγόταν σπασμωδικά, κι η φωνή βγήκε ολότε-λα πνιγμένη απ’ το λαρύγγι της. «Είχες δίκιο, Νικ. Είναι ίσως καλύτερα να δώσουμε τώρα ένα τέλος σ’ αυτήν την κωμωδία». Το κεφάλι του ανασηκώθηκε, τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της. Το πρόσωπό του ήταν κατάχλομο και κομμένο, όπως εκείνη τη μακρινή μέρα που είχε περάσει τη νύχτα ξεγεννώντας τη φοράδα. Ένας πόνος σαν μαχαιριά τη διαπέρασε στη θέα του. «Θέλεις να... χωρίσουμε;» τη ρώτησε άχρωμα. «Ναι», του αποκρίθηκε κουρασμένα. «Το πράγμα δεν πάει άλλο...» Τι θα κάνω χωρίς το ιπποτροφείο; αναρωτιόταν συγχρόνως


πυρετικά, αλλά ήξερε πως ήταν μια ερώτηση χωρίς αντίκρισμα, γιατί ξαφνικά, δεν την ένοιαζε καθόλου μα καθόλου τι θα έκανε χωρίς το ιπποτροφείο. Το μόνο που την ένοια-ζε, ήταν τι θα έκανε χωρίς τον άντρα της. Τη ρώτησε πνιχτά: «Υπάρχει... υπάρχει περίπτωση να παντρευτείς τον Μ πίσοπ;» Της ήρθε να γελάσει υστερικά. «Ίσως». «Είναι όμως ακόμα παντρεμένος». «Κι εγώ είμαι ακόμα παντρεμένη», είπε η Ρομέν, προσπαθώντας να κρύψει τη γύμνια της με τα κουρελιασμένα ρούχα που μάζευε απ’ το πάτωμα. Ο πόνος στην καρδιά γινόταν ανυπόφορος. Δεν μπορούσε να τον βλέπει έτσι, δεν μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει αυτό το κάτωχρο πρόσωπο κι αυτό το βλέμμα. Έπρεπε να παλεύει σε κάθε δευτερόλεπτο με τον εαυτό της, για να μην απλώσει το χέρι να τον χαϊδέψει. Θα έπρεπε να δείχνει πιο χαρούμενος, σκέφτηκε μηχανικά. Στο κάτω-κάτω, έχει σίγουρο το ιπποτροφείο... Την κοιτούσε ακόμα σαν πετρωμένος, και τα χείλια του έμοιαζαν να έχουν ασπρίσει. Ύστερα σηκώθηκε αργά, και τράβηξε για το μπάνιο. Η Ρομέν έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της, κι έμεινε ακίνητη, θαριανασαίνοντας. Άκουσε το νερό να τρέχει, και φαντάστηκε το εξαίσιο, ατσάλινο σώμα κάτω απ’ το ντους. Αυτό


ήταν μόνο ο Νικ Μ πάρκλεϊ, είπε πεισματικά στον εαυτό της. Ένα εξαίσιο σώμα, κι ένα πρόσωπο που στοίχειωνε τις σκέψεις της. Τίποτε περισσότερο. Δεν υπήρχε καμιά απολύτως ποιότητα από μέσα, κι αυτό έπρεπε να το αποδεχτεί οριστικά. Όταν εκείνος ξαναβγήκε απ’ το μπάνιο, και φόρεσε το σλιπ και το παντελόνι του, είχε ξαναβρεί κάπως το χρώμα του. Καθώς τράβαγε το φερμουάρ του, της είπε με κόπο: «Θα με συγχωρήσεις τουλάχιστον για το αποψινό;» «Ναι», είπε πνιχτά η Ρομέν. «Ήταν όλα ένα μεγάλο λάθος», της είπε κουρασμένα. «Όλα. Απ’ την αρχή. Θα έπρεπε να το είχα δει από τότε. Δεν έπρεπε ν’ αφεθώ να μπλέξω σ’ αυτήν την ιστορία». Στράφηκε να την κοιτάξει, και τα μάτια του έλαμπαν πυρετικά. «Σ’ έμπλεξα κι εσένα, δέν είν’ έτσι;» έκανε μ’ ένα αδύναμο χαμόγελο. «Θα έπρεπε να το είχα σκεφτεί κι αυτό έγκαιρα. Λυπάμαι». «Ήξερες για τον όρο στη διαθήκη του πατέρα μου;» τον ρώτησε πνιγμένα. Της είπε άχρωμα: «Όχι. Στο είπα κι άλλοτε, νομίζω». «Πώς ήταν τότε τόσο σίγουρος ότι θα έλεγες το ναι; Ποτέ δε θα το διακινδύνευε να τα πάρει η Λίλιαν!»


Για μια στιγμή, το βλέμμα του της έκοψε την ανάσα. Ήταν σίγουρη πως ετοιμαζόταν να της πει κάτι, κάτι πολύ σημαντικό, κάτι που ίσως θα άλλαζε τα πάντα. Αλλά τελικά, εκείνος ανασήκωσε τους ώμους, κι είπε αδιάφορα: «Δεν ξέρω. Δε μου μίλησε ποτέ γι’ αυτό. Δεν ξέρω πώς το είδε. Ήταν και για μένα εξίσου μεγάλη έκπληξη όσο και για σένα». Κι ύστερα είπε: «Υπάρχουν πράγματα που δεν τα ξέρεις, και που δε θά ’χε νόημα να στα πω τώρα πια. Ίσως τα μάθεις στο μέλλον... Σίγουρα θα τα μάθεις, φαντάζομαι. Αλλά δε θά ’χει πια σημασία». «Τι πράγματα;» Η φωνή της ίσα που ακούστηκε, κι εκείνος, αντί γι’ άλλη απάντηση, γέλασε πικρά. Βάλθηκε πάλι να μαζεύει τα ρούχα του, να τα ρίχνει σε μια βαλίτσα. Μ ετά από μια ατέλειωτη σιωπή, της είπε ήρεμα: «Θα εγκατασταθώ στο Ντέιτον Χολ. Θ’ ασχοληθώ λίγο με τ’ άλογα της εξοχότητάς του». «Στο... Ντέιτον Χολ;» έκανε η Ρομέν. Μ έχρι εκείνη τη στιγμή, είχε την εντύπωση πως ο Νικ απλά θα μετακόμιζε στο διαμέρισμά του στους στάβλους. Το μυαλό της ήταν ακόμα πολύ σκοτισμένο απ’ την οδύνη, δεν είχε καταφέρει να συνδυάσει το χωρισμό τους με μια οριστική του αναχώρηση. Ω, Θεέ μου, πώς θα το αντέξω; αναρωτήθηκε πυρετικά, κι ύστερα σκάφτηκε, μα αυτό δεν ήθελα; Αυτό δε θέλω; Να φύγει ο Νικ οριστικά απ’ τη ζωή μου; Κι ύστερα σκάφτηκε, α, τον παλιόγερο, και μου το είχε πει έμμεσα! Ο Θεός μόνο ξέρει τι προτάσεις του έκανε τόσον καιρό πίσω απ’ την πλάτη μου. Ο Θεός μόνο ξέρει τι μισθούς του πρόσφερε, για


να τον πείσει να πάει να δουλέψει για κείνον. Τον ρώτησε τρέμοντας: «Και το ιπποτροφείο; Τι θα γίνει αν το εγκαταλείψεις;» «Θα έρχομαι δυο-τρεις φορές τη βδομάδα να το επιβλέπω», της αποκρίθηκε αδιάφορα. «Ο Ντάνιελς έχει μάθει πια τη δουλειά. Είναι καλό παιδί, και φυσικό ταλέντο, ξέρει τι πρέπει να κάνει στην κάθε περίπτωση, κι αν έχει καμιά απορία, υπάρχει και το τηλέφωνο. Δε θά ’μαι μακριά, άλλωστε. Μ ε το άλογο, είναι λίγα λεπτά μόνο». «Νικ», του είπε τρέμοντας ξαφνικά, «δε θα τα καταφέρουν μόνοι τους εκεί πέρα. Το ξέρεις πως δε θα τα καταφέρουν! Θ’ αρχίσουν τώρα οι επιδείξεις, θα έχουν ένα σωρό διοικητικά προβλήματα... Δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα, κι ο Ντάνιελς είναι ακόμα άπειρος, πρέπει να το παραδεχτείς!» «Είναι πολύ έξυπνος και ικανός, Ρομέν. Θα τα καταφέρει». «Θα τα διαλύσουν όλα! Δεν το βλέπεις, Νικ;» Δεν είχε ιδέα γιατί ξαφνικά πάλευε τόσο απεγνωσμένα να τον πείσει να μείνει, όταν εκείνος είχε κλείσει κιόλας τη βαλίτσα του, και πήγαινε για την πόρτα. Δε θα περίμενε ούτε να περάσει αυτή η νύχτα, σκέφτηκε αλαφιασμένη. «Το ιπποτροφείο θα διαλυθεί χωρίς εσένα! Δε σε νοιάζει αυτό; Στο κάτω-κάτω, θα γίνει σύντομα δικό σου!» Ο Νικ σταμάτησε στην πόρτα. Στράφηκε να την κοιτάξει, κι ένα


αχνό χαμόγελο ανασήκωσε τις γωνιές των χειλιών του. Της είπε ήρεμα: «ξέρεις κάτι, Ρομέν; Ποτέ δεν τό ’θελα στ’ αλήθεια αυτό το ιπποτροφείο». «Ξέρω», του αντιγύρισε κατάχλομη. «Το μόνο που ήθελες πραγματικά, ήταν οι γαίες μου!» «Για να το λες εσύ, έτσι θά ’ναι», της είπε αδιάφορα, κι ύστερα άνοιξε την πόρτα, και βγήκε ξανακλείνοντάς την πίσω του. Το σπίτι άδειασε μετά τον Νικ, έφυγαν η Λίλιαν και ο Κέβιν, πρωίπρωί την επομένη, και το ίδιο απόγευμα, έφυγε και η θεία Μ πετίνα, που δεν είχε αντιληφθεί ακόμα το παραμικρό. Η Ρομέν ασχολήθηκε με τις δουλειές της, ή τουλάχιστον, προσπάθησε ν’ ασχοληθεί, όπως προσπαθούσε όλη την προηγούμενη νύχτα να πείσει τον εαυτό της, ότι είχε πάρει τη μοναδική απόφαση που θα την έβγαζε από το προσωπικό της αδιέξοδο. Όσο περνούσαν όμως οι ώρες, τόσο πιο αβάσταχτη γινόταν η σκέψη πως ο Νικ δε θα ξαναγύριζε στο σπίτι. Δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει ότι είχε βρει τη δύναμη να τον διώξει. Είχε συνέχεια την εντύπωση ότι ήταν όλα ένα κακό όνειρο - ο Κέ-βιν, η Λίλιαν, ο Νικ που έβγαινε απ’ την πόρτα... Της φαινόταν ότι θα έσπαγε η καρδιά της απ’ την αγωνία του εφιάλτη. Δεν είχε αντιληφθεί μέχρι τότε πόσο απαραίτητος της είχε γίνει ο Νικ. Αν το είχε αντιληφθεί, θα τον είχε κρατήσει με τους δικούς


του όρους, και θά ’ταν κι ευτυχισμένη. Από ένα σημείο και πέρα, οι σχέσεις τους είχαν αρχίσει να εξομαλύνονται. Ακόμα κι αν εκείνος την είχε πάρει μόνο για την περιουσία της, θα μπορούσαν να ζήσουν αρμονικά οι δυο τους -τόσα και τόσα ζευγάρια παντρεύονταν χωρίς έρωτα. Και τουλάχιστον, θα τον είχε για πάντα κοντά της, και δε θα ένιωθε τώρα σαν να της κομμάτιαζαν την καρδιά. Δεν πρόκειται να υποβάλω αγωγή διαζυγίου, σκεφτόταν. Ας πάρει εκείνος την πρωτοβουλία. Ότι θα την έπαιρνε, τελικά, ήταν σίγουρο. Τώρα θα ήξερε πια ότι δεν είχε καμιά πιθανότητα να μείνει μαζί της πάνω από τα καθορισμένα τρία χρόνια. Θα έσπευδε λοιπόν να επωφεληθεί τουλάχιστον από τον όρο για το ιπποτροφείο. Λοιπόν, ας το έπαιρνε το καταραμένο το ιπποτροφείο. Δεν είχε καμία σημασία. Τίποτα δεν είχε σημασία χωρίς εκείνον. Κάθισε όμως και υπολόγισε διεξοδικά τι θα της κόστιζε η απώλεια του ιπποτροφείου, και ανακάλυψε πως,, όσο ίσχυε η περίοδος χάριτος για το δάνειο, δε θα είχε άμεσο πρόβλημα, απ’ τη στιγμή όμως που θα έπρεπε ν’ αρχίσει να πληρώνει, δε θα είχε άλλη λύση, πέρα απ' το ξεπούλημα. Πολύ φοβόταν πως δε θα γλίτωνε ούτε το σπίτι. Τελικά, θα της είχε έρθει πιο συμφερτικό να συγκληρονομήσει με τη Λίλιαν.


Όπως της το είχε πει, ο Νικ ερχόταν τώρα μέρα παρά μέρα στο ιπποτροφείο, και κάθε φορά που ερχόταν, δούλευε με τον ίδιο πυρετικό του ρυθμό. Τις υπόλοιπες μέρες, όμως, όπως και όλες του τις νύχτες, άλλωστε, έμενε στο Ντέιτον Χολ, όπου προφανώς θα αμειβόταν πολύ πιο πλούσια, απ’ όσο όταν ήταν στην υπηρεσία του Τζορτζ Κάλθορπ. Η Ρομέν έβραζε κυριολεκτικά απ’ το κακό της για την προδοσία του Λόρδου Ντέιτον, που δεν είχε διστάσει να εξαγοράσει τον Νικ πίσω απ’ την πλάτη της. Είχε ορκιστεί να μην πάει ούτε στην κηδεία του, όταν θα ’ρχόταν εκείνη η ώρα, αλλά λίγες μέρες αργότερα, δεν άντεξε, κι αποφάσισε να τον ε-πισκεφτεί, σπρωγμένη απ’ την εντελώς αδικαιολόγητη επιθυμία να μάθει, έστω και έμμεσα, λεπτομέρειες για τη ζωή του Νικ στο καινούριο του περιβάλλον. Αυτή τη φορά, βρήκε τον Λόρδο Ντέιτον πολύ πιο καταβεβλημένο απ’ την προηγούμενη. Έμοιαζε να έχει γεράσει πέντε χρόνια σε λίγους μήνες. Μ ιλούσε πολύ λιγότερο, και δεν κακάριζε σχεδόν καθόλου. Τον μισοέπαιρνε συνέχεια ο ύπνος πάνω στην πολυθρόνα του, κι η συζήτηση σταματούσε υποχρεωτικά, μέχρι να ξανανθίζει τα θολά του μάτια, και να ξανασηκώσει αδύναμα το κεφάλι. Η καρδιά της Ρομέν σφίχτηκε όταν τον είδε έτσι εξασθενημένο. Αν πεθάνει τώρα κοντά, σκέφτηκε, ο Θεός μόνο ξέρει τι προβλήματα θα μου δημιουργήσει ο διάδοχός του.


Μ ίλησαν λίγο για άσχετα θέματα, ύστερα ο γέρο-λόρδος έφερε μόνος του την κουβέντα στον Νικ. Της ζήτησε να τον συγχωρήσει που της απασχολούσε προσωρινά τον άντρα, πράγμα που ξάφνιασε τη Ρομέν, γιατί είχε την εντύπωση πως η απασχόληση ήταν μάλλον σε μόνιμη βάση. «Είχα πολύ σοβαρό πρόβλημα με τους στάβλους μου», είπε ο Ντέιτον, «και μόνο ο Νικ θα μπορούσε να το λύσει. Είναι φοβερά ικανός αυτός ο άντρας σου, αγαπητή μου, χι χι χι». Από κει θάλθηκε να πλέκει το εγκώμιο του Νικ, σταματώντας μόνο για να πάρει έναν στιγμιαίο υπνάκο, και ξαναρχίζοντας αμέσως μετά. «Ανεκτίμητος, πραγματικά ανεκτίμητος», της είπε. «Θα σου εμπιστευτώ κάτι, αγαπητή μου, που δεν το ξέρει ακόμα ούτε εκείνος, χι χι χι. Σκέφτομαι να του αφήσω μετά θάνατον τα άλογά μου. Είναι ο μόνος που εμπιστεύομαι να τα φροντίσει όπως πρέπει, τι λες κι εσύ;» «Δε μου πέφτει λόγος, εξοχότατε», είπε η Ρομέν, κι η καρδιά της βούλιαξε στο στήθος της. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, σκέφτηκε. Όπως έγινε με τον πατέρα μου, κι ο Θεός μόνο ξέρει με πόσους άλλους πριν απ’ αυτόν. Όπως κόντεψε να γίνει και με μένα. Ο Λόρδος Ντέιτον τρώει κιόλας απ’ τη χούφτα του. Να του αφήσει τ’ άλογά του... Σε λίγο θα θέλει να του αφήσει οτιδήποτε δεν είναι δεσμευμένο. Αν είχε κόρη, θα έσπευδε να την παντρέψει μαζί του. Όλη την υπόλοιπη ώρα, ο Ντέιτον συνέχισε να επαινεί απτόητος τον “αγαπητό του Νικ”, μέχρι που πια τον πήρε οριστικά ο ύπνος


στην πολυθρόνα. Πηγαίνοντας πάλι στους στάβλους, όπου είχε αφήσει το άλογό της, η Ρομέν έπεσε πάνω στον Νικ, που πήγαινε προς το σπίτι. Στάθηκε κοντανασαίνοντας, έτοιμη να βάλει τα κλάματα, τόσο ταραγμένη, που δεν μπορούσε να πει ούτε «γεια χαρά». Ο Νικ είχε σταθεί κι αυτός, και την κοιτούσε αμίλητος. «Καλημέρα», της είπε τελικά. «Πώς από δω;» «Ήρθα... ήρθα να δω τον Λόρδο Ντέιτον». «Πώς σου φάνηκε;» «Χάλια», είπε η κοπέλα. «Κατάπεσε φοβερά απ’ την τελευταία φορά. Είναι άρρωστος;» «Γεράματα», είπε ο Νικ. «Ποτέ δεν έρχονται μόνα, όπως καταλαβαίνεις. Έχει λίγο απ’ όλα - λίγο καρδιά, λίγο στομάχι, λίγο ποδάγρα... Αντέχει ακόμα, πάντως». «Ναι», είπε σιγανά η Ρομέν. «Κι εσύ, Νικ; Πώς τα πας μαζί του;» «Δεν έχω προβλήματα». «Φαινόταν ενθουσιασμένος μ’ εσένα». «Το ελπίζω».


Το έλπιζε! Φυσικά το έλπιζε, αφού προφανώς το επεδίωκε συστηματικά. Στη σκέψη ότι ο Νικ είχε βρει κιόλας μια καλύτερη αγελάδα για άρμεγμα, το αίμα όλο της ανέβαινε στο κεφάλι. «Μ ου είπε πως θα σου αφήσει τα άλογά του», έκανε στεγνά. «Είσαι πολύ τυχερός, Νικ. Μ αζί με τα δικά μου, θα κάνουν στ’ αλήθεια ένα πολύ μεγάλο ιπποτροφείο!» «Πιθανότατα», είπε αδιάφορα εκείνος. «Μ ε το ρυθμό που πας, Νικ, είμαι σίγουρη πως θα είσαι σε θέση ν’ αγοράσεις και το σπίτι μου, όταν θα βγει σε πλειστη-ριασμό», του πέταξε, αγανακτισμένη απ’ την απάθειά του. «Είναι κι αυτό πολύ πιθανό», της αντιγύρισε ψυχρά. Έμειναν να κοιτάζονται με μάτια που πετούσαν φλόγες, ύστερα η Ρομέν είπε καυστικά: «Δεν είδα πάντως να σε ξαφνιάζει η απόφασή του!» «Δε με ξάφνιασε. Το είχα φανταστεί». Και πρόσθεσε κοφτά: «Δεν είχα κανένα νέο απ’ το δικηγόρο σου». «Δεν πήγα ακόμα», είπε η Ρομέν, κατεβάζοντας τα μάτια. «Α». «Ήμουνα πνιγμένη στη δουλειά», του πέταξε εκνευρισμένη. «Τώρα που έφυγες, έχουν πέσει όλα στους ώμους μου». Και μετά


ρώτησε πνιχτά: «Ήταν ανάγκη να μας εγκαταλείψεις ολότελα; Τι σχέση είχε το ένα με το άλλο; Η δουλειά... η δουλειά ήταν άλλο πράγμα». Της είπε ήρεμα: «Δε θα είχες βέβαια την απαίτηση να παραμείνω σαν υπάλληλος της πρώην συζύγου μου». «Δεν είμαι ακόμα πρώην σύζυγός σου», του αντιγύρισε πνιγμένα. Τα μάτια της είχαν αρχίσει να τσούζουν επικίνδυνα. «Θα είσαι σύντομα, απ’ ό,τι καταλαβαίνω». «Το περιμένεις βλέπω εναγώνια», είπε δηκτικά η Ρομέν. «Φυσικά, θα βιάζεσαι ιδιαίτερα να εξασφαλίσεις τουλάχιστον το ιπποτροφείο σου!» «Μ άλλον εσύ βιάζεσαι να εξασφαλίσεις τον Κέβιν Μ πίσοπ», της πέταξε παγερά. «Αν θυμάμαι καλά, δε σου ζήτησα εγώ το διαζύγιο. Κι αν επίσης θυμάμαι καλά, σου είπα ότι ποτέ δεν το ήθελα το καταραμένο ιπποτροφείο σου!» «Η μνήμη σας είναι άριστη, κύριε Μ πάρκλεϊ», του είπε μελιστάλαχτα, «αλλά τυχαίνει να θυμάμαι κι εγώ εξίσου καλά, πως ο συγκεκριμένος όρος του συμβολαίου μας, ήταν δική σας έμπνευση απ’ άκρη σ’ άκρη!» «Ναι», της αντιγύρισε σκληρά, «ναι, οπωσδήποτε. Κι ούτε


περίμενα βέβαια ποτέ, ότι εσύ θα μπορούσες να καταλάβεις ποιο σκοπό εξυπηρετούσε!» «Αφού εγώ είμαι τόσο χοντροκέφαλη, κύριε Μ πάρκλεϊ, γιατί δε μου εξηγείτε με δικά σας λόγια να το καταλάβω;» «Θα στο εξηγούσα πολύ ευχαρίστως», της πέταξε σαρκαστικά, «αν είχε το παραμικρό νόημα να στο εξηγήσω!» «Αλλά κατά τη γνώμη σας, βέβαια, δεν έχει κανένα νόημα», του αντιγύρισε εξίσου σαρκαστικά η Ρομέν. «Όχι πια, κυρία Μ πάρκλεϊ. Για να πω την αλήθεια, ποτέ δεν είχε. Θα στο είχα εξηγήσει με μεγάλη ευχαρίστηση απ’ την πρώτη μέρα, χρυσό μου κορίτσι, αν δεν ήσουνα τόσο αρνητική, τόσο εχθρική και τόσο προκατειλημμένη - ή εν πάσει πε-ριπτώσει, τόσο προσκολλημένη στη μεγάλη αγάπη της ζωής σου», κατέληξε σαρκαστικά. «Στον ασύγκριτο κύριο Μ πίσοπ, γλυκιά μου, που δεν ξέρω πια τι θα έπρεπε να είχε κάνει, για να κλονιστούν τα αισθήματά σου απέναντι του!» «Άσε ήσυχο τον Κέβιν», είπε πνιγμένα η Ρομέν. «Δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτό το θέμα. Και πάει πολύ να λες εσύ ότι ήμουνα προκατειλημμένη!» «Δεν ήσουνα;» «Όχι βέβαια!»


«Κορίτσι μου», της είπε ευγενικά, «ειλικρινά δε θά ’θελα να σε απογοητεύσω, αλλά αν δεν κάνω λάθος, δεν πέρασε ούτε μια μέρα που να μη με αντιμετώπισες σαν κοινό εγκληματία του ποινικού δικαίου. Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, ας μην ξεχνάμε παρακαλώ πώς με κυνηγούσες συνέχεια από πίσω, ελέγχοντας και την ανάσα μου, για να προλάβεις τις πιθανές καταχρήσεις. Ή φαντάζεσαι δεν το είχα αντιληφθεί; Δεν είμαι τόσο αφελής, γλυκιά μου, κι ούτε άλλωστε κι εσύ έμπαινες στον κόπο να το κρύψεις. Ειλικρινά, δε θυμάμαι ούτε μια φορά στο παρελθόν, που να με πρόσβαλε άνθρωπος όσο με πρόσβαλ-λες εσύ σε κάθε λεπτό της κάθε ημέρας, κι εγώ να το ανεχόμουνα τόσο παθητικά!» «Αν αυτό σας πείραζε τόσο πολύ, κύριε Μ πάρκλεϊ», του είπε προκλητικά, «εσείς πάντως δεν το δείξατε καθόλου. Ούτε είδα ποτέ να προσπαθήσατε να ξεκαθαρίσετε τη θέση σας απέναντι μου - όχι πως θα ήταν και τόσο εύκολο αυτό, βέβαια. Είχατε αρκετά θεβαρυμένο παρελθόν, έτσι κι αλλιώς!» Και ικανοποιήθηκε απόλυτα, βλέποντας το χρώμα να φεύγει απ’ το πρόσωπό του, και τα χείλια του να σφίγγονται σπασμωδικά. Της είπε όμως ήρεμα: «ξέρεις κάτι, κυρία Μ πάρκλεϊ; Αν είσαι εσύ μια φορά πεισματάρα, εγώ τυχαίνει να είμαι δέκα. Κι όταν συμβεί να τα έχω δώσει όλα, κι ο αποδέκτης να με αντιμετωπίζει ακόμα με τόσο γαϊδουρινό τρόπο, κάπου μουλαρώνω, αγάπη μου. Ο Θεός μόνο ξέρει πόσες προσπάθειες έκανα - δεν πρόκειται να στις θυμίσω τώρα. Ήταν όλες μάταιες, φυσικά. Στο κάτω-κάτω, εγώ


δεν ήμουν ο ασύγκριτος κύριος Μ πίσοπ! Ό,τι κι αν έκανα εγώ, ήταν ύποπτο από χέρι, απαράδεκτο και απορριπτέο. Όταν σου ζήτησα ευγενέστατα να γνωριστούμε, μου φέρθηκες περίπου σαν να σε είχα ρωτήσει πόσο έπαιρνες τη βίζιτα. Όταν με βρήκες να δουλεύω σαν σκλάβος για τον πατέρα σου, με αντιμετώπισες σαν πολίτη δεύτερης κατηγορίας. Όταν τόλμησα μια φορά να σε φιλήσω, έκανες σαν να σε είχε φιλήσει ο Δράκουλας των Καρπαθίων. Όταν ήρθες μόνη σου στο κρεβάτι μου, ήταν τόση η αηδία σου μετά γι’ αυτό που είχε γίνει, που είμαι σίγουρος πως δε θα ξαναπάταγες στο σπίτι σου, αν δεν πέθαινε ο πατέρας σου. Κι όταν τόλμησα να σκεφτώ πως αυτό μου έδινε το δικαίωμα τουλάχιστον να σε αποκαλώ με το μικρό σου όνομα, με άφησες να εννοήσω ξεκάθαρα, ότι δε χρειαζόσουν νταβατζή μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Να σου πω κι άλλα;» Τον κοίταζε βαριανασαίνοντας, τόσο πνιγμένη απ’ την οργή, που της ήταν αδύνατο να βρει τα λόγια που θα ήταν αρκετά καυστικά για να τον βάλουν στη θέση του. Ο ελεεινός εκβιαστής, είχε ξεχάσει όλα τα δικά του - μόνο τις δικές της, παθητικές προσπάθειες να αμυνθεί, θυμόταν! «Φαντάζομαι», συνέχισε σαρκαστικά ο Νικ, «φαντάζομαι πως αν δεν ήμουν απλά ο εκπαιδευτής των αλόγων, η θεώρησή σου θα ήταν κάπως πιο επιεικής. Αλλά βλέπεις, αγάπη μου, έχω κι εγώ τα βίτσια μου - δεν ανέχομαι να με θεωρούν υποδεέστερο ον όταν ασχολιέμαι με τ’ άλογα, και κάπως ανεκτότερο κοινωνικά, όταν συμβεί να έχω πτυχίο οικονομολόγου. Χώρια που στην περίπτωσή


μας, βέβαια, αυτό δεν έκανε και καμιά διαφορά. Το πτυχίο, απλά μου έδινε τα φόντα για να κάνω πιο αποτελεσματικά τις οικονομικές μου ατασθαλίες, έτσι δεν είναι;» «Δεν - δεν ξέρεις τι λες», έκανε τρέμοντας η Ρομέν. «Κι άλλωστε, ακόμα κι αν ήμουνα ο πρίγκιπας της Ουαλίας, εσύ γλυκιά μου θα με απέρριπτες χωρίς συζήτηση. Στο κάτω-κάτω, δε θα ήμουν δα κι ο Κέβιν Μ πίσοπ!» «Σταμάτα», του πέταξε έξαλλη. «Σταμάτα αμέσως τώρα!» Δεν το άντεχε πια να τη συνδέει, έστω και στη φαντασία του, μ’ εκείνον τον ξενέρωτο τον Κέβιν, όταν η ίδια έλιωνε για δική του χάρη. «Ω, ναι, θα σταματήσω ευχαρίστως, γλυκιά μου. Στο είπα, άλλωστε, δεν έχει νόημα να συζητάμε εμείς οι δυο. Στην καλύτερη περίπτωση, δε βγάζουμε άκρη. Στη χειρότερη, καταλήγουμε σε βιασμούς. Σου ήμουν πάντα απωθητικός, και σαν άνθρωπος, και σαν άντρας. Θά ’πρεπε να το είχα δεχτεί με περισσότερη αξιοπρέπεια, αλλά δε φταίω εγώ, αν σε κάποια στιγμή με άφησες να εννοήσω πως με έβρισκες τουλάχιστον ελκυστικό για το κρεβάτι!» «Σταμάτα!» «Κι επειδή με άφησες να το εννοήσω», συνέχισε σαρκαστικά ο άντρας, «πίστεψα κι εγώ σαν ηλίθιος, ότι είχα κάποιες πιθανότητες να διαδεχτώ εν καιρώ τον κύριο Μ πίσοπ. Λοιπόν, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είχα. Κι επειδή δεν είμαι διατεθειμένος να ξαναγίνω


βιαστής εξαιτίας σου, πάρε το διαζύγιό σου, κορίτσι μου, και κράτα και το ιπποτροφείο σου. Εμένα, σε βεβαιώνω, δε μου χρειάζεται πια!» «Δεν αμφιβάλλω», είπε μισοπνιγμένη η Ρομέν. «Τώρα μπορούν θαυμάσια να το αναπληρώσουν τα άλογα του Ντέιτον!» Αλλά βλέποντας την έκφρασή του, έκανε αθέλητα ένα βήμα πίσω. Τώρα θα με χαστουκίσει, σκέφτηκε παγωμένη, όπως χαστούκισε εκείνο το βράδυ τη Λίλιαν. Ο Νικ όμως δεν τη χαστούκισε, παρ’ όλο που ήταν ολοφάνερο πως τον έτρωγε το χέρι του να το κάνει. Της είπε μόνο στεγνά: «Θα περιμένω ν’ ακούσω απ’ τον δικηγόρο σου». Και στρέφοντάς της την πλάτη, τράβηξε με γοργό βήμα για το σπίτι. Η Ρομέν προχώρησε σχεδόν παραπατώντας προς το στάβλο. Κάτι πάγωνε στα μάγουλά της, κι όταν έφερε στο πρόσωπό της την παλάμη της, ανακάλυψε πως ήταν μούσκεμα από τα δάκρυα. Γύρω στα μισά του Μ άρτη, άρχισε να υποψιάζεται πως εκείνο που δεν είχε συμβεί την πρώτη φορά, είχε συμθεί πιθανότατα τη δεύτερη. Στις είκοσι του μήνα, αγόρασε απ’ το φαρμακείο ένα τεστ εγκυμοσύνης, κι όπως το περίμενε, βγήκε θετικό. Όλη την υπόλοιπη μέρα, περπατούσε σαν να μην πατούσε στη γη. Ούτε για μια στιγμή δεν της πέρασε απ’ το νου να το ρίξει. Ήξερε πως αυτή η απρόσμενη εξέλιξη, θα της δημιουργούσε


προβλήματα. Δεν είχε πάει ακόμα στο δικηγόρο της για το διαζύγιο, αλλά θα πήγαινε αργά ή γρήγορα, κι αν δεν πήγαινε εκείνη, σίγουρα θα πήγαινε ο Νικ στο δικό του δικηγόρο. Το διαζύγιο θα έβγαινε αναπόφευκτα, κι η ιδέα να μεγαλώσει ένα παιδί χωρίς τον πατέρα του κοντά της, δεν της ήταν ιδιαίτερα ελκυστική. Απ’ την άλλη, ένα παιδί θα έδινε ένα σωρό δικαιώματα στον Νικ, που σίγουρα θα έσπευδε να εκμεταλλευτεί κι αυτό το γεγονός προς όφελος του. Θα είχε νόμιμες απαιτήσεις, και το δικαστήριο θα τον δικαίωνε. Δε θα μπορούσε πια να τον βγάλει οριστικά απ’ τη ζωή της. Κι αυτή η σκέψη, αντί να την πανικοβάλλει, τη βύθιζε σε πε-λάγη ευτυχίας, όπως τη βύθιζε σε πελάγη ευτυχίας, η σκέψη ότι θ’ αποκτούσε το παιδί ενός άντρα που δεν είχε γίνει ποτέ άντρας της, παρά μόνο μια φορά, στην έξαλλη οργή του, και που παρ’ όλ’ αυτά, εκείνη συνέχιζε να τον θέλει με αρρωστη-μένο πάθος. Δεν είπε τίποτα φυσικά στον Νικ - άλλωστε δεν τον έβλεπε πια καθόλου, αφού φρόντιζε να μην πλησιάζει στους στάβλους όταν ήταν η μέρα που ερχόταν εκείνος. Ήξερε όμως πως δε θα μπορούσε να του το κρύψει για πολύ ακόμα. Η εγκυμοσύνη της θ’ άρχιζε κάποτε να φαίνεται, κι ακόμα κι αν δεν τη συναντούσε ποτέ εκείνος, θα το μάθαινε σίγουρα από κάποιον τρίτο. Ποια θά ’ταν τότε η αντίδρασή του; αναρωτιόταν η Ρομέν. Αν τον


ήξερε έστω και τόσο δα, δε χρειαζόταν δα και μαντικό ταλέντο για να την προβλέψει: πιθανότατα, ο Νικ θα άρπαζε την ευκαιρία για να επανασυνδέσουν τις σχέσεις τους, με πρόσχημα να εξασφαλίσουν μια νορμάλ οικογένεια για το παιδί τους. Κι εκείνη, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν ήξερε αν θα έβρισκε πάλι τη δύναμη να τον διώξει. Έπρεπε να πάει να δει τον Τζόναθαν, αμέσως μάλιστα, αλλά κατά κάποιο τρόπο, έβρισκε πάντα μια δικαιολογία για να το αναβάλει. Και στο μεταξύ, τα κουτσομπολιά αναμφίβολα θα οργίαζαν γύρω της, κι όλοι θα σχολίαζαν το γεγονός ότι η Ρομέν Κάλ-θορπ είχε αποπέμψει, απ’ τον πέμπτο κιόλας μήνα του γάμου, τον αταίριαστο κοινωνικά σύζυγό της. Για την ώρα, βέβαια, δεν είχε φτάσει ακόμα τίποτε στ’ αφτιά της. Ήταν εκείνη την εποχή εντελώς απομονωμένη - δεν έβλεπε καθόλου κόσμο, κι η θεία Μ πετίνα, που ήταν σωστό πρακτορείο ειδήσεων, είχε πάει στον Καναδά για να επισκεφτεί το γιο της. Η μόνη επαφή της Ρομέν με το τοπικό ράδιο-αρβύλα, ήταν η κυρία Γκρέιν-τζερ, που όμως ήταν πολύ αξιοπρεπής, για να τολμήσει ν’ αναφερθεί στα προσωπικά της κυρίας της. Ο Απρίλιος τη βρήκε σε μια διάθεση που κυμαινόταν παράλογα ανάμεσα στην απόλυτη απελπισία, και στην πιο τρελή ευτυχία. Η εγκυμοσύνη της, που προχωρούσε φυσιολογικά, τη γέμιζε ευφορία, αλλά δεν έφτανε για να τη βοηθήσει να ξε-περάσει την αγωνία της


για τον Νικ. Τις νύχτες ξυπνούσε συχνά, κάθιδρη, με την καρδιά να ξεσκίζεται απ’ τον πόνο, ξέροντας πως αυτό που την ξυπνούσε, ήταν η απουσία της ανάσας του στο σκοτάδι. Άπλωνε σαν ανόητη το χέρι προς τη μεριά όπου κοιμόταν άλλοτε εκείνος, και την έπνιγαν οι λυγμοί, όχι μόνο επειδή ο Νικ δεν ήταν εκεί, αλλά κι επειδή η ίδια δεν του είχε απλώσει ποτέ το χέρι, όσο είχε την ευκαιρία να το κάνει. Αν δεν είχε προηγηθεί εκείνη η τελευταία σκηνή μεταξύ τους, σκεφτόταν συχνά, πνιγμένη στην οδύνη της απουσίας του, θα σκεφτόταν ίσως στα σοβαρά να ξεχάσει εντελώς το διαζύγιο, και να τον εκλιπαρήσει να γυρίσει κοντά της. Δεν ήξερε τι θα ζητούσε τότε ο Νικ για να ξανάρθει, αλλά εκείνη θα ήταν διατεθειμένη να του δώσει αυτή τη φορά τα πάντα, χωρίς όρους και χωρίς επιφυλάξεις. Στις αρχές του Απρίλη, ο Χένρι Σάτον, έβδομος λόρδος του Ντέιτον, ξεψύχισε ήσυχα στον ύπνο του. Η Ρομέν ένιωσε θλίψη ακούγοντας το νέο, γιατί δεν μπορούσε να ξεχάσει πόση εγκαρδιότητα και καλοσύνη της είχε δείξει ο μακαρίτης. Είχε εξυπηρετήσει και τον πατέρα της, και την ίδια, όταν δεν είχε καμιά υποχρέωση, κι η “προδοσία” του στο θέμα του Νικ, ήταν το λιγότερο, τελικά. Αλλά πολύ πιο έντονος απ’ τη θλίψη της, ήταν ο φόβος που την πλημμύρισε αναπόφευκτα, στη σκέψη πως τώρα θα είχε να κάνει με κάποιον άγνωστο, και πιθανότατα αρνητικό, πιστωτή. Ο όγδοος


λόρδος θα αναλάμβανε πολύ σύντομα τις υποθέσεις του προηγούμενου, και κανείς δεν της εγγυόταν ότι γνώριζε έστω τις συμφωνίες, που είχε κάνει ο προκάτοχός του με τον “αγαπητό Τζορτζ”. Κρύος ιδρώτας την έλουζε, στη σκέψη ότι ο νέος της γείτονας θα μπορούσε ν’ αρχίσει να την πιέζει από τη μια στιγμή στην άλλη. Της ήταν αδύνατο ν’ ανταπεξέλθει για την ώρα στις απαιτήσεις του δανείου. Ακόμα και στην, εντελώς υποθετική, περίπτωση που θα έμενε το ιπποτροφείο στην κατοχή της, τα δύο χρόνια χάριτος θα της ήταν απόλυτα αναγκαία για να ορθοποδήσει. Κι αυτή βέβαια ήταν μια εντελώς υποθετική περίπτωση. Ο Νικ της το είχε πετάξει στο θυμό του, αλλά τόση γενναιοδωρία δεν ταίριαζε οπωσδήποτε με το ποιόν του. Τι θα κάνω, Θεέ μου, αναρωτήθηκε πανικόβλητη, αν ο νέος λόρδος αρνηθεί να με εξυπηρετήσει; Κι ύστερα σκέφτηκε πως ούτε αυτό θα είχε πια σημασία. Δεν την ένοιαζε ούτε τόσο δα αν θα έχανε το σπίτι και τα χτήματά της. Είχε χάσει τον Νικ, κι ήταν ήδη σαν να είχε χάσει τα πάντα. Δεν πήγε στην κηδεία του Ντέιτον. Ένιωθε χάλια εκείνες τις μέρες, είχε συνέχεια ναυτία και τάσεις για εμετό. Τις νύχτες την κρατούσαν ξάγρυπνη, η εναγώνια λαχτάρα της για τον Νικ, κι ο φόβος της για το δάνειο. Είχε πάρα πολλή δουλειά, μιας κι ο Νικ δεν ασχολιόταν πια με τις δικές της υποθέσεις, κι ένα σωρό


ευθύνες. Ήταν συνέχεια κομμένη, και ένιωθε τρισάθλια. Λίγες μέρες αργότερα, θεώρησε ότι είχε δώσει στο νέο λόρδο αρκετό χρόνο για να εγκατασταθεί και να ελέγξει τις υποθέσεις του. Θα τον επισκεπτόταν έτσι κι αλλιώς κάποια μέρα, κι όσο γρηγορότερα γινόταν αυτό, τόσο το καλύτερο για την ψυχική της ηρεμία. Τουλάχιστον, θα μάθαινε πού βρισκόταν. Δεν μπορούσε να ζει άλλο μ’ αυτήν την αβεβαιότητα. Την επομένη, έκλειναν έξι μήνες απ’ το θάνατο του Τζορτζ Κάλθορπ. Γι' άλλη μια φορά, η Ρομέν αναρωτήθηκε μ’ ένα μίγμα απορίας και κατάθλιψης, πώς είχε καταφέρει ο πατέρας της να κάνει όλες τις κουταμάρες που είχε κάνει, και να τη φέρει άθελά του σε τόσο δύσκολη και επικίνδυνη θέση. Όχι βέβαια πως έφταιγε μόνο ο Τζορτζ γι’ αυτό. Ο κυριότερος υπεύθυνος, ήταν ο Νικ Μ πάρκλεϊ. Αυτός του είχε βάλει την ιδέα, αυτός τον είχε παρασύρει σε περιπέτειες. Αν δεν ήταν ο Νικ, ο πατέρας της δε θα είχε σκεφτεί ποτέ να μπλέξει έτσι, κι η ίδια δε θα πλήρωνε τώρα τα επιχείρια της ανοησίας του. Τηλεφώνησε στο Ντέιτον Χολ, και στην τυπική, απρόσωπη φωνή που της απάντησε, ζήτησε να της κλείσουν ένα ραντεβού με τον Λόρδο Ντέιτον. Η φωνή, που ανήκε προφανώς σε κάποιον γραμματέα, την πληροφόρησε πως η εξοχότης του έλειπε εκείνη τη στιγμή, και της ζήτησε το τηλέφωνό της για να την ειδοποιήσει μόλις θα ερχόταν σ’ επαφή μαζί του.


Πραγματικά, αργότερα την ίδια μέρα, η τυπική φωνή την πήρε για να της πει ότι ο Λόρδος Ντέιτον θα τη δεχόταν την επομένη, στις τρεις το απόγευμα. Η Ρομέν πέρασε μια ανήσυχη νύχτα, αλλά το πρωί, μετά από ένα καθυστερημένο μπρέκφαστ που σταθεροποίησε το στομάχι της, ξαναβρήκε κάπως την ηρεμία της, κι ένιωθε σχετικά αισιόδοξη για την απογευματινή της συνάντηση, όταν, γύρω στις δώδεκα, εμφανίστηκε εντελώς απρόσμενα ο Τζόναθαν Ντιν. Βλέποντάς τον, για μια στιγμή πάγωσε. Ήταν σίγουρη πως η επίσκεψή του θα έπρεπε να είχε σχέση με τον Νικ και το διαζύγιό τους, κι αναρωτήθηκε γιατί ο Τζόναθαν δεν της είχε τηλεφωνήσει να περάσει απ’ το γραφείο του. Ήρθε λοιπόν η ώρα, σκέφτηκε μελαγχολικά. Τέλειωσαν πια τα ψέματα. «Πώς από δω, Τζόναθαν;» τον ρώτησαν άκεφα, όταν είχαν περάσει κι οι δυο στο γραφείο. Ο δικηγόρος ξερόβηξε. «Σήμερα», της είπε με την επίσημη φωνή του, «σήμερα κλείνουν έξι μήνες από το θάνατο του αείμνηστου πατέρα σου». «Ναι», είπε η Ρομέν, συγκινημένη. «Σου έφερα αυτό». Άνοιξε την τσάντα του, και της έτεινε ένα λευκό φάκελο. «Μ ου το είχε εμπιστευθεί για να στο παραδώσω σήμερα. Το έγραψε όταν συνέταξε και τη διαθήκη του. Ήταν πολύ σημαντικό για κείνον να το διαβάσεις. Μ ελέτησέ το με


την ησυχία σου, κι αν προκύψει τίποτε, τηλεφώνησέ μου». Η Ρομέν πήρε το γράμμα με χέρια που έτρεμαν.«Τι λέει μέσα;» ρώτησε πνιχτά. «Δεν μπορώ να ξέρω. Μ ου το παρέδοσε κλεισμένο». Έμεινε μόνη στο γραφείο, με τα τελευταία λόγια του πατέρα της κλεισμένα στο λευκό φάκελο μπροστά της. Τα χέρια της έτρεμαν ακόμα τόσο πολύ, που τρόμαξε να τον ανοίξει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 «Αγαπημένο μου παιδί», είχε γράψει ο Τζορτζ, κι οι λέξεις, θολωμένες απ’ τα δάκρυα, πέρασαν κατευθείαν στα βάθη της καρδιάς της. «Τώρα που θα διαβάζεις αυτά τα λόγια μου, δε θα βρίσκομαι πια στη ζωή. Δεν ξέρω πότε θα συμβεί αυτό, αλλά πολύ φοβάμαι ότι δε θ ’ αργήσει. Δε νιώθω καθόλου καλά τώρα τελευταία, και δε θέλω να φύγω πριν προλάβω να τακτοποιήσω ορισμένες εκκρεμότητες. Συνέταξα σήμερα μια καινούρια διαθήκη, που ίσως σε εκ-πλήξει με το περιεχόμενό της. Γι’ αυτό θεωρώ ότι πρέπει να σου δώσω κάποιες εξηγήσεις. Τώρα που θα διαβάζεις αυτό το γράμμα, είμαι σίγουρος, θα είσαι πια παντρεμένη και ευτυχισμένη με τον αγαπητό μου Νικ. Δεν έχω


καμιά αμφιβολία γι’ αυτό, πίστεψέ με. Ξέρω πως θα σε κάνει ευτυχισμένη, γι’ αυτό άλλωστε αποφάσισα ν’ αλλάξω τη διαθήκη μου και να προσθέσω το σχετικό όρο. Και θα σου εξηγήσω τι με ώθησε σ’ αυτό. Προηγουμένως, όμως, θέλω να σου πω κάτι που ίσως δε σου έδειξα επαρκώς όλα αυτά τα χρόνια. Σε στεναχώρησα ίσως πολλές φορές, όπως με στεναχώρησες κι εσύ σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά δεν έπαψα ποτέ να σε αγαπώ και να είμαι περήφανος για σένα. Είσαι η κόρη μου, και είσαι μια άξια Κάλ-θορπ, αλλά δεν είσαι η μοναδική. Αυτό που θα σου πω, ίσως σε σοκάρει, αλλά πρέπει να το μάθεις: η Λίλιαν είναι ετεροθαλής αδελφή σου, όχι θετή. Δε με τιμά ίσως αυτό που ομολογώ, αλλά είχα σχέσεις με την Κά-θριν Μ πέικερ πριν ακόμα παντρευτώ τη μητέρα σου, που ήταν μια καθόλα άξια και εξαιρετική γυναίκα, και απολύτως κατάλληλη για σύζυγός μου, ενώ δυστυχώς, η αγαπημένη μου Κά-θριν δεν είχε τα κοινωνικά και οικονομικά προσόντα για να γίνει αποδεκτή απ’ την οικογένειά μας. Την αγαπούσα, ωστόσο, και δεν μπόρεσα να απομακρυνθώ από αυτήν. Καρπός της συνεχιζόμενης παράνομης σχέσης μας ήταν η Λίλιαν, που δυστυχώς η κοινωνική μου θέση και η αξιοπρέπειά μου, δε μου επέτρεπαν να αναγνωρίσω σαν δικό μου παιδί. Περιορίστηκα να την υιοθετήσω όταν χήρεψα τόσο απρόσμενα, και είχα πλέον τη δυνατότητα να δώσω στην Κά-θριν το όνομά


μου. Και αυτό, αγαπητό μου παιδί, υπήρξε πάντα ένα αγκάθι στη ζωή μου. Ξέρω πως σε ξένιζε η αδυναμία που έδειχνα σ’ ένα “ξένο” παιδί, αλλά πρέπει να αντιληφθείς πόσο ένοχος ένιωθα πάντα για όλα αυτά. Προσπαθούσα να αποζημιώσω με περισσή στοργή τη Λίλιαν, για την αδικία που της γινόταν άθελά της. Δυστυχώς, η αδελφή σου με απογοήτευσε πολλές φορές σ’ αυτά τα χρόνια, αλλά ελπίζω ότι θα βάλει περισσότερο μυαλό στο μέλλον. Αυτός ο γάμος ίσως τη συνετίσει, τελικά. Και με την ευκαιρία, πρέπει να σου ομολογήσω πως δεν ήθελα να παντρευτείς εκείνον τον ανόητο λιμοκοντόρο. Μ πορεί να είναι κατάλληλος για τη Λίλιαν, που ο νους της είναι μόνο στα λούσα και τις διασκεδάσεις. Η ζωή στο πλευρό του θα της ταιριάζει μια χαρά, φαντάζομαι, αλλά εσύ αξίζεις κάτι πολύ καλύτερο απ’ αυτόν τον κενόδοξο, ρηχό κομψευόμενο. Απορώ ειλικρινά τι το κοινό θεώρησες ότι είχες μαζί του, και θλίβομαι βαθύτατα που βλέπω ότι αρνείσαι πεισματικά να το ξεπερά-σεις. Έχεις κολλήσει στον πόνο σου για τον Κέβιν Μ πίσοπ, αγαπητό μου παιδί, κι αφήνεις τη ζωή να φεύγει μέσ’ απ' τα χέρια σου, αγνοώντας τις ευκαιρίες που σου παρουσιάζονται. Ανησυχώ πολύ για το μέλλον σου, παιδί μου, και αυτός είναι ο λόγος που αποφάσισα να πάρω την πρωτοβουλία. Ένας άλλος λόγος, είναι ότι δεν πρόκειται ποτέ να ξαναβρείς έναν άντρα σαν τον Νικ Μ πάρκλεϊ, και δυστυχώς, εσύ δε δείχνεις να το αντιλαμβάνεσαι.


Οι προσπάθειές μου να σας φέρω κοντά, δεν ευοδώνονται με το ρυθμό που θα ήθελα, και φοβάμαι ότι με το πείσμα και την ισχυρογνωμοσύνη σου, θα χάσεις αυτή την ιδανική ευκαιρία. Ακόμα και ο Νικ, που με έχει καταπλήξει με την αντοχή και το βάθος των αισθημάτων του, κάποτε θα κουραστεί και θα παραιτηθεί απ’ την προσπάθεια. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να επέμβω, γιατί ξέρω ότι, όπως και τόσες άλλες φορές στο παρελθόν, αν σου μιλήσω ευθέως γι’ αυτό το ζήτημα, η αντίδρασή σου θα είναι άκρως αρνητική. Ο Νικ βέβαια ελπίζει ότι σύντομα θα ξεπεράσεις το επεισόδιο Μ πίσοπ, και θα ενδιαφερθείς για κείνον, εγώ όμως, που ξέρω πόσο πεισματάρα και αντιδραστική μπορείς να γίνεις, διατηρώ τις αμφιβολίες μου. Βλέπεις, ξέρω από ποιον κληρονόμησες το πείσμα σου. Έχεις ήδη τόσον καιρό να έρθεις να μας δεις, και υποπτεύομαι πως ο λόγος δεν είναι οι ποικίλες ασχολίες σου, αλλά η επιθυμία σου να αποφύγεις τον Νικ. Αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω, γιατί ειλικρινά θεωρώ ότι ο Νικ είναι ένας εξαιρετικά γοητευτικός άντρας, και επιπλέον έχω την εντύπωση πως στο βάθος σε ελκύει πολύ περισσότερο απ’ όσο θέλεις να παραδεχτείς. Ξέρω επίσης πως εσύ δε δίνεις σημασία στο επάγγελμα που μπορεί να ασκεί κάποιος σε κάποια δεδομένη στιγμή. Ήταν άλλωστε απαραίτητο να γίνει κάπως έτσι, γιατί γνωρίζω πως, αν σου παρουσίαζα τον Νικ με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, θα τον απέρριπτες ασυζητητί. Ο Νικ το γνωρίζει επίσης αυτό, όπως γνωρίζει και για το επεισόδιο με τον Κέβιν Μ πίσοπ. Ελπίζει όμως πως αν συνεχίσει να


βρίσκεται κοντά σου, θα αντιληφθείς τα αισθήματά του, και θ’ ανταποκριθείς ανάλογα. Εγώ όμως φοβάμαι πως, αν πάθω τίποτα στο μεταξύ και βρεθείς στο πόδι μου, το πρώτο που θα κάνεις, θα είναι να απομα-κρύνεις τον Νικ από κοντά σου. Και αυτό δεν πρέπει να συμβεί. Αγαπητό μου παιδί, πέρα από το γεγονός ότι ο Νικ είναι ο ιδανικός άντρας για σένα, λάβε υπόψη σου ότι του χρωστώ πολύ περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσες να φανταστείς εσύ αυτή τη στιγμή. Αν βέβαια πάρεις τελικά αυτό το γράμμα, την ώρα που θα το διαβάζεις, θα έχεις μάθει ήδη όλα όσα εγώ είμαι αναρμόδιος να σου αποκαλύψω. Ένα μόνο μου επιτρέπεται να σου πω, και θέλω να το πιστέψεις, γιατί είναι η απόλυτη αλήθεια: ο μόνος λόγος που ο Νικ βρίσκεται κοντά μου, παρέ-χοντάς μου την πολύτιμη βοήθειά του, σε δυσανάλογη μάλιστα έκταση, είσαι εσύ. Είναι τόσο ερωτευμένος μαζί σου, που θα δεχόταν φαντάζομαι να περάσει κι άλλο τόσο διάστημα σαν επιστάτης μου. Εγώ ειλικρινά, απορώ με την αντοχή του, όταν μάλιστα ο δικός σου τρόπος απέναντι του είναι τόσο δυσάρεστος, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται, ένας ερωτευμένος άντρας έχει τεράστια αποθέματα αισιοδοξίας. Εγώ όμως, που δε συμμερίζομαι την αισιοδοξία του, είμαι αναγκασμένος να φροντίσω τα συμφέροντά σου. ξέρωπως θα σπεύσεις να συμμορφωθείς με τον όρο της διαθήκης μου, γιατί δε θα δεχόσουν ποτέ να συγκληρονομήσεις με τη Λίλιαν. Ξέρω επίσης ότι ο Νικ δε θα πει όχι. Σε θέλει πάρα πολύ για ν’ αφήσει να


χαθεί μια τέτοια ευκαιρία, ή για να διανοηθεί έστω να σου στερήσει την κληρονομιά σου με μιαν άρνηση. Δεν του έχω πει τίποτα, φυσικά, γιατί είναι ένας πολύ περήφανος άντρας, και θα απέρριπτε ασυζητητί τις δικές μου μεθόδους. Έτσι, αναγκαστικά, θα τον φέρω κι αυτόν προ τετελεσμένου, κι ελπίζω να με συγχωρήσει επίσης για την αυθαιρεσία μου. Μ όνο ο Τζόναθαν Ντιν γνωρίζει το σχέδιό μου, και παρ’ όλο που διαφωνεί με τη μεθόδευση, συμφωνεί επίσης ότι πρέπει να σας δοθεί μια ευκαιρία, δεδομένου μάλιστα ότι γνωρίζει τα πάντα για τον Νικ. Η πρωτοβουλία μου αυτή, οφείλεται μόνο στην αγάπη και τη φροντίδα μου για σένα, καθώς και στο ενδιαφέρον μου για το\ άνθρωπο που του χρωστάω τόσα πολλά. Τώρα που έχεις προφανώς πλήρη γνώση των υπολοίπων, θα παραδεχτείς πόσο δίκιο είχα. Σου εύχομαι να είσαι πάντα ευτυχισμένη με τον άντρα σου; και να με θυμάσαι κάπου-κάπου, ξέροντας ότι πάντα, η πρώτη μου σκέψη ήταν για σένα. Εύχομαι επίσης να μου κάνετε πολλά εγγόνια, έστω και αν δεν τα γνωρίσω ποτέ. Ελπίζω άλλωστε πως και αυτό το γράμμα, και η διαθήκη που συνέταξα σήμερα, θα αποβούν περιττά, κι ότι θα αντιληφθείς πολύ πριν φύγω εγώ, πού έγκειται το συμφέρον σου. Ομολογώ ότι θα ήθελα πάρα πολύ να σε πάω νύφη στην εκκλησία, και να σε παραδώσω εγώ ο ίδιος στα χέρια του αγαπητού μου Νικ. Αν όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει, θα φροντίσω τουλάχιστον να μη χάσεις, από σκέτη αντίδραση, αυτόν


τον υπέροχο άνθρωπο που σε λατρεύει. Ας είσαστε ευτυχισμένοι, παιδί μου, και μη με ξεχνάτε». Είχε υπογράψει, «ο πατέρας σου που σ’ αγαπάει, Τζορτζ Κάλθορπ». Η Ρομέν δυσκολεύτηκε να το διαβάσει. Τα χέρια της έτρεμαν, και τα μάτια της θόλωναν απ’ τα δάκρυα. Κι όταν τέλειω-σε, με μια αίσθηση ότι επιτέλους συμφιλιωνόταν οριστικά με τον πατέρα της, συνειδητοποίησε ότι το γράμμα του, αντί να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, τα είχε μπερδέψει χειρότερα, βάλθηκε να το ξαναδιαβάζει, σκουπίζοντας συνέχεια τα δάκρυα που έτρεχαν απ’ τα μάτια της. Ρούφηξε κυριολεκτικά όλα όσα της έγραφε για τον Νικ, νιώθοντας όλο και πιο μπερδεμένη. Το κεφάλι της γύριζε, κι η συγκίνηση που την έπνιγε, δεν τη βοηθούσε βέβαια να σκεφτεί καθαρά. Απ’ όλο το γράμμα, το μόνο που φαινόταν να έχει σημασία, ήταν η πεποίθηση του πατέρα της ότι ο Νικ την αγαπούσε. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει όταν μάζεψε το γράμμα και το ξανάβαλε στο φάκελο. Η ώρα ήταν μία, κι είχε ένα πολύ σημαντικό ραντεβού στις τρεις, αλλά το πιο σημαντικό απ’ όλα, ήταν να βρει τον Νικ και να του μιλήσει. Αν είχε δίκιο ο πατέρας της, κι αν στο μεταξύ η ίδια δεν τα είχε καταστρέψει όλα, θα προλάβαινε ίσως να βρει μια άκρη, μέχρι την ώρα που έπρεπε να συναντήσει τον Λόρδο Ντέιτον.


Ήταν η μέρα που ερχόταν ο Νικ στο ιπποτροφείο, κι έτρεξε ως εκεί με την ψυχή στο στόμα. Φτάνοντας στους στάβλους, έπεσε πάνω στον Τζίμι Ντάνιελς, που την πληροφόρησε ότι ο άντρας της είχε πάει ν’ αλλάξει. Η Ρομέν έκανε το γύρο, κι έτρεξε στο παλιό διαμέρισμα του Νικ. Μ προστά στην πόρτα, στάθηκε και πήρε κάμποσες βαθιές ανάσες. Της ερχόταν λιποθυμιά απ’ την ταραχή, τα πόδια της κοβόντουσαν. Άπλωσε το χέρι και γύρισε το πόμολο. «Νικ;» έκανε πνιχτά, προχωρώντας στο καθιστικό. Πριν ακόμα το διασχίσει, ο Νικ Μ πάρκλεϊ είχε σταθεί στην πόρτα του δωματίου, και την κοιτούσε σαν να μην πίστευε στα μάτια του. Είχε κάνει μπάνιο, κι είχε αλλάξει. Έδειχνε έτοιμος να φύγει, κι εκείνη, μέσα στην ταραχή και τη σύγχυσή της, του είπε πνιχτά: «Αν σε καθυστερώ, να φύγω...» Ο άντρας έκανε ένα βήμα μπροστά. «Δε με καθυστερείς», είπε ήρεμα, αλλά το πρόσωπό του ήταν κατάχλομο. «Κάθισε. Θα πιεις κάτι; Έναν καφέ, ίσως;» «Όχι», είπε αδύναμα η Ρομέν. «Νικ, πρέπει να σου μιλήσω». «Συμβαίνει τίποτα; Φαίνεσαι αναστατωμένη». Ήταν ψυχρός και τυπικός, και τα γόνατά της κόπηκαν στη σκέψη πως προφανώς, είχε έρθει πολύ αργά. «Πήρα ένα γράμμα απ’ τον πατέρα μου», είπε αδύναμα. «Το είχε


γράψει πριν πεθάνει. Μ ου έγραφε ότι... ότι...» Κάτω απ’ το ψυχρό του βλέμμα, τα λόγια έσβηναν στο στόμα της. Μ ’ όλη του τη στάση, της φώναζε ότι ήταν εντελώς αμέτοχος σ’ όλα αυτά, ότι δεν τον ενδιέφερε καθόλου αν της είχε γράψει ο πατέρας της πέρα απ’ τον τάφο, κι ότι μόνο από τυπική ευγένεια της επέτρεπε να σπαταλάει τον πολύτιμο χρόνο του. «Μ ου έγραφε... διάφορα πράγματα», ξανάρχισε η Ρομέν, ξεροκαταπίνοντας. «Προσπαθούσε να μου εξηγήσει γιατί... γιατί έβαλε εκείνον τον όρο στη διαθήκη του. Λέει πως δε σου μίλησε ποτέ γι’ αυτό». «Στο είχα πει κι εγώ», παρατήρησε αδιάφορα ο άντρας. «Αλλά εμένα, φυσικά, δε θα με πίστευες, όσες φορές κι αν το επαναλάμβανα». Τον κοίταξε απελπισμένη. Η έκφρασή του ήταν ολότελα απαγορευτική. «Μ ου έγραψε επίσης», συνέχισε μαζεύοντας τα τελευταία υπολείμματα του κουράγιου της, «μου έγραψε επίσης πως με αγαπούσες». «Ναι;» «Πως... πως περίμενες υπομονετικά να ενδιαφερθώ για σένα. Πως ήρθες εδώ μ’ αυτό το σκοπό... Θεέ μου, δεν κατάλαβα τίποτα», κατέληξε παθητικά. «Αν θέλεις, πάρ’ το να το διαβάσεις». Έβγαλε απ’ την τσέπη της το λευκό φάκελο, και του τον έτεινε. Εκείνος δεν άπλωσε το χέρι να τον πάρει. Έμεινε να τον κοιτάζει αμίλητη, με την καρδιά να σφίγγεται


οδυνηρά. «Εντάξει», είπε τελικά, βάζοντας πάλι το γράμμα στην τσέπη της. «Βλέπω ότι το θέμα δε σ’ ενδιαφέρει. Αντίο, Νικ». Έκανε να πάει προς την πόρτα, αλλά εκείνος βρέθηκε ξαφνικά να της κλείνει το δρόμο. Άπλωσε το χέρι και την έ-πιασε απ’ το μπράτσο. «Και για ποιον ακριβώς λόγο ήρθες να με βρεις;» έκανε αργόσυρτα. «Για να σου επιβεβαιώσω αυτά που γράφει ο πατέρας σου; Δεν είχα ιδέα ότι ήταν τόσο σημαντικά για σένα», κατέληξε ειρωνικά. Του είπε πνιγμένα: «Νόμιζα πως θα μπορούσαμε να βρούμε μιαν άκρη...» «Κι εγώ έτσι νόμιζα κάποτε», της αντιγύρισε σκληρά. «Λοιπόν, εντάξει - στα επιβεβαιώνω. Ικανοποιήθηκες τώρα;» «Μ ε - με αγαπούσες;» τραύλισε η Ρομέν. «Μ ε αγαπούσες στ’ αλήθεια;» Εκείνος γέλασε κοφτά. «Στ’ αλήθεια σ’ αγαπούσα. Προς τι τόση δυσπιστία; Θα έπρεπε να έχεις περισσότερη εμπιστοσύνη στην κρίση του πατέρα σου - και στην εντιμότητά του, επίσης. Δε θα κοίταζε να σε ξεγελάσει σ’ένα τέτοιο θέμα, και μάλιστα πριν πεθάνει». «Το ξέρω», είπε αδύναμα η Ρομέν. «Γι' αυτό ήρθα να σε βρω». Κι ύστερα ρώτησε αποφασιστικά: «Γιατί έβαλες εκείνον τον όρο για το ιπποτροφείο, Νικ; Γιατί μου ζήτησες τρία χρόνια;»


«Τι ανόητη που είσαι», της είπε βραχνά, και της έστρεψε απότομα την πλάτη. «Θα έπρεπε να μη χρειάζονται οι δικές μου εξηγήσεις. Θα έπρεπε να το είχες καταλάβει από πολύ καιρό τώρα. Αλλά ήσουνα πάντα τόσο προκατειλημμένη, τόσο εχθρική και καχύποπτη, που δεν μπόρεσες να δεις ούτε αυτό το απλό πράγμα πως δεν είχα κανέναν απολύτως λόγο να σου ζητήσω τρία χρόνια. Αν ήθελα το καταραμένο το ιπποτροφείο σου, θα μπορούσα να είχα βολευτεί μια χαρά με έξι μήνες, ή και λιγότερο ακόμα!» «Μ ου είχες πει πως... πως ήταν για τ’ άλογα». «Και θά ’μουνα τόσο ηλίθιος, να ξεθεώνομαι τρία χρόνια με τ’ άλογά σου, χωρίς κανένα απολύτως όφελος! Κορίτσι μου, σου μοιάζω στ’ αλήθεια για μαζοχιστής; Που να πάρει, δεν είναι δυνατόν να σκέφτεται τόσο ανόητα, μια έξυπνη γυναίκα σαν εσένα!» Στράφηκε πάλι απότομα να την κοιτάξει, κι αυτή τη φορά την άρπαξε απ’ τους ώμους. «Δεν τό ’βλεπες πόσο τρελός ήμουνα για σένα; Δεν κατάλαβες στ’ αλήθεια ποτέ, γιατί έσπευσα να συμμορφωθώ με τον όρο του πατέρα σου, και γιατί σου ζήτησα τρία χρόνια; Γιατί σε εκβίαζα τόσο στυγνά με το ιπποτροφείο;» «Γιατί;» έκανε ανόητα η Ρομέν. Της είπε φουρτουνιασμένος: «Οπωσδήποτε, όχι για να προλάβω να καταχραστώ στο μεταξύ την περιουσία σου! Σε εκβίαζα, και θα συνέχιζα να σ’ εκβιάζω, επειδή αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να σ’ εμποδίσω να με χωρίσεις απ’ την επόμενη κιόλας μέρα. Έλπιζα ότι


αν μέναμε μαζί για ένα μεγάλο διάστημα, θα σ’ έκανα να ενδιαφερθείς για μένα. Σ’ αγαπούσα τόσο πολύ, που έλπιζα ότι τελικά η αγάπη μου θα σ’ έκανε να ξεχάσεις τον καταραμένο τον Μ πίσοπ!» «Ν- νόμιζα ότι...» «Και τι δε νόμιζες», την έκοψε πικρά. «Ήσουνα τόσο αρνητική, τόσο καχύποπτη και τόσο προσβλητική ακόμα, που δεν τολμούσα να κάνω ούτε ένα βήμα για να σε προσεγγίσω. Πε-ρίμενα μόνο παθητικά να συνηθίσεις στην παρουσία μου, και να πάψεις να με βλέπεις σαν τον εχθρό με έψιλον κεφαλαίο. Κατάφερνα ακόμα και να συγκρατιέμαι εκείνες τις μαρτυρικές νύχτες, για τ’ όνομα του Θεού! Τέσσερις μήνες στο κρεβάτι σου, και να μην τολμώ ούτε ν’ απλώσω το χέρι προς το μέρος σου, για να μη σε αποξενώσω ολότελα!» «Α- αυτό ήταν;» «Εσύ τι φαντάστηκες;» της πέταξε σαρκαστικά. «Πώς είχα γίνει ευνούχος;» «Δε μου μίλησες ποτέ για όλ’ αυτά...» «Λες και θα μπορούσα! ζεχνάς φαίνεται πώς με αντιμετώπιζες απ’ την πρώτη στιγμή. Όταν άρχισες κάπως να χαλαρώνεις, προσπάθησα να σε πλησιάσω. Πίστευα πως άλλαζες αισθήματα απέναντί μου, αλλά όταν το αποφάσισα να στα πω όλα, ήρθε ο


καταραμένος ο Μ πίσοπ - κι από κείνη τη στιγμή, δεν είχες μάτια παρά μόνο για τη μεγάλη σου αγάπη!» «Εγώ;» «Εσύ, βέβαια», της πέταξε μπουρινιασμένος. «Συνέχεια μαζί του βρισκόσουνα, κι είχες ένα τόσο δυστυχισμένο ύφος, που - » «Για τ’ όνομα του Θεού», τον έκοψε αγανακτισμένη η Ρο-μέν, «θα πάψεις επιτέλους να μου αναφέρεις τον Κέβιν; Δεν ένιωθα τίποτε γΓαυτόν, δεν το καταλαβαίνεις; Κλείσαν κιόλας δύο χρόνια απ’ τη στιγμή που έπαψε να μ’ ενδιαφέρει ο Κέβιν Μ πίσοπ, που να πάρει!» «Δυο χρόνια;»·έκανε απαλά ο Νικ. «Δυο χρόνια», τον βεβαίωσε κοντανασαίνοντας. «Απ’ τη στιγμή που μπήκες εσύ στο “Ακουάριουμ”! Κι αν ήμουνα δυστυχισμένη εκείνες τις μέρες, δεν ήταν εξαιτίας του ηλίθιου του Κέβιν, αλλά επειδή εσύ φλερτάριζες ξεδιάντροπα με τη Λίλιαν!» «Ορίστε;» έκανε κατάπληκτος ο Νικ. «Ποιος φλερτάριζε ποιον, είπες;» «Εσύ τη Λίλιαν», είπε η Ρομέν, κι ένιωσε να ξεφουσκώνει απότομα, όταν εκείνος έβαλε ξαφνικά τα γέλια. «Ω, Θεέ μου», έκανε τελικά ο Νικ. «Να με θεωρείς μαζοχιστή,


κάτι πάει κι έρχεται. Αλλά να με θεωρείς και τόσο κακόγουστο, κυρία Μ πάρκλεϊ, καταντάει πια ολότελα προσβλητικό!» «Η Λίλιαν είναι καλλονή», έκανε πικρά η Ρομέν. «Η Λίλιαν είναι η πιο κιτς γυναίκα που έχω γνωρίσει», της αντιγύρισε στεγνά. «Ψεύτικη απ’ άκρη σ’ άκρη, και τόσο απωθητική, που αν θά ’πρεπε να διαλέξω ανάμεσα σ’ εκείνην και σε μια μαϊμού, θα προτιμούσα να πάω με τη μαϊμού!» «Ήσουνα όμως συνέχεια μαζί της!» «Πώς να μην είμαι, τη στιγμή που μου έτρεχε συνέχεια από πίσω; Πέρα απ’ το να τη βρίσω, δεν υπήρχε κανένας άλλος τρόπος να την αποφύγω. Δεν παίρνει από υπονοούμενα η αδερφή σου. Ήμουνα ψυχρός μέχρις αγένειας απέναντι της, αλλά δε νομίζω ότι φτάνει η ψυχρότητα για να την αποθαρρύνει!» «Μ έχρι που τελικά τη χαστούκισες», είπε σιγανά η Ρομέν. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. «Ήμουνα έξαλλος μαζί σου εκείνο το βράδυ. Σε είχα πιάσει με τον αναθεματισμένο τον Μ πίσοπ, και αν θυμάσαι, έφυγα αμέσως, γιατί αν καθόμουνα μισό δευτερόλεπτο παραπάνω, θα τον είχα σκοτώσει επί τόπου. Έβραζα απ’ την οργή, κι όταν ήρθα εδώ, βρήκα την αδερφή σου να με περιμένει στο κρεβάτι. Είχε μάλιστα το θράσος να μου πει, ότι είχε αποφασίσει να απατήσει τον άντρα της, επειδή τον είχε πιάσει να το κάνει μαζί


σου!» «Λ, τη βρόμα!» έκανε έξαλλη η Ρομέν. «Αυτό είπα κι εγώ, γι’ αυτό της έδωσα ένα χαστούκι», είπε ξερά ο Νικ. «Άδικα ίσως, αφού στο κάτω-κάτω, μπορούσα να επιβεβαιώσω κι ο ίδιος τα λεγόμενό της!» «Δε συνέβη τίποτα με τον Κέβιν», είπε απελπισμένη η Ρομέν. «Εκείνη τη μέρα βρήκε μια ευκαιρία κι άρχισε να με φιλάει. Ήμουνα τόσο δυστυχισμένη, και με είχαν πάρει τα κλάματα. Κι εκείνος ο ηλίθιος, βρήκε την ώρα να μου κάνει καμάκι! Γιατ’ όνομα του Θεού, Νικ, πώς φαντάζεσαι ότι θα τον άφηνα να με φιλήσει με τη θέλησή μου; Που να πάρει, αφού ήμουνα τρελά ερωτευμένη μαζί σου, απ’ τη στιγμή που σε πρω-τοείδα στο εστιατόριο!» Της είπε κατάχλομος: «Πες το πάλι αυτό». «Ήμουνα τρελά ερωτευμένη μαζί σου όλον αυτόν τον καιρό, κι ας αρνιόμουνά να το παραδεχθώ. Φοβόμουνα τόσο μην ξαναπληγωθώ, Νικ, κι εσύ ήσουνα τόσο... τόσο συναρπαστικός, που δε θα τολμούσα ποτέ ν’ αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο μαζί σου. Αλλά με αναστάτωσες απ’ την πρώτη στιγμή που μπήκες στο "Ακουάριουμ”. Κι από κει και πέρα, έγινες το επίκεντρο της ζωής μου. Όσο κι αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να το ξεπεράσω». Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. «Έπρεπε να σου είχα πει ναι εκείνο το βράδυ στο "Ακουάριουμ”. Αλλά, Χριστέ μου, έδειχνες


τόσο επικίνδυνος, κι είχες ολόκληρο χαρέμι από γυναίκες!» «Ολόκληρο χαρέμι», είπε βραχνά ο Νικ. Την κρατούσε τώρα σφιχτά στην αγκαλιά του, και βαριανάσαινε. «Τι ανόητη που είσαι... Στο "Ακουάριουμ” ερχόμουνα μόνο για σένα. Απ’ τη στιγμή που σε πρωτοείδα, ήξερα πως θά ’σουνα η μοναδική... Αλλά δεν μπορούσα να έρχομαι συνέχεια μόνος μου σ’ ένα τέτοιο μέρος, μωρό μου. Δεν ήταν μπαράκι για ξενύχτηδες. Έπαιρνα λοιπόν κάποια φιλική παρέα, κι ερχόμουνα σαν πολιτισμένος άνθρωπος». «Κι η Φίλις;» έκανε πνιχτά η Ρομέν, κι εκείνος γέλασε λίγο. «Αυτή ήταν η μικρή μου αδερφή, αγάπη μου. Την επιστράτευσα ειδικά γι’ αυτό το σκοπό, όταν εξάντλησα όλες μου τις γνωριμίες στην Οξφόρδη. Δεν είχα πια μάτια για άλλη γυναίκα, Ρομέν, το ξέρεις... Το έβλεπες πώς έκανα για σένα, αλλά εσύ δε μου άφηνες κανένα περιθώριο. Μ ε απέρριπτες συνέχεια, δε με άφηνες καν να σε πλησιάσω... Και τη μία φορά που ήρθες μόνη σου, έφυγες πάλι οριστικά. Μ πορείς να φανταστείς πώς ένιωσα τότε, μωρό μου; Μ ’ άφησες να πιστέψω τόσα πολλά εκείνη τη μέρα, και δεν κράτησε ούτε μια ώρα...» Την έσφιγγε πάνω του βαριανασαίνοντας, με τα χείλια του στα μαλλιά της. «Έλειψες τέσσερις μήνες και δώδεκα μέρες, και όταν γύρισες, με αντιμετώπισες με τόση απέχθεια, που οποιοσδήποτε άλλος στη θέση μου, θα είχε φύγει αμέσως. Μ ωρό μου, αγάπη μου, δυο χρόνια τώρα υποφέρω όλα τα μαρτύρια της κόλασης εξαιτίας σου, κι ήμουνα τόσο τρελός για σένα, που δε


δίστασα να καταφύγω στον εκβιασμό για να σε δέσω μαζί μου! Κι εσύ τώρα έρχεσαι και μου λες για χαρέμια...» «Ω, Νικ», στέναξε η Ρομέν, και σφίχτηκε ακόμα περισσότερο επάνω του, τρέμοντας σύγκορμη απ’ την έκσταση της αγκαλιάς του. «Δε σ’ ένοιαξε όμως καθόλου όταν σου είπα πως θα σε χώριζα». «Αν μ’ ένοιαξε; Ποτέ στη ζωή μου δε βρέθηκα τόσο κοντά στη λιποθυμία, αν θες να μάθεις. Αλλά τι μπορούσα να κάνω; Αν σου ήμουν πια τόσο αποκρουστικός, που να προτιμάς να θυσιάσεις το ιπποτροφείο για ν’ απαλλαχτείς από μένα...» «Μ ου ήσουνα τόσό απαραίτητος, που είχα πανικοβληθεί». «Κι εγώ είχα πανικοβληθεί, πίστεψέ με», της είπε πικρά. «Το μόνο που μπορούσα να κάνω, ήταν να σου δώσω χρόνο ν’ αναθεωρήσεις την απόφασή σου. Φοβόμουνα πως αν σε πίεζα έστω τόσο δα, θα έχανα εντελώς το παιχνίδι. Τι να σου έλεγα, άλλωστε; Ότι δεν μπορούσα να ζήσω χωρίς εσένα; Θα ήταν γελοίο, κι εσύ δε θα το πίστευες έτσι κι αλλιώς. Κι ύστερα -σου είχα φερθεί σαν κτήνος. Δεν μπορούσα πια να έχω απαιτήσεις. Δεν είχα όμως σκοπό να το βάλω κάτω. Αργά ή γρήγορα, θα ξανάρχιζα τις προσπάθειες, είτε με χώριζες, είτε όχι. Ποτέ δε θα παραιτιόμουνα οριστικά. Είσαι το πιο υπέροχο πλάσμα που γνώρισα ποτέ μου, κι η μόνη που θέλησα ποτέ για γυναίκα μου. Δυο χρόνια, Ρομέν - δυο χρόνια άντεξα αυτή την κατάσταση... Δε σου λέει τίποτε αυτό,


μωρό μου;» «Ω, Νικ», έκανε ξεψυχισμένα η Ρομέν, αλλά τα χείλια του έπνιξαν όλα τα υπόλοιπα, σ’ ένα παράφορο φιλί αχόρταγου πάθους. «Σ’ αγαπώ», της μουρμούριζε ανάμεσα από ένα χείμαρο φιλιά, «ω, Θεέ μου, πόσο σ’ αγαπώ, μωρό μου... Και σε θέλω τόσο, τόσο πολύ. Μ ε θέλεις κι εσύ λίγο;» «Αν ήξερες πόσο σε θέλω, Νικ, θα τρόμαζες», έκανε σπασμένα η Ρομέν, και δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση όταν αυτός την τράβηξε στην κρεβατοκάμαρα. Κι όταν βρέθηκαν να φιλιώνται παθιασμένα στο κρεβάτι, του παραδόθηκε βογ-γώντας καιβαριανασαίνοντας απ’τη λαχτάρα. «Είναι η δεύτερη φορά», μουρμούριζε σπασμένα ο Νικ, καθώς της γέμιζε το σώμα με φιλιά. «Ή δεύτερη φορά που έρχεσαι με τη θέλησή σου... Δυο φορές μόνο σε δυο χρόνια, αγάπη μου, κι ήμουνα ο νόμιμος σύζυγός σου!» «Σε ήθελα κάθε λεπτό της κάθε μέρας», έκανε μ’ ένα λυγμό η Ρομέν. «Αλλά ήμουνα ηλίθια... Έλα τώρα, Νικ, έλα μέσα μου... Σε παρακαλώ, δεν αντέχω άλλο». «Εντάξει...» Μ πήκε μέσα της ορμητικά, και βάλθηκε να κουνιέται μ’ όλη τη δύναμη του εξαίσιου κορμιού του. «Αγάπη μου, ομορφιά μου... Ήμουνα άρρωστος από επιθυμία - απ’ την πρώτη στιγμή... Είσαι το ωραιότερο πλάσμα που γνώρισα ποτέ μου...» «Μ η με κοροϊδεύεις, Νικ... Δεν το πιστεύεις αυτό, το ξέρω...» «Αν δεν το


πίστευα, γιατί θα διάλεγα εσένα;» Για τις “γαίες” μου, σκέφτηκε πικρά η Ρομέν, αλλά η ανόσια σκέψη έσβησε κάτω από ένα σαρωτικό κύμα ηδονής, κι αντί να πει οτιδήποτε, άφησε μόνο μια πνιχτή κραυγή πάθους. «Έλα, αγάπη μου», ψιθύριζε η φωνή του, «έλα τώρα... Θεέ μου, να σε δω έτσι, έτσι, να τελειώνεις στην αγκαλιά μου... Το σώμα σου - Θεέ μου, πόσο το ήθελα το σώμα σου... Έλα τώρα, μωρό μου, έλα τώρα...» Η ηδονή ξέσκισε το σώμα της σαν αλλεπάλληλες, αφόρητα γλυκιές μαχαιριές. Σπαρτάρησε στην αγκαλιά του, κι εκείνος την έσφιξε παράφορα πάνω του, ρουφώντας τα χείλια της, και μπαίνοντας όλο και πιο ορμητικά στα βάθη του κορμιού της. Την άφησε να το απολαύσει μέχρι και το τελευταίο αδύναμο ρίγος, και μετά αφέθηκε στη δική του απόλαυση, δαγκώνοντας τα χείλια της, μ’ όλο του το κορμί να τρέμει σπασμωδικά, και με την ανάσα του να φτάνει επίπονη, σπασμένη στ’ αφτιά της. Μ ετά έμειναν να χαλαρώνουν σφιχταγκαλιασμένοι, μέχρι που εκείνος σήκωσε το κεφάλι και της χαμογέλασε αδύναμα. «Ω, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ», του είπε πνιχτά η Ρομέν, και παίρ-νοντάς του το πρόσωπο στις παλάμες της, τον φίλησε ξέπνοη στο στόμα. «Κι εγώ», της είπε πνιχτά. «Δεν ξέρω αν θα μπορέσεις ποτέ να καταλάβεις πόσο...» «Τι μου βρήκες;» ρώτησε η Ρομέν, χαμένη στη φωτιά των ματιών του, κι εκείνος γέλασε λίγο, κι έσυρε το δάχτυλό του απ’ τη λεπτή,


όμορφη μύτη της, στα σαρκώδη της χείλια. «Στ* αλήθεια, αναρωτιέσαι τι σου βρήκα; Είσαι υπέροχη απ’ άκρη σ’ άκρη». Η γλώσσα του έπαιξε ερεθιστικά με τα χείλια της, συναντώντας φευγαλέα τη δική της στο παιχνίδι της. «Μ ε μάγεψες απ’ τη στιγμή που σε πρωτοείδα. Είχες αυτά τα υπέροχα μάτια, κι αυτά τα υπέροχα μαλλιά, κι αυτό το στόμα που δε χορταίνω να φιλάω... Κι ήσουνα ψηλή και λυγερή σαν ελαφίνα. Σε είδα και σκέφτηκα, Χριστέ μου, δεν μπορεί να υπάρχει ωραιότερο πλάσμα στον κόσμο... Κι εσύ με κοιτούσες μ’ εκείνα τα μάτια, σαν να μου απαγόρευες την είσοδο!» «Και λοιπόν;» ρώτησε χαδιάρικα η Ρομέν, προσπαθώντας ν’αποδιώξει τη σκέψη, πως αυτά δεν ήταν τα πιο χειροπιαστά της προσόντα, και πως ίσως ο Νικ υπερέβαλλε λίγο στην προσπά-θειά του να εκθειάσει εκείνην, αντί για τα χτήματά της. «Και λοιπόν, το πήρα λίγο πεισματικά το πράγμα», είπε εκείνος χαμογελώντας. «Στο είπα, είμαι φριχτά πεισματάρης». «Θεέ μου», μουρμούρισε η Ρομέν. «Είμαι τρελά ερωτευμένη μ’ έναν φριχτά πεισματάρη άντρα, και μ’ αρέσει κιόλας». «Είμαι και φριχτά ζηλιάρης». Του χαμογέλασε. Ήξερε πως την έπαιρνε η κατηφόρα, και δεν την ένοιαζε καθόλου. «Μ ’ αρέσει κι αυτό εξίσου. Αλλά δε βλέπω σε τι θα ωφελήσει - πώς θα γινόταν ποτέ να κοιτάξω άλλον άντρα,


αγαπημένε μου; Κανείς δε θα μπορούσε να συγ-κριθεί μαζί σου. Είσαι ένας και μοναδικός...» Την ξαναφίλησε παθιασμένα. «Έχουμε να συζητήσουμε τόσα πολλά οι δυο μας», της είπε βραχνά. «Έχουμε να δώσουμε τόσες εξηγήσεις... Αλλά δε βιαζόμαστε, έτσι δεν είναι;» «Όχι», είπε τεμπέλικα η Ρομέν, φιλώντας τον στο σαγόνι. «Έχουμε όλο τον καιρό μπρο- » Και ξαφνικά θυμήθηκε το ραντεβού της, και είπε έντρομη: «Ω, όχι! Ω, Θεέ μου, τι ώρα είναι;» Ο Νικ κοίταξε το ρολόι του. «Τρεις και είκοσι. Γιατί;» «Θεέ μου», έκανε με κομμένη ανάσα η Ρομέν, «ω, δεν είναι δυνατόν! Τι θα κάνω τώρα;» Τινάχτηκε πάνω, αλαφιασμένη. «Πρέπει να τρέξω στο Ντέιτον Χολ - όχι, καλύτερα να τηλεφωνήσω πρώτα... Πώς θα δικαιολογηθώ, Θεέ μου!» «Μ ισό λεπτό - ηρέμησε, μωρό μου...» «Νικ, αυτό είναι σωστή καταστροφή! Είχα ραντεβού με τον Λόρδο Ντέιτον στις τρεις... Πρέπει να τρέξω, αγάπη μου... Θεέ μου, τι θα λέει για μένα!» «Δεν υπάρχει λόγος να - » «Μ α, Νικ - δε βλέπεις; Είχα ραντεβού στις τρεις. Έχω αργήσει


κιόλας μισή ώρα!» Τα μάτια του έλαμπαν πολύ παράξενα, στ’ αλήθεια. «Μ ωρό μου, είμαι σίγουρος πως δε θα σε παρεξηγήσει η εξοχότητά του». Έβαζε πυρετικά τα ρούχα της, προσπαθώντας συγχρόνως να συμμαζέψει τα μαλλιά της. «Δε θα μ’ ενδιέφερε σε καμιά άλλη περίπτωση, αλλά, αγάπη μου, πρέπει να του μιλήσω για το δάνειο!» Της είπε απαλά: «Κανένα πρόβλημα. Μ ίλα του τώρα». Τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει, με το χέρι ακόμα στα μαλλιά της. «Τι εννοείς;» έκανε ανόητα. «Αν έχεις κάτι να πεις στο Λόρδο Ντέιτον, δεν υπάρχει κανένας λόγος να σε πιάνει υστερία». Της χαμογέλασε παιχνιδιάρικα. «Μ πορώ να σε βεβαιώσω πως άργησε κι εκείνος εξίσου στο ραντεβού σας. Είμαι όμως σίγουρος ότι άξιζε τον κόπο. Δε συμφωνείς, γλυκιά μου λαίδη Ντέιτον;» Τον κοίταζε άναυδη, κοκαλωμένη απ’ την κατάπληξη. Για λίγο της ήταν αδύνατο να μιλήσει, ύστερα είπε μισολιπόθυμη: «Εσύ... δεν είναι δυνατόν!» «Ω, ναι, είναι», τη βεβαίωσε απαλά. «Για κει πήγαινα όταν με πρόλαβες. Είχα κι εγώ ραντεβού στις τρεις με τη λαίδη Ντέιτον, όπως καταλαβαίνεις».


«Νικ», έκανε πνιχτά η Ρομέν, και ξαφνικά βρέθηκε πάλι σφιγμένη στην ατσάλινη αγκαλιά του. «Μ ωρό μου, αγάπη μου», της ψιθύριζε πνιχτά, «πες μου πως δε σε πειράζει...» «Όχι, δε με πειράζει», του αποκρινόταν σπασμένα η φωνή της, γιατί ακόμα το μυαλό της δεν ήταν σε θέση να πει τίποτα. «Δεν πειράζει... Σε λατρεύω, Νικ, σε λατρεύω... Γιατί να πειράζει; Ω, Θεέ μου, δεν καταλαβαίνω!» «Ήθελα να στο πω από καιρό... Αλλά φοβόμουνα ότι αυτό θα σε αποξένωνε οριστικά, αγάπη μου. Ήσουνα τόσο αρνητική μαζί μου τι θα σκεφτόσουνα γΓαυτήν την απάτη; Δε θα ήθελες ούτε να με ξαναδείς στα μάτια σου. Ήθελα να περάσει πρώτα κάποιο διάστημα, να δεθούμε κάπως οι δυο μας...» «Νικ... ω, Νικ, είναι αλήθεια;» «Ναι, μωρό μου, είναι αλήθεια». Γέλασε λίγο βλέποντας την έκφρασή της. «Ο γάμος μας θα μπορούσε να είναι το πιο επιτυχήμένο συνοικέσιο που οργανώθηκε σ’ αυτήν την περιοχή τα τελευταία εκατό χρόνια. Ο μακαρίτης ο γέρο-Χένρι κι ο πατέρας σου, θα μας κοιτάζουν σίγουρα από κάπου ψηλά, και θα τρίβουν τα χέρια. Για να μη σου πω ότι ο θείος Χένρι θα κακαρίζει. κιόλας», πρόσθεσε γελώντας. Τον κοίταζε σαν χαμένη, αλλά ξαφνικά βάλθη κε να γελάει ασυγκράτητα. Κι όσο περισσότερο έφερνε στο νου της τον


μακαρίτη το λόρδο, τόσο περισσότερο γελούσε. «Θα - θα σου άφηνε τ’ άλογά του», έκανε πνιγμένη στα γέλια, και καθώς πνιγόταν κι ο Νικ απ’ τον ίδιο λόγο, κυλίστηκαν μαζί στο κρεβάτι, ξεκαρδισμένοι. «Ο μακαρίτης ο Χένρι ήταν αδερφός του παππού μου», είπε ο Νικ. «Ο πατέρας μου δε ζει πια, κι εγώ είμαι ο μεγαλύτερος απ’ τ’ αδέρφια μου. Το ήξερα εδώ και χρόνια πως θα γινόμουνα ο όγδοος λόρδος του Ντέιτον, μιας κι ο θείος Χένρι δεν έδειχνε διατεθειμένος να παντρευτεί και ν’ αφήσει απογόνους». «Μ α... δεν έχεις καν το ίδιο επώνυμο με τον μακαρίτη!» «Ο παππούς μου είχε κάνει ένα γάμο υψηλού συμφέροντος», της εξήγησε γελώντας ο Νικ. Ο πεθερός του νεότερου Σάτον είχε μόνο μια κόρη, και καθώς είχε και όλα τα λεφτά (γιατί εκείνος ήταν ένας πάμπλουτος τραπεζίτης, κι ο γαμπρός του είχε καταφέρει κιόλας, στην ηλικία των εικοσιτριών ετών, να χάσει στα χαρτιά σχεδόν ολόκληρο το μερίδιό του απ’ την πατρική περιουσία) είχε απαιτήσει να κρατήσει το ζεύγος το δικό του επώνυμο. «Έτσι εμείς βγήκαμε Μ πάρκλεϊ, κι όχι βέβαια πως μας έβλαψε αυτό», κατέληξε ο Νικ χαμογελώντας της τρυφερά. «Μ α δε σε είχα δει ποτέ εδώ γύρω! Κανείς δεν ήξερε για σένα!» «Ο θείος Χένρι, το ξέρεις, ήταν στριμμένο άντερο. Είχε κόψει και την καλημέρα στον αδερφό του, από τότε που τον έ-πιασε, στα δεκαεννιά, να του δανείζεται αυθαίρετα τις γραβάτες. Δεν


αναγνώριζε καν την οικογένειά μας, κι εγώ τον πρωτοσυνάντησα στα εικοσιπέντε μου, όταν άρχισε να γίνεται όλο και πιο πιθανό ότι θα τον διαδεχόμουνα - αν και εκείνος ισχυριζόταν ότι είχε όλον τον καιρό μπροστά του για ν’ αποκτήσει κάμποσους γιους. Μ ου είπε πως δεν αναγνώριζε σε κανόναν μικρανιψιό του, και προπαντός σε κανόναν εγγονό του ακαμάτη του αδερφού του, το δικαίωμα να τον διαδεχτεί, τη στιγμή που εκείνος ήταν ακόμη ακμαιότατος, και απόλυτα ικανός να εξασφαλίσει τη διαδοχή από μόνος του. Και να σκεφτείς ότι ήταν ήδη έβδομηντατριών χρόνων», κατεληξε γελώντας. Μ ετά από αυτό, είχαν περάσει κάμποσα χρόνια μέχρι να ξανασυναντηθούν οι δυο τους. Ο Χόνρι είχε πια πατήσει τα ογδόντα, κι είχε αρχίσει να εχει βάσιμες υπόνοιες, πως ίσως τελικά να μην προλάβαινε να αποκτήσει τον περιπόθητο γιο, δεδομένου μάλιστα ότι παρεμενε πεισματικά ανύπαντρος όλ’ αυτά τα χρόνια. Ζήτησε λοιπόν να δει τον επίδοξο διάδοχό του, για να τον προετοιμάσει ψυχικά, όπως είπε, για την ανάληψη των καθηκόντων του. «Μ ου είπε πως, στην απίθανη περίπτωση που θα τον διαδεχόμουν, είχε τουλάχιστον την απαίτηση από μόνα να κάνω όνα γάμο της αρεσκείας του. Μ ου είχε διαλόξει και τη νύφη, με τη σύμφωνη γνώμη του πατόρα της. Η κοπέλα ήταν ιδανική περίπτωση, μου είπε. Στους προγόνους της συγκαταλέγονταν αρκετοί κομήτες ώστε να ικανοποιούνται τα στάνταρντς του Ντειτον, και θα κληρονομούσε μεγάλη κτηματική περιουσία, που κατά ευτυχή σύμπτωση, συνόρευε προν νότον με τα χτήματα του Ντειτον.


Επιπλόον, ήταν ωραία, ψηλή και ευθυτενής σαν Βαλκυρία, κι αν ήταν δέκα χρόνια νεότερος, θα την έπαιρ-νε κι ο ίδιος, επομόνως δεν εβλεπε γιατί να μην την πάρω εγώ. Όπως καταλαβαίνεις, αγάπη μου, λύσσαξε απ’ το κακό του όταν του είπα πως τη γυναίκα μου είχα σκοπό να τη διαλέξω μόνος μου, και οπωσδήποτε, όχι από συνοικέσιο». Ο θείος Χόνρι, που είχε αποφασίσει πως η Ρομεν Άντρια Κάλθορπ επρεπε ντε και καλά να γίνει η επόμενη Λαίδη Ντόι-τον, άστραψε και βρόντησε, αλλά σύντομα ανακάλυψε ότι ο εγγονός του ακαμάτη του αδερφού του, παρεμενε εντελώς απτόητος από αυτά τα θεαματικά ξεσπάσματα. Του είπε λοιπόν ότι ήταν αγνώμων και ακαμάτης επίσης, κι ότι δεν ήθελε να ό-χει καμιά περαιτέρω σχέση μαζί του, εφόσον μάλιστα θα φρόντιζε ταχύτατα να εξασφαλίσει τη διαδοχή του από μόνος του. Στα ογδόντα, όμως, δεν ήταν και τόσο εύκολο πια να εξασφαλίσει την πολυπόθητη διαδοχή, και περιορίστηκε απλώς να βράζει στο ζουμί του, ειδικά όταν, σε κάποια φάση, εμαθε ότι η Ρομέν είχε φέρει στον πατέρα της έναν πολύ ελκυστικό αρραβωνιαστικό. «Εκείνα τα Χριστούγεννα», είπε ο Νικ, «είχα έρθει να τον δω. Είχαμε βγει, θυμάμαι, για μια βόλτα με το αυτοκίνητο. Και κάπου στη διαδρομή, είδαμε μια κοπέλα πάνω σ’ ένα μαύρο άλογο. Ήταν η ωραιότερη γυναίκα που είχα δει ποτέ μου, και καθώς σταματούσαμε για να την αψήσουμε να περάσει, ρώτησα το θείο Χένρι ποια ήταν».


Κι εκείνος του είχε απαντήσει λυσσώντας, πως ήταν η μεγαλύτερη ευκαιρία που είχε χάσει ποτέ του, και πως ήταν πια αργά να το μετανιώνει, γιατί η κοπέλα είχε βρει κάποιον πιο έξυπνο από κείνον, που θα έπαιρνε και την καλλονή πάνω στο άλογο, και τα χτήματά της που συνόρευαν τόσο βολικά με τα χτήματα του Ντέιτον, και όλους εκείνους τους ελκυστικούς της προγόνους. Και ξαφνικά, ο Νικ Μ πάρκλεϊ είχε αρχίσει να συμφωνεί απόλυτα με το θείο Χένρι, και ν’ αναρωτιέται πώς είχε αφήσει να χαθεί μια τέτοια ευκαιρία. Του είχε χαλάσει αυτόματα το κέφι, κι είχε φύγει απ’ το Ντέιτον με την έντονη αίσθηση πως, για μια φορά, ο αντικομφορμισμός του δεν τον είχε ωφελήσει και πολύ. Λίγες μέρες αργότερα, όμως, ο θείος Χένρι τον είχε πάρει για να του πει όλος χαρά, ότι “εκείνη η μπασμένη η αδερφή της μας απάλλαξε απ’ τον παρείσακτο”, κι ότι είχε σπεύσει να συναντηθεί με τον “αγαπητό Τζορτζ”, για να συζητήσουν (για δέκατη τουλάχιστον φορά), τα πλεονεκτήματα ενός πιθανού συμπεθεριού. Αυτή τη φορά δε βρήκε καμιά δυσκολία να πείσει τον ανιψιό του ότι επιβαλλόταν να έρθει στο Ντέιτον, και να συμφάει μαζί του, και με τον Τζορτζ Κάλθορπ. Ο Νικ κι ο Τζορτζ τα είχαν βρει μια χαρά μεταξύ τους, είχαν γίνει μάλιστα και φίλοι. Ο μέλλων λόρδος Ντέιτον, είχε αρχίσει να επισκέπτεται συχνά-πυκνά τον “αγαπητό Τζορτζ”, ελπίζοντας ότι κάποτε θα συνέπιπτε με την “ωραία, ψηλή και ευθυτενή” αμαζόνα,


που τον είχε εντυπωσιάσει μέχρι του σημείου να συνταχθεί με τις απόψεις του θείου Χένρι. Ο Τζορτζ, βέβαια, δεν είχε παραλείψει να τον προειδοποιήσει: η Ρομέν δε θα ήθελε ούτε ν’ ακούσει για γάμο, μετά την περιπέτειά της μ’ εκείνον τον “λιμοκοντόρο”. Ήταν πεισματάρα, ισχυρο-γνώμων και αντιδραστική, και είχε αποκτήσει τη θλιβερή συνήθεια να απορρίπτει, χωρίς δεύτερη συζήτηση ή δεύτερο βλέμμα, οποιονδήποτε υποψήφιο πρότεινε ο πατέρας της. Αν της τον σύστηνε ο Τζορτζ, ο Νικ δε θα είχε καμία τύχη. Σ’ αυτό, ο Νικ του είχε απαντήσει με αξιοθαύμαστη αυτοπεποίθηση: «Λοιπόν, κανένα πρόβλημα. Θα συστηθώ μόνος μου, κι όλα θα είναι εντάξει». Κι είχε ξεκινήσει για την Οξφόρδη, όπου δεν είχε καταφέρει απολύτως τίποτα, πέρα απ’ το να ξετρελαθεί ολότελα μαζί της. Η κοπέλα τον είχε απορρίψει με τον πιο ψυχρό και τελεσίδικο τρόπο. Αν επέμενε, θα γινόταν γελοίος, κι ακόμα χειρότερα, θα την εκνεύριζε και θα την αποξένωνε εντελώς. Ήταν φανερό ότι ο Τζορτζ είχε δίκιο, κι ότι δε θα έβγαζε τίποτα με την άμεση προσέγγιση. Χρειαζόταν χρόνο για να την πλησιάσει, κι εκείνη δε θα του τον έδινε ποτέ, ειδικά αν υποψιαζόταν ότι η δουλειά ήταν στημένη απ’ τον πατέρα της. «Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να βρίσκομαι κοντά σου, και με μια ιδιότητα υπεράνω υποψίας. Ήμουν σίγουρος ότι δυο-τρεις μήνες θα ήΤαν αρκετοί για να σου κινήσω το ενδιαφέρον, και για να σε κάνω να ξεχάσεις τον Μ πίσοπ», πρόσθεσε μ’ ένα πικρό χαμόγελο. «Ο πατέρας σου μου


είχε μιλήσει για τα προ-βλήματά του, κι έτσι συνέλαβα την ιδέα του ιπποτροφείου». Ήταν βέβαια μια ιδέα που θα μπορούσε ν’ αποδειχθεί φιάσκο. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Τζορτζ ότι η Ρομέν είχε υπερβολικά δημοκρατικές ιδέες, η αλήθεια ήταν πως ένας εκπαιδευτής αλόγων, θα βρισκόταν πολύ χαμηλά στην κοινωνική κλίμακα των Κάλθορπ. Αλλά ο Νικ, οχυρωμένος πίσω από τη γνώση τού πώς αντιδρούσαν απέναντι του οι γυναίκες, ήταν σίγουρος ότι δε θα δυσκολευόταν να κάμψει την αντίστασή της. Το είχε δει κάπως σαν πρόκληση, και όχι μόνο απ’ αυτή την πλευρά. «Είχαμε πάντα άλογα στο σπίτι, κι είχα μάθει από μικρός όλα τα μυστικά της εκτροφής τους. Ήμουν περίεργος να δω αν θα τα κατάφερνα μ’ ένα οργανωμένο ιπποτροφείο». «Κι άφησες τις δουλειές σου για να κυνηγήσεις εμένα;» απόρησε η Ρομέν, ανίκανη ακόμα να το πιστέψει. «Θα τις άφηνα αργά ή γρήγορα, για ν’ αναλάβω το Ντέιτον. Άλλωστε, έχω τρεις αδερφούς που μπορούν να με αντικαταστήσουν μια χαρά. Και μεταξύ μας, με γοήτευε η σκέψη να δουλέψω με τ’ άλογα. Μ ετά, βέβαια, συνειδητοποίησα ότι ο πατέρας σου δεν ήταν πια σε θέση να κουμαντάρει τις δουλειές του, κι άρχισα ν’ ανακατεύομαι σιγά-σιγά με όλο και περισσότερα πράγματα. Όταν έφυγε ο επιστάτης σας, πρότεινα στον πατέρα σου να τον αντικαταστήσω εγώ. Όλα ήταν υπό διάλυση όταν ανέλαβα, και με είχε πιάσει κάτι σαν λύσσα. Στο κάτω-κάτω, όταν θα σε


παντρευόμουνα, πάλι εγώ θα τράβαγα το λούκι, και τότε θα ήταν ακόμα χειρότερο». «Η σιγουριά σου θα με πεθάνει καμιά ώρα», γουργούρισε η Ρομέν, βαθιά χωμένη στην αγκαλιά του. «Και πώς στο καλό έπεισες εκείνο το γέρο-τσιγγούνη το θείο σου, να δανείσει τόσα λεφτά στον πατέρα μου, και με τέτοιους όρους, μάλιστα;» «Δεν τον έπεισα», είπε ο Νικ. «Τα λεφτά τα έδωσα εγώ». «Τα έδωσες εσύ;» έκανε μισοπνιγμένη η Ρομέν. «Όλα -όλα εκείνα τα λεφτά; Το δάνειο;» «Γιατί όχι, αγάπη μου; Ολόκληρη τράπεζα έχει η οικογένειά μου. Για διάφορους λόγους, όμως, το κάναμε να φαίνεται ότι ήταν λεφτά του Ντέιτον. Δεν είχε διαφορά, αφού θα κληρονομούσα έτσι κι αλλιώς και το Ντέιτον, και τις οφειλές προς αυτό. Δεν υπήρχε καν θέμα οφειλής, αφού είχα σκοπό να σε παντρευτώ. Θα μπορούσα να του είχα δώσει τα λεφτά χωρίς κανένα διακανονισμό, σαν φιλικό δάνειο, αλλά ο πατέρας σου αρνιόταν να δεχτεί κάτι τέτοιο. Ήθελε να είναι όλα σύμφωνα με τους τύπους, για να είναι απόλυτα διασφαλισμένα τα κεφάλαιά μου. Αλλά ουσιαστικά, το ξέραμε κι οι δυο, δεν υπήρχε ούτε θέμα τόκων, ούτε υποθήκης. Γι’ αυτό δεν ανησυχούσε καθόλου για το δάνειο». «Μ α - μα φαινόσουνα να έχεις προσληφθεί κανονικά! Έπαιρνες και μισθό!»


«Φυσικά είχα προσληφθεί κανονικά. Δε γινόταν αλλιώς. Σε κάθε άλλη περίπτωση, θα μπορούσες ν’ ανακαλύψεις την απάτη. Αλλά δεν είχα πάρει ποτέ κανένα μισθό, όπως καταλαβαίνεις. Θα ήταν γελοίο να έπαιρνα». «Ω, Θεέ μου», είπε η Ρομέν. «Κι εγώ που νόμιζα... Μ α θα πρέπει να είσαι τρομερά πλούσιος!» «Έτσι φαίνεται», της είπε κοιτώντας την κατάματα, κι ύστερα ρώτησε πικρά: «Θα με πρόσεχες περισσότερο αν τα ήξερες όλ’ αυτά απ’ την αρχή;» «Εγώ», του είπε τρυφερά η Ρομέν, «ερωτεύτηκα έναν απλό εκπαιδευτή αλόγων. Τον ερωτεύτηκα πολύ πριν μάθω ότι ήταν και οικονομολόγος. Αν όμως τα ήξερα νωρίτερα, δε θα ζούσα τόσον καιρό με την αγωνία ότι με ήθελες μόνο για τις γαίεςμου!» «Σ' αυτό ίσως έχεις δίκιο», της είπε μ’ ένα βαθύ στεναγμό. «Αλλά, μωρό μου, πώς ήθελες να φανταστώ τι σου περνούσε απ’ το μυαλό; Ήταν κάτι τόσο έξω απ’ τις προθέσεις μου, τόσο τερατώδες και εξωφρενικό, που ακόμα κι όταν σου έκανα τον εκβιασμό για το ιπποτροφείο, ήμουν σίγουρος ότι ήξερες κι εσύ πολύ καλά πού αποσκοπούσα. Και δεν υποπτεύθηκα τίποτα, μέχρι τη μέρα που σου είπα ότι είχα πάντα ψυχή γαιοκτήμονα. Εκείνη τη στιγμή, το όμορφο προσωπάκι σου σκοτείνιασε σαν χειμωνιάτικη μέρα, και τότε ξαφνικά κατάλαβα τι σου περνούσε απ’ το μυαλό, κι έπεσα κυριολεκτικά απ’ τα σύννεφα».


«Δε σταμάτησες όμως να μου το λες, κύριε Μ πάρκλεϊ!» «Φυσικά όχι, κυρία Μ πάρκλεϊ. Τρελαινόμουνα να σε βλέπω να τσιμπάς το δόλωμα. Άλλωστε, πολύ σύντομα θα στα έλεγα όλα, και θα αντιλαμβανόσουνα αμέσως, ότι δεν είχα καμιά απολύτως ανάγκη να φορτωθώ μια αδιάφορη γυναίκα για τις γαίες της, που θα μπορούσα στο κάτω-κάτω να τις είχα αγοράσει ανά πάσα στιγμή, πόσο μάλλον που πολύ σύντομα θα αποκτούσα κάμποσες δικές μου γαίες, με πολύ πιο ορθόδοξο τρόπο. Αυτά όλα θα στα είχα πει απ’ την αρχή, αν δεν ήσουν τόσο αρνητική. Αλλά με τις συνθήκες που επικρατούσαν, δεν μπορούσα βέβαια να σου αποκαλύψω ότι σε είχα εξαπατήσει. Χώρια που το είχα πάρει και λίγο πεισματικά το πράγμα. Όταν όμως ένιωσα ότι άρχισες να μαλακώνεις απέναντι μου, κι αποφάσισα να στα πω όλα, την ημέρα που ήρθε η αδερφή σου, εσύ με απέκρουσες με το χειρότερο τρόπο!» «Ήμουνα φοβερά αναστατωμένη εκείνο το βράδυ. Νόμιζα ότι σου άρεσε η Λίλιαν». «Κι εγώ νόμιζα ότι ήθελες τον Μ πίσοπ, κι ότι έκλαιγες για χάρη του. Είχες αλλάξει εντελώς μέσα σε λίγες ώρες, και μου δήλωσες ξερά-ξερά ότι δεν ήμουν τίποτα για σένα. Δεν είχε πια νόημα να σου πω το παραμικρό. Ζήλευα φοβερά, κι αυτή η απόρριψη, μετά απ’ όλα όσα είχαν συμβεί, κυριολεκτικά με εξαγρίωνε. Από κει που είχα πιστέψει ότι όλη η κωμωδία δε θα κρατούσε ούτε δυο μήνες, πηγαίναμε πια να κλείσουμε τα δυο χρόνια, και δεν είχαμε κάνει


ούτε ένα βήμα μπροστά. Κάτι με τις διαθήκες του πατέρα σου, κάτι με το ένα, κάτι με το άλλο, τα πράγματα έμπλεκαν όλο και χειρότερα. Δεν μπορούσα να σου πω πια τίποτα, κι έπρεπε να τρέμω κιόλας συνέχεια, μην ξεφύγει τίποτα του γέρο-Χένρι, και στα αποκαλύψει εκείνος κατά λάθος». «Και τι έλεγε ο θείος σου για όλ’ αυτά;» «Έτριβε τα χέρια του από ευχαρίστηση, και το γλεντούσε επίσης με την ψυχή του, αν θέλεις να μάθεις. Την πρώτη φορά που πήγες να τον δεις, κόντεψε μετά να πεθάνει απ’ τα γέλια. Το φαντάζεσαι; Η κυρία Μ πάρκλεϊ, μέλλουσα λαίδη Ντέιτον, είχε πάει να βεβαιωθεί ότι θα τη διευκόλυνε με τα δικά της λεφτά, στη δική της υποθήκη. Ήταν ολότελα τρελό, κι ο συχωρεμένος το διασκέδασε δεόντως». «Γι’ αυτό κακάριζε όλη την ώρα», είπε γελώντας η Ρομέν. «Κι έτσι», κατέληξε σέρνοντας τα χείλια της στο στήθος του, «έγινε αυτό που πάντα επεδίωκε ο πατέρας μου: παντρεύτηκα τον πλούσιο γείτονα, και θα ενώσουμε αισίως τα χτήματα και τους προγόνους μας. Κι επιπλέον, θα του κάνω ένα σωρό εγγόνια». «Κι αυτό πώς το ξέρεις, καρδιά μου;» τη ρώτησε, γαργαλών-τας της τη μύτη. «Α, είναι πολύ απλό», είπε ανέμελα η Ρομέν. «Άρχισαν κιόλας να έρχονται ένα-ένα». Κοιτούσε το πρόσωπό του όσο το έλεγε, κι η αλλαγή στην έκφρασή του, ήταν σκέτη έκσταση. «Ο πατέρας μου κι ο θείος Χένρι, θα χοροπηδάνε απ’ τη χαρά τους ανάμεσα στα


συννεφάκια». Τη ρώτησε βραχνά: «Είναι σίγουρο αυτό;» κι εκείνη του κούνησε βουβή το κεφάλι. Τα γκρίζα του μάτια έκαιγαν πυρετικά, καθώς έσκυβε ν’ α-ποθέσει ένα τρυφερό φιλί στα μισάνοιχτα χείλια της. «Και μ’ αφήνεις να το ζουλάω τόση ώρα;» «Δεν παθαίνει τίποτα», είπε πνιχτά η Ρομέν. «Θέλει κι αυτό να είναι κοντά στον μπαμπά του». «Και δεν το πειράζει που το συνέλαβες με κάπως... βίαιο τρόπο;» τη ρώτησε με κόπο ο Νικ. «Δε νομίζω ότι θα έχει αντίρρηση για τον τρόπο, κύριε Μ πάρκλεϊ». Του χαμογέλασε τρυφερά. «Μ εταξύ μας, ούτε εγώ είχα». Τη φίλησε και την ξαναφίλησε, για λίγο ανίκανος να μιλήσει, ύστερα είπε ξεροκαταπίνοντας: «Αν ήξερες τι είσαι για μένα...» «Ξέρω τι είσαι εσύ για μένα», είπε πνιχτά η Ρομέν. «Είσαι τα πάντα». Τον αγκάλιασε σφιχτά, έχωσε το πρόσωπό της στο στέρνο του, κι αφέθηκε επιτέλους στη σκέτη, ξεκάθαρη κι ανόθευτη ευτυχία της αγκαλιάς του, με τα μπράτσα του γύρω της, και την καρδιά του να χτυπάει δυνατά κάτω απ’ το μάγουλό της.


ΤΕΛΟΣ

Profile for fotisk

Μάγος ΄Ερωτας  

αρλεκιν

Μάγος ΄Ερωτας  

αρλεκιν

Profile for fotisk5
Advertisement