Page 1


ISSN 1791-910X © 2012 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.à.r.l. ΤΟΛΜΗΡΗ ΠΡΟΤΑΣΗ Τίτλος πρωτοτύπου: Mistress Material © 1996 by Sharon Kendrick. All rights reserved. Μετάφραση: Τίνα Θεοδωρακάκου Επιμέλεια: Μαρίνα Τσαμουρά ΜΕ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ Τίτλος πρωτοτύπου: Wildfire © 1994 by Sandra Field. All rights reserved. Μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ Επιμέλεια: Γιώτα Οικονομίδου Διόρθωση: Ρήγας Καραλής Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΑ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 42 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.


ΤΟΛΜΗΡΗ ΠΡΟΤΑΣΗ SHARON KENDRICK


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Δεν είναι δυνατόν! σκέφτηκε η Σούκι πανικόβλητη. Δεν μπορεί να είναι αυτός! Αλλά ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι; Υπήρχε περίπτωση να μην αναγνωρίσει τον Πασκάλ Καλιάντρο, τον άντρα που η μορφή του είχε χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη της; Όχι, ας μην είναι αυτός, ευχήθηκε από μέσα της, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούσε να συγκρατήσει την επιθυμία που την έτρωγε να χαϊδέψει με το βλέμμα της τον πιο γοητευτικό άντρα που είχε δει ποτέ στα είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής της. Κατά τη διάρκεια της καριέρας της, είχε συνεργαστεί με πολλούς άντρες –μοντέλα, ηθοποιούς και αστέρες της ροκ, με ωραία πρόσωπα και καλογυμνασμένα, σέξι σώματα, που οι φωτογραφίες τους στόλιζαν τους τοίχους των δωματίων εκατομμυρίων κοριτσιών σε ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά κανένας, ούτε ένας, δεν την είχε ποτέ συγκινήσει όσο αυτός ο άντρας. Και προφανώς δεν ένιωθε μόνο εκείνη έτσι. Έβλεπε τώρα κι άλλες γυναίκες τριγύρω να έχουν καρφώσει πάνω του τα μάτια τους. Η καρδιά της Σούκι άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Τι στο καλό ήθελε ο άνθρωπος αυτός εδώ, στη Νότια Γαλλία; Και τι έπρεπε να κάνει τώρα η ίδια; Αναρωτήθηκε αν την είχε δει κι εκείνος. Αλλά, ακόμη κι αν την είχε δει, θα θυμόταν άραγε το άμυαλο κορίτσι που του είχε προσφέρει τόσο πρόθυμα το κορμί του, όταν δεν είχε καν κλείσει ακόμη τα δεκαεφτά; Ξεχνώντας ότι είχε λύσει τα κορδόνια στο σουτιέν του μπικίνι της, η Σούκι προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά χωρίς να μπορεί να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. Και τότε τον είδε να κινείται. Να προχωράει αργά. Να προχωράει προς το μέρος της! Της ξέφυγε μια κοφτή ανάσα και τα μάτια της κόλλησαν σαν μαγνητισμένα στους μυώδεις μηρούς του. Μετά ανέβηκαν πιο πάνω. Αχ, Θεέ μου... Αυτός ο άντρας δε χρειαζόταν να επιδεικνύει το κορμί του φορώντας στενά τζιν. Στην πραγματικότητα, αν αποτολμούσε να κυκλοφορήσει με οτιδήποτε άλλο εκτός από το ανοιχτόχρωμο λινό παντελόνι που φορούσε τώρα, θα έπρεπε να συλληφθεί ως επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη. Τα μάτια της συνέχισαν να προχωρούν προς τα πάνω. Στο πλατύ του στέρνο και τους μυς που διακρίνονταν κάτω από το κρεμ πουκάμισό του... Στο δυνατό λαιμό του, που στήριζε το όμορφο, περήφανο κεφάλι του... Το στόμα της στέγνωσε όταν το βλέμμα της έφτασε τελικά στο πρόσωπό του και σταμάτησε για λίγο στα καλογραμμένα χείλη του, που ήταν αισθησιακά και σκληρά συγχρόνως. Κι αυτή η μύτη, με την αριστοκρατική ρωμαϊκή κατατομή! Σαν κάποιον φιλότεχνο που βλέπει μπροστά του ένα υπέροχο έργο τέχνης, δεν μπορούσε να συγκρατήσει το θαυμασμό που γεννούσαν μέσα της τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Κι ύστερα κοίταξε διστακτικά πιο πάνω και συνάντησε τα μάτια του. Η καρδιά της πάγωσε όταν διέκρινε την ψυχρότητα και την περιφρόνηση που καθρεφτίζονταν μέσα τους. Και το χειρότερο ήταν ότι εκείνος δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το κρύψει. Στα χείλη του υπήρχε ένα αδιόρατο χαμόγελο, όταν έφθασε στη σεζλόνγκ της κι έσκυψε πάνω της. «Ώστε έτσι, λοιπόν», είπε μ’ έναν ειρωνικό τόνο. «Βλέπω ότι έπειτα από τόσο καιρό δεν άλλαξαν τα γούστα σου, κάρα». Το επιφανειακό λούστρο και η άνεση που είχε αποκτήσει με τα χρόνια η Σούκι εξανεμίστηκαν αμέσως, όταν άκουσε τη βαθιά, αισθησιακή φωνή του. Η σύγχυσή της δεν την άφηνε να σκεφτεί καθαρά. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς», του είπε όσο πιο ψυχρά μπορούσε. «Έλα τώρα... Είδα με πόση προσοχή παρατηρούσες το κορμί μου, Σουζάνα». «Σούκι», τον διόρθωσε κοφτά. Τα μαύρα φρύδια του ανασηκώθηκαν με απορία. «Ω! Βεβαίως... Σούκι». Πρόφερε τη λέξη λες και σήμαινε κάτι δυσάρεστο. «Είναι το όνομα που απέκτησες μαζί με τη λαμπρή φήμη σου ως μοντέλο και τους αναρίθμητους εραστές σου...» Η Σούκι ψέλλισε μια διαμαρτυρία για την τόσο άδικη κατηγορία, αλλά εκείνος συνέχισε χωρίς να δώσει προσοχή. «Δεν έχει όμως καμιά σημασία», είπε ήρεμα, καθώς την περιεργαζόταν με τα επικίνδυνα μάτια του, «πώς αποκαλείς τον εαυτό σου. Τα ένστικτά σου παραμένουν τα ίδια. Κάνω λάθος; Με κοίταζες σαν να ήθελες να με φας. Να με καταβροχθίσεις ολόκληρο», συμπλήρωσε με έμφαση. Τον παλιάνθρωπο! σκέφτηκε η Σούκι. Τα μάγουλά της αναψοκοκκίνισαν από θυμό. Παρά τον κόμπο που της έκλεινε το λαιμό, τίναξε πίσω το κεφάλι και ανασήκωσε το πιγούνι της περήφανα. «Κολακεύεις τον εαυτό σου, Πασκάλ! Αλλά πάντα αυτό έκανες!» Στα χείλη του φάνηκε ένα αχνό χαμόγελο. «Αλήθεια, Σούκι;» είπε ήρεμα. «Κολακεύω τον εαυτό μου;» Η ξαφνική αλλαγή στον τόνο του, όταν πρόφερε τρυφερά τ’ όνομά της, έκανε τη φωνή του ν’ ακουστεί σαν χάδι και η Σούκι ένιωσε ταραχή ν’ απλώνεται μέσα της. Ήταν λες και το αίμα στις φλέβες της άλλαξε ρυθμό κι άρχισε να κυλά πιο αργά και πιο δύσκολα. Ένιωσε τα μηνίγγια της να χτυπούν δυνατά, οι παλάμες της ίδρωσαν... και –τι ντροπή– ολόκληρο το κορμί της τρεμούλιασε τη στιγμή που εκείνος έσκυψε πιο κοντά της και κάρφωσε πάνω της το βλέμμα του. Τα μάτια του, σχεδόν αδιάφορα, περιπλανήθηκαν στο πρόσωπό της, χωρίς να σταματήσουν στα δικά της που τον κοίταζαν παραδομένα ή στα μισάνοιχτα χείλη της που έτρεμαν σαν να τον προσκαλούσαν ερωτικά. Όταν όμως το βλέμμα του κατέβηκε στο στήθος της, κάτι άλλαξε. Είδε τα μάτια του να λάμπουν άγρια κι ύστερα να σκοτεινιάζουν. Μια ανατριχίλα τη διαπέρασε κι ένιωσε το δέρμα της να μυρμηγκιάζει και τις θηλές της να σκληραίνουν ερεθισμένες. Τον είδε να χαμογελά ψυχρά, θριαμβευτικά, και τότε η Σούκι συνειδητοποίησε με τρόμο πως το λυμένο σουτιέν της είχε γλιστρήσει επικίνδυνα προς τα κάτω, αφήνοντας το στήθος της σχεδόν γυμνό. «Αχ, όχι!» είπε σχεδόν μ’ ένα λυγμό και βιάστηκε να καλύψει το στήθος της με τις παλάμες της. Εκείνος μισόκλεισε τα μάτια και είπε σιγανά κάτι στα ιταλικά. «Σε παρακαλώ, κάρα, μη μου κρύβεσαι», ψιθύρισε βραχνά. «Έχεις τόσο υπέροχα στήθη. Να ’ξερες πόσο θέλω να τ’ αγγίξω. Να πάρω τις ρόδινες κορφές τους στο στόμα μου, να τις χαϊδέψω με τη γλώσσα μου, ώσπου...» Η Σούκι άρπαξε μια πετσέτα και την έριξε πάνω της κι ύστερα, με νευρικές κινήσεις από την αμηχανία και την ταραχή, έδεσε στα γρήγορα το κορδόνι του σουτιέν της. Όλη αυτή την ώρα ένιωθε πάνω της τα μάτια του να την παρακολουθούν και η αίσθηση την έκανε σχεδόν να παραλύει. Είχε να τον δει επτά χρόνια και τώρα, μέσα σε δυο λεπτά, η παρουσία του ήταν αρκετή για να την τραβήξει στα βαθιά και σκοτεινά νερά μιας ακατανίκητης ερωτικής επιθυμίας. Ήταν ένας εφιάλτης. «Φύγε, μη μ’ αγγίζεις», κατάφερε να ψελλίσει. «Αμέσως!» Εκείνος δεν κινήθηκε. Δε χρειαζόταν να κινηθεί, γιατί, παρ’ όλο που στεκόταν δίπλα της, δεν την άγγιζε καθόλου. Ωστόσο τα λόγια της τον έκαναν ν’ ανακτήσει πάλι την αυτοκυριαρχία του και ο απροκάλυπτος πόθος που διακρινόταν στο πρόσωπό του αντικαταστάθηκε από μια ψυχρή μάσκα περιφρόνησης. «Βεβαίως», συμφώνησε με φωνή που ακουγόταν παράξενα βραχνή κι έτρεμε ελαφρά. «Άλλωστε ελάχιστη ικανοποίηση δίνει η κατάκτηση μιας γυναίκας που προσφέρεται τόσο εύκολα». Τα λόγια του την έκαψαν. Ήταν έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα, εξοργισμένη με την αδυναμία της. Αλλά δεν έκλαψε. Κατάφερε να συγκρατηθεί. «Δε θα πρόσφερα τον εαυτό μου σ’ εσένα ακόμη κι αν ήσουν ο τελευταίος άντρας πάνω στη γη!» «Μπα; Αυτό σημαίνει ότι έχεις αλλάξει ριζικά», της είπε κοροϊδευτικά.


Τι μπορούσε να του απαντήσει; Δεν ήταν τόσο υποκρίτρια για να αρνηθεί πόσο επιπόλαια είχε φερθεί κάποτε μαζί του. Ανασηκώθηκε, σφίγγοντας ακόμη την πετσέτα πάνω της. Η περιέργεια και η λογική μέσα της έδιναν μάχη. Τελικά νίκησε η περιέργεια. «Τι γυρεύεις εδώ;» τον ρώτησε επιτακτικά. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει άστατα, καθώς ένα εφηβικό όνειρο, που το νόμιζε νεκρό, σκιρτούσε ξανά μέσα της. «Δεν πιστεύω να με ακολούθησες». Εκείνος τίναξε πίσω το κεφάλι του και ξέσπασε σ’ ένα ηχηρό γέλιο, που έκανε πολλούς να γυρίσουν προς το μέρος τους. Αλλά, όταν σταμάτησε να γελάει, το πρόσωπό του έγινε ψυχρό και σκοτεινό. «Εγώ να ακολουθήσω εσένα;» ρώτησε και η ειρωνική φωνή του έκανε το αίμα της να παγώσει. «Υπάρχει κάποιος λόγος που θα ’θελα να το κάνω αυτό;» Η Σούκι προσπάθησε να ελέγξει τον εκνευρισμό της. «Η φήμη σου με τις γυναίκες έχει πάρει θρυλικές διαστάσεις», του είπε παγερά. «Αλήθεια;» ρώτησε εκείνος μαλακά. «Δεν ήξερα ότι παρακολουθείς τόσο στενά την ερωτική μου ζωή». Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε ήταν να πιστεύει εκείνος ότι φρόντιζε να ενημερώνεται για τα ερωτικά του κατορθώματα. «Διαβάζω τις κουτσομπολίστικες στήλες όπως πολύς κόσμος», είπε. «Μάλιστα», της απάντησε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. «Καλά κάνεις. Αλλά εγώ, κάρα, τουλάχιστον δεν έχω τη φήμη του ανθρώπου που μπαίνει ανάμεσα σε ζευγάρια. Σε αντίθεση μ’ εσένα», την κατηγόρησε και κούνησε ξανά το κεφάλι του όταν την είδε να κοκκινίζει. «Ακριβώς», πρόσθεσε. «Βλέπεις, διαβάζω κι εγώ τις κουτσομπολίστικες στήλες». Αχ, αυτές οι άθλιες παλιοφυλλάδες! Την παρουσίαζαν να έχει περισσότερους εραστές κι από τη Μάτα Χάρι! «Αν εννοείς αυτό το δήθεν σκάνδαλο στη Νέα Υόρκη, ήταν όλα ένα μάτσο ψέματα!» Εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια του δύσπιστα. «Μπα, αλήθεια; Δηλαδή η φιλενάδα του φωτογράφου τα δημιούργησε όλα; Αυτό θέλεις να πεις; Δεν κοιμόσουν με το φίλο της;» «Όχι, δεν κοιμόμουν!» Εκείνος σούφρωσε τα χείλη του κοροϊδευτικά. «Κι αυτός ο νιόπαντρος Άραβας πρίγκιπας που σε φλέρταρε επίμονα μπροστά στη νεαρή γυναίκα του πέρυσι... Για πες μου, ένα μάτσο ψέματα ήταν κι αυτή η ιστορία;» Η Σούκι αναστέναξε καθώς ήρθε στο μυαλό της αυτή η γελοία υπόθεση. Είχε συναντήσει τον πρίγκιπα Αμπντούλ σε μια δεξίωση που έδινε η βρετανική πρεσβεία στο Παρίσι. Ξεμυαλίστηκε μαζί της με τρόπο που ξέφευγε από κάθε έννοια σοβαρότητας. Η Σούκι υποπτευόταν ότι αυτό συνέβη επειδή η ίδια δεν είχε δείξει κανένα απολύτως ενδιαφέρον για το άτομό του. Είχε φτάσει να της προτείνει να γίνει η δεύτερη γυναίκα του! Κι ενώ η Σούκι ετοιμαζόταν να του πει αυτό ακριβώς που σκεφτόταν γι’ αυτόν, ένας διπλωμάτης του υπουργείου Εξωτερικών την πήρε παράμερα να της μιλήσει. Της εξήγησε ότι γινόταν μια σημαντική διαπραγμάτευση για τα πετρέλαια ανάμεσα στη χώρα του πρίγκιπα και τη βρετανική κυβέρνηση και της συνέστησε να είναι όσο το δυνατόν πιο ήπια και ευγενική όταν θα τον απέρριπτε... Στην πραγματικότητα, μάλιστα, ο διπλωμάτης τής είπε αργότερα ότι είχε χειριστεί το θέμα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ίσως ο κύριος Πασκάλ θα έπρεπε να το ακούσει αυτό! Σήκωσε το κεφάλι της περήφανα και τον κοίταξε κατάματα. «Υπάρχει μια πολύ απλή εξήγηση γι’ αυτή την ιστορία», είπε με αυτοπεποίθηση. Αλλά εκείνος έδειχνε να μην ενδιαφέρεται για οποιαδήποτε εξήγηση. Τα μαύρα του μάτια βυθίστηκαν στα δικά της και τα χείλη του μόρφασαν περιφρονητικά. «Πάντως, όποια και να ’ναι η υποτιθέμενη φήμη μου», παρατήρησε, «θα μπορούσες να με φανταστείς εμένα να τρέχω ξοπίσω σου, όταν έχεις όλα όσα απορρίπτω σε μια γυναίκα;» Αποσβολωμένη από την προσβολή του, η Σούκι για μια στιγμή έχασε τα λόγια της και τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα. Εντάξει, δεν είχε φερθεί σωστά τότε, αλλά η άμυαλη, παιδιάστικη συμπεριφορά της δε δικαιολογούσε τόσο καταδικαστική κριτική. «Νομίζω ότι είσαι άδικος...» τραύλισε. Εκείνος, στο μεταξύ, είχε σκύψει και τα πρόσωπά τους βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο. Τα μάτια του πετούσαν φλόγες. «Όταν αποφασίσω να ψάξω για μια γυναίκα», της πέταξε με καυστικό τόνο, «θα φροντίσω να μη μοιάζει σε τίποτα μ’ εσένα. Βλέπεις, Σούκι, θέλω κάποια που δε θα μου ανάψει το πράσινο φως αμέσως μόλις γνωριστούμε. Οι περισσότεροι άντρες, και ασφαλώς κι εγώ, γοητεύονται από τη συγκίνηση του κυνηγιού. Κάτι που κερδίζεται πολύ εύκολα δεν έχει μεγάλη αξία. Έτσι νομίζω». Η Σούκι πληγώθηκε πολύ από τα λόγια του, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει. «Αρκετά! Δε θα κάθομαι ξαπλωμένη εδώ πέρα ν’ ακούω αυτές...» «Και βέβαια όχι», συμφώνησε εκείνος. Η φωνή του ακουγόταν βαθιά και τα μάτια του σπίθιζαν παιχνιδιάρικα. «Έχω μια πολύ καλύτερη ιδέα. Γιατί δε φεύγουμε από δω; Θα μπορούσες να ξαπλώσεις κάπου αλλού. Μαζί μου...» Αν δεν ήταν τόσος κόσμος γύρω τους, η Σούκι ευχαρίστως θα τον χαστούκιζε! «Φτάνει πια με τους φτηνούς υπαινιγμούς σου!» του είπε με μάτια που άστραφταν. «Και τελικά αποφάσισε! Ή με περιφρονείς τόσο πολύ που η παρουσία μου σου δημιουργεί απέχθεια ή μου προτείνεις χωρίς περιστροφές να με πας στο κρεβάτι». Κούνησε το κεφάλι της επιτιμητικά. «Κρίμα!... Ένας ευφυής άντρας σαν εσένα δε θα έπρεπε να πέφτει σε τέτοιες αντιφάσεις, Πασκάλ». Στα μάτια του διέκρινε μια διάθεση επιθετική, αλλά όταν της μίλησε, η φωνή του ήταν ήρεμη. «Ένας άντρας δε σκέφτεται πάντα με το μυαλό του», της είπε. Αρκετά τον είχε ανεχτεί! «Φύγε από μπροστά μου!» είπε η Σούκι σφίγγοντας τα δόντια και κατέβασε τα μακριά ηλιοκαμένα πόδια της από τη σεζλόνγκ. Αφού έριξε μια ματιά να βεβαιωθεί ότι το σουτιέν της ήταν στη θέση του, πέταξε την πετσέτα από πάνω της και σηκώθηκε όρθια. Έψαξε απελπισμένα μήπως έβλεπε τον Σαλβατόρε, το φωτογράφο με τον οποίο είχαν έρθει μαζί στις Κάννες και σ’ αυτό το πάρτι, αλλά δεν τον είδε πουθενά. Υποτίθεται ότι εδώ θα ηρεμούσε και θα ξεκουραζόταν, ύστερα από δυο μέρες πολύωρων και κουραστικών φωτογραφίσεων για ένα άλμπουμ που ετοίμαζε ο Σαλβατόρε. Ωραία ηρεμία! Με τον Πασκάλ Καλιάντρο δίπλα σου ήταν σαν να θέλεις να ηρεμήσεις στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Η Σούκι άρχισε να απομακρύνεται. «Όχι, όχι. Μην είσαι τόσο βιαστική». Με μια αστραπιαία κίνηση ο Πασκάλ έπιασε το λεπτό της καρπό με το δυνατό του χέρι και η Σούκι τρομοκρατημένη ένιωσε ολόκληρο το κορμί της να παίρνει φωτιά σ’ αυτή την πρώτη επαφή της σάρκας του με τη δική της. Γιατί να είναι τόσο ψηλός; Τόσο δυνατός; Τόσο όμορφος; Ένιωσε έναν κόμπο να της φράζει το λαιμό. «Άφησέ με...» Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δε σ’ αφήνω. Εμείς οι δυο πρέπει να μιλήσουμε». «Δεν έχω να πω τίποτα μαζί σου». «Εγώ όμως», είπε και η φωνή του ακούστηκε βραχνή από την ένταση, «έχω πολλά να σου πω». «Δεν ενδιαφέρομαι να σ’ ακούσω». Αλλά αυτό ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Παρά την αγωνιώδη προσπάθειά της να κρατήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερες αποστάσεις μεταξύ τους, πέθαινε απ’ την περιέργεια να μάθει τι ήθελε απ’ αυτήν και ήταν σίγουρη ότι εκείνος είχε μαντέψει τις σκέψεις της. Στα χείλη του χαράχτηκε ένα σκληρό χαμόγελο. «Αντιθέτως, εγώ πιστεύω ότι ίσως σ’ ενδιαφέρει», είπε ψυχρά. Κρατούσε ακόμη τον καρπό της και η Σούκι δεν είχε τη δύναμη να αντισταθεί. Σκέφτηκε ότι οι άλλοι που τους έβλεπαν θα νόμιζαν ότι την κρατούσε τρυφερά. Κανείς δε θα μπορούσε ν’ αντιληφθεί το βίαιο σφίξιμό του. Θα προσπαθούσε με άλλο τρόπο ν’ απαλλαγεί απ’ αυτόν. Άλλωστε, δεν ήταν η πρώτη φορά που χρειαζόταν ν’ αποκρούσει έναν άντρα. Έκανε μια απότομη κίνηση με το κεφάλι τινάζοντας πίσω τα μακριά, ξανθά μαλλιά της. «Αν συνεχίσεις έτσι, Πασκάλ», είπε με αποφασιστικότητα, «δεν έχω άλλη επιλογή παρά


να βάλω τις φωνές και είμαι σίγουρη ότι αυτό δε θα έκανε καθόλου καλό στη φήμη σου». «Δε με απασχολεί η φήμη μου», της απάντησε με έπαρση. «Αλλά, αν σκοπεύεις να φωνάξεις, σε προειδοποιώ ότι κι εγώ τότε δε θα έχω άλλη επιλογή παρά να σου κλείσω το στόμα με τρόπο που σίγουρα θα σε ικανοποιεί». Στα μάτια της πρέπει να φάνηκε η σύγχυσή της. «Εννοώ, φυσικά, μ’ ένα φιλί», συνέχισε με προσποιητή τρυφερότητα. «Και απ’ όσο θυμάμαι, σου άρεσε να σε φιλάω. Ή μήπως κάνω λάθος, Σούκι; Και πάρα πολύ μάλιστα». Η φωνή του ήταν τόσο διαβολικά αισθησιακή, και τα λόγια του ξυπνούσαν στη μνήμη της εικόνες που δεν άντεχε να θυμάται. Η Σούκι πήρε μια βαθιά ανάσα για να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία της. «Τι θέλεις επιτέλους από μένα;» ρώτησε κουρασμένα. «Να σου μιλήσω». «Και τίποτ’ άλλο;» «Προς το παρόν». Στα λόγια του υπήρχε ένας τόνος απειλής. Όταν η Σούκι τον είχε συναντήσει παλιά, δεν ήταν παρά ένα νεαρό κορίτσι. Τότε είχε ξετρελαθεί από το φυσικό μαγνητισμό του και δεν πρόσεχε και πολλά πέρα από την εξωτερική του εμφάνιση. Τώρα, που ήταν πολύ πιο ώριμη, αναγνώριζε το δυναμισμό και την αποφασιστικότητά του. Αν ο Πασκάλ ήθελε να της μιλήσει, η προσπάθειά της να τον αποφύγει μπορεί να αποδεικνυόταν περισσότερο επικίνδυνη παρά χρήσιμη. «Πολύ καλά», είπε αναστενάζοντας συγκαταβατικά. «Μπορείς να μου μιλήσεις. Σ’ ακούω. Σου δίνω πέντε λεπτά να πεις αυτό που θέλεις και μετά παίρνω δρόμο!» «Παίρνω δρόμο», επανέλαβε εκείνος με προσποιητή κατάπληξη και μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. «Τόσα χρόνια σε πανάκριβα, αριστοκρατικά ελβετικά σχολεία... πήγαν χαμένα. Τόσα έξοδα για να μάθεις να χρησιμοποιείς αυτές τις άκομψες και αγενείς εκφράσεις...» Πάλι την ειρωνευόταν. Η Σούκι ένιωσε κάτι μέσα της να επαναστατεί. Ο Πασκάλ έπαιζε μαζί της όπως η γάτα με το ποντίκι, την προκαλούσε. Όμως, τελικά, μόνη της έφερνε τον εαυτό της σε μειονεκτική θέση. Δεν ήταν υποχρεωμένη να μείνει και να μιλήσει μαζί του. Δεν ήταν υποχρεωμένη να κάνει τίποτα απολύτως. Δεν ήταν πια μια αφελής και άπειρη μαθητριούλα. Ήταν μια ανεξάρτητη γυναίκα, με προσωπικότητα και μια σημαντική καριέρα. Για όνομα του Θεού! Χωρίς να πει άλλη λέξη, προχώρησε αγέρωχα προς το σπίτι, περνώντας ανάμεσα απ’ τον κόσμο. Αλλά, από τα βήματα που άκουγε πίσω της, ήξερε ότι ο Πασκάλ την ακολουθούσε. Άσ’ τον να τρέχει πίσω μου! σκέφτηκε πεισμωμένη. Θα του έκλεινε την πόρτα κατάμουτρα και θα την κλείδωνε! Αυτό θα ήταν η καλύτερη απάντηση στο ηλίθιο παιχνίδι που έπαιζε μαζί της. Ήξερε ότι μερικοί καλεσμένοι τούς παρακολουθούσαν, κυρίως γυναίκες, που είχαν στυλώσει τα μάτια τους πάνω στον Πασκάλ και τον κοίταζαν με πόθο και λαιμαργία. Κάποτε έτσι ήταν κι εκείνη. Όμως ένιωσε δυσφορία όταν έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της και τον είδε που είχε σταματήσει και μιλούσε με μια σερβιτόρα. Η Σούκι αναρωτήθηκε πού στην ευχή να βρισκόταν ο Σαλβατόρε. Αλλά ίσως ήταν καλύτερα που δεν ήταν εκεί. Θα ρωτούσε ποιος ήταν ο Πασκάλ. Και τι θα του έλεγε; Πώς να του πει ότι ήταν ο αδελφός της καλύτερης φίλης της, και ο άντρας που κάποτε τον είχε ικετέψει να κάνουν έρωτα; Κι εκείνος είχε αρνηθεί. Η πιο ταπεινωτική στιγμή της ζωής της. Είχε αρνηθεί. Ήταν μια θλιβερή ιστορία, για την οποία δεν ήταν καθόλου περήφανη και κάθε φορά που τη σκεφτόταν ένιωθε ντροπή για τον τρόπο που είχε φερθεί τότε. Όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσε να βγάλει την πικρή ανάμνηση απ’ το μυαλό της, να την ξεχάσει επιτέλους. Και σήμερα που τον έβλεπε ξανά, εκείνες οι εικόνες ξανάρχονταν ολοζώντανες στη σκέψη της και την έκαναν να υποφέρει. Μπήκε σαν κυνηγημένη στο σπίτι. Τα γυμνά της πόδια σέρνονταν πάνω στα κρύα μάρμαρα του δαπέδου. Ο ψηλός, μελαχρινός διώκτης της έκανε την καρδιά της να τρέμει από ταραχή και συγκίνηση. Το δωμάτιό της ήταν στον πρώτο όροφο, απέναντι ακριβώς από το δωμάτιο του Σαλβατόρε. Έσπρωξε βιαστικά την πόρτα. Άκουγε πίσω της τα βήματα του Πασκάλ, τον ήχο της ανάσας του, μύριζε την ερεθιστική μυρωδιά του, όλα τόσο απίστευτα οικεία κι ας είχαν περάσει εφτά ολόκληρα χρόνια. Δυσκολευόταν πολύ να ελέγξει την αναστάτωση που της προκαλούσε. Στράφηκε και τον αντίκρισε με μάτια που άστραφταν. «Αυτή η κατάσταση είναι γελοία», είπε επιθετικά. Το πρόσωπό του πήρε μια αινιγματική έκφραση. «Συμφωνώ», της απάντησε. «Βάζεις ένα κωμικό στοιχείο στην πολύ απλή επιθυμία μου να συζητήσουμε». Η Σούκι σκέφτηκε τρομοκρατημένη ότι ακριβώς πίσω τους βρισκόταν το κρεβάτι. «Πολύ καλά», είπε. «Αλλά όχι εδώ». Εκείνος χαμογέλασε, αλλά τα μάτια του παρέμειναν ψυχρά και προκλητικά. «Μπα; Και γιατί όχι; Ή μήπως μπορώ να μαντέψω; Σ’ ενοχλεί η παρουσία του κρεβατιού. Έτσι, Σούκι; Φοβάσαι αυτό που μπορεί να συμβεί αν βρεθείς για λίγο μόνη μαζί μου σε μια κρεβατοκάμαρα;» Εκείνη ξεροκατάπιε. Πολλές νύχτες που δεν κατάφερνε να κοιμηθεί, σκεφτόταν πώς θ’ αντιδρούσε αν είχε ποτέ την ατυχία να τον συναντήσει ξανά. Θα τον αγνοούσε, θα τον κοίταζε αδιάφορα. Άλλοτε πάλι, σε μια πιο ακραία εκδοχή, έβλεπε τον εαυτό της να προσποιείται ότι δεν τον αναγνωρίζει καν και ότι δήθεν απορεί όταν εκείνος την κοιτάζει επίμονα. Τώρα όμως που τον έβλεπε ολοζώντανο μπροστά της καταλάβαινε ότι οι υποκριτικές της ικανότητες δεν ήταν τόσο μεγάλες. Βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν ήθελε να τον αφήσει να καταλάβει ότι η παρουσία του είχε ακόμη τη δύναμη να την αναστατώνει και μάλιστα τόσο καταλυτικά. Όμως αυτό ακριβώς δεν έκανε τώρα; Καταβάλλοντας προσπάθεια, πήρε άνετο ύφος, του χαμογέλασε όπως χαμογελούσε συνήθως μπροστά στο φακό της κάμερας και του έκανε νόημα με το χέρι να περάσει. «Σου ζητώ συγνώμη», είπε και ακόμα και στα ίδια της τ’ αυτιά η φωνή της ακούστηκε ψεύτικη και προσποιητή. Από το μορφασμό του κατάλαβε ότι το παιχνίδι της δεν ήταν πειστικό. «Είμαι συνέχεια υπό πίεση τον τελευταίο καιρό, δουλεύω πολύ σκληρά, ξέρεις πώς είναι αυτά». Κοίταξε το ρολόι της. «Μπορώ να σου διαθέσω δέκα λεπτά. Είναι αρκετός χρόνος;» «Υπεραρκετός», της απάντησε τονίζοντας με νόημα τη λέξη και την ακολούθησε μέσα στο δωμάτιο. Ο Πασκάλ, προχωρώντας νωχελικά, έφτασε μπροστά στην μπαλκονόπορτα που έβγαζε σε μια μικρή βεράντα με θέα την πισίνα. Στάθηκε για λίγο εκεί κοιτώντας έξω, χωρίς να μιλάει. Η σιωπή του έκανε την ταραχή της να μεγαλώνει ακόμα περισσότερο. «Τι κάνει η Φραντσέσκα;» τον ρώτησε ξαφνικά. Εκείνος φάνηκε να αιφνιδιάζεται, αλλά το βλέμμα του ήταν ψυχρό όταν γύρισε και την κοίταξε. «Σ’ ενδιαφέρει αυτό;» «Φυσικά μ’ ενδιαφέρει! Ήταν η καλύτερη φίλη μου, πριν την πάρεις απ’ το σχολείο και μου απαγορεύσεις να την ξαναδώ!» Ο Πασκάλ ανασήκωσε τα φρύδια. «Δε μετάνιωσα ποτέ γι’ αυτή την απόφασή μου. Δε μου άρεσαν οι παρέες της», της είπε κοφτά. Η Σούκι ανασήκωσε ελαφρά το πιγούνι. «Μ’ αυτό να υποθέσω ότι εννοείς εμένα;» Την κοίταξε επίμονα. «Ναι, Σούκι. Εσένα εννοώ». «Ήμουν κακή επιρροή, ε;» Εκείνος χαμογέλασε αχνά. «Ακριβώς», είπε. «Δεν είχα καμιά διάθεση ν’ αφήσω την αδελφή μου να αντιγράφει τη δική σου συμπεριφορά. Τα κορίτσια επηρεάζονται εύκολα απ’ αυτά που κάνουν οι στενές τους φίλες. Μπορεί εσύ να θεωρούσες εντελώς φυσικό το να κοιμάσαι με τον ένα και τον άλλο, αλλά


εγώ δε σκόπευα ν’ αφήσω τη Φραντσέσκα να κάνει το ίδιο». Πληγωμένη, τράβηξε τα μάτια της απ’ τα δικά του που την κοίταζαν αποδοκιμαστικά. Προφανώς την έβλεπε ακόμη σαν μια επιπόλαιη και ελαφρόμυαλη κοπέλα. Τι νόημα είχε λοιπόν να υπερασπιστεί τον εαυτό της; Και πώς να το κάνει, όταν έφταιγε η ίδια γι’ αυτή του την εντύπωση; «Γι’ αυτό ήρθες εδώ;» τον ρώτησε με πίκρα. «Για να σκαλίσεις το παρελθόν; Ήσουν σαφής για την εικόνα που έχεις σχηματίσει για μένα, αν και δε μ’ ενδιαφέρει πια η γνώμη σου...» «Γιατί, σ’ ενδιέφερε ποτέ;» τη διέκοψε μαλακά. «Δεν ήμουν για σένα ένας ακόμη άντρας που θα ’κανες μαζί του το κέφι σου;» Η Σούκι ένιωσε να την πνίγει η αγανάκτηση. Οι χυδαίες κατηγορίες του και τα σκληρά του λόγια νίκησαν κάθε ερωτική έλξη μέσα της. Με μάτια που άστραφταν, του είπε γεμάτη θυμό: «Ασφαλώς και μ’ ενδιέφερε! Ήσουν ο μεγάλος αδελφός της καλύτερης φίλης μου. Ήμουν φιλοξενούμενη στο σπίτι σου και με πέταξες έξω! Μ’ έδιωξες σαν να είχα κάνει κανένα έγκλημα. Έπρεπε να εξηγήσω στη μητέρα μου...» Μια φευγαλέα έκφραση θλίψης πέρασε απ’ το πρόσωπό του. «Τι είπες στη μητέρα σου;» τη ρώτησε σχεδόν γλυκά. Τον κοίταξε ψυχρά. «Μην ανησυχείς γι’ αυτό», του είπε κοροϊδευτικά. «Το τηλεφώνημα που της έκανες εξαφάνισε κάθε ανησυχία που μπορεί να είχε. Δεν ξέρω πώς κατάφερες να την πείσεις ότι δε συνέβαινε τίποτα και ότι ήταν όλα μια χαρά. Και φυσικά δεν προσφέρθηκα να της πω εγώ την αλήθεια... Ότι με πέταξες έξω απ’ το κρεβάτι σου κι έξω από το σπίτι σου, μέσα σε λίγες ώρες!» «Ντίο μίο!» αναφώνησε ο Πασκάλ. «Είναι ανάγκη να τα λες τόσο... ωμά;» «Λυπάμαι αν σου ακούγονται ωμά», είπε εκείνη επιθετικά. «Αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Ήταν φοβερή εμπειρία για μένα και μακάρι να μπορούσα να την ξεχάσω. Θα σου το πω για τελευταία φορά: δεν έχω καμιά διάθεση να σκαλίσω το παρελθόν... αν αυτός είναι ο λόγος που ήρθες να με βρεις». Την κοίταξε για λίγο επίμονα, σκεφτικός, κι ύστερα κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Δεν είναι αυτός ο λόγος που ήρθα», είπε. «Τότε γιατί ήρθες;» τον ρώτησε απορημένη. «Ήρθα να σου ζητήσω να μου κάνεις μια χάρη», απάντησε εκείνος ήρεμα. Όμως, έτσι όπως τα μάτια του παρέμεναν καρφωμένα στα δικά της, η Σούκι ένιωθε να χάνεται, ώσπου τα λόγια του έγιναν απλώς λέξεις χωρίς νόημα, σαν μακρινοί ακατάληπτοι ήχοι, γιατί η ένταση των ματιών του της θόλωνε το μυαλό, έσβηνε το χρόνο και τη γύριζε πίσω σ’ εκείνη την ημέρα, πριν από εφτά χρόνια, που αντίκρισε για πρώτη φορά τον Πασκάλ Καλιάντρο...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

«Είσαι σίγουρη ότι δε θα τους ενοχλήσει η παρουσία μου;» ρώτησε η Σουζάνα διστακτικά, βάζοντας τις τελευταίες γραμμές στο πορτραίτο της φίλης της, την ώρα που το αεροπλάνο ετοιμαζόταν να κάνει τον τελικό ελιγμό για να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο της Ρώμης. «Ποιους;» ρώτησε αφηρημένα η Φραντσέσκα, που ήταν απορροφημένη να κοιτάζει τον νεαρό αεροσυνοδό και δεν έδωσε μεγάλη προσοχή σ’ αυτό που τη ρώτησε η φίλη της. «Την οικογένειά σου, φυσικά», είπε η Σουζάνα ρίχνοντας την πυρρόξανθη κοτσίδα της πίσω απ’ τον ώμο. «Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους τους που με κάλεσαν να περάσω τις διακοπές μαζί τους», συμπλήρωσε. Η Φραντσέσκα ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα χωρίς να την κοιτάξει. «Δε σκοτίζονται ποιον καλώ. Δεν είναι ποτέ στο σπίτι κανένας. Ο μπαμπάς είναι πάντα έξω για τις δουλειές του και η μητριά μου προφανώς είναι στο Παρίσι και ψάχνει να ψαρέψει κανέναν ωραίο ζιγκολό...» «Φραντσέσκα!» είπε έντονα η Σουζάνα, σοκαρισμένη απ’ τα λόγια της φίλης της. «Δε μιλάς σοβαρά». «Έτσι νομίζεις;» είπε η Φραντσέσκα. «Είναι είκοσι χρόνια νεότερη από τον μπαμπά μου. Ξοδεύει τα λεφτά του σαν να ’ναι παλιόχαρτα και φλερτάρει με οποιονδήποτε άντρα βρει μπροστά της», πρόσθεσε με την αποστροφή ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. «Και τότε γιατί μένει μαζί της ο μπαμπάς σου;» ρώτησε η Σουζάνα. «Γιατί είναι όμορφη. Για τι άλλο;...» Η Φραντσέσκα έκανε μια παύση κι όταν άρχισε να μιλάει πάλι είχε πάρει το συνηθισμένο κεφάτο ύφος της, αλλά στη φωνή της διακρινόταν ένας σαρκαστικός τόνος. «Κι έτσι πέφτω στα χέρια του μεγάλου μου αδελφού, που είναι χειρότερος κι από δεσμοφύλακας. Αλλά τώρα τουλάχιστον θα είσαι εσύ μαζί μου και θα σε χρησιμοποιώ σαν άλλοθι». «Σαν άλλοθι;» Η φωνή της Σουζάνας ακούστηκε σαν αντίλαλος. «Φυσικά», είπε η Φραντσέσκα. «Προσπαθεί πάντα να μ’ εμποδίσει να βγαίνω με αγόρια και σταμάτησα πια κι εγώ να του λέω τα προσωπικά μου. Αν σε ρωτήσει για μένα, πες του μόνο ότι με είδες στην εκκλησία να προσεύχομαι ευλαβικά!» «Φραντσέσκα!» είπε η Σουζάνα επιφυλακτικά, γιατί δεν ήξερε αν έπρεπε να πάρει στα σοβαρά τη φιλενάδα της. Τα δάχτυλά της άρχισαν να παίζουν νευρικά με το στρίφωμα του λευκού της φορέματος. «Ξέρω ότι δεν τα εννοείς αυτά τα πράγματα!» «Κι εγώ ξέρω ότι, πηγαίνοντας στο σπίτι για διακοπές, θα υποχρεωθώ ν’ αλλάξω τον τρόπο ζωής μου», μουρμούρισε η Φραντσέσκα. «Τα κλαμπ στα οποία πηγαίνω κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς είναι φανταστικά. Μακάρι να ερχόσουν κι εσύ μαζί μου». Η Σουζάνα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Τα κλαμπ δεν είναι μέσα στα ενδιαφέροντά μου». Ένιωθε αμήχανα και κάπως άβολα να πηγαίνει σε τέτοιους χώρους. Ένας λόγος ήταν ότι, με ύψος κοντά στο ένα κι ογδόντα, ξεχώριζε από τα άλλα παιδιά της ηλικίας της. «Ίσως γιατί δε θέλησες ποτέ να δοκιμάσεις να πας για να δεις πώς είναι!» Η Φραντσέσκα κοίταξε το σκίτσο στα χέρια της Σουζάνας. «Ω! Πολύ ωραίο! Εγώ δεν είμαι;» είπε ενθουσιασμένη. «Σου αρέσει;» ρώτησε η Σουζάνα χαμογελώντας. «Ναι... Καταπληκτικό! Μπορώ να το κρατήσω;» «Φυσικά». Το αεροπλάνο πλησίαζε στο διάδρομο προσγείωσης και δε βρήκαν άλλη ευκαιρία να συζητήσουν ξανά μέχρι τη στιγμή που βρέθηκαν ξαπλωμένες αναπαυτικά στο πίσω κάθισμα μιας αστραφτερής λιμουζίνας, που την οδηγούσε ένας σοφέρ με στολή. Αμέσως πήραν το δρόμο για το αρχοντικό της οικογένειας Καλιάντρο. Η Φραντσέσκα σε όλη τη διαδρομή μιλούσε αδιάκοπα, ξεπλέκοντας συγχρόνως τις κοτσίδες της Σουζάνας και αφήνοντας τις πυρρόξανθες μπούκλες να ξεχυθούν στους ώμους της φίλης της. Η Σουζάνα κοίταζε μαγεμένη τα γραφικά τοπία που περνούσαν σαν κινηματογραφική ταινία μπροστά απ’ τα μάτια της και σύντομα ξέχασε τα λόγια της φίλης της για το άλλοθι και τις άλλες επιπολαιότητες που είχε πει για την οικογένειά της. Η Σουζάνα και η Φραντσέσκα βρίσκονταν στο τέλος των σπουδών τους σ’ ένα από τα αριστοκρατικά σχολεία της Ελβετίας. «Αυτό το σχολείο, αργά ή γρήγορα, θα απαλλαγεί από μένα!» έλεγε συχνά η Φραντσέσκα αστειευόμενη. Ήταν ένα ακριβό σχολείο που στόχος του ήταν να προετοιμάζει τις αυριανές κυρίες της καλής κοινωνίας. Ο πατέρας της Σουζάνας είχε πεθάνει, αφήνοντας πίσω του σύζυγο, γιο και κόρη και μια μικρή αυτοκινητοβιομηχανία, για την οποία ο αδελφός της είχε πολύ φιλόδοξα σχέδια. Τα οικονομικά τους δεν ήταν τόσο ανθηρά, αλλά μια ειδική ασφάλεια που είχε κάνει ο πατέρας της στο όνομά της εξασφάλιζε τουλάχιστον το υψηλό κόστος των σπουδών της. Εκείνη όμως ανησυχούσε για την οικονομική κατάσταση της μητέρας της και για τον Πίτερ, τον όχι και πολύ ικανό αδελφό της, που είχε αναλάβει την επιχείρηση... Η μητέρα της Φραντσέσκας είχε πεθάνει πριν από λίγα χρόνια και ο πατέρας της σύντομα ξαναπαντρεύτηκε. Αυτό ήταν μεγάλο λάθος του πατέρα της, όπως υποστήριζε η Φραντσέσκα. Ήταν φανερό ότι δεν υπήρχε και μεγάλη αγάπη ανάμεσα σ’ αυτήν και τη μητριά της. «Και ο αδελφός μου πραγματικά τη μισεί!» είπε. «Δεν αντέχει ούτε στο ίδιο δωμάτιο να βρεθεί μαζί της». Η Σουζάνα σκέφτηκε ότι η οικογένεια της Φραντσέσκας δε φαινόταν να είναι και πολύ ευτυχισμένη... Η φωνή της φίλης της διέκοψε τις σκέψεις της. «Εδώ είμαστε, φιλενάδα!» φώναξε δυνατά, την ώρα που το αυτοκίνητο σταματούσε μπροστά σ’ ένα επιβλητικό άσπρο κτίριο. Μετά η φωνή της χαμήλωσε και πήρε θεατρικό τόνο. «Και τώρα έρχεται ο αδελφός μου, ο Πασκάλ. Μην ξεχάσεις αυτά που σου είπα. Σε περίπτωση που σε ρωτήσει αν βγαίνω με αγόρια, θα του τονίσεις ότι δε μ’ ενδιαφέρουν καθόλου!» Ο άντρας που αντίκρισε η Σουζάνα μέσα απ’ το παράθυρο της λιμουζίνας, ήταν ο πιο όμορφος που είχε δει ποτέ της! Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει περίεργα στο στήθος της κι ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα μάτια για να βεβαιωθεί ότι ήταν ξύπνια και δεν έβλεπε όνειρο. Δεν ήταν όνειρο... Ήταν μελαχρινός, με πλούσια, πυκνά μαλλιά, πολύ ψηλός, με φαρδιές πλάτες και σφιχτοδεμένο σώμα. Είχε ένα υπέροχο πρόσωπο με αρμονικά αρρενωπά χαρακτηριστικά και μαύρα, λαμπερά μάτια. Για τη Σουζάνα, που δεν είχε καμιά απολύτως πείρα από άντρες, ο εντυπωσιακός αδελφός της Φραντσέσκας της έφερνε στο νου τους ήρωες των ρομαντικών μυθιστορημάτων που διάβαζε τα τελευταία χρόνια. Τον κοίταζε άφωνη, σχεδόν εκστατική. Αργότερα, συνειδητοποίησε ότι εκείνη τη στιγμή ήταν έτοιμη σαν ώριμο φρούτο να πέσει στην αγκαλιά κάποιου άντρα. Το ατύχημα ήταν ότι αυτός ο άντρας συνέβη να είναι ο Πασκάλ... Εκείνος φίλησε την αδελφή του στα δυο μάγουλα και μετά άπλωσε το χέρι του σ’ αυτήν. Ο ήλιος βρισκόταν πίσω από τη Σουζάνα και οι ακτίνες του σχημάτιζαν κάτι σαν φωτοστέφανο γύρω απ’ τα μαλλιά της. Έτσι τουλάχιστον της ψιθύρισε το βράδυ η Φραντσέσκα, ενώ η καρδιά της Σουζάνας χτυπούσε ακόμη με τον ίδιο παράξενο, ακανόνιστο ρυθμό που είχε αρχίσει από τη στιγμή που τον είδε για πρώτη φορά. Το κοντό λευκό φόρεμά της μόλις που διέγραφε τις θηλυκές καμπύλες της χωρίς να τις τονίζει. Όταν ο Πασκάλ Καλιάντρο την κοίταξε, έμεινε στιγμιαία ακίνητος, σαν ξαφνιασμένος. Έσφιξε το λεπτό της χέρι μέσα στο δικό του και καθώς εκείνη τον κοιτούσε, γοητευμένη απ’ το βλέμμα του, συνέχισε να την


παρατηρεί εξεταστικά. «Νομίζω ότι τον εντυπωσίασες τον αδελφό μου», της είπε η Φραντσέσκα αργά το βράδυ, την ώρα που ετοιμάζονταν να πάνε για ύπνο. «Σε κοιτούσε σαν να σ’ έτρωγε με τα μάτια!» «Μη λες βλακείες!» απάντησε η Σουζάνα. Σίγουρα η Φραντσέσκα είχε κάνει λάθος, σκεφτόταν η Σουζάνα ένα πρωί, λίγες μέρες μετά, ενώ κολυμπούσε στην πισίνα. Οι άντρες που εντυπωσιάζονται μαζί σου δε σε αγνοούν τόσο επιδεικτικά, σε βαθμό αγένειας, ούτε σου μιλάνε απότομα. Μια μέρα, μάλιστα, είχε φτάσει να της πει να μη σκύβει έτσι το κεφάλι της και ότι θα έπρεπε να είναι περήφανη για το ύψος της! Υπήρχαν φορές που ήταν σχεδόν βέβαιη ότι ο Πασκάλ την αντιπαθούσε. Αλλά κάποιες άλλες... Ένιωσε μια ανατριχίλα να τη διαπερνά. Κάποιες φορές γύριζε το κεφάλι και τον έπιανε να έχει καρφωμένο το βλέμμα του πάνω της. Τα μάτια του, σκοτεινά και επίμονα, να την εξερευνούν. Αυτό την αναστάτωνε βαθιά και συγχρόνως τη φόβιζε. Η μόνη περίπτωση που είχε πει κάτι καλό γι’ αυτήν ήταν μια μέρα που τη βρήκε στον κήπο να ζωγραφίζει. Είχε σταθεί πίσω της σιωπηλός και κοίταζε πάνω απ’ τον ώμο της τουλάχιστον για ένα λεπτό, καθώς η Σουζάνα αποτύπωνε στον καμβά της το πνιγμένο στις περικοκλάδες και τα λουλούδια κιόσκι. «Πολύ ωραίο», της είπε μετά από λίγο. «Έχεις ταλέντο στη ζωγραφική και νομίζω ότι θα μπορούσες να κάνεις καριέρα μ’ αυτό». Τα μάγουλα της Σουζάνας είχαν γίνει κατακόκκινα με το απροσδόκητο κομπλιμέντο. Η θύμιση της έφερε αμηχανία και γυρνώντας ανάσκελα, κλότσησε με τα πόδια της το δροσερό νερό της πισίνας. Της ήρθε η σκέψη ότι έμενε με μια κάπως παράξενη οικογένεια. Η Φραντσέσκα περνούσε τον καιρό της προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει τρόπους για να πάει σε κάποιο κλαμπ της πόλης να διασκεδάσει, αλλά μέχρι τώρα ο Πασκάλ απέρριπτε κάθε τέτοιο αίτημα. «Είσαι πολύ μικρή ακόμη», της είχε πει με έμφαση και το βλέμμα του είχε γίνει αυστηρό. Μετά γύρισε και κοίταξε τη Σουζάνα. «Πάτε συχνά σε κλαμπ, κορίτσια;» ρώτησε και τα μάτια του εξερευνούσαν τις αντιδράσεις τους. «Ποτέ!» είπαν οι δυο κοπέλες με μια φωνή. Αλλά η Σουζάνα είχε κοκκινίσει με το εύκολο ψέμα της Φραντσέσκας. Ήταν σίγουρη ότι ο Πασκάλ παρατήρησε την αμηχανία της και τα μάτια του σκοτείνιασαν. Η Σουζάνα σπάνια έβλεπε τον πατέρα τους, που ήταν ένας ωραίος άντρας, γύρω στα εξήντα, με κάποιες ασημένιες τούφες στα μαύρα μαλλιά του. Αφιέρωνε τον περισσότερο χρόνο του στη δουλειά. Στο σπίτι συνήθως ερχόταν αργά, για το βραδινό φαγητό. Την ώρα του δείπνου βρίσκονταν οι τρεις τους μόνο, γιατί ο Πασκάλ ήταν μονίμως έξω, με κάποια από τις άπειρες κοπέλες που του τηλεφωνούσαν συνέχεια στο σπίτι. Η μητριά τους ήταν ακόμη στο Παρίσι. Αλλά σήμερα η Σουζάνα ήταν μόνη στο σπίτι. Ο Πασκάλ ήταν στη δουλειά του και ο σινιόρ Καλιάντρο είχε πάει αεροπορικώς στη Νάπολη και θα έμενε εκεί όλη την ημέρα. Η Φραντσέσκα είχε πάει στη γιαγιά της, που έμενε στην άλλη άκρη της πόλης. Της πρότεινε να πάει κι αυτή μαζί της, αλλά όταν η Σουζάνα πληροφορήθηκε ότι η ηλικιωμένη γυναίκα δε μιλούσε αγγλικά, σκέφτηκε ότι θα ήταν πιο σωστό να μη συνοδεύσει τη φιλενάδα της σ’ αυτή την επίσκεψη. Η πισίνα στην οποία κολυμπούσε ήταν τεράστια και το νερό απολαυστικά δροσερό. Έκανε ένα μακροβούτι και έφτασε μέχρι τον πάτο. Είχε σχεδόν εξαντλήσει τον αέρα που είχε στα πνευμόνια της, όταν μια δυνατή κράμπα τη χτύπησε στη γάμπα κι ένιωσε να την ακινητοποιεί ο σουβλερός πόνος. Ήταν σαν να της είχαν καρφώσει στο πόδι ένα μαχαίρι. Αν της είχε μείνει λίγος ακόμη αέρας και δεν είχε βουτήξει τόσο βαθιά δε θα είχε πανικοβληθεί, αλλά τελικά αυτό ακριβώς έπαθε: πανικοβλήθηκε, κατάπιε νερό κι άρχισε να κουνάει σπασμωδικά τα χέρια και τα πόδια της προσπαθώντας να ανέβει στην επιφάνεια. Το κεφάλι και το στήθος της κόντευαν να εκραγούν, όταν ξαφνικά δυο χέρια την άρπαξαν σφιχτά από τη μέση. Αντιδρώντας ενστικτωδώς προσπάθησε να ελευθερωθεί, αλλά όποιος την κρατούσε ήταν πολύ δυνατός και δεν την άφηνε να ξεφύγει. Ένιωσε το σώμα της να ανεβαίνει προς τα πάνω κι όταν έφτασε στην επιφάνεια του νερού άνοιξε λαίμαργα το στόμα της για να ανασάνει και μετά έγειρε πάνω στο στήθος του σωτήρα της, ένα στήθος μυώδες και σκληρό σαν πέτρα. Χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει, ήξερε ποιος ήταν. Ο Πασκάλ. Τα χέρια του ήταν ακόμη τυλιγμένα στη μέση της και το πρόσωπό του για μια στιγμή άγγιξε το δικό της. «Ντίο!» φώναξε θυμωμένα και τίναξε τα πόδια του μέσα στο νερό, κολυμπώντας προς την άκρη της πισίνας. Ανέβηκε τα σκαλάκια πρώτος, μετά τη σήκωσε απαλά, την έβγαλε έξω και την άφησε πάνω στο ζεσταμένο από τον ήλιο γκαζόν. Κοιτάζοντάς τον, η Σουζάνα διαπίστωσε ότι είχε βουτήξει στο νερό ντυμένος. Δεν είχε βγάλει ούτε τα ακριβά καστόρινα παπούτσια του. Το μεταξωτό του πουκάμισο είχε κολλήσει πάνω του σαν δεύτερο δέρμα. Το ίδιο και το παντελόνι του, με αποτέλεσμα να διαγράφονται ανάγλυφα οι μυώδεις γοφοί του. Τα μάτια του έβγαζαν φλόγες. «Ανόητη! Τρελή... μικρή ηλίθια!» φώναξε έξαλλος και άρχισε να ψηλαφίζει προσεκτικά με τα χέρια του το σώμα της, όπως ένας γιατρός που εξετάζει κάποιον μετά από ένα ατύχημα. «Λυ... λυπάμαι πολύ», ψιθύρισε εκείνη. Ανατρίχιαζε καθώς αισθανόταν στα μέλη της το ζεστό του άγγιγμα. «Και πολύ καλά κάνεις!» της είπε ο Πασκάλ θυμωμένα. «Το ξέρεις ότι θα μπορούσες να έχεις πνιγεί;» Τα μάτια του στένεψαν μόλις είδε το κάτασπρο απ’ το φόβο πρόσωπό της. «Μήπως πονάς κάπου;» ρώτησε σε αυστηρό αλλά προστατευτικό τόνο. Δυστυχώς, τα δόντια της άρχισαν να χτυπούν και δεν μπορούσε να μιλήσει. «Σε ρώτησα κάτι. Πονάς;» της είπε ξανά, στον ίδιο αυστηρό τόνο. «Χτύπησες πουθενά; Πες μου!» Δεν μπορούσε ν’ αντέξει τον άγριο τόνο του τη στιγμή που ένιωθε τόσο ευάλωτη και τελικά έκανε αυτό που δεν είχε κάνει εδώ κι ένα χρόνο, από τότε που πέθανε ο πατέρας της. Ξέσπασε σε κλάματα. Αυτόματα η συμπεριφορά του άλλαξε. Έδειξε μετανιωμένος, την τράβηξε στην αγκαλιά του και έβαλε το χέρι του προστατευτικά πίσω απ’ το κεφάλι της. «Μην κλαις, μπέλα μία», ψιθύρισε. «Δε χρειάζεται να κλαις. Είσαι ασφαλής τώρα». Αλλά η συνειδητοποίηση αυτού που μπορούσε να είχε πάθει αν δεν ερχόταν ο Πασκάλ την έκανε να κλαίει με ακόμα πιο δυνατούς λυγμούς. Από τα χείλη του ακούστηκε ένας βραχνός ήχος και την άλλη στιγμή τη σήκωσε στα χέρια του και κατευθύνθηκε προς το σπίτι. Η Σουζάνα ήταν τόσο εξαντλημένη που δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση, αλλά άφησε το κεφάλι της να γείρει πάνω στο στήθος του και σιγά σιγά οι λυγμοί της κόπασαν. Ήταν σαν να βρισκόταν στον Παράδεισο, έτσι όπως την κρατούσε στην αγκαλιά του και το βρεγμένο σώμα της κολλούσε πάνω του. Θα μπορούσε να μείνει έτσι όλη την ημέρα, αν ήταν δυνατόν. «Πού με πας;» τον ρώτησε σιγανά καθώς εκείνος άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά του σπιτιού. «Στο σπίτι να σε στεγνώσω», της απάντησε. Ο τρυφερός τόνος του είχε εξαφανιστεί και η φωνή του είχε πάλι αυτή την απότομη χροιά που την έκανε να αναρωτηθεί γιατί φαινόταν ακόμη τόσο θυμωμένος μαζί της. Τη μετέφερε στο δωμάτιό της και την άφησε να πατήσει πάνω στο παχύ χαλί. Τα μάτια του έψαξαν γρήγορα το χώρο κι έπεσαν σ’ ένα ανοιχτό συρτάρι όπου ήταν τα εσώρουχά της. Πάνω πάνω υπήρχε ένα σλιπάκι κι ένα σουτιέν στο ίδιο χρώμα. Η Σουζάνα έγινε κατακόκκινη. «Έχεις φέρει κανένα μπουρνούζι μαζί σου;» τη ρώτησε. Εκείνη έγνεψε αρνητικά. Τέτοια πράγματα δεν τα κουβαλάς μαζί σου στην Ιταλία κατακαλόκαιρο. Είχε μόνο μια λεπτή μεταξωτή ρόμπα.


«Περίμενε εδώ!» της είπε και βγήκε απ’ την κρεβατοκάμαρα. Ύστερα από λίγο επέστρεψε με ένα αφράτο μπουρνούζι σε βαθύ μπλε χρώμα, προφανώς το δικό του, και το πέταξε πάνω στο κρεβάτι της. «Τώρα γδύσου!» της είπε επιτακτικά. «Βάλε τη ρόμπα κι εγώ θα πάω να σου ετοιμάσω ένα ζεστό μπάνιο». Αν κάποιος άλλος άντρας της έδινε τέτοια εντολή και μάλιστα σ’ αυτό τον επιτακτικό τόνο, η Σουζάνα θα έβαζε τις φωνές. Αλλά στον Πασκάλ απλώς έγνεψε καταφατικά σαν υπάκουο παιδί. Εκείνος κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό μπάνιο του δωματίου χωρίς να κοιτάξει πίσω του και η Σουζάνα άρχισε να βγάζει το μαγιό της. Ήταν ευκολότερο να το λες παρά να το κάνεις. Τα δάχτυλά της ήταν μουδιασμένα από το κρύο και το σοκ και δεν κατάφερνε να ξεκολλήσει από πάνω της το βρεγμένο ύφασμα. Όταν λίγα λεπτά αργότερα ο Πασκάλ άνοιξε την πόρτα του μπάνιου και μπήκε πάλι στην κρεβατοκάμαρα μαζί μ’ ένα σύννεφο αρωματισμένων υδρατμών, τη βρήκε να παλεύει ακόμα να ξεκουμπώσει το σουτιέν του μπικίνι πίσω απ’ την πλάτη της. Για μια στιγμή πάγωσε κοιτάζοντάς τη, λες και δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του μισόγυμνη γυναίκα, κάτι που φυσικά δεν ίσχυε σε καμιά περίπτωση. Η Φραντσέσκα της είχε διηγηθεί πολλές ιστορίες για τα κορίτσια που έμπαζε κρυφά στο δωμάτιό του τότε που ήταν ακόμη μαθητής στο οικοτροφείο. Και δεν είχες παρά να ρίξεις μια ματιά στο υπέροχα αρρενωπό, σχεδόν επικίνδυνο κορμί του, για να καταλάβεις ότι ο Πασκάλ γνώριζε καλά τις απολαύσεις της ερωτικής πράξης... Την κοίταξε μ’ ένα παράξενο βλέμμα. Υπήρχε κάποιο ίχνος θυμού στα μάτια του, αλλά υπήρχε και κάτι άλλο... κάτι που ακόμη και η εντελώς άπειρη Σουζάνα μπορούσε να αναγνωρίσει σαν σαν πόθο. Και μετά είπε χαμηλόφωνα κάτι στα ιταλικά πριν πλησιάσει βιαστικά προς το μέρος της. «Συγνώμη», ψέλλισε η Σουζάνα. «Δεν μπορώ... Τα δάχτυλά μου είναι πολύ...» Ο Πασκάλ κούνησε το κεφάλι του και, χωρίς να πει λέξη, της ξεκούμπωσε το σουτιέν με μια επιδέξια κίνηση, που ξύπνησε μέσα της ένα τσίμπημα ζήλιας καθώς φαντάστηκε αυτά τα δυνατά, ηλιοκαμένα χέρια να γδύνουν κι άλλες γυναίκες. Τα στήθη της ελευθερώθηκαν και η Σουζάνα τον άκουσε ν’ αφήνει μια πνιχτή, σχεδόν άγρια ανάσα. Με μια σχεδόν απότομη κίνηση εκείνος έριξε το μπουρνούζι πάνω της κι έδεσε γρήγορα τη ζώνη γύρω στη λεπτή της μέση. Ύστερα γονάτισε μπροστά στα πόδια της και τα χέρια του γλίστρησαν μέσα από τη ρόμπα μέχρι που έφτασαν στους γυμνούς γοφούς της. Η Σουζάνα κράτησε την ανάσα της όταν τα ζεστά του χέρια άγγιξαν την κρύα σάρκα της. Ο Πασκάλ είχε τα μάτια του στραμμένα αλλού καθώς τραβούσε προς τα κάτω το μικροσκοπικό σλιπάκι της. Το κρύο και η δυσφορία εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας όταν ένιωσε τα χέρια του να γλιστρούν φευγαλέα πάνω στους μηρούς της. Κάτι καυτό, δυνατό και ακατανίκητο άρχισε να κοχλάζει μέσα της και να διαχέεται αστραπιαία στις φλέβες της σαν πυρκαγιά, κι ένα τρέμουλο τη διαπέρασε καθώς ένιωθε για πρώτη φορά στη ζωή της το σώμα της να ξυπνάει ερωτικά. Άραγε εκείνος κατάλαβε την αυτόματη αντίδρασή της στο άγγιγμά του; Μήπως γι’ αυτό τα χείλη του σφίχτηκαν σε μια σκληρή γραμμή που σχεδόν προκαλούσε φόβο; Γι’ αυτό υπήρχε αυτή η άγρια λάμψη στα μάτια του που τον μεταμόρφωνε ξαφνικά σ’ ένα βλοσυρό και κάπως απειλητικό άγνωστο; «Τώρα πήγαινε στο μπάνιο», της είπε επιτακτικά και πέταξε μακριά το μπικίνι της, λες και ήταν μολυσμένο. Σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς την πόρτα, αλλά χωρίς τη συνηθισμένη άνεση και σβελτάδα που διέκρινε το περπάτημά του. «Και να ’χεις τελειώσει σε είκοσι λεπτά –όχι παραπάνω», την πρόσταξε, αλλά μετά χαμογέλασε και ο τόνος της φωνής του έγινε πιο ανάλαφρος διώχνοντας λίγη από τη φοβερή ένταση που υπήρχε στην ατμόσφαιρα. «Δεν επιτρέπεται να σε πάρει ο ύπνος εκεί! Κατάλαβες;» Την τελευταία λέξη την είπε σχεδόν γλυκά. «Ναι, Πασκάλ», απάντησε εκείνη ψιθυριστά. «Ωραία. Εγώ πάω κάτω να σου φτιάξω λίγο καφέ». Η Σουζάνα μπήκε παραζαλισμένη μέσα στο μπάνιο, τυλιγμένη στη ρόμπα του, που δεν ήθελε να τη βγάλει γιατί η μυρωδιά της –η δική του μυρωδιά– ήταν απλά υπέροχη. Αγκάλιασε σφιχτά το κορμί της με τα χέρια, μετά σκούπισε τους ατμούς από ένα κομμάτι του καθρέφτη και κοιτάχτηκε, συνεπαρμένη από την έξαψη που έβλεπε στο πρόσωπό της και την παράξενη, σχεδόν πυρετική λάμψη στα μάτια της. Αλλά τι φανταζόταν; Ότι είχε επηρεαστεί κι εκείνος από τη στιγμιαία επαφή τους όσο η ίδια; Ο Πασκάλ Καλιάντρο, το ίνδαλμα της Ρώμης, θα μπορούσε να αναστατωθεί από ένα κορίτσι που πήγαινε ακόμα στο σχολείο; Αποκλείεται! σκέφτηκε μελαγχολικά καθώς έβγαζε τη ρόμπα κι έμπαινε στην μπανιέρα, μέσα στο μυρωδάτο, αχνιστό νερό. Το ζεστό μπάνιο την έκανε να νιώσει πάλι σχεδόν φυσιολογικά. Έλουσε τα μαλλιά της και τ’ άφησε να πέσουν ελεύθερα στην πλάτη της. Ύστερα φόρεσε ένα λευκό τζιν κι ένα λευκό φαρδύ βαμβακερό πουλόβερ, και κατέβηκε κάτω για να συναντήσει τον Πασκάλ. Στάθηκε για λίγο στην πόρτα και τον παρατηρούσε. Της άρεσε που έβλεπε έναν τόσο αρρενωπό άντρα να κινείται με τόση άνεση μέσα στην κουζίνα. «Αισθάνεσαι καλύτερα;» τη ρώτησε μόλις την είδε. Από άποψη σωματικής υγείας σίγουρα ήταν καλύτερα. Αλλά αυτή η ζωογόνα ένταση που είχε προκαλέσει το άγγιγμά του εξακολουθούσε να την κρατάει σε υπερδιέγερση. «Πολύ καλύτερα», απάντησε και μετά ένιωσε την ανάγκη να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη της. «Θα ήθελα να σ’ ευχαριστήσω, Πασκάλ, που...» Της φάνηκε λίγο υπερβολικό σαν έκφραση και για μια στιγμή δίστασε να συνεχίσει, αλλά τελικά έπρεπε να το πει. «... Που μου έσωσες τη ζωή», συμπλήρωσε βιαστικά. Εκείνος κούνησε απλώς το κεφάλι και χαμογέλασε ευγενικά. «Ξέχασέ το». Αλλά η Σουζάνα δε θα το ξεχνούσε ποτέ, ήταν σίγουρη. Και η όλο και μεγαλύτερη, σχεδόν παιδιάστικη έλξη που ένιωθε για τον Πασκάλ, ξαφνικά λουλούδισε και άνθισε μέσα της σε πλήρη ωριμότητα. Είμαι ερωτευμένη μαζί του, σκέφτηκε με ήρεμη βεβαιότητα. «Κάθισε», της είπε τραβώντας προς το μέρος της ένα ψηλό σκαμπό. Η Σουζάνα κάθισε και ακούμπησε τους αγκώνες της πάνω στον πάγκο προσπαθώντας να βρει να πει κάτι άσχετο με το γεγονός ότι εκείνος την είχε δει μισόγυμνη πριν από λίγα λεπτά. Καθισμένη εκεί, με τα μαλλιά της ακόμη υγρά και χωρίς ίχνος μακιγιάζ στο πρόσωπο, ένιωθε ξαφνικά πολύ μικρή και πολύ αδιάφορη. «Φαίνεται ότι τα καταφέρνεις καλά στην κουζίνα!» παρατήρησε σε ζωηρό τόνο. «Μου κάνει εντύπωση!» Ο Πασκάλ ανασήκωσε ελαφρά τα φρύδια του και την κοίταξε, αλλά δε σχολίασε την προκατάληψη που κρυβόταν πίσω από τα λόγια της. Πήρε την κανάτα στο χέρι του και γέμισε ένα φλιτζάνι με το μυρωδάτο, αχνιστό καφέ. «Οι Ιταλοί φημίζονται για πολλά πράγματα, αλλά δε νομίζω ότι είναι γνωστοί για τις επιδόσεις τους στην κουζίνα», είπε και έσπρωξε την κούπα με τον καφέ μπροστά της. Η Σουζάνα το ήξερε αυτό. Και μάλιστα ήξερε ακριβώς για ποιο πράγμα φημίζονται οι Ιταλοί... Για το ότι είναι εκπληκτικοί... εραστές... Ξεροκατάπιε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Κι εσύ αποφάσισες να σπάσεις την παράδοση;» είπε αστειευόμενη. Μια σκιά θλίψης πέρασε από τα όμορφα μάτια του. Έβαλε ζάχαρη στην κούπα του και την κοίταξε. «Δυστυχώς, ναι. Δε γίνεται να έχεις δίπλα σου κάποιον να σε υπηρετεί οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας κι όταν η μητέρα μου πέθανε...» Δίστασε για μια στιγμή. «Ο πατέρας μου ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση για μεγάλο διάστημα και η Φραντσέσκα τότε ήταν πολύ μικρή...» Η Σουζάνα ένιωσε άσχημα για την απερισκεψία της. «Ω Θεέ μου», είπε αναστενάζοντας. «Δεν ήθελα να σου θυμίσω τέτοια πράγματα». Εκείνος της χαμογέλασε αχνά. «Ο χρόνος απαλύνει κάθε πόνο, Σουζάνα». Η φωνή του είχε πάρει μια βαθιά χροιά και η ιταλική προφορά του είχε γίνει πιο έντονη. «Και ο δικός σου πατέρας δεν πέθανε ξαφνικά;»


Η Σουζάνα ένιωσε ένα μούδιασμα. «Η Φραντσέσκα σου το είπε;» ρώτησε χαμηλόφωνα. «Ναι». Σταμάτησε μια στιγμή και μετά την κοίταξε κατάματα. «Αν δεν κάνω λάθος, σε αυτοκινητικό δυστύχημα, έτσι;» Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος που ρωτούσε, θα τον θεωρούσε αδιάκριτο, αλλά από τον Πασκάλ της φαινόταν σαν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. «Ναι», είπε μονολεκτικά και αναστέναξε. «Αυτόν σκέφτηκες στην πισίνα όταν άρχισες να κλαις;» Η διαίσθησή του την άφησε άφωνη. «Πώς γίνεται να το κατάλαβες αυτό;» «Ξέρω να διακρίνω το σοκ από τη θλίψη. Και να θυμάσαι ότι το να το κρατάς μέσα σου δε βοηθάει». Της χαμογέλασε. «Πιες τώρα τον καφέ σου. Μετά θα σε βγάλω έξω για φαγητό. Τι λες; Θα βοηθήσει αυτό να νιώσεις καλύτερα;» «Έξω για φαγητό;» Ένιωθε σαν τη Σταχτοπούτα. «Είσαι σίγουρος;» Στα χείλη του φάνηκε ένα αινιγματικό χαμόγελο. «Πολύ σίγουρος», της απάντησε. «Ξέρεις, είναι κι αυτό ένα άλλο χαρακτηριστικό των Ιταλών. Τους αρέσει να τους βλέπουν με μια εξαιρετικά ωραία νεαρή κυρία στο πλευρό τους». Η Σουζάνα ήξερε ότι σκόπιμα είχε τονίσει τη λέξη «νεαρή», αλλά δεν την ένοιαζε. Ο Πασκάλ θα την έβγαζε έξω για φαγητό και μόνο αυτό είχε σημασία. *

Τελικά αυτό το γεύμα θα γινόταν το μέτρο σύγκρισης για όλα τα υπόλοιπα της ζωής της. Την πήγε σ’ ένα θαυμάσιο εστιατόριο και ο ίδιος ήταν η προσωποποίηση της γοητείας. Το φαγητό ήταν υπέροχο και το ένα ποτηράκι κρασί που της επέτρεψε να πιει, πραγματικά εξαιρετικό. Ο Πασκάλ φαινόταν να βρίσκεται στο στοιχείο του μέσα στη διακριτικά πολυτελή αίθουσα του εστιατορίου και η Σουζάνα προσπαθούσε να μιμηθεί την άνεση και την αυτοπεποίθησή του. Το κακό ήταν ότι τουλάχιστον τρεις γυναίκες είχαν έρθει στο τραπέζι τους για να τον χαιρετήσουν, γυναίκες κομψές και γοητευτικές, με εμφανώς μεγαλύτερη πείρα από εκείνη. Και η Σουζάνα έπιασε τον εαυτό της να εύχεται να παραπατήσουν και να πέσουν μ’ αυτά τα γελοία ψηλά τακούνια που φορούσαν όλες τους! Ήταν περασμένες τρεις όταν γύρισαν σπίτι. Η Σουζάνα απολάμβανε την αίσθηση της γλυκιάς ικανοποίησης που την πλημμύριζε και συγχρόνως αναρωτιόταν τι θα της πρότεινε να κάνουν μετά. Αλλά εκείνος δε βγήκε από το αυτοκίνητο. «Τώρα θα σ’ αφήσω να βρεις μόνη σου κάτι για να ψυχαγωγηθείς», της είπε και μετά πήρε μια δήθεν αυστηρή έκφραση και συμπλήρωσε: «Αλλά, σε παρακαλώ, μην κολυμπήσεις πάλι στην πισίνα –όχι σήμερα τουλάχιστον!» Δυσκολεύτηκε να κρύψει την απογοήτευσή της. «Κι εσύ πού θα πας;» «Στη δουλειά. Αν έχεις την καλοσύνη, πες στον πατέρα μου και τη Φραντσέσκα ότι θ’ αργήσω και δε θα είμαι στο σπίτι για το δείπνο». Όλη η χαρά της Σουζάνας είχε μαραθεί καθώς διέσχιζε τον ολάνθιστο κήπο της βίλας και έμπαινε στο σπίτι. Πέρασε το υπόλοιπο απόγευμα προσπαθώντας να γράψει ένα γράμμα, αλλά της ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί, γιατί έξω είχε σηκωθεί ένας δυνατός αέρας, ενώ από μακριά ακούγονταν βροντές που όλο και πλησίαζαν. Ανυπομονούσε να έρθουν οι άλλοι, δεν εμφανιζόταν όμως κανείς. Ούτε η Φραντσέσκα ούτε ο σινιόρ Καλιάντρο. Ξαφνικά η βίλα τής φαινόταν φοβερά μεγάλη και άδεια, καθώς είχε μείνει μόνη της με τη μαγείρισσα, που ήταν απασχολημένη στην κουζίνα. Η Φραντσέσκα τηλεφώνησε στις έξι το απόγευμα για να ενημερώσει ότι θα έμενε στο σπίτι της γιαγιάς της. «Η καταιγίδα είναι πολύ άσχημη εδώ», εξήγησε στη φιλενάδα της. «Και τώρα κινείται προς εσάς. Θα είσαι εντάξει; Ο Πασκάλ κι ο μπαμπάς μου έχουν γυρίσει;» Η Σουζάνα δεν ήθελε να ανησυχήσει τη φίλη της και απέφυγε να της πει ότι ο Πασκάλ δε θα ερχόταν για δείπνο και ότι ο πατέρας της δεν είχε επικοινωνήσει καθόλου με το σπίτι. Αποφάσισε να βρει κάποιον ευχάριστο τρόπο για να απασχοληθεί. Υπήρχαν πολλά πράγματα που θα μπορούσε να κάνει. Η βιβλιοθήκη του σπιτιού είχε άπειρα αγγλικά βιβλία και σ’ ένα δωμάτιο υπήρχε βίντεο, μια μεγάλη οθόνη και μια πλούσια συλλογή από ταινίες. Έτσι η Σουζάνα πέρασε το υπόλοιπο της ημέρας όσο πιο ευχάριστα μπορούσε. Αφού είδε μια ταινία, έκανε μανικιούρ και πεντικιούρ κι ύστερα δανείστηκε τα ρόλεϊ της Φραντσέσκας και τύλιξε τις άκρες των μαλλιών της για να δώσει σχήμα στις μπούκλες της. Η μαγείρισσα ανησυχούσε με την επιδείνωση του καιρού και η Σουζάνα αναγκάστηκε να της πει να φύγει νωρίς για το σπίτι της. Όμως αργότερα, ενώ καθόταν στο ψηλό σκαμπό της κουζίνας κι έτρωγε το κοτόπουλο και τη σαλάτα που είχε ετοιμάσει η γυναίκα για βραδινό, σκέφτηκε ότι δεν ήταν πολύ καλή η ιδέα της να τη διώξει νωρίτερα. Το βουητό της καταιγίδας ακουγόταν τώρα πιο κοντά και πιο δυνατό, και μια αίσθηση ανησυχίας είχε αρχίσει να την κυριεύει. Οι καταιγίδες δεν της άρεσαν ποτέ, και πολύ περισσότερο τώρα, που ήταν ολομόναχη σ’ αυτό το μεγάλο σπίτι, σε μια ξένη χώρα... Έκανε μια βόλτα κι έκλεισε καλά όλα τα παράθυρα. Ο άνεμος έξω λυσσομανούσε και η βροχή έπεφτε με δύναμη στη στέγη και τα τζάμια. Είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι και διάβαζε ένα βιβλίο, όταν ξαφνικά το δωμάτιο βυθίστηκε στο σκοτάδι. Ούρλιαξε δυνατά, τρομαγμένη από το πηχτό σκοτάδι που την τύλιξε απότομα σαν μια αποπνικτική κουβέρτα. Δε θυμόταν να της είχε ξανασυμβεί ποτέ κάτι τέτοιο. Προσπάθησε να καθησυχάσει τον εαυτό της λέγοντας ότι ήταν απλώς μια διακοπή ρεύματος, κάτι όχι ασυνήθιστο σε μια τόσο δυνατή καταιγίδα, αλλά δεν τα κατάφερε. Ούρλιαξε ξανά όταν ένα κλαδί χτύπησε δυνατά το παράθυρο, σαν κλέφτης που προσπαθούσε να μπει στο σπίτι. Δεν ήξερε πόση ώρα έμεινε εκεί ζαρωμένη απ’ το φόβο της. Ξαφνικά τα σκεπάσματά της τραβήχτηκαν και είδε τον Πασκάλ να στέκεται από πάνω της. Τα ρούχα του ήταν μούσκεμα από τη βροχή και τα κατάμαυρα μαλλιά του ήταν βρεγμένα και κολλημένα πάνω στο όμορφο κεφάλι του. Την έπιασε από τους ώμους, την ανασήκωσε λίγο και την κοίταξε εξεταστικά στο πρόσωπο. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε ανήσυχος. Ήταν η δεύτερη φορά εκείνη την ημέρα που της έκανε την ίδια ερώτηση. Η Σουζάνα έγνεψε καταφατικά, ενώ έτρεμε ακόμη σύγκορμη. «Σίγουρα;» την ξαναρώτησε. «Ναι». «Πού είναι οι άλλοι;» «Η Φραντσέσκα τηλεφώνησε για να μου πει ότι μ’ αυτή την καταιγίδα αποφάσισε να μείνει στο σπίτι της γιαγιάς της. Για τον μπαμπά σου δεν ξέρω τίποτα». «Έχει κλείσει το αεροδρόμιο λόγω των καιρικών συνθηκών», είπε εκείνος και μετά ο τόνος της φωνής του μαλάκωσε και τα μάτια του έγιναν πιο γλυκά. «Θα φοβήθηκες πολύ, μόνη σου εδώ, έτσι;» Η Σουζάνα δεν ήθελε να φανεί δειλή και είπε ψέματα. «Όχι... ιδιαίτερα», ψιθύρισε, αλλά όταν κοίταξε το πρόσωπό του, ξαφνικά ένιωσε ασφαλής, απόλυτα ασφαλής. «Περίμενε εδώ», της είπε. «Μην το κουνήσεις ρούπι. Πάω να δω μήπως καταφέρω να κάνω κάτι με τα φώτα». Δε σκόπευε να πάει πουθενά! Ξάπλωσε πάλι πίσω, υπάκουα, μέχρι που τον άκουσε να τη φωνάζει. Τότε πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι και βγήκε έξω στο διάδρομο. Ο Πασκάλ κρατούσε στο χέρι του ένα κηροπήγιο με τρία αναμμένα κεριά, που έριχναν παράξενες, σαγηνευτικές σκιές πάνω στο πρόσωπό του. Έμοιαζε σαν να είχε βγει από κάποιο πίνακα, σαν να ανήκε σε άλλη εποχή, σκέφτηκε φευγαλέα η Σουζάνα.


«Έλα κάτω να ζεσταθείς λίγο», της είπε. Τον ακολούθησε στο κάτω πάτωμα, όπου ο Πασκάλ άναψε μια ζωηρή φωτιά στο τζάκι και έφερε δυο κρυστάλλινα ποτήρια με μπράντι. Η Σουζάνα παρατήρησε ότι εκείνος είχε αλλάξει τα βρεγμένα ρούχα του. Τώρα φορούσε ένα μαύρο τζιν παντελόνι κι ένα μαύρο πουλόβερ. Ήταν ξυπόλητος και η Σουζάνα δεν μπόρεσε να μην προσέξει πόσο καλοσχηματισμένα ήταν τα δάχτυλα των ποδιών του. Αν ήταν δυνατόν! Να σου φαίνονται όμορφα ακόμη και τα πόδια κάποιου! Τελικά, την είχε πατήσει πολύ άσχημα! Το στόμα της στέγνωσε και η καρδιά της άρχισε να βροντοχτυπάει όταν εκείνος σήκωσε τα μάτια του και ανταπέδωσε κάπως βεβιασμένα το ντροπαλό χαμόγελό της. «Θα πιεις λίγο μπράντι;» τη ρώτησε. Θυμήθηκε ότι στο εστιατόριο δεν την είχε αφήσει να πιει παρά μόνο ένα ποτήρι από εκείνο το ωραίο κρασί, και μάλλον το ίδιο θυμήθηκε κι αυτός γιατί γέλασε ξαφνικά. «Αυτό σ’ το προσφέρω για καθαρά ιατρικούς λόγους. Μου φαίνεσαι χλομή και φοβισμένη. Ήταν μια δύσκολη μέρα για σένα, Σουζάνα». Θα φαινόταν πολύ άσχετη αν του έλεγε ότι δεν είχε δοκιμάσει ποτέ στη ζωή της μπράντι, σκέφτηκε η Σουζάνα. Άλλωστε είχε δίκιο –ένιωθε πολύ ταραγμένη και ίσως να τη βοηθούσε να ηρεμήσει. «Ναι, θα ήθελα λίγο», είπε. Κάθισε στο χαλί, μπροστά στο τζάκι, και πήρε το ποτήρι στο χέρι της. Το μπράντι ήταν καυτό και γλυκόπικρο και το ένιωσε να κυλάει σαν υγρή φωτιά μέσα της. Της ζέστανε το αίμα. «Αισθάνεσαι καλύτερα τώρα;» τη ρώτησε. «Μμμ! Πολύ καλύτερα!» Έκλεισε για λίγο τα μάτια της και χαμογέλασε ευτυχισμένη. Όταν τα άνοιξε ξανά, εκείνος είχε καρφώσει επίμονα το βλέμμα του πάνω της. Το πρόσωπό του είχε πάρει μια αινιγματική έκφραση και ξαφνικά σηκώθηκε όρθιος. «Ώρα για ύπνο», είπε απότομα και σε τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις. «Είναι αργά. Εγώ θα τακτοποιήσω λίγο εδώ. Εσύ πήγαινε στο δωμάτιό σου. Πάρε το κηροπήγιο μαζί σου να βλέπεις, αλλά πριν κοιμηθείς να σβήσεις τα κεριά». Αλλά η Σουζάνα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Η θύελλα συνέχιζε να μαίνεται έξω, το ίδιο όμως συνέβαινε και μέσα της. Θυμόταν την αίσθηση των χεριών του στο σώμα της καθώς τη μετέφερε απ’ την πισίνα στο δωμάτιό της. Αυτά τα δυνατά χέρια που ελευθέρωναν τα στήθη της, που της έβγαζαν το μπικίνι... Στριφογύριζε συνέχεια στο κρεβάτι, αλλά δεν την έπαιρνε ο ύπνος και τελικά εγκατέλειψε την προσπάθεια. Αποφάσισε να πάει να ψάξει για σπίρτα. Θα άναβε πάλι τα κεριά και θα διάβαζε το βιβλίο της. Φόρεσε τη μεταξωτή της ρόμπα και, περπατώντας στις μύτες των ποδιών, κατέβηκε στην κουζίνα. Ψαχουλεύοντας εδώ κι εκεί, τελικά κατάφερε να βρει ένα κουτί σπίρτα. Ανέβηκε πάλι επάνω περπατώντας με προσοχή στο διάδρομο που οδηγούσε στο δωμάτιό της, όταν μια φιγούρα πρόβαλε μπροστά της ξαφνικά και παραλίγο να πέσει πάνω στον Πασκάλ. Φορούσε το παντελόνι μιας μαύρης μεταξωτής πιτζάμας κι από τη μέση και πάνω ήταν γυμνός. Τα μάτια της έπεσαν σαν μαγνητισμένα πάνω στο φαρδύ στέρνο του με το σκούρο τρίχωμα. Τα μαύρα του μαλλιά ήταν αχτένιστα κι έπεφταν άτακτα στο μέτωπό του. «Γιατί τριγυρίζεις τέτοια ώρα στο σπίτι;» τη ρώτησε. Η φωνή του ήταν αυστηρή, συγχρόνως όμως και τρυφερή. Τα μάτια του έπεσαν φευγαλέα στα στήθη της που διαγράφονταν κάτω απ’ τη λεπτή μεταξωτή ρόμπα. «Γιατί δεν είσαι στο κρεβάτι;» Ο τόνος που το είπε ακούστηκε λες και η Σουζάνα είχε κάνει κάτι άσχημο. «Γιατί δεν μπορούσα να κοιμηθώ», του απάντησε προσπαθώντας να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Για μια στιγμή έμεινε αμίλητος κι ακουγόταν μόνο η βαριά ανάσα του. «Ούτε εγώ μπορούσα», είπε τελικά και μετά η φωνή του μαλάκωσε. «Σε φοβίζει ο θόρυβος της καταιγίδας;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Λιγάκι». «Δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι», της είπε και, βάζοντας το χέρι του πίσω στη μέση της, την έσπρωξε απαλά προς την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της. «Δεν έχεις ακούσει ότι δεν είναι παρά οι θεοί που χτυπάνε παλαμάκια; Δε σ’ το είπαν αυτό όταν ήσουν μικρή;» Αλλά εκείνη τη στιγμή έπεσε ένας δυνατός κεραυνός που τράνταξε ολόκληρο το σπίτι και η Σουζάνα αναπήδησε τρομαγμένη. «Πήγαινε στο κρεβάτι σου», της είπε κοφτά. Η Σουζάνα έκανε αυτό που της είπε, αλλά τα μάτια της ήταν τεράστια καθώς τον κοίταξε με βουβή ικεσία. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι, Σουζάνα. Όχι. Δεν καταλαβαίνεις τι ζητάς», της είπε χαμηλόφωνα. Στην πραγματικότητα η Σουζάνα δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ζητούσε κάτι, αλλά τώρα καταλάβαινε ότι τον ήθελε να μείνει κοντά της. Ήθελε να την προστατεύσει απ’ ό,τι λυσσομανούσε εκεί έξω. Κι αυτά που είναι εδώ μέσα; αναρωτήθηκε για μια στιγμή. Ο Πασκάλ αναστέναξε. «Εντάξει, θα μείνω εδώ μέχρι να σε πάρει ο ύπνος», της είπε μ’ έναν παράξενο τόνο παραίτησης στη φωνή. Η Σουζάνα γλίστρησε κάτω απ’ τα σκεπάσματα κι άκουγε τους αργούς, ρυθμικούς χτύπους της καρδιάς της να χτυπάνε δυνατά στ’ αυτιά της. Ο Πασκάλ κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, όσο πιο μακριά της μπορούσε. «Τώρα κοιμήσου», την παρότρυνε σιγανά. «Τίποτα δεν μπορεί να σε βλάψει όσο θα είμαι εγώ δίπλα σου». *

Κάποια στιγμή ξύπνησε και βρήκε τα χέρια του Πασκάλ τυλιγμένα γύρω της κάτω απ’ τα σκεπάσματα και το κεφάλι της ακουμπισμένο πάνω στον ώμο του, ενώ εκείνος κοιμόταν ήσυχα. Άκουγε την ήρεμη και ρυθμική αναπνοή του και μισοκοιμισμένη καθώς ήταν κούρνιασε ακόμα πιο κοντά του. Τα χέρια του την αγκάλιασαν ακόμα πιο σφιχτά. Ποτέ μέχρι σήμερα στη ζωή της δεν είχε αισθανθεί τόσο όμορφα αλλά και τόσο ασφαλής. Μετακίνησε λίγο προς τα κάτω το κεφάλι της, έτσι που το μάγουλό της ακουμπούσε πάνω στο γυμνό στήθος του και μπορούσε ν’ ακούσει το σταθερό και δυνατό χτύπο της καρδιάς του. Δεν κατάφερε ν’ αντισταθεί. Της ήταν αδύνατον να συγκρατήσει τον εαυτό της. Πλησίασε το στόμα της στο λαιμό του και τον φίλησε απαλά. Εκείνος αναστέναξε και αναδεύτηκε. Το χέρι του ανέβηκε αργά από τη μέση της και κάλυψε το στήθος της πάνω από το λεπτό νυχτικό. Τα δάχτυλά του βρήκαν τη θηλή της και τη χάιδεψαν αργά, ηδονικά, ώσπου ζωντάνεψε κάτω από το ερεθιστικό άγγιγμά του. Άρχισε να τη φιλάει στο λαιμό ενώ της ξεκούμπωνε το νυχτικό και γύμνωνε τα στήθη της. Κι όλη την ώρα ψιθύριζε κάτι στη γλώσσα του. Δεν καταλάβαινε τι της έλεγε, αλλά διέκρινε την ικανοποίηση στη φωνή του. Η απαλή μελωδία της ιταλικής γλώσσας ηχούσε σχεδόν σαν ποίηση στ’ αυτιά της. Κι ύστερα έγειρε και φίλησε την ορθωμένη θηλή της και η Σουζάνα τρεμούλιασε καθώς το χέρι του γλίστρησε προς τα κάτω κι έπιασε να ανασηκώνει το μεταξωτό νυχτικό πάνω από τα γόνατά της. Άρχισε να φιλάει παθιασμένα το στόμα της, σ’ ένα φιλί ατέλειωτο, βαθύ και άγριο. Η Σουζάνα άνοιξε τα χείλη της και του παραδόθηκε, λες και είχε γεννηθεί ξέροντας πόσο πολύ ήθελε εκείνος να του ανταποδώσει το φιλί του. Τον άκουσε να γελάει βραχνά, κάτι ανάμεσα σε ικανοποίηση και λαχτάρα, και το χέρι του άρχισε να χαϊδεύει σκανδαλιστικά το ευαίσθητο δέρμα στο εσωτερικό του μηρού της. Ένας ηδονικός στεναγμός βγήκε από τα χείλη της καθώς ο πόθος της ξέφυγε από κάθε έλεγχο και το σώμα της κόλλησε πάνω στο δικό του.


Εκείνος έβγαλε άλλο ένα πνιχτό γέλιο κι ύστερα έσυρε το χέρι της πάνω στο στήθος του και το οδήγησε μέχρι τη μέση του, στο λάστιχο της μαύρης μεταξωτής πιτζάμας του, που δεν μπορούσε με τίποτα να κρύψει τον ερεθισμό του, μουρμουρίζοντας ταυτόχρονα κάτι χαμηλόφωνο και παθιασμένο μέσα στο αυτί της. Η Σουζάνα ήξερε ελάχιστα ιταλικά, αλλά κατάλαβε –τα χέρια του της έδειχναν τι εννοούσε και η επιτακτική έκκληση στη φωνή του έκαναν το νόημά του ολοφάνερο σαν να είχε μιλήσει στη δική της γλώσσα. Γδύσε με. Η Σουζάνα ένιωθε ότι είχε γεννηθεί γι’ αυτό. Βγάζοντας ένα λυγμό απόλαυσης γλίστρησε το χέρι της μέσα στην πιτζάμα του, ξέροντας από ένστικτο και χωρίς αναστολές, τι της ζητούσε να κάνει. Τα δάχτυλά της έκλεισαν γύρω από το βελούδινο ερεθισμό του, κι ένιωσε μια απέραντη ικανοποίηση όταν τον άκουσε να στενάζει πνιχτά. Με βιάση, σαν να μην μπορούσε άλλο να περιμένει, της έβγαλε το νυχτικό και η Σουζάνα συνειδητοποίησε ξαφνικά πού οδηγούσαν όλα αυτά. Ήταν έτοιμος να της κάνει έρωτα. Τώρα αμέσως. Τα μάτια του ήταν μισόκλειστα καθώς περνούσε το χέρι του κάτω απ’ το κεφάλι της κι έσκυβε πάνω της. Τη φιλούσε ασταμάτητα, πυρετικά, και η Σουζάνα παραλίγο να βάλει τα κλάματα από ευτυχία. Τον αγαπούσε. Ναι, ναι, τον αγαπούσε. Θα μπορούσε να πεθάνει για χάρη του. «Αχ, Πασκάλ», ψιθύρισε εκστατικά. «Πασκάλ». Εκείνος, ακούγοντας τη φωνή της, μαρμάρωσε. Η Σουζάνα συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πει λέξη τόση ώρα και ήταν σαν να βρίσκονταν οι δυο τους πιασμένοι σ’ ένα ερωτικό ξόρκι που είχε γίνει συντρίμμια από την αθέλητη, ψιθυριστή ικεσία της. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα και την κοίταξε με μια έκφραση απόλυτης φρίκης. Η Σουζάνα είδε στο πρόσωπό του την πάλη που εκτυλισσόταν ανάμεσα στο νου και τη σάρκα και υπήρξε μια στιγμή που νόμισε ότι ο νους του έχασε τη μάχη –όταν το εξαγριωμένο βλέμμα του πλανήθηκε πάνω στα ερεθισμένα της στήθη και τον ένιωσε να σαλεύει, τότε πίστεψε ότι θα την έπαιρνε αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη, άσχετα από κάθε συνέπεια. Αλλά η στιγμή πέρασε. Τραβήχτηκε απότομα μακριά της σαν να ήταν κάτι απίστευτα δυσάρεστο και η απροκάλυπτη αηδία που διάβασε στο πρόσωπό του τη συγκλόνισε ως τα κατάβαθα του είναι της. Περίμενε μέχρι να φορέσει όπως όπως το παντελόνι της πιτζάμας του με χέρια που έτρεμαν, πριν στραφεί προς το μέρος της. Το πρόσωπό του ήταν ψυχρό σαν μάρμαρο. «Ύπουλη εκμεταλλεύτρια!...» Τα λόγια του έσβησαν κι ύστερα ψιθύρισε, πάντα στα αγγλικά –για να είναι σίγουρος ότι εκείνη θα καταλάβαινε κάθε φαρμακερή λέξη που της έλεγε–, «Ραδιούργα ξεμυαλίστρα, με τις πλανεύτρες ματιές, τα μεταξένια μαλλιά και το αρωματισμένο κορμί σου. Το ξέρεις ότι οι άντρες συζητάνε για γυναίκες σαν εσένα; Ναι, και κάποιες φορές τις ονειρεύονται κιόλας. Είσαι η φαντασίωση κάθε άντρα. Έτοιμη, διαθέσιμη και πρόθυμη. Αλλά ξέρεις κάτι, Σουζάνα; Μου έχει μείνει μια πικρή γεύση στο στόμα, γιατί παραλίγο να κάνω έρωτα με μια γυναίκα που τρέφει τόσο λίγη εκτίμηση για το κορμί της». Το στόμα του μόρφασε. «Θεέ και Κύριε!» είπε αηδιασμένος ενώ κουνούσε το κεφάλι του με δυσπιστία. «Δεν είσαι ούτε δεκαεπτά χρονών! Πότε στην ευχή ξεκίνησες να πηγαίνεις με άντρες;» Καθόταν εκεί και τον άκουγε, τι άλλο μπορούσε να κάνει άλλωστε; Φανταζόταν με πόση δυσπιστία και ειρωνεία θα την αντιμετώπιζε αν προσπαθούσε να του πει ότι ήταν παρθένα –ιδιαίτερα μετά από τον τρόπο που του είχε φερθεί. Τι επιχειρήματα θα είχε για να δικαιολογήσει την επιπολαιότητά της; Αν του έλεγε ότι πίστευε πως ήταν ερωτευμένη μαζί του, ασφαλώς ο Πασκάλ θα την ειρωνευόταν ακόμη περισσότερο. Εκείνος βημάτιζε νευρικά στο δωμάτιο. Ύστερα γύρισε και την κοίταξε έντονα και τώρα κάθε ίχνος πάθους είχε εξαφανιστεί από το βλέμμα του. Κρίνοντας από την έκφραση του προσώπου του, ο Πασκάλ εκείνη τη στιγμή την είχε σε τόση εκτίμηση όσο κι ένα λιωμένο έντομο. «Και επέτρεψα εγώ στην αδελφή μου να κάνει παρέα με μια τέτοια γυναίκα!» ξέσπασε. «Να τη φέρει μέσα στο σπίτι μου! Δεν είναι ν’ απορείς που τέλειωσε τη χρονιά με τόσο χαμηλούς βαθμούς. Ούτε γιατί το μυαλό της τελευταία είναι συνέχεια στα κλαμπ και στ’ αγόρια». Τα μαύρα του μάτια ήταν κατασκότεινα, γεμάτα κατηγορία, καθώς την κοιτούσε με ψυχρή αποστροφή. Η Σουζάνα άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί που την καταδίκαζε τόσο αβασάνιστα ότι επηρέαζε αρνητικά τη Φραντσέσκα, αλλά σταμάτησε, γιατί ήξερε ότι δεν έπρεπε να μιλήσει γι’ αυτό το θέμα. Δεν έπρεπε να εκθέσει τη φιλενάδα της αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Φραντσέσκα αποφάσιζε μόνη της για τον εαυτό της και ότι εκείνη ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα μπορούσε να την επηρεάσει σε ό,τι είχε να κάνει με τα κλαμπ και τα αγόρια. Αλλά και να μην ένιωθε υποχρεωμένη να καλύψει τη φίλη της, και να έλεγε την αλήθεια, πάλι ο Πασκάλ δε θα την πίστευε. Γιατί να την πιστέψει; Είχε φερθεί μ’ έναν τρόπο που τώρα την έκανε να θέλει ν’ ανοίξει η γη και να την καταπιεί καθώς θυμόταν τι έκανε μαζί του και τι ήταν έτοιμη να κάνει μαζί του... «Δεν έχεις τίποτα να πεις για να υπερασπιστείς τον εαυτό σου;» τη ρώτησε σιγανά. Η Σουζάνα δάγκωσε τα χείλη της και γύρισε το κεφάλι της απ’ την άλλη μεριά, αλλά εκείνος κινήθηκε γρήγορα, την έπιασε από το πιγούνι κι έστρεψε το κεφάλι της πάλι προς το μέρος του, υποχρεώνοντάς τη να αντιμετωπίσει το εχθρικό βλέμμα του. «Άκουσέ με... Άκουσέ με πολύ προσεκτικά», της είπε με τον πιο επικίνδυνα ήρεμο τόνο που θα μπορούσε να φανταστεί. Η Σουζάνα ένιωσε να τρέμει από το άγγιγμά του κι αυτή τη διαπεραστική ματιά. «Θέλω να μαζέψεις τα πράγματά σου και να είσαι έτοιμη να φύγεις αύριο το πρωί στις έξι...» «Μα εγώ...» «Πάψε», της είπε με σκληρότητα. «Θα κάνεις αυτό που σου λέω. Θέλω να είσαι έτοιμη να φύγεις στις έξι. Θα έχω κανονίσει να έρθει ένα αυτοκίνητο για να σε πάει στο αεροδρόμιο και θα πάρεις την πρώτη πτήση που φεύγει για την Αγγλία. Εκεί, θα φροντίσω να σε περιμένει ένα αυτοκίνητο για να σε μεταφέρει στο σπίτι σου. Να υποθέσω ότι η μητέρα σου θα είναι στο σπίτι;» «Ναι», απάντησε εκείνη απελπισμένα. «Αλλά τι στην ευχή θα της πω;» Για μια στιγμή ο Πασκάλ δίστασε, αλλά ήταν μόνο για λίγο, μετά το πρόσωπό του σκλήρυνε πάλι. «Αυτό άφησέ το σ’ εμένα», είπε ψυχρά. «Θα της τηλεφωνήσω και θα της πω ότι η Φραντσέσκα κι εγώ χρειάστηκε ξαφνικά να φύγουμε. Αυτό άλλωστε είναι αλήθεια», πρόσθεσε βλοσυρά, «γιατί θέλω να περάσω λίγο χρόνο μόνος με την αδελφή μου για να της μάθω πώς πρέπει και πώς δεν πρέπει να φέρεται μια νέα κοπέλα». Της έριξε μια τελευταία σκοτεινή ματιά και προχώρησε προς την πόρτα. Εκεί κοντοστάθηκε. «Α, και κάτι ακόμη», της είπε μαλακά. Η Σουζάνα αναρωτήθηκε τι άλλο θα μπορούσε να της πετάξει κατάμουτρα. «Μην προσπαθήσεις ποτέ να έρθεις σ’ επαφή με την αδελφή μου. Δε θα έχεις καμιά απολύτως σχέση με την οικογένεια Καλιάντρο ποτέ ξανά. Κατάλαβες;» Η Σουζάνα σήκωσε ψηλά το κεφάλι, επιδεικνύοντας μια περηφάνια που δεν αισθανόταν καθόλου. «Απολύτως», είπε με τόσο σταθερή φωνή που και η ίδια θαύμασε τον εαυτό της. Τώρα που εκείνος δεν ήταν κοντά της, άρχισε να ξαναβρίσκει την αυτοκυριαρχία της και τη λογική της και πιάστηκε χαρούμενη από το βασικό ελάττωμα που είχε το αυστηρό του κήρυγμα για την ηθική της. Τα μάτια της άστραφταν όπως τον κοιτούσε. «Σίγουρα όμως δε φαντάζεσαι ότι μπορείς να ρίξεις όλο το φταίξιμο μόνο σ’ εμένα για ό,τι έγινε, Πασκάλ», του είπε ήρεμα και τον είδε ξαφνικά να σφίγγεται. «Όπως λένε, χρειάζονται δύο», πρόσθεσε. «Στο κάτω κάτω, εσύ το ξεκίνησες».


«Μπα; Αλήθεια;» την ειρωνεύτηκε. Η Σουζάνα κοκκίνισε, αλλά αντιμετώπισε θαρραλέα την επικριτική ματιά του. «Αν η ιδέα να κάνεις έρωτα μαζί μου σου προκαλούσε τόση απέχθεια, θα μπορούσες να το σταματήσεις πολύ νωρίτερα». «Όταν ένας άντρας ερεθίζεται έτσι μέσα στον ύπνο του, συνήθως δεν αναλύει πολύ τα πράγματα». Το πρόσωπό του ήταν σκληρό σαν πέτρα τη στιγμή που έπιανε το πόμολο της πόρτας. «Ας πούμε απλώς ότι σε πήρα για κάποια άλλη», πρόσθεσε προσβλητικά. Καθώς η Σουζάνα παρακολουθούσε αυτόν το μελαχρινό οργισμένο άντρα να βγαίνει από την κρεβατοκάμαρά της, σκεφτόταν ότι ποτέ, σ’ ολόκληρη τη ζωή της, δεν είχε μισήσει έναν άνθρωπο τόσο πολύ.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η ομίχλη των αναμνήσεων διαλύθηκε και η Σούκι συνειδητοποίησε ότι στεκόταν ακόμη στο δωμάτιο κοιτάζοντας τον Πασκάλ και προσπαθώντας να υπενθυμίσει στον εαυτό της ότι είχαν περάσει εφτά χρόνια, και ότι ο άντρας αυτός την είχε πληγώσει τόσο βαθιά όσο δε θα μπορούσε ποτέ της να φανταστεί. Βέβαια, από μια άποψη, θα έπρεπε να του χρωστάει ευγνωμοσύνη για την εκπληκτική της μεταμόρφωση από χρυσαλλίδα σε πεταλούδα. Μετά την ταπεινωτική εμπειρία που είχε μαζί του, είχε πιστέψει ότι τίποτα πια δε θα μπορούσε να την πονέσει τόσο πολύ ξανά. Η φυσική συστολή της ανήκε πια στο παρελθόν. Από την ντροπαλή και αδέξια Σουζάνα είχε γεννηθεί η νέα Σούκι, με ένα καινούριο, κάπως σκληρό εξωτερικό περίβλημα, που εξασφάλιζε ότι δε θα πληγωνόταν έτσι ποτέ ξανά. Αυτό να το θυμάσαι, είπε στον εαυτό της καθώς κοίταζε τον άντρα που στεκόταν μπροστά της. Όταν τον είχε γνωρίσει, εκείνος ήταν είκοσι τεσσάρων ετών και συγκλονιστικά γοητευτικός. Ύστερα από εφτά χρόνια, η γοητεία και η προσωπικότητά του ήταν ακόμη περισσότερο εντυπωσιακές και στα τριάντα ένα του ο Πασκάλ είχε αποκτήσει μια ράθυμη αλαζονεία στην οποία, όσο περνούσε η ώρα, η Σουζάνα ανακάλυπτε ότι δεν ήταν καθόλου άτρωτη... Νιώθοντας ευάλωτη, πήρε ένα μεταξωτό παρεό και το φόρεσε πάνω απ’ το μπικίνι της και είδε τα χείλη του να σφίγγονται. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι με τα χρόνια έγινες τόσο ντροπαλή», την ειρωνεύτηκε, «όταν κάποτε μου επιδείκνυες με τόση περηφάνια το κορμί σου!» Η Σουζάνα αποφάσισε να αγνοήσει το σχόλιό του. Αν άρχιζε να καβγαδίζει μαζί του, θα του έδινε την ευκαιρία να βγει νικητής κι αυτό ήταν κάτι που δε θα επέτρεπε να συμβεί. Όχι ξανά. «Λοιπόν, για ποιο θέμα θέλεις να μου μιλήσεις, Πασκάλ;» τον ρώτησε ψυχρά και παίρνοντας τη βούρτσα των μαλλιών της πάνω απ’ το κομοδίνο, άρχισε να χτενίζει τα μακριά πυρρόξανθα μαλλιά της. Τα μαύρα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της ερευνητικά. «Πόσο καιρό γνωρίζεις τον Σαλβατόρε Μπρούνι;» Η Σούκι έμεινε με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη, ακούγοντας το όνομα του φωτογράφου που την είχε φέρει εδώ. «Ξέρεις κι εσύ τον Σαλβατόρε;» Ο Πασκάλ αγνόησε την ερώτησή της. «Είπα, πόσο καιρό τον γνωρίζεις;» επανέλαβε με ύφος βλοσυρό. Εκείνη σήκωσε περήφανα το πιγούνι της, θυμωμένη με τον επιτιμητικό τόνο της φωνής του. «Δε νομίζω ότι είναι δική σου δουλειά αυτό». «Αυτό θα το κρίνω εγώ!» Την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Πες μου», συνέχισε μελιστάλαχτα, «έχεις κάποιο εκ γενετής ελάττωμα που σε σπρώχνει να κάνεις σχέσεις μόνο με άντρες που ανήκουν σε άλλες γυναίκες;» Η Σούκι τον κοίταξε με πραγματική απορία. «Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάς». Την κοίταξε για λίγο αμίλητος, σαν να προσπαθούσε να ζυγίσει κατά πόσο η έκπληξή της ήταν γνήσια ή όχι. «Μιλάω για τον Σαλβατόρε Μπρούνι, τον άντρα με τον οποίο έχεις ερωτική σχέση αυτή την περίοδο και ο οποίος συμβαίνει να είναι αρραβωνιασμένος με τη γραμματέα μου. Μου τηλεφώνησε χθες, αργά το βράδυ, και μου είπε κλαίγοντας ότι ο Σαλβατόρε είχε φύγει για το Σαββατοκύριακο παρέα με μια από τις πιο ωραίες γυναίκες στον κόσμο, χωρίς να μπει στον κόπο να της το πει. Με μια γυναίκα, επιπλέον, που όλοι ξέρουν τι φήμη έχει σχετικά με τους άντρες». Τα μάτια του άστραψαν απειλητικά. «Πόσο μάλλον εγώ, που έχω και προσωπική εμπειρία πάνω στο θέμα», συμπλήρωσε σιγανά. Η Σούκι είχε μείνει εμβρόντητη. «Συμβαίνει να μην έχω ερωτική σχέση με τον Σαλβατόρε», του είπε ψυχρά. «Με φωτογραφίζει για κάποιο λεύκωμα που σχεδιάζει να εκδώσει. Συνεπώς, εδώ βρισκόμαστε για δουλειά και μόνο για δουλειά». Ο Πασκάλ την κοίταξε ψυχρά. «Αλήθεια;» ρώτησε ειρωνικά. Τα μάτια του περιέτρεξαν το δωμάτιο και σταμάτησαν σ’ ένα φθαρμένο τζιν παντελόνι, που ήταν ακουμπισμένο σε μια πολυθρόνα κοντά στο κρεβάτι και φαινόταν καθαρά ότι ήταν αντρικό. Η Σούκι κοκκίνισε ταραγμένη, γιατί κατάλαβε τι εντύπωση έδινε αυτό το παντελόνι στο δωμάτιό της. Η αλήθεια ήταν πως, παρά τη γεμάτη αίγλη καριέρα της ως μοντέλο, της άρεσαν πολύ οι δουλειές του σπιτιού και ήταν πολύ επιδέξια με τη βελόνα. Έτσι, όταν ο Σαλβατόρε έσκισε κάπου το παντελόνι του, είχε προσφερθεί να του το ράψει. «Ω... αυτό», είπε ενοχλημένη που έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό της και περισσότερο γιατί ο Πασκάλ κοίταζε επικριτικά τα κατακόκκινα μάγουλά της. «Ναι, του Σαλβατόρε είναι. Του υποσχέθηκα να του το ράψω. Έχει κάπου σκιστεί». «Το φαντάζομαι». Γέλασε κυνικά. «Πάνω στη βιασύνη σου να του το βγάλεις, μάλλον;» Η Σούκι κατάπιε για να απαλλαγεί από τον κόμπο του θυμού που της έκλεινε το λαιμό. «Αν θέλεις να ξέρεις, το έσκισε σ’ ένα βράχο, όταν πήγαμε σήμερα το πρωί για φωτογράφιση στην παραλία!» «Κι εσύ το πήρες να του το ράψεις, έτσι;» τη ρώτησε εκείνος με ψεύτικη γλυκύτητα. «Πόσο ευγενικό εκ μέρους σου». Μετά η φωνή του σκλήρυνε απειλητικά. «Αλλά, όπως σου είπα πριν, ο Σαλβατόρε είναι αρραβωνιασμένος με κάποια άλλη. Γι’ αυτό, κράτα τα όμορφα χεράκια σου μακριά του, Σούκι, εντάξει;» Αχ, αυτό το παλιό της αμάρτημα! Εξαιτίας εκείνου του νεανικού λάθους θα έμενε για πάντα καταδικασμένη στα μάτια του; «Υπονοείς ότι θα πήγαινα διακοπές με έναν άντρα αν ήξερα ότι είναι αρραβωνιασμένος;» τον ρώτησε απότομα. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Γιατί όχι; Όπως αποδείχτηκε εδώ και χρόνια, δεν έχεις και πολλούς ηθικούς φραγμούς. Όταν πρόκειται για σεξ, τίποτα δε θα μου έκανε εντύπωση μ’ εσένα, μπέλα μία». Γιατί του επέτρεψα να μπει στο δωμάτιό μου; αναρωτήθηκε θυμωμένη με τον εαυτό της. Δεν ήταν πια το αφελές κοριτσάκι που τη φιλοξενούσε στο σπίτι του και έπρεπε να υπακούσει στις εντολές και τα καπρίτσια του. «Δε σε κάλεσα εδώ για να με προσβάλεις», του είπε αποφασιστικά. «Αν ήρθες μόνο γι’ αυτό, μπορείς να φύγεις. Αμέσως!» Αλλά εκείνος δεν κουνήθηκε. Δεν φάνηκε καν η παραμικρή αντίδραση στην ψυχρή έκφραση του προσώπου του. «Θα μείνω εδώ μέχρι να μου δώσεις το λόγο σου ότι θ’ αφήσεις ήσυχο τον Σαλβατόρε», απάντησε ατάραχος. Πού να ήξερε ότι δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αγγίξει ούτε τον Σαλβατόρε ούτε κανέναν άλλο άντρα. Οι άντρες προκαλούσαν πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη! Και ίσως να του το έλεγε αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος κι όχι εκείνος που είχε ποδοπατήσει με τόση σκληρότητα τα τρυφερά αισθήματα της νεανικής της καρδιάς. Τώρα και μόνο που έβλεπε την ψυχρή, γεμάτη σιγουριά έκφρασή του καθώς της έλεγε να αφήσει ήσυχο τον Σαλβατόρε, ένιωθε το αίμα της να βράζει. «Βλέπω ότι σου αρέσει ακόμη να ορίζεις όλες τις κινήσεις των ανθρώπων γύρω σου, Πασκάλ», τον ειρωνεύτηκε. «Πρώτα προσπαθείς να ελέγξεις τις φιλίες της αδελφής σου και τώρα ανακατεύεσαι στην αισθηματική ζωή της γραμματέως σου. Πες μου, βρίσκεις κάποια ιδιαίτερη ικανοποίηση στο να ελέγχεις τις ζωές των άλλων;» «Μερικές φορές μια μικρή παρέμβαση είναι απαραίτητη», δήλωσε εκείνος αλαζονικά, αδιαφορώντας για την κριτική της. «Έτσι νομίζεις;» είπε η Σούκι χαμογελώντας δηκτικά. «Η γραμματέας σου... Αλήθεια, πώς τη λένε;» Ο Πασκάλ συνοφρυώθηκε και την κοίταξε ενοχλημένος. «Κριστίνα. Γιατί ρωτάς;» Η Σούκι τον κοίταξε κατάματα. «Καημένη Κριστίνα», είπε, κουνώντας το κεφάλι της πέρα δώθε. Συνέχισε να την κοιτάζει συνοφρυωμένος. «Γιατί καημένη;»


«Μμμ... Σίγουρα είναι τρομερά προστατευτική η στάση σου απέναντί της, αλλά πιστεύεις πραγματικά ότι είναι καλό να έχει αρραβωνιαστεί μ’ έναν άντρα τον οποίο προφανώς δεν εμπιστεύεται; Έναν άντρα που πάει ταξίδι με μια άλλη γυναίκα στη Νότια Γαλλία;» Ένας μυς άρχισε να συσπάται απειλητικά πάνω στο ηλιοκαμένο μάγουλό του. «Αν ήταν οποιαδήποτε άλλη γυναίκα εκτός από σένα, τότε, ναι, ασφαλώς και θα ανησυχούσα για τη μελλοντική ευτυχία της Κριστίνα». Τα μάτια της πέταξαν σπίθες απ’ την οργή που φούντωσε μέσα της. «Και τι υποτίθεται ότι σημαίνει αυτό;» Ο Πασκάλ γέλασε –ένα ψυχρό, σαρδόνιο γέλιο, χωρίς ίχνος χιούμορ, που την έκανε ν’ ανατριχιάσει σαν να της έριχναν παγωμένο νερό στην πλάτη. «Σημαίνει πως, παρά το ότι δεν επιδοκιμάζω τη συμπεριφορά του Σαλβατόρε, σε κάποιο βαθμό την κατανοώ. Στο κάτω κάτω έχω πέσει κι εγώ θύμα της γοητείας σου». Η ένταση της φωνής του χαμήλωσε σ’ ένα σχεδόν τρυφερό ψίθυρο. «Βλέπεις, είσαι γεννημένη Κίρκη. Βάζεις τους άντρες σε μεγάλο πειρασμό. Αυτό το υπέροχο κορμί σου είναι φτιαγμένο για έρωτα, αυτά τα γατίσια μάτια υπόσχονται απίστευτες ηδονές. Ποιος άντρας θα μπορούσε ν’ αντισταθεί σ’ αυτή την πρόκληση; Κι εγώ ο ίδιος παραλίγο να υποκύψω... »Ο Σαλβατόρε είναι ένας άντρας που βράζει το αίμα του και η Κριστίνα μια καθώσπρέπει κοπέλα, μέλη και οι δυο της ιταλικής παροικίας της Νέας Υόρκης. Η συμπεριφορά τους παρακολουθείται μέσα σ’ αυτή την κλειστή κοινωνία. Το προγαμιαίο σεξ δε συμβαδίζει με τις παραδόσεις μας, και η γυναίκα που παραβιάζει αυτά τα ήθη δε θεωρείται άξια σεβασμού. Αντιλαμβάνεσαι τι σου λέω, κάρα;» Ναι, αντιλαμβανόταν πολύ καλά τι της έλεγε και, παρ’ όλο που δε θα έπρεπε, τα λόγια του την πλήγωναν βαθιά! «Απολύτως», μουρμούρισε, πετυχαίνοντας με κάποιο τρόπο να κρύψει τα πραγματικά της αισθήματα. «Μου λες ότι δεν πειράζει ένας άντρας να κάνει το κέφι του πριν απ’ το γάμο, αρκεί να είναι με κάποια άλλη; Και ότι για τη γυναίκα δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να περιμένει τη νύχτα του γάμου της, όποτε κι αν έρθει αυτή;» «Είχα δίκιο!» ξέσπασε θυμωμένος και πάνω στην οργή του ακούστηκε σαν γνήσιος Ιταλός, ξεχνώντας την αμερικάνικη προφορά που είχε τελειοποιήσει στο ακριβό πανεπιστήμιο όπου είχε σπουδάσει. «Δεν άλλαξες καθόλου! Ποια άλλη γυναίκα θα ομολογούσε ότι κάνει τέτοιες σκέψεις;» «Κάθε γυναίκα που δεν ανέχεται να υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά, νομίζω!» φώναξε η Σούκι, καταλαβαίνοντας ότι έτσι ρίσκαρε να του δώσει μια λανθασμένη εικόνα για τον εαυτό της. Αλλά δεν την ένοιαζε ό,τι κι αν σκεφτόταν γι’ αυτήν! Απλώς, δεν την ένοιαζε! «Πώς τολμάς να λες ότι μια γυναίκα πρέπει να μένει αγνή σαν το χιόνι ενώ ένας άντρας έχει το δικαίωμα να κάνει ό,τι του αρέσει; Είναι σαν να λες ότι οι άντρες έχουν ορμές που αδυνατούν να ελέγξουν, ενώ οι γυναίκες μπορούν να καταπνίγουν τις δικές τους!» Τα λόγια της φάνηκε ξαφνικά να του τραβούν την προσοχή. «Κι εσύ νομίζεις ότι αυτό δεν είναι αλήθεια;» τη ρώτησε χαμηλόφωνα. Η Σούκι ήξερε τι νόμιζε ότι ίσχυε –απλώς δεν είχε καμιά προσωπική εμπειρία για να υποστηρίξει τα λόγια της. Όμως ο Πασκάλ δεν το ήξερε αυτό. Και το σπουδαιότερο, δε θα το πίστευε ποτέ, ακόμα κι εκατό χρόνια να περνούσαν. Οπότε, τι είχε να χάσει; Ανασήκωσε αποφασιστικά το πιγούνι της και τον κοίταξε θαρρετά, χωρίς να τη νοιάζει καθόλου τι θα του πει και θέλοντας μονάχα να του πάει κόντρα. «Όχι, ασφαλώς και δεν είναι αλήθεια. Εγώ πιστεύω στην ισότητα! Δεν μπορείς να βάζεις άλλους κανόνες για τους άντρες κι άλλους για τις γυναίκες. Ή θα ισχύουν οι ίδιοι κανόνες για όλους ή να μην υπάρχουν καθόλου κανόνες!» Τα μαύρα του μάτια ήταν μισόκλειστα και την παρατηρούσαν προσεκτικά. «Κι εσύ;» τη ρώτησε σιγανά. «Είχες πολλούς εραστές ως τώρα, Σούκι;» Είδε τη λάμψη στα μάτια του και κατάλαβε από ένστικτο τι την είχε προκαλέσει, όσο απίστευτο κι αν φαινόταν. Ο Πασκάλ ζήλευε! Ναι, ζήλευε! Εκείνη τη νύχτα, πριν από τόσα χρόνια, την ήθελε, αλλά δεν έκανε έρωτα μαζί της γιατί δεν την εκτιμούσε. Άραγε τώρα μετάνιωνε για την απόφαση που είχε πάρει τότε; Ξαφνικά η Σούκι ήξερε με ποιον τρόπο να αντεπιτεθεί. «Και τι έγινε αν είχα;» ρώτησε ήρεμα, αφήνοντας σκόπιμα να διαγραφεί στα χείλη της ένα μικρό, μυστηριώδες χαμόγελο. Έμεινε ακίνητος σαν να ’χε δεχτεί ένα χτύπημα και η οργή που έλαμψε στα μάτια του έκανε το πρόσωπό του να μοιάζει σατανικό. Ύστερα κούνησε αργά το κεφάλι του. «Ήμουν ηλίθιος», ξέσπασε, «που δε σε πήρα τότε που ήσουν έτοιμη να γίνεις δική μου! Που δε σε πήρα ξανά και ξανά, έτσι που να μην μπορείς ποτέ να με ξεχάσεις. Να αφήσω τα σημάδια μου στο κορμί σου και στο μυαλό σου, ώστε όποτε πλαγιάζεις μ’ έναν άλλον άντρα εμένα να σκέφτεσαι, εμένα να γεύεσαι, εμένα να νοσταλγείς ν’ αγκαλιάσεις, εμένα να θέλεις μέσα σου να σε κάνει να κλαις από ηδονή». Η άγρια σεξουαλική του έπαρση είχε πάνω της την εντελώς λάθος επίδραση. Ξύπνησε μέσα της εκείνη τη φοβερή ανάγκη. Ξεσήκωσε αυτό το ακαθόριστο συναίσθημα που μόνο εκείνος της είχε εμπνεύσει, αυτό που κάποτε είχε λανθασμένα νομίσει ότι ήταν αγάπη, αλλά τώρα, εκ των υστέρων, καταλάβαινε ότι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια επιτακτική πρωτόγονη ανάγκη να γίνει δική του, την οποία δεν μπορούσε τότε να δαμάσει. Και τώρα; Ήταν δυνατόν να είναι ακόμη έρμαιο της ίδιας φρικτής ανάγκης, της ίδιας σαρκικής επιθυμίας που εκείνος κατάφερνε να της προκαλεί μόνο με μια φλογερή ματιά; Έκλεισε τα μάτια της για να κρύψει την ταραχή και τον πυρετό που ήξερε ότι καθρεφτίζονταν μέσα τους. Το στόμα της είχε στεγνώσει. «Σε παρακαλώ, φύγε», είπε χωρίς να τον κοιτάξει, γιατί φοβόταν ότι εκείνος θα διάβαζε στο βλέμμα της τη θύελλα των συναισθημάτων που της προκαλούσε η παρουσία του. «Θέλεις να φύγω;» τη ρώτησε σιγανά και η Σούκι αναπήδησε τρομαγμένη όταν κατάλαβε ότι εκείνος είχε κινηθεί αθόρυβα, τώρα βρισκόταν ακριβώς δίπλα της και την κοιτούσε, τόσο κοντά της που μπορούσε να νιώσει την ανάσα του πάνω στο μάγουλό της. «Ναι, φύγε», ψιθύρισε και την ίδια στιγμή αναρωτιόταν τι είδους μαύρη μαγεία εξασκούσε πάνω της και μόνο με την παρουσία του. Η Σούκι διέκρινε το χαμόγελο στη φωνή του όταν της μίλησε. «Όμως δεν το θέλεις στ’ αλήθεια να φύγω, έτσι δεν είναι, κάρα;» «Το θέλω», του ξαναείπε. Αλλά έλεγε ψέματα. Ήθελε μόνο ένα πράγμα, να νιώσει ξανά τα χείλη του πάνω στα δικά της, όπως πριν από εφτά χρόνια. Έκλεισε τα μάτια της και ασυναίσθητα έγειρε προς το μέρος του. Όχι! Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από τρόμο όταν συνειδητοποίησε τι πήγαινε να κάνει, αλλά πάγωσε όταν είδε την αποσβολωμένη έκφραση στο πρόσωπο του Πασκάλ –σαν να ήταν κι αυτός αιχμάλωτος μιας δύναμης πολύ πιο ισχυρής απ’ τη λογική. Την τράβηξε στην αγκαλιά του, χωρίς εκείνη να αντισταθεί, και την κοίταξε καταπρόσωπο. «Υπέροχα», ψιθύρισε σιγανά καθώς η ματιά του, ηθελημένα αργά, διέτρεχε το σαστισμένο πρόσωπό της και σταματούσε στα μάτια της που έλαμπαν. «Παραπάνω κι από υπέροχα. Και ικετεύουν για ένα φιλί». «Όχι», μουρμούρισε τρέμοντας παρ’ ότι κοιτούσε με πόθο τα χείλη του που απείχαν ελάχιστα από τα δικά της. «Α, ναι, Σούκι», είπε εκείνος αναπνέοντας βαριά. «Ναι». Αλλά το φιλί του δεν ήταν το άγριο και τιμωρητικό φιλί που περίμενε. Ήταν τρυφερό, ζητούσε ανταπόκριση, και υπονοούσε κάτι που το έψαχνε σ’ όλη της τη ζωή. Τον άκουσε ν’ αφήνει ένα μικρό, ανεπαίσθητο ήχο καθώς τα χείλη της άνοιγαν κάτω από τα δικά του, και σαν να ερχόταν από πολύ μακριά άκουσε και τη δική της φωνή να σμίγει με τον αναστεναγμό του τη στιγμή που η γλώσσα του εισχωρούσε στο στόμα της και το φιλί του γινόταν πιο βαθύ. Η Σούκι ένιωθε να χάνεται, το γλυκό, απίστευτα γλυκό, φιλί του τη βύθιζε όλο και πιο πολύ στην αναπόδραστη δίνη του πόθου. Ένιωσε αυτή την επιθυμία να πλημμυρίζει την ύπαρξή της με μια άγρια δύναμη, να γίνεται μια φλόγα που άρχιζε σιγά σιγά να ξεδιπλώνεται στο κέντρο της κοιλιάς της. Έκανε μια απόπειρα να τον σταματήσει, αλλά ήταν μια παθητική προσπάθεια, αδύναμη και χωρίς αποτέλεσμα. Τα χέρια της που προσπάθησαν να τον απωθήσουν ακουμπώντας στους ώμους του, τελικά τυλίχτηκαν στο λαιμό του και τα δάχτυλά της μπλέχτηκαν μέσα στα κατάμαυρα μαλλιά του. Τα χέρια του κινήθηκαν αργά προς τους γοφούς της, σ’ ένα ατέλειωτο βασανιστικό χάδι, κι ύστερα γλίστρησαν πάνω στους γλουτούς της. Την πήρε στην


αγκαλιά του σαν να ήταν πούπουλο και την πήγε στο κρεβάτι όπου έπεσαν και οι δυο σαν υπνωτισμένοι. Ακόμη και τότε, που οι προθέσεις του ήταν πλέον ολοφάνερες, η Σούκι δεν έκανε τίποτα για να τον σταματήσει. Η ανάσα της ήταν ακανόνιστη και οι σκέψεις της μπερδεμένες και αντιφατικές καθώς τον κοιτούσε με μάτια γεμάτα λαχτάρα και σύγχυση. «Πασκάλ...» κατάφερε να ψελλίσει. «Μην το κάνεις αυτό. Σε παρακαλώ». Αλλά η αμείλικτη γραμμή των χειλιών του δε μαλάκωσε καθόλου καθώς το χέρι του σερνόταν αργά από το λαιμό της στο στήθος της, κάνοντάς τη ν’ αναρριγήσει ολόκληρη. «Γιατί να μην το κάνω, κάρα; Αφού με θέλεις, όσο σε θέλω κι εγώ. Με θέλεις, έτσι δεν είναι; Έτσι δεν είναι;» είπε βραχνά. Χωρίς εκείνη να πει λέξη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Ναι. Με θέλεις. Γιατί λοιπόν να σταματήσουμε όταν ξέρουμε κι οι δυο μας πόσο υπέροχο θα είναι;» Μετακίνησε το χέρι του πάνω στο μαξιλάρι για να σπρώξει πίσω τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό της, αλλά η Σούκι θα έπαιρνε όρκο ότι έριξε μια κλεφτή ματιά στο χρυσό ρολόι που φορούσε στον ηλιοκαμένο καρπό του. Αυτή η παράταιρη κίνηση σαν να της ξεθόλωσε το μυαλό κι άρχισε να προσπαθεί να ελευθερωθεί από το δελεαστικό κύκλο των χεριών του, όταν ξαφνικά ακούστηκε ένα ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα. «Έι, Σούκι», ακούστηκε μια εύθυμη φωνή. «Είσαι ντυμένη; Πήρα το μήνυμά σου και ήρθα!» Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο Σαλβατόρε χαμογελαστός. Όμως το χαμόγελό του πάγωσε μόλις την είδε ξαπλωμένη στο κρεβάτι στην αγκαλιά του Πασκάλ. «Θεέ και Κύριε!» αναφώνησε ξαφνιασμένος και το πρόσωπό του έγινε άσπρο σαν πανί. «Πασκάλ!» Ο Πασκάλ του μισοχαμογέλασε. «Ναι;» Ο Σαλβατόρε ξεροκατάπιε. «Τι στην ευχή κάνεις εσύ εδώ;» «Κάνω έρωτα σε μια γυναίκα, δεν το βλέπεις; Κι εσύ μας ενοχλείς». «Μα εγώ...» Τα μάτια του Πασκάλ ήταν σκληρά σαν ατσάλι. «Βγες αμέσως έξω, Σαλβατόρε, πριν μπω στον πειρασμό να σε βγάλω εγώ σηκωτό. Σ’ αυτή την περίπτωση, χαίρομαι που πήρα τη θέση σου να προσφέρω ευχαρίστηση στην κυρία... Αλλά σε προειδοποιώ, αν σου περάσει ποτέ απ’ το μυαλό να παραστρατήσεις ξανά, όπου κι αν είσαι θα σε βρω και θα σε μαυρίσω στο ξύλο. Έγινα κατανοητός;» Ο Σαλβατόρε ξεροκατάπιε τρομοκρατημένος και η Σούκι δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει. Ξέφυγε από την αγκαλιά του Πασκάλ, με μια πικρή γεύση στο στόμα, και νιώθοντας σαν να έβλεπε ένα αλλόκοτο όνειρο σηκώθηκε παραπατώντας απ’ το κρεβάτι. «Τι στο διάβολο γίνεται εδώ;» ρώτησε. «Ο Σαλβατόρε φεύγει», ακούστηκε να λέει βλοσυρά ο Πασκάλ. «Έτσι δεν είναι, Σαλβατόρε;» Εκείνος έγνεψε καταφατικά, ξεροκαταπίνοντας πάλι, κι ύστερα έκανε μεταβολή και βγήκε κλείνοντας την πόρτα. Αποσπάσματα απ’ όσα είχαν ειπωθεί γυρνούσαν στο μυαλό της Σούκι καθώς απομακρυνόταν όσο περισσότερο γινόταν από το κρεβάτι, ενώ ο Πασκάλ συνέχιζε να μένει ξαπλωμένος και να την περιεργάζεται με μια ειρωνική έκφραση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. «Μήνυμα;» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα, ζαρώνοντας τα φρύδια της καθώς μιλούσε. «Ο Σαλβατόρε είπε ότι πήρε ένα μήνυμα, αλλά εγώ δεν του άφησα κανένα μήνυμα». Εκείνος γέλασε σιγανά. «Όχι, δεν το έκανες, αλλά δεν έλεγε ψέματα. Εγώ ζήτησα από μια σερβιτόρα να του πει ότι έπρεπε να έρθει στο δωμάτιό σου σε μισή ώρα. Αυτός ήταν ο χρόνος που υπολόγιζα ότι θα χρειαζόμουν για να σε ρίξω στην αγκαλιά μου». Έριξε μια ματιά στο ρολόι του και χαμογέλασε σαρδόνια. «Αλλά φαίνεται ότι ο υπολογισμός μου ήταν πολύ συντηρητικός, αφού κατάφερα να το πετύχω σε είκοσι μόνο λεπτά». Αναστέναξε. «Είσαι πάντα τόσο πρόθυμη ν’ ανταποκριθείς, μπέλα μία». Το γεγονός ότι είχε δίκιο σ’ αυτά που έλεγε δε βοήθησε καθόλου να κατευνάσει την οργή της και είδε μια κόκκινη ομίχλη να περνάει μπροστά από τα μάτια της. Άρπαξε από την τουαλέτα τη βούρτσα των μαλλιών της και την εκτόξευσε εναντίον του, χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες, αλλά εκείνος την έπιασε στον αέρα, με την αυτοπεποίθηση ενός πρωταθλητή του κρίκετ. «Ζαβολιάρα!» μουρμούρισε και σηκώθηκε με την άνεσή του από το κρεβάτι, σαν να μην είχε σημασία που εκείνη έψαχνε γύρω σαν τρελή για να βρει κι άλλα πράγματα να του πετάξει στο κεφάλι. Ένα παπούτσι, μια κρεμάστρα, την τσάντα της... Αλλά, προς μεγάλη της ταπείνωση, εκείνος τα έπιασε όλα και τα πέταξε πάνω στο κρεβάτι, έχοντας πάντα το ίδιο κοροϊδευτικό χαμόγελο στα χείλη του. Ξέπνοη, πληγωμένη και σαστισμένη, στάθηκε απέναντί του και τον κοίταξε. «Γιατί;» τον ρώτησε. «Πες μου, γιατί;» «Γιατί τι;» ρώτησε εκείνος μαλακά. «Γιατί τον παγίδευσες για να τον φέρεις εδώ και να μας δει που... που...» «Που ήμαστε έτοιμοι να κάνουμε έρωτα;» συμπλήρωσε εκείνος. Τα πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο. «Όχι, δεν ήμαστε», τον αντέκρουσε. «Ψεύτρα!» την πείραξε σιγανά. Μήπως υπήρχε μέσα του μια καλή πλευρά στην οποία θα μπορούσε να απευθυνθεί; Γύρισε προς το μέρος του. «Γιατί δε σου ήταν αρκετό να μου πεις να κάνω πέρα; Να μου πεις ότι ήταν αρραβωνιασμένος με την Κριστίνα; Σίγουρα το ξέρεις ότι δε θα έκανα ποτέ τίποτα με έναν άντρα που είναι αρραβωνιασμένος με μια άλλη γυναίκα». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Ακριβώς αυτό είναι το πρόβλημα. Ξέρω πολύ λίγα πράγματα για σένα, Σούκι –πέρα από το γεγονός ότι έχεις μια απίστευτα ελκυστική εξωτερική εμφάνιση, που για να είμαι ειλικρινής μ’ έχει σκλαβώσει κι εμένα». Η φωνή του είχε έναν τόνο απορίας και από τα μάτια του πέρασε μια σκληρή λάμψη. «Κάτι που είναι επίσης απίστευτο, αφού συνήθως δεν ελκύομαι από γυναίκες που αντιπαθώ». Έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε: «Αλλά αφού ρώτησες γιατί δε ζήτησα απλώς από σένα ή τον Σαλβατόρε να ‘‘κάνετε πέρα’’, όπως τόσο άκομψα το έθεσες, και να αρκεστώ σ’ αυτό, η απάντηση είναι ότι δε μου αρέσει να αφήνω ποτέ τίποτα στην τύχη. Δεν ήμουν σίγουρος ότι θα έπαιρνες υπόψη σου τη σύστασή μου. Όσο για τον Σαλβατόρε, ναι, μπορούσα να τον απειλήσω ώστε να σε αφήσει ήσυχη, αλλά προτίμησα να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια με τι είδους γυναίκα ετοιμαζόταν να μπλέξει: μια γυναίκα που θα τον απατούσε στην πρώτη ευκαιρία που θα της παρουσιαζόταν. Γιατί, λοιπόν, να περιμένω να πιστέψει στα λόγια μου, εφόσον υπήρχε η δυνατότητα να έχει μια εμπειρία από πρώτο χέρι, πολύ πιο πειστική;» Ο Πασκάλ πήρε μια ανάσα και συνέχισε: «Σε διαβεβαιώνω, κάρα, ότι ο Σαλβατόρε δε θα παρασυρθεί ξανά. Και τα ίδια ακριβώς στοιχεία που κάνουν εσένα μια ιδανική ερωμένη, αναδεικνύουν ακόμα περισσότερο το πόσο κατάλληλη για σύζυγος είναι η Κριστίνα». Για μια στιγμή η Σούκι έμεινε άφωνη να κοιτάζει αυτά τα ψυχρά, κοροϊδευτικά μάτια. Αλλά η σιωπή της δεν κράτησε για πολύ. «Θεέ μου», είπε με μια κοφτή ανάσα. «Είσαι ένας άκαρδος, ραδιούργος μπάσταρδος! Φύγε από δω! Φύγε αμέσως, πριν αρχίσω να ουρλιάζω και ξεσηκώσω όλο το σπίτι με τις φωνές μου». Εκείνος έγνεψε καταφατικά σαν να ήταν έτοιμος αυτή τη φορά να συμμορφωθεί με την απαίτησή της. «Βεβαίως. Προφανώς θα θέλεις να ντυθείς». Τα μάτια του έπεσαν για μια στιγμή πάνω στο κορμί της και η Σούκι θυμήθηκε ότι φορούσε μόνο το μπικίνι της και το μεταξωτό παρεό, που δεν έκρυβε και πολλά πράγματα. «Αλλά, πριν φύγω, θέλω να σου κάνω μια πρόταση, την οποία ίσως βρεις ενδιαφέρουσα». Η Σούκι έσφιξε τα χείλη της. «Τίποτα απ’ ό,τι θα μπορούσες να πεις δε μ’ ενδιαφέρει ούτε στο ελάχιστο!» «Μη γίνεσαι μελοδραματική, Σούκι. Ποτέ μην απορρίπτεις μια πρόταση πριν καν την ακούσεις. Σου προσφέρω την ευκαιρία της ζωής σου...»


«Την υπόσχεση ότι δε θα έχω ποτέ ξανά την ατυχία να δω μπροστά μου το ύπουλο πρόσωπό σου;» τον διέκοψε φαρμακερά. «Αντιθέτως», της είπε με φωνή που έσταζε μέλι. «Θέλω να γίνεις ερωμένη μου». Απλώθηκε νεκρική σιγή για λίγο καθώς η Σούκι κοιτούσε με φρίκη τον Πασκάλ στην άλλη άκρη του δωματίου. «Δεν το πιστεύω ότι το είπες αυτό», είπε τελικά με ξέπνοη φωνή από το σάστισμα. «Πρέπει να είσαι τρελός. Τελείως τρελός!» Τα μαύρα μάτια του άστραψαν καθώς αναλογιζόταν τα λόγια της. «Ίσως και να είμαι λίγο», είπε χαμηλόφωνα. «Αλλά αυτό πρέπει να μου το προκαλείς εσύ». «Ή αυτό ή έχεις μια πολύ διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ», παρατήρησε η Σούκι. «Όχι. Δεν αστειεύομαι ποτέ όταν πρόκειται για μπίζνες», είπε εκείνος με φυσικότητα, σαν να είχε κάθε μέρα μια τέτοιου είδους αλλόκοτη συζήτηση. «Μπίζνες; Έτσι χαρακτηρίζεις εσύ αυτή την εξωφρενική και προσβλητική πρόταση;» του είπε αγανακτισμένη. «Μα φυσικά. Αυτό δε σημαίνει το να είσαι ερωμένη κάποιου; Είναι σαν μια ανταλλαγή υπηρεσιών. Έχει πολλά πλεονεκτήματα το να γίνεις ερωμένη μου. Πέρα από την αναμφισβήτητη ερωτική απόλαυση, θα έχεις πανάκριβα δώρα και πολυτελή ταξίδια κι εγώ σαν αντάλλαγμα θα έχω δικό μου αυτό το υπέροχο κορμί». Συνοφρυώθηκε βλέποντας την έκφρασή της. «Έλα τώρα, Σούκι. Σε παρακαλώ... Μην υποτιμάς τη νοημοσύνη μου μ’ αυτό το σοκαρισμένο ύφος, λες και μόλις βγήκες από κανένα μοναστήρι. Τέτοιες προτάσεις θα έχεις δεχτεί πολλές φορές ως τώρα. Ακόμη και πολύ πρόσφατα. Ή μήπως θέλεις να μου πεις ότι θα έφευγες με τον Σαλβατόρε για ένα Σαββατοκύριακο, αν ήταν να πας σε μια γκρίζα βιομηχανική πόλη κι όχι σε μια πολυτελέστατη βίλα στη Μεσόγειο; Γιατί δεν το παραδέχεσαι; Θαμπώνεσαι κι εσύ, όπως οι περισσότερες γυναίκες, με τις ανέσεις που προσφέρει ο πλούτος». Τι κυνικός άνθρωπος, σκέφτηκε η Σούκι μη μπορώντας να πιστέψει αυτά που άκουγε. Ένιωθε πραγματική αηδία καθώς τον κοίταζε με μάτια που έκαιγαν από θυμό και προσπάθησε πολύ να ελέγξει τη φωνή της όταν του απάντησε: «Δε σκοπεύω να δικαιολογήσω τη συμπεριφορά μου σ’ εσένα, γιατί πιστεύω ειλικρινά ότι το μυαλό σου είναι τόσο διεστραμμένο, που ό,τι και να πω δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα». Έκανε μια παύση για να πάρει μια βαθιά ανάσα και συνέχισε: «Αλλά πρέπει να σου ξεκαθαρίσω κάτι, Πασκάλ, και βάλ’ το καλά στο μυαλό σου. Ακόμη κι αν ήσουν ο μοναδικός άντρας πάνω στον πλανήτη δε θα γινόμουν ερωμένη σου... κι αυτά δεν είναι κούφια λόγια, το εννοώ! Πρώτα απ’ όλα, μάθε ότι κερδίζω αρκετά χρήματα από τη δουλειά μου και πληρώνω μόνη μου τα δώρα και τα ταξίδια μου. Είμαι μια ανεξάρτητη γυναίκα και δε με εξαγόρασε κανένας άντρας μέχρι σήμερα ούτε πρόκειται να με εξαγοράσει στο μέλλον». Σταμάτησε και τον κοίταξε άγρια, ενώ η ανάσα της έβγαινε με δυσκολία από την ένταση που ένιωθε. «Και το πιο σημαντικό, οι ερωμένες, όπως όλες οι γυναίκες, χρειάζονται κάτι παραπάνω από κάποια ακριβά δώρα και ταξίδια. Ακόμη και οι πιο ψυχρόαιμες έχουν ανάγκη από λίγη στοργή και σεβασμό. Αλλά αυτές οι λέξεις μάλλον δεν υπάρχουν στο δικό σου λεξιλόγιο και ίσως δεν υπήρχαν ποτέ. Φαίνεται ότι είσαι ανίκανος να νιώσεις οποιοδήποτε από τα δύο. Έτσι κι αλλιώς...» τον κοίταξε αγριεμένη «... δε θέλω να το συζητήσω περισσότερο. Γι’ αυτό, φύγε». «Να υποθέσω, λοιπόν, ότι η απάντησή σου είναι αρνητική;» της είπε περιπαικτικά μ’ ένα λοξό, σαρδόνιο χαμόγελο. «Πόσο προκλητικά τα λόγια σου, Σούκι... Αλλά οφείλω να σου πω ότι μου αρέσουν όσο τίποτα οι προκλήσεις!» Μακάρι να μην ήταν η φωνή του τόσο βαθιά και βελούδινη, που το κάνει τόσο δύσκολο να της αντισταθείς, σκέφτηκε εκνευρισμένη η Σούκι. «Αυτό να το πάρεις σαν οριστική και αμετάκλητη άρνηση, Πασκάλ. Θα ήταν κρίμα να σ’ αφήσω να ελπίζεις», του είπε με κάποιο σαρκασμό, κάτι που φάνηκε να τον διασκεδάζει. «Θα φύγεις τώρα;» «Ναι, φεύγω», είπε εκείνος με έμφαση και άπλωσε το χέρι του να πιάσει το μπρούντζινο πόμολο της πόρτας, όμως αμέσως μετά κοντοστάθηκε. «Αλλά θα δούμε στο μέλλον πόσο οριστική και αμετάκλητη είναι μια άρνηση», είπε μελιστάλαχτα αλλά και με ένα ίχνος απειλής στη φωνή του. «Είμαι άνθρωπος επίμονος. Πρέπει να με πιστέψεις, Σούκι, ότι σε θέλω όσο δεν πόθησα ποτέ μέχρι σήμερα καμιά γυναίκα. Και σκοπεύω να σε αποκτήσω. Πριν από εφτά χρόνια αρχίσαμε κάτι, και θέλω να το τελειώσουμε», είπε βραχνά και έκλεισε την πόρτα πίσω του αθόρυβα, πριν προλάβει η Σούκι να σκεφτεί οποιαδήποτε απάντηση σ’ αυτό που της είπε φεύγοντας, σ’ αυτό που ακουγόταν ταυτόχρονα σαν απειλή αλλά και σαν υπόσχεση. *

Δέκα λεπτά αφότου ο Πασκάλ έφυγε, ακούστηκε ένα σιγανό χτύπημα στην πόρτα, ένα χτύπημα που η Σούκι, μισοζαλισμένη, μόλις και μετά βίας το άκουσε. Εκείνη τη στιγμή καθόταν στην άκρη του κρεβατιού και σκεφτόταν τη φοβερή και παράξενη πρόταση του Πασκάλ, να γίνει ερωμένη του, και την παρατήρησή του ότι του άρεσαν πολύ οι προκλήσεις –λόγια που προφανώς τα είχε πει πάνω στον εκνευρισμό του, επειδή δεν είχε καταφέρει να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορμές. Απ’ το μυαλό της πέρασε η σκέψη ότι μετά από όλα αυτά δεν υπήρχε κανένας λόγος να ξανασυναντηθεί ποτέ μαζί του. Το χτύπημα στην πόρτα ξανακούστηκε. «Φύγε!» φώναξε. «Σούκι! Πρέπει να σου μιλήσω! Σε παρακαλώ, άνοιξε. Πρόκειται για κάτι πολύ σοβαρό!» Αναγνωρίζοντας τη φωνή του Σαλβατόρε, η Σούκι έτρεξε στην πόρτα και την άνοιξε. «Γιατί δε μου είπες ότι ήσουν αρραβωνιασμένος με τη γραμματέα του Πασκάλ Καλιάντρο;» τον ρώτησε κοφτά. «Ή μάλλον... γενικά... γιατί δε μου είπες ότι ήσουν αρραβωνιασμένος;» «Δε θεώρησα ότι υπήρχε κάτι ύποπτο. Ήταν ένα Σαββατοκύριακο καθαρά επαγγελματικό», είπε ο Σαλβατόρε με φυσικότητα. «Δεν κάναμε κάτι για το οποίο θα ’πρεπε να νιώθουμε ντροπή!» «Πολύ σωστά το τοποθετείς, αλλά ο Πασκάλ δεν το βλέπει έτσι». Ο Σαλβατόρε, ανήσυχος, έριξε μια ματιά δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο, σαν να περίμενε να εμφανιστεί το θηρίο. «Είναι πιθανό ν’ ακουγόμαστε... Μπορώ να περάσω μέσα;» «Όχι! Δεν μπορείς να περάσεις μέσα! Σου έχει στρίψει τελείως; Αν αγαπάς τη ζωή σου, μείνε μακριά από μένα και από κάθε άλλη γυναίκα, εκτός απ’ την Κριστίνα. Ο Πασκάλ δεν είναι απ’ αυτούς που δίνουν δεύτερη ευκαιρία στους ανθρώπους. Αν θέλεις πραγματικά να παντρευτείς την Κριστίνα, σε συμβουλεύω να φορέσεις ζώνη αγνότητας, σαν αυτή που έβαζαν οι γυναίκες το Μεσαίωνα!» Ο Σαλβατόρε ένωσε τις παλάμες του και την κοίταξε παρακλητικά. «Σούκι, σε παρακαλώ, άσε με να μπω μέσα και θα σου εξηγήσω τα πάντα. Αλλά αυτό που δε θέλω είναι να με δει εδώ ο Πασκάλ». «Γιατί να μη σε δει;» τον ρώτησε. «Γιατί τον τρέμω αυτό τον άνθρωπο», απάντησε με ειλικρίνεια ο Σαλβατόρε. «Φαίνεται ότι τελικά είσαι πιο λογικός απ’ όσο νόμιζα», παρατήρησε η Σούκι και του άνοιξε απρόθυμα την πόρτα για να περάσει. «Εντάξει, πέρνα μέσα. Σου δίνω πέντε λεπτά. Και θέλω να μου εξηγήσεις τα πάντα!» Ο Σαλβατόρε αναστέναξε. «Είναι δύσκολο». Η Σούκι τον κοίταξε ερευνητικά. «Τι είπες στην αρραβωνιαστικιά σου γι’ αυτό το ταξίδι; Γιατί έκλαιγε όταν μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Πασκάλ;» Εκείνος δάγκωσε νευρικά τα χείλη του. «Αυτό είναι το πρόβλημα: ότι δεν της το είπα. Δεν της είπα τίποτα. Ή μάλλον της είπα ότι θα πήγαινα για φωτογράφιση. Αλλά δεν της εξήγησα ότι θα πήγαινα μ’ εσένα».


«Και γιατί δεν της το είπες;» Ο Σαλβατόρε ανασήκωσε τους ώμους του απολογητικά. «Γιατί... να... Ζηλεύει». Η Σούκι έσμιξε τα φρύδια σε ένδειξη αμφιβολίας. «Έλα τώρα, Σαλβατόρε! Φαντάζεσαι ότι θα το πιστέψω αυτό; Φωτογράφος είσαι, και βρίσκεσαι συνέχεια με μοντέλα! Αν ήταν τόσο ζηλιάρα, η σχέση σας δε θα είχε κρατήσει ούτε είκοσι τέσσερις ώρες». Εκείνος φάνηκε να διστάζει πριν απαντήσει. «Δεν έχει πρόβλημα με τα άλλα μοντέλα». Της έριξε μια αμήχανη ματιά. «Μόνο μ’ εσένα ζηλεύει». Τα μάτια της Σούκι άρχισαν να λάμπουν επικίνδυνα. «Οφείλεις να μου εξηγήσεις τι ακριβώς εννοείς. Δε νομίζεις;» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του απελπισμένος. Ξαφνικά ο διάσημος φωτογράφος αυτός έδειχνε σαν μικρό παιδί. «Ξέρει ότι πάντα ήθελα σαν τρελός να σε φωτογραφίσω. Την εποχή που την πρωτογνώρισα ήμουν και λίγο τσιμπημένος μαζί σου. Μέχρι που είχα βάλει μια αφίσα σου στον τοίχο της κρεβατοκάμαράς μου». Το πρόσωπό του έγινε κατακόκκινο. Η Σούκι έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια της κι ύστερα ξέσπασε σ’ ένα νευρικό γέλιο. «Τώρα μάλιστα... Δε σου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό ότι κάποτε θα το μάθαινε, κι ότι αυτή ακριβώς θα ήταν η αντίδρασή της;» Ο Σαλβατόρε κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δε σκέφτηκα ποτέ κάτι τέτοιο», παραδέχτηκε. «Είχα τέτοια μανία να καταφέρω να σε φωτογραφίσω, που όταν είπες το ναι μου φάνηκε απίστευτο. Συγνώμη, Σούκι». Η Σούκι αναστέναξε, απογοητευμένη με τον εαυτό της. Πώς τα είχε καταφέρει πάλι έτσι; Τώρα είχε βρει τον μπελά του ένας αρραβωνιασμένος φωτογράφος χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος. Μήπως τελικά ήταν πολύ ευκολόπιστη και αφελής; Ή μήπως ήταν απλώς ηλίθια; «Να πάρεις το αεροπλάνο και να πας στη Νέα Υόρκη, να τα ξαναβρείτε», του είπε φιλικά. «Οι φίλοι σου εδώ μπορούν να επιβεβαιώσουν ότι μας είχαν δώσει χωριστά δωμάτια. Αλλά, για τ’ όνομα του Θεού, πρέπει να φύγεις αμέσως. Τώρα!» «Κι εσύ τι θα κάνεις;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον. «Εγώ; Θα πάρω το πρώτο αεροπλάνο και θα φύγω», είπε η Σούκι μελαγχολικά. Και θα προσπαθήσω να βγάλω απ’ το μυαλό μου όλη αυτή τη φρικτή ιστορία, πρόσθεσε από μέσα της. Κι αμέσως μόλις έφυγε ο Σαλβατόρε, πήγε τρέχοντας στην ντουλάπα και άρχισε να πετάει βιαστικά τα ρούχα της στη βαλίτσα της.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η Σούκι μπήκε στο διαμέρισμά της στο Λονδίνο κι έκλεισε πίσω της την πόρτα σπρώχνοντάς τη με δύναμη. Ακούμπησε τη βαλίτσα της στο χολ και έτρεξε στο βάθος του διαδρόμου ν’ ανοίξει την κεντρική θέρμανση. Τα χέρια της πάγωσαν καθώς άγγιζε το μεταλλικό διακόπτη. Τι ωραία να βρίσκεσαι στο σπίτι σου, σκέφτηκε ικανοποιημένη την ώρα που έβγαζε τα παπούτσια της και προχωρούσε προς το καθιστικό, που οι κατακόκκινοι τοίχοι του ήταν, σχεδόν από πάνω μέχρι κάτω, καλυμμένοι με δικούς της ζωγραφικούς πίνακες. Φτάνοντας στο Χίθροου από τη Νίκαια είχε βρει πολύ άσχημο καιρό –αυτό που συνήθως περιμένεις όταν έρχεσαι στην Αγγλία στην καρδιά του καλοκαιριού! Είχε συννεφιά, αέρα και βροχή. Ένας καιρός που ταίριαζε με τη διάθεσή της! Είχε αλλάξει το εισιτήριο της επιστροφής και πήγε στην πρώτη θέση, συνεπώς είχε αρκετό χώρο για ν’ απλώσει τα πόδια της και να κοιμηθεί σ’ αυτή τη σύντομη πτήση, αλλά τελικά δεν κατάφερε να κλείσει τα μάτια της ούτε για ένα λεπτό. Τώρα, ένιωθε φοβερά εξαντλημένη. Πράγμα που μάλλον ήταν φυσικό. Πέρα από τη συναισθηματική φόρτιση που της είχε προκαλέσει η συνάντηση με τον Πασκάλ, την είχε πειράξει και η πτήση. Πάντως, είχε καταφέρει να φύγει από τη βίλα χωρίς να πέσει πάνω στον Πασκάλ. Σ’ αυτό τουλάχιστον είχε σταθεί τυχερή. Το κόκκινο φωτάκι στον αυτόματο τηλεφωνητή αναβόσβηνε. Υπήρχαν μόνο δύο μηνύματα. Δεν την έπαιρναν και πολλοί άνθρωποι τηλέφωνο, αφού κρατούσε τον αριθμό της κρυφό λες και ήταν κρατικό μυστικό. Πάτησε το κουμπί για ν’ ακούσει τα μηνύματα. Το πρώτο ήταν από τον αδελφό της. Στη φωνή του διέκρινε κάποια αγωνία, αλλά τον τελευταίο καιρό πάντα έτσι ακουγόταν. «Γεια σου, Σούκι. Πρέπει να σου μιλήσω επειγόντως. Μπορείς να μου τηλεφωνήσεις στο γραφείο; Μην πάρεις στο σπίτι. Δε θέλω να αναστατώνεται η Κίρστι». Η Σούκι αναστέναξε. Σίγουρα θα της ζητούσε πάλι χρήματα για να ξελασπώσει. Θα έπρεπε να ενισχύσει ξανά την προβληματική οικογενειακή επιχείρηση. Τουλάχιστον όσο ζούσε η μητέρα τους κατάφερνε να βάζει κάποιο φρένο στα ακριβά γούστα του Πίτερ. Αλλά τώρα τελευταία τα αιτήματα για χρήματα γίνονταν όλο και πιο συχνά. Ο Πίτερ είχε πάρει μερικά ανόητα ρίσκα στο χρηματιστήριο, τα οποία τελικά δεν του βγήκαν σε καλό, κι όσο για τη γυναίκα του την Κίρστι, μπορεί να ήταν γλυκύτατη αλλά δεν του ασκούσε κανέναν απολύτως έλεγχο. Αν ήμουν εγώ παντρεμένη μαζί του, δε θα τον άφηνα να σκορπάει έτσι τα χρήματα, σκέφτηκε η Σούκι στενοχωρημένη. Αλλά ο γιος τους, ο Τόμπι, που πλησίαζε τα δύο, ήταν αξιολάτρευτος και η Σούκι ήταν ξετρελαμένη με τον ανιψιό της. Η δική του ευτυχία την απασχολούσε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, κι αυτό την έκανε να μην μπορεί να αρνηθεί τη βοήθειά της, όταν ο Πίτερ της ζητούσε χρήματα. Αμέσως σήκωσε το ακουστικό και τον πήρε στο γραφείο του, την ενημέρωσαν όμως ότι δεν είχε γυρίσει ακόμη από το εστιατόριο. Η Σούκι κοίταξε το ρολόι της. Στις τέσσερις δεν είχε γυρίσει ακόμη απ’ το μεσημεριανό φαγητό; «Μπορείτε να του πείτε, σας παρακαλώ, ότι τηλεφώνησε η αδελφή του;» είπε στη γραμματέα του. «Και ότι θα είμαι στο σπίτι», συμπλήρωσε. Δεν πρέπει να απορεί κανείς, λοιπόν, που η επιχείρηση πηγαίνει τόσο άσχημα, αφού ο γενικός διευθυντής της γυρίζει τέτοια ώρα στα εστιατόρια, σκέφτηκε θυμωμένη καθώς έκλεινε το τηλέφωνο. Το δεύτερο μήνυμα ήταν από την Κάρλι, την ατζέντισσά της. Η γεμάτη αυτοπεποίθηση φωνή με την αμερικάνικη προφορά ακούστηκε ζωηρή όπως πάντα. «Γεια σου, γλύκα μου. Ξέρω ότι βρίσκεσαι στη Γαλλία, αλλά όταν επιστρέψεις, τηλεφώνησέ μου αμέσως!» Η Σούκι ετοιμαζόταν να κάνει αυτό ακριβώς, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν πάλι η Κάρλι. «Γύρισες επιτέλους! Ευτυχώς!» είπε ενθουσιασμένη. «Μόλις μπήκα στο σπίτι». «Πέρασες καλά;» Η μορφή του Πασκάλ ξεπρόβαλε σκοτεινή στο μυαλό της, παρά την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό της ότι δε θα τον σκεφτόταν ξανά. «Με μια λέξη, θα έλεγα όχι». «Τι συνέβη;» ρώτησε η Κάρλι. Ο Πασκάλ Καλιάντρο, αυτό συνέβη, σκέφτηκε η Σούκι με θυμό. «Ο Σαλβατόρε Μπρούνι, ο φωτογράφος», απάντησε, «ξέχασε να μου πει ότι έχει μια παθολογικά ζηλιάρα αρραβωνιαστικιά, η οποία έστειλε έναν ιππότη με αστραφτερή πανοπλία...» –γιατί είχε δώσει έτσι αυθόρμητα στον Πασκάλ αυτή τη ρομαντική εικόνα;– «... να με απειλήσει», κατέληξε οργισμένη. «Θεέ και Κύριε!» είπε γελώντας η Κάρλι. «Τέλος πάντων, ξέχνα τα τώρα αυτά. Έχω κάτι που θα σε κάνει ν’ αλλάξεις διάθεση». «Τι έχεις; Εισιτήριο για τη σελήνη χωρίς επιστροφή;» Η Κάρλι γέλασε πάλι. «Έλα, Σούκι, δεν είναι στο χαρακτήρα σου να αντιμετωπίζεις τα πράγματα αρνητικά. Στο κάτω κάτω, δεν είναι η πρώτη φορά που σου συμβαίνει κάτι τέτοιο». «Ακριβώς. Έχω αρχίσει να σκέφτομαι να ξυρίσω το κεφάλι μου και να πάω να κλειστώ σε μοναστήρι...» «Εσύ. Καλόγρια», είπε ειρωνικά η Κάρλι. «Ε, ναι, καλόγρια», είπε η Σούκι πεισμωμένα και σκέφτηκε ότι όντως αυτή τη στιγμή της χρειαζόταν ένα μέρος όπου να απαγορεύεται να πατήσει άντρας. «Πάντως, πριν πας στο μοναστήρι, πρέπει ν’ ακούσεις αυτό που έχω να σου πω. Μπορώ να έρθω στο σπίτι σου;» «Πότε;» «Τώρα αμέσως! Είναι κάτι πολύ σοβαρό», απάντησε με επιμονή η Κάρλι. Μισή ώρα αργότερα, η Κάρλι βρισκόταν στο καθιστικό της Σούκι και βουτούσε ένα φακελάκι τσάι με άρωμα αγριοκέρασο σ’ ένα φλιτζάνι βραστό νερό. «Πφφφ!...» έκανε η Σούκι καθώς ρουφούσε τη ζεστή σοκολάτα της. «Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς και το πίνεις αυτό το πράγμα!» «Με βοηθάει να διατηρώ τη σιλουέτα μου». Η Κάρλι έριξε μια επικριτική ματιά στην κούπα της Σούκι. «Σου έχω πει ποτέ πόσο μισώ το μεταβολισμό σου;» «Πάρα πολλές φορές». Η Σούκι χαμογέλασε. «Πες μου τώρα. Γιατί βιαζόσουν τόσο να με δεις;» Η Κάρλι έλαμψε από ενθουσιασμό. «Πώς θα σου φαινόταν να κέρδιζες πέντε εκατομμύρια δολάρια τα επόμενα πέντε χρόνια;» Η Σούκι έκανε έναν αστείο μορφασμό. «Α, ναι, μάλιστα, και στο φεγγάρι ζουν άνθρωποι με τρία μάτια και τέσσερα αυτιά! Έλα, Κάρλι, είμαι πολύ κουρασμένη, δεν έχω όρεξη γι’ αστεία». Η Κάρλι κούνησε το κεφάλι της και τα παμπόνηρα γαλάζια μάτια της άστραψαν. «Είναι η τυχερή σου μέρα, κούκλα μου... Αυτό μόνο έχω να σου πω». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Φορμιντάμπλ. Έχεις ποτέ ακούσει αυτό το όνομα;» «Φυσικά το έχω ακούσει. Είναι μια απ’ τις μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου στο χώρο των καλλυντικών και των αρωμάτων. Έτσι δεν είναι;»


«Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη και σκοπεύουν να γίνουν η πρώτη. Και σου προσφέρουν ένα πενταετές συμβόλαιο. Θέλουν να γίνεις το νέο κορίτσι της Φορμιντάμπλ. Η πρόταση έγινε κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου. Ακόμη δεν μπορώ να το πιστέψω!» Η Σούκι κάρφωσε τα μάτια της στην ατζέντισσά της καθώς το μυαλό της προσπαθούσε να εκτιμήσει αυτά τα καταπληκτικά νέα. «Να δουλέψω εγώ για τη Φορμιντάμπλ;» ρώτησε με κάποια αμφιβολία στη φωνή της. «Μπράβο, κορίτσι μου, το ’πιασες!» «Με αποκλειστικό συμβόλαιο;» Η Κάρλι ανασήκωσε τους ώμους. «Ε, ναι. Έτσι πάει σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Η εταιρεία δε θέλει να κάνεις διαφημίσεις για καμιά άλλη φίρμα. Έτσι, όταν το κοινό βλέπει το πρόσωπό σου, το μυαλό τους θα πηγαίνει κατευθείαν στη Φορμιντάμπλ. Αλλά τα λεφτά είναι φανταστικά. Έβαλα το δικηγόρο μου να ρίξει μια ματιά στο συμβόλαιο». Έκανε μια παύση. «Εντυπωσιάστηκε. Πραγματικά». Αυτό έλεγε πολλά. Ο δικηγόρος της Κάρλι ήταν ένας κυνικός τύπος που δύσκολα θα τον εντυπωσίαζε οτιδήποτε. Κούνησε το κεφάλι της σαν χαμένη. «Και γιατί θέλουν εμένα;» ρώτησε με κάποια αμφιβολία. Η Κάρλι ρούφηξε μια γουλιά απ’ το τσάι της. «Η εταιρεία άλλαξε χέρια πρόσφατα, και φαίνεται πως στο καινούριο αφεντικό είχε αρέσει πολύ η διαφήμιση για εκείνη την αντηλιακή που έκανες πέρυσι. Θα ’ναι κανένας που έχει αδυναμία στις κοκκινομάλλες ή στις ψηλές!» Η Σούκι σκέφτηκε για λίγα λεπτά το όλο θέμα. Το μυαλό της πήγε πρώτα σ’ εκείνον τον έκφυλο φωτογράφο στη Νέα Υόρκη, μετά στον αδελφό της που της ζητούσε συνέχεια χρήματα. Ύστερα σκέφτηκε ότι ο χρόνος έφερνε αναπόφευκτα τη φθορά, κι ότι κάποια στιγμή δε θα μπορούσε να ανταγωνιστεί στην πασαρέλα δεκαεξάχρονα μοντέλα. Και θα ’ρχόταν και για κείνη η μέρα που θα εμφανίζονταν οι πρώτες ρυτίδες στο πρόσωπό της, σηματοδοτώντας την αρχή του τέλους. Ρούφηξε την τελευταία γουλιά της σοκολάτας της και ακούμπησε την κούπα στο τραπέζι. «Πότε υπογράφουμε;» ρώτησε αποφασιστικά. Η Κάρλι χαμογέλασε. «Τι λες για τη Δευτέρα;» *

«Παρακαλώ, δεσποινίς Φράνκλιν, υπογράψτε και τα δύο αντίγραφα του συμβολαίου. Αν, φυσικά, συμφωνείτε με το περιεχόμενο». Η Σούκι πήρε την πένα από τα χέρια του νομικού συμβούλου της Φορμιντάμπλ, που εδώ και μισή ώρα είχε καρφώσει τα μάτια του πάνω της και την κοίταζε σαν ονειροπαρμένο μαθητούδι. Κάθονταν όλοι γύρω από το λουστραρισμένο στρογγυλό τραπέζι στην τεράστια αίθουσα συσκέψεων στα κεντρικά γραφεία της Φορμιντάμπλ στο Λονδίνο. «Εδώ, σ’ αυτή τη σειρά με τις τελίτσες, ε;» ρώτησε η Σούκι, ευχόμενη να ακουγόταν σίγουρη και να έδινε την εντύπωση ότι ήξερε από συμβόλαια και νομικούς όρους κι όχι ότι τα κοιτούσε σαν να ήταν ιερογλυφικά! «Ακριβώς εκεί!» επιβεβαίωσε ο δικηγόρος. Η Σούκι ένιωσε μια έξαψη να την πλημμυρίζει καθώς έβαζε την υπογραφή της στο συμβόλαιο. «Ελπίζω να αντιλαμβάνεστε ότι μόλις υπογράψατε τη θανατική σας καταδίκη!» είπε ο δικηγόρος της Φορμιντάμπλ αστειευόμενος. «Σιγά, τώρα!» είπε γελώντας η Σούκι την ώρα που έκλεινε την ακριβή πένα. «Ο δικηγόρος μου έχει περάσει το συμβόλαιο απ’ το μικροσκόπιο». «Είναι η πρώτη φορά που βλέπω μια συμφωνία να κλείνει τόσο γρήγορα», είπε η Κάρλι με θαυμασμό και ένα ευτυχισμένο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της. Προφανώς σκέφτεται το δέκα τοις εκατό που είναι τα ποσοστά της, σκέφτηκε Σούκι. Ο δικηγόρος πέρασε τα μακριά του δάχτυλα μέσα στα ασημένια μαλλιά του. «Έτσι είναι ο νέος ιδιοκτήτης της εταιρείας μας», είπε μέσα απ’ τα δόντια του και κάρφωσε πάλι τα μάτια του στη Σούκι. «Άνθρωπος που θέλει να γίνονται όλα γρήγορα». «Είναι κάποιος που ξέρω;» ρώτησε αμέσως η Κάρλι, που το ύφος του δικηγόρου τής είχε κινήσει την περιέργεια. Ο δικηγόρος κούνησε το κεφάλι του επιφυλακτικά. «Δεν είμαι εξουσιοδοτημένος να το συζητήσω αυτό. Είναι ένας άνθρωπος που επιθυμεί να κάνει μόνος του τις συστάσεις». Έριξε μια ματιά στο ρολόι του. «Αλλά από στιγμή σε στιγμή τον περιμένουμε για να γνωριστείτε. Α!...» Σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε προς την πόρτα, που εκείνη τη στιγμή άνοιξε. Το τρομακτικό ήταν ότι η Σούκι ήξερε ποιον θα έβλεπε. Ήταν σαν να διέθετε μια έκτη αίσθηση, που συνδεόταν ακριβώς με τον άνθρωπο αυτό. Δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτό το προαίσθημα, αλλά ήξερε με βεβαιότητα, πριν γυρίσει να κοιτάξει αυτά τα σκοτεινά μάτια που άστραφταν ειρωνικά, ποιος ήταν ο καινούριος ιδιοκτήτης της Φορμιντάμπλ. Πετάχτηκε πάνω έξαλλη, καθώς αντίκρισε, στην άλλη άκρη της αίθουσας, το πανέμορφο πρόσωπο του Πασκάλ. «Εσύ!» φώναξε θυμωμένη. «Δολοπλόκε, απατεώνα, εκμεταλλευτή!...» «Σούκι!» επενέβη η Κάρλι τρομαγμένη. «Δεσποινίς Φράνκλιν, σας παρακαλώ», την ικέτευσε ο γκριζομάλλης δικηγόρος, που έπαθε πραγματικό σοκ από το ξέσπασμά της, σαν να έβλεπε μπροστά του φάντασμα. Η Σούκι αγνόησε την επέμβαση και των δύο. «Νομίζεις ότι μπορείς ν’ αρπάζεις ό,τι θέλεις; Κάνεις λάθος! Πολύ μεγάλο λάθος! Απλώς και μόνο επειδή δε συμφώνησα γονυπετής με την ανήθικη πρότασή σου να γίνω... να γίνω... ερωμένη σου έχεις το απίστευτο θράσος να νομίζεις ότι μπορείς να με εξαγοράσεις! Όχι! Δεν μπορείς, Πασκάλ... και θα σου το αποδείξω αμέσως!» Και λέγοντας αυτά, πήρε το συμβόλαιο απ’ το τραπέζι και χωρίς κανένα δισταγμό το έκανε κομματάκια, που σκόρπισαν σαν χιονονιφάδες πάνω στο παχύ χαλί. Η Κάρλι και ο δικηγόρος κάθονταν άφωνοι στο τραπέζι και παρακολουθούσαν σαν υπνωτισμένοι το ξέσπασμά της. Αλλά την αντίδραση του Πασκάλ η Σούκι δε θα μπορούσε ποτέ να την προβλέψει. Περίμενε ότι θα γινόταν θηρίο, αλλά εκείνος γελούσε! Γελούσε θριαμβευτικά! Κι αυτό το γέλιο της έφερνε απελπισία. «Μπράβο, μπέλα!» της είπε και τη χειροκρότησε. «Μπράβο! Πολύ ωραία η παράστασή σου!» Ο δικηγόρος, με το φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του, άρπαξε το δεύτερο αντίγραφο του συμβολαίου και το κρατούσε προστατευτικά στο στήθος με τις παλάμες του σαν ασπίδα. «Δεσποινίς Φράνκλιν!» της είπε σε αυστηρό τόνο, «πρέπει να σας επισημάνω ότι αυτή η συμπεριφορά σας συνιστά παραβίαση των όρων του συμβολαίου που μόλις υπογράψατε. Και πολύ φοβούμαι ότι σ’ αυτή την περίπτωση δεν έχω άλλη επιλογή παρά να...» «Αφήστε μας μόνους», τον διέκοψε ο Πασκάλ ήρεμα. Ο δικηγόρος κατάπληκτος του έριξε μια ματιά. «Μα, σινιόρ Καλιάντρο...» Ο Πασκάλ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Είπα, αφήστε μας μόνους», επανέλαβε σε έντονο ύφος. Η Σούκι ήταν ακόμη τόσο οργισμένη που πραγματικά έτρεμε. «Πολύ ωραία!» ξέσπασε αγριεμένη. «Αν παραβίασα το συμβόλαιο, τόσο το καλύτερο! Το χαρτί αυτό δεν έχει πια καμιά ισχύ!» Την Κάρλι την είχε πιάσει τρεμούλα καθώς κοιτούσε με απελπισία τα σκισμένα χαρτιά που είχαν σκορπιστεί πάνω στο χαλί. «Σούκι, γλυκιά μου», είπε σαν χαμένη. «Δεν ξέρω τι σημαίνουν όλα αυτά, αλλά σε παρακαλώ... σε παρακαλώ, μη συνεχίζεις. Σε ικετεύω. Σταμάτα». Ο Πασκάλ έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι του δείχνοντας την πόρτα. «Παρακαλώ, αφήστε μας μόνους». Η Κάρλι και ο δικηγόρος κατευθύνθηκαν προς την έξοδο απρόθυμα, σαν μικρά παιδιά που τα διέταξε ο μπαμπάς να πάνε στον κήπο να παίξουν. Η Σούκι


έριξε μια δολοφονική ματιά στον Πασκάλ. «Ο μέγας ρυθμιστής των πάντων! Πώς πάει, λοιπόν;» ρώτησε σαρκαστικά. «Έβαλες σε τάξη την ερωτική ζωή της γραμματέως σου;» «Συνέστησα στον Σαλβατόρε να επισπεύσει την ημερομηνία του γάμου», είπε εκείνος μαλακά. Τράβηξε μια καρέκλα που ήταν κοντά του και της την πρόσφερε. «Κάθισε, σε παρακαλώ». Μετά απ’ αυτό που είχε κάνει, είχε τώρα το θράσος να της λέει να καθίσει; «Δε σκοπεύω να μείνω τόσο πολύ εδώ ώστε να χρειάζομαι καρέκλα». Θα έμενε μόνο όσο χρειαζόταν για να πει σ’ αυτό τον υπερόπτη δολοπλόκο τη γνώμη της για το άτομό του! «Όπως επιθυμείς, αγαπητή μου». Κάθισε στην άκρη του μεγάλου τραπεζιού, άπλωσε τα μακριά του πόδια μπροστά και την κοίταζε εξεταστικά με τα μεγάλα μαύρα μάτια του, σαν να περίμενε την επόμενη κίνησή της. Η Σούκι κάρφωσε επίμονα το βλέμμα της στο δικό του. Τα μάτια της και το μυαλό της δούλευαν εντελώς ξεχωριστά, καθώς το ένα προσπαθούσε να αρνηθεί αυτό που το άλλο απρόθυμα αποδεχόταν: Ότι αυτός ο άντρας ήταν υπέροχος εμφανισιακά. Ήταν ντυμένος για δουλειά. Τα ρούχα του ήταν αυτά ακριβώς που της άρεσαν σ’ έναν άντρα, αλλά σπάνια τα έβλεπε έτσι φορεμένα στην πραγματικότητα. Δεν έπρεπε να υπάρχει άντρας που να του πηγαίνει τόσο ένα κοστούμι. Το γκρι λινό καλοραμμένο ύφασμα αγκάλιαζε το μυώδες αντρικό σώμα τόσο ταιριαστά που κατά κάποιον παράξενο τρόπο αναδείκνυε την υπέροχη διάπλασή του περισσότερο απ’ όσο αν φορούσε κάτι πιο στενό. Μέσα από το σακάκι φορούσε ένα μεταξωτό πουκάμισο σε γαλάζια απόχρωση και στο λαιμό του μια γραβάτα σε χρώμα βαθύ μπλε. Ήταν ένα σύνολο εξαιρετικά ακριβό, αλλά απλό και διακριτικό. Η Σούκι έπρεπε να ομολογήσει ότι, αν μη τι άλλο, ο Πασκάλ είχε στυλ. Τον έβλεπε που την παρατηρούσε κι έκρινε κι αυτός το παρουσιαστικό της και χαιρόταν που, λόγω της περίστασης, είχε φροντίσει να ντυθεί κι εκείνη όσο πιο επαγγελματικά γινόταν. Όχι βέβαια ότι αυτή τη στιγμή η ψυχολογία της ήταν επαγγελματική... Και πώς να είναι όταν αυτά τα μάτια ήταν καρφωμένα πάνω της; Το λεπτό μεταξωτό ταγεράκι της, με την κοντή φούστα και το μπλέιζερ, ήταν σε βαθιά βυσσινί απόχρωση και ερχόταν σε εντυπωσιακή αντίθεση με τα πυρρόξανθα μαλλιά της, που σήμερα τα είχε μαζεμένα σ’ ένα αριστοκρατικό σινιόν στη βάση του κεφαλιού. Κάτω απ’ το ταγέρ φορούσε ένα κρεμ κορμάκι. Tα μακριά λεπτά της πόδια χάιδευε ένα ανοιχτόχρωμο καλσόν και τα ψηλοτάκουνα καστόρινα παπούτσια της ήταν ασορτί με το ταγέρ της. Με αυτά τα τακούνια περνούσε σε ύψος τους περισσότερους άντρες, αλλά όχι τον άντρα που στεκόταν τώρα μπροστά της. Αυτός, ακόμα κι έτσι, συνέχιζε να ορθώνεται από πάνω της. Της χαμογέλασε. «Ναι», είπε τελικά. «Μου αρέσει η εμφάνισή σου. Μου αρέσει τρομερά...» Η φωνή του χαμήλωσε, έγινε ένας προκλητικός ψίθυρος, και η Σούκι ένιωσε σοκαρισμένη το κορμί της να ανταποκρίνεται σ’ αυτό τον ψίθυρο, παρά το θυμό της. Τι της είχε κάνει, λοιπόν, τόσα χρόνια πριν; Την είχε σημαδέψει παντοτινά, είχε κατακτήσει την ψυχή της τόσο ώστε να την κάνει να λιώνει κάτω από το σκοτεινό του βλέμμα με τέτοιο τρόπο που κανένας άλλος άντρας δε θα μπορούσε να το κάνει ποτέ; «Δε ζήτησα τη γνώμη σου», του είπε, ταραγμένη ακόμη από την αντίδρασή του κορμιού της στην παρουσία του. «Και σου ξεκαθαρίζω ότι δεν πρόκειται να δουλέψω για σένα». «Μα δεν πρόκειται να δουλέψεις για μένα, τουλάχιστον άμεσα». Της έριξε μια ψυχρή ματιά και η φωνή του ακουγόταν πολύ ήρεμη. Φίδι! «Δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το να κάτσεις μπροστά στη γραφομηχανή κι εγώ να σου υπαγορεύω, σωστά;» συμπλήρωσε γλυκά. Η Σούκι σχεδόν τραύλιζε απ’ την αγανάκτησή της. «Άμεσα ή έμμεσα, η απάντηση είναι η ίδια. Δε δουλεύω για σένα! Και δεν μπορείς να με εξαναγκάσεις να το κάνω!» «Μπα, έτσι νομίζεις;» ρώτησε μαλακά και κράτησε το βλέμμα του πάνω της, αναμετρώντας την, μέχρι που εκείνη δεν άντεξε άλλο. «Γιατί εμένα;» ρώτησε αγανακτισμένη. «Ως πού θα φτάσεις για να κάνεις το δικό σου; Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα με προσλάμβανες –με τέτοιο υπέρογκο κόστος!– ως αποκλειστικό μοντέλο της εταιρείας σου, μόνο και μόνο για να... για να...» «Να... τι;» ρώτησε εκείνος ψυχρά, αλλά στα σκοτεινά μάτια του υπήρχε μια λάμψη ικανοποίησης. «Να με κάνεις ερωμένη σου!» κατάφερε να πει η Σούκι. Ένα αχνό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. «Με υποτιμάς, κάρα», μουρμούρισε. «Εγώ είμαι πάνω απ’ όλα μπίζνεσμαν». Μπίζνες. Πάλι αυτή η απαίσια λέξη. Η ίδια που χρησιμοποιούσε και για τις ερωμένες. «Αλήθεια;» του πέταξε ειρωνικά. « Ναι, αλήθεια» επανέλαβε εκείνος. Την κοίταξε που είχε σφίξει πεισματικά τα χείλη. «Τι θα απαντούσες αν σου έλεγα ότι επιλέχτηκες για να γίνεις το κορίτσι της Φορμιντάμπλ, επειδή έχεις την κατάλληλη εμφάνιση, το χάρισμα και την εικόνα που ψάχνουμε για να παρουσιάσουμε τα προϊόντα μας με τον πλέον ιδανικό τρόπο;» «Θα απαντούσα ότι λες ένα μεγάλο ψέμα! Υπάρχουν χιλιάδες μοντέλα στον κόσμο που θα μπορούσατε να διαλέξετε». « Δυστυχώς, μπέλα μία, καμιά άλλη δεν είναι σαν εσένα», της είπε μελιστάλαχτα, ενώ τα μάτια του την κάρφωναν εξεταστικά. Εκείνη προσπαθούσε να μείνει ανεπηρέαστη και να ελέγξει την ταραχή που της προξενούσαν η προκλητική βραχνάδα στη φωνή του και το γεμάτο ειλικρινή θαυμασμό βλέμμα του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ετοιμάστηκε να δηλώσει ξανά την αγανάκτησή της. Αλλά εκείνος δεν της έδωσε το χρόνο. «Ο δικηγόρος μου έχει απόλυτο δίκιο», παρατήρησε χωρίς ένταση στη φωνή του. «Αν αποφασίσω να σου κάνω αγωγή, δε θα ξέρεις πού να σταθείς. Θα μπορούσα να πω ότι θα μείνεις στο δρόμο, Σούκι». «Δε μ’ ενδιαφέρει!» φώναξε εκείνη άγρια. «Κάνε μου αγωγή! Πάρε και την τελευταία μου δεκάρα! Ό,τι έχω και δεν έχω! Χίλιες φορές φτωχή παρά να δουλεύω για σένα!» Εκείνος δεν έδωσε σημασία στο θυμό της και γέλασε πάλι, αποκαλύπτοντας τα κάτασπρα δόντια του που έρχονταν σε αντίθεση με το μελαχρινό του πρόσωπο. «Βλέπω ότι όλα αυτά τα χρόνια ανέπτυξες ένα εντυπωσιακά μαχητικό πνεύμα. Και μια πεισματάρικη περηφάνια. Αυτό είναι καλό. Μ’ αρέσουν οι γυναίκες που έχουν νεύρο». «Γιατί, εσύ τι περίμενες; Ότι θα παρέμενα το ανόητο, άβγαλτο κοριτσάκι που...» Σταμάτησε απότομα και τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα όταν κατάλαβε αυτό που ήταν έτοιμη να ξεστομίσει. «Με ικέτευε να του κάνω έρωτα;» συμπλήρωσε εκείνος μελιστάλαχτα. «Πάντως αν και ήσουν τόσο μικρή και αθώα, όπως ισχυρίζεσαι, ήξερες θαυμάσια να εκφράζεις τις επιθυμίες σου». Τον κοίταξε άγρια, τα μάγουλά της είχαν ανάψει και η καρδιά της χτυπούσε τρελά. «Δε θα μ’ αφήσεις ποτέ να το ξεχάσω αυτό;» είπε ψιθυριστά. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του με νόημα. «Πώς είναι δυνατόν, κάρα, όταν δεν μπορώ κι εγώ ο ίδιος να το ξεχάσω;» είπε χωρίς δισταγμό. Στη φωνή του υπήρχε κάτι που δεν έδειχνε μόνο πόθο, κάτι πιο τρυφερό και βαθύ που γκρέμισε τις άμυνες τις Σούκι. Ένιωσε έναν αισθησιακό συναγερμό σε κάθε πόντο του κορμιού της, σαν να μην ήταν δικό της αυτό το σώμα και να μην μπορούσε να το κρατήσει υπό έλεγχο, όπως είχε αποφασίσει. Και υπεύθυνος γι’ αυτή την οδυνηρή απώλεια της αυτοσυγκράτησής της ήταν ο Πασκάλ. Ήταν επικίνδυνος. Πάντα ήταν επικίνδυνος. Στα δεκαεφτά της, τον έβρισκε ακαταμάχητο και δεν μπορούσε να του αντισταθεί. Τώρα, εφτά χρόνια αργότερα, ανακάλυπτε με τρόμο ότι είχε ακόμα μεγαλύτερη επίδραση πάνω της. Δεν μπορούσε να τον αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, άρα είχε μόνο μια λύση.


Να το βάλει στα πόδια. Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της. «Νομίζω ότι ξεκαθάρισα τη θέση μου», είπε κοφτά. «Συνεπώς δεν έχουμε τίποτ’ άλλο να πούμε». «Σούκι», είπε εκείνος μαλακά, «νομίζω ότι δεν έχεις καταλάβει τη δυσχερή θέση στην οποία βρίσκεσαι». Εκείνη τον κοίταξε κατάματα και στο πρόσωπό της καθρεφτιζόταν ακριβώς αυτό το πείσμα και η περηφάνια που είχε επισημάνει πριν εκείνος. «Ξέρω, Πασκάλ. Δεν είμαι ηλίθια. Κάνε μου αγωγή και θα αντιμετωπίσω τις συνέπειες. Το εννοώ». «Μάλιστα, κατάλαβα», είπε εκείνος συνοφρυωμένος και οι λέξεις βγήκαν απ’ το στόμα του διστακτικά. «Ξέρεις ότι ο αδελφός σου βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας;» Κάτι στον τόνο της φωνής του της προκάλεσε ανατριχίλες που διαπέρασαν ολόκληρο το κορμί της. Ο Πίτερ, ο αδελφός της; «Φυσικά και δεν αντιμετωπίζει τέτοιο πρόβλημα», είπε ατάραχη, αλλά η καρδιά στο στήθος της χτυπούσε σαν πολυβόλο. «Λυπάμαι, αλλά αντιμετωπίζει». Ο τρόπος που μιλούσε εκείνος έδειχνε αυτοπεποίθηση και βεβαιότητα, κάτι που έκανε τη Σούκι να παγώσει. «Και πού ξέρεις εσύ την οικονομική κατάσταση του Πίτερ;» ρώτησε ήρεμα, αλλά μέσα της την έτρωγε η αγωνία. «Δεν πιστεύω ν’ αγόρασες και τη δική του εταιρεία», είπε ειρωνικά. Εκείνος αντέδρασε στην παρατήρησή της κουνώντας το κεφάλι του. «Δε συνηθίζω να αγοράζω επιχειρήσεις με παθητικό». «Όλες οι επιχειρήσεις έχουν πληγεί απ’ την οικονομική κρίση», παρατήρησε η Σούκι. «Αλλά η κρίση αυτή βρίσκεται στο τέλος της, όπως λένε όλοι οι ειδικοί». «Κι εσύ νομίζεις», απάντησε εκείνος με σαρκασμό, «ότι αυτό ισχύει και στην περίπτωση του αδελφού σου». Η Σούκι ήξερε ότι δεν της έλεγε ψέματα, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Κούνησε το κεφάλι της θυμωμένα και μια μπούκλα από τα πυρρόξανθα μαλλιά της ελευθερώθηκε. «Δεν μπορεί. Δεν είναι δυνατόν... Του έδωσα...» Έσφιξε τα χείλη της και σταμάτησε, συνειδητοποιώντας αυτό που ήταν έτοιμη να πει. «Ναι, κάρα;» ρώτησε εκείνος. «Τίποτα», είπε η Σούκι. «Του έδωσες... χρήματα;» Η Σούκι έσφιξε στα χέρια της την τσάντα της σαν να ήταν σανίδα σωτηρίας. «Αυτά είναι θέματα που αφορούν τον αδελφό μου κι εμένα...» «Όχι!» φώναξε ο Πασκάλ. Πετάχτηκε όρθιος και ξαφνικά η έκφρασή του σκοτείνιασε, έδειχνε οργισμένος. «Δεν είναι κάτι που αφορά μόνο εσένα και τον αδελφό σου. Εμπλέκονται και πολλοί άλλοι άνθρωποι, Σούκι. Οι μέτοχοι, για παράδειγμα, που έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν αν η επένδυσή τους είναι ασφαλής και δε θα τιναχτεί στον αέρα από κάποιον κακομαθημένο νεαρό που δεν μπορεί, ή δε θέλει, να καταλάβει ότι η επιχείρηση δεν αντέχει να χρηματοδοτεί τον σπάταλο τρόπο ζωής του!» Έριξε μια φευγαλέα ματιά στο πρόσωπό της, που είχε χλομιάσει, αλλά συνέχισε ακάθεκτος. «Επίσης έχει γυναίκα και ένα πολύ μικρό παιδί, έτσι δεν είναι; Έχει δικαίωμα ο αδελφός σου να παίζει με τη ζωή και το μέλλον τους;» Η Σούκι κάθισε ξαφνικά, τα πόδια της δεν την κρατούσαν. Ο Πασκάλ αμέσως έπιασε ένα ποτήρι νερό από το κέντρο του τραπεζιού και της το έδωσε. «Ορίστε», είπε. Πήρε το ποτήρι στο χέρι της και ήπιε λίγο. Τρεμόπαιξε νευρικά τα βλέφαρά της την ώρα που ακουμπούσε πάλι το ποτήρι στο τραπέζι και όταν σήκωσε ξανά το βλέμμα της να τον κοιτάξει, η φωνή της ακουγόταν παράξενα ήρεμη. «Τι θέλεις;» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του ικανοποιημένος από τη συνθηκολόγησή της. «Το πρώτο πράγμα που θέλω είναι να σταματήσεις να δίνεις χρήματα στον αδελφό σου. Αν και αυτό το μέτρο έχει εντελώς θεωρητικό χαρακτήρα, αφού η δική σου συνεισφορά είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στο μέγεθος των χρεών του και την αυξητική τάση που έχουν. Αλλά όσο συνεχίζεις να τον ενισχύεις οικονομικά, έστω και στο ελάχιστο, απλώς τον βοηθάς να μη βλέπει το πρόβλημα. Και αν δεν παραδεχτεί ότι υπάρχει πρόβλημα, δεν έχει καμιά ελπίδα για το μέλλον. Με τη δική σου βοήθεια, δε θα μπορέσει ποτέ ν’ αλλάξει». Η Σούκι δεν μπορούσε να φανταστεί τον Πίτερ ν’ αλλάζει ποτέ. «Και αν αρνηθεί ν’ αλλάξει;» Ο Πασκάλ έσφιξε τα χείλη του. «Δεν έχει άλλη επιλογή μπροστά του. Σε λίγες μέρες οι τράπεζες θα κάνουν κατάσχεση για τα ληξιπρόθεσμα δάνεια». «Τότε είναι πολύ αργά, έτσι κι αλλιώς!» είπε η Σούκι λυπημένα. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι, αν αγοράσω εγώ την εταιρεία και πληρωθούν τα ληξιπρόθεσμα δάνεια». Η Σούκι τον κοίταξε με απορία. «Μα, εσύ είπες ότι...» «Τι είπα εγώ, μπέλα μία;» ρώτησε εκείνος με μια φωνή που έσταζε μέλι. «Ότι εσύ δεν αγοράζεις επιχειρήσεις με παθητικό». «Μπράβο!» είπε χειροκροτώντας σιγανά. «Αυτό το κορίτσι ακούει. Και μια γυναίκα που ακούει είναι σπάνιο φαινόμενο!» Η Σούκι αντιλαμβανόταν ότι η στιγμή δεν ήταν η πιο κατάλληλη για να του επισημάνει πόσο σοβινιστικό ήταν αυτό που είχε μόλις πει. Και το χειρότερο, η καρδιά της σφιγγόταν καθώς συνειδητοποιούσε σιγά σιγά πόσο άσχημα είχε παγιδευτεί. «Αλλά στην περίπτωση αυτή είμαι διατεθειμένος να κάνω μια εξαίρεση», της είπε, ενώ μια λάμψη άστραψε στα μάτια του. «Έτσι, όχι μόνο δε θα χρεοκοπήσει, αλλά κάτω απ’ τις οδηγίες μου η Φράνκλιν Μότορς θα σημειώσει δραματική αλλαγή. Θα γίνει ξανά μεγάλη». «Και μετά τι θα γίνει;» τον ρώτησε τρέμοντας. «Θα πετάξεις έξω τον Πίτερ;» «Θα τον πετάξω έξω; Νομίζεις ότι είμαι τόσο σκληρός;» «Ναι, έτσι νομίζω». Εκείνος γέλασε. «Δε σκοπεύω να τον πετάξω έξω, κάρα, όχι. Όπως σου είπα πριν, κάτω από τη δική μου διεύθυνση θα ανεβάσουμε την εταιρεία και θα την κάνουμε ξανά κερδοφόρα». «Μπα; Τώρα έγινες ειδικός και στην κατασκευή αυτοκινήτων;» ρώτησε η Σούκι ειρωνικά. Εκείνος χαμογέλασε με έπαρση. «Είμαι ειδικός γενικά στη βιομηχανία», είπε. «Κάθε συγκεκριμένη περίπτωση προσαρμόζεται απλώς στη γενική θεωρία: η παραγωγή δεν πρέπει ποτέ να υπερβαίνει την κατανάλωση. Είμαι επίσης ειδικός στο να προβλέπω τις τάσεις της αγοράς και αυτή τη στιγμή σε διαβεβαιώ ότι υπάρχει αυξανόμενη ζήτηση για μικρά σπορ αυτοκίνητα, αυτά ακριβώς δηλαδή για τα οποία φημιζόταν παλιό τερα η Φράνκλιν Μότορς. Το λάθος του αδελφού σου ήταν ότι ξανοίχτηκε πολύ και προσπάθησε να ανταγωνιστεί εταιρείες που κάνουν μαζική παραγωγή, αλλά αυτό μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε». Η Σούκι τα καταλάβαινε αυτά και την ενοχλούσαν. Αλλά δυστυχώς ο Πασκάλ είχε δίκιο, ανάθεμά τον! Δεν έκανε τίποτ’ άλλο παρά να παρουσιάζει ανάγλυφα τους αόριστους φόβους που είχε και η ίδια εδώ και πολύ καιρό. Ήταν φοβερό! Τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του, που την κοίταζαν εξεταστικά. «Και υποθέτω ότι είσαι ειδικός και στις γυναίκες, έτσι;» της ξέφυγε χωρίς να το πολυσκεφτεί. Την κοίταξε ειρωνικά, με ανασηκωμένα τα φρύδια. «Θα μου επιτρέψεις να επισημάνω ότι η ικανότητά μου ειδικά σ’ αυτό τον τομέα δεν έχει ποτέ αμφισβητηθεί». Η καρδιά της χτύπησε ακόμη πιο δυνατά. Προσπάθησε να επαναφέρει τη συζήτηση εκεί που ήταν πριν. «Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, θ’ αγοράσεις την εταιρεία του Πίτερ; Αυτό είναι πολύ... ευγενικό εκ μέρους σου, Πασκάλ».


Της έριξε μια παράξενη ματιά. «Ευγενικό; Δεν το κάνω αυτό από ευγένεια, κάρα, αλλά νομίζω ότι το ξέρεις κι εσύ. Πες ότι είναι μια χάρη, αν θέλεις». «Και τι θέλεις σε αντάλλαγμα γι’ αυτή... τη χάρη;» «Και αυτό νομίζω ότι το ξέρεις». Τα μάτια του της έλεγαν καθαρά τι ήθελε σαν αντάλλαγμα. Ήθελε αυτήν! Αλλά δε θα τον άφηνε να κάνει υπαινιγμούς χωρίς να το πει, χωρίς να το παραδεχτεί ανοιχτά. Θα τον έκανε να το φωνάξει δυνατά, να ομολογήσει πόσο χαμηλά ήταν διατεθειμένος να πέσει για να την πάει στο κρεβάτι του. Το γουρούνι! Ο βάρβαρος! «Όχι», του είπε ξερά «Δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι καταλαβαίνω. Γιατί δε μου λες εσύ, Πασκάλ;» Εκείνος χαμογέλασε, αλλά ήταν ένα ψυχρό χαμόγελο, χωρίς κανένα ίχνος χιούμορ. «Είναι πολύ απλό. Να γίνεις το κορίτσι της Φορμιντάμπλ». Η αναπάντεχη αυτή απάντηση της έκοψε εντελώς τη φόρα. «Σίγουρα, μόνο αυτό;» ρώτησε με δυσπιστία. «Εννοείς ότι δε θέλεις...» της ξέφυγε, αλλά μετά συγκρατήθηκε και σταμάτησε. «Μμμμ;» μουρμούρισε εκείνος. Η Σούκι τον κοίταξε προκλητικά. «Μόνο αυτό;» ρώτησε ξανά. Κούνησε το κεφάλι του και τα μάτια του έλαμψαν μ’ έναν τρόπο που της έφερε τρόμο. «Όχι, δεν είναι μόνο αυτό, αλλά ας το αφήσουμε προς το παρόν. Έχω εκφράσει την επιθυμία να γίνεις ερωμένη μου. Και μπορώ να περιμένω, Σούκι, αλλά όχι για πολύ ακόμη. Πίστεψέ με, δεν είμαι καθόλου υπομονετικός άνθρωπος». Εκείνη τον κοίταξε για αρκετή ώρα επίμονα, όταν συνειδητοποίησε το θράσος του να συζητάει αυτό το θέμα τόσο ψυχρά. Αυτός ο άνθρωπος δεν κρατούσε ούτε τα προσχήματα! «Και μέχρι πού μπορείς να φτάσεις για να πάρεις αυτό που θέλεις; Εμένα, συγκεκριμένα;» Για μια στιγμή εκείνος αιφνιδιάστηκε από την ευθύτητα με την οποία το έθεσε και τα μάτια του βυθίστηκαν εξεταστικά στα δικά της. «Δεν είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνω τι ακριβώς εννοείς, κάρα», είπε μαλακά. «Θα ήθελα να μάθω αν η βία, παρ’ ότι λιγότερο γοητευτική, είναι μέσα στο ρεπερτόριό σου», του είπε χωρίς περιστροφές και ένιωσε ικανοποίηση όταν τον είδε να μορφάζει δυσαρεστημένος. «Η βία;», επανέλαβε. «Νομίζω ότι κατά βάθος ξέρεις ήδη την απάντηση, Σούκι. Ποτέ δεν παίρνω από μια γυναίκα κάτι που δεν είναι έτοιμη να μου δώσει». Τα μάτια του την κοίταξαν προκλητικά και η Σούκι χαμήλωσε τα δικά της, μη τολμώντας ν’ απαντήσει στην πρόκληση.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Χωρίς αμφιβολία ο Πασκάλ έχει το πάνω χέρι, σκέφτηκε η Σούκι καθώς έβλεπε τη λάμψη του θριάμβου στα μάτια του και δυστυχώς για κείνην δεν υπήρχε κανένας τρόπος ν’ αντιδράσει. «Και αν δεχτώ αυτή την παράξενη πρόταση που μου έκανες να δουλέψω για την εταιρεία σου...» «Δεν έχεις άλλη επιλογή, πραγματικά», τη διέκοψε εκείνος ήρεμα, κουνώντας το ωραίο μελαχρινό κεφάλι του. «Έχεις;» Όχι. Αυτό ήταν το πρόβλημα. Δεν είχε άλλη επιλογή. Εκείνος είχε δίκιο. Πάλι. Κι αυτό ήταν που την εξαγρίωνε. Δεν μπορούσε να συνεχίσει να ρίχνει αιώνια τα χρήματά της στην εταιρεία του Πίτερ όσο εκείνος δε σταματούσε να τα σπαταλάει. Άλλωστε, όπως είχε επισημάνει με εξοργιστική βεβαιότητα ο Πασκάλ, τα χρέη του Πίτερ ξεπερνούσαν κατά πολύ τα χρήματα που θα μπορούσε να διαθέσει εκείνη για τη σωτηρία της εταιρείας. Και αν αυτή αρνιόταν να γίνει το κορίτσι της Φορμιντάμπλ, τότε όχι μόνο θα χρεοκοπούσε η Φράνκλιν Μότορς, αλλά ο Πασκάλ θα είχε νομικά κάθε δικαίωμα να προσφύγει στη δικαιοσύνη για αθέτηση του συμβολαίου της. Θα μπορούσε να την κατηγορήσει για αναξιοπιστία. Τότε δύσκολα θα είχε την ευκαιρία να εργαστεί ξανά στο μόντελινγκ. Πρέπει να το πάρω απόφαση, σκέφτηκε απελπισμένη. Ό,τι κι αν κάνω, με έχει στο χέρι. Ήταν παγιδευμένη. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. «Άσε με να σου ξεκαθαρίσω κάτι ευθέως», είπε αργά. «Σε ακούω», δήλωσε εκείνος συγκαταβατικά. «Η συμφωνία είναι ότι απλώς θα δουλεύω για σένα, τίποτα περισσότερο απ’ αυτό, εντάξει;» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Όπως σου είπα και πριν από λίγο, τίποτα περισσότερο απ’ αυτό που θέλεις εσύ να δώσεις». «Και ποιοι είναι οι όροι της συνεργασίας;» «Οι όροι παραμένουν οι ίδιοι, όπως περιγράφονται στο συμβόλαιο που υπέγραψες», είπε και στα χείλη του χαράχτηκε ένα επιτιμητικό χαμόγελο καθώς έδειχνε τα κομματάκια του σκισμένου εγγράφου που είχαν σκορπίσει πάνω στο χαλί. «Και αν κατάλαβα καλά, δεν είχες κανένα πρόβλημα με το συμβόλαιο μέχρι τη στιγμή που έμαθες ότι πίσω απ’ αυτό ήμουν εγώ, έτσι;» «Όχι, κανένα», είπε η Σούκι απρόθυμα. «Και πότε αρχίζω δουλειά;» ρώτησε, συνειδητοποιώντας ότι αυτή η ερώτηση σφράγιζε τελειωτικά τη μοίρα της, κάτι που προφανώς σκέφτηκε και ο Πασκάλ, γι’ αυτό χαμογέλασε αχνά. «Αύριο το βράδυ θα πραγματοποιηθεί μια δεξίωση στο ξενοδοχείο Γκραντσέστερ για να σε παρουσιάσουμε στα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Στις οκτώ θα στείλουμε αυτοκίνητο να σε πάρει». Η Σούκι κατέβασε την κοντή της φούστα με τα χέρια και σηκώθηκε όρθια. «Και τι εικόνα πρέπει να δώσω σαν κορίτσι της Φορμιντάμπλ;» ρώτησε. Εκείνος χαμογέλασε ξανά. Αυτή τη φορά ήταν ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Ένα χαμόγελο προκλητικό, που της προξενούσε ταραχή, που την έκανε να ριγεί από πόθο. Που την έκανε να θέλει να μπήξει τα νύχια της σ’ αυτό το ωραίο πρόσωπο. Που της γεννούσε την επιθυμία να τον φιλήσει. «Σίγουρα όχι την εικόνα της αθωότητας», της είπε κυνικά. «Θα είσαι η προσωποποίηση της εκθαμβωτικής σαγήνης, μπέλα μία. Και του σεξ απίλ», συμπλήρωσε και τα μάτια του ταξίδεψαν αργά από το πρόσωπό της στο σώμα της, εξετάζοντάς το με ικανοποίηση. Η Σούκι προσπάθησε να πνίξει την ταραχή της για μια ακόμη φορά. Αλήθεια, δε θα έπρεπε να νιώθει λίγο προσβεβλημένη με τον τρόπο που την κοιτούσε; Κι όχι να διατρέχει το κορμί της αυτή η σχεδόν οδυνηρή έξαψη; «Μια στυλίστα από τη διαφημιστική εταιρεία θα έρθει στις επτά περίπου με τα ρούχα που πρέπει να φορέσεις. Χρησιμοποιούμε τη Λόμας & Λόμας», συμπλήρωσε. Μετά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, την πλησίασε, της έπιασε το χέρι και αργά αργά το έφερε στα χείλη του, χωρίς να πάρει τα μάτια του απ’ το πρόσωπό της· μια χειρονομία που την έπιασε απροετοίμαστη και φυσικά τη γοήτευσε. «Χαίρομαι τόσο πολύ, κάρα, που φάνηκες τελικά λογική και δέχτηκες να ανταποκριθείς στην επιθυμία μου...» Η ανάσα του ήταν απαλή πάνω στην επιδερμίδα της, τα χείλη του ζεστά πάνω στα δάχτυλά της και η Σούκι είχε την τρομακτική αίσθηση ότι παρασυρόταν σε μια αισθησιακή παγίδα, απ’ την οποία δε θα μπορούσε να ξεφύγει χωρίς να πληγωθεί. Τράβηξε απότομα το χέρι της και του έριξε μια ψυχρή ματιά. «Ήσουν απόλυτα σαφής σχετικά με το τι θέλεις από μένα, Πασκάλ, αλλά σε προειδοποιώ ότι δεν πρόκειται να το πάρεις». «Αλήθεια;» την ειρωνεύτηκε εκείνος κάνοντας ένα μορφασμό. «Να είσαι βέβαιος γι’ αυτό!» του απάντησε και σηκώνοντας περήφανα το κεφάλι της ψηλά, όπως ακριβώς η γοργόνα στο ακρόπρωρο ενός πλοίου, του γύρισε την πλάτη και προχώρησε βιαστικά προς την έξοδο της αίθουσας περνώντας μπροστά απ’ την Κάρλι και τον ψαρομάλλη δικηγόρο, που εξακολουθούσε να την κοιτάζει αποσβολωμένος. Η Κάρλι έτρεξε ξοπίσω της. «Σούκι!» της φώναξε αγανακτισμένη. «Για όνομα του Θεού...» Αλλά η Σούκι δε γύρισε πίσω της ούτε να κοιτάξει, όταν άκουσε τη βαθιά φωνή του Πασκάλ να μιλάει στους άλλους ήρεμα. «Σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε που σας άφησα να περιμένετε. Αν έχετε την καλοσύνη, περάστε στο γραφείο να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες του συμβολαίου, αφού η δεσποινίς Φράνκλιν ανακάλεσε την προηγούμενη απόφασή της και συμφώνησε ευχαρίστως να τιμήσει την υπογραφή της». Ευχαρίστως! Άκου ευχαρίστως! Αν ήξεραν τι είχε γίνει! Η Σούκι ήταν σοβαρή και ανέκφραστη μέχρι που βγήκε έξω απ’ το κτίριο της Φορμιντάμπλ και σταμάτησε ένα ταξί. Μόνο όταν σωριάστηκε στο πίσω κάθισμα, άφησε να ξεσπάσουν τα συναισθήματά της, ο θυμός της και η απογοήτευσή της που δεν μπορούσε να ξεφύγει. Χτύπησε με λύσσα τη βυσσινί τσάντα της, σαν να ήταν το στήθος του Πασκάλ αυτό που γρονθοκοπούσε. *

Ήταν οκτώ παρά δέκα. Η στυλίστα μόλις είχε φύγει και η Σούκι στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαράς της επιθεωρώντας την εμφάνισή της, όσο περίμενε να έρθει το αυτοκίνητο που θα τη μετέφερε στη δεξίωση. Αλλά ούτε η ίδια δεν περίμενε ότι θα έδειχνε τόσο εντυπωσιακή με την τουαλέτα που της είχαν δώσει για την πρώτη της εμφάνιση ως το κορίτσι της Φορμιντάμπλ. Όπως τα περισσότερα μοντέλα, βασανιζόταν από αμφιβολίες για την εμφάνισή της, περιμένοντας την ημέρα που κάποιος θα της έλεγε ότι όλα ήταν ένα αστείο, ότι δεν ήταν όμορφη. Όταν κοιταζόταν στον καθρέφτη έβλεπε μόνο τις ατέλειες στην εμφάνισή της. Πίστευε πως ήταν υπερβολικά ψηλή, με πολύ μακριά πόδια και μάλλον στενούς γοφούς που έρχονταν σε αντίθεση με το πλούσιο στήθος της. Αλλά ειδικά απόψε, όσο κι αν έψαχνε, δεν μπορούσε να βρει ατέλειες στην εμφάνισή της. Τα μαλλιά της έπεφταν στην πλάτη της σαν ασυγκράτητος βαθυκόκκινος καταρράκτης και τα κεχριμπαρένια μάτια της έλαμπαν, μακιγιαρισμένα σε ασημί τόνους. Όσο για το φόρεμα ήταν πραγματικά υπέροχο, παρ’ ότι ήταν απίστευτα εφαρμοστό, τονίζοντας προκλητικά το πλούσιο στήθος της και τους γοφούς της. Ήταν έτσι φτιαγμένο που, αν είχες έστω κι ένα παραπανίσιο κιλό θα το έδειχνε αμέσως, και η Σούκι ευχαρίστησε την τύχη της που αυτή τη στιγμή ήταν


τόσο επίπεδο το στομάχι της. Το χτύπημα του κουδουνιού διέκοψε τις σκέψεις της. Πήγε στην πόρτα και κοιτάζοντας από το ματάκι είδε ένα σοφέρ με στολή να στέκεται απέξω. Άνοιξε την πόρτα και εκείνος της έδειξε αμέσως την επαγγελματική του κάρτα. «Η δεσποινίς Φράνκλιν;» ρώτησε ευγενικά. «Εγώ είμαι!» είπε και του χάρισε ένα φωτεινό χαμόγελο. Στο κάτω κάτω, σκέφτηκε η Σούκι, δεν έφταιγε ο σοφέρ για την πίεση υπό την οποία πήγαινε σ’ αυτή τη συνάντηση με τους εκπροσώπους του Τύπου! «Το αυτοκίνητο σάς περιμένει κάτω για να σας μεταφέρει στο ξενοδοχείο, δεσποινίς Φράνκλιν», είπε ο σοφέρ. «Ευχαριστώ. Έρχομαι αμέσως». Ένιωθε ξαφνικά σαν τους πρώτους χριστιανούς που τους έριχναν στα λιοντάρια. Τύλιξε το ασημοκέντητο χειροποίητο σάλι γύρω απ’ τους γυμνούς ώμους της και ακολούθησε τον σοφέρ κάτω και μετά έξω απ’ την πόρτα, μέσα στο σκοτάδι της γλυκιάς καλοκαιρινής βραδιάς. Κοντά στο πεζοδρόμιο ήταν παρκαρισμένη μια αστραφτερή Ντέμλερ. Ο οδηγός άνοιξε την πόρτα και η Σούκι μπήκε στο αυτοκίνητο, αλλά καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω της κατάλαβε ότι στο κάθισμα υπήρχε κι άλλος επιβάτης. Και παρ’ ότι τα φιμέ τζάμια άφηναν ελάχιστο φως να μπαίνει στην καμπίνα του αυτοκινήτου, κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν καθισμένος αναπαυτικά στο μαλακό δερμάτινο κάθισμα και την παρατηρούσε νωχελικά. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά καθώς τα μάτια της συνήθιζαν στο σκοτάδι και μπόρεσε να τον διακρίνει πιο καθαρά, με το επίσημο σμόκιν και το κατάλευκο πουκάμισό του. Δεν έπρεπε να είναι έτσι τα πράγματα. Ήταν ανεπίτρεπτο ένας άνθρωπος τόσο κακός να δείχνει τόσο ωραίος! Τραβήχτηκε στην άκρη του καθίσματος, όσο μπορούσε πιο μακριά του, και του έριξε ένα παγερό βλέμμα. «Καλησπέρα, Σούκι», είπε εκείνος ήρεμα, καθώς το αυτοκίνητο ξεκινούσε. «Μάλιστα, τι έκπληξη!» παρατήρησε η Σούκι ψυχρά, παρ’ ότι ο σφυγμός της εξακολουθούσε να χτυπάει σαν πολυβόλο. «Και ασφαλώς καθόλου ευχάριστη. Πες μου, Πασκάλ, σκοπεύεις να με συνοδεύεις σε όλες τις επίσημες εμφανίσεις μου;» «Ίσως», απάντησε εκείνος ατάραχος, αγνοώντας την πρόκληση. Ένα αδιόρατο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. «Ή μάλλον, σίγουρα, αν είσαι τόσο εκθαμβωτική, όπως τώρα με αυτό το φόρεμα». Το ευγενικό κομπλιμέντο που βγήκε ψιθυριστά απ’ το στόμα του και το βλέμμα του που έδειχνε να επιδοκιμάζει την εμφάνισή της, έκαναν τις αισθήσεις της να πάρουν φωτιά, σαν να τη διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Φαίνεται πως ελάχιστα μετρούσε το γεγονός ότι ο Πασκάλ ήταν άσπονδος εχθρός της και ότι τον αντιπαθούσε φοβερά και ότι ήταν κακοήθης και είχε ανήθικους σκοπούς. Γιατί, με το που τον έβλεπε, αν όχι η καρδιά της πάντως σίγουρα το κορμί της σκιρτούσε και ζωντάνευε, καλωσορίζοντας την παρουσία του με τέτοιο τρόπο που η έξαψη την πλημμύριζε από την κορφή μέχρι τα νύχια. Η Σούκι προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει όπως θα αντιμετώπιζε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο με τον οποίο είχε μια επαγγελματική σχέση. Φιλικά, αλλά κρατώντας απόσταση. «Πράγματι είναι πολύ ωραίο φόρεμα», παραδέχτηκε. «Η στυλίστα σου έχει μεγάλο ταλέντο». Εκείνος χαμογέλασε με την ευγενική παρατήρηση και τον επιτηδευμένο τόνο στη φωνή της. «Ναι. Έφερε αρκετά φορέματα, αλλά με το που είδα αυτό εδώ...» Ο τρόπος που το είπε αυτό ήταν λες κι εκείνη ήταν κτήμα του και η Σούκι ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται κι άλλο. «Εννοείς ότι εσύ... εσύ το διάλεξες;» ρώτησε με δυσπιστία. «Φυσικά». Η σκέψη ότι εκείνος είχε διαλέξει το φόρεμα που τώρα αγκάλιαζε το κορμί της έκανε τα μάγουλά της να κοκκινίσουν, κι αυτό την έκανε να ντραπεί ακόμα πιο πολύ. Αλλά ευτυχώς το σκοτάδι μέσα στο αυτοκίνητο έκρυψε την ταραχή της. Περίμενε λίγο να ηρεμήσει πριν κάνει την επόμενη ερώτησή της. «Και είναι η συνηθισμένη πρακτική σου αυτή, να διαλέγεις τα ρούχα που φορούν τα μοντέλα που δουλεύουν για την εταιρεία σου;» «Εσύ τι φαντάζεσαι;» απάντησε εκείνος με μια νέα ερώτηση. Εκείνη δεν μπορούσε ούτε να αναπνεύσει φυσιολογικά αυτή τη στιγμή, όχι να φανταστεί οτιδήποτε. «Δεν ξέρω», είπε παγερά. «Γι’ αυτό σε ρωτάω». Είδε το στόμα του να χάνει για λίγο την κυνική, σκληρή έκφρασή του και να γλυκαίνει, τα μάτια του να σκοτεινιάζουν ακόμη περισσότερο. Και κατάλαβε ότι εκείνη τη στιγμή ο Πασκάλ την ποθούσε όσο τον ποθούσε κι αυτή. «Όχι, φυσικά και δεν κάνω εγώ την επιλογή συνήθως. Αλλά από τη στιγμή που είδα αυτό το φόρεμα... ήθελα να δω πώς θα ήταν πάνω σου. Φανταζόμουν την αντίθεση ανάμεσα στο ασημένιο χρώμα του και τη χρυσή λάμψη αυτών των ματιών που υπόσχονται τόσο πολλά σ’ έναν άντρα. Ήθελα να δω το μετάξι να χαϊδεύει την απαλή σου επιδερμίδα. Ήξερα ότι θα ήσουν εντυπωσιακή φορώντας το. Απίστευτα εντυπωσιακή», είπε χαμηλόφωνα. «Και είχα απόλυτο δίκιο, έτσι, Σούκι; Τόσο δίκιο που...» Μέχρι σήμερα, όλα αυτά τα χρόνια που έκανε μόντελινγκ, πολλοί είχαν πει στη Σούκι ωραία λόγια, την είχαν κολακέψει, της είχαν κάνει τα πιο απίθανα κομπλιμέντα, αλλά τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχε κάνει την καρδιά της να χτυπάει τόσο γρήγορα όσο αυτός ο απροκάλυπτος ύμνος του Πασκάλ στη θηλυκότητά της. Και αυτή η διαπίστωση την προσγείωσε απότομα στη θλιβερή πραγματικότητα. Εκείνη δεν ήταν για τον Πασκάλ παρά ένα κορμί που ήθελε να το κατακτήσει. Ένιωσε ένα οδυνηρό σφίξιμο στην καρδιά της καθώς συνειδητοποίησε πόσο την πλήγωνε το γεγονός ότι ο Πασκάλ την έβλεπε έτσι και μόνο έτσι, σαν ένα αντικείμενο του σεξ. Ξεροκατάπιε πριν τον διακόψει για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. «Πρέπει να σε προειδοποιήσω ότι, αν με κάνεις να χάσω την ψυχραιμία μου, κάτι που κοντεύει να συμβεί, οι φωτογραφίες της κοπέλας της Φορμιντάμπλ δε θα βγουν και τόσο καλές. Αν, λοιπόν, η πρόθεσή σου είναι να με κάνεις, κάθε φορά που θα έχουμε την ατυχία να συναντιόμαστε, να αισθάνομαι σαν αντικείμενο που το αγόρασες, σε συμβουλεύω να αλλάξεις τακτική». Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Κάθε άλλο. Η πρόθεσή μου είναι να σε κάνω να παραδεχτείς ότι θέλεις να... σε φιλήσω», είπε τρυφερά και τα λόγια του τράβηξαν το βλέμμα της σαν μαγνήτης πάνω στα χείλη του. «Και μάλιστα, τώρα αμέσως. Τι λες, Σούκι;» Το κεφάλι του ήταν τόσο κοντά στο δικό της που, αν έσκυβε λίγο, τα χείλη τους θα έσμιγαν σ’ ένα απαλό, αισθησιακό φιλί. Η Σούκι είδε τη λάμψη στα μαύρα του μάτια κι ένιωσε τα χείλη της ν’ ανοίγουν, σαν να τα χώριζε απαλά κάποιο αόρατο χέρι. Ενστικτωδώς τραβήχτηκε ακόμη πιο μακριά του και βυθίστηκε πίσω στο μαλακό δερμάτινο κάθισμα. Ας τολμούσε, λοιπόν, ας τολμούσε να επιχειρήσει κάτι τέτοιο! Έσφιξε τη μικρή γροθιά της πάνω στο μηρό της, έτοιμη να τον αντιμετωπίσει. Εκείνος χαμογέλασε συγκαταβατικά βλέποντας την κίνηση του χεριού της. «Αλλά δεν πρέπει να βγάλουμε το κραγιόν από τα χείλη σου τώρα, έτσι δεν είναι, Σούκι; Ας αναβάλουμε λοιπόν αυτή τη γλυκιά απόλαυση για λίγο αργότερα. Θα περιμένουμε με λαχτάρα αυτή τη στιγμή». «Ναι, με την ίδια λαχτάρα που θα περίμενα την Κόλαση», είπε με πείσμα η Σούκι. «Εγώ πιστεύω ότι είναι περισσότερο σαν τον Παράδεισο», αντέτεινε εκείνος και η σέξι φωνή του ήταν γεμάτη υποσχέσεις. Η Σούκι έψαχνε εναγωνίως με τα μάτια της να βρει κάποιο αντικείμενο να του πετάξει, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να το κάνει, γιατί ο Πασκάλ άλλαξε ξαφνικά όχι μόνο τον τόνο της φωνής του αλλά και το θέμα συζήτησης. «Είχα μια συνάντηση με τον αδελφό σου σήμερα το απόγευμα», είπε σμίγοντας τα φρύδια του προβληματισμένος. Ο τόνος του δεν προμήνυε τίποτε καλό, σκέφτηκε η Σούκι. «Αλήθεια;» ρώτησε ήρεμα. «Ήταν καλά;» Εκείνος συνέχιζε να την κοιτάζει συνοφρυωμένος. «Μύριζε αλκοόλ από μακριά. Μέρα μεσημέρι, την ώρα της δουλειάς», πρόσθεσε με έκδηλη δυσαρέσκεια.


«Δεν είμαι κηδεμόνας του αδελφού μου», είπε η Σούκι. Και μετά, σε μια προσπάθεια να τον αποσπάσει από τη σκέψη του πιωμένου Πίτερ, ρώτησε: «Πώς τα πήγες μαζί του;» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του σαν ένας ψυχρός δάσκαλος που τον απογοητεύει ο μαθητής του. «Μου κάνει εντύπωση πώς μπόρεσε να κρατήσει την επιχείρηση έστω και μία μέρα, όχι οκτώ χρόνια. Ο άνθρωπος είναι τελείως φύρα!» «Δεν είναι ανάγκη να γίνεσαι τόσο προσβλητικός!» του είπε, νιώθοντας υποχρεωμένη να υπερασπιστεί τον αδελφό της, αλλά βαθιά μέσα της ήξερε ότι ο Πασκάλ είχε δίκιο. «Περνάει δοκιμασία ο καημένος». «Μάλλον ο ίδιος είναι η δοκιμασία –για τους γύρω του», τη διόρθωσε ο Πασκάλ. «Τώρα κάνεις τον έξυπνο με τα λογοπαίγνιά σου!» παρατήρησε η Σούκι θυμωμένη. Εκείνη τη στιγμή περνούσαν μπροστά από το Χάροντς. Στο φως από τις βιτρίνες του, η Σούκι είδε τον Πασκάλ να χαμογελάει με την τελευταία της παρατήρηση. «Το πιο ενοχλητικό πράγμα είναι», συνέχισε εκείνος απτόητος, «ότι δεν έχει καμιά γνώση ή εμπειρία ακόμη και για τις βασικές λειτουργίες μιας επιχείρησης. Με κοίταζε με φανερή απορία όταν ανέφερα στοιχειώδεις όρους, όπως προσφορά και ζήτηση και κίνηση κεφαλαίων». «Αυτό συμβαίνει γιατί εκείνος δεν είχε το προνόμιο να σπουδάσει διοίκηση επιχειρήσεων στο Χάρβαρντ! Ο Πίτερ κληρονόμησε την επιχείρηση όταν πέθανε ο πατέρας μου, και τότε ήταν μόλις είκοσι ετών... αν δεν το ξέρεις αυτό». «Ναι, φυσικά το ξέρω», είπε εκείνος μαλακά. «Κι όπως μου είπε ο Πίτερ, πέθανε και η μητέρα σας πέρυσι. Λυπήθηκα πολύ που το άκουσα αυτό... Λυπήθηκα πραγματικά, Σούκι», είπε με ειλικρινή θλίψη στη φωνή του. Η Σούκι γύρισε και τον κοίταξε. Θα μπορούσε να αντέξει οτιδήποτε, αλλά όχι αυτή την ήρεμη, σχεδόν γλυκιά φωνή, που εκδήλωνε τα πιο ωραία ανθρώπινα αισθήματα κι όχι απλώς τον πόθο του για κείνη. Έστρεψε το πρόσωπό της προς το παράθυρο, για να μη δει ο Πασκάλ πως είχε δακρύσει. Έτσι μπόρεσε να ξαναβρεί την ψυχραιμία της, πριν τον ακούσει να χτυπάει με τα δάχτυλά του το γυάλινο φιμέ διαχωριστικό, που τους χώριζε από το κάθισμα του οδηγού. Το ηλεκτρικό διαχωριστικό κατέβηκε αμέσως. «Σταμάτα εδώ, σε παρακαλώ» είπε ο Πασκάλ στον σοφέρ. «Σκέφτηκα ότι είναι καλύτερα να πάω τη δεσποινίδα Φράνκλιν από την πλαϊνή πόρτα». Της έριξε μια ματιά. «Είσαι καλά τώρα;» Η Σούκι κούνησε το κεφάλι της καταφατικά και με κάποια έκπληξη για το ενδιαφέρον που της έδειχνε. «Δε θέλεις να κάνεις θριαμβευτική είσοδο;» τον ρώτησε με περιέργεια και εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Συνήθως είναι ολόκληρος στρατός φωτογράφων. Μερικές φορές παραγίνονται πιεστικοί, όπως σίγουρα έχεις διαπιστώσει κι εσύ. Δεν υπάρχει λόγος, λοιπόν, να δώσεις ολόκληρη μάχη για να περάσεις ανάμεσά τους». Εκείνη συγκινήθηκε από το ενδιαφέρον του, αν και ο Πασκάλ της το χάλασε λίγο με την επόμενη παρατήρησή του: «Επιπλέον, το στοιχείο της έκπληξης λειτουργεί πάντα θετικά, δε νομίζεις κι εσύ, Σούκι;» Πάντως, ακόμη κι αν ήθελε, δεν πρόλαβε να του φέρει αντίρρηση, καθώς την τράβηξε χωρίς σχεδόν να το καταλάβει έξω απ’ το αυτοκίνητο, την πήρε από το χέρι και την οδήγησε σε μια πλαϊνή είσοδο του ξενοδοχείου. Για λίγες στιγμές βάδισαν έτσι χέρι χέρι, τα δάχτυλά του έσφιγγαν τα δικά της και η Σούκι χρειάστηκε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να μην του ανταποδώσει ενστικτωδώς αυτό το κτητικό σφίξιμο. Και μόνο όταν βρέθηκαν πια μέσα σ’ ένα από τα ασανσέρ κι άρχισαν να ανεβαίνουν, η Σούκι παρατήρησε ότι ο Πασκάλ χαμογελούσε. Κι αυτό το χαμόγελο ήταν το κάτι άλλο. «Το απολαμβάνεις όλο αυτό!» τον κατηγόρησε. «Έτσι δεν είναι;» Επικράτησε σιωπή. Την κοίταξε για λίγο σοβαρός, και μετά η έκφρασή του μαλάκωσε. «Περισσότερο απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ, μικρή μου. Νόμιζα, ανοήτως ίσως, ότι θα μου παραδινόσουν με τη μία», μουρμούρισε. «Οι ενδείξεις στη Γαλλία ήταν πολύ ελπιδοφόρες». Η Σούκι δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά της. Οι ενδείξεις στη Γαλλία ήταν πολύ ελπιδοφόρες. Σοβαρά; Και θα του παραδινόταν με τη μία; Έτσι νόμιζε; «Αυτό είναι το πιο αλαζονικό, το πιο εξωφρενικό πράγμα που άκουσα ποτέ στη ζωή μου...» «Δεν είχα ιδέα, κάρα», είπε διακόπτοντάς τη χωρίς να διστάσει, ενώ τα μάτια του ήταν καρφωμένα στα χείλη της, «πόσο θα μου αντιστεκόσουν... ούτε πόσο θα απολάμβανα τη μάχη και την προσμονή της νίκης». Η Σούκι θα μπορούσε να διαμαρτυρηθεί. Θα μπορούσε ν’ αρχίσει ν’ αγορεύει περί τιμής και αξιοπρέπειας και ανήθικων επιδιώξεων χοντροκομμένων ανδρών σαν κι αυτόν. Θα μπορούσε. Κι αυτός, χωρίς αμφιβολία, θα χαμογελούσε συγκαταβατικά και θα κουνούσε το κεφάλι του όση ώρα θα άκουγε τις διαμαρτυρίες της. Πριν την πνίξει στα φιλιά. Η Σούκι ένιωσε ένα ρίγος σ’ όλο της το σώμα. Αλλά δε λένε ότι τα έργα μιλάνε πιο δυνατά από τα λόγια; Λοιπόν, αν έκανε καμιά απόπειρα να την αγκαλιάσει πάλι, δε θα ανταποκρινόταν και θα στεκόταν ακίνητη σαν παγοκολόνα! Έσφιξε πεισμωμένα τα χείλη της και σκόπευε να τα κρατήσει έτσι σφιγμένα, αν εκείνος προσπαθούσε να τη φιλήσει. Τα σκοτεινά του μάτια την κοίταζαν περιπαιχτικά την ώρα που άνοιγε η πόρτα του ασανσέρ. Η Σούκι είδε τους φωτογράφους που περίμεναν παραταγμένοι κατά μήκος του διαδρόμου. Ο Πασκάλ έφερε το χέρι του στην πλάτη της και την κοίταξε. «Έτοιμη;» τη ρώτησε. «Για όλα», απάντησε εκείνη, αλλά τη στιγμή ακριβώς που οι ματιές τους διασταυρώθηκαν πετώντας σπίθες, ένιωσε στην καρδιά της ένα οδυνηρό τσίμπημα, καθώς άκουσε μια αισθησιακή γυναικεία φωνή να φωνάζει τον Πασκάλ.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

« Πασκάλ, αγάπη μου! Εδώ είσαι!» Μια εντυπωσιακή γυναίκα κοντά στα τριάντα, με στιλπνά, κατάμαυρα μαλλιά, ερχόταν βιαστικά προς το μέρος τους. Φορούσε ένα ζωηρόχρωμο κόκκινο φόρεμα σε στυλ μιλιτέρ, που σίγουρα φανέρωνε εκλεπτυσμένο γούστο –και έκανε τη Σούκι, μέσα στο εφαρμοστό ασημί μεταξωτό φόρεμά της, να αισθάνεται μισόγυμνη συγκριτικά. Η Σούκι σπάνια συναντούσε γυναίκες, εκτός από μοντέλα, που να ήταν στο δικό της ύψος, όμως αυτή η γυναίκα τη συναγωνιζόταν. Επίσης φαινόταν να γνωρίζει πολύ καλά τον Πασκάλ, αφού του πρόσφερε τα χλομά μάγουλά της, κι εκείνος, όπως παρατήρησε η Σούκι με έκπληξη, της έδωσε τρία φιλιά. «Από πού ξεφύτρωσες εσύ;» ρώτησε η γυναίκα και μετά πρόσθεσε κάτι στα ιταλικά, προσδίδοντας έναν πολύ χαμηλό, σέξι τόνο στη φωνή της. Ο Πασκάλ κούνησε το κεφάλι του. «Πήραμε το ασανσέρ του προσωπικού. Και, ξέρεις, η Σούκι δεν καταλαβαίνει ιταλικά, γι’ αυτό καλύτερα να μιλάμε μόνο αγγλικά», της είπε μελιστάλαχτα. Η γυναίκα σήκωσε τα περιποιημένα χέρια της στον αέρα. «Και βέβαια δεν καταλαβαίνει... Πόσο ανόητο εκ μέρους μου!» Η Σούκι την αγριοκοίταξε, αλλά δε μίλησε. Ο Πασκάλ χαμογέλασε. «Έχετε γνωριστεί εσείς οι δυο;» «Όχι», είπε η γυναίκα και κοίταξε εξεταστικά τη Σούκι απ’ την κορφή ως τα νύχια. «Δε νομίζω ότι έχουμε γνωριστεί». «Σούκι...» είπε χωρίς επισημότητα ο Πασκάλ, «η Στέισι Λόμας. Διευθύνει τη Λόμας & Λόμας, το διαφημιστικό γραφείο με το οποίο συνεργάζεται η εταιρεία μας...» «Για περισσότερα χρόνια απ’ όσα μπορώ να θυμηθώ!» είπε ναζιάρικα η Στέισι, τρεμοπαίζοντας τις βλεφαρίδες της. Εντάξει, τον ξέρεις πολύ καλά, το πιάσαμε το μήνυμα, σκέφτηκε η Σούκι, κρύβοντας κάτω από ένα φωτεινό χαμόγελο το παράξενο αίσθημα απογοήτευσης που ένιωσε. «Και, Στέισι», συνέχισε ο Πασκάλ, «να σου συστήσω το νέο κορίτσι της Φορμιντάμπλ. Φυσικά θα αναγνωρίζεις τη Σούκι από τις φωτογραφίες της...» «Φυσικά», είπε η Στέισι, ενώ τα καλογραμμένα φρύδια της ανασηκώθηκαν σε μια κίνηση που φανέρωνε κάποια έκπληξη, λες και η Σούκι με σάρκα και οστά δεν είχε καμία ομοιότητα με τη Σούκι των φωτογραφιών. «Χαίρω πολύ», είπε η Σούκι χαμογελώντας, καθώς σκεφτόταν πως δε χρειαζόταν να έχει κανείς διδακτορικό στην ανθρώπινη συμπεριφορά για να καταλάβει ότι η κομψότατη δεσποινίς Λόμας είχε αδυναμία στον σινιόρ Καλιάντρο. Και μεγάλη μάλιστα. Ήταν ολοφάνερο από τις γλυκές ματιές που του έριχνε συνεχώς, και από τον γεμάτο υπονοούμενα τρόπο που χαμογελούσαν τα προκλητικά της χείλη. «Χαίρω πολύ, Σούκι», απάντησε με καθυστέρηση και πολύ τυπικά η Στέισι. «Λοιπόν, τώρα που είμαστε όλοι εδώ, ας πιάσουμε δουλειά. Νομίζω πως πρέπει πρώτα να σε παρουσιάσουμε στους κυρίους των μέσων ενημέρωσης». «Κυρίους;...» αστειεύτηκε η Σούκι. «Των μέσων ενημέρωσης; Αυτό ανυπομονώ να το δω!» Είδε τον Πασκάλ να χαμογελά, αλλά προχώρησε χωρίς να του δώσει σημασία, θέλοντας ν’ αρχίσει αμέσως τη δουλειά για την οποία είχε προσληφθεί: να πουλήσει το προϊόν. Αυτό σήμαινε ότι θα έβαζε μπροστά τον αυτόματο πιλότο, κάνοντας τη δουλειά της με τον απόλυτο επαγγελματισμό που πάντα τη χαρακτήριζε, αντί να κάθεται να βασανίζει το μυαλό της για το πόσο προχωρημένες ήταν οι σχέσεις του Πασκάλ με τη Στέισι Λόμας. Κι αν αυτός ο κύριος ήταν τόσο ασυνείδητος ώστε να θέλει περισσότερες από μία ερωμένες συγχρόνως... Μια μεγάλη αίθουσα στο ξενοδοχείο Γκραντσέστερ είχε διαρρυθμιστεί κατάλληλα και ήταν διακοσμημένη απ’ τη μια άκρη ως την άλλη σε χρυσό και μπλε –τα χρώματα της Φορμιντάμπλ. Οι άνθρωποι έχουν κάνει πραγματικά πολύ καλή δουλειά, σκέφτηκε η Σούκι επιθεωρώντας την αίθουσα, αν και το είχαν ίσως παρακάνει λιγάκι... Παντού υπήρχαν κρεμασμένες χρυσές και μπλε κορδέλες και σερπαντίνες, καθώς και χρυσά και μπλε γυαλιστερά μπαλόνια που έγραφαν «C’est Formidable». Υπήρχαν όλα τα είδη μπλε λουλουδιών που μπορούσες να φανταστείς, καπουτσίνοι, ανεμώνες, ίριδες, υάκινθοι, όλα σε καλοφτιαγμένες ανθοδέσμες και τοποθετημένα σε χρυσά ανθοδοχεία, που βρίσκονταν σε κάθε σημείο της αίθουσας. Και σ’ έναν μεγάλο πάγκο ήταν αραδιασμένα αρμονικά τα κομψά μπουκαλάκια με τα αρώματα της Φορμιντάμπλ, καθώς και η μεγάλη ποικιλία των μεϊκάπ της εταιρείας και οι άλλες σειρές καλλυντικών. Δίπλα στον εκθεσιακό πάγκο των προϊόντων, σε άλλο τραπέζι, ήταν τοποθετημένα κρυστάλλινα ποτήρια γεμάτα σαμπάνια, στα οποία οι δημοσιογράφοι είχαν πέσει σαν τα κοράκια, λες και είχαν χρόνια να πιουν αλκοόλ. «Θέλεις λίγη σαμπάνια;» ρώτησε ο Πασκάλ τη Σούκι. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δεν πίνω ποτέ όταν εργάζομαι. Ευχαριστώ». «Τότε μήπως μπορείς να ’ρθεις να σταθείς εδώ;» επενέβη η Στέισι κάπως αυταρχικά. «Θα σε βάλουμε αμέσως στη δουλειά». Λες και είμαι κανένα γαϊδούρι, σκέφτηκε η Σούκι οργισμένη, χωρίς ν’ αφήσει να χαθεί από τα χείλη της το ωραίο χαμόγελο καθώς διέσχιζε τη μεγάλη αίθουσα πίσω απ’ το αφεντικό της διαφήμισης. Την ενοχλούσε που η Στέισι Λόμας την αντιμετώπιζε σαν ένα ελαφρόμυαλο μοντέλο. Και ήταν η πρώτη φορά που την πείραζε αυτό. Οι προκαταλήψεις του κόσμου για τα μοντέλα συνήθως δεν την ενοχλούσαν. Στο κάτω κάτω, δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει κανέναν. Κέρδιζε καλά λεφτά από τη δουλειά της και δεν έκλεβε ποτέ την εφορία. Οι άνθρωποι μπορούσαν να τη συμπαθούν ή να την αντιπαθούν, κι εκείνη να λαμβάνει υπόψη της τη γνώμη τους ή να μην την απασχολεί καθόλου η κριτική τους. Τι την είχε πιάσει λοιπόν τώρα με τη Στέισι Λόμας; Μήπως έφταιγε η στενή σχέση που φαινόταν να έχει με τον Πασκάλ; Ω, σκασίλα μου! σκέφτηκε, και τίναξε τα πυρρόξανθα μαλλιά της. Ακριβώς την ίδια στιγμή, την έλουσε το εκτυφλωτικό, κατάλευκο φως που προερχόταν από πενήντα φλας. Η Σούκι ήξερε ότι ο Πασκάλ ήταν εκεί, μαζί της στην αίθουσα, και ασφαλώς αυτό επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό την απόδοσή της. Έπαιξε λοιπόν το ρόλο της καλύτερα από κάθε άλλη φορά. Αν αυτό που ήθελε από κείνη ήταν να πουλήσει το προϊόν, θα το πουλούσε με τον καλύτερο τρόπο! Θέλεις σαγήνη και σεξ απίλ; Θα τα έχεις και με το παραπάνω, Πασκάλ, σκέφτηκε η Σούκι με πείσμα. Σούφρωσε τα χείλη. Χαμογέλασε προκλητικά. Έκρυψε το πρόσωπό της παιχνιδιάρικα κάτω απ’ τα μακριά μαλλιά της. Μισόκλεισε τα λαμπερά μάτια της σκορπώντας ερωτικές υποσχέσεις. Και οι ρεπόρτερ έχασαν το μυαλό τους. Εξέφραζαν τον ενθουσιασμό τους σφυρίζοντας, καθώς τη φωτογράφιζαν ασταμάτητα. Όταν πια τους είχε προσφέρει κάθε πόζα που θα μπορούσαν να είχαν θελήσει, κι ακόμη περισσότερες, η Σούκι κατέβηκε απ’ τη μικρή πλατφόρμα και πλησίασε στο σημείο όπου στεκόταν ο Πασκάλ. Ξαφνιάστηκε από τη θυμωμένη έκφραση που διέκρινε στο πρόσωπό του όταν το βλέμμα του συναντήθηκε με το δικό της. Τι έπαθε πάλι αυτός; Ω, ποιος νοιάζεται;... σκέφτηκε αδιάφορα καθώς έριχνε το ασημόχρωμο σάλι στους ώμους της.


Η Στέισι χαμογελούσε λες και είχε κερδίσει τον πρώτο αριθμό του λαχείου. «Πασκάλ, κάρο», του είπε με οικειότητα. «Πεινάω σαν λύκος. Έχεις φάει εσύ;» «Όχι», είπε εκείνος απότομα και συνέχισε να καρφώνει τη Σούκι με το οργισμένο του βλέμμα. «Τι λες να πάμε να δοκιμάσουμε εκείνο το νέο σιαμέζικο εστιατόριο στο Σόχο; Έχω ακούσει ότι είναι καταπληκτικό». «Το άκουσα κι εγώ, φοβάμαι όμως ότι πρέπει να το αφήσουμε για άλλη φορά», απάντησε εκείνος ήρεμα, αλλά στο βλέμμα του υπήρχε ακόμη οργή. «Ω!» αναφώνησε η Στέισι μ’ ένα μορφασμό, στον οποίο η Σούκι, προς μεγάλη της ικανοποίηση, διέκρινε το θυμό. «Συγνώμη», είπε ο Πασκάλ ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Είναι ανάγκη να προλάβω την πρωινή πτήση για Νέα Υόρκη και πρέπει να κοιμηθώ. Μου λείπει ύπνος». Η Σούκι αναρωτήθηκε γιατί να του λείπει ύπνος, αμέσως όμως προσπάθησε να διώξει τη σκέψη απ’ το μυαλό της. Ο ύπνος του και οι νυχτερινές του συνήθειες δεν είχαν καμιά σχέση μ’ εκείνη. «Είναι ακόμη έξω το αυτοκίνητο;» τον ρώτησε ψυχρά. «Θα ήθελα να πάω στο σπίτι μου τώρα». «Θα σε συνοδεύσω», της απάντησε εκείνος. Η Σούκι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Δε χρειάζεται», του αποκρίθηκε, θέλοντας να τον αναγκάσει να την προκαλέσει. Κι εκείνος τσίμπησε το δόλωμα. «Α, επιμένω», της είπε ήρεμα, αλλά η φωνή του είχε μια χροιά κάπως απειλητική. Αν άρχιζε να λογομαχεί μαζί του, σίγουρα θα τραβούσε την προσοχή κάποιων φωτογράφων που παρέμεναν στην αίθουσα. Δεν είχε άλλη επιλογή παρά να τον ακολουθήσει. Η Σούκι ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση από την πικαρισμένη ματιά που της έριξε η Στέισι Λόμας. Ο Πασκάλ τη συνόδευσε στο κεντρικό ασανσέρ. Κατεβαίνοντας απέφυγαν να μιλήσουν, γιατί μαζί τους κατέβαιναν και δυο ξένοι, η Σούκι όμως μπορούσε να διακρίνει το θυμό στη στάση του. Το σώμα του ήταν αλύγιστο και στο πρόσωπό του υπήρχε ένταση. Όταν έφτασαν στο ισόγειο, εκείνη στράφηκε προς το μέρος του. «Δείξε μου μόνο πού είναι παρκαρισμένο το αυτοκίνητο...» Αλλά ο Πασκάλ αγνόησε την παράκλησή της. Πήρε το χέρι της και, κρατώντας το σφιχτά, την οδήγησε στη μεγάλη γυάλινη περιστρεφόμενη πόρτα. «Τι νομίζεις ότι κάνεις τώρα;» τον ρώτησε. «Σε πάω στο σπίτι σου». «Δε θέλω να πάω στο σπίτι μου μαζί σου!» «Δεν είναι στο χέρι σου!» αποκρίθηκε εκείνος. Ο τρόπος του έδειχνε πως δε δεχόταν αντιρρήσεις. Θεέ μου! Αυτός ο άνθρωπος μερικές φορές φερόταν σαν γκάνγκστερ! Αλλά τα πράγματα έμελλε να γίνουν ακόμη χειρότερα. Η αστραφτερή Ντέμλερ με την οποία είχε έρθει στο ξενοδοχείο δε φαινόταν πουθενά. Ένας πορτιέρης που εκείνη τη στιγμή έβγαινε από ένα γκρι σπορ αυτοκίνητο έδωσε στον Πασκάλ τα κλειδιά που κρατούσε. «Το αυτοκίνητό σας, κύριε», είπε χαμογελώντας. «Φοβερό αμάξι!» Για μια στιγμή ο Πασκάλ φάνηκε ικανοποιημένος με τον ενθουσιασμό του πορτιέρη. «Πράγματι. Σ’ ευχαριστώ». Χαμογέλασε και του έβαλε στο χέρι διακριτικά ένα υπερβολικά μεγάλο φιλοδώρημα. Ο Πασκάλ άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και έκανε νόημα στη Σούκι. «Μπες μέσα», είπε επιτακτικά. Η Σούκι άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί, αλλά όταν είδε την αποφασιστικότητά του το ξανάκλεισε. Στην πραγματικότητα, όμως, το διασκέδαζε που τον έβλεπε να έχει χάσει έτσι την ψυχραιμία του. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι είχε προκαλέσει όλον αυτό τον εκνευρισμό, όμως ήταν ασυνήθιστο για το χαρακτήρα του Πασκάλ, που έδειχνε πάντα εξαιρετικά ψύχραιμος. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε μουγκρίζοντας, λες και στο τιμόνι καθόταν κάποιος νεαρός που οδηγούσε για πρώτη φορά στη ζωή του. Η Σούκι έριξε μια κλεφτή ματιά στο αυστηρό και σφιγμένο προφίλ του. «Θα σε πείραζε να μου εξηγήσεις;...» «Πάψε», της είπε. «Μα...» «Όχι τώρα, Σούκι! Προσπαθώ να έχω τα μάτια μου στο δρόμο!» «Έχεις καταλάβει πόσο νευρικά οδηγείς;» τον ρώτησε γλυκά, και σαν απάντηση είδε το χέρι του να σφίγγει το τιμόνι τόσο που οι αρθρώσεις του άσπρισαν. «Μην ξαναμιλήσεις», της είπε, τόσο χαμηλόφωνα που μετά βίας την άκουγε. «Γιατί, τι θα κάνεις;» «Μπορεί να χάσω την ψυχραιμία μου», την προειδοποίησε. «Και εγώ υποτίθεται ότι πρέπει να φοβηθώ;» «Ναι», είπε εκείνος τρίζοντας τα δόντια καθώς σταματούσε απότομα το αυτοκίνητο μπροστά στο σπίτι της, κάνοντας τα φρένα να στριγκλίσουν. «Αν έχεις τη στοιχειώδη λογική». Η Σούκι έλυσε τη ζώνη ασφαλείας της. «Ευχαριστώ πολύ για την τόσο ευχάριστη συζήτηση», τον ειρωνεύτηκε. «Τώρα τι νομίζεις ότι κάνεις;» Εκείνος βγήκε έξω και έκανε το γύρο του αυτοκινήτου για να της ανοίξει την πόρτα. «Νομίζω ότι είναι προφανές τι θα κάνω. Θα έρθω μέσα, μαζί σου». Το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο και σκοτεινό. Η Σούκι ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. «Όχι. Όχι, δε θα έρθεις!» «Προσπάθησε να με σταματήσεις, αν μπορείς». Το περίεργο ήταν ότι η Σούκι δεν ένιωσε κανένα φόβο. Κάθε άλλο μάλιστα. Και ήταν αρκετά ειλικρινής με τον εαυτό της για να παραδεχτεί τι ήταν αυτό που έκανε την καρδιά της να βροντοχτυπά: Έξαψη. Η Σούκι κοίταξε μέσα στα σκοτεινά του μάτια, που πετούσαν φλόγες. «Νομίζεις πως δε θα το τολμούσα;» τον προκάλεσε. «Δεν έχω ιδέα. Πάντως θα είχε πολύ ενδιαφέρον να σε δω να προσπαθείς», απάντησε εκείνος με ήρεμη αποφασιστικότητα. Την άρπαξε άγρια από τη μέση και μπήκε στο σπίτι, δίνοντας μια κλοτσιά στην πόρτα πίσω τους, που έκλεισε με εκκωφαντικό θόρυβο. «Μήπως βλέπεις πολλά γουέστερν;» τον ρώτησε περιπαικτικά, χωρίς να επιτρέψει στον εαυτό της να φοβηθεί απ’ τη βίαιη συμπεριφορά του ή να παρασυρθεί από το δυνατό και σταθερό σφίξιμο των χεριών του στη μέση της. Τα μάτια του πετούσαν φλόγες. «Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;» τη ρώτησε οργισμένος. «Να κάνω τι;» «Να δείξεις αυτή τη συμπεριφορά!» «Ποια συμπεριφορά;» «Μη μου παριστάνεις εμένα την αθώα!» ξέσπασε έξαλλος. «Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ!» «Δεν καταλαβαίνω. Τι;» «Ω Θεέ μου!» αναφώνησε αγανακτισμένος. «Ο τρόπος που εμφανίστηκες απόψε. Η εικόνα που έδινες. Ο τρόπος που φερόσουν. Τα χείλη σου, τα μάτια σου, το κορμί σου μέσα σ’ αυτό το φόρεμα...»


«Το οποίο εσύ διάλεξες», παρατήρησε η Σούκι. «Ναι, εγώ το διάλεξα, και ήταν μεγάλη βλακεία εκ μέρους μου», είπε απευθυνόμενος και στον εαυτό του, πριν εξαπολύσει νέα επίθεση. «Έδινες την εντύπωση ότι έκανες έρωτα με όλους αυτούς εκεί μέσα! Αυτό είχες στο μυαλό σου;» «Για όνομα του Θεού», ξέσπασε η Σούκι και ξέφυγε απ’ τα χέρια του. «Δηλαδή τι περίμενες; Δε με προσέλαβες για να πουλήσω τα προϊόντα της εταιρείας σου; Ήθελες να γίνω η προσωποποίηση της σαγήνης και του σεξ απίλ. Αυτές ακριβώς τις λέξεις χρησιμοποίησες, αν θυμάσαι! Ναι, βεβαίως φλέρταρα! Και έδειχνα προκλητική, επειδή αυτό ακριβώς μου ζήτησες, Πασκάλ. Όλα τα μοντέλα αυτό κάνουν, μην παριστάνεις πως είσαι τόσο ανίδεος ή τόσο ανόητος ώστε να μην το ξέρεις! Είναι κάτι εντελώς ακίνδυνο...» «Έτσι νομίζεις;» «Φυσικά!» «Κι αν δεν ήμουν εγώ εκεί, μήπως περνάει απ’ το μυαλό σου ότι θα μπορούσε κάποιος από τους φωτογράφους, που οι περισσότεροι ήταν και πιωμένοι, να σε περίμενε και να σου ζητούσε να σε πάει σπίτι σου; Θα πήγαινες με κάποιον απ’ αυτούς, Σούκι;» Η Σούκι οργίστηκε τόσο πολύ, που δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί· σήκωσε το χέρι της και τον χαστούκισε. Εκείνος έμεινε ασάλευτος. « Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι;» του είπε. Η φωνή της έτρεμε. «Ξέρω και μπορώ να λέω όχι όταν χρειάζεται, και οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους φωτογράφους είναι οικογενειάρχες με παιδιά. Αλλά και όσοι δεν είναι ξέρουν ότι όλα αυτά είναι δουλειά και τίποτα περισσότερο. Αμφιβάλλω αν οποιοσδήποτε απ’ αυτούς θα κατέφευγε σε ενέργειες τόσο απαράδεκτες σαν και τη δική σου, να με σπρώξεις μέσα στο αυτοκίνητό σου!» «Νομίζεις πως αυτή είναι η φυσιολογική μου συμπεριφορά;» Η Σούκι έσπρωξε πίσω τα μαλλιά που είχαν πέσει στο μέτωπό της. «Πώς μπορώ να ξέρω ποια είναι η φυσιολογική σου συμπεριφορά; Αυτό που σ’ εσένα φαίνεται φυσιολογικό εμένα μου φαίνεται εντελώς αφύσικο. Φυσιολογικό για σένα είναι να χώνεις τη μύτη σου στην επιχείρηση του αδελφού μου κι αυτό να το χρησιμοποιείς για να με εκβιάσεις να δουλέψω για σένα. Κι αυτό, φυσικά, όταν δε με απειλείς ότι θα με τρέχεις στα δικαστήρια για αθέτηση των όρων του συμβολαίου...» Ο Πασκάλ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι. Ξέχνα το αυτό». Η Σούκι έσμιξε τα φρύδια της με δυσπιστία. «Να το ξεχάσω;» Εκείνος αναστέναξε. «Δεν πρόκειται να καταφύγω στα δικαστήρια. Παραδέχομαι ότι σε εξανάγκασα να υπογράψεις το συμβόλαιο. Αφού δε θέλεις να δουλεύεις για μένα, δεν είσαι υποχρεωμένη να το κάνεις. Σε απαλλάσσω από την υποχρέωση να εμφανίζεσαι σαν κορίτσι της Φορμιντάμπλ». Η Σούκι έμεινε εμβρόντητη. «Μα, αυτό οικονομικά θα είναι καταστροφικό για σένα, αφού ήδη με έχεις παρουσιάσει στα μέσα ενημέρωσης. Για όνομα του Θεού!» Εκείνος ανασήκωσε τους φαρδιούς ώμους του αδιάφορα. «Το υπόλοιπο των καταθέσεών μου στην τράπεζα μπορεί ν’ αντέξει μια λάθος κίνηση». Η Σούκι προβληματίστηκε. Τώρα ανατρέπονταν τα πάντα. «Και τι θα γίνει με τον Πίτερ και τη Φράνκλιν Μότορς;» «Μην ανησυχείς. Δεν παίρνω πίσω το λόγο μου. Θα βάλω όσα χρήματα χρειαστεί στην εταιρεία του αδελφού σου. Θα κρατήσω την υπόσχεσή μου». Όταν η Σούκι κατάφερε να χωνέψει όλα όσα της είχε ο Πασκάλ, συνειδητοποίησε ότι τώρα είχε την ευκαιρία να απαλλαγεί απ’ αυτόν. Η αντίδρασή της, όμως, δεν ήταν αυτή που σχεδίαζε στο μυαλό της. «Όχι, δε θα το κάνεις αυτό», είπε κοφτά. «Τι είπες;» Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη· δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που μόλις του είχε πει. «Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μου αρέσει αυτή η δουλειά. Αν αποφασίσεις να μη με χρησιμοποιήσεις σαν κορίτσι της Φορμιντάμπλ, τότε θα προσφύγω στη δικαιοσύνη, γιατί αθετείς εσύ τους όρους του συμβολαίου. Έγινα κατανοητή, Πασκάλ;» Για λίγα δευτερόλεπτα απλώθηκε παράξενη σιωπή· έπειτα έγινε κάτι εντελώς απροσδόκητο. Ο Πασκάλ άρχισε να γελάει. Και η Σούκι ένιωσε να παραλύει. «Αχ, Σούκι», μουρμούρισε εκείνος, μ’ έναν τρόπο που έδειχνε την ικανοποίησή του για όσα άκουσε. «Νομίζω ότι τελικά βρήκα το μάστορά μου. Έναν αντίπαλο αντάξιό μου». Σταμάτησε για λίγο και της έριξε μια ερευνητική ματιά. «Αναρωτιέμαι αν η απόφασή σου κρύβει κάποια πονηρή πρόθεση». Την κοίταξε προβληματισμένος. «Ξέρεις τι μου κάνεις μ’ αυτή σου την απόφαση;» «Τι σου κάνω;» ρώτησε εκείνη μπερδεμένη. «Μιλάς με γρίφους». Εκείνος χαμογέλασε περίεργα. «Καταλαβαίνεις ότι όσο περισσότερο μάχεσαι και αντιστέκεσαι, τόσο περισσότερο σε θέλω;...» «Ναι, το ξέρω», τον έκοψε εκείνη δηκτικά. «Με θέλεις περισσότερο για ερωμένη σου! Και μάλιστα χρησιμοποιείς αυτή την απαίσια λέξη!» «Γιατί το βλέπεις έτσι, Σούκι; Προέρχεται από μια από τις ωραιότερες λέξεις σε κάθε γλώσσα –τον έρωτα. Γιατί να μη σ’ αρέσει να την ακούς; Και συνεπάγεται τόσα όμορφα, απολαυστικά πράγματα και για τους δυο μας». Η Σούκι δε μίλησε και προσπάθησε να κρατήσει το πρόσωπό της ανέκφραστο, παρ’ ότι οι εικόνες που σχηματίζονταν στο μυαλό της έκαναν την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. «Λοιπόν, τι λες;» της ψιθύρισε. «Θέλεις να γίνεις ερωμένη μου, Σούκι;» Πρόφερε το όνομά της με τρυφερότητα καθώς άπλωνε τα χέρια του και την έπαιρνε στην αγκαλιά του, ενώ τα δάχτυλά του άρχισαν να χαϊδεύουν απαλά τη λεπτή της μέση. «Εγώ θα ’θελα όσο τίποτα να γίνω ο εραστής σου». Μέσα της πάλευε ο πειρασμός με την απογοήτευση, καθώς τα λόγια του, όσο αισθησιακά κι αν ακούγονταν, έπνιγαν κάθε ρομαντικό όνειρο που μπορεί να είχε. Άλλα ήθελε ν’ ακούσει από το στόμα του, κι όχι αυτή την πεζή λέξη κι ας την ωραιοποιούσε τόσο εκείνος. Τελικά, νίκησε η απογοήτευση. Σήκωσε το κεφάλι της περήφανα. «Όχι!» του απάντησε ήρεμα. Καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, τραβήχτηκε από τα χέρια του και στάθηκε κοντά στο παράθυρο. «Δε σε πιστεύω... Γιατί δε θέλεις να παραδεχτείς αυτό που νιώθουμε και οι δυο; Γιατί πρέπει ν’ αντιπαλεύεις με τέτοιο πείσμα κάτι που ξέρω –και ξέρεις κι εσύ– ότι το θέλεις με τόσο πάθος;» Η Σούκι γύρισε το πρόσωπό της απότομα από την άλλη μεριά. Δεν μπορούσε να υποφέρει την ταραχή που της δημιουργούσαν τα λόγια του και τον κίνδυνο –αν τον αντιμετώπιζε καταπρόσωπο– να διαβάσει στα μάτια της πόσο ευάλωτη ήταν. Ο Πασκάλ είχε απόλυτο δίκιο. Τον ήθελε πραγματικά. Τον ήθελε με έναν τρόπο που δεν ήθελε ποτέ στη ζωή της κανέναν άλλο. Αλλά αυτό που της πρόσφερε δεν ήταν αρκετό, και ποτέ δε θα ήταν αρκετό: να γίνει η ερωμένη του, που όταν θα τη βαριόταν θα την αντικαθιστούσε με κάποιαν άλλη. «Όχι, Πασκάλ», του είπε χαμηλόφωνα. Ο Πασκάλ πέρασε στην αντεπίθεση. «Και θα εξακολουθήσεις να είσαι το κορίτσι της Φορμιντάμπλ, ξέροντας ότι οι δρόμοι μας θα διασταυρώνονται συνεχώς; Γιατί; Δεν καταλαβαίνεις ότι αυτή η συνεχής επαφή μας θα μειώνει τις αντιστάσεις σου;» Τον κοίταξε ψυχρά. «Αυτό είναι πρόκληση;» «Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος», μουρμούρισε. «Αν είναι πρόκληση, τη δέχεσαι;» Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Στ’ αλήθεια, το έχω βαρεθεί αυτό το παιχνίδι». Ξαφνικά είδε το κόκκινο σημάδι στο μελαχρινό του μάγουλο και μόρφασε με θλίψη. «Έχεις σημάδι στο μάγουλό σου», είπε δαγκώνοντας τα χείλη της φοβισμένη. «Συγνώμη, Πασκάλ. Δεν έπρεπε να σε χτυπήσω». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του. «Μου άξιζε το χαστούκι. Τα σχόλιά μου ήταν απαράδεκτα. Πραγματικά, εσύ έκανες τη δουλειά σου με απόλυτο επαγγελματισμό». Τα μάτια του φωτίστηκαν από μια λάμψη. «Όμως, ζήλεψα... Καταλαβαίνεις».


Η Σούκι πίεσε τον εαυτό της να δεχτεί ότι αυτή η ομολογία του δε σήμαινε τίποτα. «Αν θέλεις, όμως, μπορείς να επανορθώσεις για το χαστούκι», πρόσθεσε ο Πασκάλ τρυφερά. «Ναι, μπορώ να φανταστώ πώς», του απάντησε παγερά. Ανασήκωσε τα κατάμαυρα φρύδια του συλλογισμένος και την κοίταξε παράξενα. «Φτιάχνοντάς μου ένα καφέ», είπε απροσδόκητα. «Πεθαίνω για ένα φλιτζάνι καφέ», συμπλήρωσε. Τον είδε έκπληκτη να πηγαίνει σ’ έναν καναπέ και να κάθεται αναπαυτικά. Άπλωσε τα μακριά του πόδια με άνεση και της έστειλε ένα γοητευτικό χαμόγελο. Της έκανε εντύπωση η ηρεμία και η αυτοπεποίθησή του. Παρά την ταραχή της, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί· έβαλε τα γέλια. «Μετά απ’ όλα αυτά, μου ζητάς ξαφνικά καφέ! Είσαι απίθανος, το ξέρεις;» «Το έχω ξανακούσει αυτό», της απάντησε χαμογελώντας, με τη λάμψη της ευθυμίας στα μάτια. Η Σούκι ανακάλυψε ότι αυτή η πλευρά του ήταν ένα όπλο πολύ πιο δυνατό από τη σεξουαλικότητα που εξέπεμπε το παρουσιαστικό του. Η χιουμοριστική του διάθεση μπορούσε με τον δικό της τρόπο να σε φέρει πιο κοντά του... «Πώς τον πίνεις;» άκουσε τον εαυτό της να λέει η Σούκι. «Όπως τον φτιάξεις», της είπε χαμογελώντας. «Σ’ ευχαριστώ». «Αν ετοιμάζεις καμιά επίθεση γοητείας, καλά θα κάνεις να το ξεχάσεις», του είπε. Καθώς έβγαινε απ’ το δωμάτιο για να πάει να φτιάξει τον καφέ, τον άκουσε να γελάει. Η Σούκι έβγαλε δυο φλιτζάνια του καφέ με τα πιατάκια τους από ένα ντουλάπι. Αναρωτιόταν τι είδους γυναίκα είναι αυτή που φτιάχνει καφέ για τον άντρα που προσπαθεί να μισήσει. Μια τελείως τρελή γυναίκα, απάντησε στον εαυτό της. Έριξε τους κόκκους του καφέ στην καφετιέρα. Απ’ το μυαλό της πέρασε η σκέψη ότι, αν προσπαθούσε να παίξει μαζί του, δε θα έβγαινε κερδισμένη, γιατί ο Πασκάλ ήταν πολύ έμπειρος παίκτης. Η Σούκι προσπάθησε να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη. Αν η σχέση τους παρέμενε σε πολιτισμένο επίπεδο, όπως το να πίνουν μαζί έναν καφέ, τότε εκείνος δε θα χρειαζόταν να σκαρφίζεται κάποιο πονηρό κόλπο για να την πλησιάσει κάθε φορά που θα βρίσκονταν στον ίδιο χώρο. Και ίσως τότε σταματούσε να της ζητά να γίνει... Ερωμένη του. Αυτή η λέξη τη συγκινούσε αλλά και την πάγωνε. Κι αν επρόκειτο για κάποιον άλλο, κι όχι για τον Πασκάλ, ίσως να έμπαινε στον πειρασμό να το δοκιμάσει. Αλλά, αν διακινδύνευε τέτοιο πράγμα μαζί του, ήταν σίγουρο ότι θα έβγαινε πληγωμένη. Αυτές οι σκέψεις, όμως, δεν απαντούσαν στο ερώτημα γιατί δε δέχτηκε την πρόταση που της έκανε να ακυρωθεί το συμβόλαιό της με τη Φορμιντάμπλ. Μήπως ήταν ένα εγωιστικό πείσμα να αποδείξει στον εαυτό της και στον ίδιο ότι δεν ήταν τόσο εύκολη κι ότι μπορούσε να του αντισταθεί; Ή μήπως ήθελε απλώς να διαψεύσει τις προσδοκίες του; Κούνησε το κεφάλι της μπερδεμένη με τα ερωτήματα που έθετε στον εαυτό της. Έβαλε μερικά κουλουράκια που είχε φτιάξει σ’ ένα πιατελάκι πάνω στο δίσκο κι επέστρεψε στο καθιστικό. Ο Πασκάλ είχε σηκωθεί απ’ τον καναπέ και στεκόταν όρθιος μπροστά σ’ έναν από τους πίνακές της, που τον περιεργαζόταν με τόση προσοχή λες και ήταν κριτικός τέχνης. Μην ξεχνάς, υπενθύμισε στον εαυτό της όταν εκείνος γύρισε προς το μέρος της, πρέπει να του φερθείς πολιτισμένα. Πιες μαζί του έναν καφέ σαν να είστε φίλοι. Αν φερθείς έτσι, μπορεί να ξυπνήσεις την ιπποτική του αβρότητα κι όχι το ερωτικό πάθος του. Και έτσι ακριβώς έγινε. Ο Πασκάλ πήρε το δίσκο απ’ τα τρεμάμενα χέρια της και τον ακούμπησε πάνω σ’ ένα τραπεζάκι που βρισκόταν ανάμεσα στους δυο γαλάζιους αντικριστούς καναπέδες. Περίμενε μέχρι να τον δει να κάθεται στον έναν καναπέ, και τότε εκείνη πήγε και κάθισε στον άλλο. Δεν είμαι συνηθισμένη να δέχομαι επισκέψεις αντρών στο διαμέρισμά μου, αλλά ο Πασκάλ ταιριάζει τόσο ωραία εδώ, σκέφτηκε η Σούκι, καθώς έβαζε καφέ στα φλιτζάνια τους. Ήταν τόσο δυνατός, αλλά την ίδια στιγμή έδειχνε τόσο απλός και τόσο ανθρώπινος. Εκείνος πήρε το φλιτζάνι απ’ το χέρι της. «Ευχαριστώ», της είπε, κοιτάζοντάς την κάτω από τις πυκνές βλεφαρίδες του καθώς εκείνη γέμιζε με τον μυρωδάτο καφέ και το δικό της φλιτζάνι. «Καταπληκτικός καφές», πρόσθεσε. «Θέλεις ένα κουλουράκι;» τον ρώτησε βάζοντας μπροστά του ένα πιατάκι. «Ευχαριστώ», είπε και πήρε ένα. Το δάγκωσε κι έκανε ένα μορφασμό απόλαυσης. Ανασήκωσε τα φρύδια του. «Και το κουλουράκι επίσης πολύ καλό», παρατήρησε. «Δεν πιστεύω να τα έχεις φτιάξει μόνη σου». «Λοιπόν, αν θες να ξέρεις, ναι, εγώ τα έφτιαξα –και δεν καταλαβαίνω γιατί σου κάνει εντύπωση αυτό». «Μου κάνει πράγματι εντύπωση». «Γιατί;» Έκανε μια κίνηση με το χέρι του δείχνοντας το χώρο τριγύρω. «Για μένα ολόκληρο τα διαμέρισμά σου είναι μια έκπληξη». Έδειξε τους κατακόκκινους τοίχους, που έρχονταν σε δραματική αντίθεση με τους πίνακές της, κρεμασμένους αρμονικά, τα πανέμορφα διακοσμητικά ανθοδοχεία που στόλιζαν το μαρμάρινο πρεβάζι του τζακιού, τα κεντημένα χειροποίητα μαξιλάρια που είχε φέρει από την Ινδία... Όλα μαζί δημιουργούσαν μια παραμυθένια, φαντασιακή εικόνα. «Αν εννοείς με τι τρόπο έχω εντυπωσιαστεί», είπε ο Πασκάλ χαμογελώντας, «αυτό το δωμάτιο είναι ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι φανταζόμουν ότι θα μπορούσε να είναι». «Και πώς το φανταζόσουν ότι θα είναι;» ρώτησε εκείνη με περιέργεια. «Κάτι εντυπωσιακό και μοντέρνο, πάντως σίγουρα όχι αυτό που βλέπω τώρα». «Δηλαδή;...» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του, προσπαθώντας να βρει τις λέξεις να περιγράψει αυτό που σκεφτόταν. «Είναι κάτι ασυνήθιστο και όμορφο, αλλά δείχνει κάποια ανασφάλεια. Είναι φτιαγμένο έτσι που ποτέ ένας επαγγελματίας διακοσμητής δε θα το έφτιαχνε. Και βέβαια δε μοιάζει να είναι το διαμέρισμα μιας ανεξάρτητης γυναίκας, με δική της καριέρα», κατέληξε. Απ’ το μυαλό της πέρασε η σκέψη ότι ο άνθρωπος αυτός είχε μεγάλη εμπειρία στην ανάλυση της διακόσμησης των γυναικείων σπιτιών. «Έτσι με βλέπεις, Πασκάλ; Σαν μια ανεξάρτητη γυναίκα που ασχολείται μόνο με την καριέρα της;» «Φυσικά έτσι σε βλέπω. Γιατί, δεν είσαι;» Υποτίθεται ότι ήταν. Αλλά αυτό δεν ταίριαζε στο χαρακτήρα της· ακουγόταν πολύ πεζό. Ανακάθισε νευρικά στη θέση της. «Και βέβαια είμαι», είπε κοφτά. Την κοίταξε με ολοφάνερη ικανοποίηση. «Κι ωστόσο φτιάχνεις καλό καφέ και ωραία κουλουράκια». Αυτό η Σούκι δε θα το άφηνε να περάσει ασχολίαστο. «Μην ξεχνάς ότι δεν παύω να είμαι γυναίκα», του είπε συγκρατημένα. Εκείνος χαμογέλασε, καταλαβαίνοντας τον υπαινιγμό της. «Μμμ... Είσαι. Και πολύ μάλιστα», μουρμούρισε. Ήπιε την τελευταία γουλιά του καφέ του και έγειρε πίσω αναπαυτικά. «Και, επιπλέον, ζωγραφίζεις καλά, πολύ καλά θα έλεγα». Ένιωσε ικανοποίηση για την ευνοϊκή κριτική του σχετικά με τις επιδόσεις της στη ζωγραφική. Της άρεσε το ζεστό του εγκώμιο. «Αλλά γιατί σου προκαλεί έκπληξη αυτό;» τον ρώτησε. «Πάντα ασχολιόμουν με τη ζωγραφική. Δεν το θυμάσαι;» Η λάμψη στα μάτια του εξαφανίστηκε. «Ναι, το θυμάμαι. Νόμιζα μάλιστα πως θα ακολουθούσες αυτή την καριέρα. Σ’ το είχα πει, θυμάσαι; Αλλά τελικά


εσύ αποφάσισες να αξιοποιήσεις τα φυσικά σου προσόντα». Η Σούκι θύμωσε με την παρατήρησή του. «Έκανα αυτή την επιλογή επειδή το μόντελινγκ πληρώνει καλά. Με τη ζωγραφική δεν μπορείς να βγάλεις το ψωμί σου», του αντιγύρισε. «Κι εγώ έπρεπε να εργαστώ για να ζήσω. Σε αντίθεση μ’ εσένα, που δεν αντιμετώπιζες τέτοιο πρόβλημα!» Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Δηλαδή εσύ έτσι με βλέπεις; Σαν ένα άχρηστο πλουσιόπαιδο; Νομίζεις ότι τα βρήκα όλα έτοιμα στο πιάτο; Αν έχεις αυτή την ιδέα, κάνεις μεγάλο λάθος. Ο πατέρας μου μ’ έβαλε στην επιχείρηση στο τελευταίο σκαλί. Ήθελε να μάθω κάθε τμήμα και κάθε δραστηριότητα της εταιρείας που κάποια μέρα θα διοικούσα. Πρέπει να σου πω ότι το να είσαι γιος του αφεντικού δε σημαίνει ότι όλοι οι δρόμοι είναι στρωμένοι με λουλούδια. Πολλοί άνθρωποι ενοχλούνται από το γεγονός ότι είσαι αυτός που κάποια μέρα θα κληρονομήσει την επιχείρηση. Αναπόφευκτα, απομονώνεσαι. Δούλεψα σκληρά, μέρα και νύχτα, για να ανεβάσω την επιχείρηση στο επίπεδο που είναι τώρα. Και πρέπει να ξέρεις ότι ακόμη δουλεύω πολύ σκληρά». «Διακρίνω πικρία στα λόγια σου», είπε η Σούκι γλυκά. «Έτσι νιώθω. Με κάνει και αγανακτώ το γεγονός ότι η μητριά μου είναι αχόρταγη και ξοδεύει τόσο πολλά χρήματα τα τελευταία χρόνια. Αλλά ευτυχώς αυτή η ιστορία σύντομα τελειώνει», είπε με κάποια ανακούφιση. «Αλήθεια;» Εκείνος χαμογέλασε. «Ο πατέρας μου είναι έτοιμος να πάρει διαζύγιο. Άργησε πολύ να το καταλάβει, αλλά επιτέλους πήρε τη σωστή απόφαση». Το χαμόγελο έσβησε στα χείλη του και έμεινε ανέκφραστος. «Κι εσύ την κατηγορείς μόνο και μόνο επειδή χρησιμοποιούσε κάπως... συχνά τις πιστωτικές της κάρτες;» Την κοίταξε επίμονα, κατευθείαν στα μάτια. «Η απληστία μπορεί να συγχωρηθεί», της είπε αγριεμένος, «αλλά η απιστία ποτέ». Η Σούκι αναστατώθηκε απ’ αυτή τη σκληρή αλλά γεμάτη φλόγα ματιά του. Η απιστία, σκέφτηκε, ήταν κάτι που τον ενοχλούσε αφόρητα. Καμιά γυναίκα που θα έκανε δεσμό μαζί του δε θα τολμούσε να κοιτάξει άλλον άντρα. «Και η αδελφή σου τι κάνει;» τον ρώτησε ξαφνικά, αλλάζοντας τη συζήτηση. «Πού βρίσκεται;» «Η Φραντσέσκα είναι πολύ καλά. Είναι μια γυναίκα ανεξάρτητη, με τη δική της καριέρα, όπως κι εσύ. Είναι δικηγόρος στη Ρώμη». Η Φραντσέσκα; Αυτή η τρελή, η ατίθαση Φραντσέσκα, έγινε δικηγόρος; «Θεέ μου!» είπε η Σούκι χαμηλόφωνα. «Τώρα δείχνεις εσύ έκπληκτη», παρατήρησε εκείνος. «Ναι, για να είμαι ειλικρινής, είναι μεγάλη έκπληξη αυτό για μένα. Πρέπει να έχει αλλάξει πολύ». «Ναι, πράγματι. Άλλαξε σχολείο, για να βρίσκεται πιο κοντά στο σπίτι μας, κι αυτό τη βοήθησε. Έπαιξε μεγάλο ρόλο στη μόρφωσή της». Η Σούκι νόμιζε πως θα της μιλούσε για παλιές αμαρτίες της αδελφής του, αλλά τα επόμενα λόγια του επεφύλασσαν μια έκπληξη. «Δε αισθάνεσαι ποτέ την επιθυμία για ένα αληθινό, δικό σου σπίτι, Σούκι;» τη ρώτησε ξαφνικά. «Μ’ ένα σύζυγο και παιδιά που να γεμίζουν το σπίτι με τις φωνές τους;» Η Σούκι ένιωσε ένα περίεργο σφίξιμο στην καρδιά καθώς το σκεφτόταν, γιατί η εικόνα που έφερε στο μυαλό της έδειχνε έναν άντρα που έμοιαζε καταπληκτικά στον Πασκάλ κι ένα τσούρμο μελαχρινά παιδιά να μπερδεύονται στα πόδια του. «Όχι. Δε θα το έλεγα», αποκρίθηκε με φωνή που σχεδόν έτρεμε. «Όπως είπες κι εσύ, είμαι μια γυναίκα ανεξάρτητη, αφοσιωμένη στην καριέρα της, και ασφαλώς ένας σύζυγος και παιδιά δεν μπορούν να συνδυαστούν με τη φύση της δουλειάς μου». «Γι’ αυτό δεν παντρεύτηκες ποτέ;» επέμεινε εκείνος. Όχι, δεν ήταν αυτό. Ο λόγος που δεν είχε παντρευτεί ως τώρα ήταν ακριβώς μπροστά της. Δεν παντρεύτηκε ποτέ επειδή δε συνάντησε ποτέ έναν άντρα σαν κι αυτόν. Και, το χειρότερο, το πιθανότερο ήταν να μη συναντήσει ποτέ κανέναν στο μέλλον. «Προς το παρόν, απολαμβάνω την εργένικη ζωή μου», είπε ξέροντας ότι δεν έλεγε την αλήθεια. Προς έκπληξή της, διέκρινε στο βλέμμα του ένταση και είδε το πρόσωπό του να σκοτεινιάζει. «Είμαι σίγουρος γι’ αυτό!» την ειρωνεύτηκε. Ξάφνου η πολιτισμένη ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί εξαφανίστηκε. Η Σούκι κατάλαβε ότι άρχιζε πάλι η γνωστή σύγκρουση. Σηκώθηκε πάνω. «Είμαι υποχρεωμένη να σου ζητήσω να φύγεις αμέσως, Πασκάλ», είπε με προσποιητή ευγένεια. «Είμαι πολύ κουρασμένη». Αυτή τη φορά εκείνος δεν έκανε καμιά προσπάθεια να παρατείνει την παρουσία του στο διαμέρισμά της. Σηκώθηκε όρθιος. «Ευχαριστώ για τον καφέ», είπε με την ίδια ψυχρή ευγένεια και έσκυψε μπροστά για ν’ αφήσει το φλιτζάνι του στο δίσκο. Ταυτόχρονα έσκυψε και η Σούκι να βάλει το δικό της φλιτζάνι στο δίσκο, και τα δάχτυλά της άγγιξαν άθελά της το χέρι του. Έκανε ένα βήμα πίσω, αλλά ξαφνικά τα γόνατά της άρχισαν να τρέμουν. Θα έπεφτε στο πάτωμα, αν ένα στιβαρό χέρι δεν τη συγκρατούσε πιάνοντάς την αμέσως από τη μέση. Αυτή η μικρή και σύντομη επαφή ήταν αρκετή για να της υπενθυμίσει πόσο επικίνδυνο ήταν το άγγιγμά του. Το αίμα της άρχισε να βράζει. Μπορούσε άραγε ο Πασκάλ να νιώσει το ρυθμό του σφυγμού της κάτω από τα δάχτυλά του; Γι’ αυτό χαμήλωσε τα μάτια του και την κοιτούσε μ’ αυτή την παράξενη έκφραση; Γι’ αυτό τα συνήθως σφιγμένα χείλη του είχαν ανοίξει στο γλυκό εκείνο χαμόγελο που την αναστάτωνε; «Ευχαριστώ», του είπε με κομμένη την ανάσα, χωρίς να κάνει καμιά κίνηση να απομακρυνθεί. Αλλά ούτε εκείνος τράβηξε τα χέρια του. «Ευχαρίστησή μου», είπε ο Πασκάλ τρυφερά. Ευχαρίστηση. Ήταν μια λέξη που αντιπροσώπευε και μόνο με την παρουσία του. Ο Πασκάλ μπορούσε να της προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση... Ανείπωτη και ατέλειωτη ευχαρίστηση. Ήταν στο χέρι της να την πάρει. Έφτανε μόνο να τη ζητήσει. Ασυναίσθητα, με την άκρη της γλώσσας της έγλειψε τα στεγνά της χείλη –και τότε τα μάτια του σκοτείνιασαν από τον πόθο. «Δεν πρέπει να το κάνεις αυτό, μπέλα μία», τη μάλωσε γλυκά. Τα μάτια του δεν άφηναν τα χείλη της, που τώρα είχαν γίνει υγρά και έτρεμαν, όσο εκείνη έβλεπε στο πρόσωπό του να φουντώνει ο πόθος. «Οι κινήσεις σου είναι... τόσο προκλητικές». Το δάχτυλό του κινήθηκε απαλά και άγγιξε τα χείλη της. «Εκτός αν είσαι προετοιμασμένη να αντιμετωπίσεις τις συνέπειες», συμπλήρωσε βραχνά. Η Σούκι είχε καρφώσει το βλέμμα της στο πρόσωπό του, ζαλισμένη, χαμένη, υπνωτισμένη. Μέσα στην παραζάλη της, συνειδητοποίησε ότι της κρατούσε το χέρι. Αχ, δύστυχη Σούκι, σκέφτηκε με απόγνωση. Προσπάθησε ν’ αποτραβήξει το χέρι της, αλλά δεν μπορούσε, και ήξερε καλά ότι δεν έφταιγε το πόσο σφιχτά την κρατούσε, αλλά η δική της αδυναμία. Και ξαφνικά όλα πήραν άλλη τροπή. Ήταν πια πολύ αργά για να αντιδράσει, γιατί το χέρι του κατέβηκε απ’ το στόμα της στην ντελικάτη μέση της και τα δάχτυλά του χάιδεψαν ερεθιστικά το κορμί της πάνω απ’ το λεπτό φόρεμα. Ένιωθε σαν να διαπερνούσε το ρούχο της και να άγγιζε τη γυμνή της σάρκα. Μόνο ο Θεός μπορεί να με βοηθήσει, σκέφτηκε η Σούκι καθώς βυθιζόταν ζαλισμένη στη θύελλα των αισθήσεων, ανήμπορη ν’ αντισταθεί. «Πασκάλ...» ψιθύρισε ξεψυχισμένα. Η μαχητική διάθεση, τα ψέματα και τα πείσματά της είχαν εξαφανιστεί. «Τι;» Η φωνή του ακούστηκε βαθιά, γλυκιά σαν αύρα, απαλή σαν χάδι. «Άφησέ με...» κατάφερε να του πει. «Σε λίγο θα σ’ αφήσω, όσο κι αν δεν το θέλω καθόλου. Είναι κρίμα, γιατί πρέπει να πάρω το αεροπλάνο για Νέα Υόρκη το πρωί, κάρα», είπε. «Αλλά...» συνέχισε, με τη φωνή του ν’ ακούγεται σαν ένα κάλεσμα απ’ τον Παράδεισο «... θα σου αφήσω κάτι δικό μου να με θυμάσαι. Μια γεύση από την ευτυχία που μας περιμένει». Τα μάτια του γυάλιζαν καθώς το στόμα του πλησίασε και σφράγισε τα χείλη της.


Εκείνη προσπάθησε να κάνει αυτό που είχε ορκιστεί λίγο νωρίτερα, που όμως τώρα της φαινόταν αιώνες πριν: να μεταβληθεί σε μια κολόνα πάγου όταν θα την έπαιρνε στην αγκαλιά του. Αλλά μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το απαλό του άγγιγμα την είχε κάνει να λιώσει. Κάτι άλλο που είχε ορκιστεί να κάνει ήταν να κρατήσει τα χείλη της κλειστά, αν εκείνος επιχειρούσε να τη φιλήσει, αλλά κι αυτό αποδείχτηκε αδύνατον, γιατί όταν εκείνος την τράβηξε δυνατά πάνω του, τα χείλη της άνοιξαν τρέμοντας και της ξέφυγε ένας αναστεναγμός. Κι όταν γλώσσα του άρχισε να εξερευνά το στόμα της με πάθος, η Σούκι αφέθηκε χωρίς αντίσταση στην προσδοκία της ηδονής που της υποσχόταν. Ένιωθε σαν να είχε παραλύσει, αλλά προσπάθησε να κρατηθεί. Σκέφτηκε ότι, αφού δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στο φιλί του, ίσως ήταν καλύτερα να κάνει κι εκείνη αυτό που πραγματικά επιθυμούσε. Ανταπέδωσε το φιλί του. Και άφησε τα χέρια της να γλιστρήσουν στην πλάτη του, περνώντας τα δάχτυλα της μέσα απ’ το μαύρο μεταξωτό σακάκι του, ανυπόμονη να νιώσει τη σφιχτή του σάρκα κάτω απ’ τα ρούχα του. Ένας ηδονικός αναστεναγμός τής ξέφυγε καθώς το φιλί του γινόταν όλο και πιο βαθύ. Δεν ήξερε πόση ώρα κράτησε το φιλί του· το μόνο που ήξερε ήταν ότι δεν ήθελε να τελειώσει ποτέ. «Πασκάλ», ψιθύρισε με δυσκολία. Τράβηξε τα χείλη του απ’ τα δικά της και την κοίταξε. Η ανάσα του ήταν βαριά όσο και η δική της. Κοίταξε τα φλογισμένα της μάγουλα, την ασυγκράτητη λάμψη στα μάτια της και τα υγρά της χείλη, που είχαν φουσκώσει από το παθιασμένο φιλί του. Στα χείλη του χαράχτηκε ένα χαμόγελο που δεν ήταν ούτε γλυκό ούτε ευγενικό ούτε χαρούμενο. Ήταν το χαμόγελο του αρσενικού που θέλει να κατακτήσει το θηλυκό. «Ναι», της είπε σχεδόν άγρια, «έπρεπε να σε κάνω δική μου τώρα και να σβήσω αυτή τη φλόγα που μ’ έχει κάψει». Τράβηξε τα χέρια του από πάνω της, κι εκείνη λίγο έλειψε να σωριαστεί μπροστά στα πόδια του. Ο Πασκάλ το κατάλαβε ίσως, γι’ αυτό άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της, σαν να ήθελε να τη συγκρατήσει, αλλά η Σούκι το έσπρωξε αδύναμα και πιάστηκε απ’ την άκρη του καναπέ για να μην πέσει. «Δυστυχώς πρέπει να προλάβω το αεροπλάνο», συνέχισε εκείνος. «Αλλά μπορώ να σου υποσχεθώ ένα πράγμα... Πως όταν τελικά καταφέρω να πλαγιάσω μαζί σου κάποια στιγμή, δεν πρόκειται να φύγω μόλις ξημερώσει. Θα μείνω κοντά σου και θα σου κάνω έρωτα ασταμάτητα, χωρίς τελειωμό, κάρα μία». Και τα λόγια του αντηχούσαν κοροϊδευτικά στ’ αυτιά της την ώρα που εκείνος έβγαινε και έκλεινε αθόρυβα την πόρτα πίσω του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Θεωρητικά, εφόσον ο Πασκάλ έλειπε στη Νέα Υόρκη, η ζωή της Σούκι θα έπρεπε να είναι πιο ήρεμη. Αλλά, φυσικά, η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική. Συνειδητοποιούσε ότι της έλειπε. Μάλιστα, αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της, θα μπορούσε να πει ότι της έλειπε απελπιστικά –όσο κι αν την ενοχλούσε αυτό. Στο διάστημα αυτό έκανε δυο φωτογραφίσεις για τη Φορμιντάμπλ και έπιασε τον εαυτό της να ψάχνει γύρω της με το βλέμμα το στούντιο, σαν να περίμενε κάποια στιγμή να δει το ωραίο μελαχρινό πρόσωπο του Πασκάλ. Έχασε την όρεξή της, δεν είχε διάθεση γι’ αστεία και καμία επιθυμία να ζωγραφίσει. Κοιτάζοντας αφηρημένα απ’ το παράθυρό της ένα ηλιόλουστο πρωινό, τέσσερις μέρες μετά την αναχώρησή του, τηλεφώνησε στην Κίρστι, τη γυναίκα του Πίτερ, να τη ρωτήσει αν θα μπορούσε να βγάλει μια βόλτα τον μικρό της ανιψιό. Αυτό θα έδινε την ευκαιρία στη νύφη της να ξεκουραστεί και θα βοηθούσε την ίδια να βγάλει απ’ το μυαλό της τον Πασκάλ. Το τηλέφωνο στο σπίτι δεν απαντούσε, κι έτσι η Σούκι αποφάσισε να τηλεφωνήσει στο γραφείο του αδελφού της. Κάλεσε στο απευθείας τηλέφωνό του, και παραλίγο να κατεβάσει το ακουστικό όταν άκουσε μια γνώριμη βαθιά φωνή να απαντάει: «Ναι;» Γύρισε από τη Νέα Υόρκη, σκέφτηκε η Σούκι, κι ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά της. Γύρισε και δεν μπήκε στον κόπο να έρθει σ’ επαφή μαζί μου. «Εμπρός;» ακούστηκε πάλι η φωνή του. «Ναι», είπε χαμηλόφωνα η Σούκι, όταν κατάλαβε ότι θα ήταν παιδαριώδες να κλείσει το τηλέφωνο. «Σούκι;» είπε εκείνος αμέσως. «Εσύ είσαι;» «Ναι, εγώ είμαι. Είναι εκεί ο Πίτερ, παρακαλώ;» είπε ψυχρά. «Ναι, εδώ είναι». Ακολούθησε μικρή παύση. «Μπορώ να του μιλήσω;» «Μια στιγμή. Είσαι καλά;» Η φωνή του ακούστηκε σαν να έδειχνε πραγματικό ενδιαφέρον. Σαν να του είχε λείψει, όπως εκείνος είχε λείψει σ’ αυτήν. Αχ, καημένη Σούκι, σκέφτηκε. Εκείνου στη Νέα Υόρκη σίγουρα δε θα του είχε λείψει η συντροφιά των γυναικών. «Μια χαρά είμαι», είπε με επιτηδευμένη ευγένεια. «Εσείς πώς είστε;» Ο Πασκάλ γέλασε, σαν να του φάνηκε αστείος ο επίσημος τρόπος της. «Κουρασμένος. Πολύ κουρασμένος. Είχα πολύ δουλειά στο ταξίδι». Η φωνή του έγινε πιο βαθιά. «Με πεθύμησες;» τη ρώτησε τρυφερά. «Βεβαίως! Όπως επιθυμεί η νύφη την πεθερά!» Εκείνος αντέδρασε γελώντας κοφτά. «Άκουσα απ’ τη Λόμας ότι οι δυο φωτογραφίσεις σου πήγαν πολύ καλά». «Έτσι μου είπαν κι εμένα». «Θέλεις να βγούμε για φαγητό το βράδυ;» τη ρώτησε ξαφνικά. Πολύ θα... θα το ήθελα, ήταν έτοιμη ν’ απαντήσει, αλλά επανέφερε τον εαυτό της στην τάξη και νίκησε τον πειρασμό. Άλλωστε, ήταν αρκετά εύκολο να αντισταθεί όταν δεν ήταν υποχρεωμένη να κοιτάζει μέσα σ’ αυτά τα διαβολικά του μάτια. «Δεν μπορώ», απάντησε ψυχρά. Ένιωσε την απογοήτευση στη φωνή του. «Ραντεβού;» τη ρώτησε απότομα. «Έχω δουλειά», απάντησε η Σούκι αόριστα. «Και είναι δύσκολο να την ακυρώσεις;» τη ρώτησε με τη γνωστή υπεροψία του. «Σου έχει πει όχι ποτέ καμιά γυναίκα μέχρι σήμερα;» τον ρώτησε με δυσπιστία. «Δε νομίζω ότι θα ήθελες ν’ απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση». «Σε τι θα μ’ ενοχλούσε εμένα η απάντησή σου;» του αντιγύρισε ψυχρά. «Η προσωπική σου ζωή δε με αφορά». Εκείνος γέλασε. «Σίγουρα;» «Σίγουρα. Και για να απαντήσω στην ερώτησή σου... Δε θα μπορούσα ποτέ να ακυρώσω το ραντεβού μου», είπε ξερά. «Αυτό θα ήταν πολύ αγενές εκ μέρους μου, δε συμφωνείς;» «Φυσικά. Έχεις απόλυτο δίκιο. Δεν περίμενα να το ακυρώσεις. Θα με απογοήτευες μάλιστα αν το έκανες. Δεν πειράζει. Μπορώ να περιμένω». «Μα μου έχεις πει ότι είσαι ένας πολύ ανυπόμονος άνθρωπος», του υπενθύμισε, και αναρωτιόταν πώς κατάφερνε αυτός ο άντρας να μεταμορφώνει την απειλή σε γλυκιά υπόσχεση. «Το ξέχασες;» «Όχι, δεν το ξέχασα, αλλά μπορεί και να έκανα λάθος. Άρχισα ν’ ανακαλύπτω πολλά πράγματα για τον εαυτό μου που δεν τα ήξερα. Όπως, για παράδειγμα, το πόσο ενδιαφέρον είναι να κοντράρομαι μαζί σου». «Αλήθεια;» παρατήρησε η Σούκι κοροϊδευτικά. «Μπράβο. Τώρα όμως θα ήθελα να μιλήσω στον αδελφό μου, αν δε σε πειράζει!» Στο ακουστικό ήχησε πάλι το γέλιο του. Μπορούσε να τον φανταστεί να σφίγγει θυμωμένα τα ωραία του χείλη. «Βεβαίως. Θα σε συνδέσω αμέσως. Θα σε δω αύριο στην επίδειξη», της είπε διστακτικά. «Καλή διασκέδαση στο ραντεβού σου», συμπλήρωσε με ήρεμη φωνή και έφυγε απ’ τη γραμμή. «Σούκι;» Ήταν η φωνή του Πίτερ. «Γεια σου, Πίτερ, πώς πάνε τα πράγματα;» Ακουγόταν κουρασμένος. «Πολύ καλά», απάντησε με κάποιο δισταγμό. Έπειτα χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του. «Για να είμαι ειλικρινής, είμαι πολύ κουρασμένος. Μην ανησυχείς... Έφυγε απ’ το γραφείο. Αυτός ο παλαβός ο Καλιάντρο το θεωρεί φυσιολογικό ν’ αρχίζεις δουλειά στις οχτώ το πρωί». «Για πολλούς ανθρώπους είναι φυσιολογικό», παρατήρησε η Σούκι αυθόρμητα. «Μα, εγώ είμαι διευθυντής, γλυκιά μου αδερφούλα! Είμαι ο γενικός διευθυντής της εταιρείας!» «Αν η επιχείρησή σου δεν είναι βιώσιμη, ο τίτλος δε σημαίνει τίποτα!» απάντησε η Σούκι ξερά. «Το ξέρω! Το ξέρω», είπε εκείνος αναστενάζοντας. «Μη με μαλώνεις, μικρή μου Σούκι. Χρειάζεται κάποιος χρόνος για να το συνηθίσεις. Για πες μου, τώρα. Τι με ήθελες;» «Πήρα να σε ρωτήσω αν ξέρεις πού είναι η Κίρστι. Έπαιρνα συνέχεια στο σπίτι και δεν απαντούσε». «Έχει πάει τον Τόμπι στο Κέντρο Υγείας...» «Είναι άρρωστος;» «Όχι, μια χαρά είναι. Τον πήγε για μια εξέταση ρουτίνας. Μέχρι τις δέκα θα έχει γυρίσει. Τι τη θέλεις;» τη ρώτησε καχύποπτα. «Πάντως σίγουρα δε σκόπευα να της μιλήσω για σένα! Ήθελα να πάω τον Τόμπι στο ζωολογικό κήπο». «Ω, θα τρελαθεί απ’ τη χαρά του, Σούκι», είπε ο Πίτερ χαρούμενος. «Αλλά και η Κίρστι θα ενθουσιαστεί». «Κι εγώ το ίδιο», είπε η Σούκι γελώντας. «Κι εμένα μ’ αρέσουν τα ζώα, αλλά σπάνια έχω την ευκαιρία να πάω. Χρειάζεσαι ένα παιδί για να δικαιολογήσεις


την αδυναμία σου!» «Αν μάλιστα τον πας με το διώροφο λεωφορείο, θα τον κάνεις παντοτινό σου φίλο! Πάει καιρός που του έχουμε υποσχεθεί μια τέτοια βόλτα». Ύστερα είπε κάτι που η Σούκι δεν το έπιασε. «Δεν κατάλαβα. Τι είπες;» τον ρώτησε. «Α... Τίποτα. Μόλις μπήκε στο γραφείο ο Πασκάλ και του έκανε εντύπωση η συζήτησή μας». «Μπα», είπε κοφτά η Σούκι, νιώθοντας κάποια ζήλια. Ζήλευε επειδή ο αδελφός της μπορούσε να είναι μαζί με τον άντρα τον οποίο εκείνη πίστευε πως μισούσε; Άντε πάλι! «Μμμ», συνέχισε ο Πίτερ, σαν να μην την είχε ακούσει. «Φαίνεται ότι ούτε αυτός έχει μπει ποτέ σε διώροφο λεωφορείο». «Σοβαρά;» είπε η Σούκι ειρωνικά, ελπίζοντας ότι το φώναξε αρκετά δυνατά ώστε να το ακούσει και ο Πασκάλ. Περίμενε μέχρι τις δέκα κι έπειτα τηλεφώνησε στη νύφη της, η οποία ενθουσιάστηκε με την πρότασή της. Η Σούκι φόρεσε βιαστικά ένα παλιό παντελόνι τζιν κι ένα τσαλακωμένο λευκό πουκάμισο που βρήκε μπροστά της, και ήταν έτοιμη να πάρει τον Τόμπι από το καταπράσινο Πρίμροουζ Χιλ, που ήταν το σπίτι τους. «Θεία Σούκι!» ξεφώνισε ενθουσιασμένος ο Τόμπι μόλις μπήκε η Σούκι στο δωμάτιό του, και χώθηκε στην αγκαλιά της. Εκείνη τον σήκωσε ψηλά και τον έσφιξε πάνω της. «Θέλεις να έρθεις μαζί μου στο ζωολογικό κήπο;» τον ρώτησε. «Μεγάλα λιοντάρια;» ρώτησε ο μικρός. «Λιοντάρια και τίγρεις και ελέφαντες και αρκούδες!» «Και φίδια;» ρώτησε εκείνος με λαχτάρα. Η Σούκι αναστέναξε. «Δυστυχώς, ναι, Τόμπι... θα υπάρχουν και φίδια». Ο μικρός έφυγε απ’ την αγκαλιά της και άρχισε να χτυπάει περήφανος το τύμπανό του. «Μοιάζει στον Πίτερ κάθε μέρα και περισσότερο!» είπε στην Κίρστι. «Ο Πίτερ λέει ότι έχει τη μύτη της μητέρας σας», είπε η Κίρστι. «Μμμ...» Η Σούκι έμεινε σκεφτική για λίγο, και μια σκιά θλίψης πέρασε απ’ το πρόσωπό της. «Δεν είναι περίεργο πώς τα οικογενειακά χαρακτηριστικά επανέρχονται απ’ τη μια γενιά στην άλλη; Αλλά ίσως δεν είναι και τόσο περίεργο», πρόσθεσε συλλογισμένη. «Ίσως είναι μια μορφή αθανασίας». Η Κίρστι της έριξε μια απορημένη ματιά. «Σαν να φαίνεσαι πικραμένη, Σούκι. Έχεις τις μαύρες σου;» Η Σούκι προσπάθησε να γελάσει καθώς και πάλι ερχόταν στο μυαλό της η εικόνα του Πασκάλ ως πατέρα ενός τσούρμου δικών της παιδιών. «Όχι, καθόλου. Ο Τόμπι αντιπροσωπεύει λιγάκι για μένα τη μητρότητα, κι αυτό μου είναι αρκετό!» «Εδώ είναι οι πάνες του, το βιβλίο και το κύπελλό του», είπε η Κίρστι την ώρα που της έδινε μια τσάντα που είχε ετοιμάσει. «Θέλεις να πάρεις και το καροτσάκι του;» «Μήπως είναι καλύτερα να το πάρω;» Αφού προχώρησαν με το καροτσάκι γύρω στα εκατό μέτρα, ο ανιψιός της αποφάσισε ότι ήθελε να περπατήσει. Η Σούκι δίπλωσε το καροτσάκι και το μετέφερε στο χέρι της, ενώ ο Τόμπι κρατιόταν πάνω της και περπατούσε με μικρά βηματάκια. Ξαφνικά, όταν τα μάτια της έπεσαν σε μια φιγούρα που στεκόταν στο τέλος του δρόμου και τους παρακολουθούσε, η Σούκι άρχισε να τρικλίζει. Άρχισε να βαδίζει προς το μέρος τους με τα μάτια καρφωμένα στο πρόσωπό της, και η καρδιά της Σούκι χτυπούσε όλο και πιο δυνατά σε κάθε βήμα του που τον έφερνε πιο κοντά της. Ο Πασκάλ φορούσε άσπρο μακό μπλουζάκι και μαύρο τζιν, που τόνιζε τις γραμμές των γοφών του. Τα πρόχειρα ρούχα του τον έκαναν να φαίνεται πιο ανέμελος και πιο νέος. Το μπλουζάκι ήταν κολλημένο σφιχτά στο στήθος του και τόνιζε προκλητικά τους μυς που κρύβονταν αποκάτω. Η Σούκι ένιωσε ταραχή. Ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της και για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, συγκλονισμένη από την παρουσία του. Τέσσερις μέρες, σκέφτηκε, είναι πολύς καιρός. Εκείνος πλησίασε. «Γεια σου», είπε γλυκά. Οι χτύποι της καρδιάς της άρχισαν πάλι ν’ ανεβαίνουν. Ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν όταν τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. «Το ξέρεις», της είπε τρυφερά, «ότι πρώτη φορά βλέπω γυναίκα να κοκκινίζει τόσο εύκολα όσο εσύ;» «Καμιά φορά τα φαινόμενα απατούν», παρατήρησε εκείνη. «Νομίζεις;» Τα μάτια του φωτίστηκαν. «Πες μου λοιπόν, σου έλειψα;» «Εσύ τι νομίζεις;» «Νομίζω ότι σου έλειψα, και μάλιστα πολύ. Πιστεύω ότι τις νύχτες έπεφτες στο κρεβάτι κι έμενες ξάγρυπνη, επειδή δεν μπορούσες να με βγάλεις απ’ το μυαλό σου. Έχω δίκιο;» ρώτησε μαλακά. «Το ξέρω γιατί το ίδιο συμβαίνει και σ’ εμένα, Σούκι». Η Σούκι ένιωσε μικρές σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπό της. Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, να αρνηθεί την αλήθεια στα λόγια του, αλλά ο Τόμπι τη γλίτωσε από το ψέμα που ετοιμαζόταν να πει. Προφανώς ενοχλημένος, επειδή δεν ήταν πια το κέντρο της προσοχής, κοίταξε θυμωμένος τον Πασκάλ. «Ο άνθρωπος του μπαμπά!» φώναξε. Η Σούκι προσπάθησε να φανταστεί τον Πασκάλ σαν άνθρωπο κάποιου άλλου, κι αναρωτήθηκε μήπως τα λόγια του Τόμπι είχαν ενοχλήσει τον παθολογικό εγωισμό του, αλλά τον είδε που γελούσε καθώς έσκυβε να φτάσει στο ύψος του Τόμπι. «Πολύ σωστά», είπε με ύφος πολύ σοβαρό. «Πώς πάει το μεγάλο ξύλινο τρένο σου;» «Πάει βου βου», είπε ο Τόμπι και ενθουσιάστηκε όταν ο Πασκάλ επανέλαβε παραστατικά το θόρυβο του τρένου. Καλά, δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο να μην τα καταφέρνει αυτός ο άνθρωπος; σκέφτηκε η Σούκι. Βέβαια υπάρχει, απάντησε στον εαυτό της νοερά. Το τακτ και η διπλωματία! «Πού πας;» ρώτησε ο Τόμπι. «Άκουσα απ’ τον μπαμπά σου ότι θα πηγαίνατε στο ζωολογικό κήπο και πέρασε απ’ το μυαλό μου ότι δε θα σας πείραζε να έρθω κι εγώ μαζί σας. Μπορώ;» «Ναιιι!» ξεφώνισε ο Τόμπι ενθουσιασμένος. Ο Πασκάλ σηκώθηκε όρθιος και η Σούκι του έριξε μια ματιά αποδοκιμασίας. «Αυτό δεν ήταν σωστό!» διαμαρτυρήθηκε. Ο Πασκάλ ανασήκωσε τους ώμους του κι έκανε έναν αστείο μορφασμό, που έδωσε στο πρόσωπό του μια παιδική έκφραση. «Και ποιος μίλησε για το σωστό; Έχω φοβερή επιθυμία να κάνω μια βόλτα με διώροφο λεωφορείο». Της έριξε μια προκλητική ματιά που την αναστάτωσε. «Μήπως πειράζει εσένα, Σούκι;» «Ακόμη κι αν με πείραζε, θα άλλαζε τίποτα;» Κούνησε το κεφάλι του και πήρε το διπλωμένο καροτσάκι του Τόμπι απ’ τη μασχάλη της. «Απολύτως τίποτα», αποκρίθηκε εύθυμα.


Στο ζωολογικό κήπο ο Πασκάλ πήγε τον Τόμπι στ’ αλογάκια και στο καρουσέλ, που τελευταία είχε ξαναγίνει της μόδας. Μετά έφαγαν χάμπουργκερ κι ύστερα βοήθησαν το φύλακα να ταΐσει με ψάρια τους θαλάσσιους λέοντες. Στη συνέχεια παρακολούθησαν τις τίγρεις που έκοβαν βόλτες πίσω απ’ το φράχτη. Όταν η Σούκι αρνήθηκε να πάει μαζί τους στο τμήμα με τα φίδια, ο Πασκάλ την κορόιδεψε ανελέητα που ήταν τόσο φοβητσιάρα. Η Σούκι σκέφτηκε ότι δε θυμόταν να είχε διασκεδάσει ποτέ τόσο πολύ. Δεν είχε ξαναδεί τον Πασκάλ τόσο ξένοιαστο, και τον παρακολουθούσε με περιέργεια. Ο Τόμπι διάλεξε ένα μεγάλο εντυπωσιακό παγωτό και ο Πασκάλ το πλήρωσε. «Σε λίγο σε βλέπω να του αλλάζεις και τις πάνες», τον πείραξε. Αντί να τον δει ν’ ανατριχιάζει, εκείνος την κοίταξε χαμογελώντας. «Αν θέλεις, τις αλλάζω». «Όχι», του είπε κοφτά. «Δε χρειάζεται». Και βάλθηκε να παρατηρεί τα πολύχρωμα φτερά ενός παπαγάλου, σαν να μην υπήρχε τίποτ’ άλλο γύρω της. Δεν ήταν η στάση του απέναντί της που τη γοήτευε εκείνη τη στιγμή, αλλά η συμπεριφορά του προς τον Τόμπι, που ανέτρεπε την απόφασή της να αντιστέκεται στα συναισθήματά της. Ήταν πολύ δύσκολο να φέρεσαι ψυχρά σ’ έναν άντρα που έδειχνε τόση τρυφερότητα στα παιδιά. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει άλλο την περιέργειά της. «Είσαι πολύ καλός με τα παιδιά», παρατήρησε και στράφηκε προς το μέρος του, εγκαταλείποντας τα φτερά του παπαγάλου. Χλόμιασε όμως όταν μια καινούρια σκέψη ήρθε να ταράξει το μυαλό της. «Δεν έχεις δικά σου παιδιά;» τον ρώτησε πριν καλοσκεφτεί την ερώτησή της. Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Δεν είμαι παντρεμένος», απάντησε αμέσως. «Και λοιπόν;» Το πρόσωπό του έδειξε δυσαρέσκεια. «Είμαι παλαιών αρχών, Σούκι. Δε δέχομαι ότι μπορεί να κάνει κάποιος παιδιά αν δεν είναι παντρεμένος». Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και χαμογέλασε όταν ο Τόμπι προσφέρθηκε να του δώσει λίγο απ’ το παγωτό του. «Κάποια πράγματα που έχω μάθει είναι απ’ την ανιψιά μου. Την κόρη της Φραντσέσκας, την Κλάουντια, που είναι λίγο μεγαλύτερη απ’ τον Τόμπι». «Η Φραντσέσκα έχει κόρη;» αναφώνησε η Σούκι με έκπληξη. Εκείνος τη στραβοκοίταξε. «Δεν καταλαβαίνω πού βλέπεις το περίεργο». «Πριν από λίγες μέρες μου είπες ότι η Φραντσέσκα έχει μια σπουδαία καριέρα...» «Κι αυτά τα δυο είναι ασυμβίβαστα, σωστά;» είπε εκείνος σαρκαστικά. «Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι στην περίπτωση της Φραντσέσκας είναι πράγματι ασυμβίβαστα. Μετά τη γέννα εξακολούθησε να εργάζεται σκληρά, κι έτσι η Κλάουντια μεγαλώνει με τη φροντίδα νταντάδων, που δεν είναι πάντα κατάλληλες». Θεέ μου, είναι τόσο αυταρχικός, τόσο απόλυτος! «Είναι σαν να απορρίπτεις την ιδέα ότι μια μητέρα μπορεί και να εργάζεται», του είπε. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Φοβάμαι πως ναι». Φοβάμαι; Περίεργη η επιλογή αυτής της λέξης. Τα μάτια του έλαμπαν κάτω απ’ τις μεγάλες μαύρες του βλεφαρίδες. «Το ξέρω ότι δεν είναι αυτός ο μοντέρνος τρόπος σκέψης, αλλά εγώ πιστεύω πως τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν με τη φροντίδα των γονιών τους...» «Και, φυσικά, κυρίως απ’ τη μητέρα...» «Πολύ σωστά». Αν ήθελε να είναι απόλυτα ειλικρινής, μέσα της συμφωνούσε μαζί του, αλλά η αντίδρασή της ήταν κυρίως συναισθηματική. Ένιωσε την ανάγκη να υπερασπιστεί την απούσα φιλενάδα της τη Φραντσέσκα. «Δηλαδή μια γυναίκα που μπορεί να έχει ξοδέψει πολλά χρόνια απ’ τη ζωή της για να φτιάξει την καριέρα της, πρέπει να τα εγκαταλείψει όλα, επειδή η φύση μοίρασε τις ορμόνες μ’ αυτό τον τρόπο;» Ανασήκωσε τα φρύδια του και στα χείλη του χαράχτηκε ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Νομίζω ότι υπεραπλουστεύεις τα πράγματα. Η καριέρα μπορεί να περιμένει λίγο...» «Όχι μια καριέρα στο δικό μου επάγγελμα», απάντησε αμέσως η Σούκι, «που βασίζεται στην ηλικία!» Εκείνος μόρφασε. «Όχι. Όχι σ’ ένα επάγγελμα σαν το δικό σου. Αλλά σε άλλα επαγγέλματα μπορεί...» «Αλλά βέβαια αυτό ποτέ δεν ισχύει για έναν άντρα», επέμεινε η Σούκι. Την κάρφωσε με το βλέμμα του. «Όχι. Φυσικά δεν είναι το ίδιο», συμφώνησε εκείνος. «Η διάκριση των ορμονών είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να την αλλάξουμε. Οι γυναίκες κάνουν παιδιά, οι άντρες δεν κάνουν». «Δηλαδή, κατά την άποψή σου, ισότητα μεταξύ των δυο φύλων δεν μπορεί να υπάρξει», τον προκάλεσε η Σούκι. Εκείνος σκούπισε το παγωτό που είχε λερώσει τα δάχτυλα του Τόμπι. «Πιστεύω ότι το καλύτερο είναι να υπάρχει ένας συμβιβασμός μεταξύ των φύλων πάνω στην αντίληψη ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ τους, και να τις αποδέχονται». Η Σούκι άνοιξε την τσάντα που είχε στον ώμο της, πήρε ένα χαρτομάντιλο, έσκυψε, σκούπισε το πιγούνι του Τόμπι και σηκώθηκε πάλι όρθια. «Γι’ αυτό δεν παντρεύτηκες ποτέ;» τον ρώτησε ξαφνικά, όχι χωρίς φόβο για την απάντηση που θα μπορούσε να της δώσει. «Γιατί δε βρήκες μια γυναίκα που να συμφωνεί με τις απόψεις σου επί του θέματος, που πολλοί θα τις χαρακτήριζαν ξεπερασμένες;» Εκείνος στύλωσε το βλέμμα του με ενδιαφέρον σ’ ένα κοπάδι φλαμίνγκο, που τα χρυσά και ροζ φτερά τους έλαμπαν κάτω απ’ τις ακτίνες του ήλιου. «Εννοείς τη σύγκρουση ανάμεσα στην καριέρα και τα μητρικά καθήκοντα;» ρώτησε. «Παραδέχομαι ότι μ’ αρέσει η γυναίκα που έχει κάνει καριέρα και περισσότερο εκείνη που θα την εγκατέλειπε. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα, Σούκι». Γύρισε προς το μέρος της, και η Σούκι είδε τα βάθη των ματιών του να λάμπουν. «Πέρα από το γεγονός ότι η επαγγελματική μου καριέρα δε συμβιβάζεται με την οικογενειακή ζωή, ο άλλος λόγος που δεν παντρεύτηκα είναι ότι δε συνάντησα κάποια γυναίκα που να ήθελα πραγματικά να ζήσω την υπόλοιπη ζωή μου μαζί της». Η Σούκι έσκυψε πάλι να σκουπίσει το πιγούνι του Τόμπι, χωρίς να χρειάζεται, για να αποφύγει τα μάτια του Πασκάλ, έχοντας πλήρη επίγνωση των σημάτων της ευγενικής προειδοποίησης που της έστελνε. Η ανάλυση του Πασκάλ στην πραγματικότητα έθετε τα όρια του είδους των σχέσεων που θα μπορούσαν να έχουν οι δυο τους. Ήταν πολύ πιο ευγενικό που το έθετε έτσι. Τα λόγια του όμως την πλήγωναν, και άρα τη βοηθούσαν να εμμείνει στην απόφασή της να μη δημιουργήσει δεσμό μαζί του. «Πέρασε η ώρα», του είπε. «Πρέπει να γυρίσουμε σπίτι». Δυστυχώς, κατά την επιστροφή τους, εκείνος όχι μόνο έπαιζε και αστειευόταν με τον Τόμπι, αλλά επέμενε φορτικά να τους συνοδεύσει μέχρι το σπίτι, και η Κίρστι τον υποδέχτηκε με πολύ ζεστά χαμόγελα όταν τον είδε στο κεφαλόσκαλο. «Ήρθα απρόσκλητος», της είπε ο Πασκάλ γελώντας. «Τηλεφώνησε ο Πίτερ και μου είπε ότι θα ερχόσουν. Πέρασε μέσα». Εκείνος, προς μεγάλη ενόχληση της Σούκι, δέχτηκε αμέσως την πρόσκληση. Ο επιβλητική παρουσία του Πασκάλ γέμιζε το χώρο, κι εκείνη άρχισε να νιώθει σαν ένα ζωάκι που πιάστηκε σε παγίδα χωρίς να το καταλάβει. Η Σούκι παρατήρησε ότι ο Τόμπι έτριβε τα μάτια του, και το είδε αυτό σαν διέξοδο. «Μπορώ να κάνω ένα μπάνιο τον Τόμπι;» ρώτησε την Κίρστι. Η Κίρστι την κοίταξε με νόημα. «Και το ρωτάς;» είπε γελώντας. Η Σούκι καθυστέρησε όσο μπορούσε με το μπάνιο του Τόμπι. Πλατσούρισαν κι οι δυο μέσα στην μπανιέρα, κυνηγώντας το λαστιχένιο παπάκι του. Τον έλουσε, του βούρτσισε τα δόντια... Του διάβασε και τρία παραμύθια, κι όταν τελικά ο μικρός άρχισε να νυστάζει δεν υπήρχε δικαιολογία για άλλη καθυστέρηση. Δε θα έχει ήδη φύγει τώρα πια ο Πασκάλ; σκέφτηκε.


Αλλά δεν είχε. Καθόταν αναπαυτικά σε μια ωραία πολυθρόνα πίνοντας το σέρι του, δίνοντας πραγματικά την εντύπωση πως ήταν κι εκείνος μέλος της οικογένειας. Η Κίρστι, που του έδειχνε μερικές φωτογραφίες απ’ τη βάπτιση του Τόμπι, ανάμεσα στις οποίες και μια φρικτή φωτογραφία της Σούκι με καπέλο, που την είχαν πείσει να το φορέσει παρά τις αντιρρήσεις της, σήκωσε το κεφάλι της και της χαμογέλασε όταν την είδε να μπαίνει στο δωμάτιο. «Είναι καλά;» ρώτησε η Κίρστι. «Δείχνει να νυστάζει. Του έλουσα και τα μαλλιά». «Τον έλουσες;» ρώτησε η Κίρστι με θαυμασμό. «Πώς μπόρεσες να τον καταφέρεις; Όταν πάω να τον λούσω εγώ σηκώνει το σπίτι με τις φωνές του. Κάθισε να πιεις ένα σέρι. Το αξίζεις!» Η Σούκι δεν ήθελε να δει αυτά τα μαύρα μάτια που την κοιτούσαν με μια αδιόρατη ειρωνεία. «Όχι, ευχαριστώ...» «Άσε τις ανοησίες!» είπε η Κίρστι. «Νομίζω ότι χρειάζεσαι οπωσδήποτε ένα ποτό!» Έπιναν σέρι και συζητούσαν περί ανέμων και υδάτων. Ή μάλλον η Κίρστι και ο Πασκάλ συζητούσαν, ενώ η Σούκι άκουγε σιωπηλή καθώς εκείνος επιστράτευε όλη του τη γοητεία. Σκέφτηκε πως ο Πασκάλ, αν ήθελε, μπορούσε να σε πείσει ότι η μέρα είναι νύχτα. Ακόμη και μέσα στην απογευματινή ηρεμία του καθιστικού της Κίρστι, πίνοντας σέρι, δεν κατάφερνε να μείνει ανεπηρέαστη από την εξωτερική του γοητεία, την καταλυτική ανδροπρέπειά του, που δεν μπορούσε να κρυφτεί κάτω απ’ τους ευγενικούς του τρόπους. Ξανά και ξανά, έπρεπε ν’ αντιστέκεται διαρκώς στην επιθυμία της να τον κοιτάζει με λαχτάρα. Τελικά δεν κατάφερε ν’ αντισταθεί περισσότερο. Την ώρα που ήταν έτοιμος να φύγει, ο Πασκάλ έκανε πάλι την έκπληξη –όπως γινόταν και όλη τη μέρα. Άφησε το άδειο ποτήρι του στο τραπεζάκι και σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα. «Είναι ώρα να φύγω, Κίρστι». Τα μάτια του έλαμπαν όταν κοίταξε τη Σούκι. «Θέλεις να σε πάω κάπου;» Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι, ευχαριστώ. Θα μείνω λίγο ακόμη». «Αλήθεια;» Ο τόνος της φωνής του ήταν ελαφρά ειρωνικός. «Μην καθυστερήσεις όμως πολύ, θ’ αργήσεις στο ραντεβού σου». Το ραντεβού της; Της χαμογέλασε κοροϊδευτικά όταν την είδε να τον κοιτάζει έκπληκτη. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι εκείνη να καθαρίσει το μυαλό της και να θυμηθεί. Μα βέβαια! Όταν της είχε ζητήσει να δειπνήσει μαζί του, του είχε πει ψέματα πως είχε ραντεβού το βράδυ. «Ξέρεις... το ραντεβού σου», της υπενθύμισε ψυχρά. «Μη μου πεις ότι ξέχασες το ραντεβού σου, Σούκι». «Ό... Όχι. Δεν το ξέχασα». Η Κίρστι συνόδευσε τον Πασκάλ ως την έξοδο. Όταν ξαναγύρισε, εξακολουθούσε να χαμογελά. «Ω, τον συμπαθώ πολύ αυτό τον άνθρωπο!» είπε με ενθουσιασμό. «Είναι η δεύτερη φορά που τον βλέπω», εξομολογήθηκε, «αλλά νομίζω ότι είναι πολύ γοητευτικός». Αναστέναξε και συνέχισε: «Μας πήγε για γεύμα σ’ ένα καταπληκτικό εστιατόριο, με θέα στο Χάιντ Παρκ. Είχαμε και τον Τόμπι μαζί. Έπαιζε συνέχεια μαζί του. Λένε ότι οι Ιταλοί είναι πολύ καλοί με τα παιδιά. Ξέρω ότι είναι Ιταλός, αλλά μ’ αυτή την προφορά που έχει, δεν μπορείς να ’σαι τόσο σίγουρη. Εσύ τι λες;» «Πράγματι», είπε η Σούκι κοφτά, ευχόμενη να σταματούσε κάποια στιγμή η Κίρστι τα εγκώμια. Η Κίρστι της έριξε μια ερευνητική ματιά και η Σούκι καταλάβαινε πως δε θα άντεχε την ανάκριση, ή μάλλον ήξερε ότι δε θα μπορούσε να πει ψέματα. «Πώς πάν’ τα πράγματα;» ρώτησε ξαφνικά την Κίρστι σε εύθυμο τόνο. «Γενικά». Η Κίρστι της έριξε μια ματιά που έλεγε πολλά. «Γενικά; Καλά. Αλλά και ειδικά πάνε υπέροχα. Θα μπορούσα να τον φιλήσω αυτό τον άνθρωπο, τον Πασκάλ Καλιάντρο. Απ’ τη στιγμή που ανέλαβε ο ίδιος την επιχείρηση, ο Πίτερ έγινε άλλος άνθρωπος. Βέβαια γκρινιάζει καμιά φορά, αλλά δουλεύει σκληρά και φαίνεται να κέρδισε πάλι τον αυτοσεβασμό του. Και κάτι ακόμη: όταν τελειώνει τη δουλειά, έρχεται κατευθείαν σπίτι, σ’ εμένα, και δεν τριγυρνάει σ’ εκείνα τα μπαρ με τους γιάπηδες!» Το πρόσωπό της κοκκίνισε απ’ τον ενθουσιασμό. Ξαφνικά έδειχνε πιο νέα και πιο όμορφη. «Ποτέ δεν ήμασταν σε τόσο καλή φάση όσο είμαστε αυτό τον καιρό. Και τώρα που κατάφερες ν’ αλλάξεις το θέμα της συζήτησης, πες μου ένα πράγμα... Έχεις όντως ραντεβού απόψε;» Η Σούκι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Όχι». «Τότε γιατί δε δέχτηκες να σε πάει σπίτι σου ο Πασκάλ;» «Γιατί δεν ήθελα να με πάει». «Έτσι, ε; Γιατί, τι κακό έχει ο σινιόρ Καλιάντρο;» «Δεν είναι ο τύπος μου». «Άσ’ τα αυτά!» είπε η Κίρστι εύθυμα. «Αυτός είναι ο τύπος όλων των γυναικών! Και είναι ολοφάνερο ότι λιώνει για σένα!» «Κάνεις λάθος», είπε η Σούκι. «Απλώς θέλει να με ρίξει στο κρεβάτι του». Η Κίρστι χαχάνισε. «Και πού βρίσκεις το κακό; Εντέλει όλοι οι άντρες το ίδιο θέλουν, και υποθέτω ότι και οι περισσότερες γυναίκες το κάνουν ευχαρίστως». «Αυτό είναι το πρόβλημα», είπε η Σούκι αναστενάζοντας. «Εγώ δε θέλω να είμαι σαν τις περισσότερες γυναίκες». Η Κίρστι την κοίταξε με κατανόηση. «Μάλιστα, τώρα καταλαβαίνω», είπε αργά, τονίζοντας τις λέξεις. «Μιλάμε για αποκλειστικότητα, έτσι, Σούκι; Ένας άντρας-μία γυναίκα;» Ακριβώς αυτό ήταν. Με λίγες λέξεις η Κίρστι χτύπησε ακριβώς στο στόχο. Αυτό που η Σούκι προσπαθούσε ν’ αρνηθεί ότι ήθελε από τον Πασκάλ Καλιάντρο, από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε. Ένας άντρας-μία γυναίκα. Και γι’ αυτό υπήρχε μόνο μία λέξη. Γάμος. Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά «Και πώς ξέρεις ότι δε θέλει κι εκείνος το ίδιο;» επέμεινε η Κίρστι. Η Σούκι θυμήθηκε τι της είχε πει στο ζωολογικό κήπο, για τις γυναίκες που τον συγκινούσαν. Τη δήλωσή του ότι δεν είχε ακόμη συναντήσει τη γυναίκα της ζωής του. Πιο ξεκάθαρη δήλωση δε γινόταν! «Μου το είπε», απάντησε κοφτά. Τελικά μάλλον τα κατάφερε να ξεφύγει απ’ την Κίρστι χωρίς να βάλει τα κλάματα, όταν όμως ξαναγύρισε σπίτι της, αποφάσισε να κάνει ένα δώρο στον εαυτό της: να τον περιλούσει με όλες τις βρισιές του κόσμου και να συγκρατηθεί για να μην ξεσπάσει σε λυγμούς. Κι αυτό επειδή το πρωί ήταν η επίδειξη για τα μεϊκάπ της εταιρείας, και δεν έπρεπε να είναι πρησμένα τα μάτια της. Για πολλοστή φορά τον τελευταίο καιρό, την πήρε ο ύπνος με τη σκέψη ότι είναι παράλογο να ακολουθείς μια καριέρα που βασίζεται σε κάτι τόσο επουσιώδες όσο είναι η ομορφιά.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Το άλλο πρωί, φορώντας μπλε σορτσάκι κι ένα μπλε μακό μπλουζάκι με το σήμα «C’est Formidable» γραμμένο με χρυσά γράμματα στο στήθος, η Σούκι μπήκε στην τεράστια αίθουσα του ξενοδοχείου Γκραντσέστερ, όπου θα γινόταν η επίδειξη. Η αίθουσα ήταν γεμάτη καθρέφτες. Το πρώτο πρόσωπο που είδε ήταν ο Πασκάλ –ή μάλλον το μόνο πρόσωπο που είδε. Ο χώρος ήταν γεμάτος κόσμο, αλλά τα δικά της μάτια έβλεπαν μόνο το μελαχρινό αλαζονικό πρόσωπό του, σαν να ήταν γραφτό της να βλέπει μόνο εκείνον. Οι ματιές τους συναντήθηκαν. Το βλέμμα του ήταν ερευνητικό, και το δικό της... τι ήταν; Ω Θεέ μου, τι ήταν; Πόσα του αποκάλυπτε για τον εαυτό της; Κατάλαβε άραγε εκείνος πως, το γεγονός ότι τον έβλεπε ξανά έδινε πνοή στα συναισθήματά της; Κατάλαβε άραγε πως όταν είδε τη Στέισι Λόμας στο πλάι του ένιωσε μια πρωτόγονη ζήλια να την πλημμυρίζει, που την έκανε να θέλει να ουρλιάξει; Εκείνος έγνεψε καταφατικά και χαμογέλασε με κάτι που του είπε η Στέισι. Έπειτα προχώρησε προς το μέρος της. «Γεια σου, μπέλα», της είπε γλυκά. «Πασκάλ», είπε και έκλινε ευγενικά το κεφάλι της. «Κοιμήθηκες καλά;» τη ρώτησε. «Φυσικά και κοιμήθηκα καλά», είπε ψέματα. «Τι σ’ έκανε να σκεφτείς πως δεν κοιμήθηκα καλά;» «Αυτά εδώ», είπε εκείνος, και με το δάχτυλό του άγγιξε απαλά την ευαίσθητη επιδερμίδα κάτω απ’ τα μάτια της. «Υπάρχουν μαύροι κύκλοι που δεν κατάφερες να καλύψεις με το μεϊκάπ...» «Ω Θεέ μου!» Ακόμη και η εμφάνισή της άρχιζε να επηρεάζεται. Αν συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση, σύντομα θα έμενε άνεργη! «Και οι φωτογραφίες;» ρώτησε ανήσυχη. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του καθησυχαστικά. «Μην ανησυχείς. Θα καλυφθούν με τα φώτα. Δε νομίζω να προσέξει κανένας τίποτα. Εκτός από μένα, βέβαια», είπε τρυφερά, και της έστειλε ένα γοητευτικό χαμόγελο. Η Σούκι ένιωθε ρίγη σ’ όλο της το κορμί. Την έπιανε ζάλη και μόνο που ήταν δίπλα του, και σκέφτηκε πως έπρεπε να απομακρυνθεί γρήγορα, πριν κάνει καμιά ανοησία και του πει ότι δεχόταν να τον παντρευτεί. «Συγνώμη, Πασκάλ, νομίζω ότι είναι έτοιμοι για τη φωτογράφιση». «Περίμενε». Τη σταμάτησε πιάνοντας το μπράτσο της. «Έλα να φάμε μαζί μετά τη φωτογράφιση». «Όχι», απάντησε εκείνη απότομα. «Γιατί όχι;» της είπε κοροϊδευτικά. «Με φοβάσαι;» Όχι απλώς τον φοβόταν –ήταν τρομοκρατημένη! Άνοιξε το στόμα της κάτι να πει, αλλά εκείνος τη σταμάτησε με μια κίνηση του κεφαλιού του. «Ας σταματήσουμε πια αυτό το παιχνίδι, Σούκι», της είπε τρυφερά. «Έχω μια σοβαρή πρόταση που θέλω να την ακούσεις». Τα όμορφα μαύρα μάτια του την ανάγκασαν να τον κοιτάξει, και η Σούκι δεν ήταν τόσο δυνατή ώστε να μπορεί ν’ αντισταθεί σ’ αυτό το βλέμμα. Η έκφραση των ματιών του τη μαγνήτιζε. «Τι πρόταση;» ψιθύρισε. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι τώρα. Σε περιμένουν για τη φωτογράφιση. Ας πάμε μετά να φάμε μαζί». «Πες μου, Πασκάλ, γιατί να πάμε;» του είπε ήρεμα. «Γιατί το θέλουμε κι οι δυο», είπε εκείνος χαμογελαστός. «Και γιατί θέλω να σου μιλήσω. Αν σου υποσχεθώ ότι σε όλη τη διάρκεια του γεύματος θα είμαι πολύ κύριος;...» «Να το δω και να μην το πιστέψω», είπε η Σούκι κοροϊδευτικά. «Θα έρθεις λοιπόν... Τώρα πάμε, γιατί έρχεται η Στέισι προς το μέρος μας». Ήταν περασμένες δώδεκα όταν τελείωσε η φωτογράφιση, και η Σούκι είχε αρχίσει να μετανιώνει που συμφώνησε να βγει μαζί του για φαγητό. Ξέχασε όμως όλες της τις επιφυλάξεις όταν εκείνος τη συνόδευσε στο ασανσέρ. «Πού θα πάμε;» τον ρώτησε τη στιγμή που εκείνος πατούσε το κουμπί. «Στη σουίτα μου». Το θράσος του δεν είχε όρια. Ήταν αναίσχυντος. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Αν νομίζεις ότι θα πλησιάσω εγώ στη...» «Σούκι;» τη διέκοψε εκείνος αυστηρά. «Τι;» «Δε σου έδωσα το λόγο μου; Αν σταματήσεις να βγάζεις διάφορα αυθαίρετα συμπεράσματα και κάτσεις να σκεφτείς σοβαρά, θα συμφωνήσεις μαζί μου ότι είναι το ιδανικότερο μέρος. Έχει και υπέροχη θέα, όλο το Λονδίνο στα πόδια σου. Θέλω να είμαστε μόνοι όταν θα σου μιλήσω». Έριξε μια σύντομη ματιά στα ρούχα της. «Άλλωστε δε νομίζω ότι θα ήθελες να πας σ’ ένα εστιατόριο ντυμένη έτσι». Είχε ξεχάσει εντελώς ότι φορούσε τα ρούχα της εταιρείας. Έριξε μια ματιά και είδε το σήμα της Φορμιντάμπλ τυπωμένο στο στήθος της φαρδιά πλατιά. Δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει έτσι! Ο Πασκάλ αναστέναξε. «Αλλά, αν τελικά δεν μπορείς να με εμπιστευτείς, δεν είναι δύσκολο να πάμε στην μπουτίκ του ξενοδοχείου και να φορέσεις κάτι πιο κατάλληλο πριν κατέβουμε στο εστιατόριο. Αν δε θέλεις ούτε αυτό, πάμε στο σπίτι σου και θα σε περιμένω ν’ αλλάξεις». Έριξε μια ματιά στο ολόχρυσο ρολόι του. «Έτσι όμως θα μείνεις νηστική, και νομίζω ότι σου χρειάζεται φαγητό. Έχεις χάσει αρκετό βάρος την τελευταία εβδομάδα». «Φυσικό είναι», παρατήρησε η Σούκι. «Και δεν είσαι η μόνη», συμπλήρωσε εκείνος. «Βλέπεις, έχω χάσει κι εγώ την όρεξή μου». Είδε πως τον κοιτούσε με ύφος κυνικό. «Δε με πιστεύεις; Κοίτα...» Έβαλε το χέρι του στο επίπεδο στομάχι του, και η Σούκι ξεροκατάπιε. Αυτό μας έλειπε τώρα! Να μας κάνει ο Πασκάλ, επίδειξη των σωματικών του προσόντων! «Εντάξει, σε πιστεύω», του είπε βιαστικά. Απ’ ό,τι φαινόταν, υπήρχε ιδιαίτερο ασανσέρ για τη σουίτα του Πασκάλ, και όταν έφτασαν στο δέκατο όγδοο όροφο η Σούκι κατάλαβε το λόγο. Βγήκαν απευθείας σ’ ένα χώρο τεράστιο, στρωμένο με λευκή μοκέτα. Ο Πασκάλ είδε την έκπληξή της όταν της έδειξε με το χέρι να περάσει σ’ ένα από τα δωμάτια όπου έμπαινες από τον κεντρικό διάδρομο. «Είναι εντυπωσιακό, έτσι;» της είπε χωρίς έπαρση καθώς εκείνη τον ακολουθούσε στο δωμάτιο όπου υπήρχε ένα τραπέζι στρωμένο με εξαιρετική πολυτέλεια. «Είδες τι εννοούσα όταν σου έλεγα για υπέροχη θέα;» Ασφαλώς είδε. Ήταν συγκλονιστική. «Είναι... καταπληκτικό», είπε κοιτάζοντας το Μπιγκ Μπεν, τόσο κοντά που μπορούσε να διαβάσει καθαρά τους αριθμούς. «Πέρασε και θα σου φτιάξω ένα ποτό», είπε εκείνος. Στο τραπέζι με το δαμασκηνί τραπεζομάντιλο ήταν τοποθετημένα ασημένια μαχαιροπίρουνα και κρυστάλλινα ποτήρια. Στο κέντρο του τραπεζιού υπήρχε


μια μεγάλη ανθοδέσμη με ροζ τριαντάφυλλα και ανάμεσά τους κεριά. Στύλωσε τα φωτεινά της μάτια πάνω του συνοφρυωμένη. «Αυτό το τραπέζι έχει ετοιμαστεί με πολύ μεγάλη φροντίδα». Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Ε... ναι...» «Ήσουν πραγματικά τόσο σίγουρος ότι θα συμφωνούσα να γευματίσω μαζί σου;» Δε φάνηκε να ενοχλείται από την επιθετικότητά της. «Δε στοιχηματίζω ποτέ, Σούκι», είπε χαμογελώντας. «Δεν ήμουν απόλυτα βέβαιος... αλλά ας πούμε ότι ήμουν σχεδόν σίγουρος». «Έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου», είπε εκείνη ήρεμα, κι ο Πασκάλ γέλασε. «Το ξέρω. Τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό;» «Απολύτως τίποτα», είπε η Σούκι αγριεμένη. «Γιατί άλλαξα γνώμη για το γεύμα...» «Σούκι», τη διέκοψε τρυφερά. «Συγνώμη, ήμουν πολύ τολμηρός. Σε παρακαλώ... Μείνε». Η Σούκι ήθελε να φύγει, αλλά τα πόδια της δεν υπάκουαν στις εντολές της. Αντίθετα, σαν πρόβατο επί σφαγή, κάθισε στην καρέκλα που της προσέφερε. «Θέλεις λίγο κρασί;» τη ρώτησε την ώρα που έπαιρνε τη θέση του απέναντί της. Ήταν έτοιμη να του πει όχι, γιατί το κρασί μεσημεριάτικα της έφερνε ύπνο. Αλλά ήταν η πρώτη φορά στη ζωή της που χρειαζόταν τόσο πολύ ένα ποτό. «Ναι, ευχαριστώ», του είπε ευγενικά. Γέμισε τα ποτήρια τους με Σαμπλί, απ’ το μπουκάλι που πάγωνε στη σαμπανιέρα. Η Σούκι ρούφηξε το παγωμένο κρασί και ένιωσε αμέσως να χαλαρώνει. Έπειτα άφησε το ποτήρι της στο τραπέζι και τον κοίταξε ερευνητικά. «Λοιπόν, Πασκάλ, για ποιο πράγμα θέλεις να μου μιλήσεις;» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι ακόμη. Να φάμε πρώτα», είπε επιτακτικά. Έχοντας χάσει την όρεξή της όλες αυτές τις μέρες, η Σούκι πίστευε πως δε θα μπορούσε να φάει τίποτα. Αλλά όταν είδε τις καθαρισμένες λαχταριστές γαρίδες, τις λεπτές φέτες του καπνιστού σολομού και τις πολύχρωμες σαλάτες, ένιωσε πραγματική πείνα. Σε όλη τη διάρκεια του γεύματος, ο Πασκάλ της μιλούσε για τη Φράνκλιν Μότορς και ειδικά για τη συμφωνία που είχε κάνει πρόσφατα στη Νέα Υόρκη. Και παρ’ ότι η Σούκι ήταν εντελώς άσχετη στα οικονομικά, εκείνος της εξηγούσε τόσο υπομονετικά και με τόσο απλούς όρους, που στο τέλος ένιωσε τέτοια αυτοπεποίθηση ώστε θα μπορούσε βγαίνοντας απ’ το ξενοδοχείο να πάει στο χρηματιστήριο να παίξει! Είχε φάει τις μισές της φράουλες, γαρνιρισμένες με χυμό βατόμουρου, όταν σήκωσε το βλέμμα της και τον έπιασε να την κοιτάζει. Οι φράουλες ξαφνικά έχασαν όλη τη γοητεία τους. Η Σούκι κατέβασε βιαστικά το κουτάλι απ’ το στόμα της. «Πάμε να πιούμε τον καφέ μας στο καθιστικό», πρότεινε ο Πασκάλ. «Θα είμαστε πιο άνετα εκεί». Το καλό φαγητό και το κρασί έκαναν τη Σούκι να νιώθει πολύ όμορφα. Κάθισε σ’ ένα μεγάλο λευκό καναπέ, με τον αχνιστό μυρωδάτο καφέ στο τραπεζάκι μπροστά της, παρακολουθώντας τον Πασκάλ να διασχίζει το δωμάτιο αθόρυβα με τη χάρη μιας τίγρης την ώρα που ετοιμάζεται να επιτεθεί στο θήραμά της. «Πρέπει να σου ζητήσω συγνώμη», της είπε εκείνος ξαφνικά. Ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε ν’ ακούσει απ’ το στόμα του. «Αλήθεια;» του είπε ξαφνιασμένη. «Για ποιο πράγμα;» «Για τον τρόπο που σου έχω φερθεί. Για τις προσβολές. Για τις απειλές. Και επειδή δε σε πίστευα, όταν εσύ μου έλεγες την αλήθεια». Η Σούκι αναρωτιόταν ποια συγκεκριμένη αλήθεια είχε στο μυαλό του και τον κοίταξε με έκπληξη. «Και ποιος ο λόγος που άλλαξες έτσι ξαφνικά;» «Μίλησα με τον Σαλβατόρε όταν ήμουν στη Νέα Υόρκη». «Και λοιπόν;» Στα χείλη του φάνηκε ένα περίεργο χαμόγελο. «Με έπεισε ότι η σχέση σου μαζί του ήταν καθαρά επαγγελματική. Ότι απλώς είχες προσφερθεί να του ράψεις το σκίσιμο στο παντελόνι του». Η Σούκι για μια στιγμή κράτησε την ανάσα της. «Μα αυτό σου το είχα πει! Κι εσύ δε με πίστεψες!» Δάγκωσε τα χείλη του νευρικά. «Το ξέρω. Είχα άδικο». «Κι αυτό είναι όλο;» τον ρώτησε δύσπιστα. «Γι’ αυτό όλη αυτή η σκηνοθεσία, το γεύμα και η ωραία θέα; Για να μου πεις αυτό;» «Όχι, δεν είχα μόνο αυτό να σου πω», ψιθύρισε και κάρφωσε το βλέμμα του πάνω της. «Φοβάμαι ν’ αρχίσω, κάρα». Η Σούκι έγειρε πίσω στον καναπέ και τον κοίταξε επίμονα. «Αλήθεια;» «Πώς θα ’λεγες ότι τα πήγαμε εμείς οι δυο χθες;» τη ρώτησε ξαφνικά. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της με απορία. «Χθες;» «Στο ζωολογικό κήπο. Νομίζεις ότι τα πήγαμε καλά;» Η Σούκι τον κοίταξε μπερδεμένη. «Θέλω να είσαι ειλικρινής», επέμεινε εκείνος. «Ε... τι...» Δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί ότι πέρασαν καλά. Αν ήθελε να είναι ειλικρινής. «Ναι», κατάφερε τελικά να πει. «Ναι, έτσι νομίζω». Ο Πασκάλ χαμογέλασε. Τα σκληρά χαρακτηριστικά του πήραν μια γλυκιά έκφραση. «Ναι, τα πήγαμε καλά. Έτσι νομίζω κι εγώ. Διασκέδασα πραγματικά, όσο δεν είχα διασκεδάσει ποτέ». «Δεν είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνω πού θέλεις να καταλήξεις», είπε η Σούκι. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι είχε καταλάβει, και η δυσαρέσκεια σίγουρα φαινόταν στο πρόσωπό της. «Τι προσπαθείς να μου πεις;» «Θέλω να ρωτήσεις τον εαυτό σου, Σούκι, τι κερδίζεις με την άρνησή σου να αναγνωρίσεις την έλξη που υπάρχει ανάμεσά μας. Γιατί το πολεμάς αυτό; Γιατί πολεμάς εμένα; Γιατί πολεμάς εμάς τους δυο;» είπε βραχνά. Η Σούκι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Μα, δεν υπάρχει εμάς, Πασκάλ». «Δεν υπάρχει; Αν μου πεις ότι δε με σκέφτεσαι κάθε λεπτό, θα σε πω ψεύτρα», είπε και σήκωσε το χέρι του να τη σταματήσει όταν προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί. «Δεν είναι ντροπή να το παραδεχτείς», πρόσθεσε και συνέχισε: «Εγώ το παραδέχομαι, και για μένα αυτό, αυτή η εμμονή, είναι κάτι ασυνήθιστο. Με πιστεύεις;» «Ω, βέβαια, σε πιστεύω», του απάντησε ψυχρά. «Αυτό συμβαίνει επειδή δε σου παραδόθηκα. Είσαι συνηθισμένος να παίρνεις αυτό που θέλεις στη ζωή σου όποτε το θέλεις. Τώρα βρήκες κάτι που όσο δεν μπορείς να το έχεις τόσο περισσότερο το θέλεις. Αν έπεφτα μαζί σου στο κρεβάτι σήμερα το απόγευμα, αύριο κιόλας θα με είχες ξεχάσει». «Όχι! Δεν είν’ έτσι! Πώς μπορεί να είναι έτσι, αφού δε σ’ έχω βγάλει απ’ το μυαλό μου εφτά χρόνια τώρα;» Η Σούκι αναστέναξε κι έκανε μια νευρική κίνηση με το κεφάλι, προσπαθώντας να μη δώσει βάση στα λόγια του. «Σε θέλω, Σούκι, όσο δε θέλησα ποτέ στη ζωή μου άλλη γυναίκα». «Κι εγώ υποτίθεται ότι πρέπει τώρα να σ’ ευχαριστήσω γι’ αυτή την εντυπωσιακή δήλωσή σου;» Κούνησε το κεφάλι του δυσαρεστημένος. «Δε σου ζήτησα κάτι τέτοιο». «Τότε τι; Τι ζητάς;» Ανασήκωσε τους ώμους του με κάποια νευρικότητα, όπως έκανε πάντα όταν προσπαθούσε να εκφράσει τα αισθήματά του με λόγια. «Όλη αυτή την ιστορία τη χειρίστηκα λάθος, το αναγνωρίζω. Ήμουν σκληρός, εγωιστής, έως και αγενής, όταν σου πρότεινα να γίνεις ερωμένη μου. Ακόμα και η ίδια η λέξη ήταν


προσβλητική. Αλλά πώς μπορώ να το ονομάσω, Σούκι; Πώς να το πω; Σχέση; Πώς το θέτουν συνήθως οι εραστές σου;» Μ’ αυτές τις τελευταίες λέξεις τα κατέστρεψε όλα. Οι εραστές της! Θεέ μου! Πολύ θα το διασκέδαζε αν μάθαινε ότι δεν υπήρξε ποτέ κανένας άντρας στη ζωή της! Ούτε ένας! Αυτό όμως δε θα τροφοδοτούσε ακόμη περισσότερο τον υπέρμετρο εγωισμό του; Η Σούκι έδεσε τα χέρια στο στήθος και τα έσφιξε δυνατά για να μη δει ο Πασκάλ ότι έτρεμε απ’ το θυμό. Το γεγονός ότι προσπαθούσε να καλύψει την επιθυμία του να τη ρίξει στο κρεβάτι του κάνοντάς της πρόταση να δημιουργήσουν μια σχέση την ενόχλησε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο της είχε πει μέχρι τώρα. Τουλάχιστον όταν της ζήτησε να γίνει ερωμένη του ήταν πιο ευθύς. Τι υποκριτής που ήταν! «Μια σχέση;» επανέλαβε οργισμένη. «Δεν είμαι σίγουρη τι εννοείς ακριβώς. Μήπως μπορείς να μου το εξηγήσεις; Πόσο συχνά θα βλεπόμαστε;» Η Σούκι είδε μια λάμψη θριάμβου στα μάτια του. Εκείνος νόμιζε ότι είχε νικήσει. «Όσο μας επιτρέπουν οι δουλειές μας. Όπως ξέρεις, εγώ απουσιάζω συχνά, συνεπώς οι συναντήσεις μας θα είναι κάπως ακανόνιστες. Βέβαια τώρα που συνδέεσαι επαγγελματικά με τη Φορμιντάμπλ θα είναι σχετικά εύκολο να κανονίζουμε να βλεπόμαστε. Αλλά μπορείς να φανταστείς πόσο δύσκολο θα ήταν αν έτρεχες με το αεροπλάνο απ’ το ένα μέρος στο άλλο;» Αυτός ο άνθρωπος είναι τόσο ψυχρός, σκέφτηκε έξαλλη. Της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Κι ύστερα τον είδε να χαμογελάει. Είχε το θράσος να χαμογελάει! Και, ακόμη χειρότερα, το χαμόγελό του δήλωνε ικανοποίηση, έδειχνε πως είχε την πεποίθηση ότι πήρε αυτό που ήθελε. Εκείνη! «Πες μου κάτι», είπε η Σούκι, διαλέγοντας με προσοχή τις λέξεις της, «έχεις ερωμένες σε όλες τις μεγάλες πόλεις;» Εκείνος έδειξε ενοχλημένος. «Εγώ θα είμαι το κορίτσι σου στο Λονδίνο;» συνέχισε η Σούκι ψυχρά. «Κι αν ισχύει αυτό, θα είμαι η μοναδική εδώ ή θα σε μοιράζομαι και με άλλες; Υποθέτω ότι μάλλον η Στέισι πρέπει να απολυθεί». Ο θυμός στο πρόσωπό του ήταν τόσο έντονος και απειλητικός, που υπό κανονικές συνθήκες η Σούκι θα έπρεπε να τρομάξει, αλλά ασφαλώς αυτή τη στιγμή οι συνθήκες δεν ήταν κανονικές. «Τι είπες;» τη ρώτησε με προσποιητή ηρεμία. Όμως ο δικός του θυμός δεν ήταν τίποτα μπροστά στη δική της οργή. «Αναρωτιέμαι μήπως αυτό θα μπορούσε να ενοχλήσει τη Στέισι», συμπλήρωσε η Σούκι. «Τη Στέισι;» Είπε το όνομα σαν να το άκουγε για πρώτη φορά. «Μάλιστα, τη Στέισι! Δεν ξέρω πόσο μοντέρνος είσαι εσύ, αλλά εγώ φοβάμαι πως δε θα μπορούσα να ανεχτώ κάποιο ερωτικό τρίγωνο...» «Τρίγωνο; Για τέτοιο άνθρωπο με περνάς;» ξέσπασε εκείνος. Τον είχε δει πολλές φορές θυμωμένο, αλλά τώρα τα μάτια του πετούσαν φωτιές. «Για κάποιον που τρέχει απ’ τη μια γυναίκα στην άλλη;» «Κι εσύ τέτοιο είδος γυναίκας νομίζεις πως είμαι;» αντεπιτέθηκε εκείνη. «Μια γυναίκα που δέχεται αδιαμαρτύρητα τέτοιου είδους προτάσεις; Απορώ πώς δεν έβαλες το δικηγόρο σου να φτιάξει συμφωνητικό με όλους τους όρους σου!» Σηκώθηκε όρθια τρέμοντας. «Λυπάμαι, αλλά η απάντησή μου είναι όχι. Και τώρα νομίζω ότι είναι καλύτερα να φύγω, πριν πούμε τίποτα πιο σκληρό». Αμέσως σηκώθηκε και ο Πασκάλ. Η ένταση και ο θυμός εξαφανίστηκαν απ’ το πρόσωπό του. Η Σούκι δεν μπορούσε να διαβάσει τίποτε στο ανέκφραστο πρόσωπό του. «Εντάξει», είπε. «Θα σε συνοδεύσω». Εκείνη ένιωσε απογοήτευση που την άφηνε να φύγει τόσο εύκολα, χωρίς ν’ αντιδράσει. Ποτέ δε θα με παρακαλούσε να μείνω, σκέφτηκε με την καρδιά πληγωμένη. Είναι πολύ περήφανος για να κάνει κάτι τέτοιο. «Μην ενοχλείσαι...» «Είπα ότι θα σε συνοδεύσω», παρατήρησε εκείνος με απειλητικά μελιστάλαχτο τόνο. Έμειναν κι οι δυο αμίλητοι καθώς διέσχιζαν τον κεντρικό διάδρομο. Όταν έφτασαν στο ασανσέρ, της άνοιξε την πόρτα και γύρισε προς το μέρος της, ενώ τα μάτια του την κάρφωναν επίμονα. «Αντίο, Πασκάλ», είπε η Σούκι τρέμοντας, μισώντας αυτή τη μικρή λέξη που σηματοδοτούσε το τέλος και ξέροντας από ένστικτο ότι, απ’ τη στιγμή που θα έβγαινε έξω απ’ αυτή την πόρτα, εκείνος δε θα έτρεχε ξανά πίσω της. «Αντίο, Σούκι», είπε εκείνος. Υπήρχε πολλή πίκρα στον τρόπο που εξέφερε τις δυο αυτές λέξεις, και για μια στιγμή η Σούκι δίστασε, αλλά συγκράτησε τα συναισθήματά της, ξέροντας ότι έπρεπε να φύγει, συγχρόνως όμως γεμάτη φόβο γι’ αυτή τη στιγμή. Ο Πασκάλ έμεινε ακίνητος, όπως ακίνητη είχε μείνει κι εκείνη, σαν να ήθελε να παρατείνει αυτή την τελευταία στιγμή. Στα μάτια του υπήρχε μια σκιά και στην ατμόσφαιρα επικρατούσε ένταση. Η Σούκι είδε μια φλέβα να χτυπάει στον κρόταφό του, και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Στο πρόσωπό του απλώθηκε ηρεμία και στα μάτια του διέκρινε κάποια τρυφερότητα, κάτι που την επηρέασε, κάνοντας και το δικό της πρόσωπο να ηρεμήσει. Και τότε, ξαφνικά, με βαθιά ψιθυριστή φωνή τής είπε: «Φίλησέ με, Σούκι. Μόνο ένα φιλί. Δώσ’ μου ένα αποχαιρετιστήριο φιλί». Και η Σούκι δε θα μπορούσε ν’ αντισταθεί, όσο και να προσπαθούσε. Μόνο ένα φιλί, είπε στον εαυτό της και τον πλησίασε χωρίς να βγάλει λέξη. Εκείνος την τράβηξε κοντά του και την έκλεισε στην αγκαλιά του σφιχτά, σαν να μην ήθελε να την αφήσει να φύγει ξανά. «Ντίο μίο», μουρμούρισε διστακτικά, σαν να μην πίστευε κι ο ίδιος αυτό που έγινε. Πήρε στα χέρια του το πρόσωπό της και την κοίταξε στα μάτια επίμονα, κι ύστερα έσκυψε και πήρε τα χείλη της στα δικά του, σ’ ένα ατέλειωτο, γλυκό φιλί. Όταν σήκωσε το κεφάλι του, χαμογέλασε βλέποντας στη δική της έκφραση την αγαλλίαση. «Αυτό δεν ήταν σωστό», είπε η Σούκι τρέμοντας. «Τι δεν ήταν σωστό;» «Που με φίλησες». Πήρε μια ανάσα. «Όπως με φίλησες». «Έτσι; Ή έτσι;» Έκλεισε πάλι τα χείλη της με τα δικά του, πιέζοντας το σώμα της, κόβοντάς της την ανάσα και κάνοντάς τη να τρέμει στην αγκαλιά του. «Έτσι;» μουρμούρισε βραχνά πάλι. «Ναι, έτσι», συμφώνησε εκείνη παραδομένη. «Και ποιος νοιάζεται για το σωστό;» μουρμούρισε εκείνος στο αυτί της καθώς την έσφιγγε ακόμη πιο δυνατά. «Ναι, αλλά μου το υποσχέθηκες», του είπε γέρνοντας στον ώμο του σαν υπνωτισμένη, ακούγοντας τους χτύπους της καρδιάς του, σε πλήρη αρμονία με τους χτύπους της δικής της καρδιάς. «Προσευχόμουν γι’ αυτό», είπε. «Τι αξία έχει μια υπόσχεση αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσεις να αγωνίζεσαι για κάτι τόσο πολύτιμο;» Την κοίταξε επίμονα. «Σούκι;» τη ρώτησε με αβεβαιότητα. «Αν δεν το θέλεις κι εσύ, να μου το πεις. Δεν παίρνω κάτι που δε θα μου το δώσεις με τη θέλησή σου». Η Σούκι ήξερε τι ήθελε από κείνη: την επιβεβαίωσή της ότι ήταν κάτι που ήθελε κι εκείνη, κάτι που πράγματι το έδινε με τη θέλησή της, χωρίς να την αναγκάζει κανείς. Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. «Το ξέρεις ότι σε θέλω, που να πάρει», είπε. Η φωνή της έτρεμε, ενώ εκείνος έγερνε πάλι το κεφάλι του να φυλακίσει τα χείλη της στα δικά του. Αν υπήρχε ο παραμικρός δισταγμός στο μυαλό της, εξαφανίστηκε μ’ αυτό το φιλί. Η ερωτική του συμπεριφορά δεν ήταν όπως την είχε φανταστεί η Σούκι. Είχε φανταστεί ότι το αγκάλιασμά του θα ήταν βίαιο, ότι θα είχε μαζί της ένα


ασυγκράτητο και σύντομο ζευγάρωμα, για να σβήσει τον πόθο που έβραζε τόσο καιρό στο αίμα του. Αλλά δεν ήταν καθόλου έτσι. Παρά την απειρία της, μπορούσε να διακρίνει ότι ο Πασκάλ προσπαθούσε να συγκρατηθεί καθώς συνέχιζε να τη φιλάει, σαν να μη χόρταινε τα χείλη της, σαν να ρουφούσε το νέκταρ τους. Η ικανοποίηση που έδειχνε εκείνος της έδωσε το κουράγιο να ξεπεράσει τις αναστολές της, να σταματήσει να σκέφτεται και ν’ αφήσει την καρδιά της να οδηγεί τις εντελώς ενστικτώδεις κινήσεις της. Τα χέρια της γλίστρησαν στις φαρδιές του πλάτες, πέρασαν στους ώμους του, ανέβηκαν αργά χαϊδεύοντας το λαιμό του, κι ύστερα τα δάχτυλά της χώθηκαν στα πλούσια μαλλιά του και τα ανακάτεψαν στοργικά. Εκείνος αναστέναξε ικανοποιημένος με τα χάδια της και την τράβηξε πιο κοντά του. Τα σώματά τους έσμιξαν, έγιναν ένα. Η Σούκι ένιωσε ένα γλυκό πόνο καθώς εκείνος την πίεζε στο ερεθισμένο κορμί του. Το στόμα του άγγιζε την απαλή επιδερμίδα του λαιμού της και η Σούκι έγειρε πίσω για να του προσφέρει ολόκληρο τον εαυτό της. Τον ένιωσε να της τραβάει προς τα πάνω το μπλουζάκι, ένιωσε τα δάχτυλά του να γλιστρούν αργά πάνω στα ερεθισμένα στήθη της, αλλά να προσπερνούν χωρίς να τα χαϊδέψουν, σαν να ήθελε να τη βασανίσει, να μεγαλώσει τον πόθο της. Η Σούκι αναστέναξε όταν τα δάχτυλά του άγγιξαν το μεταξωτό σουτιέν της κι ύστερα έπιασαν και χάιδεψαν τη θηλή της. Ένιωσε να παραλύει, να χάνεται. Εκείνος πήρε τα χείλη του από τα δικά της και η Σούκι κατάλαβε ότι έτρεμε από την έλλειψη αυτής της επαφής. «Τώρα», της είπε βραχνά. «Ναι, τώρα», επανέλαβε εκείνη τρέμοντας. «Ναι, Πασκάλ... τώρα». Χωρίς άλλη λέξη, τη σήκωσε στα χέρια του, την πήγε στην κρεβατοκάμαρα και την ξάπλωσε στο τεράστιο κρεβάτι. Οι κουρτίνες ήταν κατεβασμένες και το φως στο δωμάτιο αμυδρό. Της έβγαλε το μπλουζάκι και το πέταξε στο πάτωμα. Τα μάτια του πέταξαν φωτιές όταν είδε τα στήθη της· έδειχνε σαν μεθυσμένος. «Ω κάρα», μουρμούρισε βραχνά. Έσκυψε κι έφερε το στόμα του στο στήθος της. Το μεταξωτό ύφασμα του σουτιέν μούσκεψε στα χείλη του. Η Σούκι βυθίστηκε στη θάλασσα των αισθήσεων. Το πάθος και η ερωτική ένταση ζωντάνεψαν το κορμί της. Ο Πασκάλ ελευθέρωσε τα στήθη της και άρχισε να τα χαϊδεύει ερεθιστικά με τα χέρια και με το στόμα του. Της έβγαλε το παντελόνι κι ύστερα τράβηξε το δικό του μπλουζάκι πάνω απ’ το κεφάλι του. Δεν πήρε τα μάτια του από το πρόσωπό της καθώς ξεκούμπωνε τη ζώνη του. Όταν εκείνη είδε ν’ αποκαλύπτεται μπροστά της το ανδρικό μεγαλείο του, ένιωσε σαν να ξεκινούσε για ένα ονειρεμένο ταξίδι. Έγλειψε το κάτω χείλος της προκλητικά, υποσχόμενη τα πάντα. Ο Πασκάλ, ολόγυμνος, ξάπλωσε δίπλα της και χάιδευε τρυφερά τα στήθη της, κοιτάζοντας το πρόσωπό της, παρακολουθώντας τις αντιδράσεις της όταν το χέρι του, με αργές κινήσεις, έφτασε στα λεπτά της πόδια. Σταμάτησε λίγο για να χαϊδέψει το απαλό δέρμα στο εσωτερικό των μηρών της, φέρνοντας γλυκιά ταραχή σ’ όλο της το κορμί. Βλέποντας στα μάτια της την προσμονή και τον πόθο, έβαλε το χέρι του στο σλιπάκι της, και κατάλαβε πόσο τον ήθελε... «Πες μου τι σου αρέσει, πες μου τι θέλεις», ψιθύρισε όταν η Σούκι σφίχτηκε πάνω του. «Θα σου δώσω ό,τι ζητήσεις, κάρα, ό,τι θέλεις. Μόνο να μου το πεις». Άκουσε τα λόγια του σαν αντίλαλο. Ήταν παραδομένη στα μαγικά του χέρια κι ένιωθε τα χείλη του πάνω στη σάρκα της. «Εσένα», είπε με σβησμένη φωνή. «Μόνο εσένα». Τότε εκείνος έχασε κάθε δυνατότητα αυτοσυγκράτησης. Έπιασε το σλιπάκι της και το τράβηξε με γρήγορες κινήσεις, ενώ εκείνη τον παρακολουθούσε τρέμοντας. Έπειτα τον είδε να βγάζει απ’ το συρτάρι του κομοδίνου ένα πλαστικό πακετάκι και να το ανοίγει. Τον παρακολούθησε καθώς προστάτευε τον εαυτό του και την ίδια, νιώθοντας ένα μικρό τσίμπημα απογοήτευσης. Ξέχασε όμως κάθε αρνητική σκέψη όταν εκείνος βρέθηκε πάνω της ψιθυρίζοντας στο αυτί της λόγια ακατάληπτα, κι έπειτα μπήκε μέσα της με μια απότομη κίνηση. Ξαφνικά έμεινε ακίνητος, βλέποντας στο πρόσωπό της ζωγραφισμένο τον πόνο που της προκάλεσε, νιώθοντας τα νύχια της να χώνονται αυτόματα στην πλάτη του και το κορμί της να σφίγγεται. «Μάντρε ντι Ντίο!» αναφώνησε βραχνά. Το είχε καταλάβει; αναρωτήθηκε η Σούκι. Ασφαλώς και το είχε καταλάβει –αλλά τι θα έκανε τώρα; Άντρες με την ερωτική εμπειρία του Πασκάλ σίγουρα δε θα ήθελαν μια παρθένα στο κρεβάτι τους. Αν λοιπόν... Αν σταματούσε; Αλλά δε σταμάτησε. Δεν μπορούσε να σταματήσει. Ο πόνος πέρασε γρήγορα. Η Σούκι άρχισε να κινεί τους γοφούς της, καθοδηγούμενη από κάποιο καλοδεχούμενο ένστικτο. Εκείνος έβγαλε έναν αναστεναγμό ικανοποίησης και άρχισε πάλι να κινείται αργά στην αρχή κι έπειτα προχωρώντας πιο βαθιά και πιο βίαια. Κάθε δική του ώθηση μέσα της την έφερνε πιο κοντά σε κάτι τόσο υπέροχο και τόσο ηδονικό που η Σούκι δεν ήθελε να το πιστέψει. Φοβόταν μήπως κάποια στιγμή αποδεικνυόταν ότι αυτή η αποθέωση των αισθήσεων δεν ήταν παρά ένα απατηλό όνειρο. Κι όταν συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν όνειρο, ένιωσε το κορμί της να τρέμει ολόκληρο από την ερωτική έκσταση. Της ξέφυγε ένας αναστεναγμός και πρόφερε το όνομά του σαν λυγμό, όταν ένιωσε μέσα της το πρώτο κύμα ευδαιμονίας και ηδονής. Κι ύστερα ήρθε κι άλλο... κι άλλο. Τα σκιρτήματα γρήγορα έγιναν κεραυνοί που συγκλόνιζαν το κορμί της. Το αποκορύφωμα ήρθε με την τελευταία ώθηση του Πασκάλ, όταν μια μικρή κραυγή ξέφυγε από τα χείλη του και το κεφάλι του χώθηκε στα μαλλιά της. Έμειναν έτσι αγκαλιασμένοι για ένα διάστημα που μπορούσε να είναι δευτερόλεπτα, ή λεπτά, ή ακόμη και ώρες. Η Σούκι ένιωθε τους χτύπους της καρδιάς της να επανέρχονται σιγά σιγά στο φυσιολογικό τους ρυθμό. Το πρόσωπό της ήταν χωμένο στο λαιμό του, κι ένιωθε ζεστασιά, όπως νιώθει κανείς μετά τη θύελλα. Οι σκέψεις της ήταν ακόμη μπερδεμένες, γιατί αυτή η κατάσταση ήταν για κείνη κάτι πρωτόγνωρο. Δεν ήξερε τι θα έλεγε ή θα έκανε τώρα ο Πασκάλ. Θα είχε αυτό το θριαμβευτικό και κοροϊδευτικό ύφος που είχε όταν εκείνη τον αρνιόταν; Αλλά εκείνος της είχε μια έκπληξη, όπως άλλωστε πάντα την ξάφνιαζε με τις κινήσεις και τα λόγια του. Στηρίχτηκε στον ένα αγκώνα του και την κοίταξε λυπημένα. «Λοιπόν, Σούκι», είπε τρυφερά, «μ’ άφησες ν’ ανακαλύψω με το χειρότερο τρόπο ότι ήσουν παρθένα...» Με το χειρότερο τρόπο; Αυτή η φράση ακούστηκε πολύ επικριτική. Δάγκωσε τα χείλη της και γύρισε το πρόσωπό της απ’ την άλλη, αλλά εκείνος έπιασε τρυφερά το κεφάλι της και το γύρισε πάλι προς το μέρος του. «Δεν καταλαβαίνεις ότι μπορούσα να σου έχω κάνει ζημιά;» ψιθύρισε με θλίψη. «Σούκι... Πες μου ότι δε σε πόνεσα...» «Όχι. Λίγο μόνο», είπε εκείνη ξεψυχισμένα. «Αν το ήξερα, θα ήμουν πολύ πιο προσεκτικός». «Γιατί; Οι παρθένες σου συνήθως σου ανακοινώνουν με περηφάνια την παρθενιά τους;» του επιτέθηκε η Σούκι κι έκλεισε τα μάτια της για να μην ξεσπάσει σε κλάματα.


Εκείνος είπε κάτι μέσα απ’ τα δόντια του, κάτι που έβγαινε βαθιά από μέσα του, αλλά εκείνη κράτησε τα μάτια της κλειστά. «Σούκι;» είπε σχεδόν επιτακτικά ο Πασκάλ. «Τι;» «Άνοιξε τα μάτια σου και κοίταξέ με». «Όχι». «Ναι». Η Σούκι έκανε απρόθυμα αυτό που της ζήτησε και ανασήκωσε το πιγούνι της προκλητικά. «Γιατί;» Τα χείλη του άνοιξαν σ’ ένα υπέροχο χαμόγελο. Ήταν το πιο γαλήνιο χαμόγελο που είχε δει ποτέ απ’ αυτόν, και την έκανε να ξεχάσει τις αναστολές της. «Θέλεις να σου δείξω πώς μπορεί να είναι όταν δεν πονάει καθόλου;» τη ρώτησε. Με το γυμνό του σώμα κολλημένο πάνω της, το στόμα του να φιλά το λαιμό της και τα δάχτυλά του να ταξιδεύουν απαλά απ’ το στήθος στους γοφούς της, μόνο ένα πράγμα μπορούσε να πει εκείνη τη στιγμή. «Ναι, το ξέρεις πως το θέλω», αποκρίθηκε με τρεμάμενη φωνή, καθώς το σώμα της περίμενε αχόρταγο αυτό που θ’ ακολουθούσε, ενώ το μυαλό της την κορόιδευε. Παρά τις προθέσεις και τις αποφάσεις της, είχε καταλήξει στο κρεβάτι του Πασκάλ με πολύ μεγάλη ευκολία... *

Αυτό λοιπόν θα πει να είσαι ερωμένη, σκεφτόταν η Σούκι καθώς φορούσε το σουτιέν της κι ένα σλιπάκι στην κρεβατοκάμαρα του Πασκάλ ένα πρωί, κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη. Από το μπάνιο ακουγόταν ο θόρυβος του νερού που έτρεχε και η φωνή του Πασκάλ που σιγοτραγουδούσε κάποιο ιταλικό τραγούδι. Ακουγόταν ευτυχισμένος. Μα φυσικά και ήταν ευτυχισμένος. Ήταν πάντα ευτυχισμένος όποτε έκαναν έρωτα. Που σημαίνει ότι στις εκατό ώρες ήταν ευτυχισμένος τις ενενήντα, σκέφτηκε κακόκεφα. Όχι βέβαια ότι η ίδια είχε παράπονο σ’ αυτό το θέμα. Διαρκώς σχεδίαζαν να πάνε στο θέατρο, να πάνε μια ωραία βόλτα στην εξοχή, αλλά τελικά δεν κατάφερναν να ξεκολλήσουν από την κρεβατοκάμαρα. Και φυσικά κι εκείνη απολάμβανε το σεξ όσο κι αυτός. Αλλά ήταν κάτι... κάτι που... Η Σούκι άρχισε να βουρτσίζει τα μαλλιά της, ανήμπορη να διώξει από μέσα της αυτό το απροσδιόριστο αίσθημα δυσαρέσκειας. Αναρωτιόταν αν είχε όλα όσα επιθυμούσε. Ο Πασκάλ ήταν ευγενικός, περιποιητικός, πνευματώδης, είχε χιούμορ. Και ήταν τόσο υπέροχο να κάνει έρωτα μαζί του. Γιατί λοιπόν όλα αυτά δεν ήταν αρκετά; Η απάντηση ήταν πολύ απλή: Γιατί δεν της είπε ποτέ ούτε μια λέξη που να μην υποδηλώνει ότι ήταν απλώς μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες στο μακρύ κατάλογο των κατακτήσεών του, και της ήταν αδύνατον να διώξει την ανασφάλεια που ένιωθε κάθε φορά που σκεφτόταν πότε θα ερχόταν ο καιρός να την αντικαταστήσει με κάποια άλλη. Έτσι, αντί να απολαμβάνει ευτυχισμένη αυτή τη σχέση, μερικές φορές έπιανε τον εαυτό της να προσπαθεί να κρατήσει κάποια απόσταση, που τη χρησιμοποιούσε σαν ασπίδα για να προστατεύσει τον εαυτό της και να μην πληγωθεί ξανά. Μετά την πρώτη νύχτα που πέρασαν μαζί, ο Πασκάλ της είχε ζητήσει επίμονα να μετακομίσει στο διαμέρισμά του, αλλά σ’ αυτό η Σούκι ήταν ανυποχώρητη. «Όχι, Πασκάλ», του είχε απαντήσει κατηγορηματικά, και τα μάτια του είχαν λάμψει επικίνδυνα. «Μα γιατί όχι;» «Γιατί θέλω την ανεξαρτησία μου!» Έτσι του είχε πει, αλλά ήταν ψέματα: ο πραγματικός λόγος ήταν ότι σκεφτόταν πως όσο λιγότερα έδινε σ’ αυτή τη σχέση, τόσο λιγότερο θα πληγωνόταν αργότερα. «Εσύ θα με τρελάνεις! Το ξέρεις, Σούκι;» είχε ξεσπάσει εκείνος. «Είσαι η πρώτη γυναίκα που της ζητάω να μείνει μαζί μου –κι εσύ μου λες όχι!» «Ξέρεις τι λέει μια παροιμία;» του είχε απαντήσει προσπαθώντας να αποφύγει τη συζήτηση. «Μακριά κι αγαπημένοι». Κι αμέσως μετά φρόντισε να εξαφανιστεί στο μπάνιο, ακούγοντας πίσω της τον Πασκάλ να τρίζει τα δόντια του... «Γιατί είναι έτσι φουρτουνιασμένο το πρόσωπό σου;» ακούστηκε σιγανά μια φωνή πίσω της. Στον καθρέφτη εμφανίστηκε το είδωλο του Πασκάλ, που εκείνη τη στιγμή περνούσε τα χέρια του στους ώμους της. «Και γιατί τριγυρνάς συνέχεια με τα εσώρουχά σου;» μουρμούρισε, σχεδόν βραχνά. «Για να με κάνεις να θέλω να σ’ αρπάξω, να σε πάω πάλι στο κρεβάτι και...» Έριξε μια γρήγορη ματιά στο ρολόι του και κούνησε το κεφάλι του με ανυπομονησία. «Δεν έχω χρόνο. Έχω αυτή την καταραμένη τη συνάντηση που πρέπει να πάω». Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο γυμνό της ώμο και η καρδιά της σφίχτηκε καθώς κοίταζε κλεφτά το ωραίο μελαχρινό του πρόσωπο. Πόσο τον αγαπούσε αυτό τον άντρα! Ό,τι κι αν άκουγε απ’ τα χείλη του, τίποτα δεν μπορούσε να το αλλάξει αυτό. «Υπάρχει πάντα και το μετά», μουρμούρισε η Σούκι κι έγειρε πίσω το κεφάλι της. «Θα γυρίσω γύρω στη μία», είπε εκείνος. «Θα είσαι εδώ;» «Μπορεί». «Υποσχέσου μου ότι θα είσαι, κάρα». «Θα είμαι», του είπε χαμογελώντας, μη έχοντας τη δύναμη να του αντισταθεί. «Θα σε βγάλω έξω για φαγητό». «Περίφημα». Τη φίλησε ξανά φεύγοντας κι εκείνη πήγε στο διαμέρισμά της για ν’ αλλάξει ρούχα και να ετοιμάσει επιταγές για τους λογαριασμούς που έπρεπε να πληρωθούν. Μέχρι το Σάββατο δεν είχε καμιά δουλειά για τη Φορμιντάμπλ, και έπρεπε να βρει κάτι ν’ ασχοληθεί. Μερικές φορές ένιωθε σαν να βρισκόταν στα παρασκήνια ενός θεάτρου, παρακολουθώντας ένα έργο που έδειχνε τη δική της ζωή, και η ίδια ανέβαινε στη σκηνή μόνο αν ήταν παρών ο Πασκάλ. Η Σούκι επέστρεψε στη σουίτα του στη μία παρά πέντε, φορώντας ένα από τα αγαπημένα του φορέματα, και κάτω απ’ αυτό τίποτ’ άλλο από ένα λευκό δαντελωτό σλιπάκι. Διάλεξε ένα βιβλίο και κάθισε στο χαλί σταυρώνοντας τα πόδια της για να διαβάσει όση ώρα θα τον περίμενε. Και περίμενε. Και περίμενε. Στις δύο και μισή εκείνος δεν είχε έρθει ακόμη, και η Σούκι τηλεφώνησε να της φέρουν ένα σάντουιτς, αλλά τελικά ούτε που το άγγιξε. Άρχισε ν’ ανησυχεί. Και αν είχε κάποιο ατύχημα; Δεν ήξερε ούτε πού θα πήγαινε. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι είχε μια συνάντηση. Μέσα της έβραζε ένα μείγμα θυμού και ανησυχίας, όταν στις τέσσερις παρά τέταρτο χτύπησε το τηλέφωνο. Έτρεξε και το άρπαξε σαν τρελή. «Πασκάλ;» είπε. Ακολούθησε σιωπή για λίγο, κι ύστερα μια γυναικεία φωνή ρώτησε: «Η δεσποινίς Φράνκλιν;» «Ναι». «Ο Πασκάλ... ο σινιόρ Καλιάντρο μου ζήτησε να σας καλέσω για να σας πω ότι λυπάται που καθυστέρησε περισσότερο απ’ όσο είχε προβλέψει». «Μπορώ να του μιλήσω;» ρώτησε η Σούκι. «Καλύτερα να μην τον διακόψω», ήταν η κοφτή απάντηση.


«Καταλαβαίνω». Ακουγόταν η φωνή αυτής της γυναίκας στο τηλέφωνο κάπως ειρωνική, ή απλώς η Σούκι παραλογιζόταν; «Ευχαριστώ πολύ για την ενημέρωση». «Παρακαλώ», είπε η γυναικεία φωνή και έκλεισε το τηλέφωνο. Οργισμένη η Σούκι πέταξε το τηλέφωνο στο χαλί κι άρχισε να βηματίζει νευρικά πάνω κάτω μέσα στο τεράστιο καθιστικό, που είχε θέα στον Τάμεση. Πώς τόλμησε να το κάνει αυτό; σκεφτόταν έξαλλη. Πώς τόλμησε να την αφήσει να περιμένει τόσες ώρες κι ύστερα να βάλει μια γυναίκα να της τηλεφωνήσει για να της πει ότι απλώς θα αργούσε; Για ποια την περνούσε; Γρήγορα η Σούκι κατάλαβε για ποια την περνούσε. Για μια ερωμένη. Έτσι φέρονται οι άντρες σε γυναίκες που δεν έχουν θέση στη ζωή τους αλλά μόνο στην κρεβατοκάμαρά τους. Το μόνο που έχουν να δώσουν είναι καλό σεξ, αλλά καθόλου σεβασμό. Δε θυμόταν να είχε θυμώσει ποτέ άλλοτε στη ζωή της τόσο πολύ. Ήταν έξαλλη. Το βλέμμα της έπεσε στο πορτοφόλι του Πασκάλ, που ήταν ξεχασμένο πάνω σ’ ένα τραπεζάκι, και πέρασε απ’ το μυαλό της μια σκέψη σαν αστραπή. Ωραία λοιπόν, αφού ήθελε να τη μεταχειρίζεται σαν ερωμένη, ευχαρίστως κι εκείνη θα φερόταν σαν ερωμένη! Χωρίς καμία αναστολή, πήρε το πορτοφόλι, το έψαξε, βρήκε αυτό που ήθελε κι ύστερα βγήκε από τη σουίτα χτυπώντας πίσω της την πόρτα. Κατέβηκε στην έξοδο και ζήτησε να της φωνάξουν ταξί. *

Επέστρεψε στο ξενοδοχείο γύρω στις έξι, φορτωμένη με διάφορες τσάντες. Τις πήγε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα και σταμάτησε διστακτικά όταν είδε τον Πασκάλ ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Φορούσε ένα τζιν παντελόνι κι από τη μέση και πάνω ήταν γυμνός. Την κοίταζε εξεταστικά. «Α... Καλώς την», της είπε με ύφος που η Σούκι δεν μπόρεσε να αποκρυπτογραφήσει. «Αναρωτιόμουν πού στην ευχή είχες πάει». Η Σούκι άφησε στο πάτωμα τις τσάντες που κρατούσε και τον κοίταξε ειρωνικά. «Αναρωτιόσουν, ε;» «Φυσικά», είπε εκείνος ήρεμα, αλλά το βλέμμα του ήταν καχύποπτο. «Πού είχες πάει;» «Δε δικαιούσαι να με ρωτάς πού είχα πάει, όταν εσύ ποτέ δε μου λες πού πας». «Μα δε με ρώτησες ποτέ. Στην πραγματικότητα, δε σ’ ενδιαφέρει καν με τι ακριβώς ασχολούμαι. Έτσι δεν είναι, Σούκι;» «Έτσι είναι. Γιατί εγώ είμαι απλώς η ερωμένη σου!» του φώναξε. «Και οι ερωμένες δεν έχουν δικαιώματα. Έξω από την κρεβατοκάμαρα, φυσικά». Ένας μυς συσπάστηκε ψηλά στο μάγουλο του Πασκάλ. «Θα μου πεις πού είχες πάει;» επέμεινε. «Ναι, θα σας πω, κύριε! Είχα βγει έξω...» Σταμάτησε για λίγο και άφησε τις πιστωτικές του κάρτες να πέσουν πάνω στο τραπεζάκι. «Για ψώνια». «Μπράβο, πολύ ωραία», είπε εκείνος με ύφος ανέκφραστο. «Και τι ψώνισες;» Η Σούκι ανασήκωσε τους ώμους. «Ό,τι είδα και μου γυάλιζε. Ξόδεψα πολλά λεφτά, και χρησιμοποίησα τις πιστωτικές σου κάρτες. Ελπίζω να μη σε πειράζει. Αλλά γιατί να σε πειράζει; Έτσι δεν κάνουν οι ερωμένες, Πασκάλ; Βγαίνουν έξω και ξοδεύουν όσο πιο πολλά μπορούν». Στα μάτια του πέρασε μια λάμψη θυμού, αλλά όταν άνοιξε το στόμα του να μιλήσει η φωνή του ήταν εξαιρετικά ήρεμη. «Νομίζεις ότι σου φέρομαι σαν να ’σαι ερωμένη, Σούκι; Ε, λοιπόν, όχι. Κάνεις λάθος», είπε μαλακά, κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του. «Αλλά, αν θέλεις, μπορώ να σου δείξω πώς φέρεται κανείς σε μια ερωμένη». Το βλέμμα του πλανήθηκε στο κορμί της. «Δείξε μου τι αγόρασες», είπε ήσυχα, αλλά πολύ επιτακτικά. Η Σούκι ξεροκατάπιε. Υπήρχε κάτι απροσδιόριστο στο βλέμμα του, που έκανε το θυμό της να εξανεμιστεί μεμιάς, και κάτι στη φωνή του, που την έκανε να νιώσει ένα σκίρτημα βαθιά μέσα της. Κούνησε αργά το κεφάλι της, συνειδητοποιώντας ότι μάλλον είχε παρατραβήξει το σκοινί. «Σκοπεύω να σου επιστρέψω...» «Δείξε μου», επανέλαβε εκείνος ήρεμα. Η καρδιά της άρχισε να βροντοχτυπά. Έσκυψε, πήρε μια τσάντα και τράβηξε από μέσα το πρώτο πράγμα που βρήκε. Ήταν ένα κοντό εφαρμοστό μαύρο φόρεμα. «Φόρεσέ το», της είπε επιτακτικά. «Πασκάλ, δεν ήθελα...» «Φόρεσέ το», τη διέκοψε εκείνος απότομα. «Τώρα». Η Σούκι κοίταξε τα άγρια, σκοτεινά του μάτια και άρχισε διστακτικά να ξεκουμπώνει με τα δάχτυλά της τα κουμπιά στο λευκό φόρεμά της. Και τότε τον είδε να λύνει τη ζώνη του παντελονιού του... «Πασκάλ!» φώναξε. «Βγάλε το φόρεμά σου», είπε εκείνος απαλά και συνέχισε να ξεκουμπώνει το παντελόνι του. Τρέμοντας απ’ τον πόθο, η Σούκι έκανε αυτό που της ζήτησε. Όταν είχε μείνει μόνο με το σλιπάκι της, εκείνος έβγαλε το τζιν του. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν όταν είδε πόσο ερεθισμένος ήταν. Πήρε το μαύρο κοντό φόρεμα για να το φορέσει. «Όχι», της είπε με μάτια που γυάλιζαν. «Βγάλε και το σλιπάκι σου», τη διέταξε. «Πασκάλ...» «Είπα βγάλ’ το!» Ήταν τόσο επώδυνα ερεθισμένη, που αισθάνθηκε ανακούφιση όταν κατάφερε να το βγάλει. Και ακόμη περισσότερη ανακούφιση ένιωσε όταν εκείνος την τράβηξε και την ξάπλωσε στο κρεβάτι. Σκέπασε με το σώμα του το δικό της και μπήκε μέσα της απροειδοποίητα. Η Σούκι θα έπρεπε να νιώσει ντροπή και ταπείνωση, αλλά ήταν η πιο συναρπαστική αίσθηση που είχε βιώσει ποτέ. Μη μπορώντας να συγκρατηθεί, έφτασε στην κορύφωση βγάζοντας μια κραυγή και σχεδόν αμέσως τον ένιωσε κι εκείνον να τρέμει και να συσπάται μέσα στην αγκαλιά της. Ακολούθησε απόλυτη σιωπή στο δωμάτιο. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι εξαντλημένες ανάσες τους, που σιγά σιγά επανέρχονταν στο φυσιολογικό τους ρυθμό. Ύστερα ο Πασκάλ τραβήχτηκε από πάνω της και γύρισε ανάσκελα. Έμεινε ακίνητος και κοίταζε σιωπηλός το ταβάνι. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό και ανέκφραστο. Σαν να αγνοούσε την ύπαρξή της, σαν να μην ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι δίπλα του. Όταν η φωτιά σταμάτησε να καίει το κορμί της, η Σούκι ένιωσε κενή, απόλυτα άδεια. Είχε πια γίνει η ερωμένη του. Και δεν την είχε εξαναγκάσει να το κάνει αυτό. Μόνο τον εαυτό της έπρεπε να κατηγορεί. Η ίδια τον είχε προκαλέσει σ’ αυτό το άγριο, χωρίς αγάπη ζευγάρωμα. Τι ακόμα θα μπορούσε άραγε να κάνει ο ένας στον άλλο πριν τελειώσουν όλα ανάμεσά τους; Εκείνη τη στιγμή η Σούκι κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει απ’ τη ζωή του πριν καταστρέψει τον εαυτό της και κουρελιάσει τον αυτοσεβασμό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, προετοιμάζοντας τον εαυτό της να αποχωρήσει με όση αξιοπρέπεια της είχε απομείνει, ξέροντας ότι δε θα μπορούσε να ντυθεί όσο εκείνος ήταν ξύπνιος. Αν προσπαθούσε να την πείσει να μείνει; Αν χρησιμοποιούσε την ακατανίκητη γοητεία του για να την κάνει ν’ αλλάξει απόφαση; Όχι, υποσχέθηκε νοερά στον εαυτό της. Δεν έπρεπε να πειστεί από τα λόγια του, δεν έπρεπε να υποχωρήσει. Ήθελε να φύγει. Να φύγει απ’ τη σουίτα του, απ’ την αγκαλιά του και τη ζωή του. Αναστέναξε, σφίχτηκε πάνω στο μαξιλάρι και προσποιήθηκε ότι την πήρε ο ύπνος. Δεν ήξερε ύστερα από πόση ώρα κοιμήθηκε ο Πασκάλ. Από το θρόισμα στα σεντόνια μπορούσε να συμπεράνει ότι δυο φορές γύρισε προς το μέρος της, αλλά δεν έβγαλε λέξη, κι εκείνη δεν έκανε κάτι που να έδειχνε ότι ήταν ξύπνια.


Ήταν σαν να πέρασε ένας αιώνας, αλλά είχαν περάσει μόνο δέκα με δεκαπέντε λεπτά όταν πια κατάλαβε από τη ρυθμική, σταθερή αναπνοή του ότι τον είχε πάρει ο ύπνος. Δε θα διακινδύνευε να ντυθεί μέσα στην κρεβατοκάμαρα. Φοβόταν ότι μπορούσε να τον ξυπνήσει, γι’ αυτό αναγκάστηκε να κινείται σαν την κλέφτρα για να βρει και να μαζέψει τα ρούχα της, που τα είχε πετάξει στο χολ. Ευτυχώς το ασανσέρ ήταν άδειο, έτσι έβγαλε μια βούρτσα για να στρώσει λίγο τα ανακατεμένα μαλλιά της και προσπάθησε να καθαρίσει τις μουντζούρες απ’ τη μάσκαρα κάτω απ’ τα μάτια της. Ό,τι κι αν έκανε, όμως, η εμφάνισή της έδειχνε μια γυναίκα που μόλις είχε κάνει άγριο σεξ. Χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλη την περηφάνια που της είχε απομείνει για να αντιμετωπίσει τον υπάλληλο της ρεσεψιόν, που την κοίταζε σαν να απολάμβανε την εικόνα που παρουσίαζε. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω, δεσποινίς;» τη ρώτησε ο υπάλληλος. «Θα ήθελα ένα επιστολόχαρτο του ξενοδοχείου κι ένα φάκελο», απάντησε σε αυστηρό τόνο. «Α, και ένα στυλό, παρακαλώ». «Βεβαίως», είπε πρόθυμα εκείνος και της έδωσε ό,τι είχε ζητήσει. Ήταν ένα σημείωμα σύντομο, χωρίς περιττά λόγια: Πλήρωσες 5.000.000 δολάρια γι’ αυτό. Ελπίζω να άξιζε τον κόπο. Σούκι. Έβαλε το σημείωμα στο φάκελο, τον έκλεισε και τον έδωσε στον υπάλληλο. «Παρακαλώ να το δώσετε στον σινιόρ Καλιάντρο». «Μάλιστα, δεσποινίς». Τη στιγμή που έβγαινε από το ξενοδοχείο, συνειδητοποίησε ότι σήμερα, για πρώτη φορά, ο Πασκάλ δεν είχε μπει στον κόπο να πάρει προφυλάξεις...


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Το παλιομοδίτικο κουδούνι της πόρτας χτύπησε επίμονα και η Σούκι, εκνευρισμένη, σκέφτηκε να μην ανοίξει, αλλά το άκουσε να ξαναχτυπά, και μάλιστα πιο επίμονα αυτή τη φορά. «Έρχομαι», φώναξε και πέταξε το πινέλο στο βάζο με το λινέλαιο, κοιτάζοντας προς το μέρος του μεγάλου καμβά που δούλευε εδώ και δεκαπέντε μέρες. Πρέπει να το παραδεχτείς, είπε στον εαυτό της. Είναι σκουπίδι. Ένα μεγάλο σκουπίδι. Άλλαξες ολόκληρη τη ζωή σου προκειμένου να κυνηγήσεις το τρελό όνειρο της ζωγραφικής, και τώρα ανακαλύπτεις ότι δεν μπορείς να καταφέρεις τίποτα. Και ήξερε γιατί. Υποτίθεται ότι μια πληγωμένη καρδιά γεννά δημιουργικότητα. Στην περίπτωσή της, όμως, όχι. Στη δική της περίπτωση δε γέννησε δημιουργικότητα. Τη σκότωσε. Το κουδούνι χτύπησε για τρίτη φορά. «Εντάξει!» φώναξε και τράβηξε την πόρτα ν’ ανοίξει, κοιτάζοντας έξω αγριεμένη. Αλλά την επόμενη στιγμή τα ’χασε, νόμισε πως θα λιποθυμούσε. «Πα... Πασκάλ», ψιθύρισε έντρομη. Όλες οι άμυνές της κατέρρευσαν από το σοκ όταν τον είδε μπροστά της ολοζώντανο, υπέροχο. Πήρε βαθιά ανάσα. «Δε θέλω να σε δω», του είπε αποφασιστικά. «Ναι. Αυτό το έδειξες ξεκάθαρα», απάντησε εκείνος. «Πασκάλ!» φώναξε η Σούκι όταν εκείνος πέρασε μέσα χωρίς να του το επιτρέψει. «Τι νομίζεις πως κάνεις τώρα;» «Μπαίνω μέσα. Δεν το βλέπεις;» «Δεν έχεις δικαίωμα να το κάνεις αυτό!» «Το πήρα μόνος μου αυτό το δικαίωμα», είπε εκείνος βλοσυρά. Γύρισε και την κοίταξε κατάματα. Το βλέμμα του έπεσε στο χλομό ταλαιπωρημένο της πρόσωπο και στα πυρρόξανθα μαλλιά της που ήταν μαζεμένα σε γαλλική πλεξούδα. Τον κοίταξε κι εκείνη, απολαμβάνοντας την παρουσία του άντρα που είχε απαγορεύσει –χωρίς επιτυχία– στον εαυτό της να σκέφτεται. Τα μαύρα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα και το πρόσωπό του σκυθρωπό. Η ακριβή μεταξωτή του γραβάτα δεν ήταν δεμένη με προσοχή όπως συνήθως. Φαινόταν πως είχε ντυθεί βιαστικά, και το μυαλό της, αναζητώντας το λόγο για τον οποίο μπορεί να ήταν έτσι ατημέλητος, έβγαλε ένα οδυνηρό συμπέρασμα. «Αν ήρθες να με απειλήσεις με αγωγή επειδή αθέτησα τους όρους του συμβολαίου μου...» άρχισε να λέει. «Όχι, Σούκι», τη διέκοψε. «Δεν είναι αυτός ο λόγος που βρίσκομαι εδώ αυτή τη στιγμή». Η Σούκι ξεροκατάπιε. Ο πανύψηλος μελαχρινός άντρας που στεκόταν μέσα στο καθιστικό του μικρού ξύλινου σπιτιού που είχε νοικιάσει στην εξοχή, το έκανε να μοιάζει με κουκλόσπιτο. «Πώς με βρήκες;» ζήτησε να μάθει. «Δεν ήταν και πολύ εύκολο», παραδέχτηκε εκείνος, «απ’ τη στιγμή που έφυγες από την πόλη χωρίς να πεις λέξη, και τόσο βιαστικά. Αν ήθελες να εξαφανιστείς, τα κατάφερες, Σούκι...» «Αυτή ακριβώς ήταν η πρόθεσή μου», του απάντησε ψυχρά. «Προφανώς». «Πώς με βρήκες λοιπόν;» «Η ατζέντισσά σου μου το είπε. Έπειτα από πολλές πιέσεις». «Η Κάρλι σου το είπε; Γιατί στην ευχή να το κάνει αυτό, αφού της είχα τονίσει ότι...» «Έκανα έκκληση στη λογική της». «Δεν είχες κανένα δικαίωμα!» «Κάνεις λάθος, Σούκι. Είχα κάθε δικαίωμα, και ειδικά το δικαίωμα να μάθω αν έχεις μέσα σου το παιδί μου». Η καρδιά της Σούκι άρχισε να χτυπά άγρια στο στήθος της. «Πασκάλ, εγώ...» «Είναι αλήθεια, Σούκι; Είσαι έγκυος;» Ο κόσμος άρχισε να γυρίζει μπροστά της. «Είσαι έγκυος;» ξαναρώτησε. «Πρέπει να το ξέρω». «Όχι», αποκρίθηκε εκείνη ήσυχα, καταπίνοντας ταυτόχρονα μια γεύση αλμύρας που ήρθε ξαφνικά στο στόμα της. Το διαπίστωσε μια βδομάδα μετά τη φυγή της απ’ το ξενοδοχείο του, και η ανακάλυψη αυτή δεν την ανακούφισε, όπως νόμιζε πως θα συνέβαινε. Αντίθετα, έκλαιγε για μια ολόκληρη μέρα, νιώθοντας σαν να της είχαν κλέψει ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Εκείνος αναστέναξε, και η Σούκι ένιωσε απαίσια όταν συνειδητοποίησε πόσο βαθιά την πλήγωσε η προφανής ανακούφισή του. Τι θα έκανε αν ήμουν έγκυος; σκέφτηκε οργισμένη. «Γιατί θέλεις να ξέρεις;» τον ρώτησε. Εκείνος έσμιξε τα φρύδια του, σαν να του προκάλεσε έκπληξη η ερώτησή της. «Γιατί;» επανέλαβε κοροϊδευτικά, και η Σούκι ένιωσε όλη την καταπιεσμένη οργή, τη λύπη και τον πόνο της να διογκώνονται μέσα της και να την πλημμυρίζουν. «Ναι, γιατί; Συνηθίζεις να παρακολουθείς τις γυναίκες που πέφτουν στο κρεβάτι σου για να διαπιστώσεις μήπως γίνεις μπαμπάς;» «Συνήθως δε φεύγουν τόσο γρήγορα απ’ το κρεβάτι μου!» «Σίγουρα όχι!» του είπε επιθετικά, νιώθοντας το οξύ δάγκωμα της ζήλιας κατευθείαν στην καρδιά της. «Μην ανησυχείς, Πασκάλ, αυτή τη φορά ήσουν τυχερός...» «Τυχερός;» Στα μάτια του άστραψε ο θυμός, ενώ στον τόνο της φωνής του υπήρχε κάποια δυσπιστία. «Δεν ήταν δικό μου λάθος που δεν κατάφερα να σ’ αφήσω έγκυο, όπως σχεδίαζα!» «Όπως... σχεδίαζες;...» Μισόκλεισε τα μάτια του. «Φυσικά. Δεν μου έχει συμβεί ποτέ να μην πάρω προφυλάξεις. Μόνο μ’ εσένα, Σούκι. Και, πίστεψέ με, δεν ήταν λάθος μου. Ήταν μια σκόπιμη παράλειψη. Αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να ήταν αθέλητη, γιατί με είχες ανάψει τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά». Καθώς προσπαθούσε να καταλάβει όσα της έλεγε, μέσα της συγκρούονταν η δυσπιστία με τον καυτό πόθο. «Δηλαδή εννοείς... εννοείς ότι προσπαθούσες να με αφήσεις έγκυο;» «Έκανα έρωτα μαζί σου», τη διόρθωσε. «Αν όμως τύχαινε να σε αφήσω έγκυο, τότε ναι... θα ήμουν ένας πολύ ευτυχισμένος άντρας». Η Σούκι ένιωσε το κεφάλι της να γυρίζει. «Και γιατί να το ήθελες αυτό;» Την κοίταξε ερευνητικά για αρκετή ώρα κι ύστερα κούνησε το κεφάλι του, σαν να επιβεβαίωνε μια απόφασή του. «Δεν μπορώ να πω ότι είμαι περήφανος για τη συμπεριφορά μου απέναντί σου, Σούκι. Έκλεψα την αρετή σου. Σε κατηγόρησα άδικα για πολλά πράγματα. Και ειλικρινά ντρέπομαι».


Όλα αυτά δεν απαντούσαν στην απορία της. «Όμως ακόμη δεν καταλαβαίνω γιατί ήθελες να με αφήσεις έγκυο», είπε ήρεμα. Την κοίταξε παραξενεμένος. «Δεν καταλαβαίνεις; Αλήθεια δεν καταλαβαίνεις; Γιατί ξαφνικά ένας άντρας θέλει να είναι συνέχεια με μια γυναίκα, μέρα και νύχτα; Γιατί ένας άντρας θέλει μια συγκεκριμένη γυναίκα, και μόνο αυτή, να γίνει η μητέρα των παιδιών του; Αυτό το λένε αγάπη, Σούκι». Η φωνή του έγινε απαλή σαν βελούδο. «Και τι κάνει αυτός ο άντρας όταν η γυναίκα που αγαπάει του ξεκαθαρίζει ότι εκείνη δεν αισθάνεται το ίδιο γι’ αυτόν; Σε ήθελα τόσο πολύ, που ήμουν έτοιμος να σε κάνω να δεθείς μαζί μου μ’ ένα παιδί». Η Σούκι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μόλις της είχε πει ότι την αγαπούσε. Αλλά οι λέξεις δε σημαίνουν τίποτα. «Λες ψέματα, Πασκάλ!» είπε τρέμοντας. «Μου λες ψέματα!» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δε σου λέω ψέματα, Σούκι. Δεν το καταλαβαίνεις ότι σ’ αγαπώ; Σε αγάπησα από την πρώτη στιγμή που σε είδα, όταν ήρθες στο σπίτι μου και το φως του ήλιου που σ’ έλουζε έκανε τα υπέροχα μαλλιά σου να λάμπουν. Ο τρόπος που έγερνες το κεφάλι σου, ο τρόπος που με κοίταζαν τα λαμπερά σου μάτια, άναβαν μέσα μου τον πόθο, με κρατούσαν ξάγρυπνο κάθε νύχτα...» Κούνησε ξανά το κεφάλι του με θλίψη. «Αλλά δεν ήθελα να παραδεχτώ τα αισθήματά μου. Και γι’ αυτό τα πολεμούσα. Σε κάθε βήμα μου. Προσπαθούσα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου να σε βλέπω σαν τη φιλενάδα της μικρής μου αδελφής, κι ένιωθα φοβερά ένοχος, γιατί όσο περισσότερο σε έβλεπα, τόσο περισσότερο σε ήθελα. Εκείνη τη νύχτα της θύελλας, ήταν ευκολότερο για μένα να μάθω να σε μισώ παρά να παραδεχτώ τη φοβερή αλήθεια: ότι ήμουν ερωτευμένος μαζί σου...» Όχι, είναι όλα ψέματα... ψέματα... σκεφτόταν η Σούκι ξανά και ξανά. Προσπαθούσε να πνίξει μέσα της την ελπίδα που γεννούσαν τα λόγια του. «Ναι, αλλά με πέταξες έξω», του είπε. «Το θυμάσαι; Με πρόσβαλες, μου φέρθηκες σαν να με απεχθανόσουν». «Δεν καταλαβαίνεις γιατί; Για όνομα του Θεού! Ήσουν μόλις δεκαεφτά ετών. Ήμουν ένας ώριμος, έμπειρος άντρας, κι εσύ δεν ήσουν παρά ένα παιδί, φιλοξενούμενη στο σπίτι μου. Αισθανόμουν ευθύνη για σένα. Δεν είχα δικαίωμα να χρησιμοποιήσω την πλεονεκτική μου θέση. Εκείνη τη νύχτα, παραλίγο να χάσω τον έλεγχο. Εγώ...» κούνησε το κεφάλι του, «εγώ που ποτέ στη ζωή μου δεν έχασα τον έλεγχο των πράξεών μου. Και κορόιδευα τον εαυτό μου», είπε συντετριμμένος. «Με πολλούς τρόπους». «Κορόιδευες τον εαυτό σου;» τον ρώτησε με απορία. «Πώς;» «Άφηνα τον εαυτό μου να υποκρίνεται ότι δεν ήξερα πως σου έκανα έρωτα, ότι δήθεν ήμουν μισοκοιμισμένος, ότι πίστευα πως δεν ήσουν εσύ αλλά κάποια άλλη. Έπειθα τον εαυτό μου ότι ήσουν ανήθικη και ότι ασκούσες αρνητική επιρροή στην αδελφή μου. »Πέρασε αρκετός καιρός για να αποδεχτώ αυτό που πάντα ήξερα: ότι η Φραντσέσκα είχε ξεφύγει από τη μέρα που πέθανε η μητέρα μας. Ο πατέρας μου έκανε λάθος που την έστειλε στην Ελβετία, κι όμως εγώ είχα επιδοκιμάσει την απόφασή του, γιατί ήταν τότε ξετρελαμένος με τη νεαρή σύζυγό του και δεν είχε το χρόνο να ενδιαφερθεί για την κόρη του». Κούνησε το κεφάλι του λυπημένος, με μια έκφραση πόνου στο πρόσωπό του. «Ήταν πιο εύκολο για μένα να καταλογίσω τη συμπεριφορά της στη δική σου επιρροή. Γιατί έτσι μπορούσα να δικαιολογηθώ για το γεγονός ότι παραλίγο να κάνω έρωτα μ’ ένα κοριτσάκι. Και ο μόνος τρόπος για να εμποδίσω τον εαυτό μου ήταν να υποκριθώ ότι σε αντιπαθούσα. Γιατί, όσο κι αν σε ποθούσα, ήσουν μικρή, Σούκι. Πολύ μικρή». Σταμάτησε για λίγο. Τα όμορφα μαύρα μάτια του έλαμπαν. «Αλλά ποτέ δε σε ξέχασα, και ποτέ δε σταμάτησα να σε θέλω. Κι όταν διάβασα για τις υποτιθέμενες σχέσεις σου με άλλους άντρες, η προκατάληψή μου ότι ήσουν μια όμορφη, αλλά άπιστη γυναίκα, επιβεβαιώθηκε...» «Κάποια σαν τη μητριά σου;» τον διέκοψε η Σούκι. Ξαφνικά είχε συνειδητοποιήσει πόσο είχε επηρεάσει αυτή η γυναίκα τον τρόπο που ο Πασκάλ έκρινε όλες τις άλλες. Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Φοβάμαι πως έκανα το λάθος να χωρίζω τις γυναίκες σε δύο κατηγορίες». «Και φυσικά εγώ δεν ανήκα στις ενάρετες», παρατήρησε η Σούκι ειρωνικά. Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Σωστά. Είχα αρχίσει να κάνω σχέδια πώς να σε ξαναφέρω κοντά μου, όταν η γραμματέας μου με πληροφόρησε ότι θα έφευγες κρυφά με τον αρραβωνιαστικό της για το Σαββατοκύριακο, ο οποίος, σημειωτέον, σε είχε για είδωλό του...» Το κεφάλι της άρχισε να γυρίζει. Δεν έβγαζε νόημα απ’ όσα της έλεγε. «Εννοείς... εννοείς ότι είχες αρχίσει τις διαπραγματεύσεις για την αγορά της Φορμιντάμπλ πριν με συναντήσεις στη Νότια Γαλλία;» Ο Πασκάλ χαμογέλασε. «Μα φυσικά. Δεν το ήξερες;» «Και βέβαια δεν το ήξερα!» Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Κάρα, τα πράγματα δεν είναι όπως τα γράφουν τα μυθιστορήματα. Δεν μπορείς μέσα σε μια μέρα ν’ αγοράσεις μια εταιρεία του μεγέθους της Φορμιντάμπλ. Χρειάζονται μήνες διαπραγματεύσεων. Με έτρωγε η ζήλια όσο σκεφτόμουν ότι τριγύριζες με τον Σαλβατόρε, κι όμως λαχταρούσα να έχω αυτή την ευκαιρία να σε ξαναδώ πριν σου προσφέρω συμβόλαιο στη Φορμιντάμπλ. Και όταν σε είδα ξανά κατάλαβα πόσο ευάλωτος ήμουν ακόμα στη σαγήνη σου. Αλλά ακόμη και τότε προσπάθησα να αντισταθώ. Έλεγα στον εαυτό μου ότι σε χαρακτήριζαν όλα όσα αντιπαθούσα σε μια γυναίκα. Μερικές φορές έπειθα τον εαυτό μου ότι σε μισούσα. Άλλες φορές, όμως...» «Και επένδυσες στη Φράνκλιν Μότορς επειδή...» «Επειδή έπρεπε να έχω και κάποιον άλλο δρόμο να σε πλησιάσω, αν αρνιόσουν το συμβόλαιο της Φορμιντάμπλ». «Είσαι εντελώς αδίστακτος», είπε η Σούκι, αλλά δεν της βγήκε τόσο αυστηρά όσο ήθελε. Αγόρασε μια εταιρεία και επένδυσε σε μια άλλη επειδή την αγαπούσε. Μέσα της χόρευε από χαρά. «Αλλά αυτό που δεν καταλαβαίνω», ρώτησε ο Πασκάλ, δείχνοντας πραγματικά απορημένος, «είναι γιατί δεν έκανες αγωγή σ’ όλα εκείνα τα άθλια έντυπα που έγραφαν τόσα ψέματα για σένα;» Η Σούκι ανασήκωσε τους ώμους της. «Με συμβούλευσαν να μην το κάνω. Θα ήταν μεγάλη ταλαιπωρία. Και, επίσης, δεν ήθελα να δώσω σε κάποιον φιλόδοξο δικηγόρο την ευκαιρία να στήσει παράσταση εις βάρος μου στο δικαστήριο». Ο Πασκάλ κούνησε το κεφάλι του με κατανόηση. «Έπρεπε να το έχω φανταστεί. Έπρεπε να έχω καταλάβει την ευγένεια και τη γλυκύτητα του χαρακτήρα σου. Ήσουν πολύ περήφανη και πολύ αξιοπρεπής για να μην έχεις ηθικούς φραγμούς. Με τη στάση σου διέλυσες μία μία όλες μου τις προκαταλήψεις, κι αυτό που εντέλει έμεινε μέσα μου ήταν μόνο η βαθιά μου αγάπη για σένα». «Και γιατί δε μου τα έλεγες όλα αυτά;» ρώτησε η Σούκι επιτακτικά. «Γιατί δε μου έλεγες ότι μ’ αγαπούσες, αντί να κάνεις όλες εκείνες τις προτάσεις να γίνω ερωμένη σου;» Εκείνος αναστέναξε. «Ένας λόγος ήταν ο εγωισμός. Πίστευα πως, ύστερα απ’ όλα όσα είχα πει και είχα κάνει, θα φαινόμουν διπρόσωπος. Κι ύστερα, δεν ήξερα αν εσύ θα μπορούσες να με συγχωρέσεις. Δεν ήξερα ποια ήταν τα δικά σου αισθήματα απέναντί μου, και γι’ αυτό θεώρησα ότι ήταν καλύτερα να προχωρήσω αργά και προσεκτικά. Νόμιζα πως έτσι θα σου έδινα χρόνο ώστε ο θυμός που ένιωθες για μένα να μετατραπεί μια μέρα σε κάτι άλλο. Αλλά τα πράγματα δεν ήρθαν όπως νόμιζα. Αντί να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο, συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Το χάσμα ανάμεσά μας μεγάλωνε...» «Επειδή σιχαινόμουν την ιδέα να είμαι η ερωμένη σου. Με έκανε να νιώθω αναλώσιμη...» «Και γιατί δε μου το είπες;» «Γιατί είχα κι εγώ τον δικό μου εγωισμό. Νόμιζα ότι θα μπορούσες να το καταλάβεις από μόνος σου αυτό, Πασκάλ. Δε σκέφτηκες ποτέ γιατί σου έδωσα την... αρετή μου;» Δίστασε καθώς χρησιμοποίησε τη λέξη που είχε χρησιμοποιήσει κι εκείνος. Μια λέξη παλιομοδίτικη. Της άρεσε. Ο Πασκάλ σήκωσε τα χέρια του σαν σε ικεσία. «Ήμουν τόσο τρελός για σένα που δεν μπορούσα να σκεφτώ ψύχραιμα και να τα αναλύσω όλα αυτά. Μέχρι


τη στιγμή που έφυγες. Τότε μόνο σκέφτηκα, και κατάλαβα ότι δε θα μου έδινες κάτι τόσο πολύτιμο αν δε μ’ αγαπούσες...» Η φωνή του έσβησε. Η Σούκι σήκωσε το χέρι της και άγγιξε απαλά το μάγουλό του. «Μακάρι να είχα μέσα μου το παιδί σου», είπε τρυφερά. «Θα το ήθελα όσο τίποτ’ άλλο». «Σούκι...» Του χαμογέλασε. «Ναι, σ’ αγαπώ. Πάντα σ’ αγαπούσα, βλάκα... δεν το καταλαβαίνεις; Πασκάλ...» Αλλά δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της, γιατί ξαφνικά βρέθηκε εκεί που πάντα ήθελε να είναι: στην αγκαλιά του. Φιλήθηκαν παθιασμένα, κι ύστερα εκείνος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε σοβαρά. «Αυτά που είπα για τις εργαζόμενες γυναίκες, ότι πρέπει να εγκαταλείπουν την καριέρα τους για να φροντίζουν τα παιδιά τους...» «Μμμ;» έκανε εκείνη σαν να ονειρευόταν. «Ξέχασέ τα». «Να τα ξεχάσω; Είσαι πολύ μεγαλόψυχος, Πασκάλ», του είπε, με τα μάτια της να σπινθηρίζουν κατεργάρικα. «Δεν είναι δυνατόν να σου βάζω τέτοιους όρους. Σ’ αγαπώ και θέλω να είσαι ευτυχισμένη». «Είσαι έτοιμος να προδώσεις τις πεποιθήσεις σου σχετικά με την ανατροφή των παιδιών;» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Ω, ναι, αγάπη μου. Είσαι μια επιτυχημένη γυναίκα, και η καριέρα σου είναι κάτι πολύτιμο για σένα. Το καταλαβαίνω. Δεν μπορώ να σου ζητήσω να εγκαταλείψεις αυτό για το οποίο αγωνίστηκες». Η Σούκι αποφάσισε να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση. «Ναι, μπορείς!» «Μμμ;» Έσκυψε και τη φίλησε στο λαιμό, και μετά την κοίταξε στα μάτια. «Τι είπες;» «Συμφωνώ μαζί σου», του είπε. Της άρεσε η έκπληξη που είδε στο βλέμμα του. «Νομίζω πως οι μητέρες πρέπει να είναι κοντά στα παιδιά τους, αν το θέλουν. Κι εγώ το θέλω». «Μα εσύ άλλα μου έλεγες... Προσπάθησες να ακυρώσεις όλα μου τα επιχειρήματα». «Ναι, γιατί σ’ εκείνη τη συζήτηση μιλούσαμε κι οι δυο υποθετικά», είπε η Σούκι. «Και προσπαθούσα να υπερασπιστώ τη Φραντσέσκα. Για λόγους αλληλεγγύης... Σοβαρά τώρα, Πασκάλ... εδώ και καιρό το μόντελινγκ έχει αρχίσει να χάνει τη μαγεία του για μένα. Εσύ πάντα μου έλεγες ν’ ασχοληθώ με τη ζωγραφική. Αυτό θα κάνω –και η ζωγραφική μπορεί να συνδυαστεί μια χαρά με την οικογενειακή ζωή. Από την ημέρα που ήρθα σ’ αυτό το σπιτάκι, με τη ζωγραφική ασχολούμαι». Για πρώτη φορά από τη στιγμή που μπήκε στο σπίτι, ο Πασκάλ πήρε τα μάτια του από πάνω της και κοίταξε τον πίνακα που ζωγράφιζε η Σούκι. «Πώς σου φαίνεται;» τον ρώτησε. «Είναι...» Δίστασε, κι έκανε ένα μικρό μορφασμό. «Σίγουρα δεν είναι ο καλύτερός σου πίνακας, μπέλα μία». Η Σούκι αναστέναξε ανακουφισμένη. Την αγαπούσε! Την αγαπούσε τόσο πολύ που της έλεγε την αλήθεια! «Το ξέρω. Απαίσιος είναι. Ήμουν τόσο δυστυχισμένη, που δεν μπορούσα να βάλω μέσα του την ψυχή μου...» «Και γιατί ήσουν δυστυχισμένη, κάρα;» ρώτησε ο Πασκάλ αθώα, ενώ άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό της. «Ξέρεις πολύ καλά γιατί», του είπε, κι έγειρε πίσω για να τον διευκολύνει. «Πες μου, έτσι κι αλλιώς», επέμεινε εκείνος καθώς το πουκάμισό της έπεφτε στο πάτωμα. «Ή, καλύτερα, γιατί δε μου δείχνεις; Και μετά θα συζητήσουμε για το γάμο μας». «Το γάμο μας; Δε θυμάμαι να μου ζήτησες να σε παντρευτώ». «Αυτό διορθώνεται», μουρμούρισε καθώς τη μετέφερε στην κρεβατοκάμαρα. «Θα με παντρευτείς, όμορφό μου κορίτσι, με τα χρυσά μάτια;» «Το ξέρεις ότι θα σε παντρευτώ, ανόητε παλιο-εγωιστή!» «Αλλά σύντομα, κάρα». Πρέπει να γίνει γρήγορα», της είπε ανυπόμονα. «Δεν μπορώ να περιμένω για κάτι που σημαίνει τόσα πολλά για μένα. Σ’ το έχω ξαναπεί, δεν είμαι καθόλου...» «Υπομονετικός!» αποτελείωσε η Σούκι τη φράση του γελώντας. «Κι εγώ δεν είμαι πολύ υπομονετική, γι’ αυτό, σε παρακαλώ, κάνε μου έρωτα αμέσως τώρα, Πασκάλ...» Της χαμογέλασε καθώς ξάπλωνε δίπλα της στο κρεβάτι. «Αμόρε μίο», μουρμούρισε τρυφερά και, σκύβοντας πάνω της, έσμιξε τα χείλη του με τα δικά της.


ΜΕ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ SANDRA FIELD


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ήταν ερωτευμένος. Ο Σάιμον Γκρέιγουντ ακούμπησε χαμογελώντας το κουπί του πάνω στην κουπαστή, ενώ το κανό γλιστρούσε σιωπηλά στη λίμνη που έμοιαζε με καθρέφτη. Ήταν τόσο πρωί ακόμα, που το πούσι, δροσερό και άυλο, ανέβαινε απ’ τη λίμνη, κυκλώνοντας τις καλαμιές και τους βράχους από γρανίτη που με φαντασμαγορικές πτυχές στόλιζαν τις όχθες. Παρ’ όλο που άκουγε τα πουλιά να κελαηδούν στο δάσος, και μάλιστα τόσο γλυκά που η ψυχή του γέμιζε συγκίνηση, οι ήχοι τους απλώς άγγιζαν την επιφάνεια μιας σιωπής απόλυτης. Η σιωπή της άγριας φύσης, σκέφτηκε. Ήταν τόσο διαφορετικά από την πόλη που είχε αφήσει πίσω του μόλις πριν δυο εβδομάδες. Στο Λονδίνο, οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας, υπήρχε ο θόρυβος των αυτοκινήτων, η αίσθηση των ανθρώπων παντού... ενώ εδώ, σε μια λίμνη χωμένη μέσα στο δάσος της Νέας Σκοτίας του Καναδά, δε φαινόταν ψυχή. Του άρεσε εδώ. Είχε το παράξενο συναίσθημα πως είχε γυρίσει σπίτι του. Ένιωσε μια κίνηση μέσα στο νερό και στράφηκε. Ένα βρεγμένο καφετί κεφάλι κολυμπούσε γρήγορα προς το μέρος του. Ο Σάιμον αναρωτήθηκε μήπως ήταν κάστορας. Ο Τζιμ του είχε πει ότι κάστορες είχαν φτιάξει ένα φράγμα πιο πάνω στη λίμνη. Έμεινε εντελώς ακίνητος. Ξαφνικά το ζώο απομακρύνθηκε, χτύπησε μ’ έναν ξερό ήχο την πλατιά και επίπεδη ουρά του στο νερό και βυθίστηκε κάτω από την επιφάνεια. Ήταν κάστορας, λοιπόν. Ο Σάιμον γέλασε σιγανά κι άρχισε να κωπηλατεί στο κανάλι ανάμεσα στις δυο λίμνες, αποφεύγοντας προσεκτικά δυο τρία βράχια που βρέθηκαν μπροστά του. Ο Τζιμ του είχε πει ότι η στάθμη του νερού είχε κατέβει, γιατί το καλοκαίρι ήταν πολύ ζεστό και άνυδρο. Δεν είχε φτάσει ποτέ ως τη δεύτερη λίμνη. Πώς την είχε πει ο Τζιμ; Λίμνη Μέιναρντ; Το όνομα, πάντως, δεν ταίριαζε με τη γαλήνια ομορφιά του ασάλευτου, σκοτεινού νερού, που αντανακλούσε την τέλεια συμμετρία των βράχων και των δέντρων ολόγυρά της, και των άσπρων, μικρών σύννεφων που αιωρούνταν από πάνω της. Πλησιάζοντας στην όχθη, δοκίμασε μια ινδιάνικη κίνηση με το κουπί. Του την είχε διδάξει ο Τζιμ και τον βοηθούσε να παραμένει σταθερός στην πορεία του, χωρίς να σηκώνει το κουπί από τη λίμνη κι έτσι να κινείται όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα. Ήταν ο καλύτερος τρόπος να παρατηρείς την άγρια φύση, τον είχε βεβαιώσει, χωρίς να τρομάζεις τα διάφορα ζώα. Η όχθη της λίμνης σχημάτιζε μικρούς κολπίσκους, γεμάτους φτέρες και δάφνες. Το πούσι εξαφανιζόταν σιγά σιγά, καθώς ο ήλιος άρχιζε να καίει. Όλη η ένταση που πλημμύριζε τον Σάιμον χρόνια ολόκληρα φαινόταν να διαλύεται μπροστά στη μαγεία του πρωινού. Ένιωθε απόλυτα γαλήνιος, μ’ έναν τρόπο πρωτόγνωρο. Κι αυτό το όφειλε στον Τζιμ. Τον αδερφό που είχε αποχωριστεί για είκοσι πέντε χρόνια... Από το διπλανό κολπίσκο άκουσε δυνατούς πλαταγισμούς, που διέλυσαν την ησυχία του πρωινού και τις δικές του σκέψεις. Σαν να είχε μπει στη λίμνη ένα μεγάλο ζώο. Ήταν τάρανδος άραγε; Αρκούδα; Χωρίς να το θέλει, ανατρίχιασε απ’ το φόβο του. Μπορεί εδώ να ένιωθε σαν στο σπίτι του, αλλά δεν είχε πείρα από τη φύση και καλά θα έκανε να το θυμάται. Πλησίασε τους γρανιτένιους βράχους που τον έκρυβαν από το διπλανό κολπίσκο. Υπήρχε ένα άνοιγμα που, αν και δε χώραγε το κανό του, εκείνος μπορούσε να βλέπει κρυμμένος τι συνέβαινε. Έφερε το κανό παράλληλα με το άνοιγμα κι εκείνη τη στιγμή οι πλαταγισμοί στο νερό σταμάτησαν απότομα. Δεν το είχε ονειρευτεί πάντως. Η επιφάνεια της λίμνης είχε γεμίσει κύκλους. Ούτε ίχνος, ωστόσο, ανθρώπου ή ζώου. Ήταν σίγουρος πως οι τάρανδοι δεν έκαναν βουτιές. Οι αρκούδες έκαναν; Δεν είχε ιδέα. Έτοιμος ν’ απομακρυνθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα, αν το απαιτούσαν οι περιστάσεις, περίμενε να δει τι πλάσμα θα ξεπρόβαλλε από τη λίμνη. Ένα κεφάλι βγήκε στην επιφάνεια και κολύμπησε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μακριά μαλλιά και λεία, γυμνή σάρκα. Η γυναίκα έκανε άλλη μια βουτιά, δημιουργώντας μικρές φουσκάλες αέρα στο νερό. Ο Σάιμον πήρε μια βαθιά ανάσα κι αναρωτήθηκε μήπως ονειρευόταν. Είχε την εντύπωση ότι το σπίτι του Τζιμ ήταν το τελευταίο κατάλυμα του πολιτισμού σ’ αυτές τις λίμνες. Ο αδερφός του δεν του είχε πει ότι έμενε και κάποιος άλλος εκεί γύρω. Ποια ήταν, λοιπόν, αυτή η γυναίκα που εμφανιζόταν και χανόταν, σαν κάποια νεράιδα της λίμνης; Σαν απάντηση στο ερώτημά του, εκείνη ξεπρόβαλε πάλι. Αυτή τη φορά έβλεπε το προφίλ της, τον ήλιο να χαϊδεύει τα υγρά της μάγουλα, τα κατάλευκα δόντια της, μια γυναίκα που χαμογελούσε από απόλαυση. Όπως τινάχτηκε μέσα απ’ το νερό, φάνηκε η λάμψη των ώμων της και οι καμπύλες του στήθους της, όμορφες πέρα από λόγια. Έπειτα, ορμώντας σαν αστραπή, ξαναβούτηξε. Σφίγγοντας το καλογυαλισμένο του κουπί, ο Σάιμον την περίμενε να ξαναβγεί. Όταν φάνηκε πάλι, βρισκόταν αντίκρυ του. Ευτυχώς ο ήλιος έπεφτε στα μάτια της κι ήταν σίγουρος πως δεν τον είχε δει. Αμέσως συνειδητοποίησε δυο πράγματα, που τον ξάφνιασαν με την αμεσότητά τους. Πρώτα απ’ όλα, δεν είχε καμιά πρόθεση να την ενοχλήσει στο παιχνίδι της, γιατί η κοπέλα έπαιζε με την αθωότητα και τη χαρά μιας μικρής ενυδρίδας. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να την τρομάξει ή να την κάνει ν’ αντιληφθεί την παρουσία του. Δεν μπορούσε να δει τι χρώμα είχαν τα μάτια ή τα μαλλιά της, έτσι όπως ήταν βρεγμένα. Και, παρά το εκπαιδευμένο βλέμμα του καλλιτέχνη που διέθετε, δεν μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Η απόσταση μεταξύ τους ήταν αρκετή. Η εντύπωση, όμως, που του έδιναν οι κινήσεις και οι αντιδράσεις της ήταν η χαρά της ζωής προσωποποιημένη. Αυτή η γυναίκα ήταν ένα πλάσμα της φύσης. Σίγουρα πάντως δεν ήταν νεράιδα της λίμνης. Δεν είχε τίποτα το αιθέριο πάνω της. Ήταν μια γυναίκα με σάρκα και οστά και, θα ’βαζε στοίχημα, ήταν τόσο ερωτευμένη με τη ζωή, όσο κι εκείνος με την άγρια φύση και την ερημιά. Καθώς εκείνη ξάπλωσε ανάσκελα κι άρχισε να κολυμπάει και τα στήθη της πότε κρύβονταν απ’ τον αφρό πότε ξεπρόβαλλαν για να χαϊδευτούν απ’ τις ηλιαχτίδες, ο Σάιμον ομολόγησε στον εαυτό του ποιο ήταν το δεύτερο συναίσθημα που τον είχε ξαφνιάσει. Την ήθελε. Ξεκάθαρα και κατηγορηματικά, εκείνη τη στιγμή. Είχε πολύ καιρό να επιθυμήσει μια γυναίκα μ’ αυτό τον τρόπο. Αν υπέκυπτε στο ένστικτό του, θα πήγαινε με το κανό του στον κολπίσκο, θα την έπαιρνε στα χέρια κι έπειτα θα της έκανε έρωτα μ’ ένα πάθος που νόμιζε πως είχε ξεχάσει. Σάιμον, άκουσε μια φωνή μέσα του να τον κοροϊδεύει. Τα κανό δεν είναι φτιαγμένα για έρωτες. Θα καταλήγατε κι οι δυο στη λίμνη. Κι άλλωστε, μια γυναίκα με τόση ζωντάνια, ίσως θα ’θελε να διαλέξει μόνη το σύντροφό της. Αν δεν έχει ήδη. Προσγειώσου, όπως θα ’λεγε κι ο Τζιμ. Η γυναίκα γύρισε μπρούμυτα και η ραχοκοκαλιά της ήταν μια μακριά, γοητευτική καμπύλη. Αφήνοντας τα παιχνίδια, αφιερώθηκε στο κολύμπι. Για ένα τέταρτο κολυμπούσε πέρα δώθε με δυνατές κινήσεις. Ύστερα, κάνοντας άλλη μια βουτιά, τράβηξε για την ακτή. Αυτά τα δεκαπέντε λεπτά ο Σάιμον καθόταν ασάλευτος σαν άγαλμα. Πλησίασε αθόρυβα με το κανό, για να μην τη χάσει απ’ τα μάτια του. Ντρεπόταν λίγο που την παρακολουθούσε σαν ηδονοβλεψίας, πολύ περισσότερο που εκείνη δε φανταζόταν πως θα ’βλεπε ανθρώπινη ψυχή σ’ αυτά τα μέρη. Σίγουρα δε θα ’παιζε τόσο ανέμελα στη λίμνη αν υποψιαζόταν πως την παρακολουθούσαν ανθρώπινα μάτια. Εκείνος, όμως, δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Όσο εξαιρετική κι αν ήταν η δύναμη της θέλησής του –και ο ίδιος ήξερε πόσο αδάμαστη ήταν, καλύτερα από κάθε άλλον–, δεν επαρκούσε για να τον αναγκάσει να πάρει το βλέμμα του από πάνω της. Νιώθοντας ξερό το στόμα του, την παρακολούθησε να σηκώνεται. Το νερό κύλησε από πάνω της, αποκαλύπτοντας μια νύμφη. Τα μαλλιά της έπεφταν ως


τη μέση της πλάτης της. Τα τίναξε πίσω και προχώρησε προς τη μικρή παραλία με την άμμο, στο πιο απομακρυσμένο σημείο του κολπίσκου. Οι κινήσεις της ήταν υπέροχες. Είχαν τέτοια χάρη, που του ’φερναν δάκρυα στα μάτια. Όταν έφτασε στην άμμο, έσκυψε και πήρε μια κατακόκκινη πετσέτα που ήταν εκεί απλωμένη, αλλά, αντί να προχωρήσει προς τα δέντρα, στράφηκε προς τη λίμνη, κρατώντας τη σαν πανάρχαιο λάβαρο πολέμου. Έγειρε πίσω το κεφάλι της και ξέσπασε σ’ ένα υπέροχο γέλιο, που φανέρωνε πόσο απολάμβανε την ομορφιά του πρωινού και το μοναχικό της κολύμπι. Ο ήχος του γέλιου της συγκλόνισε τον Σάιμον, γιατί εκείνος αυτά τα συναισθήματα τα είχε συντρίψει τα τελευταία δέκα χρόνια. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του και, έξαλλος με τον εαυτό του για την αδυναμία του, προσπάθησε να τα διώξει. Η γυναίκα είχε τυλίξει την πετσέτα γύρω της και κατευθυνόταν προς ένα τεράστιο πεύκο, που τα κλαδιά του έφταναν ως την παραλία. Και τότε ο Σάιμον πρόσεξε το σπίτι που βρισκόταν ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων, με την πλατιά βεράντα και την πέτρινη καμινάδα και την είδε να χάνεται εκεί, σαν μια κόκκινη αστραπή. Λίγο αργότερα άκουσε μια πόρτα να κλείνει με θόρυβο. Αναστέναξε βαθιά. Τα συναισθήματά του ήταν ένα χάος. Ένα χάος που δεν ήθελε να ξεδιαλύνει. Έπρεπε να φύγει από κει. Έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του Τζιμ, σ’ έναν κόσμο που ήταν λογικός, φυσιολογικός και οικείος. Καθώς έπιανε το κουπί του, έσκυψε στη λίμνη να ελέγξει μήπως υπήρχαν βράχια κι είδε το πρόσωπό του να καθρεφτίζεται στο νερό. Ήταν ολόιδιο όπως και πριν, παρ’ όλο που περίμενε ότι οι τελευταίες στιγμές θα το είχαν σημαδέψει με κάποιον τρόπο. Τα μαλλιά του ήταν πυκνά και άτακτα, πιο μαύρα από την επιφάνεια της λίμνης, ενώ αντίθετα τα μάτια του είχαν το γαλάζιο χρώμα του καθάριου ουρανού. Η δύναμη της θέλησής του, που τον στήριζε τόσα χρόνια, φανερωνόταν στη σκληρή γραμμή του σαγονιού του και στα πτερύγια της μύτης του, χαρακτηριστικά που έδιναν στο πρόσωπό του πιο πολύ γοητεία, παρά ομορφιά. Ήξερε από παλιά ότι άρεσε στις γυναίκες, αλλά ποτέ του δεν είχε καταλάβει το γιατί. Το βλέμμα του, τόσο οξυδερκές στη λεπτομέρεια, δεν αντιλαμβανόταν τα δικά του προσόντα: τον αισθησιασμό των χειλιών του, τις αποχρώσεις των συναισθημάτων που μπορούσαν να εκφράσουν τα μάτια του, τις πυκνές του βλεφαρίδες που έρχονταν σε υπέροχη αντίθεση με τα τονισμένα του ζυγωματικά. Μπορεί να μην καταλάβαινε γιατί τραβούσε τις γυναίκες, ωστόσο ήξερε πως ποτέ δεν είχε τύχει να θέλει μια γυναίκα κι αυτή να μην πέσει πρόθυμα στο κρεβάτι του. Πρόθυμα και γρήγορα. Ήταν πια δεδομένο για κείνον. Σαν αποτέλεσμα, είχε κοιμηθεί με πολύ λίγες γυναίκες τα τελευταία χρόνια, γιατί δεν του άρεσε πάντα η ευκολία και η διαθεσιμότητα. Κάνοντας μια γκριμάτσα, βύθισε το κουπί στη λίμνη και το είδωλό του εξαφανίστηκε. Έστριψε με γρήγορες κινήσεις και κατευθύνθηκε προς το σημείο απ’ όπου είχε ξεκινήσει, κωπηλατώντας τόσο δυνατά, λες και τον κυνηγούσαν όλοι οι δαίμονες. Το κουπί του άφηνε πίσω του μικρές δίνες. Κινδύνεψα να βυθιστώ σε μια τέτοια δίνη, σκέφτηκε οργισμένα, προχωρώντας στο κανάλι που οδηγούσε στην επόμενη λίμνη, χωρίς να προσέχει όσο συνήθιζε. Είχε δει μια γυμνή γυναίκα να κολυμπάει στη λίμνη. Και λοιπόν; Είχε ξαναδεί γυμνές γυναίκες στη ζωή του. Τις είχε δει, τις είχε ζωγραφίσει, τους είχε κάνει έρωτα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να αισθάνεται ξαφνικά σαν να ήταν ο μοναδικός άντρας μέσα σ’ έναν καινούριο κόσμο, κι εκείνη η γυναίκα που πλάστηκε γι’ αυτόν. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να αισθάνεται σαν να ’χε κλείσει όλη τη ζεστασιά του ήλιου στις παλάμες του, σαν δώρο απ’ τους θεούς. Κανένας λόγος απολύτως. Ήταν τριάντα πέντε χρονών, είχε τις εμπειρίες του κι ήξερε τον κόσμο. Δεν ήταν κανένας δεκαεξάρης. Σαν να ’θελε να τον κοροϊδέψει, το μυαλό του του παρουσίασε την εικόνα της γυναίκας να παίζει αισθησιακά στη λίμνη, το γεμάτο απόλαυση χαμόγελό της και τα βρεγμένα στήθη της. Ήταν μια εικόνα που κατέλυε κάθε είδους λογική σκέψη, που τον θύμωνε και ταυτόχρονα τον φόβιζε. Εκτός των άλλων, δεν είχε ιδέα ποια ήταν. Ίσως να ήταν τουρίστρια που θα ’φευγε το Σαββατοκύριακο. Ίσως ήταν παντρεμένη κι ευτυχισμένη με τον άντρα της. Ίσως να μην την ξανάβλεπε. Και να την έβλεπε, όμως, θα την αναγνώριζε; Μόνο αν είναι γυμνή, τον ειρωνεύτηκε η φωνή του μυαλού του. Σταμάτα, γκρίνιαξε ο Σάιμον! Αυτό πια είναι γελοίο! Δεν έχει καμιά σημασία αν είναι απ’ το Βανκούβερ κι έχει άντρα και δέκα κουτσούβελα ή απ’ το Χάλιφαξ και συζεί με το φίλο της. Εκείνος δεν είχε έρθει στον Καναδά για να βρει γυναίκα. Είχε έρθει για να γνωριστεί με τον αδερφό του και να ξεφύγει από μια πόλη που ένιωθε να τον πνίγει. Αυτή η άγνωστη γυναίκα δεν του ήταν τίποτα. Τίποτα! Χαμένος στις σκέψεις του, και παρά το γεγονός ότι είχε σηκωθεί άνεμος, έφτασε πολύ γρήγορα στο σπίτι του Τζιμ. Η σωματική άσκηση, όπως πάντα, τον έκανε να νιώθει πολύ καλύτερα. Οι μύες των ώμων του ήταν πιασμένοι, καθώς έδενε το κανό στο μόλο. Έπειτα ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά ως το σπίτι κι άνοιξε την πόρτα. Ο θόρυβος που έκανε, όταν την έκλεισε πίσω του, του θύμισε μια άλλη πόρτα, σ’ ένα άλλο σπίτι, πριν από μισή ώρα. Αποφασισμένος να μην επιτρέψει σ’ αυτό τον κυκεώνα των συναισθημάτων να τον κυριεύσει πάλι και να μην κάνει την παραμικρή ερώτηση για τη γυναίκα που ζούσε στη λίμνη Μέιναρντ, είπε: «Μμμ, ωραία μυρίζει». Ο Τζιμ τηγάνιζε μπέικον στην κουζίνα. Το σπίτι του μπορεί να έδειχνε αγροτόσπιτο, αλλά είχε όλες τις σύγχρονες ανέσεις. «Έλειψες πολλή ώρα», παρατήρησε αδιάφορα. «Είδες κάτι ενδιαφέρον;» Ο Τζιμ ήταν ό,τι δεν ήταν ο Σάιμον και δεν έμοιαζαν καθόλου γι’ αδέρφια. Δέκα χρόνια νεότερος, πιο κοντός και πιο ανοιχτόχρωμος, είχε ένα πρόσχαρο χαμόγελο και ανοιχτόκαρδο χαρακτήρα, αντίθετα απ’ τον αδερφό του που ήταν ένας άνθρωπος όλο μυστικά. Ο Τζιμ έμοιαζε με γάτο που λιάζεται στη βεράντα, γουργουρίζοντας ευτυχισμένος, ενώ ο Σάιμον με μια επιφυλακτική αγριόγατα, κρυμμένη στις σκιές του δάσους. «Έφτασα ως τη λίμνη Μέιναρντ», αποκρίθηκε ο Σάιμον. «Να φτιάξω φρυγανιές;» «Βέβαια. Πώς πάει η κίνηση με το κουπί, που σου έδειξα;» Ο Σάιμον χαμογέλασε. «Έχω να σου πω ότι μπορώ πια να κάνω κανό, χωρίς να παρεκκλίνω καθόλου, αγαπημένε μου αδερφούλη». Έκοψε τέσσερις φέτες από την παχιά φραντζόλα που πουλούσαν στον κοντινότερο φούρνο και πρόσθεσε: «Θα παντρευτώ τη γυναίκα που φτιάχνει αυτό το ψωμί». «Δεν μπορείς», τον πληροφόρησε καλόβολα ο Τζιμ. «Είναι παντρεμένη με το διευθυντή της αστυνομίας, ο οποίος τυχαίνει να είναι πρωταθλητής της κομητείας στην πάλη. Μου δίνεις τ’ αβγά;» «Είσαι καλός δάσκαλος, Τζιμ», είπε όλο αμηχανία ο Σάιμον, βγάζοντας τ’ αβγά απ’ το ψυγείο. «Πριν από δυο βδομάδες δεν είχα βάλει το πόδι μου σε κανό. Μου αφιέρωσες πολύ χρόνο και σ’ ευχαριστώ». «Παρακαλώ», αποκρίθηκε εκείνος, κοιτώντας τον διαπεραστικά. «Δεν μπορούμε να σ’ αφήσουμε να γυρίσεις στην Αγγλία χωρίς να δοκιμάσεις το κλασικό καναδικό άθλημα, που είναι το κανό». «Είδα έναν κάστορα. Κι εκατοντάδες σφεντάμια». «Έγινες ιθαγενής, λοιπόν», είπε γελώντας ο Τζιμ, σπάζοντας τ’ αβγά στο τηγάνι. «Απ’ ό,τι θυμάμαι, το καλύτερο μάθημα κανό που κάναμε ήταν αυτό με τους τρόπους διάσωσης. Τη μέρα εκείνη που έγινες πάλι άνθρωπος». «Μιλάς πάντα στα ίσια, έτσι;» τον ρώτησε ήρεμα ο Σάιμον, ύστερα από λιγόλεπτο δισταγμό. «Ναι... Η ζωή είναι πολύ μικρή για να περιπλέκουμε τα πράγματα. Τις πρώτες τρεις τέσσερις μέρες που ήσουν εδώ, σκεφτόμουν πως το καλοκαίρι θα μου φαινόταν ατέλειωτο». Ο Σάιμον θυμόταν πολύ καλά το μάθημα διάσωσης. Στεκόταν πάνω στο δικό του κανό, τραβώντας πρώτα το κανό του Τζιμ κι έπειτα πάνω στην κουπαστή τον ίδιο, που προσποιόταν πως ήταν πανικόβλητος. Ήταν μια σκηνή πολύ ενδιαφέρουσα. Πράγματι, το πρώτο τείχος ανάμεσα στα δυο αδέρφια είχε γκρεμιστεί εκείνη τη μέρα. Ο Τζιμ είχε απόλυτο δίκιο. «Ακόμα αισθάνεσαι έτσι;» τον ρώτησε ο Σάιμον. «Ότι το καλοκαίρι θα είναι ατέλειωτο;» «Όχι. Παρ’ όλο που μοιάζεις με παγόβουνο. Τα εννιά δέκατα παραμένουν κάτω απ’ την επιφάνεια».


«Έτσι ζω», αποκρίθηκε απελπισμένος ο Σάιμον. Ο Τζιμ γύρισε μ’ επιδεξιότητα τ’ αβγά στο τηγάνι. «Γι’ αυτό έκανες έξι βδομάδες ν’ απαντήσεις στο γράμμα μου;» Ο Σάιμον βουτύρωσε προσεκτικά τις φρυγανιές, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο. «Όταν έφτασα εδώ, σου ανέφερα ότι τον τελευταίο καιρό τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά στη ζωή μου», εξήγησε τελικά. «Βρίσκομαι σε αδιέξοδο με τη ζωγραφική μου... το Λονδίνο μοιάζει με φυλακή... Διάβολε, ούτε να το κουβεντιάζω δε θέλω!» Σώπασε, συνειδητοποιώντας πόσο υποτιμούσε την κατάσταση. Τους τελευταίους έξι μήνες είχε ανακαλύψει ότι δεν μπορούσε να ζωγραφίσει. Στο βορινό φως του εργαστηρίου του, περνούσε ώρες ολόκληρες μπροστά σ’ ένα άδειο τελάρο, νιώθοντας να παραλύει μπροστά στη λευκότητά του, την κενότητά του, τη βουβή του αναμονή. Από τα δεκάξι του χρόνια ζούσε για να ζωγραφίζει. Είχε τρομοκρατηθεί βλέποντας την ουσία της ζωής του να χάνεται, κι όσο φοβόταν, τόσο δεν μπορούσε να κρατήσει πινέλο κι ακόμα περισσότερο να το χρησιμοποιήσει. Πήρε μια κοφτή ανάσα, ξέροντας πως έπρεπε να συνεχίσει. «Όταν ήρθε το γράμμα σου τον Απρίλιο, σάστισα. Κάποτε, πριν από πολλά χρόνια, προσπάθησα να σε βρω, αλλά τ’ αρχεία είχαν καταστραφεί σε μια πυρκαγιά κι αυτό ήταν. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο. Οπότε, όταν έλαβα νέα σου, ήταν σαν μια φωνή απ’ το παρελθόν. Δεν ήμουν σίγουρος ούτε αν ήθελα να κοιτάξω αυτό το παρελθόν. Όχι τουλάχιστον έτσι όπως ήμουν. Δεν απάντησα, λοιπόν, αμέσως στο γράμμα σου», κατέληξε, προσθέτοντας εκνευρισμένα: «Τα αβγά θα καούν». Ο Τζιμ σέρβιρε τ’ αβγά σ’ ένα πιάτο, μαζί με φέτες μπέικον. «Όταν δε μου απάντησες, φαντάστηκα πως δεν ήθελες να ’χεις καμιά σχέση μαζί μου». «Αυτό δεν είναι αλήθεια...» «Άλλωστε, τι να τον κάνεις έναν αδερφό που βρίσκεται έξι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά;» «Ποτέ μου δε σκέφτηκα έτσι, Τζιμ», είπε έντονα ο Σάιμον. «Ήρθα, έτσι δεν είναι; Είμαι εδώ. Κοίτα, το ξέρω πως δεν είμαι ο ευκολότερος άνθρωπος του κόσμου. Περνάω πολλές ώρες μόνος μου, μου αρέσει, έτσι έχω συνηθίσει. Ωστόσο χαίρομαι που γνωριστήκαμε. Χαίρομαι που αρχίζουμε να μαθαίνουμε ο ένας τον άλλο. Απλώς δώσε μου λίγο χρόνο». «Έχουμε όλο το καλοκαίρι στη διάθεσή μας. Αν θέλεις, βέβαια, να μείνεις τόσο πολύ». Ο Σάιμον έβαλε στο τραπέζι ένα βάζο μαρμελάδα φράουλα, αγορασμένο κι αυτό από το φούρνο. Ήξερε πως είχε έρθει η στιγμή της απόφασης γι’ αυτόν και τον αδερφό του και δεν ήθελε να υποτιμήσει τη σημασία της. Δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για να θυμηθεί πάλι μια γυναίκα που έπαιζε γυμνή στην κυκλωμένη απ’ το πούσι λίμνη. «Ναι, θα ’θελα να μείνω», απάντησε, διώχνοντας την εικόνα απ’ το μυαλό του. «Και, αν με βαρεθείς, μπορείς να με πετάξεις έξω με τις κλοτσιές». «Αυτό θα κάνω», του υποσχέθηκε ο Τζιμ κι ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσχαρο, ηλιοκαμένο του πρόσωπο. «Έλα να φάμε». Τα αβγά δεν είχαν καεί και στη μαρμελάδα υπήρχαν ολόκληρα κομμάτια φράουλας. «Θα παχύνω αν μείνω όλο το καλοκαίρι», σχολίασε ο Σάιμον, ξαναγεμίζοντας τις κούπες τους με καφέ. «Οπωσδήποτε», απάντησε ο αδερφός του, παρατηρώντας το λεπτό του σώμα. «Πάντως, αν συνεχιστεί αυτή η ξεραΐλα, υπάρχει τρόπος να χάσεις κιλά. Αν θέλεις, βέβαια». «Τι τρόπος;» ρώτησε τεμπέλικα ο Σάιμον. «Αγώνες κανό από δω ως το φούρνο;» «Να βοηθάς όταν πιάνουν φωτιές». Ο Σάιμον πρόσεξε ότι ο αδερφός του δεν αστειευόταν. «Πού έχει φωτιά;» «Τώρα τα δάση είναι σαν προσάναμμα. Το χειμώνα είχαμε λιγότερο χιόνι απ’ όσο έπρεπε και την άνοιξη δεν έβρεξε σχεδόν καθόλου. Ένα τσιγάρο να πέσει, ένας κεραυνός... δε θέλει τίποτε άλλο. Είμαι εθελοντής πυροσβέστης και βοηθάω μαζί με άλλους εθελοντές σ’ όλη την κομητεία. Την άλλη βδομάδα γίνεται ένα σχετικό σεμινάριο. Θέλεις να το παρακολουθήσεις;» Το κομμάτι εκείνο της ψυχής του Σάιμον που, μήνες ολόκληρους, ένιωθε σαν λιοντάρι κλεισμένο σε κλουβί, τον έκανε ν’ αποκριθεί αμέσως: «Ναι». «Ωραία. Θα σε γράψω». «Ώστε το χειμώνα διδάσκεις στο γυμνάσιο και το καλοκαίρι είσαι εθελοντής πυροσβέστης. Περίεργος συνδυασμός», σχολίασε παραξενεμένος ο Σάιμον. «Είναι πιο εύκολο καμιά φορά να σβήνω φωτιές απ’ το ν’ αντιμετωπίζω κάποιους απ’ τους μαθητές μου. Και τ’ αγαπώ τα δάση. Αν μπορώ να σώσω έστω κι ένα στρέμμα από τη φωτιά, αυτό αξίζει πολλά για μένα». Όλα τα παράθυρα στο σπίτι του Τζιμ έβλεπαν σε δάσος. Και η σκέψη ακόμα ότι αυτή η πανδαισία του πράσινου θα τυλιγόταν στις φλόγες και θα γινόταν κάρβουνο, γέμιζε απελπισία τον Σάιμον. «Τ’ αγαπώ αυτό το μέρος», είπε με όλη του την καρδιά. «Εγώ φοβόμουν πως δε θα σ’ άρεσε», του ομολόγησε ο αδερφός του. «Σκεφτόμουν μήπως θα ’πρεπε να περάσουμε το καλοκαίρι στο διαμέρισμά μου στο Χάλιφαξ, που είναι πόλη, ασχέτως αν δεν μπορεί να συγκριθεί με το Λονδίνο». «Ήρθα εδώ για να ξεφύγω απ’ την πόλη». «Δε ζωγράφισες, όμως, καθόλου απ’ τη μέρα που ήρθες». Το πρόσωπο του Σάιμον σκοτείνιασε. «Όχι», παραδέχτηκε τελείως ανέκφραστα. «Έπεσα πάλι στο παγόβουνο», συμπέρανε πρόσχαρα ο Τζιμ, χωρίς να το μετανιώνει καθόλου. «Πρέπει να κατέβω στην πόλη για προμήθειες... Θες να ’ρθεις;» Πόλη εννοούσε το μικρό χωριό Σόμερβιλ, με πληθυσμό εφτακόσιους πενήντα κατοίκους. «Μπα, όχι. Θα πλύνω τα πιάτα κι έπειτα θα διαβάσω λίγο», είπε ο Σάιμον. «Μόλις γυρίσω, θα πάμε για μπάνιο. Θα κάνει φοβερή ζέστη πάλι σήμερα». Ο Τζιμ πήρε τον κατάλογο με τα ψώνια, που ήταν κολλημένος στο ψυγείο. Θα μπορούσε ποτέ να ξανακολυμπήσει, χωρίς να σκεφτεί το γυμνό κορμί της γυναίκας που έπαιζε στο νερό; Πριν προλάβει να συγκρατηθεί, ο Σάιμον είπε: «Νόμιζα πως δεν υπάρχει άλλο σπίτι εδώ γύρω. Είδα ένα, όμως, στους κολπίσκους της λίμνης Μέιναρντ». «Α, η καλύβα της Σέι είναι». «Ποια είναι αυτή;» «Μια καλή μου φίλη. Θα τη γνωρίσεις κάποια στιγμή». «Τι εννοείς ‘‘καλή φίλη;’’» ρώτησε προσεκτικά ο Σάιμον. Το μόνο σενάριο που δεν είχε κάνει ήταν ότι η άγνωστη γυναίκα θα μπορούσε να έχει σχέσεις με τον αδερφό του. «Ό,τι κατάλαβες. Όταν εγώ ήμουν δεκατεσσάρων κι εκείνη δεκαοχτώ, ήμουν τρελά ερωτευμένος μαζί της. Και ποιος δεν ήταν; Όταν όμως πήρα το δίπλωμά μου, είχα γνωρίσει πια τη Σάλι κι έτσι η Σέι, από ερωτική πλευρά, μπήκε στο περιθώριο. Θα σου αρέσει», πρόσθεσε, λίγο πιο αδιάφορα απ’ όσο συνήθιζε. «Προξενιά;» ρώτησε ο Σάιμον κοφτά. Ο Τζιμ έβαλε τα γέλια. «Δεν την ξέρεις καλά τη Σέι! Δεν είναι ο τύπος που θα δεχόταν κάτι τέτοιο». Ο αδερφός του έκανε κάποιους γρήγορους υπολογισμούς. «Είναι, λοιπόν, είκοσι εννιά χρονών κι ελεύθερη». «Ναι. Το ίδιο κι εσύ στα τριάντα πέντε σου». «Σου ’χει πει κανείς ότι είσαι τελείως εκνευριστικός, Τζέιμς Χάνραχαν;» «Η Σάλι μου το λέει συχνά». Ο Τζιμ σηκώθηκε όρθιος. «Θα ευχαριστηθώ πολύ όταν γυρίσει σπίτι. Μου φαίνεται πως πέρασαν αιώνες από τότε που έχω να


τη δω». Η Σάλι ήταν κι αυτή δασκάλα. Είχαν γνωριστεί στο πανεπιστήμιο κι είχαν διδάξει μαζί στο απομονωμένο Μπάφιν Άιλαντ. Εκείνη είχε μείνει εκεί, όταν τον Τζιμ τον διόρισαν στο Χάλιφαξ και πρόσφατα είχε μετατεθεί σ’ ένα σχολείο έξω απ’ την πόλη. Αυτό τον καιρό είχε πάει να επισκεφτεί τους γονείς της στο Μόντρεαλ κι έπειτα τις αδερφές της στο Νιου Μπράνσγουικ και θα επέστρεφε στη Νέα Σκοτία μετά από ένα μήνα. Ήταν φανερό πως ο Τζιμ ανυπομονούσε να την έχει κοντά του. «Θέλεις να την παντρευτείς;» τον ρώτησε ο Σάιμον. Ο Τζιμ έγνεψε καταφατικά. «Αν με θέλει. Οι θέσεις σε απομονωμένα μέρη φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά κι εκείνη πιστεύει πως πρέπει να περιμένουμε να δούμε πώς θα τα πάμε το χειμώνα». «Λογικό ακούγεται». «Η λογική δεν έχει καμιά σχέση με το πώς νιώθω όταν είμαι με τη Σάλι. Έχεις νιώσει ποτέ έτσι για μια γυναίκα, Σάιμον;» Ναι, σκέφτηκε εκείνος. Σήμερα το πρωί, όταν είδα μια γυναίκα που τη λένε Σέι, να παίζει στη λίμνη. «Ποτέ δεν παντρεύτηκα», αποκρίθηκε, αποφεύγοντας ν’ απαντήσει άμεσα. «Οι γυναίκες με τις οποίες βγαίνω είναι φανταχτερές κι επιτηδευμένες, απ’ το είδος με το οποίο πρέπει να βγαίνει ένας άντρας σαν κι εμένα. Ξέρεις, απ’ αυτές που βλέπεις στα περιοδικά ποικίλης ύλης. Που δε βγαίνουν έξω αν δε βάλουν ένα κιλό μακιγιάζ. Ούτε συνοδεύουν κάποιον που δε βρίσκεται στην κορυφή», κατέληξε κυνικά. «Δε μου φαίνεται να τις συμπαθείς ιδιαίτερα», παρατήρησε ο Τζιμ. «Δεν είναι ζήτημα συμπάθειας», είπε ο Σάιμον και σηκώθηκε απ’ το τραπέζι. «Άλλωστε, ούτε τον εαυτό μου συμπαθώ πολύ. Κι αυτή είναι η τελευταία για τον εαυτό μου παρατήρηση που θ’ ακούσεις σήμερα από μένα». «Εντάξει, εντάξει», συναίνεσε ο Τζιμ, ελέγχοντας αν έχει το πορτοφόλι του. «Πάντως, αν σ’ αρέσουν αυτού του είδους οι γυναίκες, η Σέι δεν είναι για σένα... Θέλεις τίποτε απ’ το κατάστημα;» «Όχι, ευχαριστώ». Ο Σάιμον άρχισε να μαζεύει τα πιάτα και μετά από λίγο άκουσε το φορτηγάκι του αδερφού του να βγαίνει από την αυλή. Την ευκίνητη κολυμβήτρια, λοιπόν, στη λίμνη Μέιναρντ, την έλεγαν Σέι. Ήταν είκοσι εννιά χρονών, ελεύθερη και, κρίνοντας από τα λεγόμενα του Τζιμ, πολύ ανεξάρτητη. Και θα τη συναντούσε, αργά ή γρήγορα. Κατά τη γνώμη του αδερφού του, δεν ήταν η σωστή γυναίκα για κείνον. Ή, αλλιώς, εκείνος ήταν ο λάθος άντρας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Αυτό που διαπίστωσε ο Σάιμον, πρώτα απ’ όλα, ήταν ότι επικρατούσε απόλυτη σύγχυση. Στεκόταν δίπλα στο ημιφορτηγό του Τζιμ, φορώντας μπλουτζίν, βαμβακερό μπλουζάκι και τις καινούριες μπότες του, με τις ατσάλινες μύτες. Το παλιό κτίριο, στην απέναντι μεριά του δρόμου, ήταν φανερό ότι λειτουργούσε σαν κοιτώνας, κουζίνα και αρχηγείο. Δυο άντρες μπήκαν μέσα, κουβαλώντας υπνόσακους, ενώ απ’ τα μαγειρεία ερχόταν η ευωδιά της κοτόσουπας. Ένας σωρός από πυροσβεστικό εξοπλισμό ήταν διασκορπισμένος ολόγυρα στο χώμα: αντλίες, φτυάρια, αλυσοπρίονα και μεγάλες κίτρινες σακούλες γεμάτες μάνικες. Θυμήθηκε τις μακριές μάνικες στο σεμινάριο, που τόσο πρόθυμα και ανέμελα είχε συμφωνήσει να παρακολουθήσει. Όταν ήταν γεμάτες νερό, ήταν απίστευτα βαριές. Πίσω από το κτίριο, άκουσε τη μηχανή ενός ελικοπτέρου να σβήνει σταδιακά. Τώρα πια ήξερε πως τα ελικόπτερα χρησιμοποιούνταν για να ρίχνουν νερό από ψηλά και για να μεταφέρουν τους πυροσβέστες στα σημεία της φωτιάς που ήταν απροσπέλαστα και χωρίς δρόμους. Το ημιφορτηγό που ήταν παρκαρισμένο δίπλα στου Τζιμ είχε μια αστραφτερή δεξαμενή νερού από αλουμίνιο και το πυροσβεστικό όχημα των εθελοντών, που ήταν πίσω του, έσερνε μια φορητή δεξαμενή. Δυο μπουλντόζες ήταν σταθμευμένες λίγο πιο κάτω. Το βλέμμα του στράφηκε προς τα δυτικά. Πέρα, στον ορίζοντα, είδε το λόγο για τον οποίο βρισκόταν εκεί. Ο καπνός ήταν πιο πολύ κίτρινος παρά γαλάζιος και σχημάτιζε ένα πυκνό απειλητικό σύννεφο πάνω από τους λόφους. Ο Σάιμον είχε την εντύπωση ότι ο καπνός θα παρέμενε σταθερός, καραδοκώντας σαν κυνηγός πάνω απ’ το θήραμά του. Αντίθετα, ανέβαινε ψηλά στον ουρανό. Από κει που ήταν δεν έβλεπε τις φλόγες, αλλά ο δυσοίωνος καπνός και μόνο έκανε την καρδιά του να χτυπάει πιο γρήγορα. Ο Τζιμ έτρεξε βιαστικά προς το μέρος του. «Μίλησα με τον αρχηγό και τον ενημέρωσα πως είμαστε εδώ», είπε, μόλις βρέθηκε κοντά στον αδερφό του. «Τέσσερις από μας θ’ αναλάβουν την πλευρά του λόφου που βρίσκεται πιο μακριά από το δρόμο. Θέλεις να τρέξεις ως το ελικόπτερο και να ρωτήσεις τον πιλότο πόσο σύντομα μπορούμε να ξεκινήσουμε; Στο μεταξύ, εγώ θα πάω να φέρω κάνα δυο υπνόσακους». Ευχαριστημένος που είχε κάτι χειροπιαστό να κάνει, ο Σάιμον διέσχισε το σκονισμένο δρόμο. Οι μπουλντόζες είχαν ανοίξει το δρόμο προς τα δυτικά και γύρω του ήταν μόνο πέτρες και χώμα. Καλύτερα να πάμε με το ελικόπτερο, παρά να οδηγήσουμε σ’ έναν τέτοιο δρόμο, σκέφτηκε, γνέφοντας σε τρεις άντρες με βρόμικες πορτοκαλιές στολές, που μόλις είχαν βγει απ’ το αρχηγείο. Τα πρόσωπά τους ήταν μαύρα απ’ τον καπνό, τα μάτια τους κατακόκκινα και στη θέα τους ένιωσε πάλι το σφυγμό του να δυναμώνει. Το Λονδίνο του φάνηκε, για μια ακόμα φορά, ένας άλλος κόσμος. Και ξαφνικά χάρηκε που βρισκόταν εκεί κι ένιωσε μια ένταση πρωτόγνωρη. Ό,τι θα έκανε τις επόμενες είκοσι τέσσερις ώρες θα ήταν πραγματικό και χρήσιμο. Πιο χρήσιμο απ’ το να βάζει μπογιές πάνω σε τελάρα. Έστριψε στη γωνιά του κτιρίου. Η μηχανή του ελικοπτέρου ήταν σβηστή κι οι έλικές του ασάλευτοι. Δεν του φάνηκε αρκετά μεγάλο για να μεταφέρει τέσσερις άντρες και τον πιλότο μαζί. Έκανε το γύρο του σκάφους. Κάποιος ισορροπούσε στο στενό σκαλοπάτι που απείχε μισό μέτρο από το έδαφος και κάτι έψαχνε μέσα στην καμπίνα. Πρόσεξε με έκπληξη ότι το κορμί που φορούσε τη βρόμικη μπεζ στολή αεροπλοΐας δεν ήταν αντρικό. Οι καμπύλες κάτω απ’ το βαμβακερό ύφασμα ήταν γυναικείες και η μέση πολύ λεπτή για ν’ ανήκει σε άντρα. Στο μυαλό του ήρθαν αμέσως όλες οι προειδοποιήσεις για σαμποτάζ, που είχε δει τοιχοκολλημένες στο αεροδρόμιο του Χίθροου. «Τι κάνεις εκεί;» ρώτησε απότομα. «Βγες αμέσως από την καμπίνα!» Το σώμα έμεινε τελείως ακίνητο. Έπειτα η γυναίκα στράφηκε και τον κοίταξε. Τα μάτια της είχαν το ψυχρό γκρίζο χρώμα ενός πρωινού του Νοεμβρίου. «Τι είπες;» τον ρώτησε ψύχραιμα. «Με άκουσες. Δεν επιτρέπεται να βρίσκεσαι εδώ». Εκείνη πήδησε στο έδαφος με μια ευλυγισία που του φάνηκε τόσο γνωστή, ώστε έσμιξε απορημένος τα φρύδια. «Δεν έχω διάθεση γι’ αστεία», του είπε. «Τι θέλεις;» «Ήρθα να πω στον πιλότο ότι τέσσερις από μας πρέπει να πάμε στο νότιο μέτωπο της φωτιάς...» «Ωραία», τον διέκοψε ανυπόμονα. «Της το είπες. Μπορούμε να...» «Είσαι ο πιλότος», είπε σαστισμένος ο Σάιμον. «Είμαι ο πιλότος», επανέλαβε η γυναίκα χωρίς να χαμογελάει. «Και δεν έχω καμιά όρεξη για σοβινιστικά σχόλια». Ο Σάιμον δε σκόπευε να κάνει τέτοια σχόλια. Το να υποθέσει, όμως, πως ο πιλότος ήταν άντρας, ήταν το πιο σοβινιστικό συμπέρασμα του κόσμου. Για μια στιγμή έμεινε να την κοιτάει σιωπηλός. Φαινόταν κουρασμένη, βρόμικη και ιδρωμένη. Τα καστανόξανθα μαλλιά της ήταν πιασμένα πίσω με μια κορδέλα, αλλά κάμποσες τούφες ήταν κολλημένες στο πρόσωπό της απ’ τον ιδρώτα. Κάτω από τα ειλικρινή γκρίζα μάτια της υπήρχαν μαύροι κύκλοι. Η μύτη της έκανε μια ενδιαφέρουσα καμπύλη και το στόμα της ήταν υπερβολικά σαρκώδες, για να το πει κανείς πραγματικά όμορφο. Ένιωσε μέσα του τη λαχτάρα να κάνει αυτά τα χείλη να χαμογελάσουν. «Λυπάμαι πολύ», της είπε στα ίσια. «Δε θα ’πρεπε να θεωρήσω δεδομένο ότι ο πιλότος είναι άντρας». Εκείνη συγκατένευσε. «Εντάξει. Μπορούμε να φύγουμε σε μισή ώρα περίπου. Πρέπει πρώτα ν’ ανεφοδιαστώ». Του γύρισε την πλάτη και γονάτισε για ν’ ανοίξει το χώρο αποθήκευσης στην κοιλιά του ελικοπτέρου. Φαινόταν καθαρά ότι κάθε περαιτέρω συζήτηση είχε λήξει. Κάτι όμως στον τρόπο που κινιόταν, στην καμπύλη της πλάτης της, έκανε τον Σάιμον να πει με μια περιέργεια σπάνια για κείνον: «Δεν ξέρω πώς σε λένε». Εκείνη τραβούσε μια αντλία και την ακούμπησε κάτω, σκούπισε τα χέρια στο παντελόνι της και σηκώθηκε. Ήταν ψηλή. Του άρεσαν οι ψηλές γυναίκες. «Σέι Μάλορι», αποκρίθηκε. Σέι! Δεν ήταν δυνατόν μέσα σε τρεις βδομάδες να συναντήσει δυο διαφορετικές κοπέλες μ’ αυτό το ασυνήθιστο όνομα. «Έχεις ένα σπίτι στη λίμνη Μέιναρντ;» τη ρώτησε βραχνά. Εκείνη συνοφρυώθηκε. «Ναι», απάντησε κοφτά. «Πώς το ξέρεις; Δε σ’ έχω ξαναδεί». Αυτό ήταν αλήθεια, μόνο που ο Σάιμον σίγουρα την είχε ξαναδεί. Παρ’ όλο που η καρδιά του χτυπούσε άτακτα μέσα στο στήθος του, δεν ένιωσε έκπληξη όταν έμαθε ποια είναι, γιατί η κάθε κίνηση που έκανε, όση ώρα την παρακολουθούσε, του είχε αποκαλύψει την ταυτότητά της. «Είμαι ο Σάιμον Γκρέιγουντ», συστήθηκε, νιώθοντας τα μάγουλά του να κοκκινίζουν, ενώ προσπαθούσε να κρατήσει τον τόνο της φωνής του αδιάφορο. «Ο αδερφός του Τζιμ Χάνραχαν», πρόσθεσε, τείνοντάς της το χέρι. Η Σέι το πήρε απρόθυμα και το ’σφιξε ελάχιστα πριν το αφήσει πάλι. «Αυτός που μένει στην Αγγλία», είπε. «Ο καλλιτέχνης». «Σωστά», τη διαβεβαίωσε και χαμογέλασε μ’ έναν τρόπο που πολλές γυναίκες στην Αγγλία θα είχαν αναγνωρίσει. «Ήρθα να περάσω το καλοκαίρι εδώ». Δεν του ανταπέδωσε το χαμόγελο. Αντίθετα, κοίταξε περιφρονητικά το ατσαλάκωτο μπλουζάκι του. «Δε φοβάσαι μήπως λερωθείς;» τον ειρωνεύτηκε. Ο Σάιμον ένιωσε το θυμό να ξυπνάει μέσα του. «Σου ζήτησα συγνώμη για το λάθος μου». «Δεν αναφερόμουν σ’ αυτό το συγκεκριμένο λάθος».


«Τι έχεις εναντίον μου, Σέι Μάλορι;» «Θα σου πω», του αποκρίθηκε και του ’ριξε ένα άγριο βλέμμα, ενώ έχωνε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού της. «Βοήθησα τον Τζιμ να σου γράψει εκείνο το γράμμα και ξέρω πολύ καλά τι σήμαινε γι’ αυτόν. Οι γονείς του δεν του είχαν πει ότι είναι υιοθετημένος, παρά μόνο όταν έγινε είκοσι πέντε χρονών... Απ’ τη στιγμή που ανακάλυψε ότι είχε ένα μεγαλύτερο αδερφό, θέλησε να έρθει αμέσως σ’ επαφή μαζί σου. Κι έτσι κάθισε και σου έγραψε. Και έξι ολόκληρες βδομάδες εσύ δεν μπήκες στον κόπο να του απαντήσεις». «Αυτό είναι αλήθεια», είπε κοφτά ο Σάιμον. «Αλλά...» «Αφού έχεις τόσα λεφτά, νομίζω ότι μπορούσες να του κάνεις ένα τηλεφώνημα τουλάχιστον, μια που δεν προλάβαινες να γράψεις, γιατί έφτιαχνες πορτραίτα για λεφτάδες». «Αυτό δε σε αφορά. Είναι κάτι ανάμεσα σ’ εμένα και τον Τζιμ και δεν έχει καμιά σχέση μ’ εσένα». Εκείνη ύψωσε τη φωνή της για ν’ ακουστεί πάνω απ’ το θόρυβο που έκανε ένα φορτηγό που πλησίαζε. «Ο Τζιμ κι εγώ πήγαμε εκδρομή με τα κανό για τέσσερις βδομάδες, αφότου σου έγραψε. Ήταν πάρα πολύ αναστατωμένος και είναι φίλος μου. Γι’ αυτό έχει σχέση μ’ εμένα». Έριξε μια ματιά δεξιά της και πρόσθεσε: «Τώρα με συγχωρείς, αυτό είναι το φορτηγό με το πετρέλαιο. Να είστε εδώ στις εννιά και τέταρτο». Το φορτηγό σταμάτησε ένα μέτρο από κει που στεκόταν ο Σάιμον. Ο οδηγός του χαιρέτησε πρόσχαρα τη Σέι και κατέβηκε. Ο Σάιμον, καταλαβαίνοντας πολύ καλά πως είχε χάσει αυτόν το γύρο, διέσχισε πάλι το δρόμο για να βρει τον αδερφό του. Ο Τζιμ στεκόταν δίπλα σε μια στοίβα από εργαλεία και μιλούσε με δυο άντρες που τους σύστησε σαν Τσάρλι και Στιβ. «Φεύγουμε στις εννιά και τέταρτο», τους πληροφόρησε ο Σάιμον. «Προλαβαίνουμε τότε να πιούμε έναν καφέ», είπε ο Στιβ και τράβηξε για την κουζίνα, ενώ ο Τσάρλι τον ακολούθησε πρόθυμα. «Τζιμ, γιατί δε μου είπες ότι η Σέι ήταν ο πιλότος;» απαίτησε να μάθει ο Σάιμον. Ο Τζιμ ανοιγόκλεισε απορημένος τα μάτια. «Πρώτ’ απ’ όλα, δεν το ήξερα. Υπάρχουν εφτά ή οχτώ πιλότοι. Δεύτερον, δεν ήθελα να μηχανευτώ κάποιου είδους συνάντηση κι ύστερα να με κατηγορήσεις ότι σου κάνω προξενιά». «Δε χρειάζεται ν’ ανησυχείς. Η κοπέλα δε θέλει να με βλέπει στα μάτια της». «Γιατί αυτό;» «Πιστεύει πως έπρεπε να σου είχα τηλεφωνήσει την ίδια στιγμή που πήρα το γράμμα σου». «Αυτό δε νομίζω πως την αφορά», σχολίασε σκεφτικός ο Τζιμ. «Αυτό της είπα κι εγώ. Πράγμα που δεν την έκανε να με συμπαθήσει περισσότερο». «Ε, καλά, το υποψιάστηκα πως δεν είναι κατάλληλη για σένα», είπε ο Τζιμ, με μια αδιαφορία που νευρίασε τον Σάιμον. «Δεν πάμε να πάρουμε έναν καφέ κι ένα ντόνατς, πριν ξεκινήσουμε; Δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσει η μέρα». Ο Σάιμον έπνιξε διάφορες απαντήσεις που του έρχονταν στο στόμα, προσπαθώντας να διώξει απ’ το μυαλό του τη συνάντηση που τον είχε αναστατώσει σαν έφηβο. «Δε θα χρειαστούμε ειδικό εξοπλισμό στο μέτωπο της φωτιάς;» ρώτησε. «Το Μπελ –το μεγάλο ελικόπτερο– έφυγε πριν από μισή ώρα, με επιβάτες. Δεν είναι μεγάλη η φωτιά, αν τη συγκρίνεις με άλλες... ό,τι πρέπει για σένα που είσαι αρχάριος». Η φωτιά δεν ήταν η πρώτη προτεραιότητα στο μυαλό του Σάιμον. Είδε δει και τις δυο πλευρές της γυναίκας που την έλεγαν Σέι: το γελαστό πλάσμα που έπαιζε ανέμελο στη λίμνη και την πιλότο του κυβερνητικού ελικοπτέρου με το ψυχρό βλέμμα. Αν και θυμόταν ακόμα το περιφρονητικό της σχόλιο, αυτό δε μείωνε με κανέναν τρόπο την επιθυμία του να μάθει κι άλλα γι’ αυτήν. Κι οι δυο πλευρές της τον είχαν συγκινήσει, παρ’ όλο που ήταν σίγουρος ότι δεν αντιπροσώπευαν το σύνολο της προσωπικότητάς της. Κι άλλωστε ήταν αποφασισμένος να την κάνει να χαμογελάσει. Σ’ εκείνον. *

Στις εννιά και τέταρτο, οι τέσσερις άντρες προχώρησαν προς το ελικόπτερο. Ο Σάιμον είχε φορέσει μια πορτοκαλιά φόρμα και κρατούσε ένα κράνος και προστατευτικές ασπίδες για τ’ αυτιά του. Στην ατμόσφαιρα πλανιόταν μια έντονη μυρωδιά καπνού. Η Σέι Μάλορι καθόταν στη θέση του πιλότου κι έκανε το συνηθισμένο έλεγχο πριν από την πτήση. Τάχα αδιάφορα, ο Σάιμον τα κανόνισε έτσι ώστε να καθίσει δίπλα της. Έδεσε τη ζώνη του κι ετοιμάστηκε ν’ απολαύσει τις επόμενες στιγμές. Το πιλοτήριο ήταν μικρό κι έτσι καθόταν πολύ κοντά της. Αντίθετα με τις γυναίκες που ήξερε, η Σέι δε φορούσε ακριβά αρώματα. Το δέρμα της είχε την ευωδιά του ξύλου που καιγόταν. Έστρεψε το κεφάλι της για να ελέγξει ότι κι οι τέσσερις επιβάτες της ήταν μέσα. Έπειτα, ήρεμα και χωρίς βιασύνη, άνοιξε κάποιους διακόπτες κι έβαλε μπροστά τη μηχανή. Οι έλικες άρχισαν να στριφογυρίζουν όλο και πιο γρήγορα και το πιλοτήριο τραντάχτηκε ολόκληρο, όσο εκείνη έκανε έναν τελευταίο έλεγχο. Τότε ο Σάιμον άκουσε τη φωνή της μέσα από τ’ ακουστικά που φορούσε στο κεφάλι του. «Περιπολία τρία προς αρχηγό. Απογειώνομαι με πλήρωμα τεσσάρων ατόμων, με κατεύθυνση το νότιο μέτωπο της φωτιάς. Όβερ». «Εντάξει, περιπολία τρία. Το Μπάμπι είναι ήδη εκεί. Προχώρα στο κέντρο της φωτιάς για να ρίξεις νερό. Όβερ». «Εντάξει, αρχηγέ. Όβερ». Ο Σάιμον είχε μάθει στο σεμινάριο ότι Μπάμπι έλεγαν το μηχάνημα που έριχνε νερό. Τα ανάμεικτα συναισθήματα που ένιωθε για τη γυναίκα που καθόταν δίπλα του μετατράπηκαν σε θαυμασμό για την επιδεξιότητά της, καθώς την παρακολουθούσε να μανουβράρει έτσι το ελικόπτερο, ώστε ν’ απογειωθεί ομαλά και να πετάξει σαν πουλί. Νιώθοντας όπως στο πρώτο του αεροπορικό ταξίδι, είδε το αρχηγείο να γίνεται μια μικρή κουκκίδα, τα δέντρα μικρά πράσινα ξυλαράκια και το δρόμο μια στενή καφετιά κλωστή. «Πόσον καιρό πιλοτάρεις;» τη ρώτησε αυθόρμητα. «Πιλοτάρω ελικόπτερα τέσσερα χρόνια τώρα. Πριν απ’ αυτό, ήμουν πιλότος σε μικρά ανεμόπτερα για τρία χρόνια». Η Σέι έκανε μια απότομη στροφή, για να βρεθεί αντίκρυ στη φωτιά και ο ώμος της ακούμπησε το δικό του. Η στιγμιαία επαφή τους τον συγκλόνισε. Τα μανίκια της ήταν ανασηκωμένα κι ο Σάιμον είδε το ξανθό τρίχωμα στα μπράτσα της και τους τένοντες στους καρπούς της, καθώς προσάρμοζε συνέχεια τα όργανα ελέγχου στις ανάγκες της πτήσης τους. Δε φορούσε δαχτυλίδια και τα νύχια της ήταν μουντζουρωμένα από την κάπνα. Δεν είχε ιδέα γιατί η θέα τους τον πλημμύρισε μ’ ένα συναίσθημα που έμοιαζε πολύ με τρυφερότητα. Έχοντας υπόψη του ότι όλοι μέσα στην καμπίνα τον άκουγαν, είπε: «Σ’ αρέσει να πετάς». «Το λατρεύω», αποκρίθηκε εκείνη. «Είναι η πιο αγαπημένη μου απασχόληση». Η φωτιά ήταν πιο κοντά τώρα κι ο Σάιμον μπορούσε να δει την καρβουνιασμένη της περίμετρο και τις κολόνες του καπνού, που ξεπετάγονταν από τις κατακόκκινες φλόγες. Θέλω να κάνουμε έρωτα, Σέι Μάλορι, σκέφτηκε. Δεν ξέρω πότε, πού ή πώς. Μα ξέρω ότι θα γίνει. Θα σε κάνω να γελάσεις από χαρά, να φωνάξεις από πόθο και τα ψυχρά γκρίζα μάτια σου θα με κοιτάξουν με ζεστασιά. Θα είναι σαν το πούσι που εξανεμίζεται απ’ τη λίμνη κάτω απ’ το φως του ήλιου. Τότε θ’ ανακαλύψεις πως υπάρχει και μια άλλη απασχόληση που θα μπορούσε να γίνει η αγαπημένη σου.


Ακούμπησε σκόπιμα τον ώμο του πάνω στο δικό της και, νιώθοντας έναν πρωτόγονο θρίαμβο, την είδε να πεταρίζει τα βλέφαρά της κι αισθάνθηκε τους μυς της να σφίγγονται. Ώστε δεν αδιαφορούσε για κείνον, όπως ήθελε να δείχνει. Όταν όμως η Σέι μίλησε απ’ το μεγάφωνο, κοιτάζοντας πίσω της, η φωνή της ήταν εντελώς απρόσωπη. «Θα προσγειωθούμε σ’ εκείνο το βάλτο, στα δεξιά της περιμέτρου», τους πληροφόρησε. «Ο εξοπλισμός βρίσκεται εκεί κοντά και το έδαφος είναι ξερό». Απευθυνόταν και στους τέσσερις άντρες, όχι μόνο σ’ εκείνον. Ένα πονηρό χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του. Του άρεσε μια άξια αντίπαλος. Η Λαρίσα, η φιλενάδα που είχε τους τελευταίους μήνες, ποτέ δε θα τον είχε επιπλήξει για τον Τζιμ, όπως έκανε η Σέι και σίγουρα δε θα εμφανιζόταν ποτέ με απεριποίητα νύχια. Η Λαρίσα ήταν ένα νεαρό φιλόδοξο μοντέλο που τον ήθελε για τη φήμη και την περιουσία του και σε αντάλλαγμα του παρείχε τη διακοσμητική της παρουσία σε όλες τις εκδηλώσεις. Παρ’ όλο που οι δημοσιογράφοι των κοσμικών στηλών θα έμεναν άναυδοι αν ήξεραν πως δεν υπήρξαν ποτέ εραστές, ο Σάιμον εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί πόσο κενή είχε γίνει η ζωή του και δεν είχε καμιά πρόθεση να φορτωθεί και μια ερωτική σχέση. Όσο για τη Λαρίσα, ήταν αρκετά πονηρή για να καταλάβει ότι η προσποίηση μιας σχέσης μπορούσε να είναι εξίσου χρήσιμη με την ίδια τη σχέση. Κι όμως, τα λίγα όμορφα δάκρυα που είχε χύσει στο αποχαιρετιστήριο δείπνο τους δεν ήταν καθόλου ψεύτικα. Ο ώμος της άγγιξε το δικό του, καθώς η Σέι στράφηκε να ελέγξει την ορατότητα γύρω της. «Αρχηγέ, εδώ περιπολία τρία. Προσγειωνόμαστε. Όβερ». «Σε ακούσαμε, περιπολία τρία. Όβερ». Ο Σάιμον, για μια ακόμα φορά, παρακολούθησε γοητευμένος τις κινήσεις των χεριών και των ποδιών της, καθώς η Σέι προσγείωνε μαλακά το αεροπλάνο στο έδαφος. Τα βάτα και οι θάμνοι πλησίασαν, ενώ το ψηλό πράσινο χορτάρι κυμάτιζε στον άνεμο. Η προσγείωσή της ήταν άψογη. «Κρατήστε το κεφάλι σας σκυφτό όταν θα βγαίνετε», τους συμβούλευσε, «και μην πλησιάσετε την ουρά του ελικοπτέρου ή την εξάτμιση. Καλή τύχη, παιδιά». Ο Σάιμον έλυσε τη ζώνη ασφαλείας και την τακτοποίησε στην πλάτη του καθίσματός του. Πριν βγάλει τα ακουστικά του, είπε με ειλικρίνεια: «Σ’ ευχαριστώ, Σέι. Ήταν η πρώτη μου πτήση με ελικόπτερο κι ήσουν καταπληκτική». Του έριξε μια λοξή ματιά, σαν να την παραξένεψε η φιλοφρόνησή του. Το πρόσωπό της πήρε μια σαρδόνια έκφραση. «Ελπίζω να τα πας το ίδιο καλά και με την πρώτη σου φωτιά», του είπε. Την κοίταξε κατάματα. «Χαμογελάς ποτέ;» Εκείνη ανασήκωσε τα φρύδια της κοροϊδευτικά. «Στους φίλους μου». «Εσύ κι εγώ δεν τελειώσαμε ακόμα. Το ξέρεις, έτσι δεν είναι;» «Καθυστερείς τους πυροσβέστες, κύριε Γκρέιγουντ», του υπέδειξε τρυφερά. «Αντίο». «Κόλλησα από τον αδερφό μου ένα χαιρετισμό που μ’ αρέσει πολύ περισσότερο από το αντίο. Θα τα ξαναπούμε, Σέι Μάλορι». Σηκώθηκε, έσκυψε για να μη χτυπήσει το κεφάλι του στην οροφή κι ακούμπησε τα ακουστικά του, με υπερβολική προσοχή, πάνω στο κάθισμά του. Παρ’ όλο που είχε πει εκείνος την τελευταία λέξη, υποψιαζόταν πως η Σέι είχε κερδίσει και το δεύτερο γύρο. Τότε γιατί ένιωθε τόσο υπέροχα; Μ’ ένα πήδημα βρέθηκε στο έδαφος κι έτρεξε σκυφτός πέρα από τους έλικες που στριφογύριζαν. Ο άνεμος έκανε τα ρούχα του να κολλάνε στο σώμα του. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός. Δυο υπάλληλοι της δασονομίας, που στέκονταν εκεί κοντά, έτρεξαν βιαστικά προς το ελικόπτερο, κουβαλώντας μια τεράστια πορτοκαλιά σακούλα, που την ονόμαζαν «δοχείο Μπάμπι». Αυτό γέμιζαν με νερό, το οποίο έριχναν στον τόπο της πυρκαγιάς. Η Σέι ανύψωσε το ελικόπτερο ενάμισι μέτρο κι οι άντρες στερέωσαν το δοχείο Μπάμπι στο κάτω μέρος του. Όταν τέλειωσαν, το ελικόπτερο απογειώθηκε τελείως, με τη σακούλα να ταλαντεύεται κάτω απ’ την κοιλιά του σαν παιδικό παιχνίδι. Ο ένας απ’ τους άντρες χαμογέλασε στον Τζιμ. «Πρέπει να ’σαι πολύ προσεκτικός μ’ αυτή τη δουλειά», του εξήγησε. «Αν τα σύρματα του δοχείου Μπάμπι μπλεχτούν στις ρόδες κατά την προσγείωση, σίγουρα θα γίνει ατύχημα. Πάτε να βοηθήσετε στην κατάσβεση της φωτιάς; Ο εξοπλισμός σας είναι εκεί κάτω, στα δέντρα. Εμείς θα πάμε με μια άλλη ομάδα, απ’ την άλλη μεριά. Θα τα ξαναπούμε». Θα τα ξαναπούμε, είχε πει ο Σάιμον στη Σέι, αλλά το ελικόπτερο είχε χαθεί πια μέσα στον καπνό, κάνοντας την αυτοπεποίθησή του να μοιάζει εντελώς παράλογη και τον ενθουσιασμό του παιδιάστικο σαν το δοχείο Μπάμπι. Μια μικρή λέξη είχε εξαφανίσει και τα δυο συναισθήματα. Ο άντρας είχε μιλήσει για ατύχημα τόσο αδιάφορα, σαν να κουβέντιαζε για τον καιρό. Τα ατυχήματα συμβαίνουν και τα ελικόπτερα συντρίβονται. Ο Σάιμον προσπάθησε να το διακρίνει μέσα απ’ το πυκνό σύννεφο του καπνού. «Έρχεσαι;» τον ρώτησε ο Τζιμ. Ο Σάιμον επανήλθε στην πραγματικότητα. Η ψυχρή και ικανότατη Σέι θα ένιωθε φοβερά προσβεβλημένη αν φανταζόταν ότι ανησυχώ μήπως πέσει με το ελικόπτερο, σκέφτηκε και πίεσε το μυαλό του να συγκεντρωθεί στη δουλειά που είχε μπροστά του. Κι έμεινε εκεί για τις επόμενες έντεκα ώρες. Κάθε άντρας ανέλαβε έναν τομέα στο άκρο της φωτιάς, στα καρβουνιασμένα στρέμματα που τα είχαν κάψει ήδη οι φλόγες. Ο Σάιμον ξερίζωνε ρίζες από δέντρα όπου θα μπορούσαν να σιγοκαίνε στάχτες, έκοβε κούτσουρα κι έψαχνε το έδαφος για ζεστά σημεία, όπου ίσως υπήρχε φωτιά από κάτω, που θα ξέσπαγε ύστερα από μερικές ώρες ή μέρες. Ήταν σκληρή και κουραστική δουλειά. Ο Σάιμον βρισκόταν σε καλή φυσική κατάσταση, γιατί έκανε καθημερινά ασκήσεις σ’ ένα γυμναστήριο του Λονδίνου. Πάντως, στις εννιά το βράδυ, όταν ο θόρυβος ενός ελικοπτέρου που πλησίαζε σήμανε το τέλος της βάρδιάς του, κάθε μυς και κόκαλο του κορμιού του πονούσε από την εξάντληση. Πότε πότε, στη διάρκεια της ημέρας, άκουγε το θόρυβο μιας μηχανής κι έβλεπε το γαλάζιο ελικόπτερο της Σέι να πλησιάζει τις φλόγες και να ρίχνει νερό. Αυτή τη φορά ανακουφίστηκε όταν είδε ότι δεν είχε έρθει να τους πάρει το μικρό ελικόπτερό της, αλλά το μεγάλο Μπελ, που τώρα προσγειωνόταν στο ξέφωτο, κοντά στους άντρες που το περίμεναν. Δε μου έχει μείνει αντοχή ν’ αντιμετωπίσω τη Σέι, σκέφτηκε καθώς έμπαινε στην καμπίνα. Το μόνο που θέλω είναι να κοιμηθώ. Το Μπελ τους άφησε πίσω από το αρχηγείο. «Ωραία περάσαμε το σαββατόβραδό μας, έτσι;» είπε ο Τζιμ κι ένα χαμόγελο απλώθηκε στο μαυρισμένο απ’ την καπνιά πρόσωπό του. «Είσαι καλά;» «Δείχνω τόσο χάλια όσο εσύ;» «Σ’ έχω δει και καλύτερα. Υπάρχει μια λίμνη μισό μίλι παρακάτω. Έλα να πάρουμε το φορτηγό και να πάμε να ρίξουμε μια βουτιά». «Δεν ξέρω αν με βαστάνε τα πόδια μου», γκρίνιαξε ο Σάιμον. «Έτσι ξεχωρίζετε εσείς οι Καναδοί τους άντρες από τ’ αγόρια;» «Είναι κι αυτή μια καλή μέθοδος», απάντησε μια ανάλαφρη γυναικεία φωνή. «Γεια σου, Τζιμ. Πώς πήγε;» «Ωραία», αποκρίθηκε εκείνος κι άρχισε να μιλάει με κόπο με τον άντρα που συνόδευε τη Σέι, έναν ψηλό, όμορφο τύπο που φορούσε κι αυτός μια μπεζ στολή πιλότου. «Εγώ δε θα έλεγα πως πέρασα ωραία τη μέρα μου», της είπε ο Σάιμον. «Εσύ, όμως, δείχνεις μια χαρά». Φορούσε μπλουτζίν κι ένα λουλουδάτο πουκάμισο κι είχε τα καστανόξανθα μαλλιά της λυτά πάνω στους ώμους της. Οι ακατάστατες μπούκλες μαλάκωναν την αυστηρή της έκφραση. «Αυτό ήταν φιλοφρόνηση», πρόσθεσε. «Θα μπορούσες να χαμογελάσεις». «Είσαι πολύ επίμονος». «Πεισματάρης σαν εγγλέζικο μπουλντόγκ. Πώς ήταν η μέρα σου;» «Υπέροχη. Η φωτιά τέθηκε υπό έλεγχο τελικά. Οπότε εσείς θα ’χετε περισσότερη δουλειά να κάνετε», κατέληξε η Σέι.


Ο Τζιμ κι ο πιλότος είχαν απομακρυνθεί. «Η ανεργία μού φαίνεται πολύ ελκυστική προοπτική», σχολίασε ο Σάιμον. «Το περίμενα πως θα τα εγκατέλειπες», του πέταξε. «Δε θα μ’ άρεσε να σου αποδείξω πως κάνεις λάθος». «Πες αλήθεια, Σάιμον. Πολύ θα σ’ άρεσε να κάνω λάθος». Ήταν η πρώτη φορά που τον φώναζε με τ’ όνομά του. Του άρεσε να τ’ ακούει από τα χείλη της. Του άρεσε πολύ. Τι διάβολο του συνέβαινε; Είχε μπροστά του μια εριστική, εχθρική και επικριτική γυναίκα. Τι τον ένοιαζε η γνώμη της για κείνον; «Αν δεν τα εγκαταλείψω, θα μου χαμογελάσεις;» τη ρώτησε. Είδε το γέλιο να περνάει σαν αστραπή από τα χείλη της. «Δε δίνω υποσχέσεις που ίσως να μην τις τηρήσω», του δήλωσε. «Και δεν εμπιστεύομαι τους γοητευτικούς άντρες». «Έχω πολλές αρετές. Δεν πίνω υπερβολικά, δεν παίρνω ναρκωτικά και πληρώνω τους φόρους μου». «Κι είσαι συνηθισμένος να πέφτουν οι γυναίκες στα πόδια σου», συμπλήρωσε εκείνη πονηρά. «Θα μπορούσες να το δοκιμάσεις κι εσύ καμιά φορά», της απάντησε γεμάτος ελπίδα. «Ποτέ δε μ’ άρεσε να είμαι σαν τις άλλες». Ο Σάιμον έβαλε τα γέλια και τα μάτια του φαίνονταν ακόμα πιο γαλάζια σε αντίθεση με το μαυρισμένο του πρόσωπο. «Πιστεύω πως, αν μια γυναίκα έπεφτε τώρα στα πόδια μου, θα σήμαινε πως είναι πραγματικά απελπισμένη. Βρομάω ολόκληρος». «Πράγματι», συμφώνησε η Σέι. «Συμφώνησες με κάτι που είπα. Προοδεύουμε σιγά σιγά». «Κάνεις λάθος!» του φώναξε, κοιτώντας τον αγριεμένη. «Δεν μπορείς να προοδεύεις όταν δεν προχωράς». Κοίταξε γύρω της και ρώτησε ανυπόμονα: «Πού έχει πάει ο Μάικλ; Υποτίθεται ότι πρέπει να...» «Ο φίλος σου είναι;» την έκοψε ο Σάιμον. «Όχι». Η απάντησή της τον έκανε να συνειδητοποιήσει πόσο πολύ τον είχε ενοχλήσει η παρουσία του όμορφου πιλότου στο πλευρό της. «Σιχαίνομαι τις σεμνότυφες γυναίκες», δήλωσε. «Σου αρέσουν οι υποχωρητικές γυναίκες, κύριε Γκρέιγουντ». «Τότε αποτελείς καινούρια εμπειρία για μένα, κυρία Μάλορι... Ο Μάικλ είναι στα δοχεία με το πετρέλαιο». Εκείνη τράβηξε προς τα κει που της είπε, με το κεφάλι ψηλά. Ο Σάιμον, πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του, πήγε στην κουζίνα όπου, ύστερα από λίγο, τον βρήκε ο Τζιμ. «Έχω ανάγκη από λίγο κολύμπι», είπε. «Θέλεις ακόμα να πάμε;» «Βέβαια», αποκρίθηκε ο Τζιμ. «Τι είπες στη Σέι και μοιάζει σαν βεγγαλικό έτοιμο να εκραγεί;» «Δεν έχω ιδέα», απάντησε ο Σάιμον. «Σ’ ευχαριστώ, όμως, που απομάκρυνες τον αξιότιμο Μάικλ από κοντά μας». Ο Τζιμ τον έπιασε απ’ το μπράτσο. «Μην παίζεις με τη Σέι, Σάιμον», τον συμβούλεψε σοβαρός. «Δεν είναι απ’ αυτές τις κοσμικές κυρίες που ξέρεις. Θα πληγωθεί». «Δεν πρόκειται να μ’ αφήσει να την πλησιάσω καν, πώς λοιπόν να την πληγώσω;» του αποκρίθηκε ο Σάιμον και τέντωσε τους πιασμένους του ώμους. «Πάμε να ρίξουμε εκείνη τη βουτιά που λέγαμε».


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Πέρασαν τρεις μέρες ζεστές κι ασυννέφιαστες, που στη διάρκειά τους ο άνεμος φυσούσε τις στάχτες και τις έκανε να στριφογυρίζουν σαν σύννεφο ανάμεσα στα καρβουνιασμένα κούτσουρα, ενώ πυροδοτούσε τις φλόγες στις μικρές εστίες. Οι μύες του Σάιμον συνήθισαν τις πολλές ώρες σκληρής δουλειάς, την οποία παραδόξως έβρισκε απόλυτα ικανοποιητική. Δεν υπήρχε τίποτα ρομαντικό στην εκκαθάριση της γης μετά τη φωτιά. Ήξερε, όμως, ότι προστάτευε τα δάση από μελλοντικό κίνδυνο πυρκαγιάς κι αυτό τον ευχαριστούσε αφάνταστα. Ούτε τα νέα που έμαθε τη δεύτερη μέρα, ότι η φωτιά ήταν πάλι εκτός ελέγχου, δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν την ευχαρίστησή του που ασχολιόταν με μια δουλειά τόσο διαφορετική από τη ζωγραφική πορτραίτων. Η εκκαθάριση του τόπου μετά τη φωτιά δεν του άφηνε χρόνο, ή ενεργητικότητα, να κάθεται και να συλλογίζεται τη δημιουργικότητά του. Ή μάλλον την έλλειψή της. Δυο μόνο πράγματα τον ενοχλούσαν. Οι πιο πολλοί άντρες δεν ένιωθαν άνετα μαζί του και η Σέι τον απέφευγε. Καθώς έσκυβε για να γεμίσει με πετρέλαιο το αλυσοπρίονό του, θυμήθηκε τη συζήτηση που είχε κρυφακούσει κατά τύχη στο σκοτεινό δάσος δίπλα στη λίμνη, το πρώτο κιόλας βράδυ που ήταν εκεί. Καθόταν στο γρασίδι κι έδενε τις μπότες του, όταν άκουσε έναν από τους κολυμβητές να λέει πίσω από μια συστάδα δέντρων: «Ποιος είναι ο καινούριος;» «Ο αδερφός του Τζιμ Χάνραχαν», απάντησε ο Στιβ. «Εμένα δε μου φαίνεται για αδερφός του Τζιμ. Μιλάει περίεργα... σαν μέλος της βασιλικής οικογένειας». «Είναι από την Αγγλία», εξήγησε ο Στιβ. «Βάφει», είπε υποτιμητικά μια τρίτη φωνή. «Αυτό δεν είναι κακό», αντέδρασε η πρώτη φωνή. «Έχω βάψει κι εγώ κάμποσα σπίτια». «Πίνακες βάφει, Τζο», είπε η τρίτη φωνή. «Πίνακες που κρεμάς στους τοίχους». «Α», ήταν το μόνο σχόλιο του Τζο. «Σήμερα πάντως τα πήγε μια χαρά», παρενέβη ο Στιβ. «Ύστερα από λίγο, συνηθίζει κανείς τον τρόπο που μιλάει». «Μπα;» ρώτησε δύσπιστα ο Τζο. «Τέλος πάντων, θα δούμε πόσο θ’ αντέξει». Αυτή η συζήτηση είχε ενοχλήσει τον Σάιμον, που είχε ήδη προσέξει ότι ορισμένοι από την ομάδα τον αγνοούσαν και πάντα τον άφηναν στο περιθώριο της κουβέντας. Οι επόμενες τρεις μέρες απλώς επιβεβαίωσαν την εντύπωσή του. Ο Τζιμ δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. «Είσαι διαφορετικός απ’ αυτούς», του είπε. «Είσαι ένας πλούσιος και διάσημος καλλιτέχνης και τύποι σαν κι εσένα τους είναι εντελώς άγνωστοι. Δεν ξέρουν πώς να σου φερθούν, οπότε κάνουν σαν να μην υπάρχεις. Θα σε συνηθίσουν σιγά σιγά». Καθώς έκλεινε το μπιντόνι με το πετρέλαιο, ο Σάιμον αναρωτήθηκε πόσες μέρες θα ’πρεπε να καθαρίζει τα υπολείμματα της φωτιάς, για να τον καλωσορίσουν στην παρέα τους. Καταλάβαινε τη στάση τους, μόνο που δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να την αλλάξει. Όσο για τη Σέι, περνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας της ρίχνοντας νερό με το ελικόπτερο, ενώ ο Μάικλ μετέφερε τις ομάδες των πυροσβεστών απ’ τη μια τοποθεσία στην άλλη. Τις ώρες που ήταν ελεύθερη κι έτρωγε, κουβέντιαζε ή έπαιζε χαρτιά, ήταν πάντα περικυκλωμένη από άντρες. Αν και ήταν η μοναδική γυναίκα μέσα σ’ ένα αντρικό περιβάλλον, ο επιδέξιος τρόπος με τον οποίο τους χειριζόταν ήταν αξιοθαύμαστος. Πάντως εκείνος είχε αρχίσει να νιώθει σαν ένα μεγάλο και πεινασμένο σκυλί που η αλυσίδα του ήταν πολύ κοντή και δεν έφτανε ως το πιάτο με το φαγητό του. Ανέβηκε στην πλευρά ενός λόφου, για να κόψει έξι εφτά μαυρισμένους κορμούς δέντρων και μισή ώρα αργότερα επέστρεψε στη βάση, με τον Μάικλ να πιλοτάρει το ελικόπτερο. Μια και δεν ήταν τόσο κουρασμένος πια, όπως την πρώτη μέρα, ο Σάιμον τράβηξε για το αρχηγείο, για να ελέγξει την πορεία της φωτιάς. Ο αρχηγός μιλούσε στον ασύρματο και του έγνεψε καλόβολα, ενώ δυο άλλοι άντρες απ’ την ομάδα τον χαιρέτησαν μ’ ένα νεύμα. Καθώς έσκυβε πάνω στους χάρτες, άκουσε τη φωνή της Σέι απ’ το διπλανό δωμάτιο και χρειάστηκε λίγα λεπτά για να καταλάβει ότι εκείνη μιλούσε στο τηλέφωνο. «Όχι, δεν μπορώ να λείψω. Η φωτιά εξακολουθεί να είναι εκτός ελέγχου. Αλλά το επόμενο Σαββατοκύριακο θα είμαι ελεύθερη, γιατί θα ’χω συμπληρώσει τις ώρες που πρέπει ως τότε... Δεν υποσχέθηκα τίποτα! Πίτερ, όταν πρωτογνωριστήκαμε, σου είπα ότι το καλοκαίρι δεν έχω καθορισμένο πρόγραμμα. Πηγαίνω όπου με καλεί η δουλειά μου. Αυτή είναι η κατάσταση... Δεν είμαι παντρεμένη μ’ ένα ελικόπτερο! Έτσι βγάζω το ψωμί μου. Κοίτα, δεν έχει νόημα να τσακωνόμαστε για κάτι τέτοιο... Δεν μπορούμε να συναντηθούμε το Σάββατο, όπως είχαμε προγραμματίσει; Καταλαβαίνω. Δε μ’ αρέσει αυτό, Πίτερ...» Και ξαφνικά ακολούθησε σιωπή, λες κι ο άντρας απ’ την άλλη άκρη της γραμμής τής είχε κλείσει το τηλέφωνο. Λίγα λεπτά αργότερα, η Σέι βγήκε απ’ το δωμάτιο και είπε κοφτά στον αρχηγό: «Σ’ ευχαριστώ για το τηλέφωνο, Μπραντ». Ο Σάιμον της έριξε ένα γρήγορο βλέμμα κι είδε τα μάγουλά της αναψοκοκκινισμένα και τα μάτια της να γυαλίζουν. Μη ξέροντας αν ήταν δάκρυα ή οργή αυτό που τους έδινε τέτοια λάμψη, κράτησε σκυμμένο το κεφάλι του πάνω απ’ το χάρτη κι άκουσε την πόρτα να κλείνει με δύναμη πίσω της. Τέλειωσε αυτό που έκανε και πήγε να βρει τον αδερφό του, για να πάνε να κολυμπήσουν. Ευχόταν μόνο να μην ήταν δάκρυα. Όπως πάντα, το δροσερό νερό της λίμνης στο δέρμα του τον μετέφερε στον παράδεισο. Ύστερα φόρεσε ένα καθαρό μπλουτζίν κι αθλητικά παπούτσια, απολαμβάνοντας το αεράκι στο γυμνό του στήθος. Ανέβηκε το λόφο και προχώρησε προς τα εκεί όπου είχε παρκάρει το φορτηγό. Ο Τζιμ είχε μείνει στη βάση κι έπαιζε χαρτιά. Οχτώ με εννιά άντρες στέκονταν μπροστά στο αυτοκίνητο κι ανάμεσά τους δυο καινούριοι. Το χώμα ήταν σπαρμένο από άδεια τενεκεδάκια μπίρας. «Ποια είναι η ξανθιά;» ρώτησε ένας απ’ τους καινούριους, στραγγίζοντας ένα τενεκεδάκι. «Τη λένε Σέι Μάλορι, Έβερετ», αποκρίθηκε ο Στιβ. «Είναι πιλότος στα ελικόπτερα». «Τι μου λες! Εκείνη δεν κολυμπάει ποτέ;» Η φωνή του Στιβ, όταν του απάντησε, είχε έναν τόνο προειδοποιητικό. «Πηγαίνει στην άλλη άκρη της λίμνης κι εμείς μένουμε πάντα από δω». Ο Έβερετ δε φάνηκε να εντυπωσιάζεται. «Μπα; Αν εγώ τη συναντούσα στη λίμνη, ξέρετε τι θα της έκανα;» Οι χυδαιολογίες που ξεστόμισε ήταν κόκκινο πανί για τον Σάιμον ή σαν αναμμένα κάρβουνα που έπεσαν στ’ αυτιά του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πέταξε κάτω το πουκάμισο και την πετσέτα του και, ορμώντας πάνω στον Έβερετ, τον έπιασε απ’ το γιακά του πουκαμίσου του και τον σήκωσε ολόκληρο απ’ το έδαφος. «Άκουσέ με καλά», τον προειδοποίησε απειλητικά, βράζοντας από οργή. «Έτσι και σε δω ποτέ σε απόσταση αναπνοής από τη Σέι Μάλορι, θα σου δώσω τόσο ξύλο, που θα το θυμάσαι για πολύ καιρό». «Εγώ δε...» «Μ’ άκουσες;» επέμεινε ο Σάιμον, ταρακουνώντας τον σαν να ήταν φτιαγμένος από κουρέλια. «Ή μήπως θέλεις να σου αποδείξω ότι μιλάω σοβαρά;» «Εντάξει, σ’ άκουσα. Ένα αστείο έκανα, δε χρειάζεται να...» «Κι ούτε να την πιάνεις στο στόμα σου», συνέχισε ο Σάιμον, νιώθοντας τους μυς του να τρέμουν απ’ το θυμό. «Το κατάλαβες;» «Βέβαια. Βέβαια». Έχοντας στο στόμα του την πικρή γεύση της οργής, ο Σάιμον τον έσπρωξε πέρα. Ο Έβερετ τρέκλισε, ξεροκατάπιε κι απομακρύνθηκε από την ομάδα των


αντρών. «Καλή κίνηση, Σάιμον», ακούστηκε μέσα στη σιωπή η φωνή του Στιβ, πλημμυρισμένη ζεστασιά. «Θέλεις μια μπίρα;» Η καρδιά του Σάιμον χτυπούσε τόσο δυνατά, σαν να είχε δει στ’ αλήθεια τον Έβερετ να κακομεταχειρίζεται τη Σέι. Ωστόσο κατάλαβε τι σήμαινε η μπίρα που του πρόσφεραν. Είχε γίνει αποδεκτός. Ήταν πια ένας απ’ αυτούς. «Ναι, ευχαριστώ», είπε, γνέφοντας καταφατικά στον Στιβ. Η μπίρα γλίστρησε στο λαιμό του, χαλαρώνοντας την ένταση των μυών του. Ο Τζο άρχισε να διηγείται μια πολύ αστεία ιστορία για έναν πυροσβέστη κι ένα σκαντζόχοιρο· έπειτα ο Στιβ περιέγραψε ένα επεισόδιο μ’ έναν τάρανδο την εποχή του ζευγαρώματος, που τον ανάγκασε να μείνει οχτώ ολόκληρες ώρες πάνω στα κλαδιά ενός πεύκου. Ο Σάιμον, νιώθοντας πως έπρεπε να πει κι αυτός κάτι, τους διηγήθηκε τη συνάντησή του μ’ ένα θυμωμένο ελάφι, όταν είχε πάει να ζωγραφίσει στη Σκοτία κι αποτέλειωσε την μπίρα του. Ο Τσάρλι του πρόσφερε και δεύτερη, αλλά εκείνος αρνήθηκε και ρώτησε αν ήθελε κανένας να κατέβει στη βάση. «Θα τελειώσουμε τις μπίρες και μετά θα γυρίσουμε», του είπε ο Τζο. «Του Μπραντ δεν του αρέσει να πίνουμε στους κοιτώνες. Θα σε δούμε αργότερα, Σάιμον». Τον χαιρέτησαν όλοι μαζί, κι ο Σάιμον, νιώθοντας σαν να ’χε κερδίσει μια δύσκολη μάχη, μπήκε στο φορτηγάκι και τράβηξε προς το αρχηγείο. Οι προβολείς του αυτοκινήτου ήταν το μόνο φως, εκτός απ’ τις θαμπές κόκκινες φλόγες στον ορίζοντα και τη λάμψη των άστρων. Τα δέντρα φαίνονται πιο μαύρα κι απ’ τον ουρανό, σκέφτηκε αφηρημένος, απολαμβάνοντας το δροσερό αεράκι πάνω στο γυμνό του στέρνο. Συνειδητοποίησε πως είχε παρατήσει στη λίμνη το πουκάμισο και την πετσέτα του. Ίσως ο Έβερετ να του τα έφερνε, αλλά μάλλον δε θα ’πρεπε να υπολογίζει στη μεγαλοθυμία του. Ξαφνικά πάτησε απότομα φρένο και το βλέμμα του καρφώθηκε στο σκονισμένο τζάμι. Είχε δει μια λευκή αστραπή να κινείται ανάμεσα στα δέντρα. Θα πρέπει να ήταν ελάφι. Αυτά είχαν άσπρη ουρά. Ωστόσο η σύντομη εικόνα που είχε περάσει μπροστά απ’ τα μάτια του δεν ταίριαζε σε ελάφι. Κατέβηκε το λόφο και στην επόμενη στροφή σταμάτησε κι έσβησε τη μηχανή. Άνοιξε αθόρυβα την πόρτα, πήδησε στο έδαφος και την έκλεισε το ίδιο ήσυχα. Περίμενε λίγο, ώσπου τα μάτια του να συνηθίσουν στο σκοτάδι κι ύστερα έκανε με τα πόδια τη διαδρομή απ’ όπου είχε έρθει. Τα παπούτσια του σέρνονταν πάνω στη χλόη. Ένα κλαδί τον έξυσε στον ώμο κι άκουσε ένα κουνούπι να ζουζουνίζει στο αυτί του. Τα άστρα έλαμπαν. Ίσως να τη φαντάστηκα την άσπρη λάμψη, σκέφτηκε. Ο καβγάς του με τον Έβερετ είχε κινητοποιήσει όχι μόνο την αδρεναλίνη του, αλλά και τη φαντασία του. Σταμάτησε κάτω από ένα έλατο, εισπνέοντας το οξύ άρωμα του ρετσινιού. Τα δάχτυλά του άγγιξαν τα καταπράσινα φύλλα. Τις τελευταίες μέρες είχε δει τόσα νεκρά δέντρα, είχε μυρίσει τόσο καπνό... Αριστερά του άκουσε ένα κλαδί να τσακίζει και βήματα να έρχονται προς το μέρος του. Βήματα που δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να κρυφτούν. Ανατρίχιασε σύγκορμος. Απόμεινε ακίνητος σαν άγαλμα, αναπνέοντας με το ζόρι κι είδε μια λεπτή φιγούρα να κινείται μέσα στα δέντρα. Πέρασε από την άλλη μεριά του μονοπατιού, μπήκε στο δάσος και ακολούθησε τη φιγούρα. «Γεια σου, Σέι», είπε ο Σάιμον. Εκείνη άφησε μια κραυγή τρόμου και στράφηκε απότομα. Φορούσε ένα λευκό πουκάμισο κι απ’ τον ώμο της κρεμόταν ένα μικρό σακίδιο. «Συγνώμη», της είπε. «Δεν ήθελα να σε τρομάξω. Σε είδα από το φορτηγάκι... ή, μάλλον, είδα κάτι, δεν ήξερα πως ήσουν εσύ». «Πάντα έτσι τρομάζεις τον κόσμο;» τον ρώτησε ταραγμένη. Την πλησίασε και πρόσεξε ότι τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα. «Γιατί κρυβόσουν στο δάσος;» «Δεν κρυβόμουν πουθενά!» «Έλα τώρα, Σέι». Εκείνη ξεροκατάπιε. «Εντάξει, κρυβόμουν», παραδέχτηκε. «Ήθελα να γυρίσω στη βάση περπατώντας. Μόνη μου». «Πήγες για κολύμπι;» τη ρώτησε, ενώ το μυαλό του προσπαθούσε να μαντέψει τι είχε γίνει. «Ναι. Ο Στιβ με πήγε με τ’ αυτοκίνητο στην άλλη άκρη της λίμνης και του είπα ότι θα γύριζα μόνη μου πίσω». Τον κοίταξε κατάματα και τα μάτια της ήταν σκοτεινά σαν τη νύχτα. «Πραγματικά θέλω να γυρίσω μόνη μου, Σάιμον... είναι μόνο δέκα λεπτά δρόμος». «Άκουσες αυτά που είπε ο Έβερετ», συμπέρανε ήρεμα εκείνος. «Όχι!» διαμαρτυρήθηκε η Σέι, προσπαθώντας να μην προδοθεί, αλλά ήταν αργά. «Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις». «Θύμωσες που ανακατεύτηκα;» Το βλέμμα της ταξίδεψε απ’ το πρόσωπό του στο γεροδεμένο στέρνο του και ξαναγύρισε στα μάτια του. «Δε φοράς πουκάμισο;» τον ρώτησε συγχυσμένη. «Δεν μπορούσα να κρατάω την πετσέτα, το πουκάμισο και τον Έβερετ ταυτόχρονα», της απάντησε. «Και στην τρέλα της στιγμής, άφησα το πουκάμισό μου στην όχθη. Μην αλλάζεις θέμα». Έχωσε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού της και κοίταξε το σκοτεινό δάσος. «Ναι, τον άκουσα», παραδέχτηκε. «Είχε πιει λίγο παραπάνω, Σέι». «Κι αυτό τον δικαιολογεί;» τον ρώτησε αγανακτισμένη. «Τίποτα δε δικαιολογεί τη χυδαιότητά του». «Μ’ έκανε να νιώσω βρόμικη», ψιθύρισε τόσο σιγανά, ώστε ο Σάιμον μόλις που την άκουσε. Φαινόταν αφάνταστα τρωτή κι αυτή ήταν μια πλευρά της άγνωστη σ’ εκείνον. Πολύ απαλά, για να μην την τρομάξει, την έπιασε απ’ τα μπράτσα κι ανακάλυψε πως είχε ανατριχιάσει. «Έχεις παγώσει», της είπε και το ενδιαφέρον του γι’ αυτήν υπερκέρασε την ανάγκη του να την πάρει στην αγκαλιά του και να την κρατήσει σφιχτά. «Πάμε στο φορτηγό. Νομίζω πως ο Τζιμ έχει ξεχάσει εκεί το σακάκι του». Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο σαγόνι του, σαν να μην τον είχε ακούσει. «Αγαπώ τη δουλειά μου!» ξέσπασε. «Σου το έχω ξαναπεί αυτό... δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει κάτι άλλο. Καταλαβαίνεις, όμως, πόσο δύσκολο είναι να είμαι η μοναδική γυναίκα σ’ ένα αντρικό περιβάλλον κάθε μέρα, κάθε νύχτα; Είμαι η μόνη γυναίκα πιλότος στην επαρχία. Και είδες πόσες γυναίκες είναι στην εθελοντική ομάδα; Καμιά! Μερικές φορές οι άντρες μ’ αρρωσταίνουν!» «Σ’ αρρωσταίνουν οι άντρες σαν τον Έβερετ. Ο Τζο, ο Μπραντ κι ο Στιβ δε θα τολμούσαν ν’ απλώσουν χέρι πάνω σου». «Το ξέρω», παραδέχτηκε κι έσκυψε το κεφάλι. «Ο Έβερετ στεκόταν δίπλα μου στην ουρά για το πρωινό σήμερα το πρωί. Με κοίταζε σαν να μ’ έγδυνε με τα μάτια. Ήταν φριχτό συναίσθημα». Ξαφνικά αποτραβήχτηκε από κοντά του, σκουπίζοντας τα μάτια με τις γροθιές της. «Σιχαίνομαι τις γυναίκες που κλαίνε», είπε με σπασμένη φωνή. «Διάβολε», είπε αγριεμένος ο Σάιμον και, ξεχνώντας την αυτοσυγκράτησή του, την πήρε στην αγκαλιά του και την έσφιξε πάνω στο στήθος του. «Σέι, λυπάμαι αφάνταστα που άκουσες τον Έβερετ. Σου ορκίζομαι ότι ποτέ δε θα τολμήσει να σε ξανακοιτάξει μ’ αυτό τον τρόπο. Όχι όταν είμαι εγώ εκεί». «Πάντως, ήσουν πολύ πειστικός», μουρμούρισε εκείνη. Ένιωθε πάνω στο δέρμα του την ανάσα της και προσπάθησε να μη σκέφτεται ότι κάθε νεύρο του κορμιού του του έλεγε πόσο όμορφα ταίριαζε στην αγκαλιά του. «Και λυπάμαι ακόμα περισσότερο για το ηλίθιο λάθος μου όταν σε πρωτογνώρισα στο ελικόπτερο», της είπε. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε κατάματα και ξαφνικά χαμογέλασε. «Νομίζω πως απόψε εξιλεώθηκες. Σ’ ευχαριστώ». Η ανάσα του κόπηκε. Του χαμογελούσε κι ήθελε τόσο πολύ να τη φιλήσει, που το κορμί του πονούσε απ’ τη λαχτάρα. «Είσαι πανέμορφη όταν χαμογελάς,


Σέι», της είπε βραχνά. «Άξιζε να περιμένω». Οι παλάμες της ακουμπούσαν στο στήθος του, τ’ αποτυπώματα των δαχτύλων της είχαν χαραχτεί στο δέρμα του. Το χαμόγελό της χάθηκε και τον έσπρωξε πέρα, με μια απότομη κίνηση. «Αυτό είναι τρέλα», του είπε ξεψυχισμένα. «Ούτε καν σε συμπαθώ!» Τα λόγια της έμοιαζαν με μαχαίρι που χώθηκε στην καρδιά του. Τα βλέφαρά του πετάρισαν. «Μην κάνεις έτσι, Σάιμον!» πρόσθεσε. «Εγώ...» Δεν ήθελε να της δείξει πόσο τον είχε πληγώσει. Δεν είχε ιδέα ότι θα μπορούσε να είναι τόσο τρωτός μπροστά σε μια γυναίκα, η οποία μάλιστα δεν τον είχε ενθαρρύνει. «Έλα, θα σε πάω στη βάση», της είπε και τα χέρια του έπεσαν άψυχα στα πλευρά του. Η Σέι τον έπιασε απ’ το μπράτσο και τον ταρακούνησε. «Εννοούσα πως δε σε συμπάθησα όταν σε πρωτογνώρισα», του εξήγησε βιαστικά, «γιατί σκεφτόμουν το γράμμα που σου είχε στείλει ο Τζιμ. Ξέρω, όμως, πόσο σκληρά δούλεψες απ’ τη στιγμή που ήρθες εδώ και πως τώρα πια ούτε ο Έβερετ ούτε κανένας άλλος δεν πρόκειται να μ’ ενοχλήσει και δε σ’ ευχαρίστησα όπως θα ’πρεπε». Την κοίταξε. Τα δάχτυλά της ήταν χωμένα στο δέρμα του. Δάχτυλα μακριά και δυνατά, που τα φαντάστηκε ν’ αγγίζουν κι άλλα μέρη του κορμιού του, να τον κρατούν, να τον χαϊδεύουν. Ο πόθος πλημμύρισε το σώμα του. Με μεγάλη προσοχή ακούμπησε το χέρι του πάνω στο δικό της, το αιχμαλώτισε κι άρχισε να παίζει με τα δάχτυλά της, ενώ το βλέμμα του δεν άφηνε στιγμή το πρόσωπό της. Η έκφραση στα μάτια της έγινε υποταγή, απόλαυση κι αμέσως μετά πανικός. Αποτράβηξε απότομα το χέρι της και το έχωσε στην τσέπη της. «Ποτέ δεν έχω γνωρίσει άντρα σαν κι εσένα», του ομολόγησε με απίστευτη ειλικρίνεια. «Ίσως γιατί με περίμενες», της αποκρίθηκε. «Σάιμον, δε μ’ αρέσει καθόλου αυτή η συζήτηση! Αν εξακολουθεί να ισχύει η προσφορά σου να με πας ως τη βάση, έλα να ξεκινήσουμε. Αν όχι, φεύγω αυτή τη στιγμή με τα πόδια». Δεν μπορούσε να την κρατήσει εκεί παρά τη θέλησή της κι ιδιαίτερα ύστερα απ’ τα λόγια του Έβερετ. «Η προσφορά ισχύει», τη βεβαίωσε. «Κι αυτό που είπα το εννοούσα». Ίσως κι εγώ να σε περίμενα, πρόσθεσε σιωπηλά. Τον κοίταζε τόσο αγριεμένη, που το ένστικτό του φώναζε να την πάρει στην αγκαλιά του και να τη φιλήσει, ώσπου το κορμί της να γίνει ένα με το δικό του. Έσφιξε τα δόντια και κατέβηκε τρέχοντας σχεδόν το λόφο. Είσαι βλάκας, Σάιμον Γκρέιγουντ. Μπορεί να περάσει και μια βδομάδα ώσπου να ξαναβρεθείς μόνος μαζί της. Ή να μη σου ξαναδοθεί ποτέ η ευκαιρία. «Πιο σιγά!» του φώναξε λαχανιασμένη. «Δεν πάμε... για... δουλειά». Εκείνος γέλασε σιγανά και στάθηκε για να τον προλάβει. «Ούτε κι εγώ έχω γνωρίσει γυναίκα σαν κι εσένα», της είπε. Η Σέι κοντοστάθηκε κι έβαλε τα χέρια της στη μέση. «Υπάρχουν πάρα πολλά ενδιαφέροντα θέματα για συζήτηση, Σάιμον. Ο καιρός, οι κανονισμοί ασφαλείας, οι οδηγίες για το πώς ρίχνουμε νερό σε μια φωτιά, ακόμα κι ο Έβερετ. Δε χρειάζεται να μιλάμε για σένα και για μένα. Για μας. Δεν υπάρχει τίποτα ανάμεσά μας». «Αυτό δεν το πιστεύω», της δήλωσε ξερά. «Να το πιστέψεις, γιατί είναι αλήθεια». «Κλείσε τα μάτια σου», της πρότεινε πρόσχαρα, «και θα σου αποδείξω ότι κάνεις λάθος». «Δε γεννήθηκα χτες», του αντιγύρισε. «Αν δεν υπάρχει, δεν έχεις κανένα λόγο να φοβάσαι, Σέι. Δεν είμαι σαν τον Έβερετ». «Είσαι πολύ πιο επικίνδυνος απ’ αυτόν», του είπε ψυχρά. «Σοβαρά; Αν είμαι σίγουρος για κάτι, είναι πως δεν είσαι δειλή, Σέι Μάλορι. Κλείσε τα μάτια σου». «Υποθέτω πως άκουσες το τηλεφώνημα που έκανα», του είπε. «Σήμανε το τέλος άλλης μιας σχέσης στη ζωή μου. Το καλοκαίρι προέχει η δουλειά μου κι αυτό δεν αρέσει στους άντρες». «Για να επαναλάβω τα λόγια μιας γνωστής μου, δε μ’ αρέσει να είμαι σαν τους άλλους. Κλείσε τα μάτια σου». «Ποτέ δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ σε μια πρόκληση», είπε αναστενάζοντας κι έκλεισε τα μάτια της. Ο Σάιμον την πλησίασε, πήρε τρυφερά το πρόσωπό της στις παλάμες του και τη φίλησε στο στόμα. Την ένιωσε ν’ ανατριχιάζει σύγκορμη. Ζέστανε απαλά τα χείλη της με τα δικά του, θέλοντας μόνο να της προσφέρει απόλαυση, και την αισθάνθηκε να χαλαρώνει κι έπειτα ν’ ανταποκρίνεται διστακτικά, στέλνοντας κύματα φωτιάς στο σώμα του. Το ένα χέρι του χώθηκε στα μαλλιά της, που ήταν ακόμα νωπά απ’ τη βουτιά της στη λίμνη. Το φιλί του έγινε πιο βαθύ κι απαιτητικό. Και για λίγες στιγμές, η Σέι τον μιμήθηκε. Τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του και του πρόσφερε τον εαυτό της με μια γενναιοδωρία που τον συγκίνησε. Μέσα από το λεπτό της πουκάμισο, τα στήθη της κόλλησαν πάνω στο γυμνό του στέρνο. Τη θυμήθηκε να βγαίνει γυμνή απ’ τη λίμνη, με τις ηλιαχτίδες να παίζουν στο βρεγμένο της δέρμα και η γλώσσα του αναζήτησε τη γλύκα των χειλιών της. Η Σέι τραβήχτηκε απότομα, κοντανασαίνοντας. «Σάιμον... δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό!» «Το φιλί που σου ’δωσα ήταν ό,τι πιο σωστό έκανα τα τελευταία δέκα χρόνια», της είπε τραχιά και συνειδητοποίησε πως έλεγε την αλήθεια. «Σε παρακαλώ... πήγαινέ με σπίτι μου». «Παραδέξου τουλάχιστον ότι κάτι συμβαίνει ανάμεσά μας, Σέι!» την παρακάλεσε. «Είμαι είκοσι εννιά χρονών, όχι δεκαεννιά, και ξέρω τι θα πει σεξ», του απάντησε σαστισμένη. «Είσαι ένας γοητευτικός άντρας, η νύχτα είναι πανέμορφη κι είμαστε ολομόναχοι. Αυτό που συνέβη ήταν απόλυτα φυσιολογικό. Και, επίσης, πάει πολύς καιρός από τότε που έχω να κάνω έρωτα». «Το ίδιο ισχύει και για μένα», της είπε ο Σάιμον, που η τελευταία πληροφορία του άρεσε πολύ. «Τότε καταλαβαίνεις πολύ καλά». «Δε θα ’χε σημασία αν είχα πάει με μια ντουζίνα γυναίκες τις τελευταίες σαράντα οχτώ ώρες», επέμεινε απελπισμένος. «Αυτό που σου λέω δεν έχει καμιά σχέση με το σεξ». «Για μένα έχει». «Είσαι η πιο εριστική και πεισματάρα γυναίκα που έχω συναντήσει στη ζωή μου!» «Ωραία. Έτσι θα κρατηθείς μακριά μου, πράγμα που θα το εκτιμούσα ιδιαίτερα». Ήταν έξαλλος μαζί της, αλλά ταυτόχρονα ένιωσε πολύ πληγωμένος μ’ αυτό που του είπε. «Δεν το εννοείς αυτό». Ύψωσε το πιγούνι της αποφασιστικά. «Το εννοώ». «Για όνομα του Θεού, δώσε μας μια ευκαιρία!» «Δε θέλω», του αποκρίθηκε και η κάθε της λέξη έμοιαζε με πέτρα που του πλάκωνε την ψυχή. «Σου είπα ήδη πως δεν υπάρχει ‘‘μας’’. Εσύ είσαι εσύ κι εγώ είμαι εγώ. Ξεχωριστά! Το κατάλαβες;» κατέληξε, υψώνοντας τη φωνή της. «Κάνεις πολύ μεγάλο λάθος», την αντέκρουσε άγρια. «Θα μπορούσαμε να χτίσουμε κάτι...» «Όχι», τον έκοψε. «Γιατί δε θέλω. Καταλαβαίνεις, Σάιμον Γκρέιγουντ;» «Κάνεις πολύ μεγάλο λάθος», επανέλαβε εκείνος.


«Απλώς εσύ δεν έχεις συνηθίσει τις γυναίκες που σου λένε όχι», του πέταξε κι ικανοποιήθηκε όταν κατάλαβε, από την έκφραση του προσώπου του, πόσο δίκιο είχε. «Βλέπεις; Έχω δίκιο», πρόσθεσε. «Θέλω να μ’ αφήσεις ήσυχη. Αυτό μόνο σου ζητώ. Δε μου φαίνεται ιδιαίτερα δύσκολο να το καταλάβεις». Την κοίταξε σιωπηλός. Μιλάει σοβαρά, σκέφτηκε με βαριά καρδιά. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, ήταν σεξουαλικά στερημένη, εκείνος της άρεσε σωματικά και η βελούδινη σκοτεινιά της νύχτας είχε δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα για το φιλί τους. Οπότε, του ’λεγε αλήθεια πρωτύτερα, όταν του δήλωνε πως δεν τον συμπαθούσε. Η συμπάθεια ήταν εξίσου σημαντική με τον έρωτα, αυτό το φευγαλέο συναίσθημα. Δεν άντεχε να τη νιώθει τόσο κοντά του. Μισούσε τα συναισθήματα που του έκαιγαν το στήθος. «Το φορτηγό είναι στη γωνία. Πάμε», της είπε κοφτά και, χωρίς να την περιμένει, προχώρησε πρώτος. Μπήκαν στο φορτηγό κι έφτασαν στη βάση. Ο Σάιμον πάρκαρε πίσω απ’ το αυτοκίνητο του Μπραντ και πετάχτηκε έξω. «Πάω να βρω τα παιδιά που παίζουν χαρτιά», της είπε. «Καληνύχτα». «Καληνύχτα», του ευχήθηκε η Σέι και τράβηξε για το μικρό δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα, όπου κοιμόταν. Οι γοφοί της λικνίζονταν προκλητικά, καθώς περπατούσε. Ο Σάιμον πέταξε μια χαμηλόφωνη βρισιά και πήγε προς τους κοιτώνες. *

Ο Σάιμον κι ο Τζιμ πέρασαν τις τρεις επόμενες μέρες στο κυρίως μέτωπο της φωτιάς. Ο Σάιμον έκοβε δέντρα, στοίβαζε χώμα στην άκρη για τις μπουλντόζες κι είχε το νου του ν’ ακούει, κάθε φορά που περνούσε από πάνω του, το ελικόπτερο της Σέι. Παρατηρώντας το μικρό γαλάζιο αεροσκάφος να ξεπροβάλλει μέσα απ’ τον καπνό, ένιωθε ότι έτσι μόνο μπορούσε να την πλησιάσει. Στο αρχηγείο, χωρίς να κρατάει τα προσχήματα, του φερόταν σαν να μην υπήρχε. Τον απέφευγε, όπως ο Έβερετ απέφευγε και τους δυο τους. Την Παρασκευή το μεσημέρι, η φωτιά έφτασε στο αποκορύφωμά της. Οι φλόγες πηδούσαν από δέντρο σε δέντρο με πρωτόγονη μανία κι ο καπνός ανέβαινε ως τα ουράνια. Ο Σάιμον βρισκόταν στην άκρη του δρόμου που είχαν ανοίξει και κατάβρεχε τα δέντρα με μια μακριά μάνικα. Βρισκόταν δίπλα στον αρχηγό της ομάδας κι έτσι βασανιζόταν περισσότερο, καθώς άκουγε καθαρά τη φωνή της Σέι από τον ασύρματο, που ζητούσε οδηγίες για το πού έπρεπε να ρίξει νερό. Η δαιμονική ενέργεια της φωτιάς τον γέμιζε δέος. Ο καπνός τον έπνιγε, η θερμότητα τον έκαιγε μέσα απ’ τα ρούχα του κι είχε κάψει το χέρι του. Ωστόσο κράτησε τη θέση του και, όταν αργά το απόγευμα η φωτιά έσβησε τελικά, το γιόρτασε μαζί με τους υπόλοιπους. «Τα πήγες μια χαρά για αρχάριος», τον επαίνεσε ο Τζο και, όταν οι άλλοι άντρες συμφώνησαν, ο Σάιμον ένιωσε να πλημμυρίζει από ικανοποίηση. Έφυγε για το αρχηγείο με τον Τζιμ, ενώ έπεφτε ο ήλιος. «Θα πάω να ελέγξω αν ήρθαν οι αντικαταστάτες μας για το Σαββατοκύριακο», του είπε ο αδερφός του. «Σκέψου πώς θα ’ναι ένα ζεστό μπάνιο κι ο ύπνος στο κρεβάτι μας». «Θες να πεις ότι μπορούμε να φύγουμε απόψε;» «Ναι. Αν όλα πάνε καλά, ίσως να μη χρειαστεί να γυρίσουμε. Γιατί δεν πας να βρεις τη Σέι; Δεν είμαι σίγουρος πού είναι τ’ αμάξι της, αλλά μπορούμε να την αφήσουμε στο ελικόπτερό της, στο δρόμο μας για το σπίτι. Είναι κι αυτή ελεύθερη το Σαββατοκύριακο». Ο Σάιμον δεν ήθελε να βρει τη Σέι ή να πάει οπουδήποτε μαζί της, αλλά ο αδερφός του είχε μπει κιόλας στο γραφείο του αρχηγού. Τεντώνοντας κουρασμένος το κορμί του, πήγε στην τραπεζαρία και στην κουζίνα και, όταν δεν τη βρήκε, βγήκε έξω. Τα δυο ελικόπτερα ήταν περιτριγυρισμένα από διάφορα είδη εξοπλισμού κι οι καμπίνες τους άδειες. Ίσως η Σέι να έχει φύγει κιόλας, σκέφτηκε με κάποια ελπίδα. Έτριψε κουρασμένος το λαιμό του και συνειδητοποίησε πόσο αντιπαθούσε το σούρουπο. Δεν ήταν ούτε μέρα ούτε νύχτα και η ατμόσφαιρα σου έδινε την εντύπωση ότι η μέρα που είχε περάσει δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση. Καθώς επέστρεφε στο γραφείο, την είδε. Ήταν ξαπλωμένη πάνω σε μια στοίβα από μάνικες, με το κεφάλι ακουμπισμένο πάνω σε μια σακούλα Μπάμπι και τα μάτια κλειστά. Ο Σάιμον βρισκόταν στα όρια όχι μόνο της σωματικής, αλλά και της συναισθηματικής του αντοχής, και προς στιγμήν φαντάστηκε έντρομος πως ήταν νεκρή. Γονάτισε αμέσως δίπλα της και είδε, με μάτια κατακόκκινα και πονεμένα απ’ τον καπνό, το ανεβοκατέβασμα του στήθους της κάτω από το μπεζ πουκάμισο. Κοιμόταν. Δεν ήταν νεκρή. Ήταν βρόμικη σαν κι εκείνον κι από την εξάντληση είχε μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια της. Ένιωσε να τον πλημμυρίζει ένα συναίσθημα που ήταν συμπόνια και μαζί μια οδυνηρή αίσθηση απώλειας που τον κατάτρεχε από την Τρίτη το βράδυ. Τι βλάκας που ήμουν να τη φιλήσω, σκέφτηκε με πικρία. Βλάκας και αλαζόνας. Υπέθετε πως θα ’πεφτε στην αγκαλιά του σαν ώριμο φρούτο, ενώ το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να τη διώξει από κοντά του. Να μην της αφήσει την παραμικρή πιθανότητα να τον συμπαθήσει. Εντάξει, την έλκυε σεξουαλικά. Και τι μ’ αυτό; Ο οποιοσδήποτε άντρας θα μπορούσε να το κάνει. Την είχε χάσει. Η γυναίκα που έπαιζε τόσο απολαυστικά στη λίμνη δε θα γινόταν ποτέ δική του. «Σέι», την κάλεσε βραχνά. «Φεύγουμε». Εκείνη σάλεψε, μουρμούρισε κάτι κι έχωσε το μάγουλό της πιο βαθιά στις πτυχές της σακούλας. Ο Σάιμον άπλωσε διστακτικά το χέρι και την άγγιξε στον ώμο. «Σέι; Ξύπνα». Τα μάτια της άνοιξαν. «Σάιμον!» αναφώνησε. «Σε... είδα στον ύπνο μου... Τι συμβαίνει;» Εκείνος σηκώθηκε και της είπε τυπικά: «Ο Τζιμ είναι έτοιμος να φύγει. Θα σε πάει στον αεροδιάδρομο». Έσμιξε τα φρύδια της και σκέφτηκε λίγο. «Το αυτοκίνητό μου είναι στο σπίτι μου. Από κει με πήρε το ελικόπτερο». «Τότε θα σε πάμε σπίτι. Έλα». Εκείνη χασμουρήθηκε και σηκώθηκε, τρεκλίζοντας λίγο, κι ο Σάιμον άπλωσε το χέρι του για να τη στηρίξει. «Τις προάλλες που μ’ αγκάλιασες στο δάσος, το δέρμα σου είχε τη μυρωδιά της λίμνης», του είπε, με φωνή βαριά ακόμη από τον ύπνο. Την άφησε απότομα. «Θα μπορούσα να είμαι ο οποιοσδήποτε. Παραδέξου το!» Ο σκληρός τόνος της φωνής του την ξάφνιασε κι ο Σάιμον την είδε να συλλογίζεται αυτά που μόλις είχε ξεστομίσει. «Δεν έπρεπε να το πω αυτό. Κοιμάμαι ακόμα. Πού είναι ο Τζιμ; Ας φύγουμε από δω». Όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο για κείνον. Η διαδρομή κράτησε κοντά δύο ώρες. Τα πρώτα τριάντα λεπτά η Σέι κουβέντιαζε κανονικά, έπειτα σώπασε κι άρχισε να λαγοκοιμάται. Το κεφάλι της έγειρε στον ώμο του Σάιμον κι η αναπνοή της έγινε βαθιά. Εκείνος πέρασε το μπράτσο του γύρω από τους ώμους της, ενώ από μέσα του ευχόταν να μην την είχε γνωρίσει. «Σε πειράζει να πας εσύ τη Σέι στο σπίτι της, Σάιμον;» ρώτησε αδιάφορα ο Τζιμ, καθώς πλησίαζαν στο σπίτι του. «Υποσχέθηκα στη Σάλι πως θα της τηλεφωνούσα απόψε κι είναι ήδη αργά». «Κανένα πρόβλημα», τον βεβαίωσε εκείνος. Ο Τζιμ σταμάτησε το αυτοκίνητο κάτω απ’ τα δέντρα και ξαφνικά η κούρασή του χάθηκε. «Θα χαρώ πολύ να της μιλήσω», είπε. «Θα σε δω αργότερα». Καθώς βγήκε απ’ το αυτοκίνητο, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή, η Σέι ξύπνησε κι ανακάθισε. «Πού βρισκόμαστε;»


«Ο Τζιμ θέλει να τηλεφωνήσει στη Σάλι», της εξήγησε ο Σάιμον. «Θα σε πάω εγώ στο σπίτι σου». Εκείνη έτριψε τα μάτια της. «Α, εντάξει. Γύρνα πίσω στο δρόμο κι ύστερα στρίψε δεξιά». Το σπίτι της ήταν τελείως απομονωμένο στο τέλος του δρόμου κι ο μόνος του σύνδεσμος με τον πολιτισμό ήταν τα καλώδια του ηλεκτρικού κι οι τηλεφωνικές γραμμές. «Δε φοβάσαι να μένεις μόνη σου εδώ;» τη ρώτησε αδιάφορα. «Όχι», του απάντησε, παίρνοντας την τσάντα της από το πίσω κάθισμα. «Ύστερα από μια βδομάδα κάτω στη βάση, αυτό το μέρος μου φαίνεται παράδεισος. Σ’ ευχαριστώ πολύ, Σάιμον. Καληνύχτα». Εκείνος την περίμενε να ξεκλειδώσει την πόρτα και ν’ ανάψει ένα φως, πριν φύγει. Δεν του είχε κάνει καμιά νύξη να ξανασυναντηθούν κι εκείνος επίτηδες δεν της πρότεινε τίποτα. Βγάλ’ την από το μυαλό σου, συμβούλευσε τον εαυτό του, καθώς επέστρεφε στο σπίτι. Πριν από ένα μήνα δεν ήξερες ότι υπήρχε. Διώξε τη, λοιπόν, απ’ τη ζωή σου. Γιατί δε θέλει και δεν πρόκειται να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της ζωής.


KΕΦΑΛΑΙΟ 4

Χωρίς καμιά αμφιβολία, η απόφαση του Σάιμον να μείνει μακριά απ’ τη Σέι ήταν αξιοθαύμαστη. Μόνο που, στις έντεκα το άλλο πρωί, κατάλαβε πως ήταν πιο εύκολο να το λέει παρά να το κάνει. Το προηγούμενο βράδυ, ο Τζιμ τον περίμενε στην πόρτα του σπιτιού του, χαμογελώντας πλατιά. «Η Σάλι πρότεινε να τη συναντήσω στο Έντμονστον, για να περάσουμε μερικές μέρες μαζί, πριν πάει να δει τους υπόλοιπους συγγενείς της», του ανακοίνωσε. «Το μόνο πρόβλημα είναι ότι θα πρέπει να μείνεις μόνος σου». «Πήγαινε», τον παρότρυνε ο Σάιμον. «Αλήθεια το λες; Θα έχεις το φορτηγό στη διάθεσή σου και μπορώ να σου δώσω τα κλειδιά για το διαμέρισμα στο Χάλιφαξ. Ωστόσο δε μου φαίνεται ότι είναι σωστό από μέρους μου». «Η μόνη συμβουλή που μπορώ να σου δώσω, σαν μεγαλύτερος αδερφός, είναι να κάνεις ένα μπάνιο προτού φύγεις», του απάντησε χαμογελώντας. Ο Τζιμ έφυγε στις εφτά η ώρα το Σάββατο το πρωί, χαρούμενος σαν μικρό παιδί. Ο Σάιμον καθάρισε το σπίτι, έβαλε πλυντήριο κι έφτιαξε έναν κατάλογο με ψώνια. Παρά τις ασχολίες του, όμως, σκεφτόταν συνέχεια ότι η Σέι ήταν μόνο τέσσερα μίλια πιο πέρα και δεν ήθελε να ’χει καμιά σχέση μαζί του. Αντικειμενικά η Λαρίσα ήταν πολύ ωραιότερη, αλλά, ενώ ήταν πρόθυμη, εκείνος δεν την ήθελε. Ίσως να λαχταρούσε τόσο πολύ τη Σέι επειδή δεν ήταν διαθέσιμη. Ήξερε ότι αυτό δεν ήταν τελείως αλήθεια. Η Σέι, τις λίγες φορές που είχαν συναντηθεί, είχε βρει τον τρόπο ν’ αγγίξει την ψυχή του. Ναι, την ποθούσε, γι’ αυτό δεν είχε καμιά αμφιβολία. Ωστόσο την ήθελε μ’ έναν τρόπο πιο περίπλοκο, έξω από τις συνηθισμένες του εμπειρίες, τον οποίο μόνο ενστικτωδώς μπορούσε να κατανοήσει. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε καμιά σημασία. Εκείνη δεν τον ήθελε. Στις έντεκα το πρωί πήγε με το φορτηγό ως το Σόμερβιλ ν’ αγοράσει λαχανικά. Μπαίνοντας στο σούπερ μάρκετ, είδε να βγαίνει μια ηλικιωμένη κυρία που κουβαλούσε τέσσερις σακούλες πράγματα. Της κράτησε την πόρτα να περάσει και της χαμογέλασε. Τα καστανά της μάτια ήταν όλο ζωή και φορούσε ένα πρόχειρο φόρεμα, με πολύ έντονα χρώματα. «Ευχαριστώ πολύ», του είπε, μ’ ένα χαμόγελο που απλώθηκε στο ρυτιδωμένο της πρόσωπο. «Ποιος είσαι, νεαρέ μου;» «Πολύ καιρό έχουν να με πουν έτσι. Είμαι ο Σάιμον Γκρέιγουντ, ο αδερφός του Τζιμ Χάνραχαν». «Α, μάλιστα, ο καλλιτέχνης από την Αγγλία». «Σωστά», της είπε ξερά ο Σάιμον. «Θέλετε βοήθεια μ’ αυτές τις σακούλες;» «Κράτησέ τες, ώσπου να λύσω τον Τάιγκερ. Με λένε Μίνι Κόνοβερ και μένω εδώ πιο κάτω». Ο Τάιγκερ ήταν ένα μεγάλο μαλλιαρό σκυλί που, μόλις ελευθερώθηκε, άρχισε να χοροπηδάει πρόσχαρα γύρω απ’ την κυρά του. «Θα σας πάω τα ψώνια σπίτι», προσφέρθηκε ο Σάιμον. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Και στο δρόμο μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί έχετε διαφορετικά επώνυμα εσύ κι ο αδερφός σου». «Είναι μεγάλη ιστορία», την προειδοποίησε, διασκεδάζοντας με την ευθύτητά της. «Μ’ αρέσουν οι μεγάλες ιστορίες», δήλωσε η Μίνι Κόνοβερ. «Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζει κανείς τις ρίζες του. Δε συμφωνείς;» Κουβέντιασαν λίγο για την ανάγκη να ξέρει κανείς την ιστορία της οικογενείας του κι έπειτα η ηλικιωμένη κυρία είπε: «Τζιμ Χάνραχαν και Σάιμον Γκρέιγουντ. Οι γονείς σας χώρισαν;» Ο Σάιμον θα ’κανε τα πάντα για να διώξει απ’ το μυαλό του τη Σέι. «Ο Τζιμ δεν είχε χρονίσει ακόμα κι εγώ ήμουν έντεκα χρονών όταν και οι δυο γονείς μας σκοτώθηκαν σε μια έκρηξη υγραερίου», άρχισε να λέει ο Σάιμον. «Ο πατέρας μου ήταν απ’ την Αγγλία και η μητέρα μου Ιρλανδέζα. Τσακώνονταν σαν το σκύλο με τη γάτα, αλλά ήταν τρελά ερωτευμένοι... Όταν πέθαναν, έχασα τον κόσμο κι έτσι από αντίδραση, το έριξα στην αλητεία. Έκανα βανδαλισμούς, μικροκλοπές, ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί. Δεν είχαμε κοντινούς συγγενείς και ήμαστε υπό την κηδεμονία της Πολιτείας. Τον Τζιμ τον υιοθέτησε ένα ζευγάρι από τον Καναδά, οι Χάνραχαν. Κανείς, όμως, δεν ήθελε να υιοθετήσει εμένα. Ήμουν πια δώδεκα χρονών και σκληρό καρύδι. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια με ανέλαβαν διάφορες οικογένειες, αλλά δεν καθόμουν. Δημιουργούσα διαρκώς μπελάδες». Είχαν φτάσει σ’ ένα μικρό τροχόσπιτο, που βρισκόταν μέσα σ’ έναν καταπληκτικό κήπο. Η Μίνι Κόνοβερ άνοιξε την πόρτα του φράχτη κι ο Τάιγκερ έτρεξε ανάμεσα στις πορφυρές σαλβίες και τους πορτοκαλιούς κατιφέδες. «Θέλεις να πιούμε ένα φλιτζάνι τσάι;» πρότεινε η ηλικιωμένη κυρία. «Πολύ θα ’θελα ν’ ακούσω την υπόλοιπη ιστορία». Ο Σάιμον, συνειδητοποιώντας πως λαχταρούσε οποιαδήποτε παρέα, δέχτηκε μ’ ευχαρίστηση. Βοήθησε τη Μίνι να τακτοποιήσει τα ψώνια της κι έπειτα βολεύτηκε δίπλα στο μικροσκοπικό τραπέζι της κουζίνας και συνέχισε τη διήγησή του, πίνοντας δυνατό τσάι και τρώγοντας άφθονα μπισκότα. «Σκόπευα να παρατήσω το σχολείο, μόλις θα γινόμουν δεκάξι χρονών. Στο τέλος της χρονιάς, κάποια μέρα που έτυχε να μην έχω κάνει σκασιαρχείο, ένας γέρος μπήκε στην τάξη κι άρχισε να μας μιλάει για την τέχνη. Εμένα δε μ’ ενδιέφερε η τέχνη. Έκανα λοιπόν μερικές καρικατούρες κι άρχισα να τις μοιράζω στους συμμαθητές μου, για να γελάσουμε». Ο Σάιμον χαμογέλασε μελαγχολικά. «Είχα διαλέξει, όμως, το λάθος άνθρωπο. Ο γέρος κατέβηκε από την έδρα, πήρε ένα απ’ τα σχέδιά μου, το κοίταξε ώρα πολλή και μου είπε πως, αν ενδιαφερόμουν να επενδύσω το ταλέντο μου σε κάτι πιο παραγωγικό, να πάω να τον βρω μετά το τέλος της διάλεξης. »Κατά παράδοξο τρόπο, μου θύμιζε τον πατέρα μου. Έτσι, πήγα και τον βρήκα και το επόμενο απόγευμα με πήγε στην Εθνική Πινακοθήκη. Δεν είχα ξαναπάει ποτέ. Για μένα η τέχνη ήταν για τους κυριλέδες κι όταν βρέθηκα εκεί μέσα, ένιωσα σαν να έμπαινα σ’ έναν κόσμο υποσυνείδητα δικό μου. Το αποτέλεσμα ήταν ότι τελικά μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών κι έμαθα να δουλεύω σκληρά. Όταν έγινα είκοσι πέντε χρονών, άρχισα να ζωγραφίζω πορτραίτα κι έτσι, με λίγη τύχη και υποθέτω εξαιτίας του ταλέντου μου, βρέθηκα στην κορυφή». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Τέλος ιστορίας». «Και τώρα πρέπει να ζωγραφίσεις το πορτραίτο του αδερφού σου», παρατήρησε η Μίνι με διορατικότητα. Το τροχόσπιτο έμοιαζε να τον πνίγει. «Ίσως...» αποκρίθηκε και σηκώθηκε. «Άρα η ιστορία δεν έχει τελειώσει...» «Δεν ξέρω πώς να γράψω το επόμενο κεφάλαιο», της εξομολογήθηκε και η φωνή του ήταν τραχιά. Καθώς του σέρβιρε κι άλλο τσάι, τα μάτια της Μίνι έλαμψαν. «Ίσως να χρειάζεσαι διακοπές. Τον τελευταίο καιρό, όποιο περιοδικό πιάσω στα χέρια μου, μιλάει για εξάντληση. Είναι πολύ της μόδας η εξάντληση». «Δεν μπορώ να ζωγραφίσω πια!» ξέσπασε ο Σάιμον. «Δεν έχασα την τεχνική μου. Έχασα την επιθυμία να ζωγραφίσω». «Όταν πέθανε ο Άρνολντ μου, δεν ασχολήθηκα με τον κήπο για δυο ολόκληρα χρόνια». «Ήταν ο σύζυγός σας;» «Ναι. Μήπως πέθανε πρόσφατα κάποιος κοντινός σου άνθρωπος;»


«Δεν είναι κάτι εξωτερικό», προσπάθησε να της εξηγήσει ο Σάιμον. «Αυτό θα το καταλάβαινα. Νιώθω σαν να ’χει πεθάνει κάτι μέσα μου... και δεν ξέρω τι να κάνω». Στράγγιξε το φλιτζάνι με το τσάι του κι αναρωτήθηκε γιατί είπε σε μια άγνωστη πράγματα που δεν τα ’χε εξομολογηθεί ούτε στον ίδιο του τον αδερφό. «Καλύτερα να πηγαίνω. Αρκετά σπατάλησα το χρόνο σας. Πάντως, θα ’θελα να ξανάρθω, αν μου το επιτρέπετε». «Θα το ’θελα πολύ. Έλα να σου δείξω τον κήπο. Τώρα είναι η εποχή που ανθίζουν οι μαργαρίτες μου. Να προσέξουμε να μη βγει έξω ο Τάιγκερ, όμως, γιατί του αρέσει να κυνηγάει τα αυτοκίνητα». Η Μίνι Κόνοβερ είχε καταφέρει να του φτιάξει τη διάθεση. Επέστρεψε στο σούπερ μάρκετ και ψώνισε ό,τι χρειαζόταν. Καθώς περνούσε απ’ τα ταμεία, φάνηκε στην πόρτα μια γυναίκα με καστανόξανθα μαλλιά, ανάστατα σαν τον κήπο της Μίνι. Τον κοίταξε με τα συννεφιασμένα γκρίζα μάτια της, του έγνεψε τυπικά και χάθηκε σ’ έναν από τους διαδρόμους του μαγαζιού. Ήταν η Σέι. Έξαλλος από θυμό, ο Σάιμον έκανε στροφή και την πήρε από πίσω. Τη βρήκε να στέκεται μπροστά στις ντομάτες και τα μαρούλια, με γυρισμένη την πλάτη. «Φέρεσαι σαν μικρό παιδί, Σέι», της είπε και κόντεψε να μην αναγνωρίσει την ίδια του τη φωνή. «Το να μ’ αποφεύγεις στο σούπερ μάρκετ είναι κάτι που μόνο ένα παιδί θα έκανε». Είδε τους ώμους της να σφίγγονται κάτω απ’ το λεπτό μπλε πουκάμισο. «Ξέρεις κάτι;» του είπε και στράφηκε να τον κοιτάξει, κρατώντας στο χέρι της μια ντομάτα. «Πολύ θα μ’ άρεσε να σ’ την πετάξω στα μούτρα». «Για δοκίμασε», την παρότρυνε, χαμογελώντας πονηρά. «Σε προκαλώ». Για μια στιγμή νόμισε πως εκείνη θ’ ανταποκρινόταν στην πρόκληση. Γελώντας σιγανά, ο Σάιμον ετοιμάστηκε να σκύψει, για ν’ αποφύγει το χτύπημα, αλλά τότε ακριβώς τη χαιρέτησε ένας ηλικιωμένος κύριος κι έτσι δεν έγινε τίποτα. Η Σέι μουρμούρισε κάποιο χαιρετισμό κι έπειτα τον αγριοκοίταξε. «Εγώ μένω εδώ», του είπε έξαλλη. «Αν σου πετάξω την ντομάτα στα μούτρα, θα το μάθει όλο το χωριό και δεν μπορώ...» «Τότε ας τους δώσουμε κάποια άλλη αφορμή για κουτσομπολιό», την έκοψε. Άφησε κάτω τα λαχανικά του και, αφού της πήρε την ντομάτα, την έβαλε στη θέση της. Μετά την έπιασε από τους ώμους, την τράβηξε κοντά του και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Το σώμα της ήταν άκαμπτο και το πρόσωπό της μια ανέκφραστη μάσκα, όταν εκείνος έσκυψε και τη φίλησε με μια επιδεξιότητα που θα τη ζήλευε ο κάθε σκηνοθέτης του Χόλιγουντ. Ταραχή, αντίσταση, υποχώρηση, πόθος! Οι αντιδράσεις της διαδέχτηκαν η μια την άλλη σε κλάσματα δευτερολέπτου και το πάθος, που είχε σβήσει το θυμό του Σάιμον, βιάστηκε να σμίξει με το δικό της. Δεν ήταν ένα φιλί σεμνό και κόσμιο. Και σίγουρα δεν ήταν το πιο κατάλληλο για ένα επαρχιακό σούπερ μάρκετ. Κάθε σκέψη σβήστηκε απ’ το μυαλό του, καθώς ένιωθε τα απαλά της στήθη να πιέζουν το στέρνο του. Ένα διαπεραστικό σφύριγμα τον προσγείωσε στην πραγματικότητα. Κρατώντας σφιχτά τη Σέι απ’ τους ώμους, σήκωσε το κεφάλι του. Ένας νεαρός πανκ, εφάμιλλος αυτών του Λονδίνου, τους κοίταζε χλευαστικά, τρώγοντας πατατάκια. Δυο κορίτσια στα ταμεία παρακολουθούσαν χαμογελαστά, ενώ ο ηλικιωμένος κύριος τούς έριξε ένα βλέμμα γεμάτο αποδοκιμασία. «Ποτέ δεν έχω νιώσει τόσο ντροπιασμένη σ’ όλη μου τη ζωή», του είπε ξεψυχισμένα εκείνη. «Χαζομάρες», της απάντησε θαρραλέα. «Το απόλαυσες και με το παραπάνω». Η Σέι πήρε μια βαθιά ανάσα. Τα μάτια της είχαν σκοτεινιάσει και, όταν μίλησε, η φωνή της είχε την καθαρότητα της απέραντης οργής. «Δε θέλω να σε ξαναδώ στα μάτια μου», δήλωσε. «Είσαι ο πιο αλαζονικός, ανυπόφορος κι αναίσθητος άνθρωπος που έχω συναντήσει. Θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο κασόνι ντομάτες για να μπορέσω να σου περιγράψω πώς αισθάνομαι για σένα». Ο Σάιμον εξακολουθούσε να νιώθει στις φλέβες του το πάθος του φιλιού τους. «Τώρα που βρήκαμε κοινό, τι λες για μια επανάληψη;» τη ρώτησε· ήταν όμως λάθος του. Τα μάγουλά της φλογίστηκαν. «Άφησέ με αυτή τη στιγμή», του σφύριξε, «και μην ξανατολμήσεις ν’ απλώσεις χέρι επάνω μου. Γιατί, άνθρωπέ μου, δε φεύγεις για την Αγγλία με το πρώτο αεροπλάνο; Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, εκεί οι γυναίκες σε θαυμάζουν για την τεχνική σου, που θα ταίριαζε μόνο σε ανθρώπους των σπηλαίων. Σε βεβαιώνω, όμως, ότι δε συμβαίνει το ίδιο σ’ εμένα!» «Λες ψέματα, Σέι». Μ’ ένα βογκητό απελπισίας, τραβήχτηκε από κοντά του, άρπαξε δυο ντομάτες και χώθηκε στο διάδρομο με το φαγητό για τους σκύλους. Απ’ ό,τι ήξερε ο Σάιμον, η Σέι δεν είχε σκύλο. Νιώθοντας πιο ευδιάθετος από ποτέ, πήρε τα λαχανικά του και βγήκε απ’ το κατάστημα. Η ευδιαθεσία του κράτησε ως το σπίτι κι άρχισε να εξανεμίζεται όσο ετοίμαζε φαγητό. Δεν είχε κάνει τίποτα για να την εξευμενίσει. Αντίθετα, την είχε εκνευρίσει. Θα ’πρεπε να κρατήσει τα προσχήματα και να κουβεντιάσει πολιτισμένα μαζί της. Εκείνος, όμως, όρμησε πάνω της και την έκανε αντικείμενο κουτσομπολιού σ’ όλο το χωριό. Δεν ήταν στο χαρακτήρα του να φέρεται τόσο ηλίθια. Οι δημοσιογράφοι του Λονδίνου, που πάντα παίνευαν τους καλούς του τρόπους, δε θα τον αναγνώριζαν πριν από μισή ώρα. Μια γυναίκα με καστανόξανθα μαλλιά κι εχθρικά γκρίζα μάτια είχε καταφέρει να του βγάλει τον πιο πρωτόγονο εαυτό του. Φέρθηκα σαν ηλίθιος, σκέφτηκε οργισμένος. Αν η Σέι τον αντιπαθούσε στην αρχή, τώρα θα πρέπει να τον μισούσε. Το απόγευμα, πήρε το κανό και βγήκε βόλτα στη λίμνη, προς την αντίθετη κατεύθυνση από το σπίτι της. Κάποια στιγμή σηκώθηκε αέρας και, ώσπου να γυρίσει στο μόλο, εξαντλήθηκε. Έπεσε στον καναπέ κι αποκοιμήθηκε. Ονειρεύτηκε τη Σέι με κάθε σκανδαλιστική λεπτομέρεια και ξύπνησε μ’ ένα φοβερό πονοκέφαλο. Ξαπλωμένος ανάσκελα, με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι, ένιωσε την απελπισία να τον τυλίγει σαν πυκνή ομίχλη. Οι επόμενες ώρες ήταν ένας εφιάλτης, που αργότερα δεν ήθελε να τις θυμάται. Δεν μπορούσε ν’ αποκτήσει τη γυναίκα που επιθυμούσε. Εκείνη δεν ήθελε ούτε να του μιλήσει στο σούπερ μάρκετ. Και το μέσο με το οποίο εξέφραζε τα συναισθήματά του τα τελευταία είκοσι χρόνια τον είχε εγκαταλείψει. Δεν ήξερε να κάνει τίποτε άλλο απ’ το να ζωγραφίζει. Από τότε που ήταν δεκάξι χρονών, δεν ήθελε να κάνει οτιδήποτε άλλο. Έπεσε να κοιμηθεί λίγο μετά τα μεσάνυχτα και τον ύπνο του στοίχειωναν οι εφιάλτες. Όταν, όμως, ξύπνησε αργά το επόμενο πρωί, συνειδητοποίησε πως η ατέλειωτη νύχτα είχε πάρει από πάνω του το βαρύ μανδύα της απελπισίας. Ίσως μπορώ να διδαχθώ από τη Μίνι Κόνοβερ, σκέφτηκε κι ανακάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Η Μίνι είχε χάσει τον άντρα της κι ωστόσο εξακολουθούσε ν’ ασχολείται με την κηπουρική και να καλεί άγνωστους άντρες για τσάι. Δεν μπορούσε ν’ αποκτήσει τη Σέι με σάρκα και οστά. Είχε, όμως, την εικόνα της. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πετάχτηκε όρθιος, φόρεσε ένα μπλουτζίν κι άρχισε να ψάχνει πυρετωδώς τα συρτάρια του παλιού γραφείου δίπλα στο τζάκι. Κάθισε στον καναπέ με μολύβι και χαρτί κι άρχισε να σκιτσάρει. Τρεις ώρες αργότερα, το πάτωμα γύρω του είχε πλημμυρίσει σχέδια που έδειχναν τη Σέι να παίζει γυμνή στη λίμνη. Αν ήλπιζε πως με τη ζωγραφική θα την εξόρκιζε, έκανε μεγάλο λάθος. Την έφερνε ακόμα πιο κοντά του. Τόσο κοντά, συλλογίστηκε ενθουσιασμένος, που θέλω να τη ζωγραφίσω. Για πρώτη φορά μέσα σε τόσους μήνες, ήθελε ν’ αγγίξει τελάρο με τα πινέλα του. Ξανακοίταξε τα σκίτσα που είχε κάνει, πέταξε μερικά και κράτησε άλλα που εξέφραζαν πιο πιστά την ομορφιά της. Ίσως να κορόιδευε τον εαυτό του και να μην ήθελε την ίδια τη Σέι, αλλά την εικόνα της, που πυροδοτούσε τη φαντασία του και τη διάθεσή του να τη μετουσιώσει σε τέχνη. Βγήκε απ’ το σπίτι και κάθισε με το κανό σ’ έναν από τους μικρούς κολπίσκους για δύο ώρες, ζωγραφίζοντας τις καλαμιές, τα ολόλευκα νερόκρινα και τα βράχια με την τραχιά υφή. Νωρίς το άλλο πρωί, σκόπευε να πάει στο Χάλιφαξ, για ν’ αγοράσει τ’ απαραίτητα σύνεργα. Όταν επέστρεψε στο σπίτι, έφτιαξε κάτι πρόχειρο να φάει κι έπειτα άρχισε να συνθέτει τον πίνακα, όσο καλύτερα μπορούσε στις μικρές σελίδες του


χαρτιού. Ο ήλιος βυθιζόταν στον ορίζοντα πίσω απ’ τα δέντρα και τα πουλιά έπαψαν να κελαηδούν. Ο Σάιμον κοίταξε σχεδόν ικανοποιημένος το τελευταίο σκίτσο, που έδειχνε το λυγερό κορμί μιας γυναίκας ανάμεσα στις καλαμιές, με νερόκρινα τυλιγμένα στα μαλλιά της. Και τότε μια σκέψη τού πάγωσε το κορμί. Δεν μπορούσε να ζωγραφίσει τη Σέι να παίζει γυμνή στη λίμνη. Εκείνη δεν ήξερε ότι την είχε δει. Δεν του είχε δώσει την άδειά της. Με ποιο δικαίωμα αυτός θ’ αποτύπωνε στον πίνακα μια εικόνα της τόσο προσωπική, την οποία θα ’βλεπε όλος ο κόσμος; Δεν είχε κανένα απολύτως δικαίωμα. Ακόμα και αν αυτός ο πίνακας αποτελούσε τη σωτηρία του ως καλλιτέχνη. Όλη η ενεργητικότητά του κατέρρευσε. Άρπαξε τα σχέδια, τα τσαλάκωσε και τα πέταξε στο τζάκι. Έπειτα άναψε φωτιά. Οι φλόγες τυλίχτηκαν γύρω απ’ τις εικόνες κι ο γαλάζιος καπνός ανέβηκε προς την καμινάδα. Τα παρακολουθούσε, ώσπου δεν έμειναν παρά καρβουνιασμένα κομμάτια χαρτιού, ανάμεσα στις στάχτες που είχαν απομείνει απ’ την τελευταία φορά που είχε ανάψει ο Τζιμ φωτιά. Έπειτα βγήκε στη βεράντα κι απόμεινε να χαζεύει τη λίμνη που φαινόταν ανάμεσα απ’ τα δέντρα. Για χάρη της Σέι είχε κάνει το σωστό. Μόνο που αυτό τον πονούσε βαθύτατα. *

O Σάιμον δεν είχε ιδέα πόση ώρα στεκόταν στη βεράντα, όταν άκουσε ένα αυτοκίνητο να πλησιάζει. Τρέχει πολύ, σκέφτηκε αφηρημένος κι αναρωτήθηκε ποιος να ήταν. Έπειτα ευχήθηκε, όποιος και να ήταν, να ’φευγε. Άκουσε μια πόρτα να κλείνει με δύναμη, κάποιον να τρέχει και βήματα ν’ ανεβαίνουν βιαστικά τη σκάλα της βεράντας. «Α, εσύ είσαι», είπε η Σέι. «Είναι ο Τζιμ στο σπίτι;» Φορούσε μια όμορφη λουλουδάτη φούστα, ένα στενό μπλουζάκι κι είχε μια κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά της. Η θεωρία του Σάιμον ότι ήθελε την εικόνα της παρά την ίδια, διαλύθηκε με την ευκολία που τα σκίτσα του είχαν υποκύψει στις φλόγες. Προσπάθησε ν’ αγνοήσει τη γεμάτη απόγνωση έκφρασή της. «Ο Τζιμ λείπει», αποκρίθηκε ψυχρά. Εκείνη τον έπιασε απ’ το μανίκι. «Τότε, θα έρθεις εσύ;» τον ρώτησε. «Σε παρακαλώ, Σάιμον...» Τράβηξε απότομα το μπράτσο του. «Τι θέλεις;» Καθώς έσπρωξε μια τούφα απ’ το μέτωπό της, άφησε μια κηλίδα αίμα πάνω στο δέρμα της. «Είναι μια ενυδρίδα στο δρόμο ανάμεσα στο σπίτι σας και το δικό μου», του εξήγησε. «Είναι βαριά πληγωμένη. Νομίζω πως κάποιος την πάτησε με τ’ αυτοκίνητο», πρόσθεσε μ’ ένα λυγμό. «Δεν μπορώ να τη σκοτώσω εγώ. Σκέφτηκα μήπως θα μπορούσε ο Τζιμ». Τι άλλη εκλογή είχε; «Έρχομαι», της είπε. «Περίμενε μια στιγμή». Έτρεξε μέσα στο σπίτι, πήρε το κυνηγετικό μαχαίρι του Τζιμ και βγήκε να τη συναντήσει. Μπήκαν μαζί στο μικρό κόκκινο αυτοκίνητό της και τράβηξαν προς το σπίτι της. Σταμάτησαν σε μια άκρη, όπου η λίμνη έφτανε ως το δρόμο. Εκεί κειτόταν η ενυδρίδα. «Εσύ μείνε στ’ αυτοκίνητο», τη διέταξε ο Σάιμον και βγήκε έξω. Έριξε μια ματιά στο ματωμένο ζώο και αποφάσισε τι έπρεπε να κάνει. Κατάλαβε ότι η Σέι τον είχε παρακούσει. Έσφιξε τα δόντια του κι έκοψε το λαιμό της ενυδρίδας. Η γούνα της ήταν τραχιά και γεμάτη λάσπες, καθώς την έσυρε σ’ ένα χαντάκι, ανάμεσα στις καλαμιές. Την έθαψε εκεί, τραβώντας με το μαχαίρι και τα χέρια χώμα, πέτρες και κλαριά. Έπειτα ξέπλυνε τα χέρια του στη λίμνη, τα σκούπισε στο μπλουτζίν του και βγήκε πάλι στο δρόμο. Η Σέι στεκόταν και τον παρακολουθούσε, ενώ δάκρυα έτρεχαν αργά απ’ τα μάτια της. «Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο, Σέι», της είπε ψύχραιμα. «Το ξέρω», του αποκρίθηκε. «Όταν τη βρήκα, η καημένη έκλαιγε. Ήταν... φριχτό». Τα δάκρυά της τον αναστάτωναν. Όταν, όμως, την πλησίασε και της άνοιξε την αγκαλιά του, θέλοντας μονάχα να την παρηγορήσει, εκείνη αποτραβήχτηκε. Αυτή η κίνηση ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Έχασε εντελώς την ψυχραιμία του. «Άκου να σου πω, Σέι Μάλορι», της είπε έξαλλος. «Έχω βαρεθεί να μου φέρεσαι σαν να είμαι κάτι ανάμεσα σε βιαστή και σνομπ καλλιτέχνη! Ο λόγος που χρειάστηκα έξι βδομάδες για ν’ απαντήσω στο γράμμα του Τζιμ ήταν γιατί η ζωή μου έχει γίνει κομμάτια τον τελευταίο χρόνο. Εδώ κι έξι μήνες δεν έχω καταφέρει να ζωγραφίσω ούτε πινελιά. Μπορεί αυτό εσένα να μη σου λέει τίποτα, αλλά για μένα η ζωγραφική είναι η ζωή μου. Είναι το μόνο που ξέρω να κάνω καλά και ξαφνικά δεν μπορώ». Την άρπαξε απ’ το μπράτσο και την ταρακούνησε, ενώ η φωνή του έτρεμε απ’ τη συγκίνηση. «Όταν λοιπόν παίρνω ένα γράμμα από έναν αδερφό που δεν έχω δει εδώ κι είκοσι πέντε χρόνια, δεν είμαι έτοιμος να σηκώσω το τηλέφωνο και να πω, ναι, θαύμα, καλή η ιδέα σου να βρεθούμε πάλι. Μια που δε φαίνεται να μπορώ να ζωγραφίσω, ας κάνω διακοπές. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Χρειαζόμουν και την τελευταία μου σταγόνα δύναμης για να πηγαίνω κάθε μέρα στο εργαστήριο και να προσπαθώ να δουλέψω. Δε μου είχε απομείνει τίποτα για να δώσω σ’ έναν άγνωστο αδερφό. Τίποτα». Ξαφνικά συνειδητοποίησε πόσο σφιχτά την κρατούσε και, γεμάτος αγανάκτηση με τον εαυτό του, της άφησε απότομα το χέρι. «Διάβολε, δεν ξέρω γιατί κάθομαι και σ’ τα λέω όλα αυτά. Εσύ ούτε που με συμπαθείς, το είπες...» «Δεν είναι αλήθεια αυτό!» «... ξεκάθαρα», συνέχισε εκείνος. «Θα έπρεπε, όμως, να έχεις την ευγένεια ν’ ακούσεις και τη δική μου πλευρά πριν... Τι είπες;» Η Σέι ξεροκατάπιε. «Σε συμπαθώ υπερβολικά. Αυτό είναι που δε μ’ αρέσει», ομολόγησε. Έτριψε το μάγουλό του σαστισμένος. «Σε πειράζει να το επαναλάβεις αυτό;» «Σου είπα ότι σε βρίσκω ελκυστικό», του είπε με δυσκολία. «Είσαι τελείως διαφορετικός από τον Τζιμ, όπως η μέρα με τη νύχτα. Ο Τζιμ είναι φίλος μου, είναι σαν αδερφός μου. Εσύ δεν είσαι έτσι». «Σωστά», της πέταξε εριστικά. «Έχεις καιρό να κοιμηθείς με κάποιον κι είμαι εξίσου καλός υποψήφιος με τον οποιονδήποτε. Σ’ ευχαριστώ πολύ». «Άκουσέ με επιτέλους!» φώναξε η Σέι. «Διαστρεβλώνεις ό,τι λέω. Ναι, θέλω να κάνουμε έρωτα. Με φίλησες και θα το ’χεις καταλάβει. Αλλά δεν είναι τόσο απλό. Είσαι εδώ για διακοπές κι έπειτα θα γυρίσεις στην Αγγλία... οπότε τι θα έχω; Μια σχέση για ένα μήνα κι έπειτα, πολύ χάρηκα που σε γνώρισα, σ’ ευχαριστώ πολύ, αντίο. Δε θα κάνω κάτι τέτοιο στον εαυτό μου, Σάιμον! Άλλωστε οι σχέσεις μου με τους άντρες δεν ήταν ποτέ της προκοπής. Αργά ή γρήγορα μπαίνει η δουλειά μου στη μέση κι εξαφανίζονται, πριν προλάβεις να πεις ‘‘ελικόπτερο’’. Προσπαθώ, λοιπόν, να βάλω μια απόσταση μεταξύ μας. Αν έχεις την εντύπωση πως δε σε συμπαθώ, τότε σίγουρα δεν έκανα τίποτα για να σε διαψεύσω». «Για να καταλάβω καλά», είπε ο Σάιμον, διαλέγοντας προσεκτικά τα λόγια του. «Δε με αντιπαθείς, απλώς είναι θέμα αμυντικών μηχανισμών». «Έτσι νομίζω». «Μα γιατί δε μου το είπες;» Η Σέι ύψωσε το σαγόνι της. «Μόλις το έκανα». «Ξέρεις πώς νιώθω τώρα; Δέκα χρόνια νεότερος και είκοσι κιλά πιο ελαφρύς». «Σάιμον, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Μη φανταστείς ότι θ’ αρχίσω να βγαίνω μαζί σου ή κάτι τέτοιο». «Πάντως δε σιχαίνεσαι το χώμα που πατάω». «Από τη στιγμή που σε γνώρισα, έπαψα να σε αντιπαθώ», του ομολόγησε χαμηλόφωνα.


«Με φοβάσαι», διαπίστωσε εκείνος. «Φοβάμαι τα αισθήματα που μου ξυπνάς», τον διόρθωσε. «Οπότε δε θα πρέπει να σε πνίξω στα φιλιά», της είπε χαμογελώντας εύθυμα. «Όπως έκανα στο σούπερ μάρκετ». Εκείνη πισωπάτησε ασυναίσθητα. «Μην τολμήσεις!» Η αντίδρασή της τον ευχαρίστησε. Την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. «Θα βγεις ραντεβού;» «Πήγαινα να πιω καφέ στο χωριό με μια φίλη μου, τη Μίνι Κόνοβερ. Άργησα μάλιστα, αλλά θα σε πάω ως το σπίτι σου». «Ήπια τσάι με τη Μίνι χθες. Της είπα την ιστορία της ζωής μου». Η Σέι κατάφερε να χαμογελάσει. «Έχει αυτό το χάρισμα». «Καλύτερα να πλυθείς λίγο πριν πας», της πρότεινε. Εκείνη δίστασε κι έπειτα είπε κάπως αμήχανα: «Σ’ ευχαριστώ για την ενυδρίδα, Σάιμον. Κατάλαβα πως σου ήταν δύσκολο να τη σκοτώσεις... Στ’ αλήθεια σε συμπαθώ, ξέρεις». Ο Σάιμον λαχταρούσε αφάνταστα να τη φιλήσει. Μόνο που δε σκόπευε να κάνει το ίδιο λάθος δυο φορές σε δυο μέρες. «Πάμε», είπε. Όσο εκείνη πλενόταν στο μπάνιο, αυτός καθάρισε το μαχαίρι του Τζιμ, το έβαλε στη θέση του κι έπλυνε τα χέρια του στο νεροχύτη. Τα σκούπισε με μια πετσέτα και πήγε στο σαλόνι. Η Σέι στεκόταν δίπλα στον καναπέ και κρατούσε ένα κομμάτι χαρτί. Το πρόσωπό της φανέρωνε τα συγκρουόμενα συναισθήματά της. Ήταν ένα απ’ τα σκίτσα του. «Πού το βρήκες αυτό;» τη ρώτησε ξαφνιασμένος. «Νόμισα πως τα ’καψα όλα». «Ήταν πεσμένο στο πάτωμα», αποκρίθηκε με μάγουλα κατακόκκινα, ενώ τα γκρίζα μάτια της προμήνυαν καταιγίδα. «Έχεις πολύ πλούσια φαντασία». Είχε κάθε δικαίωμα να μάθει την αλήθεια. Καιρός ήταν. «Κάποιο πρωί, που είχα βγει με το κανό του Τζιμ στη λίμνη, σε είδα να κολυμπάς. Δυο βδομάδες περίπου πριν γνωριστούμε». «Με κατασκόπευες!» τον κατηγόρησε. «Έπαιζες στη λίμνη τόσο αθώα, όσο μια βίδρα, Σέι. Δε σε κατασκόπευα». Εκείνη έριξε μια ματιά στο τζάκι. «Πρέπει να ’χεις κάνει καμιά ντουζίνα από δαύτα. Μια απ’ αυτές τις μέρες θα πέσει στα χέρια μου κανένα περιοδικό τέχνης και θα με δω σε κάποιον απ’ τους πίνακές σου;» «Όχι. Γι’ αυτό τα έκαψα. Γιατί δεν έχω το δικαίωμα να παραβιάσω την ιδιωτική σου ζωή». «Πάντως, κράτησες ένα», του πέταξε θυμωμένη. Ο Σάιμον ένιωσε πάλι την αυτοκυριαρχία του να χάνεται. «Δεν το κράτησα σκόπιμα. Πίστευα πως τα είχα καταστρέψει όλα». «Ξέρεις κάτι;» του είπε με θυμό. «Μακάρι να μη σε είχα γνωρίσει ποτέ στη ζωή μου!» «Ακριβώς το ίδιο έχω ευχηθεί κι εγώ για σένα», της απάντησε κοφτά και πήρε τα σπίρτα απ’ το τραπέζι. «Δώσε μου, λοιπόν, το χαρτί να το κάψω κι αυτό». Εκείνη το ’σφιξε προστατευτικά πάνω στο στήθος της. «Μα είναι υπέροχο!» διαμαρτυρήθηκε. «Δεν μπορείς να το κάψεις». Αμέσως συνειδητοποίησε τι είπε και κοκκίνισε. «Δεν εννοώ ότι είναι υπέροχο επειδή δείχνει εμένα. Έχεις φοβερό ταλέντο, Σάιμον». Δε χρειαζόταν φιλοφρονήσεις για τις καλλιτεχνικές του ικανότητες. «Σέι, έκαψα όλα τα υπόλοιπα. Δώσε μού το». «Όχι», πείσμωσε. «Θα το κρατήσω». «Δεν έχει υπογραφή κι έτσι δεν αξίζει ούτε το ίδιο το χαρτί», της είπε σκληρά, ανασαίνοντας με δυσκολία. Άφησε μια κραυγή αγανάκτησης. «Πιστεύεις ότι θέλω να το κρατήσω για να το πουλήσω; Να βγάλω λεφτά απ’ αυτό; Να σε πάρει ο διάολος, Σάιμον Γκρέιγουντ. Παίρνω πίσω αυτά που είπα ότι σε συμπαθώ!» Ήταν υπέροχη στην οργή της, με τα στήθη της ν’ ανεβοκατεβαίνουν και τα μάτια της ν’ αστράφτουν. «Γιατί, λοιπόν, το θες;» απαίτησε να μάθει. Ήταν τόσο ταραγμένη, που του απάντησε με απόλυτη ειλικρίνεια. «Γιατί συνέλαβες μια πλευρά του εαυτού μου που ελάχιστοι άνθρωποι έχουν αντιληφθεί. Και γιατί, ένας Θεός ξέρει πώς, πάνω σ’ ένα φτηνιάρικο χαρτί και μ’ ένα μολύβι μόνο, δημιούργησες ένα έργο απίστευτης ομορφιάς». «Δεν ξέρω ποιο σκίτσο είναι». Η Σέι έσφιξε το χαρτί ακόμα περισσότερο. «Αν σ’ το δείξω, υπόσχεσαι πως δε θα προσπαθήσεις να μου το πάρεις;» «Πρέπει να ’χεις πολύ άσχημη γνώμη για μένα». «Υποσχέσου», επέμεινε, σφίγγοντας τα χείλη της. «Θέλω αντάλλαγμα», δήλωσε εκείνος, ξεχνώντας όλες τις ευγενικές του προθέσεις. «Μπορείς να κρατήσεις για πάντα αυτό το χαρτί, με αντάλλαγμα ένα φιλί». Η ανάσα της έβγαινε κοφτή απ’ τα χείλη της. «Είσαι ένας άθλιος καιροσκόπος!» τον κατηγόρησε. «Ένας παλιάνθρωπος, χωρίς ηθικές αρχές», συμφώνησε σοβαρός. «Πρόκειται για άλλη μια πρόκληση, έτσι δεν είναι; Μα, αν συμφωνήσω, είναι γιατί θέλω το σκίτσο». Ωστόσο τα μάτια της έλαμπαν εύθυμα. Ο Σάιμον λάτρευε το γέλιο της. «Ακούμπησε το χαρτί πάνω στο τραπέζι, Σέι. Ένα φιλί κι έπειτα μπορείς να πας να πιεις το καφεδάκι σου με τη Μίνι Κόνοβερ». «Πρέπει να σε προειδοποιήσω –αν και δε χρειάζεται– ότι δεν κάνω ποτέ μισές δουλειές». «Ωραία». Οι κινήσεις της ήταν γεμάτες προκλητική χάρη, καθώς άφησε το σκίτσο στο τραπέζι, έλυσε την κορδέλα απ’ τα μαλλιά της και τα τίναξε, ώστε ν’ απλωθούν σαν σύννεφο γύρω απ’ το πρόσωπό της. Έπειτα προχώρησε προς το μέρος του, κουνώντας τους γοφούς της. «Ένα φιλί», του θύμισε. «Αυτή είναι η συμφωνία». «Δεν προσδιόρισα πόσο θα διαρκέσει». «Έχω ήδη αργήσει και δε θα ’θελες ν’ ανησυχήσει η Μίνι. Μια τόσο γλυκιά γριούλα». Στεκόταν πολύ κοντά του και τον κοίταζε με μάτια που άστραφταν. «Όχι», συμφώνησε ο Σάιμον, χωρίς πολλή πειθώ. «Δε θα ’θελα ν’ ανησυχήσει η Μίνι». Ένιωσε τα χέρια της ν’ ανεβαίνουν στο στήθος του, να τυλίγονται στο λαιμό του και να τον τραβάνε. Η πρώτη επαφή των χειλιών της του ομολόγησε πως δεν ένιωθε και τόσο σίγουρη, όσο παρίστανε. Της άφησε την πρωτοβουλία, ενώ η καρδιά του χτυπούσε άτακτα στο στήθος του. Καθώς όμως τα δάχτυλά της χώθηκαν στα μαλλιά του και το στόμα της έγινε πιο θερμό, έπαψαν να είναι παιχνίδι όλα αυτά. Σφίγγοντάς την πάνω του, άρχισε ν’ ανταποδίδει τα φιλιά της, χαϊδεύοντας τα χείλη της με τη γλώσσα του, πίνοντας απ’ τη μεθυστική γλύκα του φιλιού της, που λαχταρούσε να κρατήσει μια αιωνιότητα. Ξεχνώντας τα πάντα μέσα στη δίνη του πόθου του, έσφιξε τους μηρούς της πάνω στους δικούς του, για να την κάνει να νιώσει τον ερεθισμό του και με το άλλο χέρι του βρήκε τα απαλά της στήθη κάτω απ’ τη λεπτή άσπρη μπλούζα της. Και καθώς το άρωμά της πλημμύριζε τα ρουθούνια του, συνειδητοποίησε πως δε θα ξεχνούσε ποτέ αυτή τη στιγμή. Το στήθος της ταίριαζε στο χέρι του σαν να ’ταν φτιαγμένο μόνο για κείνον. Την ένιωσε ν’ ανατριχιάζει ολόκληρη. «Σέι... Σε θέλω τόσο πολύ»,


μουρμούρισε. Εκείνη αποτράβηξε αμέσως τα χείλη της κι ο Σάιμον είδε το είδωλό του να καθρεφτίζεται στο φουρτουνιασμένο γκρίζο των ματιών της. «Γι’ αυτό προσπαθούσα τόσον καιρό να σε κρατήσω σε απόσταση», φώναξε, σπρώχνοντας το στήθος του με τις παλάμες της. «Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που βρισκόμαστε ο ένας κοντά στον άλλο. Είναι τρέλα, Σάιμον. Δεν πρόκειται να κάνω έρωτα μαζί σου. Ξέχασέ το! Δεν έπρεπε να τ’ αρχίσω. Πίστεψα ότι, για μια φορά, θα κατάφερνα να κρατήσω την κατάσταση υπό έλεγχο κι έκανα φριχτό λάθος. Πώς μπόρεσα να φερθώ τόσο ανόητα;» Ενώ μιλούσε, ίσιωνε την μπλούζα της με χέρια που έτρεμαν. «Δεν έγινε τίποτα κακό», της είπε ανέκφραστα. «Εμείς...» «Φυσικά και έγινε», τον έκοψε. «Λυπάμαι που σε προκάλεσα. Δεν πρόκειται να το ξανακάνω». Κοίταζε γύρω της αλαφιασμένη, σαν να μην ήταν σίγουρη πού βρισκόταν. «Πρέπει να φύγω από δω μέσα», ψιθύρισε κι έτρεξε προς την πόρτα. Θα μπορούσε να τη σταματήσει, αλλά ήταν σίγουρος πως, αν το έκανε, θα του ριχνόταν σαν ερινύα. Και η Μίνι θα ’χει αρχίσει ν’ ανησυχεί, σκέφτηκε, προσπαθώντας να προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Η πόρτα έκλεισε με θόρυβο κι άκουσε τη μηχανή του αυτοκινήτου της να μουγκρίζει. Πρόσεξε αφηρημένος ότι εκείνη είχε αφήσει το σκίτσο πάνω στο τραπέζι. Το πήρε και το κοίταξε. Η Σέι τον κοίταζε με μάτια βουτηγμένα στην απόλαυση, καθώς το κορμί της ξεπρόβαλλε απ’ το νερό σαν λεπτή αψίδα, με τα μαλλιά της γεμάτα νερόκρινα. Ήθελε να δει τα μάτια της να τον κοιτάζουν έτσι την ώρα του έρωτα. Λαχταρούσε ν’ αγκαλιάσει το γυμνό της κορμί πάνω στο κρεβάτι του. Η Σέι τον ήθελε με την ίδια λαχτάρα. Τώρα δεν είχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Το άλλο πρωί ο Σάιμον τηλεφώνησε στο αρχηγείο της δασονομίας. Ναι, του είπαν, χρειάζονταν βοήθεια και, ναι, τα ελικόπτερα θα έριχναν νερό στην περιοχή για δυο μέρες τουλάχιστον. Σιγομουρμουρίζοντας ένα σκοπό, μάζεψε τα πράγματά του, μπήκε στο φορτηγό του Τζιμ κι έφυγε. Κατά τη γνώμη του ήταν καλό σημάδι που η Σέι το ’χε βάλει στα πόδια το προηγούμενο βράδυ. Αυτό σήμαινε ότι δεν αδιαφορούσε για κείνον. Και τις επόμενες δυο μέρες ήταν αποφασισμένος ν’ ανακαλύψει τους λόγους για τους οποίους επέμενε να τον κρατάει σε απόσταση. Χωρίς, όμως, να τους ακούσει όλη η βάση. Σίγουρα, κάποιο ρόλο έπαιζε το τηλεφώνημα σ’ εκείνο τον άντρα, τον Πίτερ. Όπως και η δουλειά της. Μόλις έφτασε στον τόπο της πυρκαγιάς, μπήκε σε μια ομάδα και χάρηκε που ο Στιβ, ο Τζο κι ο Τσάρλι τον χαιρέτησαν εγκάρδια. Ρωτώντας διακριτικά, έμαθε πως η Σέι πετούσε με το γαλάζιο ελικόπτερο στο νότιο μέτωπο, όπου η φωτιά δεν είχε σβήσει ακόμα εντελώς. Στρώθηκε στη δουλειά και, όπως πάντα, η σκληρή σωματική εργασία τον γέμισε ικανοποίηση. Ήταν οχτώ το βράδυ πια, όταν επέστρεψε μαζί με την ομάδα του στη βάση. Πήγε στους κοιτώνες, πέταξε από πάνω του την πορτοκαλιά στολή και το κράνος, έπλυνε καλά το πρόσωπο και τα χέρια του και πήγε να φάει. Αν ήμουν σε κάποιο από τ’ αριστοκρατικά εστιατόρια του Λονδίνου, θα είχα κάνει φασαρία που το μοσχάρι είναι παραψημένο, αλλά εδώ δε με νοιάζει, σκέφτηκε. Κρατώντας το δίσκο του, έριξε μια ματιά γύρω στην τραπεζαρία κι αμέσως εντόπισε τη Σέι. Καθόταν με τον Μάικλ, τον άλλο πιλότο. Πλησίασε το τραπέζι τους, τράβηξε την καρέκλα που ήταν πιο κοντά της και κάθισε. «Γεια σου, Σέι», τη χαιρέτησε. Τον κοίταξε σαν να ’βλεπε φάντασμα κι έπειτα κοκκίνισε. «Πώς βρέθηκες εδώ;» τον ρώτησε βραχνά. «Ήρθα με το φορτηγό του Τζιμ», της αποκρίθηκε γελώντας, περιχύνοντας τις πατάτες του με βούτυρο. «Πώς πάει, Μάικλ;» «Καλά», απάντησε ο πιλότος και, αφού έριξε από μια ματιά στον καθένα, άδειασε την κούπα του με τον καφέ. «Πάω να πλύνω τα ελικόπτερα, Σέι. Τέλειωσε το φαγητό σου με την ησυχία σου», πρόσθεσε και σηκώθηκε. Στο δίσκο της είχε απομείνει ένα τεράστιο κομμάτι μηλόπιτα κι ένα ποτήρι γάλα. Έριξε μια άγρια ματιά στον Μάικλ που απομακρυνόταν και σχολίασε θυμωμένη: «Ωραίος φίλος είναι». Φορούσε στολή πτήσης κι είχε τα μαλλιά της πλεγμένα κοτσίδα. «Ξέχασες το σκίτσο σου χτες βράδυ», της είπε ο Σάιμον, κόβοντας το κρέας του. «Τι κάνει η Μίνι;» «Δεν οδήγησες εκατόν πενήντα χιλιόμετρα για να κουβεντιάσουμε για τη Μίνι». «Ήρθα να σε δω». «Σάιμον», ψιθύρισε θυμωμένα, σκύβοντας προς το μέρος του. «Δεν πρόκειται να κάνω τίποτα μαζί σου. Οπότε άδικα σπαταλάς το χρόνο σου». «Δεν το νομίζω», ήταν η απάντησή του. «Και δεν πρόκειται να κάνουμε αυτή την κουβέντα εδώ, σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο άντρες που –πίστεψέ με– είναι χειρότεροι κουτσομπόληδες απ’ όσες γυναίκες έχω συναντήσει», συμπλήρωσε κι άρχισε να τρώει τη μηλόπιτά της, σαν να ’θελε να του δείξει ότι η συζήτηση είχε τελειώσει. «Αξίζει τον κόπο να ’μαι όλη μέρα χωμένος στην καπνιά και τις στάχτες, για να φάω κάτι τόσο νόστιμο μετά», είπε ο Σάιμον, παρατηρώντας την κίνηση των χειλιών της, όσο έτρωγε. Η Σέι αναστέναξε απελπισμένη κι ακούμπησε το πιρούνι στο πιάτο της. «Ελπίζω να μην έκαψες το σκίτσο μου μόλις έφυγα». «Το ’βαλα στη βιβλιοθήκη στην κρεβατοκάμαρά μου. Μπορείς, όποτε θέλεις, να έρθεις να το πάρεις». «Το μυαλό σου είναι διαρκώς στην κρεβατοκάμαρα». Ορισμένοι καθυστερημένοι, μεταξύ αυτών κι ο Έβερετ, μπήκαν στην τραπεζαρία και προχώρησαν προς το μέρος τους, κουβαλώντας τους δίσκους τους. «Αυτό είναι αλήθεια, ιδίως από τότε που σε γνώρισα», παραδέχτηκε με ειλικρίνεια ο Σάιμον. «Και τώρα νομίζω πως πρέπει να μιλήσουμε για τον καιρό... Άκουσα πως αύριο υπάρχει πιθανότητα να βρέξει». Η Σέι κατάλαβε αμέσως. «Μας υπόσχονται βροχές εδώ και μια βδομάδα», σχολίασε δυνατά. «Οι μετεωρολόγοι πρέπει να αισθάνονται πολύ αμήχανοι που όλος ο κόσμος βλέπει ότι κάνουν λάθος». Και ξαφνικά η έκφραση του προσώπου της έδειξε τρόμο και φώναξε: «Σάιμον, πρόσεξε!» Απ’ την κατεύθυνση του βλέμματός της και χάρη στη δική του έκτη αίσθηση, ο Σάιμον έσκυψε πλάγια απ’ την καρέκλα του και το φλιτζάνι με τον καυτό καφέ πέρασε δίπλα απ’ τον ώμο του κι έπεσε στο πάτωμα. Πετάχτηκε όρθιος, γεμάτος οργή, γιατί το φλιτζάνι ήταν του Έβερετ. «Λυπάμαι, Σάιμον», είπε ο Έβερετ, πριν προλάβει εκείνος να του μιλήσει. «Γλίστρησα! Χαίρομαι που δεν έπεσε ο καφές απάνω σου». Καθόλου δε χαίρεσαι, συλλογίστηκε ο Σάιμον, καταπίνοντας την οργή του. Ο Έβερετ ήθελε να τον εκδικηθεί, επειδή τον είχε ταπεινώσει μπροστά στους άλλους άντρες. Κάθισε αργά στην καρέκλα του, παρακολουθώντας τον να σκύβει και να σηκώνει το φλιτζάνι του. «Θα στείλω μια απ’ τις κοπέλες της κουζίνας να καθαρίσει», είπε ο Έβερετ. «Οι γυναίκες δε θα ’πρεπε να καθαρίζουν τις βρομιές ανθρώπων σαν τον Έβερετ», σχολίασε δηκτικά η Σέι, μόλις εκείνος απομακρύνθηκε. «Ήσουν έτοιμος να τον σπάσεις στο ξύλο, Σάιμον;» «Το σκεφτόμουν», της απάντησε ψύχραιμα. «Δεν έχω ξεχάσει πώς μίλησε για σένα στη λίμνη». «Ίσως ο μόνος λόγος που θύμωσες εκείνο το βράδυ να ήταν επειδή με ήθελες εσύ». «Για όνομα του Θεού, Σέι, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος! Ναι, σε θέλω. Μα το ίδιο θα ’κανα αν μιλούσε έτσι για οποιαδήποτε γυναίκα. Σιχαίνομαι αυτού του είδους τα σεξουαλικά υπονοούμενα». Τον κοίταξε σκεφτική. «Με συγχωρείς, δε θα ’πρεπε να το πω αυτό». Είχε σκύψει το κεφάλι κι έπαιζε με το μαχαίρι της. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι... που το σκέφτομαι από χθες το βράδυ», πρόσθεσε. «Μου είπες πως δεν μπορείς πια να ζωγραφίσεις... πως σου ’χει φύγει η επιθυμία. Κι ωστόσο έκανες ένα σωρό σκίτσα...» Τον κοίταξε και η έκφρασή της ήταν προβληματισμένη. «Τα έφτιαξες γιατί ήθελες να με ζωγραφίσεις;» Εκείνος έγνεψε καταφατικά, ενώ ευχόταν να βρισκόταν κάπου αλλού. «Οπότε, αν είχες κρατήσει όλα τα σκίτσα, θα μπορούσες να ξαναζωγραφίσεις;» Τα χέρια του έσφιγγαν τα μαχαιροπίρουνά του. «Ίσως. Ποιος ξέρει;» της απάντησε κοφτά, προσπαθώντας να χαλαρώσει. «Έχεις κάνει άλλα σκίτσα, από τότε που έφυγες απ’ την Αγγλία;» «Όχι». «Η λέξη έντιμος είναι πολύ παλιομοδίτικη, δε συμφωνείς; Πιστεύω, όμως, πως είσαι ένας έντιμος άνθρωπος, Σάιμον». Εκείνος έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα. Το λέει σοβαρά, σκέφτηκε σαστισμένος. «Μη νομίζεις πως είμαι κανένας άγιος», της είπε ζεστά. «Οι σκέψεις μου δεν είναι καθόλου έντιμες, όταν βρίσκομαι κοντά σου». «Αυτό δεν είναι αστείο», τον μάλωσε κι έγειρε μπροστά. «Χθες βράδυ κατάλαβα πολύ καλά τι σήμαινε για σένα η καταστροφή των σκίτσων σου. Νόμιζες


πως δε θα το καταλάβαινα; Αν ξαφνικά ανακάλυπτα ότι δεν μπορώ πια να πετάξω, θα μ’ έπιανε απελπισία. Εσύ, όμως, αποφάσισες να μη χρησιμοποιήσεις αυτά τα σχέδια, γιατί ήξερες πως έτσι θα παραβίαζες την ιδιωτική μου ζωή. Κι αυτό το θεωρώ πολύ έντιμο». Ο Σάιμον δεν ήξερε τι να πει. Άρχισε να μασάει προσεκτικά το φαγητό του και ξαφνικά μια ιδέα του ήρθε στο μυαλό. «Δεν έχω γνωρίσει άλλη γυναίκα σαν κι εσένα, Σέι», είπε κι ήπιε μια γουλιά νερό. «Τι λες, θέλεις να ξαναρχίσουμε απ’ την αρχή; Να προσποιηθούμε ότι μόλις γνωριστήκαμε; Το επόμενο βήμα θα είναι να σου ζητήσω να βγούμε. Ένα συνηθισμένο ραντεβού. Δείπνο το άλλο Σάββατο, ας πούμε. Πώς σου φαίνεται;» «Δεν ήταν αυτός ο λόγος που σ’ τα είπα όλ’ αυτά!» «Το ξέρω. Μου τα είπες επειδή είσαι ευαίσθητη κι ειλικρινής και νοιάζεσαι για τα αισθήματα των άλλων ανθρώπων». Της χαμογέλασε για να διώξει την ένταση που επικρατούσε ανάμεσά τους. «Μπορούμε να πάμε σ’ ένα εστιατόριο στην πόλη, να καθίσουμε ο ένας απέναντι στον άλλο και να λέμε πόσο θαυμάσιοι είμαστε». «Δεν έχει νόημα, Σάιμον», του αποκρίθηκε και φαινόταν δυστυχισμένη. «Αλήθεια σ’ το λέω». «Αν πρόκειται να νιώσεις καλύτερα, σου υπόσχομαι πως δε θα σ’ αγγίξω. Ακόμα κι αν αυτό με σκοτώνει». «Το πρόβλημα είναι ότι μπορεί κι εμένα να με σκοτώσει», ξέσπασε με ειλικρίνεια εκείνη. Ο Σάιμον γοητεύτηκε ακόμα μια φορά από την ικανότητα που είχε να τον ξαφνιάζει. «Τότε πού είναι το πρόβλημα;» ζήτησε να μάθει. «Αυτή η συζήτηση είναι εξωφρενική», σχολίασε. «Το πιστεύεις ότι όλοι μου οι φίλοι με θεωρούν λογική και ψύχραιμη; Σάιμον, σου είπα ήδη γιατί δεν πρόκειται να ξεκινήσω σχέση μαζί σου. Θα φύγεις σ’ ένα μήνα κι εγώ έχω βαρεθεί να με παρατάνε οι άντρες. Σ’ ευχαριστώ, όμως, για την πρόσκληση», πρόσθεσε, μ’ ένα χαμόγελο που δεν έπειθε κανέναν απ’ τους δυο τους. «Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σου». «Δε νιώθω καθόλου ευγενικός!» διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Τη σιχαίνομαι αυτή τη λέξη. Θέλω να ξέρω, διάβολε, γιατί φοβάσαι τόσο τις σχέσεις. Πόσοι πια ήταν οι άντρες που σε παράτησαν; Δε θα σ’ αφήσω ήσυχη αν δεν το ανακαλύψω». Το χαμόγελό της εξαφανίστηκε. «Πάλι με πιέζεις». «Θα χρησιμοποιήσω οποιοδήποτε μέσο. Αυτό θα ’πρεπε να το έχεις πια καταλάβει». Η Σέι έσμιξε τα φρύδια της και σηκώθηκε όρθια. «Πρέπει να πάω να βοηθήσω τον Μάικλ να καθαρίσει τα ελικόπτερα. Δεν είναι δίκαιο να τα κάνει μόνος του και τα δυο. Θα τα ξαναπούμε». Και με τα λόγια αυτά, πήρε το δίσκο της κι έφυγε. Ξέροντας καλά ότι δεν μπορούσε να τη σταματήσει μπροστά σ’ όλο τον κόσμο, ο Σάιμον έμεινε να την κοιτάει. Είχε αρχίσει να αντιπαθεί αφάνταστα τη φράση «θα τα ξαναπούμε». Δε σήμαινε απολύτως τίποτε για τους δυο τους. *

Η βροχή που είχαν υποσχεθεί οι μετεωρολόγοι δεν έπεσε. Ο Σάιμον δούλευε σαν αυτόματο την επομένη, αφού ήταν η τελευταία μέρα της Σέι στη δουλειά, μη ξέροντας πότε θα την ξανάβλεπε. Η διάθεσή του ήταν κατάμαυρη, όπως και η γη που πατούσε. Είναι ωραίο, βέβαια, να με θεωρεί έντιμο άνθρωπο, σκεφτόταν, βάζοντας τις ωτασπίδες του, για να προστατέψει τ’ αυτιά του απ’ το θόρυβο του αλυσοπρίονου. Ωστόσο εξακολουθεί να μη θέλει να βγει μαζί μου κι εγώ εξακολουθώ να μην μπορώ να ζωγραφίσω. Αυτά έχει η εντιμότητα. Το πριόνι χώθηκε στον κορμό του δέντρου, πετώντας ολόγυρα κομμάτια ξύλου. Έκανε την πρώτη τομή κι ύστερα πήγε απ’ την άλλη μεριά κι έκανε μια παρόμοια. Το καρβουνιασμένο δέντρο έπεσε κάτω με κρότο. Σκούπισε το ιδρωμένο μέτωπό του και κοίταξε το ρολόι του. Άλλη μία ώρα και θα τα παρατούσε. Δούλευε μόνος του σε μια απότομη πλαγιά που ανήκε στον τομέα του. Μόλις έκοβε τα δέντρα, θα φώναζε κάποιον να τον βοηθήσει να στοιβάξουν σε μια άκρη τους κορμούς. Προς το παρόν, όμως, προτιμούσε τη μοναξιά του. Προχώρησε σε μια βραχώδη ρεματιά και μάρσαρε πάλι το αλυσοπρίονο, κόβοντας τέσσερις μαυρισμένους κορμούς. Παρά την κακή του διάθεση, απολάμβανε το τράβηγμα στους μυς των ποδιών και των χεριών του. Τα τελευταία χρόνια η μόνη σωματική άσκηση που έκανε ήταν στα γυμναστήρια. Έλεγξε μια πέτρα, να δει αν θ’ αντέξει το βάρος του κι έγειρε να κόψει τον τελευταίο κορμό. Ποτέ δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που τον έκανε να κοιτάξει στο πλάι κάποια στιγμή. Η κίνηση που έπιασε με τη γωνία του ματιού του; Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης; Μέσα από τα πλαστικά του γυαλιά είδε έναν τεράστιο βράχο από γρανίτη να κατρακυλάει στην πλαγιά και να ’ρχεται κατευθείαν πάνω του. Τινάχτηκε ξαφνιασμένος για να σωθεί. Η πέτρα πάνω στην οποία στηριζόταν υποχώρησε, κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του. Ένιωσε ένα διαπεραστικό πόνο στο μηρό του και το αλυσοπρίονο ξέφυγε απ’ τα χέρια του, καθώς πήδηξε να ξεφύγει απ’ το βράχο που κατρακυλούσε με ορμή. Έπειτα ο ώμος του χτύπησε στη γη, μ’ ένα τράνταγμα που του έκοψε την ανάσα και ο καρπός του πιέστηκε πάνω σ’ ένα βράχο. Άκουσε σαν σε όνειρο το θόρυβο που έκανε το μεγάλο κομμάτι του γρανίτη, καθώς τον προσπερνούσε και κατρακυλούσε στο λόφο. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα του. Ένα κάψιμο άρχισε ν’ απλώνεται αργά σ’ όλο το αριστερό του πόδι. Στηρίχτηκε στον αγκώνα του και παρατήρησε πως, εκεί που βρισκόταν, δεν τον έβλεπαν οι υπόλοιποι άντρες της ομάδας του. Ο λόφος είχε θαμπώσει μπροστά στα μάτια του. Θα ’ναι η ζέστη, σκέφτηκε και κοίταξε το πόδι του. Υπήρχε ένα μεγάλο σκίσιμο στο πορτοκαλί παντελόνι της στολής του, χαμηλά στο μηρό, κοντά στο γόνατο και γύρω γύρω αίμα. Οι αληθινοί άντρες δε λιποθυμούν όταν βλέπουν αίμα, μάλωσε τον εαυτό του. Ακόμα κι όταν είναι το δικό τους αίμα. Δεν είχε ασύρματο για να ειδοποιήσει τους άλλους κι έτσι πήρε μια δυο βαθιές ανάσες και φώναξε τον Στιβ, όσο πιο δυνατά μπορούσε. Κάτω στη ρεματιά άκουγε τα αλυσοπρίονα να δουλεύουν κανονικά. Του φάνηκε ειρωνικό που άκουσε στ’ αριστερά του ένα ελικόπτερο. Με πολύ αργές κινήσεις έβγαλε το πάνω μέρος της φόρμας του κι έπειτα το μπλουζάκι του και το έδεσε πάνω στην πληγή. Ο πόνος τον έκανε να βογκήξει. Φώναξε ξανά και ξανά, ξέροντας εκ των προτέρων πως η φωνή του δεν επρόκειτο ν’ ακουστεί, αφού τα αλυσοπρίονα δούλευαν κι οι άντρες φορούσαν ωτασπίδες. Κάτι έπρεπε να κάνει όμως. Δεν ήταν δυνατόν να μείνει ξαπλωμένος εκεί, χάνοντας όλο και περισσότερο αίμα. Το μπλουζάκι του είχε γίνει κατακόκκινο. Προσπαθώντας να καταπολεμήσει τη ζαλάδα, που έκανε το τοπίο να σαλεύει μπροστά στα μάτια του, πέρασε το πάνω μέρος της φόρμας γύρω απ’ το μηρό του, πιο πάνω απ’ το τραύμα και το έδεσε όπως μπορούσε, για να εμποδίσει την αιμορραγία. Μετά, αφού πήρε μερικές ανάσες για να αναλάβει δυνάμεις, σηκώθηκε με μεγάλη προσπάθεια κι άρχισε ν’ ανεβαίνει με κόπο την πλαγιά βήμα βήμα, ακόμα και με τα χέρια μερικές φορές. Πονούσε αφάνταστα, αλλά έσφιγγε τα δόντια. Ήταν λουσμένος στον ιδρώτα κι όταν σκόνταψε σ’ ένα βράχο, έγειρε εκεί κάμποση ώρα, προσπαθώντας να πάρει ανάσα. Το αίμα, ζεστό και πηχτό, μούσκευε το γόνατό του. Φώναξε πάλι τους άντρες και η φωνή του ακούστηκε σαν να έβγαινε από κάποιον άλλον, από πολύ μακριά. Ρίγη διαπέρασαν το κορμί του. Δεν υπήρχε λόγος να κρυώνει· ο ήλιος έκαιγε πάνω στο γυμνό του στέρνο και η καμένη γη ήταν ζεστή. Έγειρε πάλι πάνω στο βράχο κι έκλεισε τα μάτια. Ένα βουητό πλημμύρισε τ’ αυτιά του. Θα λιποθυμήσω, συνειδητοποίησε με αφύσικη διαύγεια. Κι ώσπου η ομάδα να σταματήσει τη δουλειά και να δει ότι λείπω, ίσως είναι πολύ αργά. Τι ηλίθιος τρόπος να πεθάνω... Το βουητό δυνάμωσε. Σήκωσε με κόπο το κεφάλι του, προσπαθώντας να εστιάσει το βλέμμα του στον καθάριο ουρανό. Προς το μέρος του ερχόταν ένα


μικρό γαλάζιο ελικόπτερο. Το ελικόπτερο της Σέι. Προσπάθησε να σηκώσει το χέρι για να της γνέψει, αλλά οι μύες του δεν τον υπάκουσαν. Τότε το ελικόπτερο πέρασε κατευθείαν από πάνω του και αρκετά χαμηλά, ώστε να σηκώσει ένα στρόβιλο στάχτες που έκρυψαν τον ήλιο. Η Σέι θα νόμιζε ότι ξεκουραζόταν. Όταν τον είχε πρωτοσυναντήσει, τον είχε κατηγορήσει ότι δε θ’ άντεχε την εξοντωτική δουλειά. Κι είχε δίκιο, τελικά. Ήταν ξαπλωμένος στο χώμα. Ο Σάιμον έκλεισε πάλι τα μάτια. Κάποιος φώναζε τ’ όνομά του. Μια αντρική φιγούρα μπήκε ανάμεσα σ’ αυτόν και τον ήλιο κι άκουσε τη φωνή του Στιβ να φωνάζει όλο ανησυχία: «Τι έγινε, φίλε; Το αλυσοπρίονο ήταν; Εντάξει, θα σε βγάλουμε από δω πέρα, πριν καλά καλά το καταλάβεις». Τα επόμενα λεπτά δεν ήταν ξεκάθαρα στη μνήμη του. Ο Στιβ κι ο Τζο τον έβαλαν σ’ ένα φορείο κι έπειτα τον κουβάλησαν πάνω στην πλαγιά, ενώ εκείνος πονούσε πολύ περισσότερο απ’ όσο άφηνε να φανεί. Το γαλάζιο ελικόπτερο προσγειώθηκε στο ξέφωτο και τέσσερις άντρες τον βοήθησαν να μπει μέσα. Αυτό που θυμόταν αργότερα ήταν το πρόσωπο της Σέι, καθώς στράφηκε να τον κοιτάξει, κατάχλομη και με μάτια ορθάνοιχτα. Ήθελε να την καθησυχάσει, να της πει ότι δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Την ώρα, όμως, που ο Στιβ τον έχωνε στην καμπίνα, το πληγωμένο του πόδι χτύπησε στο άνοιγμα της πόρτας. Άκουσε μια κραυγή αγωνίας και, πριν συνειδητοποιήσει ότι ήταν η δική του, έχασε τις αισθήσεις του. *

Ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, στο σπίτι του Τζιμ και προσπαθούσε να θυμηθεί πώς βρέθηκε εκεί. Είχε μεταφερθεί με το ελικόπτερο στο μικρό νοσοκομείο της πλησιέστερης πόλης, όπου ένας επιδέξιος νεαρός γιατρός του είχε ράψει την πληγή και τον είχε βεβαιώσει ότι, παρά τους φριχτούς πόνους και την απώλεια αίματος, θα γινόταν καλά. Του είχε δώσει ένα σωρό παυσίπονα κι ο Σάιμον είχε αποκοιμηθεί, περιμένοντας το ασθενοφόρο που θα τον πήγαινε σπίτι. Ήταν και η Σέι κοντά του. Ή μήπως την είχε ονειρευτεί; Έμεινε ακίνητος. Είχε νυχτώσει πια. Το αναμμένο φως του σαλονιού διέλυε το σκοτάδι του δωματίου του. Κούνησε τα χέρια και τα πόδια του και διαπίστωσε ανακουφισμένος ότι κινούνταν κανονικά. Ένιωθε ζαλάδα και διψούσε πάρα πολύ. Οι σούστες του κρεβατιού έτριξαν όταν σηκώθηκε. Ο μηρός του ήταν τυλιγμένος μ’ έναν επίδεσμο και δε φορούσε παρά τα εσώρουχά του. Ήθελε να πάει στην τουαλέτα. Πήρε τις πατερίτσες που ήταν ακουμπισμένες στον τοίχο και σηκώθηκε με δυσκολία, ρίχνοντας κατά λάθος το βάρος στο πληγωμένο του πόδι. Αμέσως τον έλουσε κρύος ιδρώτας απ’ τον πόνο. Προχώρησε με κόπο και με τις πατερίτσες του να σκοντάφτουν στα έπιπλα. Τότε άκουσε βιαστικά βήματα και η Σέι μπήκε στο δωμάτιό του. «Έχω πεθάνει και βρίσκομαι στον Παράδεισο», της είπε σαστισμένος. «Όχι βέβαια», του απάντησε κοφτά. «Τότε είναι Σάββατο βράδυ κι ήρθες να με πάρεις να φάμε μαζί». «Σάιμον», του είπε, χαμογελώντας παρά την ανησυχία της, «αν ποτέ βγούμε μαζί, σου υπόσχομαι πως δε θα φοράω ένα παλιό μπλουζάκι του Τζιμ. Πού πας;» Την κοίταξε από πάνω ως κάτω. Το μπλουζάκι του Τζιμ της έπεφτε φαρδύ, αλλά όχι μακρύ. Τα πόδια της ήταν χυτά και μακριά. «Αν δεν είμαι στον Παράδεισο, τότε βρίσκομαι κάπου κοντά», δήλωσε. «Πάω στο μπάνιο. Με συγχωρείς που σε ξύπνησα, αλλά δεν έχω συνηθίσει ακόμα τις πατερίτσες». Η Σέι τον τριγύριζε ανήσυχη. Φερόταν όχι σαν δυναμική πιλότος, αλλά μάλλον σαν κλώσα που είχε χάσει το κοτοπουλάκι της. «Μήπως θα μπορούσες να μου φτιάξεις ένα φλιτζάνι τσάι;» την παρακάλεσε, αφού κατάφερε να φτάσει ως το σαλόνι. «Και να μου φέρεις απ’ το δωμάτιό μου ένα σορτσάκι κι ένα πουκάμισο;» Της χαμογέλασε με κόπο και πρόσθεσε: «Μια που θα πας ως εκεί, πάρε και το σκίτσο σου. Είμαι εντελώς ανήμπορος να κάνω οτιδήποτε». Την είδε να γνέφει καταφατικά, έχοντας σκυμμένο το κεφάλι. «Σέι, τι συμβαίνει;» τη ρώτησε. «Είσαι καλά;» Το σύννεφο των καστανόξανθων μαλλιών της της έκρυβε το πρόσωπο. «Φυσικά», του αποκρίθηκε σιγανά. «Πάω να φτιάξω τσάι». Εκείνος την άρπαξε απ’ το μπράτσο, κινδυνεύοντας να χάσει την ισορροπία του. «Κοίταξέ με». Τον υπάκουσε κι είδε δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλά της και τα χείλη της να τρέμουν. Μια απίστευτη τρυφερότητα τον πλημμύρισε. «Έλα εδώ. Να πάρει ο διάβολος τις πατερίτσες!» «Είσαι πολύ αυταρχικός», διαμαρτυρήθηκε αδύναμα εκείνη και χώθηκε στην αγκαλιά του, τυλίγοντας τα χέρια της σφιχτά γύρω απ’ τη μέση του. Τώρα πια έκλαιγε μ’ αναφιλητά και τα λόγια της ήταν μπερδεμένα. «Φοβήθηκα τόσο πολύ όταν σε είδα πεσμένο στο χώμα... Κατάλαβα αμέσως πως ήσουν εσύ. Κι έπειτα έχασες τις αισθήσεις σου κι όλο το ελικόπτερο ήταν γεμάτο αίματα... Ήταν φριχτό». Ο Σάιμον βύθισε το πρόσωπό του στα μαλλιά της χαμογελώντας. Αυτά δεν ήταν λόγια μιας γυναίκας που τον αντιπαθούσε. Άφησε τις πατερίτσες και την έσφιξε μ’ όση δύναμη του είχε απομείνει, νιώθοντας τα δάκρυά της να κυλάνε στο στήθος του. «Τι δουλειά είχες από κει;» απόρησε. «Δεν έριχνες νερό στο άλλο μέτωπο;» «Δεν ξέρω», του αποκρίθηκε με λυγμούς. «Αυτό ακριβώς με φόβισε. Είχα το προαίσθημα ότι έπρεπε να έρθω να σε δω εκεί που δούλευες. Μακάρι να ’ξερα τι συνέβαινε...» Της έτριψε απαλά τους ώμους για να την ηρεμήσει κι αναρωτήθηκε αν ήταν δυνατόν να λιποθυμήσει κάποιος από ευτυχία και μόνο. «Χαίρομαι που ήρθες», παραδέχτηκε. «Μην κλαις, γλυκιά μου, δεν είναι...» «Δεν είμαι η γλυκιά σου», τον έκοψε αγριεμένη, με μάτια βουρκωμένα. «Δεν είμαι η γλυκιά κανενός!» «Τότε κάτι δεν πάει καλά με τους άντρες του Καναδά», παρατήρησε ο Σάιμον. «Τι κάνουν; Κοιμούνται όλο το χειμώνα και το καλοκαίρι πάνε για ψάρεμα; Σέι, μ’ αρέσει πολύ που σ’ έχω στην αγκαλιά μου, ειλικρινά όμως, δεν μπορώ να σταθώ άλλο όρθιος». Εκείνη συνειδητοποίησε ξαφνικά πόσο σφιχτά τον κρατούσε. Πισωπάτησε κοκκινίζοντας και σκούπισε τα μάγουλά της με την ανάστροφη του χεριού της. «Πάω να φτιάξω τσάι», μουρμούρισε κι έτρεξε στην κουζίνα. Εκείνος πήγε με δυσκολία στο μπάνιο. Προτού βγει, έκανε το λάθος να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Ήταν αξύριστος, είχε μαύρους κύκλους γύρω απ’ τα μάτια και το δέρμα του ήταν κατακίτρινο. Αν ήταν στη θέση της Σέι, θα έτρεχε να κρυφτεί. Εκείνη του χτύπησε την πόρτα. «Τα ρούχα σου», του είπε και του τα ’δωσε. Δε δυσκολεύτηκε να βάλει το πουκάμισό του, αλλά παιδεύτηκε ώσπου να φορέσει το σορτσάκι του. Προφανώς η επίδραση των φαρμάκων είχε περάσει. «Έτοιμο το τσάι», άκουσε τη Σέι να φωνάζει. Έριξε λίγο παγωμένο νερό στο πρόσωπό του και βγήκε απ’ το μπάνιο. «Σάιμον, έχεις τα χάλια σου!» αναφώνησε εκείνη ταραγμένη. «Μπορούμε να πιούμε το τσάι στο κρεβάτι», της πρότεινε και στηρίχτηκε στην κάσα της πόρτας. «Μαζί;» «Ναι, μαζί. Σέι, εδώ δεν ξέρω καλά καλά αν θα τα καταφέρω να φτάσω ως το κρεβάτι. Δε νομίζω πως έχω τη δύναμη να σε αποπλανήσω. Και, δυστυχώς, δεν μπορώ να κοιμηθώ». «Ούτε κι εγώ», είπε εκείνη, χαμογελώντας δειλά. «Εντάξει». Ο Σάιμον δεν κατάλαβε πώς έφτασε ως την κρεβατοκάμαρα. Σωριάστηκε στο κρεβάτι, ανασαίνοντας βαριά. Ο πόνος τον έκανε να νιώθει όλα τα ράμματα πάνω στην πληγή του να τον τραβάνε. Η Σέι τον ακολούθησε, του έδωσε μια κούπα αχνιστό τσάι και κάθισε όσο πιο μακριά του μπορούσε.


«Είσαι παρθένα, Σέι;» τη ρώτησε σκόπιμα. «Έλα τώρα, Σάιμον, τι ερώτηση είναι αυτή;» «Απάντησέ μου». «Όχι, δεν είμαι». «Πάψε, λοιπόν, να φέρεσαι έτσι. Κάθισε τουλάχιστον κάπου όπου να σε βλέπω». «Έχω πετάξει με το ελικόπτερο σε μέρη άγνωστα, έχω διασχίσει μόνη βουνά και λαγκάδια, έχω βρεθεί σε γιοτ που βούλιαζε... κι όμως εσύ με κάνεις να φοβάμαι». «Αυτή τη στιγμή ούτε μύγα δεν μπορώ ν’ αγγίξω», της είπε κι έδειξε τη θέση δίπλα του. «Έλα εδώ... σε παρακαλώ». Σηκώθηκε και προχώρησε προς το μέρος του, μ’ εκείνη τη χάρη που πάντα τον γοήτευε. Κάθισε δίπλα του και ήταν τόσο κοντά του, που ο Σάιμον διέκρινε την καμπύλη του στήθους της κάτω απ’ το φαρδύ μπλουζάκι. Ένιωσε τα χείλη του να ξεραίνονται. «Δεν ξέρω γιατί ήρθες να με ψάξεις χτες», της είπε. «Πάντως ήσουν η σωτηρία μου. Σ’ ευχαριστώ». Εκείνη φάνηκε να χαλαρώνει. «Τι συνέβη;» «Μεταξύ μας –γιατί δε νομίζω πως θα μπορέσω ποτέ να τ’ αποδείξω– πιστεύω πως ο Έβερετ πήρε την εκδίκησή του». Έπειτα της περιέγραψε το βράχο που κατρακύλησε με μυστήριο τρόπο στην πλαγιά, ενώ εκείνος έκοβε τα δέντρα. Η Σέι τινάχτηκε. «Μα πρέπει να το πεις στην αστυνομία». «Πιστεύεις ότι θα βρουν αποτυπώματα στο βράχο από γρανίτη; Μην ανησυχείς, θα του το ανταποδώσω κάποια μέρα». «Δε θα ’θελα να σ’ έχω εχθρό», του είπε με ειλικρίνεια. «Είμαι σίγουρη ότι επίτηδες έχυσε τις προάλλες τον καφέ πάνω σου». «Κι εγώ το ίδιο», συμφώνησε εκείνος και, χωρίς ν’ αλλάξει τον τόνο της φωνής του, τη ρώτησε: «Ο άντρας –ή οι άντρες– που είχες σχέση, δεν άντεχαν τις απαιτήσεις της δουλειάς σου, Σέι;» Ακούμπησε την κούπα της στο κομοδίνο του. «Έχουν περάσει κάμποσα χρόνια και ειλικρινά δε θέλω να το κουβεντιάσω». Το κορμί της διαγραφόταν κάτω απ’ το λεπτό μπλουζάκι του Τζιμ κι ο Σάιμον ένιωσε να τη θέλει τόσο πολύ, που άπλωσε το χέρι του και της έπιασε τον καρπό. «Υπάρχει κάτι ανάμεσά μας, Σέι», της είπε τραχιά, «και το ξέρεις πολύ καλά. Σου ορκίζομαι πως δεν έχω αισθανθεί έτσι για άλλη γυναίκα. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει και πρέπει να μάθω γιατί με φοβάσαι τόσο πολύ». «Υποσχέθηκες ότι δε θα μ’ αγγίξεις!» Τα δάχτυλά του αγκάλιαζαν το χέρι της και, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στα συναισθήματά του, φίλησε τρυφερά την παλάμη της, κλείνοντας τα μάτια. Το δέρμα της ήταν απαλό και μύριζε λεβάντα. «Σάιμον...» Η φωνή της ήταν γεμάτη συγκίνηση. Την κοίταξε και είδε πως ο θυμός της είχε γίνει ξάφνιασμα. Αγνοώντας τον πόνο που τον διαπερνούσε, την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε στα χείλη με την ίδια τρυφερότητα, προσπαθώντας μονάχα να της χαρίσει απόλαυση και να διώξει τους φόβους της. Εκείνη έγειρε προς το μέρος του, σαν καλαμιά που τη φυσάει ο άνεμος της λίμνης, μια λυγερή καμπύλη από θερμή σάρκα. Κι έπειτα βρέθηκε ξαπλωμένη δίπλα του και τα χείλη της εξερευνούσαν διστακτικά τα δικά του, ξυπνώντας τις αισθήσεις του. Προσπάθησε να μη χάσει την αυτοκυριαρχία του, γιατί φοβόταν πως και η παραμικρή λάθος κίνηση θα την έκανε να το βάλει στα πόδια. Μέσα απ’ την καταχνιά της απόλαυσης και του πόθου, λέξεις άρχισαν να σχηματίζονται στο μυαλό του. Έχω αρχίσει να σ’ ερωτεύομαι, σκέφτηκε. Ίσως γι’ αυτό μου φαίνονται όλα τόσο καινούρια, τόσο αλλιώτικα... Το πρόσωπό του βρισκόταν μέσα στις παλάμες της, τα μαλλιά της ήταν απλωμένα σαν ευωδιαστό σύννεφο πάνω στο μαξιλάρι. Ο Σάιμον ένιωσε τη γλώσσα της να γλιστράει ανάμεσα στα χείλη του κι ένα κύμα πάθους τον συνεπήρε. Αισθάνθηκε το σώμα του να ξυπνάει, να απομακρύνει όσα του είχαν συμβεί τις τελευταίες δώδεκα ώρες. Προσπάθησε όσο μπορούσε να συγκρατηθεί, να μην παρασυρθεί απ’ τα πρωτόγονα ένστικτά του, ν’ αφήσει στη Σέι την πρωτοβουλία, ενώ το μόνο που λαχταρούσε να κάνει ήταν να χωθεί στο κορμί της μ’ όλη του τη δύναμη. Τα χέρια του ταξίδεψαν στην πλάτη της, ανακάλυψαν την αψίδα των πλευρών της, τη μακριά κοιλάδα της ραχοκοκαλιάς της. Κι έπειτα, αναπόφευκτα, σήκωσε το μπλουζάκι της κι άγγιξε το γυμνό μεταξένιο της δέρμα. Η αίσθηση τον μέθυσε και ξέχασε τις επιφυλάξεις του. Οι γλώσσες τους τυλίχτηκαν σ’ έναν παθιασμένο χορό και την έσφιξε πάνω του, να νιώσει το κορμί του κάτω απ’ τα λεπτά σκεπάσματα. Ένας βαθύς στεναγμός ξέφυγε απ’ το λαιμό του, όταν το χέρι του έκλεισε πάνω στο στήθος της. Συνειδητοποίησε με χαρά ότι εκείνη του πρόσφερε τον εαυτό της χωρίς κανένα φόβο, καμιά αντίσταση. Τη φιλούσε και πρόφερε τ’ όνομά της με παθιασμένη ευγνωμοσύνη, νιώθοντας τα χείλη της να χαϊδεύουν το λαιμό του και να βυθίζονται στο σκουρόχρωμο τρίχωμα του στέρνου του. Κάτω απ’ την παλάμη της, η καρδιά του χτυπούσε ξέφρενα. Ανασηκώθηκε στους αγκώνες της για να τον κοιτάξει. Ο Σάιμον άγγιξε τα στήθη της, ώσπου οι θηλές της σκλήρυναν κι είδε το βλέμμα της να σκοτεινιάζει απ’ την ηδονή. Όταν την άκουσε ν’ αναστενάζει, της σήκωσε την μπλούζα κι εκείνη, μ’ ένα συγκινητικό χαμόγελο περηφάνιας και ντροπαλοσύνης, την τράβηξε και την έβγαλε. Ο Σάιμον την ήξερε αρκετά καλά, ώστε να καταλάβει τι σήμαινε η κίνησή της. Για τη Σέι αυτό δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε τι θα πει έρωτας. «Είσαι τόσο γενναιόδωρη...» της ψιθύρισε βραχνά. «Και τόσο όμορφη». Για μια στιγμή η ντροπαλοσύνη της νίκησε. «Ήθελα να με δεις», του είπε με χαμηλωμένο βλέμμα. «Ξέρω πως με είδες γυμνή στη λίμνη... μα αυτή τη φορά είναι δική μου επιλογή». Την τράβηξε πάνω του κι έχωσε το πρόσωπό του ανάμεσα στα στήθη της, φιλώντας την παθιασμένα, ώσπου εκείνη άρχισε να στενάζει από ευχαρίστηση. Τότε χαμήλωσε τα σκεπάσματα ως τη μέση του κι έβγαλε το πουκάμισό του, λαχταρώντας να νιώσει την απαλότητά της πάνω του. Τα χείλη τους ενώθηκαν σ’ ένα φιλί καυτό σαν πυρκαγιά. Συνεπαρμένη απ’ την ανάγκη της να βρεθεί ακόμα πιο κοντά του, η Σέι δεν πρόσεξε και τον χτύπησε με το γόνατό της πάνω στον πληγωμένο του μηρό. Ο πόθος έσβησε μπροστά σ’ έναν πόνο τόσο έντονο, που ο Σάιμον βόγκηξε δυνατά, σφίγγοντας τις γροθιές του. Η Σέι παραμέρισε βιαστικά. «Αχ, Σάιμον, λυπάμαι πάρα πολύ. Δεν ήθελα να σε πονέσω». Άρπαξε την μπλούζα της και σκούπισε το μέτωπό του που είχε μουσκέψει απ’ τον ιδρώτα. Νιώθοντας τον πόνο να υποχωρεί, άνοιξε τα μάτια του κι αντίκρισε τα δικά της ορθάνοιχτα και φοβισμένα. «Εντάξει είμαι», την καθησύχασε. Του χάιδεψε απαλά το μάγουλο. «Για τίποτα στον κόσμο δε θα ’θελα να σε πληγώσω. Το ξέρεις αυτό, έτσι δεν είναι;» Η ανάσα του έβγαινε κανονική, παρ’ όλο που το πόδι του πονούσε διαβολεμένα. «Ήταν ατύχημα, Σέι», τη βεβαίωσε. «Κι ίσως έγινε πάνω στην ώρα. Παίρνεις κάποια προφύλαξη;» «Όχι βέβαια», αποκρίθηκε απελπισμένη. «Τότε θα πρέπει να επισκεφτώ το φαρμακείο, πριν κάνουμε έρωτα». «Ούτε που μου πέρασε απ’ το μυαλό», ομολόγησε εκείνη. Ο Σάιμον χαμογέλασε με κόπο. «Ούτε κι εμένα. Βάλε τώρα την μπλούζα σου και ξάπλωσε δίπλα μου». Η Σέι, όμως, κοίταζε αφηρημένη το τσαλακωμένο της μπλουζάκι. «Ήμουν έτοιμη να κάνω έρωτα μαζί σου, χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες», ψιθύρισε


σαστισμένη. «Ποτέ μου δεν έχω φερθεί έτσι». «Μη μου ξαναπείς λοιπόν ότι δεν υπάρχει τίποτα ανάμεσά μας», της είπε με πάθος. «Τώρα ξέρουμε κι οι δυο την αλήθεια». Την είδε να κοιτάζει φευγαλέα την πόρτα και πρόσθεσε μ’ όλη του τη δύναμη: «Δεν μπορείς να ξεφύγεις. Είναι πολύ αργά πια». Φόρεσε την μπλούζα της, ίσιωσε τα μαλλιά της κι έριξε μια φοβισμένη ματιά γύρω της. «Με πιστεύεις;» τον ρώτησε απότομα. «Ότι συνήθως δε φέρομαι όπως απόψε; Ή νομίζεις πως πέφτω στο κρεβάτι μ’ όποιον άντρα μου το ζητήσει;» «Σε πιστεύω», της απάντησε μ’ όλη του τη σοβαρότητα. «Πρώτον, γιατί συνηθίζεις να λες πάντα την αλήθεια. Και, δεύτερον, γιατί πιστεύω ότι έχεις πληγωθεί πολύ στη ζωή σου. Από κάποιον άντρα. Έχω δίκιο;» Έγνεψε καταφατικά και όλη της η δυστυχία καθρεφτίστηκε στο πρόσωπό της και στις βαθιές λίμνες των ματιών της. «Φαντάζομαι πως θα πρέπει να σου τα πω. Γιατί δεν ήταν μια φορά, αλλά δύο». «Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Πίτερ;» «Όχι, μ’ αυτόν βγήκαμε απλώς μια δυο φορές. Η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν πολύ μικρή και με μεγάλωσε ο πατέρας μου. Με δίδαξε ότι μπορούσα να καταφέρω τα πάντα. Όταν ήμουν δεκατριών χρονών, επισκεφτήκαμε κάτι συγγενείς μας με το αεροπλάνο και τότε ανακάλυψα ότι ήθελα να γίνω πιλότος. Γνώρισα τον Τιμ στη σχολή αεροπλοΐας, στα είκοσι ένα μου». Έπαιζε αφηρημένη με την άκρη του σεντονιού, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τις σκέψεις της. «Αγαπηθήκαμε», συνέχισε. «Ήταν κι αυτός τρελός με τ’ αεροπλάνα. Αυτό δε λένε όλα τα περιοδικά; Αγαπήστε έναν άντρα που έχει τα ίδια ενδιαφέροντα μ’ εσάς. Ε, λοιπόν, δεν πήγαν καλά τα πράγματα. Όταν πήραμε κι οι δυο τις άδειές μας, εμένα μου πρόσφεραν μια καταπληκτική δουλειά εδώ, στη Νέα Σκοτία. Ο Τιμ ήθελε να πάει στο Οντάριο, γιατί πίστευε πως ήταν καλύτερα για την καριέρα του. Τότε μου έθεσε το δίλημμα να διαλέξω ανάμεσα σ’ εκείνον και τη δουλειά μου. Κι εγώ διάλεξα». «Τη δουλειά σου», συμπέρανε ο Σάιμον. Έγνεψε καταφατικά. «Πετούσα με μικρά αεροπλάνα για τρία χρόνια και κρατούσα τις αποστάσεις μου απ’ τους άντρες. Έβγαινα, αλλά δεν τους άφηνα να με πλησιάσουν. Τότε με δέχτηκαν σ’ ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για ελικόπτερα. Σκληρή δουλειά, μα την αγαπούσα. Δυο χρόνια αργότερα γνώρισα τον Νίκολας που ήταν δικηγόρος σε μια αεροπορική εταιρεία. Ταιριάξαμε αμέσως. Αυτή τη φορά ήμουν πιο επιφυλακτική, αλλά ήταν πολύ ερωτευμένος μαζί μου και καταλάβαινε τις απαιτήσεις της δουλειάς μου, ή τουλάχιστον έτσι πίστευα. Αρχίσαμε να συζούμε και να κάνουμε σχέδια για το γάμο μας. »Περάσαμε πέντε υπέροχους μήνες. Μόλις όμως ήρθε το καλοκαίρι, το πρόγραμμά μου αποδιοργανώθηκε ως συνήθως. Του Νίκολας του άρεσε η ιστιοπλοΐα κι ήθελε να πηγαίνω μαζί του. Εγώ δεν μπορούσα πάντα. Κι ούτε μπορούσαμε να προγραμματίσουμε τις διακοπές μας, όπως άλλα ζευγάρια. Καβγαδίζαμε, τα ξαναβρίσκαμε και φτου κι απ’ την αρχή. Αυτό κράτησε πάνω από ένα χρόνο», είπε η Σέι και γέλασε πικραμένη. «Ώσπου, το δεύτερο καλοκαίρι, βρήκε μια άλλη γυναίκα να του κάνει παρέα στο σκάφος, μια δασκάλα που είχε όλο το καλοκαίρι ελεύθερο. Τον Αύγουστο ανακάλυψα πως δεν του ’κανε μόνο παρέα». Η φωνή της έσπασε. «Ήμουν συντετριμμένη. Βλέπεις, τον είχα εμπιστευτεί». «Τι παλιάνθρωπος», ήταν το σχόλιο του Σάιμον. Τον κοίταξε σαστισμένη για το πάθος με το οποίο είχε μιλήσει. «Αυτό συνέβη πριν από ενάμιση χρόνο κι από τότε δεν έκανα καμιά σοβαρή σχέση. Βγήκαμε μερικές φορές με τον Πίτερ, αλλά κι αυτός ήταν μια από τα ίδια. Καλές είναι οι απελευθερωμένες γυναίκες, αρκεί ο άντρας να μην ξεβολεύεται». Έστρωσε λίγο τα μαλλιά της και πρόσθεσε με ένταση: «Πάντα πίστευα πως μπορούσα να τα έχω όλα, Σάιμον! Τη δουλειά μου, που τη λατρεύω. Έναν άντρα που να τον αγαπώ και να μ’ αγαπά. Και παιδιά, κάποια στιγμή. Είμαι τρελή; Είναι αδύνατον κάτι τέτοιο;» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα και, χωρίς να περιμένει απάντηση, συνέχισε μελαγχολικά: «Όταν τα λέω αυτά, όλοι με λένε εγωίστρια, άντρες και γυναίκες. Μόνο που οι άντρες δε θεωρούνται εγωιστές, όταν θέλουν και καριέρα και γάμο και παιδιά. Έτσι δεν είναι;» Τη δουλειά της. Έναν άντρα να την αγαπάει. Και παιδιά. Ο Σάιμον έμεινε ακίνητος, νιώθοντας ένα τεράστιο βάρος ν’ απλώνεται στο στήθος του. Αυτά που ήθελε η Σέι του φαίνονταν απολύτως λογικά. Αν την είχα γνωρίσει πριν από ένα χρόνο, σκέφτηκε, θα έλεγα ότι ταιριάζουμε απόλυτα. Ήταν καλλιτέχνης με τέτοια φήμη, που θα μπορούσε να ζήσει όπου ήθελε. Η δουλειά της δε θα τον ενοχλούσε και θα μπορούσε άνετα να προσαρμοστεί στο ωράριό της. Και μάλιστα θα τον βόλευε, αφού πάντα είχε ανάγκη κάποιες ώρες μοναξιάς. Δεν ήξερε αν την αγαπούσε. Το μόνο που ήξερε ήταν πως τον οδηγούσε σε άγνωστα μέρη και πως τα συναισθήματα που του ξυπνούσε ήταν πιο δυνατά κι επιτακτικά απ’ όλα όσα είχε ζήσει ως τώρα. Η σκέψη να κρατάει στην αγκαλιά του ένα παιδί δικό της και δικό του τον πλημμύριζε με μια γλυκόπικρη λαχτάρα. Μια λαχτάρα που δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Ένας πόνος απλώθηκε μέσα του, άσχετος απ’ αυτόν του ποδιού του. Σπαταλούσε το χρόνο του με το να σκέφτεται τη Σέι. Τον τελευταίο χρόνο είχε χάσει τη ζωή του και το νόημά της, αφού δεν μπορούσε να ζωγραφίσει. Δεν είχε δουλειά που να την προσαρμόσει στη δική της και το μόνο πράγμα που ήξερε να κάνει –εκτός απ’ το να καθαρίζει τ’ απομεινάρια της φωτιάς– ήταν να ζωγραφίζει. Με λίγα λόγια, ήταν άνεργος. Ένιωσε τη Σέι να τον τραντάζει. «Μην είσαι έτσι!» του είπε φοβισμένη. «Αιμορραγεί πάλι το πόδι σου; Τι συμβαίνει, Σάιμον; Απάντησέ μου!» «Όχι, δεν αιμορραγεί», της απάντησε με μεγάλη προσπάθεια, που στράγγιξε και την τελευταία σταγόνα της δύναμής του. «Μα χρειάζομαι πάλι παυσίπονο. Μπορείς να μου φέρεις ένα χάπι; Είναι πάνω στο γραφείο». Πώς μπορούσε να της αποκαλύψει τις σκέψεις του; Κι ακόμα χειρότερα, πώς μπορούσε να δημιουργήσει μια σχέση μαζί της; Δεν ήταν παρά ένας άνεργος καλλιτέχνης. «Με συγχωρείς, αλλά φαίνεται πως έχω εξαντληθεί», της είπε όταν του έφερε τα χάπια. Ήταν απ’ τις γυναίκες που ό,τι αισθάνονταν καθρεφτιζόταν στο πρόσωπό τους. Ο Σάιμον έσφιξε την καρδιά του, βλέποντας την αγωνία και το μπέρδεμα στα μάτια της, και κατάπιε το χάπι του χωρίς να πει τίποτα. «Δεν έπρεπε να φλυαρήσω τόση ώρα», του είπε απολογητικά. «Θα είμαι στο δωμάτιο του Τζιμ. Θα με φωνάξεις αν χρειαστείς οτιδήποτε;» Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, χωρίς να την καληνυχτίσει. Η Σέι έγνεψε αμήχανα κι έφυγε απ’ το δωμάτιο. Ο Σάιμον έγειρε στα μαξιλάρια κι έκλεισε τα μάτια. Λίγα λεπτά αργότερα άκουσε το φως του σαλονιού να σβήνει και τις σούστες στο δωμάτιο του Τζιμ να τρίζουν. Ένιωθε σαν να ’χε παρουσιαστεί μπροστά του κάτι πανέμορφο και, καθώς πήγαινε να το πιάσει, αυτό χάθηκε. Ήθελε τη Σέι, αλλά δεν μπορούσε να την αποκτήσει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Ο Σάιμον κοιμήθηκε άσχημα. Στα όνειρά του ζωγράφισε μια σειρά από εφιαλτικούς πίνακες που άρχισαν να στριφογυρίζουν γύρω του και να τον πνίγουν. Ξυπνώντας, είδε τον ήλιο, άκουσε το τραγούδι των πουλιών και τη Σέι να τριγυρνάει στην κουζίνα. Μάλλον θα ετοιμάζεται να επιστρέψει στη βάση, σκέφτηκε ανακουφισμένος κι έμεινε ακίνητος στο κρεβάτι, περιμένοντάς τη να φύγει. Η εξώπορτα άνοιξε κι έκλεισε κι έπειτα ο Σάιμον άκουσε το αργό, ρυθμικό τρίξιμο της κουνιστής πολυθρόνας στη βεράντα. Κοίταξε το ρολόι κι είδε πως ήταν περασμένες δέκα. Άρα εκείνη δε θα πήγαινε για δουλειά. Ξέροντας πως αργά ή γρήγορα θα ’πρεπε να την αντιμετωπίσει, σηκώθηκε, πλύθηκε και βγήκε στη βεράντα απ’ την πόρτα της κουζίνας. «Καλημέρα», του είπε πρόσχαρα. Φορούσε τη στολή της. «Δεν έχεις αργήσει για τη δουλειά σου;» τη ρώτησε. «Έχω ρεπό σήμερα. Τώρα που ξύπνησες, θα πεταχτώ ως το σπίτι μου να φέρω μερικά ρούχα. Ο Τζιμ θα γυρίσει αύριο, οπότε θα μείνω ως τότε... Τον ειδοποίησα μέσω της αδερφής της Σάλι, ενώ σε περίμενα στο νοσοκομείο». Πέρασε από κοντά του και μπήκε στην κουζίνα για να πάρει κι άλλο καφέ. Η μυρωδιά των μαλλιών της άγγιξε βασανιστικά τα ρουθούνια του. «Είμαι πολύ καλύτερα σήμερα... δε χρειάζομαι νοσοκόμα», δήλωσε απότομα, μπαίνοντας κι εκείνος στην κουζίνα, σίγουρος πως δε θ’ άντεχε την παρουσία της άλλες είκοσι τέσσερις ώρες. «Έλεγα να σου κρατήσω συντροφιά. Σαν φίλη», του αποκρίθηκε προσεκτικά. Πρώτη φορά άκουγε ο Σάιμον αυτή τη λέξη για τη σχέση τους. «Θα τα καταφέρω και μόνος μου», ανακοίνωσε, βάζοντας χυμό σ’ ένα ποτήρι. Εκείνη χτύπησε το κουτάλι της πάνω στον πάγκο της κουζίνας. «Τι συμβαίνει, Σάιμον;» απαίτησε να μάθει. «Χθες βράδυ βιαζόσουν να με βγάλεις απ’ την κρεβατοκάμαρα και τώρα φέρεσαι σαν να ’χω καμιά κολλητική αρρώστια. Ποιο είναι το πρόβλημά σου;» «Έπαψα να χρειάζομαι μητέρα από τότε που ήμουν έντεκα χρονών», της απάντησε σκληρά. «Να είσαι σίγουρος πως δεν έχω καμιά διάθεση να παίξω αυτόν το ρόλο», του πέταξε με μάτια που έλαμπαν απ’ την οργή. «Είμαι τριάντα πέντε χρονών, Σέι. Μπορώ να φροντίσω μόνος τον εαυτό μου!» Τα δάχτυλά της έσφιξαν τόσο δυνατά τον πάγκο, που οι αρθρώσεις της άσπρισαν. «Δε σου άρεσε που σου μίλησα για τον Τιμ και τον Νίκολας», συμπέρανε. Λάθος συμπέρασμα. «Χαίρομαι που μου τα είπες», της απάντησε κοφτά. «Τότε, πώς σε πρόσβαλα; Πρέπει να έχει σχέση μαζί τους. Είμαι είκοσι εννιά χρονών, Σάιμον. Περίμενες να μην έχω γνωρίσει άλλον άντρα στη ζωή μου, ώσπου να σε συναντήσω;» «Είπα, δεν έχει σχέση με τον Τιμ και τον Νίκολας!» φώναξε εκείνος. «Τότε γιατί δεν είσαι ο ίδιος από χθες το βράδυ; Έχεις απομακρυνθεί πολύ...» Έπρεπε να θυμάται ότι είχε να κάνει με τη Σέι κι όχι με τη Λαρίσα. Η Σέι είχε διαισθανθεί τους δισταγμούς του κι είχε την αυτοπεποίθηση να τον προκαλέσει. Δεν το θεωρούσε σωστό να της πει ψέματα. «Σου ορκίζομαι πως δεν είναι κάτι που έκανες ή είπες», τη διαβεβαίωσε. «Απλώς δε θέλω να το κουβεντιάσω». «Θαυμάσια», σάρκασε εκείνη. «Τη μια στιγμή είμαστε έτοιμοι να κάνουμε έρωτα και την άλλη βιάζεσαι να με διώξεις, χωρίς να έχω το δικαίωμα να το κουβεντιάσω, ωραία; Αν έτσι συνηθίζεις να φέρεσαι, καλύτερα που δεν κάναμε έρωτα». Τα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα και τα ανακατεμένα μαλλιά της τον έκαναν να θέλει να την πάρει στην αγκαλιά του και να της κλείσει το στόμα μ’ ένα φιλί. Κάθε της λέξη τον τραβούσε όλο και πιο κοντά της, γιατί υπήρχε κάτι το άγριο και το αδάμαστο μέσα της που ικανοποιούσε τις βαθύτερες ανάγκες του. Η ζωή μαζί της δε θα ’ναι ποτέ ανιαρή, σκέφτηκε και το στομάχι του σφίχτηκε. «Έτσι φέρομαι εγώ», δήλωσε με σταθερή φωνή. «Δε σε πιστεύω!» Οργάνωσε με το μυαλό του τη στρατηγική που θ’ ακολουθούσε. Αν τη θύμωνε αρκετά, εκείνη θα ’φευγε και θα μπορούσε να γλείψει μόνος τις πληγές του. «Άκου, Σέι», της είπε. «Χθες βράδυ ήμουν ζαλισμένος απ’ τα χάπια, εσύ ήσουν μισόγυμνη και παρασύρθηκα. Έχεις ξανακοιμηθεί με άντρες, ξέρεις πώς είναι. Τώρα όμως είναι πρωί και το κεφάλι μου έχει καθαρίσει. Νομίζω πως είναι καλύτερα και για τους δυο μας να φύγεις». «Εσύ ήσουν που μου έλεγες συνέχεια πως αυτό που συμβαίνει ανάμεσά μας δεν έχει σχέση με το σεξ», του θύμισε οργισμένη. «Τι σ’ έκανε ν’ αλλάξεις γνώμη, Σάιμον;» «Κορόιδευα τον εαυτό μου», της απάντησε αργά. «Τυπικό αντρικό χαρακτηριστικό. Πρώτη φορά σου τυχαίνει;» Η Σέι είχε χλομιάσει απ’ το θυμό της. «Και τώρα ανακάλυψες την αλήθεια; Δεν κορόιδευες τον εαυτό σου. Εμένα κορόιδευες». «Εντάξει, λοιπόν, αυτό έκανα! Γιατί τότε δε φεύγεις να μου αδειάσεις τη γωνιά;» Η φωνή της ήταν σπασμένη, όταν τελικά του απάντησε. «Εσύ είσαι ο παλιάνθρωπος, όχι ο Νίκολας». Άφησε το φλιτζάνι της στο νεροχύτη, πέρασε δίπλα του σαν αστραπή και κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά της βεράντας. Η μηχανή του αυτοκινήτου της μούγκρισε κι έπειτα απλώθηκε σιωπή. Το μόνο που ακουγόταν ήταν η απαλή ανάσα του ανέμου στα δέντρα και το πλατάγισμα της λίμνης. Ο Σάιμον ακούμπησε το ποτήρι του στον πάγκο, νιώθοντας την εξάντληση να τον τυλίγει. Η Σέι είχε φύγει. Αυτό δεν ήθελε; *

Κοιμήθηκε όλο το πρωί, κάνοντας ένα βαθύ ύπνο χωρίς όνειρα. Όταν ξύπνησε νωρίς τ’ απόγευμα, είχε ξεκαθαρίσει ένα πράγμα. Η Σέι κυλούσε στο αίμα του, ήταν στα κόκαλά του. Έπρεπε να την αποκτήσει, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. Άρα έπρεπε να ξαναγυρίσει στη ζωγραφική του. Σηκώθηκε, πλύθηκε, ξυρίστηκε και ντύθηκε –ενέργειες που του πήραν κάμποσο χρόνο, γιατί το πόδι του εξακολουθούσε να πονάει. Τράβηξε με δυσκολία το γραφείο προς το φως κι άρχισε να σχεδιάζει. Προσπάθησε ν’ αποτυπώσει τους γρανιτένιους βράχους και τις αντανακλάσεις της λίμνης. Σχεδίασε το πρόσωπο του Τζιμ με κάθε τρόπο. Προσπάθησε ν’ αποδώσει το καρβουνιασμένο τοπίο και τη μανία της φωτιάς. Μόνο που το χέρι του, λες κι είχε δική του βούληση, σχεδίαζε τη Σέι: το πρόσωπό της βουτηγμένο στην ηδονή, την καμπύλη των ώμων της, τη λάμψη του γέλιου της. Δεν μπορούσε... δεν ήθελε να ζωγραφίσει τη Σέι. Ζωγράφισε κάμποσα σκίτσα με τον εαυτό του και τον Τζιμ. Δυο αδέρφια που ξανασυναντιούνται μετά από πολλά χρόνια. Όταν τα παρατήρησε, είδε πως τεχνικά ήταν άψογα, αλλά δεν είχαν ψυχή, δεν είχαν λάμψη. Ήταν νεκρά, όπως τα τελευταία πορτραίτα που είχε φτιάξει. Ενώ τα σκίτσα της Σέι έσφυζαν από ζωή.


Έξαλλος με τον εαυτό του, τσαλάκωσε όλα όσα έφτιαξε και τα πέταξε στη στάχτη του τζακιού. Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα της κουζίνας και η Σέι μπήκε στο δωμάτιο. Η καρδιά του αναπήδησε. «Πώς ήρθες;» τη ρώτησε εχθρικά. «Δεν άκουσα το αυτοκίνητο». «Με το κανό». Φορούσε πράσινο σορτσάκι, εμπριμέ πουκάμισο κι είχε τα μαλλιά της αλογοουρά. Φαινόταν δεκάξι χρονών. «Πάρε το κανό και φύγε πάλι». Εκείνη ξαφνιάστηκε, αλλά δεν υποχώρησε. «Σάιμον, το κόλπο σου έπιασε μια φορά κι αυτό ήταν», τον προειδοποίησε. «Με θύμωσες επίτηδες το πρωί, για να σηκωθώ να φύγω, έτσι δεν είναι;» Ο Σάιμον θα ’πρεπε να υπολογίσει πως ήταν πολύ έξυπνη και δε θα ’ταν εύκολο να την ξεγελάσει. «Τόση ώρα σου χρειάστηκε να το καταλάβεις;» «Γιατί, Σάιμον; Αυτό θέλω να μάθω». Σηκώθηκε όρθιος. «Οι γυναίκες στον Καναδά δεν καταλαβαίνουν πότε δεν είναι ευπρόσδεκτες;» Ήταν ολοφάνερη η προσπάθεια που έκανε να διατηρήσει την ψυχραιμία της. «Αν πίστευα ότι δεν είμαι ευπρόσδεκτη, δε θα βρισκόμουν τώρα εδώ», του απάντησε ψυχρά. «Παραλίγο να κάνουμε έρωτα χθες βράδυ, Σάιμον, και για μένα αυτό είναι κάτι σοβαρό... όπως πιστεύω πως είναι και για σένα». Φυσικά και ήταν. Η απόδειξη γι’ αυτό βρισκόταν πεταμένη γύρω και μέσα στο τζάκι. Ο Σάιμον πρόσεξε ότι, παρά τα γενναία λόγια της, στηριζόταν στον πάγκο της κουζίνας. Ώστε η Σέι φοβόταν και, παρ’ όλ’ αυτά, είχε έρθει να τον αντιμετωπίσει. Να κάτι ακόμα που τον έδενε μαζί της. «Είσαι πολύ γενναία που ξαναγύρισες», της είπε ειλικρινά, νιώθοντας απέραντη ανακούφιση. «Γενναία ή τρελή. Γιατί έχω κι άλλα να σου πω», του είπε και δάγκωσε αμήχανη τα χείλη της. «Το χθεσινό σου ατύχημα με φόβισε πραγματικά. Συνειδητοποίησα πως η ζωή μας είναι ένα τίποτα. Κι έτσι... άλλαξα γνώμη, Σάιμον. Θέλω να είμαστε μαζί, αν εξακολουθείς να το θέλεις κι εσύ». Μέσα στην ξαφνική σιωπή που επακολούθησε, άκουσαν μια κίσσα να φωνάζει απ’ το πεύκο της βεράντας. Η ειρωνεία που περιέκλειε η προσφορά της ξεπερνούσε την αντοχή του. Κι όμως η Σέι, χωρίς να το θέλει, του έδινε την τέλεια δικαιολογία για να της πει ότι κι αυτός είχε αλλάξει γνώμη. «Δηλαδή αυτό που λες είναι να κάνουμε μια σχέση, χωρίς να σκεφτούμε τις συνέπειες; Κι ο Νίκολας, ο Τιμ, ο Πίτερ, όλοι οι άντρες που σε παράτησαν;» Εκείνη χαμήλωσε τα μάτια. «Μπορώ να φροντίσω τον εαυτό μου. Ο μπαμπάς μου έλεγε ότι μπορώ να κάνω τα πάντα. Είμαι σίγουρη, λοιπόν, ότι μπορώ να έχω ένα δεσμό μαζί σου, τώρα το καλοκαίρι, χωρίς να μπλεχτώ συναισθηματικά. Έτσι, δεν πρόκειται να πληγωθώ». Δεν του άρεσε καθόλου η λογική της. «Το λες τόσο ψυχρά, σαν να πρόκειται για το ζευγάρωμα δυο βατράχων». Η Σέι χαμογέλασε, τον πλησίασε κι άρχισε να τον χαϊδεύει στο μπράτσο. «Δεν πιστεύω πως ένας δεσμός μαζί σου μπορεί ποτέ να είναι ψυχρός», του είπε. Ο Σάιμον προσπάθησε ν’ αντισταθεί στο απαλό της άγγιγμα. «Τότε με χρησιμοποιείς», συμπέρανε. «Δε νομίζεις ότι πολλές σχέσεις είναι έτσι; Απλώς εμείς είμαστε ειλικρινείς». Σκέφτηκε τη σχέση του με τη Λαρίσα. «Μπορεί στο παρελθόν να έχω χρησιμοποιήσει γυναίκες», της είπε κοφτά. «Εσύ, όμως, είσαι αλλιώτικη, Σέι. Δεν μπορώ να προσδιορίσω τι νιώθω για σένα... πάντως σίγουρα είμαι συναισθηματικά μπλεγμένος». «Είμαι βέβαιη πως έχεις την κατάλληλη πείρα να τ’ αντιμετωπίσεις», του πέταξε ειρωνικά. «Αυτοί είναι οι όροι μου». Τι ειρωνεία, Θεέ μου, σκέφτηκε. Είμαι έτοιμος ν’ απορρίψω την πρότασή της. «Νομίζεις πως είμαι χυδαία που μιλάω έτσι;» τον ρώτησε. «Προσπαθώ απλώς να μην πληγωθώ πάλι, Σάιμον, αυτό είναι όλο». «Δεν πιστεύω πως είσαι χυδαία, Σέι, αν και πιστεύω ότι κάνεις λάθος, ό,τι κι αν σου είπε ο πατέρας σου. Δεν έχει καμιά σημασία όμως». Βούλιαξε σε μια καρέκλα, κουρασμένος απ’ την ορθοστασία. «Χθες βράδυ, είπες πως τα θέλεις όλα... καριέρα, άντρα, παιδιά. Εγώ θέλω μόνο εσένα. Δεν μπορώ να ζητήσω περισσότερα προς το παρόν. Ωστόσο, αυτό που συνειδητοποίησα, πριν σε διώξω, ήταν πως δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω. Τίποτα. Είμαι ένας καλλιτέχνης που δεν μπορεί να ζωγραφίσει. Δε λέω, έχω ένα σπίτι στο Λονδίνο, ένα εξοχικό στο Σάσεξ κι ένα αξιοσέβαστο χρηματικό ποσό στην τράπεζα. Μα έχασα την επαφή μου με τη μόνη δουλειά που μου λέει κάτι και μέχρι να ξεκαθαρίσω τι θα κάνω, πρέπει να μείνω μακριά σου». Εκείνη έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα. «Θες να πεις ότι άλλαξες γνώμη;» «Πρέπει να μπορώ να δουλέψω, Σέι!» Κάθισε αναστατωμένη πάνω στο γραφείο. «Δεν το πιστεύω», είπε. «Είσαι υπερβολικά ευσυνείδητος». Το γυμνό της πόδι απείχε ελάχιστα εκατοστά απ’ το χέρι του. «Ίσως. Αλλά αυτός είμαι». «Θα μπορούσα να σε μεταπείσω». «Μην τολμήσεις να το προσπαθήσεις», την προειδοποίησε παγερά. «Ώστε φταίει το γεγονός ότι δεν μπορείς να ζωγραφίσεις...» Δίστασε λίγο, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τις σκέψεις της. Έπειτα πρόσεξε τα τσαλακωμένα χαρτιά στο γραφείο και το τζάκι. «Θα σου δώσω πίσω το σκίτσο και μπορείς να ζωγραφίσεις αυτό», του είπε. Η απρόσμενη προσφορά της, η αφάνταστη γενναιοδωρία της του έκοψαν την ανάσα. «Όχι», αρνήθηκε απότομα. «Γιατί όχι, αφού εμένα δε με πειράζει;» Ο Σάιμον προσπάθησε να είναι απόλυτα ειλικρινής μαζί της. «Θα ήταν σαν να έπαιρνα κάτι εξαιρετικά προσωπικό, κάτι δικό μου και δικό σου και να το εξέθετα σε κοινή θέα. Το κορμί σου... είναι δικό μου, διάβολε, κανενός άλλου! Δε θέλω να το χαζεύει όλος ο κόσμος. Το ξέρω πως δεν είναι λογικό, δε βγάζω νόημα, αλλά έτσι νιώθω». «Πώς μπορείς να λες ότι το κορμί μου είναι δικό σου, όταν δεν έχουμε κάνει έρωτα;» «Σου είπα, δεν είναι λογικό αυτό που νιώθω», παραδέχτηκε και, κατσουφιασμένος, πήρε τις πατερίτσες του και πήγε στην κουζίνα να πιει νερό. «Είμαι σίγουρη πως θα μπορείς να ζωγραφίσεις κάποιον άλλο», είπε εκείνη ακολουθώντας τον. Ο Σάιμον κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο τα γαλήνια, σκοτεινά νερά της λίμνης και της αποκάλυψε τις βαθύτερες σκέψεις του. «Φοβάμαι πως έχασα τον εαυτό μου... την ουσία μου... τα τελευταία πέντε χρόνια. Πως πούλησα την ψυχή μου. Ίσως να μην μπορέσω να ξαναζωγραφίσω». Η Σέι στάθηκε μπροστά του και τον άρπαξε απ’ το χέρι. «Δε σε πιστεύω!» φώναξε. «Μπορεί να βρίσκεσαι σε αδιέξοδο ή να εξαντλήθηκε η έμπνευσή σου. Μα θα το ξεπεράσεις, Σάιμον, είμαι σίγουρη γι’ αυτό!» Τα μάτια της έλαμπαν απ’ το πάθος, καθώς του μιλούσε. Μη μπορώντας να συγκρατηθεί, ο Σάιμον την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε άγρια, απελπισμένα. Του ανταπέδωσε ένα προς ένα τα φιλιά του, προσφέροντάς του τα χείλη της με την τόλμη που εκείνος λάτρευε. «Όμορφη, άγρια Σέι μου», της ψιθύρισε βραχνά. Εκείνη σφίχτηκε πάνω του. «Υποσχέσου μου κάτι», τον παρακάλεσε ταραγμένη. «Υποσχέσου μου ότι δε θα με διώξεις ποτέ, όπως έκανες σήμερα το πρωί. Δε μ’ άρεσε καθόλου, Σάιμον. Έπαιζες μαζί μου και με πλήγωσες». Εκείνος σκεφτόταν πως ήθελε να χαθεί στις γκρίζες ίριδες των ματιών της, όπου έβλεπε την ικεσία και την ανάμνηση του πόνου. «Έκανα αυτό που νόμιζα καλύτερο», δικαιολογήθηκε. Τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω απ’ τη μέση του. «Αυτό είναι το καλύτερο», τον βεβαίωσε με απόλυτη πεποίθηση. «Δεν πρόκειται να κάνω δεσμό μαζί σου, Σέι, αν δεν ξεκαθαρίσω πρώτα τη ζωή μου!» Εκείνη αποτραβήχτηκε. «Δεν κατάλαβες τι σου είπα; Πρόκειται για μια καλοκαιρινή σχέση... εφήμερη. Δε μιλάμε για αιώνια δέσμευση. Οπότε τι διαφορά έχει αν μπορείς να ζωγραφίσεις ή όχι;»


Ο Σάιμον δεν είχε συνειδητοποιήσει ως εκείνη τη στιγμή πόσο βαθιά δεμένος ένιωθε μαζί της. Η απάντηση που της έδωσε έβγαινε μέσα απ’ την ψυχή του. «Για μένα δεν πρόκειται απλώς για μια καλοκαιρινή σχέση, για κάτι τόσο επιπόλαιο. Εσύ μπορεί να το βλέπεις έτσι, όχι όμως κι εγώ». «Είσαι πολύ πεισματάρης», του είπε θυμωμένη. «Μπορεί, αν είμαστε μαζί, να ξαναζωγραφίσεις». «Μπορεί και όχι. Δεν πρόκειται να το διακινδυνεύσω. Μ’ ακούς;» «Τι θα κάνουμε, λοιπόν;» «Θα προσπαθήσουμε να μην ξαναβρεθούμε μόνοι μας όπως τώρα», της αποκρίθηκε χαμογελώντας με πόνο. «Δεν πρόκειται να έχω μια σχέση μαζί σου που θ’ αφήνει απέξω τα συναισθήματά μου. Αυτό το ’κανα πολλά χρόνια». «Αύριο ξαναρχίζω δουλειά», του είπε, σαν να τον προκαλούσε. «Μα έχω ρεπό την Τρίτη». «Ως τότε θα ’χει γυρίσει ο Τζιμ». Τον κοίταξε, μισοκλείνοντας τα μάτια. «Η λέξη “συμβιβάζομαι” δεν ανήκει στο λεξιλόγιό σου;» «Όχι σ’ αυτή την περίπτωση». «Θ’ αρχίσω ορειβασία, λοιπόν. Ή μπορώ να προπονούμαι για το μαραθώνιο». «Είναι πιο εύκολο να κάνεις ένα κρύο μπάνιο», αστειεύτηκε εκείνος, που του φαινόταν θαύμα το γεγονός ότι τον ποθούσε κι εκείνη. «Δεν είναι αστείο! Πριν δυο μέρες, έλεγα πως δεν επρόκειτο να σχετιστώ μαζί σου. Άλλαξα γνώμη κι εσύ τώρα μου λες ότι αποφάσισες να κρατηθείς μακριά μου». Προχώρησε θυμωμένη στο γραφείο που ήταν γεμάτο σκίτσα. «Μπορώ να τα δω;» Ο Σάιμον έγνεψε καταφατικά, παρακολουθώντας τη να ισιώνει τα τσαλακωμένα χαρτιά και να τα κοιτάζει με προσοχή. Την είδε να κάνει μια γκριμάτσα και πήγε κοντά της. Ήταν το τελευταίο σκίτσο που της είχε φτιάξει. Θα μπορούσα να το ονομάσω Οργισμένη Σέι, σκέφτηκε και χαμογέλασε όταν είδε με πόση ακρίβεια είχε συλλάβει τη θυμωμένη της έκφραση, με το υψωμένο σαγόνι. Ξάφνου κάτι θυμήθηκε. «Η μητέρα μου ήταν Ιρλανδή κι ο πατέρας μου Εγγλέζος», της είπε, «και τσακώνονταν σαν τη γάτα με το σκύλο, όσα χρόνια ήταν παντρεμένοι. Ωστόσο αυτό ποτέ δε με τρόμαξε, γιατί ήξερα ότι αγαπιούνταν με πάθος. Με το ίδιο πάθος που καβγάδιζαν. Καμιά φορά μου τους θυμίζεις». «Υπάρχουν δυο μεγάλες διαφορές», αποκρίθηκε κάπως αδιάφορα εκείνη. «Δεν είμαι ούτε παντρεμένη ούτε ερωτευμένη μαζί σου». Του Σάιμον δεν του άρεσε καθόλου η σιγουριά με την οποία του μίλησε. Πριν όμως προλάβει να της απαντήσει, η Σέι σήκωσε το κεφάλι κι αφουγκράστηκε. «Πλησιάζει ένα αμάξι», είπε απορημένα. Ο Σάιμον το είχε ακούσει κι αυτός. Πόρτες ανοιγόκλεισαν και βήματα ανέβηκαν τρέχοντας τα σκαλιά. Κι έπειτα μπήκε στο σπίτι ο Τζιμ και κράτησε την πόρτα να περάσει μια μικροσκοπική καστανή κοπέλα, με γοητευτικό χαμόγελο. Ο Τζιμ πλησίασε τον αδερφό του και του έδωσε μια ανάλαφρη γροθιά στο στομάχι, αλλά το βλέμμα του ήταν ανήσυχο. «Είσαι καλά, μεγάλε αδερφέ;» Εκείνος χαμογέλασε. «Εννιακόσια τοις εκατό καλύτερα από χτες». «Δε φαίνεσαι και πολύ». «Και πού να τον έβλεπες χτες», μπήκε στη μέση η Σέι. «Σ’ ευχαριστώ που γύρισες νωρίτερα, Τζιμ», είπε ο Σάιμον, συγκινημένος απ’ το ενδιαφέρον του αδερφού του. «Σύστησέ με στη φίλη σου». Το χαμόγελο του Τζιμ ήταν κτητικό κι ευτυχισμένο. «Έπεισα τη Σάλι ότι αρκετούς συγγενείς είδε προς το παρόν και πως εγώ μαράζωνα μακριά της», είπε, αγνοώντας την ειρωνική γκριμάτσα της κοπέλας. «Τέλος πάντων, πίστευα ότι δεν είναι δίκαιο να παρατήσει η Σέι τη δουλειά της για να σε φροντίζει. Σάλι, από δω ο αδερφός μου ο Σάιμον. Σάιμον, η Σάλι Γκάρικ. Γεια σου, Σέι... τη θυμάσαι τη Σάλι». Σε λίγη ώρα βρέθηκαν όλοι στη βεράντα, πίνοντας παγωμένες μπίρες και λέγοντας τα νέα τους. Έπειτα ο Τζιμ και η Σάλι πήγαν να κολυμπήσουν στη λίμνη, ενώ η Σέι κι ο Σάιμον έμειναν σπίτι για να φτιάξουν μια σαλάτα για το δείπνο. Καθώς η Σέι του έδινε το μαρούλι, τα χέρια τους αγγίχτηκαν κι ο Σάιμον απόμεινε να κοιτάζει τα ρόδινα δάχτυλά της και να θυμάται τα χάδια που του είχαν δώσει. Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω της. «Όταν με κοιτάζεις μ’ αυτό τον τρόπο, τα χάνω τελείως», ομολόγησε πνιχτά εκείνη. Ο Σάιμον άφησε κάτω το μαρούλι και της χάιδεψε απαλά το μάγουλο. «Ευτυχώς που γυρίζεις στη δουλειά αύριο», είπε. «Θα σε δω την Τρίτη;» τον ρώτησε με τη χαρακτηριστική της ευθύτητα. «Θέλεις;» «Κάτι μέσα μου μου λέει, ωραία, ο Σάιμον δε θέλει να είστε μαζί», ξέσπασε εκείνη, «οπότε κάνε πίσω, γιατί μπορεί να πληγωθείς, όσο προσεκτική και να είσαι. Έχεις πληγωθεί στο παρελθόν και δε θέλεις να το ξαναπάθεις». Πήγε στο ψυγείο κι έβγαλε από μέσα ντομάτες και σέλινο. «Το πιο λογικό για μένα», πρόσθεσε, «θα ήταν να τηλεφωνήσω στον Φιλ ή τον Λάρι και να πάμε σε κανένα σινεμά στην πόλη». «Θα βαριόσουν», πρόβλεψε πονηρά εκείνος, ενώ το στομάχι του σφίχτηκε απ’ τη ζήλια. «Έτσι φαντάζεσαι;» τον ρώτησε δήθεν αθώα. Έσκυψε και τη φίλησε παθιασμένα. «Είμαι σίγουρος γι’ αυτό». «Είναι πολύ καλά παιδιά», επέμεινε η Σέι, παρ’ ότι η ανάσα της ακουγόταν λαχανιασμένη. «Ακριβώς». «Όχι σαν εσένα». «Σε κάνω να βαριέσαι;» τη ρώτησε. «Όχι», του αποκρίθηκε τρυφερά. «Μα ούτε κι οι καρχαρίες με κάνουν να βαριέμαι». Εκείνος έβαλε τα γέλια κι εκείνη τη στιγμή μπήκε στην κουζίνα ο Τζιμ. «Τι αστεία λέτε;» ρώτησε. «Μόλις με συγκρίνανε με σαρκοβόρο», απάντησε πρόσχαρα ο Σάιμον. «Θέλεις κι άλλη μπίρα;» Το βραδινό φαγητό κύλησε μέσα σε γέλια και λίγο μετά τις δέκα η Σέι σηκώθηκε να φύγει. «Πότε είπες πως έχεις ρεπό; Την Τρίτη;» τη ρώτησε ο Τζιμ. «Γιατί δεν έρχεσαι να φάμε το βράδυ; Αν δεν έχεις άλλα σχέδια, βέβαια». Για μια στιγμή εκείνη φάνηκε να διστάζει. «Εντάξει», συμφώνησε τελικά, αποφεύγοντας να κοιτάξει τον Σάιμον στα μάτια. «Θα είσαι εντάξει με το κανό;» τη ρώτησε εκείνος απότομα. «Μην ανησυχείς, έχει πανσέληνο». Απ’ το μυαλό του πέρασε σαν αστραπή η σκέψη να την ακολουθήσει στο σπίτι και να κάνουν έρωτα κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο. Η Σέι είχε δίκιο. Είμαι βλάκας που αφήνω τη συνείδησή μου να μ’ εμποδίσει να κάνω δεσμό μαζί της, σκέφτηκε, ενώ εκείνη καληνύχτιζε την παρέα κι έφευγε βιαστικά. Η Τρίτη του φαινόταν αιώνες μακριά. *

Οι επόμενες μέρες ήταν σκέτη δοκιμασία για τον Σάιμον. Παρ’ όλο που ο Τζιμ και η Σάλι φέρονταν διακριτικά, ήταν φανερό πως ήταν ερωτευμένοι. Αγγίζονταν διαρκώς, έριχναν κρυφά βλέμματα ο ένας στον άλλο κι ήταν σίγουρος πως κάθε βράδυ έκαναν έρωτα. Η Σέι του έλειπε πολύ. Παρά την εσωτερική του αναστάτωση, το πόδι του γιατρεύτηκε γρήγορα. Όποτε ήταν μόνος, σχεδίαζε με επιμονή. Όσο κι αν αγαπούσε τον αδερφό του και


συμπαθούσε τη Σάλι, δεν ήθελε να παρατηρούν την κάθε κίνηση του μολυβιού του. Ένα απόγευμα επισκέφτηκε τη Μίνι, ήπιε τσάι με μπισκότα μαζί της, θαύμασε τον κήπο της και χάιδεψε τον Τάιγκερ. Στο ενδιάμεσο μετρούσε τις ώρες ώσπου να ξαναδεί τη Σέι. Την Τρίτη, γύρω στις πέντε το απόγευμα, πήγε να κολυμπήσει για ν’ αφήσει λίγο μόνους τη Σάλι με τον Τζιμ, αλλά και να διώξει την ένταση που είχε μαζευτεί στο κορμί του όλη μέρα. Ήταν εξαιρετικός κολυμβητής και το δροσερό νερό τον αναζωογόνησε. Είχε φτάσει σ’ έναν κολπίσκο απ’ την άλλη μεριά της λίμνης, όταν είδε ένα κανό να τον πλησιάζει, που το οδηγούσε η Σέι. Άρχισε να κολυμπάει προς το μέρος της. Σταμάτησε λίγα μέτρα απ’ το κανό και τίναξε τα μαλλιά του. «Θέλεις να κολυμπήσουμε;» της πρότεινε. Εκείνη ακούμπησε το κουπί στα γόνατά της, ενώ ο ήλιος έπαιζε με τα μαλλιά της. «Αργότερα». «Γιατί όχι τώρα; Ο Τζιμ και η Σάλι θα είναι αγκαλιά στην κουζίνα. Δε θέλουμε να τους ενοχλήσουμε». Το γέλιο της ήταν κυνικό. «Σου φάνηκε ατέλειωτη η βδομάδα;» «Φριχτή», παραδέχτηκε και της χαμογέλασε. «Εσύ τι έκανες;» «Κουβαλούσα τους πολιτικούς απ’ τη μια άκρη της χώρας στην άλλη. Τίποτα συναρπαστικό. Το πόδι σου πρέπει να είναι καλύτερα». «Ναι. Τηλεφώνησες στον Λάρι και τον Φιλ;» «Όχι». «Εκείνοι δε θα σ’ έφερναν στη λίμνη. Είναι υπερβολικά καλά παιδιά». «Φοράω τα πιο καλά ρούχα που έχω», του θύμισε. «Βγάλ’ τα», της πρότεινε. «Ποιος θα σε δει;» «Εσύ». Η Σέι είχε στερεώσει τη φούστα της πάνω απ’ τα γόνατα για να μην την ενοχλεί και η μπλούζα κολλούσε στα στήθη της. Τα γκρίζα μάτια της του γελούσαν. «Σε πεθύμησα», της είπε. «Κι εγώ σε σκεφτόμουν πολύ», παραδέχτηκε εκείνη, προσπαθώντας να ισορροπήσει. «Αν βγάλω τα ρούχα μου, θα μου κάνεις έρωτα;» «Στη λίμνη; Πολύ πρωτότυπο». «Στο σπίτι μου. Όταν με γυρίσεις το βράδυ με τ’ αυτοκίνητο». Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν στην κουπαστή του κανό της. «Όχι, Σέι». «Μπορεί να σε κάνω ν’ αλλάξεις γνώμη», τον προειδοποίησε προκλητικά, ξεκουμπώνοντας τη φούστα της. Η αυτοκυριαρχία μου έχει και τα όριά της, σκέφτηκε ο Σάιμον, επικρίνοντας τον εαυτό του που ξεκίνησε αυτή τη συζήτηση. Η Σέι έβγαλε την μπλούζα της κι ύστερα σηκώθηκε προσεκτικά για να κατεβάσει τη φούστα της. Το κανό ταλαντεύτηκε πάνω στο νερό. Τα εσώρουχά της ήταν δαντελένια και μικροσκοπικά κι αποκάλυπταν περισσότερα απ’ αυτά που έκρυβαν. Για άλλη μια φορά, ο Σάιμον αναρωτήθηκε αν ήταν ανόητος που δεν της έκανε έρωτα. Ήξερε καλά, όμως, ότι όσο επιπόλαιη κι αν φαινόταν αυτή η διαφωνία, κατά βάθος αποτελούσε τη σύγκρουση της βούλησής του με τη δική της. Η Σέι πίστευε ότι, κάνοντας έρωτα μαζί της, θ’ απελευθερωνόταν η δημιουργικότητά του, ενώ εκείνος όχι. Η Σέι ήταν πεπεισμένη ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει μια σχέση μαζί του χωρίς συναισθηματικές δεσμεύσεις, ενώ αυτός ούτε που συζητούσε κάτι τέτοιο. Ποιος είχε δίκιο, λοιπόν; Και ποιος, αναρωτήθηκε βλέποντάς τη να βουτάει στη λίμνη, θα είναι τελικά ο νικητής; Εκείνη βγήκε στην επιφάνεια και τα μαλλιά της ξεχύθηκαν στους ώμους της, όπως όταν την είχε πρωτοδεί. Την είχε ποθήσει τότε, την ποθούσε και τώρα. «Τα μάτια σου είναι γαλάζια σαν τον ουρανό, Σάιμον», του είπε, παιχνιδίζοντας τα βλέφαρά της. Εντάξει, λοιπόν, αφού πας γυρεύοντας, σκέφτηκε εκείνος και την πλησίασε. Της έβγαλε το σουτιέν κι έκλεισε τα στήθη της μέσα στις παλάμες του, ενώ παρακολουθούσε τα μάτια της να σκοτεινιάζουν απ’ το πάθος. «Το σουτιέν μου είναι πανάκριβο», τον προειδοποίησε βραχνά. «Αν το χάσεις, θα σ’ αναγκάσω να βουτήξεις ως το βυθό της λίμνης για να το ξαναβρείς». Ο Σάιμον το πέταξε πάνω στο κανό και βυθίστηκε στο νερό. Άρχισε να χαϊδεύει τις καμπύλες της, ακουμπώντας το κεφάλι του στον αφαλό της, ώσπου βγήκε στην επιφάνεια για να πάρει αέρα. Τα χείλη τους ενώθηκαν σ’ ένα βαθύ, παθιασμένο φιλί και παραλίγο να βουλιάξουν. Βούτηξαν μαζί κι έπαιξαν κάτω απ’ το νερό, τολμηροί απ’ την περίεργη σιωπή του βυθού, όπου τα στήθη της άστραφταν, τα πόδια της κινούνταν σαν μίσχοι από κρίνα και τα μαλλιά της κυμάτιζαν γύρω της σαν το χορτάρι στον άνεμο. Βρέθηκαν πίσω απ’ το κανό, που κατευθυνόταν αργά προς τον κολπίσκο. Ο Σάιμον την άγγιξε ανάμεσα στα πόδια, παρατηρώντας το πρόσωπό της ν’ αλλάζει έκφραση και λαχτάρησε να της βγάλει το εσώρουχο, να την τραβήξει στην αμμουδιά και να την κάνει δική του. «Παίζουμε με τη φωτιά, Σέι», την προειδοποίησε. Εκείνη γέλασε βραχνά. «Και το νερό δε φαίνεται να τη σβήνει», συμπλήρωσε. «Δε μας τα ’μαθαν έτσι στη σχολή πυροσβεστικής». Ζάρωσε χαριτωμένα τη μύτη της. «Ξέρεις κάτι που μ’ αρέσει σ’ εσένα, Σάιμον; Αν και ίσως δε θα ’πρεπε να το πω... Όταν γνώρισα τον Τιμ, ήμουν πολύ νέα και το σεξ μαζί του ήταν βιαστικό και κάπως τραχύ. Ο Νίκολας πάλι ήταν πολύ σοβαρός. Όταν κάναμε έρωτα, ήταν κάτι τελείως διαφορετικό απ’ τον υπόλοιπο χρόνο που περνούσαμε μαζί. Δεν ήθελε να τον φιλάω δημόσια, δεν του άρεσε ούτε να μου πιάνει το χέρι στο δρόμο. Μ’ αρέσει πολύ, λοιπόν, που εμείς οι δυο γελάμε τόσο πολύ». Δίστασε λίγο και πρόσθεσε αμήχανα: «Ελπίζω να μην πειράχτηκες». «Καθόλου», τη βεβαίωσε, απόλυτα χαρούμενος, διαπιστώνοντας άλλον ένα δεσμό ανάμεσά τους. «Μ’ αρέσεις», του είπε αυθόρμητα. Τα άδολα γκρίζα μάτια της, ο ήλιος που παιχνίδιζε στο νερό, ο αστραφτερός γαλάζιος ουρανός, όλα συνωμότησαν να φτιάξουν για τον Σάιμον μια στιγμή απόλυτης ευτυχίας. Ευτυχία και το αίσθημα της ασφάλειας που είχε να νιώσει από τότε που είχαν πεθάνει οι γονείς του. Αν η Σέι πει ότι θα σου σταθεί, θα σου σταθεί, σκέφτηκε. Ούτε όροι ούτε αμφιβολίες. Θα είναι εκεί. Ένας καινούριος ενθουσιασμός τον συνεπήρε. Αυτό, λοιπόν, είναι ο έρωτας; αναρωτήθηκε. Ένας αλλόκοτος συνδυασμός ενθουσιασμού κι ασφάλειας; Αυτό δεν το ’χε σκεφτεί ποτέ πριν. Ό,τι ένιωθε ήταν κάτι παντελώς καινούριο και χαιρόταν αφάνταστα. Ήθελε να είναι μοναδικό ό,τι συνέβαινε ανάμεσα σ’ εκείνον και τη Σέι. «Ταξιδεύεις πολύ μακριά», άκουσε τη φωνή της να του λέει. «Είμαι ευτυχισμένος», της αποκρίθηκε απλά, καταλαβαίνοντας ενστικτωδώς πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή να της εκμυστηρευτεί τις σκέψεις του. «Α», έκανε εκείνη αμήχανη κι απομακρύνθηκε από κοντά του. «Είναι ώρα να ξεκινήσουμε για το σπίτι του Τζιμ. Θ’ αναρωτιέται τι πάθαμε». «Ο Τζιμ έχει άλλα στο μυαλό του», της είπε. «Είσαι ευτυχισμένη, Σέι; Εδώ, μ’ εμένα;» «Φυσικά», μουρμούρισε. «Γιατί να μην είμαι;» Η τέλεια στιγμή χάθηκε, εφήμερη σαν αντανάκλαση του νερού κι ο Σάιμον απόμεινε μ’ ένα περίεργο αίσθημα ανησυχίας. «Πρέπει να γυρίσουμε», δήλωσε. Με κινήσεις γεμάτες χάρη, που πρόδιναν δύναμη κι εξάσκηση, η Σέι σκαρφάλωσε στο κανό. «Εγώ θα κολυμπήσω», της φώναξε, παρακολουθώντας την καμπύλη της πλάτης της, καθώς εκείνη σκουπιζόταν με μια πετσέτα και φορούσε την μπλούζα της. Το πόδι του είχε αρχίσει να τον πονάει. Ένιωθε εξαιρετικά αβέβαιος γι’ αυτή τη γυναίκα που κωπηλατούσε μακριά του στη λίμνη. Άλλο ένα συναίσθημα


πρωτόγνωρο γι’ αυτόν.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Στις εννιά και τέταρτο χτύπησε το τηλέφωνο του Τζιμ. Οι τέσσερίς τους κάθονταν στο σαλόνι, ύστερα από ένα απολαυστικό δείπνο. Ο Τζιμ γκρίνιαξε και σηκώθηκε να το πιάσει. «Παρακαλώ;» είπε και το πρόσωπό του σοβάρεψε αμέσως. «Ναι, εδώ είναι... μια στιγμή. Σέι, για σένα είναι», φώναξε, κρατώντας το ακουστικό. «Είναι η γειτόνισσα της Μίνι». Η Σέι μίλησε χαμηλόφωνα στο τηλέφωνο κι έπειτα το ’κλεισε κι είπε ήσυχα: «Ένα αυτοκίνητο πάτησε τον Τάιγκερ, το σκύλο της Μίνι. Θέλει να πάω από κει. Τζιμ, μπορώ να πάρω τ’ αυτοκίνητό σου;» «Βέβαια. Καημένη Μίνι. Τ’ αγαπούσε πολύ αυτό το σκυλί. Θέλεις παρέα, Σέι;» «Νομίζω πως είναι καλύτερα να πάω μόνη μου. Θα σας πάρω τηλέφωνο», είπε και, χαμογελώντας πικραμένα στον Σάιμον, έφυγε. Μία ώρα αργότερα τηλεφώνησε για να τους πει ότι θα έμενε το βράδυ στη Μίνι, αν ο Τζιμ δε χρειαζόταν τ’ αυτοκίνητο. Τα νέα αυτά χάλασαν το κέφι της βραδιάς. Μετά από λίγο, ο Τζιμ και η Σάλι πήγαν για ύπνο, ενώ ο Σάιμον διάβασε ως αργά. Ήταν ο μόνος που είχε σηκωθεί το άλλο πρωί, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. «Σάιμον;» άκουσε τη φωνή της Σέι. «Αν έρθω να σε πάρω, σε πειράζει να έρθεις στη Μίνι; Θέλει να σου ζητήσει μια χάρη». «Φυσικά και θα ’ρθω. Τι με θέλει;» «Δεν έχω ιδέα. Θέλει πολύ να σε δει. Θα είμαι εκεί σ’ ένα τέταρτο». Η Μίνι θα πρέπει να νιώθει εντελώς χαμένη χωρίς το σκύλο της, που την ακολουθούσε παντού, σκέφτηκε εκείνος. Θα χαρώ πολύ να κάνω ό,τι μου ζητήσει. Φόρεσε καθαρό πουκάμισο, άλλαξε τον επίδεσμο στο πόδι του και περίμενε στη βεράντα, όταν έφτασε η Σέι. Φορούσε τα χτεσινά της ρούχα και, καθώς ανέβαινε αργά τα σκαλιά, του χαμογέλασε κουρασμένη. Τελείως αυθόρμητα, ο Σάιμον την έκλεισε στην αγκαλιά του, πιέζοντας το κεφάλι της στον ώμο του. «Η Μίνι πιστεύει πως δεν έκλεισε καλά το μάνταλο του φράχτη το προηγούμενο βράδυ κι έτσι ο Τάιγκερ κατάφερε να βγει έξω», του είπε εκείνη. «Δεν της φτάνει η στενοχώρια της, έχει κι ενοχές από πάνω. Τη λυπάμαι». «Θα πάμε πρώτα απ’ το σπίτι σου», της ανακοίνωσε ο Σάιμον, «για ν’ αλλάξεις και να πάρεις τ’ αυτοκίνητό σου. Έχεις φάει;» Έγνεψε καταφατικά. «Ήθελα να βάλει η Μίνι κάτι στο στόμα της κι έτσι έφτιαξα πρωινό. Πάντως, θα ήθελα ν’ αλλάξω ρούχα. Μ’ αυτά κοιμήθηκα». Ο Σάιμον άφησε ένα σημείωμα στον Τζιμ και λίγα λεπτά αργότερα παρατηρούσε το εσωτερικό του σπιτιού της. Ήταν τακτικό και περιποιημένο. Τα έπιπλα από μπαμπού είχαν μαξιλάρια με λουλούδια και τα βιβλία ήταν τακτοποιημένα πάνω στα ράφια. Το σκίτσο του ήταν κολλημένο στον τοίχο, δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στη λίμνη. Όταν η Σέι βγήκε απ’ το δωμάτιό της, φορούσε άσπρο παντελόνι κι ένα κεντημένο ροζ πουλόβερ και τα μαλλιά της έπεφταν βρεγμένα γύρω απ’ το πρόσωπό της. «Νιώθω σαν άνθρωπος πάλι», είπε. «Πάμε;» Το κραγιόν της είχε το ίδιο χρώμα με το πουλόβερ της. Φαινόταν δροσερή και συμμαζεμένη σαν το σαλόνι της. Και μαζί απρόσιτη. Καλά κάνει, επιδοκίμασε ο Σάιμον, έχοντας το μυαλό του στο υπνοδωμάτιό της που βρισκόταν στα δεξιά του. Πήγαν ως του Τζιμ, άφησαν εκεί το αυτοκίνητο και συνέχισαν με το αυτοκίνητο της Σέι ως το χωριό. Το μάνταλο στο φράκτη της Μίνι ήταν καλά κλεισμένο αυτή τη φορά κι ο κήπος ήταν πλημμυρισμένος χρώματα κάτω απ’ τον γκρίζο ουρανό. Ο Σάιμον ακολούθησε τη Σέι στο τροχόσπιτο, όπου βρήκαν τη Μίνι να κάθεται κοντά στο τραπέζι. Αν και τα μάτια της ήταν κατακόκκινα απ’ το κλάμα, ήταν ψύχραιμη και δέχτηκε με αξιοπρέπεια τα συλλυπητήρια του Σάιμον. Η Σέι σέρβιρε τρία φλιτζάνια καφέ και η Μίνι άρχισε να μιλάει. «Ο Τάιγκερ δεν ήταν μαζί μου πολύ καιρό», είπε, παίζοντας με την άκρη της ποδιάς της. «Μόνο δυο χρόνια. Έτσι δεν έχω φωτογραφίες του για να τον θυμάμαι». Η φωνή της έσπασε, αλλά σκούπισε τα μάτια της, κοίταξε τον Σάιμον κατάματα και συνέχισε: «Εσύ είσαι καλλιτέχνης κι είδες τον Τάιγκερ δυο τρεις φορές. Θα μπορούσες να μου τον ζωγραφίσεις, έτσι δεν είναι;» Βαριά σιωπή έπεσε στο χώρο. Ο Σάιμον έριξε μια κλεφτή ματιά στη Σέι, που έδειχνε εξίσου κατάπληκτη μ’ εκείνον. Κάτι τέτοιο κανείς απ’ τους δυο τους δεν το περίμενε. «Το ξέρω πως είσαι πολύ διάσημος», βιάστηκε να προσθέσει η Μίνι, «κι ίσως να μην έπρεπε να σ’ το ζητήσω, μα δεν υπάρχει κανείς άλλος. Ίσως όμως να μην τον θυμάσαι καλά». Ένα απ’ τα χαρίσματα του Σάιμον ήταν η σχεδόν φωτογραφική του μνήμη. «Τον θυμάμαι», αποκρίθηκε αργά. «Θα σε πληρώσω, βέβαια», τον βεβαίωσε η ηλικιωμένη κυρία. Ένας μόνο πίνακάς του άξιζε όσο όλο της το τροχόσπιτο, μαζί με τα περιεχόμενά του. «Ο μόνος λόγος που διστάζω είναι γιατί με βρήκες απροετοίμαστο», την καθησύχασε. «Δεν τίθεται θέμα πληρωμής, Μίνι». «Εννοείς πως θα το κάνεις;» τον ρώτησε γεμάτη ελπίδα και φαινόταν πια πως περίμενε ότι εκείνος θα της αρνιόταν. «Φυσικά», αποκρίθηκε ο Σάιμον, ξαφνιάζοντας και τον εαυτό του με την απάντησή του. Τα μάτια της Μίνι βούρκωσαν. «Σ’ ευχαριστώ, Σάιμον», του είπε με τρεμάμενη φωνή. Εκείνος της χαμογέλασε, ξέροντας πως θα ήταν αδύνατον να της αρνηθεί. «Θα με πληρώσεις όμως. Μ’ ένα μπισκοτάκι για κάθε μου επίσκεψη». «Μόνο; Ολόκληρο ταψί θα σου φτιάξω, να τα πάρεις μαζί σου στην Αγγλία», του υποσχέθηκε. Στην Αγγλία... Δεν ξέρω πια αν είναι εκεί το σπίτι μου, σκέφτηκε συγχυσμένος, αποφεύγοντας το βλέμμα της Σέι. «Μόνο που θα χρειαστώ λίγο χρόνο». «Όσο θέλεις», είπε η Μίνι. «Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. Νιώθω κιόλας καλύτερα, τώρα που ξέρω πως θα έχω μια ζωγραφιά του Τάιγκερ». Αποτέλειωσαν τον καφέ τους κι έπειτα έφυγαν. Η Σέι υποσχέθηκε πως θα επέστρεφε το βράδυ να κοιμηθεί μαζί της. Ο φράχτης έκλεισε πίσω τους μ’ έναν ανεπαίσθητο θόρυβο. «Τώρα θ’ αναγκαστώ να ζωγραφίσω», παρατήρησε ο Σάιμον. «Έχεις τα υλικά που χρειάζεσαι;» τον ρώτησε η πάντα πρακτική Σέι. Αυτό δεν το είχε σκεφτεί. «Ούτε ένα πινέλο», αποκρίθηκε. «Πρέπει να πάω στο Χάλιφαξ ν’ αγοράσω. Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου, Σέι; Μετά θα σε πάω κάπου να φάμε». «Αυτό είναι ραντεβού», σχολίασε εκείνη καχύποπτα. «Ακριβώς. Θα είσαι ασφαλής, μια που το βράδυ θα κοιμηθείς στη Μίνι». Τον κοίταξε αναποφάσιστη. «Ίσως δε θα ’πρεπε να οδηγήσεις, αφού το πόδι σου είναι πληγωμένο». «Όχι βέβαια». «Εντάξει, λοιπόν». Επέστρεψαν στου Τζιμ για να του πουν τι θα έκαναν και να πάρει ο Σάιμον το πορτοφόλι του κι ύστερα ξεκίνησαν για την πόλη. Στη διαδρομή συζήτησαν


για ανώδυνα θέματα: για βιβλία, ταινίες, τι τους άρεσε και τι όχι. Η Σέι πάρκαρε το αυτοκίνητο σε μια πάροδο και πήγαν με τα πόδια ως το κατάστημα. Ο Σάιμον κατάλαβε, με μια γρήγορη ματιά, πως θα ’βρισκε εκεί ό,τι χρειαζόταν. Μη δίνοντας χρόνο στον εαυτό του να συνειδητοποιήσει τι κάνει, πήρε μερικά πινέλα, διαλυτικό, μπογιές και μια παλέτα. Στον τοίχο ήταν στοιβαγμένα κάμποσα τελάρα από κανναβάτσο. Όταν τα είδε κοκάλωσε, σαν να είχε παραλύσει. Τα τελάρα ήταν κατάλευκα κι άδεια. Τον πλημμύρισε πανικός, καθώς θυμήθηκε τις ατέλειωτες ώρες που είχε περάσει το χειμώνα στο εργαστήρι του, μπροστά στις άδειες επιφάνειες που έμοιαζαν να τον κοροϊδεύουν. Το είχε υποσχεθεί στη Μίνι. Είχε δεσμευτεί να ζωγραφίσει, αν είναι δυνατόν, το πορτραίτο ενός σκύλου. Και αν δεν τα κατάφερνε; Θα έχανε το σεβασμό της Μίνι. Και την παραμικρή πιθανότητα να κάνει κάτι με τη Σέι. «Τι συμβαίνει, Σάιμον;» τον ρώτησε ήσυχα η Σέι, που τον είχε πλησιάσει. Γύρισε προς το μέρος της και είδε τα μάτια της ν’ ανοίγουν διάπλατα στη θέα του. Ποιος ξέρει πώς είμαι, σκέφτηκε. «Το πορτραίτο του καλλιτέχνη που είναι ανίκανος να ζωγραφίσει», είπε πικρόχολα. «Ξέρεις τι μισώ περισσότερο, Σέι; Τις κοινοτοπίες που λέγονται για τους βασανισμένους καλλιτέχνες. Εγώ τις ζω». «Τις λένε κοινοτοπίες επειδή είναι αλήθεια», παρατήρησε εκείνη. «Τι μέγεθος τελάρα θέλεις;» Ο Σάιμον διάλεξε μερικά, προσπαθώντας να κατασιγάσει τους χτύπους της καρδιάς του. Έπειτα πλήρωσε κι έφυγαν. «Να τα βάλουμε όλα στο αυτοκίνητο», πρότεινε η Σέι, «κι έπειτα να πάρουμε πατάτες και ψάρια και να φάμε στην παραλία». Εκείνος δεν απάντησε. Ένα τέταρτο αργότερα ήταν καθισμένοι σ’ ένα παγκάκι στο γραφικό λιμάνι και ξετύλιγαν τα πακέτα με το φαγητό τους. Το ψάρι ήταν φρέσκο και οι πατάτες τραγανές. Ο Σάιμον προσπάθησε να συγκεντρωθεί στο φαγητό του και να μη σκέφτεται τίποτε άλλο. «Θες να μου πεις πώς κατάλαβες ότι δεν μπορείς να ζωγραφίσεις;» τον ρώτησε η Σέι διστακτικά. «Δεν το ’χω πει ποτέ σε κανέναν», της απάντησε. «Στο Λονδίνο, ένας να το μάθαινε, θα έκανε το γύρο της πόλης». «Δεν πρόκειται να το πω σε κανέναν». Ήταν σίγουρος πως μπορούσε να της έχει εμπιστοσύνη. Άρχισε, λοιπόν, να της διηγείται για την παιδική του ηλικία, το θάνατο των γονιών του, τα χρόνια που πέρασε αλητεύοντας. «Όλα αυτά άλλαξαν όταν μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Δούλευα σκληρά και δεν είχα καιρό να μπλέξω σε φασαρίες. Ήμουν φοβερά φιλόδοξος. Πήρα μαθήματα ορθοφωνίας για να διορθώσω την προφορά μου, έμαθα τη σωστή κοινωνική συμπεριφορά και πώς να είμαι ευχάριστος συνομιλητής. Αναδημιούργησα τον εαυτό μου. Από χαμίνι του λιμανιού μεταμορφώθηκα σ’ έναν κύριο του καλού κόσμου κι οι κριτικοί άρχισαν να με προσέχουν. Υπόταξα τα πάντα σ’ αυτή μου τη φιλοδοξία», συνέχισε, παρακολουθώντας ένα πλοίο να μπαίνει στο μόλο. «Ήθελα να φτάσω στην κορυφή. Παρ’ όλο που τα πρώτα χρόνια ήμουν πολύ φτωχός, φρόντιζα να μένω σε καλές συνοικίες και τις ελάχιστες φορές που έβγαινα, πήγαινα στα σωστά μέρη, με τη σωστή γυναίκα στο πλάι μου. Η σεξουαλική και αισθηματική μου ζωή, όλα θυσιάστηκαν στη λαχτάρα μου να γίνω ένας απ’ τους καλύτερους ζωγράφους πορτραίτων της χώρας». «Και τι συνέβη όταν το κατόρθωσες;» τον ρώτησε εκείνη, παρακινώντας τον να συνεχίσει. «Για μερικά χρόνια ήταν υπέροχα. Έβγαζα πολλά λεφτά, ξόδευα πολλά, έμαθα να κάνω ιστιοπλοΐα στις Μπαχάμες και σκι στις Άλπεις κι έφτιαξα μερικά πορτραίτα που ακόμα και τώρα πιστεύω πως είναι καλά. Κι έπειτα σιγά σιγά και τόσο σταδιακά που ούτε κι εγώ κατάλαβα πότε συνέβη, όλα άρχισαν να μου ξινίζουν. Τα πορτραίτα μου δεν είχαν ψυχή, δεν είχαν ουσία. Μόνο ένας κριτικός το αντιλήφθηκε κι αμέσως κατάλαβα ότι είχε δίκιο. Και τότε ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να ζωγραφίσω καθόλου». Ένας γλάρος πέταξε όλο χάρη από πάνω τους. «Ίσως ζωγράφιζες λάθους ανθρώπους», παρατήρησε η Σέι. «Έχασα το ερέθισμα, την εσωτερική σπίθα απ’ την οποία ξεπηδούσαν τα ωραιότερα πορτραίτα μου», είπε ο Σάιμον με ακρίβεια. «Ίσως ανακατασκεύασα τόσο απόλυτα τον εαυτό μου, που τον έχασα τελείως στην πορεία». «Μα από τότε που ήρθες εδώ, είναι σαν ν’ αντιστρέφεις την πορεία, να ξαναγυρνάς στις ρίζες σου», παρατήρησε η Σέι με ενθουσιασμό που ολοένα μεγάλωνε. «Με τον Τζιμ δένεστε όλο και πιο πολύ και η δουλειά που προσφέρεις στην πυροσβεστική υπηρεσία είναι πιο κοντά σ’ ένα χαμίνι του δρόμου, απ’ ό,τι είναι τα πορτραίτα». Αυτή ήταν μια καινούρια οπτική γωνία για τον Σάιμον. «Δεν ανέφερες το πιο σημαντικό άτομο: τον εαυτό σου», της είπε, συνειδητοποιώντας πως ένιωθε γι’ αυτήν ό,τι οι γονείς του μεταξύ τους. Άραγε, στην προσπάθειά του να φτάσει στην κορυφή, είχε καταπνίξει τα συναισθήματά του; «Ήσουν τόσο όμορφη χτες στη λίμνη», πρόσθεσε και την είδε να κοκκινίζει. «Σέι, μήπως ο μοναδικός λόγος που θέλεις να κάνουμε έρωτα είναι γιατί πιστεύεις πως αυτό είναι το κλειδί για να ξαναρχίσω να ζωγραφίζω;» Το χρώμα στα μάγουλά της έγινε ακόμα πιο βαθύ και χαμήλωσε το βλέμμα. «Ναι, είναι κι αυτός ένας λόγος», παραδέχτηκε. «Το θέλω όμως, έτσι κι αλλιώς. Κοίτα πώς φερόμαστε όταν είμαστε μαζί, Σάιμον! Δε μου ’χει ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο». «Αυτό είναι όλο κι όλο, λοιπόν; Πρακτικοί λόγοι και σεξουαλική έλξη;» «Πρέπει ν’ αναλύεις τα πάντα;» «Ναι, εφόσον έχει σχέση μ’ εσένα. Δεν υπάρχει κανένας άλλος λόγος;» Τον κοίταξε κατάματα. «Τι άλλος λόγος, δηλαδή;» «Πράγματι, τι άλλος λόγος;» επανέλαβε εκείνος αργά κι ένιωσε πάλι να πλημμυρίζει αμηχανία. Ήταν βέβαιος πως κάτι πιο δυνατό από τη σεξουαλική έλξη τον τραβούσε στη Σέι. Μόνο που δεν ήξερε αν έπρεπε να το αποκαλέσει έρωτα... *

Ήταν εφτά το απόγευμα και η Σέι με τον Σάιμον επέστρεφαν στο Σόμερβιλ. Νωρίτερα είχαν πάει σινεμά κι έπειτα σ’ ένα ινδικό εστιατόριο. Όλη τη μέρα δεν ξανασυζήτησαν για τη σεξουαλική έλξη που υπήρχε μεταξύ τους. Καθώς πλησίαζαν στα περίχωρα του χωριού, η Σέι ανακοίνωσε: «Αύριο φεύγω για το Γιάρμουθ. Έπιασε φωτιά στην ενδοχώρα. Θα λείψω τουλάχιστον έξι μέρες». «Θα μου κάνεις μια χάρη;» της ζήτησε. «Θα μ’ αφήσεις να χρησιμοποιήσω το σπίτι σου σαν εργαστήρι, όσο θα λείπεις; Δεν ήξερα πώς θα τα κατάφερνα με τον Τζιμ και τη Σάλι ολόγυρά μου». «Ναι», του αποκρίθηκε διστακτικά κι ύστερα του εξήγησε: «Το σπίτι μου είναι το καταφύγιό μου, Σάιμον, και είναι σημαντικό για μένα. Ούτε τον Νίκολας δεν καλούσα εκεί συχνά». «Εγώ διαφέρω από τον Νίκολας», της είπε άγρια. «Αυτό ξαναπές το», παραδέχτηκε. «Ναι, μπορείς να μείνεις στο σπίτι μου. Πάμε από κει να σου δώσω το δεύτερο κλειδί. Αν θέλεις να με πας αύριο νωρίς το πρωί στο αεροδρόμιο, κράτα και το αυτοκίνητό μου». Ήταν απόλυτα ειλικρινής μαζί του και, παρά τις αμφιβολίες της, του πρόσφερε περισσότερα απ’ όσα της είχε ζητήσει. «Δεν έχεις ίχνος κακίας μέσα σου. Σ’ ευχαριστώ». «Είναι η συμβολή μου για το πορτραίτο του Τάιγκερ», του απάντησε γελώντας κι έστριψε στο δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι της. Όσο εκείνη μάζευε τα πράγματά της, ο Σάιμον πήρε το κανό της από το μόλο και μέσα σε μισή ώρα βρέθηκαν έξω απ’ το τροχόσπιτο της Μίνι. Κανείς δεν


ήταν τριγύρω. Ο Σάιμον έσκυψε και φίλησε τη Σέι αργά και παθιασμένα. Έπειτα της χαμογέλασε. «Θα σε δω στις πεντέμισι. Έτσι θ’ ανακαλύψω πώς είσαι όταν ξυπνάς το πρωί». «Είναι απλή έλξη!» επέμεινε εκείνη. «Δεν είμαι ούτε ο Τιμ ούτε ο Νίκολας. Θα το καταλάβεις ποτέ;» αποκρίθηκε ο Σάιμον, θυμώνοντας ξαφνικά. «Και δεν πρόκειται να στήσουμε καβγά έξω απ’ το τροχόσπιτο της Μίνι». Του έριξε ένα άγριο βλέμμα, βγήκε από το αυτοκίνητο κι άρπαξε την τσάντα της απ’ το πίσω κάθισμα. «Καληνύχτα», του πέταξε κι απομακρύνθηκε. *

Όταν ο Σάιμον επέστρεψε στις πέντε και είκοσι πέντε το επόμενο πρωί, βρήκε τη Σέι να τον περιμένει ανάμεσα στις μαργαρίτες. Του χαμογέλασε επιφυλακτικά και μπήκε στο αυτοκίνητο. «Δε θα σε φάω», της δήλωσε. «Κοιμήθηκες καλά;» «Σ’ έβλεπα στον ύπνο μου», μουρμούρισε. Εκείνος έβαλε τα γέλια. «Αν ζωγράφιζα έστω κι ένα απ’ τα χτεσινοβραδινά μου όνειρα, θα με συλλάμβαναν για πορνογραφία. Θα ερχόσουν να με δεις στη φυλακή, πολυαγαπημένη μου Σέι;» «Θα ήμουν στο διπλανό κελί», του απάντησε κατσουφιασμένη. «Έχω ζεστό καφέ στο θερμός. Θέλεις λίγο;» τον ρώτησε, ψάχνοντας την τσάντα της. «Είσαι ένα στολίδι ανάμεσα στις γυναίκες. Και μόνο γι’ αυτό, είμαι έτοιμος να σου κάνω πρόταση γάμου». Του χαμογέλασε σεμνά. «Η Μίνι σου ’στειλε τηγανίτες με βατόμουρα. Μπορείς να κάνεις και σ’ εκείνη πρόταση». «Η διγαμία είναι πιο σοβαρό αδίκημα απ’ την πορνογραφία. Ας έχω μια γυναίκα τη φορά». «Κάνεις αστεία για τα πάντα;» «Κι εσύ ταράζεσαι άμα μιλήσω σοβαρά για οτιδήποτε εκτός απ’ το σεξ;» «Μια σχέση δε χρειάζεται να είναι κατ’ ανάγκη ερωτική», του φώναξε. «Τόσο φοβερό θα ήταν να μ’ ερωτευτείς;» «Δε θέλω! Δυο φορές που ερωτεύτηκα, πληγώθηκα βαθιά». «Κι όμως λες ότι θέλεις σύζυγο, παιδιά και την καριέρα σου. Αυτός ο μυθικός σύζυγος τι θα είναι; Μια αποστασιοποιημένη σχέση χωρίς κανένα συναίσθημα;» «Σάιμον, σε μισή ώρα θα πετάξω για το Γιάρμουθ», του θύμισε εκνευρισμένη. «Δεν είναι ώρα για καβγάδες. Το αεροδρόμιο είναι στον πρώτο δρόμο δεξιά». Ο Σάιμον έφαγε μια τηγανίτα κι άναψε φλας. «Σκέψου το», της είπε, αλλά εκείνη δεν του απάντησε. Πέντε λεπτά αργότερα βρίσκονταν μπροστά στο γαλάζιο της ελικόπτερο. «Να προσέχεις, Σέι», της είπε τρυφερά. «Θα σου τηλεφωνήσω όταν θα είναι να επιστρέψω, να έρθεις από δω να με πάρεις. Εντάξει;» τον ρώτησε. Ο Σάιμον έγνεψε καταφατικά. «Καλή τύχη με τον Τάιγκερ», πρόσθεσε σοβαρά και εντελώς αυθόρμητα, του ’δωσε ένα φιλί στο στόμα κι απομακρύνθηκε γνέφοντάς του. Θα έκανε έξι μέρες να τη δει. Δεν είναι και το τέλος του κόσμου, θύμισε αυστηρά στον εαυτό του. Άλλωστε έχεις δουλειά να κάνεις. *

Και δούλεψε πραγματικά, με μια ένταση που τον κούρασε τόσο, όσο και η σωματική εργασία στα δάση. Η δέσμευση που είχε αναλάβει απέναντι στη Μίνι τον βοήθησε να ξεπεράσει τη δύσκολη στιγμή, ώσπου ν’ ακουμπήσει το πινέλο του πάνω στο κανναβάτσο κι ύστερα από τρεις μέρες τέλειωσε δυο μικρές ελαιογραφίες. Την τέταρτη μέρα το πρωί, ακούμπησε τους πίνακες πάνω στον πάγκο της κουζίνας για να τους δει στο πρωινό φως. Απέδωσα καλά την ενεργητικότητα του Τάιγκερ, σκέφτηκε, παρατηρώντας τα έργα του με κριτική ματιά. Η Μίνι θα ενθουσιαζόταν και με τα δύο. Όχι όμως κι εκείνος. Ήθελε περισσότερα. Ήθελε να προσφέρει στη Μίνι τον καλύτερο εαυτό του. Όχι λόγω της φήμης του. Και σίγουρα όχι για τα χρήματα. Εδώ παιζόταν η ακεραιότητα του χαρακτήρα του. Άρχισε να κόβει βόλτες στο σαλόνι της Σέι. Σε δυο μέρες θα γύριζε, αλλά εκείνος ευχήθηκε να ήταν κοντά του, για να τη σφίξει στην αγκαλιά του. Την έφερε στο νου του όπως την είχε δει εκείνο το πρωί στον κήπο της Μίνι, να περπατάει ανάμεσα στις μαργαρίτες. Και τότε κοκάλωσε, ενώ η καρδιά του χτυπούσε άτακτα στο στήθος του. Με τέμπερες, όχι με λάδια, σκέφτηκε. Χρησιμοποίησα λάθος υλικό. Ένας μεγάλος πίνακας του κήπου με τέμπερες... από κει πρέπει να ξεκινήσω. Αποφάσισε να συνθέσει τον πίνακα στο σημειωματάριό του. Πήγε στο σπίτι της Μίνι και κάθισε αρκετή ώρα στον κήπο, παρατηρώντας και σκιτσάροντας. Έπειτα ήπιε τσάι με την ηλικιωμένη γυναίκα, ενώ το μολύβι του πετούσε πάνω στο χαρτί όση ώρα του μιλούσε για τον Τάιγκερ. Όλη την υπόλοιπη μέρα έφτιαχνε το ένα σκίτσο μετά το άλλο, έσκιζε μερικά, κρατούσε άλλα. Το βράδυ πια η σύνθεσή του είχε πάρει μια μορφή που τον ικανοποιούσε. Νωρίς το άλλο πρωί, πήγε με το αμάξι της Σέι στο Χάλιφαξ να πάρει κι άλλα υλικά. Το καθάριο φως του πρωινού του δημιούργησε αμφιβολίες. Μήπως απλώς ανέβαλλε την αναπόφευκτη απογοήτευση που τον εμπόδιζε να δουλέψει εδώ κι ένα χρόνο; Πίστευε πραγματικά ότι θα έλυνε όλα του τα προβλήματα, αλλάζοντας τα υλικά που χρησιμοποιούσε; Προσπάθησε να διώξει τους φόβους του κι αγόρασε ό,τι χρειαζόταν. Γύρισε στο σπίτι της Σέι και μετέφερε το σκίτσο του στο κανναβάτσο. Πρωί πρωί, την επόμενη μέρα, άρχισε να ζωγραφίζει. Όταν το απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο, δούλευε ακόμα. Ήταν μια αντρική φωνή, όχι η Σέι. «Σάιμον, εδώ Μάικλ Ντάλτον... ο άλλος πιλότος που γνώρισες στη βάση. Η Σέι θα ’ρθει αύριο το πρωί τελικά. Μου ζήτησε να σε ειδοποιήσω. Αν έρθεις γύρω στις έντεκα, θα είναι έτοιμη να γυρίσετε». Απογοητευμένος βαθιά που δε θα την έβλεπε το ίδιο βράδυ, ο Σάιμον έκλεισε το τηλέφωνο, καθάρισε τα πινέλα του και πήγε να δει τον Τζιμ. Η Σάλι είχε πάει στην πόλη για ψώνια με μια φίλη της. Τα δυο αδέρφια έκαναν μια βουτιά στη λίμνη κι έπειτα κάθισαν στη βεράντα, πίνοντας μπίρες. «Δούλεψες πολύ αυτή τη βδομάδα», παρατήρησε ο Τζιμ. «Εγώ πάντα νόμιζα ότι οι καλλιτέχνες φτιάχνουν τα έργα τους σε μια στιγμή έμπνευσης και τον υπόλοιπο καιρό κάνουν έρωτα και πίνουν κόκκινο κρασί». Σώπασε λίγο και πρόσθεσε: «Η Σέι σε φοβάται». «Πάντως δεν κάνουμε έρωτα», δήλωσε ο Σάιμον. «Ό,τι και να λέει, πως θα συνδυάσει καριέρα, γάμο και παιδιά, δεν είμαι σίγουρος πως το πιστεύει», είπε σκεφτικός ο Τζιμ. «Αυτός ο Νίκολας ήταν ο πιο ύπουλος μπάσταρδος που γνώρισα ποτέ. Της φέρθηκε αισχρά. Δεν απορώ λοιπόν που φοβάται». «Νιώθω μαζί της όπως ο μπαμπάς για τη μαμά», ομολόγησε ο Σάιμον. «Ούτε τη δική τους σχέση θα ’λεγες φυσιολογική». Ο Τζιμ έσκυψε ανυπόμονα προς το μέρος του. «Μίλησέ μου γι’ αυτούς, Σάιμον. Δεν τους θυμάμαι καθόλου». Κι έτσι, για δυο ολόκληρες ώρες, ο Σάιμον μιλούσε για τους γονείς τους και την ανατροφή που του έδωσαν. Μοιράστηκε τις αναμνήσεις του με τον αδερφό του κι εδραίωσε ακόμα περισσότερο το δεσμό ανάμεσά τους. Όταν άκουσαν το αυτοκίνητο της Σάλι να πλησιάζει, ο Τζιμ του ’πιασε με θέρμη το μπράτσο. «Σ’ ευχαριστώ», είπε βραχνά κι είχε δάκρυα στα μάτια.


«Τίποτα», αποκρίθηκε ο Σάιμον. «Δεν πρόλαβα να σου πω την ιστορία με τη μαμά κι αυτόν που εισέπραττε το νοίκι. Θα σ’ την πω μια άλλη φορά». Η Σάλι γύρισε ενθουσιασμένη απ’ τα ψώνια της και η ατμόσφαιρα έγινε πιο πρόσχαρη. Πριν όμως πέσουν για ύπνο, τα δυο αδέρφια αγκαλιάστηκαν σφιχτά. Εκείνο το βράδυ ο Σάιμον κοιμήθηκε σαν πουλάκι. Όταν πήγε στο σπίτι της Σέι για να ζωγραφίσει την άλλη μέρα, ήταν ήρεμος. Σ’ αυτή τη χώρα είχε βρει τον αδελφό του και την ικανότητά του να ζωγραφίζει. Και η Σέι γύριζε σπίτι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Παρ’ όλο που ο Σάιμον έφτασε νωρίς στο αεροδρόμιο, για να μην κάνει τη Σέι να περιμένει, το γαλάζιο ελικόπτερο δεν ήταν εκεί. Σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, μήπως τη δει να έρχεται κι ύστερα πήγε στο γραφείο. Ένας γκριζομάλλης άντρας του έγνεψε να πλησιάσει. «Είμαι ο Μπιλ Ντούγκαν», συστήθηκε και του έσφιξε το χέρι. «Ήρθες να πάρεις τη Σέι;» «Ναι, είμαι ο Σάιμον Γκρέιγουντ. Είχαμε ραντεβού εδώ». «Θα καθυστερήσει λίγο. Σου τηλεφώνησα, αλλά είχες ήδη φύγει. Ένα πουλί μπλέχτηκε στην ουρά του ελικοπτέρου και η Σέι έπεσε σ’ ένα βάλτο. Το πρόβλημα είναι...» «Έπεσε;» τον έκοψε ο Σάιμον, νιώθοντας το στομάχι του να σφίγγεται. «Είναι καλά, μην ανησυχείς», βιάστηκε να τον καθησυχάσει ο Μπιλ. «Ξέχασα πως δεν είσαι εξοικειωμένος με την ορολογία. Είναι ασφαλής, προσγειώθηκε μια χαρά». Βλέποντας τον Σάιμον να βουλιάζει σε μια καρέκλα, του έδωσε εξηγήσεις με κάθε λεπτομέρεια. «Όταν καταστραφεί η ουρά, ο πιλότος πρέπει να προσγειωθεί αμέσως, γιατί χάνει τον έλεγχο. Η Σέι προσγειώθηκε πενήντα χιλιόμετρα μέσα στην ενδοχώρα, σ’ ένα βάλτο. Δεν έχει δρόμους εκεί, οπότε πρέπει να περιμένει το άλλο ελικόπτερο. Το περιμένουμε να φτάσει εδώ κατά τις τρεις. Έπειτα θα πάμε να την πάρουμε. Το ξέρει η Σέι, οπότε μη στενοχωριέσαι». Τα χάλια μου θα ’χω για να κάνει τόση προσπάθεια να με καθησυχάσει, σκέφτηκε ο Σάιμον. «Αν είμαι εδώ κατά τις δυόμισι, μπορώ να έρθω μαζί;» ρώτησε τον Μπιλ. «Και βέβαια», αποκρίθηκε εκείνος. «Αν έχουμε αλλαγή ώρας, θα σε ειδοποιήσω». Ο Σάιμον επέστρεψε στο αεροδρόμιο στις δυόμισι. Αυτή τη φορά είδε τον Μάικλ να στέκεται δίπλα σ’ ένα καφέ ελικόπτερο που ανεφοδιαζόταν. Ο Μάικλ του έγνεψε φιλικά. «Σε δέκα λεπτά φεύγουμε», τον πληροφόρησε. Σε λίγο είχαν απογειωθεί. Ο Σάιμον απολάμβανε την πτήση, ξέροντας πως στο τέλος της θα έβλεπε τη Σέι, και θαύμαζε τις απέραντες εκτάσεις των δασών. Ο Μάικλ χαιρόταν που είχε παρέα και του είπε ότι είχε αρραβωνιαστεί πριν από δυο βδομάδες, αφού του διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια πώς γνώρισε την αρραβωνιαστικιά του, την Κάθριν. «Βγήκες ποτέ με τη Σέι;» τον ρώτησε από περιέργεια ο Σάιμον. Ο Μάικλ έβαλε τα γέλια. «Όχι», αποκρίθηκε. «Τη συμπαθώ πολύ. Είναι εξαιρετική κοπέλα και πολύ καλή πιλότος. Θα της εμπιστευόμουν άνετα τη ζωή μου, αλλά είμαι λίγο συντηρητικός. Όταν γυρίζω σπίτι, ύστερα από μια μέρα σκληρής δουλειάς, θέλω τη γυναίκα μου στην εξώπορτα και το φαγητό να με περιμένει. Η Σέι σίγουρα κάπου θα ’λειπε με το ελικόπτερο». Έριξε μια ματιά κάτω και πρόσθεσε: «Πρέπει να πλησιάζουμε. Ας ελέγξω τις συντεταγμένες που μου έδωσε». Είχε δίκιο, λοιπόν, η Σέι που έλεγε πως οι άντρες δε θα δέχονταν το πρόγραμμά της. Μπορούσε να προσθέσει και το όνομα του Μάικλ στον κατάλογο με τον Τιμ, τον Νίκολας και τον Πίτερ. Ενώ ο Σάιμον πάντα πίστευε πως ένας συμβατικός γάμος ήταν κάτι το εξαιρετικά βαρετό. Κοίταξε κάτω χαμογελώντας. Πετούσαν πάνω από μια περιοχή όλο θάμνους, έλη, λίμνες και δέντρα. Κάνοντας έναν ανοιχτό κύκλο, ο Μάικλ χαμήλωσε το αεροσκάφος κι ο Σάιμον είδε το γαλάζιο ελικόπτερο στη μέση ενός ελώδους λιβαδιού. «Μπορούμε να προσγειωθούμε ακριβώς δίπλα του», ανακοίνωσε ο Μάικλ ικανοποιημένος. «Ας ελπίσουμε μόνο να μην υπάρχουν πουλιά τριγύρω». Το ελικόπτερο προσγειώθηκε ανάλαφρα. Το ελικόπτερο της Σέι ήταν στα δεξιά του Σάιμον, αλλά εκείνη δεν ήταν μέσα. Ούτε στεκόταν στη χλόη γνέφοντάς τους. Δεν ήταν πουθενά. Ο Σάιμον κοίταξε γύρω του, με μια ανησυχία που ολοένα μεγάλωνε. Τα δέντρα δεν ήταν τόσο πυκνά ώστε να την κρύβουν. «Δεν τη βλέπω, Μάικλ». «Ίσως είναι απ’ την άλλη μεριά, για να μην την πιάνει ο άνεμος. Μου κάνει εντύπωση που δεν κάθεται μέσα. Οι μύγες τσιμπάνε άσχημα αυτή την εποχή του χρόνου». Ο Μάικλ έσβησε τη μηχανή κι οι έλικες άρχισαν να γυρίζουν πιο αργά. «Βγες με σκυμμένο το κεφάλι, Σάιμον», τον συμβούλεψε, «και μακριά απ’ την εξάτμιση. Πριν φύγουμε, θα κοιτάξω τι βλάβη έχει το ελικόπτερό της, για να στείλουμε αύριο μια ομάδα να το φτιάξει». «Σέι!» άρχισε να φωνάζει ο Σάιμον, όταν κατέβηκε απ’ το ελικόπτερο. Η ουρά με τις κόκκινες ρίγες είχε χάσει τελείως το σχήμα της, ενώ πάνω της είχαν απομείνει μερικά πολύχρωμα φτερά. Ο Σάιμον έκανε το γύρο του γαλάζιου ελικοπτέρου, αλλά δεν την είδε πουθενά. Ίσως ν’ αποκοιμήθηκε, περιμένοντάς μας, σκέφτηκε και φώναξε πιο δυνατά τ’ όνομά της. Νιώθοντας την καρδιά του να χτυπάει άτακτα απ’ το φόβο του, άνοιξε την πόρτα της καμπίνας και διαπίστωσε πως ήταν άδεια. Βρήκε κάτι χαρτιά από φαγητό και τα κοίταξε, παρακαλώντας να είχαν φωνή για να του μιλήσουν. Καθώς έκλεινε την πόρτα της καμπίνας, ένα κουνούπι σφύριξε δίπλα απ’ τ’ αυτί του κι ύστερα κι άλλο. Δεν μπορεί να είχε ξαπλώσει στο ύπαιθρο, γιατί θα την είχαν φάει ζωντανή. «Σέι!» φώναξε πάλι. Ο Μάικλ βρέθηκε κοντά του. «Δεν τη βρήκες;» «Όχι. Πού μπορεί να ’χει πάει;» «Δεν άφησε κάποιο σημείωμα;» Έψαξαν βιαστικά την καμπίνα και το μόνο που βρήκαν ήταν ένα πακέτο τσίχλες. «Δεν καταλαβαίνω», είπε ο Μάικλ, σμίγοντας τα φρύδια του. «Ίσως πήγε καμιά βόλτα, για να περάσει την ώρα της, και χάθηκε». Στο μυαλό του Σάιμον ξεπήδησαν οι ατέλειωτες εκτάσεις άγριας φύσης που είχαν διασχίσει. Αν η Σέι είχε χαθεί εκεί μέσα, ίσως να μην την έβρισκαν ποτέ. «Καλύτερα να ζητήσουμε βοήθεια», πρότεινε απότομα. «Μπορεί ν’ αποκοιμήθηκε κάτω από κάποιο δέντρο», προσπάθησε να τον καθησυχάσει ο Μάικλ. «Αν είναι έτσι, δε θα χαρεί καθόλου αν φωνάξουμε την ομάδα διάσωσης. Ας ελέγξουμε πρώτα την περιοχή με το ελικόπτερο». Πάνω από μισή ώρα έκαναν κύκλους, πετώντας πάνω απ’ τα έλη και τα δάση γύρω απ’ το ελικόπτερό της, μέχρι που τα μάτια του Σάιμον πόνεσαν απ’ την προσπάθεια να διακρίνει την μπεζ στολή της ανάμεσα στους θάμνους και τα δέντρα. Ο Μάικλ προσγειώθηκε πάλι. «Θα ειδοποιήσω τη βάση να δω τι θα με συμβουλέψουν. Εσύ δεν πας να ψάξεις για ίχνη;» Ο Σάιμον στάθηκε λίγα λεπτά μπροστά στο ελικόπτερό της και προσπάθησε να φανταστεί τι θα έκανε στη θέση της. Είχε φοβερή ζέστη και τα κουνούπια κι οι μύγες θα της είχαν επιτεθεί, μόλις βγήκε απ’ το ελικόπτερο. Γνώριζε, όμως, πως έπρεπε να περιμένει πέντε ώρες περίπου, ώσπου να φτάσει το άλλο ελικόπτερο να την πάρει. Δεξιά του είδε να λάμπει μια λίμνη ανάμεσα στους θάμνους και πρόσεξε πως το γρασίδι ήταν πατημένο. Ο σφυγμός του χτυπούσε άτακτα, καθώς ακολουθούσε τα βήματά της κι είδε πως οδηγούσαν στη λίμνη. Η Σέι, που όταν την είχε πρωτογνωρίσει έπαιζε με το νερό, είχε πάει να κολυμπήσει. Και γιατί δεν είχε γυρίσει;


Η καρδιά του σφίχτηκε. Δεν μπορεί να πνίγηκε. Όχι η όμορφη, γεμάτη ζωντάνια Σέι, που ήταν τόσο εξοικειωμένη με το νερό όσο και μια ενυδρίδα. Άκουσε από μακριά τον Μάικλ να τον φωνάζει. Γύρισε πίσω, του περιέγραψε τι είχε βρει και δήλωσε πως θ’ ακολουθούσε τα ίχνη της, μέχρι εκεί που τέλειωναν. «Δεν μπορεί να έρθει άλλο ελικόπτερο για τρεις ώρες», τον πληροφόρησε ο Μάικλ. «Ας πάρουμε μαζί μας από ένα κουτί πρώτων βοηθειών κι ας πάμε να την ψάξουμε μόνοι μας. Θα ειδοποιήσω τη βάση τι πρόκειται να κάνουμε. Μπότες και φάρμακο για τα τσιμπήματα θα βρεις μέσα στο ελικόπτερο, Σάιμον». Ξεκίνησαν ύστερα από πέντε λεπτά, με τον Σάιμον να προπορεύεται. Προσπαθώντας ν’ αγνοήσει το σφίξιμο του φόβου στο στομάχι του, προχωρούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στα σημάδια της πορείας της Σέι. Παρ’ όλο που είχε ιδρώσει απ’ τη ζέστη, και τα σμήνη των μυγών τον κύκλωναν εκνευριστικά, δεν έδινε καμιά σημασία. Έπρεπε να βρει τη Σέι. Το γρασίδι έδωσε τη θέση του σε θάμνους με σκληρά φύλλα. Ο Σάιμον κοίταξε γύρω του, μήπως έβλεπε σπασμένα κλαδιά. «Ίσως πρέπει να πάμε κατευθείαν στη λίμνη», πρότεινε. «Είμαι σίγουρος πως πήγε προς τα εκεί». Δέκα λεπτά αργότερα βρέθηκαν στις όχθες της μικρής λίμνης. Δεν υπήρχε καμιά ένδειξη πως η Σέι είχε κολυμπήσει εκεί. Ο αέρας είχε πέσει και η επιφάνεια του νερού ήταν γαλήνια και σκοτεινή. «Μην ανησυχείς», του είπε ο Μάικλ. «Μπορεί η Σέι να μην είναι τέλεια νοικοκυρά, αλλά δεν είναι χαζή, κι είναι μια απ’ τις καλύτερες κολυμβήτριες που έχω γνωρίσει. Δεν έχω ιδέα πού βρίσκεται, μα είμαι σίγουρος ότι είναι ασφαλής». Ο Σάιμον τον κοίταξε ανέκφραστα. Είμαι ερωτευμένος με τη Σέι, σκέφτηκε. Την αγαπώ. Γι’ αυτό στέκομαι εδώ τρομοκρατημένος μήπως έχει πάθει τίποτα. Ο Μάικλ τον έπιασε απ’ το μπράτσο και τον ταρακούνησε. «Δεν κολύμπησε εδώ. Είναι πολύ ρηχά κι έχει πολλά φύκια. Έλα, πάμε στην επόμενη λίμνη». Ο Σάιμον έκανε προσπάθεια για να καταλάβει τι του έλεγε ο πιλότος και τελικά το μυαλό του άρχισε πάλι να λειτουργεί. Ο Μάικλ είχε δίκιο. Η Σέι θα είχε προσπεράσει αυτή τη λίμνη και θα πήγε στη μεγαλύτερη, με τα έλατα στις όχθες. Πρόσεξε αναστατωμένος ότι το γρασίδι είχε πατηθεί πρόσφατα και είδε πιο πέρα τσακισμένα χόρτα. Έφτασαν στην επόμενη λίμνη σε χρόνο ρεκόρ. Το εξασκημένο μάτι του Σάιμον παρατήρησε ένα σωρό σημάδια που έλεγαν ότι η Σέι είχε περάσει από κει. Οι δυο άντρες τράβηξαν, χωρίς να μιλήσουν, προς τη μικρή αμμουδιά που ήταν στο μέσο του μήκους της. Στην άμμο διέκριναν ίχνη από τα παπούτσια και τα γυμνά της πόδια. Δε βρήκαν πουθενά τα ρούχα της. Ο Σάιμον κατάλαβε πως η Σέι δεν είχε πνιγεί εκεί, γιατί σίγουρα θα είχε κολυμπήσει γυμνή. Έριξε μια ματιά γύρω του, προσπαθώντας πάλι να σκεφτεί ποια θα ήταν η επόμενη κίνησή της. Το κολύμπι θα την είχε δροσίσει και της απόμεναν άλλες δυο τρεις ώρες, ώσπου να φανεί το άλλο ελικόπτερο. Μάλλον θα είχε πάει στο δάσος να δροσιστεί και να προστατευτεί απ’ τις καυτές αχτίνες του ήλιου. Κι αν είχε μπει εκεί μέσα, δεν μπορούσαν να τη διακρίνουν από ψηλά. Το χώμα ήταν πια ξερό και δε βρήκε άλλα ίχνη. Άκουσε τον Μάικλ να του φωνάζει να σταθεί. «Μπορεί ν’ ανέβηκε σ’ εκείνη την πλαγιά ή να προχώρησε στο δάσος δεξιά. Νομίζω πως πρέπει να χωριστούμε, Σάιμον», είπε κι έβγαλε απ’ το σακίδιό του δυο πυξίδες. «Ξέρεις πώς να τη χρησιμοποιείς;» τον ρώτησε κι όταν ο Σάιμον έγνεψε καταφατικά, συνέχισε: «Ωραία. Θα συναντηθούμε εδώ σε δύο ώρες. Αν δεν τη βρούμε ως τότε, θα φωνάξουμε την αστυνομία. Πού θέλεις να πας;» Το ρυάκι που τροφοδοτούσε τη λίμνη χανόταν μέσα στο δάσος, στα δεξιά του Σάιμον κι εκείνος άκουγε από μακριά το κελάρυσμά του. «Θα πάω δεξιά», ανακοίνωσε και συμπλήρωσε, κοιτώντας το ρολόι του: «Θα τα ξαναπούμε αργότερα». Θυμήθηκε με πόνο πόσες φορές η Σέι είχε χρησιμοποιήσει αυτή τη φράση, αντί για αντίο. Ο Μάικλ εξαφανίστηκε μέσα στα δέντρα κι ο Σάιμον άρχισε να περπατάει κατά μήκος του ρυακιού. Το δάσος μοσχοβολούσε απ’ τα βρύα. Ένα καταπράσινο καταφύγιο που μέσα σε λίγα λεπτά μπορεί να τυλιχτεί στις φλόγες και να γίνει κάρβουνο, σκέφτηκε, περνώντας μέσα από φτέρες που του έφταναν ως τους μηρούς. Η Σέι είχε περάσει μια βδομάδα παλεύοντας με τη φωτιά. Σίγουρα θα είχε έρθει από δω. Η Σέι, με την οποία ήταν ερωτευμένος. Φώναζε κατά διαστήματα τ’ όνομά της και στεκόταν ν’ αφουγκραστεί και τον παραμικρό θόρυβο. Το μόνο που άκουγε, όμως, ήταν τα κελαηδίσματα των πουλιών, το ρυάκι που κυλούσε και τους χτύπους της καρδιάς του. Περπάτησε κάπου μισή ώρα, ώσπου ξαναβρήκε τα ίχνη της. Άρα ήρθε από δω, σκέφτηκε χαρούμενος και φώναξε τ’ όνομά της πάλι. Λίγα βήματα πιο κάτω κοκάλωσε. Ο κορμός ενός μικρού δέντρου μπροστά του ήταν ξεριζωμένος. Αυτό δεν μπορεί να το ’χε κάνει η Σέι. Αυτό το ’καναν μόνο οι αρκούδες. Οι μαύρες αρκούδες κι ιδίως οι θηλυκές με τα μικρά τους. Αυτές επιτίθονταν σε ανθρώπους. Νιώθοντας το φόβο να τον συνεπαίρνει πάλι, σκαρφάλωσε σ’ έναν απότομο βράχο από γρανίτη. Μπροστά του είδε ένα δέντρο που ο κορμός του είχε πάνω βαθιές χαρακιές. «Σέι!» ξεφώνισε, ανατριχιάζοντας σύγκορμος, κι είδε πως το ρυάκι χωριζόταν στα δύο. Εκείνη δε θα γύριζε πίσω, βλέποντας σημάδια από αρκούδα; Εκτός κι αν η αρκούδα την κυνηγούσε. Ακολουθώντας το ένστικτό του, πήρε το αριστερό ρυάκι, με βήμα γοργό και βλέμμα οξύ, σαν κυνηγός. Πέρασε ανάμεσα από μια συστάδα έλατα, κόβοντας με θόρυβο τα πιο χαμηλά κλαδιά. Ο Τζιμ τον είχε δασκαλέψει να κάνει φασαρία, όταν διέσχιζε περιοχές όπου υπήρχαν αρκούδες, για να μην αιφνιδιάσει καμιά, πράγμα πολύ επικίνδυνο. Ένα μεγαλόπρεπο πεύκο είχε γεμίσει το χώμα από κάτω με πευκοβελόνες. Υπό άλλες συνθήκες, πολύ θα ’θελε να το ζωγραφίσει. Σταμάτησε από κάτω και φώναξε πάλι τη Σέι. «Σάιμον, εσύ είσαι;» άκουσε μια φοβισμένη φωνή ακριβώς από πάνω του. Προς στιγμήν νόμισε ότι ονειρεύεται, πως απ’ το άγχος του να τη βρει είχε φανταστεί ότι του μιλούσε. Ύστερα κοίταξε πάνω. «Σέι;» είπε βραχνά. Τα κλαδιά σάλεψαν και μια βροχή από πευκοβελόνες έπεσε στο κεφάλι του. «Εδώ πάνω είμαι», του απάντησε. «Νόμιζα πως ήταν κι άλλη αρκούδα». «Είσαι καλά;» τη ρώτησε κι έκανε το γύρο του πεύκου, ώσπου την είδε. Ήταν σφηνωμένη ανάμεσα σε δυο κλαδιά και τον κορμό, τόσο ψηλά, που φαινόταν μικροσκοπική. «Έχω μουδιάσει ολόκληρη, διψάω και μ’ έχουν φάει τα κουνούπια», του είπε με πιο σταθερή φωνή. «Όμως χαίρομαι πολύ που σε βλέπω. Εσύ είσαι, έτσι; Δεν ονειρεύομαι;» Ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει τέτοια χαρά. «Εγώ είμαι», την καθησύχασε. «Γιατί δεν απαντούσες, όταν σου φώναζα;» «Μ’ έπαιρνε συνέχεια ο ύπνος. Οι φωνές σου με ξύπνησαν». Ένα πλατύ χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό του. «Πόση ώρα είσαι εκεί πάνω;» Εκείνη κοίταξε το ρολόι της με δυσκολία. «Δύο ώρες κι έντεκα λεπτά. Είδα μια αρκούδα, γι’ αυτό σκαρφάλωσα εδώ». «Θα κατέβεις;» «Έχω κολλήσει», του είπε κοφτά. «Φοβάμαι να κατέβω». Ο Σάιμον απολάμβανε την κάθε στιγμή. «Ένας πιλότος που φοβάται το ύψος ενός δέντρου είναι χειρότερος από ένα ζωγράφο που δεν μπορεί να ζωγραφίσει». «Δεν το βρίσκω και πολύ αστείο», του είπε με αξιοπρέπεια. «Όταν πετάω, υπάρχει ένα ελικόπτερο ανάμεσα στο σώμα μου και το έδαφος». «Τώρα, δηλαδή, θα πρέπει να σε σώσω;» «Αν έχεις την καλοσύνη».


Κοίταξε το δέντρο εξεταστικά και σκαρφάλωσε με αποφασιστικές κινήσεις, μέχρι που βρέθηκε κοντά της. «Γεια σου», της είπε. Του χαμογέλασε με χείλη που έτρεμαν. «Πολύ χαίρομαι που σε βλέπω. Φοβήθηκα πως θα ’μενα εδώ όλη νύχτα». Ο λαιμός της ήταν γεμάτος ξεραμένο αίμα, εκεί που την είχαν τσιμπήσει οι μύγες, ενώ τα μαλλιά της είχαν πευκοβελόνες και κλαδάκια. «Γλυκιά μου, κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω. Απ’ τις δώδεκα το μεσημέρι, φανταζόμουν πως έπεσες με το ελικόπτερο, πως πνίγηκες, πως σε καταβρόχθισε η αρκούδα... Ελπίζω μόνο ν’ απόλαυσες το μπάνιο σου». Τα μάτια της έλαμψαν. «Ήταν υπέροχα. Δεν υπήρχαν καλλιτέχνες να με κατασκοπεύουν». Ο Σάιμον βολεύτηκε ανάμεσα σε δυο κλαδιά. «Πες μου για την αρκούδα». «Περπατούσα κι απολάμβανα το ρυάκι κι εκείνες τις υπέροχες φτέρες κι έπειτα είδα αυτό το δέντρο και σκέφτηκα, τι όμορφο που είναι... Γιατί χαμογελάς;» «Επειδή αυτό ακριβώς φανταζόμουν ότι θα έκανες. Συνέχισε». «Κάθισα, λοιπόν, από κάτω κι αποκοιμήθηκα χωρίς να το καταλάβω. Με ξύπνησε ο θόρυβος που έκανε η αρκούδα, ξύνοντας μάλλον κάποιο δέντρο. Τρομοκρατήθηκα. Σκαρφάλωσα αμέσως ως τη μέση του δέντρου κι όταν την είδα να πλησιάζει, ανέβηκα ακόμα πιο ψηλά. Έκανε μια βόλτα στο ξέφωτο κι εξαφανίστηκε. Νομίζω ότι ούτε που με πρόσεξε. Και τότε συνειδητοποίησα πως δεν είχα κουράγιο να κατέβω. Αυτό ήταν». Ο Σάιμον έβγαλε το παγούρι με το νερό και της το ’δωσε. Εκείνη ήπιε κάμποσο κι έχυσε λίγο στο πρόσωπο και τις παλάμες της. «Και τώρα τι κάνουμε;» τον ρώτησε. «Θ’ αρχίσω να κατεβαίνω πρώτος. Έτσι θα βρίσκεσαι ανάμεσα σ’ εμένα και τον κορμό και θα ’σαι τελείως ασφαλής», της εξήγησε. Η Σέι είχε χλομιάσει. Ο Σάιμον στηρίχτηκε καλά και τη βοήθησε να σταθεί στα πόδια της, στρέφοντάς την ώστε η πλάτη της να είναι γυρισμένη προς αυτόν. «Θα βάλω το πόδι μου στο επόμενο κλαδί και θα κάνεις κι εσύ το ίδιο», της είπε ήρεμα. «Με το αριστερό σου πόδι, Σέι». Εκείνη έκανε ό,τι της είπε, αλλά το σώμα της είχε κοκαλώσει απ’ το φόβο. «Μπράβο. Τώρα το άλλο πόδι», την ενθάρρυνε. Κατέβηκαν μ’ αυτό τον τρόπο από κλαδί σε κλαδί. Η Σέι δε μιλούσε καθόλου, αλλά η ένταση στο κορμί της την πρόδινε. Απείχαν περίπου δυο μέτρα απ’ το χώμα, όταν το πόδι της γλίστρησε κι έχασε την ισορροπία της. Έβαλε τις φωνές κι αρπάχτηκε απ’ τον κορμό. Ο Σάιμον την κράτησε σφιχτά κάτω απ’ τις μασχάλες κι ένιωσε τους τρελούς χτύπους της καρδιάς της. «Σέι, δεν πρόκειται να σ’ αφήσω να πέσεις», την καθησύχασε. «Φτάνουμε. Σε λίγα λεπτά θα ’μαστε κάτω». Άκουσε την κοφτή της ανάσα και κατάλαβε πως αυτά τα δυο μέτρα θα τους δυσκόλευαν, γιατί τα κλαδιά ήταν πιο αραιά. «Κρατήσου εδώ», τη συμβούλεψε. «Εγώ θα κατέβω και θα σου πω να πηδήξεις στην αγκαλιά μου». Γλίστρησε στο χώμα, πέφτοντας πάνω στις πευκοβελόνες. Το πόδι του είχε αρχίσει να τον πονάει. Σηκώθηκε και της φώναξε: «Πήδα, Σέι». Εκείνη έκλεισε τα μάτια κι έκανε ό,τι της είπε. Προσγειώθηκε πάνω του και κατρακύλησαν κι οι δυο στο έδαφος. Ο Σάιμον την έσφιξε στην αγκαλιά του και διαπίστωσε πως έτρεμε ολόκληρη απ’ την ταραχή της. «Αυτό ήταν γλυκιά μου», της είπε τρυφερά, φιλώντας τη στα μαλλιά. «Είσαι ασφαλής πια». Η ζεστασιά του κορμιού της, τα ακαταλαβίστικά λόγια που του ψιθύριζε, η απαλότητα των μαλλιών της πάνω στο μάγουλό του, τον έκαναν να πλημμυρίσει από συγκίνηση. «Φοβόμουν πως ήσουν νεκρή», της είπε βραχνά, «ή πως δε θα σε βρίσκαμε. Πρώτη φορά φοβήθηκα τόσο πολύ. Σέι, αγαπημένη μου Σέι, σ’ αγαπώ τόσο πολύ». Το κορμί της έγινε άκαμπτο και τον έσπρωξε μακριά της. «Σταμάτα, Σάιμον!» είπε με πνιχτή φωνή. «Σε παρακαλώ, μη μιλάς έτσι!» Εκείνος την αγνόησε. «Πρέπει να ξέρεις ότι σ’ αγαπώ. Σίγουρα είμαι ο μόνος που δεν είχα καταλάβει τι συμβαίνει. Όταν έφτασα στην πρώτη λίμνη και νόμιζα πως είχες πνιγεί, τότε συνειδητοποίησα πώς αισθάνομαι για σένα. Φοβόμουν ότι ήταν πια πολύ αργά». «Δε θέλω να μ’ αγαπάς», του φώναξε κι ανακάθισε. «Θα τα καταστρέψεις όλα». «Πώς είναι δυνατόν να καταστρέψει κάτι η αγάπη;» απόρησε εκείνος και σηκώθηκε, παρασύροντάς την κι αυτή. «Μονάχα να πλουτίσει μπορεί αυτό που υπάρχει ανάμεσά μας». «Εσύ μπορεί να μ’ αγαπάς, αλλά εγώ δε σ’ αγαπώ», του απάντησε, προσπαθώντας να συγκρατήσει το θυμό της. «Κι ούτε θέλω να σ’ αγαπήσω. Για όνομα του Θεού, Σάιμον, πάμε να φύγουμε από δω. Είμαι κουρασμένη, ζεσταίνομαι και θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου». Το οποίο ήταν γεμάτο με τα σύνεργα της ζωγραφικής του. «Νόμιζα πως πέθανες, καταλαβαίνεις;» τη ρώτησε ανυπόμονα. «Τι περίμενες; Να ’ρθω και να σου πω, τι ωραία, είσαι ζωντανή; Δεν έχεις καθόλου καρδιά μέσα σου;» «Λυπάμαι που είχες αυτή την εμπειρία και σου είμαι πραγματικά ευγνώμων που με κατέβασες απ’ αυτό το απαίσιο δέντρο. Δεν είμαι, όμως, ερωτευμένη μαζί σου! Εγώ θα γυρίσω στο ελικόπτερο, Σάιμον, κι εσύ κάνε ό,τι θέλεις». Την άρπαξε απ’ το μπράτσο, πιο θυμωμένος από ποτέ. «Πρόσεχε τι λες, Σέι. Αν φοβάσαι τόσο πολύ μη μ’ ερωτευτείς, τότε σίγουρα δεν πρόκειται να κοιμηθώ μαζί σου. Ο λόγος που σε ποθώ τόσο πολύ είναι ακριβώς επειδή σ’ αγαπώ κι αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να χτίσουμε κάτι οι δυο μας. Κάτι που θα κρατήσει. Κάτι όμορφο. Μα δεν μπορώ να το κάνω μόνος κι ούτε πρόκειται να σε παρακαλάω να μου πετάς τα ψίχουλα της αγάπης σου, σαν να είμαι πεινασμένο σκυλί». «Δεν πρόκειται να νιώσω ενοχές, επειδή δε σ’ αγαπώ, Σάιμον Γκρέιγουντ», του δήλωσε και τράβηξε το μπράτσο της κοντανασαίνοντας. Σιγά σιγά, ο Σάιμον κατάλαβε τι ήθελε να του πει. Το εννοεί, σκέφτηκε. Πράγματι δε μ’ αγαπάει. Κι ακόμα χειρότερα, δε θέλει να μ’ αγαπήσει. Έπιασε το πιο κοντινό κλαδί για να στηριχτεί, νιώθοντας σαν κάποιος να του είχε δώσει γροθιά στο στομάχι. «Δεν την αντέχω αυτή την κατάσταση», είπε αγριεμένη η Σέι κι εξαφανίστηκε ανάμεσα στα έλατα. Εκείνος απόμεινε ασάλευτος, ξέροντας ότι, αν ακολουθούσε το ρυάκι, η Σέι δε θα χανόταν. Δυσκολευόταν ν’ ανασάνει. Τα γόνατά του ήταν κομμένα και το αριστερό του πόδι έτσουζε. Άφησε το κλαδί που κρατούσε κι έτριψε τις παλάμες στο παντελόνι του, νιώθοντας τα χέρια του να τρέμουν. Μπορεί να ’μενε εκεί για αρκετή ώρα, αλλά ξαφνικά σκέφτηκε ότι ίσως η Σέι να ξανασυναντούσε την αρκούδα. Άρχισε να περπατάει, αγνοώντας εντελώς την ομορφιά της βλάστησης γύρω του. Κοίταξε αφηρημένος το ρολόι του και σάστισε όταν είδε ότι δεν είχε περάσει πολλή ώρα. Είχαν ραντεβού με τον Μάικλ σε είκοσι λεπτά. Έφτασε στην άκρη του δάσους κι είδε τη Σέι να τον περιμένει. Του έριξε μια κλεφτή ματιά κι αποτράβηξε αμέσως το βλέμμα της. «Δεν ήμουν σίγουρη από πού να πάω», του είπε. Οι λόφοι έκρυβαν τα δυο ελικόπτερα. «Πρέπει να περιμένουμε τον Μάικλ», της εξήγησε. «Πήγε να σε ψάξει σ’ εκείνη την πλαγιά». Της έδωσε το φάρμακο για τα τσιμπήματα κι εκείνη το πήρε, προσέχοντας να μην τον αγγίξει. Ο Σάιμον κάθισε σ’ ένα βράχο, άδειασε το μυαλό του απ’ οποιαδήποτε σκέψη και περίμενε τον άλλο πιλότο. Έξι λεπτά αργότερα, όταν εκείνος πρόβαλε ανάμεσα απ’ τα δέντρα, η Σέι έτρεξε προς το μέρος του. Ο Σάιμον τους παρακολούθησε αδιάφορα ν’ αγκαλιάζονται και να προχωρούν προς το μέρος του. «Τσάμπα έκανες τόσο δρόμο, Μάικλ», είπε, προσπαθώντας να κρατήσει φυσιολογική τη φωνή του. Μετά προχώρησε μπροστά. Από πίσω του άκουγε τη Σέι να διηγείται για την αρκούδα. Τη μισούσε που μπορούσε να κουβεντιάζει σαν να μην έτρεχε τίποτα. Όταν έφτασαν στο ελικόπτερο, εκείνος κάθισε στο πίσω κάθισμα. Προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο και η Σέι, αφού έδωσε την αναφορά της, τον βρήκε να την περιμένει στο αυτοκίνητό της. «Θα πάρω απόψε τα πράγματά μου απ’ το σπίτι σου», της ανακοίνωσε, μόλις εκείνη κάθισε στη θέση του συνοδηγού.


«Πώς πάει ο πίνακας;» τον ρώτησε ήρεμα. «Καλά». Αναστενάζοντας κουρασμένα, η Σέι έγειρε πίσω κι έκλεισε τα μάτια. Όταν έφτασαν στο σπίτι της, ανακάθισε και μουρμούρισε: «Σ’ ευχαριστώ που οδήγησες εσύ. Ήμουν στ’ αλήθεια πολύ κουρασμένη». «Θα πάρω τα πράγματά μου και θα με ξεφορτωθείς», της είπε ψυχρά, δίνοντάς της τα κλειδιά. Η Σέι μπήκε πρώτη στο σαλόνι. Ο πίνακας, μισοτελειωμένος, ήταν πάνω στο καβαλέτο. Τα χρώματά του έσφυζαν από ζωή. Εκείνη έβγαλε ένα χαρούμενο επιφώνημα και πήγε πιο κοντά. Ο Τάιγκερ και η Μίνι ήταν στον κήπο, ανάμεσα στις μαργαρίτες και τους κατιφέδες. Στο κέντρο ήταν το σκυλί που κοίταζε με λατρεία τη Μίνι. Αν και το μόνο που είχε ζωγραφίσει ο Σάιμον ήταν το πρόσωπο της Μίνι και λίγα απ’ τα λουλούδια, ένα γλυκό φως πλημμύριζε τον κήπο, ενώ φαινόταν καθαρά ο δεσμός ανάμεσα στη γυναίκα και το σκυλί, χωρίς ίχνος υπερβολικού συναισθηματισμού. «Είναι υπέροχο, Σάιμον», του είπε ήσυχα η Σέι. Εκείνος δεν απάντησε. Έβαλε τα σύνεργά του σ’ ένα κιβώτιο και στο τέλος δίπλωσε το καβαλέτο. «Πού θα ζωγραφίζεις τώρα;» τον ρώτησε αμήχανα. «Στο διαμέρισμα του Τζιμ στην πόλη», αποκρίθηκε και, παίρνοντας τις δυο μικρές ελαιογραφίες απ’ την κουζίνα, τις έβαλε κι αυτές στο κιβώτιο. «Σε πειράζει να με πετάξεις ως το σπίτι του Τζιμ;» «Όχι βέβαια», του είπε και δάγκωσε αμήχανη τα χείλη της. «Αυτός ο πίνακας είναι μεγάλη νίκη για σένα». Εκείνη τη στιγμή, αυτό ήταν το τελευταίο που τον ενδιέφερε. «Έπρεπε να χρησιμοποιήσω τέμπερες αντί για λαδομπογιές, γι’ αυτό δε μου έβγαινε στην αρχή. Πάμε». «Μακάρι να μη με είχες ερωτευτεί!» ξέσπασε ξαφνικά η Σέι. «Αυτό λέω κι εγώ», της είπε σοβαρά κι έπειτα σήκωσε το κιβώτιο με τα πράγματά του και βγήκε έξω. Η διαδρομή ως το σπίτι του Τζιμ κύλησε μες στη σιωπή. Όταν έφτασαν, ο Σάιμον είδε ανακουφισμένος πως δεν ήταν κανείς στο σπίτι. Ο αδερφός του είχε πει ότι θα πήγαινε με τη Σάλι σε κάτι φίλους. Η Σέι τον βοήθησε να πάει μέσα τα πράγματά του κι έπειτα είπε βεβιασμένα: «Λοιπόν, Σάιμον, καληνύχτα. Σ’ ευχαριστώ και πάλι που ήρθες να με βρεις και με κατέβασες απ’ το δέντρο». «Γεια σου, Σέι», της αποκρίθηκε ξερά. Έφυγε πολύ ταραγμένη. Καθώς ο Σάιμον τοποθετούσε τον πίνακα πάνω στο καβαλέτο, άκουσε το αυτοκίνητό της ν’ απομακρύνεται. Τακτοποίησε το κουτί με τα πράγματά του στο δωμάτιό του και βγήκε στη βεράντα. Είχε παίξει κι είχε χάσει. Είχε κάνει το λάθος να ερωτευτεί μια γυναίκα που φοβόταν τον έρωτα. Η Σέι, μέσα στο μυαλό της, τον είχε τοποθετήσει στην ίδια μοίρα με τον Τιμ και τον Νίκολας, δυο άντρες που ήθελαν κάποια που θα ταίριαζε με τα δικά τους πρότυπα. Εκείνος την αγαπούσε όπως ήταν. Μόνο που η Σέι είχε πληγωθεί πολύ στο παρελθόν για να καταλάβει τη διαφορά. Κι έτσι τον αρνήθηκε. Δε σκόπευε να την ικετεύσει να τον αγαπήσει.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Μια βδομάδα αργότερα ο Σάιμον τέλειωσε τον πίνακα. Έκανε ένα βήμα πίσω, κρατώντας ακόμα το πινέλο στο χέρι του και, χωρίς ίχνος ματαιοδοξίας, κατάλαβε πως ήταν ό,τι καλύτερο είχε δημιουργήσει ως τότε. Η ακεραιότητα, η ανθρωπιά και η χαρά της ζωής, που πίστευε πως είχε χάσει για πάντα, ήταν συγκεντρωμένα σ’ αυτό το ορθογώνιο τελάρο. Ευχόταν μονάχα ν’ αρέσει στη Μίνι. Θα είναι πολύ ειρωνικό, σκέφτηκε, να προτιμήσει τις δυο μικρές ελαιογραφίες που έφτιαξα στην αρχή. Και ήταν ακόμη πιο ειρωνικό το γεγονός –και στη σκέψη αυτή τα χείλη του σφίχτηκαν– ότι, ολοκληρώνοντας ένα πορτραίτο το οποίο θα υπέγραφε με περηφάνια, είχε εξαφανιστεί αυτό που φανταζόταν πως ήταν το μοναδικό εμπόδιο ανάμεσα σ’ εκείνον και τη Σέι. Δεν την είχε δει όλη την εβδομάδα. Μετά από τη μέρα εκείνη, είχε μετακομίσει στο διαμέρισμα του Τζιμ κι έμεινε εκεί, δουλεύοντας ασταμάτητα. Του έλειπε πολύ κι ακόμα δεν είχε καταλάβει πώς θα μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτήν. Είχε φτάσει στο σημείο να τσεκάρει αν υπήρχαν θέσεις ελεύθερες στις πτήσεις για το Λονδίνο. Ωστόσο χρωστούσε στον Τζιμ πάρα πολλά ώστε να φύγει έτσι για την Αγγλία, κι ας του φαινόταν η μόνη εναλλακτική λύση, στις δύσκολες ώρες ανάμεσα στις δύο και τις τέσσερις τα χαράματα. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του κι αναρωτήθηκε αν έπρεπε να πάει στο Σόμερβιλ τώρα που τέλειωσε. Ένιωθε άδειος κι εξαντλημένος. Ήταν ένα συναίσθημα που τον πλημμύριζε κάθε φορά που ολοκλήρωνε ένα έργο. Πίστευε όμως πως δε θ’ άντεχε ν’ αντικρίσει τη λίμνη και το σπίτι, ξέροντας πως η γυναίκα που αγαπούσε έμενε απ’ την άλλη μεριά της λίμνης. Όχι απόψε. Καθάρισε τα πινέλα και μάζεψε τις μπογιές του, ρίχνοντας κάθε τόσο κλεφτές ματιές στον πίνακα. Ούτε το γεγονός ότι είχε χάσει τη Σέι μπορούσε να πνίξει την ικανοποίηση που ένιωθε. Παρήγγειλε κινέζικο φαγητό στο σπίτι κι έκανε ένα μπάνιο, ελπίζοντας πως το καυτό νερό θα ’διωχνε την εξάντλησή του. Καθώς σκουπιζόταν, είδε τη μεγάλη ουλή στον αριστερό του μηρό. Θα του έμενε σε όλη του τη ζωή, μια διαρκής υπενθύμιση της Σέι. Το κουδούνι της πόρτας χτύπησε κι έτρεξε ν’ ανοίξει, τυλίγοντας μια πετσέτα γύρω απ’ τη μέση του. Πήρε το φαγητό, το άφησε στην κουζίνα και πήγε να ντυθεί. Πριν προλάβει όμως, άκουσε κάποιον να χτυπάει την πόρτα. Λες να έκαναν λάθος στην παραγγελία μου; αναρωτήθηκε και πήγε ν’ ανοίξει. Μπροστά του στεκόταν η Σέι. Η καρδιά του αναπήδησε και η εικόνα της αποτυπώθηκε αμέσως στο μυαλό του. Φορούσε ένα εφαρμοστό σκούρο πράσινο φουστάνι μ’ ένα μεγάλο χρυσό φερμουάρ μπροστά, χρυσά σκουλαρίκια σε σχήμα φύλλων που έφταναν ως τους ώμους της κι είχε τα μαλλιά της λυτά. Παρά την πόζα και την αυτοπεποίθηση που έδειχνε εξωτερικά, το πρόσωπό της φανέρωνε δισταγμό και φόβο. Πριν προλάβει ο Σάιμον να πει κουβέντα, εκείνη ψέλλισε τ’ όνομά του και χώθηκε στην αγκαλιά του. Η απαλότητα του στήθους της, η ευωδιά του αρώματός της, η ζεστασιά του προσώπου της πάνω στο γυμνό του ώμο τον έκαναν να πλημμυρίσει πόθο. Κι έπειτα η Σέι του πρόσφερε τα χείλη της. Κλείνοντας την εξώπορτα με τον αγκώνα του, κόλλησε τα χείλη του στα δικά της με μια λαχτάρα όμοια με τη δική της. Η δερμάτινη τσάντα της έπεσε στο πάτωμα. Χωρίς να σκεφτεί τι κάνει, τη σήκωσε στα χέρια και τη μετέφερε στο υπνοδωμάτιο. Την ακούμπησε στο κρεβάτι κι έγειρε πάνω της, φιλώντας τη στο πρόσωπο, το λαιμό, τα μαλλιά. Τον κρατούσε τόσο σφιχτά, που ο Σάιμον ήταν σίγουρος πως τον ήθελε κι εκείνη. Η πετσέτα γύρω απ’ τη μέση του λύθηκε. Της κατέβασε το φερμουάρ και το φόρεμα άνοιξε. Όταν το παραμέρισε, ανακάλυψε γοητευμένος πως δε φορούσε τίποτα από μέσα. Τα χείλη του έκλεισαν πάνω στις ρόδινες θηλές της και η Σέι, βογκώντας από ηδονή, έβγαλε τελείως το φουστάνι, με μια βιασύνη που τον ερέθισε ακόμα περισσότερο. Τα χέρια του ταξίδεψαν πάνω στο κορμί της, ανακαλύπτοντας την καμπύλη των μηρών και της κοιλιάς της. Τα μάτια του γέμισαν απ’ τη λάμψη του φιλντισένιου της στήθους. Έγειρε πάνω της για να της δώσει άλλο ένα παθιασμένο φιλί κι ένιωσε τους γοφούς της να σαλεύουν ρυθμικά κάτω απ’ το κορμί του. «Σέι, δεν έχω προφυλακτικά», μουρμούρισε βραχνά. «Το φρόντισα εγώ», του είπε και, με τόλμη ανάμεικτη με κάποια ντροπαλοσύνη, άρχισε να τον χαϊδεύει στο στέρνο, την κοιλιά κι ακόμα πιο χαμηλά, παρατηρώντας το πρόσωπό του να συσπάται από μια ηδονή που έμοιαζε με πόνο. Ο Σάιμον ξέχασε ότι είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να μην κοιμηθεί μαζί της κι ακόμη αγνόησε το γεγονός πως αυτό θα τους έδενε περισσότερο. Άνοιξε τους μηρούς της και, αγγίζοντάς τη στο κέντρο της θηλυκότητάς της, τη χάιδεψε μέχρι που την άκουσε να στενάζει από ηδονή και τότε μόνο μπήκε μέσα της. Η Σέι φώναξε δυνατά τ’ όνομά του και τον έσφιξε πάνω της. Την πήρε άγρια, κτητικά, ξέροντας ότι δεν απείχε πολύ απ’ την ολοκλήρωση κι ύστερα γλίστρησε μαζί της σ’ εκείνο τον τόπο που είναι θάνατος μαζί και ζωή και που τον γέμισε με μια γαλήνη τελείως πρωτόγνωρη. Έγειρε πάνω της τρυφερά και την έσφιξε στην αγκαλιά του αμίλητος. Αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν το ανθρώπινο σώμα να περικλείει τόση ευτυχία. Η Σέι τύλιξε τα μπράτσα της γύρω του, έτριψε το μάγουλό της στο λαιμό του κι αναστέναξε ικανοποιημένη. Καλά κάνει και δε μιλάει, σκέφτηκε εκείνος. Αυτό που ζήσαμε δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Υπήρχε μόνο η απέραντη ευτυχία που ένιωθε, έχοντας τη γυναίκα που αγαπούσε στην αγκαλιά και στο κρεβάτι του. «Παίρνουμε μετάλλιο γρηγοράδας για τα τελευταία δέκα λεπτά», αστειεύτηκε, ενώ στηριζόταν στον αγκώνα του. «Δεν έχω παράπονο». Το χαμόγελο χάθηκε απ’ τα χείλη του. «Ήρθες εδώ για να με αποπλανήσεις», της είπε. Τα μάτια της είχαν σκοτεινιάσει κι ήταν γεμάτα αβεβαιότητα. «Ναι», παραδέχτηκε. Ο Σάιμον θυμήθηκε το πράσινο φόρεμα με το βολικό φερμουάρ και το γεγονός πως ήταν γυμνή από κάτω. «Ήταν προσχεδιασμένη κίνηση;» «Όχι! Πέρασα μια φριχτή βδομάδα, Σάιμον. Δεν μπορούσα να φάω, δεν μπορούσα να κοιμηθώ, το μόνο που σκεφτόμουν ήσουν εσύ», ομολόγησε χαμηλόφωνα και πρόσθεσε: «Κάτι μέσα μου μ’ έσπρωξε να ’ρθω εδώ απόψε. Ήταν σαν να μην είχα άλλη επιλογή». Εκείνος σχεδίασε με το δάχτυλό του το περίγραμμα των χειλιών της. «Το ξέρεις πως σ’ αγαπώ». Έγνεψε καταφατικά. «Το ξέρω... μα φοβόμουν μήπως είχες φύγει για την Αγγλία, χωρίς να μου το πεις». «Το σκέφτηκα». «Όταν είμαι μαζί σου, είναι σαν να πετάω με το ελικόπτερο μέσα στο σκοτάδι. Όλες μου οι γνώσεις είναι άχρηστες. Βασίζομαι στο ένστικτό μου». «Το οποίο σε γέλασε δυο φορές στο παρελθόν». Του χαμογέλασε μ’ ευγνωμοσύνη. «Ακριβώς. Και γκρεμοτσακίστηκα». «Αυτή τη λέξη ούτε να την ακούω δε θέλω», της είπε αυστηρά. «Θα προτιμούσες να είχα ένα πιο ασφαλές επάγγελμα. Να ήμουν δασκάλα, ας πούμε, σαν τη Σάλι. Έτσι δεν είναι;» τον κατηγόρησε. «Δεν είπα κάτι τέτοιο, Σέι», την αντέκρουσε σοβαρά. «Το πιλοτάρισμα είναι ένα κομμάτι του εαυτού σου και, όταν λέω ότι σ’ αγαπώ, εννοώ το σύνολο της


προσωπικότητάς σου. Έχεις ικανότητες και κουράγιο. Πώς μπορώ αυτά να τ’ αφήσω απέξω; Ούτε μπορώ ούτε θέλω. Αλλά δεν πρόκειται να προσποιηθώ ότι δεν ανησυχώ και δε νοιάζομαι για σένα». Εκείνη έμεινε για λίγο σιωπηλή, προσπαθώντας να κατανοήσει αυτά που της είπε. Έπειτα ανασήκωσε το κεφάλι της και στα γκρίζα μάτια της κρυβόταν μια πρόκληση. «Από τα μεσάνυχτα, έχω βάρδια για σαράντα οχτώ ώρες. Ίσως χρειαστεί να φύγω οποιαδήποτε στιγμή. Στην τσάντα μου έχω το βομβητή μου». Ο Σάιμον χάιδεψε τρυφερά την καμπύλη του στήθους της. «Τότε δεν πρέπει να χάνουμε καιρό». Το ρίγος που διαπέρασε το κορμί της δεν ήταν προσποιητό, ωστόσο εκείνη αντιστάθηκε. «Να σου πω την αλήθεια, πεινάω σαν λύκος. Και τυχαίνει να ξέρω πως παρήγγειλες κινέζικο φαγητό, γιατί έτσι κατάφερα και μπήκα στο σπίτι». «Προτιμάς, λοιπόν, το φαγητό από μένα;» τη ρώτησε, χαϊδεύοντας τώρα το κάτω μέρος του κορμιού της. Τον άρπαξε απ’ τον καρπό και τον κοίταξε σοβαρά στα μάτια. «Σάιμον, θέλω να ξέρεις ότι ποτέ δεν έχω νιώσει έτσι κάνοντας έρωτα. Σαν να με παρέσυρε μια δύναμη και δεν ήξερα πού τελειώνω εγώ και πού αρχίζεις εσύ». Μπορώ να χαθώ μέσα στα μάτια της, σκέφτηκε εκείνος. «Το ίδιο ένιωσα κι εγώ. Σαν να έκανα έρωτα για πρώτη φορά. Σέι, είσαι σίγουρη πως δεν είσαι ερωτευμένη μαζί μου;» Άφησε τον καρπό του αμέσως. «Δεν είμαι. Το ξέρω πως δεν είμαι», αποκρίθηκε βιαστικά. «Σε παρακαλώ, Σάιμον, μη με πιέζεις». Κι αν δεν τον ερωτευόταν ποτέ; Τι θα ’κανε τότε; Μ’ όση δύναμη είχε, προσπάθησε να πνίξει τους φόβους του. «Μπορούμε να φάμε πρώτα κι ύστερα να ξαναπέσουμε στο κρεβάτι», της πρότεινε. «Έχουμε αρκετή ώρα ως τα μεσάνυχτα». Η ανακούφιση που είδε στο πρόσωπό της δεν τον καθησύχασε. «Ωραία ιδέα», συμφώνησε η Σέι. Της έδωσε να φορέσει ένα πουκάμισο και σηκώθηκαν να πάνε στην κουζίνα. Η Σέι πρόσεξε αμέσως το καβαλέτο που στεκόταν δίπλα στην πόρτα της βεράντας και το πλησίασε, σαν να την τραβούσε μαγνήτης. Παρατηρούσε τον τελειωμένο πίνακα, μένοντας σιωπηλή αρκετή ώρα κι ο Σάιμον ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Ανησυχούσε μήπως δεν άρεσε στη Μίνι. Αν, όμως, δεν άρεσε στη Σέι; Στράφηκε προς το μέρος του μ’ ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο. «Είναι καταπληκτικό, Σάιμον», τον επαίνεσε. «Πριν τελειώσει, μου φαινόταν πολύ όμορφο, αλλά τώρα μου ’κοψε την ανάσα. Η Μίνι σου ζήτησε ένα πορτραίτο του Τάιγκερ κι εσύ της χάρισες όλη της τη ζωή». Κάρφωσε πάλι το βλέμμα της στον πίνακα και πρόσθεσε: «Αυτές οι σκιές στο βάθος του κήπου... Ήθελες να δείξεις το θάνατο του άντρα της και του Τάιγκερ, έτσι δεν είναι; Τα λουλούδια όμως, όλη αυτή τη χαρά της ζωής, αυτό είναι που προσέχει κανείς». «Χαίρομαι που σου αρέσει». «Θα ’θελα πολύ να είμαι μαζί σου όταν της το δώσεις». Δεν είχε άλλη επιλογή. «Και βέβαια να ’ρθεις. Αν δεν ήσουν εσύ, δε θα μπορούσα να το ζωγραφίσω». Ξαφνικά η Σέι τον αγκάλιασε σφιχτά. «Αυτός ο πίνακας σε αντιπροσωπεύει απόλυτα, το νιώθω. Χαίρομαι αφάνταστα για σένα». Ο Σάιμον πρώτη φορά είχε κάποιον κοντά του να χαίρεται για τις επιτυχίες του και ιδιαίτερα για έναν πίνακα που σήμαινε το τέλος του καλλιτεχνικού του αδιεξόδου και την αρχή μιας καινούριας περιόδου στη ζωή του. Μ’ αρέσει αυτή η αίσθηση, σκέφτηκε και την αγκάλιασε κι αυτός. Έφαγαν στο μπαλκόνι την ώρα που έπεφτε ο ήλιος. Έπειτα ο Σάιμον έφτιαξε καφέ, έπλυνε μούρα κι έβγαλε μπισκότα. Το βλέμμα του δεν την άφηνε στιγμή. Παρατηρούσε τη γραμμή του λαιμού της, το στήθος της να διαγράφεται κάτω απ’ το πουκάμισο, τις λεπτές γαλάζιες φλέβες στα γόνατα και τους αστραγάλους της κι ήξερε πως δεν ήταν ο καλλιτέχνης μέσα του που πρόσεχε αυτές τις λεπτομέρειες, αλλά ο άντρας. Έπιασε ψύχρα έξω και μπήκαν στο σαλόνι να πιουν τον καφέ τους. Η Σέι κουλουριάστηκε στη μια άκρη του καναπέ και φλυαρούσε άσκοπα για να κρύψει την αμηχανία της. «Γιατί ανησυχείς, Σέι;» τη ρώτησε τελικά κάποια στιγμή. «Κάναμε έρωτα, νιώθω απόλυτα ικανοποιημένος, φάγαμε, κουβεντιάσαμε και τώρα μάλλον πρέπει να φύγεις;» «Μέντιουμ είσαι;» του πέταξε θυμωμένη. «Έχω βαρεθεί να σου επαναλαμβάνω ότι δεν είμαι ούτε σαν τον Τιμ, ούτε σαν τον Νίκολας». Η φωνή του ήταν γεμάτη ένταση. «Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι δε μου φτάνει μια ζωή για να σε πείσω επιτέλους ότι σ’ αγαπώ. Δεν πρόκειται να σε παρατήσω, μόνο και μόνο επειδή ίσως χρειαστεί να φύγεις κάποια στιγμή τ’ άγρια χαράματα. Ή γιατί κάποιες φορές θ’ αργείς για φαγητό». «Μα εσύ βρίσκεσαι εδώ μόνο για το καλοκαίρι», ξέσπασε εκείνη. «Θα πρέπει να επιστρέψω στο Λονδίνο σ’ ένα μήνα περίπου, για να τακτοποιήσω κάποιες υποθέσεις μου. Αν κρίνω, όμως, από τον πίνακα της Μίνι, δουλεύω καλύτερα εδώ παρά εκεί. Κι άντε να με ξεφορτωθείς», κατέληξε, χαμογελώντας πονηρά. «Πάμε στο κρεβάτι», του πρότεινε ξεψυχισμένα. Βιάζεται να φύγει μακριά μου, σκέφτηκε ο Σάιμον απογοητευμένος. Υποθέτω πως είναι θεία δίκη για μένα, που δε χρειάστηκε ποτέ να κυνηγήσω γυναίκα, να νιώθω τέτοια αβεβαιότητα με τη μόνη που ερωτεύτηκα. «Όπως θέλεις». Αυτή τη φορά έκαναν έρωτα χωρίς καμιά βιασύνη, απολαμβάνοντας την κάθε στιγμή. Ο Σάιμον έβλεπε στο πρόσωπο της Σέι ότι την οδηγούσε σ’ έναν τόπο όπου δεν είχε ξαναπάει, όπου οι ανάγκες της είχαν προτεραιότητα. Άνοιξε σαν λουλούδι κάτω από τ’ άγγιγμά του κι ο Σάιμον ανταμείφθηκε, όταν εκείνη άρχισε, δειλά στην αρχή αλλά με όλο και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, να πειραματίζεται. Να τον αγγίζει όπου δεν τον είχε αγγίξει. Να γέρνει πάνω του, όπως οι γοργόνες στα κύματα. Να του δείχνει πώς νιώθει στο κάθε του άγγιγμα, αφαιρώντας το προστατευτικό κάλυμμα των συναισθημάτων της, μέχρι που η ψυχή της γυμνώθηκε μπροστά του όπως το γεμάτο χάρη κορμί της. Τους κατέκλυσε η ίδια θύελλα πάθους, όπως και την πρώτη φορά. Ύστερα η Σέι αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του, με τα μαλλιά της να πέφτουν στον ώμο του και τα πόδια της μπλεγμένα στα δικά του. Τη σκέπασε με το σεντόνι, ακούγοντας την απαλή της ανάσα. Κάτι μουρμούρισε στον ύπνο της, κούρνιασε στο στήθος του κι ησύχασε. Το δέρμα της είχε απορροφήσει τη μυρωδιά του, σαν πρωτόγονη σφραγίδα ιδιοκτησίας. Έμεινε ξύπνιος πολλή ώρα, σαν να φοβόταν πως, αν κοιμόταν, θα ξυπνούσε και δε θα την έβρισκε, πως θα γινόταν μια ανάμνηση φευγαλέα σαν όνειρο. Μα τελικά τον πήρε ο ύπνος, ώσπου τον ξύπνησε ένας ρυθμικός, εκνευριστικός βόμβος, που έμοιαζε με χτύπημα τηλεφώνου. Η Σέι πετάχτηκε όρθια. «Ο βομβητής μου», είπε. «Πού άφησα την τσάντα μου;» Χωρίς να περιμένει απάντηση, σηκώθηκε και πήγε τρέχοντας στο σαλόνι. Ο Σάιμον έτριψε το πιγούνι του, παρατηρώντας το πρώτο χλομό φως της αυγής να μπαίνει απ’ τις κουρτίνες. Λίγα λεπτά αργότερα την άκουσε να μιλάει απ’ το τηλέφωνο της κουζίνας. «Ναι... εντάξει... θα είμαι εκεί στις εξίμισι», είπε κι ύστερα γύρισε βιαστικά στο υπνοδωμάτιο. «Σάιμον, όσο θα κάνω ένα μπάνιο, μπορείς, σε παρακαλώ, να ντυθείς και να μου φέρεις το σακίδιό μου από τ’ αμάξι; Είναι παρκαρισμένο ακριβώς από κάτω». «Ναι... αν μου δώσεις ένα φιλί πρώτα», της αποκρίθηκε ήρεμα. «Δεν προλαβαίνω», του απάντησε, σκύβοντας να μαζέψει τα ρούχα της. «Έχει ξεσπάσει μια μεγάλη πυρκαγιά εξήντα χιλιόμετρα έξω απ’ το Σόμερβιλ. Τα δάση είναι κατάξερα και δεν υπάρχει καμιά πρόβλεψη για βροχή».


«Σέι, δεν πρόκειται να καεί το δάσος αν μου δώσεις ένα φιλί». «Χρειάζομαι το σακίδιό μου», επανέλαβε εκείνη ανυπόμονα. «Έχω τη στολή μου μέσα». Ο Σάιμον σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και στάθηκε από πάνω της. «Ίσως ο Τιμ κι ο Νίκολας να είχαν πρόβλημα με τη δουλειά σου, επειδή τους αγνοούσες εντελώς, όταν κάποιος σου τηλεφωνούσε απ’ το αεροδρόμιο», της είπε. «Θα ’χω κι εγώ πρόβλημα...» «Σάιμον», τον έκοψε απότομα, «δεν έχω καιρό για καβγάδες αυτή τη στιγμή. Αν δε φέρεις το σακίδιό μου, θα πάω να το πάρω εγώ». «Δεν άκουσες τι σου είπα», επέμεινε εκείνος με επικίνδυνη ηρεμία. «Ευχαρίστως να σου φέρω το σακίδιό σου και καταλαβαίνω απόλυτα πως πρέπει να φύγεις. Αυτό που δε μ’ αρέσει είναι να μου φέρεσαι σαν να είμαι κάποιο έπιπλο, λίγες ώρες αφότου κάναμε έρωτα!» «Δε χρειάζεται να φωνάζεις», του είπε εκείνη ψυχρά, ενώ φορούσε το μικροσκοπικό δαντελένιο εσώρουχό της με τόση χάρη, που ο Σάιμον ένιωσε πάλι τον πόθο να ξυπνάει μέσα του. Την άρπαξε απ’ τους ώμους και η αίσθηση της μεταξένιας επιδερμίδας της τον θύμωσε ακόμα περισσότερο. «Πήγαινε να κάνεις μπάνιο», την πρόσταξε. «Πάω να σου φέρω το σακίδιο, αλλά δεν τελειώσαμε μ’ αυτό το θέμα». «Τα κλειδιά είναι στην τσάντα μου», του είπε κοφτά και μετά βγήκε απ’ το δωμάτιο κι έκλεισε με θόρυβο την πόρτα του μπάνιου πίσω της. Ο Σάιμον φόρεσε κάτι πρόχειρο και κατέβηκε να της φέρει το σακίδιό της. Όταν γύρισε, εκείνη ήταν ακόμα στο μπάνιο. «Το σακίδιό σου είναι έξω απ’ την πόρτα», της ανακοίνωσε κοφτά και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ. Λίγα λεπτά αργότερα η Σέι εμφανίστηκε φορώντας τη στολή της, με τα μαλλιά της πλεγμένα κοτσίδα. «Δεν προλαβαίνω να πιω καφέ», του είπε, κάνοντας προσπάθεια να φανεί ευχάριστη. «Θα πιω στο αεροδρόμιο, πριν ξεκινήσω», πρόσθεσε και του πρόσφερε τα χείλη της. Εκείνος έμεινε ασάλευτος. «Χθες βράδυ κάναμε έρωτα, Σέι. Για πρώτη φορά. Δε θ’ ανεχτώ να με μεταχειρίζεσαι σαν να είμαι κάποια τυχαία γνωριμία». «Δε θέλω να μπλέξω τα συναισθήματα με τη δουλειά μου», του φώναξε απελπισμένη. «Πρέπει να τα διαχωρίσω. Καταλαβαίνεις;» «Καταλαβαίνω πως το να τσακωνόμαστε πριν πετάξεις είναι το χειρότερο πράγμα. Και ξέρω πως δε γίνεται να με σκέφτεσαι όταν πιλοτάρεις ένα ελικόπτερο κι από κάτω μαίνεται μια πυρκαγιά. Αλλά να με πάρει ο διάβολος αν το να διαχωρίζεις τα συναισθήματά σου απ’ τη δουλειά σου σημαίνει να μου φέρεσαι σαν να μην υπάρχω. Εσύ το καταλαβαίνεις αυτό;» «Δεν ξέρω πια τι καταλαβαίνω και τι όχι», ομολόγησε σαστισμένη η Σέι. «Δεν καταλαβαίνω ούτε τον ίδιο μου τον εαυτό! Πρέπει να πηγαίνω, έχω ήδη αργήσει». Ο Σάιμον την παρακολούθησε να παίρνει το σακίδιο και την τσάντα της και να διασχίζει το σαλόνι. Όταν έφτασε στην εξώπορτα, δίστασε λίγο και μετά ανασήκωσε αποφασιστικά το κεφάλι της κι έφυγε. Θα μπορούσε να τη σταματήσει. Θα μπορούσε να την πάρει στην αγκαλιά του και να τη φιλήσει, ώσπου να της κοπεί η ανάσα. Σε τι θα ωφελούσε όμως; Η Σέι δεν είχε ακούσει λέξη απ’ όσα της είχε πει. *

Το επόμενο απόγευμα, την ώρα που ο Σάιμον λιαζόταν στην προβλήτα, η Σάλι του φώναξε πως τον ζητούσαν στο τηλέφωνο. «Είναι κάποιος απ’ το αεροδρόμιο», πρόσθεσε, καθώς εκείνος ανέβαινε τρέχοντας τα σκαλιά. Κόντεψε να πέσει απ’ το φόβο του. Δεν πρέπει να πανικοβάλλομαι, σκέφτηκε και σήκωσε το τηλέφωνο. «Σάιμον, εδώ Μπιλ Ντούγκαν. Περίμενε μια στιγμή να σου περάσω τη Σέι». Και τότε άκουσε τη φωνή της, σαν να του μιλούσε από πολύ μακριά. «Σάιμον; Πρέπει να πάω στο Χάλιφαξ. Θα μεταφέρω ένα αγοράκι στο νοσοκομείο. Αν θέλεις, μπορούμε να συναντηθούμε για φαγητό. Θα κάνω αρκετές μέρες να επιστρέψω». Εκείνος κατάλαβε πως ήταν μια κίνηση συμφιλίωσης απ’ τη μεριά της. «Πού και τι ώρα;» τη ρώτησε σύντομα. Του ανέφερε ένα εστιατόριο κοντά στο νοσοκομείο. «Στις πέντε είναι καλά;» τον ρώτησε. «Θα πρέπει το βράδυ να γυρίσω στον τόπο της πυρκαγιάς». Ο Σάιμον κι ο Τζιμ είχαν ήδη αποφασίσει να πάνε να βοηθήσουν το πυροσβεστικό σώμα ξηράς την επόμενη μέρα, αλλά για κάποιο λόγο δεν της το είπε. «Θα είμαι εκεί», τη βεβαίωσε. «Καλό ταξίδι, Σέι». «Σ’ ευχαριστώ. Θα τα ξαναπούμε». Ο Σάιμον έκλεισε το τηλέφωνο κι ανακοίνωσε τα σχέδιά του στη Σάλι. Εκείνη ευχαριστήθηκε, γιατί ήθελε όλοι να είναι ευτυχισμένοι όσο και η ίδια. «Θα πρέπει να πάρεις το αυτοκίνητο, γιατί το φορτηγό το έχει ο Τζιμ», είπε, σμίγοντας τα φρύδια της. «Κι έχει κάποιο πρόβλημα, αλλά δε θυμάμαι τι ακριβώς». «Μην ανησυχείς, νομίζω πως θα με πάει», είπε ο Σάιμον. Ντύθηκε σε χρόνο μηδέν. Το αυτοκίνητο πήρε μπροστά με την πρώτη, κλότσησε λίγο στον αυτοκινητόδρομο και μετά από λίγο ξεμπούκωσε. Μάλλον η εξάτμιση είναι, σκέφτηκε ο Σάιμον κι ευχήθηκε να καταφέρει να φτάσει ως το Χάλιφαξ. Είχε υποτιμήσει τη σοβαρότητα της εσωτερικής σύγκρουσης της Σέι σχετικά με τη δουλειά της και την προσωπική της ζωή. Πάντως, δεν επρόκειτο να πάρει πίσω ούτε μια λέξη απ’ όσα της είχε πει. Ήταν πρόθυμος να της δώσει όσο χρόνο χρειαζόταν για να μάθει να τον εμπιστεύεται, αλλά δε θα του φερόταν σαν να μην υπήρχε, κάθε φορά που θα χτυπούσε το τηλέφωνο. Άλλη μια σύγκρουση χαρακτήρων, συλλογίστηκε κι αναρωτήθηκε πότε επιτέλους θα του χάριζε την εμπιστοσύνη της. Απείχε είκοσι λεπτά απ’ το κέντρο της πόλης, όταν το αυτοκίνητο άρχισε να τραβάει επίμονα προς τα δεξιά. Προσπάθησε να το ελέγξει με το τιμόνι, ώσπου τελικά σταμάτησε και βγήκε έξω. Του είχε σκάσει το μπροστινό λάστιχο. Βρίζοντας την τύχη του, άνοιξε το πορτ μπαγκάζ κι έβγαλε έξω τη ρεζέρβα, μόνο που ήταν κι αυτή σκασμένη. Βρίζοντας τον εαυτό του, αυτή τη φορά, έκανε οτοστόπ κι ένα αυτοκίνητο τον μετέφερε στο πλησιέστερο συνεργείο. Εκεί περίμενε είκοσι ολόκληρα λεπτά, ώσπου να εμφανιστεί ο ιδιοκτήτης –ένας γραφικός, βρόμικος γέρος, που λεγόταν Τζέθρο– κι ο Σάιμον να του πει το πρόβλημά του. Όταν ζήτησε να τηλεφωνήσει, ο Τζέθρο του δήλωσε πως ήταν κομμένο το τηλέφωνο και του ανέπτυξε εκτενώς τις απόψεις του για την πολιτική της κυβέρνησης. Πήγαν με το φορτηγό του γέρου ως το αυτοκίνητο, όπου εκείνος άλλαξε το λάστιχο με εξαιρετική δεξιοτεχνία και γρηγοράδα κι ύστερα έφυγε, γνέφοντας φιλικά. Ο Σάιμον είχε καθυστερήσει πάνω από μία ώρα και ξεκίνησε για την πόλη όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχε κίνηση και δυσκολεύτηκε να βρει μέρος να παρκάρει. Το εστιατόριο ήταν σχεδόν γεμάτο. Έψαξε με το βλέμμα για μια γυναίκα με καστανόξανθα μαλλιά και γκρίζα μάτια. Παρ’ όλο που συγκέντρωσε πάνω του πολλά γυναικεία βλέμματα γεμάτα ενδιαφέρον, κανένα απ’ αυτά δεν ανήκε στη Σέι. «Ψάχνετε κάποιον, κύριε;» τον ρώτησε ευγενικά η σερβιτόρα. «Ναι. Μια κυρία με μπεζ στολή αεροπορίας και καστανόξανθα μαλλιά. Θα πρέπει να ήρθε πριν από μία ώρα. Άργησα στο ραντεβού μας», πρόσθεσε. «Τη θυμάμαι. Μα ήρθε μόλις πριν από είκοσι λεπτά. Όταν είδε πως δεν είχατε φτάσει, έφυγε». Ώστε και η Σέι είχε φτάσει αργοπορημένη, σκέφτηκε ο Σάιμον και κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. Η Σέι είχε καθυστερήσει και, όταν τελικά έφτασε στο εστιατόριο και δεν τον είδε, συμπέρανε πως εκείνος δεν είχε μπει στον κόπο να την περιμένει. Το σκασμένο του λάστιχο κατά λάθος είχε επιβεβαιώσει τους χειρότερους φόβους της. Αφού ευχαρίστησε τη σερβιτόρα, ο Σάιμον έφυγε τρέχοντας για το νοσοκομείο. Ίσως η Σέι να είχε πάει να φάει εκεί. Και στο νοσοκομείο όμως του είπαν


πως το ελικόπτερο είχε φύγει πριν από ένα τέταρτο. Όσο θυμωμένος και αν ήταν για τις ατυχίες που τον είχαν καθυστερήσει, ήταν εξίσου έξαλλος με τη Σέι που δεν τον περίμενε. Για δεύτερη φορά, μέσα σε λιγότερο από σαράντα οχτώ ώρες, είχε επιτρέψει στη δουλειά της να μπει ανάμεσά τους. Δεν του είχε εμπιστοσύνη, αυτό ήταν το πρόβλημα. Αμέσως είχε υποθέσει πως εκείνος έμοιαζε με όλους τους άλλους άντρες που είχε γνωρίσει. Θα γίνει της κακομοίρας, σκέφτηκε και τα χείλη του σφίχτηκαν. Δε σκόπευε να περάσει την υπόλοιπη ζωή του κυνηγώντας τη στα εστιατόρια. Βγήκε απ’ το νοσοκομείο, έφαγε κάτι πρόχειρο και γύρισε στο σπίτι του Τζιμ με το αυτοκίνητο. Το οποίο, βέβαια, δεν παρουσίασε κανένα πρόβλημα.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Το επόμενο πρωί ο Σάιμον κι ο Τζιμ έφτασαν με το φορτηγό στον τόπο της πυρκαγιάς. Το αρχηγείο ήταν στο δημοτικό θέατρο, που είχε και κουζίνα. Ο αρχηγός, που τον έλεγαν Τσέστερ, είχε καταλάβει τη σκηνή, ενώ η αίθουσα είχε χωριστεί σε τραπεζαρία και κοιτώνα. Ο Σάιμον αναρωτήθηκε πού κοιμόταν η Σέι. Άφησε τα πράγματά του κι έμαθε πως τον είχαν βάλει στην ίδια ομάδα με τον Τζιμ, η οποία είχε αναλάβει τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας κατά της επέκτασης της πυρκαγιάς. Ποτέ του δεν ξέχασε τη μέρα εκείνη. Αν η πρώτη φωτιά τον είχε γεμίσει δέος, αυτή ήταν κυριολεκτικά τρομερή. Ένας καυτός, ξηρός άνεμος τροφοδοτούσε τις φλόγες, που πηδούσαν από δέντρο σε δέντρο και γέμιζαν την περιοχή καπνό. Η ζέστη ήταν αφόρητη, ο θόρυβος εκκωφαντικός κι η ατμόσφαιρα από τον καπνό απελπιστική. Όταν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει αλυσοπρίονο, τα πρώτα δέκα λεπτά τού ήρθαν στο μυαλό δυσάρεστες αναμνήσεις απ’ την τελευταία φορά που δούλευε μ’ αυτό το εργαλείο. Η ανάγκη της δουλειάς, όμως, τις έδιωξε αμέσως. Όταν σταμάτησαν για μεσημεριανό φαγητό, ο Σάιμον ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και κάθε μυς του κορμιού του πονούσε απ’ την κούραση. Μια βδομάδα με ζωγραφική δεν ήταν κατάλληλη προετοιμασία για πυροσβεστική εργασία, σκέφτηκε σαρκαστικά, βγάζοντας το κράνος και σκουπίζοντας το μέτωπό του. Ο Στιβ κι ο Τζο τον χαιρέτησαν με πραγματική εγκαρδιότητα και κάθισαν μαζί του. Κάθε τόσο άκουγαν πάνω απ’ τα κεφάλια τους τα δυο ελικόπτερα, το Μπελ και το γαλάζιο της Σέι. Μόλις απόφαγε, ο Σάιμον πήρε ένα σύντομο υπνάκο που τον γέμισε δύναμη για τις επόμενες ώρες. Σταμάτησε για καφέ κατά τις πέντε κι έπειτα δούλεψε ως το ηλιοβασίλεμα μαζί με τους ντόπιους πυροσβέστες, οι οποίοι κατάβρεχαν με τεράστιες μάνικες τα δάση, στα όρια της ζώνης ασφαλείας. Απ’ τον κατάμαυρο καπνό, ο ήλιος που έδυε φαινόταν κόκκινος σαν αίμα. Όταν ο αέρας καταλάγιασε, οι φλόγες έπεσαν κι αυτές και η φωτιά αποκοιμήθηκε σαν ένα τεράστιο ζώο που μπορεί να ξυπνήσει ανά πάσα στιγμή, επικίνδυνο, απρόβλεπτο, γεμάτο οργή. Όταν έφτασαν στη βάση, τους είπαν πως είχαν εγκαταστήσει πρόχειρα ντους στο σχολείο του χωριού. Ο Σάιμον έβγαλε τις μπότες του και κρέμασε στο βεστιάριο την πορτοκαλιά στολή και το κράνος του, νιώθοντας εξαντλημένος. Το πρόσωπό του ήταν μέσα στη βρόμα και το μπλουζάκι του κολλούσε απ’ τον ιδρώτα. Περνώντας απ’ την τραπεζαρία, για να πάρει καθαρά ρούχα, είδε τη Σέι να μιλάει με τον Μάικλ. Ο πιλότος τού έγνεψε φιλικά, αλλά εκείνη χλόμιασε και το πιρούνι τής έπεσε απ’ τα χέρια. Ο Σάιμον δεν ήθελε να της μιλήσει εκείνη τη στιγμή. Ήταν βρόμικος, πεινασμένος και πτώμα στην κούραση. Αυτά που είχε να της πει μπορούσαν να περιμένουν. Καθαρός και περιποιημένος μετά το μπάνιο του και φορώντας καθαρά ρούχα, κάθισε να φάει μαζί με τον Στιβ, τον Τζο, τον Τσάρλι και τον Τζιμ. Η Σέι έπαιζε χαρτιά με δυο άντρες απ’ την ομάδα. Προφανώς πίστευε ότι, αν ήταν περιτριγυρισμένη από άντρες, θα κατάφερνε να τον κρατήσει σε κάποια απόσταση. Ο Σάιμον έφαγε με την ησυχία του, ήπιε τον καφέ του κι ύστερα πλησίασε το τραπέζι όπου έπαιζαν χαρτιά. Παρακολούθησε προσεκτικά, ώσπου να σιγουρευτεί ότι κατάλαβε το παιχνίδι κι έπειτα κάθισε ακριβώς απέναντι απ’ τη Σέι. Εκείνη του έγνεψε ψυχρά και συνέχισε να τον αγνοεί. Εντάξει, λοιπόν, σκέφτηκε εκείνος, παίρνοντας τα χαρτιά που του μοίρασαν. Αν θέλεις να το παίξεις έτσι, θα βρω τον τρόπο για να με προσέξεις. Το ταλέντο του στα χαρτιά το είχε ανακαλύψει πρώτα με τη μητέρα του κι ύστερα με τη συμμορία που τριγύριζε μικρός. Άρχισε να κερδίζει τη Σέι, όσο πιο συχνά μπορούσε, χωρίς να το κρύβει. Εκείνη το κατάλαβε αμέσως. Τα μάγουλά της φλογίστηκαν και τα μάτια της σκοτείνιασαν, όταν εκείνος άρχισε να κερδίζει τη μια παρτίδα μετά την άλλη. Ήταν εξαιρετική παίκτρια και δεν επρόκειτο να παραδώσει εύκολα τα όπλα, αλλά ο Σάιμον έπαιζε εμπνευσμένα και, όπως συμβαίνει συχνά, η τύχη τον ευνοούσε. Της πήρε την τελευταία παρτίδα κι οι άντρες, που είχαν παρακολουθήσει το παιχνίδι κι είχαν καταλάβει τι συνέβαινε, έμειναν άφωνοι. «Θα ήθελα να μιλήσω στη Σέι... ιδιαιτέρως», δήλωσε ο Σάιμον και κοίταξε τους παρευρισκόμενους. «Αν δε σας πειράζει». Ένας ένας απομακρύνθηκαν όλοι, αφήνοντάς τους μόνους. «Πώς τόλμησες να με ταπεινώσεις μ’ αυτό τον τρόπο;» διαμαρτυρήθηκε σιγανά εκείνη. «Δουλεύω μ’ αυτούς τους ανθρώπους». «Κι εγώ το ίδιο», της αποκρίθηκε, χαμογελώντας νωχελικά. «Δεν παίζεις κι άσχημα». Τα χέρια της σφίχτηκαν πάνω στο τραπέζι. «Δεν είμαι υποχρεωμένη να κάθομαι να σ’ ακούω». Η φωνή του έπεσε σαν μαστίγιο ανάμεσά τους. «Μείνε στη θέση σου, Σέι. Έχω κάτι να σου πω». Βούλιαξε στην καρέκλα της, κατάχλομη απ’ την οργή. «Τι είναι αυτά τα αντριλίκια; Θες να μας δείξεις ποιος είναι τ’ αφεντικό; Νόμιζα πως είσαι πάνω απ’ αυτά, Σάιμον». «Φαίνεται πως δεν είμαι. Αφού με παράτησες σύξυλο εκείνο το πρωί, τώρα βάζω εγώ τους κανόνες». «Δεν υπάρχουν κανόνες», του πέταξε αποδοκιμαστικά. «Τελικά είσαι κι εσύ σαν τον Τιμ και τον Νίκολας. Δε με περίμενες χτες στο εστιατόριο. Καθυστέρησα τρία τέταρτα, γιατί το ελικόπτερο...» «Σέι», την έκοψε κι έγειρε προς το μέρος της. «Μ’ έπιασε λάστιχο. Άργησα πάνω από μία ώρα». Είδε τα μάτια της ν’ ανοίγουν διάπλατα απ’ την έκπληξη και φαντάστηκε τους υπολογισμούς που θα ’κανε με το μυαλό της. Πριν όμως προλάβει να του μιλήσει, εκείνος συνέχισε: «Η ρεζέρβα του Τζιμ ήταν κι αυτή σκασμένη και απείχα δέκα χιλιόμετρα απ’ το κοντινότερο συνεργείο. Ένας πολύ γραφικός γέρος, ο Τζέθρο, μου άλλαξε το λάστιχο, αφού μου είπε με κάθε λεπτομέρεια πώς θα διοικούσε εκείνος τη χώρα. Έφτασα στο εστιατόριο είκοσι λεπτά αφότου είχες φύγει κι ύστερα πήγα να σε βρω στο νοσοκομείο, αλλά δε σε πρόλαβα». «Ούτε στιγμή δε μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι θα μπορούσες ν’ αργήσεις», του είπε ξεψυχισμένα. «Αυτό φάνηκε», παρατήρησε ο Σάιμον και συνέχισε την επίθεσή του απτόητος. «Δε μου έχεις εμπιστοσύνη, έτσι δεν είναι; Μόλις είδες πως δεν ήμουν εκεί, έβγαλες το συμπέρασμα ότι δεν μπορούσα να συμβιβαστώ με τις απαιτήσεις της δουλειάς σου και γύρισες στη βάση. Ρώτησες τουλάχιστον τη σερβιτόρα αν ήμουν εκεί;» Εκείνη έγνεψε αρνητικά. «Πίστευα πως δεν είχε νόημα». «Είναι θέμα εμπιστοσύνης, Σέι», επέμεινε εκείνος. «Ο Θεός σίγουρα ξέρει πως δε θα ’ναι εύκολη μια σχέση μεταξύ μας, γιατί είμαστε κι οι δυο αυταρχικοί. Ωστόσο, αν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ μας, έχουμε χάσει από την αρχή». «Ποια αρχή;» διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Το βράδυ που ήρθες στο διαμέρισμα του Τζιμ, στο Χάλιφαξ». «Ναι, πράγματι», παραδέχτηκε η Σέι, χαμηλώνοντας το βλέμμα. «Ο πατέρας μου πάντα με συμβούλευε να σκέφτομαι προτού κάνω οτιδήποτε». Τα λόγια της τον πλήγωσαν. «Θες να πεις ότι μετάνιωσες που ήρθες; Μετάνιωσες που κάναμε έρωτα;»


«Δε λέω αυτό!» διαμαρτυρήθηκε κι ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του παρακαλώντας τον ασυναίσθητα. «Δε φαντάστηκα όμως πού θα καταλήξει κι ούτε σκέφτηκα εκ των προτέρων ότι θα υπήρχε σύγκρουση ανάμεσα σ’ εσένα και τη δουλειά μου». «Δε χρειάζεται να συγκρουστούν και μπορούν μια χαρά να συνυπάρξουν», της είπε με όση πειθώ διέθετε. «Μακάρι να μπορούσα να το πιστέψω αυτό», ψιθύρισε απελπισμένη. «Πρέπει να μου έχεις εμπιστοσύνη, Σέι. Δεν μπορείς να το βάζεις στα πόδια κάθε φορά που νομίζεις πως σ’ απορρίπτω», επέμεινε και η φωνή του φανέρωνε όλο του το παράπονο. «Ούτε μπορείς να μου φέρεσαι σαν να ’μαι ένας τυχαίος άγνωστος κάθε φορά που σου τηλεφωνούν απ’ το αεροδρόμιο». «Το ξέρω πως σου φέρθηκα άσχημα εκείνο το πρωί. Δεν ήξερα πώς να το χειριστώ». «Ένα φιλί δε θ’ άλλαζε καθόλου την πορεία της φωτιάς. Και θα μ’ έκανε να νιώσω πολύ καλύτερα». «Κι εμένα», παραδέχτηκε εκείνη χαμηλόφωνα. «Όλη τη μέρα ήμουν χάλια. Γι’ αυτό σου τηλεφώνησα χτες». Η ειλικρίνειά της τον συγκίνησε βαθιά κι ένιωσε και τα τελευταία υπολείμματα του θυμού του να εξανεμίζονται. «Νομίζω πως θα σε φιλήσω αμέσως», δήλωσε. «Για να κερδίσουμε το χρόνο που χάσαμε». Εκείνη έριξε μια ματιά γύρω της κι όλοι οι άντρες καμώθηκαν πως συζητούσαν μεταξύ τους. «Αρκετό κακό έκανες ως τώρα», του είπε αυστηρά. «Είμαι σίγουρη πως δεν έχασαν λέξη». Ο Σάιμον σηκώθηκε και την πλησίασε. «Θέλω να μάθουν όλοι ότι είσαι δική μου». Πετάχτηκε όρθια και το βλέμμα της ήταν επιφυλακτικό. «Μοιάζεις με μπουλντόζα, Σάιμον», του είπε. «Ισοπεδώνεις τα πάντα στο πέρασμά σου». «Έλα, λοιπόν, να προκαλέσουμε μια έκρηξη», της πρότεινε, κλείνοντας το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του. «Τα μάτια σου είναι τόσο υπέροχα γαλάζια», τον κατηγόρησε, «και, αν με φιλήσεις, να είσαι προετοιμασμένος για τις συνέπειες». Εκείνος έβαλε τα γέλια. «Με προκαλείς πάλι; Αυτό δε δείχνει εξυπνάδα». «Οι εκρήξεις συχνά προκαλούν φωτιές. Δεν τα ’μαθες αυτά στο σεμινάριο;» Αντί για απάντηση, της έδωσε ένα φιλί που δεν ήταν ούτε σύντομο ούτε σεμνό. Όταν τελικά την άφησε, η αίθουσα σείστηκε από τα σφυρίγματα και τα χειροκροτήματα. Η Σέι έκανε μια κοροϊδευτική υπόκλιση και ξανακάθισε. Τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα. «Θα το επαναλάβουμε;» τον ρώτησε, παίζοντας με την τράπουλα. «Δε γίνεται. Όχι εδώ». «Κρίμα». «Καλύτερα να προσευχηθούμε να βρέξει», της είπε και της πήρε τα χαρτιά από τα χέρια. «Έλα να σου μάθω κάποια κόλπα που μου ’δειξε η μητέρα μου». Οι άλλοι άντρες μαζεύτηκαν γύρω τους και ήταν περασμένα μεσάνυχτα πια, όταν πήγαν όλοι για ύπνο. Η Σέι θα κοιμόταν σ’ ένα μικροσκοπικό καμαρίνι πίσω απ’ τη σκηνή. Το φιλί του ήταν πιο συγκρατημένο αυτή τη φορά. «Πριν κοιμηθείς, θα πεις δέκα φορές: Ο Σάιμον δεν είναι ούτε Τιμ ούτε Νίκολας. Το κατάλαβες;» της ψιθύρισε. «Αν δεν είχες καθυστερήσει χτες, θα με περίμενες;» «Ναι». «Η εμπιστοσύνη είναι μεγάλη κουβέντα», του είπε αναστενάζοντας. «Η εμπιστοσύνη και η αγάπη», συμπλήρωσε εκείνος. «Οι δυο μεγαλύτερες». Ο Σάιμον αποκοιμήθηκε, έχοντας στο μυαλό του τη σαστισμένη της έκφραση. Ξύπνησε προτού χαράξει και βγήκε έξω. Η φωτιά ήταν οχτώ χιλιόμετρα μακριά, αλλά η μυρωδιά του καπνού έφτανε ως τα ρουθούνια του. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πόσο μακριά είχε φτάσει από το Λονδίνο και το εξοχικό του στο Σάσεξ μέχρι αυτή την άγρια φύση και τη γυναίκα που φοβόταν όχι μόνο να τον αγαπήσει, αλλά και να τον εμπιστευτεί. Κάθισε στα πέτρινα σκαλιά, απολαμβάνοντας τη μοναξιά του. Δεν είχε περάσει ένα τέταρτο, όταν άκουσε κάποιον να τρέχει προς το θέατρο. Σηκώθηκε και, καθώς έστριψε στη γωνία, έπεσε πάνω στη Σέι, που στάθηκε μπροστά του. «Τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε. Φορούσε ένα ξεβαμμένο μπλουτζίν, ένα ροζ μπλουζάκι και τα μαλλιά της ήταν βρεγμένα. Ήταν λαχανιασμένη, σαν να ’χε κάνει τρέχοντας όλο το δρόμο από τα λουτρά. Ο Σάιμον ανησύχησε. «Τι συμβαίνει, Σέι;» τη ρώτησε. «Τίποτα», τραύλισε εκείνη. «Εγώ...» Στο μπράτσο της υπήρχαν κόκκινα σημάδια, σαν να την είχε πιάσει κάποιος πολύ σφιχτά. «Ποιος σ’ ενόχλησε;» την έκοψε. «Ο Έβερετ», του αποκάλυψε διστακτικά. «Είναι εδώ ο Έβερετ;» Η Σέι έγνεψε καταφατικά. «Δε μένει στον κοιτώνα, γιατί έχει κάτι συγγενείς στο χωριό. Όταν βγήκα απ’ το μπάνιο, έκανε βόλτες εκεί γύρω... Σάιμον, ο φόνος τιμωρείται από το νόμο κι έτσι τον ξεφορτώθηκα με τον τρόπο μου». «Πού είναι τώρα;» τη ρώτησε, προσπαθώντας να πνίξει την οργή του. «Δεν έχω ιδέα, αλλά και να ’ξερα δε θα σου έλεγα. Του είπα πως, αν με ξαναπλησιάσει, θα τον καταδώσω στην αστυνομία για το βράχο που έριξε πάνω σου. Φοβήθηκε τόσο πολύ, που το έβαλε στα πόδια». «Την επόμενη φορά που θα τον δω, θα του πω κι εγώ το ίδιο», δήλωσε με θανατερή ηρεμία ο Σάιμον, «μόνο που θα μ’ ακούει ξαπλωμένος ανάσκελα. Σε πόνεσε;» «Με φόβισε, αυτό είναι όλο. Σάιμον, γιατί καθόμαστε και μιλάμε για τον Έβερετ, όταν έχουμε πέντε υπέροχα λεπτά μοναξιάς στη διάθεσή μας;» Εκείνος έδιωξε αμέσως τον Έβερετ απ’ το μυαλό του. «Προσπαθείς να με αποπλανήσεις πάλι;» αστειεύτηκε. «Δυστυχώς, δε μου φτάνουν πέντε λεπτά». «Μπορούμε πάντως να κάνουμε μια αρχή». Την τράβηξε στην αγκαλιά του, χάιδεψε τα σημάδια στο μπράτσο της κι έπειτα έσκυψε και τα φίλησε με όλη την τρυφερότητα που ένιωθε γι’ αυτή. Του χάιδεψε τα κατάμαυρα μαλλιά κι είπε συγκινημένη: «Είσαι τελείως απρόβλεπτος». Όταν την κοίταξε, τα μάτια της ήταν βουρκωμένα. «Σ’ αγαπώ, Σέι», της ομολόγησε, ενώ αναρωτιόταν μήπως προκαλούσε τους θεούς επειδή την αγαπούσε τόσο πολύ. «Θα προσέχεις σήμερα. Μου το υπόσχεσαι;» τον ρώτησε, σαν να ’χε διαβάσει τις σκέψεις του. «Έχω ένα πολύ κακό προαίσθημα γι’ αυτή τη φωτιά». Η μυρωδιά του καπνού τούς είχε κυκλώσει. Ο Σάιμον έσκυψε και τη φίλησε. «Πάμε να πιούμε καφέ», πρότεινε, θέλοντας να βρεθεί ανάμεσα σε άλλους, μακριά απ’ την υπερφυσική σιωπή της αυγής. Ούτε τα πουλιά δεν κελαηδάνε, σκέφτηκε κι ανατρίχιασε ολόκληρος. Μετά το πρωινό, η Σέι πήγε να ελέγξει τον ανεφοδιασμό του ελικοπτέρου, ενώ η ομάδα του Σάιμον πήρε καινούριες οδηγίες απ’ τον αρχηγό. «Θα μεταφερθείτε όλοι στην απέναντι πλευρά της πυρκαγιάς, με άλλη μια ομάδα. Υπάρχει εκεί ένα κυνηγετικό περίπτερο και θέλουμε να το σώσουμε. Ο


δρόμος της φωτιάς περνάει από δω», είπε, δείχνοντας ένα σημείο στο χάρτη. «Εσείς θα δουλεύετε σ’ αυτή τη μεριά και τα ελικόπτερα θα ρίχνουν νερό όσο πιο χαμηλά μπορούν. Να βρίσκεστε συνέχεια σ’ επαφή με τον αρχηγό της ομάδας σας. Καλή τύχη». Η άλλη ομάδα είχε φτάσει πριν από κείνους. Ένας απ’ τους άντρες ήταν ο Έβερετ. Υπό άλλες συνθήκες, η φοβισμένη του έκφραση, μόλις είδε τον Σάιμον, θα φάνταζε αστεία. Ο Σάιμον έσφιξε τις γροθιές του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί στις οδηγίες που τους έδινε ο Στιβ. Ο Έβερετ θα ήταν εκεί όλη μέρα. Οι άντρες άρχισαν να διευρύνουν το δρόμο που υπήρχε, για να δημιουργήσουν ζώνη ασφαλείας και να εμποδίσουν την πορεία της φωτιάς, δουλεύοντας σε ρεματιές με φτέρες που τους έφταναν ως τα γόνατα. Έβρεχαν κατά διαστήματα τα δέντρα γύρω απ’ το κυνηγετικό περίπτερο, καθώς και τους αποθηκευτικούς του χώρους. Η φωτιά είχε πάρει άλλη κατεύθυνση, εξαιτίας της αλλαγής πορείας του ανέμου κι έτσι η δουλειά δεν ήταν τόσο δύσκολη, όσο την προηγούμενη μέρα. Το μεσημέρι κάθισαν να φάνε κοντά στη λίμνη, απ’ όπου αντλούσαν νερό. Ο Έβερετ απέφευγε συστηματικά τον Σάιμον. Ξαφνικά σηκώθηκε αέρας κι εμφανίστηκαν κύματα στην επιφάνεια της λίμνης. «Ο άνεμος άλλαξε πορεία», είπε ο Στιβ ανήσυχος. «Πρέπει να ρίξουμε κι άλλο νερό, παιδιά. Πάμε». Το κυνηγετικό περίπτερο φαινόταν απ’ τη λίμνη, πλαισιωμένο από ψηλά, καταπράσινα έλατα. Μια περίεργη αχλή κύκλωνε τον ήλιο κι ο αέρας ήταν τόσο ξερός και ζεστός, που ο Σάιμον ένιωθε το δέρμα του να τον τραβάει. Καθώς περπατούσε στο ανώμαλο έδαφος, με τη μάνικα του νερού δεμένη στην πλάτη του, του φάνηκε πως η φωτιά είχε κιόλας πλησιάσει. Από πάνω του πέταξε το γαλάζιο ελικόπτερο κι ο θόρυβος που έκανε του ήταν πια τόσο γνώριμος όσο και η ίδια του η ανάσα. Η Σέι βομβάρδιζε με νερό τη βόρεια περιοχή, όπου βρισκόταν το περίπτερο και γύριζε στη λίμνη για να ξαναγεμίσει. Ο Σάιμον ανηφόριζε τη ρεματιά που ένωνε τη λίμνη με το περίπτερο, νιώθοντας μια περίεργη ανακούφιση που η Σέι ήταν τόσο κοντά του. Η μυρωδιά του καπνού ήταν πιο οξεία και την ένιωθε να διαπερνάει τους πόρους του. Ο Τζιμ κουβαλούσε μια τεράστια μάνικα από τη λίμνη και του φώναξε: «Ο Στιβ λέει να κοπούν εκείνα τα δέντρα. Εντάξει;» Ο Έβερετ έκοβε ήδη ένα έλατο που βρισκόταν ανάμεσα στο κυνηγετικό περίπτερο και τη δεύτερη αποθήκη. Γερός εργάτης, σκέφτηκε ο Σάιμον. Κρίμα που είναι τόσο χυδαίος άνθρωπος. Η μάνικα στην πλάτη του ήταν πολύ βαριά και σε λίγο ένιωσε τους ώμους του να πονάνε, καθώς κατάβρεχε το χώμα κι ύστερα τα κτίρια. Ένας καινούριος ήχος ακούστηκε πάνω απ’ το θόρυβο των αλυσοπρίονων και τους πίδακες του νερού. Ήταν το βουητό που έκανε η φωτιά. Με χείλη ξεραμένα, ο Σάιμον κοίταξε τις μεγαλόπρεπες φλόγες που πλησίαζαν χορεύοντας και ορμώντας πάνω στα δέντρα. Ο καπνός ανέβαινε ως τα ουράνια στο δικό του χορό. Ο δρόμος δεν πρόκειται να σταματήσει τη φωτιά, σκέφτηκε. Το γαλάζιο ελικόπτερο έριχνε νερό τόσο κοντά του, που κάποιες σταγόνες έπεσαν στο ξεραμένο του δέρμα. Συλλογίστηκε τη Σέι κι αμέσως αποφάσισε τι θ’ απεικόνιζε ο επόμενος πίνακάς του. Όχι τη γυναίκα στη λίμνη, ανάμεσα στα νερόκρινα, αλλά τη Σέι της φωτιάς. Τα μάτια της, γκρίζα σαν τον καπνό, το πάθος της πορτοκαλί όπως οι φλόγες, τα μαλλιά της ν’ ανεμίζουν... Παρακολουθούσε τη σκηνή μπροστά του με το μάτι του καλλιτέχνη, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο. Πρόσεχε την τρομαχτική ομορφιά των χρωμάτων που βρίσκονταν σε διαρκή κίνηση: κίτρινο, πορτοκαλί, γαλάζιο, μαύρο, γκρι, σ’ όλες τους τις αποχρώσεις. Αφηρημένος, κατηύθυνε τη μάνικα στη σκεπή της επόμενης αποθήκης, ενώ από μέσα του ευχόταν να είχε τα χέρια του ελεύθερα για να σχεδιάσει κάποιες απ’ τις εικόνες που είχαν αποτυπωθεί στο μυαλό του. Ο Τζιμ, που έτρεχε βιαστικά προς το μέρος του, τον προσγείωσε στην πραγματικότητα. «Ο Στιβ λέει να τραβηχτούμε μόλις δούμε τη φωτιά να διασχίζει το δρόμο», του φώναξε. «Θα κλείσουν την αντλία και δυο από μας θα κουβαλήσουμε τις μάνικες στο φορτηγό. Αν προλαβαίνεις, κόψε τα δέντρα που είναι πιο κοντά στο κυνηγετικό περίπτερο. Πρόσεχε, Σάιμον», πρόσθεσε και το βλέμμα του ήταν γεμάτο αγωνία. «Ήσουν αφηρημένος πριν». Ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το βρόμικο πρόσωπο του Σάιμον. «Μόλις βρήκα το επόμενο θέμα μου», αποκρίθηκε. «Μην ανησυχείς, όμως. Από δω κι εμπρός θα προσέχω». Ο Τζιμ έτρεξε να ειδοποιήσει τον Έβερετ κι ο Σάιμον συγκεντρώθηκε στη δουλειά του. Όσο ονειροβατούσε, η πυρκαγιά είχε πλησιάσει ακόμα περισσότερο, καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Οι φλόγες κύκλωναν άπληστα τα δέντρα που βρίσκονταν πλησιέστερα στο δρόμο, μεταμορφώνοντάς τα σε γυμνούς, καρβουνιασμένους σκελετούς. Κάποια στιγμή πανικοβλήθηκε κι ένιωσε τα νεύρα του να τεντώνονται. Είδε στα δεξιά του τις φλόγες να στέκονται στην άκρη του δρόμου, μη έχοντας τίποτα να καταβροχθίσουν και για μια στιγμή νόμισε ότι οι άντρες νίκησαν και η φωτιά ηττήθηκε. Ο άνεμος, όμως, παράσερνε κι εκσφενδόνιζε μακριά αναμμένα κλαριά και φύλλα, που γίνονταν προσάναμμα μιας καινούριας φωτιάς που άρχιζε να πλησιάζει προς τη μεριά όπου στεκόταν ο Σάιμον. Τα δέντρα έπιαναν φωτιά το ένα μετά το άλλο. Και τότε η πίεση του νερού ελαττώθηκε. Ο Σάιμον κοίταξε πίσω του και είδε τον Τζιμ να του γνέφει. Άφησε τη μάνικα και πήγε να πάρει το αλυσοπρίονο. Από κείνη τη στιγμή και μετά όλα έγιναν πάρα πολύ γρήγορα. Ένα τεράστιο σύννεφο καπνού τον χώρισε απ’ την υπόλοιπη ομάδα, και τα δέντρα, που δεν είχε προλάβει να κόψει ο Έβερετ, έπιασαν φωτιά. Η πιο μακρινή αποθήκη είχε ήδη τυλιχτεί στις φλόγες, ενώ καιγόταν και η στέγη της αμέσως επόμενης. Είδε με μια αίσθηση μοιρολατρίας τον Έβερετ να τρέχει προς το μέρος του, με αξιοζήλευτη ευλυγισία. «Πάμε να φύγουμε!» του φώναξε ο Έβερετ. «Δεν έχουμε ώρα να θαυμάσουμε το θέαμα». Ο Σάιμον σκεφτόταν ότι ο εργάτης θα μπορούσε να τον είχε εγκαταλείψει στην τύχη του, όταν ένας νέος θόρυβος ακούστηκε μέσα στη φασαρία της φωτιάς. Έμοιαζε με πυροτεχνήματα που έσκαγαν. Και τότε κάτι πέρασε αστραπιαία δίπλα του κι είδε τον Έβερετ να σωριάζεται στο χώμα, ουρλιάζοντας απ’ τον πόνο. Σφαίρες, σκέφτηκε ο Σάιμον, ενώ σερνόταν στο έδαφος, πλησιάζοντας τον πληγωμένο άντρα. Κάποιος στο κυνηγετικό περίπτερο είχε αφήσει σφαίρες που έσκαγαν απ’ τη θερμότητα. Πλησίασε τον Έβερετ και του έπιασε το σφυγμό. Ήταν ζωντανός, αλλά είχε χάσει τις αισθήσεις του, συνειδητοποίησε ανακουφισμένος και, βγάζοντας έναν επίδεσμο από το σακίδιό του, του έδεσε την πληγή στον ώμο. Ένιωθε την κάψα της φωτιάς πολύ κοντά του κι ευχήθηκε να μην υπήρχαν πυρομαχικά στην αποθήκη που καιγόταν λίγα μέτρα πιο κάτω. Όταν σήκωσε τα μάτια του, είδε πως τα πάντα γύρω του είχαν τυλιχτεί στις φλόγες και τον καπνό. Πρέπει να φύγω από δω μέσα, σκέφτηκε, προσπαθώντας να προσανατολιστεί σ’ ένα τοπίο που η φωτιά το είχε κάνει αγνώριστο. Πήρε τον Έβερετ στους ώμους του και σηκώθηκε με κόπο, τρεκλίζοντας από το βάρος. Έτρεξε προς το ξέφωτο ανάμεσα στις καλύβες, αλλά τα δέντρα που κύκλωναν τη λίμνη είχαν παραδοθεί στη φωτιά, εμποδίζοντάς τον να φτάσει στην ασφάλεια του υγρού στοιχείου. Έπρεπε να περάσει τη ρεματιά για να βγει στο επόμενο ξέφωτο. Διέσχισε τρέχοντας την περιοχή γύρω απ’ το κυνηγετικό περίπτερο, παρακαλώντας να μη στραμπουλίξει κάποιο πόδι και νιώθοντας τις αναθυμιάσεις του καπνού να του καίνε το λαιμό. Παλεύοντας να πάρει ανάσα, αναρωτήθηκε αν ήταν γραφτό του να καεί ζωντανός, ενώ προσπαθούσε να σώσει έναν άνθρωπο που μισούσε. Θα του ήταν πολύ πιο εύκολο να τρέξει χωρίς το βάρος που κουβαλούσε, αλλά δε θα ησύχαζε ποτέ η συνείδησή του αν παρατούσε τον Έβερετ σ’ αυτή τη φλεγόμενη κόλαση. Ένας στρόβιλος καπνού τον κύκλωσε κι ένα αναμμένο κλαδί τον χτύπησε στο μάγουλο. Το τίναξε πέρα, ουρλιάζοντας απ’ τον πόνο. Προχωρούσε με σκυμμένο το κεφάλι, έχοντας το χάρτη στο μυαλό του και παλεύοντας να διώξει τον πανικό που θα τον κατέστρεφε, αν τον άφηνε να τον κυριεύσει. Αν παραδινόταν στο φόβο του, θα πέθαινε κι ο Έβερετ μαζί του. Και ξαφνικά θυμήθηκε τη Σέι, καθώς έπαιζε στη λίμνη. Έχοντας τ’ όνομά της για φυλαχτό ενάντια στο φόβο και το θάνατο, σκέφτηκε πως δεν ήταν δυνατόν να πεθάνει. Όχι ακόμα. Πρέπει να την κάνω να καταλάβει ότι θέλει να περάσει τη ζωή της στο πλευρό μου, σκέφτηκε.


Η Σέι που κρατάει στα χέρια της την ουσία της ύπαρξής μου. Η Σέι που αγαπώ.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Ξαφνικά ο άνεμος έδιωξε πέρα τον καπνό και η ρεματιά ξεπρόβαλε μπροστά στα μάτια του Σάιμον. Η άκρη της κοντά στη λίμνη καιγόταν κι οι θάμνοι έμοιαζαν με φλεγόμενες δάδες. Κατέβηκε τρέχοντας την απότομη πλαγιά και, όταν έφτασε στη βάση της, ανάσανε λίγο καθαρό αέρα ανακουφισμένος. Έπειτα, παίρνοντας δυνάμεις, άρχισε να σκαρφαλώνει προς την αντίθετη πλευρά, με φοβερό κόπο και προσπάθεια, νομίζοντας σε κάθε βήμα πως η καρδιά του θα εκραγεί μέσα στο στήθος του. Ένιωσε τις φλόγες να γλείφουν τα μπατζάκια του και χτύπησε τα πόδια μεταξύ τους για να τις σβήσει, κινδυνεύοντας να ρίξει τον Έβερετ κάτω. Παλεύοντας να κουμαντάρει το πρόσθετο βάρος και καταλαβαίνοντας πως δε θ’ άντεχε ακόμα για πολύ, διαπίστωσε με φρίκη ότι ήταν κυκλωμένος απ’ τη φωτιά. Τα δέντρα κατά μήκος της όχθης και οι θάμνοι στα δεξιά του, φλέγονταν ανηλεώς. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια ριπή ανέμου, για να έρθουν οι φλόγες προς το μέρος του. Έσφιξε πιο σταθερά τον Έβερετ, νιώθοντας τ’ αυτιά του να βουίζουν. Η μόνη του ελπίδα ήταν να τραβήξει για τη λίμνη και να προσπαθήσει να διασχίσει το φράγμα της φωτιάς ως το νερό. Αλλιώς κι αυτός κι ο Έβερετ ήταν νεκροί. Και τότε άκουσε ένα θόρυβο που τον έκανε να σηκώσει ψηλά το κεφάλι. Μέσα απ’ τα σκοτεινά σύννεφα του καπνού ξεπρόβαλε το γαλάζιο ελικόπτερο, ένα θαύμα μέσα σ’ εκείνη την κόλαση. Ο Σάιμον προχώρησε τρεκλίζοντας στο μικρό ξέφωτο μπροστά του, μη ξέροντας αν η πορτοκαλιά στολή του ήταν ορατή κι είδε το αεροσκάφος να κατεβαίνει προς το μέρος του. Στη θέση του πιλότου ήταν η Σέι. Καθώς πέρασε χαμηλά, απελευθέρωσε τη σακούλα με το νερό και τον κατάβρεξε. Αμέσως μετά το δοχείο Μπάμπι ξεκόλλησε απ’ την κοιλιά του ελικοπτέρου κι έπεσε με θόρυβο πενήντα μέτρα πιο κάτω. Έπειτα η Σέι έκανε μια απότομη στροφή, ψάχνοντας να βρει μέρος να προσγειωθεί. Άλλο πράγμα να σκέφτεται ο Σάιμον ότι αυτός κι ο Έβερετ κινδύνευαν να πεθάνουν κι άλλο να φοβάται για τη ζωή της Σέι. Με το στήθος σφιγμένο απ’ την αγωνία, την παρακολούθησε να προσγειώνεται στη μέση του ξέφωτου. Έπιασε σφιχτά τον Έβερετ κι άρχισε να τρέχει προς τα κει. Πρόσεξε πως το ελικόπτερο δεν είχε πόρτες κι ήξερε πως αυτό μπορεί να στοίχιζε και στους τρεις τη ζωή. Το ρεύμα που δημιουργούσαν οι έλικες έκανε τις φλόγες να χορεύουν ακόμα πιο μανιασμένα. Προχωρώντας σκυφτός, ο Σάιμον ακούμπησε τον Έβερετ στο πίσω κάθισμα και χώθηκε κι αυτός δίπλα του. «Εντάξει», φώναξε και με το ένα χέρι αρπάχτηκε απ’ τα μεταλλικά πόδια των καθισμάτων για να στηριχτεί, ενώ με το άλλο κρατούσε δυνατά τον Έβερετ. Η Σέι απογειώθηκε με απίστευτη ταχύτητα κι ο Σάιμον έκλεισε τα μάτια. Την άκουσε κάτι να φωνάζει και φόρεσε τ’ ακουστικά με μεγάλο κόπο. «Σ’ ευχαριστώ», της είπε βραχνά. «Δε θέλω να το ξαναζήσω αυτό». «Τι έχει ο Έβερετ;» «Πληγώθηκε στον ώμο από σφαίρα. Έγινε έκρηξη σε μια απ’ τις αποθήκες». «Θα ειδοποιήσω με τον ασύρματο να μας περιμένει ασθενοφόρο. Ο Τζιμ κι οι υπόλοιποι κατάφεραν να φύγουν με το φορτηγό», τον καθησύχασε και κάλεσε στον ασύρματο τον αρχηγό. Η φωνή της είναι ήρεμη, λες και παραγγέλνει κινέζικο φαγητό, σκέφτηκε σαστισμένος ο Σάιμον. Δεν είχε σκεφτεί καθόλου τον αδερφό του, από τη στιγμή που αποκλείστηκε απ’ τις φλόγες. Ο Τζιμ θα πρέπει να έχει τρελαθεί απ’ την ανησυχία του, συλλογίστηκε. Λίγα λεπτά αργότερα, η Σέι ετοιμάστηκε να προσγειωθεί. «Κρατήσου», τον συμβούλεψε από το μεγάφωνο. «Θα είμαι όσο πιο προσεκτική γίνεται». Ο Σάιμον ήθελε να τη βεβαιώσει πως της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, αλλά τα λόγια δεν έβγαιναν απ’ τα χείλη του. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί και στήριξε όσο καλύτερα μπορούσε τον Έβερετ. Ούτε που κατάλαβε πότε προσγειώθηκαν. Συνειδητοποίησε πως βρίσκονταν σε στέρεο έδαφος, όταν άκουσε τη Σέι να του λέει: «Εντάξει, Σάιμον, είμαστε στη βάση τώρα». Ο Σάιμον άνοιξε τα μάτια. Ένας αστυνομικός στεκόταν λίγα μέτρα πιο κάτω και κάτι του φώναζε. Έβγαλε αδέξια τ’ ακουστικά από τ’ αυτιά του. «Το ασθενοφόρο έρχεται», έλεγε ο αστυνομικός. «Μπορείς να βγεις;» Ανασηκώθηκε, νιώθοντας τα γόνατά του κομμένα. Καθώς έβγαινε απ’ το ελικόπτερο, ένιωσε χέρια να τον πιάνουν από πίσω και να τον ξαπλώνουν στο έδαφος. Το κεφάλι του ήταν βαρύ κι ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει. Θα ήταν χαζό, μια που όλα είχαν τελειώσει... Κάποιος ακούμπησε μια βρεγμένη πετσέτα στο μέτωπό του και του έδωσε να πιει νερό. Οι έλικες του ελικοπτέρου σταμάτησαν να στριφογυρίζουν και η Σέι γονάτισε δίπλα του. «Σάιμον, έχεις πληγωθεί;» τον ρώτησε όλο αγωνία. Εκείνος έγνεψε αρνητικά και πρόσεξε πως, αν και χλομή, διατηρούσε την ψυχραιμία της. Ήθελε να τη σφίξει στην αγκαλιά του, αλλά το σώμα του έτρεμε απ’ την ταραχή και η ανάσα του έβγαινε κοφτή, στέλνοντας οξείς πόνους στο στήθος του. Για μια στιγμή τον έπιασε απ’ τους ώμους, με απίστευτη δύναμη. Έπειτα τον άφησε κι είπε κοφτά: «Πρέπει να συμπληρώσω την αναφορά μου. Σ’ ένα λεπτό θα είμαι πίσω». Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η σειρήνα του ασθενοφόρου, που πήρε αμέσως τον Έβερετ, και πίσω του έφτασε ένα φορτηγό. Ο πρώτος που πετάχτηκε έξω ήταν ο Τζιμ που έψαχνε με το βλέμμα γύρω του. «Τζιμ, εδώ είμαι», κατάφερε να πει ο Σάιμον. Εκείνος έτρεξε προς το μέρος του και γονάτισε δίπλα στο φορείο. «Νόμιζα ότι σκοτώθηκες», είπε ταραγμένος. «Δε μ’ άφησαν να γυρίσω να σε πάρω, όταν διαπιστώσαμε ότι λείπατε με τον Έβερετ. Κόντεψα να τρελαθώ. Τρεις με κρατούσαν για να μην έρθω να σε ψάξω. Δεν ξέραμε ότι ζεις, ώσπου μας ειδοποίησε η Σέι με τον ασύρματο». Αν ο Σάιμον χρειαζόταν απόδειξη για την αγάπη του αδερφού του, την είχε. «Εκείνη μου έσωσε τη ζωή», μουρμούρισε, αγκαλιάζοντάς τον. «Απ’ την αρχή είχα κακό προαίσθημα γι’ αυτή τη φωτιά. Δεν πας κι εσύ με το ασθενοφόρο, να σε κοιτάξουν, Σάιμον; Δε μου φαίνεσαι και τόσο καλά». «Εντάξει είμαι. Πρέπει να μιλήσω στη Σέι». Ο Τζιμ τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του κι έκαναν μερικά βήματα μαζί, ώσπου ο Σάιμον ν’ ανακτήσει πλήρως τις δυνάμεις του. Τα μάτια του δάκρυζαν συνέχεια και τον πονούσε ο λαιμός του, ενώ το κάψιμο στο μάγουλό του τον έτσουζε αφόρητα. Ήξερε, όμως, ότι ήταν αφάνταστα τυχερός. Κοίταζε γύρω του, αναζητώντας τη Σέι. «Πρέπει να βρω τη Σέι, Τζιμ», είπε τελικά. «Δεν την ευχαρίστησα όπως θα ’πρεπε». «Δε θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου αν είχες σκοτωθεί, Σάιμον», του είπε βιαστικά ο αδερφός του. «Εξαιτίας μου βρέθηκες εκεί. Εξαιτίας μου ήρθες στον Καναδά». Ο Σάιμον ίσιωσε το κορμί του κι ένιωσε τους μυς στην πλάτη και τους ώμους του να διαμαρτύρονται. «Τζιμ, ήθελα να έρθω», του τόνισε βραχνά. «Εσύ και η Σέι υπήρξατε η σωτηρία μου». Ήθελε να του πει κι άλλα, να του εκμυστηρευτεί πως στην Αγγλία ήταν ένα ρομπότ, χωρίς καμιά επαφή με το συναισθηματικό του κόσμο, πως ζωγράφιζε πορτραίτα χωρίς ψυχή. Να του ομολογήσει πως δεν ήξερε τι θα συνέβαινε τις επόμενες εβδομάδες, αλλά πως είχε γίνει καλύτερος άνθρωπος, επειδή αγάπησε τον αδερφό του κι αυτή τη γυναίκα που πριν από μία ώρα του είχε σώσει τη ζωή. Φαίνεται όμως πως το πρόσωπό του τα έλεγε όλα, γιατί είδε τον Τζιμ να ξεροκαταπίνει και καθώς τον αγκάλιαζε, ένιωσε και τα δικά του μάτια να


βουρκώνουν. «Δε χρειάζεται να γυρίσεις στην Αγγλία, όταν τελειώσει το καλοκαίρι», του είπε ο Τζιμ. «Μείνε και το χειμώνα, αν θέλεις. Μείνε εδώ για πάντα». «Αν με παντρευτεί η Σέι, αυτό θα κάνω». «Το κατάλαβα πως κάτι πάει να γίνει. Τρέχα να τη βρεις», τον παρακίνησε ο Τζιμ, χτυπώντας τον χαϊδευτικά στην πλάτη, ενώ ένα χαμόγελο απλωνόταν στο μαυρισμένο απ’ την καπνιά πρόσωπό του. «Καλή τύχη». Ο Σάιμον μπήκε στο δημοτικό θέατρο και πήγε να βρει τον αρχηγό της αποστολής. Η Σέι δε φαινόταν πουθενά. Η πόρτα του δωματίου της ήταν μισάνοιχτη, αλλά το καμαρίνι ήταν αδειανό. Ο Τσέστερ μιλούσε στον ασύρματο με μια απ’ τις ομάδες κι ο Σάιμον τον περίμενε να τελειώσει. «Πού είναι η Σέι;» τον ρώτησε απότομα. «Είσαι καλά, Σάιμον; Άκουσα ότι παραλίγο να σκοτωθείς. Μπράβο σου που έσωσες και τον Έβερετ». «Καλά είμαι», απάντησε εκείνος. «Πού πήγε η Σέι;» «Περιπολία τέσσερα προς αρχηγό, όβερ», ακούστηκε μια φωνή στον ασύρματο. Ο Τσέστερ σήκωσε το μικρόφωνο. «Βγήκε από την πίσω πόρτα», είπε στον Σάιμον. «Να πας να κοιτάξεις το κάψιμο στο μάγουλό σου». Εκείνος κατέβηκε τα σκαλιά της πίσω πόρτας και βγήκε στο φως. Το ελικόπτερο ήταν σταθμευμένο πάνω στο γρασίδι. Επομένως η Σέι θα ήταν κάπου εκεί κοντά. Εύχομαι να μην προσπαθεί να μ’ αποφύγει, σκέφτηκε. Προχώρησε αθόρυβα πάνω στη χλόη και διέσχισε τη συστάδα των δέντρων μπροστά του, ώσπου μια κλίση του εδάφους έκρυψε το ελικόπτερο και τα φορτηγά. Οι φωνές των αντρών έπαψαν ν’ ακούγονται κι αντικαταστάθηκαν απ’ το κελάηδισμα των πουλιών. Ο Σάιμον προχώρησε κι άλλο, με όλες του τις αισθήσεις σ’ επιφυλακή. Ίσως η Σέι να μην είχε έρθει από δω. Να είχε πάει να κάνει μπάνιο. Ξάφνου ένας άλλος ήχος έφτασε στ’ αυτιά του. Στάθηκε ακίνητος κι αφουγκράστηκε με προσοχή, παρατηρώντας ταυτόχρονα πως υπήρχε ένα στενό μονοπάτι ανάμεσα στις φτέρες, που έβγαζε στο δάσος. Προχώρησε προς τα κει, νιώθοντας την κούρασή του να τον εγκαταλείπει. Ο ήχος ήταν πιο καθαρός τώρα. Κάποιος –κι έβαζε στοίχημα πως ήταν η Σέι– έκλαιγε με λυγμούς. Μόλις πήρε μια στροφή, την είδε αμέσως. Καθόταν κάτω από μια σημύδα, με σκυμμένο το κεφάλι και τα γόνατα μαζεμένα στο στήθος. Έκλαιγε σαν να μην μπορούσε να σταματήσει κι όλο της το κορμί έτρεμε από τ’ αναφιλητά. Τη φώναξε σιγανά για να μην την τρομάξει. Εκείνη αναπήδησε ταραγμένη και μόλις τον είδε, ψέλλισε: «Σάιμον... Αχ, Θεέ μου, φύγε, σε παρακαλώ, φύγε». Γονάτισε δίπλα της και την πήρε στην αγκαλιά του. Εκείνη πάλεψε αδύναμα να του ξεφύγει, κλαίγοντας τόσο δυνατά, που ο Σάιμον φοβήθηκε. «Πες μου τι συμβαίνει», απαίτησε να μάθει. «Τίποτα. Τα πάντα. Πριν από μισή ώρα νόμιζα πως είχες... πεθάνει». Κούρνιασε στο στήθος του και τύλιξε σφιχτά τα χέρια της γύρω απ’ το σώμα του, ενώ οι λυγμοί της δυνάμωναν. Ο Σάιμον άρχισε να τη χαϊδεύει απαλά στην πλάτη και να της ψιθυρίζει γλυκόλογα, αψηφώντας το λαιμό του που τον έκαιγε. «Δεν έχω πεθάνει», την καθησύχασε. «Χάρη σ’ εσένα. Αν και θα ανέπνεα ευκολότερα αν δε μ’ έσφιγγες τόσο πολύ». Τον κοίταξε με μάτια πλημμυρισμένα δάκρυα και χαλάρωσε το σφίξιμό της. «Έχεις ένα φριχτό κάψιμο», παρατήρησε ταραγμένη. «Σάιμον, θα πρέπει να είσαι πτώμα». «Νιώθω υπέροχα», τη βεβαίωσε. «Είμαι ζωντανός και σε κρατάω στην αγκαλιά μου! Τι άλλο να ζητήσω απ’ τη ζωή μου; Γιατί κλαις, Σέι;» Εκείνη κοίταξε τα χέρια της που έτρεμαν ανεξέλεγκτα. «Αν μ’ έβλεπε τώρα το αφεντικό μου, δε θα μ’ άφηνε να ξαναμπώ σε ελικόπτερο». «Όσο ήσουν εκεί μέσα, έκανες ό,τι έπρεπε», της είπε. «Μπορείς να καταρρεύσεις τώρα που όλα τέλειωσαν». «Αυτό δε μου έχει ξανατύχει. Είναι επειδή ερχόμουν να σώσω εσένα. Κι έχασα κι ένα δοχείο, για πρώτη φορά κι αυτό. Δεν μπορούσα να το διακινδυνεύσω να προσγειωθώ με το δοχείο. Ήταν ριψοκίνδυνη από μόνη της η προσγείωση». «Αν έπρεπε να διαλέξεις ανάμεσα σ’ εμένα και το δοχείο, χαίρομαι που διάλεξες εμένα», της είπε ειλικρινά ο Σάιμον. «Θα ’πρεπε να σου δώσουν μετάλλιο γι’ αυτή την προσγείωση, Σέι». «Εσύ πρέπει να πάρεις μετάλλιο που έσωσες τον Έβερετ», σχολίασε εκείνη, κάνοντας προσπάθεια να χαμογελάσει. «Απλώς μην πεις ποτέ στον Μπιλ Ντούγκαν πόσο χαμηλά πετούσαμε». Τα δάχτυλά της εξακολουθούσαν να τρέμουν. Ο Σάιμον τα πήρε μέσα στα δικά του κι άρχισε να τα τρίβει απαλά. «Κοίτα τα χέρια σου», θρήνησε εκείνη κι άρχισε πάλι να κλαίει. «Σάιμον, θα μπορούσες να σκοτωθείς». «Σε νοιάζει τόσο πολύ;» τη ρώτησε με παράξενη φωνή. «Και βέβαια με νοιάζει. Σ’ αγαπώ. Γιατί νομίζεις ότι κάθομαι και κλαίω σαν μωρό;» Ο Σάιμον κοκάλωσε. «Για ξαναπές το αυτό». Η Σέι σκούπισε τα μάτια της και πήρε μερικές βαθιές ανάσες, προσπαθώντας να ηρεμήσει. «Όταν η ομάδα γύρισε με το φορτηγό, ο Στιβ μου είπε πως εσύ κι ο Έβερετ είχατε χαθεί», του εξήγησε με τρεμάμενη φωνή. «Νόμιζα πως κάτι φριχτό σου έκανε ο Έβερετ. Τρομοκρατήθηκα». «Ο Έβερετ ήρθε να μου πει ότι έπρεπε να φύγουμε». «Σοβαρά;» τον ρώτησε κατάπληκτη και για λίγο έπαψε να κλαίει. «Περίεργοι που είναι οι άνθρωποι. Ποτέ μου δε...» «Σέι», την έκοψε εκείνος, πιστεύοντας πως είχε ονειρευτεί τις δυο λεξούλες. «Στ’ αλήθεια είπες πως μ’ αγαπάς;» «Ναι... γι’ αυτό προσπαθώ να σου διηγηθώ τι συνέβη. Γι’ αυτό δεν μπορώ να σταματήσω τα κλάματα». «Δε νομίζω πως είναι αυτός λόγος για να κλαις», παρατήρησε ο Σάιμον. «Μα δεν καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό; Δεν ήθελα να σ’ ερωτευτώ... και σ’ ερωτεύτηκα. Κι έπρεπε να κοντέψεις να σκοτωθείς για να καταλάβω πώς νιώθω για σένα. Τι ανόητη που ήμουν». Ο Σάιμον έδιωξε απ’ το πρόσωπό της μια ξανθιά τούφα. «Γλυκιά μου, μη σκέφτεσαι έτσι», της είπε παθιασμένα. «Σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ σήμερα, θα σ’ αγαπώ αύριο, θα σ’ αγαπώ ως την τελευταία μου πνοή... Θα σ’ αγαπώ ακόμα κι αν πετάς πάνω από πυρκαγιές όλα τα καλοκαίρια, ώσπου να γίνεις εξήντα πέντε χρονών. Το κατάλαβες;» Τον κοίταζε με ορθάνοιχτα μάτια. «Μάλλον...» «Φοβάσαι επειδή νιώθεις τρωτή πάλι», συνέχισε εκείνος. «Σου ορκίζομαι πως θα βρίσκομαι πάντα κοντά σου, Σέι. Πάντα. Μα δεν μπορώ να σ’ το αποδείξω αυτό τώρα. Θα χρειαστώ μια ολόκληρη ζωή για να σου δείξω ότι το εννοώ. Δεν υπάρχουν απαντήσεις που λύνουν όλα τα προβλήματα». «Εμπιστοσύνη», ψιθύρισε η Σέι. «Εμπιστοσύνη κι αγάπη». «Καθώς πετούσα χαμηλά με το ελικόπτερο κι είδα τις καλύβες τυλιγμένες στις φλόγες, νόμιζα πως ήταν πολύ αργά πια για να σου πω πώς νιώθω», του ομολόγησε. «Ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής μου. Με κυρίευσε μια τρομερή αίσθηση απώλειας, λες κι είχα χάσει κάτι φοβερά πολύτιμο». Ο Σάιμον ένιωσε την ελπίδα να κυλάει στις φλέβες του. «Μα δε χρειάζεται πια να νιώθεις έτσι. Είμαι εδώ, δίπλα σου, κι εδώ θέλω να είμαι για την υπόλοιπη ζωή μου».


Τον κοίταξε με μάτια βουρκωμένα και το πιγούνι ψηλά. «Θέλω να κρατήσω τη δουλειά μου», του δήλωσε. «Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία», τη βεβαίωσε, χαμογελώντας πλατιά. «Οι πιλότοι παίρνουν άδεια εγκυμοσύνης;» Τα μάτια της άστραψαν εύθυμα. «Δεν είσαι λίγο βιαστικός;» Ο Σάιμον πήρε το χέρι της και το φίλησε. «Δεν καταλαβαίνεις, Σέι; Θα έχεις ό,τι λαχταρούσες. Την καριέρα σου, έναν άντρα που σ’ αγαπάει και τον αγαπάς και, ελπίζω, παιδιά». «Δε θα ’ναι πάντα εύκολο», τον προειδοποίησε ήρεμα. «Δε φαντάζομαι πως θα είναι. Αλλά, αν είμαστε μαζί, μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα». «Μέχρι και να κατέβουμε από τα πεύκα», του θύμισε γελώντας. «Στ’ αλήθεια μ’ αγαπάς;» τη ρώτησε με αγωνία. «Είσαι σίγουρη;» Το χαμόγελό της έλαμπε σαν τον ήλιο. «Στ’ αλήθεια σ’ αγαπώ, Σάιμον». Η φωτιά, που παραλίγο να τον σκοτώσει, του είχε χαρίσει ένα ανεκτίμητο δώρο. «Πες το ξανά», την πρόσταξε. «Δε θα χορτάσω ποτέ να τ’ ακούω». «Δε σου έμαθε η μαμά σου να λες ‘‘παρακαλώ’’;» «Αγαπημένη μου Σέι», της είπε. «Πολυαγαπημένη Σέι, εγώ που σε λατρεύω, σε παρακαλώ, πες μου ότι μ’ αγαπάς. Για να ξέρω ότι μου συμβαίνει στ’ αλήθεια και δεν είμαι στον Παράδεισο». Εκείνη βολεύτηκε πιο αναπαυτικά στην αγκαλιά του και πήρε το βρόμικο πρόσωπό του ανάμεσα στις παλάμες της. «Σάιμον, σ’ αγαπώ», επανέλαβε πολύ σοβαρά. «Σ’ αγαπώ εδώ και καιρό, αλλά φοβόμουν να παραδεχτώ την αλήθεια». «Κι εγώ σ’ αγαπώ». Τη φίλησε μ’ όλη τη λαχτάρα ενός άντρα που μόλις πριν λίγο νόμιζε πως δε θα την ξανάβλεπε στη ζωή του. Έπειτα τραβήχτηκε κι έτριψε την κάπνα που της είχε αφήσει στο μάγουλο. «Δεν πρέπει να σ’ αγγίζω, είμαι πολύ βρόμικος», πρόσθεσε. «Είσαι ζωντανός», τον διόρθωσε με πάθος και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. «Θα με παντρευτείς;» τη ρώτησε, νιώθοντας σαν να κρατούσε στην αγκαλιά του τον ήλιο, το φεγγάρι κι όλα τ’ αστέρια μαζεμένα. «Ναι», του αποκρίθηκε. Εκείνος γέλασε δυνατά, μη μπορώντας να συγκρατήσει τη χαρά του. «Χωρίς ‘‘αν’’, ‘‘και’’, ‘‘αλλά’’;» «Έχουμε μια ζωή μπροστά μας γι’ αυτά». «Πρώτα απ’ όλα, θα μετακομίσω μονίμως εδώ», ανακοίνωσε ο Σάιμον. «Φυσικά! Θα είναι πιο εύκολο να κάνουμε έρωτα, αν είμαστε απ’ την ίδια μεριά του Ατλαντικού», αστειεύτηκε η Σέι. «Αχ, Σάιμον, δεν μπορώ να το πιστέψω πόσο χαρούμενη νιώθω τώρα, ενώ πριν από μία ώρα ήταν σαν να είχα χάσει τον κόσμο». «Ήξερες ότι μ’ αγαπούσες πριν προσγειωθείς στο ξέφωτο, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε ξαφνικά και, όταν εκείνη έγνεψε καταφατικά, συνέχισε αναστατωμένος: «Θα χρειάστηκες όλη σου την επιδεξιότητα για να προσγειωθείς σ’ αυτό το ανώμαλο έδαφος κι έπειτα ν’ απογειωθείς, πριν μας προλάβει η πυρκαγιά. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό; Η Σέι-γυναίκα και η Σέι-πιλότος έγιναν ένα. Δε διαχώρισες τις δυο σου ιδιότητες». «Μπορώ, λοιπόν, να τα κάνω και τα δυο», είπε εκείνη αργά. «Μπορώ και να σ’ αγαπώ και να κάνω καλά τη δουλειά μου. Δε θα ξαναχρειαστεί να σου φερθώ απότομα, όπως εκείνο το πρωί στο διαμέρισμα του Τζιμ». Τα γκρίζα μάτια της έλαμψαν. «Ήταν τόσο απλό. Πώς δεν το κατάλαβα;» «Νομίζω πως αυτή η φωτιά έκανε και στους δυο μας πολύ μεγάλη χάρη». «Πολύ δραστικός τρόπος για να ωριμάσω», σχολίασε η Σέι χαμηλόφωνα. Ο Σάιμον την ξαναφίλησε, γεμίζοντάς την πάλι με καπνιά. «Το μόνο άσχημο είναι ότι δε θα μπορέσουμε να κάνουμε έρωτα ως το Σαββατοκύριακο», παρατήρησε. «Δεν ξέρω αν μπορώ να περιμένω τόσο πολύ». «Ο Τσέστερ μου έδωσε άδεια την υπόλοιπη μέρα», του αποκάλυψε ντροπαλά. «Είδε πόσο σοκαρισμένη ήμουν. Πρέπει να παρουσιαστώ απόψε στις δέκα». «Μπορούμε να κλέψουμε το φορτηγό του Τζιμ και να πάμε σπίτι σου». «Καταπληκτική ιδέα!» «Ώστε θες να ξανακάνουμε έρωτα, Σέι Μάλορι;» τη ρώτησε χασκογελώντας. «Μόλις δει όλ’ αυτά τα μαύρα σημάδια στα μάγουλά σου, ο Τσέστερ θα καταλάβει αμέσως τι κάναμε». «Λέω ν’ ανακοινώσουμε τον αρραβώνα μας απόψε, μόλις γυρίσουμε στη βάση». «Αμφιβάλλω αν θα εκπλαγεί κανείς», παρατήρησε ο Σάιμον, καθώς θυμόταν το επεισόδιο με τα χαρτιά. «Κόντεψα να εκπλαγώ εγώ», του είπε και σηκώθηκε, τραβώντας τον επάνω. «Έχεις συνέλθει; Θα μπορέσεις να ξαναπετάξεις;» τη ρώτησε σοβαρά. Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Εσύ θα ξαναγυρίσεις στην εθελοντική ομάδα;» «Αν μ’ αφήσει ο Τζιμ. Ταράχτηκε πολύ», της απάντησε και χαμογέλασε. «Ας του πούμε για τον αρραβώνα μας, όταν του ζητήσουμε το φορτηγό». Ο Τζιμ, όπως ήταν αναμενόμενο, κατενθουσιάστηκε. Τρία τέταρτα αργότερα, ο Σάιμον έμπαινε πρώτος στο σπίτι της Σέι. «Δεν πρόκειται να σ’ αγγίξω, πριν κάνω ένα μπάνιο», δήλωσε. «Αυτό θα πει αυτοκυριαρχία. Δε συμφωνείς;» «Καλή ιδέα», συμφώνησε εκείνη, που μόλις είχε δει στον καθρέφτη το πρόσωπό της, μαύρο απ’ την καπνιά. Ο Σάιμον λούστηκε και σαπουνίστηκε γερά. Το κάψιμο στο μάγουλό του τον πονούσε πολύ κι οι πληγές στα χέρια του έτσουξαν με το σαπούνι. Απολάμβανε το καυτό νερό που έπεφτε στους ώμους του, όταν η Σέι μπήκε κι αυτή στην μπανιέρα, προσποιούμενη την άνετη. «Είσαι γεμάτος μελανιές», παρατήρησε. «Θα επιζήσω», της υποσχέθηκε, ενώ το βλέμμα του πλανιόταν στο λυγερό κορμί της. Πήρε το σαπούνι κι άρχισε να τη σαπουνίζει, γεμίζοντας αφρό τις καμπύλες της που τόσο καλά θυμόταν και τόσο πολύ ποθούσε. Τα χέρια του στάθηκαν για λίγο στα στήθη και τους μηρούς της. Κι έπειτα, κυριευμένος από ανεξέλεγκτο πόθο, έκλεισε το νερό, την τύλιξε σε μια πετσέτα και την κουβάλησε στην κρεβατοκάμαρά της. «Είσαι ελαφριά σαν πούπουλο σε σύγκριση με τον Έβερετ», αστειεύτηκε και τα επόμενα λεπτά άφησε το κορμί του να της μιλήσει για τον πόθο και την αγάπη του. Ήταν και η Σέι ανυπόμονη. Όταν όμως τον τράβηξε πάνω της, με βλέμμα σκοτεινό απ’ το πάθος, εκείνη ήταν που έσπασε τη σιωπή. «Σάιμον, σ’ αγαπώ», του είπε με περηφάνια κι εγκατάλειψη. Δε θα ’θελε ποτέ να δαμάσει την περηφάνια της, αν και τον συγκινούσε η εγκατάλειψή της. «Θα χρειαστώ μια ολόκληρη ζωή για να σου δείξω πόσο σε λατρεύω», της απάντησε βραχνά κι από τα βάθη του κορμιού του ένιωσε την αυτοκυριαρχία του να τον εγκαταλείπει. Η ανάσα της έγινε πιο γρήγορη και μόνο όταν την άκουσε να στενάζει από ηδονή, άφησε και το δικό του πόθο να ξεσπάσει. Έμειναν πολλή ώρα ξαπλωμένοι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου. Κουβέντιασαν, κοιμήθηκαν λίγο, αγγίχτηκαν συνεπαρμένοι... Έπειτα η Σέι του έβαλε λίγη κρέμα για εγκαύματα στο μάγουλό του, έφτιαξαν κάτι πρόχειρο να φάνε και στις εννιά και τέταρτο το βράδυ βγήκαν απ’ το σπίτι πιασμένοι απ’ το χέρι. Ο Σάιμον ένιωθε μια βαθιά ευτυχία στη σκέψη πως θα περπατούσε μια ζωή μ’ αυτή τη γυναίκα στο πλευρό του.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Αργά το Σάββατο το απόγευμα, ο Σάιμον και η Σέι βάδιζαν στο μονοπάτι που διέσχιζε τον κήπο της Μίνι. Νωρίτερα είχαν κάνει έρωτα στο σπίτι της Σέι, στιγμές πολύτιμες γι’ αυτόν, φορτισμένες απ’ την υπόσχεση μιας κοινής ευτυχίας. Η ένωση των σωμάτων μας είναι η ένωση των ψυχών μας, σκέφτηκε ο Σάιμον, χαμογελώντας στη Σέι. «Έχεις την όψη γυναίκας που απολαμβάνει την αγάπη», της είπε. Τα μάγουλά της είχαν πάρει ένα απαλό ρόδινο χρώμα και τα μάτια της έλαμπαν. «Δεν πίστευα πως μπορούσα ποτέ να νιώσω τόση ευτυχία», του ομολόγησε. Τα φύλλα των φυτών ήταν νωπά, γιατί εδώ και δυο μέρες έβρεχε, με αποτέλεσμα να τεθεί υπό έλεγχο η φωτιά στο δάσος, για πρώτη φορά μέσα στη βδομάδα. Ο Σάιμον είπε ήρεμα: «Είσαι η ζωή μου, Σέι». «Κι εσύ η δική μου». Η πόρτα του τροχόσπιτου άνοιξε διάπλατα. «Άκουσα πως εσείς οι δυο θα παντρευτείτε», τους φώναξε η Μίνι. Η Σέι γέλασε. «Έπρεπε να το ξέρω πως δεν μπορούμε να κρατήσουμε μυστικό απ’ τη Μίνι», είπε και πρόσθεσε δυνατά: «Είσαι από τώρα καλεσμένη». «Και μου ’φερες και τον πίνακα», συνέχισε η Μίνι, προσέχοντας το πακέτο που κουβαλούσε ο Σάιμον. «Έλα, σου έφτιαξα δυο λαμαρίνες μπισκότα». «Πρέπει να μου δώσεις τη συνταγή», είπε η Σέι. «Ψέματα το λέει, Μίνι», αστειεύτηκε ο Σάιμον. «Καμώνεται πως θα γίνει νοικοκυρά». «Το χειμώνα θα είμαι νοικοκυρά», διαμαρτυρήθηκε η Σέι. «Το καλοκαίρι, όμως, θα πρέπει να επισκέπτεσαι τη Μίνι, όταν θα θέλεις μπισκότα». Η Σέι κρατούσε κι αυτή ένα πακέτο. Ήταν η μεγαλύτερη απ’ τις δυο ελαιογραφίες του Τάιγκερ. Η Μίνι αυτή ξεδίπλωσε πρώτα. «Είναι πανέμορφο», είπε με ειλικρίνεια. «Τον θυμάσαι πολύ καλά, Σάιμον. Μα δεν περίμενα να μου φτιάξεις δυο πίνακες». Εκείνος την παρακολουθούσε να σκίζει το περιτύλιγμα του μεγαλύτερου έργου του. Αν και μέσα του ήξερε πόσο καλό ήταν, ήθελε πολύ ν’ αρέσει και στη Μίνι. Η ηλικιωμένη γυναίκα κράτησε το τελάρο στο φως κι έμεινε σιωπηλή αρκετή ώρα. «Μακάρι να ζούσε ο Άρνολντ μου για να το δει», είπε σιγανά. «Είναι κι αυτός στον πίνακα, έτσι δεν είναι; Ο Άρνολντ, ο Τάιγκερ, εγώ κι ο κήπος μου. Όλοι μας». Η τσαγιέρα άρχισε να σφυρίζει και η Σέι έτρεξε να τη βγάλει απ’ τη φωτιά. «Σ’ ευχαριστώ, Σάιμον», είπε απλά η Μίνι. «Θα το φυλάω σαν θησαυρό». Μερικές ώρες αργότερα, μαζεύτηκαν όλοι στο σπίτι του Τζιμ για ένα γιορταστικό τραπέζι. *

Τη Δευτέρα που η Σέι έφυγε για τη δουλειά της, ο Σάιμον άρχισε ένα νέο πορτραίτο. Θα ήταν το γαμήλιο δώρο του. Ένα πορτραίτο μόνο για κείνη, φτιαγμένο από το σκίτσο που είχε κρατήσει. Η Σέι όπως την είχε πρωτοδεί, λουσμένη στο πρωινό φως, γυμνή ανάμεσα στα νερόκρινα...

Περιεχόμενα ΤΟΛΜΗΡΗ ΠΡΟΤΑΣΗ Sharon Kendrick ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 ΜΕ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ Sandra Field ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 kΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Profile for fotisk

368131779 τολμηρή πρόταση με τα χρώματα του έρωτα  

αρλεκιν

368131779 τολμηρή πρόταση με τα χρώματα του έρωτα  

αρλεκιν

Profile for fotisk5
Advertisement